1894.11.09
2,345 rows · 18,108 words · 89 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
Τῆς 9 Νοεμβρίου 1894.
(Τετάρτη).
Ὥρα 4 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ χθὲς ἐνώπιον τοῦ Ἀντιβασιλέως Διαδόχου καὶ νὰ ἀναγγείλῃ τῇ Αὐτοῦ Ὑψηλότητι τὸν καταρτισμὸν τοῦ σώματος. Ἀναγινώσκεται ἡ προσφώνησις τοῦ Προέδρου καὶ ἡ ἀντιφώνησις τῆς Α. Ὑψηλότητος.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Προσφώνησις. «Ὑψηλότατε. «Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καταρτισθὲν λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Β. Ὑψηλότητος, ἵνα ἀναγγείλῃ τὴν νόμιμον συγκρότησιν τοῦ Σώματος. «Δράττεται δὲ αὖθις τῆς εὐκαιρίας, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὸν Θρόνον τὰ βαθύτατα αὑτοῦ σέβη, καὶ εὔχεται τῷ Ὑψίστῳ, ἵνα ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους σκέπῃ τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, τὴν Α. Μ. τὴν Βασίλισσαν, τὴν Ὑμετέραν Β. Ὑψηλότητα καὶ σύμπασαν τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν. Ἀντιφώνησις. «Ἀσμένως ἔμαθον παρ’ ὑμῶν τὴν νόμιμον τῆς Βουλῆς συγκρότησιν, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὰς ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας ἐκφρασθείσας εὐχάς. «Δράττομαι δὲ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ὅπως εὐχαριστήσω τὴν Βουλὴν διὰ τὰ διατρανωθέντα αἰσθήματα συμπαθείας ἐπὶ τῇ προσφάτῳ σκληρᾷ ἀπωλείᾳ, ἣν ὑπέστη ὁ οἶκός μας.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Γʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ὕδρας, καὶ προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς. Ὡσαύτως τὸ Βʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις του, ἐπικυρωτικάς, ἐπὶ ἀμφοτέρων τῶν ἀναπληρωματικῶν ἐκλογῶν τῆς ἐπαρχίας Ἄργους. Αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 2–3). Πολλοὶ οἰνέμποροι Πατρῶν δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσιν, ὅπως καταργηθῇ ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως, ὁ ἐπιβληθεὶς εἰς αὐτοὺς δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΡΙʹ τῆς 12 Δεκεμβρίου 1892.
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἐστάλη καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τοὺς λόγους, οἵτινες ἐκτίθενται ἐν τῇ ἀναφορᾷ, καὶ νὰ λάβῃ τὰ νόμιμα μέτρα, καθόσον ὁμολογουμένως τὸ ἐμπόριον ἐκεῖ πάσχει σπουδαίως, ὑφίσταται δὲ ζημίας οὐ σμικρὰς καὶ τὸ Δημόσιον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Παναγιώτης Ἀδαμόπουλος, κατάδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Πατρῶν, ζητεῖ νὰ τύχῃ βασιλικῆς χάριτος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§6Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑποχρέωσις, ὅπως εἰσαγάγῃ τὸν προϋπολογισμὸν εὐθὺς ἀπὸ τῶν πρώτων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἵνα δυνηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτῆς νὰ ἐπεξεργασθῶσιν αὐτὸν ἐν ἀνέσει καὶ ἐπέλθῃ εἶτα ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγκαίρως, πρὸ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους, παρέχει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἐπὶ ταῖς πληροφορίαις ταῖς ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπισκοπήσῃ πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας τὴν γενικὴν κατάστασιν τῆς Πολιτείας. Πάντοτε δὲ, ἀλλὰ σήμερον ἰδίως, ἡ γενικὴ κατάστασις τῆς Πολιτείας ἀῤῥήκτως συνδέεται πρὸς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀδύνατον εἶναι νὰ μελετηθῶσι τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄνευ ἐξετάσεως τῶν τῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἐν γένει, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἡ κατάστασις τῆς χώρας ἀσχέτως πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ λήξαντος καὶ τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ πρὸς τοὺς παράγοντας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Θέλω παραστήσει εἰς τὴν Βουλὴν ὁποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐκτελεσθέντος καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐκτελουμένου· θέλω παραστήσει εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς παράγοντας τοῦ καταρτισθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1895, καὶ τὴν κατάστασιν τὴν δημιουργηθεῖσαν ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ παρελθόντος, ἣν ὀφείλομεν καὶ διὰ μέτρων οἰκονομικῶν καὶ διὰ μέτρων γενικωτέρων νὰ θεραπεύσωμεν. Ἐν γένει πιστεύεται, ὅτι τὰ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου ἐξαρτῶνται ζητήματος, ἐκ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ βλέπομεν τοὺς θέλοντας νὰ ἐπιῤῥίψωσιν εὐθύνας εἰς ταύτην ἢ εἰς ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν, μελετῶντας τὰ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Κυβερνήσεων, τὰς ὁποίας θέλουσι νὰ εὐθύνωσιν, ἵνα, χαρακτηρίζοντες αὐτοὺς ὡς καταρτισθέντας ἢ ἐκτελεσθέντας ἐν ἐλλείψει ἰσοζυγίου ἢ ἐν ἰσοζυγίῳ στενῷ, καταλήξωσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ καταρτίσαντες ἢ οἱ ἐκτελέσαντες εἶναι παραίτιοι τῆς μετέπειτα καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀπαραίτητον πρὸς τὴν διευθέτησιν τῶν τῆς χώρας, ὅτι ἡ ἔλλειψις ἰσοζυγίου πλήρους ἐπιφέρει δυσχερείας πάντοτε περὶ τὴν οἰκονομικὴν διαῤῥύθμισιν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον δὲν ἔχει πάντοτε τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα, διότι εἴχομεν ἐν τῷ παρελθόντι ἰσοζύγια ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅπως ἀποδεικνύουσιν οἱ ἀπολογισμοί, ἀπολογισμοὶ ὑποβληθέντες εἰς τὴν Βουλήν, ἀπολογισμοί, ὧν ὁ τελευταῖος, ὁ τοῦ 1891, ὑποβληθήσεται σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν συνάμα μετὰ τοῦ ἐκτετυπωμένου τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895, ἀλλὰ τὸ ἰσοζύγιον, εἰς ὃ κατέληγον οἱ ἀπολογισμοί, δὲν ἦτο τὸ πλῆρες ἐκεῖνο ἰσοζύγιον, ὅπερ πρέπει νὰ ἐπιζητῆται, τὸ ἰσοζύγιον τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰς τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους δαπάνας, ἀλλ’ ἦτο μόνον τὸ ἰσοζύγιον τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰς τακτικὰς δαπάνας καὶ πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, δι’ ὧν ἀπηντῶντο αἱ ἔκτακτοι δαπάναι. Πέραν τούτου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιζητηθῇ τι ἐν τῷ παρελθόντι. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιζητηθῇ τι, ἐφ’ ὅσον αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους αἱ εἰς χρυσὸν ἀπετίοντο ἄρτιοι, διότι ἡ ἀρτία ἀπότισις τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἐπήγετο τὴν ἀνάγκην εἴτε τῆς διὰ δανείου εὑρέσεως τοῦ χρυσοῦ, εἴτε τῆς εὑρέσεως αὐτοῦ δι’ ἀγορᾶς συναλλάγματος· ἀλλ’ ἡ δι’ ἀγορᾶς συναλλάγματος ἀπότισις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους εἰς χρυσὸν ἐπὶ τοσοῦτον θὰ ηὔξανε τὰς δαπάνας, ὥστε θὰ ἀνέτρεπε πρόῤῥιζα τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πολλάκις ἐγένετο συζήτησις περὶ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, δι’ ὧν ἐπετυγχάνετο ἡ πληρωμὴ τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἔψεγον τὴν Κυβέρνησιν διότι διὰ τοιούτων συνδυασμῶν ἀπέκτα τὸν χρυσόν, εὐθὺς ὡς ἤρχοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τοιούτων συνδυασμῶν καὶ οὗτοι ἀπέκτων ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τὸν χρυσόν, δι’ οὗ ὑπηρετεῖτο τὸ δημόσιον χρέος. Οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἄλλως, καὶ ἂν ἀπόπειρα ἐγίνετο περὶ πληρωμῆς διὰ συναλλάγματος, εὐθὺς ἐπήρχετο ἡ ἀπόδειξις τοῦ ἀνεφίκτου. Ἑπομένως ἐν τῇ καταστάσει οὐχὶ τῇ δημιουργηθείσῃ κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, ἀλλὰ τῇ καταστάσει τῇ κληροδοτηθείσῃ ἀπὸ τοῦ 1881, ὅτε τὰ χρέη εἶχον κορυφωθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἡ πληρωμὴ τῶν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν εἰς χρυσὸν νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἄνευ δανείου, ἢ ἄνευ πληρωμῆς διαφορᾶς συναλλάγματος μεγίστης, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διετελοῦμεν πρὸ τοῦ διλήμματος ἢ νὰ ἀποδίδωμεν τὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους χρυσὸν ἐκ τῶν προσόδων τῆς χώρας, ἀποστραγγίζοντες αὐτήν, ἢ νὰ ἀποκτῶμεν τὸν χρυσὸν δι’ ἐξωτερικῶν δανείων, ἀνθ’ ὧν ἐξωφλοῦντο δάνεια ἐσωτερικὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, αὐξανομένων οὕτω τῶν ἐξωτερικῶν ὑποχρεώσεων εἰς χρυσὸν καὶ τῶν ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τούτων δυσχερειῶν. Αἱ σκέψεις πᾶσαι, αἱ στηριζόμεναι εἰς παραλληλισμοὺς τῆς χώρας ἡμῶν πρὸς χώρας ἄλλας, ἐχούσας ἄφθονον τὸν χρυσόν, ἐχούσας εὐρεῖαν τὴν περιφέρειαν τῆς ἰδίας αὐτῶν κυριαρχίας καὶ παρ’ αἷς ὁ χρυσὸς ὁ ἐξαγόμενος εὑρίσκεται ἐν ἀναλογίᾳ μικρᾷ πρὸς τὸν χρυσὸν τὸν κυκλοφοροῦντα ἐν τῇ χώρᾳ, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν ἐν τῷ προκειμένῳ. Ταῦτα εἶναι τὰ ἐπενεγκόντα τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς χώρας καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ πληρώσῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους οὔτε εἰς χρυσὸν ἀγοραζόμενον ἐν τῇ χώρᾳ, οὔτε εἰς δάνειον συνομολογούμενον ἐκτὸς τῆς χώρας, ἀλλὰ νὰ πληρώσῃ αὐτὰ διὰ δανείου ἰδανικοῦ, δανείου, ὅπερ ἐκ προοιμίων ἐκηρύσσετο ὅτι ἤθελε περικοπῆ μετ’ ὀλίγον, διότι οἱ ζητοῦντες νὰ δικαιολογήσωσι σήμερον τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ὁμολογοῦσιν, ὅτι δὲν ἦτο δεκτικὸν δικαιολογίας, εἰμὴ μόνον ὡς μέτρον προσωρινὸν, προωρισμένον ἵνα περιληφθῇ κατόπιν εἰς τὴν περικοπὴν, ἥτις θὰ ἦτο τὸ γενικὸν μέτρον. Ἡ περικοπὴ τῶν ἄλλων δανείων τοῦ Κράτους ταύτην φέρει τὴν δικαιολογίαν ὡς πρὸς τοὺς συνομολογήσαντας τὰ δάνεια ἐκεῖνα, ὅτι, ὅτε συνωμολόγουν τὰ δάνεια, δὲν εἶχον σκοπὸν τὴν περικοπὴν τὴν ἐπελθοῦσαν, τοὐναντίον ἐφρόνουν, ὅτι θὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του τὰς ἐκ τοῦ δανείου, ἐνῷ ἡ περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως δικαιολογία παριστᾷ αὐτὸ ἐκδοθὲν ἐν γνώσει ὅτι ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς περικοπήν· τοιαύτη δὲ παράστασις ἀδικεῖ τὴν χώραν, οὐ μόνον ὡς ἀθετοῦσαν τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς, ἀλλὰ καὶ ὡς δολίως πολιτευομένην, ὡς πολιτευομένην διὰ τρόπου, ὅστις καταβιβάζει αὐτὴν ἠθικῶς.
§7ΡΑΛΛΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἐντρέπησθε νὰ λέγητε τοιαῦτα! (Θόρυβος).
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπάρχωσι Βουλευταὶ, οἵτινες δὲν γινώσκουσι κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ ἐκφράζωνται ἐντὸς Βουλευτηρίου, οἱ Βουλευταὶ οὗτοι παρέχουσιν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ προσφερώμεθα πρὸς αὐτοὺς ὡς κατέχοντας τὴν ἐσχάτην θέσιν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου (Θόρυβος). Ἐγὼ οὐδὲν ἄλλο πράττω ἢ νὰ συζητῶ τὰς πράξεις τῶν προκατόχων μου. Ἐγὼ συζητῶ τὰς πράξεις διὰ λέξεων εὐσχήμων, ὑμεῖς δὲ ἀποτείνετε ἀποστροφὰς οὐχὶ εὐσχήμους, οὐχὶ ἀξίας Βουλευτοῦ (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰ ἀκροατήρια νὰ παύσωσι τὰ χειροκροτήματα. Δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα οὐδὲ νὰ χειροκροτῶσιν, οὐδὲ νὰ ποδοκροτῶσιν. Εἰς δευτέραν φορὰν θὰ κενώσω τὰ ἀκροατήρια.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ, Κύριοι, θὰ ὁμιλήσω μετὰ πάσης ἐλευθερίας, καὶ ἄν ὁμιλοῦντος ἐμοῦ ὑπάρχωσιν οἱ ἀσχημονοῦντες, ἂς εἶναι βέβαιοι, ὅτι αἱ ἀσχημοσύναι αὐτῶν δὲν φθάνουσι μέχρις ἐμοῦ. Ἐξήγουν τὰ τοῦ μέτρου, δι’ οὗ ἐπετεύχθη ἡ πληρωμὴ τῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους εἰς χρυσὸν κατὰ τὸ ἀμέσως παρελθόν. Δὲν δύναμαι νὰ ἀναπτύξω τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ τῶν προτάσεων ἡμῶν, τὰ τῆς καταστάσεως τῆς παρούσης τῆς χώρας, ἂν μὴ ἐξηγήσω ὁποία ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἄρτι ἐξετελέσθη ἐν ταῖς πληρωμαῖς εἰς χρυσόν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 ἔληξε πρὸ 9 ἡμερῶν. Πρὸ ἐννέα ἡμερῶν πᾶσαι αἱ δαπάναι καὶ πάντα τὰ ἔσοδα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον ἐπεραιώθησαν. Δὲν ἔχομεν ἔτι γνῶσιν πλήρη τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἔχομεν ὅμως γνῶσιν τῶν ἀποτελεσμάτων μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, τηλεγραφικῶς δὲ καὶ πολλῶν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, καὶ θὰ δυνηθῶμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου νὰ ποιήσωμεν τὰς μελέτας, αἵτινες θὰ ἦναι ὁ ἀσφαλέστερας τῶν ὁδηγῶν περὶ τὸ ἔργον, εἰς ὃ ἤδη προσκαλούμεθα. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μελέτην ταύτην, ἐὰν νομίζωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ καλύπτωμεν τὴν ἔννοιαν τῶν πράξεων αὐτῶν; Καὶ διατὶ νὰ τὴν καλύπτωμεν; Διότι διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν δύο πρώην Ὑπουργοὺς βουλευτὰς ταραττομένους πρὸ τῆς εἰκόνος τῶν παρ’ αὐτῶν τελεσθέντων καὶ ἐκφραζομένους διὰ τρόπου, ὃν εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ ἠδυνάμην νὰ χαρακτηρίσω ὡς πρωτάκουστον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ἡ ἔννοια τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτοῦ· διότι, ἂν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἦτο δάνειον μὴ ἐξευτελίζον τὴν χώραν, οὐδεμία θὰ ὑπῆρχε δικαιολογία, ἵνα μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ χώρα ἀπολαύουσα τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, τῶν ἐκ τῆς διὰ τοιούτων δανείων ἀποτίσεως τῶν ὀφειλῶν αὐτῆς, αἰρούσης τὴν μεγαλειτέραν τῶν δυσχερειῶν τῶν μετὰ τὸ 1893 προϋπολογισμῶν, τὴν ἀποῤῥέουσαν ἐκ τῆς ἀποτίσεως τῶν τοῦ δημοσίου χρέους ἐπὶ καταβολῇ διαφορᾶς συναλλαγματικῆς. Ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ ἐπαγγελλόμενον ἀρτίαν τῶν τοκομεριδίων τὴν ἀπότισιν, θὰ ἦτο γνωστόν, καθ’ ἣν ὥραν ἐξεδίδετο, ὅτι θὰ ὑφίστατο περικοπὴν ἐν χρόνῳ προσεχεστάτῳ, ἡ δὲ πληρωμὴ τῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τίτλων δανείου ὑποχρεωτικῶς παρεχομένων ἀντὶ χρήματος καὶ ἐπὶ ἐπαγγελίαις προωρισμέναις ἵνα μὴ ἐκπληρωθῶσι θὰ ἦτο πλέον ἢ πτώχευσις, διότι θὰ ἦτο πτώχευσις δολία. Ὅτε θὰ παρείχοντο αἱ ἐπαγγελίαι περὶ ἀρτίας πληρωμῆς τοιούτου δανείου, θὰ ἦτο γνωστὸν εἰς τοὺς τοιαῦτα ἐπαγγελλομένους, ὅτι δὲν θὰ ἐξεπληροῦντο αἱ ἐπαγγελίαι, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῶσι, διότι, καταλήξαντες εἰς ἀνεπάρκειαν πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1893, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν, αὐξάνοντες ἔκτοτε τὰς ὀφειλὰς διὰ δανείων κεφαλαιώσεως, ὅτι θὰ εἴχομεν βραδύτερον τὴν ἐπάρκειαν πρὸς πληρωμὴν διὰ χρήματος καὶ οὐχὶ διὰ τίτλων κεφαλαιώσεως τῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ οὕτως αὐξηθέντος δημοσίου χρέους;
§11ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς τὸ ἠλπίσατε τὴν 26 Ἀπριλίου 1893;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ· ζητήσατε τὸν λόγον καὶ ἀπαντήσατε.
§13ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§14ΡΑΛΛΗΣ. Ἠρώτησα, πῶς τὸ ἠλπίσατε τὴν 26 Ἀπριλίου 1893.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ δάνεια, ἅτινα ἡμεῖς διεπραγματευόμεθα, δὲν ἦσαν δάνεια κεφαλαιώσεως, ἡ δ’ ἐκ τῶν δανείων ἐκείνων, ἂν συνωμολογοῦντο, κατάστασις δὲν θὰ ἦτο ἡ ἐκ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως παραχθεῖσα. Ὅταν οἱ κύριοι Βουλευταὶ προκαλέσωσιν ἑρμηνείαν περὶ τῶν δανείων, ἅτινα ἡ προκάτοχος ἐκείνων Κυβέρνησις διεπραγματεύετο, θέλω συζητήσει περὶ τοῦ θέματος. Τὰ δάνεια ἐκεῖνα δὲν συνωμολογήθησαν, δὲν σχετίζονται ἄρα ἀμέσως πρὸς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, περὶ ὧν ἤδη πραγματευόμεθα, καὶ ἡ περὶ αὐτῶν συζήτησις δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ περιληφθῇ ἐν εἰσηγήσει προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ εὐθὺς μετὰ τὴν εἰσήγησιν, καὶ σήμερον ἔτι, ἂν προκληθῶ, προθύμως θέλω ἐπιληφθῆ τῶν τοῦ θέματος. Ἤδη περιορίζομαι εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἄρτι ληξάσης καὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως καὶ εἰς τὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Ἐκηρύχθη λοιπὸν πράγματι ἡ πτώχευσις κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1893, καὶ διὰ τῆς πτωχεύσεως ἀπετίθησαν ὀφειλαὶ εἰς χρυσὸν λόγῳ τοῦ δημοσίου χρέους ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων διὰ καταβολῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ. Κατὰ τοῦτο, τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ δαπάνης πρὸς ἀπότισιν συναλλάγματος ὑπερτετιμημένου, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτοῦ ὀλίγον διαφέρει τῶν πρὸ αὐτοῦ προϋπολογισμῶν. Ἡ ἀγορὰ τοῦ συναλλάγματος θὰ ἦτο βεβαίως ὁ τρόπος ὁ κανονικός. Ἀπὸ τοῦ 1881 ἡ πληρωμὴ τῶν ὀφειλῶν τοῦ Κράτους εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ συναλλάγματος κανονικῶς ἀγοραζομένου ἐν τῇ χώρᾳ ἀπεδείχθη ἀτελεσφόρητος, καὶ οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοί, τουτέστιν ἡ ἀπόκτησις τοῦ συναλλάγματος διὰ τροπῆς ἐσωτερικῶν δανείων εἰς ἐξωτερικὰ δάνεια ἦτό τι ἐπιβαλλόμενον ἔκτοτε. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ τοκομερίδιον τῶν ἐξωτερικῶν δανείων εἶχε λάβει διαστάσεις τοιαύτας, ὥστε ἡ ἐγχώριος ἀγορὰ δὲν ἠδύνατο νὰ παράσχῃ ἄνευ ἀνατροπῆς τὸν χρυσὸν τὸν ἀναγκαῖον πρὸς τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ, καὶ ἂν διὰ τῶν περισσευμάτων τῶν προϋπολογισμῶν ἐζητοῦμεν νὰ ἀποκτήσωμεν τὸν χρυσὸν ἐν τῇ χώρᾳ, θὰ ἐτρέχομεν κατόπιν τῆς ἡμετέρας σκιᾶς, διότι διὰ πολλαπλασίου προσερχόμενοι εἰς τὴν ἀγορὰν τραπεζικοῦ χρήματος ὀλιγώτερον χρυσὸν θὰ ἐποριζόμεθα. Καὶ σήμερον ἔτι, ἄν, ἵνα ἀποκτήσωμεν 10 ἑκατομμύρια χρυσοῦ ἐν τῇ ἀγορᾷ, πρέπει νὰ δαπανήσωμεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια περὶ τὰ 17 ἢ 18 ἑκατομμύρια, ἄρα διὰ 36 ἑκατομμυρίων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἠθέλομεν ἀποκτήσει τὸν διπλάσιον χρυσὸν, ἤτοι 20,000,000, ἢ τοὐναντίον δὲν πείθεται πᾶς τις, ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἀποκτήσει οὐδὲ τὰ 10,000,000, διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς ἀγορᾶς καὶ τὴν παρεπομένην δυσανάλογον ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος; Ἔκτοτε ἐγένετο ἐπαισθητὴ ἡ ἀνωμαλία, ἣν ἐπάγεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὑφισταμένου σπουδαίου ἐξωτερικοῦ χρέους τοῦ Δημοσίου. Ὁ προϋπολογισμὸς καθίσταται διφυὴς, ἀναγράφων δαπάνας εἰς χρυσὸν, καὶ εἰς ἀπότισιν αὐτῶν ἔσοδα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὸ δὲ ἰσοζύγιον τοιούτου προϋπολογισμοῦ εἶναι πλῆρες, μόνον ἂν ὁ πρὸς τὰς δαπάνας χρυσὸς ἀπεκτήθη ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀντὶ τραπεζικῶν γραμματίων. Ἡ ἀπόκτησις ὅμως τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ ἀγορᾷ δὲν εἶναι μόνον ζήτημα ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ζήτημα σχετιζόμενον πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τῆς ἀγορᾶς, καὶ τούτου ἡ μελέτη εἶναι δυσχερεστέρα κατὰ πολὺ τῆς τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον νομίζουσιν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ὅτι πρέπει νὰ διαψεύδωσιν, ὅτι πρέπει νὰ παριστῶσι μὴ ὑφιστάμενον καὶ ὅταν ὑρίσταται, δὲν ἀρκεῖ πρὸς τὴν διευθέτησιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Τὸ ἰσοζύγιον εἶναι παράγων ἀναγκαῖος τῆς διευθετήσεως, καὶ ἄνευ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κανονικὴ τῶν οἰκονομικῶν λειτουργία· ἀλλὰ τὸ ἰσοζύγιον ἐν προϋπολογισμῷ, καὶ ἂν ἔτι περιλαμβάνῃ τὰ πρὸς τὴν ἀγορὰν τοῦ χρυσοῦ κεφάλαια, δὲν λύει τὸ ζήτημα τῆς παροχῆς τοῦ χρυσοῦ ὑπὸ τῆς χώρας καὶ τῶν συνεπειῶν τῆς παροχῆς χρυσοῦ ὑπὲρ τὸ μέτρον τῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Δὲν λύει τὸ ζήτημα τῆς παροχῆς τοῦ χρυσοῦ ἡ ἀναγραφὴ τῶν πρὸς τὴν ἀπόκτησιν αὐτοῦ ἐπαρκῶν πιστώσεων. Ἀλλὰ διότι τὸ ζήτημα δὲν λύεται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ ἐν σχέσει πρὸς τὸν προϋπολογισμόν· διότι ἐν πολλοῖς ἔχει σχέσιν πρὸς τὸν προϋπολογισμόν, ἄμεσον δ’ ἔχει τὴν σχέσιν ἐν ταῖς δαπάναις, ἃς ἐπάγεται ἡ ἀπόκτησις τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων τούτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἀναγκαίου πρὸς τὴν ἀπότισιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου χρυσοῦ καὶ ἅτινα παρέχουσι τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ θὰ στηριχθῇ πᾶσα οἰκονομικὴ διαῤῥύθμισις, δέον νὰ ἐξετάσωμεν ἐν γένει ὁποῖον εἶναι τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο ἔδαφος καὶ τίνες αἱ ὑποχρεώσεις αἱ εἰς χρυσὸν, ἃς πρόκειται νὰ ἀπαντήσωμεν· διότι αἱ ὑποχρεώσεις τῆς χώρας, αἱ ἀποῤῥέουσαι ἀπὸ τῶν περὶ δανείων εἰς χρυσὸν συμβάσεων, ἀπεδείχθησαν ὑπέρτεραι τῶν δυνάμεων ἡμῶν, καὶ τούτου ἕνεκα διά τε τῶν μέτρων τοῦ Ἀπριλίου 1893 καὶ διὰ τῶν μέτρων τοῦ Δεκεμβρίου 1893 ἐδέησε νὰ κανονισθῇ διαῤῥύθμισις ἄλλη, διαῤῥύθμισις διὰ πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων εἰς χρυσὸν διὰ δανείου κεφαλαιώσεως, διαῤῥύθμισις διὰ πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων εἰς χρυσὸν ἐπὶ ποσοστῷ καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ. Ἑκατέρα τῶν λύσεων τούτων ἐπάγεται πρόνοιαν περὶ διασκευῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ διαφόρου· διότι, ἂν ἠδύνατο νὰ κανονισθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου εἰς χρυσὸν δι’ ἀλληλοδιαδόχων δανείων κεφαλαιώσεως, τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἦσαν σχετικῶς εὐχερῆ, οὐδεμίαν θὰ εἴχομεν δυσχέρειαν εἰς ἐξεύρεσιν τῶν πρὸς τὴν ἀπότισιν ἄνευ διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ ἄνευ διαταράξεως τῆς πρὸς ἄλληλα ἀναλογίας τοῦ μεταλλικοῦ καὶ τοῦ νομίμου νομίσματος ἐν τῇ χρηματικῇ ἀγορᾷ τῆς χώρας, ἀφοῦ τὸν πρὸς τὴν ἀπότισιν χρυσὸν θ’ ἀντικαθίστων τίτλοι, κατασκευαζόμενοι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἐὰν δὲ μὴ ἐκανονίζοντο διὰ τοιούτων μέτρων τὰ τῆς πληρωμῆς εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ ἐκανονίζοντο ἐπὶ τῇ βάσει πληρωμῆς αὐτουσίου μὲν, ἐπὶ ποσῷ ὅμως κατωτέρῳ τοῦ ἐν ταῖς συμβάσεσιν ἀναγεγραμμένου, θὰ ἐγεννῶντο ζητήματα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περὶ τοῦ ἀναγραφησομένου ἐν αὐτῷ ποσοῦ ἐξ ὑπερτιμήσεως συναλλαγματικῆς ἄνευ διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου, καὶ θὰ παρείποντο σπουδαιότερα ἔτι ζητήματα περὶ τῆς ἀποκτήσεως τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἀγορᾷ ἄνευ παραλύσεως τῆς λειτουργίας αὐτῆς. Ἤδη ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὰ τετελεσμένα· εἴδομεν τὴν χώραν κατὰ τὸ 1893 ἀποτίσασαν εἰς χρυσὸν μόνον τὸ ἕτερον τῶν τοκομεριδίων τῶν παγίων δανείων, κατὰ δὲ τὸ 1894 βλέπομεν τὴν χώραν ἀποτίνουσαν εἰς χρυσὸν τὸ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Δεκεμβρίου ποσοστὸν ὁλόκληρον ἐπὶ πάντων τῶν δανείων· καὶ δὲν ἐπληρώθη μὲν ἔτι τὸ ποσοστὸν διὰ τὰ τοκομερίδια τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1894, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἀγορὰν εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡσανεὶ ἐπληρώθη, διότι ὁλόκληρον ἠγοράσθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ κατετέθη ἤδη παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ἡ κατὰ τὸ 1894 καταβολὴ εἰς χρυσὸν ὁλοκλήρου τοῦ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Δεκεμβρίου ποσοστοῦ τῶν τοκομεριδίων προεκάλεσε τὴν ὑφισταμένην τιμὴν τοῦ συναλλάγματος ἡμῶν λίαν ὑψηλὴν, καὶ μάλιστα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, καθ’ ἃς ἐνετάθη ἐπαισθητῶς ἡ ὕψωσις· διότι δὲν ἔφθασε μὲν τὸ συνάλλαγμα εἰς τὴν τιμὴν, εἰς ἣν εἶχε φθάσει κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε ἀνεγράφη καὶ τιμὴ 188 λεπτῶν τὸ φράγκον, ἀλλ’ ὑψώθη μέχρις 178 καὶ ⅜, νομίζω, σήμερον, τοιαύτη δὲ ὑπερτίμησις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ μικροῦ λόγου. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ πρῶτον δίδαγμα, ὅπερ ἐκ τούτου ποριζόμεθα πρὸς τὴν διευθέτησιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας; Τὸ πρῶτον δίδαγμα εἶναι, ὅτι οἱ νόμοι τοῦ Δεκεμβρίου ἐπὶ τῷ πρέποντι μέτρῳ ἐκανόνισαν τὰ τῆς προσωρινῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων. Ἐὰν ἐκανονίζοντο ταῦτα κατωτέρω τοῦ πρέποντος, θὰ ἤμεθα ἀδικαιολόγητοι ἀπέναντι τῶν ἐχόντων δικαιώματα ἐπὶ τῆς Πολιτείας, καὶ θὰ ἦτο κατώτερον τοῦ πρέποντος τὸ ποσοστὸν, εἰς ὃ περιωρίσθη ἡ καταβολὴ τοῦ χρυσοῦ, ἐὰν ἡ χρηματικὴ τῆς χώρας ἀγορὰ ἀπεδεικνύετο ἱκανὴ ἵνα φέρῃ μεγαλείτερον βάρος. Μέχρι τῆς κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Δεκεμβρίου προσωρινῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν τοῦ δημοσίου χρέους ἡ χρηματικὴ τῆς χώρας ἀγορὰ ἐλάχιστον ἐβαρύνετο ἐκ παροχῆς χρυσοῦ πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν τῆς ὑπηρεσίας δανείων τοῦ Κράτους παγίων καὶ χρεωλυτικῶν. Αἱ ὑποχρεώσεις αἱ ἐκ παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων ἐκανονίζοντο διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οἱ δὲ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ οὐδόλως ἐπεβάρυνον τὴν ἀγορὰν ἡμῶν. Πρῶτον ἤδη κατὰ τὸ 1894 ἐπεβαρύνετο ἡ ἀγορὰ διὰ τῆς πληρωμῆς εἰς χρυσὸν τῶν τοῦ δημοσίου χρέους, ἐπεβαρύνετο ἐπὶ ποσῷ τριῶν δεκατημορίων τῆς ὅλης ὀφειλῆς, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο πρῶτον ἤδη ἀντλεῖται ἐν τῇ ἀγορᾷ ἡμῶν, καὶ βλέπομεν, ὅτι ἡ ἀφαίμαξις δὲν παρέρχεται ἀνεπαίσθητος. Ἐὰν εἶχε προσδιορισθῇ τὸ ποσοστὸν ἀνώτερον, ποία θὰ ἦτο σήμερον ἡ ἐξάντλησις τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν; ποία θὰ ἦτο σήμερον ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος; Βεβαίως ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος προῆλθε σήμερον εἰς σταθμὸν, οὗτινος ἐπέκεινα δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ ἀκινδύνως, καὶ προῆλθε ἕως τοῦ σταθμοῦ τούτου, διότι ἠθέλησεν ἡ Πολιτεία ἐν ταῖς συναλλαγαῖς αὑτῆς πρὸς τοὺς πιστωτὰς οὐδὲ κατὰ κεραίαν νὰ ὑπολειφθῇ τοῦ προσήκοντος, πληροῖ δὲ τὸν ὅρον τὸν προσήκοντα, πράττουσα πᾶν τὸ δυνατόν. Οὐδὲ δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ προσενεχθῶσι περισσότερα, ὅτε ἡ πλήρωσις τῶν ὑπεσχημένων ἐπέδρασεν ἐπὶ τὸ συνάλλαγμα, ἀναβιβάσασα τὴν τιμὴν αὐτοῦ εἰς τὰ 178⅜, ὅση εἶναι σήμερον. Ἡ σκέψις αὕτη ἦτο ἀναγκαία ὡς ἀφετηρία πρὸς τὴν ἐξέτασιν τῶν κατὰ τὰς συνεννοήσεις ἡμῶν πρὸς τοὺς πιστωτάς· διότι οἱ πιστωταὶ τοῦ Κράτους, εὐθὺς ὡς ἐξεδόθησαν οἱ νόμοι τοῦ Δεκεμβρίου, διεμαρτυρήθησαν κατ’ αὐτῶν, πρὸ πάντων διότι τὸ προσωρινῶς προσενεχθὲν ποσοστὸν ἐθεωρήθη παρ’ αὐτῶν ἀνεπαρκές. Ἐλέχθη παρ’ αὐτῶν, ὅτι καὶ ἄλλα Κράτη περιῆλθον εἰς ὁμοίας ἀνάγκας, ἀλλὰ τὰ ὁρισθέντα ποσοστὰ ὑπῆρξαν πάντοτε ὑπέρτερα τῶν κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Δεκεμβρίου. Τοῦτο εἶναι ἀμφισβητήσιμον, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν κατὰ τὴν ὀρθότητα ἢ μὴ τῶν νόμων τοῦ Δεκεμβρίου, διότι ἡ ἐκτίμησις αὐτῶν δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ τί ἀλλαχοῦ ἐγένετο, ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ μέτρου τῆς ἀνάγκης. Ἐὰν ὑπελείφθημεν τοῦ μέτρου τῆς ἀνάγκης, ἢ ἐὰν ὑπερηκοντίσαμεν αὐτὸ, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ καταβάλωμεν περισσότερα καὶ δὲν τὰ κατεβάλομεν, ἢ ἐὰν ἐπηγγέλθημεν ὅτι θὰ κατεβάλλομεν πλείονα ὅσων ἡ ἀγορὰ τῆς χώρας δύναται κανονικῶς νὰ παράσχῃ, εἴμεθα ἐπίσης ἀδικαιολόγητοι. Εἰς τοῦτο λοιπὸν ὀφείλομεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν ἤδη, ὅτε θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων τοῦ Δεκεμβρίου, διότι ἡ ἐξέτασις τῶν τῆς ἐκτελέσεως τῶν διαταγμάτων τοῦ Μαΐου δὲν νομίζω ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ προκείμενον, εἰμὴ μόνον πρὸς κατανόησιν τῶν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893. Τὰ τῶν διαταγμάτων ἐκείνων ἀποτελοῦσιν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, περὶ ἧς, ἐὰν προκληθῶμεν, θέλομεν εἰσέλθει εἰς εὐρεῖαν συζήτησιν πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς, οἵτινες ᾐσθάνθησαν τὴν εὐθύνην αὑτῶν τοσοῦτον ἐπιβαρυνομένην ἐν τῷ θέματι, ὥστε ἐπὶ τῇ ἁπλῇ αὐτοῦ μνείᾳ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ διασώσωσι τὸ ἴδιον ἑαυτῶν ἰσοζύγιον. Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ νόμου ἐντολὴν, ἵνα, ἀποτίνουσα τὰς ὀφειλὰς τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πιστωτὰς, τοὺς ἐκ παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων, εἰς χρυσὸν ἐπὶ ἔλαττον τοῦ συμπεφωνημένου, προέλθῃ πρὸς αὐτοὺς εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς μεταῤῥύθμισιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, καὶ προῆλθεν ἡ Κυβέρνησις εἰς διαπραγματεύσεις, καὶ αὗται κατέληξαν εἰς ἀποτελέσματα. Τὰ ἀποτελέσματα, εἰς ἃ κατέληξαν αἱ διαπραγματεύσεις, ἐδημοσιεύθησαν διὰ τοῦ τύπου παρὰ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τοὺς πιστωτὰς, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι γνωστὰ εἰς πάντας. Ἀλλ’ ἐπίσης γνωστὸν εἰς πάντας εἶναι, ὅτι, καίτοι πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν πιστωτῶν, πρὸς τὰς ἐπιτροπείας ἐκλείσαμεν ὁριστικὰς συμφωνίας, αἱ συμφωνίαι αὗται χαρακτηρίζονται παρὰ τῶν ἐπιτροπειῶν σήμερον ὡς ἐστερημέναι κύρους οὐ μόνον ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν ὁμολογιούχων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπερ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν ἐπιτροπειῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπερ εἶναι ἀδικαιολόγητον· καὶ ὅμως ἐξ ἀφετηρίας ταύτης προκαλοῦσιν αἱ ἐπιτροπεῖαι τὴν Κυβέρνησιν εἰς νέας διαπραγματεύσεις. Διὰ τῶν τελευταίων ταχυδρομείων ἐλάβομεν παρὰ τῶν ἐπιτροπειῶν προκλήσεις, ἵνα καὶ πάλιν διαπραγματευθῶμεν πρὸς αὐτὰς περὶ τοῦ θέματος, καὶ εἰς τὰς προκλήσεις ταύτας εἰσέτι δὲν ἀπηντήσαμεν. Ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος δὲν ἐπιτρέπει βεβαίως ἵνα εἰσέλθω ὡς πρὸς ταῦτα ἀπὸ τοῦδε εἰς ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα προκαλέσω γνώμην παρ’ αὐτῆς· διότι, ἐὰν προεκάλουν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν μήπω τελεσθέντων, θὰ προεκάλουν τὴν Βουλὴν εἰς μετοχὴν τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐνεργείας, ἥτις δὲν ἀνήκει εἰς τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐν τῷ μέλλοντι ἐνέργεια ἀνήκει πᾶσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀφοῦ αὕτη συμπληρωθῇ, θέλομεν προέλθει εἰς ἀνακοινώσεις πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν τετελεσμένων· θέλομεν προέλθει εἰς ἀνακοινώσεις πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτε νομίσωμεν, ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καλεῖται ἵνα ἀποφανθῇ. Ἀλλ’ ἕως οὗ τοῦτο γένηται, ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν τὰ τετελεσμένα ἀπὸ τῶν ἐκκρεμῶν, ἵνα καθορίσωμεν τὴν κατάστασιν τὴν νῦν. Τὰ τετελεσμένα, ὡς εἶπον, εἶναι γνωστὰ ἐκ δημοσιεύσεων γενομένων διὰ τοῦ τύπου. Αἱ δημοσιεύσεις αὗται περιέλαβον καὶ αὐθεντικὰ καὶ μὴ αὐθεντικά, περιέλαβον καὶ ἀκριβῆ καὶ μὴ ἀκριβῆ, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ διατελῇ ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει τοῦ χαρακτῆρος τῶν δημοσιευθέντων τούτων, διότι πεπλανημένη γνώμη περὶ τῶν τετελεσμένων δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ὡς εἶπον, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα συμπράξῃ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ τῆς διεξαγωγῆς τῶν διαπραγματεύσεων. Ἡ Βουλὴ θέλει ἐλέγξει τετελεσμένα, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν ἤδη τετελεσμένα, ἡ Βουλὴ καθῆκον ἔχει πρὸς ἑαυτὴν, ἵνα ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῶν, ὡς καθοριζόντων τὸ ἔδαφος τῆς οἰκονομικῆς διαῤῥυθμίσεως τῆς χώρας. Οἱ ὁμολογιοῦχοι δὲν διεπραγματεύθησαν ἀμέσως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις διεπραγματεύθη πρὸς ἐπιτροπείας, ὧν τοὺς τίτλους δὲν ὑπέβαλεν εἰς ἔλεγχον, ἀλλὰ δεχθεῖσα νὰ διαπραγματευθῇ πρὸς αὐτὰς ἀνεγνώρισε τὰς ἐπαγγελίας αὐτῶν, ὡς περιβεβλημένων ἐντολὴν, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς μεσάζουσαι μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῶν ὁμολογιούχων. Ὁπωσδήποτε ἐν ταῖς ἐπιτροπείας ταύταις ὑπάρχουσι καὶ αἱ διατελοῦσαι εἰς στενὰς σχέσεις πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν κατόχων ξένων ὁμολόγων ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐξ ἧς προέκυψεν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν κατόχων ἑλληνικῶν ὁμολόγων, ὑφίσταται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ τυγχάνει ἀδιαφιλονεικήτου ἀναγνωρίσεως ἐν τῇ Ἀγγλικῇ ἀγορᾷ. Ἡ δὲ Γερμανικὴ ἐπιτροπὴ τῶν ὁμολογιούχων παριστᾷ ἑαυτὴν ὡς λαβοῦσαν τὴν ἐντολὴν, ὅπως διαπραγματευθῇ παρὰ συνελεύσεως κατόχων κατατεθεισῶν ὁμολογιῶν ὀνομαστικῆς ἀξίας 51,000,000 ἐπὶ ὁλικοῦ ὀνομαστικοῦ χρέους 556 ἑκατομμυρίων. Τὰς ἐπιτροπείας ταύτας ἐθεωρήσαμεν ἐπαρκεῖς, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς μεσάζουσαι μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ὁμολογιούχων, καὶ πρὸς ταύτας προήλθομεν εἰς διαπραγματεύσεις, φρονῶ δὲ, ὅτι εἶχον αὗται, ἐν ἀρχῇ τοὐλάχιστον τῶν διαπραγματεύσεων, γνῶσιν τῶν ἐπιθυμιῶν τῶν ὁμολογιούχων. Ἡ πρόκλησις ἡμῶν πρὸς τὰς ἐπιτροπείας ἀφεώρα κυρίως εἰς τοῦτο, ἀφεώρα εἰς ἐξέτασιν παρ’ αὐτῶν περὶ τῶν δυνάμεων τῆς χώρας· διότι, ὡς παρεστήσαμεν πρὸς αὐτὰς, τὸ θέμα τοῦτο, τὸ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ὁμολογιούχων, δὲν ἠδύνατο νὰ καταστῇ ἀντικείμενον συμβιβασμοῦ ἐκ συναλλαγῆς· ὁ συμβιβασμὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ, διότι τὸ αὐτὸ σημεῖον ἐπεδιώκομεν ἀμφότεροι πρὸς συνάντησιν ἐπὶ συμβιβασμῷ, τὸ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἐπιζητῶμεν, καὶ δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐπιζητῶμεν ἄλλο· ἔπρεπε νὰ ἐπιζητῶμεν τὸ σημεῖον, μέχρις οὗ ἠδύνατο νὰ δοκιμασθῇ ἡ ἀντοχὴ τῆς χώρας ἄνευ ἀνακοπῆς τῆς ἀναπτύξεως αὐτῆς, τῆς ἀναγκαίας εἰς τὴν κανονικὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Μέχρι τοῦ σημείου τούτου ὤφειλε νὰ προέλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς προτάσεσιν αὐτῆς, καὶ μέχρι τοῦ αὐτοῦ σημείου ὤφειλον νὰ περιορίσωσιν οἱ πιστωταὶ τὰς ἀπαιτήσεις αὐτῶν. Προσφορὰ κατωτέρα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐζημίου τὴν χώραν ἠθικῶς, καὶ δὲν θὰ ἐξεπλήρου τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους· ἀπαίτησις ἀνωτέρα τῶν πιστωτῶν θὰ ἐζημίου μὲν τὸ Κράτος, ἀλλὰ πλειότερον ἔτι αὐτούς. Ἐν τῇ ἀφετηρίᾳ δὲν ὑπῆρχεν ἢ τουλάχιστον δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ ἐκείνων καὶ ἡμῶν. Ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ πρὸς καθορισμὸν τοῦ σημείου τῆς συναντήσεως ἐξέτασις περὶ τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, καὶ πρὸς τοῦτο ἐζητήσαμεν, ἵνα αἱ ἐπιτροπεῖαι ἀποστείλωσιν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπους. Καὶ προσῆλθον οἱ ἀντιπρόσωποι, ἀλλ’ εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συναντήσεως ἐπείσθημεν ὅτι ἐπὶ ἄλλαις ἰδέαις προσῆλθον. Οἱ ἀντιπρόσωποι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπιτοπίου ἐξετάσεως τῶν δυνάμεων τῆς χώρας· ἐφρόνουν οὗτοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ συναλλαχθῶμεν ἐπὶ συμβιβασμῷ, δίδοντες ὅσῳ τὸ δυνατὸν πλειότερα πρὸς τοὺς πιστωτὰς, διότι ἡ ἐντολὴ αὐτῶν ἦτο νὰ λάβωσιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν πλειότερα, καὶ εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλικῆς ἐπιτροπῆς ἐδήλωσεν, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην τῶν Ἀγγλικῶν ἐπιτροπειῶν,—διότι ὡμίλει καὶ ἐξ ὀνόματος τῆς ἐπιτροπείας τῶν ξένων ὁμολογιούχων,—ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε πάντως νὰ καταβάλλῃ ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους 50% ἐπὶ τοῦ εἰς χρυσὸν χρέους. Οἱ ἀντιπρόσωποι οὗτοι ἐδημοσίευσαν καὶ πρωτόκολλα δῆθεν τῶν συνεδριάσεων αὐτῶν καὶ ἡμῶν, τουτέστι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις τούτοις, συνταχθεῖσιν ἐν πλήρῃ ἡμῶν ἀγνοίᾳ, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς οὐδεμίαν εὑρίσκω μνείαν ταύτης τῆς θεμελιώδους ἀπαιτήσεως, ἥτις καὶ ἐχαρακτήριζεν ὁλόκληρον τὴν διαπραγμάτευσιν, διότι, ὡς εἶπον, κατ’ ἐμὲ, ἡ διαπραγμάτευσις ὤφειλε νὰ ᾖ οὐδὲν ἄλλο ἢ ἔρευνα περὶ τοῦ σημείου, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν ἐπετρέπετο νὰ προβῶμεν ἐν τῇ παραχωρήσει τῶν ποσοστῶν, ἀλλὰ καὶ ἔνθεν τοῦ ὁποίου δὲν ἐπετρέπετο νὰ σταματήσωμεν. Οἱ ἀντιπρόσωποι ὅμως τὴν ἐξέτασιν ταύτην ἀπέκρουσαν, καὶ παρέστησαν ὅτι πρόκειται περὶ συμβιβασμοῦ ἐκ συναλλαγῆς, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῶν νόμων τοῦ Δεκεμβρίου ἐκανονίσαμεν προσωρινὴν πληρωμὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 30%, καὶ πρόκειται ἤδη νὰ γένηται ὁριστικὸς κανονισμὸς ἐπὶ ποσῷ ἀνωτέρῳ μὲν ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους, αὐξανομένῳ δὲ ἐν τῇ μελλούσῃ ἀναπτύξει τῆς χώρας μέχρι τοῦ ἀρτίου. Ἀφοῦ ἀπεκρούσθη ἡ ἀπαίτησις ἡμῶν αὕτη, εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν κατὰ μέρος θεμάτων, καὶ ἐδημοσίευσαν οἱ ἀντιπρόσωποι περὶ τῆς ἐξετάσεως ταύτης πρωτόκολλα μεστὰ ἀνακριβειῶν. Δὲν ἐξετάζω ἂν ἦτο κανονικὸν, ἂν ἦτο προσῆκον νὰ δημοσιεύσωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι πρωτόκολλα, καὶ μάλιστα ἐκ μονομερείας συντεταγμένα· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἐκεῖνοι ἐθεώρησαν τοῦτο ἐπιτρεπόμενον, ὤφειλον ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις νὰ ἦναι προσεκτικοὶ περὶ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀναγραφομένων. Δὲν ἐπετρέπετο νὰ παραλείπωσιν ὅσα δὲν τοῖς συνέφερον, εἴτε παρ’ αὐτῶν λεχθέντα καὶ κατόπιν ἐγκαταλειφθέντα, εἴτε παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς λεχθέντα· δὲν ἐπετρέπετο ἰδίως νὰ παριστῶσιν ἑαυτοὺς λέγοντας ὅσα δὲν εἶπον, καὶ νὰ παραλείπωσι τὰς ἀπαντήσεις, τὰς εἰς αὐτοὺς δοθείσας, δὲν ἐπετρέπετο ὅμως πρὸ πάντων, ὅταν ἀνέγραφον τὰ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα, νὰ διαστρέφωσιν αὐτά. Καὶ εἶναι ἀνάγκη ἤδη, ὅτε πρῶτον γίνεται μνεία ἐπισήμως παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τῶν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, νὰ χαρακτηρίσωμεν τὰ περὶ αὐτῶν δημοσιευθέντα ὡς μὴ στηριζόμενα ἐπὶ τῆς ἀκριβείας. Αἱ ἐπιτροπεῖαι καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν ὀλίγον τῷ ὄντι ἐμερίμνων περὶ ἀκριβείας· καὶ τοῦτο δὲν βλέπομεν μόνον ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις, τοῦτο βλέπομεν ἐν αὐτοῖς τοῖς συμπεράσμασιν, ἐν αὐταῖς ταῖς συμφωνίαις, εἰς ἃς κατελήξαμεν. Κατελήξαμεν εἰς ῥητὰς συμφωνίας, ἐθέσαμεν ὑπογραφὰς εἰς τὰς συμφωνίας ταύτας, καὶ μόλις ἐθέσαμεν τὰς ὑπογραφὰς καὶ ἤρξαντο οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι λέγοντες, ὅτι αἱ συμφωνίαι αὗται ἦσαν προτάσεις ἡμῶν, καὶ ὅτι ἐκεῖνοι ἔλαβον τὰς συμφωνίας ταύτας παρ’ ἡμῶν ὑπογραφείσας καὶ προσέθηκαν τὰς ἰδίας αὐτῶν ὑπογραφὰς, εἰς βεβαίωσιν τῆς ἡμετέρας ὑπογραφῆς (ἱλαρότης), ὅτι δὲν ἀπετέλει ἡ συμφωνία συμφωνίαν, ἀλλ’ ἡ συμφωνία ἦτο πρότασις προβλητέα εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, καὶ ἡ πρότασις αὕτη ἤθελε σταλῆ πρὸς αὐτὰς, καὶ τοῦτο ἤθελον οὗτοι νὰ μαρτυρήσωσι διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτῶν. Ταῦτα ἤρξαντο λεγόμενα, ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ οἱ αἰσθανθέντες ἀηδίαν ἐπὶ ταῖς τοιαύταις παραστάσεσι καὶ σπεύσαντες νὰ δηλώσωσι τ’ ἀληθῆ· ἐπειδὴ ὅμως τ’ ἀνακριβῆ περιελήφθησαν ἐν τῷ προοιμίῳ ἐγγράφου πρὸς ἐμὲ ἀπευθυνθέντος, τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐπέστρεψα πρὸς τοὺς κ. ἐπιτρόπους, ἀρνηθεὶς νὰ προχωρήσω ἐν τῇ ἀναγνώσει αὐτοῦ, διότι ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ ἀνεγράφετο ἡ ἀνακριβὴς παράστασις. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Αὐταὶ αἱ ἐπιτροπεῖαι ἐβεβαίωσαν, ὅτι αἱ ὑπογραφαὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν ἐδόθησαν ad referendum πρὸς τὰς ἐπιτροπὰς, δηλαδὴ ὑπὸ ἐπιφύλαξιν τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἐπιτροπειῶν. Οὐδεμία ὑπῆρχεν ἐπιφύλαξις. Καὶ τρανῶς ἐξηγήθη ἐνταῦθα, ὅτι οὐδεμίαν ἐπιφύλαξιν θὰ ἐδεχόμην. Πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὰς συνεννοήσεις ἐκείνας, τὰς ἀναγραφείσας ἐν τῇ συμφωνίᾳ, εἶχον δοκιμασθῆ ἄλλοι ὅροι συμβιβασμοῦ, διότι, ὡς εἶπον, οὐ μόνον δὲν ἦσαν προτάσεις ἡμῶν ταῦτα, τὰ ὑπογραφέντα παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπεκρούοντο παρ’ ἡμῶν ἀπολύτως, ἐγένοντο δὲ δεκτὰ ἀποκλειστικῶς ἐν σχέσει πρὸς σύμβασιν συμβιβασμοῦ· διότι ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν καὶ φρονοῦμεν, ὅτι ἡ κατὰ τὴν συμφωνίαν κλῖμαξ τῆς προϊούσης αὐξήσεως τῶν ἐτησίων δόσεων ἦτο ὑπέρμετρος, ὅτι θὰ ἦτο δυσχερεστάτη ἡ πληρωμὴ τῶν οὕτως αὐξανομένων ποσοστῶν, ὅτι μάλιστα μετά τινα χρονικὴν περίοδον θ’ ἀπέβαινεν ἴσως καὶ ἀδύνατος. Καὶ ὅμως, ἵνα ἐπιτευχθῇ ὁ συμβιβασμὸς, ἐδεχόμεθα τὴν κλίμακα εὐθὺς ὡς οἱ ἐπίτροποι ἀπεδέχοντο, ὅπως τὸ πλεῖστον τοῦ αὐξανομένου ποσοστοῦ ᾖ προωρισμένον εἰς χρεωλύσιον, διότι τοῦ ποσοστοῦ τούτου καθοριζομένου εἰς χρεωλύσιον ἠλαττοῦτο τὸ βάρος τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τοσοῦτον καὶ ἑπομένως ἐπετρέπετο εἰς τὸ Κράτος νὰ προσφεύγῃ πρὸς τὴν ἀπότισιν τοῦ ποσοστοῦ εἰς ἔκτακτον πόρον, ἀνάλογον πρὸς τὴν ἑκάστοτε ἐξόφλησιν δημοσίου χρέους. Βεβαίως τοιαύτην συμφωνίαν δὲν ἠθέλομεν προτείνει ἡμεῖς, καὶ πρότασιν τοιαύτην ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν ὑπογράψει· ἀλλὰ συμβιβασμὸν ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ καὶ ὑπογράψει, διότι ἔπρεπε πάντως νὰ προβῶμεν μέχρι τῆς τελευταίας παραχωρήσεως, ἵνα μὴ διατελῇ ἡ χώρα πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους ἐν ἐκκρεμότητι. Ἐγένοντο λοιπὸν καὶ ἄλλαι ἀπόπειραι συμβιβασμοῦ. Ἐξητάσθη, ἂν ἀντὶ αὐξήσεων ἐν τῷ μέλλοντι, ἀντὶ τῶν παρὰ τῶν ἐπιτροπειῶν προτεινομένων διανομῶν τῶν προσόδων ὡρισμένων φόρων, ἀντὶ τῶν παρ’ ἡμῶν προτεινομένων κλιμάκων αὐξήσεως τοῦ ποσοστοῦ ἐν τῷ μέλλοντι αὐξηθῇ εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς κατὰ ὡρισμένα ποσοστὰ ἡ παροχὴ καὶ οὐδεμία ἀναγραφῇ αὔξησις ἐν τῷ μέλλοντι...
§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγένετο πρότασις παρὰ τῶν ἐπιτρόπων, ἢ παρ’ ὑμῶν;
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο ἐξέτασις τοῦ θέματος πρὸς ἐξεύρεσιν ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει τοῦ ὅρου τῆς συμβιβαστικῆς λύσεως· διότι, ὡς εἶπον, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν ἐπεζήτουν τὴν συμβιβαστικὴν λύσιν οὐχὶ ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ τῶν ὅρων τῆς λύσεως, οὓς θὰ καθώριζον αἱ δυνάμεις τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐν τῇ συναλλαγῇ περὶ συμβιβασμοῦ· ἐν τῇ συναλλαγῇ ἄρα ταύτῃ περὶ συμβιβασμοῦ προεβλήθη καὶ ἡ ἐξέτασις αὕτη περὶ καθορισμοῦ εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς πληρωμῆς ἀνωτέρας τῆς ἐπιτρεπομένης ἐκ τῶν σημερινῶν κανονικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐπὶ ἀντισηκώματι κατὰ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως ἐν τῇ καταργήσει τῆς κλίμακος, καὶ οὕτως ἐξητάσθη, ἂν ἀντὶ ἀρχικοῦ ποσοστοῦ ἐκ 30% ἢ ἐκ 32%, αὐξανομένου ἐν τῷ μέλλοντι κατὰ τοῦτο ἢ κατ’ ἐκεῖνο τὸ σύστημα, δὲν θὰ ἦτο προτιμότερος πάγιος ὅρος 40% ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐν τῷ μέλλοντι αὐξήσεως. Ἐν τῇ ἐξετάσει ταύτῃ δὲν ἐγένετο ὅ,τι συνέβη κατὰ τὴν τελευταίαν συμφωνίαν· ἐκεῖ, καίτοι ἐπῆλθεν ἐνταῦθα συνεννόησις τῶν τριῶν ἐπιτρόπων πρὸς ἀλλήλους, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ διαπραγματευθῶσιν, ἐζητήθη ὅμως πρὸ τῆς ἐπιλήψεως τῶν διαπραγματεύσεων ἡ γνώμη τῶν ἐπιτροπειῶν. Ἐφρόνουν οἱ ἀντιπρόσωποι,— ἰδίως μάλιστα οἱ τῆς Γερμανίας,—ὅτι αἱ ἐπιτροπεῖαι ἤθελον ἐπιδοκιμάσει τὸν τρόπον τοῦτον τοῦ κανονισμοῦ, ἀλλ’ αἱ ἐπιτροπεῖαι, καὶ πρώτη ἡ Γερμανικὴ, δὲν ἐνέκρινον τὸν τρόπον τοῦτον· ἦσαν δὲ ταῦτα κανονικὰ, ἀφοῦ οὐδὲν ὑπῆρχε τὸ πρὸς ἡμᾶς συμπεφωνημένον.
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ἦτο πρότασις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατὰ 40%, ὅπως ἰσχυρίζονται αὐτοὶ οἱ ἀντιπρόσωποι.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν προέτεινεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις.
§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἐδέχθη.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη, ἀφοῦ δὲν τῇ προετάθη, μὴ γενόμενον δεκτὸν παρὰ τῶν ἐπιτροπειῶν. Ἀνεκοίνωσα δ’ ἕνα τῶν ὅρων τοῦ προβληθέντος εἰς ἐξέτασιν ζητήματος, ἀλλὰ περὶ τῶν ἄλλων ὅρων, τῶν περιλαμβανόντων τ’ ἀντισηκώματα τοῦ μνημονευθέντος, οὐδὲν λέγω, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἀπόκρουσιν τοῦ συστήματος παρὰ τῶν ἐπιτροπειῶν οὐδὲν προεβλήθη καὶ οὐδεμία χωρεῖ συζήτησις ἐπὶ τῶν μὴ προβληθέντων. Εἰς μίαν μόνην προήλθομεν συμφωνίαν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους, ταύτην δὲ πάντες γινώσκετε, διότι ἐδημοσιεύθη ἐν πλείσταις ξέναις ἐφημερίσι καὶ ἐν ἁπάσαις ταῖς ἑλληνικαῖς. Τὴν συμφωνίαν ἐκείνην αἱ ἐπιτροπεῖαι ἀπεκήρυξαν, καὶ ζητοῦσιν ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς νέας διαπραγματεύσεις, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ τὴν συμφωνίαν ὁριστικῶς συνομολογηθεῖσαν πρὸς τὰς ἐπιτροπείας διὰ τῶν ὑπογραφῶν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν καὶ προκαλοῦσαν εἰσήγησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως αὕτη ἀποφανθῇ περὶ αὐτῆς, καὶ εἰσήγησιν πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι ἀποφανθῶσι περὶ αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις μόνον ὡς εἰσηγητὴς τῶν συμπεφωνημένων παρὰ τῇ Βουλῇ ὑπεχρεώθη, ὅπως εἰσηγηταὶ παρὰ τοῖς πιστωταῖς θὰ ἦσαν αἱ ἐπιτροπεῖαι, ἂν αἱ ἐπιτροπεῖαι μὴ ἐδυστρόπουν πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀνέλαβον διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ αἱ ἐπιτροπεῖαι ἐδυστρόπουν πρὸς τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ κύρους τῆς συμφωνίας, ἡ Ἀγγλικὴ ἐπιτροπεία ἐδέχθη βραδύτερον νὰ προέλθῃ εἰς σύνταξιν πλήρους συμβάσεως, περιλαμβανούσης καὶ τὰ θέματα τὰ μὴ θεμελιώδη, ἅτινα δὲν περιελαμβάνοντο ἐν τοῖς ὅροις τῶν συμφωνιῶν τοῖς ἐν Ἀθήναις ὑπογραφεῖσιν, ἀπαιτήσασα ὅμως, ὅπως μεταβληθῶσι κατά τι καὶ οἱ ὅροι ἐκεῖνοι. Καὶ ταύτην τὴν μεταβολὴν ἡμεῖς δὲν ἐνεκρίναμεν, ἀλλ’ ἵνα καταστῇ εὐχερεστέρα ἡ συνεννόησις, συνηνέσαμεν καὶ εἰς αὐτὴν, καὶ κατηρτίσθη οὕτω σύμβασις ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἡ σύμβασις αὕτη ὑπεβλήθη εἰς συνέλευσιν γενικὴν τῶν ὁμολογιούχων ἐν Λονδίνῳ, ἀλλ’ αὕτη ἀνέβαλεν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπῆρχε συμφωνία μεταξὺ τῆς ἐπιτροπείας καὶ ἡμῶν, ὅτι, ἂν μὴ ἐψηφίζετο ἐν τῇ πρώτῃ κληθησομένῃ συνελεύσει, ἡ σύμβασις θὰ ἐθεωρεῖτο ἄκυρος, ἡ σύμβασις αὕτη καταπίπτει, μένει δὲ διατηροῦσα πλῆρες τὸ κῦρος ἡ συμφωνία ἡ ἐν Ἀθήναις ὑπογραφεῖσα· πλῆρες τὸ κῦρος διατηρεῖ ἡ συμφωνία, ὑποχρεοῦσα τὰς ἐπιτροπείας, δὲν ὑποχρεοῖ ὅμως τοὺς ὁμολογιούχους.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε διάθεσιν νὰ μοὶ δώσητε μίαν διασάφησιν;
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναί.
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σύμβασις ἡ ὑπογραφεῖσα ἐν Ἀγγλίᾳ, δι’ ἧς ἐβεβαίου ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀπεδέχθη τοὺς τελευταῖον ὑπὸ τῶν Ἄγγλων ὁμολογιούχων προταθέντας ὅρους, ἡ σύμβασις αὕτη εἰσήχθη εἰς τὴν ἐπιτροπείαν τῶν ὁμολογιούχων Ἄγγλων, ἢ καὶ εἰς τὰς ἐπιτροπείας τῶν ὁμολογιούχων καὶ τῶν Παρισίων καὶ τοῦ Βερολίνου, καὶ τούτων πάντων ἡ ἐπιτροπεία ἀπεφάσισε νὰ ἀναβληθῇ; Αὐτὴν τὴν ἀπορίαν ἔχω.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ συνεννοήθη πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν ἐπιτροπείαν, καὶ τὴν καταρτισθεῖσαν σύμβασιν ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπεία εἰς γενικὴν συνέλευσιν τῶν ὁμολογιούχων τῆς Ἀγγλίας. Ἡ συνέλευσις ἐκείνη ἀνέβαλε τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλήν;
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν ὑποβάλω, διότι ἔχετε γνῶσιν αὐτῆς πρὸ πάντων ὑμεῖς.
§28ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζομεν τίνες ὑπέγραψαν τὴν σύμβασιν ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ σύμβασις κατηρτίσθη παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς ἐπιτροπείας καὶ τοῦ ἐν Λονδίνῳ ἐπιτετραμμένου. Ἄν ὅμως ἀμφισβητῆτε τοῦτο, θέλετε προκαλέσει καὶ περὶ τούτου συζήτησιν, καὶ ἐπειδὴ ἡ σύμβασις ἠκυρώθη, θὰ σᾶς ἀφήσωμεν τὸ πεδίον ἐλεύθερον, ἵνα θριαμβεύσητε, ἰσχυριζόμενοι περὶ αὐτῆς, μὴ ὑφισταμένης σήμερον, ὅ,τι δήποτε θελήσητε, καὶ παίζοντες πρὸς αὐτὴν κατὰ τὸ δοκοῦν.
§30ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ διατὶ τὴν ἀναφέρετε τότε;
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποιοῦμαι λόγον περὶ αὐτῆς διότι ἐν τῷ ἱστορικῷ ἔχει τὴν θέσιν της, παρεμπεσοῦσα ἐν τῇ προόδῳ τῶν διαπραγματεύσεων, ἀλλ’ ἐξαφανισθεῖσα καὶ καταλιποῦσα ὑφισταμένην μόνον τὴν συμφωνίαν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν τριῶν ἐπιτροπειῶν, τὴν ὑπογραφεῖσαν ἐν Ἀθήναις. Αἱ ἐπιτροπεῖαι, θέλουσαι ν’ ἀποφύγωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν, τῶν ἐκ τῆς συμφωνίας ἐκείνης, προκαλοῦσιν ἡμᾶς ἤδη εἰς νέας διαπραγματεύσεις, προβάλλουσαι ὡς ἀφετηρίαν τὴν τῆς Ἀγγλικῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἐπανερχόμεναι εἰς τὰς προτάσεις αὐτῶν τὰς ἀρχικὰς περὶ διανομῆς τῶν προσαυξήσεων τῶν προσόδων ὡρισμένων φόρων καὶ περὶ τῶν ἐγγυήσεων. Εἰς τὰς προτάσεις ταύτας ἀπηντήσαμεν, ὅτε τὸ πρῶτον προυτάθησαν, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν ὑπεχώρησαν, ἀναγνωρίσαντες, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμὸς ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνῃ· ἀνεγράφησαν δὲ ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις αὐτῶν διάφοροι λόγοι, δι’ οὓς δῆθεν ἡ Κυβέρνησις ἀπέκρουε τὸ σύστημα αὐτῶν, παρελείφθησαν δὲ ἄλλοι, καὶ οἱ περιληφθέντες διεστράφησαν. Εἷς οἱοσδήποτε τῶν προταθέντων λόγων θὰ ἤρκει, ὅπως καταφανῇ τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ συστήματος. Ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις εὕρηται ἀναγεγραμμένος ὁ λόγος, ὅτι ἡ διανομὴ τῆς προσαυξήσεως τῶν προσόδων ὡρισμένων φόρων θὰ ἀπετέλει ἀνάμιξιν εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καὶ ἑπομένως ἦτο τοιαύτη πρότασις ἀποκεκλεισμένη ἐκ τῶν διαπραγματεύσεων ὑπὸ τῶν προκαταρκτικῶν συμφωνιῶν πρὸς τὰς ἐπιτροπείας ἐφ’ αἷς ἐγένετο ἡ ἀποστολὴ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν· διότι εἶχε ῥητῶς συμφωνηθῆ, ὅτι θὰ ἐγίνοντο δεκτοὶ ἀντιπρόσωποι ἐνταῦθα πρὸς διαπραγμάτευσιν ἐπὶ τῷ ὅρῳ ὅπως μὴ ἐπιζητηθῇ ἀνάμιξις οἱαδήποτε εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ἀπεκρούετο ἄρα ἡ πρότασις, ὡς ἀποτελοῦσα τοιαύτην ἀνάμιξιν· ἀπεκρούετο δὲ καὶ διὰ διαφόρους ἄλλους λόγους καὶ διὰ τὰς συνεπείας αὐτῆς· διότι ἡ τοιαύτη διάθεσις τῶν προσαυξήσεων, ἂν τυχὸν οἱ φόροι ἀπέδιδον πρόσοδον μεγαλειτέραν τῆς προσδοκωμένης, θ’ ἀντεστρατεύετο πρὸς τὸν ἴδιον σκοπὸν, διαταράττουσα τὴν ἀγορὰν καὶ ζημιοῦσα τοὺς ἐν αὐτῇ συναλλασσομένους, καὶ μάλιστα αὐτοὺς τοὺς πιστωτὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ, κινδυνεύοντας ν’ ἀποκτήσωσιν ἐλάσσονα χρυσὸν ἀντὶ τῆς ηὐξημένης αὐτῶν προσόδου. Εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους παρεστήσαμεν, ὅτι κανονισμὸς, οὗτινος συνέπεια θὰ ἦτο, ὅπως αὐτοὶ οἱ πιστωταὶ μὴ ὠφελῶνται ἐκ τῆς περιερχομένης εἰς αὐτοὺς προσαυξήσεως τῆς προσόδου, ὅπως ἡ ἀγορὰ διατελῇ ἐν διηνεκεῖ ἀβεβαιότητι περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν προσαυξήσεων καὶ περὶ τῆς ἐπιδράσεως αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ζήτησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ περὶ τῶν ἐκ τούτου ἀνωμαλιῶν, κανονισμὸς τοιοῦτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ συντελεστικὸς πρὸς τοὺς ἐπιδιωκομένους σκοπούς. Πῶς δὲ ἐξέθηκαν οἱ ἀξιότιμοι ἀντιπρόσωποι τὰ περὶ τούτου ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις; Εἶπον ὅτι ἐγὼ παρέστησα, ὅτι ὁ κανονισμὸς οὗτος εἶναι ἀποκρουστέος, διότι, ἂν ἀπέδιδον οἱ φόροι προσαύξησιν σπουδαίαν προσόδου, θὰ ἐλάμβανον οἱ πιστωταὶ μεγαλείτερον ποσοστὸν, ὅπερ θὰ δυσηρέστει πάντας ἡμᾶς τοὺς ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ὅμως πρωτοκόλλου οὕτω διαστρέφοντος τὰ γεγονότα ἐθεώρησάν τινες ὅτι ἐπετρέπετο νὰ γένηται χρῆσις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τουτέστι κατὰ τοῦ Κράτους!
§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ ἐδημοσίευε τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανόν σας.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον, ὡς ὀνομάζει αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς, πολλὰ δημοσιεύει, καὶ γελοιογραφίας, ἐφ’ αἷς κατὰ τὴν γνώμην του ἴσως ἐγὼ εὐθύνομαι. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω ἓν πρὸς ἓν τὰ ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις ἀνακριβῶς ἐκτιθέμενα· ἀρκεῖ ὅτι ἔδειξα πρὸς ὑμᾶς ἐπὶ οὕτω σπουδαίου θέματος ὁποῖον ἦτο τὸ δι’ αὐτῶν διῆκον πνεῦμα καὶ ὁποία ἡ ἀξία αὐτῶν πρὸς πάντα θέλοντα νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων καὶ οὐχὶ κατὰ τὸ συμφέρον αὐτοῦ ἐν τῇ πολεμικῇ τῶν κομμάτων. Οὕτω τιθεμένων ἐκ ποδῶν τῶν πρωτοκόλλων, τὸ μόνον προκύψαν ἐκ τῶν διαπραγματεύσεων εἶναι οἱ ὑπογραφέντες ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅροι συμφωνιῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ καθεστὼς ἐν τῷ θέματι. Ἂν αἱ ἐπιτροπεῖαι ἀποκρούωσι τὸ παρ’ αὐτῶν διὰ τῶν ἰδίων ἀντιπροσώπων μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δημιουργηθὲν καθεστὼς τοῦτο, ἡ ἔκθεσμος τῶν ἐπιτροπειῶν ἐνέργεια δὲν ἰσχύει ἵνα ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοῦ καθεστῶτος τούτου τὴν ὑπόστασιν. Συμπίπτει δ’ ὡς πρὸς τὴν ἀφετηρίαν σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ καθεστὼς τοῦτο πρὸς τὸ προσωρινῶς καθιερωθὲν ὑπὸ τῶν νόμων τοῦ Δεκεμβρίου. Ἡ ἀποκήρυξις τῶν ἐπιτροπειῶν σχεδὸν δὲν θίγει εἰς τὴν ἀφετηρίαν, ἀλλ’ ἐπιδιώκει τὴν ἐν τῷ μέλλοντι προσαύξησιν κατὰ τὸ ἀρχικῶς παρ’ αὐτῶν προταθὲν σύστημα. Τὴν ἐν τῷ μέλλοντι προσαύξησιν ἀναγράφει καὶ ἡ συμφωνία, οὐχὶ ὅμως ἐπὶ διανομῇ τῶν περισσευμάτων ὡρισμένων προσόδων, ἀλλ’ ἐπὶ κλίμακι παγίᾳ, κατὰ τὰς εἰσηγήσεις τῆς Κυβερνήσεως· διότι παρέστησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπιτροπειῶν καὶ τοῦτο τὸ ἐλεεινὸν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠξίου νὰ μὴ παρακολουθῇ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας ἡ παροχὴ μεγαλειτέρου ποσοστοῦ, ἐνῷ ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας ἐδηλώσαμεν, ὅτι προσφέρομεν προσαύξησιν, ἀλλὰ κανονίζοντες αὐτὴν ἐκ προοιμίων ἐπὶ παγίᾳ κλίμακι ἀσφαλέστερον τῆς κατὰ τὸ σύστημα τῶν ἐπιτροπειῶν προσαυξήσεως διὰ τῆς διανομῆς τοῦ περισσεύματος τῶν προσόδων, ἥτις ἐπήγετο παρέμβασιν εἰς τὰ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς χώρας. Γενομένης ἀποδεκτῆς τῆς ἀρχῆς τῆς προσαυξήσεως ἐπὶ παγίᾳ κλίμακι, οἱ περὶ τὴν διαβάθμισιν τῆς κλίμακος ὅροι τῆς ἐνταῦθα συμφωνίας δὲν εἶναι δεκτικοὶ περαιτέρας ἐντάσεως· ὥστε δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ τοῦδε τὸ ζήτημα ὡς κατ’ οὐσίαν κεκανονισμένον. Ἐλλείπει ἔτι ὁ κατὰ τύπους κανονισμὸς, ἀλλὰ καὶ οὗτος θέλει ταχέως ἐπιτευχθῆ. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνήκει ἡ πρωτοβουλία τῶν περαιτέρω ἐνεργειῶν, ἕως οὗ ἐπιστῇ ἡ ὥρα τῆς προκλήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐνεργείας. Ἕως δὲ τῆς ὥρας ἐκείνης ὀφείλομεν νὰ ἀπόσχωμεν ἀπὸ πάσης ἀνακοινώσεως πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ τρόπου τοῦ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τοῦ θέματος. Τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὃν ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ ὀλίγον διαφέρουσι τῶν τοῦ συμφωνηθέντος πρὸς τὰς ἐπιτροπείας ὁριστικοῦ κανονισμοῦ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη· ἔχομεν ἄρα ἀπὸ τοῦδε τὸν σταθερὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι αἱ κατὰ παγίαν κλίμακα ἐν τῷ μέλλοντι προσαυξήσεις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ διατύπωσις ἐκ προοιμίων τῆς ἐν τῷ σταθερῷ προϋπολογισμῷ ἀναπτύξεως τῶν πιστώσεων τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ λόγον τῆς ἀναπτύξεως τῶν προσόδων τῆς χώρας. Ἴσως ἡ κατὰ τὴν κλίμακα προσαύξησις εἶναι μεγαλειτέρα τῆς ἀναλογίας, ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἡ ὑπὲρ τὸ πρέπον μέτρον προσαύξησις ἀντισηκώνεται διὰ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ ποσοστοῦ τῆς προσαυξήσεως κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς χρεωλύσιον, ὅπερ παρέχει τὴν εὐκαιρίαν εἰς ἀναπλήρωσιν ἐξ ἐκτάκτων πόρων τῆς ἀνεπαρκείας τῶν τακτικῶν ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐξετάσαντες οὕτω τὰ τοῦ θεμελίου, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ὁ προϋπολογισμὸς, πρέπει ἤδη, ἵνα δυνηθῶμεν ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ αὐτοῦ, νὰ ἐξετάσωμεν ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ψηφισθέντων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα εἶναι ἄρτια, ἵνα ὁδηγηθῶμεν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν παρεχομένων ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων. Δὲν ὀφελοῦσιν εἰς τοῦτο παλαιότεροι προϋπολογισμοὶ, διότι πολλοὶ τῶν νόμων εἶναι πρόσφατοι καὶ πρέπει ἐκείνων τῶν προϋπολογισμῶν τὴν ἐκτέλεσιν νὰ συμβουλευθῶμεν, οἵτινες περιλαμβάνουσι καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄρτι ψηφισθέντων νόμων· τούτους δὲ συμβουλευόμενοι, δυνάμεθα ἤδη ν’ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰ περὶ δανείων κεφαλαιώσεως καὶ περὶ ποσοστῶν ὀφειλομένων εἰς χρυσὸν, διότι τὰ τοῦ δημοσίου χρέους εἰς χρυσὸν θὰ κανονισθῶσιν ἔν τε τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπιόντος ἔτους καὶ ἐν τοῖς μετέπειτα, κατὰ τ’ ἀνακοινωθέντα ἤδη πρὸς ὑμᾶς. Ἀσχέτως ἄρα πρὸς τὰ τοῦ δημοσίου χρέους, ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893; Ὡς εἶπον, δὲν ἔχομεν ἔτι τὰς ἐκθέσεις περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, τουτέστι τοῦ 22ου μηνὸς τῆς χρήσεως, ἀλλ’ ἀναπληροῦμεν ὁπωσδήποτε αὐτὰς διὰ τηλεγραφικῶν πληροφοριῶν καὶ κατ’ ἄλλους τρόπους. Οἱ ἐν τῷ τεύχει τοῦ ὑποβαλλομένου προϋπολογισμοῦ πίνακες καὶ ἡ προτεταγμένη εἰσαγωγικὴ ἔκθεσις εἶναι ὀλιγώτερον ἔτι πλήρεις, διότι τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ σύνταξις ἐπεκτείνεται ἐπὶ περίοδον τεσσάρων μηνῶν, ὥστε εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ τεύχους τελευταίαν κατάστασιν πλήρη τοῦ Αὐγούστου· λαμβάνοντες δὲ ὡς βάσιν τὰς ἐν ταύτῃ πληροφορίας, ἀνεπληροῦμεν τὰ τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προηγουμένου ἔτους. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε συμπληροῦντες ἤδη κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὰ τοῦ 22ου μηνὸς, δυνάμεθα νὰ παραστήσωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 ὡς ἐκτελεσθέντος ἐν πλήρει ἰσοζυγίῳ ἐπὶ τῇ προϋποθέσει κανονισμοῦ ἐν αὐτῷ τῶν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τ’ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ ψηφισθέντι προϋπολογισμῷ τοῦ 1894 καὶ τ’ ἀναγραφόμενα ἤδη ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ προϋπολογισμῷ τοῦ 1895. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο θὰ παρουσιάσῃ, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀποτελεσμάτων, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894. Θὰ ἔχωμεν ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτοῦ τὸ ἰσοζύγιον οὐχὶ σχετικὸν, τουτέστι περιοριζόμενον εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, περιλαμβάνοντος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τακτικῶν ἐξόδων μόνον τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, δι’ ὧν ἀπαντῶνται τὰ ἔκτακτα τοῦ ἔτους ἔξοδα, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν ἐν τῇ ἐκτελέσει ἰσοζύγιον, περιλαμβάνον πάντα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, ἔσοδα δὲ μόνον ἐκ τακτικῶν πόρων. Κρίνοντες μάλιστα ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894, ἀπεκδεχόμεθα ἐξ αὐτοῦ ἀποτελέσματα ὑπέρτερα τῶν ἀναγραφομένων ὡς πρὸς τὸ ἰσοζύγιον, διότι ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔξοδα ἔχομεν οἰκονομίας σπουδαίας, καὶ μάλιστα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπου ἐλπίζεται δαπάνη κατωτέρα σχεδὸν κατὰ ἑκατομμύριον, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἔσοδα ὑπέρτερα. Καίτοι εὑρισκόμεθα ἤδη ἐν τῷ δεκάτῳ μηνὶ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἑπομένως στερούμεθα ἔτι τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως ἐπὶ ἑτέρους 12 μῆνας, ὡς πρὸς πολλοὺς ὅμως τῶν φόρων, ἐκείνους μάλιστα, ὧν ἡ εἴσπραξις γίνεται ἐντὸς τῶν 12 μηνῶν, δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ προείπωμεν τ’ ἀποτελέσματα μετ’ ἀκριβείας ἱκανῆς. Οὕτω τὰ τῶν δασμῶν πέρυσιν ἀνεγράφησαν κατώτερα τῶν τοῦ προηγουμένου ἔτους, διότι οἱ τελευταῖοι μῆνες τοῦ ἔτους παρουσίαζον ἐλάττωσιν μεγάλην, συνετάχθη δὲ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1894 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τελευταίας ἑξαμηνίας τοῦ 1893, ἀντιστοιχούντων πρὸς μείωσιν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος τεσσάρων ἑκατομμυρίων, καὶ οὕτω, ἐνῷ ἔχομεν ἀναγεγραμμένα 18,000,000 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς πρόσοδον ἐξ εἰσαγωγῆς, βέβαιον φαίνεται, ὅτι θέλομεν ἔχει πρόσοδον ἐξ εἰσαγωγῆς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, περιλαμβανομένων καὶ τῶν δύο ὑπολειπομένων μηνῶν, τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου, τοὐλάχιστον 25 ἑκατομμυρίων, ἑπομένως θὰ ἔχωμεν 7 ἑκατομμυρίων καὶ πλέον αὔξησιν ἐσόδου ἐκ τῶν τελωνειακῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν πρὸς τούτοις αὔξησιν ἐκ τῶν τοῦ καπνοῦ· διότι, ἐνῷ τὰ τοῦ καπνοῦ ἐθεωρεῖτο, ὅτι δὲν θ’ ἀπέδιδον πολλῷ πλείονα τοῦ φόρου ἐπὶ 1,000,000 ὀκάδων, ὅν κατὰ τὸ 1893 δὲν εἶχον ἀποδώσει πλήρη, εἶχον ἀποδώσει φόρον 994,000 ὀκάδων, ἤδη ἔχομεν βέβαιον, ὅτι θέλει ἀποδοθῆ κατὰ τὸ 1894 φόρος ἐπὶ 1,130,000 ὀκάδων, φόρος δὲ ἐπὶ 130,000 ὀκάδων ἐπὶ πλέον ἀποτελεῖ πρόσθετον πρόσοδον, ἀνωτέραν τοῦ ἑκατομμυρίου. Καὶ περὶ τὰ τελωνειακὰ καὶ περὶ ταῦτα τὰ τοῦ καπνοῦ, ὅπως καὶ περὶ ἄλλους φόρους, ὀφείλονται τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα καὶ εἰς ἄλλους ἴσως λόγους, ἀλλ’ ὁ κύριος λόγος ἐν τοῖς τοῦ καπνοῦ, σπουδαῖος δὲ λόγος ἐν τοῖς τελωνειακοῖς, εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἥτις ἀπέβη εὐεργετικωτάτη εἰς τὴν χώραν... (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§34ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀπαισία!
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἥτις ἀπέβη εὐεργετικωτάτη εἰς τὴν χώραν ὑπὸ πλείστας ἐπόψεις, ἀπέβη εὐεργετικωτάτη καὶ εἰς τὸ Δημόσιον, ὡς ἐπαγομένη τὴν ἀνελλιπεστέραν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων περὶ φορολογίας. Ποῖον εἶναι τὸ μέρος τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐν τῇ ἐπὶ πλέον προσόδῳ ἐκ τῶν τελωνειακῶν ἀπὸ 18 ἑκατομμυρίων εἰς 25 ἑκατομμύρια ἢ εἰς 25,500,000, ἅτινα θέλουσιν εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, δὲν δύναμαι νὰ καθορίσω, βεβαίως ὅμως τὸ μέρος τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἐν τῇ αὐξήσει ταύτῃ εἶναι μέγα, ἐν τοῖς τοῦ καπνοῦ ὅμως, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ὅσοι εἰς ταῦτα ἀσχολοῦνται, σχεδὸν ὁλόκληρος ἡ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο φορολογία 130,000 ὀκάδων ἐπὶ πλέον καὶ ἥτις ἐπὶ ὁλοκλήρου ἔτους θὰ προσεγγίσῃ εἰς 200,000 ὀκάδων, διότι αἱ 130,000 ὀκάδες, αἱ ἐπὶ πλέον φορολογηθεῖσαι μετὰ τὴν πλήρη λειτουργίαν τῆς ἀστυνομίας, ἥτις μόλις ἀπὸ τοῦ Μαρτίου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀρξαμένη τῆς κανονικῆς αὐτῆς λειτουργίας, ἐν ταύτῃ τῇ ηὐξημένῃ φορολογίᾳ τοῦ καπνοῦ δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὸ ὅλον σχεδὸν ἀποτέλεσμα ὀφειλόμενον εἰς τὰς ἐνεργείας ἐκείνης. Ὡσαύτως αὔξησιν ὀφειλομένην εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς ἀστυνομίας ἔχομεν ἐν τοῖς τῶν Μονοπωλίων, καὶ μάλιστα τοῦ πετρελαίου, καὶ ἐν ἄλλοις, ἔνθα ἀπαιτεῖται ἐξωτερικὴ ἐπιτήρησις. Ἡ ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς ἀστυνομίας ἀνωτέρα πρόσοδος ὡρισμένων φόρων δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει καταστῆ παγία, αὐξανομένη ἐφ’ ὅσον ἡ λειτουργία τῆς ἀστυνομίας ἀναπτύσσεται, ἀλλὰ τὴν περαιτέρω αὔξησιν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα ὁποία ὑπῆρξεν ἡ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, διότι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ἔχωμεν μετάβασιν ἀπὸ καταστάσεως ἐστερημένης πάσης ἀστυνομικῆς ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν φορολογικῶν νόμων ἐποπτείας εἰς κατάστασιν ἀστυνομικῆς λειτουργίας, ἥτις δὲν δύναται ἴσως νὰ θεωρηθῇ ὡς καθ’ ὅλα ἀνεπίληπτος, ἀλλ’ εἶναι βεβαίως γεγονὸς σπουδαιότατον ἐν τῇ χώρᾳ, ἥτις ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῆς ἐστερήθη τοπικῆς ἀστυνομήσεως. Τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας θέλω μνησθῆ καὶ πάλιν μετ’ ὀλίγον ἐν σχέσει πρὸς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων καὶ πρὸς τὰ τῆς δημοτικῆς διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως· ἤδη προεκάλεσε τὰ περὶ αὐτῆς ῥηθέντα τὸ εἰδικὸν τοῦτο θέμα τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἀλλ’ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ εἰδικοῦ τούτου θέματος δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἐπίδρασις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐν πᾶσι τοῖς σχετιζομένοις πρὸς τὰ καθήκοντά της. Ἔχομεν λοιπὸν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο προσαυξήσεις ἐπὶ τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς, ἔχομεν προσαυξήσεις καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, θὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλας προσαυξήσεις, ἐν τισι δὲ μεμειωμένας εἰσπράξεις, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ θὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα ὑπέρτερα τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τούτου δὲ ὄντος, θὰ ὑπάρξῃ διαθέσιμόν τι περίσσευμα. Τὸ περίσσευμα τοῦτο παρέστησάν τινες, ὅτι ὀφείλομεν νὰ διαθέσωμεν εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, καὶ ἐν τῷ περισσεύματι τούτῳ ἐνόμισάν τινες, ὅτι εὕρηται ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῶν πρὸς τοὺς πιστωτὰς συμφωνιῶν. Ἀλλ’ οἱ οὕτω σκεπτόμενοι νοσοῦσι τὸ γενικὸν νόσημα τῶν φρονούντων ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀποτίσεως τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἶναι ζήτημα ἰσοζυγίων προϋπολογισμοῦ καὶ περισσευμάτων προϋπολογισμοῦ. Ὅσα καὶ ἂν ἦναι τὰ περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ταῦτα, συνιστάμενα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, κατ’ οὐδὲν βοηθοῦσιν εἰς ἐπαύξησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ χρυσοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ χώρα δύναται νὰ διαθέσῃ πρὸς ἐξαγωγὴν λόγῳ τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλὰ καὶ ἀσχέτως πρὸς τοῦτο, δὲν νομίζω, ὅτι τὰ περισσεύματα ταῦτα τῶν προϋπολογισμῶν ἔχουσι τὴν ὑπὸ τῶν οὕτω σκεπτομένων ἀποδιδομένην εἰς αὐτὰ ἔννοιαν. Ἐν αὐταῖς ταῖς συζητήσεσι πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπιτροπειῶν τὸ πρῶτον ζήτημα, ὅπερ ἐκεῖνοι ἔθεσαν, —διότι ἦσαν καὶ ἐκεῖνοι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ζήτημα προϋπολογισμοῦ, —τὸ πρῶτον ζήτημα, ὅπερ ἐκεῖνοι ἔθεσαν, ἦτο τί ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ δύνανται νὰ λάβωσιν οἱ πιστωταὶ ἡμῶν, ποῖον εἶναι τὸ διαθέσιμον ποσόν. Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἐδόθη ἀπάντησις, ὅτι διαθέσιμον θὰ ἦναι πᾶν τὸ ποσὸν, ὅπερ ἡ ἀγορὰ ἡμῶν δύναται ἄνευ ἀνατροπῆς τῆς λειτουργίας αὐτῆς νὰ ἀνταλλάξῃ ἀντὶ χρυσοῦ προωρισμένου εἰς ἐξαγωγὴν πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Πᾶν τὸ ποσὸν ἐκεῖνο δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὄχι διότι ὁ προϋπολογισμὸς παρέχει περισσεύματα ἐν τῇ ἀληθεῖ τῆς λέξεως ἐννοίᾳ, ἀλλὰ διότι χάριν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πιστωτὰς αὐτοῦ χαρακτηρίζομεν ὡς περίσσευμα ὅ,τι ἐν προϋπολογισμῷ παντὸς ἄλλου Κράτους θὰ διετίθετο πρὸς ἀνάγκας παραλειπομένας ἐν τῷ ἑλληνικῷ προϋπολογισμῷ. Πρωτίστη ἀνάγκη εἶναι ἡ ἐπαρκὴς μισθοδότησις τῶν δημοσίων λειτουργῶν, καὶ ὅμως οἱ ἑλληνικοὶ προϋπολογισμοὶ δὲν περιλαμβάνουσιν ἀρτίους τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων· οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων ἔπρεπε νὰ διπλασιασθῶσι καὶ νὰ τριπλασιασθῶσιν, ἠναγκάσθημεν δὲ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς κρίσεως νὰ καταργήσωμεν αὐξήσεις τῶν μισθῶν τῶν ἀρεοπαγιτῶν, μόλις ψηφισθείσας, καὶ ν’ ἀνακόψωμεν τὴν ψήφισιν αὐξήσεως μισθῶν τῶν ἐφετῶν, δικαιοτάτας αὐξήσεις, ἃς ἔπρεπε νὰ παρακολουθήσωσι πλεῖσται ἄλλαι καὶ ἐν τῇ δικαιοσύνῃ καὶ ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει καὶ ἐν τῇ οἰκονομικῇ καὶ ἐν τῇ διοικητικῇ καὶ ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἐν τῷ στρατῷ οὐ μόνον τὰ τοῦ μισθοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ συμπληρώσωμεν, ἀλλὰ καὶ ἐδέησε στρατὸν 28,000 ἀνδρῶν νὰ ἐξυπηρετῶμεν διὰ δαπάνης 14 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τουτέστι διὰ τοῦ ἡμίσεως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον τοὐλάχιστον ἦτο ἀναγκαῖον διὰ στρατὸν τοιαύτης δυνάμεως. Ἵνα ἐπαρκέσωμεν διὰ τοιαύτης δαπάνης, κατηργήσαμεν τὴν ἐθελουσίαν ὑπηρεσίαν ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἐθελουσία ὑπηρεσία ἐνδείκνυται ἐκ τῶν πραγμάτων, τουτέστιν εἰς τὰ ἀστυνομικά. Καὶ ἀναπληροῖ μὲν ἐν μέρει σήμερον ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία τὰς ἐκ τούτου ἐλλείψεις, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ αὕτη εἰς τὴν ἐπαρκῆ ἀναπλήρωσιν, καὶ μάλιστα ἀφοῦ ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἀστυνομίᾳ περιλαμβάνεται καὶ ἡ χωροφυλακὴ, ἥτις πρὸ πάντων πρέπει νὰ καταρτισθῇ διὰ τοῦ τρόπου τοῦ ἁρμόζοντος εἰς ἀστυνομικὴν ἐνέργειαν. Τούτων ἕνεκα ἐδέησεν ἐπὶ αὐξήσει τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους νὰ καταρτισθῇ τάγμα εὐζώνων ἐξ ἐθελοντῶν, καὶ ἴσως δεήσει νὰ καταρτισθῶσι καὶ ἕτερα τάγματα ἐθελοντῶν, καὶ ἴσως δεήσει νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν ἐθελουσίαν κατάταξιν εὐρύτερον ἐν τῇ χωροφυλακῇ, καὶ ἴσως δεήσει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν τῶν ἀστυφυλάκων ὑπηρεσίαν ἐκεῖ, ὅπου τὰ τῆς ἀστυνομίας σήμερον ἐνεργοῦνται ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς. Πάντα ταῦτα ἐπιβάλλονται, καὶ ὅμως εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ συνέχωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀπέχωμεν ἀπὸ τοιούτων αὐξήσεων δαπανῶν· ἀπέχοντες δὲ ἀπὸ τοιούτων ἐπιβαλλομένων ἱκανοποιήσεων ἀναγκῶν, θεωρουμένων ὡς στοιχειωδῶν παρὰ παντὶ πεπολιτισμένῳ Κράτει, ἐπιτυγχάνομεν ἰσοζύγιον, ἐπιτυγχάνομεν καὶ περίσσευμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ τοιοῦτον περίσσευμα καταχρηστικῶς ὀνομάζεται οὕτω. Δὲν εἶναι περίσσευμα τὸ οὕτως ἀποκτηθέν. Καὶ ὅμως πρέπει νὰ ἐξακολουθῶμεν διέποντες τὰ τῆς χώρας διὰ προϋπολογισμοῦ οὕτω κατηρτισμένου, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη ἐξευρέσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσοῦ χρήματος ἱκανοῦ εἰς ἀνταλλαγὴν πρὸς τὸν χρυσὸν τὸν ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἀπότισιν πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ παντὸς τοῦ ποσοῦ, ὅπερ δύναται ν’ ἀποκτηθῇ ἐν τῇ ἐγχωρίῳ ἀγορᾷ ἄνευ ἀνατροπῆς αὐτῆς. Οὕτως ἐχόντων τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀρυόμεθα ἐν αὐτῷ τὰ πρὸς τὴν ἀνελλιπῆ πληρωμὴν τῶν ποσοστῶν, ὧν ὑποσχόμεθα τὴν ἀπότισιν πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πιστωτὰς τοῦ Κράτους. Τὰ ποσοστὰ ταῦτα καθωρίσθησαν ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων τῆς ἀγορᾶς, ἥτις, ἂν ὑπεχρεοῦτο εἰς παροχὴν πλείονος χρυσοῦ τοῦ διὰ τῶν ποσοστῶν καθορισθέντος, θὰ περιήρχετο εἰς τὸ ἀδιέξοδον. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐν τοιούτῳ μέτρῳ ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τοὺς πιστωτὰς τῆς χώρας αἱ προσαυξήσεις τῶν προσόδων καταλείπουσι ποσόν τι διαθέσιμον πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν στοιχειωδῶν ἐκείνων ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, αἵτινες σήμερον μένουσιν ἀνεκπλήρωτοι; Οὐδὲ τοῦτο· διότι ὑπάρχουσι καθυστερήματα χρήζοντα ἀναπληρώσεως. Συνεκεντρώθη μέχρι τοῦδε ὡς παρακαταθήκη ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ πᾶν τὸ ποσόν, τὸ εἰς χρυσὸν, τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὸ τοκομερίδιον τοῦ Δεκεμβρίου, καὶ προσέτι 7,500,000 δραχμῶν τραπεζικῶν, εἰς ἃς ἀφορῶσιν οἱ καλοθεληταὶ τῆς Ἑλλάδος, λέγοντες, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῶν πιστωτῶν ἡμῶν. Ὡς εἶπον, καὶ πλείονα τούτων θὰ διεθέτομεν ὑπὲρ τῶν πιστωτῶν, ἐὰν ἡ ἀγορὰ τῆς χώρας παρεῖχε πλείονα χρυσὸν, ἀλλ’ ἡ ἀγορὰ τῆς χώρας δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ παράσχῃ εἰς ἀντάλλαγμα τῶν ἑκατομμυρίων τούτων πλείονα χρυσὸν τοῦ πρὸς τὸ δημόσιον χρέος καθορισθέντος. Ἀλλ’ εἶναι τὰ 7,500,000 δραχμῶν χρῆμα διαθέσιμον; Οὐδὲν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι διαθέσιμον, οὐδὲ πρὸς τοὺς σκοποὺς, ὧν ἐμνήσθην, τοὺς εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλείψεων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ ποσὸν θέλει αὐξηθῆ κατὰ τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον, ἴσως καὶ Ἰανουάριον, μῆνας λεγομένους γονίμους, ἵνα ἀποτελέσῃ τὸ ἐφόδιον τῶν μηνῶν, καθ’ οὓς ἀντὶ περισσεύματος θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα, ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτον τὸν προορισμὸν μόλις δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ποσὸν, ὁποῖον ὑπάρχει ἤδη καὶ ὁποῖον θὰ καταστῇ αὐξανόμενον, διότι πλὴν τοῦ γενικωτέρου αὐτοῦ προορισμοῦ ἔχει καὶ προορισμοὺς εἰδικοὺς ἄλλους. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου 1,000,000 εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τῶν κατατεθέντων τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, 4,500,000 δραχμῶν πρὸς ἀπότισιν τῶν 50/00 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τῶν εἰς χρυσὸν ὀφειλομένων εἰς τοὺς πιστωτὰς τῶν παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων...
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἕν ἑκατομμύριον ὑπολείπεται;
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἕν ἑκατομμύριον ὑπολείπεται εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει δὲ καὶ ἡ Τράπεζα 100,000 εἰσέτι ἀδιαθέτους σήμερον, ὥστε 1,100,000 δραχμῶν δὲν διετέθησαν μέχρι τῆς σήμερον, ἀλλ’ 1,000,000 ἐκ τούτων ἀνήκει εἰς τὸ ποσὸν τῶν 7,500,000, καὶ τὸ 1,000,000 τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι διαθέσιμον πρὸς ἄλλους σκοπούς. Δὲν εἶναι διαθέσιμα καὶ τὰ ποσὰ τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν, ἐκ 3,300,000 δραχμῶν, περιλαμβανουσῶν καὶ ποσὸν 1,165,000 δραχμῶν, ὅπερ ἦτο κατατεθειμένον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ κρίσις τῶν τοῦ σιδηροδρόμου ἐκείνου· ἑπομένως καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἀνέπαφον, καὶ τὸ ὑπόλοιπον μέχρι τῶν 3,300,000 πρέπει νὰ μένῃ ὡς ἐφόδιον πρὸς ἐκπλήρωσιν ὧν ἀνέλαβε τὸ Κράτος ὑποχρεώσεων πρὸς τὴν ἑταιρίαν, εἰς ἣν μετεβίβασε τὰς ὑποχρεώσεις, τῆς ἑταιρίας τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων· θὰ ἔλεγον μετεβίβασε τὸ Κράτος, ὡς μὴ ὤφελεν, εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐκείνην, διότι ἐκ τῆς μεταβιβάσεως προέρχονται αἱ ὑφιστάμεναι δυσχέρειαι. Πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐῤῥήθη, ὅτι αἴτιοι τῆς κρίσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν εἶναι οἱ συναλλαχθέντες πρὸς τὴν Βελγικὴν ἑταιρίαν. Ἀλλ’ οἱ συναλλαχθέντες πρὸς τὴν Βελγικὴν ἑταιρίαν, ὅτε διέγνωσαν ὅτι ἡ Βελγικὴ ἑταιρία δὲν ἔβαινε πάντη ἀσφαλῶς, ἐφρόντισαν ὅπως τὰ τῆς ἑταιρίας ἐκείνης παγιωθῶσι δι’ ἐπεκτάσεως τῆς περιφερείας αὐτῆς· περιέλαβε δὲ ἐν τῇ περιφερείᾳ αὑτῆς ἡ ἑταιρία ἐκείνη καὶ τὴν ἑταιρίαν τὴν ὀνομασθεῖσαν τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων. Ὥστε ὅτε ἐπῆλθεν ἡ πτώχευσις τῶν ἀρχικῶς συναλλαχθέντων, τὰς ὑποχρεώσεις ἐκείνων πρὸς τὸ Κράτος ὑπεῖχεν ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων, ἥτις διετέλει καὶ διατελεῖ ἐν πλήρει εὐρωστίᾳ. Ἡ ἑταιρία αὕτη παρεῖχε πάντα τὰ ἐχέγγυα πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, ἀλλ’ ἀγνοῶ διατὶ ἀφῃρέθη ἀπὸ τῆς ἑταιρίας ταύτης ἡ παραχώρησις καὶ ἐδόθη εἰς ἑταιρίαν ἄλλην, ἧς αἱ δυσχέρειαι εἶναι παραίτιοι τῆς ἀναβολῆς τοῦ ἔργου. Ἔπρεπε νὰ εἴπω ταῦτα, διότι πολλάκις ἐπανελήφθη, ὅτι παραίτιος τῆς ἀναβολῆς εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἡ νῦν, ἐνῷ ἡ ἀληθὴς αἰτία τῆς ἀναβολῆς τῆς διεκπεραιώσεως τοῦ ἔργου εἶναι ἡ ἀφαίρεσις τῆς παραχωρήσεως ἀπὸ τῆς ἑταιρίας, ἣν ἐφροντίσαμεν ἡμεῖς νὰ συστήσωμεν πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ μίαν διασάφησιν. Τὸ 1,160,000, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ δάνειον τῶν 24 ἑκατομμυρίων, τὸ προορισθὲν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὸ περιλαμβάνει μετὰ τῶν 7½ ἑκατομμυρίων;
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως. Τοῦτο εἶπον.
§40ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἦτο πάντοτε ἀπὸ τοῦ 1888 κατατεθειμένον ἐν τῇ Τραπέζῃ, καὶ ἐσώζετο ὡς ὑπόλοιπον τοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν προωρισμένου κεφαλαίου.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο λέγω.
§42ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι περιουσία τοῦ Δημοσίου, εἶναι περιουσία τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο λέγω ἀκριβῶς. Ἐξηγῶ ὅτι κατὰ τὸ φαινόμενον ταῦτα εἶναι περισσεύματα, ὅτι πράγματι δὲν εἶναι περισσεύματα. Λέγω, ὅτι ἔχομεν παρὰ τῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν 7,500,000 δραχμῶν, ἔχομεν κατατεθειμένα καὶ 3,330,000 φράγκων εἰς χρυσὸν διὰ τὴν ἀπότισιν τοῦ τοκομεριδίου τοῦ Δεκεμβρίου, ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦσι κατὰ τὸ φαινόμενον περισσεύματα, ὅτι τὰ 3,330,000 εἰς χρυσὸν κατὰ τὸν Δεκέμβριον θέλουσι πληρωθῆ εἰς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν, ὅτι ἐκ τῶν 7,500,000 τὸ 1,160,000 ἀνήκει εἰς τὸν σιδηρόδρομον Μύλων καὶ Καλαμῶν, ὅτι μάλιστα, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, εἶναι προωρισμένα εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν 3,300,000 δραχμῶν, διότι τοιαύτη ἀνελήφθη ὑποχρέωσις, καὶ τοῦτο τὸ χρῆμα πρέπει νὰ ἐπιφυλαχθῇ ἐπὶ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένων, διότι ἡ ὑποχρέωσις αὕτη εἶναι ἐκ τῶν πρωτίστων, καὶ ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἑταιρία θέλει διεξέλθει τινὰς δυσχερείας καὶ ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου τούτου. Ἡμεῖς βεβαίως θέλομεν πράξει πᾶν τὸ ἐφικτὸν εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἀποτελέσματος τούτου, καὶ ἂν τοῦτο ἐπιτευχθῇ, ὡς ἐλπίζω, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἕτοιμον τὸ ποσὸν τῶν 3,300,000 δραχμῶν.
§44ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ περισσεύματος τοῦ 1,300,000, τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1893. Τὸ περίσσευμα τοῦτο εἶναι ἐκ τοῦ 1893 ἢ ἐκ τοῦ 1894;
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ εἰσπράξεις δὲν φέρουσι σφραγῖδα (ἱλαρότης). Ὅ,τι δὲ δύναμαι νὰ εἴπω εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1893 ἐνδέχεται νὰ ὑπῆρχον ἑκατομμύρια διαθέσιμα ἐν τῷ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ ὁ ἰσολογισμὸς τῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἀπαιτητῶν ὑποχρεώσεων ἦτο παθητικός, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ ὑπῆρχεν ὑπόλοιπον εἰς χρέωσιν, καὶ ὅτι τὸ ἔργον ἡμῶν κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον, ὡς ἀνηγγείλαμεν ἐν καιρῷ εἰς τὴν Βουλήν, ἦτο ἡ ἐξεύρεσις χρημάτων πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαιτητῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἢ εἰς χρυσόν. Ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων κατεβάλομεν ἐν μηνὶ Δεκεμβρίῳ δύο δόσεις πρὸς τὰς τρεῖς Δυνάμεις...
§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σεῖς καθυστερεῖτε αὐτάς.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν ἤδη κατατεθειμένον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς χρυσὸν τὴν δόσιν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους τοῦ χρέους πρὸς τὰς Δυνάμεις, δὲν εἶχον ὅμως οὕτω τὰ τῶν δόσεων τότε. Ἐὰν ὑπῆρχον διαθέσιμα χρήματα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, τοῦτο εἶναι ζήτημα, οὗτινος ἡ ἔννοια ἐξήρτηται ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ λογαριασμοῦ, ὅστις κατέληγεν εἰς καθυστέρημα. Τοῦτο ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν, ἂν ἐν τῷ συνόλῳ ὑπῆρχε περίσσευμα ἢ καθυστέρημα· ὅτι δὲ ὑπῆρχε καθυστέρημα, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω ἐγὼ, εἰς ὃν ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ ἐξεύρω τὰ πρὸς τὴν ἀπότισιν τοῦ καθυστερήματος. Ὅθεν ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένων 1,000,000 ἀνήκει εἰς τὸ ὑπόλοιπον τῶν καταθέσεων τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, 3,300,000 εἶναι προωρισμένα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν, καὶ ἐκ τούτων 1,165,000 ἐλήφθησαν ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κεφαλαίων τῆς ἐπιχειρήσεως. Περιλαμβάνει προσέτι ἡ κατάθεσις τὰ ληφθέντα ἐκ τοῦ ταμείου τῶν Μονοπωλίων, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ δι’ αὐτῶν πληρωθέντος ποσοστοῦ εἰς τὸ τοκομερίδιον τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων, ἀνέρχεται δὲ τὸ ὑπόλοιπον εἰς 2,530,000 δραχμῶν. Ἑπομένως τὸ πλεῖστον τοῦ ποσοῦ ἐξαφανίζεται.
§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ δὲν μένει τίποτε διὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνόμιζον ὅτι καταγίνεσθε ὀλίγον εἰς τὰ οἰκονομικά.
§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἴπετε, ὅτι ἔχετε περίσσευμα διὰ τοὺς ἀγόνους μῆνας.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον προσέτι, — οὐχὶ ὅμως δι’ ὑμᾶς, διότι ἐνόμιζον ὅτι ὑμεῖς τὸ ἐγινώσκετε, — ὅτι ἔχομεν τρεῖς ἔτι μῆνας, ἀποδίδοντας περίσσευμα.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Τότε δὲν ἔπρεπε νὰ λέγητε ταῦτα περίσσευμα· ἔπρεπε νὰ ἐννοήσητε, ὅτι παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ τῶν ἐμπαιγμῶν (θόρυβος).
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁσάκις ἀκούω ὑμᾶς ὁμιλοῦντα, πείθομαι ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ ἐποχὴ τῶν ἐμπαιγμῶν (ἱλαρότης). Τοιαύτη ἡ ἔννοια τῶν περισσευμάτων ἐν τῷ ἰσοζυγίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ τὴν ταμιακὴν ὅμως ἔποψιν συνετέλεσαν ταῦτα εἰς τὴν ἄρσιν τῶν πρώην ὑφισταμένων δυσχερειῶν, διότι οὐ μόνον δὲν ἔχομεν ἤδη καθυστερήματα, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἀπόθεμα, ἐξ οὗ θὰ ἠδυνάμεθα, ἂν παρουσιάζετο ἔκτακτόν τι, νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην. Ἔχομεν καὶ τὰ πρὸς τὴν ἀπότισιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δεκεμβρίου τῶν ἐξωτερικῶν συνειλεγμένα, καὶ τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, ἀφορῶν οὐ μόνον εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ τῶν σχέσεων τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν ἀγοράν, παρ’ ἧς ἐν τῷ παρόντι οὐδὲν θὰ ζητηθῇ λόγῳ τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ μόνον τὸν Μάρτιον τοῦ ἐπιόντος ἔτους θ’ ἀπαιτηθῇ πληρωμὴ τοκομεριδίου ἐξ 930 χιλιάδων φράγκων, καὶ κατόπιν τὸν Ἰούνιον πληρωμὴ μεγαλειτέρα, ἤτοι 2,730,000 φράγκων. Πρὸς τὴν διαῤῥύθμισιν ὅμως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δὲν ἀρκεῖ ἡ παγίωσις τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ σταθερῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, δὲν ἀρκεῖ ἡ διευθέτησις τῆς ταμιακῆς καταστάσεως, ἀπαιτεῖται καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας, πλημμελῶς ἐχούσης ἕνεκα τοῦ πλεονασμοῦ τῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἐκδεδομένων τραπεζικῶν γραμματίων. Τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν τῆς κυκλοφορίας σχετίζουσί τινες στενῶς πρὸς τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους, ἀπεκδεχόμενοι ἐν τῇ συντελέσει αὐτοῦ καὶ τὴν διάπραξιν συμφωνιῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικόν, διὰ τῶν ὁποίων θέλει ἐπιτευχθῆ βελτίωσις τῆς καταστάσεως τῆς χρηματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς. Ἀναντιῤῥήτως εἰς τὴν κατάστασιν τῶν τῆς χρηματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς συντελεῖ σπουδαίως καὶ τὸ ἀκανόνιστον τῶν νομισματικῶν ἡμῶν πραγμάτων· ἡ ὑπερβολὴ τοῦ ἐκδοθέντος τραπεζικοῦ γραμματίου λόγῳ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας βεβαίως φέρει ἀνωμαλίας νομισματικάς, αἵτινες ἐπιδεινοῦσι τὴν θέσιν τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν, καὶ καθιστῶσι δυσχερεστέραν τὴν ἐν αὐτῇ ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη ἡ μόνη αἰτία τῶν δυσχερειῶν τῶν ἐν τῇ ἀγορᾷ πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ, δὲν εἶναι αὕτη οὐδ’ ἡ σπουδαιοτέρα αἰτία. Πρὸς τὴν διευθέτησιν τῶν τῆς χρηματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς εἶναι ἀναγκαία ἡ διευθέτησις τῶν νομισματικῶν πραγμάτων διὰ τοῦ βαθμιαίου περιορισμοῦ τοῦ πλεονάζοντος τραπεζικοῦ γραμματίου ἕως τοῦ ποσοῦ τοῦ διατιθεμένου ὑπὸ τῶν πιστωτικῶν προνομιούχων καταστημάτων, ἐν ἄλλοις καὶ ἵνα ἀνακτήσῃ οὕτω τὸ Κράτος τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας αὑτοῦ ἐν τῷ θέματι καὶ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὅταν τοῦτο θεωρηθῇ σκόπιμον. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι σκοπὸς καὶ εἶναι ἀναγκαία προϋπόθεσις παντὸς συστήματος διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, τοῦτο δὲν εἶναι ἡ διαῤῥύθμισις, διότι τοῦτο οὐ μόνον δὲν φέρει χρυσὸν εἰς τὴν χώραν, ἀλλ’ ἐὰν γείνῃ καθ’ ὃν τρόπον συνιστᾶται, ἤτοι διὰ δανείου ἐξωτερικοῦ, ἐπαυξάνει τὰς εἰς χρυσὸν λόγῳ τοῦ δημοσίου χρέους ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, αἵτινες ὑπῆρξαν ἡ αἰτία τῆς σημερινῆς κρίσεως. Τὸ βάρος τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους ἐπιπίπτει μὲν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἐπαχθέστερον πολὺ ἐπιπίπτει εἰς τὴν χρηματικὴν ἀγορὰν τῆς χώρας. Ἐὰν ἄρα πρὸς βελτίωσιν τῶν τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς ἐπιβαρύνωμεν τὸ μέλλον δι’ ὑποχρεώσεως παροχῆς χρυσοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, δι’ ὧν θέλομεν ἤδη παράσχει εἰς τὴν χρηματικὴν ἀγορὰν τὴν συνδρομὴν τῆς ἄρσεως τοῦ πλεονάζοντος γραμματίου, ἀντὶ ὠφελείας, ἐν τῷ συνόλῳ βλάβην θέλομεν προκαλέσει εἰς τὰ τῶν νομισματικῶν ἡμῶν πραγμάτων, διότι διὰ τοῦ συστήματος τούτου κατ’ οὐδὲν ἐπαυξάνομεν τὸν διαθέσιμον χρυσόν, καθιστῶμεν μόνον ἀκριβότερον τὸ διαθέσιμον τραπεζικὸν γραμμάτιον. Ὅταν τὸ διαθέσιμον τραπεζικὸν γραμμάτιον διὰ τῆς ἐλλαττώσεως τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσοῦ καταστῇ ἀκριβότερον, θέλει ἀγοράζει πλειότερον χρυσόν, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν αὐξάνει καὶ τὸ ποσὸν τοῦ ἐν τῇ χώρᾳ χρυσοῦ, τοὐναντίον ἡ ἀποστράγγισις τοῦ χρυσοῦ θὰ ἦναι μεγαλειτέρα, ὡς ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς τὸ Κράτος θέλει ἀναλάβει χάριν τῶν μέτρων, δι’ ὧν θέλει ἐπιτευχθῆ ὁ περιορισμὸς τῶν πλεοναζόντων τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐὰν τὸ μέτρον, δι’ οὗ θέλομεν δυνηθῆ νὰ μειώσωμεν τὸ κυκλοφοροῦν τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἐπάγεται αὔξησιν τῶν ἐτησίων ὑποχρεώσεων τῆς πληρωμῆς χρυσοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, θέλει μὲν τὸ μέτρον ὑπερτιμήσει τὸ νόμιμον νόμισμα, διότι ἐλαττουμένου τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων ἡ τιμὴ αὐτῶν αὐξάνει, ἀλλ’ αἱ δυσχέρειαι αἱ ἐξ ἐλλείψεως τοῦ χρυσοῦ δὲν μειοῦνται, διότι ἡ ἀποστράγγισις τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ χώρᾳ θὰ ἦναι ἡ αὐτὴ καὶ μεγαλειτέρα. Ὁ χρυσὸς ὁ ἐν τῇ χώρᾳ διατὶ σήμερον σπανίζει τοσοῦτον; Συνετέλεσεν εἰς τὴν σπάνιν αὐτοῦ ἡ κρίσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου καὶ ὁ περιορισμὸς τῆς πίστεως καὶ ἡ φυγάδευσις χρυσοῦ ἐνταῦθα ἀποτεταμιευμένου παρὰ πολλῶν, οἵτινες μετὰ τὸν κλονισμὸν τῆς πίστεως ἐνόμισαν ἀσφαλέστερον νὰ χρησιμοποιήσωσιν αὐτὸν ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ταῦτα ὁ κυριώτερος λόγος, δι’ ὃν ὁ χρυσὸς σπανίζει ἐν τῇ χώρᾳ. Ὁ κυριώτερος λόγος εἶναι ἡ ἐπιπλοκὴ ἄλλης κρίσεως πρὸς τὴν κρίσιν τὴν ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, εἶναι ἡ ἐπιπλοκὴ τῆς κρίσεως τῆς παραγωγῆς ἐκ τῆς μειώσεως τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος, ἐκ τῆς μειώσεως τῆς τιμῆς τοῦ οἴνου. Ἐκ τῆς σταφίδος καὶ ἐκ τοῦ οἴνου κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο καὶ κατὰ τὸ ἔτος τὸ προηγούμενον εἰσπράττομεν καὶ εἰσεπράξαμεν δεκάδας ἑκατομμυρίων χρυσοῦ ἐπὶ ἔλαττον τῶν πρότερον εἰσπραττομένων. Ὅταν χώρα μικρὰ, ὡς ἡ Ἑλλὰς, ἐπὶ διετίαν ὑφισταμένη τὴν κρίσιν ταύτην τῆς παραγωγῆς καὶ στερουμένη ἐξ αὐτῆς 50 ἢ 60 ἢ 70 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, περιέρχεται εἰς χρηματικὴν δυσχέρειαν, δὲν θέλετε ἀποδώσει τὸ πλεῖστον τῆς δυσχερείας ταύτης εἰς τὴν παρεμπεσοῦσαν ταύτην κρίσιν; Ἐὰν δὲν εἶχε παρεμπέσει ἡ κρίσις αὕτη, ἐὰν ἡ σταφὶς καὶ ὁ οἶνος ἐπωλοῦντο ὅπως πρὸ τριετίας, ἡ χώρα δὲν θὰ διετέλει, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ὑπάρξεως χρυσοῦ ἐν αὐτῇ πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς ποικίλας καὶ τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς βιομηχανίας, ἐν θέσει ὅλως διαφόρῳ τῆς σημερινῆς; Θὰ ὤφειλε καὶ τότε ἡ χώρα ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς κρίσεως τῆς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀλλὰ θὰ εἶχεν, ὅπως ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς κρίσεως ταύτης, πᾶσαν τὴν δύναμιν, ἣν θὰ τῇ παρεῖχον 30 ἑκατομμύρια ἢ 40 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος εἰς χρυσὸν, ὧν σήμερον στερεῖται. Γίνεται λόγος περὶ διευθετήσεως τῶν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας διὰ δανείου ἐξωτερικοῦ 20 ἢ 30 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν 30 ἑκατομμυρίων δάνειον θεωρῆται ὑπό τινων ὡς δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διευθέτησιν ταύτην, 40 ἑκατομμύρια οὐχὶ ὡς δάνειον, ἀλλ’ ὡς πρόσοδος τῆς χώρας εἰς πλήρη αὐτῆς ἰδιοκτησίαν, ὁποῖα θὰ ὑπέσχοντο ἀποτελέσματα; Ἡ κρίσις ἄρα τῆς σταφίδος καὶ τῶν οἴνων εἶναι ὁ ἐπικρατῶν παράγων τῆς καταστάσεως τῆς σημερινῆς. Δευτερεύων παράγων εἶναι ὁ τοῦ συμβιβασμοῦ. Ἀλλὰ πρὸς τὰς κρίσεις τῆς παραγωγῆς τί δυνάμεθα ἡμεῖς, εἴτε Κυβέρνησις, εἴτε νομοθετικὴ ἐξουσία; Ὅ,τι δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, θέλει βεβαίως τὸ πράξει, ἀλλὰ τὰ μέτρα, ἅτινα ἡμεῖς, Κράτος δύο ἑκατομμυρίων πληθυσμοῦ, θέλομεν λάβει, ὅπως ἀντεπεξέλθωμεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατὰ τῶν δυσχερειῶν, αἵτινες παρεμβάλλονται εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν ἡμετέρων προϊόντων, βεβαίως ἐλαχίστην δύνανται ν’ ἀσκήσωσιν ἐπίδρασιν. Δὲν παρέχει ἡ χώρα ἡμῶν ἀνταλλάγματα ἐπαρκῆ, ὅπως προσελκύῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ξένων χωρῶν ἡ κατανάλωσις τῆς χώρας ἡμῶν ἐν σχέσει πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν χωρῶν, ἐξ ὧν ἐξήρτηται ἡ βελτίωσις τῶν τιμῶν τῶν ἡμετέρων προϊόντων, εἶναι τοσοῦτον ἀσήμαντος, ὥστε ἐλάχιστον ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὰς σκέψεις τῶν διεπόντων τὰ τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν νομοθεσίας. Οὐδὲ συντελοῦσι μόνον οἱ ψηφιζόμενοι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ νόμοι εἰς τὴν μείωσιν τῶν τιμῶν τῶν ἡμετέρων προϊόντων, κατὰ τὸ πλεῖστον μάλιστα τὰ σημερινὰ ἀποτελέσματα προέρχονται ἐκ λόγων ὑπερτέρων καὶ αὐτῆς τῆς νομοθετικῆς τῶν ξένων χωρῶν ἐνεργείας. Ναὶ μὲν συντελεῖ εἰς τὴν μείωσιν τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος ἡ προστατευτικὴ ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς διάθεσις τῶν νομοθετικῶν σωμάτων τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ καὶ ἐὰν τοιαύτη διάθεσις μὴ ὑπῆρχε, καὶ ἐὰν μὴ ἐλαμβάνοντο τὰ μέτρα, ἅτινα καὶ καθ’ ἑαυτὰ θὰ ἦσαν ἱκανὰ, ἵνα φέρωσιν ἀποτέλεσμα σπουδαιότατον κατὰ τῆς ἡμετέρας παραγωγῆς, ἆρα θὰ ἦτο εὔλογον ν’ ἀπεκδεχώμεθα σήμερον μεγάλην εἰσαγωγὴν σταφίδος καὶ οἴνου ἐν Γαλλίᾳ; Ὅταν ἡ Γαλλία, ἧς ἡ παραγωγὴ οἴνου εἶχε κατέλθει μέχρις 23 ἑκατομμυρίων ἑκατολίτρων καθ’ οὓς χρόνους ἡ σταφὶς ἐνταῦθα ἐτιμᾶτο ἀντὶ 200 καὶ 250 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα λιτρῶν, ὅταν ἡ Γαλλία ἀντὶ 23 ἑκατομμυρίων, κατὰ κατώτατον ὅρον, καὶ 27 κατὰ μέσον ὅρον, πέρυσι παρήγαγε 53 ἑκατομμύρια ἑκατολίτρων, ὅταν ἐφέτος παρήγαγε 45 ἑκατομμύρια ἑκατολίτρων, τί σπουδαῖον δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος ἐν Γαλλίᾳ ἐξ ἐνεργείας νομοθετικῆς ἢ διοικητικῆς οἱασδήποτε; Καὶ ἐὰν ἐν Γαλλίᾳ μὴ ἐψηφίζοντο τὰ μέτρα, ἅτινα ἀρτίως ἐψηφίσθησαν, θὰ ὑπῆρχε σπουδαία διαφορὰ περὶ τὸ ποσὸν τῆς εἰσαγομένης σταφίδος ἐν Γαλλίᾳ; Οἱ ἀντιταχθέντες ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τῶν ψηφισθέντων νομοθετημάτων τὸ ἀσήμαντον τοῦ ποσοῦ τῆς εἰσαγομένης σταφίδος ἐπεκαλοῦντο εἰς ἀπόκρουσιν τοῦ σκοπίμου τῆς νομοθετικῆς ἀπαγορεύσεως. Ἐνέσκηψεν ἄρα καὶ διατηρεῖται ἡ κρίσις εἰς τὰ τῆς σταφίδος καὶ εἰς τὰ τῶν οἴνων ἐκ λόγων, ἐφ’ ὧν δὲν δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν οὔτε μέτρα κυβερνητικὰ ἐνταῦθα, οὔτε μέτρα νομοθετικὰ ἐνταῦθα, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὰ τὰ κυβερνητικὰ καὶ νομοθετικὰ μέτρα Κράτους ὡς ἡ Γαλλία. Ἐν τῷ ἀπασχολοῦντι ἄρα ἡμᾶς ζητήματι τῆς κρίσεως τὸ πλεῖστον διαφεύγει τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν, καὶ πρέπει εἰς τὴν κατάστασιν ν’ ἀποβλέψωμεν, ὁποία ἐκ τῶν πραγμάτων διεσκευάσθη, πρὸς διάκρισιν τῶν δεκτικῶν βελτιώσεως ἐξ ἐνεργείας πολιτικῆς, ἵνα τὴν ἐνέργειαν ταύτην μὴ παραλείψωμεν· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀτενίσωμεν τὴν κατάστασιν καὶ ἀπὸ περιωπῆς ὑψηλοτέρας, καὶ νὰ μὴ νομίζωμεν, ὅτι δυνάμεθα διὰ μέτρων προσωρινῶν, διὰ μέτρων βεβιασμένων, κυβερνητικῶν ἢ νομοθετικῶν, νὰ θεραπεύσωμεν ῥιζικῶς τὴν κατάστασιν. Τὰ κυβερνητικὰ καὶ τὰ νομοθετικὰ μέτρα πρέπει νὰ λαμβάνωνται πρὸς περιστολὴν ὅσον ἔνεστι τῶν ζημιῶν ἐκ τοῦ ἀποτόμου τῆς μεταβάσεως ἀπὸ τῆς προτέρας καταστάσεως εἰς τὴν παροῦσαν· ἀλλ’ ἡ προσδοκία, ὅτι ἐκ τοιούτων μέτρων θέλει μεταβληθῆ ὁ φυσικὸς ῥοῦς τῆς ἐμπορίας καὶ τῶν τιμῶν τῶν ἐμπορευμάτων, εἶναι ὅλως ματαία. Εἰς τὴν διάγνωσιν τῆς καταστάσεως πρέπει νὰ προσηλώσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἵνα ἐπὶ ὀρθῇ αὐτῆς ἀντιλήψει ῥυθμίσωμεν τὰ τῆς πολιτείας ἡμῶν. Ἔχομεν βεβαίως ἐλπίδας, ὅτι ἀλλαχοῦ θέλει εὕρῃ ἡ σταφὶς τὰς διεξόδους, ἃς σήμερον πλέον δὲν εὑρίσκει ἐν Γαλλίᾳ· ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ἐλπίδες ἁπλαῖ, ἃς ὀφείλομεν νὰ καλλιεργήσωμεν, ἀλλ’ ἐφ’ ὧν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ στηριχθῶμεν πρὸς θετικὴν ἐνέργειαν. Ἡ θετικὴ ἐνέργεια πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς βάσιν τὴν ἀναγνώρισιν τῆς κρίσεως, ἣν διέρχεται ἡ παραγωγὴ τῆς χώρας καὶ ἐφ’ ἣν ἐλάχιστον δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἡ Πολιτεία, καὶ τὴν ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῆς κρίσεως τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως καὶ τῆς ὑφισταμένης νομισματικῆς ἀνωμαλίας. Τὸ ἀνώμαλον τῆς νομισματικῆς καταστάσεως δεῖται διευθετήσεως, ἀλλ’ αὕτη πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατόν, ἄνευ αὐξήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους τοῦ Κράτους καὶ διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων, διότι αἱ ὑποχρεώσεις, ἃς ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον ἐν νομίσματι τῆς χώρας, δὲν ἐπιβαρύνουσι τὴν χώραν οὐδ’ ἐπὶ τὸ πολλοστημόριον τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον πρὸς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐὰν ἀντὶ ἐξωτερικῶν ἦσαν ἐσωτερικὰ τὰ χρέη τοῦ Κράτους, τὰ προκαλέσαντα τὴν νομοθεσίαν περὶ ἀνεπαρκείας, θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν κήρυξιν τῆς ἀνεπαρκείας. Ὅ,τι παρήγαγε τὴν δυσχέρειαν ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη τῆς διὰ προϋπολογισμοῦ ἀποδίδοντος ἔσοδα εἰς ἐγχώριον μόνον νόμισμα ἐκπληρώσεως ὑποχρεώσεων ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους εἰς νόμισμα ξενικόν, εἰς νόμισμα φυγαδευόμενον ἅμα τῇ καταβολῇ. Τὰς ἐκ τοῦ τοιούτου δημοσίου χρέους δυσχερείας δὲν πρέπει νὰ αὐξήσωμεν διὰ νέων μεταλλικῶν δανείων· πρέπει νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας διὰ δυνάμεων ἐγχωρίων, ἤτοι ἀναλαμβάνοντος τοῦ Δημοσίου ὑποχρεώσεις ἀποκλειστικῶς ἐσωτερικάς, πρέπει δ’ ἐκ παντὸς τρόπου νὰ προσπαθήσωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὰ τῆς δημοσίας πίστεως, οὐχὶ ὅπως ταύτης ποιήσηται χρῆσιν τὸ Δημόσιον πρὸς δανεισμὸν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ,—τοὐναντίον τὸ Δημόσιον πρέπει ν’ ἀναγράψῃ τὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν θὰ ἐπαυξάνῃ τὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὀφειλάς του,—ἀλλὰ πρέπει νὰ παγιώσωμεν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς τὴν χώραν—οὐχὶ πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ πρὸς τοὺς φυγαδεύσαντας τὸν χρυσὸν,—ὁ φυγαδευθεὶς χρυσός. Ἀνακτῶντος τοῦ Κράτους τὴν πίστιν, τὸ Δημόσιον ἄνευ αὐξήσεως τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ τῶν εἰς χρυσὸν θέλει δυνηθῆ νὰ πορισθῇ καὶ ἐπιστρέψῃ εἰς τὰς προνομιούχους Τραπέζας τὰς ἐκ προσωρινῶν δανείων εἰς χρυσὸν ὀφειλάς, ὅπως ὁ χρυσὸς, παραδιδόμενος εἰς τὰ πιστωτικὰ ταῦτα καταστήματα, γονιμοποιηθῇ παρ’ αὐτῶν ὑπὲρ τῆς χώρας· διότι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ ἐργασθῇ ἡ χώρα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν καθ’ ἑαυτὴν, δὲν εἶναι ὁ διὰ δανείων τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἶναι ὁ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς συναλλαγῆς τῆς χώρας μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Πρέπει λοιπὸν νὰ παράσχωμεν τὰ μέσα εἰς τοὺς ἰδιώτας, εἰς τὰ καταστήματα, ὅπως συναλλάσσωνται πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τρόπου, ὅστις νὰ τοῖς ἐπιτρέπῃ νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὴν χώραν τὸν χρυσὸν, πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν διὰ τρόπου, ὥστε τὰ πιστωτικὰ ἡμῶν καταστήματα ν’ ἀνακύψωσι καὶ νὰ ἀναπτυχθῶσι, καὶ διὰ τῶν καταστημάτων τούτων νὰ ἐπιδιωχθῇ ὅ,τι τινὲς φρονοῦσιν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιτευγχθῇ διὰ δανείου τοῦ Δημοσίου, ὅπερ ἀντὶ τοῦ ἀποτελέσματος, ὅπερ ἐκεῖνοι ἀπεκδέχονται, θὰ εἶχεν ἀποτέλεσμα ὅλως ἐναντίον. Χρῆμα μεταλλικὸν, δανειζόμενον εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι βάρος, οὗτινος ὁ πολλαπλασιασμὸς θὰ ἔφερεν ἀποτελέσματα, ὧν ἐλάβομεν πεῖραν. Τὴν πεῖραν τῶν ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν δανείων δυσχερειῶν ἐλάβομεν ἀπὸ τοῦ 1881. Ἔκτοτε ἡ χώρα δὲν παρεῖχεν ἐπαρκῆ τὸν εἰς τὴν ἀπότισιν τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους χρυσόν· τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς χώρας εἰς παροχὴν τοῦ χρυσοῦ ἀνεπληροῦμεν ἀρυόμενοι αὐτὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ἐπιῤῥώσεως τῆς χρηματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς ἐφ’ ἱκανὸν, ὅπως ἐπαρκῇ αὐτὴ πρὸς τὴν ἀνάγκην. Ἂν προώρως ἐζητεῖτο ὁ χρυσὸς ἐκ τῆς ἀγορᾶς, θὰ ἐπήρχετο εὐθὺς τὸ γονάτισμα. Ἡ ἐπίῤῥωσις τῆς χρηματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς δὲν ἐπετεύχθη ὁποία ἐπεδιώκετο, ἐπιστάσης δὲ τῆς ὥρας, καθ’ ἣν ἐκ μόνης τῆς ἀγορᾶς ἠδύνατο τὸ Δημόσιον νὰ ἀρυσθῇ τὸν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ χρέους χρυσὸν, κατεδείχθη ἡ ἀνεπάρκεια τῆς ἀγορᾶς, καὶ ἐπῆλθον τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Πρέπει νὰ προσέξωμεν, ὅπως μὴ ἀναδημιουργήσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ 1881, τὴν ἐπιδεινωθεῖσαν κατὰ τὸ 1885, καὶ πρέπει εἰς τοῦτο νὰ προσέξωμεν ἰδίως σήμερον, ὅτε οὐδεμίαν πρὸς δανεισμὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἔχει ἀνάγκην τὸ Δημόσιον, διότι σήμερον ἐῤῥυθμίσθησαν τὰ τῶν εἰς χρυσὸν πληρωμῶν ἐπὶ τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων τῆς ἐγχωρίου ἀγορᾶς, ἐῤῥυθμίσθη δὲ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἐν ἐπαρκείᾳ πρὸς τὴν πληρωμὴν τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ. Ἡ πρόκλησις τῆς εἰσροῆς χρυσοῦ εἰς τὴν χώραν δὲν ἀπαιτεῖ δάνεια τοῦ Δημοσίου· ἀρκεῖ νὰ τεθῶσι τὰ θεμέλια τῆς νομισματικῆς ἀποκαταστάσεως διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῶν ἐνεργειῶν, αἵτινες θὰ ἦναι τὸ ἐπακολούθημα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὴν νομισματικὴν κατάστασιν ὀφείλομεν νὰ ἐξομαλίσωμεν, ὀφείλομεν νὰ μειώσωμεν τὸ κυκλοφοροῦν τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἀλλὰ τοῦτο ἄνευ ἐπαυξήσεως τῶν ἐξωτερικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Πρέπει δὲ οὕτω νὰ ἐργασθῶμεν, ὥστε ἐντὸς βραχέος διαστήματος τὰ πιστωτικὰ ἡμῶν καταστήματα εὐχερῶς νὰ ἀποκτῶσιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πάντα τὸν χρυσὸν, ὅστις δύναται νὰ διατεθῇ χρησίμως ἐν τῇ χώρᾳ, ἐπαυξάνων τὸν πλοῦτον αὐτῆς καὶ οὐχὶ μειῶν αὐτὸν, ὅπως μειοῖ τὸν πλοῦτον τῆς χώρας πᾶν δάνειον τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1893 καὶ 1894 ἀποδεικνύουσιν, ὅτι διαθέτει τὸ Δημόσιον τὰ πρὸς ἀπόκτησιν τῶν μέσων πρὸς μείωσιν βαθμιαίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἡ τοιαύτη μείωσις, ἀποκτωμένη διὰ τοιούτου τρόπου, φέρει ἐν πολλοῖς διαῤῥύθμισιν βελτίονα τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀξίας τοῦ νομίμου νομίσματος καὶ τῆς παρεπομένης μειώσεως τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος. Ἐπαύξησιν χρυσοῦ ἐν τῇ χώρᾳ δὲν θὰ φέρῃ ἀμέσως ἡ διευθέτησις τῶν τοῦ νομίσματος· αὕτη ἔσται ἔργον τῶν ἰδιωτῶν καὶ τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, ἐπωφελουμένων ἐκ τῆς νομισματικῆς ἀποκαταστάσεως καὶ ἐκ τῆς ἀνορθωθησομένης δημοσίας πίστεως· διότι ἐκ παραλλήλου πρέπει νὰ βαίνωσιν ἡ αὔξησις τῆς ἀξίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου διὰ τοῦ βαθμιαίου περιορισμοῦ τοῦ πλεονάζοντος ποσοῦ καὶ ἡ αὔξησις τοῦ κυκλοφοροῦντος χρυσοῦ ἐν τῇ χώρᾳ διὰ τῶν ἐνεργειῶν ἰδίως τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, διότι ἄλλως κινδυνεύομεν νὰ στερηθῶμεν τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῇ χρηματικῇ ἀγορᾷ, ἀποκτῶντες καὶ διατηροῦντες τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἐκ τῶν δύο δὲ τούτων ἰσοζυγίων τὸ σπουδαιότερον εἶναι τὸ ἰσοζύγιον τὸ ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἀποτελοῦν τὴν βάσιν πάσης ἐνεργείας τραπεζικῆς καὶ ἰδιωτικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 κατηρτίσθη ἐν ἀμέσῳ συσχετίσει πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς, ὑποβάλλεται δ’ ἐν πλήρει ἰσοζυγίῳ, φέρων ἔσοδα 91,331,000 καὶ ἔξοδα 90,150,000, τουτέστι περίσσευμα 1,180,000.
§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὸ σύνηθες.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ σύνηθες μὲν, ἀλλὰ μετ’ ἀποτελεσμάτων ἐν τῇ ἐκτελέσει ἐπὶ πλέον, ὅπως καὶ κατὰ τὸ 1894, ἐν ᾧ, ὅπως βλέπομεν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκ μόνον τῶν τελωνείων θὰ ἔχωμεν ἔσοδα ὑπὲρ τὰ 7,000,000 ἐπὶ πλέον τῶν προϋπολογιζομένων, καὶ ἐκ τοῦ καπνοῦ ὑπὲρ τὸ 1,000,000...
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο δίδει εἰς ἡμᾶς δίκαιον.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀντιστρόφως... Ὁ ὑποβαλλόμενος προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ὡσαύτως ὡς ἔσοδον ἐξ εἰσαγωγῆς ἀναγράφει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ 1893, διότι ἐκεῖνο ἔχομεν πλῆρες καὶ διότι κατὰ τὴν ἀρχὴν, ἣν ἀκολουθοῦμεν, λαμβάνομεν τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, καὶ παραβάλλοντες αὐτὸν πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ τελευταίου ἔτους, προτιμῶμεν μεταξὺ τῶν δύο ὅρων τὸν κατώτερον. Τὸ 1893 ἔδωκεν ἀποτέλεσμα 22,303,000, ἐνῷ τὸ 1894, ὡς φαίνεται, θὰ ἀποδώσῃ 25,000,000 πρὸς τὰ 26,000,000, ἀλλὰ πάντως τὰ 25,000,000· ἀνεγράψαμεν ὅμως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ 1893, ὥστε ἐνδεχόμενον ἐκεῖθεν νὰ εἰσπραχθῶσι 3,000,000 ἢ 3½ ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον· ἐὰν ἄρα τὸ 1895 ἀποδώσῃ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1894, θὰ ἔχωμεν ἐπαύξησιν τοῦ περισσεύματος τῶν 1,180,000 κατὰ 3 ἢ 3½ ἑκατομμύρια. Ἐπίσης καὶ ἐν ἁπάσαις ταῖς ἀναγραφαῖς ἀκολουθοῦντες τὴν αὐτὴν ἀρχὴν, ἐκτὸς ὅπου ὑπάρχει ἰδιαίτερος λόγος, ἵνα παρεκκλίνωμεν ἐξ αὐτῆς, ἀναγράφομεν πάντοτε μεταξὺ τῶν δύο ὅρων, τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τριῶν ἐτῶν καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ τελευταίου ἔτους, τὸν κατώτερον· πιθανῶς ἄρα ἐν πολλοῖς νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα ἐπὶ πλέον, ἐν συνόλῳ δὲ προσαύξησιν 2 ἢ 3 ἑκατομμυρίων. Τὸ περίσσευμα ὅμως, οὕτω μάλιστα ἐπηυξημένον, δὲν παρουσιάζεται μεθ’ ἱκανῆς ἀσφαλείας, ἵνα καθορίσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὰ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ, διότι τὸ ἀναγραφόμενον τῶν 1,180,000 ἐνδέχεται καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ψηφίσει τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μειωθῇ, θὰ μειωθῇ δὲ βεβαίως ἐκ τῶν καταβλητέων εἰς ἐκκαθαριζομένας ὀφειλὰς παρελθουσῶν χρήσεων, ἂν βραδύνῃ ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Γνωστὸν ὅτι ἕκαστος μὴν προσθέτει ἐκκαθάρισιν τοιούτων ὀφειλῶν, ὥστε ἐφ’ ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, κατὰ τοσοῦτον ἔχομεν νέας ἀναγραφὰς ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ. Πιθανὸν νὰ προέλθῃ μείωσίς τις καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, εἴτε ἐξ ἀκριβεστέρου καθορισμοῦ ἀναγραφῶν τινων, εἴτε καὶ ἐκ μεταῤῥυθμίσεως ἐν τῇ ψηφίσει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἶναι δὲ καὶ τὸ ποσὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ ὑπαγορεύῃ σκέψεις περὶ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ. Πάντως ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς παρέχει ἱκανὸν περίσσευμα, ὅπως δυνηθῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν ἐνεργειῶν, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν νομισματικῶν ἡμῶν πραγμάτων.
§58ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν, κ. Πρόεδρε;... Διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης μεριμνᾷ ὁ προϋπολογισμός;
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατὶ σπεύδετε; Θὰ φθάσωμεν καὶ ἐκεῖ.
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προτιμότερον ἄνευ διακοπῆς. Ἔχοντες οὕτω τὴν βάσιν ἀσφαλῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν τὰ θέματα, τ’ ἀπαιτοῦντα πρόνοιαν κυβερνητικὴν καὶ σχετιζόμενα πρὸς αὐτόν. Καὶ ἀμέσως σχετίζονται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης καὶ τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν. Ὡς πρὸς ταῦτα εἰργάσθημεν, καὶ θὰ δυνηθῶμεν ἐντὸς βραχέος νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις, στηριζομένας οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἰδεῶν ἡμῶν περὶ τοῦ εὐκταίου, ἀλλὰ σχετιζομένας πρὸς συνεννοήσεις πρὸς τὸ κεφάλαιον· διότι τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν, εἰμὴ διὰ διαθέσεως κεφαλαίων, ἐννοεῖτε δὲ, ὅτι τὸ 1,180,000 δραχμῶν, τὸ ἀναγραφόμενον ὡς περίσσευμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι ἐπαρκὲς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης νὰ ἐκτελεσθῇ ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, καίτοι ἀπεδέχθημεν ὡς κανόνα, ὅτι πρέπει διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων νὰ ἐπαρκῶμεν καὶ εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα καὶ εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα πάντα, καὶ ἐφηρμόσαμεν τὸν κανόνα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, περιλαβόντες ἐν αὐτῷ ἀπέναντι μόνον τῶν τακτικῶν ἐσόδων τά τε τακτικὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τὰ πρὸς συντήρησιν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, τὰ πρὸς συμπλήρωσιν κτιρίων καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν ἠδύναντο νὰ καταλογισθῶσιν εἰς δάνεια, καὶ μάλιστα κατόπιν νομοθετημάτων περὶ τούτων ὑφισταμένων. Καταργήσαντες σχεδὸν πάντα τ’ ἄλλα ἔκτακτα ἔργα, ἅτινα διετέλουν ἐν ἐνεργείᾳ, ἠδυνήθημεν οὕτω νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἀπέναντι μόνων τῶν τακτικῶν προσόδων τοῦ Κράτους πᾶσαν τὴν δαπάνην τῶν ἐκτάκτων ἔργων, καὶ οὐδεμίαν ἔχομεν σήμερον δαπάνην ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἵνα συμπληρώσωμεν τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης μέχρι Λεβαδείας καὶ Χαλκίδος ἐπὶ τοῦ παρόντος, θὰ δεήσῃ πάντως νὰ προσφύγωμεν εἰς συμφωνίας περὶ κεφαλαίων πορισθησομένων ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μόνων τῶν χρεωλυτικῶν δόσεων τῶν κεφαλαίων. Διὰ τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν τοῦτο δὲν θὰ ἦναι ἀναγκαῖον, διότι τὸ χρῆμα ἅπαν ὑπάρχει παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ὥστε ὡς πρὸς ἐκεῖνον ἀρκεῖ νὰ δυνηθῶμεν νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἑταιρίαν, ἥτις ἔχει σήμερον τὰ ἐπ’ αὐτοῦ δικαιώματα καὶ τὰς ἀντιστοίχους ὑποχρεώσεις, ὅπως αὕτη ἐκτελέσῃ τὰ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς, καὶ ἂν δεήσῃ ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τὴν Βουλὴν, τοῦτο θὰ γείνῃ διὰ μέτρα δευτερεύοντα. Διὰ τὰ τοῦ σιδηροδρόμου ὅμως Λαρίσσης, ἵνα προβῶμεν εἰς ἐνέργειαν περὶ συμπληρώσεως τῶν ἔργων μέχρι Λεβαδείας καὶ Χαλκίδος, θὰ δεήσῃ νὰ καταρτίσωμεν σύμβασιν πρὸς ἑταιρίαν. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐγεννᾶτο τὸ ζήτημα, ἂν ἔπρεπε νὰ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν κατηρτισμένην πρὸς τοὺς μεθ’ ὧν συνεννοήθημεν διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς γραμμῆς καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς μέχρι Λεβαδείας καὶ Χαλκίδος, ἢ ἂν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον συμβάσεως, προταθησόμενον εἰς διαγωνισμόν. Ἐὰν προέκειτο περὶ ψηφίσεως σχεδίου συμβάσεως ἄνευ προηγουμένης συνεννοήσεως πρὸς κεφαλαιούχους, ἡ ψήφισις τοιούτου νόμου οὐδὲν θὰ παρεῖχε τὸ θετικόν. Ἔπρεπεν ἑπομένως πάντως νὰ ἔχωμεν συνεννόησιν. Ἀλλὰ δὲν ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε τὴν συνεννόησιν ταύτην νὰ ἐξωθήσωμεν καὶ μέχρι τοῦ καταρτισμοῦ συνωμολογημένης συμβάσεως, ὑποβλητέας εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Διάφοροι σκέψεις μᾶς ἔπεισαν περὶ τούτου καὶ διότι ἐφρονοῦμεν ὅτι, ἂν τοιαύτην σύμβασιν ὑπεβάλλομεν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ προεκαλεῖτο ἐν αὐτῷ τῷ Βουλευτηρίῳ διαγωνισμός, διότι, ὡς γινώσκομεν, ὑπάρχουσιν ἱκανοὶ οἱ μελετῶντες τὸ ζήτημα καὶ διατεθειμένοι ἵνα ἀναλάβωσι τὴν διαχείρισιν, πιθανώτατον δὲ, ὅτι οὗτοι, ὑποβαλλομένης τῆς συμβάσεως εἰς τὴν Βουλὴν, ἤθελον ἀποταθῆ πρὸς αὐτὴν δι’ ἀναφορῶν, προτείνοντες τὰς ἀντιῤῥήσεις των καὶ βελτίονας ὅρους, καὶ θὰ περιήρχετο ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συζητῇ περὶ θεμάτων μὴ ἀναγομένων εἰς τὸν κύκλον τῆς δικαιοδοσίας αὑτῆς. Τούτου ἕνεκα ἐνομίσαμεν ὀρθότερον νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον συμβάσεως, ἀναγραφούσης τοὺς ὅρους, οἵτινες ἐν ταῖς διαφόροις διαπραγματεύσεσι πρὸς κεφαλαιούχους κατεδείχθησαν ἀποδεκτοί, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ὅρων, ψηφιζομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νὰ προκληθῇ δημοπρασία, ἥτις θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ λάβῃ τὴν παραχώρησιν ὁ ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῖς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθεῖσι πλειοδοτήσων.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Ἄδειαν δηλαδὴ θέλετε, ὄχι σύμβασιν,—διότι εἴπετε σύμβασιν.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σχέδιον συμβάσεως. Καὶ τοῦτο δὲν ἐγένετο ἤδη τὸ πρῶτον. Οὕτως ἐγένετο καὶ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης. Φέρομεν εἰς τὴν Βουλὴν τύπον πλήρη συμβάσεως, ἕνα μόνον ὅρον ἀφινούσης ἀνοικτὸν, περὶ ὃν ἡ δημοπρασία. Ὅστις ἐπὶ ἐκείνου τοῦ ὅρου προσφέρει τὰ κρείττω, ἐκεῖνος συναλλάσσεται κατὰ τὰ ἐν τῇ συμβάσει, τὸ δὲ ὄνομα αὐτοῦ ἀναγράφεται ἐν τῇ συμβάσει ὡς τὸ ἕτερον τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Αὕτη λοιπὸν ἡ ἐν σχεδίῳ σύμβασις καταρτίζεται ἤδη καὶ θὰ ὑποβληθῇ μετὰ τοῦ οἰκείου νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ προσεχῆ συνεδρίασιν. Κατὰ τὰ προταθησόμενα, θὰ συμπληρωθῇ ἡ γραμμὴ μέχρι Λεβαδείας καὶ μέχρι Χαλκίδος, ἡ πληρωμὴ δὲ θὰ γένηται δι’ ὁμολογιῶν καὶ οὐχὶ διὰ χρήματος αὐτουσίου. Τὰς λεπτομερείας εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω. Πρόκειται δὲ καὶ περὶ ἔργου, κατὰ πολὺ τετελεσμένου καὶ πληρωμένου, ὥστε τὸ ἔξοδον τὸ ὑπολειπόμενον δὲν εἶναι ἐκτάκτως μέγα, τὰ τῆς ὑπηρεσίας δὲ τῶν ὁμολογιῶν καταβληθήσονται ἐκ τῶν περισσευμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§64ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τί ποσὸν θ’ ἀπαιτηθῇ, κ. Πρόεδρε;
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ εἴπω τι περὶ τούτου πρὶν ἢ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπεσκέφθη τὰ τῆς γραμμῆς ὁ διευθύνων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὰ τοῦ τμήματος τῶν σιδηροδρόμων, ἵνα καθορίσῃ ὅσον ἔνεστιν ἀκριβέστερον τὰ ἔξοδα, διακρίνων τὰ εἰς χρυσὸν ἀπὸ τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Περὶ τῶν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν, ὡς εἶπον, ἡ ἐνέργεια μᾶλλον ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἑταιρίας τῆς ὑποχρέου ἢ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη ἵνα διευκολύνῃ τὴν ἑταιρίαν, ὅσον εἰς αὐτὴν ἀνήκει, καὶ ἵνα προκαλέσῃ καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν διευκόλυνσιν, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου. Καὶ οὕτω ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης ἐν τμήματι κυριωτάτῳ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐκτελεσθέντων, διότι τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ τὰ τῆς Ὄθρυος οὐδόλως κἂν ἐθίχθησαν, θέλει χρησιμοποιηθῆ.
§66ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ σιδηροδρόμου ἠδύναντο νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ μέχρι Μπράλλου, ἂν ὄχι καὶ μέχρι Λαμίας.
§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εὑρήκατε πολλοὺς κεφαλαιούχους, προθύμους νὰ ἀναδεχθῶσι τὸ ἔργον τοῦτο;
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μέχρι Λεβαδείας εὕρομεν οὐχὶ πολλοὺς, εὕρομέν τινας.
§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως ἦτο εὔκολον.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ κατορθωμάτων, ὁμιλῶ περὶ τελεσθέντων καὶ τελεσθησομένων ἐν σχέσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, πρὸς ὃν ταῦτα ἀμέσως σχετίζονται. Μετὰ τὴν ῥύθμισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τ’ ἄλλα τὸ μόνον ἐκκρεμὲς καὶ τὸ θεωρούμενον παρὰ πολλῶν ὡς δυνάμενον νὰ ἐπάγηται κινδύνους ζημιῶν εἰς τὸ Δημόσιον εἶναι τὰ τῆς συντηρήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, εὑρίσκουσι δ’ οὕτω προσωρινὴν λύσιν τὰ περὶ τούτων, μέχρις οὗ καταστῇ ἐφικτὴ ἡ παραχώρησις τῆς ὅλης γραμμῆς εἰς ἑταιρίαν, ληφθείσης προνοίας ἐν τοῖς προταθησομένοις πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ ἐνδεχομένης ἀνακλήσεως τῆς παραχωρήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν μέχρι Λεβαδείας καὶ Χαλκίδος γραμμῶν, ἐννοεῖται ἐπὶ καταβολῇ ποινικῆς ῥήτρας. Τὰ ἀμέσως σχετιζόμενα πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς εἶπον, εἶναι κυρίως ταῦτα, ἀλλὰ σχετίζονται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ἂν ὄχι ἀμέσως, βεβαίως ὅμως ἐμμέσως καὶ διὰ τρόπου λίαν ἐπαισθητοῦ, ὡς παρέστησα καὶ πρὸ ὀλίγου, τὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἰδίως ἐπί τινων ἐκ τῶν προσόδων αὐτοῦ, τὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ὑπῆρξαν τὰ ἐπενεγκόντα πολλὰ ἐκ τῶν παρατηρηθέντων ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἐπέτρεψαν, ὅπως ἄνευ ἄλλης φορολογίας ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον. Τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι ἄξιον μελέτης ἐν σχέσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι τὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας κατέχουσι θέσιν ἱκανῶς σπουδαίαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων. Ἡ δαπάνη δὲν εἶναι ὅση φαίνεται ἀναγραφομένη, διότι ἐκ τῶν ποσῶν τῶν ἀναγραφομένων ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον μέρος παρὰ τῶν δήμων. Δὲν γινώσκομεν ἔτι ἀκριβῶς τί ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον παρὰ τῶν δήμων, διότι ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δὲν δύναται νὰ γνωσθῇ, εἰμὴ ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅ,τι δὲ περὶ αὐτῆς ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἶναι ἁπλῶς ἐνδεικτικόν. Ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου περὶ τῆς εἰσφορᾶς εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐκ τῶν πραγματοποιουμένων μόνον εἰσπράξεων εἶναι δυνατὸν νὰ γνωσθῶσι τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Καὶ ἀνεγράφησαν μὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς εἰσπράξεις πιθαναὶ 1,200,000, ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, θὰ δεήσῃ νὰ μειωθῇ, ἂν μὴ ληφθῇ ἄλλο μέτρον, περὶ οὗ θὰ ὁμιλήσω εὐθὺς μετ’ ὀλίγον· διότι δὲν νομίζω ὅτι τ’ ἀποτελέσματα θέλουσιν ἀποδώσει 1,200,000, καίτοι οἱ δημοτικοὶ προϋπολογισμοὶ ἀναγράφουσι δραχ. 1,760,000, ἀλλ’ ὡς εἶπον ἐνδεικτικῶς. Ὑπολογίζοντες λοιπὸν εἰς 1,000,000 καὶ οὐχὶ εἰς 1,200,000 τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων, ὑπολογίζοντες προσέτι τὴν οἰκονομίαν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τῆς μεταφορᾶς εἰς τὴν πίστωσιν περὶ τῶν ἀστυνομικῶν τῆς δαπάνης τῶν ἐπὶ τῆς ἀστυνομίας ἀξιωματικῶν εἰς 500,000 ἴσως, ἔχομεν ἐν συνόλῳ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ οὐχὶ ἀνωτέραν τοῦ 1,000,000. Ἡ αὔξησις δὲ αὕτη δαπάνης ἐπάγεται, ὡς εἶπον, ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος—ὁμιλῶ δὲ τώρα ἀπὸ μόνης τῆς οἰκονομικῆς ἀπόψεως—μείωσιν φορολογίας ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὸ θέμα τοῦτο τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ὑπάρχει καὶ ἕτερον θέμα, ὅπερ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, εἶναι δὲ τοῦτο τὸ τῶν εἰσφορῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ αὗται ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἐνδεικτικῶς ἔφθανον εἰς μεγάλα ποσά· ἀνεγράφησαν τὸ πρῶτον εἰς 4,500,000, ὅσα εἶναι καὶ τὰ ἔξοδα, ἀλλὰ περιωρίσθησαν βραδύτερον, καὶ ἤδη ἔχομεν ἀναγεγραμμένα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν δήμων 3,125,000 ὡς ἔξοδα αὐτῶν ἐκ τῆς εἰσφορᾶς, ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1895 ἀναγράφομεν 2,596,000, διότι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1893 καὶ 1894 τοιαύτην ὑπηγόρευον ἀναγραφήν. Περὶ τῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δὲν ἔχομεν ἀποτελέσματα πλήρη, ἀλλὰ περὶ τῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔχομεν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1893, ἔχομεν καὶ τὰς ἀναγραφὰς ἐν τοῖς δημοτικοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ 1894, ἐκ συνδυασμοῦ δὲ τῶν δύο τούτων στοιχείων δυνάμεθα νὰ καθορίσωμεν τὴν εἴσπραξιν εἰς 2,600,000, ὅσας ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ προϋπολογισμῷ. Ἔχομεν λοιπὸν τοὺς δήμους τελοῦντας εἰσφορὰς διὰ μὲν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν 2,600,000, διὰ δὲ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν περίπου 1,000,000,—αἱ ὑποχρεώσεις, ὡς εἶπον, εἶναι ἀνώτεραι, ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις δὲν πιστεύω νὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν τοῦτο,—ὥστε θὰ ἔχομεν ἐν συνόλῳ 3,600,000, ἐνῷ αἱ δαπάναι, ὡς εἶπον, τῆς ἀστυνομίας ἀφίνουσι καθυστέρημα ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἀναπληρούμενον ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐνεργείας αὐτῆς, αἱ δὲ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνέρχονται εἰς 4,460,000. Ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν δαπανῶν πρὸς τὰς εἰσπράξεις προκαλεῖ σκέψεις εἴτε πρὸς περιορισμὸν τοῦ μέτρου τῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς δημοτικῆς, εἴτε περὶ ἐξευρέσεως ἄλλων πόρων. Τὸ κατ’ ἐμέ, οὔτε τοῦτο οὔτε ἐκεῖνο εἶναι ἀνεκτόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις πρέπει νὰ παρέχηται ἐπὶ μέτρῳ ἀπολύτῳ ἀρτιότητος. Ἡ ἐκπαίδευσις ἡ μέση, ἡ ἐκπαίδευσις ἡ ἀνωτέρα δύναται νὰ ῥυθμίζηται ἐν σχέσει πρὸς τὴν εὐπορίαν καὶ τὰς περιστάσεις τῶν κατοίκων, ἀλλ’ ἡ ἐκπαίδευσις ἡ κατωτέρα, ἡ δημοτική, πρέπει νὰ παρέχηται ἀπολύτως πλήρης πρὸς πάντας, καὶ ἂν ἐκ τούτου ἐπέρχηται καθυστέρημα, πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλλῃ τὸ πλεόνασμα τῆς δαπάνης. Οὔτε περιορισμὸς ἄρα τοῦ μέτρου τῆς διδασκαλίας, οὔτε περαιτέρω ἐπιβάρυνσις τῶν δήμων λόγῳ τῶν δαπανῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ περὶ τὰ τῶν δημοτικῶν πόρων ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς καὶ περὶ τὰ τῶν δημοτικῶν πόρων ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας, ἀντικατάστασις τοῦ συστήματος τῶν εἰσφορῶν διὰ συστήματος ἄλλου. Δὲν εἶναι ἀνεκτὴ ἡ ἐξακολούθησις τῆς ὑφισταμένης ἀνωμαλίας περὶ τὰς πληρωμὰς τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον λόγῳ τῶν εἰσφορῶν· αἱ δὲ διαμαρτυρίαι τῶν ἐξαναγκαζομένων εἰς καταβολὴν τῶν εἰσφορῶν δημοτικῶν ἀρχῶν περὶ ἀδικημάτων ἐν τῷ καθορισμῷ τῆς εἰσφορᾶς καὶ περὶ στερήσεως τῶν πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν δήμων ἀναγκαίων ἀποδεικνύουσιν ὅτι πρέπει πάντως νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῶν δήμων, καὶ ἂν ἀποτέλεσμα τῶν εἰσφορῶν ἦναι δῆμοί τινες νὰ μὴ ἐπαρκῶσι πρὸς τὰς ἀνάγκας αὑτῶν, πρέπει τοῦτο νὰ γένηται κατάδηλον, ἵνα ἐπικουρήσῃ ἡ Πολιτεία εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν δήμων ἐκείνων. Διότι οἱ δῆμοι παρ’ ἡμῖν δὲν ἔχουσι περιουσίαν ἰδίαν καὶ προσόδους ἰδίας, προσόδους ἔχουσι τὰς ἐκ τῶν δημοσίων προσόδων πρὸς αὐτοὺς ἐκχωρουμένας. Ἂν λοιπὸν δῆμοι μὴ δαπανῶντες ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ δὲν ἔχωσιν ἱκανὴν πρόσοδον πρὸς τὴν λειτουργίαν τῆς ἰδίας διοικήσεως, ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωσι παρὰ τοῦ Δημοσίου, ὅπως ἐκ τῆς φορολογίας ἀποδίδῃ πρὸς αὐτοὺς τὰ πρὸς συντήρησιν τοῦ δήμου ἀναγκαῖα. Ἀλλ’ ἡ ἀναπλήρωσις τῆς ἀνεπαρκείας γεννᾷ ὁλόκληρον τὸ ζήτημα τῆς δημοτικῆς διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως. Τὰ τῆς δημοτικῆς διαχειρίσεως στενῶς συνδέονται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς συνάμα μετ’ αὐτοῦ, διότι, ὡς εἶπον, οἱ δῆμοι διαχειρίζονται δημοσίους φόρους ἐκχωρηθέντας εἰς αὐτοὺς πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς, καὶ πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ βεβαιῶται περὶ τῆς σκοπίμου διαχειρίσεως τῶν ἐκχωρηθέντων, καὶ νὰ διαφωτίζηται περὶ πάντων τῶν ἀναγομένων εἰς αὐτὰ ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἐπιλοίπους φόρους τοῦ Κράτους. Ἐπὶ προϋπολογισμοῦ δημοσίου, ἀποδίδοντος εἰσπράξεις, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, 9,133,100, ἔχομεν προϋπολογισμοὺς δημοτικοὺς ἀναγράφοντας ἐν συνόλῳ 15,000,000. 15,000,000 εἶναι ποσὸν σπουδαῖον, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τὰ 10 μόνον ἑκατομμύρια καὶ 140 χιλιάδες ἀνάγονται εἰς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους, ἡ δὲ ἐξέτασις τῶν κατ’ αὐτοὺς δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν ἐκ τοῦ ποσοῦ ἐπιβάρυνσιν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐπίδρασιν τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν ἐπὶ τὴν συγκοινωνίαν καὶ ἐπὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐμπορίας, τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας· διότι προκειμένου περὶ φόρων ἀπαιτεῖται προσοχὴ, ὅπως μὴ μειῶται ἡ πρόσοδος τῆς χώρας χάριν αὐξήσεως τῆς προσόδου τοῦ Δημοσίου ἢ τῶν δήμων. Καὶ τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τοῦτο συμβαίνει ἐν χώρᾳ, ἥτις διαχωρίζεται εἰς ζώνας τελωνειακὰς 232 χάριν τῆς δημοτικῆς φορολογίας τῶν διαπυλίων; Ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἀπαντᾷ τις 232 φραγμούς, ἐγηγερμένους κατὰ τῆς συγκοινωνίας τῶν δήμων πρὸς ἀλλήλους, καὶ τοῦτο, ἵνα ἀποκτήσωσιν οἱ δῆμοι τὴν πρόσοδον τὴν τῶν ἐκ διαπυλίων, πρόσοδον, ἥτις ἐν τῷ συνόλῳ μὲν εἶναι 5,500,000 δραχμῶν περίπου, ἐκ τῶν ἐσωτερικῶν ὅμως διαπυλίων, τῶν διαπυλίων ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον, ἅτινα προκαλοῦσι τὴν περιχαράκωσιν ἑκάστου αὐτῶν, — διότι τὰ διαπύλια ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς οὐδεμίαν ἐπάγονται δυσχέρειαν ἐν τῇ κινήσει τοῦ ἐμπορίου, συνεισπραττόμενα μετὰ τοῦ δημοσίου φόρου, — ἐκ τῶν ἐσωτερικῶν ὅμως διαπυλίων εἶναι ἡ πρόσοδος 3,300,000, καὶ χάριν αὐτῆς ἔχομεν τὴν χώραν διακεχωρισμένην εἰς τελωνειακὰς περιφερείας, εἰς ἃς δὲν δύναταί τις νὰ εἰσέλθῃ, χωρὶς νὰ ἀφήσῃ μέρος τῶν ἐν τῷ βαλαντίῳ αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς πιέσεις παντοίας οὐ μόνον πρὸς τὴν πληρωμὴν τῶν νομίμων, ἀλλὰ πρὸς δυσώπησιν τῶν μισθωτῶν, διότι ἐν τοῖς πλείστοις τῶν δήμων εἰς μισθωτὰς τοῦ φόρου ἀνήκουσιν αἱ εἰσπράξεις καὶ παρ’ αὐτῶν ἐνεργοῦνται. Τοιαύτη κατάστασις πρὸς ἀπόκτησιν 3,300,000 δὲν εἶναι φορητὴ, καὶ ἀνυπερθέτως ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Πολιτείαν ἡ ὑποχρέωσις, ὅπως ἀποδώσῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἐν τῷ Κράτει συγκοινωνίαν. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη, ἵνα ληφθῇ τι μέτρον περὶ τῶν διαπυλίων τῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· ταῦτα καταβάλλονται συνάμα μετὰ τοῦ δημοσίου φόρου, μηδεμίαν ἐπαγόμενα ἐκ τῶν ζημιῶν καὶ τῶν ἐνοχλήσεων τῶν ἐσωτερικῶν διαπυλίων, ἀποτελοῦντα δὲ μόνον αὔξησιν τοῦ δασμοῦ. Ἂν ἄρα διατηρήσωμεν τὰ διαπύλια τὰ ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων, καταργήσωμεν δὲ τὰ διαπύλια τὰ ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον, ὀφείλομεν νὰ ἀναπληρώσωμεν ἐν τοῖς ταμείοις τῶν δήμων, ἵνα δύνανται οἱ δῆμοι νὰ ἐκπληρῶσι τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, τὸ ποσὸν τῶν 3,300,000 δραχμῶν. Ἄνευ τοιαύτης ἀναπληρώσεως οἱ δῆμοι, οἵτινες καὶ ἤδη διατελοῦσιν ἐν οἰκονομικαῖς ἀνωμαλίαις, δὲν θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἀπαντήσωσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, καὶ ἡ ὠφέλεια, ἣν θέλουσιν ἀπολαύσει οἱ δημόται ἐκ τῆς ἐλευθέρας συναλλαγῆς, θέλει ἀντισηκωθῆ ἐκ τῆς παραλύσεως τῆς δημοτικῆς διοικήσεως. Ἡτοιμάσαμεν ἄρα νομοθέτημα, ὅπερ θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, διακανονίζον τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν δήμων, καταργοῦν τὰς εἰσφορὰς, καταργοῦν τὰ διαπύλια τὰ ἐσωτερικὰ, μεταβιβάζον τὴν πρόσοδον τῶν ἐξωτερικῶν διαπυλίων εἰς τὸ Δημόσιον, αὐξάνον ὑπὲρ τῶν δήμων διὰ δύο δεκατημορίων τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ ἐπιβάλλον εἰς τὸ Δημόσιον τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἀναπληροῖ παντὸς δήμου τὴν ἐκ τῶν μέτρων τούτων ζημίαν, μέτρων παρεχόντων εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῶν ὠφέλειαν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν εἰσφορῶν καὶ ἐκ τῆς προσθέτου φορολογίας ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀλλὰ ζημίαν ἐκ τῶν καταργουμένων ἢ μεταβιβαζομένων εἰς τὸ Δημόσιον διαπυλίων. Οἱ δῆμοι, παρ’ οἷς μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ὠφελείας μένει ὑπόλοιπον ζημίας, θέλουσι λάβει παρὰ τοῦ Δημοσίου τὰ πρὸς τὴν ἀναπλήρωσιν ἁπάσης τῆς ζημίας οὐχὶ τοῖς μετρητοῖς, ἀλλὰ δι’ ἐκχωρήσεως ποσοστοῦ ἐπὶ τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ Δημόσιον μέρους τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὅσον ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀντίστοιχον πρὸς τὰ εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν ζημιῶν καταβλητέα. Ἀλλ’ ὁ συνδυασμὸς οὗτος δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς ἐξετέθη ἐν Ἑπτανήσῳ, ὡς μὴ ὑφισταμένης ἐν Ἑπτανήσῳ φορολογίας ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Τούτου ἕνεκα καταργοῦνται καὶ ἐκεῖ τὰ διαπύλια τὰ ἐσωτερικὰ, ἤτοι τὰ ἐπὶ τῇ μεταφορᾷ ἐκ τῶν ἄλλων νήσων καὶ τοῦ ἄλλου Κράτους, ὡς καὶ ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον ἐντὸς τῆς αὐτῆς νήσου, ὅπου ὑφίστανται, ὡς ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἐν Λευκάδι, καταργοῦνται καὶ αἱ εἰσφοραὶ, τὰ δὲ διατηρούμενα διαπύλια ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων, ὡς καὶ ἡ ἄλλη ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττομένη δημοτικὴ φορολογία, παρέχουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ τῶν καταργουμένων εἰσφορῶν, μεῖον τὸ ποσὸν, ὅπερ ζημιοῦνται τὰ ταμεῖα τῶν δήμων ἐκ τῶν καταργουμένων ἐσωτερικῶν διαπυλίων, ἀποδιδομένου τοῦ ὑπολοίπου εἰς τοὺς οἰκείους δήμους. Ἐν τῷ συνόλῳ, ἂν μὴ ἐλαμβάνετο εἰδική τις πρόνοια, τὸ μέτρον θὰ κατέλειπεν ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ σπουδαῖον κενὸν, ὡς ὑπολειπομένης κατὰ πολὺ τῆς εἰς τὸ Δημόσιον μεταβιβαζομένης προσόδου ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς διαπυλίων, τῶν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν προσθέτων δύο δεκατημορίων ἐπὶ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀποδοτέων εἰς τοὺς δήμους εἰς ἀναπλήρωσιν τῆς ἐκ 5,500,000 δραχμῶν προσόδου τῶν διαπυλίων.
§71ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ ὅλον;
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ὅλον τῆς ὑπολειπομένης ζημίας ἀποδίδεται μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δύο δεκατημορίων, τῶν προστιθεμένων ὑπὲρ τῶν δήμων εἰς τοὺς οἰκείους φόρους ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἡ διαφορά, ἣν τὸ Δημόσιον θὰ ὀφείλῃ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς δήμους, εἶναι σπουδαία, καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ, εἰς οὓς προήλθομεν, κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἵνα ἐπέλθῃ ἀναπλήρωσις, ἔστω καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τινὶ τοῦ Δημοσίου, ἀπαιτεῖται ὅπως τὸ Δημόσιον πορισθῇ ποσὸν 2,300,000 ἢ 2,400,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν θέλει ἴσως καλυφθῆ πᾶσα ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑστέρημα δὲν θέλει εἶσθαι σπουδαῖον. Ἀλλὰ πόθεν θὰ πορισθῇ τὸ Δημόσιον τὸ ποσὸν τοῦτο; Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἴχομεν ὑπ’ ὄψει καὶ γνώμας, ἐξ ἄλλων ἀφορμῶν, ἀσχέτων πρὸς τὸ προκείμενον, ἐξενεχθείσας, περὶ φορολογίας ἐνδεχομένης πρὸς σκοποὺς πολιτειακούς. Οὕτως ἐπ’ ἐσχάτων, μετὰ τὴν ἔκτακτον ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν, προεβλήθη παρὰ τῶν παραγωγῶν δημητριακῶν καρπῶν ἀπαίτησις ἐπιβολῆς δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν. Ἡ ἰδέα αὕτη ἐστηρίζετο ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς προστασίας· παριστᾶτο ὅτι ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ τῆς χώρας, καὶ μάλιστα ἡ τῆς Θεσσαλίας, ἤθελε σπουδαίως περισταλῆ, καὶ ἤθελεν ἴσως φθάσει καὶ μέχρι παραλύσεως, ἂν μὴ προσήρχετο ἀρωγὸς ἡ Πολιτεία. Δὲν θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν. Προσωπικῶς δὲν πρεσβεύω τὰ τῆς προστασίας, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νομοθετικῶς νὰ προστατευθῇ ἡ παραγωγὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐν τῇ χώρᾳ, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ δασμολογηθῇ βαρύτερον ὁ σῖτος, οὐχὶ πρὸς σκοπὸν προστατευτικὸν, οὐδ’ ἐπὶ μέτρῳ προσεγγίζοντι εἰς τὰ ἐν ἄλλοις Κράτεσι, βαρέως δασμολογοῦσι τὸν σῖτον, κρατοῦντα, ἂν ἐκ τοῦ προσθέτου δασμοῦ ἐπέρχωνται ἀποτελέσματα προστατευτικὰ, ἔχει ἐν τῷ προκειμένῳ τὸ κακὸν τοῦτο ἀντισήκωμα, ὅτι παρέχει ὁ πρόσθετος δασμὸς τὴν διέξοδον ἐκ τῆς δυσχερείας πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ὑστερήματος τοῦ δημοσίου ταμείου. Οὐδεὶς φόρος δύναται νὰ ἐπιβληθῇ σήμερον, ὀλιγώτερον βαρύνων τὴν χώραν τοῦ προσθέτου δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν, καὶ διὰ τοῦ φόρου τούτου πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν κατὰ τὴν γνώμην μου τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ τῶν 2,000,000 ἢ 2,500,000, ὅπερ ἀνοίγει ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ ἡ ἐκτέλεσις τῶν μέτρων, ἅτινα ἐσκιαγράφησα πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ πρόσοδος ἡ ἐκ τοῦ σίτου κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος ὑπῆρξε 4,597,000 δραχμῶν.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ 1893;
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ 1893. Ἀλλὰ καὶ τὸ 1894, ὡς μαρτυροῦσιν οἱ πίνακες οἱ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, ἀπέδωκεν ὁ σῖτος ἔσοδον ἀνώτερον...
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 3,000,000 καὶ κάτι.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. ἔσοδον ἀνώτερον ἢ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, διότι, ὡς παρατηρεῖ ὁ κ. Βουλευτής, μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1894 ἔχομεν ἔσοδον 3,846,000, ὅπερ ἐνδεικνύει, ὅτι ἐπὶ τῷ αὐτῷ μέτρῳ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους θέλομεν ἔχει ἔσοδον ἀνώτερον τῶν 4,600,000, ὅσον εἴχομεν πέρυσιν, καὶ ὅπερ εἶναι ἀνώτερον τοῦ ἐπὶ τὴν αὐτὴν περίοδον περυσινοῦ ἐσόδου ἐκ δραχμῶν 3,700,000. Ὥστε δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὸ ἔσοδον τὸ περυσινὸν ὡς τὸν συνήθη ὅρον· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται, διότι τὸ ποσοστὸν δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν, ἂν πεισθῶμεν, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1893 δὲν παριστῶσι τὸν σταθερὸν ὅρον καὶ ὅτι τοὐναντίον τὸν σταθερὸν ὅρον πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἐν μείζονι ἢ ἐλάσσονι ἀποδόσει τοῦ δασμοῦ. Λαμβάνοντες ὅμως τ’ ἀποτελέσματα οἷα παρουσιάζονται ἐν τῷ πίνακι διὰ τὸ 1893, ἔχομεν 4,597,000 δραχμῶν, νομίζω, ἐκ τοῦ δασμοῦ τούτου, ἑπομένως προσθήκη ποσοστοῦ 50% ἀποδίδει πᾶν τὸ ἀπαιτούμενον. Ἀλλὰ 50% προστιθέμενα εἰς τὸν δασμὸν ἆρα καθιστῶσιν αὐτὸν δυσαναλόγως βαρὺν ἐν παραβολῇ πρὸς τοὺς δασμοὺς ἄλλων Κρατῶν; Ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ηὐξήθη ὁ δασμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου ἀπὸ 5 φράγκων εἰς 7 τὰ ἑκατὸν χιλιόγραμμα· ἀλλὰ 7 φράγκα τὰ ἑκατὸν χιλιόγραμμα ἀντιστοιχοῦσι πρὸς 8 φράγκα καὶ 97 ἑκατοστὰ τὰς ἑκατὸν ὀκάδας, παρ’ ἡμῖν δὲ ἀπεδόθησαν τὰ 4,597,000 δραχμῶν διὰ φορολογίας τοῦ σίτου ἐπὶ τῶν ἑκατὸν ὀκάδων 5 δραχμῶν καὶ 44 λεπτῶν εἰς τραπεζογραμμάτια· ἀλλὰ 5 δραχμαὶ καὶ 44 λεπτὰ εἰς τραπεζογραμμάτια εἶναι 3 δραχμαὶ καὶ 6 λεπτὰ κατὰ τὴν τρέχουσαν ἀξίαν εἰς μεταλλικὸν νόμισμα...
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόμισμα τῆς χώρας· ἡ μετατροπὴ εἶναι περιττή, νομίζω, εἰς φράγκα.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς εἶναι περιττὴ ἡ μετατροπή, προκειμένου περὶ προϊόντος, οὗτινος ἡ ἀξία ὁρίζεται ἐκ τῆς τιμῆς τῆς διεθνοῦς ἀγορᾶς, ἥτις εἶναι μεταλλική;... Παραβάλλοντες ἄρα τὸν δασμόν, ὁποῖος θέλει ὑπάρξει μετὰ τὴν αὔξησιν τῶν 50%, θὰ ἔχωμεν δασμὸν μεταλλικὸν 4 φράγκων καὶ 59 ἑκατοστῶν τὰς 100 ὀκάδας, ἀντὶ τῶν 8 φράγκων καὶ 97 ἑκατοστῶν τὰς 100 ὀκάδας ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, τουτέστι μετὰ τὴν αὔξησιν μόλις θὰ ὑπερβαίνῃ ὁ δασμὸς τὸ ἥμισυ τοῦ δασμοῦ τοῦ γαλλικοῦ καὶ τοῦ ἰταλικοῦ. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ προσθέτου δασμοῦ θὰ ἦναι μὲν προστατευτικόν, ἀλλ’ οὔτε ἐκτάκτως οὔτε βαρέως προστατευτικόν, σήμερον μάλιστα, ὅτε τοσαύτη ὑπάρχει ἐλάττωσις τιμῆς τοῦ σίτου, ὥστε τὸ ποσὸν ὁλόκληρον τοῦ ηὐξημένου δασμοῦ εἶναι ἔλασσον τῆς ὑποτιμήσεως τῆς ἐπελθούσης κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας.
§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διασάφησιν;
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναί.
§81ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πλὴν τῶν 50% θὰ εἰσπράττηται καὶ ὁ μέχρι τοῦδε δημοτικὸς φόρος τοῦ ἐξερχομένου σίτου, ἢ μόνον τὰ 50%;
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ εἰσπράττηται καὶ ὁ μέχρι τοῦδε δημοτικὸς δασμὸς, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι δημοτικοὶ δασμοί, οἱ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων· εἶναι δὲ ὁ δημοτικὸς δασμὸς 80 λεπτῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Οὗτος δὲν θίγεται· μένει οἷος καὶ μέχρι τοῦδε, ἐπὶ τοῦ δημοσίου δὲ δασμοῦ ἐπάγομεν τὴν αὔξησιν, μεθ’ ἣν πάλιν εἶναι οὗτος κατώτερος οὐ μόνον κατὰ τὸ ἥμισυ περίπου τοῦ ηὐξημένου γαλλικοῦ καὶ ἰταλικοῦ δασμοῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ δασμοῦ τῶν 5 φράγκων, ἐξ οὗ ηὐξήθη κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1894 εἰς 7 φράγκα τὰ 100 χιλιόγραμμα, διότι ὁ δασμὸς τῶν 5 φράγκων τὰ 100 χιλιόγραμμα ἀντιστοιχεῖ πρὸς 6 φράγκα καὶ 41 ἑκατοστὰ ἐπὶ τῶν 100 ὀκάδων, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν, ὡς παρετήρησα, ὁ ηὐξημένος δασμὸς, εἰς χρυσὸν ὑπολογιζόμενος, θὰ ἦναι 4 φράγκων καὶ 59 ἑκατοστῶν, κατώτερος δὲ θὰ ἦναι ὁ ηὐξημένος δασμὸς καὶ τοῦ συμβατικοῦ δασμοῦ τῆς Γερμανίας ἐκ 5 φράγκων καὶ 56 ἑκατοστῶν τὰς ἑκατὸν ὀκάδας καὶ τοῦ ἱσπανικοῦ δασμοῦ τῶν 10 φράγκων καὶ 26 ἑκατοστῶν. Ἀλλὰ καίτοι κατώτερος κατὰ πολύ τινων ἐκ τῶν ἀλλαχοῦ κειμένων δασμῶν ὁ ηὐξημένος δασμὸς, ὡς προστατευτικὸς, δὲν θὰ συνέφερε νὰ ἐπεβάλλετο, ἂν μὴ συνέτρεχεν ἡ περίπτωσις, ὅτι διὰ τοῦ προσθέτου δασμοῦ, διὰ τῆς ὀλιγώτερον ἐπαισθητῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ, καὶ μάλιστα δι’ ἀμέσου εὐεργεσίας πρὸς τοὺς γεωργοὺς μεγάλων διαμερισμάτων τῆς χώρας, ἐπιτυγχάνεται ὑπὲρ τῆς ὅλης χώρας ἡ εἰσαγωγὴ θεσμοῦ πολλαχῶς ἀνακουφίζοντος αὐτήν. Διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου θὰ ἐκλίπωσιν αἱ περιπλοκαὶ πᾶσαι, αἱ κατὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν εἰσφορῶν, θὰ ἐκλίπωσιν αἱ πιέσεις κατὰ τὴν εἴσοδον τῶν ἐμπορευμάτων εἰς τοὺς δήμους, καὶ οἱ πολλαπλοῖ δασμοὶ ἐπὶ τῇ μεταφορᾷ αὐτῶν μετὰ κατεργασίαν εἰς ἄλλους δήμους. Ὅτε ὑπεβάλομεν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων, συνυπεβάλομεν καὶ πίνακας καθ’ ὑπολογισμούς, καθ’ οὓς ἐπὶ τῶν σιτηρῶν ἡ κατάργησις τῶν διαπυλίων ἐπήγετο κατάργησιν φορολογίας 1,300,000 δραχμῶν, ἀλλὰ τότε ἡ φορολογία ἦτο 2% κατ’ ἀνώτατον ὅρον, καὶ ἐν πολλοῖς δήμοις καί τι κατωτέρα, ἐνῷ σήμερον ὁ ἀνώτατος ὅρος προήχθη εἰς 2½%.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνάγκαι εἶναι ὁ λόγος τῆς ἐπιτραπείσης αὐξήσεως τοῦ ἀνωτάτου ὅρου κατὰ ½%, ἐκ τοῦ λόγου δὲ τούτου οἱ πλεῖστοι τῶν εἰσπραττόντων διαπύλια δήμων ηὔξησαν τὸν δασμὸν εἰς τὰ 2½%, ἐπὶ τῷ ὅρῳ δὲ τούτῳ ἡ καταργουμένη διαπύλιος φορολογία ἐπὶ τῶν σιτηρῶν θ’ ἀνήρχετο τοὐλάχιστον εἰς 1,500,000. Ἐὰν ἄρα ἡ βάσις τοῦ ὑπολογισμοῦ ἦτο ὀρθὴ, ἡ διὰ τοῦ προσθέτου δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου ἐπιβαλλομένη εἰς τὸν λαὸν ἐπιβάρυνσις ἐκ 2,300,000 μειοῦται ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ νομοθετήματος κατὰ δύο τρίτα. Ἀλλὰ δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀμέσου ἐπιπτώσεως τοῦ προσθέτου δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου εἰς τὸν λαὸν, διότι ὁ πρόσθετος δασμὸς ἐπιβάλλεται ὡς ἀντισήκωμα τῶν ὠφελειῶν τῶν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν ἄλλων φόρων, ἐν τῷ ἀντισηκώματι δὲ τούτῳ ἀνευρίσκει ὁ λαὸς, καὶ ἂν τὰ ἐπὶ πλέον εἰσπραχθησόμενα ἐκ τοῦ προσθέτου δασμοῦ δύο ἑκατομμύρια μὴ ἐμειοῦντο λόγῳ τῆς καταργήσεως τῶν ἐσωτερικῶν διαπυλίων, πλήρη τὴν ἱκανοποίησιν ἐπὶ τῇ νομοθετικῇ μεταβολῇ. Τὸ μέτρον λοιπὸν τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων νομίζω ὅτι παρουσιάζεται ἤδη ὑπὸ οἰωνοὺς βελτίονας ἢ κατὰ τὸ παρελθὸν, διότι ἤδη παρουσιάζεται συνδυασμένον μετὰ τῆς καταργήσεως τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἀστυνομίας καὶ μετὰ περιωρισμένης εἰς ἕνα μόνον δασμὸν αὐξήσεως τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς, ἀντὶ τῆς γενικῆς τοῦ δασμολογίου ἐπιβαρύνσεως, ἣν ἄλλοτε προετείναμεν, καὶ εἰς ἣν οὔτε τὴν πρόθεσιν εἴχομεν οὔτε δυνατὸν ἦτο νὰ ἐπανέλθωμεν ἤδη, ὅτε τὸ δασμολόγιον ὑπέστη γενικὴν ἐπιβάρυνσιν, καθιστῶσαν αὐτὸ ἀνεπίδεκτον προσθηκῶν ἐπὶ τῷ προηγουμένως προταθέντι συστήματι. Ἐπιτυγχάνεται ἄρα οὕτω ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν δήμων ἀπὸ τῶν διαχειριστικῶν ἐνοχλήσεων ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, ἃς προκαλοῦσιν αἱ εἰσφοραὶ, καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν δημοτῶν ἀπὸ τῶν πεδῶν τῆς διαπυλίου νομοθεσίας, τῶν περιοριζουσῶν τὴν συγκοινωνίαν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς βιομηχανίας. Ἀλλ’ ἐνδέχεται καὶ πάλιν οἱ δῆμοι μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως περὶ καταβολῆς τῶν εἰσφορῶν νὰ μένωσιν ἄνευ προσόδων ἐπαρκῶν πρὸς τὴν λειτουργίαν αὐτῶν, πρέπει ἄρα, εἰς ἀναπλήρωσιν τοιαύτης ἀνάγκης, νὰ παρασχεθῇ νομοθετικῶς εἰς αὐτοὺς ἄδεια ἐπιβολῆς φόρων ὑπὸ τοὺς προσήκοντας περιορισμούς. Ὅτε ἄλλοτε εἰσηγάγομεν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων εἰς τὴν Βουλὴν, περιελάβομεν καὶ διατάξεις περὶ προσθέτου φορολογίας ὑπὲρ τῶν δήμων καὶ περὶ περιορισμῶν τοῦ δικαιώματος τῶν ἀρχῶν τῶν δήμων τοῦ δανείζεσθαι καὶ περὶ ἄλλων σχετικῶν πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν δήμων. Τοιαῦται διατάξεις πρέπει καὶ ἤδη νὰ ψηφισθῶσι, σήμερον δὲ, ὅτε ἡ ἔμμεσος φορολογία ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ δήμου, ἐπιτρέποντες εἰς αὐτὸν εὐρύτερον τὸ δικαίωμα τῆς ἀμέσου φορολογίας, δὲν διατρέχομεν σπουδαῖον κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὸν δῆμον φορολογοῦντα ἑαυτὸν βαρέως. Οἱ ἄμεσοι φόροι εἶναι οἱ μᾶλλον ἐπαισθητοὶ εἰς τοὺς κατοίκους, οἵτινες δὲν θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ προσθέσῃ εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους νέα βάρη, εἰμὴ μόνον ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ. Ἐνόσῳ ὑπῆρχε δικαίωμα ἐμμέσου φορολογίας, ὁ κίνδυνος τῆς ἐξολισθήσεως τῶν δήμων εἰς ὑπέρμετρον φορολογίαν ἦτο μέγας, διότι τὸν ἔμμεσον φόρον εὐκόλως ἀνέχεται ὁ δημότης, ὡς μὴ ἔχων, ὅτε ψηφίζεται, πλήρη τὴν συνείδησιν τοῦ βάρους αὐτοῦ. Τοῦ ἐμμέσου φόρου ἡ ἐπίπτωσις διαφεύγει τὸν δημότην, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν φόρων τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν ὁ γινώσκων δημότης, ὅτι τὸ ὄνομα αὐτοῦ εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐν τοῖς φορολογικοῖς καταλόγοις, ἐφορᾷ ἀγρύπνως εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὅπως περιορισθῇ πᾶσα ἐπιβάρυνσις εἰς μόνα τ’ ἀναπόδραστα. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ νόμου πρέπει νὰ ὑπάρχωσι περιορισμοί. Ὡσαύτως εἰς περιορισμοὺς αὐστηροὺς πρέπει νὰ ὑποβληθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τῶν δήμων τοῦ δανείζεσθαι· διότι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ φιλοτιμοῦνται κατὰ τὸ διάστημα τῆς τετραετίας νὰ δαπανήσωσιν ὅσον ἔνεστι πλειότερα, ἀποστεροῦσαι τοὺς διαδόχους αὐτῶν παντὸς μέσου πρὸς διοίκησιν τῶν δήμων. Ἰδίως δὲ εἰς τοὺς δήμους πρέπει νὰ ἐκχωρηθῇ ἡ διαχείρισις προσόδων ἐχουσῶν τοπικὸν χαρακτῆρα, οἷον αἱ ἐκ φόρων ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων, ἐπὶ τῶν πεζοδρομίων καὶ πλατειῶν καὶ ἄλλων ὁμοίας φύσεως, ἐπιβαλλομένων μόνον ἐφ’ ὅσον οἱ δῆμοι ἤθελον τοὺς ψηφίσει. Ἀλλὰ τὰς διατάξεις ταύτας δὲν θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἐπράξαμεν ἄλλοτε, ἐν ἑνιαίῳ νομοσχεδίῳ μετὰ τοῦ περὶ τῶν διαπυλίων καὶ τῶν εἰσφορῶν, διότι παρετηρήθη τότε, ὅτι ἐπέρχεται σύγχυσις ἐκ τῆς ἑνώσεως. Τὸ περὶ διαπυλίων καὶ εἰσφορῶν νομοσχέδιον εἶναι ἡ βάσις, ἂν δὲ τοῦτο ψηφισθῇ, θέλει ὑποβληθῆ νομοσχέδιον ἄλλο, κανονίζον τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν δήμων ἐξ ἀφετηρίας τοῦ νέου καθεστῶτος. Θέλουσιν ὑποβληθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην καὶ μέτρα ἄλλα, ὧν ἡ σχέσις πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εὐθεῖα. Ἀνάγκη ὅπως ὁ στρατὸς διοργανωθῇ πληρέστερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὴν νέαν κατάστασιν, ἣν ἐδημιούργησεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία· ἐν λιτοτέρῳ καταρτισμῷ τῶν ἐν εἰρήνῃ στελεχῶν διάταξις δαπανηροτέρα μὲν, ἀλλὰ ἐπαρκεστέρα πρὸς τὴν ἐνέργειαν ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Περὶ τὰ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως θὰ δεήσῃ, ὅπως ψηφισθῶσι μέτρα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ συστήματος, ὅπερ ἐν τοῖς ἄλλοις κλάδοις ἡ Βουλὴ ἐνομοθέτησεν ἤδη κατ’ ἐντολὴν συνταγματικὴν περὶ τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Ὅπως καὶ περὶ τῶν λειτουργῶν ἐν τοῖς ἄλλοις κλάδοις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, οὕτω καὶ περὶ τὰ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως πρέπει νὰ τεθῶσι κανόνες πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν διοριστέων καὶ τῶν ἀπολυτέων καὶ τῶν μετατοπιστέων. Οὐδενὸς τῶν εἰς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν τεταγμένων πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται ἀπόλυσις ἢ μετακίνησις ἄνευ γνωμοδοτήσεως ἐπιθεωρητῶν καὶ ἐλέγχου τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ὑπὸ Συμβουλίου ἐξ ἀνδρῶν τῶν γραμμάτων καὶ τῆς ἐπιστήμης· μόνον ἐπὶ τοιαύτη ἐκτιμήσει δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ παῦσις ἢ ἡ μετάθεσις δεδικαιολογημένη. Οὐ μόνον δὲ περὶ τῶν προσωπικῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πραγματικῶν ζητημάτων ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐκπεδεύσει, περὶ τοῦ τρόπου τῆς διδασκαλίας καὶ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν προγραμμάτων, θ’ ἀναπληρώσωσιν οἱ ἐπιθεωρηταὶ μετὰ τοῦ Συμβουλίου τὴν τέως ὑφισταμένην ἔλλειψιν διευθύνσεως καὶ ὁδηγίας ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν ἐκπαιδευτικῶν. Ταῦτα, καίτοι κατ’ ἐπιφάνειαν δὲν σχετίζονται ἀμέσως πρὸς τὸν προϋπολογισμόν, πολλὴν ὅμως ἔχουσι σχέσιν πρὸς αὐτόν. Διὰ προσωπικοῦ οὕτω λειτουργοῦντος ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι ἀρτιωτέρα καὶ ὀλιγώτερον δαπανηρὰ, περιορίζονται αἱ μετακινήσεις καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν ἔξοδα, ἐξασφαλιζομένης δὲ τῆς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατηρήσεως τῶν ἱκανῶν, δὲν ἐπιῤῥίπτονται εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων νέα βάρη καθ’ ἕκαστον σχολικὸν ἔτος. Ἐξ ἀφορμῆς δὲ ταύτης παρατηρῶ, ὅτι καὶ περὶ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι πολλαὶ ἐγένοντο καταχρήσεις ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ νόμου, αὐξήσασαι τὰ βάρη τῆς Πολιτείας, οὐχὶ ἕνεκα ὑποχρεώσεων ἐκ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἕνεκα ἑρμηνείας αὐτοῦ καὶ ἐκτελέσεως πλημμελοῦς. Θέλει ἄρα ὑποβληθῆ περὶ τούτων νομοσχέδιον. Ἐπανερχόμενος δὲ εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, λέγω ὅτι, πλὴν τῶν ἐκπαιδευόντων, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν ἐκπαιδευομένων. Δὲν θ’ ἀρκέσῃ ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ἀνεπαρκείας καὶ τοῦ πλημμελοῦς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἀνεπαρκὴς καὶ πλημμελὴς θὰ ἦτο παρ’ ἡμῖν ἡ μέση καὶ ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις, καὶ ἂν ἔτι ἄριστα ἐξετελοῦντο οἱ κείμενοι νόμοι, διότι ἐν τῷ ὀργανισμῷ ἔγκειται ἡ ἀνεπάρκεια καὶ τὸ πλημμελές. Οἱ εἰσερχόμενοι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον δὲν εἶναι κατηρτισμένοι πρὸς ἐπιστημονικὴν ἐκπαίδευσιν. Καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ, ὅπου ἡ παρασκευὴ ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει εἶναι πολλῷ διάφορος τῆς ἐνταῦθα, θεωρεῖται ὁ ἀπολυόμενος ἐκ τῶν λυκείων ἀνεπαρκῶς κατηρτισμένος πρὸς τὴν ἐπιστήμην, καὶ πρόσφατος κανονισμὸς δημιουργεῖ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν ἐπιστημῶν τμῆμα ἴδιον προγυμνάσεως τῶν ἐγγραφησομένων εἰς τὴν Ἰατρικὴν Σχολήν. Μόνον μετὰ ἐτησίαν προγύμνασιν καὶ ἐξετάσεις ἐπιτυχεῖς θ’ ἀνοίγωνται αἱ πύλαι τῆς εἰδικῆς ἐπιστημονικῆς παιδεύσεως εἰς τοὺς τελειοφοίτους τῶν λυκείων. Διδάσκονται καὶ ἐνταῦθα οἱ φοιτηταὶ τὰ γενικὰ μαθήματα, καὶ ἐξετάζονται καὶ εἰς ταῦτα φύρδην μίγδην μετὰ τῶν μαθημάτων τῶν εἰδικῶν, βλαπτόμενοι μᾶλλον ἢ ὠφελούμενοι ἐξ αὐτῶν, ὡς παρεμποδιζόντων τὰς εἰδικὰς μελέτας φοιτητῶν ἀνεπαρκῶς κατηρτισμένων. Ταῦτα ἀπαιτοῦσι γενικὴν ἀναδιοργάνωσιν, ἀλλὰ βάσις τῆς ἀναδιοργανώσεως εἶναι ἡ μὴ ἐγγραφὴ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ μαθητοῦ μὴ ἐπαρκῶς κατηρτισμένου οὐχὶ κατὰ τὰ ἀλλαχοῦ κείμενα, οὐχὶ κατὰ τὸ μέτρον τοῦ προσήκοντος, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέτρον τῆς παρ’ ἡμῖν νομοθεσίας. Ἡ παρ’ ἡμῖν νομοθεσία ἀφορᾷ εἰς μέσον τινὰ ὅρον μορφώσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως· ταύτην πρέπει ν’ ἀπαιτήσωμεν τοὐλάχιστον παρὰ τοῦ εἰσερχομένου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, διότι σήμερον ἀποκτῶνται τ’ ἀπολυτήρια λίαν εὐκόλως, πολλάκις δὲ καὶ διὰ μέσων οὐχὶ θεμιτῶν. Ἔγνωμεν ἀπειλὰς, ἔγνωμεν καὶ πιέσεις, ἔγνωμεν ἔτι καὶ ἐγκλήματα πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ἀπολυτηρίου. Ἀπολυτήριον οὕτως ἀποκτώμενον εἶναι τίτλος ἀνεπαρκὴς πρὸς τὴν εἴσοδον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· ἂς χρησιμεύῃ διὰ τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων, ἕως οὗ ταῦτα ἄλλως κανονισθῶσιν, ἀλλὰ δὲν πρέπει ἐπὶ πλέον νὰ ἀνοίγῃ τὰς πύλας τοῦ Πανεπιστημίου πρὸς τὴν ἐν αὐτῷ φοίτησιν. Ὁ οὕτως ἀποκτῶν τὸ ἀπολυτήριον καὶ ἑαυτὸν βλάπτει καὶ τὴν Πολιτείαν, ἐπιδιδόμενος εἰς τὰ γράμματα καὶ τὰς ἐπιστήμας. Πρέπει ὁ φέρων τὸ ἀπολυτήριον νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ Πανεπιστήμιον μόνον μετὰ ἔλεγχον αὐστηρὸν, παρ’ αὐτῷ τῷ Πανεπιστημίῳ διεξαγόμενον. Καὶ περὶ τούτου ἄρα θὰ προκαλέσωμεν τὴν Βουλὴν εἰς ψήφισιν τῶν δεόντων. Οὕτω θέλουσι τεθῆ ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ βάσεις πρὸς ἐνέργειαν ἐν τοῖς ἐκπαιδευτικοῖς. Αἱ βάσεις αὗται δὲν ἀποτελοῦσι τὸν κανονισμὸν τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον δὲν εἶναι ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, αἱ βάσεις ὅμως τῆς ἀναδιοργανώσεως πρέπει νὰ τεθῶσι παρ’ αὐτῆς, διότι ἡ ὑφισταμένη σήμερον νομοθεσία ἐπιπροσθεῖ εἰς τὴν πρέπουσαν διαῤῥύθμισιν. Τοῦτο λοιπὸν θὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως διὰ νομοθετημάτων ἐπιτραπῇ τῇ Κυβερνήσει ἡ πρόσφορος διαῤῥύθμισις τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐσκιαγράφησα οὕτω τὰς σπουδαιοτέρας τῶν προτάσεων, αἵτινες θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην. Ἔδειξα ὅτι φέρομεν προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ· ἔδειξα ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς στηρίζεται ἐπὶ κανονισμοῦ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν πρὸς τοὺς ἐξωτερικοὺς πιστωτὰς, μὴ ἐπιτευχθέντος μὲν ἔτι κατὰ τύπους, ἀλλὰ ὑφισταμένου ἀπὸ τοῦδε κατ’ οὐσίαν καὶ παρέχοντος ἀσφαλῆ καὶ σταθερὰν τὴν βάσιν πρὸς τὴν μέλλουσαν ἡμῶν οἰκονομικὴν νομοθεσίαν· ἔδειξα ποία πρέπει νὰ ἦναι ἡ νομοθεσία αὕτη, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἀνακτήσωμεν τὴν πίστιν, ἥτις εἶναι ἡ τροφὸς τῆς χώρας· ἔδειξα ὅτι τὴν πίστιν θέλομεν οὐχὶ χάριν πορισμοῦ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ τὴν θέλομεν χάριν πορισμοῦ ὑπὲρ τῆς χώρας· ἔδειξα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ τῆς κυκλοφορίας τῆς νομισματικῆς κατὰ τρόπον διευκολύνοντα τὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς. Νομίζω, ὅτι οὐδὲν παρεμβάλλεται σήμερον κώλυμα κατὰ τῆς προόδου τῆς χώρας ἐν τῇ ὁδῷ ταύτῃ, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς αὐστηρᾶς, ὁποία ὑπῆρξε καὶ ἡ τῶν προηγουμένων προϋπολογισμῶν, θέλομεν ἔχει ἀποτελέσματα βελτίονα ἔτι τῶν τῆς ἐκτελέσεως τῶν προϋπολογισμῶν ἐκείνων, διότι ἤρξαντο φέροντα τ’ ἀποτελέσματα αὑτῶν τὰ μέτρα τὰ τέως ψηφισθέντα, καὶ μάλιστα ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἔδειξα ὅτι ἡ χώρα σήμερον ἀστυνομεῖται τὸ πρῶτον ἀφ’ ἧς ὑπάρχει ὡς Κράτος· ἔδειξα ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἣν παρελάβομεν λίαν ἀνώμαλον (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς), ὡς μαρτυροῦσι τὰ μέτρα τὰ ἔκτακτα, ἅτινα ὑφίσταντο τότε πρὸς καταστολὴν τοῦ ἐκρύθμου τῆς καταστάσεως, ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἀποκαθίσταται... Μία φωνή. Οἱ ἀστυφύλακες σκοτόνουν!
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ἀστυφύλακες παρέχουσι τὴν συνδρομὴν αὐτῶν εἰς ἀποκατάστασιν τῆς διαταραχθείσης δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλ’ ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία, εἰς ἣν ἀφορᾷ ὁ θεσμὸς τῆς ἀστυρυλακῆς, εἶναι ἄλλη, ἄλλου δὲ κλάδου εἶναι ἡ δύναμις, ἥτις θὰ συντελέσῃ τῆς ληστείας, περιωρισμένης ἤδη ἐντὸς στενοτάτης τοπικῆς περιφερείας, τὴν ἐξόντωσιν, ἣν πέπεισμαι ὅτι θὰ ἔχωμεν προσεχῆ... Ἔδειξα ὅτι συνάμα μετὰ τῆς ἀστυνομίας αἱ ὑπηρεσίαι πᾶσαι τοῦ Κράτους ἐλειτούργησαν ἐνδελεχῶς πρὸς ἀγαθὸν τῆς χώρας καὶ ὅτι ἐκ τῆς προόδου καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς λειτουργίας αὐτῶν θέλομεν ἔχει καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ βελτίονα ἀποτελέσματα. Οὕτω δὲ διὰ προϋπολογισμοῦ ἀρτίου, διὰ προϋπολογισμοῦ στηριζομένου ἐπὶ βάσεως παγίας, θέλομεν δυνηθῆ νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς χώρας οἰκονομικῶς, καὶ κανονίζοντες τὰ τῆς χώρας οἰκονομικῶς ἐν ἐπαρκείᾳ, θέλομεν ἀποκαταστήσει καὶ τὴν ἐπάρκειαν τῆς χώρας πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς τὰς ἐθνικάς.
§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς.
§87ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ ὑμῶν ἐζήτησαν τὸν λόγον δύο ἄλλοι, θὰ ἐγγράψω καὶ ὑμᾶς ὡς τρίτον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.