Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Δ› Sitting 33

1894.12.13

2,480 rows · 18,455 words · 1 table · 130 turns

Date
1894.12.13
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Δ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1895)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33

Τῆς 13 Δεκεμβρίου 1894.

(Τρίτη).

Ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινα προσθήκην ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κτηματίαι Ἀττικῆς παρακαλοῦσι νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀττικῆς παραγομένης σταφίδος σουλτανίνας, διότι καταπονοῦνται ἐκ τῶν πολλαπλῶν φόρων, τοὺς ὁποίους πληρόνουσι.

§2ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τούτου, διότι οἱ κτηματίαι οὗτοι, οἱ παράγοντες σουλτανίναν σταφίδα, πληρόνουσι διπλοῦν φόρον, πληρόνουσι φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ φόρον στρεμματικόν. Εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, διότι καταστρέφεται μία παραγωγὴ, ἥτις προαγομένη δύναται νὰ ὠφελήσῃ τὸν τόπον.

§3ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀποσταλῆ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὴν σύστασιν τῶν κ. Βουλευτῶν. Πολλοὶ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Χαλκίδος καταδίκων ζητοῦσιν, ὅπως ἀφεθῶσι δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας τὰ δωμάτιά των ἀνοικτά. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Πολλοὶ τῶν ἐν Ἀθήναις τραπεζιτικῶν ὑπαλλήλων δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἐλαττώσῃ τὸν παρ’ αὐτῶν πληρονόμενον φόρον ἐπιτηδεύματος. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Πολλοὶ ἔμποροι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν. Ὁ κ. Κανακάρης ἔχει τὸν λόγον.

§5ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν θὰ ἔλεγον τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας θέλω εἴπει, ἐὰν ὑπερτάτη ἀνάγκη δὲν μὲ ὤθει· διότι δὲν θέλω νὰ θεωρηθῶ κωλυσιεργῶν, ἂν καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ κωλυσιεργία, προκειμένου περὶ ζητήματος ζωτικοῦ, ἵνα σώσῃ τὴν οὐσίαν, εἶναι ἐπιτετραμμένη. Ἔχω ἐπιστολὰς ἀπὸ τὰς Πάτρας, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ περιγράφουσι τὴν ἀθλίαν καὶ ἐλεεινὴν τοῦ τόπου κατάστασιν. Ὁ κόσμος ἀπηλπίσθη ἕνεκα τῆς μεγάλης πτωχείας καὶ πενίας, καὶ δὲν βλέπει κἀνὲν μέτρον σωστικὸν λαμβανόμενον οὔτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως οὔτε παρὰ τῆς Βουλῆς περὶ τῆς σταφίδος. Πάντες ἀνέμενον, ὅτι μέτρα σπουδαῖα ἤθελον ληφθῆ ἀλλ’ ἐνῷ ἐχάρησαν διὰ τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς τῆς παρακρατήσεως, ἡ χαρὰ ἐκείνη διήρκεσε μόνον τρεῖς ἡμέρας, διότι ἀπεῤῥίφθη τὸ νομοσχέδιον, καταψηφισθὲν καὶ παρὰ πολλῶν ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐψηφοφόρησαν τὴν ἀρχὴν τῆς παρακρατήσεως. Ἡ κατάστασις τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν εἶναι ἐλεεινή, καὶ ὁ κόσμος, ἀντὶ νὰ ἴδῃ μέτρα σωστικὰ ὑπὲρ τῆς σταφίδος, δὲν βλέπει παρὰ ἀπηνῆ καταδίωξιν τῶν πεινώντων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου καὶ προγράμματα πλειστηριασμῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ἡμέραν. Τοιαύτην ἀπορίαν οὐδέποτε ἡ Πελοπόννησος εἶδε (θόρυβος). Μὴ ταραχθῆτε, ἂν σᾶς εἴπω ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ, οἱ Βουλευταὶ τῆς Πελοποννήσου. Τίς μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἑνωθῶμεν καὶ προτείνωμεν τὰ σωστικὰ μέτρα; Διεφωνήσαμεν ὡς πρὸς τὴν παρακράτησιν, ἀλλὰ συμφωνοῦμεν εἰς τὸ μέτρον τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, εἰς τὸ μέτρον τῆς ἱδρύσεως ταμείου ἀμύνης, εἰς τὴν ἀπότισιν τοῦ φόρου εἰς εἶδος. Τίς μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἑνωθῶμεν καὶ καταστήσωμεν τὴν φωνὴν τῆς δυστυχοῦς πατρίδος μας σεβαστήν; Ἄλλως ἔπρεπε νὰ γείνωμεν Ἰρλανδοί, ἂν δὲν μᾶς ἤκουεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή. Τί μᾶς ἐμποδίζει νὰ μιμηθῶμεν τὸ παράδειγμα τῶν Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος σπουδαίου τοῦ τόπου των; Εἶναι καιρὸς νὰ συνέλθωμεν καὶ νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι ἡ Πελοπόννησος κινδυνεύει. Πρέπει νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου ἐκείνου, ὅστις πρῶτος ὕψωσε τὸ λάβαρον τῆς ἱερᾶς ἐπαναστάσεως, ὅστις εἶναι ἡ κοιτὶς τοῦ νέου Ἑλληνισμοῦ, ἡ πατρὶς τῶν Δεληγιανναίων, τοῦ Ζαΐμη, τοῦ Φλέσσα, τοῦ Παλαιῶν Πατρῶν, τοῦ Λόντου, τοῦ Φωτήλα καὶ τόσων ἄλλων ἡρώων, καὶ ὅστις σήμερον ἕνεκα τῆς δυστυχίας κινδυνεύει νὰ χαθῇ. Εἶναι καιρὸς νὰ συνέλθωμεν, ἵνα σώσωμεν τὴν Πελοπόννησον. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχωμεν τὸ σθένος νὰ τὴν φέρωμεν εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς τὴν παρέδωκαν οἱ πατέρες ἡμῶν, τοὐλάχιστον νὰ ἐπιβληθῶμεν, ὅπως παύσῃ νὰ πεινᾷ. Διὰ τοῦτο προτείνω σήμερον νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ σεβαστοῦ Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας, καὶ ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἀμέσως, διότι πᾶσαν ἀναβολὴν θεωρῶ προδοσίαν κατὰ τῆς πατρίδος.

§6Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν σιγήν, τὴν ὁποίαν δεικνύει ὁ κ. Πρωθυπουργός, προκαλούμενος παρὰ πολλῶν ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν πασχουσῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Ἐκπλήσσομαι πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ἄλλοτε ἐπιτήδειος καὶ πρόχειρος πρὸς ἐξεύρεσιν μέσων καὶ σχεδίων, ἤδη δεικνύει τοιαύτην περιφρόνησιν πρὸς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Ὑποθέτω ὅτι ἡ σιωπή, τὴν ὁποίαν δεικνύει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας, εἶναι σιωπὴ ἔνοχος, σιωπὴ ἐσκεμμένη, ἔχουσα λόγον τὴν τιμωρίαν τῶν μερῶν ἐκείνων, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει ὅτι αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι πρῶται συνετέλεσαν εἰς τὴν κραταίωσιν τῆς θέσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἡμεῖς οἱ ἐκτεθέντες ὑπὲρ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, καθ’ ὃν τρόπον ἐξετέθημεν, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπιτελοῦμεν διπλοῦν τοῦ ἀξιώματος ἡμῶν καθῆκον· πρῶτον διότι ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως τῆς σταφίδος ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ ἐθνικῆς ὑποθέσεως, καὶ δεύτερον διότι διὰ τῆς ἐπιτυχίας μέτρου τινὸς ἐπειθόμεθα ὅτι θὰ ἐξαγάγωμεν τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ἐκ τῆς ἀγωνιώδους καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Διότι ἐξετέθημεν ὅμως ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς παρακρατήσεως, δὲν εἴμεθα καὶ πολέμιοι παντὸς ἄλλου σχεδίου, τείνοντος πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν πασχουσῶν ἐπαρχιῶν, τοὐναντίον εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἀσπασθῶμεν πᾶσαν ἰδέαν καὶ πᾶσαν πρότασιν, εἴτε ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως προερχομένην, εἴτε ἐκ μέρους ἄλλου τινός. Καὶ ἄν τινες ἐξ ἡμῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου σχεδίου τῆς παρακρατήσεως δὲν ἐλάβομεν τὸν λόγον, τοῦτο ἐγένετο οὐχὶ διότι δὲν εἴχομεν ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ διότι ἐπείσθημεν περὶ τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἀδιαφορίας, τὴν ὁποίαν ἐδείκνυεν ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ φίλοι αὐτῆς κατὰ τοῦ σχεδίου ἐκείνου. Τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος δι’ ἡμᾶς, τοὺς καταγομένους ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶναι ζήτημα ὑλικῆς ὠφελείας, ἀλλὰ ζήτημα καθαρᾶς φιλοτιμίας, εἶναι ζήτημα καθαρᾶς ἀτομικότητος· ἀποτεινόμενος δὲ πρὸς τοὺς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἀξιοτίμους συναδέλφους τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, τοῖς λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωσι τὴν πολιτικὴν τῆς καρδίας πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς ἀφοσιώσεως, διότι αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐπολιτεύθησαν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὑπὸ τοιαύτην ἰδιότητα, πρῶται αὗται περιεφρονήθησαν καὶ πρῶται αὗται παρηγκωνίσθησαν. Ἔπρεπε νὰ κατισχύσῃ ἐν τῇ πολιτικῇ σκηνῇ τῆς Ἑλλάδος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως περιφρονηθῇ ἡ Πελοπόννησος καὶ αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι, αἵτινες ἐστεφάνωσαν αὐτὸν ἄλλοτε, περιερχόμενον αὐτὰς καὶ ἐπευφημούμενον ὑπὸ χιλιάδων πολιτῶν, ἔπρεπε, λέγω, νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ πολιτικῇ ὁ κ. Τρικούπης, ὅπως ἐξέλθωσιν ἐκ τῶν ὑπογείων πρόσωπά τινα καὶ καταλάβωσι παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ θέσιν. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι βδελύσσομαι τὰ μέτρα, τὰ τείνοντα εἰς τὴν παράλυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δηλῶ, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ καὶ ἐγὼ ν’ ἀποφύγω ἐκεῖνα, εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις δὲν πράξῃ τι ὑπὲρ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. (Εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).

§7Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὡμίλησα καὶ ἐγὼ προχθὲς διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἀνέπτυξα τὴν ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην μου, ζητήσας νὰ προταχθῇ πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, εἰπὼν μάλιστα, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπισπεύδουσι, θὰ ἦναι ὁ τάφος πάσης ἐλπίδος ὑπὲρ τῆς σταφίδος· Ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες ἀναμένουσιν ἀκόμη ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως ὠφέλιμόν τι μέτρον ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ἀποδεικνύουσι μεγίστην ἁπλότητα. Εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα εἶναι πολεμία τῆς σταφίδος, καὶ ὅτι οὐδὲν μέτρον ὑπὲρ αὐτῆς ἀνέχεται. Ἀπορῶ δὲ μὲ τοὺς συναδέλφους ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, οἵτινες κάθηνται εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, πῶς κατορθοῦσι νὰ πιστεύωσιν, ὅτι θεωροῦνται ὡς ὑποστηρικταὶ τῆς σταφίδος, ὅταν ὁμιλῶσιν ὑπὲρ αὐτῆς, ἐνῷ ἐκ τῶν προτέρων διατελοῦσιν ἐν πληρεστάτῃ γνώσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πᾶν μέτρον ὑπὲρ τῆς σταφίδος τὸ ἔχει καταδεδικασμένον. Ἐὰν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐκεῖ, θέλωσι νὰ γείνῃ τι ὑπὲρ τῆς σταφίδος, πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Οὕτω πρέπει νὰ πράξωσιν, ἐὰν θέλωσι νὰ ἔχωσι τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἦναι ἀγαπητοὶ παρ’ αὐτῷ. Εἶπον δὲ καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος δὲν ἀφορᾷ μόνον τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἀφορᾷ ἐν γένει τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἶναι ζήτημα ἐθνικόν· πρέπει δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ σκεφθῇ, ὅτι, ἂν δὲν ληφθῇ φροντὶς ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ἂν δὲν ληφθῇ μέτρον τι κατὰ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, καθίσταται ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, οὗ ἐπισπεύδει τὴν ἐπιψήφισιν. Τί τὸν θέλει τὸν προϋπολογισμὸν; Τίς θὰ πληρώσῃ τοὺς φόρους; Ἡ Πελοπόννησος διατελεῖ ἐν πληρεστάτῃ πενίᾳ, καὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν τί συμβαίνει ἐν Πελοποννήσῳ, ἐγὼ δὲ ἀπορῶ μὲ τὴν ἀναλγησίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, καίτοι βλέποντες ὅτι πεινᾷ ἡ Πελοπόννησος, διέταξαν τοὺς ταμίας καὶ ἐξέθηκαν εἰς πλειστηριασμὸν ἄπειρα σταφιδικὰ κτήματα, ὅπως πληρωθῶσιν οἱ φόροι. Ἄν τις ῥίψῃ βλέμμα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, θὰ φρίξῃ μὲ τοὺς πλειστηριασμούς, οἵτινες ἀναγράφονται ἐν αὐτῇ καὶ δὲν σκέπτονται, θὰ εὑρεθῇ τις νὰ ἀγοράσῃ ἐν Πελοποννήσῳ κτῆμα σταφιδικόν; Μὲ τί χρήματα νὰ τὸ ἀγοράσῃ; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Πελοποννήσου θὰ ἀμυνθῇ κατὰ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται πλέον νὰ ἀνεχθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, διότι τοῦτο εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς θὰ στηριχθῇ ὁ προϋπολογισμός.

§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅτε ἀπεῤῥίφθη τὸ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως, ἐν ὀλίγοις παρέστησα καὶ προεῖδον τὰς συνεπείας τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ νομίζω ὅτι ἔσφαλεν ὄχι μόνον διότι δὲν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὰς αἰτήσεις τῶν πασχουσῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ ἔσφαλε καὶ πολιτικῶς, διότι ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ ἐκκρεμὲς ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ τὴν ἀφήσῃ ποτὲ ἥσυχον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κλείσωσιν αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου, χωρὶς νὰ δοθῇ ἀπάντησις εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους κρούουσι τὰς θύρας αὐτοῦ. Ὅταν ὁλόκληρος κοινωνία πάσχῃ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ὑποχρεώσεις, νὰ μὴ προσέχῃ εἰς τὰς αἰτήσεις καὶ τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται πρὸς αὐτὸ ὑπὸ τῆς πασχούσης κοινωνίας. Ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ μέτρου ἐκείνου, χωρὶς ἀμέσως νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ ἄλλης προτάσεως, οὔτε τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὑπεβλήθη, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀπελπίσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἰδιαιτέρως, διὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐνδιαφέρωνται ὄχι μόνον αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς, ὡς εἶπον κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις, διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἐθνικὸν καὶ ὄχι ἐπαρχιακόν. Πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου καὶ μοναδικοῦ προϊόντος τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐρωτῶ, ποῦ στηρίζει τὸ Κράτος τὸν προϋπολογισμόν, ποῦ στηρίζει τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἀπαντήσῃ τὰς μεγάλας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει, ἐὰν ἀφήσῃ ἐγκαταλελειμμένον τὸ σπουδαιότατον τοῦτο προϊόν, τὸ ὁποῖον ἔχει; Ποῖος λοιπὸν ὁ λόγος σήμερον, διὰ τὸν ὁποῖον, ἀφοῦ ὑποβάλλεται μία νέα πρότασις, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ παραδεχθῇ αὐτήν, ἀφοῦ μάλιστα οὐδεμία θὰ ἐπέλθῃ βραδύτης; διότι κατὰ τὴν γνώμην μου εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, καὶ ἀρκεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ χειραγωγήσῃ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν θ’ ἀπασχολήσῃ παντελῶς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀποφασισθῇ, ὥστε ἐν τῷ μεταξὺ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἀναγινώσκηται τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ψηφισθῇ, χωρὶς νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, εἰμὴ μόνον ἐπ’ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας καθ’ ἑκάστην.

§9ΣΑΚΚΗΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον, καὶ νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔσφαλεν, ἀποῤῥίψασα μωρὸν καὶ ἄσκοπον μέτρον, ὁποῖον ἦτο τὸ προταθέν. Ἀπὸ τοῦ 1888 εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φωνάζουσιν ὑπὲρ τῆς διαδόσεως τοῦ προϊόντος διὰ συνθηκῶν καὶ δι’ ἄλλων μέσων προστατευτικῶν, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν τύχην τοῦ προϊόντος τούτου· ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία φωνὴ ἡνώθη μετ’ ἐμοῦ, ἵνα πιέσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο καὶ εἶναι ἁρμόδιοι νὰ φροντίσωσι περὶ τῆς διαδόσεως τοῦ προϊόντος αὐτοῦ. Κατὰ τὸ τρέχον ἔτος παρουσιάσθη ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐν τούτοις κατεγινόμεθα νὰ συζητῶμεν περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἠδύνατο νὰ ὠφελήσῃ τὸ προϊὸν, ἀλλὰ μόνον σκοπὸν εἶχε νὰ πληρώσῃ τὰ βαλάντια ἀνθρώπων τινῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν οἱ κυρίως καταστροφεῖς τῆς σταφίδος. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης νὰ ληφθῇ ἕτερον μέτρον, δυνάμενον νὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, φρονῶ δὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Αἰγιαλείας ὑπέβαλε, περιέχει τοιοῦτόν τινα σκοπὸν, ἀλλὰ συγχρόνως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ εὑρέσεως κεφαλαίων πρὸς καλλιέργειαν τοῦ προϊόντος κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Συμπεραίνων, κύριε Πρόεδρε, προτείνω, ὅπως ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀφοῦ προηγουμένως ὑποβληθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ἀφοῦ μελετήσῃ τοῦτο, νὰ ἐπενέγκῃ τὰς δεούσας τροποποιήσεις.

§10ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀμέσως ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις.

§11ΠΑΧΥΣ. Αὔριον τὸ πρωΐ εἰς τὰς 10 νὰ γείνῃ συνεδρίασις, διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τὸ σταφιδικόν.

§12Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προταχθῶσιν ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τὰ δύο νομοσχέδια περὶ σταφίδος, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεώς σας. Θὰ ἐρωτήσω αὐτὴν δι’ ἀναστάσεως· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι δύνασθε, ἂν θελήσητε, νὰ ζητήσητε κατόπιν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, ὅπως μεταῤῥυθμισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ προταχθῶσι τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ νομοσχέδια περὶ σταφίδος, τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας καὶ τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ἐξ ἀριστερῶν). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§14ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Οἱ ἐκεῖθεν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠγέρθησαν, ἀποδέχονται τὴν πρότασιν (ἱλαρότης).

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ προσεκάλεσα νὰ ἐγερθῶσιν οἱ δεχόμενοι τὴν πρότασιν.

§16ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐρωτήσατε τὸ ἀντίστροφον, κύριε Πρόεδρε.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι ἐκ δεξιῶν). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν.

§18Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν, ὅπως προταχθῶσι τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ νομοσχέδια περὶ ταμείου σταφιδικῆς ἀμύνης καὶ περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Σάκκη καὶ Ναυπλιώτου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας ΝἸω. Μεσσηνέζης Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Σπυρ. Μαρκέλλος Ο
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΟΒαρβαρῆγος Πήλικας Ο
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΝἈλέξ. Φωτήλας Ν
Λεων. Καρυστινάκης Κωνστ. Σταμπουλόπουλος
Δημ. Καΐρης ΝΛεων. Πετιμεζᾶς Ν
Μιχ. Κωτσάκος ΟὌδυσ. Λαμπρόπουλος
Ἰωάν. Ζωγράφος Γιαννούσης Τάκης
Ἀνδρ. Καρατζᾶς ΝἩρακλῆς Καλαμπάκας Ο
Γεώρ. Παχὺς ΟἈντ. Π. Μαυρομιχάλης
Μιχ. Π. Λάμπρος ΟΠερ. Πεῤῥωτὴς Ο
Κων. Καραπᾶνος ΝΚωνστ. Φλέσσας Ν
Κων. Σταυρόπουλος ΝἸωάν. Καζαμπάκας
Ἀλέξ. Σκουζὲς ΝΚων. Ζωγλοπίτης
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος ΝΠαν. Κουκορῖκος
Ἀλέξ. Ψύλλας ΝΓεώργ. Φραγκίδης
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΔημ. Τερτίπης Ο
Ἀλέξ. Ρετσίνας ΟἈθαν. Κωστάμης Ο
Δημ. Γ. Ράλλης ΝἈριστ. Χατζηνικολῆς Ν
Α. Ζυγομαλᾶς ΝΝικ. Μπαλάφας Ο
Ὄθ. Μακρυγιάννης ΟΝικ. Παπανικολάου Ο
Σ. Ζαχαρίτσας ΟΠαν. Λεβέντης
Μιλ. Ὀριγώνης ΝΒαπτιστὴς Βάστα Ο
Κωνστ. Βαλτινὸς Γεώργ. Θεοτόκης
Ὄδυσ. Μοσχοβίτης ΟἈλκίνοος Ζερβὸς Ο
Γεώργ. Καρτάλης Ἡλίας Πολίτης Ο
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΓουλιέλμος Σκάρπας Ο
Νικ. Κοκωσλῆς Νικ. Μαρκέτης Ο
Νικ. Ἀξελὸς Σπυρ. Λάσκαρης
Νικ. Παῤῥησιάδης Κων. Θ. Ῥωμαῖος
Ἰω. Γρίβας Κων. Χριστόπουλος Ο
Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΣωτ. Κροκιδᾶς
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Σπυρ. Νοταρᾶς
Νικ. Σπυρακόπουλος ΟἈναστ. Δημητριάδης Ο
Θεμ. Κορομάντζος Γεώργ. Κούστας Ο
Περ. Ἀλεξάκης ΝἸω. Τσιμάρας Ο
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΓερ. Μουσούρης Ο
Κωνστ. Κοσσονάκος Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΟ
Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΟΘεόφραστος Μεταξᾶς Ο
Μιχ. Φωτιάδης ΟΔιον. Καλούτσης Ν
Γεώργ. Λιδωρίκης ΟΣπυρ. Στάης Ο
Κων. Ἀναγνωστόπουλος ΝΜιχ. Πολίτης Ο
Γεώργ. Λύρας ΟΘεόδ. Θερμογιάννης
Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝἸω. Καλούτσης Ο
Σταμάτ. Μήτσας ΟΣτέφ. Κοπανίτσας Ν
Δημ. Βουλπιώτης Κωνστ. Σαλταφέρος
Κων. Ζῶτος ΟΠέτρ. Βαρβιτσιώτης Ο
Ἡλ. Μπλατσῆς Μελέτ. Ῥουσόπουλος Ν
Δ. Γρανίτσας Δημοσθ. Ματάλας
Διον. Στεφάνου ΟΝικ. Καραστέργιος Ν
Κων. Ἄργας Λομβάρδος ΟἈργ. Διδίκας Ο
Διον. Ζήβας Πλακᾶς ΟἘδίπ–Σερὲφ–Χασὶπ Ν
Γεώργιος Κανδ. Ῥώμας ΟἸω. Λάππας Ν
Γεώργ. Κρεστενίτης Νικ. Μπουφίδης Ο
Χρ. Στεφανόπουλος Περ. Βαλαωρίτης Ο
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΝΓερ. Σέρβος Ν
Διον. Παυλόπουλος ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΝἈθαν. Εὐταξίας Ν
Ἄγγ. Πετραλιᾶς Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Ν
Ἐπαμ. Δημητρίου ΟΠαν. Μανέτας Ν
Στέφ. Σκουλούδης ΟΝ. Τριανταφυλλάκος Ν
Νικ. Νομικὸς ΝἩλ. Ζέγγελης Ο
Θωμᾶς Μαρκεζίνης ΟΦίλ. Βάρβογλης Ν
Νικήτας Συνοδινὸς Ἀθαν. Σακελλαριάδης
Λεων. Ζέρβας ΟΣπ. Γρίβας Ο
Στεφ. Δραγούμης ΟἸω. Βρυώνης Ν
Νικ. Φιλάρετος Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
Χαρ. Τρικούππης ΟἸω. Γεωργιάδης Ο
Ἰω. Τρικούππης ΝΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ο
Παν. Μερλόπουλος Γεώργ. Π. Μπούμπουλης Ο
Ἀλκ. Δεληγιάννης ΟἈλέξ. Γ. Σοῦτσος Ν
Ἀντ. Καρατζᾶς ΟἈνδρ. Συγγρός
Ἀθαν. Παπαχελᾶς ΝΔημ. Βοκοτόπουλος Ο
Χαρίλ. Προβελέγγιος Μ. Μπογιατζόγλους
Ἀντ. Μάτσας Ἰω. Γκιὼν Ο
Δορέντζος Δελαρόκας ΝΝικ. Φώσκολος Ο
Ἰω. Ναυπλιώτης ΟΣωτ. Χατζηγάκης
Στυλ. Βάλληνδας ΝΚωνστ. Χατζηπέτρος Ν
Ἰω. Ἰντζὲς ΟΧρ. Μπλετσάκης Ο
Γεώργ. Σισμάνης Γ. Κανούτας Ο
Νικ. Καλαντζόπουλος ΟΕὐστ. Κοκκέβης
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΔημ. Παπατσώρης Ο
Ἠλ. Ποταμιάνος Χρ. Καραβίτης Ν
Ἀριστ. Ρούκης Διον. Κατρίτσης
Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝἈνδρ. Σκαλτσᾶς Ο
Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης Ἀριστόβουλος Μάνεσης
Ξανθὸς Πικουλάχης ΝΒασ. Δροσινός
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΝικ. Βαλάσης Ο
Νικ. Παπαλέξης ΟἘμμ. Δημητριάδης Ο
Παν. Λαμπρούλιας Κωνστ. Σαχτούρης
Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης ΟΘεόδ. Γκίκας
Ἰω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος ΟΝικ. Τσαμαδὸς Ο
Σπ. Μακρῆς ΟΒησ. Χατζηαγγελάκης Ο
Ἀνάρ. Σιμόπουλος ΟΝικ. Ζητουνιάτης Ο
Εὐστ. Παπαδάκης ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
Πανουρ. Πανουργιᾶς ΟΝικ. Χατζῖσκος Ν
Θάνος Κανακάρης ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Ἀχ. Χοϊδᾶς ΝΔημ. Κρίτσας Ο
Ἀντ. Ρικάκης ΝἩρ. Γαζέπης
Ἰω. Τσερτίδης Β. Βουδούρης Ο
Νικ. Κουμανιώτης Νικ. Καλογερόπουλος Ο
Ἄγγ. Ροῦφος ΝΘέμ. Α. Κανάρης Ν
Νικ. Καράπαυλος ΟΚων. Παπανικολῆς Ο
Παν. Σάκκης Ν

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 148, ἐξ ὧν 55 ὑπὲρ τῆς προτάσεως καὶ 93 κατ’ αὐτῆς. Συνεπῶς ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου γεγονός τι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Παρά τινος τῶν ὑποταμιῶν Ἀθηνῶν ἐξεδόθησαν ἐντάλματα συλλήψεως διὰ χρέος πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος κατὰ 17 ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἰατρῶν, ὡς ἀσκούντων τὸ ἰατρικὸν ἐπάγγελμα ἐν τῇ πόλει καὶ ὑποκειμένων εἰς φορολογίαν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐτηρήθησαν αἱ διαγραφόμεναι ὑπὸ τῶν νόμων διατυπώσεις ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ τῶν ὑποταμιῶν, ἡ ὁποία ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου τούτου, ὥστε νὰ ἐκδοθῶσιν ἐντάλματα ἐκτελεστὰ κατὰ 17 ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, τοὺς ὁποίους θὰ ἴδωμεν συρομένους εἰς τὰς φυλακάς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ οὐσία εἶναι ὅλως διόλου κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπιτηδεύματος εἰς ἰατροὺς στρατιωτικοὺς, οἵτινες ἐνασχολοῦνται δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας καὶ πολλάκις δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καθ’ ὁλοκληρίαν τῶν δημοσίων συμφερόντων; Οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροὶ δὲν εἶναι μόνιμοι ἐν Ἀθήναις. Τινὲς ἐξ αὐτῶν, κατὰ τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν τὰ ἐντάλματα, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπηρετοῦσι μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν, εἷς ἐν Ραψάνῃ, ἕτερος ἐν Ναυπλίῳ. Οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροὶ, καὶ ἂν ἐξασκῶσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ, ἐξασκοῦσιν αὐτὸ ἐν λίαν περιωρισμένῳ κύκλῳ ἐν τῇ πόλει καὶ μεταξὺ ἀνθρώπων, παρὰ τῶν ὁποίων βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμείβωνται γενναίως καὶ ἐπαρκῶς. Πλεῖστοι στρατιωτικοὶ ἰατροὶ ἀκολουθοῦσι τὰ στρατολογικὰ συμβούλια κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας τοῦ θέρους, καὶ ἑπομένως δὲν μένουσιν εἰς κἀμμίαν πόλιν, ἀκολουθοῦσι τὰς φρουρὰς, μετατιθεμένας ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, μετατίθενται δὲ καὶ αὐτοὶ ἀτομικῶς, ὁ εἷς ἐδῶ καὶ ὁ ἄλλος ἐκεῖ· εἶναι ἀδύνατον λοιπὸν ν’ ἀποκτήσωσι πελατείαν προσοδοφόρον, ἵνα ὑποβάλλωνται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος, ὡς ὑποβάλλονται οἱ πολιτικοὶ ἰατροὶ, οἱ ὁποῖοι κερδίζουσιν ὁμολογουμένως πολλὰ, πάντως ὅμως ἐπαρκῆ πρὸς φορολογίαν. Διὰ τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν εἰς τοὺς συντάξαντας τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους νὰ ὑποβάλωσιν εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος τοὺς στρατιωτικοὺς ἰατροὺς, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος καὶ ἄλλαι τάξεις ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς ὥρας, καθ’ ἃς δὲν ἔχουσιν ὑπηρεσίαν, καταγίνονται εἰς ἄλλη ἔργα. Σᾶς ἀναφέρω μόνον τοὺς μουσικούς...

§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ καθηγηταὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου ὑποβάλλονται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος;

§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου οὔτε μετατίθενται, οὔτε δύνανται νὰ συγκριθῶσι τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν μὲ τὰ πενιχρότατα εἰσοδήματα τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν, ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν.

§24ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ στρατιωτικοὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄλλο ἐπιτήδευμα.

§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλως τε εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς τούτους ἐπεβλήθη ὁ φόρος αὐτὸς ἀνισώτατος· εἰς λοχαγοὺς π. χ. ἐπεβλήθη φόρος 60 δραχμῶν, εἰς ὑπολοχαγοὺς ἢ ἀνθυπολοχαγοὺς ἐπεβλήθη φόρος 100 δραχμῶν. Οὐδὲ κατὰ τοῦτο τοὐλάχιστον ἐτηρήθη τάξις τις. Μανθάνω δὲ, ὅτι εἰς ἄλλας πόλεις δὲν ἐγένετο τοιοῦτόν τι. Ἠξεύρετε δὲ πῶς συνέβη, Κύριοι, τοῦτο; Ἑκάστη τάξις ἐπιτηδευματιῶν ὁρίζει αὐτὴ δι’ ἑαυτὴν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, εἰς τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ὑποβάλλεται. Οἱ συνελθόντες ἰατροὶ ἔῤῥιψαν ἓν μέρος τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἡ ὁμοταξία των ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ, εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἰατροὺς, καὶ κατένειμαν ὅλως διόλου ἀπροσέκτως, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, εἰς τοὺς διαφόρους βαθμοὺς μέγα μέρος τοῦ φόρου, ἵνα ἐλαττώσωσι τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωσιν. Ὅλη ἡ ἱστορία αὐτὴ, Κύριοι συνάδελφοι, ἄγει εἰς τοῦτο, ὅτι βλέπομεν σήμερον ἐντάλματα ἐκδιδόμενα κατὰ στρατιωτικῶν ἰατρῶν,—δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι τοῦτο εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην τὴν προσοχὴν αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,—βλέπομεν ἐντάλματα ἐκδιδόμενα κατὰ στρατιωτικῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποδίδεται ἡ ἐνασχόλησις εἰς ἄλλο ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ὡρκίσθησαν πίστιν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον φέρουσι τὸ στέμμα καὶ τὰς ἐπωμίδας. Διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι θὰ φροντίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἄρωσι τὸ ἄτοπον τοῦτο.

§26ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποίαν ἀπόφασιν ἔλαβε, προκειμένου περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ καταστήματος τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, διότι, ὡς γνωρίζει οὗτος κάλλιον ἡμῶν, μέχρι σήμερον ἀπὸ πέντε ἐτῶν ὡς κατάστημα τοῦ Ἐφετείου ἐκείνου ἐχρησίμευεν ἡ πρώτη σχεδὸν ἐκ τῶν οἰκοδομῶν τῆς πόλεως τοῦ Ναυπλίου, ἦτο δὲ ἐνοικιασμένη ἀντὶ 325 δραχμῶν κατὰ μῆνα, οἰκοδομὴ, ἡ ὁποία ἦτο λίαν ἐπαρκὴς εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου καὶ ἴσως ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον οἰκοδομήματος διὰ τὰ δικαστικὰ καταστήματα τοῦ Κράτους· ἀλλὰ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ χρόνου τῆς ἐνοικιάσεως, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους γνωρίζει μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐργάζεται, ὥστε νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ οἰκοδομὴ αὕτη, καὶ ἀντὶ ταύτης νὰ προτιμηθῇ ἄλλη οἰκοδομὴ, ἥκιστα χρησιμεύουσα πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον βεβαίως δύναται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον κατάστημα δικαστικὸν, ὁποῖον εἶναι τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου. Ταῦτα ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ χρόνου τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ καταστήματος τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου ἐπιδιώκεται διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐγκαταλειφθῇ τοῦτο καὶ νὰ προτιμηθῇ ἄλλη οἰκοδομὴ, ἡ ὁποία βεβαίως εἰς πᾶν ἄλλο δύναται νὰ συντελέσῃ, παρὰ εἰς τὴν χρῆσιν δικαστηρίου ἐφετῶν.

§27ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδιαφέρεται κανεὶς Βουλευτής;

§28ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀγνοῶ ποῖος ἐνδιαφέρεται· γινώσκω μόνον, ὅτι τὸ κατάστημα τοῦτο, τὸ ἀπὸ 5 ἐτῶν χρησιμεῦον ὡς Ἐφετεῖον Ναυπλίου, καὶ δι’ ἐνοίκιον τοῦ ὁποίου ἐπληρόνοντο μέχρι σήμερον 325 δραχμαὶ κατὰ μῆνα, σήμερον ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκοδομῆς δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν, ὅτι δέχεται νὰ ἐνοικιάσῃ ἀντὶ 200 μόνον δραχμῶν· γνωρίζω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι τὸ μέχρι σήμερον λειτουργοῦν κατάστημα τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου περιέχει 18 διαμερίσματα, ὅτι εἶναι οἰκοδομὴ ἐκ τῶν πρωτίστων, ἵνα μὴ εἴπω ἡ πρώτη, τῆς πόλεως ἐκείνης, καὶ ὅτι διὰ τῆς ὑπηρεσίας ζητεῖται νὰ προτιμηθῇ κατάστημα ἄλλο, τὸ ὁποῖον βεβαίως ὡς χάνι μέχρι σήμερον ἐχρησίμευε, καὶ ὡς χάνι δύναται νὰ προτιμηθῇ οἰκοδομὴ, ἡ ὁποία περιβάλλεται ἀπὸ τὰ ἰχθυοπωλεῖα τῆς πόλεως ἐκείνης καὶ ἀπὸ ἄλλα δυσώνυμα μέρη. Καὶ ὅμως, γνωρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὑπεβλήθη σύστασις παρὰ τῶν ἁρμοδίων, ὅτι αὐτὴ ἡ οἰκοδομὴ δέον νὰ προτιμηθῇ ἐκείνης, ἡ ὁποία μέχρι σήμερον ἐτίμα πραγματικῶς τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους, διότι οὐδὲν οἰκοδόμημα τοιοῦτον ἠδύνατο νὰ παραβληθῇ πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν ὡς Ἐφετεῖον Ναυπλίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν πράγματι ὑπεβλήθη εἰς αὐτὸν δήλωσις τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς μέχρι σήμερον χρησιμευούσης ὡς Ἐφετείου Ναυπλίου οἰκοδομῆς, καὶ διὰ τῆς ὁποίας δηλώσεως ὁ ἰδιοκτήτης οὗτος δέχεται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐνοικίασις αὕτη ἀντὶ 200 μόνον δραχμῶν, ἐνῷ μέχρι σήμερον ἐπληρόνετο ἐνοίκιον 325 δραχμῶν, καὶ ἂν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου του προτιμᾷ νὰ συστήσῃ εἰς αὐτὸν νὰ ἐνοικιασθῇ ἄλλο κατάστημα ἀντὶ ἴσου ἢ καὶ πλείονος ποσοῦ, ἀντὶ 250 δραχμῶν, καὶ ἂν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἔχῃ πληροφορίας, ὅτι ἡ οἰκοδομὴ αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκὴς, ἐπὶ τοσοῦτον δὲ ἀνεπαρκὴς, ὥστε δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ οὔτε διὰ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς παντὸς ἄλλου κάλλιον ἡμῶν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐναποτίθενται τὰ ἀρχεῖα ὅλων τῶν Κακουργιοδικείων τοῦ Κράτους.

§29ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν γνωρίζει ἄλλους λόγους, παρὰ τοὺς λόγους τῆς ὑπηρεσίας, οὔτε δύναται νὰ ληφθῇ ἄλλη τις ἐνέργεια ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἢ ἡ φωνὴ τῆς ὑπηρεσίας. Πράγματι ὑπεβλήθη ἀναφορὰ ὑπό τινος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μοὶ διαφεύγει...

§30ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τοῦ κ. Κοκκίνου.

§31ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι... Ὑπεβλήθη, λέγω, ἀναφορὰ ὑπό τινος, προσφέροντος τὴν οἰκίαν του εἰς ἐνοίκιον πολὺ κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πληρώνει τὸ Δημόσιον διὰ τὸ κατάστημα τὸ νῦν τοῦ Ἐφετείου. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην, πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν λαβών, πρὸ 3 ἢ 4, παρέπεμψα εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἵνα πληροφορήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ γνωμοδοτήσῃ, διότι βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται ἐντεῦθεν νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ἐν Ναυπλίῳ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν ἦλθεν ἔτι, πρὸ ὀλίγου δὲ, ἐργαζόμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔλαβον γνῶσιν ἀναφορᾶς τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς οἰκίας, ὅπου ὑπάρχει νῦν τὸ Ἐφετεῖον, καταβιβάζοντος τὸ ἐνοίκιον τὸ μέχρι τοῦδε καταβαλλόμενον εἰς αὐτὸν κατὰ 125 δραχμάς. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη διέταξα νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἵνα οὗτος ἔχῃ καὶ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, ὅταν θὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν προηγουμένην ἐρώτησιν τοῦ Ὑπουργείου, δίδων τὰς δεούσας πληροφορίας. Οὐδεμία ἔτι ἀπόφασις ἐλήφθη, βεβαίως δὲ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ὑπάρχοντος καταστήματος, διότι ἡ μεταφορὰ καὶ μόνη εἰς ἄλλο κατάστημα, ἐκτὸς τῆς δαπάνης, θὰ συνεπαγάγῃ καὶ ἄλλας ζημίας κατὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ἀρχείων, οὔτε ὑπάρχει ἄλλος τις λόγος ἢ ὁ τῆς ὑπηρεσίας πρὸς ἐνέργειαν ἐν τῷ θέματι τούτῳ, ὡς δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτήν.

§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πολλοὶ γονεῖς τῶν μαθητῶν τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου Ἀταλάντης παραπονοῦνται δι’ ἀναφορᾶς των περὶ τῆς οἰκίας, ἥτις ἐκεῖ ἐνοικιάσθη δι’ ἑλληνικὸν σχολεῖον. Μέχρι τοῦδε τὰ τέκνα τῶν ἐφοίτων εἰς παραπήγμά τι, ἡμίσειαν ὥραν μακρὰν τῆς πόλεως ὑπάρχον, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ χειμῶνος, τὸ παράπηγμα δὲ ἐκεῖνο, ἄνευ κεράμων καὶ ἄνευ ὑαλοπινάκων, ἦτο ἐκτεθειμένον εἰς ὅλους τοὺς ἀνέμους. Ἔκαμαν ἐπανειλημμένας παραστάσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ζητοῦντες ὅπως ἐνοικιασθῇ οἰκία κατάλληλος ἐντὸς τῆς πόλεως, ἀφοῦ δυστυχῶς δὲν ἐλήφθη ἀκόμη πρόνοια παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ διεχειρίσθη τὰς 400,000, τὰς ληφθείσας ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐράνων, σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν ἀνεγέρσεως ἐκπαιδευτηρίων εἰς τὰ παθόντα ἐκ τῶν σεισμῶν μέρη, ἵνα ἱδρυθῇ καὶ ἐν Ἀταλάντῃ ἑλληνικὸν σχολεῖον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διέταξε νὰ ἐπιθεωρηθῶσι διάφοροι οἰκίαι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ δυστυχῶς ἐξέλεξε τὴν ἀκαταλληλοτάτην πασῶν, μόνον καὶ μόνον διότι ὑπεδεικνύετο ὑπὸ τοῦ κόμματος, ὡς γράφουσιν οἱ ἀναφερόμενοι. Ἡ οἰκία αὕτη εἶναι εἰς τὸ ἄκρον τῆς πόλεως, παρά τινα στενωπόν, ἐντὸς ἑτοιμοῤῥόπων οἰκιῶν, ἑτοιμόῤῥοπος οὖσα καὶ αὐτή, καὶ ἐπαπειλεῖται ἐν αὐτῇ ἡ ζωὴ ὅλων τῶν μαθητῶν τοῦ ἑλλην. σχολείου. Διαβεβαιοῦσι δὲ οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν ἐν τῇ ἀναφορᾷ αὐτῶν, ὅτι ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ μηχανικοῦ πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ ἐνοικίασις αὕτη. Τουλάχιστον ἔπρεπε νὰ τηρηθῶσιν οἱ τύποι καὶ νὰ διαταχθῇ ὁ μηχανικός, ὅστις ἔχει συνείδησιν, νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ προφανοῦς κινδύνου τῆς ζωῆς τῶν παιδίων, τῶν φοιτώντων εἰς τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον, διότι οἱ σεισμοί, καθ’ ἃς ἔχομεν ὅλοι πληροφορίας, πλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξακολουθοῦσιν ἀκόμη δυστυχῶς ἐν Ἀταλάντη καὶ κίνδυνοι πολλοὶ ἐπικρέμανται εἰς τὴν ζωὴν καὶ τῶν ἄλλων κατοίκων καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὰ τέκνα των. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἐγκριτωτέρων πολιτῶν Ἀταλάντης, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ κομματαρχῶν τοῦ συναδέλφου μου ἐκ Λοκρίδος, ὡς λ. χ. τοῦ κ. Κοκόλα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ζητήσῃ γνωμοδότησιν παρὰ τοῦ μηχανικοῦ ὑπ’ εὐθύνην του, ἂν ἡ οἰκία αὕτη ἦναι κατάλληλος νὰ χρησιμεύσῃ διὰ σχολεῖον ἢ ὄχι. Συγχρόνως ὀφείλω νὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἀτομικήν τινα ἐπιστολὴν, ἀπευθυνομένην παρά τινων ὀρφανῶν καὶ χηρῶν ἀγωνιστῶν, διότι παρηγκωνίσθησαν ὅλως διόλου κατὰ τὴν διανομὴν τῶν βοηθημάτων, ἰδίως τῆς ξυλείας, καὶ τοῦτο πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διέταξεν ἐκεῖ τὴν διανομὴν τῆς ξυλείας. Ἰδοὺ τί μοὶ γράφουσιν ἐξ Ἀταλάντης ὑπὸ ἡμερομηνίαν 6 τρέχοντος μηνὸς (ἀναγινώσκει): «Δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς παραστήσωμεν, τί συμβαίνει ἐνταῦθα μὲ τὴν διανομὴν τῆς ξυλείας. Ὅστις ἔχει μέσον καὶ ψῆφον λαμβάνει 3–4 μερίδια, ὡς ἔλαβον πολλοὶ, καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ στείλωμεν καὶ κατάλογον, ὅπου εἰς ἕνα σπῆτι ἔλαβον διὰ πέντε πρόσωπα, ἡμεῖς δὲ, κόραι ἀγωνιστῶν, ἀπροστάτευτοι καὶ ὀρφαναὶ, δὲν ἐλάβομεν καθ’ ὁλοκληρίαν. Εἶναι λοιπὸν δικαία διανομὴ αὐτή; Μεταβαίνομεν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην», (αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ διευθύνει τὰ τῆς διανομῆς τῶν βοηθημάτων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) «μεταβαίνομεν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην», (τὸν γνωστὸν Σκαμπαρδώνην) «ὅστις εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος δίδει τὴν ξυλείαν, καὶ μᾶς λέγει καθ’ ἑκάστην «αὔριον νὰ ἔλθητε». «Λοιπὸν ὑψώσατε φωνὴν ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ δοθῇ καὶ εἰς ἡμᾶς ξυλεία.» Θὰ παρακαλέσω νὰ διαβιβάσῃ καὶ ταύτην τὴν ἐπιστολὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην Ἀταλάντης, καὶ νὰ ζητήσῃ λόγον, διατὶ παραγκωνίζονται οἰκογένειαι ἀγωνιστῶν, ἐντελῶς ἀπροστάτευτοι καὶ ἔχουσαι ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀνάγκην τῆς προστασίας τῆς ἐπιτροπῆς.

§33ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζω τὸ δημοσιευθὲν ἔν τινι ἐφημερίδι τῆς Ἄνδρου, ὅτι ὁ Μιχαὴλ Δερτοῦζος, γαμβρὸς Βουλευτοῦ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) εἶναι διωρισμένος ἐν Ἄνδρῳ τηλεγραφητής, ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ παρεκτὸς τούτου ὑπάρχει ἕτερος τηλεγραφητής, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται, ἐκεῖνος δὲ, καίτοι μὴ ἐργαζόμενος, λαμβάνει τὸν μισθόν του, ὅστις τῷ χρησιμεύει ὡς περίθαλψις, ὡς σύνταξις ἄνευ ἐργασίας. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν του συμφώνως μὲ τὸν νόμον. Πρὸς δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς παράκλησιν. Ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου διετάχθησαν αἱ ἐξετάσεις τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, κατωρθώθη δὲ νὰ ἄρξωνται τὸν Ὀκτώβριον καὶ ἐπερατώθησαν εἰς τὰς 22 Νοεμβρίου, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἐδημοσιεύθη τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐπειδὴ δὲ διαδίδεται, ὅτι δύναται νὰ συμβῶσιν ἀδικίαι εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεων, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιταχύνῃ τὸ πέρας τῆς ἐργασίας ταύτης, καὶ νὰ ἐπιβλέψῃ, ὅπως μὴ ἀδικηθῶσιν οἱ πτωχοὶ ὑπαξιωματικοί. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Τσαμαδὸς, ὡς πάντοτε, θὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην, ἀποφεύγων τοὺς πειρασμούς.

§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1894 ἐκ δραχμῶν 1,906,601, καὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων τῆς αὐτῆς χρήσεως ἐκ δραχ. 1,846,635.84. Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1050 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1894 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπὸ τὸ Κεφάλαιον 25 «Ἐπιμνημόσυνοι τελεταί». Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ὡς πρὸς τὰ εἰσιτήρια τῶν σιδηροδρόμων καὶ ἀτμοπλοίων. Ὑποβάλλω καὶ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ.

§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, ὡς καὶ ἡ χθεσινὴ δήλωσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ μεταβολῶν ἐπενεκτέων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διατάξῃ, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι, διότι σχετίζονται μὲ τὸν προϋπολογισμόν.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 116–119).

§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἐπέστρεψα τὰς δηλώσεις χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐπίτηδες, ὅπως αὗται, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Προεδρείου, ἐκτυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς Βουλευτὰς διαρκούσης τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἔχω δὲ ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐτῶν.

§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς ἐπεβραδύνατε τὴν τύπωσιν.

§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόλις ἔῤῥιψα ἓν βλέμμα καὶ μετὰ πέντε λεπτὰ τὰς ἐπέστρεψα ἀμέσως.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλησαν, κύριε Βουλευτὰ, πρὸς τύπωσιν.

§41ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πληροφοροῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν τῷ Διδασκαλείῳ τῆς Πελοποννήσου, καίτοι ἤδη πλησιάζει ἡ λῆξις τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ σχολικοῦ ἔτους, δὲν διωρίσθη ἀκόμη καθηγητής, ἵνα παραδίδῃ τὰ Ἑλληνικὰ μαθήματα. Δὲν γνωρίζω ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου αὗται ἦναι ἀληθεῖς, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰσέτι δὲν διωρίσθη καθηγητὴς τῶν Ἑλληνικῶν μαθημάτων ἐν τῷ Διδασκαλείῳ τῆς Πελοποννήσου; καὶ ἂν ἦναι ἀληθές, διατὶ στεροῦνται τῆς διδασκαλίας τῶν Ἑλληνικῶν μαθημάτων ὑπὲρ τοὺς 100 μαθηταὶ, ἕτοιμοι νὰ ἐξέλθωσιν ἐκεῖθεν, ἵνα διδάξωσι τὴν νεολαίαν τῆς πατρίδος; καὶ τί θὰ διδάξωσιν, ἀφοῦ δὲν μανθάνουσι τὰ Ἑλληνικά;

§42Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι ἀληθές, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν διωρίσθη καθηγητής, θὰ διορισθῇ ὅμως προσεχῶς.

§43ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλὰ διατὶ ἐν ἄλλῳ Διδασκαλείῳ τοῦ Κράτους ὑπάρχουσι δύο καθηγηταὶ τῶν Ἑλληνικῶν, ἐνῷ εἷς ἀνήκει εἰς αὐτὸ, καὶ τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Πελοποννήσου δὲν ἔχει κἀνένα; Ἔρχομαι ἤδη νὰ πιστεύσω τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐξήνεγκε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπεχθάνεται πᾶν τὸ ἐν Πελοποννήσῳ.

§44ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Θ’ ἀφαιρεθῇ ὁ εἷς καθηγητὴς ἐκ τοῦ ἄλλου Διδασκαλείου καὶ θὰ μετατεθῇ εἰς τὸ τῆς Πελοποννήσου.

§45ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ διατὶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους δὲν ἐλήφθη ἡ πρόνοια αὕτη; Ἡ ἐκ τοῦ τετραμήνου ἐπελθοῦσα ζημία εἰς τοὺς μαθητὰς πῶς θ’ ἀναπληρωθῇ;

§46ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἔλαβον ἐκ Μεσσήνης τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους μου, δι’ οὗ οἱ κάτοικοι παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ συντηρήσεως τοῦ αὐτόθι Γυμνασίου, τὸ ὁποῖον κινδυνεύει νὰ κλείσῃ, ἕνεκα ἐλλείψεως πόρων· ὑποδεικνύουσι δὲ τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἐπέλθῃ ἐπίκουρον τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσσήνης. Ὁ κ. Καρατζᾶς ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν πρότασιν νόμου, καθ’ ἣν, ἐφ’ ὅσον οἱ φόροι, οἱ ὡρισμένοι πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου, δὲν ἐπαρκοῦσι, νὰ ἔρχηται εἰς ἐπικουρίαν τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσσήνης. Φρονῶ ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου εἶναι δικαία, διότι δὲν πρόκειται δι’ αὐτῆς νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἢ ἄλλας ἐπαρχίας· ζητοῦμεν μόνον, ὅπως τὸ λιμενικὸν ταμεῖον τῆς ἐπαρχίας ἡμῶν συντρέχῃ πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου, διότι μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς σταφίδος καὶ τῶν σύκων τῆς Μεσσήνης τὸ Γυμνάσιον διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ διαλυθῇ. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅπως συναινέσῃ νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως ταύτης, διότι οὐδεμίαν θέλει προκαλέσει ἀντίῤῥησιν.

§47ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπέβαλον, κύριε Πρόεδρε, πρὸ πολλῶν ἡμερῶν πρότασιν νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, ἀλλ’ οὔτε ἐτυπώθη, οὔτε διενεμήθη. Παρακαλῶ νὰ διατάξητε νὰ γείνῃ ἡ ἐπιβαλλομένη αὕτη διατύπωσις.

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ, κύριε Βουλευτά.

§49ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ Πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸν καθηγητὴν κ. Μιστριώτην, δι’ οὗ καλεῖ αὐτὸν εἰς ἀπολογίαν. Δὲν γνωρίζω ὁ Πρύτανις νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἁρμοδιότητα πρὸς τοῦτο. Καὶ ἄλλοτε συνέστησα τῷ κ. Ὑπουργῷ νὰ ἐπέμβῃ καὶ διασώσῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ θεραπεύσῃ τὰ ἑκατέρωθεν ἀναφανέντα πρὸς πρόληψιν μεγαλειτέρων ἀτόπων. Ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου ταύτην, ὅπως ἐπέμβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ σωφρονίσῃ τὸν κ. Πρύτανιν, διότι ὁμολογουμένως οὗτος στερεῖται σωφροσύνης, ἀφοῦ ἐπιλαμβάνεται ὅλως ἀναρμοδίως τοιαύτης ἐργασίας, καὶ ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὸν καταγγείλῃ, διότι οὐδεμίαν ἔχει ἁρμοδιότητα, ὅπως ἐγκαλῇ τοὺς καθηγητὰς ἐπὶ τῇ συμπεριφορᾷ των ὡς πρὸς τὰ πανεπιστημιακά, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνεργείας του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω νὰ μᾶς εἴπῃ, τί ἔπραξε κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Πετρέα, τὸν ὁποῖον ἀνεγνώρισεν ὡς παραβάτην τῶν νόμων; πῶς τὸν διατηρεῖ ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα πολιτεύεται; καὶ ἐπὶ τέλους τί θὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις; Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν εἶναι ἔγκλημα νὰ συλλάβῃ ὁ ἀστυνόμος τὸν δήμαρχον καὶ νὰ τὸν φυλακίσῃ, διότι οἱ κύριοι τῶν προβάτων δὲν ἐπλήρωσαν τὰ σύλληπτρα; Πλὴν τούτου, παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι αἱ ἀρχαί του τῷ παρέσχον ἀνακριβεῖς πληροφορίας, διότι, καθ’ ἃ ἐξ ἐπιστολῆς φίλου μου ἐκεῖθεν μανθάνω, ὁ δήμαρχος οὔτε παρέλαβε πρόβατα οὔτε παρέδωκε, ψευδῶς δὲ αἱ ἀρχαὶ παρέστησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι τὰ πρόβατα παρεδόθησαν εἰς τὸν δήμαρχον, καὶ ἐπειδὴ ὁ δήμαρχος τὰ παρέδωκεν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἐξεβιάσθη ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου ἡ πληρωμὴ τῶν συλλήπτρων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὄχι μόνον νὰ ἐπιφέρῃ διόρθωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ ἀπομακρύνῃ τὸν ἀστυνόμον αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιτιμήσῃ τὰς ἀρχάς του διὰ τὰς ἀνακριβεῖς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τῷ ἐχορήγησαν.

§50ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν διστάζει νὰ ἐπιῤῥίπτῃ μομφὴν ἐντεῦθεν κατὰ παντὸς, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐδίστασε νὰ ἐπιῤῥίψῃ μομφὴν καὶ κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Πετρέα. Ὁ ἀστυνόμος Πετρέας βεβαίως δὲν πολιτεύεται ἐν Γυθείῳ, οὔτε κατάγεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, κατάγεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς οὔτε ὅτι ὁ ἀστυνόμος Πετρέας ἔλαβε 200 δραχμὰς λόγῳ συλλήπτρων. Ὁ δεύτερος ἀστυνόμος Στεφάνου κατέσχε πρόβατα, τῶν ὁποίων ἡ κυριότης ἠμφισβητεῖτο, τὰ ὁποῖα παρέδωκεν εἰς τὸν δήμαρχον Καρυουπόλεως· τὰ πρόβατα αὐτὰ ὁ δήμαρχος ἠρνήθη ν’ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς κυρίους των, ἐπὶ διαφόροις προφάσεσι, καὶ ἕνεκα τούτου ὁ ἀστυνόμος παρήγγειλεν εἰς τὸν δήμαρχον δι’ ἐγγράφου του νὰ δώσῃ τὰ πρόβατα εἰς τοὺς κυρίους αὐτῶν· ὁ δήμαρχος ἠρνήθη καὶ μετὰ τοῦτο τὴν ἀπόδοσιν, τότε δὲ ὁ ἀστυνόμος συνέλαβε τὸν δήμαρχον ἐν Γυθείῳ καὶ τῷ εἶπεν ὅτι θὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα διὰ τὴν τοιαύτην πρᾶξίν του, ἀλλ’ ὁ δήμαρχος, ἀναγνωρίσας τὸ ἄδικον, προσέφερε λόγῳ ἐγγυήσεως τὴν ἀξίαν τῶν προβάτων εἰς τὸν ἀστυνόμον, συνταχθείσης καὶ τῆς προσηκούσης ἐκθέσεως, καὶ ἀνεχώρησεν εἰς τὴν ἕδραν του· ἀφοῦ δὲ παρέδωκε τὰ πρόβατα, ἔλαβε τὰ λόγῳ ἐγγυήσεως κατατεθέντα χρήματα. Τὸ μόνον κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος, εἶναι ὅτι ὄντως δὲν ἀπέστειλε τὸν δήμαρχον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἐπὶ ἰδιοποιήσει.

§51ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γυθείου συνάδελφος δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ἀναγκάζομαι δὲ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπαναφέρω τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζήτησιν, μόνον καὶ μόνον διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν ἡμῖν, ὅτε περὶ τοῦ γεγονότος τούτου τῷ ἐζήτησα πληροφορίας, ὅτι ὁ ἀστυνόμος Γυθείου παρέδωκε τὰ πρόβατα εἰς τὸν δήμαρχον Καρυουπόλεως, οὗτος δὲ εἴς τινα ἰδιώτην, ὡς τὸν δῆθεν ἰδιοκτήτην αὐτῶν, χωρὶς νὰ λάβῃ τὰ κεκανονισμένα σύλληπτρα, διὸ καὶ ἐφυλάκισεν αὐτὸν ὁ ἀστυνόμος, οὗ ὅμως τὸ παράνομον τῆς πράξεως ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργός. Δυστυχῶς αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γυθείου συναδέλφου, παρασάγγας ὅλας τῆς ἀληθείας ἀπέχουσι, καὶ τοῦτο καθίσταται δῆλον ἐκ τῆς πρὸς με ἐπιστολῆς τοῦ δημάρχου Καρυουπόλεως κ. Φαράκου, ἀνδρὸς εὐσυνειδήτου καὶ ἀληθοῦς οἰκοκύρη. Ἐπιτρέψατε δὲ νὰ ἀναγνώσω αὐτήν.

§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριε Βουλευτά· ἡ Βουλὴ πιστεύει εἰς ὅσα θὰ εἴπητε.

§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλῶς. Τὸ πρᾶγμα ὅμως ἔχει οὕτω. Ὅτε ὁ δεύτερος ἀστυνόμος Γυθείου κ. Στεφάνου διήρχετο ἐκ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Καρυουπόλεως, μεταβαίνων εἰς τὸν δῆμον Κολοκυνθίου, παρουσιάσθη πρὸς αὐτὸν ὁ ἰδιοκτήτης τῶν ποιμνίων Στυλιανὸς Καλκανάκος, καὶ ἀνέφερεν αὐτῷ δι’ ἐγγράφου αἰτήσεώς του, ὅτι ὁ Ἀπόστολος Καλκανάκος καὶ ἕτερός τις τῷ ἀφῄρεσαν, ἄνευ τινὸς δικαιώματος, 10 πρόβατα, ἅτινα καὶ ἐζήτει νὰ τῷ ἐπιστραφῶσι. Συνεπείᾳ τῆς μηνύσεως ταύτης, ὁ δεύτερος ἀστυνόμος κατέσχε τὰ πρόβατα καὶ παρέδωκεν αὐτὰ τῷ δημάρχῳ, ἵνα ἀνεύρῃ τὸν ἀληθῆ αὐτῶν κύριον καὶ ἐξετάσῃ τὰ περαιτέρω. Ἐνῷ ὅμως ὁ δήμαρχος κατεῖχεν εἰσέτι τὰ πρόβατα συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ διερχομένου ἐκεῖθεν ἀστυνόμου Στεφάνου, ὁ ἀστυνόμος Πετρέας διέταξε τὸν ἐκεῖ σταθμάρχην νὰ παραλάβῃ τὰ πρόβατα παρὰ τοῦ δημάρχου καὶ παραδώσῃ αὐτὰ εἰς τὸν Ἀπόστολον Καλκανάκον, ὡς τὸν δῆθεν κύριον αὐτῶν. Ὁ δήμαρχος Καρυουπόλεως τότε, ἵνα ἀπεκδυθῇ πάσης εὐθύνης, ἐγνώρισεν ὑπηρεσιακῶς τῷ ἀστυνόμῳ Πετρέᾳ, ὅτι τὰ πρόβατα ἀνήκουσι δυνάμει συμβολαίου εἰς τὸν Στυλιανὸν Καλκανάκον, ἠθέλησε δὲ καὶ διὰ ζώσης, ὅτε μετά τινας ἡμέρας μετέβη εἰς Γύθειον, νὰ παραστήσῃ αὐτῷ τὴν ἀληθῆ φάσιν τῆς ὑποθέσεως καὶ τὸν παρεμποδίσῃ ἐκ πράξεως παρανόμου καὶ ἐγκληματικῆς. Ἀλλ’ οὗτος, ἀντὶ πάσης ἀπαντήσεως, διέταξε νὰ φυλακίσουν τὸν δήμαρχον, ἀπεφυλάκισε δ’ αὐτὸν, ἀφοῦ ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ ὡς λύτρα 200 δραχμάς. Οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρὸς διασάφησιν αὐτῆς παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ ὁλόκληρον τὸν φάκελλον τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, διότι ἐξ αὐτοῦ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι δὲν ἐνήργησε τὸ καθῆκόν του ὁ πρῶτος ἀστυνόμος, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γυθείου κ. Πετροπουλάκης νὰ ὑπερασπισθῇ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Γυθείου διέπραξε τόσα πολλὰ κακὰ, ὥστε ἔφερεν εἰς δύσκολον θέσιν πολλάκις καὶ αὐτοὺς τοὺς φίλους τοῦ κ. Βουλευτοῦ.

§54ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου δὲν ἔχει ἀκριβεῖς πληροφορίας· τὸ μόνον δὲ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Πετρέας, εἶναι, ὅτι ἔχει ἀδελφὸν, ὁ ὁποῖος πολιτεύεται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Οἰτύλου καὶ εἶναι ἀντίπαλος τοῦ κ. Κουμουνδούρου.

§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὔτε τὸν ἐσυλλογίσθην ποτέ.

§56ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως τὸν ἐσυλλογίσθης καὶ θὰ τὸν συλλογισθῇς καὶ εἰς τὸ μέλλον.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι αἱ προσωπικαὶ αὗται ἀντεγκλήσεις δὲν ἁρμόζουν εἰς τὴν Βουλήν.

§58ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γυθείου ἠρνήθη ὅλα τὰ γεγονότα, ὑπεστήριξε δὲ, ὅτι ὁ δήμαρχος ζητηθεὶς ἔδωκεν ἐγγύησιν. Ἐγὼ δέχομαι τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ τοιαύτη ἐγγυοδοσία εἶναι ἐκβίασις ἢ ὄχι; Ἔχει δικαίωμα ὁ ἀστυνόμος νὰ μετέλθῃ ἔργα ἀνακριτοῦ ἢ εἰρηνοδίκου, καὶ νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τοῦ δημάρχου διὰ τὴν ἐγγύησιν περὶ τῶν συλλήπτρων; Αὐτὸ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς πρέπει νὰ πείσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν του ὄχι μόνον διὰ τῆς καταδιώξεως τοῦ ἀστυνόμου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτοῦ ἐκεῖθεν.

§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ ἦναι εὐχάριστον διὰ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ δίδωσιν ἀπαντήσεις εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν, Βουλευταὶ, ἔχοντες ἀντίθετα πρὸς τοὺς ὑποβαλόντας τὰς ἐπερωτήσεις συμφέροντα. Ἐνδέχεται τοῦτο νὰ ἦναι εὐχάριστον καὶ νὰ παρέχῃ ἄνεσιν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι τακτικόν. Ἡ ἐπερώτησις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη πρὸ ἡμερῶν παρὰ τοῦ ἐξ Οἰτύλου κ. Βουλευτοῦ, σήμερον δὲ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.

§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διατὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν;

§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν ἀστυνόμων, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ θεωρῶ τοὺς στρατιωτικοὺς ἀστυνόμους συνδεομένους πάντοτε μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τὸν διευθύνοντα αὐτό. Ἡ κατηγορία, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸ ἡμερῶν, ἐπανελήφθη σήμερον· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν ἔκτοτε ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα, ὅπως πληροφορηθῇ τί ἐγένετο ἐκεῖ, καὶ φωτίσῃ σήμερον τὴν Βουλήν, ἐὰν ὅσα προχθὲς ὁ ἴδιος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἦναι ἀκριβῆ, καὶ ἂν ἔλαβε τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐπιβάλλει καὶ τὰ ὁποῖα ὤφειλεν οὗτος νὰ λάβῃ. Νομίζω ὅτι οὕτω πρέπει νὰ διεξάγωνται αἱ ἐπερωτήσεις, αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὄχι διὰ τῶν προσωπικῶν συζητήσεων καὶ ἀντεγκλήσεων τῶν Βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι μήτε φωτίζουσι τὴν Βουλήν, μήτε συντελοῦσιν εἰς τὴν λύσιν τῶν παρουσιαζομένων ζητημάτων.

§62ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν ἐθεώρησεν ἐπαρκῆ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη ἡ ἐπερώτησις, ἔδωκεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης γνωρίζει τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ προκειμένου δύναται νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὅτε ὁ ἐξ Οἰτύλου κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε τὸ γεγονός, εὐθὺς ἀμέσως τότε ἐγὼ ἀνεκοίνωσα τὰς πληροφορίας, ἃς εἶχον παρὰ τῶν ἀρχῶν. Εἶπον τότε, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ ἀνηγγέλθη παρὰ τοῦ δημάρχου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ ἰδίου, ὅτι συνελήφθη καὶ ἐφυλακίσθη καὶ ὅτι ἐζητεῖτο καταβολὴ παρ’ αὐτοῦ 200 δραχμῶν λόγῳ συλλήπτρων· ἀμέσως ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν νομάρχην Μεσσηνίας, ἵνα μοὶ δώσῃ πληροφορίας, ὁ δὲ νομάρχης μοὶ διεβίβασεν αὐτὰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τότε ἀνεκοίνωσα συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐθεώρουν ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἀνακοινωθέντα μοι εἶναι τὰ ἀληθῆ, καὶ ἐδικαιούμην νὰ τὰ θεωρῶ τοιαῦτα καὶ δικαιοῦμαι μέχρι τῆς ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου νὰ τὰ θεωρῶ τοιαῦτα. Ἔλαβον λοιπὸν τηλεγράφημα παρὰ τοῦ νομάρχου, ὁ ὁποῖος μὲ ἐβεβαίου, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶχεν ὡς ἐγὼ τὴν ἐξέθεσα, τουτέστιν ὅτι ὁ ἀστυνόμος—δὲν μοὶ ἔλεγε περὶ τοῦ ἐὰν ἦτο ὁ πρῶτος ἢ ὁ δεύτερος ἀστυνόμος, οὔτε περὶ τοῦ ἐὰν ὀνομάζηται Πετρέας ἢ Στεφάνου· τόσον δὲ εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὥστε, ὅτε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠρώτησε «τί ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ Πετρέα;» ἠγνόουν περὶ τίνος ὑποθέσεως ἐπρόκειτο, καὶ ἐὰν δὲν ἀνέφερε τὸ γεγονός, βεβαιότατα δὲν θὰ ἐγνώριζον κἄν, ὅτι πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, διότι τὸ ὄνομα τοῦ ἀστυνόμου ἐντελῶς ἠγνόουν,—μὲ ἐπληροφόρει, λέγω, ὁ νομάρχης, ὅτι ὁ ἀστυνόμος συνέλαβε ποίμνια βόσκοντα παρανόμως, ὅτι τὰ παρέδωκεν εἰς τὸν δήμαρχον, ἵνα τὰ φυλάξῃ, μέχρις οὗ παρουσιασθῇ ὁ κύριος αὐτῶν, ὅτι ὁ δήμαρχος, ἀναγνωρίσας ὅτι ταῦτα ἀνῆκον εἰς ἄλλον, παρὰ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐνόμιζεν ὁ ἀστυνόμος, τὰ παρέδωκεν εἰς τὸν θεωρούμενον παρ’ αὐτοῦ κύριον, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν θυμωθεὶς ὁ ἀστυνόμος καὶ θεωρήσας ὅτι ἐζημιώθησαν οἱ ὑπ’ αὐτὸν ἄνδρες τὰ σύλληπτρα, ἐζήτησε παρὰ τοῦ δημάρχου τὰ σύλληπτρα καὶ προέβη εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ δημάρχου. Παρήγγειλα τότε εἰς τὸν νομάρχην, ἐὰν οὕτως ἔχῃ ἡ ὑπόθεσις, νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημάρχου,—διότι δὲν ἐβεβαιοῦτο καὶ ἐὰν ἐκρατήθη ὁ δήμαρχος ἢ ὄχι, ἐὰν ἐπλήρωσεν ἢ ὄχι,—καὶ παρέπεμψα τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως ἀρχὴν, τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς, ἵνα ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, ἂν τὰ ἀναφερόμενα ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἦναι ἀληθῆ. Μέχρις ἐδῶ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου. Ὡς πρὸς τὴν τιμωρίαν, τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς εἶναι ἀνεξάρτητος ἀρχὴ, καὶ δὲν ἀναγγέλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἂν ἐτιμώρησε τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν ἀστυνόμον· δὲν ἀμφιβάλλω ὅμως, ὅτι τὸ Ἀρχηγεῖον ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του.

§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ πληροφορηθῆτε περὶ τούτου καὶ νὰ τὸ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν.

§64ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι δεύτερον ζήτημα· δὲν ἐζητήθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τότε νὰ φέρῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα· ἠρωτήθη μόνον ὁ Ὑπουργὸς, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ γεγονότος· μάλιστα ὁ κ. Βουλευτὴς μειδιῶν ἀνήγγειλεν ὡς ἐπεισόδιον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τὸ γεγονὸς, καὶ ἠρώτησεν ἂν ἔλαβε γνῶσιν καὶ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπήντησα δὲ τότε, ὅτι ἔλαβον γνῶσιν. Δὲν μοὶ ἐζητήθη δὲ πληροφορία, ἂν ἐτιμωρήθη ὁ ἀστυνόμος ἢ ὄχι. Ἤδη μοὶ ζητεῖται τοιαύτη πληροφορία. Θέλω τὴν ζητήσει παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου καὶ θέλω τὴν φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν.

§65ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο τινὰ παρέλειψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατὰ παράβασιν τοῦ καθήκοντός του. Πρῶτον ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς πληροφορίας τῶν ὑπαλλήλων του, αἱ ὁποῖαι ὑπερήρκουν πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἀστυνόμου, καὶ δεύτερον ἔπρεπε νὰ ἀποστείλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως καταδιωχθῇ ὁ ἐγκληματίας. Οὐδόλως δὲ δικαιολογεῖται διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του.

§66ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀληθὲς εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην μειδιῶν ἔκαμα πρὸς αὐτὸν τὴν περὶ τοῦ ἀστυνόμου Γυθείου ἐπερώτησίν μου, διότι δὲν ἐσκόπουν νὰ εἰσέλθω εἰς εὐρυτέραν περὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου συζήτησιν, μόνον καὶ μόνον ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ, ὡς παρ’ ἐλπίδα παρεξηγήθην παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γυθείου συναδέλφου, ὅτι δῆθεν λόγοι προσωπικοὶ μὲ ὤθησαν εἰς τοῦτο. Εὐτυχῶς καὶ τῶν λόγων, οὓς ὑπαινίσσεται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ τῶν προσώπων αὐτῶν ἀκόμη πολὺ ὑπεράνω ἵσταμαι, ὥστε νὰ προσέχω πρὸς ταῦτα, ἡ δὲ ἐπερώτησίς μου ἀποχρώντως ἀποδεικνύει τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Ἠναγκάσθην ὅμως σήμερον νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα, διότι μετὰ τὴν ἐπιστολὴν, ἣν ἔλαβον, ἐθεώρησα τὰς πληροφορίας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ οὐχὶ ἀκριβεῖς, καὶ ἐπεθύμουν νὰ διαφωτίσω αὐτὸν κατὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας, ἥτις ἐκτίθεται ἀκεραία ἐν τῇ πρός με ἐπιστολῇ τοῦ κ. δημάρχου Καρυουπόλεως, ἧς καὶ ἀναγκάζομαι ἤδη ν’ ἀναγνώσω περικοπάς τινας, ἵνα φιμώσω τὰ στόματα τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὴν στρέβλωσιν ἐκείνης. «Ἐνῷ ὁ δεύτερος ἀστυνόμος (μοὶ γράφει ὁ δήμαρχος) διήρχετο τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου, μεταβαίνων πρὸς τὸν δῆμον Κολοκυνθίων, ἐνεφανίσθη ἐνώπιόν του ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Τσεροβᾶς τοῦ οὗ προΐσταμαι δήμου Στυλιανὸς Καλκανάκος καὶ ἐπέδωκεν αὐτῷ ἔγγραφον αἴτησιν, ἐν ᾗ ἀνεφέρετο, ὅτι ὁ Ἀπόστολος Καλκανάκος ἐκ τοῦ ἄνω χωρίου μετά τινος ἄλλου ἀφῄρεσαν αὐτῷ αὐθαιρέτως, ἄνευ τινὸς δικαιώματος, 10 πρόβατα. Δυνάμει δὲ τῆς αἰτήσεως τοῦ ῥηθέντος Καλκανάκου, ὁ ἀστυνόμος Στεφάνου διέταξε τοὺς ὑπὸ τὴν διοίκησίν του στρατιώτας τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ Καρυουπόλεως νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ χωρίον Τσεροβᾶ, ὅπου καὶ εὗρον τὰ παρανόμως ἀφαιρεθέντα πρόβατα εἰς χεῖρας τοῦ ῥηθέντος Ἀποστόλου Καλκανάκου, ἅτινα κατέσχον καὶ μετέφεραν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν γραφεῖον, ὅπου μετὰ τὴν μεταφορὰν καὶ παράδοσιν αὐτῶν πρὸς τὸν ἐκεῖ ἀναμένοντα ἀστυνόμον Στεφάνου μοὶ ἐκοινοποίησεν οὗτος ἔγγραφον, δι’ οὗ μοὶ παρέδωκε τὰ περὶ ὧν πρόκειται πρόβατα, ὅπως θέσω ταῦτα εἰς φύλαξιν, μὲ παρεκάλεσε δὲ νὰ ἐξετάσω εἰς τίνα ἀνήκουσι καὶ παραδώσω αὐτὰ πρὸς τὸν δικαιοῦχον. Καὶ ἐνῷ εἶχον ὑπὸ φύλαξιν τὰ ῥηθέντα πρόβατα συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ διερχομένου ἀστυνόμου Στεφάνου, ὁ πρῶτος ἀστυνόμος Δημήτριος Πετρέας διέταξε καὶ ἀφῄρεσαν τὰ πρόβατα, τὰ ὁποῖα ἔδωκε πρὸς τὸν εἰρημένον Ἀπόστολον Καλκανάκον καὶ τὸν σύντροφον αὐτοῦ καίτοι προηγουμένως ἀπέστειλα ὑπηρεσιακῶς πρὸς τὸ ἀστυνόμον Πετρέαν αἴτησιν τοῦ Στυλιανοῦ Καλκανάκου, δι’ ἧς ἀνεφέρετο, ὅτι τυγχάνει οὗτος κύριος καὶ κάτοχος τῶν προβάτων δυνάμει συμβολαίου, ὃ καὶ συνῆψα, συνάμα δὲ καὶ μήνυσιν κατ’ ἀμφοτέρων διὰ τὴν αὐθαίρετον ἀφαίρεσιν τῶν προβάτων, πρὸς δὲ καὶ τὸ συμβόλαιον, δι’ οὗ ὡμολόγουν, ὅτι παρητοῦντο οὗτοι πάσης ἐκ τῶν προβάτων ἀξιώσεώς των, ἱκανοποιηθέντες διὰ κτημάτων ἀπὸ τὸν Στυλιανὸν Καλκανάκον καὶ ὅτι οὗτος εἶναι κύριος καὶ κάτοχος τῶν προβάτων. Ὁ ἀστυνόμος ὅμως Πετρέας, τὰ μάλα, ὡς φαίνεται, ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ αὐτῶν, παρέδωκε τὰ πρόβατα εἰς τοὺς μηδένα τίτλον ἔχοντας παρανόμως. «Ἅπαντα τὰ ἀνωτέρω σχετικὰ ὑπέβαλον τῷ ἀστυνόμῳ Πετρέᾳ ἐγκαίρως, τὴν ἑπομένην δὲ τῆς παραδόσεως τῶν προβάτων μετέβην εἰς τὸ ἀστυνομικὸν γραφεῖον, ὅπως καὶ προφορικῶς γνωρίσω αὐτῷ τὸ παράνομον, καὶ ἐξετάσω ἂν ἔλαβεν οὗτος νεωτέραν ἀπόφασιν διὰ τὴν κατάσχεσιν τῶν προβάτων. Ἀλλ’ ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως, διέταξε τοὺς ὑπ’ αὐτὸν στρατιώτας καὶ μὲ ἔθεσαν ὑπὸ φυλάκισιν, ἄνευ τινὸς δικαιώματος, οὗτος δὲ μετὰ τὴν φυλάκισίν μου καὶ ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν φρούρησίν μου μοὶ εἶπε: «διὰ ν’ ἀφεθῇς ἐλεύθερος, νὰ μοὶ μετρήσῃς 200 δραχμάς.» Ὅπως δὲ ἐξαγοράσω τὴν προσωπικήν μου ἐλευθερίαν, κατέβαλον ταύτας, καὶ χάριν τῶν καταβληθέντων λύτρων πρὸς τὸν παρανομοῦντα τοῦτον ἀστυνόμον ἀφέθην ἐλεύθερος, καὶ ἀμέσως κατήγγειλα αὐτὸν πρὸς τὸν νομάρχην, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον, ἐν ᾧ ὑπάρχουσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς κατηγορίας ταύτης, ὡς καὶ ἄλλαι οὐχὶ ὀλίγαι.» Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ συλλήπτρων, οὔτε περὶ ἄλλης πράξεως, κεκαλυμμένης κἄπως μὲ νόμιμόν τινα τύπον, ἀλλὰ πρόκειται περὶ καθαρᾶς παρανομίας τοῦ ἀστυνόμου. Διὸ καὶ πάλιν παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα φέρῃ ὁλόκληρον τὴν σχετικὴν δικογραφίαν καὶ πληροφορήσῃ συνάμα τὴν Βουλὴν, τίνα μέτρα ἔλαβεν ἡ ὑπηρεσία κατὰ τοῦ παρανομοῦντος ὀργάνου αὐτῆς.

§67ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἄνευ ἀξιώσεως νὰ τύχω ἀπαντήσεως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, γνωρίζω μόνον εἰς αὐτὸν τὰ συμβαίνοντα περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Πατριάρχου (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ καὶ φωναί: ὢ! ὢ!). Γελῶσι, προκειμένου περὶ τῆς θρησκείας ἡμῶν, αὐτοὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι κἀμμίαν θρησκείαν!

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ δὲν ἐπιτρέπονται.

§69ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Σεῖς πρῶτος ὠφείλετε νὰ μὴ ἐπιτρέψητε γέλωτας, ὅταν ἠκούσατε ἀναφερόμενον τὸ ὄνομα τῆς Ἐκκλησίας μας.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ προκαλεῖτε ἀντεγκλήσεις.

§71ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Νομίζω ὅτι ὑμεῖς βεβαίως ἐν ταῖς λεπτομερείαις δὲν ἐκπληροῦτε τὸ καθῆκόν σας, διότι ἐγὼ οὐδὲν ἄτοπον ἀνέφερον· ὑπέμνησα ἁπλῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Πατριάρχου τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ποίαν γνώμην ὀφείλει νὰ ἔχῃ καὶ ποίας πληροφορίας δύναται νὰ μεταδώσῃ εἰς ἡμᾶς. Ὅταν δὲ ἠκούσατε τὴν πτέρυγα ἐκείνην γελάσασαν ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, ὑμεῖς ἐνομίσατε, ὅτι ἐγὼ δὲν εὑρίσκομαι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ! Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὑμεῖς δὲν εὑρίσκεσθε ἐντὸς αὐτοῦ, διότι οὐδὲν πλέον εἶπον, εἰμὴ ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἐμερίμνησε νὰ ἔχῃ πληροφορίας περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ἐθνικοῦ ζητήματος...

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐντὸς τῶν καθηκόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων σας νὰ τὸ ἐρωτήσητε, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ λέγητε ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν ἔχουν καμμίαν θρησκείαν. Μία φωνή. Εἶναι ἀκαταλόγιστος!

§73ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐπὶ τούτῳ δὲ ἡ πτέρυξ ἐκείνη ἐγέλασε, καὶ τὸν γέλωτα ἐκεῖνον ὑμεῖς ἐνομίσατε ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ. Κατὰ τοῦτο ὑμεῖς πρῶτος ἐσφάλατε, διότι ὑμεῖς ἐλησμονήσατε, ὅτι πρὶν ἢ γελάσωσιν, ἐγὼ δὲν ἀνέφερον παρὰ μόνον περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ ἄτοπον. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐθνικῶν ζητημάτων τοιούτων, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νομίζει, ὅτι πρόκειται περὶ γελωτοποιῶν! Βεβαίως ὁ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς κόσμος θὰ γελᾷ ἐπὶ τῇ γελωτοποιήσει τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ἐθνικοῦ ζητήματος. Ἤθελον νὰ ὑπενθυμίζον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ποίαν ἔχει γνῶσιν περὶ τῶν συμβαινόντων διὰ τὸ σπουδαιότατον τοῦτο ἐθνικὸν ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Πατριάρχου τῆς θρησκείας ἡμῶν, ἀλλὰ βεβαίως οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ γνῶσιν, ὅτι διπλωματικαὶ ἐνέργειαι ἄλλων Κρατῶν, ἐχόντων ἀντίθετα πρὸς ἡμᾶς συμφέροντα, ἐπιδιώκουσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποκλείσωσιν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπὲρ πάντα ἄλλον δύναται νὰ ἦναι ὁ προτιμότερος. Καὶ δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ἐν τῷ ἐθνικῷ τούτῳ συνεδρίῳ νὰ ὀνομάσω ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἴσως δύναται ἡ ἐθνικὴ γνώμη νὰ κρίνῃ προτιμότερον. Καὶ ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τοὺς γελῶντας διὰ τὸ ἐθνικὸν τοῦτο σπουδαιότατον ζήτημα, δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον μετεβλήθη εἰς Δημοτικὸν Συμβούλιον, πρὸ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ συζητῶσι μόνον περὶ τῶν τοπικῶν καὶ εὐτελεστάτων ζητημάτων τῶν χωρίων των καὶ ὅτι ἡμεῖς ἐλησμονήσαμεν ἐπὶ τέλους, ὅτι ἀποτελοῦμεν τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, καὶ ὄχι μόνον τοῦ Κράτους καὶ τοῦ χωρίου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐκλεγόμεθα, ἀλλὰ παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ διακόψητε, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ, ἄλλοτε νὰ ἔχητε μείζονα προσοχήν. Συνεπῶς ὑμεῖς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπταίσατε, διότι καθῆκον εἴχετε νὰ ἐπιτιμήσητε ἐκείνους, προκειμένου μάλιστα περὶ τοιούτων ζητημάτων, σεῖς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων...

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ ἐπιτιμήσω καὶ τὸν κ. Εὐταξίαν διότι πρὸ ὀλίγου ἐγέλασε (ἱλαρότης).

§75ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Γελᾷ διότι γελᾶτε ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς συνάδελφος γελᾷ δι’ αὐτὰ τὰ σπουδαῖα ζητήματα.

§77ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀδικήσω γενικῶς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ὅτι γελᾷ διὰ τοιαῦτα σπουδαῖα καὶ ἔκτακτα ἐθνικὰ ζητήματα.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.

§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μακρὸν, Κύριοι, καὶ ἐπίμονον ἀγῶνα διεξηγάγομεν ἐν τῷ παρελθόντι ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Αἱ βάσεις, εἰς ἃς ἐστήριξεν αὐτὸς πάντας τοὺς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 καὶ ἐντεῦθεν ὑποβληθέντας εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοὺς, ὑπῆρξαν ἀείποτε σαθραὶ καὶ ἐπισφαλεῖς. Οὔτε τὰ ἔσοδα οὔτε τὰ ἔξοδα προϋπελόγιζεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πράγματι εἰσπραττομένων καὶ τῶν πράγματι δαπανωμένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ὡς πρὸς ἐκεῖνα μὲν ἐλάμβανε συνήθως ὡς βάσιν τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὴν προηγουμένην χρῆσιν, χωρὶς νὰ ὑπολογίζῃ ὅτι μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν πράγματι εἰσπραττομένων ὑπῆρχεν ἀπόστασις μεγάλη· τὰ δ’ ἔξοδα ἐφρόντιζε νὰ παρουσιάζῃ πάντοτε ἐλάττω τῶν πράγματι δαπανωμένων, ἀδιαφορῶν ἐὰν οὕτως ἔμενον κενὰ χαίνοντα ἐν αὐτοῖς, ἅτινα ἠναγκάζετο εἶτα νὰ πληρόνῃ δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Αὐτὸς περὶ ἑνὸς καὶ μόνου ἐφρόντιζε κυρίως, πῶς δηλαδὴ τοὺς προϋπολογισμούς του νὰ παριστᾷ ἐκ τοῦ προτέρου ἔχοντας ἰσοζύγιον, «καὶ ὄχι μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα», κατὰ τὴν παροιμιώδη ἔκτοτε καταστᾶσαν ἔκφρασίν του. Ἡμεῖς πάντοτε κατεδείξαμεν τὸ σφαλερὸν τῶν βάσεων τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὰ ἐλλείμματα, εἰς ἃ ἐξ ἀνάγκης θὰ κατέληγον αὐτοί, οὕτω πῶς συνταττόμενοι καὶ ψηφιζόμενοι ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Μὴ ἀρκούμενοι δὲ εἰς μόνην τὴν ἀρνητικὴν ταύτην πολεμικὴν, ὑπεδεικνύομεν ἐν ταὐτῷ καὶ τὰς μόνας ὀρθὰς καὶ ὑγιεῖς βάσεις, εἰς ἃς ὤφειλον νὰ στηρίζωνται αὐτοί. Πρὸς τοῦτο συνιστῶμεν, ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα, νὰ γίνεται ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραττομένων καὶ οὐχὶ τῶν βεβαιουμένων, τῶν εἰσπραττομένων δὲ οὐχὶ μιᾶς καὶ μόνης, ἀλλὰ πλειόνων χρήσεων, λαμβανομένου ἐξ αὐτῶν τοῦ μέσου ὅρου, ὅπου προϊοῦσα αὔξησις ἢ μείωσις ἐσόδου τινός, ἢ φορολογικὴ μεταῤῥύθμισις, ἢ ἄλλοι ἐξαιρετικοὶ λόγοι δὲν θὰ ὑπηγόρευον παράβασιν τοῦ γενικοῦ τούτου κανόνος. Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα, ὑπεδεικνύομεν τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς εἰλικρινοῦς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφῆς των, ἐφ’ ὅσον ἠδύναντο αὐτὰ νὰ προβλεφθῶσι, καὶ δὴ κατὰ τρόπον περιορίζοντα κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν μετὰ ταῦτα προσφυγὴν εἰς ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις. Κατεκρίνομεν ἰδίᾳ τὴν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀναγραφὴν τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἄνευ νομισματικῆς διαφορᾶς, ἢ ἄνευ ἐπαρκοῦς τοιαύτης. Πρὸς ταῦτα ἀπήντα τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αὐτὸς, ἀποτίνων τὰς εἰς χρυσὸν ὀφειλὰς διὰ τῶν λεγομένων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, παρεσκεύαζε διὰ τούτων καὶ τὴν βαθμιαίαν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὕτω δὲ θ’ ἀποκαθίστατο σὺν τῷ χρόνῳ ἀφ’ ἑαυτῆς ἡ ἐξίσωσις τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς τὰς εἰς χρυσὸν πληρωμάς. Ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν ἀπεδείχθη ὕστερον, ὁπόσον δίκαιον εἴχομεν ἡμεῖς, ἰσχυριζόμενοι ἔκτοτε, ὅτι διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν συνεκαλύπτοντο μόνον τὰ ἐλλείμματα, χωρὶς δὲ νὰ αἴρηται δι’ αὐτῶν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀνεβάλλετο μόνον ἡ μοιραία καταστροφὴ καὶ ηὐρύνετο οὕτως ὁ κύκλος αὐτῆς. Κατεκρίνομεν ἐπίσης καὶ τὸν χαρακτηρισμὸν ὡς ἐκτάκτων, πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο κάλλιστα νὰ προβλεφθῶσι καὶ ν’ ἀναγραφῶσιν ὡς τακτικαὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, κατὰ τὸν Λογιστικὸν ἡμῶν νόμον. Καὶ αἱ πιστώσεις αὗται, ἀνερχόμεναι ἐτησίως εἰς δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων, ἦσαν ἡ δευτέρα καὶ σπουδαιοτάτη πληγὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἣν οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ ἐπουλώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀδιαφορῶν, ἐὰν οὕτω καθίστατο μᾶλλον ἀναπόδραστος καὶ εὐρυτέρα ἡ ἐπικειμένη καταστροφή. Ἀλλὰ καὶ τὰς πιστώσεις ἔτι, ἃς καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρει τακτικὰς, τακτικωτάτας, δὲν ἀνέγραφε πάντοτε ἀκεραίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἢ παρέλειπεν ὅλως, ἀντικαθιστῶν εἶτα αὐτὰς εἴτε δι’ ἀναπληρωματικῶν εἴτε καὶ δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων. Τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 προέταξεν αὐτὸς πίνακα ἐκτάκτων ἐξόδων, δι’ ὧν ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν συνομολόγησιν καὶ διάθεσιν τοσούτων δανείων, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἀναγράφονται, ὡς σᾶς ἀπέδειξα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, σὺν ἄλλοις καὶ ἀποζημιώσεις Βουλευτῶν καὶ ἔξοδα ἐκλογικὰ καὶ πληρωμαὶ τοκοχρεωλυσίων καὶ αὐτὴ ἡ μισθοδοσία τοῦ κλητῆρος τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, ὡς ἔκτακτοι δαπάναι, ὧν χάριν ἔπρεπε νὰ ὑπερδιπλασιασθῇ τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος! Μὲ τοιούτους προϋπολογισμούς, Κύριοι, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἔχωμεν ἐλλείμματα μεγάλα, ἐλλείμματα ἀνελθόντα ἐντὸς ἑνδεκαετίας, κατ’ αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μεταξὺ μὲν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων εἰς 113, μεταξὺ δὲ τακτικῶν ἐσόδων καὶ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων εἰς 313 ἑκατομμύρια, ἄνευ συνυπολογισμοῦ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, μεθ’ ἧς αὐτὰ ὑπερβαίνουσι καὶ τὰ 400 ἑκατομμύρια. Ἔπρεπε, Κύριοι, τὰ ἐλλείμματα νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ μυθῶδες αὐτὸ ποσὸν, ἔπρεπε χάριν αὐτῶν νὰ ὑπερδιπλασιασθῇ τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος, ἔπρεπεν ὑπὸ τὸ βάρος τούτου νὰ καμφθῇ καὶ γονατίσῃ τὸ Κράτος, ἔπρεπεν ἐν μιᾷ λέξει νὰ συντελεσθῇ ἡ χρεωκοπία τῆς 10 Δεκεμβρίου, ὅπως τέλος διανοίξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοὺς ὀφθαλμούς του πρὸ τοῦ βαράθρου, εἰς ὅ περιήγαγεν αὐτὸς οὗτος τὰ πράγματα. Ἀλλὰ μὴ νομίσῃ τις, ὅτι τὰ παθήματα ἐγένοντο δι’ αὐτὸν μαθήματα· πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἠναγκάσθη οὕτω διὰ τὸ ἔτος 1894 νὰ προϋπολογίσῃ τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραττομένων καὶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν μέσον ὅρον τῶν πραγματοποιηθεισῶν εἰσπράξεων κατὰ τὰς τρεῖς προηγουμένας χρήσεις· ἠναγκάσθη ἐπίσης νὰ ἀναγράψῃ ἐν τοῖς ἐξόδοις καὶ νομισματικὴν διαφορὰν διὰ τὰς εἰς χρυσὸν ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καθ’ ὃν χρόνον συνέταττε τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ συμπεριλάβῃ δ’ ἐν αὐτοῖς καὶ τὰ τέως ἔκτακτα θεωρούμενα ὑπ’ αὐτοῦ ἔξοδα, ἰδίᾳ διὰ τὰ δημόσια ἔργα καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἔπραξε κατὰ τρόπον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ αὐθαίρετον καὶ πλημμελῆ. Ἐν πρώτοις τὸν μέσον ὅρον τῶν πραγματοποιηθέντων ἐσόδων κατὰ τὰς τρεῖς προηγουμένας χρήσεις ὥριζεν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε συνήθως, οὐδ’ ἐποιεῖτο τὰς διακρίσεις ἐκείνας, ἃς ἐγὼ πρότερον ὑπέδειξα καὶ ἃς ἐπιφυλάττομαι ν’ ἀναπτύξω μετ’ ὀλίγον διὰ μακρῶν, ὅταν ἐπιληφθῶ τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Εἶτα δ’ ἐν τοῖς ἐξόδοις δὲν ἄφινε περιθώριον διὰ τὴν νομισματικὴν διαφοράν, ἐπιβαλλόμενον ὑπ’ αὐτῆς τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ὑφ’ ἣν διετέλει τότε καὶ ἐξακολουθεῖ ἔτι διατελοῦσα ἡ ἀγορὰ ἡμῶν. Ἐνῷ δὲ ἀνέγραφε πίστωσιν διὰ κατασκευὴν σιδηροδρόμων, κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ δὲν ἀνέφερεν ὡρισμένον ποσὸν, ὅπως ζητήσῃ βραδύτερον ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν, ἐπὶ προδήλῳ ἀθετήσει τοῦ Συντάγματος καὶ καταστρατηγήσει τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ. Καὶ ἄλλας δὲ πιστώσεις ἀνέγραψεν ἐπὶ ἔλαττον τοῦ προσήκοντος, ὡς ἀπέδειξαν αἱ ἔκτοτε ζητηθεῖσαι ἀναπληρωτικαὶ αὐτῶν πιστώσεις. Οὐδὲν θαῦμα, Κύριοι, ἐὰν οὕτω τὸ περίσσευμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 ἐξητμίσθη ἤδη πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεώς του διὰ τῆς ἐν τῷ μεταξὺ ἐπελθούσης περαιτέρω ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Πρὸς 1,70 προϋπελόγισε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ φράγκον, πρὸς 1,74 κατὰ μέσον ὅρον ἐπρομηθεύθη αὐτὸ, ὡς μαρτυρεῖ ὁ σχετικὸς πίναξ, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ κατ’ αἴτησίν μου εἰς τὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπείαν. Αἱ δὲ μετὰ ταῦτα αἰτηθεῖσαι ἀναπληρωτικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις κατέστησαν ἀμφίβολον καὶ αὐτὸ τὸ ὑπολανθάνον περίσσευμα ἐκ τῆς ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφῆς ἐνίων ἐσόδων, δι’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δικαίως ἐνομίσθη ὡς κακόπιστος, ὡς ζητήσας δηλαδὴ ν’ ἀποκρύψῃ οὕτω τὰ ἀληθῆ ἔσοδα τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν χρόνον ἔμελλε νὰ προέλθῃ εἰς τὰς περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις πρὸς τοὺς πιστωτάς του. Ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων καὶ μὲ τὰς αὐτὰς περίπου πλημμελείας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 ἔχει συνταχθῆ καὶ ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸς τοῦ 1895. Τὰ ἔσοδα τούτου προϋπολογίζονται ἀκρίτως καὶ ἀλογίστως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν προηγουμένων χρήσεων, χωρὶς ὅμως ὁ μέσος οὗτος ὅρος νὰ ἐξακριβῶται, ὡς δεῖ, περὶ οὗ παρατηρητέον, ὅτι λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅπου ἔτι αὐτὸς δὲν ἐγχωρῇ, εἴτε διὰ παρατηρουμένην προϊοῦσαν αὔξησιν, εἴτε διὰ παρατηρουμένην προϊοῦσαν μείωσιν, εἴτε δι’ ἐπελθοῦσαν ἐν τῷ μεταξὺ φορολογικὴν μεταῤῥύθμισιν, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους. Οὕτω δὲ ἄλλα μὲν τῶν ἐσόδων ἀναγράφονται ἐπὶ πλέον, ἄλλα δ’ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ προσήκοντος. Καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις δ’ ἐλλείπει πᾶν περιθώριον ἐν τῇ ἀναγραφῇ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς διὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην περαιτέρω ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, πολλαὶ δὲ πιστώσεις ἀναγράφονται ἐπὶ ἔλαττον τοῦ προσήκοντος. Ἐνῷ δὲ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα καὶ ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς θὰ καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα πολλοῦ λόγου ἄξιον, οὐδὲν ἧττον εἶναι καὶ αὐτὸς κατὰ τρόπον τοιοῦτον συντεταγμένος, ὥστε νὰ ἐνισχύῃ τὰς περὶ κακοπιστίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπονοίας, ἃς εἶχεν ἐγείρει ἤδη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894. Καὶ πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ μὴ ἀποδώσῃ τις κακοπιστίαν εἰς αὐτόν, ὅταν ὁ ἴδιος προϋπελόγισε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς φορολογίας διὰ μὲν τὸ ἔτος 1893 εἰς 111,701,939, διὰ δὲ τὸ 1894 εἰς 88,749,669, διὰ δὲ τὸ 1895 εἰς 91,331,118; Πῶς θέλετε νὰ μὴ ἀποδώσῃ τις κακοπιστίαν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις, ἐνῷ καὶ διὰ τῶν εἰσηγητηρίων του λόγων καὶ διὰ τῶν δημοσιευομένων ἑκάστοτε προσωρινῶν καταστάσεων καὶ ἀπολογισμῶν διατρανοῖ προϊοῦσαν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, οὐδὲν ἧττον διὰ τῶν ὑποβαλλομένων ἀπὸ τῆς ἐπικηρύξεως τῆς χρεωκοπίας τοῦ Κράτους προϋπολογισμῶν μειοῖ αὐτὰ τόσον καταπληκτικῶς; Διὰ τῶν προσωρινῶν ἀπολογισμῶν τῶν χρήσεων 1892 καὶ 1893 διαπιστοῖ, ὅτι κατ’ ἐκείνην μὲν εἰσεπράχθησαν 94,621,279, κατὰ ταύτην δὲ 96,799,666, ἤτοι ἐπὶ πλέον 2,178,387. Διὰ τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893 διατρανοῖ, ὅτι, ἐνῷ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσεπράχθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Ὀκτωβρίου μόλις 59,605,294, ἐφέτος εἰσεπράχθησαν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ χρονικοῦ διαστήματος 66,823,656, ἤτοι ἐπὶ πλέον 7,318,362. Κατὰ ταῦτα, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, καθ’ ἣν ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων δὲν θὰ ἦτο προϊοῦσα, ἀναλόγως πρὸς τὰ ἔσοδα τῶν τελευταίων τούτων χρήσεων, ἔπρεπεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1894 διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος νὰ προϋπολογισθῶσιν αὐτὰ τοὐλάχιστον εἰς 100,000,000. Δὲν ἔχουσι λοιπὸν δίκαιον οἱ ἐπιῤῥίπτοντες εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κακοπιστίαν κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ὡς προϋπολογίσαντος τὰ ἔσοδα κατὰ δεκάδα ἑκατομμυρίων ἐπὶ ἔλαττον τοῦ προσήκοντος, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ ν’ ἀποκρύψῃ μέρος τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἀπὸ τῶν πιστωτῶν του, ἐνόσῳ ὑφίστανται ἔτι ἐκκρεμεῖς αἱ πρὸς αὐτοὺς περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις; Ἀλλ’ ἀκριβεστέρα τις ἐξέτασις τοῦ πράγματος ἀποδεικνύει ὅτι ἀδίκως μέμφονταί τινες τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ κακοπιστίᾳ ἐν τῇ περιπτώσει τοὐλάχιστον ταύτῃ. Διότι, Κύριοι, ἡ προϊοῦσα δῆθεν αὔξησις τῶν ἐσόδων, ἡ ἐμφαινομένη ἐκ τῶν προσωρινῶν καταστάσεων, δὲν εἶναι ἀληθὴς καὶ πραγματική, ἀλλὰ πλαστὴ καὶ εἰκονική. Τοῦτο γίνεται κατάδηλον ἰδίᾳ ἐκ τῆς τελευταίας προσωρινῆς καταστάσεως, τῆς ἀναγραφούσης τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893. Ἐν αὐτῇ λ. χ. ἀναφέρεται ὅτι, ἐνῷ πέρυσιν αἱ εἰσπράξεις τῶν μονοπωλίων εἶχον ἀνέλθη εἰς 4,765,249, ἐφέτος ἔφθασαν εἰς 7,423,223, ἤτοι ὑπερέβησαν ἐκείνας κατὰ 2,657,973. Ἀλλὰ τί μαρτυρεῖ ἡ πέρυσιν ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 δημοσιευθεῖσα προσωρινὴ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1893; ὅτι κατ’ αὐτοὺς εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν μονοπωλίων οὐχὶ 4,765,249, ἀλλ’ 8,383,698, ἤτοι ἐπὶ πλέον τοῦ ἐν τῇ ἐφετεινῇ καταστάσει ἀναγραφομένου ποσοῦ 3,618,448. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἔχομεν ἐφέτος ἐκ τῶν μονοπωλίων οὐχὶ αὔξησιν εἰσπράξεων κατὰ 2,657,973, ἀλλὰ μείωσιν κατὰ 960,475. Καὶ ἐν τῷ συνόλῳ τῶν εἰσπράξεων τῶν 10 πρώτων μηνῶν τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῶν ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ 1893 ἔχομεν διαφορὰν πολλοῦ λόγου ἀξίαν. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τὴν ἐφετεινὴν κατάστασιν ἐμφαίνεται ὅτι τὸ 1893 εἰσεπράχθησαν 59,605,294, τὸ δὲ 1894 περὶ τὰ 66,923,656, ἤτοι ἐπὶ πλέον 7,308,362, κατὰ τὴν περυσινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων τοῦ 1893 κατὰ τοὺς 10 πρώτους αὐτοῦ μῆνας, τὴν δημοσιευθεῖσαν ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894, ἐμφαίνεται ὅτι αὐτὰ ἀνῆλθον εἰς 63,272,924, ἤτοι ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον ἐκ 3,667,630, οὕτω δὲ ἡ ἐν τῇ ἐφετεινῇ καταστάσει παρατηρουμένη ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰς τοῦ 1893 περιορίζεται ἐξ 7,318,362 εἰς 3,650,732 μεταβαλλομένη μάλιστα, δι’ οὓς λόγους θὰ ὑποδείξω μετ’ ὀλίγον, εἰς διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον. Ἀλλὰ πόθεν ἡ κολοσσιαία αὕτη διαφορὰ μεταξὺ τῆς πέρυσι καὶ τῆς ἐφέτος δημοσιευθείσης καταστάσεως τῶν εἰσπράξεων τῶν 10 πρώτων μηνῶν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1893; Εἶναι αὐταὶ ἐπίσημοι καταστάσεις ἀμφότεραι, προερχόμεναι ἐκ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πηγῆς. Ἐρωτῶ ἤδη ὑμᾶς, τοὺς παρακολουθοῦντας τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ μοὶ εἴπητε, πῶς πρέπει νὰ ὀνομάσωμεν τὰς καταστάσεις ταύτας; Πῶς συμβαίνει ὥστε ἐκ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πηγῆς, ἐξ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἐπισήμου γραφείου νὰ προέρχωνται τοιαῦται διαφοραὶ ἑκατομμυρίων ὅλων; Δὲν ἐξεγείρεται, Κύριοι, τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς σας ἐναντίον τῆς καταφώρου ταύτης παραχαράξεως; Δὲν ἤρκει τὸ ἄλλο ὄνειδος, τὸ ὁποῖον ἐπεσωρεύθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνεκα τῆς πτωχεύσεως, ἔπρεπεν ἀκόμη καὶ ἐν αὐτῇ τῇ πτωχεύσει νὰ προστεθῇ τὸ ὄνειδος τῆς παραχαράξεως τῶν ἐπισήμων λογαριασμῶν τοῦ Κράτους; Ἔχει καθῆκον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ν’ ἀπολογηθῇ διὰ τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν τοῦ καταγγέλλομεν· ἔχει καθῆκον καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπείας τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην πρᾶξιν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ τὴν δικαιολογήσῃ. Ὅστις ἀμφιβάλλει, τὸν παρακαλῶ νὰ προσέλθῃ καὶ νὰ ἀναγνώσῃ. Εἶναι αὐταὶ αἱ δύο ἐπίσημοι καταστάσεις αἱ διαφέρουσαι ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλην κατὰ 4 καὶ 6 ἑκατομμύρια (ἐπιδεικνύει αὐτάς).

§80Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ἐδόθη ἡ ἀπάντησις εἰς τοῦτο, καὶ προσποιεῖσθε ὅτι δὲν τὴν ἠκούσατε.

§81ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀπάντησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαψεύσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1894. Ἔπρεπε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ 1895 ὑπῆρξεν εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ κατὰ τὸ 1894, καὶ ἐγνώριζεν, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπῆρχε κατακεχωρισμένη ἡ προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1893, διότι γνωρίζει ν’ ἀναγινώσκῃ. Εἰς αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσητε.

§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπαντήσεως.

§83ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τὸν κ. Δραγούμην βεβαίως οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπαντήσεως, ἀλλ’ ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη δι’ ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, διὰ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον (Θόρυβος).

§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἔδωκα ἀπάντησιν εἰς τοῦτο, καὶ ἀπέδειξα, ὅτι οἱ πίνακες ἀνέγραψαν ἁπλῶς ὅ,τι ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς δημοσίοις βιβλίοις. Οὐδένα εἶχον λόγον ἐγώ, ὅπως θέλω νὰ παραστήσω, ὅτι ἦσαν εἰσπεπραγμένα 4.000,000 ἐπὶ πλέον κατὰ τὸν Ὀκτώβριον καὶ οὐχὶ κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1894, ἢ ὅτι ἦσαν εἰσπεπραγμένα κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ οὐχὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1893. Τὴν ἐξήγησιν τῶν διαφορῶν ἐν ταῖς ἐγγραφαῖς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος τὴν ἐνόησεν, ἀλλὰ προσποιεῖται ὅτι δὲν τὴν ἤκουσεν· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὴν ἤκουσεν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἐνόησε, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνει τὰ αὐτά, ἅτινα ὑπερβάλλουσι καὶ τὸ ἀστεῖον.

§85ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσποιεῖται ὅτι δὲν ἐννοεῖ. Κατηγοροῦμεν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅτι περιέλαβον ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 ἐν γνώσει ψευδεῖς ἀριθμούς,—περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται, —διότι, ἐνῷ εἶχε κατακεχωρισμένην τὴν κατάστασιν τὴν ἀκριβῆ περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1893 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894, τὸν ὁποῖον ἐπεξειργάσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐστηρίχθη κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 εἰς ἐσφαλμένην κατάστασιν, ἄλλην παρὰ τὴν κατακεχωρισμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894. Καὶ ἐρωτᾶται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι δὲν τὸν ἐννοοῦμεν, καὶ ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπομειδιᾷ, διὰ τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1893 εἰς κατάστασιν, ἥτις διεψεύδετο διὰ καταστάσεως κατακεχωρισμένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894, —διεψεύδετο δὲ οὐ μόνον ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, —καὶ πῶς ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης καταστάσεως προβάλλουσι τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1894 εἶναι ὑπέρτερα τῶν ἐσόδων τοῦ 1893, διατὶ ἀναγράφουσιν ὡς ἔξοδα τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1893 δρ. 45,000,000, ἐνῷ ἀναγράφονται ἐν τῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894 καταστάσει 41,000,000· διότι ἡ δικαιολογία, ἣν ἀντέταξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ὅτι δὲν ἦσαν δῆθεν πρόχειρα κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν συνετάχθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ ἔτος 1895, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκ τῶν μονοπωλίων διαχειρίσεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, καίτοι ταῦτα ἦσαν κατακεχωρισμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894, ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος δὲν χωρεῖ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα. Εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναφέρει ὡς πραγματοποιηθέντα κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1893 ἔξοδα ἐκ δραχ. 45,000,000, καὶ ἐν τούτοις ἰδοὺ τί ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894 λέγει: «Προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως 1893, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1893 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1893. Εἰσπραχθέντα δρ. 63,272,924 καὶ 71/00». «Προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐξόδων. Πραγματοποιηθεῖσαι πληρωμαὶ δραχ. 41,083,361 καὶ 39/00.» Τοιαῦται εἶναι αἱ εἰσπράξεις καὶ αἱ πληρωμαί, κατὰ τὴν κατάστασιν τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894, τῶν δέκα πρώτων μηνῶν 1893 καὶ παρακαλῶ, δικαιολογήσατε τώρα, δικαιολογήσατε πῶς εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ παραβολῇ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τῶν ἐτῶν 1895 καὶ 1894 νὰ ἀναγράφητε τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνεγράψατε ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ 1895, ἤτοι εἰσπράξεις δρ. 59,605,294 καὶ πληρωμὰς δρ. 44,238,306. Ἐλπίζω ὅτι ἐνοήσατε· πρόκειται περὶ χονδροειδοῦς διαστροφῆς τῶν πραγμάτων.

§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνόησεν ἑαυτόν· διότι ἐγὼ βεβαίως δὲν τὸν ἐνόησα.

§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἐννοήσητε ἐμέ.

§88ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς θλίβεταί τις, ὅτι ἐπὶ τοιαύτης παραχαράξεως τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν ἔχετε ἀκόμη τὴν τόλμην νὰ προσποιῆσθε ὅτι δὲν ἐννοεῖτε. Εἶναι καιρὸς τέλος πάντων νὰ καταλάβῃ τὸ πρόσωπόν σας τὸ ἐρύθημα.

§89ΣΑΚΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Εὐταξία. Πληροφοροῦμαι ταύτην τὴν στιγμήν, ὅτι ἐπίκεινται συγκρούσεις ἐν τῇ πόλει, διότι ὁ ἀστυνόμος Μαρούλης μετέβη καὶ ἔκλεισε τὴν Ἐπαγγελματικὴν Σχολήν. Ἐν τίνι δικαιώματι προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ κλείσιμον τῆς Σχολῆς; Δὲν λειτουργοῦσι πλέον οἱ νόμοι ἐν Ἑλλάδι;

§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι οἱ πίνακες ἀνέγραψαν ἁπλῶς ὅ,τι εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς δημοσίοις βιβλίοις, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐξήγησε διόλου, πόθεν ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν πέρυσι καὶ τῶν ἐφέτος δημοσιευθέντων πινάκων περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1893. Ἐὰν αὐτοὶ ἐλήφθησαν ἐκ τῶν αὐτῶν ἐπισήμων βιβλίων, ὤφειλον νὰ συμφωνῶσι πρὸς ἀλλήλους μέχρι κεραίας καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν διαφορὰς μεταξὺ αὐτῶν ἐκ τοσούτων ἑκατομμυρίων. Ἀφοῦ δὲ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀδυνατεῖ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τὴν τοιαύτην διαφοράν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἡμεῖς νὰ χαρακτηρίσωμεν αὐτὴν ὡς παραχάραξιν τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τοῦ Κράτους. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, ὅτι τὴν τοιαύτην παραχάραξιν ἀπετόλμησεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργός. Αὐτὸς εἶναι ἀνίκανος εἰς τοῦτο, διότι ἐλάχιστα ἐννοεῖ ἀπὸ ἀριθμούς. Ἄλλος εἶναι ὁ διαπράξας αὐτήν. Εἶναι οὗτος ὁ συντάκτης τῶν προϋπολογισμῶν, ὅστις, μαντεύων ἐκ τῆς φυσιογνωμίας τοῦ προϊσταμένου του, τί οὗτος θέλει, μεταβάλλει αὐτοὺς ἑκάστοτε, ἀναλόγως τῶν ἐπιθυμιῶν του. Ἐπεθύμει π. χ. ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὸ ἔτος 1893 προϋπολογισμὸν μὲ ἔσοδα ἐξωγκωμένα, ἵν’ ἀποδείξῃ εἰς τοὺς πιστωτάς μας, ὅτι εἴχομεν ἤδη ἰσοζύγιον «καὶ ὄχι μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα» ἱκανὸν εἰς κάλυψιν τῶν τοκοχρεωλυσίων τοῦ δανείου, ὅπερ ἐπεθύμει τότε νὰ συνομολογήσῃ· καὶ τὴν ἐπιθυμίαν του ταύτην ἐννοήσας ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ, διεσκεύασε τοῦτον οὕτω διὰ τὸ ἔτος 1893, ὥστε νὰ παρουσιάζῃ ἔσοδα ἐξ 111,701,939. Διὰ τὸ 1894 ἐπεθύμει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προϋπολογισμόν, δικαιολογοῦντα τὴν ἐν τῷ μεταξὺ συντελεσθεῖσαν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους καὶ ἀποδεικνύοντα ὅτι αὐτὸ καὶ μετὰ τὴν ἀποκοπὴν τῶν χρεωλύτρων μόλις τρία δεκατημόρια τῶν τόκων ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ πρὸς τοὺς πιστωτάς του· καὶ τὴν ἐπιθυμίαν του ταύτην κατανοήσας ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ, διεσκεύασεν αὐτὸν διὰ τὸ ἔτος 1894 οὕτως, ὥστε νὰ παρουσιάζῃ ἔσοδα μόλις 88,749,669. Νῦν διὰ τὸ 1895, ὡς φαίνεται, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεθύμει ν’ ἀποδείξῃ εἰς τοὺς πιστωτάς μας, ὅτι δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν καὶ πλέον τῶν τριῶν δεκατημορίων, ὅσα δηλαδὴ προσέφερεν αὐτὸς ἐνταῦθα ἢ ἐν Λονδίνῳ· καὶ τὴν ἐπιθυμίαν του ταύτην ἐννοήσας ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνεβίβασε τὰ ἔσοδα αὐτοῦ διὰ τὸ ἔτος 1895 εἰς 91,331,118. Αὐτὸς οὗτος εἶναι ὁ παραχαράττων καὶ τοὺς ἐπισήμους ἀριθμοὺς τοῦ Κράτους, ὡς ἀπέδειξα τοῦτο καὶ ἄλλοτε καὶ νῦν, προσάγων ἐνώπιον ὑμῶν ἁπτὰς τὰς ἀποδείξεις, τὰς καταστάσεις, αἵτινες, προκειμένου περὶ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς χρονικῆς περιόδου, τοσοῦτον διΐστανται πρὸς ἀλλήλας. Ὄτι δ’ ἐκ προθέσεως διεπράχθη ἡ παραχάραξις, δι’ ἧς ἐπεδιώκετο νὰ παρασταθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1894 ὡς ἔχουσα νὰ ἐπιδείξῃ ἀνώτερα τῆς τοῦ 1893 ἔσοδα, τοῦτο γίνεται κατάδηλον καὶ ἐκ τοῦ ἑξῆς γεγονότος. Ἐν τοῖς ἐσόδοις τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1894 ἀναγράφονται ὡς «τυχηρὰ ἔσοδα ἀπρόβλεπτα» 4,210,494 ἀπέναντι προϋπολογισθέντων 345,000. Ὑπὸ τυχηρὰ ἔσοδα ἐννοοῦνται, κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, τὰ «ἐκ χρεῶν ὁπλιτῶν, ἐξ ἐκποιήσεως ἀδεσπότων ζώων, ἐκ κατασχομένης ξυλείας κλπ.» προερχόμενα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐφάνη ἀπίθανος εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴν ἡ ἐντεῦθεν εἴσπραξις 4,210,494 δρ. κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1894, ἀπηύθυνεν ἤδη οὗτος ἐπερώτησιν, εἰς ἣν ἔσπευσε ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ 2,000,000 προέρχονται ἐκ τῆς ἐγγυήσεως τῆς ἐκπτώτου κηρυχθείσης ἐργολάβου Ἀγγλικῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, τὰ δὲ λοιπὰ ἐκ τῶν κρατήσεων αὐτῆς. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν, Κύριοι, ἔχουσι τὰ ποσὰ ταῦτα πρὸς τὰ «τυχηρὰ ἔσοδα ἀπρόβλεπτα», ἵνα ἀναγραφῶσιν ὡς τοιαῦτα ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει τῶν 10 πρώτων μηνῶν τοῦ 1894;...

§91Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλα τὰ ἐντὸς τοῦ μηνὸς ἀναγνωριζόμενα ἔσοδα ἀναγράφονται ἐν τῇ καταστάσει τοῦ μηνός. Τοῦτο εἶναι μηνιαία κατάστασις ἐσόδων.

§92ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἡ ἐγγύησις δὲν εἶναι ἔσοδον τοῦ μηνός· εἶναι κυμαῖνον χρέος.

§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ κυμαῖνον χρέος δὲν εἰσέρχεται εἰς τὴν κατάστασιν.

§94ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ καὶ ὅμως ἰδοὺ ὅτι εἰσῆλθεν αὐτὸ εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, καὶ ἐξωγκώθησαν οὕτω τὰ ἔσοδα τοῦ 1894 κατὰ 2,000,000, εἰς ὅσον ποσὸν ἀνέρχεται ἡ ἐγγύησις τῆς ἐκπτώτου κηρυχθείσης Ἀγγλικῆς ἑταιρίας.

§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι κυμαῖνον χρέος. Ταῦτα ἔπρεπε νὰ τὰ ἀφήσητε ὑμεῖς, ἵνα τὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς (ἱλαρότης).

§96ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, ἄφετε κατὰ μέρος τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς. Τώρα ἔχετε νὰ κάμετε μὲ ἐμὲ, ἐγὼ δὲ σᾶς λέγω, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις εἶναι κυμαῖνον χρέος, ὡς δὲν ἀγνοεῖ καὶ ὁ τελευταῖος γραφεὺς τοῦ Ὑπουργείου σας. Ἡ ἔκπτωσις δ’ ἐγγυήσεώς τινος δὲν σημαίνει ἄλλο τι ἢ ἀνάλογον πρὸς τὸ ποσὸν αὐτῆς ἐλάττωσιν τοῦ κυμαίνοντος χρέους, ἥτις ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ὡς τοιαύτη ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ὡς τακτοποίησις λογαριασμοῦ.

§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τί ἄλλο εἶναι ἡ προσωρινὴ κατάστασις ἢ ἀπολογισμός; Εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς ἐν τῇ μηνιαίᾳ προόδῳ τοῦ καταρτισμοῦ αὐτοῦ.

§98ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει ἀναγράφονται τὰ τρέχοντα, οὕτως εἰπεῖν, ἔσοδα καὶ ἔξοδα χρήσεώς τινος. Ἡ δ’ ἔκπτωσις ἐγγυήσεως δὲν εἶναι τοιοῦτον ἔσοδον, ἀλλ’ εἶναι μείωσις τοῦ κυμαίνοντος χρέους.

§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ κυμαῖνον χρέος.

§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶσθε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ δεκαετίαν καὶ ἐπέκεινα, καὶ ἀγνοεῖτε ἀκόμη τόσον στοιχειῶδες πρᾶγμα, ἀφοῦ μάλιστα εἰς τοὺς κατ’ ἔτος ὑποβαλλομένους ὑφ’ ὑμῶν προϋπολογισμοὺς εἰς τὴν Βουλὴν ἐν Κεφαλαίῳ Αʹ ἄρθρῳ 8 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου σας ἀναγράφονται «τόκοι χρηματικῶν ἐγγυήσεων»!

§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ ἐγγυήσεων. Ἤδη ἐγένετο ἔκπτωτος ἡ ἑταιρία, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε καταβεβλημένον ὡς ἐγγύησιν, τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐκρατεῖτο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἵνα καλύψῃ τὰς ἐνδεχομένας παραλείψεις τῆς ἑταιρίας, τὰ ποσὰ ταῦτα παρέλαβε τὸ Δημόσιον ὡς περιουσίαν αὑτοῦ.

§102ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, τί ἐκάματε αὐτὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα μόλις τώρα παρέλαβε τὸ Δημόσιον, ὡς ἰσχυρίζεσθε, σεῖς δ’ ἐσπεύσατε ν’ ἀναγράψητε αὐτὰ ὡς ἔσοδά του ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει;

§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνεγράφησαν ὡς ἔσοδα τοῦ Κράτους. Εἶναι πιθανὸν τὰ ἔσοδα ταῦτα τοῦ Κράτους νὰ μὴ εὑρίσκωνται ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, — τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν γενικὴν διαχείρισιν, — ἀλλ’ ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῶν πραγματοποιηθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1894 ταῦτα δὲν δύνανται νὰ λείψωσι, διότι, ἂν λείψωσι, δὲν ἀναγράφομεν ἐν ταῖς καταστάσεσι τὰ ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Κράτους, δὲν ἀναγράφομεν τὰς τελεσθείσας πράξεις· αἱ περὶ τῶν ἐσόδων πράξεις τοῦ 1894 περιλαμβάνουσι καὶ ταύτας, ἔπρεπεν ἄρα νὰ ἀναγράψωσι τὰς πράξεις ταύτας καὶ αἱ προσωριναὶ καταστάσεις τοῦ 1894.

§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν πρώτοις δὲν εἶναι πιθανὸν, ἀλλὰ βέβαιον, βεβαιότατον, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι ἡ ἐκ 2,000,000 φράγκων, χρυσῶν ἐγγύησις τῆς ἐργολάβου ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης ἐξητμίσθη ἤδη, ἅμα καταβληθεῖσα ἐν ἔτει 1890, ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, διατεθεῖσα ὑφ’ ὑμῶν αὐτῶν ὑπὲρ ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἀπορῶ δὲ, πῶς νῦν σεῖς ἀκριβῶς λέγετε, ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ εὑρίσκωνται τὰ δύο αὐτὰ ἑκατομμύρια ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ. Καὶ κατὰ τοῦτο λοιπὸν δὲν προέκειτο νῦν περὶ εἰσπράξεως, ἀλλὰ περὶ τακτοποιήσεως λογαριασμοῦ.

§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποίαν σχέσιν ἔχει ἂν ἐδαπανήθη πρότερον ἢ ὄχι; Τώρα ἀνεγνωρίσθη ὡς δημόσιον ἔσοδον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, εἴτε τώρα δαπανᾶται, εἴτε πρότερον ἐδαπανήθη, δὲν ἦτο δημόσιον ἔσοδον πρὸ τοῦ ἔτους τούτου.

§106ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὴ ζητεῖτε νὰ συγχίσητε τὰ ἀσύγχυτα, κύριε Πρωθυπουργέ. Ἕκαστος γινώσκει, καὶ αὐτὸς ὁ ἀδαέστατος περὶ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐγγυήσεως, ἥτις πρὸ ἐτῶν εἶχε δαπανηθῆ καὶ ἀπετέλει ἔκτοτε μέρος τοῦ κυμαίνοντος χρέους, δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναγραφῇ νῦν αὐτὴ, ὅτε ἡ καταβαλοῦσα ἑταιρία ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, ὡς ἔσοδον τοῦ 1894 ἐν προσωρινῇ καταστάσει τῆς χρήσεως αὐτοῦ. Εἶναι μόνον μείωσις τοῦ κυμαίνοντος χρέους κατὰ 2,000,000, ἥτις ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐν τέλει τῆς χρήσεως ὑπὸ τὸν τύπον τακτοποιήσεως λογαριασμῶν. Καὶ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν ἐκ τῶν 4,210,494, τὸ προερχόμενον ἐκ τῶν κρατήσεων τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἑταιρίας, δὲν εἶναι ὡσαύτως ἔσοδον πραγματοποιηθὲν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1894 καὶ ὡς τοιοῦτο δυνάμενον ν’ ἀναγραφῇ ἐν προσωρινῇ καταστάσει τῆς χρήσεως αὐτοῦ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρία εἶχε λάβει παρὰ τοῦ Δημοσίου περιπλέον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐδικαιοῦτο αὐτὴ νὰ λάβῃ ἀπέναντι τῆς ἐργασίας της περὶ τὰ 5,000,000, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Γερμανοῦ διαιτητοῦ. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο καθαρὰ ζημία τοῦ Κράτους, ἐξ ἧς ἔπρεπε νὰ ἐκπέσωσι νῦν αἱ γενόμεναι κρατήσεις καὶ νὰ μειωθῇ κατ’ ἀνάλογον ποσὸν ἡ προσγενομένη εἰς τὸ Δημόσιον ζημία ἐξ ὑπαιτιότητος ὑμῶν, ὅστις τόσον ἀβασανίστως ἐθεωρεῖτε τὰς ἑκάστοτε ὑποβαλλομένας εἰς ὑμᾶς καταστάσεις τῶν Ἄγγλων καὶ κατεσπαταλᾶτε οὕτω τὸ δημόσιον χρῆμα. Καὶ ἡ ἔκπτωσις αὕτη ἐκ τῆς ζημίας ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ γείνῃ ἐν τέλει τῆς χρήσεως ὑπὸ τὸν τύπον τακτοποιήσεως λογαριασμῶν. Ἂν δὲ καὶ τὰς κρατήσεις, ὡς καὶ τὴν ἐγγύησιν, παρουσιάζετε ὑμεῖς νῦν ὡς ἔσοδον τῆς χρήσεως τοῦ 1894 ἐν προσωρινῇ αὐτῆς καταστάσει, πράττετε τοῦτο ἐν ἐπιγνώσει τοῦ ὅτι αὐταὶ δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ἐγὼ ὑμᾶς ἀνίκανον, ἀποδίδω δὲ καὶ τὴν ψευδῆ ταύτην παράστασιν ὡς ἐσόδων τῶν 10 πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1894 τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος 4,210,494 εἰς αὐτὸν ἐκεῖνον, ὅστις παρεχάραξε νῦν καὶ τοὺς ἐπισήμους ἀριθμοὺς τῶν ἐσόδων τοῦ 1893, ἵν’ ἀποδείξῃ ταῦτα οὕτω κατὰ 7,318,862 κατώτερα τῶν ἐσόδων τοῦ 1894. Ἀλλ’ ἂν νῦν προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1893 τὰ ἐκ παραχαράξεως ἀφαιρεθέντα ἐξ αὐτῶν, ὡς εἴδομεν πρότερον, 3,667,630, ἀφαιρέσωμεν δ’ ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1894 τὰ μὴ ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν αὐτοῦ «τυχηρὰ ἔσοδα ἀπρόβλεπτα ἐκ τῆς ἐγγυήσεως καὶ τῶν κρατήσεων τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας 4,210,494, θὰ ἴδωμεν οὕτω τὰς ἐξ 7,318,862 ἐπὶ πλέον εἰσπράξεις τοῦ 1894 μεταπιπτούσας εἰς εἰσπράξεις ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 559,262. Τὸ ποσὸν τοῦτο, Κύριοι, θὰ ἦτο πολὺ ἀνώτερον, ἐὰν μὴ εἴχομεν ἐφέτος ἐξαιρετικῶς ἀνωτέρας τελωνειακὰς εἰσπράξεις ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἔτος 1893. Τὸ ἐμπόριον, δι’ οὓς λόγους ὑπηνίχθην πρότερον, ἐπιφυλάττομαι δὲ νὰ ἀναπτύξω βραδύτερον διὰ μακρῶν, εἶχε περιορίσει κατὰ πολὺ τὰς προμηθείας του ἐν ἔτει 1893, σχεδὸν μέχρις ἐξαντλήσεως τῆς παρακαταθήκης του. Ἐν ἔτει δὲ 1894, ἀναθαῤῥῆσαν ἐκ τῆς περὶ συμβιβασμοῦ διαβουκολήσεως, προέβη εἰς προμηθείας, ὧν χάριν ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων. Ἀλλ’ ἂν ἀπίδωμεν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τούτων καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ καπνοῦ, αἵτινες ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ἀφ’ ὅτου καθ’ ὑπόδειξιν ἡμῶν ἐψηφίσθησαν ἐν ἔτει 1892 αἱ γνωσταὶ περιοριστικαὶ τοῦ λαθρεμπορίου διατάξεις, ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσι προϊοῦσαν αὔξησιν· ἂν ἀπίδωμεν προσέτι ἐκ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῆς σταφίδος, ἧς ἡ λαμπρὰ ἐσοδεία τοῦ 1893 ἐξήχθη καὶ ἐφορολογήθη κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ 1894· ἂν ἀπίδωμεν, λέγω, ἐκ τῶν εἰσπράξεων τούτων, θὰ εὕρωμεν πάσας σχεδὸν τὰς ἄλλας εἰσπράξεις τοῦ 1894 ὑστερούσας κατὰ πολὺ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1893. Οὕτως ὑστεροῦσιν αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τοῦ ἐλαίου, τῶν διαφόρων προϊόντων, τῶν Ἑπτανησιακῶν προϊόντων, τῶν ζώων, τῶν οἰκοδομῶν, ἐκ τῶν τελῶν χαρτοσήμου καὶ τηλεγράφου, ἐκ προσθέτων τελῶν 20% καὶ τόκων ὑπερημερίας, ἐξ ἀνταλλάγματος στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἐξ εἰδῶν τοῦ μονοπωλίου, ἐκ μεταλλείων, λατομείων καὶ ὀρυχείων, ἐξ ἰχθυοτροφείων, ἐκ παγίων καὶ προσωρινῶν δόσεων, ἐκ καθυστερούντων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων καὶ ἐξ εἰσφορᾶς δήμων καὶ μονῶν ὑπὲρ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Πᾶσαι δηλαδὴ αἱ εἰσπράξεις, αἱ μαρτυροῦσαι κυρίως τὴν φορολογικὴν ἀντοχὴν τοῦ λαοῦ, ὑστεροῦσι τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἀλλὰ διατί τότε διεπράχθη ἡ παραχάραξις τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τοῦ Κράτους, ὅπως παρασταθῶσι ψευδῶς αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1894 ἀνώτεραι τῶν τοῦ 1893; Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἐβασάνισα ἐπὶ πολὺ τὸν νοῦν μου, ἵνα ἀνεύρω λόγον τινὰ πρὸς τοῦτο. Ἐνόουν κάλλιστα πάσας τὰς ἀποτολμηθείσας πρὶν παραχαράξεις τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τοῦ Κράτους, ὅπως ἐπιῤῥιφθῇ μέγα μέρος τῶν ἐλλειμμάτων τῆς ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἴτε εἰς τὴν πρὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου διαχείρισιν, εἴτε εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἔκτοτε διαλειμμάτων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ οὕτως ἀνακουφισθῇ πως αὐτὸς ἐκ τῆς εὐθύνης, ἣν ὑπέχει διὰ τὴν συντελεσθεῖσαν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους. Ἐνόουν κάλλιστα καὶ τὰς ἀποτολμηθείσας πρὶν παραχαράξεις τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τοῦ Κράτους, δι’ ὧν παριστῶντο εἰκονικὰ ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, δι’ ὧν εἴχομεν προϊοῦσαν αὔξησιν εἰσπράξεων· διότι οὕτω πως ἐπεδιώκετο ἡ ἐξαπάτησις τῶν πιστωτῶν μας, ὅπως νέα δάνεια συνομολογῶσι πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλὰ νῦν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸ ἀντίθετον συμφέρον. Ὀφείλει νὰ παραστήσῃ τὰς δημοσίας εἰσπράξεις μειουμένας, ὅπως οὕτω καὶ τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους δικαιολογήσῃ καὶ ὅσον ἔνεστιν εὐνοϊκωτέρων ὅρων τύχῃ ὑπὲρ αὐτοῦ κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ ἐπιδιωκομένου συμβιβασμοῦ πρὸς τοὺς πιστωτάς του. Πῶς ὅμως, ἐναντίον τοῦ συμφέροντός του τούτου, παραχαράττονται νῦν οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοὶ τοῦ Κράτους, ἵνα παρασταθῶσιν αἱ εἰσπράξεις αὐτοῦ ἐν προϊούσῃ αὐξήσει καὶ οὕτως ἀποδειχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κακόπιστος, ὡς ἐν τῇ χρεωκοπίᾳ, καὶ ἐν τοῖς ποσοστοῖς, ἅτινα προσφέρει πρὸς τοὺς πιστωτάς μας διὰ τὸν συμβιβασμόν; Ἰδοὺ, Κύριοι, ἓν ἀληθὲς αἴνιγμα, ὅπερ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξηγήσω ἄλλως, εἰμὴ ὅτι ὁ συντάκτης τῶν προϋπολογισμῶν καὶ καταστάσεων, ὁ γνωστὸς παραχαράκτης τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τοῦ Κράτους, ἢ παρενόησε νῦν τὰς προθέσεις καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ προϊσταμένου του, ἢ συνέβη καὶ εἰς αὐτὸν ὅ,τι καὶ εἰς τὸν κλέπτην ἐκεῖνον, ὅστις φυλακισθείς ποτε, ἵνα μὴ λησμονήσῃ τὴν τέχνην του, ὑπέκλεπτεν ἐν τῇ φυλακῇ τὸν σκοῦφόν του. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, νὰ ἐνδιατρίψω ὑπὲρ τὸ δέον ἴσως εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὁλικοῦ ἀποτελέσματος τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1894, διότι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ, τὸ ψευδὲς καὶ εἰκονικὸν, ἠθέλησαν κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον νὰ στηρίξωσι τὰς περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ 1895 προβλέψεις των. Οὕτω κατέδειξα τὸ σφαλερὸν τῆς βάσεως αὐτῶν ταύτης. Οὐχ ἧττον σφαλερὰ ὑπῆρξε καὶ ἡ ἑτέρα αὐτῶν βάσις, ἡ τοῦ ὁλικοῦ ἀποτελέσματος τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1893. Διότι καὶ ἐν ἐκείναις, Κύριοι, περιλαμβάνονται ἔσοδα ὅλως ἔκτακτα, ὡς τοιαῦτα μὴ δυνάμενα νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι, μηδὲ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις διὰ τὰς περὶ τοῦ μέλλοντος προβλέψεις ἡμῶν. Οὕτως εἰσεπράχθησαν τότε ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἅτινα διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατηργήθησαν τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ ἐκ νομισματοποιΐας ὡς 3,500,000, ἅτινα δὲν θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι. Κατὰ ταῦτα, ἀληθῆ ὅρον συγκρίσεως διὰ τὰ ἔσοδα τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐν τῷ ὁλικῷ ἀποτελέσματι τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1893 καὶ 1894, ἀλλ’ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον αὐτῶν. Διὸ εἶμαι νῦν ἠναγκασμένος καὶ ἐγὼ νὰ ἐξετάσω ἓν ἕκαστον τῶν ἐσόδων τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, καὶ δὴ ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰ ἔσοδα τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἀνευρίσκων τὸν πραγματικὸν μέσον ὅρον αὐτῶν, ὅπου τοιοῦτος ἐγχωρῇ, ἢ καθορίζων κατὰ προσέγγισιν τὴν ἀπόδοσιν αὐτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προϊούσης αὐξήσεως ἢ μειώσεως τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ὅπου ἔχομεν τοιαύτας, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλων λόγων, ἐπηρεαζόντων ὁπωσδήποτε ἔσοδόν τι. Διὰ τοιούτου λεπτομεροῦς ἐλέγχου ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ προσῆκον ὁλικὸν ἀποτέλεσμα αὐτῶν...

§107ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον, αὔριον.

§108ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε ἀκόμη πολλὴν ὥραν;

§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ τώρα μόλις θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§110ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Εὐταξία, νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.

§111ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν δέχηται ἡ Βουλή...

§112ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἴμεθα καὶ ἐν ἀπαρτίᾳ.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας, κύριε Βουλευτά;

§114ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν Ἀγγελῆ Ρούφου, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 108 Βουλευταί. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.

§117ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄρχομαι, Κύριοι, τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καθ’ ἣν σειρὰν εἶναι αὐτὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν παρατηρῶ, ὅτι ἐν ἀρχῇ εἴχομεν ἐπ’ αὐτοῦ προϊοῦσαν μείωσιν, ἥτις μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν προσθήκην τῶν δύο δεκατημορίων ἐν ἔτει 1887 μετετράπη εἰς αὔξησιν, ὅπως ὅμως πάλιν μεταπέσῃ εἰς μείωσιν, ἕως οὗ τὸ 1890 καταργηθέντων τῶν δύο δεκατημορίων κατέστη αὕτη ἐπαισθητὴ τὰ μάλιστα. Τὸ 1892 προσετέθησαν αὖθις τὰ δύο δεκατημόρια, εἴχομεν δὲ τότε ἐκ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος φόρου ἔσοδον ἐκ 2,168,543, ὅπερ τὸ 1893 ἀνῆλθεν εἰς 2,259,941. Ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ, καίτοι ἀνευρίσκων ὡς μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων τῶν δύο αὐτῶν ἐτῶν τὸ ποσὸν τῶν 2,172,574, οὐδὲν ἧττον προϋπολογίζει ὡς ἔσοδον εἰσπρακτέον τὸ 1895 ἐκ 2,230,000. Πῶς ὅμως τοῦτο, ἀφοῦ ἄλλως τε κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1894 εἴχομεν ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893, ἐπὶ ἔλαττον εἴσπραξιν ἐκ 320,896; Ἐνῷ δηλ. κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1893 εἶχον εἰσπραχθῆ 975,786, τὸ 1894 περιωρίσθη τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 654,890. Τὸν φόρον ἐπὶ τῶν περιβολίων καὶ βοσκῶν θεωρῶ ἀνάξιον ἰδιαιτέρου λόγου. Ὡς πρὸς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, παρατηρῶ ὅτι ἐσφαλμένως ἀναγράφονται ἐν τῷ προκειμένῳ προϋπολογισμῷ ὡς εἰσπραχθέντα ἐξ αὐτοῦ τὸ 1891 μὲν 1,059,684, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 1,058,684, τὸ 1892 δὲ 970,282, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 969,135, τὸ 1893 δὲ 2,353,686, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 2,334,353. Ἀκρίτως δὲ ὅλως ἐξευρίσκει καὶ ἀναγράφει τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν ἐξ 1,461,055, ἐνῷ μέσος ὅρος ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου δὲν ἐγχωρεῖ, καθόσον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ὡς καὶ ὁ ἴδιος παρατηρεῖ, ἔχομεν συνήθως μεταλλαγὴν εὐφορίας καὶ ἀφορίας ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Τὸ 1894 εἴχομεν ἀφορίαν, τὸ 1895 θὰ ἔχωμεν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εὐφορίαν. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου προϋπολογίζεται εἰς 1,870,000 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἐξ αὐτοῦ εἰσπράξεων κατὰ τὰ ἔτη 1892 καὶ 1893. Ἀλλ’ ἐσφαλμένως ἀναγράφονται ὡς εἰσπραχθέντα τὸ 1893 ἐκ τοῦ προκειμένου φόρου 1,717,094, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 1,889,296, ἐσφαλμένως δὲ κατ’ ἀκολουθίαν ἀναγράφεται καὶ ὡς μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1892 καὶ 1893 τὸ ποσὸν 1,808,133, ἐνῷ αὐτὸ εἶναι 1,894,198. Τὸ προϋπολογιζόμενον διὰ τὸ 1895 ἔσοδον ἐκ τοῦ οἴνου δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ὑπερβολικὸν ἐν ὁμαλῇ καταστάσει πραγμάτων. Ἀλλ’ ἡ μεγάλη ἀζητησία καὶ ὑποτίμησις τοῦ προϊόντος ἡμῶν τούτου δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ συνεπαγάγῃ ἐνιαχοῦ περιορισμὸν τῆς καλλιεργείας τῆς ἀμπέλου καὶ τῆς οἰνοπαραγωγῆς, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ν’ ἀποδειχθῇ καὶ τὸ ἐξ 1,870,000 προϋπολογιζόμενον ἐκ τοῦ οἴνου ἔσοδον τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ ἔτος 1895 ἀνώτερον τοῦ πραγματικοῦ. Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν προϋπολογίζεται εἰς 4.615,308, ἤτοι κατὰ 547,308 ἀνώτερος τοῦ διὰ τὸ ἔτος 1894 προϋπολογισθέντος εἰς 4,068,000; πλὴν διατὶ τοῦτο; Ἐν πρώτοις ἐσφαλμένως ἀναγράφονται καὶ ἐνταῦθα ὡς εἰσπραχθέντα τὸ 1892 μὲν 4,108,208, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 4,054,386, τὸ 1893 δὲ 4,993,170, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 4,417,299, ὡς μέσος δὲ ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν 4,654,599, ἐνῷ αὐτὸς εἶναι 4,444,701. Πῶς λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου τούτου ὅρου προϋπολογίζονται εἰσπράξεις ἐκ τῆς σταφίδος 4,615,308 διὰ τὸ ἔτος 1895; Μήπως ἔχομεν προϊοῦσαν αὔξησιν τοῦ ἐσόδου τούτου κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη; Παραγνωρίζει δὲ ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ τέλεον τὴν ὑφισταμένην σταφιδικὴν κρίσιν, δι’ ἣν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ περιορισθῇ ἐφέτος καὶ ἡ καλλιέργεια τοῦ προϊόντος ἡμῶν τούτου καὶ ὡς ἐξ ἐλλείψεως κεφαλαίων πρὸς τοῦτο καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀζητησίας καὶ ὑποτιμήσεως αὐτοῦ, δι’ ἣν ἐνιαχοῦ δὲν καλύπτονται κἄν αἱ δαπάναι τῆς καλλιεργείας. Τὸν φόρον ἐπὶ τῶν σύκων καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν διαφόρων προϊόντων, τὸν εἰσπραττόμενον εἰς τὰ τελωνεῖα, παρέρχομαι, παρατηρῶν μόνον, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν ἔχομεν προϊοῦσαν αὔξησιν κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη, δι’ ἣν δὲν ἐπετρέπετο νὰ τεθῇ ὡς βάσις διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν. Ἀλλὰ τὰ ἐξ αὐτῶν ἔσοδα δὲν εἶναι πολλοῦ λόγου ἄξια. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν προϊόντων Ἑπτανήσου, ὁ εἰσπραττόμενος εἰς τὰ τελωνεῖα, προϋπολογίζεται εἰς 2,514,600, ἤτοι κατὰ 84,600 ἐπὶ πλέον τοῦ ἔτους 1894, ὅτε αὐτὸς προϋπελογίσθη εἰς 2,430,000. Ἀστεία εἶναι ἡ ἐξεύρεσις καὶ ἀναγραφὴ τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν ἐκ τοῦ προκειμένου φόρου. Αἱ κυριώταται πρόσοδοι αὐτοῦ εἶναι, ὡς γνωστόν, κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ἡ ἐκ τοῦ ἐλαίου, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον ἡ ἐκ τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ὡς εἴδομεν ἤδη, ἔχομεν ἐναλλαγὴν εὐφορίας καὶ ἀφορίας ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ὥστε ἐπ’ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν μέσος ὅρος. Πλὴν τούτου, διὰ τὴν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου εἴσπραξιν δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν ἐπὶ εὐφορίαν, ἀλλ’ ἐπὶ ἀφορίαν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, διότι ἐκεῖ φορολογεῖται ἐν τοῖς τελωνείοις τὸ ἔλαιον τῆς παραγωγῆς τοῦ ἡγουμένου ἔτους, θὰ φορολογηθῇ δὲ καὶ τὸ 1895 τὸ ἔλαιον τοῦ ἀφόρου ἔτους 1894. Ἐντεῦθεν πρέπει ν’ ἀναμένωμεν ἔκπτωσιν ἐκ τοῦ ἐσόδου του. Καὶ ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἐγχωρεῖ μέσος ὅρος, διότι αὐτὴ δὲν φορολογεῖται ἐκεῖ κατὰ χιλιόλιτρον, ὡς ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας τιμῆς. Ἐπειδὴ δὲ τὸ προϊὸν τοῦτο εὕρηται ἐν ὑποτιμήσει, ἀνάγκη καὶ διὰ τὸν γενικώτερον λόγον, ὃν ὑπέδειξα πρίν, προκειμένου περὶ τῆς σταφίδος τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν, καὶ διὰ τὸν εἰδικὸν λόγον τὸν ἀπαντῶντα ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς Ἑπτανήσου, ν’ ἀναμένωμεν μείωσιν καὶ ἐκ τῆς προσόδου ταύτης. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, Κύριοι, δι’ οὓς νομίζω ὅτι εὐτυχεῖς πρέπει νὰ λογίζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἐὰν ἐκ τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου εἰσπράξωμεν τὸ προσεχὲς ἔτος καὶ 2,000,000. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων προϋπολογίζονται 2,290,000 ἀπέναντι 2,058.000 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἤτοι νῦν ἐπὶ πλέον κατὰ 232,000. Τὸ 1893 εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ͵ΒΠʹ, δι’ οὗ ἐν ἔτει 1892 ἐπηνέχθησαν μεταῤῥυθμίσεις εἰς τοὺς φορολογικοὺς ὅρους καὶ εἰς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως αὐτοῦ, 2,251,429. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1894 εἴχομεν εἰσπράξεις ἐξ αὐτοῦ 1,224,075, ἤτοι ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893, καθ’ οὓς εἶχον εἰσπραχθῆ 1,340,970, ἐλάττωσιν κατὰ 116,895, πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ προσεχὲς ἔτος νὰ ἔχωμεν ἐντεῦθεν ἀνωτέραν πρόσοδον καὶ αὐτοῦ τοῦ 1893; Πιθανωτέρα εἶναι ἡ μείωσις αὐτῆς, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ, ὡς ἐφέτος, καὶ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ἕνεκα τῆς μεγάλης καταναλώσεως ἐγχωρίων ζώων, τῆς ὀφειλομένης εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ζώων, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων προϋπολογίζεται εἰς 2,065.000, ἀπέναντι 1,960,000 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1894, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ 105,000. Ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναγράφων τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὰ ἔτη 1891, 1892 καὶ 1893, λαμβάνει ὡς βάσιν τὸν μέσον αὐτῶν ὅρον. Ὁ ὅρος ὅμως οὗτος δὲν ἐγχωρεῖ ἐνταῦθα, διότι ἔχομεν προϊοῦσαν αὔξησιν ἀξίαν λόγου. Οὕτω, ἐνῷ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1891 ὑπολογίζονται εἰς 1,581,930; τὸ 1892 ἀνῆλθε τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἔσοδον εἰς 2,239,609 καὶ τὸ 1893 εἰς 2,376,690. Ἡ προϊοῦσα δὲ αὕτη αὔξησις παρατηρεῖται καὶ κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τούτους εἴχομεν εἴσπραξιν ἐκ δραχ. 377,819, κατ’ ἐκείνους ἀνῆλθεν αὕτη εἰς 449,113. Διὰ ταῦτα πρέπει νὰ προσδοκῶμεν ἀνώτερον ποσὸν τοῦ νῦν προϋπολογιζομένου. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν προϋπολογίζονται 2,100,000, ἀπέναντι 1,930,000 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1894, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ 170,000. Καὶ ἐπὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ φόρου τούτου λαμβάνεται ὡς βάσις ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ οὗτος ἐπηυξημένος κατά τι. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν παρατηρεῖται ἀπὸ τοῦ 1893 μείωσις προϊοῦσα, ἥτις θὰ ἐξακολουθήσῃ βεβαίως καὶ τὸ προσεχὲς ἔτος ἐν τῷ μέσῳ τῆς κρατούσης οἰκονομικῆς δυσπραγίας. Βεβαίως ἐγένοντο πολλαὶ νέαι οἰκοδομαὶ, ὡς παρατηρεῖ ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάλογος πρὸς αὐτὰς καὶ ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ. Καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν καχεξίαν πολλαὶ οἰκίαι μένουσιν ἀνενοικίαστοι καὶ τὰ ἐνοίκια ἔχουσιν ὑποτιμηθῆ μεγάλως. Ἀφοῦ δὲ ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνοικίων καὶ ἀπαλλάσσονται αὐτοῦ αἱ οἰκοδομαὶ, καθόσον μένουσιν ἀνενοικίαστοι, οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ 1895 θὰ ἔχωμεν οὐχὶ ἐπὶ πλέον, ἀλλ’ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ μέσου ὅρου εἴσπραξιν ἐκ τοῦ προκειμένου φόρου. Ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν κλπ. καταπληκτικὴ εἶναι ἡ προϊοῦσα μείωσις. Ἐκ 459,221, ὅσα εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτοῦ τὸ 1891, κατῆλθε τὸ 1892 εἰς 298,740 καὶ τὸ 1893 εἰς 220,293. Ἐνῷ δὲ καὶ ἄλλως εἶναι γνωστὴ ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τῶν ἀνωνύμων ἡμῶν ἑταιριῶν, χωρὶς νὰ παρέχῃ ἐλπίδα προσεχοῦς βελτιώσεως, ἐν τούτοις ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναζητεῖ καὶ ἀναγράφει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐσόδου τὸν μέσον ὅρον τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν. Οὕτω διεξήλθομεν, Κύριοι, ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς ἀμέσους φόρους. Ἐν κεφαλαίῳ δ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑπολογίζω ἐκ μὲν τῶν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τοῦ οἴνου, τῆς σταφίδος, τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων, τῶν ζώων, τῶν οἰκοδομῶν καὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος εἴσπραξιν ἐπὶ ἔλαττον τῶν προϋπολογιζομένων κατὰ 1,450,000, ἐκ δὲ τῶν φόρων τῶν σύκων, τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις φορολογουμένων διαφόρων προϊόντων καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων εἴσπραξιν ἐπὶ πλέον κατὰ 250,000. Μεταβαίνων νῦν εἰς τοὺς φόρους καταναλώσεως, ὀφείλω νὰ ἐνδιατρίψω κυρίως εἰς τὸν σπουδαιότατον αὐτῶν, τὸν τελωνειακὸν δασμὸν εἰσαγωγῆς. Ἐκ τούτου προϋπολογίζονται νῦν 22,303,000, ἀπέναντι 18,000,000 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1894, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ 4,303,000. Πέρυσι δικαίως κατεκρίθη τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ὡς ἔλαττον κατὰ πολὺ τοῦ πραγματοποιηθησομένου, αἱ δὲ μέχρι τοῦδε τελωνειακαὶ εἰσπράξεις ὑπερηκόντισαν βεβαίως καὶ τὰς προσδοκίας ἐκείνων, οἵτινες ἦσαν τότε πολὺ αἰσιοδοξότεροι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διὰ τὸ 1895 ἐλήφθη ὡς βάσις τὸ ἔσοδον τοῦ 1893, ἐπειδὴ δ’ αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1894 θὰ ὑπερβῶσι τοῦτο, ἐντεῦθεν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἄλλοι προήχθησαν νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι θὰ ἔχωμεν τὸ προσεχὲς ἔτος εἴσπραξιν πολὺ ἀνωτέραν τῆς προϋπολογιζομένης. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι τοῦτο. Ἡ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων, ἡ παρατηρηθεῖσα ἐν ἔτει 1894, εἶναι παροδική, οὐδὲ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ τὸ 1895. Τὸ 1893 ἡ εἰσαγωγὴ εἶχεν ἐλαττωθῆ κατὰ πολὺ, τοῦτο μὲν, διότι τὸ ἐμπόριον εἶχε προβῆ εἰς ἱκανὰς προμηθείας ἤδη λήγοντος τοῦ 1892 ἐπὶ τῇ ἐπικειμένῃ τότε μεταῤῥυθμίσει τοῦ δασμολογίου, καθ’ ἣν ηὔξανεν ὁ δασμὸς ἐπὶ πολλῶν εἰδῶν, τοῦτο δὲ, διότι ἡ τότε κρατοῦσα ἐκκρεμότης ἐν τῷ οἰκονομικῷ ζητήματι καὶ ἀβεβαιότης περὶ τοῦ μέλλοντος ἠνάγκαζε τοὺς πάντας νὰ περιστείλωσι κατὰ πολὺ τὰς παραγγελίας των εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ ν’ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὰς ἐνταῦθα παρακαταθήκας, ἃς εἶδον οὕτω μέχρι τέλους τοῦ 1893 σχεδὸν ἐξαντλουμένας. Ἀλλὰ λήγοντος αὐτοῦ συνετελέσθη ἡ χρεωκοπία, δι’ ἣν πολλοὶ ἐπίστευσαν ὅτι θὰ ἐπήρχετο ἀνακούφισις μεγάλη εἰς τὴν νομισματικὴν ἡμῶν ἀγορὰν, ὡς ἐκ τῆς ἀποκοπῆς τῶν χρεωλυσίων καὶ τῆς περιστολῆς τῶν τόκων τοῦ Δημοσίου κατὰ ἑπτὰ δεκατημόρια. Ἂν προσέτι λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς περὶ συμβιβασμοῦ καὶ περὶ ἀναζωογονήσεως τῆς δημοσίας καὶ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστεως ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ὧν ἔκτοτε διεβουκόλησε τὴν χώραν καὶ ἐξ ὧν ἀναθαῤῥῆσαν καὶ τὸ ἐμπόριον προέβη εἰς προμηθείας πολλὰς πρὸς ἀναπλήρωσιν καὶ τῶν κενῶν, ἅτινα ἐγκατέλιπεν εἰς αὐτὸ τὸ 1893, θὰ εὕρωμεν οὕτως εὐεξήγητον τὴν αὔξησιν τῆς εἰσαγωγῆς ἐν ἔτει 1894. Τελευταῖον δ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιταθῇ αὕτη ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ τοῦ περὶ διαπυλίων νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἔμελλε ν’ αὐξήσῃ κατὰ 2½ τοῖς ἑκατὸν ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς ὑπὲρ ὅλων ἀδιακρίτως τῶν δήμων καὶ νὰ προστεθῶσι 50% εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τοῦ σίτου. Ἀλλ’ οὕτω, Κύριοι, θὰ εὑρεθῶμεν ἐν ἔτει 1895 ἀκριβῶς εἰς ἣν θέσιν ἤμεθα ἐν ἔτει 1893. Ὡς τότε δηλαδὴ, καὶ νῦν τὸ ἐμπόριον θὰ ἔχῃ ἐπὶ πολὺ τὰς παρακαταθήκας του πλήρεις, διὰ τὴν ἐπικειμένην αὔξησιν τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν ὡς τότε, καὶ νῦν θὰ εὑρεθῶμεν ἐν ἐκκρεμότητι τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος καὶ ἐν ἀβεβαιότητι περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀφοῦ αἱ περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις, διακοπεῖσαι πρὸ πολλοῦ, δὲν ἐπανελήφθησαν, οὐδ’ εἶναι ἐλπὶς νὰ ἐπαναληφθῶσι καὶ ἀχθῶσι ταχέως εἰς αἴσιον πέρας. Θὰ εὑρεθῶμεν ἄρα τὸ προσεχὲς ἔτος, ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν, ὑπὸ τὰς αὐτὰς περίπου συνθήκας, ὑφ’ ἃς καὶ τὸ 1893· διὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδοκῶμεν νῦν ἀνωτέρας τῶν τότε τελωνειακῶν εἰσπράξεων. Φόβος εἶναι μάλιστα, μή τοι ὑπολειφθῶσιν αὗται καὶ τοῦ προϋπολογιζομένου ποσοῦ, δι’ ἕτερόν τινα λόγον, ὃν δὲν φαίνεται λαβὼν ὑπ’ ὄψιν ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐτελέσθησαν ἤδη ἐπ’ αἰσίοις οἰωνοῖς ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ ἐγκαίνια τοῦ μεγάλου ζαχαροποιείου, τοῦ ἱδρυθέντος ἐκεῖ ὑπὸ τοῦ ὁμογενοῦς Χρ. Ζωγράφου. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι εὐχάριστον τὸ γεγονὸς τοῦτο διὰ τὴν καθόλου οἰκονομίαν τῆς χώρας, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ ἐπετελέσθη ἓν μέγα βῆμα προόδου διὰ τὴν βιομηχανίαν καὶ γεωργίαν ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ὅμως δυσάρεστον αὐτὸ διὰ τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις, ἐξ ὧν 4,500,000 περίπου προέρχονται ἐκ τοῦ δασμοῦ τῆς ζαχάρεως, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο θὰ μειωθῇ βεβαίως κατὰ πολὺ μετὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ ζαχαροποιείου. Ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως καπνοῦ προϋπολογίζονται 6,388,000, ἀπέναντι 5,808,400, προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1894, ἤτοι ἐπὶ πλέον νῦν κατὰ 579,600. Ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι βεβαίως δεδικαιολογημένη ἐκ τῆς προϊούσης αὐξήσεως τοῦ ἐσόδου τούτου, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθησαν αἱ περιοριστικαὶ τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ καπνοῦ διατάξεις ἐν ἔτει 1892, ὡς ὑπεδήλωσα ἤδη τοῦτο πρότερον. Τὴν κατανάλωσιν δὲ τοῦ καπνοῦ, ὡς γνωστόν, δὲν μειοῖ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπιτείνει ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία. Πολλοὶ ἐννοοῦσι νὰ διασκεδάσωσι τὴν δυστυχίαν των διὰ τοῦ ἀπολαυστικοῦ, εἰ καὶ ἐπιβλαβοῦς πως εἰς τὴν ὑγείαν, ἀντικειμένου τούτου τῆς καταναλώσεως. Διὸ καὶ ἐγὼ οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω εἰς τὴν ἐπὶ πλέον ἀναγραφὴν τοῦ ἐξ αὐτοῦ ἐσόδου τοῦ Κράτους ἐν τῷ προκειμένῳ προϋπολογισμῷ. Ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως πνευματωδῶν ποτῶν προϋπολογίζονται 60,000, ὅσα καὶ διὰ τὸ ἔτος 1894. Ἀλλ’ ἤδη κατὰ τοὺς πρώτους δέκα μῆνας τοῦ ἔτους τούτου ἐβεβαιώθησαν 64,831, καὶ εἰσεπράχθησαν 60,781, αἵτινες θ’ ἀνέλθωσι κατ’ ἀναλογίαν μέχρι τέλους εἰς 70,000 τοὐλάχιστον, εἰς ὃ ποσὸν ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῶσι κυρίως καὶ διὰ τὸ 1895 αἱ ἐντεῦθεν εἰσπράξεις. Ἐκ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος 60,000 αἱ 13,000 προέρχονται ἐκ τοῦ οἰνοπνεύματος. Εἰς τὸ μικροσκοπικὸν τοῦτο ποσὸν περιωρίσθη ἐπὶ τέλους ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος, οὗτινος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνεφανίσθη πάλαι ποτὲ ὡς μεταῤῥυθμιστής, προοιωνιζόμενος ἐξ αὐτοῦ ἔσοδα ἐξ ἑκατομμυρίων ὅλων. Εἰς 2,140,000 εἶχε προϋπολογίσει αὐτὰ διὰ τὸ ἔτος 1884, εἰς 1,364,200 διὰ τὸ ἔτος 1889, εἰς 500,000 διὰ τὸ ἔτος 1893, ἕως οὗ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας ἠρκέσθη εἰς μόνας τὰς 13,000 διὰ τὸ 1894 καὶ 1895. Sic transit gloria mundi καὶ τοῦ κ. Τρικούπη ἡ φορολογικὴ σοφία! Ἀλλ’ εἶναι ἀστειοτάτη ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων παράθεσις τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν κατὰ τὰ ἔτη 1891, 1892 καὶ 1893 καὶ ἡ ἀναγραφὴ τοῦ μέσου αὐτῶν ὅρου ἐκ 326,619. Καὶ τίνα σχέσιν ἔχει, κ. Πρωθυπουργέ, τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς τὰς προϋπολογιζομένας νῦν 60,000;

§118Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἔχομεν πίνακα παραθέσεων, καὶ ἔπρεπε νὰ ἠξεύρωμεν πρὸς τί θὰ παραβάλωμεν τὰ ἐν ἑκάστῳ ἄρθρῳ προϋπολογιζόμενα.

§119ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατόν ποτε νὰ παραβληθῶσιν αἱ ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν εἰσπράξεις τοῦ 1893 πρὸς τὰς τοῦ 1895, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν ὅτι ὁ κυριώτατος αὐτῶν πόρος, ὁ ἐκ τοῦ οἰνοπνεύματος, περιωρίσθη εἰς ἐλάχιστον ποσὸν, εἰς 13,000 μόνον, μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας, τὴν ἐπελθοῦσαν ἤδη ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1893; Σᾶς ἐρωτῶ δὲ καὶ πάλιν, τίνα σχέσιν ἔχει ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν ἐκ 326,619 πρὸς τὰς προϋπολογιζομένας 60,000 διὰ τὸ 1895, ὁ ἀναγραφόμενος ἐνταῦθα;

§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσι τὰ τοῦ 3ου ἄρθρου, εἰς ὃ ἀνήκουσι δραχμαὶ 60,000 κατὰ τὸ 1895.

§121ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐρωτῶ περὶ τούτου· σᾶς ἐρωτῶ, τίνα σχέσιν ἔχουσιν αἱ 60,000.

§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνήκουσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον. Ἀναγράφομεν ἑξήκοντα χιλιάδας διὰ τὸν ζῦθον καὶ τὰ ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα οἰνοπνεύματα.

§123ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ παράθεσις τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν καὶ τοῦ μέσου αὐτῶν ὅρου ἐγένετο ἐνταῦθα ἄνευ λόγου, εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, εἰς τὸν βρόντον, τὸ δὴ λεγόμενον, ὅπως εἰς τὸν βρόντον ἀναγράφετε καὶ ὡς εἴσπραξιν τοῦ 1893 ἔτους ἐκ πνευματωδῶν ποτῶν 486,667, ἐνῷ αὐτὴ ἀνῆλθε, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ἤδη προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, εἰς 355,238 μόνον, ὅπως εἰς τὸν βρόντον ἀναγράφετε κατωτέρω καὶ ὡς εἴσπραξιν τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1893 ἐκ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου 297,650, ἐνῷ αὐτὴ, κατὰ τὸν αὐτὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, ἀνῆλθεν εἰς 231,684 μόνον.

§124ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παραβάλλετε βεβαιωθέντα πρὸς εἰσπραχθέντα, δὲν ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1894.

§125ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνταῦθα ἀναγράφετε εἰσπράξεις. Πῶς κατορθόνετε νὰ μεταβάλλωνται οἱ ἀριθμοὶ, εἶναι περίεργον! Μεταβαίνων νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐσόδων ἐκ τελῶν καὶ δικαιωμάτων, παρατηρῶ ἐν κεφαλαίῳ περὶ τῶν ἐσόδων ἐκ φόρων καταναλώσεως, ὅτι τὰ μὲν πνευματώδη ποτὰ θ’ ἀποδώσωσιν ὡς 10,000 ἐπὶ πλέον τῶν προϋπολογιζομένων, ὁ δὲ λιανικῶς πωλούμενος οἶνος, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραχθέντων ἐξ αὐτοῦ ἐν ἔτει 1893, ὡς 50,000 δραχ. ἐπὶ ἔλαττον. Ἐκ τελῶν χαρτοσήμου προϋπολογίζονται 12,506,000, ἀπέναντι 12,477,067 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1894, ἤτοι νῦν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 421,067. Καὶ ἐνταῦθα παρατίθενται ἀλογίστως αἱ εἰσπράξεις τῶν ἐτῶν 1891,1892 καὶ 1893, καὶ ἐξευρίσκεται ὁ μέσος αὐτῶν ὅρος, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἔχουσιν ἐπέλθῃ σπουδαῖαι φορολογικαὶ μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἐκ τῆς καθιερώσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἐν ἔτει 1892 καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως διαφόρων τελῶν, μάλιστα δὲ τῶν δικαστικῶν τελῶν ἀρχομένου τοῦ 1893. Τούτου ἕνεκεν, ἐνῷ τὸ 1891 εἴχομεν εἴσπραξιν ἐξ 9,923,960, τὸ 1893 ἀνῆλθεν αὕτη εἰς 12,611,544. Κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893 ἐπῆλθε μείωσις εἰς τὸ ἔσοδον τοῦτο κατὰ 136,451, διότι, ἐνῷ κατὰ τούτους εἴχομεν εἴσπραξιν ἐκ 10,397,438, κατ’ ἐκείνους κατῆλθεν αὐτὴ εἰς 10,200,987. Μεγάλη μείωσις ἐπῆλθεν ἰδίᾳ εἰς τὰ δικαστικὰ τέλη, διὰ τὸ ἐπαχθὲς τῶν ὁποίων πολλοὶ προτιμῶσι νῦν νὰ στερηθῶσι τοῦ δικαίου των ἢ νὰ διεκδικήσωσιν αὐτὸ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Ἐλάττωσις παρατηρεῖται καὶ εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ἂν δὲ ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐξακολουθήσῃ καὶ τὸ προσεχὲς ἔτος, βεβαίως ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ ἔσοδον ἀνώτερον τοῦ νῦν προϋπολογιζομένου ἐκ τελῶν χαρτοσήμου, ὡς ἤλπισάν τινες. Ἐκ τελῶν προξενικῶν προϋπολογίζονται 515,000, ἀπέναντι 560,000 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ ἔτος 1894, ἤτοι νῦν (ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 45,000. Καὶ ἐν τῷ ἐσόδῳ τούτῳ παρατίθενται ὅλως ἀνακριβῶς αἱ εἰσπράξεις τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἀνακριβὴς δὲ εἶναι κατ’ ἀκολουθίαν καὶ ὁ ἀναγραφόμενος μέσος ὅρος αὐτῶν. Διότι ἐν ἔτει 1891 δὲν εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῶν 573,040, ὡς ἀναφέρεται ἐν τῷ προκειμένῳ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ μόνον 543,271, κατὰ τὸν ἐπίσημον ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, οὐδὲ 549,977 τὸ 1892, ἀλλὰ μόνον 503,626, κατὰ τὸν προσωρινὸν αὐτοῦ ἀπολογισμὸν, οὐδὲ 514,647 τὸ 1893, ἀλλὰ μόνον 487,797, κατὰ τὸν προσωρινὸν αὐτοῦ ἀπολογισμόν. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, καὶ ἐνταῦθα παρατίθενται εἰσπράξεις ἀνύπαρκτοι τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, παραχαραχθέντων τῶν σχετικῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τοῦ Κράτους ὑπὸ τοῦ γνωστοῦ παραχαράκτου τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Εἰς τὸν βρόντον δὲ κατ’ ἀκολουθίαν ἀναγράφεται καὶ ὡς μέσος ὅρος αὐτῶν 545,888, ἐνῷ ὁ ἀληθὴς μέσος ὅρος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀληθῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν εἶναι 512,231. Ἀλλ’ ἐγχωρεῖ ἐνταῦθα μέσος ὅρος, ἀφοῦ ἔχομεν κατ’ ἔτος προϊοῦσαν μείωσιν; Βεβαίως ὄχι. Ἔπρεπε μᾶλλον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προϊούσης μειώσεως καὶ ἀναλόγως πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ τελευταίου ἔτους τῆς ἀντιπαραβολῆς 1893 νὰ προϋπολογισθῇ τὸ ἐκ προξενικῶν τελῶν ἔσοδον διὰ τὸ 1895 τὸ πολὺ πολὺ εἰς 480,000. Περὶ τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω. Ἐξαιρετικῶς ἐπ’ αὐτῶν ἀναγράφεται ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ μόνον ἐπὶ τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν γίνεται ἀποδεκτὴ αὔξησίς τις, ἀνάλογος πρὸς τὴν προϊοῦσαν αὔξησιν τῆς ἐξ αὐτῶν εἰσπράξεως. Ἐπὶ τῶν ποινικῶν ὅμως τελῶν παρατηρῶ ὅτι ἐκ τῶν παρατιθεμένων εἰσπράξεων τῶν προηγουμένων ἐτῶν μόνον αἱ τοῦ 1892 ἐκ 594,644 εἶναι ἀκριβεῖς, αἱ λοιπαὶ εἶναι ἐσφαλμέναι· διότι κατὰ τὸν ἐπίσημον ἀπολογισμὸν τοῦ 1891 ἐκ ποινικῶν τελῶν εἰσεπράχθησαν οὐχὶ 478,337, ἀλλὰ 473,336, κατὰ δὲ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1893 εἰσεπράχθησαν οὐχὶ 800,764, ἀλλὰ 849,333. Κατὰ ταῦτα δὲ ὁ μέσος ὅρος εἶναι οὐχὶ 624,581, ἀλλ’ 639,101. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἐγχωρεῖ μέσος ὅρος, ἀφοῦ ἔχομεν προϊοῦσαν αὔξησιν, διὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀκριβὴς ὁ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ προσδιορισμὸς τοῦ ἐσόδου ἐκ τῶν ποινικῶν τελῶν εἰς 650,000. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1893 τοὐλάχιστον εἰς 800,000. Ἐπὶ τῶν ποινῶν ἐκ λαθρεμπορίας προϋπολογίζονται 116,000, ἀπέναντι 200,000 προϋπολογισθεισῶν διὰ τὸ 1894, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον νῦν κατὰ 84,000. Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα ἀνακριβῶς ὅλως παρατίθενται αἱ εἰσπράξεις τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν· διότι τὸ 1891 δὲν εἰσεπράχθησαν 155,257, ἀλλ’ 131,697, τὸ δὲ 1892 εἰσεπράχθησαν οὐχὶ 151,903, ἀλλ’ 149,349, τὸ δὲ 1893 οὐχὶ 115,472, ἀλλ’ 111,958. Κατὰ ταῦτα δὲ καὶ ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐτῶν εἶναι οὐχὶ 140,877, ἀλλὰ 132,172. Δὲν θὰ εὕρωμεν δὲ ὑπέρογκον τὸ ἀναγραφὲν ἐκ ποινῶν λαθρεμπορίας ἔσοδον 116,000 διὰ τὸ 1895, ἐὰν συνυπολογίσωμεν τὴν μείωσιν τοῦ ἐσόδου τούτου κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τοὺς μῆνας τούτους εἰσεπράχθησαν 100,922, κατ’ ἐκείνους περιωρίσθη ἡ εἴσπραξις αὕτη εἰς 54,650. Τὸ ἐκ ποινῶν ἐκ παραβάσεων φορολογικῶν νόμων ἔσοδον θεωρῶ ἀνάξιον λόγου. Ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἐκ καθυστερήσεως δημοσίων ἐσόδων παρατηρῶ, ὅτι, πλὴν μικρῶν ἀνακριβειῶν ὡς πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ αὐτῶν ποσὰ κατὰ τὰ ἔτη 1892 καὶ 1893, καλῶς ἔχει καὶ ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ἀλλὰ διατὶ ἀντὶ τούτου ἐξ 947,112 προσδιορίζεται τὸ εἰσπρακτέον κατὰ τὸ 1895 ποσὸν εἰς 808,000; Ὁπωσδήποτε ἐγὼ τοὐλάχιστον προσδοκῶ ἐντεῦθεν ἐπὶ πλέον εἴσπραξιν περὶ τὰς 100,000. Περὶ ἀνταλλάγματος ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ διαφόρων δικαιωμάτων οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω ἄξιον λόγου. Ἐπὶ τῶν τελῶν ὅμως ἀγκυροβολίας μετ’ ἀπορίας βλέπω μὴ γινομένην ἐν τῷ προκειμένῳ προϋπολογισμῷ τὴν διάκρισιν τῶν εἰς χρυσὸν καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰσπράξεων, ὡς ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ 1893 καὶ 1894. Ἀφοῦ δὲ τὸ 1893 εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῶν 183,759 εἰς χρυσὸν καὶ 118,431 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἤτοι ἐν ὅλῳ 302,190, ἀφοῦ κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1894 εἴχομεν εἰσπράξεις 193,763 μὲν εἰς χρυσὸν, 90,837 δὲ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ κατ’ ἀναλογίαν θὰ ἔχωμεν κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας εἰς χρυσὸν μὲν 38,000, εἰς τραπεζικὰ δὲ γραμμάτια 18,000, ἤτοι τὸ ὅλον 340,600, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ προσδιορισθῇ τὸ ἔσοδον τῶν τελῶν ἀγκυροβολίας εἰς 350,000 τοὐλάχιστον. Τὸ ἐκ βιομηχανικῶν σημάτων ἔσοδον εἶναι ἀνάξιον λόγου. Ἀλλ’ ἐκ τῶν προεκτεθειμένων περὶ τελῶν καὶ δικαιωμάτων θὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις ἐξ αὐτῶν τὸ 1895 ἐπὶ πλέον μὲν τῶν προϋπολογιζομένων ὡς 300,000, ἐπὶ ἔλαττον δὲ περὶ τὰς 35,000. Ἐκ τῶν μονοπωλίων προϋπολογίζονται 11,073,250, ἀπέναντι 11,027,000 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1894, ἤτοι νῦν ἐπὶ πλέον κατὰ 46,250. Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα παρατίθενται παρακεχαραγμένοι οἱ ἀριθμοὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τοὺς σχετικοὺς ἀπολογισμοὺς εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν μονοπωλίων τὸ 1891 μὲν 9,705,493, τὸ 1892 δὲ 10,787,243, τὸ 1893 δὲ 10,882,229, νῦν ἀναβιβάζονται αὐταὶ αὐθαιρέτως διὰ τὸ 1891 μὲν εἰς 9,731,663, διὰ τὸ 1892 δὲ εἰς 10,835,614, διὰ τὸ 1893 δὲ εἰς 10,913,579. Κατὰ ταῦτα καὶ ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν τούτων δὲν εἶναι 10,493,618, ἀλλὰ 10,458,321. Τὰς εἰσπράξεις τῶν μονοπωλίων κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893 δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, ὡς παρακεχαραγμένας, καθ’ ἃ ἀπέδειξα ἤδη. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν προϊοῦσαν αὔξησιν, ἡ αὔξησις αὕτη δὲν θὰ ἦναι τοιαύτη τὸ προσεχὲς ἔτος, ὥστε νὰ ὑπερβῇ τὸ προϋπολογιζόμενον ποσόν. Ἐπὶ τῆς προσόδου δημοσίων κτημάτων, καταστημάτων καὶ νομημάτων προϋπολογίζονται ἐξ ἐπικαρπίας ἀκινήτων ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων ἐν ὅλῳ 420,220, εἰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ὅστις ἐγχωρεῖ κάλλιστα ἐνταῦθα, ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῶσιν εἰς 435,616. Ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ ἔσοδα τοῦ κεφαλαίου τούτου, ἐκ προσόδου μεταλλείων, λατομείων καὶ ὀρυχείων καὶ ἐνοικίων λουτρῶν, ἰχθυοτροφείων, καὶ μερισμάτων σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους, οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω. Ὡς πρὸς τὰ δάση μόνον παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, τῶν ἀναγραφομένων ἐνταῦθα, ἔχομεν παραχάραξιν τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τοῦ Κράτους. Διότι, ἐνῷ κατὰ τοὺς σχετικοὺς ἀπολογισμοὺς εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν δασῶν τὸ 1891 μὲν 1,440,128, τὸ 1892 δὲ 1,681,298, τὸ 1893 δὲ 1,529,859, ἐνταῦθα ἀναγράφονται ὡς εἰσπράξεις ἐξ αὐτῶν διὰ τὸ 1891 μὲν 1,450,318, διὰ τὸ 1892 δὲ 1,683,788, διὰ τὸ 1893 δὲ 1,534,556. Κατ’ ἀκολουθίαν καὶ ὁ ἀναγραφόμενος μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τούτων δὲν εἶναι 1,556,220, ἀλλὰ 1,550,428. Πλὴν τούτου, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀνιδρύσεως τῶν δασαρχείων παρατηρεῖται μείωσις τοῦ ἐσόδου τῶν δασῶν, δι’ ἣν καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀναγραφῇ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ μέσου ὅρου τὸ εἰσπρακτέον ποσὸν κατὰ 50,000 περίπου, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τοῦ προϋπολογιζομένου ποσοῦ κατὰ 28,000. Ἐξ ἐκποιήσεως δημοσίων κτημάτων ἀκινήτων καὶ κινητῶν προϋπολογίζονται 991,900, ἀπέναντι 1,320,119 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1894, ἤτοι νῦν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 325,219. Καὶ ἐνταῦθα παρατίθενται ἄλλαι ἀντ’ ἄλλων εἰσπράξεις τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἵνα ἐξευρεθῇ ἄλλος ἀντ’ ἄλλου μέσος αὐτῶν ὅρος. Ἀντὶ τῶν πράγματι εἰσπραχθέντων τὸ 1891 ἐξ 1,169,463 ἀναγράφονται 1,183,528, ἀντὶ τῶν εἰσπραχθέντων τὸ 1892 ἐξ 1,249,516 ἀναφέρονται 1,271,588, καὶ ἀντὶ τῶν 930,657 τοῦ 1893 μόνον 861,896. Κατὰ ταῦτα καὶ ὁ ἀληθὴς μέσος ὅρος εἶναι οὐχὶ 1,105,673, ἀλλ’ 1,116,545. Πλὴν καὶ οὕτω τίνα σημασίαν ἔχει ὁ μέσος οὗτος ὅρος, προκειμένου περὶ ἐσόδου, ἐφ’ οὗ παρατηρεῖται καταπληκτικὴ μείωσις τελευταῖον; Ἡ μείωσις αὕτη ἐξηκολούθησε καὶ κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893, διότι, ἐνῷ κατὰ τούτους εἰσεπράχθησαν 289,644, κατ’ ἐκείνους εἰσεπράχθησαν μόνον 208,247, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 81,397. Θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι προϊοῦσαν μείωσιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐσόδου ἰδίᾳ ἐκ τῶν προκαταβολῶν καὶ προσωρινῶν δόσεων ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν κτλ, διότι πάντοτε ὀλιγώτεραι δηλώσεις θὰ γίνωνται ἐν τῷ μέλλοντι, καθ’ ὅσον δὲ προχωρεῖ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἤδη γενομένων, θὰ μεταβάλλωνται αἱ προσωριναὶ εἰς παγίας δόσεις. Διὰ ταῦτα ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει τὸ προϋπολογιζόμενον διὰ τὸ 1895 ἔσοδον ἐξ ἐκποιήσεως δημοσίων κτημάτων ἀκινήτων καὶ κινητῶν νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 100,000 περίπου. Περὶ ἀπολήψεων ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω. Ἐκ κρατήσεων ἐκ τῶν μισθῶν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων προϋπολογίζονται 867,000, ἀπέναντι 903,000 προϋπολογισθεισῶν διὰ τὸ 1894, ἤτοι νῦν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 36,000. Ἐνταῦθα παρατίθενται αἱ εἰσπράξεις μόνον τῶν ἐτῶν 1891 καὶ 1892, καὶ αὗται ἀνακριβῶς, οὐχὶ δὲ καὶ αἱ τοῦ 1893, ἀνευρίσκεται δὲ ὡς μέσος ὅρος τὸ ποσὸν 866,785. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν 854,526, τὸ 1892 δὲ 883,459, τὸ 1893 δὲ 1,088,411, ἔχομεν μέσον ὅρον αὐτῶν 942,132. Πλὴν ἔχομεν προϊοῦσαν αὔξησιν ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου, ἧς ἕνεκα πρέπει νὰ προϋπολογίσωμεν τὰ ἐκ κρατήσεων ἐκ τῶν μισθῶν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων κατὰ 100,000 τοὐλάχιστον ἐπὶ πλέον τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένου ποσοῦ. Τὰς ἐπιστροφὰς χρημάτων καὶ τὰ ἐλλείμματα ἐκ διαχειρίσεως ὑπολόγων θεωρῶ ἀνάξια ἰδιαιτέρου λόγου. Περὶ τυχηρῶν ἐσόδων ἀπροβλέπτων παρατηρῶ, ὅτι παρατίθενται αἱ εἰσπράξεις τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἐν αἷς καὶ ἡ τοῦ 1892 ἐκ 3,249,962. Ἀλλὰ 2,560,000 ἐκ τούτων προέρχονται ἐκ τοῦ ἀνταλλάγματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Κράτος διὰ τὴν παραίτησιν τούτου ἐκ τῆς συμμετοχῆς του εἰς τὰ κέρδη ἐκ τῶν τραπεζικῶν της γραμματίων. Ἆρά γε ἔχει καὶ ἄλλο παραπλήσιον δικαίωμα νὰ παραιτήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐλπίσῃ ἐξ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τοιοῦτον ἔσοδον; Διότι τίνα ἄλλον σκοπὸν ἔχει ἡ παράθεσις καὶ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀνταλλάγματος πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων ἐκ τυχηρῶν ἐσόδων ἀπροβλέπτων; Ἐξ εἰσπράξεων καθυστερούντων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων προϋπολογίζονται 2,035,000, ἀπέναντι 3,720,000 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1894 ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον νῦν κατὰ 1,685,000. Καὶ ἐνταῦθα ἀνακριβῶς παρατίθενται αἱ εἰσπράξεις τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν· διότι τὸ 1891 δὲν εἰσεπράχθησαν 4,089,030, ὡς ἀναφέρεται, ἀλλὰ 4,014,040, τὸ δὲ 1892 ὄχι 3,537,557, ἀλλὰ 3,538,188, τὸ δὲ 1893 ὄχι 3,674,557, ἀλλὰ 3,680,728. Κατ’ ἀκολουθίαν ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν δὲν εἶναι 4,767,157, ἀλλὰ 3,744,318. Πλὴν ἔχομεν ἐνταῦθα προϊοῦσαν μείωσιν, ἥτις καθίσταται μεγαλειτέρα τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τούτους εἰσεπράχθησαν 2,983,043, κατ’ ἐκείνους 1,818,031, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 1,165,012. Ἐν τῷ μέσῳ τῆς δυσπραγίας τῆς χώρας θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ τὸ ἐπιὸν ἔτος ἡ τοιαύτη μείωσις. Οἱ ὀφειλέται πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ τοιούτων ἐσόδων ἔχουσιν ἤδη καταδικασθῆ εἰς τὸ πρόσθετον τῶν 20%, καὶ ἐφεξῆς ὑπολογίζουσι μόνον εἰς τὸν τόκον τῶν 8%, ὅστις ὅμως οὐδεμίαν προξενεῖ εἰς αὐτοὺς ἐντύπωσιν, ἀφοῦ ἄλλως τε δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσιν. Αὐτοὶ εἶναι παραδεδομένοι εἰς τὴν μάστιγα τῶν ἀμίσθων εἰσπρακτόρων, διότι οἱ ταμίαι κρατοῦσι δι’ ἑαυτοὺς ὅλας τὰς ἀσφαλεῖς εἰσπράξεις, ἵνα καρπωθῶσι μόνοι τὰ βέβαια ποσοστά των, καὶ ἀφίνουσιν εἰς τοὺς εἰσπράκτορας τὰ ἀβέβαια καθυστεροῦντα. Οἱ εἰσπράκτορες, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δυσκόλως εἰσπράττουσιν αὐτὰ, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ συμφέρον νὰ τὰ ἀφίνωσιν ἐκκρεμῆ, ὅπως ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν φορολογῶσιν ἰδιαιτέρως τοὺς καθυστεροῦντας ὀφειλέτας καὶ κερδίζωσι πλείονα ἐκείνων, ἅτινα θὰ ἀπελάμβανον ἐκ ποσοστῶν. Τὰ καθυστεροῦντα, Κύριοι, εἶναι φοβερὰ μάστιξ διὰ τὸν ἐνδεῆ καὶ πεινῶντα τὴν σήμερον λαὸν, χωρὶς πλέον ν’ ἀποφέρωσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὅπερ πρὶν ἀπέφερον ποσόν. Ἐκ φαρικῶν δικαιωμάτων προϋπολογίζονται 300,000, ἀπέναντι 450,000 προϋπολογισθεισῶν διὰ τὸ 1894. Ἐπ’ αὐτῶν παρετηρήθη μείωσις ἀξία λόγου μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1892 καὶ 1893. Ἀλλὰ τὸ 1894 ἐπῆλθε πάλιν αὔξησις αὐτῶν· διότι, ἐνῷ κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1893 ἡ ἐξ αὐτῶν εἴσπραξις ἦτο 126,127, κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1894 ἀνῆλθεν αὐτὴ εἰς 263,358, ἤτοι ὑπῆρξεν ἀνωτέρα ἐκείνης κατὰ 137,231. Ἰδοὺ διατὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι τὸ νῦν προϋπολογιζόμενον ἔσοδον ἐκ φαρικῶν δικαιωμάτων περιεστάλη ὑπὲρ τὸ δέον, καὶ ὅτι κάλλιστα ἠδυνάμεθα νὰ προϋπολογίσωμεν, ἀντὶ τῶν 300,000 δραχμῶν, 350,000. Οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω περὶ διεθνῶν τηλεγραφικῶν τελῶν ἀποδοτέων. Ἀλλὰ περὶ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἐπὶ τῆς πρώτης αὐτῶν ἔχομεν προϊοῦσαν μείωσιν κατὰ τὰ ἔτη 1892 καὶ 1893, παρατηρουμένην καὶ κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1894, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893. Ἡ μείωσις αὕτη θὰ ἐπιταθῇ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἔτι μᾶλλον, τόσον διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀθλιότητα, ἐν ᾗ εὕρηνται πάντες σχεδὸν οἱ δῆμοι τοῦ Κράτους καὶ περὶ ἧς ἐν τῷ μέσῳ τῆς κρατούσης οἰκονομικῆς δυσπραγίας τῆς χώρας δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ βελτιωθῇ τόσον ταχέως, ὅσον καὶ διὰ τὸ νέον βάρος, ὅπερ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐπεβλήθη εἰς αὐτοὺς πρὸς συντήρησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Δὲν ἠξεύρω, τί θὰ γείνῃ, ἂν ψηφισθῇ τὸ περὶ διαπυλίων νομοσχέδιον, ἂν ὅμως μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι νῦν, βεβαίως αἱ πραγματοποιηθησόμεναι ἐκ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος εἰσφορῶν εἰσπράξεις θὰ ὑπολειφθῶσι τῶν προϋπολογιζομένων τοὐλάχιστον κατὰ 600,000. Ἕως ἐδῶ, Κύριοι, περιορίζονται αἱ παρατηρήσεις μου αἱ περὶ αὐξομειώσεων, ἐπενεκτέων εἰς τὰ διάφορα ἔσοδα τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ. Εἰσῆλθον ὁμολογουμένως εἰς λεπτομερείας πολλὰς κατὰ τρόπον ἀνήκουστον εἰς ἄλλα Κοινοβούλια. Πλὴν εἰς ἄλλα Κοινοβούλια οὐδέποτε θὰ ἔφθανεν εἰς γενικὴν συζήτησιν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ προϋπολογισμὸς, οἷος ὁ παρών. Προϋπολογισμὸς, φέρων καὶ ἐν τῷ συνόλῳ καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον ἀνεξίτηλα τὰ στίγματα τῆς πλαστότητος, τῆς παραχαράξεως καὶ ἀνακριβείας τῶν ἀριθμῶν, ὡς ὁ προκείμενος, θὰ ἐπεστρέφετο ἐκεῖ πάραυτα ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἐπιτροπείας εἰς τὸν οἰκεῖον Ὑπουργὸν ὡς ἀπαράδεκτος. Ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἠξιοῦτο αὐτὸς λόγου τινὸς, ὁ λόγος θὰ ἐστρέφετο εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς τὸ νὰ κηρυχθῇ δηλαδὴ εἰς κατάστασιν ἀπαγορεύσεως ὁ συντάκτης αὐτοῦ. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἐν μὲν τῇ ἐπιτροπῇ ἡ πλειονοψηφία ἐκώφευσε πρὸς πᾶσαν ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων παρατήρησιν, καὶ τὴν δικαιοτάτην καὶ ὀρθοτάτην, ἐν δὲ τῇ ὁλομελείᾳ εἶχε τὴν ἀπόνοιαν νὰ προκαλέσῃ τὸν λεπτομερῆ ἔλεγχον, ὃν ἠκούσατε ἤδη καὶ ὃν θὰ συμπληρώσω ἐν τοῖς ἐφεξῆς, ὅπως μὴ ὑπολειφθῇ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι προϋπολογισμὸν, οἷος ὁ ὑπὸ συζήτησιν, θὰ ἠσχύνετο καὶ ὁ ἔσχατος παντοπώλης νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἄλλων. Τὸ συμπέρασμα, Κύριοι, τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐσόδων τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ εἶναι, ὅτι ταῦτα ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσιν εἰσπράξεις ἐπὶ πλέον μὲν τῶν προϋπολογιζομένων ἐξ 695,000, ἐπὶ ἔλαττον δὲ ἐκ 2,163,000, τουτέστι προκύπτει ἐξ αὐτῶν ἔλλειμμα ὡς ἔγγιστα 1,500,000. Ἀλλὰ πρὶν ἢ καταστρέψω τὸν περὶ ἐσόδων λόγον, ὀφείλω νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις περὶ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων. Ἤδη ἐν τῇ ἐπιτροπείᾳ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῇ δηλώσει τοῦ προέδρου αὐτῆς, ὅτι τὸ τῆς σμύριδος ἔσοδον ἐκ 400,000 προϋπολογίζεται εἰς χρυσὸν, ἐξεδήλωσα τὴν ἀπορίαν μου, πῶς δὲν ἀναγράφεται καὶ νομισματικὴ διαφορὰ ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. πρόεδρος ἀπήντησεν ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἡ διάκρισις αὕτη δὲν γίνεται κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἐπικρατῆσαν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη καὶ καθ’ ὃ τά τε ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα ἀναγράφονται ἄνευ νομισματικῆς διακρίσεως. Ὅτε δ’ ἐγὼ τῷ ἀντεπαρετήρησα, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἐγκατελείφθη ἤδη, ἀφ’ ἧς ἑκοῦσα ἄκουσα ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη ν’ ἀναγράψῃ ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ νομισματικὴν διαφορὰν διὰ τοὺς εἰς χρυσὸν τόκους τοῦ δημοσίου χρέους, τότε ἀνέκρουσεν αὐτὸς πρύμναν καὶ ἔγραψεν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἡ νομισματικὴ διαφορὰ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων ἐκ τῆς σμύριδος ἐμπεριλαμβάνεται ἐν μέρει μὲν εἰς τὰ τυχηρὰ ἔσοδα ἀπρόβλεπτα, ἐν μέρει δὲ εἰς τὴν ὑπὸ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ἀναγραφομένην ὑπερτίμησιν καὶ νομισματικὴν διαφορὰν κτλ. ἐξ ἐκτάκτων πόρων. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις ἡ νομισματικὴ διαφορὰ τακτικῶν ἐσόδων οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὰ τυχηρὰ ἔσοδα ἀπρόβλεπτα καὶ πρὸς τὴν νομισματικὴν διαφορὰν ἐξ ἐκτάκτων πόρων. Εἶτα δὲ, καὶ ἐὰν ἦτο ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ποῦ ἡ ἀναγραφὴ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τῶν εἰς χρυσὸν τακτικῶν ἐσόδων ἐν τοῖς τυχηροῖς ἐσόδοις καὶ ἐν τῇ νομισματικῇ διαφορᾷ ἐξ ἐκτάκτων πόρων; Ἐξ ἐκείνων προϋπολογίζονται 310,000, ἐκ ταύτης δὲ 120,000, ἐν ὅλῳ 430,000. Ἀλλ’ ἔχομεν εἰσπράξεις ἐξ ἐσόδων εἰς χρυσὸν ἐκ τελῶν ἀγκυροβολίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων αὐτῶν κατὰ τὸ 1894, περὶ τὰς 230,000, ἐκ Ναξίας σμύριδος 400,000 καὶ ἐκ προξενικῶν τελῶν 515,000, ἐν ὅλῳ 1,145,000. Ἀφαιρέσει 100,000, καταβαλλομένων εἰς χρυσὸν πρὸς τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς μισθοδοτουμένους ἀπὸ 200 δρ. τὸν μῆνα καὶ κατωτέρω, ὑπολείπονται εἰς χρυσὸν εἰσπράξεις 1,045,000, ὧν ἡ νομισματικὴ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 800,000 περίπου. Ποῦ ὅμως ἴχνος τοῦ ποσοῦ τούτου ἐν τοῖς τυχηροῖς ἐσόδοις καὶ ἐν τῇ νομισματικῇ ὑπερτιμήσει ἐξ ἐκτάκτων πόρων; Ἔστω καὶ τόδε μαρτύριον τρανὸν τῆς ἀτασθαλίας περὶ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν διαχείρισιν. Μεταβαίνω δὲ νῦν, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξόδων τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ.

§126ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, κύριε Εὐταξία.

§127ΡΟΥΚΗΣ. Ὄχι αὔριον· καθήσατε.

§128ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.

§129ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Νὰ τελειώσῃ ὅμως αὔριον.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 καὶ 45′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
2Τῆς 13 Δεκεμβρίου 1894.
3(Τρίτη).
4Ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετά
6τινα προσθήκην ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προη-
7γουμένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κτηματίαι Ἀττικῆς παρακαλοῦ-
9σι νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀττικῆς
10παραγομένης σταφίδος σουλτανίνας, διότι καταπονοῦνται
11ἐκ τῶν πολλαπλῶν φόρων, τοὺς ὁποίους πληρόνουσι.
12§2ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουρ-
13γὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τούτου, διότι οἱ κτηματίαι οὗ-
14τοι, οἱ παράγοντες σουλτανίναν σταφίδα, πληρόνουσι διπλοῦν
15φόρον, πληρόνουσι φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ φόρον στρεμμα-
16τικόν. Εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, διότι κατα-
17στρέφεται μία παραγωγὴ, ἥτις προαγομένη δύναται νὰ
18ὠφελήσῃ τὸν τόπον.
19§3ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην,
20καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν.
21§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀποσταλῆ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουρ-
22γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὴν σύστασιν τῶν κ. Βουλευτῶν.
23Πολλοὶ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Χαλκίδος καταδίκων ζη-
24τοῦσιν, ὅπως ἀφεθῶσι δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας τὰ δωμάτιά
25των ἀνοικτά. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουρ-
26γεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
27Πολλοὶ τῶν ἐν Ἀθήναις τραπεζιτικῶν ὑπαλλήλων δι’
28ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἐλαττώσῃ
29τὸν παρ’ αὐτῶν πληρονόμενον φόρον ἐπιτηδεύματος. Παρα-
30πέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
31μικῶν.
32Πολλοὶ ἔμποροι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεγαλοπόλεως διὰ
33τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως προ-
34βῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν.
35Ὁ κ. Κανακάρης ἔχει τὸν λόγον.
36§5ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν θὰ ἔλεγον τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς
37ὁποίας θέλω εἴπει, ἐὰν ὑπερτάτη ἀνάγκη δὲν μὲ ὤθει· διότι
38δὲν θέλω νὰ θεωρηθῶ κωλυσιεργῶν, ἂν καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν,
39ὅτι ἡ κωλυσιεργία, προκειμένου περὶ ζητήματος ζωτικοῦ,
40ἵνα σώσῃ τὴν οὐσίαν, εἶναι ἐπιτετραμμένη. Ἔχω ἐπιστολὰς
41ἀπὸ τὰς Πάτρας, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ περιγράφουσι τὴν
42ἀθλίαν καὶ ἐλεεινὴν τοῦ τόπου κατάστασιν. Ὁ κόσμος
43ἀπηλπίσθη ἕνεκα τῆς μεγάλης πτωχείας καὶ πενίας, καὶ
44δὲν βλέπει κἀνὲν μέτρον σωστικὸν λαμβανόμενον οὔτε παρὰ
45τῆς Κυβερνήσεως οὔτε παρὰ τῆς Βουλῆς περὶ τῆς σταφί-
46δος. Πάντες ἀνέμενον, ὅτι μέτρα σπουδαῖα ἤθελον ληφθῆ
47ἀλλ’ ἐνῷ ἐχάρησαν διὰ τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς τῆς πα-
48ρακρατήσεως, ἡ χαρὰ ἐκείνη διήρκεσε μόνον τρεῖς ἡμέρας,
49διότι ἀπεῤῥίφθη τὸ νομοσχέδιον, καταψηφισθὲν καὶ παρὰ
50πολλῶν ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐψηφοφόρησαν τὴν ἀρχὴν τῆς
51παρακρατήσεως. Ἡ κατάστασις τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν εἶ-
52ναι ἐλεεινή, καὶ ὁ κόσμος, ἀντὶ νὰ ἴδῃ μέτρα σωστικὰ ὑπὲρ
53τῆς σταφίδος, δὲν βλέπει παρὰ ἀπηνῆ καταδίωξιν τῶν πει-
54νώντων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου καὶ προγράμματα πλει-
55στηριασμῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ἡμέ-
56ραν. Τοιαύτην ἀπορίαν οὐδέποτε ἡ Πελοπόννησος εἶδε
57(θόρυβος). Μὴ ταραχθῆτε, ἂν σᾶς εἴπω ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα
58ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ, οἱ Βουλευταὶ τῆς Πελοποννήσου. Τίς
59μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἑνωθῶμεν καὶ προτείνωμεν τὰ σωστικὰ
60μέτρα; Διεφωνήσαμεν ὡς πρὸς τὴν παρακράτησιν, ἀλλὰ
61συμφωνοῦμεν εἰς τὸ μέτρον τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν, εἰς τὸ
62μέτρον τῆς ἱδρύσεως ταμείου ἀμύνης, εἰς τὴν ἀπότισιν τοῦ
63φόρου εἰς εἶδος. Τίς μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἑνωθῶμεν καὶ κατα-
64στήσωμεν τὴν φωνὴν τῆς δυστυχοῦς πατρίδος μας σεβα-
65στήν; Ἄλλως ἔπρεπε νὰ γείνωμεν Ἰρλανδοί, ἂν δὲν μᾶς
66ἤκουεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή. Τί μᾶς ἐμποδίζει νὰ μι-
67μηθῶμεν τὸ παράδειγμα τῶν Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας, οἱ
68ὁποῖοι ἐψήφισαν παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν
69ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος σπουδαίου τοῦ τόπου των; Εἶναι
70καιρὸς νὰ συνέλθωμεν καὶ νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι ἡ Πελο-
71πόννησος κινδυνεύει. Πρέπει νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι εἴμεθα
72ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου ἐκείνου, ὅστις πρῶτος ὕψωσε τὸ
73λάβαρον τῆς ἱερᾶς ἐπαναστάσεως, ὅστις εἶναι ἡ κοιτὶς τοῦ
74νέου Ἑλληνισμοῦ, ἡ πατρὶς τῶν Δεληγιανναίων, τοῦ Ζαΐ-
75μη, τοῦ Φλέσσα, τοῦ Παλαιῶν Πατρῶν, τοῦ Λόντου, τοῦ
76Φωτήλα καὶ τόσων ἄλλων ἡρώων, καὶ ὅστις σήμερον ἕνεκα
77τῆς δυστυχίας κινδυνεύει νὰ χαθῇ. Εἶναι καιρὸς νὰ συνέλθω-
78μεν, ἵνα σώσωμεν τὴν Πελοπόννησον. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχωμεν
79τὸ σθένος νὰ τὴν φέρωμεν εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς
80τὴν παρέδωκαν οἱ πατέρες ἡμῶν, τοὐλάχιστον νὰ ἐπιβλη-
81θῶμεν, ὅπως παύσῃ νὰ πεινᾷ. Διὰ τοῦτο προτείνω σήμερον
82νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ σεβαστοῦ Βουλευτοῦ Αἰ-
83γιαλείας, καὶ ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἀμέσως, διότι πᾶσαν
84ἀναβολὴν θεωρῶ προδοσίαν κατὰ τῆς πατρίδος.
85§6Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν
86δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν σιγήν, τὴν ὁποίαν δεικνύει ὁ κ.
87Πρωθυπουργός, προκαλούμενος παρὰ πολλῶν ἐκ τῶν ἀξιο-
88τίμων συναδέλφων, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν πασχου-
89σῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Ἐκπλήσσομαι πῶς ὁ κ. Πρω-
90θυπουργός, ὁ ἄλλοτε ἐπιτήδειος καὶ πρόχειρος πρὸς ἐξεύρε-
91σιν μέσων καὶ σχεδίων, ἤδη δεικνύει τοιαύτην περιφρόνησιν
92πρὸς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Ὑποθέτω ὅτι ἡ σιωπή,
93τὴν ὁποίαν δεικνύει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς σταφιδο-
94κτήμονας, εἶναι σιωπὴ ἔνοχος, σιωπὴ ἐσκεμμένη, ἔχουσα λό-
95γον τὴν τιμωρίαν τῶν μερῶν ἐκείνων, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
96γὸς γνωρίζει ὅτι αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι πρῶται συνετέ-
97λεσαν εἰς τὴν κραταίωσιν τῆς θέσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ·
98ἡμεῖς οἱ ἐκτεθέντες ὑπὲρ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, καθ’ ὃν
99τρόπον ἐξετέθημεν, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπιτελοῦμεν διπλοῦν
100τοῦ ἀξιώματος ἡμῶν καθῆκον· πρῶτον διότι ἀγωνιζόμενοι
101ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως τῆς σταφίδος ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ ἐθνικῆς
102ὑποθέσεως, καὶ δεύτερον διότι διὰ τῆς ἐπιτυχίας μέτρου
103τινὸς ἐπειθόμεθα ὅτι θὰ ἐξαγάγωμεν τὰς σταφιδοφόρους
104ἐπαρχίας ἐκ τῆς ἀγωνιώδους καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλ-
105θον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Διότι ἐξετέθημεν ὅμως ὑπὲρ
106τοῦ συστήματος τῆς παρακρατήσεως, δὲν εἴμεθα καὶ πο-
107λέμιοι παντὸς ἄλλου σχεδίου, τείνοντος πρὸς τὸν σκοπὸν
108τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν πασχουσῶν ἐπαρχιῶν, τοὐ-
109ναντίον εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἀσπασθῶμεν πᾶσαν ἰδέαν καὶ
110πᾶσαν πρότασιν, εἴτε ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως προερχο-
111μένην, εἴτε ἐκ μέρους ἄλλου τινός. Καὶ ἄν τινες ἐξ ἡμῶν
112κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου σχεδίου τῆς παρα-
113κρατήσεως δὲν ἐλάβομεν τὸν λόγον, τοῦτο ἐγένετο οὐχὶ
114διότι δὲν εἴχομεν ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ διότι ἐπείσθημεν περὶ
115τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἀδιαφορίας, τὴν ὁποίαν ἐδείκνυεν ἡ
116Κυβέρνησις καὶ οἱ φίλοι αὐτῆς κατὰ τοῦ σχεδίου ἐκείνου.
117Τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος δι’ ἡμᾶς, τοὺς καταγομένους ἐκ
118σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶ-
119ναι ζήτημα ὑλικῆς ὠφελείας, ἀλλὰ ζήτημα καθαρᾶς φιλο-
120τιμίας, εἶναι ζήτημα καθαρᾶς ἀτομικότητος· ἀποτεινόμε-
121νος δὲ πρὸς τοὺς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν
122δεξιὰν) ἀξιοτίμους συναδέλφους τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρ-
123χιῶν, τοῖς λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωσι τὴν πολιτικὴν τῆς
124καρδίας πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς
125ἀφοσιώσεως, διότι αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ
126ὁποῖα ἐπολιτεύθησαν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὑπὸ τοιαύ-
127την ἰδιότητα, πρῶται αὗται περιεφρονήθησαν καὶ πρῶται
128αὗται παρηγκωνίσθησαν. Ἔπρεπε νὰ κατισχύσῃ ἐν τῇ πο-
129λιτικῇ σκηνῇ τῆς Ἑλλάδος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως περι-
130φρονηθῇ ἡ Πελοπόννησος καὶ αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι,
131αἵτινες ἐστεφάνωσαν αὐτὸν ἄλλοτε, περιερχόμενον αὐτὰς
132καὶ ἐπευφημούμενον ὑπὸ χιλιάδων πολιτῶν, ἔπρεπε, λέγω,
133νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ πολιτικῇ ὁ κ. Τρικούπης, ὅπως ἐξέλ-
134θωσιν ἐκ τῶν ὑπογείων πρόσωπά τινα καὶ καταλάβωσι
135παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ θέσιν.
136Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι βδελύσσομαι τὰ μέτρα, τὰ τεί-
137νοντα εἰς τὴν παράλυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς
138Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δηλῶ, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ καὶ ἐγὼ ν’ ἀπο-
139φύγω ἐκεῖνα, εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις δὲν πράξῃ τι ὑπὲρ τῶν
140σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. (Εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
141§7Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὡμίλησα καὶ ἐγὼ προχθὲς διὰ μα-
142κρῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἀνέπτυξα τὴν ἐπ’
143αὐτοῦ γνώμην μου, ζητήσας νὰ προταχθῇ πρὸ πάσης ἄλ-
144λης συζητήσεως τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, εἰπὼν μάλιστα, ὅτι
145ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπισπεύ-
146δουσι, θὰ ἦναι ὁ τάφος πάσης ἐλπίδος ὑπὲρ τῆς σταφίδος·
147Ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες ἀναμένουσιν ἀκόμη ἐκ τῆς πρωτοβου-
148λίας τῆς Κυβερνήσεως ὠφέλιμόν τι μέτρον ὑπὲρ τῆς στα-
149φίδος, ἀποδεικνύουσι μεγίστην ἁπλότητα. Εἶπον καὶ ἐπα-
150ναλέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα εἶναι πολεμία τῆς
151σταφίδος, καὶ ὅτι οὐδὲν μέτρον ὑπὲρ αὐτῆς ἀνέχεται. Ἀπο-
152ρῶ δὲ μὲ τοὺς συναδέλφους ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν,
153οἵτινες κάθηνται εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, πῶς κατορθοῦσι
154νὰ πιστεύωσιν, ὅτι θεωροῦνται ὡς ὑποστηρικταὶ τῆς στα-
155φίδος, ὅταν ὁμιλῶσιν ὑπὲρ αὐτῆς, ἐνῷ ἐκ τῶν προτέρων δια-
156τελοῦσιν ἐν πληρεστάτῃ γνώσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πᾶν μέ-
157τρον ὑπὲρ τῆς σταφίδος τὸ ἔχει καταδεδικασμένον. Ἐὰν
158οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐκεῖ, θέ-
159λωσι νὰ γείνῃ τι ὑπὲρ τῆς σταφίδος, πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν
160εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Οὕτω πρέπει νὰ πράξωσιν, ἐὰν θέλωσι
161νὰ ἔχωσι τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἦναι ἀγαπη-
162τοὶ παρ’ αὐτῷ. Εἶπον δὲ καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ζή-
163τημα τῆς σταφίδος δὲν ἀφορᾷ μόνον τὰς σταφιδοφόρους
164ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἀφορᾷ ἐν γένει τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἶναι ζή-
165τημα ἐθνικόν· πρέπει δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ σκεφθῇ,
166ὅτι, ἂν δὲν ληφθῇ φροντὶς ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ἂν δὲν ληφθῇ
167μέτρον τι κατὰ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, καθίσταται ἀδύ-
168νατον νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Κρά-
169τους, οὗ ἐπισπεύδει τὴν ἐπιψήφισιν. Τί τὸν θέλει τὸν προϋ-
170πολογισμὸν; Τίς θὰ πληρώσῃ τοὺς φόρους; Ἡ Πελοπόν-
171νησος διατελεῖ ἐν πληρεστάτῃ πενίᾳ, καὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος
172Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν τί συμβαίνει ἐν Πελοποννήσῳ, ἐγὼ
173δὲ ἀπορῶ μὲ τὴν ἀναλγησίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ
174ὁποῖοι, καίτοι βλέποντες ὅτι πεινᾷ ἡ Πελοπόννησος, διέ-
175ταξαν τοὺς ταμίας καὶ ἐξέθηκαν εἰς πλειστηριασμὸν ἄπει-
176ρα σταφιδικὰ κτήματα, ὅπως πληρωθῶσιν οἱ φόροι. Ἄν τις
177ῥίψῃ βλέμμα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, θὰ φρί-
178ξῃ μὲ τοὺς πλειστηριασμούς, οἵτινες ἀναγράφονται ἐν αὐτῇ
179καὶ δὲν σκέπτονται, θὰ εὑρεθῇ τις νὰ ἀγοράσῃ ἐν Πελοπον-
180νήσῳ κτῆμα σταφιδικόν; Μὲ τί χρήματα νὰ τὸ ἀγοράσῃ;
181Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ
182λαὸς τῆς Πελοποννήσου θὰ ἀμυνθῇ κατὰ τῆς καταστάσεως
183αὐτῆς, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται πλέον νὰ ἀνεχθῇ. Παρακα-
184λῶ λοιπὸν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ σταφιδικοῦ ζη-
185τήματος, διότι τοῦτο εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς θὰ στηριχθῇ ὁ
186προϋπολογισμός.
187§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅτε ἀπεῤῥίφθη τὸ νομοσχέδιον περὶ παρα-
188κρατήσεως, ἐν ὀλίγοις παρέστησα καὶ προεῖδον τὰς συνε-
189πείας τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ νο-
190μίζω ὅτι ἔσφαλεν ὄχι μόνον διότι δὲν ἔδωκε προσοχὴν εἰς
191τὰς αἰτήσεις τῶν πασχουσῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ ἔσφαλε καὶ
192πολιτικῶς, διότι ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ ἐκκρεμὲς ἓν ζήτημα,
193τὸ ὁποῖον δὲν θὰ τὴν ἀφήσῃ ποτὲ ἥσυχον. Δὲν εἶναι δυνα-
194τὸν νὰ κλείσωσιν αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου, χωρὶς νὰ
195δοθῇ ἀπάντησις εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ
196ἑνὸς ἤδη ἔτους κρούουσι τὰς θύρας αὐτοῦ. Ὅταν ὁλόκληρος
197κοινωνία πάσχῃ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Κοινοβού-
198λιον, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ὑποχρεώσεις, νὰ μὴ προσέχῃ εἰς
199τὰς αἰτήσεις καὶ τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται
200πρὸς αὐτὸ ὑπὸ τῆς πασχούσης κοινωνίας. Ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ
201μέτρου ἐκείνου, χωρὶς ἀμέσως νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ ἄλλης
202προτάσεως, οὔτε τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία μετ’ ὀλί-
203γας ἡμέρας ὑπεβλήθη, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀπελπίσῃ ἐκεί-
204νους, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἰδιαι-
205τέρως, διὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐνδιαφέρωνται ὄχι μόνον αἱ
206ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς, ὡς εἶπον κατὰ
207τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις, διότι τὸ ζήτημα εἶναι
208ἐθνικὸν καὶ ὄχι ἐπαρχιακόν. Πρόκειται περὶ σπουδαιοτά-
209του καὶ μοναδικοῦ προϊόντος τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐρωτῶ, ποῦ
210στηρίζει τὸ Κράτος τὸν προϋπολογισμόν, ποῦ στηρίζει τὰ
211μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἀπαντήσῃ τὰς μεγάλας
212ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει, ἐὰν ἀφήσῃ ἐγκαταλελειμ-
213μένον τὸ σπουδαιότατον τοῦτο προϊόν, τὸ ὁποῖον ἔχει;
214Ποῖος λοιπὸν ὁ λόγος σήμερον, διὰ τὸν ὁποῖον, ἀφοῦ ὑπο-
215βάλλεται μία νέα πρότασις, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ παραδεχθῇ
216αὐτήν, ἀφοῦ μάλιστα οὐδεμία θὰ ἐπέλθῃ βραδύτης; διότι
217κατὰ τὴν γνώμην μου εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, καὶ ἀρκεῖ ἡ
218Κυβέρνησις νὰ χειραγωγήσῃ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν
219θ’ ἀπασχολήσῃ παντελῶς τὴν Βουλήν.
220Παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀποφασισθῇ, ὥστε
221ἐν τῷ μεταξὺ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ
222ἀναγινώσκηται τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ
223ψηφισθῇ, χωρὶς νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, εἰμὴ μόνον ἐπ’
224ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας καθ’ ἑκάστην.
225§9ΣΑΚΚΗΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀπαντήσω
226εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον, καὶ νὰ εἴπω εἰς
227αὐτὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔσφαλεν, ἀποῤῥίψασα μωρὸν καὶ
228ἄσκοπον μέτρον, ὁποῖον ἦτο τὸ προταθέν. Ἀπὸ τοῦ 1888
229εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φωνάζουσιν ὑπὲρ τῆς διαδό-
230σεως τοῦ προϊόντος διὰ συνθηκῶν καὶ δι’ ἄλλων μέσων προσ-
231τατευτικῶν, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν τύχην
232τοῦ προϊόντος τούτου· ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία φωνὴ ἡνώθη
233μετ’ ἐμοῦ, ἵνα πιέσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο καὶ εἶναι
234ἁρμόδιοι νὰ φροντίσωσι περὶ τῆς διαδόσεως τοῦ προϊόντος
235αὐτοῦ. Κατὰ τὸ τρέχον ἔτος παρουσιάσθη ἐν τῇ Βουλῇ τὸ
236ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐν τούτοις κατεγινόμεθα νὰ συζητῶμεν
237περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἠδύνατο νὰ ὠφελήσῃ τὸ
238προϊὸν, ἀλλὰ μόνον σκοπὸν εἶχε νὰ πληρώσῃ τὰ βαλάν-
239τια ἀνθρώπων τινῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν οἱ κυρίως κατα-
240στροφεῖς τῆς σταφίδος. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης νὰ ληφθῇ
241ἕτερον μέτρον, δυνάμενον νὰ ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα,
242φρονῶ δὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνά-
243δελφος ἐξ Αἰγιαλείας ὑπέβαλε, περιέχει τοιοῦτόν τινα σκο-
244πὸν, ἀλλὰ συγχρόνως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωμεν καὶ
245περὶ εὑρέσεως κεφαλαίων πρὸς καλλιέργειαν τοῦ προϊόντος
246κατὰ τὸ τρέχον ἔτος.
247Συμπεραίνων, κύριε Πρόεδρε, προτείνω, ὅπως ἔλθῃ εἰς συ-
248ζήτησιν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτί-
249μου συναδέλφου, ἀφοῦ προηγουμένως ὑποβληθῇ εἰς ἐπι-
250τροπὴν, ἡ ὁποία ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ἀφοῦ μελετήσῃ
251τοῦτο, νὰ ἐπενέγκῃ τὰς δεούσας τροποποιήσεις.
252§10ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀμέσως ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις.
253§11ΠΑΧΥΣ. Αὔριον τὸ πρωΐ εἰς τὰς 10 νὰ γείνῃ συνεδρία-
254σις, διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τὸ σταφιδικόν.
255§12Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προταχθῶσιν ὡς
256πρῶτον ἀντικείμενον τὰ δύο νομοσχέδια περὶ σταφίδος, τὰ
257ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ νὰ ἀρχίσῃ
258ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπο-
259λογισμοῦ.
260§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προ-
261τάσεώς σας. Θὰ ἐρωτήσω αὐτὴν δι’ ἀναστάσεως· ἐννοεῖται
262δὲ, ὅτι δύνασθε, ἂν θελήσητε, νὰ ζητήσητε κατόπιν ὀνομα-
263στικὴν κλῆσιν.
264Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βου-
265λευτοῦ, ὅπως μεταῤῥυθμισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ προ-
266ταχθῶσι τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ νομο-
267σχέδια περὶ σταφίδος, τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ
268ἐξ Αἰγιαλείας καὶ τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ
269ἐκ Καλαβρύτων, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρον-
270ται οἱ ἐξ ἀριστερῶν). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
271§14ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Οἱ ἐκεῖθεν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠγέρθησαν,
272ἀποδέχονται τὴν πρότασιν (ἱλαρότης).
273§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ προσεκάλεσα νὰ ἐγερθῶσιν οἱ δεχό-
274μενοι τὴν πρότασιν.
275§16ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐρωτήσατε τὸ ἀντίστροφον, κύριε
276Πρόεδρε.
277§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ
278κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
279ρονται οἱ περισσότεροι ἐκ δεξιῶν). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
280δέχθη τὴν πρότασιν.
281§18Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε
282Πρόεδρε.
283§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
284Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πα-
285τρῶν, ὅπως προταχθῶσι τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ νομοσχέ-
286δια περὶ ταμείου σταφιδικῆς ἀμύνης καὶ περὶ Σταφιδικῆς
287Τραπέζης λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
288(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
289τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Σάκ-
290κη καὶ Ναυπλιώτου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον
291ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
292Μιλτ. Δάλλας ΝἸω. Μεσσηνέζης Ν
293Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Σπυρ. Μαρκέλλος Ο
294Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΟΒαρβαρῆγος Πήλικας Ο
295Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΝἈλέξ. Φωτήλας Ν
296Λεων. Καρυστινάκης Κωνστ. Σταμπουλόπουλος
297Δημ. Καΐρης ΝΛεων. Πετιμεζᾶς Ν
298Μιχ. Κωτσάκος ΟὌδυσ. Λαμπρόπουλος
299Ἰωάν. Ζωγράφος Γιαννούσης Τάκης
300Ἀνδρ. Καρατζᾶς ΝἩρακλῆς Καλαμπάκας Ο
301Γεώρ. Παχὺς ΟἈντ. Π. Μαυρομιχάλης
302Μιχ. Π. Λάμπρος ΟΠερ. Πεῤῥωτὴς Ο
303Κων. Καραπᾶνος ΝΚωνστ. Φλέσσας Ν
304Κων. Σταυρόπουλος ΝἸωάν. Καζαμπάκας
305Ἀλέξ. Σκουζὲς ΝΚων. Ζωγλοπίτης
306Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος ΝΠαν. Κουκορῖκος
307Ἀλέξ. Ψύλλας ΝΓεώργ. Φραγκίδης
308Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΔημ. Τερτίπης Ο
309Ἀλέξ. Ρετσίνας ΟἈθαν. Κωστάμης Ο
310Δημ. Γ. Ράλλης ΝἈριστ. Χατζηνικολῆς Ν
311Α. Ζυγομαλᾶς ΝΝικ. Μπαλάφας Ο
312Ὄθ. Μακρυγιάννης ΟΝικ. Παπανικολάου Ο
313Σ. Ζαχαρίτσας ΟΠαν. Λεβέντης
314Μιλ. Ὀριγώνης ΝΒαπτιστὴς Βάστα Ο
315Κωνστ. Βαλτινὸς Γεώργ. Θεοτόκης
316Ὄδυσ. Μοσχοβίτης ΟἈλκίνοος Ζερβὸς Ο
317Γεώργ. Καρτάλης Ἡλίας Πολίτης Ο
318Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΓουλιέλμος Σκάρπας Ο
319Νικ. Κοκωσλῆς Νικ. Μαρκέτης Ο
320Νικ. Ἀξελὸς Σπυρ. Λάσκαρης
321Νικ. Παῤῥησιάδης Κων. Θ. Ῥωμαῖος
322Ἰω. Γρίβας Κων. Χριστόπουλος Ο
323Ἐπ. Μαυρομμάτης ΟΣωτ. Κροκιδᾶς
324Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Σπυρ. Νοταρᾶς
325Νικ. Σπυρακόπουλος ΟἈναστ. Δημητριάδης Ο
326Θεμ. Κορομάντζος Γεώργ. Κούστας Ο
327Περ. Ἀλεξάκης ΝἸω. Τσιμάρας Ο
328Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΓερ. Μουσούρης Ο
329Κωνστ. Κοσσονάκος Α. Ἄννινος ΚαβαλιεράτοςΟ
330Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΟΘεόφραστος Μεταξᾶς Ο
331Μιχ. Φωτιάδης ΟΔιον. Καλούτσης Ν
332Γεώργ. Λιδωρίκης ΟΣπυρ. Στάης Ο
333Κων. Ἀναγνωστόπουλος ΝΜιχ. Πολίτης Ο
334Γεώργ. Λύρας ΟΘεόδ. Θερμογιάννης
335Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝἸω. Καλούτσης Ο
336Σταμάτ. Μήτσας ΟΣτέφ. Κοπανίτσας Ν
337Δημ. Βουλπιώτης Κωνστ. Σαλταφέρος
338Κων. Ζῶτος ΟΠέτρ. Βαρβιτσιώτης Ο
339Ἡλ. Μπλατσῆς Μελέτ. Ῥουσόπουλος Ν
340Δ. Γρανίτσας Δημοσθ. Ματάλας
341Διον. Στεφάνου ΟΝικ. Καραστέργιος Ν
342Κων. Ἄργας Λομβάρδος ΟἈργ. Διδίκας Ο
343Διον. Ζήβας Πλακᾶς ΟἘδίπ–Σερὲφ–Χασὶπ Ν
344Γεώργιος Κανδ. Ῥώμας ΟἸω. Λάππας Ν
345Γεώργ. Κρεστενίτης Νικ. Μπουφίδης Ο
346Χρ. Στεφανόπουλος Περ. Βαλαωρίτης Ο
347Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΝΓερ. Σέρβος Ν
348Διον. Παυλόπουλος ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
349Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΝἈθαν. Εὐταξίας Ν
350Ἄγγ. Πετραλιᾶς Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Ν
351Ἐπαμ. Δημητρίου ΟΠαν. Μανέτας Ν
352Στέφ. Σκουλούδης ΟΝ. Τριανταφυλλάκος Ν
353Νικ. Νομικὸς ΝἩλ. Ζέγγελης Ο
354Θωμᾶς Μαρκεζίνης ΟΦίλ. Βάρβογλης Ν
355Νικήτας Συνοδινὸς Ἀθαν. Σακελλαριάδης
356Λεων. Ζέρβας ΟΣπ. Γρίβας Ο
357Στεφ. Δραγούμης ΟἸω. Βρυώνης Ν
358Νικ. Φιλάρετος Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος
359Χαρ. Τρικούππης ΟἸω. Γεωργιάδης Ο
360Ἰω. Τρικούππης ΝΓεώργ. Ν. Μπούμπουλης Ο
361Παν. Μερλόπουλος Γεώργ. Π. Μπούμπουλης Ο
362Ἀλκ. Δεληγιάννης ΟἈλέξ. Γ. Σοῦτσος Ν
363Ἀντ. Καρατζᾶς ΟἈνδρ. Συγγρός
364Ἀθαν. Παπαχελᾶς ΝΔημ. Βοκοτόπουλος Ο
365Χαρίλ. Προβελέγγιος Μ. Μπογιατζόγλους
366Ἀντ. Μάτσας Ἰω. Γκιὼν Ο
367Δορέντζος Δελαρόκας ΝΝικ. Φώσκολος Ο
368Ἰω. Ναυπλιώτης ΟΣωτ. Χατζηγάκης
369Στυλ. Βάλληνδας ΝΚωνστ. Χατζηπέτρος Ν
370Ἰω. Ἰντζὲς ΟΧρ. Μπλετσάκης Ο
371Γεώργ. Σισμάνης Γ. Κανούτας Ο
372Νικ. Καλαντζόπουλος ΟΕὐστ. Κοκκέβης
373Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΔημ. Παπατσώρης Ο
374Ἠλ. Ποταμιάνος Χρ. Καραβίτης Ν
375Ἀριστ. Ρούκης Διον. Κατρίτσης
376Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝἈνδρ. Σκαλτσᾶς Ο
377Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης Ἀριστόβουλος Μάνεσης
378Ξανθὸς Πικουλάχης ΝΒασ. Δροσινός
379Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΝικ. Βαλάσης Ο
380Νικ. Παπαλέξης ΟἘμμ. Δημητριάδης Ο
381Παν. Λαμπρούλιας Κωνστ. Σαχτούρης
382Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης ΟΘεόδ. Γκίκας
383Ἰω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος ΟΝικ. Τσαμαδὸς Ο
384Σπ. Μακρῆς ΟΒησ. Χατζηαγγελάκης Ο
385Ἀνάρ. Σιμόπουλος ΟΝικ. Ζητουνιάτης Ο
386Εὐστ. Παπαδάκης ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
387Πανουρ. Πανουργιᾶς ΟΝικ. Χατζῖσκος Ν
388Θάνος Κανακάρης ΝΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
389Ἀχ. Χοϊδᾶς ΝΔημ. Κρίτσας Ο
390Ἀντ. Ρικάκης ΝἩρ. Γαζέπης
391Ἰω. Τσερτίδης Β. Βουδούρης Ο
392Νικ. Κουμανιώτης Νικ. Καλογερόπουλος Ο
393Ἄγγ. Ροῦφος ΝΘέμ. Α. Κανάρης Ν
394Νικ. Καράπαυλος ΟΚων. Παπανικολῆς Ο
395Παν. Σάκκης Ν
396§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 148, ἐξ ὧν 55 ὑπὲρ
397τῆς προτάσεως καὶ 93 κατ’ αὐτῆς. Συνεπῶς ἡ πρότασις
398ἀπεῤῥίφθη.
399Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
400§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου
401γεγονός τι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν
402τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουρ-
403γοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Παρά τινος τῶν ὑποταμιῶν
404Ἀθηνῶν ἐξεδόθησαν ἐντάλματα συλλήψεως διὰ χρέος πρὸς
405τὸ Δημόσιον ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος κατὰ 17 ἀξιωματι-
406κῶν τοῦ στρατοῦ ἰατρῶν, ὡς ἀσκούντων τὸ ἰατρικὸν ἐπάγ-
407γελμα ἐν τῇ πόλει καὶ ὑποκειμένων εἰς φορολογίαν. Δὲν
408γνωρίζω ἂν ἐτηρήθησαν αἱ διαγραφόμεναι ὑπὸ τῶν νόμων
409διατυπώσεις ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ τῶν ὑποταμιῶν, ἡ ὁποία
410ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου τούτου, ὥστε νὰ ἐκδοθῶσιν ἐντάλ-
411ματα ἐκτελεστὰ κατὰ 17 ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, τοὺς
412ὁποίους θὰ ἴδωμεν συρομένους εἰς τὰς φυλακάς. Ἀλλὰ
413νομίζω, ὅτι ἡ οὐσία εἶναι ὅλως διόλου κατ’ ἐκείνων, οἱ
414ὁποῖοι προέβησαν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Πῶς εἶναι δυνατὸν
415νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπιτηδεύματος εἰς ἰατροὺς στρατιωτι-
416κοὺς, οἵτινες ἐνασχολοῦνται δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας καὶ πολ-
417λάκις δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καθ’ ὁλοκλη-
418ρίαν τῶν δημοσίων συμφερόντων; Οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροὶ
419δὲν εἶναι μόνιμοι ἐν Ἀθήναις. Τινὲς ἐξ αὐτῶν, κατὰ τῶν
420ὁποίων ἐξεδόθησαν τὰ ἐντάλματα, αὐτὴν τὴν στιγμὴν
421ὑπηρετοῦσι μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν, εἷς ἐν Ραψάνῃ, ἕτερος ἐν
422Ναυπλίῳ. Οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροὶ, καὶ ἂν ἐξασκῶσι τὸ
423ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ, ἐξασκοῦσιν αὐτὸ ἐν λίαν περιωρι-
424σμένῳ κύκλῳ ἐν τῇ πόλει καὶ μεταξὺ ἀνθρώπων, παρὰ τῶν
425ὁποίων βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμείβωνται γενναίως
426καὶ ἐπαρκῶς. Πλεῖστοι στρατιωτικοὶ ἰατροὶ ἀκολουθοῦσι τὰ
427στρατολογικὰ συμβούλια κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας τοῦ θέ-
428ρους, καὶ ἑπομένως δὲν μένουσιν εἰς κἀμμίαν πόλιν, ἀκο-
429λουθοῦσι τὰς φρουρὰς, μετατιθεμένας ἀπὸ πόλεως εἰς πό-
430λιν, μετατίθενται δὲ καὶ αὐτοὶ ἀτομικῶς, ὁ εἷς ἐδῶ καὶ ὁ
431ἄλλος ἐκεῖ· εἶναι ἀδύνατον λοιπὸν ν’ ἀποκτήσωσι πελα-
432τείαν προσοδοφόρον, ἵνα ὑποβάλλωνται εἰς φόρον ἐπιτηδεύ-
433ματος, ὡς ὑποβάλλονται οἱ πολιτικοὶ ἰατροὶ, οἱ ὁποῖοι κερ-
434δίζουσιν ὁμολογουμένως πολλὰ, πάντως ὅμως ἐπαρκῆ πρὸς
435φορολογίαν. Διὰ τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν εἰς τοὺς
436συντάξαντας τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους νὰ ὑποβάλω-
437σιν εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος τοὺς στρατιωτικοὺς ἰατροὺς,
438διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον ἐπι-
439τηδεύματος καὶ ἄλλαι τάξεις ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ
440τὰς ὥρας, καθ’ ἃς δὲν ἔχουσιν ὑπηρεσίαν, καταγίνονται εἰς
441ἄλλη ἔργα. Σᾶς ἀναφέρω μόνον τοὺς μουσικούς...
442§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ καθηγηταὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ
443Πανεπιστημίου ὑποβάλλονται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος;
444§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπι-
445στημίου οὔτε μετατίθενται, οὔτε δύνανται νὰ συγκριθῶσι
446τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν μὲ τὰ πενιχρότατα εἰσοδήματα τῶν
447στρατιωτικῶν ἰατρῶν, ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν.
448§24ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ στρατιωτικοὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν
449ἄλλο ἐπιτήδευμα.
450§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλως τε εἰς τοὺς στρα-
451τιωτικοὺς τούτους ἐπεβλήθη ὁ φόρος αὐτὸς ἀνισώτατος· εἰς
452λοχαγοὺς π. χ. ἐπεβλήθη φόρος 60 δραχμῶν, εἰς ὑπολο-
453χαγοὺς ἢ ἀνθυπολοχαγοὺς ἐπεβλήθη φόρος 100 δραχμῶν.
454Οὐδὲ κατὰ τοῦτο τοὐλάχιστον ἐτηρήθη τάξις τις. Μαν-
455θάνω δὲ, ὅτι εἰς ἄλλας πόλεις δὲν ἐγένετο τοιοῦτόν τι.
456Ἠξεύρετε δὲ πῶς συνέβη, Κύριοι, τοῦτο; Ἑκάστη τάξις
457ἐπιτηδευματιῶν ὁρίζει αὐτὴ δι’ ἑαυτὴν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου,
458εἰς τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ὑποβάλλεται. Οἱ συνελ-
459θόντες ἰατροὶ ἔῤῥιψαν ἓν μέρος τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἡ
460ὁμοταξία των ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ, εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς
461ἰατροὺς, καὶ κατένειμαν ὅλως διόλου ἀπροσέκτως, ἵνα μή
462τι ἄλλο εἴπω, εἰς τοὺς διαφόρους βαθμοὺς μέγα μέρος τοῦ
463φόρου, ἵνα ἐλαττώσωσι τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ ἦσαν
464ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωσιν. Ὅλη ἡ ἱστορία αὐτὴ, Κύριοι
465συνάδελφοι, ἄγει εἰς τοῦτο, ὅτι βλέπομεν σήμερον ἐντάλ-
466ματα ἐκδιδόμενα κατὰ στρατιωτικῶν ἰατρῶν,—δὲν ἠξεύρω
467ἂν ἦναι τοῦτο εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
468τικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην τὴν προσοχὴν αὐτοῦ
469καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,—βλέπομεν ἐντάλ-
470ματα ἐκδιδόμενα κατὰ στρατιωτικῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπο-
471δίδεται ἡ ἐνασχόλησις εἰς ἄλλο ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον δὲν
472εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ὡρκίσθησαν πίστιν καὶ διὰ τὸ
473ὁποῖον φέρουσι τὸ στέμμα καὶ τὰς ἐπωμίδας. Διὰ τοῦτο
474πιστεύω, ὅτι θὰ φροντίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
475κῶν, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
476κῶν, ἵνα ἄρωσι τὸ ἄτοπον τοῦτο.
477§26ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
478σύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποίαν ἀπόφασιν ἔλαβε,
479προκειμένου περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ καταστήματος τοῦ
480Ἐφετείου Ναυπλίου, διότι, ὡς γνωρίζει οὗτος κάλλιον ἡμῶν,
481μέχρι σήμερον ἀπὸ πέντε ἐτῶν ὡς κατάστημα τοῦ Ἐφε-
482τείου ἐκείνου ἐχρησίμευεν ἡ πρώτη σχεδὸν ἐκ τῶν οἰκοδο-
483μῶν τῆς πόλεως τοῦ Ναυπλίου, ἦτο δὲ ἐνοικιασμένη ἀντὶ
484325 δραχμῶν κατὰ μῆνα, οἰκοδομὴ, ἡ ὁποία ἦτο λίαν
485ἐπαρκὴς εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου καὶ ἴσως
486ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον οἰκοδομήματος διὰ
487τὰ δικαστικὰ καταστήματα τοῦ Κράτους· ἀλλὰ μετὰ τὴν
488λῆξιν τοῦ χρόνου τῆς ἐνοικιάσεως, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους
489γνωρίζει μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου
490ἐργάζεται, ὥστε νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ οἰκοδομὴ αὕτη, καὶ ἀντὶ
491ταύτης νὰ προτιμηθῇ ἄλλη οἰκοδομὴ, ἥκιστα χρησιμεύ-
492ουσα πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον βεβαίως δύναται νὰ ἔχῃ
493τοιοῦτον κατάστημα δικαστικὸν, ὁποῖον εἶναι τὸ Ἐφετεῖον
494Ναυπλίου.
495Ταῦτα ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ.
496Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μετὰ
497τὴν λῆξιν τοῦ χρόνου τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ καταστήματος
498τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου ἐπιδιώκεται διὰ παντὸς τρόπου
499νὰ ἐγκαταλειφθῇ τοῦτο καὶ νὰ προτιμηθῇ ἄλλη οἰκοδομὴ,
500ἡ ὁποία βεβαίως εἰς πᾶν ἄλλο δύναται νὰ συντελέσῃ, παρὰ
501εἰς τὴν χρῆσιν δικαστηρίου ἐφετῶν.
502§27ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδιαφέρεται κανεὶς Βουλευτής;
503§28ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀγνοῶ ποῖος ἐνδιαφέρεται· γινώσκω
504μόνον, ὅτι τὸ κατάστημα τοῦτο, τὸ ἀπὸ 5 ἐτῶν χρησι-
505μεῦον ὡς Ἐφετεῖον Ναυπλίου, καὶ δι’ ἐνοίκιον τοῦ ὁποίου
506ἐπληρόνοντο μέχρι σήμερον 325 δραχμαὶ κατὰ μῆνα, σήμε-
507ρον ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκοδομῆς δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸν
508αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν, ὅτι δέχεται
509νὰ ἐνοικιάσῃ ἀντὶ 200 μόνον δραχμῶν· γνωρίζω δὲ εἰς τὸν
510κ. Ὑπουργὸν, ὅτι τὸ μέχρι σήμερον λειτουργοῦν κατά-
511στημα τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου περιέχει 18 διαμερίσματα,
512ὅτι εἶναι οἰκοδομὴ ἐκ τῶν πρωτίστων, ἵνα μὴ εἴπω ἡ πρώτη,
513τῆς πόλεως ἐκείνης, καὶ ὅτι διὰ τῆς ὑπηρεσίας ζητεῖται νὰ
514προτιμηθῇ κατάστημα ἄλλο, τὸ ὁποῖον βεβαίως ὡς χάνι
515μέχρι σήμερον ἐχρησίμευε, καὶ ὡς χάνι δύναται νὰ προτι-
516μηθῇ οἰκοδομὴ, ἡ ὁποία περιβάλλεται ἀπὸ τὰ ἰχθυοπω-
517λεῖα τῆς πόλεως ἐκείνης καὶ ἀπὸ ἄλλα δυσώνυμα μέρη.
518Καὶ ὅμως, γνωρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης,
519ὅτι ὑπεβλήθη σύστασις παρὰ τῶν ἁρμοδίων, ὅτι αὐτὴ ἡ οἰ-
520κοδομὴ δέον νὰ προτιμηθῇ ἐκείνης, ἡ ὁποία μέχρι σήμερον
521ἐτίμα πραγματικῶς τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους, διότι
522οὐδὲν οἰκοδόμημα τοιοῦτον ἠδύνατο νὰ παραβληθῇ πρὸς
523ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν ὡς Ἐφετεῖον Ναυπλίου.
524Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ
525γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν πράγματι ὑπεβλήθη εἰς αὐτὸν
526δήλωσις τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς μέχρι σήμερον χρησιμευούσης
527ὡς Ἐφετείου Ναυπλίου οἰκοδομῆς, καὶ διὰ τῆς ὁποίας
528δηλώσεως ὁ ἰδιοκτήτης οὗτος δέχεται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ
529ἐνοικίασις αὕτη ἀντὶ 200 μόνον δραχμῶν, ἐνῷ μέχρι σήμε-
530ρον ἐπληρόνετο ἐνοίκιον 325 δραχμῶν, καὶ ἂν ἡ ὑπηρεσία
531τοῦ Ὑπουργείου του προτιμᾷ νὰ συστήσῃ εἰς αὐτὸν νὰ
532ἐνοικιασθῇ ἄλλο κατάστημα ἀντὶ ἴσου ἢ καὶ πλείονος ποσοῦ,
533ἀντὶ 250 δραχμῶν, καὶ ἂν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἔχῃ πληρο-
534φορίας, ὅτι ἡ οἰκοδομὴ αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκὴς, ἐπὶ
535τοσοῦτον δὲ ἀνεπαρκὴς, ὥστε δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ
536οὔτε διὰ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, εἰς τὰ ὁποῖα,
537ὡς παντὸς ἄλλου κάλλιον ἡμῶν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς,
538ἐναποτίθενται τὰ ἀρχεῖα ὅλων τῶν Κακουργιοδικείων τοῦ
539Κράτους.
540§29ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ
541Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν γνωρίζει ἄλλους λόγους,
542παρὰ τοὺς λόγους τῆς ὑπηρεσίας, οὔτε δύναται νὰ ληφθῇ
543ἄλλη τις ἐνέργεια ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἢ ἡ φωνὴ
544τῆς ὑπηρεσίας. Πράγματι ὑπεβλήθη ἀναφορὰ ὑπό τινος,
545τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μοὶ διαφεύγει...
546§30ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τοῦ κ. Κοκκίνου.
547§31ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι... Ὑπε-
548βλήθη, λέγω, ἀναφορὰ ὑπό τινος, προσφέροντος τὴν οἰκίαν
549του εἰς ἐνοίκιον πολὺ κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πλη-
550ρώνει τὸ Δημόσιον διὰ τὸ κατάστημα τὸ νῦν τοῦ Ἐφετείου.
551Τὴν ἀναφορὰν ταύτην, πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν λαβών,
552πρὸ 3 ἢ 4, παρέπεμψα εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυ-
553πλίῳ Ἐφετῶν, ἵνα πληροφορήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ γνω-
554μοδοτήσῃ, διότι βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται ἐντεῦ-
555θεν νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ἐν Ναυπλίῳ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ Εἰσαγ-
556γελέως δὲν ἦλθεν ἔτι, πρὸ ὀλίγου δὲ, ἐργαζόμενος εἰς τὸ
557Ὑπουργεῖον, ἔλαβον γνῶσιν ἀναφορᾶς τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς
558οἰκίας, ὅπου ὑπάρχει νῦν τὸ Ἐφετεῖον, καταβιβάζοντος τὸ
559ἐνοίκιον τὸ μέχρι τοῦδε καταβαλλόμενον εἰς αὐτὸν κατὰ
560125 δραχμάς. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη διέταξα νὰ παραπεμφθῇ
561εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἵνα οὗτος
562ἔχῃ καὶ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, ὅταν θὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν προη-
563γουμένην ἐρώτησιν τοῦ Ὑπουργείου, δίδων τὰς δεούσας
564πληροφορίας.
565Οὐδεμία ἔτι ἀπόφασις ἐλήφθη, βεβαίως δὲ θὰ ληφθῇ ὑπ’
566ὄψιν ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ὑπάρχοντος καταστή-
567ματος, διότι ἡ μεταφορὰ καὶ μόνη εἰς ἄλλο κατάστημα,
568ἐκτὸς τῆς δαπάνης, θὰ συνεπαγάγῃ καὶ ἄλλας ζημίας κατὰ
569τὴν μεταφορὰν τῶν ἀρχείων, οὔτε ὑπάρχει ἄλλος τις λόγος
570ἢ ὁ τῆς ὑπηρεσίας πρὸς ἐνέργειαν ἐν τῷ θέματι τούτῳ,
571ὡς δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτήν.
572§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πολλοὶ γονεῖς τῶν μαθητῶν τοῦ ἑλληνικοῦ
573σχολείου Ἀταλάντης παραπονοῦνται δι’ ἀναφορᾶς των περὶ
574τῆς οἰκίας, ἥτις ἐκεῖ ἐνοικιάσθη δι’ ἑλληνικὸν σχολεῖον.
575Μέχρι τοῦδε τὰ τέκνα τῶν ἐφοίτων εἰς παραπήγμά τι,
576ἡμίσειαν ὥραν μακρὰν τῆς πόλεως ὑπάρχον, ἐν τῷ μέσῳ
577τοῦ χειμῶνος, τὸ παράπηγμα δὲ ἐκεῖνο, ἄνευ κεράμων καὶ
578ἄνευ ὑαλοπινάκων, ἦτο ἐκτεθειμένον εἰς ὅλους τοὺς ἀνέμους.
579Ἔκαμαν ἐπανειλημμένας παραστάσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον,
580ζητοῦντες ὅπως ἐνοικιασθῇ οἰκία κατάλληλος ἐντὸς τῆς
581πόλεως, ἀφοῦ δυστυχῶς δὲν ἐλήφθη ἀκόμη πρόνοια παρὰ
582τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ διεχειρίσθη τὰς
583400,000, τὰς ληφθείσας ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐράνων,
584σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν ἀνεγέρσεως ἐκπαιδευ-
585τηρίων εἰς τὰ παθόντα ἐκ τῶν σεισμῶν μέρη, ἵνα ἱδρυθῇ
586καὶ ἐν Ἀταλάντῃ ἑλληνικὸν σχολεῖον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
587Ἐκκλησιαστικῶν διέταξε νὰ ἐπιθεωρηθῶσι διάφοροι οἰ-
588κίαι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ δυστυχῶς ἐξέλεξε τὴν
589ἀκαταλληλοτάτην πασῶν, μόνον καὶ μόνον διότι ὑπεδει-
590κνύετο ὑπὸ τοῦ κόμματος, ὡς γράφουσιν οἱ ἀναφερόμενοι. Ἡ
591οἰκία αὕτη εἶναι εἰς τὸ ἄκρον τῆς πόλεως, παρά τινα
592στενωπόν, ἐντὸς ἑτοιμοῤῥόπων οἰκιῶν, ἑτοιμόῤῥοπος οὖσα καὶ
593αὐτή, καὶ ἐπαπειλεῖται ἐν αὐτῇ ἡ ζωὴ ὅλων τῶν μαθητῶν
594τοῦ ἑλλην. σχολείου. Διαβεβαιοῦσι δὲ οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν
595ἐν τῇ ἀναφορᾷ αὐτῶν, ὅτι ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ μηχανι-
596κοῦ πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ ἐνοικίασις αὕτη. Τουλάχιστον
597ἔπρεπε νὰ τηρηθῶσιν οἱ τύποι καὶ νὰ διαταχθῇ ὁ μηχα-
598νικός, ὅστις ἔχει συνείδησιν, νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι πρόκειται
599περὶ προφανοῦς κινδύνου τῆς ζωῆς τῶν παιδίων, τῶν φοι-
600τώντων εἰς τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον, διότι οἱ σεισμοί, καθ’
601ἃς ἔχομεν ὅλοι πληροφορίας, πλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
602Ἐσωτερικῶν, ἐξακολουθοῦσιν ἀκόμη δυστυχῶς ἐν Ἀταλάν-
603τη καὶ κίνδυνοι πολλοὶ ἐπικρέμανται εἰς τὴν ζωὴν καὶ τῶν
604ἄλλων κατοίκων καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὰ τέκνα των.
605Τὴν ἀναφορὰν ταύτην, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς τῶν
606ἐγκριτωτέρων πολιτῶν Ἀταλάντης, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ
607κομματαρχῶν τοῦ συναδέλφου μου ἐκ Λοκρίδος, ὡς λ. χ.
608τοῦ κ. Κοκόλα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτε-
609ρικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ζητήσῃ γνωμοδότησιν παρὰ
610τοῦ μηχανικοῦ ὑπ’ εὐθύνην του, ἂν ἡ οἰκία αὕτη ἦναι
611κατάλληλος νὰ χρησιμεύσῃ διὰ σχολεῖον ἢ ὄχι.
612Συγχρόνως ὀφείλω νὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἀτο-
613μικήν τινα ἐπιστολὴν, ἀπευθυνομένην παρά τινων ὀρφανῶν
614καὶ χηρῶν ἀγωνιστῶν, διότι παρηγκωνίσθησαν ὅλως διόλου
615κατὰ τὴν διανομὴν τῶν βοηθημάτων, ἰδίως τῆς ξυλείας,
616καὶ τοῦτο πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ
617κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διέταξεν ἐκεῖ τὴν διανομὴν
618τῆς ξυλείας. Ἰδοὺ τί μοὶ γράφουσιν ἐξ Ἀταλάντης ὑπὸ
619ἡμερομηνίαν 6 τρέχοντος μηνὸς (ἀναγινώσκει):
620«Δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς παραστήσωμεν, τί συμβαίνει ἐν-
621ταῦθα μὲ τὴν διανομὴν τῆς ξυλείας. Ὅστις ἔχει μέσον
622καὶ ψῆφον λαμβάνει 3–4 μερίδια, ὡς ἔλαβον πολλοὶ, καὶ
623εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ στείλωμεν καὶ κατάλογον, ὅπου εἰς ἕνα
624σπῆτι ἔλαβον διὰ πέντε πρόσωπα, ἡμεῖς δὲ, κόραι ἀγω-
625νιστῶν, ἀπροστάτευτοι καὶ ὀρφαναὶ, δὲν ἐλάβομεν καθ’ ὁλο-
626κληρίαν. Εἶναι λοιπὸν δικαία διανομὴ αὐτή; Μεταβαίνο-
627μεν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην», (αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ ἐπιτροπὴ,
628τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ διευθύνει τὰ τῆς διανομῆς τῶν βοη-
629θημάτων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) «μεταβαίνομεν
630εἰς τὸν εἰρηνοδίκην», (τὸν γνωστὸν Σκαμπαρδώνην) «ὅστις
631εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος δίδει τὴν ξυλείαν, καὶ μᾶς λέγει
632καθ’ ἑκάστην «αὔριον νὰ ἔλθητε».
633«Λοιπὸν ὑψώσατε φωνὴν ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ δοθῇ καὶ εἰς
634ἡμᾶς ξυλεία.»
635Θὰ παρακαλέσω νὰ διαβιβάσῃ καὶ ταύτην τὴν ἐπι-
636στολὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην
637Ἀταλάντης, καὶ νὰ ζητήσῃ λόγον, διατὶ παραγκωνίζονται
638οἰκογένειαι ἀγωνιστῶν, ἐντελῶς ἀπροστάτευτοι καὶ ἔχουσαι
639ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀνάγκην τῆς προστασίας τῆς ἐπιτροπῆς.
640§33ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτε-
641ρικῶν γνωρίζω τὸ δημοσιευθὲν ἔν τινι ἐφημερίδι τῆς Ἄνδρου,
642ὅτι ὁ Μιχαὴλ Δερτοῦζος, γαμβρὸς Βουλευτοῦ τῆς πλευρᾶς
643ἐκείνης, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) εἶναι διωρισμένος ἐν Ἄνδρῳ
644τηλεγραφητής, ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλ-
645λήλων. Ἀλλὰ παρεκτὸς τούτου ὑπάρχει ἕτερος τηλεγρα-
646φητής, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται, ἐκεῖνος δὲ, καίτοι μὴ ἐργαζόμε-
647νος, λαμβάνει τὸν μισθόν του, ὅστις τῷ χρησιμεύει ὡς περί-
648θαλψις, ὡς σύνταξις ἄνευ ἐργασίας. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλε-
649ται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν του συμφώνως
650μὲ τὸν νόμον.
651Πρὸς δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπο-
652βάλλω τὴν ἑξῆς παράκλησιν. Ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου διετάχθη-
653σαν αἱ ἐξετάσεις τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ διὰ τὴν
654θέσιν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, κατωρθώθη δὲ νὰ ἄρξωνται τὸν
655Ὀκτώβριον καὶ ἐπερατώθησαν εἰς τὰς 22 Νοεμβρίου, ἀλλὰ
656μέχρι τοῦδε δὲν ἐδημοσιεύθη τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐπειδὴ δὲ
657διαδίδεται, ὅτι δύναται νὰ συμβῶσιν ἀδικίαι εἰς τὸ ἀποτέ-
658λεσμα τῶν ἐξετάσεων, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπι-
659ταχύνῃ τὸ πέρας τῆς ἐργασίας ταύτης, καὶ νὰ ἐπιβλέψῃ,
660ὅπως μὴ ἀδικηθῶσιν οἱ πτωχοὶ ὑπαξιωματικοί. Πιστεύω
661ὅτι ὁ κ. Τσαμαδὸς, ὡς πάντοτε, θὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην,
662ἀποφεύγων τοὺς πειρασμούς.
663§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
664τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέ-
665διον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς
666χρήσεως τοῦ 1894 ἐκ δραχμῶν 1,906,601, καὶ ἀκυρώσεως
667πιστώσεων τῆς αὐτῆς χρήσεως ἐκ δραχ. 1,846,635.84.
668Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου
669πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1050 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς
670χρήσεως τοῦ 1894 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπὸ
671τὸ Κεφάλαιον 25 «Ἐπιμνημόσυνοι τελεταί».
672Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου
673περὶ χαρτοσήμου ὡς πρὸς τὰ εἰσιτήρια τῶν σιδηροδρόμων
674καὶ ἀτμοπλοίων.
675Ὑποβάλλω καὶ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ
676συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων περὶ φορολογίας
677τοῦ καπνοῦ.
678§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια περὶ ἀνα-
679πληρωτικῶν πιστώσεων, ὡς καὶ ἡ χθεσινὴ δήλωσις τοῦ
680Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ μεταβολῶν ἐπενεκτέων
681ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ δια-
682τάξῃ, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τυπωθῶσι καὶ δια-
683νεμηθῶσι, διότι σχετίζονται μὲ τὸν προϋπολογισμόν.
684§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
685Παράρτημα, ἀριθ. 116–119).
686§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἐπέστρεψα τὰς δηλώσεις χθὲς τὸ ἑσπέ-
687ρας ἐπίτηδες, ὅπως αὗται, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ
688Προεδρείου, ἐκτυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς Βουλευ-
689τὰς διαρκούσης τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἔχω
690δὲ ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐτῶν.
691§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς ἐπεβραδύ-
692νατε τὴν τύπωσιν.
693§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόλις ἔῤῥιψα ἓν βλέμμα καὶ μετὰ πέντε
694λεπτὰ τὰς ἐπέστρεψα ἀμέσως.
695§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλησαν, κύριε Βουλευτὰ, πρὸς τύπωσιν.
696§41ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πληροφοροῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν τῷ
697Διδασκαλείῳ τῆς Πελοποννήσου, καίτοι ἤδη πλησιάζει ἡ
698λῆξις τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ σχολικοῦ ἔτους, δὲν διω-
699ρίσθη ἀκόμη καθηγητής, ἵνα παραδίδῃ τὰ Ἑλληνικὰ μαθή-
700ματα. Δὲν γνωρίζω ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου αὗται ἦναι
701ἀληθεῖς, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
702τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν,
703εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰσέτι δὲν διωρίσθη καθηγητὴς τῶν Ἑλ-
704ληνικῶν μαθημάτων ἐν τῷ Διδασκαλείῳ τῆς Πελοποννήσου;
705καὶ ἂν ἦναι ἀληθές, διατὶ στεροῦνται τῆς διδασκαλίας
706τῶν Ἑλληνικῶν μαθημάτων ὑπὲρ τοὺς 100 μαθηταὶ, ἕτοιμοι
707νὰ ἐξέλθωσιν ἐκεῖθεν, ἵνα διδάξωσι τὴν νεολαίαν τῆς πατρί-
708δος; καὶ τί θὰ διδάξωσιν, ἀφοῦ δὲν μανθάνουσι τὰ Ἑλλη-
709νικά;
710§42Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας
711Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι ἀληθές, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν διω-
712ρίσθη καθηγητής, θὰ διορισθῇ ὅμως προσεχῶς.
713§43ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλὰ διατὶ ἐν ἄλλῳ Διδασκαλείῳ τοῦ
714Κράτους ὑπάρχουσι δύο καθηγηταὶ τῶν Ἑλληνικῶν, ἐνῷ
715εἷς ἀνήκει εἰς αὐτὸ, καὶ τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Πελοπον-
716νήσου δὲν ἔχει κἀνένα; Ἔρχομαι ἤδη νὰ πιστεύσω τὴν
717μομφὴν, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πα-
718τρῶν ἐξήνεγκε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπεχθάνεται
719πᾶν τὸ ἐν Πελοποννήσῳ.
720§44ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Θ’ ἀφαιρεθῇ ὁ εἷς καθηγητὴς ἐκ τοῦ
721ἄλλου Διδασκαλείου καὶ θὰ μετατεθῇ εἰς τὸ τῆς Πελο-
722ποννήσου.
723§45ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ διατὶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους δὲν
724ἐλήφθη ἡ πρόνοια αὕτη; Ἡ ἐκ τοῦ τετραμήνου ἐπελθοῦσα
725ζημία εἰς τοὺς μαθητὰς πῶς θ’ ἀναπληρωθῇ;
726§46ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἔλαβον ἐκ Μεσσήνης τηλεγράφημα,
727τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους
728μου, δι’ οὗ οἱ κάτοικοι παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ
729τὴν Βουλήν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ συντηρήσεως τοῦ
730αὐτόθι Γυμνασίου, τὸ ὁποῖον κινδυνεύει νὰ κλείσῃ, ἕνεκα
731ἐλλείψεως πόρων· ὑποδεικνύουσι δὲ τὴν ἀνάγκην, ὅπως
732ἐπέλθῃ ἐπίκουρον τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Μεσσήνης.
733Ὁ κ. Καρατζᾶς ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο,
734ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν πρότασιν νόμου, καθ’ ἣν, ἐφ’
735ὅσον οἱ φόροι, οἱ ὡρισμένοι πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου,
736δὲν ἐπαρκοῦσι, νὰ ἔρχηται εἰς ἐπικουρίαν τὸ λιμενικὸν τα-
737μεῖον Μεσσήνης. Φρονῶ ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συνα-
738δέλφου μου εἶναι δικαία, διότι δὲν πρόκειται δι’ αὐτῆς νὰ
739ἐπιβαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἢ ἄλλας
740ἐπαρχίας· ζητοῦμεν μόνον, ὅπως τὸ λιμενικὸν ταμεῖον τῆς
741ἐπαρχίας ἡμῶν συντρέχῃ πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου
742ἐκείνου, διότι μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς σταφίδος καὶ τῶν
743σύκων τῆς Μεσσήνης τὸ Γυμνάσιον διατρέχει τὸν κίνδυνον
744νὰ διαλυθῇ. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅπως συναινέσῃ νὰ
745προηγηθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως ταύτης, διότι οὐδε-
746μίαν θέλει προκαλέσει ἀντίῤῥησιν.
747§47ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπέβαλον, κύριε Πρόεδρε, πρὸ πολλῶν
748ἡμερῶν πρότασιν νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, ἀλλ’
749οὔτε ἐτυπώθη, οὔτε διενεμήθη. Παρακαλῶ νὰ διατάξητε νὰ
750γείνῃ ἡ ἐπιβαλλομένη αὕτη διατύπωσις.
751§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ, κύριε Βουλευτά.
752§49ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ.
753Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Ἀνέγνωσα εἰς
754τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ Πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου ἀπέ-
755στειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸν καθηγητὴν κ. Μιστριώτην,
756δι’ οὗ καλεῖ αὐτὸν εἰς ἀπολογίαν. Δὲν γνωρίζω ὁ Πρύτα-
757νις νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἁρμοδιότητα πρὸς τοῦτο. Καὶ ἄλλοτε
758συνέστησα τῷ κ. Ὑπουργῷ νὰ ἐπέμβῃ καὶ διασώσῃ τὴν
759ὑπόληψιν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ θεραπεύσῃ τὰ ἑκατέρω-
760θεν ἀναφανέντα πρὸς πρόληψιν μεγαλειτέρων ἀτόπων. Ἐπα-
761ναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου ταύτην, ὅπως ἐπέμβῃ ὁ
762κ. Ὑπουργὸς καὶ σωφρονίσῃ τὸν κ. Πρύτανιν, διότι ὁμο-
763λογουμένως οὗτος στερεῖται σωφροσύνης, ἀφοῦ ἐπιλαμβά-
764νεται ὅλως ἀναρμοδίως τοιαύτης ἐργασίας, καὶ ὀφείλει ὁ κ.
765Ὑπουργὸς νὰ τὸν καταγγείλῃ, διότι οὐδεμίαν ἔχει ἁρμο-
766διότητα, ὅπως ἐγκαλῇ τοὺς καθηγητὰς ἐπὶ τῇ συμπεριφορᾷ
767των ὡς πρὸς τὰ πανεπιστημιακά, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ
768ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνερ-
769γείας του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
770Τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπαναλαμ-
771βάνω νὰ παρακαλέσω νὰ μᾶς εἴπῃ, τί ἔπραξε κατὰ τοῦ
772ἀστυνόμου Πετρέα, τὸν ὁποῖον ἀνεγνώρισεν ὡς παραβάτην
773τῶν νόμων; πῶς τὸν διατηρεῖ ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα πολιτεύε-
774ται; καὶ ἐπὶ τέλους τί θὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις; Νο-
775μίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν εἶναι ἔγκλημα νὰ συλλάβῃ
776ὁ ἀστυνόμος τὸν δήμαρχον καὶ νὰ τὸν φυλακίσῃ, διότι οἱ
777κύριοι τῶν προβάτων δὲν ἐπλήρωσαν τὰ σύλληπτρα; Πλὴν
778τούτου, παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι αἱ ἀρχαί του
779τῷ παρέσχον ἀνακριβεῖς πληροφορίας, διότι, καθ’ ἃ ἐξ ἐπι-
780στολῆς φίλου μου ἐκεῖθεν μανθάνω, ὁ δήμαρχος οὔτε παρέ-
781λαβε πρόβατα οὔτε παρέδωκε, ψευδῶς δὲ αἱ ἀρχαὶ παρέ-
782στησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι τὰ πρόβατα παρεδόθη-
783σαν εἰς τὸν δήμαρχον, καὶ ἐπειδὴ ὁ δήμαρχος τὰ παρέδω-
784κεν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἐξεβιάσθη ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου ἡ
785πληρωμὴ τῶν συλλήπτρων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
786ὄχι μόνον νὰ ἐπιφέρῃ διόρθωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης
787καὶ ἀπομακρύνῃ τὸν ἀστυνόμον αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπι-
788τιμήσῃ τὰς ἀρχάς του διὰ τὰς ἀνακριβεῖς πληροφορίας,
789τὰς ὁποίας τῷ ἐχορήγησαν.
790§50ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν
791διστάζει νὰ ἐπιῤῥίπτῃ μομφὴν ἐντεῦθεν κατὰ παντὸς, καὶ
792δι’ αὐτὸ δὲν ἐδίστασε νὰ ἐπιῤῥίψῃ μομφὴν καὶ κατὰ τοῦ
793ἀστυνόμου Πετρέα. Ὁ ἀστυνόμος Πετρέας βεβαίως δὲν πο-
794λιτεύεται ἐν Γυθείῳ, οὔτε κατάγεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας
795ἐκείνης, κατάγεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, δὲν εἶναι
796δὲ ἀκριβὲς οὔτε ὅτι ὁ ἀστυνόμος Πετρέας ἔλαβε 200 δραχ-
797μὰς λόγῳ συλλήπτρων. Ὁ δεύτερος ἀστυνόμος Στεφάνου
798κατέσχε πρόβατα, τῶν ὁποίων ἡ κυριότης ἠμφισβητεῖτο,
799τὰ ὁποῖα παρέδωκεν εἰς τὸν δήμαρχον Καρυουπόλεως· τὰ
800πρόβατα αὐτὰ ὁ δήμαρχος ἠρνήθη ν’ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς
801κυρίους των, ἐπὶ διαφόροις προφάσεσι, καὶ ἕνεκα τούτου ὁ
802ἀστυνόμος παρήγγειλεν εἰς τὸν δήμαρχον δι’ ἐγγράφου του
803νὰ δώσῃ τὰ πρόβατα εἰς τοὺς κυρίους αὐτῶν· ὁ δήμαρχος
804ἠρνήθη καὶ μετὰ τοῦτο τὴν ἀπόδοσιν, τότε δὲ ὁ ἀστυνόμος
805συνέλαβε τὸν δήμαρχον ἐν Γυθείῳ καὶ τῷ εἶπεν ὅτι θὰ τὸν
806παραπέμψῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα διὰ τὴν τοιαύτην πρᾶξίν
807του, ἀλλ’ ὁ δήμαρχος, ἀναγνωρίσας τὸ ἄδικον, προσέφερε
808λόγῳ ἐγγυήσεως τὴν ἀξίαν τῶν προβάτων εἰς τὸν ἀστυνό-
809μον, συνταχθείσης καὶ τῆς προσηκούσης ἐκθέσεως, καὶ ἀνε-
810χώρησεν εἰς τὴν ἕδραν του· ἀφοῦ δὲ παρέδωκε τὰ πρόβατα,
811ἔλαβε τὰ λόγῳ ἐγγυήσεως κατατεθέντα χρήματα. Τὸ μό-
812νον κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος, εἶναι ὅτι
813ὄντως δὲν ἀπέστειλε τὸν δήμαρχον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἐπὶ
814ἰδιοποιήσει.
815§51ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι καὶ ὁ
816ἀξιότιμος ἐκ Γυθείου συνάδελφος δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀλη-
817θείᾳ. Ἀναγκάζομαι δὲ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπαναφέρω τὴν
818ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζήτησιν, μόνον καὶ μόνον διότι
819ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν ἡμῖν, ὅτε περὶ
820τοῦ γεγονότος τούτου τῷ ἐζήτησα πληροφορίας, ὅτι ὁ ἀστυ-
821νόμος Γυθείου παρέδωκε τὰ πρόβατα εἰς τὸν δήμαρχον Κα-
822ρυουπόλεως, οὗτος δὲ εἴς τινα ἰδιώτην, ὡς τὸν δῆθεν ἰδιο-
823κτήτην αὐτῶν, χωρὶς νὰ λάβῃ τὰ κεκανονισμένα σύλλη-
824πτρα, διὸ καὶ ἐφυλάκισεν αὐτὸν ὁ ἀστυνόμος, οὗ ὅμως τὸ
825παράνομον τῆς πράξεως ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ.
826Ὑπουργός. Δυστυχῶς αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,
827ὡς καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γυθείου συναδέλφου, παρασάγγας
828ὅλας τῆς ἀληθείας ἀπέχουσι, καὶ τοῦτο καθίσταται δῆλον
829ἐκ τῆς πρὸς με ἐπιστολῆς τοῦ δημάρχου Καρυουπόλεως κ.
830Φαράκου, ἀνδρὸς εὐσυνειδήτου καὶ ἀληθοῦς οἰκοκύρη. Ἐπι-
831τρέψατε δὲ νὰ ἀναγνώσω αὐτήν.
832§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριε Βουλευτά· ἡ
833Βουλὴ πιστεύει εἰς ὅσα θὰ εἴπητε.
834§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλῶς. Τὸ πρᾶγμα ὅμως ἔχει
835οὕτω. Ὅτε ὁ δεύτερος ἀστυνόμος Γυθείου κ. Στεφάνου διήρ-
836χετο ἐκ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Καρυουπόλεως, μετα-
837βαίνων εἰς τὸν δῆμον Κολοκυνθίου, παρουσιάσθη πρὸς αὐ-
838τὸν ὁ ἰδιοκτήτης τῶν ποιμνίων Στυλιανὸς Καλκανάκος, καὶ
839ἀνέφερεν αὐτῷ δι’ ἐγγράφου αἰτήσεώς του, ὅτι ὁ Ἀπόστο-
840λος Καλκανάκος καὶ ἕτερός τις τῷ ἀφῄρεσαν, ἄνευ τινὸς
841δικαιώματος, 10 πρόβατα, ἅτινα καὶ ἐζήτει νὰ τῷ ἐπι-
842στραφῶσι. Συνεπείᾳ τῆς μηνύσεως ταύτης, ὁ δεύτερος ἀστυ-
843νόμος κατέσχε τὰ πρόβατα καὶ παρέδωκεν αὐτὰ τῷ δη-
844μάρχῳ, ἵνα ἀνεύρῃ τὸν ἀληθῆ αὐτῶν κύριον καὶ ἐξετάσῃ
845τὰ περαιτέρω. Ἐνῷ ὅμως ὁ δήμαρχος κατεῖχεν εἰσέτι τὰ
846πρόβατα συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ διερχομένου ἐκεῖθεν ἀστυ-
847νόμου Στεφάνου, ὁ ἀστυνόμος Πετρέας διέταξε τὸν ἐκεῖ
848σταθμάρχην νὰ παραλάβῃ τὰ πρόβατα παρὰ τοῦ δημάρ-
849χου καὶ παραδώσῃ αὐτὰ εἰς τὸν Ἀπόστολον Καλκανάκον,
850ὡς τὸν δῆθεν κύριον αὐτῶν. Ὁ δήμαρχος Καρυουπόλεως
851τότε, ἵνα ἀπεκδυθῇ πάσης εὐθύνης, ἐγνώρισεν ὑπηρεσιακῶς
852τῷ ἀστυνόμῳ Πετρέᾳ, ὅτι τὰ πρόβατα ἀνήκουσι δυνάμει
853συμβολαίου εἰς τὸν Στυλιανὸν Καλκανάκον, ἠθέλησε δὲ καὶ
854διὰ ζώσης, ὅτε μετά τινας ἡμέρας μετέβη εἰς Γύθειον, νὰ
855παραστήσῃ αὐτῷ τὴν ἀληθῆ φάσιν τῆς ὑποθέσεως καὶ τὸν
856παρεμποδίσῃ ἐκ πράξεως παρανόμου καὶ ἐγκληματικῆς.
857Ἀλλ’ οὗτος, ἀντὶ πάσης ἀπαντήσεως, διέταξε νὰ φυλακί-
858σουν τὸν δήμαρχον, ἀπεφυλάκισε δ’ αὐτὸν, ἀφοῦ ἔλαβε παρ’
859αὐτοῦ ὡς λύτρα 200 δραχμάς.
860Οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρὸς διασά-
861φησιν αὐτῆς παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
862Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ ὁλόκληρον τὸν φάκελλον τῶν σχε-
863τικῶν ἐγγράφων, διότι ἐξ αὐτοῦ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι δὲν
864ἐνήργησε τὸ καθῆκόν του ὁ πρῶτος ἀστυνόμος, καὶ ὅτι δὲν
865ἔπρεπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γυθείου κ. Πετροπουλάκης
866νὰ ὑπερασπισθῇ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Γυθείου
867διέπραξε τόσα πολλὰ κακὰ, ὥστε ἔφερεν εἰς δύσκολον θέ-
868σιν πολλάκις καὶ αὐτοὺς τοὺς φίλους τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
869§54ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θὰ
870παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ, θέλει
871ἀποδειχθῆ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου δὲν ἔχει ἀκρι-
872βεῖς πληροφορίας· τὸ μόνον δὲ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Πε-
873τρέας, εἶναι, ὅτι ἔχει ἀδελφὸν, ὁ ὁποῖος πολιτεύεται ἐν τῇ
874ἐπαρχίᾳ Οἰτύλου καὶ εἶναι ἀντίπαλος τοῦ κ. Κουμουν-
875δούρου.
876§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὔτε τὸν ἐσυλλογίσθην ποτέ.
877§56ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως τὸν ἐσυλλογίσθης καὶ
878θὰ τὸν συλλογισθῇς καὶ εἰς τὸ μέλλον.
879§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι αἱ προσω-
880πικαὶ αὗται ἀντεγκλήσεις δὲν ἁρμόζουν εἰς τὴν Βουλήν.
881§58ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γυθείου
882ἠρνήθη ὅλα τὰ γεγονότα, ὑπεστήριξε δὲ, ὅτι ὁ δήμαρ-
883χος ζητηθεὶς ἔδωκεν ἐγγύησιν. Ἐγὼ δέχομαι τὴν διαβε-
884βαίωσιν ταύτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
885γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ τοιαύτη ἐγγυοδοσία εἶναι ἐκβία-
886σις ἢ ὄχι; Ἔχει δικαίωμα ὁ ἀστυνόμος νὰ μετέλθῃ ἔργα
887ἀνακριτοῦ ἢ εἰρηνοδίκου, καὶ νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τοῦ δη-
888μάρχου διὰ τὴν ἐγγύησιν περὶ τῶν συλλήπτρων; Αὐτὸ καὶ
889μόνον τὸ γεγονὸς πρέπει νὰ πείσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ
890ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν του ὄχι μόνον διὰ τῆς καταδιώξεως
891τοῦ ἀστυνόμου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτοῦ
892ἐκεῖθεν.
893§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ ἦναι εὐχάριστον διὰ
894τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ δίδωσιν ἀπαντήσεις εἰς τὰς
895ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν,
896Βουλευταὶ, ἔχοντες ἀντίθετα πρὸς τοὺς ὑποβαλόντας τὰς
897ἐπερωτήσεις συμφέροντα. Ἐνδέχεται τοῦτο νὰ ἦναι εὐχά-
898ριστον καὶ νὰ παρέχῃ ἄνεσιν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς,
899ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι τακτικόν. Ἡ ἐπερώτησις, ἡ ὁποία
900ὑπεβλήθη πρὸ ἡμερῶν παρὰ τοῦ ἐξ Οἰτύλου κ. Βουλευτοῦ,
901σήμερον δὲ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἔπρεπε
902νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
903τερικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
904§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
905Διατὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν;
906§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν
907ἀστυνόμων, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ θεωρῶ τοὺς στρατιωτι-
908κοὺς ἀστυνόμους συνδεομένους πάντοτε μὲ τὸ Ὑπουργεῖον
909τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τὸν διευθύνοντα αὐτό.
910Ἡ κατηγορία, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸ ἡμερῶν, ἐπανελή-
911φθη σήμερον· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν ἔκ-
912τοτε ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα, ὅπως πληροφορηθῇ τί
913ἐγένετο ἐκεῖ, καὶ φωτίσῃ σήμερον τὴν Βουλήν, ἐὰν ὅσα
914προχθὲς ὁ ἴδιος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἦναι ἀκριβῆ,
915καὶ ἂν ἔλαβε τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐπι-
916βάλλει καὶ τὰ ὁποῖα ὤφειλεν οὗτος νὰ λάβῃ. Νομίζω ὅτι
917οὕτω πρέπει νὰ διεξάγωνται αἱ ἐπερωτήσεις, αἱ ὑποβαλ-
918λόμεναι εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὄχι διὰ τῶν προσωπικῶν συ-
919ζητήσεων καὶ ἀντεγκλήσεων τῶν Βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι
920μήτε φωτίζουσι τὴν Βουλήν, μήτε συντελοῦσιν εἰς τὴν λύ-
921σιν τῶν παρουσιαζομένων ζητημάτων.
922§62ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
923Δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν ἐθεώρη-
924σεν ἐπαρκῆ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν
925Ἐσωτερικῶν, ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη ἡ ἐπερώτησις, ἔδω-
926κεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης γνωρίζει τὰ καθήκοντα, τὰ
927ὁποῖα ἐπὶ τοῦ προκειμένου δύναται νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν
928Ἐσωτερικῶν. Ὅτε ὁ ἐξ Οἰτύλου κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε τὸ
929γεγονός, εὐθὺς ἀμέσως τότε ἐγὼ ἀνεκοίνωσα τὰς πληροφο-
930ρίας, ἃς εἶχον παρὰ τῶν ἀρχῶν. Εἶπον τότε, ὅτι καὶ εἰς
931ἐμὲ ἀνηγγέλθη παρὰ τοῦ δημάρχου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ
932ἰδίου, ὅτι συνελήφθη καὶ ἐφυλακίσθη καὶ ὅτι ἐζητεῖτο κατα-
933βολὴ παρ’ αὐτοῦ 200 δραχμῶν λόγῳ συλλήπτρων· ἀμέ-
934σως ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν νομάρχην Μεσσηνίας, ἵνα μοὶ
935δώσῃ πληροφορίας, ὁ δὲ νομάρχης μοὶ διεβίβασεν αὐτὰς
936τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τότε ἀνεκοίνωσα συνεπείᾳ
937τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐθεώρουν ὅτι τὰ ὑπὸ
938τοῦ νομάρχου ἀνακοινωθέντα μοι εἶναι τὰ ἀληθῆ, καὶ ἐδι-
939καιούμην νὰ τὰ θεωρῶ τοιαῦτα καὶ δικαιοῦμαι μέχρι τῆς
940ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου νὰ τὰ θεωρῶ τοιαῦτα. Ἔλαβον
941λοιπὸν τηλεγράφημα παρὰ τοῦ νομάρχου, ὁ ὁποῖος μὲ ἐβε-
942βαίου, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶχεν ὡς ἐγὼ τὴν ἐξέθεσα, τουτέστιν
943ὅτι ὁ ἀστυνόμος—δὲν μοὶ ἔλεγε περὶ τοῦ ἐὰν ἦτο ὁ πρῶ-
944τος ἢ ὁ δεύτερος ἀστυνόμος, οὔτε περὶ τοῦ ἐὰν ὀνομάζη-
945ται Πετρέας ἢ Στεφάνου· τόσον δὲ εἶναι βέβαιον τοῦτο,
946ὥστε, ὅτε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠρώτη-
947σε «τί ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ Πετρέα;»
948ἠγνόουν περὶ τίνος ὑποθέσεως ἐπρόκειτο, καὶ ἐὰν δὲν ἀνέφε-
949ρε τὸ γεγονός, βεβαιότατα δὲν θὰ ἐγνώριζον κἄν, ὅτι πρό-
950κειται περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, διότι τὸ ὄνομα τοῦ ἀστυ-
951νόμου ἐντελῶς ἠγνόουν,—μὲ ἐπληροφόρει, λέγω, ὁ νομάρ-
952χης, ὅτι ὁ ἀστυνόμος συνέλαβε ποίμνια βόσκοντα παρανό-
953μως, ὅτι τὰ παρέδωκεν εἰς τὸν δήμαρχον, ἵνα τὰ φυλάξῃ,
954μέχρις οὗ παρουσιασθῇ ὁ κύριος αὐτῶν, ὅτι ὁ δήμαρχος,
955ἀναγνωρίσας ὅτι ταῦτα ἀνῆκον εἰς ἄλλον, παρὰ ἐκεῖνον,
956τὸν ὁποῖον ἐνόμιζεν ὁ ἀστυνόμος, τὰ παρέδωκεν εἰς τὸν
957θεωρούμενον παρ’ αὐτοῦ κύριον, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν θυμωθεὶς ὁ
958ἀστυνόμος καὶ θεωρήσας ὅτι ἐζημιώθησαν οἱ ὑπ’ αὐτὸν ἄν-
959δρες τὰ σύλληπτρα, ἐζήτησε παρὰ τοῦ δημάρχου τὰ σύλ-
960ληπτρα καὶ προέβη εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ δημάρχου. Πα-
961ρήγγειλα τότε εἰς τὸν νομάρχην, ἐὰν οὕτως ἔχῃ ἡ ὑπόθε-
962σις, νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δημάρχου,—διότι δὲν
963ἐβεβαιοῦτο καὶ ἐὰν ἐκρατήθη ὁ δήμαρχος ἢ ὄχι, ἐὰν ἐπλή-
964ρωσεν ἢ ὄχι,—καὶ παρέπεμψα τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα
965εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως ἀρχὴν, τὸ Ἀρχη-
966γεῖον τῆς Χωροφυλακῆς, ἵνα ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα κατὰ τοῦ
967ἀστυνόμου, ἂν τὰ ἀναφερόμενα ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἦναι
968ἀληθῆ. Μέχρις ἐδῶ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου. Ὡς πρὸς
969τὴν τιμωρίαν, τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς εἶναι ἀνε-
970ξάρτητος ἀρχὴ, καὶ δὲν ἀναγγέλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἂν
971ἐτιμώρησε τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν ἀστυνόμον· δὲν ἀμφιβάλλω
972ὅμως, ὅτι τὸ Ἀρχηγεῖον ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του.
973§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ πληροφορηθῆτε περὶ τούτου καὶ νὰ
974τὸ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν.
975§64ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι δεύτερον ζήτημα· δὲν ἐζητή-
976θη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τότε νὰ φέρῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα·
977ἠρωτήθη μόνον ὁ Ὑπουργὸς, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ γεγονό-
978τος· μάλιστα ὁ κ. Βουλευτὴς μειδιῶν ἀνήγγειλεν ὡς ἐπει-
979σόδιον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τὸ γεγονὸς, καὶ ἠρώτησεν
980ἂν ἔλαβε γνῶσιν καὶ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
981κῶν, ἀπήντησα δὲ τότε, ὅτι ἔλαβον γνῶσιν. Δὲν μοὶ ἐζη-
982τήθη δὲ πληροφορία, ἂν ἐτιμωρήθη ὁ ἀστυνόμος ἢ ὄχι. Ἤδη
983μοὶ ζητεῖται τοιαύτη πληροφορία. Θέλω τὴν ζητήσει παρὰ
984τοῦ Ἀρχηγείου καὶ θέλω τὴν φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν.
985§65ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο τινὰ παρέλειψεν ὁ κ. Ὑπουρ-
986γὸς, κατὰ παράβασιν τοῦ καθήκοντός του. Πρῶτον ἔπρεπε
987νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς πληροφορίας τῶν ὑπαλλήλων του, αἱ
988ὁποῖαι ὑπερήρκουν πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἀστυνόμου, καὶ
989δεύτερον ἔπρεπε νὰ ἀποστείλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸν
990Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως καταδιωχθῇ ὁ ἐγκλημα-
991τίας. Οὐδόλως δὲ δικαιολογεῖται διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του.
992§66ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀληθὲς εἶπεν ὁ κύριος
993Ὑπουργὸς, ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην μειδιῶν ἔκαμα πρὸς αὐτὸν
994τὴν περὶ τοῦ ἀστυνόμου Γυθείου ἐπερώτησίν μου, διότι δὲν
995ἐσκόπουν νὰ εἰσέλθω εἰς εὐρυτέραν περὶ τοῦ ἐπεισοδίου τού-
996του συζήτησιν, μόνον καὶ μόνον ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ, ὡς
997παρ’ ἐλπίδα παρεξηγήθην παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γυθείου
998συναδέλφου, ὅτι δῆθεν λόγοι προσωπικοὶ μὲ ὤθησαν εἰς
999τοῦτο. Εὐτυχῶς καὶ τῶν λόγων, οὓς ὑπαινίσσεται ὁ ἀξιό-
1000τιμος συνάδελφος, καὶ τῶν προσώπων αὐτῶν ἀκόμη πολὺ
1001ὑπεράνω ἵσταμαι, ὥστε νὰ προσέχω πρὸς ταῦτα, ἡ δὲ ἐπε-
1002ρώτησίς μου ἀποχρώντως ἀποδεικνύει τὴν ἀλήθειαν τῶν
1003λόγων μου. Ἠναγκάσθην ὅμως σήμερον νὰ ἐπανέλθω εἰς
1004τὸ θέμα, διότι μετὰ τὴν ἐπιστολὴν, ἣν ἔλαβον, ἐθεώρησα
1005τὰς πληροφορίας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ
1006οὐχὶ ἀκριβεῖς, καὶ ἐπεθύμουν νὰ διαφωτίσω αὐτὸν κατὰ
1007τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας, ἥτις ἐκτίθεται ἀκεραία ἐν
1008τῇ πρός με ἐπιστολῇ τοῦ κ. δημάρχου Καρυουπόλεως, ἧς
1009καὶ ἀναγκάζομαι ἤδη ν’ ἀναγνώσω περικοπάς τινας, ἵνα
1010φιμώσω τὰ στόματα τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὴν στρέβλω-
1011σιν ἐκείνης.
1012«Ἐνῷ ὁ δεύτερος ἀστυνόμος (μοὶ γράφει ὁ δήμαρχος)
1013διήρχετο τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου, μεταβαίνων πρὸς τὸν
1014δῆμον Κολοκυνθίων, ἐνεφανίσθη ἐνώπιόν του ὁ ἐκ τοῦ χω-
1015ρίου Τσεροβᾶς τοῦ οὗ προΐσταμαι δήμου Στυλιανὸς Καλ-
1016κανάκος καὶ ἐπέδωκεν αὐτῷ ἔγγραφον αἴτησιν, ἐν ᾗ ἀνε-
1017φέρετο, ὅτι ὁ Ἀπόστολος Καλκανάκος ἐκ τοῦ ἄνω χωρίου
1018μετά τινος ἄλλου ἀφῄρεσαν αὐτῷ αὐθαιρέτως, ἄνευ τινὸς
1019δικαιώματος, 10 πρόβατα. Δυνάμει δὲ τῆς αἰτήσεως τοῦ
1020ῥηθέντος Καλκανάκου, ὁ ἀστυνόμος Στεφάνου διέταξε τοὺς
1021ὑπὸ τὴν διοίκησίν του στρατιώτας τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθ-
1022μοῦ Καρυουπόλεως νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ χωρίον Τσεροβᾶ,
1023ὅπου καὶ εὗρον τὰ παρανόμως ἀφαιρεθέντα πρόβατα εἰς
1024χεῖρας τοῦ ῥηθέντος Ἀποστόλου Καλκανάκου, ἅτινα κατέ-
1025σχον καὶ μετέφεραν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν γραφεῖον, ὅπου
1026μετὰ τὴν μεταφορὰν καὶ παράδοσιν αὐτῶν πρὸς τὸν ἐκεῖ
1027ἀναμένοντα ἀστυνόμον Στεφάνου μοὶ ἐκοινοποίησεν οὗτος
1028ἔγγραφον, δι’ οὗ μοὶ παρέδωκε τὰ περὶ ὧν πρόκειται
1029πρόβατα, ὅπως θέσω ταῦτα εἰς φύλαξιν, μὲ παρεκάλεσε δὲ
1030νὰ ἐξετάσω εἰς τίνα ἀνήκουσι καὶ παραδώσω αὐτὰ πρὸς
1031τὸν δικαιοῦχον. Καὶ ἐνῷ εἶχον ὑπὸ φύλαξιν τὰ ῥηθέντα
1032πρόβατα συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ διερχομένου ἀστυνόμου
1033Στεφάνου, ὁ πρῶτος ἀστυνόμος Δημήτριος Πετρέας διέταξε
1034καὶ ἀφῄρεσαν τὰ πρόβατα, τὰ ὁποῖα ἔδωκε πρὸς τὸν εἰρη-
1035μένον Ἀπόστολον Καλκανάκον καὶ τὸν σύντροφον αὐτοῦ
1036καίτοι προηγουμένως ἀπέστειλα ὑπηρεσιακῶς πρὸς τὸ
1037ἀστυνόμον Πετρέαν αἴτησιν τοῦ Στυλιανοῦ Καλκανάκου,
1038δι’ ἧς ἀνεφέρετο, ὅτι τυγχάνει οὗτος κύριος καὶ κάτοχος
1039τῶν προβάτων δυνάμει συμβολαίου, ὃ καὶ συνῆψα, συνάμα
1040δὲ καὶ μήνυσιν κατ’ ἀμφοτέρων διὰ τὴν αὐθαίρετον ἀφαί-
1041ρεσιν τῶν προβάτων, πρὸς δὲ καὶ τὸ συμβόλαιον, δι’ οὗ ὡμο-
1042λόγουν, ὅτι παρητοῦντο οὗτοι πάσης ἐκ τῶν προβάτων
1043ἀξιώσεώς των, ἱκανοποιηθέντες διὰ κτημάτων ἀπὸ τὸν Στυ-
1044λιανὸν Καλκανάκον καὶ ὅτι οὗτος εἶναι κύριος καὶ κάτοχος
1045τῶν προβάτων. Ὁ ἀστυνόμος ὅμως Πετρέας, τὰ μάλα, ὡς
1046φαίνεται, ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ αὐτῶν, παρέδωκε τὰ πρόβατα
1047εἰς τοὺς μηδένα τίτλον ἔχοντας παρανόμως.
1048«Ἅπαντα τὰ ἀνωτέρω σχετικὰ ὑπέβαλον τῷ ἀστυνόμῳ
1049Πετρέᾳ ἐγκαίρως, τὴν ἑπομένην δὲ τῆς παραδόσεως τῶν
1050προβάτων μετέβην εἰς τὸ ἀστυνομικὸν γραφεῖον, ὅπως καὶ
1051προφορικῶς γνωρίσω αὐτῷ τὸ παράνομον, καὶ ἐξετάσω ἂν
1052ἔλαβεν οὗτος νεωτέραν ἀπόφασιν διὰ τὴν κατάσχεσιν τῶν
1053προβάτων. Ἀλλ’ ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως, διέταξε τοὺς ὑπ’
1054αὐτὸν στρατιώτας καὶ μὲ ἔθεσαν ὑπὸ φυλάκισιν, ἄνευ τινὸς
1055δικαιώματος, οὗτος δὲ μετὰ τὴν φυλάκισίν μου καὶ ὑπὸ
1056τῶν στρατιωτῶν φρούρησίν μου μοὶ εἶπε: «διὰ ν’ ἀφεθῇς
1057ἐλεύθερος, νὰ μοὶ μετρήσῃς 200 δραχμάς.» Ὅπως δὲ ἐξα-
1058γοράσω τὴν προσωπικήν μου ἐλευθερίαν, κατέβαλον ταύτας,
1059καὶ χάριν τῶν καταβληθέντων λύτρων πρὸς τὸν παρανο-
1060μοῦντα τοῦτον ἀστυνόμον ἀφέθην ἐλεύθερος, καὶ ἀμέσως
1061κατήγγειλα αὐτὸν πρὸς τὸν νομάρχην, πρὸς τὸ Ὑπουρ-
1062γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον, ἐν ᾧ ὑπάρ-
1063χουσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς κατηγορίας ταύτης, ὡς καὶ
1064ἄλλαι οὐχὶ ὀλίγαι.»
1065Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ συλλή-
1066πτρων, οὔτε περὶ ἄλλης πράξεως, κεκαλυμμένης κἄπως μὲ
1067νόμιμόν τινα τύπον, ἀλλὰ πρόκειται περὶ καθαρᾶς παρα-
1068νομίας τοῦ ἀστυνόμου. Διὸ καὶ πάλιν παρακαλῶ τὸν ἀξιό-
1069τιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα φέρῃ ὁλόκλη-
1070ρον τὴν σχετικὴν δικογραφίαν καὶ πληροφορήσῃ συνάμα
1071τὴν Βουλὴν, τίνα μέτρα ἔλαβεν ἡ ὑπηρεσία κατὰ τοῦ
1072παρανομοῦντος ὀργάνου αὐτῆς.
1073§67ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἄνευ ἀξιώσεως νὰ τύχω ἀπαντήσεως
1074παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ,
1075γνωρίζω μόνον εἰς αὐτὸν τὰ συμβαίνοντα περὶ τῆς ἐκλογῆς
1076τοῦ Πατριάρχου (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ καὶ φωναί: ὢ!
1077ὢ!). Γελῶσι, προκειμένου περὶ τῆς θρησκείας ἡμῶν,
1078αὐτοὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀποδεικνύουσιν, ὅτι
1079δὲν ἔχουσι κἀμμίαν θρησκείαν!
1080§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ δὲν ἐπιτρέπονται.
1081§69ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Σεῖς πρῶτος ὠφείλετε νὰ μὴ ἐπιτρέ-
1082ψητε γέλωτας, ὅταν ἠκούσατε ἀναφερόμενον τὸ ὄνομα τῆς
1083Ἐκκλησίας μας.
1084§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ προκαλεῖτε ἀντεγ-
1085κλήσεις.
1086§71ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Νομίζω ὅτι ὑμεῖς βεβαίως ἐν ταῖς λε-
1087πτομερείαις δὲν ἐκπληροῦτε τὸ καθῆκόν σας, διότι ἐγὼ οὐδὲν
1088ἄτοπον ἀνέφερον· ὑπέμνησα ἁπλῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
1089τῶν Ἐξωτερικῶν, προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Πα-
1090τριάρχου τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ποίαν γνώμην ὀφείλει νὰ
1091ἔχῃ καὶ ποίας πληροφορίας δύναται νὰ μεταδώσῃ εἰς ἡμᾶς.
1092Ὅταν δὲ ἠκούσατε τὴν πτέρυγα ἐκείνην γελάσασαν ἐπὶ τοῦ
1093σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, ὑμεῖς ἐνομίσατε, ὅτι
1094ἐγὼ δὲν εὑρίσκομαι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ! Νομίζω, κύριε
1095Πρόεδρε, ὅτι ὑμεῖς δὲν εὑρίσκεσθε ἐντὸς αὐτοῦ, διότι οὐδὲν
1096πλέον εἶπον, εἰμὴ ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξω-
1097τερικῶν, ἐὰν ἐμερίμνησε νὰ ἔχῃ πληροφορίας περὶ τοῦ σπου-
1098δαιοτάτου τούτου ἐθνικοῦ ζητήματος...
1099§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐντὸς τῶν καθηκόντων καὶ
1100τῶν δικαιωμάτων σας νὰ τὸ ἐρωτήσητε, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ
1101λέγητε ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν ἔχουν καμμίαν θρησκείαν.
1102Μία φωνή. Εἶναι ἀκαταλόγιστος!
1103§73ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐπὶ τούτῳ δὲ ἡ πτέρυξ ἐκείνη ἐγέλασε,
1104καὶ τὸν γέλωτα ἐκεῖνον ὑμεῖς ἐνομίσατε ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ
1105τοῦ Κανονισμοῦ. Κατὰ τοῦτο ὑμεῖς πρῶτος ἐσφάλατε, διότι
1106ὑμεῖς ἐλησμονήσατε, ὅτι πρὶν ἢ γελάσωσιν, ἐγὼ δὲν ἀνέ-
1107φερον παρὰ μόνον περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητή-
1108ματος, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ
1109τὸ ἄτοπον. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐθνικῶν ζητημάτων τοιού-
1110των, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νομίζει, ὅτι πρόκειται περὶ
1111γελωτοποιῶν! Βεβαίως ὁ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς κόσμος θὰ
1112γελᾷ ἐπὶ τῇ γελωτοποιήσει τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου
1113ἐθνικοῦ ζητήματος.
1114Ἤθελον νὰ ὑπενθυμίζον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξω-
1115τερικῶν ποίαν ἔχει γνῶσιν περὶ τῶν συμβαινόντων διὰ τὸ
1116σπουδαιότατον τοῦτο ἐθνικὸν ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Πα-
1117τριάρχου τῆς θρησκείας ἡμῶν, ἀλλὰ βεβαίως οὐδεμίαν δύ-
1118ναται νὰ ἔχῃ γνῶσιν, ὅτι διπλωματικαὶ ἐνέργειαι ἄλλων
1119Κρατῶν, ἐχόντων ἀντίθετα πρὸς ἡμᾶς συμφέροντα, ἐπι-
1120διώκουσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποκλείσωσιν ἐκεῖνον, ὁ
1121ὁποῖος ὑπὲρ πάντα ἄλλον δύναται νὰ ἦναι ὁ προτιμότερος.
1122Καὶ δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ἐν τῷ ἐθνικῷ τούτῳ συνεδρίῳ νὰ
1123ὀνομάσω ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἴσως δύναται ἡ ἐθνικὴ γνώμη
1124νὰ κρίνῃ προτιμότερον. Καὶ ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, πρὸς
1125τοὺς γελῶντας διὰ τὸ ἐθνικὸν τοῦτο σπουδαιότατον ζήτημα,
1126δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέ-
1127δριον μετεβλήθη εἰς Δημοτικὸν Συμβούλιον, πρὸ τοῦ ὁποίου
1128δύνανται νὰ συζητῶσι μόνον περὶ τῶν τοπικῶν καὶ εὐτελε-
1129στάτων ζητημάτων τῶν χωρίων των καὶ ὅτι ἡμεῖς ἐλησμο-
1130νήσαμεν ἐπὶ τέλους, ὅτι ἀποτελοῦμεν τὴν ἀντιπροσωπείαν
1131τοῦ ἔθνους, καὶ ὄχι μόνον τοῦ Κράτους καὶ τοῦ χωρίου,
1132ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐκλεγόμεθα, ἀλλὰ παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ.
1133Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ διακόψητε, καὶ διὰ
1134τοῦτο σᾶς παρακαλῶ, ἄλλοτε νὰ ἔχητε μείζονα προσοχήν.
1135Συνεπῶς ὑμεῖς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπταίσατε, διότι
1136καθῆκον εἴχετε νὰ ἐπιτιμήσητε ἐκείνους, προκειμένου μά-
1137λιστα περὶ τοιούτων ζητημάτων, σεῖς ὁ Πρόεδρος τῆς Βου-
1138λῆς τῶν Ἑλλήνων...
1139§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ ἐπιτιμήσω καὶ τὸν κ. Εὐταξίαν
1140διότι πρὸ ὀλίγου ἐγέλασε (ἱλαρότης).
1141§75ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Γελᾷ διότι γελᾶτε ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε.
1142§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς συνάδελφος
1143γελᾷ δι’ αὐτὰ τὰ σπουδαῖα ζητήματα.
1144§77ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀδικήσω γε-
1145νικῶς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ὅτι γελᾷ διὰ τοιαῦτα
1146σπουδαῖα καὶ ἔκτακτα ἐθνικὰ ζητήματα.
1147§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1148Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς γε-
1149νικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
1150Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
1151§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μακρὸν, Κύριοι, καὶ ἐπίμονον ἀγῶνα διεξη-
1152γάγομεν ἐν τῷ παρελθόντι ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι πρὸς
1153τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολο-
1154γισμοῦ τοῦ Κράτους. Αἱ βάσεις, εἰς ἃς ἐστήριξεν αὐτὸς πάν-
1155τας τοὺς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 καὶ ἐντεῦθεν ὑποβληθέντας
1156εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοὺς, ὑπῆρξαν ἀείποτε σαθραὶ
1157καὶ ἐπισφαλεῖς. Οὔτε τὰ ἔσοδα οὔτε τὰ ἔξοδα προϋπελόγιζεν
1158ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πράγματι εἰσπραττομένων καὶ τῶν πράγ-
1159ματι δαπανωμένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ὡς πρὸς ἐκεῖνα μὲν
1160ἐλάμβανε συνήθως ὡς βάσιν τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὴν
1161προηγουμένην χρῆσιν, χωρὶς νὰ ὑπολογίζῃ ὅτι μεταξὺ αὐτῶν
1162καὶ τῶν πράγματι εἰσπραττομένων ὑπῆρχεν ἀπόστασις
1163μεγάλη· τὰ δ’ ἔξοδα ἐφρόντιζε νὰ παρουσιάζῃ πάντοτε
1164ἐλάττω τῶν πράγματι δαπανωμένων, ἀδιαφορῶν ἐὰν οὕτως
1165ἔμενον κενὰ χαίνοντα ἐν αὐτοῖς, ἅτινα ἠναγκάζετο εἶτα νὰ
1166πληρόνῃ δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων.
1167Αὐτὸς περὶ ἑνὸς καὶ μόνου ἐφρόντιζε κυρίως, πῶς δηλαδὴ
1168τοὺς προϋπολογισμούς του νὰ παριστᾷ ἐκ τοῦ προτέρου
1169ἔχοντας ἰσοζύγιον, «καὶ ὄχι μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσ-
1170σευμα», κατὰ τὴν παροιμιώδη ἔκτοτε καταστᾶσαν ἔκ-
1171φρασίν του.
1172Ἡμεῖς πάντοτε κατεδείξαμεν τὸ σφαλερὸν τῶν βάσεων
1173τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὰ ἐλλείμ-
1174ματα, εἰς ἃ ἐξ ἀνάγκης θὰ κατέληγον αὐτοί, οὕτω πῶς
1175συνταττόμενοι καὶ ψηφιζόμενοι ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Μὴ ἀρ-
1176κούμενοι δὲ εἰς μόνην τὴν ἀρνητικὴν ταύτην πολεμικὴν,
1177ὑπεδεικνύομεν ἐν ταὐτῷ καὶ τὰς μόνας ὀρθὰς καὶ ὑγιεῖς
1178βάσεις, εἰς ἃς ὤφειλον νὰ στηρίζωνται αὐτοί. Πρὸς τοῦτο
1179συνιστῶμεν, ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα, νὰ γίνεται ὁ προϋπο-
1180λογισμὸς αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραττομένων καὶ οὐχὶ
1181τῶν βεβαιουμένων, τῶν εἰσπραττομένων δὲ οὐχὶ μιᾶς καὶ
1182μόνης, ἀλλὰ πλειόνων χρήσεων, λαμβανομένου ἐξ αὐτῶν τοῦ
1183μέσου ὅρου, ὅπου προϊοῦσα αὔξησις ἢ μείωσις ἐσόδου τινός,
1184ἢ φορολογικὴ μεταῤῥύθμισις, ἢ ἄλλοι ἐξαιρετικοὶ λόγοι
1185δὲν θὰ ὑπηγόρευον παράβασιν τοῦ γενικοῦ τούτου κανό-
1186νος. Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα, ὑπεδεικνύομεν τὴν ἀπόλυτον
1187ἀνάγκην τῆς εἰλικρινοῦς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφῆς
1188των, ἐφ’ ὅσον ἠδύναντο αὐτὰ νὰ προβλεφθῶσι, καὶ δὴ κατὰ
1189τρόπον περιορίζοντα κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν μετὰ ταῦτα
1190προσφυγὴν εἰς ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις.
1191Κατεκρίνομεν ἰδίᾳ τὴν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀναγρα-
1192φὴν τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἄνευ νομι-
1193σματικῆς διαφορᾶς, ἢ ἄνευ ἐπαρκοῦς τοιαύτης. Πρὸς ταῦτα
1194ἀπήντα τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αὐτὸς, ἀποτίνων τὰς
1195εἰς χρυσὸν ὀφειλὰς διὰ τῶν λεγομένων οἰκονομικῶν συν-
1196δυασμῶν, παρεσκεύαζε διὰ τούτων καὶ τὴν βαθμιαίαν ἄρσιν
1197τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὕτω δὲ θ’ ἀποκαθίστατο
1198σὺν τῷ χρόνῳ ἀφ’ ἑαυτῆς ἡ ἐξίσωσις τῶν εἰς τραπεζικὰ
1199γραμμάτια πρὸς τὰς εἰς χρυσὸν πληρωμάς. Ἀλλ’ ἐκ τῶν
1200πραγμάτων αὐτῶν ἀπεδείχθη ὕστερον, ὁπόσον δίκαιον εἴχο-
1201μεν ἡμεῖς, ἰσχυριζόμενοι ἔκτοτε, ὅτι διὰ τῶν οἰκονομικῶν
1202συνδυασμῶν συνεκαλύπτοντο μόνον τὰ ἐλλείμματα, χωρὶς
1203δὲ νὰ αἴρηται δι’ αὐτῶν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀνε-
1204βάλλετο μόνον ἡ μοιραία καταστροφὴ καὶ ηὐρύνετο οὕτως
1205ὁ κύκλος αὐτῆς. Κατεκρίνομεν ἐπίσης καὶ τὸν χαρακτηρι-
1206σμὸν ὡς ἐκτάκτων, πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο κάλ-
1207λιστα νὰ προβλεφθῶσι καὶ ν’ ἀναγραφῶσιν ὡς τακτικαὶ
1208ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, κατὰ τὸν Λογιστικὸν ἡμῶν νόμον.
1209Καὶ αἱ πιστώσεις αὗται, ἀνερχόμεναι ἐτησίως εἰς δεκά-
1210δας ὅλας ἑκατομμυρίων, ἦσαν ἡ δευτέρα καὶ σπουδαιοτάτη
1211πληγὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἣν οὐδέποτε ἐσκέ-
1212φθη νὰ ἐπουλώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀδιαφορῶν, ἐὰν οὕτω
1213καθίστατο μᾶλλον ἀναπόδραστος καὶ εὐρυτέρα ἡ ἐπικει-
1214μένη καταστροφή. Ἀλλὰ καὶ τὰς πιστώσεις ἔτι, ἃς καὶ
1215αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώ-
1216ρει τακτικὰς, τακτικωτάτας, δὲν ἀνέγραφε πάντοτε ἀκε-
1217ραίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἢ παρέλειπεν ὅλως, ἀντικαθι-
1218στῶν εἶτα αὐτὰς εἴτε δι’ ἀναπληρωματικῶν εἴτε καὶ δι’
1219ἐκτάκτων πιστώσεων. Τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
12201894 προέταξεν αὐτὸς πίνακα ἐκτάκτων ἐξόδων, δι’ ὧν
1221ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν συνομολόγησιν καὶ διάθεσιν
1222τοσούτων δανείων, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἀναγράφονται, ὡς σᾶς
1223ἀπέδειξα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκεί-
1224νου, σὺν ἄλλοις καὶ ἀποζημιώσεις Βουλευτῶν καὶ ἔξοδα
1225ἐκλογικὰ καὶ πληρωμαὶ τοκοχρεωλυσίων καὶ αὐτὴ ἡ μι-
1226σθοδοσία τοῦ κλητῆρος τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, ὡς ἔκτακτοι
1227δαπάναι, ὧν χάριν ἔπρεπε νὰ ὑπερδιπλασιασθῇ τὸ δημόσιον
1228ἡμῶν χρέος! Μὲ τοιούτους προϋπολογισμούς, Κύριοι, δὲν
1229ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἔχωμεν ἐλλείμματα μεγάλα, ἐλλείμ-
1230ματα ἀνελθόντα ἐντὸς ἑνδεκαετίας, κατ’ αὐτὴν τὴν ὁμο-
1231λογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μεταξὺ μὲν τακτικῶν ἐσό-
1232δων καὶ ἐξόδων εἰς 113, μεταξὺ δὲ τακτικῶν ἐσόδων καὶ
1233τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων εἰς 313 ἑκατομμύρια, ἄνευ
1234συνυπολογισμοῦ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, μεθ’ ἧς αὐτὰ
1235ὑπερβαίνουσι καὶ τὰ 400 ἑκατομμύρια.
1236Ἔπρεπε, Κύριοι, τὰ ἐλλείμματα νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ μυ-
1237θῶδες αὐτὸ ποσὸν, ἔπρεπε χάριν αὐτῶν νὰ ὑπερδιπλασιασθῇ
1238τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος, ἔπρεπεν ὑπὸ τὸ βάρος τούτου νὰ
1239καμφθῇ καὶ γονατίσῃ τὸ Κράτος, ἔπρεπεν ἐν μιᾷ λέξει νὰ
1240συντελεσθῇ ἡ χρεωκοπία τῆς 10 Δεκεμβρίου, ὅπως τέλος
1241διανοίξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοὺς ὀφθαλμούς του πρὸ τοῦ
1242βαράθρου, εἰς ὅ περιήγαγεν αὐτὸς οὗτος τὰ πράγματα.
1243Ἀλλὰ μὴ νομίσῃ τις, ὅτι τὰ παθήματα ἐγένοντο δι’ αὐτὸν
1244μαθήματα· πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἠναγκάσθη
1245οὕτω διὰ τὸ ἔτος 1894 νὰ προϋπολογίσῃ τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ
1246βάσει τῶν εἰσπραττομένων καὶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν μέ-
1247σον ὅρον τῶν πραγματοποιηθεισῶν εἰσπράξεων κατὰ τὰς
1248τρεῖς προηγουμένας χρήσεις· ἠναγκάσθη ἐπίσης νὰ ἀνα-
1249γράψῃ ἐν τοῖς ἐξόδοις καὶ νομισματικὴν διαφορὰν διὰ τὰς
1250εἰς χρυσὸν ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑποτι-
1251μήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καθ’ ὃν χρόνον συνέ-
1252ταττε τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ συμπεριλάβῃ δ’ ἐν αὐτοῖς
1253καὶ τὰ τέως ἔκτακτα θεωρούμενα ὑπ’ αὐτοῦ ἔξοδα, ἰδίᾳ διὰ
1254τὰ δημόσια ἔργα καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων.
1255Ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἔπραξε κατὰ τρόπον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ
1256αὐθαίρετον καὶ πλημμελῆ. Ἐν πρώτοις τὸν μέσον ὅρον τῶν
1257πραγματοποιηθέντων ἐσόδων κατὰ τὰς τρεῖς προηγουμένας
1258χρήσεις ὥριζεν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε συνήθως, οὐδ’ ἐποιεῖτο
1259τὰς διακρίσεις ἐκείνας, ἃς ἐγὼ πρότερον ὑπέδειξα καὶ ἃς
1260ἐπιφυλάττομαι ν’ ἀναπτύξω μετ’ ὀλίγον διὰ μακρῶν, ὅταν
1261ἐπιληφθῶ τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
12621895. Εἶτα δ’ ἐν τοῖς ἐξόδοις δὲν ἄφινε περιθώριον διὰ
1263τὴν νομισματικὴν διαφοράν, ἐπιβαλλόμενον ὑπ’ αὐτῆς τῆς
1264νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ὑφ’ ἣν διετέλει τότε καὶ ἐξακο-
1265λουθεῖ ἔτι διατελοῦσα ἡ ἀγορὰ ἡμῶν. Ἐνῷ δὲ ἀνέγραφε πί-
1266στωσιν διὰ κατασκευὴν σιδηροδρόμων, κατὰ τρόπον πρωτο-
1267φανῆ δὲν ἀνέφερεν ὡρισμένον ποσὸν, ὅπως ζητήσῃ βραδύτε-
1268ρον ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν, ἐπὶ προδήλῳ ἀθετήσει τοῦ
1269Συντάγματος καὶ καταστρατηγήσει τοῦ νόμου περὶ Δημο-
1270σίου Λογιστικοῦ. Καὶ ἄλλας δὲ πιστώσεις ἀνέγραψεν ἐπὶ
1271ἔλαττον τοῦ προσήκοντος, ὡς ἀπέδειξαν αἱ ἔκτοτε ζητηθεῖ-
1272σαι ἀναπληρωτικαὶ αὐτῶν πιστώσεις. Οὐδὲν θαῦμα, Κύριοι,
1273ἐὰν οὕτω τὸ περίσσευμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894
1274ἐξητμίσθη ἤδη πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεώς του διὰ τῆς ἐν τῷ
1275μεταξὺ ἐπελθούσης περαιτέρω ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ
1276γραμματίου. Πρὸς 1,70 προϋπελόγισε τότε ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1277γὸς τὸ φράγκον, πρὸς 1,74 κατὰ μέσον ὅρον ἐπρομηθεύθη
1278αὐτὸ, ὡς μαρτυρεῖ ὁ σχετικὸς πίναξ, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ
1279κατ’ αἴτησίν μου εἰς τὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπείαν.
1280Αἱ δὲ μετὰ ταῦτα αἰτηθεῖσαι ἀναπληρωτικαὶ καὶ ἔκτακτοι
1281πιστώσεις κατέστησαν ἀμφίβολον καὶ αὐτὸ τὸ ὑπολανθάνον
1282περίσσευμα ἐκ τῆς ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφῆς ἐνίων ἐσόδων,
1283δι’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δικαίως ἐνομίσθη ὡς κακόπιστος,
1284ὡς ζητήσας δηλαδὴ ν’ ἀποκρύψῃ οὕτω τὰ ἀληθῆ ἔσοδα
1285τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν χρόνον ἔμελλε νὰ προέλθῃ εἰς τὰς περὶ
1286συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις πρὸς τοὺς πιστωτάς του.
1287Ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων καὶ μὲ τὰς αὐτὰς περίπου
1288πλημμελείας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 ἔχει συντα-
1289χθῆ καὶ ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸς τοῦ 1895. Τὰ
1290ἔσοδα τούτου προϋπολογίζονται ἀκρίτως καὶ ἀλογίστως
1291ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν προηγουμένων
1292χρήσεων, χωρὶς ὅμως ὁ μέσος οὗτος ὅρος νὰ ἐξακριβῶται,
1293ὡς δεῖ, περὶ οὗ παρατηρητέον, ὅτι λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ
1294ὅπου ἔτι αὐτὸς δὲν ἐγχωρῇ, εἴτε διὰ παρατηρουμένην προϊ-
1295οῦσαν αὔξησιν, εἴτε διὰ παρατηρουμένην προϊοῦσαν μείω-
1296σιν, εἴτε δι’ ἐπελθοῦσαν ἐν τῷ μεταξὺ φορολογικὴν μεταῤ-
1297ῥύθμισιν, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους. Οὕτω δὲ ἄλλα μὲν τῶν
1298ἐσόδων ἀναγράφονται ἐπὶ πλέον, ἄλλα δ’ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ
1299προσήκοντος. Καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις δ’ ἐλλείπει πᾶν περιθώ-
1300ριον ἐν τῇ ἀναγραφῇ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς διὰ πᾶ-
1301σαν ἐνδεχομένην περαιτέρω ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ
1302γραμματίου, πολλαὶ δὲ πιστώσεις ἀναγράφονται ἐπὶ ἔλατ-
1303τον τοῦ προσήκοντος. Ἐνῷ δὲ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα
1304καὶ ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς θὰ καταλήξῃ εἰς ἔλ-
1305λειμμα πολλοῦ λόγου ἄξιον, οὐδὲν ἧττον εἶναι καὶ αὐτὸς
1306κατὰ τρόπον τοιοῦτον συντεταγμένος, ὥστε νὰ ἐνισχύῃ
1307τὰς περὶ κακοπιστίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπονοίας, ἃς
1308εἶχεν ἐγείρει ἤδη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894.
1309Καὶ πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ μὴ ἀποδώσῃ τις κακοπιστίαν
1310εἰς αὐτόν, ὅταν ὁ ἴδιος προϋπελόγισε τὰ ἔσοδα τοῦ Κρά-
1311τους ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς φορολογίας διὰ μὲν
1312τὸ ἔτος 1893 εἰς 111,701,939, διὰ δὲ τὸ 1894 εἰς
131388,749,669, διὰ δὲ τὸ 1895 εἰς 91,331,118; Πῶς θέλετε
1314νὰ μὴ ἀποδώσῃ τις κακοπιστίαν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις, ἐνῷ καὶ
1315διὰ τῶν εἰσηγητηρίων του λόγων καὶ διὰ τῶν δημοσιευο-
1316μένων ἑκάστοτε προσωρινῶν καταστάσεων καὶ ἀπολογισμῶν
1317διατρανοῖ προϊοῦσαν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, οὐδὲν
1318ἧττον διὰ τῶν ὑποβαλλομένων ἀπὸ τῆς ἐπικηρύξεως τῆς
1319χρεωκοπίας τοῦ Κράτους προϋπολογισμῶν μειοῖ αὐτὰ τόσον
1320καταπληκτικῶς; Διὰ τῶν προσωρινῶν ἀπολογισμῶν τῶν χρή-
1321σεων 1892 καὶ 1893 διαπιστοῖ, ὅτι κατ’ ἐκείνην μὲν εἰσε-
1322πράχθησαν 94,621,279, κατὰ ταύτην δὲ 96,799,666, ἤτοι
1323ἐπὶ πλέον 2,178,387. Διὰ τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τῶν
1324δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς
1325ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893 διατρανοῖ, ὅτι, ἐνῷ τὸ παρελ-
1326θὸν ἔτος εἰσεπράχθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Ὀκτω-
1327βρίου μόλις 59,605,294, ἐφέτος εἰσεπράχθησαν ἐντὸς τοῦ
1328αὐτοῦ χρονικοῦ διαστήματος 66,823,656, ἤτοι ἐπὶ πλέον
13297,318,362. Κατὰ ταῦτα, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, καθ’ ἣν ἡ
1330αὔξησις τῶν ἐσόδων δὲν θὰ ἦτο προϊοῦσα, ἀναλόγως πρὸς
1331τὰ ἔσοδα τῶν τελευταίων τούτων χρήσεων, ἔπρεπεν ἐπὶ τῇ
1332βάσει τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρή-
1333σεως τοῦ 1894 διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος νὰ προϋπολογισθῶσιν αὐτὰ
1334τοὐλάχιστον εἰς 100,000,000. Δὲν ἔχουσι λοιπὸν δίκαιον
1335οἱ ἐπιῤῥίπτοντες εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κακοπιστίαν κατὰ
1336τὴν σύνταξιν καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 καὶ τοῦ
1337προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ὡς προϋπολογίσαντος τὰ ἔσοδα
1338κατὰ δεκάδα ἑκατομμυρίων ἐπὶ ἔλαττον τοῦ προσήκοντος,
1339ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ ν’ ἀποκρύψῃ μέρος τῶν ἐσόδων τοῦ Κρά-
1340τους ἀπὸ τῶν πιστωτῶν του, ἐνόσῳ ὑφίστανται ἔτι ἐκκρε-
1341μεῖς αἱ πρὸς αὐτοὺς περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις;
1342Ἀλλ’ ἀκριβεστέρα τις ἐξέτασις τοῦ πράγματος ἀποδει-
1343κνύει ὅτι ἀδίκως μέμφονταί τινες τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον
1344τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ κακοπιστίᾳ ἐν τῇ περιπτώσει τοὐλά-
1345χιστον ταύτῃ. Διότι, Κύριοι, ἡ προϊοῦσα δῆθεν αὔξησις
1346τῶν ἐσόδων, ἡ ἐμφαινομένη ἐκ τῶν προσωρινῶν καταστά-
1347σεων, δὲν εἶναι ἀληθὴς καὶ πραγματική, ἀλλὰ πλαστὴ καὶ
1348εἰκονική. Τοῦτο γίνεται κατάδηλον ἰδίᾳ ἐκ τῆς τελευταίας
1349προσωρινῆς καταστάσεως, τῆς ἀναγραφούσης τὰ εἰσπρα-
1350χθέντα κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1894 ἐν ἀντι-
1351παραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893. Ἐν
1352αὐτῇ λ. χ. ἀναφέρεται ὅτι, ἐνῷ πέρυσιν αἱ εἰσπράξεις τῶν
1353μονοπωλίων εἶχον ἀνέλθη εἰς 4,765,249, ἐφέτος ἔφθασαν
1354εἰς 7,423,223, ἤτοι ὑπερέβησαν ἐκείνας κατὰ 2,657,973.
1355Ἀλλὰ τί μαρτυρεῖ ἡ πέρυσιν ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπο-
1356λογισμοῦ τοῦ 1894 δημοσιευθεῖσα προσωρινὴ κατάστασις
1357τῶν εἰσπράξεων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1893; ὅτι κατ’
1358αὐτοὺς εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν μονοπωλίων οὐχὶ 4,765,249,
1359ἀλλ’ 8,383,698, ἤτοι ἐπὶ πλέον τοῦ ἐν τῇ ἐφετεινῇ κατα-
1360στάσει ἀναγραφομένου ποσοῦ 3,618,448. Ἐν ἄλλαις λέξε-
1361σιν ἔχομεν ἐφέτος ἐκ τῶν μονοπωλίων οὐχὶ αὔξησιν εἰσπρά-
1362ξεων κατὰ 2,657,973, ἀλλὰ μείωσιν κατὰ 960,475. Καὶ
1363ἐν τῷ συνόλῳ τῶν εἰσπράξεων τῶν 10 πρώτων μηνῶν τοῦ
13641894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῶν ἀντιστοί-
1365χων μηνῶν τοῦ 1893 ἔχομεν διαφορὰν πολλοῦ λόγου ἀξίαν.
1366Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τὴν ἐφετεινὴν κατάστασιν ἐμφαίνεται
1367ὅτι τὸ 1893 εἰσεπράχθησαν 59,605,294, τὸ δὲ 1894 περὶ
1368τὰ 66,923,656, ἤτοι ἐπὶ πλέον 7,308,362, κατὰ τὴν
1369περυσινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων τοῦ 1893 κατὰ τοὺς
137010 πρώτους αὐτοῦ μῆνας, τὴν δημοσιευθεῖσαν ἐν τῷ τεύχει
1371τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894, ἐμφαίνεται ὅτι αὐτὰ ἀνῆλ-
1372θον εἰς 63,272,924, ἤτοι ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον ἐκ
13733,667,630, οὕτω δὲ ἡ ἐν τῇ ἐφετεινῇ καταστάσει παρα-
1374τηρουμένη ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1894 ἐν
1375ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰς τοῦ 1893 περιορίζεται ἐξ 7,318,362
1376εἰς 3,650,732 μεταβαλλομένη μάλιστα, δι’ οὓς λόγους θὰ
1377ὑποδείξω μετ’ ὀλίγον, εἰς διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον. Ἀλλὰ πόθεν
1378ἡ κολοσσιαία αὕτη διαφορὰ μεταξὺ τῆς πέρυσι καὶ τῆς ἐφέ-
1379τος δημοσιευθείσης καταστάσεως τῶν εἰσπράξεων τῶν 10
1380πρώτων μηνῶν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1893; Εἶναι
1381αὐταὶ ἐπίσημοι καταστάσεις ἀμφότεραι, προερχόμεναι ἐκ
1382μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πηγῆς. Ἐρωτῶ ἤδη ὑμᾶς, τοὺς παρα-
1383κολουθοῦντας τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ μοὶ εἴπητε, πῶς πρέ-
1384πει νὰ ὀνομάσωμεν τὰς καταστάσεις ταύτας; Πῶς συμ-
1385βαίνει ὥστε ἐκ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πηγῆς, ἐξ ἑνὸς καὶ τοῦ
1386αὐτοῦ ἐπισήμου γραφείου νὰ προέρχωνται τοιαῦται διαφοραὶ
1387ἑκατομμυρίων ὅλων; Δὲν ἐξεγείρεται, Κύριοι, τὸ αἴσθημα
1388τῆς τιμῆς σας ἐναντίον τῆς καταφώρου ταύτης παραχαρά-
1389ξεως; Δὲν ἤρκει τὸ ἄλλο ὄνειδος, τὸ ὁποῖον ἐπεσωρεύθη
1390εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνεκα τῆς πτωχεύσεως, ἔπρεπεν ἀκόμη
1391καὶ ἐν αὐτῇ τῇ πτωχεύσει νὰ προστεθῇ τὸ ὄνειδος τῆς
1392παραχαράξεως τῶν ἐπισήμων λογαριασμῶν τοῦ Κράτους;
1393Ἔχει καθῆκον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λάβῃ τὸν λόγον
1394καὶ ν’ ἀπολογηθῇ διὰ τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν τοῦ καταγ-
1395γέλλομεν· ἔχει καθῆκον καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειο-
1396νοψηφίας καὶ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπείας τοῦ προϋπολογι-
1397σμοῦ νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύ-
1398την πρᾶξιν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ τὴν δικαιολογήσῃ. Ὅστις
1399ἀμφιβάλλει, τὸν παρακαλῶ νὰ προσέλθῃ καὶ νὰ ἀναγνώσῃ.
1400Εἶναι αὐταὶ αἱ δύο ἐπίσημοι καταστάσεις αἱ διαφέρουσαι
1401ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλην κατὰ 4 καὶ 6 ἑκατομμύρια (ἐπιδει-
1402κνύει αὐτάς).
1403§80Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ περίεργον εἶναι,
1404ὅτι ἐδόθη ἡ ἀπάντησις εἰς τοῦτο, καὶ προσποιεῖσθε ὅτι δὲν
1405τὴν ἠκούσατε.
1406§81ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀπάντησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαψεύσῃ
1407τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1894. Ἔπρεπε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν
1408σας, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ πρόεδρος τῆς
1409ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ 1895 ὑπῆρ-
1410ξεν εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ κατὰ τὸ 1894, καὶ
1411ἐγνώριζεν, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπῆρχε κατακεχω-
1412ρισμένη ἡ προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων
1413τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1893, διότι γνωρίζει ν’ ἀνα-
1414γινώσκῃ. Εἰς αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσητε.
1415§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπαντήσεως.
1416§83ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τὸν κ. Δραγούμην βεβαίως οὐδεμία
1417ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπαντήσεως, ἀλλ’ ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη
1418δι’ ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, διὰ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον (Θόρυβος).
1419§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἔδωκα ἀπάντησιν εἰς τοῦτο, καὶ
1420ἀπέδειξα, ὅτι οἱ πίνακες ἀνέγραψαν ἁπλῶς ὅ,τι ὑπῆρχεν
1421ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς δημοσίοις βιβλίοις. Οὐδένα εἶχον
1422λόγον ἐγώ, ὅπως θέλω νὰ παραστήσω, ὅτι ἦσαν εἰσπεπραγ-
1423μένα 4.000,000 ἐπὶ πλέον κατὰ τὸν Ὀκτώβριον καὶ οὐχὶ
1424κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1894, ἢ ὅτι ἦσαν εἰσπεπραγμένα
1425κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ οὐχὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ
14261893. Τὴν ἐξήγησιν τῶν διαφορῶν ἐν ταῖς ἐγγραφαῖς ὁ κ.
1427Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος τὴν ἐνόησεν, ἀλλὰ προσποιεῖται ὅτι
1428δὲν τὴν ἤκουσεν· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὴν ἤκουσεν,
1429ἀλλὰ δὲν τὴν ἐνόησε, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνει τὰ
1430αὐτά, ἅτινα ὑπερβάλλουσι καὶ τὸ ἀστεῖον.
1431§85ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσποι-
1432εῖται ὅτι δὲν ἐννοεῖ. Κατηγοροῦμεν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον
1433τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας
1434τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅτι περιέλαβον ἐν
1435τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋ-
1436πολογισμοῦ τοῦ 1895 ἐν γνώσει ψευδεῖς ἀριθμούς,—περὶ τού-
1437του ἀκριβῶς πρόκειται, —διότι, ἐνῷ εἶχε κατακεχωρισμένην
1438τὴν κατάστασιν τὴν ἀκριβῆ περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων
1439τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1893 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
1440τοῦ 1894, τὸν ὁποῖον ἐπεξειργάσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1441βερνήσεως, ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐστηρίχθη κατὰ
1442τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
14431895 εἰς ἐσφαλμένην κατάστασιν, ἄλλην παρὰ τὴν κατα-
1444κεχωρισμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894. Καὶ ἐρω-
1445τᾶται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι
1446δὲν τὸν ἐννοοῦμεν, καὶ ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ
1447τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπομειδιᾷ, διὰ τὴν ἀναγρα-
1448φὴν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ
14491893 εἰς κατάστασιν, ἥτις διεψεύδετο διὰ καταστάσεως
1450κατακεχωρισμένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894, —διε-
1451ψεύδετο δὲ οὐ μόνον ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς
1452τὰ ἔξοδα, —καὶ πῶς ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης καταστάσεως
1453προβάλλουσι τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1894 εἶναι
1454ὑπέρτερα τῶν ἐσόδων τοῦ 1893, διατὶ ἀναγράφουσιν ὡς
1455ἔξοδα τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1893 δρ. 45,000,000,
1456ἐνῷ ἀναγράφονται ἐν τῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894
1457καταστάσει 41,000,000· διότι ἡ δικαιολογία, ἣν ἀντέτα-
1458ξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ὅτι
1459δὲν ἦσαν δῆθεν πρόχειρα κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν συνε-
1460τάχθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ
1461ἔτος 1895, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκ τῶν μονοπωλίων δια-
1462χειρίσεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, καίτοι ταῦτα
1463ἦσαν κατακεχωρισμένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894, ὁ
1464ἰσχυρισμὸς οὗτος δὲν χωρεῖ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα. Εἰς τὴν ἔκ-
1465θεσίν του ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
1466γισμοῦ ἀναφέρει ὡς πραγματοποιηθέντα κατὰ τοὺς δέκα
1467πρώτους μῆνας τοῦ 1893 ἔξοδα ἐκ δραχ. 45,000,000, καὶ
1468ἐν τούτοις ἰδοὺ τί ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894 λέγει:
1469«Προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως 1893,
1470ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1893 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1893.
1471Εἰσπραχθέντα δρ. 63,272,924 καὶ 71/00».
1472«Προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐξόδων. Πραγματοποιη-
1473θεῖσαι πληρωμαὶ δραχ. 41,083,361 καὶ 39/00.»
1474Τοιαῦται εἶναι αἱ εἰσπράξεις καὶ αἱ πληρωμαί, κατὰ τὴν
1475κατάστασιν τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894, τῶν δέκα
1476πρώτων μηνῶν 1893 καὶ παρακαλῶ, δικαιολογήσατε τώρα,
1477δικαιολογήσατε πῶς εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ παραβολῇ τῶν ἐσό-
1478δων καὶ τῶν ἐξόδων τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τῶν ἐτῶν
14791895 καὶ 1894 νὰ ἀναγράφητε τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους
1480ἀνεγράψατε ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ 1895, ἤτοι εἰσπράξεις δρ.
148159,605,294 καὶ πληρωμὰς δρ. 44,238,306. Ἐλπίζω ὅτι
1482ἐνοήσατε· πρόκειται περὶ χονδροειδοῦς διαστροφῆς τῶν
1483πραγμάτων.
1484§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς
1485ἐνόησεν ἑαυτόν· διότι ἐγὼ βεβαίως δὲν τὸν ἐνόησα.
1486§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἐννοήσητε ἐμέ.
1487§88ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς θλίβεταί τις, ὅτι ἐπὶ τοιαύτης
1488παραχαράξεως τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν ἔχετε ἀκόμη τὴν
1489τόλμην νὰ προσποιῆσθε ὅτι δὲν ἐννοεῖτε. Εἶναι καιρὸς τέ-
1490λος πάντων νὰ καταλάβῃ τὸ πρόσωπόν σας τὸ ἐρύθημα.
1491§89ΣΑΚΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Εὐταξία. Πληροφο-
1492ροῦμαι ταύτην τὴν στιγμήν, ὅτι ἐπίκεινται συγκρούσεις ἐν
1493τῇ πόλει, διότι ὁ ἀστυνόμος Μαρούλης μετέβη καὶ ἔκλεισε
1494τὴν Ἐπαγγελματικὴν Σχολήν. Ἐν τίνι δικαιώματι προέ-
1495βη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ κλείσιμον τῆς Σχολῆς; Δὲν λει-
1496τουργοῦσι πλέον οἱ νόμοι ἐν Ἑλλάδι;
1497§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι οἱ πί-
1498νακες ἀνέγραψαν ἁπλῶς ὅ,τι εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς
1499δημοσίοις βιβλίοις, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐξήγησε διόλου, πόθεν ἡ
1500διαφορὰ μεταξὺ τῶν πέρυσι καὶ τῶν ἐφέτος δημοσιευθέντων
1501πινάκων περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν δέκα πρώτων μη-
1502νῶν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1893. Ἐὰν αὐτοὶ ἐλήφθησαν
1503ἐκ τῶν αὐτῶν ἐπισήμων βιβλίων, ὤφειλον νὰ συμφωνῶσι
1504πρὸς ἀλλήλους μέχρι κεραίας καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν διαφορὰς
1505μεταξὺ αὐτῶν ἐκ τοσούτων ἑκατομμυρίων. Ἀφοῦ δὲ ὁ ἀξιό-
1506τιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀδυνατεῖ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ
1507τὴν τοιαύτην διαφοράν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἡμεῖς νὰ χα-
1508ρακτηρίσωμεν αὐτὴν ὡς παραχάραξιν τῶν ἐπισήμων ἀριθ-
1509μῶν τοῦ Κράτους.
1510Δὲν πιστεύω, Κύριοι, ὅτι τὴν τοιαύτην παραχάραξιν ἀπε-
1511τόλμησεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργός. Αὐτὸς εἶναι ἀνί-
1512κανος εἰς τοῦτο, διότι ἐλάχιστα ἐννοεῖ ἀπὸ ἀριθμούς. Ἄλ-
1513λος εἶναι ὁ διαπράξας αὐτήν. Εἶναι οὗτος ὁ συντάκτης τῶν
1514προϋπολογισμῶν, ὅστις, μαντεύων ἐκ τῆς φυσιογνωμίας τοῦ
1515προϊσταμένου του, τί οὗτος θέλει, μεταβάλλει αὐτοὺς ἑκά-
1516στοτε, ἀναλόγως τῶν ἐπιθυμιῶν του. Ἐπεθύμει π. χ. ὁ κ.
1517Πρωθυπουργὸς διὰ τὸ ἔτος 1893 προϋπολογισμὸν μὲ ἔσοδα
1518ἐξωγκωμένα, ἵν’ ἀποδείξῃ εἰς τοὺς πιστωτάς μας, ὅτι εἴχο-
1519μεν ἤδη ἰσοζύγιον «καὶ ὄχι μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ πε-
1520ρίσσευμα» ἱκανὸν εἰς κάλυψιν τῶν τοκοχρεωλυσίων τοῦ δα-
1521νείου, ὅπερ ἐπεθύμει τότε νὰ συνομολογήσῃ· καὶ τὴν ἐπιθυ-
1522μίαν του ταύτην ἐννοήσας ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1523διεσκεύασε τοῦτον οὕτω διὰ τὸ ἔτος 1893, ὥστε νὰ παρου-
1524σιάζῃ ἔσοδα ἐξ 111,701,939. Διὰ τὸ 1894 ἐπεθύμει ὁ κ.
1525Πρωθυπουργὸς προϋπολογισμόν, δικαιολογοῦντα τὴν ἐν τῷ
1526μεταξὺ συντελεσθεῖσαν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους καὶ ἀπο-
1527δεικνύοντα ὅτι αὐτὸ καὶ μετὰ τὴν ἀποκοπὴν τῶν χρεωλύ-
1528τρων μόλις τρία δεκατημόρια τῶν τόκων ἠδύνατο νὰ πλη-
1529ρώσῃ πρὸς τοὺς πιστωτάς του· καὶ τὴν ἐπιθυμίαν του ταύ-
1530την κατανοήσας ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ, διεσκεύα-
1531σεν αὐτὸν διὰ τὸ ἔτος 1894 οὕτως, ὥστε νὰ παρουσιάζῃ
1532ἔσοδα μόλις 88,749,669. Νῦν διὰ τὸ 1895, ὡς φαίνεται,
1533ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεθύμει ν’ ἀποδείξῃ εἰς τοὺς πιστω-
1534τάς μας, ὅτι δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν καὶ πλέον τῶν τριῶν
1535δεκατημορίων, ὅσα δηλαδὴ προσέφερεν αὐτὸς ἐνταῦθα ἢ ἐν
1536Λονδίνῳ· καὶ τὴν ἐπιθυμίαν του ταύτην ἐννοήσας ὁ συντά-
1537κτης τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνεβίβασε τὰ ἔσοδα αὐτοῦ διὰ
1538τὸ ἔτος 1895 εἰς 91,331,118. Αὐτὸς οὗτος εἶναι ὁ παρα-
1539χαράττων καὶ τοὺς ἐπισήμους ἀριθμοὺς τοῦ Κράτους, ὡς
1540ἀπέδειξα τοῦτο καὶ ἄλλοτε καὶ νῦν, προσάγων ἐνώπιον ὑμῶν
1541ἁπτὰς τὰς ἀποδείξεις, τὰς καταστάσεις, αἵτινες, προκειμέ-
1542νου περὶ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς χρονικῆς περιόδου, τοσοῦτον
1543διΐστανται πρὸς ἀλλήλας.
1544Ὄτι δ’ ἐκ προθέσεως διεπράχθη ἡ παραχάραξις, δι’ ἧς
1545ἐπεδιώκετο νὰ παρασταθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1894 ὡς ἔχουσα
1546νὰ ἐπιδείξῃ ἀνώτερα τῆς τοῦ 1893 ἔσοδα, τοῦτο γίνεται
1547κατάδηλον καὶ ἐκ τοῦ ἑξῆς γεγονότος. Ἐν τοῖς ἐσόδοις τῶν
1548δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ 1894 ἀναγράφονται ὡς «τυχηρὰ
1549ἔσοδα ἀπρόβλεπτα» 4,210,494 ἀπέναντι προϋπολογισθέν-
1550των 345,000. Ὑπὸ τυχηρὰ ἔσοδα ἐννοοῦνται, κατὰ τὴν
1551εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, τὰ
1552«ἐκ χρεῶν ὁπλιτῶν, ἐξ ἐκποιήσεως ἀδεσπότων ζώων, ἐκ
1553κατασχομένης ξυλείας κλπ.» προερχόμενα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ
1554ἐφάνη ἀπίθανος εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄνδρου Βουλευτὴν ἡ
1555ἐντεῦθεν εἴσπραξις 4,210,494 δρ. κατὰ τοὺς 10 πρώτους
1556μῆνας τοῦ 1894, ἀπηύθυνεν ἤδη οὗτος ἐπερώτησιν, εἰς ἣν
1557ἔσπευσε ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ
1558αὐτοῦ 2,000,000 προέρχονται ἐκ τῆς ἐγγυήσεως τῆς ἐκ-
1559πτώτου κηρυχθείσης ἐργολάβου Ἀγγλικῆς ἑταιρίας τοῦ
1560σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, τὰ δὲ λοιπὰ ἐκ τῶν κρα-
1561τήσεων αὐτῆς. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν, Κύριοι, ἔχουσι τὰ ποσὰ
1562ταῦτα πρὸς τὰ «τυχηρὰ ἔσοδα ἀπρόβλεπτα», ἵνα ἀναγρα-
1563φῶσιν ὡς τοιαῦτα ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει τῶν 10
1564πρώτων μηνῶν τοῦ 1894;...
1565§91Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλα τὰ ἐντὸς τοῦ
1566μηνὸς ἀναγνωριζόμενα ἔσοδα ἀναγράφονται ἐν τῇ κατα-
1567στάσει τοῦ μηνός. Τοῦτο εἶναι μηνιαία κατάστασις ἐσόδων.
1568§92ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἡ ἐγγύησις δὲν εἶναι ἔσοδον τοῦ μη-
1569νός· εἶναι κυμαῖνον χρέος.
1570§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ κυμαῖνον χρέος δὲν εἰσέρχεται εἰς τὴν
1571κατάστασιν.
1572§94ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ καὶ
1573ὅμως ἰδοὺ ὅτι εἰσῆλθεν αὐτὸ εἰς τὴν προσωρινὴν κατάστα-
1574σιν, καὶ ἐξωγκώθησαν οὕτω τὰ ἔσοδα τοῦ 1894 κατὰ
15752,000,000, εἰς ὅσον ποσὸν ἀνέρχεται ἡ ἐγγύησις τῆς ἐκ-
1576πτώτου κηρυχθείσης Ἀγγλικῆς ἑταιρίας.
1577§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι κυμαῖνον χρέος. Ταῦτα
1578ἔπρεπε νὰ τὰ ἀφήσητε ὑμεῖς, ἵνα τὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς
1579ἐξ Ἀττικῆς (ἱλαρότης).
1580§96ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, ἄφετε κατὰ μέρος τὸν ἀξιό-
1581τιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς. Τώρα ἔχετε νὰ κάμετε μὲ ἐμὲ,
1582ἐγὼ δὲ σᾶς λέγω, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις εἶναι κυμαῖνον χρέος,
1583ὡς δὲν ἀγνοεῖ καὶ ὁ τελευταῖος γραφεὺς τοῦ Ὑπουργείου
1584σας. Ἡ ἔκπτωσις δ’ ἐγγυήσεώς τινος δὲν σημαίνει ἄλλο τι
1585ἢ ἀνάλογον πρὸς τὸ ποσὸν αὐτῆς ἐλάττωσιν τοῦ κυμαίνον-
1586τος χρέους, ἥτις ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ὡς τοιαύτη ἐν τῷ
1587ἀπολογισμῷ ὡς τακτοποίησις λογαριασμοῦ.
1588§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τί ἄλλο εἶναι ἡ προσωρινὴ κατά-
1589στασις ἢ ἀπολογισμός; Εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς ἐν τῇ μηνι-
1590αίᾳ προόδῳ τοῦ καταρτισμοῦ αὐτοῦ.
1591§98ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει ἀναγρά-
1592φονται τὰ τρέχοντα, οὕτως εἰπεῖν, ἔσοδα καὶ ἔξοδα χρή-
1593σεώς τινος. Ἡ δ’ ἔκπτωσις ἐγγυήσεως δὲν εἶναι τοιοῦτον
1594ἔσοδον, ἀλλ’ εἶναι μείωσις τοῦ κυμαίνοντος χρέους.
1595§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ κυμαῖνον
1596χρέος.
1597§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶσθε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ
1598δεκαετίαν καὶ ἐπέκεινα, καὶ ἀγνοεῖτε ἀκόμη τόσον στοι-
1599χειῶδες πρᾶγμα, ἀφοῦ μάλιστα εἰς τοὺς κατ’ ἔτος ὑπο-
1600βαλλομένους ὑφ’ ὑμῶν προϋπολογισμοὺς εἰς τὴν Βουλὴν ἐν
1601Κεφαλαίῳ Αʹ ἄρθρῳ 8 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ
1602Ὑπουργείου σας ἀναγράφονται «τόκοι χρηματικῶν ἐγ-
1603γυήσεων»!
1604§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ ἐγγυήσεων. Ἤδη
1605ἐγένετο ἔκπτωτος ἡ ἑταιρία, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε
1606καταβεβλημένον ὡς ἐγγύησιν, τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐκρατεῖτο
1607ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἵνα καλύψῃ τὰς ἐνδεχομένας παραλείψεις
1608τῆς ἑταιρίας, τὰ ποσὰ ταῦτα παρέλαβε τὸ Δημόσιον ὡς
1609περιουσίαν αὑτοῦ.
1610§102ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, τί ἐκά-
1611ματε αὐτὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα μόλις τώρα παρέλαβε τὸ
1612Δημόσιον, ὡς ἰσχυρίζεσθε, σεῖς δ’ ἐσπεύσατε ν’ ἀναγράψητε
1613αὐτὰ ὡς ἔσοδά του ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει;
1614§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνεγράφησαν ὡς ἔσοδα τοῦ Κράτους.
1615Εἶναι πιθανὸν τὰ ἔσοδα ταῦτα τοῦ Κράτους νὰ μὴ εὑρί-
1616σκωνται ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, — τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν γε-
1617νικὴν διαχείρισιν, — ἀλλ’ ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐσόδων τοῦ Κρά-
1618τους τῶν πραγματοποιηθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1894 ταῦτα
1619δὲν δύνανται νὰ λείψωσι, διότι, ἂν λείψωσι, δὲν ἀνα-
1620γράφομεν ἐν ταῖς καταστάσεσι τὰ ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ
1621Κράτους, δὲν ἀναγράφομεν τὰς τελεσθείσας πράξεις· αἱ
1622περὶ τῶν ἐσόδων πράξεις τοῦ 1894 περιλαμβάνουσι καὶ
1623ταύτας, ἔπρεπεν ἄρα νὰ ἀναγράψωσι τὰς πράξεις ταύτας
1624καὶ αἱ προσωριναὶ καταστάσεις τοῦ 1894.
1625§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν πρώτοις δὲν εἶναι πιθανὸν, ἀλλὰ βέ-
1626βαιον, βεβαιότατον, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι ἡ ἐκ 2,000,000
1627φράγκων, χρυσῶν ἐγγύησις τῆς ἐργολάβου ἑταιρίας τοῦ
1628σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης ἐξητμίσθη ἤδη, ἅμα κατα-
1629βληθεῖσα ἐν ἔτει 1890, ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, δια-
1630τεθεῖσα ὑφ’ ὑμῶν αὐτῶν ὑπὲρ ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κρά-
1631τους. Ἀπορῶ δὲ, πῶς νῦν σεῖς ἀκριβῶς λέγετε, ὅτι πιθανὸν
1632νὰ μὴ εὑρίσκωνται τὰ δύο αὐτὰ ἑκατομμύρια ἐν τῷ δημο-
1633σίῳ ταμείῳ. Καὶ κατὰ τοῦτο λοιπὸν δὲν προέκειτο νῦν περὶ
1634εἰσπράξεως, ἀλλὰ περὶ τακτοποιήσεως λογαριασμοῦ.
1635§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποίαν σχέσιν ἔχει ἂν ἐδαπανήθη πρό-
1636τερον ἢ ὄχι; Τώρα ἀνεγνωρίσθη ὡς δημόσιον ἔσοδον ἐκεῖνο,
1637τὸ ὁποῖον, εἴτε τώρα δαπανᾶται, εἴτε πρότερον ἐδαπα-
1638νήθη, δὲν ἦτο δημόσιον ἔσοδον πρὸ τοῦ ἔτους τούτου.
1639§106ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὴ ζητεῖτε νὰ συγχίσητε τὰ ἀσύγχυτα,
1640κύριε Πρωθυπουργέ. Ἕκαστος γινώσκει, καὶ αὐτὸς ὁ ἀδαέ-
1641στατος περὶ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν, ὅτι, προκειμένου
1642περὶ ἐγγυήσεως, ἥτις πρὸ ἐτῶν εἶχε δαπανηθῆ καὶ ἀπε-
1643τέλει ἔκτοτε μέρος τοῦ κυμαίνοντος χρέους, δὲν ἦτο δυ-
1644νατὸν ν’ ἀναγραφῇ νῦν αὐτὴ, ὅτε ἡ καταβαλοῦσα ἑταιρία
1645ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, ὡς ἔσοδον τοῦ 1894 ἐν προσωρινῇ
1646καταστάσει τῆς χρήσεως αὐτοῦ. Εἶναι μόνον μείωσις τοῦ
1647κυμαίνοντος χρέους κατὰ 2,000,000, ἥτις ἠδύνατο νὰ γεί-
1648νῃ ἐν τέλει τῆς χρήσεως ὑπὸ τὸν τύπον τακτοποιήσεως
1649λογαριασμῶν. Καὶ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν ἐκ τῶν 4,210,494,
1650τὸ προερχόμενον ἐκ τῶν κρατήσεων τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος
1651ἑταιρίας, δὲν εἶναι ὡσαύτως ἔσοδον πραγματοποιηθὲν ἐντὸς
1652τοῦ ἔτους 1894 καὶ ὡς τοιοῦτο δυνάμενον ν’ ἀναγραφῇ ἐν
1653προσωρινῇ καταστάσει τῆς χρήσεως αὐτοῦ. Εἶναι γνωστὸν,
1654ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρία εἶχε λάβει παρὰ τοῦ Δημοσίου
1655περιπλέον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐδικαιοῦτο αὐτὴ νὰ λάβῃ ἀπέ-
1656ναντι τῆς ἐργασίας της περὶ τὰ 5,000,000, κατὰ τὴν
1657ἀπόφασιν τοῦ Γερμανοῦ διαιτητοῦ. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο
1658καθαρὰ ζημία τοῦ Κράτους, ἐξ ἧς ἔπρεπε νὰ ἐκπέσωσι νῦν
1659αἱ γενόμεναι κρατήσεις καὶ νὰ μειωθῇ κατ’ ἀνάλογον πο-
1660σὸν ἡ προσγενομένη εἰς τὸ Δημόσιον ζημία ἐξ ὑπαιτιότητος
1661ὑμῶν, ὅστις τόσον ἀβασανίστως ἐθεωρεῖτε τὰς ἑκάστοτε
1662ὑποβαλλομένας εἰς ὑμᾶς καταστάσεις τῶν Ἄγγλων καὶ
1663κατεσπαταλᾶτε οὕτω τὸ δημόσιον χρῆμα. Καὶ ἡ ἔκπτω-
1664σις αὕτη ἐκ τῆς ζημίας ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ γείνῃ ἐν
1665τέλει τῆς χρήσεως ὑπὸ τὸν τύπον τακτοποιήσεως λογα-
1666ριασμῶν. Ἂν δὲ καὶ τὰς κρατήσεις, ὡς καὶ τὴν ἐγγύησιν,
1667παρουσιάζετε ὑμεῖς νῦν ὡς ἔσοδον τῆς χρήσεως τοῦ 1894
1668ἐν προσωρινῇ αὐτῆς καταστάσει, πράττετε τοῦτο ἐν ἐπι-
1669γνώσει τοῦ ὅτι αὐταὶ δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὰ ἔσοδα τῆς χρή-
1670σεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ διὰ τοῦτο θεω-
1671ρῶ ἐγὼ ὑμᾶς ἀνίκανον, ἀποδίδω δὲ καὶ τὴν ψευδῆ ταύτην
1672παράστασιν ὡς ἐσόδων τῶν 10 πρώτων μηνῶν τῆς χρή-
1673σεως τοῦ 1894 τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος 4,210,494 εἰς αὐτὸν
1674ἐκεῖνον, ὅστις παρεχάραξε νῦν καὶ τοὺς ἐπισήμους ἀριθμοὺς
1675τῶν ἐσόδων τοῦ 1893, ἵν’ ἀποδείξῃ ταῦτα οὕτω κατὰ
16767,318,862 κατώτερα τῶν ἐσόδων τοῦ 1894. Ἀλλ’ ἂν νῦν
1677προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1893 τὰ ἐκ παραχαρά-
1678ξεως ἀφαιρεθέντα ἐξ αὐτῶν, ὡς εἴδομεν πρότερον, 3,667,630,
1679ἀφαιρέσωμεν δ’ ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1894 τὰ μὴ ἀνήκοντα
1680εἰς τὴν χρῆσιν αὐτοῦ «τυχηρὰ ἔσοδα ἀπρόβλεπτα ἐκ τῆς
1681ἐγγυήσεως καὶ τῶν κρατήσεων τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας
16824,210,494, θὰ ἴδωμεν οὕτω τὰς ἐξ 7,318,862 ἐπὶ πλέον
1683εἰσπράξεις τοῦ 1894 μεταπιπτούσας εἰς εἰσπράξεις ἐπὶ
1684ἔλαττον κατὰ 559,262.
1685Τὸ ποσὸν τοῦτο, Κύριοι, θὰ ἦτο πολὺ ἀνώτερον, ἐὰν μὴ
1686εἴχομεν ἐφέτος ἐξαιρετικῶς ἀνωτέρας τελωνειακὰς εἰσπρά-
1687ξεις ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἔτος 1893. Τὸ ἐμπόριον, δι’ οὓς
1688λόγους ὑπηνίχθην πρότερον, ἐπιφυλάττομαι δὲ νὰ ἀναπτύ-
1689ξω βραδύτερον διὰ μακρῶν, εἶχε περιορίσει κατὰ πολὺ τὰς
1690προμηθείας του ἐν ἔτει 1893, σχεδὸν μέχρις ἐξαντλήσεως
1691τῆς παρακαταθήκης του. Ἐν ἔτει δὲ 1894, ἀναθαῤῥῆσαν
1692ἐκ τῆς περὶ συμβιβασμοῦ διαβουκολήσεως, προέβη εἰς προ-
1693μηθείας, ὧν χάριν ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν εἰσ-
1694πράξεων. Ἀλλ’ ἂν ἀπίδωμεν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τούτων
1695καὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ καπνοῦ, αἵτινες ἀπὸ ἔτους
1696εἰς ἔτος, ἀφ’ ὅτου καθ’ ὑπόδειξιν ἡμῶν ἐψηφίσθησαν ἐν ἔτει
16971892 αἱ γνωσταὶ περιοριστικαὶ τοῦ λαθρεμπορίου διατά-
1698ξεις, ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσι προϊοῦσαν αὔξησιν· ἂν ἀπίδωμεν
1699προσέτι ἐκ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῆς σταφίδος, ἧς ἡ λαμπρὰ
1700ἐσοδεία τοῦ 1893 ἐξήχθη καὶ ἐφορολογήθη κατὰ τὸ πλεῖ-
1701στον τὸ 1894· ἂν ἀπίδωμεν, λέγω, ἐκ τῶν εἰσπράξεων
1702τούτων, θὰ εὕρωμεν πάσας σχεδὸν τὰς ἄλλας εἰσπράξεις
1703τοῦ 1894 ὑστερούσας κατὰ πολὺ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1893.
1704Οὕτως ὑστεροῦσιν αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν φόρων τῶν ἀρο-
1705τριώντων κτηνῶν, τοῦ ἐλαίου, τῶν διαφόρων προϊόντων,
1706τῶν Ἑπτανησιακῶν προϊόντων, τῶν ζώων, τῶν οἰκοδομῶν,
1707ἐκ τῶν τελῶν χαρτοσήμου καὶ τηλεγράφου, ἐκ προσθέτων
1708τελῶν 20% καὶ τόκων ὑπερημερίας, ἐξ ἀνταλλάγματος
1709στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἐξ εἰδῶν τοῦ μονοπωλίου, ἐκ με-
1710ταλλείων, λατομείων καὶ ὀρυχείων, ἐξ ἰχθυοτροφείων, ἐκ
1711παγίων καὶ προσωρινῶν δόσεων, ἐκ καθυστερούντων ἐσόδων
1712παρελθουσῶν χρήσεων καὶ ἐξ εἰσφορᾶς δήμων καὶ μονῶν
1713ὑπὲρ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Πᾶσαι δηλαδὴ αἱ εἰσπρά-
1714ξεις, αἱ μαρτυροῦσαι κυρίως τὴν φορολογικὴν ἀντοχὴν τοῦ
1715λαοῦ, ὑστεροῦσι τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸ
1716παρελθὸν ἔτος.
1717Ἀλλὰ διατί τότε διεπράχθη ἡ παραχάραξις τῶν ἐπισή-
1718μων ἀριθμῶν τοῦ Κράτους, ὅπως παρασταθῶσι ψευδῶς αἱ
1719εἰσπράξεις τοῦ 1894 ἀνώτεραι τῶν τοῦ 1893; Ὁμολογῶ,
1720Κύριοι, ὅτι ἐβασάνισα ἐπὶ πολὺ τὸν νοῦν μου, ἵνα ἀνεύρω
1721λόγον τινὰ πρὸς τοῦτο. Ἐνόουν κάλλιστα πάσας τὰς ἀπο-
1722τολμηθείσας πρὶν παραχαράξεις τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τοῦ
1723Κράτους, ὅπως ἐπιῤῥιφθῇ μέγα μέρος τῶν ἐλλειμμάτων τῆς
1724ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ κ.
1725Πρωθυπουργοῦ εἴτε εἰς τὴν πρὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου διαχείρι-
1726σιν, εἴτε εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἔκτοτε διαλειμμάτων τῆς
1727Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ οὕτως ἀνακουφισθῇ πως
1728αὐτὸς ἐκ τῆς εὐθύνης, ἣν ὑπέχει διὰ τὴν συντελεσθεῖσαν χρεω-
1729κοπίαν τοῦ Κράτους. Ἐνόουν κάλλιστα καὶ τὰς ἀποτολμη-
1730θείσας πρὶν παραχαράξεις τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τοῦ Κρά-
1731τους, δι’ ὧν παριστῶντο εἰκονικὰ ἰσοζύγια καὶ περισσεύμα-
1732τα, δι’ ὧν εἴχομεν προϊοῦσαν αὔξησιν εἰσπράξεων· διότι
1733οὕτω πως ἐπεδιώκετο ἡ ἐξαπάτησις τῶν πιστωτῶν μας,
1734ὅπως νέα δάνεια συνομολογῶσι πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλὰ νῦν ὁ κ.
1735Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸ ἀντίθετον συμφέρον. Ὀφείλει νὰ πα-
1736ραστήσῃ τὰς δημοσίας εἰσπράξεις μειουμένας, ὅπως οὕτω
1737καὶ τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους δικαιολογήσῃ καὶ ὅσον
1738ἔνεστιν εὐνοϊκωτέρων ὅρων τύχῃ ὑπὲρ αὐτοῦ κατὰ τὴν συνο-
1739μολόγησιν τοῦ ἐπιδιωκομένου συμβιβασμοῦ πρὸς τοὺς πι-
1740στωτάς του. Πῶς ὅμως, ἐναντίον τοῦ συμφέροντός του τού-
1741του, παραχαράττονται νῦν οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοὶ τοῦ Κρά-
1742τους, ἵνα παρασταθῶσιν αἱ εἰσπράξεις αὐτοῦ ἐν προϊούσῃ
1743αὐξήσει καὶ οὕτως ἀποδειχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κακόπι-
1744στος, ὡς ἐν τῇ χρεωκοπίᾳ, καὶ ἐν τοῖς ποσοστοῖς, ἅτινα
1745προσφέρει πρὸς τοὺς πιστωτάς μας διὰ τὸν συμβιβασμόν;
1746Ἰδοὺ, Κύριοι, ἓν ἀληθὲς αἴνιγμα, ὅπερ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν
1747ἠδυνήθην νὰ ἐξηγήσω ἄλλως, εἰμὴ ὅτι ὁ συντάκτης τῶν
1748προϋπολογισμῶν καὶ καταστάσεων, ὁ γνωστὸς παραχαρά-
1749κτης τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τοῦ Κράτους, ἢ παρενόησε νῦν
1750τὰς προθέσεις καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ προϊσταμένου του, ἢ
1751συνέβη καὶ εἰς αὐτὸν ὅ,τι καὶ εἰς τὸν κλέπτην ἐκεῖνον, ὅστις
1752φυλακισθείς ποτε, ἵνα μὴ λησμονήσῃ τὴν τέχνην του, ὑπέ-
1753κλεπτεν ἐν τῇ φυλακῇ τὸν σκοῦφόν του.
1754Ἠναγκάσθην, Κύριοι, νὰ ἐνδιατρίψω ὑπὲρ τὸ δέον ἴσως
1755εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὁλικοῦ ἀποτελέσματος τῶν εἰσπρά-
1756ξεων τοῦ 1894, διότι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀξιό-
1757τιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὸ ἀποτέλεσμα
1758αὐτὸ, τὸ ψευδὲς καὶ εἰκονικὸν, ἠθέλησαν κατὰ πρῶτον καὶ
1759κύριον λόγον νὰ στηρίξωσι τὰς περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ 1895
1760προβλέψεις των. Οὕτω κατέδειξα τὸ σφαλερὸν τῆς βάσεως
1761αὐτῶν ταύτης. Οὐχ ἧττον σφαλερὰ ὑπῆρξε καὶ ἡ ἑτέρα
1762αὐτῶν βάσις, ἡ τοῦ ὁλικοῦ ἀποτελέσματος τῶν εἰσπράξεων
1763τοῦ 1893. Διότι καὶ ἐν ἐκείναις, Κύριοι, περιλαμβάνονται
1764ἔσοδα ὅλως ἔκτακτα, ὡς τοιαῦτα μὴ δυνάμενα νὰ ἐπανα-
1765ληφθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι, μηδὲ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις
1766διὰ τὰς περὶ τοῦ μέλλοντος προβλέψεις ἡμῶν. Οὕτως εἰσε-
1767πράχθησαν τότε ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν ἐσόδων τοῦ Κράτους,
1768ἅτινα διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατηργή-
1769θησαν τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ ἐκ νομισματοποιΐας ὡς
17703,500,000, ἅτινα δὲν θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι.
1771Κατὰ ταῦτα, ἀληθῆ ὅρον συγκρίσεως διὰ τὰ ἔσοδα τοῦ
1772προκειμένου προϋπολογισμοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐν τῷ
1773ὁλικῷ ἀποτελέσματι τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1893 καὶ
17741894, ἀλλ’ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον αὐτῶν. Διὸ εἶμαι νῦν
1775ἠναγκασμένος καὶ ἐγὼ νὰ ἐξετάσω ἓν ἕκαστον τῶν ἐσόδων
1776τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, καὶ δὴ ἐν ἀντιπαραβολῇ
1777πρὸς τὰ ἔσοδα τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἀνευρίσκων
1778τὸν πραγματικὸν μέσον ὅρον αὐτῶν, ὅπου τοιοῦτος ἐγχωρῇ,
1779ἢ καθορίζων κατὰ προσέγγισιν τὴν ἀπόδοσιν αὐτοῦ ἐπὶ τῇ
1780βάσει τῆς προϊούσης αὐξήσεως ἢ μειώσεως τῶν τριῶν προη-
1781γουμένων ἐτῶν, ὅπου ἔχομεν τοιαύτας, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει
1782ἄλλων λόγων, ἐπηρεαζόντων ὁπωσδήποτε ἔσοδόν τι. Διὰ
1783τοιούτου λεπτομεροῦς ἐλέγχου ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐσόδων
1784τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν
1785εἰς τὸ προσῆκον ὁλικὸν ἀποτέλεσμα αὐτῶν...
1786§107ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον, αὔριον.
1787§108ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε ἀκόμη πολλὴν ὥραν;
1788§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ τώρα μόλις θὰ εἰσέλθω εἰς
1789τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1790§110ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Εὐταξία, νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
1791§111ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν δέχηται ἡ Βουλή...
1792§112ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἴμεθα καὶ ἐν ἀπαρτίᾳ.
1793§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε ἔνστασιν περὶ ἀπαρτίας, κύριε
1794Βουλευτά;
1795§114ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως.
1796§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
1797(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κα-
1798τάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν
1799Ἀγγελῆ Ρούφου, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
1800§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 108 Βουλευταί. Ἡ Βουλὴ εἶναι
1801ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
1802§117ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄρχομαι, Κύριοι, τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐσό-
1803δων τοῦ Κράτους, καθ’ ἣν σειρὰν εἶναι αὐτὰ ἀναγεγραμ-
1804μένα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ
1805τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν παρατηρῶ, ὅτι ἐν ἀρχῇ εἴχομεν
1806ἐπ’ αὐτοῦ προϊοῦσαν μείωσιν, ἥτις μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν
1807προσθήκην τῶν δύο δεκατημορίων ἐν ἔτει 1887 μετετράπη
1808εἰς αὔξησιν, ὅπως ὅμως πάλιν μεταπέσῃ εἰς μείωσιν, ἕως
1809οὗ τὸ 1890 καταργηθέντων τῶν δύο δεκατημορίων κατέ-
1810στη αὕτη ἐπαισθητὴ τὰ μάλιστα. Τὸ 1892 προσετέθησαν
1811αὖθις τὰ δύο δεκατημόρια, εἴχομεν δὲ τότε ἐκ τοῦ περὶ οὗ
1812ὁ λόγος φόρου ἔσοδον ἐκ 2,168,543, ὅπερ τὸ 1893 ἀνῆλ-
1813θεν εἰς 2,259,941. Ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ,
1814καίτοι ἀνευρίσκων ὡς μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων τῶν δύο
1815αὐτῶν ἐτῶν τὸ ποσὸν τῶν 2,172,574, οὐδὲν ἧττον προϋ-
1816πολογίζει ὡς ἔσοδον εἰσπρακτέον τὸ 1895 ἐκ 2,230,000.
1817Πῶς ὅμως τοῦτο, ἀφοῦ ἄλλως τε κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆ-
1818νας τοῦ 1894 εἴχομεν ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοί-
1819χους μῆνας τοῦ 1893, ἐπὶ ἔλαττον εἴσπραξιν ἐκ 320,896;
1820Ἐνῷ δηλ. κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1893 εἶχον
1821εἰσπραχθῆ 975,786, τὸ 1894 περιωρίσθη τὸ ποσὸν τοῦτο
1822εἰς 654,890.
1823Τὸν φόρον ἐπὶ τῶν περιβολίων καὶ βοσκῶν θεωρῶ ἀνά-
1824ξιον ἰδιαιτέρου λόγου. Ὡς πρὸς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου,
1825παρατηρῶ ὅτι ἐσφαλμένως ἀναγράφονται ἐν τῷ προκει-
1826μένῳ προϋπολογισμῷ ὡς εἰσπραχθέντα ἐξ αὐτοῦ τὸ 1891
1827μὲν 1,059,684, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 1,058,684, τὸ 1892
1828δὲ 970,282, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 969,135, τὸ 1893 δὲ
18292,353,686, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 2,334,353. Ἀκρίτως δὲ
1830ὅλως ἐξευρίσκει καὶ ἀναγράφει τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπρά-
1831ξεων τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν ἐξ 1,461,055, ἐνῷ μέσος ὅρος
1832ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου δὲν ἐγχωρεῖ, καθόσον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου,
1833ὡς καὶ ὁ ἴδιος παρατηρεῖ, ἔχομεν συνήθως μεταλλαγὴν εὐ-
1834φορίας καὶ ἀφορίας ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Τὸ 1894 εἴχομεν
1835ἀφορίαν, τὸ 1895 θὰ ἔχωμεν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα
1836εὐφορίαν. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου προϋπολογίζεται εἰς 1,870,000
1837ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἐξ αὐτοῦ εἰσπράξεων
1838κατὰ τὰ ἔτη 1892 καὶ 1893. Ἀλλ’ ἐσφαλμένως ἀναγρά-
1839φονται ὡς εἰσπραχθέντα τὸ 1893 ἐκ τοῦ προκειμένου φό-
1840ρου 1,717,094, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 1,889,296, ἐσφαλμέ-
1841νως δὲ κατ’ ἀκολουθίαν ἀναγράφεται καὶ ὡς μέσος ὅρος
1842τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1892 καὶ 1893 τὸ ποσὸν
18431,808,133, ἐνῷ αὐτὸ εἶναι 1,894,198. Τὸ προϋπολογιζό-
1844μενον διὰ τὸ 1895 ἔσοδον ἐκ τοῦ οἴνου δὲν θὰ ἦτο βε-
1845βαίως ὑπερβολικὸν ἐν ὁμαλῇ καταστάσει πραγμάτων. Ἀλλ’
1846ἡ μεγάλη ἀζητησία καὶ ὑποτίμησις τοῦ προϊόντος ἡμῶν
1847τούτου δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ συνεπαγάγῃ ἐνιαχοῦ περιο-
1848ρισμὸν τῆς καλλιεργείας τῆς ἀμπέλου καὶ τῆς οἰνοπαραγω-
1849γῆς, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ν’ ἀποδειχθῇ καὶ τὸ ἐξ
18501,870,000 προϋπολογιζόμενον ἐκ τοῦ οἴνου ἔσοδον τοῦ Δη-
1851μοσίου διὰ τὸ ἔτος 1895 ἀνώτερον τοῦ πραγματικοῦ.
1852Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν προϋ-
1853πολογίζεται εἰς 4.615,308, ἤτοι κατὰ 547,308 ἀνώτερος
1854τοῦ διὰ τὸ ἔτος 1894 προϋπολογισθέντος εἰς 4,068,000;
1855πλὴν διατὶ τοῦτο; Ἐν πρώτοις ἐσφαλμένως ἀναγράφον-
1856ται καὶ ἐνταῦθα ὡς εἰσπραχθέντα τὸ 1892 μὲν 4,108,208,
1857ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 4,054,386, τὸ 1893 δὲ 4,993,170,
1858ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 4,417,299, ὡς μέσος δὲ ὅρος τῶν εἰσ-
1859πράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν 4,654,599, ἐνῷ
1860αὐτὸς εἶναι 4,444,701. Πῶς λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
1861μέσου τούτου ὅρου προϋπολογίζονται εἰσπράξεις ἐκ τῆς
1862σταφίδος 4,615,308 διὰ τὸ ἔτος 1895; Μήπως ἔχομεν
1863προϊοῦσαν αὔξησιν τοῦ ἐσόδου τούτου κατὰ τὰ τελευταῖα
1864τρία ἔτη; Παραγνωρίζει δὲ ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολο-
1865γισμοῦ τέλεον τὴν ὑφισταμένην σταφιδικὴν κρίσιν, δι’ ἣν
1866κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ περιορισθῇ ἐφέτος καὶ ἡ καλ-
1867λιέργεια τοῦ προϊόντος ἡμῶν τούτου καὶ ὡς ἐξ ἐλλείψεως
1868κεφαλαίων πρὸς τοῦτο καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀζητησίας καὶ ὑπο-
1869τιμήσεως αὐτοῦ, δι’ ἣν ἐνιαχοῦ δὲν καλύπτονται κἄν αἱ
1870δαπάναι τῆς καλλιεργείας.
1871Τὸν φόρον ἐπὶ τῶν σύκων καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν διαφό-
1872ρων προϊόντων, τὸν εἰσπραττόμενον εἰς τὰ τελωνεῖα, πα-
1873ρέρχομαι, παρατηρῶν μόνον, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν ἔχομεν προϊοῦ-
1874σαν αὔξησιν κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη, δι’ ἣν δὲν
1875ἐπετρέπετο νὰ τεθῇ ὡς βάσις διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ὁ μέσος
1876ὅρος τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν. Ἀλλὰ τὰ ἐξ αὐτῶν ἔσοδα
1877δὲν εἶναι πολλοῦ λόγου ἄξια.
1878Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν προϊόντων Ἑπτανήσου, ὁ εἰσπραττό-
1879μενος εἰς τὰ τελωνεῖα, προϋπολογίζεται εἰς 2,514,600, ἤτοι
1880κατὰ 84,600 ἐπὶ πλέον τοῦ ἔτους 1894, ὅτε αὐτὸς προϋ-
1881πελογίσθη εἰς 2,430,000. Ἀστεία εἶναι ἡ ἐξεύρεσις καὶ
1882ἀναγραφὴ τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προ-
1883ηγουμένων ἐτῶν ἐκ τοῦ προκειμένου φόρου. Αἱ κυριώταται
1884πρόσοδοι αὐτοῦ εἶναι, ὡς γνωστόν, κατὰ πρῶτον καὶ κύριον
1885λόγον ἡ ἐκ τοῦ ἐλαίου, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον ἡ ἐκ τῆς
1886σταφίδος. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ὡς εἴδομεν ἤδη, ἔχομεν
1887ἐναλλαγὴν εὐφορίας καὶ ἀφορίας ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ὥστε
1888ἐπ’ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν μέσος ὅρος. Πλὴν
1889τούτου, διὰ τὴν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου
1890εἴσπραξιν δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν ἐπὶ εὐφορίαν, ἀλλ’
1891ἐπὶ ἀφορίαν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, διότι ἐκεῖ φορολογεῖ-
1892ται ἐν τοῖς τελωνείοις τὸ ἔλαιον τῆς παραγωγῆς τοῦ ἡγου-
1893μένου ἔτους, θὰ φορολογηθῇ δὲ καὶ τὸ 1895 τὸ ἔλαιον τοῦ
1894ἀφόρου ἔτους 1894. Ἐντεῦθεν πρέπει ν’ ἀναμένωμεν ἔκ-
1895πτωσιν ἐκ τοῦ ἐσόδου του. Καὶ ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς
1896Ἑπτανήσου δὲν ἐγχωρεῖ μέσος ὅρος, διότι αὐτὴ δὲν φορολο-
1897γεῖται ἐκεῖ κατὰ χιλιόλιτρον, ὡς ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι,
1898ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας τιμῆς. Ἐπειδὴ δὲ τὸ
1899προϊὸν τοῦτο εὕρηται ἐν ὑποτιμήσει, ἀνάγκη καὶ διὰ τὸν
1900γενικώτερον λόγον, ὃν ὑπέδειξα πρίν, προκειμένου περὶ τῆς
1901σταφίδος τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν, καὶ διὰ τὸν εἰδικὸν λόγον
1902τὸν ἀπαντῶντα ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς Ἑπτανήσου, ν’ ἀνα-
1903μένωμεν μείωσιν καὶ ἐκ τῆς προσόδου ταύτης. Ἰδοὺ οἱ
1904λόγοι, Κύριοι, δι’ οὓς νομίζω ὅτι εὐτυχεῖς πρέπει νὰ λογί-
1905ζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἐὰν ἐκ τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανή-
1906σου εἰσπράξωμεν τὸ προσεχὲς ἔτος καὶ 2,000,000.
1907Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων προϋπολογίζονται 2,290,000
1908ἀπέναντι 2,058.000 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ παρελθὸν
1909ἔτος, ἤτοι νῦν ἐπὶ πλέον κατὰ 232,000. Τὸ 1893 εἰσε-
1910πράχθησαν ἐξ αὐτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ͵ΒΠʹ, δι’ οὗ
1911ἐν ἔτει 1892 ἐπηνέχθησαν μεταῤῥυθμίσεις εἰς τοὺς φορο-
1912λογικοὺς ὅρους καὶ εἰς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως αὐτοῦ,
19132,251,429. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ
19141894 εἴχομεν εἰσπράξεις ἐξ αὐτοῦ 1,224,075, ἤτοι ἐν ἀντι-
1915παραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893, καθ’
1916οὓς εἶχον εἰσπραχθῆ 1,340,970, ἐλάττωσιν κατὰ 116,895,
1917πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ προσεχὲς ἔτος νὰ ἔχωμεν ἐντεῦθεν
1918ἀνωτέραν πρόσοδον καὶ αὐτοῦ τοῦ 1893; Πιθανωτέρα εἶναι
1919ἡ μείωσις αὐτῆς, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ, ὡς ἐφέτος, καὶ τὸ ἐπιὸν
1920ἔτος, ἕνεκα τῆς μεγάλης καταναλώσεως ἐγχωρίων ζώων,
1921τῆς ὀφειλομένης εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν ἔξωθεν εἰσαγομέ-
1922νων ζώων, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζι-
1923κοῦ γραμματίου.
1924Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων προϋπολογίζεται εἰς
19252,065.000, ἀπέναντι 1,960,000 προϋπολογισθέντων διὰ
1926τὸ 1894, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ 105,000. Ἐπὶ τοῦ φόρου
1927τούτου ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναγράφων τὰ εἰσ-
1928πραχθέντα κατὰ τὰ ἔτη 1891, 1892 καὶ 1893, λαμβάνει
1929ὡς βάσιν τὸν μέσον αὐτῶν ὅρον. Ὁ ὅρος ὅμως οὗτος δὲν ἐγ-
1930χωρεῖ ἐνταῦθα, διότι ἔχομεν προϊοῦσαν αὔξησιν ἀξίαν λό-
1931γου. Οὕτω, ἐνῷ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1891 ὑπολογίζονται
1932εἰς 1,581,930; τὸ 1892 ἀνῆλθε τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἔσοδον
1933εἰς 2,239,609 καὶ τὸ 1893 εἰς 2,376,690. Ἡ προϊοῦσα δὲ
1934αὕτη αὔξησις παρατηρεῖται καὶ κατὰ τοὺς δέκα πρώτους
1935μῆνας τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους
1936μῆνας τοῦ 1893. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τούτους εἴχομεν εἴσ-
1937πραξιν ἐκ δραχ. 377,819, κατ’ ἐκείνους ἀνῆλθεν αὕτη εἰς
1938449,113. Διὰ ταῦτα πρέπει νὰ προσδοκῶμεν ἀνώτερον πο-
1939σὸν τοῦ νῦν προϋπολογιζομένου.
1940Ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν προϋπολογίζονται 2,100,
1941000, ἀπέναντι 1,930,000 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1894,
1942ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ 170,000. Καὶ ἐπὶ τοῦ προσδιορισμοῦ
1943τοῦ φόρου τούτου λαμβάνεται ὡς βάσις ὁ μέσος ὅρος τῶν
1944τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ οὗτος ἐπηυξημένος κατά τι.
1945Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν παρατηρεῖται ἀπὸ τοῦ
19461893 μείωσις προϊοῦσα, ἥτις θὰ ἐξακολουθήσῃ βεβαίως καὶ
1947τὸ προσεχὲς ἔτος ἐν τῷ μέσῳ τῆς κρατούσης οἰκονομικῆς δυσ-
1948πραγίας. Βεβαίως ἐγένοντο πολλαὶ νέαι οἰκοδομαὶ, ὡς παρα-
1949τηρεῖ ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνά-
1950λογος πρὸς αὐτὰς καὶ ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ. Καὶ διὰ τὸν
1951λόγον τοῦτον καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν καχεξίαν πολλαὶ
1952οἰκίαι μένουσιν ἀνενοικίαστοι καὶ τὰ ἐνοίκια ἔχουσιν ὑπο-
1953τιμηθῆ μεγάλως. Ἀφοῦ δὲ ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου γίνεται
1954ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνοικίων καὶ ἀπαλλάσσονται αὐτοῦ αἱ
1955οἰκοδομαὶ, καθόσον μένουσιν ἀνενοικίαστοι, οὐδεμία ἀμφι-
1956βολία ὅτι τὸ 1895 θὰ ἔχωμεν οὐχὶ ἐπὶ πλέον, ἀλλ’ ἐπὶ
1957ἔλαττον τοῦ μέσου ὅρου εἴσπραξιν ἐκ τοῦ προκειμένου φόρου.
1958Ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν ἀνωνύμων
1959ἑταιριῶν κλπ. καταπληκτικὴ εἶναι ἡ προϊοῦσα μείωσις. Ἐκ
1960459,221, ὅσα εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτοῦ τὸ 1891, κατῆλθε
1961τὸ 1892 εἰς 298,740 καὶ τὸ 1893 εἰς 220,293. Ἐνῷ δὲ
1962καὶ ἄλλως εἶναι γνωστὴ ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τῶν ἀνωνύ-
1963μων ἡμῶν ἑταιριῶν, χωρὶς νὰ παρέχῃ ἐλπίδα προσεχοῦς
1964βελτιώσεως, ἐν τούτοις ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ
1965ἀναζητεῖ καὶ ἀναγράφει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐσόδου
1966τὸν μέσον ὅρον τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν.
1967Οὕτω διεξήλθομεν, Κύριοι, ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς ἀμέσους φό-
1968ρους. Ἐν κεφαλαίῳ δ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑπολογίζω ἐκ μὲν
1969τῶν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τοῦ οἴνου, τῆς στα-
1970φίδος, τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων, τῶν ζώων, τῶν οἰκο-
1971δομῶν καὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος εἴσπραξιν ἐπὶ ἔλατ-
1972τον τῶν προϋπολογιζομένων κατὰ 1,450,000, ἐκ δὲ τῶν
1973φόρων τῶν σύκων, τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις φορολογουμένων
1974διαφόρων προϊόντων καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων εἴσπραξιν ἐπὶ
1975πλέον κατὰ 250,000.
1976Μεταβαίνων νῦν εἰς τοὺς φόρους καταναλώσεως, ὀφείλω
1977νὰ ἐνδιατρίψω κυρίως εἰς τὸν σπουδαιότατον αὐτῶν, τὸν
1978τελωνειακὸν δασμὸν εἰσαγωγῆς. Ἐκ τούτου προϋπολογί-
1979ζονται νῦν 22,303,000, ἀπέναντι 18,000,000 προϋπολο-
1980γισθέντων διὰ τὸ 1894, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ 4,303,000.
1981Πέρυσι δικαίως κατεκρίθη τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ὡς
1982ἔλαττον κατὰ πολὺ τοῦ πραγματοποιηθησομένου, αἱ δὲ
1983μέχρι τοῦδε τελωνειακαὶ εἰσπράξεις ὑπερηκόντισαν βεβαίως
1984καὶ τὰς προσδοκίας ἐκείνων, οἵτινες ἦσαν τότε πολὺ αἰσιο-
1985δοξότεροι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διὰ τὸ 1895 ἐλήφθη ὡς
1986βάσις τὸ ἔσοδον τοῦ 1893, ἐπειδὴ δ’ αἱ εἰσπράξεις τοῦ
19871894 θὰ ὑπερβῶσι τοῦτο, ἐντεῦθεν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1988καὶ ἄλλοι προήχθησαν νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι θὰ ἔχωμεν τὸ
1989προσεχὲς ἔτος εἴσπραξιν πολὺ ἀνωτέραν τῆς προϋπολογι-
1990ζομένης. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι τοῦτο. Ἡ αὔξησις τῶν
1991τελωνειακῶν εἰσπράξεων, ἡ παρατηρηθεῖσα ἐν ἔτει 1894,
1992εἶναι παροδική, οὐδὲ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ τὸ 1895.
1993Τὸ 1893 ἡ εἰσαγωγὴ εἶχεν ἐλαττωθῆ κατὰ πολὺ, τοῦτο
1994μὲν, διότι τὸ ἐμπόριον εἶχε προβῆ εἰς ἱκανὰς προμηθείας
1995ἤδη λήγοντος τοῦ 1892 ἐπὶ τῇ ἐπικειμένῃ τότε μεταῤ-
1996ῥυθμίσει τοῦ δασμολογίου, καθ’ ἣν ηὔξανεν ὁ δασμὸς ἐπὶ
1997πολλῶν εἰδῶν, τοῦτο δὲ, διότι ἡ τότε κρατοῦσα ἐκκρεμό-
1998της ἐν τῷ οἰκονομικῷ ζητήματι καὶ ἀβεβαιότης περὶ τοῦ
1999μέλλοντος ἠνάγκαζε τοὺς πάντας νὰ περιστείλωσι κατὰ
2000πολὺ τὰς παραγγελίας των εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ ν’ ἀρκε-
2001σθῶσιν εἰς τὰς ἐνταῦθα παρακαταθήκας, ἃς εἶδον οὕτω
2002μέχρι τέλους τοῦ 1893 σχεδὸν ἐξαντλουμένας. Ἀλλὰ λήγον-
2003τος αὐτοῦ συνετελέσθη ἡ χρεωκοπία, δι’ ἣν πολλοὶ ἐπίστευ-
2004σαν ὅτι θὰ ἐπήρχετο ἀνακούφισις μεγάλη εἰς τὴν νομισμα-
2005τικὴν ἡμῶν ἀγορὰν, ὡς ἐκ τῆς ἀποκοπῆς τῶν χρεωλυσίων
2006καὶ τῆς περιστολῆς τῶν τόκων τοῦ Δημοσίου κατὰ ἑπτὰ
2007δεκατημόρια. Ἂν προσέτι λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς περὶ
2008συμβιβασμοῦ καὶ περὶ ἀναζωογονήσεως τῆς δημοσίας καὶ
2009κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστεως ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2010γοῦ, δι’ ὧν ἔκτοτε διεβουκόλησε τὴν χώραν καὶ ἐξ ὧν ἀνα-
2011θαῤῥῆσαν καὶ τὸ ἐμπόριον προέβη εἰς προμηθείας πολλὰς
2012πρὸς ἀναπλήρωσιν καὶ τῶν κενῶν, ἅτινα ἐγκατέλιπεν εἰς
2013αὐτὸ τὸ 1893, θὰ εὕρωμεν οὕτως εὐεξήγητον τὴν αὔξησιν
2014τῆς εἰσαγωγῆς ἐν ἔτει 1894. Τελευταῖον δ’ ἔπρεπε νὰ ἐπι-
2015ταθῇ αὕτη ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ τοῦ περὶ διαπυλίων νομοσχε-
2016δίου, δι’ οὗ ἔμελλε ν’ αὐξήσῃ κατὰ 2½ τοῖς ἑκατὸν ὁ εἰσα-
2017γωγικὸς δασμὸς ὑπὲρ ὅλων ἀδιακρίτως τῶν δήμων καὶ νὰ
2018προστεθῶσι 50% εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τοῦ σίτου. Ἀλλ’
2019οὕτω, Κύριοι, θὰ εὑρεθῶμεν ἐν ἔτει 1895 ἀκριβῶς εἰς ἣν θέσιν
2020ἤμεθα ἐν ἔτει 1893. Ὡς τότε δηλαδὴ, καὶ νῦν τὸ ἐμπόριον
2021θὰ ἔχῃ ἐπὶ πολὺ τὰς παρακαταθήκας του πλήρεις, διὰ
2022τὴν ἐπικειμένην αὔξησιν τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν ὡς τότε,
2023καὶ νῦν θὰ εὑρεθῶμεν ἐν ἐκκρεμότητι τοῦ οἰκονομικοῦ ζητή-
2024ματος καὶ ἐν ἀβεβαιότητι περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀφοῦ αἱ
2025περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεις, διακοπεῖσαι πρὸ πολ-
2026λοῦ, δὲν ἐπανελήφθησαν, οὐδ’ εἶναι ἐλπὶς νὰ ἐπαναληφθῶσι
2027καὶ ἀχθῶσι ταχέως εἰς αἴσιον πέρας. Θὰ εὑρεθῶμεν ἄρα
2028τὸ προσεχὲς ἔτος, ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν, ὑπὸ τὰς αὐτὰς
2029περίπου συνθήκας, ὑφ’ ἃς καὶ τὸ 1893· διὸ δὲν εἶναι δυνατὸν
2030νὰ προσδοκῶμεν νῦν ἀνωτέρας τῶν τότε τελωνειακῶν εἰσπρά-
2031ξεων. Φόβος εἶναι μάλιστα, μή τοι ὑπολειφθῶσιν αὗται καὶ
2032τοῦ προϋπολογιζομένου ποσοῦ, δι’ ἕτερόν τινα λόγον, ὃν δὲν
2033φαίνεται λαβὼν ὑπ’ ὄψιν ὁ συντάκτης τοῦ προϋπολογισμοῦ.
2034Ἐτελέσθησαν ἤδη ἐπ’ αἰσίοις οἰωνοῖς ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ ἐγ-
2035καίνια τοῦ μεγάλου ζαχαροποιείου, τοῦ ἱδρυθέντος ἐκεῖ ὑπὸ
2036τοῦ ὁμογενοῦς Χρ. Ζωγράφου. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι
2037εὐχάριστον τὸ γεγονὸς τοῦτο διὰ τὴν καθόλου οἰκονομίαν
2038τῆς χώρας, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ ἐπετελέσθη ἓν μέγα βῆμα προό-
2039δου διὰ τὴν βιομηχανίαν καὶ γεωργίαν ἐν Ἑλλάδι, εἶναι
2040ὅμως δυσάρεστον αὐτὸ διὰ τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις, ἐξ
2041ὧν 4,500,000 περίπου προέρχονται ἐκ τοῦ δασμοῦ τῆς
2042ζαχάρεως, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο θὰ μειωθῇ βεβαίως κατὰ
2043πολὺ μετὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ ζαχαροποιείου.
2044Ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως καπνοῦ προϋπολογίζον-
2045ται 6,388,000, ἀπέναντι 5,808,400, προϋπολογισθέντων
2046διὰ τὸ 1894, ἤτοι ἐπὶ πλέον νῦν κατὰ 579,600. Ἡ αὔ-
2047ξησις αὕτη εἶναι βεβαίως δεδικαιολογημένη ἐκ τῆς προϊού-
2048σης αὐξήσεως τοῦ ἐσόδου τούτου, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθησαν αἱ
2049περιοριστικαὶ τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ καπνοῦ διατάξεις ἐν
2050ἔτει 1892, ὡς ὑπεδήλωσα ἤδη τοῦτο πρότερον. Τὴν κατα-
2051νάλωσιν δὲ τοῦ καπνοῦ, ὡς γνωστόν, δὲν μειοῖ, ἀλλὰ τοὐ-
2052ναντίον ἐπιτείνει ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία. Πολλοὶ ἐννοοῦσι
2053νὰ διασκεδάσωσι τὴν δυστυχίαν των διὰ τοῦ ἀπολαυστικοῦ,
2054εἰ καὶ ἐπιβλαβοῦς πως εἰς τὴν ὑγείαν, ἀντικειμένου τούτου
2055τῆς καταναλώσεως. Διὸ καὶ ἐγὼ οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω εἰς
2056τὴν ἐπὶ πλέον ἀναγραφὴν τοῦ ἐξ αὐτοῦ ἐσόδου τοῦ Κρά-
2057τους ἐν τῷ προκειμένῳ προϋπολογισμῷ.
2058Ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως πνευματωδῶν ποτῶν
2059προϋπολογίζονται 60,000, ὅσα καὶ διὰ τὸ ἔτος 1894.
2060Ἀλλ’ ἤδη κατὰ τοὺς πρώτους δέκα μῆνας τοῦ ἔτους τού-
2061του ἐβεβαιώθησαν 64,831, καὶ εἰσεπράχθησαν 60,781,
2062αἵτινες θ’ ἀνέλθωσι κατ’ ἀναλογίαν μέχρι τέλους εἰς 70,000
2063τοὐλάχιστον, εἰς ὃ ποσὸν ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῶσι κυ-
2064ρίως καὶ διὰ τὸ 1895 αἱ ἐντεῦθεν εἰσπράξεις. Ἐκ τῶν
2065περὶ ὧν ὁ λόγος 60,000 αἱ 13,000 προέρχονται ἐκ τοῦ
2066οἰνοπνεύματος. Εἰς τὸ μικροσκοπικὸν τοῦτο ποσὸν περιω-
2067ρίσθη ἐπὶ τέλους ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος, οὗτινος ὁ κ.
2068Πρωθυπουργὸς ἐνεφανίσθη πάλαι ποτὲ ὡς μεταῤῥυθμιστής,
2069προοιωνιζόμενος ἐξ αὐτοῦ ἔσοδα ἐξ ἑκατομμυρίων ὅλων. Εἰς
20702,140,000 εἶχε προϋπολογίσει αὐτὰ διὰ τὸ ἔτος 1884,
2071εἰς 1,364,200 διὰ τὸ ἔτος 1889, εἰς 500,000 διὰ τὸ ἔτος
20721893, ἕως οὗ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν οἰνο-
2073πνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας ἠρκέσθη εἰς μόνας
2074τὰς 13,000 διὰ τὸ 1894 καὶ 1895. Sic transit gloria
2075mundi καὶ τοῦ κ. Τρικούπη ἡ φορολογικὴ σοφία! Ἀλλ’
2076εἶναι ἀστειοτάτη ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων
2077παράθεσις τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν
2078κατὰ τὰ ἔτη 1891, 1892 καὶ 1893 καὶ ἡ ἀναγραφὴ
2079τοῦ μέσου αὐτῶν ὅρου ἐκ 326,619. Καὶ τίνα σχέσιν ἔχει,
2080κ. Πρωθυπουργέ, τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς τὰς προϋπολογι-
2081ζομένας νῦν 60,000;
2082§118Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἔχομεν πί-
2083νακα παραθέσεων, καὶ ἔπρεπε νὰ ἠξεύρωμεν πρὸς τί θὰ
2084παραβάλωμεν τὰ ἐν ἑκάστῳ ἄρθρῳ προϋπολογιζόμενα.
2085§119ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατόν ποτε νὰ παρα-
2086βληθῶσιν αἱ ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν εἰσπράξεις τοῦ
20871893 πρὸς τὰς τοῦ 1895, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν
2088ὅτι ὁ κυριώτατος αὐτῶν πόρος, ὁ ἐκ τοῦ οἰνοπνεύματος,
2089περιωρίσθη εἰς ἐλάχιστον ποσὸν, εἰς 13,000 μόνον, μετὰ τὴν
2090κατάργησιν τῶν οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας,
2091τὴν ἐπελθοῦσαν ἤδη ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1893; Σᾶς ἐρωτῶ
2092δὲ καὶ πάλιν, τίνα σχέσιν ἔχει ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπρά-
2093ξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν ἐκ 326,619 πρὸς τὰς
2094προϋπολογιζομένας 60,000 διὰ τὸ 1895, ὁ ἀναγραφόμενος
2095ἐνταῦθα;
2096§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσι τὰ τοῦ 3ου ἄρ-
2097θρου, εἰς ὃ ἀνήκουσι δραχμαὶ 60,000 κατὰ τὸ 1895.
2098§121ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐρωτῶ περὶ τούτου· σᾶς
2099ἐρωτῶ, τίνα σχέσιν ἔχουσιν αἱ 60,000.
2100§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνήκουσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον. Ἀνα-
2101γράφομεν ἑξήκοντα χιλιάδας διὰ τὸν ζῦθον καὶ τὰ ἐξ ἀμυ-
2102λωδῶν οὐσιῶν καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα οἰνο-
2103πνεύματα.
2104§123ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ παράθεσις τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν
2105προηγουμένων ἐτῶν καὶ τοῦ μέσου αὐτῶν ὅρου ἐγένετο
2106ἐνταῦθα ἄνευ λόγου, εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, εἰς τὸν βρόν-
2107τον, τὸ δὴ λεγόμενον, ὅπως εἰς τὸν βρόντον ἀναγρά-
2108φετε καὶ ὡς εἴσπραξιν τοῦ 1893 ἔτους ἐκ πνευματωδῶν
2109ποτῶν 486,667, ἐνῷ αὐτὴ ἀνῆλθε, κατὰ τὸν δημοσιευ-
2110θέντα ἤδη προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, εἰς
2111355,238 μόνον, ὅπως εἰς τὸν βρόντον ἀναγράφετε κατω-
2112τέρω καὶ ὡς εἴσπραξιν τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1893 ἐκ τοῦ λιανι-
2113κῶς πωλουμένου οἴνου 297,650, ἐνῷ αὐτὴ, κατὰ τὸν αὐ-
2114τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, ἀνῆλθεν εἰς 231,684 μόνον.
2115§124ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παραβάλλετε βεβαιωθέντα πρὸς εἰσπρα-
2116χθέντα, δὲν ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1894.
2117§125ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνταῦθα ἀναγράφετε εἰσπράξεις. Πῶς
2118κατορθόνετε νὰ μεταβάλλωνται οἱ ἀριθμοὶ, εἶναι περίεργον!
2119Μεταβαίνων νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐσόδων ἐκ τελῶν
2120καὶ δικαιωμάτων, παρατηρῶ ἐν κεφαλαίῳ περὶ τῶν ἐσόδων
2121ἐκ φόρων καταναλώσεως, ὅτι τὰ μὲν πνευματώδη ποτὰ
2122θ’ ἀποδώσωσιν ὡς 10,000 ἐπὶ πλέον τῶν προϋπολογιζομέ-
2123νων, ὁ δὲ λιανικῶς πωλούμενος οἶνος, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
2124εἰσπραχθέντων ἐξ αὐτοῦ ἐν ἔτει 1893, ὡς 50,000 δραχ.
2125ἐπὶ ἔλαττον.
2126Ἐκ τελῶν χαρτοσήμου προϋπολογίζονται 12,506,000,
2127ἀπέναντι 12,477,067 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1894,
2128ἤτοι νῦν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 421,067. Καὶ ἐνταῦθα παρα-
2129τίθενται ἀλογίστως αἱ εἰσπράξεις τῶν ἐτῶν 1891,1892 καὶ
21301893, καὶ ἐξευρίσκεται ὁ μέσος αὐτῶν ὅρος, ἐνῷ εἶναι γνω-
2131στὸν, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἔχουσιν ἐπέλθῃ σπουδαῖαι φορολο-
2132γικαὶ μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἐκ
2133τῆς καθιερώσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἐν ἔτει 1892 καὶ
2134ἐκ τῆς αὐξήσεως διαφόρων τελῶν, μάλιστα δὲ τῶν δικαστι-
2135κῶν τελῶν ἀρχομένου τοῦ 1893. Τούτου ἕνεκεν, ἐνῷ τὸ
21361891 εἴχομεν εἴσπραξιν ἐξ 9,923,960, τὸ 1893 ἀνῆλθεν
2137αὕτη εἰς 12,611,544. Κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ
21381894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ
21391893 ἐπῆλθε μείωσις εἰς τὸ ἔσοδον τοῦτο κατὰ 136,451,
2140διότι, ἐνῷ κατὰ τούτους εἴχομεν εἴσπραξιν ἐκ 10,397,438,
2141κατ’ ἐκείνους κατῆλθεν αὐτὴ εἰς 10,200,987. Μεγάλη
2142μείωσις ἐπῆλθεν ἰδίᾳ εἰς τὰ δικαστικὰ τέλη, διὰ τὸ ἐπαχθὲς
2143τῶν ὁποίων πολλοὶ προτιμῶσι νῦν νὰ στερηθῶσι τοῦ δικαίου
2144των ἢ νὰ διεκδικήσωσιν αὐτὸ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ.
2145Ἐλάττωσις παρατηρεῖται καὶ εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη,
2146ἂν δὲ ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐξακολουθήσῃ καὶ τὸ προσεχὲς
2147ἔτος, βεβαίως ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ ἔσοδον ἀνώ-
2148τερον τοῦ νῦν προϋπολογιζομένου ἐκ τελῶν χαρτοσήμου, ὡς
2149ἤλπισάν τινες.
2150Ἐκ τελῶν προξενικῶν προϋπολογίζονται 515,000, ἀπέ-
2151ναντι 560,000 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ ἔτος 1894, ἤτοι
2152νῦν (ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 45,000. Καὶ ἐν τῷ ἐσόδῳ τούτῳ
2153παρατίθενται ὅλως ἀνακριβῶς αἱ εἰσπράξεις τῶν τριῶν
2154προηγουμένων ἐτῶν, ἀνακριβὴς δὲ εἶναι κατ’ ἀκολουθίαν
2155καὶ ὁ ἀναγραφόμενος μέσος ὅρος αὐτῶν. Διότι ἐν ἔτει 1891
2156δὲν εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῶν 573,040, ὡς ἀναφέρεται ἐν
2157τῷ προκειμένῳ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ μόνον 543,271, κατὰ
2158τὸν ἐπίσημον ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, οὐδὲ 549,977
2159τὸ 1892, ἀλλὰ μόνον 503,626, κατὰ τὸν προσωρινὸν αὐτοῦ
2160ἀπολογισμὸν, οὐδὲ 514,647 τὸ 1893, ἀλλὰ μόνον 487,797,
2161κατὰ τὸν προσωρινὸν αὐτοῦ ἀπολογισμόν. Ὡς παρατηρεῖτε,
2162Κύριοι, καὶ ἐνταῦθα παρατίθενται εἰσπράξεις ἀνύπαρκτοι
2163τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, παραχαραχθέντων τῶν σχε-
2164τικῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τοῦ Κράτους ὑπὸ τοῦ γνωστοῦ
2165παραχαράκτου τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Εἰς τὸν βρόντον
2166δὲ κατ’ ἀκολουθίαν ἀναγράφεται καὶ ὡς μέσος ὅρος αὐτῶν
2167545,888, ἐνῷ ὁ ἀληθὴς μέσος ὅρος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀλη-
2168θῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν εἶναι
2169512,231. Ἀλλ’ ἐγχωρεῖ ἐνταῦθα μέσος ὅρος, ἀφοῦ ἔχομεν
2170κατ’ ἔτος προϊοῦσαν μείωσιν; Βεβαίως ὄχι. Ἔπρεπε μᾶλλον
2171ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προϊούσης μειώσεως καὶ ἀναλόγως πρὸς
2172τὰς εἰσπράξεις τοῦ τελευταίου ἔτους τῆς ἀντιπαραβολῆς
21731893 νὰ προϋπολογισθῇ τὸ ἐκ προξενικῶν τελῶν ἔσοδον διὰ
2174τὸ 1895 τὸ πολὺ πολὺ εἰς 480,000.
2175Περὶ τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν οὐδὲν
2176ἔχω νὰ παρατηρήσω. Ἐξαιρετικῶς ἐπ’ αὐτῶν ἀναγράφεται
2177ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν,
2178καὶ μόνον ἐπὶ τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν γίνεται ἀποδεκτὴ
2179αὔξησίς τις, ἀνάλογος πρὸς τὴν προϊοῦσαν αὔξησιν τῆς ἐξ
2180αὐτῶν εἰσπράξεως. Ἐπὶ τῶν ποινικῶν ὅμως τελῶν παρα-
2181τηρῶ ὅτι ἐκ τῶν παρατιθεμένων εἰσπράξεων τῶν προηγου-
2182μένων ἐτῶν μόνον αἱ τοῦ 1892 ἐκ 594,644 εἶναι ἀκριβεῖς,
2183αἱ λοιπαὶ εἶναι ἐσφαλμέναι· διότι κατὰ τὸν ἐπίσημον ἀπο-
2184λογισμὸν τοῦ 1891 ἐκ ποινικῶν τελῶν εἰσεπράχθησαν οὐχὶ
2185478,337, ἀλλὰ 473,336, κατὰ δὲ τὸν προσωρινὸν ἀπο-
2186λογισμὸν τοῦ 1893 εἰσεπράχθησαν οὐχὶ 800,764, ἀλλὰ
2187849,333. Κατὰ ταῦτα δὲ ὁ μέσος ὅρος εἶναι οὐχὶ 624,581,
2188ἀλλ’ 639,101. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἐγχω-
2189ρεῖ μέσος ὅρος, ἀφοῦ ἔχομεν προϊοῦσαν αὔξησιν, διὰ τοῦτο
2190δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀκριβὴς ὁ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ προσδιο-
2191ρισμὸς τοῦ ἐσόδου ἐκ τῶν ποινικῶν τελῶν εἰς 650,000. Τοῦτο
2192ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων
2193τοῦ 1893 τοὐλάχιστον εἰς 800,000.
2194Ἐπὶ τῶν ποινῶν ἐκ λαθρεμπορίας προϋπολογίζονται
2195116,000, ἀπέναντι 200,000 προϋπολογισθεισῶν διὰ τὸ
21961894, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον νῦν κατὰ 84,000. Ἀλλὰ καὶ
2197ἐνταῦθα ἀνακριβῶς ὅλως παρατίθενται αἱ εἰσπράξεις τῶν
2198τριῶν προηγουμένων ἐτῶν· διότι τὸ 1891 δὲν εἰσεπράχθη-
2199σαν 155,257, ἀλλ’ 131,697, τὸ δὲ 1892 εἰσεπράχθησαν
2200οὐχὶ 151,903, ἀλλ’ 149,349, τὸ δὲ 1893 οὐχὶ 115,472,
2201ἀλλ’ 111,958. Κατὰ ταῦτα δὲ καὶ ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπρά-
2202ξεων τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐτῶν εἶναι οὐχὶ 140,877, ἀλλὰ
2203132,172. Δὲν θὰ εὕρωμεν δὲ ὑπέρογκον τὸ ἀναγραφὲν ἐκ
2204ποινῶν λαθρεμπορίας ἔσοδον 116,000 διὰ τὸ 1895, ἐὰν
2205συνυπολογίσωμεν τὴν μείωσιν τοῦ ἐσόδου τούτου κατὰ τοὺς
2206δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς
2207ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τοὺς
2208μῆνας τούτους εἰσεπράχθησαν 100,922, κατ’ ἐκείνους περιω-
2209ρίσθη ἡ εἴσπραξις αὕτη εἰς 54,650.
2210Τὸ ἐκ ποινῶν ἐκ παραβάσεων φορολογικῶν νόμων ἔσοδον
2211θεωρῶ ἀνάξιον λόγου. Ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἐκ καθυστερήσεως
2212δημοσίων ἐσόδων παρατηρῶ, ὅτι, πλὴν μικρῶν ἀνακριβειῶν
2213ὡς πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ αὐτῶν ποσὰ κατὰ τὰ ἔτη
22141892 καὶ 1893, καλῶς ἔχει καὶ ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν
2215προηγουμένων ἐτῶν. Ἀλλὰ διατὶ ἀντὶ τούτου ἐξ 947,112
2216προσδιορίζεται τὸ εἰσπρακτέον κατὰ τὸ 1895 ποσὸν εἰς
2217808,000; Ὁπωσδήποτε ἐγὼ τοὐλάχιστον προσδοκῶ ἐντεῦ-
2218θεν ἐπὶ πλέον εἴσπραξιν περὶ τὰς 100,000.
2219Περὶ ἀνταλλάγματος ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας
2220καὶ διαφόρων δικαιωμάτων οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω
2221ἄξιον λόγου. Ἐπὶ τῶν τελῶν ὅμως ἀγκυροβολίας μετ’ ἀπο-
2222ρίας βλέπω μὴ γινομένην ἐν τῷ προκειμένῳ προϋπολογισμῷ
2223τὴν διάκρισιν τῶν εἰς χρυσὸν καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια
2224εἰσπράξεων, ὡς ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ 1893 καὶ
22251894. Ἀφοῦ δὲ τὸ 1893 εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῶν 183,759
2226εἰς χρυσὸν καὶ 118,431 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἤτοι ἐν
2227ὅλῳ 302,190, ἀφοῦ κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ
22281894 εἴχομεν εἰσπράξεις 193,763 μὲν εἰς χρυσὸν, 90,837
2229δὲ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ κατ’ ἀναλογίαν θὰ ἔχω-
2230μεν κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας εἰς χρυσὸν μὲν 38,000,
2231εἰς τραπεζικὰ δὲ γραμμάτια 18,000, ἤτοι τὸ ὅλον 340,600,
2232νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ προσδιορισθῇ τὸ ἔσοδον τῶν τελῶν
2233ἀγκυροβολίας εἰς 350,000 τοὐλάχιστον.
2234Τὸ ἐκ βιομηχανικῶν σημάτων ἔσοδον εἶναι ἀνάξιον λό-
2235γου. Ἀλλ’ ἐκ τῶν προεκτεθειμένων περὶ τελῶν καὶ δικαιω-
2236μάτων θὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις ἐξ αὐτῶν τὸ 1895 ἐπὶ πλέον
2237μὲν τῶν προϋπολογιζομένων ὡς 300,000, ἐπὶ ἔλαττον δὲ
2238περὶ τὰς 35,000.
2239Ἐκ τῶν μονοπωλίων προϋπολογίζονται 11,073,250, ἀπέ-
2240ναντι 11,027,000 προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1894, ἤτοι
2241νῦν ἐπὶ πλέον κατὰ 46,250. Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα παρατί-
2242θενται παρακεχαραγμένοι οἱ ἀριθμοὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν
2243τριῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τοὺς σχετι-
2244κοὺς ἀπολογισμοὺς εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν μονοπωλίων τὸ
22451891 μὲν 9,705,493, τὸ 1892 δὲ 10,787,243, τὸ 1893
2246δὲ 10,882,229, νῦν ἀναβιβάζονται αὐταὶ αὐθαιρέτως διὰ
2247τὸ 1891 μὲν εἰς 9,731,663, διὰ τὸ 1892 δὲ εἰς 10,835,
2248614, διὰ τὸ 1893 δὲ εἰς 10,913,579. Κατὰ ταῦτα καὶ ὁ
2249μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν τούτων δὲν εἶναι
225010,493,618, ἀλλὰ 10,458,321. Τὰς εἰσπράξεις τῶν μο-
2251νοπωλίων κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1894 ἐν ἀντι-
2252παραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893 δὲν λαμ-
2253βάνω ὑπ’ ὄψιν, ὡς παρακεχαραγμένας, καθ’ ἃ ἀπέδειξα
2254ἤδη. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγου-
2255μένων ἐτῶν, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν προϊοῦσαν αὔξησιν, ἡ
2256αὔξησις αὕτη δὲν θὰ ἦναι τοιαύτη τὸ προσεχὲς ἔτος, ὥστε
2257νὰ ὑπερβῇ τὸ προϋπολογιζόμενον ποσόν.
2258Ἐπὶ τῆς προσόδου δημοσίων κτημάτων, καταστημάτων
2259καὶ νομημάτων προϋπολογίζονται ἐξ ἐπικαρπίας ἀκινήτων
2260ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων ἐν ὅλῳ 420,220,
2261εἰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν τελευταίων
2262ἐτῶν, ὅστις ἐγχωρεῖ κάλλιστα ἐνταῦθα, ἔπρεπε νὰ προϋπο-
2263λογισθῶσιν εἰς 435,616. Ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ ἔσοδα τοῦ κε-
2264φαλαίου τούτου, ἐκ προσόδου μεταλλείων, λατομείων καὶ
2265ὀρυχείων καὶ ἐνοικίων λουτρῶν, ἰχθυοτροφείων, καὶ μερι-
2266σμάτων σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους, οὐδὲν ἔχω νὰ παρα-
2267τηρήσω. Ὡς πρὸς τὰ δάση μόνον παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἐπὶ
2268τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, τῶν ἀνα-
2269γραφομένων ἐνταῦθα, ἔχομεν παραχάραξιν τῶν ἐπισήμων
2270ἀριθμῶν τοῦ Κράτους. Διότι, ἐνῷ κατὰ τοὺς σχετικοὺς
2271ἀπολογισμοὺς εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν δασῶν τὸ 1891 μὲν
22721,440,128, τὸ 1892 δὲ 1,681,298, τὸ 1893 δὲ 1,529,859,
2273ἐνταῦθα ἀναγράφονται ὡς εἰσπράξεις ἐξ αὐτῶν διὰ τὸ 1891
2274μὲν 1,450,318, διὰ τὸ 1892 δὲ 1,683,788, διὰ τὸ 1893
2275δὲ 1,534,556. Κατ’ ἀκολουθίαν καὶ ὁ ἀναγραφόμενος
2276μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τούτων δὲν εἶναι 1,556,220,
2277ἀλλὰ 1,550,428. Πλὴν τούτου, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω,
2278ὅτι ἀπὸ τῆς ἀνιδρύσεως τῶν δασαρχείων παρατηρεῖται
2279μείωσις τοῦ ἐσόδου τῶν δασῶν, δι’ ἣν καλὸν θὰ ἦτο νὰ
2280ἀναγραφῇ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ μέσου ὅρου τὸ εἰσπρακτέον πο-
2281σὸν κατὰ 50,000 περίπου, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τοῦ προϋπο-
2282λογιζομένου ποσοῦ κατὰ 28,000.
2283Ἐξ ἐκποιήσεως δημοσίων κτημάτων ἀκινήτων καὶ κι-
2284νητῶν προϋπολογίζονται 991,900, ἀπέναντι 1,320,119
2285προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1894, ἤτοι νῦν ἐπὶ ἔλαττον
2286κατὰ 325,219. Καὶ ἐνταῦθα παρατίθενται ἄλλαι ἀντ’
2287ἄλλων εἰσπράξεις τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἵνα ἐξευ-
2288ρεθῇ ἄλλος ἀντ’ ἄλλου μέσος αὐτῶν ὅρος. Ἀντὶ τῶν πράγ-
2289ματι εἰσπραχθέντων τὸ 1891 ἐξ 1,169,463 ἀναγράφον-
2290ται 1,183,528, ἀντὶ τῶν εἰσπραχθέντων τὸ 1892 ἐξ
22911,249,516 ἀναφέρονται 1,271,588, καὶ ἀντὶ τῶν 930,657
2292τοῦ 1893 μόνον 861,896. Κατὰ ταῦτα καὶ ὁ ἀληθὴς
2293μέσος ὅρος εἶναι οὐχὶ 1,105,673, ἀλλ’ 1,116,545. Πλὴν
2294καὶ οὕτω τίνα σημασίαν ἔχει ὁ μέσος οὗτος ὅρος, προκειμέ-
2295νου περὶ ἐσόδου, ἐφ’ οὗ παρατηρεῖται καταπληκτικὴ μείωσις
2296τελευταῖον; Ἡ μείωσις αὕτη ἐξηκολούθησε καὶ κατὰ τοὺς
229710 πρώτους μῆνας τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς
2298ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1893, διότι, ἐνῷ κατὰ τούτους εἰσε-
2299πράχθησαν 289,644, κατ’ ἐκείνους εἰσεπράχθησαν μόνον
2300208,247, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 81,397. Θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ ἐν
2301τῷ μέλλοντι προϊοῦσαν μείωσιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐσόδου
2302ἰδίᾳ ἐκ τῶν προκαταβολῶν καὶ προσωρινῶν δόσεων ἐθνικῶν
2303γαιῶν καὶ φυτειῶν κτλ, διότι πάντοτε ὀλιγώτεραι δηλώσεις
2304θὰ γίνωνται ἐν τῷ μέλλοντι, καθ’ ὅσον δὲ προχωρεῖ ἡ ἐκκα-
2305θάρισις τῶν ἤδη γενομένων, θὰ μεταβάλλωνται αἱ προσω-
2306ριναὶ εἰς παγίας δόσεις. Διὰ ταῦτα ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι
2307τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει τὸ προϋπολογιζόμενον διὰ τὸ 1895
2308ἔσοδον ἐξ ἐκποιήσεως δημοσίων κτημάτων ἀκινήτων καὶ
2309κινητῶν νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 100,000 περίπου.
2310Περὶ ἀπολήψεων ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ
2311οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω. Ἐκ κρατήσεων ἐκ τῶν μισθῶν
2312τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων προϋπολογίζονται 867,000, ἀπέ-
2313ναντι 903,000 προϋπολογισθεισῶν διὰ τὸ 1894, ἤτοι νῦν
2314ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 36,000. Ἐνταῦθα παρατίθενται αἱ εἰσ-
2315πράξεις μόνον τῶν ἐτῶν 1891 καὶ 1892, καὶ αὗται ἀνακρι-
2316βῶς, οὐχὶ δὲ καὶ αἱ τοῦ 1893, ἀνευρίσκεται δὲ ὡς μέσος ὅρος
2317τὸ ποσὸν 866,785. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν
2318854,526, τὸ 1892 δὲ 883,459, τὸ 1893 δὲ 1,088,411,
2319ἔχομεν μέσον ὅρον αὐτῶν 942,132. Πλὴν ἔχομεν προϊοῦ-
2320σαν αὔξησιν ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου, ἧς ἕνεκα πρέπει νὰ
2321προϋπολογίσωμεν τὰ ἐκ κρατήσεων ἐκ τῶν μισθῶν τῶν
2322πολιτικῶν ὑπαλλήλων κατὰ 100,000 τοὐλάχιστον ἐπὶ
2323πλέον τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένου ποσοῦ.
2324Τὰς ἐπιστροφὰς χρημάτων καὶ τὰ ἐλλείμματα ἐκ δια-
2325χειρίσεως ὑπολόγων θεωρῶ ἀνάξια ἰδιαιτέρου λόγου. Περὶ
2326τυχηρῶν ἐσόδων ἀπροβλέπτων παρατηρῶ, ὅτι παρατίθεν-
2327ται αἱ εἰσπράξεις τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἐν αἷς
2328καὶ ἡ τοῦ 1892 ἐκ 3,249,962. Ἀλλὰ 2,560,000 ἐκ τού-
2329των προέρχονται ἐκ τοῦ ἀνταλλάγματος τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
2330πέζης πρὸς τὸ Κράτος διὰ τὴν παραίτησιν τούτου ἐκ τῆς
2331συμμετοχῆς του εἰς τὰ κέρδη ἐκ τῶν τραπεζικῶν της γραμ-
2332ματίων. Ἆρά γε ἔχει καὶ ἄλλο παραπλήσιον δικαίωμα
2333νὰ παραιτήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐλπίσῃ ἐξ αὐτοῦ καὶ ἐν
2334τῷ μέλλοντι τοιοῦτον ἔσοδον; Διότι τίνα ἄλλον σκοπὸν
2335ἔχει ἡ παράθεσις καὶ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀνταλλάγματος
2336πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων ἐκ τυχηρῶν
2337ἐσόδων ἀπροβλέπτων;
2338Ἐξ εἰσπράξεων καθυστερούντων ἐσόδων παρελθουσῶν χρή-
2339σεων προϋπολογίζονται 2,035,000, ἀπέναντι 3,720,000
2340προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1894 ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον νῦν κατὰ
23411,685,000. Καὶ ἐνταῦθα ἀνακριβῶς παρατίθενται αἱ εἰσ-
2342πράξεις τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν· διότι τὸ 1891 δὲν
2343εἰσεπράχθησαν 4,089,030, ὡς ἀναφέρεται, ἀλλὰ 4,014,040,
2344τὸ δὲ 1892 ὄχι 3,537,557, ἀλλὰ 3,538,188, τὸ δὲ 1893
2345ὄχι 3,674,557, ἀλλὰ 3,680,728. Κατ’ ἀκολουθίαν ὁ μέ-
2346σος ὅρος τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν δὲν εἶναι 4,767,157,
2347ἀλλὰ 3,744,318. Πλὴν ἔχομεν ἐνταῦθα προϊοῦσαν μείω-
2348σιν, ἥτις καθίσταται μεγαλειτέρα τοὺς δέκα πρώτους μῆ-
2349νας τοῦ 1894 ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆ-
2350νας τοῦ 1893. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τούτους εἰσεπράχθησαν
23512,983,043, κατ’ ἐκείνους 1,818,031, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον
23521,165,012. Ἐν τῷ μέσῳ τῆς δυσπραγίας τῆς χώρας θὰ
2353ἐξακολουθήσῃ καὶ τὸ ἐπιὸν ἔτος ἡ τοιαύτη μείωσις. Οἱ ὀφει-
2354λέται πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ τοιούτων ἐσόδων ἔχουσιν ἤδη
2355καταδικασθῆ εἰς τὸ πρόσθετον τῶν 20%, καὶ ἐφεξῆς ὑπο-
2356λογίζουσι μόνον εἰς τὸν τόκον τῶν 8%, ὅστις ὅμως οὐδε-
2357μίαν προξενεῖ εἰς αὐτοὺς ἐντύπωσιν, ἀφοῦ ἄλλως τε δὲν δύ-
2358νανται νὰ πληρώσωσιν. Αὐτοὶ εἶναι παραδεδομένοι εἰς τὴν
2359μάστιγα τῶν ἀμίσθων εἰσπρακτόρων, διότι οἱ ταμίαι κρα-
2360τοῦσι δι’ ἑαυτοὺς ὅλας τὰς ἀσφαλεῖς εἰσπράξεις, ἵνα καρ-
2361πωθῶσι μόνοι τὰ βέβαια ποσοστά των, καὶ ἀφίνουσιν εἰς
2362τοὺς εἰσπράκτορας τὰ ἀβέβαια καθυστεροῦντα. Οἱ εἰσπρά-
2363κτορες, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δυσκόλως εἰσπράττουσιν αὐτὰ, ἀλλ’
2364ἔχουσι καὶ συμφέρον νὰ τὰ ἀφίνωσιν ἐκκρεμῆ, ὅπως ἀπὸ και-
2365ροῦ εἰς καιρὸν φορολογῶσιν ἰδιαιτέρως τοὺς καθυστεροῦν-
2366τας ὀφειλέτας καὶ κερδίζωσι πλείονα ἐκείνων, ἅτινα θὰ
2367ἀπελάμβανον ἐκ ποσοστῶν. Τὰ καθυστεροῦντα, Κύριοι, εἶναι
2368φοβερὰ μάστιξ διὰ τὸν ἐνδεῆ καὶ πεινῶντα τὴν σήμερον
2369λαὸν, χωρὶς πλέον ν’ ἀποφέρωσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὅπερ
2370πρὶν ἀπέφερον ποσόν.
2371Ἐκ φαρικῶν δικαιωμάτων προϋπολογίζονται 300,000,
2372ἀπέναντι 450,000 προϋπολογισθεισῶν διὰ τὸ 1894. Ἐπ’
2373αὐτῶν παρετηρήθη μείωσις ἀξία λόγου μεταξὺ τῶν εἰσπρά-
2374ξεων τοῦ 1892 καὶ 1893. Ἀλλὰ τὸ 1894 ἐπῆλθε πάλιν
2375αὔξησις αὐτῶν· διότι, ἐνῷ κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας
2376τοῦ 1893 ἡ ἐξ αὐτῶν εἴσπραξις ἦτο 126,127, κατὰ τοὺς
2377ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1894 ἀνῆλθεν αὐτὴ εἰς 263,358,
2378ἤτοι ὑπῆρξεν ἀνωτέρα ἐκείνης κατὰ 137,231. Ἰδοὺ διατὶ
2379ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι τὸ νῦν προϋπολογιζόμενον
2380ἔσοδον ἐκ φαρικῶν δικαιωμάτων περιεστάλη ὑπὲρ τὸ δέον,
2381καὶ ὅτι κάλλιστα ἠδυνάμεθα νὰ προϋπολογίσωμεν, ἀντὶ
2382τῶν 300,000 δραχμῶν, 350,000.
2383Οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω περὶ διεθνῶν τηλεγραφικῶν
2384τελῶν ἀποδοτέων. Ἀλλὰ περὶ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων
2385ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς Διοικητικῆς
2386Ἀστυνομίας ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἐπὶ τῆς πρώτης
2387αὐτῶν ἔχομεν προϊοῦσαν μείωσιν κατὰ τὰ ἔτη 1892 καὶ
23881893, παρατηρουμένην καὶ κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ
23891894, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ
23901893. Ἡ μείωσις αὕτη θὰ ἐπιταθῇ κατὰ πᾶσαν πιθανό-
2391τητα ἔτι μᾶλλον, τόσον διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀθλιότητα,
2392ἐν ᾗ εὕρηνται πάντες σχεδὸν οἱ δῆμοι τοῦ Κράτους καὶ
2393περὶ ἧς ἐν τῷ μέσῳ τῆς κρατούσης οἰκονομικῆς δυσπραγίας
2394τῆς χώρας δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ βελτιωθῇ τόσον ταχέως,
2395ὅσον καὶ διὰ τὸ νέον βάρος, ὅπερ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος
2396ἔτους ἐπεβλήθη εἰς αὐτοὺς πρὸς συντήρησιν τῆς στρατιω-
2397τικῆς ἀστυνομίας. Δὲν ἠξεύρω, τί θὰ γείνῃ, ἂν ψηφισθῇ
2398τὸ περὶ διαπυλίων νομοσχέδιον, ἂν ὅμως μείνωσι τὰ πράγ-
2399ματα ὡς ἔχουσι νῦν, βεβαίως αἱ πραγματοποιηθησόμεναι
2400ἐκ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος εἰσφορῶν εἰσπράξεις θὰ ὑπολει-
2401φθῶσι τῶν προϋπολογιζομένων τοὐλάχιστον κατὰ 600,000.
2402Ἕως ἐδῶ, Κύριοι, περιορίζονται αἱ παρατηρήσεις μου
2403αἱ περὶ αὐξομειώσεων, ἐπενεκτέων εἰς τὰ διάφορα ἔσοδα
2404τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ. Εἰσῆλθον ὁμολογουμένως
2405εἰς λεπτομερείας πολλὰς κατὰ τρόπον ἀνήκουστον εἰς ἄλλα
2406Κοινοβούλια. Πλὴν εἰς ἄλλα Κοινοβούλια οὐδέποτε θὰ ἔφθα-
2407νεν εἰς γενικὴν συζήτησιν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ προϋπολογισμὸς,
2408οἷος ὁ παρών. Προϋπολογισμὸς, φέρων καὶ ἐν τῷ συνόλῳ
2409καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον ἀνεξίτηλα τὰ στίγματα τῆς πλα-
2410στότητος, τῆς παραχαράξεως καὶ ἀνακριβείας τῶν ἀριθ-
2411μῶν, ὡς ὁ προκείμενος, θὰ ἐπεστρέφετο ἐκεῖ πάραυτα ὑπ’
2412αὐτῆς τῆς ἐπιτροπείας εἰς τὸν οἰκεῖον Ὑπουργὸν ὡς ἀπα-
2413ράδεκτος. Ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἠξιοῦτο αὐτὸς
2414λόγου τινὸς, ὁ λόγος θὰ ἐστρέφετο εἰς τοῦτο καὶ μόνον,
2415εἰς τὸ νὰ κηρυχθῇ δηλαδὴ εἰς κατάστασιν ἀπαγορεύσεως ὁ
2416συντάκτης αὐτοῦ. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἐν μὲν τῇ ἐπιτροπῇ ἡ
2417πλειονοψηφία ἐκώφευσε πρὸς πᾶσαν ἡμῶν τῶν ἀντιπολι-
2418τευομένων παρατήρησιν, καὶ τὴν δικαιοτάτην καὶ ὀρθοτά-
2419την, ἐν δὲ τῇ ὁλομελείᾳ εἶχε τὴν ἀπόνοιαν νὰ προκαλέσῃ
2420τὸν λεπτομερῆ ἔλεγχον, ὃν ἠκούσατε ἤδη καὶ ὃν θὰ συμ-
2421πληρώσω ἐν τοῖς ἐφεξῆς, ὅπως μὴ ὑπολειφθῇ ἡ ἐλαχίστη
2422ἀμφιβολία, ὅτι προϋπολογισμὸν, οἷος ὁ ὑπὸ συζήτησιν, θὰ
2423ἠσχύνετο καὶ ὁ ἔσχατος παντοπώλης νὰ συντάξῃ καὶ ὑπο-
2424βάλῃ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἄλλων.
2425Τὸ συμπέρασμα, Κύριοι, τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐσόδων τοῦ
2426προκειμένου προϋπολογισμοῦ εἶναι, ὅτι ταῦτα ἔχουσι νὰ
2427ἐπιδείξωσιν εἰσπράξεις ἐπὶ πλέον μὲν τῶν προϋπολογιζομέ-
2428νων ἐξ 695,000, ἐπὶ ἔλαττον δὲ ἐκ 2,163,000, τουτέστι
2429προκύπτει ἐξ αὐτῶν ἔλλειμμα ὡς ἔγγιστα 1,500,000.
2430Ἀλλὰ πρὶν ἢ καταστρέψω τὸν περὶ ἐσόδων λόγον, ὀφείλω
2431νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις περὶ τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων.
2432Ἤδη ἐν τῇ ἐπιτροπείᾳ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῇ δηλώ-
2433σει τοῦ προέδρου αὐτῆς, ὅτι τὸ τῆς σμύριδος ἔσοδον ἐκ
2434400,000 προϋπολογίζεται εἰς χρυσὸν, ἐξεδήλωσα τὴν ἀπο-
2435ρίαν μου, πῶς δὲν ἀναγράφεται καὶ νομισματικὴ διαφορὰ
2436ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. πρόεδρος ἀπήντησεν ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἡ διά-
2437κρισις αὕτη δὲν γίνεται κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἐπικρατῆσαν
2438ἀπὸ ἐτῶν ἤδη καὶ καθ’ ὃ τά τε ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα ἀνα-
2439γράφονται ἄνευ νομισματικῆς διακρίσεως. Ὅτε δ’ ἐγὼ τῷ
2440ἀντεπαρετήρησα, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἐγκατελείφθη ἤδη,
2441ἀφ’ ἧς ἑκοῦσα ἄκουσα ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη ν’ ἀνα-
2442γράψῃ ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ νομισματικὴν
2443διαφορὰν διὰ τοὺς εἰς χρυσὸν τόκους τοῦ δημοσίου χρέους,
2444τότε ἀνέκρουσεν αὐτὸς πρύμναν καὶ ἔγραψεν ἐν τῇ ἐκθέσει
2445τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἡ νομισματικὴ διαφορὰ τῶν εἰς χρυ-
2446σὸν εἰσπράξεων ἐκ τῆς σμύριδος ἐμπεριλαμβάνεται ἐν μέρει
2447μὲν εἰς τὰ τυχηρὰ ἔσοδα ἀπρόβλεπτα, ἐν μέρει δὲ εἰς τὴν
2448ὑπὸ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ἀναγραφομένην ὑπερτίμησιν καὶ
2449νομισματικὴν διαφορὰν κτλ. ἐξ ἐκτάκτων πόρων. Ἀλλ’ ἐν
2450πρώτοις ἡ νομισματικὴ διαφορὰ τακτικῶν ἐσόδων οὐδεμίαν
2451σχέσιν ἔχει πρὸς τὰ τυχηρὰ ἔσοδα ἀπρόβλεπτα καὶ πρὸς
2452τὴν νομισματικὴν διαφορὰν ἐξ ἐκτάκτων πόρων. Εἶτα δὲ,
2453καὶ ἐὰν ἦτο ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειο-
2454νοψηφίας, ποῦ ἡ ἀναγραφὴ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τῶν
2455εἰς χρυσὸν τακτικῶν ἐσόδων ἐν τοῖς τυχηροῖς ἐσόδοις καὶ
2456ἐν τῇ νομισματικῇ διαφορᾷ ἐξ ἐκτάκτων πόρων; Ἐξ ἐκεί-
2457νων προϋπολογίζονται 310,000, ἐκ ταύτης δὲ 120,000,
2458ἐν ὅλῳ 430,000. Ἀλλ’ ἔχομεν εἰσπράξεις ἐξ ἐσόδων εἰς
2459χρυσὸν ἐκ τελῶν ἀγκυροβολίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰς χρυ-
2460σὸν εἰσπράξεων αὐτῶν κατὰ τὸ 1894, περὶ τὰς 230,000,
2461ἐκ Ναξίας σμύριδος 400,000 καὶ ἐκ προξενικῶν τελῶν
2462515,000, ἐν ὅλῳ 1,145,000. Ἀφαιρέσει 100,000, κατα-
2463βαλλομένων εἰς χρυσὸν πρὸς τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους,
2464τοὺς μισθοδοτουμένους ἀπὸ 200 δρ. τὸν μῆνα καὶ κατω-
2465τέρω, ὑπολείπονται εἰς χρυσὸν εἰσπράξεις 1,045,000, ὧν
2466ἡ νομισματικὴ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 800,000 περίπου.
2467Ποῦ ὅμως ἴχνος τοῦ ποσοῦ τούτου ἐν τοῖς τυχηροῖς ἐσόδοις
2468καὶ ἐν τῇ νομισματικῇ ὑπερτιμήσει ἐξ ἐκτάκτων πόρων;
2469Ἔστω καὶ τόδε μαρτύριον τρανὸν τῆς ἀτασθαλίας περὶ τὴν
2470σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν
2471διαχείρισιν.
2472Μεταβαίνω δὲ νῦν, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξόδων
2473τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ.
2474§126ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, κύριε Εὐ-
2475ταξία.
2476§127ΡΟΥΚΗΣ. Ὄχι αὔριον· καθήσατε.
2477§128ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.
2478§129ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Νὰ τελειώσῃ ὅμως αὔριον.
2479§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2480Ὥρα 10 καὶ 45′ μ. μ.