Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΓ · Σύνοδος Δ› Συνεδρίαση 32

1894.12.12

3.035 στίχοι · 22.525 λέξεις · 3 πίνακες · 119 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1894.12.12
Προεδρεία
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Περίοδος
ΙΓ
Σύνοδος
Δ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1895)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32

τῆς 12 Δεκεμβρίου 1894.

(Δευτέρα).

Ὥρᾳ 5 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ δημόται τοῦ δήμου Σηπιὰδος τῆς ἐπαρχίας Βώλου παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ τάχιστα τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Ὁ Γεώργιος Πατριαρχέας, δημότης Καρδαμύλης, ἀναφέρεται κατὰ τῆς ἐκεῖ δημοτικῆς ἀρχῆς. Πολλοὶ κάτοικοι τοῦ δήμου Ὀρμινίου δι’ ἀναφορᾶς τῶν παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Ὡσαύτως πολλοὶ κάτοικοι τοῦ δήμου Μυρεσίου τῆς ἐπαρχίας Βώλου ζητοῦσι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Ἐπίσης πολλοὶ κάτοικοι Ἁγίου Λαυρεντίου τῆς ἐπαρχίας Βώλου ζητοῦσι τὴν ἐπιψήφιν τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Πολλοὶ κάτοικοι Λαμίας διὰ τηλεγραφήματός των ζητοῦσι τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ προληπτικοῦ συμβιβασμοῦ. Ὁ Γεώργιος Λούμπης, ἐκ Τρικκάλων, ἀναφέρεται κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Ἀργιθέας. Πολλοὶ τῶν ἐν Ἀγρινίῳ καπνοπαραγωγῶν διὰ τηλεγραφήματός των ζητοῦσι τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου ΒΝΕʹ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ.

§2ΚΡΙΤΣΑΣ. Πασίδηλον, κύριε Πρόεδρε, εἶναι, ὅτι ὁ νόμος περὶ προληπτικοῦ τῆς πτωχεύσεως συμβιβασμοῦ ἀπέτυχεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του, διότι, ἐνῷ ἐπεδίωκε τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν ὄντως ἐπαχθῶν συνεπειῶν τῆς πτωχεύσεως τοῦ ἐμπόρου ἐκείνου, ὅστις ἀδόλως καὶ ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει θὰ περιήρχετο εἰς πτώχευσιν, ἐνεθάῤῥυνε δυστυχῶς εἰς τὸ ἔργον των τοὺς κακῆς πίστεως τοιούτους, οἱ ὁποῖοι ἤδη, ἐπωφελούμενοι τῶν διὰ τοῦ νόμου τούτου καθιερωθεισῶν εὐεργετικῶν διατάξεων, παρασκευάζουσι τὴν τοιαύτην κατάστασιν πρὸς κερδοσκοπίαν παράνομον καὶ κατὰ πολὺ ζημιοῦσαν τοὺς πιστωτὰς, οἵτινες ἠναγκάσθησαν νὰ λάβωσι τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ἀποσύρωσι τὰ ἑαυτῶν κεφάλαια ἐκ τοῦ ἐμπορίου, ἀπόφασιν ἡ πραγματοποίησις τῆς ὁποίας εἰς δυσχερείας ἀνυπολογίστους θέλει περιαγάγει καὶ τοὺς εὐπορωτέρους καὶ συνεπεστέρους ἐν ταῖς συναλλαγαῖς των ἐμπόρους. Δὲν εἶμαι οὔτε ἔμπορος οὔτε νομικὸς, πλειστάκις ὅμως ἐκ τοιούτων ἀνθρώπων ἤκουσα πολλὰ, τὰ ὁποῖα μὲ πείθουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχύσω τὴν σύστασιν τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καταργοῦν τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἢ τροποποιοῦν αὐτὸν εἰς τρόπον ὥστε νὰ περιορισθῶσιν αἱ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς ἐκείνου παρατηρούμεναι καταχρήσεις.

§3ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλον μετὰ τῶν συναδέλφων μου πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σχινοφύλλων, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εὐηρεστήθη νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Παρετήρησα ὅμως, Κύριοι, ἄτοπόν τι συμβαῖνον· ὅτε ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἦσαν ἀναγεγραμμένα πέντε ἄλλα ἀντικείμενα, ἡ πρότασίς μου ἦτο ἕκτη, ὅτε δὲ ἡ ἡμερησία διάταξις ηὐξήθη εἰς δέκα, ἡ πρότασίς μου ἦτο ἑνδεκάτη, καὶ ὅτε μετ’ ὀλίγον ἦσαν ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει δέκα ἓξ ἄλλα ἀντικείμενα, ἡ πρότασίς μου ἔλαβε τὸν ἀριθμὸν 17, καὶ οὕτω καθεξῆς, μέχρις οὗ σήμερον κατέχει τὸν ἀριθμὸν 22. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι τοιαύτην εἰρωνείαν δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ δεχθῶ, προκειμένου περὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν μου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διαγράψῃ τὴν πρότασίν μου ταύτην, διότι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, εἶναι ἐντελῶς ἄτοπον, ἀφοῦ καὶ πρότασις ἑτέρα, προχθὲς ὑποβληθεῖσα, μόλις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸ τῆς ἰδικῆς μου. Θὰ εἴπω ὅμως ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς προτάσεώς μου. Ἡ πρότασίς μου ἀφεώρα ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον διὰ μὲν τὸ Δημόσιον ἀνάξιον εἶναι λόγου, καθόσον τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐκ τῶν σχινοφύλλων δὲν ἀνέρχεται ἄνω τῶν 150 δραχμῶν, ἔχει ὅμως σπουδαιότητα διὰ τοὺς φορολογουμένους, διότι τὸν φόρον αὐτὸν πληρόνουσιν ὀλίγισται μόνον οἰκογένειαι, 5 ἢ 10, αἱ πενέστεραι καὶ αἱ μᾶλλον ἄξιαι οἴκτου. Τὸ σχινόφυλλον αὐτὸ δὲν ὑπάρχει καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου, ἀλλ’ εὑρίσκεται εἰς δύο μόνον χωρία, τὰ πλέον ὀρεινὰ τοῦ δήμου Ἀβίας, ὅπου συνάζουσιν αἱ δυστυχεῖς αὐταὶ οἰκογένειαι τὸ προϊὸν τοῦτο φύλλον πρὸς φύλλον, καὶ ἀφοῦ ἐπὶ ὁλόκληρον ἑβδομάδα συλλέξωσιν 100 ὀκάδας, τὸ μεταφέρουσιν εἰς τὰς Καλάμας καὶ τὸ πωλοῦσιν εἰς τοὺς βυρσοδέψας πρὸς 6 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, λαμβάνουσαι οὕτως ἑκάστη 6 δραχμαὶ καθ’ ἑβδομάδα· τί δὲ πληρόνουσιν ὡς φόρον; Τὰς τρεῖς δραχμάς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον εὐτελὲς ποσὸν ἀποδίδει εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ πληρόνεται ἐκ μέρους πτωχῶν οἰκογενειῶν. Ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἐξαίρεσιν, διότι ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους πληρόνουσι, καταβάλλουσαι 30 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως εἰς τὸ Δημόσιον· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ, προκειμένου περὶ 150 δραχμῶν, πληρονομένων ὑπὸ τοιούτων οἰκογενειῶν, ἀπόρων καὶ δυστυχῶν, δὲν θὰ φέρῃ τὴν ἐλαχίστην ἀντίῤῥησιν. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δεχθῇ νὰ τροποποιήσῃ τὸ σχετικὸν ἐδάφιον τοῦ νόμου, τὸ ἀφορῶν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σχινοφύλλου, ἔχω ἐντολὴν ἐκ μέρους τῶν δημοτικῶν συμβουλίων τῶν δήμων Ἀβίας καὶ Λεύκτρου νὰ δηλώσω, ὅτι εἶναι πρόθυμα νὰ ὑποβάλωσι ψήφισμα, ἵνα πληρόνωσιν οἱ δῆμοι αὐτοὶ τὸ ἀντίτιμον τοῦ φόρου τῶν 150 δραχμῶν, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν αἱ πτωχαὶ ἐκεῖναι οἰκογένειαι. Ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια δὲν ἀναδεχθῶσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου αὐτοῦ, ἐγὼ εἶμαι διατεθειμένος νὰ καταβάλλω ἐξ ἰδίων μου τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 150 δραχμῶν, καὶ νὰ συντάξω περὶ τούτου συμβόλαιον μετὰ τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν μέσην ἀπόδοσιν τοῦ φόρου κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ ἐγὼ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίσῃ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κάμνω μίαν παράκλησιν. Πρό τινων ἡμερῶν ἀνέγνων εἰς τοὺς «Καιροὺς», ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Μέσσης ὑπέβαλε ψήφισμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκφράζον εὐχὴν, ὅπως συνδέσῃ τὸν Γερολιμένα μὲ τὴν Ἀρεόπολιν διὰ τηλεφώνου. Ὁ Γερολιμὴν εἶναι, κύριε Ὑπουργὲ, τὸ ἐπίνειον δύο δήμων, τοῦ δήμου Μέσσης καὶ τοῦ δήμου Λαγείας, ἐκεῖ συναθροίζονται ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων· ἔχει 40 περίπου καταστήματα, ἔχει τελωνοσταθμαρχεῖον, εἶναι στρατιωτικὸς σταθμὸς, ἔχει ναυτιλίαν, καὶ προσεγγίζουσι τετράκις τῆς ἑβδομάδος ἀτμόπλοια, διότι εἶναι ὁ πλησιέστερος πρὸς τὴν Ἀφρικὴν λιμὴν, καθόσον εἶναι τὸ πλέον ἀπόκεντρον μέρος τῆς Πελοποννήσου. Ἡ ἐγκατάστασις τοῦ τηλεφώνου δὲν θὰ συντελέσῃ μόνον εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῶν κατοίκων, ἀλλὰ θέλει ὠφελήσει καὶ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καθόσον καὶ ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ θὰ δύναται νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα, καὶ καλλίτερον καὶ ταχύτερον νὰ διεξάγῃ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν της. Ἡ δαπάνη δὲ δὲν θὰ ἦναι μεγάλη, διότι ἡ μὲν τοποθέτησις τοῦ τηλεφώνου θέλει γείνῃ ἐν τῷ τελωνοσταθμαρχείῳ, τὴν δὲ τηλεφωνικὴν ὑπηρεσίαν θέλει διεξάγει ὁ τελωνοσταθμάρχης· τὸ μόνον ἔξοδον, τὸ ὁποῖον θέλει ἀπαιτηθῆ, θὰ ἦναι διὰ 200–250 στύλους, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν στοιχίσει πλέον τῶν 800 δραχμῶν, καὶ τὸ πρῶτον ἔτος αἱ εἰσπράξεις θέλουν καλύψει τὴν δαπάνην ταύτην. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει μεριμνήσει περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.

§4ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἠναγκασμένος, κύριοι Βουλευταὶ, ν’ ἀπασχολήσω ἐπίσης τὴν Βουλὴν ἐπί τινας μόνον στιγμὰς, χάριν ὑποθέσεως, τοπικοῦ μὲν κυρίως ἐνδιαφέροντος, ἀλλ’ ἥτις συνδέεται στενῶς πρὸς τὰ ἰδιαίτερα καθήκοντά μου, ὡς Βουλευτοῦ Λακεδαίμονος. Δὲν ἀγνοεῖτε ἴσως, ὅτι μεταξὺ τῶν νεωτέρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος συναριθμεῖται καὶ ἡ πρωτεύουσα τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας, ἀνεγερθεῖσα ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν σωζομένων ἔτι ἐρειπίων τῆς ἀρχαίας περικλεοῦς Σπάρτης πρό τινων ἐτῶν. Καὶ τὸ μὲν περὶ συνοικισμοῦ τῆς νέας Σπάρτης βασιλικὸν διάταγμα διὰ λίαν πομπωδῶν ῥήσεων ἐχαρακτήρισε ταύτην ὡς «δευτερεύουσαν πόλιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου», χάριν βεβαίως τῆς ἀρχαίας εὐκλείας της, ἡ δὲ τότε Κυβέρνησις καὶ αἱ μετ’ αὐτὴν δαψιλεῖς παρέσχον ἡμῖν περὶ ἐμψυχώσεως τοῦ νέου τούτου συνοικισμοῦ ὑποσχέσεις, αἵτινες ὅμως κατὰ τὸ πλεῖστον ἐλησμονήθησαν ἀτυχῶς. Ἐκ τῶν τοιούτων κυβερνητικῶν ὑποσχέσεων ἱκανὴν προδήλως κέκτηται πραγματικὴν σπουδαιότητα καὶ αἱ ἑξῆς· πρῶτον ἡ περὶ παραχωρήσεως εἰς τοὺς συνοικιστὰς γηπέδων δωρεὰν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, (ἥτις ὅμως ἔληξε πρὸ πολλοῦ καὶ εἰς παράτασιν τῆς ὁποίας ἀφεώρα ἡ ἄρτι ὑποβληθεῖσα πρότασις ἡμῶν τῶν ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτῶν) καὶ δεύτερον ἡ καὶ διὰ νεωτέρου διατάγματος κυρωθεῖσα, ὅπως διατίθενται εἰς ἐκτέλεσιν δημοφελῶν ἔργων καὶ ἐξωραϊσμὸν τῆς νέας Σπάρτης τὰ χρήματα, ὅσα ἤθελον εἰσπράττεσθαι ἐκ τῆς ἐξαιρετικῶς πρὸς τοῦτο ἐγκριθείσης ἐκποιήσεως τῶν ἐργαστηροοικοπέδων τῆς νέας πλατείας ἡμῶν. Καὶ περὶ μὲν τῆς παρατάσεως τῆς ὡς εἴρηται προθεσμίας ἐλάβομεν ἤδη τὴν ἐνθαῤῥυντικὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν θὰ παρίδῃ καὶ τὴν σχετικὴν πρότασιν ἡμῶν κατὰ τὸν καταρτισμὸν γενικωτέρου «περὶ συνοικισμοῦ» νομοσχεδίου, ὅπερ καὶ θὰ φέρῃ, ὡς εἶπεν, εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ περὶ τῶν ἐκ τῆς νέας πλατείας ἡμῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων συμβαίνει ἀτυχῶς τὸ ἑξῆς. Μέρος τῶν χρημάτων τούτων εἶχε διατεθῆ πρὸς ἀνέγερσιν δημοτικοῦ καταστήματος ἐν αὐτῇ τῇ πλατείᾳ, καὶ κατεσκευάσθησαν μὲν πρὸ ἐτῶν οἱ τοῖχοι αὐτοῦ, πλὴν ἔκτοτε, δι’ οὓς λόγους θέλετε διαγνώσει εὐθύς, οὐδεμία ἐγένετο ἐργασία πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ κτιρίου, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ καταῤῥεύσῃ, ἐὰν δὲν ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιστέγασίς του τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐκ καθήκοντος δὲ πρὸς τοιαύτην ἰδίως πρόνοιαν ὁρμώμενος καὶ ὁ ἐμὸς αὐτάδελφος, ὡς δήμαρχος Σπαρτιατῶν, ἠξίωσε παρὰ τοῦ κ. ταμίου Λακεδαίμονος, εἰς ὃν κατατίθενται τὰ ἐκ τῆς πλατείας ταύτης προερχόμενα χρήματα, σαφῆ ἐκκαθάρισιν τῶν τε εἰσπραχθέντων καὶ δαπανηθέντων μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τοῦ δήμου χρηματικῶν ποσῶν, ὅπως διὰ τοῦ περισσεύματος (ὅπερ κοινῶς ὑπολογίζεται εἰς ἱκανὰς χιλιάδας δραχμῶν) πληρωθῶσι καὶ ἄλλαι ἔτι, ἐξίσου ἐπείγουσαι, ἀνάγκαι τῆς πόλεώς μας, ἀφοῦ ἄλλως τε εἶναι μὲν πρέπον βεβαίως νὰ παρίσταταί πως εὐπρόσωπος εἰς τὰ ὄμματα κἄν τῶν συνεχῶς ἐπισκεπτομένων αὐτὴν ἐπισήμων ξένων καὶ περιηγητῶν, τὴν κατέστησαν δὲ πρὸς τοῦτο ἀνεπαρκῆ πάντως τὰ βάρη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ἀλλ’ ὡς πρὸ μικροῦ μοὶ ἔγραψεν ὁ αὐτὸς κ. δήμαρχος Σπαρτιατῶν, ἀνεγνώρισε μὲν τὸ εὔλογον τῆς τοιαύτης ἀξιώσεώς του ὁ ταμίας κ. Κουμάντος, — διακεκριμένος ἄλλως οἰκονομικὸς ὑπάλληλος—συνάμα ὅμως τῷ παρετήρησεν, ὅτι ἡ σχετικὴ ἐργασία τῆς ἐκκαθαρίσεως ἀποβαίνει εἰς ἄκρον δυσχερὴς, καὶ ἡ διεξαγωγή της ἀπαιτεῖ οὐ μόνον χρόνον πολὺν, ἀλλὰ καὶ εἰδικὸν προσέτι ὑπάλληλον. Ἐν ἄλλαις λέξεσι, τὸν ἀπήλπισεν ἐντελῶς! Τούτου ἕνεκα ἀναγκάζομαι νὰ παρακαλέσω ἐντεῦθεν θερμῶς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ὀνόματος μάλιστα καὶ τῶν ἑτέρων ἐκ Λακεδαίμονος συναδέλφων μου, καὶ συστήσω αὐτῷ τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ὅπως λάβῃ ὡς τάχιον μέτρον τι πρόσφορον πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ἐν λόγῳ ἐργασίας, διὰ νὰ ἐξευρεθῇ τέλος πάντων τὸ χρηματικὸν ποσὸν, ὅπερ δικαιοῦται λαμβάνειν ὁ δῆμος Σπαρτιατῶν ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν οἰκοπέδων τῆς νέας πλατείας, καὶ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸν τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς πλήρωσιν τῶν μᾶλλον ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν του, ἐν αἷς πρωτεύει—ὡς εἶπον—ἡ τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ δημοτικοῦ καταστήματος, οὕτω δὲ καταδειχθῇ ἐπὶ πλέον, ὅτι δὲν ἀπεδόθη εἰς τὴν νέαν Σπάρτην ὁ τόσῳ μεγαλώνυμος ὄντως τίτλος τῆς δευτερευούσης πόλεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου κατ’ εὐφημισμὸν μόνον. Παύω δὲ μὲ τὴν προσδοκίαν, ὅτι θέλει τύχει τῆς προσηκούσης ἐκτιμήσεως ἡ δικαιοτάτη σύστασις καὶ παράκλησις ἡμῶν αὕτη.

§5Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ σύστασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀφορᾷ εἰς δύο τινά, εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῶν γενομένων διὰ προηγουμένου νόμου παρατάσεων διοριῶν πρὸς ἀπόκτησιν γηπέδων ὑπὸ τῶν οἰκοδομούντων ἐν συνοικισμοῖς καὶ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν λογαριασμῶν ἀποῤῥεόντων ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς παλαιοῦ τινος νόμου περὶ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐκποιουμένων οἰκοπέδων τῆς πλατείας Σπάρτης. Γινώσκει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι τὸ μὲν πρῶτον ὑπεσχέθημεν ὅτι θέλομεν πράξει, καὶ προσεχῶς θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νόμον περὶ παρατάσεως τῶν διοριῶν τοῦ τελευταίου περὶ αὐτῶν νόμου ἐν πᾶσι τοῖς συνοικισμοῖς μετὰ τῶν ἀναγκαίων περιορισμῶν καὶ τροποποιήσεων. Περὶ δὲ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν ἐξ ἀντιτίμων οἰκοπέδων ἐν Σπάρτῃ θέλομεν φροντίσει, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὴν πᾶσα ὤθησις, ἵνα, ἐφ’ ὅσον ἔχῃ λαμβάνειν ὁ δῆμος Σπάρτης, ἀναγνωρισθῶσι καὶ ἀποδοθῶσι τὰ ὀφειλόμενα ὅσον ἔνεστι τάχιον, ἀφοῦ μάλιστα διατελεῖ ὁ δῆμος Σπάρτης ἐν ἀνάγκῃ ἀμέσου ἀντιλήψεως. Ὀφείλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι καὶ ἐν ὀνόματι ἄλλων Ὑπουργῶν, περὶ τροποποιήσεων εἰς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1895, ὅπως ἔχῃ ταύτας ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ καὶ κατὰ τὴν γενικὴν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησιν. Πάντοτε, παρερχομένου τοῦ χρόνου ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἕως τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, καθίσταται ἀναγκαία ἡ ὑποβολὴ τοιούτων τροποποιήσεων, καὶ μάλιστα ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Αἱ δηλώσεις, ἃς ἤδη ὑποβάλλω, ἀφορῶσιν εἰς ποσὸν ἐν συνόλῳ δραχμῶν 645,600, ἐκ τούτων δὲ αἱ 493,203 ἀνάγονται εἰς τὰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις.

§6ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ δὲ ἄλλο ποσόν;

§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς ἄλλα διάφορα. Ὑποβάλλω ἔκθεσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, περιλαμβάνουσαν καὶ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ δήλωσιν, συνυποβάλλω δὲ καὶ τὰς δηλώσεις τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Ἐν αὐταῖς ἀναγράφονται διακεκριμένως καὶ ἐν λεπτομερείᾳ πάντα τὰ ποσά.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 110).

§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγα λεπτὰ τὴν Βουλὴν, ἐπικαλούμενος ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν αὐτῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ μεγάλου ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον ἐπίκειται καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ πληθυσμοῦ ἑνὸς τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, τοῦ δήμου Ζάρακος. Δι’ ἐπιστολῆς φερούσης πολλὰς ἑκατοντάδας ὑπογραφῶν μοὶ παραπονοῦνται οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου τούτου, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου ἐνεγράφησαν εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ δημάρχου ἑκατοντάδες ὅλαι ἀνθρώπων, οἵτινες οὐδέποτε ἐσκέφθησαν νὰ μετέλθωσιν κἀνὲν ἄλλο ἐπάγγελμα, πλὴν ἢ τὸ τοῦ γεωργοῦ, ὑπὸ τὴν στενοτάτην καὶ τὴν αὐστηροτάτην ἔννοιαν τοῦ ὅρου, ἕνεκα τῆς φύσεως τοῦ ἐδάφους, καὶ τοῦ ποιμένος, καὶ τοῦτο ὑπὸ τὴν μᾶλλον πρωτογενῆ μορφήν του. Θὰ πεισθῇ δὲ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀκριβείας ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω πρὸς αὐτήν, ἐὰν ἀκούσῃ παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ τοῦ 1891—δὲν ἔχω δὲ ἄλλην πρόχειρον μαρτυρίαν, διότι δὲν μοὶ ἐδόθη καιρὸς νὰ ἐξετάσω, ἀφ’ ἧς ἔλαβον τὴν ἐπιστολήν των, τὸ Σάββατον, μέχρι σήμερον—ἀναγράφονται οἱ 1131 ἐκλογεῖς τοῦ δήμου ἐκείνου ὑπὸ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γεωργοῦ καὶ τοῦ ποιμένος ἀδιαλείπτως, ἄνευ τινὸς διακοπῆς, ὡς δύναται ἡ Βουλὴ νὰ παρατηρήσῃ ἐν τῷ καταλόγῳ τούτῳ, ὃν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιδείξω ἐντεῦθεν. Ἐὰν δ’ ἐπέρχηταί που διακοπή τις, ἐπέρχεται, ἵνα ἀντικατασταθῇ ὁ ποιμὴν διὰ τοῦ γεωργοῦ καὶ ὁ γεωργὸς διὰ τοῦ ποιμένος. Μόνον δὲ 17 ἀναγράφονται ὑπὸ ἄλλο ἐπάγγελμα, τὸ τοῦ κτίστου, τοῦ ἀνθρακέως ἢ τοῦ ἐμπόρου. Ἤδη ἐγγράφονται εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον ὑπὸ τοῦ δημάρχου Ζάρακος 330 δημόται αὐτοῦ, ὡς μετερχόμενοι ἄλλα ἐπαγγέλματα, ὑποβαλλόμενα εἰς φόρον. Νῦν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀκούσῃ τὴν σχετικὴν περικοπὴν τῆς πρός με ἐπιστολῆς τῶν Ζαρακιτῶν (ἀναγινώσκει): «Ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευμάτων, συνέβη καὶ φέτος ὅ,τι καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καὶ ὁ κατάλογος συνετάγη χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις τῶν σχετικῶν νόμων, ἤτοι χωρὶς νὰ μεταβῶσιν οἱ ἁρμόδιοι πρὸς τοῦτο εἰς ἕκαστον τῶν χωρίων τοῦ δήμου, καὶ συνεπῶς κατὰ τὰς ὀρέξεις τοῦ κ. δημάρχου ἐνεγράφησαν ὡς ἁλιεῖς ἄνθρωποι ὀρεσίβιοι, οἵτινες μόνον ἐκ μακροτάτης ἀποστάσεως γνωρίζουσι τὴν θάλασσαν, οὐδέποτε δὲ ἐκ τοῦ πλησίον εἶδον καὶ λέμβον ἁλιευτικὴν κἄν. Ὡς ἀνθρακεῖς, ἄνθρωποι μηδέποτε μετελθόντες τὸ τοιοῦτον ἐπάγγελμα. Ὡς τοκισταὶ, ὀφειλέται μεγάλων ποσῶν, ὡς τοῦτο δύναται ν’ ἀποδειχθῇ διὰ τῶν χρεωστικῶν αὐτῶν συμβολαίων. Ὡς προμηθευταὶ ἐγχωρίων προϊόντων, ἄνθρωποι στερούμενοι τῶν πρὸς τὸ ζῆν. Ὡς ζωέμποροι, ἄνθρωποι, οἵτινες οὐδέποτε ἐξῆλθον τῶν ὁρίων τῆς ἐργασίας των, τουτέστι γνωρίζοντες μόνον νὰ καλλιεργῶσι διὰ τοῦ ζεύγους τῶν βοῶν των τὴν γῆν, ἢ νὰ φυλάττωσι τὰς τριάκοντα ἢ πεντήκοντα αἶγάς των. Ἀλλὰ τὸ χείριστον, ὅπως μὴ λάβωμεν γνῶσιν τοῦ τοιούτου καταλόγου καὶ ἐπιφέρωμεν τὰς δεούσας ἐνστάσεις, ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ κατ’ ἀποσπάσματα ἐγένετο πλημμελής, ἐφαρμοσθείσης τῆς γνωστῆς τῷ δημάρχῳ μεθόδου, ἤτοι τῆς τοιχοκολλήσεως αὐτῶν μίαν ἢ δύο ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως τῆς ὁρισθείσης προθεσμίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀκαριαίας αὐτῶν ἀφαιρέσεως ὑπὸ τῶν φίλων τοῦ δημάρχου, ὅπως μὴ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐν τοῖς ἀποσπάσμασιν ὀνομάτων. Ἀλλὰ καὶ ἄν τις ἔλαβε γνῶσιν ὁπωσδήποτε, ὅτι ἐσημειώθη ὡς ἐπιτηδευματίας ἀδίκως, εἶναι ζήτημα, ἐὰν ἠδυνήθη νὰ ἐπιδώσῃ ἔνστασιν περὶ τῆς ἐγγραφῆς του, ἐκτὸς ἐὰν κατ’ ἐπανάληψιν μετέβη εἰς τὴν κατοικίαν τοῦ δημάρχου, εἰς τὸ χωρίον Γκλότσαλι, ἀπέχον 5 ὥρας ἐκεῖθεν, ἐκλιπαρῶν ὅπως γένηται δεκτὴ ἡ ἀναφορά του, καθόσον εἰς τὴν ἕδραν του, ἐν Κυπαρισσίῳ, οὐδέποτε ὁ κ. δήμαρχος παραμένει, ἀλλ’ οὔτε ἀναπληρωτὴν αὐτοῦ ὁρίζει. «Ἀλλ’ ὅπως μὴ θεωρηθῶσιν ὅλα τὰ ἀνωτέρω ὡς φράσεις κεναὶ, σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ συστήσητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποστείλῃ ἔντιμον καὶ ἁρμόδιον πρόσωπον, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ τὰ παρ’ ἡμῶν ἀναφερόμενα, νὰ διαταχθῇ ἡ ἀκύρωσις τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευματιῶν καὶ ἡ σύνταξις νέου τοιούτου, τηρηθησομένων τῶν διατάξεων τῶν σχετικῶν νόμων, νὰ διαταχθῇ δὲ καὶ ἡ κατὰ τὸν νόμον νόμιμος καὶ ἔγκαιρος δημοσίευσις τῶν ἀποσπασμάτων, ὡς ἐπίσης νὰ διαταχθῇ καὶ ὁ δήμαρχος καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ἐκθέσεως τοῦ καταλόγου νὰ παραμένῃ εἰς τὴν ἕδραν του πρὸς ἐπίδοσιν τῶν ἀναφορῶν μας.» Τοιαύτη εἶναι ἡ φωνὴ τῆς διαμαρτυρίας καὶ τοῦ πόνου τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἀπειλοῦνται διὰ τῆς μεγάλης ταύτης ἀδικίας, τῆς ὑποβολῆς εἰς φόρον, ὃν δὲν ὀφείλουσιν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Πρόκειται κατ’ αὐτὰς νὰ ἐκδικασθῇ ὁ κατάλογος οὗτος παρὰ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, ὡς διακελεύει ὁ νόμος. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τι ὡς πρὸς τὰς σκέψεις καὶ τὰς προθέσεις ἐκείνων, οἵτινες θ’ ἀποτελέσωσι τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ αἰσθάνομαι, διότι ἔχω ἤδη πληροφορίας,—ἵνα τέλος πάντων ὁμιλήσω καθαρώτερον,—ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις εἶναι, κατὰ νόμον, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, θὰ ὑποστηρίξῃ τὸν τοιοῦτον φορολογικὸν κατάλογον τοῦ δημάρχου, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ θὰ παραδεχθῇ ὡς ἀκριβεῖς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ δημάρχου καὶ ὡς ἀβασίμους τὰς ἐνστάσεις τῶν ἀδικουμένων πολιτῶν, θὰ ἐγγραφῶσι δὲ εἰς τὸν κατάλογον ἑκατοντάδες ὅλαι ἐπαγγελματιῶν, προσοδοφόρων δῆθεν, ἐκεῖ ὅπου διὰ τὴν αὐχμηρότητα τῆς γῆς οὔτε νὰ ζήτωσι δύνανται οἱ ἄνθρωποι. Θὰ εἴπω δὲ ὑμῖν τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦτο, ὅτι, ὁσάκις θέλῃ τις κάτοικος τοῦ ὀρεινοῦ ἐκείνου δήμου ν’ ἀποκτήσῃ ἀγρὸν, κτίζει πρῶτον τοιχίον ἐπὶ τῆς πετρώδους κλιτύος τοῦ βουνοῦ, ὕστερον δὲ μεταφέρει τὸ χῶμα ἔνθεν κἀκεῖθεν, ἵνα ἀποκτήσῃ γῆν ἀρόσιμον, ἀκριβῶς δὲ οὔτε ἀρόσιμον, ἀλλὰ κατεργαζομένην δι’ ἀξίνης. Φαντασθῆτε τοιοῦτον ἄνθρωπον ἐγγραφόμενον ὡς ἐπιτηδευματίαν διὰ φόρον δραχμῶν 50 καὶ 60 καὶ 100, ὡς προμηθευτὴν ἐγχωρίων προϊόντων, ὡς ὑλοτόμον, ἢ ἀνθρακέα, ἢ ἔμπορον, ἢ ἁλιέα! Ἐὰν δὲ ὑποθέσητε τὸν δῆμον διῃρημένον εἰς δύο ἴσας μερίδας κομματικὰς,—δὲν θέλω νὰ εἴπω νῦν ἐντεῦθεν, ὅτι ἔχω 200 φίλους πλέον τοῦ ἡμίσεως,—ἐκ τῶν φίλων μου δὲ οἱ 330 εἶναι ἐπιτηδευματίαι, πρέπει καὶ ἐκ τῶν ἄλλων νὰ ἦναι ἕτεροι 330, ἂν καὶ ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι οὐδεὶς τούτων ἐνεγράφη ὡς τοιοῦτος. Φαντασθῆτε λοιπὸν 750 ἐπαγγελματίας ἐπὶ 1000 κατοίκων τοῦ ὀρεινοτέρου δήμου τοῦ Κράτους! Φαντασθῆτε ποία ἀδικία πρόκειται νὰ γείνῃ! Βοῶσι καὶ στενάζουσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ ἀδίκου, καὶ ἀναφέρονται δι’ ἐμοῦ πρὸς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰς φωνὰς τὰς δικαίας τόσων ἀνθρώπων καὶ νὰ διατάξῃ ὅ,τι αὐτὸς νομίζει πρόσφορον διὰ τῆς ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσίας, ἵνα μὴ ἀδικηθῶσι τόσοι ἀθῶοι ἀπὸ παντὸς ἐπαγγέλματος. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιθυμῇ, δύναμαι νὰ δώσω πρὸς αὐτὸν ἀντίγραφον τῆς πρός με ἐπιστολῆς ταύτης, ἢ καὶ αὐτὸ τὸ πρωτότυπον, ἀφοῦ κρατήσω ἀντίγραφον μιᾶς περικοπῆς, ἥτις ἀφορᾷ εἰς ἄλλο ζήτημα, ἐφ’ οὗ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι δὲ τοῦτο ὁ παράνομος διορισμὸς ἀγροφυλάκων ἔν τισι κτηματικαῖς περιφερείαις τοῦ αὐτοῦ δήμου. Ἰδοὺ δὲ τί μοὶ γράφουσι περὶ τούτου (ἀναγινώσκει) «Προκειμένου περὶ ἐκλογῆς ἀγροφυλάκων καὶ συντάξεως τῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευματιῶν τρέχοντος ἔτους ἐν τῷ δήμῳ Ζάρακος, ἐπανελήφθησαν δυστυχῶς τὰ κατ’ ἔτος ἐν παρομοίαις περιστάσεσι τελούμενα· ἤτοι, ἐνῷ αἱ κτηματικαὶ περιφέρειαι ἐξέλεξαν δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ἀγροφύλακας, οὓς ἐνόμισαν καταλλήλους διὰ τὴν φύλαξιν τῶν κτημάτων των, ἀλλ’ ἀπαρέσκοντας εἰς τὸν δήμαρχόν μας, τὸν τοῦ Ζάρακος Γεώργιον Γραμματικάκην, οὗτος δὲν ἐδέχθη τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐκλογῆς, ἂν καὶ ἦσαν καθ’ ὅλους τοὺς τύπους ἀνελλιπῆ καὶ παρὰ τοῦ οἰκείου δημοτικοῦ συμβούλου ἢ παρέδρου, τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν ἐκλογὴν, ἐπικεκυρωμένα, ἀλλ’ ἐδέχθη καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Νομαρχίας τὰ πρωτόκολλα τῆς μειονοψηφίας τῆς κοινότητος, δι’ ὧν ἐπροτείνοντο πρόσωπα τῆς ἀρεσκείας του. Δι’ ἀναφορῶν ὅμως τῶν οἰκείων δημοτικῶν συμβούλων ἢ παρέδρων ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Νομαρχίαν καὶ τὰ πρωτόκολλα τῆς μειονοψηφίας, καὶ δὴ τῶν κτηματικῶν περιφερειῶν Κυπαρισσίου καὶ Χάρακος. Ἐν Χάρακι μάλιστα ὁ ὑπὸ τοῦ δημάρχου ἐπιβληθεὶς εἰς τὴν μειονοψηφίαν ὡς ἀγροφύλαξ εἶναι κάτοικος Γκιοτσαλίου, πέντε ὁλοκλήρους ὥρας ἀπέχοντος τοῦ Χάρακος, καὶ συνεπῶς ἄγνωστα ἐντελῶς εἰς αὐτὸν οὐχὶ μόνον τὰ κτήματα καὶ τὰ ζῶα τῆς κοινότητος, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ κάτοικοι, καὶ ἀδύνατον ἀγροφύλαξ τοιοῦτος νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ Νομαρχία, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὴν τοιαύτην διαγωγὴν τοῦ δημάρχου καὶ τὸ δίκαιον, διώρισεν ὡς ἀγροφύλακας τοὺς ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας τῶν κοινοτήτων προταθέντας». Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι εἰς τὴν Νομαρχίαν ὑπεβλήθησαν τὰ γνήσια πρωτόκολλα τῆς ψηφοφορίας τῶν κατοίκων ἐπικεκυρωμένα παρὰ τοῦ παρέδρου ἢ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, καὶ νὰ διατάξῃ ὅ,τι δεῖ, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θ’ ἀδικηθῶσι μεγάλως ἐν τῇ διοικήσει καὶ διαφυλάξει τῶν κτημάτων αὐτῶν. Περαίνων τὰ ὀλίγα ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ οἱονδήποτε μέτρον. Ἄς διατάξῃ εἴτε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ καταλόγου, εἴτε ἔκτακτον ἐπιθεωρητὴν πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, εἴτε ὅ,τι δήποτε ἄλλο ἐγκρίνῃ, ὅπως περιφρουρήσῃ τὰ δικαιώματα τῶν ἀδικουμένων πολιτῶν.

§10Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἀπαντῶ, ὅτι, ἐὰν μὲν πρόκηται περὶ κακῆς ἐγγραφῆς ἐν τῷ καταλόγῳ ἐπιτηδευματίου, λόγῳ ὅτι οὗτος ἄλλο ἐπιτήδευμα μετέρχεται καὶ ἐπὶ ἄλλῳ ἐνεγράφη, τὸ Ὑπουργεῖον οὐδὲν ἔχει δικαίωμα παρεμβάσεως, διότι ἡ ὑπόθεσις διεξάγεται ὑπὸ τῆς κατὰ νόμον ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀντιῤῥήσεων, ἐὰν ὅμως πρόκηται περὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ καταλόγῳ ὡς ἐπιτηδευματιῶν τῶν μὴ ἐπιτηδευματιῶν, ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἐξέτασις κατόπιν τῆς ὁριστικῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου. Ἑπομένως, ἀφοῦ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ πρόκειται, νομίζω, περὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ καταλόγῳ προσώπων, ἅτινα ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτηδευματίαι, τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸν κατάλογον, ἵνα ἀποδώσῃ εἰς αὐτὰ δικαιοσύνην, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει οὗτοι ν’ ἀποταθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἀναφορᾶς. Εὐθὺς ὡς ἀνανεχθῶσιν οὗτοι κανονικῶς, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ μὴ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς προηγουμένως δικαιοσύνην, τὸ Ὑπουργεῖον θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸ παράπονον, καὶ ἂν ἦναι βάσιμον, δὲν ἀνήκωσι δὲ εἰς τὰς τάξεις τῶν ἐπιτηδευματιῶν οἱ παραπονούμενοι, θὰ ἐκδώσῃ τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς, ὅπως διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ καταλόγου.

§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι, διὰ νὰ λάβῃ τοιαύτην ἀπόφασιν τὸ Ὑπουργεῖον ἐπ’ ἀναφορᾷ, ἔχει ἀνάγκην στοιχείων τινῶν· τοιαῦτα δὲ στοιχεῖα θὰ δώσῃ πάλιν ὁ αὐτὸς δήμαρχος καὶ ὁ αὐτὸς οἰκονομικὸς ἔφορος· ἐκ τῶν προτέρων δὲ σᾶς λέγω, ὅτι οὗτοι θ’ ἀποφανθῶσι κατὰ τῶν ἀνθρώπων, οὓς καὶ ἐξ ἀρχῆς ἠδίκησαν.

§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον πολλάκις διαγράφει, καίτοι ὁ ἔφορος ἐνέγραψε, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει μέσα ἄλλα, ἵνα ἐξακριβώσῃ τὰ τοῦ καταλόγου, ἔχει οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς, δύναται καὶ εἰδικοὺς ἐπιθεωρητὰς νὰ διορίσῃ καὶ πληροφορίας παρ’ ἄλλων ἀρχῶν νὰ προκαλέσῃ, πάντοτε δὲ, ἐπὶ ἐνστάσεων ὑποβαλλομένων μάλιστα ὑπὸ ἀριθμοῦ μεγάλου, ὑπὸ κατηγορίας ὁλοκλήρου πολιτῶν κατὰ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ καταλόγῳ, τὸ Ὑπουργεῖον φροντίζει, ὅπως μὴ ἐκδοθῇ ἀπόφασις ἄνευ τῆς ἀπαιτουμένης ἐρεύνης.

§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταλῇ εἷς ἐπιθεωρητὴς ἀπὸ τοῦδε, ὅπως ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν ἐκδίκασιν τοῦ καταλόγου καὶ ἐλέγξῃ;

§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τοῦτο γίνεται.

§15ΧΟΪΔΑΣ. Μάλιστα, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ οἱ κακῶς καὶ παρανόμως ἐγγεγραμμένοι συλλαμβάνονται καὶ ἐξαναγκάζονται νὰ πληρώσωσι. Δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐκ Ζάρακος φωνὴ, Κύριοι· πανταχόθεν ἠγέρθησαν πολλάκις καὶ ἐγείρονται καθ’ ἑκάστην τοιούτου εἴδους παράπονα, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἔλαβον τὴν τιμὴν πολλάκις ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν πολλὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐκ τῆς πλημμελοῦς συντάξεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων, καὶ ὑπεσχέθη τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν, οὐδὲν ὅμως ἐνήργησεν, ὡς συμβαίνει πάντοτε, διότι δὲν συγκινεῖται ἐκ τοιούτου εἴδους παραπόνων. Πρό τινων ἡμερῶν ἀκόμη ἀξιότιμος συνάδελφος κατήγγειλεν ἐνταῦθα τὸν ὑποταμίαν Πατρῶν, ὅτι ἐνήργησε τὴν σύλληψιν πολίτου, ὅστις ἐξηναγκάσθη νὰ πληρώσῃ φόρον, ὡς ἰδιοκτήτης ἁμάξης, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει, καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς γλώσσης, ἣν μετεχειρίσθη οὗτος, ἀναφερθεὶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, ἵνα πεισθῆτε περὶ τοῦ ἀτόπου καὶ ἀδίκου, τὸ ὁποῖον γίνεται ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῶν ἀρχῶν. Τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ συλληφθεὶς δὲν εἶχεν ἅμαξαν, ὑπέπιπτεν ἀμέσως εἰς τὰς αἰσθήσεις τῶν ἁρμοδίων, καὶ ἐν τούτοις συνελήφθη καὶ ἐπλήρωσε, ζητεῖ δὲ τώρα τὴν ἐπιστροφὴν τῶν καταβληθέντων ἀχρεωστήτως. Καὶ συνέπεσε νὰ εὐπορῇ ὁ περὶ οὗ πρόκειται πολίτης· φαντασθῆτε ὅμως τὸ σκληρὸν, ὅταν τοιαῦτα ἄτοπα γίνωνται κατὰ πτωχῶν ἐπιτηδευματιῶν, οἵτινες συλλαμβανόμενοι ἐξαναγκάζονται διὰ μυρίων στερήσεων νὰ πληρώνωσιν ὅ,τι δὲν ὀφείλουσιν, ἢ, ἀδυνατοῦντες νὰ πράξωσι τοῦτο, μένουσιν ἐν τῇ φυλακῇ, μέχρις ὅτου ἀποφασίσῃ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποφασίζει ἐπὶ τέλους, ἀλλ’ ἡ διαδικασία εἶναι μακρὰ, διότι δὲν ἀπαιτεῖται μόνον ἡ βεβαίωσις τοῦ δημάρχου, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπὸ προσωπικὴν εὐθύνην τοιαύτη τοῦ ἐφόρου, ὅστις βραδύνει, διότι πολλάκις συμβαίνει ὁ ἔφορος, ὅστις πρόκειται νὰ βεβαιώσῃ, νὰ μὴ ὑπηρέτει ἐν τῷ τόπῳ, περὶ οὗ πρόκειται, κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν φέρεται ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ καταλόγῳ ὁ ἐπιτηδευματίας, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει ἀνάγκην χρόνου ἀναλόγου, ὅπως συλλέξῃ πληροφορίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὑπευθύνως νὰ βεβαιώσῃ, κατόπιν δὲ ὅλων τούτων ἀποφασίζει τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Λοιπὸν καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου περὶ προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς καταδιώξεως τῶν προσηκόντως βεβαιούντων τὴν περὶ κακῆς ἐγγραφῆς αἴτησίν των.

§16ΛΥΡΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατ’ ἔτος καὶ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς τὸν δῆμον Ζάρακος τῆς ἐπαρχίας μου ἐγγράφονται πολλοὶ ὡς ἐπιτηδευματίαι καὶ ἐκ τῶν φίλων τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου καὶ ἐκ τῶν φίλων τοῦ δημάρχου κ. Γραμματικάκη, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀπαλλάσσονται οἱ μὴ πράγματι ἐπιτηδευματίαι. Τὸ ὅτι δὲ ὁ δήμαρχος Ζάρακος δὲν παρευρίσκεται πάντοτε εἰς τὴν ἕδραν του, ὅπως λαμβάνωσιν εὐκόλως γνῶσιν τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευματιῶν οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ ὅπως δίδουν πρὸς αὐτὸν τὰς αἰτήσεις των οἱ ἀξιοῦντες τὴν ἀπαλλαγήν των, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι ὁ δήμαρχος μένει διαρκῶς εἰς τὴν ἕδραν του, καὶ ἀπόδειξις πρὸς τοῦτο εἶναι ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὅτι ἔλαβεν ἐπιστολὴν ὑπογεγραμμένην παρ’ ἑκατοντάδων πολιτῶν, λαβόντων βεβαίως γνῶσιν τοῦ καταλόγου. Κατὰ τὴν ἐκδίκασιν ὅμως τῶν αἰτήσεων τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὸν κατάλογον αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ ἀπαλλάσσουν πάντοτε τοὺς μὴ ἀποδεδειγμένους ἐπιτηδευματίας, ὁ δὲ δήμαρχος οὐδόλως λαμβάνει μέρος εἰς τὴν ἐκδίκασιν, ἀλλ’ οὔτε παρίσταται κἄν. Ἐὰν δέ τις, καίτοι μὴ ὢν ἐπιτηδευματίας, δὲν ἀπαλλαχθῇ, προσφύγῃ δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀκολούθως καὶ ζητηθῶσι πληροφορίαι ἀπὸ τὸν δήμαρχον, δὲν δύναται οὗτος νὰ δώσῃ ψευδεῖς πληροφορίας, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὴν εὐθύνην. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον δὲ ζήτημα, τὸ ὅτι δηλαδὴ ὁ νομάρχης Λακωνίας ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν ὡς ἀγροφυλάκων τοῦ χωρίου Κυπαρισσίου τῶν προταθέντων ὑπὸ τῆς μειονότητος τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.

§17ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ἀδίκως καταταχθέντων εἰς τὸν φορολογικὸν πίνακα ὡς καῤῥαγωγέων, ἐνῷ οὗτοι εἶναι κτηματίαι καὶ κηπουροί. Ὑπενθυμίζω τὴν πρότασιν ταύτην καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἥ τινες τούτων μετέβησαν μετά τινος Βουλευτοῦ εἰς τὸν κ. ἔφορον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέφεραν καὶ τὴν ἐπερώτησίν μου, ἀλλ’ οὗτος εἶπεν, ὅτι οὐδόλως λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τοιαύτας ἐπερωτήσεις, ὅπερ δὲν ἤθελεν εἴπει, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν ἐδίδασκε τὸ καθῆκόν του. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀπονομὴν τοιαύτης δικαιοσύνης, διότι συμφέρον εἶναι καὶ τοῦ Δημοσίου, καθόσον εὐτυχῶς τὰ δικαστήρια ἤνοιξαν τὴν ὁδὸν αὐτὴν καὶ ἀπεφήναντο ὅτι οἱ φορολογούμενοι, ἂν οἱ ἔφοροι, —οἱ ὁποῖοι τὸ μόνον προσὸν ἔχουν νὰ βεβαιόνουν καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ καταταχθῶσιν οἱ φορολογούμενοι δι’ ἀνύπαρκτα ἐπαγγέλματα ἢ δι’ ἀνύπαρκτον ἰδιοκτησίαν, —τοὺς ἀδικήσουν, δικαιοῦνται νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ λάβωσι πᾶν ὅ,τι ἔδωκαν, καὶ δὲν ἐξαρτᾶται πλέον τοῦτο ἐκ τοῦ διοικητικῶς δῆθεν δεδικασμένου καὶ ἀπροσβλήτου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ καὶ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς προσοχὴν εἰς τὴν Ἐφορίαν Ἀττικῆς. Βεβαιοῦνται ὑπὸ τοῦ ἐφόρου ἢ συντάσσονται πράξεις κατὰ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, ἀφορῶσαι εἰς κληρονομικὰ τέλη, εἰς κληροδοσίας, εἰς δωρεάς· γίνονται ἀντιῤῥήσεις, ἀναφέρονται ὑπὸ τῶν φορολογουμένων τὰ κατὰ τὴν κρίσιν των ποσὰ, μικρὰ δὲ ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀληθοῦς καὶ τοῦ ὑπολογιζομένου, καὶ ἐν τούτοις οἱ ἔφοροι ἐγείρουσιν ἀπείρους δίκας, ὁ ἔφορος Ἀττικῆς ἰδίως δι’ εὐτελέστατα ποσὰ, διὰ 25–30 δραχμάς, καὶ τὸ Δημόσιον ἀπώλεσεν ἀπείρους δίκας καὶ ὑπέστη δαπάνας δεκαπλασίας τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐζήτει ὁ κ. ἔφορος. Μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον συμφέρει καὶ τὴν ὑπηρεσίαν διευκολύνει ἡ ἀκριβεστέρα ἐκτίμησις τῶν πραγμάτων· ἂς ἐπιστήσῃ δὲ εἰς αὐτὸ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν προσήκουσαν προσοχὴν, ἵνα μὴ γεννᾷ τοιαύτας δίκας ἀσκόπως καὶ ἐπιζημίως εἰς τὸ Δημόσιον.

§18Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν, καθ’ ἣν 600 κηπουροὶ εἶχον ἐγγραφῆ ὡς καῤῥαγωγεῖς ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐπιτηδευματιῶν, καὶ ἐξαναγκάζονται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐζήτασα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ εὗρον ὅτι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ὡς καῤῥαγωγεῖς μόνον 560 ἐν συνόλῳ, ὅτι δὲ ἀναφοραὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ κακῇ ἐγγραφῇ ἐγένοντο οὐχὶ ὑπὸ 600, ἀλλὰ ὑπὸ 20. Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τούτων ἐγένετο καὶ γίνεται πᾶσα νόμιμος ἐνέργεια. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι παρὰ τῆς ἀστυνομίας τῆς πρωτευούσης, ὅπως βεβαιωθῇ, ἐὰν οἱ ἀναφερόμενοι ἦναι καῤῥαγωγεῖς ἢ οὔ, καὶ ἐπὶ ταῖς παρασχεθησομέναις πληροφορίαις θέλει ἀποφασίσει τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὰ νενομισμένα. Ἐν τούτοις πᾶσα προσοχὴ δίδεται εἰς τὰς ὑποβαλλομένας ἀναφοράς, καὶ ἂν τυχὸν πρὸς τοῖς εἴκοσι τέως ἀνανεχθεῖσιν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι φρονοῦντες ὅτι κακῶς ἐνεγράφησαν ὡς καῤῥαγωγεῖς, πρέπει καὶ οὗτοι νὰ ὑποβάλωσιν ἀναφορὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, αἵτινες θέλουσι τύχει τῆς δεούσης προσοχῆς.

§19ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι 620, δύναται νὰ τὸ βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος τοὺς γνωρίζει ὅλους καὶ ὁ ὁποῖος τοὺς ἐβεβαίωσεν, ὅτι οἱ πίνακες αὐτοὶ εἶναι τελεσίδικοι, καὶ ὑπεσχέθη ὅτι θὰ φροντίσῃ νὰ κάμῃ ὑπὲρ αὐτῶν ὅ,τι δυνηθῇ. Ὥστε περὶ τοῦ ἀριθμοῦ δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀμφισβήτησις. Πλείστους δὲ, κύριε Πρωθυπουργὲ, προέτρεψα ἐγὼ νὰ πληρώσουν, διὰ νὰ μὴ προσφύγουν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, διότι θὰ ἐγκαταλείψουν τὰ ἔργα των, ἵνα τραπῶσιν εἰς τὰς θύρας τῶν δικηγόρων καὶ τῶν δικαστηρίων. Ἀναγκάζονται οἱ δυστυχεῖς ἐκ τῶν ψευδῶν βεβαιώσεων τοῦ ἐφόρου, πρὸς ἀποφυγὴν δικαστικῶν ἀγώνων καὶ πρὸς ἀποφυγὴν δικαστικῶν δαπανῶν, νὰ πληρώνουν αὐτὸ τὸ ἐπιτήδευμα, καὶ πληρόνουν διπλᾶ. Ἄν δὲ ἔχητε τὴν καλωσύνην, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἴδητε εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον τοὺς κτηματίας καὶ κηπουρούς, τοὺς πληρώσαντας καὶ ἐπιτήδευμα καῤῥαγωγέως, οἵτινες εἶναι ἄνω τῶν 400. Ἄν διατάξητε τοὺς ὑπαλλήλους εἰς ἀληθεῖς βεβαιώσεις, θὰ ἴδητε ὅτι εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ.

§20ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀναγκάζομαι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑπομνήσω σχετικὴν παράκλησίν μου, ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ πρό τινων ἡμερῶν, περὶ τῆς ἀδικίας τῆς γενομένης εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας Ἑρμουπόλεως. Εἶπον τότε καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας βεβαίως γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι μετὰ τὸν κατάλογον τὸν καταρτισθέντα περὶ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως, ὡς ἐκ τῆς μεγίστης ἀδικίας, ἡ ὁποία εἶναι καταφανεστάτη, ὁ λαὸς τῆς Ἑρμουπόλεως συνῆλθεν ἐν συλλαλητηρίῳ εἰς τὴν κεντρικὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως καὶ ὑπέβαλεν εὐχὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα διὰ παντὸς μέσου φροντίσῃ διὰ τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν γενομένων καὶ ὅτι κατόπιν τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον τῆς Ἑρμουπόλεως ὁμοίαν εὐχὴν ὑπέβαλε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ οὗτος ἠρκέσθη νὰ τοὺς παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ποικίλων καὶ ἀτελευτήτων ἐκείνων διατυπώσεων, διὰ τῶν ὁποίων εἷς ἕκαστος τῶν φορολογουμένων θὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του. Θὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του, ἀλλὰ πότε; ὅταν αὐτὸς ἐξαναγκαζόμενος καταβάλῃ αὐτὴν τὴν ἀνυπόστατον φορολογίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη διὰ τοιούτου ἀδίκου καταλόγου. Παρακαλῶ δὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐκ Σύρου νὰ βεβαιώσουν, ἐὰν τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα ἦναι ἀληθῆ· νὰ βεβαιώσουν ἐὰν δὲν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι μὲ ὅλην τὴν δυσπραγίαν τὴν τοπικὴν καὶ τὴν γενικὴν, τὴν μαστίζουσαν τὸν ἄλλοτε ἐμπορικώτατον ἐκεῖνον τόπον, μὲ ὅλην τὴν ἀναμφισβήτητον ἀλήθειαν, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν μικρῶν οἰκιῶν τῆς πόλεως ἐκείνης, ὡς ἐκ τῆς τοιαύτης τοπικῆς καὶ γενικῆς δυσπραγίας, ἀπό τινων ἤδη ἐτῶν μένουσι κεναὶ, ὁ κ. πρώην οἰκονομικὸς ἔφορος τῆς Σύρου ἐνόμισεν ὅτι ἐκτάκτως ἠδύνατο ν’ ἀναβιβάσῃ κατὰ πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν τὸν κατάλογον τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, καὶ μὲ ὅλας τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐγένοντο παρὰ τῶν συμπραξάντων μετ’ αὐτοῦ ὑπαλλήλων, ὅτι προφανέστατα ἠδίκει τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν οἰκιῶν ἐκείνων, διότι οὗτοι ἢ δὲν ἐνῳκίασεν αὐτὰς, ἢ τὰς ἐγκατέλιπον πρὸ πολλοῦ, ἢ ὑπέστησαν σπουδαιοτάτην μείωσιν τὰ ἐνοίκιά των, ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑρμουπόλεως, ὁ κ. ἔφορος, θέλων νὰ δείξῃ ὑπέρμετρον ζῆλον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀνέγραψε ποσὰ φορολογητέα μυθώδη ἐν τῷ καταλόγῳ ἐκείνῳ. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ συνεζητήθη ἡ ἀδικία ἐκείνη, ὥστε ἠνάγκασε πρωτοφανῶς τὸν λαὸν τῆς Ἑρμουπόλεως νὰ συνέλθῃ κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον ἐν συλλαλητηρίῳ καὶ νὰ ὑποβάλῃ εὐχὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐδοκήσῃ ἐπὶ τέλους νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ τῆς τοιαύτης προσγινομένης ἀδικίας εἰς τὸν ἀτυχοῦντα ἐκεῖνον τόπον. Ἀλλὰ καὶ περιπλέον, ὡς προεμνήσθην, διότι ἡ εὐχὴ ἐκείνη τοῦ λαοῦ δὲν εἰσηκούσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸ μικροῦ ἤδη, πρὸ μηνὸς νομίζω, τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον, συναισθανόμενον τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὑπέβαλεν ὁμοίαν εὐχὴν καὶ κατέδειξε πόσον ἄδικος συνετάχθη ὁ ἐν λόγῳ κατάλογος. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ παραπέμψῃ τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους ἰδιοκτήτας εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν, ὡς προεῖπον, τῶν ἀτελευτήτων νομίμων διατυπώσεων, ἐνῷ ἠδύνατο, εἴτε ἀναθέτων εἰς τὸν τακτικὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν, εἴτε ἀποστέλλων εἰδικὸν τοιοῦτον ἐπὶ τέλους, νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν δικαίαν εὐχὴν τῶν κατοίκων Ἑρμουπόλεως. Ἀλλὰ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τίποτε ἐξ ὅλων τούτων δὲν θὰ πράξῃ καὶ μετὰ τοῦτο. Θὰ παραπέμψῃ ἁπλῶς αὐτοὺς εἰς τοὺς τύπους. Ἐν τῷ μεταξὺ οὗτοι, ἐξαναγκαζόμενοι, θὰ καταβάλωσιν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ καταβάλωσι, καὶ τοιουτοτρόπως πάντα ταῦτα τὰ δίκαια παράπονα τῶν ἀτυχῶν καὶ ἀδικουμένων τούτων πολιτῶν θὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα, κύριε Βοκοτόπουλε;

§21ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουσιν οὕτω.

§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς πλείστων ἀμπελοκτημόνων τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, διὰ τῆς ὁποίας ἱκετεύουσι τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον τὸν ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῶν οἴνων τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι οὐδέποτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ μᾶλλον βάσιμος καὶ μᾶλλον δεδικαιολογημένη. Εἶναι γνωστὸν καὶ παρὰ πάντων ἀνεγνωρισμένον, ὅτι ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐνιαῖος φόρος καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς ἐπικρατείας εἶναι ὅλως ἄδικος, ἄνισος, ἕνεκα τῆς διαφόρου τιμῆς τοῦ οἴνου κατὰ τὰς διαφόρους ἐπαρχίας. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειοψηφίας ἀνεγνώρισε τὴν ἀδικίαν καὶ ἀνισότητα ταύτην καὶ ἐσύστησε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος πρόνοιαν περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τοῦ οἴνου ἑκάστου τόπου. Ἀλλ’ ἂν, Κύριοι, δι’ ἁπάσας τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας δύναται νὰ δικαιολογηθῇ τοιαύτη ἀναβολὴ, ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων, φρονῶ ὅτι διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας ὑπάρχει ἰδιαίτερος λόγος, ἵνα ἀπὸ τοῦδε εὐαρεστηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὡρισμένον μέτρον. Εἶναι, Κύριοι, γνωστὸν, καὶ πολλάκις ἐῤῥήθη καὶ ἐβεβαιώθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τόσον ἄφθονος εἶναι ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, καὶ τόσον ἐκπίπτουσι πάντοτε αἱ τιμαὶ, ὥστε πολλάκις, ὅπως κατὰ τὸ τρέχον ἔτος συμβαίνει, ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος εἶναι ἀνώτερος τῆς ἀξίας τοῦ φορολογουμένου πράγματος. Νομίζω, ὅτι τοιαύτην φορολογίαν οὐδεμία οἰκονομικὴ περίστασις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ, διότι αὕτη ἀποτελεῖ ἀληθῆ δήμευσιν τῆς ἰδιοκτησίας, στεροῦσα τοὺς πολίτας καὶ αὐτῶν τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας, ἐναντίον καὶ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν ἐπαρχίαν ταύτην πρέπει νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα πρόνοια καὶ ἀπὸ τοῦδε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, καθὼς καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μελετήσωσι τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν ἐπισταμένως, ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν νόμων νὰ ὑποβάλω καὶ σχετικὰς περὶ τούτου προτάσεις. Ἀναγκάζομαι νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπερώτησίν τινα, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον. Ἴσως, ἐπειδὴ ὑπεβλήθη κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔλαβε πρόνοιαν, διὰ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὸν πρώην ὑποταμίαν Γεώργιον Μπονέρον, ὅστις, παυθεὶς πρὸ 6 ἐτῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, δὲν ἠδυνήθη εἰσέτι, καίτοι ὑποβαλὼν ἔκτοτε τὸν λογαριασμόν του, νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε καταθέσει, ἐπειδὴ δὲ τὰ κατατεθέντα διὰ τὴν ἐγγύησιν χρήματα ὠφείλοντο εἰς ἄλλους, μυρίας ὑπέστη καταδιώξεις καὶ ἐκποιήσεις τῶν κτημάτων του, διὰ νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἐγγύησιν. Φρονῶ, Κύριοι, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων παυθέντων τῆς ὑπηρεσίας, δὲν εἶναι δίκαιον τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀκούομεν ὅτι λαμβάνεται, νὰ ἀναβάλλωνται αἱ ἐπιστροφαὶ τῶν ἐγγυήσεων μέχρις ὅτου ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Συνεδρίου ὁλόκληρος ἡ ἐτησία διαχείρισις. Τοιοῦτον μέτρον εἶναι ἄδικον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπαύθησαν, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τῆς περιουσίας των, χωρὶς νὰ συντελῇ εἰς ἐξασφάλισίν τινα τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν τὸ μέτρον ἦναι καὶ γενικὸν, ἢ μήπως τυχὸν γίνωνται καὶ ἐξαιρέσεις, καὶ παρακαλῶ καὶ περὶ τούτου τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ πληροφορίας. Ὑποβάλλω τὴν ἐπερώτησιν ἐγγράφως, ὅπως καὶ ἄλλοτε τὴν εἶχον ὑποβάλει, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ. Τέλος, Κύριοι, νομίζω καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδυνήθην ὅμως ἔκτοτε ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω τὸν λόγον ἕνεκα συζητήσεως ἄλλων ἀντικειμένων. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο προέρχεται ἐξ Ἀταλάντης καὶ φέρει τὰς ὑπογραφὰς δύο δικηγόρων, Πυργοπούλου καὶ Μπράβη, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν γνωρίζω καὶ οἵτινες καταγγέλλουσι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὰ λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ 1 Δεκεμβρίου, κρατοῦντα ἀνάστατον πόλιν μας, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι υἱὸς δημάρχου Δαφνησίων, ἡγούμενος συγχωρίων, κατὰ διανομὴν ξυλείας 28–29 παρελθόντος ἐξύβρισεν αἰσχρότατα ἐπιτροπὰς ἐράνων, Βασιλικὴν οἰκογένειαν, πάσας ἀρχὰς, Κυβέρνησιν, ἀστυνομικὸν σταθμάρχην, ἐπιτεθεὶς κατ’ αὐτοῦ, προσκαλῶν συγχωρίους ἐπιτεθῶσι κατ’ ἐξουσίας, ἁρπάσωσι ξυλείαν. Ἀνελθὼν ἐπὶ στιβάδος σανίδων, διένειμεν αὐτοβούλως, οὐδένα σεβόμενος, προκαλῶν στάσιν. Τούτων λαβὼν γνῶσιν ἀπὼν ἀστυνόμος Ἀταλάντης, ἔσπευσεν ἐπανέφερε τάξιν, συνέλαβε συνεργοὺς στάσεως, ἀρχηγοῦ διαφυγόντος πρὸ ἀφίξεως ἀστυνόμου, οὐχὶ μὴ συλληφθέντος, ὡς εἶπεν Εὐταξίας. Ἀστυνόμος Γρηγοράκης διακρίνεται ἐπὶ ἀμεροληψίᾳ καὶ ἠπιότητι. Παρακαλοῦμεν συνηγορήσατε ὑπὲρ ἀδικηθέντος, ἀποστελλομένου Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν πρὸς διαλεύκανσιν ὑποθέσεως.» Ἡ αἴτησις, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται, εἶναι νὰ ἀποσταλῇ ἀνώτερος δικαστικὸς ὑπάλληλος, ὅπως βεβαιώσῃ τὰ συμβάντα. Ἐπειδὴ πολλὰ ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὡσαύτως δὲν γνωρίζω, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἀποστολῆς ἀνωτέρου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ὅπως ἀποδειχθῇ τὸ ἀνακριβὲς τῶν αἰτιάσεων αὐτῶν, διότι δὲν θεωρῶ δίκαιον νὰ κακολογῶνται ἀδίκως ὑπάλληλοι ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν των.

§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔρχομαι καὶ ἐγὼ εἰς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, ὅπως ἀποσταλῇ εἰς Ἀταλάντην εἷς ἀνώτερος ὑπάλληλος, ἵνα ἐξακριβώσῃ διὰ διοικητικῶν ἀνακρίσεων τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν διανομὴν τῆς ξυλείας ἐν τῇ Σκάλᾳ αὐτῆς. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐξέφρασα παράπονα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Ἀταλάντης. Βεβαιῶ ὅτι εἶναι ἀνὴρ ἀνεξάρτητος καὶ ἀκέραιος, ἀλλὰ κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἐπέδειξεν ἐν τῇ παραφορᾷ του ζῆλον ὑπέρμετρον, διατάξας τὴν σύλληψιν, πλὴν τοῦ κυρίως ἐνόχου, καὶ ἀνθρώπων ὅλως διόλου ἀθώων, οἷος ὁ πρώην δήμαρχος Δαφνησίων Γεώργιος Μιχαλόπουλος, ὁ ὁποῖος εἰς οὐδεμίαν σχέσιν εὑρίσκεται πρὸς τὸν υἱὸν τοῦ δημάρχου Ἀντωνίου καὶ ὁ ὁποῖος, ὡς καὶ ἄλλοι πολλοὶ, ἀπηλπίσθησαν ὅτι θὰ ἐλάμβανον ξυλείαν καὶ οὐδὲ προσῆλθον εἰς τὴν διανομήν. Ἐγὼ λοιπὸν κατὰ τοῦτο μόνον ἐμέμφθην τὸν κ. ἀστυνόμον Ἀταλάντης, καθ’ ὅσον, ὑπείκων ἴσως εἰς πεπλανημένας πληροφορίας, ἐνόμισεν ὅτι οἱ Λιβαναταῖοι ὅλοι ἐστασίασαν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημά τι τῶν κατοίκων Μαλεσίνης. Ἔλαβον γνῶσιν τῶν τηλεγραφημάτων καὶ τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπεφυλάχθην ὅμως νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον νῦν, διότι ἴσως θὰ μακρηγορήσω πολὺ, καὶ δὲν ἤθελον νὰ θεωρηθῶ ὅτι ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ κυριωτέρου ἔργου αὐτῆς, τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ὅμως νὰ ἀνακοινώσω τὸ ἐκ Μαλεσίνης τηλεγράφημα, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Σχηματισθείσης λίμνης ὀμβρίων ὑδάτων εἰς ἣν θέσιν ἐτοποθετήθησαν παραπήγματα ὑπὸ ἁρμοδίων, μένομεν ὑπαίθρῳ ἑκατὸν οἰκογένειαι. Ὑψώσατε φωνήν. Τροφαὶ, ἔπιπλα σήπονται ὕδατα. Σώσατέ μας, πρὸς Θεοῦ! Ἀπωλόμεθα ἐκ τοῦ ψύχους. Ἐπιτρέψῃ Ὑπουργεῖον λάβωμεν ξυλείαν παραπηγμάτων, κατασκευάσωμεν μόνοι ἀλλαχοῦ ξυλείαν. «Κάτοικοι Μαλεσίνης.» (ἕπονται αἱ ὑπογραφαί). Πάντα ὅσα ἐγένοντο μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων σεισμοπαθῶν ἐγένοντο ἀπερισκέπτως. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑπάρχει καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ἀπεστάλησαν ἐντεῦθεν ἀξιότιμοι ἄλλως Κύριοι, ἵνα καθορίσωσι, ποῦ πρέπει νὰ γείνῃ ὁ συνοικισμὸς, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας τῶν ἐντοπίων, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἰδίᾳ τὴν γνώμην τοῦ δημάρχου Ἀταλάντης, ἴσως διότι ἦτο φίλος μου, καὶ προέβησαν εἰς τὸ νὰ ὁρίσωσι καὶ ἐν Νέᾳ Πέλλῃ καὶ ἐν Μαλεσίνῃ διὰ συνοικισμὸν μέρος, ἐν ᾧ πολλαὶ πλημμύραι συμβαίνουσι. Καὶ οὕτω σήμερον τὰ παραπήγματα κατέστησαν ἀκατοίκητα καὶ ἐν Μαλεσίνῃ καὶ ἐν Νέᾳ Πέλλῃ. Θὰ καταθέσω τὸ ἀναγνωσθὲν τηλεγράφημα, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὸ διαβιβάσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐράνων, ἥτις, κατὰ τὸ ἔγγραφον αὐτῆς, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἔχει εἰσέτι εἰς χεῖράς της 600 χιλιάδας δραχμῶν. Εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐννοήσωσιν οἱ Κύριοι οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, ὅτι τὰ χρήματα δὲν ἀπέστειλαν οἱ συγκινηθέντες ἐκ τῶν δεινῶν τῶν παθόντων ἐκ τῶν σεισμῶν, ὅπως τὰ φυλάξωσιν, ἀλλ’ ὅπως τὰ χρησιμοποιήσωσι πρὸς ταχεῖαν ἀνακούφισιν αὐτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διαβιβάσῃ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ νὰ συστήσῃ εἰς αὐτὴν, ἵνα σπεύσῃ νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν παθόντων τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα παρεδόθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰς αὐτήν.

§24ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ προηγουμένως, εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἔφερε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, παρήγαγε καὶ εἰς ἐμὲ ἀκόμη ἀγανάκτησιν, διότι πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ὑπὲρ τῶν παθόντων Λοκρῶν, ἐγένετο τῇ φροντίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῇ ἐπιμελείᾳ ἀνδρὸς ἐντιμοτάτου. Ἡ Κυβέρνησις ἀνέθετο εἰς τὸν κ. Μεταξᾶν, ἵνα οὗτος, μεταβαίνων ἐπὶ τόπου, ἐκτελέσῃ ὅ,τι ἦτο ἀναγκαῖον, ἀλλὰ καὶ δυνατὸν ὑπὲρ τῶν παθόντων. Ὁ κ. Μεταξᾶς μετέβη καὶ εἰς Μαλεσίνην, ὁ κ. Μεταξᾶς ἐξέλεξε τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτοποθετήθησαν τὰ παραπήγματα. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶχεν ἀνάγκην νὰ συμβουλευθῇ τὸν δήμαρχον Ἀταλάντης, ἢ ἂν ἠρώτησε τὸν δήμαρχον Ἀταλάντης καὶ οὗτος προσδιώρισε τὸ μέρος. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ ἔχει πλήρη ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν κ. Μεταξᾶν καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς σκληρᾶς ἀχαριστίας, ἣν πρὸς αὐτὸν δεικνύουσιν οἱ ὑπὲρ ὧν εἰργάσθη, εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ ἔθεσεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ποσὸν 50 χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως χρησιμοποιηθῇ εἰς διανομὴν ξυλείας, ὁ συνταγματάρχης κ. Μεταξᾶς ἐδήλωσεν ὅτι ἀδυνατεῖ πλέον νὰ δεχθῇ τοιαύτην ἐντολὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐπέστρεψε τὸ ποσὸν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, χωρὶς κἂν νὰ ἐξετάσω, ἂν ἦναι ἀληθὲς τὸ ἀναγραφόμενον ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐπλημμύρησαν τὰ παραπήγματα, διέταξα καὶ δι’ ἄλλους λόγους νὰ διαλυθῶσι τὰ παραπήγματα καὶ νὰ διανεμηθῇ ἡ ξυλεία εἰς τοὺς κατοίκους, ὅπως τοποθετήσωσι ταῦτα οἱ κάτοικοι ὅπου ἄν θελήσωσι. Πᾶν ὅ,τι ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐγένετο, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειαν τοῦ ἀξιοτίμου συνταγματάρχου κ. Μεταξᾶ, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη διὰ πάσης θυσίας, εἰργάσθη μὴ φεισθεὶς τῆς ὑγείας του, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἀντὶ εὐχαριστιῶν ποτίζεται πικρίας, δι’ ὧν τακτικῶς ἀκούομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Βουλευτηρίου λόγων.

§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶναι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ εἶναι ἑπομένως ἐν γνώσει τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐπετέλεσεν αὕτη.

§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρῃτήθην πρὸ πολλοῦ.

§27ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀνέλαβε τὴν συλλογὴν ἐράνων ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν, ἡ ἐκτέλεσις δὲ τῶν βοηθειῶν, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνετέθη εἰς τὸν κ. Μεταξᾶν καὶ ἄλλους ἀξιωματικούς. Ὁσάκις τῆς ἐζητήθησαν χρήματα, ἡ ἐπιτροπὴ τὰ παρέσχεν, ἐπὶ τῇ βεβαιότητι, ὅτι ἤθελον χρησιμοποιηθῆ διὰ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν συνελέχθησαν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προσθέσω, εἶναι, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων ἐπέδειξαν μεγάλην ὑπερηφάνειαν, καὶ λίαν ἀξιεπαίνως ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν θέλουσιν ἀτομικὰς βοηθείας, ἀλλὰ ζητοῦσι μόνον νὰ ἐκτελεσθῶσι γενικὰ κοινοτικὰ ἔργα. Ὁμολογῶ ὅτι ἴσως ὑπερέβησαν τὰ ὅρια τῆς ὑπερηφανείας καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ δείξωσι, καὶ ἡ ὁποία προεκάλεσε τὸν θαυμασμόν μας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Σήμερον βλέπω, ὅτι ὁ χειμὼν τοὺς ἔφερεν εἰς δύσκολον θέσιν, καὶ ἐνῷ ἐνόμιζον ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσιν ἐξ ἰδίων, ἐπείσθησαν ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην τῶν βοηθειῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἐννοεῖται, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν περίστασιν ταύτην καὶ θὰ πράξῃ ὅ,τι ἐπιβάλλεται αὐτῇ.

§28ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἤμην καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων, ἀλλὰ παρῃτήθην πρὸ πολλοῦ, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς γινώσκει τοὺς λόγους, δι’ οὓς παρῃτήθην. Παρῃτήθην, διότι ἠθετήθη ἀσυστόλως, τῇ συγκαταθέσει πολλῶν ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ καταστατικὸν, οὕτως εἰπεῖν, διάταγμά της. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν διὰ τοῦ διατάγματος ἐκείνου, ὄχι μόνον νὰ συλλέξῃ ἐράνους, ἀλλὰ καὶ νὰ διαθέσῃ αὐτούς. Δυστυχῶς ὅμως οἱ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὀλιγωροῦντες παντάπασι τοῦ δευτέρου τούτου δικαιώματος καὶ καθήκοντος, παρῃτήθησαν αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐγγράφου της καὶ μᾶς εἶπε «χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπιτροπὴ, ἐδαπάνησα πλέον τοῦ ποσοῦ τῆς πιστώσεως τῶν 200 χιλιάδων δραχμῶν 185 χιλιάδας, τὰς ὁποίας ζητῶ νὰ μοὶ καταβάλητε πάραυτα ἐκ τῶν ἐράνων». Τότε καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ρικάκης ἐξανέστημεν κατὰ τῆς τοιαύτης ἀξιώσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἐσκέφθη, ὅτι ἔπρεπε τότε νὰ δεχθῶμεν, ἵνα καταβάλωμεν τὰς 185,000 δρ. εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ νὰ δηλώσωμεν πρὸς αὐτὴν, ὅτι τοῦ λοιποῦ πᾶσα δαπάνη, γενομένη ὑπ’ αὐτῆς ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν θὰ ἐλαμβάνετο τὸ παράπαν ὑφ’ ἡμῶν ὑπ’ ὄψιν. Ἀνεφέραμεν τότε ταῦτα τῷ κ. Ὑπουργῷ, ὁ ὁποῖος ἔσχε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐὰν οὕτω ἐννοοῦμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ διάταγμα, δύναται νὰ καταργήσῃ αὐτὸ, ἀλλ’ εἶτα ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον εἶχε, καὶ ἐδέχθη, ὅπως οὐδεμία δαπάνη γένηται ἐφεξῆς ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθον ἔκτοτε πολλαὶ ἑβδομάδες, καὶ ὁ κ. Μπουφίδης μᾶς παρήγγειλε διὰ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ τῷ μετρηθῶσιν αἱ 200,000 δραχμαὶ, ἡ ἔκτακτος πίστωσις, ἡ διατεθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν. Τότε ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ περὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἀφοῦ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἰδική μου γνώμη, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποῤῥῥιφθῇ αὕτη, ὡς παράνομος καὶ ἄδικος διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς, διεμαρτυρήθην καὶ ἀπεσύρθην ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἔκτοτε ἐμάνθανον τὰ κατ’ αὐτὴν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ἐκ δὲ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπληροφορήθην, ὅτι ἔχει ἀκόμη εἰς τὴν διάθεσίν της 600 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν οἱ Κύριοι τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐννοοῦσι νὰ τὸ διαθέσωσιν ἐγκαίρως ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν σεισμοπαθῶν. Ὡς πρὸς τοὺς ἰσχυρισμοὺς δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν παρακαλῶ νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὸν κ. Μεταξᾶν, διότι οὐχὶ οὗτος, ἀλλ’ αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὸν διορισμὸν τῶν διαφόρων ἐκτελεστικῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες ἐτέλεσαν ἀληθῆ ὄργια κατὰ τὴν διανομὴν τῆς ξυλείας, αὐτὸς ἔχει τὴν εὐθύνην πᾶσαν καὶ ἂς μὴ ζητῇ νῦν νὰ κρύπτηται ὄπισθεν ἄλλων.

§29ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποτὲ δὲν ἠθέλησα νὰ κρυφθῶ ὄπισθεν ἄλλων.

§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τὸν συνοικισμὸν τῆς Σκάλας δὲν εὐθύνεται ὁ κ. Μεταξᾶς, τοῦτο τὸ γινώσκει κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐν ἐπιγνώσει τούτου λέγει, ὅτι ὁ κ. Μεταξᾶς προσδιώρισε τὴν τοποθεσίαν αὐτοῦ. Καὶ ἡ τοποθεσία τοῦ συνοικισμοῦ τῆς Σκάλας καὶ τὰ τοῦ συνοικισμοῦ τῆς Μαλεσίνης ἀπεφασίσθησαν πρὶν ἢ μεταβῇ εἰς τὴν Λοκρίδα ὁ κ. Μεταξᾶς. Μηχανικοὶ τῆς Κυβερνήσεως μετέβησαν ἐκεῖσε, ἔκαμον τὰ σχεδιαγράμματα, καὶ ἔγειναν οἱ συνοικισμοί. Τίνα λοιπὸν σχέσιν ἔχει ὁ κ. Μεταξᾶς; Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, τί θέλομεν τὰ ὀνόματα καὶ τοὺς τιμίους χαρακτῆρας, ὅταν ἔχωμεν τὰ πράγματα καταβοῶντα, ὅταν βλέπητε 100 οἰκογενείας διαμαρτυρομένας ὅτι ὁ συνοικισμός των ἐγένετο εἰς μέρος κατακλυζόμενον τὸν χειμῶνα; Ἐν ὥρᾳ τοιαύτῃ τοῦ ἔτους οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι ἄνθρωποι εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς τὸ ψῦχος καὶ τὴν βροχὴν, ἄνευ ἐπαρκοῦς ξυλείας, ἄνευ καταλλήλων παραπηγμάτων. Τί τοὺς ὠφελοῦν τώρα τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργός; Τὰ αὐτὰ συμβαίνουσιν εἰς τὴν Ἀταλάντην, τὰ αὐτὰ καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη, διότι πανταχοῦ ἀπεδείχθησαν ἀνίκανοι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐπέλθωσιν ἐπίκουροι εἰς τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τῶν παθόντων. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα, ὅτι οἱ Λοκροὶ δὲν κατεδέχθησαν νὰ ζητήσωσι προσωπικὴν συνδρομὴν, τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καὶ τὸ ἀπέδειξαν οἱ συμπολῖταί μου κατὰ τὴν ἐκεῖσε μετάβασιν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀπεδείχθησαν ἱππόται ἀληθεῖς, προτιμήσαντες νὰ φέρωσι γενναίως τὴν δυστυχίαν των, χωρὶς νὰ ἐπαιτήσουν συνδρομήν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις συνέστησεν ἐπιτροπὴν, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ συνέλεξε χρήματα ὑπὲρ αὐτῶν, ταῦτα εἶναι ἰδιοκτησία τῶν Λοκρῶν καὶ ὄχι τοῦ κ. Ρικάκη ἢ ἄλλου τινὸς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς. Οἱ Λοκροὶ τότε καὶ μόνον ἀπηύθυναν ἀναφορὰς πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς τὰς ἀναφορὰς, τὰς ὁποίας ὑπέγραψαν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν παθόντων μερῶν, καὶ θέλει ἴδει, ὅτι ἐν ταύταις λέγουσιν: «Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γίνητε ἐπαῖται χάριν ἡμῶν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ συνελέγησαν χρήματα, ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς ἡμᾶς.» Καὶ τὰ χρήματα ταῦτα συνελέγησαν ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου καὶ τοῦ Αὐγούστου, καὶ ἐὰν τότε διεθέτετε πράγματι ὑπὲρ τῶν παθόντων 600–800 χιλιάδας δραχμῶν, τὴν σήμερον δὲν θὰ ὑφίσταντο αὐτοὶ τὰ πάνδεινα. Ὑπέχετε λοιπὸν καὶ σεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, εὐθύνην διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, καὶ τοῦτο θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω, ὅταν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, παρερχομένης τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, λάβω τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλετε. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἀποδειχθῇ τὸ ἀφατρίαστον τῶν ἐπιτροπῶν του, νὰ ὑποβάλῃ κατάλογον τῶν λαβόντων καὶ ἄλλα μὲν βοηθήματα, ἀλλ’ ἰδίως ἄλευρα ἐν σάκκοις καὶ ξυλείαν· νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν ἐπιτοπίων ἐπιτροπῶν νὰ ὑποβάλωσι πίνακα, ἐμφαίνοντα, τίνες μέχρι τοῦδε ἔλαβον ξυλείαν, καὶ ἐκεῖθεν θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὁποίαν διανομὴν τῶν βοηθημάτων ἐνήργησαν αἱ διάφοροι ἐπιτροπαί.

§31ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μέχρι πρὸ ὀλίγου παρευρίσκετο εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς· ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῶν συνεδριάσεων ἀναφέρονται αἱ γενόμεναι συζητήσεις καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ παρευρίσκετο τακτικῶς μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν διεφωνήσαμεν ὡς πρὸς τὰς 180,000 δραχμὰς, περὶ ὧν καὶ ἐγὼ ἤμην σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαφόρων μέτρων εἰς τὸν κ. Μεταξᾶν καὶ λοιπὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διωρίσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο ἐγένετο τῇ κοινῇ συναινέσει ὅλων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.

§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐμοῦ διαμαρτυρομένου.

§33ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι οἱ κάτοικοι δὲν ἐφρόντισαν νὰ κάμωσιν ἐγκαίρως τὰς παραστάσεις, τὰς ὁποίας κάμνουσι τώρα.

§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ προσαχθῶσι παρακαλῶ αἱ ἀναφοραί.

§35ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἰδέα μου ἦτο νὰ συστηθῶσιν εἰδικαὶ ἐπιτροπαὶ, αἱ ὁποῖαι νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν γενικὴν ἐπιτροπὴν τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων καὶ νὰ ὑποδείξωσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀπαραίτητα, ἵνα θεραπευθῶσι προσωρινῶς αἱ ἀνάγκαι των· τότε ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ λάβῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν της. Τούτου μὴ γενομένου, ὁσάκις ἐλαμβάνομεν ἀναφορὰν, ἤμεθα ἠναγκασμένοι, τῇ συναινέσει καὶ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, νὰ ἀναθέτωμεν εἰς τὸν κ. Μεταξᾶν, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ἐκτελέσῃ τὰ δέοντα. Αὐτὸ ἦτο τὸ λάθος ἀπ’ ἀρχῆς. Τώρα καὶ ἐγὼ βλέπω, ὅτι οἱ κάτοικοι εἶναι εἰς δεινὴν θέσιν καὶ συλλογίζονται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κάμωσιν ἐξ ἀρχῆς. Εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασίν της ἡ ἐπιτροπὴ συνεκινήθη ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία παρίσταται, τῶν πασχόντων κατοίκων, ἀλλὰ τί θέλετε νὰ πράξῃ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦ ἔτους, ἀφοῦ ἀπ’ ἀρχῆς ἐδόθη ἄλλη διεύθυνσις εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀντέτεινεν οὔτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος;

§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἵνα ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν λεγομένων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰς ἀναφορὰς, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον οἱ Λοκροὶ μέχρι τοῦδε εἰς αὐτήν.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Δεληγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§38ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα ἐζήτησα ἐγὼ τὸν λόγον (Θόρυβος).

§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ πλέον περὶ σεισμῶν ἐλέχθησαν.

§40ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ ὁμιλήσῃ σχετικῶς...

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε λοιπὸν, κύριε Βάλληνδα.

§42ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τὸ συμπέρασμα, κύριε Πρόεδρε, τῆς συζητήσεως ταύτης ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, φθάνει μέχρι καὶ τῶν ἀκροτάτων μέσων, ἤτοι ὅτι καὶ τὴν φιλανθρωπίαν αὐτὴν ὑπὲρ τῶν ἀναξιοπαθησάντων ἐκ τῶν σεισμῶν ἐννοεῖ νὰ ἐκμεταλλεύηται ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη. Βεβαίως δὲν γνωρίζω τὰς σχετικὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ κατὰ γενικὰς γραμμὰς μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἔχω γνώμην, ὅτι, ὡς πάντες ἀντελήφθημεν, καὶ τὴν φιλανθρωπίαν, ἡ ὁποία ἔσπευσε νὰ συντρέξῃ τοὺς δυστυχήσαντας ἐκείνους συμπολίτας μας, ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκμεταλλευθῇ ὑπὲρ ἑαυτῆς. Καὶ ὅταν ἦναι γνωστὸν καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ φιλανθρωπία συνεισέφερε πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀτυχῶν παθόντων ἐκ τῶν σεισμῶν, καὶ ὅταν ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἔκτοτε παρῆλθον ἀρκετοὶ μῆνες, πλέον ἢ ἑξάμηνον, πῶς πρέπει νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις, ἔχων τὸ καθῆκον καὶ τὴν ἐποπτείαν τῆς διαχειρίσεως τοῦ συνεισενεχθέντος ποσοῦ, ἔχει τὴν ἐλαφρὰν συνείδησιν νὰ ἀναβάλλῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ὁ χειμὼν καὶ νὰ μένωσιν ἄστεγοι καὶ ἐγκαταλελειμμένοι καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς προστασίας καὶ οὐδεμιᾶς κυβερνητικῆς μερίμνης οἱ ἀτυχεῖς σεισμοπαθεῖς; Καὶ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δικαιολογεῖ ἑαυτὸν, ἐπιῤῥίπτων τὴν εὐθύνην εἰς ἐπιτροπὰς; Οὐδεὶς ψέγει, κύριε Πρόεδρε, τὸν Ἡρακλέα. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλων νὰ καταστήσῃ συνυπευθύνους καὶ ἄλλους, ἀναφέρει ὀνόματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν δύνανται νὰ ὑποστῶσι κἀνένα ἔλεγχον. Αὐτὸς μόνος ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα ἐγκαίρως καὶ ἀμελητεὶ τὰ ποσὰ τὰ συνεισενεχθέντα ὑπὸ τῶν φιλανθρώπων διατεθῶσι πρὸς ἀνακούφισιν τῶν παθόντων. Ἑπομένως δὲν δικαιολογεῖται, ὅταν ἐπιῤῥίπτῃ τὴν εὐθύνην εἰς τὰς ἐπιτροπὰς καὶ εἰς ἄλλα ἀξιότιμα πρόσωπα, ἅτινα διατελοῦσιν ὑπεράνω πάσης μομφῆς καὶ παντὸς ἐλέγχου. Ἀλλ’ ὅλαι αὗται αἱ δικαιολογίαι συντελοῦσι πρὸς μείωσιν τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀκεραίαν φέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν αὐτὸς κρατῇ εἰς χεῖράς του, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς δυνάμενος νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ὑπολειπομένων 600,000 δραχμῶν; Ἐν τούτοις ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην τὰς κραυγὰς τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων σεισμοπαθῶν, ὅτι ὑφίστανται τὰς συνεπείας τοῦ δυστυχήματος, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζει ὅτι δικαιολογεῖται, τοιαύτην δεικνύων ἀμέλειαν, διότι πρέπει κατὰ τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἐν τῷ νῷ ἔχει, νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι ἐκ τῆς φιλανθρωπίας, ὅταν αὐτὸς νομίσῃ πρέπον νὰ διακανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς διανομῆς τοῦ εἰς χεῖράς του εἰσέτι ὑπάρχοντος ὑπολοίπου ποσοῦ! Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰσεπράχθησαν 1,200,000, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐδαπανήθησαν μόνον 600,000 δραχμαὶ, καὶ ὅτι συνεπῶς μένουσιν ἔτι εἰς τὰ θυλάκια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὄχι βεβαίως ὡς προσώπου, ἀλλ’ ὡς ἀνωτέρου ἐπόπτου τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν αὐτὸς διώρισεν, ἕτεραι 600,000. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ τὸ θέρος, ἵνα λάβητε πρόνοιαν περὶ τῶν κατοίκων ἐκείνων, τῶν ἀστέγων καὶ τῶν ἐκτεθειμένων εἰς τὰ ψύχη καὶ τὰς βροχὰς τῆς ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα; Τοῦτο τοὐλάχιστον μοὶ ἐπιβάλλεται κατὰ καθῆκον νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶσθε ἀδικαιολόγητος, πρὸ τῶν διαμαρτυριῶν καὶ τῶν κραυγῶν ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, καὶ κακῶς νομίζετε ὅτι ἀπεκδύεσθε πάσης εὐθύνης, ἐπιῤῥίπτων αὐτὴν εἰς ἐπιτροπὰς, τὰς ὁποίας σεῖς συνεστήσατε καὶ τῶν ὁποίων ὑμεῖς ὀφείλετε, ὡς πρόεδρος, νὰ ἔχητε τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν καὶ τὴν διεύθυνσιν.

§43ΧΟΪΔΑΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὑπενθυμίζω τὴν παράκλησιν τοῦ ἐκ Νάξου ἀξιοτίμου συναδέλφου περὶ καταθέσεως τῶν σχετικῶν τῆς τιμωρίας τοῦ ἐνωμοτάρχου Καφυράκη ἐγγράφων. Ἡ κατάθεσις τοῦ πιστοποιητικοῦ τῆς τιμωρίας τοῦ ἐνωμοτάρχου ἐκείνου ἐπείγει, διότι πρόκειται νὰ δικασθῶσιν οἱ ὑπ’ αὐτοῦ μηνυθέντες ἐπὶ ἀντιστάσει ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ, καὶ ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ πιστοποιητικοῦ πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτῶν.

§44ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα προχθὲς ἐν ἀπουσίᾳ μου ἐξέθηκεν ὁ ἐκ Μεσσήνης κ. Βουλευτὴς περὶ ὑδραυλικῶν τοῦ Παμίσου, καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι ὅσα εἶπεν ἀναληθῆ καὶ ἀνακριβῆ εἰσιν. Ἔχω ἐπίσημον διαβεβαίωσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ, ὅτι ἔχουσιν εἰσπραχθῆ καὶ ἐκ τοῦ δανείου καὶ ἐκ τῶν ἄλλων εἰσπράξεων 660,000 δραχμῶν. Ἔχει συστηθῆ, κύριοι Βουλευταὶ, ὑδραυλικὸν ταμεῖον Παμίσου, τὸ ὁποῖον εἰσέπραττε κατ’ ἔτος, ἀφ’ ἧς συνέστη, ἄλλοτε μὲν 70,000 καὶ ἄλλοτε 65,000 δραχμῶν, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1892 ἔτος διὰ νόμου ἀφωμοιώθησαν αἱ γενόμεναι εἰσπράξεις παρὰ τοῦ ὑποτελωνείου Μεσσήνης καὶ τοῦ τελωνείου Καλαμῶν, διότι πρὸ τοῦ νόμου εἰς τὸ τελωνεῖον Καλαμῶν ἐγίνετο εἴσπραξις τοῦ ἡμίσεως τῶν ὑπὸ τοῦ ὑποτελωνείου Μεσσήνης εἰσπραττομένων, ἑπομένως αἱ εἰσπράξεις τοῦ ταμείου τοῦ ὑδραυλικοῦ ηὔξησαν, ἀνελθοῦσαι εἰς 100,000 περίπου δραχ. κατ’ ἔτος. Ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη ὑδραυλικοὶ Γάλλοι καὶ ἄλλοι εἰδικοὶ ἐμελέτησαν τὰ ἐδάφη, καὶ ἔκαμαν τὸ σχεδιάγραμμα, καὶ συνέταξαν τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἀνῆλθε περὶ τὰ 3,500,000· διῃρέθη τὸ ὅλον ἔργον εἰς τρία μεγάλα τμήματα, ἐξ ὧν τὸ μὲν ἓν εἶναι τὸ τῶν ἐκβολῶν τοῦ Παμίσου, τὸ δὲ ἕτερον τὸ τοῦ Ἀσλάναγα καὶ τὸ τρίτον τὸ τοῦ Ἁγίου Φλώρου. Ἀγνοῶ πῶς ἀπεσπάσθη τὸ τμῆμα τοῦ Ἀσλάναγα καὶ ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν καὶ κατεκυρώθη, ὁ δὲ ἐργολάβος ἤρχισε τὴν ἐργασίαν. Ὅτε ὁ ἐργολάβος ἀνέλαβε τὴν ἐργασίαν τοῦ τμήματος αὐτοῦ, ἦσαν ἐν τῷ ταμείῳ περὶ τὰς 200,000 δραχμῶν, τὸ δὲ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν, ἦτο ἀξίας 383,000 δραχμῶν, ὥστε ἔλειπον περὶ τὰς 180,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ ἐργασία ἐδόθη, ὅπως ἀποπερατωθῇ ἐντὸς δύο ἐτῶν, ἑπομένως ἐπὶ τὰ δύο ταῦτα ἔτη ἤθελον εἰσπραχθῆ 200,000 δραχμαὶ, διότι, ὡς εἶπον, τὸ ὑδραυλικὸν ταμεῖον εἰσπράττει κατ’ ἔτος 100,000. Ἐνῷ ἐξηκολούθει ἡ ἐργασία, αἴφνης, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ, συνωμολογήθη δάνειον ἐκ πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν ἔπρεπε νὰ συνομολογηθῇ, διότι ἦτο ὅλως περιττὸν, καθόσον τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὸ ὑδραυλικὸν ταμεῖον καὶ τὰ ὁποῖα ἤθελον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ διάστημα τῶν δύο ἐτῶν, ἐξήρκουν εἰς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον εἶχε δοθῆ διὰ δημοπρασίας εἰς τὸν ἐργολάβον. Συνήφθη λοιπὸν τὸ δάνειον σκοπίμως, ἵνα προσθέσωσι νέας ἐργασίας εἰς τὴν ἐργολαβίαν, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνωσιν τοιαῦται προσθῆκαι, καθόσον τὸ ταμεῖον δὲν ἐξήρκει, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ συναφθῇ τὸ δάνειον· ἀλλ’ ἵνα δικαιολογηθῇ τὸ δάνειον, ἐγένοντο νέαι ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι ἀφωμοιώθησαν μὲ τὴν πρώτην, ἐνῷ ἡ πρώτη ἐργασία ἦτο δυσχερὴς, αἱ δὲ τελευταῖαι ἦσαν ἁπλαῖ, ὁ δὲ ἐργολάβος τῆς πρώτης ἐργασίας, ἐνῷ ἐπεδίωκε νὰ διαλύσῃ τὴν ἐργολαβίαν, ἅμα ὡς προσετέθησαν αἱ νέαι ἐργασίαι καὶ ἀφωμοιώθησαν, παρῃτήθη τῆς διαλύσεως, διότι ἐξ αὐτῶν ὠφελήθη ἀρκετά. Ὁ ἐκ Μεσσήνης κ. συνάδελφος εἶπεν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα εὑρίσκονται εἰς τὴν Τράπεζαν, ἐνῷ, ὡς ἀποδεικνύεται ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὑπάρχουσι μόνον 184,000 δραχμαὶ ἐκ τῶν 500,000 καὶ ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων, ἀλλ’ ὅτε ἐγένετο τὸ δάνειον, ὑπῆρχον εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ὑδραυλικὸν 60,000 δραχμαὶ, ὥστε μένουσιν 120,000 περίπου δρ. εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ὄχι 400,000, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Μεσσήνης Βουλευτής.

§45ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πληρόνουν τόκον;

§46ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν πληρόνουν τόκον, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν, τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, καὶ τὸν κ. ἐκ Μεσσήνης Βουλευτήν.

§47ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος προβλέπει περὶ συνομολογήσεως δανείου, καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς, συνομολογήσας τὸ δάνειον, ἔπραξε κατὰ τὸν νόμον.

§48ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ τὸ δάνειον· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγένετο, ἔπρεπε νὰ ἄρχηται ὁ τόκος ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐλαμβάνοντο τὰ χρήματα καὶ ὄχι ἀφ’ ἧς συνήφθη, καὶ διὰ τοῦτο εἶσθε σεῖς ὑπεύθυνοι, καθόσον καὶ περιττὸν ἦτο τὸ δάνειον καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἄρχωνται οἱ τόκοι ἀπὸ τῆς συνάψεως αὐτοῦ.

§49ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Δεληγιάννη, εἴπατε ὅτι ἔμειναν μόνον 120,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 500,000. Εἰς πόσον ποσὸν ἀναβαίνουν τὰ συντελεσθέντα ἔργα;

§50ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τρία καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια.

§51ΡΑΛΛΗΣ. Παρὰ τίνος διετάχθησαν;

§52ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Παρ’ ὑμῶν.

§53ΡΑΛΛΗΣ. Παρ’ ἐμοῦ διετάχθη ποσὸν 52,000 δραχμῶν.

§54ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· εἶναι τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἐλέχθησαν ἐπανειλημμένως· ἀρκεῖ πλέον.

§56ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, ἀλλὰ μετέβαλε καὶ τὸ σχέδιον τοῦ κ. Κελενὲκ καὶ τῶν Γάλλων μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τρία ἔτη ἐμελέτησαν τὰ ἐδάφη καὶ ἐσχεδιαγράφησαν· ἑπομένως ἡ μεταβολὴ τοῦ σχεδίου ἐγένετο χάριν ἐκλογικῆς κερδοσκοπίας, καὶ ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τοῦ σχεδίου ἐκείνου ἐπῆλθεν ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν διηγήθη ὁ κ. συνάδελφος. Εἶπον ταῦτα πρὸς ἀναίρεσιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς ἄλλους, ἐνῷ οὗτος εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς.

§57ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων ὡς πρὸς τὸ Προξενεῖον Ὀδησσοῦ καὶ τὸ Προξενεῖον Νεαπόλεως, καὶ τοὺς πίνακας τῆς ἀπογραφῆς, ἐν τοῖς ὁποίοις περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπήκοοι, καὶ νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν σύστασιν τῆς θέσεως ταμείου ἐν τῷ Προξενείῳ Σμύρνης καὶ κανονισμὸν τῶν προσόντων τῶν προξενικῶν ταμιῶν.

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 111).

§59ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω τὴν διαταγὴν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. ἐκ Νάξου Βουλευτής. Ἐπίσης συμπληρῶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν ἔδωκα πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δύναμιν τὴν ἀσχολουμένην εἰς τὰ περὶ τὴν Κωπαΐδα μέρη. Ἐπίσης καταθέτω τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας διὰ τῆς τελευταίας ἐπερωτήσεώς του ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐζήτησεν. Αἱ καταστάσεις αὗται εἶναι πλήρεις καὶ περιέχουσι πάντα τὰ αἰτηθέντα, πλὴν τῆς τελευταῖον αἰτηθείσης καταστάσεως, ἥτις θὰ κατατεθῇ λίαν προσεχῶς καὶ ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐκ πωλήσεως ἢ ἀπωλείας εἰδῶν τῶν κατατεθειμένων ἐν τοῖς ἐπαρχιακοῖς ταμείοις.

§60ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ συμπληρώσητε αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, καταθέτων πίνακας κεκυρωμένους παρὰ τοῦ Στρατιωτικοῦ Λογιστηρίου τῶν ἐτῶν 1893–1894, τοὺς ἑξῆς: 1) Διὰ τὰς χορηγηθείσας πιστώσεις δυνάμει Β. Διαταγμάτων, δι’ ἕκαστον μῆνα, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. 2) Τίνα ποσὰ ἔλαβον τὰ στρατιωτικὰ ἐπιμελητήρια ἐκ τῶν πιστώσεων τούτων, καὶ τίνα ποσὰ ἔμειναν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ. 3) Τίνα ποσὰ ἐκ τῶν διὰ λογαριασμὸν τῶν πιστώσεων ἐδαπάνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ποία ἀρχὴ διετάχθη νὰ ἐξοφλήσῃ. 4) Νὰ ὑποβληθῶσιν αὐταὶ αἱ καταστάσεις τοῦ στρατιωτικοῦ ἐπιμελητηρίου, αἱ δεικνύουσαι τίνα ποσὰ ἐδαπανήθησαν ἕκαστον μῆνα παρ’ αὐτῶν τῶν ἐπιμελητηρίων. 5) Νὰ ὑποβληθῇ κατάστασις δεικνύουσα τίνα ποσὰ ἕκαστον σῶμα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου εἰσέπραξεν, εἴτε ἐξ ἐκποιήσεως ὑλικοῦ, εἴτε ἐξ ἀπωλείας αὐτοῦ, αἱ δὲ εἰσπράξεις αὗται εἰς τίνα ταμεῖα τοῦ Δημοσίου κατετέθησαν. 6) Νὰ ὑποβάλωσι καταστάσεις οἱ προϊστάμενοι τῶν ταμείων τοῦ Δημοσίου, ἐν αἷς νὰ ἐμφαίνωνται, ὅτι πράγματι εἰσέπραξαν τὰ ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων κατατεθέντα αὐτοῖς διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ποσά.

§61ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς πρὸς τὴν πρότασιν νόμου περὶ ταμείου σταφιδικῆς ἀμύνης, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιτρέψῃ νὰ προταχθῇ αὕτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν. Παραδέχεται ἡ Βουλή;

§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§63ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ τῆς ἐγγραφῆς δὲν εἶναι ζήτημα.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι ζήτημα, ἀλλὰ διὰ νὰ προταχθῇ, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.

§65ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ὅμως ἐγὼ ἐζήτησα προχθὲς νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἄλλο νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ δὲν ἐνεγράφη.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἐκ παραδρομῆς ἐγένετο τοῦτο, ὄχι ἐκ προθέσεως.

§67ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐγγραφῇ αὔριον, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ καὶ τὸ ἕτερον, τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰς ταμβάκον μεταποιουμένου καπνοῦ, ἀφοῦ μάλιστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦλθε νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς καταργήσεως.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δικαίωμά σας, καὶ θὰ ἐγγραφῇ.

§69ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ τοῦ κ. Μεσσηνέζη;

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐγγραφῇ καὶ αὐτό.

§71ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν παραδέχηται νὰ προταχθῇ.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μεσσηνέζη, ὅπως ἡ πρότασις νόμου περὶ ταμείου σταφιδικῆς ἀμύνης προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Παῤῥησιάδης ἔχει τὸν λόγον.

§73ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ χρησιμότης τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, θεσμοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ προὐκάλεσε καὶ προκαλεῖ ἐκβιάσεις, κλοπὰς, οὐχὶ δὲ σπανίως καὶ φόνους, εἶναι ἀναντίῤῥητος, ἡ σπουδαιότης δὲ τούτου μαρτυρεῖται καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀποφανθέντος ὅτι ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ γνωματεύσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Νομίζω ὅτι ἀμφότεραι αἱ διατυπώσεις ἐξεπληρώθησαν, καθόσον, ὡς πληροφοροῦμαι, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεράτωσε τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου μελέτην, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπαρκῶς ἀπεφάνθη, διότι, ἐνῷ παρῆλθον τόσαι ἡμέραι ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς, ζῶμεν δὲ εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀτμοῦ καὶ ἠλεκτρισμοῦ, πλεῖσται ἦλθον εὐχαὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἰδίᾳ ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, ὑπὲρ ἐπιψηφίσεως τούτου, καὶ οὐδεμία ἐναντία. Ἤδη λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀποφανθῇ αὕτη, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν πρέπῃ νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ ὄχι, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ὑπερψηφίσῃ τῆς προτάσεώς μου.

§74ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁρισθείσης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς ἐμμέσου δημοτικῆς φορολογίας, ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν, ὑπογεγραμμένην ὑπὸ τῶν ἑπτὰ μελῶν, τῶν ὁμοφρονούντων πρὸς τὸν εἰσηγητήν. Δηλῶ δὲ, κατ’ ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχω, καὶ τῶν ἑτέρων τεσσάρων μελῶν, ὅτι, καίτοι κατ’ ἀρχὴν συμφωνοῦσι, δὲν ὑπέγραψαν, ἐπιφυλασσόμενοι εἴτε ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἐκθέσει, νὰ ὑποβάλωσι τὰς παρατηρήσεις αὐτῶν ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, ἐφ’ ὧν τυχὸν δὲν ὁμοφρονοῦσι πρὸς τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκτιθέμενα. Παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 112).

§76ΔΑΛΛΑΣ. Ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος καὶ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, βεβαίως συμφωνοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι ἡ ἀρχὴ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν τῆς ἐμμέσου δημοτικῆς φορολογίας εἶναι κοινὸς πόθος, διὰ τὸν τρόπον ἰδίως τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἐσόδου τούτου, ὅστις εἶναι λίαν καταπιεστικός. Καὶ ἐπεφυλάχθημεν μὲν τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ὑποβάλωμεν ἰδίαν περὶ τούτου ἔκθεσιν, φρονοῦντες ὅτι ἐν πολλοῖς ὁ προτεινόμενος τρόπος τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ δασμοῦ τούτου καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δήμων παραβλάπτει καὶ ἄνισον καὶ ἄδικον καὶ καταπιεστικὴν φορολογίαν εἰσάγει, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀκούεται πρότασις Βουλευτοῦ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, καὶ εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν ἴσως δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις οὔτε ἐκ μέρους τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου, εἴμεθα σύμφωνοι, φρονοῦντες ὅτι εἶναι κοινὴ εὐχὴ νὰ ληφθῇ μέτρον τι σωστικὸν καὶ σπουδαῖον περὶ τῆς φορολογίας ταύτης, ἥτις σπουδαίως καταπιέζει τὸν τόπον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ περιμένῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας, καθόσον ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν γνώμην μας καὶ προφορικῶς.

§77ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα, μάλιστα.

§78ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ Βουλὴ δηλαδὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως τῆς μειοψηφίας. Ὥστε ἂς ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Παῤῥησιάδου.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ πρῶτον ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.

§80ΔΑΛΛΑΣ. Ὁ κ. Παῤῥησιάδης προτείνει νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡμεῖς, ἀναγνωρίζοντες τὸ κατεπεῖγον αὐτοῦ, παραιτούμεθα τῆς ὑποβολῆς ἰδίας ἐκθέσεως.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προταχθῇ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ ἔκθεσις δὲν ἐτυπώθη καὶ δὲν διενεμήθη;

§82Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Παῤῥησιάδου εἶναι νὰ ἀναγραφῇ αὔριον τὸ νομοσχέδιον πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὥστε δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ.

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ παρατηρήσητε τὴν ὑποβληθεῖσαν αὐτῇ ἔκθεσιν, ἵνα ἴδητε ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ αὔριον πρὸ τῆς συνεδριάσεως.

§84ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐκθέσεως. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν οἱουδήποτε νομοσχεδίου, καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἦναι τυπωμένον.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐγένετο συζήτησις πολύωρος, διότι ἐζητεῖτο νὰ συζητηθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε τυπωθῆ.

§86ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται νῦν νὰ συζητηθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ὁ δὲ Κανονισμὸς ἀπαιτεῖ νὰ ἦναι τυπωμένον καὶ διανεμημένον τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχῃ γνῶσιν αὐτοῦ ἡ Βουλή. Ἐὰν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς προτείνῃ τροποποιήσεις τοῦ νομοσχεδίου, τότε βεβαίως δυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν, ἵνα τυπωθῇ αὐτή· ἀλλ’ ἐὰν δὲν περιέχῃ τροποποιήσεις, νομίζω ὅτι ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἐξαρτᾶται, ἵνα ὁρίσῃ τὴν αὔριον ὡς ἡμέραν τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ματαιοπονοῦμεν. Τίς ἐμποδίζει τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ζητήσῃ αὔριον νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον;

§88ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀποσύρει λοιπὸν τὴν πρότασίν του;

§89ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασίς μου ἔχει ὑπόστασιν, τιθεμένη ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι ἐγὼ δὲν ὑπέβαλον ἄλλο τι, εἰμὴ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἂν δέχηται νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ γενικῶς ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τῶν διαπυλίων· πρὸς τοῦτο δὲ, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι σπουδαῖα τὰ προτεινόμενα κωλύματα τῆς μὴ ἐκτυπώσεως καὶ διανομῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν σχετίζεται μὲ τὴν ἄμεσον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· ἡ γνώμη αὐτοῦ εἶναι γενικωτέρα. Ἐπιθυμεῖ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον, εἴτε ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἐτροποποιήθη, συζητηθῇ πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ γνώμη αὕτη βεβαίως δύναται καὶ ἀμέσως νὰ συζητηθῇ, καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ, χωρὶς νὰ περιμένῃ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις.

§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριε Βουλευτὰ, ἐπιμένετε ν’ ἀποφανθῇ ἀπόψε ἡ Βουλή;

§92ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Μάλιστα.

§93Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Παῤῥησιάδου ἀπόψε;

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§95Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐπειδὴ πάντες ἐνδιαφερόμεθα καὶ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐγὼ προτείνω μίαν μέσην λύσιν, νὰ κάμωμεν δύο συνεδριάσεις, καὶ τὴν μὲν πρωΐαν, αὔριον, νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων, μετὰ μεσημβρίαν δὲ ὁ προϋπολογισμός.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καλούτση, ὁ ὁποῖος προτείνει δύο συνεδριάσεις;

§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, ὄχι· τὴν ἄλλην πρότασιν.

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παῤῥησιάδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...

§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παῤῥησιάδου, ὅπως προταχθῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ Λεβαδείας κ. Ι. Λάππα, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Μιλτ. Δάλλας ΝΑ. Ζυγομαλᾶς Ν
Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος ΝὌθων Μακρυγιάννης
Ἰω. Μεσηνέζης ΝΣυμ. Ζαχαρίτσας Ο
Σπυρ. Μαρκέλλος ΟΜιλτ. Ὀριγώνης Ν
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. Βαλτινός
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΝὈδυσ. Μοσχοβίτης Ο
Λεων. Καρυστινάκης Γεώργ. Καρτάλης Ν
Δημ. Καΐρης ΝἈργ. Κανταρτζῆς
Μιχ. Κωτσάκος ΟΝικ. Κοκωσλῆς Ν
Ἰω. Ζωγράφος Νικ. Ἀξελός
Ἀνδρ. Καρατζᾶς ΝΝικ. Παῤῥησιάδης Ν
Γεώργ. Πάχος ΟἸω. Γρίβας
Μιχ. Π. Λάμπρος ΟἘπ. Μαυρομμάτης Ο
Κων. Καραπάνος ΝΘεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
Κων. Σταυρόπουλος ΝΝικ. Σπυρακόπουλος Ο
Ἀλέξ. Σκουζές ΝΘεμ. Κορομάντζος
Άλεξ. Σ. Σοῦτσος Περ. Ἀλεξάκης Ν
Ἀλέξ. Ψύλλας Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΚωνστ. Κοσσονάκος
Ἀλέξ. Ρετσίνας ΟἈριστ. Πετροπουλάκης Ο
Δημ. Γ. Ράλλης ΝΜιχ. Φωτιάδης Ο
Γεώρ. Λιδωρίκης ΟΣπυρ. Στάης Ο
Κων. Ἀναγνωστόπουλος ΝΜιχ. Πολίτης Ο
Γεώρ. Λύρας ΟΘεόδ. Θερμογιάννης
Κ. Παπαμιχαλόπουλος ΝἸω. Καλούτσης Ο
Σταμάτ. Μήτσας ΟΣτέφ. Κοπανίτσας Ν
Δημ. Βουλπιώτης Κωνστ. Σαλταφέρος
Κων. Ζῶτος ΟΠέτρ. Βαρβιτσιώτης
Ἡλ. Μπλατσῆς Μελέτ. Ρουσόπουλος Ο
Δ. Γρανίτσας Δημοσθ. Ματάλας
Διον. Στεφάνου ΟΝικ. Καραστέργιος
Κων. Ἄργας Λομβάρδος ΟἈργ. Διδίκας Ο
Διον. Ζήβας Πλακᾶς ΟἘδίπ–Σερέφ–Χασίπ
Γεώργιος Κανδ. Ρῶμας ΟἸω. Λάππας Ν
Γεώρ. Κρεστενίτης Νικ. Μπουφίδης Ο
Χρ. Στεφανόπουλος Περ. Βαλαωρίτης Ο
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΝΓερ. Σέρβος Ν
Διον. Παυλόπουλος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΟἈθαν. Εὐταξίας Ν
Ἄγγ. Πετραλιᾶς Κων. Κωνσταντόπουλος Ν
Ἐπαμ. Δημητρίου Παν. Μανέτας Ν
Στέφ. Σκουλούδης ΟΝ. Τριανταφυλλάκος Ν
Νικ. Νομικός Ἡλ. Ζέγγελης Ο
Θωμᾶς Μαρκεζίνης ΟΦίλ. Βάρβογλης Ν
Νικήτας Συνοδινός Ἀθαν. Σακελλαριάδης
Βαρβαρόγλος Πήλικας ΟΛεων. Ζέρβας Ο
Ἀλέξ. Φωτήλας ΟΣτέφ. Δραγούμης Ο
Κων. Σταμπουλόπουλος Νικ. Φιλάρετος Ν
Λεων. Πετιμεζᾶς ΝΧαρ. Τρικούπης Ο
Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ἰω. Τρικούπης
Γιαννούσης Τάκης Παν. Μερλόπουλος
Ἡρ. Καλαμπάκας ΟἈλκ. Δεληγιάννης Ο
Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ἀντ. Καρατζᾶς Ο
Περ. Πεῤῥωτὴς ΟἈθαν. Παπαχελᾶς Ν
Κων. Φλέσσας Χαρίλ. Προβελέγγιος
Ἰωάννης Καζαμπάκας Ἀντ. Μάτσας
Κων. Ζωγλοπίτης Λορέντζος Δελαρόκας
Παν. Κουκορῖκος Ἰω. Ναυπλιώτης Ο
Γεώρ. Φραγκίδης ΝΣτυλ. Βάλληνδας Ν
Δημ. Τερτίπης Ἰω. Ἰντζές Ο
Ἀθαν. Κωστάμης ΟΓεώργ. Σισμάνης
Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Νικ. Καλαντζόπουλος Ο
Νικ. Μπαλάφας ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
Νικ. Παπανικολάου Ἡλίας Ποταμιᾶνος
Παν. Λεβέντης Ἀριστ. Ρούκης Ο
Βαπτιστής Βάστας ΟΣπ. Α. Κουμουνδοῦρος
Γεώρ. Θεοτόκης ΟΓιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ
Ἀλκίνοος Ζερβός ΟΞανθὸς Πικουλάκης Ν
Ἡλίας Πολίτης ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ν
Γουλιέλμος Σκάρπας ΟΝικ. Παπαλέξης Ο
Νικ. Μαρκέτης ΟΠαν. Λαμπρούλιας
Σπυρ. Λάσκαρης Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ο
Κων. Θ. Ρωμαῖος Ἰω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος Ο
Κων. Χριστόπουλος ΟΣπ. Μακρῆς Ο
Σωτ. Κροκιδᾶς ΝἈνάρ. Σιμόπουλος Ο
Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΠανοῦρ. Πανουργιᾶς Ο
Γεώρ. Κούστας ΟΘᾶνος Κανακάρης Ν
Ἰω. Τσιμάρας ΟἈχ. Χοϊδᾶς Ν
Γερ. Μουσούρης Ἀντ. Ρικάκης
Α. Ἀννινος ΚαβαλιεράτοςΟἸω. Τσερτίδης
Θεόφραστος Μεταξᾶς ΟΝικ. Κουμανιώτης
Διον. Καλούτσης ΝἌγγ. Ροῦφος Ν
Νικ. Καράπαυλος ΟΔιον. Κατρίτσης
Παν. Σάκκης ΝἈνδρ. Σκαλτσᾶς Ο
Σπ. Γρίβας Ἀριστ. Μάνεσης
Ἰω. Βρυώνης ΝΒασ. Δροσινός
Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος Νικ. Βαλάσης Ο
Ἰω. Γεωργιάδης ΟἘμμ. Δημητριάδης Ν
Γεώρ. Ν. Μπούμπουλης ΟΚωνστ. Σαχτούρης
Γεώρ. Π. Μπούμπουλης ΟΘεόδ. Ἰχίκας
Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος ΝΝικ. Τσαμαδός Ο
Ἀνδρ. Συγγρός Βησαρ. Χατζηαγγελάκης Ο
Δημ. Βοκοτόπουλος ΟΝικ. Ζητουνιάτης Ο
Μ. Μπογιατζόγλους Δημ. Ζουλούμης Ο
Ἰω. Γκιὼν ΟΝικ. Χατζάκος Ν
Νικ. Φώσκολος ΟΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Σωτ. Χατζηγάκης Δημ. Κρίτσας
Κωνστ. Χατζηπέτρος Ἡρ. Γαζέπης
Χρ. Μπλετσάκης ΝΝ. Βουδούρης Ο
Γ. Κανούτας ΟΟ Ν. Καλογερόπουλος Ο
Εὐστ. Κοκκέβης Θέμ. Α. Καγάρης
Δημ. Παπατσώρης ΟΚων. Παπανικολῆς Ο
Χρ. Καραβίτης Ο

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 137, ἐξ ὧν 48 ὑπὲρ τῆς προτάσεως καὶ 89 κατ’ αὐτῆς. Συνεπῶς ἡ πρότασις περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν ἀπεῤῥίφθη.

§102ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Ἤλπιζον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας θὰ ἦτο ἀντίθετον τοῦ ἐπελθόντος, καὶ τοῦτο, διότι ἡ πλειοψηφία ὤφειλε νὰ διασκεδάσῃ τὴν καθ’ ἑκάστην ἀπευθυνομένην εἰς ἡμᾶς μομφὴν, ὅτι οὐδαμοῦ ἀλλοῦ προσέχομεν, εἰμὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δυστυχῶς τοῦτο ἐπεκυρώθη καὶ διὰ τῆς πρὸ ὀλίγου ψηφοφορίας καὶ διὰ τῆς προχθεσινῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου περὶ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ποιμνιοβοσκῆς.

§103ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπὴ, υἱοθετήσασα τὸ νομοσχέδιον, ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκθύμως τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, καταργοῦν ἐν ταὐτῷ τὰ διαπύλια καὶ τὰς εἰσφορὰς, ἔσται διττῶς εὐεργετικόν. Ἡ ἐπιτροπὴ, ταῦτα συνιστῶσα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπαναλαμβάνω, ἀνέλαβεν εἰδικὴν πρωτοβουλίαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἀπεφάσισε νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.

§104ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πότε;

§105ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡμεῖς λαμβάνομεν ὑπὸ σημείωσιν τὴν γνώμην καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἐξέφρασεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιφυλασσόμεθα δὲ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα, ὅταν ἀναγνώσωμεν τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) Περὶ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας ἀργούσης θέσεως γραμματέως. 2) Περὶ δικαιοδοσίας τῶν ἐν τῇ ἡγεμονίᾳ τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας προξενικῶν ἀρχῶν. 3) Περὶ μεταβολῶν ἀμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν εἰς ἐμμίσθους. Αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 113–145). Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς κ. Παπαμιχαλόπουλος ὑπέβαλεν αἴτησιν ἁπάντων τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαιοῦ Στρατῶνος κρατουμένων καταδίκων, ἐξαιτουμένων τὴν Β. χάριν καὶ παρακαλούντων νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὀπισθενεργικῶς ὁ νόμος περὶ συμψηφισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ὑποδικίας εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς, εἰς ἣν κατεδικάσθησαν πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΙΔʹ τοῦ 1892. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.

§107ΣΚΟΥΖΕΣ. Μετὰ προσοχῆς ἠκροασάμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγουμένου τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1895. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ τὴν δυστυχῆ κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφθάσαμεν, ὥστε νὰ εἴπωμεν ἐπισήμως τὸ «ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς», ἀνέμενον ὅτι ἤθελεν ὑποβάλει προϋπολογισμὸν ἀλλοῖον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε, προϋπολογισμὸν σύμφωνον μὲ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν, ἀνάλογον πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ πτωχεύσαντος, διότι εἴτε ἄτομον εἴτε Κράτος φθάσῃ εἰς τὴν οὐχὶ τιμητικὴν καὶ εὐχάριστον θέσιν τῆς πτωχεύσεως, λογικὸν εἶναι νὰ συνδυάσῃ τὰς δαπάνας του καὶ τὸν προϋπολογισμὸν πρὸς τὴν νέαν αὐτοῦ θέσιν. Τόσῳ μᾶλλον ἀνέμενον μεταβολὴν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν δημοσίων πόρων, ὅσον ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προκύπτει, ὅτι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πολυχρονίου παρ’ αὐτοῦ διοικήσεως τῶν κοινῶν καὶ αὐτὸς ἐπείσθη, ὅτι διάφοροι γνῶμαι, τὰς ὁποίας μετὰ σθένους καὶ πεποιθήσεως ὑπεστήριξεν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, ἐφάνησαν ἐσφαλμέναι, ὥστε συνέπεια λογικὴ καὶ φυσικὴ θὰ ἦτο νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ τρόπου διοικήσεως παρ’ αὐτοῦ, ὅστις ἐπείσθη, ὅτι περιέπεσεν εἰς σφάλματα καὶ ἀπάτας. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησε μετὰ παῤῥησίας, ὅτι τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια ἀπεδείχθησαν ἡ καταστροφὴ τοῦ τόπου, διότι περιήγαγον ἡμᾶς εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ πληρόνωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν μας, περιαγαγόντα ἡμᾶς εἰς ἀνεπάρκειαν. Ἐννοῶ τὴν ὀδύνην, τὴν ὁποίαν θὰ ᾐσθάνθη ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐπρέσβευεν, ὅτι διὰ τῶν δανείων καὶ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν καὶ δι’ ἐξευρέσεως προσωρινῶν ἢ καὶ ὁριστικῶν δανείων ἤθελεν ἐπιτύχει τὴν τακτοποίησιν τῶν νομισματικῶν καὶ οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ἀναγκασθεὶς νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι εἰς τὴν δόξαν του αὐτὴν ἔσφαλε, καὶ τόσῳ μᾶλλον, ὅσον εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῶν οἰκονομικῶν αὑτῶν συνδυασμῶν καὶ τῶν δανείων ἤθελεν ἐπιτύχει τὴν διόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν, ἐπιβαρύνων τὸ μέλλον καὶ οὐχὶ τὸ ἀπωτέρω, ἀλλὰ τὸ προσεχὲς μέλλον, ὅπως ἐφάνη ἐκ τῶν πραγμάτων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισε πρέπον, πρὸς δικαιολόγησίν του, νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ ἔκρινε πρόσφορον νὰ κηρύξῃ, ὅτι δὲν ἐπιβαρύνει αὐτὸν ἡ παροῦσα κατάστασις τῶν πραγμάτων, διότι ἀπὸ τοῦ 1882 ἢ 1881, νομίζω, εἶπεν, οὐ μόνον ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ νὰ ἐξαρκέσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἡ χώρα αὐτὴ ἀκόμη ἦτο εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ παρέχῃ τὸν χρυσὸν τὸν ἀναγκαιοῦντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν της. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζων ὅτι κατ’ οὐσίαν τοῦτο δὲν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀκριβές, διότι κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα τὸ ἐκ τῶν χρεῶν βάρος δὲν ἦτο τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἤμεθα πράγματι ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ, οὐδὲ ὅλον τὸ χρέος ἦτο ἐξωτερικὸν, δηλαδὴ πληρωτέον εἰς χρυσόν. Καὶ δι’ ἐκεῖνο τὸ μέρος τοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον καταχρηστικῶς ἴσως ἐπληρόνετο ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὑπῆρχον τρόποι, δι’ ὧν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφύγῃ τὴν οὐχὶ θεμελιώδη αὐτὴν ὑποχρέωσιν, νὰ πληρόνῃ τὸ χρέος ὅλον εἰς χρυσὸν, καὶ ἑπομένως δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φανῇ ἀνεπαρκής. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοιαύτη δικαιολόγησις ἦτο ἥκιστα πρόσφορος, νῦν ἐκφερομένη παρὰ τοῦ ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην καὶ πλέον διευθύνοντος τὰ κοινὰ, τοῦ ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι σήμερον διαπραγματευθέντος καὶ συνομολογήσαντος ἓξ ὁριστικὰ δάνεια, παρεκτὸς τῶν μικροτέρων καὶ προσωρινῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε διεπραγματεύθη καὶ συνετέλεσε. Νομίζω ὅτι ἡ δικαιολόγησις αὕτη δὲν ἦτο πρόσφορος, διότι δύναται νὰ παρέξῃ καὶ βεβαίως παρέσχεν εἰς τοὺς μεθ’ ἡμῶν συναλλαχθέντας τὴν ἀφορμὴν νὰ παρεξηγήσωσι τοὺς ἀγαθοὺς ἴσως σκοποὺς τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὸ Κράτος, εἰς τὰς ἐπισήμους διαβεβαιώσεις τοῦ ὁποίου οἱ πιστωταὶ αὐτοὶ πιστεύσαντες, παρέσχον ἡμῖν τὰ χρηματικά των κεφάλαια, πεποιθότες ὅτι οὐδένα κίνδυνον διέτρεχον, ἀφοῦ ἐπισήμως τοῖς ὡμολογοῦμεν ὅτι ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ πληρόνωμεν τὰ χρέη μας, διότι ἔχομεν ὄχι μόνον ἰσοζύγιον προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ περισσεύματα ἀκόμη. Ἡ τοιαύτη δὲ δυνατὴ παρεξήγησις ἐκ μέρους τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους, ὡς πρὸς τὰς προθέσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχει κατ’ ἐμὲ ἱστορικὴν μόνον ἀξίαν, διότι τὰ δάνεια ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν συνετελέσθησαν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔχει σημασίαν καὶ ἐπὶ τῶν ἐνεστώτων, ἔχει νομίζω τὴν σημασίαν, ὅτι οὐσιωδῶς βλάπτει καὶ παρεμβάλλει μεγάλα προσκόμματα εἰς τὴν ἐπὶ ὅροις ὅσον οἷόν τε εὐπροσδέκτοις διακανόνισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, τῆς ὁποίας ὅλοι μετ’ ἀνυπομονησίας καὶ ἀγωνίας περιμένομεν τὴν συμπλήρωσιν. Καὶ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀπορῶμεν, ὅτι οἱ πιστωταὶ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι τόσον μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων αὑτῶν βλέπουσιν ἀπολλύμενον, δὲν πρέπει, λέγω, νὰ ἀπορῶμεν, βλέποντες αὐτοὺς νὰ ἐπιμένωσι καὶ νὰ ζητῶσι διὰ τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ἐλπίζουν νὰ λάβουν, ἀσφαλείας τοιαύτας, τὰς ὁποίας ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν ἀξιοπρέπεια ἀποκρούει. Διότι, ἀφοῦ ἐπισήμως τοῖς ὁμολογοῦμεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1882 εἴμεθα εἰς κατάστασιν ἀνεπαρκείας, καὶ ἐν τοσούτῳ ἐπανειλημμένως ἐζητοῦμεν παρ’ αὐτῶν κεφάλαια χρηματικὰ, μὲ τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι δὲν εἶχον τίποτε νὰ διακινδυνεύσωσι, πῶς θέλετε σήμερον, ὅτε βλέπουν περιτετμημένον τὸ κεφάλαιόν των τόσον σημαντικῶς, νὰ πιστεύσουν ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν θέλει ὑποστῆ τὴν τύχην τοῦ ἀρχικῶς δοθέντος ἡμῖν χρήματος; Ἀφοῦ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀτυχῆ θέσιν νὰ εἴπωμεν τὸ «ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς», νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ συνετισθῶμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνοίξωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τοῦ βαράθρου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναποφεύκτως, θᾶττον ἢ βράδιον, φοβοῦμαι ὅτι καὶ πάλιν θὰ πέσωμεν, ἔπρεπε νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ἀκολουθοῦντες τὴν αὐτὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἠκολουθήσαμεν, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, δίδομεν ἀφορμὴν νὰ πιστεύουν οἱ μεθ’ ἡμῶν συναλλαχθέντες, ὅτι ὄχι μόνον ἀκρισία καὶ ἀπερισκεψία ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὸ λυπηρὸν αὐτὸ σημεῖον. Ἔπρεπε νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐγκαινιάσωμεν νέαν ὁδὸν, νὰ εἴπωμεν μετὰ εἰλικρινείας, ποία εἶναι ἡ θέσις μας, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ διασώσωμεν τοὐλάχιστον τὴν καλὴν πίστιν, τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην ἀναπόφευκτον παρὰ παντὶ τῷ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ, ὅπως δυνηθῶμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν, δι’ ἧς βαθμηδὸν νὰ δυνηθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν θέσιν μας, ἄνευ τῆς ὁποίας οὔτε τὰ κοινὰ οὔτε τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα δύνανται νὰ προαχθῶσι. Κατ’ ἐμὲ, ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν τὴν πεπλανημένην ὁδὸν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἠκολουθήσαμεν, τοῦ νὰ παριστάνωμεν μικροτέρας μὲν τὰς δαπάνας ἡμῶν, νὰ αὐξάνωμεν δὲ τὰ ἔσοδα ἡμῶν ὑπὲρ τὰ πιθανὰ, εἰς τρόπον ὥστε, ἐνῷ ἀπὸ ἐτῶν ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ ἡμῶν ὑπέσχοντο ἰσοζύγιον καὶ περισσεύματα, αἱ χρήσεις ὅλων αὐτῶν τῶν ἐτῶν ἀτυχῶς ἔκλεισαν μὲ ἔλλειμμα, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἄξιον λόγου. Ἔπρεπε, νομίζω, νὰ παραστήσωμεν ἀκριβῶς καὶ εἰλικρινῶς τὰς δαπάνας εἰς τὸ ποσὸν, εἰς ὃ πραγματικῶς ἀνέρχονται, περιστέλλοντες αὐτὰς εἰς τὸ κατώτατον σημεῖον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ὥστε νὰ μὴ ἐρχώμεθα κατόπιν ζητοῦντες νὰ πληρώσωμεν τὰ κενὰ δι’ ἐκτάκτων ἢ συμπληρωτικῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἦσαν ἡμῖν γνωσταί, ὅτε συνετάττομεν τοὺς προϋπολογισμοὺς αὐτοὺς, ἔπρεπε, λέγω, νὰ παραστήσωμεν ἀκριβῶς καὶ εἰλικρινῶς τὰς δαπάνας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ ἡμῶν εἶναι πραγματικοί. Ἤκουσα διαφόρων συναδέλφων, ἀποφαινομένων ἐνίοτε ὅτι οἰκονομίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν, ἢ, καὶ ἂν κάμωμεν, δὲν δύνανται νὰ ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἔχουν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην αὐτῶν, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶμαι καταδικαστέος, πρεσβεύων ὅσα λέγω, διότι ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας καὶ οἰκονομικὰς κρίσεις, ὡς ἡμεῖς, καὶ πρὸς τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον πρὸς ἀποσόβησιν τῆς οἰκονομικῆς των κρίσεως, δὲν ὤκνησαν νὰ προβῶσι καὶ εἰς αὐστηρὰς οἰκονομίας. Μὴ δὲν ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν Ἰταλίαν, ἥτις ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους εὑρίσκεται ἐν οἰκονομικῇ δυσφορίᾳ, ἂν ὄχι ὅπως ἡμεῖς, ἀλλὰ βεβαίως ἀξίᾳ λόγου; Κράτος πολὺ μεγαλείτερον, ἔχον ἀλλοίας ὑποχρεώσεις, διεθνεῖς ὑποχρεώσεις, δὲν ὤκνησε νὰ προβῇ καὶ εἰς οἰκονομίας, ὅπως ἀποκρούσῃ τὸν κίνδυνον. Ἕν μόνον παράδειγμα θὰ σᾶς ἀναφέρω ἐξ ὅσων ἔπραξεν ἡ Ἰταλία. Πέρυσι τὰ χρεώγραφα τῆς Ἰταλίας τῶν 5% ἔπεσαν εἰς τὰ 72, καὶ ἐν τοσούτῳ, ἀφοῦ περιέστειλε τὸν τόκον τοῦτον τοῦ 5%, (ὁ ὁποῖος πράγματι ἦτο 4,33%, διότι ἦτο πρὸ ἐτῶν ἐπιβεβλημένος φόρος 13% ἐπὶ τοῦ τοκομεριδίου), καίτοι, λέγω, περιέστειλε τὸν τόκον τοῦτον εἰς 4%, τὰ χρεώγραφά της ἀνῆλθον εἰς 85, εἰς 86 καὶ 87, ὅπου εὑρίσκονται σήμερον, ἕνεκα τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῆς κεντρικῆς διευθύνσεως, ἧς αἱ δαπάναι ἀνήρχοντο εἰς 591 χιλιάδας φράγκων, διὰ Β. Διατάγματος τῆς 16 Ὀκτωβρίου ἔφερε νέον ὀργανισμὸν, καὶ περιέστειλε τὰς δαπάνας ἀπὸ 591,000 εἰς 446,000 φράγκων, τουτέστι περιέστειλε τὰς δαπάνας κατὰ 145,000 φράγκων, ἤτοι τὸ ⅓. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Ἰταλία, Κράτος ἔχον τοιαύτην ἀνάπτυξιν, ἣν πάντες γνωρίζομεν, τοιαύτας ὑποχρεώσεις, οἵας ἔχει, ἐνόμισεν ὅτι ἐπὶ τῆς κεντρικῆς διευθύνσεως ἑνὸς μόνου Ὑπουργείου δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τοιαύτας οἰκονομίας, κατὰ τὸ ⅓, ἀποδεικνύουσα ὅτι φρονεῖ, ὅτι οἰκονομία 145,000 φράγκων δὲν εἶναι ἀναξία λόγου, δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ὑποδεικνύονται καὶ εἰς ἡμᾶς οἰκονομίαι ἄξιαι λόγου, ἂν ὄχι ὡς αὐτὴ, τοὐλάχιστον παρεμφερεῖς; Πρέπει, Κύριοι, νομίζω, καὶ μὲ θυσίαν τῆς ἀτομικότητός μας, (διότι ὁ ἐπιφέρων οἰκονομίας καθὼς καὶ ὁ αὐξάνων τοὺς φόρους βεβαίως ἐκτίθενται εἰς τὰ παράπονα τῶν προσώπων, ὅσα ἐκ τῶν μέτρων τούτων παραβλάπτονται,) καὶ μὲ θυσίαν, λέγω, τῆς ἀτομικότητός μας πρέπει νὰ ἀποκόψωμεν πᾶσαν περιττὴν δαπάνην, ὥστε νὰ μένῃ ἡμῖν ἀρκετὸν ποσὸν πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὄντως ἀναπόφευκτοι. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἴμεθα εἰς τὴν λυπηρὰν ταύτην θέσιν, εἰς ἣν ἐφθάσαμεν, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν νὰ φέρωμεν τὴν θεραπείαν καὶ εἰς τὸ σύστημα, ὑφ’ ὃ κυβερνώμενοι κατηντήσαμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Λέγομεν ὅτι κυβερνώμεθα κοινοβουλευτικῶς. Νομίζετε ἐν πεποιθήσει, ὅτι λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, οἷον τὸ Σύνταγμα προϋποθέτει καὶ ἀπαιτεῖ; Πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ἦναι πολλοὶ οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην ταύτην. Περιεπέσαμεν εἰς ἀπολυταρχικὸν σύστημα, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι, ἀντὶ ἡ ἀπολυταρχία νὰ ἐξασκῆται ἄνωθεν, ἀπὸ τοῦ θρόνου, ὅπως ἀλλαχοῦ συνέβη, παρ’ ἡμῖν, ἀντιθέτως, τὸ ἀπολυταρχικὸν σύστημα κατήντησε νὰ ἐξασκῆται ἀπὸ τὸν διευθύνοντα τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Διότι τί εἶναι τὰ ἀπὸ δεκαετίας παρ’ ἡμῖν συμβαίνοντα; ὁ Πρωθυπουργὸς ἀποφασίζει, καὶ ὅ,τι νομίσῃ καλὸν ὑποβάλλει εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ μήπως οἱ Βουλευταὶ ἀφίνονται ἐλεύθεροι νὰ ψηφίζωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ κρίσις των, ἡ πεποίθησίς των, τοῖς ὑποδεικνύει; Ἐδῶ πᾶν ζήτημα οἱασδήποτε φύσεως, διοικητικὸν ἢ δικαιοσύνης, στρατιωτικὸν, φορολογικὸν, καὶ ἐν γένει πᾶν μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, καθίσταται ἀμέσως ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὑπὸ τὴν πίεσιν δὲ αὐτὴν ὁ Βουλευτὴς, ὁ μὴ ἐπιθυμῶν ἀνὰ πᾶν βῆμα νὰ ἐγείρωνται ζητήματα κυβερνητικὰ καὶ κρίσεις πολιτικαὶ, ἀναγκάζεται, παρὰ τὴν κρίσιν του καὶ τὴν πεποίθησίν του, νὰ ψηφίζῃ ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως βαθμηδὸν ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα σήμερον. Ἀλλὰ μήπως κατὰ τύπους τοὐλάχιστον ἀκολουθοῦμεν τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα; Τὸ Σύνταγμα, πρὸς ἔλεγχον τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν προτεινομένου προϋπολογισμοῦ, ἀπῄτησεν ὅπως οὗτος εἰσάγηται εἰς πολυμελῆ ἐπιτροπὴν καὶ ἐκεῖ ἐξελέγχηται· ὥρισε δὲ συγχρόνως, ὅτι πρέπει ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ν’ ἀντιπροσωπεύηται καὶ ἡ μειονοψηφία, ἤτοι ἡ Ἀντιπολίτευσις. Εἰς ἅπαντα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη ἡ ἐργασία αὐτὴ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα· ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξασκεῖ πράγματι ἔλεγχον καὶ τοιαύτην βαρύτητα, ὥστε οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀποφύγῃ τὰς συστάσεις καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς. Παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ δὲν κρίνουσιν ἀνάξιον νὰ προσέρχωνται οἱ Ὑπουργοὶ καὶ συζητῶσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προβάλλουσι, καὶ, δεχόμενοι τὰς παρατηρήσεις καὶ σκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς, μεταβάλλουσι κατὰ πολὺ καὶ τὰ νομοσχέδιά των, ἐφ’ ὅσον ἴδωσιν ὅτι δὲν γίνονται ἀσπαστὰ, ἢ καὶ ἀποσύρουσιν αὐτά. Παρ’ ἡμῖν, ὅσοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐλάβετε μέρος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολομισμοῦ ἑκάστοτε, γνωρίζετε τί συμβαίνει. Ἡ Κυβέρνησις στέλλει τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ὑποστῇ οὐχὶ τὴν ἐξέλεγξιν, ἀλλὰ τὴν θεώρησιν μόνον, τὴν ἀπαιτουμένην ὑπὸ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος. Ἐάν τις τῶν κ. Βουλευτῶν, τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, ζητήσῃ πληροφορίας, ὅπως φωτισθῇ περὶ τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ προβλεπομένων, στέλλονται ὑπὸ τῶν διαφόρων γραφείων, ὡς πληροφορίαι, παλαιόχαρτα ἄξια ἄλλου προορισμοῦ καὶ οὐχὶ βεβαίως τῆς ἐπιτροπῆς, πρὸς ἣν στέλλονται, γριφώδη, πρὸς κατανόησιν τῶν ὁποίων χρειάζονται ἑρμηνευτικοὶ κανόνες. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ, εἴτε κατὰ πλειονοψηφίαν, εἴτε καὶ διὰ παμψηφίας, ὡς συμβαίνει ἐνίοτε, λάβῃ ἀπόφασιν καὶ προτείνῃ μέτρον τι, ἔστω καὶ περὶ μειώσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, μήπως ἡ γνώμη αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς κρίνεται ἀξία νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ἢ νὰ ἀναγνωσθῇ κἂν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Ἡ Κυβέρνησις οὔτε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς πορείαν της κρίνει ἄξιον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἀντιτάξῃ τις, ὅτι τοιοῦτον σύστημα ἔχει καὶ τὰ καλὰ ἀποτελέσματα, καὶ θὰ μοὶ φέρῃ ἴσως καὶ παράδειγμα, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ, ἤτοι ἡ ἐπιβολὴ τῆς θελήσεως τοῦ ἑνὸς ἐπὶ τῆς θελήσεως τῶν πολλῶν, ἤγαγε τὴν Πρωσσίαν διὰ τῆς Σαδόβας καὶ διὰ τοῦ Σεδὰν εἰς τὴν ἕνωσιν τῆς Γερμανίας. Παρ’ ἡμῖν ὅμως δυστυχῶς ὡς ἀποτέλεσμα εἴχομεν τὸν ἄδοξον νόμον τῆς 10ης Δεκεμβρίου. Τοιοῦτον σύστημα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ, διότι φοβοῦμαι, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἴδομεν μέχρι τοῦδε, καὶ ἐκ δευτέρου χειρότερα καὶ δριμύτερα θὰ δοκιμάσωμεν. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;

§109ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Δὲν φρονεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ μεταβῶμεν νὰ γευματίσωμεν;

§110ΖΩΤΟΣ. Ἤδη μόλις εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ;

§112ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προετιθέμην, Κύριοι, τὴν φορὰν ταύτην, κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας τῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπείας καὶ τῶν μέχρι τοῦδε ἀγορευσάντων ἐκ τῆς ἡμετέρας πτέρυγος, νὰ μὴ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ εἰς λεπτομερῆ ἔλεγχον τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ μὴ μακρηγορήσω. Αἱ μακραὶ καὶ ἐξηκριβωμέναι συζητήσεις ἀποβαίνουσι περιτταί, ὅταν τὰ πράγματα πρόκεινται τοῖς πᾶσι καταφανῆ. Καὶ τὰ πράγματα νῦν, ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, εἶναι καταφανῆ καὶ πρόδηλα τοῖς πᾶσιν. Ἤρκεσε μόνη ἡ ὑποβολὴ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ὑποτιμήσῃ καὶ ἐξευτελίσῃ κατὰ μονάδας πολλὰς τὸ πιστωτικὸν ἡμῶν νόμισμα καὶ μεταβάλῃ οὕτως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὸ ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ του ἀναγγελθὲν περίσσευμα εἰς ἔλλειμμα· ἤρκεσε μόνη ἡ δημοσίευσίς του, ἵνα ἐμβάλῃ εἰς ἀληθῆ πανικὸν τὴν ἀγορὰν ἡμῶν καὶ ἐπιδεινώσῃ ἔτι μᾶλλον, ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ, τὴν κατάστασιν. Ἔχομεν δὲ οὕτω καταφανῆ τοῖς πᾶσιν ἐκ τοῦ προτέρου τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, ἐξ οὗ δυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν μετ’ ἀσφαλείας, ὁποία τύχη ἀναμένει καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν ἡμῶν, ἂν αὐτὸς, ὃ μὴ γένοιτο, ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ Στέμματος ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος. Ἀφοῦ λοιπὸν τὰ πράγματα αὐτὰ τρανῶς μαρτυροῦσιν, ὁπόσον ἀσύστατον καὶ ἕωλον εἶναι τὸ ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ καὶ ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω κόσμος ἔχει ἤδη ἐξαναστῆ κατ’ αὐτοῦ, τίς ἡ ἀνάγκη πλέον πολλῶν λόγων, ἵν’ ἀποδείξῃ τις τὰ αὐταπόδεικτα; Ἀλλὰ καὶ πρὸς τίνας καὶ χάριν τίνων ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν νῦν διὰ μακρῶν; Ὑπάρχει ἀνάγκη τοιαύτης συζητήσεως πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν; πλὴν πρὸς τί; ἵνα ἐλέγξωμεν ἴσως καὶ νῦν, ὡς ἄλλοτε, τὰς πλάνας καὶ τὰ σφάλματά του ἐν τῷ παρελθόντι; Ἀλλ’ αὐτὸς τὸ πρῶτον νῦν καθ’ ὅλον τὸν βίον του ἔσχε τὴν εἰλικρίνειαν, εἰσηγούμενος τὸν προκείμενον προϋπολογισμὸν, νὰ ἐξομολογηθῇ δημοσίᾳ τὰ ἁμαρτήματά του, ἀπαρνούμενος καὶ καταδικάζων ὁλόκληρον τὸ παρελθόν του. Μήπως δὲν μᾶς εἶπε νῦν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1882 ἤδη εἶχε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἐν ἀνεπαρκείᾳ, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰς εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις της, τὰς ἀνερχομένας τότε μόλις εἰς 16,000,000 δραχμῶν; Μήπως δὲν μᾶς ἔδωκεν οὕτω νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι πᾶσαι αἱ περὶ τοῦ ἐναντίου διαβεβαιώσεις του ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1893 ἦσαν καθαρὰ φενάκη δι’ ἡμᾶς καὶ τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, οὓς ἐξηπάτα οὕτως ἐν ἐπιγνώσει, ὅπως δανεισθῇ ἀκόμη ἑκατοντάδας ὅλας ἑκατομμυρίων, ὅπως αὐξήσῃ οὕτω τὰς εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις ἡμῶν εἰς τὸ διπλάσιον, ὅπως εὐρύνῃ ἀναλόγως καὶ τὸν κύκλον τῆς καταστροφῆς καὶ ἔλθῃ εἶτα ἐπὶ τῶν ἐρειπίων, ἅτινα αὐτὸς ἐδημιούργησε, καὶ κηρύξῃ τὴν δολιωτάτην τῶν χρεωκοποιῶν; Μήπως δὲν ἀπεκήρυξε καὶ κατεδίκασε νῦν, ὡς μίαν τῶν πρωτίστων αἰτιῶν τοῦ κακοῦ, τὴν ὑπ’ αὐτοῦ διενεργηθεῖσαν ἔκτοτε μετατροπὴν τῶν ἐσωτερικῶν εἰς ἐξωτερικὰ δάνεια, ἐναντίον τῶν ἀποτροπῶν καὶ διαμαρτυριῶν ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων; Μήπως δὲν ὡμολόγησεν, ἔστω καὶ συγκεκαλυμμένως πως, τὴν πλήρη ἀποτυχίαν τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων, δοὺς εἰς ἡμᾶς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι αὕτη ὀφείλεται κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὸ ἀλλοπρόσαλλον καὶ κακόπιστον αὐτοῦ; Μήπως δὲν κατέδειξε τὴν πλήρη αὐτοῦ ἀνικανότητα, ὅπως διαγνῷ μὲν ὀρθῶς τὰ αἴτια τῆς παρούσης καταστάσεως, λάβῃ δὲ τὰ πρόσφορα μέτρα εἰς βελτίωσιν αὐτῆς; Τίς ἡ ἀνάγκη λοιπὸν μακρᾶς συζητήσεως νῦν πρὸς αὐτόν; ἵν’ ἀποδείξωμεν ἡμεῖς ὅ,τι τὰ πράγματα αὐτὰ μηνύουσι τρανῶς, ὅ,τι αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν δύναται πλέον νὰ ἀρνηθῇ; Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπείας παρέχει ἡμῖν ἀφορμὴν εἰς τοιαύτην συζήτησιν; Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι κυρίως εἰπεῖν ἁπλῆ παράφρασις τοῦ εἰσηγητηρίου λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παράφρασις μάλιστα ἐξασθενίζουσα ἐν πολλοῖς τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, παράφρασις πλήρης ἀντιφάσεων καὶ παραλογισμῶν. Ὁ Νέστωρ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν παντὶ οἰκονομικῷ ζητήματι, ὁ ἕτοιμος νὰ δικαιολογήσῃ καὶ ἐξαγνίσῃ πάντα τὰ σφάλματα αὐτοῦ, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, μεθ’ ὅλην τὴν προσπάθειαν, ἣν κατέβαλε καὶ νῦν, ὡς ἄλλοτε, ὅπως συνηγορήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἠστόχησε τέλεον τοῦ σκοποῦ του. Ἀπέλιπεν αὐτὸν νῦν ἡ ἐγνωσμένη δεξιότης καὶ ἐμπειρία περὶ τὴν διαστροφὴν τῆς ἀληθείας πρὸ τῆς ἐπιβολῆς τῶν πραγμάτων. Καὶ εἴδομεν αὐτὸν παραπαίοντα ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς μακρᾶς ἐκθέσεώς του καὶ μάτην ἀποπειρώμενον, ἵνα συγκλώσῃ τὰ ἀσύγκλωστα καὶ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα. Διὰ τοῦτο ἤρκεσε καὶ αὐτὴ ἡ μόλις δισέλιδος ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας, ἵνα μεταβάλῃ εἰς ῥάκος τὴν δωδεκασέλιδον αὐτοῦ ἔκθεσιν, ἀνατρέπουσα ἐκ βάθρων τὸ σαθρὸν αὐτῆς οἰκοδόμημα. Δὲν θὰ ἦτο λοιπὸν νῦν καθαρὰ ματαιοπονία πᾶσα λεπτομερὴς καὶ ἐμπεριστατωμένη αὐτῆς ἀνασκευὴ, γινομένη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Καὶ ἐπὶ τέλους χάριν τίνων πρέπει νὰ γείνῃ ἡ τοιαύτη μακρὰ συζήτησις; χάριν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς; χάριν τῆς κοινῆς γνώμης; Ἀλλὰ καὶ ἐκείνη καὶ αὕτη ἔχουσιν ἤδη πρὸ ἑαυτῶν τὸ ἀναντίλεκτον, τὸ ἀνεπίδεκτον οἱασδήποτε ἀμφισβητήσεως γεγονὸς, καθ’ ὃ ἤρκεσε μόνη ἡ ὑποβολὴ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δημοσίευσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐπιδεινώσῃ ἔτι μᾶλλον τὴν κατάστασιν, ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ αὐτὴν, ἵνα ἐμβάλῃ τοὺς πάντας εἰς ἀληθῆ ἀπελπισμὸν περὶ αὐτῆς. Τίς ἡ ἀνάγκη λοιπὸν λόγων, καὶ λόγων μακρῶν, ἵνα πείσῃ τις περὶ τούτου καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν κοινὴν γνώμην; Ἐκείνη, ἂν κρίνωμεν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε στάσεώς της, διατηρεῖ ἀμείωτον τὴν πίστιν αὐτῆς καὶ ἀφοσίωσιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀψηφοῦσα ὅλως καὶ τὴν ἐπιδείνωσιν τῆς καταστάσεως καὶ τὴν ἐξέγερσιν τῆς κοινῆς γνώμης. Περὶ αὐτῆς ἠδύνατό τις κάλλιστα νὰ παρῳδήσῃ τὸ τοῦ ποιητοῦ: «οὔ με πείσεις, κἄν με πείσῃς». Ἡ δὲ κοινὴ γνώμη δὲν ἔχει πλέον ἀνάγκην λόγων, πρὸς διαφώτισίν της. Τὰ πράγματα αὐτὰ διήνοιξαν ἤδη πρὸ πολλοῦ τοὺς ὀφθαμούς της, ἐὰν δὲ ὑπελείπετο ἔτι ἀμφιβολία τις εἰς αὐτὴν, τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην διεσκέδασαν τὰ τελευταῖα γεγονότα, ἡ ἀποτυχία τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων καὶ ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸς, ὅστις τόσον οἰκτρὰ ἀποτελέσματα ἔσχεν ἤδη πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ κυρώσεώς του, πρὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ὡς νόμου τοῦ Κράτους. Τίς λοιπὸν ἡ ἀνάγκη μακρᾶς καὶ διηκριβωμένης συζητήσεως καὶ διὰ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὴν κοινὴν γνώμην; Ἰδού, Κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπείας τὴν φορὰν ταύτην ἦτο βραχεῖα, καὶ οἱ μέλλοντες νὰ μετάσχωμεν τῆς προκειμένης συζητήσεως ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἴχομεν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἐπεκταθῶμεν εἰς λεπτομερείας, νὰ καταδείξωμεν δὲ δι’ ὀλίγων μὲν, ἀλλ’ ἱκανῶν, τὸ ἀνεπαρκὲς τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ, αὐτοῦ καθ’ ἑαυτὸν καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν. Τοῦτο ἔπραξαν ἤδη οἱ προαγορεύσαντες ἐκ τῆς πτέρυγος ἡμῶν, τοῦτο θὰ ἔπραττον καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ἐὰν μὴ ἠναγκαζόμην νὰ μεταβάλω γνώμην ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Αὕτη διὰ τοῦ γνωστοῦ πρωτοσχόλου της, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, ἐχαρακτήρισε τὴν τοιαύτην βραχυλογίαν ἡμῶν ὡς ἀδυναμίαν, δηλώσασα ὅτι καὶ ὁ εἰσηγητήριος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λόγος καὶ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας μένουσιν ἔτι ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν ἀπρόσβλητοι, διότι ἡμεῖς ἀποκνοῦμεν πρὸ τοῦ ἐγχειρήματος τούτου, ὡς δῆθεν ὑπερτέρου τῶν δυνάμεων ἡμῶν, ὡς δῆθεν ἐν ἀπορίᾳ διατελοῦντες τοῦ τοιούτου λεπτομεροῦς ἐλέγχου, ἐν ἀπορίᾳ ἰδίων γνωμῶν, ἃς ὀφείλομεν ν’ ἀντιτάξωμεν καὶ ἐν τοῖς καθόλου καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον. Τούτου ἕνεκεν εἶμαι ἠναγκασμένος ἐγὼ νῦν ν’ ἀντεπεξέλθω πρὸς ὅλα τὰ γενικὰ ζητήματα, ὧν ἅπτεται καὶ ὁ εἰσηγητήριος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λόγος καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας, νὰ εἰσέλθω δὲ καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκθέτων καὶ ἐπ’ ἐκείνων καὶ ἐπὶ τούτων τὰς ἰδίας ἡμῶν γνώμας, τὰς γνώμας, ἃς πάντοτε εἴχομεν ἡμεῖς περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ αἵτινες, εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε, νῦν προσαρμόζουσιν εἰς αὐτά. Ἐλπίζω οὕτως, ἂν ὄχι τι ἄλλο, ν’ ἀφαιρέσω τοὐλάχιστον πᾶσαν πρόφασιν φυγομαχίας καὶ διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ διὰ τὸν πρόμαχον αὐτοῦ εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ νὰ ἐξαναγκάσω αὐτοὺς εἰς ἀπολογίαν πρὸ τῶν ἐπιθέσεων ἡμῶν. Οὕτω θὰ ἔπαυεν ἴσως ὁ μέχρι τοῦδε μονόλογος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ θὰ διεσώζομεν τοὐλάχιστον τὰ προσχήματα τῆς κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως, ὧν ἄνευ τὸ Κοινοβούλιον ἡμῶν ἐκπίπτει τῆς ἐμπρεπούσης αὐτῷ περιωπῆς. Καὶ τοῦτο τὸ κέρδος, ἐὰν κατωρθοῦτο διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως μικρόν τι καὶ ἀνάξιον λόγου. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τὸν προκείμενον προϋπολογισμὸν, καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ἐνόμισαν πρόσφορον ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ν’ ἀνασκοπήσωσι τὴν καθόλου οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ἐξετάζοντες διὰ μακρῶν τὰ αἴτια, τὰ παραγαγόντα αὐτὴν, καὶ ζητοῦντες νὰ ἀνεύρωσι καὶ τὰ μέσα τῆς θεραπείας αὐτῆς. Ἀλλ’ ὡς ὑπηνίχθην ἤδη, ἀμφότεροι, ἀστοχήσαντας τέλεον περὶ τὴν διάγνωσιν τῶν αἰτίων τοῦ κατατρύχοντος ἡμᾶς κακοῦ, δὲν ἠδύναντο κατ’ ἀκολουθίαν ἢ νὰ σφαλῶσι καὶ περὶ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν μέσων τῆς θεραπείας αὐτοῦ. Τοῦτο ἔρχομαι νὰ ἀποδείξω νῦν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ ἀκριβείᾳ, δι’ ἐπιχειρημάτων ἀναντιλέκτων, δι’ ἐπιχειρημάτων, ἅτινα, ὡς ἐλπίζω, οὐδὲ ἴχνος ἀμφιβολίας θὰ ἐγκαταλίπωσιν εἰς τὸν θέλοντα νὰ παρακολουθήσῃ μετὰ τῆς προσηκούσης προσοχῆς τὴν προκειμένην συζήτησιν. Δὲν πρέπει νὰ ὑπολάβῃ τις τὸν ἰσχυρισμόν μου τοῦτον ὡς ἐνέχοντα ὑπερβολήν τινα. Χαρίσατέ μοι, παρακαλῶ, Κύριοι, εὐμενῆ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, καὶ θὰ ἴδητε ὁπόσον δίκαιον ἔχω. Πρὸς τοῦτο ὅμως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μακρηγορήσω πως, ἵνα ἐξαντλήσω ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὰ προβαλλόμενα θέματα, ἵν’ ἀποκόψω ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσαν εἰς αὐτὰ προσφυγὴν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας. Ἰσχυρίσθησαν ἀμφότεροι, ὅτι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ δὲν ἔγκειται ἐν τῇ ἀνεπαρκείᾳ τοῦ Κράτους, ἐν τῇ ἐλλείψει ἰσοζυγίου ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀνεπαρκείᾳ τῆς χώρας, ἣν μαρτυρεῖ ἡ ἔλλειψις ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου ἐν ἡμῖν, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ὑπεστήριξαν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον, ἂν ὄχι τὸ εὐρὺ, τὸ μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων, τὸ στενὸν ὅμως, τὸ μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, εἶχεν ἀποκαταστῆ ἤδη πρὸ πολλοῦ, ὡς μαρτυροῦσιν οἱ ἔκτοτε δημοσιευθέντες ἀπολογισμοὶ, χωρὶς ὅμως νὰ προλάβῃ αὐτὸ τὴν καταστροφήν. Ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο ἤδη ἀπὸ τοῦ 1882 ἐν ἀνεπαρκείᾳ, ἣν εἶχε κληροδοτήσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἡ πρὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου διαχείρισις, τὴν ἔκτοτε δ’ ἐπαπειλουμένην εἰς ἡμᾶς ὑπ’ αὐτῆς καταστροφὴν κατώρθωσεν αὐτὸς ν’ ἀναβάλῃ ἐπὶ δωδεκαετίαν διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν ἐσωτερικῶν εἰς ἐξωτερικὰ δάνεια καὶ διὰ τῶν λεγομένων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, χωρὶς ὅμως νὰ δυνηθῇ καὶ ν’ ἀποσοβήσῃ αὐτὴν ὁλοσχερῶς. Ἀλλ’ ὑπάρχει, Κύριοι, ἴχνος ἀληθείας ἐν πᾶσι τοῖς ἰσχυρισμοῖς τούτοις; Ὅτι οὐδέποτε ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἔσχομεν ἰσοζύγιον, ἔστω καὶ στενὸν, τοῦτο μαρτυρεῖ σὺν ἄλλοις καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διαψεύδων τὸν νῦν ἰσχυρισμόν του διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ἣν προέταξε τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 καὶ καθ’ ἣν (σελ. 41–42) εἴχομεν ἐλλείμματα ἐκ τακτικῶν ἐξόδων:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Τὸ 1882 7,619,819.88
» 1883 4,757,997.93
» 1884 20,520,779.17
» 1885 24,271,721.76
» 1886 26,026,255.88
» 1887 494,243.37
» 1888 2,472,495.87
» 1889 1,571,866.31
» 1890 14,967,027.22
» 1891 8,518,433.58
» 1892 2,808,377.50
Ἐν ὅλῳ 113,040,530.73

Δὲν εἶναι βεβαίως ταῦτα, Κύριοι, τὰ ἀληθῆ ἐλλείμματα μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων κατὰ τὰ ἔτη 1882 ἕως 1892. Πολλὰ τακτικὰ, τακτικώτατα ἔξοδα τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν γνωστὴν ταχυδακτυλουργικὴν μέθοδον, τὴν καθιερωθεῖσαν ἐν τῷ Γενικῷ ἡμῶν Λογιστηρίῳ, ἀφ’ ἧς ἐκυριάρχησεν ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρεστάθησαν ὡς ἔκτακτα, οὕτω δὲ τὰ ἐκ τακτικῶν ἐξόδων ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν ἐκείνων ἐμφαίνονται πολὺ μικρότερα τῶν πραγματικῶν. Πλὴν καὶ οὕτως, ἀφοῦ κατὰ τὴν ἔγγραφον ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πάντα τὰ ἔτη ἐκεῖνα ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσιν ἔλλειμμα, ἔλλειμμα μαρτυρούμενον καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἐπισήμων ἀπολογισμῶν τῶν χρήσεων αὐτῶν, πῶς πρέπει νὰ καλέσωμεν νῦν τὸν περὶ τοῦ ἐναντίου ἰσχυρισμὸν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας; Ψεῦδος! Ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, μεθ’ ὅσην προσπάθειαν καὶ ἂν κατέβαλον εἰς τοῦτο, οὐδεμίαν ἄλλην ἔκφρασιν κοινοβουλευτικωτέραν ταύτης ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω ἐν τῷ ἑλληνικῷ λεξικῷ εἰς χαρακτηρισμὸν τοῦ πράγματος. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὴς ὁ ἕτερος ἰσχυρισμὸς αὐτῶν, καθ’ ὃν τὴν Ἑλλάδα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέλαβεν ἐν ἀνεπαρκείᾳ ἤδη τὸ 1882; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, Κύριοι, ἐτόλμησε νὰ ἐκστομίσῃ τὸ πρῶτον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, διότι ἔκτοτε προβλέπων τὴν ἐπικειμένην καταστροφὴν, ἐζήτησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν ἐπ’ αὐτῇ εὐθύνην εἰς τὴν πρὸ τοῦ 1882 διαχείρισιν, ἰσχυρισθεὶς ὅτι παρέλαβεν ἐξ αὐτῆς ἐλλείμματα ἐκ 51,108,658. Ἀλλ’ ἤδη τότε ἀπέκρουσα ἐγὼ αὐτὸν, ἀποδείξας ὅτι τὸ δῆθεν ἔλλειμμα τοῦτο ἦτο κυρίως περίσσευμα τῆς μέχρι τέλους τοῦ 1881 διαχειρίσεως. Ὅτε δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 ἐπανέφερε τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἰσχυρισθεὶς μάλιστα αὐτὸς ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο ἀνήρχετο εἰς 56,248,376, ἤτοι ἐξογκώσας αὐτὸ κατὰ 5,139,718, εἰ καὶ ἤντλει καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς, τῶν ἐπισήμων βιβλίων τοῦ Κράτους, ἐξ ἧς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔσπευσα ν’ ἀπαντήσω ἐγὼ τότε πρὸς αὐτὸν σὺν ἄλλοις καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κατὰ μῆνα Αὔγουστον τοῦ 1892, πρωθυπουργοῦντος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἐδημοσιεύθη ὁ γενικὸς λογαριασμὸς τοῦ 1878, ἐν ᾧ ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1877 (σελ. 154–155). Κατὰ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, Κύριοι, καθ’ ὅλην τὴν τεσσαρακονταπενταετίαν ἐκείνην εἰσεπράχθησαν ἐκ τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους δραχ. 933,548,915.26, ἐκ δὲ δανείων ἐσωτερικῶν δρ. 76,678,257.60 καὶ ἐκ δανείων ἐξωτερικῶν 176,276,882.35, ἤτοι ἐν συνόλῳ δραχ. 1,186,504,055.21· ἐδαπανήθησαν δὲ εἰς τακτικὰ ἔξοδα δρ. 933,533,162.17, εἰς ἔκτακτα δ’ ἔξοδα διὰ δάνεια μὲν ἐσωτερικὰ 60,176,818.63, διὰ δάνεια δ’ ἐξωτερικὰ 176,836,642.26, ἤτοι ἐν συνόλῳ 1,170,546, 623.05. Κατὰ τὴν τεσσαρακονταπενταετίαν ἐκείνην εἴχομεν ἐλλείμματα 58,972,339.76, περισσεύματα δὲ 75,029, 771.92, ἐξ ὧν ἀφαιρουμένων τῶν ἐλλειμμάτων μένει καθαρὸν περίσσευμα ἐκ δραχ. 16,057,432.16. Πῶς νῦν τὸ περίσσευμα τοῦτο ἐντὸς τετραετίας, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1878–1881, μετετράπη εἰς ἔλλειμμα 51,108,658, κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἢ 56,248,376, κατὰ τὴν νέαν ἔκδοσιν τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, τὴν ἐπηυξημένην πάντως καὶ ἐπιδιωρθωμένην, περὶ τούτου δύναται ν’ ἀπορήσῃ μόνος ὁ ἀμφιβάλλων ἔτι περὶ τῶν ταχυδακτυλουργικῶν τεχνασμάτων, δι’ ὧν, ὡς ἐν χαλκείῳ, ἀναχωνεύονται οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοὶ τοῦ Κράτους ἐν τῷ δημοσίῳ λογιστικῷ καὶ κατὰ τὸ ἑκάστοτε συμφέρον μεταβάλλονται τὰ ἐλλείμματα εἰς περισσεύματα καὶ τὰ περισσεύματα εἰς ἐλλείμματα. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει συνέβη τὸ τελευταῖον τοῦτο, τὰ περισσεύματα δηλαδὴ τῶν ἀπολογισμῶν μέχρι τοῦ 1881 μετεβλήθησαν εἰς ἐλλείμματα πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων, διότι οὕτω πως ἠδύνατο νὰ παρασταθῇ ἡ Ἑλλὰς ὡς εὑρισκομένη ἐν πτωχεύσει ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882. Ὅπως δὲ μὴ ἐλεγχθῇ τὸ ψεῦδος καὶ ἡ ἀπάτη, ἀνεστάλη ἡ δημοσίευσις τοῦ μὲν γενικοῦ λογαριασμοῦ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1879 μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1881, τῶν δὲ ἀπολογισμῶν ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1878 μέχρι τῆς τοῦ 1881, ἀφοῦ διὰ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν θ’ ἀπεδεικνύετο ἡ ἀλήθεια, ἣν ἔχει βεβαίως λόγους ν’ ἀποκρύπτῃ ἐπιμελῶς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Πλὴν, δυστυχῶς δι’ αὐτὸν, καὶ ἄνευ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ καὶ τῶν ἀπολογισμῶν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐτῶν δυνάμεθα ἐκ τῆς ἄλλως γνωστῆς διαχειρίσεως αὐτῶν νὰ συμπεράνωμεν μετ’ ἀσφαλείας, ὅτι τὰ μέχρι τοῦ 1881 ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν πᾶν ἄλλο ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσιν ἢ ἔλλειμμα. «Κατὰ τὰ ἔτη, Κύριοι, 1878–1881 εἰσεπράχθησαν ἐκ μὲν τακτικῶν προσόδων τοῦ Κράτους 169,996,385, ἐκ δὲ δανείων 166,205,315, ἤτοι ἐκ τοῦ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ 59,000,000, ἐξ ἐντόκων γραμματίων 5,000,000, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων 56,836,044, ἄρα εἰσεπράχθησαν ἐν ὅλῳ ἐκ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ Κράτους 336,201,700, εἰς ἃ προστιθεμένου καὶ τοῦ μέχρι τοῦ 1878 περισσεύματος τῶν 16,057,432, ἔχομεν ἐν συνόλῳ 352,259,132 δρ. Ἀπέναντι δὲ τούτων ἐδαπανήθησαν κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη εἰς τακτικὰ μὲν ἔξοδα 198,916,646, εἰς ἔκτακτα δ’ ἔξοδα (διότι εἴχομεν τότε τὴν ἐπιστρατείαν καὶ τὰ ἐπαναστατικὰ κινήματα τοῦ 1878, τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1880–1881 καὶ τὴν κατάληψιν τῆς Θεσσαλίας) 137,765,222, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 336,681,968, ὧν ἀφαιρουμένων ἐκ τοῦ συνόλου τῶν εἰσπράξεων, τῶν ἀνερχομένων, ὡς εἴδομεν, εἰς 352,259,132, ἔχομεν ὑπόλοιπον περίσσευμα ἐκ δραχ. 15,577,164. Ἂν νῦν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων εἰσπραχθὲν μετὰ τὸ 1881 ἐξ 24,428,569, ἅπερ ὁμοῦ μετὰ τῶν ὑπολοίπων ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους τὴν 31 Δεκεμβρίου 1881 ἐκ δραχ. 11,648,845 «δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐνεργητικὸν τῶν πρὸ τοῦ 1882 διαχειρίσεων», κατὰ τὴν ἐν ἔτει 1890 δημοσιευθεῖσαν γενικὴν ληψοδοσίαν (σελ. 17–18), ἔχομεν οὕτω περίσσευμα ἐκ τῆς πρὸ τοῦ 1882 διαχειρίσεως ἐκ δραχμῶν 51,654,576. Ἰδού, Κύριοι, τὸ ἀληθὲς ἀποτέλεσμα τῶν ἀπολογισμῶν μέχρι τοῦ 1881 συμπεριλαμβανομένου, ὅπερ μάτην ἠθέλησαν νὰ μετατρέψωσι ταχυδακτυλουργικῶς ἡ μὲν εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ προϋπουλογισμοῦ τοῦ 1893 εἰς ἔλλειμμα ἐκ 51,108,658, ὁ δὲ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας εἰς ἔλλειμμα ἐκ 56,248,376 δραχμῶν!» Πρὸς ταῦτα οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν ἀντεῖπον τότε οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Νομίσαντες δὲ νῦν, μετὰ πάροδον πολλῶν μηνῶν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει λησμονήσει τοὺς λόγους μου ἐκείνους, ἐπανέλαβον τὸν αὐτὸν ἰσχυρισμὸν, χωρὶς ὅμως καὶ ν’ ἀποδείξωσιν αὐτὸν, ἀνταπαντῶντες νῦν τοὐλάχιστον πρὸς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο, Κύριοι, καλὴ πίστις; εἶναι ὁ ὀφειλόμενος σεβασμὸς πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, πρὸς ἣν ἀποτείνουσι τὸν λόγον, τοιαῦτα τερατευόμενοι; Κύριε Πρωθυπουργὲ καὶ κύριε εἰσηγητὰ, παρέλθετε εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως ἀποδείξητε τὸν ἰσχυρισμόν σας, ὅπως ἀποδείξητε ὅτι ἡ πρὸ τοῦ 1892 διαχείρισις ἐγκατέλιπε τῳόντι ἔλλειμμα 51,000,000, καὶ οὐχὶ περίσσευμα ἴσου ποσοῦ, ὡς ἐγὼ ἐπανειλημμένως ἀπέδειξα. Ἂν δὲν πράξητε τοῦτο, ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς ἄλλος νὰ σᾶς εἴπῃ κατὰ πρόσωπον, ὅτι εἶναι ψεῦδος ὅτι ὑμεῖς εὕρετε ἔλλειμμα 51,000,000 ἐν ἔτει 1882 ἐκ τῆς ἡγουμένης διαχειρίσεως! Οὐχ ἧττον ψευδὴς εἶναι καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν ὁ ἰσχυρισμός των, καθ’ ὃν δῆθεν ἤδη τότε ἡ εἰς χρυσὸν λειτουργία τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους εἶχεν ἀνέλθει εἰς ὑπέρογκον ποσὸν, εἰς ποσὸν, ὅπερ δὲν ἠδύνατο νὰ παράσχῃ ἡ χώρα, ἐν ἀνεπαρκείᾳ εὑρισκομένη ἔκτοτε. Ἀλλ’ εἰς πόσον ἀνήρχοντο τότε αἱ εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους; Κατ’ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, αἱ εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ἀνήρχοντο εἰς 16,000,000 δρ. περίπου. Ταύτας ἠδύνατο τότε τὸ Δημόσιον νὰ προμηθευθῇ πρὸς 1,20, κατὰ τὴν τρέχουσαν νομισματικὴν διαφορὰν ἐν ἔτει 1883, ἀντὶ 19,200,000 δρ. Διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἴχομεν μόλις προσκτήσει τὰς νέας γονιμωτάτας ἐπαρχίας, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ τούτου εἶχεν ἀναζωογονηθῆ καὶ ἡ δημοσία καὶ ἡ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστις, εἶχον δὲ εἰσρεύσει εἰς τὴν χώραν πλεῖστα ὅσα κεφάλαια ἔξωθεν εἰς χρυσόν. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο τόσον ἀκμαία ἡ οἰκονομικὴ τῆς Ἑλλάδος κατάστασις, ὥστε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶς ἀνεφώνει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου: «Ἔχομεν χρήματα δεξιᾷ, χρήματα ἀριστερᾷ, χρήματα παντοῦ, ὅπου καὶ ἂν στραφῶμεν». Τὴν ἐποχὴν λοιπὸν ἐκείνην δὲν ἦτο ἐν ἐπαρκείᾳ ἡ Ἑλλὰς, ἵνα σᾶς παράσχῃ τὰ διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ δημοσίου χρέους εἰς χρυσὸν ἀπαιτούμενα 16,000,000 πρὸς 1,20 τὸ φράγκον, καὶ ἦτο αὐτὴ ἐν ἐπαρκείᾳ, ὡς ἐπηγγέλλεσθε ὑμεῖς αὐτοί, ἵνα καταβάλῃ 30,000,000 καὶ πλέον εἰς χρυσὸν διὰ τὸ δημόσιον χρέος τὸ 1893 πρὸς 1,50 τὸ φράγκον, ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἥ τε δημοσία καὶ ἡ κατ’ ἰδίαν πίστις ἡμῶν εἶχον συγκλονηθῆ ἐκ βάθρων, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ πλεῖστα ὅσα κεφάλαια εἶχον ἀποσυρθῆ ἐκ τῆς χώρας εἰς χρυσὸν καὶ εἶχεν ἤδη ἀρχίσει νὰ λυμαίνηται αὐτὴν ἡ καὶ νῦν ἔτι ὑφισταμένη οἰκονομικὴ καὶ νομισματικὴ κρίσις; Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν εἴχομεν, Κύριοι, τόσας ἄλλας ἀποδείξεις περὶ τῆς ἐπαρκείας τῆς Ἑλλάδος ἐν ἔτει 1882, θὰ ἤρκει, νομίζω, ν’ ἀνατρέψῃ ἄρδην τὸν περὶ τοῦ ἐναντίου ἰσχυρισμὸν αὐτὸ τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ ἀντὶ τῶν 48,000,000 ἐσόδων, ἅτινα εἰσέπραξε τὸ Κράτος τὸ 1881, εἶχεν αὐτὸ ἔσοδα τὸ 1893 ὑπὲρ τὰ 96,000,000, κατὰ τὸν ἄρτι δημοσιευθέντα προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους τούτου. Πρέπει τῇ ἀληθείᾳ νὰ ἔχῃ τις τὴν ἰταμότητα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ἵνα καὶ οὕτως ἰσχυρίζηται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 δὲν ἐπήρκει εἰς τὴν πληρωμὴν 16,000,000 φρ. χρυσῶν, ἀφοῦ ἔκτοτε ἐπέδειξε τοσαύτην ἀντοχὴν, ὥστε νὰ φέρῃ νῦν βάρη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὑπερδιπλάσια. Ἀλλ’ ἐὰν εἴχετε τῳόντι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 ἦτο ἐν ἀνεπαρκείᾳ, ποίαν προσπάθειαν κατεβάλετε ἔκτοτε, ὅπως ἀποδείξητε αὐτὴν ἐπαρκῆ; Ἔκτοτε οὐ μόνον τὰ φορολογικὰ αὐτῆς βάρη, ἀλλὰ καὶ τὸ δημόσιόν της χρέος ὑπερεδιπλασιάσατε, εἰσπράξαντες ἐντεῦθεν πολλὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων. Πόσα ὅμως ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων ἐδαπανήσατε ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῶν παραγωγικῶν της δυνάμεων, ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τῶν οἰκονομικῶν της πόρων; Πλὴν δεκάδων τινῶν ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἐδαπανήσατε διὰ τοὺς σιδηροδρόμους Μύλων–Καλαμῶν καὶ Πειραιῶς–Λαρίσσης, (τοὺς σιδηροδρόμους Ἀγρινίου–Μεσολογγίου καὶ Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων θεωρῶ ἀναξίους λόγου) ὅπως καὶ τούτους μὴ ἀγάγητε εἰς πέρας, ἀλλ’ ἐγκαταλείψητε ἐρείπια, εἰς μνημεῖον τῆς ἀτασθάλου διαχειρίσεώς σας· πλὴν ἑτέρων τινῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων, ἅτινα κατεσπαταλήσατε εἰς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν, ὧν αἱ πλεῖσται δὲν ἐξυπηρέτησαν ἀληθῆ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἀλλ’ ἰδιοτελῆ τῆς φατρίας συμφέροντα· πλὴν, λέγω, τούτων, τί ἐκάματε ὅλας τὰς ἄλλας ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, τὰς ὁποίας εἰσεπράξατε ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν βαρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐκ τῆς συνομολογήσεως τοσούτων δανείων; Τί ἐδαπανήσατε ἐξ αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς βιομηχανίας; τί ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας; τί ὑπὲρ τῆς οἰνοποιΐας καὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς; τί ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας; Οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδέν. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο μία προσέτι τρανὴ καὶ ἀναντίλεκτος ἀπόδειξις περὶ τοῦ ὅτι σεῖς ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἐθεωρεῖτε τὴν Ἑλλάδα ἐν πλήρει ἐπαρκείᾳ οὐ μόνον τὰ τότε, ἀλλὰ καί νέα διπλάσια αὐτῶν βάρη νὰ φέρῃ, ὅτι δὲ πᾶν ὅ,τι νῦν περὶ τοῦ ἐναντίου ἰσχυρίζεσθε, εἶναι ἁπλούστατα ψεῦδος, δι’ οὗ ζητεῖτε νὰ συγκαλύψητε τὴν ἰδίαν σας εὐθύνην; Οὔτε τὸ Κράτος, Κύριοι, οὔτε ἡ χώρα ἦσαν ἐν ἀνεπαρκείᾳ πρὸ τοῦ 1882, ἂν δ’ ἔκτοτε τὰ πράγματα ἐτράπησαν ἐπὶ τὰ χείρω καὶ κατέληξαν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, τοῦτο εἶναι ἔργον ἀποκλειστικὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸς, κυβερνῶν ἔκτοτε τὴν Ἑλλάδα, πλὴν μικρῶν διαλειμμάτων, ηὔξησε μὲν ἀλογίστως τὸ δημόσιον χρέος μέχρις ἀνεπαρκείας τοῦ Κράτους δι’ αὐτὸ, ηὔξησε δὲ καὶ τὰ φορολογικὰ βάρη τῆς χώρας, χωρὶς νὰ δαπανᾷ τι πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν οἰκονομικῶν της δυνάμεων, ἕως οὗ ἐγονάτισεν αὐτήν. Τοῦτο μαρτυροῦσι σὺν ἄλλοις καὶ αὐτοὶ οἱ ἔκτοτε δημοσιευθέντες ἀπολογισμοὶ καὶ λογαριασμοί, οἵτινες, κατὰ τὴν ἰδίαν του ὁμολογίαν, ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσιν ἐλλείμματα μεταξὺ μὲν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων 113,040,530.73, ὡς εἴδομεν ἤδη, μεταξὺ δὲ τακτικῶν ἐσόδων καὶ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἔσοδα Ἔξοδα Ἐλλείμματα.
1882 58,879,495.23 63,997,765.58 5,118,270.35
1883 58,537,556.10 67,795,868.91 9,258,312.81
1884 60,744,637.07 90,846,783.8030,102,146.73
1885 61,110,133.08 122,797,767.2461,687,634.16
1886 63,103,471.15 129,717,525.0766,614,053.92
1887 82,849,805.38 91,236,606.96 8,386,801.58
1888 89,551,394.94 104,450,858.7114,899,463.77
1889 83,731,591.09 100,674,829.8916,943,238.80
1890 79,931,795.22 125,902,413.8645,970,618.64
1891 90,272,212.26 122,625,177.7432,352,965.48
1892 94,929,469.37 107,276,604.1712,347,134.80
823,641,560.891,127,322,201.93 303,680,641.

Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ὡς προεῖπον, κατὰ τὴν ἰδίαν ὁμολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν περιεχομένην ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 (σελ. 41). Ἀλλ’ ἐν τοῖς ἐλλείμμασι τούτοις δὲν συμπεριλαμβάνεται ἡ νομισματικὴ διαφορά, ἂν δὲ θελήσωμεν νῦν νὰ συνυπολογίσωμεν ἡμεῖς καὶ αὐτήν, θὰ ἴδωμεν αὐτὰ ὑπερβαίνοντα καὶ τὰ 400,000,000. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεώς σου, κύριε Πρωθυπουργέ, ἅτινα ἤγαγον ἡμᾶς εἰς τὴν χρεωκοπίαν, καὶ οὐχὶ ἡ δῆθεν ἀνεπάρκεια τῆς Ἑλλάδος ἤδη πρὸ τοῦ ἔτους 1882. Τὴν Ἑλλάδα παρέλαβες τότε ἐν πλήρει ἐπαρκείᾳ, ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀναζωογονήσεως τῆς πίστεώς της καὶ παρέχουσαν τὰς χρηστοτάτας τῶν ἐλπίδων διὰ τὸ μέλλον, καὶ τὴν περιήγαγες σὺ εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται τὴν σήμερον, εἰς τὴν χρεωκοπίαν καὶ τὴν ἀπόγνωσιν. Ἔργον λοιπὸν ἀποκλειστικόν σου εἶναι ἡ συντελεσθεῖσα καταστροφὴ, μάτην δὲ ἀναζητεῖς τοὺς συνυπευθύνους δι’ αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν μετὰ τὸ 1882 καὶ κατὰ τὴν πρὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐποχήν. Ἔπρεπε, Κύριοι, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ν’ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὴν περὶ τούτου ἀπόδειξιν, ἣν παρέσχομεν ἤδη ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας δι’ ὀλίγων μὲν, ἀλλ’ ἱκανῶν ἵνα πείσωσι πάντα ἄλλον, πλὴν αὐτῶν. Ἰδοὺ τί ἀναγράφεται ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸν ἄρτι δημοσιευθέντα προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1893, τὰ ἔσοδα αὐτῆς συνεποσώθησαν εἰς 96,799,666, ὑπερβαλόντα τὰ ἔσοδα πάσης ἑτέρας χρήσεως τῆς τελευταίας δεκαετίας. Ἀλλ’ ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος οἰκονομικοῦ ἔτους περιλαμβάνονται ποσὰ, ἐφ’ ἃ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι, διότι ταῦτα ὀφείλονται εἴτε εἰς ἐκτάκτους πόρους, εἴτε εἰς πόρους μὴ ὑφισταμένους πλέον, εἴτε καὶ εἰς εὐφορίαν ὅλως ἔκτακτον. Οὕτως ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ 1893 περιλαμβάνονται δρ. 2,030,424 ἐξ ὑπερτιμήσεως καὶ νομισματικῆς διαφορᾶς μεταλλικοῦ καὶ συναλλάγματος, προερχομένης ἐξ ἐκτάκτων πόρων, δρ. 1,500,000 ἐκ νομισματοποιΐας, ἀλλὰ καὶ δρ. 1,200,000 περίπου ὑπὲρ τὸ προϋπολογισθὲν ἔσοδον ἐξ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, καὶ δρ. 400,000 περίπου εἰσπραχθεῖσαι ὑπὲρ τὰ προϋπολογισθέντα ἐκ τοῦ εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομένου ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος. Πάντα τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα εἶναι ὅλως ἔκτακτα, οὐδ’ εἶναι πιθανὸν νὰ ἐπαναληφθῶσιν αὐτὰ ἐν βραχεῖ. «Ἀπέναντι τῶν οὕτω συμποσωθέντων ἐν ὅλῳ ἐσόδων τοῦ 1893 εἰς δρ. 96,799,666 τὰ τῆς αὐτῆς χρήσεως ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς δρ. 92,251,058, περιλαβόντα καὶ ποσά τινα, δαπανηθέντα δυνάμει ἐκτάκτων πιστώσεων εἰς τὴν κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, ἅτινα ὅμως ποσὰ δὲν ὑπερβάλλουσι τὰ ὡς ἀνωτέρω εἰσπραχθέντα ἐκ πόρων εἴτε ἐκτάκτων εἴτε ἀπροσδοκήτων καὶ μηδέποτε ἐν τῷ παρελθόντι πραγματοποιηθέντων. Οὕτως ἡ χρῆσις τοῦ 1893 παρουσιάζει διὰ πρώτην φορὰν περίσσευμα ἐκ δρ. 4,548,608 μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τακτικῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως τοῦτο ἐπετεύχθη, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἐν ἔτει 1893 ἀπήτησε μόνον 25,931,680 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀπέναντι δραχμῶν 35,468,596, ἐξ ὧν τὰ 30,939,761 εἰς χρυσόν, ὡς ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 διὰ τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἄνευ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. «Ἐκ τῆς συντόμου ταύτης μελέτης τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1893 δυνάμεθα ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν νὰ ἐξαγάγωμεν τὰ ἑξῆς συμπεράσματα: «αʹ) Καὶ ἐὰν ἔτι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῖς πρὸ τοῦ 1893 ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἀνεγράφετο εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ πάλιν θ’ ἀπέβαινεν ἀδύνατος ἡ ἐκ τῶν τακτικῶν τοῦ Κράτους πόρων ἀρτία καταβολὴ τῆς ἐνιαυσίας ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἀφοῦ καὶ ὁ εἰς περίσσευμα ἐκ δρ. 4,545,608 καταλήξας προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 ἐπήρκεσεν εἰς τὴν ἀπότισιν μόνον δρ. 25,931,680 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἐνῷ πρὸ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 αὕτη ἀνήρχετο ἐνιαυσίως εἰς δρ. 35,468,696, ὧν τὰ 30,939,761 εἰς χρυσόν, ἄνευ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Οὕτως ἀποδεικνύεται ἔλλειμμα σταθερὸν τῶν πρὸ τοῦ 1893 προϋπολογισμῶν, καὶ ἂν ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἐγίνετο εἰς τραπεζογραμμάτια, ἐκ δρ. 5,000,000 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. «βʹ) Εἰς τὸ σταθερὸν τοῦτο ἔλλειμμα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν πρὸ τοῦ 1893 προϋπολογισμῶν προσετίθετο λεληθότως, ἐξογκοῦν τὸ δημόσιον χρέος διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τὸ ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τῶν εἰς χρυσὸν ἐξόδων, ἀνερχομένων μετὰ τῶν καταβαλλομένων παρὰ τοῦ Δημοσίου διὰ προμηθείας εἰς 38 περίπου ἑκατομμύρια, ἤτοι ἔλλειμμα δρ. 15,000,000 περίπου, ὑπολογιζομένης τῆς ἐπικαταλλαγῆς ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ τῶν τελευταίων ἐτῶν πρὸς 1,40. «γʹ) Εἰς τὸ σταθερὸν ἔλλειμμα μεταξὺ τακτικῶν ἐξόδων καὶ τακτικῶν ἐσόδων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ τὸ ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ τῶν εἰς χρυσὸν πληρωμῶν προσετίθετο καὶ τὸ ἐξ ἐκτάκτων δαπανῶν ἔλλειμμα, δι’ ὧν ἐδικαιολογοῦντο οἱ οἰκονομικοὶ συνδιασμοί. «Τὴν ἐκ τῆς ἐπισωρεύσεως τοσούτων ἐλλειμμάτων, καλυπτομένων ἑκάστοτε λογιστικῶς διὰ τῶν ἐπικληθέντων στενῶν ἰσοζυγίων, προκύψασαν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους ἀνεπάρκειαν ἀνεκήρυξεν ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου π. ἔ., δι’ οὗ περιεκόπησαν αἱ εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου κατὰ 70%». Δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὴν ἀπόδειξιν ταύτην τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας, ἰδοὺ ὅτι ἔλαβον νῦν καὶ προφορικῶς πάσας τὰς δυνατὰς ἀποδείξεις περὶ τῶν πάντη ἑώλων καὶ ἀνυποστάτων ἰσχυρισμῶν των περὶ δῆθεν ἰσοζυγίων, ἔστω καὶ στενῶν, ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, περὶ δῆθεν ἀνεπαρκείας τῆς Ἑλλάδος ἤδη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δι’ ἀριθμῶν ἀναντιλέκτων, δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταγωνίστων —καὶ δυνάμεθα νὰ θεωρῶμεν τοιαῦτα τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν, ἐνόσῳ οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τολμῶσι ν’ ἀντιτάξωσί τι πρὸς αὐτά—ἀποδεικνύομεν ἡμεῖς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐν ἔτει 1882 ἦτο ἐν πλήρει ἐπαρκείᾳ, ὅτι δὲ, ἐὰν ἔκτοτε κατέστη ἀνεπαρκὴς καὶ περιῆλθεν εἰς ἣν τὴν σήμερον εὕρηται κατάστασιν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἔκτοτε κρατήσασαν ἀσύνετον καὶ ἀτάσθαλον διαχείρισιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναιρέσω καὶ πάντας τοὺς λοιποὺς ἰσχυρισμοὺς τούτου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, πρέπει νὰ ἐξαντλήσω, ὡς προεπηγγέλθην, πάντα τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἀνακινηθέντα ζητήματα, ὡς πρὸς τὰ αἴτια τῆς παρούσης καταστάσεως, ἵνα γείνῃ εἰς πάντας κατάδηλον, ὁπόσον σφαλερὰ ἐκ θεμελίων ὑπῆρξεν ἡ διάγνωσις αὐτῶν ἔν τε τῷ εἰσηγητηρίῳ λόγῳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας. Οὔτε τὸ 1882, Κύριοι, οὔτε μετὰ ταῦτα ὑπῆρξέ ποτε ἐν ἀνεπαρκείᾳ ἡ χώρα ἡμῶν. Αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἔννοια τῆς ἀνεπαρκείας χώρας τινὸς εἶναι καθαρὰ οὐτοπία, ἥτις τὴν σήμερον εἶναι ἀσυγχώρητος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἔχοντα στοιχειωδεστάτην γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἰς τοὺς ἀξιοῦντας νὰ προΐστανται τῶν κοινῶν καὶ νὰ διέπωσι τὰς τύχας λαοῦ τινος. Πᾶσα χώρα εἶναι αὐτάρκης, ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς πόρων. Συμβαίνει ἐπὶ τῶν ἀτόμων νὰ μὴ ἐπαρκῶσι πολλάκις εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, νὰ ἐξοδεύωσι δὲ πλείονα τῶν ἐσόδων των καὶ ν’ ἀποβάλλωσιν οὕτω τὴν περιουσίαν των, περιερχόμενα εἰς πτώχευσιν. Δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ λαῶν ὁλοκλήρων καὶ ἐπὶ χωρῶν. Αὗται κατ’ ἀνάγκην ἀποβαίνουσιν αὐτάρκεις, κατ’ ἀνάγκην ὀφείλουσι νὰ ἐξοδεύωσιν ὅ,τι ἐσοδεύουσιν, ἂν δὲν λαμβάνωσι πρόνοιαν καὶ περὶ ἐναποταμιευμάτων καὶ περὶ αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ των πλούτου. Ἂν δὲ συμβῇ ποτε χώρα τις ἐπί τινα χρόνον νὰ ἐξοδεύσῃ πλείονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐσοδεύει, ἐπέρχεται εἶτα ἀφ’ ἑαυτοῦ ὁ περιορισμὸς τῶν ἐξόδων της, ἡ ἐκκαθάρισις· διότι εἶναι ἀδύνατον, πάντη ἀδύνατον, νὰ παραταθῇ ἐπὶ πολὺ ἡ τοιαύτη ἀνισοῤῥοπία τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων της, οὐδὲ εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐξαντληθῶσιν οἱ οἰκονομικοί της πόροι καὶ νὰ περιστῇ αὐτὴ εἰς ἣν θέσιν καὶ τὰ ἄτομα, πτωχεύοντα. Καθαρὰ οὐτοπία εἶναι καὶ ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε περὶ ἐλλείψεως χρυσοῦ καὶ περὶ δῆθεν ἀποστραγγίσεως αὐτοῦ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς. Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, δὲν παράγει χρυσόν· ἀλλὰ μήπως ἄλλη τις χώρα ἐν Εὐρώπῃ, καὶ αὐταὶ αἱ τὰ μάλιστα εὐεκτοῦσαι τὴν σήμερον οἰκονομικῶς, ὡς ἡ Γαλλία, ἡ Γερμανία, τὸ Βέλγιον καὶ ἡ Ἀγγλία, παράγουσι τοιοῦτον; Τίς ποτε ὅμως ἐκεῖ ἐσκέφθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀποστράγγισις τοῦ ἐγχωρίου χρυσοῦ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς; Καὶ ἡ Ἑλλὰς, ὡς αἱ χῶραι ἐκεῖναι, παράγει ἀξίας, ἀξίας ἐνεχούσας ἐν ἑαυταῖς χρυσὸν καὶ ἀνταλλασσομένας πρὸς τοιοῦτον, εὐθὺς ὡς ἐξέλθωσι τῶν ὁρίων αὐτῆς. Καθ’ ὅσον λοιπὸν παράγει ἀξίας, παράγει χρυσόν, ὅστις δὲν δύναται ν’ ἀποστραγγισθῇ, μηδὲ νὰ στειρεύσῃ, ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ παραγωγὴ τῶν ἀξιῶν της δὲν στειρεύει. Δυνατὸν νὰ μειωθῇ ἐπί τινα χρόνον ἡ παραγωγὴ τῶν ἀξιῶν τούτων, δυνατὸν νὰ μειωθῇ καὶ ἡ τιμὴ αὐτῶν, ὡς λ. χ. ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ ἡ παραγωγὴ δύναται νὰ μειωθῇ ἐκ θεομηνίας, καὶ ἡ τιμὴ νὰ ὑποστῇ ἔκπτωσιν, ὅταν ἡ ἐσοδεία αὐτῆς ἦναι μεγάλη καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται ἡ προσφορὰ πρὸς τὴν ζήτησιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀδύνατον, πάντη ἀδύνατον νὰ στειρεύσῃ ἡ τοιαύτη παραγωγὴ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ν’ ἀποστραγγισθῇ καὶ στειρεύσῃ καὶ ὁ ὑπ’ αὐτῆς ἐκπροσωπούμενος χρυσός. Καθ’ ὅσον λοιπὸν ἡ χώρα ἡμῶν παράγει ἀξίας, παράγει χρυσὸν, ἀνάλογος δὲ πρὸς τὴν παραγωγὴν ταύτην, πρὸς τοὺς λεγομένους ἀδήλους πόρους καὶ τὴν πίστιν της δὲν δύναται ἢ νὰ ἦναι καὶ ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῆς, χωρὶς ποτε διὰ ταύτης νὰ ἐπέρχηται ἀποστράγγισις ἢ στείρευσις τοῦ ἐν αὐτῇ χρυσοῦ. Ἀλλ’ ὅπως ὑποστηρίξῃ τοὺς τοιούτους ἀνυποστάτους ἰσχυρισμούς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προσέφυγεν εἰς ἕτερον οὐχ ἧττον ἀνυπόστατον ἰσχυρισμόν. Ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῆς γνώμης του περὶ ἀνεπαρκείας τῆς χώρας, ἔχων ἐν τούτῳ σύμφωνον καὶ τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας, τὴν ἔλλειψιν ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου ἐν Ἑλλάδι. Ἡ περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου θεωρία, Κύριοι, εἶναι ἀπηρχαιωμένη ἀπὸ πολλοῦ καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ ἐν τῇ πράξει. Ὑπῆρξέ ποτε ἐποχὴ, καθ’ ἣν καὶ ἐν ἐκείνῃ καὶ ἐν ταύτῃ ὑπελαμβάνετο μέγα δυστύχημα διά τινα χώραν, ἐὰν ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῆς ὑπερέβαινε τὴν ἐξαγωγήν της. Ἐπίστευον δηλαδὴ τότε, ὅτι χάριν ἐκείνης ἐξάγεται πλείων χρυσὸς τοῦ διὰ τῆς ἐξαγωγῆς εἰσαγομένου εἰς αὐτὴν καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν ἀποστραγγίζεται οὕτως ὁ ἐν τῇ χώρᾳ χρυσὸς καὶ ἐπέρχεται ἡ πτώχευσις αὐτῆς. Διὰ τοῦτο καὶ ἡγεμόνες τότε καὶ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν πᾶσαν προσπάθειαν κατέβαλλον, ἵν’ ἀποκαταστήσωσι τὸ οὕτω διαταραττόμενον ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον. Κατέφευγον πρὸς τοῦτο εἰς προστατευτικὰ μέτρα καὶ μετήρχοντο πάντα τρόπον, ὅπως ἐπιφέρωσιν ἐξίσωσιν μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, εὐτυχεῖς δ’ ἐθεώρουν καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὰς χώρας των, ἐὰν οὕτω πως κατώρθουν οὐ μόνον τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον ν’ ἀποκαταστήσωσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξαγωγὴν ἀνωτέραν τῆς εἰσαγωγῆς ν’ ἀποδείξωσι. Πλὴν ἐὰν τὴν σήμερον, Κύριοι, ἐτόλμα τις ἀλλαχοῦ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τοιαύτην θεωρίαν, θὰ εὕρισκε τοὐλάχιστον τὴν ὑποδοχὴν, ἧς ἔτυχέ ποτε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ συλλόγῳ τῶν ἐν Παρισίοις οἰκονομολόγων, θελήσας πρό τινων ἐτῶν νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον αὐτῶν παραπλησίαν θεωρίαν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν δὲ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτει ἐκεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν τοιαύτην θεωρίαν, θὰ παρεπέμπετο ἐξάπαντος εἰς φρενοκομεῖον. Τόσον ἔκτροπος θεωρεῖται τὴν σήμερον ἀλλαχοῦ ἡ περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου θεωρία. Ἐν τούτοις παρ’ ἡμῖν ἀπαντῶσιν ἔτι οἱ ὀπαδοὶ καὶ θιασῶται αὐτῆς, κατὰ κακὴν δὲ μοῖραν αὐτοὶ διέπουσι νῦν καὶ τὰς τύχας ἡμῶν. Ἀλλὰ διατὶ θεωρεῖται τόσον ἕωλος καὶ ἀσύστατος τὴν σήμερον ἡ περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου θεωρία; Καὶ ἡ ἐπιστήμη, Κύριοι, ἀποδέχεται νῦν, καὶ ἐκ τῆς πείρας εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον ἢ ἀνισοζύγιον δὲν εἶναι αἴτιον, ὡς νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, σὺν αὐτῷ δὲ καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ αἰτιατὸν τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε οἰκονομικῆς καταστάσεως χώρας τινός. Ὅταν χώρα τις ἦναι προηγμένη οἰκονομικῶς καὶ εὐημερῇ, τότε ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῆς εἶναι κατὰ πολὺ ἀνωτέρα τῆς ἐξαγωγῆς, διότι εἶναι εἰς θέσιν αὐτὴ νὰ ἐξάγῃ χρυσὸν διὰ τῶν τελωνείων της πλείονα ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἰσάγει δι’ αὐτῶν. Ὅταν δὲ τοὐναντίον διατελῇ ἐν πατριαρχικῇ οἰκονομικῇ καταστάσει, ὅταν δυσπραγῇ, τότε ἡ εἰσαγωγὴ ἐξισοῦται πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν, ἢ καὶ ἐλαττοῦται αὐτῆς. Καὶ δικαίως συμβαίνει τοῦτο· διότι, ὅπως χώρα τις εἰσάγῃ πλείονα τῶν ἐξαγομένων διὰ τῶν τελωνείων, τοῦτο εἶναι ἀλάνθαστον τεκμήριον τῆς οἰκονομικῆς της εὐεξίας, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ ἐξίσωσις τῆς εἰσαγωγῆς της πρὸς τὴν ἐξαγωγήν, ἢ ἡ μείωσις ἐκείνης ἐν ἀναφορᾷ πρὸς ταύτην, πᾶν τοὐναντίον μαρτυρεῖ. Τὸ ἐνεργητικὸν χώρας τινός, Κύριοι, δὲν ἔγκειται ἐν μόνῃ τῇ ἐξαγωγῇ αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς ἀδήλοις λεγομένοις πόροις, καὶ ἐν τῇ πίστει αὐτῆς τῇ ἀκμαίᾳ, ἐξ ὧν ἡ εἰσροὴ χρυσοῦ εἰς αὐτὴν ἰσοφαρίζει πρὸς τὴν διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐκροὴν αὐτοῦ καὶ ἐνίοτε ὑπερτερεῖ ταύτης κατὰ πολύ. Ὅπως τοῦτο καταστήσω ὑμῖν ἔτι μᾶλλον καταληπτόν, ἐπικαλοῦμαι τὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος. Ἡ χώρα ἡμῶν εἶχε πρὶν εἰσαγωγὴν ἀνωτέραν τῆς ἐξαγωγῆς κατὰ δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων. Ἐν ἔτει 1893 ἐπῆλθε μεταξὺ αὐτῶν σχεδὸν ἐξίσωσις, τὸ δὲ 1894 εἶναι πάλιν ἀνωτέρα ἐκείνη ταύτης· πῶς συνέβη τοῦτο; Πρίν, Κύριοι, εἴχομεν σχετικὴν οἰκονομικὴν εὐημερίαν καὶ πίστιν τινὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τούτου δ’ ἕνεκεν ἠδυνάμεθα τότε νὰ εἰσάγωμεν πλείονα τῶν ἐξαγομένων. Ὅτε δ’ ἐν ἔτει 1893 ἐπῆλθεν ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν δυσπραγία, συνεκλονήθη δὲ πρὸς τῇ δημοσίᾳ καὶ ἡ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστις, τότε ἐξισώθη σχεδὸν ἡ εἰσαγωγὴ πρὸς τὴν ἐξαγωγήν. Τὸ 1894 παρετηρήθη αὔξησίς τις τῆς εἰσαγωγῆς, ἀλλ’ αὕτη εἶναι παροδική, ὡς θ’ ἀποδείξω βραδύτερον. Τὸ ἔτος τοῦτο ἀνεθάῤῥησέ πως τὸ ἐμπόριον ἐκ τῶν περὶ συμβιβασμοῦ καὶ ἀναζωογονήσεως τῆς δημοσίας καὶ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστεως ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ προέβη εἰς προμηθείας πολλὰς, αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀφοῦ αἱ ἐπαγγελίαι ἐκεῖναι ἐξηλέγχθησαν ἤδη ὑπὸ τῶν πραγμάτων φροῦδαι, οὐδεμία δ’ ἐλπὶς ὑπάρχει περὶ προσεχοῦς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως. Πλὴν ὅπως μὴ μείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τοῦ πράγματος, ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἄλλων χωρῶν τὸ παράδειγμα. Αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Β. Ἀμερικῆς εἶχον ἐν ἔτει 1892–1893 εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 866,400,000, ἐξαγωγὴν δ’ ἐξ 831,031,000 δολλαρίων, ἤτοι κατὰ 35,369,000 κατωτέραν ἐκείνης. Ἡ Γερμανία ἐν ἔτει 1893 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐκ 3,961,738,000, ἐξαγωγὴν δ’ ἐκ 3,091,958,000 μαρκῶν, ἤτοι κατὰ 869,780,000 κατωτέραν ἐκείνης. Ἡ Γαλλία ἐν ἔτει 1893 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐκ 3,936,700,000, ἐξαγωγὴν δ’ ἐκ 3,209,600,000 φράγκων, ἤτοι κατωτέραν ἐκείνης κατὰ 727,100,000. Ἡ Ἀγγλία εἶχεν ἐν ἔτει 1893 εἰσαγωγὴν μὲν ἐκ 404,688,178, ἐξαγωγὴν δ’ ἐκ 277,138,270 λιρῶν στερλινῶν, ἤτοι κατὰ 127,549,908 ἀνωτέραν ἐκείνης. Πᾶσαι αἱ χῶραι αὗται ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσιν ἐμπορικὸν ἀνισοζύγιον, εἰσαγωγὴν δηλονότι ὑπερτεροῦσαν τῆς ἐξαγωγῆς καθ’ ἑκατοντάδας ὅλας ἑκατομμυρίων. Τί θὰ ἔλεγον ὅμως οἱ κάτοικοι τῆς Β. Ἀμερικῆς, τῆς Γερμανίας, τῆς Γαλλίας, τῆς Ἀγγλίας, ἐὰν οἱ κ. κ. Τρικούπης καὶ Σιμόπουλος ἐνεφανίζοντο καὶ πρὸ αὐτῶν καὶ συνῳδὰ πρὸς τὴν περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου θεωρίαν των ἰσχυρίζοντο ὅτι, καθ’ ὅσας ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων ὑπερτερεῖ ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἐξαγωγῆς των, κατὰ τοσαύτας ἀποστραγγίζεται ἐτησίως καὶ ὁ χρυσὸς αὐτῶν; Βεβαίως θὰ ἐγέλων μὲ τὴν ἀνοησίαν των ταύτην καὶ θὰ τοῖς ἀπήντων: «Καὶ δὲν παρατηρεῖτε ὅτι, εἰ καὶ ἡ τοιαύτη ἀνισοῤῥοπία μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς ἐξακολουθεῖ ἐν ἡμῖν ἀπὸ ἐτῶν, οὐδὲν ἧττον ὄχι μόνον δὲν ἀποστραγγίζεται ὁ χρυσὸς ἡμῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ αὐξάνει καὶ πληθύνεται ὁλονέν;» Πλὴν οἱ κ. κ. Τρικούπης καὶ Σιμόπουλος ἴσως ἀντείπωσι πρὸς ἐμὲ, ὅτι ἐξαίρεσιν ποιοῦνται τοῦ κανόνος των αἱ μεγάλαι καὶ πλούσιαι χῶραι, οὐχὶ ὅμως καὶ αἱ μικραὶ, ἐν αἷς καταλέγεται καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ ἀκούσατε, Κύριοι, καὶ τὴν ἐμπορικὴν στατιστικὴν τῶν μικροτέρων χωρῶν. Ἡ Ἑλβετία ἐν ἔτει 1893 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 872,401,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐξ 695,147,000 φράγκων, ἤτοι κατωτέραν ἐκείνης κατὰ 177,254,000. Τὸ Βέλγιον ἐν ἔτει 1891 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 1,799,800,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐξ 1,519,000,000 φράγκων, ἤτοι κατωτέραν ἐκείνης κατὰ 280,800,000, ἐν ἔτει δὲ 1892 εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 1,536,500,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐξ 1,369,400,000 φρ., ἤτοι κατωτέραν ἐκείνης κατὰ 167,100,000. Ἡ Δανιμαρκία ἐν ἔτει 1892 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐκ 329,037,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐκ 253,319,000 κορωνῶν (πρὸς 1,39 χρ. φρ.), ἤτοι κατωτέραν ἐκείνης κατὰ 75,718,000. Ἡ Ρουμανία ἐν ἔτει 1893 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐκ 430,490,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐκ 370,652,000 φράγκων, ἤτοι κατωτέραν ἐκείνης κατὰ 59,838,000. Ἡ Βουλγαρία ἐν ἔτει 1891 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 81,348,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐξ 71,065,000 φράγκων, ἤτοι κατὰ 10,283.000 κατωτέραν ἐκείνης. Καὶ ὅμως καὶ ἐν ταῖς χώραις ταύταις, εἰ καὶ δὲν εἶναι αὐταὶ μεγάλαι, οὐδὲ πᾶσαι πλούσιαι, δὲν παρατηρεῖται ἀποστράγγισις τοῦ χρυσοῦ, οὐδ’ ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν τινος ἡ φαεινὴ ἰδέα τῶν κ. κ. Τρικούπη καὶ Σιμοπούλου περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου. Ἐξ ἀντιθέτου δὲ πρὸς τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος μέχρι τοῦδε χώρας ἀκούσατε νῦν καὶ τὴν στατιστικὴν τοῦ ἐμπορίου τῶν χωρῶν ἐκείνων, αἵτινες διατελοῦσιν ἔτι ἐν πατριαρχικῇ καταστάσει ἢ ἐν οἰκονομικῇ δυσπραγίᾳ. Ἡ Ἰαπωνία ἐν ἔτει 1892 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 75,952,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐξ 91,178,000 yens (πρὸς 5 φρ. χρ.), ἤτοι ἀνωτέραν ἐκείνης κατὰ 15,227,000. Ἡ Αἴγυπτος ἐν ἔτει 1893 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 8,719,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐκ 12,790,000 λιρῶν (πρὸς 25,92 φρ. χρ.), ἤτοι ἀνωτέραν ἐκείνης κατὰ 4,071,000. Ἡ Βρασιλία ἐν ἔτει 1893 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 68,235,874, ἐξαγωγὴν δὲ ἐξ 72,245,114 πέζων (πρὸς 3,95 φρ. χρ.), ἤτοι ἀνωτέραν ἐκείνης κατὰ 4,009,240. Ἡ Ἀργεντίνη ἐν ἔτει 1892 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 91,360,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐξ 112,693,000 πέζων (πρὸς 5 φρ. χρ.), ἤτοι ἀνωτέραν ἐκείνης κατὰ 21,305,000. Ἡ Σερβία ἐν ἔτει 1893 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐκ 40,923,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐκ 48,911,000 φράγκων, ἤτοι ἀνωτέραν ἐκείνης κατὰ 7,988,000. Μετὰ τοιαῦτα διδάγματα, Κύριοι, καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας πρέπει νὰ αἰσχύνηταί τις ἐν λήγοντι ΙΘʹ αἰῶνι νὰ ὁμιλῇ ἔτι περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου καὶ περὶ δῆθεν ἀποστραγγίσεως τοῦ χρυσοῦ, ἐπερχομένης διὰ τῆς ἀνωτέρας εἰσαγωγῆς χώρας τινὸς ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν αὐτῆς. Ἐλπίζω δὲ, μετὰ τὴν τοιαύτην τοῦ θέματος ἐξακρίβωσιν, νὰ μὴ τολμήσωσι πλέον μήτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μήτε ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας νὰ προβάλωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μὲ τὸ μορμολύκειον τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου καὶ τὴν οὐτοπίαν τῆς ἀνεπαρκείας τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὑπολείπεται νὰ προσθέσω ἔτι ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς ἀνεπαρκείας τῆς χώρας ἐν σχέσει πρὸς τὰς εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Πιθανὸν νὰ νομίζωσί τινες καὶ οὕτως, ὅτι ἐπαρκεῖ μὲν ἡ χώρα εἰς τὰς ἰδίας της ἀνάγκας, δὲν ἐπαρκεῖ ὅμως καὶ εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐὰν, Κύριοι, κατὰ τὴν προμήθειαν τοῦ χρυσοῦ τούτου ἐκ τῆς ἐγχωρίας ἀγορᾶς ἐπέρχηται διατάραξίς τις εἰς αὐτὴν, τὴν αἰτίαν τούτου ὀφείλομεν ν’ ἀναζητήσωμεν ἀλλαχοῦ, οὐχὶ δ’ ἐν τῇ ἀνεπαρκείᾳ τῆς χώρας. Ὅταν αὕτη ἀποτίνῃ τοὺς εἰς αὐτὴν ἐπιβαλλομένους ὑπὸ τοῦ Κράτους φόρους, δύναται τοῦτο μέρος αὐτῶν νὰ ἐξαγάγῃ τῆς χώρας, χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ διατάραξιν. Ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν, ὅτι τοὺς φόρους εἰσπράττει αὐτὸ εἰς εἴδη, καὶ ὄχι εἰς νόμισμα, εἰς σταφίδα δηλαδὴ, εἰς οἶνον, εἰς ἔλαιον κτλ. Τὰ εἴδη ταῦτα, ἐνέχοντα χρυσὸν, ὡς εἴδομεν, καθ’ ὃ ἀξίαι, θὰ ἠδύναντο κάλλιστα νὰ ἐξαχθῶσιν ἐν μέρει, χάριν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ἐλαχίστην διατάραξιν. Ἀλλ’ οἱ φόροι πρὸς εὐκολίαν καὶ τῶν φορολογουμένων καὶ τοῦ Κράτους καταβάλλονται εἰς νόμισμα, ἐὰν δὲ τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ νόμισμα ἡμῶν ἦτο μεταλλικὸν, χρυσὸς, τί θὰ συνέβαινε τότε; Τὸ Κράτος, χάριν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑποχρεώσεών του, θὰ ὑπεβάλλετο μόνον εἰς τὴν ἐπικαταλλαγὴν, τὴν μεταξὺ συναλλάγματος καὶ χρυσοῦ διαφορὰν, ἥτις περιορίζεται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἀποστολῆς καὶ τὰ ἀσφάλιστρα καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ 1–1½ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν· ἀλλ’ ἐν ἀνάγκῃ θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποστείλῃ καὶ αὐτούσιον τὸν ὑπ’ αὐτοῦ εἰσπραττόμενον χρυσὸν, χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ οἱανδήποτε διατάραξιν εἰς τὴν ἐγχωρίαν ἀγοράν. Νῦν ὅμως τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ νόμισμα δὲν εἶναι μεταλλικὸν, δὲν εἶναι χρυσὸς, δυνάμενος ν’ ἀντίσχῃ εἰς τὴν πίεσιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἀλλὰ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ὅπερ ὑπενδίδει εἰς τὴν τοιαύτην πίεσιν, ὑποτιμώμενον καὶ ἐξευτελιζόμενον· ἀλλὰ τί πταίει διὰ τοῦτο ἡ χώρα; Τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, Κύριοι, δὲν ἐνέχει ἐσωτερικήν τινα ἀξίαν, εἶναι οὐχὶ φύσει, ἀλλὰ θέσει νόμισμα, εἶναι ἐν μιᾷ λέξει νόμισμα πιστωτικόν. Ὡς τοιοῦτον ἐκπροσωπεῖ κυρίως τὴν πίστιν τοῦ ἐκδίδοντος ἢ ἐκείνου εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὁποίου ἐκδίδεται αὐτό. Εἶναι ἀκμαία ἡ πίστις τούτων; ἀντέχει καὶ αὐτὸ πρὸς πᾶσαν πίεσιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἐξισούμενον πρὸς τὸν χρυσὸν, ἐνίοτε δὲ καὶ πρὸς τὸ συνάλλαγμα. Κλονεῖται ἢ εὕρηται ἐν καταπτώσει ἡ πίστις τοῦ ἐκδίδοντος ἢ ἐκείνου εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὁποίου ἔχει ἐκδοθῆ αὐτό; τότε ὑπενδίδει καὶ αὐτὸ εἰς πᾶσαν πίεσιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ὑποτιμώμενον καὶ ἐξευτελιζόμενον. Τὸ πρῶτον συνέβη ἐν Γαλλίᾳ, ἥτις ἐν καιρῷ πολέμου πρὸς τὴν Γερμανίαν εἶχε προσφύγει εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Εὐθὺς ὅμως ἅμα τῇ βελτιώσει τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς πίστεώς της, καὶ χωρὶς ἔτι νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τὸ χαρτονόμισμά της ἔφθασεν εἰς τὸ ἄρτιον καὶ ὑπὲρ αὐτό. Τὸ δεύτερον συνέβη καὶ ἐν πολλαῖς ἄλλαις χώραις, ὧν τὰ οἰκονομικὰ κατέστησαν δυσίατα, συμβαίνει δὲ καὶ παρ’ ἡμῖν νῦν. Ἡ κατάστασις τῆς Τραπέζης, ἥτις εἶναι ἡ κυρία ἐκδότρια τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικοῦ ἡμῶν γραμματίου, δὲν εἶναι βεβαίως ἀνθηρὰ, τὸ δὲ Κράτος, εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὁποίου ἔχει ἐκδοθῆ τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν τραπεζικὸν γραμμάτιον, εὕρηται ἐν καταστάσει πτωχεύσεως. Ἡ πίστις αὐτῶν εὕρηται ἐν καταπτώσει, οὐδὲν δὲ θαῦμα, ἐὰν τὸ ἐκπροσωποῦν ταύτην τραπεζικὸν γραμμάτιον ὑποτιμᾶται καὶ ἐξευτελίζεται, χωρὶς πρὸς τὴν ὑποτίμησιν καὶ τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦτον νὰ σχετίζηται τὸ παράπαν ἡ ἐπάρκεια ἢ ἀνεπάρκεια τῆς χώρας. Εἶναι ἀλήθεια αὕτη, Κύριοι, ἣν μόνος ὁ ἐθελοτυφλῶν δὲν δύναται νὰ δίδῃ καὶ ἀνομολογήσῃ, καὶ βεβαίως ἐθελοτυφλεῖ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ζητῶν νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ καὶ γράφων σὺν ἄλλοις καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ δυνάμενοι καὶ θέλοντες νὰ μελετήσωσι τὰ πράγματα γινώσκουσιν, ὅτι τὰ διὰ λογαριασμὸν τῶν Τραπεζῶν κυκλοφοροῦντα γραμμάτια ἐπαρκῶς ἀντιπροσωπεύονται ὑπὸ τοῦ ἐνεργητικοῦ αὐτῶν, εἴτε εἰς μεταλλικὸν εἴτε εἰς ἄλλας ἀξίας συνίσταται τοῦτο, καὶ ὅτι ὡσαύτως τὰ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους κυκλοφοροῦντα γραμμάτια, ἅτινα ἀποτελοῦσι καὶ τὸ πλεῖστον τοῦ κυκλοφοροῦντος πιστωτικοῦ νομίσματος, ἐπαρκεστάτην ἔχουσι τὴν ἐκπροσώπευσιν καὶ ἐγγύησιν ἐν τῷ ἐνεργητικῷ τοῦ Κράτους» Οἱ δυνάμενοι ὅμως καὶ θέλοντες νὰ μελετήσωσι τὰ πράγματα γινώσκουσιν ἐν πρώτοις, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, καθ’ ἣν «τὰ διὰ λογαριασμὸν τῶν Τραπεζῶν κυκλοφοροῦντα γραμμάτια ἐπαρκῶς ἀντιπροσωπεύονται ὑπὸ τοῦ ἐνεργητικοῦ αὐτῶν», τὰ τοιαῦτα γραμμάτια εἶναι δυσδιάκριτα τῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους κυκλοφορούντων, ἀφοῦ δὲν φέρουσιν ἰδιαιτέραν τινὰ σφραγῖδα. Οἱ αὐτοὶ γινώσκουσιν εἶτα, ὅτι τῆς κυριωτάτης τῶν ἐκδοτριῶν Τραπεζῶν, τῆς Ἐθνικῆς, ἡ κατάστασις δὲν εἶναι τόσον ἀνθηρὰ, ὅσον φαντάζεται αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν συνοπτικὴν αὐτῆς κατάστασιν κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1894. Κατ’ αὐτὴν, ἐκ 246 ἑκατομμυρίων, εἰς ὅσον ἀνέρχεται τὸ ἐνεργητικόν της, τὰ 136 ἑκατομμύρια περίπου, ἤτοι ὑπὲρ τὸ ἥμισυ, ὀφείλονται εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τίνα σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ἐνεργητικὸν τοῦτο, τὸ προερχόμενον ἐκ χρέους ὀφειλέτου, διατελοῦντος ἐν καταστάσει πτωχεύσεως, ὡς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος; Ἐκ τοῦ ὑπολοίπου ἐνεργητικοῦ μόλις 10 ἑκατομμύρια εἶναι εἰς μεταλλικὸν, 38 ἑκατομμύρια εἶναι διατεθειμένα εἰς δάνεια ἐνυπόθηκα (πόσα ὅμως ἐκ τούτων θὰ εἰσεπράττοντο, ἐὰν ἐγίνετο νῦν ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις τῶν ἐνυποθήκων κτημάτων;), 20 ἑκατομμύρια εἰς δάνεια δήμων καὶ λιμένων, 5 ἑκατομμύρια εἶναι καθυστερήματα, 1½ ἑκατομμύριον προέρχεται ἐξ ἐπισφαλῶν ἀπαιτήσεων, εἰς 6 ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα ὑπολογίζονται τὰ καταστήματα τῆς Τραπέζης καὶ τὰ κτήματα αὐτῆς ἐξ ἀναγκαστικῶν ἐκποιήσεων, εἰς 2 ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα αἱ μετοχαὶ ἐγχωρίων ἑταιριῶν, ὧν γνωστὴ ἡ ἀξία τὴν σήμερον, εἰς 3 ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα τὸ ἰδανικὸν δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ἀπεμποληθὲν εἰς αὐτήν. Καὶ ἀπέναντι τοῦ τοιούτου ἐνεργητικοῦ ἔχει παθητικὸν, οἷον αἱ ἄτοκοι καταθέσεις ἐξ 8 ἑκατομμυρίων, ἄλλαι πληρωμαὶ ἐπικείμεναι καὶ ἅμα τῇ ἐμφανίσει, μερίσματα, ἐπιταγαὶ κτλ. ἐξ 6 ἑκατομμυρίων, ἔντοκοι καταθέσεις ἐξ 90 ἑκατομμυρίων, ἐξ ὧν ὑπὲρ τὸ ἥμισυ εἰς χρυσὸν διὰ τὸ λαχειοφόρον δάνειον. Βεβαίως, Κύριοι, ἐγὼ δὲν θεωρῶ τὴν κατάστασιν τῆς Τραπέζης ἀπελπιστικήν. Ἂν συντελεσθῇ ὁ συμβιβασμὸς τοῦ Κράτους καὶ δυνηθῇ τοῦτο ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὴν τουλάχιστον τὰ εἰς χρυσὸν ὀφειλόμενα· ἂν βελτιωθῇ ἡ καθόλου οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, τότε βεβαίως θ’ ἀναλάβῃ καὶ ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα ἐκ τῆς νῦν καταστάσεώς της. Ἕως τότε ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θεωρῶμεν ταύτην ἀνθηρὰν καὶ ν’ ἀπορῶμεν ἐὰν τὰ διὰ λογαριασμόν της κυκλοφοροῦντα τραπεζικὰ γραμμάτια δὲν ὑπερτιμῶνται. Ἀλλὰ τὸ μέγιστον μέρος τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι τὸ εἰς λογαριασμὸν τοῦ Κράτους, ποία δὲ εἶναι ἡ ἐπαρκεστάτη ἐκπροσώπευσις καὶ ἐγγύησις αὐτῶν ἐν τῷ ἐνεργητικῷ τοῦ Κράτους, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας; ὁποῖον τὸ ἐνεργητικὸν τούτου; ἡ πτώχευσίς του; Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ὑπὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους ἐννοῇ τὰς κτήσεις αὐτοῦ, τὰ ὄρη καὶ τὰς θαλάσσας τῆς Ἑλλάδος, τότε θέλει ἴσως νὰ ἐπαναφέρῃ ἐν ἡμῖν τὸ σύστημα τοῦ Law, οὐχὶ βεβαίως τοῦ ἐκτάκτου οἰκονομικοῦ ἀκολούθου τῆς ἐνταῦθα Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, τοῦ συντάξαντος τὴν γνωστὴν περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως ἔκθεσιν, ἀλλὰ τοῦ διαβοήτου τυχοδιώκτου John Law. Οὗτος εἶχεν ἱδρύσει ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ἐν Παρισίοις κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, ἐπωφελούμενος δὲ τὴν ἀδυναμίαν τοῦ τότε ἀντιβασιλεύοντος ἐν Γαλλίᾳ Φιλίππου τοῦ Ὀρλεανίδου ἐν καιρῷ ἀνηλικιότητος Λουδοβίκου τοῦ ΙΕʹ, τοῦ ἥκιστα κηδομένου τῆς εὐημερίας τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ, ἐκδότου δὲ εἰς τὰς διασκεδάσεις καὶ τὴν σπατάλην, κατώρθωσε νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν εἰς Βασιλικὴν Τράπεζαν, καὶ νὰ γείνῃ τέλος αὐτὸς γενικὸς ἐλεγκτὴς τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Ὁ Law ἐπενόησε τὸ σύστημα τῆς ἐκδόσεως μετοχῶν καὶ τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ τῇ βάσει ἐνεργητικοῦ ἰδανικῶν κτήσεων, καταπλημμυρίσας δὲ δι’ αὐτῶν τὴν Γαλλίαν, ἐπήνεγκε φοβερὰν οἰκονομικὴν καταστροφὴν εἰς αὐτὴν καὶ προεκάλεσε τὴν ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ ἐναντίον του, πρὸ τῆς ὁποίας αὐτὸς μὲν ἐδραπέτευσε νύκτωρ ἐκ Παρισίων, ὁ δὲ ἀντιβασιλεὺς ἠναγκάσθη ν’ ἀποσυρθῇ τῆς ἀρχῆς, ἀποθανὼν μετ’ ὀλίγον ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀρῶν τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ. Ἰδού, Κύριοι, τὸ σύστημα, τοῦ ὁποίου φαίνεται γενόμενος ζηλωτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ θέλει νὰ καθιερώσῃ νῦν αὐτὸ καὶ ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Τρικούπην καὶ Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων Γεώργιον τὸν Αʹ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ἐξῆρεν ἰδίως τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας, παραστήσας αὐτὴν ὥς τι πάντῃ ἀπροσμάχητον δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀντιπολιτευομένους. Διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ κάμω νῦν καὶ ἐγὼ ἰδιαίτερον περὶ αὐτῆς λόγον, μόνον καὶ μόνον ὅπως γένηται αὐτὴ ἅπαξ ἐκποδὼν καὶ μὴ ἐνασχολήσῃ ἡμᾶς πλέον. Ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας ἔπρεπε νὰ κινήσῃ τὸν θαυμασμὸν τοῦ κ. Δραγούμη, ἂν ὄχι δι’ ἄλλο τι, πάντως ὅμως διὰ τὰς ἀντιφάσεις καὶ τοὺς παραλογισμούς, ὧν αὐτὴ βρίθει. Οὕτω, προκειμένου περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ καταβλητέου εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, κατ’ ἀρχὰς μὲν θεωρεῖται τὸ 30% ὡς ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας διὰ τῶν ἑξῆς ἰδίᾳ περικοπῶν (ἀναγινώσκει): «Τῆς ἀνεπαρκείας ταύτης ἄμεσος συνέπεια ὑπῆρξεν ἡ τῶν ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους ἐπιβαλλομένων ἐτησίως εἰς τὸ Κράτος εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων διαῤῥύθμισις ἐπὶ ποσοτικῆς βάσεως, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς συμβιβαζομένη πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας». Καὶ κατωτέρω: «Ἡ ἔκτοτε ἀποκτηθεῖσα πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι οὐ μόνον ὀρθὴ ὑπῆρξεν ἡ γενομένη ἐκτίμησις ἐν τῷ καθορισμῷ τῶν ποσῶν, ἅτινα ἠδύνατο νὰ καταβάλῃ τὸ Κράτος...» Καὶ κατωτέρω: «Ἡ ἀποκτηθεῖσα ἔκτοτε πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἦτο προσῆκον νὰ ὁρισθῇ τὸ πληρωτέον ποσοστὸν ἐν ποσότητι ἐλάσσονι.» Ἐν τούτοις μετ’ ὀλίγον καὶ δὴ ἐν τῇ αὐτῇ 1 σελ. τῆς ἐκθέσεως ὑποστηρίζεται, ὅτι καὶ τὰ 30% εἶναι ἀνώτερα τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀναγινώσκομεν δ’ ἐν αὐτῇ: «Ἡ ἀποκτηθεῖσα δὲ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο πεῖρα (ἄλλη πάλιν αὐτὴ ἡ πεῖρα!) ἀπέδειξεν, ὅτι ἐν ἐποχῇ ἀζητησίας ἢ ὑποτιμήσεως τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πωλουμένων ἐγχωρίων ἡμῶν προϊόντων, καὶ ἡ τῶν τριῶν δεκατημορίων τῆς εἰς μέταλλον ὀφειλῆς τοῦ Κράτους προσφορὰ τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς διαταράσσει τὴν λειτουργίαν αὐτῆς καὶ ἐπάγεται ἀνωμαλίαν καὶ βλάβην ἐν ταῖς ἐμπορικαῖς καὶ κανονικαῖς ἡμῶν συναλλαγαῖς». Καὶ κατωτέρω: «Οὐχ ἧττον ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς οὐ μόνον ὑφίσταται, ἀλλὰ καὶ ἐπετάθη, ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ τόπου πρὸς προσφορὰν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ὅπερ ἀπαιτεῖται πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς κοινωνίας καὶ πρὸς προσφορὰν τοῦ εἰς τὸ Κράτος χρησίμου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους.» Προκειμένου δὲ ὕστερον περὶ τοῦ ποσοστοῦ τῶν 32% μὲ προσαύξησιν αὐτοῦ βαθμιαίαν, κατὰ τὴν δῆθεν συμφωνίαν, ἣν προσεμονογράφησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων, ἐν ἀρχῇ μὲν θεωρεῖ τὰς παραχωρήσεις ἐκείνας ἐπιβαρυνούσας τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἐν μέτρῳ ὑπερβαίνοντι τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ὅπως ὅμως μετ’ ὀλίγον ἐν τῇ αὐτῇ 3 σελ. τῆς ἐκθέσεως διακηρύξῃ ὅτι διὰ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος παραχωρήσεων ἡ Ἑλλὰς προσφέρει πρὸς τοὺς πιστωτάς της ὅ,τι αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις αὐτῆς ἐπιτρέπουσι. Τοῦ λόγου δὲ ὄντος περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν ἀρχῇ μὲν (σελ. 2) ἀποφαίνεται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὡς ἔχουσιν ὅμως νῦν τὰ παρ’ ἡμῖν, ἡ ἐκ τῆς κυκλοφορίας ἄρσις οἱασδήποτε ποσότητος πιστωτικοῦ νομίσματος δὲν ὑπόσχεται σπουδαίαν βελτίωσιν τῆς ὑφισταμένης νομισματικῆς ἀνωμαλίας. Τοὐναντίον δὲ φόβος ὑφίσταται, μήτοι ἡ ἄρσις σπουδαίας ποσότητος ἐκ τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων προκαλέσῃ διατάραξιν ἐν ταῖς κοινωνικαῖς συναλλαγαῖς ἐν ὥρᾳ οὕτω κρισίμῳ. Ἐκ τῶν μέχρι πρό τινων μηνῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων γραμματίων ἡ Κυβέρνησις ἦρε τελευταίως ποσότητα ἐξ 8,000,000 περίπου, τοῦτο ὅμως οὐδεμίαν ἤσκησεν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας.» Ἀλλ’ ἐν σελ. 4 ἐξ ἀντιθέτου πρὸς ταῦτα ἐπιφέρει (ἀναγινώσκει): «Καθ’ ἃς ἔλαβεν ἡ ἐπιτροπὴ πληροφορίας, τὸ ποσὸν τῆς καταθέσεως ταύτης (7,800,000) ὑπερέβη νῦν τὰ 8,000,000, ἐλπίζεται δὲ καὶ ἡ προσεχὴς αὐτοῦ αὔξησις μέχρι δέκα καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων. Ἡ ἐκ τῆς κυκλοφορίας ἄρσις τοσούτου ποσοῦ θέλει βεβαίως συμβάλλει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου.» Πλὴν τὸ χαριέστατον πάντων εἶναι ἡ ἐξήγησις, ἣν παρέχει ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας περὶ τῆς ἐπελθούσης τελευταῖον ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ὡς μόνον λόγον αὐτῆς ἀναφέρει τὸν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν ἐκτάκτως μεγάλην ζήτησιν αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἐγχωρίου ἐμπορίου, καὶ ἰδίως τοῦ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὧν δυσανάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως εἰσήχθη ποσότης, λόγῳ τῆς περιᾳδομένης ὡς ἐπικειμένης αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους. Ὡς παράδειγμα ἔστω ἡ κίνησις τοῦ παρ’ ἡμῖν ἐμπορίου κατὰ τὸν λήξαντα μῆνα Ὀκτώβριον. Κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον εἰσήχθησαν ἐμπορεύματα ἀξίας φράγκων 9,600,000, ἐν ᾧ κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ παρελθόντος ἔτους 1893 εἰσήχθησαν τοιαῦτα ἀξίας φρ. 8,040,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον φρ. 1,560,000, ἐξ ὧν ποσὸν φρ. 1,000,000 ἀνάγεται εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἐπὶ πλέον εἰσαχθέντων δημητριακῶν καρπῶν.» Ἐν πρώτοις, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐγένετο τελευταῖον μεγάλη προμήθεια ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος πρὸς εἰσαγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν, χάριν τῆς περιᾳδομένης αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ αὐτῶν δασμοῦ. Ἐτελωνίσθη μόνον ὁ ὑπὸ διαμετακόμισιν σῖτος ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ τελωνισθὲν πρᾶγμα καὶ διὰ πᾶσαν νέαν παραγγελίαν διὰ δημητριακοὺς καρποὺς δὲν ἦτο ἀνάγκη ἀμέσου προμηθείας συναλλάγματος. Πλὴν τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς ἀποδεικτικῆς δυνάμεως τῆς ἀναγνωσθείσης περικοπῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας εἶναι, ὅτι οἱ ἔμποροι ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ προέβησαν ἤδη κατὰ Ὀκτώβριον μῆνα εἰς προμήθειαν μεγάλης ποσότητος δημητριακῶν καρπῶν. Πλὴν πότε ἔγεινεν ἡ ἀναγγελία τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ αὐτῶν; μόλις τῇ 9 Νοεμβρίου διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε μείζονα παραλογισμὸν τούτου; Καὶ ὅμως, Κύριοι, τοιούτους παραλογισμοὺς καὶ τοιαύτας ἀντιφάσεις ἀπεθαύμασεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτής.

§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν σᾶς θαυμάζω.

§114ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σεῖς πρέπει νὰ θαυμάζητε μόνον τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις φέρει καὶ τὴν ὑπογραφήν σας, καὶ νὰ τὴν θαυμάζητε, διότι εἶναι κατὰ πάντα ἀνταξία ὑμῶν. Εἰς τοιαύτας, Κύριοι, ἀντιφάσεις, εἰς τοιούτους παραλογισμοὺς δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ὑποπέσῃ καὶ αὐτὸς ὁ ἄλλως σώφρων καὶ νηφάλιος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, θελήσας νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἀσύστατα καὶ παράλογα. Καὶ ἀσύστατον καὶ παράλογον εἶναι νὰ ὑποστηρίζῃ τις, ὅτι εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν τελευταίαν ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου συνετέλεσεν ἡ δῆθεν μεγαλειτέρα προμήθεια συναλλάγματος διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου. Ἡ ὑποτίμησις αὕτη ὀφείλεται κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἐνεποίησαν αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσηγουμένου εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ προκείμενος προϋπολογισμός. Πολλὰ καὶ μεγάλα εἶχεν ἐπαγγελθῆ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ παρελθὸν ἔτος, καθ’ ὃν χρόνον διετέλει ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Εἶχεν ἐπαγγελθῆ, ὅτι εἶχεν ἕτοιμον συμβιβασμὸν τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πιστωτάς του, δι’ οὗ οὐ μόνον τὰ χρεώλυτρα θ’ ἀπεκόπτοντο καὶ οἱ τόκοι θὰ περιωρίζοντο εἰς ἐλάχιστον ποσὸν, ἀλλὰ καὶ ἑκατοντάδας ὅλας ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν θὰ προσεπορίζετο ἡ Ἑλλὰς, δι’ ὧν θὰ ἠνορθοῦντο μὲν τὰ δημόσια οἰκονομικά της, θὰ ἐνισχύοντο δὲ τὰ πιστωτικά της ἱδρύματα. Καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν δ’ ἐπανελθὼν, εἰ καὶ ἠθέτησε καὶ νόμους καὶ συμβάσεις αὐθαιρέτως, εἰ καὶ διέπραξε δολίαν χρεωκοπίαν διὰ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου, οὐδὲν ἧττον ἐξηκολούθει ἐπαγγελλόμενος ὅτι αὐτὸς θὰ συνετέλει τὸν συμβιβασμὸν πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους καὶ δὴ κατὰ τρόπον, ὅστις θὰ ἀνεζωογόνει καὶ τὴν δημοσίαν καὶ τὴν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστιν. Δυστυχῶς δὲ πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς τὰς τοιαύτας ἐπαγγελίας του καὶ διεβουκολήθησαν ἔκτοτε διὰ τῆς καθόδου τῶν τριῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐν Παρισίοις, Λονδίνῳ καὶ Βερολίνῳ ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων, διὰ τῶν ἐνταῦθα διεξαχθεισῶν πρὸς αὐτοὺς διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ καὶ διὰ τῆς δῆθεν ἐπιτευχθείσης μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως συμφωνίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι καὶ ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐν τῷ μεταξὺ πρωτοκόλλων τῶν τριῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἐκ τῆς στάσεως τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων ἀπέναντι τῆς συμφωνίας ἐκείνης καὶ ἐκ τῆς ἀποπείρας τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα συνομολογήσῃ εἶτα ἰδιαιτέραν σύμβασιν πρὸς τοὺς Ἄγγλους ὁμολογιούχους, καὶ ἐκ τῆς δριμείας γλώσσης, ἣν ἔκτοτε μετῆλθεν ὁ εὐρωπαϊκὸς τύπος περὶ Ἑλλάδος καὶ περὶ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι πολλαὶ περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων. Ἀλλ’ οἱ πολλοὶ ἀνέμενον ν’ ἀκούσωσι τὰς ἐπισήμους δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ Βουλῇ περὶ αὐτῶν, ὅπως πεισθῶσι περὶ τοῦ πράγματος. Καὶ ἔφθασεν ἐπὶ τέλους ἡ ἀπὸ πολλοῦ ἐναγωνίως ἀναμενομένη ἡμέρα, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τὸν προκείμενον προϋπολογισμὸν, ἔγνω νὰ προβῇ εἰς ἀνακοινώσεις καὶ περὶ τῶν διεξαχθεισῶν διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβασμοῦ. Μεθ’ ὅλην δὲ τὴν προσπάθειαν, ἣν κατέβαλεν, ὅπως συγκαλύψῃ τὴν πλήρη κατ’ αὐτὰς ἀποτυχίαν του, δὲν κατώρθωσε νὰ πείσῃ τινὰ ἐκ τῶν δυναμένων ἀπαθῶς καὶ ἀμερολήπτως νὰ κρίνωσι καὶ τὰ γενόμενα καὶ τοὺς λόγους του, ὅτι δὲν εἶχε μὲν ἐπέλθῃ ἤδη ῥῆξις τελεία τῶν διαπραγματεύσεων ἐξ αἰτίας του, ὅτι δὲ δὲν ὑπῆρχε πλέον ἐλπὶς, ἵνα ἐπαναληφθῶσιν αὗται ὑπ’ αὐτὸν καὶ ἀγάγωσιν εἰς συμφέροντα συμβιβασμὸν καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τοὺς πιστωτάς του. Ἐξ αὐτῶν τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διεπιστώθη τὸ ἀλλοπρόσαλλον καὶ κακόπιστον αὐτοῦ καθ’ ὅλας τὰς μέχρι τοῦδε διεξαχθείσας διαπραγματεύσεις, ὡς ἀπέδειξα ἤδη καὶ ἐγὼ διὰ μακρῶν, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰσήγησίν του, καὶ ἐγένετο εἰς πάντας κατάδηλον, ὅτι ὑπ’ αὐτοῦ οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ποτε ὁ προσήκων συμβιβασμός. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη ἡ δυσπιστία καὶ ἀπόγνωσις περὶ τοῦ μέλλοντος, ἔπρεπε δὲ αὕτη νὰ ἐκδηλωθῇ κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ἐν τῇ ὑποτιμήσει καὶ τῷ ἐξευτελισμῷ τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος τοῦ Κράτους καὶ πασῶν τῶν ἀξιῶν, πρὸς ἃς βεβαίως οὐδόλως συσχετίζεται ἡ προμήθεια τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐπὶ τῇ δῆθεν περιᾳδομένῃ αὐξήσει τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνη ἡ πανηγυρικὴ αὕτη διάψευσις τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ ἐπιδεινώσασα τὴν κατάστασιν. Κατατρυχόμεθα, Κύριοι, ἀπὸ πολλοῦ ὑπὸ κρίσεως νομισματικῆς καὶ ὑπὸ κρίσεως οἰκονομικῆς. Ἡ πρώτη ἐκδηλοῦται ἐν τῇ ὑποτιμήσει καὶ τῷ ἐξευτελισμῷ τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν νομίσματος, ἡ δευτέρα ἐν τῇ ἀζητησίᾳ καὶ ὑποτιμήσει τοῦ κυριωτάτου ἡμῶν προϊόντος, τῆς σταφίδος. Οἱ πάντες ἀνέμενον ν’ ἀκούσωσι τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ περὶ τῶν αἰτίων τοῦ καταταλαιπωροῦντος ἡμᾶς κακοῦ, καὶ περὶ τῶν μέσων τῆς θεραπείας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ αἴτια εἴδετε ἤδη, ὁπόσον ἀτυχὴς ὑπῆρξεν αὐτός. Ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ τὴν νομισματικὴν κρίσιν εἰς τὴν χώραν καὶ τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτῆς, ὅπως ἀποδείξῃ οὕτω, ὅτι αὐτὸς, ὡς προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε εὐθύνεται δι’ αὐτήν, οὔτε δύναται νῦν νὰ συντελέσῃ τὸ παράπαν εἰς ἀποσόβησίν της. Παρέστησε καὶ τὴν κρίσιν τὴν οἰκονομικὴν ὡς φυσικήν, καὶ ὡς τοιαύτην διαφεύγουσαν πᾶν μέτρον κυβερνητικὸν καὶ νομοθετικὸν πρὸς πρόληψιν καὶ ἀποσόβησιν αὐτῆς. Ἐν κεφαλαίῳ ἠστόχησε τέλεον περὶ τὴν διάγνωσιν τῶν αἰτίων τοῦ κατατρύχοντος ἡμᾶς κακοῦ, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ δὲν ἠδύνατο ἢ ν’ ἀστοχήσῃ τέλεον καὶ περὶ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν μέσων τῆς θεραπείας αὐτοῦ καὶ νὰ μείνῃ μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας πρὸ αὐτοῦ, ἀνομολογῶν οὕτω τὴν πλήρη ἀδυναμίαν του, τὴν παντελῆ ἀνικανότητά του, ἵνα σκεφθῇ καὶ πράξῃ τι τῶν δεόντων γενέσθαι. Καὶ ἡ ἀνικανότης καὶ ἀπορία αὐτοῦ αὕτη ὤφειλε βεβαίως νὰ ἐπιτείνῃ τὴν ἐκ τῆς ἀποτυχίας τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων ἐντύπωσιν, καὶ νὰ ἐμβάλῃ τοὺς πάντας εἰς ἀληθῆ ἀπελπισμὸν περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀφοῦ οὕτως οὐδεμίαν διέβλεπον διέξοδον ἐκ τῆς παρούσης καταστάσεως. Εἰς ἐπίμετρον δὲ τῶν ἐντυπώσεων τούτων ἐκ τοῦ εἰσηγητηρίου λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπῆλθεν αὐτὸς ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸς, ὅστις ἅμα δημοσιευθεὶς διεσκέδασε πᾶν ἴχνος ἐλπίδος περὶ ἐνδεχομένης βελτιώσεως. Αὐτὰ μόνα εἶναι, Κύριοι, τὰ αἴτια τοῦ ἔκτοτε ἐπελθόντος ῥαγδαίου ἐξευτελισμοῦ καὶ τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν νομίσματος καὶ πασῶν τῶν ἀξιῶν, αὐτὰ καὶ μόνα εἶναι τὰ αἴτια τῆς ἔκτοτε παρατηρηθείσης ἐπιδεινώσεως τῆς καταστάσεως καὶ οὐχὶ ἐκεῖνο, ὅπερ προέβαλεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἀντιφάσκουσα πρὸς ἑαυτὴν καὶ παραλογιζομένη, ὡς ἀπέδειξα ἤδη. Καὶ ἡ κατάστασις θὰ ἐπιδεινωθῇ ἔτι μᾶλλον καὶ θ’ ἀποβῇ αὐτόχρημα ἀπελπιστικὴ, ἂν ψηφισθῇ καὶ κυρωθεὶς καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895, εἰς οὗ τὴν ἐξέτασιν μεταβαίνω νῦν...

§115ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε.

§116ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Εὐταξία, θὰ ἐξακολουθήσητε ἐπὶ πολύ;

§117ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ τώρα μόλις μέλλω νὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§118ΣΑΚΚΗΣ. Τότε ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον... Κύριε Πρόεδρε, προτείνω τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
2τῆς 12 Δεκεμβρίου 1894.
3(Δευτέρα).
4Ὥρᾳ 5 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυ-
6ροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριά-
7σεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ δημόται τοῦ δήμου Σηπιὰδος τῆς
9ἐπαρχίας Βώλου παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ
10τάχιστα τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων
11τελῶν.
12Ὁ Γεώργιος Πατριαρχέας, δημότης Καρδαμύλης, ἀνα-
13φέρεται κατὰ τῆς ἐκεῖ δημοτικῆς ἀρχῆς.
14Πολλοὶ κάτοικοι τοῦ δήμου Ὀρμινίου δι’ ἀναφορᾶς τῶν
15παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον
16περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν.
17Ὡσαύτως πολλοὶ κάτοικοι τοῦ δήμου Μυρεσίου τῆς ἐπαρ-
18χίας Βώλου ζητοῦσι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ
19καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν.
20Ἐπίσης πολλοὶ κάτοικοι Ἁγίου Λαυρεντίου τῆς ἐπαρ-
21χίας Βώλου ζητοῦσι τὴν ἐπιψήφιν τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου.
22Πολλοὶ κάτοικοι Λαμίας διὰ τηλεγραφήματός των ζη-
23τοῦσι τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ προληπτικοῦ συμ-
24βιβασμοῦ.
25Ὁ Γεώργιος Λούμπης, ἐκ Τρικκάλων, ἀναφέρεται κατὰ
26τοῦ ἀστυνόμου Ἀργιθέας.
27Πολλοὶ τῶν ἐν Ἀγρινίῳ καπνοπαραγωγῶν διὰ τηλεγρα-
28φήματός των ζητοῦσι τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου ΒΝΕʹ
29περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ.
30§2ΚΡΙΤΣΑΣ. Πασίδηλον, κύριε Πρόεδρε, εἶναι, ὅτι ὁ νό-
31μος περὶ προληπτικοῦ τῆς πτωχεύσεως συμβιβασμοῦ ἀπέ-
32τυχεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του, διότι, ἐνῷ ἐπεδίωκε τὴν ἀπαλ-
33λαγὴν ἀπὸ τῶν ὄντως ἐπαχθῶν συνεπειῶν τῆς πτωχεύσεως
34τοῦ ἐμπόρου ἐκείνου, ὅστις ἀδόλως καὶ ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει
35θὰ περιήρχετο εἰς πτώχευσιν, ἐνεθάῤῥυνε δυστυχῶς εἰς τὸ
36ἔργον των τοὺς κακῆς πίστεως τοιούτους, οἱ ὁποῖοι ἤδη,
37ἐπωφελούμενοι τῶν διὰ τοῦ νόμου τούτου καθιερωθεισῶν
38εὐεργετικῶν διατάξεων, παρασκευάζουσι τὴν τοιαύτην κατά-
39στασιν πρὸς κερδοσκοπίαν παράνομον καὶ κατὰ πολὺ ζη-
40μιοῦσαν τοὺς πιστωτὰς, οἵτινες ἠναγκάσθησαν νὰ λάβωσι
41τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ἀποσύρωσι τὰ ἑαυτῶν κεφάλαια ἐκ
42τοῦ ἐμπορίου, ἀπόφασιν ἡ πραγματοποίησις τῆς ὁποίας εἰς
43δυσχερείας ἀνυπολογίστους θέλει περιαγάγει καὶ τοὺς εὐ-
44πορωτέρους καὶ συνεπεστέρους ἐν ταῖς συναλλαγαῖς των
45ἐμπόρους.
46Δὲν εἶμαι οὔτε ἔμπορος οὔτε νομικὸς, πλειστάκις ὅμως
47ἐκ τοιούτων ἀνθρώπων ἤκουσα πολλὰ, τὰ ὁποῖα μὲ πεί-
48θουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχύσω τὴν σύστασιν τῶν συμπολι-
49τῶν μου, καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. ἐπὶ τῆς
50Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομο-
51σχέδιον, καταργοῦν τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἢ τροποποιοῦν αὐτὸν
52εἰς τρόπον ὥστε νὰ περιορισθῶσιν αἱ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς
53ἐκείνου παρατηρούμεναι καταχρήσεις.
54§3ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρὸ πολλοῦ ὑπέ-
55βαλον μετὰ τῶν συναδέλφων μου πρότασιν νόμου περὶ καταρ-
56γήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σχινοφύλλων, τὴν ὁποίαν ὁ
57ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εὐηρεστήθη νὰ ἀναγράψῃ
58ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Παρετήρησα ὅμως, Κύριοι, ἄτο-
59πόν τι συμβαῖνον· ὅτε ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἦσαν
60ἀναγεγραμμένα πέντε ἄλλα ἀντικείμενα, ἡ πρότασίς μου
61ἦτο ἕκτη, ὅτε δὲ ἡ ἡμερησία διάταξις ηὐξήθη εἰς δέκα, ἡ
62πρότασίς μου ἦτο ἑνδεκάτη, καὶ ὅτε μετ’ ὀλίγον ἦσαν ἀνα-
63γεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει δέκα ἓξ ἄλλα ἀντι-
64κείμενα, ἡ πρότασίς μου ἔλαβε τὸν ἀριθμὸν 17, καὶ οὕτω
65καθεξῆς, μέχρις οὗ σήμερον κατέχει τὸν ἀριθμὸν 22. Ἐννο-
66εῖτε, Κύριοι, ὅτι τοιαύτην εἰρωνείαν δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ
67δεχθῶ, προκειμένου περὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν
68ἐπαρχίαν μου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον
69τῆς Βουλῆς νὰ διαγράψῃ τὴν πρότασίν μου ταύτην, διότι
70αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίνεται, εἶναι ἐντελῶς ἄτοπον, ἀφοῦ καὶ
71πρότασις ἑτέρα, προχθὲς ὑποβληθεῖσα, μόλις ἐτυπώθη καὶ
72διενεμήθη, ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸ τῆς ἰδι-
73κῆς μου. Θὰ εἴπω ὅμως ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ ἀντικειμέ-
74νου τῆς προτάσεώς μου.
75Ἡ πρότασίς μου ἀφεώρα ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον διὰ
76μὲν τὸ Δημόσιον ἀνάξιον εἶναι λόγου, καθόσον τὸ ἔσοδον τοῦ
77Δημοσίου ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐκ τῶν σχινοφύλλων δὲν ἀνέρ-
78χεται ἄνω τῶν 150 δραχμῶν, ἔχει ὅμως σπουδαιότητα διὰ
79τοὺς φορολογουμένους, διότι τὸν φόρον αὐτὸν πληρόνουσιν
80ὀλίγισται μόνον οἰκογένειαι, 5 ἢ 10, αἱ πενέστεραι καὶ αἱ
81μᾶλλον ἄξιαι οἴκτου. Τὸ σχινόφυλλον αὐτὸ δὲν ὑπάρχει καθ’
82ὅλην τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου, ἀλλ’ εὑρίσκεται εἰς δύο μόνον
83χωρία, τὰ πλέον ὀρεινὰ τοῦ δήμου Ἀβίας, ὅπου συνάζουσιν
84αἱ δυστυχεῖς αὐταὶ οἰκογένειαι τὸ προϊὸν τοῦτο φύλλον πρὸς
85φύλλον, καὶ ἀφοῦ ἐπὶ ὁλόκληρον ἑβδομάδα συλλέξωσιν 100
86ὀκάδας, τὸ μεταφέρουσιν εἰς τὰς Καλάμας καὶ τὸ πωλοῦσιν
87εἰς τοὺς βυρσοδέψας πρὸς 6 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, λαμβάνουσαι
88οὕτως ἑκάστη 6 δραχμαὶ καθ’ ἑβδομάδα· τί δὲ πληρόνου-
89σιν ὡς φόρον; Τὰς τρεῖς δραχμάς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι
90δίκαιον νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον
91εὐτελὲς ποσὸν ἀποδίδει εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ πληρόνεται
92ἐκ μέρους πτωχῶν οἰκογενειῶν.
93Ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ κάμῃ
94ἐξαίρεσιν, διότι ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους πληρό-
95νουσι, καταβάλλουσαι 30 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως εἰς τὸ
96Δημόσιον· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ, προκειμένου περὶ
97150 δραχμῶν, πληρονομένων ὑπὸ τοιούτων οἰκογενειῶν, ἀπό-
98ρων καὶ δυστυχῶν, δὲν θὰ φέρῃ τὴν ἐλαχίστην ἀντίῤῥη-
99σιν. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουρ-
100γὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δεχθῇ νὰ τροποποιήσῃ τὸ σχε-
101τικὸν ἐδάφιον τοῦ νόμου, τὸ ἀφορῶν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ
102σχινοφύλλου, ἔχω ἐντολὴν ἐκ μέρους τῶν δημοτικῶν συμ-
103βουλίων τῶν δήμων Ἀβίας καὶ Λεύκτρου νὰ δηλώσω, ὅτι
104εἶναι πρόθυμα νὰ ὑποβάλωσι ψήφισμα, ἵνα πληρόνωσιν
105οἱ δῆμοι αὐτοὶ τὸ ἀντίτιμον τοῦ φόρου τῶν 150 δραχμῶν,
106ὅπως ἀπαλλαγῶσιν αἱ πτωχαὶ ἐκεῖναι οἰκογένειαι. Ἐν πε-
107ριπτώσει δὲ, καθ’ ἣν καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια δὲν ἀνα-
108δεχθῶσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου αὐτοῦ, ἐγὼ εἶμαι διατε-
109θειμένος νὰ καταβάλλω ἐξ ἰδίων μου τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 150
110δραχμῶν, καὶ νὰ συντάξω περὶ τούτου συμβόλαιον μετὰ
111τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἂς λάβῃ
112ὑπ’ ὄψιν τὴν μέσην ἀπόδοσιν τοῦ φόρου κατὰ τὰ τρία τε-
113λευταῖα ἔτη, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ ἐγὼ τὸ ποσὸν,
114τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίσῃ.
115Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κάμνω μίαν
116παράκλησιν. Πρό τινων ἡμερῶν ἀνέγνων εἰς τοὺς «Και-
117ροὺς», ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Μέσσης
118ὑπέβαλε ψήφισμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκφράζον εὐχὴν, ὅπως
119συνδέσῃ τὸν Γερολιμένα μὲ τὴν Ἀρεόπολιν διὰ τηλεφώ-
120νου. Ὁ Γερολιμὴν εἶναι, κύριε Ὑπουργὲ, τὸ ἐπίνειον δύο
121δήμων, τοῦ δήμου Μέσσης καὶ τοῦ δήμου Λαγείας, ἐκεῖ
122συναθροίζονται ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων· ἔχει
12340 περίπου καταστήματα, ἔχει τελωνοσταθμαρχεῖον, εἶναι
124στρατιωτικὸς σταθμὸς, ἔχει ναυτιλίαν, καὶ προσεγγίζουσι
125τετράκις τῆς ἑβδομάδος ἀτμόπλοια, διότι εἶναι ὁ πλησιέ-
126στερος πρὸς τὴν Ἀφρικὴν λιμὴν, καθόσον εἶναι τὸ πλέον
127ἀπόκεντρον μέρος τῆς Πελοποννήσου. Ἡ ἐγκατάστασις τοῦ
128τηλεφώνου δὲν θὰ συντελέσῃ μόνον εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῶν
129κατοίκων, ἀλλὰ θέλει ὠφελήσει καὶ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν
130δημοσίαν ἀσφάλειαν, καθόσον καὶ ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ θὰ
131δύναται νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα, καὶ καλλίτερον καὶ
132ταχύτερον νὰ διεξάγῃ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν της. Ἡ
133δαπάνη δὲ δὲν θὰ ἦναι μεγάλη, διότι ἡ μὲν τοποθέτησις
134τοῦ τηλεφώνου θέλει γείνῃ ἐν τῷ τελωνοσταθμαρχείῳ, τὴν
135δὲ τηλεφωνικὴν ὑπηρεσίαν θέλει διεξάγει ὁ τελωνοσταθ-
136μάρχης· τὸ μόνον ἔξοδον, τὸ ὁποῖον θέλει ἀπαιτηθῆ, θὰ ἦναι
137διὰ 200–250 στύλους, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν στοιχίσει
138πλέον τῶν 800 δραχμῶν, καὶ τὸ πρῶτον ἔτος αἱ εἰσπράξεις
139θέλουν καλύψει τὴν δαπάνην ταύτην. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ.
140Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει μεριμνήσει περὶ τῆς ὑπο-
141θέσεως ταύτης.
142§4ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἠναγκασμένος, κύριοι
143Βουλευταὶ, ν’ ἀπασχολήσω ἐπίσης τὴν Βουλὴν ἐπί τινας
144μόνον στιγμὰς, χάριν ὑποθέσεως, τοπικοῦ μὲν κυρίως ἐνδια-
145φέροντος, ἀλλ’ ἥτις συνδέεται στενῶς πρὸς τὰ ἰδιαίτερα
146καθήκοντά μου, ὡς Βουλευτοῦ Λακεδαίμονος.
147Δὲν ἀγνοεῖτε ἴσως, ὅτι μεταξὺ τῶν νεωτέρων πόλεων
148τῆς Ἑλλάδος συναριθμεῖται καὶ ἡ πρωτεύουσα τῆς ἡμετέ-
149ρας ἐπαρχίας, ἀνεγερθεῖσα ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν σωζομένων ἔτι
150ἐρειπίων τῆς ἀρχαίας περικλεοῦς Σπάρτης πρό τινων ἐτῶν.
151Καὶ τὸ μὲν περὶ συνοικισμοῦ τῆς νέας Σπάρτης βασιλικὸν
152διάταγμα διὰ λίαν πομπωδῶν ῥήσεων ἐχαρακτήρισε ταύ-
153την ὡς «δευτερεύουσαν πόλιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου»,
154χάριν βεβαίως τῆς ἀρχαίας εὐκλείας της, ἡ δὲ τότε Κυβέρ-
155νησις καὶ αἱ μετ’ αὐτὴν δαψιλεῖς παρέσχον ἡμῖν περὶ ἐμ-
156ψυχώσεως τοῦ νέου τούτου συνοικισμοῦ ὑποσχέσεις, αἵτινες
157ὅμως κατὰ τὸ πλεῖστον ἐλησμονήθησαν ἀτυχῶς. Ἐκ τῶν
158τοιούτων κυβερνητικῶν ὑποσχέσεων ἱκανὴν προδήλως κέ-
159κτηται πραγματικὴν σπουδαιότητα καὶ αἱ ἑξῆς· πρῶτον
160ἡ περὶ παραχωρήσεως εἰς τοὺς συνοικιστὰς γηπέδων δωρεὰν
161ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, (ἥτις ὅμως ἔληξε πρὸ πολλοῦ
162καὶ εἰς παράτασιν τῆς ὁποίας ἀφεώρα ἡ ἄρτι ὑποβληθεῖσα
163πρότασις ἡμῶν τῶν ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτῶν) καὶ δεύ-
164τερον ἡ καὶ διὰ νεωτέρου διατάγματος κυρωθεῖσα, ὅπως
165διατίθενται εἰς ἐκτέλεσιν δημοφελῶν ἔργων καὶ ἐξωραϊσμὸν
166τῆς νέας Σπάρτης τὰ χρήματα, ὅσα ἤθελον εἰσπράττεσθαι
167ἐκ τῆς ἐξαιρετικῶς πρὸς τοῦτο ἐγκριθείσης ἐκποιήσεως τῶν
168ἐργαστηροοικοπέδων τῆς νέας πλατείας ἡμῶν. Καὶ περὶ
169μὲν τῆς παρατάσεως τῆς ὡς εἴρηται προθεσμίας ἐλάβομεν
170ἤδη τὴν ἐνθαῤῥυντικὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
171ὅτι δὲν θὰ παρίδῃ καὶ τὴν σχετικὴν πρότασιν ἡμῶν κατὰ
172τὸν καταρτισμὸν γενικωτέρου «περὶ συνοικισμοῦ» νομοσχε-
173δίου, ὅπερ καὶ θὰ φέρῃ, ὡς εἶπεν, εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ
174περὶ τῶν ἐκ τῆς νέας πλατείας ἡμῶν εἰσπραχθέντων χρη-
175μάτων συμβαίνει ἀτυχῶς τὸ ἑξῆς. Μέρος τῶν χρημάτων
176τούτων εἶχε διατεθῆ πρὸς ἀνέγερσιν δημοτικοῦ καταστή-
177ματος ἐν αὐτῇ τῇ πλατείᾳ, καὶ κατεσκευάσθησαν μὲν πρὸ
178ἐτῶν οἱ τοῖχοι αὐτοῦ, πλὴν ἔκτοτε, δι’ οὓς λόγους θέλετε
179διαγνώσει εὐθύς, οὐδεμία ἐγένετο ἐργασία πρὸς ἀποπερά-
180τωσιν τοῦ κτιρίου, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ καταῤῥεύσῃ, ἐὰν
181δὲν ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιστέγασίς του τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ
182παρόντος. Ἐκ καθήκοντος δὲ πρὸς τοιαύτην ἰδίως πρόνοιαν
183ὁρμώμενος καὶ ὁ ἐμὸς αὐτάδελφος, ὡς δήμαρχος Σπαρ-
184τιατῶν, ἠξίωσε παρὰ τοῦ κ. ταμίου Λακεδαίμονος, εἰς ὃν
185κατατίθενται τὰ ἐκ τῆς πλατείας ταύτης προερχόμενα χρή-
186ματα, σαφῆ ἐκκαθάρισιν τῶν τε εἰσπραχθέντων καὶ δαπα-
187νηθέντων μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τοῦ δήμου χρηματικῶν ποσῶν,
188ὅπως διὰ τοῦ περισσεύματος (ὅπερ κοινῶς ὑπολογίζεται εἰς
189ἱκανὰς χιλιάδας δραχμῶν) πληρωθῶσι καὶ ἄλλαι ἔτι, ἐξί-
190σου ἐπείγουσαι, ἀνάγκαι τῆς πόλεώς μας, ἀφοῦ ἄλλως τε
191εἶναι μὲν πρέπον βεβαίως νὰ παρίσταταί πως εὐπρόσωπος
192εἰς τὰ ὄμματα κἄν τῶν συνεχῶς ἐπισκεπτομένων αὐτὴν ἐπι-
193σήμων ξένων καὶ περιηγητῶν, τὴν κατέστησαν δὲ πρὸς
194τοῦτο ἀνεπαρκῆ πάντως τὰ βάρη τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
195δεύσεως καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ἀλλ’ ὡς πρὸ
196μικροῦ μοὶ ἔγραψεν ὁ αὐτὸς κ. δήμαρχος Σπαρτιατῶν, ἀνε-
197γνώρισε μὲν τὸ εὔλογον τῆς τοιαύτης ἀξιώσεώς του ὁ τα-
198μίας κ. Κουμάντος, — διακεκριμένος ἄλλως οἰκονομικὸς
199ὑπάλληλος—συνάμα ὅμως τῷ παρετήρησεν, ὅτι ἡ σχετικὴ
200ἐργασία τῆς ἐκκαθαρίσεως ἀποβαίνει εἰς ἄκρον δυσχερὴς,
201καὶ ἡ διεξαγωγή της ἀπαιτεῖ οὐ μόνον χρόνον πολὺν, ἀλλὰ
202καὶ εἰδικὸν προσέτι ὑπάλληλον. Ἐν ἄλλαις λέξεσι, τὸν
203ἀπήλπισεν ἐντελῶς!
204Τούτου ἕνεκα ἀναγκάζομαι νὰ παρακαλέσω ἐντεῦθεν θερ-
205μῶς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν καὶ Πρόεδρον
206τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ὀνόματος μάλιστα καὶ τῶν ἑτέρων ἐκ
207Λακεδαίμονος συναδέλφων μου, καὶ συστήσω αὐτῷ τὴν ἀπό-
208λυτον ἀνάγκην, ὅπως λάβῃ ὡς τάχιον μέτρον τι πρόσφορον
209πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ἐν λόγῳ ἐργασίας, διὰ νὰ ἐξευρεθῇ
210τέλος πάντων τὸ χρηματικὸν ποσὸν, ὅπερ δικαιοῦται λαμ-
211βάνειν ὁ δῆμος Σπαρτιατῶν ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν οἰκο-
212πέδων τῆς νέας πλατείας, καὶ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸν τὸ ποσὸν
213τοῦτο πρὸς πλήρωσιν τῶν μᾶλλον ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν του,
214ἐν αἷς πρωτεύει—ὡς εἶπον—ἡ τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ δη-
215μοτικοῦ καταστήματος, οὕτω δὲ καταδειχθῇ ἐπὶ πλέον, ὅτι
216δὲν ἀπεδόθη εἰς τὴν νέαν Σπάρτην ὁ τόσῳ μεγαλώνυμος
217ὄντως τίτλος τῆς δευτερευούσης πόλεως τοῦ Ἑλληνικοῦ
218Βασιλείου κατ’ εὐφημισμὸν μόνον.
219Παύω δὲ μὲ τὴν προσδοκίαν, ὅτι θέλει τύχει τῆς προση-
220κούσης ἐκτιμήσεως ἡ δικαιοτάτη σύστασις καὶ παράκλη-
221σις ἡμῶν αὕτη.
222§5Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
223ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ σύστασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ
224ἀφορᾷ εἰς δύο τινά, εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῶν γενομένων διὰ
225προηγουμένου νόμου παρατάσεων διοριῶν πρὸς ἀπόκτησιν
226γηπέδων ὑπὸ τῶν οἰκοδομούντων ἐν συνοικισμοῖς καὶ εἰς
227τὴν ἐκκαθάρισιν λογαριασμῶν ἀποῤῥεόντων ἐκ τῆς ἐφαρμο-
228γῆς παλαιοῦ τινος νόμου περὶ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐκποιου-
229μένων οἰκοπέδων τῆς πλατείας Σπάρτης. Γινώσκει ὁ κ. Βου-
230λευτής, ὅτι τὸ μὲν πρῶτον ὑπεσχέθημεν ὅτι θέλομεν πρά-
231ξει, καὶ προσεχῶς θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νόμον
232περὶ παρατάσεως τῶν διοριῶν τοῦ τελευταίου περὶ αὐτῶν
233νόμου ἐν πᾶσι τοῖς συνοικισμοῖς μετὰ τῶν ἀναγκαίων περιο-
234ρισμῶν καὶ τροποποιήσεων. Περὶ δὲ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν
235λογαριασμῶν ἐξ ἀντιτίμων οἰκοπέδων ἐν Σπάρτῃ θέλομεν
236φροντίσει, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὴν πᾶσα ὤθησις, ἵνα, ἐφ’ ὅσον
237ἔχῃ λαμβάνειν ὁ δῆμος Σπάρτης, ἀναγνωρισθῶσι καὶ ἀπο-
238δοθῶσι τὰ ὀφειλόμενα ὅσον ἔνεστι τάχιον, ἀφοῦ μάλιστα
239διατελεῖ ὁ δῆμος Σπάρτης ἐν ἀνάγκῃ ἀμέσου ἀντιλήψεως.
240Ὀφείλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις τοῦ
241Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι καὶ ἐν ὀνό-
242ματι ἄλλων Ὑπουργῶν, περὶ τροποποιήσεων εἰς τὸν ὑπο-
243βληθέντα προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1895, ὅπως ἔχῃ
244ταύτας ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ καὶ κατὰ τὴν γενικὴν περὶ τοῦ
245προϋπολογισμοῦ συζήτησιν. Πάντοτε, παρερχομένου τοῦ
246χρόνου ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἕως τῆς
247ψηφίσεως αὐτοῦ, καθίσταται ἀναγκαία ἡ ὑποβολὴ τοιού-
248των τροποποιήσεων, καὶ μάλιστα ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν
249κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων. Αἱ δηλώσεις,
250ἃς ἤδη ὑποβάλλω, ἀφορῶσιν εἰς ποσὸν ἐν συνόλῳ δραχμῶν
251645,600, ἐκ τούτων δὲ αἱ 493,203 ἀνάγονται εἰς τὰς
252κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις.
253§6ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ δὲ ἄλλο ποσόν;
254§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς ἄλλα διάφορα.
255Ὑποβάλλω ἔκθεσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
256γείου, περιλαμβάνουσαν καὶ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ δήλωσιν, συνυπο-
257βάλλω δὲ καὶ τὰς δηλώσεις τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Ἐν
258αὐταῖς ἀναγράφονται διακεκριμένως καὶ ἐν λεπτομερείᾳ
259πάντα τὰ ποσά.
260§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
261Παράρτημα, ἀριθ. 110).
262§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπα-
263σχολήσω ἐπ’ ὀλίγα λεπτὰ τὴν Βουλὴν, ἐπικαλούμενος ἰδιαι-
264τέρως τὴν προσοχὴν αὐτῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
265νομικῶν καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ μεγάλου ἀδι-
266κήματος, τὸ ὁποῖον ἐπίκειται καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ πληθυ-
267σμοῦ ἑνὸς τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν
268τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, τοῦ δήμου Ζάρακος.
269Δι’ ἐπιστολῆς φερούσης πολλὰς ἑκατοντάδας ὑπογραφῶν
270μοὶ παραπονοῦνται οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου τούτου, ὅτι κατὰ
271τὴν σύνταξιν τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου ἐνεγράφησαν εἰς
272αὐτὸν ὑπὸ τοῦ δημάρχου ἑκατοντάδες ὅλαι ἀνθρώπων, οἵτι-
273νες οὐδέποτε ἐσκέφθησαν νὰ μετέλθωσιν κἀνὲν ἄλλο ἐπάγ-
274γελμα, πλὴν ἢ τὸ τοῦ γεωργοῦ, ὑπὸ τὴν στενοτάτην καὶ
275τὴν αὐστηροτάτην ἔννοιαν τοῦ ὅρου, ἕνεκα τῆς φύσεως τοῦ
276ἐδάφους, καὶ τοῦ ποιμένος, καὶ τοῦτο ὑπὸ τὴν μᾶλλον
277πρωτογενῆ μορφήν του. Θὰ πεισθῇ δὲ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς
278ἀκριβείας ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω πρὸς αὐτήν, ἐὰν ἀκούσῃ
279παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ τοῦ 1891—δὲν
280ἔχω δὲ ἄλλην πρόχειρον μαρτυρίαν, διότι δὲν μοὶ ἐδόθη
281καιρὸς νὰ ἐξετάσω, ἀφ’ ἧς ἔλαβον τὴν ἐπιστολήν των, τὸ
282Σάββατον, μέχρι σήμερον—ἀναγράφονται οἱ 1131 ἐκλογεῖς
283τοῦ δήμου ἐκείνου ὑπὸ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γεωργοῦ καὶ τοῦ
284ποιμένος ἀδιαλείπτως, ἄνευ τινὸς διακοπῆς, ὡς δύναται ἡ
285Βουλὴ νὰ παρατηρήσῃ ἐν τῷ καταλόγῳ τούτῳ, ὃν θεωρῶ
286ἀναγκαῖον νὰ ἐπιδείξω ἐντεῦθεν. Ἐὰν δ’ ἐπέρχηταί που
287διακοπή τις, ἐπέρχεται, ἵνα ἀντικατασταθῇ ὁ ποιμὴν διὰ
288τοῦ γεωργοῦ καὶ ὁ γεωργὸς διὰ τοῦ ποιμένος. Μόνον δὲ 17
289ἀναγράφονται ὑπὸ ἄλλο ἐπάγγελμα, τὸ τοῦ κτίστου, τοῦ
290ἀνθρακέως ἢ τοῦ ἐμπόρου. Ἤδη ἐγγράφονται εἰς τὸν φορο-
291λογικὸν κατάλογον ὑπὸ τοῦ δημάρχου Ζάρακος 330 δημό-
292ται αὐτοῦ, ὡς μετερχόμενοι ἄλλα ἐπαγγέλματα, ὑποβαλ-
293λόμενα εἰς φόρον. Νῦν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀκούσῃ
294τὴν σχετικὴν περικοπὴν τῆς πρός με ἐπιστολῆς τῶν Ζαρα-
295κιτῶν (ἀναγινώσκει):
296«Ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευ-
297μάτων, συνέβη καὶ φέτος ὅ,τι καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη,
298καὶ ὁ κατάλογος συνετάγη χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατά-
299ξεις τῶν σχετικῶν νόμων, ἤτοι χωρὶς νὰ μεταβῶσιν οἱ ἁρ-
300μόδιοι πρὸς τοῦτο εἰς ἕκαστον τῶν χωρίων τοῦ δήμου, καὶ
301συνεπῶς κατὰ τὰς ὀρέξεις τοῦ κ. δημάρχου ἐνεγράφησαν ὡς
302ἁλιεῖς ἄνθρωποι ὀρεσίβιοι, οἵτινες μόνον ἐκ μακροτάτης
303ἀποστάσεως γνωρίζουσι τὴν θάλασσαν, οὐδέποτε δὲ ἐκ τοῦ
304πλησίον εἶδον καὶ λέμβον ἁλιευτικὴν κἄν. Ὡς ἀνθρακεῖς,
305ἄνθρωποι μηδέποτε μετελθόντες τὸ τοιοῦτον ἐπάγγελμα.
306Ὡς τοκισταὶ, ὀφειλέται μεγάλων ποσῶν, ὡς τοῦτο δύνα-
307ται ν’ ἀποδειχθῇ διὰ τῶν χρεωστικῶν αὐτῶν συμβολαίων.
308Ὡς προμηθευταὶ ἐγχωρίων προϊόντων, ἄνθρωποι στε-
309ρούμενοι τῶν πρὸς τὸ ζῆν. Ὡς ζωέμποροι, ἄνθρωποι, οἵτι-
310νες οὐδέποτε ἐξῆλθον τῶν ὁρίων τῆς ἐργασίας των, τουτέστι
311γνωρίζοντες μόνον νὰ καλλιεργῶσι διὰ τοῦ ζεύγους τῶν
312βοῶν των τὴν γῆν, ἢ νὰ φυλάττωσι τὰς τριάκοντα ἢ πεν-
313τήκοντα αἶγάς των. Ἀλλὰ τὸ χείριστον, ὅπως μὴ λάβω-
314μεν γνῶσιν τοῦ τοιούτου καταλόγου καὶ ἐπιφέρωμεν τὰς
315δεούσας ἐνστάσεις, ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ κατ’ ἀποσπάσματα
316ἐγένετο πλημμελής, ἐφαρμοσθείσης τῆς γνωστῆς τῷ δη-
317μάρχῳ μεθόδου, ἤτοι τῆς τοιχοκολλήσεως αὐτῶν μίαν ἢ
318δύο ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως τῆς ὁρισθείσης προθεσμίας,
319ἀλλὰ καὶ τῆς ἀκαριαίας αὐτῶν ἀφαιρέσεως ὑπὸ τῶν φί-
320λων τοῦ δημάρχου, ὅπως μὴ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν γνῶ-
321σιν τῶν ἐν τοῖς ἀποσπάσμασιν ὀνομάτων. Ἀλλὰ καὶ ἄν τις
322ἔλαβε γνῶσιν ὁπωσδήποτε, ὅτι ἐσημειώθη ὡς ἐπιτηδευμα-
323τίας ἀδίκως, εἶναι ζήτημα, ἐὰν ἠδυνήθη νὰ ἐπιδώσῃ ἔν-
324στασιν περὶ τῆς ἐγγραφῆς του, ἐκτὸς ἐὰν κατ’ ἐπανάληψιν
325μετέβη εἰς τὴν κατοικίαν τοῦ δημάρχου, εἰς τὸ χωρίον
326Γκλότσαλι, ἀπέχον 5 ὥρας ἐκεῖθεν, ἐκλιπαρῶν ὅπως γένη-
327ται δεκτὴ ἡ ἀναφορά του, καθόσον εἰς τὴν ἕδραν του, ἐν
328Κυπαρισσίῳ, οὐδέποτε ὁ κ. δήμαρχος παραμένει, ἀλλ’ οὔτε
329ἀναπληρωτὴν αὐτοῦ ὁρίζει.
330«Ἀλλ’ ὅπως μὴ θεωρηθῶσιν ὅλα τὰ ἀνωτέρω ὡς φράσεις
331κεναὶ, σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ συστήσητε εἰς τὴν Κυβέρνη-
332σιν νὰ ἀποστείλῃ ἔντιμον καὶ ἁρμόδιον πρόσωπον, ὅπως
333ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποδειχθῶσιν
334ἀληθῆ τὰ παρ’ ἡμῶν ἀναφερόμενα, νὰ διαταχθῇ ἡ ἀκύ-
335ρωσις τοῦ καταλόγου τῶν ἐπιτηδευματιῶν καὶ ἡ σύνταξις
336νέου τοιούτου, τηρηθησομένων τῶν διατάξεων τῶν σχετι-
337κῶν νόμων, νὰ διαταχθῇ δὲ καὶ ἡ κατὰ τὸν νόμον νόμιμος
338καὶ ἔγκαιρος δημοσίευσις τῶν ἀποσπασμάτων, ὡς ἐπίσης
339νὰ διαταχθῇ καὶ ὁ δήμαρχος καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς
340ἐκθέσεως τοῦ καταλόγου νὰ παραμένῃ εἰς τὴν ἕδραν του
341πρὸς ἐπίδοσιν τῶν ἀναφορῶν μας.»
342Τοιαύτη εἶναι ἡ φωνὴ τῆς διαμαρτυρίας καὶ τοῦ πόνου
343τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἀπειλοῦνται διὰ τῆς μεγά-
344λης ταύτης ἀδικίας, τῆς ὑποβολῆς εἰς φόρον, ὃν δὲν ὀφεί-
345λουσιν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐφελκύσῃ τὴν
346προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Πρόκει-
347ται κατ’ αὐτὰς νὰ ἐκδικασθῇ ὁ κατάλογος οὗτος παρὰ
348τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, ὡς διακελεύει ὁ νόμος. Δὲν θέλω
349νὰ εἴπω τι ὡς πρὸς τὰς σκέψεις καὶ τὰς προθέσεις ἐκείνων,
350οἵτινες θ’ ἀποτελέσωσι τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ αἰσθάνομαι,
351διότι ἔχω ἤδη πληροφορίας,—ἵνα τέλος πάντων ὁμιλήσω
352καθαρώτερον,—ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις εἶναι,
353κατὰ νόμον, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, θὰ ὑποστηρίξῃ τὸν τοι-
354οῦτον φορολογικὸν κατάλογον τοῦ δημάρχου, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ
355θὰ παραδεχθῇ ὡς ἀκριβεῖς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ δημάρ-
356χου καὶ ὡς ἀβασίμους τὰς ἐνστάσεις τῶν ἀδικουμένων πο-
357λιτῶν, θὰ ἐγγραφῶσι δὲ εἰς τὸν κατάλογον ἑκατοντάδες
358ὅλαι ἐπαγγελματιῶν, προσοδοφόρων δῆθεν, ἐκεῖ ὅπου διὰ
359τὴν αὐχμηρότητα τῆς γῆς οὔτε νὰ ζήτωσι δύνανται οἱ
360ἄνθρωποι. Θὰ εἴπω δὲ ὑμῖν τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦτο, ὅτι,
361ὁσάκις θέλῃ τις κάτοικος τοῦ ὀρεινοῦ ἐκείνου δήμου ν’ ἀπο-
362κτήσῃ ἀγρὸν, κτίζει πρῶτον τοιχίον ἐπὶ τῆς πετρώδους
363κλιτύος τοῦ βουνοῦ, ὕστερον δὲ μεταφέρει τὸ χῶμα ἔνθεν
364κἀκεῖθεν, ἵνα ἀποκτήσῃ γῆν ἀρόσιμον, ἀκριβῶς δὲ οὔτε
365ἀρόσιμον, ἀλλὰ κατεργαζομένην δι’ ἀξίνης. Φαντασθῆτε
366τοιοῦτον ἄνθρωπον ἐγγραφόμενον ὡς ἐπιτηδευματίαν διὰ
367φόρον δραχμῶν 50 καὶ 60 καὶ 100, ὡς προμηθευτὴν ἐγ-
368χωρίων προϊόντων, ὡς ὑλοτόμον, ἢ ἀνθρακέα, ἢ ἔμπορον, ἢ
369ἁλιέα! Ἐὰν δὲ ὑποθέσητε τὸν δῆμον διῃρημένον εἰς δύο
370ἴσας μερίδας κομματικὰς,—δὲν θέλω νὰ εἴπω νῦν ἐντεῦθεν,
371ὅτι ἔχω 200 φίλους πλέον τοῦ ἡμίσεως,—ἐκ τῶν φίλων μου
372δὲ οἱ 330 εἶναι ἐπιτηδευματίαι, πρέπει καὶ ἐκ τῶν ἄλλων
373νὰ ἦναι ἕτεροι 330, ἂν καὶ ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι οὐδεὶς
374τούτων ἐνεγράφη ὡς τοιοῦτος. Φαντασθῆτε λοιπὸν 750
375ἐπαγγελματίας ἐπὶ 1000 κατοίκων τοῦ ὀρεινοτέρου δήμου
376τοῦ Κράτους! Φαντασθῆτε ποία ἀδικία πρόκειται νὰ γείνῃ!
377Βοῶσι καὶ στενάζουσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πρὸς ἀποτροπὴν
378τοῦ ἀδίκου, καὶ ἀναφέρονται δι’ ἐμοῦ πρὸς τὴν Βουλήν. Διὰ
379τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
380νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰς φωνὰς
381τὰς δικαίας τόσων ἀνθρώπων καὶ νὰ διατάξῃ ὅ,τι αὐτὸς
382νομίζει πρόσφορον διὰ τῆς ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσίας, ἵνα μὴ
383ἀδικηθῶσι τόσοι ἀθῶοι ἀπὸ παντὸς ἐπαγγέλματος. Ἐὰν
384ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιθυμῇ, δύναμαι νὰ δώσω
385πρὸς αὐτὸν ἀντίγραφον τῆς πρός με ἐπιστολῆς ταύτης, ἢ
386καὶ αὐτὸ τὸ πρωτότυπον, ἀφοῦ κρατήσω ἀντίγραφον μιᾶς
387περικοπῆς, ἥτις ἀφορᾷ εἰς ἄλλο ζήτημα, ἐφ’ οὗ ἐπικαλοῦ-
388μαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
389Εἶναι δὲ τοῦτο ὁ παράνομος διορισμὸς ἀγροφυλάκων ἔν τισι
390κτηματικαῖς περιφερείαις τοῦ αὐτοῦ δήμου. Ἰδοὺ δὲ τί μοὶ
391γράφουσι περὶ τούτου (ἀναγινώσκει)
392«Προκειμένου περὶ ἐκλογῆς ἀγροφυλάκων καὶ συντάξεως
393τῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευματιῶν τρέχοντος ἔτους ἐν τῷ
394δήμῳ Ζάρακος, ἐπανελήφθησαν δυστυχῶς τὰ κατ’ ἔτος ἐν
395παρομοίαις περιστάσεσι τελούμενα· ἤτοι, ἐνῷ αἱ κτηματι-
396καὶ περιφέρειαι ἐξέλεξαν δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ἀγρο-
397φύλακας, οὓς ἐνόμισαν καταλλήλους διὰ τὴν φύλαξιν τῶν
398κτημάτων των, ἀλλ’ ἀπαρέσκοντας εἰς τὸν δήμαρχόν μας,
399τὸν τοῦ Ζάρακος Γεώργιον Γραμματικάκην, οὗτος δὲν ἐδέ-
400χθη τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐκλογῆς, ἂν καὶ ἦσαν καθ’ ὅλους
401τοὺς τύπους ἀνελλιπῆ καὶ παρὰ τοῦ οἰκείου δημοτικοῦ
402συμβούλου ἢ παρέδρου, τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν ἐκλογὴν, ἐπι-
403κεκυρωμένα, ἀλλ’ ἐδέχθη καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἔγκρισιν
404τῆς Νομαρχίας τὰ πρωτόκολλα τῆς μειονοψηφίας τῆς κοι-
405νότητος, δι’ ὧν ἐπροτείνοντο πρόσωπα τῆς ἀρεσκείας του.
406Δι’ ἀναφορῶν ὅμως τῶν οἰκείων δημοτικῶν συμβούλων ἢ
407παρέδρων ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Νομαρχίαν καὶ τὰ πρωτό-
408κολλα τῆς μειονοψηφίας, καὶ δὴ τῶν κτηματικῶν περιφε-
409ρειῶν Κυπαρισσίου καὶ Χάρακος. Ἐν Χάρακι μάλιστα ὁ
410ὑπὸ τοῦ δημάρχου ἐπιβληθεὶς εἰς τὴν μειονοψηφίαν ὡς ἀγρο-
411φύλαξ εἶναι κάτοικος Γκιοτσαλίου, πέντε ὁλοκλήρους ὥρας
412ἀπέχοντος τοῦ Χάρακος, καὶ συνεπῶς ἄγνωστα ἐντελῶς εἰς
413αὐτὸν οὐχὶ μόνον τὰ κτήματα καὶ τὰ ζῶα τῆς κοινότητος,
414ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ κάτοικοι, καὶ ἀδύνατον ἀγροφύλαξ τοι-
415οῦτος νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ Νο-
416μαρχία, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὴν τοιαύτην διαγωγὴν τοῦ δη-
417μάρχου καὶ τὸ δίκαιον, διώρισεν ὡς ἀγροφύλακας τοὺς ὑπὸ
418τῆς μειονοψηφίας τῶν κοινοτήτων προταθέντας».
419Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερι-
420κῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ἐὰν ἦναι ἀλη-
421θές, ὅτι εἰς τὴν Νομαρχίαν ὑπεβλήθησαν τὰ γνήσια πρω-
422τόκολλα τῆς ψηφοφορίας τῶν κατοίκων ἐπικεκυρωμένα παρὰ
423τοῦ παρέδρου ἢ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, καὶ νὰ διατά-
424ξῃ ὅ,τι δεῖ, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θ’ ἀδικηθῶσι μεγάλως
425ἐν τῇ διοικήσει καὶ διαφυλάξει τῶν κτημάτων αὐτῶν.
426Περαίνων τὰ ὀλίγα ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ
427καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρε-
428στηθῇ νὰ λάβῃ οἱονδήποτε μέτρον. Ἄς διατάξῃ εἴτε τὴν
429ἀναθεώρησιν τοῦ καταλόγου, εἴτε ἔκτακτον ἐπιθεωρητὴν
430πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, εἴτε ὅ,τι δήποτε ἄλλο ἐγκρίνῃ,
431ὅπως περιφρουρήσῃ τὰ δικαιώματα τῶν ἀδικουμένων πο-
432λιτῶν.
433§10Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸς τὸν κ. Βου-
434λευτὴν ἀπαντῶ, ὅτι, ἐὰν μὲν πρόκηται περὶ κακῆς ἐγγραφῆς
435ἐν τῷ καταλόγῳ ἐπιτηδευματίου, λόγῳ ὅτι οὗτος ἄλλο ἐπι-
436τήδευμα μετέρχεται καὶ ἐπὶ ἄλλῳ ἐνεγράφη, τὸ Ὑπουργεῖον
437οὐδὲν ἔχει δικαίωμα παρεμβάσεως, διότι ἡ ὑπόθεσις διεξά-
438γεται ὑπὸ τῆς κατὰ νόμον ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀντιῤῥήσεων,
439ἐὰν ὅμως πρόκηται περὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ καταλόγῳ ὡς
440ἐπιτηδευματιῶν τῶν μὴ ἐπιτηδευματιῶν, ἀνήκει εἰς τὸ
441Ὑπουργεῖον ἡ ἐξέτασις κατόπιν τῆς ὁριστικῆς συντάξεως
442τοῦ καταλόγου. Ἑπομένως, ἀφοῦ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ
443πρόκειται, νομίζω, περὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ καταλόγῳ προσώ-
444πων, ἅτινα ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτηδευματίαι, τὸ
445Ὑπουργεῖον θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸν κα-
446τάλογον, ἵνα ἀποδώσῃ εἰς αὐτὰ δικαιοσύνην, ἀλλὰ πρὸς
447τοῦτο πρέπει οὗτοι ν’ ἀποταθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δι’
448ἀναφορᾶς. Εὐθὺς ὡς ἀνανεχθῶσιν οὗτοι κανονικῶς, ἐὰν ἡ
449ἐπιτροπὴ μὴ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς προηγουμένως δικαιοσύ-
450νην, τὸ Ὑπουργεῖον θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸ παράπονον, καὶ
451ἂν ἦναι βάσιμον, δὲν ἀνήκωσι δὲ εἰς τὰς τάξεις τῶν ἐπι-
452τηδευματιῶν οἱ παραπονούμενοι, θὰ ἐκδώσῃ τὰς ἀναγκαίας
453διαταγὰς, ὅπως διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ καταλόγου.
454§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι, διὰ νὰ
455λάβῃ τοιαύτην ἀπόφασιν τὸ Ὑπουργεῖον ἐπ’ ἀναφορᾷ, ἔχει
456ἀνάγκην στοιχείων τινῶν· τοιαῦτα δὲ στοιχεῖα θὰ δώσῃ
457πάλιν ὁ αὐτὸς δήμαρχος καὶ ὁ αὐτὸς οἰκονομικὸς ἔφορος·
458ἐκ τῶν προτέρων δὲ σᾶς λέγω, ὅτι οὗτοι θ’ ἀποφανθῶσι
459κατὰ τῶν ἀνθρώπων, οὓς καὶ ἐξ ἀρχῆς ἠδίκησαν.
460§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον πολλάκις διαγράφει, καί-
461τοι ὁ ἔφορος ἐνέγραψε, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει μέσα ἄλ-
462λα, ἵνα ἐξακριβώσῃ τὰ τοῦ καταλόγου, ἔχει οἰκονομικοὺς
463ἐπιθεωρητὰς, δύναται καὶ εἰδικοὺς ἐπιθεωρητὰς νὰ διορίσῃ
464καὶ πληροφορίας παρ’ ἄλλων ἀρχῶν νὰ προκαλέσῃ, πάντοτε
465δὲ, ἐπὶ ἐνστάσεων ὑποβαλλομένων μάλιστα ὑπὸ ἀριθμοῦ
466μεγάλου, ὑπὸ κατηγορίας ὁλοκλήρου πολιτῶν κατὰ τῆς ἀνα-
467γραφῆς ἐν τῷ καταλόγῳ, τὸ Ὑπουργεῖον φροντίζει, ὅπως
468μὴ ἐκδοθῇ ἀπόφασις ἄνευ τῆς ἀπαιτουμένης ἐρεύνης.
469§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταλῇ
470εἷς ἐπιθεωρητὴς ἀπὸ τοῦδε, ὅπως ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν ἐκ-
471δίκασιν τοῦ καταλόγου καὶ ἐλέγξῃ;
472§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τοῦτο γίνεται.
473§15ΧΟΪΔΑΣ. Μάλιστα, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀλλ’ ἐν τῷ
474μεταξὺ τούτῳ οἱ κακῶς καὶ παρανόμως ἐγγεγραμμένοι
475συλλαμβάνονται καὶ ἐξαναγκάζονται νὰ πληρώσωσι. Δὲν
476εἶναι μόνον ἡ ἐκ Ζάρακος φωνὴ, Κύριοι· πανταχόθεν ἠγέρ-
477θησαν πολλάκις καὶ ἐγείρονται καθ’ ἑκάστην τοιούτου
478εἴδους παράπονα, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἔλα-
479βον τὴν τιμὴν πολλάκις ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν
480πολλὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐκ τῆς πλημμελοῦς
481συντάξεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων, καὶ ὑπεσχέθη τότε
482ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν,
483οὐδὲν ὅμως ἐνήργησεν, ὡς συμβαίνει πάντοτε, διότι δὲν
484συγκινεῖται ἐκ τοιούτου εἴδους παραπόνων.
485Πρό τινων ἡμερῶν ἀκόμη ἀξιότιμος συνάδελφος κατήγ-
486γειλεν ἐνταῦθα τὸν ὑποταμίαν Πατρῶν, ὅτι ἐνήργησε τὴν
487σύλληψιν πολίτου, ὅστις ἐξηναγκάσθη νὰ πληρώσῃ φόρον,
488ὡς ἰδιοκτήτης ἁμάξης, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει, καὶ ἀνεξαρτή-
489τως τῆς γλώσσης, ἣν μετεχειρίσθη οὗτος, ἀναφερθεὶς εἰς τὸ
490Ὑπουργεῖον, ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, ἵνα πεισθῆτε περὶ τοῦ
491ἀτόπου καὶ ἀδίκου, τὸ ὁποῖον γίνεται ἐκ τῆς τοιαύτης
492ἐνεργείας τῶν ἀρχῶν. Τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ συλληφθεὶς δὲν
493εἶχεν ἅμαξαν, ὑπέπιπτεν ἀμέσως εἰς τὰς αἰσθήσεις τῶν ἁρ-
494μοδίων, καὶ ἐν τούτοις συνελήφθη καὶ ἐπλήρωσε, ζητεῖ δὲ
495τώρα τὴν ἐπιστροφὴν τῶν καταβληθέντων ἀχρεωστήτως.
496Καὶ συνέπεσε νὰ εὐπορῇ ὁ περὶ οὗ πρόκειται πολίτης· φαν-
497τασθῆτε ὅμως τὸ σκληρὸν, ὅταν τοιαῦτα ἄτοπα γίνωνται
498κατὰ πτωχῶν ἐπιτηδευματιῶν, οἵτινες συλλαμβανόμενοι
499ἐξαναγκάζονται διὰ μυρίων στερήσεων νὰ πληρώνωσιν ὅ,τι
500δὲν ὀφείλουσιν, ἢ, ἀδυνατοῦντες νὰ πράξωσι τοῦτο, μένου-
501σιν ἐν τῇ φυλακῇ, μέχρις ὅτου ἀποφασίσῃ, ὡς εἶπεν ὁ κ.
502Πρωθυπουργὸς, τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποφασίζει ἐπὶ
503τέλους, ἀλλ’ ἡ διαδικασία εἶναι μακρὰ, διότι δὲν ἀπαιτεῖ-
504ται μόνον ἡ βεβαίωσις τοῦ δημάρχου, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπὸ
505προσωπικὴν εὐθύνην τοιαύτη τοῦ ἐφόρου, ὅστις βραδύνει,
506διότι πολλάκις συμβαίνει ὁ ἔφορος, ὅστις πρόκειται νὰ βε-
507βαιώσῃ, νὰ μὴ ὑπηρέτει ἐν τῷ τόπῳ, περὶ οὗ πρόκειται,
508κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν φέρεται ἐγγεγραμμέ-
509νος ἐν τῷ καταλόγῳ ὁ ἐπιτηδευματίας, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει
510ἀνάγκην χρόνου ἀναλόγου, ὅπως συλλέξῃ πληροφορίας, ἐπὶ
511τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὑπευθύνως νὰ βεβαιώσῃ, κατόπιν δὲ
512ὅλων τούτων ἀποφασίζει τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Λοιπὸν
513καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου περὶ προ-
514σωρινῆς ἀναστολῆς τῆς καταδιώξεως τῶν προσηκόντως βε-
515βαιούντων τὴν περὶ κακῆς ἐγγραφῆς αἴτησίν των.
516§16ΛΥΡΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατ’ ἔτος καὶ ἀπὸ πολλῶν
517ἐτῶν εἰς τὸν δῆμον Ζάρακος τῆς ἐπαρχίας μου ἐγγράφονται
518πολλοὶ ὡς ἐπιτηδευματίαι καὶ ἐκ τῶν φίλων τοῦ κ. Πα-
519παμιχαλοπούλου καὶ ἐκ τῶν φίλων τοῦ δημάρχου κ. Γραμ-
520ματικάκη, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐπιτηδευμάτων
521ἀπαλλάσσονται οἱ μὴ πράγματι ἐπιτηδευματίαι. Τὸ ὅτι
522δὲ ὁ δήμαρχος Ζάρακος δὲν παρευρίσκεται πάντοτε εἰς τὴν
523ἕδραν του, ὅπως λαμβάνωσιν εὐκόλως γνῶσιν τοῦ καταλόγου
524τῶν ἐπιτηδευματιῶν οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ ὅπως δίδουν
525πρὸς αὐτὸν τὰς αἰτήσεις των οἱ ἀξιοῦντες τὴν ἀπαλλα-
526γήν των, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι ὁ δήμαρχος μένει
527διαρκῶς εἰς τὴν ἕδραν του, καὶ ἀπόδειξις πρὸς τοῦτο εἶναι
528ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὅτι ἔλαβεν ἐπιστολὴν
529ὑπογεγραμμένην παρ’ ἑκατοντάδων πολιτῶν, λαβόντων βε-
530βαίως γνῶσιν τοῦ καταλόγου. Κατὰ τὴν ἐκδίκασιν ὅμως
531τῶν αἰτήσεων τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὸν κατάλογον αἱ
532ἁρμόδιαι ἀρχαὶ ἀπαλλάσσουν πάντοτε τοὺς μὴ ἀποδεδειγ-
533μένους ἐπιτηδευματίας, ὁ δὲ δήμαρχος οὐδόλως λαμβάνει
534μέρος εἰς τὴν ἐκδίκασιν, ἀλλ’ οὔτε παρίσταται κἄν. Ἐὰν
535δέ τις, καίτοι μὴ ὢν ἐπιτηδευματίας, δὲν ἀπαλλαχθῇ, προσ-
536φύγῃ δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀκολούθως καὶ ζητηθῶσι πλη-
537ροφορίαι ἀπὸ τὸν δήμαρχον, δὲν δύναται οὗτος νὰ δώσῃ
538ψευδεῖς πληροφορίας, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὴν εὐθύνην.
539Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον δὲ ζήτημα, τὸ ὅτι δηλαδὴ ὁ νομάρ-
540χης Λακωνίας ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν ὡς ἀγροφυλάκων
541τοῦ χωρίου Κυπαρισσίου τῶν προταθέντων ὑπὸ τῆς μειονό-
542τητος τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
543§17ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν παρε-
544κάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα λάβῃ πρό-
545νοιαν περὶ τῶν ἀδίκως καταταχθέντων εἰς τὸν φορολογικὸν
546πίνακα ὡς καῤῥαγωγέων, ἐνῷ οὗτοι εἶναι κτηματίαι καὶ
547κηπουροί. Ὑπενθυμίζω τὴν πρότασιν ταύτην καὶ διὰ τὸν
548ἑξῆς λόγον. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἥ τινες τούτων μετέβησαν
549μετά τινος Βουλευτοῦ εἰς τὸν κ. ἔφορον, εἰς τὸν ὁποῖον
550ἀνέφεραν καὶ τὴν ἐπερώτησίν μου, ἀλλ’ οὗτος εἶπεν, ὅτι
551οὐδόλως λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τοιαύτας ἐπερωτήσεις, ὅπερ δὲν
552ἤθελεν εἴπει, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν
553ἐδίδασκε τὸ καθῆκόν του. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν νὰ συντε-
554λέσῃ εἰς τὴν ἀπονομὴν τοιαύτης δικαιοσύνης, διότι συμ-
555φέρον εἶναι καὶ τοῦ Δημοσίου, καθόσον εὐτυχῶς τὰ δικα-
556στήρια ἤνοιξαν τὴν ὁδὸν αὐτὴν καὶ ἀπεφήναντο ὅτι οἱ
557φορολογούμενοι, ἂν οἱ ἔφοροι, —οἱ ὁποῖοι τὸ μόνον προσὸν
558ἔχουν νὰ βεβαιόνουν καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ καταταχθῶσιν
559οἱ φορολογούμενοι δι’ ἀνύπαρκτα ἐπαγγέλματα ἢ δι’ ἀνύ-
560παρκτον ἰδιοκτησίαν, —τοὺς ἀδικήσουν, δικαιοῦνται νὰ προσ-
561φύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ λάβωσι πᾶν ὅ,τι ἔδωκαν,
562καὶ δὲν ἐξαρτᾶται πλέον τοῦτο ἐκ τοῦ διοικητικῶς δῆθεν
563δεδικασμένου καὶ ἀπροσβλήτου.
564Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
565Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ καὶ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς προσοχὴν εἰς
566τὴν Ἐφορίαν Ἀττικῆς. Βεβαιοῦνται ὑπὸ τοῦ ἐφόρου ἢ συν-
567τάσσονται πράξεις κατὰ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, ἀφο-
568ρῶσαι εἰς κληρονομικὰ τέλη, εἰς κληροδοσίας, εἰς δωρεάς·
569γίνονται ἀντιῤῥήσεις, ἀναφέρονται ὑπὸ τῶν φορολογουμέ-
570νων τὰ κατὰ τὴν κρίσιν των ποσὰ, μικρὰ δὲ ἠμπορεῖ νὰ
571ἦναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀληθοῦς καὶ τοῦ ὑπολογιζο-
572μένου, καὶ ἐν τούτοις οἱ ἔφοροι ἐγείρουσιν ἀπείρους δίκας, ὁ
573ἔφορος Ἀττικῆς ἰδίως δι’ εὐτελέστατα ποσὰ, διὰ 25–30
574δραχμάς, καὶ τὸ Δημόσιον ἀπώλεσεν ἀπείρους δίκας καὶ
575ὑπέστη δαπάνας δεκαπλασίας τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐζήτει
576ὁ κ. ἔφορος. Μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον συμφέρει καὶ
577τὴν ὑπηρεσίαν διευκολύνει ἡ ἀκριβεστέρα ἐκτίμησις τῶν
578πραγμάτων· ἂς ἐπιστήσῃ δὲ εἰς αὐτὸ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
579βερνήσεως τὴν προσήκουσαν προσοχὴν, ἵνα μὴ γεννᾷ τοιαύ-
580τας δίκας ἀσκόπως καὶ ἐπιζημίως εἰς τὸ Δημόσιον.
581§18Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
582ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶχεν
583ὑποβάλει ἐπερώτησιν, καθ’ ἣν 600 κηπουροὶ εἶχον ἐγγραφῆ
584ὡς καῤῥαγωγεῖς ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐπιτηδευματιῶν, καὶ
585ἐξαναγκάζονται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Κατόπιν
586τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐζήτασα ἐν τῇ ὑπη-
587ρεσίᾳ καὶ εὗρον ὅτι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ὡς καῤῥαγω-
588γεῖς μόνον 560 ἐν συνόλῳ, ὅτι δὲ ἀναφοραὶ εἰς τὸ Ὑπουρ-
589γεῖον ἐπὶ κακῇ ἐγγραφῇ ἐγένοντο οὐχὶ ὑπὸ 600, ἀλλὰ ὑπὸ
59020. Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τούτων ἐγένετο καὶ γίνεται πᾶσα
591νόμιμος ἐνέργεια. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι παρὰ τῆς ἀστυ-
592νομίας τῆς πρωτευούσης, ὅπως βεβαιωθῇ, ἐὰν οἱ ἀναφερό-
593μενοι ἦναι καῤῥαγωγεῖς ἢ οὔ, καὶ ἐπὶ ταῖς παρασχεθησο-
594μέναις πληροφορίαις θέλει ἀποφασίσει τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ
595τὰ νενομισμένα. Ἐν τούτοις πᾶσα προσοχὴ δίδεται εἰς τὰς
596ὑποβαλλομένας ἀναφοράς, καὶ ἂν τυχὸν πρὸς τοῖς εἴκοσι
597τέως ἀνανεχθεῖσιν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι φρονοῦντες ὅτι κακῶς
598ἐνεγράφησαν ὡς καῤῥαγωγεῖς, πρέπει καὶ οὗτοι νὰ ὑποβά-
599λωσιν ἀναφορὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, αἵτινες θέλουσι τύχει
600τῆς δεούσης προσοχῆς.
601§19ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι 620, δύναται νὰ τὸ βε-
602βαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος τοὺς
603γνωρίζει ὅλους καὶ ὁ ὁποῖος τοὺς ἐβεβαίωσεν, ὅτι οἱ πίνακες
604αὐτοὶ εἶναι τελεσίδικοι, καὶ ὑπεσχέθη ὅτι θὰ φροντίσῃ νὰ
605κάμῃ ὑπὲρ αὐτῶν ὅ,τι δυνηθῇ. Ὥστε περὶ τοῦ ἀριθμοῦ δὲν
606δύναται νὰ γείνῃ ἀμφισβήτησις. Πλείστους δὲ, κύριε Πρω-
607θυπουργὲ, προέτρεψα ἐγὼ νὰ πληρώσουν, διὰ νὰ μὴ προσ-
608φύγουν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, διότι θὰ ἐγκαταλείψουν τὰ
609ἔργα των, ἵνα τραπῶσιν εἰς τὰς θύρας τῶν δικηγόρων καὶ
610τῶν δικαστηρίων. Ἀναγκάζονται οἱ δυστυχεῖς ἐκ τῶν ψευ-
611δῶν βεβαιώσεων τοῦ ἐφόρου, πρὸς ἀποφυγὴν δικαστικῶν
612ἀγώνων καὶ πρὸς ἀποφυγὴν δικαστικῶν δαπανῶν, νὰ πλη-
613ρώνουν αὐτὸ τὸ ἐπιτήδευμα, καὶ πληρόνουν διπλᾶ. Ἄν δὲ
614ἔχητε τὴν καλωσύνην, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἴδητε εἰς τὸν φο-
615ρολογικὸν κατάλογον τοὺς κτηματίας καὶ κηπουρούς, τοὺς
616πληρώσαντας καὶ ἐπιτήδευμα καῤῥαγωγέως, οἵτινες εἶναι
617ἄνω τῶν 400. Ἄν διατάξητε τοὺς ὑπαλλήλους εἰς ἀληθεῖς
618βεβαιώσεις, θὰ ἴδητε ὅτι εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ.
619§20ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀναγκάζομαι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
620τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑπομνήσω σχετικὴν παράκλησίν μου,
621ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ πρό τινων ἡμερῶν, περὶ τῆς ἀδικίας
622τῆς γενομένης εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας Ἑρμουπόλεως. Εἶπον
623τότε καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας βεβαίως γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουρ-
624γὸς, ὅτι μετὰ τὸν κατάλογον τὸν καταρτισθέντα περὶ φό-
625ρου τῶν οἰκοδομῶν τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως, ὡς ἐκ τῆς
626μεγίστης ἀδικίας, ἡ ὁποία εἶναι καταφανεστάτη, ὁ λαὸς
627τῆς Ἑρμουπόλεως συνῆλθεν ἐν συλλαλητηρίῳ εἰς τὴν κεν-
628τρικὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως καὶ ὑπέβαλεν εὐχὴν εἰς τὸ
629Ὑπουργεῖον, ἵνα διὰ παντὸς μέσου φροντίσῃ διὰ τὴν ἐπα-
630νόρθωσιν τῶν γενομένων καὶ ὅτι κατόπιν τὸ Ἐμπορικὸν
631Ἐπιμελητήριον τῆς Ἑρμουπόλεως ὁμοίαν εὐχὴν ὑπέβαλε
632πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ οὗτος ἠρκέ-
633σθη νὰ τοὺς παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ποικίλων
634καὶ ἀτελευτήτων ἐκείνων διατυπώσεων, διὰ τῶν ὁποίων
635εἷς ἕκαστος τῶν φορολογουμένων θὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του.
636Θὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του, ἀλλὰ πότε; ὅταν αὐτὸς ἐξα-
637ναγκαζόμενος καταβάλῃ αὐτὴν τὴν ἀνυπόστατον φορολο-
638γίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη διὰ τοιούτου ἀδίκου κατα-
639λόγου. Παρακαλῶ δὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐκ Σύ-
640ρου νὰ βεβαιώσουν, ἐὰν τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα ἦναι ἀληθῆ·
641νὰ βεβαιώσουν ἐὰν δὲν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι μὲ ὅλην τὴν δυσ-
642πραγίαν τὴν τοπικὴν καὶ τὴν γενικὴν, τὴν μαστίζουσαν
643τὸν ἄλλοτε ἐμπορικώτατον ἐκεῖνον τόπον, μὲ ὅλην τὴν
644ἀναμφισβήτητον ἀλήθειαν, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν μικρῶν
645οἰκιῶν τῆς πόλεως ἐκείνης, ὡς ἐκ τῆς τοιαύτης τοπικῆς
646καὶ γενικῆς δυσπραγίας, ἀπό τινων ἤδη ἐτῶν μένουσι κε-
647ναὶ, ὁ κ. πρώην οἰκονομικὸς ἔφορος τῆς Σύρου ἐνόμισεν
648ὅτι ἐκτάκτως ἠδύνατο ν’ ἀναβιβάσῃ κατὰ πολλὰς ἑκα-
649τοντάδας χιλιάδων δραχμῶν τὸν κατάλογον τοῦ φόρου τῶν
650οἰκοδομῶν, καὶ μὲ ὅλας τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι τῷ
651ἐγένοντο παρὰ τῶν συμπραξάντων μετ’ αὐτοῦ ὑπαλλήλων,
652ὅτι προφανέστατα ἠδίκει τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν οἰκιῶν ἐκεί-
653νων, διότι οὗτοι ἢ δὲν ἐνῳκίασεν αὐτὰς, ἢ τὰς ἐγκατέλι-
654πον πρὸ πολλοῦ, ἢ ὑπέστησαν σπουδαιοτάτην μείωσιν
655τὰ ἐνοίκιά των, ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τοῦ πληθυσμοῦ
656τῆς Ἑρμουπόλεως, ὁ κ. ἔφορος, θέλων νὰ δείξῃ ὑπέρμετρον
657ζῆλον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀνέγραψε ποσὰ φορολογητέα μυ-
658θώδη ἐν τῷ καταλόγῳ ἐκείνῳ. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ συνεζη-
659τήθη ἡ ἀδικία ἐκείνη, ὥστε ἠνάγκασε πρωτοφανῶς τὸν
660λαὸν τῆς Ἑρμουπόλεως νὰ συνέλθῃ κατὰ τὸν παρελθόντα
661Αὔγουστον ἐν συλλαλητηρίῳ καὶ νὰ ὑποβάλῃ εὐχὴν εἰς
662τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐδοκήσῃ ἐπὶ
663τέλους νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ τῆς τοιαύτης προσγινομένης ἀδι-
664κίας εἰς τὸν ἀτυχοῦντα ἐκεῖνον τόπον. Ἀλλὰ καὶ περι-
665πλέον, ὡς προεμνήσθην, διότι ἡ εὐχὴ ἐκείνη τοῦ λαοῦ δὲν
666εἰσηκούσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸ
667μικροῦ ἤδη, πρὸ μηνὸς νομίζω, τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητή-
668ριον, συναισθανόμενον τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς
669τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὑπέβαλεν ὁμοίαν εὐχὴν καὶ κατέδειξε
670πόσον ἄδικος συνετάχθη ὁ ἐν λόγῳ κατάλογος.
671Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ παρα-
672πέμψῃ τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους ἰδιοκτήτας εἰς τὴν ἐκπλήρω-
673σιν, ὡς προεῖπον, τῶν ἀτελευτήτων νομίμων διατυπώσεων,
674ἐνῷ ἠδύνατο, εἴτε ἀναθέτων εἰς τὸν τακτικὸν οἰκονομικὸν
675ἐπιθεωρητὴν, εἴτε ἀποστέλλων εἰδικὸν τοιοῦτον ἐπὶ τέ-
676λους, νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν δικαίαν εὐχὴν τῶν κατοίκων Ἑρ-
677μουπόλεως. Ἀλλὰ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τίποτε ἐξ ὅλων τού-
678των δὲν θὰ πράξῃ καὶ μετὰ τοῦτο. Θὰ παραπέμψῃ ἁπλῶς
679αὐτοὺς εἰς τοὺς τύπους. Ἐν τῷ μεταξὺ οὗτοι, ἐξαναγκα-
680ζόμενοι, θὰ καταβάλωσιν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ κατα-
681βάλωσι, καὶ τοιουτοτρόπως πάντα ταῦτα τὰ δίκαια παρά-
682πονα τῶν ἀτυχῶν καὶ ἀδικουμένων τούτων πολιτῶν θὰ
683ῥιφθῶσιν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
684Δὲν ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα, κύριε Βοκοτόπουλε;
685§21ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουσιν οὕτω.
686§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν
687ἀναφορὰν φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς πλείστων ἀμπελοκτη-
688μόνων τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, διὰ τῆς ὁποίας ἱκετεύουσι
689τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον τὸν
690ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῶν οἴνων τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς. Φρονῶ,
691Κύριοι, ὅτι οὐδέποτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ
692μᾶλλον βάσιμος καὶ μᾶλλον δεδικαιολογημένη. Εἶναι γνω-
693στὸν καὶ παρὰ πάντων ἀνεγνωρισμένον, ὅτι ὁ ἐπιβαλλόμε-
694νος ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐνιαῖος φόρος καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς
695ἐπικρατείας εἶναι ὅλως ἄδικος, ἄνισος, ἕνεκα τῆς διαφόρου
696τιμῆς τοῦ οἴνου κατὰ τὰς διαφόρους ἐπαρχίας. Καὶ αὐτὴ
697ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς
698πλειοψηφίας ἀνεγνώρισε τὴν ἀδικίαν καὶ ἀνισότητα ταύτην
699καὶ ἐσύστησε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ κατὰ τὸ προ-
700σεχὲς ἔτος πρόνοιαν περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας ἐπὶ
701τῆς ἀγοραίας τιμῆς τοῦ οἴνου ἑκάστου τόπου.
702Ἀλλ’ ἂν, Κύριοι, δι’ ἁπάσας τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας δύ-
703ναται νὰ δικαιολογηθῇ τοιαύτη ἀναβολὴ, ἕνεκα τῶν οἰκο-
704νομικῶν περιστάσεων, φρονῶ ὅτι διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μαν-
705τινείας ὑπάρχει ἰδιαίτερος λόγος, ἵνα ἀπὸ τοῦδε εὐαρεστη-
706θῇ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὡρισμένον μέτρον. Εἶναι, Κύριοι,
707γνωστὸν, καὶ πολλάκις ἐῤῥήθη καὶ ἐβεβαιώθη ἐν τῇ Βουλῇ,
708ὅτι τόσον ἄφθονος εἶναι ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου ἐν τῇ ἐπαρ-
709χίᾳ ἐκείνῃ, καὶ τόσον ἐκπίπτουσι πάντοτε αἱ τιμαὶ, ὥστε
710πολλάκις, ὅπως κατὰ τὸ τρέχον ἔτος συμβαίνει, ὁ ἐπιβαλ-
711λόμενος φόρος εἶναι ἀνώτερος τῆς ἀξίας τοῦ φορολογουμέ-
712νου πράγματος. Νομίζω, ὅτι τοιαύτην φορολογίαν οὐδεμία
713οἰκονομικὴ περίστασις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ, διότι αὕτη
714ἀποτελεῖ ἀληθῆ δήμευσιν τῆς ἰδιοκτησίας, στεροῦσα τοὺς
715πολίτας καὶ αὐτῶν τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας, ἐναντίον
716καὶ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο φρονῶ,
717ὅτι ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν ἐπαρχίαν ταύτην πρέπει νὰ ληφθῇ
718ἰδιαιτέρα πρόνοια καὶ ἀπὸ τοῦδε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν
719Βουλὴν, καθὼς καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μελετήσωσι τὴν
720ἀναφορὰν αὐτὴν ἐπισταμένως, ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν
721συζήτησιν τῶν φορολογικῶν νόμων νὰ ὑποβάλω καὶ σχετι-
722κὰς περὶ τούτου προτάσεις.
723Ἀναγκάζομαι νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
724Οἰκονομικῶν ἐπερώτησίν τινα, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει
725κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον. Ἴσως, ἐπειδὴ ὑπεβλήθη
726κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
727κονομικῶν δὲν ἔλαβε πρόνοιαν, διὰ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν
728Βουλὴν πληροφορίας. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὸν
729πρώην ὑποταμίαν Γεώργιον Μπονέρον, ὅστις, παυθεὶς πρὸ
7306 ἐτῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, δὲν ἠδυνήθη εἰσέτι, καίτοι
731ὑποβαλὼν ἔκτοτε τὸν λογαριασμόν του, νὰ ἀναλάβῃ τὴν
732ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε καταθέσει, ἐπειδὴ δὲ τὰ κατατε-
733θέντα διὰ τὴν ἐγγύησιν χρήματα ὠφείλοντο εἰς ἄλλους,
734μυρίας ὑπέστη καταδιώξεις καὶ ἐκποιήσεις τῶν κτημάτων
735του, διὰ νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἐγγύησιν.
736Φρονῶ, Κύριοι, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι,
737προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων παυθέντων τῆς ὑπηρεσίας, δὲν
738εἶναι δίκαιον τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀκούομεν ὅτι λαμβά-
739νεται, νὰ ἀναβάλλωνται αἱ ἐπιστροφαὶ τῶν ἐγγυήσεων μέ-
740χρις ὅτου ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Συνεδρίου ὁλόκλη-
741ρος ἡ ἐτησία διαχείρισις. Τοιοῦτον μέτρον εἶναι ἄδικον δι’
742ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπαύθησαν, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τῆς
743περιουσίας των, χωρὶς νὰ συντελῇ εἰς ἐξασφάλισίν τινα τῶν
744συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν τὸ μέτρον
745ἦναι καὶ γενικὸν, ἢ μήπως τυχὸν γίνωνται καὶ ἐξαιρέσεις,
746καὶ παρακαλῶ καὶ περὶ τούτου τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
747κονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ πληροφορίας.
748Ὑποβάλλω τὴν ἐπερώτησιν ἐγγράφως, ὅπως καὶ ἄλλοτε
749τὴν εἶχον ὑποβάλει, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
750Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ.
751Τέλος, Κύριοι, νομίζω καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
752Βουλὴν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν παρελθοῦσαν
753Παρασκευὴν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδυνή-
754θην ὅμως ἔκτοτε ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν
755ἠδυνήθην νὰ λάβω τὸν λόγον ἕνεκα συζητήσεως ἄλλων
756ἀντικειμένων. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο προέρχεται ἐξ Ἀτα-
757λάντης καὶ φέρει τὰς ὑπογραφὰς δύο δικηγόρων, Πυργο-
758πούλου καὶ Μπράβη, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν γνωρίζω καὶ
759οἵτινες καταγγέλλουσι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
760«Μετὰ τὰ λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ 1 Δεκεμβρίου, κρα-
761τοῦντα ἀνάστατον πόλιν μας, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι υἱὸς
762δημάρχου Δαφνησίων, ἡγούμενος συγχωρίων, κατὰ διανο-
763μὴν ξυλείας 28–29 παρελθόντος ἐξύβρισεν αἰσχρότατα
764ἐπιτροπὰς ἐράνων, Βασιλικὴν οἰκογένειαν, πάσας ἀρχὰς,
765Κυβέρνησιν, ἀστυνομικὸν σταθμάρχην, ἐπιτεθεὶς κατ’ αὐ-
766τοῦ, προσκαλῶν συγχωρίους ἐπιτεθῶσι κατ’ ἐξουσίας, ἁρ-
767πάσωσι ξυλείαν. Ἀνελθὼν ἐπὶ στιβάδος σανίδων, διένει-
768μεν αὐτοβούλως, οὐδένα σεβόμενος, προκαλῶν στάσιν. Τού-
769των λαβὼν γνῶσιν ἀπὼν ἀστυνόμος Ἀταλάντης, ἔσπευσεν
770ἐπανέφερε τάξιν, συνέλαβε συνεργοὺς στάσεως, ἀρχηγοῦ
771διαφυγόντος πρὸ ἀφίξεως ἀστυνόμου, οὐχὶ μὴ συλληφθέν-
772τος, ὡς εἶπεν Εὐταξίας. Ἀστυνόμος Γρηγοράκης διακρίνε-
773ται ἐπὶ ἀμεροληψίᾳ καὶ ἠπιότητι. Παρακαλοῦμεν συνη-
774γορήσατε ὑπὲρ ἀδικηθέντος, ἀποστελλομένου Εἰσαγγελέως
775Ἐφετῶν πρὸς διαλεύκανσιν ὑποθέσεως.»
776Ἡ αἴτησις, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται, εἶναι νὰ ἀποσταλῇ
777ἀνώτερος δικαστικὸς ὑπάλληλος, ὅπως βεβαιώσῃ τὰ συμ-
778βάντα. Ἐπειδὴ πολλὰ ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, τὸν
779ὁποῖον ἐγὼ ὡσαύτως δὲν γνωρίζω, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆ-
780κον νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἀποστολῆς ἀνωτέρου δικαστι-
781κοῦ ὑπαλλήλου, ὅπως ἀποδειχθῇ τὸ ἀνακριβὲς τῶν αἰτιά-
782σεων αὐτῶν, διότι δὲν θεωρῶ δίκαιον νὰ κακολογῶνται ἀδί-
783κως ὑπάλληλοι ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν των.
784§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔρχομαι καὶ ἐγὼ εἰς ὑποστήριξιν τῆς
785προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, ὅπως ἀποστα-
786λῇ εἰς Ἀταλάντην εἷς ἀνώτερος ὑπάλληλος, ἵνα ἐξακρι-
787βώσῃ διὰ διοικητικῶν ἀνακρίσεων τὰ λαβόντα χώραν κατὰ
788τὴν διανομὴν τῆς ξυλείας ἐν τῇ Σκάλᾳ αὐτῆς. Ἐγὼ βε-
789βαίως δὲν ἐξέφρασα παράπονα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν κατὰ τοῦ
790ἀστυνόμου Ἀταλάντης. Βεβαιῶ ὅτι εἶναι ἀνὴρ ἀνεξάρτη-
791τος καὶ ἀκέραιος, ἀλλὰ κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἐπέ-
792δειξεν ἐν τῇ παραφορᾷ του ζῆλον ὑπέρμετρον, διατάξας τὴν
793σύλληψιν, πλὴν τοῦ κυρίως ἐνόχου, καὶ ἀνθρώπων ὅλως
794διόλου ἀθώων, οἷος ὁ πρώην δήμαρχος Δαφνησίων Γεώργιος
795Μιχαλόπουλος, ὁ ὁποῖος εἰς οὐδεμίαν σχέσιν εὑρίσκεται πρὸς
796τὸν υἱὸν τοῦ δημάρχου Ἀντωνίου καὶ ὁ ὁποῖος, ὡς καὶ
797ἄλλοι πολλοὶ, ἀπηλπίσθησαν ὅτι θὰ ἐλάμβανον ξυλείαν
798καὶ οὐδὲ προσῆλθον εἰς τὴν διανομήν. Ἐγὼ λοιπὸν κατὰ
799τοῦτο μόνον ἐμέμφθην τὸν κ. ἀστυνόμον Ἀταλάντης, καθ’
800ὅσον, ὑπείκων ἴσως εἰς πεπλανημένας πληροφορίας, ἐνόμισεν
801ὅτι οἱ Λιβαναταῖοι ὅλοι ἐστασίασαν.
802Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνακοι-
803νώσω εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημά τι τῶν κατοίκων Μα-
804λεσίνης. Ἔλαβον γνῶσιν τῶν τηλεγραφημάτων καὶ τῶν
805λογαριασμῶν τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσω-
806τερικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπεφυλάχθην ὅμως νὰ μὴ λάβω τὸν
807λόγον νῦν, διότι ἴσως θὰ μακρηγορήσω πολὺ, καὶ δὲν ἤθε-
808λον νὰ θεωρηθῶ ὅτι ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ κυ-
809ριωτέρου ἔργου αὐτῆς, τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογι-
810σμοῦ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ὅμως νὰ ἀνακοινώσω τὸ ἐκ Μα-
811λεσίνης τηλεγράφημα, ἔχον ὡς ἑξῆς:
812«Σχηματισθείσης λίμνης ὀμβρίων ὑδάτων εἰς ἣν θέσιν
813ἐτοποθετήθησαν παραπήγματα ὑπὸ ἁρμοδίων, μένομεν ὑπαί-
814θρῳ ἑκατὸν οἰκογένειαι. Ὑψώσατε φωνήν. Τροφαὶ, ἔπιπλα
815σήπονται ὕδατα. Σώσατέ μας, πρὸς Θεοῦ! Ἀπωλόμεθα ἐκ
816τοῦ ψύχους. Ἐπιτρέψῃ Ὑπουργεῖον λάβωμεν ξυλείαν πα-
817ραπηγμάτων, κατασκευάσωμεν μόνοι ἀλλαχοῦ ξυλείαν.
818«Κάτοικοι Μαλεσίνης.»
819(ἕπονται αἱ ὑπογραφαί).
820Πάντα ὅσα ἐγένοντο μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν ἐκεί-
821νων σεισμοπαθῶν ἐγένοντο ἀπερισκέπτως. Μεταξὺ τῶν ἄλ-
822λων ὑπάρχει καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ἀπεστάλησαν ἐντεῦθεν
823ἀξιότιμοι ἄλλως Κύριοι, ἵνα καθορίσωσι, ποῦ πρέπει νὰ
824γείνῃ ὁ συνοικισμὸς, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας
825τῶν ἐντοπίων, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἰδίᾳ τὴν γνώμην τοῦ
826δημάρχου Ἀταλάντης, ἴσως διότι ἦτο φίλος μου, καὶ προέ-
827βησαν εἰς τὸ νὰ ὁρίσωσι καὶ ἐν Νέᾳ Πέλλῃ καὶ ἐν Μαλε-
828σίνῃ διὰ συνοικισμὸν μέρος, ἐν ᾧ πολλαὶ πλημμύραι συμ-
829βαίνουσι. Καὶ οὕτω σήμερον τὰ παραπήγματα κατέστη-
830σαν ἀκατοίκητα καὶ ἐν Μαλεσίνῃ καὶ ἐν Νέᾳ Πέλλῃ.
831Θὰ καταθέσω τὸ ἀναγνωσθὲν τηλεγράφημα, καὶ θὰ παρα-
832καλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὸ διαβιβάσῃ
833εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐράνων, ἥτις, κατὰ τὸ ἔγγραφον
834αὐτῆς, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἔχει εἰσέτι
835εἰς χεῖράς της 600 χιλιάδας δραχμῶν. Εἶναι καιρὸς πλέον
836νὰ ἐννοήσωσιν οἱ Κύριοι οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν ἐπιτροπὴν ταύ-
837την, ὅτι τὰ χρήματα δὲν ἀπέστειλαν οἱ συγκινηθέντες ἐκ
838τῶν δεινῶν τῶν παθόντων ἐκ τῶν σεισμῶν, ὅπως τὰ φυλά-
839ξωσιν, ἀλλ’ ὅπως τὰ χρησιμοποιήσωσι πρὸς ταχεῖαν ἀνα-
840κούφισιν αὐτῶν.
841Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
842διαβιβάσῃ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ
843νὰ συστήσῃ εἰς αὐτὴν, ἵνα σπεύσῃ νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν
844παθόντων τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα παρεδόθησαν πρὸς τὸν
845σκοπὸν τοῦτον εἰς αὐτήν.
846§24ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
847Καὶ προηγουμένως, εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν, ὁ κ. Βουλευτὴς
848ἔφερε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου κατὰ τρόπον, ὁ
849ὁποῖος, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, παρήγαγε καὶ εἰς ἐμὲ ἀκόμη
850ἀγανάκτησιν, διότι πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ὑπὲρ
851τῶν παθόντων Λοκρῶν, ἐγένετο τῇ φροντίδι τῆς Κυβερ-
852νήσεως, ἀλλὰ καὶ τῇ ἐπιμελείᾳ ἀνδρὸς ἐντιμοτάτου. Ἡ
853Κυβέρνησις ἀνέθετο εἰς τὸν κ. Μεταξᾶν, ἵνα οὗτος, μετα-
854βαίνων ἐπὶ τόπου, ἐκτελέσῃ ὅ,τι ἦτο ἀναγκαῖον, ἀλλὰ καὶ
855δυνατὸν ὑπὲρ τῶν παθόντων. Ὁ κ. Μεταξᾶς μετέβη καὶ εἰς
856Μαλεσίνην, ὁ κ. Μεταξᾶς ἐξέλεξε τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον
857ἐτοποθετήθησαν τὰ παραπήγματα. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶχεν
858ἀνάγκην νὰ συμβουλευθῇ τὸν δήμαρχον Ἀταλάντης, ἢ ἂν
859ἠρώτησε τὸν δήμαρχον Ἀταλάντης καὶ οὗτος προσδιώρισε
860τὸ μέρος. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, τοῦτο μόνον
861γνωρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ ἔχει πλήρη ἐμπιστο-
862σύνην πρὸς τὸν κ. Μεταξᾶν καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξετέ-
863λεσε τὸ καθῆκόν του μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του. Τὸ ἀποτέ-
864λεσμα τῆς σκληρᾶς ἀχαριστίας, ἣν πρὸς αὐτὸν δεικνύουσιν
865οἱ ὑπὲρ ὧν εἰργάσθη, εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ ἔθεσεν εἰς
866τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ποσὸν 50 χιλιάδων δραχ-
867μῶν, ὅπως χρησιμοποιηθῇ εἰς διανομὴν ξυλείας, ὁ συνταγ-
868ματάρχης κ. Μεταξᾶς ἐδήλωσεν ὅτι ἀδυνατεῖ πλέον νὰ
869δεχθῇ τοιαύτην ἐντολὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐπέ-
870στρεψε τὸ ποσὸν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
871Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, χωρὶς κἂν νὰ ἐξε-
872τάσω, ἂν ἦναι ἀληθὲς τὸ ἀναγραφόμενον ἐν αὐτῷ, ὅτι
873ἐπλημμύρησαν τὰ παραπήγματα, διέταξα καὶ δι’ ἄλλους
874λόγους νὰ διαλυθῶσι τὰ παραπήγματα καὶ νὰ διανεμηθῇ
875ἡ ξυλεία εἰς τοὺς κατοίκους, ὅπως τοποθετήσωσι ταῦτα οἱ
876κάτοικοι ὅπου ἄν θελήσωσι. Πᾶν ὅ,τι ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ζη-
877τήματος τούτου, ἐγένετο, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ τὴν ἐπιμέ-
878λειαν τοῦ ἀξιοτίμου συνταγματάρχου κ. Μεταξᾶ, ὁ ὁποῖος
879εἰργάσθη διὰ πάσης θυσίας, εἰργάσθη μὴ φεισθεὶς τῆς ὑγείας
880του, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἀντὶ εὐχαριστιῶν ποτίζεται
881πικρίας, δι’ ὧν τακτικῶς ἀκούομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Βου-
882λευτηρίου λόγων.
883§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶναι μέλος τῆς
884ἐπιτροπῆς, καὶ εἶναι ἑπομένως ἐν γνώσει τῶν ἔργων, τὰ
885ὁποῖα ἐπετέλεσεν αὕτη.
886§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρῃτήθην πρὸ πολλοῦ.
887§27ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀνέλαβε τὴν συλλογὴν ἐράνων
888ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν, ἡ ἐκτέλεσις δὲ τῶν βοηθειῶν, ὡς
889εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνετέθη εἰς
890τὸν κ. Μεταξᾶν καὶ ἄλλους ἀξιωματικούς. Ὁσάκις τῆς
891ἐζητήθησαν χρήματα, ἡ ἐπιτροπὴ τὰ παρέσχεν, ἐπὶ τῇ βε-
892βαιότητι, ὅτι ἤθελον χρησιμοποιηθῆ διὰ τὸν σκοπὸν, δι’
893ὃν συνελέχθησαν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προσθέσω,
894εἶναι, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων ἐπέδειξαν μεγά-
895λην ὑπερηφάνειαν, καὶ λίαν ἀξιεπαίνως ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν
896θέλουσιν ἀτομικὰς βοηθείας, ἀλλὰ ζητοῦσι μόνον νὰ ἐκτε-
897λεσθῶσι γενικὰ κοινοτικὰ ἔργα. Ὁμολογῶ ὅτι ἴσως ὑπερέ-
898βησαν τὰ ὅρια τῆς ὑπερηφανείας καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως,
899τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ δείξωσι, καὶ ἡ ὁποία προεκάλεσε
900τὸν θαυμασμόν μας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Σήμερον βλέπω, ὅτι
901ὁ χειμὼν τοὺς ἔφερεν εἰς δύσκολον θέσιν, καὶ ἐνῷ ἐνόμιζον
902ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσιν ἐξ ἰδίων, ἐπείσθησαν ὅτι ἔχου-
903σιν ἀνάγκην τῶν βοηθειῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἐννοεῖται, θὰ λάβῃ
904ὑπ’ ὄψιν τὴν περίστασιν ταύτην καὶ θὰ πράξῃ ὅ,τι ἐπιβάλ-
905λεται αὐτῇ.
906§28ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἤμην καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν
907μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων, ἀλλὰ παρῃτήθην πρὸ
908πολλοῦ, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς γινώσκει
909τοὺς λόγους, δι’ οὓς παρῃτήθην. Παρῃτήθην, διότι ἠθετήθη
910ἀσυστόλως, τῇ συγκαταθέσει πολλῶν ἐκ τῶν μελῶν τῆς
911ἐπιτροπῆς, τὸ καταστατικὸν, οὕτως εἰπεῖν, διάταγμά της.
912Ἡ ἐπιτροπὴ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν διὰ τοῦ διατάγμα-
913τος ἐκείνου, ὄχι μόνον νὰ συλλέξῃ ἐράνους, ἀλλὰ καὶ νὰ
914διαθέσῃ αὐτούς. Δυστυχῶς ὅμως οἱ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνά-
915δελφοι, ὀλιγωροῦντες παντάπασι τοῦ δευτέρου τούτου δι-
916καιώματος καὶ καθήκοντος, παρῃτήθησαν αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς
917Κυβερνήσεως. Ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐγγράφου της καὶ
918μᾶς εἶπε «χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπιτροπὴ,
919ἐδαπάνησα πλέον τοῦ ποσοῦ τῆς πιστώσεως τῶν 200 χι-
920λιάδων δραχμῶν 185 χιλιάδας, τὰς ὁποίας ζητῶ νὰ μοὶ
921καταβάλητε πάραυτα ἐκ τῶν ἐράνων». Τότε καὶ ἐγὼ καὶ
922ὁ κ. Ρικάκης ἐξανέστημεν κατὰ τῆς τοιαύτης ἀξιώσεως
923τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἐσκέφθη, ὅτι ἔπρεπε
924τότε νὰ δεχθῶμεν, ἵνα καταβάλωμεν τὰς 185,000 δρ. εἰς
925τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ νὰ δηλώσωμεν πρὸς αὐτὴν,
926ὅτι τοῦ λοιποῦ πᾶσα δαπάνη, γενομένη ὑπ’ αὐτῆς ἄνευ
927τῆς συγκαταθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν θὰ ἐλαμβάνετο τὸ
928παράπαν ὑφ’ ἡμῶν ὑπ’ ὄψιν. Ἀνεφέραμεν τότε ταῦτα τῷ
929κ. Ὑπουργῷ, ὁ ὁποῖος ἔσχε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐὰν
930οὕτω ἐννοοῦμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ διάταγμα, δύναται νὰ
931καταργήσῃ αὐτὸ, ἀλλ’ εἶτα ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς τὸ ἄδι-
932κον, τὸ ὁποῖον εἶχε, καὶ ἐδέχθη, ὅπως οὐδεμία δαπάνη γέ-
933νηται ἐφεξῆς ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
934Ἀλλὰ δὲν παρῆλθον ἔκτοτε πολλαὶ ἑβδομάδες, καὶ ὁ κ.
935Μπουφίδης μᾶς παρήγγειλε διὰ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτρο-
936πῆς, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ τῷ μετρηθῶσιν αἱ 200,000 δραχ-
937μαὶ, ἡ ἔκτακτος πίστωσις, ἡ διατεθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
938σεως ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν. Τότε ἐγένετο μακρὰ συζήτησις
939ἐν τῇ ἐπιτροπῇ περὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης τοῦ κ. Ὑπουρ-
940γοῦ, καὶ ἀφοῦ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἰδική μου γνώμη, ὅτι
941ἔπρεπε ν’ ἀποῤῥῥιφθῇ αὕτη, ὡς παράνομος καὶ ἄδικος διὰ
942τοὺς σεισμοπαθεῖς, διεμαρτυρήθην καὶ ἀπεσύρθην ἐκ τῆς
943ἐπιτροπῆς, καὶ ἔκτοτε ἐμάνθανον τὰ κατ’ αὐτὴν ἐκ τῶν
944ἐφημερίδων, ἐκ δὲ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ.
945Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπληροφορήθην, ὅτι ἔχει ἀκόμη
946εἰς τὴν διάθεσίν της 600 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ αὐτὸ τὸ
947ποσὸν οἱ Κύριοι τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐννοοῦσι νὰ τὸ διαθέσω-
948σιν ἐγκαίρως ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν σεισμοπαθῶν. Ὡς πρὸς
949τοὺς ἰσχυρισμοὺς δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν,
950τὸν παρακαλῶ νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὸν κ. Μεταξᾶν, διότι
951οὐχὶ οὗτος, ἀλλ’ αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὸν διορισμὸν
952τῶν διαφόρων ἐκτελεστικῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες ἐτέλεσαν
953ἀληθῆ ὄργια κατὰ τὴν διανομὴν τῆς ξυλείας, αὐτὸς ἔχει
954τὴν εὐθύνην πᾶσαν καὶ ἂς μὴ ζητῇ νῦν νὰ κρύπτηται ὄπι-
955σθεν ἄλλων.
956§29ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
957Ποτὲ δὲν ἠθέλησα νὰ κρυφθῶ ὄπισθεν ἄλλων.
958§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τὸν συνοικισμὸν τῆς Σκάλας δὲν εὐθύ-
959νεται ὁ κ. Μεταξᾶς, τοῦτο τὸ γινώσκει κάλλιστα ὁ κ.
960Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐν ἐπιγνώσει τούτου λέ-
961γει, ὅτι ὁ κ. Μεταξᾶς προσδιώρισε τὴν τοποθεσίαν αὐτοῦ.
962Καὶ ἡ τοποθεσία τοῦ συνοικισμοῦ τῆς Σκάλας καὶ τὰ τοῦ
963συνοικισμοῦ τῆς Μαλεσίνης ἀπεφασίσθησαν πρὶν ἢ μεταβῇ
964εἰς τὴν Λοκρίδα ὁ κ. Μεταξᾶς. Μηχανικοὶ τῆς Κυβερνή-
965σεως μετέβησαν ἐκεῖσε, ἔκαμον τὰ σχεδιαγράμματα, καὶ
966ἔγειναν οἱ συνοικισμοί. Τίνα λοιπὸν σχέσιν ἔχει ὁ κ. Με-
967ταξᾶς;
968Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, τί θέλομεν τὰ ὀνόματα καὶ τοὺς
969τιμίους χαρακτῆρας, ὅταν ἔχωμεν τὰ πράγματα κατα-
970βοῶντα, ὅταν βλέπητε 100 οἰκογενείας διαμαρτυρομένας
971ὅτι ὁ συνοικισμός των ἐγένετο εἰς μέρος κατακλυζόμενον
972τὸν χειμῶνα; Ἐν ὥρᾳ τοιαύτῃ τοῦ ἔτους οἱ δυστυχεῖς
973ἐκεῖνοι ἄνθρωποι εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς τὸ ψῦχος καὶ τὴν
974βροχὴν, ἄνευ ἐπαρκοῦς ξυλείας, ἄνευ καταλλήλων παρα-
975πηγμάτων. Τί τοὺς ὠφελοῦν τώρα τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα
976ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργός; Τὰ αὐτὰ συμβαίνουσιν εἰς
977τὴν Ἀταλάντην, τὰ αὐτὰ καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη, διότι
978πανταχοῦ ἀπεδείχθησαν ἀνίκανοι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ
979ἐπιτροπὴ νὰ ἐπέλθωσιν ἐπίκουροι εἰς τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας
980τῶν παθόντων.
981Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα, ὅτι οἱ Λοκροὶ δὲν κατεδέ-
982χθησαν νὰ ζητήσωσι προσωπικὴν συνδρομὴν, τοῦτο εἶναι
983ἀληθὲς, καὶ τὸ ἀπέδειξαν οἱ συμπολῖταί μου κατὰ τὴν
984ἐκεῖσε μετάβασιν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ κ.
985Πρωθυπουργοῦ. Ἀπεδείχθησαν ἱππόται ἀληθεῖς, προτιμή-
986σαντες νὰ φέρωσι γενναίως τὴν δυστυχίαν των, χωρὶς νὰ
987ἐπαιτήσουν συνδρομήν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις συνέ-
988στησεν ἐπιτροπὴν, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ συνέλεξε χρήματα
989ὑπὲρ αὐτῶν, ταῦτα εἶναι ἰδιοκτησία τῶν Λοκρῶν καὶ ὄχι
990τοῦ κ. Ρικάκη ἢ ἄλλου τινὸς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς. Οἱ
991Λοκροὶ τότε καὶ μόνον ἀπηύθυναν ἀναφορὰς πρὸς τὴν ἐπι-
992τροπὴν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ
993τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς τὰς ἀναφορὰς, τὰς ὁποίας ὑπέ-
994γραψαν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν παθόντων μερῶν, καὶ θέλει
995ἴδει, ὅτι ἐν ταύταις λέγουσιν: «Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην
996νὰ γίνητε ἐπαῖται χάριν ἡμῶν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ συνελέ-
997γησαν χρήματα, ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς ἡμᾶς.» Καὶ τὰ χρή-
998ματα ταῦτα συνελέγησαν ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου καὶ τοῦ Αὐ-
999γούστου, καὶ ἐὰν τότε διεθέτετε πράγματι ὑπὲρ τῶν πα-
1000θόντων 600–800 χιλιάδας δραχμῶν, τὴν σήμερον δὲν θὰ
1001ὑφίσταντο αὐτοὶ τὰ πάνδεινα. Ὑπέχετε λοιπὸν καὶ σεῖς,
1002κύριε Ὑπουργὲ, εὐθύνην διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, καὶ
1003τοῦτο θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω, ὅταν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, παρερ-
1004χομένης τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, λάβω
1005τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγ-
1006γράφων, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλετε. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ
1007θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως
1008ἀποδειχθῇ τὸ ἀφατρίαστον τῶν ἐπιτροπῶν του, νὰ ὑποβάλῃ
1009κατάλογον τῶν λαβόντων καὶ ἄλλα μὲν βοηθήματα, ἀλλ’
1010ἰδίως ἄλευρα ἐν σάκκοις καὶ ξυλείαν· νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν
1011ἐπιτοπίων ἐπιτροπῶν νὰ ὑποβάλωσι πίνακα, ἐμφαίνοντα,
1012τίνες μέχρι τοῦδε ἔλαβον ξυλείαν, καὶ ἐκεῖθεν θὰ σᾶς ἀπο-
1013δείξω, ὁποίαν διανομὴν τῶν βοηθημάτων ἐνήργησαν αἱ
1014διάφοροι ἐπιτροπαί.
1015§31ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μέχρι πρὸ ὀλίγου
1016παρευρίσκετο εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς· ἐν τοῖς
1017πρακτικοῖς τῶν συνεδριάσεων ἀναφέρονται αἱ γενόμεναι συ-
1018ζητήσεις καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ παρευρίσκετο
1019τακτικῶς μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν διεφωνήσαμεν ὡς
1020πρὸς τὰς 180,000 δραχμὰς, περὶ ὧν καὶ ἐγὼ ἤμην σύμ-
1021φωνος μετ’ αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβε τὸ μέτρον
1022νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαφόρων μέτρων εἰς τὸν κ.
1023Μεταξᾶν καὶ λοιπὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διωρίσθησαν ὑπὸ
1024τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο ἐγένετο τῇ κοινῇ συναινέσει ὅλων
1025τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
1026§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐμοῦ διαμαρτυρομένου.
1027§33ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι οἱ κάτοικοι δὲν ἐφρόν-
1028τισαν νὰ κάμωσιν ἐγκαίρως τὰς παραστάσεις, τὰς ὁποίας
1029κάμνουσι τώρα.
1030§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ προσαχθῶσι παρακαλῶ αἱ ἀναφοραί.
1031§35ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἰδέα μου ἦτο νὰ συστηθῶσιν εἰδικαὶ ἐπι-
1032τροπαὶ, αἱ ὁποῖαι νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν γενικὴν ἐπιτρο-
1033πὴν τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων καὶ νὰ ὑποδείξωσι τὰ μέ-
1034τρα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀπαραίτητα, ἵνα θεραπευθῶσι προσω-
1035ρινῶς αἱ ἀνάγκαι των· τότε ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἦτο εἰς θέσιν
1036νὰ λάβῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν της. Τούτου μὴ γενομένου, ὁσά-
1037κις ἐλαμβάνομεν ἀναφορὰν, ἤμεθα ἠναγκασμένοι, τῇ συναι-
1038νέσει καὶ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, νὰ ἀναθέτωμεν εἰς
1039τὸν κ. Μεταξᾶν, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ἐκτελέσῃ τὰ δέοντα.
1040Αὐτὸ ἦτο τὸ λάθος ἀπ’ ἀρχῆς. Τώρα καὶ ἐγὼ βλέπω, ὅτι
1041οἱ κάτοικοι εἶναι εἰς δεινὴν θέσιν καὶ συλλογίζονται ἐκεῖνο,
1042τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κάμωσιν ἐξ ἀρχῆς. Εἰς τὴν τελευταίαν
1043συνεδρίασίν της ἡ ἐπιτροπὴ συνεκινήθη ὡς ἐκ τῆς κατα-
1044στάσεως, ἡ ὁποία παρίσταται, τῶν πασχόντων κατοίκων,
1045ἀλλὰ τί θέλετε νὰ πράξῃ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦ
1046ἔτους, ἀφοῦ ἀπ’ ἀρχῆς ἐδόθη ἄλλη διεύθυνσις εἰς τὴν ὑπό-
1047θεσιν αὐτὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀντέτεινεν οὔτε ὁ ἀξιότι-
1048μος συνάδελφος;
1049§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἵνα ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν λεγομέ-
1050νων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν, θὰ παρακαλέσω τὸν
1051κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ τὰ πρακτικὰ
1052τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰς ἀναφορὰς, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον οἱ
1053Λοκροὶ μέχρι τοῦδε εἰς αὐτήν.
1054§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Δεληγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
1055§38ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα ἐζήτησα ἐγὼ
1056τὸν λόγον (Θόρυβος).
1057§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ πλέον περὶ σεισμῶν ἐλέ-
1058χθησαν.
1059§40ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ
1060ὁμιλήσῃ σχετικῶς...
1061§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε λοιπὸν, κύριε Βάλληνδα.
1062§42ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τὸ συμπέρασμα, κύριε Πρόεδρε, τῆς συζη-
1063τήσεως ταύτης ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς
1064διέπει, φθάνει μέχρι καὶ τῶν ἀκροτάτων μέσων, ἤτοι ὅτι
1065καὶ τὴν φιλανθρωπίαν αὐτὴν ὑπὲρ τῶν ἀναξιοπαθησάντων
1066ἐκ τῶν σεισμῶν ἐννοεῖ νὰ ἐκμεταλλεύηται ἡ Κυβέρνησις τοῦ
1067κ. Τρικούπη. Βεβαίως δὲν γνωρίζω τὰς σχετικὰς λεπτο-
1068μερείας, ἀλλὰ κατὰ γενικὰς γραμμὰς μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ
1069ἔχω γνώμην, ὅτι, ὡς πάντες ἀντελήφθημεν, καὶ τὴν φιλαν-
1070θρωπίαν, ἡ ὁποία ἔσπευσε νὰ συντρέξῃ τοὺς δυστυχήσαντας
1071ἐκείνους συμπολίτας μας, ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἔπρεπε
1072νὰ ἐκμεταλλευθῇ ὑπὲρ ἑαυτῆς. Καὶ ὅταν ἦναι γνωστὸν καὶ
1073ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ φιλανθρωπία συνεισέφερε πλέον τοῦ
1074ἑκατομμυρίου πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀτυχῶν παθόντων ἐκ
1075τῶν σεισμῶν, καὶ ὅταν ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν τοῦ
1076κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἔκτοτε παρῆλθον ἀρκε-
1077τοὶ μῆνες, πλέον ἢ ἑξάμηνον, πῶς πρέπει νὰ χαρακτηρί-
1078σωμεν τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις, ἔχων τὸ
1079καθῆκον καὶ τὴν ἐποπτείαν τῆς διαχειρίσεως τοῦ συνεισε-
1080νεχθέντος ποσοῦ, ἔχει τὴν ἐλαφρὰν συνείδησιν νὰ ἀναβάλλῃ
1081ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ὁ χειμὼν καὶ νὰ μένωσιν
1082ἄστεγοι καὶ ἐγκαταλελειμμένοι καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς προστα-
1083σίας καὶ οὐδεμιᾶς κυβερνητικῆς μερίμνης οἱ ἀτυχεῖς σεισμο-
1084παθεῖς; Καὶ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δικαιολογεῖ ἑαυτὸν,
1085ἐπιῤῥίπτων τὴν εὐθύνην εἰς ἐπιτροπὰς; Οὐδεὶς ψέγει, κύριε
1086Πρόεδρε, τὸν Ἡρακλέα. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ κ.
1087Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλων νὰ καταστήσῃ συνυ-
1088πευθύνους καὶ ἄλλους, ἀναφέρει ὀνόματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως
1089ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν δύνανται νὰ ὑποστῶσι κἀνένα
1090ἔλεγχον. Αὐτὸς μόνος ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα ἐγκαίρως
1091καὶ ἀμελητεὶ τὰ ποσὰ τὰ συνεισενεχθέντα ὑπὸ τῶν φιλαν-
1092θρώπων διατεθῶσι πρὸς ἀνακούφισιν τῶν παθόντων. Ἑπο-
1093μένως δὲν δικαιολογεῖται, ὅταν ἐπιῤῥίπτῃ τὴν εὐθύνην εἰς
1094τὰς ἐπιτροπὰς καὶ εἰς ἄλλα ἀξιότιμα πρόσωπα, ἅτινα
1095διατελοῦσιν ὑπεράνω πάσης μομφῆς καὶ παντὸς ἐλέγχου.
1096Ἀλλ’ ὅλαι αὗται αἱ δικαιολογίαι συντελοῦσι πρὸς μείωσιν
1097τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀκεραίαν φέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1098Ἐσωτερικῶν, ὅταν αὐτὸς κρατῇ εἰς χεῖράς του, ὡς πρόεδρος
1099τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς δυνάμενος νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ἐπιτρο-
1100πὴν τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ὑπολειπομένων 600,000
1101δραχμῶν; Ἐν τούτοις ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην τὰς κραυγὰς
1102τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων σεισμοπαθῶν, ὅτι ὑφίστανται τὰς συνε-
1103πείας τοῦ δυστυχήματος, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτε-
1104ρικῶν νομίζει ὅτι δικαιολογεῖται, τοιαύτην δεικνύων ἀμέ-
1105λειαν, διότι πρέπει κατὰ τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας
1106αὐτὸς ἐν τῷ νῷ ἔχει, νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι
1107ἐκ τῆς φιλανθρωπίας, ὅταν αὐτὸς νομίσῃ πρέπον νὰ διακα-
1108νονίσῃ τὸν τρόπον τῆς διανομῆς τοῦ εἰς χεῖράς του εἰσέτι
1109ὑπάρχοντος ὑπολοίπου ποσοῦ!
1110Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰσεπράχθη-
1111σαν 1,200,000, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐδαπανήθησαν
1112μόνον 600,000 δραχμαὶ, καὶ ὅτι συνεπῶς μένουσιν ἔτι εἰς
1113τὰ θυλάκια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὄχι βεβαίως
1114ὡς προσώπου, ἀλλ’ ὡς ἀνωτέρου ἐπόπτου τῆς ἐπιτροπῆς,
1115τὴν ὁποίαν αὐτὸς διώρισεν, ἕτεραι 600,000. Ἀλλ’ ἐπὶ τέ-
1116λους, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, νομίζετε ὅτι πρέπει
1117νὰ ἐπέλθῃ τὸ θέρος, ἵνα λάβητε πρόνοιαν περὶ τῶν κατοί-
1118κων ἐκείνων, τῶν ἀστέγων καὶ τῶν ἐκτεθειμένων εἰς τὰ
1119ψύχη καὶ τὰς βροχὰς τῆς ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν διερχό-
1120μεθα; Τοῦτο τοὐλάχιστον μοὶ ἐπιβάλλεται κατὰ καθῆκον
1121νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομε-
1122ρείας, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶσθε ἀδικαιολόγητος, πρὸ τῶν
1123διαμαρτυριῶν καὶ τῶν κραυγῶν ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, καὶ
1124κακῶς νομίζετε ὅτι ἀπεκδύεσθε πάσης εὐθύνης, ἐπιῤῥίπτων
1125αὐτὴν εἰς ἐπιτροπὰς, τὰς ὁποίας σεῖς συνεστήσατε καὶ τῶν
1126ὁποίων ὑμεῖς ὀφείλετε, ὡς πρόεδρος, νὰ ἔχητε τὴν ἄμεσον
1127ἐποπτείαν καὶ τὴν διεύθυνσιν.
1128§43ΧΟΪΔΑΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν
1129ὑπενθυμίζω τὴν παράκλησιν τοῦ ἐκ Νάξου ἀξιοτίμου συνα-
1130δέλφου περὶ καταθέσεως τῶν σχετικῶν τῆς τιμωρίας τοῦ
1131ἐνωμοτάρχου Καφυράκη ἐγγράφων. Ἡ κατάθεσις τοῦ πι-
1132στοποιητικοῦ τῆς τιμωρίας τοῦ ἐνωμοτάρχου ἐκείνου ἐπεί-
1133γει, διότι πρόκειται νὰ δικασθῶσιν οἱ ὑπ’ αὐτοῦ μηνυθέν-
1134τες ἐπὶ ἀντιστάσει ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ, καὶ ἔχομεν
1135ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ πιστοποιητικοῦ πρὸς ὑπεράσπισιν
1136αὐτῶν.
1137§44ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ἀπαν-
1138τήσω εἰς ὅσα προχθὲς ἐν ἀπουσίᾳ μου ἐξέθηκεν ὁ ἐκ Μεσ-
1139σήνης κ. Βουλευτὴς περὶ ὑδραυλικῶν τοῦ Παμίσου, καὶ
1140θέλω ἀποδείξει, ὅτι ὅσα εἶπεν ἀναληθῆ καὶ ἀνακριβῆ εἰσιν.
1141Ἔχω ἐπίσημον διαβεβαίωσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου,
1142τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ, ὅτι ἔχουσιν εἰσπραχθῆ καὶ ἐκ τοῦ δα-
1143νείου καὶ ἐκ τῶν ἄλλων εἰσπράξεων 660,000 δραχμῶν.
1144Ἔχει συστηθῆ, κύριοι Βουλευταὶ, ὑδραυλικὸν ταμεῖον Πα-
1145μίσου, τὸ ὁποῖον εἰσέπραττε κατ’ ἔτος, ἀφ’ ἧς συνέστη,
1146ἄλλοτε μὲν 70,000 καὶ ἄλλοτε 65,000 δραχμῶν, ἀλλὰ
1147κατὰ τὸ 1892 ἔτος διὰ νόμου ἀφωμοιώθησαν αἱ γενόμεναι
1148εἰσπράξεις παρὰ τοῦ ὑποτελωνείου Μεσσήνης καὶ τοῦ τελω-
1149νείου Καλαμῶν, διότι πρὸ τοῦ νόμου εἰς τὸ τελωνεῖον Κα-
1150λαμῶν ἐγίνετο εἴσπραξις τοῦ ἡμίσεως τῶν ὑπὸ τοῦ ὑπο-
1151τελωνείου Μεσσήνης εἰσπραττομένων, ἑπομένως αἱ εἰσπρά-
1152ξεις τοῦ ταμείου τοῦ ὑδραυλικοῦ ηὔξησαν, ἀνελθοῦσαι εἰς
1153100,000 περίπου δραχ. κατ’ ἔτος. Ἐπὶ τρία ὁλόκληρα
1154ἔτη ὑδραυλικοὶ Γάλλοι καὶ ἄλλοι εἰδικοὶ ἐμελέτησαν τὰ
1155ἐδάφη, καὶ ἔκαμαν τὸ σχεδιάγραμμα, καὶ συνέταξαν τὸν
1156προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἀνῆλθε περὶ τὰ 3,500,000· διῃ-
1157ρέθη τὸ ὅλον ἔργον εἰς τρία μεγάλα τμήματα, ἐξ ὧν τὸ
1158μὲν ἓν εἶναι τὸ τῶν ἐκβολῶν τοῦ Παμίσου, τὸ δὲ ἕτερον τὸ
1159τοῦ Ἀσλάναγα καὶ τὸ τρίτον τὸ τοῦ Ἁγίου Φλώρου.
1160Ἀγνοῶ πῶς ἀπεσπάσθη τὸ τμῆμα τοῦ Ἀσλάναγα καὶ ἐξε-
1161τέθη εἰς δημοπρασίαν καὶ κατεκυρώθη, ὁ δὲ ἐργολάβος ἤρ-
1162χισε τὴν ἐργασίαν. Ὅτε ὁ ἐργολάβος ἀνέλαβε τὴν ἐργα-
1163σίαν τοῦ τμήματος αὐτοῦ, ἦσαν ἐν τῷ ταμείῳ περὶ τὰς
1164200,000 δραχμῶν, τὸ δὲ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν, ἦτο
1165ἀξίας 383,000 δραχμῶν, ὥστε ἔλειπον περὶ τὰς 180,000
1166δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ ἐργασία ἐδόθη, ὅπως ἀποπερατωθῇ ἐντὸς
1167δύο ἐτῶν, ἑπομένως ἐπὶ τὰ δύο ταῦτα ἔτη ἤθελον εἰσπραχθῆ
1168200,000 δραχμαὶ, διότι, ὡς εἶπον, τὸ ὑδραυλικὸν ταμεῖον
1169εἰσπράττει κατ’ ἔτος 100,000. Ἐνῷ ἐξηκολούθει ἡ ἐργα-
1170σία, αἴφνης, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βου-
1171λευτοῦ, συνωμολογήθη δάνειον ἐκ πεντακοσίων χιλιάδων
1172δραχμῶν, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν ἔπρεπε νὰ συνο-
1173μολογηθῇ, διότι ἦτο ὅλως περιττὸν, καθόσον τὰ χρήματα,
1174τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὸ ὑδραυλικὸν ταμεῖον καὶ τὰ ὁποῖα
1175ἤθελον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ διάστημα τῶν δύο ἐτῶν, ἐξήρ-
1176κουν εἰς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον εἶχε δοθῆ διὰ
1177δημοπρασίας εἰς τὸν ἐργολάβον. Συνήφθη λοιπὸν τὸ δάνειον
1178σκοπίμως, ἵνα προσθέσωσι νέας ἐργασίας εἰς τὴν ἐργολα-
1179βίαν, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνωσιν τοιαῦται προσθῆκαι, κα-
1180θόσον τὸ ταμεῖον δὲν ἐξήρκει, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ συναφθῇ
1181τὸ δάνειον· ἀλλ’ ἵνα δικαιολογηθῇ τὸ δάνειον, ἐγένοντο νέαι
1182ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι ἀφωμοιώθησαν μὲ τὴν πρώτην, ἐνῷ ἡ
1183πρώτη ἐργασία ἦτο δυσχερὴς, αἱ δὲ τελευταῖαι ἦσαν ἁπλαῖ,
1184ὁ δὲ ἐργολάβος τῆς πρώτης ἐργασίας, ἐνῷ ἐπεδίωκε νὰ δια-
1185λύσῃ τὴν ἐργολαβίαν, ἅμα ὡς προσετέθησαν αἱ νέαι ἐργα-
1186σίαι καὶ ἀφωμοιώθησαν, παρῃτήθη τῆς διαλύσεως, διότι ἐξ
1187αὐτῶν ὠφελήθη ἀρκετά.
1188Ὁ ἐκ Μεσσήνης κ. συνάδελφος εἶπεν εἰς ἄλλην συνεδρία-
1189σιν, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα εὑρίσκονται εἰς τὴν Τράπε-
1190ζαν, ἐνῷ, ὡς ἀποδεικνύεται ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων τοῦ Γε-
1191νικοῦ Λογιστηρίου, ὑπάρχουσι μόνον 184,000 δραχμαὶ ἐκ
1192τῶν 500,000 καὶ ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων, ἀλλ’ ὅτε ἐγένετο
1193τὸ δάνειον, ὑπῆρχον εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ὑδραυλικὸν 60,000
1194δραχμαὶ, ὥστε μένουσιν 120,000 περίπου δρ. εἰς τὴν Τρά-
1195πεζαν καὶ ὄχι 400,000, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Μεσσήνης Βουλευτής.
1196§45ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πληρόνουν τόκον;
1197§46ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν πληρόνουν τόκον, τοῦτο
1198ὀφείλεται εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν, τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ
1199Ἀττικῆς, καὶ τὸν κ. ἐκ Μεσσήνης Βουλευτήν.
1200§47ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος προβλέπει περὶ συνομολο-
1201γήσεως δανείου, καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς, συνομολογήσας τὸ
1202δάνειον, ἔπραξε κατὰ τὸν νόμον.
1203§48ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ τὸ δάνειον·
1204ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγένετο, ἔπρεπε νὰ ἄρχηται ὁ τόκος ἀφ’ ἧς
1205στιγμῆς ἐλαμβάνοντο τὰ χρήματα καὶ ὄχι ἀφ’ ἧς συνήφθη,
1206καὶ διὰ τοῦτο εἶσθε σεῖς ὑπεύθυνοι, καθόσον καὶ περιττὸν
1207ἦτο τὸ δάνειον καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἄρχωνται οἱ τόκοι ἀπὸ
1208τῆς συνάψεως αὐτοῦ.
1209§49ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Δεληγιάννη, εἴπατε ὅτι ἔμειναν μόνον
1210120,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 500,000. Εἰς πόσον
1211ποσὸν ἀναβαίνουν τὰ συντελεσθέντα ἔργα;
1212§50ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τρία καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια.
1213§51ΡΑΛΛΗΣ. Παρὰ τίνος διετάχθησαν;
1214§52ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Παρ’ ὑμῶν.
1215§53ΡΑΛΛΗΣ. Παρ’ ἐμοῦ διετάχθη ποσὸν 52,000 δραχμῶν.
1216§54ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· εἶναι τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα.
1217§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἐλέχθησαν ἐπανειλημμένως· ἀρκεῖ
1218πλέον.
1219§56ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, ἀλλὰ μετέ-
1220βαλε καὶ τὸ σχέδιον τοῦ κ. Κελενὲκ καὶ τῶν Γάλλων μη-
1221χανικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τρία ἔτη ἐμελέτησαν τὰ ἐδάφη καὶ
1222ἐσχεδιαγράφησαν· ἑπομένως ἡ μεταβολὴ τοῦ σχεδίου ἐγέ-
1223νετο χάριν ἐκλογικῆς κερδοσκοπίας, καὶ ἕνεκα τῆς μετα-
1224βολῆς τοῦ σχεδίου ἐκείνου ἐπῆλθεν ἡ κατάστασις, τὴν
1225ὁποίαν διηγήθη ὁ κ. συνάδελφος.
1226Εἶπον ταῦτα πρὸς ἀναίρεσιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ.
1227ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν
1228εὐθύνην εἰς ἄλλους, ἐνῷ οὗτος εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ὁ πρώην
1229Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς.
1230§57ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
1231Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν
1232Προξενείων ὡς πρὸς τὸ Προξενεῖον Ὀδησσοῦ καὶ τὸ Προξε-
1233νεῖον Νεαπόλεως, καὶ τοὺς πίνακας τῆς ἀπογραφῆς, ἐν τοῖς
1234ὁποίοις περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπήκοοι,
1235καὶ νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν σύστασιν τῆς θέσεως ταμείου
1236ἐν τῷ Προξενείῳ Σμύρνης καὶ κανονισμὸν τῶν προσόντων
1237τῶν προξενικῶν ταμιῶν.
1238§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
1239ράρτημα, ἀριθ. 111).
1240§59ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1241Καταθέτω τὴν διαταγὴν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. ἐκ
1242Νάξου Βουλευτής. Ἐπίσης συμπληρῶ τὰς πληροφορίας,
1243τὰς ὁποίας κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν ἔδωκα πρὸς τὸν
1244ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν
1245δύναμιν τὴν ἀσχολουμένην εἰς τὰ περὶ τὴν Κωπαΐδα μέρη.
1246Ἐπίσης καταθέτω τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας διὰ τῆς
1247τελευταίας ἐπερωτήσεώς του ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐζήτη-
1248σεν. Αἱ καταστάσεις αὗται εἶναι πλήρεις καὶ περιέχουσι
1249πάντα τὰ αἰτηθέντα, πλὴν τῆς τελευταῖον αἰτηθείσης
1250καταστάσεως, ἥτις θὰ κατατεθῇ λίαν προσεχῶς καὶ ἥτις
1251ἀφορᾷ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐκ πωλήσεως ἢ ἀπωλείας
1252εἰδῶν τῶν κατατεθειμένων ἐν τοῖς ἐπαρχιακοῖς ταμείοις.
1253§60ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ
1254συμπληρώσητε αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, καταθέτων πίνακας κε-
1255κυρωμένους παρὰ τοῦ Στρατιωτικοῦ Λογιστηρίου τῶν ἐτῶν
12561893–1894, τοὺς ἑξῆς: 1) Διὰ τὰς χορηγηθείσας πιστώ-
1257σεις δυνάμει Β. Διαταγμάτων, δι’ ἕκαστον μῆνα, πρὸς τὸ
1258Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. 2) Τίνα ποσὰ ἔλαβον τὰ
1259στρατιωτικὰ ἐπιμελητήρια ἐκ τῶν πιστώσεων τούτων, καὶ
1260τίνα ποσὰ ἔμειναν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ. 3)
1261Τίνα ποσὰ ἐκ τῶν διὰ λογαριασμὸν τῶν πιστώσεων ἐδα-
1262πάνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ποία ἀρχὴ διετάχθη νὰ ἐξο-
1263φλήσῃ. 4) Νὰ ὑποβληθῶσιν αὐταὶ αἱ καταστάσεις τοῦ
1264στρατιωτικοῦ ἐπιμελητηρίου, αἱ δεικνύουσαι τίνα ποσὰ
1265ἐδαπανήθησαν ἕκαστον μῆνα παρ’ αὐτῶν τῶν ἐπιμελητη-
1266ρίων. 5) Νὰ ὑποβληθῇ κατάστασις δεικνύουσα τίνα ποσὰ
1267ἕκαστον σῶμα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου εἰσέπραξεν,
1268εἴτε ἐξ ἐκποιήσεως ὑλικοῦ, εἴτε ἐξ ἀπωλείας αὐτοῦ, αἱ δὲ
1269εἰσπράξεις αὗται εἰς τίνα ταμεῖα τοῦ Δημοσίου κατετέθη-
1270σαν. 6) Νὰ ὑποβάλωσι καταστάσεις οἱ προϊστάμενοι τῶν
1271ταμείων τοῦ Δημοσίου, ἐν αἷς νὰ ἐμφαίνωνται, ὅτι πράγ-
1272ματι εἰσέπραξαν τὰ ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων κατα-
1273τεθέντα αὐτοῖς διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ποσά.
1274§61ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς πρὸς τὴν
1275πρότασιν νόμου περὶ ταμείου σταφιδικῆς ἀμύνης, παρα-
1276καλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιτρέψῃ νὰ προταχθῇ αὕτη εἰς
1277τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν
1278ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ ἂν γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, νὰ παραπεμ-
1279φθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ὑποβάλῃ ἔκ-
1280θεσιν. Παραδέχεται ἡ Βουλή;
1281§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
1282§63ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ τῆς ἐγγραφῆς δὲν εἶναι ζήτημα.
1283§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι ζήτημα, ἀλλὰ διὰ νὰ
1284προταχθῇ, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
1285§65ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ὅμως ἐγὼ ἐζήτησα προχθὲς νὰ ἐγ-
1286γραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἄλλο νομοσχέδιον περὶ
1287συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ δὲν ἐνεγράφη.
1288§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἐκ παραδρομῆς ἐγένετο
1289τοῦτο, ὄχι ἐκ προθέσεως.
1290§67ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐγγραφῇ αὔριον,
1291ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ καὶ τὸ ἕτερον, τὸ περὶ κα-
1292ταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰς ταμβάκον μεταποιουμέ-
1293νου καπνοῦ, ἀφοῦ μάλιστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1294ἦλθε νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς καταργήσεως.
1295§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δικαίωμά σας, καὶ θὰ ἐγγραφῇ.
1296§69ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ τοῦ κ. Μεσσηνέζη;
1297§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐγγραφῇ καὶ αὐτό.
1298§71ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν
1299παραδέχηται νὰ προταχθῇ.
1300§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ.
1301Μεσσηνέζη, ὅπως ἡ πρότασις νόμου περὶ ταμείου σταφι-
1302δικῆς ἀμύνης προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, παρα-
1303καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ
1304δὲν παρεδέχθη.
1305Ὁ κ. Παῤῥησιάδης ἔχει τὸν λόγον.
1306§73ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ χρησι-
1307μότης τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων
1308τελῶν, θεσμοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ προὐκάλεσε καὶ προ-
1309καλεῖ ἐκβιάσεις, κλοπὰς, οὐχὶ δὲ σπανίως καὶ φόνους, εἶναι
1310ἀναντίῤῥητος, ἡ σπουδαιότης δὲ τούτου μαρτυρεῖται καὶ
1311ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυ-
1312πουργοῦ, ἀποφανθέντος ὅτι ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον νὰ παρα-
1313πεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ γνωμα-
1314τεύσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Νομίζω ὅτι ἀμφότεραι αἱ δια-
1315τυπώσεις ἐξεπληρώθησαν, καθόσον, ὡς πληροφοροῦμαι, ἡ
1316ἐπιτροπὴ ἐπεράτωσε τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου μελέτην, καὶ
1317ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπαρκῶς ἀπεφάνθη, διότι, ἐνῷ παρῆλθον
1318τόσαι ἡμέραι ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς, ζῶμεν δὲ εἰς τὴν ἐποχὴν
1319τοῦ ἀτμοῦ καὶ ἠλεκτρισμοῦ, πλεῖσται ἦλθον εὐχαὶ πρὸς τὴν
1320Βουλὴν, ἰδίᾳ ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, ὑπὲρ ἐπιψηφίσεως τούτου,
1321καὶ οὐδεμία ἐναντία. Ἤδη λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
1322βάλω πρότασιν πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀποφανθῇ αὕτη, ἐὰν
1323τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν
1324πρέπῃ νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ
1325ἢ ὄχι, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ὑπερψηφίσῃ τῆς προ-
1326τάσεώς μου.
1327§74ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁρι-
1328σθείσης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς ἐμ-
1329μέσου δημοτικῆς φορολογίας, ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν, ὑπο-
1330γεγραμμένην ὑπὸ τῶν ἑπτὰ μελῶν, τῶν ὁμοφρονούντων πρὸς
1331τὸν εἰσηγητήν. Δηλῶ δὲ, κατ’ ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχω,
1332καὶ τῶν ἑτέρων τεσσάρων μελῶν, ὅτι, καίτοι κατ’ ἀρχὴν
1333συμφωνοῦσι, δὲν ὑπέγραψαν, ἐπιφυλασσόμενοι εἴτε ἐν τῇ
1334Βουλῇ, εἴτε ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἐκθέσει, νὰ ὑποβάλωσι τὰς παρα-
1335τηρήσεις αὐτῶν ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, ἐφ’ ὧν τυχὸν δὲν ὁμο-
1336φρονοῦσι πρὸς τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκτιθέμενα. Παρακαλῶ δὲ
1337νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις.
1338§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
1339ράρτημα, ἀριθ. 112).
1340§76ΔΑΛΛΑΣ. Ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρί-
1341δος καὶ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, βεβαίως
1342συμφωνοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι ἡ ἀρχὴ τῆς μεταῤῥυθ-
1343μίσεως τῶν τῆς ἐμμέσου δημοτικῆς φορολογίας εἶναι κοινὸς
1344πόθος, διὰ τὸν τρόπον ἰδίως τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἐσόδου
1345τούτου, ὅστις εἶναι λίαν καταπιεστικός. Καὶ ἐπεφυλάχθη-
1346μεν μὲν τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ὑποβάλωμεν ἰδίαν
1347περὶ τούτου ἔκθεσιν, φρονοῦντες ὅτι ἐν πολλοῖς ὁ προτεινό-
1348μενος τρόπος τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ δασμοῦ τούτου καὶ
1349τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δήμων παραβλάπτει καὶ ἄνισον καὶ
1350ἄδικον καὶ καταπιεστικὴν φορολογίαν εἰσάγει, ἀλλ’ ἐπειδὴ
1351ἀκούεται πρότασις Βουλευτοῦ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, καὶ
1352εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν ἴσως δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις οὔτε
1353ἐκ μέρους τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτρο-
1354πῆς, περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου, εἴμεθα σύμφωνοι,
1355φρονοῦντες ὅτι εἶναι κοινὴ εὐχὴ νὰ ληφθῇ μέτρον τι σω-
1356στικὸν καὶ σπουδαῖον περὶ τῆς φορολογίας ταύτης, ἥτις
1357σπουδαίως καταπιέζει τὸν τόπον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν
1358πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ περιμένῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψη-
1359φίας, καθόσον ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν γνώμην
1360μας καὶ προφορικῶς.
1361§77ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα, μά-
1362λιστα.
1363§78ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ Βουλὴ δηλαδὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς
1364τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως τῆς
1365μειοψηφίας. Ὥστε ἂς ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ.
1366Παῤῥησιάδου.
1367§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ πρῶτον ἡ ἔκθεσις τῆς
1368ἐπιτροπῆς.
1369§80ΔΑΛΛΑΣ. Ὁ κ. Παῤῥησιάδης προτείνει νὰ προταχθῇ
1370τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡμεῖς, ἀναγνωρίζοντες τὸ κατεπεῖγον
1371αὐτοῦ, παραιτούμεθα τῆς ὑποβολῆς ἰδίας ἐκθέσεως.
1372§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προταχθῇ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ
1373ἔκθεσις δὲν ἐτυπώθη καὶ δὲν διενεμήθη;
1374§82Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Παῤῥησιάδου
1375εἶναι νὰ ἀναγραφῇ αὔριον τὸ νομοσχέδιον πρῶτον εἰς τὴν
1376ἡμερησίαν διάταξιν. Ὥστε δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ.
1377§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ παρατηρήσητε
1378τὴν ὑποβληθεῖσαν αὐτῇ ἔκθεσιν, ἵνα ἴδητε ἂν ἦναι δυνατὸν
1379νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ αὔριον πρὸ τῆς συνεδριάσεως.
1380§84ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐκθέσεως. Ἡ
1381Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν οἱου-
1382δήποτε νομοσχεδίου, καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἦναι τυ-
1383πωμένον.
1384§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν
1385ἐγένετο συζήτησις πολύωρος, διότι ἐζητεῖτο νὰ συζητηθῇ
1386νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε τυπωθῆ.
1387§86ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται νῦν νὰ συζητηθῇ ἡ ἔκθεσις
1388τῆς ἐπιτροπῆς, πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ὁ
1389δὲ Κανονισμὸς ἀπαιτεῖ νὰ ἦναι τυπωμένον καὶ διανεμημένον
1390τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχῃ γνῶσιν αὐτοῦ ἡ Βουλή. Ἐὰν ἡ
1391ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς προτείνῃ τροποποιήσεις τοῦ νομο-
1392σχεδίου, τότε βεβαίως δυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν, ἵνα τυ-
1393πωθῇ αὐτή· ἀλλ’ ἐὰν δὲν περιέχῃ τροποποιήσεις, νομίζω ὅτι
1394ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἐξαρτᾶται, ἵνα ὁρίσῃ τὴν αὔριον ὡς ἡμέ-
1395ραν τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
1396§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ματαιοπονοῦμεν. Τίς
1397ἐμποδίζει τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ζητήσῃ αὔριον νὰ προτα-
1398χθῇ τὸ νομοσχέδιον;
1399§88ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀποσύρει λοιπὸν τὴν πρότασίν του;
1400§89ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασίς μου ἔχει ὑπό-
1401στασιν, τιθεμένη ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι ἐγὼ δὲν
1402ὑπέβαλον ἄλλο τι, εἰμὴ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἂν δέχηται
1403νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ γενικῶς
1404ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τῶν διαπυλίων· πρὸς τοῦτο
1405δὲ, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι σπουδαῖα τὰ προτεινόμενα κωλύ-
1406ματα τῆς μὴ ἐκτυπώσεως καὶ διανομῆς τοῦ νομοσχεδίου.
1407§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν σχετί-
1408ζεται μὲ τὴν ἄμεσον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· ἡ γνώμη
1409αὐτοῦ εἶναι γενικωτέρα. Ἐπιθυμεῖ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον,
1410εἴτε ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ὡς ἐτροπο-
1411ποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἐτροποποιήθη, συζητηθῇ
1412πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ γνώμη αὕτη βεβαίως δύνα-
1413ται καὶ ἀμέσως νὰ συζητηθῇ, καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ,
1414χωρὶς νὰ περιμένῃ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις.
1415§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριε Βουλευτὰ, ἐπιμένετε ν’ ἀπο-
1416φανθῇ ἀπόψε ἡ Βουλή;
1417§92ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Μάλιστα.
1418§93Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις
1419τοῦ κ. Παῤῥησιάδου ἀπόψε;
1420§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
1421§95Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐπειδὴ πάντες ἐνδιαφερόμεθα καὶ
1422περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐγὼ προτείνω μίαν μέσην λύσιν,
1423νὰ κάμωμεν δύο συνεδριάσεις, καὶ τὴν μὲν πρωΐαν, αὔριον,
1424νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν δια-
1425πυλίων, μετὰ μεσημβρίαν δὲ ὁ προϋπολογισμός.
1426§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρό-
1427τασιν τοῦ κ. Καλούτση, ὁ ὁποῖος προτείνει δύο συνεδριά-
1428σεις;
1429§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, ὄχι·
1430τὴν ἄλλην πρότασιν.
1431§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ.
1432Παῤῥησιάδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
1433§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνο-
1434μαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
1435§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ.
1436Παῤῥησιάδου, ὅπως προταχθῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ νομο-
1437σχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, λέγουσι
1438Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1439(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ
1440τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ Λε-
1441βαδείας κ. Ι. Λάππα, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον
1442ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1443Μιλτ. Δάλλας ΝΑ. Ζυγομαλᾶς Ν
1444Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος ΝὌθων Μακρυγιάννης
1445Ἰω. Μεσηνέζης ΝΣυμ. Ζαχαρίτσας Ο
1446Σπυρ. Μαρκέλλος ΟΜιλτ. Ὀριγώνης Ν
1447Ἀρ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. Βαλτινός
1448Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΝὈδυσ. Μοσχοβίτης Ο
1449Λεων. Καρυστινάκης Γεώργ. Καρτάλης Ν
1450Δημ. Καΐρης ΝἈργ. Κανταρτζῆς
1451Μιχ. Κωτσάκος ΟΝικ. Κοκωσλῆς Ν
1452Ἰω. Ζωγράφος Νικ. Ἀξελός
1453Ἀνδρ. Καρατζᾶς ΝΝικ. Παῤῥησιάδης Ν
1454Γεώργ. Πάχος ΟἸω. Γρίβας
1455Μιχ. Π. Λάμπρος ΟἘπ. Μαυρομμάτης Ο
1456Κων. Καραπάνος ΝΘεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
1457Κων. Σταυρόπουλος ΝΝικ. Σπυρακόπουλος Ο
1458Ἀλέξ. Σκουζές ΝΘεμ. Κορομάντζος
1459Άλεξ. Σ. Σοῦτσος Περ. Ἀλεξάκης Ν
1460Ἀλέξ. Ψύλλας Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
1461Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΚωνστ. Κοσσονάκος
1462Ἀλέξ. Ρετσίνας ΟἈριστ. Πετροπουλάκης Ο
1463Δημ. Γ. Ράλλης ΝΜιχ. Φωτιάδης Ο
1464Γεώρ. Λιδωρίκης ΟΣπυρ. Στάης Ο
1465Κων. Ἀναγνωστόπουλος ΝΜιχ. Πολίτης Ο
1466Γεώρ. Λύρας ΟΘεόδ. Θερμογιάννης
1467Κ. Παπαμιχαλόπουλος ΝἸω. Καλούτσης Ο
1468Σταμάτ. Μήτσας ΟΣτέφ. Κοπανίτσας Ν
1469Δημ. Βουλπιώτης Κωνστ. Σαλταφέρος
1470Κων. Ζῶτος ΟΠέτρ. Βαρβιτσιώτης
1471Ἡλ. Μπλατσῆς Μελέτ. Ρουσόπουλος Ο
1472Δ. Γρανίτσας Δημοσθ. Ματάλας
1473Διον. Στεφάνου ΟΝικ. Καραστέργιος
1474Κων. Ἄργας Λομβάρδος ΟἈργ. Διδίκας Ο
1475Διον. Ζήβας Πλακᾶς ΟἘδίπ–Σερέφ–Χασίπ
1476Γεώργιος Κανδ. Ρῶμας ΟἸω. Λάππας Ν
1477Γεώρ. Κρεστενίτης Νικ. Μπουφίδης Ο
1478Χρ. Στεφανόπουλος Περ. Βαλαωρίτης Ο
1479Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΝΓερ. Σέρβος Ν
1480Διον. Παυλόπουλος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
1481Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΟἈθαν. Εὐταξίας Ν
1482Ἄγγ. Πετραλιᾶς Κων. Κωνσταντόπουλος Ν
1483Ἐπαμ. Δημητρίου Παν. Μανέτας Ν
1484Στέφ. Σκουλούδης ΟΝ. Τριανταφυλλάκος Ν
1485Νικ. Νομικός Ἡλ. Ζέγγελης Ο
1486Θωμᾶς Μαρκεζίνης ΟΦίλ. Βάρβογλης Ν
1487Νικήτας Συνοδινός Ἀθαν. Σακελλαριάδης
1488Βαρβαρόγλος Πήλικας ΟΛεων. Ζέρβας Ο
1489Ἀλέξ. Φωτήλας ΟΣτέφ. Δραγούμης Ο
1490Κων. Σταμπουλόπουλος Νικ. Φιλάρετος Ν
1491Λεων. Πετιμεζᾶς ΝΧαρ. Τρικούπης Ο
1492Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος Ἰω. Τρικούπης
1493Γιαννούσης Τάκης Παν. Μερλόπουλος
1494Ἡρ. Καλαμπάκας ΟἈλκ. Δεληγιάννης Ο
1495Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ἀντ. Καρατζᾶς Ο
1496Περ. Πεῤῥωτὴς ΟἈθαν. Παπαχελᾶς Ν
1497Κων. Φλέσσας Χαρίλ. Προβελέγγιος
1498Ἰωάννης Καζαμπάκας Ἀντ. Μάτσας
1499Κων. Ζωγλοπίτης Λορέντζος Δελαρόκας
1500Παν. Κουκορῖκος Ἰω. Ναυπλιώτης Ο
1501Γεώρ. Φραγκίδης ΝΣτυλ. Βάλληνδας Ν
1502Δημ. Τερτίπης Ἰω. Ἰντζές Ο
1503Ἀθαν. Κωστάμης ΟΓεώργ. Σισμάνης
1504Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Νικ. Καλαντζόπουλος Ο
1505Νικ. Μπαλάφας ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
1506Νικ. Παπανικολάου Ἡλίας Ποταμιᾶνος
1507Παν. Λεβέντης Ἀριστ. Ρούκης Ο
1508Βαπτιστής Βάστας ΟΣπ. Α. Κουμουνδοῦρος
1509Γεώρ. Θεοτόκης ΟΓιαννοῦκος ΜαυρομιχάληςΝ
1510Ἀλκίνοος Ζερβός ΟΞανθὸς Πικουλάκης Ν
1511Ἡλίας Πολίτης ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ν
1512Γουλιέλμος Σκάρπας ΟΝικ. Παπαλέξης Ο
1513Νικ. Μαρκέτης ΟΠαν. Λαμπρούλιας
1514Σπυρ. Λάσκαρης Εὐάγγ. Ἀρδαβάνης Ο
1515Κων. Θ. Ρωμαῖος Ἰω. Τυπάλδος Χαριτᾶτος Ο
1516Κων. Χριστόπουλος ΟΣπ. Μακρῆς Ο
1517Σωτ. Κροκιδᾶς ΝἈνάρ. Σιμόπουλος Ο
1518Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ο
1519Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΠανοῦρ. Πανουργιᾶς Ο
1520Γεώρ. Κούστας ΟΘᾶνος Κανακάρης Ν
1521Ἰω. Τσιμάρας ΟἈχ. Χοϊδᾶς Ν
1522Γερ. Μουσούρης Ἀντ. Ρικάκης
1523Α. Ἀννινος ΚαβαλιεράτοςΟἸω. Τσερτίδης
1524Θεόφραστος Μεταξᾶς ΟΝικ. Κουμανιώτης
1525Διον. Καλούτσης ΝἌγγ. Ροῦφος Ν
1526Νικ. Καράπαυλος ΟΔιον. Κατρίτσης
1527Παν. Σάκκης ΝἈνδρ. Σκαλτσᾶς Ο
1528Σπ. Γρίβας Ἀριστ. Μάνεσης
1529Ἰω. Βρυώνης ΝΒασ. Δροσινός
1530Π. Ἄννινος Καβαλιεράτος Νικ. Βαλάσης Ο
1531Ἰω. Γεωργιάδης ΟἘμμ. Δημητριάδης Ν
1532Γεώρ. Ν. Μπούμπουλης ΟΚωνστ. Σαχτούρης
1533Γεώρ. Π. Μπούμπουλης ΟΘεόδ. Ἰχίκας
1534Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος ΝΝικ. Τσαμαδός Ο
1535Ἀνδρ. Συγγρός Βησαρ. Χατζηαγγελάκης Ο
1536Δημ. Βοκοτόπουλος ΟΝικ. Ζητουνιάτης Ο
1537Μ. Μπογιατζόγλους Δημ. Ζουλούμης Ο
1538Ἰω. Γκιὼν ΟΝικ. Χατζάκος Ν
1539Νικ. Φώσκολος ΟΚωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ο
1540Σωτ. Χατζηγάκης Δημ. Κρίτσας
1541Κωνστ. Χατζηπέτρος Ἡρ. Γαζέπης
1542Χρ. Μπλετσάκης ΝΝ. Βουδούρης Ο
1543Γ. Κανούτας ΟΟ Ν. Καλογερόπουλος Ο
1544Εὐστ. Κοκκέβης Θέμ. Α. Καγάρης
1545Δημ. Παπατσώρης ΟΚων. Παπανικολῆς Ο
1546Χρ. Καραβίτης Ο
1547§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 137, ἐξ ὧν 48 ὑπὲρ
1548τῆς προτάσεως καὶ 89 κατ’ αὐτῆς. Συνεπῶς ἡ πρότασις
1549περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν
1550διαπυλίων τελῶν ἀπεῤῥίφθη.
1551§102ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Ἤλπιζον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ἀπο-
1552τέλεσμα τῆς ψηφοφορίας θὰ ἦτο ἀντίθετον τοῦ ἐπελθόντος,
1553καὶ τοῦτο, διότι ἡ πλειοψηφία ὤφειλε νὰ διασκεδάσῃ τὴν
1554καθ’ ἑκάστην ἀπευθυνομένην εἰς ἡμᾶς μομφὴν, ὅτι οὐδαμοῦ
1555ἀλλοῦ προσέχομεν, εἰμὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολο-
1556γισμοῦ, καὶ δυστυχῶς τοῦτο ἐπεκυρώθη καὶ διὰ τῆς πρὸ
1557ὀλίγου ψηφοφορίας καὶ διὰ τῆς προχθεσινῆς ψηφοφορίας
1558ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου περὶ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου
1559περὶ ποιμνιοβοσκῆς.
1560§103ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν
1561ἡ ἐπιτροπὴ, υἱοθετήσασα τὸ νομοσχέδιον, ἀνέλαβε τὴν πρω-
1562τοβουλίαν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκθύμως τὴν ψήφι-
1563σιν αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, κα-
1564ταργοῦν ἐν ταὐτῷ τὰ διαπύλια καὶ τὰς εἰσφορὰς, ἔσται
1565διττῶς εὐεργετικόν. Ἡ ἐπιτροπὴ, ταῦτα συνιστῶσα εἰς τὴν
1566Βουλὴν, ἐπαναλαμβάνω, ἀνέλαβεν εἰδικὴν πρωτοβουλίαν
1567ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἀπεφάσισε νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώ-
1568πιον τῆς Βουλῆς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
1569§104ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πότε;
1570§105ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡμεῖς λαμβάνομεν ὑπὸ σημείωσιν τὴν
1571γνώμην καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἐξέφρασεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς
1572ἐπιτροπῆς, ἐπιφυλασσόμεθα δὲ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζή-
1573τημα, ὅταν ἀναγνώσωμεν τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς.
1574§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβα-
1575λε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) Περὶ κα-
1576νονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας ἀργούσης θέσεως γραμματέως. 2)
1577Περὶ δικαιοδοσίας τῶν ἐν τῇ ἡγεμονίᾳ τῆς Βουλγαρίας καὶ
1578τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας προξενικῶν ἀρχῶν. 3) Περὶ με-
1579ταβολῶν ἀμίσθων προξενικῶν ἀρχῶν εἰς ἐμμίσθους.
1580Αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα
1581Παράρτημα, ἀριθ. 113–145).
1582Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς κ. Παπαμιχαλόπουλος ὑπέβαλεν
1583αἴτησιν ἁπάντων τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαιοῦ Στρατῶνος
1584κρατουμένων καταδίκων, ἐξαιτουμένων τὴν Β. χάριν καὶ
1585παρακαλούντων νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὀπισθενεργι-
1586κῶς ὁ νόμος περὶ συμψηφισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ὑποδικίας
1587εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς, εἰς ἣν κατεδικάσθησαν πρὸ
1588τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΒΙΔʹ τοῦ 1892.
1589Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1590Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολο-
1591γισμοῦ τοῦ Κράτους.
1592§107ΣΚΟΥΖΕΣ. Μετὰ προσοχῆς ἠκροασάμην τοῦ κ. Προέ-
1593δρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγουμένου τὸν προϋπολογισμὸν
1594τοῦ ἔτους 1895. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ τὴν δυστυχῆ
1595κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφθάσαμεν, ὥστε νὰ εἴπωμεν
1596ἐπισήμως τὸ «ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς», ἀνέμενον ὅτι ἤθε-
1597λεν ὑποβάλει προϋπολογισμὸν ἀλλοῖον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον
1598ὑπέβαλε, προϋπολογισμὸν σύμφωνον μὲ τὴν κατάστασιν,
1599εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν, ἀνάλογον πρὸς τὴν κατάστασιν
1600τοῦ πτωχεύσαντος, διότι εἴτε ἄτομον εἴτε Κράτος φθάσῃ
1601εἰς τὴν οὐχὶ τιμητικὴν καὶ εὐχάριστον θέσιν τῆς πτωχεύ-
1602σεως, λογικὸν εἶναι νὰ συνδυάσῃ τὰς δαπάνας του καὶ τὸν
1603προϋπολογισμὸν πρὸς τὴν νέαν αὐτοῦ θέσιν. Τόσῳ μᾶλλον
1604ἀνέμενον μεταβολὴν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν δημοσίων πόρων,
1605ὅσον ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προ-
1606κύπτει, ὅτι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πολυχρονίου παρ’
1607αὐτοῦ διοικήσεως τῶν κοινῶν καὶ αὐτὸς ἐπείσθη, ὅτι διά-
1608φοροι γνῶμαι, τὰς ὁποίας μετὰ σθένους καὶ πεποιθήσεως
1609ὑπεστήριξεν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, ἐφάνησαν ἐσφαλμέναι, ὥστε
1610συνέπεια λογικὴ καὶ φυσικὴ θὰ ἦτο νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ
1611τρόπου διοικήσεως παρ’ αὐτοῦ, ὅστις ἐπείσθη, ὅτι περιέ-
1612πεσεν εἰς σφάλματα καὶ ἀπάτας. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
1613τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησε μετὰ παῤῥησίας, ὅτι τὰ ἐξω-
1614τερικὰ δάνεια ἀπεδείχθησαν ἡ καταστροφὴ τοῦ τόπου,
1615διότι περιήγαγον ἡμᾶς εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ πληρόνωμεν
1616τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν μας, περιαγαγόντα ἡμᾶς εἰς
1617ἀνεπάρκειαν. Ἐννοῶ τὴν ὀδύνην, τὴν ὁποίαν θὰ ᾐσθάνθη
1618ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐπρέσβευεν, ὅτι
1619διὰ τῶν δανείων καὶ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν καὶ δι’
1620ἐξευρέσεως προσωρινῶν ἢ καὶ ὁριστικῶν δανείων ἤθελεν
1621ἐπιτύχει τὴν τακτοποίησιν τῶν νομισματικῶν καὶ οἰκονο-
1622μικῶν δυσχερειῶν, ἀναγκασθεὶς νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι εἰς τὴν
1623δόξαν του αὐτὴν ἔσφαλε, καὶ τόσῳ μᾶλλον, ὅσον εἶχε τὴν
1624πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῶν οἰκονομικῶν αὑτῶν συνδυασμῶν καὶ
1625τῶν δανείων ἤθελεν ἐπιτύχει τὴν διόρθωσιν τῶν οἰκονο-
1626μικῶν, ἐπιβαρύνων τὸ μέλλον καὶ οὐχὶ τὸ ἀπωτέρω, ἀλλὰ
1627τὸ προσεχὲς μέλλον, ὅπως ἐφάνη ἐκ τῶν πραγμάτων.
1628Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισε πρέπον, πρὸς δικαιολόγησίν
1629του, νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ ἔκρινε πρόσφορον
1630νὰ κηρύξῃ, ὅτι δὲν ἐπιβαρύνει αὐτὸν ἡ παροῦσα κατά-
1631στασις τῶν πραγμάτων, διότι ἀπὸ τοῦ 1882 ἢ 1881, νο-
1632μίζω, εἶπεν, οὐ μόνον ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ
1633νὰ ἐξαρκέσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους,
1634ἀλλὰ καὶ ἡ χώρα αὐτὴ ἀκόμη ἦτο εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ
1635παρέχῃ τὸν χρυσὸν τὸν ἀναγκαιοῦντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
1636τῶν χρεῶν της. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ταύτην τοῦ
1637κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζων ὅτι κατ’ οὐσίαν
1638τοῦτο δὲν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀκριβές, διότι κατὰ τὰ ἔτη
1639ἐκεῖνα τὸ ἐκ τῶν χρεῶν βάρος δὲν ἦτο τοσοῦτον, ὥστε νὰ
1640ἤμεθα πράγματι ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ, οὐδὲ ὅλον τὸ χρέος ἦτο
1641ἐξωτερικὸν, δηλαδὴ πληρωτέον εἰς χρυσόν. Καὶ δι’ ἐκεῖνο
1642τὸ μέρος τοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον καταχρηστικῶς ἴσως ἐπλη-
1643ρόνετο ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὑπῆρχον τρόποι, δι’ ὧν ἠδύνατο
1644ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφύγῃ τὴν οὐχὶ θεμελιώδη αὐτὴν ὑπο-
1645χρέωσιν, νὰ πληρόνῃ τὸ χρέος ὅλον εἰς χρυσὸν, καὶ ἑπο-
1646μένως δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
1647φανῇ ἀνεπαρκής. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοιαύτη δικαιολόγησις
1648ἦτο ἥκιστα πρόσφορος, νῦν ἐκφερομένη παρὰ τοῦ ἐπὶ δεκαε-
1649τίαν ὅλην καὶ πλέον διευθύνοντος τὰ κοινὰ, τοῦ ἀπὸ τοῦ
16501882 μέχρι σήμερον διαπραγματευθέντος καὶ συνομολο-
1651γήσαντος ἓξ ὁριστικὰ δάνεια, παρεκτὸς τῶν μικροτέρων
1652καὶ προσωρινῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε διεπραγματεύθη
1653καὶ συνετέλεσε. Νομίζω ὅτι ἡ δικαιολόγησις αὕτη δὲν ἦτο
1654πρόσφορος, διότι δύναται νὰ παρέξῃ καὶ βεβαίως παρέσχεν
1655εἰς τοὺς μεθ’ ἡμῶν συναλλαχθέντας τὴν ἀφορμὴν νὰ παρε-
1656ξηγήσωσι τοὺς ἀγαθοὺς ἴσως σκοποὺς τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος
1657τὸ Κράτος, εἰς τὰς ἐπισήμους διαβεβαιώσεις τοῦ ὁποίου οἱ
1658πιστωταὶ αὐτοὶ πιστεύσαντες, παρέσχον ἡμῖν τὰ χρημα-
1659τικά των κεφάλαια, πεποιθότες ὅτι οὐδένα κίνδυνον διέ-
1660τρεχον, ἀφοῦ ἐπισήμως τοῖς ὡμολογοῦμεν ὅτι ἤμεθα εἰς
1661θέσιν νὰ πληρόνωμεν τὰ χρέη μας, διότι ἔχομεν ὄχι μόνον
1662ἰσοζύγιον προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ περισσεύματα ἀκόμη.
1663Ἡ τοιαύτη δὲ δυνατὴ παρεξήγησις ἐκ μέρους τῶν πιστω-
1664τῶν τοῦ Κράτους, ὡς πρὸς τὰς προθέσεις τοῦ κ. Προέδρου
1665τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχει κατ’ ἐμὲ ἱστορικὴν μόνον ἀξίαν,
1666διότι τὰ δάνεια ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν συνετελέσθησαν.
1667Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔχει σημασίαν καὶ ἐπὶ τῶν ἐνεστώτων,
1668ἔχει νομίζω τὴν σημασίαν, ὅτι οὐσιωδῶς βλάπτει καὶ
1669παρεμβάλλει μεγάλα προσκόμματα εἰς τὴν ἐπὶ ὅροις ὅσον
1670οἷόν τε εὐπροσδέκτοις διακανόνισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν
1671πραγμάτων, τῆς ὁποίας ὅλοι μετ’ ἀνυπομονησίας καὶ ἀγω-
1672νίας περιμένομεν τὴν συμπλήρωσιν. Καὶ βεβαίως δὲν πρέπει
1673νὰ ἀπορῶμεν, ὅτι οἱ πιστωταὶ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι τόσον μέγα
1674μέρος τῶν κεφαλαίων αὑτῶν βλέπουσιν ἀπολλύμενον, δὲν
1675πρέπει, λέγω, νὰ ἀπορῶμεν, βλέποντες αὐτοὺς νὰ ἐπιμένωσι
1676καὶ νὰ ζητῶσι διὰ τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ἐλπίζουν νὰ
1677λάβουν, ἀσφαλείας τοιαύτας, τὰς ὁποίας ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν
1678ἀξιοπρέπεια ἀποκρούει. Διότι, ἀφοῦ ἐπισήμως τοῖς ὁμολο-
1679γοῦμεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1882 εἴμεθα εἰς κατάστασιν ἀνεπαρ-
1680κείας, καὶ ἐν τοσούτῳ ἐπανειλημμένως ἐζητοῦμεν παρ’ αὐτῶν
1681κεφάλαια χρηματικὰ, μὲ τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι δὲν εἶχον τί-
1682ποτε νὰ διακινδυνεύσωσι, πῶς θέλετε σήμερον, ὅτε βλέπουν
1683περιτετμημένον τὸ κεφάλαιόν των τόσον σημαντικῶς, νὰ
1684πιστεύσουν ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν θέλει ὑποστῆ τὴν τύχην τοῦ
1685ἀρχικῶς δοθέντος ἡμῖν χρήματος;
1686Ἀφοῦ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀτυχῆ θέσιν νὰ εἴπωμεν τὸ
1687«ἐπτωχεύσαμεν δυστυχῶς», νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ συνετι-
1688σθῶμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνοίξωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τοῦ
1689βαράθρου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναποφεύκτως, θᾶττον ἢ βράδιον,
1690φοβοῦμαι ὅτι καὶ πάλιν θὰ πέσωμεν, ἔπρεπε νὰ πεισθῶμεν,
1691ὅτι ἀκολουθοῦντες τὴν αὐτὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν μέχρι
1692τοῦδε ἠκολουθήσαμεν, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐφθάσαμεν εἰς
1693αὐτὸ τὸ σημεῖον, δίδομεν ἀφορμὴν νὰ πιστεύουν οἱ μεθ’
1694ἡμῶν συναλλαχθέντες, ὅτι ὄχι μόνον ἀκρισία καὶ ἀπερισκε-
1695ψία ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὸ λυπηρὸν αὐτὸ σημεῖον. Ἔπρεπε
1696νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐγκαινιάσωμεν νέαν ὁδὸν, νὰ εἴπω-
1697μεν μετὰ εἰλικρινείας, ποία εἶναι ἡ θέσις μας, ὥστε νὰ δυ-
1698νηθῶμεν νὰ διασώσωμεν τοὐλάχιστον τὴν καλὴν πίστιν,
1699τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην ἀναπόφευκτον παρὰ παντὶ τῷ
1700πεπολιτισμένῳ κόσμῳ, ὅπως δυνηθῶμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ
1701κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ
1702νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν, δι’ ἧς βαθμηδὸν νὰ
1703δυνηθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν θέσιν μας, ἄνευ τῆς ὁποίας
1704οὔτε τὰ κοινὰ οὔτε τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα δύνανται νὰ
1705προαχθῶσι. Κατ’ ἐμὲ, ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν τὴν πεπλανη-
1706μένην ὁδὸν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἠκολουθήσαμεν, τοῦ νὰ
1707παριστάνωμεν μικροτέρας μὲν τὰς δαπάνας ἡμῶν, νὰ αὐ-
1708ξάνωμεν δὲ τὰ ἔσοδα ἡμῶν ὑπὲρ τὰ πιθανὰ, εἰς τρόπον
1709ὥστε, ἐνῷ ἀπὸ ἐτῶν ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ ἡμῶν ὑπέσχοντο
1710ἰσοζύγιον καὶ περισσεύματα, αἱ χρήσεις ὅλων αὐτῶν τῶν
1711ἐτῶν ἀτυχῶς ἔκλεισαν μὲ ἔλλειμμα, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ
1712ἧττον ἄξιον λόγου. Ἔπρεπε, νομίζω, νὰ παραστήσωμεν
1713ἀκριβῶς καὶ εἰλικρινῶς τὰς δαπάνας εἰς τὸ ποσὸν, εἰς ὃ
1714πραγματικῶς ἀνέρχονται, περιστέλλοντες αὐτὰς εἰς τὸ κα-
1715τώτατον σημεῖον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς
1716ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ὥστε νὰ μὴ ἐρχώμεθα κατόπιν ζη-
1717τοῦντες νὰ πληρώσωμεν τὰ κενὰ δι’ ἐκτάκτων ἢ συμπλη-
1718ρωτικῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον
1719ἦσαν ἡμῖν γνωσταί, ὅτε συνετάττομεν τοὺς προϋπολογι-
1720σμοὺς αὐτοὺς, ἔπρεπε, λέγω, νὰ παραστήσωμεν ἀκριβῶς
1721καὶ εἰλικρινῶς τὰς δαπάνας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐμπνεύ-
1722σωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ ἡμῶν εἶναι
1723πραγματικοί.
1724Ἤκουσα διαφόρων συναδέλφων, ἀποφαινομένων ἐνίοτε
1725ὅτι οἰκονομίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν, ἢ, καὶ ἂν κά-
1726μωμεν, δὲν δύνανται νὰ ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἔχουν
1727ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Δὲν συμ-
1728μερίζομαι τὴν γνώμην αὐτῶν, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶμαι
1729καταδικαστέος, πρεσβεύων ὅσα λέγω, διότι ἔχω πρὸ ὀφθαλ-
1730μῶν καὶ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς οἰκονομικὰς
1731στενοχωρίας καὶ οἰκονομικὰς κρίσεις, ὡς ἡμεῖς, καὶ πρὸς τὰ
1732ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον πρὸς ἀποσόβησιν τῆς οἰκο-
1733νομικῆς των κρίσεως, δὲν ὤκνησαν νὰ προβῶσι καὶ εἰς αὐ-
1734στηρὰς οἰκονομίας. Μὴ δὲν ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν Ἰτα-
1735λίαν, ἥτις ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους εὑρίσκεται ἐν οἰκο-
1736νομικῇ δυσφορίᾳ, ἂν ὄχι ὅπως ἡμεῖς, ἀλλὰ βεβαίως ἀξίᾳ
1737λόγου; Κράτος πολὺ μεγαλείτερον, ἔχον ἀλλοίας ὑποχρεώ-
1738σεις, διεθνεῖς ὑποχρεώσεις, δὲν ὤκνησε νὰ προβῇ καὶ εἰς οἰ-
1739κονομίας, ὅπως ἀποκρούσῃ τὸν κίνδυνον. Ἕν μόνον παρά-
1740δειγμα θὰ σᾶς ἀναφέρω ἐξ ὅσων ἔπραξεν ἡ Ἰταλία. Πέρυσι
1741τὰ χρεώγραφα τῆς Ἰταλίας τῶν 5% ἔπεσαν εἰς τὰ 72, καὶ
1742ἐν τοσούτῳ, ἀφοῦ περιέστειλε τὸν τόκον τοῦτον τοῦ 5%, (ὁ
1743ὁποῖος πράγματι ἦτο 4,33%, διότι ἦτο πρὸ ἐτῶν ἐπιβεβλη-
1744μένος φόρος 13% ἐπὶ τοῦ τοκομεριδίου), καίτοι, λέγω,
1745περιέστειλε τὸν τόκον τοῦτον εἰς 4%, τὰ χρεώγραφά της
1746ἀνῆλθον εἰς 85, εἰς 86 καὶ 87, ὅπου εὑρίσκονται σήμερον,
1747ἕνεκα τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν. Εἰς τὸ Ὑπουρ-
1748γεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῆς κεντρικῆς διευθύνσεως, ἧς αἱ
1749δαπάναι ἀνήρχοντο εἰς 591 χιλιάδας φράγκων, διὰ Β. Δια-
1750τάγματος τῆς 16 Ὀκτωβρίου ἔφερε νέον ὀργανισμὸν, καὶ
1751περιέστειλε τὰς δαπάνας ἀπὸ 591,000 εἰς 446,000 φράγ-
1752κων, τουτέστι περιέστειλε τὰς δαπάνας κατὰ 145,000
1753φράγκων, ἤτοι τὸ ⅓.
1754Ἐὰν λοιπὸν ἡ Ἰταλία, Κράτος ἔχον τοιαύτην ἀνάπτυ-
1755ξιν, ἣν πάντες γνωρίζομεν, τοιαύτας ὑποχρεώσεις, οἵας ἔχει,
1756ἐνόμισεν ὅτι ἐπὶ τῆς κεντρικῆς διευθύνσεως ἑνὸς μόνου
1757Ὑπουργείου δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τοιαύτας οἰκονομίας, κατὰ
1758τὸ ⅓, ἀποδεικνύουσα ὅτι φρονεῖ, ὅτι οἰκονομία 145,000
1759φράγκων δὲν εἶναι ἀναξία λόγου, δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυ-
1760ρισθῇ, ὅτι δὲν ὑποδεικνύονται καὶ εἰς ἡμᾶς οἰκονομίαι ἄξιαι
1761λόγου, ἂν ὄχι ὡς αὐτὴ, τοὐλάχιστον παρεμφερεῖς; Πρέπει,
1762Κύριοι, νομίζω, καὶ μὲ θυσίαν τῆς ἀτομικότητός μας,
1763(διότι ὁ ἐπιφέρων οἰκονομίας καθὼς καὶ ὁ αὐξάνων τοὺς
1764φόρους βεβαίως ἐκτίθενται εἰς τὰ παράπονα τῶν προσώπων,
1765ὅσα ἐκ τῶν μέτρων τούτων παραβλάπτονται,) καὶ μὲ θυ-
1766σίαν, λέγω, τῆς ἀτομικότητός μας πρέπει νὰ ἀποκόψωμεν
1767πᾶσαν περιττὴν δαπάνην, ὥστε νὰ μένῃ ἡμῖν ἀρκετὸν πο-
1768σὸν πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἶναι
1769ὄντως ἀναπόφευκτοι. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἴμεθα εἰς τὴν λυπηρὰν
1770ταύτην θέσιν, εἰς ἣν ἐφθάσαμεν, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν νὰ
1771φέρωμεν τὴν θεραπείαν καὶ εἰς τὸ σύστημα, ὑφ’ ὃ κυβερνώ-
1772μενοι κατηντήσαμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
1773Λέγομεν ὅτι κυβερνώμεθα κοινοβουλευτικῶς. Νομίζετε
1774ἐν πεποιθήσει, ὅτι λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν τὸ κοινοβουλευτι-
1775κὸν σύστημα, οἷον τὸ Σύνταγμα προϋποθέτει καὶ ἀπαιτεῖ;
1776Πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ἦναι πολλοὶ οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην
1777ταύτην. Περιεπέσαμεν εἰς ἀπολυταρχικὸν σύστημα, μὲ τὴν
1778διαφορὰν ὅτι, ἀντὶ ἡ ἀπολυταρχία νὰ ἐξασκῆται ἄνωθεν,
1779ἀπὸ τοῦ θρόνου, ὅπως ἀλλαχοῦ συνέβη, παρ’ ἡμῖν, ἀντιθέ-
1780τως, τὸ ἀπολυταρχικὸν σύστημα κατήντησε νὰ ἐξασκῆται
1781ἀπὸ τὸν διευθύνοντα τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ.
1782Διότι τί εἶναι τὰ ἀπὸ δεκαετίας παρ’ ἡμῖν συμβαίνοντα;
1783ὁ Πρωθυπουργὸς ἀποφασίζει, καὶ ὅ,τι νομίσῃ καλὸν ὑπο-
1784βάλλει εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ μήπως οἱ
1785Βουλευταὶ ἀφίνονται ἐλεύθεροι νὰ ψηφίζωσιν ἐκεῖνο, τὸ
1786ὁποῖον ἡ κρίσις των, ἡ πεποίθησίς των, τοῖς ὑποδεικνύει;
1787Ἐδῶ πᾶν ζήτημα οἱασδήποτε φύσεως, διοικητικὸν ἢ δι-
1788καιοσύνης, στρατιωτικὸν, φορολογικὸν, καὶ ἐν γένει πᾶν
1789μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, καθίσταται ἀμέσως ζήτημα ἐμ-
1790πιστοσύνης, ὑπὸ τὴν πίεσιν δὲ αὐτὴν ὁ Βουλευτὴς, ὁ μὴ
1791ἐπιθυμῶν ἀνὰ πᾶν βῆμα νὰ ἐγείρωνται ζητήματα κυβερ-
1792νητικὰ καὶ κρίσεις πολιτικαὶ, ἀναγκάζεται, παρὰ τὴν κρί-
1793σιν του καὶ τὴν πεποίθησίν του, νὰ ψηφίζῃ ὑπὲρ αὐτοῦ,
1794καὶ τοιουτοτρόπως βαθμηδὸν ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρι-
1795σκόμεθα σήμερον.
1796Ἀλλὰ μήπως κατὰ τύπους τοὐλάχιστον ἀκολουθοῦμεν
1797τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα; Τὸ Σύνταγμα, πρὸς ἔλεγχον
1798τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν προτεινομένου
1799προϋπολογισμοῦ, ἀπῄτησεν ὅπως οὗτος εἰσάγηται εἰς πολυ-
1800μελῆ ἐπιτροπὴν καὶ ἐκεῖ ἐξελέγχηται· ὥρισε δὲ συγχρόνως,
1801ὅτι πρέπει ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ν’ ἀντιπροσωπεύηται καὶ ἡ
1802μειονοψηφία, ἤτοι ἡ Ἀντιπολίτευσις. Εἰς ἅπαντα τὰ κοι-
1803νοβουλευτικὰ Κράτη ἡ ἐργασία αὐτὴ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ
1804προϋπολογισμοῦ εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα· ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ
1805προϋπολογισμοῦ ἐξασκεῖ πράγματι ἔλεγχον καὶ τοιαύτην
1806βαρύτητα, ὥστε οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀποφύγῃ
1807τὰς συστάσεις καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
1808σμοῦ ἐπιτροπῆς. Παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ δὲν κρίνουσιν ἀνάξιον
1809νὰ προσέρχωνται οἱ Ὑπουργοὶ καὶ συζητῶσι τὰ μέτρα, τὰ
1810ὁποῖα προβάλλουσι, καὶ, δεχόμενοι τὰς παρατηρήσεις καὶ
1811σκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς, μεταβάλλουσι κατὰ πολὺ καὶ τὰ
1812νομοσχέδιά των, ἐφ’ ὅσον ἴδωσιν ὅτι δὲν γίνονται ἀσπαστὰ,
1813ἢ καὶ ἀποσύρουσιν αὐτά. Παρ’ ἡμῖν, ὅσοι ἐκ τῶν κυρίων
1814συναδέλφων ἐλάβετε μέρος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς
1815ἐπὶ τοῦ προϋπολομισμοῦ ἑκάστοτε, γνωρίζετε τί συμβαίνει.
1816Ἡ Κυβέρνησις στέλλει τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν ἐπι-
1817τροπὴν, ὅπως ὑποστῇ οὐχὶ τὴν ἐξέλεγξιν, ἀλλὰ τὴν θεώ-
1818ρησιν μόνον, τὴν ἀπαιτουμένην ὑπὸ τοῦ γράμματος τοῦ
1819Συντάγματος. Ἐάν τις τῶν κ. Βουλευτῶν, τῶν ἀπαρτιζόν-
1820των τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, ζητήσῃ πληροφορίας, ὅπως
1821φωτισθῇ περὶ τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐν τῷ
1822προϋπολογισμῷ προβλεπομένων, στέλλονται ὑπὸ τῶν δια-
1823φόρων γραφείων, ὡς πληροφορίαι, παλαιόχαρτα ἄξια ἄλλου
1824προορισμοῦ καὶ οὐχὶ βεβαίως τῆς ἐπιτροπῆς, πρὸς ἣν στέλ-
1825λονται, γριφώδη, πρὸς κατανόησιν τῶν ὁποίων χρειάζονται
1826ἑρμηνευτικοὶ κανόνες. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ, εἴτε
1827κατὰ πλειονοψηφίαν, εἴτε καὶ διὰ παμψηφίας, ὡς συμβαί-
1828νει ἐνίοτε, λάβῃ ἀπόφασιν καὶ προτείνῃ μέτρον τι, ἔστω
1829καὶ περὶ μειώσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, μήπως ἡ
1830γνώμη αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς κρίνεται ἀξία νὰ ληφθῇ ὑπ’
1831ὄψει, ἢ νὰ ἀναγνωσθῇ κἂν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Ἡ Κυ-
1832βέρνησις οὔτε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρὸς τὴν γνώμην τῆς
1833ἐπιτροπῆς πορείαν της κρίνει ἄξιον.
1834Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἀντιτάξῃ τις, ὅτι τοιοῦτον σύστημα ἔχει
1835καὶ τὰ καλὰ ἀποτελέσματα, καὶ θὰ μοὶ φέρῃ ἴσως καὶ
1836παράδειγμα, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ, ἤτοι ἡ ἐπιβολὴ τῆς
1837θελήσεως τοῦ ἑνὸς ἐπὶ τῆς θελήσεως τῶν πολλῶν, ἤγαγε
1838τὴν Πρωσσίαν διὰ τῆς Σαδόβας καὶ διὰ τοῦ Σεδὰν εἰς τὴν
1839ἕνωσιν τῆς Γερμανίας. Παρ’ ἡμῖν ὅμως δυστυχῶς ὡς ἀπο-
1840τέλεσμα εἴχομεν τὸν ἄδοξον νόμον τῆς 10ης Δεκεμβρίου.
1841Τοιοῦτον σύστημα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ,
1842διότι φοβοῦμαι, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα
1843εἴδομεν μέχρι τοῦδε, καὶ ἐκ δευτέρου χειρότερα καὶ δριμύ-
1844τερα θὰ δοκιμάσωμεν. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
1845§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
1846§109ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Δὲν φρονεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ
1847μεταβῶμεν νὰ γευματίσωμεν;
1848§110ΖΩΤΟΣ. Ἤδη μόλις εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν.
1849§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
1850γισμοῦ;
1851§112ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προετιθέμην, Κύριοι, τὴν φορὰν ταύτην,
1852κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας τῆς
1853τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπείας καὶ τῶν μέχρι τοῦδε ἀγο-
1854ρευσάντων ἐκ τῆς ἡμετέρας πτέρυγος, νὰ μὴ εἰσέλθω καὶ
1855ἐγὼ εἰς λεπτομερῆ ἔλεγχον τοῦ προκειμένου προϋπολογι-
1856σμοῦ καὶ νὰ μὴ μακρηγορήσω. Αἱ μακραὶ καὶ ἐξηκριβω-
1857μέναι συζητήσεις ἀποβαίνουσι περιτταί, ὅταν τὰ πράγματα
1858πρόκεινται τοῖς πᾶσι καταφανῆ. Καὶ τὰ πράγματα νῦν, ὡς
1859πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, εἶναι καταφανῆ καὶ
1860πρόδηλα τοῖς πᾶσιν. Ἤρκεσε μόνη ἡ ὑποβολὴ αὐτοῦ εἰς τὴν
1861Βουλὴν, ἵνα ὑποτιμήσῃ καὶ ἐξευτελίσῃ κατὰ μονάδας
1862πολλὰς τὸ πιστωτικὸν ἡμῶν νόμισμα καὶ μεταβάλῃ οὕ-
1863τως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὸ ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ του ἀναγ-
1864γελθὲν περίσσευμα εἰς ἔλλειμμα· ἤρκεσε μόνη ἡ δημοσίευσίς
1865του, ἵνα ἐμβάλῃ εἰς ἀληθῆ πανικὸν τὴν ἀγορὰν ἡμῶν καὶ
1866ἐπιδεινώσῃ ἔτι μᾶλλον, ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ, τὴν κατάστα-
1867σιν. Ἔχομεν δὲ οὕτω καταφανῆ τοῖς πᾶσιν ἐκ τοῦ προτέ-
1868ρου τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ,
1869ἐξ οὗ δυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν μετ’ ἀσφαλείας, ὁποία
1870τύχη ἀναμένει καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν ἡμῶν, ἂν
1871αὐτὸς, ὃ μὴ γένοιτο, ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρω-
1872θεὶς ὑπὸ τοῦ Στέμματος ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος.
1873Ἀφοῦ λοιπὸν τὰ πράγματα αὐτὰ τρανῶς μαρτυροῦσιν, ὁπό-
1874σον ἀσύστατον καὶ ἕωλον εἶναι τὸ ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
1875γοῦ, ἀφοῦ καὶ ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω κόσμος ἔχει ἤδη ἐξαναστῆ
1876κατ’ αὐτοῦ, τίς ἡ ἀνάγκη πλέον πολλῶν λόγων, ἵν’ ἀπο-
1877δείξῃ τις τὰ αὐταπόδεικτα; Ἀλλὰ καὶ πρὸς τίνας καὶ χά-
1878ριν τίνων ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν νῦν διὰ μακρῶν;
1879Ὑπάρχει ἀνάγκη τοιαύτης συζητήσεως πρὸς τὸν κ. Πρω-
1880θυπουργόν; πλὴν πρὸς τί; ἵνα ἐλέγξωμεν ἴσως καὶ νῦν, ὡς
1881ἄλλοτε, τὰς πλάνας καὶ τὰ σφάλματά του ἐν τῷ παρελ-
1882θόντι; Ἀλλ’ αὐτὸς τὸ πρῶτον νῦν καθ’ ὅλον τὸν βίον του
1883ἔσχε τὴν εἰλικρίνειαν, εἰσηγούμενος τὸν προκείμενον προϋπο-
1884λογισμὸν, νὰ ἐξομολογηθῇ δημοσίᾳ τὰ ἁμαρτήματά του,
1885ἀπαρνούμενος καὶ καταδικάζων ὁλόκληρον τὸ παρελθόν του.
1886Μήπως δὲν μᾶς εἶπε νῦν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1882 ἤδη εἶχε τὴν
1887πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἐν ἀνεπαρκείᾳ, ἵνα ἐκπληρώσῃ
1888τὰς εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις της, τὰς ἀνερχομένας τότε μό-
1889λις εἰς 16,000,000 δραχμῶν; Μήπως δὲν μᾶς ἔδωκεν οὕτω
1890νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι πᾶσαι αἱ περὶ τοῦ ἐναντίου διαβεβαιώ-
1891σεις του ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ
18921893 ἦσαν καθαρὰ φενάκη δι’ ἡμᾶς καὶ τοὺς πιστωτὰς τοῦ
1893Κράτους, οὓς ἐξηπάτα οὕτως ἐν ἐπιγνώσει, ὅπως δανεισθῇ
1894ἀκόμη ἑκατοντάδας ὅλας ἑκατομμυρίων, ὅπως αὐξήσῃ
1895οὕτω τὰς εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις ἡμῶν εἰς τὸ διπλάσιον,
1896ὅπως εὐρύνῃ ἀναλόγως καὶ τὸν κύκλον τῆς καταστροφῆς
1897καὶ ἔλθῃ εἶτα ἐπὶ τῶν ἐρειπίων, ἅτινα αὐτὸς ἐδημιούργησε,
1898καὶ κηρύξῃ τὴν δολιωτάτην τῶν χρεωκοποιῶν; Μήπως δὲν
1899ἀπεκήρυξε καὶ κατεδίκασε νῦν, ὡς μίαν τῶν πρωτίστων αἰ-
1900τιῶν τοῦ κακοῦ, τὴν ὑπ’ αὐτοῦ διενεργηθεῖσαν ἔκτοτε μετα-
1901τροπὴν τῶν ἐσωτερικῶν εἰς ἐξωτερικὰ δάνεια, ἐναντίον τῶν
1902ἀποτροπῶν καὶ διαμαρτυριῶν ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομέ-
1903νων; Μήπως δὲν ὡμολόγησεν, ἔστω καὶ συγκεκαλυμμένως
1904πως, τὴν πλήρη ἀποτυχίαν τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγ-
1905ματεύσεων, δοὺς εἰς ἡμᾶς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι αὕτη ὀφείλε-
1906ται κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὸ ἀλλοπρόσαλλον καὶ κα-
1907κόπιστον αὐτοῦ; Μήπως δὲν κατέδειξε τὴν πλήρη αὐτοῦ
1908ἀνικανότητα, ὅπως διαγνῷ μὲν ὀρθῶς τὰ αἴτια τῆς παρού-
1909σης καταστάσεως, λάβῃ δὲ τὰ πρόσφορα μέτρα εἰς βελ-
1910τίωσιν αὐτῆς; Τίς ἡ ἀνάγκη λοιπὸν μακρᾶς συζητήσεως
1911νῦν πρὸς αὐτόν; ἵν’ ἀποδείξωμεν ἡμεῖς ὅ,τι τὰ πράγματα
1912αὐτὰ μηνύουσι τρανῶς, ὅ,τι αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1913γὸς δὲν δύναται πλέον νὰ ἀρνηθῇ;
1914Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς
1915τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπείας παρέχει ἡμῖν ἀφορμὴν εἰς
1916τοιαύτην συζήτησιν; Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι κυρίως εἰπεῖν
1917ἁπλῆ παράφρασις τοῦ εἰσηγητηρίου λόγου τοῦ κ. Πρωθυ-
1918πουργοῦ, παράφρασις μάλιστα ἐξασθενίζουσα ἐν πολλοῖς
1919τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, παράφρασις πλήρης ἀντιφάσεων
1920καὶ παραλογισμῶν. Ὁ Νέστωρ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
1921βερνήσεως ἐν παντὶ οἰκονομικῷ ζητήματι, ὁ ἕτοιμος νὰ δι-
1922καιολογήσῃ καὶ ἐξαγνίσῃ πάντα τὰ σφάλματα αὐτοῦ, ὁ
1923ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, μεθ’ ὅλην τὴν προσ-
1924πάθειαν, ἣν κατέβαλε καὶ νῦν, ὡς ἄλλοτε, ὅπως συνηγο-
1925ρήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἠστό-
1926χησε τέλεον τοῦ σκοποῦ του. Ἀπέλιπεν αὐτὸν νῦν ἡ ἐγνω-
1927σμένη δεξιότης καὶ ἐμπειρία περὶ τὴν διαστροφὴν τῆς ἀλη-
1928θείας πρὸ τῆς ἐπιβολῆς τῶν πραγμάτων. Καὶ εἴδομεν αὐ-
1929τὸν παραπαίοντα ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς μακρᾶς ἐκ-
1930θέσεώς του καὶ μάτην ἀποπειρώμενον, ἵνα συγκλώσῃ τὰ
1931ἀσύγκλωστα καὶ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα. Διὰ
1932τοῦτο ἤρκεσε καὶ αὐτὴ ἡ μόλις δισέλιδος ἔκθεσις τῆς μειο-
1933νοψηφίας, ἵνα μεταβάλῃ εἰς ῥάκος τὴν δωδεκασέλιδον αὐ-
1934τοῦ ἔκθεσιν, ἀνατρέπουσα ἐκ βάθρων τὸ σαθρὸν αὐτῆς οἰ-
1935κοδόμημα. Δὲν θὰ ἦτο λοιπὸν νῦν καθαρὰ ματαιοπονία
1936πᾶσα λεπτομερὴς καὶ ἐμπεριστατωμένη αὐτῆς ἀνασκευὴ,
1937γινομένη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου;
1938Καὶ ἐπὶ τέλους χάριν τίνων πρέπει νὰ γείνῃ ἡ τοιαύτη
1939μακρὰ συζήτησις; χάριν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς;
1940χάριν τῆς κοινῆς γνώμης; Ἀλλὰ καὶ ἐκείνη καὶ αὕτη
1941ἔχουσιν ἤδη πρὸ ἑαυτῶν τὸ ἀναντίλεκτον, τὸ ἀνεπίδεκτον
1942οἱασδήποτε ἀμφισβητήσεως γεγονὸς, καθ’ ὃ ἤρκεσε μόνη ἡ
1943ὑποβολὴ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δημοσίευσις τοῦ ὑπὸ συζήτη-
1944σιν προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐπιδεινώσῃ ἔτι μᾶλλον τὴν κατά-
1945στασιν, ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ αὐτὴν, ἵνα ἐμβάλῃ τοὺς πάντας
1946εἰς ἀληθῆ ἀπελπισμὸν περὶ αὐτῆς. Τίς ἡ ἀνάγκη λοιπὸν
1947λόγων, καὶ λόγων μακρῶν, ἵνα πείσῃ τις περὶ τούτου καὶ
1948τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν κοινὴν γνώμην;
1949Ἐκείνη, ἂν κρίνωμεν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε στάσεώς της, δια-
1950τηρεῖ ἀμείωτον τὴν πίστιν αὐτῆς καὶ ἀφοσίωσιν πρὸς τὸν
1951κ. Πρωθυπουργὸν, ἀψηφοῦσα ὅλως καὶ τὴν ἐπιδείνωσιν τῆς
1952καταστάσεως καὶ τὴν ἐξέγερσιν τῆς κοινῆς γνώμης. Περὶ
1953αὐτῆς ἠδύνατό τις κάλλιστα νὰ παρῳδήσῃ τὸ τοῦ ποιη-
1954τοῦ: «οὔ με πείσεις, κἄν με πείσῃς». Ἡ δὲ κοινὴ γνώμη
1955δὲν ἔχει πλέον ἀνάγκην λόγων, πρὸς διαφώτισίν της. Τὰ
1956πράγματα αὐτὰ διήνοιξαν ἤδη πρὸ πολλοῦ τοὺς ὀφθαμούς
1957της, ἐὰν δὲ ὑπελείπετο ἔτι ἀμφιβολία τις εἰς αὐτὴν, τὴν
1958ἀμφιβολίαν ταύτην διεσκέδασαν τὰ τελευταῖα γεγονότα, ἡ
1959ἀποτυχία τῶν περὶ συμβιβασμοῦ διαπραγματεύσεων καὶ
1960ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν
1961προϋπολογισμὸς, ὅστις τόσον οἰκτρὰ ἀποτελέσματα ἔσχεν
1962ἤδη πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ κυρώσεώς του, πρὸ τῆς δη-
1963μοσιεύσεως αὐτοῦ ὡς νόμου τοῦ Κράτους. Τίς λοιπὸν ἡ
1964ἀνάγκη μακρᾶς καὶ διηκριβωμένης συζητήσεως καὶ διὰ τὴν
1965πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὴν κοινὴν γνώμην;
1966Ἰδού, Κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς μειο-
1967νοψηφίας τῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπείας τὴν φορὰν
1968ταύτην ἦτο βραχεῖα, καὶ οἱ μέλλοντες νὰ μετάσχωμεν τῆς
1969προκειμένης συζητήσεως ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἴχομεν
1970ἀπόφασιν νὰ μὴ ἐπεκταθῶμεν εἰς λεπτομερείας, νὰ κατα-
1971δείξωμεν δὲ δι’ ὀλίγων μὲν, ἀλλ’ ἱκανῶν, τὸ ἀνεπαρκὲς τοῦ
1972παρόντος προϋπολογισμοῦ, αὐτοῦ καθ’ ἑαυτὸν καὶ ἐν σχέσει
1973πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν. Τοῦτο ἔπραξαν ἤδη οἱ
1974προαγορεύσαντες ἐκ τῆς πτέρυγος ἡμῶν, τοῦτο θὰ ἔπραττον
1975καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ἐὰν μὴ ἠναγκαζόμην νὰ μεταβάλω γνώ-
1976μην ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Αὕτη διὰ τοῦ
1977γνωστοῦ πρωτοσχόλου της, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος
1978Βουλευτοῦ, ἐχαρακτήρισε τὴν τοιαύτην βραχυλογίαν ἡμῶν
1979ὡς ἀδυναμίαν, δηλώσασα ὅτι καὶ ὁ εἰσηγητήριος τοῦ κ.
1980Πρωθυπουργοῦ λόγος καὶ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἡ ἔκθεσις
1981τῆς πλειονοψηφίας μένουσιν ἔτι ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν
1982ἀπρόσβλητοι, διότι ἡμεῖς ἀποκνοῦμεν πρὸ τοῦ ἐγχειρή-
1983ματος τούτου, ὡς δῆθεν ὑπερτέρου τῶν δυνάμεων ἡμῶν, ὡς
1984δῆθεν ἐν ἀπορίᾳ διατελοῦντες τοῦ τοιούτου λεπτομεροῦς
1985ἐλέγχου, ἐν ἀπορίᾳ ἰδίων γνωμῶν, ἃς ὀφείλομεν ν’ ἀντιτά-
1986ξωμεν καὶ ἐν τοῖς καθόλου καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον. Τού-
1987του ἕνεκεν εἶμαι ἠναγκασμένος ἐγὼ νῦν ν’ ἀντεπεξέλθω πρὸς
1988ὅλα τὰ γενικὰ ζητήματα, ὧν ἅπτεται καὶ ὁ εἰσηγητήριος
1989τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λόγος καὶ ἡ ἔκ-
1990θεσις τῆς πλειονοψηφίας, νὰ εἰσέλθω δὲ καὶ εἰς τὰς λεπτο-
1991μερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκθέτων καὶ ἐπ’ ἐκείνων καὶ
1992ἐπὶ τούτων τὰς ἰδίας ἡμῶν γνώμας, τὰς γνώμας, ἃς πάν-
1993τοτε εἴχομεν ἡμεῖς περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων
1994καὶ αἵτινες, εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε, νῦν προσαρμόζουσιν εἰς
1995αὐτά. Ἐλπίζω οὕτως, ἂν ὄχι τι ἄλλο, ν’ ἀφαιρέσω τοὐλά-
1996χιστον πᾶσαν πρόφασιν φυγομαχίας καὶ διὰ τὸν κ. Πρωθυ-
1997πουργὸν καὶ διὰ τὸν πρόμαχον αὐτοῦ εἰσηγητὴν τῆς πλειο-
1998νοψηφίας, καὶ νὰ ἐξαναγκάσω αὐτοὺς εἰς ἀπολογίαν πρὸ τῶν
1999ἐπιθέσεων ἡμῶν. Οὕτω θὰ ἔπαυεν ἴσως ὁ μέχρι τοῦδε μονό-
2000λογος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ θὰ διεσώζομεν τοὐλάχιστον
2001τὰ προσχήματα τῆς κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως, ὧν ἄνευ
2002τὸ Κοινοβούλιον ἡμῶν ἐκπίπτει τῆς ἐμπρεπούσης αὐτῷ
2003περιωπῆς. Καὶ τοῦτο τὸ κέρδος, ἐὰν κατωρθοῦτο διὰ τῆς
2004ἀγορεύσεώς μου, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως μικρόν τι καὶ ἀνά-
2005ξιον λόγου.
2006Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τὸν
2007προκείμενον προϋπολογισμὸν, καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονο-
2008ψηφίας ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ἐνόμισαν πρόσφορον ἐπὶ τῇ
2009εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ν’ ἀνασκοπήσωσι τὴν καθόλου οἰκονομικὴν
2010ἡμῶν κατάστασιν, ἐξετάζοντες διὰ μακρῶν τὰ αἴτια, τὰ
2011παραγαγόντα αὐτὴν, καὶ ζητοῦντες νὰ ἀνεύρωσι καὶ τὰ
2012μέσα τῆς θεραπείας αὐτῆς. Ἀλλ’ ὡς ὑπηνίχθην ἤδη, ἀμ-
2013φότεροι, ἀστοχήσαντας τέλεον περὶ τὴν διάγνωσιν τῶν αἰ-
2014τίων τοῦ κατατρύχοντος ἡμᾶς κακοῦ, δὲν ἠδύναντο κατ’
2015ἀκολουθίαν ἢ νὰ σφαλῶσι καὶ περὶ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν μέ-
2016σων τῆς θεραπείας αὐτοῦ. Τοῦτο ἔρχομαι νὰ ἀποδείξω νῦν
2017ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ ἀκριβείᾳ, δι’ ἐπιχειρημάτων
2018ἀναντιλέκτων, δι’ ἐπιχειρημάτων, ἅτινα, ὡς ἐλπίζω, οὐδὲ
2019ἴχνος ἀμφιβολίας θὰ ἐγκαταλίπωσιν εἰς τὸν θέλοντα νὰ
2020παρακολουθήσῃ μετὰ τῆς προσηκούσης προσοχῆς τὴν προ-
2021κειμένην συζήτησιν. Δὲν πρέπει νὰ ὑπολάβῃ τις τὸν ἰσχυ-
2022ρισμόν μου τοῦτον ὡς ἐνέχοντα ὑπερβολήν τινα. Χαρίσατέ
2023μοι, παρακαλῶ, Κύριοι, εὐμενῆ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, καὶ
2024θὰ ἴδητε ὁπόσον δίκαιον ἔχω. Πρὸς τοῦτο ὅμως εἶμαι
2025ἠναγκασμένος νὰ μακρηγορήσω πως, ἵνα ἐξαντλήσω ὑπὸ
2026πᾶσαν ἔποψιν τὰ προβαλλόμενα θέματα, ἵν’ ἀποκόψω ἐν
2027τῷ μέλλοντι πᾶσαν εἰς αὐτὰ προσφυγὴν καὶ τοῦ κ. Πρω-
2028θυπουργοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψη-
2029φίας.
2030Ἰσχυρίσθησαν ἀμφότεροι, ὅτι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ δὲν ἔγ-
2031κειται ἐν τῇ ἀνεπαρκείᾳ τοῦ Κράτους, ἐν τῇ ἐλλείψει ἰσο-
2032ζυγίου ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀνεπαρ-
2033κείᾳ τῆς χώρας, ἣν μαρτυρεῖ ἡ ἔλλειψις ἐμπορικοῦ ἰσοζυ-
2034γίου ἐν ἡμῖν, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλο-
2035φορίαν. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς
2036τῆς πλειονοψηφίας ὑπεστήριξαν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον, ἂν ὄχι
2037τὸ εὐρὺ, τὸ μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ τακτικῶν καὶ
2038ἐκτάκτων ἐξόδων, τὸ στενὸν ὅμως, τὸ μεταξὺ τακτικῶν
2039ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, εἶχεν ἀποκαταστῆ ἤδη
2040πρὸ πολλοῦ, ὡς μαρτυροῦσιν οἱ ἔκτοτε δημοσιευθέντες ἀπο-
2041λογισμοὶ, χωρὶς ὅμως νὰ προλάβῃ αὐτὸ τὴν καταστροφήν.
2042Ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο ἤδη ἀπὸ τοῦ 1882 ἐν ἀνεπαρκείᾳ,
2043ἣν εἶχε κληροδοτήσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἡ πρὸ τοῦ
2044ἔτους ἐκείνου διαχείρισις, τὴν ἔκτοτε δ’ ἐπαπειλουμένην
2045εἰς ἡμᾶς ὑπ’ αὐτῆς καταστροφὴν κατώρθωσεν αὐτὸς ν’ ἀνα-
2046βάλῃ ἐπὶ δωδεκαετίαν διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν ἐσωτερι-
2047κῶν εἰς ἐξωτερικὰ δάνεια καὶ διὰ τῶν λεγομένων οἰκονο-
2048μικῶν συνδυασμῶν, χωρὶς ὅμως νὰ δυνηθῇ καὶ ν’ ἀποσο-
2049βήσῃ αὐτὴν ὁλοσχερῶς. Ἀλλ’ ὑπάρχει, Κύριοι, ἴχνος ἀλη-
2050θείας ἐν πᾶσι τοῖς ἰσχυρισμοῖς τούτοις;
2051Ὅτι οὐδέποτε ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἔσχομεν
2052ἰσοζύγιον, ἔστω καὶ στενὸν, τοῦτο μαρτυρεῖ σὺν ἄλλοις καὶ
2053αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διαψεύδων τὸν νῦν ἰσχυρισμόν
2054του διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ἣν προέταξε τοῦ τεύ-
2055χους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 καὶ καθ’ ἣν (σελ.
205641–42) εἴχομεν ἐλλείμματα ἐκ τακτικῶν ἐξόδων:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2057Τὸ 1882 7,619,819.88
2058» 1883 4,757,997.93
2059» 1884 20,520,779.17
2060» 1885 24,271,721.76
2061» 1886 26,026,255.88
2062» 1887 494,243.37
2063» 1888 2,472,495.87
2064» 1889 1,571,866.31
2065» 1890 14,967,027.22
2066» 1891 8,518,433.58
2067» 1892 2,808,377.50
2068Ἐν ὅλῳ 113,040,530.73
2069Δὲν εἶναι βεβαίως ταῦτα, Κύριοι, τὰ ἀληθῆ ἐλλείμματα
2070μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων κατὰ τὰ ἔτη 1882
2071ἕως 1892. Πολλὰ τακτικὰ, τακτικώτατα ἔξοδα τοῦ Κρά-
2072τους, κατὰ τὴν γνωστὴν ταχυδακτυλουργικὴν μέθοδον,
2073τὴν καθιερωθεῖσαν ἐν τῷ Γενικῷ ἡμῶν Λογιστηρίῳ, ἀφ’ ἧς
2074ἐκυριάρχησεν ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πα-
2075ρεστάθησαν ὡς ἔκτακτα, οὕτω δὲ τὰ ἐκ τακτικῶν ἐξόδων
2076ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν ἐκείνων ἐμφαίνονται πολὺ μικρότερα
2077τῶν πραγματικῶν. Πλὴν καὶ οὕτως, ἀφοῦ κατὰ τὴν ἔγγρα-
2078φον ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερ-
2079νήσεως πάντα τὰ ἔτη ἐκεῖνα ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσιν ἔλλειμ-
2080μα, ἔλλειμμα μαρτυρούμενον καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἐπισή-
2081μων ἀπολογισμῶν τῶν χρήσεων αὐτῶν, πῶς πρέπει νὰ κα-
2082λέσωμεν νῦν τὸν περὶ τοῦ ἐναντίου ἰσχυρισμὸν καὶ τοῦ κ.
2083Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας;
2084Ψεῦδος! Ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, μεθ’ ὅσην προσπάθειαν
2085καὶ ἂν κατέβαλον εἰς τοῦτο, οὐδεμίαν ἄλλην ἔκφρασιν
2086κοινοβουλευτικωτέραν ταύτης ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω ἐν τῷ
2087ἑλληνικῷ λεξικῷ εἰς χαρακτηρισμὸν τοῦ πράγματος.
2088Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὴς ὁ ἕτερος ἰσχυρισμὸς αὐτῶν, καθ’ ὃν
2089τὴν Ἑλλάδα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέλαβεν ἐν ἀνεπαρκείᾳ
2090ἤδη τὸ 1882; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον,
2091Κύριοι, ἐτόλμησε νὰ ἐκστομίσῃ τὸ πρῶτον ὁ ἀξιότιμος Πρόε-
2092δρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋ-
2093πολογισμοῦ τοῦ 1893, διότι ἔκτοτε προβλέπων τὴν ἐπι-
2094κειμένην καταστροφὴν, ἐζήτησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν ἐπ’ αὐτῇ
2095εὐθύνην εἰς τὴν πρὸ τοῦ 1882 διαχείρισιν, ἰσχυρισθεὶς ὅτι
2096παρέλαβεν ἐξ αὐτῆς ἐλλείμματα ἐκ 51,108,658. Ἀλλ’ ἤδη
2097τότε ἀπέκρουσα ἐγὼ αὐτὸν, ἀποδείξας ὅτι τὸ δῆθεν ἔλλειμ-
2098μα τοῦτο ἦτο κυρίως περίσσευμα τῆς μέχρι τέλους τοῦ
20991881 διαχειρίσεως. Ὅτε δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋ-
2100πολογισμοῦ τοῦ 1894 ἐπανέφερε τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος
2101εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἰσχυρισθεὶς μάλιστα αὐτὸς
2102ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο ἀνήρχετο εἰς 56,248,376, ἤτοι
2103ἐξογκώσας αὐτὸ κατὰ 5,139,718, εἰ καὶ ἤντλει καὶ αὐτὸς
2104ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς, τῶν ἐπισήμων βιβλίων τοῦ Κράτους,
2105ἐξ ἧς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔσπευσα ν’ ἀπαντήσω ἐγὼ
2106τότε πρὸς αὐτὸν σὺν ἄλλοις καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
2107«Κατὰ μῆνα Αὔγουστον τοῦ 1892, πρωθυπουργοῦντος
2108τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἐδημοσιεύθη ὁ
2109γενικὸς λογαριασμὸς τοῦ 1878, ἐν ᾧ ἔχομεν τὰ ἀποτελέ-
2110σματα τῶν ἀπολογισμῶν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τέλους τῆς
2111χρήσεως τοῦ 1877 (σελ. 154–155). Κατὰ τὰ ἀποτελέ-
2112σματα ταῦτα, Κύριοι, καθ’ ὅλην τὴν τεσσαρακονταπενταε-
2113τίαν ἐκείνην εἰσεπράχθησαν ἐκ τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κρά-
2114τους δραχ. 933,548,915.26, ἐκ δὲ δανείων ἐσωτερικῶν δρ.
211576,678,257.60 καὶ ἐκ δανείων ἐξωτερικῶν 176,276,882.35,
2116ἤτοι ἐν συνόλῳ δραχ. 1,186,504,055.21· ἐδαπανήθησαν δὲ
2117εἰς τακτικὰ ἔξοδα δρ. 933,533,162.17, εἰς ἔκτακτα δ’ ἔξο-
2118δα διὰ δάνεια μὲν ἐσωτερικὰ 60,176,818.63, διὰ δάνεια
2119δ’ ἐξωτερικὰ 176,836,642.26, ἤτοι ἐν συνόλῳ 1,170,546,
2120623.05. Κατὰ τὴν τεσσαρακονταπενταετίαν ἐκείνην εἴχο-
2121μεν ἐλλείμματα 58,972,339.76, περισσεύματα δὲ 75,029,
2122771.92, ἐξ ὧν ἀφαιρουμένων τῶν ἐλλειμμάτων μένει καθα-
2123ρὸν περίσσευμα ἐκ δραχ. 16,057,432.16. Πῶς νῦν τὸ πε-
2124ρίσσευμα τοῦτο ἐντὸς τετραετίας, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1878–1881,
2125μετετράπη εἰς ἔλλειμμα 51,108,658, κατὰ τὴν εἰσηγητι-
2126κὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἢ 56,248,376,
2127κατὰ τὴν νέαν ἔκδοσιν τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειο-
2128νοψηφίας, τὴν ἐπηυξημένην πάντως καὶ ἐπιδιωρθωμέ-
2129νην, περὶ τούτου δύναται ν’ ἀπορήσῃ μόνος ὁ ἀμφιβάλλων
2130ἔτι περὶ τῶν ταχυδακτυλουργικῶν τεχνασμάτων, δι’ ὧν, ὡς
2131ἐν χαλκείῳ, ἀναχωνεύονται οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοὶ τοῦ Κρά-
2132τους ἐν τῷ δημοσίῳ λογιστικῷ καὶ κατὰ τὸ ἑκάστοτε συμ-
2133φέρον μεταβάλλονται τὰ ἐλλείμματα εἰς περισσεύματα καὶ
2134τὰ περισσεύματα εἰς ἐλλείμματα. Ἐν τῇ προκειμένῃ περι-
2135πτώσει συνέβη τὸ τελευταῖον τοῦτο, τὰ περισσεύματα δη-
2136λαδὴ τῶν ἀπολογισμῶν μέχρι τοῦ 1881 μετεβλήθησαν εἰς
2137ἐλλείμματα πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων, διότι οὕτω πως
2138ἠδύνατο νὰ παρασταθῇ ἡ Ἑλλὰς ὡς εὑρισκομένη ἐν πτω-
2139χεύσει ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882. Ὅπως δὲ μὴ ἐλεγχθῇ τὸ
2140ψεῦδος καὶ ἡ ἀπάτη, ἀνεστάλη ἡ δημοσίευσις τοῦ μὲν γε-
2141νικοῦ λογαριασμοῦ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1879 μέχρι τῆς
214231 Δεκεμβρίου 1881, τῶν δὲ ἀπολογισμῶν ἀπὸ τῆς χρή-
2143σεως τοῦ 1878 μέχρι τῆς τοῦ 1881, ἀφοῦ διὰ τῆς δημο-
2144σιεύσεως αὐτῶν θ’ ἀπεδεικνύετο ἡ ἀλήθεια, ἣν ἔχει βεβαίως
2145λόγους ν’ ἀποκρύπτῃ ἐπιμελῶς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Πλὴν,
2146δυστυχῶς δι’ αὐτὸν, καὶ ἄνευ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ γενικοῦ
2147λογαριασμοῦ καὶ τῶν ἀπολογισμῶν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος
2148ἐτῶν δυνάμεθα ἐκ τῆς ἄλλως γνωστῆς διαχειρίσεως αὐτῶν
2149νὰ συμπεράνωμεν μετ’ ἀσφαλείας, ὅτι τὰ μέχρι τοῦ 1881
2150ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν πᾶν ἄλλο ἔχουσι νὰ ἐπι-
2151δείξωσιν ἢ ἔλλειμμα.
2152«Κατὰ τὰ ἔτη, Κύριοι, 1878–1881 εἰσεπράχθησαν ἐκ
2153μὲν τακτικῶν προσόδων τοῦ Κράτους 169,996,385, ἐκ δὲ
2154δανείων 166,205,315, ἤτοι ἐκ τοῦ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστι-
2155κῇ κυκλοφορίᾳ 59,000,000, ἐξ ἐντόκων γραμματίων 5,000,
2156000, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων 56,836,044, ἄρα
2157εἰσεπράχθησαν ἐν ὅλῳ ἐκ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐσόδων
2158τοῦ Κράτους 336,201,700, εἰς ἃ προστιθεμένου καὶ τοῦ
2159μέχρι τοῦ 1878 περισσεύματος τῶν 16,057,432, ἔχομεν ἐν
2160συνόλῳ 352,259,132 δρ. Ἀπέναντι δὲ τούτων ἐδαπανή-
2161θησαν κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη εἰς τακτικὰ μὲν ἔξοδα 198,916,
2162646, εἰς ἔκτακτα δ’ ἔξοδα (διότι εἴχομεν τότε τὴν ἐπιστρα-
2163τείαν καὶ τὰ ἐπαναστατικὰ κινήματα τοῦ 1878, τὴν ἐπι-
2164στρατείαν τοῦ 1880–1881 καὶ τὴν κατάληψιν τῆς Θεσ-
2165σαλίας) 137,765,222, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 336,681,968, ὧν
2166ἀφαιρουμένων ἐκ τοῦ συνόλου τῶν εἰσπράξεων, τῶν ἀνερ-
2167χομένων, ὡς εἴδομεν, εἰς 352,259,132, ἔχομεν ὑπόλοιπον
2168περίσσευμα ἐκ δραχ. 15,577,164. Ἂν νῦν εἰς τὸ ποσὸν
2169τοῦτο προσθέσωμεν τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120
2170ἑκατομμυρίων εἰσπραχθὲν μετὰ τὸ 1881 ἐξ 24,428,569,
2171ἅπερ ὁμοῦ μετὰ τῶν ὑπολοίπων ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κρά-
2172τους τὴν 31 Δεκεμβρίου 1881 ἐκ δραχ. 11,648,845 «δύ-
2173νανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐνεργητικὸν τῶν πρὸ τοῦ 1882
2174διαχειρίσεων», κατὰ τὴν ἐν ἔτει 1890 δημοσιευθεῖσαν
2175γενικὴν ληψοδοσίαν (σελ. 17–18), ἔχομεν οὕτω περίσ-
2176σευμα ἐκ τῆς πρὸ τοῦ 1882 διαχειρίσεως ἐκ δραχμῶν
217751,654,576. Ἰδού, Κύριοι, τὸ ἀληθὲς ἀποτέλεσμα τῶν ἀπο-
2178λογισμῶν μέχρι τοῦ 1881 συμπεριλαμβανομένου, ὅπερ μά-
2179την ἠθέλησαν νὰ μετατρέψωσι ταχυδακτυλουργικῶς ἡ μὲν
2180εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ προϋπουλογισμοῦ τοῦ 1893 εἰς
2181ἔλλειμμα ἐκ 51,108,658, ὁ δὲ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς
2182πλειονοψηφίας εἰς ἔλλειμμα ἐκ 56,248,376 δραχμῶν!»
2183Πρὸς ταῦτα οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν ἀντεῖπον τότε οὔτε
2184ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειο-
2185νοψηφίας. Νομίσαντες δὲ νῦν, μετὰ πάροδον πολλῶν μηνῶν,
2186ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει λησμονήσει τοὺς λόγους μου ἐκείνους,
2187ἐπανέλαβον τὸν αὐτὸν ἰσχυρισμὸν, χωρὶς ὅμως καὶ ν’ ἀπο-
2188δείξωσιν αὐτὸν, ἀνταπαντῶντες νῦν τοὐλάχιστον πρὸς τὰ
2189ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογι-
2190σμοῦ τοῦ 1894. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο, Κύριοι, καλὴ πίστις;
2191εἶναι ὁ ὀφειλόμενος σεβασμὸς πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ πρὸς
2192τὴν Βουλὴν, πρὸς ἣν ἀποτείνουσι τὸν λόγον, τοιαῦτα τε-
2193ρατευόμενοι; Κύριε Πρωθυπουργὲ καὶ κύριε εἰσηγητὰ, πα-
2194ρέλθετε εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως ἀποδείξητε τὸν ἰσχυρι-
2195σμόν σας, ὅπως ἀποδείξητε ὅτι ἡ πρὸ τοῦ 1892 διαχείρι-
2196σις ἐγκατέλιπε τῳόντι ἔλλειμμα 51,000,000, καὶ οὐχὶ πε-
2197ρίσσευμα ἴσου ποσοῦ, ὡς ἐγὼ ἐπανειλημμένως ἀπέδειξα.
2198Ἂν δὲν πράξητε τοῦτο, ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς
2199ἄλλος νὰ σᾶς εἴπῃ κατὰ πρόσωπον, ὅτι εἶναι ψεῦδος ὅτι
2200ὑμεῖς εὕρετε ἔλλειμμα 51,000,000 ἐν ἔτει 1882 ἐκ τῆς
2201ἡγουμένης διαχειρίσεως!
2202Οὐχ ἧττον ψευδὴς εἶναι καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν
2203ὁ ἰσχυρισμός των, καθ’ ὃν δῆθεν ἤδη τότε ἡ εἰς χρυσὸν λει-
2204τουργία τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους εἶχεν ἀνέλθει εἰς ὑπέ-
2205ρογκον ποσὸν, εἰς ποσὸν, ὅπερ δὲν ἠδύνατο νὰ παράσχῃ ἡ
2206χώρα, ἐν ἀνεπαρκείᾳ εὑρισκομένη ἔκτοτε. Ἀλλ’ εἰς πόσον
2207ἀνήρχοντο τότε αἱ εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους;
2208Κατ’ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, αἱ εἰς χρυσὸν
2209ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ἀνήρχοντο εἰς 16,000,000 δρ. περίπου.
2210Ταύτας ἠδύνατο τότε τὸ Δημόσιον νὰ προμηθευθῇ πρὸς
22111,20, κατὰ τὴν τρέχουσαν νομισματικὴν διαφορὰν ἐν ἔτει
22121883, ἀντὶ 19,200,000 δρ. Διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἴ-
2213χομεν μόλις προσκτήσει τὰς νέας γονιμωτάτας ἐπαρχίας,
2214κατ’ ἀκολουθίαν δὲ τούτου εἶχεν ἀναζωογονηθῆ καὶ ἡ δη-
2215μοσία καὶ ἡ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστις, εἶχον δὲ εἰσρεύσει εἰς
2216τὴν χώραν πλεῖστα ὅσα κεφάλαια ἔξωθεν εἰς χρυσόν. Τὴν
2217ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο τόσον ἀκμαία ἡ οἰκονομικὴ τῆς Ἑλ-
2218λάδος κατάστασις, ὥστε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
2219κῶν κ. Καλλιγᾶς ἀνεφώνει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου:
2220«Ἔχομεν χρήματα δεξιᾷ, χρήματα ἀριστερᾷ, χρήματα
2221παντοῦ, ὅπου καὶ ἂν στραφῶμεν». Τὴν ἐποχὴν λοιπὸν ἐκεί-
2222νην δὲν ἦτο ἐν ἐπαρκείᾳ ἡ Ἑλλὰς, ἵνα σᾶς παράσχῃ τὰ
2223διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ δημοσίου χρέους εἰς χρυσὸν ἀπαι-
2224τούμενα 16,000,000 πρὸς 1,20 τὸ φράγκον, καὶ ἦτο αὐτὴ
2225ἐν ἐπαρκείᾳ, ὡς ἐπηγγέλλεσθε ὑμεῖς αὐτοί, ἵνα καταβάλῃ
222630,000,000 καὶ πλέον εἰς χρυσὸν διὰ τὸ δημόσιον χρέος
2227τὸ 1893 πρὸς 1,50 τὸ φράγκον, ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἥ τε
2228δημοσία καὶ ἡ κατ’ ἰδίαν πίστις ἡμῶν εἶχον συγκλονηθῆ
2229ἐκ βάθρων, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ πλεῖστα ὅσα κεφάλαια εἶ-
2230χον ἀποσυρθῆ ἐκ τῆς χώρας εἰς χρυσὸν καὶ εἶχεν ἤδη ἀρχί-
2231σει νὰ λυμαίνηται αὐτὴν ἡ καὶ νῦν ἔτι ὑφισταμένη οἰκονο-
2232μικὴ καὶ νομισματικὴ κρίσις; Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν εἴχομεν,
2233Κύριοι, τόσας ἄλλας ἀποδείξεις περὶ τῆς ἐπαρκείας τῆς
2234Ἑλλάδος ἐν ἔτει 1882, θὰ ἤρκει, νομίζω, ν’ ἀνατρέψῃ ἄρ-
2235δην τὸν περὶ τοῦ ἐναντίου ἰσχυρισμὸν αὐτὸ τὸ γεγονὸς,
2236καθ’ ὃ ἀντὶ τῶν 48,000,000 ἐσόδων, ἅτινα εἰσέπραξε τὸ
2237Κράτος τὸ 1881, εἶχεν αὐτὸ ἔσοδα τὸ 1893 ὑπὲρ τὰ
223896,000,000, κατὰ τὸν ἄρτι δημοσιευθέντα προσωρινὸν ἀπο-
2239λογισμὸν τοῦ ἔτους τούτου. Πρέπει τῇ ἀληθείᾳ νὰ ἔχῃ τις
2240τὴν ἰταμότητα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ
2241ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ἵνα καὶ οὕτως ἰσχυ-
2242ρίζηται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 δὲν ἐπήρ-
2243κει εἰς τὴν πληρωμὴν 16,000,000 φρ. χρυσῶν, ἀφοῦ ἔκτοτε
2244ἐπέδειξε τοσαύτην ἀντοχὴν, ὥστε νὰ φέρῃ νῦν βάρη ὑπὲρ
2245τοῦ Δημοσίου ὑπερδιπλάσια.
2246Ἀλλ’ ἐὰν εἴχετε τῳόντι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς
2247ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 ἦτο ἐν ἀνεπαρκείᾳ, ποίαν προσπά-
2248θειαν κατεβάλετε ἔκτοτε, ὅπως ἀποδείξητε αὐτὴν ἐπαρ-
2249κῆ; Ἔκτοτε οὐ μόνον τὰ φορολογικὰ αὐτῆς βάρη, ἀλλὰ
2250καὶ τὸ δημόσιόν της χρέος ὑπερεδιπλασιάσατε, εἰσπράξαν-
2251τες ἐντεῦθεν πολλὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων. Πόσα
2252ὅμως ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων ἐδαπανήσατε ὑπὲρ τῆς
2253ἐνισχύσεως τῶν παραγωγικῶν της δυνάμεων, ὑπὲρ τῆς ἀνα-
2254πτύξεως τῶν οἰκονομικῶν της πόρων; Πλὴν δεκάδων τι-
2255νῶν ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἐδαπανήσατε διὰ τοὺς σιδηρο-
2256δρόμους Μύλων–Καλαμῶν καὶ Πειραιῶς–Λαρίσσης, (τοὺς σι-
2257δηροδρόμους Ἀγρινίου–Μεσολογγίου καὶ Διακοφτοῦ–Καλα-
2258βρύτων θεωρῶ ἀναξίους λόγου) ὅπως καὶ τούτους μὴ ἀγά-
2259γητε εἰς πέρας, ἀλλ’ ἐγκαταλείψητε ἐρείπια, εἰς μνημεῖον
2260τῆς ἀτασθάλου διαχειρίσεώς σας· πλὴν ἑτέρων τινῶν δεκά-
2261δων ἑκατομμυρίων, ἅτινα κατεσπαταλήσατε εἰς κατασκευὴν
2262ὁδῶν καὶ γεφυρῶν, ὧν αἱ πλεῖσται δὲν ἐξυπηρέτησαν ἀληθῆ
2263οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἀλλ’ ἰδιοτελῆ τῆς φατρίας συμφέ-
2264ροντα· πλὴν, λέγω, τούτων, τί ἐκάματε ὅλας τὰς ἄλλας
2265ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, τὰς ὁποίας εἰσεπράξατε ἐκ τῆς
2266αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν βαρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ
2267καὶ ἐκ τῆς συνομολογήσεως τοσούτων δανείων; Τί ἐδαπα-
2268νήσατε ἐξ αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς βιομηχανίας;
2269τί ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας; τί ὑπὲρ τῆς
2270οἰνοποιΐας καὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς; τί ὑπὲρ τοῦ ἐμπο-
2271ρίου καὶ τῆς ναυτιλίας; Οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδέν. Καὶ δὲν
2272εἶναι τοῦτο μία προσέτι τρανὴ καὶ ἀναντίλεκτος ἀπόδειξις
2273περὶ τοῦ ὅτι σεῖς ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἐθεωρεῖτε
2274τὴν Ἑλλάδα ἐν πλήρει ἐπαρκείᾳ οὐ μόνον τὰ τότε, ἀλλὰ
2275καί νέα διπλάσια αὐτῶν βάρη νὰ φέρῃ, ὅτι δὲ πᾶν ὅ,τι
2276νῦν περὶ τοῦ ἐναντίου ἰσχυρίζεσθε, εἶναι ἁπλούστατα ψεῦ-
2277δος, δι’ οὗ ζητεῖτε νὰ συγκαλύψητε τὴν ἰδίαν σας εὐθύνην;
2278Οὔτε τὸ Κράτος, Κύριοι, οὔτε ἡ χώρα ἦσαν ἐν ἀνεπαρ-
2279κείᾳ πρὸ τοῦ 1882, ἂν δ’ ἔκτοτε τὰ πράγματα ἐτράπη-
2280σαν ἐπὶ τὰ χείρω καὶ κατέληξαν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς
228110 Δεκεμβρίου 1893, τοῦτο εἶναι ἔργον ἀποκλειστικὸν τοῦ
2282κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸς, κυβερνῶν ἔκτοτε τὴν
2283Ἑλλάδα, πλὴν μικρῶν διαλειμμάτων, ηὔξησε μὲν ἀλογί-
2284στως τὸ δημόσιον χρέος μέχρις ἀνεπαρκείας τοῦ Κράτους
2285δι’ αὐτὸ, ηὔξησε δὲ καὶ τὰ φορολογικὰ βάρη τῆς χώρας,
2286χωρὶς νὰ δαπανᾷ τι πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν οἰκονομικῶν της
2287δυνάμεων, ἕως οὗ ἐγονάτισεν αὐτήν. Τοῦτο μαρτυροῦσι σὺν
2288ἄλλοις καὶ αὐτοὶ οἱ ἔκτοτε δημοσιευθέντες ἀπολογισμοὶ καὶ
2289λογαριασμοί, οἵτινες, κατὰ τὴν ἰδίαν του ὁμολογίαν, ἔχουσι
2290νὰ ἐπιδείξωσιν ἐλλείμματα μεταξὺ μὲν τακτικῶν ἐσόδων καὶ
2291ἐξόδων 113,040,530.73, ὡς εἴδομεν ἤδη, μεταξὺ δὲ τα-
2292κτικῶν ἐσόδων καὶ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων τὰ ἑξῆς
2293(ἀναγινώσκει):
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2294 Ἔσοδα Ἔξοδα Ἐλλείμματα.
2295
22961882 58,879,495.23 63,997,765.58 5,118,270.35
22971883 58,537,556.10 67,795,868.91 9,258,312.81
22981884 60,744,637.07 90,846,783.8030,102,146.73
22991885 61,110,133.08 122,797,767.2461,687,634.16
23001886 63,103,471.15 129,717,525.0766,614,053.92
23011887 82,849,805.38 91,236,606.96 8,386,801.58
23021888 89,551,394.94 104,450,858.7114,899,463.77
23031889 83,731,591.09 100,674,829.8916,943,238.80
23041890 79,931,795.22 125,902,413.8645,970,618.64
23051891 90,272,212.26 122,625,177.7432,352,965.48
23061892 94,929,469.37 107,276,604.1712,347,134.80
2307 823,641,560.891,127,322,201.93 303,680,641.
2308Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ὡς προεῖπον, κατὰ τὴν ἰδίαν ὁμολο-
2309γίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν περιεχομένην
2310ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ
2311τοῦ 1894 (σελ. 41). Ἀλλ’ ἐν τοῖς ἐλλείμμασι τούτοις δὲν
2312συμπεριλαμβάνεται ἡ νομισματικὴ διαφορά, ἂν δὲ θελή-
2313σωμεν νῦν νὰ συνυπολογίσωμεν ἡμεῖς καὶ αὐτήν, θὰ ἴδω-
2314μεν αὐτὰ ὑπερβαίνοντα καὶ τὰ 400,000,000. Αὐτὰ εἶναι
2315τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεώς σου, κύριε Πρωθυπουργέ,
2316ἅτινα ἤγαγον ἡμᾶς εἰς τὴν χρεωκοπίαν, καὶ οὐχὶ ἡ δῆθεν
2317ἀνεπάρκεια τῆς Ἑλλάδος ἤδη πρὸ τοῦ ἔτους 1882. Τὴν
2318Ἑλλάδα παρέλαβες τότε ἐν πλήρει ἐπαρκείᾳ, ἐν τῷ μέσῳ
2319τῆς ἀναζωογονήσεως τῆς πίστεώς της καὶ παρέχουσαν τὰς
2320χρηστοτάτας τῶν ἐλπίδων διὰ τὸ μέλλον, καὶ τὴν περιή-
2321γαγες σὺ εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται τὴν σήμερον, εἰς τὴν
2322χρεωκοπίαν καὶ τὴν ἀπόγνωσιν. Ἔργον λοιπὸν ἀποκλει-
2323στικόν σου εἶναι ἡ συντελεσθεῖσα καταστροφὴ, μάτην δὲ
2324ἀναζητεῖς τοὺς συνυπευθύνους δι’ αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν μετὰ
2325τὸ 1882 καὶ κατὰ τὴν πρὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐποχήν.
2326Ἔπρεπε, Κύριοι, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότι-
2327μος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ν’ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὴν
2328περὶ τούτου ἀπόδειξιν, ἣν παρέσχομεν ἤδη ἐν τῇ ἐκθέσει
2329τῆς μειονοψηφίας δι’ ὀλίγων μὲν, ἀλλ’ ἱκανῶν ἵνα πείσωσι
2330πάντα ἄλλον, πλὴν αὐτῶν. Ἰδοὺ τί ἀναγράφεται ἐν τῇ
2331ἐκθέσει ταύτῃ (ἀναγινώσκει):
2332«Κατὰ τὸν ἄρτι δημοσιευθέντα προσωρινὸν ἀπολογισμὸν
2333τῆς χρήσεως τοῦ 1893, τὰ ἔσοδα αὐτῆς συνεποσώθησαν
2334εἰς 96,799,666, ὑπερβαλόντα τὰ ἔσοδα πάσης ἑτέρας χρή-
2335σεως τῆς τελευταίας δεκαετίας. Ἀλλ’ ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ
2336περὶ οὗ ὁ λόγος οἰκονομικοῦ ἔτους περιλαμβάνονται ποσὰ,
2337ἐφ’ ἃ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι, διότι
2338ταῦτα ὀφείλονται εἴτε εἰς ἐκτάκτους πόρους, εἴτε εἰς πό-
2339ρους μὴ ὑφισταμένους πλέον, εἴτε καὶ εἰς εὐφορίαν ὅλως
2340ἔκτακτον. Οὕτως ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ 1893 περιλαμβάνον-
2341ται δρ. 2,030,424 ἐξ ὑπερτιμήσεως καὶ νομισματικῆς δια-
2342φορᾶς μεταλλικοῦ καὶ συναλλάγματος, προερχομένης ἐξ
2343ἐκτάκτων πόρων, δρ. 1,500,000 ἐκ νομισματοποιΐας, ἀλλὰ
2344καὶ δρ. 1,200,000 περίπου ὑπὲρ τὸ προϋπολογισθὲν ἔσοδον
2345ἐξ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, καὶ δρ. 400,000 περίπου
2346εἰσπραχθεῖσαι ὑπὲρ τὰ προϋπολογισθέντα ἐκ τοῦ εἰς τὰ τε-
2347λωνεῖα εἰσπραττομένου ἐγγείου φόρου τῆς σταφίδος. Πάντα
2348τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα εἶναι ὅλως ἔκτακτα, οὐδ’ εἶναι πι-
2349θανὸν νὰ ἐπαναληφθῶσιν αὐτὰ ἐν βραχεῖ.
2350«Ἀπέναντι τῶν οὕτω συμποσωθέντων ἐν ὅλῳ ἐσόδων
2351τοῦ 1893 εἰς δρ. 96,799,666 τὰ τῆς αὐτῆς χρήσεως ἔξοδα
2352ἀνῆλθον εἰς δρ. 92,251,058, περιλαβόντα καὶ ποσά τινα,
2353δαπανηθέντα δυνάμει ἐκτάκτων πιστώσεων εἰς τὴν κατα-
2354σκευὴν δημοσίων ἔργων, ἅτινα ὅμως ποσὰ δὲν ὑπερβάλ-
2355λουσι τὰ ὡς ἀνωτέρω εἰσπραχθέντα ἐκ πόρων εἴτε ἐκτά-
2356κτων εἴτε ἀπροσδοκήτων καὶ μηδέποτε ἐν τῷ παρελθόντι
2357πραγματοποιηθέντων. Οὕτως ἡ χρῆσις τοῦ 1893 παρουσιά-
2358ζει διὰ πρώτην φορὰν περίσσευμα ἐκ δρ. 4,548,608 μεταξὺ
2359ἐσόδων καὶ ἐξόδων τακτικῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τὸ
2360ἀποτέλεσμα ὅμως τοῦτο ἐπετεύχθη, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ
2361δημοσίου χρέους ἐν ἔτει 1893 ἀπήτησε μόνον 25,931,680
2362εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀπέναντι δραχμῶν 35,468,596,
2363ἐξ ὧν τὰ 30,939,761 εἰς χρυσόν, ὡς ἀνεγράφησαν ἐν τῷ
2364προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 διὰ τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
2365δημοσίου χρέους ἄνευ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς.
2366«Ἐκ τῆς συντόμου ταύτης μελέτης τοῦ ἀπολογισμοῦ
2367τοῦ 1893 δυνάμεθα ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν νὰ ἐξαγάγωμεν
2368τὰ ἑξῆς συμπεράσματα:
2369«αʹ) Καὶ ἐὰν ἔτι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῖς πρὸ τοῦ
23701893 ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἀνεγράφετο εἰς
2371τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ πάλιν θ’ ἀπέβαινεν ἀδύνατος ἡ
2372ἐκ τῶν τακτικῶν τοῦ Κράτους πόρων ἀρτία καταβολὴ τῆς
2373ἐνιαυσίας ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἀφοῦ καὶ ὁ εἰς
2374περίσσευμα ἐκ δρ. 4,545,608 καταλήξας προϋπολογισμὸς
2375τοῦ 1893 ἐπήρκεσεν εἰς τὴν ἀπότισιν μόνον δρ. 25,931,680
2376διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἐνῷ πρὸ τοῦ νό-
2377μου τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893 αὕτη ἀνήρχετο ἐνιαυσίως
2378εἰς δρ. 35,468,696, ὧν τὰ 30,939,761 εἰς χρυσόν, ἄνευ
2379τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Οὕτως ἀποδεικνύεται
2380ἔλλειμμα σταθερὸν τῶν πρὸ τοῦ 1893 προϋπολογισμῶν,
2381καὶ ἂν ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἐγίνετο εἰς τρα-
2382πεζογραμμάτια, ἐκ δρ. 5,000,000 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον.
2383«βʹ) Εἰς τὸ σταθερὸν τοῦτο ἔλλειμμα εἰς τραπεζικὰ
2384γραμμάτια τῶν πρὸ τοῦ 1893 προϋπολογισμῶν προσετί-
2385θετο λεληθότως, ἐξογκοῦν τὸ δημόσιον χρέος διὰ τῶν οἰκο-
2386νομικῶν συνδυασμῶν, τὸ ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς τῶν
2387εἰς χρυσὸν ἐξόδων, ἀνερχομένων μετὰ τῶν καταβαλλομέ-
2388νων παρὰ τοῦ Δημοσίου διὰ προμηθείας εἰς 38 περίπου
2389ἑκατομμύρια, ἤτοι ἔλλειμμα δρ. 15,000,000 περίπου, ὑπο-
2390λογιζομένης τῆς ἐπικαταλλαγῆς ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ τῶν τε-
2391λευταίων ἐτῶν πρὸς 1,40.
2392«γʹ) Εἰς τὸ σταθερὸν ἔλλειμμα μεταξὺ τακτικῶν ἐξό-
2393δων καὶ τακτικῶν ἐσόδων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ
2394τὸ ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ τῶν εἰς χρυσὸν πληρω-
2395μῶν προσετίθετο καὶ τὸ ἐξ ἐκτάκτων δαπανῶν ἔλλειμμα,
2396δι’ ὧν ἐδικαιολογοῦντο οἱ οἰκονομικοὶ συνδιασμοί.
2397«Τὴν ἐκ τῆς ἐπισωρεύσεως τοσούτων ἐλλειμμάτων, κα-
2398λυπτομένων ἑκάστοτε λογιστικῶς διὰ τῶν ἐπικληθέντων
2399στενῶν ἰσοζυγίων, προκύψασαν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους
2400ἀνεπάρκειαν ἀνεκήρυξεν ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου π. ἔ.,
2401δι’ οὗ περιεκόπησαν αἱ εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου
2402κατὰ 70%».
2403Δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὴν ἀπόδειξιν ταύτην τῆς ἐκθέσεως
2404τῆς μειονοψηφίας, ἰδοὺ ὅτι ἔλαβον νῦν καὶ προφορικῶς πά-
2405σας τὰς δυνατὰς ἀποδείξεις περὶ τῶν πάντη ἑώλων καὶ
2406ἀνυποστάτων ἰσχυρισμῶν των περὶ δῆθεν ἰσοζυγίων, ἔστω
2407καὶ στενῶν, ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, περὶ δῆθεν ἀνε-
2408παρκείας τῆς Ἑλλάδος ἤδη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δι’
2409ἀριθμῶν ἀναντιλέκτων, δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταγωνίστων
2410—καὶ δυνάμεθα νὰ θεωρῶμεν τοιαῦτα τὰ ἐπιχειρήματα
2411ἡμῶν, ἐνόσῳ οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε ὁ ἀξιότιμος
2412εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τολμῶσι ν’ ἀντιτάξωσί τι
2413πρὸς αὐτά—ἀποδεικνύομεν ἡμεῖς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐν ἔτει 1882
2414ἦτο ἐν πλήρει ἐπαρκείᾳ, ὅτι δὲ, ἐὰν ἔκτοτε κατέστη ἀνε-
2415παρκὴς καὶ περιῆλθεν εἰς ἣν τὴν σήμερον εὕρηται κατά-
2416στασιν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἔκτοτε κρατήσασαν ἀσύ-
2417νετον καὶ ἀτάσθαλον διαχείρισιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
2418βερνήσεως. Ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναιρέσω καὶ πάντας τοὺς λοι-
2419ποὺς ἰσχυρισμοὺς τούτου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς
2420πλειονοψηφίας, πρέπει νὰ ἐξαντλήσω, ὡς προεπηγγέλθην,
2421πάντα τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἀνακινηθέντα ζητήματα, ὡς πρὸς
2422τὰ αἴτια τῆς παρούσης καταστάσεως, ἵνα γείνῃ εἰς πάν-
2423τας κατάδηλον, ὁπόσον σφαλερὰ ἐκ θεμελίων ὑπῆρξεν ἡ
2424διάγνωσις αὐτῶν ἔν τε τῷ εἰσηγητηρίῳ λόγῳ τοῦ κ. Προέ-
2425δρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς
2426πλειονοψηφίας.
2427Οὔτε τὸ 1882, Κύριοι, οὔτε μετὰ ταῦτα ὑπῆρξέ ποτε
2428ἐν ἀνεπαρκείᾳ ἡ χώρα ἡμῶν. Αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἔννοια
2429τῆς ἀνεπαρκείας χώρας τινὸς εἶναι καθαρὰ οὐτοπία, ἥτις
2430τὴν σήμερον εἶναι ἀσυγχώρητος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἔχοντα
2431στοιχειωδεστάτην γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, πολ-
2432λῷ δὲ μᾶλλον εἰς τοὺς ἀξιοῦντας νὰ προΐστανται τῶν κοι-
2433νῶν καὶ νὰ διέπωσι τὰς τύχας λαοῦ τινος. Πᾶσα χώρα
2434εἶναι αὐτάρκης, ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς πόρων.
2435Συμβαίνει ἐπὶ τῶν ἀτόμων νὰ μὴ ἐπαρκῶσι πολλάκις εἰς
2436τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, νὰ ἐξοδεύωσι δὲ πλείονα τῶν ἐσόδων
2437των καὶ ν’ ἀποβάλλωσιν οὕτω τὴν περιουσίαν των, περιερ-
2438χόμενα εἰς πτώχευσιν. Δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ
2439λαῶν ὁλοκλήρων καὶ ἐπὶ χωρῶν. Αὗται κατ’ ἀνάγκην
2440ἀποβαίνουσιν αὐτάρκεις, κατ’ ἀνάγκην ὀφείλουσι νὰ ἐξο-
2441δεύωσιν ὅ,τι ἐσοδεύουσιν, ἂν δὲν λαμβάνωσι πρόνοιαν καὶ
2442περὶ ἐναποταμιευμάτων καὶ περὶ αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ των
2443πλούτου. Ἂν δὲ συμβῇ ποτε χώρα τις ἐπί τινα χρόνον νὰ
2444ἐξοδεύσῃ πλείονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐσοδεύει, ἐπέρχεται
2445εἶτα ἀφ’ ἑαυτοῦ ὁ περιορισμὸς τῶν ἐξόδων της, ἡ ἐκκαθά-
2446ρισις· διότι εἶναι ἀδύνατον, πάντη ἀδύνατον, νὰ παραταθῇ
2447ἐπὶ πολὺ ἡ τοιαύτη ἀνισοῤῥοπία τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων
2448της, οὐδὲ εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐξαντληθῶσιν οἱ οἰκονομι-
2449κοί της πόροι καὶ νὰ περιστῇ αὐτὴ εἰς ἣν θέσιν καὶ τὰ
2450ἄτομα, πτωχεύοντα.
2451Καθαρὰ οὐτοπία εἶναι καὶ ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε
2452περὶ ἐλλείψεως χρυσοῦ καὶ περὶ δῆθεν ἀποστραγγίσεως αὐ-
2453τοῦ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς. Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, δὲν παράγει
2454χρυσόν· ἀλλὰ μήπως ἄλλη τις χώρα ἐν Εὐρώπῃ, καὶ αὐ-
2455ταὶ αἱ τὰ μάλιστα εὐεκτοῦσαι τὴν σήμερον οἰκονομικῶς,
2456ὡς ἡ Γαλλία, ἡ Γερμανία, τὸ Βέλγιον καὶ ἡ Ἀγγλία,
2457παράγουσι τοιοῦτον; Τίς ποτε ὅμως ἐκεῖ ἐσκέφθη, ὅτι εἶναι
2458δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀποστράγγισις τοῦ ἐγχωρίου χρυσοῦ διὰ
2459τῆς εἰσαγωγῆς; Καὶ ἡ Ἑλλὰς, ὡς αἱ χῶραι ἐκεῖναι, πα-
2460ράγει ἀξίας, ἀξίας ἐνεχούσας ἐν ἑαυταῖς χρυσὸν καὶ ἀνταλ-
2461λασσομένας πρὸς τοιοῦτον, εὐθὺς ὡς ἐξέλθωσι τῶν ὁρίων
2462αὐτῆς. Καθ’ ὅσον λοιπὸν παράγει ἀξίας, παράγει χρυσόν,
2463ὅστις δὲν δύναται ν’ ἀποστραγγισθῇ, μηδὲ νὰ στειρεύσῃ, ἐφ’
2464ὅσον καὶ ἡ παραγωγὴ τῶν ἀξιῶν της δὲν στειρεύει. Δυνα-
2465τὸν νὰ μειωθῇ ἐπί τινα χρόνον ἡ παραγωγὴ τῶν ἀξιῶν
2466τούτων, δυνατὸν νὰ μειωθῇ καὶ ἡ τιμὴ αὐτῶν, ὡς λ. χ.
2467ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ ἡ παραγωγὴ δύναται νὰ μειωθῇ ἐκ
2468θεομηνίας, καὶ ἡ τιμὴ νὰ ὑποστῇ ἔκπτωσιν, ὅταν ἡ ἐσοδεία
2469αὐτῆς ἦναι μεγάλη καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται ἡ προσφορὰ
2470πρὸς τὴν ζήτησιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀδύνατον, πάντη ἀδύνατον
2471νὰ στειρεύσῃ ἡ τοιαύτη παραγωγὴ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν
2472ν’ ἀποστραγγισθῇ καὶ στειρεύσῃ καὶ ὁ ὑπ’ αὐτῆς ἐκπροσω-
2473πούμενος χρυσός. Καθ’ ὅσον λοιπὸν ἡ χώρα ἡμῶν παράγει
2474ἀξίας, παράγει χρυσὸν, ἀνάλογος δὲ πρὸς τὴν παραγωγὴν
2475ταύτην, πρὸς τοὺς λεγομένους ἀδήλους πόρους καὶ τὴν πί-
2476στιν της δὲν δύναται ἢ νὰ ἦναι καὶ ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῆς,
2477χωρὶς ποτε διὰ ταύτης νὰ ἐπέρχηται ἀποστράγγισις ἢ
2478στείρευσις τοῦ ἐν αὐτῇ χρυσοῦ.
2479Ἀλλ’ ὅπως ὑποστηρίξῃ τοὺς τοιούτους ἀνυποστάτους
2480ἰσχυρισμούς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προσέφυγεν εἰς ἕτερον
2481οὐχ ἧττον ἀνυπόστατον ἰσχυρισμόν. Ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῆς
2482γνώμης του περὶ ἀνεπαρκείας τῆς χώρας, ἔχων ἐν τούτῳ
2483σύμφωνον καὶ τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας,
2484τὴν ἔλλειψιν ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου ἐν Ἑλλάδι. Ἡ περὶ ἐμ-
2485πορικοῦ ἰσοζυγίου θεωρία, Κύριοι, εἶναι ἀπηρχαιωμένη ἀπὸ
2486πολλοῦ καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ ἐν τῇ πράξει. Ὑπῆρξέ
2487ποτε ἐποχὴ, καθ’ ἣν καὶ ἐν ἐκείνῃ καὶ ἐν ταύτῃ ὑπελαμ-
2488βάνετο μέγα δυστύχημα διά τινα χώραν, ἐὰν ἡ εἰσαγωγὴ
2489αὐτῆς ὑπερέβαινε τὴν ἐξαγωγήν της. Ἐπίστευον δηλαδὴ
2490τότε, ὅτι χάριν ἐκείνης ἐξάγεται πλείων χρυσὸς τοῦ διὰ
2491τῆς ἐξαγωγῆς εἰσαγομένου εἰς αὐτὴν καὶ ὅτι κατ’ ἀκολου-
2492θίαν ἀποστραγγίζεται οὕτως ὁ ἐν τῇ χώρᾳ χρυσὸς καὶ
2493ἐπέρχεται ἡ πτώχευσις αὐτῆς. Διὰ τοῦτο καὶ ἡγεμόνες
2494τότε καὶ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν πᾶσαν προσπάθειαν
2495κατέβαλλον, ἵν’ ἀποκαταστήσωσι τὸ οὕτω διαταραττόμενον
2496ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον. Κατέφευγον πρὸς τοῦτο εἰς προστα-
2497τευτικὰ μέτρα καὶ μετήρχοντο πάντα τρόπον, ὅπως ἐπι-
2498φέρωσιν ἐξίσωσιν μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, εὐτυ-
2499χεῖς δ’ ἐθεώρουν καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὰς χώρας των, ἐὰν οὕτω
2500πως κατώρθουν οὐ μόνον τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον ν’ ἀποκατα-
2501στήσωσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξαγωγὴν ἀνωτέραν τῆς εἰσαγω-
2502γῆς ν’ ἀποδείξωσι.
2503Πλὴν ἐὰν τὴν σήμερον, Κύριοι, ἐτόλμα τις ἀλλαχοῦ νὰ
2504ὑποστηρίξῃ τὴν τοιαύτην θεωρίαν, θὰ εὕρισκε τοὐλάχιστον
2505τὴν ὑποδοχὴν, ἧς ἔτυχέ ποτε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ
2506συλλόγῳ τῶν ἐν Παρισίοις οἰκονομολόγων, θελήσας πρό
2507τινων ἐτῶν νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον αὐτῶν παραπλησίαν θεω-
2508ρίαν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν δὲ ὡς Ὑπουρ-
2509γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτει ἐκεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν τοι-
2510αύτην θεωρίαν, θὰ παρεπέμπετο ἐξάπαντος εἰς φρενοκο-
2511μεῖον. Τόσον ἔκτροπος θεωρεῖται τὴν σήμερον ἀλλαχοῦ ἡ
2512περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου θεωρία. Ἐν τούτοις παρ’ ἡμῖν
2513ἀπαντῶσιν ἔτι οἱ ὀπαδοὶ καὶ θιασῶται αὐτῆς, κατὰ κακὴν
2514δὲ μοῖραν αὐτοὶ διέπουσι νῦν καὶ τὰς τύχας ἡμῶν. Ἀλλὰ
2515διατὶ θεωρεῖται τόσον ἕωλος καὶ ἀσύστατος τὴν σήμερον
2516ἡ περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου θεωρία;
2517Καὶ ἡ ἐπιστήμη, Κύριοι, ἀποδέχεται νῦν, καὶ ἐκ τῆς
2518πείρας εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον ἢ
2519ἀνισοζύγιον δὲν εἶναι αἴτιον, ὡς νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
2520σὺν αὐτῷ δὲ καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψη-
2521φίας, ἀλλ’ αἰτιατὸν τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε οἰκονομικῆς
2522καταστάσεως χώρας τινός. Ὅταν χώρα τις ἦναι προηγ-
2523μένη οἰκονομικῶς καὶ εὐημερῇ, τότε ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῆς
2524εἶναι κατὰ πολὺ ἀνωτέρα τῆς ἐξαγωγῆς, διότι εἶναι εἰς
2525θέσιν αὐτὴ νὰ ἐξάγῃ χρυσὸν διὰ τῶν τελωνείων της πλείο-
2526να ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἰσάγει δι’ αὐτῶν. Ὅταν δὲ τοὐ-
2527ναντίον διατελῇ ἐν πατριαρχικῇ οἰκονομικῇ καταστάσει,
2528ὅταν δυσπραγῇ, τότε ἡ εἰσαγωγὴ ἐξισοῦται πρὸς τὴν
2529ἐξαγωγὴν, ἢ καὶ ἐλαττοῦται αὐτῆς. Καὶ δικαίως συμ-
2530βαίνει τοῦτο· διότι, ὅπως χώρα τις εἰσάγῃ πλείονα τῶν
2531ἐξαγομένων διὰ τῶν τελωνείων, τοῦτο εἶναι ἀλάνθαστον
2532τεκμήριον τῆς οἰκονομικῆς της εὐεξίας, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ
2533ἐξίσωσις τῆς εἰσαγωγῆς της πρὸς τὴν ἐξαγωγήν, ἢ ἡ μείω-
2534σις ἐκείνης ἐν ἀναφορᾷ πρὸς ταύτην, πᾶν τοὐναντίον μαρ-
2535τυρεῖ. Τὸ ἐνεργητικὸν χώρας τινός, Κύριοι, δὲν ἔγκειται ἐν
2536μόνῃ τῇ ἐξαγωγῇ αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς ἀδήλοις λεγο-
2537μένοις πόροις, καὶ ἐν τῇ πίστει αὐτῆς τῇ ἀκμαίᾳ, ἐξ ὧν
2538ἡ εἰσροὴ χρυσοῦ εἰς αὐτὴν ἰσοφαρίζει πρὸς τὴν διὰ τῆς εἰσα-
2539γωγῆς ἐκροὴν αὐτοῦ καὶ ἐνίοτε ὑπερτερεῖ ταύτης κατὰ
2540πολύ. Ὅπως τοῦτο καταστήσω ὑμῖν ἔτι μᾶλλον καταλη-
2541πτόν, ἐπικαλοῦμαι τὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος. Ἡ
2542χώρα ἡμῶν εἶχε πρὶν εἰσαγωγὴν ἀνωτέραν τῆς ἐξαγωγῆς
2543κατὰ δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων. Ἐν ἔτει 1893 ἐπῆλθε
2544μεταξὺ αὐτῶν σχεδὸν ἐξίσωσις, τὸ δὲ 1894 εἶναι πάλιν
2545ἀνωτέρα ἐκείνη ταύτης· πῶς συνέβη τοῦτο; Πρίν, Κύριοι,
2546εἴχομεν σχετικὴν οἰκονομικὴν εὐημερίαν καὶ πίστιν τινὰ ἐν
2547τῇ ἀλλοδαπῇ, τούτου δ’ ἕνεκεν ἠδυνάμεθα τότε νὰ εἰσά-
2548γωμεν πλείονα τῶν ἐξαγομένων. Ὅτε δ’ ἐν ἔτει 1893
2549ἐπῆλθεν ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν δυσπραγία, συνεκλονήθη δὲ
2550πρὸς τῇ δημοσίᾳ καὶ ἡ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστις, τότε ἐξι-
2551σώθη σχεδὸν ἡ εἰσαγωγὴ πρὸς τὴν ἐξαγωγήν. Τὸ 1894
2552παρετηρήθη αὔξησίς τις τῆς εἰσαγωγῆς, ἀλλ’ αὕτη εἶναι
2553παροδική, ὡς θ’ ἀποδείξω βραδύτερον. Τὸ ἔτος τοῦτο ἀνε-
2554θάῤῥησέ πως τὸ ἐμπόριον ἐκ τῶν περὶ συμβιβασμοῦ καὶ
2555ἀναζωογονήσεως τῆς δημοσίας καὶ κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστεως
2556ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ προέβη εἰς προμηθείας
2557πολλὰς, αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ
2558ἐν τῷ μέλλοντι, ἀφοῦ αἱ ἐπαγγελίαι ἐκεῖναι ἐξηλέγχθησαν
2559ἤδη ὑπὸ τῶν πραγμάτων φροῦδαι, οὐδεμία δ’ ἐλπὶς ὑπάρχει
2560περὶ προσεχοῦς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως. Πλὴν ὅπως
2561μὴ μείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τοῦ πράγματος,
2562ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἄλλων χωρῶν τὸ παράδειγμα.
2563Αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Β. Ἀμερικῆς εἶχον ἐν ἔτει
25641892–1893 εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 866,400,000, ἐξαγωγὴν
2565δ’ ἐξ 831,031,000 δολλαρίων, ἤτοι κατὰ 35,369,000
2566κατωτέραν ἐκείνης. Ἡ Γερμανία ἐν ἔτει 1893 εἶχεν εἰσα-
2567γωγὴν μὲν ἐκ 3,961,738,000, ἐξαγωγὴν δ’ ἐκ 3,091,958,
2568000 μαρκῶν, ἤτοι κατὰ 869,780,000 κατωτέραν ἐκείνης.
2569Ἡ Γαλλία ἐν ἔτει 1893 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐκ 3,936,
2570700,000, ἐξαγωγὴν δ’ ἐκ 3,209,600,000 φράγκων, ἤτοι
2571κατωτέραν ἐκείνης κατὰ 727,100,000. Ἡ Ἀγγλία εἶχεν
2572ἐν ἔτει 1893 εἰσαγωγὴν μὲν ἐκ 404,688,178, ἐξαγωγὴν
2573δ’ ἐκ 277,138,270 λιρῶν στερλινῶν, ἤτοι κατὰ 127,549,
2574908 ἀνωτέραν ἐκείνης. Πᾶσαι αἱ χῶραι αὗται ἔχουσι νὰ
2575ἐπιδείξωσιν ἐμπορικὸν ἀνισοζύγιον, εἰσαγωγὴν δηλονότι
2576ὑπερτεροῦσαν τῆς ἐξαγωγῆς καθ’ ἑκατοντάδας ὅλας ἑκα-
2577τομμυρίων. Τί θὰ ἔλεγον ὅμως οἱ κάτοικοι τῆς Β. Ἀμερικῆς,
2578τῆς Γερμανίας, τῆς Γαλλίας, τῆς Ἀγγλίας, ἐὰν οἱ κ. κ.
2579Τρικούπης καὶ Σιμόπουλος ἐνεφανίζοντο καὶ πρὸ αὐτῶν καὶ
2580συνῳδὰ πρὸς τὴν περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου θεωρίαν των
2581ἰσχυρίζοντο ὅτι, καθ’ ὅσας ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων ὑπερ-
2582τερεῖ ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἐξαγωγῆς των, κατὰ τοσαύτας ἀπο-
2583στραγγίζεται ἐτησίως καὶ ὁ χρυσὸς αὐτῶν; Βεβαίως θὰ
2584ἐγέλων μὲ τὴν ἀνοησίαν των ταύτην καὶ θὰ τοῖς ἀπήντων:
2585«Καὶ δὲν παρατηρεῖτε ὅτι, εἰ καὶ ἡ τοιαύτη ἀνισοῤῥοπία
2586μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς ἐξακολουθεῖ ἐν ἡμῖν ἀπὸ
2587ἐτῶν, οὐδὲν ἧττον ὄχι μόνον δὲν ἀποστραγγίζεται ὁ χρυσὸς
2588ἡμῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ αὐξάνει καὶ πληθύνεται ὁλονέν;»
2589Πλὴν οἱ κ. κ. Τρικούπης καὶ Σιμόπουλος ἴσως ἀντείπωσι
2590πρὸς ἐμὲ, ὅτι ἐξαίρεσιν ποιοῦνται τοῦ κανόνος των αἱ με-
2591γάλαι καὶ πλούσιαι χῶραι, οὐχὶ ὅμως καὶ αἱ μικραὶ, ἐν αἷς
2592καταλέγεται καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ ἀκούσατε, Κύριοι, καὶ
2593τὴν ἐμπορικὴν στατιστικὴν τῶν μικροτέρων χωρῶν.
2594Ἡ Ἑλβετία ἐν ἔτει 1893 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 872,
2595401,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐξ 695,147,000 φράγκων, ἤτοι
2596κατωτέραν ἐκείνης κατὰ 177,254,000. Τὸ Βέλγιον ἐν ἔτει
25971891 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 1,799,800,000, ἐξαγωγὴν
2598δὲ ἐξ 1,519,000,000 φράγκων, ἤτοι κατωτέραν ἐκείνης
2599κατὰ 280,800,000, ἐν ἔτει δὲ 1892 εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ
26001,536,500,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐξ 1,369,400,000 φρ., ἤτοι
2601κατωτέραν ἐκείνης κατὰ 167,100,000. Ἡ Δανιμαρκία ἐν
2602ἔτει 1892 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐκ 329,037,000, ἐξαγω-
2603γὴν δὲ ἐκ 253,319,000 κορωνῶν (πρὸς 1,39 χρ. φρ.), ἤτοι
2604κατωτέραν ἐκείνης κατὰ 75,718,000. Ἡ Ρουμανία ἐν
2605ἔτει 1893 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐκ 430,490,000, ἐξαγω-
2606γὴν δὲ ἐκ 370,652,000 φράγκων, ἤτοι κατωτέραν ἐκείνης
2607κατὰ 59,838,000. Ἡ Βουλγαρία ἐν ἔτει 1891 εἶχεν εἰσα-
2608γωγὴν μὲν ἐξ 81,348,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐξ 71,065,000
2609φράγκων, ἤτοι κατὰ 10,283.000 κατωτέραν ἐκείνης. Καὶ
2610ὅμως καὶ ἐν ταῖς χώραις ταύταις, εἰ καὶ δὲν εἶναι αὐταὶ
2611μεγάλαι, οὐδὲ πᾶσαι πλούσιαι, δὲν παρατηρεῖται ἀποστράγ-
2612γισις τοῦ χρυσοῦ, οὐδ’ ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν τινος ἡ φαεινὴ
2613ἰδέα τῶν κ. κ. Τρικούπη καὶ Σιμοπούλου περὶ ἐμπορικοῦ
2614ἰσοζυγίου.
2615Ἐξ ἀντιθέτου δὲ πρὸς τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος μέχρι τοῦδε
2616χώρας ἀκούσατε νῦν καὶ τὴν στατιστικὴν τοῦ ἐμπορίου τῶν
2617χωρῶν ἐκείνων, αἵτινες διατελοῦσιν ἔτι ἐν πατριαρχικῇ
2618καταστάσει ἢ ἐν οἰκονομικῇ δυσπραγίᾳ. Ἡ Ἰαπωνία ἐν
2619ἔτει 1892 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 75,952,000, ἐξαγωγὴν
2620δὲ ἐξ 91,178,000 yens (πρὸς 5 φρ. χρ.), ἤτοι ἀνωτέραν
2621ἐκείνης κατὰ 15,227,000. Ἡ Αἴγυπτος ἐν ἔτει 1893 εἶχεν
2622εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ 8,719,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐκ 12,790,000
2623λιρῶν (πρὸς 25,92 φρ. χρ.), ἤτοι ἀνωτέραν ἐκείνης κατὰ
26244,071,000. Ἡ Βρασιλία ἐν ἔτει 1893 εἶχεν εἰσαγωγὴν
2625μὲν ἐξ 68,235,874, ἐξαγωγὴν δὲ ἐξ 72,245,114 πέζων
2626(πρὸς 3,95 φρ. χρ.), ἤτοι ἀνωτέραν ἐκείνης κατὰ 4,009,
2627240. Ἡ Ἀργεντίνη ἐν ἔτει 1892 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐξ
262891,360,000, ἐξαγωγὴν δὲ ἐξ 112,693,000 πέζων (πρὸς 5
2629φρ. χρ.), ἤτοι ἀνωτέραν ἐκείνης κατὰ 21,305,000. Ἡ
2630Σερβία ἐν ἔτει 1893 εἶχεν εἰσαγωγὴν μὲν ἐκ 40,923,000,
2631ἐξαγωγὴν δὲ ἐκ 48,911,000 φράγκων, ἤτοι ἀνωτέραν
2632ἐκείνης κατὰ 7,988,000.
2633Μετὰ τοιαῦτα διδάγματα, Κύριοι, καὶ τῆς ἐπιστήμης
2634καὶ τῆς πείρας πρέπει νὰ αἰσχύνηταί τις ἐν λήγοντι ΙΘʹ αἰῶνι
2635νὰ ὁμιλῇ ἔτι περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου καὶ περὶ δῆθεν ἀπο-
2636στραγγίσεως τοῦ χρυσοῦ, ἐπερχομένης διὰ τῆς ἀνωτέρας
2637εἰσαγωγῆς χώρας τινὸς ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν
2638αὐτῆς. Ἐλπίζω δὲ, μετὰ τὴν τοιαύτην τοῦ θέματος ἐξα-
2639κρίβωσιν, νὰ μὴ τολμήσωσι πλέον μήτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2640μήτε ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας νὰ προβά-
2641λωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μὲ τὸ μορμολύκειον τοῦ ἐμπο-
2642ρικοῦ ἰσοζυγίου καὶ τὴν οὐτοπίαν τῆς ἀνεπαρκείας τῆς
2643χώρας.
2644Ἀλλ’ ὑπολείπεται νὰ προσθέσω ἔτι ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς
2645ἀνεπαρκείας τῆς χώρας ἐν σχέσει πρὸς τὰς εἰς χρυσὸν ὑπο-
2646χρεώσεις τοῦ Κράτους.
2647Πιθανὸν νὰ νομίζωσί τινες καὶ οὕτως, ὅτι ἐπαρκεῖ μὲν ἡ
2648χώρα εἰς τὰς ἰδίας της ἀνάγκας, δὲν ἐπαρκεῖ ὅμως καὶ εἰς
2649τὴν καταβολὴν τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν
2650λειτουργίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐὰν, Κύριοι, κατὰ τὴν
2651προμήθειαν τοῦ χρυσοῦ τούτου ἐκ τῆς ἐγχωρίας ἀγορᾶς
2652ἐπέρχηται διατάραξίς τις εἰς αὐτὴν, τὴν αἰτίαν τούτου ὀφεί-
2653λομεν ν’ ἀναζητήσωμεν ἀλλαχοῦ, οὐχὶ δ’ ἐν τῇ ἀνεπαρκείᾳ
2654τῆς χώρας. Ὅταν αὕτη ἀποτίνῃ τοὺς εἰς αὐτὴν ἐπιβαλ-
2655λομένους ὑπὸ τοῦ Κράτους φόρους, δύναται τοῦτο μέρος
2656αὐτῶν νὰ ἐξαγάγῃ τῆς χώρας, χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ διατάρα-
2657ξιν. Ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν, ὅτι τοὺς φόρους εἰσπράττει
2658αὐτὸ εἰς εἴδη, καὶ ὄχι εἰς νόμισμα, εἰς σταφίδα δηλαδὴ, εἰς
2659οἶνον, εἰς ἔλαιον κτλ. Τὰ εἴδη ταῦτα, ἐνέχοντα χρυσὸν, ὡς
2660εἴδομεν, καθ’ ὃ ἀξίαι, θὰ ἠδύναντο κάλλιστα νὰ ἐξαχθῶσιν
2661ἐν μέρει, χάριν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑποχρεώσεων τοῦ
2662Κράτους, χωρὶς νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ἐλαχίστην διατάραξιν.
2663Ἀλλ’ οἱ φόροι πρὸς εὐκολίαν καὶ τῶν φορολογουμένων καὶ
2664τοῦ Κράτους καταβάλλονται εἰς νόμισμα, ἐὰν δὲ τὸ ἐν κυ-
2665κλοφορίᾳ νόμισμα ἡμῶν ἦτο μεταλλικὸν, χρυσὸς, τί θὰ
2666συνέβαινε τότε; Τὸ Κράτος, χάριν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ
2667ὑποχρεώσεών του, θὰ ὑπεβάλλετο μόνον εἰς τὴν ἐπικαταλ-
2668λαγὴν, τὴν μεταξὺ συναλλάγματος καὶ χρυσοῦ διαφορὰν,
2669ἥτις περιορίζεται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἀποστολῆς καὶ τὰ ἀσφά-
2670λιστρα καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ 1–1½ ἐπὶ τοῖς
2671ἑκατόν· ἀλλ’ ἐν ἀνάγκῃ θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποστείλῃ καὶ αὐ-
2672τούσιον τὸν ὑπ’ αὐτοῦ εἰσπραττόμενον χρυσὸν, χωρὶς νὰ
2673ἐπιφέρῃ οἱανδήποτε διατάραξιν εἰς τὴν ἐγχωρίαν ἀγοράν.
2674Νῦν ὅμως τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ νόμισμα δὲν εἶναι μεταλλικὸν,
2675δὲν εἶναι χρυσὸς, δυνάμενος ν’ ἀντίσχῃ εἰς τὴν πίεσιν τῆς
2676ἐπικαταλλαγῆς, ἀλλὰ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ὅπερ ὑπεν-
2677δίδει εἰς τὴν τοιαύτην πίεσιν, ὑποτιμώμενον καὶ ἐξευτελι-
2678ζόμενον· ἀλλὰ τί πταίει διὰ τοῦτο ἡ χώρα;
2679Τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, Κύριοι, δὲν ἐνέχει ἐσωτερι-
2680κήν τινα ἀξίαν, εἶναι οὐχὶ φύσει, ἀλλὰ θέσει νόμισμα, εἶναι
2681ἐν μιᾷ λέξει νόμισμα πιστωτικόν. Ὡς τοιοῦτον ἐκπροσωπεῖ
2682κυρίως τὴν πίστιν τοῦ ἐκδίδοντος ἢ ἐκείνου εἰς λογαριασμὸν
2683τοῦ ὁποίου ἐκδίδεται αὐτό. Εἶναι ἀκμαία ἡ πίστις τούτων;
2684ἀντέχει καὶ αὐτὸ πρὸς πᾶσαν πίεσιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς,
2685ἐξισούμενον πρὸς τὸν χρυσὸν, ἐνίοτε δὲ καὶ πρὸς τὸ συνάλ-
2686λαγμα. Κλονεῖται ἢ εὕρηται ἐν καταπτώσει ἡ πίστις τοῦ
2687ἐκδίδοντος ἢ ἐκείνου εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὁποίου ἔχει ἐκδοθῆ
2688αὐτό; τότε ὑπενδίδει καὶ αὐτὸ εἰς πᾶσαν πίεσιν τῆς ἐπι-
2689καταλλαγῆς, ὑποτιμώμενον καὶ ἐξευτελιζόμενον. Τὸ πρῶτον
2690συνέβη ἐν Γαλλίᾳ, ἥτις ἐν καιρῷ πολέμου πρὸς τὴν Γερ-
2691μανίαν εἶχε προσφύγει εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.
2692Εὐθὺς ὅμως ἅμα τῇ βελτιώσει τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς
2693πίστεώς της, καὶ χωρὶς ἔτι νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλο-
2694φορία, τὸ χαρτονόμισμά της ἔφθασεν εἰς τὸ ἄρτιον καὶ ὑπὲρ
2695αὐτό. Τὸ δεύτερον συνέβη καὶ ἐν πολλαῖς ἄλλαις χώραις,
2696ὧν τὰ οἰκονομικὰ κατέστησαν δυσίατα, συμβαίνει δὲ καὶ
2697παρ’ ἡμῖν νῦν. Ἡ κατάστασις τῆς Τραπέζης, ἥτις εἶναι ἡ
2698κυρία ἐκδότρια τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικοῦ
2699ἡμῶν γραμματίου, δὲν εἶναι βεβαίως ἀνθηρὰ, τὸ δὲ Κράτος, εἰς
2700λογαριασμὸν τοῦ ὁποίου ἔχει ἐκδοθῆ τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλο-
2701φοροῦν τραπεζικὸν γραμμάτιον, εὕρηται ἐν καταστάσει πτω-
2702χεύσεως. Ἡ πίστις αὐτῶν εὕρηται ἐν καταπτώσει, οὐδὲν
2703δὲ θαῦμα, ἐὰν τὸ ἐκπροσωποῦν ταύτην τραπεζικὸν γραμ-
2704μάτιον ὑποτιμᾶται καὶ ἐξευτελίζεται, χωρὶς πρὸς τὴν ὑπο-
2705τίμησιν καὶ τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦτον νὰ σχετίζηται τὸ
2706παράπαν ἡ ἐπάρκεια ἢ ἀνεπάρκεια τῆς χώρας.
2707Εἶναι ἀλήθεια αὕτη, Κύριοι, ἣν μόνος ὁ ἐθελοτυφλῶν δὲν
2708δύναται νὰ δίδῃ καὶ ἀνομολογήσῃ, καὶ βεβαίως ἐθελοτυ-
2709φλεῖ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς
2710πλειονοψηφίας, ζητῶν νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα
2711ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ καὶ γράφων σὺν ἄλλοις καὶ τὰ ἑξῆς
2712(ἀναγινώσκει): «Οἱ δυνάμενοι καὶ θέλοντες νὰ μελετήσωσι
2713τὰ πράγματα γινώσκουσιν, ὅτι τὰ διὰ λογαριασμὸν τῶν
2714Τραπεζῶν κυκλοφοροῦντα γραμμάτια ἐπαρκῶς ἀντιπροσω-
2715πεύονται ὑπὸ τοῦ ἐνεργητικοῦ αὐτῶν, εἴτε εἰς μεταλλικὸν
2716εἴτε εἰς ἄλλας ἀξίας συνίσταται τοῦτο, καὶ ὅτι ὡσαύτως
2717τὰ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους κυκλοφοροῦντα γραμμά-
2718τια, ἅτινα ἀποτελοῦσι καὶ τὸ πλεῖστον τοῦ κυκλοφοροῦντος
2719πιστωτικοῦ νομίσματος, ἐπαρκεστάτην ἔχουσι τὴν ἐκπρο-
2720σώπευσιν καὶ ἐγγύησιν ἐν τῷ ἐνεργητικῷ τοῦ Κράτους»
2721Οἱ δυνάμενοι ὅμως καὶ θέλοντες νὰ μελετήσωσι τὰ πράγ-
2722ματα γινώσκουσιν ἐν πρώτοις, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, καθ’
2723ἣν «τὰ διὰ λογαριασμὸν τῶν Τραπεζῶν κυκλοφοροῦντα
2724γραμμάτια ἐπαρκῶς ἀντιπροσωπεύονται ὑπὸ τοῦ ἐνεργητι-
2725κοῦ αὐτῶν», τὰ τοιαῦτα γραμμάτια εἶναι δυσδιάκριτα τῶν
2726διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους κυκλοφορούντων, ἀφοῦ δὲν
2727φέρουσιν ἰδιαιτέραν τινὰ σφραγῖδα. Οἱ αὐτοὶ γινώσκουσιν
2728εἶτα, ὅτι τῆς κυριωτάτης τῶν ἐκδοτριῶν Τραπεζῶν, τῆς
2729Ἐθνικῆς, ἡ κατάστασις δὲν εἶναι τόσον ἀνθηρὰ, ὅσον φαν-
2730τάζεται αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας.
2731Ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν συνοπτικὴν αὐτῆς κατάστασιν
2732κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου 1894. Κατ’ αὐτὴν, ἐκ 246 ἑκα-
2733τομμυρίων, εἰς ὅσον ἀνέρχεται τὸ ἐνεργητικόν της, τὰ 136
2734ἑκατομμύρια περίπου, ἤτοι ὑπὲρ τὸ ἥμισυ, ὀφείλονται εἰς
2735αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τίνα σημασίαν δύναται
2736νὰ ἔχῃ τὸ ἐνεργητικὸν τοῦτο, τὸ προερχόμενον ἐκ χρέους
2737ὀφειλέτου, διατελοῦντος ἐν καταστάσει πτωχεύσεως, ὡς τὸ
2738Ἑλληνικὸν Κράτος; Ἐκ τοῦ ὑπολοίπου ἐνεργητικοῦ μόλις
273910 ἑκατομμύρια εἶναι εἰς μεταλλικὸν, 38 ἑκατομμύρια
2740εἶναι διατεθειμένα εἰς δάνεια ἐνυπόθηκα (πόσα ὅμως ἐκ τού-
2741των θὰ εἰσεπράττοντο, ἐὰν ἐγίνετο νῦν ἀναγκαστικὴ ἐκ-
2742ποίησις τῶν ἐνυποθήκων κτημάτων;), 20 ἑκατομμύρια εἰς
2743δάνεια δήμων καὶ λιμένων, 5 ἑκατομμύρια εἶναι καθυστε-
2744ρήματα, 1½ ἑκατομμύριον προέρχεται ἐξ ἐπισφαλῶν ἀπαι-
2745τήσεων, εἰς 6 ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα ὑπολογίζονται τὰ
2746καταστήματα τῆς Τραπέζης καὶ τὰ κτήματα αὐτῆς ἐξ
2747ἀναγκαστικῶν ἐκποιήσεων, εἰς 2 ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα
2748αἱ μετοχαὶ ἐγχωρίων ἑταιριῶν, ὧν γνωστὴ ἡ ἀξία τὴν σή-
2749μερον, εἰς 3 ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα τὸ ἰδανικὸν δικαίω-
2750μα τῆς συμμετοχῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη τῶν τραπε-
2751ζικῶν γραμματίων, τὸ ἀπεμποληθὲν εἰς αὐτήν. Καὶ ἀπέ-
2752ναντι τοῦ τοιούτου ἐνεργητικοῦ ἔχει παθητικὸν, οἷον αἱ
2753ἄτοκοι καταθέσεις ἐξ 8 ἑκατομμυρίων, ἄλλαι πληρωμαὶ
2754ἐπικείμεναι καὶ ἅμα τῇ ἐμφανίσει, μερίσματα, ἐπιταγαὶ
2755κτλ. ἐξ 6 ἑκατομμυρίων, ἔντοκοι καταθέσεις ἐξ 90 ἑκατομ-
2756μυρίων, ἐξ ὧν ὑπὲρ τὸ ἥμισυ εἰς χρυσὸν διὰ τὸ λαχειοφόρον
2757δάνειον. Βεβαίως, Κύριοι, ἐγὼ δὲν θεωρῶ τὴν κατάστασιν
2758τῆς Τραπέζης ἀπελπιστικήν. Ἂν συντελεσθῇ ὁ συμβιβα-
2759σμὸς τοῦ Κράτους καὶ δυνηθῇ τοῦτο ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὴν
2760τουλάχιστον τὰ εἰς χρυσὸν ὀφειλόμενα· ἂν βελτιωθῇ ἡ
2761καθόλου οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, τότε βεβαίως
2762θ’ ἀναλάβῃ καὶ ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα ἐκ τῆς νῦν κατα-
2763στάσεώς της. Ἕως τότε ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θεωρῶ-
2764μεν ταύτην ἀνθηρὰν καὶ ν’ ἀπορῶμεν ἐὰν τὰ διὰ λογαρια-
2765σμόν της κυκλοφοροῦντα τραπεζικὰ γραμμάτια δὲν ὑπερ-
2766τιμῶνται.
2767Ἀλλὰ τὸ μέγιστον μέρος τῶν κυκλοφορούντων τραπε-
2768ζικῶν γραμματίων εἶναι τὸ εἰς λογαριασμὸν τοῦ Κράτους,
2769ποία δὲ εἶναι ἡ ἐπαρκεστάτη ἐκπροσώπευσις καὶ ἐγγύησις
2770αὐτῶν ἐν τῷ ἐνεργητικῷ τοῦ Κράτους, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ
2771ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας; ὁποῖον τὸ ἐνερ-
2772γητικὸν τούτου; ἡ πτώχευσίς του; Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
2773Παρνασσίδος ὑπὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους ἐννοῇ τὰς κτή-
2774σεις αὐτοῦ, τὰ ὄρη καὶ τὰς θαλάσσας τῆς Ἑλλάδος, τότε
2775θέλει ἴσως νὰ ἐπαναφέρῃ ἐν ἡμῖν τὸ σύστημα τοῦ Law,
2776οὐχὶ βεβαίως τοῦ ἐκτάκτου οἰκονομικοῦ ἀκολούθου τῆς
2777ἐνταῦθα Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, τοῦ συντάξαντος τὴν γνω-
2778στὴν περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως ἔκθεσιν, ἀλλὰ
2779τοῦ διαβοήτου τυχοδιώκτου John Law. Οὗτος εἶχεν ἱδρύ-
2780σει ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ἐν Παρισίοις κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ
2781παρελθόντος αἰῶνος, ἐπωφελούμενος δὲ τὴν ἀδυναμίαν τοῦ
2782τότε ἀντιβασιλεύοντος ἐν Γαλλίᾳ Φιλίππου τοῦ Ὀρλεανί-
2783δου ἐν καιρῷ ἀνηλικιότητος Λουδοβίκου τοῦ ΙΕʹ, τοῦ ἥκι-
2784στα κηδομένου τῆς εὐημερίας τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ, ἐκδότου
2785δὲ εἰς τὰς διασκεδάσεις καὶ τὴν σπατάλην, κατώρθωσε νὰ
2786μεταβάλῃ αὐτὴν εἰς Βασιλικὴν Τράπεζαν, καὶ νὰ γείνῃ
2787τέλος αὐτὸς γενικὸς ἐλεγκτὴς τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Ὁ
2788Law ἐπενόησε τὸ σύστημα τῆς ἐκδόσεως μετοχῶν καὶ τρα-
2789πεζικῶν γραμματίων ἐπὶ τῇ βάσει ἐνεργητικοῦ ἰδανικῶν
2790κτήσεων, καταπλημμυρίσας δὲ δι’ αὐτῶν τὴν Γαλλίαν, ἐπή-
2791νεγκε φοβερὰν οἰκονομικὴν καταστροφὴν εἰς αὐτὴν καὶ προ-
2792εκάλεσε τὴν ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ ἐναντίον του, πρὸ τῆς ὁποίας
2793αὐτὸς μὲν ἐδραπέτευσε νύκτωρ ἐκ Παρισίων, ὁ δὲ ἀντιβα-
2794σιλεὺς ἠναγκάσθη ν’ ἀποσυρθῇ τῆς ἀρχῆς, ἀποθανὼν μετ’
2795ὀλίγον ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀρῶν τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ. Ἰδού,
2796Κύριοι, τὸ σύστημα, τοῦ ὁποίου φαίνεται γενόμενος ζηλωτὴς
2797καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ θέλει νὰ
2798καθιερώσῃ νῦν αὐτὸ καὶ ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ Ὑπουργὸν τῶν
2799Οἰκονομικῶν τὸν κ. Τρικούπην καὶ Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων
2800Γεώργιον τὸν Αʹ.
2801Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ἐξῆρεν ἰδίως
2802τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας, παραστήσας αὐτὴν ὥς τι
2803πάντῃ ἀπροσμάχητον δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀντιπολιτευομένους.
2804Διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ κάμω νῦν καὶ ἐγὼ
2805ἰδιαίτερον περὶ αὐτῆς λόγον, μόνον καὶ μόνον ὅπως γένη-
2806ται αὐτὴ ἅπαξ ἐκποδὼν καὶ μὴ ἐνασχολήσῃ ἡμᾶς πλέον.
2807Ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας ἔπρεπε νὰ κινήσῃ τὸν θαυ-
2808μασμὸν τοῦ κ. Δραγούμη, ἂν ὄχι δι’ ἄλλο τι, πάντως ὅμως
2809διὰ τὰς ἀντιφάσεις καὶ τοὺς παραλογισμούς, ὧν αὐτὴ βρί-
2810θει. Οὕτω, προκειμένου περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ καταβλη-
2811τέου εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, κατ’ ἀρχὰς μὲν θεω-
2812ρεῖται τὸ 30% ὡς ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς οἰκονομι-
2813κὰς δυνάμεις τῆς χώρας διὰ τῶν ἑξῆς ἰδίᾳ περικοπῶν (ἀνα-
2814γινώσκει): «Τῆς ἀνεπαρκείας ταύτης ἄμεσος συνέπεια
2815ὑπῆρξεν ἡ τῶν ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους ἐπιβαλλομένων ἐτη-
2816σίως εἰς τὸ Κράτος εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων διαῤῥύθμισις
2817ἐπὶ ποσοτικῆς βάσεως, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς συμβιβαζομένη
2818πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας». Καὶ κατωτέρω:
2819«Ἡ ἔκτοτε ἀποκτηθεῖσα πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι οὐ μόνον
2820ὀρθὴ ὑπῆρξεν ἡ γενομένη ἐκτίμησις ἐν τῷ καθορισμῷ τῶν
2821ποσῶν, ἅτινα ἠδύνατο νὰ καταβάλῃ τὸ Κράτος...» Καὶ
2822κατωτέρω: «Ἡ ἀποκτηθεῖσα ἔκτοτε πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι
2823δὲν ἦτο προσῆκον νὰ ὁρισθῇ τὸ πληρωτέον ποσοστὸν ἐν
2824ποσότητι ἐλάσσονι.» Ἐν τούτοις μετ’ ὀλίγον καὶ δὴ ἐν τῇ
2825αὐτῇ 1 σελ. τῆς ἐκθέσεως ὑποστηρίζεται, ὅτι καὶ τὰ 30%
2826εἶναι ἀνώτερα τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀνα-
2827γινώσκομεν δ’ ἐν αὐτῇ: «Ἡ ἀποκτηθεῖσα δὲ κατὰ τὸ ἔτος
2828τοῦτο πεῖρα (ἄλλη πάλιν αὐτὴ ἡ πεῖρα!) ἀπέδειξεν, ὅτι ἐν
2829ἐποχῇ ἀζητησίας ἢ ὑποτιμήσεως τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν
2830πωλουμένων ἐγχωρίων ἡμῶν προϊόντων, καὶ ἡ τῶν τριῶν
2831δεκατημορίων τῆς εἰς μέταλλον ὀφειλῆς τοῦ Κράτους προσ-
2832φορὰ τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς διαταράσσει τὴν λειτουργίαν
2833αὐτῆς καὶ ἐπάγεται ἀνωμαλίαν καὶ βλάβην ἐν ταῖς ἐμπο-
2834ρικαῖς καὶ κανονικαῖς ἡμῶν συναλλαγαῖς». Καὶ κατωτέρω:
2835«Οὐχ ἧττον ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία τῆς ἡμετέρας ἀγο-
2836ρᾶς οὐ μόνον ὑφίσταται, ἀλλὰ καὶ ἐπετάθη, ὡς ἐκ τῆς
2837ἀνεπαρκείας τοῦ τόπου πρὸς προσφορὰν τοῦ μεταλλικοῦ
2838νομίσματος, ὅπερ ἀπαιτεῖται πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν
2839τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς κοινωνίας καὶ πρὸς προσφορὰν τοῦ
2840εἰς τὸ Κράτος χρησίμου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου
2841χρέους.» Προκειμένου δὲ ὕστερον περὶ τοῦ ποσοστοῦ τῶν
284232% μὲ προσαύξησιν αὐτοῦ βαθμιαίαν, κατὰ τὴν δῆθεν
2843συμφωνίαν, ἣν προσεμονογράφησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ
2844τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων, ἐν
2845ἀρχῇ μὲν θεωρεῖ τὰς παραχωρήσεις ἐκείνας ἐπιβαρυνούσας
2846τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἐν μέτρῳ ὑπερβαίνοντι τὰς
2847οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ὅπως ὅμως μετ’ ὀλίγον ἐν
2848τῇ αὐτῇ 3 σελ. τῆς ἐκθέσεως διακηρύξῃ ὅτι διὰ τῶν περὶ
2849ὧν ὁ λόγος παραχωρήσεων ἡ Ἑλλὰς προσφέρει πρὸς τοὺς
2850πιστωτάς της ὅ,τι αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις αὐτῆς ἐπιτρέ-
2851πουσι. Τοῦ λόγου δὲ ὄντος περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας
2852ἐν ἀρχῇ μὲν (σελ. 2) ἀποφαίνεται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
2853«Ὡς ἔχουσιν ὅμως νῦν τὰ παρ’ ἡμῖν, ἡ ἐκ τῆς κυκλοφορίας
2854ἄρσις οἱασδήποτε ποσότητος πιστωτικοῦ νομίσματος δὲν
2855ὑπόσχεται σπουδαίαν βελτίωσιν τῆς ὑφισταμένης νομισμα-
2856τικῆς ἀνωμαλίας. Τοὐναντίον δὲ φόβος ὑφίσταται, μήτοι
2857ἡ ἄρσις σπουδαίας ποσότητος ἐκ τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλο-
2858φορούντων τραπεζικῶν γραμματίων προκαλέσῃ διατάρα-
2859ξιν ἐν ταῖς κοινωνικαῖς συναλλαγαῖς ἐν ὥρᾳ οὕτω κρισίμῳ.
2860Ἐκ τῶν μέχρι πρό τινων μηνῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφο-
2861ρούντων γραμματίων ἡ Κυβέρνησις ἦρε τελευταίως ποσό-
2862τητα ἐξ 8,000,000 περίπου, τοῦτο ὅμως οὐδεμίαν ἤσκη-
2863σεν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας.» Ἀλλ’ ἐν
2864σελ. 4 ἐξ ἀντιθέτου πρὸς ταῦτα ἐπιφέρει (ἀναγινώσκει):
2865«Καθ’ ἃς ἔλαβεν ἡ ἐπιτροπὴ πληροφορίας, τὸ ποσὸν τῆς
2866καταθέσεως ταύτης (7,800,000) ὑπερέβη νῦν τὰ 8,000,000,
2867ἐλπίζεται δὲ καὶ ἡ προσεχὴς αὐτοῦ αὔξησις μέχρι δέκα
2868καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων. Ἡ ἐκ τῆς κυκλοφορίας ἄρσις
2869τοσούτου ποσοῦ θέλει βεβαίως συμβάλλει εἰς τὴν ἐλάττω-
2870σιν τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου.»
2871Πλὴν τὸ χαριέστατον πάντων εἶναι ἡ ἐξήγησις, ἣν παρέ-
2872χει ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας περὶ τῆς ἐπελθούσης τελευ-
2873ταῖον ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ὡς μόνον
2874λόγον αὐτῆς ἀναφέρει τὸν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ
2875τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερι-
2876κοῦ συναλλάγματος ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν ἐκτάκτως
2877μεγάλην ζήτησιν αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἐγχωρίου ἐμπορίου, καὶ
2878ἰδίως τοῦ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὧν δυσανάλογος πρὸς
2879τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως εἰσήχθη ποσότης, λόγῳ
2880τῆς περιᾳδομένης ὡς ἐπικειμένης αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγι-
2881κοῦ τέλους. Ὡς παράδειγμα ἔστω ἡ κίνησις τοῦ παρ’ ἡμῖν
2882ἐμπορίου κατὰ τὸν λήξαντα μῆνα Ὀκτώβριον. Κατὰ τὸν
2883μῆνα τοῦτον εἰσήχθησαν ἐμπορεύματα ἀξίας φράγκων
28849,600,000, ἐν ᾧ κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ παρελθόντος
2885ἔτους 1893 εἰσήχθησαν τοιαῦτα ἀξίας φρ. 8,040,000, ἤτοι
2886ἐπὶ πλέον φρ. 1,560,000, ἐξ ὧν ποσὸν φρ. 1,000,000 ἀνά-
2887γεται εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἐπὶ πλέον εἰσαχθέντων δημητρια-
2888κῶν καρπῶν.» Ἐν πρώτοις, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι
2889ἐγένετο τελευταῖον μεγάλη προμήθεια ἐξωτερικοῦ συναλ-
2890λάγματος πρὸς εἰσαγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν, χάριν
2891τῆς περιᾳδομένης αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ αὐτῶν δασμοῦ.
2892Ἐτελωνίσθη μόνον ὁ ὑπὸ διαμετακόμισιν σῖτος ἐπὶ τῇ ἀναγ-
2893γελίᾳ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου λό-
2894γου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ τελωνισθὲν
2895πρᾶγμα καὶ διὰ πᾶσαν νέαν παραγγελίαν διὰ δημητρια-
2896κοὺς καρποὺς δὲν ἦτο ἀνάγκη ἀμέσου προμηθείας συναλ-
2897λάγματος. Πλὴν τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς ἀποδεικτικῆς δυνά-
2898μεως τῆς ἀναγνωσθείσης περικοπῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειο-
2899νοψηφίας εἶναι, ὅτι οἱ ἔμποροι ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ τῆς αὐξή-
2900σεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ προέβησαν ἤδη κατὰ Ὀκτώ-
2901βριον μῆνα εἰς προμήθειαν μεγάλης ποσότητος δημητρια-
2902κῶν καρπῶν. Πλὴν πότε ἔγεινεν ἡ ἀναγγελία τῆς αὐξή-
2903σεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ αὐτῶν; μόλις τῇ 9 Νοεμ-
2904βρίου διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
2905Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε μείζονα παραλογισμὸν τούτου; Καὶ
2906ὅμως, Κύριοι, τοιούτους παραλογισμοὺς καὶ τοιαύτας ἀντι-
2907φάσεις ἀπεθαύμασεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτής.
2908§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν σᾶς θαυμάζω.
2909§114ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σεῖς πρέπει νὰ θαυμάζητε μόνον τὴν ἔκθε-
2910σιν τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις φέρει καὶ τὴν ὑπογραφήν σας,
2911καὶ νὰ τὴν θαυμάζητε, διότι εἶναι κατὰ πάντα ἀνταξία
2912ὑμῶν.
2913Εἰς τοιαύτας, Κύριοι, ἀντιφάσεις, εἰς τοιούτους παρα-
2914λογισμοὺς δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ὑποπέσῃ καὶ αὐτὸς ὁ ἄλ-
2915λως σώφρων καὶ νηφάλιος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας,
2916θελήσας νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἀσύστατα καὶ παράλογα. Καὶ
2917ἀσύστατον καὶ παράλογον εἶναι νὰ ὑποστηρίζῃ τις, ὅτι εἰς
2918τὴν ἐπελθοῦσαν τελευταίαν ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ
2919γραμματίου συνετέλεσεν ἡ δῆθεν μεγαλειτέρα προμήθεια
2920συναλλάγματος διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου. Ἡ ὑποτί-
2921μησις αὕτη ὀφείλεται κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν ἐντύ-
2922πωσιν, ἣν ἐνεποίησαν αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2923γοῦ, εἰσηγουμένου εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
29241895, καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ προκείμενος προϋπολογισμός.
2925Πολλὰ καὶ μεγάλα εἶχεν ἐπαγγελθῆ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2926Κυβερνήσεως τὸ παρελθὸν ἔτος, καθ’ ὃν χρόνον διετέλει ἐν
2927τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Εἶχεν ἐπαγγελθῆ, ὅτι εἶχεν ἕτοιμον συμ-
2928βιβασμὸν τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πιστωτάς του, δι’ οὗ οὐ
2929μόνον τὰ χρεώλυτρα θ’ ἀπεκόπτοντο καὶ οἱ τόκοι θὰ περιω-
2930ρίζοντο εἰς ἐλάχιστον ποσὸν, ἀλλὰ καὶ ἑκατοντάδας ὅλας
2931ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν θὰ προσεπορίζετο ἡ Ἑλλὰς, δι’ ὧν
2932θὰ ἠνορθοῦντο μὲν τὰ δημόσια οἰκονομικά της, θὰ ἐνισχύοντο
2933δὲ τὰ πιστωτικά της ἱδρύματα. Καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν δ’ ἐπα-
2934νελθὼν, εἰ καὶ ἠθέτησε καὶ νόμους καὶ συμβάσεις αὐθαιρέ-
2935τως, εἰ καὶ διέπραξε δολίαν χρεωκοπίαν διὰ τοῦ νόμου τῆς
293610 Δεκεμβρίου, οὐδὲν ἧττον ἐξηκολούθει ἐπαγγελλόμενος
2937ὅτι αὐτὸς θὰ συνετέλει τὸν συμβιβασμὸν πρὸς τοὺς πιστω-
2938τὰς τοῦ Κράτους καὶ δὴ κατὰ τρόπον, ὅστις θὰ ἀνεζωο-
2939γόνει καὶ τὴν δημοσίαν καὶ τὴν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστιν.
2940Δυστυχῶς δὲ πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς τὰς τοιαύτας ἐπαγγε-
2941λίας του καὶ διεβουκολήθησαν ἔκτοτε διὰ τῆς καθόδου τῶν
2942τριῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐν Παρισίοις, Λονδίνῳ καὶ Βερο-
2943λίνῳ ἐπιτροπειῶν τῶν ὁμολογιούχων, διὰ τῶν ἐνταῦθα διε-
2944ξαχθεισῶν πρὸς αὐτοὺς διαπραγματεύσεων περὶ συμβιβα-
2945σμοῦ καὶ διὰ τῆς δῆθεν ἐπιτευχθείσης μεταξὺ αὐτῶν καὶ
2946τῆς Κυβερνήσεως συμφωνίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι καὶ
2947ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐν τῷ μεταξὺ πρωτοκόλλων τῶν
2948τριῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἐκ τῆς στάσεως τῶν ἐπιτροπειῶν
2949τῶν ὁμολογιούχων ἀπέναντι τῆς συμφωνίας ἐκείνης καὶ ἐκ
2950τῆς ἀποπείρας τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα συνομολογήσῃ εἶτα
2951ἰδιαιτέραν σύμβασιν πρὸς τοὺς Ἄγγλους ὁμολογιούχους, καὶ
2952ἐκ τῆς δριμείας γλώσσης, ἣν ἔκτοτε μετῆλθεν ὁ εὐρωπαϊκὸς
2953τύπος περὶ Ἑλλάδος καὶ περὶ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως,
2954ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι πολλαὶ περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῶν
2955διαπραγματεύσεων ἐκείνων. Ἀλλ’ οἱ πολλοὶ ἀνέμενον ν’ ἀκού-
2956σωσι τὰς ἐπισήμους δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ
2957Βουλῇ περὶ αὐτῶν, ὅπως πεισθῶσι περὶ τοῦ πράγματος. Καὶ
2958ἔφθασεν ἐπὶ τέλους ἡ ἀπὸ πολλοῦ ἐναγωνίως ἀναμενομένη
2959ἡμέρα, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος
2960τὸν προκείμενον προϋπολογισμὸν, ἔγνω νὰ προβῇ εἰς ἀνακοι-
2961νώσεις καὶ περὶ τῶν διεξαχθεισῶν διαπραγματεύσεων περὶ συμ-
2962βιβασμοῦ. Μεθ’ ὅλην δὲ τὴν προσπάθειαν, ἣν κατέβαλεν, ὅπως
2963συγκαλύψῃ τὴν πλήρη κατ’ αὐτὰς ἀποτυχίαν του, δὲν κα-
2964τώρθωσε νὰ πείσῃ τινὰ ἐκ τῶν δυναμένων ἀπαθῶς καὶ
2965ἀμερολήπτως νὰ κρίνωσι καὶ τὰ γενόμενα καὶ τοὺς λόγους
2966του, ὅτι δὲν εἶχε μὲν ἐπέλθῃ ἤδη ῥῆξις τελεία τῶν διαπραγ-
2967ματεύσεων ἐξ αἰτίας του, ὅτι δὲ δὲν ὑπῆρχε πλέον ἐλπὶς, ἵνα
2968ἐπαναληφθῶσιν αὗται ὑπ’ αὐτὸν καὶ ἀγάγωσιν εἰς συμφέ-
2969ροντα συμβιβασμὸν καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τοὺς πιστω-
2970τάς του. Ἐξ αὐτῶν τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2971γοῦ διεπιστώθη τὸ ἀλλοπρόσαλλον καὶ κακόπιστον αὐτοῦ
2972καθ’ ὅλας τὰς μέχρι τοῦδε διεξαχθείσας διαπραγματεύσεις,
2973ὡς ἀπέδειξα ἤδη καὶ ἐγὼ διὰ μακρῶν, ἀπαντῶν εἰς τὴν
2974ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰσήγησίν του, καὶ ἐγένετο εἰς
2975πάντας κατάδηλον, ὅτι ὑπ’ αὐτοῦ οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπι-
2976τευχθῇ ποτε ὁ προσήκων συμβιβασμός. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη
2977ἡ δυσπιστία καὶ ἀπόγνωσις περὶ τοῦ μέλλοντος, ἔπρεπε δὲ
2978αὕτη νὰ ἐκδηλωθῇ κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ἐν τῇ
2979ὑποτιμήσει καὶ τῷ ἐξευτελισμῷ τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος
2980τοῦ Κράτους καὶ πασῶν τῶν ἀξιῶν, πρὸς ἃς βεβαίως οὐδό-
2981λως συσχετίζεται ἡ προμήθεια τῶν δημητριακῶν καρπῶν
2982ἐπὶ τῇ δῆθεν περιᾳδομένῃ αὐξήσει τοῦ εἰσαγωγικοῦ δα-
2983σμοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνη ἡ πανηγυρικὴ αὕτη διάψευσις
2984τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ ἐπιδεινώσασα τὴν
2985κατάστασιν.
2986Κατατρυχόμεθα, Κύριοι, ἀπὸ πολλοῦ ὑπὸ κρίσεως νομι-
2987σματικῆς καὶ ὑπὸ κρίσεως οἰκονομικῆς. Ἡ πρώτη ἐκδηλοῦ-
2988ται ἐν τῇ ὑποτιμήσει καὶ τῷ ἐξευτελισμῷ τοῦ πιστωτι-
2989κοῦ ἡμῶν νομίσματος, ἡ δευτέρα ἐν τῇ ἀζητησίᾳ καὶ ὑπο-
2990τιμήσει τοῦ κυριωτάτου ἡμῶν προϊόντος, τῆς σταφίδος. Οἱ
2991πάντες ἀνέμενον ν’ ἀκούσωσι τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυ-
2992πουργοῦ καὶ περὶ τῶν αἰτίων τοῦ καταταλαιπωροῦντος
2993ἡμᾶς κακοῦ, καὶ περὶ τῶν μέσων τῆς θεραπείας αὐτοῦ.
2994Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ αἴτια εἴδετε ἤδη, ὁπόσον ἀτυχὴς ὑπῆρ-
2995ξεν αὐτός. Ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ τὴν νομισματικὴν κρίσιν
2996εἰς τὴν χώραν καὶ τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτῆς, ὅπως ἀποδείξῃ
2997οὕτω, ὅτι αὐτὸς, ὡς προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε
2998εὐθύνεται δι’ αὐτήν, οὔτε δύναται νῦν νὰ συντελέσῃ τὸ
2999παράπαν εἰς ἀποσόβησίν της. Παρέστησε καὶ τὴν κρίσιν
3000τὴν οἰκονομικὴν ὡς φυσικήν, καὶ ὡς τοιαύτην διαφεύγουσαν
3001πᾶν μέτρον κυβερνητικὸν καὶ νομοθετικὸν πρὸς πρόληψιν
3002καὶ ἀποσόβησιν αὐτῆς. Ἐν κεφαλαίῳ ἠστόχησε τέλεον
3003περὶ τὴν διάγνωσιν τῶν αἰτίων τοῦ κατατρύχοντος ἡμᾶς
3004κακοῦ, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ δὲν ἠδύνατο ἢ ν’ ἀστοχήσῃ τέ-
3005λεον καὶ περὶ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν μέσων τῆς θεραπείας αὐτοῦ
3006καὶ νὰ μείνῃ μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας πρὸ αὐτοῦ, ἀνο-
3007μολογῶν οὕτω τὴν πλήρη ἀδυναμίαν του, τὴν παντελῆ
3008ἀνικανότητά του, ἵνα σκεφθῇ καὶ πράξῃ τι τῶν δεόντων
3009γενέσθαι. Καὶ ἡ ἀνικανότης καὶ ἀπορία αὐτοῦ αὕτη ὤφειλε
3010βεβαίως νὰ ἐπιτείνῃ τὴν ἐκ τῆς ἀποτυχίας τῶν περὶ συμ-
3011βιβασμοῦ διαπραγματεύσεων ἐντύπωσιν, καὶ νὰ ἐμβάλῃ
3012τοὺς πάντας εἰς ἀληθῆ ἀπελπισμὸν περὶ τοῦ μέλλοντος,
3013ἀφοῦ οὕτως οὐδεμίαν διέβλεπον διέξοδον ἐκ τῆς παρούσης
3014καταστάσεως. Εἰς ἐπίμετρον δὲ τῶν ἐντυπώσεων τούτων ἐκ
3015τοῦ εἰσηγητηρίου λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπῆλθεν αὐ-
3016τὸς ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸς, ὅστις ἅμα δημοσιευ-
3017θεὶς διεσκέδασε πᾶν ἴχνος ἐλπίδος περὶ ἐνδεχομένης βελτιώ-
3018σεως. Αὐτὰ μόνα εἶναι, Κύριοι, τὰ αἴτια τοῦ ἔκτοτε ἐπελ-
3019θόντος ῥαγδαίου ἐξευτελισμοῦ καὶ τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν
3020νομίσματος καὶ πασῶν τῶν ἀξιῶν, αὐτὰ καὶ μόνα εἶναι τὰ
3021αἴτια τῆς ἔκτοτε παρατηρηθείσης ἐπιδεινώσεως τῆς κατα-
3022στάσεως καὶ οὐχὶ ἐκεῖνο, ὅπερ προέβαλεν ἡ πλειονοψηφία
3023τῆς ἐπιτροπῆς, ἀντιφάσκουσα πρὸς ἑαυτὴν καὶ παραλογιζο-
3024μένη, ὡς ἀπέδειξα ἤδη. Καὶ ἡ κατάστασις θὰ ἐπιδεινωθῇ
3025ἔτι μᾶλλον καὶ θ’ ἀποβῇ αὐτόχρημα ἀπελπιστικὴ, ἂν ψη-
3026φισθῇ καὶ κυρωθεὶς καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους ὁ προϋπο-
3027λογισμὸς τοῦ 1895, εἰς οὗ τὴν ἐξέτασιν μεταβαίνω νῦν...
3028§115ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
3029§116ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Εὐταξία, θὰ ἐξακολουθήσητε ἐπὶ πολύ;
3030§117ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ τώρα μόλις μέλλω νὰ ἐπι-
3031ληφθῶ τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
3032§118ΣΑΚΚΗΣ. Τότε ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον... Κύριε Πρόε-
3033δρε, προτείνω τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον.
3034§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3035Ὥρᾳ 9 μ. μ.