1894.11.21
1,518 rows · 11,386 words · 107 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
Τῆς 21 Νοεμβρίου 1894.
(Δευτέρα).
Ὥρα 5 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, συνελθόντες ἐν συλλαλητηρίῳ, παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀποκρούσῃ πᾶν μέτρον περὶ παρακρατήσεως τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος. Ὁ Βασίλειος Κυριακόπουλος, ἐκ Τρικκάλων τῆς Θεσσαλίας, παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐκτεθῇ εἰς πλειστηριασμὸν ἡ διὰ δημοπρασίας παραχώρησις τῶν δασῶν τῶν ἐκεῖ κοινοτήτων. Θέλει ἀποσταλῆ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Πολλοὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καπνοπαραγωγῶν καὶ καπνεμπόρων παρακαλοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των, ὅπως καταργηθῇ ὁ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ νόμος ͵ΒΝΕʹ. Θέλει παραπεμφθῆ ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν Ἀναφορὰ τῶν ἐν Πειραιεῖ τεχνιτῶν ὑποδηματοποιῶν, παραπονουμένων διὰ παράνομον ἐπέμβασιν εἰς τὰς ὑποθέσεις των τοῦ ἀστυνόμου Πειραιῶς Κωνστ. Μήτσα, ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων «περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 2,129,200» καὶ «περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1894 ἐκ δραχ. 1,098,481.56». Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 39–40).
§2ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κανακάρης.
§4ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Νέους ἄθλους ἔχομεν, κύριε Πρόεδρε, τοῦ ἀστυνόμου τοῦ δήμου Δύμης, καταγγελλομένους διὰ τηλεγραφήματος τῶν κατοίκων. Ὁ ἀστυνόμος οὗτος, παραβαίνων τὴν διάταξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ βοσκησίμων γαιῶν, ἤρχισε τὴν καταδίωξιν ὅλων τῶν ποιμένων τοῦ δήμου Δύμης, ἵνα συλλέξῃ σύλληπτρα. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἔχει συλλέξει 2,000 δραχμάς. Συνέβησαν τραυματισμοί, θὰ συμβῶσι καὶ φόνοι. Παρακαλῶ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο νὰ σταλῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἡ κατάστασις τοῦ δήμου Δύμης εἶναι ἀφόρητος πλέον.
§5ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε νὰ διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ποιμνιοβοσκῆς καὶ ν’ ἀναγραφῇ αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ μόνον δικαίωμα ἔχω νὰ διατάξω νὰ διανεμηθῇ. Ἡ δὲ ἀναγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς.
§7ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διατάξητε νὰ διανεμηθῇ, καὶ ἔπειτα ἐρχόμεθα εἰς τὴν Βουλήν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαλκιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§9ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωσταὶ, κύριε Πρόεδρε, αἱ ἐκ τῶν τελευταίων σεισμῶν προξενηθεῖσαι καταστροφαὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λοκρίδος, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ἀντιπρόσωπος. Πάντες οἱ ἐν Ἑλλάδι, ὡς καὶ οἱ ἔξω ὁμογενεῖς καὶ οἱ ξένοι, ἔμαθον τὴν καταστροφὴν, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἡμῶν, ἐπὶ τῶν ἐννέα δεκάτων, δύναμαι νὰ εἴπω τῶν κατοίκων, καὶ πάντες ἔσχον τὴν φιλανθρωπίαν νὰ συντρέξωσι τοὺς παθόντας δι’ εἰσφορῶν, δι’ ὃ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω αὐτοῖς τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν συμπολιτῶν μου, ἐπίσης δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἦλθεν ἀρωγὸς κατὰ τὰς πρώτας ἀνάγκας τῶν σεισμοπαθῶν. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀρκεῖ ἡ χορηγηθεῖσα μέχρι τοῦδε εἰς αὐτοὺς συνδρομὴ, ἡ ὁποία θὰ διατεθῇ βεβαίως καταλλήλως καὶ σκοπίμως.
§10Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διετέθη ἀκόμη;
§11ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Γίνονται ἔργα κοινωφελῆ. Ἐπληροφορήθην καὶ γνωρίζω καλῶς, ὅτι ἓν ποσὸν χρηματικὸν ἐκ διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν περίπου διετέθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων ἤδη καὶ ὡρίσθη, ὅπως τὸ χρησιμοποιήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς κοινωφελῆ ἔργα ἐν Λοκρίδι. Ἀπεφασίσθη δὲ νὰ κατασκευασθῶσι σχολεῖα, ναοί, ὑδραγωγεῖα καὶ ὅ,τι ἄλλο κοινωφελές. Ἀλλὰ ἐπαναλέγω, Κύριοι, δὲν ἀρκεῖ ἡ μέχρι τοῦδε χορηγηθεῖσα συνδρομὴ πρὸς τοὺς παθόντας. Ἀπαιτεῖται ἄλλο τι μέτρον. Ἕνεκα τοῦ μεγάλου ῥήγματος, τὸ ὁποῖον ἐξικνεῖται εἰς μακρὰν ἀπόστασιν, ὡς εἶναι γνωστὸν, εἰς πολλὰ χιλιόμετρα, καὶ ἕνεκα τῆς καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην οἱ παθόντες νὰ μετοικήσωσιν ἐκ τῶν χωρίων των, ἅτινα κατεστράφησαν τέλεον, καὶ νὰ συνοικισθῶσιν εἰς ἄλλας θέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθησαν πρόσφοροι διὰ συνοικισμὸν δύο χωρία, τὸ Προσκυνᾶ καὶ τὸ Κυπαρίσσιον, καταστραφέντα ἐντελῶς, ἡνώθησαν μετὰ τὴν καταστροφὴν καὶ ἀπετέλεσαν συνοικισμὸν ἔν τινι θέσει ὀνομαζομένῃ Τραγάνα, ἀλλ’ ἡ θέσις αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν λειβάδιον τῆς διαλελυμένης Μονῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἐπίσης καὶ ἄλλος συνοικισμὸς πρόκειται νὰ γείνῃ, διότι πολλοὶ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μαρτίνου πρόκειται νὰ συνοικισθῶσιν ἐπὶ ἑτέρου ἐκκλησιαστιαστικοῦ λειβαδίου ἐντὸς τῆς Κωπαΐδος λίμνης, τὸ ὁποῖον, ἐνοικιαζόμενον παρὰ κερδοσκόπων ἐνοικιαστῶν, ἀποδίδει ἐλαχίστην πρόσοδον εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως ἐλαχίστην πρόσοδον ἀποδίδει καὶ τὸ ἕτερον λειβάδιον τῆς Τραγάνας τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔνθα εἶναι ὁ μέγας συνοικισμὸς καὶ πληθυσμὸς τῶν δύο μνησθέντων χωρίων. Ὅτε τὸ πρῶτον ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε διὰ τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς καὶ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἵνα ἀντιληφθῇ τῶν καταστροφῶν καὶ παράσχῃ τὰ πρώτας βοηθείας, ἐγένοντο, Κύριοι, αἱ δέουσαι παραστάσεις, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς παθόντας νὰ συστήσωσι τοὺς νέους συνοικισμοὺς ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω θέσεων, περὶ ὧν ἐποιησάμην λόγον, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἀναγνωρίσασα τὴν ἐπείγουσαν καὶ ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς συστάσεως τοιούτων συνοικισμῶν, ὑπεσχέθη πρὸς τοὺς παθόντας, ὅτι προθύμως θέλει παράσχει πᾶσαν συνδρομὴν καὶ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον, ὅπως ἐπιτραπῇ ὁ συνοικισμὸς ἐν αἷς θέσεσιν ἐζήτουν οἱ παθόντες καὶ χορηγηθῇ αὐτοῖς ἔκτασις τῆς γῆς ἐκ τῶν ὡς εἴρηται λειβαδίων, ἵνα δυνηθῶσιν οἱ ἀτυχεῖς παθόντες νὰ συντηρήσωσι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη των καὶ τὰ ἄλλα ζῷά των, καὶ νὰ ἔχωσι τὰ μέσα, ὅπως βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἀναπτύξωσι καὶ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι, ὅπερ ζητοῦσιν οἱ κάτοικοι καὶ τὸ ὁποῖον θέλει ἀνακουφίσει αὐτούς. Καίτοι δὲ εἶμαι ἐν γνώσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν δοθεῖσαν ὑπόσχεσίν της καὶ ἐργάζεται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ γινώσκω καλῶς, ὅτι παρασκευάζει νομοσχέδιον κατάλληλον, ὅπως ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι σύμπασα ἡ Βουλή, ἄνευ διακρίσεως κομμάτων, θέλει ἐπιψηφίσει τὸ εἰσαχθησόμενον νομοσχέδιον, ἵνα ἀνακουφίσῃ τοὺς ἀτυχεῖς παθόντας, οὐχ ἧττον παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὑπείκων εἰς τὰς θερμὰς παρακλήσεις τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι δικαίως ἀνυπομονοῦσι, διότι, ἐπαναλέγω, εἶναι ἐντελῶς κατεστραμμένοι, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ κατάλληλα νομοσχέδια καὶ διὰ τὸν συνοικισμὸν τῆς Τραγάνας καὶ τὸν συνοικισμὸν τῶν κατοίκων Μαρτίνου, οἵτινες ζητοῦσιν, ἵνα συνοικισθῶσιν εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν λειβάδιον τῆς «Μαυρομανδύλας», ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐντὸς τῆς Κωπαΐδος λίμνης, καὶ νὰ παρασχεθῇ ἡ χρῆσις τοῦ λειβαδίου Βίλβου καὶ ἡ καλλιέργεια τῶν γαιῶν τῆς διαλελυμένης Μονῆς Βίλβου καὶ ἡ δήλωσις αὐτῶν εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Λιβανατῶν, οἵτινες ἐπίσης εἶναι κατεστραμμένοι, ὡς καὶ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, Ἀταλάντης, Κολάκας, Ζελίου, Γουλεμίου καὶ τῶν λοιπῶν χωρίων, ἅπερ χάριν συντομίας παραλείπω, καθόσον ἅπασα ἡ Λοκρὶς ἔπαθε, διότι τὰ 9/10 τῆς Λοκρίδος περίπου κατεστράφησαν ἐκ τῶν σεισμῶν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον δὲν εἶναι εἰς εὐάρεστον κατάστασιν. Τελευτῶν τὸν λόγον ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἔχω δὲ κἀμμίαν ἀμφιβολίαν Κύριοι, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἄνευ ἐξαιρέσεως, ἄνευ χρωματισμοῦ τινος, ὁμοφώνως θέλει ἐπιψηφίσει αὐτὸ, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν κ. συναδέλφων ἀγνοεῖ τὸ μέγεθος τῆς συμφορᾶς, ἥτις ἔπληξε τοὺς κατοίκους τῆς ἀκμαζούσης πρότερον ἰδιαιτέρας ἡμῶν πατρίδος, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὑπάρχει ὁ μὴ συγκινηθεὶς ἢ μὴ συγκινούμενος ἐκ τῶν ἐνσκηψασῶν ἐκεῖσε μεγίστων καταστροφῶν. Ἐπειδὴ δ’ ἔχω τὸν λόγον ἤδη, σπεύδω νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, διατάξαντα τὴν διανομὴν τῆς ἐν τῇ παραλίᾳ νέας Πέλλης κειμένης ξυλείας.
§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω καὶ ἐγὼ τὴν ἐπαρχίαν Λοκρίδος· ἀλλὰ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν ἔλαβον ἐντολὴν παρὰ τῶν συνεπαρχιωτῶν μου, ἵνα διαβιβάσω εὐχαριστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια περὶ τῶν συνοικισμῶν, περὶ τῶν ὁποίων εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, καὶ ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ ταῦτα, τότε, ἀλλὰ τότε καὶ μόνον ἔχω ἐντολὴν νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας πρὸς τὸ κυρίαρχον σῶμα, τὴν Βουλὴν, ἥτις μόνη δικαιοῦται καὶ δύναται νὰ παραχωρήσῃ ἐθνικὰ γήπεδα, ἢ λειβάδια διαλελυμένων Μονῶν.
§13ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ.
§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἔχω ἐντολὴν νὰ διαβιβάσω ἐκ μέρους τῶν ἐπαρχιωτῶν μου μόνον παράπονα. Ἐν πρώτοις διότι ἀπέδειξε τὴν μεγάλην γενναιοδωρίαν της καὶ διέθεσεν ὑπὲρ αὐτῶν δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως 200,000 δραχμῶν μὲ τὴν μίαν χεῖρα καὶ μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα ἀφήρεσεν αὐτὰς ἐκ τῶν ἐράνων, οἵτινες ἐγένοντο ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τῶν σεισμῶν. Ἔχω μάλιστα ἐντολὴν νὰ ζητήσω λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, πῶς διέθεσε τὰς 200,000 δραχμῶν, τὴν ἔκτακτον ἐκείνην πίστωσιν, νὰ ζητήσω δὲ λόγον ἀκολούθως, διατὶ ἀφήρπασε 200,000 δραχμῶν ἐκ τῶν ἐράνων τῶν διὰ τοὺς παθόντας ἀποκλειστικῶς γενομένων ἐκ μέρους τῆς φιλανθρωπίας, καὶ πῶς διέθεσε καὶ ταύτας. Δεύτερον παράπονον ἐκ μέρους τῶν συνεπαρχιωτῶν μου ἔχω νὰ ὑποβάλω τὸ ἑξῆς. Παρήλθον μῆνες, Κύριοι, πολλοὶ, ἀφ’ ὅτου ἐγένοντο οἱ καταστρεπτικοὶ σεισμοί· εἰ καὶ εὐθὺς δ’ ἐξ ἀρχῆς ἀπεφασίσθη ὡς πρός τινα χωρία νὰ καταρτισθῶσι νέοι συνοικισμοὶ εἰς μέρη ὑποδειχθέντα ὡς ἀσφαλέστερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὶν ἔπαθον, εἰ καὶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐθεωρήθη ἐπάναγκες νὰ γείνωσι πάραυτα τὰ σχετικὰ σχεδιαγράμματα διὰ τοὺς νέους τούτους συνοικισμούς, πρὸς δὲ νέον σχέδιον διὰ τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας Ἀταλάντης, ἐν τούτοις, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους, ἐβράδυνεν ἡ σύνταξις καὶ ἡ δημοσίευσις τῶν σχεδιαγραμμάτων ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, οὕτω δὲ πολλοὶ κάτοικοι, καίτοι δυνάμενοι νὰ προβῶσιν εἰς κατασκευὴν ἔστω καὶ καλυβῶν ἀπὸ τοῦ θέρους, μένουσιν ἀκόμη ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν ἐπήρειαν τοῦ χειμῶνος. Ὡς πρὸς τὴν Ἀταλάντην ἰδίᾳ δὲν ἐδημοσιεύθη καὶ τὸ νέον σχέδιον, ἁπλῶς δὲ ἀνεκοινώθη ἐν ἀρχῇ τὸ σχετικὸν σχεδιάγραμμα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ ἐκλήθη ὁ ἐργοδηγὸς τῆς ἐπαρχίας νὰ ἐπιτρέπῃ οἰκοδομὰς, ἢ νὰ ἀπαγορεύῃ. Περὶ τοὺς ἑκατὸν δὲ Ἀταλαντεῖς προέβησαν εἰς ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν, συμμορφούμενοι πρὸς τὸ σχέδιον ἐκεῖνο, ὅτε αἴφνης τί μανθάνουσι τώρα; ὅτι γίνεται τροποποίησις τοῦ σχεδίου, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ὁποίας ὀφείλουσι νὰ μεταῤῥυθμίσωσι τὰς οἰκίας των, δηλαδὴ νὰ τὰς κατεδαφίσωσι καὶ νὰ τὰς οἰκοδομήσωσιν ἐκ νέου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου σχεδιαγράμματος, ἐνῷ ἄλλοι, μὴ ἔχοντες ἀκόμη οὐδὲν βέβαιον σχεδιάγραμμα ἐνώπιόν των, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ μένωσιν ὑπὸ τὰς σανίδας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι καὶ μόναι ἐπερίσσευσαν ἐκ τῶν 200,000 δραχμῶν τῆς πιστώσεως τῆς ἐκτάκτου καὶ ἐκ τῶν 800,000 τῶν ἐράνων, οἱ ὁποῖοι συνελέγησαν μέχρι τοῦδε. Ἔχω λοιπὸν ἐντολὴν ἐκ μέρους τῶν συνεπαρχιωτῶν μου νὰ ἀπευθύνω τὰ παράπονα ταῦτα καὶ νὰ ζητήσω συγχρόνως λόγον, διατὶ ἐβράδυνεν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἡ σύνταξις καὶ δημοσίευσις τῶν σχεδίων τῶν συνοικισμῶν καὶ ἰδίᾳ τῆς Ἀταλάντης, διατὶ, ἀφοῦ συνεπείᾳ τῆς ἀποστολῆς ἐκεῖσε τοῦ πρώτου σχεδίου ᾠκοδόμησαν περὶ τὰς ἑκατὸν οἰκίας, νῦν γίνεται μεταῤῥύθμισις αὐτοῦ, καὶ καλοῦνται ὅλοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι περιέσωσαν ὀλίγα λείψανα τῆς περιουσίας των ἐκ τῶν σεισμῶν, ὅπως στεγάσωσι ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των, νὰ κατεδαφίσωσι πάλιν τὰς οἰκίας των καὶ νὰ προβῶσιν εἰς κατασκευὴν νέων. Εἶπον, Κύριοι, πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἓν καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύριον ἔπρεπε νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῶν ἐκ σεισμοῦ παθόντων· ἡ διάθεσις ὁλοκλήρου τούτου τοῦ ποσοῦ ἐγένετο κατὰ τὸ φαινόμενον μὲν διὰ μιᾶς ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπῆς, πράγματι ὅμως διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Οἱ Λοκροὶ, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ οἱ ἐκ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν παθόντες ἐκ τῶν σεισμῶν, ἔχουσι τὸ αὐτὸ παράπονον, ὅτι δηλαδὴ ἐκτὸς ἄρτων τινῶν, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι ἦσαν ἄχρηστοι, οὔτε διὰ τοὺς κύνας κατάλληλοι, ἐκτὸς ὀλίγων ἀλεύρων, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα διενεμήθησαν ὡς διενεμήθησαν οἱ ἄρτοι, ἐκτὸς ὀλίγης ξυλείας, καὶ ταύτης ἀνεπαρκοῦς, ἀνεπαρκεστάτης, ἐκτὸς, λέγω, αὐτῶν, τίποτε ἄλλο δὲν ἐγένετο. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι συνεπείᾳ παραστάσεων ἡμῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῇ ἐπὶ τῶν ἐράνων ἀπεφασίσθη νὰ δαπανηθῶσι καὶ ἕτερα ποσὰ δι’ ὑδραγωγεῖα, τὰ ὁποῖα κατεστράφησαν. Εἴπομεν ἐπὶ τέλους εἰς τὴν ἐπιτροπήν: «ἀφοῦ δὲν θέλετε νὰ δώσητε ἀπ’ εὐθείας εἰς τοὺς παθόντας», (διότι οἱ Λοκροὶ δὲν κατεδέχθησαν νὰ ζητήσωσιν, ἀλλ’ ἐπροτίμησαν γενναίως νὰ ὑποφέρωσι τὸ ἀτύχημά των καὶ διότι ἔδειξαν τὸν ἱπποτισμὸν αὐτὸν, οὐδεὶς περὶ αὐτῶν ἐμερίμνησε προσηκόντως) εἴπομεν, λέγω: «διαθέσατε ποσά τινα τοὐλάχιστον ὑπὲρ κοινωφελῶν ἔργων», καὶ ἀπεφασίσθη νὰ κατασκευασθῶσιν ὑδραγωγεῖά τινα. Ἀλλὰ μολονότι ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι δημοπρασίαι καὶ κατακυρώσεις ὁριστικαὶ, ἐν τούτοις ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων ἀναβάλλεται, οἱ δὲ κάτοικοι μένουσιν ἀκόμη ἄνευ ὕδατος. Περὶ τούτων πάντων παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, ἰδίᾳ ὅμως λογαριασμὸν λεπτομερῆ ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν τῶν 200,000 δραχμῶν,—διότι ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ ἤδη παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἐγκριθῇ ἡ σχετικὴ πίστωσις,—λογαριασμὸν λεπτομερῆ καὶ ὡς πρὸς τὰς ἑτέρας 200,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, κατ’ ἀρχὰς μὲν ἰσχυριζομένη, ὅτι ἡ ἔκτακτος πίστωσις τῶν 200,000 δραχμῶν δὲν ἦτο ἄλλο τι ἢ ἁπλῆ προκαταβολὴ, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει ἡ Κυβέρνησις εἰς λογαριασμὸν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων, ὅτε ὅμως τῇ ἐγένοντο ἀντιῤῥήσεις, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι παράλογον καὶ οὔτε εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον στηρίζεται οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα, τότε εἶπε: «ζητῶ καὶ ἐγὼ τὰς 200,000 δραχμὰς, διότι εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν παθόντων». Ἐζητήσαμεν, Κύριοι, ἐξηγήσεις κατὰ τί ἔπαθεν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν σεισμῶν, καὶ τί μᾶς ἀπήντησε; «Δὲν ἔχομεν δημόσια κτίρια ἐκεῖ, Ἐφορίαν, Εἰρηνοδικεῖα, Ταμεῖα». Οὐδέποτε ὅμως εἶχε τοιαῦτα δημόσια κτίρια, πάντοτε δὲ μέχρι τοῦδε ἐμίσθονεν ἰδιωτικὰς οἰκίας. Ἐπωφελήθη λοιπὸν τῆς πανωλεθρίας τῶν Λοκρῶν, ἵνα κατασκευάσῃ δημόσια κτίρια! καὶ ὁποῖα κτίρια ἠθέλησε νὰ οἰκοδομήσῃ; ἐν Χαλκίδι λ. χ. ἠθέλησε νὰ οἰκοδομήσῃ Πρωτοδικεῖον ἀντισεισμικόν, καὶ μόλις ᾠκοδομήθη τοῦτο, κατέπεσε.
§15ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Χαλκίδι δὲν ᾠκοδομήθη Πρωτοδικεῖον.
§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὕτως ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, χωρὶς νὰ διαψευσθῇ παρά τινος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ λεπτομερῆ λογαριασμὸν τόσῳ διὰ τὰς 200,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἐζήτησε καὶ ἔλαβε δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅσῳ καὶ διὰ τὰς ἄλλας 200,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἐζήτησε καὶ ἔλαβε παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς. Πρὸς δὲ καλὸν θὰ ἦτο νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐράνων μίαν λογοδοσίαν, πῶς διέθεσε τὸ ὑπόλοιπον ποσόν· διότι αὕτη ἔχει συλλέξει μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τὰς 800,000 δραχμάς.
§17ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὲρ τὸ 1,000,000.
§18ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπὲρ τὸ 1,000,000, ὡς λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Γνωρίζομεν ὅτι διέθεσεν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως 200,000 δραχμάς· νὰ μάθωμεν λοιπὸν, τί ἐγένοντο καὶ αἱ ἄλλαι 800,000.
§19ΡΙΚΑΚΗΣ. 400,000 διέθεσε.
§20ΕΥΤΑΞΙΑΣ. 400,000 λέγει ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος συνάδελφος. Νὰ δώσῃ λοιπὸν λογαριασμὸν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰς 400,000, συγχρόνως ὅμως νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ λογοδοσίαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ ὑπολοίπου ποσοῦ τῶν 600,000 δραχμῶν. Δὲν ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην πλέον οἱ Λοκροὶ καὶ οἱ παθόντες ἐκ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἔχουσιν ὅμως δικαίωμα νὰ ζητήσωσι καὶ μάθωσι, τί ἐγένοντο τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἡ φιλανθρωπία ἔδωκε χάριν τῆς πανωλεθρίας, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν.
§21ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις σας, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ προσαγάγω τὰς αἰτουμένας πληροφορίας.
§22ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου συναδέλφου, νὰ ζητηθῇ καὶ δοθῇ λογοδοσία ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἰσέπραξε καὶ διεχειρίσθη τὰς εἰσφορὰς ὑπὲρ τῶν Λοκρῶν, ὡς καὶ παρὰ παντὸς ἄλλου διαχειρισθέντος τὰς ἐν λόγῳ εἰσφοράς, διότι ἐκ τῆς λογοδοσίας ταύτης θέλομεν κρίνει καὶ ἡμεῖς καὶ πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες συνεισέφερον τὸ χρῆμά των, τί ἐγένοντο τὰ χρήματα ταῦτα καὶ πῶς διετέθησαν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ παράπονον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι ἡ Ἀταλάντη στερεῖται σχεδιαγράμματος, ἰδοὺ τί συνέβη. Ὡς ἐγὼ καλῶς γνωρίζω, ἐγένετο σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη καὶ ἐφηρμόσθη, ἀλλὰ παράπονα ἐγένοντο πολλὰ κατὰ τοῦ σχεδίου ἐκείνου, διότι οἱ μηχανικοὶ ἐχάραξαν τὰς πλείστας ὁδοὺς μὲ πλάτος 14 καὶ 12 μέτρων· ἐννοεῖται ὅτι αἱ ὁδοὶ αὗται κατέλαβον τὸ πλεῖστον μέρος τῆς Ἀταλάντης, καὶ πλεῖστα οἰκόπεδα κατεστράφησαν ἐντελῶς. Ἠγέρθησαν ἕνεκα τούτου, ὡς προεῖπον, παράπονα ἐκ μέρους πολλῶν κατοίκων εὐλόγως δίκαια, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο τροποποίησις τοῦ σχεδίου τῆς Ἀταλάντης, περιορισθέντος τοῦ πλάτους τῶν ὁδῶν, καὶ τὸ σχέδιον τοῦτο ἀπεστάλη εἰς τὸν δήμαρχον Ἀταλάντης...
§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πότε ἀπεστάλη;
§24ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παρελθὸν Σάββατον... Ἐπὶ τοῦ παρόντος οἱ κάτοικοι ᾠκοδόμησαν, ὡς εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος πρώτου σχεδίου, νῦν δ’ ἀπεστάλη τὸ νέον σχέδιον, ἵνα ἐγκριθῇ ἀπὸ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, διότι, ἐὰν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τῆς Ἀταλάντης δὲν ἐγκρίνῃ τὸ νέον σχέδιον, βεβαιότατα θὰ ἰσχύῃ τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἐνέκρινε τὸ αὐτὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἐὰν λοιπὸν ἠδικήθησαν κάτοικοί τινες τῆς Ἀταλάντης, ἠδικήθησαν συνεπείᾳ τοῦ πρώτου σχεδίου, ὡς προεῖπον, ἀλλ’ ἤδη ἐπανορθοῦται τὸ ἄδικον διὰ τοῦ δευτέρου σχεδίου, ὅπερ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει ἐγκρίνει ταχέως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον.
§25ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ζημίας ποῖος θὰ τὰς πληρώσῃ;
§26ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσι ζημίαι.
§27ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τὸ πρῶτον σχέδιον ἐξετελέσθη ἐν μέρει, πῶς δὲν ὑπάρχουσι;
§28ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι τὸ παλαιὸν σχέδιον χαράσσει εὐρυτάτας ὁδούς· λοιπὸν ἠναγκάσθησαν οἱ κύριοι τῶν οἰκοπέδων καὶ ᾠκοδόμησαν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῶν οἰκοπέδων των. Ἤδη διὰ τοῦ νέου σχεδιαγράμματος αἱ ὁδοὶ γίνονται στενότεραι, ἑπομένως ἐπεκτείνονται τὰ οἰκόπεδα, καὶ τοιουτοτρόπως αὐξάνουσι ταῦτα. Ἐὰν ὅμως τὸ νέον σχέδιον δὲν ἦναι λυσιτελὲς καὶ σύμφωνον πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν κατοίκων, εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τῆς Ἀταλάντης ἀπόκειται νὰ ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὸ νέον σχέδιον, ἢ νὰ τὸ τροποποιήσῃ· διατὶ λοιπὸν παραπονεῖται ὁ κ. συνάδελφος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι πλεῖστοι κάτοικοι τῆς Ἀταλάντης μὲ παρεκάλεσαν, ὅπως ἐπενεχθῇ ἡ ἐν λόγῳ τροποποίησις τοῦ σχεδίου, καὶ μάλιστα ὑπέβαλα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφορὰν περὶ τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐράνων, ἥτις διέθεσε χρηματικὰ ποσὰ πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείων, πρὸς κατασκευὴν ναῶν καὶ σχολείων, πρὸς κατασκευὴν ἄλλων κοινωφελῶν ἔργων, βεβαιότατα ὀφείλεται χάρις εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ὁμοθύμως καὶ ὁμοφώνως ἀπεφήνατο νὰ κατασκευασθῶσι τοιαῦτα. Ἐν τέλει λέγω, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κύριος συνάδελφος νὰ παραπονῆται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, δὲν ἀμφιβάλλω, διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ θέλει ἐν καιρῷ ἀπαντήσει δεόντως εἰς τὰς αἰτιάσεις τοῦ κυρίου συναδέλφου, καὶ θ’ ἀναιρέσῃ τὰς μομφάς. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα, διὰ τῆς ὑποβολῆς καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν περὶ ὧν ἐποιησάμην τὴν ἐπερώτησίν μου νομοσχεδίων, περὶ συνοικισμῶν τῶν παθόντων καὶ δωρεᾶς πρὸς αὐτοὺς τῶν ὡς εἴρηται γαιῶν καὶ λειβαδίων, θέλει ἐπισπάσηται τὴν ἀίδιον εὐγνωμοσύνην ἁπάντων τῶν συμπολιτῶν μου.
§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ εἶπον σαφῶς, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῶν σεισμῶν αὐτὴ ἡ μετέωρος κατάστασις, καθ’ ἣν οἱ κάτοικοι τῆς Ἀταλάντης δὲν ἔχουσιν ἀκόμη ἓν ὁριστικὸν σχέδιον, ἵνα οἰκοδομήσωσιν. Ἐγένετο ἓν σχέδιον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸ σχέδιον δ’ αὐτὸ ἐστάλη εἰς τὴν Ἀταλάντην, ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐπεστράφη ἐνταῦθα καὶ κατέστη ὁριστικόν. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ᾠκοδόμησαν περὶ τὰς 100 οἰκίας καὶ ᾠκοδόμησαν ὄχι εἰς ἐξοχὰς, ὅπου δύνανται νὰ κάμωσι κήπους πρὸ τῶν οἰκιῶν των, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς κεντρικωτέρας ὁδοῦ τῆς ἀγορᾶς, ὅπου μόνον καταστήματα δύνανται ν’ ἀνεγερθῶσιν. Ἤδη γίνονται ἐνέργειαι πλάγιαι...
§30ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τί πλάγιαι ἐνέργειαι; Ὁ δήμαρχος, ὁ φίλος σας, ζητεῖ τὴν μεταῤῥύθμισιν.
§31ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐνέκριναν τὸ πρῶτον σχέδιον καὶ αὐτὸ ἐφαρμόζεται. Ἤδη ὅμως τί συμβαίνει; Γίνονται ἐνέργειαι πλάγιαι, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐπετεύχθη τροποποίησις τοῦ σχεδίου, καὶ αὐτὴ ἀπεστάλη εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα σκεφθῇ ἐὰν πρέπῃ νὰ τὴν ἐγκρίνῃ ἢ ὄχι. Εὐθὺς ἀνακόπτονται ὅλαι αἱ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι ἐξετελοῦντο. Οἱ ἄνθρωποι εἶχον προβῆ εἰς οἰκοδομὰς, εἶχον ἔλθῃ εἰς συμφωνίας μὲ ἐργολάβους καὶ μὲ τέκτονας, καὶ τώρα ἀναγκάζονται νὰ σταματήσωσι, δυνατὸν δὲ νὰ συμβῇ, ὥστε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο τώρα, νὰ ἐξακολουθῇ ἐπ’ ἄπειρον· διότι, ἐὰν αὔριον γείνωσι νέαι ἐνέργειαι, θὰ γείνῃ νέα τροποποίησις καὶ θ’ ἀναγκάζωνται τότε οἱ δυστυχεῖς Ἀταλαντεῖς νὰ μεταῤῥυθμίζωσιν ἑκάστοτε τὰς οἰκίας των καὶ νὰ τὰς μεταβάλλωσιν εἰς φοῦρνον τοῦ Νασρεδὶν Χότζα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν κοινωφελῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀπεφάσισεν ἡ ἐπιτροπή, ἐγὼ οὐδὲν παράπονον ἐξέφρασα κατὰ ταύτης· τοὐναντίον μάλιστα, ὅτε ἤμην μέλος αὐτῆς, ἐγὼ ἐκ τῶν πρώτων ὑπέδειξα τὴν ἀνάγκην αὐτῶν, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ παμψηφεὶ ἐνέκρινε τὰ σχετικὰ ποσά. Τοῦτο ἐγένετο κατὰ Ἰούλιον μῆνα, ἀκόμη ὅμως δὲν ἤρχισε κἀμμία ἐργασία· διατί; διότι προσκρούει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων. Γίνονται σχεδιαγράμματα, ἐκτίθενται τὰ ἔργα εἰς δημοπρασίαν, κατακυροῦνται καὶ αἴφνης ἀκυροῦνται· νέα δημοπρασία, νέαι κατακυρώσεις ὁριστικαί, καὶ ὅμως πάλιν ἡ ἐκτέλεσις δὲν ἄρχεται. Εὐθύνεται λοιπὸν ἡ ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως ἐποπτεία, ἡ ὁποία εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μοὶ ἔδωκε καιρὸν ν’ ἀναμνησθῶ καὶ ἄλλης τινὸς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν. Πρόκειται καὶ ἐν Ἀταλάντῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ ἴδια δημόσια κτίρια, ἀλλ’ ἐνῷ νόμιμος πρωτεύουσα εἶναι ἡ Ἀταλάντη, λαθροχειρικῶς πως ἐπιζητεῖται ἡ μετάθεσις αὐτῆς εἰς ἄλλον δῆμον. Παρὰ τὴν Ἀταλάντην, κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιερώθη ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀνεγνωρίσθη ὡς ἕτερος δῆμος εἷς συνοικισμὸς, «Μακεδονία» ἐκεῖ λεγόμενος, ὡς δῆμος νέας Πέλλης. Αὐτὸς ὁ δῆμος ἄλλοτε εἶχεν ἕδραν εἰς τὴν παραλίαν· τώρα κατωρθώθη νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπαρτίζων ἰδίαν δημοτικὴν περιφέρειαν παρὰ τὴν Ἀταλάντην, καὶ νὰ ἔχῃ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἴδιον δημοτικὸν σχολεῖον. Προκειμένου λοιπὸν νὰ ἀνεγερθῶσι δημόσια κτίρια, πληροφοροῦνται οἱ Ἀταλαντεῖς μετὰ λύπης, ὅτι ταῦτα δὲν πρόκειται νὰ ἀνεγερθῶσιν ἐπὶ ἐθνικῶν γηπέδων, κειμένων ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ δήμου Ἀταλάντης, ὅστις κατὰ νόμον εἶναι ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ συνοικισμοῦ τῆς Νέας Πέλλης. Τοῦτο, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ἄδικον δι’ ἕνα ὁλόκληρον πληθυσμὸν, οἷος εἶναι ὁ τῆς πρωτευούσης Ἀταλάντης, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι καὶ παράνομον. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τὴν ἰδιαιτέραν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ φροντίσωσι νὰ μάθωσιν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐθνικὰ γήπεδα καὶ ἐν Ἀταλάντῃ, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ἐγερθῶσι τὰ δημόσια ταῦτα κτίρια. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον, νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἄλλην δαπάνην, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ διὰ τὰ δημόσια κτίρια, δύναται νὰ προστεθῇ ἀκόμη καὶ δαπάνη 5 ἢ 6 χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἀναγκαίων γηπέδων. Ὡς πρὸς τοὺς συνοικισμοὺς τῆς Δραγάνας καὶ τῆς Μαυρομανδύλας, ἐπιμένω καὶ ἐγὼ καὶ ἀπευθύνω τὴν σύστασιν ταύτην ἐνταῦθα, διότι μόνον ἐνταῦθα δύναμαι νὰ ἀπευθύνω ἐγὼ συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ τὰ μάλιστα κατεπεῖγον ζήτημα εἶναι διὰ τὸν συνοικισμὸν Δραγάνας. Ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι ὅ,τι εἶχον καὶ ὅ,τι δὲν εἶχον ἐδαπάνησαν, καταλαβόντες γήπεδά τινα, ἐπὶ τῇ βάσει μάλιστα σχεδιαγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ᾠκοδόμησαν ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρουσιν, ἂν θὰ παραμείνωσιν ἐκεῖ ἐπὶ πολὺ ἢ ὄχι, διότι δὲν εἶναι ἰδιοκτῆται, διότι εἶναι μικρὸν ἐκκλησιαστικὸν λειβάδιον, διὰ τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθησαν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν περιοδείαν των ἀνὰ τὴν Λοκρίδα, ὅτι ἅμα τῇ συγκλήσει τῆς Βουλῆς θὰ ὑπέβαλλον νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως εἰς αὐτούς, ἀλλὰ δὲν τὸ ὑπέβαλον ἀκόμη, διὸ δικαίως οἱ κάτοικοι Δραγάνας ἀνησυχοῦσι.
§32ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι συμφωνότατος καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, νὰ κατασκευασθῶσι τὰ δημόσια κτίρια ἐντὸς τῆς πόλεως Ἀταλάντης, εἰς τὸ κέντρον αὐτῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου ταχέως καὶ ἀποτελεσματικῶς.
§33ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τοῦ Β. Μουσούρη, πληρεξουσίου τῆς Ῥωσσικῆς ἀτμοπλοϊκῆς καὶ ἐμπορικῆς ἑταιρίας.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 41).
§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὶν ἢ κατέλθητε τοῦ βήματος, σᾶς ὑπενθυμίζω τὴν ἔκθεσιν παραδόσεως τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων.
§36ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔκθεσις δὲν ὑπάρχει.
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις παρέλαβε τὸ ἔργον, δὲν συνέταξεν ἔκθεσιν;
§38ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν μοὶ ὑπεβλήθη ἔκθεσις ἀκόμη, διότι ἡ ἐπιτροπὴ συνεδριάζει, ἐξετάζουσα τὰ τῶν ἀντιῤῥήσεων τῆς ἑταιρίας.
§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ...
§40ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀπήντησα καὶ εἰς τὸν κύριον συνάδελφόν σας ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔλεγεν, ὅτι ὑπεβλήθη ἔκθεσις, χαρακτηρίζουσα τὸ ἔργον ὡς ἀνεπίδεκτον ἐκμεταλλεύσεως, ἀπήντησα τότε, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη τοιαύτη ἔκθεσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τίνι βάσει θεωρεῖτε τὸ ἔργον τετελεσμένον; διότι τοῦτο ἐδηλώσατε. Ἄνευ ἐκθέσεως λοιπὸν θεωρεῖτε τετελεσμένον τὸ ἔργον;
§42ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τοῦτο, κύριε Βουλευτὰ, ἐννοεῖτε καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ, ὅτι εἶναι ἡ τυπικὴ τελείωσις· ἡ πραγματικὴ εἶναι ἄλλη, τὴν ὁποίαν μανθάνει ἡ ὑπηρεσία κατὰ διαφόρους τρόπους. Τὸ ἔργον λοιπὸν εἶναι πράγματι περατωμένον.
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἔκθεσις;
§44ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ συνεδριάζει πρὸς τοῦτο, μελετῶσα τὰ διάφορα θέματα καὶ τὰς ἀντιῤῥήσεις τῆς ἑταιρίας, ἵνα ὑποβάλῃ ταὐτοχρόνως τὰς ἐκθέσεις. Ὅταν τὰς λάβω, θὰ τὰς καταθέσω.
§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐξ ὅσων εἶπε τώρα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζω ὅτι περὶ ἄλλης τινὸς ἐκθέσεως πρόκειται καὶ οὐχὶ περὶ ἐκθέσεως παραδόσεως τοῦ ἔργου. Ἀλλ’ ἂς ἐπιφυλαχθῇ νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτήν. Τουλάχιστον τὰς ἀντιῤῥήσεις τῆς ἑταιρίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ;
§46ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θέλετε νὰ διακόψω τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς;
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀντίγραφον δύνασθε νὰ μᾶς ὑποβάλητε, χωρὶς νὰ διακόψητε τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς.
§48ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν εὐθύνεται, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, ὁ φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπησχόλησεν αὐτὴν ἐπὶ μίαν ὥραν, διότι ὅλα ταῦτα εἶναι οἰκογενειακὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἠδύναντο οὗτοι λυσιτελέστερον νὰ συνεννοηθῶσιν ἰδιαιτέρως, χωρὶς ἡμεῖς ν’ ἀκούσωμεν ὅλην αὐτὴν τὴν οἰκογενειακὴν συνδιάλεξίν των· διότι βεβαίως ὁ ἕτερος ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας κ. Βουλευτὴς οὐδὲ δικαίωμα εἶχε, κατὰ τὰ ἐθιζόμενα καὶ τὰ ἰσχύοντα, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὰς παρακλήσεις καὶ εἰς τὰς συστάσεις τοῦ προλαλήσαντος ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Βεβαίως πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐνθυμῆται τὴν θερμὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸ σπουδαιότατον ζήτημα, τὸ ἀφορῶν τὴν ἐπαρχίαν μου, ἤτοι τὸ ζήτημα τῆς σμύριδος, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐλησμόνησε τὰς ἐπανειλημμένας ἐπίσης εἰς τὰς συστάσεις μου ἀπαντήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δῆθεν ἔλαβε τὴν δέουσαν πρόνοιαν. Θὰ ἐνθυμεῖται βεβαίως ἐπίσης ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ βεβαιώσῃ τότε, ὅτι αἱ ὑποβληθεῖσαι εἰς αὐτὸν προτάσεις περὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου προϊόντος δὲν ἦσαν συμφέρουσαι ἀπέναντι τῶν βλέψεων, τὰς ὁποίας εἶχεν αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἀλλοίας διαθέσεως τοῦ προϊόντος τούτου. Καὶ θὰ ἐνθυμεῖται ἐπὶ τέλους ἡ Βουλή, ὅτι αἱ προτάσεις ἐκεῖναι ὑπερέβαινον τὸ ποσὸν τῶν πεντακοσίων χιλιάδων φράγκων χρυσῶν, δηλαδὴ ὅτι ὑπερέβαινον τὸ ποσὸν τῶν ὀκτακοσίων ἑβδομήκοντα χιλιάδων δραχμῶν χαρτίνων, ὡς θὰ ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ὅτι εἶχε τὸ θάῤῥος, ὅπως πάντοτε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἡ διάθεσις κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐπροτίμησεν, ἐπλησίαζε τοὐλάχιστον εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσήρχετο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐὰν ἀπεδέχετο τὰς προτάσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἐγνώριζε καὶ τῶν ὁποίων σημείωμα ἔντυπον ὑπέβαλε καὶ διένειμεν εἰς ἡμᾶς. Ἀλλὰ ὅλα ταῦτα, ὅπως καὶ ὅλον τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ δωδεκαετίαν, ἦσαν ψευδέστατα καὶ ἀπεδείχθησαν ψευδέστατα. Καὶ τὸν παρακαλῶ, ἂν δὲν ἦσαν ψευδῆ τὰ λεχθέντα τότε παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ὑποβάλῃ σημείωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς διαχειρίσεως τοῦ παρ’ αὐτοῦ προτιμηθέντος συστήματος κατὰ τὸ 1893 καὶ 1894, διότι τότε ἔλεγον εἰς αὐτὸν, ὅπως λέγω καὶ σήμερον, ὅτι αἱ προτάσεις ἐκεῖναι ἀπέβλεπον, ἵνα εἰσαχθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὄχι ὀλιγώτερον ποσὸν τῶν 850,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ἀπέναντι τοιούτων προτάσεων εἶχε τὸ θάῤῥος ἀντιῤῥονῶν νὰ λέγῃ, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπροτίμησεν, ἐὰν δὲν ἀποφέρῃ ἴσον ποσὸν, δὲν θὰ ἦτο πολὺ ἔλασσον αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ μετὰ τὴν παράκλησίν μου ταύτην, μετὰ τὴν ἀπαίτησίν μου ὡς Βουλευτοῦ, ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαχειρίσεως παρ’ αὐτοῦ τῆς σμύριδος τοῦ 1893 καὶ 1894, θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν ἔλεγεν ἀληθῆ, θ’ ἀποδειχθῇ δηλαδή, ὅτι δὲν εἰσῆλθον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον οὐδὲ 100,000 δραχμαί. Καὶ ἐντεῦθεν μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ ἐρωτήσωμεν, τί ἔγειναν αἱ 700 χιλιάδες; Ἐρωτῶ σὲ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, εἰς τὴν κατάστασιν τῆς πτωχεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιήγαγες τοῦτο, ἀδιαφορεῖς; νομίζεις ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀντικείμενον συστάσεως, δὲν εἶναι ἀντικείμενον σκέψεως; Ἀλλὰ προλαμβάνων τὴν ἀπάντησίν σου, τὴν ἀπολογίαν σου, προλέγω ὅτι θὰ φέρῃς κατάστασιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι κατὰ τὸ 1894 δὲν ἐξήχθη ποσὸν σμύριδος πλέον τῶν 60,000 κανταρίων, ἐνῷ κατὰ τὰς προτάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν καὶ τὰς ὁποίας ἀπέκρουσας διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους γνωρίζεις καὶ γνωρίζω, θὰ ὑπερέβαινον τὰ 160,000 καντάρια, καὶ θὰ φέρῃς κατάστασιν, διὰ τῆς ὁποίας θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν εἰσήχθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καθαρὸν κέρδος οὐδὲ 100,000 δραχμῶν. Τοιαύτη εἶναι ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχεις βεβαίως γνῶσιν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπός σου διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς σμύριδος ἐν Νάξῳ, ὁ κ. Γιαννόπουλος, καταγγέλλεται διὰ πολλὰς καταχρήσεις τηλεγραφικῶς καὶ δι’ ἀναφορῶν τῶν δημάρχων, τῶν κατοίκων τῆς Νάξου, τῆς νήσου ἐκείνης. Σοὶ ἐγνωρίσθη δι’ αὐτῶν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος εἶναι καταχραστής, ὅτι συνεταιρίζεται μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθηκες τὴν διαχείρισιν τοῦ προϊόντος τούτου, καὶ ὅτι ἑπομένως καταχρᾶται. Βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τοιαῦται καταγγελίαι καὶ τηλεγραφικῶς καὶ ἐγγράφως ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ τὸ θάῤῥος καὶ τοῦτο νὰ πράξῃ, ἐγὼ διὰ τηλεγραφήματος, δι’ ἀναφορᾶς ἑκατὸν ἀτόμων, δημάρχων, ἰατρῶν, δικηγόρων, ἐμπόρων κλπ. καθιστῶ τοῦτο γνωστὸν εἰς αὐτὸν καὶ τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ὁποῖον γνωρίζεις, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ ὅμως δὲν ἔχεις τὸ θάῤῥος νὰ κάμῃς χρῆσιν τῶν καταγγελιῶν τούτων, νὰ διατάξῃς διοικητικὰς ἀνακρίσεις, ἵνα πεισθῇς, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον αἱ ἀποδιδόμεναι εἰς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον καταχρήσεις ᾖναι ἀληθεῖς ἢ ὄχι. Ἀλλὰ σιωπᾷς μέχρι τοῦδε καὶ τὸν διατηρεῖς, ἵνα διαπράξῃ ἴσως καὶ ἐγκλήματα φόνου. Καὶ γνωρίζεις τί συνέβη πρὸ 10 ἡμερῶν ἐν Νάξῳ, καὶ γνωρίζεις ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ὁ ἔχων βαθμὸν τμηματάρχου δευτέρας τάξεως, πυροβολήσας καὶ ἀντιπυροβοληθεὶς ἐν κεντρικῷ μέρει τῆς πόλεως Νάξου, προεκάλεσε διὰ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς του σκηνὰς φονικάς· καὶ ὅμως σιγᾷς, καὶ ὅμως δὲν κάμνεις χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχεις, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ παραβλέπεις, συναλλασσόμενος καὶ συναλλάσσων. Βεβαίως τοῦ τηλεγραφήματος τούτου θὰ ἔλαβες γνῶσιν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει): «Νάξος, 15 Νοεμβρίου 1894. «Βουλευτὴν Βάλληνδαν. Ἀθήνας. «Διευθυντὴς σμύριδος Γιαννόπουλος, ἐπανειλημμένως, ἀλλὰ μάτην καταγγελθεὶς εἰς Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν ὑπὸ δημάρχου Κορωνίδος καὶ ἄλλων ἐπὶ παρανομίαις καὶ καταχρήσεσι, διατηρεῖται ἔτι εἰς θέσιν του, καταπιέζων σμυριδορύκτας καὶ ἀδικῶν αὐτοὺς καὶ Δημόσιον. Καταχωρισθείσης δὲ τελευταῖον διατριβῆς κατ’ αὐτοῦ ἐν ἐφημερίδι Νάξῳ, ὑπέθεσεν ἀδίκως συντάκτην αὐτῆς Γ. Παγίδαν, ὅθεν προέβη παρελθούσῃ Κυριακῇ εἰς ἀνήκουστον θράσος, ῥαπῖσαι καὶ πυροβολῆσαι ἐν μέσῃ ἀγορᾷ ἀνωτέρω ἐντιμότατον συμπολίτην, μόλις σωθέντα δι’ ἐγκαίρου χρήσεως περιστρόφου ἐπίσης. Γιαννόπουλος προέβη εἰς ἀποτρόπαιον ἔργον ἐσκεμμένως καὶ ἐκ προμελέτης, δημοσίᾳ προαπειλήσας μετὰ διαχειριστοῦ μονοπωλίων Ταμπακοπούλου θάνατον κατὰ Παγίδα, ὡς μαρτυροῦσι νῦν πολλοί. Ἀπευκταῖον οὐδὲν συνέβη, ἀγανάκτησις ὅμως πάντων κατοίκων ἀπερίγραπτος· διὸ διαμαρτυρήθητε, ὅπως ἀποβληθῇ ἀχρεῖος ὑπάλληλος, ἐπικειμένων ἄλλως δυσαρέστων. «Ταχυδρομικῶς ἀπεκλείσθημεν ἐκ κακοκαιρίας. Ἐτηλεγραφήθησαν ἐπίσης δέοντα Εἰσαγγελία Σύρου, Πρωθυπουργῷ, Ὑπουργείῳ Οἰκονομικῶν καὶ Καιροῖς· διὰ διακοπὴν ὅμως τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας μέχρις Ἀθηνῶν, κατὰ τηλεγραφητήν μας, ἔρχονται σχετικὰ ταχυδρομικῶς, ὡς καὶ ὑμῖν.» (Ἔπονται 67 ὑπογραφαί). Ἐλάβατε τοιοῦτον τηλεγράφημα, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅμως ἐσιωπήσατε, διότι σᾶς ἐπιβάλλει τὴν σιωπὴν ἡ συναλλαγή. Καὶ νομίζετε ὅτι διὰ τοιαύτης τακτικῆς δύνασθε σεῖς νὰ συντελέσητε εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν, διατηροῦντες τοιούτους ὑπαλλήλους εἰς τοιαύτην σπουδαίαν ὑπηρεσίαν! Τὸ ἔγγραφον λοιπὸν τοῦτο τῶν συνεπαρχιωτῶν μου, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὑποβάλλω εἰς ὑμᾶς, καὶ ἐκ τῶν ὑπογραφῶν θὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν σπουδαιότητα τῶν καταγγελιῶν, διότι ἐγὼ δὲν ἤμην ἐκεῖ καὶ δὲν γνωρίζω τίποτε.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν γνωρίζετε τίποτε, διατὶ ἀποκαλεῖτε κλέπτην καὶ λωποδύτην τὸν ὑπάλληλον αὐτόν;
§50ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ... (Θόρυβος).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν, ἵνα μὴ ὑβρίζητε.
§52ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν λέγω τοῦτο ἐγώ. Τοῦτο λέγει ἡ ἀναφορά. Δὲν ὕβρισα οὐδὲ Ὑπουργὸν οὐδὲ Βουλευτὴν, οὔτε αὐτὸν τὸν καταγγελλόμενον. Ἄλλως ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διακόψητε, μόνον ἐὰν ὑβρίζω Ὑπουργὸν ἢ Βουλευτήν. Τούτου τοῦ τηλεγραφήματος πρὸ πολλοῦ ἔχει γνῶσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅμως διατηρεῖ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἅλις περὶ τούτου. Περὶ τούτου ἂς σκεφθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετέθη ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἀνόρθωσις αὐτῶν. Ἄξιον βεβαίως εἶναι τὸ Κράτος τῆς τύχης του, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀνέχεται τὴν κατάστασιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐγὼ συγκεκριμένως ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν συζητῶ περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, διότι βεβαίως ἐκεῖ ὅπου ἔφθασαν τὰ οἰκονομικὰ πράγματα, διευθύνοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐλπίζεται σωτηρία τοῦ Κράτους. Πρόκειται εἰδικῶς περὶ τῆς ἐπαρχίας μου. Ἡ ἐπαρχία τῆς Νάξου ἔχει σπουδαιότατον συμφέρον, ὅπως σπουδαιότατα ἦσαν βεβαίως καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος, διὰ τὰ ὁποῖα πολὺ ἐνδιαφερόντως καὶ λίαν ἀξιεπαίνως ἠγόρευον ἐπὶ μίαν ὥραν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Ἡ ἐπαρχία τῆς Νάξου ἔχει σπουδαιότατον συμφέρον νὰ ἐκμεταλλεύηται τὸ σπουδαιότατον αὐτὸ προϊὸν τῆς σμύριδος, διότι ἐξ αὐτοῦ τοῦ προϊόντος οἱ δυστυχεῖς συνεπαρχιῶταί μου σμυριδορύκται ἀποζῶσι, κατὰ τὰ συμπεφωνημένα μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτά. Τὰ γνωρίζει λίαν καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ἂν καὶ ὅλα τὰ γνωρίζει, ὅλα τὰ λησμονεῖ. Γνωρίζει ὅτι οἱ συμπολῖταί μου διὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ προϊόντος τούτου παρ’ αὐτῶν ὡς ἐργατῶν ἀπολαμβάνουσι κατ’ ἔτος καθαρὸν εἰσόδημα περὶ τὰς 300,000 δραχμάς. Διὰ τοῦ συστήματος ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπροτίμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπολαμβάνουσι μόνον 50,000 δραχμάς. Διὰ τοῦ τοιούτου συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐπροτίμησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηρίζων τὴν ἑταιρίαν τῆς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὄχι βεβαίως ἐν γνώσει, ὡς ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύω, ἀλλὰ γινόμενος θῦμα ἄλλων κερδοσκόπων, ζημιοῦται ἡ ἐπαρχία Νάξου περὶ τὰς 300,000 δραχμὰς, διότι, ἀντὶ νὰ ἐξορύσσωνται 200,000 καντάρια κατ’ ἔτος, ἐξορύσσονται μόνον 30,000. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐτησία κατανάλωσις εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὸν βιομηχανικὸν ἀνέρχεται εἰς 17,000 τόννους, ἤτοι εἰς 300,000 καντάρια κατ’ ἔτος, τὸ ὑπόλοιπον λαμβάνεται ἀπὸ τὰ σμυριδωρυχεῖα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Καὶ τοῦτο κατώρθωσε διὰ τοῦ συστήματός του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηρίζων τὸ μέτρον τῆς διαθέσεως τῆς σμύριδος τῆς Νάξου διὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ἡ ὁποία λέγεται — ἐγὼ δὲν τὸ βεβαιῶ — ὅτι ἔρχεται εἰς συνεννόησιν μὲ τὴν ἑταιρίαν τῆς σμύριδος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, περιορίζουσα τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σμύριδος τῆς Νάξου μόνον εἰς 30,000 καντάρια. Τοιοῦτος προστάτης τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνδιαφέρομαι ἐκ τῶν προλεχθέντων σπουδαιότατα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διατί ἀμελεῖ ἐπὶ τοσοῦτον καὶ δὲν λαμβάνει κἀμμίαν πρόνοιαν διὰ τοὺς δυστυχεῖς σμυριδορύκτας συμπολίτας μου; Πέρυσιν εἶχε τὸ θάῤῥος δὶς, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐπροτίμησε, θὰ ἦτο συμφορώτερον καὶ διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ διὰ τοὺς δυστυχεῖς συμπολίτας μου, ἀλλὰ δυστυχῶς ὅλα αὐτὰ τὰ ἐλησμόνησεν, ὅπως ἐλησμόνησε πάντοτε ὡς πολιτευόμενος τὸν ἑαυτόν του. Καὶ ταῦτα μὲν διὰ τὸ ἀφορῶν με ἐπαρχιακὸν ζήτημα. Τελευταῖον θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους ἐξ Ἄρτης συναδέλφους μου κυρίους Λάμπρον καὶ Παχὺν νὰ μᾶς εἴπωσι διὰ ποῖον λόγον δύο ἀστυνόμοι, ὁ τῶν Τζουμέρκων καὶ ὁ τοῦ Πέτα, μετετέθησαν, ἐναντίον τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐποπτείας τῆς ἀστυνομίας. Δὲν ἐρωτῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι θὰ σκεφθῇ σιγῶν, ὅτι αὐτὸς κατὰ τὸ σῶμα μόνον εἶναι παρὼν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα. Συνάμα ἐρωτῶ, διατὶ ἐπίσης εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἄρτης—διότι ἐκεῖ συμβαίνουσιν ὅλα τὰ παράδοξα—διετάχθη ἡ κατεδάφισις μιᾶς οἰκίας, ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ ἐγνωμοδότησε, κατὰ τὰ κεκανονισμένα, ὅτι ἡ οἰκία ἐκείνη δὲν εἶναι ἑτοιμόῤῥοπος;
§53ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος βεβαίως δὲν θὰ προσδοκᾷ ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις του ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ἀλλ’ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω συμφώνως πρὸς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ὁμολογίαν, διότι οὐδὲν γνωρίζει, καθόσον οὐδὲ ἐκεῖθεν κατάγεται, οὐδὲ κατοικεῖ ἐκεῖ. Τὰ περὶ τῆς ζημίας τῆς προσγενομένης εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς ἐργάτας εἶναι ἀναληθέστατα, διότι ἡ Κυβέρνησις, μεριμνῶσα καὶ περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ ἰδίᾳ περὶ τῶν ἐργατῶν, ἐφρόντισεν ὥστε νὰ ὑποτιμήσῃ τὴν σμύριδα, ἵνα δύναται αὕτη νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὴν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἥτις εἶχε προπωλήσεις πολυετεῖς εἰς εὐρωπαϊκὰ ἐργοστάσια, καὶ οὐδὲν ἐκ τῆς Νάξου ἐξήγετο. Κατὰ τὰ ἔτη 1890 καὶ 1891, μόλις ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, κατώρθωσε νὰ πωλήσῃ μέγα ποσὸν, καὶ κατ’ αὐτὰς πρόκειται 60 ἢ 70 χιλιάδας στατήρων νὰ φορτώσουν τὰ εὐρωπαϊκὰ πλοῖα. Προχθὲς μοὶ ἔλεγεν ὁ κύριος Εὐλάμπιος, ἄνθρωπος ἐνήμερος, διότι ἐμπορεύονται τὸ μέταλλον τοῦτο ἐν Τεργέστῃ οἱ ἀδελφοί του, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις κατώρθονε νὰ ὑποτιμήσῃ τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο κατὰ 1 ἔτι δραχμὴν, διὰ νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὴν σμύριδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὥστε δὲν ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ φρονῇ, ὅτι ἀδικοῦνται οἱ ἐργάται, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν λαμβάνουν διπλάσιον καὶ τριπλάσιον ποσὸν τοῦ πρὸ τῆς ὑποτιμήσεως λαμβανομένου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι, ὅταν ἡ σμύρις ἐνῳκιάζετο, ἐλάμβανον ἐργατικὸν δικαίωμα δραχμὰς 3, ἀλλ’ οὐδέποτε πρὸ τοῦ 1892 παρεδόθη σμύρις πλέον τῶν 40,000 στατήρων, ἐνῷ ἔκτοτε λαμβάνουν μὲν δραχμὰς 2, ἀλλὰ παραδίδουν μεγαλείτερον ποσὸν καὶ ὠφελοῦνται πλειότερα, μήτε ἠδύνατο ἄλλως νὰ γείνῃ, ἀφοῦ, ὅταν ἐλάμβανεν ἡ Κυβέρνησις δραχμὰς 12, ἔδιδε δραχμὰς 3, νῦν δὲ, ὅτε λαμβάνει δραχ. 3,85, δίδει δραχμὰς 2. Ὄσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον, ὅτι δῆθεν ὁ ὑπάλληλος, περὶ οὗ ἔκαμε λόγον ὁ συνάδελφος, εἶναι κλέπτης, ἀληθῶς καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἔκαμα παράπονα εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἰς ἐπήκοον πάντων τῶν ἐργατῶν ἐκεῖ ἠρώτησα ποῖον παράπονον ἔχουν, καὶ ἔμαθον ὅτι ἔχει 5 ἢ 6 εὐνοουμένους, οἱ ὁποῖοι ἐζύγιζον δὶς ἢ τρὶς, ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ εἰς μεταγενεστέραν ζύγισιν συνεμορφώθη μὲ τὸν κατάλογον. Ὁ συντάκτης τῆς ἐφημερίδος «Νάξου» ἔγραψε κατ’ αὐτὰς ὅσα ἐξεστόμισεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος...
§54ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἔχω τηλεγράφημα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι τηλεγράφημα· αὐτὸ εἶναι ἀναφορὰ μὲ ὑπογραφάς.
§56ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Διότι εἶναι διακεκομμένος ὁ τηλέγραφος.
§57ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Λοιπὸν ὁ συντάκτης αὐτὸς ἔῤῥιψε κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, τοῦ ἄλλως ἐντίμου, τὴν μομφὴν, ὅτι εἶναι κλέπτης, ὅτι κατεχρᾶτο τὴν σμύριδα, ὅτι παρέδιδεν αὐτὴν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν γίνονται καταχρήσεις κλπ. καὶ ἕνεκα τούτου τοῦ ἐζήτησεν ὁ ὑπάλληλος τὸν λόγον, ἀλλ’ ἀντὶ πάσης ἀπαντήσεως ὁ ὑβρίσας αὐτὸν τὸν ἐπυροβόλησε, καὶ μόνον χάρις εἰς 2 δεκάρας, ἃς ἔφερεν ὁ ὑπάλληλος εἰς τὴν τσέπην του καὶ καθ’ ὧν προσέκρουσεν ἡ βολὴ, ἐσώθη.
§58ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἐκένωσε πέντε βολὰς κατὰ τοῦ ἄλλου.
§59ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἀφοῦ ἐπυροβολήθη καὶ κατηγγέλθη, εὑρέθησαν βεβαίως, λόγῳ κομματισμοῦ καὶ ἐκ τοπικισμοῦ, τινὲς καὶ ὑπεστήριξαν, ὅτι καὶ ὁ ὑπάλληλος ἐπυροβόλησε· καὶ συνελήφθη μὲν καὶ οὗτος, ἀλλ’ ἀπελύθη. Ὥστε ὅλαι αἱ πληροφορίαι, τοῦ συναδέλφου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σμύριδα καὶ τὸν ὑπάλληλον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται τὴν σμύριδα, δὲν εἶναι βάσιμοι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ περιορίσῃ ἀλλοῦ τὴν ἀντιπολίτευσίν του, διότι δὲν ἔχει λόγον νὰ λέγῃ οὐδὲν περὶ σμύριδος ἢ περὶ ἐργατῶν, οὐδὲ περὶ ἄλλων ἐκεῖ, διότι καὶ οὐδὲν γινώσκει.
§60ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν ἐνδιαφέρομαι ἀμέσως περὶ τοῦ ὑπαλλήλου, διότι πάντοτε δυστυχῶς τοιούτους ὑπαλλήλους ἐκλέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ποῖος λέγει ἀλήθειαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἢ ἑβδομήκοντα συμπολῖταί μου, ὁ δήμαρχος Κορωνίδος, ὁ γραμματεὺς τῆς Δημαρχίας Νάξου καὶ ὁ δήμαρχος αὐτὸς, δηλονότι οἱ ἀντιληφθέντες τῶν πραγμάτων καὶ ἔχοντες τὸ θάῤῥος νὰ καταγγέλλωσιν αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον; περὶ τούτου ἂς κρίνῃ ἡ Βουλὴ· εἰδικώτερον, ἂς φροντίσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς περὶ τοῦ ὑπαλλήλου του. Τὸ ζήτημα εἶναι μόνον καὶ αὐτουσίως διὰ τὴν σμύριδα. Κατὰ τὸ 1890, 1891 καὶ 1892 οὐδὲ λεπτὸν ἀπέδωκεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἡ σμύρις, μετὰ τὸ σύστημα τὸ ἐφαρμοσθὲν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, κατὰ τὰς ἐπαγγελίας τοῦ ὁποίου θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 500,000 δραχμῶν· καὶ ἐπλήρωσε μάλιστα τὸ δημόσιον ταμεῖον 200,000 δραχ. Διότι ναὶ μὲν εἰσῆλθον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 330,000, ἀλλ’ ἐδαπάνησε κατὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον αὐτὸς γνωρίζει, 230,000 δραχμὰς, καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τὰς παρούσας δυσχερεστάτας περιστάσεις ἐπλήρωσε 200,000 δραχμὰς κατὰ τὸ 1893. Παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν εἰσῆλθε λεπτὸν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· καὶ ἂν βεβαιώσῃ τοῦτο, θὰ ἦναι ψεῦδος, διότι οὐδὲ λεπτὸν εἰσῆλθεν ἐν αὐτῷ. Καὶ ὅμως ὅτε ἄλλοι ὑπέβαλον τὰς προτάσεις τῶν 850,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καθαραὶ 510,000, αὐτὸς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ πρότασις ἦτο ἀσύμφορος. Καὶ ἔχουσι τὸ θάῤῥος ἀκόμη σήμερον νὰ λέγωσιν, ὅτι φροντίζουν περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύονται ὅτι δὲν ἔχουν μέχρι καὶ τῶν ἐσχάτων συναίσθησιν τῶν καθηκόντων των! Ὅταν δὲ ἐγνώριζεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, — διότι καὶ ἄλλοτε δυστυχῶς ὑπῆρξε τοιοῦτος, ὅτε τὸ σπουδαῖον τοῦτο προϊὸν ἦτο ἐνοικιασμένον εἰς τὸν ἀξιότιμον Ἑρμουπολίτην Δημήτριον Βαφιαδάκην, — ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνοικιάσεως εἰσήρχοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον περὶ τὰς 400,000 δραχμῶν, διότι ἦτο ὑπόχρεως ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ λαμβάνῃ κατ’ ἔτος 36,000 καντάρια πρὸς 12 δραχμὰς, καὶ ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς προσεφέρετο εἰσόδημα 500,000 φράγκων χρυσῶν, δηλαδὴ 850,000 δραχμῶν, ἐνόμιζεν οὗτος ὅτι ἐπροστάτευε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, μὴ ἀποδεχόμενος, δηλαδὴ ἐνόμιζεν, ὅτι αἱ 850,000 δραχμαὶ ἦσαν ὀλιγώτεραι τῶν 300,000 ἢ τῶν 200,000, τὰς ὁποίας ἐπὶ ἔλαττον πληρόνει τὸ Δημόσιον· οὕτω δὲ ἐνόμιζεν, ὅτι αἱ δραχμαὶ 1,050,000 εἶναι ὀλιγώτεραι τοῦ μηδενὸς, διότι σήμερον τὸ δημόσιον ταμεῖον ζημιοῦται δραχ. 1,050,000, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ οὔτε λεπτόν. Τοιούτους λογαριασμοὺς πάντοτε ἔκαμε, καὶ δι’ αὐτὸ ἔπεσεν ἔξω οἰκτρῶς ὁ κ. Τρικούπης· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔπεσε μόνος αὐτὸς, ἀλλὰ συνετρίβη καὶ ἔτι πλέον θὰ συντριβῇ καὶ τὸ Κράτος. Σιωπᾷ δὲ, ὅταν γίνηται λόγος περὶ αὐτῶν, διότι ἔχει πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων ἀνεξήγητον συμπάθειαν. Παραιτήθητι τῆς συμπαθείας αὐτῆς, κύριε Ὑπουργὲ, διότι σκανδαλίζεται τὸ κοινὸν πνεῦμα. Εἰδικώτερον ἀναφέρω, ὅτι δὲν ἐξηγεῖται, πῶς ὁ ἐν Νάξῳ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ἔρχεται εἰς συνεννοήσεις μὲ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου, ὅταν παραδίδῃ δὲ ὁ ἀντιπρόσωπος οὗτος 10,000 καντάρια, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρίας παραλαμβάνει 30,000, καθὼς λέγεται, καὶ σᾶς κατηγγέλθη, κύριε Ὑπουργέ. Ἐστείλατε ἀληθῶς πρὸ μηνῶν τὸν ἐπιθεωρητὴν κ. Ρεδιάδην, ἀλλ’ οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν. Ὅταν ὅμως ἐπὶ τέλους δήμαρχοι καὶ ἔντιμοι πολῖται ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ καταγγέλλωσι κλοπὰς, ἔχετε καθῆκον νὰ φροντίσητε ἀποτελεσματικῶς, ὅταν μιᾷ φωνῇ ὁλόκληρος ἐπαρχία καταγγέλλῃ κλοπὰς ὑπὸ ὑπαλλήλου τοῦ Δημοσίου διαπραττομένας, ὃν σεῖς διωρίσατε καὶ ἀνέχεσθε.
§61ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Νάξου κ. Βάλληνδα περὶ τοῦ ὑπαλλήλου Γιαννοπούλου ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ συνάδελφος νὰ διαφωνήσω. Γνωρίζω τὸν ὑπάλληλον αὐτόν. Εἶναι ἄριστος ἐπιστήμων, ἱκανώτατος καὶ τιμιώτατος· ἀλλὰ τὰ στοιχεῖα ταῦτα βεβαίως δὲν ἀποκλείουσι καὶ τὸ ἔγκλημα· οὐχ ἧττον αἱ καταγγελίαι καὶ τὰ τηλεγραφήματα τὰ ἀπὸ τοῦ τόπου ἐκείνου ἐρχόμενα δὲν ἀποτελοῦσιν ἀπόδειξιν τοῦ ἐγκλήματος. Πλὴν τούτου δὲ, γνωρίζω ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς, καταγγελθεὶς ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως, ἀπελύθη, ὁ δὲ δῆθεν παθὼν προὐφυλακίσθη· ὥστε καὶ τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν ἐπὶ τῆς καταγγελίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, λαμβάνων γνῶσιν τῶν γεγονότων τούτων, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν ἐχεμυθίαν, δύναται νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις, ἐνεργηθησομένας ὑπὸ τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν, καὶ οὕτω νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀκριβείας ἢ μὴ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι. Μίαν ἑτέραν παράκλησιν, κύριε Πρόεδρε ἀπευθύνω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ὑπέβαλον δύο προτάσεις νόμου, αἵτινες καὶ ἐτυπώθησαν. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἔπρεπε νὰ θεωρηθῶσι κατεπείγουσαι καὶ νὰ καταχωρηθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι ἡ μὲν πρώτη ἀφορᾷ εἰς τὴν διάρκειαν τῆς προφυλακίσεως κατὰ τῶν διαφόρων ἐγκληματιῶν, ἡ δὲ ἑτέρα εἰς τὴν μονομαχίαν. Πολλοὶ ἄνθρωποι, ἔστω καὶ ἔνοχοι, σήπονται ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐπὶ δύο καὶ τρία ἔτη, ἡ δὲ Πολιτεία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ μέλη ὑποκείμενα εἰς τὴν αὐτὴν καταδίωξιν, ἀνέχεται τοῦτο καὶ δὲν προνοεῖ περὶ διορθώσεως τῆς ἀτυχοῦς καταστάσεως τῆς παρατάσεως τῆς ὑποδικίας, ὅπως, εἰ μὲν εἶναι ἔνοχοι οἱ προφυλακιζόμενοι, δώσωσι λόγον εἰς τὰ δικαστήρια, εἰ δὲ ἀθῶοι, μὴ σήπωνται ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ὁ ἀξιότιμος κ. Σιμόπουλος, πρώην Ὑπουργὸς, ἔλαβε τοῦτο ὑπ’ ὄψει καὶ προεκάλεσε τὸν νόμον περὶ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς ὑποδικίας, ἀλλὰ δυστυχῶς παρετηρήθη, ὅτι ὀλίγη μέριμνα λαμβάνεται παρὰ τῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων περὶ ἀποφυλακίσεως. Ἐν Καλάμαις δὲ κρατεῖταί τις, οὗτινος, καίτοι προτείνοντος τοῦ Εἰσαγγελέως τὴν ἀπόλυσιν, τὸ Συμβούλιον διέταξε τὴν προφυλάκισιν, καὶ ἐξακολουθεῖ αὕτη ἐπὶ εἴκοσι περίπου μῆνας. Περὶ τῆς προτάσεώς μου δὲ περὶ μονομαχίας λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ σπουδαία καὶ ταχεῖα μέριμνα, διότι πρόκειται περὶ σοβαροῦ ζητήματος. Μανθάνω ὅτι εἷς ἀξιωματικὸς ἐζητήθη εἰς μονομαχίαν καὶ ἐδέχθη νὰ μονομαχήσῃ, ἀλλὰ παρεξηγήσεις κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῶν μαρτύρων καὶ τῶν μονομαχησόντων ἔφερον τὸ ἀποτέλεσμα νὰ θεωρηθῇ ἄνανδρος ὁ ἀξιωματικὸς, καὶ ἢ ἐτέθη ἢ πρόκειται νὰ τεθῇ ἐκτὸς τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ· θὰ τιμωρηθῇ δηλ, διότι δὲν παρέβη τοὺς νόμους. Καὶ οἱ μὲν ἀξιωματικοὶ ἔχουσι δίκαιον, διότι τοῦτο ἐθίζεται παρ’ αὐτοῖς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν πρέπει νὰ παρορᾶται, καὶ ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν σπουδαίαν πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγραφῶσιν αἱ προτάσεις σας αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ τότε θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν ἦναι κατεπείγουσαι ἢ ὄχι.
§63Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω δύο νομοσχέδια, τὸ μὲν περὶ ἐγκρίσεως μισθώσεως οἰκίας τοῦ Πανεπιστημίου διὰ κατάστημα τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, τὸ δὲ περὶ προσθήκης προσωπικοῦ εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τοῦ Λογιστικοῦ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 42–43.)
§65ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχῃ ἀσφάλεια τοῦ προσώπου ἐναντίον τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἐναντίον τῶν παρανομιῶν αὐτῶν. Ἐν Πειραιεῖ ἀρκετὸς ἀριθμὸς ἐργατῶν, πλέον τῶν ἑκατὸν, ἔχοντες παράπονον κατὰ τῶν προϊσταμένων των ἐπὶ ἀνεπαρκεῖ ἀμοιβῇ καὶ ζητοῦντες αὔξησιν τοῦ ἡμερομισθίου των, ἐξετέλεσαν ἀπεργίαν. Οἱ προϊστάμενοι τῶν ἀπεργησάντων κατέφυγον εἰς τὴν ἀστυνομίαν, αὕτη δὲ, ὡς μὴ ὤφελεν, ἐπενέβη κατὰ τῶν ἐργατῶν αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ἠπείλησεν, ὅτι θὰ τοὺς ἐξώσῃ τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους ὡς λωποδύτας, ἐὰν δὲν ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας των. Ἡ ἀστυνομία βεβαίως ὀφείλει νὰ διατηρῇ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους, ὅταν αὕτη διασαλεύηται παρὰ ταραχοποιῶν, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναμιγνύηται ὅπου ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεψεν αὐτῇ τοῦτο. Ὁ ἐργάτης, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ἄρτου τῆς οἰκογενείας του, βλέπων ὅτι ὁ ἄρτος ὑπερτιμᾶται κατὰ 5 λεπτὰ, (ἕνεκα τῶν μέτρων τῶν φορολογικῶν τῆς Κυβερνήσεως) ἐζήτησεν αὔξησιν τοῦ ἡμερομισθίου του. Δὲν γνωρίζω ποῖος λόγος δικαιολογεῖ τὴν ἀνάμιξιν τῆς ἀστυνομίας εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἔντιμοι πολῖται πάντες, ἐργάται ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀγαθοὶ οἰκογενειάρχαι, οὐδέποτε ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἡ δὲ ἀστυνομία ὤφειλε νὰ ἵσταται μακρὰν τοιούτων ὑποθέσεων, ἐκτελοῦσα δὲ τὸ καθῆκόν της, ἔπρεπε νὰ προστατεύσῃ τοὺς πάσχοντας ἐκείνους ἐργάτας, καὶ ὄχι νὰ τοὺς ἀπειλήσῃ. Πάντες οἱ ἐργάται οὗτοι ἐπέδωκαν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀναφορὰν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνακοινωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλούμενον νὰ φέρῃ τὰς δεούσας πληροφορίας.
§66ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχει, καὶ συγχρόνως τὴν πληροφορίαν, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὄργανον τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας χθὲς ἐν Πειραιεῖ ἐφόνευσε διὰ πυροβόλου ὅπλου ἕνα πολίτην ᾄδοντα.
§67ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ μονόχειρ.
§68ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀπὸ πολλῶν ἤδη μηνῶν στενάζουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς Λαμίας περὶ τοὺς 70 συμπολῖταί μου, κρατούμενοι ἄλλοι μὲν ἐπὶ ὑποθάλψει λῃστῶν, ἄλλοι δὲ ἐπὶ συμπράξει μετὰ λῃστῶν. Ἐκ τούτων οἱ πλεῖστοι, ἀπελπισθέντες ἐκ τῆς παρατάσεως τῆς ἐκκρεμότητος, ἀπηύθυναν πρὸ μηνὸς περίπου πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους των καὶ τὴν Κυβέρνησιν τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου θερμῶς ἐζήτησαν οὐδὲν πλέον ἢ τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τῶν ἀνακρίσεων. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ηὔχοντο νὰ μὴ ἐφέρετο ποτὲ ἐνταῦθα λόγος, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ Βουλευταὶ θὰ προσεπάθουν νὰ συστήσωσιν εἰς τοὺς διαφόρους ὑπαλλήλους τὴν ταχεῖαν διεκπεραίωσιν τῶν διαφόρων ὑποθέσεων, καὶ τοῦτο, διότι οὗτοι ἔπρεπε, νομίζω, νὰ ἐγνώριζον ὅτι ἐκ τῆς ταχύτητος περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των ἐξαρτᾶται κατὰ πολὺ ἡ πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὰς ἀρχὰς ἐν γένει τοῦ Κράτους πεποίθησις τῶν πολιτῶν. Δυστυχῶς ὅμως παρ’ ἡμῖν δὲν κατενοήθη, φαίνεται, τὸ τοιοῦτον, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν καθ’ ἑκάστην πολλοὺς ὁδηγουμένους εἰς τὰς φυλακὰς καὶ σηπομένους ἐκεῖ ἐπὶ πολὺ, ἐπὶ τέλους δὲ ἀποφυλακιζομένους, ἀλλὰ ἔχοντας ἀσθενῆ καὶ καταβεβλημένα τό τε σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν, ἡ ὁποία τήκεται ὑπὸ τὸ βάρος τῆς κατηγορίας τῆς βαρυνούσης αὐτοὺς ἐπὶ μῆνας, πολλάκις δὲ καὶ ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον. Δὲν εἶμαι βεβαίως ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐξενέγκω γνώμην περὶ τοῦ βασίμου ἢ μὴ τῆς κατηγορίας καὶ τῆς προφυλακίσεως τῶν συμπολιτῶν μου ἐκείνων· ἐξ ὀλίγων ὅμως, τὰ ὁποῖα προσέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, δύναμαι νὰ εἴπω ἀδιστάκτως, ὅτι τοὺς πλείστους ἐκ τούτων ἔῤῥιψεν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ὑπέβαλεν εἰς ἀνυπολογίστους ζημίας οὐχὶ τὸ συναίσθημα τοῦ αὐστηροῦ καθήκοντος, ἀλλ’ ἡ προκατάληψις κατὰ τοῦ χωρικοῦ ἰδίως τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος πληθυσμοῦ τῶν ἐν Λαμίᾳ δικαστικῶν, τὴν ὁποίαν ἐνέπνευσαν αἱ θλιβεραὶ ἐντυπώσεις, ἃς ἐνεποίησεν εἰς αὐτοὺς τὸ δρᾶμα τῆς 7ης Σεπτεμβρίου, τὸ ὁποῖον σὺν τῇ ἐξαλείψει ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς τῶν τεσσάρων ἐκείνων λῃστῶν ἐστέρησε τὸν τόπον καὶ δύο πολυτίμων δικαστικῶν ὑπάρξεων, ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῶν ὁποίων δικαίως ἅπασα ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἔχυσε δάκρυα ἄφθονα καὶ εἰλικρινῆ. Τοῦτο λοιπὸν ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ἐνόμισα ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐνισχύσω τὴν παράκλησιν ἐκείνην, καὶ πρὸς τοῦτο ὑπομιμνήσκων τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸν, παρακαλῶ αὐτὸν θερμῶς, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ συστήσῃ εἰς τοὺς ἐν Λαμίᾳ ἁρμοδίους τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἡ ἐκκρεμότης τῆς ὁποίας κρατεῖ ἐν ἀναστατώσει ἅπασαν τὴν ἐπαρχίαν, παρ’ ἧς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι μεταξὺ ὑμῶν.
§69ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ σύστασις, περὶ ἧς ἐλάλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐγένετο ἅμα τῇ λήψει τοῦ τηλεγραφήματος, θέλει δὲ ἐπαναληφθῆ.
§70ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀκόμη ὅμως διαμένουσιν ἅπαντες ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ οὐδεὶς ἀπελύθη.
§71ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Βουλευτὰ, γνωρίζετε ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων μόνον μέχρι συστάσεων καὶ συμβουλῶν δύναται νὰ ἐκταθῇ.
§72ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸ γνωρίζω· διὰ τοῦτο δὲ ἀκριβῶς ἐζήτησα οὐχὶ νὰ διατάξητε, ἀλλὰ νὰ συστήσητε.
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν μίαν ἐπερώτησιν, ἣν εἶχον ὑποβάλει προχθὲς, περὶ τῆς κοινότητος Κισσοῦ.
§74ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀσθενεῖ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῶν νόμων τῆς στρατολογίας καὶ ναυτολογίας ὡς πρὸς τοὺς ἐν τοῖς νομοῖς Λαρίσης, Τρικκάλων καὶ Ἄρτης Ὀθωμανούς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ληφθέντων μέτρων ὑπὲρ τῶν κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1894 τῶν σεισμοπλήκτων μερῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπάρχει τροπολογία...
§78ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προὐτάθη τροπολογία ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Ζακύνθου. Ἀληθῶς κατὰ τὸ 1893 συνέβησαν σεισμοὶ ἐν Ζακύνθῳ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κληρώσεως, ἡ Κυβέρνησις δὲ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἠδυνήθη νὰ λάβῃ μέτρον τι ὑπὲρ τῶν κληρωτῶν Ζακύνθου, διότι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον παρῃτήθη· ἔλαβε μόνον τὸ μέτρον νὰ ἀναβάλῃ τὴν κλήρωσιν ἀπὸ τῆς 1 Ἀπριλίου εἰς τὴν 1 Ἰουνίου, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου. Μετὰ ταῦτα ὅμως οὐδὲν ἔλαβε μέτρον, ἵνα προστατεύσῃ τοὺς μὴ προσελθόντας εἰς τὴν κλήρωσιν ἕνεκα τῶν παραταθέντων σεισμῶν, εἰς οὓς, κατὰ τὸν νόμον, ἐπεβλήθη τρίμηνος πρόσθετος ὑπηρεσία. Τοῦτο δὲν εὐθύνει ἡμᾶς· οὐχ ἧττον ἡ αἴτησις τῶν Ζακυνθίων εἶναι εὔλογος, διότι ἕνεκα τῶν περιστάσεων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προσέλθωσι, καὶ δίκαιον εἶναι νὰ ἀρθῇ ἀπ’ αὐτῶν ἡ τρίμηνος πρόσθετος ὑπηρεσία.
§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεὶς ἔχει ἀντίῤῥησιν ν’ ἀποδεχθῆτε καὶ διὰ τὴν Ζάκυνθον ὅ,τι παρεδέχθητε διὰ τὰ ἄλλα μέρη, τὰ παθόντα ἐκ τῶν σεισμῶν· ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον πρέπει νὰ φέρητε ἴδιον νομοσχέδιον, ὅπως ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι τὸ ὑπὸ συζήτησιν δὲν εἶναι νομοσχέδιον αὐτοτελὲς, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν Β. Διατάγματος, ἐκδοθέντος καὶ ἐφαρμοσθέντος ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς χάριν τῶν παθόντων ἐκ τῶν σεισμῶν κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς ἀνατολικῆς Ἑλλάδος.
§80ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν παραδέχομαι τὴν πρότασιν, καὶ θέλω ὑποβάλει ἴδιον νομοσχέδιον. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 189 καὶ 191 τοῦ περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας νόμου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγιγνώσκεται).
§82ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 189 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας δὲν τροποποιεῖται κατὰ πρώτην φοράν. Κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθη ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐγένετο τροποποίησις τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, ἥτις ὅμως, ὅπως συμβαίνει πολλάκις παρ’ ἡμῖν, ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ, κατέστησεν ἐλλιπὲς τὸ ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ σκοπεῖ νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἔναρξιν τῶν ποινῶν, ἃς ἐπιβάλλουσι τὰ Στρατοδικεῖα. Ἐνῷ κατὰ τὴν ἰσχύουσαν κοινὴν ποινικὴν δικονομίαν αἱ ποιναὶ ἄρχονται ἀφ’ ἧς αἱ ἀποφάσεις καταστῶσιν ἀμετάκλητοι, ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος δὲν ἀσκήσει ἔνδικον μέσον, ἢ δι’ αὐτοῦ ἐπιτύχῃ, ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἀποφάσεων, ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ νομοθεσία, καθὼς καὶ ἡ ναυτική, ἀκολουθοῦσιν ἄλλας ἀρχὰς, καθ’ ἃς αἱ ποιναὶ κατὰ τῆς ἐλευθερίας δὲν ἀρχίζουσιν ἀφ’ ἧς ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις, ἢ ἀφ’ ἧς κατασταθῇ ἀμετάκλητος, ἀλλ’ αἱ μὲν ἐγκληματικαὶ ποιναὶ ἀπὸ τῆς καθαιρέσεως, ἑπομένως ὁ χρόνος ἀπὸ τῆς καταδίκης μέχρι τῆς καθαιρέσεως δὲν ὑπολογίζεται, ἐκ δὲ τῶν ἐπανορθωτικῶν ἡ μὲν ποινὴ ἡ ὀνομαζομένη δημόσια ἔργα ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἀποφάσεως ἐνώπιον τοῦ στρατοῦ, ἑπομένως ὅλος ὁ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως παρελθὼν χρόνος οὐδόλως ὑπολογίζεται, ἡ δὲ τῆς φυλακίσεως ἄρχεται, κατὰ τὸ ἄρθρον 189 τῆς στρατιωτικῆς ποιν. νομοθεσίας, ὡς εἶχε πρότερον, μεταφρασθὲν κατὰ λέξιν ἐκ τοῦ ἄρθρου 200 τῆς Γαλλικῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας, ἐὰν μὲν ἦναι προφυλακισμένος ὁ κατάδικος, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡ καταδίκη κατέστη ἀμετάκλητος, ἐὰν δὲ δὲν ἦναι προφυλακισμένος, ἀφ’ ἧς ἡμέρας φυλακισθῇ πρὸς ἔκτισιν τῆς ποινῆς του. Οὕτως εἶχε τὸ ἄρθρον 189 ἐδάφ. βʹ. ἀλλ’ οἱ κατὰ τὸ 1887 εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν τὰς περὶ ἐνάρξεως τῶν ποινῶν ἀρχὰς, τὰς ἰσχυούσας ἐπὶ τῆς κοινῆς ποινικῆς νομοθεσίας, δι’ ὃ προσέθεσαν τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν, ἐὰν ὁ κατάδικος εὑρίσκετο εἰς φυλάκισιν καὶ οὐδὲν μετεχειρίσθη ἔνδικον μέσον, ἡ ποινὴ ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 189 ἐδάφ. βʹ, ὡς ἐτροποποιήθη: «Ἐὰν ὁ κατάδικος εὑρίσκηται εἰς προσωρινὴν φυλάκισιν καὶ οὐδὲν μετεχειρίσθη ἔνδικον μέσον, ἡ ποινικὴ διάρκεια ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως». Ἀλλὰ μετὰ τὴν τροποποίησιν ταύτην παρεῖδον ὅλως τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ κατάδικος δὲν εὑρίσκεται εἰς φυλάκισιν, προσθέσαντες ἁπλῶς: «ἄλλως, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡ καταδίκη ἔγεινεν ἀμετάκλητος»· εἰς τρόπον ὥστε καὶ ὅταν ὁ κατάδικος ἦναι ἐλεύθερος, ἡ ποινὴ ἄρχεται ἀπὸ τῆς καταδίκης! Ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δὲν θίγει αὐτὰς τὰς διατάξεις ἀμέσως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε τροποποιεῖ ὁλόκληρον τὸ ἐδάφιον, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραλείψωμεν τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα προσθέσωμεν εἰς τὸ ἐδάφιον τοῦτο τὴν κατὰ τὸ 1887 ἀτόπως παραλειφθεῖσαν διάταξιν περὶ τοῦ μὴ διατελοῦντος εἰς φυλάκισιν καταδίκου. Ἐν τούτοις αἱ περὶ ἐνάρξεως τῶν ποινῶν διατάξεις τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ἃς ἐν Γαλλίᾳ εἰσέτι ἀκολουθοῦσιν, ἀποβάλλουσι πᾶσαν σημασίαν ἐκ τῆς τελευταίας εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον προσθήκης, δι’ ἧς ἐφαρμόζουσι καὶ εἰς τὰς ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων ἐπιβαλλομένας ποινὰς τὸ μέτρον τὸ εἰσαχθὲν κατὰ τὸ 1892 εἰς τὴν κοινὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, καὶ καθ’ ὃ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ἐκπίπτεται πάντοτε ἐκ τῆς χρονικῆς διαρκείας τῶν ποινῶν, διότι διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἐπουσιῶδες καθίσταται τὸ ζήτημα ἀπὸ πότε ἄρχονται αἱ ποιναὶ κατὰ τῆς ἐλευθερίας. Ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τούτου καὶ ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, ὡς καὶ ἐπὶ τῆς ναυτικῆς, ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν δικαιοσύνην τὸ μέτρον τοῦτο, ἤτοι διὰ τῆς ἁπλῆς παραπομπῆς εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον τοῦ 1892, δὲν εἶναι ὁ προσήκων, διότι ὁ νόμος οὗτος περιέχει διατάξεις περὶ προσφυγῆς εἰς τὰ κοινὰ ποινικὰ δικαστήρια, αἵτινες δὲν ἐφαρμόζονται εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, καὶ οὕτω θὰ γεννηθῶσι δυσχέρειαι. Ὑποβάλλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§83ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου δὲν προέθετο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεταβάλῃ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 189 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας· προέθετο μόνον νὰ τροποποιήσῃ τοῦτο, ἵνα τὸ καταστήσῃ δίκαιον, διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὑπάρχει ἀδίκημα. Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου τούτου περιέχεται τὸ ἀδίκημα, δι’ ὅπερ καὶ ἀπεκόπη αὕτη ἐν τῷ προτεινομένῳ νομοσχεδίῳ. Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νῦν διάταξιν, ἐὰν ἡ προφυλάκισις ὑπερβῇ τὸν μῆνα, καταγινώσκεται εἰς τὴν ποινὴν, ἣν ἤθελεν ἐπιβάλει τὸ δικαστήριον, ἐὰν δὲ δὲν ἤθελεν ὑπερβῆ τὸν μῆνα, δὲν συνυπολογίζεται εἰς τὴν ποινήν. Ἡ περίπτωσις αὕτη, συνδυαζομένη μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 191, ἐπιφέρει τὸ ἀδίκημα. Τὸ ἄρθρον 191 ἔχει δύο διατάξεις, αἵτινες ἐπηρεάζουσι τὸ ἄρθρον 189· καὶ ἡ μὲν τῆς δευτέρας παραγράφου λέγει, ὅτι «ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως δὲν θέλει λογίζεσθαι ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, εἰμὴ ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως ἢ ἀπολύσεως τοῦ κατηγορηθέντος». Τί λοιπὸν ἐκ τούτου προέρχεται; Ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ καταδικασθεὶς εἰς ποινὴν ἐλάσσονα τῶν δύο μηνῶν καὶ ἔχων προφυλάκισιν πλέον τοῦ μηνὸς, οὗτος τιμωρεῖται μὲ δίμηνον φυλάκισιν, διότι ἡ προφυλάκισις συνυπολογίζεται εἰς τὴν ποινὴν καὶ ἑπομένως δὲν ὑπερβαίνει τοὺς δύο μῆνας· ἀλλ’ ἀξιωματικὸς τιμωρηθεὶς μὲ τὴν αὐτὴν ποινὴν τῶν δύο μηνῶν καὶ ἔχων προφυλάκισιν εἴκοσιν ἡμερῶν θὰ παραμείνῃ ἐν τῇ φυλακῇ δύο μῆνας πλέον εἴκοσιν ἡμερῶν. Πρὸς δὲ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἀπόλλυσι καὶ τὴν ἀρχαιότητά του. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀναιρεῖ ἡ δευτέρα παράγραφος, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως δὲν θέλει λογίζεσθαι ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, καὶ ἑπομένως, ἐνῷ ἡ προφυλάκισις συνυπελογίσθη εἰς τὴν ποινὴν, οὐχ ἧττον δὲ θέλει ὑπολογίζεσθαι εἰς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ἐνῷ τὸ ἄρθρον 189 ὁρίζει, ὅτι ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως, ἐὰν ὑπερβαίνῃ τὸν μῆνα, καταλογίζεται ὡς ποινὴ, τὸ ἄρθρον 191, δευτέρα παράγραφος, ὁρίζει, ὅτι ἡ προφυλάκισις δὲν προσμετρεῖται εἰς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας. Πάντα ταῦτα ἦσαν ἀντιφατικὰ, καὶ ἐντεῦθεν τὰ ἀδικήματα. Χωρὶς νὰ φέρω ἄλλην μεταῤῥύθμισιν εἰς τὴν νομοθεσίαν, ἐτροποποίησα τὰς διατάξεις ταύτας πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀδικήματος.
§84ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ λάβητε τὴν πρόνοιαν ταύτην· τὸ ἄρθρον 191 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας οὐδόλως σχετίζεται μὲ τὸ ἄρθρον 189. Τὸ ἄρθρον 191 σκοπεῖ νὰ προσδιορίσῃ τὰς συνεπείας τῶν τε ἐπιβληθεισῶν ποινῶν καὶ τῆς προφυλακίσεως ὡς πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο πρὸ τοῦ 1887 εἶχεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάρκεια τῶν παρ’ οἱουδήποτε δικαστηρίου καταγινωσκομένων ποινῶν ἕνεκα πλημμελήματος δὲν θέλει λογίζεσθαι ὡς χρόνος στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. «Ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως δὲν θέλει λογίζεσθαι ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, εἰμὴ ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως ἢ ἀπολύσεως τοῦ κατηγορουμένου.» Ἡ διάταξις ἦτο γενική· ἀφεώρα εἰς πάντα στρατιώτην ἢ ὑπαξιωματικόν, καὶ δὲν ὑπελόγιζεν ὡς χρόνον στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας οὔτε τὰς ποινὰς οὔτε τὴν προφυλάκισιν, ἐκτὸς ἐὰν ἐπήρχετο ἀθώωσις. Κατὰ τὸ 1887 ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία ἐνόμισεν ὀρθότερον καὶ δικαιότερον νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ ἀξιωματικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν ἀφ’ ἑτέρου. Ὡς πρὸς τούτους διετηρήθη ἡ νομοθεσία ὡς εἶχεν, ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς παρεδέχθη ἐξαίρεσιν, καθ’ ἣν μόνον αἱ πλέον τῶν δύο μηνῶν ποιναὶ δὲν ὑπολογίζονται εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, καθ’ ὃ ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως δὲν θέλει λογίζεσθαι ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, εἰμὴ ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως ἢ ἀπολύσεως, ἔμεινεν ἀμετάβλητον, καὶ τὸ ἐπ’ ἐμοί, οὐδὲν εὑρίσκω τὸ μεμπτὸν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ καταργήσῃ αὐτήν, διότι φρονεῖ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου τούτου ἀντιφάσκει πρὸς τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 189, ἐδάφ. βʹ, καθ’ ἣν «εἰς τὸν ἐπὶ πλημμελήματι καταδικασθέντα ἡ δικαστικὴ προφυλάκισις, ἣν ὑπέστη, ἐὰν ὑπερέβη τὸν ἕνα μῆνα, θέλει συνυπολογίζεσθαι εἰς τὴν ἐπιμετρουμένην ποινήν, ἢ καταγινώσκεσθαι ὡς μόνη ποινή, ἐὰν ἡ διάρκεια αὐτῆς ἔφθασεν ἢ ὑπερέβη τὸ ὁποῖον ἡ πρᾶξις ἐπισύρει μέτρον τῆς ποινῆς». Ἐτέθη οὕτως ἡ ἀρχή, ὅτι, ἂν ἡ προφυλάκισις ἦναι κάτω τοῦ μηνὸς, δὲν ἐκπίπτεται ἐκ τῆς ποινῆς, ἂν ἦναι ἄνω τοῦ μηνός, ἐκπίπτεται. Ὅπως ἔχει λοιπὸν ἤδη ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία, εἰ μὲν ἔχει ὁ ἀξιωματικὸς πλέον τοῦ μηνὸς προφυλάκισιν, θέλει ἐκπεσθῆ αὕτη ἀπὸ τὴν ποινήν του, εἰ δὲ ἔχει ἔλαττον τοῦ μηνὸς προφυλάκισιν, αὕτη δὲν θέλει ὑπολογισθῆ ποσῶς. Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 189 μὲ τὸ ἄρθρον 191, ἐδάφ. βʹ; Περὶ τοῦ ζητήματος τῆς παραπομπῆς εἰς τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1892 νόμον εἶπον τὰ δέοντα, δύναμαι δὲ προσέτι νὰ εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ὁ φόβος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἀνυπόστατος. Ὁ νόμος τοῦ 1892 λέγει ῥητῶς, ὅτι ἡ ποινὴ δὲν μεταβάλλει χαρακτῆρα ὡς ἐκ τῆς ἐκπτώσεως ἀπ’ αὐτῆς τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως· ἑπομένως, ἐὰν ἐκείνη ἡ ποινὴ εἶχεν ἀποτελέσματα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ, θέλει ἐξακολουθήσει νὰ ἔχῃ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ καταργήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 191, ἐδαφ. βʹ.
§85ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, εἶπε τοῦτο, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀξιωματικὸς καταδικάζεται εἰς δύο μηνῶν φυλάκισιν, καὶ ἂν ἔχῃ προφυλάκισιν 15 ἡμερῶν, κατὰ ταύτην τὴν περίπτωσιν τίθεται εἰς χείρονα θέσιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος καταδικάζεται εἰς δύο μηνῶν φυλάκισιν καὶ δὲν ἔχει προφυλάκισιν.
§86ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶπον ἐγώ; Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ μείωσις τοῦ χρόνου τῆς ποινῆς λόγῳ τῆς προφυλακίσεως δὲν μεταβάλλει τὸ εἶδος τῆς ποινῆς.
§87ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω μετὰ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου ἐπὶ νομικῶν ζητημάτων, διότι αἱ νομικαὶ γνώσεις ἐμοῦ δὲν δύνανται νὰ συγκριθῶσι μὲ τὰς ἰδικάς του, οὐδὲ θὰ εἰσέλθω εἰς γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας. Διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ἠθέλησα νὰ διορθώσω ἀδικήματα προσγινόμενα εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, προερχόμενα ἐξ ἀφορμῆς τῶν διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Λέγω ὅτι ἡ προφυλάκισις, ὡς εἶναι ἐν τῷ νόμῳ, ἐπὶ πλημμελήματος εἶναι ἄδικος, διότι, ἐνῷ διὰ τῆς διατάξεως ἐπιβάλλεται ἡ προσμέτρησις τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ποινὴν, γίνεται διάκρισις προφυλακίσεως πέραν τοῦ μηνὸς καὶ προφυλακίσεως ἔλαττον τοῦ μηνὸς Λαμβάνω ἐπὶ παραδείγματι ἀξιωματικὸν τιμωρηθέντα διὰ φυλακίσεως 40 ἡμερῶν καὶ διατελοῦντα ἐν προφυλακίσει πλέον τοῦ μηνὸς, ἤτοι τριάκοντα πέντε ἡμέρας· ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, συνυπολογιζομένης τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ποινὴν, θὰ μείνῃ εἰσέτι εἰς τὴν φυλακὴν ἐπὶ 5 ἡμέρας. Ἐὰν ἕτερος ἀξιωματικὸς ἤθελε τιμωρηθῆ μὲ φυλάκισιν 40 ἡμερῶν, ἔχῃ δὲ προφυλάκισιν 20 ἡμερῶν, μὴ ὑπολογιζομένης τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ποινὴν, ἤθελε διαμείνει ἐν ταῖς φυλακαῖς ἑξήκοντα ἡμέρας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει σπουδαία ἀνισότης. Πλὴν τούτου, ὑπάρχει καὶ τὸ ἕτερον ἀδίκημα, ἡ ἀπώλεια τῆς ἀρχαιότητος, διότι ἀξιωματικὸς τιμωρούμενος μὲ δίμηνον φυλάκισιν καὶ ἔχων 5 ἡμερῶν προφυλάκισιν, μὴ προσμετρουμένης ταύτης εἰς τὴν ποινὴν, ἀπόλλυσι τὴν ἀρχαιότητα αὑτοῦ. Λοιπὸν, ἵνα πᾶσα προφυλάκισις οἱασδήποτε διαρκείας συνυπολογίζηται εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς, φρονῶ ὅτι ἀπαραίτητος εἶναι ἡ κατάργησις τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 191.
§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ δευτέρα διάταξις τοῦ ἄρθρου 189, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ὑπολογίζεται ἡ προφυλάκισις καὶ ἄλλοτε δὲν ὑπολογίζεται. Ἐν τούτοις ἤδη εἰσάγει νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον πάντοτε ἡ προφυλάκισις ὑπολογίζεται. Ὁ ὑπολογισμὸς τῆς προφυλακίσεως δὲν μεταβάλλει τὴν ποινὴν, κατὰ συνέπειαν ἐπὶ οἱασδήποτε καταδίκης, ὅταν πρόκηται περὶ προσμετρήσεως τῆς ποινῆς, θὰ ἐξετασθῇ πόσον χρόνον ἔμεινεν ὁ καταδικασθεὶς ἐν προφυλακίσει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 δίδει ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου, διότι μεταφέρει εἰς τὴν ἀπολεσθεῖσαν ἀρχαιότητά των καὶ πάντας τοὺς καταδικασθέντας ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν. Δὲν γνωρίζω τίνες εἶναι οἱ ἀπολέσαντες τὴν ἀρχαιότητά των ἕνεκα τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τῆς προτεινομένης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 προσγίνεται ἀδίκημα εἰς τοὺς ἀποκτήσαντας δικαίωμα ἀρχαιότητος μετὰ τὴν ἀπώλειαν τῆς ἀρχαιότητος τῶν καταδικασθέντων. Ἴσως ἦτο ἄδικος ὁ νόμος, ἴσως ἦτο κακὸς, οὐχ ἧττον ἦτο νόμος κείμενος, καὶ ὡς τοιοῦτος ἐγέννησε δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν μετὰ ὁλόκληρον ἑπταετίαν νὰ ἀφαιρέσωμεν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὡριμώτερον καὶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τοιαύτην διάταξιν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἠδικήθησαν ὡρισμένα πρόσωπα ἐν τῷ στρατῷ, ὑποβάλετε πρότασιν ἐπαγορθωτικοῦ τινος μέτρου ὑπὲρ αὐτῶν, ὅπερ νὰ μὴ ἀδικῇ ἄλλους, στεροῦν αὐτοὺς κεκτημένων δικαιωμάτων.
§91ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη κατόπιν μελέτης, διὰ τὸν λόγον ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἀδίκημα προῆλθεν ἐξ αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, βεβαίως ἔπρεπε, τροποποιουμένης τῆς διατάξεως, νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ ἐπανόρθωσις τοῦ ἀδικήματος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ καταδικασθέντες καὶ ἀπολέσαντες τὰ δικαιώματα αὑτῶν παρέσχον δικαιώματα εἰς τοὺς ὁμοιοβάθμους αὑτῶν, καὶ οἱ ἀποκτήσαντες τὰ δικαιώματα ταῦτα νομίμως τὰ κατέχουσιν, ἑπομένως ἡ διάταξις αὕτη σήμερον θέλει ταράξει τὴν τάξιν τῶν νομίμων κατόχων ἀλλὰ δὲν εἶναι, νομίζω, δίκαιον νὰ ὠφελῆταί τις διὰ τοῦ ἀδικήματος τοῦ ἄλλου.
§92ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ἀδίκημα;
§93ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ ἀδίκημα προέρχεται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἄρθρων 189 καὶ 191, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει ὁ ἄλλος νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς δίκαιον κτηθὲν νομίμως. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, ὅστις προεκάλεσε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως περὶ ἐπανακτήσεως τῆς ἀρχαιότητος ἐκείνων, οἵτινες ἀπώλεσαν ταύτην ἕνεκα τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Οὗτοι εἶναι τέσσαρες ἀξιωματικοὶ τῶν διαφόρων ὅπλων.
§94ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὰ πρόσωπα δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουσι.
§95ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἔρευνα, ἵνα ἴδωμεν πόσοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀνακτήσωσι τὴν ἀρχαιότητα αὐτῶν ἕνεκα τῆς παραδοχῆς τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως. Ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἄλλοτε ἐψήφισε τοιοῦτον νόμον, τοῦτο δὲν εἶναι ἀμφισβητήσιμον· διότι κατὰ τὰ 1891 πάντες ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, τροποποιηθέντος τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῶν, ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ κατὰ διαφόρους ἐποχὰς γενόμενοι Βουλευταὶ καὶ ἀπολέσαντες τὴν ἀρχαιότητα αὐτῶν, ἀπέκτησαν ταύτην, καὶ οὗτοι ἦσαν πλεῖστοι ὅσοι, διότι οὐ μόνον οἱ ἐκ τούτων Βουλευταὶ ἀπέκτησαν τὴν ἀρχαιότητά των, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ ἀποδυθέντες εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ἀξιωματικοί, οἱ λαβόντες ἄρα ἄδειαν συνταγματικήν.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Ἐννοεῖτε τὸν νόμον περὶ προσμετρήσεως;
§97ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
§98ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸς ἦτο ἀντισυνταγματικός. Ἐπρόκειτο περὶ καταργήσεως νόμου ἀντισυνταγματικοῦ. Ἐκεῖνος καθίστα ἀδίκημα πράγματι.
§99ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν νόμον τοῦ 1891. Οὗτος τοὐλάχιστον εἶχε τὴν ἀπαίτησιν, ὅτι ἀκυροῖ προηγούμενον νόμον, γεννήσαντα μὲν δικαιώματα, ἀλλ’ ἀντισυνταγματικῶς. Περὶ τούτου ὑπάρχουσι γνῶμαι διάφοροι, ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν ταύτας. Τὴν θεωρίαν δὲ, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν θεωρῶ τερατώδη. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι δικαιώματα κεκτημένα δυνάμει νόμου δύνανται ν’ ἀπολεσθῶσι διὰ τῆς ψηφίσεως ἄλλου νόμου, δὲν ἔχομεν πλέον, Κύριοι, εὐνομίαν, καὶ παύομεν νὰ ζῶμεν ἐν πολιτείᾳ εὐνομουμένῃ. Ἂν ἐκτείνωμεν τὴν τοιαύτην θεωρίαν καὶ ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, τίποτε δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ θεωρῶμεν κεκτημένον καὶ ἀσφαλές. Ἂς λάβωμεν τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, τὸν ἀκυροῦντα διαφόρους πράξεις συναλλαγῆς ἕνεκα τυπικῶν λόγων, τῶν ὁποίων ἡ ἀκύρωσις συνετέλεσεν εἰς τὴν γέννησιν δικαιωμάτων τρίτων. Ἐὰν διὰ μεταγενεστέρου νόμου μεταῤῥυθμίσωμεν τὰς τοιαύτας διατάξεις τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, διότι θεωροῦμεν αὐτὰς κακὰς, δώσωμεν δὲ συνάμα εἰς τὸν νέον νόμον ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν, χαρακτηρίζοντες ὡς ἀνύπαρκτα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν δυνάμει τῶν μεταῤῥυθμισθεισῶν διατάξεων, ἂν, λέγω, τοιαύτην θεωρίαν παραδεχθῶμεν, οὐδὲν πλέον δικαίωμα θὰ μένῃ ἀσφαλὲς καὶ δὲν θὰ ζῶμεν ἐν εὐνομουμένῃ Πολιτείᾳ. Δυνάμει τοῦ νόμου, οὗτινος προτείνεται ἡ τροποποίησις, ἀπεκτήθησαν δικαιώματα· τὰ δικαιώματα δὲ ταῦτα θέλομεν νὰ καταργήσωμεν διὰ νέου νόμου. Δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς· δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παρακολουθήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτου νόμου, ὅστις δύναται νὰ ἀπολήξῃ εἰς τὴν κατάργησιν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἰδιότητος ἡμῶν ὡς ἔθνους εὐνομουμένου. Δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τοιούτου εἴδους νομοθεσίαν. Ἐὰν, ὡς εἶπον, ὑπάρχωσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἠδικήθησαν ἐκ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται σήμερον ὡς πλημμελὴς, ἂς εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις ἄλλον τρόπον ἱκανοποιήσεως τῶν προσώπων τούτων, χωρὶς ὅμως νὰ θέλῃ νὰ ψηφισθῇ διάταξις, ἡ ὁποία, γινομένη δεκτὴ παρὰ τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ ἔχῃ ὀλεθριώτατα ἀποτελέσματα.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι...
§101ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἀντίῤῥησιν, διότι πρόκειται περὶ διατάξεως, εἰς ἣν δίδεται ἀναδρομικὴ δύναμις. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα, προσβάλλονται δὲ κεκτημένα δικαιώματα, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐπαναφέρονται οἱ ἀπολέσαντες τὴν ἀρχαιότητά των ἀπὸ τῆς 28 Μαΐου 1891 μέχρι σήμερον, ἐπαναφέρονται εἰς ἣν θέσιν ἤθελον εὑρίσκεσθαι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελον ὑποστῆ μίαν καταδίκην. Ἀλλ’ οὕτω καταῤῥίπτεται καὶ αὐτὴ ἡ βάσις τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, καὶ κατὰ τοῦτο κυρίως θεωρῶ πλημμελῆ τὴν διάταξιν, ἐφ’ ἧς συζητοῦμεν. Ἅμα ὡς ἐπῆλθεν ὁπωσδήποτε μία καταδικαστικὴ ἀπόφασις, τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς καθωρίσθησαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως αὐτῆς, οὐδὲ δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν. Ἔρχεται ἐν τούτοις ὁ νομοθέτης σήμερον καὶ μεταβάλλει τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα, διότι εὗρεν, ὅτι ὁ τρόπος τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς προφυλακίσεως κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον, ὑφ’ ὃν ἐξεδόθη ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις, εἶναι ἄδικος. Δύναται ὁ νεώτερος νόμος νὰ τροποποιήσῃ τὸν τρόπον τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς προφυλακίσεως, δύναται νὰ συμψηφίζῃ πρὸς τὴν ποινὴν τὴν προφυλάκισιν, ἀλλὰ δὲν δύναται πλέον νὰ οὐδετερώσῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ τῆς προηγουμένης νομοθεσίας, διότι οὕτω καθιστῶμεν σύγχυσιν ἐξουσιῶν. Οὐδετεροῦντες νομοθετικῶς τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα, οὐδὲν ἕτερον πράττομεν ἢ νὰ τροποποιῶμεν αὐτὴν τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἥτις ἐξεδόθη ἅπαξ καὶ ἧς τ’ ἀποτελέσματα καθωρίσθησαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεώς της. Ἐντεῦθεν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀποσύρῃ τὸ ἄρθρον 3.
§102ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, κύριε Βουλευτά.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...
§104ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου, κύριε Πρόεδρε. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς γενομένης παρατηρήσεως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, λέγω ὅτι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ͵ΒΙΔʹ τῆς 11 Ἰουλίου 1892, τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρμογὴν καὶ εἰς τὰς ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων καταγινωσκομένας ποινὰς ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θὰ προκαλέσῃ ὁμολογουμένως ποιάν τινα σύγχυσιν· διότι τὸ ἄρθρον 2 διαγράφει ὁλόκληρον διαδικασίαν διὰ τὰς ἀντιῤῥήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ποινῆς, τὰς γινομένας μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, καὶ ἀναφέρει ὅτι αἱ ἀντιῤῥήσεις εἰσάγονται δι’ αἰτήσεως παραδιδομένης εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, δικάζονται δὲ ὑπὸ τοῦ δικάσαντος Πλημμελειοδικείου ἢ Κακουργιοδικείου, καὶ ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Κακουργιοδικεῖον δὲν λειτουργεῖ, εἰσάγονται ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν. Διὰ τῆς ἁπλῆς λοιπὸν ἀναγραφῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου καὶ εἰς τὰς ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων καταγινωσκομένας ποινὰς θὰ προκύψῃ μία οὐσιώδης ἀμφιβολία, ἂν τουτέστιν αἱ τοιαῦται ἀντιῤῥήσεις θὰ εἰσαχθῶσιν ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, ὅπως τὰ ὀνομάζουσιν οἱ ἐν τοῖς Στρατοδικείοις, ἢ θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ Στρατοδικεῖα. Βεβαίως καὶ τὸ ἓν σύστημα δύναται νὰ λειτουργήσῃ καὶ τὸ ἕτερον, καὶ δύναται μάλιστα νὰ λειτουργήσῃ τὸ σύστημα τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ͵ΒΙΔʹ ἀναφερόμενα δικαστήρια, ὁσάκις αἱ ἀντιῤῥήσεις γίνωνται μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως συνεπαγομένης καθαίρεσιν καὶ ἀφοῦ ὁ κατάδικος παύσῃ νὰ ᾖ στρατιωτικός, ὅτε διὰ πᾶσαν ἀντίῤῥησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, δὲν δωσιδικεῖ ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν παρέμβασιν τῶν κοινῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα τοῦτο χρήζει εὐκρινήσεως· διότι δὲν θὰ γινώσκωσιν οἱ καταδικασθέντες, οἱ ἔχοντες νὰ προτείνωσιν ἀντιῤῥήσεις, ποῦ νὰ ἀποταθῶσιν, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἢ εἰς τὸν βασιλικὸν ἐπίτροπον παρὰ τῷ Στρατοδικείῳ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγκρίνῃ νὰ διορθωθῇ ἡ διάταξις, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν σχηματίζω ἐκ τοῦ προχείρου, ἵνα τουτέστι τροποποιήσῃ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ συζητουμένου ἄρθρου ὡς ἑξῆς: «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΒΙΔʹ τῆς 11 Ἰουλίου 1892 ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, ἡ δὲ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ αὐτοῦ νόμου αἴτησις εἰσάγεται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, τοῦ ἐκδόντος τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν». Ταύτην τὴν τροποποίησιν εὑρίσκω ὡς δυναμένην νὰ λύσῃ τὴν πιθανώτατα ἢ βεβαιότατα μᾶλλον προκύψουσαν ἀμφιβολίαν καὶ σύγχυσιν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ τῶν ὑπὲρ τοῦ συνοικισμοῦ τῶν Κορινθίων διαθεσίμων οἰκοπέδων.
§106Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ νομοσχεδίου τούτου οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Λακεδαίμονος προέτειναν, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ ἰσχὺς καὶ εἰς τὸν συνοικισμὸν Σπάρτης, καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ προτείνουσιν, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς συνοικισμοὺς ἄλλων περιφερειῶν. Εἶναι δὲ εὔλογοι αἱ προτάσεις αὗται, ἐνδεικνύουσαι τὸ πρόσφορον τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίου γενικοῦ, σκοποῦντος εἰς τὴν παράτασιν τῆς διορίας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ 1889, περιέχοντος γενικὰς διατάξεις περὶ ὅλων τῶν συνοικισμῶν, ἐνῷ τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον περιορίζει τὴν παράτασιν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων ἐκείνων εἰδικῶς εἰς τὴν Κόρινθον. Ἐπειδή, κατὰ ταῦτα, καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Λακεδαίμονος εὐλόγως ζητοῦσιν, ὅπως ἡ αὐτὴ παράτασις ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ τοῦ συνοικισμοῦ Σπάρτης, καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ζητοῦσι τὴν αὐτὴν ἐπέκτασιν καὶ εἰς τοὺς συνοικισμοὺς ἄλλων περιφερειῶν, προτείνω ὅπως μὴ προβῶμεν ἀπόψε εἰς τὴν συζήτησιν τῶν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπιφυλασσομένης τῆς Κυβερνήσεως προσεχῶς — ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ἴσως — νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον γενικόν, ἱκανοποιοῦν ἁπάσας τὰς ἀπαιτήσεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ Μαρτίου 1889.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ τῶν ὑπὲρ τοῦ συνοικισμοῦ τῶν Κορινθίων διαθεσίμων οἰκοπέδων. Μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου ἀντικειμένου, λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.