1894.11.23
2,103 rows · 15,864 words · 190 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
τῆς 23 Νοεμβρίου 1894.
(Τετάρτη).
Ὥρα 5 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Γ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Λάμπρος Δεληγιάννης, κρατούμενος ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς Κυπαρισσίας, δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ νὰ τῷ χαρισθῇ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς του. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ὁ Παναγιώτης Ἀδαμόπουλος, κρατούμενος ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς Πατρῶν, ζητεῖ ἐπίσης χάριν. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ὁμοίως οἱ Δ. Ρούσης, Δ. Κίνας καὶ Ν. Ἀντωνίου, κρατούμενοι ἐν ταῖς σωφρονιστικαῖς φυλακαῖς Αἰγίνης, ζητοῦσιν, ἵνα τοῖς χαρισθῇ ἡ ποινή των, ὡς ἀδίκως καταδικασθέντων. Θέλει ἀποσταλῆ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
§2ΚΟΥΣΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸ 12 ἐτῶν εἰς τὸν δῆμον Σολυγείας τῆς Κορινθίας συνέβη φόνος ἐν συμπλοκῇ· ἐφονεύθη δὲ ὁ δήμαρχος. Παρεπέμφθησαν τότε εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον 17 ἐν ὅλῳ, ἐκ τῶν ὁποίων κατεδικάσθησαν οἱ 4. Οἱ ἤδη ἀναφερόμενοι τρεῖς ἐκθέτουσιν ἐν τῇ ἀναφορᾷ των, ὅτι ὁ εἷς ἐκ τῶν τεσσάρων καταδικασθέντων, ὁ ἀποβιώσας, ὅτε ἐπλησίαζε νὰ ἀποθάνῃ, προσεκάλεσε τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ τῷ ἐξέθηκεν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος φονεὺς καὶ ὄχι οἱ τρεῖς ἄλλοι. Ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη ἐγένετο γνωστὴ καὶ εἰς τὸν ἐπιστάτην τῶν φυλακῶν καὶ εἰς ἄλλους πολλούς. Καὶ πέρυσιν οἱ αὐτοὶ κατάδικοι ἀνεφέρθησαν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησαν νὰ τοῖς χαρισθῇ, διότι ἀδίκως κατεδικάσθησαν, τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς των, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ὀλίγον, διότι ἐκ τῶν 12 ἐτῶν ἔχουν ἤδη διανύσει τὰ 9 ἢ 10. Παρακαλοῦσι λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὴν ἀναφοράν των ταύτην. Πρὸς τοῦτο δὲ καὶ ἐγὼ θερμῶς παρακαλῶ τὴν Βουλήν.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν χορηγεῖ χάριτας· ὁ κ. Κούστας ἄλλως τε εἶναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἠδύνατο νὰ ἀποταθῇ πρὸς αὐτήν.
§5ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις εἰς τὴν Βουλὴν τῶν συναδέλφων ἔχουσι βεβαίως πρακτικὸν λόγον· ἀλλ’ αἱ ἐπερωτήσεις ὑποβάλλονται, ὅταν ἐξ ἡμῶν συνάδελφός τις δὲν ἀνήκῃ εἰς τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα, διότι βεβαίως, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀνήκῃ εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, δύναται ἰδιαιτέρως νὰ κάμῃ πᾶσαν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ σύστασις ἑπομένως τοῦ κ. Κούστα ἦτο ἐντελῶς περιττή. Καλλίτερον θὰ ἔπραττεν, ἐὰν προσήρχετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῷ ὑπέβαλλεν ἰδιαιτέρως τὴν δικαίαν του παράκλησιν,—διότι δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ παράκλησίς του αὕτη εἶναι δικαία, ὡς δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι καὶ προχθὲς ἡ παράκλησις τοῦ ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου κ. Χαλκιοπούλου ἦτο δικαιοτάτη. Ἀλλὰ διατὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ παρελάσεις παρακλήσεων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ φίλων τῆς Κυβερνήσεως; Γνωρίζομεν τὸ σύστημα τὸ διέπον τὰς Κυβερνήσεις, πάσης δὲ ἄλλης, τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἀντὶ νὰ γίνωνται ὅλαι αὐταὶ αἱ ῥεκλάμαι, δύνανται οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως Βουλευταὶ νὰ προσέρχωνται εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς καὶ ἰδιαιτέρως νὰ ἀπαιτῶσι καὶ ὄχι νὰ ὑποβάλλωσιν ὅ,τι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνακοινοῦσι. Διατὶ νὰ ἀποσχολῶσιν, ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγα δευτερόλεπτα, τὴν Βουλήν; Τὸ σύστημα τῆς συναλλαγῆς, τὸ διέπον τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, εἶναι γνωστότατον, ἄπορον δὲ εἰς ἡμᾶς φαίνεται βεβαίως, πῶς ὑπουργικοὶ Βουλευταὶ νομίζουσιν, ὅτι εἶναι καταλληλότερον νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν παρακλήσεις πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, μετὰ τῶν ὁποίων συνεννοοῦνται, συναλλασσόμενοι καὶ συναλλάσσοντες. Καὶ συγκεκριμένως, Κύριοι, ἐπὶ τῆς συστάσεως τοῦ κ. Κούστα. Πολῖται κατεδικάσθησαν ἐπὶ φόνῳ ἀδίκως, ὡς ἐκθέτουσιν ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ ἀναφορᾷ των. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος γνωρίζει, ὅτι ὑπάρχει ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία κάλλιον ὅλων ἡμῶν, οἵτινες διατελοῦμεν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν γεγονότων, εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἦναι ἄξιοι νὰ τύχωσι τῆς αἰτουμένης χάριτος οἱ παρὰ τοῦ κ. Κούστα συνιστώμενοι. Ἠδύνατο λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, φίλος ὢν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συνεννοηθῇ ἰδιαιτέρως μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος προΐσταται τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ συστήσῃ τὴν αἴτησιν τῶν ἀναφερομένων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ συνάδελφος ἡμῶν ἔσφαλε, παρακαλέσας τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ διατελεῖ, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἦναι ἄξιοι χάριτος οἱ παρ’ αὐτοῦ συστηθέντες, ὅπως ἡ Βουλὴ ποιήσηται τοιαύτην σύστασιν πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
§6ΚΟΥΣΤΑΣ. Οἱ ὑπὲρ ὧν ἡ σύστασις κατάδικοι ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφοράν των. Οὕτω γίνονται αἱ συστάσεις. Τί σχέσιν ἔχει, ὅτι ἐγὼ εἶμαι συμπολιτευόμενος Βουλευτής; Ἐγὼ ὤφειλον νὰ κάμω τὴν ἀνάπτυξιν αὐτὴν πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι οἱ ἄνθρωποι ἀδίκως κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, τί σημαίνει Βουλευτὴς ἀντιπολιτευόμενος ἢ συμπολιτευόμενος. Δὲν γνωρίζω ἐγὼ κυβερνητικὰς παροχὰς, οὔτε ἐζήτησα τοιαύτας, καὶ προκαλῶ οἱονδήποτε Βουλευτὴν νὰ μὲ διαψεύσῃ. Ἐγὼ ἐννοῶ νὰ ὑποστηρίξω τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐργάζεται ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ καλοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ καλοῦ τῆς ἐπαρχίας μου.
§7ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀλλὰ τὴν ὑποστηρίζω παρακαλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν τῶν συνιστωμένων, διότι μόνον ἀφοῦ λάβῃ γνῶσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ πεισθῇ, ἐὰν ὀφείλῃ νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν καὶ πρόεδρον τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων ἐπιτροπῆς, τὴν αἴτησιν τῶν ἀναφερομένων, ἀλλὰ καὶ τότε εὐχὴν μόνον δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀπευθύνῃ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Καλαμῶν κρατούμενοι κατάδικοι δι’ ἀναφορᾶς των αἰτοῦσιν, ἵνα ληφθῇ νομοθετικὸν μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λογισθῇ εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς των καὶ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεώς των.
§9ΣΑΚΚΗΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην, τὴν ὁποίαν δι’ ὑμῶν, κ. Πρόεδρε, ὑπέβαλον τῇ Βουλῇ, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τὴν συστήσῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἀξίωσις τῶν ἀναφερομένων καταδίκων εἶναι λίαν δικαία· οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσι, παρὰ νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δοθῇ ἀναδρομικὴ δύναμις εἰς τὸν νόμον περὶ προφυλακίσεως.
§10ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τοῦτο.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται καὶ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τῆς χρήσεως 1894 ἐκ δραχμῶν 331,300.77» Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 48).
§12ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καταθέτω δύο ἀναφορὰς εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῶσιν. Ἡ μία εἶναι ἑνὸς Γρηγοράκη Κωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος πρὸ τριετίας ὡς ὑπόδικος κρατεῖται ἐν ταῖς φυλακαῖς Τρικκάλων καὶ ἀγνοεῖ διατὶ εἶναι ὑπόδικος. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξετάσῃ περὶ τούτου καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα πρὸς ἀπαλλαγὴν τοῦ ἀναφερομένου ἀπὸ τῆς ὑποδικίας. Ἡ ἑτέρα ἀναφορὰ εἶναι ἑνὸς Παναγιώτου Ἀδαμοπούλου, παραπονουμένου ὅτι κακῶς κατεδικάσθη, καὶ παρακαλοῦντος νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ δικαιοσύνη.
§13ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ θὰ ὑποβάλω μίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Ψωφίδος τῶν Καλαβρύτων ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Πετιμεζᾶς. Χθὲς δὲν παριστάμην δυστυχῶς κατὰ τὴν συνεδρίασιν, ὅπως ἀκούσω τὰ τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ψωφίδος παράγουν καπνὸν ἐσχάτης ποιότητος, ἀφ’ ὅτου δὲ ἐπεβλήθη ὁ φόρος τῶν 5,20 κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ χρησιμεύοντος καὶ διὰ ταμβάκον, αἱ καπνοφυτεῖαι εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον ἐντελῶς κατεστράφησαν, ὅπως κατεστράφησαν καὶ 5 ἢ 6 ταμβακόμυλοι, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ ταμβάκου. Δυστυχῶς ἡ πεδιὰς ἡ καλλιεργουμένη δὲν εἶναι ἐπιτηδεία πρὸς παραγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν ἢ ἄλλου εἴδους, καὶ οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι πένονται. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὁ φόρος ἐκεῖνος, ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ χρησιμεύοντος διὰ ταμβάκον, καταργηθῇ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἄλλοτε εἶχε ληφθῆ πρόνοια ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, τῷ κ. Τρικούπη, ὥστε ὁ καπνὸς ὁ χρησιμεύων διὰ ταμβάκον νὰ μὴ φορολογῆται. Ἀλλὰ ἐγένοντο πολλαὶ καταχρήσεις, καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, νομίζω, ἕνεκα τῶν γενομένων καταχρήσεων, ἠναγκάσθη νὰ ἐπιβάλῃ φόρον καὶ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ χρησιμεύοντος διὰ ταμβάκον. Ἀλλ’ ἤδη ὁ νόμος περὶ καπνοῦ ἐτροποποιήθη, καὶ αἱ γινόμεναι ἄλλοτε καταχρήσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι. Παρακαλοῦσι λοιπὸν οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου ἐκείνου, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην καὶ τὴν εὐχὴν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Πετιμεζᾶς, νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ταμβάκου, ἵνα ζήσῃ ἡ ἐπαρχία ἐκείνη, ὡς καὶ ἄλλαι τινὲς ἐπαρχίαι, παράγουσαι τὸ εἶδος τοῦτο. Ἄλλως καὶ τὸ Δημόσιον, ἐλάχιστα εἰσπρᾶττον ἤδη, θὰ ὠφεληθῇ πολὺ ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου, διότι ὁ ταμβάκος ἐξάγεται καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀπὸ τῆς ἐπιβολῆς δὲ τοῦ φόρου τούτου ἐξαγωγὴ δὲν γίνεται πλέον. Σήμερον παρουσιάσθη καὶ ἐπιτροπὴ συμπολιτῶν μου καὶ ἄλλων ταμβακοποιῶν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τῇ συστάσει μου· ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναλογισθεὶς βεβαίως τὸ δίκαιον παράπονον τῶν κατοίκων, ὑπεσχέθη ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα. Ὑποβάλλων λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν, τὴν ἐκ μέρους ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Ψωφίδος, οἱ ὁποῖοι τὴν ἔστειλαν πρὸς ἐμὲ, ὡς καὶ ἄλλων ταμβακοποιῶν ἄλλων μερῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ ταχέως τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, διότι οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ψωφίδος ὑποφέρουσι καὶ πεινῶσιν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, προκειμένου περὶ τοῦ δήμου Ψωφίδος, ἐκφράζων, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας, τὴν εὐγνωμοσύνην μου, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ φροντίσῃ περὶ τῶν καθυστερουμένων μισθοδοσιῶν τῶν ἑλληνοδιδασκάλων...
§14ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Αὐτὰ τὰ λέγετε ἰδιαιτέρως.
§15ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Βάλληνδα, δὲν θὰ κανονίσητε σεῖς τὸν λόγον μου. Ἐγὼ ἔχω λόγους, ἵνα ἀπευθύνωμαι πρὸς τὴν Βουλήν· δὲν εἶναι δὲ προσωπικὸν τὸ ζήτημα. Ἐὰν ἦτο προσωπικὸν, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν ἤθελον ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν. Καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικὸν, ὅπως δὲν ἦτο καὶ τὸ προηγούμενον. Οἱ ἑλληνοδιδάσκαλοι τοῦ σχολείου ἐκείνου, κύριε Ὑπουργὲ, μισθοδοτοῦνται ἐξ ἑνὸς κληροδοτήματος πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν. Συνέβη δὲ τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Τὸ κληροδότημα αὐτὸ προέρχεται ἐξ ἐνοικίων μιᾶς οἰκίας ἐν Τεργέστῃ. Ὁ πρόξενος τῆς Τεργέστης ἔπεμψε τὰ χρήματα ἐνταῦθα, περὶ τὰς 20,000 δραχμὰς, ἀλλ’ αἱ δραχμαὶ αὗται δὲν ἐλήφθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας...
§16ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τί ἔγειναν;
§17ΣΑΚΚΗΣ. Μήπως ἐκτελεστὴς τῆς διαθήκης εἶναι ὁ κ. Βυζάντιος;
§18ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§19ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ἐστάλησαν;
§20ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἠξεύρω... Ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τούτου, εἶναι καὶ ἕτερον ποσὸν ἐκ 3,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς ὑπότροφόν τινα τοῦ αὐτοῦ κληροδοτήματος, καὶ ἐπειδὴ ὁ ὑπότροφος ἐκεῖνος ἦτο ἐντιμότατος καὶ χρηστότατος ἄνθρωπος, ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχῃ συμβῆ λάθός τι. Εἶναι ὁ ἀποθανὼν ἀείμνηστος Οἰκονομίδης, καὶ πιστεύω ὅτι οἱ κληρονόμοι του θὰ ἐπιστρέψωσι τὸ ποσὸν τοῦτο, ἂν τῷ ὄντι τὸ ἔλαβον, διότι σημειοῦται εἰς τὴν ἔκθεσιν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως γείνῃ μία ἐξέλεγξις τοῦ κληροδοτήματος, καὶ διατάξῃ νὰ πληρωθῶσιν οἱ ἑλληνοδιδάσκαλοι τοῦ σχολείου ἐκείνου, διότι τοῖς καθυστεροῦνται ἕξ μηνῶν μισθοὶ, καὶ εἰς τὸ μέλλον δὲ νὰ πληρώνωνται τακτικῶς, διότι ἄνευ τούτου οὔτε αὐτοὶ δύνανται νὰ συντηρηθῶσιν, οὔτε τὸ σχολεῖον νὰ ὑπάρξῃ.
§21Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ταμβάκου, ἐνόμιζον ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἤθελε παρακαλέσει καὶ αὐτὸς, ἵνα ἀναγραφῇ ἡ πρότασίς μου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως ὑπεσχέθη ὁ κ. Πρόεδρος...
§22ΦΩΤΗΛΑΣ. Θὰ μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. συνάδελφος, ἐπειδὴ δὲν ἐμελέτησα τὸ νομοσχέδιόν του, καὶ ἐπειδὴ ἐνδεχόμενον ἡ Κυβέρνησις νὰ διαβλέπῃ ὅτι θὰ ἐμφιλοχωρήσωσι καταχρήσεις, ὡς ἐκ τῆς μὴ λαμβανομένης ὑπ’ αὐτοῦ προνοίας διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ καπνοῦ ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ ὑπομείνῃ καὶ ὁ συνάδελφός μου, μέχρις ὅτου ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καταρτίσῃ ἴδιον νομοσχέδιον, ἵνα μὴ ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἀντιῤῥήσεις.
§23ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ νομοσχέδιόν μου προβλέπει περὶ ὅλων αὐτῶν.
§24ΦΩΤΗΛΑΣ. Νομίζω καλλίτερον νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ψηφισθῇ.
§25ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ νομοσχέδιόν μου λαμβάνει πᾶσαν πρόνοιαν, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ φόβος λαθρεμπορίου. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δύναται ἡ Κυβέρνησις, υἱοθετοῦσα αὐτὸ, νὰ τὸ τροποποιήσῃ, ὅπως ἤθελε νομίσει καταλληλότερον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τοῦ κληροδοτήματος, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς, ὅπως ἐξακριβωθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παραδόξως ἀπωλέσθη, ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅτι ἕνεκα ὑπερβασιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, διότι διωρίζοντο διδάσκαλοι πέραν τῶν δυνάμεων τοῦ κληροδοτήματος, τὸ κληροδότημα τοῦτο πλέον δὲν ἀρκεῖ πρὸς κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ σχολείου...
§26ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀρκεῖ.
§27ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀρκεῖ ποσῶς. Τοῦτο τὸ γνωρίζω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου... Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ ὅτι πρέπει ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων νὰ τὴν εὐγνωμονῇ, ὅπως εἶπε καὶ προχθὲς καὶ σήμερον ὁ συνάδελφός μου, δὲν πρέπει νὰ ἀφήσῃ τὸ σχολεῖον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εὐεργετεῖ πολυτρόπως τὸν τόπον, νὰ παύσῃ λειτουργοῦν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον τὸ Δημόσιον. Εἶναι ἄλλαι ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας τὰ σχολεῖα συντηροῦνται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὀφείλουσαι εὐγνωμοσύνην ἐπὶ τούτῳ, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων, ἐρωτῶ, δύναται ν’ ἀποτελέσῃ λόγον εὐγνωμοσύνης ἡ περίστασις, ὅτι τὸ σχολεῖον της τοῦτο, τὸ ἐκ κληροδοτήματος συντηρούμενον, δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ, διότι τὸ κληροδότημα δὲν ἐξαρκεῖ διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν διδασκάλων ἐκ πταίσματος τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὰς ὑπερβασίας ἐκείνας; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὀφείλει νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος ἡ Κυβέρνησις, ἵνα λειτουργήσῃ τὸ σχολεῖον, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ.
§28ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ κληροδότημα, κύριε συνάδελφε, ἐξαρκεῖ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἑλληνοδιδασκάλων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξακριβωθῇ, τί ἐγένοντο τὰ χρήματα τοῦ κληροδοτήματος.
§29Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρὸ πολλοῦ καταβάλλεται ἐνέργεια ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα ἀνακαλυφθῇ, τί ἐγένετο τὸ ποσὸν τῶν 20,000 δραχμῶν, διότι δὲν φαίνεται εἰς ποῖον ἀπεστάλη.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἐστάλη;
§31ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Καὶ τοῦτο εἶναι ἄγνωστον. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι. Ἐζητήθη νὰ φωτογραφηθῇ ἡ συναλλαγματικὴ αὕτη καὶ ἀποσταλῇ ἐνταῦθα ἐκ Τεργέστης, ἵνα ἴδωμεν ποῦ ἐστάλη καὶ πῶς ἐχάθη.
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν νομίζωσιν ὅτι θέλουσι δυνηθῆ νὰ παρασκευάσωσι βοήθημά τι ὑπὲρ τῶν ἐν Κύπρῳ ζημιωθέντων ἐκ τῶν τελευταίων πλημμυρῶν, εἴτε τῇ συμπράξει τῆς Βουλῆς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, εἴτε τῇ συνδρομῇ τῶν πολιτῶν, προσκαλουμένων πρὸς τοῦτο νομίμως.
§33ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ Βουλὴ παμψηφεὶ ἔλαβε τοιαύτην ἀπόφασιν. Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις;
§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τῶν ἐν Κύπρῳ ἀπηυθύνθησαν αἰτήσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀμέσως μὲν ἐκ Κύπρου, ἀλλὰ καὶ ἐντεῦθεν παρ’ ἐκείνων, εἰς οὓς πλὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπετάθησαν οἱ ἐν Κύπρῳ, καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου. Εἰς τὸν Μητροπολίτην ἐδόθη ἀπάντησις, ὅτι ἀνατίθεται εἰς αὐτὸν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μετ’ ἐπιτροπείας ἀσχοληθῇ εἰς τὰ τῆς συλλογῆς ἐράνων, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀνακοινώσει εἰς τὴν ἐπιτροπείαν τὴν συστηθησομένην τὰ εἰκότα. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἡ Κυβέρνησις θὰ προνοήσῃ καὶ περὶ ἐπικουρίας τινὸς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ Βουλὴ ἄλλοτε εἶχεν ἐμφάνει τὴν παροχὴν χορηγήματος εἰς τὴν Λεμησσὸν, ὅπερ ὅμως δὲν κατεβλήθη, δηλωσάντων τῶν προϊσταμένων τῆς πόλεως, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἡ τότε δὲν ἦτο ἐπείγουσα, καὶ ὅτι θὰ ἐδέχοντο ἐλάχιστον μέρος τῆς εἰσφορᾶς, εἰς ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης. Ὥστε ὑπάρχει καὶ πρόσθετος ἀφορμὴ ἐνεργείας ἐν τῷ θέματι ἐκ παλαιοτέρας ἐπαγγελίας.
§35ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Προκειμένου περὶ ἐθνικῶν συμφερόντων, ἵνα μὴ καταναλισκώμεθα πάντοτε εἰς τὰ ποταπὰ ἐσωτερικὰ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν,—ἐὰν καὶ καθ’ ὅσον ἐπιτρέπεται αὐτῷ ἐκ τῶν συμφερόντων τῶν ἐθνικῶν, τὰ ὁποῖα διαχειρίζεται,—ἐὰν ἔχῃ γνῶσιν περὶ τοῦ πρὸ ἡμερῶν γενομένου λαϊκοῦ συλλαλητηρίου εἰς διαφόρους πόλεις τῆς Βουλγαρίας ὑπὲρ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ Βουλγαρικῶν συμφερόντων. Ἀρκεῖ τοῦτο. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶναι ὀλιγώτερον Ἕλλην πάντων ἡμῶν. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ, ἐὰν ἔχῃ γνῶσιν, ὅτι ἐν Βουλγαρίᾳ ἐξεδηλώθη δρᾶσις λαϊκὴ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν Βουλγαρικῶν ἐν Μακεδονίᾳ... Σιωπᾷ ὁ κ. Ὑπουργός!
§36ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν σιωπῶ. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἔχω γνῶσιν, τί θέλετε νὰ σᾶς ἀνακοινώσω;
§37ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τὰς ἐνεργείας σας.
§38ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπὶ τούτου σιωπῶ.
§39ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος φέρω τὸν λόγον. Δὲν ζηλοτυπῶ, διότι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Καλαβρύτων ἐπανειλημμένως ὑπεστήριξαν τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν νόμου περὶ ταμβάκου τῆς ἐπαρχίας των. Ἔχουσι πολὺ δίκαιον, διότι βεβαίως ὁ Βουλευτὴς εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀντιπρόσωπος καὶ προστάτης τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας του, διότι αὐτὸς ἰδίως γνωρίζει τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει. Δὲν τοὺς ζηλοτυπῶ εἶπον, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἐπίσης καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ὑπομνήσω πάλιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ μυρίζῃ σμύρις, ὅπως λέγει τὸ γελοιογραφικὸν ὄργανόν του, ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω καὶ πάλιν εἰς αὐτὸν τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς σμύριδος. Τί σκέπτεται; Μυρίζει ἡ σμύρις;
§40ΜΑΚΡΗΣ. Ἀνακάτωσες τὴν σμύριδα μὲ τὸν ταμβάκον! (γέλωτες)
§41ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Χαίρω, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἄξιον ἀντιπρόσωπον εἰς τὰ σπουδαιότατα τῶν ζητημάτων τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παξῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Ἂς συνεννοηθῶσιν οἱ δύο. Βεβαίως ἐνθυμοῦνται καὶ τὴν «Ἐπιθεώρησιν τὴν Διπλωματικήν». Προχθὲς παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν πόσα εἶναι τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῆς σμύριδος.
§42Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ δώσω.
§43ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τώρα; Πολὺ καλά. Ἀλλὰ... (γέλωτες) ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω συμπληρωτικῶς ὅσα προχθὲς παρέλειψα. Ὑπεβάλατε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ λέγετε, ὅτι τὰ ἔσοδα τῆς σμύριδος κατὰ τὸ 1895 θὰ ἦναι 400,000 δραχμαί· ἀλλὰ βεβαίως, ὅπως σεῖς προϋπολογίζετε, τὰ ἔσοδα θὰ ἦναι 100 χιλιάδες μόνον. Κατὰ τὸν αὐτὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 τὰ ἔξοδα εἶναι 609,000 δραχμαί, δηλ. τὰ ἔξοδα ὑπερβαίνουσι τὰ ἔσοδα κατὰ 209,000 δραχμάς. Ὑποθέτω ὅτι βεβαίως δὲν ἀντελήφθητε τοῦ λάθους, τὸ ὁποῖον περιέχεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν σας τοῦτον. Πρόκειται λοιπὸν περὶ προσόδου ἑνὸς νομίσματος τοῦ Κράτους, ἢ πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως διὰ δαπάνας, τὰς ὁποίας σεῖς νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ πληρόνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἄνευ οὐδενὸς λόγου; Τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ τὸ διαψεύσητε, διότι ὁ προϋπολογισμός σας αὐτὸς σᾶς διαψεύδει. Τετρακοσίας χιλιάδας δραχμάς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγράφετε ὡς ἔσοδα ἐκ τῆς σμύριδος, καὶ δὲν θὰ ἦναι οὔτε ἑκατὸν χιλιάδες. Τὰ ἔξοδά σας δὲ, τὰ ὁποῖα εἶναι ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῶν δαπανηθησομένων, ὡς καὶ πάντοτε, θὰ ὑπερβῶσι τὰ προϋπολογιζόμενα, διότι γνωρίζομεν τοὺς προϋπολογισμούς σας τῶν ἐξόδων καὶ τοὺς προϋπολογισμούς σας τῶν ἐσόδων. Τὰ ἔξοδα λοιπὸν ἀνέρχονται κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς 609 χιλιάδας δραχ. Πρόκειται ἆρά γέ περὶ ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ τοῦ νομίσματος τοῦ Κράτους, ἢ πρόκειται περὶ παροχῆς εἰς συμφέροντα συναλλαγῆς; Καὶ ἐν τῷ αὐτῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἐν τῷ ὑποβληθέντι ἀπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἐνθυμεῖσθε τί ἀναγράφεται. Ἀναγράφεται, ὅτι κατὰ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν μόνον 72,000 δραχμαί, κατὰ τὸ 1892 εἰσεπράχθησαν μόνον 115,000· κατὰ δὲ τὸ 1893, μὲ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις σας τὰς ἐπισήμους κατόπιν τῶν ἐπερωτήσεών μου, εἴπατε ὅτι εἰσεπράχθησαν 370,000 δραχμαί, ἀλλ’ ἀντιστοίχως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1891 σεῖς ὁ ἴδιος ἀναγράφετε, ὅτι ἐδαπανήθη κατ’ ἔτος κατὰ μέσον ὅρον ποσὸν πλέον τῶν 400,000 δραχμῶν, καὶ ἐν τούτοις σεῖς ἐνομίσατε—καὶ δὲν σᾶς ἀδικῶ—κατὰ τὴν ἐκτίμησίν σας, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖτε, παρέχοντες τὴν συνδρομήν σας εἰς τὴν εὐνοουμένην ἑταιρίαν, εἶναι τὸ προτιμότερον. Δηλαδὴ εἰσπράττομεν κατὰ μέσον ὅρον περὶ τὰς 100 χιλιάδας, δαπανῶμεν δὲ κατ’ ἔτος πλέον τῶν 500 χιλιάδων ἐπὶ τῷ μόνῳ σκοπῷ, κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσωσι τί συμβαίνει, ἐπὶ τῷ μόνῳ σκοπῷ, λέγω, νὰ παρέχητε τὴν συνδρομήν σας εἰς τὴν εὐνοουμένην ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶμαι ἐδῶ ὁ ἁρμοδιώτερος παντὸς ἄλλου συναδέλφου, ἵνα προστατεύσω τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἔχω ὅμως ἰδιαίτερον καθῆκον νὰ ἐνδιαφέρωμαι διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ ὅταν ἀκούω τοὺς ἀξιοτίμους ἐκ Καλαβρύτων συναδέλφους νὰ ἐνδιαφέρωνται περὶ τοῦ ταμπάκου, δηλαδὴ περὶ συμφέροντος τῶν συνεπαρχιωτῶν των 20–30 χιλιάδων δραχμῶν, μοὶ ἐπιβάλλεται σπουδαιότατον καθῆκον νὰ προστατεύσω τὰ συμφέροντα τῶν συνεπαρχιωτῶν μου. (Οἱ συνεπαρχιῶταί μου διὰ συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν μετὰ τοῦ Δημοσίου, ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐξορύττωσι τὴν σμύριδα, οὐδεὶς δ’ ἄλλος δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ ὀρυχεῖα ἐκεῖνα πρὸς ἐκμετάλλευσιν, παρὰ μόνον αὐτοὶ, καθόσον εἰς αὐτοὺς μόνους ἀνήκουν τὰ ὀρυχεῖα ταῦτα, διότι ἦσαν κοινοτικὰ, καὶ μετὰ δίκας πολυχρονίους συνεβιβάσθησαν μετὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ἀνεγνώρισαν ὅτι τὸ Δημόσιον δύναται νὰ θεωρῇ ὡς νόμιμα τοῦ Κράτους τὰ ὀρυχεῖα ἐκεῖνα, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν περιορισμὸν ὅτι αὐτοὶ μόνοι δύνανται νὰ ἐργάζωνται καὶ παραδίδωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο. Ἔχοντες λοιπὸν τοιοῦτον πραγματικὸν δικαίωμα, δικαίωμα ἐπικαρπίας, ἔχουσιν ἐπίσης τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῶσι παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἵνα τοῦτο μὴ λησμονῇ, ὅτι δικαιοῦνται νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἀλλ’ ὅταν ὑμεῖς διὰ τοῦ συστήματός σας, ἀντὶ 200 ἢ 250 χιλιάδων κανταρίων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παραχθῶσι καὶ ἐξοδευθῶσι, παραδίδετε μόνον 50 ἢ 60 χιλιάδες καντάρια, δὲν ἐννοεῖτε ποία ἡ ζημία ἡ προσγιγνομένη εἰς τοὺς συνεπαρχιώτας μου; Κατὰ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν, τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται νὰ πληρόνῃ 3 δραχμὰς κατὰ καντάριον ὡς ἐργατικὸν δικαίωμα, κατὰ τὸν νεώτερον νόμον τοῦ 1890 περιωρίσθη τοῦτο εἰς 2 δραχμάς. Καὶ πρὸς 2 δραχμὰς τὰ 250,000 καντάρια φέρουσι 500 χιλιάδας δραχμὰς, αἱ δὲ 200,000 καντάρια φέρουσι 400 χιλιάδας δραχμὰς, σεῖς δὲ διὰ τοῦ συστήματός σας εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα ἐφθάσατε; Παραδίδετε 60 χιλιάδας καντάρια καὶ δίδετε ἐργατικὰ 120 χιλιάδας δραχμὰς, τὸ ὑπόλοιπον τὸ ζημιοῦνται καταφανέστατα οἱ συνεπαρχιῶταί μου οἱ δυστυχεῖς, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τούτου πένονται καὶ δυστυχοῦν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμπεφωνημένων μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτῶν ἐξηκολούθουν καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἐξορύσσοντες τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο. Ὁλόκληροι οἰκογένειαι, ἀποτελούμεναι ἀπὸ 5, 6 καὶ 10 μέλη, κατεγίνοντο ἐπὶ 2 ἔτη, μέχρι πρὸ ὀλίγου, νὰ ἐξορύττωσι τὴν σμύριδα, πρὸς οὐδὲν ἄλλο ἐργαζόμενοι, εἰμὴ ἵνα πορισθῶσι τὰ ἀπολύτως πρὸς τὸν βίον ἀναγκαῖα, σεῖς δὲ διὰ τοῦ συστήματός σας ἀφῃρέσατε τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον τῶν συνεπαρχιωτῶν μου, ἤτοι τὸν ἄρτον 500 περίπου οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι νὰ παραδώσωσι σμύριδα ἑτοίμην. Κατεστήσατε λοιπὸν ὁλοκλήρους δήμους πενεστάτους. Τὰ περιπλέον, ἂν καὶ κατὰ πόσον συμφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ σύστημά σας, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσητε, ὡς νομίζετε, καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ, ἀλλὰ τί σᾶς πταίουν οἱ ἐργάται, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐπὶ δύο ἔτη καὶ κατέστρεψαν ὅλα τὰ ἐργαλεῖά των πρὸς ἐξόρυξιν; Ἐλάβετε κἀμμίαν πρόνοιαν περὶ τῶν πτωχῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται κατὰ ἑκατοντάδας ἐνταῦθα πρὸς εὕρεσιν ἐργασίας, ὡς στερούμενοι τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, ἄλλοι δὲ ἀποδημοῦν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, διότι σεῖς, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, συνεννοούμενοι μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, νομίζετε ὅτι μόνον 60 χιλιάδες καντάρια ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἐπαρκῆ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, τοὺς δὲ δυστυχεῖς ἐργάτας τοὺς ἀφίνετε νὰ ἀποθάνωσι τῆς πείνης;
§44Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Παρὰ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων ἐθεωρήθη ὡς ἔργον πρωτίστης ἀνάγκης καὶ σπουδαιότητος ἡ κατασκευὴ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Πύργου–Καλαβρύτων, καὶ πολὺ δικαίως, διότι εἶναι ἡ μᾶλλον συχναζομένη ὁδὸς καὶ ἡ χρησιμωτέρα πασῶν. Καθ’ ἑκάστην συγκοινωνοῦσι δι’ αὐτῆς χιλιάδες ἄνθρωποι, προερχόμενοι ἐκ τῶν ὀρεινῶν μερῶν τῆς Πελοποννήσου, ἤτοι τῆς Μαντινείας, τῆς Κυνουρίας, τῶν Καλαβρύτων καὶ τῆς Γορτυνίας, καὶ μεταβαίνοντες εἰς τὰς πεδιάδας τῆς Ἠλείας, πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων, ἢ πρὸς εὕρεσιν ἡμερομισθίου ἐργασίας· ἀλλὰ τὸν χειμῶνα παύει ἡ ἀναγκαία αὕτη συγκοινωνία τόσων χιλιάδων πολιτῶν, καθισταμένης ἐπικινδύνου καὶ ὅλως ἀδυνάτου τῆς διαβάσεως αὐτῶν ἐκ τῆς συνήθους ὁδοῦ. Τμήματά τινα τῆς ὁδοῦ ταύτης, τὰ ἀπὸ Πλατάνου μέχρι Δίβρης, πρὸ πολλοῦ ἐδόθησαν πρὸς κατασκευὴν, καὶ ἐδαπανήθησαν ἱκανὰ ποσὰ χρημάτων διὰ τὴν χάραξιν αὐτῶν καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν τεχνικῶν ἔργων, ἤτοι τοῦ σπουδαιοτέρου μέρους τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Δυστυχῶς ὅμως πρό τινος χρόνου ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διέταξε τὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς εἰρημένης ὁδοῦ (ἀγνοῶ διὰ ποίους λόγους, πρὸς μεγίστην βλάβην καὶ τῆς συγκοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου, τὰ δὲ ἡμιτελῆ ἔργα, τεχνικὰ καὶ ἁπλᾶ, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου ὑπὲρ τὰς τριακοσίας χιλιάδας δραχμῶν, ἀπειλοῦνται τελείως νὰ καταστραφῶσιν, ἐὰν μὴ ληφθῇ ταχίστη πρόνοια. Ἐπὶ τούτοις θερμὴν παράκλησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ζητήσῃ ἀκριβεῖς πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, καὶ ἀφοῦ πεισθῇ περὶ τῆς προσγινομένης ζημίας εἰς τὸ Δημόσιον, ἕνεκα τῆς ἐκκρεμότητος καὶ τοῦ ἡμιτελοῦς τῆς εἰρημένης ἐργασίας, ὡς καὶ περὶ τῆς σπουδαίας χρησιμότητος τοῦ ἔργου αὐτοῦ, ἐὰν πεισθῇ, λέγω, περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, τὸν παρακαλῶ νὰ διατάξῃ τοὺς ἁρμοδίους μηχανικοὺς, ὅπως ἐξακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας πρὸς τελειοποίησιν τῆς ῥηθείσης ὁδοῦ, καὶ νὰ ἀνακοινώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν του εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπὲρ τῆς συστάσεώς μου ταύτης ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν ἐπικουρίαν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν ἐκλεγομένων ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ἃς ἀνέφερον.
§45ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ κύριος Σκουλούδης, ὅτε διετέλει Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θέλων νὰ ἐπανορθώσῃ ἀδίκημα γενόμενον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, ἔφερε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ διακρίνονται καὶ αὐτοὶ εἰς λοχαγοὺς πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως, ὡς ἐν τῷ στρατῷ, δὲν προὐνόησεν ὅμως δυστυχῶς περὶ τῶν μαχίμων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ μεγαλειτέρας ταλαιπωρίας καὶ κακουχίας ὑφίστανται καὶ εἶναι οἱ μόνοι ἀξιωματικοὶ ὑποπλοίαρχοι, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται. Τὰ ἄτοπα τὰ γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅστις καί τινα ἐξ αὐτῶν διώρθωσεν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς ἓν θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι οἱ παλαιοὶ ὑποπλοίαρχοι συνυπηρετοῦσι δυστυχῶς μετὰ τῶν ἐκ τῆς Σχολῆς ἐξερχομένων καὶ ἐκτελοῦσι τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πιθανὸν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὅτι προὐνόησε περὶ αὐτῶν, καίτοι δὲν ὑπάρχει νόμος, καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κυβερνητῶν ἐκτελοῦσιν οἱ ἀρχαιότεροι. Κάλλιστα ἔπραξεν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι καὶ οἱ διάδοχοί του θὰ ἔχουν τὰ αὐτὰ ἀγαθὰ αἰσθήματα ὑπὲρ τῶν ὑποπλοιάρχων, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κανονίσῃ ἐν δικαίῳ μέτρῳ τὰ τῶν ὑποπλοιάρχων.
§46Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ γείνῃ ἡ διαίρεσις αὕτη. Ὑπῆρχεν ἄλλοτε, καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὴν κατήργησε. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ διαιρεθῶσιν οἱ ὑποπλοίαρχοι εἰς δύο τάξεις.
§47Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς διαπλατύνσεως τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου. Ἐπειδὴ τὰ ἔξοδα ὑπερβαίνουσι τὸν προϋπολογισμὸν, ἡ δὲ ἄδεια δανείου δὲν ἦτο ἀποχρῶσα, ἐζητεῖτο ὅπως δοθῇ ἄδεια δανείου ἐπὶ τῷ ἀνωτέρω ποσῷ κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν. Τὸ δάνειον δὲν ἐπραγματοποιήθη καὶ γίνεται ἡ δαπάνη ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, πρέπει ὅμως νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη ὡς δάνειον, ὅπως δύνωνται νὰ ἐφαρμοσθῶσι τὰ τοῦ νόμου, ὅστις ἐκανόνισε τὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου ἐπὶ τῇ βάσει δανείου. Ὑποβάλλω ἄρα ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον μετὰ τοῦ ποσοῦ, κατὰ τι ηὐξημένου, διότι, ὡς δεικνύει ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ προσηρτημένος εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ἔργα ἀπαιτοῦσι τὴν ἐπὶ πλέον δαπάνην. Διάφοροι ἐπερωτήσεις ἐγένοντο, καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρατηρῶ πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς, οἵτινες, ἀπευθύνοντες παρατηρήσεις εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀπεκδέχονται εὐθὺς τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἡ ἀξίωσις αὐτῶν δὲν εἶναι κανονική, ἡ δὲ ἀναβολὴ τῆς ἀπαντήσεως δὲν ἐμφαίνει ὀλιγωρίαν πρὸς τὰς ἐρωτήσεις αὐτῶν· τοὐναντίον κανονικὸν εἶναι νὰ ἀφίενται 24 ἢ 48 ὧραι, ἂν μὴ καὶ πλεῖον, πρὸς συγκέντρωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν πληροφοριῶν καὶ τῶν ἐγγράφων περὶ τῶν ἀνακινουμένων θεμάτων. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ὅπως αἱ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας πληροφορίαι ὦσι καθ’ ὅλα ἀκριβεῖς, ἀπαιτεῖται προσέτι νὰ ὑποβάλλωνται αἱ ἐρωτήσεις ἐγγράφως, παρακαλῶ δὲ τοὺς κ. Βουλευτὰς, ὅπως μὴ ἀποφεύγωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιβαλλομένης αὐτοῖς ὑποχρεώσεως ταύτης. Ἰδοὺ ἔχομεν ἐπερώτησιν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου περὶ νομοσχεδίου, ὅπερ, ὡς λέγει, ὑπέβαλε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, περὶ ἀτελείας τῶν σχινοφύλλων. Ἀνεζήτησα τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀλλ’ οὐδὲν εὗρον. Νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅτι εἶχεν ὑποβάλει ὁ κ. Βουλευτὴς τροπολογίαν εἰς νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως· ἐκ τῆς ἀφορμῆς δ’ ἐκείνης εἶχε παρασκευάσει ἡ ὑπηρεσία σημείωμα περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν σχινοφύλλων εἰς τὴν δεψικὴν βιομηχανίαν, καὶ περὶ τῶν τιμῶν τῶν σχινοφύλλων, εἰς ἀπόδειξιν ὅτι ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς αὐτὰ φόρος εἶναι δεδικαιολογημένος, ὡς καὶ ὁ τῶν ἄλλων δεψικῶν ὑλῶν. Καταθέτω τὸ σημείωμα, ὅπως λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ὁδηγηθῇ εἰς ἀπόφασιν περὶ ὑποβολῆς ἢ μὴ νομοσχεδίου τῆς ἰδίας αὐτοῦ πρωτοβουλίας. Περὶ τῶν τοῦ ταμβάκου, ὡς παρετήρησεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων κ. Φωτήλας, μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις ἔγγραφοι, μοὶ ἐγένοντο δὲ καὶ προφορικαί. Δὲν νομίζω ὅτι αἱ παραστάσεις στηρίζονται ἐπὶ τοῦ δικαίου ἀπολύτως, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ ὑποβάλληται ὁ ταμβάκος εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν, εἰς ἣν καὶ ὁ καπνός. Ὁ λόγος ὅτι ὁ ταμβάκος κατασκευάζεται ἐκ καπνοῦ κατωτέρας ποιότητος δὲν εἶναι ἀποχρῶν, διότι ἡ φορολογία παρ’ ἡμῖν ἡ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ ταμβάκου δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ τιμὴ τοῦ καταναλισκομένου εἴδους καὶ οὐχὶ ἡ τοῦ ἀκατεργάστου, ἵνα κρίνωμεν, ἂν δικαιολογῆται ἡ φορολογία τοῦ ταμβάκου, ἡ δὲ τιμὴ τοῦ κατειργασμένου εἰς ταμβάκον καπνοῦ οὐδένα παρέχει λόγον, ἵνα ὑπάρχοντος φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ μὴ ὑπάρχῃ ὁ αὐτὸς φόρος καὶ ἐπὶ τοῦ ταμβάκου. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἄλλοι λόγοι, συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ταμβάκου, ὧν ὁ κυριώτερος εἶναι, ὅτι ταμβάκος δὲν καταναλίσκεται σχεδὸν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὅτι ὁ φόρος παρεμποδίζει τὴν κατεργασίαν τοῦ καπνοῦ εἰς ταμβάκον πρὸς ἐξαγωγήν. Ὅτι ἐν τῇ χώρᾳ σήμερον ἐλαχίστη εἶναι ἡ κατανάλωσις ταμβάκου, περὶ τούτου μαρτυρεῖ καὶ ἡ ὑπηρεσία, ἀπὸ χρόνου καταγινομένη εἰς συλλογὴν πληροφοριῶν περὶ τῆς ἐγχωρίου καταναλώσεως καὶ μηδαμινὰ ἀναγράφουσα ποσά. Ἀλλὰ καὶ ὅλοι ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐκλείπει καὶ αὐτὴ ἡ ὀλίγη αὐτοῦ χρῆσις, ἥτις σήμερον περιορίζεται εἰς τοὺς ἄγοντας ἡλικίαν ἀνωτέραν τῶν 70 ἐτῶν. Ὥστε ἐπιτρέπεται ἡ ὑπόθεσις ὅτι μετὰ 5–10 ἔτη δὲν θὰ ὑπάρχῃ τις ἐν τῇ χώρᾳ ὁ ποιούμενος χρῆσιν ταμβάκου. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἴσως δὲν εἶναι πρέπον, χάριν φορολογίας τῆς ὁλονὲν μειουμένης καὶ σχεδὸν ἐκλιπούσης ἐγχωρίου καταναλώσεως, νὰ παρεμποδίζηται ἡ κατεργασία τοῦ καπνοῦ εἰς ταμβάκον πρὸς ἐξαγωγήν. Ἡ ὑπηρεσία συνέλεξε πληροφορίας, ἃς ἤδη συμπληροῖ, περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀτελοῦς κατεργασίας τοῦ καπνοῦ εἰς ταμβάκον, λαμβανομένης ὅμως προνοίας, ὅπως μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ γενόμενον πρὸ ἐτῶν, ὅτε ὑπὸ τὸ πρόσχημα κατεργασίας καπνοῦ εἰς ταμβάκον πολὺς καπνὸς διέφευγε τὴν φορολογίαν. Ἡ ἐξαγωγὴ ταμβάκου ἐγίνετο ἄλλοτε κυρίως εἰς Τουρκίαν, ἀλλὰ τὸ Μονοπώλιον τῆς Τουρκίας ἔκλεισε τὴν ἀγορὰν ἐκείνην. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἄλλαι χῶραι, εἰς ἃς ἐγίνετο ἄλλοτε καὶ ἐλπίζεται ὅτι δύναται νὰ γένηται πάλιν εἰσαγωγή. Εἰς ταῦτα ἀφορῶντες, μελετῶμεν ἤδη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὰ περὶ τούτου, καὶ ἴσως ἡ μελέτη καταλήξῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἐψηφίσθησαν χθὲς εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Καὶ πρῶτον μὲν ἐζήτησε πληροφορίαν περὶ τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγομένης εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος διὰ τὰς εἰς μεταλλικὸν πληρωμὰς τοῦ Δημοσίου. Ἐζήτησε νὰ μάθῃ κατὰ πόσον ἡ πίστωσις ἐκείνη ἀνήγετο εἰς δαπάνας γενομένας λόγῳ ὑπερτιμήσεως συναλλάγματος προωρισμένου εἰς ἀπότισιν κανονικῶν ὀφειλῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ κατὰ πόσον προέρχεται ἡ δαπάνη ἐξ ὑπερτιμήσεως συναλλάγματος πρὸς πληρωμὰς ἐκτάκτους καὶ ἰδίως τὰς γενομένας, ὡς γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς περιορισμὸν τοῦ προσωρινοῦ δανείου εἰς μεταλλικὸν ἀπὸ 21,500,000 δραχμῶν ἐν συνόλῳ εἰς 14,000,000, τουτέστι πρὸς ἀπότισιν κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1893 δρ. 7,500,000 εἰς μεταλλικόν. Ἡ ἀπότισις αὕτη ἐπήγετο καταβολὴν καὶ λόγῳ ὑπερτιμήσεως συναλλάγματος, περὶ τῆς καταβολῆς δὲ ταύτης ζητεῖται παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης σημείωσις, ὅπως δυνηθῇ νὰ διακρίνῃ αὐτὴν ἐν τῇ πιστώσει. Ἀλλ’ οὕτως, ὡς τίθεται τὸ ζήτημα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ, διότι ἡ πίστωσις δὲν ἀνάγεται εἰς ὡρισμένας καταβολὰς εἰς ἀπότισιν ὑπερτιμήσεως συναλλάγματος, ἀλλ’ ἀνάγεται εἰς τὸ συμπλήρωμα τοῦ συνόλου τῶν εἰς ἀπότισιν ὑπερτιμήσεως συναλλάγματος καταβολῶν κατὰ τὸ ἔτος 1893. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐγένοντο διάφοροι καταβολαὶ λόγῳ ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ ἢ τοῦ συναλλάγματος. Σχετιζόμεναι πρὸς τὰς κεχορηγημένας πιστώσεις αἱ καταβολαὶ αὗται, περιλαμβάνουσαι καὶ τὰς τῆς ὑπερτιμήσεως πρὸς μείωσιν τῶν προσωρινῶν εἰς μεταλλικὸν ὀφειλῶν ἀπὸ 21,500,000 εἰς 14,000,000, ἀπεδείχθησαν ἀνώτεραι ἐκείνων, καὶ ἔχομεν ἀνάγκην ἀναπληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος. Ἀλλὰ τὰ πρὸς ἀναπλήρωσιν δὲν εὑρίσκονται ἐν σχέσει εὐθείᾳ πρὸς τὰ ἐκτάκτως καταβληθέντα λόγῳ τῆς ὑπερτιμήσεως, διότι ἐξ ἀντιθέτου ὑπάρχουσι ποσὰ καταβληθέντα ἐπὶ ἔλαττον τῶν κανονικῶν πιστώσεων λόγῳ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος. Εἰς ἀπάντησιν ἄρα πρὸς τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν πίνακα τῶν δαπανηθέντων καθ’ ὅλον τὸ ἔτος εἰς ὑπερτίμησιν συναλλάγματος καὶ τῶν κεχορηγημένων πιστώσεων. Ἐν τῷ πίνακι τούτῳ ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ τῶν πιστώσεων πρὸς τὰ δαπανηθέντα θὰ ἦναι ἴση πρὸς τὴν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Ἐν τοῖς δαπανηθεῖσι δὲ, διακεκριμένως ἀναγραφομένοις, θὰ περιλαμβάνωνται καὶ τὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ καταβληθέντος χρυσοῦ εἰς μείωσιν τῶν προσωρινῶν μεταλλικῶν δανείων. Ταῦτα λοιπὸν κατεστρώσαμεν ἐν σημειώματι, διακρίνοντι πάσας τὰς εἰς ὑπερτίμησιν συναλλάγματος γενομένας καταβολάς.
§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἔχετε ἀντίῤῥησιν νὰ τυπωθῇ.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατατίθεται, ἵνα τυπωθῇ. Ἐζήτησε προσέτι ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἑτέραν πληροφορίαν, διατὶ ἐχαρακτηρίσαμεν ἐν τῷ διατάγματι ὡς ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν τὴν ἀναγομένην εἰς διατροφὴν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Περὶ τούτου θὰ ἠδυνάμην πολλὰς ἀπαντήσεις νὰ δώσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, κατὰ λόγον τῶν ἀντιῤῥήσεων αὐτοῦ πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν, ἂν μὴ ἠναγκαζόμην νὰ παρατηρήσω ἐκ προοιμίων, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς τὴν ἐπίκρισιν· διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ νόμῳ τῶν ἐξόδων ἄδειαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ποιῆται χρῆσιν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων· αἱ δὲ δαπάναι λόγῳ τῆς διατροφῆς τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου περιλαμβάνονται ἐν τοῖς πίναξι τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «ἐπιστροφαὶ χρημάτων.» Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐποιήσατο τὴν παρατήρησιν, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894, πλὴν τῶν δαπανῶν δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων, ἐσημειοῦτο καθωρισμένως καὶ ἄδεια, ὅπως δίδωνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις πρὸς διατροφὴν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ὅπερ δὲν ἀνεγράφετο διακεκριμένως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893, οὐδὲ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, ὡς περιττόν. Λέγω ὡς περιττὸν, διότι ἡ ἀναγραφὴ ἐγίνετο μόνον πρὸς διευκρίνησιν, καθόσον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ τῆς διατροφῆς τῶν ὑποδίκων περιλαμβάνονται ὑπὸ τὸ κεφάλαιον τῶν ἐπιστροφῶν χρημάτων. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι λόγοι, οὓς ἠδυνάμην ν’ ἀντιτάξω εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἀπάντησις αὕτη ἀρκεῖ, μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ παραλείψω τὰς πέντε ἄλλας ἀπαντήσεις.
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ, κατ’ ἐμέ.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸς τὸ παρὸν ἀρκεῖ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νάξου ἐζήτησε πληροφορίας κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, ἃς εἶχε ζητήσει καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον. Αὗται, δοθεῖσαι τότε, ἐτυπώθησαν, εὕρηνται δὲ ἐν τῷ παραρτήματι τῆς Ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς· ὥστε δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νεωτέρας ἀπαντήσεως, ἐὰν μὴ ἦσαν ἀτελεῖς αἱ πληροφορίαι περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1893, ὡς δοθεῖσαι πρὸ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ἤδη πίνακα πλήρη τῶν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1893 ἐσόδων καὶ ἐξόδων λόγῳ τῆς σμύριδος, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ.
§52ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Διὰ τὸ 1894;
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τοῦ 1894 οὐδένα λόγον ἐποιήσατε· ὅ,τι δὲ ἄλλο ζητήσετε ἤδη, θέλω τὸ ὑποβάλει.
§54ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὰ πρακτικά.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τοῦ 1893 ὡμιλήσατε, καὶ περὶ αὐτοῦ ἔχομεν πληροφορίαν πλήρη. Περὶ τοῦ 1894 δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πληροφορίαν πλήρη, διότι ἄλλαι θέλουν φθάσει μέχρις Αὐγούστου, ἄλλαι μέχρι Σεπτεμβρίου, ἄλλαι μέχρις Ὀκτωβρίου, καθόσον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐνεργοῦνται αἱ πωλήσεις τοῦ ὀρυκτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς λοιπὸν ἔλεγεν, ὅτι τὰ διατεθέντα κατὰ τὸ 1893 καντάρια σμύριδος ἦσαν ἐλάχιστα, ἐνῷ διετέθησαν 4,789 τόννοι, οἵτινες πρέπει νὰ πολλαπλασιασθῶσι διὰ τοῦ 18, ἵνα ἔχωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν κανταρίων. Προσεκόμισα δὲ καὶ τὸ σημείωμα περὶ τῶν προσφορῶν, ὧν ὁ κ. Βουλευτὴς συνίστα τὴν παραδοχήν. Τὸ πρῶτον ἔτος προσέφερε τὸ ἀντίτιμον 4,000 τόννων, ἐνῷ τὸ ἀντίστοιχον ἔτος, ἤτοι τὸ 1893, ἔχομεν διατεθέντας 4,789 τόννους. Ἀλλὰ προσεφέρετο τὸ ἀντίτιμον οὐχὶ ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου· ἑπομένως ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν 4,000 τόννων κατὰ τὸ 1893 ἠθέλομεν λάβει μόνον τὰ 5/12, ἂν ἐδεχόμεθα τὰς προτάσεις, ἃς συνιστᾷ ὁ κ. Βουλευτής.
§56ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τὸν μέσον ὅρον.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ παραβάλωμεν πρὸς τὰ διατεθέντα κατὰ τὸ 1893 τὸν μέσον ὅρον ἀνιούσης κλίμακος 8 ἐτῶν. Τὸ 1893 ἔχει τὸν ἴδιον ἑαυτοῦ ὅρον, εἴτε ἐν τῇ κλίμακι εἴτε ἐν τῇ διαθέσει διὰ πρακτόρων, ἕκαστον δὲ τῶν ἑπομένων ἐτῶν ἐπίσης. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς, γινώσκων πόσον ἀρέσκουσιν εἰς τὰς Ἀντιπολιτεύσεις οἱ ὑπαινιγμοί, εἶπεν ὅτι ἡ ἀπόῤῥιψις τῶν προτάσεων ἐγένετο χάριν τῆς εὐνοουμένης ἑταιρίας. Βλέπετε ἐκ τοῦ πίνακος τούτου, ὅτι ἡ προμήθεια τῆς ἑταιρίας ἐπὶ τοῦ διατιθεμένου ποσοῦ εἶναι 1½%. Τὸ ποσοστὸν ἄρα θὰ ἦτο ὅλως ἀνάξιον λόγου, καὶ ἂν εἰσεπράττετο ἐπὶ παντὸς τοῦ διατιθεμένου ὀρυκτοῦ. Ἀλλ’ ἐν Νάξῳ πωλεῖται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν σμύρις ἐπὶ τιμῇ 65 φράγκων κατὰ τόννον, πᾶς δ’ ὁ μὴ ἐπιθυμῶν νὰ ἀγοράσῃ παρὰ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρακτόρων τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων δύναται νὰ ἀγοράσῃ ἐπὶ τόπου· γίνονται δὲ τοιαῦται ἀγοραὶ, γίνονται μάλιστα καὶ παρ’ αὐτοῦ ἐκείνου, ὅστις ὑπέβαλε τὰς προτάσεις...
§58ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἅπαξ.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠγόρασε μόνον ἅπαξ ὁ ὑποβαλὼν τὰς προτάσεις, ἀλλὰ τετράκις, ἀνὰ 300 τόννους ἑκάστοτε... Ἀφοῦ ἄρα ἄνευ συμφωνιῶν πρὸς ἑταιρίας ἔχομεν ἀποτελέσματα ἀνώτερα ὧν ἐπηγγέλλοντο αἱ συμφωνίαι πρὸς ἑταιρίαν, νομίζω ὅτι οὐδεὶς δισταγμὸς δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅτι τὸ σύστημα, ὅπερ παρεδέχθημεν, εἶναι προτιμότερον, ἀφοῦ μάλιστα μεταξὺ τῶν ὅρων, οἵτινες εὕρηνται ἀναγεγραμμένοι ἐν ταῖς προτάσεσιν, εἶναι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῆς ποιότητος, πᾶς τις δ’ ἐννοεῖ ὁποίας θὰ εἴχομεν ἐκ τούτου τοῦ ὅρου συνεπείας καὶ ὅτι πιθανὸν, ἀντὶ νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς συμφωνίας, θὰ ὤφειλε καὶ νὰ δώσῃ, ὡς ἐκ τῶν δικῶν, ἃς θὰ παρῆγεν ἡ διάταξις αὕτη, ἥτις καὶ μόνη θὰ ἤρκει, ἵνα μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει αἱ προτάσεις, ἃς ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπεστήριζε. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὸν πίνακα τοῦτον, ὑποβάλλω καὶ τὴν σημείωσιν τῶν προτάσεων τοῦ ζητήσαντος τὴν παραχώρησιν ἐπὶ σειρᾷ ἐτῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι. Ὁ κ. Βουλευτής, πλὴν τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζήτησε περὶ τοῦ 1893, ἐζήτησε καὶ πληροφορίας περὶ τοῦ 1895, καὶ παρέστησε περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895...
§60ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Λᾶθος, κύριε συνάδελφε (ἱλαρότης). Σεῖς πάντοτε σκέπτεσθε διὰ τὸ 1895, διότι νομίζετε, ὅτι θὰ κυβερνᾶτε τὸν τόπον καὶ τότε· ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ κυβερνᾶτε πλέον τότε.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς εἶναι καθ’ ὅλα ἐξησφαλισμένος περὶ τοῦ 1895, ὅτι δὲν θὰ κυβερνῶμεν ἡμεῖς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παράσχω χρησίμους τινὰς πληροφορίας εἰς ἀπάντησιν τῶν παρατηρήσεων αὐτοῦ περὶ τῶν κατὰ τὸ 1895, καθ’ ὃ θὰ φέρῃ εὐθύνας. Κατὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τὰ μὲν ἔσοδα εἶναι ἐκ 400,000 δραχμῶν, καὶ ὄντως ἐπὶ τῷ ποσῷ τούτῳ ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, εἰς ὃν νομίζω ὅτι ἀνήγοντο αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ, ἔξοδα δὲ ἀναγράφονται πολλῷ πλείονα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει ἕν τι, ὅτι αἱ 400,000 δραχμαὶ τῶν ἐσόδων εἶναι εἰς χρυσόν.
§62ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὄχι δά! Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι χάρτινος.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι αἱ δραχμαὶ χρυσαῖ, καὶ τὸ σημείωμα τοῦτο, τὸ νῦν ὑποβαλλόμενον περὶ τῶν τετελεσμένων, παρουσιάζει εἴσπραξιν εἰς χρυσὸν 444,000 δραχμῶν, καθαρὸν δὲ ἔσοδον 200,000 ὡσαύτως εἰς χρυσόν.
§64ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Λάθος ἔχετε. Τὸ ἄθροισμα τοῦ προϋπολογισμοῦ σας εἶναι εἰς δραχμὰς χαρτίνας, καὶ εἴπετε 300,000 ὀκάδας.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδοὺ σημείωμα περὶ τῶν τετελεσμένων, μαρτυροῦν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 ἀναγραφομένων. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 ἀνεγράφησαν οἱ ἀριθμοὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ παρελθόντος ἔχομεν ἐνταῦθα. Ἔχομεν ἐνταῦθα τὸ ἀντίτιμον τῆς πωληθείσης σμύριδος εἰς φράγκα χρυσᾶ 444,000, τὸ δὲ ἔξοδον 244,000, ἑπομένως καθαρὸν ἔσοδον ἐπὶ τόννων 4,789,613 φράγκα χρυσᾶ 199,719. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ 1893 εἶναι ἡ βάσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τοῦτο δίδει ἔσοδον κατὰ τὸ 1893—τὸ τελευταῖον ἔτος, ὅπερ ἔχομεν πλῆρες, διότι τοῦ 1894 δὲν εἶναι ἔτι πλῆρες τὸ ἀποτέλεσμα—444,000 φράγκων χρυσῶν. Ἀναγράφομεν δὲ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 δρ. 400,000, ἤτοι τὸν ἀμέσως κατώτερον στρογγύλον ἀριθμόν. Τὰ ἔξοδα ἀναγράφονται εἰς δραχμὰς τραπεζικὰς, οὐδ’ ὑπῆρχέ τις λόγος, ἵνα ἀναγράφωνται ἄλλως, αἱ δὲ ἀναγραφόμεναι 600,000 δραχμαὶ τραπεζικαὶ τῶν ἐξόδων εἶναι ὀλιγώτεραι τῶν 400,000 χρυσῶν δραχμῶν τῶν ἐσόδων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦσαν ὑπέρτερα τὰ ἔξοδα καθ’ ἓν ὡρισμένον ἔτος, οὐδὲν τοῦτο θ’ ἀπεδείκνυε κατὰ τοῦ συστήματος, διότι θὰ ἦτο ἐξαιρετικὴ ἡ ὑπέρβασις, ὡς ἐξαρτωμένων τῶν ἐξόδων κυρίως ἐκ τοῦ ἀποθηκευομένου ποσοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐνῷ τὰ ἔσοδα ἐξαρτῶνται ἐκ τοῦ διατιθεμένου ποσοῦ. Κατὰ τὸ ἔτος 1895 ὁ ὑπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἐγένετο πρὸς ἐφαρμογὴν συστήματος ἐπαγομένου τὴν σύστασιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀποθηκῶν ἐπαρκῶς ἐφωδιασμένων, ὅπως πᾶς βιομήχανος εὑρίσκῃ προχείρως καὶ ἀσφαλῶς πᾶν τὸ ποσὸν, οὗτινος ἤθελεν ἔχει ἑκάστοτε ἀνάγκην. Ἡ σύστασις τῶν ἀποθηκῶν τούτων ἐπάγεται δαπάνην ἐξαιρετικὴν, ἥτις καταλογίζεται εἰς τὸ ἔτος 1895, ἀλλὰ θέλει μειώσει τὰ ἔξοδα τῶν μετέπειτα ἐτῶν. Πλὴν τούτου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νάξου ἐποιήσατο καὶ παρατηρήσεις περὶ τοῦ ἐκεῖ ἐπιτηρητοῦ κ. Γιαννοπούλου, καὶ τῶν ἐσχάτως συμβάντων.
§66ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον μίαν ἀναφοράν.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ μόνον ἀναφορὰν ὑπεβάλετε, ἀλλὰ καὶ ἀνακοινώσεις ἐποιήσατε εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφ’ ὧν καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ εἴχετε ἀπόσχει, διότι οὔτε τοιαῦται ἐν τῇ Βουλῇ προσωπικαὶ ἐγκλήσεις ἐπιτρέπονται, οὔτε χαρακτηρισμοὶ, ὁποίους ἐξεστόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ μάλιστα περὶ προσώπου ἀξιοτίμου, ὅσον ὁ καταγγελθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ δημόσιος ὑπάλληλος. Ἔχω ἐνταῦθα ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Ρεδιάδου, ἀποσταλέντος κατὰ Σεπτέμβριον εἰς Νάξον, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ ἐκεῖ συμβαίνοντα· ὅστις δὲ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν θέλει πεισθῆ, ὅτι ὁ ἐπιτηρητὴς οὐδαμῶς εἶναι ἔνοχος ἐπὶ τοῖς καταγγελλομένοις, ὅτι ἐν τῇ νήσῳ ἐπετέλει οὗτος τὸ καθῆκον αὑτοῦ, τὸ ἐπετέλει ἴσως ἐν αὐστηρότητί τινι, οὐχὶ ὅμως ὑπερτέρᾳ τῆς ἀνάγκης. Ὅπως δήποτε ἡ ἔκθεσις εἶναι ἡ προσφορωτέρα ἀπάντησις εἰς τὰς αἰτιάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ πλήρης ἱκανοποίησις τοῦ παρ’ αὐτοῦ ἐγκαλουμένου ἀρίστου ὑπαλλήλου. Καταθέτω καὶ τὴν ἔκθεσιν, ἵνα λάβῃ αὐτῆς γνῶσιν ὅστις τῶν κ. Βουλευτῶν ἤθελε θεωρήσει τοῦτο χρήσιμον.
§68ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε τοὺς λόγους τῆς ὑψώσεως τοῦ φράγκου εἰς τὰ 187;
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠμπορῶ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα σημειώματα περὶ νομισματικῆς διαφορᾶς καὶ περὶ σμύριδος, ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπλατύνσεως τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 49–52).
§71ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ σημείωμα περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πωλήσεως τῆς σμύριδος κατὰ τὸ 1894, διότι δὲν εὑρίσκω, ὅτι ἡ δικαιολόγησις, τὴν ὁποίαν προέβαλε πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀρκοῦσα. Καὶ πέρυσι δὲν εἴχομεν τ’ ἀποτελέσματα ὅλου τοῦ ἔτους, εὑρισκόμεθα δὲ, (καθ’ ἃ ἀνεκοίνωσε πρὸ ὀλίγου) ὅτε ὑπεβλήθησαν αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνήγοντο εἰς τὸ 1893, εὑρισκόμεθα εἰς τὸν μῆνα Σεπτέμβριον, ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸν Νοέμβριον, ἀντὶ τοῦ Σεπτεμβρίου νομίζω ἑπομένως, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1894 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἢ μέχρις ἀρχῶν Νοεμβρίου.
§72Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἡ συγκέντρωσις τῶν ἀποτελεσμάτων μέχρις ἀρχῶν Νοεμβρίου, ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν ἦτο ἐφικτὴ μέχρι τῆς αὐτῆς ἐποχῆς, διότι ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν οὐχὶ μόνον τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ἀλλὰ καὶ τῶν πρακτόρων τῆς ἑταιρίας ταύτης ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, οὐδὲ θὰ ἔχωμεν παρ’ ὅλων τῶν πρακτορείων τῆς αὐτῆς ἐποχῆς λογαριασμούς. Ἀλλοῦ θὰ ἦναι αὕτη ἐγγυτέρα καὶ ἀλλοῦ ἀπωτέρα. Τὸ δὲ παράδειγμα, ὅπερ ἐπικαλεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς, τῶν πέρυσιν ὑποβληθέντων ἀποδεικνύει ἀκριβῶς, ὅτι δὲν ἐπέστη ἔτι ἡ ὥρα τῆς ἐπισήμου ὑποβολῆς πληροφοριῶν ἀρτίων, διότι τὰ πέρυσιν ὑποβληθέντα ἀποδεικνύονται ὀλιγώτερον ἀκριβῆ καὶ ὀλιγώτερον πλήρη τῶν ὑποβαλλομένων σήμερον· τὰ πέρυσιν ὑποβληθέντα ἀπεδείχθησαν ἐπαρκῆ μόνον εἰς παραπλάνησιν Βουλευτῶν, ὅπως παρεπλάνησαν καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Νάξου (γέλωτες).
§73ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως ἐν ἀγνοίᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν φαίνεται ἱστάμενος ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ σταθῇ. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι δὲν ἐνδιαφερόμεθα, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ εὐνοουμένη παρ’ αὐτοῦ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων κάμνῃ διαρκῶς καταχρήσεις πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐργατῶν. Ἐννοοῦμεν καὶ ἐνδιαφερόμεθα νὰ μάθωμεν τὸ ποσὸν τῆς σμύριδος, τὸ ὁποῖον ἐξήχθη κατὰ τὸ 1893 καὶ κατὰ τὸ 1894. Πρὸς τί λοιπὸν σχετίζει τὴν διάθεσιν, τὴν ἐκκαθάρισιν, τὰς γραμμὰς τὰς ἐρυθρὰς, τὰς ἐκκαθαρίσεις, τὰς ὁποίας κάμνουν οἱ ἔμποροι;—Ἔμπορος δὲ εἶναι ἡ ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων;—Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν ἐζητήσαμεν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλήν· τί ποσὸν σμύριδος ἐξήχθη κατὰ τὸ 1893 καὶ τὸ 1894. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ περιμένῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸ Ἁμβοῦργον, ἀπὸ τὸ Λονδῖνον, ἀπὸ τὴν Νέαν Ὑόρκην. Δὲν ἔχει παρὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ τηλεγραφεῖον καὶ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἐπιστάτην τῆς σμύριδος περὶ τοῦ ἐξαχθέντος ποσοῦ κατὰ τὸ 1893 καὶ 1894. Καὶ νομίζετε, ὅτι δύνασθε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μᾶς ἀποπλανήσητε διὰ τοιούτων ἀπαντήσεων, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖτε ν’ ἀποφύγητε τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχετε, διαχειριζόμενοι οὕτω τὸ σπουδαιότατον τοῦτο προϊόν; Δὲν σᾶς ζητοῦμεν τὰς ἐκκαθαρίσεις ἀπὸ τὸ Ἁμβοῦργον, ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν, ἀπὸ τὸ Λονδῖνον. Τὰς ἐκκαθαρίσεις θὰ τὰς φέρῃ καὶ θὰ τὰς ὑποβάλῃ ἡ εὐνοουμένη σας ἑταιρία, καὶ θὰ τὰς ἀποδεχθῆτε σεῖς, ὅπως θέλει αὕτη. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ μάθωμεν τὸ ἑξῆς. Ἐκ τοῦ προϊόντος τούτου ἔπρεπε νὰ ἐξάγωνται κατ’ ἔτος τοὐλάχιστον 250,000 καντάρια. Σεῖς τί ἐξάγετε; Ἡ εὐνοουμένη σας ἑταιρία τί λέγει περὶ τούτου; καὶ σεῖς, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τί νομίζετε, ὅτι δύνασθε, ὅτι ὀφείλετε νὰ παραστήσητε; Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας νὰ διαθέτῃ περὶ τὰς 12,000 τόννων καὶ πλέον, καὶ ὑμεῖς ἔχετε τὴν τόλμην νὰ νομίζητε, ὅτι ὡς κατόρθωμα δύνασθε νὰ ἀναφέρητε, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διεθέσατε 4,000 τόννους! 4,000 τόννους διεθέσατε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπέναντι 17,000 τόννων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ παγκόσμιος βιομηχανία! Καὶ δὲν γνωρίζετε ὅτι ἡ ποιότης τῆς σμύριδος τῆς Νάξου εἶναι δὶς, τρίς, τετράκις καλλιτέρα τῆς σμύριδος τῆς Μ. Ἀσίας; Καὶ νομίζετε ὡς κατόρθωμα σεῖς, ὅτι ἡ εὐνοουμένη ἑταιρία σας διέθεσε 4,000 τόννους, ἐνῷ ἡ ἑταιρία τῆς σμύριδος τῆς Μ. Ἀσίας διέθεσε 13,000 τόννους! Καὶ δὲν ὑπονοεῖτε, ὅτι εἰς τὴν τοιαύτην δυσαναλογίαν κρύπτεται ὁπωσδήποτε ποιά τις συνεννόησις μεταξὺ τῆς εὐνοουμένης ἑταιρίας σας καὶ τῆς ἑταιρίας ἐκείνης τῆς Μ. Ἀσίας; Καὶ δὲν ἐννοεῖτε περισσότερον, ὅτι κατὰ τὸ 1894 σεῖς δὲν διεθέσατε οὔτε 2,000 τόννους; Πῶς ἐπρομηθεύθησαν 15,000 τόννοι; Καὶ δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἑταιρία τῆς Μ. Ἀσίας εἰσπράτει κατ’ ἔτος ὑπὲρ τὰ 3,000,000 φράγκα χρυσᾶ ἐκ τῆς διαθέσεως τοῦ προϊόντος αὐτῆς, τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ κατωτέρας ποιότητος; Καὶ δὲν ἐννοεῖτε ἀκόμη, ὅτι σεῖς, διαχειριζόμενοι τοιοῦτο προϊόν, τὸ ὁποῖον ἔχει παγκόσμιον χρῆσιν, καὶ ὡς μονοπώλιον, δύνασθε νὰ ἔχητε ἐτησίως ὑπὲρ τὰ 2,000,000 δραχμάς; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἀπαντᾶτε εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου, λέγοντες ὅτι κατὰ τὸ 1893 διεθέσατε ὑμεῖς 4,000 τόννους; Ἀλλὰ πῶς λοιπὸν ἐπρομηθεύθησαν οἱ ὑπολειπόμενοι 13,000 τόννοι; Γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ἡ παγκόσμιος βιομηχανία ἔχει ἀνάγκην 17,000 τόννων, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀλλοῦ σμύρις, παρὰ μόνον εἰς τὴν Νάξον, εἰς αὐτὴν τὴν μικρὰν νῆσον, καὶ εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν, καὶ γνωρίζετε ἐπίσης κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι αἱ ἀγοραὶ τῶν τόπων τῆς καταναλώσεως δὲν ἀποβλέπουσι, παρὰ μόνον εἰς τὴν Ναξίαν. Ἀλλ’ ὅταν σεῖς ἔχητε διαχειριστὰς αὐτοῦ τοῦ σπουδαιοτάτου καὶ μοναδικοῦ προϊόντος μας τὴν εὐνοουμένην ἑταιρίαν σας, βεβαίως πᾶσα ἄλλη δύναται νὰ ἦναι χρησιμωτέρα διὰ τὴν λυσιτελεστέραν καὶ συμφορωτέραν διάθεσιν τοῦ προϊόντος τούτου, παρὰ ἡ ἰδική σας Κυβέρνησις. Βεβαίως θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν ὅλας αὐτὰς τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας κατεθέσατε, καὶ θ’ ἀπαντήσω· ὑποθέτω δὲ, ὅτι κατὰ τὰ πλεῖστα εἶναι ἀνακριβεῖς. Ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς καταστήσω ἐνημέρους ἀπὸ τοῦδε καὶ διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς μερικά, λέγω τὰ ἑξῆς. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἤκουσα, ὅτε ἀνεφέρετε τὰς σημειώσεις, εἶναι καὶ ὅτι αἱ προτάσεις ἐκεῖναι τῆς ἐνοικιάσεως εἶχον ὡς βάσιν τὸ πρῶτον ἔτος 4,000 τόννους. Αὐτὸ εἶναι σωστόν. Ἀλλὰ δὲν συνεπληρώσατε καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδίως ἐνδιαφερόμεθα νὰ μάθωμεν, ὅτι αἱ προτάσεις ἐκεῖναι εἶχον βάσιν 500,000 φράγκα χρυσᾶ ἐνοίκιον κατ’ ἔτος, ἀδιακρίτως πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανεν ἡ ἑταιρία ἐκείνη. Καὶ ἀπηντήσατε ὡς δικολάβος ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἐνῷ ὠφείλετε νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλήν: «τοιαῦται προτάσεις ἐγένοντο, αἱ προτάσεις ἐνοικιάσεως εἶναι τοιαῦται· 500,000 φράγκα χρυσᾶ μᾶς ἐπρότειναν, ἀδιακρίτως τοῦ ποσοῦ τῶν τόννων, τὸ ὁποῖον θὰ παρελάμβανεν ἡ ἑταιρία.» Δὲν σᾶς συνέφερεν ὅμως αὐτὸ, διότι θὰ ἔκαμνε κακὴν ἐντύπωσιν 900,000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος! Σᾶς ἔλεγεν ἄλλη ἑταιρία: «Ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἐγὼ προσφέρομαι νὰ πληρώνω εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον» (κατὰ τὴν ὑπερτίμησιν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐδημιουργήσατε, τοῦ χρυσοῦ φράγκου,) «900 χιλιάδας». Τί εἰσπράττετε τώρα, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; Μηδέν! Καὶ ὄχι μόνον μηδὲν, ἀλλὰ πληρόνει καὶ 300,000 τὸ δημόσιον ταμεῖον. Αὐτὸ δὲν σᾶς συμφέρει, καὶ αὐτὸ θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅταν διαλευκανθῶσι τὰ πάντα.
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Νάξου διὰ τὸ 1894, καὶ ὅσας ἐζήτησεν, ἂν καλῶς ἀντελήφθην τῆς ὁμιλίας του, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ πληροφορίας λεπτομερεστέρας περὶ τοῦ ἀποθέματος, ὅπερ ὑπῆρχεν εἰς ἑκάστην ἀποθήκην τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ἐν Εὐρώπῃ κατὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου 1894, καὶ περὶ τοῦ πωληθέντος ποσοῦ μέχρι σήμερον, εἰ δυνατόν.
§75Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησιν, ἵνα ἠξεύρω, τί ἀκριβῶς ζητεῖτε.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ζητοῦμεν, τί τὸ ἀπόθεμα καὶ τί τὸ πωληθὲν,— παρακαλῶ δὲ τὸν γραμματέα τῆς Βουλῆς νὰ σημειώσῃ ταῦτα ἐγγράφως, — τὸ ἀπόθεμα τῆς σμύριδος ἐν ἑκάστῃ ἀποθήκῃ ἐν Εὐρώπῃ κατὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου 1894, τὸ πωληθὲν ποσὸν, εἰ δυνατὸν, μέχρι τοῦδε, ὅσον εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ εἰσπραχθὲν τίμημα τοῦ πωληθέντος ποσοῦ.
§77ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας Ἐμπειρίκων.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 53).
§79ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἔχει κατὰ νοῦν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐζήτησα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν παῦσιν τοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Ναυπλιέων, ἢ ὄχι;
§80ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὰ ὑπέβαλον.
§81ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς ἐζήτησα συμπληρωτικῶς, κ. Ὑπουργὲ, νὰ καταθέσητε καὶ ἀντίγραφα τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐσόδων τοῦ δήμου Ναυπλιέων τῶν ἐτῶν 1891–1894.
§82ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν νομάρχην Ἀργολιδοκορινθίας νὰ μοὶ πέμψῃ τὰ ἀντίγραφα.
§83ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ μέχρι τοῦδε δὲν τὰ ἔχετε;
§84ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι.
§85ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ διατάξητε τὴν ταχεῖαν ἀποστολὴν καὶ νὰ τὰ καταθέσητε.
§86ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὐθὺς ὡς ἔλθωσι, θὰ τὰ καταθέσω.
§87ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης πρέπει νὰ δείξῃ ἡ Κυβέρνησις πρόνοιαν μεγαλειτέραν καὶ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ διοικητικὴ δικαιοσύνη εἶναι, ὡς δεῖ, ἀμερόληπτος. Πρόκειται περὶ τοῦ δημάρχου Ναυπλιέων, ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς τῶν ἀρίστων πολιτῶν. Ἴσως κἀνεὶς ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν δὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα ὁ μὴ γνωρίζων τὰς ἀρετάς του. Εἶναι εἷς ἐπιστήμων ἀνώτερος, πλὴν δυστυχῶς ὑφιστάμενος, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων. Ζητεῖ λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀλεξάκης, ζητῶ καὶ ἐγὼ (διότι θὰ προκαλέσω συζήτησιν) νὰ προσαγάγητε τὴν διαταγὴν, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλεν ὁ νομάρχης Ἀργολιδοκορινθίας εἰς τὸν δήμαρχον, ὑπ’ ἀριθ. 5775 τῆς 11 Ἀπριλίου 1894, πρὸς δὲ νὰ διατάξητε νὰ προσαχθῇ (ὅπερ δὲν συμφέρει ποτὲ εἰς τὸν νομάρχην) κατάστασις τῶν ἐσόδων κατ’ ἔτος τοῦ δήμου Ναυπλιέων, ἀφ’ ὅτου διωρίσθη ὁ παυθεὶς εἰσπράκτωρ τοῦ δήμου Ναυπλιέων, διότι ὁ νομάρχης βεβαιόνει ψευδῶς ἐν τῷ ἐγγράφῳ,—διὰ ν’ ἀπολυθῇ ὁ εἰσπράκτωρ, ὡς μὴ ἔχων τὰ προσόντα,—ὅτι ὁ δῆμος Ναυπλιέων εἰσπράττει πλέον τῶν 100,000, ἤτοι 184,000, ἐνῷ εἶναι ψεῦδος, ἀποδεικνυόμενον διὰ τῶν ἐγγράφων, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν θὰ προσαχθῇ, διότι τὸν νομάρχην δὲν συμφέρει νὰ ἀναιρέσῃ αὐτὸς ἑαυτόν. Ἀλλὰ παρεκτὸς τούτου, (διότι αὐτὰ θὰ συζητηθῶσιν εἰς τὴν οὐσίαν) ἀπορῶ μὲ τὸν κ. Μπουφίδην, τὸν φίλον μου, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἐπεκύρωσεν ἀπόφασιν κατὰ τοῦ δημάρχου, πειθαρχικῶς τιμωρηθέντος ὑπὸ τοῦ νομάρχου Ἀργολιδοκορινθίας, καὶ δὲν ἐτιμώρησε τὸν ὑβριστὴν νομάρχην. Καὶ ἐξηγοῦμαι, Ὁ νομάρχης τιμωρεῖ δι’ ἐπιπλήξεως τὸν δήμαρχον Ναυπλιέων, καὶ οὗτος κάμνει ἔφεσιν, λέγων ὅτι προεκλήθη ὑβριζόμενος, καὶ ὅτι ὑπερησπίζετο τὴν τιμὴν τοῦ ἀξιώματός του. Ἰδοὺ δὲ τί γράφει ὁ περινούστατος νομάρχης περὶ τούτου (ἀναγινώσκει): «Αἰτήσει τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Ναυπλιέων, ὑποβάλλων ἐγκλείστως τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἐφετήριον ἔκθεσίν της μετὰ πάντων τῶν δικαιολογητικῶν κατὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 5970 ἀποφάσεώς μου, παρατηρῶ ὅτι, ὡσανεὶ δὲν ἤρκει ἡ προηγουμένη αὐτῆς ἀνοικεία γλῶσσα πρὸς προεστῶσαν ἀρχήν, ἐπανέρχεται αὐθαδέστερον διὰ τῆς ἐν λόγῳ ἐκκλήσεως. Ἑπομένως γνωμοδοτῶ τὴν ἀπόῤῥιψιν μὲν ταύτης, τὴν ἐπικύρωσιν δὲ τῆς ἀποφάσεώς μου, πρὸς σωφρονισμὸν τοῦ αὐθάδους τούτου δημοτικοῦ ἄρχοντος.» Ἰδοὺ νομάρχης! ἰδοὺ διοίκησις! Καὶ ἀντὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταδιώξῃ τὸν νομάρχην ἐπὶ ἐξυβρίσει, ἐπικυροῖ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ὑβριστοῦ νομάρχου. Δὲν νομίζετε, κύριε Μπουφίδη, ὅτι ὠφείλατε τὸ ὑβριστικὸν καὶ ἀνευλαβὲς ἔγγραφον τοῦ νομάρχου ν’ ἀποστείλητε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα πρὸς καταδίωξιν;
§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι ὁ νομάρχης;
§89ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς. Καταλαμβάνετε πῶς διοικούμεθα, κύριοι Βουλευταὶ τῆς Ἑλλάδος;
§90Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποῦ εἶναι ἡ ἀναφορὰ τοῦ δημάρχου;
§91ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν παρουσιάζουν, διότι δὲν τοὺς συμφέρει. Μίαν παράκλησιν ἤδη θὰ κάμω. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος χθὲς τὸ ἑσπέρας δὲν μὲ ἐνόησε, νὰ προσέξῃ. Χθὲς εἶπον, ὅτι ὁ καταλογισμὸς τῆς προφυλακίσεως ἀφορᾷ καὶ τοὺς ὑπὸ τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων προφυλακιζομένους, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι αὕτη ἀφορᾷ μόνον τοὺς καταδικαζομένους ὑπὸ τῆς ποινικῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης καὶ πρόκειται περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Ἀνέτρεξα εἰς τὸν νόμον, καὶ βλέπω τὸ ἄρθρον 191, παράγραφον αʹ, λέγον τὸ ἑξῆς: «Ἡ διάρκεια τῶν παρ’ οἱουδήποτε δικαστηρίου καταγινωσκομένων ποινῶν ἕνεκα πλημμελήματος δὲν θέλει λογίζεσθαι ὡς χρόνος στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, διὰ δὲ τοὺς ἀξιωματικούς, ἐὰν ὑπερβαίνῃ αὕτη τοὺς δύο μῆνας». Ὥστε καταργουμένης τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου τούτου, καθ’ ἣν «ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως δὲν θέλει λογίζεσθαι ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, εἰμὴ ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως ἢ ἀπολύσεως τοῦ κατηγορουμένου», ἐπέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ὑπολογίζεται διὰ τὴν ἀρχαιότητα ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ παρὰ τῶν πολιτικῶν ἀνακριτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, πρὸ τῆς συζητήσεως, νὰ μελετήσῃ τὸ ἄρθρον καὶ φέρῃ τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπήντησεν, ὡς παρετήρησα, εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῶν Πανεπιστημιακῶν καὶ περὶ τοῦ διατάγματος τῶν ἐξετάσεων καὶ τῆς ἐγκυκλίου διαταγῆς, ὡς εἶχεν ὑποσχεθῆ.
§92Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀπήντησα ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν.
§93ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Πικουλάκη, προσήνεγκε σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται, ποῦ συλλέγονται τὰ σχινόφυλλα καὶ πόσον ἐν συνόλῳ εἶναι τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα τοῦ Κράτους ἐξ αὐτῶν. Σχινόφυλλα, κατ’ αὐτὸ, συλλέγονται εἰς 23 ἐπαρχίας, καὶ τὸ ἔσοδον εἶναι 30,000 δραχμαί...
§94Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀλιγώτερον.
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περίπου... Τὸ σημείωμα ὅμως τοῦτο δὲν εἶναι πλῆρες, διότι δὲν ἐμφαίνει καὶ τὸ κατ’ ἐπαρχίας εἰσφερόμενον τῷ ταμείῳ ποσόν· ἡμεῖς δ’ ἔχομεν κυρίως ἀνάγκην νὰ γνωσθῇ ἀκριβῶς τί εἰσπράττεται ἐξ αὐτῶν, καὶ ἰδίως ἐκ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, διότι σκοποῦμεν νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης, καὶ θέλομεν νὰ γνωρίζῃ ἐπακριβῶς ἡ Βουλὴ, ὅτι, ἐνῷ τὸ εἰσφερόμενον ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης ποσὸν εἶναι ἐλάχιστον, καθόσον μόλις εἰς ἑκατοντάδας τινὰς δραχμῶν συμποσοῦται τοῦτο, ἐπιβαρύνει σπουδαίως τὰς κατωτέρας καὶ ἰδίως τὰς ἐνδεεστέρας τάξεις τῶν πολιτῶν.
§96Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ὑποβάλει τὰς πληροφορίας, ἃς ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτής. Ἐν τούτοις ἂς ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου καὶ βλέπωμεν.
§97ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφός μου ἐδήλωσεν ἐνταῦθα, χωρὶς ν’ ἀντικρουσθῇ παρά τινος τῶν κ. Ὑπουργῶν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περιοδεύοντες τὴν Λοκρίδα ἐν καιρῷ σεισμῶν, ἐδήλωσαν κατηγορηματικῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως εἰς τοὺς κατοίκους Κυπαρισσίου καὶ Προσκυνᾶ, ὅτι, ἐὰν ἤθελον νὰ συνοικισθῶσιν εἰς τὴν θέσιν Τραγάνα, ὅπου ἐθεωρεῖτο τὸ ἔδαφος καταλληλότερον εἰς τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε σπεύσει, ἅμα τῇ συγκλήσει τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἤθελον παραχωρηθῆ τὰ ἐκεῖ γήπεδα δωρεάν. Οἱ κάτοικοι, πεισθέντες εἰς τὴν τοιαύτην διαβεβαίωσιν, μετώκησαν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, κατέλαβον γήπεδα καὶ ᾠκοδόμησαν οἰκίας, διαθέτοντες πρὸς τοῦτο πᾶν ὅ,τι ὑπελείφθη ἐκ τῆς πανωλεθρίας...
§98Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ δὲν περιμένετε τὸ νομοσχέδιον;
§99ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι παρῆλθον τέσσαρες ἑβδομάδες ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς καὶ ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσήχθη, ἐξ οὗ δικαίως οἱ συνοικισθέντες ἐν Τραγάνᾳ ἀνησυχοῦν.
§100ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδόλως ἀνησυχοῦν, διότι γνωρίζουν ὅτι θὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§101ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πόθεν τὸ γνωρίζουν, ἀφοῦ ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσήχθη;
§102ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ εἰσαχθῇ.
§103ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν πρῶτος ἐγὼ ἀπηύθυνα τὴν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρεκάλεσα ὅπως εἰσαγάγῃ ταχέως τὸ προσῆκον νομοσχέδιον περὶ τῶν περὶ ὧν πρόκειται συνοικισμῶν. Ὡς δὲ μοὶ εἶπον καὶ προχθὲς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰδικὸς ὑπάλληλος ἐνετάλη ὅπως συγκεντρώσῃ τὰς ἀναφορὰς τῶν κατοίκων, τῶν ζητούντων τὸν συνοικισμὸν, καὶ συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει ἐπεξεργασθῆ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδένα δ’ ἔχω δισταγμὸν, ὅτι δὲν θέλει βραδύνῃ ἡ ὑποβολή του, ὅπως καθησυχάσωσι καὶ οἱ συμπολῖται ἡμῶν, οἵτινες ἀνυπομόνως ἀναμένουσι τὴν ὑποβολὴν τοῦ σωστικοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου.
§104ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ ἀναφοραὶ ἔχουσιν ὑποβληθῆ πρὸ πολλῶν μηνῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν εἶχε σκοπὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του, ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἤδη ἕτοιμον τὸ νομοσχέδιον. Ὡμίλησα δὲ, διότι προκληθέντες οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὑπό τε τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, οὐδὲν ἀπήντησαν, καὶ ἐθεώρησα καθῆκον νὰ ἐπαναφέρω τὴν παράκλησιν ταύτην, διότι δὲν εὑρίσκομαι μετὰ τοῦ Ὑπουργείου εἰς ἃς σχέσεις εὑρίσκεται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ὅπως δύναμαι καὶ ἰδιαιτέρως νὰ συνεννοῶμαι μετὰ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν.
§105Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλει ὑποβληθῆ τὸ νομοσχέδιον.
§106ΚΟΥΚΟΡΙΚΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον μέχρι τοῦδε τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης δὲν λειτουργεῖ. Τὸ ἐκεῖ Πλημμελειοδικεῖον ἀπὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου μέχρι τοῦδε δὲν συνεκροτήθη, τὸ δὲ πολιτικὸν τμῆμα ἐξεδίκασεν ὑποθέσεις ἐκ τῶν προτιμωμένων καὶ ἐκ τῶν ἐμπορικῶν. Τὸ πινάκιον τῶν συνήθων ὑποθέσεων οὐδὲ ἐξεφωνήθη. Ἔπρεπεν οἱ κ. Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, οἱ φίλα φρονοῦντες τῇ Κυβερνήσει, νὰ ποιήσωνται τὰς δεούσας παραστάσεις παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ, ὅπως οὗτος ἐξαναγκασθῇ νὰ συγκροτήσῃ τὸ δικαστήριον ἀπὸ τῶν ἀρχῶν Σεπτεμβρίου, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν νὰ μὴ μείνῃ τοῦτο ἐν ἀργίᾳ ἐπὶ τρεῖς μῆνας.
§107ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ὑπηρεσία φροντίζει ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ εἶναι περιτταὶ αἱ παραστάσεις.
§108ΚΟΥΚΟΡΙΚΟΣ. Ἐκ τῆς ὑπηρεσίας εἶμαι ἀπηλπισμένος. Ἀρχὴ ἄνδρα δείκνυσι. Παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πολλὰ προσεδόκα ὁ κόσμος, καὶ ἰδίᾳ ὁ δικαστικὸς, ὡς πρὸς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων ἐν τῇ δικαιοσύνῃ, ἀλλ’ ἠπατήθη οἰκτρῶς· οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, οἱ φίλα φρονοῦντες τῇ Κυβερνήσει, ὤφειλον νὰ ἐπιμείνωσιν, ὅπως λειτουργήσῃ τὸ δικαστήριον ἀπὸ τῆς ἀρχῆς Σεπτεμβρίου, ἀλλ’ οὐδεμίαν στοργὴν ἔδειξαν καὶ φροντίδα. Ἀλλ’ εἶναι ἐγγὺς ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γείνωσιν αἱ νέαι ἐκλογαὶ, ὁ δὲ νοήμων τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης λαὸς δὲν θὰ ξαναστείλῃ πλέον αὐτοὺς, ὡς ἀνικάνους, ἀκαταλλήλους καὶ ἀστόργους. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ τίνα λόγον δὲν λειτουργεῖ τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης, καὶ ὅταν ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, τότε θὰ ἐκταθῶ περισσότερον καὶ θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς γενικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου.
§109ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Βουλευτὰ, δυστυχῶς δὲν ἐδόθη μοι ἡ δύναμις νὰ μεταβάλλω τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσιν ἐν τῇ φύσει. Ὑπάρχει ἀνεπάρκεια προσωπικοῦ ἐν τοῖς δικαστηρίοις, τοὺς λόγους δὲ αὐτῆς θὰ τοὺς ἴδητε ἐκτιθεμένους ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ εἰσαχθησομένου μετ’ οὐ πολὺ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου· φείδομαι δὲ τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς καὶ δὲν τοὺς ἐπαναλαμβάνω ἐνταῦθα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης, φρονῶ ὅτι τὰ παράπονα ὑμῶν δὲν εἶναι δίκαια, διότι περὶ τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης ἐπανειλημμένως ἐλήφθη πρόνοια, δὲν εἶχε δὲ ἀνάγκην παραστάσεων ἔξωθεν τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα προνοήσῃ περὶ τῆς διορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ὡς ἀρχόμενος εἶπον ὑμῖν, δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ μεταβάλλω τὰ πράγματα.
§110ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἕνεκα ἀνεπαρκείας προσωπικοῦ δὲν εἰργάσθη τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης;
§111ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Βουλευτὰ ἐκ Ναυπλίας, συνεπείᾳ νόμου, πρὸ δύο ἐτῶν ψηφισθέντος, τὸ προσωπικὸν τῶν Πρωτοδικείων περιωρίσθη ἀπὸ 141 εἰς μόνον 130 δικαστάς· ἐλλείπουσι λοιπὸν 11 πρωτοδίκαι, καὶ κατὰ συνέπειαν ὅλα τὰ Πρωτοδικεῖα πάσχουσιν ἐξ ἀνεπαρκείας προσωπικοῦ, τὸ δὲ Πρωτοδικεῖον τῆς Καρδίτσης, ἐν τῇ ἄκρᾳ εὑρισκόμενον καὶ ὀλιγοάσχολον ὄν, ἐννοεῖται ὅτι πάσχει περισσότερον τῶν ἄλλων.
§112ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε τὸ εὐτράπελον ὕφος, ὅπερ μετῆλθε πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Καρδίτσης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἐντελῶς ἀνάρμοστον. Παραπονεῖται μία ὁλόκληρος ἐπαρχία, ὅτι δὲν λειτουργεῖ τὸ δικαστήριον, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει ὅτι δύναται νὰ παίξῃ, λέγων ὅτι δὲν δύναται αὐτὸς νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εὐθύνεται διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων, ἂν δ’ ἐφρόνει ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν πρωτοδικῶν δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, ὤφειλεν ἐγκαίρως νὰ φροντίσῃ, ὅπως καταστήσῃ αὐτὸ ἐπαρκές. Ἐὰν ὑπάρχωσι δικαστήρια, ἅτινα δὲν λειτουργοῦσι δι’ ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστῶν, καλλίτερον νὰ λείψωσι τὰ δικαστήρια ταῦτα. Οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, νὰ προβάλλῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα. Ἐντεῦθεν τὸν παρακαλῶ νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, ἃς ἤθελε συλλέξει.
§113ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Βουλευτὰ, γνωρίζω ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἀρκούντως σπουδαῖον, ὥστε νὰ μὴ ζητῶ νὰ παίξω ἐν οὐ παικτοῖς, παρηρμηνεύσατε δὲ τοὺς λόγους μου καὶ τὰς ἐξηγήσεις μου, ὅταν ἔλεγον ὅτι δὲν δύναμαι νὰ μεταβάλω τὰ πράγματα. Ἐὰν σᾶς ἔλεγον, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Καρδίτσῃ Πρωτοδικῶν ἀπὸ πολλοῦ πάσχει καὶ ἤδη πρὸ μικροῦ ἔλαβε καὶ τὴν τελευταίαν προσβολὴν ἀποπληξίας, θὰ σᾶς ἐξήγουν τὸ διατὶ δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ τὸν ἐπαναφέρω εἰς κατάστασιν νὰ ἐργασθῇ. Ἀκριβῶς, ὅπως πληρώσω τὸ κενὸν ὅσον οἷόν τε τάχιον, προενόησα, ἵνα ὁ πάσχων Πρόεδρος ἀποχωρήσῃ, ὡς καὶ ὁ ἴδιος ἐπιθυμεῖ, τῆς ὑπηρεσίας, ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ ἐν τῇ θέσει του. Μέχρι τοῦδε περὶ τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης ἐλήφθη ἡ δέουσα πρόνοια· δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω, ὅτι οὐδὲ στιγμὴν ἔπαυσα σκεπτόμενος ἀκριβῶς περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης καὶ ζητῶν νὰ ἐξεύρω τὰ μέσα, ἵνα βελτιωθῇ ἡ κατάστασις αὐτοῦ καὶ λειτουργήσῃ δεόντως.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσοι, πλὴν τοῦ Προέδρου, ὑπάρχουν δικασταὶ ἐν Καρδίτση;
§115ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κατὰ τὸ διάταγμα, τὸ κατανέμον τὴν δύναμιν τῶν πρωτοδικῶν, τὸ κατὰ διετίαν ἐκδιδόμενον, ἡ δύναμις τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης ἀποτελεῖται ἐκ τριῶν δικαστῶν καὶ τοῦ Προέδρου, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστηρίων σήμερον, τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης νὰ ἔχῃ τέσσαρας δικαστὰς, ὡς καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Ἄρτης. Ἀπὸ 18 μηνῶν λειτουργεῖ διὰ τριῶν δικαστῶν, δηλ. δύο δικαστῶν καὶ τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ δυστυχῶς συμβαίνει πολὺ συχνὰ ὁ εἷς τῶν δικαστῶν, εἴτε ἐξ ἀσθενείας, εἴτε ἐξ ἄλλου λόγου, ν’ ἀπουσιάζῃ, διὰ τοῦτο δὲν κατορθοῦται νὰ γίνεται συνεδρία Πλημμελειοδικείου, διὰ τοῦτο δὲν κατωρθώθη νὰ συστηθῇ ἐκεῖ Κακουργοδικεῖον. Ἤδη ὑπάρχει ἐκεῖ εἷς μόνον δικαστής.
§116ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι πράγματα ἀληθῶς ἀνεξήγητα, οὐδ’ ἐννοῶ πῶς τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης δύναται νὰ μείνῃ μὲ ἕνα δικαστήν. Τὸ κώλυμα, τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς παθήσεως τοῦ Προέδρου, ἠδύνατο κάλλιστα νὰ ἀρθῇ, ἀποχωροῦντος αὐτοῦ, ὡς παθόντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἀλλὰ μετετέθησαν οἱ ἄλλοι; Εἶναι ἀπόπληκτοι καὶ οὗτοι; Ἀπέθανον; Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀφῆκεν αὐτοὺς ἄνευ χαλινοῦ, καὶ ἄλλος ἐξ αὐτῶν ταξειδεύει μὲ ἄδειαν καὶ ἄλλος ἄνευ ἀδείας, ἄλλος δὲ δὲν μετέβη κἂν εἰς τὴν θέσιν του.
§117ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ βεβαίωσίς σας εἶναι φοβερά· διότι, ὅταν ὁμολογῆτε, ὅτι ὑπάρχει ἐν Πρωτοδικείῳ εἷς μόνον δικαστής, ποῖος θ’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν δικαίων τῶν πολιτῶν; Πῶς θὰ συγκροτηθῇ τὸ πολιτικὸν δικαστήριον; ποῖοι θὰ συγκροτήσουν τὸ ποινικὸν δικαστήριον; εἰς ποῖον δικαστήριον θ’ ἀνακόψῃ τὸ ἔνταλμα φυλακίσεως ὁ συλληφθεὶς τυχὸν πολίτης;
§118ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς οὐδὲν δικαστήριον ὑπάρχει ὁ ἐπαρκὴς ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν, πλὴν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν.
§119ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ στείλητε εἰς τὴν Καρδίτσαν δικαστὰς ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν προσωρινῶς, μέχρις οὗ ἀρθῶσι τὰ προσκόμματα.
§120ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὴν γνώμην μου περὶ τῶν μικρῶν Πρωτοδικείων ἐξέφρασα καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, εἰπὼν ὅτι ταῦτα εἶναι πολλαχῶς ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης. Τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐκτυλίσσεται ἐνώπιόν σας, εἶναι ἓν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀτοπήματος τῆς ὑπάρξεως τοιούτων μικρῶν Πρωτοδικείων. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγῃ, ὅτι ἐπροτάθη ἄλλοτε ἡ κατάργησις ἀδειῶν, προκαλεῖ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσωμεν αὐτὸν, διατὶ ἡ πρότασις ἐκείνη ἀπεσύρθη;
§121ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπετελεῖτε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης τότε.
§122ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἐγνωμοδότησεν ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τῆς καταργήσεως. Ἐγὼ δὲ ἤμην ἔνθερμος τῆς καταργήσεως ὀπαδός. Ὅ,τι ὁμολογεῖτε σήμερον, ὅτι δηλαδὴ ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Καρδίτσης εἶναι τοποθετημένοι δύο δικασταὶ καὶ ὁ Πρόεδρος τρεῖς, μαρτυρεῖ ὅτι οὐσιαστικῶς Πρωτοδικεῖον δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ.
§123ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τοιοῦτον παρέλαβον τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης. Κατὰ τὸ διάταγμα τὸ τελευταῖον, τὸ ἰσχύον νῦν, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη τὴν 13 Αὐγούστου 1893, ὑπουργοῦντος τῆς Δικαιοσύνης τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἡ δύναμις τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης ὡρίσθη εἰς τρεῖς δικαστὰς καὶ μετὰ τοῦ Προέδρου τέσσαρας.
§124ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ διάταγμα ἔπρεπε νὰ ἦναι τρεῖς δικασταὶ καὶ ὁ Πρόεδρος τέσσαρες, καὶ τὸ διάταγμα δὲν ἐξετελέσθη. Πρέπει δὲ νὰ ἐξετασθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν ἄλλων δικαστηρίων τὸ προσωπικὸν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν δὲν ἐπερίσσευον εἰς ἄλλο δικαστήριον δικασταὶ, οἵτινες ἠδύναντο ἀβλαβῶς νὰ σταλῶσιν εἰς Καρδίτσαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν προχείρως. Φρονῶ ὅμως, ὅτι, ἀφοῦ τὸ διάταγμα ὁρίζει δικαστὰς τρεῖς, πλὴν τοῦ Προέδρου, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲ, ἕνεκεν οἱουδήποτε λόγου, ἐτοποθέτησεν ἐκεῖ μόνον δύο καὶ τὸν Πρόεδρον, ἐν γνώσει μάλιστα, ὅτι ὁ Πρόεδρος πάσχει ἀπὸ ἔτους πάθημα καθιστῶν αὐτὸν ἀνίκανον, δι’ οὐδενὸς δικαιολογεῖται λόγου ἡ χορηγηθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἄδεια πρὸς ἀπομάκρυνσιν εἰς ἕνα οἱονδήποτε δικαστὴν ἐκεῖθεν, ἀφοῦ καὶ ἄνευ ἀπομακρύνσεως μόλις ἠδύνατο νὰ συγκροτηθῇ δικαστήριον δι’ ἀστικὰς δίκας.
§125ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Συνεπείᾳ τῆς συζητήσεως ταύτης; καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς, καὶ ἡ Βουλὴ, ὑποθέτω, θὰ ἐπιθυμῇ νὰ λάβῃ τοιαύτας. Πρὸ δύο ἐτῶν ἐψηφίσθη νόμος περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦ νόμου τούτου εἰσήχθη ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, ἀλλ’ ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν ὡρίσθη ὡς θεσμὸς κεχωρισμένος καὶ μὴ ἐπηρεάζων τὴν δύναμιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Πρωτοδικείων, ἀλλὰ ἐνεκεντρίσθη, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸ προσωπικὸν αὐτῶν τῶν Πρωτοδικείων ἐπὶ ἐλαττώσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πρωτοδικῶν, καθ’ ὅσον κατὰ τὸ διάστημα τῆς διετίας ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἤθελον παρουσιασθῆ κενά. Ὅθεν πᾶν κενὸν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῆς διετίας, τὸ ὁποῖον συνεπληρώθη τὴν 7 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ., εἴτε ἐκ θανάτου εἴτε ἐκ προαγωγῆς, μένει ἀσυμπλήρωτον, διότι οἱ πάρεδροι οἱ ἔμμισθοι μόνον μετὰ διετίαν ἀποκτῶσι τὸ προσὸν, ἐὰν ἐγκριθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ἐφετείου, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ἰσοβιότητα καὶ γίνωσι δικασταὶ τακτικοί. Μέχρι τῆς συμπληρώσεως τῆς διετίας τοῦ νόμου τὰ κενὰ, τὰ γενόμενα ἐν τῷ προσωπικῷ τῶν Πρωτοδικείων, ἀνῆλθον εἰς 11, τὰ κενὰ δὲ ταῦτα μένουσιν ἔτι καὶ νῦν ἀσυμπλήρωτα, μένουσι μάλιστα καὶ δύο ἔτι κενὰ, γενόμενα μετὰ τὴν 7 Ὀκτωβρίου, ὥστε τὰ ὑπάρχοντα κενὰ ἀνέρχονται εἰς 13. Διότι ἡ πρώτη σειρὰ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν συνεπλήρωσεν ἔτι τὴν κεκανονισμένην ὑπηρεσίαν, ἵνα ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα, μετὰ ἔγκρισιν τοῦ Ἐφετείου, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Ἕνεκα λοιπὸν τοῦ λόγου τούτου ἐγεννήθησαν ἐν τῷ προσωπικῷ τῶν δικαστηρίων κενὰ, τὰ ὁποῖα, μένοντα ἀσυμπλήρωτα, συνεπάγουσι φυσικῷ τῷ λόγῳ ἀνεπάρκειαν σχετικὴν μὲν ὡς πρός τινα Πρωτοδικεῖα, πλήρη δὲ ὡς πρὸς ἄλλα. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῇ κατανομῇ τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστηρίων πρὸ παντὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει ὑπ’ ὄψει τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τὰς μᾶλλον ἐπειγούσας, ἀναγκάζεται, ὡς πρός τινα Πρωτοδικεῖα, νὰ ἐφιστᾷ περισσότερον τὴν προσοχήν του, εἴτε συνεπείᾳ τῆς πληθύος τῶν ὑποθέσεων τῶν πολιτικῶν, εἴτε συνεπείᾳ τῆς πληθύος τῶν ὑποθέσεων τῶν ποινικῶν, εἴτε συνεπείᾳ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Διὰ τοῦτο ἑκάστοτε παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐνισχύηται ἡ δύναμις Πρωτοδικείου τινὸς, φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐπὶ βλάβῃ ἄλλου. Εἰς τοιαύτας ἀτυχῶς δυσχερείας εὑρέθη ἡ ὑπηρεσία καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, δυσχερείας, αἵτινες πολλάκις εἶναι ἀνυπέρβλητοι. Καὶ ἔχομεν ἐξ ὅλων τῶν Πρωτοδικείων παρὰ πολιτῶν, Εἰσαγγελέων, Προέδρων παράπονα, διότι δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσωσι τὰ δικαστήρια τακτικῶς, ἕνεκα ἀνεπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ. Ἐὰν δὲ εἰς τοῦτο προσθέσητε, ὅτι μεταξὺ τῶν Πρωτοδικείων ὑπάρχουσι κατανεμημένοι δικασταὶ, οἵτινες, εἴτε ἕνεκα τῆς ἡλικίας των εἴτε ἕνεκα τῆς ἰδιοσυγκρασίας των, δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη αὐξάνει. Διὰ τοῦτο ἔλεγον, ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Καρδίτσης, ὅτι δὲν μοὶ ἐδόθη ἡ δύναμις νὰ μεταβάλλω τὰ πράγματα ὡς ἐν τῇ φύσει ὑπάρχουσι. Βεβαίως ὑπάρχει ἐν μέρει θεραπεία, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ πολλοῦ ἐργάζομαι, ἵνα καταρτίσω νομοσχέδιον, θεραπεῦον ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν ἀνεπάρκειαν ταύτην καὶ ἀναπληροῦν τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ προσκόπτω εἰς μίαν δυσχέρειαν, τὴν οἰκονομικήν· διότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ προσθέσωμεν μεγαλείτερον ἀριθμὸν δικαστῶν, θ’ ἀπαιτηθῇ δαπάνη μεγαλειτέρα. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν ὡρίσθη εἰς τοὺς διαφόρους προϋπολογισμοὺς εἰς 141, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1880, ὅτε ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν ὡρίσθη τόσος, αἱ σχέσεις ἐπολλαπλασιάσθησαν, ἡ ἐργασία τῶν δικαστηρίων ηὔξησε καὶ τὸ προσωπικὸν δὲν ἀποδεικνύεται ἐπαρκὲς ἐκ τῆς πείρας.
§126ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐργάζονται.
§127ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὴ τοὺς ἀδικεῖτε, κύριε Βουλευτὰ, τοὺς δικαστάς· ἐργάζονται. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν, τὸ ὁποῖον παρεσκεύασα καὶ τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, μεταβάλλει κατὰ τοῦτο τὰ κείμενα, πρῶτον ὅτι ἐλαττόνει τὸν χρόνον τῆς θητείας τῶν παρέδρων, καὶ δεύτερον, ἐπειδὴ ὁ νόμος περὶ ἐμμίσθων παρέδρων δεσμεύει κατὰ τοῦτο τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν δύναται νὰ διορίσῃ τὸν πάρεδρον, εἰμὴ εἰς δικαστήρια ἔχοντα προσωπικὸν τοὐλάχιστον 7 δικαστῶν, δὲν δύναται δὲ νὰ μεταθέσῃ αὐτὸν κατὰ τὸ διάστημα τῆς διετίας, ζητοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐπιτραπῇ, ὥστε οἱ πάρεδροι νὰ διορίζωνται καὶ εἰς Πρωτοδικεῖα ἐκ πέντε δικαστῶν, καὶ νὰ μετατίθενται ἐν τῇ περιφερείᾳ πάντοτε τοῦ Ἐφετείου. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς ἄλλας λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐν τῇ συζητήσει αὐτοῦ θέλω συμπληρώσει τὰς πληροφορίας, καὶ ἂν ἐν τῇ συζητήσει ἐκδηλωθῇ γνώμη τις, δυναμένη νὰ γένηται δεκτὴ, θ’ ἀποδεχθῶ αὐτήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης ἰδίᾳ, ἀφ’ ἧς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦτο εἶχε δύο δικαστὰς καὶ τὸν Πρόεδρον. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Πρόεδρος ἔπαθεν ἐξ ἀποπληξίας, μὴ ἀφαιρεσάσης μὲν ἐντελῶς τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ μὴ ἐπιτρεπούσης εἰς αὐτὸν νὰ ἐργάζηται, εἰμὴ ὡς ἡμιαπόπληκτος. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης εὑρίσκεται ἐν ἀποκέντρῳ θέσει, φυσικῷ τῷ λόγῳ οἱ δικασταὶ οἱ εὑρισκόμενοι ἐκεῖ ἐκδηλοῦσιν ἑκάστοτε ἐπιθυμίαν ν’ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ ἄλλων μετὰ χρόνον τινὰ ὑπηρεσίας, τοῦτο δὲ καὶ ἐγένετο κατὰ τὰς παρελθούσας διακοπὰς, ἀντεκατεστάθησαν δύο δικασταὶ τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ ἕτερος τῶν δύο, ὁ κ. Βλάχος, δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταβῇ, διότι κατόπιν ἀνεκαλύφθη ὅτι πάσχει ἐκ ῥευματισμῶν, καὶ ἐδέησε νὰ μετατεθῇ ἀλλαχοῦ, ἀντικατασταθεὶς αὐτόθι ὑπὸ ἑτέρου· ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθε καὶ ἡ ἀσθένεια τοῦ κ. Γούζαρη, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης μένει ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ.
§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τῶν 11 κενῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ προσωπικῷ τῶν Πρωτοδικείων, εἶναι καί τινα, τὰ ὁποῖα παρεσκευάσθησαν διὰ προβιβασμῶν.
§129ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω πέντε ἢ ἕξ.
§130ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο λέγω, διότι, ἀφοῦ ὑμεῖς κάλλιον παντὸς ἄλλου ἐγνωρίζετε τὰς ἐλλείψεις, ἔπρεπε ν’ ἀναστείλητε τοὺς προβιβασμούς.
§131ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Βουλευτὰ, θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὸ αὐτό· διότι, ἂν δὲν ἐπροβιβάζοντο Πρόεδροι, θὰ προήδρευον δικασταί.
§132ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ προαγωγὴ εἰς Προέδρους δὲν μεταβάλλει τὴν δύναμιν τῶν πρωτοδικῶν, ἀλλὰ πόσους προεβιβάσατε εἰς ἐφέτας;
§133ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τρεῖς νομίζω. Ἀλλ’ ἡ προαγωγὴ ἐφετῶν καὶ ἡ τοποθέτησις αὐτῶν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου ἔφερε τὸ Ἐφετεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς ἐντελῆ παραλυσίαν, τὸ ἔφερεν εἰς θέσιν νὰ λειτουργήσῃ. Πάντα ταῦτα εἶναι ζητήματα ὑπηρεσίας ἀλληλένδετα. Δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀφήσω τῶν Ἐφετείων τὴν ὑπηρεσίαν νὰ παραλύσῃ. Ἐν Λαρίσῃ ἔμενεν ἐκκρεμὴς πρὸς ἐκδίκασιν δημοτική τις ἐκλογὴ, καὶ ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῇ τὸ δικαστήριον, διότι ἠγέρθησαν παράπονα δίκαια.
§134ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ζητήματα τάξεως καὶ ὄχι ὑπηρεσίας, διότι ἄλλο νὰ καθυστερῇ οἱονδήποτε δικαστήριον λειτουργοῦν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων, καὶ ἄλλο νὰ παραλύῃ ἐντελῶς ἡ λειτουργία αὐτοῦ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον Καρδίτσης ἔχει δικαιοδοσίαν διά τε τὰς ποινικὰς καὶ τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις. Ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦτο παύσει νὰ λειτουργῇ, πᾶσαι αὗται αἱ ὑποθέσεις ἀργοῦσιν, ἔχομεν δικαιοστάσιον, καὶ ἡ περιουσία καὶ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τῶν πολιτῶν ἐκτίθεται εἰς τὸ αὐθαίρετον. Διὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παρέλυσεν ἡ λειτουργία τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης, διότι ἡ ἀσθένεια τοῦ Προέδρου δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ παράλυσιν τοῦ δικαστηρίου, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ δύναμις αὐτοῦ ἔμενεν ὁποίαν ὁρίζει αὐτὴν τὸ διάταγμα τοῦ Αὐγούστου 1893. Ἀλλ’ ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐμμέσως, διατὶ ἐπῆλθεν ἡ κατάστασις αὕτη. Διότι ὑπάρχουσι δικασταὶ, οἵτινες δὲν ἀρέσκονται εἰς τὸ κλίμα τῆς Καρδίτσης· ἀλλ’ ἡ παράλυσις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Πρωτοδικείου τούτου συνεπάγεται ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα διὰ τοὺς διαδίκους καὶ διὰ τοὺς ὑποδίκους. Καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν κατὰ δυστυχίαν του ὑπήγετο εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης καὶ κατηγορεῖτο δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν, θὰ ηὐχαριστεῖτο νὰ μὴ ὑπάρχῃ δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ προσφύγῃ; Παραδόξως δὲ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐπερώτησις αὕτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καρδίτσης, διὰ νὰ γαλβανισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἱκανὸς ἀριθμὸς δικαστῶν, καὶ ὅτι πρὸς θεραπείαν θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὤφειλε νὰ προβῇ ἐγκαίρως εἰς ὑποβολὴν νομοσχεδίου, καὶ πρὸ τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ νὰ ἀπόσχῃ ἀπὸ προβιβασμοὺς σκοποῦντας τὴν θεραπείαν κομματικῶν συμφερόντων.
§135ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπατᾶσθε ἐντελῶς.
§136ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς ὁ ἴδιος ὁμολογεῖτε, ὅτι δὲν εἶσθε πλέον Ὑπουργὸς, ἀλλὰ κομματάρχης. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύουσι καί τινες τῶν τελευταίων προβιβασμῶν, γενομένων ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δικαστικοῦ σώματος.
§137ΚΟΥΚΟΡΙΚΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδένα νόμιμον καὶ ἀποχρῶντα λόγον ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει μου ἔφερεν. Ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τ’ ἀδικαιολόγητα. Ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν ἤθελε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ Σεπτεμβρίου νὰ συγκροτήσῃ τὸ δικαστήριον· διότι, ἐὰν ὑπάρχωσι κενὰ ἐν τοῖς Πρωτοδικείοις τοῦ Κράτους ἕνεκα ἀνεπαρκείας τῶν δικαστῶν, ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μεταθέσῃ ἕνα ἢ δύο δικαστὰς ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν ἢ ἐξ ἄλλων Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους, ἔνθα ὑπάρχουσι πολλοὶ δικασταὶ, ὅπως συγκροτηθῇ τὸ δικαστήριον Καρδίτσης ἀπ’ ἀρχῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους. Εἶναι μεγάλη διαφορὰ, κύριοι Βουλευταὶ, μεταξὺ τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους τῶν ἐλλιπῶς ἐργαζομένων καὶ τῶν μὴ λειτουργούντων ποσῶς. Ὁ Πρόεδρος κ. Γούζαρης ἔπαθεν ἡμιπληγίαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, πρὸ τοῦ νὰ πάθῃ ὅμως εἰργάζετο εἰς τὸ πολιτικὸν τμῆμα μετὰ τοῦ ἑτέρου δικαστοῦ κ. Σκούφου, ἀλλὰ Πλημμελειοδικεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ συγκροτηθῇ, διότι μόνον οἱ ῥηθέντες δύο δικασταὶ ἦσαν, διὰ νὰ συγκροτηθῇ δὲ Πλημμελειοδικεῖον ἀπῃτοῦντο τρεῖς δικασταὶ, οὐδεὶς δὲ τῶν μετατεθέντων δικαστῶν μετέβη εἰς Καρδίτσαν· τὸ νὰ λέγῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οἱ δικασταὶ ἐκδηλοῦσιν ἑκάστοτε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μετατίθενται ἐκ Καρδίτσης, διότι εἶναι μακρὰν ἡ Καρδίτσα, εἶναι ἡ ἐπισφράγισις τῶν λεχθέντων, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἀνίκανος νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ Καρδίτσα εἶναι πλησίον διὰ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν ἀτμοπλοίων, ἀλλὰ καὶ τούτου παραβλεπομένου, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Ὑπουργὸν νὰ λέγῃ τοιαῦτα, διότι καὶ εἰς τὸν δικαστὴν καὶ εἰς πάντα τοῦ Κράτους ὑπάλληλον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν καὶ εἰς τὸν προϊστάμενον Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν μεταβαίνει ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη ὑπηρεσιακὴ, ἀλλ’ ὅπου θέλει αὐτός. Τὸ πολιτειακὸν συνάλλαγμα, κύριοι Βουλευταὶ, ἤρθη, καὶ ἑπομένως δηλῶ, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης θὰ ἀρνηθῶσι τὴν πληρωμὴν φόρων, ἀφοῦ δὲν δίδεται αὐτοῖς δικαιοσύνη, ἐξασφαλίζουσα τὴν τιμὴν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν αὐτῶν.
§138ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων μετὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ δοκιμασίαν χρήζει ἐπισκευῶν ῥιζικῶν, ἂν μὴ ἀντικαταστάσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ συντελέσας τοσοῦτον εἰς τὸ νὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ κατάρτισις τῶν δικαστηρίων. Διότι ὁ νόμος διατάσσει νὰ διορίζωνται οὗτοι εἰς δικαστήρια ἔχοντα ἀριθμὸν ἑπτὰ δικαστῶν, ἀλλ’ ἐννοεῖ, ὅτι τότε ἐκ τῶν δικαστηρίων τούτων δύνανται ν’ ἀποσπασθῶσί τινες τῶν δικαστῶν τῶν πέραν τῶν ἑπτά.
§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τῶν λεπτομερειῶν τῆς σημερινῆς συζητήσεως νομίζω ὅτι γεννᾶται γενικώτερόν τι θέμα, καὶ εἰς τοῦτο θὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἀνεκοίνωσεν ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ Πρωτοδικείων, καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν διαρκῶς καὶ ἀδιακόπως παρουσιάζει αὔξησιν δαπανῶν, ἐνῷ δὲ τοῦτο συμβαίνει, ἠκούσαμεν σήμερον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία παρουσιάζει πλήρη ἀνεπάρκειαν προσωπικοῦ πρὸς ἀκριβῆ καὶ πλήρη ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῆς. Ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη ἦτο γνωστὴ εἰς πάντας, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦλθε σήμερον ἐπισήμως νὰ βεβαιώσῃ αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἐπικρατοῦντος σήμερον ἐν τῷ δικαστικῷ ἡμῶν ὀργανισμῷ νὰ ἐπιτύχωμεν δικαστήρια ἐκτελοῦντα τὸν προορισμὸν αὑτῶν, χωρὶς νὰ αὐξήσωμεν κατὰ πολὺ τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, αἱ ὁποῖαι, ὡς εἶπον, διαρκῶς κατ’ ἔτος αὐξάνουσι.
§140ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ηὔξησαν.
§141ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ηὔξησαν. Διὰ νὰ λειτουργήσῃ δὲ ὁ σήμερον κρατῶν δικαστικὸς ὀργανισμὸς, ἀπαιτεῖται καὶ ἄλλη σπουδαία αὔξησις δαπάνης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν νὰ αὐξήσωμεν καὶ πάλιν τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὰς προσόδους τοῦ Κράτους τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης βεβαίως διαθέτει πολὺ πλειότερον ποσὸν ἀφ’ ὅ,τι διαθέτουσι τὰ Ὑπουργεῖα τῆς Δικαιοσύνης τῶν πλείστων εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συνδυασθῶσιν ἀμφότεραι αἱ ἀνάγκαι. Πρέπει νὰ συνδυασθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ταχείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης μετὰ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ μὴ εἰσαγάγωμεν αὔξησιν δαπανῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν, διότι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ πράξωμεν τοῦτο. Βεβαίως ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης δὲν δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ διὰ τῆς καταργήσεως δικαστηρίων. Δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γενομένη παρατήρησις, ὅτι, ἐπειδὴ Πρωτοδικεῖόν τι ἔχει μικροτέραν περιφέρειαν τῶν ἄλλων, ἢ ἔχει ὀλιγώτερον ἀριθμὸν ὑποθέσεων, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦτο εἶναι ὀλιγώτερον χρήσιμον ἀπὸ ἄλλα Πρωτοδικεῖα, ἅτινα ἀπονέμουσι τὴν δικαιοσύνην εἰς μεγαλείτερον πληθυσμὸν καὶ ἔχουσι περισσοτέρας ὑποθέσεις. Ἐνδέχεται οἱ κάτοικοι οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ μεγαλειτέρου Πρωτοδικείου νὰ μὴ εὑρίσκωνται εἰς τὰς δυσκολίας πρὸ πάντων τῆς συγκοινωνίας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται οἱ κάτοικοι τῆς περιφερείας τῶν μικροτέρων Πρωτοδικείων. Ὁ κάτοικος Πύργου π. χ. ἔχει πολὺ μεγαλειτέραν εὐκολίαν συγκοινωνίας, ὅπως μεταβῇ εἰς Πάτρας καὶ δικασθῇ ἐκεῖ, ἢ ὁ κάτοικος Τζουμέρκων, ὅπως μεταβῇ εἰς Ἄρταν καὶ δικασθῇ, ἢ ὁ κάτοικος Ἀγράφων, ὅπως μεταβῇ εἰς Καρδίτσαν. Νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἱκανοποίησιν τῆς ἀνάγκης τῆς πληρεστέρας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν τῶν οἰκονομιῶν, ὡς ἐπιβάλλει ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις, διὰ τῆς ἐλαττώσεως Πρωτοδικείων. Ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ συντηρήσωμεν τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ τὰ ἄλλα ἡμῶν δικαστήρια ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σημερινοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο ἢ αὐξάνοντες κατὰ πολὺ τὰς δαπάνας. Βλέπομεν δὲ, ὅτι κατ’ ἔτος αὐξάνομεν αὐτὰς, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς εὐχάριστον ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο ἐφελκύω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς ἀνάγκης γενικωτέρας μελέτης καὶ τροποποιήσεως τοῦ δικαστικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ κατὰ τρόπον καθιστῶντα δυνατὴν τὴν πλήρη ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης διὰ δαπάνης ἀνταποκρινομένης εἰς τὴν σημερινὴν τῆς χώρας οἰκονομικὴν θέσιν. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θελήσῃ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως συζητεῖται σήμερον ἐν διαφόροις εὐρωπαϊκοῖς Κράτεσι, θὰ εὕρῃ ὅτι πανταχοῦ ζητοῦσι νὰ συμβιβάσωσι τὰς ἀνάγκας τῆς δικαιοσύνης μὲ τὰς τῶν οἰκονομικῶν των. Τοῦτο δ’ ἐπιζητοῦσι πρὸ πάντων τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς ἁπλῆν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, καὶ δὲν θέλουσι νὰ περιέλθωσιν εἰς οἰκονομικὴν κατάπτωσιν.
§142ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀναγκάζομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνου θέματος καθόσον ἰσχυρίσθη, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 αὐξάνουσιν ἐτησίως. Τοῦτο ῥητῶς ἀρνοῦμαι. Ἔχετε ἴσως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν ἔτει 1888 προσετέθησαν αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλὰ ἡ δαπάνη αὕτη βεβαίως δὲν εἶναι οὔτε αὔξησις οὔτε θυσία ὑπὲρ τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ μετάθεσις ὑπηρεσίας ἀπὸ ἑνὸς Ὑπουργείου εἰς ἄλλο, δηλ. ἡ σχετικὴ πίστωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μετήχθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Τοῦτο λοιπὸν δὲν ἐγένετο πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας. Ὄχι μόνον δὲν ηὐξήθησαν αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἠλαττώθησαν, διότι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 καὶ 1893 κατηργήθησαν θέσεις Εἰσαγγελέων, κατηργήθησαν Εἰρηνοδικεῖα, μέχρι τοῦδε δὲ ἔχομεν ἔτι Πρωτοδικεῖα ἄνευ Εἰσαγγελέων, τοὺς ὁποίους ἀναπληροῦσιν οἱ νεώτεροι δικασταί. Κατηργήθησαν δέκα θέσεις ἀντεισαγγελέων, καὶ ἐκ τούτου ἐπίσης ἐπῆλθον δυσχέρειαι, διότι τοὺς ἀντεισαγγελεῖς τούτους, παρά τισι δικαστηρίοις ὑπάρχοντας, ἀναπληροῦσιν οἱ νεώτεροι δικασταὶ, εἰς πολλὰ δὲ πολυάσχολα Πρωτοδικεῖα οἱ Εἰσαγγελεῖς μένουσι μόνοι, ἄνευ βοηθῶν, διότι οἱ πάρεδροι δὲν δύνανται νὰ ἀναπληρώσωσι τοὺς μονίμους ἀντεισαγγελεῖς, ὑπάρχουσι δὲ Πρωτοδικεῖα τοσοῦτον πολυάσχολα ἐν τῇ ποινικῇ δικαιοσύνῃ, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσωσιν ἄνευ ἀντεισαγγελέων, ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ πολλὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος τῷ ἀναθέτει, ἄνευ βοηθοῦ. Καὶ ἐν τούτοις ὅλαι αἱ δαπάναι αὗται, ἐν τοῖς προηγουμένοις τοῦ 1893 προϋπολογισμοῖς ὑπάρχουσαι, ἀπεκόπησαν. Πῶς ηὔξησαν λοιπὸν αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης; Δὲν ἔχομεν παρὰ μίαν καὶ μόνην αὔξησιν δαπάνης, τὴν τῶν φυλακῶν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡ ἁπλῆ μετάθεσις ὑπηρεσίας ἀπὸ Ὑπουργείου εἰς Ὑπουργεῖον, δὲν ἐγένετο δὲ πρὸς βελτίωσιν τῆς καθαρᾶς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μόνον τῆς ὑπηρεσίας τῶν φυλακῶν, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δύναται καταλληλότερον νὰ διαχειρίζηται τὰ τῶν φυλακῶν.
§143ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν...
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη εἶχε τὴν θέσιν της ἐκεῖ.
§145ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ὑμᾶς πολλὰ φαίνονται, χωρὶς νὰ ἦναι... Πλανᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νομίζων ὅτι δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν μεταφορὰν τῆς δαπάνης τῶν φυλακῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν λέγω, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ηὐξήθησαν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας τῶν δαπανῶν τούτων, ὅπως πεισθῇ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εὑρίσκεται ἐν πληρεστάτῃ πλάνῃ. Θὰ ἀναφέρω μόνον μικρά τινα παραδείγματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σήμερον ἀκόμη προτείνει τὴν προαγωγὴν εἰρηνοδικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπέρχεται αὔξησις δαπάνης· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προτείνει πάλιν τὴν ἐπαναφορὰν τῶν Εἰσαγγελέων, ἐκ διορισμοῦ τῶν ὁποίων εἶχεν ἐπέλθει οἰκονομία· προτείνει δὲ αὔξησιν καὶ ἄλλων δαπανῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν δὲ θελήσῃ νὰ κάμῃ μόνος του τὴν σύγκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπόσχομαι εἰς τὴν Βουλὴν νὰ φέρω ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, θὰ πεισθῇ, ὅτι πλανᾶται, νομίζων ὅτι διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι δαπανᾶται σήμερον ὅ,τι ἐδαπανᾶτο κατὰ τὸ 1882. Λυποῦμαι δὲ τοσούτῳ μᾶλλον διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι, γνωρίζων ὅτι αὐτὸς εἶναι εἰδικὸς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν διευθύνει, ἐπίστευον ὅτι ἤθελε δράξηται πάσης ἀφορμῆς, ὅπως μελετήσῃ καὶ μεταῤῥυθμίσῃ ῥιζικῶς τὸ δικαστικὸν ἡμῶν σύστημα κατὰ τρόπον καθιστῶντα δυνατὴν πλήρη τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης συμφώνως μὲ τὰς οἰκονομικὰς τῆς χώρας δυνάμεις. Διὰ τῶν ἐμβαλωμάτων δὲ, ἅτινα θέλει ἴσως νὰ φέρῃ εἰς τὰς ὑφισταμένας πολλὰς ἐλλείψεις, δὲν θὰ θεραπεύσῃ αὐτάς· θέλει ἴσως δυνηθῆ οὕτω νὰ παρακάμψῃ τὰ παράπονα καὶ τὰς παρατηρήσεις τὰς ἐγειρομένας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, δὲν θέλει ὅμως δυνηθῆ νὰ φέρῃ σπουδαίαν θεραπείαν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας τοσαύτην αἰσθάνεται ἀνάγκην ἡ κοινωνία.
§146ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ βελτίωσις τῆς δικαιοσύνης δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ νομοθετημάτων.
§147ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Θὰ ἀναμείνωμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τότε πάλιν θὰ λάβωμεν τὸν λόγον, ὅτε εὐρυτάτη συζήτησις θὰ λάβῃ χώραν καὶ πολλοὶ καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης θὰ λάβωσι τὸν λόγον· ἀλλ’ ἡμεῖς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀπηλπίσθημεν, ὅπως ἄλλοι, διότι, ἂν καὶ ἐπὶ ἕνα ἤδη μῆνα συνεδριάζει ἡ Βουλὴ καὶ τὰ νομοσχέδια δὲν ὑπεβλήθησαν, ἐν τούτοις θὰ ὑποβάλῃ ταῦτα πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου. Ὑπενθυμίζω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπέδειξα εἰς αὐτὸν ὅτι τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν χωλαίνει κατὰ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τῆς πληθύος τῶν ὑποθέσεων, διότι ἔχει τρεῖς δικασίμους ἡμέρας μόνον, καὶ ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῶσιν αἱ δικάσιμοι ἡμέραι, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πληθὺν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων· διότι εἶναι οἰκτρὸν τὸ θέαμα, κύριε Πρόεδρε, νὰ βλέπῃ τις τοὺς χωρικοὺς ἐρχομένους ἀπὸ τὴν Λεβαδείαν, ἀπὸ τὰς Θήβας, ἀπὸ τὴν Αἴγιναν καὶ παραμένοντας ἔξωθεν τοῦ Πλημμελειοδικείου καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν μέχρι νυκτὸς, μὲ τὸν χειμῶνα αὐτὸν τὸν βαρύτατον, καὶ ἐν τούτοις αἱ ὑποθέσεις αὐτῶν νὰ ἀναβάλλωνται, ἐλλείψει χρόνου, ὄχι διότι οἱ κύριοι δικασταὶ δὲν ἐργάζονται δραστηρίως, ἀλλὰ διότι τὸ προσωπικὸν τοῦ δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν πληθὺν τῶν ὑποθέσεων. Τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν ἔχει ἀρίστους δικαστὰς, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἐργάζονται καὶ εἰς τὸ πολιτικὸν μέρος καὶ εἰς τὸ ποινικόν· ἐπειδὴ ὅμως ἡ πληθὺς τῶν ὑποθέσεων εἶναι τοιαύτη καὶ ὡς πρὸς τὸ πολιτικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ ποινικὸν μέρος, δὲν ἐπαρκοῦσι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως εἰς τὸ τμῆμα τὸ ποινικὸν αὐξηθῶσιν αἱ δικάσιμοι ἡμέραι, ἄλλως προτείνω νὰ γείνῃ τακτικὸν Πλημμελειοδικεῖον, ἤτοι ποινικὸν τμῆμα, ὅπερ νὰ συνεδριάζῃ καθ’ ἡμέραν, χάριν τῆς δικαιοσύνης, ὁ δὲ ἀρχαιότερος τῶν δικαστῶν νὰ προεδρεύῃ τοῦ ποινικοῦ τμήματος. Ἐὰν ὅμως δυσκολεύηται νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, διότι θὰ αὐξηθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τότε πρέπει τὴν ἀνάγκην ταύτην νὰ τὴν θεραπεύσῃ δι’ ἄλλης ὁδοῦ, πρέπει νὰ συστηθῇ Πρωτοδικεῖον ἐν Πειραιεῖ, διότι πλῆθος ὑποθέσεων ἐκ Πειραιῶς ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν. Ὁ Πειραιεὺς συνεισφέρει μεγάλα φορολογικὰ ποσὰ εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἡ ἐμπορικωτάτη πόλις τοῦ Πειραιῶς δικαιοῦται νὰ ἔχῃ Ἐμποροδικεῖον, διότι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ὑποθέσεων τοῦ Πρωτοδικείου προέρχεται ἐκ Πειραιῶς. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς φιλοπροόδους ἐκείνους πολίτας, τοὺς ἐμπόρους τοῦ Πειραιῶς, Πρωτοδικεῖον, ὅπως κανονίζῃ τὰς ἐμπορικὰς αὐτῶν ὑποθέσεις, χάριν αὐτοῦ τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος, καὶ οὕτω δυνηθῇ νὰ ἀπαλλαγῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν ἀπὸ μέγαν ἀριθμὸν ὑποθέσεων. Εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Πειραιῶς δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι καὶ αἱ ὑποθέσεις τῆς Μεγαρίδος καὶ τῆς Αἰγίνης, ἀφοῦ αἱ ἐπαρχίαι αὗται κεῖνται πλησιέστερον εἰς τὸν Πειραιᾶ. Γνωρίζω δὲ, ὅτι ὁ δῆμος Πειραιῶς φιλοτίμως, χάριν τοῦ Πρωτοδικείου Πειραιῶς, διὰ τὴν σύστασιν αὐτοῦ, προσφέρεται νὰ συνεισφέρῃ ποσὸν ἀρκετὰ σπουδαῖον, διότι ἔχει ἀνάγκην μεγίστην Ἐμποροδικείου. Εἶναι σπουδαῖον τὸ ζήτημα, καὶ ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ τῆς ὑψηλῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται, νὰ σκεφθῇ περὶ αὐτοῦ, διότι ἡ πληθὺς τῶν ὑποθέσεων τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καὶ εἰς τὸ πολιτικὸν καὶ εἰς τὸ ποινικὸν τμῆμα φέρει δυσκολίας εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ πάντες δύνανται νὰ ὁμολογήσωσι, καὶ ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ, ὅτι πολλάκις τὰ πινάκια ἔμειναν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας πεπληρωμένα, χωρὶς νὰ ἦναι ἐνήμερα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην του, ἂν ἀποδέχηται τὴν πρότασιν ἢ ὄχι· ἄλλως νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἀποδέχεται τὴν σύστασιν Πρωτοδικείου ἐν Πειραιεῖ.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἔπρεπε ν’ ἀφήσητε νὰ τὰ εἴπητε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§149ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω τὴν κατάστασιν, ἣν ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, καὶ ἐν ᾗ καταφαίνονται πάντες οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἀξιωματικοὶ παντὸς βαθμοῦ καὶ ὅπλου.
§150ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 54).
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλαβον πρὸ μικροῦ τηλεγράφημα τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βελῆ τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἀναγγέλλουσιν, ὅτι, ἐπειδὴ κατὰ τὴν ὄχθην τῆς περιμετρικῆς διώρυγος τῆς Κωπαΐδος, τὴν γειτονικὴν πρὸς τὸ χωρίον των, δὲν κατεσκευάσθη ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος πρόχωμά τι, αἱ τελευταῖαι πλημμύραι ἐπήνεγκον κατακλυσμόν, καὶ κινδυνεύουσιν οἱ κάτοικοι νὰ πνιγῶσιν ἐκ τῶν πλημμυρῶν τούτων. Ἐπειδὴ δὲ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο βλέπω ὅτι ἀπεστάλη καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει ταχέως μέτρα, διατάσσουσα ἵνα ἐκτελεσθῇ ὅσον τάχιστα ὅ,τι πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ, πρὸς πρόληψιν πάσης νέας συμφορᾶς.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον τοιοῦτον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον θὰ διαβιβάσω εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§154ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Σχετικῶς, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὸ ζήτημα τὸ δικαστικὸν, καὶ ἐγὼ ἔχω γνώμην. Μοὶ ἐπεβάλλετο κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς νὰ θαυμάσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰπόντα ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ διὰ δικαστικήν τινα ὑπόθεσιν, ὅτι ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του δὲν ἔχει κἀμμίαν ἄλλην ἐξουσίαν, παρὰ μόνον τὴν σύστασιν. Καὶ βεβαίως οὕτως ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας, ὡς Ὑπουργὸς συνταγματικὸς, διότι διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του ἀνεγνώριζεν, ὅτι κατὰ τὸ πολίτευμά μας τρεῖς εἶναι αἱ ἐξουσίαι αἱ πολιτικαὶ, ἡ νομοθετικὴ, ἡ ἐκτελεστικὴ καὶ ἡ δικαστικὴ, καὶ ἑπομένως καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἐντελῶς ἀκεραία καὶ ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὰς δύο ἑτέρας ἐξουσίας. Ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀπαντήσει του ὤφειλον νὰ τὸν συγχαρῶ τυπικῶς, ἂν καὶ οὐσιαστικῶς ἐγνώριζον δυστυχῶς ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἀλλοία εἶναι ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ ἐργασία καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ νῦν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων, τῶν ὑπηρετησάντων ὑπὸ τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον δυστυχῶς, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἑτέρου ἀξιοτίμου συναδέλφου μας, ἀφορώσῃ εἰς σχετικὸν δικαστικὸν ζήτημα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνῄρεσε πᾶσαν ἀρχὴν περὶ τῆς δικαστικῆς αὐθυπαρξίας. Πρόκειται περὶ τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἀπαιτουμένων δικαστικῶν προσώπων, δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ, καὶ ἐν τῇ ἀφελείᾳ του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος βεβαίως ὤφειλε καὶ ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι μία ἐκ τῶν τριῶν κατὰ τὸ πολίτευμά μας ἐξουσιῶν, εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πρόσωπα. Δὲν νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ δικαιολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι λίαν ἀστεία; Διότι βεβαίως ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι μία ἐκ τῶν τριῶν ἐξουσιῶν, ἀλλ’ ἵνα λειτουργήσῃ, δέον νὰ λάβῃ τὰ νεῦρά της, τὴν γένεσίν της ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως, ἵνα λειτουργήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, περιμένει τὴν γένεσίν της ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος τοῦ συνταγματικοῦ, καὶ ὅταν ἔρχηται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ λέγῃ, ὅτι «ἐγὼ ἀδρανῶ, κοιμῶμαι, δὲν γνωρίζω τί κάμνω», τότε αἱ δύο ἕτεραι ἐξουσίαι πῶς θὰ λειτουργῶσιν; Ἔχει πολὺ δίκαιον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας, ὅστις ἐπετίμησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, λέγων: «Ἔ! κύριε Ὑπουργὲ, τὸ δικαστήριον τῆς Καρδίτσης δὲν λειτουργεῖ, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης κοιμᾶται!» Ὑποθέσατε ὅτι δὲν ὑπάρχει κἀνὲν πρόσωπον δικαστικόν, οὐδὲ πρόεδρος, οὐδὲ δικαστής, οὐδὲ Εἰσαγγελεὺς, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς κοιμᾶται, διότι θέλει νὰ κοιμᾶται· ποῦ εἶναι τότε ἡ δικαστικὴ ἐξουσία; Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι περισσότερον ἢ ἀστεῖον τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἶχε πολὺ δίκαιον ὁ συνάδελφός μου νὰ εἴπῃ, ὅτι πταίεις σὺ, κύριε Ὑπουργέ. Ἐπὶ τέλους ὑπάρχει δικαστήριον ἐκεῖ· σὺ, ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐκ τοῦ Συντάγματος εἶχες τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τοποθετήσῃς τὰ κατάλληλα πρόσωπα, μὴ ὑπαρχόντων δὲ τοιούτων, ὤφειλες νὰ διορίσῃς, διότι τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Πρωτοδικεῖα. Ὑποθέσατε ὅτι ἐνσκήπτει ἐπιδημία καὶ ἀποθνήσκουσιν ὅλοι οἱ δικασταὶ τοῦ Κράτους, ἢ ὅτι παραιτοῦνται οὗτοι, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κοιμᾶται, καί, ὡς ἠκούσαμεν αὐτὸν σήμερον λέγοντα «δὲν πταίω ἐγώ, διότι ὁ εἷς εἶναι ποδαλγὸς, ὁ ἄλλος πάσχει ἐξ ἡμιπληγίας καὶ δὲν δύναται νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του», ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν πταίει αὐτός. Τί θὰ γείνῃ; Ὑποθέτω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τὸ ἀστειότερον ἔτρεψε τὴν συζήτησιν, λέγων ὅτι αὐτὸς μεταθέτει καὶ ὁ μετατιθέμενος δὲν θέλει νὰ ὑπάγῃ. Ἔχεις καθῆκον, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ συντελέσῃς εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ πολιτεύματος. Τοιαῦτα ἀστεῖα ἀπὸ Ὑπουργὸν δὲν πρέπει νὰ λέγωνται, διότι γνωρίζομεν πόσοι εἶναι οἱ ἐπιδιώκοντες δικαστικὰς θέσεις.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1894 ἐκ δρ. 1,098,481.56).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 2,129,200.
§157ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον, δὲν ἐπιτρέπεται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐπὶ δαπανῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἰμὴ ὁσάκις ὁ λογιστικὸς νόμος δίδῃ ῥητὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο καὶ ἄνευ τοιαύτης ἀδείας νὰ λαμβάνῃ τοιαύτας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ἐπὶ ὅλων τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ, προϋπολογισμὸς δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ πλέον. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην τὸ ζήτημα ἔχει σπουδαιότητα· διότι, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν εὐρεῖαν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἀποβαίνει περιττὸν νὰ ψηφίζωμεν προϋπολογισμόν. Λαμβάνεται διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ Σεπτεμβρίου 1894 πίστωσις δι’ ἔξοδα διατροφῆς ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, τοιαύτη δὲ ἄδεια ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ τοῦ 1893 δὲν ὑπάρχει. Διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πίστωσιν ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔλαβε μίαν ἑτέραν ἄδειαν, ὑπάρχουσαν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, τὴν ἄδειαν ἥτις δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δι’ ἐπιστροφῆς χρημάτων λαμβάνῃ ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν, ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη ἐντὸς δὲ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων περιέλαβε καὶ τὴν δαπάνην πρὸς διατροφὴν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Ἐπιστροφὴ χρημάτων εἶναι, ὅταν ὀφείληταί τι παρὰ τοῦ Δημοσίου, ὡς κακῶς εἰσπραχθὲν, καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιστρέψῃ τοῦτο εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἀδίκως κατέβαλεν αὐτό. Ἐνταῦθα ὅμως δὲν πρόκειται περὶ ἐπιστροφῆς χρημάτων. Ἀπ’ ἐναντίας πρόκειται περὶ δαπάνης ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου. Δὲν θὰ ἐπιστρέψῃ τὸ Δημόσιον πρὸς τὸν εἰσενεγκόντα εἰς αὐτὸ χρήματα ἄνευ λόγου, ἀλλὰ θὰ δαπανήσῃ, ὅπως δυνηθῇ νὰ τὰ εἰσπράξῃ κατόπιν παρ’ ἐκείνων, χάριν τῶν ὁποίων γίνεται ἡ δαπάνη. Εἶναι τὸ ἀντίθετον τῆς ἐπιστροφῆς χρημάτων. Ἄν τοιαύτην ἑρμηνείαν παραδεχθῶμεν, τότε οὐδὲν κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ δύναται νὰ ἀνθέξῃ εἰς τοιαύτην εὐρύτητα αὐτῆς. Πλεῖσται δαπάναι δύνανται νὰ ἀναφερθῶσιν εἰς μίαν τῶν διδομένων ἀδειῶν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ περιγραφῇ θεμελιώδης διάταξις τοῦ λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου. Τὸ γεγονὸς δὲ, ὅτι συμπεριελήφθη εἰς τὸν νόμον τοῦ 1894 εἰδικὴ διάταξις, ἐπιτρέπουσα ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν διὰ διατροφὴν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, δεικνύει ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐπιστροφῆς χρημάτων, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας περὶ δαπάνης τοῦ Δημοσίου, τῆς ὁποίας δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιστροφήν. Προσετέθη δὲ ἡ εἰδικὴ αὕτη διάταξις ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ τοῦ 1894 κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι παρετηρήθη τότε, ὅτι τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν πρὸς συντήρησιν τῶν ἐν φυλακῇ εὑρισκομένων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου εἶναι ἀνεπαρκές. Ἐπὶ τῇ παρατηρήσει δὲ ταύτῃ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐπροτίμησε νὰ θέσῃ ἐν τῷ νόμῳ ἄδειαν, ὅπως λαμβάνῃ ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Τοῦτο δεικνύει ἀρκούντως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐπιστροφῆς χρημάτων, ἀλλὰ περὶ δαπάνης τοῦ Δημοσίου, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπει ὁ λογιστικὸς νόμος τοῦ 1893 ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, διότι δὲν δίδει τοιαύτην ἄδειαν, ὡς πράττει τοῦτο ὁ οἰκονομικὸς νόμος τοῦ 1894. Ὥστε πρέπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς εἴπῃ τοὺς ἄλλους λόγους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔπεισαν, ὅτι εἶναι τακτικὴ ἡ ἀναπληρωματικὴ αὕτη πίστωσις.
§158Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι εἶναι περιττοὶ ἄλλοι λόγοι, ἀφοῦ ἔχομεν τὰ κείμενα· ἔχομεν ἐνταῦθα τὸν νόμον περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, λέγοντα ὅτι ἐπιτρέπονται δαπάναι δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐν ἄλλοις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων. Τοῦτο οὕτως ἀναγράφεται. Τί δὲ εἶναι ἐπιστροφὴ χρημάτων; Ὅ,τι ὁ προϋπολογισμὸς ἐν τοῖς πίναξι χαρακτηρίζει ὡς ἐπιστροφὰς χρημάτων, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἐν τῷ κεφαλαίῳ Ζʹ ἄρθρῳ 3 τῶν πινάκων, ὑπὸ τὸν τίτλον «ἐπιστροφαὶ χρημάτων», τὰ ἑξῆς: «ἔξοδα διατροφῆς ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου». Ἐγὼ λαμβάνω τοὺς πίνακας τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνὰ χεῖρας, καὶ βεβαίως ὁ νόμος περὶ τῶν ἐξόδων παραπέμπει εἰς τοὺς πίνακας τοῦ προϋπολογισμοῦ, εὑρίσκω δ’ ἐν αὐτοῖς καθοριζομένην τὴν ἔννοιαν τῶν ἐν τῷ νόμῳ τῶν ἐξόδων. Ἔχων οὕτω κείμενον ῥητὸν περὶ τοῦ κανονικοῦ τῆς πιστώσεως, ἀπαλλάττομαι ἀπὸ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἀνακοινῶ ἑρμηνείας ἐξ ἀπωτέρων ἐπιχειρημάτων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§159ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸ ποσὸν συναλλάγματος καὶ χρυσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπρομηθεύθη ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1893, καὶ τὰς τιμὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἐπρομηθεύθη αὐτό. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ προσθήκης προσωπικοῦ εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, καὶ βʹ) Περὶ ἐγκρίσεως μισθώσεως οἰκίας τοῦ Πανεπιστημίου διὰ κατάστημα τῆς Διευθύνσεως τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 189 καὶ 191 τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ΨΚΒʹ νόμου τῆς 19 Μαΐου 1860, τροποποιηθέντος διὰ τοῦ νόμου ΑΥΞΕʹ τῆς 28 Μαΐου 1887). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§161ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, ἐρωτῶ, ὁ χρόνος ὁ διαῤῥέων ἀπὸ τῆς καταδίκης μέχρι τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐνδίκων μέσων δὲν καταλογίζεται εἰς τὴν ποινήν; Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει τὸ ἄρθρον; Ἐννοεῖ δηλαδὴ, ὅτι, ἂν ἦναι ἐν προφυλακίσει καὶ δὲν κάμῃ χρῆσιν ἐνδίκων μέσων, τουτέστιν ἂν συντρέχωσι καὶ τὰ δύο, τότε δὲν ἀρχίζει ἡ ποινὴ ἀπὸ τῆς ἀπαγγελίας; Εἶναι ἄξιον προσοχῆς τοῦτο, διότι, ἀφοῦ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως συμψηφίζεται διὰ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ μετὰ τὴν ἀπόφασιν χρόνος ν’ ἀπόλλυται, διότι ὁ καταδικασθεὶς ἠθέλησε ν’ ἀσκήσῃ τὰ νόμιμα ἔνδικα μέσα; Δὲν ἰσοδυναμεῖ τοῦτο μὲ ἀπαγόρευσιν τοῦ νὰ κάμῃ αὐτῶν χρῆσιν;
§162ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καλῶς ἔχει τὸ ἄρθρον.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχει τροπολογία, ἀλλ’ ὁ ὑποβαλὼν αὐτὴν ᾤχετο ἀπιών. (Ἀποῤῥίπτεται ἡ τροπολογία, καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§165ΜΑΝΕΣΗΣ. Καὶ ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 2 ἐπιθυμῶ νὰ σαφηνισθῇ καλῶς τοῦτο. Ἀφοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 συμψηφίζεται ἡ προφυλάκισις εἰς τὴν ποινὴν, παύει πλέον ἡ προφυλάκισις ἔχουσα τὸ ὄνομα αὐτό· εἶναι ποινή. Ἐπιθυμῶ νὰ σαφηνισθῇ καλῶς, ὅτι ὁ χρόνος τῆς διαρκείας τῆς προφυλακίσεως, ὅταν ὑπερβαίνῃ τὴν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν, εἶναι χρόνος ὑπηρεσίας· ἄλλως θὰ ἔχωμεν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα προέκυπτον ἐκ τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 191, ἡ ὁποία κατηργήθη, ἐπειδὴ δὲ κατηργήθη αὕτη, καθ’ ἣν ἡ προφυλάκισις δὲν θεωρεῖται χρόνος ὑπηρεσίας, εἰμὴ μόνον ἐν περιπτώσει ἀπολύσεως ἢ ἀθωώσεως, διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ διευκρινισθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι, ὅταν ἡ προφυλάκισις ὑπερβαίνῃ τὴν ποινὴν, θεωρεῖται χρόνος ὑπηρεσίας τὸ ὑπερβάλλον τὴν ποινὴν χρονικὸν διάστημα· ἄλλως θὰ προκύψωσιν, ὡς εἶπον, τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα προέκυπτον ἄλλοτε. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἠναγκάσθη ἐκ τῶν νομικῶν λόγων τῶν διαπρεπῶν νομομαθῶν τῶν ἀγορευσάντων καὶ ἀπέσυρε τὸ ἄρθρον, τὸ ἔχον ἀναδρομικὴν δύναμιν, εἶχε λόγον γενομένου ἀδικήματος διὰ νὰ τὸ προσαγάγῃ, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκ παρερμηνείας παραπεισθεὶς, προεκάλεσε διάταγμα, ὅπερ ἐπήνεγκε τὴν ἀπώλειαν τῆς ἀρχαιότητος τῶν καταδικασθέντων ἀξιωματικῶν· διότι, ἀφοῦ ἅπαξ παρ’ ἡμῖν ἐγένετο παραδεκτὸν ὅ,τι καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις πεπολιτισμένοις Κράτεσιν, ὅτι ἡ προφυλάκισις συμψηφίζεται εἰς τὴν ποινὴν, καὶ ἑπομένως θεωρεῖται ποινὴ, βεβαίως κακῶς ἐχαρακτηρίσθη, ὅτι οἱ καταδικασθέντες εἰς ποινὴν μὴ ἐπιφέρουσαν τὴν ἀπώλειαν τῆς ἀρχαιότητος πρέπει ν’ ἀπολέσωσι τὴν ἀρχαιότητα, διότι ἡ προφυλάκισις ἐθεωρεῖτο ὡς μὴ χρόνος ὑπηρεσίας. Εἶναι παρερμηνεία καὶ νομίζω, ὅτι ἐκ παρερμηνείας προεκάλεσε διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκε τὴν ἀπώλειαν τῆς ἀρχαιότητος, καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ, ὅπως τὸ γενόμενον ἀδίκημα ἐπανορθωθῇ· διότι δὲν εἶναι πλέον νομικὴ παράβασις, εἶναι παρερμηνεία.
§166ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, πρὸς ἄρσιν πάσης παρερμηνείας παραδέχομαι νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 1...
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐψηφίσθη καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2.
§168ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐδῶ δὲν πρόκειται...
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς τάξεως.
§170ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὑποθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐψηφίσθη. Ἔχω ἀνάγκην ὅμως διευκρινήσεως· τουτέστι θεωρεῖται ἡ προφυλάκισις, ἡ ὑπερβάλλουσα τὴν ποινὴν, ὡς χρόνος ὑπηρεσίας;
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς ἔχετε ἀνάγκην διασαφηνίσεως· ὁ κ. Ὑπουργὸς προτείνει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον διεγράφη.
§172ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 189 τοῦ τροποποιουμένου νόμου.
§173ΜΑΝΕΣΗΣ. Πρόκειται, ὅτι, ὅπως ἐν τοῖς πολιτικοῖς δικαστηρίοις, οὕτω καὶ ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς, ἡ προφυλάκισις συμψηφίζεται, καὶ χρειάζεται μία διασάφησις. Ἐδῶ θὰ ἐπέλθουν ἄπειρα ἄτοπα, καὶ ἰδοὺ, ὅτι ἐπῆλθον μέχρι τοῦδε. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τὸ ὁμολογῇ καὶ ἐπιβεβαιοῖ, δὲν ἐπέρχεται τίποτε. Ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἑρμηνείαν ἐν τοῖς πρακτικοῖς; ἄλλως θὰ γεννῶνται ἀμφιβολίαι. Προσμέτρησις γίνεται καὶ ἐν τοῖς Στρατοδικείοις, ὡς ἐν τοῖς τακτικοῖς δικαστηρίοις, τῆς προφυλακίσεως, ἀλλὰ ἐκεῖ ἡ ἐπὶ πλέον τῆς ποινῆς προφυλάκισις μόνον τὴν στέρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου ἔχει συνέπειαν· ἐδῶ δὲ θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλας συνεπείας, ἐκτὸς ταύτης, ἐὰν δὲν προσθέσητε, ὅτι τὸ ὑπερβάλλον θεωρεῖται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, συνεπείας ἐπὶ τῆς ἀρχαιότητος.
§174ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§175ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἑπομένως λέγω, ὅτι σήμερον τὸ ὑπερβάλλον τὴν ποινὴν χρονικὸν διάστημα τῆς προφυλακίσεως, ἔχον τὴν ἰδιότητα ποινῆς, δὲν συνεπάγεται τὴν ἀπώλειαν τῆς ἀρχαιότητος.
§176ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Προτείνω, ὅπως τὸ πρῶτον ἄρθρον...
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τροποποιηθῇ τὸν 1ον ἄρθρον, κύριε Ὑπουργὲ, διότι ἐψηφίσθη.
§178ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀποῤῥίψωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὕρετε τὸν τρόπον τῆς διορθώσεως· δὲν δύνασθε ὅμως νὰ μεταβάλητε ἄρθρον ψηφισθὲν ἅπαξ. Δὲν σπουδαιολογοῦμεν, ὅταν ψηφίζωμεν, καὶ ἔπειτα ἀνακαλῶμεν.
§180ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τροπολογίαν, δὲν πρέπει νὰ παραλειφθῇ αὕτη.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1, ἐπαναλαμβάνω, ἐψηφίσθη.
§182ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε ὅτι ὑπάρχει μία τροπολογία...
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ἡ ὁποία ἀπεῤῥίφθη.
§184ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. τῆς ὁποίας ὁ εἰσηγητὴς «ᾤχετο ἀπιὼν», κατὰ τὴν φράσιν σας. Ἐν τῷ μεταξὺ εἴπατε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν υἱοθέτησε τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπελήφθη ἀμέσως τῆς διαῤῥυθμίσεως τῆς τροπολογίας καὶ τῆς προσαρμογῆς εἰς τὸ νομοσχέδιον. Κατ’ ἐκείνην δὲ τὴν στιγμήν, οὐδενὸς προσέξαντος, ἐψηφίσθη τυπικῶς τὸ ἄρθρον, ἐνῷ προφανῶς, κατ’ ἐμὴν τοὐλάχιστον γνώμην, εἶχεν ἄλλην γνώμην ἡ Βουλή. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ σύσσωμος καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου καὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες συμφωνοῦσι, δὲν παραβαίνετε τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, οὔτε τὸν Κανονισμόν, ἂν παραδεχθῆτε ὅτι ἔγεινε κατὰ στιγμὴν παρόραμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διορθωθῇ.
§185ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχετε πληρέστατα δίκαιον· δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν· ἐγὼ δὲ ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου.
§186ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ προτείνω νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§187ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ πλέον.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε ν’ ἀναβληθῇ;
§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ.