1894.11.22
955 στίχοι · 7.310 λέξεις · 57 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
τῆς 22 Νοεμβρίου 1894.
(Τρίτη).
Ὥρα 5 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Γ. Κανδ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι Αἰτωλικοῦ διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ νομοσχέδιον περὶ παρακρατήσεως τῆς σταφίδος. Πολλοὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ Ὀθωμανῶν δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς των ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ μίαν εἰσέτι ἑπταετίαν. Ὁ Ἰωάννης Λυμπέρης δι’ ἀναφορᾶς του ἀναφέρεται ἐναντίον τοῦ δημοδιδασκάλου τοῦ χωρίου Κίττα τοῦ δήμου Μέσσης. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§2Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχῃ γνῶσιν μιᾶς ἐκνόμου πράξεως τοῦ ὑποταμίου Πατρῶν, ἐκδόντος ἔνταλμα προσωποκρατήσεως κατὰ τοῦ ἐν Πάτραις ὑπηκόου Ἄγγλου καὶ Προξένου τῶν Κάτω Χωρῶν κ. Βούδλεϋ διὰ φόρον δῆθεν ἁμάξης. Ὁ κ. ὑποταμίας, μολονότι ἐγένοντο εἰς αὐτὸν παραστάσεις, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου νὰ ἐκτελέσῃ ἔγγραφον κατὰ ὑπηκόου ξένου, ἐν τούτοις ἐπεχείρησε καὶ ἐπιμένει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ, ὅπως παραγγείλῃ εἰς τὸν ὑποταμίαν νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τοῦ νόμου εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του. Ὑποβάλλω δὲ καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου.
§3ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ χθεσινοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη διὰ τὰ ἐν Δύμῃ συμβάντα, ἂν ἔλαβε πληροφορίας καὶ ὁποίας.
§4ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτής, ἐζήτησα πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον αὐτὰς ἀκόμη.
§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀκόμη!
§6ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι.
§7ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ περισσοτέραν προσοχὴν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλοῦν. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐπίκειται ῥῆξις μεταξὺ τῶν κατοίκων καὶ τῆς ἀστυνομίας, καὶ ῥῆξις ἔνοπλος. Εἶναι δὲ τόσον ἀδικαιολόγητος ἡ διαγωγὴ τοῦ ἀστυνόμου, ὥστε καὶ ὁ γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας, ὁ ὁποῖος ἐκεῖ παρευρέθη καὶ τῷ ἔκαμε τὰς δεούσας παρατηρήσεις, ἠναγκάσθη νὰ ὑποχωρήσῃ ἀπέναντι τῆς ἐπιμονῆς τοῦ κ. ἀστυνόμου. Δυστυχῶς διὰ τὸν ἀστυνόμον αὐτὸν ὑπάρχουσι καὶ προηγούμενα, οὐχὶ μόνον προηγούμενα ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἀλλὰ καὶ προηγούμενα ἐπικυρωθέντα διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἐνθυμεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς, — διότι πρέπει νὰ τὸ γνωρίζῃ,— ὅτι πρό τινος ἐπετέθη κατὰ ἑνὸς πολίτου, δικηγόρου, καὶ τὸν ἐκακοποίησεν ἄνευ λόγου· δι’ ὃ κατεδιώχθη δικαστικῶς, τὸ δὲ δικαστήριον ἐπιεικῶς τὸν ἐτιμώρησεν. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς, δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους, ἀπὸ τῆς εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον ἀφίξεώς του τηρεῖ μίαν διαγωγήν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἀποστολήν του, καὶ χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἂν ὑπῆρξε λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐφάνην ἐπιεικὴς καὶ συνηγορῶν ἴσως κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι καὶ αὐτὸς, τὸ παράδειγμα τοῦτο τοῦ ἀστυνόμου. Τῷ γίνεται παρατήρησις· ὁ νομάρχης ἐπανειλημμένως τῷ ἔκαμε διαφόρους παρατηρήσεις περὶ τῆς διαγωγῆς του, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶναι κανονική· οἱ πολῖται ἠναγκάσθησαν δὶς καὶ τρὶς νὰ ἐξεγερθῶσι κατὰ τῆς ἀστυνομίας, παράπονα ἐπανειλημμένα ἔρχονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς, καὶ κἀμμία θεραπεία δὲν ἐπέρχεται· διατί; διότι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ αἴτησις εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, νὰ συνέλθῃ τὸ Συμβούλιον, τὸ Συμβούλιον νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις, κλπ. Ἀλλ’ ἕως ὅτου γείνωσιν ὅλα αὐτὰ, βλέπετε ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα. Ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἀπὸ χθὲς ἡ κωμόπολις ἐκείνη εὑρίσκεται ὑπὸ τὰ ὅπλα, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. νομάρχης δὲν ἀπήντησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὰς πληροφορίας ἀπὸ χθές. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ πλειοτέραν σημασίαν καὶ σπουδαιότητα εἰς τὴν ὑπόθεσιν, νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἐρώτησίν του καὶ νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς, ὅσας τῷ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ, (διότι ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει κἀμμίαν δικαιοδοσίαν νὰ ἐμποδίσῃ τὰ γενόμενα) ὅπως προληφθῶσι μεγαλείτερα κακά.
§8ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τοῦ λόγου περὶ ἀστυνόμων προκειμένου, θὰ παρακαλέσω κἀγὼ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν νὰ δηλώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, τί ἐνήργησαν ἐπὶ παρομοίας ὑποθέσεως κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Θήρας. Ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς τὸ κατ’ ἀρχὰς ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἤπιος ἄνθρωπος, ἀλλὰ κατόπιν κατελήφθη ὑπὸ τῆς μανίας τοῦ φυλακίζειν, κατηγγέλθη δὲ νομίμως, καὶ ἐνῷ κατηγγέλθη πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, πρὸ μηνὸς ἴσως, δὲν ἐγένετο εἰσέτι κἀμμία ἐνέργεια, καίτοι ἐφυλάκισεν ἀναιτίως πολλοὺς ἐκ τῶν καλλιτέρων πολιτῶν τῆς Θήρας. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχωσι γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως, καὶ τί ἐνήργησαν μέχρι τοῦδε.
§9ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν περιῆλθεν ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον κατὰ καθῆκον καὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ὁ Ὑπουργὸς διηύθυνε πρὸς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, ἵνα λάβωσι τὰ προσήκοντα μέτρα.
§10ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ πρὸ πάντων, ἵνα ἀπόσχῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος πάσης ἐνεργείας ὁ ἀστυνόμος, διότι τὸ ἄτοπον ἐγένετο ἐν Ἀχαΐᾳ ἕνεκα σφάλματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Συνελθὸν τοῦτο κατὰ τὸν νόμον, ἵνα ὁρίσῃ τὴν περιφέρειαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται ἡ ποιμνιοβοσκή, ὥρισε κατὰ λάθος ἀπηγορευμένον μέρος, καὶ ἀπηγόρευσε τὴν ποιμνιοβοσκὴν ὅπου αὕτη ἦτο ἐλευθέρα. Ὁ ἀστυνόμος, ἐπωφελούμενος τοῦ σφάλματος τοῦ Δημ. Συμβουλίου, μετέβη εἰς τὰ μέρη, ὅπου ἦτο ἐλευθέρα ἡ ποιμνιοβοσκή, καὶ συνέλαβεν ὅλα τὰ ποίμνια, φορολογήσας τοὺς ποιμένας. Ἐκεῖ συνέβη ῥῆξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπληγώθησαν, νομίζω, πολῖταί τινες. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον συνεκλήθη ἀμέσως, ἵνα διορθώσῃ τὸ ἐσφαλμένον τοῦ ψηφίσματος, ἐν τούτοις ὅμως, ἕως ὅτου συνέλθῃ καὶ ψηφισθῇ νέον ψήφισμα καὶ ἐπικυρωθῇ τοῦτο, καλὸν εἶναι νὰ ἀπόσχῃ ὁ ἀστυνόμος πάσης ἐνεργείας, ἀφορώσης σύλληπτρα, ἵνα μὴ γίνωνται ἄτοπα.
§11ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς γνωρίζει, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ διατάξω τὴν ἀποχὴν τοῦ ἀστυνόμου ἀπὸ πάσης ἐνεργείας, διότι τοιοῦτον δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου δὲν ἔχω. Ἐπίσης γνωρίζει, ὅτι ὁ νόμος χορηγεῖ δικαιώματα εἰς τοὺς πολίτας τοὺς ἀδικουμένους νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, ἀπορῶ δὲ, πῶς δὲν συνεβούλευσε τοὺς συμπολίτας του νὰ καταγγείλωσι τὸν ἀστυνόμον, ἵνα πρεπόντως τιμωρηθῇ.
§12ΧΟΪΔΑΣ. Ὅταν, κύριε Ὑπουργὲ, ἐρωτήσητε τὸν κ. νομάρχην καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐν γνώσει τοῦ ἐσφαλμένου τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημ. Συμβουλίου καὶ ὠφελούμενος τούτου ὁ κ. ἀστυνόμος προβαίνει εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ποιμνιοβοσκῆς ὅπου αὕτη ἐπιτρέπεται, καὶ προκαλεῖ οὕτω τὰ σκάνδαλα, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, νομίζω ὅτι ἔχετε δικαίωμα καὶ ὀφείλετε νὰ διατάξητε νὰ σταματήσῃ, ἀφοῦ μάλιστα συνεκλήθη τὸ Δημ. Συμβούλιον καὶ τάχιστα θὰ ἔχῃ ἕτερον ψήφισμα, κανονίζον τὰς περιφερείας τῆς ποιμνιοβοσκῆς. Οὕτω θὰ ἐμποδίσητε καταπιέσεις, τὰς ὁποίας ἔχετε καθῆκον νὰ προλάβητε. Διὰ δὲ τοὺς συμβάντας τραυματισμοὺς κατὰ τὴν συμπλοκὴν βεβαίως κατηγγέλθη, ὁ ἀστυνόμος, ἐλπίζω δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι ταχέως θὰ τιμωρηθῇ.
§13ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω νὰ περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἡ πρὸ 10 περίπου ἡμερῶν ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἐθεώρησεν, ὅτι τὸ νόμιμον νόμισμα ἐξισοῦται μὲ τὸ πραγματικὸν καὶ οἱ ὀφειλέται χρυσοῦ νομίσματος, καταβάλλοντες χάρτινον, ἐξοφλοῦσι τοὺς ἐν Εὐρώπῃ ἐμπόρους. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τῷ ὄντι στηρίζεται εἰς τοὺς νόμους καὶ εἰς νομολογίαν τῶν Γαλλικῶν δικαστηρίων, στηρίζεται δὲ ἰδίως εἰς τὸν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νόμον, ὅστις κανονίζει πᾶσαν συμφωνίαν ἀντίθετον ὡς ἀνήθικον, ἀντικειμένην εἰς τοὺς νόμους καὶ ἀπαγορευομένην. Ὀρθῶς ἀπεφάσισε τὸ δικαστήριον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, ἵνα κανονισθῇ ἄλλως τὸ πρᾶγμα, διότι ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἐμπόριον! τίς ἔμπορος ἐν Εὐρώπῃ θὰ πιστώσῃ πλέον τοὺς ἐν Ἑλλάδι ἐμπόρους; Δὲν ἠξεύρω δὲ, ἐὰν δὲν ἐπηρεάζῃ καὶ τὰς σχέσεις τῆς γενικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Πιστεύω ὅτι θὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ θὰ φροντίσῃ περὶ καταλλήλου νομοθετήματος.
§14Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομοθέτημα περὶ τοῦ θέματος τούτου θέλει ὑποβληθῆ πιθανῶς ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος.
§15ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπενθυμίζω πρότασίν μού τινα, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πέρυσι καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔλαβε τὴν τύχην νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον. Εἶναι ἡ πρότασις περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ταμβάκου. Ὁ φόρος οὗτος, κύριε Πρόεδρε, ἀφῄρεσε τὸν ἄρτον ἀπὸ μίαν μεγάλην τάξιν πολιτῶν, ἀλλ’ ἰδίως περιήγαγεν εἰς δυστυχίαν ἕνα δῆμον τῆς ἐπαρχίας μου, τὸν δῆμον Ψωφίδος.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν. Νομίζω ὅτι προτάσεις ὑποβληθεῖσαι πέρυσι δὲν δύνανται νὰ ἀναγραφῶσιν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· πρέπει ἐκ νέου γὰ ὑποβάλητε τὴν πρότασίν σας.
§17ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐσκόπουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα υἱοθετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ φέρῃ πρότασιν περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου τούτου. Διότι, καθὼς καὶ πέρυσιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, αἱ γαῖαι τοῦ δήμου Ψωφίδος εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλοι διὰ πᾶν ἄλλο προϊὸν, ἐκτὸς τοῦ καπνοῦ. Παρέστησα πέρυσιν, ὅτι ὁ καπνὸς αὐτὸς, ὡς ἐκ τῆς ποιότητός του καὶ ὡς ἐκ τῆς ἰδιαζούσης εἰς αὐτὸν ὀσμῆς, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον εἰς κατασκευὴν ταμβάκου. Ἀλλ’ ὁ φόρος τῶν πέντε δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν κατέστησεν ἀδύνατον πλέον πᾶσαν καλλιέργειαν, διότι ὁ ταμβάκος τιμᾶται τρεῖς δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν· πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ καλλιεργηθῇ ὁ καπνὸς αὐτὸς, ἀφοῦ ἔχει φορολογίαν πέντε δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν; Παρεκάλεσα πέρυσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ὑπέβαλε πίνακας, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι, ἀφ’ ὅτου ἡ φορολογία αὕτη ἐπεβλήθη ἐπὶ τοῦ ταμβάκου, οὔτε ὀκᾶ πλέον καπνοῦ παρήχθη ἀπὸ τὸν δῆμον Ψωφίδος, οὔτε ὀκᾶ δὲ ταμβάκου ἐξήχθη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐνῷ πρότερον τὸ Δημόσιον εἰσέπραττεν ἀρκετὸν ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ταμβάκου. Τοῦτο ἀποδεικνύει, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε μέγα ἄδικον, μὴ θελήσας νὰ εἰσακούσῃ τὰς παραινέσεις ἡμῶν, ὅπως ἐξαιρεθῇ ὁ ταμβάκος ἀπὸ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, ἡ ἐπιμονή του δὲ αὕτη ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καταστροφὴν ἑνὸς δήμου, ἀκμάζοντος πρότερον, καὶ τὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Νομίζω ὅτι τώρα καὶ ἡ Βουλὴ ἅπασα καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι πεπεισμέναι, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ καταργηθῇ αὐτὸς ὁ παράλογος φόρος· καὶ τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ἐκείνην, νὰ τὴν ὑποβάλῃ καὶ νὰ καταργήσῃ τὸν φόρον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος ἀφῄρεσε τὸν ἄρτον ἀπὸ ἕνα ὁλόκληρον δῆμον. Δὲν δύναται πλέον νὰ ζήσῃ ὁ δῆμος ἐκεῖνος. Δὲν νομίζω δὲ νὰ ὑπάρχῃ κἀνεὶς, οὔτε ἐκ τῆς μιᾶς οὔτε ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος, ὅστις νὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου αὐτοῦ, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει κἀμμίαν ὠφέλειαν ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πέρυσιν ἀντέταξεν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἐπὶ τοῦ ταμβάκου σκοπεῖ τὴν παρεμπόδισιν τοῦ λαθρεμπορίου, ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ προληφθῇ, διότι δὲν ζητῶ νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ ταμβάκος ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δηλώσεως, ἀλλὰ νὰ δηλῶται ὁ ταμβάκος, ὅπως καὶ ὁ καπνὸς, καὶ μόνον, ὅταν ἔρχηται ἡ στιγμὴ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, νὰ ἀπαλλάσσηται αὐτοῦ. Οὕτω πῶς δὲ προλαμβάνεται πᾶς φόβος περὶ λαθρεμπορίου. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει πλέον ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου αὐτοῦ. Ἄλλως τε θὰ ὑποβάλω νέαν πρότασιν, ἀφοῦ δὲν δύναται ἡ περυσινή μου νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει.
§18ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ παλαιὰ πρότασις.
§19ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν αὐτὴν, τὴν ὑποβάλλω ἐκ νέου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἂν ὑμεῖς δὲν θέλητε ν’ ἀκούσητε τὴν παράκλησίν μου, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν καὶ προκαλέσητε ἀπόφασιν, ἵνα ἡ πρότασίς μου τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἐκ νέου καὶ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγραφῇ, ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 44).
§21ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ὑπενθυμίσω πρότασιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπέβαλον, τουτέστι τὴν περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σχινοφύλλου εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου. Τὸ σχινόφυλλον αὐτὸ συνάζεται εἰς ἓν μέρος τοῦ δήμου Ἀβίας ἀπὸ πτωχοὺς καὶ ἀπόρους ἀνθρώπους, οἵτινες πληρόνουν φόρον εἰς τὸ Δημόσιον τρία λεπτὰ δι’ ἑκάστην ὀκᾶν. Μία πτωχὴ οἰκογένεια δὲν δύναται νὰ συνάξῃ καθ’ ἑβδομάδα πλέον τῶν 100 ὀκάδων. Δι’ αὐτὰς πληρόνει τρεῖς δραχμὰς φόρον, πληρόνει καὶ ἀγώγιον διὰ μεταφορὰν ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης εἰς τὰς Καλάμας, ὥστε δὲν μένει τίποτε εἰς τὴν πτωχὴν αὐτὴν οἰκογένειαν, διὰ νὰ ζήσῃ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταργήσῃ τὸν φόρον αὐτὸν, ὅστις δὲν ἀποφέρει εἰς τὸ Δημόσιον πλέον τῶν 200–300 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ποσὸν ἐντελῶς ἀσήμαντον, καὶ ἂς ἀφήσῃ τὸν φόρον εἰς τὸ σχινάλευρον· ὅταν κόπτηται τὸ σχινάλευρον, τὸ ὁποῖον πωλεῖται 15–18 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, νὰ πληρόνηται ὁ φόρος ἐκεῖ, καὶ ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ σχινόφυλλον, τὸ ὁποῖον ἄπορος καὶ πτωχὸς οἰκογενειάρχης συνάζει, ὅπως ἐκ τῆς πωλήσεως αὐτοῦ ἀγοράσῃ ψωμί. Παρακαλῶ δὲ νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασίν μου ταύτην ἡ Κυβέρνησις.
§22ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ μὴ ἐπιβολῆς προσθέτου ὑπηρεσίας εἰς τοὺς κληρωτοὺς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1893 τοῦ νομοῦ Ζακύνθου, πλὴν τῶν ἐκ τοῦ δήμου Ζακυνθίων. Τοῦ εὐεργετήματος τούτου ἐξαιροῦνται μόνοι οἱ κληρωτοὶ τοῦ δήμου Ζακυνθίων, διότι ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ αἱ κληρώσεις ἐγένοντο πρὸ τῆς 5 Ἀπριλίου, ἡμέρας καθ’ ἣν ἤρξαντο οἱ σεισμοί, ἐνῷ εἰς πάντας τοὺς ἄλλους δήμους τοῦ νομοῦ Ζακύνθου αἱ κληρώσεις ἐγένοντο μετὰ τὴν 7 Ἀπριλίου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 45). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1894 ἐκ δραχ. 1,098,481.56. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1893 ἐκ δραχ. 2,129,200.
§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ 1,828,000 δραχμῶν, εἰς ὅσον ἀνέρχεται ἡ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις διὰ τὸ δημόσιον χρέος ὡς ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, τί μέρος ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐχρησιμοποιήθη διὰ τὴν πληρωμὴν χρεωλυσίων καὶ τόκων καὶ τί ποσὸν διὰ τὴν πληρωμὴν κεφαλαίων προσωρινῶν δανείων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι πλέον τῶν 8,000,000 ἐδόθησαν ὡς ἐνέχυρον διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν 7,100,000 φράγκων. Ἐκτὸς δὲ τούτου, εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην βλέπω μίαν ἀταξίαν ἀφορᾷ αὕτη μικρὸν ποσὸν, ἀλλ’ ἀδιάφορον. Τὴν ἀταξίαν ταύτην βλέπω εἰς τὰ ἔξοδα διατροφῆς ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Εἰς βάρος τοῦ 1893 ἡ Κυβέρνησις δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τοιαύτην ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν, διότι ὁ οἰκονομικὸς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκυροῦντο τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1893, δὲν δίδει δικαίωμα εἰς ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν διὰ τὰ ἔξοδα διατροφῆς ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διέλθῃ ἀπαρατήρητον τοῦτο· νομίζω ἀπεναντίας, ὅτι ἄλλως πρέπει νὰ κανονισθῇ ἡ μικρὰ αὕτη δαπάνη καὶ οὐχὶ δι’ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, διότι ἡ ψήφισις, ὡς ἔχει, τῆς πιστώσεως ταύτης θέλει συνεπιφέρῃ ἀνατροπὴν θεμελιώδους διατάξεως τοῦ λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου.
§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἔκτακτον πίστωσιν, ἡ ὁποία ζητεῖται, παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ πληροφορίας περὶ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς τῆς δαπάνης τῶν 1000 λιρῶν, διότι δὲν βλέπω δικαιολογίαν τινὰ ἐν τῇ ἐκθέσει, συγχρόνως δὲ καὶ πᾶσαν τὴν ἀλληλογραφίαν τὴν σχετικὴν πρὸς τὴν ἐνοικίασιν τοῦ Προξενείου ἐν Κωνσταντινουπόλει, διότι ἠγέρθησαν ἄπειρα παράπονα παρὰ τῶν ἐμπορευομένων καὶ τῶν ναυτιλλομένων καὶ τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων ἐν γένει, ὅτι εἰς ἀπόκεντρον μέρος εὕρηται ἡ οἰκία αὕτη, πρὸς μεγάλην ζημίαν καὶ ἐνόχλησιν τῶν ἐχόντων ἀνάγκην τῆς ἀντιλήψεως τῆς προξενικῆς ἀρχῆς. Εἶναι τὰ παράπονα ταῦτα βάσιμα; (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης προσωπικοῦ εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ.
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Λογιστηρίου νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει σπουδαιότερον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της. Δὲν νομίζω ὅτι αὐξάνοντες τὸ προσωπικὸν τοῦ Λογιστηρίου βελτιοῦμεν τὴν κατάστασιν αὐτοῦ. Πιστεύω ὅτι τὸ σημερινὸν προσωπικὸν αὐτοῦ, ἂν ἤθελε νὰ ἐργασθῇ ὅπως πρέπει, θὰ ἠδύνατο νὰ παραγάγῃ ἐργασίαν πολὺ βελτίονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν σήμερον παρέχει καὶ τῆς ὁποίας τὸ ποιὸν πολλάκις ἔτυχε νὰ ἐπικρίνωμεν καὶ σήμερον τὸ βλέπομεν ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας, οὗτινος διάφοροι λογαριασμοὶ εἶναι ἁπλῶς τυπικοὶ καὶ ἄνευ συγκεκριμένων καὶ ἀσφαλῶν ἀποτελεσμάτων. Ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία προστίθεται διὰ τῆς προσθήκης προσωπικοῦ, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 15,940. Πρόκειται δὲ περὶ προσθήκης γραφέων, οἱ ὁποῖοι δὲν διεξάγουσι κυρίως τὴν ἐργασίαν, ἣν ἐν τῷ Λογιστηρίῳ διεξάγει τὸ ἀνώτερον προσωπικόν. Εἰς τοῦτο δὲ πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς. Πρέπει τὸ ἀνώτερον προσωπικὸν νὰ ἐργάζηται ἐπιμελῶς, ἂν θέλωμεν νὰ βελτιωθῇ ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν σήμερον τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἀτελῶς καὶ ἀνεπαρκῶς ἐκτελεῖ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως μισθώσεως οἰκίας τοῦ Πανεπιστημίου διὰ κατάστημα τῆς Διευθύνσεως τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ παρατάσεως τῶν νόμων τῆς στρατολογίας καὶ ναυτολογίας ὡς πρὸς τοὺς ἐν τοῖς νομοῖς Λαρίσης, Τρικκάλων καὶ Ἄρτης Ὀθωμανοὺς, καὶ βʹ) περὶ ληφθέντων μέτρων ὑπὲρ τῶν κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1894 τῶν σεισμοπλήκτων μερῶν).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 189 καὶ 191 τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ΦϞΒʹ νόμου τῆς 19 Μαΐου 1860, τροποποιηθέντος διὰ τοῦ νόμου ᾼΥΞΕʹ τῆς 28 Μαΐου 1887.
§30ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ὃ βʹ προτείνω τροπολογίαν. Ἐπειδὴ ἡ παραπομπὴ εἰς τὸν νόμον ͵ΒΙΔʹ δύναται νὰ γενήσῃ σύγχυσιν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, διευκρινοῦμεν τὸ κείμενον τῆς διατάξεως ταύτης ὡς ἑξῆς: «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1892 ΒΙΔʹ νόμου περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐν τῇ καταγινωσκομένῃ ποινῇ ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, ἡ δὲ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ αὐτοῦ νόμου αἴτησις εἰσάγεται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τοῦ ἐκδόντος τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν.» Τοιουτοτρόπως διευκρινίζεται κάλλιον ἡ διάταξις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραπομπὴν εἰς τὸν νόμον ͵ΒΙΔʹ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄρθρον 3, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠγέρθησαν αἱ ἐνστάσεις περὶ ἀναδρομικῆς δυνάμεως τοῦ νόμου, μολονότι, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι τὸ ἀδίκημα, ὅπερ ἐγένετο εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, εἰς οὓς ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις, προῆλθεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου, οὐχ ἧττον βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι οἱ νομίμως ἀποκτήσαντες τὰ δικαιώματα δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀντίῤῥησιν. Διὸ συμφωνῶ εἰς τὸ νὰ ἀπαλειφθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δίδω εἰς τὸ ἄρθρον, καὶ ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶναι ἡ ἀληθής, διότι εἶναι καὶ γνώμη πολλῶν νομικῶν, δύναται διοικητικῶς νὰ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον πρὸς αὐτούς. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Τὸ ἄρθρον 191, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, προνοεῖ περὶ ποινῆς ἐπιβαλλομένης εἰς ἀξιωματικοὺς ἕνεκα πλημμελήματος, μὴ ὑπερβαινούσης τοῦ δύο μῆνας, καὶ ὁ χρόνος τῆς ποινῆς καταλογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας· ἐπειδὴ δὲ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 189 ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι, ἂν ἡ προφυλάκισις, ἣν ὑπέστη ὁ ἀξιωματικός, ὑπερβαίνῃ τὸν μῆνα, αὕτη συνυπολογίζεται εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς, ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι ἀξιωματικὸς καταδικασθεὶς εἰς δίμηνον φυλάκισιν καὶ διατελέσας τεσσαράκοντα ἡμέρας ἐν προφυλακίσει, οὗτος μετὰ εἴκοσιν ἡμέρας θὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, αἱ τεσσαράκοντα αὗται ἡμέραι εἶναι προφυλάκισις ἢ εἶναι κυρία ποινή; Διότι, ἂν μὲν ἦναι προφυλάκισις, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τινῶν, αὕτη δὲν πρέπει νὰ λογισθῇ ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, καὶ τοῦτο κατὰ τὴν διάταξιν τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 191. Κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι προφυλάκισις, διότι αὕτη κατελογίσθη εἰς τὴν κυρίαν ποινὴν, ἑπομένως ὁ ἀξιωματικὸς θὰ λογίσῃ χρόνον ὑπηρεσίας τοὺς δύο τούτους μῆνας, τὰς 20 ἡμέρας τῆς φυλακίσεως καὶ τὰς 40 ἡμέρας τῆς προφυλακίσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει ὁ λόγος τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως, διότι τὴν ἑρμηνείαν ταύτην δίδων ἐγὼ, δύναμαι νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν ἀρχαιότητα τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς περιστάσεις ταύτας. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 191 πρέπει νὰ καταργηθῇ, ὡς ἄδικος, διότι ἀξιωματικὸς μὴ προφυλακισθείς,—καὶ δὲν προφυλακίζονται πάντοτε οἱ ἀξιωματικοὶ—καταδικασθεὶς εἰς δίμηνον φυλάκισιν, καὶ ἕτερος ἀξιωματικὸς καταδικασθεὶς εἰς δίμηνον φυλάκισιν καὶ προφυλακισθεὶς δὲν εἶναι ἴσοι εἰς τὴν ποινὴν, καθόσον ὁ μὲν εἷς θὰ ἀπολέσῃ τὴν ἀρχαιότητά του, ἐνῷ ὁ ἕτερος δὲν θὰ τὴν ἀπολέσῃ, διότι δὲν ἔχει προφυλάκισιν, ἀλλ’ ἔχει δίμηνον φυλάκισιν. Ταῦτα εἶναι ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐπανορθώσω. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον θὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, ἀπαλειφομένων τῶν περὶ ἀναδρομικῆς δυνάμεως διατάξεων. Τὸ τρίτον ἄρθρον διαγράφεται.
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δήλωσις, κύριοι Βουλευταὶ, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀποδίδοντος ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς τὸν νόμον, καθιστᾷ τὴν περὶ αὐτοῦ συζήτησιν ἐντελῶς νομοθετικήν. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν αἱ μεταβολαί, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, ἦναι ἀληθῶς συμφέρουσαι καὶ ὀρθαί, ἢ τοὐναντίον. Ἡ πρώτη μεταβολὴ ἠκούσατε, ὅτι συνίσταται εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 191, ἐδάφ. βʹ τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας· τὸ ἄρθρον τοῦτο διατάσσει τὰ ἑξῆς: Ἡ προφυλάκισις τοῦ ἀξιωματικοῦ δὲν θεωρεῖται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, εἰ μὴ ἐὰν ἐπέλθῃ ἀθώωσις ἢ ἀπόλυσις. Ἐρωτῶ λοιπὸν, διατὶ τὴν διάταξιν ταύτην μετὰ ἐφαρμογὴν πλέον τῶν 30 ἐτῶν διενοήθη τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταργήσῃ; εἶναι τάχα ἄδικον νὰ μὴ θεωρῆται ἐν ὑπηρεσίᾳ ὁ προφυλακισθεὶς ἀξιωματικὸς, ὅταν δὲν ἐπέλθῃ ἀθώωσις ἢ ἀπόλυσις; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο, νὰ μὴ θεωρῆται ὡς ὑπηρεσία ἡ προφυλάκισις, τὸ εἰσαχθὲν ἀφ’ ὅτου κατηρτίσθη ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ νομοθεσία, εἶναι ὀρθὸν καί συμφέρον. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν τὸ θεωρῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς συμφέρον, τίνες οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων φρονεῖ, ὅτι ἡ προφυλάκισις εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, καὶ ἐὰν ἐπὶ ἓν ἔτος διαρκέσῃ, ἐπέλθῃ δὲ κατόπιν καταδίκη εἰς τριῶν π. χ. μηνῶν φυλάκισιν, καὶ τότε ἀκόμη, ὅτε ἡ ποινὴ δὲν θεωρεῖται ὡς στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, πρέπει νὰ θεωρῆται τοιαύτη ἡ προφυλάκισις; ποῖος ὁ λόγος; Τὸ ἄρθρον μάλιστα 191 ἐν ἐδαφίῳ πρώτῳ, ὄχι μόνον τὴν προφυλάκισιν, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ποινὴν δὲν ἐθεώρει ὡς χρόνον ὑπηρεσίας, καὶ μόνον εἰς τὰ 1887 ἐγένετο τροποποίησις τοῦ ἐδαφίου ἐκείνου, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν δὲν ὑπερβαίνῃ τοὺς δύο μῆνας, θεωρεῖται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας ἡ ποινή. Καὶ λόγον μὲν οὐσιαστικὸν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 191 ἐδαφ. βʹ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐπιβλαβὴς καὶ καταργητέα, οὐδένα προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅλοι οἱ λόγοι του συνίστανται εἰς τοῦτο, ὅτι ἕνεκα ἄλλης διατάξεως, τῆς τοῦ ἄρθρου 189 ἐδ. βʹ, ἐπῆλθον, λέγει, ἀδικίαι. Θὰ ἐξετάσω καὶ τοῦτον τὸν ἰσχυρισμόν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐπῆλθον ἀδικίαι ἕνεκα τοῦ ἄρθρου 189 ἐδ. βʹ, εἶναι τοῦτο ἀποχρῶν λόγος, ἵνα καταργηθῇ τὸ ἄρθρον 191 ἐδ. βʹ; Οὐχὶ βεβαίως· διότι κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καταργεῖται ἡ διάταξις τελευταία τοῦ ἄρθρου 189 ἐδ. βʹ, ἑπομένως δὲν θὰ γεννηθῶσιν ἐξ αὐτοῦ ἀδικίαι εἰς τὸ μέλλον. Διατὶ λοιπὸν καταργεῖτε τὸν κανόνα, ὅτι ἡ προφυλάκισις δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζηται ὡς ὑπηρεσία, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ἀθώωσις; Ἐὰν τὴν τοιαύτην κατάργησιν ἀπαιτῇ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν· ἀλλὰ ὑποθέτω, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία δὲν θὰ ὠφεληθῇ, ἐὰν πᾶσα ἡ προφυλάκισις λογίζηται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σκεφθῇ, ἂν ἦναι κατ’ οὐσίαν συμφέρουσα εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 191 ἐδ. βʹ, ἡ πρὸ τόσων χρόνων ὑφισταμένη, ἢ δὲν ἦναι συμφέρουσα, καὶ τότε δύναται νὰ τὴν καταργήσῃ, μὴ ἐπικαλούμενος ὅμως τὸ ἄρθρον 189 ἐδ. βʹ, διότι αὐτὸ καταργεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπικαλῆται αὐτὸ τὸ μέλλον νὰ καταργηθῇ, διὰ νὰ καταργήσῃ ἄλλο ἄρθρον. Τώρα εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ἄρθρον 189 ἐδ. βʹ ἐπιφέρει καμμίαν ἀδικίαν; Πρέπει Κύριοι, νὰ διακρίνωμεν ἀκριβῶς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς ἀπὸ τὸν χρόνον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἄλλο τὸ ἓν ζήτημα, ἄλλο τὸ ἄλλο. Λοιπὸν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς φυλακίσεως, τί διατάσσει αὐτὸ τὸ ἄρθρον 189 ἐδ. βʹ, ὅπερ καταργοῦμεν; Διατάσσει ὅτι τότε μόνον ἡ προφυλάκισις ὑπολογίζεται εἰς τὴν ποινὴν, ὅταν ὑπερβαίνῃ τὸν ἕνα μῆνα. Ἕνεκα αὐτῆς τῆς διατάξεως βεβαίως δύναται νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἑξῆς ἄδικον. Ἐνῷ ὁ καταταδικασθεὶς εἰς 1½ μηνὸς φυλάκισιν, ἀλλὰ μὴ ἔχων ἑνὸς μηνὸς προφυλάκισιν, θὰ ὑποστῇ ὁλόκληρον τὴν καταδίκην του, ὁ ἄλλος, ὁ καταδικασθεὶς εἰς τὴν αὐτὴν ποινὴν, ἀλλ’ ἔχων προφυλάκισιν μεγαλειτέραν, δὲν θὰ ἐκτίσῃ τὴν ποινὴν ἕνεκα τῆς προφυλακίσεως. Ἀλλ’ ἡ ἀδικία αὕτη ἐπέρχεται πάντοτε, ὁσάκις ὁ νόμος ὁρίζῃ χρονικὸν ὅριον πρὸς ἐφαρμογὴν εὐεργετικῆς διατάξεως, ὡς νῦν προφυλάκισιν ὑπὲρ τὸν μῆνα· ἐννοεῖται ὅτι τότε ὁ ἔχων ἐλάσσονα προφυλάκισιν εὑρίσκεται εἰς χείρονα θέσιν τοῦ ἔχοντος προφυλάκισιν μείζονα τοῦ μηνός. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἂν ὁ κατάδικος θὰ ἐξέλθῃ ταχύτερον ἢ βραδύτερον ἐκ τῶν φυλακῶν οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, διότι, ἐπελθούσης καταδίκης, ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως δὲν θεωρεῖται στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, εἴτε ὑπελογίσθη εἰς τὴν ποινὴν, εἴτε δὲν ὑπελογίσθη. Ἐγὼ δὲν βλέπω ἑπομένως τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐπικαλούμεθα τὸ ἄρθρον 189 ἐδ. βʹ διὰ νὰ καταργήσωμεν τὸ ἄρθρον 191 ἐδ. βʹ. Τὸ ἄρθρον 189 ἐδ. βʹ πρέπει νὰ καταργηθῇ, ἐὰν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία νομίζῃ ὅτι εἶναι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἄδικον νὰ μὴ ὑπολογίζηται ἡ προφυλάκισις εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἢ τοὐλάχιστον ὅταν ἐπέρχηται καταδίκη ἐλάσσων τῶν δύο μηνῶν. Ἀλλὰ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἀμφιβάλλω, ἂν ἦναι συμφέρουσα ἡ ἐντελὴς κατάργησις τοῦ ἄρθρου. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ ἄρθρου 191 ἐδαφ. βʹ τῆς στρατιωτικῆς ποιν. νομοθεσίας. Ἤδη διὰ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 189 ἐδαφ. βʹ ζητεῖται νὰ εἰσαχθῇ καὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν δικαιοσύνην ἡ ἀρχή, καθ’ ἣν ἡ προφυλάκισις πρέπει νὰ καταλογίζηται πάντοτε εἰς τὴν ποινήν. Εἶπον καὶ χθές, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο, ἀφοῦ τὸ αὐτὸ μέτρον εἰσήχθη ἤδη εἰς τὴν κοινὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, δὲν ἐγκρίνω ὅμως τὸν τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ τοῦ μέτρου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιμένει νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα περὶ τῆς κοινῆς ποινικῆς νομοθεσίας, τὸν ψηφισθέντα εἰς τὰ 1892. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διατυπώσωμεν αὐτοτελῶς τὸ μέτρον, διότι θεωρῶ τὸν νόμον τοῦ 1892 ὡς πλημμελῆ. Τὴν ἀρχὴν, Κύριοι, τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ποινὴν ἀνεγνώρισαν ὡς πρὸς τὴν κοινὴν ποινικὴν νομοθεσίαν ὅλα σχεδὸν τὰ ἔθνη, τὸ Βέλγιον, ἡ Ἰταλία, ἡ Γερμανία, πρὸ δύο δὲ ἐτῶν περίπου ἡ Γαλλία, ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν τῶν νομοθεσιῶν τούτων θέλετε ἀπαντήσει αὐτὰς τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ἀναγκαῖον νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸν μνησθέντα νόμον τοῦ 1892. Διατί; διότι διακρίνεται ἡ νομοθετικὴ ἐργασία ἀπὸ τὴν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων κανονιστικὴν ἐργασίαν. Τὴν κανονιστικὴν ἐργασίαν δύναται νὰ κανονίσῃ ἡ ἐφαρμόζουσα τοὺς νόμους ὑπηρεσία, δύναται δὲ νὰ ἀρκέσῃ πρὸς ὁμοιόμορφον διεξαγωγὴν μία ἐγκύκλιος ἢ ἓν διάταγμα τὸ πολύ· δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸν νόμον ὅλαι ἐκεῖναι αἱ διατάξεις. Διὰ τοῦτο, συμφώνως πρὸς τὰς νομοθεσίας, ἃς ἀνέφερον, ὑποβάλλω τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 189 ἐδάφ. βʹ, εἰς δὲ τὴν τροπολογίαν δὲν θίγω τοῦτο μόνον τὸ ζήτημα, ἀλλὰ θίγω καὶ τὸ ἕτερον ζήτημα, περὶ οὗ χθὲς ὡμίλησα, δηλ. συμπληρῶ τὸ πρῶτον ἐδάφιον, ὅπερ θεωρῶ ἐλλιπὲς, διότι παρέλειψε νὰ διατάξῃ, ὅτι, ἐὰν δὲν ἦναι προφυλακισμένος ὁ καταδικασθεὶς, ἡ ποινή του ἄρχεται ἀφ’ ἧς φυλακισθῇ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 189, ἣν ἐπαναλαμβάνει ἀμετάβλητον καὶ τὸ νομοσχέδιον: «τῶν δὲ λοιπῶν, ἐὰν ὁ κατάδικος εὑρίσκηται εἰς προσωρινὴν φυλάκισιν, καὶ δὲν μετεχειρίσθη οὐδὲν ἔνδικον μέσον, ἡ ποινικὴ διάρκεια ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως, ἄλλως ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡ καταδίκη ἔγεινεν ἀμετάκλητος». Ἡ περικοπὴ αὕτη ἀπὸ τοῦ ἄλλως πρέπει νὰ διαγραφῇ καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς ἑξῆς: «ἐὰν δὲ ὁ καταδικασθεὶς δὲν εὑρίσκηται εἰς φυλάκισιν, ἀφ’ ἧς ἡμέρας οὗτος φυλακισθῇ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς του». Δὲν εἶναι τοῦτο νέα προσθήκη· ὑπῆρχεν εἰς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου κατὰ τὸ 1887, ἀλλὰ θέλοντες νὰ τὸ βελτιώσωσι, τὸ κατέστησαν ἐλλιπὲς καὶ πλημμελές. Ἐπαναφέρω λοιπὸν τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε πρίν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μέτρον τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ποινήν, ἰδοὺ πῶς τὸ διατυπώνω: «Ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως, ἣν ὁ καταδικασθεὶς δι’ ἀποφάσεως τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων ὑπέστη, πρὶν ἢ αὕτη κατασταθῇ ἀμετάκλητος, ἐκπίπτεται πάντοτε ἐκ τῆς διαρκείας τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ προσκαίρου κατὰ τῆς ἐλευθερίας ποινῆς, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς.» Τίθεται ἡ ἀρχή, ὅτι ὁ χρόνος πάσης προφυλακίσεως προηγηθείσης τῆς ἀμετακλήτου καταδίκης, ἀφαιρεῖται πάντοτε ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ποινῆς, ἄνευ παραπομπῆς εἰς τὸν νόμον τοῦ 1892, καὶ ἄνευ μνείας τῶν διατάξεων καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκδικάσεως αὐτῶν. Οὕτως ἐνομοθέτησαν καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη· μόνον ἡμεῖς κατεσκευάσαμεν αὐτὸν τὸν νόμον τοῦ 1892, περιέχοντα τοσαύτας λεπτομερείας. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ καταργήσωμεν τὸ ἄρθρον 191 ἐδάφιον δεύτερον. Τὸ ἄρθρον 189 πρέπει νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παραδίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέτρα περὶ τῶν ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν ἢ ἀπέκτησαν δικαιώματα, ἡμεῖς δὲν καλούμεθα ἤδη νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην.
§32ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ηὐτύχησα νὰ ἐννοηθῶ ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 191, πολλάκις ἔλαβον τὸν λόγον καὶ εἶπον, ὅτι οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι οὐσιαστικοί, καὶ ἀνέφερον καὶ παράδειγμα· εἶπον ὅτι γεννῶνται ἀδικήματα ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, διότι ἡ προφυλάκισις ἐπὶ πλημμελήμματι δὲν εἶναι πάντοτε ἀπαιτητή, καθόσον δύναται νὰ προφυλακισθῇ ἐπὶ πλημμελήμματι ἀξιωματικὸς κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ κατ’ ἀπόφασιν τοῦ εἰσηγητοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι διότι ὑπάρχουν πλημμελήμματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιωματικὸς δὲν προφυλακίζεται, ἐνῷ ὑπάρχουν ἄλλα, κατὰ τὰ ὁποῖα προφυλακίζεται, καὶ διὰ τὰ μὲν ἀπαιτοῦντα τὴν προφυλάκισιν, κατὰ τὴν κρίσιν ἐννοεῖται τοῦ διατάξαντος αὐτήν, — καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ ἀδίκημα — ὁ ἀξιωματικὸς ἀπόλλυσι τὴν ἀρχαιότητα, διότι ὁ καταδικαζόμενος εἰς δύο μηνῶν φυλάκισιν ἄνευ προφυλακίσεως δὲν χάνει τίποτε, ἐνῷ ὁ ἔχων προφυλάκισιν νέος στερεῖται τῆς ἀρχαιότητός του. Δι’ αὐτὸν τὸν οὐσιαστικὸν λόγον ἀκριβῶς ζητῶ τὴν ἀπάλειψιν τῆς παραγράφου ταύτης. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην περίπτωσιν τοῦ συνυπολογισμοῦ τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ποινήν, ἐὰν αὕτη ἦναι ὑπὲρ τὸν μῆνα ἢ ἔλαττον τοῦ μηνός, εἰς τοῦτο δὲν διαφωνεῖ ὁ κ. Βουλευτής, καὶ ὑπέβαλε καὶ τροπολογίαν, ὅπως ἡ προφυλάκισις συνυπολογίζηται εἰς τὴν ποινήν. Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἐννοεῖ καὶ τὸ νομοσχέδιον, παραπέμπον μὲν ἀληθῶς εἰς διάταξιν τοῦ νόμου, ἀλλὰ δίδον ἐπαρκῶς πλήρη τὴν ἔννοιαν. Τώρα, ἐὰν ἡ διάταξις τοῦ νόμου τούτου κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν δὲν ἦναι ἡ καταλληλοτέρα, τοῦτο βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος νὰ διακρίνω· οὐδεμίαν δ’ ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ καὶ τὴν τροπολογίαν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ θέλω καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, εἶναι ἡ κατάργησις τῆς προφυλακίσεως, ὡς μὴ προσμετρουμένης εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς.
§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πλησιάζομεν, κύριε Πρόεδρε, νὰ συνεννοηθῶμεν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἠκούσατε διὰ ποῖον λόγον ἀπαιτεῖ νὰ ὑπολογίζηται ὡς στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἡ προφυλάκισις, διότι ἐπὶ πλημμελήματι, λέγει, ἐνδέχεται νὰ μὴ προφυλακισθῇ ὁ ἀξιωματικὸς καὶ ἐνδέχεται νὰ προφυλακισθῇ, καὶ ἑπομένως ὁ προφυλακιζόμενος θὰ περιέλθῃ εἰς θέσιν χείρονα τοῦ πρώτου. Ταῦτα ὅμως, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, δύνανται νὰ ἔχωσιν ἔννοιαν σπουδαίαν προκειμένου περὶ πλημμελήμματος, ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν ἔννοιαν προκειμένου περὶ κακουργήματος, ὅπου ἡ προφυλάκισις εἶναι ὑποχρεωτική.
§34ΤΣΑΜΑΔΟΣ. «Ἐπὶ πλημμελήματι», λέγει τὸ ἄρθρον.
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 191 ἐδάφιον βʹ, λέγει ῥητῶς: «Ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως» (χωρὶς νὰ διακρίνῃ ἕνεκα τίνος ἀδικήματος διετάχθη ἡ προφυλάκισις) «δὲν θέλει ὑπολογίζεσθαι ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, εἰμὴ ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως ἢ ἀπολύσεως τοῦ κατηγορηθέντος.» Αὐτὴ εἶναι γενικὴ διάταξις, εἰς ὅλα τὰ ἀδικήματα ἐφαρμοζομένη· ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς, περιορίζων τὴν ἀδικίαν εἰς μόνην τὴν ἐπὶ πλημμελήματι προφυλάκισιν, οὐδένα προτείνει λόγον πρὸς ἐντελῆ κατάργησιν τοῦ ἄρθρου. Ἐγὼ ὅμως δὲν νομίζω ὅτι καὶ ἡ ἀδικία, τὴν ὁποίαν παρέστησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι σπουδαία ἀδικία. Βεβαίως ἀπόκειται εἰς τὸν ἀνακριτικὸν ὑπάλληλον νὰ προφυλακίσῃ ἢ ὄχι τὸν ἀξιωματικόν· ἀλλ’ ἐὰν δὲν προφυλακισθῇ ὁ ἀξιωματικὸς, μένει εἰς τὰς τάξεις του· πῶς δ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ λόγος νὰ μὴ θεωρηθῇ ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελῶν; Ὁ ἄλλος ὅμως, ὁ προφυλακισθεὶς, δὲν εἶναι εἰς τὰς τάξεις του, εἶναι ἐν τῇ φυλακῇ· πῶς λοιπὸν θὰ ἐξομοιώσωμεν τὸν ὑπηρετοῦντα μὲ τὸν φυλακισμένον; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ περὶ προφυλακίσεως κρίσις καὶ ἀπόφασις τοῦ ἀνακριτικοῦ ὑπαλλήλου δὲν εἶναι αὐθαίρετος, στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἐπὶ τῆς διαφόρου φύσεως τῶν ἀδικημάτων, ἐπὶ ἄλλων περιστάσεων. Ὥστε οὐδένα βλέπω λόγον ἐπαρκῆ πρὸς διάκρισιν μεταξὺ προφυλακίσεως ἐπὶ πλημμελήματι καὶ προφυλακίσεως ἐπὶ κακουργήματι. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἐπιμένω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν μόνον τῆς ἐπὶ πλημμελημάτων προφυλακίσεως, ὄχι τῆς ἐπὶ κακουργημάτων.
§36ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ νόμος εἶναι συνεπὴς διὰ τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται, καθόσον, προκειμένου περὶ προφυλακίσεως, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάκρισις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν ὑφιστάμενον νόμον. Ἀφοῦ διὰ τῆς τροπολογίας, ἣν ψηφίζομεν, μεταβάλλομεν τὴν προφυλάκισιν εἰς ποινὴν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διάκρισις πλέον περὶ τῶν συνεπειῶν τῆς προφυλακίσεως, διότι ἡ προφυλάκισις θὰ θεωρηθῇ ποινή· θὰ θεωρηθῇ λοιπὸν, ὅτι συνεπάγει τὰς συνεπείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν νόμον ἐπέρχονται μετὰ τὴν καταδίκην· ἐὰν ἦναι πλέον τῶν δύο μηνῶν ἡ ποινή, ἐπέρχεται ἡ συνέπεια τοῦ νόμου, ἐὰν ἦναι ἐλάσσων, ἐπίσης· ἡ προφυλάκισις ὅμως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἰδιαιτέρας συνεπείας. Ὑποθέσατε ὅτι εἷς προεφυλακίσθη ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ καταδικάζεται εἰς ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν· λοιπὸν δὲ τὸ ἓν ἔτος, καθ’ ὃ διετέλει προφυλακισμένος, θὰ χάσῃ τὴν ἀρχαιότητά του; Εἶναι φυσικὴ συνέπεια τῆς μεταβολῆς αὐτῆς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου ͵ΒΙΔʹ, τὸν ὁποῖον ἐφαρμόζομεν καὶ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν. Ἡ δὲ ἑτέρα διάκρισις, τὴν ὁποίαν λέγει ὁ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτὴς, μεταξὺ πλημμελημάτων καὶ κακουργημάτων ὡς πρὸς τὴν προφυλάκισιν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι ἐπὶ κακουργημάτων δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ περίπτωσις αὕτη· ἐκεῖ δὲν πρόκειται περὶ ἀρχαιότητος, οὔτε περὶ χρόνου ὑπηρεσίας. Μόνον εἰς τὰ πλημμελήματα ἐπέρχονται αἱ συνέπειαι αὗται, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ παλαιὸς νόμος ὁμιλεῖ περὶ πλημμελημάτων. (Διάλογοι). Δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν ὁ νόμος, εἰμὴ νὰ κανονίζῃ τὴν ἀρχαιότητα, καὶ λέγει ὅτι ἐπὶ πλημμελημάτων ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας δὲν λογίζεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἐξερχόμενος μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ποινῆς του ὁ ἀξιωματικὸς μετρεῖ τὴν ἀρχαιότητά του συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἐνῷ ἐπὶ κακουργημάτων δὲν ὑπάρχει τοῦτο, διότι ἡ καταδίκη ἐπὶ κακουργημάτων στερεῖ αὐτὸν τοῦ βαθμοῦ του. Ἡ δὲ κατάργησις τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 191 εἶναι συνέπεια τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει, ὅτι ἡ προφυλάκισις λογίζεται εἰς τὴν ποινήν.
§37ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, πρόκειται περὶ τῆς προφυλακίσεως τῆς ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν ἐπιβαλλομένης, ἢ καὶ περὶ τῆς ὑπὸ τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν, φυλακιζουσῶν τοὺς στρατιωτικοὺς ἀξιωματικοὺς ἀστυνόμους;
§38ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ὁ λόγος.
§39ΜΑΝΕΣΗΣ. Τὸ ζήτημα, νομίζω, εἶναι οὐσιαστικὸν, καὶ κατὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀληθῶς οἱ προαγορεύσαντες νομομαθεῖς, τοὺς ὁποίους σέβομαι, ὡμίλησαν ὑπὸ ὅλως νομικὴν ἔποψιν, καὶ εἶπον ὅτι ἡ προφυλάκισις δὲν δύναται νὰ θεωρῆται χρόνος ὑπηρεσίας μετὰ τὴν καταδίκην τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀλλ’ ὡς γνωστόν, καταδίκη πλέον τῶν δύο μηνῶν συνεπιφέρει καὶ ἀπώλειαν τῆς ἀρχαιότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ὑποθέσατε πρὸς στιγμήν, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει προφυλάκισιν τριῶν μηνῶν, καταδικάζεται δὲ ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου εἰς δύο μηνῶν φυλάκισιν· κατὰ τὴν θεωρίαν, ὅτι μετὰ τὴν καταδίκην ἡ προφυλάκισις πρέπει νὰ μὴ θεωρῆται χρόνος ὑπηρεσίας, ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, ὁ μὴ καταδικασθεὶς εἰς ποινὴν πλέον τῶν δύο μηνῶν, ὁπότε ἐπέρχεται ἀπώλεια τῆς ἀρχαιότητός του, χάνει τὴν ἀρχαιότητά του. Ἰδοὺ ἡ ἀδικία, ἂν ἐνόησα καλῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. (Ὁ κ. Ὑπουργὸς καταφάσκει). Ἡ προφυλάκισις λοιπὸν εἶναι δύο εἰδῶν, εἶναι προφυλάκισις διοικητικὴ, καὶ τότε δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν προφυλάκισιν, ἢ εἶναι ἔργον τοῦ εἰσηγητοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὰ πλημμελήματα ὁ εἰσηγητὴς δὲν βλέπω τίνα ἔχει λόγον νὰ προφυλακίσῃ τὸν ἀξιωματικόν. Εἷς τῶν σπουδαιοτέρων λόγων εἶναι ὁ τῆς ἀποδράσεως· νομίζω δὲ, ὅτι εἰς τὰ πλημμελήματα εἶναι σφάλμα τοῦ εἰσηγητοῦ νὰ διατάξῃ τὴν προφυλάκισιν· καὶ φέρω ἓν παράδειγμα: Εἷς ἀξιωματικὸς ἀπώλεσε τὴν ἀρχαιότητα αὐτοῦ καὶ ὑπερεπηδήθη ὑπὸ 14 ἄλλων ἀξιωματικῶν— προσέξετε εἰς τὴν οὐσίαν, διότι ἐκεῖνος μὲν χάνει 14 θέσεις, οἱ δὲ ἄλλοι κερδίζουσι μίαν· — ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἦτο ὑπὸ προφυλάκισιν κατὰ διαταγὴν τοῦ εἰσηγητοῦ, ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἐτιμωρήθη παρὰ τοῦ δικαστηρίου μὲ ποινὴν μὴ συνεπιφέρουσαν καὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς ἀρχαιότητός του, ἀλλὰ μὴ θεωρουμένης ὡς χρόνου ὑπηρεσίας τῆς προφυλακίσεως, ἡ ὁποία προσετέθη, ὑπερέβη ὡς ἐκ τούτου τὸ ὅριον τῶν δύο μηνῶν καὶ ἔχασε τὴν ἀρχαιότητα. Αὐτὸ εἶναι ἄδικον· καὶ νομίμως μὲν ἔχασε τὴν ἀρχαιότητά του, διότι τοιοῦτον τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς ἀδίκως ἔχασεν αὐτήν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ γείνῃ τοῦτο δεκτὸν, ὅτι ἡ προφυλάκισις λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὡς μὴ χρόνος ὑπηρεσίας, ὅταν δὲν φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀπωλείας τῆς ἀρχαιότητος, προσμετρουμένη μέχρι τοῦ ὁρίου ἐκείνου, καθ’ ὃ ἡ ἀπώλεια τῆς ἀρχαιότητος συνεπιφέρεται. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει δίκαιον κατὰ τοῦτο. Ἑπομένως, ἐπειδὴ καὶ ἡ οὐσία τοῦ πράγματος εἶναι μηδαμινή, νομίζω ὅτι εὔκολος εἶναι ἡ ἐπανόρθωσις, ὡς ἐκ τῆς κακῆς διατάξεως τοῦ νόμου. Ἠδύνατο συνεπῶς νὰ τροποποιηθῇ οὕτω τὸ ἄρθρον περὶ προφυλακίσεως: «Τὸ ὑπερβάλλον ὅμως τὴν ποινὴν τοῦ Στρατοδικείου χρονικὸν διάστημα τῆς προφυλακίσεως θεωρεῖται χρόνος ὑπηρεσίας.»
§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὄχι ἵνα συζητήσω ἐπὶ τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησαν οἱ προαγορεύσαντες, ἀλλ’ ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἴδωμεν, μήπως πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ἡ φράσις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἂν ἀντελήφθην καλῶς τὰ πράγματα, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 189 διαιρεῖται εἰς δύο· καὶ πρῶτον μὲν κανονίζεται πότε ἄρχεται ἡ ποινὴ, διὰ δὲ τῆς ἑτέρας, ἀποχωρισθείσης ἐντελῶς καὶ ἀποτελεσάσης ἰδίαν παράγραφον, προβλέπεται διαφόρως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιελαμβάνετο ἐν αὐτῷ τῷ ἐδαφίῳ βʹ τοῦ κειμένου νόμου, καὶ ἀποφαινόμεθα διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, ἐὰν ψηφισθῇ, ὅτι εἴτε λόγῳ κακουργήματος εἴτε εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν καταδικασθῇ ὁ ἀξιωματικὸς, ἡ προφυλάκισις θέλει προσμετρηθῆ κατὰ τὸν κείμενον νόμον τὸν πολιτικὸν, εἰς τὸν ὁποῖον παραπέμπει τὸ νομοσχέδιον. Τοῦτο μὲν οὕτως ἐννοῶ ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ διάταξιν, δι’ ἧς ἀκυροῦται ἡ διάταξις τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 191, εἶναι φανερὸν, ὅτι θέλομεν νὰ διαγράψωμεν αὐτὴν, διότι ἐνομοθετήσαμεν ἄλλως τὰ περὶ τοῦ συμψηφισμοῦ τῆς προφυλακίσεως ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νομοσχεδίου, μεταῤῥυθμίζοντος τὸν νόμον. Φοβοῦμαι ὅμως, μήπως, ἀπαλείφοντες ἐντελῶς τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 191, γεννήσωμεν ἕτερον ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐσκέφθημεν ἐνταῦθα, γεννήσωμεν τὸ ἐρώτημα, πῶς θέλει λογισθῆ ἡ προφυλάκισις δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠθωώθησαν μετὰ τὴν προφυλάκισιν. Ἐν ᾧ ζητοῦμεν νὰ σώσωμεν τὴν ἀρχαιότητα ἐκείνων, οἵτινες ἐκ τῆς κειμένης διατάξεως ἔπαθον, θέλομεν ἴσως γεννήσει ζήτημα, δυνάμενον νὰ φέρῃ ζημίας εἰς τοὺς ἀθωωθέντας. Διὰ τοῦτο ἤθελον προτείνει νὰ μὴ διαγραφῇ ἐντελῶς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 191, ἀλλὰ νὰ τροποποιηθῇ οὕτως: «Ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως λογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως ἢ ἀπολύσεως.» Ζητῶ δηλαδὴ, ἀφοῦ τὰ ζητήματα τὰ ἄλλα λύονται ὁπωσδήποτε διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 189 ἐν ἄρθρῳ πρώτῳ τοῦ νομοσχεδίου, ἐν ἄρθρῳ 2, ἀντὶ νὰ εἴπωμεν «Ἡ δευτέρα § τοῦ ἄρθρου 191 καταργεῖται», νὰ εἴπωμεν «τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως λογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως ἢ ἀπολύσεως.» Οὕτω δὲν γεννᾶται ζήτημα διὰ τοὺς ἀθωωθέντας.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἦναι ἀντιφατικόν.
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· διότι φρονῶ, ὅτι αἱ διατάξεις, ὅπως ἐτέθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, λύουσι πᾶν ζήτημα ἀναγόμενον εἰς τὸν καταδικασθέντα· συμψηφίζεται ἡ ποινὴ, εἴτε λόγῳ κακουργήματος εἴτε λόγῳ πλημμελήματος καταδικασθῇ, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἡ ποινὴ δύναται νὰ φέρῃ συνεπείας πρὸς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, κανονίζεται τὸ πρᾶγμα. Οὕτω δὲ ἐξαντλεῖται τὸ θέμα τοῦτο. Μένει ὅμως τὸ ἐρώτημα, τί θὰ γείνῃ ἐπὶ ἀξιωματικοῦ προφυλακισθέντος καὶ ἀθωωθέντος ἔπειτα; Ἐὰν διαγράψωμεν τὸ ἄρθρον, ἐγείρεται ζήτημα καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τίς ποτε, ὅτι ἡ προφυλάκισις πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ εἰς ζημίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ.
§43ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ......
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀρκοῦμαι καὶ εἰς τοιαύτην τινὰ δήλωσιν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἡ δήλωσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἀκολούθως ἀμφισβήτησις.
§45ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως διασκευασθῇ τὸ νομοσχέδιον συμφώνως μὲ τὰς τροπολογίας, τυπουμένας.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Αἱ δὲ τροπολογίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 46–47). Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ φυλακίσεως κατὰ τὴν προδικασίαν τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ πλημμελήμασιν ἢ κακουργήμασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι....
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ, ὡς καὶ ἐν τῇ ἀκολούθῳ, πρόκειται περὶ νομοθετήσεως ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν. Ἐπὶ τοιούτων δὲ προτάσεων, εἰσαγομένων μάλιστα παρὰ Βουλευτοῦ,—ἀλλὰ καὶ παρὰ Ὑπουργοῦ ἐὰν εἰσήγοντο, τὸ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γείνῃ,—εἰσαγομένων ὅμως παρὰ Βουλευτοῦ, πρέπει πάντως ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ τὴν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν παραπομπὴν αὐτῶν, καθόσον, ἐπαναλαμβάνω, πρόκειται νὰ θίξωμεν τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν.
§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ νομοσχέδια παραπέμπονται εἰς τὰς ἐπιτροπὰς μετὰ τὴν παραδοχὴν αὐτῶν κατ’ ἀρχήν· ἤδη δ’ ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐτέθη.
§50Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῇ προτάσει περὶ ἀποδοχῆς τῆς ἀρχῆς προτείνομεν ἡμεῖς τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§51ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρότασις νόμου περὶ ἀντικειμένου τόσον σαφοῦς καὶ τόσον συχνὰ προσπίπτοντος εἰς τὴν ἀντίληψιν παντὸς, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἰς τὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεγαρίδος, ὥστε οὐδεμιᾶς νὰ χρήζῃ προεπεξεργασίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις ἀφορᾷ τὴν προφυλάκισιν, τὴν ἐπὶ πλημμελημάτων καὶ κακουργημάτων διατασσομένην, τῶν ὑπὸ κατηγορίαν διατελούντων, οἱ ὁποῖοι κυριολεκτικῶς σήπονται ἐν ταῖς φυλακαῖς, τὸ δὲ Δημόσιον ζημιοῦται ἑκατοντάδας δραχμῶν ἐτησίως ἐκ τῆς παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως αὐτῶν. Διὰ τῆς προτάσεώς μου ταύτης ζητῶ νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως, ἤτοι ὁ ἀνακριτὴς νὰ δύναται νὰ προφυλακίσῃ μέχρις ἑνὸς μηνός· ἐὰν δὲ ἐπὶ τὸν μῆνα τοῦτον δὲν δυνηθῇ νὰ περατώσῃ τὴν ἀνάκρισιν, νὰ ζητῇ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν παράτασιν ἐπὶ ἕνα εἰσέτι μῆνα, ὥστε ἐντὸς δύο μηνῶν νὰ περατοῦται ἡ ἀνάκρισις παντὸς δυστυχοῦς ὑπὸ κατηγορίαν διατελοῦντος ἐν προφυλακίσει. Τὰ Παναμαϊκὰ ἐν Γαλλίᾳ ἐτελείωσαν ἐντὸς 40 ἡμερῶν, τὰ τῆς Ἰταλίας ἐντὸς 50 ἡμερῶν, καὶ ἐν Ἑλλάδι τὰ πλημμελήματα καὶ κακουργήματα νὰ μὴ δύνανται νὰ τελειόνουν ἐντὸς δύο μηνῶν! Ὁποίαν λοιπὸν ἐπεξεργασίαν ἔχει νὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης; Δὲν ἐννοεῖ τὸ θέμα τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος; Δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι ὁ Βουλευτὴς ἢ πρέπει νὰ ἀκολουθῇ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία μόνη νὰ εἰσάγῃ νομοσχέδια καὶ ἐκεῖνος ἀσυζητητεὶ νὰ ψηφίζῃ, ἢ ἂν δὲν ἀκολουθῇ τὴν Κυβέρνησιν, ἔχει τὴν ἀτυχίαν, πᾶν ὅ,τι προτείνει νὰ ἀποῤῥίπτηται. Τὸ τοιοῦτον οὐδὲ εἰς ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς περιποιεῖ τιμὴν, οὐδὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία νομίζει ὅτι εἶναι πάνσοφος. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ θέμα, περὶ οὗ ἡ πρότασίς μου, εἶναι φανερὸν, προσπίπτον εἰς τὴν ἀντίληψιν καὶ τῶν ἁπλουστέρων, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀποφασίσῃ τὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παραπομπὴν, ἀλλὰ κρίνουσα αὐτὸ ὡς κατεπεῖγον νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ ἀφορᾷ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος δεινῶς ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου πάσχει.
§52Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τοιοῦτο νομοσχέδιον ὑπεβλήθη καὶ κατὰ τὰ 1865, ὅτε ἐπρόκειτο ν’ ἀφομοιωθῇ ἡ νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς νομοθεσίας τοῦ πρώην Βασιλείου. Ἐγένετο μακρὰ συζήτησις τότε, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐγένετο δεκτόν. Δὲν λέγω ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ δεδικασμένον, ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι πρόκειται περὶ καινοτομίας, περὶ τροποποιήσεως τῆς κρατούσης νομοθεσίας, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ σπεύδωμεν, ἀλλὰ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην.
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι μὲ ἠδίκησεν ὁ κ. συνάδελφος. Καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον εἰσήγετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς μεταῤῥυθμιστικὸν τῆς κειμένης ποινικῆς δικονομίας, ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Πέρυσι τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθηκῶν μετὰ ἐπανειλημμένας συζητήσεις παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, καίτοι ἦτο συντεταγμένον ὑπὸ τῶν διαπρεπεστέρων νομικῶν τῆς χώρας καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐμελετᾶτο. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀπεδείχθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὅτι εἶχεν ἐλλείψεις, καὶ δὲν ἐψηφίσθη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἤδη εἰσάγει πρότασιν νόμου μεταῤῥυθμίζουσαν τὸ ἄρθρον 208 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἀναγράφων ἐν αὐτῇ, ὅτι ἡ προφυλάκισις ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει ὑπερβαίνει τοὺς δύο μῆνας, — ἕνα κατὰ διαταγὴν τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ ἕτερον κατὰ διαταγὴν τοῦ Συμβουλίου. Ἁπλουστάτη ἡ πρότασις. Λάβετε νῦν ὑπ’ ὄψει, τί, ἂν ἡ πρότασις ἐψηφίζετο, ἤθελε συμβῆ, προκειμένου περὶ λῃστῶν, περὶ τοῦ Παπακυριτσοπούλου π. χ. ἂν ἔζη ἔτι. Προφυλακίζεται, πρόκειται δὲ νὰ ἐνεργηθῶσιν ἀνακρίσεις ἐν ὅλῃ τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Φθιώτιδι, εἰς τὸ Αἰγαῖον, διότι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν πρόσωπα ἐξεταστέα, εἰς τὴν Τουρκίαν. Αἱ ἀνακρίσεις ἀπαιτοῦσι καὶ τρεῖς καὶ ἓξ καὶ περισσοτέρους ἐνίοτε μῆνας. Τὸν πρῶτον μῆνα τὸν ἔφαγεν ἐν ταῖς φυλακαῖς· ζητεῖται καὶ δίδεται παράτασις διὰ τὸν ἕτερον μῆνα, ἀλλ’ αἱ ἀνακρίσεις δὲν περατοῦνται τὴν ἀρχὴν τοῦ τρίτου μηνὸς ἀπολύεται ὁ Παπακυριτσόπουλος, ἵνα μὴ προσβληθῇ τὸ πολύτιμον δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου! Ἐννοῶ τὴν περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου μέριμναν, ἀλλ’ ὅταν αὕτη φθάνῃ εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα, νομίζω ὅτι εἶναι τοὐλάχιστον ἄξιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς τὸ τοιαῦτα περιέχον νομοσχέδιον.
§54ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Παπακυριτσόπουλος δὲν θὰ ἦτο λῃστὴς, ἐὰν ὑπῆρχε τοιοῦτο νομοσχέδιον, διότι ἐκ τῆς μακρᾶς προφυλακίσεως ἔγεινε λῃστής.
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὴ δικαιολογεῖτε τοιαῦτα πράγματα!
§56ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι νέον· ἀπησχόλησε καὶ τὰ δικαστήρια καὶ τὸν νομικὸν κόσμον, καὶ, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας εἶπε, συνεζητήθη διὰ μακρῶν ἐν τῇ Συνελεύσει, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ ἀφομοιώσεως τῆς νομοθεσίας, διότι ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπῆρχεν ὡρισμένος χρόνος διαρκείας τῆς ἀνακρίσεως. Ἀλλὰ τὰ ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὁδηγός, διότι αἱ Ἑπτὰ νῆσοι, ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς αὐτῶν θέσεως, δὲν διατελοῦσιν ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας καὶ περιπτώσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Στερεά, ὅπου αἱ ἀνακρίσεις παρατείνονται ἕνεκα διαφόρων λόγων. Δὲν παρουσιάζει δ’ ἀκόμη, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεγαρίδος, καὶ περιπτώσεις ἀδικημάτων πολυπλόκων, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἀνάκρισις παρατείνεται. Ἐδῶ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς περιστάσεις τὰς εἰδικάς. Ἐκ τοῦ ὅτι ἐγένετο κατάχρησις εἴτε ὡς ἐκ τῆς ἐπιβαρύνσεως διὰ περιπλόκων ἐργασιῶν τῶν ἀνακριτῶν, εἴτε ἐξ ἀδιαφορίας, εἴτε ἐκ τῆς συχνῆς μετακινήσεως τῶν δικαστῶν καὶ τῶν ἀνακριτῶν, δὲν πρέπει, λέγω, νὰ λάβωμεν τὰς καταχρήσεις ταύτας ὡς γνώμονα, ἵνα λύσωμεν τὸ ζήτημα. Ὁπωσδήποτε τὸ θέμα εἶναι ἄξιον μελέτης καὶ δὲν πρέπει νὰ λυθῇ ἐκ τοῦ προχείρου. Ὥστε ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν θὰ βλάψῃ. Ἐκ τῆς ἐν αὐτῇ συζητήσεως θὰ προκύψῃ βεβαίως καλόν τι. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν παραπομπὴν τῆς προτάσεως εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει παραπεμφθῆ λοιπὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθὼς καὶ τὸ ἑπόμενον νομοσχέδιον «περὶ μονομαχίας»; Μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου ἀντικειμένου, λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 καὶ 30′ μ. μ.