1894.11.25
2.054 στίχοι · 15.415 λέξεις · 186 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
τῆς 25 Νοεμβρίου 1894.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Γ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κρεωπῶλαι Χαλκίδος διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Πολλοὶ καπνέμποροι Πατρῶν παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ καταργήσῃ τὸν ἐπὶ τοῦ ταμβάκου φόρον. Ὁ δήμαρχος Ληξουρίου ἀποστέλλει ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τῆς 6 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ἀφορῶν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου τῆς σταφίδος εἰς εἶδος. Ὁ Νικήτας Πετρίδης, Ἕλλην διαμένων ἐν Κωνσταντινουπόλει, παραπονεῖται ὅτι ἡ Βασιλικὴ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία, καίτοι πρὸς αὐτὴν ἀπετάθη, οὐδὲν ἄχρι τοῦδε ἐνήργησεν ὑπὲρ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας του παρὰ τῶν Ὀθωμανικῶν ἀρχῶν.
§2ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εὐθὺς, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰς ἀρχαιρεσίας τῆς Βουλῆς παρεκάλεσα τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅπως πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐλήφθη μέτρον τι ὑπὲρ τῶν καταστραφέντων ἐκ θεομηνίας κατοίκων τοῦ δήμου Μυρτουντίων. Χθὲς ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Στεφανόπουλος ἐπανέλαβε τὴν παράκλησιν ταύτην, σήμερον δὲ ἀναγκάζομαι πάλιν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἰδίως, ὅπως λάβῃ ἓν μέτρον καὶ διὰ τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου Μυρτουντίων, τοὺς καταστραφέντας ἐξ ὁλοκλήρου, κατὰ τὰς πληροφορίας αὐτοῦ τοῦ νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, καὶ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀρωγὸς εἰς αὐτοὺς, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θεωρῇ τοὺς κατοίκους τοῦ μέρους ἐκείνου Ἕλληνας. Διότι παρατηρῶ ὅτι, ἀφ’ ἧς ἤρχισαν αἱ καταστροφαὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, πάντοτε καὶ παντοῦ ἔρχεται ἀρωγὸς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῶν καταστρεφομένων, πλὴν τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας. Δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον γίνεται τοῦτο, ἐκτὸς ἐὰν γίνηται διότι ἡ ἐπαρχία ἐκείνη εἶναι ἡ μᾶλλον φορολογουμένη ἐπαρχία τοῦ Κράτους. Ἐὰν γίνηται πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, πρέπει νὰ τὸ μάθωσιν οἱ κάτοικοι τοῦ μέρους ἐκείνου, ἵνα παύσωσιν ἀποτίοντες τοὺς φόρους των. Πληροφορῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ λέγω, ἤρξατο λαμβάνον χώραν. Προχθὲς χωροφύλακες μεταβάντες ὅπως συλλάβωσί τινα εἰς τὸ χωρίον Μπροῦμα τοῦ δήμου Ὀλυμπίας, ἀπεκλείσθησαν καὶ ἐδάρησαν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως λάβῃ ἓν μέτρον διὰ τὸν δυστυχῆ καὶ πεινῶντα λαὸν τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, καὶ ἰδίως διὰ τὸν δῆμον Μυρτουντίων, διότι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν λάβη μέτρον σύντονον καὶ ταχὺ, θὰ μεταμεληθῇ.
§3ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν, ἣν τῷ ἀπηύθυνα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, περὶ τῶν δυστυχῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μεροκόβου, κατέθεσε κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου τηλεγράφημα τοῦ νομάρχου Τρικκάλων, ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν τῶν συμβάντων. Δὲν θέλω νὰ διαφιλονεικήσω τὴν καλὴν πίστιν τοῦ τηλεγραφήσαντος νομάρχου, παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τηλεγραφήσῃ καὶ πάλιν εἰς τὸν νομάρχην, ἵνα ζητήσῃ πληροφορίας, καὶ θὰ ἴδῃ ὁ νομάρχης, ὅτι τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα εἶναι ἀκριβῆ, ἀκριβέστατα. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἐκεῖ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ, ὅπως ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις 50 ἢ 60, νομίζω, συλληφθέντων ὡς ὑποθαλπόντων τοὺς λῃστὰς Τσεκουραίους καὶ εὑρισκομένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Τρικκάλων. Εἶναι ἄδικον 60 οἰκογενειάρχαι νὰ παραμένωσι πλέον τοῦ μηνὸς εἰς τὰς φυλακὰς, κατηγορούμενοι ἐπὶ ἁπλῇ ὑποθάλψει ὑπὸ τοῦ ἀποσπασματάρχου ἐνωμοτάρχου. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω μεγάλην πεποίθησιν, θέλει διατάξει τὰ δέοντα, ὡς καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει τηλεγραφήσει καὶ θέλει πληροφορήσει τὴν Βουλὴν περὶ τῶν γενομένων.
§4ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκα, εἶναι ἐπαρκής.
§5ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ νομάρχης σᾶς ἐτηλεγράφησεν, ὅτι δὲν συνέβη τίποτε· ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι συνέβησαν ὅλα ὅσα ἀνέφερα.
§6ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ νομάρχης μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι περὶ βιαιοπραγιῶν οὐδὲν γνωρίζει· γνωρίζει μόνον, ὅτι εἶχε νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ἀστυνόμος ἐντάλματα τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς κατά τινων πολιτῶν, τῶν ὁποίων τὸν ἀριθμὸν ἀναφέρει, καὶ συνέλαβεν αὐτοὺς καὶ τοὺς ἀπέστειλεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Μέχρις αὐτοῦ ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι πλήρης. Ἤδη ἄρχεται ἡ σύστασις, τὴν ὁποίαν κάμνετε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ μέτρα διοικητικὰ, ἵνα ἐπιταχυνθῇ ἡ ἀνάκρισις.
§7ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶναι δύο χωριστὰ ζητήματα. Τὸ ἓν ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἕτερον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον, ἀπαντῶν ἐπὶ τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τοῦ νομάρχου Τρικκάλων, λέγω, ὅτι ἡ πληροφορία τοῦ νομάρχου δὲν εἶναι ἀκριβής. Πιθανὸν τὰ συμβάντα νὰ μὴ περιῆλθον ἀκόμη εἰς γνῶσιν τοῦ νομάρχου, βεβαιῶ ὅμως, ὅτι συνέβησαν, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσητε εἰς τὸν νομάρχην καὶ ζητήσητε πληροφορίας.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ πρότασις, κύριε Πρόεδρε, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΒʹ, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου, δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ, καθόσον μάλιστα δὲν εἶναι πρότασις, ἡ ἐπιψήφισις τῆς ὁποίας δύναται νὰ προκαλέσῃ ἀντιῤῥήσεις.
§9Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναγραφῇ.
§10ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας τῶν Κυκλάδων, μέχρι τοῦδε δὲ οὐδεμίαν εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ γραμμή. Ἡ γραμμὴ ἐξακολουθεῖ οὖσα διακεκομμένη, οἱ δὲ ὑπάλληλοι τοῦ τηλεγραφείου διατείνονται, ὅτι ἡ ἐναέριος γραμμὴ λειτουργεῖ, ἀλλ’ ὅτι τὸ καλώδιον ἐβλάβη. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθές, τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν, ἢ νὰ διορθώσῃ τὸ καλώδιον ταχέως, ἢ ἄλλως νὰ μὴ λαμβάνῃ τὰ διπλᾶ τέλη, τὰ ὁποῖα πληρόνομεν ὅλοι οἱ εἰς τὰς Κυκλάδας ἀποστέλλοντες ἢ ἐξ αὐτῶν λαμβάνοντες τηλεγραφήματα. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι ἡ ζημία εἶναι μεγίστη.
§11ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐνόμισα ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, διότι ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου, ὅπως λάβω μέτρα περὶ τοῦ θέματος. Ὑποθέτω ὅτι ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἐμελέτησα τὸ θέμα καὶ ἔλαβον τὰ προσήκοντα μέτρα.
§12ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀλλ’ ἡ μελέτη σας ἐξηκολούθησε καὶ καθ’ ὅλον τὸν παρελθόντα χειμῶνα, καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖ ἐπληρόναμεν τὰ διπλᾶ τέλη. Ὥστε πολὺ βραδέως μελετᾶτε τὰ πράγματα, καρκινοβατεῖτε, κύριε Ὑπουργέ! (ἱλαρότης).
§13ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐν τούτοις παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ ταχέως.
§14ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀναγκάζομαι ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου νὰ ἀπαντήσω, μετὰ τὰς ὑποβληθείσας σημειώσεις ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς σμύριδος. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ὅσον πολλοὶ ἐνόμισαν ἀνάξιον εὐρείας συζητήσεως καὶ ἀναπτύξεως, καὶ πιστεύω ὅτι, προϊούσης τῆς συζητήσεως, ἡ Βουλὴ θέλει ἀντιληφθῆ τῆς σπουδαιότητος τοῦ θέματος. Δὲν ἀποδίδω πρόθεσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, προκειμένου περὶ ζητήματος ἀφορῶντος σπουδαίως τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, παραβλέπει ταῦτα, ἀλλ’ ἀγνοῶ, πῶς ἀπὸ τῆς εἰσόδου αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κακῶς ἀντελήφθη τῶν πραγμάτων, κακῶς δὲ ἀντελήφθη καὶ τῶν συμφερόντων, ἡ μέριμνα τῶν ὁποίων ἐπεβάλλετο καὶ ἐπιβάλλεται εἰς πάντα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου περὶ τοσοῦτον σπουδαίου συμφέροντος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπανειλημμένως καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν, καὶ ἐκ γενικοῦ συμφέροντος, προκειμένου περὶ συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἐξ ἰδιαιτέρου συμφέροντος, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς νήσου, εἰς τὴν ὁποίαν κεῖται τὸ σπουδαῖον τοῦτο προϊόν, ἐνόμιζον ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καλλιτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἐλάμβανε. Καὶ μέχρι μὲν τοῦ 1890 ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν βεβαίως ἔφερεν εὐθύνην ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ προϊόντος τούτου, διότι τοῦτο εἶχε διατεθῆ διὰ πολυετοῦς ἐνοικιάσεως, ληξάσης κατὰ τὸ 1890. Ἀλλ’ ἔκτοτε καὶ ἀφ’ ὅτου ἀπὸ τοῦ 1892 ἦλθεν αὖθις ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τὰς παραστάσεις μάλιστα, αἱ ὁποῖαι καὶ ἰδιαιτέρως καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τὰ ἐγένοντο παρ’ ἐμοῦ, ὤφειλε νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο καὶ εἰς πάντα ἐνδιαφερόμενον διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα· ἀλλ’ ἄλλως ἔδοξεν αὐτῷ. Ἐνόμισεν ὅτι σύστημα, τὸ ὁποῖον βεβαίως αὐτὸς δὲν ἐξεῦρεν, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸ ἀκολουθήσῃ, διότι τὸ σύστημα τοῦτο ἐψηφίσθη ἀπὸ προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἤθελε τελεσφορήσει, τὸ σύστημα ὅμως τοῦτο δυστυχῶς ἀπεδείχθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἦτο ἀνεπιτυχέστατον, διότι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπεδείχθη ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ οὐ μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ σχετικῶς πρὸς τὸ ἰδιαίτερον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐγὼ, ὡς πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν συνεπαρχιωτῶν μου Ναξίων. Γνωστὰ εἶναι εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἀναπτυχθέντα σχετικῶς, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἀναπτύξω ἐκ νέου· θὰ περιορισθῶ ἑπομένως νὰ ἐξελέγξω τὰ σημειώματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὑπέβαλε καὶ ἅτινα σήμερον διενεμήθησαν εἰς ἡμᾶς, ἂν καὶ, ὡς μὴ ὤφελε, δὲν ἐτυπώθη καὶ δὲν διενεμήθη συγχρόνως καὶ τὸ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὑποβληθὲν συμπληρωτικὸν σημείωμά του περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1894. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πρώτου σημειώματος ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν ὅτι ἡ ἐπαναληφθεῖσα ἐπερώτησίς μου περιωρίζετο μόνον εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ἔτους 1893 καὶ οὐχὶ καὶ τοῦ 1894· ἡ μνήμη δὲν τὸν ἐβοήθησε, καὶ οὐδὲν εἰς τοῦτο ἔχω νὰ εἴπω. Ἐγὼ ὅμως, ζητήσας τοῦτο ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς, εἶδον ὅτι δὲν ἔσφαλα, ἀλλ’ ὅτι ὡρισμένως εἶχον ζητήσει νὰ ὑποβάλῃ σημείωμα καὶ διὰ τὴν εἴσπραξιν καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1894. Δὲν ἔχω τὴν σημείωσιν ταύτην ὑπ’ ὄψιν μου, διότι, ὡς εἶπον, αὕτη δὲν ἐτυπώθη καὶ δὲν διενεμήθη, ἀλλὰ μοὶ εἶναι ἄχρηστος, διότι καὶ ἄνευ τοῦ σημειώματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζω ὁποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαχειρίσεως τοῦ λήγοντος ἤδη ἔτους. Κατὰ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προχείρου ἐξελέγξεως ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ σχετικοὶ προϋπολογισμοὶ του καθ’ ὅλα τὰ ἔτη τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον διηύθυνεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἦσαν ἐσφαλμένοι. Εὔχομαι καὶ ηὐχόμην νὰ μὴ ἦσαν ἅπαντες οἱ προϋπολογισμοὶ, οἱ ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν εἰδικῶν κεφαλαίων τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ, τόσον ἐσφαλμένοι καὶ τόσον ἀνακριβεῖς, ὡς εἶναι ὁ προκείμενος. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀμφιβάλῃ περὶ τούτου, μετὰ τὴν σύντομον ἀνάπτυξιν καὶ συμπαραβολὴν τῶν σχετικῶν ἀριθμῶν μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ὅστις ἀναγράφει καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1894, καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον καθυπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ 1891. Εἰς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλε προχθὲς, ἀναγράφει ὅτι κατὰ τὸ 1893 ἡ μὲν ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων ἐπώλησε, — διότι ἀναγράφει «ἔσοδα πωλήσεως», καὶ ἐπὶ τούτου θὰ ἐπανέλθω, — 3,789 τόννους, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπ’ εὐθείας ἐπώλησε χιλίους τόννους· τοῦτο τὸ γνωρίζω, διότι τοὺς ἠγόρασεν ὁ ἐν Σύρῳ ἔμπορος Α. Μαυρογορδάτος πρὸς 65 φράγκα χρυσᾶ τὸν τόννον. Ἐν συνόλῳ, κατὰ τὸ σημείωμα τοῦτο, ἐπωλήθησαν 4,789 τόννοι ἐκ τῶν 17,000 τόννων, οἵτινες ὤφειλον νὰ πωληθῶσιν. Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, δὲν ἐπώλησεν ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων 3,789 τόννους, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος συνάδελφος κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ σημείωσιν περὶ τῶν ἀποθεμάτων τῶν εὑρισκομένων ἐν ταῖς διαφόροις ἀποθήκαις τοῦ τόπου τῆς καταναλώσεως ἐκ τῶν ἐξαχθέντων καὶ ἀποσταλέντων ἐκεῖ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ναὶ, ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐξήχθησαν ἐκ τοῦ τόπου 3,789 τόννοι διὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐπωλήθησαν καὶ ἅπαντες, καὶ δὲν ἐπωλήθησαν—διὰ νὰ μὴ ἐπανέρχωμαι πάλιν εἰς τὰ ἴδια—διότι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν πωλήσεων διὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ἀνεπιτυχέστατον, καθόσον, ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους οἱ ὑπάλληλοί του γνωρίζουσι, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει, ἀντὶ νὰ φορτώνηται ὀρυκτὸν σμύριδος, τὸ πλεῖστον ἐξ αὐτοῦ εἶναι κοιναὶ πέτραι καὶ τὸ πλεῖστον ἐξ αὐτοῦ ἀποστέλλεται εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς καταναλώσεως, χωρὶς νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καταναλωθῇ, διότι βεβαίως οἱ ἀγορασταὶ δὲν εἶναι πρόθυμοι νὰ ἀγοράζουν τὰς κοινὰς πέτρας τῆς Νάξου.
§15Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ....
§16ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἤκουσα τί ἰδιαιτέρως ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν συνάδελφόν μας. Πρόκειται περὶ ἀποστολῶν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐξήχθησαν μόνον 4,700 στατῆρες.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπωλήθησαν.
§18ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, σᾶς παρακαλῶ δι’ οἱουδήποτε τρόπου νὰ γείνῃ ὁ ἔλεγχος. Ἐξήχθησαν, ἐφορτώθησαν καὶ ἀπεστάλησαν...
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ εἰσεπράχθη ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ὁλόκληρον τὸ ποσόν.
§20ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὅταν προχωρήσω, θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἔχετε λάθος... Ἐφορτώθησαν...
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπωλήθησαν.
§22ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δέχομαι ὅτι τὸ σημείωμά σας εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι τὰ ἀποθέματα ἐν ταῖς διαφόροις ἀποθήκαις ὑπερβαίνουσι τοὺς 2,000 τόνους, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε πολὺ καλῶς καὶ διὰ τοῦτο ἀπεφύγατε ν’ ἀπαντήσητε εἰς τὴν σχετικὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου. Δέχομαι λοιπὸν, ὅτι ἐπωλήθησαν κατὰ τὸ 1893 τόννοι 3,700, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν οἱ 2,000 προέρχονται ἐκ τῶν ἀποστολῶν καὶ ἀποθεμάτων τῶν προηγουμένων ἐτῶν, διότι κατὰ τὸ 1890, 1891 καὶ 1892 οὐδεμία πώλησις ἐγένετο, ἀφοῦ δυστυχῶς αἱ Κυβερνήσεις οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβον περὶ διαθέσεως τῶν ἀποσταλέντων εἰς τοὺς διαφόρους τόπους φορτίων τοῦ προϊόντος τούτου. Αἱ πληροφορίαι δὲ, τὰς ὁποίας ἔχω,—καὶ ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς,—λέγουσιν ὅτι ἐκ τῶν ἀποσταλέντων ποσῶν κατὰ τὸ 1893 δὲν ἐπωλήθησαν παρὰ μόνον 2,000 τόννοι, καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πωληθῇ μεῖζον ποσὸν, διότι ἡ ἐπιτήρησις, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐξηκολούθει νὰ ἔχῃ διὰ τὴν ἐξόρυξιν, τὴν παραλαβὴν καὶ ἀποστολὴν τοῦ προϊόντος τούτου, εἶναι λίαν ἐλαττωματικὴ καὶ διότι ὁ ἐντεταλμένος παρ’ ὑμῶν, κύριε Ὑπουργὲ, ὑπάλληλος ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀποστέλλει πέτρας, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς δαπάνας, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅταν φθάνῃ τὸ ὀρυκτὸν ἐκεῖ, βεβαίως οἱ ἀγορασταὶ δὲν εἶναι πρόθυμοι ν’ ἀποκαθαίρωσι τὸ προϊὸν καὶ ἀποῤῥίπτωσι τὰς πέτρας, τὰς ὁποίας ὁ ὑπάλληλός σας ἀποστέλλει, καὶ νὰ παραλαμβάνωσι τοῦτο. Τοιοῦτος εἶναι ὁ ὑπάλληλός σας. Κατὰ τὰς πληροφορίας λοιπόν, τὰς ὁποίας ἔχω, ἐκ τοῦ ἐξαχθέντος καὶ ἀποσταλέντος ὀρυκτοῦ κατὰ τὸ 1893 δὲν ἐπωλήθησαν ἢ μόνον 2,000 τόννοι, πρὸς 100 φράγκα χρυσᾶ ἕκαστος· εἰσέπραξε λοιπὸν ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων 200,000 φράγκων χρυσῶν, ἀπέναντι δὲ τούτων ἐδαπανήσαμεν 600 χιλιάδας δραχμῶν. Μήπως ἔχω λάθος; Ὑποθέτω ὅτι ὁ προϋπολογισμός σας δὲν μὲ διαψεύδει. Διακόσιαι χιλιάδες φράγκων χρυσῶν, μὲ ὅσην καὶ ἂν προσθέσητε ὑπερτίμησιν, εἴτε 70% διὰ τὸ 1893, εἴτε 90%, ἀποφέρουσι 340,000 φράγκα, καὶ ἀπέναντι αὐτῶν διὰ δαπάνας τί ἐπληρώσαμεν; Ἑξακοσίας ἐννέα χιλιάδας δραχμῶν. Καὶ διὰ τοιούτου συστήματος νομίζετε σεῖς, ὅτι αὐτὸ τὸ σπουδαιότατον προϊόν δύναται νὰ ἐξηπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου! Διὰ νὰ μὴ ἀοριστολογῶ δὲ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐρεισθῶ συγκεκριμένως ἐπὶ τῶν ἐγγράφων τούτων σημειώσεών σας, ἐπὶ τῶν ἀπολογισμῶν σας, ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν σας, θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μοὶ ἐπιτρέψουν νὰ ἀναγνώσω αὐτὰ τὰ σημειώματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἀορίστως βεβαιοῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὴν σπουδαίαν ταύτην πρόσοδον τοῦ δημοσίου ταμείου διαχειρίζεται εἴπερ τις καὶ ἄλλος πρὸς τὸ συμφέρον αὐτὸ τοῦ δημοσίου ταμείου. Διότι τὸν ἠκούσαμεν ἐπανειλημμένως λέγοντα καὶ βεβαιοῦτα τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκ τοῦ νομήματος τῆς σμύριδος τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔχει καθαρὰν πρόσοδον 330,000 δραχμῶν.
§23Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοῦτο.
§24ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τὸ βεβαιοῦτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σας.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται πρόσοδος ἀκαθάριστος εἰς χρυσόν.
§26ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δέχομαι τοῦτο, διότι βεβαίως τοιουτοτρόπος γίνονται οἱ προϋπολογισμοί· προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων. Πολὺ ὀρθῶς καὶ πολὺ λογιστικῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συντάσσει τοὺς προϋπολογισμούς, ἀλλ’ ἔστω, ἐν τῇ ἀγνοίᾳ μας ἡμεῖς ἐγενόμεθα θύματα πρὸ τῆς τοιαύτης λογιστικῆς παραστάσεως. Ἀλλὰ μήπως καὶ ἡ τοιαύτη λογιστικὴ ἀναγραφὴ ἦτο ἀκριβής; Ἀκούσατε. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 ἀναγράφει ὡς πρόσοδον μεταλλείων καὶ λατομείων 775,000 δραχμῶν· τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἐπειδὴ ἐνδιαφέρει περισσότερον ἐμὲ, ἐπέσυρε συνεπῶς καὶ περισσότερον τὴν προσοχήν μου, καὶ δι’ αὐτὸ θέλω νὰ σᾶς ἀποδείξω οὐχὶ ἐκ τοῦ ὄνυχος τὸν λέοντα, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποδὸς αὐτὸν, διότι ποῦς τοῦ λέοντος εἶναι ἡ διαχείρισις τοῦ προϊόντος τούτου. Λοιπὸν κατὰ τὸ 1891 προϋπελογίσθησαν 775,000 δραχμῶν, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μόνον 75,000, κατὰ τὰς ἀρχὰς δὲ τοῦ 1892 δὲν ἐξήχθησαν ἢ μόνον 20,000 καντάρια, καὶ ταῦτα ἦσαν μᾶλλον κοινοὶ λίθοι καὶ ὄχι ὀρυκτὸν, καὶ ὡς τοιοῦτοι ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν θάλασσαν εἰς τὸ Ἀμβοῦργον, ἀφοῦ ἐπλήρωσε τὸ Δημόσιον διὰ ναῦλον ἀρκετὰς χιλιάδας δραχμῶν. Ἐξακολουθεῖ λοιπὸν τὸ ζήτημα αὐτὸ οὕτω διαχειριζόμενον μέχρι τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1892, ὅτε ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος νῦν Πρωθυπουργός. Παρεστάθησαν αὖθις ἀμέσως εἰς αὐτὸν τότε τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ συστήματος ἐκείνου, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ἀναγράφων καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 ἔσοδον μὲν 430,000 δραχμῶν, δαπάνην δὲ 520,000 δραχμῶν. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἡμεῖς θὰ πεισθῶμεν ἢ θὰ ἀντιληφθῶμεν ὅτι, ψηφίζοντες τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, δὲν ἐγνωρίζομεν τί ἐπράττομεν. Διότι στοιχειωδῶς καὶ ἐκ τοῦ προχείρου ὠφείλομεν πάντες, ψηφίζοντες τοιοῦτον προϋπολογισμὸν, εἰς οἰανδήποτε πτέρυγα καὶ ἂν ἀνήκωμεν, νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ὠφελείας τοῦ δημοσίου ταμείου ἢ ἐπρόκειτο περὶ ζημίας, διότι ἐπὶ τέλους αἱ 532,000 δραχμῶν εἶναι πολὺ περισσότεραι ἀπὸ τὰς 430 χιλιάδας. Καὶ ἐν τούτοις, ὡς γενικῶς εἶναι γνωστὸν, καθ’ ὃν τρόπον ψηφίζονται ἅπαντες οἱ προϋπολογισμοὶ, ἐψηφίσθη καὶ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος. Ἀλλὰ θὰ ἦτο πολὺ μικρότερον τὸ κακὸν, ἂν ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου ἦτο τόση, ὅση προκαταρκτικῶς ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλήν. Διότι ἀντὶ 430,000 δραχμῶν ἐσόδου ἐπῆλθεν ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1892, ὁ ὁποῖος ἀπέδειξεν, ὅτι δυστυχῶς δὲν εἰσεπράχθησαν παρὰ μόνον 110,000 δραχμῶν. Ἐπέρχεται κατόπιν τὸ 1893, καθ’ ὃ ὑπεβλήθησαν αἱ γνωσταὶ ἐκεῖναι ἐπερωτήσεις περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ προϊόντος τούτου, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1893, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, σημειώματα, τὰ ὁποῖα ἔχω πρόχειρα καὶ κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ μὲν ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 345,000 φράγκα χρυσᾶ, ἀπεσιώπα δὲ τὰ περὶ τῶν δαπανῶν. Ἐντεῦθεν οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν, ὡς μὴ δυνάμενος, οὔτε ἔχων τὸν καιρὸν, οὔτε ἔχων τὸ ἀμεσώτερον ἐνδιαφέρον νὰ καταγείνῃ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς τοιαύτης σημειώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπείσθη ὅτι τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ νομήματος τούτου τοῦ Κράτους θὰ ἀνέρχεται εἰς τόσας χιλιάδας φράγκων χρυσῶν. Καὶ τὸ σημείωμα αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τότε ἐπὶ τῇ εἰδικῇ μομφῇ μου, ὅτι ἀπέκρουσε προτάσεις, ὑποβληθείσας εἰς αὐτὸν, περὶ πολυετοῦς ἐνοικιάσεως, κατὰ τὰς ὁποίας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ εἰσήγοντο ἐτησίως 500,000 φράγκα χρυσᾶ, καὶ ἐκ τῶν προτάσεων τούτων ἀσφαλῶς καὶ ἄνευ μείζονος εὐθύνης τοῦ δημοσίου ταμείου θὰ ὠφελεῖτο τοῦτο, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν διὰ τὰ ἐργατικὰ δικαιώματα, τοὐλάχιστον 360,000 φράγκα χρυσᾶ, δηλαδὴ σήμερον, κατὰ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, περὶ τὰς 600,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ λοιπὸν μομφῇ, τῇ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθείσῃ, διὰ τὴν κακὴν ἐκτίμησιν τῶν ὑποβληθεισῶν εἰς αὐτὸν προτάσεων, ὑπέβαλε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐντελῶς ἀνακριβὲς, τὸ ὁποῖον δὲν παρεῖχεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ στοιχεῖα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο αὕτη νὰ ἐννοήσῃ, ἂν καὶ κατὰ πόσον πράγματι προστατεύωνται τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου. Μᾶς ὑπεδείκνυεν εἰς τὴν σημείωσιν ἐκείνην, ὡς προεῖπον, ὅτι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ εἰσήρχετο καθαρὰ πρόσοδος περὶ τὰς 400,000 δραχμῶν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι τότε, ὑποβάλλων τὸ σημείωμα ἐκεῖνο, ἔλεγεν ὅτι «τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπροτίμησα, τῆς διαχειρίσεως τῆς σμύριδος διὰ πρακτορείων, εἶναι σχετικῶς τὸ συμφερώτερον διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι αἱ προτάσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι δὲν ἐξησφάλιζον μείζονα πρόσοδον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχω καὶ ἐννοῶ νὰ ἐξακολουθήσω, θὰ παρέχῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, (ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ἀπέκρουσα τὰς προτάσεις ἐκείνας». Καὶ ἐγὼ τότε ἐδικαιούμην νὰ γελῶ, διότι ἐγνώριζον, ὅτι ἦτο ἀδύνατον τὸ σύστημα ἐκεῖνο νὰ ἐξασφαλίσῃ πρόσοδον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πλέον τῶν 100,000 δραχμῶν. Ταῦτα δὲν λέγω τὴν στιγμὴν ταύτην μόνον, ταῦτα λέγουσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, ταῦτα δὲ περιέχουσι καὶ τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας τότε κατὰ τῶν παρατηρήσεών μου ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐπῆλθε τὸ ἔτος 1893, — διότι τότε ἦτο γνωστὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1892, — ἐπῆλθε τὸ ἔτος 1893, τότε δὲ ἰδίως ὑπέβαλον ἐγὼ τὰς ἐπερωτήσεις μου· ἀλλὰ τότε μετὰ μεγαλειτέρου θάῤῥους καὶ μετὰ μεγαλειτέρας πεποιθήσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεστήριξε τὸ σύστημά του, λέγων ὅτι· «ἀπατᾶσθε σεῖς οἱ ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην· τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεώς μου εἶναι λαμπρά.» Τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεώς του—ἵνα μὴ ἐπανέρχωμαι—καὶ κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ 1894 εἶναι λαμπρά! Δυστυχῶς ἔχει τὴν ἀδυναμίαν νὰ νομίζῃ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα εἶναι λαμπρὰ, ἐκεῖνα ἰδίως, τὰ ὁποῖα εἶναι καταστρεπτικὰ καὶ ἀδικαιολόγητα· διότι καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 δὲν ἀπεδειλίασε νὰ ἀναγράψῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ κατὰ τὸ 1892 καὶ κατὰ τὸ 1893. Ἀκούσατε ποίαν γνώμην ἔχει ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 (ἀναγινώσκει): «Προϋπολογίζονται διὰ τὸ 1895 ἔσοδα δρ. 400,000, ἔξοδα δραχ. 609,000. Ἔχομεν δὲ μέχρι τοῦδε εὐάρεστα ἀποτελέσματα». Εὖγε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν Οἰκονομικῶν! Εὐάρεστα, διότι δὲν κατώρθωσε κατὰ τὸ 1894 νὰ πωλήσῃ οὐδὲ 60,000 καντάρια. Οὕτω συντάσσει τοὺς προϋπολογισμούς του πάντοτε (ἀναγινώσκει): «Ὁ νόμος ͵ΒΘʹ τῆς 7 Ἰουλίου 1892 ἤρξατο ἀποφέρων εὐάρεστα ἀποτελέσματα ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1893. Διὰ τοῦτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 στηρίζεται εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1893, ἀνελθόντα εἰς δραχμὰς 438,000». Εὖγε, ἐπαναλαμβάνω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν! Ἀλλ’ ἐπακολουθεῖ τὸ προχθεσινὸν σημείωμα. Συγκρίνατε ὑμεῖς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλεν, ἵνα ψηφίσωμεν διὰ τὸ 1895, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἐπανειλημμέναις ἐπερωτήσεσί μου ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ, ἵνα ἴδητε ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἦναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι του, ὡς πάντοτε. Ἀλλὰ τὸ σημείωμά του περιορίζεται μόνον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων· ἐλησμόνησεν ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1893 ἀνέγραφε δαπάνην 600,000 δραχμῶν. Καὶ ὅταν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ του ἐνόμισεν, ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς σμύριδος κατὰ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἐφαρμοζόμενον σύστημα παρέσχε μέχρι τοῦδε λίαν εὐάρεστα ἀποτελέσματα, διότι τὰ ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς ποσὸν περίπου 400,000 δραχμῶν, καὶ ὅταν εἰς τὸ ὑποβληθὲν σημείωμα ἐξῆγεν, ἀφαιρῶν τὰς δαπάνας, ὅτι προῆλθε περίσσευμα ὡς ἔσοδον δραχ. 199,000, ἐλησμόνει ὅτι τὰ ἔσοδα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 προϋπελογίσθησαν καὶ κατεβλήθησαν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 600,000 δραχμῶν. Νομίζω ὅτι, καὶ ἂν πράγματι εἰσεπράχθη τὸ ποσὸν τῶν 400,000, ἔμεινε πάντοτε ὑπόλοιπον πρὸς ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου τὸ ποσὸν τῶν 200,000 δραχμῶν. Ταῦτα τουλάχιστον λέγουσιν ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ, οἱ ὁποῖοι παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν συνετάχθησαν καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅτι δὲ καὶ κατὰ τὴν ἀνάλυσιν τῶν εἰδικῶν κεφαλαίων οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτοῦ πάλιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 (ἀναγινώσκει): «Τίμημα Ναξίας σμύριδος· προϋπολογιζόμενα ὡς βεβαιωτέα διὰ τὸ 1895 δραχ. 400,000, προϋπολογισθέντα ὡς βεβαιωτέα διὰ τὸ 1894 δραχ. 400,000». Περὶ τοῦ 1894, ὡς προεῖπον, δὲν ἔχομεν ἀκόμη κἀμμίαν γνῶσιν, τὸ βέβαιον δὲ εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ 1894 τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ πληρώσῃ ἀρκετὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, χωρὶς νὰ εἰσπράξῃ τὸ ἀντίστοιχον. Εἶναι συνέχεια τοῦ συστήματός του. Λοιπὸν (ἀναγινώσκει): «Προϋπολογισμὸς τοῦ 1894 δραχ. 400,000 τοῦ 1891 δρ. 73,311, τοῦ 1892 δρ. 144,482, τοῦ 1893 δρ. 437,617». Τοιοῦτος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατὰ τὸ 1895. Δι’ αὐτὸ ἐπέσαμεν ἔξω. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πέσωμεν ἔξω, ἔχοντες εἰκονικούς, ψευδεῖς προϋπολογισμούς; Ἐφέτος ταχυδακτυλουργικῶς, διότι οἱ ἀριθμοὶ βεβαίως δὲν φέρουσι κόπον, ἀναγράφομεν 801,000. Ὅταν ἔχωμεν τὰ προηγούμενα ἔτη, ὅταν ἦναι γνωστὸν κατὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμούς, ὅτι κατὰ τὸ 1891 δὲν εἰσεπράχθησαν ἢ μόνον 73,000, ὅτι κατὰ τὸ 1892 δὲν εἰσεπράχθησαν παρὰ μόνον 144,000, πῶς τολμῶμεν νὰ κάμωμεν τοιοῦτον ἅλμα ἀριθμητικὸν καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 801,000; Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι ἐξ αὐτῶν τῶν σημειωμάτων ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν ὡς ἀληθές,—διότι σημείωμα εἶναι καὶ ὁ προϋπολογισμός, ὅπως κατήντησεν, ὅπως εἶναι τὰ σημειώματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ δοκοῦν,—ἐξ αὐτῶν τῶν σημειωμάτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ διαχείρισις εἰδικῶς τοῦ προϊόντος τούτου γίνεται πλημμελεστάτη, γίνεται δὲ πλημμελεστάτη, διότι οὕτω θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ συμφεροντολογικῶν σκέψεων.
§27ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διὰ τὸ 1895, κύριε συνάδελφε, πόσα προϋπολογίζει;
§28ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. 400,000 δρ. ἔσοδα καὶ 609,000 ἔξοδα. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μοὶ τὸ ὑπενθυμίσατε. Οὕτως ὑπολογίζει, ὅτι 400,000 δραχμὰς θὰ εἰσπράξωμεν, 609,000 θὰ πληρώσωμεν, καὶ νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα πολὺ εὐχαριστημένοι. Εἶναι ἴδιον σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Προκειμένου περὶ ἐπικαρπίας νομημάτων τοῦ Κράτους, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ὠφέλειαν, νὰ ἔχωμεν ζημίαν 200,000 δραχμῶν!
§29ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως ὑπάρχει λάθος εἰς τοὺς ἀριθμούς;
§30ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὑποθέτω ὅτι, διὰ νὰ τὰ λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος, καλῶς θὰ τὰ ἀντελήφθην.
§31ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τυπογραφικὸν λάθος.
§32ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὅλα συμβαίνουσι, δυστυχῶς ὅμως δὲν εἶναι λάθος τυπογραφικὸν, διότι καὶ τὸ χειρόγραφον τοῦ σημειώματος τὰ αὐτὰ λέγει. Ἤκουσα, Κύριοι, προχθὲς τὸ παραδοξότερον ὅλων, ὅσα εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν Ἑλλάδι μάλιστα, θὰ εἶχε τὴν τόλμην νὰ ἀναπτύξῃ δημοσίᾳ, διότι μόνος του εἶπεν, οὐδὲν ἔλαττον περὶ τοῦ σχετικοῦ αὐτοῦ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἀναγκάζομαι νὰ φέρω τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ ὅτι οἱ προϋπολογισμοί του εἶναι εἰκονικοί, εἶναι ἀνακριβεῖς, δὲν λέγουσι τὴν ἀλήθειαν· διότι μετὰ τὴν ἐπερώτησίν μου ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγράφει ἔσοδα 400,000 δραχ. καὶ ἔξοδα 609,000, δικαιολογούμενος εἶπεν: «Ἆ! κύριε συνάδελφε, πόσον ἁπλοϊκὸς εἶσαι! δὲν ἐνόησες, ὅτι αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὸν προϋπολογισμόν μου 400,000 δραχμαὶ δὲν εἶναι χάρτιναι, — ὅπως σᾶς ἔκαμα ἐγὼ τὰς δραχμὰς, καὶ ἀνεβίβασα τὴν δραχμὴν εἰς 2 δραχμὰς,—ἀλλ’ εἶναι δραχμαὶ πραγματικαὶ, χρυσαῖ!» Ἀστειότερον τούτου δὲν ἠδύνατο νὰ λεχθῇ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Συντάσσων τὸν προϋπολογισμὸν, ἐν τοῖς καθέκαστα ἀναγράφει βεβαίως τὰ ὑποθετικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν ὡς ἔσοδα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ μεταξὺ ὅλων τῶν ἄλλων λέγει, ὅτι μεταξὺ τῶν χαρτίνων δραχμῶν εἶναι καὶ φράγκα χρυσᾶ! Ὁποία ἁπλοϊκότης! Σᾶς παρακαλῶ νὰ κρίνητε καὶ ὑμεῖς, ἂν δὲν ἦναι ἀστεία ἡ δικαιολογία αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ποίαν ἐντύπωσιν θὰ κάμῃ εἰς τὸν ἔξω κόσμον. Ὅταν ἀκούσῃ οὗτος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει Βουλευτοῦ διὰ κεφάλαιον εἰδικόν, ἀναγραφόμενον ἐν τοῖς ἐσόδοις, λέγει ὅτι μεταξὺ τῶν χαρτίνων δραχμῶν ὑπολογίζει καὶ χρυσᾶ φράγκα, τότε βεβαίως ὁ οἰκονομικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος μάλιστα δικαιοῦται νὰ ἔχῃ πολὺ τὴν προσοχήν του ἐστραμμένην πρὸς ἡμᾶς, δὲν θὰ μᾶς εἴπῃ εἰλικρινεῖς, θὰ μᾶς εἴπῃ πλέον ἢ δολίους. Λέγει λοιπὸν εἰς τὸν προϋπολογισμόν του (ἀναγινώσκει): «Ἐπικαρπία ἀκινήτων ἐθνικῶν κτημάτων δρ. 175,600. Ἐπικαρπία ἀκινήτων ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων 245,220. Πρόσοδος μεταλλείων, λατομείων καὶ ὀρυχείων 801,640 κλπ.» Καὶ ἐπέρχεται τὸ ἄθροισμα. Ἀθροίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ λογιστικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει, τὰς λίρας στερλίνας μὲ τὰς δραχμὰς, καὶ τὰ χρυσᾶ φράγκα μὲ τὰς δραχμὰς χαρτίνας. Σπουδαιότατον λογιστικὸν ἄθροισμα! Καὶ λέγει ὅτι «ἐδῶ ἐννοῶ χρυσᾶ». Ἀλλὰ πῶς εἶναι χρυσᾶ, ἀφοῦ τὰ ὑπολογίζει ὡς χάρτινα; Αἱ πρόσοδοι αὗται εἰσπράττονται εἰς δραχμὰς ἢ χρυσᾶ φράγκα; εἰσπράττονται βεβαίως εἰς χαρτίνας δραχμάς. Ὄταν λοιπὸν καὶ αὐτὰς τὰς συμπεριλαμβάνῃ καὶ τὰς συγκαταλογίζῃ μὲ τὰς χρυσᾶς δραχμὰς, ἔχει τὴν τόλμην νὰ λέγῃ, ὅτι ὑποβάλλει ψευδεῖς προϋπολογισμοὺς, ἵνα ἐξαπατήσῃ τοὺς δανειστάς μας! Ὥστε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ποσῶς δὲν ἔσφαλον, μελετήσας τὸν προϋπολογισμόν σας καὶ ἀντιληφθεὶς ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμόν σας ἔχετε χαρτίνας δραχμὰς, καὶ δὲν ἐπετρέπετο εἰς ὑμᾶς, ὑπογράψαντας τοιοῦτον προϋπολογισμὸν, νὰ φρονῆτε, ὅτι μεταξὺ τῶν χαρτίνων δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἔχετε καὶ διὰ τὰς ὁποίας θέλετε νὰ λάβητε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπετρέπετο νὰ φρονῆτε, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ πολλὰ ἑκατομμύρια εἰκοσαφράγκων, ὥστε νὰ ἐξαπατᾶτε καὶ τὴν Βουλὴν, λαμβάνοντες τὴν ψῆφόν της, καὶ τοὺς δανειστάς μας, ὑποτιμῶντες τὰς οἰκονομικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν λέγετε ἀλήθειαν. Αἱ δραχμαὶ, τὰς ὁποίας ἀναγράφετε, εἶναι χάρτιναι, σᾶς διαψεύδει δὲ αὐτὸ τὸ σημείωμά σας, διότι εἰς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον χθὲς ὑπεβάλετε, χαρτίνας δραχμὰς ἀναγράφετε, διότι καὶ εἰς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλετε προχθὲς, ὑπολογίζετε τὰ χρυσᾶ φράγκα, τὰ μετατρέπετε εἰς χάρτινα, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν κάμνετε τὴν ἄθροισιν. Ἀλλ’ ἐνομίσατε ὅτι ἠδύνασθε νὰ ἐλαττώσητε τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ ἐπερώτησις καὶ ἐμοῦ καὶ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι ἀναγράφετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδον 400,000 δραχμῶν χαρτίνων, καὶ ὡς ἔξοδον 609,000 δραχμῶν, καὶ ἠθελήσατε νὰ μειώσητε τὴν ἐντύπωσιν, διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων σᾶς ἐπιῤῥίπτεται ὡς μομφὴ καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ προϊόντος τούτου εἶναι ὄχι ἐπιτυχὴς, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς συνιστῶ πάλιν νὰ ἐγκαταλείψητε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος αὐτοῦ, ἀφοῦ μάλιστα πολλὰ λέγονται καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωνται, πρὸς μείωσιν τῆς ἀξίας καὶ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ διότι εἰς τὸν ἐμπορικὸν κόσμον πιστεύεται, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἐξακολουθεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δι’ ἰδιαιτέρους λόγους! Ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσητε τὸ σύστημα τοῦτο, ἐὰν ἔχητε τὴν διαχείρισιν τῆς σμύριδος εἰς τὴν εὐνοουμένην ἑταιρίαν, ἐφροντίσατέ ποτε νὰ μάθητε, ἂν ἡ διαχείρισις ἐν τοῖς καθέκαστα δὲν παρουσιάζῃ τι τὸ καταπληκτικὸν ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τῆς διαχειρίσεως; Καὶ ὅταν εἰς τὸ σημείωμά σας ἀναγράφητε, ὅτι διὰ 3,789 τόννους ἐδαπάνησεν ἡ εὐνοουμένη ἑταιρία εἰς ναύλους καὶ ἀποταμιεύματα, εἰς διαφόρους δαπάνας καὶ εἰς δικαιώματα ἐργατῶν 244,000 φράγκα χρυσᾶ, ἀναλογοῦσιν εἰς ἕκαστον τόννον ἐκ τῶν 3,789, τὰς ὁποίας διεχειρίσθη ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων φράγκα χρυσᾶ 65, διότι χίλιοι τόννοι ἐπωλήθησαν ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὸν ἐν Σύρῳ Ἀντώνιον Μαυρογορδάτον, καὶ διὰ τοὺς χιλίους τόννους ἡ δαπάνη εἶναι σχετικῶς μικρὰ, διότι χίλιοι τόννοι εἶναι 1800 καντάρια, πληρόνει δὲ τὸ Δημόσιον 2 δραχμὰς κατὰ καντάριον. Διὰ τοὺς 3,789 τόννους ἐπλήρωσε τὸ δημόσιον ταμεῖον, κατὰ τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, 265,000 δραχμὰς, δηλαδὴ ἐπλήρωσε δι’ ἕκαστον τόννον 70 δραχμὰς χαρτίνας. Τί δὲ πληρόνει τὸ δημόσιον ταμεῖον; Τὸ δικαίωμα τῆς ἐξορύξεως εἶναι ὡρισμένον δρ. 2 κατὰ στατῆρα, συνεπῶς πληρόνει 36 δρ. δι’ ἕκαστον τόννον εἰς τοὺς ἐργάτας, διὰ ναύλους 11 ἕως 12 δραχμὰς χρυσᾶς, δηλαδὴ 17 ἢ 18 χαρτίνας· προστιθεμένων τούτων εἰς τὰς 36, ἔχομεν ποσὸν 55 ἢ 56 δραχ. Ὑπολείπονται δι’ ἔξοδα ἀποβιβάσεως, διαχειρίσεως, ἀποθηκεύσεως, προμηθείας κλπ. περὶ τὰς 15 δραχμὰς τὸν τόννον. Αὐτὰ μᾶς παρουσιάζουν οἱ λογαριασμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομακῶν, ὁ ὁποῖος προχθὲς ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ μᾶς πείσῃ, λέγων ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προμηθείας τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων δὲν ὑπερβαίνει τὸ 1½% ἀλλὰ τότε, ὅταν λαμβάνῃ 1½%, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1893 εἶναι 2½ δραχμαὶ, τί γίνονται τὰ ὑπόλοιπα; Διετέθησαν εἰς ἔξοδα ἀποβιβάσεως καὶ ἀποθηκεύσεως; Θὰ γελάσῃ ἕκαστος, ἀκούων τοῦτο· διότι, προκειμένου περὶ ἀποβιβάσεως εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Εὐρώπης, ἡ ἐκφόρτωσις τοιούτων ἐμπορευμάτων γίνεται εὐκολώτατα καὶ μὲ 2 ἢ 3 δραχμὰς κατὰ τόννον, τοιαῦτα δ’ ἐμπορεύματα δὲν εἰσέρχονται εἰς πολυτελεῖς ἀποθήκας, τῶν ὁποίων τὰ ἐνοίκια νὰ ἦναι μεγάλα, ἀλλ’ ἐκτίθενται εἰς τὸ ὕπαιθρον, τῶν τοιούτων δὲ ὑπαιθρίων γηπέδων τὰ ἐνοίκια δὲν εἶναι μεγάλα, καθόσον οὔτε εἰς τὰ κεντρικὰ μέρη τῶν πόλεων ὑπάρχουσι τοιαῦτα. Καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι εἶναι εὐχαριστημένος, διότι ἡ εὐνοουμένη ἑταιρία δὲν ἀποζημιοῦται παρὰ μὲ 1½%, ἐνῷ ἔχομεν ἐν ἄγνωστον ὑπόλοιπον τῆς διαχειρίσεως τοὐλάχιστον 25 φράγκων. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Πιθανὸν κατὰ τὰς λεπτομερεῖς ἐξετάσεις νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ ἐλλείποντα εἶναι 20 καὶ ὄχι 25 φράγκα, ἀλλὰ πάντως εἴμεθα ἀδικαιολόγητοι, ἂν ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων μᾶς παρουσιάζῃ τοιαύτην διαχείρισιν καὶ παραδεχώμεθα ἡμεῖς ταύτην ὡς εἰλικρινῆ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μόνον δύναται νὰ πράξῃ.
§33ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ πολλὴν ὥραν προσεπάθησεν ὁ συνάδελφος νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐξ ἑνὸς μὲν ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἐξ ἑτέρου δὲ ὑπὲρ τῶν συνεπαρχιωτῶν μας, καὶ ὅτι, ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶχε κάμῃ λίαν συμφερούσας προτάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ ἐφαρμόζουσα τὸ ἴδιον σύστημα, ὅπερ ἐπιφέρει ζημίαν κατ’ ἔτος 200,000 δραχμῶν. Ὁ κ. συνάδελφος δυνατὸν νὰ ἦναι δεινὸς δικανικός, ἀλλὰ λογιστικῆς καὶ τῆς ἐλαχίστης ἀποδεικνύεται ἄμοιρος· διότι, ἂν ἔῤῥιπτε μικρὸν βλέμμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ἡ δαπάνη ἡ ἐν αὐτῷ ἀναφερομένη εἶναι 564,000 δρ. καὶ οὐχὶ 600,000, ὡς αὐτὸς ἀνέφερε, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπολογίζεται νὰ δαπανηθῇ διὰ ποσὸν στατήρων 152 χιλιάδων, οἱ ὁποῖοι ἄν πωληθῶσι, θὰ ἔχωμεν ἔσοδον 800,000 δραχμῶν καὶ συνεπῶς περίσσευμα δραχ. 236,000· ἀλλ’ ὁ συνάδελφος, περιοριζόμενος σκοπίμως εἰς τὴν ἁπλῆν ἀνάγνωσιν τῶν ἀριθμῶν, λέγει ὅτι ἔχομεν ἔσοδον 400,000 καὶ ἀφ’ ἑτέρου δαπάνην 600,000 δρ. οὕτω δὲ εὑρίσκει ζημίαν τοῦ Δημοσίου ἐκ 200,000, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἄξιος νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ ἐμπορικὸς κόσμος, κατὰ τὸν συνάδελφον, λέγει πολλὰ περὶ τῆς τοιαύτης διαθέσεως τῆς σμύριδος. Ἀλλὰ τὰ πολλὰ αὐτὰ ἀκριβῶς θὰ ἀναπτύξω τώρα. Ὁ συνάδελφος ὑπερήσπισε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰπὼν τὴν ἀλήθειαν χωρὶς νὰ θέλῃ, διότι εἶπεν, ὅτι μέχρι τοῦ 1890 δὲν εὐθύνεται ποσῶς ἡ νῦν Κυβέρνησις, διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ σμύρις ἐμισθοῦτο πολυετῶς, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν εὐθύνεται· τί δὲ ἀνέφερεν; ὅτι κατὰ τὸ 1891 εἰσέπραξε δρ. 72,000, κατὰ τὸ 1892 δρ. 144,000 κλπ. Ἀλλὰ προχθὲς εἶπεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1891 μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως οὐδὲ στατὴρ εἶχε πωληθῆ, τὸ δὲ πωληθὲν εἶναι μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἐνοικιάσεως. Ὥστε τὸ πωληθὲν ἀπὸ τῆς 11 Ἰουνίου 1892 ἀνέρχεται εἰς 144,000. Κατὰ τὸ 1893 ἔχομεν τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον δὲν τῷ ἀρέσκει, διότι λέγει ὅτι τὸ σημείωμα ψεύδεται. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ προτάσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τοῦ συναδέλφου; — καὶ τὰς ὁποίας ἐγένετο καὶ εἰς ἐμὲ πρότασις νὰ ὑποστηρίξω, ἀλλὰ τὰς ἀπέκρουσα. — Τί ἐπρότεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ ὁποῖον ἀπέῤῥιψεν αὕτη; — καὶ ἴσως δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα, καὶ ἀπασχολεῖ τώρα τὴν Βουλὴν, ὁμιλῶν ἐπὶ δύο ὥρας περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων. — Εἶπε: «Κύριε Ὑπουργὲ, εἴμεθα φίλοι καὶ πρέπει νὰ μᾶς ὑποστηρίξῃς. Τὸ προϊὸν τῆς σμύριδος εἶναι ἰδικόν μου· δὲν πρέπει μόνον τὸ Δημόσιον καὶ οἱ ἐργάται νὰ ὠφελῶνται. Ἡμεῖς ἔχομεν ἑταιρίαν μεγάλην, κατὰ συνέπειαν θὰ καταβάλωμεν εἰς τὸ Δημόσιον 500,000 φρ. ὡς ἐγγύησιν καὶ θὰ λαμβάνωμεν κατ’ ἔτος 60,000 στατῆρες, πρὸς 2 ἢ 3 φράγκα τὸν στατῆρα.» Ἐζήτουν δηλαδὴ τὴν σμύριδα δωρεάν· πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπέκρουσεν ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐνδιαφερομένη οὐ μόνον ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν συμπολιτῶν μου ἐργατῶν τῆς σμύριδος. «Λοιπόν, εἶπεν ὁ συνάδελφος εἰς τὸν Ὑπουργὸν, θὰ μᾶς τὸ ἐνοικιάσῃς, ἀλλ’ ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν τὴν ἐκλογήν· θὰ παραλαμβάνῃ ἀντιπρόσωπός μας ὅσους στατῆρας εὑρίσκει καταλλήλους πρὸς παραλαβὴν, ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ ἦναι ὑπεύθυνος, ἐὰν δὲν δύναται νὰ μᾶς παραδώσῃ τὸ συμφωνηθὲν ποσὸν τῶν 60,000 στατήρων.» Δηλαδὴ ἡ ἑταιρία ἐκείνη θὰ παρελάμβανεν ὀλίγους στατῆρας, 60 ἢ 100, καὶ διὰ τοὺς ὑπολοίπους θὰ ἔλεγεν: «ἐλθὲ Δημόσιον νὰ μὲ ἀποζημιώσῃς, διότι, ἐνῷ ὑπεσχέθης νὰ μοὶ παραδώσῃς πρᾶγμα τῆς ἐκλογῆς μου, δὲν εἶχες τοιοῦτον· ἐγὼ δὲ εἶχον προπωλήσει εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως, ἤδη δὲ, μὴ παραδοῦσα τὸ πρᾶγμα, ἐκτίθεμαι εἰς ἀποζημιώσεις.» Κατὰ συνέπειαν θὰ εἴχομεν ὅλα τὰ δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος εἰς κίνησιν καὶ ὅλον τὸν δικαστικὸν καὶ δικηγορικὸν κόσμον. Ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν ὅτι τοιαύτας προτάσεις δὲν δύναται νὰ δεχθῇ. «Ἄν μᾶς προσφέρητε, εἶπεν, ἓν ποσὸν, ἱκανοποιοῦν τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς ἐργάτας, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον παραδίδομεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, (τὴν κατὰ τὸν συνάδελφον εὐνοουμένην) τότε εἶσθε δεκτοὶ, ἄλλως ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τοιαύτας ἐπιζημίους καὶ ἀορίστους προτάσεις, προσβαλλούσας καὶ τὰ δημόσια καὶ τῶν ἐργατῶν τὰ συμφέροντα, καὶ θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ σύστημα τῆς διὰ πρακτόρων κλπ. πωλήσεως.» Καὶ προχθὲς δὲν σᾶς εἶπεν 1½%, ἀλλὰ 6% καὶ κάτι, καὶ ἐὰν κάμητε πρόσθεσιν, θὰ εὕρητε τί λαμβάνει ἡ ἑταιρία. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα ὁ συνάδελφος· ἔλαβεν ὅλους τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ εἶπεν ὅτι ὅλα τὰ ἐν αὐτοῖς ἀναγραφόμενα ποσὰ περὶ σμύριδος εἶναι ψευδῆ καὶ ὅτι δὲν τολμᾷ νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις σημείωμα τοῦ 1894, καθὼς ἐζήτησε καὶ ὁ Βουλευτὴς Ἄρτης, διότι κατὰ τὸν συνάδελφον δὲν ἐπώλησε τίποτε ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἐπώλησε 60,000 τόννους καὶ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους θὰ πωλήσῃ πολὺ περισσότερον ποσὸν ἀπὸ τὸ τοῦ 1893. Περὶ ὅλων δὲ τούτων γνωρίζει ὁ συνάδελφος ποίας φροντίδας κατέβαλε καὶ καταβάλλει ἡ νῦν Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς 11 Ἰουνίου 1892 μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ αὐτὸς κάμνει ἀδιακόπως ἐπερωτήσεις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἀπεκρούσθησαν αἱ προτάσεις, ἃς ὑπέβαλε διὰ συμφεροντολογικοὺς λόγους, ὡς ἐπιζήμιοι εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς ἐργάτας τῆς σμύριδος. Ἀλλὰ εἶπε καὶ ἄλλα, καὶ ἠρώτησε μήπως εἶναι λάθος τὸ 609,000. Ἐὰν ὅμως ἤθελε παρατηρήσει, ὅτι μὲ τὴν δαπάνην τῶν 150,000 θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον 584,000 καὶ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο συμπεριλαμβάνεται τὸ ἐργατικὸν δικαίωμα, ἡ φόρτωσις, αἱ ἀποθῆκαι ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν γένει ἡ ὑπηρεσία τῆς σμύριδος, δὲν ἤθελε θαυμάσει, διότι θὰ ἔβλεπεν ἀμέσως τὴν διαφοράν. Ἀπὸ τοῦ 1890, ὅτε ἔπαυσεν ἡ πολυετὴς μίσθωσις, πολλαὶ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς κατηναλώθησαν δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Δηλιγιάννη, Ὑπουργοῦ ὄντος τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου, καὶ ὅλαι αἱ ὑποβληθεῖσαι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην προτάσεις ἕνα εἶχον σκοπὸν, τὸν σκοπὸν τοῦ συναδέλφου μου· ἡ δὲ μετὰ τὸν κ. Δηλιγιάννην Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἐμερίμνησε, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τί μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε μετὰ τοῦ ἑτέρου ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Δελλαρόκα μετέβημεν καὶ οἱ τρεῖς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. «Ἐμερίμνησα ἀμέσως περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, εὗρον ὅμως φάκελλον ἐγγράφων, ἐν τῷ ὁποίῳ περιγράφεται ἡ ἐλεεινὴ ποιότης τῆς σμύριδος, ἢ μᾶλλον ὅτι νοθεύεται ἡ σμύρις, καὶ πρέπει καὶ σεῖς νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν τῶν ἐργατῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ μέτρα. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Μικρασιανὴ ἑταιρία, εὑροῦσα στιγμὴν κατάλληλον, κατώρθωσε πολυετεῖς ἐνοικιάσεις, ἡ Κυβέρνησις, ἵνα καὶ τὸ Δημόσιον ἐξασφαλισθῇ καὶ οἱ ἐργάται μὴ ζημιωθῶσι, θέλει ὑποτιμήσει τὴν ἀξίαν τῆς σμύριδος καὶ θέλει εὕρει τρόπον καταναλώσεως πολὺ μεγαλειτέρου ποσοῦ· μέχρι δὲ τότε ἐπωλεῖτο ποσὸν μόνον 40,000 στατήρων. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπροτάθησαν προτάσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, καὶ βεβαίως θὰ διέπραττεν ἔγκλημα ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ ἦτο ἀξία εἰδικοῦ δικαστηρίου, ἐὰν ἐδέχετο τοιαύτας προτάσεις. Καὶ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις κήδεται τοιουτοτρόπως τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἐργατῶν, πῶς τολμᾶτε νὰ ἔρχησθε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ κατηγορῆτε τὴν Κυβέρνησιν;
§34ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀπομιμηθῶ τὸ τραγικὸν ὕφος τοῦ προλαλήσαντος. Ἐγώ, ὁ μὴ γνωρίζων τὸ τοιοῦτον ὕφος, θὰ περιορισθῶ εἰς τὰ πράγματα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐπανειλημμένας πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐρωτήσεις μου. Εἶναι ἰδικόν του ἔργον. Ἂς ἀπαντήσῃ περὶ τούτου ἡ «Διπλωματικὴ Ἐπιθεώρησις» τῶν Παρισίων. Ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 βλέπω ἀναγεγραμμένον ἔσοδον ἐκ τῆς σμύριδος δραχμὰς χαρτίνας 400,000 καὶ ἔξοδον δραχ. 609,000. Ἐνόμισεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ὅτι θὰ μὲ διώρθονεν, ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν εἶναι 609,000, ἀλλ’ εἶναι 569,000. Συνομολογῶ, ὅτι ἡ ἀκρίβεια τῶν ἀριθμῶν εἶναι τοιαύτη, ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐλησμόνησε νὰ ἀναγνώσῃ ἐν τῷ αὐτῷ τμήματι τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, ὅτι ὑπάρχει καὶ δαπάνη 30 περίπου χιλιάδων δραχμῶν, τούτου δὲ συνυπολογιζομένου, ἀποτελεῖται ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον. Καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι τόσον ἄπειρος, διότι εἰς ἄλλα κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναγράφει τὴν διαφορὰν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα αὐτὸς κατὰ νοῦν νομίζει ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσιν εἰς χρυσὸν, καὶ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβάλω τὴν ἐρώτησιν, ἐν τίνι κεφαλαίῳ τῶν ἐσόδων ἀναγράφει αὐτὴν τὴν διαφορὰν, σχετικῶς μάλιστα πρὸς τὴν ἀπάντησιν, διὰ τῆς ὁποίας κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποπλανήσῃ τὴν Βουλήν. Διὰ τοιούτων ἀνακριβειῶν βεβαίως δὲν διορθοῦνται τοιαῦτα λάθη χονδρικὰ καὶ κεφαλαιώδη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲν ἄλλο μᾶς ζητεῖ, παρὰ νὰ τοῦ ψηφίσωμεν προϋπολογισμὸν ἐσόδων 400,000 δραχμῶν ἐκ τῆς σμύριδος καὶ προϋπολογισμὸν ἐξόδων διὰ τὴν σμύριδα 609,000 δραχμῶν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὡς ὑποβολεὺς, ὑποθέτω, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶπεν ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνομαι ἐγὼ, ὅτι ἀναγράφων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δαπάνην 609,000 δραχμῶν, ἐννοεῖ ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1895 θὰ ἐξαχθῶσιν 150,000 στατήρων. Ὁ δυνάμενος νὰ μαντεύσῃ εἶναι πλέον παρὰ προφήτης μετὰ Χριστόν. Ἀφοῦ ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1891, τοῦ 1892, τοῦ 1893 καὶ τοῦ 1894 καὶ ἐξ αὐτῶν γνωρίζομεν, ὅτι δὲν ἐξήχθησαν πλέον τῶν 60,000 κανταρίων ἐτησίως, ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ὑποβολέως του νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ 1895 θὰ ὑπερβάλῃ κατὰ τὸ διπλάσιον καὶ πλέον. Εὐτυχῶς, οἱ στηριζόμενοι ἐπὶ τοιούτων ἐλπίδων καὶ οἱ ἱδρύοντες οἰκοδομήματα οἰκονομικὰ σπουδαιότατα ἐπὶ τοιούτων φανταστικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀνοήτων ὑπολογισμῶν, πλανῶνται. Ἡ συζήτησις ἡ σημερινὴ δὲν στηρίζεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἀτυχῶς ὑπέβαλεν ἐπὶ τῆς σχετικῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὸ 1895. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βάσιν ἔχει τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τῶν προηγουμένων τριῶν ἐτῶν, καὶ ἡ ἐξέλεγξις αὕτη ἀποδεικνύει ἐξ αὐτῶν τῶν σημειωμάτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πλέον τῶν 100,000 δραχμῶν· καὶ ὅταν ἔχωμεν κατὰ μέσον ὅρον 100,000 δραχμῶν, δικαιούμεθα νὰ παρατηρήσωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, πῶς ἀπέῤῥιψε προτάσεις, αἵτινες ἀπέδιδον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀκαθάριστον πρόσοδον 900,000 δραχμῶν ἐτησίως, ἐκκαθαρισμένην δὲ 750,000; Καὶ ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου μου, ὅτι αἱ προτάσεις ἐκεῖναι, ἐὰν ἐγίνοντο ἀποδεκταί, θὰ ἐζημίουν τὸ δημόσιον ταμεῖον, δυστυχῶς δὲν εἶναι ἀκριβῆ, διότι εὐτυχῶς, κατὰ τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ σημείωμα, ἀναφέρονται οἱ ὅροι, ὅτι ἐντὸς δεκαετίας ὑπεχρεοῦντο οἱ ὑποβαλόντες τὰς προτάσεις νὰ παραλάβωσιν 80,000 τόννους, καὶ ὅτι, κατὰ τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα αὐτῶν, ἐν τῷ χρονικῷ τούτῳ διαστήματι ἐτησίως θὰ παρελάμβανον οἱονδήποτε ἤθελον ποσὸν, ἀλλ’ ὑπόχρεοι ἦσαν κατ’ ἔτος πρὸ παντὸς νὰ καταβάλλωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ἀντίτιμον τῆς ἐκμισθώσεως, 500,000 φράγκα χρυσᾶ, ἤτοι 900,000 δραχμάς. Τὸ δημόσιον ταμεῖον ἑπομένως ἐξησφάλιζεν ἐπὶ δεκαετίαν πρόσοδον 500,000 φράγκων, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανον οἱ ὑποβαλόντες τὰς προτάσεις, ἦσαν ὅμως οὗτοι ὑπόχρεοι ἐντὸς τῆς δεκαετίας νὰ παραλάβουν τὰς 80,000 τόννων, δηλαδὴ 8,000 κατ’ ἔτος ἢ 150,000 καντάρια, καὶ θὰ ἀπελάμβανον οἱ δυστυχεῖς συνεπαρχιῶταί μου ὡς ἐργατικὸν δικαίωμα 300,000 δραχμῶν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Δὲν πρόκειται περὶ ἀτομικοῦ συμφέροντος, οὐδὲ περὶ ἰδιαιτέρου, οὐδὲ ὑπάρχει τοιαύτη πρότασις, ὑποθέτω, σήμερον πλέον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει, ὅτι αἱ προτάσεις ἐκεῖναι ἀπεσύρθησαν ἤδη πρὸ πολλοῦ, διότι δυστυχῶς, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει, ἔχουσιν ἀποσταλῆ ἤδη εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης φανερὰ καὶ κρύφα ἑκατοντάδες χιλιάδων στατήρων, ἑπομένως ἔχουσι καταπλημμυρήσει οἱ διαχειριζόμενοι τὸ προϊὸν τοῦτο τοὺς τόπους τῆς ἀγορᾶς καὶ τῆς καταναλώσεως, καὶ θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος πλέον, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ζήτησις τοῦ προϊόντος τούτου, ἀφοῦ ἡ διαχείρισις, ἐπὶ δύο ἔτη ἐξακολουθοῦσα, ἐπλημμύρησεν, ἐκόρεσε τὰς ἀγορὰς, διότι, ὡς λέγεται, ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος, ἀντὶ νὰ παραδώσῃ ὡρισμένον ποσὸν, 10,000 καντάρια, παραδίδει 50,000 καντάρια, καὶ οὕτω χρεοῦται μὲν ἡ διαχειριζομένη ἑταιρία μὲ 10,000 καντάρια, ἀλλὰ πραγματικῶς παραλαμβάνει 50,000, καὶ ἂν ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ὀλίγον χρόνον εἰσέτι ἐφαρμοζόμενον τὸ σύστημα τοῦτο, ὑποθέτω ὅτι δεκάδες ἐτῶν θὰ παρέλθωσι, καὶ ἐν τούτοις οἱ τόποι τῆς καταναλώσεως δὲν θὰ λάβωσι κἀμμίαν ἀνάγκην ζητήσεως τοῦ προϊόντος.
§35ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Πόσον τοῖς ἑκατὸν λαμβάνει προμήθειαν;
§36ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. 1½%. Ἀλλὰ πράγματι 35 δραχμαὶ χάρτινοι περισσεύουσιν.
§37ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Πῶς;
§38ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Διότι 100 φράγκα χρυσᾶ πωλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· 40 φράγκα χρειάζονται χρυσᾶ δι’ ἕκαστον τόννον. Τὰ 40 φράγκα, πρὸς 180 λεπτὰ ἕκαστον,—δυνατὸν δὲ νὰ φθάσῃ καὶ 190 καὶ 300 λεπτὰ τὸ φράγκον, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ νῦν Κυβέρνησις ὑφισταμένη,— τὰ 40 φράγκα φέρουσιν 70 δραχμάς. Ποῦ δαπανῶνται αἱ 70 δραχμαί; Δύο δραχμὰς πληρόνει διὰ δικαίωμα ἐργατικὸν κατὰ καντάριον, 18 δραχμὰς περίπου ἔχει ναῦλον ὁ τόννος· τὰ ὑπόλοιπα τί γίνονται; Αὐτὸ εἶναι τὸ 1½%, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων; (Ἐγείρεται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ναυπλιώτης, ἀλλὰ διαμαρτυρομένων πανταχόθεν τῶν Βουλευτῶν, παραιτεῖται τοῦ λόγου).
§39ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν θ’ ἀναμιχθῶ παντάπασιν εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, διότι ἡ περὶ αὐτῆς γνώμη μου ἐξηνέχθη ἄλλοτε πολλάκις, θὰ ἐρωτήσω ὅμως τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σπουδαιοτάτου ζητήματος. Εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὁ διαχειριζόμενος τὴν σμύριδα τῆς Νάξου ἐπυροβόλησε τὸν ἐκεῖ καθηγητὴν κ. Παγίδαν, καὶ ἀντεπυροβολήθη παρ’ αὐτοῦ, ἀμφότεροι δὲ ἐφυλακίσθησαν...
§40ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐπετέθη νὰ τὸν φονεύσῃ, καὶ τὸ Συμβούλιον τὸν ἀπήλλαξε λόγῳ ἀμύνης.
§41ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ αὐτὸ ἠξεύρω... Οἱ λόγοι βεβαίως τοῦ τοιούτου ἀλληλοτουφεκισμοῦ εἶναι γνωστοὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Μεταξὺ τῶν λόγων αὐτῶν ἐφέρετο καὶ ὁ ἑξῆς, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἶναι λίαν σπουδαῖος, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον, χάριν τῆς τιμῆς τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, χάριν τῆς τιμῆς τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, τῆς διαχειριζομένης τὴν σμύριδα, καὶ χάριν τῆς τιμῆς αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἦναι ἀληθὲς, ἢ ἂν ἐξήτασε μέχρι τοῦδε...
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατετέθη ἡ ἔκθεσις;
§43ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω. Ἐγὼ θὰ ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξήτασεν ἢ διέταξε κἂν ἀνάκρισιν, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ ὅτι ὁ ἀνώτερος αὐτὸς ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν φόρτωσιν, προκειμένου νὰ φορτωθῶσι 10,000 στατῆρες, ἐπέτρεπε νὰ φορτόνωνται 15 χιλιάδες, πρὸς βλάβην καὶ τῶν ἐργατῶν καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου;
§44Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπέβαλον ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
§45ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσίαζον...
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζετε, σᾶς λέγω ἐγὼ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔστειλεν ἐπιθεωρητὴν, κατέθηκε δὲ καὶ ἔκθεσιν αὐτοῦ, βεβαιοῦντος ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑπάλληλος εἶναι ἐντιμότατος.
§47ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἠμπορεῖ ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ μὴ ἦναι ἀρκετὸς ν’ ἀνακαλύψῃ τοιαύτην μάλιστα πρᾶξιν.
§48ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. (Ἐγείρεται νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ἀκούονται φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι πανταχόθεν).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν Βάλληνδαν). Αὐτὸν τὸν Κανονισμὸν νὰ τὸν σεβασθῶμεν ὀλίγον.
§50ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Σχετικὸν, κύριε Πρόεδρε. Ἦλθε τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγγέλλεται, ὅτι ὁ Παγίδας, ὁ πυροβοληθεὶς ἀπὸ τὸν Γιαννόπουλον, ἀπηλλάγη διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος, λόγῳ ἀμύνης, διότι ἀπεδείχθη ὅτι ὁ Γιαννόπουλος ἐπετέθη.
§51ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Διενεμήθη, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἔκθεσις;
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις δὲν ἐτυπώθη· ἡ ἔκθεσις εἶναι ἐδῶ καὶ δύνασθε νὰ λάβητε γνῶσιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τυπώνωνται ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐδῶ, διότι τὸ τυπογραφεῖον δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλα.
§53ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι γνωστὸν ὑμῖν, κύριοι Βουλευταὶ, ὁποίαν ἔκβασιν ἔλαβε τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 189 καὶ 191 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Ἐνῷ κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ συζήτησιν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, παρεξήγησίς τις ὑπεχρέωσέ με νὰ ἀναβάλω τὴν συζήτησίν του. Τὸ πρᾶγμα δὲ ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἐνῷ ἠγόρευεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριχωνίας Βουλευτὴς ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἀγορεύει ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἤμην ἕτοιμος, ἅμα ὡς καταπαύσῃ τὸν λόγον, νὰ φέρω τὴν διόρθωσιν, ἥτις παρίστατο ἀπολύτως ἀναγκαία διὰ τὴν ἀρτιότητα τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο εἶχον δηλώσει καὶ κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Κωνσταντοπούλου. Ἀλλὰ κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν, εἴτε διότι ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην τῆς συζητήσεως, εἴτε διότι ἐν ταχύτητι ἐγένετο ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ὁ κ. Πρόεδρος ἀνήγγειλεν, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ τροπολογία αὕτη. Καὶ ἂν μὲν ἡ τροπολογία δὲν ἦτο οὐσιαστικὴ καὶ σημαντικὴ, βεβαίως ἤθελον παραιτηθῆ ταύτης· ἀλλὰ δυστυχῶς ἠλλοίου τὴν ἔννοιαν, ἢ ἔδιδε χώραν εἰς ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ εἶχον συνεπείας ὀλεθρίας διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων τούτων. Δι’ αὐτὸ τοῦτο ἐνόμισα καλὸν νὰ ἀναβάλω τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ ἐπαναφέρω τοῦτο σήμερον, ὅπως ψηφισθῇ ἐκ νέου.
§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς νέον νομοσχέδιον;
§55ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὡς νέον.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπεσύρατε τὸ ἄλλο;
§57ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀπέσυρα τὸ ἄλλο, καὶ φέρω ἤδη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται, κατ’ ἐμὲ, ὡς ἄρτιον. Ἡ διάταξις—διὰ νὰ μὴ ἐπαναλάβω τὴν ἐξήγησιν κατὰ τὴν συζήτησιν—ἡ ἀπαιτήσασα τὴν ὑποβολὴν νέου νομοσχεδίου, εἶναι ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τῶν εἰς δημόσια ἔργα, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀναγνωσθῇ ἐνώπιον στρατεύματος ἡ κατ’ αὐτῶν ἀπόφασις, τῶν δὲ λοιπῶν, ἐὰν ὁ κατάδικος εὑρίσκηται εἰς προσωρινὴν φυλάκισιν καὶ οὐδὲν μετεχειρίσθη ἔνδικον μέσον, ἡ ποινικὴ διάρκεια ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως, ἄλλως ἀφ’ ἧς ἡμέρας» ἔλεγε τὸ παλαιὸν, «ἡ καταδίκη ἔγεινεν ἀμετάκλητος»· ἐτροποποιήθη δὲ ὡς ἑξῆς: «ἄλλως ἀφ’ ἧς ἡμέρας φυλακισθῇ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς του».
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ λογικόν.
§59ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦτο εἶναι σαφὲς καὶ καθαρὸν, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖ ἐξήγησιν πλειοτέραν, διότι ὑποτίθεται, ὅτι ὁ καταδικασθεὶς στρατιωτικὸς, ὅστις δὲν παρουσιάσθη εἰς τὰς ἀρχὰς, ἵνα ἐκτίσῃ τὴν ποινήν του, δὲν δύναται νὰ διανύῃ ταύτην φυγοδικῶν. Ἑπομένως τοῦτο ἐθεωρεῖτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ἵνα ἀρθῇ πᾶσα ἀμφιβολία καὶ πᾶν ἄτοπον, δυνάμενον νὰ παρεισδύσῃ βραδύτερον. Κατὰ τὰ ἄλλα οὐδεμία ἐπέρχεται ἀλλοίωσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἑπομένως οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω ἐπ’ αὐτοῦ.
§60ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τὴν ἰδικήν μου, κύριε Ὑπουργὲ, εἴπετε ὅτι ἡ διάταξις ἀφορᾷ μόνον τὰς ἀποφάσεις τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων...
§61ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶπον ὅτι ἀφορᾷ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς τοὺς δικαζομένους εἰς τὰ στρατοδικεῖα δυνάμει τοῦ νόμου αὐτῶν, εἴτε διὰ ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, εἴτε διὰ στρατιωτικὴν, τοῦτο οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοήν.
§62ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει «παρ’ οἱουδήποτε δικαστηρίου». Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ κάμητε καὶ αὐτὴν τὴν τροποποίησιν.
§63ΜΑΝΕΣΗΣ. Παρακαλῶ, πρὶν τελειώσητε, κύριε Ὑπουργὲ, μίαν ὑπόμνησιν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις θὰ γείνῃ τώρα; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Ἔχετε καιρόν. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 58).
§65ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ 1895.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 59).
§67Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐζητήθη ὑποβολὴ πίνακος τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου γενομένης ἀγορᾶς συναλλάγματος κατὰ τὸ 1893. Τὸν πίνακα τοῦτον καταθέτω.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 60).
§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ ὁ τοῦ 1894, τὸν ὁποῖον κατέθεσα ἐγὼ, ἂν νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι θὰ ἔχῃ ἀνάγκην αὐτοῦ.
§71Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς τυπωθῇ.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μᾶς τὸν φέρετε, παρακαλῶ, κύριε Εὐταξία, διότι δὲν τὸν ἔχομεν.
§73ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§74ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἔμαθον, Κύριοι, ὅτι ἐξ Αἰγίου ἦλθεν ἐπιτροπὴ, ἥτις παρουσιάσθη εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν σήμερον καὶ ἡ ὁποία ἐξελθοῦσα ἐβεβαίωσε τὸ κοινὸν, ὅτι ἔμεινε λίαν εὐχαριστημένη (γέλωτες.) Εἶπον ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη τῶν ἐξ Αἰγίου ἐλθόντων ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν λίαν εὐχαριστημένη ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀμέσως ἀνὰ τὰς ὁδοὺς ἐγένοντο διάφοροι ὁμιλίαι μεταξὺ διαφόρων ὁμίλων, ὅτι καὶ ἡ ἄλλη ἐπιτροπὴ, ἡ ἐκ Πατρῶν ἐλθοῦσα, καὶ ἐκείνη ἐπίσης ἐξῆλθεν εὐχαριστημένη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅτι τινὰ ἐκ τῶν προσώπων τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς ἀπῆλθον ταχέως διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, ἵνα καταρτίσωσι νομοσχέδιον, καθόσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν εἰς αὐτοὺς «φέρετέ μοι νομοσχέδια τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα νὰ θέσω ὑπὸ μελέτην, καὶ ἴδω ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῶσι καὶ πραγματοποιηθῶσιν.» Ἐγὼ δὲν ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλὰ ταῦτα κοινολογοῦνται. Καὶ εἰς τοὺς σήμερον παρουσιασθέντας τὰ αὐτὰ ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§75ΧΟΪΔΑΣ. Ὄχι νομοσχέδια.
§76ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τέλος πάντων δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν πραγματικὴν λέξιν, ὅτι παίζεται κωμῳδία. Πρέπει νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι ἐκ διαφόρων φίλων μου ἐμπόρων ἐκ Τριφυλίας ἔμαθον, ὅτι αἱ τελευταῖαι διαδόσεις εἶναι, ὅτι «σήμερον ὑποβάλλεται νομοσχέδιον, αὔριον ὑποβάλλεται νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.» Δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἔμαθον ὅμως, ὅτι ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, νὰ μᾶς τὸ διαβεβαιώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός· νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ἔχῃ ἕτοιμον νομοσχέδιον ἢ ἂν ἐργάζηται περὶ τούτου ἐπιτροπή τις. Μοὶ γράφουν λοιπὸν, ὅτι αἱ διαδόσεις αὐταὶ ἐπήνεγκον διαφόρους καταστροφὰς καὶ εἰς τοὺς ἀγοραστὰς καὶ εἰς τοὺς πωλητὰς τοῦ σταφιδοκάρπου. Σήμερον διαδίδεται μία ἰδέα, ὅτι ὑποβάλλεται νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως, καὶ ἀμέσως ἀθρόοι οἱ πωληταὶ φωνάζουν «σταματήσατε τὴν πώλησιν», ἀθρόοι οἱ ἀγορασταὶ αὐξάνουσι τὴν τιμήν· τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν μεταβάλλεται, καὶ ἐπέρχεται κακόν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀφήσωμεν αὐτὸν τὸν κόσμον νὰ κυμαίνηται τοιουτοτρόπως εἰς αὐτὴν τὴν καταστροφήν; Δὲν πρέπει νὰ λύσωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Βεβαίως πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὴν συγκίνησιν ὅλου τοῦ κόσμου τοῦ σταφιδικοῦ τὴν λύσιν, καὶ ἢ νὰ εἴπωμεν: «Κύριοι, ἡσυχάσατε· δὲν ἐννοοῦμεν νὰ κάμωμεν καμμίαν παρακράτησιν· σεῖς ἐξηγεῖτε τὰ πράγματα τοιουτοτρόπως, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν τὰ ἐννοοῦμεν οὕτω»· ἢ νὰ εἴπωμεν: «Κύριοι, ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι θὰ γείνῃ παρακράτησις καὶ θὰ γείνῃ ὑπὸ τοιούτους καὶ τοιούτους ὅρους», διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ κόσμος καὶ νὰ λείψουν τέλος πάντων αἱ συνελεύσεις τῶν ἐπιτροπῶν, νὰ λείψουν τὰ συλλαλητήρια, νὰ λείψουν αἱ ἐπιτροπαί.
§77Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αἱ ἀπολύσεις τῶν Βουλευτῶν. Διότι τὸν κ. Μεσσηνέζην τὸν ἀπέλυσαν σήμερον οἱ συμπολῖταί του.
§78ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ, Κύριοι, ἐνόμισα, ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν, ὅτε ἐγένοντο συλλαλητήρια πανταχοῦ καὶ ἤρχοντο βροχηδὸν τὰ τηλεγραφήματα ἀπὸ τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ θέσωμεν ἀμέσως ἓν τέρμα εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ δι’ αὐτὸ ἔκαμα ἓν νομοσχέδιον πολὺ μικρὸν, τὸ ὁποῖον βλέπω ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγραφόμενον πρὸ ἡμερῶν ὡς τελευταῖον.
§79ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐσαεὶ θὰ ἦναι τελευταῖον.
§80ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δέκατον ἔννατον (γέλωτες καὶ διάλογοι). Εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ἀποταθῆτε, παρακαλῶ, καὶ ὄχι εἰς ἐμέ.
§81ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐνδιαφέρεσθε καὶ σεῖς...
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον τηλεγράφημα ἐξ ὅλων τῶν ὀρεινῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας, πανδήμως ἐξαναστάντων καὶ ἀποκρουόντων πᾶν μέτρον παρακρατήσεως.
§83ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Φυσικά. Ἔχετε ὑπομονὴν, νὰ ἀκούσωμεν καὶ αὐτοὺς τοὺς Κυρίους, νὰ ἐννοήσωμεν τοὺς λόγους. Ἐδῶ καθεὶς γράφει καὶ τηλεγραφεῖ ὅ,τι φρονεῖ, καὶ συγχρόνως δύο ἢ τρεῖς ἢ πλείονες μᾶς στέλλουν ἀπὸ ἓν τηλεγράφημα, ἀπαιτοῦντες ὅ,τι τὸ προσωπικόν των συμφέρον τοῖς ὑπαγορεύει· καὶ τότε καθήσατε νὰ συζητήσητε σεῖς! (ἱλαρότης). Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἰσηγητὴς βεβαίως τῆς πλειοψηφίας, καταρτίζετε καὶ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀλλ’ ἐν τῷ καταρτισμῷ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, σᾶς εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, βλέπω τὸ νομοσχέδιόν μου τελευταῖον. Ἐν τῷ μεταξὺ ἔρχονται τρία ἢ τέσσαρα νομοσχέδια καὶ προτάσσονται καθ’ ἑκάστην· καὶ τί νομοσχέδια, νομίζετε, Κύριοι; Καθὼς αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι κλεισμένα εἰς τὸ κόκκινο αὐτὸ χαρτί, ἐδῶ μέσα, καὶ εἶναι τὰ ἐκπαιδευτικὰ ὀνομαζόμενα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐπιγραφῶσι προσωπικὰ καὶ τὰ ὁποῖα σᾶς λέγουν οἱ Κύριοι ὅτι ἐπείγουν! Καὶ ἠξεύρετε τί ἔχουν αὐτὰ τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἢ κάλλιον προσωπικά; Νὰ σᾶς τὰ διαβάσω (γέλωτες ἑκατέρωθεν καὶ φωναί: «Ὄχι δά! ὄχι δά!») Ἡσυχάσατε· μὴ στενοχωρεῖσθε διὰ τὸ κατεπεῖγον.
§84ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ σταφίδος πρόκειται.
§85ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἰς τὸ περὶ σταφίδος θὰ ἔλθω· ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς παραστήσω τὴν σπουδαιότητα τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε (ἀναγινώσκει): «Περὶ δοκιμασίας τῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον εἰσερχομένων». (Φωναί: «σπουδαιότατον!»). «Περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.» Τὰ ὑπάρχοντα νομοθετήματα λειτουργοῦσιν ἀπὸ τοῦ 1833, καὶ τώρα παρουσιάσθη ἡ κατεπείγουσα ἀνάγκη νὰ θεωρήσωμεν τὰ νέα αὐτὰ κατεπείγοντα, ὅτε πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τῆς σταφίδος; (ἀναγινώσκει): «Περὶ τοῦ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ προσωπικοῦ». Πενῆντα χρόνια τώρα λειτουργεῖ τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ ἔπειτα ἀπὸ πεντήκοντα ἔτη φέρομεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὸ φέρομεν ὡς κατεπεῖγον, καὶ ζητοῦμεν νὰ τὸ προτάξωμεν τοῦ σταφιδικοῦ! Εἶναι καὶ ἄλλα 2–3 ὅμοια.
§86ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Εἶναι ἀναγκαιότατα ὅμως αὐτά.
§87ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐὰν θεωρῆτε τὸ νομοσχέδιόν μου αὐτὸ ἀναγκαῖον, κύριε Πρωθυπουργέ, θὰ παρακαλέσω, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ κατεπείγοντος, καὶ ν’ ἀποφανθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι περὶ τῆς ἀρχῆς.
§89ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ᾖναι κατεπεῖγον. Ἠκούσατε ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ διέκοψεν, εἰπὼν ὅτι ἀπὸ τοὺς ὀρεινοὺς δήμους τῆς Κορινθίας ἔχει τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου δηλοῦσιν οἱ κάτοικοι, ὅτι εἶναι κατὰ τῆς παρακρατήσεως. Ἐγὼ εἶχον τοῦτο ἐν τῷ νῷ, ὅτε συνέταξα τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἔγραψα ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἐπαρχία δεῖνα καὶ δεῖνα παράγει καλλιτέρας ποιότητος σταφίδα, πωλουμένην εἰς ἀνωτέραν τιμὴν τῆς τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, πρέπει κατ’ ἀκολουθίαν νὰ ὑπαχθῶσιν αὗται εἰς ἀνωτέραν φορολογίαν, διότι ἐναντιοῦνται εἰς τὴν παρακράτησιν· ἡμεῖς μὲν νὰ πληρώνωμεν 8 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον ἐξαγωγικὸν τέλος, καὶ αὐταὶ δραχ. 45, διότι ὁ καρπὸς αὐτῶν τιμᾶται δραχ. 300 τὸ χιλιόλιτρον, ὁ δὲ ἰδικός μας 45, ὅπως ἔλθῃ ἰσότης κατὰ τὸ Σύνταγμα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα.
§90Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ πρότασις ὑπὸ 10 Βουλευτῶν.
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγείροντες τὰς χεῖρας). Εἴμεθα ὑπὲρ τοὺς εἴκοσι.
§92ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ζητοῦμεν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, διότι ἐπιθυμοῦμεν, μιὰ φορὰ διὰ πάντα, νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, διὰ νὰ μάθωσιν αἱ ἐπαρχίαι τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§93ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προτείνω, ἀντὶ τῆς ψηφοφορίας, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ προκαλέσῃ ὁ κ. ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. συναδέλφου, —διότι τὰ ἐκπαιδευτικὰ δὲν πιστεύω ἀπόψε νὰ συζητηθῶσι,—τότε συζητοῦμεν.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠγέρθησαν πλέον τῶν 15 Βουλευτῶν ζητοῦντες ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Πρέπει νὰ θέσητε τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν.
§95Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκηται ἤδη νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, πρέπει νὰ καθορισθῇ τὸ θέμα, δηλαδὴ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς παρακρατήσεως. Εἰς τοῦτο νομίζω οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ εὐρεῖα περὶ παρακρατήσεως συζήτησις καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ὁριστικῶς, ὅπως μὴ ἡ κοινωνία μένῃ ἐν ἀμφιβολίᾳ. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἵνα ἡ ὁριστικὴ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, δὲν πρέπει ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ ἐπὶ νομοσχεδίου προτεινομένου παρὰ Βουλευτοῦ, ἐκπροσωποῦντος μὲν περιφέρειαν σπουδαίαν καὶ κατ’ ἄλλα καὶ κατὰ τὴν παραγωγὴν σταφίδος, ἀλλὰ μὴ συμπράξαντος ἐν τῷ καταρτισμῷ τῶν προτεινομένων διατάξεων μετ’ ἄλλων Βουλευτῶν, ὥστε νὰ ἔχωσιν αὗται χαρακτῆρα γενικώτερον. Τοιοῦτον χαρακτῆρα θὰ εἶχε νομοσχέδιον προτεινόμενον παρ’ ἐπιτροπῆς, ἐντολῇ τῆς Βουλῆς συστηθείσης, ἢ καὶ ἄνευ ἐντολῆς, ἀλλ’ ἐκ Βουλευτῶν ἔστω καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας διασκεφθέντων περὶ τοῦ θέματος καὶ καταληξάντων εἰς κοινὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην. Ἐπὶ νομοσχεδίου ὅμως καταρτισθέντος ὑπὸ Βουλευτοῦ ἐξ ἰδίας μόνον γνώμης καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς συνεννοήσεως πρὸς οὐδένα ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ περὶ παρακρατήσεως συζήτησις δὲν θέλει διεξαχθῆ δεόντως, ἡ εἰς τοιαύτην δὲ συζήτησιν παρεπομένη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καίτοι θ’ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἐπιδράσῃ ὅμως καὶ ἐπὶ τὴν τύχην τῆς παρακρατήσεως. Ἡ πρότασις περὶ παρακρατήσεως πρέπει νὰ προέλθῃ ὄντως ἐν τῇ Βουλῇ, ὥστε ἡ ἀπόφασις, εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατ’ αὐτῆς, νὰ λύῃ τὸ ζήτημα ὁριστικῶς, καὶ ἵνα λυθῶσι τὰ τῆς παρακρατήσεως διὰ ψήφου ἐπὶ τῆς ἀρχῆς νομοσχεδίου, πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ ᾖ ὅσον ἔνεστι τελειότερον παρεσκευασμένον, ὅπως μὴ τὸ ἀπαράσκευον τοῦ νομοθετήματος ἐπιπροσθέσῃ εἰς τὰς ἐμφύτους δυσχερείας τοῦ θέματος. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐκρίθη ὅτι τελεσφορωτέρα μέθοδος πρὸς ἐξομάλισιν τῶν δυσχερειῶν ἦτο ἡ σύστασις εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἐντεταλμένης τὴν παρασκευαστικὴν ἐργασίαν. Ἤδη προτείνεται, ἵνα ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως νομοσχεδίου Βουλευτοῦ ἄνευ προηγουμένης συνεννοήσεως τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων καὶ τῶν ἐχόντων εἰδικότητα ἐν τῷ θέματι. Ἀποδεχόμενοι τὴν πρότασιν, νομίζω ὅτι δὲν ἐκλέγομεν τὴν καλλιτέραν μέθοδον πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, οὐδὲ συντελοῦμεν πρὸς τοὺς σκοπούς, οὓς οἱ ζητοῦντες τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπαγγέλλονται ὅτι ἐπιδιώκουσι.
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συγχέει δύο ζητήματα, τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του ἔθιξε τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, ὑποστηρίζων τὴν προμελέτην τοῦ ζητήματος τοῦ σταφιδικοῦ. Ταῦτα ἠδύνατο νὰ ἀναπτύξῃ, ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶχεν ἤδη ἀποφανθῆ, ὅτι θέλει νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον τὸ σχετιζόμενον μὲ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρισκόμεθα ἐνώπιον προτάσεως ἀφορώσης τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὴν πρότασιν ταύτην ὑπεστήριξεν ἱκανὸς ἀριθμὸς Βουλευτῶν, πρέπει ἑπομένως ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ αὐτῆς, χωρὶς ν’ ἀναμίξωμεν τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα. Πρέπει νὰ βαδίσωμεν κανονικῶς. Ἐὰν ἡ πρότασις ἀποῤῥιφθῇ, τότε θὰ ἴδωμεν ἐὰν καὶ πῶς θὰ ἔλθῃ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἢ ὄχι. Ἐὰν ὅμως γείνῃ δεκτὴ, τότε θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§97Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ συμφωνῶν, ὅτι πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ θέματος. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτοῦ συζητοῦντες καὶ ἀποφαινόμενοι περὶ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἀντιτασσόμεθα, συντελεστικώτερον ὅμως κρίνομεν νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίου ἔχοντος τὸ κῦρος ἐπαρκεστέρας ἐπεξεργασίας· ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου, οὗτινος προτείνεται ἡ πρόταξις, ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὸ κύριον θέμα, ἡμεῖς οὐδὲν παρεμβάλλομεν πρόσκομμα, περιοριζόμενοι εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην ἡ μέθοδος αὕτη δὲν εἶναι συντελεστικὴ πρὸς τὸν σκοπόν. Ἀλλὰ καὶ τοιαύτην ἔχοντες γνώμην, οὐδαμῶς ἀντιτασσόμεθα πρὸς τὴν ἐνδεχομένην γνώμην τῆς Βουλῆς, ὅπως προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον.
§98ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Γνωρίζουσι πάντες ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ αἱ μακραὶ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἀπέληξαν. Φρονῶ ὅτι, ἵνα παύσωσιν ἐρχόμεναι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ ἵνα παύσῃ ὁ σάλος, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνέφερεν, ἵνα παύσῃ ἡ καταπληκτικὴ ὕψωσις τοῦ συναλλάγματος, πρέπει νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην της πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι μετὰ τὴν συζήτησιν τούτου γνωρίζομεν πάντες, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἀπέρχονται εἰς τὰ ἴδια. Πρέπει λοιπὸν σαφῶς καὶ καθαρῶς νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας, ἐὰν θέλωμεν τὴν παρακράτησιν ἢ οὔ, ἵνα παύσῃ ἡ πρὸ ἔτους παιζομένη κωμῳδία εἰς βάρος τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς φορολογίας συγκρατοῦσιν αὐτὸν τὸν τόπον.
§99ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουγοῦ προέκυψεν, ὅτι μία κρατεῖ γνώμη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων. Οὐδεὶς ἀνθίσταται ν’ ἀναγραφῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἂν ὄχι τῆς σήμερον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον προσεχεστάτης συνεδριάσεως, ἵνα ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως θεωρηθῇ τὸ ζήτημα κατεπεῖγον καὶ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Δευτέρας. Μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ συνταχθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ᾖναι συντεταγμένον, συζητεῖ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας.
§100Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποδέχομαι.
§101ΧΟΪΔΑΣ. Εἶναι γνωστὴ, Κύριοι, ἡ εἰς τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν τῶν Πατρῶν καὶ Ἠλείας δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, κανονίζον τὰ τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος· οὕτω τοὐλάχιστον ἀνεκοινώθη καὶ εἰς ἄλλους καὶ εἰς ἐμὲ παρά τινων ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ τοῦτο, διότι τότε θὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθησομένου καὶ οὐχὶ τοῦ τοῦ κ. Κοκκέβη, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποῤῥιφθῇ. Γνωρίζω μάλιστα, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Πατρῶν, τῇ ἐντολῇ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συνέταξε καὶ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐτυπώθη, ἀντίτυπα δὲ αὐτοῦ, φέροντα τὰς ὑπογραφὰς τῶν προέδρων τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν, ἔχουν ἤδη ὑπ’ ὄψιν των πολλοὶ τῶν κ. συναδέλφων. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω, ἐὰν θὰ ὑποβληθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἡ ἐπιτροπή.
§102Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις συνεζήτησε πρὸς τὰς ἐπιτροπὰς, αἵτινες ἦλθον ἐνταῦθα ἐκ τῶν παραγουσῶν τὴν σταφίδα ἐπαρχιῶν, ἤκουσε καὶ ἄλλας γνώμας καὶ ἔχει ὑπὸ μελέτην τὸ θέμα. Ἤδη ὁ ἐκ Τριφυλίας κ. Βουλευτὴς ἐζήτησεν, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐξέφρασε γνώμην, ὅτι πρόωρος εἶναι τοιαύτη πρόταξις, ὅτι ἔπρεπε πρότερον νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ μελέται αἱ ἑπόμεναι εἰς τὰς παραστάσεις τῶν ἐπιτροπῶν, νὰ γένηται δὲ καὶ προπαρασκευαστική τις ἐργασία ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐξεδηλώθη διάθεσις ἰδίως παρὰ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς παρακρατήσεως, ὅπως προβῶμεν εὐθὺς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐκ Τριφυλίας κ. Βουλευτοῦ. Ἡμεῖς εἴπομεν τὴν γνώμην ἡμῶν, ἀλλ’ ἐὰν αὕτη μὴ τυγχάνῃ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἡμεῖς δὲν θέλομεν ψηφίσει κατὰ τῆς προτάξεως, διότι ἰδίᾳ ἀφορῶμεν εἰς τὴν ταχυτέραν διαῤῥύθμισιν τοῦ θέματος· ἐὰν ἄρα ἡ Βουλὴ κρίνῃ ἑαυτὴν ἑτοίμην, ἵνα ἐπιληφθῇ αὐτοῦ, ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἀπασχολήσει αὐτὴν, ἐπιμένοντες εἰς τὴν ἡμετέραν γνώμην, ὅτι θὰ ἦτο λυσιτελεστέρα πρὸς τὴν ἀγαθὴν ἔκβασιν τῆς συζητήσεως ἀναβολή τις, χάριν πληρεστέρας παρασκευῆς. Σπουδαίως ἀπασχολοῦσιν ἡμᾶς τὰ τοῦ θέματος ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου, ὑπεβλήθησαν δ’ ἐσχάτως παρὰ τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων καὶ σχέδια νόμων εἰς τὴν μελέτην τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι δεχθεῖσα πρὸς μελέτην ἡ Κυβέρνησις τὰ εἰς αὐτὴν ὑποβληθέντα καὶ μήπω ἀποφανθεῖσα περὶ αὐτῶν, οὐχὶ ὀρθῶς παριστᾶται ὡς υἱοθετήσασα αὐτά. Ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ πάντα τὰ εἰς αὐτὴν ἀνακοινωθέντα, ἵνα ἐν γνώσει αὐτῶν ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ πρακτέου, περὶ οὗ εἰσέτι οὐδεμίαν ἐποιήσατο ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι ἡ ἀπόφασις περὶ τούτου ἐξαρτᾶται ἐκ διαφόρων πληροφοριῶν καὶ σκέψεων, μήπω συμπληρωθεισῶν. Εὐθὺς ὡς συμπληρωθῶσιν αὗται—καὶ ταχέως θέλουσι συμπληρωθῆ, διότι ἐννοοῦμεν τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας ἐνεργείας,—ἡ Κυβέρνησις θὰ ποιήσηται ἀνακοινώσεις πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι πρέπει ἀπὸ τοῦδε, ἐξ ἀφορμῆς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος, ἡμεῖς συμφωνοῦμεν.
§103ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἠρώτησα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὑποβάλλουσα αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν,—διότι τοῦτο εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ σταφιδικὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖ ζήτημα πολιτικὸν,—ἐγὼ ἠρώτησα, ἐὰν θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἵνα κανονίσω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Κοκκέβη· διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ ὑποβάλει νομοσχέδιον, ὅταν περατώσῃ τὰς μελέτας αὐτῆς ἐπὶ τῶν ὑποβληθέντων σχεδίων νόμου καὶ τῶν ἐξενεχθεισῶν γνωμῶν, τότε βεβαίως θὰ καταψηφίσω τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Κοκκέβη, ὅπερ θεωρῶ ἀτελές· ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ, ὅτι δὲν θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, τότε ἀναγκαίως ἡ συζήτησις θὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τὸ ὁποῖον τροποποιούμενον δύναται νὰ ψηφισθῇ. Τὴν δήλωσιν ταύτην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησα, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν ἦτο ὀρθὸν, προκειμένου περὶ τόσον σπουδαίου ἀντικειμένου, νὰ ἐπαναληφθῶσι τὰ τῆς παρελθούσης συνόδου· δὲν εἶναι δίκαιον διὰ τῶν ἀναβολῶν νὰ ἐμπαίζωμεν μὲ τὴν δυστυχίαν τόσων ἐπαρχιῶν, αἵτινες δικαίως ἀναμένουσιν ἀνακούφισιν ἐκ τῆς παρεμβάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§104Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλομεν ἀνακοινώσει τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν μας.
§105ΧΟΪΔΑΣ. Τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν σας ἐπὶ τῶν σχεδίων τῶν νόμων θὰ καταλήξῃ εἰς ἓν νομοσχέδιον, ναὶ ἢ ὄχι; Αὐτὸ θέλω νὰ μάθω, καὶ αὐτὸ ἀναμένουσιν νὰ μάθωσιν οἱ πάσχοντες ἐκ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως.
§106ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι γνωστόν· τὸ πόρισμα θ’ ἀνακοινωθῇ.
§107ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Πρὸ ἑνὸς ἔτους κυοφορεῖται εἰς τὴν κεφαλὴν ἡμῶν τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως, καὶ διὰ τοῦτο μοὶ ἔρχεται ἀπορία, πῶς ἔπειτα ἀπὸ ἓν ἔτος δὲν ἐγεννήθη, καὶ ἀπορῶ, ἀκούων τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν λέγοντα, ὅτι εἰσέτι καταγίνεται ἡ Κυβέρνησις εἰς μελέτας. Ἐπὶ πόσα ἔτη θὰ καταγίνεσθε εἰς μελέτας; παρῆλθεν εἷς χρόνος, δὲν ἠδυνήθητε κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ λύσητε τὸ ζήτημα; Πέρυσιν ὑπεβλήθησαν παρά τινων Βουλευτῶν νομοσχέδια περὶ τῆς παρακρατήσεως, ἐφέτος ὑπέβαλον ἐγὼ τὸ ἰδικόν μου, καὶ εἶπον, ὅτι εἰσήγαγον αὐτὸ, ὅπως δώσω ἀφορμὴν εἰς ἄλλους πρακτικωτέρους νὰ εἰσαγάγουν καλλίτερον νομοσχέδιον· ἐπροκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ἀρτιμελέστερον ἔργον, ἀλλ’ αὕτη, ὡς ἠκούσατε, ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ἐσχημάτισε γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ ὅτι θὰ ἐξακολουθῇ καταγινομένη εἰς μελέτας! Εἰς τὴν προχθὲς ἔν τινι τῶν δωματίων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς γενομένην συνέλευσιν τῶν ἐλθόντων ἐξ Ἠλείας καὶ Πατρῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέρος καὶ πολλοὶ Βουλευταὶ, ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κ. Στεφάνου σᾶς εἶπε πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εὗρον καὶ ἐσφαλμένα, ἀλλὰ παρετήρησα ὅτι ἐλλείπει πεῖρα ἐπὶ τῶν πραγμάτων, διότι μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν παρακράτησιν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ναυαγεῖ πᾶν νομοσχέδιον...
§108ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Προσωπικήν μου γνώμην ἐξέφρασα.
§109ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τοῦτο καὶ ἐγὼ εἶπον, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἀνέφερα ὡς Βουλευτὴν Ζακύνθου ἁπλῶς... Καὶ μᾶς εἶπε: «πῶς θὰ χρησιμοποιήσωμεν αὐτὴν τὴν σταφίδα, ἀφοῦ δὲν παρουσιάζεται μία ἑταιρία νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὸ ἔργον;» Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν αὐτὴ ἡ σκέψις· διότι, ἐὰν ἐσκεπτόμεθα τοιουτοτρόπως, δὲν θὰ εὑρίσκοντο ἄνθρωποι νὰ μᾶς κατασκευάσουν τοὺς σιδηροδρόμους, νὰ ἐφεύρουν τὸν ἀτμόν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κοκκέβη, ὑπεβάλετε μίαν πρότασιν καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ἵνα ἡ πρότασίς σας συζητηθῇ τὴν Δευτέραν.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν, τὴν Δευτέραν.
§112ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Πολὺ καλὰ, ἀναβάλλω διὰ τὴν Δευτέραν τὴν περὶ παρακρατήσεως συζήτησιν. Ἤδη ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα (διακοπαὶ καὶ θόρυβος).
§113ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτι δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὰς διαφόρους προτάσεις καὶ δὴ καὶ τὴν ὑμετέραν περὶ τῆς ληφθείσης δῆθεν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς γνώμην, εἶπεν ὅσα ἠκούσατε. Καὶ ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν μᾶς ἐπιτρέπετε ν’ ἀποφασίσωμεν ἄλλως ἢ νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπερ δὲν ἀφορᾷ μόνον τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἀλλὰ σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ τόπου ἐν γένει, μεχρισοῦ ἡ Κυβέρνησις δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα τῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου μελετῶν καὶ ἐργασιῶν αὐτῆς. Οὕτω μόνον ἐργαζόμενοι, ἀκολουθοῦμεν ἀληθῆ κοινοβουλευτικὴν τακτικὴν, καὶ οὐχὶ δι’ οὗ τρόπου ἠθέλησάν τινες τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων νὰ ὑφαρπάσωσι τὸ ζήτημα, συμπαρασύροντες διά τινων λίαν ἀκαταλλήλως ἐκστομισθέντων ὑπὲρ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας συναδέλφου κ. Κοκκέβη «εὖγε!» καὶ Βουλὴν καὶ Κυβέρνησιν εἰς ἀπόφασιν ἥκιστα δεικνύουσαν, ὅτι σπουδαιολογοῦμεν. Νομίζω δ’ ἐν τέλει, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ δείξωμεν, ὅτι τὰ τῆς Πατρίδος ἡμῶν ῥυθμίζομεν οὐχὶ βοῇ, ἀλλὰ λόγῳ, καὶ τοῦτο κατορθοῦται, ἂν δὲν ἐπιζητήσωμεν νὰ θέτωμεν τέρμα εἰς τὰς συζητήσεις διὰ τῆς μεθόδου τοῦ «εὖγε!» Ἡ Βουλὴ ἑπομένως, κατ’ ἐμὲ, μὴ ἀποφασίσασα ἔτι, περὶ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολήν. (Διάλογοι).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι δέχεται, ὅπως ἀναγραφῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς προσεχοῦς Δευτέρας τὸ περὶ παρακρατήσεως νομοσχέδιον τοῦ κ. Κοκκέβη. (Διάλογοι).
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐτελείωσε πλέον τὸ ζήτημα αὐτό· ἀνεβλήθη διὰ τὴν Δευτέραν.
§116ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μία βοὴ ἔρχεται πανταχόθεν, ἡ ὁποία μᾶς ἐπιτάσσει νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἕτερον νομοσχέδιόν μου, τὸ περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Τηλεγραφήματα ἐντεῦθεν, τηλεγραφήματα ἐκεῖθεν, ὅτι ὄργανα τῆς ἀρχῆς καταπιέζουσι τοὺς ἀνθρώπους, εἰσπράττουσι παρὰ τοῦ ἑνός, εἰσπράττουσι παρὰ τοῦ ἑτέρου, καὶ διαφοροτρόπως ὁ ποιμενικὸς λαὸς λῃστεύεται. Δὲν φρονεῖτε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ποιμνιοβοσκῆς, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, εἶναι πολὺ κατεπεῖγον; Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ καὶ περὶ τούτου, ὅπως ἐκ τῶν πρώτων συζητηθῇ.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς προτείνει, ἵνα ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ σταφίδος, καὶ τὸ νομοσχέδιον του περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρεδέχθη.
§119ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν παρεδέχθη.
§120ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ τὸ ἀντίθετον.
§121ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§122ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ πρέπει νὰ προταχθῇ τῆς ἡμερησίας διατάξεως μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ σταφίδος τὸ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νομοσχέδιον, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ συντελέσῃ, καὶ πιστεύω ὅτι θέλει συντελέσει, ἀφοῦ ἀναγνώσῃ τὰ σήμερον δημοσιευόμενα, ὅτι δυνάμει τοῦ ὑφισταμένου νόμου ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι μοιράζουν μαλὶ, τυρὶ καὶ βούτυρο. Δὲν νομίζετε λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ καταλήστευσις τῶν πτωχῶν ποιμένων, καὶ ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τὸ μέσον τοῦτο τῆς καταπιέσεως τοῦ λαοῦ; Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ προταχθῇ, διότι ἀφορᾷ ἀμέσως τὸν λαόν.
§123ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν συλλογίζεσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι μετὰ ἓν ἔτος δὲν θὰ ἔχητε κρέας νὰ φᾶτε;
§124ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, νομίζω, νὰ διασύρωμεν τὴν ὑπόληψιν ἀπόντων ἀνθρώπων. Πιθανὸν οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ προβαίνωσιν εἰς ὅ,τι λέγετε ὅτι προβαίνουσιν, ἀλλὰ πταίει μᾶλλον ὁ νόμος.
§125ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ συκοφαντήσω κανένα· λέγω μόνον τί γράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας. Παρακαλῶ ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ὁ Πέτρος Καραμπάτσος δὲν ἔχει μαλιὰ, ἀνάγκη πᾶσα νὰ τὰ ἀναπληρώσῃ μὲ τὸν Ἀποστόλη εἰς ὀκάδας 35, διότι αἱ 15 εἶναι τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ αἱ 20 ’δικαῖς μου. Ἐπίσης 2 δέρματα τυρὶ καὶ 20 ὀκάδες βούτυρο, ἃ θὰ τὰ μοιράσωμε μὲ τὸν ἀνθυπολοχαγόν. «Ν. Κολοβὸς ὑπενωμοτάρχης.» Αὐτὰ διατάσσει ὁ ἀστυνομικὸς σταθμάρχης Δελήμπαλι τοῦ δήμου Πηνειΐων! (αἴσθησις). Ἐὰν ταῦτα, Κύριοι, ἦναι ἀληθῆ, εἶναι φοβερά! Ἐξ ἰδίας πείρας δὲ γνωρίζω, ὅτι ἐπὶ τῆς περιουσίας τῶν ποιμένων φαλκιδεύουσί τινες ἀξιωματικοὶ ἐκ τῶν ἐντεταλμένων τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς.
§126ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ ἐγὼ ἀνέγνωσα τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, καὶ βεβαίως θέλομεν διατάξει ἀνακρίσεις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τοιαῦτα νὰ παρέλθουν ἐν σιωπῇ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ἵνα ἐξανίσταται ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ χαλᾷ τὸν κόσμον. Θέλομεν ἐξετάσει τὰ καταγγελλόμενα, καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ τὰ ἐξακριβώσωμεν, καὶ ἐὰν ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ, νὰ τιμωρήσωμεν αὐστηρῶς τοὺς ὑπαιτίους.
§127ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀποφαίνομαι γνώμην, ἐὰν ἡ πρότασις νόμου, ἡ ὑποβληθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, περὶ ποιμνιοβοσκῆς ἦναι ἐπείγουσα ἢ ὄχι, ἀποφαίνομαι ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως ταύτης κανονίζεται ἀντικείμενον ἀρκετὰ σπουδαῖον καὶ τὰ μέγιστα ἐνδιαφέρον τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Εἶναι πλέον ἢ ἀληθές, —δὲν λέγω δὲ τοῦτο, ἵνα κακίσω εἴτε τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἀστυνομίᾳ εἴτε τὰ ὑποδεέστερα ὄργανα αὐτῆς, ἀλλὰ λέγω τοῦτο, διότι βεβαιοῦται ἐκ τῶν πραγμάτων,—εἶναι πλέον ἢ ἀληθές, ὅτι καταχρήσεις ἀνέκαθεν καὶ ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας καὶ σήμερον ἔτι λαμβάνουσι χώραν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι πολλάκις συλλαμβάνονται ποίμνια, ὄχι διότι βόσκουσιν εἰς ἀπηγορευμένα μέρη, ἀλλὰ μόνον ἵνα λαμβάνωσι τὰ σύλληπτρα οἱ συλλαμβάνοντες αὐτά. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πολλάκις καταπιέζονται οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοί. Διὰ τοῦτο ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§128ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν ἔχω τὴν παραμικρὰν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θέλει διατάξει ἀνακρίσεις καὶ θέλει τιμωρήσει αὐστηρῶς τοὺς ὑπαιτίους, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος. Ἐν τούτοις, καὶ ἐὰν ὅσα σήμερον ἀνεκοινώθησαν δὲν ἦναι ἀληθῆ, δὲν εἶναι πολλαὶ ἡμέραι ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν παρεκτροπαὶ ἄλλου ἀστυνόμου κατηγγέλθησαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐγένετο πολὺς λόγος, παρεκτροπαὶ συμβᾶσαι ἐν τῷ δήμῳ Δύμης ἕνεκα τοῦ ἰσχύοντος περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθησαν ἀπὸ ποιμένας παρανόμως καὶ ἀδίκως ἄνω τῶν 2,000 δραχμῶν ὡς σύλληπτρα.
§129ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Προχθὲς εἴπετε, ὅτι νομίμως ἐνήργησεν ὁ ἀστυνόμος
§130ΧΟΪΔΑΣ. Εἶπον ὅτι ὑπῆρχε πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀπαγορεύουσα τὴν βοσκὴν ποιμνίων εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, κατὰ λάθος ψηφισθεῖσα, καὶ ἐν γνώσει τοῦ λάθους ὁ ἀστυνόμος προέβη εἰς τὴν σύλληψιν τῶν ποιμνίων καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν συλλήπτρων. Τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῆς ἀτελείας τοῦ νόμου. Προκειμένου λοιπὸν νὰ ψηφισθῇ νόμος κανονίζων τὰ τῆς ποιμνιοβοσκῆς, δίκαιον εἶναι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον.
§131ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ νόμος περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ὅπως ἐφαρμόζεται σήμερον παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, κατήντησε πηγὴ σκανδάλων, πιέσεως καὶ βασανιστηρίων τοῦ ποιμενικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες γνωρίζουσι τί ὑφίστανται οἱ δυστυχεῖς ποιμένες.
§132Ι. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι. Εἶμαι Ἀργεῖος, ἔχομεν πολλὰ κτήματα καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία μᾶς τὰ ἐξησφάλισεν. Οὐδὲν παράπονον ἔχομεν κατ’ αὐτῆς.
§133ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐκ τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἕτερος συνάδελφος ἡμῶν ἀνέγνωσε, φαίνεται ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξησφάλισεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, εἶναι τὸ βούτυρο, τὸ τυρὶ καὶ τὸ μαλλὶ, καὶ λυποῦμαι ὅτι σεῖς, ἐρχόμενος πρώτην φορὰν ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπερασπίζεσθε ἄτοπα καὶ παράνομα πασίγνωστα. Ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες ἔχομεν συμφέρον νὰ ληφθῇ τέλος πάντων ἓν μέτρον, ὅπως ἀπαλλαγῇ ὁ δυστυχὴς αὐτὸς πληθυσμὸς τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν πιέσεων τούτων. Καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων μου ἔχομεν πλείστας ὅσας ἀποδείξεις περὶ τοιούτων καταχρήσεων, ἀφοῦ δὲ δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, οὔτε περὶ οἱουδήποτε ἄλλου θέματος, ἔχομεν συμφέρον πάντες νὰ προασπίσωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, καταδυναστευομένους καὶ οὕτως εἰπεῖν λῃστευομένους διὰ τοῦ νόμου περὶ βοσκῆς. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει δεχθῇ, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ εὑρεθῇ ὁ τρόπος τῆς βελτιώσεως τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ὁ ὁποῖος, ὡς ἤδη ἔχει καὶ ἐφαρμόζεται, κατήντησεν ἀληθὴς μάστιξ κατὰ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν συμπολιτῶν μας ποιμένων, καὶ πηγὴ πλούτου, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ.
§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ τρόπος τῆς βελτιώσεως τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ ἐν πληθούσῃ Βουλῇ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ποιμνιοβοσκῆς, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη καὶ ἐμελετήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄλλοτε καὶ μετετράπη εἰς νόμον, ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ μεταβάλωμεν πάλιν διὰ μεγάλων τροποποιήσεων, διότι ἀπεδείχθη ἐκ τῶν συζητήσεων καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δυσχερέστερον θέμα τοῦ κανονισμοῦ τῶν τῆς ποιμνιοβοσκῆς δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἀπεδείχθη τὸ πρᾶγμα καὶ ἐν ταῖς συζητήσεσι καὶ ἐμπράκτως, διότι οὐδέποτε ἐφηρμόσθη ὁ νόμος οὗτος κατὰ τρόπον ἐπαρκῆ, κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα τὴν κοινωνίαν. Καὶ ἐὰν σήμερον ἐγείρονται παράπονα, ὅτι ὑπάρχει πίεσις, τὰ παράπονα τὰ προηγούμενα λησμονοῦνται· λησμονεῖται ὅτι δήμαρχοι καὶ δημοτικοὶ ἀστυνόμοι ἦσαν τύραννοι, ὅτι οἱ ἀγροφύλακες ἐκεῖνοι μάλιστα ἦσαν τύραννοι...
§135ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Σήμερον μετεβάλομεν τοὺς τυράννους.
§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως συμβαίνουσι καὶ σήμερον καταχρήσεις, τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι λόγος, ἵνα λέγητε ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν κατεπειγόντως εἰς τὴν συζήτησιν ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ἀμελέτητον. Ἐννοῶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν ἡ μελέτη τοῦ θέματος καὶ ὁ καταρτισμὸς ὑπ’ αὐτῆς νομοσχεδίου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, διότι βεβαίως ὁ νόμος εἶναι ἀτελὴς, διότι βεβαίως τὰ τῶν συλλήπτρων πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν, ἀλλὰ νὰ λέγωμεν, παίζοντες ἐνταῦθα, νὰ προτάξωμεν νομοσχέδιον, ἵνα συζητηθῇ κατεπειγόντως, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἡμῶν ἀνέγνωσε καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ φέρῃ ψῆφον θετικὴν, νομίζω ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν. Ἐγὼ προτείνω νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου ἐκ τῶν εἰδικωτέρων ἐνταῦθα, ἥτις νὰ καταρτίσῃ νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Καὶ ἐκφέρω τὴν γνώμην, ὅτι ἰδίως πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ ἐπὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ σύλληπτρα, ὄχι διότι τὰ σύλληπτρα ἐγέννησαν τὰ σκάνδαλα σήμερον, ἀλλὰ διότι ἐγέννησαν σκάνδαλα ἀνέκαθεν, ἀφ’ ὅτου εἰσήχθησαν. Καὶ ἐπειδὴ γίνονται καταχρήσεις ὑπὸ τῶν κατωτέρων ὀργάνων, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι πταίει ὁ θεσμός; καὶ ἐπειδὴ πολλὰ τῶν κατωτέρων ὀργάνων πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των, σημαίνει τοῦτο ὅτι οἱ θεσμοὶ πταίουσι καὶ ὅτι πάντες πρέπει νὰ μεταβληθῶσι; Μὴ κραυγάζετε σήμερον, ὅτι εἷς ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος, εἷς ἀστυφύλαξ, ἔπραξε τοῦτο τὸ κακόν· τὸ κακὸν σήμερον εἶναι ὀλιγώτερον ἢ ἄλλοτε. Προτείνω λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκλεχθῇ παρ’ ὑμῶν ἐπιτροπή, εἰς ἣν νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐντολὴ νὰ μελετήσῃ τὰ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ καταρτίσῃ νομοσχέδιον.
§137ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐὰν ὁ φίλος μου κ. Δραγούμης ἐμελέτα τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἔλεγεν ὅσα εἶπεν· ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν τὸ ἐμελέτησε. Πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τῆς καταργήσεως τῶν συλλήπτρων, τὰ ὁποῖα δεχόμεθα νὰ καταβάλλωνται, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀποφασισθῶσι πρότερον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῇ καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ σταφίδος, καὶ ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν καὶ τὸ μελετήσῃ ὁ κ. Δραγούμης, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸ παραδεχθῇ καὶ ὁ ἴδιος, χωρὶς λέξιν νὰ μεταβάλῃ· καὶ ἂν μεταβάλῃ, τότε νὰ μὲ κόψουν ἐμένα (γέλωτες).
§138ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑπὸ τὸ κάλυμμα τῆς ἀγανακτήσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐλάλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, πάντες ἐννοήσαμεν, ὅτι καὶ αὐτὸς γνωρίζει ποῖα τελοῦνται ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν κατὰ τοῦ δυστυχοῦς ποιμενικοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀπόδειξις ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν, ὅπως εἰδικὴ ἐπιτροπὴ μελετήσῃ τὸν νόμον περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ ὁρισθῇ προθεσμία τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας της.
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§140ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἐργασθῇ μόνον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Τριφυλίας.
§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, θ’ ἀσχοληθῇ ὅμως περὶ τοῦ ὅλου θέματος.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σχηματίσω λοιπὸν μίαν ἑπταμελῆ ἐπιτροπὴν αὔριον, ἡ ὁποία νὰ ἐπιληφθῇ τῆς παρασκευῆς ἑνὸς νομοσχεδίου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν πρότασιν νόμου τοῦ κ. Κοκκέβη, καὶ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν της.
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§144ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν στερεῖται Εἰσαγγελέως καὶ ἀντεισαγγελέως. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς εἴπῃ τίνα πρόνοιαν ἔλαβε περὶ τούτου.
§145ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ διορισθῇ Εἰσαγγελεύς, κύριε Βουλευτά! Ἡ ἀναβολὴ ἐπῆλθε διότι μόλις πρὸ δέκα ἡμερῶν ὑπεβλήθησαν τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐγκρίσεων τῶν Ἐφετείων.
§146ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑτέραν παράκλησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπειδὴ διετέλεσε δικηγόρος καὶ γνωρίζει τὴν κατάστασιν τῶν δικαστικῶν καταστημάτων, τὸν παρακαλῶ νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κεφάλαιον πρὸς διακόσμησιν τῶν γραφείων, διότι ὅλα τὰ δικαστικὰ καταστήματα παρουσιάζουσιν ὄψιν ἀχυρώνων, στερούμενα καὶ καθισμάτων καὶ μελανοδοχείων καὶ ἁπάντων τῶν χρειωδῶν. Ἐὰν δὲ μεταβῆτε εἰς τὸ Ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ γραφεῖον τῶν δικηγόρων κεῖται παραπλεύρως τῶν ἀποπάτων, ἄνευ καθίσματος, ἄνευ τραπέζης, ἄνευ μελανοδοχείων, ἐκτὸς ῥακῶν τινων. Εἰς τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν ὑπενθυμίζω, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἐπὶ τῇ παρακλήσει μου, εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ ἐπιδόσεως εἰς τοὺς ἀστυφύλακας καὶ ἀστυνόμους.
§147ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἔχω ἕτοιμον.
§148ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν παρεδέχθητε τὴν κοινοποίησιν διὰ τῶν Φρουραρχείων, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς ὅλα τὰ μέρη Φρουραρχεῖα. Εἰς δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλω ἑτέραν παράκλησιν. Δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ δικαστικὴ ἀπόφασις, καίτοι φέρουσα τὸν τύπον «ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως», κατὰ στρατιωτικῶν ὑποχρέων, διότι οἱ ἁρμόδιοι ἀρνοῦνται τὴν παροχὴν βοηθείας πρὸς ἐκτέλεσιν. Νομίζω ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου καὶ δυνάμει τῆς ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ὑπαρχούσης ἐντολῆς «ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως», ἅπαντες εἶναι ἁρμόδιοι, καὶ εἰς τὴν ἐμφάνισιν οἱασδήποτε ἀποφάσεως ὀφείλουσι νὰ συντρέξωσι τὴν ἐκτέλεσίν της· ὀφείλει δὲ πᾶς στρατιώτης καὶ πᾶς πολίτης νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομήν του.
§149ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐκ Λαμίας ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι, ἐνῷ ἠρνήθησαν τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως κατὰ ἀστυφύλακος, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν εἶναι ἁρμόδιοι, ἀφ’ ἑτέρου ἐκώλυσαν τὸν δικαστικὸν κλητῆρα, θελήσαντα νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν.
§150ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν δημοσίευσιν τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1894, περὶ τῆς ὁποίας μᾶς ἀνήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅτι εἶναι ἑτοίμη. Ἔχομεν ἀπόλυτον αὐτῆς ἀνάγκην διὰ τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§151ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 145 καὶ 146 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 61). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τῆς χρήσεως 1894 ἐκ δραχ. 331,300.77. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ μὴ ἐπιβολῆς προσθέτου ὑπηρεσίας εἰς τοὺς κληρωτοὺς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1893 τοῦ νομοῦ Ζακύνθου. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτά, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς αʹ μὲν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ διαπλατύνσεως τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου», εἰς βʹ δὲ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τοῦ κ. Β. Μουσούρη, πληρεξουσίου τῆς Ρωσσικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς καὶ Ἐμπορικῆς Ἑταιρίας συμβάσεως» καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Βραΐλᾳ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας Ἐμπειρίκων συμβάσεως».)
§153ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ νομοσχέδια τὰ ἐκπαιδευτικὰ θίγουσιν ὅλους τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ἐν πολλοῖς δὲ οὐχὶ καλῶς. Ἡ σπουδαιότης αὐτῶν ἐπιβάλλει τὸν σχηματισμὸν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως μελετήσῃ ταῦτα καὶ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της. Καὶ πέρυσιν ὑπεβλήθησάν τινα τούτων· ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὁμολογεῖ ἐν τῇ ἐκθέσει ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, ὅτι καλῶς δὲν ἐψηφίσθησαν πέρυσι, διότι φέτος ὑποβάλλονται ἐκ νέου βελτιωμένα. Χρῄζουσι βεβαίως πολλῆς βελτιώσεως τὰ νομοσχέδια ταῦτα· εἶναι δέ τινα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μελετηθῶσιν ἐπισταμένως, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν μελέτην παρὰ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς.
§154Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἔμεινεν ἀψήφιστον ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς θέσεις τὰς βοηθητικὰς τοῦ Πανεπιστημίου. Ὡς ἐκ τούτου δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1894 τὸ Πανεπιστήμιον ἠναγκάσθη νὰ καταβάλῃ αὐτὸ, ὅπως καὶ πρότερον, τὰ τῶν μισθῶν τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου, περιλαμβάνων καὶ τὴν δαπάνην ταύτην, κατέλειπεν ἔλλειμμα σπουδαῖον, ἐξαναγκάζον τὸ Πανεπιστήμιον εἰς ἐκποίησιν περιουσίας. Αἱ κατὰ τὸ νομοσχέδιον δαπάναι δὲν εἶναι ἀνώτεραι τῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ Πανεπιστημίου καταβαλλομένων, πρόκειται μόνον περὶ μεταφορᾶς τῶν δαπανῶν ἀπὸ τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς ἐκ τῶν δυσχερειῶν τῶν χρηματικῶν, ἐν αἷς περιέστη τὸ Πανεπιστήμιον. Νομίζω ἄρα πρέπον, ὅπως ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ μὲν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ὡς πρὸς τὰ νομοσχέδια τὰ ἁπτόμενα τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, ὡς πρὸς τὰ συνεχόμενα ὅμως ἀμέσως πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, μὴ μεταβάλλοντα δὲ τὸ ἐκπαιδευτικὸν καθεστώς, καὶ ὧν ἡ ἐνδεχομένη μὴ ἔγκαιρος ψήφισις θὰ ἐπήγετο ἐν τοῖς τοῦ Πανεπιστημίου ἀνωμαλίαν δεινὴν, γένηται ἐξαίρεσις καὶ ἐπιτραπῇ ἰδίως ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ πρώτου ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ σειρᾷ τῶν ἐκπαιδευτικῶν, τουτέστι τοῦ καθορίζοντος τοὺς μισθοὺς τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Οἱ μισθοὶ οὗτοι ἦσαν ἀναγεγραμμένοι καὶ πέρυσιν ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ καὶ ἐν νομοσχεδίῳ, καὶ ἐψηφίσθησαν μὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν ἐψηφίσθη ὅμως τὸ νομοσχέδιον· ὡς ἐκ τούτου τὸ Πανεπιστήμιον βαρύνεται διὰ τῆς δαπάνης, θέλουσι δὲ βεβαίως καταργηθῆ αἱ θέσεις αὗται, ἐὰν καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1895 συμβῇ ὅ,τι συνέβη καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1894, ἀφοῦ τὰ ἄσκητρα, τὰ εἰδικῶς ἀνταποκρινόμενα πρὸς τὰς δαπάνας ταύτας τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, εἰσπράττονται ἤδη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, πλὴν τῶν ἄλλων ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἐφ’ οἷς ὑπέχει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Πολιτεία, ὅπως παρέχῃ τοῖς φοιτηταῖς τὴν πανεπιστημιακὴν παίδευσιν ἀκεραίαν. Τὰ ἐξ ὑπερβασίας εἰσπραττόμενα τέως ἄσκητρα ὑπὸ τοῦ Πανεπιστημίου ἀντικατεστήθησαν διὰ καταβολῶν τῶν φοιτητῶν γενικῶν καὶ εἰδικῶν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν· ἐπιβάλλεται ἄρα ἡ πρόληψις τῆς διαλύσεως τῶν ἐργαστηρίων τοῦ Πανεπιστημίου διὰ τῆς προτάξεως τοῦ περὶ αὐτῶν νομοσχεδίου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Συμφωνῶ δὲ, ὅπως συστηθῇ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ ἄλλα νομοσχέδια, ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει ὅμως τῆς ταχείας ὑποβολῆς ἐκθέσεως.
§155ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἵνα χωρισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου, τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ἡ εἰδικὴ δὲ ἐπιτροπὴ, ἥτις θὰ σχηματισθῇ παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ν’ ἀσχοληθῇ περὶ τὰ ἄλλα νομοσχέδια. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι εἶναι προητοιμασμένη ἡ Βουλή, ἵνα τὸ συζητήσῃ, διότι δὲν ἔχομεν λεπτομερῆ ἔκθεσιν, φωτίζουσαν ἡμᾶς, τίνας ἀκριβῶς νέας δαπάνας ἀναδέχεται τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§156Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐν μεγάλῃ λεπτομερείᾳ.
§157ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐπαναλαμβάνονται τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα δαπανῶν, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894, μὲ μεταβολὰς ἀφορώσας αὐξήσεις καὶ ἐλαττώσεις μισθοδοσιῶν.
§158Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου.
§159ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλή· τί ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 παραδέχεται ὡς πρόσθετον δαπάνην εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου καὶ τί ὡς πρόσθετον δαπάνην εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται τὸ Πανεπιστήμιον.
§160Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει πρόσθετος δαπάνη. Περὶ τούτου καὶ σήμερον ἔτι ἐζήτησα πληροφορίας, καὶ μοὶ ἐδόθη ῥητὴ διαβεβαίωσις· θέλομεν δὲ καταθέσει τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Πανεπιστημίου, ἵνα γένηται ἡ σύγκρισις. Ἑπομένως οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰς λεπτομερείας. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὴν μεταφορὰν τῶν δαπανῶν τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, τούτου δ’ ἕνεκα εἶπον, ὅτι δύναται νὰ ψηφισθῇ ἤδη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐπὶ τῇ ἐπαγγελίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πᾶσα ζητηθησομένη πληροφορία θέλει κατατεθῆ πρὸ τῶν ἑπομένων ἀναγνώσεων.
§161ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ καταθέσητε συγκριτικὸν πίνακα τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ὑφίσταται τὸ Πανεπιστήμιον διὰ μισθοδοσίαν ἑκάστου ὑπαλλήλου καὶ ἐκείνων, ἃς πρόκειται νὰ ἀναδεχθῇ τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§162ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὕτως εἶναι ἀναγεγραμμέναι αἱ θέσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ 1894. Θὰ ὑποβάλω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ 1894 εἰς παραβολὴν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τοῦ 1895 ὡς πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ κατὰ τὰς ἑπομένας ἀναγνώσεις, δὲν εἶναι δὲ λόγος ἐπαρκής, ἵνα ἐμποδίσῃ τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀνάγκη τῆς προσαγωγῆς τῶν πληροφοριῶν. Ἐὰν ὑπῆρχέ τι ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον τοῦ νομοσχεδίου τὸ νεωτεριστικόν, ἠδύνατο εὐλόγως νὰ ζητηθῇ ἡ ἀναβολή, ὅπως λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τῶν ζητουμένων πινάκων· ἀλλ’ οὗτοι οὐδὲν περιλαμβάνουσι τὸ δυνάμενον νὰ διαφωτίσῃ τὸ θέμα.
§163ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει λόγος, καὶ λόγος σπουδαιότατος, ὅτι ἐπιβαρύνεται τὸ Κράτος ἐν τῷ μέλλοντι μὲ δαπάνην 100,000 δραχμῶν καὶ ἐπέκεινα. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο λόγος σπουδαῖος, ἵνα συζητηθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εὐρέως, δὲν ἠξεύρω τότε τί ἄλλο δύναται νὰ τύχῃ τοιαύτης συζητήσεως. Τὸ Πανεπιστήμιον μέχρι τοῦδε ἐκάλυπτε τὰς δαπάνας διὰ τὸ κατώτερον προσωπικόν του ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς ἰδίας του περιουσίας. Νῦν προβάλλει τὸ Πανεπιστήμιον, ὅτι δὲν ἔχει νὰ καλύψῃ ἐξ ἰδίων τὰς δαπάνας ταύτας, καὶ προσφεύγει εἰς τὴν συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου. Νομίζω ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Δημόσιον νὰ βεβαιωθῇ, ὁποία ἡ περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τίνα τὰ ἔσοδα αὐτῆς, πῶς δὲ γίνεται ἡ διαχείρισις αὐτῆς καὶ πόθεν τὰ ἐλλείμματα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Πανεπιστημίου. Ὅταν οὕτω βεβαιωθῇ ἡ ἀπόλυτος ἀδυναμία τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐθνικοῦ ἱδρύματος, ἵνα καλύψῃ τὰς δαπάνας ταύτας ἐξ ἰδίων, τότε βεβαίως ὀφείλει νὰ προέλθῃ ἐπίκουρον τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη καὶ ἄλλο τι, εἰπὼν ὅτι τὰ ἄσκητρα, ἅτινα πρὶν εἰσέπραττε τὸ Πανεπιστήμιον, νῦν εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Πρέπει τότε νὰ ἐξετασθῇ καὶ τοῦτο, καὶ νὰ βεβαιωθῇ πόσα εἶναι τὰ ἄσκητρα καὶ κατὰ πόσον θὰ καλυφθῶσι δι’ αὐτῶν αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας μέλλει νὰ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἐὰν οὐχὶ ἄλλο, πρέπει τοὐλάχιστον ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ὅτι διασώζομεν τὰς apparences, ὅτι, προκειμένου ν’ ἀναλάβωμεν τοιαύτην δαπάνην ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ στιγμῇ, παραπέμπομεν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, ὅπως τὸ μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλή, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ταύτης καὶ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ἔνθεν μὲν τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τοῦ Πανεπιστημίου, ἔνθεν δὲ τὰ ἄσκητρα, θὰ προβῇ τότε λελογισμένως εἰς τὴν ψήφισιν ἢ τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου. Τώρα δύναται βεβαίως νὰ χωρισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπὸ τὰ λοιπὰ ἐκπαιδευτικὰ, διότι ἡ ἐπιτροπή, ἥτις θὰ μελετήσῃ τὰ τελευταῖα ταῦτα, πρέπει νὰ ἀπαρτίζηται ἐξ ἀνδρῶν ἐντριβῶν περὶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ ζητήματα, ἐνῷ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δύναται νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἐπιτροπὴν δυναμένην νὰ ἐξετάσῃ τὰ συναφῆ πρὸς αὐτὸ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι καθαρῶς οἰκονομικὰ καὶ δὲν ἔχουσι κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὰ ἐκπαιδευτικὰ ζητήματα. Τὸ πρακτικώτερον ἴσως θὰ ἦτο νὰ ἑνωθῇ ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἐπιτροπὴ μετὰ τῆς οἰκονομικῆς καὶ ἐξετάσωσιν ἀπὸ κοινοῦ τὸ νομοσχέδιον τόσον ὑπὸ οἰκονομικὴν, ὅσον καὶ ὑπὸ ἐκπαιδευτικὴν ἔποψιν, καθ’ ὅσον δηλαδὴ διὰ τῶν δαπανῶν, αἵτινες μέλλουσιν οὕτω νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν δημόσιον θησαυρὸν, πρόκειται τῳόντι νὰ πληρωθῶσιν ἀληθῶς ἀνάγκαι τῆς ἀνωτάτης ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως.
§164ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐψηφίσθη καὶ ὑφίσταται, ἐὰν θεωρῆται ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκής Ἐὰν χωρισθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὡς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐπρότειναν, μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ μέρος τὸ ἐκπαιδευτικὸν δύναται ἡ ὑπάρχουσα ἐπιτροπὴ νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Ἐὰν δὲ οἱ κύριοι συνάδελφοι θέλωσι νὰ συμφωνήσωσιν, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Ἐκπαιδεύσεως συναποτελέσωσι μίαν ἐπιτροπήν, εἶναι περιττὴ νέα ἐπιτροπή, ἵνα ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι καθ’ ἡμέραν δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ψηφίζωμεν ἐπιτροπὰς ἐπὶ ἐπιτροπῶν.
§165ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θεωρῶ τὴν ἐπιτροπὴν ἀναγκαίαν καὶ δι’ ἕτερον λόγον. Τὰς πληροφορίας αὐτῆς ἡ ὑπηρεσία περὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν ἔλαβε παρὰ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου· ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι πολλοὶ τῶν κυρίων καθηγητῶν, ἀποβλέποντες εἰς τὰς ἰδίας ἀνάγκας καὶ οὐχὶ εἰς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τοῦ Πανεπιστημίου, συνέστησαν νὰ νομοθετηθῇ προσωπικὸν πολυτελέστερον τοῦ ἀναγκαιοῦντος. Διὰ τοῦτο παρατηρῶ εἴς τινας τῶν θέσεων τοῦ Πανεπιστημίου προσθήκας, αἱ ὁποῖαι ἀμφιβάλλω ἂν ἦναι ἀναγκαῖαι. Ἡ ἐπιτροπὴ ἴσως καὶ κατὰ τοῦτο θὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὅλαι αἱ θέσεις, τὰς ὁποίας καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, ἦναι ἀναγκαῖαι.
§166Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι κατόπιν τῶν παρατηρήσεων, αἵτινες ἐγένοντο, δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς κοινὸν συμπέρασμα, παραπέμποντες κατὰ τὸ προταθὲν τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς δύο ἐπιτροπὰς, ὁμοῦ συνερχομένας, τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως αὗται, διακρίνουσαι τὰ ἀμέσως συνδεόμενα πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν νομοσχέδια, ἐπιληφθῶσι τούτων ἀμέσως καὶ ὑποβάλωσι τὴν περὶ αὐτῶν ἔκθεσιν, ἐπιτάττουσαι τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, τῶν δεομένων εὐρυτέρας μελέτης, ὡς ἐπαγομένων μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὸ ἐκπαιδευτικὸν σύστημα.
§167ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπεξεργασία ἰδίως τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων θὰ ἦτο τελειοτέρα, ἐὰν εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐπεφορτίζετο ταύτην.
§168ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα μέλη, τὰ ὁποῖα νὰ ἐκλέξῃ ὁ Πρόεδρος.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν Πρόεδρον οὕτω περιάγετε εἰς δύσκολον θέσιν, νὰ ἐκλέξῃ αὐτὸς ποῖοι εἶναι οἱ πεπαιδευμένοι.
§170ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν νῦν τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο ἄλλοτε. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένετο μία μεγάλη εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, καὶ ἐγένοντο σπουδαιόταται ἐν αὐτῇ συζητήσεις, καὶ διεφωτίσθη ἐξ αὐτῶν οὐ μόνον ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ καὶ ὁ κόσμος τῶν γραμμάτων. Δὲν ἐννοῶ διατὶ νῦν, προκειμένου περὶ ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων ἴσης, ἂν ὄχι καὶ μείζονος σπουδαιότητος τῶν τοῦ 1890, νὰ μὴ γείνῃ μία τοιαύτη εἰδικὴ ἐπιτροπή. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα αἱ δύο ἐπιτροπαὶ, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συμπράξωσι καὶ ἐπεξεργασθῶσιν αὐτὸ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων, δι’ ὧν ἐν πολλοῖς ἐπέρχονται ῥιζικαὶ μεταβολαὶ, καλὸν νομίζω νὰ γείνῃ μία εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ ἄλλα μέλη τῆς Βουλῆς, ἔχοντα εἰδικὰς γνώσεις.
§171ΣΤΑΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αἱ πολυμελεῖς ἐπιτροπαὶ δυσκόλως εἰς ὁριστικὰ ἐξικνοῦνται συμπεράσματα ἐν βραχεῖ χρόνῳ, δι’ ὃ δὲν θεωρῶ σκόπιμον τὴν σύστασιν πολυμελοῦς ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐγὼ ἔσχον τὴν τιμὴν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος νὰ ἦμαι μέλος τῆς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπιτροπῆς. Εἰργάσθη δὲ ἀποτελεσματικῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη,—εἰ καὶ ἕν τῶν μελῶν αὐτῆς ἀπουσίαζε πολλάκις ἐξ ἀσθενείας,—καὶ ἠδυνήθη, ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐθεώρει τὸ σπουδαιότατον πάντων, «περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν», νὰ καταρτίσῃ τὴν ἔκθεσίν της, νὰ τροποποιήσῃ τὸ ὑποβληθὲν τότε νομοσχέδιον καὶ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ τροποποιημένον εἰς τὴν Βουλήν. Ταῦτα δὲ πάντα ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῷ παραρτήματι τῆς Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς τῆς Γʹ Συνόδου τῆς ΙΓʹ Βουλευτικῆς Περιόδου, καὶ πᾶς τις δύναται, προστρέχων εἰς τὸ παράρτημα τοῦτο, νὰ ἴδῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ τροποποιηθὲν, καὶ νὰ παραβάλῃ αὐτὸ μὲ τὸ ἤδη ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Μάλιστα ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει πάσας σχεδὸν τὰς παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπείας ἐκείνης, καὶ ἐτροποποίησε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς· ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι εἶναι περιττὸν καὶ πάλιν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς ἐπιτροπείαν, καὶ μάλιστα ἔκτακτον καὶ πολυμελῆ. Ἐν τῇ τακτικῇ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπιτροπείᾳ κατηρτίσθη ταχέως ἡ ἔκθεσις καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν.
§172ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένοντο συζητήσεις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ;
§173ΣΤΑΗΣ. Ἐγένοντο μάλιστα συζητήσεις, εἴχομεν δὲ καλέσει καὶ τὸν γενικὸν γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ὁ ὁποῖος ἐλάμβανε πάντοτε μέρος εἰς τὰς συζητήσεις. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον δὲ περὶ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου εἴχομεν ἔλθη εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διατί δὲν ἐτυπώθη ἡ ἔκθεσις ἐκείνη. Εἴχομεν λάβῃ πληροφορίας, ὅτι τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προσωπικὸν ἦτο ἀκριβῶς τὸ καθοριζόμενον ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ τοῦτο εἶναι εὔκολον νὰ ἐξετασθῇ καὶ πάλιν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ Συμβουλίου καὶ περὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι περιττὸν, νομίζω, νὰ παραπεμφθῇ καὶ πάλιν εἰς ἐπιτροπείαν, ἐκτὸς μόνον ἐὰν πρόκηται νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς ὁ ὑποκρυπτόμενος εἰς τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς, τουτέστι νὰ μὴ ἐπιψηφισθῶσι καὶ πάλιν τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια.
§174ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔρχονται εἰς ἐπίῤῥωσιν τῆς γνώμης, ἵνα τὰ νομοσχέδια παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν· διότι τὸ μὲν ἓν τῶν νομοσχεδίων, τὸ περὶ Συμβουλίου τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶπε, δὲν ἐμελετήθη μόνον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ παρ’ ἐπιτροπῆς, παρουσιάζεται διὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὅτι καὶ μετὰ τὴν διπλῆν αὐτὴν μελέτην ἦτο ἀτελὲς καὶ ἀκατάλληλον ἵνα ψηφισθῇ, ὅπως εἶχε πέρυσι, καὶ ὅτι ἐβελτιώθη φέτος ἐν διαφόροις αὐτοῦ διατάξεσι...
§175ΣΤΑΗΣ. Συμφώνως μὲ τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς.
§176ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Μεταῤῥυθμισθὲν δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑποβάλλεται ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν. Πρέπει ἑπομένως νὰ μελετηθῇ καὶ πάλιν. Τοιαῦτα νομοσχέδια μελετῶνται ἐπισταμένως καὶ συζητοῦνται σπουδαίως οὐχὶ μόνον παρ’ ἡμῖν, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἐφθάσαμεν εἰς σημεῖον ἀληθοῦς προόδου ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐκπαιδεύσει, ἀλλὰ καὶ παρ’ ἔθνεσι, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ μᾶλλον προωδευμένα ἡμῶν, ὅταν πρόκηται νὰ θίξωσι θεμελιώδεις θεσμοὺς τῆς ἐκπαιδεύσεώς των. Ἐπιβάλλεται ἑπομένως νέα μελέτη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ «περὶ προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου», ἦλθεν ἐπίσης εἰς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης ἡμῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, διότι εἶπεν, ὅτι αἱ ψηφισθεῖσαι δαπάναι διὰ τὸ 1894 καὶ διὰ τὰς ὁποίας εἶχε τότε ὑποβληθῆ νομοσχέδιον, εἶναι σύμφωνοι μὲ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐξετέλει τὸ Πανεπιστήμιον κατὰ τὸ 1893. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, ἕπεται ὅτι τὸ σήμερον ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς δαπάνας ταύτας, διότι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν πέρυσιν ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰς ἐγγραφὰς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894, τὸ δὲ φέτος ὑποβληθὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἐγγραφὰς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895. Μεταξὺ δὲ τῶν ἐγγραφῶν τῶν δύο προϋπολογισμῶν ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορὰ, ἂν ὄχι εἰς τὸ σύνολον, τοὐλάχιστον εἰς τὰς λεπτομερείας. Ὑπάρχουν ὑπάλληλοι, τῶν ὁποίων ὁ μισθὸς ἀναβιβάζεται κατὰ 10, 20, 30 καὶ 40%, καὶ ἄλλοι, τῶν ὁποίων ὑποβιβάζεται ὥστε ἔγειναν καὶ πολλαὶ μεταῤῥυθμίσεις ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῶν ὑπαλλήλων. Εἶναι καλὸν λοιπὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως μελετηθῇ.
§177ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπεφάσισεν ἤδη ἡ Βουλὴ νὰ γείνῃ μία ἐπιτροπή.
§178ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι πέρυσι, προκειμένου περὶ νομοσχεδίων ἐκπαιδεύσεως πολὺ κατωτέρας σημασίας τῶν σημερινῶν, ἐγένετο τοιαύτη ἐπιτροπὴ καὶ εἰργάσθη· διατὶ σήμερον νὰ μὴ γείνῃ; Νὰ μείνῃ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ νὰ προστεθῶσιν εἰς αὐτὴν καί τινες Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν εἰδικὰς γνώσεις.
§179Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Κανονισμὸς καθορίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν γίνεται ἡ προεπεξεργασία ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς· ὅταν ὅμως ὑπάρχῃ ὁμοφωνία ἐν τῇ Βουλῇ, ἀντὶ τῆς κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἐπεξεργασίας, διεξάγεται αὕτη καὶ δι’ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν. Εἶχον ἤδη καὶ ἐγὼ παραδεχθῆ, ὅπως συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἀλλ’ ἐγένετο ἀντίῤῥησις καὶ ἐπίκλησις τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα καταρτισμοῦ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἔχει πολλὴν τὴν σπουδαιότητα. Ἂν ὄντως ὑπάρχῃ ὁμοφωνία, ἂς συστηθῇ ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἐλλείψει ὅμως ὁμοφωνίας, ὀφείλομεν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ τοῦ Κανονισμοῦ.
§180ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐπιμένει ὁ κ. Ὀριγώνης εἰς τὴν ἀντίῤῥησίν του.
§181ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ ἦναι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν Βουλευταὶ ἐξ ὅλων τῶν μερίδων, καὶ ἑπομένως θὰ καταρτισθῇ οὕτω τὸ νομοσχέδιον, ὥστε νὰ ψηφισθῇ ἄνευ μεγάλων συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ.
§182Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔστω, ἂς σχηματισθῇ καὶ εἰδικὴ ἐπιτροπή.
§183ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ καταρτισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς ἀφίεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ δέκα μέλη.
§185ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 45′ μ. μ.