1894.11.26
1,977 rows · 14,574 words · 177 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
Τῆς 26 Νοεμβρίου 1894.
(Σάββατον).
Ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ ἔμποροι καὶ γεωργοὶ τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιψηφίσῃ νομοθετικὸν μέτρον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Τὸ τηλεγράφημα φέρει ἑκατοντάδας ὑπογραφῶν. Ὁ Διομήδης καὶ ὁ Ὀδυσσεὺς Παπαῤῥώδης, κατάδικοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Πατρῶν, ζητοῦσι τὴν ἀποφυλάκισίν των. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Βασίλειος Δοῦλος, κατάδικος κρατούμενος ἐν ταῖς φυλακαῖς Πατρῶν, ἐπίσης ζητεῖ τὴν ἀποφυλάκισίν του. Παραπέμπεται καὶ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ εἰς τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον. Κύριοι Βουλευταί, συμμορφούμενος μὲ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως διορισθῶσιν εἰδικαὶ ἐπιτροπαί, αἵτινες νὰ ἐπεξεργασθῶσι τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ἐσχημάτισα τὰς ἀκολούθους δύο ἐπιτροπάς. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ποιμνιοβοσκῆς ἐννεαμελῆ ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κυρίων Ἀναστασίου Δημητριάδου, Νικολάου Καλογεροπούλου, Γεωργίου Λιδωρίκη, Χρήστου Καραβίτου, Ἰωάννου Ναυπλιώτου, Νικολάου Παῤῥησιάδου, Δημητρίου Βουλπιώτου, Νικολάου Χατζίσκου, καὶ Ἰωάννη Βρυώνη.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν κ. Κοκκέβην τὸν παρελείψατε.
§3ΣΑΚΚΗΣ. Εἶναι ὁ εἰσηγητής.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Κοκκέβη εἶναι ἡ καλλιτέρα ἀντιπροσώπευσις.
§5ΣΑΚΚΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διὰ νὰ δίδῃ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις.
§6ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὄχι. Θὰ τὸ ἐξετάσουν ἄλλοι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, ἡ ὁποία θὰ συμπράξῃ μετὰ τῶν δύο ἄλλων ἐπιτροπῶν, τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὥρισα τοὺς κ. κ. Ἀνάργυρον Σιμόπουλον, Γεώργιον Θεοτόκην, Στέφανον Σκουλούδην, Μιχαὴλ Λάμπρον, Νικόλαον Καράπαυλον, Σπυρίδωνα Στάην, Κωνσταντῖνον Παπαμιχαλόπουλον, Φίλιππον Βάρβογλην καὶ Μιλτιάδην Ὀριγώνην. Ὁ κ. Εὐταξίας ἐδήλωσε χθές, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ μέρος.
§8ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, ἠκούσατε τὰ ὀνόματά σας. Λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ συνέλθητε αὔριον εἰς συνεδρίασιν διὰ τὰ περαιτέρω. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§10ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Τριφυλίας παρεκάλεσε τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιτρέψῃ τὴν κατεπείγουσαν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρακρατήσεως, τὸ ὁποῖον παρ’ αὐτοῦ ὑπεβλήθη. Ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψε τοῦτο καὶ ἀπεδέχθη, ὅπως τὴν Δευτέραν ἄρξηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Κοκκέβη περὶ παρακρατήσεως. Ἂν καὶ ἔνθερμος θιασώτης τῆς παρακρατήσεως, ἂν καὶ πιστεύω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ἡ παρακράτησις νομοθετουμένη θὰ ἐπενέγκῃ ἄριστα ἀποτελέσματα καὶ θὰ σώσῃ ἐκ τῆς καταστροφῆς πάσας τὰς κινδυνευούσας σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἐν τούτοις, ἂν ἤμην ἐδῶ χθές, διότι ἀτυχῶς ἀπουσίαζον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας νὰ μὴ σπεύδῃ, καὶ νὰ ἀναβάλῃ ἐπί τινας ἡμέρας ἀκόμη τὴν πρότασίν του· θὰ ἔπραττον δὲ τοῦτο, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τοιαῦτα ζητήματα, τοιαῦται ἰδέαι, ὅταν πρόκηται νὰ νομοθετηθῶσι, πρέπει ἰδίως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετηθῶσιν, ἥτις εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ποῖαι διατάξεις δύνανται νὰ ἄρωσι πᾶσαν δυσχέρειαν καὶ νὰ καταστήσωσι τὸ νομοθέτημα ἐφαρμόσιμον καὶ ἄρωσι τὰ διάφορα προσκόμματα, ὅπως βεβαιότερον προσεγγίσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Ἐν τούτοις τὸ πρᾶγμα ἐγένετο. Ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου μέλλει νὰ γείνῃ κατὰ τὴν ἐλευσομένην Δευτέραν. Ἐπειδὴ—ἐπαναλαμβάνω—φρονῶ, ὅτι τοιούτων νομοθετημάτων τὰ καθέκαστα εἶναι τόσον συνηρμοσμένα, οὕτως εἰπεῖν, μετὰ τῆς ἀρχῆς, ὥστε ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον, καὶ πολλάκις δύναταί τις νὰ καταψηφίσῃ τὴν ἀρχήν, καίτοι ὢν ὑπὲρ αὐτῆς, ἂν πείθηται ἐκ τῶν καθέκαστα ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστος, καὶ ἐπειδὴ ἐγώ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐν πολλοῖς τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας νομίζω δυσεφάρμοστον...
§11ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν τὸ ὑπέβαλον ὡς τέλειον ἔργον, ἀλλ’ ἵνα δώσω ἀφορμὴν εἰς σᾶς τοὺς ἄλλους, τοὺς πεπειραμένους.
§12ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Τὴν γνώμην μου εἶπον· γνώμην ἔχω καὶ ἐγώ... Ἐπειδὴ τὸ νομίζω δυσεφάρμοστον πολύ, ἐσκέφθην, Κύριοι, νὰ συντάξω ἓν νομοσχέδιον, κατὰ τὰ ἐνόντα μεθοδικόν, οὐχὶ βεβαίως ἀξιῶν, ὅτι τοῦτο λύει καὶ συμπληροῖ τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας τυχὸν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ τοῦ φίλου μου κ. Κοκκέβη ὑποβληθέν, ἀλλὰ νομίζων ὅτι δύναται νὰ συμπληρωθῇ εὐκολώτερον. Νομίζω δ’ ὅτι, ἂν, γενομένης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Κοκκέβη καὶ ἐπὶ τοῦ ἰδικοῦ μου, ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τῆς παρακρατήσεως, νομίζω, λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δεχθῇ νὰ διευθύνῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα, εἴτε διὰ νέου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἴσως εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν, μετὰ τὰς μελέτας τὰς ὁποίας ποιεῖται ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν προτάσεων, ἃς ὑπέβαλον αἱ ἐπιτροπαί, εἴτε διὰ τροπολογιῶν ἐπὶ τῶν ὑποβεβλημένων ἤδη νομοσχεδίων. Ὑποβάλλω λοιπὸν πρότασιν νόμου, ἀπέχω δὲ νὰ ἀναλύσω ταύτην, διότι ἡ Δευτέρα δὲν εἶναι μακράν, καὶ ἑπομένως, ὅταν ἄρξηται ἡ συζήτησις, θὰ λάβω τὴν τιμὴν βεβαίως νὰ ὑποστηρίξω καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἰδικόν μου καὶ ἐν γένει τὴν ἀρχὴν τῆς παρακρατήσεως, ὅτε ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναλύσω τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν τύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ἀναγραφὴν αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπως παραλλήλως, οὕτως εἰπεῖν, μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Κοκκέβη συζητηθῇ.
§13ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Βεβαίως ἂν δ’ ἦναι καταλληλότερον ἀπὸ τὸ ἰδικόν μου, γίνονται τροπολογίαι.
§14ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Βεβαίως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως, ἂν ἐγκρίνῃ καὶ δύναται, πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εὐάρεστά τινα ἀγγέλματα, ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ δημοσιευθέντα πρό τινων ἡμερῶν, περὶ τῆς προόδου τῶν διαπραγματεύσεων τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ρωσσίας ἔχωνται ἀληθείας. Εἶναι τὸ γεγονὸς πολὺ σπουδαῖον, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ ταύτην τὴν πληροφορίαν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἠλείας ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 62).
§16ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ διοικήσεως τῶν δήμων μετὰ τὴν λῆξιν τῆς δημοτικῆς περιόδου, ἐὰν δὲν ἐγκατασταθῶσιν αἱ νέαι δημοτικαὶ ἀρχαί. 2) Περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων. 3) Περὶ φυλάξεως καὶ συντηρήσεως τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν τοῦ Κράτους. 4) Περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑποδιευθύνσεων καὶ γραφείων τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. 5) Περὶ τοῦ ἀσχοληθησομένου εἰς τὰ λιμενικὰ ἔργα προσωπικοῦ. 6) Περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ τῶν σχεδίων τῶν πόλεων καὶ κωμῶν διατάξεων. 7) Περὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς δικαστικῶν ἀντιπροσώπων καὶ περὶ ἀποζημιώσεως αὐτῶν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 63–69).
§18ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: «Περὶ δικαιοδοσίας τῶν ἐν τῇ ἡγεμονίᾳ τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας προξενικῶν ἀρχῶν.» «Περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 118 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ προσθήκης ἀντὶ τοῦ καταργηθέντος 234 ἄρθρου ἑτέρου ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀριθμόν.» «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ͵ΒΙΓʹ νόμου περὶ δικαστικῶν ἐγγυήσεων καὶ καταθέσεων.» «Περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.»
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 70–73).
§20ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας Βουλευτής, παρατηρῶ ὅτι ἡ τακτική, ἡ ὁποία ἤρχισε, θ’ ἀπολήξῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέληξε καὶ πέρυσι, διότι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπως εἰσάγεται σήμερον καὶ ὅπως ἐξεφράσθη ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων πασχουσῶν ἐπαρχιῶν, πρέπει νὰ λάβῃ τὴν σοβαρότητα, ἥτις τῷ ἁρμόζει. Τὰ διάφορα νομοσχέδια, τὰ παρουσιαζόμενα ὑπὸ τῶν κ. Βουλευτῶν, ὡς προσωπικά, δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν· εἶναι ἀτομικαὶ ἰδέαι. Θὰ εὑρεθῶσι πολλοὶ οἱ ἀντιλέγοντες, θὰ γείνῃ σύγκρουσις τῶν διαφόρων γνωμῶν, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ἡ ἀποτυχία. Διὰ τοῦτο ἀναφέρομαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ προτείνῃ ὅ,τι νομίζει ὀρθόν· ἐὰν νομίζῃ, ὅτι τὸ προτεινόμενον μέτρον δύναται νὰ ἐξηπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν, νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ, ἄλλως, ἂς ὑποβάλῃ ἰδίαν γνώμην. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐπαρχιακὸν, καὶ κακῶς τὸ παρέστησαν πολλοὶ ἐνταῦθα ὡς τοιοῦτον. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐθνικόν· καὶ θὰ σᾶς εἴπω ποῖα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα, ἐὰν μείνῃ ὁ σταφιδόκαρπος εἰς τὴν τύχην του,— διότι ἐκεῖ ἀποβλέπουσιν ὅσοι γνωμοδοτοῦσι κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Ἐρωτῶ τοὺς κυρίους αὐτοὺς, εἶναι σήμερον ἡ θέσις τοῦ σταφιδοκάρπου εὐχάριστος; δύνανται νὰ μὲ βεβαιώσωσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ εἰσαγάγῃ τὸν χρυσὸν, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε πρὸ δύο ἐτῶν;
§21ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§22ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὰ λέγω διὰ νὰ προλάβω, ὅπως ἡ συζήτησις λάβῃ τὴν κανονικὴν πορείαν τὴν Δευτέραν. Θέλω νὰ εἴπω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προετοιμάσῃ νομοσχέδιον, διότι οἱ ἀντιλέγοντες κατὰ τῆς παρακρατήσεως οὐδὲν ἴδιον θεραπευτικὸν μέτρον προτείνουσιν, ἀλλ’ ἀφίνουσι νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ τῆς καταστροφῆς τοῦ προϊόντος· ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα; νὰ σωθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὴν σημερινὴν κρίσιν, νὰ καταστραφῶσιν δὲ αἱ λοιπαὶ, δηλαδὴ «ὁ θάνατός σου ζωή μου», ἤτοι ἂς καταστραφῇ ἡ Πελοπόννησος! Καὶ τί μᾶς συμβουλεύουσι; «Ξεκουρβουλώσατε τὰς σταφίδας, σπείρατε ἀραβόσιτον, φυτεύσατε ἄλλα προϊόντα». Ἀλλὰ τὸ ξεκουρβούλωμα θὰ καταστρέψῃ τὸ σπουδαιότερον ἡμῶν προϊόν, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσάγεται χρυσὸς, τὸ δὲ Δημόσιον θὰ ζημιωθῇ κατ’ ἔτος 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια. Πρέπει νὰ συναισθανθῶμεν τὸ γενικὸν συμφέρον καὶ νὰ προλάβωμεν τὸ δυστύχημα.
§23ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἰδικόν σας συμφέρον εἶναι νὰ ἀκουσθῆτε εἰς τὰς Πάτρας, διὰ νὰ ζήσητε (θόρυβος).
§24ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶμαι ἀρκετὰ γνωστὸς καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην τοιούτων μέσων. Ἡ σταφὶς εἶναι ζήτημα ἐθνικόν...
§25ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ σᾶς εἶναι ἐκλογικὸν (θόρυβος).
§26ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶσθε πολὺ νέος. Ἔπρεπε νὰ σέβησθε τὰς ἡλικίας (θόρυβος). Ἐπιμένω λοιπὸν παρακαλῶν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἢ φέρῃ ἴδιον νομοσχέδιον ἢ υἱοθετήσῃ ἓν ἐκ τῶν εἰσαχθέντων.
§27ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον, Κύριοι, ἐντολὴν τηλεγραφικῶς παρὰ συμπολιτῶν μου, ὅπως διαβιβάσω τηλεγράφημα πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ καταργηθῇ ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ τοῦ μεταποιουμένου εἰς ταμβάκον, διότι θὰ διευκολύνῃ τὸ λαθρεμπόριον. Δὲν ἔχω ἐπὶ τούτου γνώμην ἰδίαν, ἀλλ’ ἐκτελῶ μόνον καθῆκον, διαβιβάζων τὸ τηλεγράφημα.
§28Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Φαίνεται ὅτι οἱ τηλεγραφοῦντες δὲν γνωρίζουσι τί ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ ἀρθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις, ἀλλὰ νὰ μείνωσιν αἱ αὐταί. Ἐὰν ἐγνώριζον τοῦτο, δὲν θὰ ἐφοβοῦντο τὴν λαθρεμπορίαν.
§29ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Πατρῶν ἀπῄτησε νὰ σέβωμαι τὴν ἡλικίαν, καὶ ἔῤῥιψε τὴν διαφορὰν τῆς ἡλικίας, τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ, ἀπέδειξεν ὅμως, δι’ οὗ τρόπου ὡμίλησεν, ὅτι ἐγήρασε, χωρὶς νὰ διδαχθῇ νὰ σέβηται τὰς γνώμας τῶν ἄλλων, ἔδωκε δὲ δεῖγμα, ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ διδαχθῇ νὰ σέβηται τὰς γνώμας ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν· ἀπέδωκε τὰ ταπεινότερα ἐλατήρια εἰς τοὺς κατὰ τῆς παρακρατήσεως ὁμιλοῦντας καὶ τοὺς ἀπεκάλεσε, περιστροφικῶς μὲν αὐτὸς, ἄλλοι δὲ μᾶλλον διακεκριμένως, ἀνθρωποφάγους. Ὁ κ. συνάδελφος ἠθέλησε νὰ ὑψωθῇ εἰς ἐθνικὴν ἄποψιν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ ἀντὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης νὰ κρίνῃ τὸ ζήτημα, τὸ συνεζήτησεν ἐπαρχιακώτερον παντὸς ἄλλου, κολακεύων τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν του καὶ ὑπομιμνήσκων εἰς αὐτοὺς, ἐὰν τὸν ἐλησμόνησαν, ὅτι ζῇ. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι τὸν γνωρίζουσι πάντες, καὶ ὅτι ἐμὲ γνωρίζουσιν ὀλίγον· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸν γνωρίζουσιν ἐδῶ, διότι κατορθόνει νὰ ἦναι γνωστὸς καὶ νὰ εὑρίσκηται εἰς φιλικὰς σχέσεις μεθ’ ὅλων τῶν πτερύγων...
§30ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι περὶ τῆς ὑποθέσεως ὡμίλησα ὡς ἔπρεπεν· ἄλλοι ἂς κρίνωσι.
§31ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα οὔτε νὰ ὁμιλῶμεν. Εἴπατε ὅτι θέλομεν νὰ ἴδωμεν τὰς γαίας ξεκουρβουλωμένας· εἴπατε, ὅτι θέλομεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ 1821· μᾶς παρεβάλατε πρὸς τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι κατέστρεψαν τὴν Πελοπόννησον· εἴπατε ὅτι θέλομεν ἐξ ἰδιοτελείας νὰ ἴδωμεν τὸ ἔθνος στερούμενον τριάκοντα ἑκατομμύρια χρυσοῦ, τὰ ὁποῖα εἶσθε ἕτοιμοι νὰ εἰσαγάγητε διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ προλάβητε ὅλας τὰς καταστροφάς. Ὅλα αὐτὰ δύνασθε νὰ νομίζητε ὅτι δὲν εἶναι βαρεῖαι μομφαὶ, ἀλλ’ οἱ ἀντιφρονοῦντες πρὸς ὑμᾶς συνείθισαν νὰ θεωροῦν ταῦτα μομφὴν βαρυτάτην. Ἔχω τὴν γνώμην ἐπίσης, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος ἐν τῷ τόπῳ, ὀφείλομεν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν λησμονοῦντες τὰ ἴδια συμφέροντα, καὶ νὰ κρίνωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ ἀνωτέραν ἄποψιν. Ὀφείλομεν νὰ κρίνωμεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁμολογουμένως ἐθνικὸν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς κοινωνικῆς ἐργασίας· ὡς δὲ ὁ κ. συνάδελφος συνεζήτησεν αὐτὸ, ὑπὸ τὴν στενοτέραν αὐτοῦ ἔννοιαν, ἐν οὐ δέοντι προκαλέσας συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, μὲ ἀναγκάζει διὰ μακρῶν νὰ ἀναπτύξω ἤδη τὸ ζήτημα.
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν.
§33ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἡμᾶς στατιστικὰς πληροφορίας σχετιζομένας πρὸς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, περὶ τῆς παραγωγῆς τῆς σταφίδος ἑκάστης ἐπαρχίας κατὰ τὸ διάστημα τῆς τελευταίας δεκαπενταετίας ἢ δεκαετίας, κατ’ ἐπαρχίαν ἢ κατὰ λιμένα, καὶ τοῦ τόπου, εἰ δυνατὸν, πρὸς ὃν ἀπεστέλλετο. Παρακαλῶ ἐπίσης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἤδη ἡ σταφὶς εἰσάγηται ἀτελῶς εἰς τὴν Ρωσσίαν καὶ ἐὰν αἱ ἄλλων Κρατῶν σταφίδες εἰσάγωνται ἀτελῶς ἐκεῖ ἢ πληρόνωσι φόρον δι’ ἁπλοῦ δασμολογίου ἢ δι’ ἰδιαιτέρων συμβάσεων, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἐν αὐταῖς ὅρος, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ πληρόνωσι κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἔθνους. Θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἐὰν εἴχομεν πλήρεις στατιστικὰς πληροφορίας ἐφ’ ὅλων τῶν σχέσεων τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος, διότι τοιαῦτα ζητήματα, φερόμενα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν πρέπει νὰ λύωνται ὑπὸ τὴν θεωρητικὴν αὐτῶν μορφὴν μόνον καὶ ὡς τοιαῦτα νὰ παρουσιάζωνται καὶ νὰ λέγωμεν «ἓν ἐμπόρευμα, ἐὰν ἦναι ὀλιγώτερον, θὰ ἦναι ἀκριβότερον, ἄρα ἂς τὸ ὀλιγοστεύσωμεν». Αὐτὸ εἶναί τι ἐμπορικόν. Πρέπει νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν κατανάλωσιν εἰς τὴν παραγωγήν, εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας, πρᾶγμα δυσχερές. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας τοὐλάχιστον, ἀφοῦ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἔχωμεν πληρεστέρας.
§34ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν δὲν ἀντίκηται εἰς τοὺς νόμους νὰ διευθύνωσι τὰ ταχυδρομεῖα ἰδιῶται εἰς τόπους, ἔνθα ὑπάρχει δήμαρχος, εἰρηνοδίκης, δημοδιδάσκαλος καὶ ἑλληνοδιδάσκαλος. Τοιοῦτος τόπος εἶναι τὰ Βρέσθαινα τοῦ δήμου Οἰνοῦντος, ἔνθα διωρίσθη ταχυδρομικὸς ἐπιστάτης ὁ Κ. Παπαδάτος, καὶ τὸ χωρίον Γεράκι τοῦ δήμου Γερονθρῶν, ἔνθα διωρίσθη ὁ Δ. Παπανικολάου.
§35ΣΑΚΚΗΣ. Πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Παναγιωτόπουλος, καὶ ἐνίσχυσιν τῆς γνώμης μου, ἣν ἄλλοτε ἐξέφερον εἰς τὴν Βουλήν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐμφαῖνον πόσον ποσὸν σταφίδος κατηναλώθη κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἐν ταῖς ξέναις χώραις, κεχωρισμένως ἐν ἑκάστῃ χώρᾳ κατὰ ποσὸν καὶ ἀνὰ πᾶν ἔτος, διότι ἐξ αὐτοῦ θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ καταναλισκομένου ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἔκπτωσις, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο κατηναλώθη φέτος ἐν Ρωσσίᾳ, ἀλλ’ ὅτι ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι τῆς ἐκπτώσεως, τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου θέλω ἐκθέσει.
§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐφημερίς, εἰς οὐδεμίαν σχέσιν εὑρισκομένη πρὸς ἡμᾶς, διακρινομένη δὲ διὰ τὴν ἀμεροληψίαν αὐτῆς, καταχωρίζει σήμερον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα ἐξ Ἀταλάντης (ἀναγινώσκει): «Βροχαὶ συνεχεῖς καὶ σεισμικαὶ δονήσεις κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἰσχυραί, οἷα ἡ κατὰ τὴν 7ην ἑσπερινὴν ὥραν τῆς χθές, ἐπέφερον ἀνυπολογίστους ζημίας. Ὄχι μόνον αἱ ἐκ τῶν παρελθόντων σεισμῶν ἑτοιμόῤῥοποι καὶ προσωρινῶς ἐπισκευασθεῖσαι οἰκίαι καταπίπτουσιν, ἀλλὰ καὶ νεόδμητοι ἐνταῦθα μὲν κατέπεσαν τέσσαρες, ἐν Τραγάνᾳ δὲ ἕξ. Καὶ ἐν ἄλλοις χωρίοις συνέβησαν ζημίαι· θετικῶν ὅμως πληροφοριῶν στερούμεθα εἰσέτι. Οἱ κάτοικοι ἀπεγνωσμένοι σκέπτονται νὰ μετοικήσουν, ἂν ἡ τοιαύτη κατάστασις ἐξακολουθήσῃ. Τὰ ἐναπολειφθέντα παραπήγματά εἰσιν ἐντελῶς ἀκατοίκητα, αἱ δὲ οἰκίαι ἐμπνέουσι τρόμον. Ἡ πρὸς διανομὴν ξυλεία, ἐκτεθειμένη ἀδιανέμητος εἰς τὴν παραλίαν, κατέστη ἐντελῶς ἄχρηστος. Αἱ ἀλλεπάλληλοι ἀντιφατικαὶ διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργείου διὰ τὴν διανομὴν τῆς ξυλείας, τὴν διάλυσιν τῶν παραπηγμάτων καὶ τὸν καταρτισμὸν ἐπιτροπῶν φέρουσιν εἰς ἀμηχανίαν τὴν ἐπὶ τῆς διανομῆς ἐπιτροπήν. Τοιαύτης οὔτης τῆς καταστάσεως, εὑρέθη Βουλευτὴς εὐχαριστήσας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν πατρικὴν αὐτῆς μέριμναν πρὸς τοὺς δυστυχεῖς συμπολίτας του!» Βεβαίως, Κύριοι, εὐθύνεται καὶ εὐθύνεται κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἄξιον λόγου ἐγένετο ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν σεισμοπαθῶν. Μολονότι συνέστησε διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ βασιλικοῦ τὴν κεντρικὴν ἐπὶ τῶν ἐράνων ἐπιτροπὴν καὶ ἀνέθεσεν εἰς αὐτὴν ὄχι μόνον τὴν συλλογὴν τῶν ἐράνων, ἀλλὰ καὶ τὴν διάθεσιν τούτων, οὐδὲν ἧττον παρενέβη αὐθαιρέτως ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐζήτησεν, ἵνα τὴν διάθεσιν τῶν ἐράνων ὑπαγάγῃ εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν αὐτῆς δικαιοδοσίαν. Ἐκ δὲ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων ἀποδεικνύεται, ὅτι σκοπὸς τῆς ἐνεργείας της ταύτης δὲν ἦτο ἄλλος ἢ μόνον πῶς νὰ παραλύσῃ πᾶσαν ἐνέργειαν εἰς ἐπικουρίαν ταχεῖαν τῶν πασχόντων. Ἦτο προωρισμένον ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν ποσὸν ὄχι εὐκαταφρόνητον, ποσὸν, ἀνερχόμενον εἰς δρ. 1,200,000, καὶ ἐν τούτοις διετέθη εἰς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῶν παθόντων ἐλάχιστον ποσόν. Πλὴν τοῦ ὀλίγου ἄρτου, ἀλεύρου καὶ ξυλείας, τὰ ὁποῖα διετέθησαν ὑπὲρ αὐτῶν καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀξία δὲν εἶναι ἀνωτέρα τῶν 300 ἢ τὸ πολὺ 400 χιλιάδων δραχμῶν, ἄγνωστον εἶναι τί ἀπέγειναν αἱ ὑπολειπόμεναι 800 ἢ 900 χιλιάδες. Οἱ σεισμοπαθεῖς Λοκροὶ ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας μένουσιν ἐκτεθειμένοι ἐν ὑπαίθρῳ, καὶ νῦν δὲ, ὅτε ἐνέσκηψε δριμὺς ὁ χειμὼν, μένουσιν ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν ἐπήρειαν τούτου. Ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνων πρὸ μικροῦ, καὶ ἐξ ὅσων ἐγὼ ἔχω πληροφοριῶν ἐξάγεται, ὅτι καὶ αὐτὴν τὴν ξυλείαν, ἥτις ἀπεφασίσθη νὰ διατεθῇ ὑπὲρ αὐτῶν, ἀρνοῦνται νὰ διανείμωσιν εἰς τοὺς παθόντας, τούτου δ’ ἕνεκα σήπεται αὐτὴ καὶ κινδυνεύει νὰ καταστῇ ἄχρηστος. Διέταξε τελευταῖον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκποιηθῇ ἡ ξυλεία τῶν παραπηγμάτων, χωρὶς νὰ ὁρισθῇ, τίς θὰ λάβῃ τὸ ἀντίτιμον αὐτῆς, ἐξ οὗ συμπεραίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸ εἰς τὰ ταμεῖά της.
§37ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Φαίνεται ὅτι ὀνειρεύεσθε.
§38ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ταῦτα ἀναγράφονται ἐν τῇ «Ἑστίᾳ», ἐν τῷ τηλεγραφήματι, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα.
§39ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ ὁποῖον ἐκάμετε σεῖς.
§40ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ μὲ διαψεύσητε, σᾶς παρακαλῶ νὰ φέρητε καὶ κατεθέσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὰς διαφόρους διαταγὰς, τὰς ὁποίας ἐστείλατε, περὶ τῆς διανομῆς τῆς ξυλείας καὶ περὶ τῆς συστάσεως τῶν ἐπιτροπῶν.
§41ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ἐὰν δὲν συνετάχθη ἐνταῦθα, βεβαίως ἐπενοήθη ἐντεῦθεν καὶ προεκλήθη, διότι εἶναι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ψευδές. Ὁμιλεῖ περὶ σεισμῶν καὶ περὶ καταπτώσεως οἰκιῶν, ἐνῷ οὐδεμία τοιαύτη πληροφορία ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι, ἐὰν τοιοῦτόν τι συνέβαινε, θὰ εὑρίσκετο ἐκεῖ κἄποιος ὑπάλληλος νὰ ἀνακοινώσῃ τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡ ἀπόδειξις εἶναι καταφανὴς, ὅτι τὸ τηλεγράφημα τοῦτο συνετάχθη ἐνταῦθα, ἵνα λάβῃ ἀφορμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν. Ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ ἐπιτροπῶν. Δὲν γνωρίζω τί θὰ ἔκαμνεν ὁ κ. Βουλευτής, ἂν ἦτο Ὑπουργὸς, ἔχω ὅμως τὸν ἐγωϊσμὸν νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ ἀμεροληπτότερον ἢ ὡς ἐγὼ εἰργάσθην. Διώρισα τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους μέλη τῶν συσταθεισῶν ἐπιτροπῶν, διώρισα δὲ καὶ τὸν δήμαρχον, τὸν ὁποῖον εἶχε τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ διορίσω, μόνον διότι εἶναι κομματάρχης του, διώρισα δὲ καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους δημάρχους. Ὁμιλεῖ περὶ τηλεγραφημάτων ἀντιφατικῶν ὡς πρὸς τὴν ξυλείαν καὶ ὁμιλεῖ οὕτω, καίτοι διατελεῖ ἐν γνώσει τῆς ὑποθέσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ, ὅστις οὐδέποτε ἀγανακτῶ, ἠγανάκτησα ἤδη, τοιαύτας διαστροφὰς ἀκούων, διότι γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς τὰς διαθέσεις, τὰς ὁποίας ἔδειξα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Διότι γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὴν διαταγὴν περὶ τῆς μὴ διανομῆς τῆς τελευταίας ξυλείας ἐξέδωκα ὅταν μοὶ ἀνηγγέλθη ἐκ Λοκρίδος, ὅτι τὰ παραπήγματα, τὰ ὁποῖα ἀνηγέρθησαν ἐπὶ ἰδιοκτήτων γηπέδων, ζητοῦσιν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ ἀπομακρύνωσιν ἐκεῖθεν. Ἐτηλεγράφησα τότε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ κρατήσῃ τὴν ξυλείαν, ἣν δὲν ἔχει εἰσέτι διανείμῃ, νὰ διανείμῃ δὲ αὐτὴν βραδύτερον, ἀφοῦ προηγουμένως διανείμῃ τὴν ξυλείαν τὴν ἐκ τῆς διαλύσεως τῶν ἐπὶ ἰδιοκτήτων γηπέδων παραπηγμάτων. Ὅταν δὲ ἡ ἐπιτροπὴ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ ἡ ξυλεία τῶν παραπηγμάτων, τότε ἐτηλεγράφησα νὰ διανεμηθῇ καὶ ἡ ἄλλη. Αὗται εἶναι αἱ διαταγαὶ, τὰς ὁποίας ἔδωκα περὶ τῆς ξυλείας. Μοὶ ἐγένετο παράπονον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διανεμηθῇ ἡ ξυλεία ἀνὰ τὰ διάφορα χωρία, διότι δὲν ὑπῆρχον τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς· τότε ἔδοσα διαταγὴν νὰ ναυλωθῇ πλοῖον καὶ ἀποσταλῇ ξυλεία εἰς διαφόρους ὅρμους, τοὺς πλησιεστέρους τῶν χωρίων. Περὶ τῶν ἄλλων θὰ ὁμιλήσω ὅταν φέρω τὰ ἔγγραφα· ἀξιῶ δὲ τότε ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐργασθῶ δραστηριώτερον καὶ μᾶλλον ἀμερολήπτως.
§42ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁποίου φατριασμοῦ ἐμφορεῖται. Ὡμολόγησεν ὅτι θὰ ἐξῄρει τὸν δήμαρχον Ἀταλάντης ἐκ τῆς ἐκεῖ ἐπιτροπῆς, διότι συνδέεται πολιτικῶς πρὸς ἐμέ...
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε σεῖς. Ἔχει λόγον ὁ ἴδιος καὶ δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἂν θέλῃ. Ὡμολόγησε, λέγω, ὅτι θὰ ἐξῄρει ἐκ τῆς ἐν Ἀταλάντῃ ἐπιτροπῆς τὸν ἐκεῖ δήμαρχον, ἐὰν μὴ ἠναγκάζετο νὰ ἀνεχθῇ αὐτὸν, ἀφοῦ καὶ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τῶν ἄλλων δήμων συμπεριέλαβε τοὺς οἰκείους δημάρχους. Διὰ τοῦτο ἑκὼν ἄκων συμπεριέλαβε καὶ τὸν δήμαρχον Ἀταλάντης, ἀλλ’ ἐν τούτοις βραδύτερον τὸν ἐξῄρεσεν, αἱ δὲ ἀρχαί, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὅτι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των ἀμερολήπτως, θὰ ἐλεγχθῶσιν ὅτι πᾶν τοὐναντίον ἔπραξαν, ὅταν προσαγάγῃ τοὺς καταλόγους τοὺς ἐμφαίνοντας πῶς διετέθησαν οἱ ἄρτοι, τὰ ἄλευρα καὶ ἡ ξυλεία· διότι μία γενικὴ κατακραυγὴ ὑπάρχει ἐν Λοκρίδι, ὅτι τὰ βοηθήματα δὲν διετέθησαν ὑπὲρ τῶν ἀπόρων, ἀλλὰ διετέθησαν ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ γνωστοῦ εἰρηνοδίκου Σκαμπαρδώνη, ὑπὲρ τῶν ἰσχυρῶν τῆς φατρίας καὶ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες προσέφερον βούτυρον, τυρὸν καὶ γιαοῦρτι. Ἐκ τῶν ἀπόρων ἐλάχιστοι ἔλαβον βοηθήματα, ἐδημοσιεύθη δὲ ἄλλοτε εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι καὶ οὗτοι μόνον δυνάμει μπιλλέτων τῶν διευθυνόντων ἐν Ἀταλάντῃ τὸ κόμμα ἐλάμβανον τοιαῦτα. Εἶπε νῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι αὐτὸς ἐφρόντισε νὰ ἄρῃ τὴν ξυλείαν ἐκ τῶν ἰδιοκτήτων γηπέδων, διότι παρεπονοῦντο οἱ κύριοι αὐτῶν, καὶ νὰ τὴν διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν παθόντων, περιέμενε δὲ 7 ὁλοκλήρους μῆνας, ἵνα σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὸν προκαλῶ νὰ ὑποβάλῃ τὰς σχετικὰς διαταγὰς, τότε δὲ θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι μίαν διαταγὴν ἔστειλεν, ἵνα ἐνοικιασθῶσι τὰ παραπήγματα, ἄλλην διαταγὴν, ἵνα διαλυθῶσι καὶ διανεμηθῇ ἡ ξυλεία εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην αὐτῆς, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τρίτη διαταγὴ, καθ’ ἣν ἐπιτάσσεται ἡ ἐκποίησις τῆς ξυλείας ταύτης ἐπὶ δημοπρασίας. Εἶπε προσέτι, ὅτι δὲν ἔχει αὐτὸς πληροφορίας, οἵας ἡ «Ἑστία». Ἐγὼ τὸν συγχαίρω διὰ τὴν ὑπαλληλίαν του, ἡ ὁποία ἔσπευσε μέχρι σήμερον νὰ τὸν καταστήσῃ ἐνήμερον τῆς καταστάσεως. Ἐὰν εἶχε πληροφορίας μέχρι τοῦδε, εἶχεν αὐτὰς παρὰ τοῦ δημάρχου Ἀταλάντης, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς ὄργανόν μου. Εἶναι οὗτος ὁ κ. Βελλόπουλος, ἰατρὸς ἐπιστήμων, διακρινόμενος διὰ τὴν πιστὴν καὶ εὔορκον ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Τὸν ἐγνώρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς, καὶ ἐν τῇ συνειδήσει του ὁμολογεῖ βεβαίως, ὁπόσον δίκαιον ἔχω ἐγώ. Ὁ κ. Βελλόπουλος ἀπηύθυνε πάντα σχεδὸν τὰ τηλεγραφήματα περὶ σεισμῶν μέχρι τοῦδε, ἀφοῦ δὲ ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη νὰ τὸν ἀποζημιώσῃ, ἔπαυσε καὶ αὐτὸς πλέον νὰ τηλεγραφῇ. Αἱ ἄλλαι ἀρχαὶ ἐν Ἀταλάντῃ ἀγρὸν ἠγόρασαν, καὶ διὰ τοῦτο μένει νῦν ἡ Κυβέρνησις ἄνευ εἰδήσεων. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ τηλεγράφημα τῆς «Ἑστίας» ἐχαλκεύθη ἐνταῦθα ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὅτι ἀφοῦ τὸ ἐδημοσίευσεν ἡ «Ἑστία» ἦλθον νὰ κάμω τὴν ἐπερώτησιν. Ὅλοι γνωρίζετε ποίων πολιτικῶν φρονημάτων εἶναι ἡ «Ἑστία» καὶ ποίων πολιτικῶν φρονημάτων ἐγώ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ σχέσις τις μεταξὺ ἡμῶν. Τὸν διευθυντὴν καὶ ἀρχισυντάκτην αὐτῆς χαιρετῶ μόνον καθ’ ὁδὸν, ἀλλ’ ἀγνοῶ κἄν ποῦ κεῖται τὸ γραφεῖον τῆς ἐφημερίδος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει, ὅτι, ἂν ἤθελον νὰ δημοκοπήσω, εἶχον τὰ μέσα νὰ πράξω τοῦτο καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ ἐτήρησα μέχρι τοῦδε σιωπήν. Ἠναγκάσθην ὅμως τελευταῖον νὰ στιγματίσω τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Ὅταν προσαγάγῃ τὰς διαταγὰς τὰς παρ’ αὐτοῦ ἐκδοθείσας καὶ τὴν ζητηθεῖσαν λογοδοσίαν περὶ τῆς διαθέσεως τῶν 1,200,000 δραχμῶν, τότε θὰ ἴδωμεν, κατὰ πόσον ἔχει δίκαιον νὰ καυχᾶται καὶ αὐτὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτοῦ, ὅτι ἐπετέλεσαν τὸ ἐπιβαλλόμενον καθῆκον ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ.
§45ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἔχῃ ὑπομονὴν, ὅπως μὲ ἀκούσῃ. Θὰ ὁμιλήσω δὲ ὄχι διὰ μακρῶν, διότι ἀληθῶς ἀηδιάζω τοιαύτην συζήτησιν, συνεχῶς ἐπαναλαμβανομένην. Καὶ πραγματικῶς δὲν ἐπεθύμουν νὰ γίνηται συζήτησις καθ’ ἑκάστην περὶ τῶν Λοκρικῶν, ἀφοῦ οὐδεμία ὑφίσταται ἀνάγκη ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ προκαλοῦμαι παρὰ τοῦ συναδέλφου, ὅστις, ὅπως προκαλέσῃ τὴν προκειμένην συζήτησιν, διὰ νὰ ἀκούηται, μᾶς ἀνέγνωσεν ἐφημερίδα, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς ἐγὼ δὲν εἶχον ἀναγνώσει καὶ ἥτις περιέχει ἀνταπόκρισιν ἐξ Ἀταλάντης, παριστῶσαν τὴν πόλιν κατεστραμμένην, ὡς καὶ τὰ πέριξ αὐτῆς χωρία, ἐκ σεισμοῦ καὶ καταποντισμοῦ. Ὁ συνάδελφος, συγκεκινημένος, Κύριοι, μέχρι δακρύων διὰ τὰ δυστυχήματα τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, καὶ στηριζόμενος ἐπὶ ἐπισήμων κατ’ αὐτὸν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέγνωσεν ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἑστία», λάβρος ἐπιτίθεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν ἱερᾷ ἀγανακτήσει ἐλέγχει αὐτὴν ὡς ἀδιαφοροῦσαν καὶ μὴ μεριμνῶσαν περὶ τῶν δυστυχῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, διὰ τὰ παθήματα τῶν ὁποίων τόσον συγκεκινημένος ἦτο ὁ κ. Εὐταξίας, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ὑμεῖς θὰ συνεκινήθητε...
§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόνον σὺ δὲν συγκινεῖσαι!
§47ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως βλέπετε, ὁ συνάδελφος ἐπιθυμεῖ νὰ διακόπτῃ, διότι δὲν τὸν συμφέρει νὰ ἀκούῃ τὴν ἀλήθειαν... Ἠκούσατε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ κ. Εὐταξίας, ὁ ἀνακαλύψας τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ἀναγνωσθεῖσαν ἀνταπόκρισιν τῆς «Ἑστίας», οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἐφημερίδα ταύτην, καὶ ὅτι ἁπλῶς γνωρίζει τὸν συντάκτην αὐτῆς. Ἦτο περιττὸν τὸ προοίμιον τοῦτο τοῦ λόγου του, καὶ κάλλιστα θὰ ἔπραττεν, ἂν τὸ παρέλειπεν, ὅπως μὴ παρεξηγηθῇ.
§48ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί ἔγεινε τὸ ἑκατομμύριον νὰ μᾶς εἰπῆτε.
§49ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θέλω νὰ ἐμμείνω εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐκφρασθεῖσαν ἰδέαν. Πιθανὸν νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλως ἡ ὑπόθεσις. Γνωρίζω ὅμως καλῶς τὸν ἀνταποκριτὴν τῆς «Ἑστίας», καὶ συλλυποῦμαι τὴν ἐφημερίδα ταύτην, διότι δέχεται τοιαύτας ἀνταποκρίσεις, ἐντελῶς ἀνακριβεῖς. Γνωρίζω, ὅτι ὁ ἀνταποκριτὴς εἶναι ἓν παιδίον, ὅπερ εἰργάζετο εἰς τὸ φαρμακεῖον τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ δημάρχου τῆς Ἀταλάντης, φίλου τοῦ προαγορεύσαντος συναδέλφου, καὶ ἐκ τούτου δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε τὸ ἀξιόπιστον τῆς ἀνταποκρίσεως. Περὶ τοῦ ἀξιοπίστου αὐτῆς δύνασθε νὰ κρίνητε καὶ ἐκ τοῦ ἑξῆς γεγονότος. Ὅπως μὲ ἀντιπολιτευθῶσιν ὁ ἐν λόγῳ ἀνταποκριτὴς καὶ οἱ σύμβουλοί του, ἔγραψαν, ὡς μοὶ εἶπον ἄλλοι, εἴς τινα ἀνταπόκρισιν, ὅτι δῆθεν ἐγὼ ἐζήτησα καὶ ἔλαβον ἀπὸ τὴν ἐπὶ τῶν ἐράνων ἐπιτροπὴν χρηματικόν τι ποσὸν, ὅπως ἐπισκευάσω τὴν ἐν Ἁγίᾳ Μαρίνῃ ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθοῦσαν οἰκίαν μου. Ἐννοεῖτε ὅτι τὴν συκοφαντίαν ταύτην περιεφρόνησα, καὶ ἀπηξίωσα νὰ διαψεύσω. Τὴν ἐν λόγῳ ἀνταπόκρισιν δὲν εἶδον ἐγὼ, ἀλλ’ ἄλλοι μοὶ εἶπον ὅτι ἀνέγνωσαν.
§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὰ τὰ πλάττεις μὲ τὴν φαντασίαν σου.
§51ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, ὅταν ἔχητε τοιαύτας ἀνταποκρίσεις, βεβαιωθῆτε ὅτι τὰ διαβιβαζόμενα δὲν εἶναι ἀκριβῆ, οὔτε εἰλικρινῆ. Ὁ συνάδελφος, στηριζόμενος εἰς τὴν ἀνταπόκρισιν ταύτην, μὲ ἤλεγξε, διότι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν συμπολιτῶν μου διὰ τὰς βοηθείας, ἃς ἡ Κυβέρνησις παρέσχεν εἰς αὐτούς. Θὰ ἦτο κοπιῶδες διὰ τὴν Βουλὴν καὶ περιττὸν νὰ ἀναφέρω ποίας συνδρομὰς παρέσχεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ συνάδελφος, ὅτι πρώτη ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν ἀμέσως μετὰ τὴν καταστροφὴν νὰ ἀποστείλῃ ἐπαρκῆ βοηθήματα, καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ αὐτὸς ὁ συνάδελφος μετέβη εἰς Ἀταλάντην διὰ τοῦ πολεμικοῦ ἀτμοπλοίου, δι’ οὗ ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλε τὰ βοηθήματα.
§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ καθῆκον.
§53ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ καθῆκον βέβαια, ἀλλὰ τοῦτο σᾶς διαψεύδει καὶ καθιστᾷ ἀβασίμους τὰς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως μομφὰς ὑμῶν, ὅτι δῆθεν ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἔπραξεν ὑπὲρ τῶν παθόντων. Δὲν ἔπαυσε δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποστέλλῃ βοηθήματα καὶ ἄλευρα ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον, καὶ τότε μόνον ἔπαυσεν ἡ ἀποστολὴ ἀλεύρων, ὁπόταν αὐτοὶ οἱ κάτοικοι καὶ συμπολῖται ἡμῶν προέτειναν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παύσῃ ἀποστέλλουσα ἄλευρα. Εἶχον, ὡς βλέπετε, οἱ παθόντες τὴν εὐγένειαν καὶ τὴν γενναιότητα, Κύριοι, νὰ μὴ ζητήσωσιν ἄλλα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, εἰμὴ ξυλείαν. Αὐτὸς δὲ ὁ Βασιλεὺς ἐθαύμασε τὸ φρόνημα καὶ τὸν ἱπποτικὸν χαρακτῆρα τῶν παθόντων, μὴ ζητησάντων ἄλλο τι ἢ ξυλείαν, ἥτις καὶ ἀπεστάλη καὶ διενεμήθη. Ἀλλὰ παρεπονέθη ὁ συνάδελφος, ὅτι αἱ τροφαὶ ἦσαν ἄθλιαι. Ἐγὼ μίαν μόνον περίστασιν ἐνθυμοῦμαι, καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς, ὁ ἔντιμος αὐτὸς ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος μετ’ ἀμεροληψίας καὶ δικαιοσύνης ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον του, δύναται νὰ μαρτυρήσῃ· ἐνθυμοῦμαι ὅτι εὑρέθησάν τινες ἄρτοι βεβλαμμένοι οὐχὶ ἕνεκα τῶν ἀλεύρων, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς κακῆς τοποθετήσεώς των ἐντὸς τοῦ ἀτμοπλοίου, τοὺς δὲ ἄρτους αὐτοὺς τοὺς ἀπέῤῥιψεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὡς ἐνθυμοῦμαι. Ποῦ εἶναι λοιπὸν τὰ ἄλευρα τὰ κατεστραμμένα καὶ βλαβερά; Βεβαίως, Κύριοι, πάντες οἱ παθόντες δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὐχαριστηθῶσι, καὶ νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ἐντελῶς· δὲν δύναται νὰ ἐπανορθωθῇ τελείως ἡ ζημία των, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατεστράφησαν ἐκ θεμελίων αἱ οἰκίαι των καὶ τὰ ἔπιπλά των καὶ ὅ,τι πολύτιμον εἶχον. Πλὴν δὲν ἕπεται, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κατακρίνωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ διὰ νὰ κερδοσκοπῶμεν πολιτικῶς, εἶναι ὀρθὸν νὰ φέρωμεν καθ’ ἑκάστην τοιαύτας συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ; Κύριοι, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ὁ συνάδελφος καὶ σεῖς πάντες πονεῖτε ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, ὡς καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, καὶ συγκινεῖσθε διὰ τὰ ἀτυχήματα αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κατακρίνωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι δῆθεν δὲν ἦλθεν εἰς βοήθειαν αὐτῶν. Δύνασθε, κύριε συνάδελφε, ἐπὶ ἄλλων θεμάτων νὰ λέγητε ὅ,τι θέλετε, ἀλλ’ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἔχετε ἄδικον νὰ φωνάζητε καὶ νὰ ποιῆτε θόρυβον. Κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν ὁ συνάδελφος, διότι δῆθεν δὲν συμπεριέλαβε τὸν δήμαρχον Ἀταλάντης ἐν τῇ ἐπιτροπῇ πρὸς διανομὴν τῶν βοηθημάτων, καὶ ὅτι οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως, ἐφατρίασαν. Ἀλλὰ δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν, διότι ὁ δήμαρχος Ἀταλάντης, ὁ φίλος τοῦ Εὐταξία, εἶχε μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀφ’ ἧς ἐδόθησαν τὰ πρῶτα βοηθήματα μέχρι πέρατος τῆς ἐργασίας ταύτης. Ναί, ὁ δήμαρχος Ἀταλάντης ἦτο μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν ἀπήρτιζον ὁ ἀστυνόμος, ὁ ταμίας, ὁ ἔφορος καὶ ὁ εἰρηνοδίκης. Ποίους ἄλλους ἤθελεν ὁ συνάδελφος νὰ προσκαλέσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἀποτελέσουν τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἤθελε διανείμει τὰ ἄλευρα; Κατέκρινε τὸν εἰρηνοδίκην, διατί; διότι δὲν εἶναι φίλος του, ἵνα φατριάξῃ ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐνῷ ὁ εἰρηνοδίκης εἶναι λίαν ἔντιμος καὶ ἐντίμως ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Μάλιστα ὁ κ. Μεταξᾶς παρέδωκεν εἰς τὸν εἰρημένον δήμαρχον ὅλα τὰ ὑπολειφθέντα καρφία, ἵνα τὰ διανείμῃ αὐτὸς μόνος του εἰς τοὺς παθόντας· ἦσαν δὲ ταῦτα πολλαὶ ἑκατοντάδες ὀκάδων, ὧν ἡ διανομὴ δὲν ἐγένετο, νομίζω, ἀκόμη εἰς τοὺς συνδημότας του παθόντας. Ἔχει λοιπὸν ἄδικον ὁ συνάδελφος νὰ παραπονῆται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μοὶ ἀπέδωκεν ὁ συνάδελφος μίαν ἰδιότητα, ἐπὶ τῆς ὁποίας θέλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις, ἀφοῦ πρόκειται οὕτω περὶ ζητήματος προσωπικοῦ, ἀφορῶντος ἐμέ. Μὴ ἀρκεσθεὶς εἰς τὴν διαβεβαίωσιν, ἣν ἔδωκα, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, εἶπεν ὅτι ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς σχέσιν μὲ τὴν «Ἑστίαν» ὡς πρὸς τὴν δημοσίευσιν τοῦ σημερινοῦ τηλεγραφήματός της. Ἀλλ’ οὕτω μὲ ἀναγκάζει καὶ ἄκοντα νὰ διακηρύξω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ψεῦδος, ὁ δὲ ἰσχυριζόμενος τὸ τοιοῦτον καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἀποδείξῃ αὐτὸ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι οὗτος, εἴτε Βουλευτὴς, εἴτε Ὑπουργὸς, εἶναι ψεύστης καὶ συκοφάντης.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χάριν ὑμῶν αὐτῶν, κύριε Βουλευτὰ, σᾶς παρατηρῶ ὅτι αἱ ἐκφράσεις αὗται δὲν εἶναι πρέπουσαι. Πολλοὶ τῶν ἐν Ἀθήναις ἀποστράτων ἀξιωματικῶν παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ τροποποιήσῃ τὸν περὶ ἀστυνομίας νόμον οὕτως, ὥστε νὰ δύνανται καὶ αὐτοὶ νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἀστυνομίαν.
§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§57Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Ἤλιδος, περὶ τῆς ὁποίας ἐπηρώτησα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸν, κατέθηκεν οὗτος τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Δὲν ὡμίλησα δὲ μέχρι τοῦδε περὶ τούτου, ἵνα μὴ διασπάσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἀπὸ ἄλλας σπουδαιοτέρας αὐτῆς ἐργασίας, ἂν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνέχει μεγίστην σπουδαιότητα. Ἀποδίδω δὲ σπουδαιότητα εἰς τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταί, ὄχι διότι πρόκειται περὶ τῆς βλάβης, ἡ ὁποία διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου αὐτοῦ προσγίνεται εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, οὐδὲ περὶ τῆς βλάβης, ἥτις προσγίνεται εἰς τὰ μεγάλα συμφέροντα τῶν κτηματιῶν καὶ τῶν συναλλασσομένων ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ, ἀλλ’ ἰδίως διότι πρόκειται περὶ ἀθετήσεως νόμου σαφοῦς καὶ περὶ καταπατήσεως τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας ὁ νόμος οὗτος ἔταξεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Κατηργήθη τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον, Κύριοι, χωρὶς νὰ προηγηθῇ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ Πρωτοδικείου, ὅπως ὁ νόμος ἀπαιτεῖ.
§58ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποῖος νόμος;
§59ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ ἐρωτᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τοῦ νόμου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις αὐτοῦ, ἵνα ἐννοηθῇ καλῶς ἡ σημασία τῆς πράξεως ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἀμαλιὰς, ἡ πτωχὴ πρό τινος χρόνου ἀκόμη, ἐπέδειξε τοιαύτην καταπληκτικὴν πρόοδον, ὥστε κατέστη πόλις σημαντική· διότι ἔχουσα περὶ αὐτὴν μεγάλας ἐκτάσεις εὐφορωτάτων γαιῶν, προσείλκυσε μέγαν ἀριθμὸν κατοίκων, οἱ ὁποῖοι τὰς ἐκτάσεις ἐκείνας μετέβαλον εἰς ὡραῖα κτήματα σταφίδων καὶ ἀμπέλων, ἐντεῦθεν δ’ ἐγεννήθησαν μεγάλα συμφέροντα, ἰδίως τῶν κτηματιῶν καὶ τῶν ἐμπορευομένων ἐκεῖ, ἀνεπτύχθησαν αἱ συναλλαγαί, ἀνεπτύχθη τὸ ἐμπόριον, ἔγειναν ἄπειρα κτηματικὰ δάνεια, ἰδίως δὲ ἔγειναν ποικίλαι ἀγοραὶ γαιῶν, ἐμφυτεύσεις, παραχωρήσεις πρὸς τοὺς ἐμφυτευτάς, καὶ ἐντεῦθεν ἐννοεῖτε πόσον ἀναγκαῖον ἦτο τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον ἐκεῖ. Ἐν τούτοις δὲν ὑπῆρχεν εἰδικὸν Ὑποθηκοφυλακεῖον, καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάστασιν τῆς ὑπηρεσίας του, δὲν ὑπῆρχε ποσῶς εὑρετήριον, καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἐξερευνήσῃ τοὺς φύρδην καὶ ἀμόρφως συσσωρευμένους ἐκεῖ τόμους τῶν βιβλίων τῶν μεταγραφῶν καὶ τῶν ὑποθηκῶν. Διὰ τοῦτο ἀνεφέρθησαν ἐπανειλημμένως οἱ ἔμποροι τῶν Πατρῶν, οἱ ἔμποροι τοῦ Πύργου καὶ οἱ κάτοικοι ὅλων τῶν πέριξ δήμων, καὶ παρεκάλουν, ἵνα συστηθῇ εἰδικὸν Ὑποθηκοφυλακεῖον, συνεπείᾳ δὲ τῶν ἀναφορῶν τούτων προεκλήθη ἡ γνωμοδότησις τοῦ Πρωτοδικείου Ἠλείας, τὸ ὁποῖον ἐγνωμάτευσε περὶ τῆς ἀπαραιτήτου ἀνάγκης τῆς συστάσεως τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τότε, ὁ κ. Σιμόπουλος, προεκάλεσε τὸ διάταγμα καὶ συνεστήθη τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον πρὸ ἑνὸς ἔτους. Διωρίσθη δὲ, κύριοι Βουλευταί, ὑποθηκοφύλαξ εἷς τῶν ἀρίστων δικηγόρων, ὁ κ. Δ. Παπανικολόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔχει πτυχίον μὲ τὸν ἐπίζηλον βαθμὸν ἄριστα, ἔχει δὲ καὶ πτυχίον διὰ τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου, διότι τοιοῦτος ὑπάλληλος ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν σπουδαίαν αὐτὴν θέσιν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας βουλευτὴς κ. Παυλόπουλος δὲν ἠνείχετο νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ταύτην ξένον πρόσωπον, μὴ ἀνῆκον εἰς τὸ τοπικὸν κόμμα, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε τὴν παῦσίν του. Μεγίστη πίεσις ἐξησκήθη εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, ἵνα ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ τῆς παύσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ — τὸ λέγω πρὸς τιμήν του — ἀντέστη εἰς τὴν πίεσιν αὐτὴν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην πρότασιν, ἂν καὶ, ὡς μανθάνω, ἐκλήθη ἐδῶ ἐπίτηδες, ἵνα τῷ ἐπιβληθῇ ἡ ὑποβολὴ τοιαύτης προτάσεως. Τότε ἐσκέφθησαν νὰ καταγγείλωσι τὸν ὑποθηκοφύλακα. Τὸν κατήγγειλαν διὰ παράβασιν καθήκοντος, διὰ πλαστογραφίαν, διὰ καταπίεσιν, δι’ ἀπιστίαν. Τὸν κατήγγειλαν ὅτι δὲν ἐχορήγει πιστοποιητικά. Καὶ τί πιστοποιητικὰ νομίζετε ὅτι ἐζήτουν νὰ χορηγῇ; Ὄχι πιστοποιητικὰ πρὸς τοὺς ζητοῦντας τοιαῦτα, ἀλλὰ πιστοποιητικὰ πρὸς τοὺς μὴ ζητοῦντας τοιαῦτα. Ἀλλ’ αἱ καταγγελίαι αὗται ἀπεδείχθησαν ψευδεῖς, καὶ προσάγω βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, τοῦ ὁποίου προΐστατο ὡς προεδρεύων ὁ μακαρίτης Βῶρος, ὁ ὁποῖος μάλιστα, κατὰ πιστοποιητικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐγὼ, ἦτο καὶ εἰσηγητὴς τῆς ὑποθέσεως. Ὅλοι γνωρίζομεν τὴν τιμιότητα, τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν αὐστηρότητα ἀκόμη τοῦ μακαρίτου Βώρου, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ κἀνεὶς ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχων ἐναντίαν ἰδέαν.
§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω αἰσχίστην ἰδέαν περὶ αὐτοῦ, καίτοι «ὁ ἀποθανὼν δεδικαίωται», κατὰ παράβασιν τῶν θρησκευτικῶν μου πεποιθήσεων.
§61ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Φαίνεται ὅτι ἔχετε προσωπικοὺς λόγους. Ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταφέρηταί τις κατὰ τεθνεῶτος, ὅλος ὁ νομὸς τῆς Ἀχαϊοήλιδος ὀμνύει εἰς τὸ ὄνομά του διὰ τὴν τιμιότητα καὶ τὴν αὐστηρότητά του.
§62ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἦτο ἔντιμος καὶ ἀκέραιος.
§63ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πιθανὸν νὰ ἐπλανᾶτο εἰς τὰς γνώμας του, ἀλλ’ ἦτο ἔντιμος καὶ ἀκέραιος.
§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐξέφρασα εἰλικρινῶς τὴν γνώμην μου, πηγάζουσαν ἐξ εὐσεβοῦς καθήκοντος.
§65ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προσάγω βούλευμα τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὰς καταγγελίας ταύτας ὡς ἐντελῶς ἀνυποστάτους καὶ ψευδεῖς, καὶ ἀποφαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου. (Ἀναγινώσκει τὸ βούλευμα). Ὁ ἄριστος ὑπάλληλος αὐτὸς, Κύριοι, οὗτινος, ἐζητεῖτο ἡ παῦσις, κατώρθωσεν εἰς διάστημα ἑνὸς ἔτους, ὡς διὰ μαγείας, νὰ τακτοποιήσῃ τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον, τὸ ἐντελῶς ἄτακτον. Συνέταξεν ἰδιαίτερον εὑρετήριον καὶ ἔδωκαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου λειτουργίαν ὡρολογίου, οὕτως ὥστε ἐφείλκυσε τοὺς ἐπαίνους ὅλων τῶν δικαστικῶν προσώπων, ἰδίως τῶν προϊσταμένων του. Καὶ ἐντούτοις ἐζητεῖτο ἡ παῦσίς του. Ἀφοῦ ὅμως δὲν κατώρθωσαν τὴν παῦσίν του οὐδὲ διὰ τοῦ ἑνὸς τρόπου οὐδὲ διὰ τοῦ ἄλλου, ἀπεφάσισαν νὰ ζητήσωσι τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν κατάργησιν ἀπητεῖτο πρότασις τοῦ Πρωτοδικείου, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποκτήσωσι, διότι τοιαύτην πρότασιν οὐδ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅσον καὶ ἂν τὸν ἐπίεζον, ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ, οὐδὲ τὸ Συμβούλιον ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ, ὅπως καταργηθῇ τὸ χρησιμώτατον τῶν ἐν Πελοποννήσῳ Ὑποθηκοφυλακείων. Αἱ περιστάσεις ὅμως, καὶ ἰδίως ἡ κατάστασις τῆς πλειονοψηφίας, ὁ κλονισμὸς τῆς ὁποίας ἐπέτρεπε, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν χρῆσιν παντὸς φαρμάκου, τοὺς ἐβοήθησαν, καὶ ἐξαφνίσθημεν μίαν ἡμέραν, ἰδόντες εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευμένον διάταγμα, δι’ οὗ κατηργεῖτο τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον τοῦτο, ἄνευ οὐδεμιᾶς γνωμοδοτήσεως. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ ἄποψις τοῦ πράγματος, ἡ ὁποία καὶ μόνη ἤρκει, νομίζω, νὰ ἀποδείξῃ πλημμελῆ καὶ ἄστοχον τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ νομικὴ ἄποψις τοῦ πράγματος; Ὑπάρχει νόμος, Κύριοι, ὁ ᾼΝΕʹ τοῦ 1882, κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὁποίου πᾶσα μεταβολὴ εἰς τὴν περιφέρειαν Εἰρηνοδικείου τινὸς δὲν δύναται νὰ γείνῃ, παρὰ μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τοῦ Πρωτοδικείου. Ὡς γνωρίζετε, ἡ δικαιοδοσία τοῦ Εἰρηνοδικείου δὲν περιλαμβάνει μόνον τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Εἰρηνοδικείου ὑποθέσεων, ἀλλὰ περιλαμβάνει καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ὑποθηκοφύλακος καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ συμβολαιογράφου. Διὰ τοῦτο ὁ εἰρηνοδίκης ἀναπληροῖ κωλυόμενον καὶ τὸν ὑποθηκοφύλακα καὶ τὸν συμβολαιογράφον. Ὁ νόμος δὲ, θέλων νὰ προνοήσῃ περὶ ὅλων τούτων, τὰ περιέλαβε διὰ τῆς περιληπτικῆς φράσεως «πᾶσα μεταβολὴ τῆς εἰρηνοδικειακῆς περιφερείας.» Τοιαύτη, Κύριοι, ἔννοια ἀπεδόθη πάντοτε εἰς τὸν νόμον τοῦτον, πάντοτε δὲ ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ὁμοιομόρφως καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἐφήρμοσαν αὐτὸν, δὲν ὑπάρχει δὲ παράδειγμα ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882, ὅτε ἐνομοθετήθη ὁ νόμος οὗτος, ἐναντίας ἐφαρμογῆς. Ὅσα Συμβολαιογραφεῖα, ὅσα Ὑποθηκοφυλακεῖα καὶ ἂν συνεστήθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὑπήχθησαν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, καὶ οὐδὲν τούτων συνεστήθη ἢ κατηργήθη ἄνευ προηγουμένης γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν. Πέρυσιν, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Σιμοπούλου, κατηργήθη τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον Ἀμφίσσης, ἀλλὰ τῇ προηγουμένῃ γνωμοδοτήσει τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν. Ὁμοίως ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ τοῦ κ. Σιμοπούλου κατηργήθησαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου τὰ Συμβολαιογραφεῖα τῆς Φελλόης καὶ τῆς Λευκασίας, ἀλλὰ τῇ προηγουμένῃ γνωμοδοτήσει τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν. Μάλιστα, Κύριοι, τὸ Συμβολαιογραφεῖον αὐτὸ τῆς Φελλόης ἀνεσυστήθη ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Στεφάνου, ὡς Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τὴν ἀνασύστασιν αὐτοῦ προεκάλεσεν ὁ κ. Στεφάνου γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν. Πῶς μετέβαλε γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τόσον ὀλίγον χρονικὸν διάστημα, καὶ προκειμένου περὶ ἑνὸς σπουδαιοτάτου Ὑποθηκοφυλακείου, τοῦ τῆς Ἤλιδος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνάγονται τόσον μεγάλα συμφέροντα, ἀπεφάσισε νὰ τὸ καταργήσῃ ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν; Τώρα ἴσως ἑτοιμάζει κἀμμίαν ἑρμηνείαν ὁ κ. Ὑπουργός· ἀλλ’ οἱανδήποτε ἑρμηνείαν καὶ ἂν ἀκούσητε, Κύριοι, θὰ ἦναι βεβιασμένη, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἀδικαιολόγητον αὐτὴν πρᾶξιν. Καὶ ἐὰν, Κύριοι, τοῦτο ἐγίνετο παρ’ ἄλλου Ὑπουργοῦ, μὴ νομομαθοῦς, τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον σημαντικόν· ἀλλ’ ὁ κ. Στεφάνου εἶναι ἓν ἐκ τῶν δικαστικῶν προσώπων, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ δικαστικὸς κόσμος ἐκαυχᾶτο καὶ δὲν ἐπίστευε ποτὲ κἀνεὶς, ὅτι γενόμενος Ὑπουργὸς ἤθελε λησμονήσει τὰ καθήκοντά του ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἤθελε καταντήσει Ὑπουργὸς, ὡς ἐλέχθη, τῆς πολιτικῆς. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, Κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἢ δὲν εἶναι παράνομος ἡ πρᾶξις αὕτη; Ὁμολογουμένως εἶναι παράνομος, διότι ὁ νόμος εἶναι ἀναντίῤῥητος. Τί πρέπει δὲ νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ, ἵνα ἐμποδίσῃ εἰς τὸ μέλλον παρομοίας παρανομίας; Ἔχομεν, Κύριοι, νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἔχομεν νόμον περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων· τί τοὺς θέλομεν τοὺς νόμους τούτους; εἰς τί δύνανται νὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν, ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ καθ’ ἑκάστην αὐθαιρέτως καὶ αὐτοβούλως δύνανται νὰ τοὺς καταπατῶσιν, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ καταργήσῃ τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον ἢ τὸ Συμβολαιογραφεῖον ἢ τὸ Εἰρηνοδικεῖον, ἄνευ γνωμοδοτήσεως, ἄνευ οὐδενὸς χαλινοῦ; Τότε τί σημαίνει ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων τῶν δικαστικῶν, ἀφοῦ οὗτοι δύνανται νὰ παύωνται διὰ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως; Ἐκτὸς ἐὰν οἱ νόμοι περὶ προσόντων καὶ περὶ μονιμότητος δὲν χρησιμεύωσι παρὰ ὡς αἰγὶς προασπίζουσα μόνους τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν φατρίαν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς συνησθάνετο, φαίνεται, τὴν βαρεῖαν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε διὰ τῆς πράξεως ταύτης, τῆς πρωτοφανοῦς ἀπὸ τοῦ 1882, καὶ ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ δικαιολογηθῇ· προσήγαγε δὲ καὶ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Καὶ τί νομίζετε ὅτι εἶναι αὐτὰ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα; Εἶναι ἓν ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Ἤλιδος, τὸ ὁποῖον προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου.
§66ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐν τίνι δικαιώματι;
§67ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι καὶ μία ἀναφορὰ τοῦ νομάρχου Ἀχαϊοήλιδος, προτείνοντος καὶ τούτου τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Ἤλιδος, ὡσεὶ ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ μεταβολῆς τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς, τυχὸν μὴ συμφέροντος εἰς τὸν δήμαρχον κ. Δαλιάνην. Κατὰ σύμπτωσιν δὲ παράδοξον, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀπήτει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ὁποῖος ἐπίεσεν, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, τὸν κ. Ὑπουργὸν, — διότι ἄνευ πιέσεως ὁ κ. Στεφάνου ἦτο ἀδύνατον νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην πρᾶξιν,—ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀπῄτει τοῦτο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι ὁ κ. Παυλόπουλος, αὐτὸς εἶναι ὁ προεδρεύσας τοῦ Συμβουλίου τοῦ Δημοτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγνωμάτευσεν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως.
§68ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δύναται νὰ γνωματεύσῃ καὶ διὰ τὴν κατάργησιν τῆς Ἐπισκοπῆς (ἱλαρότης).
§69ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἤλπιζον ποτὲ, Κύριοι, νὰ γνωμοδοτῶσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ περὶ τῶν δικαστικῶν περιφερειῶν...
§70Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως εἶναι κἀνεὶς ἄλλος Παυλόπουλος;
§71ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι· εἶναι ὁ Διονύσιος Παυλόπουλος. Αὐτὸς εἶναι ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου... Ἵνα δείξῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας εἰργάζετο καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὴν ἀπὸ τὸν ὑποθηκοφύλακα αὐτὸν, περὶ οὗ σᾶς εἶπον ὁποῖος εἶναι, προσάγει ἐδῶ καὶ δύο τηλεγραφήματα τοῦ δημάρχου Ἤλιδος κ. Δαλιάνη, διὰ τῶν ὁποίων καταγγέλλεται ὁ ὑποθηκοφύλαξ, διὰ μὲν τοῦ ἑνὸς ὅτι μετέβαλε τὰ εὑρετήρια τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου, διὰ δὲ τοῦ ἄλλου, τὸ ὁποῖον αὐθημερὸν ἐστάλη, φαίνεται, ὅτι ἐξηφάνισε τὰ εὑρετήρια αὐτά. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἀμέσως παρήγγειλεν ἐντόνως τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ἵνα δραστηρίως ἐνεργήσῃ καταδίωξιν κατὰ τοῦ ἐνόχου! Ταῦτα, Κύριοι, ἀποτελοῦντα συκοφαντίαν μαύρην καθ’ ἑνὸς τόσον καλοῦ ὑπαλλήλου, καθ’ ἑνὸς χρηστοῦ πολίτου, δὲν ἔχουσι κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον, καὶ δὲν κάμνω κανένα λόγον περὶ αὐτῶν, παρὰ μόνον ἐν παρόδῳ τὰ ἀναφέρω. Ἵνα ἀποδείξω δὲ τὸ ψευδὲς αὐτῶν, προσάγω ἔκθεσιν παραλαβῆς τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου, ὑπογεγραμμένην παρὰ τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ παρὰ τοῦ τέως ὑποθηκοφύλακος, τὸν ὁποῖον ἔπαυσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει τακτικωτάτην τὴν παραλαβὴν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ζήτημα τοῦτο βεβαίως δὲν κάμνει τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἄλλα σοβαρώτερα ζητήματα κάμνουσι, καὶ δὲν ἐλπίζω ὅτι οἱ λόγοι μου θὰ εὕρωσιν ἠχὼ τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐξεγείρωσι τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐμπνέῃ πάντα Βουλευτὴν, τὸ αἴσθημα τῆς μερίμνης περὶ τῆς πιστῆς καὶ ἀδόλου ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Συνειθίσαμεν, Κύριοι, εἰς τὰς παρανομίας ὑπὸ τὴν πολιτικὴν τὴν ἰσχύουσαν, τόσον συχνὰ παριστάμεθα εἰς τοιαῦτα πραξικοπήματα καὶ σπουδαιότερα τούτου, ὥστε δὲν μᾶς κάμνουν πλέον ἐντύπωσιν. Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶναι λυπηρόν. Ὅταν παραιτηθῶμεν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ ὅταν ἀνεχώμεθα τὴν καταπάτησιν τῶν νόμων, τὴν παραβίασιν τῶν νόμων, δὲν καταλαμβάνω εἰς τί χρησιμεύομεν πλέον ἐδῶ· ἐὰν σήμερον συγχωρῶμεν τὸ ἕν, βλέπομεν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἄλλο διαπραττόμενον. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὰ τοιαῦτα. Δὲν πρόκειται τώρα περὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρούσης, ἀλλὰ τὸ προηγούμενον κακὸν δύναται νὰ τὸ μιμηθῇ πᾶσα Κυβέρνησις. Προχθὲς, Κύριοι, παρέστημεν ἐνώπιον σπουδαιοτέρου πραξικοπήματος, τῆς παύσεως τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, παύσεως ὄχι μόνον παρανόμου, ἀλλὰ θιγούσης καὶ αὐτὰς τὰς ἐλευθερίας ἡμῶν, καὶ ἡ Βουλὴ ἔδωκε ψῆφον ἀφέσεως ὑπὲρ πράξεως περιυβριζούσης τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ ἀντικαθιστώσης εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ.
§72ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Μειοψηφία δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον;
§73ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν γνωρίζω πῶς κατηρτίσθη τὸ ψήφισμα αὐτό. Ἔχω εἴδησιν, ὅτι δὲν εἶναι καὶ τοῦτο εἰλικρινὲς, ἀλλ’ ὅτι εἰσέφρησεν εἰς ἄλλα ψηφίσματα καὶ οὕτως ὑπεγράφη, διότι τινὲς τῶν δημοτικῶν συμβούλων διεμαρτυρήθησαν.
§74ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἤλιδος, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδὲν παρεισέφρησεν, ἀλλ’ ὅτι τὰ πάντα ἐγένοντο νομίμως, ἐπὶ παρουσίᾳ ὁλοκλήρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προεδρεύοντος ἐμοῦ.
§75ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔχει αἰτιολογίαν τὸ ψήφισμα αὐτό; Ὁ νομάρχης ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ καὶ δὲν ἐτιμώρησε τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους, τοὺς ἐπεμβάντας εἰς δικαστικὰ καθήκοντα; Ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαβὼν γνῶσιν τοῦ ψηφίσματος, ὤφειλε νὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην νὰ τιμωρήσῃ τοὺς συμβούλους αὐτούς.
§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ὑποβάλλῃ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τοιαῦτα ἔγγραφα ὡς δικαιολογητικά!
§77ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ ὁποία θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ παρορᾷ τὸ καθῆκον τοῦ νὰ ζητῇ εὐθύνας παρὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ὅταν παρανομῶσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τις πεποίθησιν εἰς τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων καὶ εἰς τὴν πιστὴν καὶ ἴσην τοῖς πᾶσιν ἐφαρμογὴν αὐτῶν. Δι’ ὅλα ταῦτα φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν πλημμελῆ, τὴν παράνομον καὶ τόσον ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν πρᾶξιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§78ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ζητεῖ παρ’ ἐμοῦ ὁ κ. Βουλευτής, προθύμως θέλω δώσει. Δὲν ἔχω δὲ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Βουλή, ἀφοῦ μὲ ἀκούσῃ, θὰ κρίνῃ, ὅτι πάντα τὰ ἐν τοιούτῳ τραγικῷ ὕφει ἐκτεθέντα ἐνώπιον αὐτῆς οὐδεμιᾶς ἔχονται ὑποστάσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι τυπικὸν καὶ οὐσιαστικόν. Ἀλλὰ κυρίως τὸ τυπικὸν μέρος τοῦ ζητήματος εἶναι τὸ εὔθυνον ἐμὲ, διότι περὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ, δηλ. περὶ τῆς κρίσεώς μου τῆς ἐσωτερικῆς, βεβαίως περὶ ταύτης δὲν μοὶ ζητοῦνται εὐθῦναι. Ὁ κ. Βουλευτὴς μὲ παρέστησεν ὡς παρανομήσαντα, διότι παρέβην τὸν νόμον τοῦ 1882, τὸν ὁποῖον δὲν ἀνέγνωσε μὲν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀπὸ μνήμης δὲ ἀπήγγειλε, διασκευάσας αὐτὸν κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑποθέσεώς του. Τὰ τῆς συστάσεως καὶ καταργήσεως τῶν Ὑποθηκοφυλακείων κανονίζονται ὑπὸ ῥητῶν νόμων. Καὶ πρῶτον ὁ νόμος «περὶ ὑποθηκῶν», ὁ συστήσας τὰς ὑποθήκας, προέβλεψε, φυσικῷ τῷ λόγῳ, καὶ περὶ τῆς τηρήσεως τῶν ὑποθηκικῶν βιβλίων, καὶ ἐν ἄρθρῳ 84 διέταξεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ γραφείου τῶν ὑποθηκῶν ἀνατίθεται εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας. Διὰ τοῦτο, κατὰ κανόνα, οἱ εἰρηνοδίκαι εἶναι καὶ ὑποθηκοφύλακες. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ὁ νόμος ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ, κατεδείχθη ἐκ τῆς πείρας, ὅτι πολλάκις οἱ εἰρηνοδίκαι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ διπλᾶ ταῦτα καθήκοντα, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Πολιτεία ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἀποχωρίσῃ ἔν τισιν Εἰρηνοδικείοις τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ νὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς εἰδικὰ πρόσωπα, εἰς εἰδικοὺς ὑπαλλήλους. Τοῦτο ἐγένετο διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1842, ὁ ὁποῖος ὥρισε τὰ δικαιώματα τῶν ὑποθηκοφυλάκων. Διὰ τοῦ ἄρθρου 4 ὡρίσθη, ὅτι δύνανται νὰ διορίζωνται εἰδικοὶ ὑποθηκοφύλακες παντοῦ, ὅπου διὰ τὴν πληθὺν τῶν ἐργασιῶν τῶν οἱ εἰρηνοδίκαι ἀδυνατοῦσι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν διεξαγωγὴν καὶ ταύτης τῆς ὑπηρεσίας. Τίς δὲ θὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης; Ἡ ὑπηρεσία. Πόθεν θὰ πορισθῇ τὰς πληροφορίας; Ὁθενδήποτε καὶ ὅπως ἂν αὐτὴ κρίνῃ. Καὶ παρ’ ἀρχῶν καὶ παρ’ ἰδιωτῶν καὶ ὁθενδήποτε. Ἀρκεῖ νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ διπλᾶ αὐτὰ καθήκοντα, εἰρηνοδίκου καὶ ὑποθηκοφύλακος, ἀρκεῖ, λέγω, τοῦτο, ἵνα κρίνῃ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συστάσεως εἰδικοῦ Ὑποθηκοφυλακείου. Τὴν τακτικὴν ταύτην ἠκολούθησεν ἡ ὑπηρεσία ἀπὸ τοῦ ἔτους 1842 μέχρι τῆς σήμερον.
§79ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μέχρι τοῦ 1882.
§80ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πληθὺν διαταγμάτων δύναμαι νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν, στηριζομένων, προκειμένου περὶ συστάσεως ἢ περὶ καταργήσεως Ὑποθηκοφυλακείων, στηριζομένων, λέγω, εἰς τὰς δύο καὶ μόνας ταύτας διατάξεις. Ἄν δ’ Ὑπουργός τις, θελήσας νὰ πείσῃ ἑαυτὸν, νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν, ζητήσῃ καὶ τὴν γνωμοδότησιν εἴτε Εἰσαγγελέως εἴτε Συμβουλίου Πρωτοδικῶν, τοῦτο εἶναι δικαίωμά του· δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἐπιβεβλημένον. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸ θέμα του, ἐπεκαλέσθη τὸν νόμον τοῦ 1882, τὸν ὁποῖον καὶ δὲν ἀνέγνωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Θὰ τὸν ἀναγνώσω ἐγὼ καὶ θὰ ἐξετάσω μετὰ τῆς Βουλῆς, ἂν τῷ ὄντι ἐπιβάλλῃ τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν, προκειμένου περὶ καταργήσεως Ὑποθηκοφυλακείου. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ὁ νόμος τοῦ 1882. Ὁ νόμος ἐπιγράφεται: «περὶ Εἰρηνοδικείων καὶ εἰδικῶν Πταισματοδικείων». Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἡ διὰ Β. Διατάγματος σύστασις Εἰρηνοδικείου ἢ εἰδικοῦ Πταισματοδικείου, κατατασσομένου εἰς μίαν τῶν τάξεων Αʹ, Βʹ, Γʹ, ἀλλὰ τῇ προηγουμένῃ ὑπὲρ τῆς συστάσεως γνωμοδοτήσει τοῦ ἁρμοδίου Πρωτοδικείου, ἐν συμβουλίῳ καὶ ἐν ὁλομελείᾳ ἀποφαινομένου, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Εἰσαγγελέως.» Τοῦτο περὶ συστάσεως. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατάργησις Εἰρηνοδικείου ἢ εἰδικοῦ Πταισματοδικείου, ἢ οἱαδήποτε μεταβολὴ εἰς τὴν περιφέρειαν, τὴν τάξιν, ἢ τὴν ἕδραν αὐτοῦ, γίνεται διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προηγουμένῃ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως ἢ τῆς ἄλλης μεταβολῆς γνωμοδοτήσει τοῦ Πρωτοδικείου, καταρτιζομένῃ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον.» Πρόκειται ἐδῶ περὶ καταργήσεως Εἰρηνοδικείου ἢ Πταισματοδικείου; πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῆς περιφερείας του; πρόκειται περὶ τῆς τάξεως, εἰς ἣν ἀνήκει, τουτέστι τῆς Αʹ, Βʹ, Γʹ; πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῆς ἕδρας αὐτοῦ; Οὐδέν. Περὶ οὐδενὸς τούτων πρόκειται ἐνταῦθα. Διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου οὔτε ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου πρόκειται νὰ μεταβληθῇ, οὔτε ἡ περιφέρεια τῆς δικαιοδοσίας του, οὔτε ἡ τάξις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει. Πῶς λοιπὸν θὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου, διὰ νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἀπῃτεῖτο γνωμοδότησις, καὶ ὅτι, διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὸν νόμον τοῦτον, παρεβίασε νόμον τοῦ Κράτους; Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ γινώσκων ἃ ἀναγινώσκει οὐδέποτε θὰ φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς κατέληξεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπεκαλέσθη διατάγματα, ὡς δῆθεν στηριχθέντα, προκειμένου περὶ καταργήσεως Ὑποθηκοφυλακείου, εἰς γνωμοδοτήσεις. Ἔχω ἐδῶ ὑπ’ ὄψει διάταγμα τοῦ 1884, μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1882 (ἀναγινώσκει): «Προτάσει τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 20 § εʹ τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καταργοῦμεν» κτλ. Θέλει καὶ ἄλλο ὁ κ. Βουλευτής; Ἰδοὺ τοιοῦτον τοῦ 1886. Πρόκειται περὶ συστάσεως τοῦ εἰδικοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Φαλαισίας (ἀναγινώσκει): «Λαβόντες ὑπ’ ὄψει τὰ ἄρθρα 4 τοῦ ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1842 περὶ ἀντιμισθίας τῶν ὑποθηκοφυλάκων καὶ 5 τοῦ ΧΞϚʹ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου, προτάσει τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, συνιστᾶται ἴδιον γραφεῖον ὑποθηκῶν κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ Εἰρηνοδικείου Φαλαισίας» κλπ.
§81ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποία εἶναι ἡ χρονολογία;
§82ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τοῦ 1886. Κοντογούρης Ὑπουργός. Τὸ ἄλλο εἶναι τοῦ Κοντοσταύλου. Ἰδοὺ καὶ ἕτερον τοῦ Βουλπιώτου τῆς 4 Ἰουλίου 1886 περὶ καταργήσεως τοῦ εἰδικοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Βώλου. Καὶ ἐκεῖ τὰ αὐτά· οὐδεμία γνωμοδότησις Πρωτοδικείου (ἀναγινώσκει): «Προτάσει τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 84 τοῦ νόμου περὶ ὑποθηκῶν καὶ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καταργοῦμεν τὴν θέσιν τοῦ εἰδικοῦ ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Εἰρηνοδικείου Βώλου ὑποθηκοφύλακος» κλπ.
§83ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶσθε βέβαιος ὅτι δὲν προεκλήθη εἰς αὐτὰ γνωμοδότησις;
§84ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαιότατος.
§85ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς;
§86ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ τὸ ἀνέφερε τὸ διάταγμα.
§87ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Φέρετε τὰς δικογραφίας.
§88ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἄν θέλετε, σᾶς φέρω ὅλας τὰς δικογραφίας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, ἂν ἐγὼ ὤφειλον νὰ ζητήσω τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τοῦ Πρωτοδικείου ἐν ὁλομελείᾳ, εἴτε τοῦ Εἰσαγγελέως, εἴτε οἱουδήποτε ἄλλου· εἰς τοιοῦτόν τι δὲν ἤμην ὑποχρεωμένος, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν ἐκ διατάξεώς τινος νόμου ὑποχρεούμην νὰ ζητήσω προηγουμένως τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Πρωτοδικείου. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι, πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου τούτου, ἠρώτησα τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἡ ὑπηρεσία μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ζητεῖται τοιαύτη γνωμοδότησις. Ἐμελέτησα καὶ κατ’ ἰδίαν τὸ ζήτημα, διότι ἤθελον νὰ ἦμαι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον, διότι τὸν νόμον ἀείποτε ἐσεβάσθην, πολλῷ μᾶλλον δὲ ὡς Ὑπουργὸς ὀφείλω νὰ τὸν σεβασθῶ, καὶ ἐπείσθην, ὅτι δὲν μοὶ ἐπεβάλλετο ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἐκ νόμου τινὸς, ἵνα ζητήσω τὴν γνωμοδότησιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Πρωτοδικείου. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς ὑπάρξεως εἰδικῶν Ὑποθηκοφυλακείων εἶναι ἐν πολλοῖς Εἰρηνοδικείοις ζήτημα σπουδαῖον καὶ ζωτικὸν, διότι, ὡς γινώσκουσι πάντες οἱ κ. Βουλευταὶ, οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὰς ἐπαρχίας των, αἱ μισθοδοσίαι τῶν εἰρηνοδικῶν εἶναι λίαν γλίσχραι καὶ συνήθως τὰ Εἰρηνοδικεῖα τρίτης τάξεως καὶ πολλὰ τῆς δευτέρας δὲν παρέχουσιν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην πρόσοδον, ἵνα ἀποζῇ, μόνον δὲ τὰ ὑποθηκικὰ δικαιώματα αὐξάνουσι κατά τι τὰς ἀπολαυάς του, καὶ διὰ τοῦτο οἱ πάντες γινώσκομεν, ὅτι ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις ἐκείνοις, ὅπου ὑπάρχουσιν εἰδικὰ Ὑποθηκοφυλακεῖα, δυσκόλως οἱ εἰρηνοδίκαι ἀποδέχονται νὰ ὑπηρετήσωσιν. Ὑπάρχουσι δὲ πολλὰ Εἰρηνοδικεῖα, μένοντα σχεδὸν διαρκῶς ἄνευ εἰρηνοδίκου, διότι οἱ μετατιθέμενοι εἰς τοιαῦτα Εἰρηνοδικεῖα ἀποστέργουσι νὰ ἀποδεχθῶσι τὴν μετάθεσιν. Τοιοῦτος λόγος καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπενήργησε, διότι τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἤλιδος δὲν ἠδύνατο νὰ τύχῃ εἰρηνοδίκου κἄπως μεμοῤῥωμένου καὶ καλοῦ, ἐν ὅσῳ διετέλει ἀποκεχωρισμένον ἀπὸ τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου, τὸ ὁποῖον μόλις πρὸ δύο ἐτῶν συνέστη ἐκεῖ. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐμνήσθη τῶν ψηφισμάτων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦτο καὶ ὁ νομάρχης καὶ ἐξ ἄλλων πληροφοριῶν γνωμοδοτεῖ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ εἰδικὸς λόγος, συνηγορῶν διὰ τὴν κατάργησιν ταύτην, διότι ὁ διορισθεὶς ἐκεῖ ὡς ὑποθηκοφύλαξ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι ἄνθρωπος ἰδιόῤῥυθμος. Ἰδοὺ πῶς ὁ νομάρχης διαβιβάζει τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: «Λαμβάνω τὴν τιμὴν κτλ... Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῶν κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ ὑπάρχοντος ὑποθηκοφύλακος αἰτιάσεων, θὰ ἠρκούμην νὰ συστήσω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ἀποδιδομένων αὐτῷ πράξεων καὶ τὴν ἐπιφορὰν κατ’ αὐτοῦ τῶν νομίμων συνεπειῶν· ὁ λόγος ὅμως, τὸν ὁποῖον ἐπιφέρει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅτι τὸ εἰδικὸν Ὑποθηκοφυλακεῖον ἐν τῷ περιωρισμένῳ ὁπωσδήποτε αὐτῷ τόπῳ παραβλάπτει καὶ ἐλαττοῖ τὴν σημασίαν τοῦ Εἰρηνοδικείου καὶ τὴν ἐπιζήτησιν τῆς θέσεως αὐτῆς ὑπὸ ἀξίων λόγου εἰρηνοδικῶν, δὲν εἶναι παρορατέος.» Παραλείπω νὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ δημάρχου καὶ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι τοῦτο δὲν ὑπηγορεύθη ἐκ λόγων ὑπηρεσίας. Ἐγὼ ὅμως, ὅστις ἀνέγνωσα ταῦτα, ἐπείσθην καὶ ἐκ μόνου τοῦ λόγου, ὅτι ἀφ’ ἧς τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἥλιδος δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ θεραπεύῃ προσωπικὰς ἀνάγκας, δηλ. νὰ οἰκονομήσῃ ἓν πρόσωπον ὑποθηκοφύλακος ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Εἰρηνοδικείου, τὸ ὁποῖον ἀπεψιλώθη ἀπὸ τῶν χλίσχρων προσόδων, τὰς ὁποίας εἶχε, καὶ οὕτω κατέστη δυσπρόσιτον εἰς εἰρηνοδίκην ἱκανὸν καὶ δυνάμενον νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ καθήκοντά του.
§89ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συνεστήθη τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν;
§90ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον, ἀφοῦ ἡ σύστασίς του ἔβλαψε τὴν εἰρηνοδικειακὴν ὑπηρεσίαν· διότι ἐκτὸς τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἔχομεν καὶ δύο ἀναφορὰς, ὑπογεγραμμένας παρὰ πολλῶν κατοίκων. Εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος εἰσῆλθον ἐκ περισσοῦ, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἠδυνάμην νὰ σχηματίσω τὴν πεποίθησίν μου ἐξ οἱασδήποτε πληροφορίας. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται εἰς τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς καὶ προκαλεῖ τὴν ψῆφόν της, εἶναι ἐὰν νομίμως ἢ μὴ κατηργήθη τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον Ἥλιδος. Ἦτο ὁ Ὑπουργὸς ὑπόχρεως ἐκ τοῦ νόμου νὰ προκαλέσῃ προηγουμένως γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν ναὶ ἢ ὄχι; Ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα, στηριχθεὶς ἐπὶ κειμένων ῥητῶν καὶ σαφῶν τῶν νόμων, φρονῶ δὲ ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι ὑπὸ οὐδενὸς νόμου μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ζητήσω τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν.
§91Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα δικαιολογηθῇ, ἐπεκαλέσθη τὸν νόμον τοῦ 1842 περὶ Ὑποθηκοφυλακείων, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπεκαλέσθην τὸν νόμον τοῦ 1882. Καὶ ἀληθῶς μέχρι τοῦ 1882 οὐδεμία γνωμοδότησις Συμβουλίου Πρωτοδικῶν ὑπάρχει διὰ σύστασιν ἢ κατάργησιν Ὑποθηκοφυλακείου ἢ Συμβολαιογραφείου, διότι δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη νομικὴ ὑποχρέωσις. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1882 δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ἐναντίον, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ καταργήσῃ τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον τῆς πατρίδος του, τῆς Ἀμφίσσης, καὶ δὲν ἐτόλμησε νὰ προβῇ ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἦτο ἀδύνατον νὰ τῷ δώσῃ ἄλλην πληροφορίαν, διότι γνωρίζω ἐκ περιστάσεως, ὅτι ἐστάθη ἀδύνατον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ πεισθῇ νὰ καταρτίσῃ διάταγμα ἄνευ γνωμοδοτήσεως.
§92ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ μετεχειρίσθη ὡς πρόφασιν, ἵνα σᾶς ἀρνηθῇ τὴν αἴτησιν.
§93ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι· καὶ ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἑξῆς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, ὡς εἶπεν, ἠρώτησε τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἠρεύνησε τοὺς νόμους, ἵνα πεισθῇ. Περὶ τίνος ἤθελε πεισθῇ, ἂν ὄχι περὶ τοῦ νομίμου τῆς ἀρνήσεως τῆς ὑπηρεσίας; Ἤδη δὲ κατέφυγεν εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε. Κύριοι, ὁ νόμος εἶναι ῥητός· ἐννοεῖ ὅτι περὶ πάσης μεταβολῆς ἐν τῇ εἰρηνοδικειακῇ περιφερείᾳ ἀπαιτεῖται ἡ γνωμοδότησις τοῦ Πρωτοδικείου. Μήπως ὁ κλάδος τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑποθηκῶν ἢ τῆς τῶν συμβολαιογράφων δὲν εἶναι κλάδοι τῆς εἰρηνοδικειακῆς ὑπηρεσίας; Διατὶ ἤθελεν ἀπαιτήσει ὁ νόμος γνωμοδότησιν τοῦ Πρωτοδικείου, προκειμένου νὰ περιορισθῇ ἡ τοπικὴ περιφέρεια, καὶ δὲν ἤθελεν ἀπαιτήσει τοιαύτην, προκειμένου νὰ περιορισθῇ ἡ περιφέρεια τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Εἰρηνοδικείου; Ἦτο δυνατὸν ὁ νόμος νὰ φροντίσῃ περισσότερον περὶ τοῦ τόπου ἢ περὶ τοῦ δικαιώματος; Διατὶ ὁ εἰρηνοδίκης ἀναπληροῖ τὸν ὑποθηκοφύλακα κανονικῶς ἢ τὸν συμβολαιογράφον; διότι οὗτοι ἀπέσπασαν δικαιοδοσίαν ἀπὸ τὸν εἰρηνοδίκην, ἡ ὁποία ἐπανέρχεται εἰς αὐτόν. Διὰ τοῦτο ὁ νόμος δὲν προέβλεψε περὶ τοῦ τόπου, ἀλλὰ περὶ τοῦ δικαιώματος· διὰ τοῦτο ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, πιθανὸν νὰ ἥρμοζε πρὸς ὑπεράσπισιν ὑποθέσεώς τινος ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἄλλως δὲ ἀπὸ τοῦ 1882 πάντες οἱ Ὑπουργοὶ, πάντες οἱ δικαστικοὶ, οἱ λαβόντες μέρος εἰς σύστασιν ἢ κατάργησιν Ὑποθηκοφυλακείου, οὕτω πως ἡρμήνευσαν τὸν νόμον. Ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς, προκειμένου περὶ τοῦ Συμβολαιογραφείου τοῦ δήμου Φελλόης, προεκάλεσε γνωμοδότησιν τοῦ Πρωτοδικείου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὕτως ἑρμηνεύων τὸν νόμον, ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν εἶχε νομικὴν ὑποχρέωσιν, καὶ νομίζει ὅτι εἶναι ἀρκετὰ δικαιολογημένος· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἤλεγξα τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μόνον ὡς παράνομον, ὅπως τῳόντι εἶναι, τὴν ἤλεγξα καὶ τὴν ἐμέμφθην καὶ ὡς κατ’ οὐσίαν πλημμελῆ, ὅσα δὲ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξίν του κατ’ οὐσίαν, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον, καὶ ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι ἕνεκα τῆς στερήσεως τῶν ἐκ τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου ὠφελειῶν ἐδυσκολεύοντο νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ, δὲν εἶναι ἀκριβῆ, καὶ ἀπορῶ πῶς τὰ ἀνέφερεν, ἐναντίον τῶν πεποιθήσεών του· διότι γνωρίζει, ὅτι τὸ Εἰρηνοδικεῖον τῆς Ἤλιδος εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπιζητήτων, διότι ἔχει περισσοτέρας ὑποθέσεις ἀπὸ ὅλα τὰ λοιπὰ Εἰρηνοδικεῖα τοῦ Κράτους· ἄπειρα προσωρινὰ μέτρα διενεργεῖ ὁ εἰρηνοδίκης Ἤλιδος, ἐξ οὗ πορίζεται ἀπείρους ὠφελείας, ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐφρόντισε τόσον ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν προσώπων καὶ κατὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ κατὰ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν, καὶ ἀνέφερε τὰς πληροφορίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τὰς ἀναφορὰς τοῦ νομάρχου, τὰς ὑπαγορευθείσας ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ ἀπέκρυψε τὰς ἀναφορὰς τῶν πολιτῶν. Ὅτε ἠκούσθη εἰς τὰς Πάτρας καὶ τὸν Πύργον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ καταργήσεως τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου, ἐταράχθη ὁλόκληρος ὁ κόσμος, καὶ οἱ ἐν Πάτραις ἔμποροι καὶ οἱ ἐν Πύργῳ ἀπέστειλαν ἀναφορὰς μὲ πληθὺν ὑπογραφῶν, ὡς καὶ οἱ δῆμοι τῆς Ἠλείας ὑπέβαλον ἀναφορὰς εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, παρακαλοῦντες νὰ μὴ προβῇ εἰς τοιαύτην ἄδικον κατάργησιν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου, διότι ἤθελον καταστραφῆ τὰ συμφέροντά των, καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἔφερεν ἀναφοράν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ὑπογεγραμμένοι 25 κάτοικοι, τοὺς ὁποίους ἠδύνατο νὰ συλλέξῃ ὁ κ. Παυλόπουλος, καὶ φέρει τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὁ Ὑπουργός, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξίν του κατ’ οὐσίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερε καὶ ἑτέραν δικαιολογίαν, ὅτι κατὰ τὸ ψήφισμα τοῦ Συμβουλίου ὁ ὑποθηκοφύλαξ ἦτο ἰδιόῤῥυθμος ἄνθρωπος καὶ ἔπρεπε ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν ὑπηρεσίαν ἀπ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς κεφαλὴ τῆς ὑπηρεσίας, ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐξ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας· ἀλλὰ τί ἔπραξεν; ἀντὶ νὰ ἐρωτήσῃ περὶ τούτου τὴν ὑπηρεσίαν, ἔφερεν ἐδῶ τὸν κ. Εἰσαγγελέα Ἠλείας, ἵνα ἐπιβάλῃ αὐτῷ τὴν πρότασιν τῆς παύσεως.
§94ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν λέγετε ἀλήθειαν, ὅτι ἐγὼ ἔφερον ἐδῶ τὸν Εἰσαγγελέα.
§95ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ φέρω συμβόλαια περὶ τῶν πράξεών σας.
§96ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀφ’ ὅτου εἶμαι ἐγὼ Ὑπουργὸς, ὁ Τσιμπουράκης δὲν ἦλθεν εἰς Ἀθήνας.
§97ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ὅ,τι λέγω, τὸ ἤκουσα ἀπὸ τοὺς ἀκούσαντας ἀπὸ αὐτὸν τὸν κ. Τσιμπουράκην. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, διατὶ, ἀφοῦ ἠθέλατε τὴν παῦσίν του, δὲν ἀπετάθητε εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ἵνα ζητήσητε πληροφορίας; ἢ μήπως ἐπεδιώκατε τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου, ἵνα ἐπιτύχητε τὴν παῦσίν του; Ταῦτα, νομίζω, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἀδικαιολόγητος, ὅτι ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τῆς περιφερείας ἐκείνης καὶ ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ, καὶ ὅτι ἡ διαγωγή του εἶναι ἀξιόμεμπτος.
§98ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Περὶ τῆς οὐσίας δὲν συνεζήτησα ἢ παρέργως, διότι νομίζω ὅτι αὐτὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς παρέβη τὸν νόμον. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς τὸν νόμον περὶ συστάσεως Συμβολαιογραφείων, ἀγνοῶν, φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῶν δικαστηρίων, τὸ ἄρθρον 167, ὁρίζον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἑκάστῳ δικαστηρίῳ διορισθησομένων συμβολαιογράφων καὶ ἡ ἕδρα τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου αὐτῶν προσδιορίζεται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου καὶ δημοσιεύεται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.» Πῶς δύναται νὰ χρησιμεύσῃ τοῦτο ὡς ἐπιχείρημα, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι καὶ εἰς τὰ Ὑποθηκοφυλακεῖα προαπαιτεῖται γνωμοδότησις τοῦ Πρωτοδικείου;
§99ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι, κύριοι Βουλευταὶ, οὐδόλως ἐσκόπουν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι εἶμαι εἰς καλλιτέραν θέσιν παντὸς ἄλλου νὰ ἀποδείξω τοὺς λόγους, δι’ οὓς κατ’ οὐσίαν προεκλήθη ἡ κατάργησις τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου ἐκείνου. Ἐν πρώτοις πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ὑποθηκοφύλαξ οὗτος ἦτο ἐκ Καλαβρύτων, συμπολίτης καὶ φίλος τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, καὶ νὰ εὐχαριστήσω αὐτὸν, διότι ἐφρόντισε τοσοῦτον περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου Ἤλιδος καὶ κατώρθωσε νὰ διορισθῇ οὗτος ἐκεῖ. Ὄντως, Κύριοι, μέχρι πρὸ δύο ἐτῶν, πρὶν συστηθῇ τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον Ἤλιδος, τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἐζητεῖτο ὑπὸ πολλῶν εἰρηνοδικῶν, καὶ ἡ δικαιοσύνη ἀπενέμετο τακτικῶς, καὶ ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἀπήλαυεν εὐνομίας· ἀφ’ ἧς ὅμως ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐπεδίωξε παντὶ σθένει τὴν σύστασιν τοῦ εἰδικοῦ τούτου Ὑποθηκοφυλακείου πρὸς σιτισμὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω, διότι δὲν θέλω νὰ ψέξω ἄνθρωπον ἀπόντα τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον ὅμως γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος καλῶς, ὡς γνωρίζει καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐπεζήτησε τὸν διορισμόν του...
§100ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὐδὲν ἕτερον γνωρίζω ἢ ὅτι αἱ ἀρχαὶ αἱ προϊστάμεναι ἐξέφρασαν ἐπανειλημμένως τὸν θαυμασμόν των δι’ αὐτόν.
§101ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξέφρασαν τὸν θαυμασμόν των, παραπέμψασαι διὰ βουλεύματος αὐτὸν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἐξ οὗ ἠναγκάσθη ὁ κ. Πετιμεζᾶς νὰ μεταβῇ εἰς Πάτρας, ἐφωδιασμένος μὲ ἐπιστολὰς Πρωθυπουργῶν καὶ Ὑπουργῶν, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ τὸ Κακουργιοδικεῖον.
§102ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ βούλευμα τὸν ἀπαλλάττει.
§103ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς ἐνεργείας τοῦ κ. Πετιμεζᾶ καὶ τὰς ἐπιστολάς... Ἀφ’ ὅτου λοιπὸν συνεστήθη τὸ εἰδικὸν Ὑποθηκοφυλακεῖον, ἠσθάνθη ὁ τόπος τὴν παντελῆ ἔλλειψιν τοῦ εἰρηνοδίκου, διότι οὐδεὶς εἰρηνοδίκης ἐδέχετο νὰ ἔλθῃ, ἵνα ὑπηρετήσῃ, καὶ ἂν ἤρχετό τις, ἀπέφευγε νὰ ἐργασθῇ, ἕνεκα τοῦ γλίσχρου τοῦ μισθοῦ του. Διὰ τοῦτο εἰργάσθη παρὰ τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ, ὅπως γνωμοδοτήσῃ τοῦτο ὑπὲρ τῆς καταργήσεως. Ὁ κ. συνάδελφος ἐπικαλεῖται τὰς συστάσεις τῶν ἐμπόρων, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι οἱ ἔμποροι οὗτοι εἶναι ὀλίγοι ἔμποροι Καλαβρυτινοί, οἱ ὁποῖοι, βλέποντες ὅτι ὁ καλὸς αὐτῶν φίλος καὶ συμπατριώτης ἐζημιοῦτο ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως ταύτης, ἀπεφάσισαν νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὸν, προσλιπαροῦντα, τὰς ὑπογραφάς των.
§104ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀνέγνωσα τὸ βούλευμα, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν δὲν παρέπεμψε τὸν ὑποθηκοφύλακα δι’ ὅλας τὰς πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας κατήγγειλεν αὐτὸν ὁ κ. Παυλόπουλος, ἀλλὰ μόνον διότι δὲν ἐξέδιδε πιστοποιητικὰ ὄχι διὰ τοὺς ζητοῦντας ταῦτα, ἀλλὰ διὰ τοὺς μὴ ζητοῦντας,—διότι καὶ τοῦτο ἤθελεν ὁ κ. Παυλόπουλος, καὶ εὑρέθη, δὲν ἠξεύρω πως, τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἠλείας, τὸ ὁποῖον παρέπεμψε τὸν ὑποθηκοφύλακα διὰ τοιοῦτον λόγον. Ἦλθε δὲ μετὰ ταῦτα τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ ὑποθηκοφύλαξ δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιητικὰ διὰ τοὺς μὴ ζητοῦντας, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἀπήλλαξε καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς κατηγορίας· ὡς πρὸς τὰς ἄλλας δὲ πράξεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἀναγράψει ὁ κ. Παυλόπουλος εἰς τὴν καταγγελίαν του, λέγει ὅτι εἶναι ψευδεῖς πᾶσαι αὗται αἱ κατηγορίαι κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ.
§105ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἠλείας ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων προσέφυγεν εἰς Ὑπουργοὺς καὶ Πρωθυπουργοὺς καὶ λαβὼν συστατικὰς ἐπιστολὰς κατώρθωσε νὰ μεταῤῥυθμισθῇ τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πλημμελειοδικῶν, οἱ Κύριοι (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἀνεκάγχασαν, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ὁ κ. Παυλόπουλος δὲν ἐσκόπει νὰ κατηγορήσῃ τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἦν φίλος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς οἱ καγχασμοὶ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εἰς βάρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως, διότι τὸ βούλευμα τὸ ἀπαλλακτικὸν τοῦ Ἐφετείου εἶναι τοῦ Ἰουνίου 1894. Ἂν ἐντεῦθεν ἐδόθησαν ἐπιστολαὶ συστατικαί, ἐδόθησαν παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Στεφάνου. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου, ὅταν διὰ τοιούτων ἀνευλαβῶν ὑπαινιγμῶν προσβάλλωνται καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ἡ Δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μου, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ μετάσχω τῆς συζητήσεως, ὅπως ἀποστομώσω ἐκεῖνον, ὅστις ἠθέλησε νὰ συκοφαντήσῃ ἀσυστόλως καὶ ἐκείνους καὶ ταύτην. Ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν θέλει πᾶς τις πεισθῆ, ὅτι τοῦτο ὀρθῶς ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος πρὸς παραπομπὴν τοῦ ὑποθηκοφύλακος, ὅτι δ’ ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ κορεσμοῦ παθῶν φατριαστικῶν. Ἀφοῦ δ’ ἐκορέσθησαν τὰ πάθη τὰ φατριαστικά, ἀφοῦ κατηργήθη τὸ εἰδικὸν Ὑποθηκοφυλακεῖον, ὅπως ἀπολυθῇ ὁ ὑποθηκοφύλαξ, διότι δὲν ἦν δυνατὸν ἄλλως καὶ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, δι’ ἔλλειψιν τῶν κατὰ νόμον γνωμοδοτήσεων, νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ἔχουσι τὴν τόλμην νὰ συκοφαντῶσι καὶ τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος των!
§106ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι εἶπον, ὅτι ἐδόθησαν ἐπιστολαὶ ὑπὸ πρώην Ὑπουργῶν.
§107ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ψεύδεσθε καὶ συκοφαντεῖτε! Παρ’ οὐδενὸς ἔλαβον ἐπιστολήν.
§108ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ψεύδομαι, οὔτε συκοφαντῶ, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε τοὺς λόγους σας.
§109ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀνακαλῶ.
§110ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Πετιμεζᾶς φέρεται πολὺ ἀπρεπῶς.
§111ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλῆτε οὕτω.
§112ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν καταφέρομαι κατ’ οὐδενός, καὶ ὁμιλῶ εὐγενῶς. Πᾶν δὲ ὅ,τι ἔπραξα κατὰ τοῦ ὑποθηκοφύλακος, τὸ ἐνήργησα χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡμίλησε περὶ κορεσμοῦ παθῶν φατριαστικῶν καὶ πολιτικῶν.
§113ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μόνον τὸ γεγονός, ὅτι ψήφισμα Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προεδρευομένου ὑπὸ προσώπου ἐν τῇ Βουλῇ παρακαθημένου καὶ παρὰ τὴν Κυβέρνησιν, γνωμοδοτεῖ περὶ ἀντικειμένου καθαρῶς δικαστικῆς φύσεως, ἤτοι περὶ ἀπολύσεως ὑποθηκοφύλακος, (διότι τοῦτο σκοπεῖ ἡ κατάργησις τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου) μόνον τὸ γεγονὸς τοῦτο ἤρκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης οὐ μόνον νὰ ἀρνηθῇ νὰ προβῇ καὶ ἐνεργήσῃ καθ’ ἃ προτείνει τοιοῦτο ψήφισμα, ἀλλὰ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ ψηφίσματος παρὰ τοῦ νομάρχου. Ὁ ὑποθηκοφύλαξ εἶναι, ἢ οὔ, δικαστικὸς ὑπάλληλος; Ἡ σύστασις τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου ἀφορᾷ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Εἰρηνοδικείου; Γίνεται αὕτη προτάσει τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν; Ἀφοῦ ταῦτα ἀναμφισβητήτως εἶναι καθαρὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, πόθεν ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἀρύηται τὰς περὶ αὐτῶν πληροφορίας; Ἀφοῦ καὶ περὶ τῶν δικαστικῶν κλητήρων ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ζητῇ γνωμοδότησιν τῶν δικαστικῶν συμβουλίων καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, πῶς ἐπέτρεψεν ἑαυτῷ νὰ σκεφθῇ, ὅτι δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ τὴν γνωμοδότησιν αὐτῶν, προκειμένου περὶ ὑποθηκοφύλακος; Πῶς ἐπέτρεψεν ἑαυτῷ νὰ ἐπικαλεσθῇ εἰς δικαιολογίαν του ἐν τοιούτῳ θέματι τὴν πρότασιν ψηφίσματος Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προεδρευομένου μάλιστα ὑπὸ Βουλευτοῦ; Ἐγὼ ἐκπλήσσομαι διὰ τοῦτο. Ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἄρθρων φαίνεται καθαρῶς, ὅτι ὁ νόμος ὡς φύλακα τῶν βιβλίων τῶν ὑποθηκῶν ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ εἰδικὸν ὑπάλληλον, ὅπου ἡ πολλὴ ἐργασία ἐπέβαλλε τὴν ἀπόσπασιν τῆς φυλακῆς αὐτῶν ἀπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου. Ὅτι ὁ φύλαξ οὗτος ἀσκεῖ τμῆμα τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαστικῆς λειτουργίας, δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὸ ἴδῃ εἰς ὅλας τὰς πράξεις τῶν Συμβουλίων τῶν Πρωτοδικῶν, δι’ ὧν προτείνεται σύστασις ἢ διαίρεσις Εἰρηνοδικείων, ὅτι προστίθεται καὶ ἰδιαίτερον ἄρθρον περὶ φυλάκων βιβλίων ὑποθηκῶν. Τὰ Συμβούλια, ὅταν γνωμοδοτῶσι περὶ Εἰρηνοδικείων, πάντοτε συγγνωμοδοτοῦσιν ἂν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Εἰρηνοδικείου δέον νὰ συστηθῇ ἴδιον Ὑποθηκοφυλακεῖον, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ συγχωνευθῇ, καὶ ποία θὰ ἦναι ἡ ἔκτασις τῆς ἐνεργείας τοῦ φύλακος τῶν ὑποθηκῶν. Τί ἄλλο δὲ εἶναι ἡ σύστασις Ὑποθηκοφυλακείου ἢ μεταβολὴ τῆς περιφερείας καὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἀφ’ οὗ τοῦτο ἀφαιρεῖται ἢ εἰς ὃ προστίθεται; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως πάντων τούτων, δύναταί τις νὰ ἀπορήσῃ ἀκόμη, πῶς ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπίστευσε περισσότερον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ τὸν νομάρχην ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν του τὴν δικαστικὴν, ἀπὸ τὸ Συμβούλιον, ὅπερ ἐπρότεινε τὴν σύστασιν καὶ δὲν ἐπρότεινε τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου, ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα του, ὅστις ἐσιώπησεν. Ἐδυσπίστησε τάχα πρὸς αὐτοὺς καὶ δὲν ἐζήτησε πληροφορίας; ἢ ἐζήτησε πρότασιν καὶ τῷ ἠρνήθησαν; Ἂν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἢ ὁ ταμίας ἢ δασοφύλαξ τις ἐπρότεινε τῷ κ. Ὑπουργῷ νὰ συστήσῃ ἢ καταργήσῃ Ὑποθηκοφυλακεῖον, νομίζει ὅτι θὰ ἐδικαιολογεῖτο ν’ ἀκούσῃ αὐτοὺς, καὶ ὅτι καὶ τότε δὲν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, τῶν ἐντεταλμένων νὰ ἐπιτηρῶσι καὶ γνωμοδοτῶσι περὶ τῶν δικαστικῶν ἱδρυμάτων καὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων; Δὲν ἀναλύω πλειότερον τὸ ὀδυνηρῶς ἄτοπον τοῦ μέτρου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὴν ἀπροσφυεστάτην, ἂν μή τι ἄλλο, δικαιολογίαν του.
§114ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ δυστυχῶς ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ἐν Πάτραις Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ πρόεδρος κ. Σπιθάκης καὶ οἱ λοιποὶ ἐφέται, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, εἶναι τοσοῦτον ἀνώτεροι πάσης μομφῆς καὶ ὑπονοίας, ὥστε τὰ ἐνταῦθα λεχθέντα κατὰ τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ εἶναι, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, ὅλως ἄδικα.
§115ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσις ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου τούτου, ὀφείλομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν αὐτῆς. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἓν βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον συνεκροτήθη ἀπὸ τὸν Βῶρον, προεδρεύοντα, καὶ τοὺς ἐφέτας Ν. Παπαγιαννόπουλον, Σπ. Στεφανόπουλον, Ἐπαμ. Ἀγγελόπουλον καὶ Ν. Μομφεράτον, καὶ τὸ ὁποῖον τὴν μὲν καταγγελίαν, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισεν ὡς βάσιμον τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πλημμελειοδικῶν, τὴν ἐπὶ μὴ ἐκδόσει πιστοποιητικοῦ, χαρακτηρίζει ὡς ἐντελῶς ἀνυπόστατον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἦτο ὑπόχρεως ὁ εἰδικὸς ὑποθηκοφύλαξ νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιητικὰ τοιαῦτα ἄνευ αἰτήσεως, κατωτέρω δὲ τὸ βούλευμα, μνημονεῦον καὶ τὰς ἄλλας πράξεις, λέγει ὅτι «ὡς πρὸς τὰς ἀποδιδομένας τῷ αὐτῷ κατηγορουμένῳ κατηγορίας ἐπὶ καταπιέσει, ἀπιστίᾳ καὶ πλαστογραφίᾳ, οὐδεμία ἀπολύτως ἔνδειξις συνάγεται, ὅτι εἰσέπραξεν οὗτος πλέον τῶν νομίμων αὐτοῦ δικαιωμάτων κλπ.· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ κατηγορίαν, ἐξ αὐτῆς τῆς ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ἐνεργηθείσης αὐτοψίας προκύπτει, ὅτι ἡ τοιαύτη κατηγορία εἶναι ὅλως ἀνυπόστατος καὶ ψευδής.» Ἡ παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν ἐξελεγχομένη οὕτω ἀνυπόστατος καὶ ψευδὴς κατηγορία πίπτει εἰς βάρος τοῦ δημάρχου, τοῦ εἰσηγησαμένου εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου· διότι εὑρίσκω εἰς τὴν δικογραφίαν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα ἐξ Ἀμαλιάδος (ἀναγινώσκει): «Μεταβὰς εἰρηνοδίκης Ἤλιδος, συνεπείᾳ παραγγελίας Εἰσαγγελέως Ἠλείας, ὅπως παραλάβῃ εὑρετήρια καταργηθέντος Ὑποθηκοφυλακείου, ὑποθηκοφύλαξ Παπανικολόπουλος ἐξηφάνισε ταῦτα. Ἀπειλοῦνται συμφέροντα πολιτῶν συνδημοτῶν μου. Παρακαλοῦμεν Ὑπουργεῖον, ὅπως εὐαρεστούμενον διατάξῃ ἐπειγόντως δέοντα. «Εὐπειθέστατος Δήμαρχος Ἤλιδος «Α. Δαλιάνης». Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τηλεγραφεῖ πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πύργῳ Πλημμελειοδικῶν (ἀναγινώσκει): «Δήμαρχος Ἤλιδος τηλεγραφεῖ μοι, ὅτι ὑποθηκοφύλαξ καταργηθέντος Ὑποθηκοφυλακείου Ἤλιδος Δ. Παπανικολόπουλος ἐξηφάνισεν εὑρετήρια, ἅτινα εἰρηνοδίκης μετέβη παραλαβεῖν καθ’ ὑμετέραν παραγγελίαν. Τηλεγραφήσατε, τί ἐνεργήσατε ἐπὶ τούτῳ.» Ὅλη αὕτη ἡ τηλεγραφικὴ ἀλληλογραφία ἀποδεικνύει, ὡς εἶπον, τὴν λύσσαν, ἥτις προήδρευσε καθ’ ὅλην τὴν διαδικασίαν, ἥτις ἤγαγεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Ἤλιδος, καὶ τοῦτο εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι οὗτος, ἀντὶ νὰ πεισθῇ εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀντὶ νὰ πεισθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ δημάρχου Ἤλιδος, εἰς τὸν πενθερὸν τοῦ κυρίου Παυλοπούλου, ὤφειλε, νομίζω, ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὸν ὑφιστάμενον αὐτοῦ Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἢ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην αὐτῶν περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ εἰδικοῦ Ὑποθηκοφυλακείου. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως; Αὕτη ἀναγράφεται εἰς αὐτὸ τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, διότι, ἂν μετεῤῥυθμίσθη τὸ βούλευμα τῶν Πλημμελειοδικῶν παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς ἀνακοπὴν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν Ἠλείας κατὰ παραγγελίαν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν (ἀναγινώσκει): «Τὸ βούλευμα τοῦτο ἀνέκοψεν ὁ παρὰ πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελεύς, συνεπείᾳ παραγγελίας τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν...» Οὕτω μετεῤῥυθμίσθη τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω δυστυχῶς εἰς χεῖράς μου, διὰ νὰ τὸ ἐξελέγξω. Ἀλλ’ ὁ κ. Παυλόπουλος ἦτο πλησιέστερος πρὸς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν παρὰ πρὸς τὸ τῶν Ἐφετῶν, τὸ δὲ βούλευμα τῶν Ἐφετῶν, ὅπερ ἐξελέγχει τόσον σκληρῶς τὸ βούλευμα τῶν Πλημμελειοδικῶν, μὲ κάμνει νὰ πιστεύσω, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἔκρινεν ἀδεκάστως, τὸ δὲ τῶν Πλημμελειοδικῶν μεροληπτικῶς, τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Παυλοπούλου. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ κατάργησις τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Ἤλιδος εἶναι πρᾶξις, δι’ ἣν δὲν δύναται νὰ καυχᾶται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§116ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ ἀγαγόντες τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν κειμένων ᾐσθάνθησαν τὸ ἔδαφος σαλευόμενον ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῶν ὡς πρὸς τὴν ἔποψιν τῆς νομιμότητος τῆς πράξεως, καὶ ἑπομένως, ὡς καλοὶ μαχηταὶ, μετέθεσαν τὸ πεδίον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας. Εἶπον, ὅτε κατὰ πρῶτον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μόνον ὡς ἐκ περισσοῦ εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, διότι, προκειμένου περὶ σχηματισμοῦ τῆς πεποιθήσεώς μου, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἐκ τίνων στοιχείων ἐγὼ ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησίν μου, διότι τότε θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἑαυτῆς πεποίθησιν εἰς τὴν ἰδικήν μου, τὸ δικαίωμα δὲ τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς ἐπεκτείνεται ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν, ἐφ’ ὅσον παρέβησαν νόμους κειμένους τοῦ Κράτους.
§117ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ζητοῦμεν ποινικὴν εὐθύνην, ζητοῦμεν πολιτικὴν εὐθύνην.
§118ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ πολιτικῆς ἢ ἠθικῆς εὐθύνης· τὴν ἀναδέχομαι καὶ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, διότι ὀφείλω νὰ τὴν ἀναδεχθῶ ἐπὶ πράξεως, εἰς ἣν προέβην ἐν πλήρει συνειδήσει καὶ πεποιθήσει, μόνον εἰς τὴν κρίσιν μου ἀποβλέπων καὶ οὐχὶ εἰς ἐξωτερικὴν κρίσιν ἢ ἐπιβολήν. Ὁ ὑποθηκοφύλαξ ὁ πρώην, περὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦτος γίνεται πάταγος, κατ’ οὐδὲν ἐπέδρασεν εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ· ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπέδρασεν, εἶναι, ἂν τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον Ἤλιδος ὤφειλε νὰ διατηρηθῇ ἢ νὰ καταργηθῇ, χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας· ἡ ἀπόλυσις τοῦ ὑποθηκοφύλακος ἦτο συνέπεια ἀναγκαία τῆς καταργήσεως. Τοιαύτη δὲ συνέπεια ἐπέρχεται πάντοτε, ὁσάκις Ὑποθηκοφυλακεῖον καταργῆται, καὶ οὕτω πάντες οἱ κατὰ καιρὸν Ὑπουργοί, οἱ ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1882 διευθύναντες τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐνήργησαν. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι πρᾶξις, τὴν ὁποίαν θὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εὐθὺς μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τοῦ 1882 γενομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, Ὑπουργοῦ τότε ὄντος τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ διάταγμα τοῦτο, τῇ προτάσει αὐτοῦ, ἐξεδόθη τῇ 7 Σεπτεμβρίου 1882, φέρει δὲ τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης...
§119ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τίνος παρακαλῶ ὁμιλεῖτε; συζητεῖτε πρὸς ἐμέ; Ἐγὼ δὲν προέβαλον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν δικαιοῦται νὰ καταργήσῃ εἰδικὸν Ὑποθηκοφυλακεῖον, ἐγὼ προέβαλον, ὅτι ὄπισθεν τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον καταργεῖ δῆθεν τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον, κρύπτεται ὁ σκοπὸς τοῦ νὰ τιμωρηθῇ ὁ Νικολόπουλος· διὰ τοῦτο σᾶς κατέκρινα. Δὲν κατέκρινα ποτὲ τὴν πρᾶξίν σας ὑπὸ ἔποψιν νομικήν· διότι, ἂν ὑπῆρχε διάταξις, τὴν ὁποίαν ἠθέλατε παραβῆ κατὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου, θὰ ὑπέκεισθε εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Πρόκειται περὶ τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν συνεκομίσατε ἀκεραίαν ἐκ τοῦ ὅτι ἐνεδόσατε εἰς τὴν σύστασιν τοῦ Παυλοπούλου καὶ τοῦ Δαλιάνη.
§120ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐδῶ κρίνομεν πράξεις τετελεσμένας· τὸ νὰ ζητῶμεν τί κρύπτεται ὄπισθεν τῆς πράξεως, εἶναι ματαιοπονία, διότι ἡ φαντασία τότε ἔχει στάδιον ἀπέραντον. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἡ πρᾶξις ἦναι νόμιμος. Ποῖοι οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες τὴν πρᾶξιν, οἱ ἐκ τῶν ἐγγράφων προκύπτοντες; Εἶναι φανεροί; Εἶναι φανερώτατοι. Ἀλλὰ σεῖς ἀντιτάσσετε ὅ,τι ἔχετε εἰς τὴν διάνοιάν σας. Τί νὰ σᾶς ἀπαντήσω; Ἕν μόνον θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε. Θὰ διατάξωμεν ἆρά γε ἀποδείξεις; ἔχετε τὴν πεποίθησίν σας, ἔχω τὴν πεποίθησίν μου· ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς ἀντιτάσσω πράξεις σας ὁμοίας καὶ ἀπαραλλάκτους. Ὅταν δὲ ἐπεκαλεῖτο ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων τὸν νόμον τοῦ 1882, συνέχεε τὰ τῆς ἱδρύσεως καὶ καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων πρὸς τὰ τῆς ἱδρύσεως καὶ καταργήσεως τῶν Ὑποθηκοφυλακείων, καὶ ἐπεκαλεῖτο τὰ περὶ συμβολαιογράφων, λησμονῶν ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων ἔχει ῥητὴν περὶ τούτων διάταξιν· δὲν ἐγνώριζεν ὅτι διάφορα εἶναι τὰ διατάγματα εἰς σύστασιν ἢ κατάργησιν Ὑποθηκοφυλακείων καὶ διάφορα τὰ διατάγματα τὰ πρὸς σύστασιν ἢ κατάργησιν Συμβολαιογραφείων, καὶ ὅτι ἐκεῖ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπιβάλλεται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου Πρωτοδικείου καὶ ὀφείλει νὰ μνημονεύσῃ αὐτῆς ἐν τῷ διατάγματι, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν νομιμότητα τῆς πράξεως αὐτοῦ, εἰς τὴν νόμιμον ἐγκατάστασιν τοῦ συμβολαιογράφου καὶ εἰς τὸ κῦρος τῶν πράξεων αὐτοῦ, ἀλλὰ προκειμένου περὶ εἰδικῶν Ὑποθηκοφυλακείων, οὐδεὶς νόμος ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γνωμοδότησιν οὐδενὸς, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία μνεία γίνεται ἐν τῷ διατάγματι. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι πάντα τὰ διατάγματα ἀπὸ τοῦ 1882, ἡ πρᾶξις ἡ ἀδιάκοπος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τοιαύτη. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀνέγνωσα τέσσαρα διατάγματα, φέροντα τὰς ὑπογραφὰς τοῦ Κοντογούρη, τοῦ Κοντοσταύλου, τοῦ Βουλπιώτου, καὶ ἓν φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, θὰ ἠδυνάμην δὲ νὰ φέρω σωρείαν διαταγμάτων, μὴ μνημονευόντων γνωμοδοτήσεως δικαστηρίου, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη, μὴ ὑπάρχοντος νόμου ἐπιβάλλοντος τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν εἰς τὸν Ὑπουργόν.
§121ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε ἰσχυρίσθην, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς παράνομον πρᾶξιν, διότι τότε θὰ ἐζήτουν ποινικὴν εὐθύνην παρ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ ζητεῖται παρ’ αὐτοῦ πολιτικὴ εὐθύνη διὰ πρᾶξιν, ἥτις δὲν ἀπαγορεύεται ἐκ τοῦ νόμου περὶ συστάσεως Ὑποθηκοφυλακείων. Ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν, ὅτι ἡ πρᾶξις ἔγεινεν οὐχὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὑπὲρ φατριαστικοῦ συμφέροντος, ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι ἡ ἐκτίμησις ἐκείνων, οἵτινες συνέστησαν τὸ εἰδικὸν αὐτὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον. Ἴσως ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ εἰδικὸν αὐτὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον συνεστήθη ἀπὸ τὸν Ζαΐμην κατὰ τὸ 1891, ἢ ἀπὸ τὸν Σωτηρόπουλον, ὅστις ἦτο Ὑπουργὸς κατὰ τὸ 1893. Ὄχι· συνεστήθη ἀπὸ τὸν κ. Σιμόπουλον, τὸν ὁμοφρονοῦντα πρὸς ὑμᾶς, συνεστήθη δὲ κατὰ πρότασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πλημμελειοδικῶν. Παραδόξως ὅμως, εἰς τὴν πεποίθησιν, ἣν εἶχε σχηματίσει ὁ προκάτοχός του ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν Ἠλείας, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ νῦν ἀντιτάσσει τὴν ἰδίαν του πεποίθησιν, καὶ ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἴδωμεν τί κρύπτεται ὄπισθεν τῆς πράξεώς του, προβάλλει ὡς λόγον καταργήσεως τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ Ὑποθηκοφυλακείου ὄχι ἄλλην γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν Ἠλείας, ἀλλὰ τὴν γνωμοδότησιν τῶν κυρίων Παυλοπούλου καὶ Δαλιάνη. Ἀλλ’ ὅταν τοιαύτας προβάλλῃ γνωμοδοτήσεις, νομίζω ὅτι δικαιοῦται πᾶς τις νὰ ἐρευνᾷ, ἂν ὄπισθεν τῆς ἐκτάκτου ταύτης μερίμνης ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, μερίμνης δι’ ἧς προσβάλλεται τοῦ προκατόχου ἡ μέριμνα, ἂν δὲν κρύπτηται ἡ θεραπεία φατριαστικῶν συμφερόντων. Καὶ οὐδεὶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὅλης ὑποθέσεως, ἀφοῦ γνωρίζει πῶς συνεστήθη τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον καὶ πῶς κατηργήθη, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἐπρόκειτο ὄπισθεν τῆς καταργήσεως νὰ κρυβῇ ἡ ἀπόλυσις τοῦ Ὑποθηκοφύλακος, ἥτις ἦν ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἄλλως, δι’ ἔλλειψιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Προέβησαν εἰς καταγγελίας, καὶ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν καταγγελέων, τῶν συκοφαντῶν, ἐτέθη ὁ δήμαρχος αὐτὸς, ὅστις ἐζήτησε κατόπιν τὴν κατάργησιν τοῦ εἰδικοῦ Ὑποθηκοφυλακείου, ὅστις εἰσήγαγεν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὴν πρότασιν, ὅπως εὐχηθῇ τοῦτο ὑπὲρ τῆς καταργήσεως. Καὶ ἠθέλησεν ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἐπείσθη ἀπὸ τὰς γνωμοδοτήσεις, ὅτι τὸ μέτρον ἐπῆλθεν ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὄχι πρὸς ἱκανοποίησιν φατριαστικῶν ἀξιώσεων.
§122ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω καλὸν νὰ νομοθετηθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ κατάργησις οὔτε σύστασις Ὑποθηκοφυλακείου ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν.
§123ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Νοεμβρίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω ἐντεῦθεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορίας τινὰς, ἤτοι πόσοι ἀξιωματικοὶ διατελοῦσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας καθ’ ὅπλον καὶ βαθμὸν, μετὰ τῶν ἀνθυπασπιστῶν, πόσοι οἱ ὑπάρχοντες ἀστυφύλακες, πόσοι οἱ συμπράττοντες τῇ ἀστυνομίᾳ χωροφύλακες, πόσοι δ’ ἐξ ἄλλων ὅπλων διατελοῦσιν ἀπεσπασμένοι ἐπικουρικοὶ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη τῇ 23 Νοεμβρίου νὰ προσαγάγῃ σημείωμα, ὅπερ, ὡς νομίζω, δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι, ἐνῷ ἐγὼ ἠρώτων πόσοι ἀξιωματικοὶ διατελοῦσιν ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς, καὶ ὁ περυσινὸς καὶ ὁ ἐφετεινὸς, ἀναγράφει ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 7 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἄρθρον 2 «ταγματάρχας ἀστυνόμους 5», ἐν τῷ σημειώματι τούτῳ ἀναγράφονται ταγματάρχαι 3 μόνον. Ὑποθέτω ὅτι τοῦτο εἶναι λάθος...
§124ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι λάθος.
§125ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν δὲν ἦναι λάθος, θὰ τὸ εὕρωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα χθὲς, περιεῖχεν ἄλλην αἴτησιν, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σήμερον ἐν ἐνεργείᾳ διατελούντων ἀξιωματικῶν καὶ περὶ τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὰς διαφόρους φρουρὰς καὶ φυλακὰς. Ἐπ’ αὐτῆς βεβαίως δὲν περιέμενον σήμερον ἀπάντησιν, διότι σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε γνῶσιν αὐτῆς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ ζητήσω συμπληρωτικῶς καὶ ἑτέρας τινὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων σημείωμα καταθέτω ἐγγράφως. Ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω δύο λέξεις προφορικῶς, ἵνα μὴ προκύψῃ ἀσάφεια καὶ ἑπομένως προσκομισθῶσι πληροφορίαι ἀτελεῖς. Ζητῶ λοιπὸν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: «Αʹ) Πόσοι ἀξιωματικοὶ διατελοῦσιν ἀπεσπασμένοι ἐκ τῶν ὀργανικῶν θέσεων αὐτῶν κατὰ σῶμα καὶ κατὰ βαθμὸν, καὶ ἀπησχολημένοι ὑπὲρ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, ἤτοι ὡς διοικηταὶ ἀποσπασμάτων πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας, ἢ τῶν φυγοδίκων ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους, ἢ ὡς ἐπόπται αὐτῶν—ἐννοεῖται δὲ, πλὴν τῶν ἀνηκόντων ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἀστυνομίαν, περὶ ὧν τὸ ἀπὸ 23 Νοεμβρίου σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ κατατεθὲν ἤδη εἰς τὴν Βουλήν. «Βʹ) Πόσοι ἀξιωματικοὶ, κατὰ σῶμα καὶ κατὰ βαθμὸν, εἰσὶν ἀπεσπασμένοι ἐκ τῶν ὀργανικῶν θέσεων αὐτῶν καὶ τοποθετημένοι εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας ἐν γραφείοις στρατιωτικοῖς ἢ πολιτικοῖς, ἢ ἐν ἀποστολαῖς ἐκτὸς τῶν σωμάτων ἢ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν, μηδὲ τῶν εἰς τὴν τοπογραφικὴν καὶ τὴν γεωδαιτικὴν ἐργασίαν ἀνηκόντων ἐξαιρουμένων. «Γʹ) Πόσοι ὁπλῖται τοῦ στρατοῦ, πλὴν τῶν ἀναμενόντων εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ τῶν ὁριστικῶς ἀπεσπασμένων εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀπασχολοῦνται εἰς τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας ἢ τῶν φυγοδίκων.» Κρίνω ὅμως ἀναγκαῖον νὰ ζητήσω διασάφησιν ἀπὸ τοῦδε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ 750 στρατιῶται,—πεζοὶ ἢ εὔζωνοι, ἀδιάφορον,—οἵτινες «ἀπεστάλησαν ἀρτίως πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἀστυνομιῶν», κατὰ τὸ ἀπὸ 23 Νοεμβρίου σημείωμα τοῦ Ὑπουργείου, εἰσὶν ἄλλοι; ἤ εἰσιν οἱ αὐτοὶ, περὶ ὧν ἐρωτῶ διὰ τῆς σημερινῆς σημειώσεώς μου ὑπὸ στοιχεῖον Γʹ;
§126ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως ἄλλοι εἰσὶν οἱ περὶ ὧν ἐρωτᾶτε νῦν, καὶ δὲν συγχέονται πρὸς τοὺς 750.
§127ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ὅταν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας, θὰ προσπαθήσω, ἀνερχόμενος πάλιν τὸ βῆμα καὶ ἀπασχολῶν τὴν Βουλὴν ἐπί τινα ὥραν, νὰ ἐκθέσω ἐν πλάτει καὶ ὑπό τινα νέαν ἄποψιν τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ ἐν Ἑλλάδι.
§128ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ συνταγματάρχου καὶ φρουράρχου Ἀθηνῶν κ. Στράτου περὶ τῆς ληστοσυμμορίας Παπακυριτσοπούλου καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν κ. Ἀποστολίδου περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, διότι νομίζω, ὅτι εἰς τὰς ἐκθέσεις ταύτας ἐστηρίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα προβῇ εἰς τοὺς χθὲς δημοσιευθέντας προβιβασμούς. Καὶ ἐπειδὴ θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν προβιβασμῶν τούτων, παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις αὗται.
§129Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, κανονίζον τὰ τῆς παρακρατήσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατηρτίσθη τῇ συμπράξει τῶν διαφόρων ἐπιτροπειῶν, τῶν ἐλθουσῶν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Πατρῶν, Ἠλείας, Τριφυλίας καὶ Πυλίας, καὶ τῇ προηγουμένῃ συνεννοήσει, ὡς ἐπληροφορήθην, μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀφοῦ προηγουμένως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§130ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§131ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔχωμεν οὕτω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ δώσωμεν μίαν ἔτι μέλαιναν ψῆφον κατὰ τῆς παρακρατήσεως.
§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὑπεγράψατε ὑμεῖς τὸ νομοσχέδιον, κύριε Βουλευτά;
§133Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 74).
§135ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Στέλλω σήμερον ἀντίγραφον δεύτερον τῆς ἐπερωτήσεώς μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς ἀφορώσης εἰς τὰ γεωργικὰ σχολεῖα. Πρόκειται περὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας τῷ ἐζήτησα τὴν 8 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, τὰς ὁποίας τῷ ὑπενθύμισα προχθὲς καὶ τὰς ὁποίας ἀκόμη δὲν ἔφερε. Τῷ στέλλω τὴν σημείωσιν, διότι ὑποπτεύω ὅτι θὰ ἐσιώπα, ἀξιῶν νὰ ὑποβάλω ἐγγράφως καὶ πάλιν τὰ ἐρωτήματά μου. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ μὲ κάμῃ νὰ ἐπανέλθω, ζητῶν αὐτὰς καὶ ἐκ τετάρτου.
§136ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ κανονιστικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰς ἐξετάσεις τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἀναφέρει ὅτι δύο λοχαγοὶ τοῦ πυροβολικοῦ λαμβάνουσι μέρος εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν. Θέλω νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν τῷ ὄντι δύο λοχαγοὶ τοῦ πυροβολικοῦ ἦναι μέλη τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἢ προσδιωρίσθησαν εἷς λοχαγὸς τοῦ πυροβολικοῦ καὶ εἷς τοῦ ὑλικοῦ. Πῶς τοῦτο συνέβη, ἐναντίον τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι δύο λοχαγοὶ τοῦ πυροβολικοῦ λαμβάνουσι μέρος εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια αʹ) Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τῆς χρήσεως 1894 ἐκ δραχ. 331,300.77 καὶ βʹ) Περὶ μὴ ἐπιβολῆς προσθέτου ὑπηρεσίας εἰς τοὺς κληρωτοὺς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1893 τοῦ νομοῦ Ζακύνθου. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς βʹ μὲν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ διαπλατύνσεως τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου», εἰς γʹ δὲ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τοῦ κ. Β. Μουσούρη, πληρεξουσίου τῆς Ρωσσικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς καὶ Ἐμπορικῆς Ἑταιρίας, συμβάσεως» καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Βραΐλᾳ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας Ἐμπειρίκων συμβάσεως»).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1895.
§139ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἰς τὴν δύναμιν αὐτὴν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, περιλαμβάνεται καὶ ἡ δύναμις τῆς ἀστυνομίας, ἤτοι ἡ τῶν ἀστυφυλάκων;
§140ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὄχι βεβαίως. Ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀστυνομίας περιλαμβάνονται μόνον οἱ ἀξιωματικοί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 189 καὶ 191 τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ΦϞΒʹ νόμου τῆς 19 Μαΐου 1860, τροποποιηθέντος διὰ τοῦ νόμου ᾼΥΞΕ’ τῆς 28 Μαΐου 1887. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§143ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀρκούντως συνεζητήθη πρότερον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠναγκάσθη, ὡς ἐκ τῶν παρεξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε, νὰ τὸ ἀποσύρῃ καὶ νῦν τὸ ἐπαναφέρῃ διωρθωμένον, διὰ τοῦτο δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω, διότι πιστεύω, ὅτι ἄνευ κωλύματος θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ γραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρερμηνείας ἐν τῷ μέλλοντι ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων, εἶναι ὅτι, ἀφοῦ συμψηφίζεται ἡ προφυλάκισις ἐν τῇ ποινῇ, οὐδεμίαν αὕτη ἔχει ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἀρχαιότητος τῶν καταδικαζομένων ἀξιωματικῶν καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ προφυλάκισις ὑπερβαίνῃ τὴν ποινὴν κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα. Τὴν διασάφησιν ταύτην μόνον ἐπεθύμουν νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μὴ γίνηται κἀμμία παρερμηνεία.
§144ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὴν δήλωσιν ταύτην ἐποιησάμην καὶ πρότερον κατὰ τὴν συζήτησιν.
§145ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἔχουσι κῦρος πλέον τὰ λεχθέντα τότε.
§146ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θεωρῶ περιττὴν τὴν διάταξιν τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως τοῦ νόμου, καθόσον, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ, ὅτι πᾶσα προφυλάκισις, ὑπερβαίνουσα τὸν μῆνα, κατὰ τὰ νῦν ἰσχύοντα, ὑπολογίζεται εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς καὶ ἑπομένως, ἂν ἡ ποινὴ δὲν ὑπερβῇ τοὺς δύο μῆνας, ὁ ἀξιωματικὸς οὐδὲν ἀπώλεσεν ὡς πρὸς τὴν ἀρχαιότητα.
§147ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἡ προφυλάκισις εἶναι τρίμηνος καὶ ὅτι ἡ καταδίκη εἶναι δύο μηνῶν· τὸ ὑπερβαῖνον τὴν ποινὴν διάστημα τῆς προφυλακίσεως δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἀρχαιότητος τῶν καταδικαζομένων.
§148ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νῦν διάταξιν, ἂν ἡ προφυλάκισις ὑπερβαίνῃ τὴν καταδίκην τῶν δύο μηνῶν, ἡ προφυλάκισις καταλογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, ὡς καταργουμένης ἤδη τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 191...
§149ΜΑΝΕΣΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§150ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. καὶ ἑπομένως ἡ προφυλάκισις τῶν δύο ἢ τριῶν μηνῶν πέραν τῆς διμήνου φυλακίσεως καταλογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας.
§151ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὡς παρετήρησα καὶ κατὰ προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, μεταξὺ τοῦ αʹ καὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου ὑπάρχει ἀντίφασις· διότι εἰς μὲν τὸ βʹ ἐδάφιον λέγει, ὅτι συμψηφίζεται διὰ τῆς ἀποφάσεως ἡ ποινὴ τῆς προφυλακίσεως, ἐνῷ διὰ τοῦ ἄλλου λέγει, ὅτι, ἂν γείνῃ ἀναθεώρησις ἢ ἀναίρεσις, ὁ χρόνος ὁ διαῤῥέων μεταξὺ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἢ τῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ὑπολογίζεται εἰς τὴν ποινήν. Δηλαδή, ἂν κατηγορούμενός τις κατεδικάσθη, ἐνῷ ἦτο προφυλακισμένος, ἔκαμεν ὅμως ἀναθεώρησιν ἢ ἀναίρεσιν, τότε κατὰ τὸ αʹ ἐδάφιον ὁ χρόνος ὁ διαῤῥέων ἀπὸ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀναθεωρήσεως ἢ ἀπὸ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀναιρέσεως μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ ἑτέρου τῶν ἐνδίκων τούτων μέσων δὲν καταλογίζεται εἰς τὴν ποινήν, ὅπερ σημαίνει ὅτι ἥ τε αἴτησις ἀναθεωρήσεως καὶ ἡ τῆς ἀναιρέσεως ἐπάγονται ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς. Τοιαύτην τινὰ ἔννοιαν δύναταί τις νὰ ἀποδώσῃ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἔννοια αὐτοῦ τοιαύτη, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν τροποποίησιν τοῦ λεκτικοῦ.
§152ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως ἡ προφυλάκισις αὕτη λογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας.
§153ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι θεωρεῖται ὡς προφυλάκισις καὶ ὁ διαῤῥέων χρόνος ἀπὸ τῶν ἐνδίκων μέσων μέχρι τῆς ἐκδικάσεως αὐτῶν· ἀλλ’ ὁ χρόνος αὐτὸς δὲν ἔχει συμψηφισθῆ διὰ τῆς ἀποφάσεως. Διὰ τοῦτο σᾶς παρεκάλεσα, ὅπως διορθωθῇ τὸ λεκτικὸν τοῦ αʹ ἐδαφίου. Ἠμπορεῖ νὰ λείψῃ ἐκ τῆς φράσεως «ἐὰν ὁ κατάδικος εὑρίσκεται εἰς προσωρινὴν φυλάκισιν καὶ οὐδὲν μετεχειρίσθη ἔνδικον μέσον, ἡ ποινικὴ διάρκεια ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως», νὰ λείψῃ, λέγω, ἡ φράσις «καὶ οὐδὲν μετεχειρίσθη ἔνδικον μέσον». Ἅμα ἀπαλειφθῇ τοῦτο, γίνεται σαφὲς τὸ νόημα.
§154ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως αἱ λέξεις «καὶ οὐδὲν μετεχειρίσθη ἔνδικον μέσον» πρέπει νὰ διαγραφῶσι.
§155ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἂς διαγραφῶσι.
§156ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ μιᾶς περιπτώσεως ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐὰν ἡ προφυλάκισις ἤθελε διαρκέσει ὑπὲρ τοὺς τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας, ἡ δὲ ποινὴ κατεγινώσκετο δίμηνος, ἦν δηλαδὴ ὑπερτέρα ἡ προφυλάκισις τῆς ποινῆς, γεννᾶται ἡ ἑξῆς ἀπορία: Θὰ ὑπολογισθῇ ἢ δὲν θὰ ὑπολογισθῇ ἡ προφυλάκισις;
§157ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἂν ἦναι πέραν τῶν δύο μηνῶν;
§158ΡΑΛΛΗΣ. Ναί. Ἡ καταδίκη ἐπῆλθε δίμηνος· ἀλλὰ τὴν καταδίκην ταύτην τὴν δίμηνον συμψηφίζετε πρὸς ὑπερτέραν προφυλάκισιν. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην τί συμβήσεται;
§159ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ μείνῃ ἐλεύθερος.
§160ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι· δὲν ἐννοεῖ αὐτό.
§161ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καὶ ὁ χρόνος ὁ ὑπερβαίνων λογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας.
§162ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν.
§163ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ὑφίσταται ἡ περίπτωσις τῆς ἀπολύσεως ἀπολύεται. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας. Ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως, ἡ προφυλάκισις θεωρεῖται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας κατὰ τὴν ὑφισταμένην διάταξιν, ἀλλ’ ἕπεται, ὅτι θεωρεῖται καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἡ προφυλάκισις ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, διότι ἐπέρχεται ἀπόλυσις, διότι ἐξομοιοῦται ἡ ἀπόλυσις πρὸς τὴν ἀθώωσιν;
§164ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶν ὅ,τι δὲν εἶναι ποινὴ, εἶναι χρόνος ὑπηρεσίας. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι σαφεστάτη.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ τῶν λέξεων «καὶ οὐδὲν μετεχειρίσθη ἔνδικον μέσον» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§166ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηγήθη σαφῶς ἡ διάταξις.
§168ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πᾶσα προφυλάκισις ὑπερβαίνουσα τὴν καταδίκην τῶν δύο μηνῶν ἐννοεῖται ὅτι λογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, ἐπέρχεται δὲ τότε ἡ ἀπόλυσις τοῦ καταδικασθέντος.
§169ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δηλαδὴ μόνη ἡ ὡς ποινὴ καταγνωσθεῖσα φυλάκισις λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει. Ἡ ποινὴ, καὶ ὄχι ἡ προφυλάκισις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, διαγραφεισῶν τῶν λέξεων «καὶ οὐδὲν μετεχειρίσθη ἔνδικον μέσον»).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§171ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Σταυρόπουλος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχεν ἐρωτήσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν, καὶ ὀρθότατα ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τότε, ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν αἱ ἀποφάσεις καὶ αἱ τροποποιήσεις αὗται ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς καταδικαζομένους παρὰ τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, διότι δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ περὶ τῶν στρατιωτικῶν. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἔχω καὶ ἡ Βουλὴ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει, παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε καὶ παραγγείλητε τὴν τύπωσιν τροπολογίας, ἣν ὑποβάλλω. Διότι, ἂν μείνῃ ἐν ἰσχύϊ ἡ αʹ § τοῦ ἄρθρου 191, ὡς ἔχει, θ’ ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀποφάσεις παντὸς δικαστηρίου, αὐτὸ δὲν λέγει ὅμως τὸ ἄρθρον 189, ἀλλὰ λέγει: «Ἡ ποινικὴ διάρκεια τῶν ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων καταγινωσκομένων ποινῶν ἄρχεται κλπ.» Αὐτὴν τὴν τροπολογίαν ἀκριβῶς ζητῶ. Μεταβάλλεται δηλ. μόνον ἡ λέξις «παρ’ οἱουδήποτε δικαστηρίου», ὅπως εἶναι καὶ ἡ ἔννοια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, καὶ τίθεται «ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων». Ὑπολείπεται δὲ τῷ κ. Ὑπουργῷ νὰ φέρῃ εἰδικὴν διάταξιν περὶ τῶν ὑπὸ πολιτικῶν δικαστηρίων δικαζομένων ἀξιωματικῶν.
§172ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἂς τυπωθῇ ἡ τροπολογία σας, καὶ αὔριον βλέπωμεν.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 75). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 145 καὶ 146 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§175ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ ἦτο ἴσως ἀκριβέστερον, ἄν ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν τίθησι τὸ νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὴν κοινοποίησιν τῶν δικογράφων εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ στρατιωτικούς, μετεβάλλετο, καὶ ἠκολουθεῖτο ὁ κανὼν τοῦ ἄρθρου 143, δηλονότι τῆς προσωπικῆς κοινοποιήσεως. Τὴν ἰδέαν ταύτην ἐκφράζω, πρῶτον διότι εἶναι διαφορετικὴ ἡ φύσις τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν κοινοποίησιν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τὸν κατὰ τόπους, ὅστις καὶ γνωρίζει ποῦ εὑρίσκεται ὁ πρὸς ὃν γίνεται ἡ κοινοποίησις καὶ ἐνεργεῖ ἵνα διαβιβασθῇ εἰς αὐτὸν τὸ ἔγγραφον, καὶ διαβιβάζεται τοῦτο διὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας· δεύτερον, διότι αἱ περιφέρειαι αἱ ἀστυνομικαὶ εἶναι μεταβληταὶ διὰ Β. Διατάγματος, καὶ νόμος στηριζόμενος εἰς τοιαύτας μεταβλητὰς περιφερείας, αἱ ὁποῖαι ἑπομένως μεταβάλλουσι καὶ τὴν διαμονὴν τοῦ προσώπου, πρὸς τὸ ὁποῖον θὰ γίνηται ἡ κοινοποίησις, δὲν εἶναι ὀρθός. Πρὸς τοὺς ἀστυνομικοὺς ὑπαλλήλους, μὴ ὑπαγομένους εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Φρουραρχείου, δύναται νὰ γίνεται ἡ κοινοποίησις προσωπικῶς. Ἐννοῶ δὲ καὶ τοὺς ἀστυνόμους καὶ τοὺς λοιποὺς ἀστυνομικοὺς ὑπαλλήλους. Τοιαύτη ἐπίδοσις εἶναι ἁπλουστέρα καὶ διὰ τὰς εἰρηνοδικειακὰς μάλιστα ὑποθέσεις εὐκολωτέρα, διότι ἡ εἰς τὸν κατὰ τόπους ἀστυνομικὸν ἀρχηγὸν τῆς δικαστικῆς περιφερείας ἐπίδοσις εἶναι δύσκολος, καθότι πολλάκις οὗτος ἑδρεύει μακρὰν, ἐνῷ ὁ ἀστυφύλαξ μένει ἐν τῷ χωρίῳ, ὡς συμβαίνει ἐν Κορινθίᾳ, ἐν τῇ ἀστυνομικῇ περιφερείᾳ Φενεοῦ–Σικυῶνος, ὅπου ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς μένει ἐν Κιάτῳ. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, προκειμένου μάλιστα περὶ μερῶν, ὅπου εἶναι δύο ἢ τρία Εἰρηνοδικεῖα, θὰ παρεμβάλληται εἰς τοὺς διαδίκους δυσχέρεια καὶ θὰ γεννᾶται σύγχυσις. Διὰ τοῦτο προτιμότερον εἶναι νὰ γίνηται προσωπικῶς ἡ ἐπίδοσις πρὸς τοὺς ἀστυφύλακας καὶ ὑπαξιωματικοὺς ἀπ’ εὐθείας καὶ ἀμέσως ὑπὸ τοῦ κλητῆρος.
§176ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει πρὸς συζήτησιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 40′ μ. μ.