1894.12.10
1.095 στίχοι · 8.332 λέξεις · 88 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
Τῆς 10 Δεκεμβρίου 1894.
(Σάββατον).
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ ἔμποροι Φαρσάλων διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Ὁ σύλλογος τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ξυλεμπόρων δι’ ἀναφορᾶς εὐγνωμονεῖ τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, καὶ παρακαλεῖ αὐτὴν, ὅπως ἐπιψηφίσῃ αὐτό. Ὁ Νικόλαος Καστρίτης, κάτοικος Ἀθηνῶν, ἀναφέρεται κατὰ τοῦ Γραμματέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι Βουλευταὶ, πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων γνωμοδοτοῦσιν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, συνεδριάσῃ καὶ αὔριον ἡ Βουλή. Παρακαλῶ, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ ἐπιθυμῇ, νὰ ἀποφανθῇ.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ν’ ἀποφασίσω.
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Τὴν Κυριακὴν, ὅπως ὅλοι, καὶ ἡμεῖς θ’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν μελέτην διαφόρων θεμάτων.
§6ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὴν Δευτέραν, καίτοι εἶναι ἑορτὴ, ἂς γείνῃ συνεδρίασις, αὔριον ὅμως ὄχι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ συνεδριάσῃ Κυριακήν.
§8Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ συνάδελφοι ἀξιοῦσιν, ὥστε αὔριον ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ συνεδρίασιν. Πρέπει νὰ μάθωμεν τοὺς λόγους ἐκείνους, οἵτινες πείθουσιν αὐτοὺς, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ αὔριον ἐκτάκτως νὰ συνέλθῃ. Δὲν γνωρίζομεν, ὑπάρχει τι σπουδαῖον καὶ κατεπεῖγον; Ἂν τι κατεπεῖγον καὶ σπουδαῖον παρουσιάζηται, βεβαίως εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συνεδριάσωμεν καὶ νυκτὶ καὶ αὔριον καὶ ὅποτε ἡ Βουλὴ τὸ ἀπαιτήσῃ. Ἀλλὰ νὰ γνωρίσωμεν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται ἡ ἔκτακτος αὕτη ἐργασία. Ἂν πρόκηται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ προϋπολογισμὸς συζητεῖται, ὅπως βλέπετε, κανονικῶς καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ συζητούμενος. Ἔχομεν δὲ ἐνώπιόν μας ἀρκετὰς ἡμέρας, μέχρις οὗ ἐπέλθωσιν αἱ διακοπαὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὥστε δὲν νομίζω καλὸν καὶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ συνεδριάσωμεν καὶ αὔριον, ἐνῷ τὴν Δευτέραν θέλομεν συνεδριάσει, καίτοι οὔσης ἑορτῆς, καὶ θέλομεν ἐξακολουθήσει τὰ ἔργα μας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν μάθωμεν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖται ἡ διπλῆ συνεδρίασις, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ συναινέσωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπιθυμεῖτε νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον;
§10ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§11Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ δώσητε τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Πῶς θ’ ἀποφασίσωμεν;
§12ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ σοῦ δώσῃ τὸν λόγον ἡ Βουλή.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ αὐτὴν τὴν βροχὴν θὰ διέλθωμεν καὶ τὰς ὥρας μας συνεδριάζοντες.
§14Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι τῆς πρωτοβουλίας ὑμῶν ἡ πρότασις;
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦσθε παρὼν καὶ ἠκούσατε τί εἶπον· ἑπομένως ἦτο περιττὴ τοιαύτη ἐρώτησις. Πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἂν ἐπιθυμῇ νὰ ἐργασθῇ αὔριον.
§16Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅστις τῶν Βουλευτῶν ἔχει ἀνάγκην, δύναται νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν· ὅ,τι δὲ λέγει ἰδιαιτέρως εἰς ὑμᾶς πᾶς Βουλευτὴς, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀνακοινώσητε ὡς πρότασιν. Ὁ Κανονισμὸς διαγράφει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνονται αἱ προτάσεις. Ἂν ἦναι ὅμως τῆς πρωτοβουλίας ὑμῶν...
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι τῆς ἐμῆς πρωτοβουλίας ἡ πρότασις.
§18Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν πρότασιν τοιαύτην δὲν ἔχομεν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ποῖος ὑποβάλλει πρότασιν; (ἐγείρονται πλεῖστοι ἐκ δεξιῶν).
§20Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀκούσωμεν ποία εἶναι ἡ πρότασις, καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ὑποβάλλεται.
§21ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τίς ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἔκαμε τὴν πρότασιν; Νὰ γράψῃ αὐτὴν, νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ κατόπιν νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ (γέλωτες δεξιόθεν).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. Μουσούρης καὶ Ναυπλιώτης ὑπέβαλον πρότασιν, ὅπως αὔριον ἡ Βουλὴ συνεδριάση.
§23Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀκούσωμεν τὸν λόγον. Διὰ τίνα λόγον νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον;
§24ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἀφ’ ἑνὸς εἶναι ὁ λόγος τῶν ἐπερχομένων ἑορτῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου...
§25ΑΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ συνεδριάσωμεν, διότι εἴμεθα φιλόπονοι.
§26ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἔχομεν τόσα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπείγοντα καὶ ἀναγκαιότατα, καὶ νομίζομεν ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ συνεδριάσῃ καὶ αὔριον ἡ Βουλή, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ περατώσωμεν τὰς ἐργασίας μας, ἂν οὐχὶ πάσας, τοὐλάχιστον τὰς σπουδαιοτέρας καὶ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐπιδεκτικαὶ ἀναβολῆς.
§27ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν εἶναι σοβαρά· διότι, ἂν ἀναγνώσῃ τὸ Σύνταγμα, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ συνεδριάζει ἐπὶ ἓξ ὁλοκλήρους μῆνας. Διὰ τοῦτο ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἕκαστος Βουλευτὴς νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ κατὰ πρώτιστον λόγον, ὀφείλει δὲ νὰ τὰ ἐκτελέσῃ ἐνταῦθα, ἐπὶ τρεῖς τοὐλάχιστον καὶ ἓξ τὸ πολὺ μῆνας παραμένων. Μόλις εἷς μὴν παρῆλθεν, ἀφ’ ὅτου ἐργαζόμεθα, ἢ μᾶλλον δὲν ἐργαζόμεθα, καὶ θέλει ἀμέσως ὁ κ. συνάδελφος νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων οἱωνδήποτε ἐπιτροχάδην, ἄνευ συζητήσεως, ἄνευ ἐρεύνης καὶ νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του! Μεσολαβοῦσιν ἑορταὶ, μετὰ τὰς ἑορτὰς ἔχομεν τετράμηνον διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον τῆς συνεδριάσεως δι’ αὔριον, ἀφοῦ μόλις ἤρχισεν ἡ σύνοδος. Ἂν θέλῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, δύναται νὰ ἀπέλθῃ, χωρὶς νὰ παρακωλυθῶσι τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ πάντες οἱ ἄλλοι θὰ μείνωμεν ἐργαζόμενοι.
§28ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μοὶ ὑποδείξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ μελετήσω τὸ Σύνταγμα· τὸ γνωρίζω καλῶς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Γνωρίζω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ἦναι ἐψηφισμένος πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου· ἔχομεν προσέτι τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων, τὸ ὁποῖον ἐπίσης πρέπει νὰ ψηφισθῇ πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου, διὰ νὰ τὸ γνωρίζωσιν οἱ δῆμοι, οἵτινες συντάσσουσι τοὺς προϋπολογισμούς των τὴν 1ην Ἰανουαρίου. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἔχω βεβαίως ἀνάγκην νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἀλλὰ ὁσάκις αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἀπαιτοῦσι, μένω ἐνταῦθα, οὐχὶ κωλυσιεργῶν, ἀλλ’ ἐργαζόμενος, ὡς πρέπει νὰ ἐργάζηται πᾶς Βουλευτὴς, γνωρίζων νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του.
§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ πάλιν λέγω, ὅτι δὲν σπουδαιολογεῖ ὁ κ. Βουλευτής. Ὁ πόθος του νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του εἶναι ἀνεξήγητος· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι αὔριον εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων, ἀφοῦ τοῦτο πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐπιτροπὰς, νὰ συνταχθῶσιν ἐκθέσεις καὶ νὰ διαμοιρασθῶσιν ἀνὰ μυριάδας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὸν προϋπολογισμὸν δυνάμεθα νὰ τὸν ψηφίσωμεν πρὸ τῶν ἑορτῶν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῆ σοβαρῶς νὰ τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν βλέπω. Τὴν Δευτέραν δυνάμεθα νὰ συνέλθωμεν, μολονότι εἶναι μεγάλη ἑορτή, καὶ νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Τὸ νομοσχέδιον τῶν διαπυλίων τελῶν θὰ ἔλθῃ μετὰ τὰς ἑορτὰς, ἔχομεν δ’ ἄλλως μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ποιμνιοβοσκῆς, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ψηφισθῇ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἀπαλλάσσον τὸν ποιμενικὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος τῆς ἀπηνοῦς φορολογίας, ἢ μᾶλλον τῆς διαρπαγῆς, ἥτις τελεῖται διὰ τῆς μεθόδου τῶν συλλήπτρων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εὑρόντων ἐν τῇ ἰσχυούσῃ νομοθεσίᾳ μέσον ἀκόπου ὅσον καὶ ἀνόμου πλουτισμοῦ.
§30ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Εὐνόητος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν σπεύδει ἡ Συμπολίτευσις εἰς τὴν αὐριανὴν συζήτησιν· δὲν εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀναφέρουσι, διότι αὐτὰ ἀνεγράφησαν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μόνον καὶ μόνον, ἵνα γείνῃ λόγος, ὅτι σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἡ σπουδὴ εἶναι ὁ πόθος νὰ πάρῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ μᾶς ἀποχαιρετήσῃ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Συμπολίτευσις σοβαρῶς νὰ συζητήσῃ, ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ ποῖα νομοσχέδια πρέπει νὰ προταχθῶσι τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τότε εἴμεθα σύμφωνοι νὰ συνέλθωμεν καὶ αὔριον, ὅπως συζητήσωμεν ταῦτα· ὅταν ὅμως προβάλληται ἡ πρότασις νὰ συνέλθωμεν αὔριον, ἵνα συζητήσωμεν νομοσχέδια μὴ ἐπείγοντα, τοῦτο εἶναι ἐμπαιγμὸς καὶ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὸ Ἔθνος. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ πράγματι κατεπείγοντα. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πλειοψηφία ἐπιμένῃ νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον, τότε ἡ πρότασις πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς ψηφοφορίαν.
§31ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Μίαν μόνην ἱστορικὴν περίπτωσιν ἐνθυμοῦμαι, καθ’ ἣν οἱ Ἀθηναῖοι εἶπον «ἂς ἀναβάλωμεν εἰς αὔριον», ὅταν ὁ Φίλιππος, ὁ Βασιλεὺς τῶν Μακεδόνων, εὑρίσκετο εἰς τὴν Χαιρώνειαν καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἐθελοτυφλοῦντες ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναβάλωσι τὰ σημερινὰ διὰ τὴν αὔριον. Ἀλλὰ τότε ἐπρόκειτο περὶ κινδύνου ἀμέσου σπουδαιοτάτων συμφερόντων τῆς πόλεως· σήμερον παραδόξως, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν ταχύτερον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἐπιψήφισιν, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κεφαλληνίας συναδέλφου, τοῦ περὶ διαπυλίων ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, οἱ περὶ τὸν κ. Τρικούπην συνάδελφοι ἐπιζητοῦσι τὸ ἐναντίον, ἤτοι τὴν κατὰ τὴν αὔριον Κυριακὴν ἐξακολούθησιν τῶν συνεδριάσεων. Βεβαίως τοιαύτην ἀξίωσιν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι, ἂν εἶχε τοιαύτην, θὰ ὑπενθύμιζεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ ψηφισθῇ πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ· τοὐναντίον ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων θὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὰς ἐπιτροπὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν γενικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐξέλεξεν, ἀλλὰ καὶ εἰς δημοψηφίσματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀπορῶ δὲ, πῶς σήμερον ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, τῆς δεξιᾶς, μετεβλήθη γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε, περὶ τοῦ κατεπείγοντος τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα, λαμβάνων ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν, συνεχίσῃ ταύτας καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἔστω καὶ ἐπὶ ὀλίγους μῆνας, σπεύδει δὲ καὶ ἡ ἀκολουθοῦσα αὐτὸν πτέρυξ, ἵνα ἐπωφεληθῇ τῶν λαφύρων τῆς συναλλαγῆς, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς αὐτὴν τὸ φαῦλον σύστημα καὶ ἅτινα ἄνευ ὁρίων παρέχονται ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ πρόκειται ἆρά γε περὶ κινδύνου ἐπικειμένου; πρόκειται περὶ συμφερόντων τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα, ἂν ἀναβληθῶσιν ἐπὶ μίαν ἡμέραν, θὰ ὑποστῶσι τὰς θυσίας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπὶ δεκατετραετίαν κυβερνῶν τὸ Κράτος, ὑπέβαλεν αὐτό; Διατὶ αὔριον, Κυριακὴν, παρὰ τὰ κεκανονισμένα, νὰ συνέλθωμεν; διατὶ ἐκτάκτως, προκειμένου διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, νὰ δείξωμεν τοιοῦτον ἔκτακτον ἐνδιαφέρον; Βεβαίως ἔχομεν καθῆκον, προκειμένου περὶ ἀνορθώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, νὰ συντελέσωμεν διὰ πάσης θυσίας εἰς τὴν ἀνόρθωσιν ταύτην. Ἀλλ’ ὅταν βλέπω ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης συνόδου τὸν κ. Πρωθυπουργὸν οὐδεμίαν δυνάμενον νὰ ἔχῃ γνώμην, ἀλλὰ διὰ παντὸς τρόπου ἐπιζητοῦντα νὰ λάβῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς συγχωροχάρτιον, ἵνα κατορθώσῃ, ἔστω καὶ ἐπὶ ὀλίγους μῆνας, νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν φιλοδοξίαν του, ἵνα διατελέσῃ Πρωθυπουργὸς τοῦ ἀτυχοῦς τούτου Κράτους, μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ πάσῃ δυνάμει κατὰ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς ἀτασθαλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι λαμβάνων τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τῆς ἀσυνειδήτου—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὁ χαρακτηρισμὸς— ψήφου τῆς Βουλῆς, θὰ δυνηθῇ νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἐπὶ ὀλίγους ἔτι μῆνας. Πάντα ταῦτα δικαιοῦμαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν βλέπω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν προϊστάμενον τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, ἀδιαφοροῦντα ἐπὶ τῆς παρούσης οἰκονομικῆς καταστάσεως, ὅταν βλέπω αὐτὸν ἄφωνον ὡς ἰχθύν. Καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν ἔχῃ γνώμην; Καὶ ποίαν γνώμην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξήνεγκεν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης συνόδου περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας; Ἠκούσαμεν αὐτὸν νὰ ἐκφέρῃ οἱανδήποτε γνώμην, ἵνα καὶ ἡμεῖς συμμορφωθῶμεν πρὸς αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου; Τοὐναντίον τὸν βλέπομεν ἐπὶ τῆς ἕδρας ἐκείνης ἄφωνον, κύπτοντα τὴν κεφαλὴν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἐπιβαρύνουν αἱ ἁμαρτίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἐδημιούργησε. Καὶ ἠκούσαμέν ποτε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν ἐπισπεύδοντα τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ποίαν γνώμην ἔχει περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ποίαν ἔχει περὶ τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ποίαν γνώμην ἔχει περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἀτυχῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ποίαν γνώμην ἔχει ἐπὶ τέλους περὶ τῆς διοικητικῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἡμῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὰ πρόσφατα ἤδη ληστρικὰ συμβάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι πρέπει καὶ περὶ ταύτης νὰ λάβωμεν ἔκτακτον πρόνοιαν; Καὶ διατὶ ἆρά γε νὰ κάθηται ἐπὶ τῆς ἕδρας ἐκείνης Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὴ δυνάμενος ἢ μὴ θέλων νὰ ἔχῃ κἀμμίαν γνώμην, ἀφοῦ ἡ χώρα ἡμῶν δυστυχῶς περιῆλθεν εἰς τοιαύτην οἰκτροτάτην κατάστασιν; Καὶ θέλουσιν οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸν τυφλῶς, ἐνῷ αὐτὸς ἄφωνος εἰς τὴν ἕδραν του διατελεῖ, νὰ σπεύσωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλεν! Ἀλλὰ βεβαίως τότε, κύριε Πρόεδρε, περισσότερον τῆς κωμῳδίας παριστάνομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§32ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι κωμῳδία αὐτὴ, ποῦ παριστάνεις σύ! Δὲν τὸ καταλαμβάνεις ἀκόμη;
§33ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδε, πάντες ἐννοοῦμεν, ὅταν ἀκούωμεν φωνὰς, προκειμένου περὶ ὑπομνήσεως τῶν στοιχειωδεστέρων καθηκόντων εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα λύσῃ τὴν σιγὴν αὐτοῦ. Καὶ νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς, οἱ παριστάμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, σιωπηλῶς νὰ βλέπωμεν τὸν ἄφωνον ἰχθὺν, τὸν ὁποῖον παριστάνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ νὰ ἐπικροτήσωμεν ἀσυζητητεὶ καὶ ἀφώνως τὰ οἰκονομολογικὰ αὐτοῦ σχέδια, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ του ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν; Συμπεραίνων, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ ὑπομνήσητε εἰς πάντας τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μας, ὅτι ἡ ἔκτακτος σπουδὴ, τὴν ὁποίαν τινὲς ἐξ αὐτῶν ἐπιδεικνύουσιν, ἵνα καὶ ἐκτάκτως κατὰ τὴν αὔριον ἡμέραν Κυριακὴν ἐξακολουθήσῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της, οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, παρὰ μόνον ἵνα ὡς οἷόν τε τάχιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λάβῃ τὴν ψῆφον ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δυνηθῇ νὰ σταδιοδρομήσῃ κατὰ τὸ σύστημα αὑτοῦ, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε δυστυχῶς ἐπὶ 14 ἔτη μᾶς διέπει, ἡ ἔκτακτος, λέγω, αὕτη σπουδὴ δὲν δικαιολογεῖται, διότι γνωρίζομεν πάντες ποῖος εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε κατὰ πρῶτον, κατὰ Μάρτιον τοῦ 1880... (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, κάμετε τέλος πάντων ὑπομονήν!
§35ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μὲ κάμνετε νὰ ξεκουράζωμαι... Ὅτε, λέγω, κατὰ Μάρτιον τοῦ 1880 τὸ πρῶτον κοινοβουλευτικῶς ἀνεδείχθη Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχεν ἐντελῶς ἀλλοίας ἀρχὰς, ἀρχὰς τὰς ὁποίας ὅμως δυστυχῶς μετέβαλεν ἀμέσως... (θόρυβος δεξιᾷ).
§36ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀφίνετε νὰ τὰ εἴπητε, κύριε συνάδελφε, αὐτὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§37ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ἔπρεπε νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸν ἀπαίσιον ἀριθμὸν τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἔλαχεν ἡ τύχη εἰς αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ, εἰς τὸν ἀριθμὸν 13. Εἶναι ὁ δέκατος τρίτος προϋπολογισμός σας, κύριε Πρωθυπουργὲ, αὐτὸς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλετε, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι θὰ ἦναι καὶ ὁ τελευταῖος (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ). Πιθανὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἔσφαλα εἰς τὴν ἀρίθμησιν τῶν προϋπολογισμῶν, θὰ τῷ ὑπομνήσω ὅμως, ὅτι ὑπέβαλε προϋπολογισμὸν κατὰ τὸ 1880, ὅτε ἤμην Βουλευτὴς καὶ φίλος του, κατὰ 1882, 1883, 1884... (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ θόρυβος). Κύριε Πρόεδρε, σιωπῶ, καὶ περιμένω.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι... Κύριε συνάδελφε, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§39ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶμαι πολὺ ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ οἱ Κύριοι ἐκ τῆς δεξιᾶς, σπεύδοντες ὅπως δήποτε νὰ ψηφίσωσι τὸν προϋπολογισμὸν διὰ κραυγῶν καὶ βοῆς, ὅπως παρακωλύσωσι τὸ καθῆκον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπερ αὕτη ἔχει καὶ μόνον, θέλουσι δι’ ἀποχωρήσεως ἡμῶν νὰ ἐπισπεύσωσι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι τὸ εὐκολώτερον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθωσιν οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν γνωρίζουσι τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου ἡμῶν, ὅτι εἶναι ὁ δέκατος τρίτος προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δυστυχῶς ἐφθάσαμεν εἰς τὸν ἀπαίσιον ἀριθμόν, καὶ πάντες ἡμεῖς, οἱ ἀκολουθοῦντες τὴν ἱστορίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, γνωρίζομεν, ὅτι εἰς ἕκαστον τῶν 13 τούτων προϋπολογισμῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ παριστάνῃ ῥόδινα πάντοτε καὶ ἀνθηρὰ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Δικαιούμεθα λοιπὸν ἡμεῖς, οἱ ἀκολουθοῦντες τὴν ἱστορίαν τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ 13 συνεχῆ ἔτη, νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν ἀκρίβειαν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος 1895. Καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν ἀντίθετον γνώμην, ὅταν γνωρίζωμεν, ὅτι Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πολιτευτὴς, ὁποῖος εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, διευθύνας τὰ κοινὰ ἡμῶν πράγματα ἐπὶ δεκατετραετίαν καὶ ἤδη ἐπιδιώκων καὶ κατὰ τὸ 13ον ἔτος νὰ συνεχίσῃ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, περιήγαγε τὰ πράγματα, εἰς ὃ σημεῖον σήμερον εὑρίσκονται;... Καὶ μὴ γελᾶτε, κύριοι συνάδελφοι. Ὁλόκληρον βίον πολιτικὸν διήνυσε, δυστυχῶς διὰ τὸν τόπον ἡμῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Δὲν ἀνέρχομαι εἰς τὰ 1875, ὅτε αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὄχι διὰ τῆς θύρας, ἀλλὰ διὰ τοῦ παραθύρου. Γνωρίζετε πῶς εἰσῆλθεν. Ἡ φιλοδοξία του ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὥστε ἠπείλησε τὴν Βασιλείαν (διαμαρτυρίαι σφοδραὶ δεξιόθεν).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐντελῶς ἀπεμακρύνθη τε τοῦ θέματος.
§41ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Διηγοῦμαι μίαν ἱστορίαν πολιτικήν. (θόρυβος δεξιᾷ).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει τὸν τόπον της. Δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ θέματος ὅλα αὐτά.
§43ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος εἶναι.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§45ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ τὸν διακόψητε. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή!
§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν οἱ Κύριοι θέλουν νὰ ἔχουν καὶ αὔριον συνεδρίασιν, αὐτὰ θὰ πάθουν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ ἐκτὸς τοῦ θέματος νὰ ὁμιλῇ.
§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἐντὸς τοῦ θέματος.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος. Ὁ ἀγορεύων κανονίζει τὸν λόγον;
§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπαγορεύει ὁ Κανονισμὸς νὰ διακόπτητε τὸν ἀγορεύοντα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ θέματος.
§52ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τὸν λόγον μου δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸν κανονίσητε σεῖς, καὶ οὔτε δικαίωμα ἔχετε νὰ μὲ διακόπτητε, τοὐναντίον δὲ καθῆκον ἔχετε νὰ ἀπαγορεύητε εἰς τοὺς διακόπτοντας νὰ διακόπτουν τὸν ἀγορεύοντα. Λέγων ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν οὐχὶ διὰ τῆς θύρας, ἀλλὰ διὰ τοῦ παραθύρου, ἐνόουν ὅτι ἐλησμόνησε τὰς ἀρχάς του. Βεβαίως δὲν εἶχεν ἐντεῦθεν κἀμμίαν εὐθύνην, ἀλλ’ ὅτε κοινοβουλευτικῶς ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸ 1880, ἔπρεπε... (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ καὶ διάλογοι).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, ἀφήσατε τὰς συνδιαλέξεις.
§54ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε σεῖς ὅτι ἐκουράσθητε. Ἂν ἐκουράσθητε, φύγετε (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ θόρυβος).
§55ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Καὶ ὅταν, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν πρωθυπουργίαν κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1880 διὰ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πάντες οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτὸν τότε γνωρίζομεν, δυστυχῶς μετεβλήθη ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικόν, τὸ διοικητικὸν καὶ ἐν γένει—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὁ γενικὸς χαρακτηρισμὸς—τὸ ἐθνικὸν διέπον ἡμᾶς σύστημα, καὶ ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν πρωθυπουργίαν τότε, μεταχειρισθεὶς ὡς γόητρον τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλὰ καὶ περιπλέον τὴν ἐλάττωσιν τῆς στρατιωτικῆς θητείας. Καὶ ἐνθυμούμεθα τότε, οἱ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διατελέσαντες Βουλευταὶ, μεταξὺ δὲ αὐτῶν καὶ ἐγώ, ὁποίαν...
§56ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐγὼ οὔτε παπαδίστικα οὔτε βρακιὰ φορῶ (θόρυβος).
§57ΣΤΑΗΣ. Μόνον μεθυσμένος τὸ λέγετε αὐτὸ (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§58ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζετε ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ λέγῃ τὸν συνάδελφόν του μεθυσμένον; Αὐτὸς εἶναι μεθυσμένος, διότι δὲν φέρεται ὅπως πρέπει (θόρυβος).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, σᾶς παρακαλῶ, τὰ προσωπικά.
§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ἀπαγορεύσητε εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν ἔναρξιν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἄλλο κάμνω, παρὰ ἀπαγορεύω εἰς ὅλους;
§62ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδόλως.
§63ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἔλεγον λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ 1880 κατὰ πρῶτον κοινοβουλευτικῶς ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν διὰ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καλῶς ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ τῆς συναλλαγῆς καὶ διὰ τῆς ἀποπλανήσεως, εἶχεν ἐντελῶς ἀλλοίας ἀρχὰς ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀμέσως μετ’ ὀλίγα ἔτη, τῷ 1882 καὶ συνεχῶς μέχρι σήμερον ἐξακολουθεῖ ἐφαρμόζων...
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Βάλληνδα, τελειώσατε.
§65ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, προκειμένου περὶ τῆς προτάσεως, ἣν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ὑπέβαλον, περὶ συνεδριάσεως καὶ κατὰ τὴν αὔριον ἡμέραν, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ, συναισθανομένη ὅτι οὐδὲν τὸ ἐπεῖγον ὑπάρχει καὶ σεβομένη ἑαυτὴν, ἀφοῦ μάλιστα ἔχομεν Κυβέρνησιν σιωπῶσαν καὶ μὴ κηρύττουσαν ὅτι ὑφίσταται τὸ κατεπεῖγον, ἡ Βουλὴ, λέγω, ὀφείλει νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ἑπομένως νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις, ὅπως αὔριον ἡ Βουλὴ συνεδριάσῃ.
§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι σοβαρὰ καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας θὰ δηλώσῃ, ὅτι ὑποβάλλεται αὐτὴ προώρως καὶ ἀκαίρως. Καὶ ἄλλοτε ὑπεβλήθη τοιαύτη πρότασις καὶ προέβημεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν οὐ μόνον περὶ συνεδριάσεως ἐν ἑορταῖς, ἀλλὰ καὶ περὶ διπλῶν συνεδριάσεων· πλὴν τότε ὑπῆρχε λόγος κατεπείγων· τότε εἶχε παρέλθῃ ὁ χρόνος, καὶ ἡ Βουλὴ ἔσπευδεν εἰς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν της, ἐνῷ ὑπῆρχον σπουδαῖα ἐκκρεμῆ ζητήματα, εἰς ὧν τὴν λύσιν ὤφειλε νὰ σπεύσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα νῦν ἐνώπιον τοιαύτης ἀνάγκης; Εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν, εἶπεν ὅτι ἔχομεν πολλὰ νομοσχέδια νὰ συζητήσωμεν, συναφῆ πρὸς τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἡ μόνη δυναμένη νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, νομίζῃ ὅτι ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ προτάξῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ἡμεῖς οἱ ἐκ τῆς μειονοψηφίας δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ὁ προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρόκειται νὰ ἐπιψηφισθῇ τόσον ἐνωρὶς, ὅπερ οὐδέποτε ἄλλοτε ἐγένετο. Ἀλλὰ διατὶ νὰ ἐπιδείξωμεν νῦν τοσαύτην σπουδὴν καὶ νὰ συνεδριάσωμεν ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῇ; Ἐγὼ τουλάχιστον οὐδένα λόγον εὑρίσκω, συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχει ἀφορμὴν ἡ πλειονοψηφία νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τοιαύτην πρότασιν, διότι ὑπ’ οὐδενὸς ἐξεδηλώθη τάσις πρὸς κωλυσιεργίαν· πλεῖστα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, ἐπεψηφίσθησαν, καὶ δὴ μετὰ βραχεῖαν συζήτησιν, καὶ οὐδὲν παράπονον δύνασθε νὰ ἔχητε. Ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκ τῆς μειονοψηφίας ἠγόρευσαν δύο ῥήτορες καὶ ἠγόρευσαν ἐν μέτρῳ προσήκοντι. Ἔπρεπεν εἰς αὐτοὺς ν’ ἀπαντήσῃ τις ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, ἵνα μὴ μεταβληθῇ ἡ συζήτησις εἰς μονόλογον. Κατὰ τὰ κεκανονισμένα, ἔπρεπεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ν’ ἀπαντήσῃ, ἢ μᾶλλον νὰ ὁμιλήσῃ πρῶτος, νὰ ἔλθῃ κατόπιν ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἔχωσι γνώμην, οὕτω δὲ ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων τὸ πολὺ ἡμερῶν ἡ συζήτησις νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν δὲν θὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πάντως δὲ κατὰ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα ἡ συζήτησις θὰ λάβῃ πέρας, θὰ ἔχῃ δὲ οὕτω καιρὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Στέμματος καὶ νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου. Διατὶ λοιπὸν νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον; Ἐὰν ἔχωμεν κατεπείγοντα νομοσχέδια καὶ ἴδωμεν ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ἐπιψηφίσωμεν πρὸ τῶν ἑορτῶν, δυνάμεθα νὰ συνεδριάσωμεν τὴν μεθεπομένην Κυριακὴν, ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν ἀνάγκην πραγματικήν. Διὰ τοῦτο ἡ πλειονοψηφία ὀφείλει νὰ φανῇ ἐν τούτῳ πρὸ πάντων πρὸς ἑαυτὴν ἐπιεικὴς, καὶ νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἐξωθήσῃ τὰ πράγματα καὶ ἀναγκάσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς ἄμυναν, διότι τοῦτο δὲν συμβάλλει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν σοβαρότητα τῶν συζητήσεων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, πρέπει, χάριν τοῦ συμφέροντος καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, νὰ ἀποῤῥιφθῇ.
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτε χωρίζουσιν ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ἑορτῶν δέκα μόλις ἡμέραι,—διότι φυσικῶς αἱ ἑορταὶ αἱ ἐπερχόμεναι τὴν 25 Δεκεμβρίου ἀπαιτοῦσιν, ὅπως οἱ Βουλευταὶ μεταβῶσιν εἰς τὰς οἰκογενείας των μίαν ἢ δύο ἡμέρας πρότερον,—ἔκρυθμον μέτρον δὲν εἶναι νὰ συνεδριάσωμεν τὴν πρώτην ἢ τὴν δευτέραν Κυριακὴν, αἵτινες μᾶς ὑπολείπονται· καὶ βεβαίως ἡ ἐπιμονὴ τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν ταύτην, καθ’ ἣν ὥραν δὲν εὑρισκόμην ἐγὼ ἐνταῦθα, ὅπως ἡ Βουλὴ συνεδριάσῃ αὔριον πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων αὐτῆς, εἶναι δεδικαιολογημένη καὶ ἄνευ ἄλλης ἐξετάσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ τελευταῖος ἀγορεύσας, ἐζήτησεν ἐπιεικῆ τοῦ θέματος ἐκτίμησιν ἐκ μέρους ἡμῶν...
§69ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι δά!
§70ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν λέξιν εἴπετε. Εἴπετε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ζητεῖτε, ἵνα ἡ Συμπολίτευσις ἐκτιμήσῃ ἐπιεικῶς τὴν πρότασιν ὑμῶν ταύτην. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσητε περὶ ἐπιεικείας ὑμεῖς, οἵτινες τυραννεῖτε ἡμᾶς ἀπὸ τόσων ἡμερῶν διὰ λίαν ἀνεπιεικοῦς τρόπου; (Θόρυβος). Δὲν παρῆλθε συνεδρίασις κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, χωρὶς ἐπερωτήσεων διαρκουσῶν 3 καὶ 4 ὥρας, συνεδρίασις, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἀκούσωμεν πᾶσαν ἀγόρευσιν ἀνεπτυγμένην εἰς ὕπατον βαθμὸν μήκους, ἄνευ τῆς παραμικρᾶς ἀναμνήσεως τῆς ἀρχαίας κλεψύδρας, περὶ ἀέρων καὶ ὑδάτων καὶ περὶ φακῆς καὶ σκόμβρων νέων, καθὼς ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Ἀριστοφάνης. Μετὰ πάντα ταῦτα, μετὰ τὴν παρακώλυσιν τῆς ἀληθοῦς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ διεξαγάγωμεν ἐνταῦθα, ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε νὰ μὴ ἐργασθῶμεν αὔριον, ἐξ ἐπιεικείας πρὸς ὑμᾶς!
§71ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Οὐδεμίαν ἐπιείκειαν.
§72ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐξ εὐπρεπείας.
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεμία ἀπρέπεια ἔγκειται ἐν τῷ ἐργάζεσθαι τὴν Κυριακήν. Ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐργάζεταί τις, ὅταν ἔχῃ ἐργασίαν· δὲν εἶναι ἐντροπὴ, οὐδὲ ἐκβίασις, ἐὰν ζητῆται τοῦτο παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐν ᾧ χρόνῳ 10 ἢ 12 μόνον συνεδριάσεις ὑπολείπονται πρὸ τῶν ἑορτῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἠξεύρω ἄν ἄλλοτε ἐψηφίσθη ἢ δὲν ἐψηφίσθη ἐγκαίρως, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ψηφίζηται ἐγκαίρως. Εἶναι τὸ πρῶτον καὶ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς, καὶ πρέπει νὰ ἔλθωσι νὰ συζητήσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ, ἵνα καταδείξωσι τὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ, ἔχοντες ὅλην τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα εἴπωσιν ὅ,τι θέλουσι νὰ ἐκθέσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ μὴ καταναλίσκωσι τὸν καιρὸν εἰς ἄλλας συζητήσεις, ἔξω πάντοτε τοῦ προκειμένου, αἵτινες βεβαίως δὲν γίνονται ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως. Ἐὰν οἱ Κύριοι εἰσέλθωσιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ ἀκούσωσι καὶ τοὺς ἀντιλέγοντας ἐντεῦθεν. Ἄς μὴ λέγωσι δὲ, ὅτι ἐγένετο μονόλογος ἐνταῦθα· δὲν εἶναι μονόλογος. Μακρὰ καὶ ἀκριβῶς ἠτιολογημένη ὑπῆρξεν ἡ εἰσήγησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἀπήντησεν εἰς τὴν εἰσήγησιν ταύτην, πλὴν μόνον τῶν δύο συναδέλφων, οἵτινες ὡμίλησαν χθὲς καὶ προχθές· οὐδεὶς μέχρι σήμερον ἀπήντησε τῶν εἰσηγητῶν τῆς μειονοψηφίας, —διότι εἶναι τρεῖς οἱ εἰσηγηταὶ τῆς μειονοψηφίας,—οὐδεὶς ἀπήντησεν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ κριθῇ ὅτι ἐδόθη ἡ προσήκουσα ἀπάντησις εἰς τὴν μακρὰν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες συμπληρωτικὰς μόνον ἐκθέσεις ὑπέβαλον μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς· διότι βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκὴς ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἐκθέσεις αἵτινες ἐπὶ ὡρισμένων μόνον θεμάτων ἀπαντῶσι συνεπτυγμένως διὰ βραχέων, (ἐνῷ γνωρίζομεν, ὅτι οὗτοι συνειθίζουσι διὰ μακρῶν περὶ παντὸς νὰ ὁμιλῶσι καὶ ἐκθέτωσι τὰς ἰδέας αὐτῶν) διὰ βραχέων, λέγω, ἀπαντῶσιν ἐπί τινων μόνον κεφαλαίων τῆς ἐκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν ἔλαβε μέχρι τοῦδε ἀπάντησιν ἐκεῖθεν, καὶ ταύτην τὴν ἀπάντησιν ἀναμένομεν. Ἡ εἰσήγησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἣν διὰ μακρῶν ἐποιήσατο ὁ Πρωθυπουργός, δὲν ἔλαβεν ἔτι ἀπάντησιν. Ἀπαντήσατε, καὶ θέλετε λάβῃ ἀπάντησιν. Ἐνταῦθα ὑπάρχουσι οἱ ἁρμόδιοι, ὑπάρχουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔδειξαν ὅτι εἶναι ἁρμόδιοι ὅπως ἀπαντήσωσι, καὶ θέλουσιν ἀπαντήσει.
§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιείκειαν βεβαίως δὲν ἐζήτησα ἐκ μέρος τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐκ μέρους ἰδίως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεγαρίδος ὑπὲρ ἡμῶν. Ἐπιείκειαν ἐζήτησα ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς τῆς πλειονοψηφίας καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτην. Εἶπον ὅτι ἄνευ ἀνάγκης δὲν πρέπει νὰ συνεδριάσωμεν τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς. Ἐὰν πράξωμεν τοῦτο, τί θὰ δηλώσωμεν οὕτω; Ὅτι θέλομεν νὰ φανῶμεν βασιλικώτεροι τοῦ Βασιλέως, ὑπουργικώτεροι αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν, τρικουπικώτεροι αὐτοῦ τοῦ Τρικούπη. Ἄλλον τινὰ λόγον ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἀνεύρω. Πλὴν ὁ ὑπεράγαν ζῆλος, ὃν θὰ ἐπεδείκνυεν οὕτως ἡ πλειονοψηφία, βεβαίως δὲν τιμᾷ αὐτήν. Τοῦτο λοιπὸν ἀπῄτησα παρὰ τῆς πλειονοψηφίας, νὰ φανῇ δηλαδὴ ἐπιεικὴς πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἀξιοπρέπειάν της. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ἦλθε νὰ μᾶς ἐπιτιμήσῃ, ὅτι, ἐνῷ ἔχομεν τοσαύτην ἐργασίαν πρὸ ἡμῶν, περὶ ἄλλα μεριμνῶμεν καὶ τυρβάζομεν, οὐχὶ δὲ περὶ αὐτὴν τὴν σπουδαίαν ἐργασίαν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, μέχρι τοῦδε δὲν παρετήρησα νὰ συζητηθῇ τι ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀνάγηται εἰς τὰ πρῶτα καὶ κατεπείγοντα αὐτῆς ἔργα. Ἐνησκήθη ὁ ἔλεγχος ὑπ’ αὐτῆς ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνησκήθη μέχρι τοῦδε ὁμολογουμένως ἐν μέτρῳ λίαν περιωρισμένῳ. Εἶναι τοσαῦται αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως αἱ ἄξιαι κατακρίσεως, ὥστε, ἐὰν ἠθέλομεν νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτῶν, σᾶς διαβεβαιοῦμεν ὅτι ὄχι μόνον ὁ διαῤῥεύσας χρόνος, ἀλλὰ καὶ ὁ ὑπολειπόμενος ἔτι καθ’ ὅλον τὸ ἑξάμηνον τῆς συνόδου ταύτης δὲν θὰ ἐπήρκει. Καὶ ὅμως, κηδόμενοι τῶν ἄλλων ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, κηδόμενοι τῶν πρώτων καὶ κυρίων ζητημάτων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ τὴν καθ’ ὅλου οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ὠλιγωρήσαμεν τοῦ ἄλλου ἡμῶν ἔργου, τοῦ ἐλέγχου. Δὲν ἠξεύρω διατί ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη δὲν ἐπεδείκνυε τὴν σπουδήν, ἣν ἐπιδεικνύει νῦν, διατί, ὅτε ἦτο Ὑπουργός, ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἠδύνατο νὰ γείνῃ οὐχὶ τὸν τελευταῖον μῆνα τοῦ ἡγουμένου ἔτους, ἀλλὰ τὸν πρῶτον, τὸν δεύτερον καὶ τὸν τρίτον ἐνίοτε μῆνα τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ὅπως συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ, ὅτι τότε εὑρισκόμεθα ἐν ἐπαρκείᾳ, τότε εἴχομεν ἰσοζύγιον καὶ περισσεύματα καὶ δὲν εἴχομεν κἀμμίαν βίαν· τώρα, ἀφοῦ ἐπῆλθεν ἡ πτώχευσις καὶ ἡ χώρα ἐῤῥίφθη εἰς οἰκονομικὸν χάος, τώρα πρέπει νὰ δείξωμεν τοιαύτην σπουδὴν, καὶ ὁποίαν σπουδήν! Ἐὰν αὔριον ἔληγε τὸ ἔτος, ἐὰν εἴχομεν εἰσέλθῃ εἰς τὸ νέον ἔτος, θὰ ἐνόουν τότε κἄπως τὴν σπουδὴν αὐτήν. Ἀλλὰ ἀκόμη εὑρισκόμεθα μόλις εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ τελευταίου μηνὸς τοῦ ἔτους. Πλὴν μᾶς λέγουν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ λάβωμεν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἠδυνήθημεν μέχρι τοῦδε νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὴν μακράν, τὴν ἐμπεριστατωμένην εἰσήγησιν αὐτοῦ, τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδ’ εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβον ἤδη ἐγὼ τὸν λόγον καὶ μετέβαλον αὐτὴν εἰς ῥάκη, ἀπαντήσας ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, τῶν ὁποίων προεκάλεσε τὴν συζήτησιν τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεφυλάχθην δὲ νὰ κάμω λόγον περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰδικῶς, ὅταν οὗτος ἤρχετο εἰς συζήτησιν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας ἐδόθη ἤδη ἡ προσήκουσα ἀπάντησις διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος νομίζει ἴσως, ὅτι ἐν τῷ πολλῷ ἔγκειται τὸ εὖ καὶ οὐχὶ ἐν τῷ εὖ τὸ πολύ. Νομίζει ὅτι ἡ μακρὰ ἐκείνη ἔκθεσις, ἡ πολυσέλιδος, τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας ἀπεστόμωσεν ἡμᾶς, καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας, ἥτις περιωρίσθη εἰς δύο περίπου σελίδας, νομίζει ὅτι ἡ μειονοψηφία δὲν ἐξετέλεσεν ἐπαρκῶς τὸ ἔργον της. Ἀλλ’ ὤφειλε, νομίζω, νὰ ἀναγνώσῃ ἀμφοτέρας τὰς ἐκθέσεις, πρὶν ἢ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ αὐτῶν. Ἐὰν ἀνεγίνωσκεν αὐτὰς, θὰ ἔβλεπεν ἀνατρεπομένους ἐκ βάθρων τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ ἁπλῆ παράφρασις τοῦ εἰσηγητηρίου λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὴν φορὰν ταύτην ἡ παράφρασις εἶναι ἀτυχὴς καὶ ἀναξία μάλιστα τοῦ ἄλλως δεξιοῦ χειριστοῦ τῶν τοιούτων ζητημάτων ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι πλήρης ἀντιφάσεων ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Νομίζομεν, ὅτι πᾶς ἀμερόληπτος κριτὴς ἀρκεῖ μόνον νὰ λάβῃ αὐτὴν ἀνὰ χεῖρας, ἵνα κρίνῃ τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς ἀνάξιον συζητήσεως. Θέλει ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἀνυποστήρικτα, θέλει νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως γενικῶν ἐπιστημονικῶν ζητημάτων περὶ ἐπαρκείας καὶ ἀνεπαρκείας, περὶ νομισματικῆς ἀνωμαλίας καὶ τοιούτων ζητημάτων, καὶ ἐν πολλοῖς περιπίπτει ἀπὸ ἀντιφάσεως εἰς ἀντίφασιν. Ὅταν ἔρχηται καὶ σᾶς λέγῃ ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ, ὅτι τὸ κακὸν δὲν ἔγκειται εἰς τὴν πληθώραν τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικοῦ γραμματίου...
§75ΣΤΑΗΣ. Εἰσήλθετε εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὲ προεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος.... Ὅταν, λέγω, ἔρχηται καὶ σᾶς λέγῃ, ὅτι τὸ κακὸν δὲν ἔγκειται εἰς τὴν πληθώραν τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικοῦ γραμματίου, διότι, ἐὰν ἀποσύρωμεν καὶ 8 καὶ 10 ἑκατομμύρια ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, βεβαίως δὲν θὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν, εἰς ὀλίγους δὲ στίχους περαιτέρω ἀναγινώσκετε ὅτι πρόκειται νὰ ἀποσυρθῶσιν 8 ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων ἐκ τῆς κυκλοφορίας καὶ ὅτι οὕτω θὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις· ὅταν ὁμιλῇ περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου καὶ ἀσπάζεται γνώμας ἑώλους καὶ ἀπηρχαιωμένας, γνώμας κινούσας τὴν σήμερον μόνον τὸ μειδίαμα, τότε βεβαίως δὲν χρήζει κἂν ἀνασκευῆς. Ἀρκεῖ τις, ἔχων τὸν κοινὸν νοῦν, νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, καὶ θὰ συνομολογήσῃ ἀμέσως, ὅτι, ὅσον δήποτε δεξιὸς καὶ ἂν ὑπῆρξεν ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς, ἦτο ἀδύνατον νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα, ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἀνυπόστατα. Ἂν καὶ δι’ ὀλίγων, οὐχ ἧττον ἀνέτρεψεν ἄρδην τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας, ἀνέτρεψεν ἐκ θεμελίων αὐτὴν ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας. Ποία δὲ ἡ συνέπεια τούτου; Ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρῶτος ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἵνα ἀνταπαντήσῃ προφορικῶς εἰς τὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας. Δὲν ἔπραξε τοῦτο ἡ πλειονοψηφία, ἄρα φυγομαχεῖ, καὶ οὐχὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε παρέταξε δύο μαχητάς. Καὶ οἱ δύο ἀγορεύσαντες ἐκ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνέτρεψαν ἄρδην ὅλους τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀνέτρεψαν ἄρδην ὅλους τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεγαρίδος ἦτο παρὼν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐκθέσεων καὶ παρηκολούθησε τὰς ἀγορεύσεις τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ἦτο παρὼν ἐνταῦθα, ὄχι μόνον κατὰ τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν νοῦν, βεβαίως δὲν θὰ εἶχε τὸ θάῤῥος, ἵνα εἴπῃ νῦν, ὅτι τίποτε δὲν ἔκαμαν οἱ προαγορεύσαντες, οὐδὲν ἀνῄρεσαν, οὐδὲν ἀνεσκεύασαν, καὶ ὅτι ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ μονόλογος τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλά, Κύριοι, ἐπανέρχομαι πάλιν εἰς τὸ κύριον ζήτημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἐκτοπίσῃ τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ὁ ἐπιβάλλων, ὁ συνηγορῶν κἄν, ὅπως αὔριον συνεδριάσωμεν. Ἔχομεν ἱκανὰς ἔτι ἡμέρας, ὅπως πρὸ τῶν ἑορτῶν ἀγάγωμεν εἰς πέρας τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι, ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴν, τίνες θὰ ἀγορεύσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ; Εἶναι γνωστοὶ οἱ λαμβάνοντες τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θὰ ἀγορεύσῃ ὁ κ. Σιμόπουλος, θὰ ἀγορεύσω ἐγώ, θὰ ἀγορεύσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτής, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής...
§77ΜΑΚΡΗΣ. Ὁ κύριος Βάλληνδας.
§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὁ κ. Μακρῆς, ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψε, δὲν ἠξεύρω ἐὰν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς μᾶς παρασκευάζωσιν ἔκπληξίν τινα, λαμβάνοντες νῦν καὶ αὐτοὶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τότε ἴσως ἐκταθῶσιν ἐπὶ μακρότερον αἱ συζητήσεις. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ συζήτησις περιορισθῇ εἰς τοὺς μέχρι τοῦδε γνωστοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοὺς λαμβάνοντας τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, βεβαίως ἐντὸς τεσσάρων ἢ πέντε τὸ πολὺ ἡμερῶν θὰ ἀχθῇ εἰς πέρας, θὰ ἔχωμεν δὲ τότε μέχρι τῶν Χριστουγέννων ἱκανὸν χρόνον, ἵνα συζητηθῶσι καὶ ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατεπείγοντα, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα ζητήματα δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν μετὰ τὰς ἑορτάς, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἔχομεν ἀκόμη ἐνώπιον ἡμῶν τέσσαρας καὶ ἐπέκεινα μῆνας, ὅπως ἐργασθῶμεν. Λοιπὸν οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ἵνα θελήσωμεν νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον. Διὰ τοῦτο ἐκφράζω καὶ πάλιν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλή, σεβομένη ἑαυτὴν, θὰ ἀποκρούσῃ τοιαύτην πρότασιν, ἄνευ λόγου ὑποβαλλομένην.
§79ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διαμάχη αὕτη ἡ σφοδρὰ ἔλαβε χώραν, διότι μὲ τὰς ὑπολειπομένας συνεδριάσεις μέχρι τῶν ἑορτῶν ἐσχετίσθη μεμονωμένως ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡσανεὶ ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἢ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἕτερον ζήτημα σπουδαιότατον, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικόν, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθη πρότασις καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ σκέπτηται, ἵνα πρὸ τῶν ἑορτῶν δώσῃ οἱανδήποτε ἀπάντησιν. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρόκειται καὶ περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, ἔδωκεν ἀφορμὴν χθὲς ἐκ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου σχετικοῦ, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀπαντήσῃ. Ἐὰν δὲ θέλητε νὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν συζήτησιν μόνον τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζω ὅτι θέλετε ἀδικήσει μέγα μέρος τῆς κοινωνίας καὶ θέλετε βλάψει σπουδαίως τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ἑπομένως ἐγὼ θὰ δώσω τὴν συνδρομήν μου εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν συνεδριάσεων μέχρι τῶν ἑορτῶν, ἔστω καὶ ἂν συνεδριάζωμεν ἡμέραν καὶ νύκτα, ἀλλ’ ἀπαιτῶ, ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ σταφίδος.
§80ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι σεβαστὴ τῷ ὄντι ἡ μέριμνα τοῦ συναδέλφου ἐκ Πατρῶν περὶ τῶν σταφιδούχων συμπολιτῶν του. Εἶναι δὲ τοσούτῳ μᾶλλον ἀξιοσέβαστος ἡ φροντίς του, ὅσῳ ἐν ἑαυτῷ ἔχει τὴν πεποίθησιν ὁ συνάδελφος, ὅτι εἶναι κενὴ καὶ περὶ ἀδυνάτου πράγματος φροντίς. Φοντὶς ἄνευ ἐλπίδος.
§81ΡΙΚΑΚΗΣ. Διατί;
§82ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διότι, ἐὰν πιστεύητε ὅτι ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ ἢ θέλει νὰ φέρῃ ζήτημα περὶ σταφίδος, λυποῦμαι δι’ ὑμᾶς. Ἐὰν δὲ δὲν πιστεύητε αὐτὸ καὶ τὸ ἐπικαλεῖσθε, ἐπικαλεῖσθε ὑπὲρ τῆς ἐν συζητήσει προτάσεως ἐπιχείρημα ἕωλον καὶ ἀνάξιον ὑμῶν. Θέλετε ν’ αὐταπατώμεθα; ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι τὸν κόσμον δὲν ἀπατῶμεν. Ἐκεῖνος καλῶς βλέπει καὶ τί πράττομεν καὶ τί λέγομεν καὶ τί ψηφίζομεν. Βλέπει δὲ ἀκόμη καὶ διατὶ λέγομεν, διατὶ πράττομεν, διατὶ ψηφίζομεν ταῦτα ἐνταῦθα. Νομίζετε ἢ ἐλπίζετε, ὅτι θὰ ἔλθῃ ζήτημα σταφιδικόν; Σᾶς λέγω ὅτι ἀπατᾶσθε. Συνεδριάζομεν αὔριον διὰ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Συνεδριάζομεν πᾶσαν ἑορτήν. Ἂς τὸ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Συνεδριάζομεν νύκτας ὁλοκλήρους διὰ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Ἂς τὸ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις. Θὰ φέρῃ τοιοῦτον ζήτημα; ... Τὴν βλέπετε; Σιωπᾷ. Πείθεσθε ὅτι ἀπατᾶσθε; Ἐὰν δὲν πείθησθε, δὲν πταίω ἐγώ. Εἶναι ἡ 31 συνεδρίασις τῆς Βουλῆς σήμερον, καὶ ζητεῖ νὰ ψηφίσωμεν τάχιστα τὸν προϋπολογισμὸν· τὸ σύστημα δὲν εἶναι νέον. Ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἐφόδου, ἐν τρισὶ συνεδριάσεσι, νὰ λάβῃ τὸν προϋπολογισμόν, καὶ νὰ συντάμῃ, νὰ φύγῃ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν. Καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεγαρίδος σᾶς λέγει, ὅτι ἂς ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός, καὶ διὰ τὰ ἄλλα θέματα καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς θὰ γείνωσι συζητήσεις, διότι θὰ συνέλθῃ καὶ μετ’ αὐτὰς καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ τότε τὰς ἐργασίας της πάλιν ἡ Βουλὴ. Ἡ Βουλή, τῷ ἀπαντῶ, κατὰ ὀγδοήκοντα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, δὲν θὰ συνεδριάσῃ μετὰ τὰς ἑορτάς. Ἡ Κυβέρνησις δὲν τὴν θέλει τὴν Βουλὴν μετὰ τὰς ἑορτάς. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἀπὸ τὴν Βουλήν, εἰμὴ τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἄλλα νομοσχέδια, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής· οὐδὲν ἄλλο θέλει, εἰμὴ τὸν προϋπολογισμόν. Ἂν ἤθελε τὴν Βουλήν, τί φυσικώτερον εἶχε νὰ κάμῃ, παρὰ νὰ προτάξῃ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν μὲ αὐτόν; Διατὶ δὲν προέταξεν αὐτά; διατὶ δὲν προτάσσει ταῦτα; Ἀντέταξέ τις ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντίῤῥησίν τινα περὶ αὐτῶν; Εἴδατε σεῖς ἐν ἡμῖν, ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἀντιπολιτεύσει, εἴδατε προθέσεις ἀναβολῆς ἢ παρελκύσεως τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων; Οὐδεὶς, πιστεύω, ὑπάρχει ὑποστηρίζων τοιαύτην ἰδέαν. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῷ ὄντι; Ἂς ἐξηγηθῶμεν· διότι εἶναι ἄδικον, εἶναι ἀξιόμεμπτον ν’ ἀποδίδωνται τῇ Ἀντιπολιτεύσει αἰτιάσεις πρὸς ἐπιτυχίαν σκοπῶν ἄλλων. Δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῆτε περὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Τάχα ἡμεῖς ἐδῶ τοιοῦτον πολίτευμα ὑπηρετοῦμεν, ἢ παρῳδίαν αὐτοῦ; Παρῳδίαν; Ὄχι. Πλέον τούτου· κωμῳδίαν κοινοβουλευτικὴν (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Συγκαλεῖται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἡ Βουλὴ τακτικῶς τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν κατ’ ἐπιβολὴν τοῦ Συντάγματος ἤθελε συνέλθει αὐτοδικαίως· δηλαδὴ συγκαλεῖται ὅτε πλέον θὰ ἦτο ἀνατροπὴ τοῦ πολιτεύματος, ἂν δὲν ἤθελε συγκληθῆ. Συγκαλεῖται ὅτε πλέον εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἡμέρα ἀναβολῆς ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἀφοῦ δὲ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ, εἰσάγεται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ προϋπολογισμὸς, ἔπειτα ἐπισπεύδεται ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς εἰκονικὴ ἐπεξεργασία αὐτοῦ, κατόπιν ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἔπειτα ἡ ψήφισίς του. «Συζητήσατε ταχέως. Πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμόν.» Ἰδοὺ τὸ ἐπιφώνημα τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ ὅμως ἡ ἱστορία τοῦ παρελθόντος, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε, μαρτυρεῖ, ὅτι ἀπὸ δωδεκαετίας οὔτε δύο προϋπολογισμοὶ ἐψηφίσθησαν πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου, καὶ μεθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν σπουδὴν τοῦ Ὑπουργείου. Ἢ μήπως τάχα, διότι τώρα ἐπῆλθεν ἡ πτώχευσις, θέλει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ γείνωμεν τακτικοὶ ἐν τούτῳ, ἐνῷ ἐν πᾶσι τοῖς ἄλλοις θέμασι, τοῖς σχέσιν πρὸς τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους τακτοποίησιν ἔχουσι, τοσοῦτον εἴμεθα ἄτακτοι καὶ ἀνώμαλοι; Ἐνῷ οὐδεμίαν φροντίζομεν νὰ θέσωμεν τάξιν ἐν ἐκείνοις ἀκριβῶς τοῖς θέμασιν, ὅσα ἔπρεπε νὰ διακανονίσῃ ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὸν τόπον συμφορὰ, ἡ συμφορὰ τῆς πτωχεύσεως, θέλετε νὰ δείξητε ὅτι φροντίζετε νὰ τεθῇ εἰς τάξιν ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἀφοῦ δὲ οὐδὲ τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένην ὡς ἐλαχίστην προθεσμίαν πρὸς διάρκειαν τῆς τακτικῆς συνόδου, ἤτοι τὴν τριμηνίαν, τηροῦμεν, ζητεῖτε ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ψηφίσωμεν, ἵνα ἡ σύνοδος αὕτη ἐξαντληθῇ εἰς τεσσαράκοντα ἡμέρας! Δὲν ἠξεύρω ἂν δύναταί τις νὰ ἐπικαλεσθῇ, ὅτι ἐπὶ τρεῖς μῆνας διαρκῶς εἰργάσθη μέχρι τοῦδε εἴς τινα τακτικὴν σύνοδον ἡ Βουλή. Ἀλλὰ βεβαίως ἐπὶ ἓξ μῆνας οὐδέποτε εἰργάσθη. Σεῖς θέλετε λοιπὸν καὶ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς μῆνας νὰ τοὺς ἀποφύγητε; Θέλετε εἰς ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα νὰ περιορισθῇ ὁλόκληρος ἡ σύνοδος; τοῦτο ζητεῖτε; εἴπατέ το, διότι αὕτη εἶναι ἡ οὐσία τῆς προτάσεώς σας· καθότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ κἀνεὶς ἐξ ὑμῶν ἀμφιβάλλων, ὅτι μετὰ τὰς ἑορτὰς δὲν θὰ ἐπανέλθητε ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν σας· καὶ δὲν θὰ ἐπανέλθητε ὄχι μόνον διότι δὲν θέλετε νὰ ἐπανέλθητε, ἀλλὰ καὶ διότι — τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τὸ τονίζω — δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὰς ἑορτὰς νὰ προσέλθητε, διότι δὲν θέλει νὰ γείνωσι συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις ἂς ἦμαι ἀκριβής· ἴσως μετὰ τὰς ἑορτὰς προσκληθῆτε εἰς ἔκτακον σύνοδον, ἵνα ψηφίσητε τὸν συμβιβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ θύραις. Τοῦτο ἀκούω παρὰ πολλῶν ἐξ ὑμῶν λεγόμενον, οἱ λέγοντες δὲ αὐτὸ διὰ τοὺς ἁπλουστέρους πιστεύουν εἰς αὐτὸ ὅσον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν πιστεύει εἰς τὸ ὅτι θὰ φέρῃ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν. Κυβέρνησις, ἥτις διαδίδει τοῦτο, τιμᾷ τὴν φιλοπατρίαν σας ἀληθῶς, καὶ κάμνετε καλὰ νὰ λέγητε ὅτι τὸ πιστεύετε. Ἐὰν, ὡς λέγετε, εἶναι τῷ ὄντι τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς ὁ προϋπολογισμὸς, τότε ἐπιτρέψατε εὐρεῖαν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν καὶ ἄνετον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἂν ἐπιβάλητε αὐτὴ νὰ ἔλθῃ καὶ τὴν Κυριακὴν καὶ νὰ συζητῇ καὶ νὰ ψηφίζῃ κατὰ τὰς μετὰ τὸ μεσονύκτιον ὥρας, δεικνύετε ὅτι δὲν θέλετε τοιαύτην συζήτησιν. Ὁ ἐξ Ἀργοστολίου συνάδελφος, ὅστις ἐπείγεται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰς δικηγορικάς του ἐν Κεφαλληνίᾳ ἐργασίας, ἃς μὴ παραγνωρίζῃ τοῦτο. Ἂς μὴ θέλῃ νὰ θυσιάζωμεν τόσῳ σπουδαῖον θέμα εἰς τόσῳ μικρὸν σκοπόν. Ἂς ἐνθυμῆται δὲ δι’ ἑαυτὸν τὸ κοινὸν λόγιον, ὅτι διὰ τοῦ αὐτοῦ στόματος δὲν εἶναι δυνατὸν κἀνεὶς συγχρόνως νὰ φυσᾷ καὶ νὰ ῥοφᾷ, νὰ ᾖναι καὶ ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ἐδῶ. Ἢ ἐκεῖ πρέπει νὰ ᾖναι, ἢ ἐδῶ...
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σεῖς συμβιβάζετε καὶ τὰ δύο.
§84ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο μένω ἐδῶ καὶ διὰ τοῦτο συνήθως ἐγκαταλείπω τὴν ἐργασίαν ἐκείνην χάριν ταύτης... Μᾶς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεγαρίδος, ὅτι ἐπεκαλέσθημεν τὴν ἐπιείκειαν, καὶ ἤρχισε νὰ ἐξοργίζηται, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικαλώμεθα τὴν ἐπιείκειάν του. Δὲν ἐπικαλούμεθα τὴν ἐπιείκειάν σας, οὐδὲ τὴν δικαιοσύνην σας ζητοῦμεν. Ἐκείνης δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, ταύτην δὲν ἐλπίζει κἀνεὶς ἀπὸ σᾶς. Ἀπὸ σᾶς ζητοῦμεν νὰ ἐκτελέσητε τὸ καθῆκόν σας, τὸ καθῆκόν σας στυγνὸν μόνον, καὶ τοῦτο δὲν τὸ ἐκτελεῖτε. Ζητεῖτε διὰ τῆς βίας τοῦ ἀριθμοῦ ἐν παντὶ θέματι νὰ μᾶς καταπιέσητε, νὰ μᾶς περιορίσητε, νὰ μᾶς ἀφαιρέσητε τὴν συζήτησιν. Καὶ ὅταν μᾶς ἀναγκάζητε νὰ ἀμυνθῶμεν διὰ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς δίδει ὁ Κανονισμὸς, φωνάζετε: «κωλυσιεργεῖτε! παραλύετε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς! ἐξευτελίζετε τὴν Βουλήν!», ὡσανεὶ μὴ ἦτο ἐξευτελισμὸς τῆς Βουλῆς ἔσχατος ἡ ἀδιάκοπος αὐτὴ κατάχρησις τῆς βίας τοῦ ἀριθμοῦ, τὴν ὁποίαν μετέρχεσθε σεῖς ἐντὸς τῆς Βουλῆς, πρὸς περιορισμὸν, πρὸς κατάπνιξιν τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς συζητήσεως. Ἀντικατεστήσατε τὸν λόγον διὰ τῶν ἀριθμῶν, ἀντικατεστήσατε τὰς συζητήσεις διὰ τῆς βίας, καὶ προσποιεῖσθε ἐν τούτοις ὅτι εἶσθε ἀδικούμενοι! Τοῦτο ἐξευτελίζει τὴν Βουλὴν, τοῦτο ἐξευτελίζει τοὺς λέγοντας ὅτι ἐξευτελίζεται ἡ Βουλὴ, ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀμύνηται ὑπὲρ τῶν δικαίων τοῦ λόγου, ὑπὲρ τῶν δικαίων τῆς συζητήσεως, ὑπὲρ τῶν δικαίων αὑτῆς. Ἐβιάσθη ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος νὰ λογοδοτήσῃ καὶ νὰ εἴπῃ ποῖοι ἐξ ἡμῶν θὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα σᾶς πείσῃ, ὅτι καὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμιλήσωσι, θὰ εἴπωσιν ὀλίγα. Βλέπετε ποῦ ἠγάγετε τὰ πράγματα. Ζητεῖτε ν’ ἀγάγητε ἡμᾶς νὰ προσδιορίζωμεν καὶ τί θὰ εἴπωμεν. Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι περιορισμὸς τοῦ λόγου! Ἀλλὰ μᾶς λέγετε, ὅτι φέρομεν συζητήσεις συνεχῶς εἰς ἄλλα ζητήματα καὶ καταναλίσκομεν τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς ἐν ἄλλοις θέμασι, καὶ ὅτι δὲν ἀφίνομεν διὰ τὸν προϋπολογισμὸν χρόνον ἐπαρκῆ. Θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν ἐκείνων, ὅσοι ἐγνώρισαν ἢ ἐμελέτησαν τὰ χρονικὰ τῶν ἄλλων Κοινοβουλίων, ἢ καὶ ἄλλων Βουλῶν ἀκόμη· αὐτοὶ ἂς εἴπωσιν, ἂν ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄρχηται πρὸ τῆς παρελεύσεως ἀρκετῶν συνεδριάσεων ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου τοῦ Κοινοβουλίου, ἐὰν τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου ἐκεῖ δὲν καταναλίσκεται εἰς ἔλεγχον, εἰς ἔλεγχον ὅμως καλῶς λειτουργοῦντα, οὐχὶ ὡς παρ’ ἡμῖν, ὅπου σεῖς οἱ Ὑπουργοὶ ζητεῖτε νὰ τὸν διαφύγητε, ἢ νὰ τὸν καταργήσητε παντοιοτρόπως. Σᾶς ζητοῦμεν ἔγγραφα, ἵνα ἀσκήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, καὶ παρέρχεται μία σύνοδος, χωρὶς τὰ ἔγγραφα ταῦτα νὰ προσάγωνται, καὶ παρέρχεται καὶ δευτέρα σύνοδος καὶ δὲν προσάγονται, οὕτως ὥστε ὁ ἔλεγχος κατέπεσε σχεδὸν ἐντελῶς παρ’ ἡμῖν, ἢ περιορίζεται εἰς ὀλίγας λέξεις ὀλίγων Βουλευτῶν. Καὶ ὅμως εἰς οὐδὲν Κράτος ὑπάρχουσι τοσαῦται τῆς Κυβερνήσεως ὑπερβασίαι, ἢ παρανομίαι, ἐλέγχου καὶ μομφῆς ἄξιαι. Ἀλλὰ καὶ ὅταν περιοριζώμεθα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ὅταν πρόκηται περὶ αὐτοῦ μόνου τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον λέγεται συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλετε καὶ αὐτὸ νὰ συστείλητε, νὰ ἐξουθενώσητε καὶ ζητεῖτε νὰ μένητε καὶ τὴν Κυριακὴν, καὶ θέλετε καὶ ἡμεῖς νὰ μένωμεν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, ἵνα μᾶς ἀναγκάσητε νὰ σᾶς ἀφήσωμεν νὰ τὸν ψηφίσητε! Ψηφίσατέ τον. Κάμετε ὅσην δύνασθε πλείονα κατάχρησιν τῶν ἀριθμῶν σας. Ἄς τὸ ἠξεύρει ὅμως, δὲν σώζεται οὐδὲ πολιτικῶς οὐδὲ ἠθικῶς ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς βίας τῶν ἀριθμῶν (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§85ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἑορτάζομεν, κύριε Πρόεδρε, σήμερον τὴν ἐπέτειον τῆς χρεωκοπίας μας (ἱλαρότης). Ἔχομεν τὴν 10ην Δεκεμβρίου, καὶ βεβαίως οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν δύναται νὰ λησμονήσῃ τὴν ἐπέτειον ταύτην ἡμέραν, τὴν ὁποίαν παρεσκεύασεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, καὶ τὴν ὁποίαν ἀνεκήρυξεν ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος! Ἔχω καὶ ἔχομεν πρόσφατον εἰσέτι εἰς τὰς ἀκοάς μας τὰς λέξεις του: «Δυστυχῶς ἐπτώχευσα τὸ Κράτος!». Ἔπρεπε λοιπὸν ἡ ἡμέρα αὕτη νὰ ἑορτασθῇ, καὶ διὰ τοῦτο βεβαίως ἀνεκινήθη εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τὸ ζήτημα περὶ ἐξακολουθήσεως τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν αὔριον Κυριακήν! Οὕτως ἐγὼ δύναμαι νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐπιμονὴν τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τυφλῶς τὸν ἀρχηγόν της, νομίζουσα ὅτι κατὰ τὴν ἐπέτειον ταύτην ἡμέραν ὀφείλει νὰ συνεορτάσῃ, συνεχίζουσα τὴν συνεδρίασιν καὶ τὴν αὔριον. Ἐπτωχεύσαμεν κατὰ τὴν 10ην Δεκεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ ἐξακολουθοῦμεν διατελοῦντες ἐν πτωχεύσει μέχρι σήμερον καὶ ἐννοοῦσιν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου νὰ συνεχίσωσι καὶ ἐπὶ ἓν ἀκόμη ἔτος τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀκολουθοῦντες αὐτόν. Ἀκολουθήσατε αὐτὸν, κύριοι συνάδελφοι, συνεχίσατε τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ 10 Δεκεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀρχίζοντες ἀπὸ σήμερον καὶ συνεχίζοντες αὔριον, ἔστω καὶ καθ’ ἡμέραν Κυριακὴν, ἵνα ἀποδείξητε ἐφ’ ἅπαξ ἔτι, ὅτι ἐλησμονήσατε τὸν προορισμόν σας, ὅτι εἶσθε ἀντιπρόσωποι Κράτους ἔχοντος ἱστορίαν, παρὸν καὶ μέλλον, ὅτι ἀνήκετε, εἰς ἔθνος Ἑλληνικόν! Καὶ θέλετε, ἵνα ἡμεῖς, ὅταν ὁ ἀρχηγός σας δὲν ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ ὑποβάλῃ σύστημα οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίσῃ τὴν δυσχερεστάτην ταύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, θέλετε, ἡμεῖς ἀσυζητητεὶ, ἀφώνως, κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς παρούσης συνόδου νὰ ἐφαρμόζῃ ὁ ἀρχηγός σας, νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συστήματος τούτου, συνεδριάζοντες καὶ καθ’ ἡμέραν Κυριακὴν ἐκτάκτως, μὴ ἐπείγοντος οὐδενὸς λόγου! Ἀλλὰ, Κύριοι, προσέξατε. Ἐὰν τὸ διέπον ἡμᾶς κοινοβουλευτικὸν σύστημα ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦν καὶ κατὰ τὴν δεκάτην τρίτην ταύτην φορὰν, θὰ λάβῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προϋπολογισμὸν 13ον. Εὔχομαι, ἵνα μὴ ὁ κατὰ κοινὴν ἐκδοχὴν θεωρούμενος ἀπαίσιος οὗτος ἀριθμὸς συντελέσῃ εἰς τὸ τέλος τοῦ πολιτικοῦ του σταδίου. Ἀλλὰ τὰ πράγματα τοὐλάχιστον προδεικνύουσιν, ὅτι τοῦτο ἔσται τὸ μοιραῖον πολιτικὸν τέλος αὐτοῦ, καὶ σπεύδει ἵνα λάβῃ τὸν 13ον προϋπολογισμὸν καθ’ ἡμέραν Κυριακήν· διότι βεβαίως, ὑποθέτω ὅτι οἱ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, τῆς ἀριστερᾶς, ἂν κατισχύσῃ ἡ γνώμη τῆς πτέρυγος ἐκείνης, τῆς δεξιᾶς, δὲν θ’ ἀκολουθήσωσι τὴν παράλογον ταύτην ἀξίωσιν, ἀλλὰ θὰ ἀπόσχωσι τῆς αὐριανῆς συνεδριάσεως καὶ θὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν πτέρυγα ἐκείνην ἐλευθέραν, ἵνα ψηφίσῃ τὸν 13ον προϋπολογισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, καὶ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ κοινῶς πιστευόμενον περὶ τοῦ ἀπαισίου τούτου ἀριθμοῦ ἔχει ὁπωσδήποτε καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ὑπόστασιν, καὶ θὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ἵνα αὕτη ἐπισφραγίσῃ, ὅτι κατὰ τὸν 13ον προϋπολογισμὸν του ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐτάφη ὑπὸ τὰ ψηφίσματα τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ἡ ὁποία τὸν ἠκολούθει. Καὶ διατὶ μᾶς ἐξαναγκάζει αὔριον, καθ’ ἡμέραν Κυριακήν, νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συνεδρίασιν, καὶ ἐκ τίνος ἐπείγοντος καὶ σπουδαίου λόγου; Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐὰν ἐφείδεσθε περισσότερον τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, μὴ ὑπάρχοντος οὐδενὸς ἐπείγοντος καὶ σπουδαίου λόγου, δὲν θὰ εἴχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ μᾶς ἐπιβάλητε, ἵνα συνεδριάσωμεν καὶ αὔριον, καθ’ ἡμέραν Κυριακήν. Καὶ διὰ τίνα σκοπὸν ἀξιοῦτε σεῖς νὰ μᾶς ὑποβάλητε εἰς τοιαύτην θυσίαν; Ἐὰν εἶχεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς λόγον τινὰ καὶ εἶχε τὴν τόλμην νὰ γνωρίσῃ τοῦτον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπείγει δι’ οἱονδήποτε ἐθνικὸν συμφέρον ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, θὰ καθυστέρει ἐν τῇ ἐκτιμήσει τοῦ λόγου τούτου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀλλ’ ἡμεῖς βλέπομεν τοῦτον ἄφωνον, μὴ ἔχοντα κἀμμίαν γνώμην, ἐγκαταλείποντα πάντα τὰ σπουδαιότατα νομοσχέδια εἰς τὴν τύχην των, μὴ δυνάμενον νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ οἰκονομικὸν αὑτοῦ σύστημα, ἀλλὰ μόνον διότι ὑποθέτει ὅτι ἀκολουθεῖται ὑπὸ δυνάμεώς τινος κοινοβουλευτικῆς, κεκυφὼς καὶ ἀπεῤῥοφημένος, οὐδεμίαν ἄλλην ἀξίωσιν ἔχει, παρὰ μόνον νὰ ζητῇ ἐπιμόνως ἀπὸ τοὺς ὀπαδούς του νὰ ψηφίσωσι τὸν προϋπολογισμόν του, ἵνα ἐξακουλουθήσῃ, ἔστω καὶ πρὸς ὄλεθρον τοῦ ἔθνους τούτου, νὰ διατηρῆται ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἐπὶ ὀλίγους ἔτι μῆνας. Ἀλλὰ χωρὶς πρὸς τὴν φιλοτιμίαν, πρὸς τὴν εὐγένειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ κάμω ἔκκλησιν διὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ὑπέβαλον, ἀναφέρομαι πρὸς ὁλόκληρον τὴν πτέρυγα ἐκείνην, καὶ τὴν παρακαλῶ διὰ τῆς ψήφου της νὰ δικαιολογήσῃ ἐὰν ὑπάρχῃ τι τὸ κατεπεῖγον καὶ δικαιολογοῦν, ἵνα συνεχισθῇ ἡ 10 Δεκεμβρίου καὶ τὴν αὔριον, συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς ἐκτάκτως. Ἂν ὅμως νομίζῃ ὅτι πραγματικῶς πρέπει νὰ ἑορτασθῇ ἡ ἐπέτειος αὕτη ἡμέρα τῆς ἐνάρξεως τῆς πτωχεύσεως, τότε θὰ ὑποβάλω ἄλλην παράκλησιν, νὰ μὴ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις τῆς ἡμέρας ταύτης, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ συνεχίσωμεν αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην μέχρι τῆς πρωΐας, διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895, πρὸς ἀνάμνησιν ὅτι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀνεκηρύχθη ὑπὸ τοῦ ἐργάτου τῆς χρεωκοπίας ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους! Καὶ ὅταν μέλλουσα Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ ἱδρύσῃ ἀνδριάντα ὑπὲρ τοῦ αὐτουργοῦ τῆς χρεωκοπίας καὶ τοῦ ἐθνικοῦ ἐξευτελισμοῦ μας, βεβαίως ἡ ἐπέτειος αὐτῆς ἡμέρα, ὡς ἡμέρα ἐθνικῆς συμφορᾶς, δὲν θὰ λησμονηθῇ, θὰ ἀναγραφῇ δ’ ἐν αὐτῇ πρωτίστως ἐν εἴδει ἀναθέματος ἐθνικοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Συμπεραίνων, κύριε Πρόεδρε, λέγω, οὐχὶ νὰ ἐργασθῶμεν αὔριον, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συνεδρίασιν ταύτην καθ’ ὅλην τὴν νύκτα τῆς 10ης Δεκεμβρίου πρὸς ἀνάμνησιν τῆς ἀειμνήστου ἐκείνης 10ης Δεκεμβρίου τοῦ 1893, καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895.
§86Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ λόγοι τῶν προβαλόντων τὴν πρότασιν, ὅπως συνεδριάσωμεν αὔριον ἐκτάκτως, δὲν μοὶ ἐφάνησαν σπουδαῖοι, διότι δὲν εἶχον τῷ ὄντι ἐν τῷ νῷ οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ταύτην νὰ ὑποστηρίξωσιν ἀντικείμενόν τι, ἀλλὰ μόνον νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς συνεπίκουροι εἰς τὴν πρωτοβουλίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Προεδρεῖον εἶχε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους προβάλλουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἶναι ὅτι ἐπείγει ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαπυλίων τελῶν, διαψεύδοντες οὕτω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι οὗτος ὁ λόγος· ὁ λόγος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀπεκάλυψεν ὁ κ. Δραγούμης, ἤτοι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὀλίγαι ἡμέραι μᾶς χωρίζουσιν ἀπὸ τῶν ἑορτῶν. Καὶ λέγει ταῦτα ὁ κ. Δραγούμης, ἐνῷ γνωρίζει, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐπιτάσσει νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Λέγει νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν· ἀλλὰ τίνα προϋπολογισμόν; τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος θὰ σώσῃ τὸ Κράτος, ἢ τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιδεινώσῃ τὴν κατάστασιν αὐτοῦ; νὰ συζητήσωμεν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν μέριμναν λαμβάνει οὔτε περὶ τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν, οὔτε περὶ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν! Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἐμνήσθη καὶ τὰ τῶν ἐκθέσεων τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπετίμησεν ἡμᾶς, ὅτι δὲν συνετάξαμεν ἔκθεσιν ἀξίαν λόγου, ἵνα προκαλέσωμεν τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος. Ἀλλὰ, κύριοι εἰσηγηταὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ἔκθεσις ἡμῶν δὲν εἶναι μακροσκελὴς, ἀλλὰ περιέχει ἀριθμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ὠφείλετε νὰ ἀπαντήσητε. Ἔπρεπε νὰ δικαιολογήσητε διατὶ ηὐξήσατε τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους κατὰ δέκα περίπου ἑκατομμύρια, ἐνῷ εἴχετε ὑποχρέωσιν νὰ προβῆτε εἰς οἰκονομίας. Καὶ προκαλεῖτε ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν προϋπολογισμὸν, οἵτινες ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ψηφιζόμενος συνεπάγεται τὴν καταστροφὴν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ ἀκαίρως προεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος τοιαύτην συζήτησιν, ἐν οὐ δέοντι προκαλῶν ἡμᾶς νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῶν ἰδεῶν μας, ἐνῷ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς σήμερον, εἶναι ἡ πρότασις τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, ἐὰν πρέπῃ νὰ συνεδριάσωμεν ἐκτάκτως αὔριον, ἢ οὔ. Οὐδένα λόγον βλέπω, ὅπως ἡ Βουλὴ αὔριον συνεδριάσῃ ἐκτάκτως, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑποβάλλεται λόγος τις σπουδαῖος, νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἰδέαν ἡμῶν, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὴν συνεδρίασιν τακτικῶς καὶ κανονικῶς τὴν ἐρχομένην Δευτέραν· μέχρις οὗ δὲ φθάσωμεν εἰς τὰς ἑορτὰς, ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς πόθους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος, καὶ θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν προϋπολογισμὸν, ἵνα χρησιμοποιήσῃ αὐτὸν κατὰ τὰς ὀρέξεις αὑτῆς.
§87ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ συνέσει καὶ τῷ συμφέροντι τῆς Κυβερνήσεως ἐνέκειτο νὰ μὴ εἰσαγάγῃ τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῆς ἔγκειται, εἰσαχθεῖσαν τὴν πρότασιν ταύτην, νὰ τὴν ἀποσύρῃ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ ἀντικείμενον, σχέσιν ἔχον μὲ τὸν συμβιβασμὸν, ὅστις ἠδύνατο καὶ δύναται νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, βεβαίως ὑπεχρεούμεθα νὰ συντελέσωμεν διὰ πάσης θυσίας εἰς τὴν συζήτησιν τὴν ταχυτάτην τοῦ οὐσιωδεστάτου τούτου θέματος· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ νόμων ἀφορώντων εἰς προσωπικὰ, πρόκειται περὶ στρατολογικῶν νόμων, πρόκειται περὶ ἐξευρέσεως μέσων πρὸς παράτασιν τῆς ζωῆς τῶν κυβερνητῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸ ἐπεῖγον, ἵνα μὴ ἐγκύψωμεν εἰς ἀκριβεστέραν συζήτησιν τῶν κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀποσύρῃ τὴν τοιαύτην πρότασιν, διότι νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, καὶ εἰς πάντα Βουλευτὴν διὰ παντὸς νομίμου μέσου νὰ ἐμποδίσῃ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, ἡ ὁποία ἐμβάλλει πάντας εἰς ἀνησυχίαν περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ τόπου. Δὲν πρόκειται οὔτε περὶ νόμου ἀφορῶντος τὸν συμβιβασμὸν ἢ τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, οὔτε περὶ νόμου ἀφορῶντος τὴν δικαιοσύνην, οὔτε περὶ ἀστικοῦ κώδικος, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς τῶν Ὑπουργῶν ἐμερίμνησε μέχρι τοῦδε. Ἐὰν δὲ ἐπιμένητε, πρῶτος ἐγὼ θέλω ἐργασθῆ, ὅπως μὴ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ, καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή.)
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 μ. μ.