1894.03.09
2,875 rows · 22,270 words · 164 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 76
Τῆς 9 Μαρτίου 1894
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Δ. Τερτίπη).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπενθυμίζω ἐπερώτησίν μου, πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων συνεδριάσεων ἀπευθυνθεῖσαν, περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ γηπέδου τῆς ἐνταῦθα Μονῆς τῶν Ἀσωμάτων. Ὑπομιμνήσκω δὲ τὴν ἐπερώτησίν μου, διότι χθὲς ἢ προχθὲς οἱ διορισθέντες πραγματογνώμονες συνέταξαν τὴν ἔκθεσίν των καὶ ἐξετίμησαν τὸ οἰκόπεδον, ἐξ 28,000 τετραγωνικῶν μέτρων, ἀντὶ 100,000 δραχμῶν. Ἐλέγετο δὲ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὸ βεβαιῶ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐννοεῖ, ὅτι ἡ πραγματογνωμοσύνη εἶναι ὑπέρογκος, καὶ ὅτι πρέπει νὰ κατέλθῃ τὸ ποσὸν εἰς 60–65 χιλιάδας δραχμῶν. Ἐλέγετο ἐπίσης, ὅτι τὸ γήπεδον τοῦτο, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ γήπεδα ἐν Ἀθήναις, ἔχει ἀξίαν πλέον τῶν 500,000, διότι ἕκαστον μέτρον τιμᾶται περὶ τὰς 20 δραχμάς...
§2ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὀκτώ.
§3ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὀκτὼ, λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Καὶ τοῦτο ἂν ᾖναι ἀληθὲς, πάλιν τὸ οἰκόπεδον ἔχει ἀξίαν 224 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐκ τῶν πραγματογνωμόνων δύο εἶναι ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως καὶ καθ’ ὑπόθεσιν δὲν δύνανται ἢ νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς θελήσεις αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂς ἀποδεχθῶμεν, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀνεπηρεάστοι· τὸ γήπεδον, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ἀξίαν 500,000 δραχμῶν, ἔχει ὅμως 225,000. Εἶναι δὲ ἀδικαιολόγητος ἡ ὑπηρεσία, ἂν ᾖναι ἀληθὲς τὸ διαδιδόμενον, ἂν, χαριζομένη εἰς τοὺς ἐκτελεστὰς τῆς διαθήκης τοῦ ἀοιδίμου Ἀρεταίου, θελήσῃ νὰ δημεύσῃ—ἂς μὴ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις — τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν, διατιμῶσα τὸ οἰκόπεδον εἰς τὴν ἀξίαν τῶν 60,000 δραχμῶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ τὰ διαδιδόμενα κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου θίγουσι καὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν περιουσίαν τῆς Μονῆς, ἔχετε καθῆκον, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν πραγματογνωμόνων, καὶ τὴν ἔγγραφον συναίνεσιν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, ἐξ ἧς θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι τοῦτο διαφωνεῖ πρὸς τὴν τοιαύτην ἐκτίμησιν τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας· διότι γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1836 καὶ κατὰ τοὺς σχετικοὺς νόμους, ὁσάκις καταλαμβάνηται ἰδιωτικὴ περιουσία διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, ὑπάρχῃ δὲ διαφωνία εἴτε ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν μέτρων τῆς καταλαμβανομένης ἐκτάσεως, εἴτε ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν, τὴν μὲν ἀξίαν προσδιορίζει τὸ δικαστήριον διὰ πραγματογνωμόνων, τοὺς ὁποίους διορίζει, τὴν δ’ ἔκτασιν ἐξευρίσκει ὁ μηχανικὸς τῆς πόλεως. Καὶ περὶ μὲν τῆς ἐκτάσεως δὲν ὑπάρχει διαφωνία, ὑπάρχει ὅμως ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ὑπηρεσία ὀφείλει νὰ σταματήσῃ, μέχρις οὗ τὸ δικαστήριον ἐξακριβώσῃ ταῦτα, καὶ θὰ ἐξακριβωθῶσι διοριζομένων πραγματογνωμόνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁρίσωσι τὴν τιμὴν ἑκάστου μέτρου. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον διαφωνεῖ, ὀφείλετε κατὰ τοὺς κειμένους νόμους νὰ ὑποβάλητε αἴτησιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, ἵνα διεξαχθῇ ἡ προβλεπομένη διαδικασία. Πράττοντες τὸ ἐναντίον, ἀντινομεῖτε, ἵνα μὴ εἴπω παρανομεῖτε, διότι δὲν ἔχετε δικαίωμα, μετὰ τὴν διαφωνίαν τῶν ἰδιωτῶν, νὰ προβῆτε εἰς τὴν δήμευσιν τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας. Ἀλλὰ καὶ ὁ διορισμὸς τῶν πραγματογνωμόνων ἐγένετο παρανόμως, διότι κατὰ τὸν νόμον τοὺς πραγματογνώμονας δὲν διορίζει μόνον τὸ καταλαμβάνον τὰς ἀποζημιωτέας γαίας Δημόσιον, ἀλλ’ ἀφ’ ἑνὸς διορίζει ἕνα ἢ δύο τὸ Δημόσιον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ ἀποζημιωτέος ἰδιοκτήτης.
§4ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατελήφθη τίποτε;
§5ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἡ ὁμιλία μου στρέφεται περὶ τὴν ἐνέργειαν. Πιθανὸν ὅσα λέγω νὰ ᾖναι ἀνυπόστατα, ἀλλ’ ὅτι ὁ Μητροπολίτης διεμαρτυρήθη, εἶναι βέβαιον.
§6Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ ὑπηρεσία οὐδόλως ἀνεμίχθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου· καὶ τοῦτο παρατηρῶ, διὰ νὰ μὴ διεξάγηται ματαία ὅλως συζήτησις. Ἡ Πρυτανεία τοῦ Πανεπιστημίου δι’ αἰτήσεώς της πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτησεν, ὅπως παραχωρηθῇ οἰκόπεδον διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ νοσοκομείου. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλε τὴν τοιαύτην αἴτησιν πρὸς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς, τὸ ὁποῖον ἐγνωμοδότησε νὰ παραχωρηθῇ οἰκόπεδον, δηλῶσαν συνάμα, ὅτι θὰ φανῇ ἐπιεικὲς καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ οἰκοπέδου, προκειμένου περὶ ἀγαθοεργοῦ σκοποῦ. Τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἀπέστειλε τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς τὸν νομάρχην, ἵνα διορίσῃ πραγματογνώμονας πρὸς ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας τοῦ παραχωρηθησομένου οἰκοπέδου. Ἐὰν δὲ ἤδη προέβη ὁ νομάρχης εἰς τὸν διορισμὸν τῶν τοιούτων πραγματογνωμόνων καὶ ἐξήνεγκον οὗτοι τὴν γνώμην των περὶ τῆς ἀξίας τοῦ οἰκοπέδου, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει γνῶσιν, οὔτε ἀνεμίχθη. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι καὶ ἡ γνώμη τοῦ Μητροπολίτου εἶναι ὑπὲρ τῆς παραχωρήσεως τοῦ οἰκοπέδου, καὶ ἑπομένως πᾶσα ἡ συζήτησις ἤδη διεξάγεται προφανῶς ἀπὸ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν.
§7ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Καθόλου δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ ἐσφαλμένων βάσεων. Ἀκριβῶς δὲ τὰ παρ’ ὑμῶν λεχθέντα ἐπιβεβαιοῦσι τοῦτο. Μετὰ τὴν διαβίβασιν τοῦ ἐγγράφου εἰς τὴν Νομαρχίαν ὁ διευθύνων τὴν Νομαρχίαν προέβη εἰς τὸν διορισμὸν τῶν τεσσάρων πραγματογνωμόνων. Προκειμένου περὶ μοναστηριακῆς περιουσίας, ὑμεῖς ἔχετε τὴν ἀνωτάτην ἐπιτήρησιν καὶ διαχείρισιν. Αὐτὰ δὲ, τὰ ὁποῖα εἴπατε, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα εἶναι ἀκριβῆ. Ὁ νομάρχης διώρισε μονομερῶς τέσσαρας πραγματογνώμονας, χωρὶς νὰ καλέσῃ τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον, ἵνα διορίσῃ καὶ αὐτὸ πραγματογνώμονας. Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὑμεῖς ὠφείλατε νὰ προστατεύσητε τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν καὶ νὰ λάβητε γνῶσιν, ἐὰν ταῦτα ἦναι ἀκριβῆ. Τὰ μέλη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἐπικειμένην δήμευσιν τῆς μοναστηριακῆς ταύτης περιουσίας, ὡς λέγεται.
§8ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, μᾶλλον σπουδαίαν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐξωραϊσμοῦ τῆς πόλεως καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑγιεινῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ ἐκποιήσῃ τὰ γήπεδα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι οἱ στρατῶνες τοῦ πυροβολικοῦ· γνωρίζει ὅτι ἔγεινε διάγραμμα, κατὰ τὸ ὁποῖον πρὸς τὸ μεσημβρινὸν μέρος τῶν στρατώνων πρέπει νὰ γείνῃ παραποτάμιος λεωφόρος, ἥτις θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ ἐργοστάσιον τοῦ Πυῤῥῆ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῳόντι προτίθηται νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γείνῃ νοσοκομεῖον παρὰ τὴν Ριζάρειον Σχολὴν, ἡ ἀξία τῶν γηπέδων τοῦ Δημοσίου θὰ ἐλαττωθῇ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἡ ἀξία τῶν γηπέδων εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα εἶναι 40 δραχ. τὸ μέτρον· πρὸ ἑνὸς ἔτους ἠγόρασεν ὁ μηχανικὸς κ. Βεῤῥοιόπουλος ἀντὶ 35 δραχμῶν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἥκιστα σπουδαῖον· τὸ ζήτημα εἶναι νὰ εὑρεθῇ κατάλληλος χῶρος πρὸς ἵδρυσιν νοσοκομείου ἢ καταστήματος ἰατροχειρουργικοῦ, παρὰ τὸ ὁποῖον νὰ διαβαίνῃ ὁ ἱπποσιδηρόδρομος. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἐπιθυμία τοῦ διαθέτου, διότι ἄλλως δὲν ἦτο εὐχερὲς νὰ μεταβαίνωσιν ἐκεῖ οἱ καθηγηταὶ καὶ οἱ φοιτηταί. Ἡ Μονὴ ἔχει ἀρκετὰ κτήματα πέραν τοῦ καταστήματος τοῦ Πυῤῥῆ καὶ τῆς ἐπαύλεως τοῦ κ. Ρικάκη, καὶ ἐκεῖ δύναται νὰ ἐγκαθιδρυθῇ τὸ νοσοκομεῖον· δύναται ὅμως, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ ἐκεῖ χῶρος, νὰ παραχωρήσῃ τὸ Δημόσιον γήπεδον πρὸς τὸ μέρος τῶν φυλακῶν Συγγροῦ, ὁπόθεν διαβαίνει σιδηρόδρομος. Ἐγὼ ἀποκρούω τὴν ἰδέαν τῆς συστάσεως νοσοκομείου παρὰ τὴν Ριζάρειον Σχολήν· ὑπάρχει μάλιστα ἰδέα, ἡ Ριζάρειος Σχολὴ νὰ μεταφερθῇ εἰς τὸ κατάστημα τῆς Μονῆς τῶν Ἀσωμάτων, καὶ ἡ Μονὴ νὰ μετατεθῇ ἐπὶ τοῦ Ὑμηττοῦ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῷ καλῶς ἐννοουμένῳ συμφέροντι τοῦ ἐξωραϊσμοῦ τῆς πόλεως, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐγερθῇ κατάστημα νοσοκομείου εἰς ἐκείνην τὴν θέσιν, ὅπου ἐπεκτείνεται σήμερον ὁ συνοικισμὸς τῆς πόλεως.
§9ΛΑΜΠΡΟΣ. Ἠξεύρετε ὁποίου εἴδους νοσοκομεῖον θ’ ἀνεγερθῇ;
§10ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Κλινική.
§11ΛΑΜΠΡΟΣ. Ἀλλὰ κλινικὴ χειρουργικὴ, τῆς ὁποίας τὰ καταστήματα εὑρίσκονται εἰς ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης ἐντὸς τῶν πόλεων.
§12ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν θ’ ἀνακατωθῶ εἰς τὰ χειρουργικὰ, διότι σπουδαιότερον ζήτημα ἀπασχολεῖ τὴν πόλιν. Ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἔφερεν εἰς θέσιν καὶ τὸν δήμαρχον καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ σκεφθῶσι περὶ παραιτήσεως, διότι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτοῦ εὑρίσκεται εἰς παραλυσίαν ἐντελῆ καὶ ἡ καταστροφὴ ἐπέρχεται ὅσον οὔπω τελεία. Πρὸ ἑνὸς ἔτους ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς τότε Κυβερνήσεως νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρεκάλει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κανονισθῶσι τὰ τοῦ δήμου· τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἠξεύρω ποίαν τύχην ἔλαβε, γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη τότε τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου περὶ διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δήμου, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ὑπεβλήθη τοιοῦτον. Ὁ δήμαρχος μάλιστα εἶχεν ὑποβάλει καὶ παραίτησιν, καὶ ἐπέμεινεν εἰς αὐτὴν, μέχρις ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τότε γνωρίζω ὅτι κατέβαλε πολλὰς προσπαθείας, καὶ ὁ κ. Δραγούμης ἔπεισε τὸν Δήμαρχον ν’ ἀποσύρῃ τὴν παραίτησίν του, ἐπὶ τῇ ῥητῇ ὑποσχέσει, ὅτι θὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Εἶχε δίκαιον καὶ τότε καὶ σήμερον ὁ δήμαρχος νὰ ἐπιμένῃ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ διαῤῥυθμίζον τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ δήμου, διότι ἄνευ νόμου κανονιστικοῦ τοῦ δημοτικοῦ χρέους ὁ δῆμος εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑφίσταται τὰς ὑποχρεώσεις του. Γνωρίζω δὲ, ὅτι ὁ δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον μετέβησαν παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρέστησαν τὴν κατάστασιν τὴν οἰκτρὰν, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέλαβε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὑποσχεθεὶς τοῦτο.
§13Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ τοῖς εἶπον, ὅτι, ἐν οἵᾳ διατελοῦσι καταστάσει τὰ τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς, ὅπως ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ ἂν ἤδη τὸ ὑποβάλωμεν.
§14ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ μία πτέρυξ καὶ ἡ ἄλλη θὰ συμφωνήσωσι νὰ ψηφίσωσι νομοσχέδιον, ὅπερ θέλει σώσει τὸν δῆμον ἀπὸ τὴν χρεωκοπίαν.
§15Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἡ κωλυσιεργία ἀπετέλει ἀνάγνωσιν νομοσχεδίου, τότε μόνον θὰ ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ.
§16ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἡ κωλυσιεργία εἶναι ἀπαραίτητος, ὅταν ὑποβάλλωνται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὴν θέσιν των, καὶ ὅταν ὑποβάλλωνται νομοσχέδια διὰ νὰ ἱκανοποιήσωσι προσωπικὰς ἀπαιτήσεις. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ διαῤῥυθμίζῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ πρώτου δήμου τῆς Ἑλλάδος, θέλει ψηφισθῆ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, οὔτε τῆς μιᾶς οὔτε τῆς ἑτέρας μερίδος ἀνθισταμένης. Ὅταν ὅμως ἔρχωνται νομοσχέδια, ὡς τὸ τῆς Βόχας, βεβαίως κωλυσιεργία θὰ ὑπάρχῃ. Ἐν τούτοις οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κορινθίας ἐπέμενον, καὶ μετεχειρίσθησαν καὶ στρατηγήματα, ἵνα ἐπιτύχωσι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Βόχας, καὶ ἐπέτυχον τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ἐνῷ οἱ τῆς Ἀττικῆς ἀντιπρόσωποι καθεύδουσιν! Ἐὰν ἤθελον νὰ ἐπιμείνωσιν, (ὅπερ ἐλπίζω ὅτι θέλουσι πράξει ἤδη) ἤθελον διασώσει τὸν πρῶτον δῆμον τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὴν βεβαίαν χρεωκοπίαν, ἥτις ἀπειλεῖ ἤδη αὐτόν. Σήμερον ἐπισήμως παρουσιάσθη ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καί, ὡς καὶ ἄλλοτε, ἐπέμεινε παρ’ αὐτῷ, ὅτι δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ὁ δῆμος μὲ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, εἰς ἣν περιῆλθεν. Εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, καὶ ἡμεῖς διαβεβαιοῦμεν, ὅτι δὲν θὰ κωλυσιεργήσωμεν, ἂν ὅμως ὑποβάλῃ ἄλλα νομοσχέδια καὶ θελήσῃ νὰ μᾶς φενακίσῃ, τότε θὰ κωλυσιεργήσωμεν, ὅσον δυνάμεθα. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν, χάριν τέλος πάντων τῆς διασώσεως τοῦ δήμου, ποία θὰ ἦναι ἡ τύχη τοῦ δήμου; διότι θὰ ἐπέλθῃ μεγίστη καταστροφὴ εἰς αὐτὸν, ἂν δὲν διορθωθῶσι τὰ οἰκονομικά του διὰ τῆς ἀρωγῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ νομοθετήματος περὶ κανονισμοῦ τοῦ δημοτικοῦ χρέους.
§17Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ κωλυσιεργία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐπιτρέπει τὴν ψήφισιν τοιούτων νομοσχεδίων· ἐν τούτοις, ἀφοῦ βεβαιοῦτε τὸ ἐναντίον, θέλουσιν ὑποβληθῆ τὰ νομοσχέδια, ἵνα ἀποδειχθῇ, τίνες κρίνουσιν ἀσφαλέστερον ἂν δ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει κωλυσιεργία, θὰ ἐργασθῶμεν πρὸς θεραπείαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δήμου, διότι ὁ δῆμος ἔχει ἀνάγκην νομοθετημάτων πρὸς διευθέτησιν τῶν οἰκονομικῶν του.
§18ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂν θὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον, θὰ τὸ φέρῃ ἵνα μὴ ψηφισθῇ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διοικεῖ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ἑνδεκαετίας...
§19Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντοτε παλαίων κατὰ τῶν κωλυσιεργῶν.
§20ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἵτινες μάτην ἠγωνίσθησαν νὰ παρακωλύσωσι τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, δι’ ἣν σεῖς ἔκτοτε εἰργάσθητε ἀνενδότως... Καὶ ὅμως οὐδέποτε ἠξιώθη τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ μερίμνης ὁ πρῶτος δῆμος τοῦ Κράτους, οὐδέποτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσκέφθη νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιόν τι ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του.
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολλάκις ἐφέραμεν νομοσχέδια ὑπὲρ τοῦ δήμου.
§22ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ ἐφέρατε, ἵνα δημοκοπήσητε, χάριν τῶν ἐκλογῶν, οὐχὶ διότι εἴχετε πεποίθησιν εἰς αὐτά. Ἐφέρατε τὸ νομοσχέδιον τῶν διαπυλίων εἰς τὰς παραμονὰς τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐν ἔτει 1890, ἐπίσης καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἐπανήλθατε εἰς τὰ πράγματα μὲ καταπληκτικὴν πλειονοψηφίαν· διατὶ δὲ δὲν ἐσκέφθητε νὰ ὑποβάλητε ἐκ νέου τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα; Διατὶ καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον δὲν ὑπεβάλετε αὐτὰ ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτε θὰ εἶχε τὸν καιρὸν ἡ Βουλὴ νὰ μελετήσῃ αὐτὰ ἀνέτως; Δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπάρχῃ τις ἐνταῦθα, μὴ ἐπιθυμῶν, ἵνα ὁ πρῶτος δῆμος τοῦ Κράτους ὑψωθῇ εἰς τὴν προσήκουσαν περιωπήν. Εἶναι αἶσχος, ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους νὰ καθυστερῇ τὴν σήμερον πασῶν τῶν πρωτευουσῶν τῶν διαφόρων Κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς καὶ αὐτῆς τῆς πρωτευούσης τῆς Βουλγαρίας, τῆς Σόφιας! Καὶ διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην ὑπεύθυνοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἑνδεκαετίαν διαχειρίζονται κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ τὰ πάντα ἠδύναντο νὰ πράξωσιν, ἀλλὰ πάντα παρέλιπον καὶ οὐδὲν καλὸν ἔπραξαν εἰς αὐτὸν τὸν τόπον. Καὶ ἂν φέρουν νῦν τὸ νομοσχέδιον, θὰ τὸ φέρουν, ἵνα ἐξαναγκάσωσιν ἡμᾶς ν’ ἀφήσωμεν νὰ περάσουν ὅλα τὰ ἄλλα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων καταπροδίδονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ ἀφοῦ περάσουν αὐτὰ, νὰ μὴ εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ πλέον ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ ν’ ἀπονίψωσι τὰς χεῖράς των. Ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις κωλυσιεργῇ, τὸ πράττει, ἵνα περιορίσῃ, ὅσον εἶναι δυνατόν, τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὸν τόπον. Τὸν προκαλοῦμεν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ τὸ ἀναγράψῃ πρῶτον, καὶ ἂς ἦναι βέβαιος ὅτι τοῦτο θὰ συζητήσῃ καὶ θὰ ψηφίσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις προθυμότατα. Ἀλλ’ ἂς ἔχῃ τὸ θάῤῥος τοὐλάχιστον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του· ἂς μὴ θέλῃ νὰ ἐπιῤῥίπτῃ αὐτὴν εἰς ἄλλους, καὶ νὰ καθιστᾷ τούτους συνενόχους τῆς τοιαύτης εὐθύνης. Αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος διότι ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους εὑρίσκεται εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν, αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος, ἂν καὶ τὴν ἐσχάτην αὐτὴν ὥραν δὲν θελήσῃ νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ αὐτῆς.
§23ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νομοθετήματος ἡ προκειμένη ὑπόθεσις, καὶ οἱ φόβοι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ κωλυσιεργίας εἶναι ἕωλοι. Ἡ δυστυχὴς οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ δήμου Ἀθηναίων ὀφείλεται τὸ πλεῖστον εἰς τὴν εὐθύνην αὐτοῦ πρὸς ἀποζημίωσιν ἐκ τῆς καταλήψεως γηπέδων διὰ πλατείας καὶ ὁδούς. Ἂν ἡ Κυβέρνησις, — καὶ ἀπορῶ πῶς προσποιεῖται ἄγνοιαν ὁ κ. Πρωθυπουργός, — ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐνήργει συμφώνως τῷ νόμῳ, βεβαίως ὁ δῆμος δὲν θὰ ἦτο εἰς αὐτὴν τὴν χρεωκοπίαν. Αἱ Κυβερνήσεις πάντοτε παρανόμως διέταξαν μηχανικοὺς νὰ προβῶσιν εἰς ῥυμοτομίας, καὶ ἐνέκριναν σχέδια τοιούτων, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ γνωμοδότησις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἔγκρισις τοῦ νομάρχου. Τί πταίει ὁ δῆμος, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλεται εἰς τοιαύτας ἀποζημιώσεις ἕνεκα τῶν παρανόμων πράξεων τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην αἱ Κυβερνήσεις νομοθετήματος· ἀρκεῖ νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον καὶ νὰ χορηγήσωσιν εἰς τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων ὅσα ἐπλήρωσε διὰ τοιαύτας παρανόμους πράξεις, νὰ ἀναστείλωσι δὲ τὴν περαιτέρω ὑποχρέωσιν τοῦ δήμου εἰς ἀποζημιώσεις, καὶ οὕτω πως ὁ δῆμος μὲ τὰ ὑπάρχοντα ἔσοδά του δύναται νὰ διοικηθῇ. Συμμορφωθῆτε μὲ τὸν νόμον λοιπόν, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ δῆμος Ἀθηναίων θὰ ἀποβῇ πρότυπον δήμου τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου Ἀλλ’ ἅμα τὸν ὑποβάλλητε εἰς τοιαύτας ὑποχρεώσεις, βεβαίως θὰ καταπέσῃ, καὶ παραίτιος δὲν εἶναι οὔτε ὁ δήμαρχος οὔτε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν παρανόμων πράξεών της.
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅταν ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, τότε θὰ συζητήσωμεν. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ, διότι τὰ πράγματα τοῦ δήμου Ἀθηναίων εὑρίσκονται εἰς λίαν ἀνώμαλον κατάστασιν. Ἐσχάτως ἔμαθον, ὅτι ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ προέβη εἰς ἔγκρισιν προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἀποκαλύπτεται, ὅτι ἦτο πλαστός, κατὰ τὰ λεγόμενα ἀνδρὸς ἀξιοπίστου. Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανὲς πράγματι, ἂν ὄντως ὑπάρχουν δύο προϋπολογισμοί, ὁ εἷς εἰλικρινὴς καὶ ὁ ἕτερος πλαστός.
§25ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχετε ἀκριβεῖς πληροφορίας.
§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ πρόσωπον, παρὰ τοῦ ὁποίου ἔλαβον τὰς πληροφορίας, εἶναι εἰς πληρεστάτην γνῶσιν τῶν τοῦ δήμου καὶ λίαν γνωστὸν παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀγαπητόν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐρωτήσω αὐτὸ ἀπόψε, καὶ αὔριον ἴσως ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὄνομά του, ὅπερ ἄλλως εὐκόλως μαντεύεται. Καλῶς θὰ πράξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀντὶ νὰ ἀγνοῇ τὰ τελούμενα, νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐπιφέρῃ βελτίωσίν τινα εἰς τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τοῦ ἀτυχοῦς δήμου τῶν Ἀθηναίων.
§27ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Προέρχεται ἡ πληροφορία ἔκ τινος πλάνης. Εἶχε σταλῆ τὸ σχέδιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἰδίου εἰς τὸν μακαρίτην νομάρχην, ὁ ὁποῖος εἰργάζετο ἐπ’ αὐτοῦ, ὅτε κατόπιν ἦλθε καὶ τὸ ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν ὁ δήμαρχος. Ἐντεῦθεν, ἐπειδὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸ σχέδιον καὶ ἦλθε καὶ τὸ ἀντίγραφον, διεδόθη, ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ἄλλον προϋπολογισμόν, παρὰ τὸν ἀληθῆ.
§28ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διδάξῃ τοὺς νομάρχας νὰ δικάζουν κατὰ τοὺς νόμους· διότι παρετήρησα, ὅτι οἱ νομάρχαι προσθέτουσιν αὐτοτελῆ κονδύλια εἰς τοὺς προϋπολογισμούς. Δυνάμει τίνος δικαιώματος; Δὲν δικαιοῦται ὁ νομάρχης νὰ προσθέτῃ κονδύλια μὴ νομίμων ὑποχρεώσεων.
§29ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαιότατα.
§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅσα εἶπον, χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν διοικητικὴν ἐνέργειαν τῶν νομαρχῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ δήμου Ἀθηναίων, οὔτε τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων ἐν σχέσει πρὸς τοὺς δήμους καὶ ἰδίως πρὸς τὸν δῆμον Ἀθηναίων. Ἐγὼ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ δήμου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ, μεθ’ ὅλην τὴν εὐσυνείδητον καὶ τιμίαν καὶ χρηστὴν διοικητικὴν ἐνέργειαν καὶ μεθ’ ὅλην τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἂν πρέπῃ — καὶ πρέπει βεβαίως — ὁ δῆμος Ἀθηναίων νὰ ἦναι ὁ πρωτεύων δῆμος τοῦ Κράτους, νὰ ἦναι ἡ πόλις ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ προσέρχωνται οἱ ξένοι καὶ νὰ διατρίβωσιν ἐνταῦθα ἐπὶ μακρὸν καὶ νὰ ἀφίνωσι τὸ χρῆμα των, ἂν πρέπῃ νὰ ἦναι ἡ πρωτεύουσα ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ οἰκονομικῆς αὐτοῦ ἀποκαταστάσεως, περὶ ἐξευρέσεως νέων δι’ αὐτὸν οἰκονομικῶν πόρων, ὅπως δυνηθῇ οὕτω νὰ πληρώσῃ τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας αὐτοῦ ἀνάγκας. Αἱ Ἀθῆναι εἶναι ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους, εὑρίσκεται δὲ ὑπὸ ἔποψιν πόλεως εἰς χειροτέραν θέσιν πάσης σχεδὸν πόλεως τῆς Ἀνατολῆς. Μήπως ἔχει τὰς ὁδοὺς αὐτῆς ἐν καλῇ καταστάσει; μήπως ἔχει τὰς ὕδατα, τὰς δενδροστοιχίας, τὰς δενδροφυτείας καὶ τοὺς ἐξωραϊσμοὺς τῶν πέριξ λόφων; Ταῦτα ἠδύναντο νὰ ἀποδείξωσι τὰς Ἀθήνας μίαν τῶν ὡραιοτέρων τῆς ὑφηλίου πόλεων, καὶ νὰ προσελκύωσιν ἐνταῦθα τοὺς ξένους ὄχι μόνον διὰ τὰ ἀπαράμιλλα μνημεῖα τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ὡραῖον κλίμα καὶ τὴν λαμπρὰν αὐτῶν φύσιν. Ἐν τούτοις, χάρις εἰς τὴν ἀκηδίαν ἡμῶν, αἱ Ἀθῆναι, αἵτινες ὑπὸ ἔποψιν κλίματος ἠδύναντο νὰ ἦναι μία τῶν ὑγιεινοτέρων πόλεων τῆς Εὐρώπης, εἶναι τὴν σήμερον μία τῶν νοσηροτέρων πόλεων ἐν αὐτῇ. Ἂν λοιπὸν θέλωμεν νὰ λάβωμεν ὅλα τὰ δυνατὰ ἐκεῖνα μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀποδείξωσιν αὐτὴν ἀληθῆ πόλιν καὶ νὰ τὴν καταστήσωσιν εὐάρεστον καὶ τερπνὸν ἐνδιαίτημα καὶ διὰ τοὺς ξένους, —καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην θὰ ἦναι συμφέρον τοῦτο καὶ εἰς τὸ Κράτος, —δὲν πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τοὺς μέχρι τοῦδε πόρους τοῦ δήμου, πρέπει νὰ τὸν ἀποκαταστήσωμεν οἰκονομικῶς καὶ νὰ τὸν ἀποδείξωμεν ἱκανὸν, ὅπως ἐκπληρώσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀνάγκας, ὡς ἐμπρέπει τοῦτο εἰς τὸν πρωτεύοντα δῆμον τοῦ Κράτους.
§31ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω δικογραφίας, αἰτηθείσας παρὰ τοῦ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτοῦ. Ἐπίσης δὲ καὶ τὸν φάκελλον, τὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάρχοντα, τὸν σχετικὸν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, ἧς ἐμνήσθη ὁ Βουλευτὴς Νάξου, τῆς Γιακουμίνας Ι. Ἰακώβου. Ἀλλὰ ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ προκύπτει τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχει σύστασις ὁλοκλήρου τοῦ δικαστηρίου ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς τῆς ποινῆς· τοὐναντίον βλέπω γνωμοδότησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θεωροῦσιν ὀρθὴν καὶ δικαίαν τὴν ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν εἰς τὴν καταδικασθεῖσαν.
§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, τὴν ὁποίαν πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος ὑπέβαλον καὶ χθὲς ἠναγκάσθην ἐκ δευτέρου νὰ ἀπευθύνω, ἔλαβε πρόνοιάν τινα περὶ τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν Λαμίας. Νομίζω ὅτι καὶ πρὸς αὐτὸν τοῦτον ἀπηυθύνθησαν οἱ κρατούμενοι, διεκτραγῳδοῦντες ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐπιστάτην. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ εἴπῃ, ἂν ἐνήργησέ τι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναφορᾶς ταύτης καὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου.
§33ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀμέσως ἐνήργησα. Ἔγραψα πρὸς τὸν Εἰσαγγελία νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν.
§34ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, ὅπως, εἰ δυνατὸν, συνεννοηθῶσι μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἵνα ὁ ἀρχηγὸς ζητήσῃ πληροφορίας περί τινος τῶν ἀστυνόμων τοῦ δήμου Μυρτουντίων. Ὁ ὑπαστυνόμος Συνεκίδης ἐκτύπησε πάντας σχεδὸν τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Ἀνδραβίδας, ὀνομαστὶ δὲ τοὺς ἑξῆς (ἀναγινώσκει τὰ ὀνόματα). Ἅπαντες οὗτοι, διαβεβαιῶ τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς, ὅτι εἶναι κάτοικοι φιλήσυχοι καὶ ἔντιμοι οἰκοκυραῖοι, πληρόνοντες τακτικῶς τοὺς φόρους των. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐγὼ εὐτυχῶς δὲν εἶχον ἐπιστολὴν οὐδενὸς ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, ἐκφράζουσαν παράπονα κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· εἶναι ἡ πρώτη ἐπιστολὴ, τὴν ὁποίαν λαμβάνω. Διὰ τοῦτο δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν θέλουσι σπεύσει, ὅπως δώσωσι πέρας εἰς ἔκρυθμον κατάστασιν, ἡ ὁποία συμπίπτει νὰ λαμβάνῃ χώραν εἰς τὸ χωρίον ἐκεῖνο, ἕνεκα βεβαίως τοῦ κακοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἀστυνόμου, διότι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου ἐκείνου διακρίνονται διὰ τὴν ὑπερηφάνειάν των, οὐδέποτε δίδουν ἀφορμὰς, καὶ οὐδέποτε ὑποπίπτουν εἰς ἀτοπήματα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πυλίας κ. Σάκκης ὑποβάλλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ πολίτης Μπαφέλης ἐξακολουθῇ κατέχων γαίας καταληφθείσας ὑπ’ αὐτοῦ παρανόμως καὶ κειμένας πέριξ τῆς κωμοπόλεως Τυρνάβου, ἀνηκούσας δὲ εἰς τὴν ἐκεῖ κοινότητα.»
§36ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου οἱ ἀστυνόμοι καταδιώκονται ἐνώπιον τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Ἀφοῦ λαμβάνει γνῶσιν τοσούτων ἐγκλημάτων, διατὶ δὲν διατάσσει ἐξ ἐπαγγέλματος ἀνάκρισιν καὶ καταδίωξιν; Ὀφείλει νὰ τὸ πράξῃ· εἶναι καθῆκόν του. Τίνας πληροφορίας ζητεῖ καὶ τί νὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;
§37ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν λάβω γνῶσιν, ὅτι παρέλειψαν τὸ καθῆκόν των, τότε δύναμαι νὰ προβῶ. Ἀλλὰ τί θέλετε νὰ κάμω; νὰ ἐρωτῶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ἂν ἐξεπλήρωσαν ἑκάστοτε τὸ καθῆκόν των οἱ ἀστυνόμοι;
§38ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1833 «περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης» θέτει ὑπέρτερον ἐπόπτην αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, λαμβάνων γνῶσιν, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐν τῇ Πολιτείᾳ διαπράττεται ἀδίκημά τι, ἔχει ὑποχρέωσιν, χωρὶς νὰ περιμένῃ τὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ διατάσσῃ ἀνακρίσεις καὶ καταδιώξεις.
§39ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁσάκις ἀνεφέρθησαν εἰς ἐμὲ καὶ κατηγγέλθησαν τοιαῦται ἐνέργειαι, ἀμέσως διέταξα τὰ δέοντα.
§40ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν εἰς ὑμᾶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐνταῦθα γενομένας ἐπερωτήσεις καὶ νὰ ἐνεργήσητε ταχέως, ὥστε ἢ νὰ σώσητε τοὺς κατηγορουμένους ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὰς συκοφαντίας, ἢ νὰ λυτρώσητε τὸν τόπον ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσίαν των.
§41Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Κρεστενίτης, ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω τινά. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἐπαρχία Ἠλείας ἐχαιρέτισεν εὐφροσύνως τὴν ἐμφάνισιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι ὡρμᾶτο ἐκ τοῦ πόθου νὰ ἴδῃ καταπαυούσας τὰς ἀσχημίας τὰς ἐκτελουμένας μέχρι τότε ὑπὸ τῶν δημοτικῶν ἀστυνόμων. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἠλείας παρατηροῦμεν, ὅτι διεψεύσθησαν αἱ προσδοκίαι, τὰς ὁποίας εἴχομεν περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία φαίνεται ἐφάμιλλος σχεδὸν καθ’ ὅλα πρὸς τὴν δημοτικήν. Ἔχω καὶ ἐγὼ πληροφορίας ἐκ Λεχαινῶν, ὁπόθεν μοὶ καταγγέλλονται ἀθεμιτουργίαι καὶ πράξεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι ἐμβάλλουν εἰς πλήρη ἀπόγνωσιν τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως ἐκείνης. Πρέπει νὰ μάθωμεν καὶ ἡμεῖς, ἂν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους περιεβάλομεν διὰ τοιούτων προσόντων καὶ δικαιωμάτων, ἔχωσιν ἀπόφασιν νὰ ἐνασκήσωσι τὰ προσόντα των ταῦτα ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας. Πρέπει νὰ γνωρίσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἂν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐτάξαμεν φρουροὺς τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν, ἔχωσι τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐνασκήσωσι τὰ προσόντα των ταῦτα ἐπὶ τῷ αὐτῷ τέλει. Ἐν τῇ σημερινῇ «Ἐπιθεωρήσει» κατεχωρίσθη σειρὰ ὁλόκληρος παρεκτροπῶν τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων. Φρονῶ ὅτι οἱ ἀξιότιμοι Ὑπουργοὶ θὰ ἔλαβον γνῶσιν αὐτῶν, ἀπεκδέχομαι δὲ παρ’ αὐτῶν ταχεῖαν θεραπείαν τοῦ κακοῦ καὶ τὴν σύντονον τιμωρίαν τῶν παρεκτραπέντων ἀστυνομικῶν.
§42ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων συζητήσεων περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας παρατηρῶ ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη πλάνην. Ἀποτείνονται οἱ ἐπερωτῶντες πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν κἀμμίαν ἁρμοδιότητα, διότι ὁ νόμος δὲν ἔταξεν αὐτοὺς ἁρμοδίους. Ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι τὰ παράπονα κατὰ τῶν ἀστυνόμων διὰ τὰ καθαρῶς ἀστυνομικὰ καθήκοντα αὐτῶν ὑποβάλλονται εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, παρ’ αὐτοῦ δὲ διαβιβάζονται εἰς ἓν συμβούλιον ἐποπτείας, τὸ ὁποῖον γνωμοδοτεῖ περὶ μεταθέσεως ἢ περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων· περὶ τιμωρίας ὅμως οὐδὲν λέγει. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξέδωκε μίαν ἐγκύκλιον, διαλαμβάνουσαν ὅτι οἱ νομάρχαι ἀσκοῦσιν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ τί σημαίνει ἡ ἐπιτήρησις; Προὐκάλεσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν ἔχῃ ὁ νομάρχης δικαίωμα πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐσιώπησε. Παρετήρησα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ἔχει πειθαρχικὴν ἐξουσίαν μόνον διὰ τὴν παράβασιν τῶν στρατιωτικῶν διατάξεων ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ ὄχι διὰ τ’ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ οὗτος ἐσιώπησεν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς Ράλλης εἶπεν, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ ἵδρυσις στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅπως διεῤῥυθμίζετο, αὕτη διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, καὶ τότε κατεῖδον οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ ὅτι εἶχον ὑποπέσει εἰς παράβασιν συνταγματικήν. Ὁ κ. Σιμόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τότε, εἶπεν ὅτι ἡ ἀστυνομία εἶναι σῶμα ἀστυνομικὸν, στρατιωτικῶς ὠργανωμένον, καὶ τοιαύτην μεταῤῥύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐποιήσατο. Ὅπως λοιπὸν μέχρι τοῦδε, ὅταν διωρίζοντο στρατιωτικοὶ διευθυνταὶ τῆς ἀστυνομίας, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τοὺς ἐτιμώρει πειθαρχικῶς, καὶ ὅπως μέχρι τοῦδε αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ ἐνήσκουν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν κατὰ τῶν δημοτικῶν ἀστυνόμων, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ὁ μὲν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὴν ἀπόλυτον πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, οἱ δὲ νομάρχαι ἐπὶ τῶν ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ αὐτῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτου σιωπῶσιν οἱ Ὑπουργοί. Ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέπεσεν εἰς ἄλλην παράβασιν. Τοῦ κατήγγειλα ἓν διάταγμα, τὸ ὁποῖον κατόπιν δημοσιογραφικοῦ ἀγῶνος ἠναγκάσθη νὰ ἐκδώσῃ, διαλαμβάνον περὶ καθορισμοῦ τῶν προθεσμιῶν πρὸς ἐκδίκασιν τῶν κατ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων καταγγελιῶν· τοῦ κατήγγειλα ὅτι τὸ διάταγμα εἶναι ἐλλιπὲς, διότι δὲν περιέχει διατάξεις ὁριζούσας τὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐκδίδῃ τὰ βουλεύματα αὑτοῦ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσιώπησεν, ἄφησε δὲ τὸ διάταγμα ἀτελὲς, καὶ ἐνῷ εἰς ὅλας τὰς ἐπερωτήσεις δεικνύει προθυμίαν νὰ ἀπαντᾷ, ἐπὶ ταύτης, καίτοι τὸν παρεκάλεσα ἐπανειλημμένως, δὲν ἀπήντησε. Δὲν τοῦ ἐζήτησά τι προσωπικὸν νὰ ἐκτελέσῃ· τῷ εἶπον νὰ συμπληρώσῃ τὸ διάταγμά του· διότι, ἐνῷ ἔταξε προθεσμίας δικονομικὰς διὰ τὰ βουλεύματα τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, διὰ τὰ βουλεύματα τῶν Πλημμελειοδικῶν δὲν ἔταξεν. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε τῷ ἀπηύθυναν ἐπερώτησιν περὶ ἀστυνομικῶν παραβάσεων, εἶπεν ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα, ἐνῷ δὲν ἔχει κἀμμίαν ἁρμοδιότητα νὰ λάβῃ μέτρα. Ὁ δὲ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ἔχει τοσοῦτον αὐταρχικὸν πνεῦμα, ὥστε οὔτε εἰς τὸν ἕνα οὔτε εἰς τὸν ἄλλον Ὑπουργὸν ἐννοεῖ νὰ ὑπόκηται. Διὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ ἐπερωτᾶτε, κύριοι συνάδελφοι, τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, καθοδηγήσατε τοὺς πολίτας νὰ καταγγέλλωσι τὰς παραβάσεις εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχάς· οἱ δὲ νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἐνασκοῦν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὦσι ταῦτα, δέον νὰ καθοδηγηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀσκῶσι ταύτην.
§43ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τῶν ἀγορεύσεων τούτων, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύηται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ ὑπεύθυνος ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, προκειμένου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Κατὰ τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους προΐσταται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ συνέπειαν εἶναι καὶ ὁ ὑπεύθυνος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς δράσεως τῆς ἀστυνομίας ἐν γένει. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κορομάντζος, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐκ τοῦ νόμου καὶ δικαιώματα καὶ καθήκοντα, δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν ἱεραρχίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὸν νόμον, εἶναι ὑφιστάμενος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸν νόμον γνωρίζει νὰ ἐκτελῇ καὶ νὰ ὑπακούῃ εἰς αὐτὸν ὁ νῦν διευθύνων τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς. Κατὰ συνέπειαν ὀφείλω νὰ ἀποκρούσω τὴν μομφὴν, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς δείκνυται ἀσεβὴς πρὸς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, μὴ θεωρῶν ὅτι ὑπόκειται εἰς αὐτάς· διότι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐπίσης, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὸν νῦν λειτουργοῦντα νόμον, δὲν ἐξασκεῖ πᾶσαν τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ Κράτει· διότι αὐτὸς ἐκδίδει τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις, καὶ αὐτὰς τὰς διατάξεις ὀφείλουσι νὰ ἐκτελῶσιν οἱ ἀστυνόμοι. Ἂν δὲ κατὰ τὸν νεώτερον νόμον δὲν ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν τοῦ τιμωρεῖν ἀπ’ εὐθείας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦτο δὲν κωλύει τὸ νὰ θεωρῆται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς ὁ προϊστάμενος, ὅστις δύναται διὰ τὰς παρεκτροπὰς τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων νὰ ἀπευθύνηται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ ἐπέρχηται αὐστηροτάτη τιμωρία κατὰ τῶν παρεκτρεπομένων. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὴ ἀκούωνται τοιαῦτα· διότι πρέπει νὰ γνωρίζωσι πάντες, καὶ οἱ ἐκτελοῦντες τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ὅτι προϊστάμενος αὐτῶν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὅτι ὀφείλουσιν εἰς αὐτὸν ὑπακοὴν καὶ σέβας, ὅπως πᾶς ὑφιστάμενος πρὸς προϊστάμενον, ἀσχέτως πρὸς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε δύναται νὰ προκαλῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§44ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ὄχι μόνον δὲν ἠμφισβήτησα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἀνωτέραν ἀστυνομικὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τοὐναντίον τὸν ἐπέκρινα, διότι δὲ τὴν ἐνασκεῖ. Ὡμίλησε περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι, ὅταν θὰ τῷ ὑποβάλλωνται παράπονα, θὰ τὰ διαβιβάζῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς.
§45ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι θὰ διαβιβάζω πουθενά. Εἶπον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ διοικητικῶς, καὶ ἂν κρίνῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ τιμωρία, προκαλεῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιβάλῃ αὐτήν.
§46ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιβάλλει πειθαρχικὴν ποινὴν μόνον διὰ τὰ στρατιωτικὰ παραπτώματα. Διὰ τὴν παράβασιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων ἔχει δικαίωμα ὁ νομάρχης ὡς πρὸς τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἀστυνομικὰ ὄργανα, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς πρὸς τὰ ὄργανα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι μετὰ τοσαύτην τῶν νόμων ἀνάπτυξιν δὲν ἔσχον τὴν ἱκανότητα νὰ μεταδώσω τὰς ἰδέας μου πρὸς τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς καὶ νὰ γένωμαι καταληπτός.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οὐδόλως ἀπέβαλε τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς ἀστυνομίας διὰ τοῦ τελευταίου νόμου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἀσκεῖται ἡ ἐποπτεία αὕτη, δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ κείμενα καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη, εἶναι, κατὰ πόσον ἡ ἀνωτέρα αὕτη ἐποπτεία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἀσκηθῇ ἀπ’ εὐθείας παρ’ αὐτοῦ, ἢ διὰ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ, τῶν ἀρχηγῶν τῆς διοικήσεως, δηλαδὴ τῶν νομαρχῶν. Καὶ περὶ τούτου ὑπάρχει ἀμφισβήτησις· ὑπάρχουσιν ἀστυνομικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἠμφισβήτησαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας εἰς τοὺς νομάρχας, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν ἔγεινε περὶ τούτου...
§48ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ τις ἀντίθετον γνώμην. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῶν νομαρχῶν ἀσκεῖ τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ τοιαύτην ἔδωκεν ἑρμηνείαν δι’ ἐγκυκλίων καὶ δι’ εἰδικῶν διαταγῶν. Συνέβη, εἷς ἢ δύο ἀστυνόμοι νὰ ὑποθέσουν, ὅτι δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐποπτείαν τοῦ νομάρχου, ἀλλὰ κατενόησαν πάντες τὰ καθήκοντα αὑτῶν μετὰ τὰς ἐκδοθείσας διαταγάς.
§49ΡΑΛΛΗΣ. .. Δὲν πρέπει δὲ νὰ συγχέωμεν τὸ ζήτημα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας μὲ τὴν ἐποπτείαν. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ὁ νομάρχης Αἰτωλοακαρνανίας ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπηλλοτριώθησαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξασκῶσι τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, δὲν ἔπαυσαν ὅμως τοῦ νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας. Τώρα, κατὰ πόσον τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς διαιρέσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐποπτείας ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας θὰ τελεσφορήσῃ, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Κατ’ ἐμὲ, βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ ζημία τις εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀνωτέρας ἐποπτείας ἐκ μέρους τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἕνεκα τοῦ λόγου, ὅτι ἀπέβαλε τὸ δικαίωμα τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας· διότι θέλει κατισχύσει τὸ πνεῦμα τοῦ σώματος (l’ esprit de corps). Σήμερον δυστυχῶς ἡ ἀνωτέρα ἐποπτεία, ὅπως διετυπώθη ἐν τῷ νόμῳ, εἶναι καθαρῶς εἰκονικὴ, καὶ εἰς οὐδὲν ἕτερον χρησιμεύει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς καταγγελίας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ εἰς τὰ ἁρμόδια αὐτοῦ ὄργανα, τοὺς κατὰ τόπους νομάρχας. Τὸ δικαίωμα ὅμως τοῦτο ὑφίσταται οὐ μόνον ὑπὲρ οἱουδήποτε δημοσίου λειτουργοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τοῦ ἰδιώτου, καὶ κατὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι πλημμελὴς ὁ νόμος, καθόσον τὴν ἐποπτείαν τὴν ἀνωτέραν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐν γένει τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν ἐπὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων τὴν κατέστησεν ἐντελῶς εἰκονικὴν, διότι δὲν ἔχει κῦρος, καὶ οἱ συνάδελφοι δὲν πρέπει νὰ συγχέουν τὸ δικαίωμα τῆς ἐνασκήσεως τῆς ποινικῆς καταδιώξεως μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας. Ἡ ποινικὴ καταδίωξις εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐποπτείας καὶ τῆς ἐνασκήσεως τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας. Ἡ ποινικὴ καταδίωξις ἀνήκει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐκ τοῦ νόμου εἰς χεῖράς των τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν, εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς· ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ στρατιωτικῶν παραπτωμάτων, τότε ἐνεργεῖ ἡ στρατιωτικὴ ἀρχή. Ἐὰν ἡ ἀνωτέρα ἀστυνομικὴ ἀρχὴ δὲν ἤθελε φροντίσει, ὅπως τὰ παραπτώματα βεβαιωθῶσιν ἐν καιρῷ καὶ καταγγελθῶσιν, ἵνα καταδιωχθῶσι, βεβαίως ἤθελε παραλείψει καθῆκον, καὶ ἡ παράλειψις αὕτη ἤθελεν ἀντανακλᾷ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§50ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν κατήγγειλεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἠλείας, δὲν σχετίζεται μὲ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἡ προκειμένη συζήτησις· πρόκειται περὶ ἄλλης πράξεως, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος δὲν προέβλεψεν. Ὅταν ὁ ἀστυνόμος, μεταβὰς εἰς τὴν Ἀνδραβίδαν, ἐνόμισεν ἀποστολὴν αὐτοῦ νὰ δέρῃ τοὺς κατοίκους, ὡς εἶπεν ὁ συνάδελφος, οἱ ὑπερήφανοι κάτοικοι τῆς Ἀνδραβίδας ἔπρεπε νὰ δείρουν τὸν ἀστυνόμον ἐκεῖνον· εἶναι δὲ πρωτοφανὲς νὰ δείξωσιν οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι τοιαύτην ἀνοχὴν, ἐνῷ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ δείρωσι τὸν ἀστυνόμον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀποστολὴ ἦτο ὅλως διάφορος, διὰ δὲ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς του ἐτέθη ἐκτὸς τοῦ νόμου.
§51ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἔντιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος κακῶς ἀντελήφθη· διότι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἔδειρέ τινας, ὄχι ὅλους, καὶ ἀνέφερα καὶ τὰ ὀνόματα τῶν δαρέντων κατοίκων Ἀνδραβίδας. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οἱ δέκα, οἱ ὁποῖοι ἐδάρησαν καὶ ἐπυροβολήθησαν εἶναι τοιοῦτοι, — καὶ τοὺς γνωρίζουσι καὶ ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν ἐκεῖ χάριν τῶν ἀνασκαφῶν, — ὥστε πολλάκις ἀφώπλισαν ὁλόκληρα στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα· ἀλλὰ καὶ ὁ μᾶλλον γενναῖος ἀνὴρ ὑποχωρεῖ ἐνώπιον τῆς ἀρχῆς.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας, εἶναι ὄντως ἀληθῆ. Ἐγὼ γνωρίζω τοὺς κατοίκους Ἀνδραβίδας· εἶναι ἄνδρες μάχιμοι, γνωρίζοντες τὴν χρῆσιν τῶν ὅπλων καὶ ἔχοντες θάῤῥος καὶ τόλμην. Ἐὰν δὲ κάτοικοι τῆς Ἀνδραβίδας δέρωνται ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου καὶ κακοποιῶνται, ὑποθέσατε τί γίνεται, ὅταν δὲν ἦναι Ἀνδραβιδιῶται οἱ κακοποιούμενοι, ἀλλ’ εἶναι ἁπλοῖ κτηνοτρόφοι ἢ γεωργοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν ἱκανότητα τοῦ χειρίζεσθαι τὰ ὅπλα, ἢ δὲν ἔχουσι τὸ ἀπαιτούμενον θάῤῥος. Ὅλα ταῦτα εἶναι ἀτέλεια τοῦ συστήματος. Ἐγὼ εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος, μέμφομαι τῆς πλειοψηφίας, ὡς ἐπιψηφισάσης νομοσχέδιον τοιοῦτον. Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν πταίουσι διὰ τὰ γινόμενα. Ἡ ἐπιτήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἀνέθηκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἀερώδης, εἶναι εἰκονικὴ, ἰδανική· οὐδεμίαν ἐπιτήρησιν δύναται νὰ ἀσκήσῃ. Τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι οἱ πολῖται, νὰ καταγγέλλωσιν ἀξιοποίνους πράξεις, εἶναι καὶ τοῦτο εἰκονικὸν, οἱ δὲ πολῖται, οἱ δερόμενοι καὶ βασανιζόμενοι, οὐδὲν μέσον ἔχουσιν, ὅπως ἀμυνθῶσι. Τί ἐστὶν ἡ ἐπιτήρησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν; Λαμβάνει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καταγγελίαν π. χ. κατὰ τοῦ ἀστυνόμου τοῦ δήμου Τυμφρηστοῦ, τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων. Τί νὰ πράξῃ; Θὰ ἐρωτήσῃ τὸν νομάρχην, ὁ δὲ νομάρχης, ὅπως λάβῃ πληροφορίας, στέλλει τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν ἀστυνόμον, καὶ ὁ ἀστυνόμος ἀποκρίνεται, ὅτι ὅλα εἰσὶ ψευδῆ· καὶ οὕτως ἠσκήθη ἡ ἐπιτήρησις, καὶ ἔληξεν ἡ ὑπόθεσις! Ἄλλοτε, ὅτε ἦτο πληρέστερον τὸ προσωπικὸν τῆς διοικήσεως, μεταξὺ τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ δήμου ὑπῆρχεν ὄργανόν τι ἐγγύτερον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προσπορισθῇ πληροφορίας τινὰς, καὶ νὰ μεταδώσῃ αὐτὰς εἰς τὸν νομάρχην. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ὑπῆρχε καὶ ὅταν ἦτο δημοτικὴ ἡ ἀστυνομία. Τότε ὅμως τὰ ὄργανα τὰ ἐπιτετραμμένα τὴν ἀστυνομίαν ἦσαν ἁπλοῖ πολῖται, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἐμπνευσθῆ ἀπὸ τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει ἡ ἰδιότης ἑνὸς ὁπλίτου· Ὅταν τις ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ ξίφος, γίνεται θαῤῥαλεώτερος ἀπὸ τὸν ἄοπλον πολίτην, καὶ νομίζει ὅτι πάντα τὰ προσκόμματα δύναται νὰ τὰ ἄρῃ διὰ τῆς βίας. Ἑπομένως ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν περιέπιπτεν εἰς ἀτοπήματα βίας καὶ κακώσεων, οὐδ’ οἱ δημοτικοὶ ἀστυνόμοι, ὡσαύτως ἄοπλοι καὶ ἐκ τοῦ ἴσου πρὸς τοὺς πολίτας, ἠδύναντο ἐπὶ τέλους νὰ ἐπιτεθῶσι καὶ κακοποιήσωσιν αὐτοὺς, διότι οὗτοι ἀνθίσταντο καὶ διὰ τῆς ἰδίας δυνάμεως περιέστελλον τοὺς ἔχοντας τοιαύτας τάσεις ἀστυνόμους. Ἡ δύναμις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι εἰκονικὴ ἐπίσης. Γνωρίζετε ὅτι εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν ἀνακριτῶν εἶναι πολλαὶ χιλιάδες μηνύσεων καὶ ἐκκρεμῶν ἢ μὴ ἀρξαμένων ἀνακρίσεων, μεταξὺ δὲ αὐτῶν τῶν πολλῶν χιλιάδων εἶναι καὶ αἱ καταγγελίαι τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, αἵτινες καὶ αὐταὶ μένουσιν ἐκκρεμεῖς ἐν τοῖς γραφείοις, ἐκεῖνος δὲ, ὅστις ὑπέστη τὰς βιαιοπραγίας, θὰ λησμονήσῃ μὲ τὸν καιρὸν αὐτάς. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ θεραπείαν τινὰ τῶν πραγμάτων. Ἴσως ἦτο καλὸν, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξέδιδεν ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, καὶ συνίστα εἰς αὐτοὺς νὰ προτιμῶσι πάσας τὰς μηνύσεις, αἵτινες ἀπευθύνονται κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἡ ὑπόθεσις ἔχει πολλὴν σπουδαιότητα, ἡ σπουδαιότης δ’ αὐτῆς εἶναι, ὅτι, ὅταν ἀδικήματα λαμβάνωσι χώραν μεταξὺ πολιτῶν, ἰδιωτῶν ἀμφοτέρων, τότε ὑπάρχει ἰσότης μεταξὺ τοῦ ἀδικοῦντος καὶ τοῦ ἀδικουμένου, τὸ δὲ ἀδίκημα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἦναι οὔτε τόσον ὀξὺ, οὔτε τόσον μέγα. Ἀλλ’ ὅταν τὰ ἀδικήματα πράττωνται ὑπὸ ὀργάνων τῆς Πολιτείας, τότε ἡ διάπραξις τοῦ ἀδικήματος πρέπει, νομίζω, νὰ προκαλέσῃ πρὸ παντὸς τὴν προσοχὴν τῆς ἀρχῆς. Διὰ τοῦτο συνιστῶ, ἵνα αἱ τοιαῦται μηνύσεις ἐνεργῶνται ἀμέσως· καὶ τότε, ἐὰν μὲν ἦναι ψευδεῖς αἱ καταγγελίαι, ἀποκαθίσταται εἰς τὴν πεποίθησιν τοῦ πολίτου τὸ σέβας τὸ ὁποῖον ὀφείλει πρὸς τὸ ὄργανον τῆς ἀστυνομίας, ἐὰν δὲ ἦναι ἀληθεῖς, ἐπέρχεται ὑπὸ τοῦ νόμου ἡ τιμωρία ἐπὶ τὸν βιαιοπραγήσαντα λειτουργόν.
§53ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ὀρθῶς εἶπε καὶ ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἶναι ὁ ὑπέρτατος ἀστυνόμος τοῦ Κράτους. Τοῦτο εἴπομεν καὶ ἡμεῖς πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἐπαναλαμβάνομεν ἤδη, καὶ διὰ τοῦτο ἀπηυθύναμεν πάντες οἱ Βουλευταὶ πλείστας ἐπερωτήσεις περὶ τῶν ἀνοσιουργημάτων τῶν τελεσθέντων παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ὁ προϊστάμενος τῆς ἀστυνομίας, διότι οὐδὲ ἀπήντησεν ἔτι εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, οὐδὲ ἐνήργησέ τι πρὸς περιστολὴν καὶ τιμωρίαν. Ἐγὼ, ἐκτὸς τῶν μέχρι τοῦδε τελεσθέντων καὶ καταγγελθέντων, λαμβάνω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ποιήσωμαι γνωστὰ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ τελεσθέντα ὄργια ἐν τῷ δήμῳ Μυρτουντίων, μὲ τὰ ὀνόματα τῶν παθόντων, μὲ τὰς χρονολογίας τῶν πράξεων καὶ μὲ τὰ ὄργανα, ὑφ’ ὧν ἐγένοντο. Ἰδοὺ ἡ μηνιαία κατάστασις τοῦ Φεβρουαρίου μηνὸς ἐ. ἔ. «αʹ) Κατὰ τὰς ἀρχὰς Φεβρουαρίου ἀστυφύλακες, εἰσβαλόντες πρὸς ἔρευναν δῆθεν διὰ λαθρεμπόριον, ἤνοιξαν τὸ χρηματοκιβώτιον τοῦ καταστηματάρχου κ. Ἀργυροπούλου ἐν Ἀνδραβίδᾳ, ὅπερ φαίνεται ὅτι κατέστησαν ἐλαφρότερον. Ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τοῦ ἀτυχοῦς καταστηματάρχου διὰ τὰ ἐλλείποντα, ἐδάρη οὗτος ἀνηλεῶς. «βʹ) Ἐν Τραγανῷ ἁπλῶς ἠλάφρωσαν τὸ χρηματοκιβώτιον τοῦ Χρ. Παπαδοπούλου, χωρὶς νὰ δείρωσιν αὐτόν. «γʹ) Τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἔδειραν ἐν τῷ αὐτῷ χωρίῳ τὴν σύζυγον τοῦ Χρ. Τσουμελῆ. «δʹ) Ἐν τῷ αὐτῷ χωρίῳ καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν συλλαβόντες τὸν Χρ. Τσουμελῆν, διότι ἠπείλησεν ὅτι θὰ καταγγείλῃ αὐτοὺς διὰ τὰς κατὰ τῆς συζύγου του βιαιοπραγίας των, τὸν ἐτσάκισαν στὸ ξύλο, καὶ ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα μένει κλινήρης. «εʹ) Τὴν 14ην ἰδίου ἐν τῷ αὐτῷ χωρίῳ ἔδειραν ἀνηλεῶς τὸν Παν. Τσουμελῆν, εὑρισκόμενον εἰσέτι κλινήρη. «ϛʹ) Τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐν Ἀνδραβίδᾳ, συλλαβόντες τὸν Διον. Τσουραπᾶν καὶ ξυλοκοποῦντες, μετέφεραν αὐτὸν εἰς Λεχαινᾶ, ὅπου τὸν ἀφῆκαν ἡμιθανῆ. «ζʹ) Τὴν 17ην ἰδίου μηνὸς μετέβησαν εἰς Καβάσιλλα καὶ παραλαβόντες γυναῖκά τινα, ὅτι δῆθεν θὰ τὴν ἀνακρίνουν, τὴν μετέφεραν ἔξω τοῦ χωρίου, καὶ ἀφοῦ ἅπαντες ἠσέλγησαν ἐπ’ αὐτῆς διὰ τῆς βίας, τὴν ἀφῆκαν ἐλευθέραν! «ηʹ) Τὸν δὲ Ἰωάννην Μαστέλαν, ἰδόντα αὐτοὺς καὶ προδόσαντα, συλλαβόντες τοῦ ἔδωκαν τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας του. «θʹ Τὴν 17 ἰδίου ἐν τῷ χωρίῳ Τραγανῷ, καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Σπ. Λυκογιάννη, εἰσβαλόντες νύκτωρ ἐν τῇ κατοικίᾳ αὐτοῦ, διέπραξαν βιαίως κτηνώδεις καὶ βδελυρὰς πράξεις ἐπὶ τῆς ὑπηρετρίας του. «ιʹ Τὴν 22 ἰδίου ἐν Ἀνδραβίδᾳ συλλαβόντες κατεβασάνισαν ἄνευ λόγου τοὺς πολίτας Γρ. Πανταζῆν, Μιχ. Γκουτσουρῆν, Βασ. Γκουτσουρῆν καὶ Κ. Ἀρβανιτάκην.» Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν! Εἶσθε πράγματι ἀρχηγὸς τῆς ἀστυνομίας, ὅπως ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει;
§54ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σὲ συγχαίρω, ἀξιόλογε Ὑπουργέ! Σεῖς οἱ Ὑπουργοὶ ἐπιτρέπετε τὰ ὄργια τὰ ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν τελούμενα, διότι μέχρι τοῦδε οὐδὲν μέτρον ἐλάβετε πρὸς περιστολὴν αὐτῶν. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐωτερικῶν, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ἡ Κυβέρνησις θὰ δυνηθῇ νὰ προλάβῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ρικάκης καὶ κἄτι περισσότερον. Οἱ κάτοικοι τῆς Ἀνδραβίδας ὁμολογουμένως εἶναι ἐκ τῶν μαχιμωτέρων καὶ εὐγενεστέρων τῆς Πελοποννήσου, καὶ ἐγὼ ὄντως ἐνθυμοῦμαι τὴν ὑποδοχὴν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμαν οἱ λεβέντες ἐκεῖνοι, ἔφιπποι ἐξελθόντες εἰς προϋπάντησίν μας, ὅταν μετέβημεν ἐκεῖ μετὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ ἄλλων συναδέλφων πρὸς ἐπίσκεψιν τῆς Ἠλείας. Ἀλλὰ εἶναι λόγος οὗτος, διότι οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Μυρτουντίων εἶναι ἀνδρεῖοι, πρέπει ἀμυνόμενοι νὰ ἀνθίστανται κατὰ τῆς ἐξουσίας καὶ νὰ δέρωσιν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν κακοποιῶσιν; Ἤθελε χαρακτηρισθῆ τοῦτο ὡς ἀντίστασις κατὰ τῆς ἀρχῆς μετὰ αἰκιῶν, ὡς κακούργημα, καὶ ἤθελον ῥιφθῆ εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἤθελον καταστραφῆ καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των. Βεβαίως, ὅταν φθάσῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ μὴ περαιτέρω, ἐκεῖ θὰ καταντήσωμεν· διότι βεβαίως οἱ κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος εἶναι πολὺ πλείονες τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ δύνανται, ἐγειρόμενοι κατὰ πόλεις καὶ χωρία, νὰ καταπνίξωσιν αὐτούς. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἐδημιουργήθη ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία; Λυποῦμαι, διότι ἡ πλειονοψηφία, ἐν τῇ παραφορᾷ ἐκείνῃ τῆς ἐλπίδος τῆς οἰκονομικῆς σωτηρίας τοῦ τόπου, ἐπίστευσεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ἐψήφισε σὺν ἄλλοις καὶ τὸ μέτρον τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Προσεπαθήσαμεν τότε νὰ ἐμποδίσωμεν αὐτὴν, καὶ ἐξωρκίσαμεν νὰ μὴ δώσῃ τὴν ψῆφον ἐκείνην, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθημεν ἀτυχῶς. Ἤδη ἀπό τινος χρόνου ἑξήκοντα ἐκ τῶν συναδέλφων ἐκείνων ἐνόησαν, ὅτι κακῶς ἔπραξαν, καὶ καταρῶνται ἤδη τὸ ἔργον των, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν καθημένων ἐκεῖ καὶ ὑποστηριζόντων ἔτι τὴν Κυβέρνησιν ἔχουσι πλήρη τὴν συναίσθησιν, ὅτι διέπραξαν σφάλμα μέγα, καὶ ὅτι λίαν προσεχῶς, εἴτε ὅταν ἐπανέλθῃ ἡ παροῦσα Βουλὴ, εἴτε ὅταν συνέλθῃ νέα Βουλὴ, πρώτιστον αὐτῆς ἔργον θὰ ἦναι νὰ καταργήσῃ παμψηφεὶ τὸ τυραννικὸν, τὸ ἀντισυνταγματικὸν, τὸ ἀπαίσιον νομοθέτημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
§56ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἀναγκάζομαι ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ πάλιν, ὅπως ἀναιρέσω ὅσα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνήγγειλε μετὰ τοσαύτης ἀγανακτήσεως. Ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου πρὸ ἡμερῶν μία ἐκφράζεται γνώμη περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ ὁ θεσμὸς ἐπέτυχε, καὶ ὅτι ἐξυπηρετεῖται δι’ αὐτοῦ ἡ τάξις καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια κατὰ τρόπον, καθ’ ὃν δὲν ἐξυπηρετεῖτο πρίν...
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπετε γενικῶς, καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἐδῶθεν, ἀλλ’ ἐδῶθεν τοὐλάχιστον ὑπάρχει ἔνδειξις, ὅτι ὅλοι φρονοῦσιν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαισιώτερον καὶ ὀλεθριώτερον σύστημα ἀπὸ τὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
§58ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσιν ὅμως πλεῖστοι ἐκεῖθεν, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) οἵτινες καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἀπὸ τῆς θέσεώς των ὡμολόγησαν, ὅτι εἰς τὰ μέρη, εἰς ἃ οὗτοι διαμένουσιν, εἶδον τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν λειτουργοῦσαν ἄριστα. Διά τινας τῶν ἀστυνόμων ἤκουσα πραγματικῶς παράπονα, ἀλλὰ πανταχόθεν ἀγγέλλεταί μοι, ὅτι ὁ λαὸς εἶναι λίαν εὐχαριστημένος ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐὰν ὦσιν ἀληθῆ ὅσα ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι βεβαίως σοβαρά. Ἐγὼ δὲν ὑποθέτω ὅτι εἰσὶν ἀληθῆ, διότι δὲν ὑποθέτω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται ἄνθρωποι τοιαῦτα διαπράττοντες ὄργια. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, καὶ ἐὰν θέλητε, νὰ τὸ διατυπώσω ὡς παράπονον, ὅτι οἱ τοιαῦτα πάσχοντες πολῖται δὲν ἀνεφέρθησαν πρὸς τὸν προϊστάμενον τῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· δύναμαι δὲ νὰ καυχηθῶ, ὅτι, ὁσάκις ἔλαβον εἴτε ἀναφορὰν εἴτε τηλεγράφημα δι’ οἱανδήποτε παρεκτροπήν, ἀκαριαίως ἐνήργησα καὶ ἐπέφερα τὴν δέουσαν θεραπείαν. Διατὶ δὲν ἀπευθύνονται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν; διατὶ ἀναμένουσιν, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀκούσῃ ἀναγινωσκόμενα ἄρθρα ἐφημερίδων ἐν τῇ Βουλῇ; Ἀναγινώσκω ἑκάστην πρωΐαν τὰ τηλεγραφήματα μόνος μου, καὶ οὐδὲν συνήντησα περιέχον παράπονον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναγκαζόμενος νὰ ἀπευθύνηται πρὸς τὸν νομάρχην, δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν, δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι ἐγὼ αὐτὸς, ὁσάκις ἔλαβον γνῶσιν πράξεώς τινος διαπραχθείσης εἴτε ὑπὸ ἀστυνομικῶν εἴτε ὑπὸ ἄλλων διοικητικῶν ὑπαλλήλων, καίτοι ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ δὲν ὑπῆρχε νομάρχης, ἀπηύθυνα διαταγὴν πρὸς τὸν εἰρηνοδίκην τοῦ τόπου καὶ προσεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἐνεργήσῃ διοικητικὰς ἀνακρίσεις, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἐζήτησα πολλάκις τηλεγραφικῶς νὰ μοὶ ὑποβληθῇ, ἅμα δὲ ὡς ὑπεβλήθη τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἀνεῦρον δίκαιον τὸ γενόμενον παράπονον, ἀμέσως ἐπεδίωξα τὴν τιμωρίαν τοῦ ὑπαιτίου. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὰ ἑκάστοτε γραφόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἦναι ἀληθῆ. Ἓν μόνον ὀφείλω νὰ διατρανώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁσάκις μοὶ κατηγγέλθη πρᾶξίς τις, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀστυνομικὴν ἐνέργειαν, ἀμέσως διέταξα ἀνάκρισιν διοικητικήν, καὶ ἐζήτησα τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τηλεγραφικῶς. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πολλάκις τὰ παράπονα δὲν ἦσαν βάσιμα· οὐδέποτε δ’ ἐγὼ ἀπηυθύνθην πρὸς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν, ἵνα ζητήσω πληροφορίας περὶ τῶν παραπόνων, ἀλλ’ ἀπηυθύνθην πάντοτε πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, εἰρηνοδίκην ἢ εἰσαγγελέα, διότι ἐγὼ, δικαστικὸς ὤν, γνωρίζω πῶς νὰ συλλέξω πληροφορίας. Ἀλλ’ ὅταν ἐγὼ δὲν λαμβάνω γνῶσιν, Ὑπουργὸς ὤν, τῶν παραπόνων τῶν πολιτῶν ἐξ ἀναφορᾶς αὐτῶν πρός με, θέλετε νὰ πιστεύσω εἰς ὅσα πρὸ ὀλίγου ἀνεγίνωσκεν ὁ κ. Βουλευτής; Ἐὰν πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐγένοντο ταῦτα καὶ οὐδεμίαν γνῶσιν τούτων ἔλαβεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πῶς ἠθέλατε νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἐκδώσω περὶ τούτου ἐγκυκλίους· βεβαίως τὸ μέτρον δὲν εἶναι κακὸν, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ 26 ὁρίζει ὅτι, «ὁσάκις ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπὶ μηνύσει ἢ ἐγκλήσει κατ’ ἀστυνόμου ἢ ὁπλίτου... προτιμήσῃ τὴν δι’ ἀπευθείας κλήσεως εἰσαγωγὴν ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου, πράττει τοῦτο ἐντὸς 15 τὸ βραδύτερον ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς περιέλθῃ εἰς αὐτὸν ἡ μήνυσις». Ὑποθέτετε ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν θὰ προτιμήσῃ νὰ εἰσαγάγῃ ἐντὸς τῶν 15 ἡμερῶν τὴν μήνυσιν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου; Διὰ τίνα λόγον;
§59ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διότι δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα.
§60ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν δύναται ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἔχῃ πάντα τὰ στοιχεῖα, διότι ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἐγὼ εἶχον τὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὸ ἀπώτατον μέρος τῆς Ἑλλάδος. Ἔχει λοιπὸν τὰ μέσα ἐκ τοῦ νόμου ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀμέσως νὰ ἐνεργήσῃ· ἀλλ’ οἱ παθόντες, μὴ ἀναφερόμενοι εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἵνα φέρῃ θεραπείαν ἄμεσον τοῦ κακοῦ, παραλείπουσι ν’ ἀπευθυνθῶσι καὶ εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν πρὸς καταδίωξιν τῶν παρεκτρεπομένων, ἀντὶ τούτου δὲ προτιμῶσι νὰ ἀπευθύνωνται εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἐφημερίδων. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχῃ καιρὸν ν’ ἀναγινώσκῃ ἐφημερίδας, πόθεν θὰ πληροφορηθῇ ταῦτα; Φρονῶ ὅτι, πρὶν ἢ βεβαιωθῶμεν περὶ τῶν καταγγελλομένων πράξεων, δὲν πρέπει ν’ ἀποφαινώμεθα περὶ τῶν προσώπων. Πρὶν δ’ ἐπιβεβαιωθῶσιν αἱ καταγγελλόμεναι πράξεις, ἡ ἀγανάκτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν δικαιολογεῖται.
§61ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀκριβῶς ὅμως εἰς ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον τὸν ἐμέμφθημεν, δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἡμεῖς ἐμέμφθημεν αὐτὸν, ὅτι ἐν ἀπευθυνθείσαις αὐτῷ ἐπερωτήσεσιν ἐπανειλημμένως ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων περὶ διαφόρων παρανομιῶν καὶ βιαιοπραγιῶν τῶν ὀργάνων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, οὐδὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Διατὶ σιωπᾷ; Αὐτὴ εἶναι ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν δεικνύει καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἐκαυχᾶτο πρὸ ὀλίγου; Δὲν δεικνύει μέριμναν ἀπέναντι τῶν ἐπερωτήσεων ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπερωτῶμεν αὐτὸν καὶ τὸν ἐλέγχωμεν, καὶ θὰ δείξῃ μέριμναν ἀπέναντι καταγγελίας πολίτου τινὸς, οἱουδήποτε, ἐκ τῆς ἀπωτάτης γωνίας τοῦ Κράτους γράφοντος ἢ τηλεγραφοῦντος αὐτῷ; Ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ ἀτυχὴς πολίτης ὑπόκειται ἔκθετος εἰς τὸ βούνευρον τοῦ ἐνωμοτάρχου καὶ τοῦ ἀστυφύλακος; Γνωρίζομεν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ· εἶναι δικηγόρος εὐφυέστατος, καὶ ὡς τοιοῦτος ὡμίλησε, νομίζων ὅτι ἐτάχθη δικηγόρος ὑπερασπιστὴς ἀτυχῶν ὑποθέσεων· καὶ πολὺ λυποῦμαι διὰ τοῦτο. Ὁ κ. Μπουφίδης πρέπει νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι εἶναι Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ νὰ φροντίσῃ ἀμελητεὶ μετὰ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης συναδέλφου του περὶ τῶν γενομένων καταγγελιῶν, καὶ ν’ ἀπαντήσῃ ὅσον τάχιον εἰς τὰς γενομένας ἐπερωτήσεις. Ἡ ἀφέλεια καὶ ἀκηδία τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰς ἐκθέσμους πράξεις τῶν ὀργάνων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δεινὰ θὰ ἔχῃ τὰ ἐπακόλουθα.
§62ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παριστᾷ ἑαυτὸν σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς ὑπεύθυνον διὰ τὴν ἀστυνομίαν. Ἐπετίμησε μάλιστα τοὺς ἀμφισβητήσαντας τὴν εὐθύνην, ἣν ὑπέχει ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶπεν ὅτι διατηρεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας, ὅτι οἱ νομάρχαι ἐπιθεωροῦσι τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις, ὅτι λαμβάνει γνῶσιν τῶν γιγνομένων, καὶ ὅτι καταγγέλλει τὰς παραβάσεις εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν. Ἐὰν ταῦτα εἶπεν, ὅπως καταστήσῃ ἑαυτὸν ὑπεύθυνον, ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ τὴν εὐθύνην· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὴν προσφοράν του μετὰ δυσκολίας θὰ δεχθῇ τὸ Κοινοβούλιον· διότι ὁ ὀργανισμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, περὶ ἧς ὑπόκειται ὁ λόγος, καὶ ἡ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ ἐφαρμογή, ὡς σήμερον γίνεται, καθιστῶσιν εἰκονικῶς μόνον ὑπεύθυνον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι εἶναι καὶ εἰκονικῶς ἀνώτατος ἐπόπτης τῆς ἀστυνομίας, ἀφοῦ ἡ ἐποπτεία του καὶ ἡ ἀρχηγία του ἀναλύεται ὑπ’ αὐτοῦ τούτου εἰς δικαιώματα, ἅτινα ἔχει πᾶς πολίτης, τὸ δικαίωμα τοῦ σημειοῦν τὰς παραβάσεις καὶ καταγγέλλειν αὐτάς. Τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐνασκεῖ αὐτὸ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ ἀστυνομεῖν ὅμως, ὡς ἀπέδειξεν ἡ προαιώνιος πεῖρα, εἶναι ἄσκησις ἀρχῆς, ἧς ἡ ἐνέργεια θίγει πάντα πολίτην κατὰ τὸν καθημερινὸν αὐτοῦ βίον καὶ κατὰ πᾶσαν τὴν ἀνέλιξιν τῆς κοινωνικῆς καὶ συνηθέστατα καὶ τῆς οἰκιακῆς ἀκόμη αὐτοῦ ἐνεργείας. Ἐφορᾷ καὶ ἐλέγχει τοὺς ὑπηρέτας αὐτοῦ καὶ τὴν καθαριότητα τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ τὴν τροφὴν καὶ τὴν διασκέδασιν αὐτοῦ ἀκόμη. Τοιαύτη ἐξουσία δεῖται προσώπων ὅσον ἔνεστι μετριώτατα καὶ ἀνενοχλητότερον ἀσκούντων τὴν ἀρχήν των, ἵνα καθιστῶνται ἀνεκτὰ καὶ ἵνα ἐπιτυγχάνωσιν ἔν τε τῇ προληπτικῇ καὶ ἐν τῇ κατασταλτικῇ καὶ ἐν τῇ ἀγορανομικῇ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ αὐτῶν ἐνεργείᾳ. Διὰ τοῦτο οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι καθίστανται μισητοὶ συνήθως, καὶ ἡ ἐνέργεια αὐτῶν προκαλεῖ κοινωνικὰς ταραχὰς ἐπικινδύνους· ὅταν δὲ ἀπὸ τοιαύτης ὄψεως ἐξετασθῇ ἡ τοῦ ἀστυνομεῖν ἀρχὴ, εὐκόλως ἐξηγεῖται διατὶ αἱ νομοθεσίαι αἱ φρόνιμοι καὶ πεφωτισμέναι ἀνέθηκαν τὴν ἄσκησιν τῆς ἀρχῆς ταύτης εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, εἰς ἀρχὴν τοπικὴν καὶ ἐκλέξιμον, ἧς αἱ πράξεις ἐπαναπίπτουσιν ἐπ’ αὐτοὺς τοὺς ἐκλέξαντας καὶ διαφερομένους πολίτας. Καὶ βλέπετε, ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία, ἐκεῖ οἱ δῆμοι διεκδικοῦσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν καὶ ἐπιτίθενται κατὰ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὅπου δὲ προσηκόντως ἀσκεῖται τὸ ἀστυνομεῖν ὑπὸ τῶν δήμων, ἐκεῖ παράπονα δὲν γεννῶνται, καὶ ὅπου ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία παρεκτρέπεται, τὰ παράπονα εἶναι ὀλίγα, διότι ἡ τοῦ ἀστυνόμου τὸν διορισμὸν ἔχουσα δημοτικὴ ἀρχὴ σπεύδει εἰς θεραπείαν. Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, ὡς ἀρχὴ λαϊκὴ ἀσκοῦσα τὴν ἀστυνομίαν, εἶναι πρόσφορος καὶ διὰ τὴν προληπτικὴν τῆς ἀστυνομίας ἐνέργειαν, διότι γνωρίζει τοὺς ἐπικινδύνους καὶ ἐπιβλέπει αὐτοὺς, ἀναγνωρίζει εὐκόλως τοὺς ἐπήλυδας καὶ ἐπιτηρεῖ αὐτοὺς, καὶ διὰ τὴν κατασταλτικὴν αὐτῆς ἀποστολὴν, διότι αὕτη, οὖσα ἐν γνώσει τῶν προσώπων τοῦ μέρους ἐκείνου, δύναται νὰ ἐπιτηρῇ τοὺς ταράσσοντας τὴν τάξιν καὶ νὰ χρᾶται κατ’ αὐτῶν ἀνάλογα κατασταλτικὰ μέτρα. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀγορανομίαν καὶ διὰ τὴν ἀγρονομίαν καὶ διὰ τ’ ἄλλα αὐτῆς καθήκοντα εἶναι προσφορωτέρα ἡ τοπικὴ καὶ ἐκλέξιμος ἀρχὴ, ὅταν αὕτη δὲν ἐξετροχιάσθη τοσοῦτον, ὅσον παρ’ ἡμῖν ἐκ φατριασμοῦ αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί. Ἐψήφισα τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν κυρίως μὲν καὶ κατὰ πρῶτον διότι ἐβεβαίουν οἱ εἰσαγαγόντες, ὅτι πρόκειται περὶ δοκιμῆς, γενησομένης εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, ἔπειτα δὲ καὶ ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Καὶ λέγω ταῦτα, διότι ἁπλῶς ψηφίσας τότε, δὲν ἐδικαιολόγησα τὴν ψῆφόν μου, ὅπερ εὐχαρίστως πράττω σήμερον. Θεωρητικῶς οὔτε τὴν διοικητικὴν ἁπλῶς, πολὺ δὲ περισσότερον τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν δὲν ἀποδέχομαι. Ἐπίστευον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἦτο τῆς πειραματικῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ πολιτικῆς ἓν μέτρον δοκιμαστικὸν, ὅπερ εἰς σημεῖά τινα μόνον τοῦ Κράτους ἤθελε κατὰ πρῶτον ἐφαρμοσθῇ, καὶ ἐὰν ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν ἀσκουμένη ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ ἤθελεν ἐπιτύχει, (περὶ οὗ εἶχον μεγίστην ἀμφιβολίαν) τότε μόνον νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλα μέρη βραδέως. Διότι, ἀφοῦ κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐν γένει προκαλεῖται συνήθως μῖσος ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν, δὲν ἦτο φρόνιμον νὰ ἐκτεθῶσιν ἀμέσως οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τοιοῦτον ἀπέναντι τῶν πολιτῶν κίνδυνον· διότι ἡ ἀγάπη καὶ τὸ σέβας τούτων πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς εἶναι κεφάλαιον, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ διακυβευθῇ. Ὡς ἐκ τούτου δὲ, γνωστοῦ ὄντος ἐκ τῆς πείρας, ὅτι τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα παρεξετράπησαν σχεδὸν πάντοτε εἰς καταχρήσεις ἐν τοῖς χωρίοις, δὲν ἠδύνατό τις νὰ ἀναμένῃ πολλὰ καλὰ, ἢ καὶ ἁπλῶς καλὰ, ἐκ τῆς ἀστυνομίας τῆς στρατιωτικῆς, εἰσαγομένης καὶ ἐν τοῖς ἀπωτέροις καὶ ἧττον πεπολιτισμένοις τοῦ Κράτους σημείοις. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀρίστη ἦτο ἡ ἐκλογὴ τοῦ προσώπου τοῦ ἀρχηγοῦ, προσώπου ὡμολογημένης χρηστότητος, θελήσεως, φώτων καὶ ἱκανότητος· ἄλλως πολλὰ κακὰ θὰ ἐπήρχοντο. Ἡ ἐκλογὴ αὕτη τοῦ προσώπου ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ἔχομεν πολλαχοῦ καλοὺς ἀστυνόμους, ἰδίως εἰς τὰ κέντρα. Ὁ Ὑπουργὸς ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ σημερινὴ νομοθετικὴ τῆς ἀστυνομίας κατάστασις ἐπάγεται διοικητικὴν ἀνωμαλίαν, ἥτις πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Ἡ ἀστυνομία εἶναι στρατιωτικὸν σῶμα, ἢ εἶναι σῶμα ἀνδρῶν ἀστικῶν ὑπαλλήλων στρατιωτικῶς ὠργανωμένον, ὡς περίπου εἶναι ἡ χωροφυλακή; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ἂν τὸ δεύτερον, οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ἀστυφύλακες πρέπει νὰ ἦναι ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν τὸ πρῶτον, (καὶ τοῦτο, καθὰ γνωρίζω, ἐν τοῖς κύκλοις τοῖς στρατιωτικοῖς ὑποστηρίζεται) τότε εἶναι ἓν ἐκ τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, καὶ ὡς τοιοῦτον ὑπόκειται εἰς τὴν ἀνωτάτην ἀρχηγίαν καὶ εἰς τὴν πειθαρχίαν, δυνάμει τῆς ἀνωτάτης στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πειθαρχίαν ἄνευ τοῦ δικαιώματος τοῦ διατάσσειν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διαταγὴν ἄνευ τοῦ δικαιώματος τοῦ καθιστᾷν αὐτὴν σεβαστήν, τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπιβολῆς καὶ δὴ καὶ τῆς πειθαρχικῆς τοῦ παραβάτου τιμωρίας. Λέγει ὁ Ὑπουργός, ὅτι ὁ νομάρχης ἔχει δικαίωμα τοῦ διατάσσειν· ἀλλ’ ἂν οἱ διατασσόμενοι ἀρνηθῶσι τὴν ὑποταγήν, τότε; Τότε, λέγει, πρέπει νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ τοῦτο δικαιοῦται νὰ τιμωρῇ; Ὄχι· δικαιοῦται νὰ ἀναφέρῃ τὴν ἄρνησιν εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, καὶ ὁ ἀρχηγὸς εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον, καὶ αὐτό, ἂν θέλῃ, θὰ τιμωρήσῃ. Οὕτω τὸ δικαίωμα καὶ τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἀναφοράν, ἣν δύναται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ ὁ ἔσχατος πολίτης, ἄνευ μάλιστα τῶν διατυπώσεων καὶ χρονοτριβῶν ἐκείνων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀρνεῖται, ὅτι τὰ ἀνώτατα ὄργανά του, τὰ ἐκπροσωποῦντα τὴν διοίκησιν ἐν τοῖς νομοῖς, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα οὔτε τῆς ἐπιπλήξεως κἂν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Τὸν ἐρωτῶ τότε, ποίαν ἐνέργειαν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῆς ἀστυνομίας; Ἤκουσα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος λέγοντα, ὅτι θὰ ἀναφέρῃ ὁ ἀστυνόμος εἰς τὸν νομάρχην, καὶ ὁ νομάρχης εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· ἐγὼ πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς εἶναι ἄλλος, ὅτι οἱ ἀστυνόμοι ἀναφέρονται ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς, ὁ δ’ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς δίδει διαταγὰς εἰς τὴν ἀστυνομίαν, χωρὶς τῆς ἀδείας, χωρὶς τῆς γνώσεως κἂν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ διαταγὰς εἰς τὸν ἀρχηγόν, διότι οὗτος εἶναι ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὄχι τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἔχει μόνον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράζῃ εὐχὰς καὶ αἰτήσεις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λαμβάνῃ κἂν γνῶσιν τῶν τελουμένων ἐν τῷ Κράτει. Τοιαύτη ἡ τραγελαφικὴ κατάστασις τῶν ἀμελετήτων καὶ ἐναντίων τῆς ἐπιστήμης νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουσι τὴν αὐθαίρετον γνώμην τῆς στιγμῆς, τὴν καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Κράτους καὶ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἐπιστήμης παρορῶσαν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρόνοια πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετικῶς, καὶ τοιαύτη πρόνοια δέον νὰ ληφθῇ ὅσον τάχιστα.
§63ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐψήφισα κατὰ τοῦ νόμου, τοῦ ἰσχύοντος, περὶ στρατιωτικῶν ἀστυνομιῶν, καὶ οὐδεμίαν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μεταβάλω γνώμην περὶ τούτου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐκ διαφόρων ἐπαρχιῶν ὑποβάλλονται παραστάσεις περὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τῶν πλείστων, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ηὐδοκίμησεν, ἐξ ἄλλων, ὅτι τὰ ὄργανα αὐτῆς παρεκτρέπονται τοῦ καθήκοντός των καὶ διαπράττουσι μάλιστα καὶ ἀξιοποίνους πράξεις. Πάντα ταῦτα εἶναι συνέπειαι, ἃς ἔπρεπε νὰ περιμένῃ τις ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς συστήματος τὸ πρῶτον παρ’ ἡμῖν εἰσαχθέντος· δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι τὰ πρῶτα ταῦτα ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς, ἡ ἐπιτυχία εἴς τινα μέρη, ἡ ἀποτυχία εἰς ἕτερα μέρη, εἶναι λόγοι ἀποχρῶντες, ἵνα μεταβάλῃ τις τὴν περὶ τοῦ θεσμοῦ γνώμην του. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐξέτασις τῶν ἀποτελεσμάτων πρέπει νὰ γένηται μετὰ παρέλευσιν μείζονος χρόνου καὶ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρώτων φαινομένων, τὰ ὁποῖα πολλάκις εἶναι τυχαῖα ἢ προέρχονται ἐκ λόγων ἀσχέτων πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Περὶ τούτου πείθεταί τις, ἂν ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς ἀστυνομίας. Κύριον αὐτῆς καθῆκον εἶναι ἡ τήρησις τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ὑπὸ δὲ τὴν ἔποψιν ταύτην ἀνήκει πάντοτε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει καθῆκον νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ νὰ προστατεύσῃ τὰ πρόσωπα καὶ τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἐκτελεῖ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δι’ ὅλων τῶν ὑπ’ αὐτὴν ὀργάνων, καὶ ἰδίως διὰ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, πρὸς ἐπιτυχῆ δὲ αὐτοῦ ἐκπλήρωσιν ἔπρεπεν οὐ μόνον νὰ καταρτισθῇ προσηκόντως καὶ ἐπαρκῶς τὸ σῶμα τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νὰ διασπαρῇ καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν, καὶ νὰ παρίσταται διαρκῶς, οὐ μόνον εἰς πᾶσαν ἐπαρχίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα δῆμον καὶ εἰς πᾶν χωρίον, καὶ εἰς τὴν ὕπαιθρον ἀκόμη χώραν, ἔνθα γεννῶνται ὑπόνοιαι διαταράξεως τῆς τάξεως ἢ διαπράξεως ἀδικημάτων. Εἶναι βεβαίως καὶ τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας καθῆκον νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ δήμου, ἀλλ’ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς τοῦτο, διότι δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην ὑλικὴν δύναμιν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ νόμοι χορηγοῦσιν αὐτῇ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆται τὴν συνδρομὴν τῆς χωροφυλακῆς, ὅταν ᾖναι πρόχειρος. Δυστυχῶς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἐξεπλήρου παρ’ ἡμῖν τὸ καθῆκον αὐτῆς πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, διότι οὐ μόνον εἰς ὁλοκλήρους δήμους, ἀλλὰ καὶ εἰς ὁλοκλήρους ἐπαρχίας δὲν παρίστατο δημοσία τις δύναμις, καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθε κυρίως ἡ διατάραξις τῆς τάξεως καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἐγκλημάτων. Καὶ ὅμως ἡμεῖς αἰτιώμεθα ἐπὶ τούτῳ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐπιῤῥίπτωμεν τὴν εὐθύνην ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις δὲν ἐφρόντισε νὰ καταρτίσῃ τὸ ἀπαιτούμενον προσωπικόν, νὰ μορφώσῃ τοῦτο καταλλήλως, καὶ νὰ διανείμῃ αὐτὸ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἵνα τηρῇ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν. Ἤδη διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀνεπληρώθη ἐν μέρει ἡ ἔλλειψις αὕτη, διότι κατηρτίσθη ἕτερον στρατιωτικὸν σῶμα, ἡ ἀστυφυλακή, καὶ διανεμήθη εἰς τὸ Κράτος, ἐννοεῖται δέ, ὅτι μόνη ἡ παρουσία αὐτοῦ συντελεῖ εἰς βελτίωσιν τῆς τάξεως, ἐκφοβίζουσα τοὺς κακοποιούς, καὶ ἐνθαῤῥύνουσα τοὺς ἀγαθοὺς πολίτας. Ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος καταρτισμὸς τῆς ἀστυνομίας ἔχει ἕτερα ἐλαττώματα, ἅτινα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής· εἶναι δὲ ταῦτα, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἀνετέθη εἰς πρόσωπα ἐθισμένα εἰς αὐστηρὰν πειθαρχίαν καὶ αὐστηρὰν συμπεριφοράν, μὴ τηροῦντα εἰς τὰς σχέσεις αὐτῶν πρὸς τοὺς πολίτας τὴν ἀπαιτουμένην ἐπιείκειαν καὶ ἀνασκοπήν, ὕφος μειλίχιον καὶ συντηρητικόν, ἀλλὰ προβαίνοντα εἰς βιαιοπραγίας κατὰ πᾶσαν ἀντίῤῥησιν ἢ ἁπλῶς παρατήρησιν. Ἀλλ’ ἡ ἀστυνομία, πλὴν τῆς τηρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως, ἔχει καὶ ἄλλα καθήκοντα, ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ὑγείας καὶ εὐζωΐας τῶν πολιτῶν, εἰς τὴν πρόληψιν διαφόρων κινδύνων, καὶ ἐν γένει εἰς τὴν εὐημερίαν αὐτῶν. Εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τούτων οὐδεμίαν ἔχουσιν εἰδικότητα οἱ στρατιωτικοί, ἐκτὸς δὲ τούτου, δὲν ἔχουσιν ἐπαρκῆ γνῶσιν τῶν ἐπιτοπίων ἀναγκῶν καὶ συμφερόντων, ἅτινα ποικίλλουσι κατὰ τόπους, καὶ ἄνευ τῆς γνώσεως τῶν ὁποίων ἀδύνατος καθίσταται ἡ προσήκουσα αὐτῶν θεραπεία. Ἰδοὺ διατὶ ἀντετάχθην καὶ ἀντιτάσσομαι κατὰ τοῦ ψηφισθέντος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμου. Ἀλλὰ τέλος πάντων ὁ νόμος ἰσχύει, καὶ ἐξέτασις ἐγένετο πῶς ἐκανονίσθη δι’ αὐτοῦ ἡ ἁρμοδιότης τῶν διαφόρων ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας ταύτης. Ἠμφισβητήθη ἡ ἔκτασις τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλ’ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν διαγράφεται σαφῶς ὑπὸ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 4 λέγει (ἀναγινώσκει): «Τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους προΐσταται, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς». Προδήλως λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὴν διεύθυνσιν ὅλης τῆς ἀστυνομίας καὶ τὴν ἐποπτείαν ὅλων τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς. Ἐξασκεῖ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἐποπτείαν αὐτοῦ, κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον, διὰ τῶν παρὰ τῷ Ἀρχηγείῳ τῆς χωροφυλακῆς ἐπιθεωρητῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἀστυνομίας, οἵτινες «περιοδεύοντες ἐπιτηροῦσι τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν περὶ ἀστυνομίας νόμων καὶ διαταγμάτων, ἐλέγχουσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀσκεῖται ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχή, βεβαιοῦσι πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν τῶν ἐν ταῖς ἀστυνομίαις ὑπηρετούντων, καὶ προκαλοῦσιν ἱεραρχικῶς τὴν κατὰ νόμον ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ παραβάτου.» Προέβλεψε λοιπὸν ὁ νόμος καὶ περὶ τῶν ὀργάνων, δι’ ὧν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξασκεῖ τὸ δικαίωμα τῆς διευθύνσεως καὶ ἐποπτείας τῆς ἀστυνομίας, εἰς ταῦτα δὲ πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ πᾶσαι αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ διεύθυνσις τῆς ἀστυνομίας ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, παύει ἆρά γε ἡ ἐπ’ αὐτῆς δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἰσχυρίσθησάν τινες τῶν προαγορευσάντων; Ὄχι βεβαίως· διότι αὐτὸς ὁ νόμος ἐν ἑτέρῳ ἄρθρῳ, τῷ 29, διατάσσει ῥητῶς, ὅτι τὸ σῶμα τῆς ἀστυφυλακῆς ὑπάγεται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους καὶ κανονισμούς, αὐτὴ δὲ ἡ διάταξις ἤρκει, ἵνα ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐφ’ ἁπάντων τῶν προσώπων τῆς ἀστυνομίας πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν· ἀλλὰ πλὴν τούτου ῥητῶς τὸ ἄρθρον 29 λέγει, ὅτι, «ἐὰν ὁ ἀδικηθεὶς καταγγείλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς ἀστυνόμον ἢ ἐκτελοῦντα ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὁπλίτην ἐπὶ πταίσματι ἢ πλημμελήματι, εἰς τὴν δημοσίαν αὐτῶν ὑπηρεσίαν ἀναγομένῳ, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν καταγγελθέντα πειθαρχικὴ ποινὴ ὑπὸ μὲν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κλπ.» Λοιπόν, πλὴν τῆς γενικῆς ἐξουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῶν σωμάτων τῶν ὑπαγομένων εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους καὶ κανονισμούς, ῥητῶς ὁ νόμος χορηγεῖ εἰς αὐτὸν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, προκειμένου περὶ κοινῶν ἀδικημάτων τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων. Ἰδοὺ λοιπὸν προφανὴς ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὀρθῶς ἀπευθύνεται πρὸς αὐτὸν ἡ ἐρώτησις, ἐὰν κατηγγέλθησαν εἰς αὐτὸν πράξεις ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας δύναται νὰ τιμωρήσῃ αὐτὸς πειθαρχικῶς. Ἐννοεῖται, ὅτι ὅμοιαι ἐπερωτήσεις δύναται νὰ ἀπευθυνθῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁσάκις ὑπὸ τὸν ὀργάνων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας διαπράττηται πρᾶξις προσβάλλουσα τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἵνα δώσῃ πληροφορίας περὶ τῶν σχετικῶν ἐνεργειῶν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Ἐμερίμνησεν ὁ νόμος καὶ περὶ ταχείας ἐκδικάσεως τῶν τοιούτων ἀδικημάτων, ἀλλ’ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ Εἰσαγγελεὺς ὀφείλει νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως, εἰσάγων αὐτὴν δι’ ἀπευθείας κλήσεως ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν, οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν καὶ οὐδένα ἐπιβάλλει καταναγκασμόν· διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ τὸν ἀποφύγῃ, προβάλλων ὅτι νομίζει ἀναγκαῖον νὰ ἀποστείλῃ τὴν καταγγελίαν, ἵνα ἐνεργηθῇ προανάκρισις. Ἐκ πείρας δὲ γνωρίζω, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐπιτακτικαὶ προθεσμίαι οὐδόλως συντελοῦσιν εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης, πολλάκις δὲ παραβλάπτουσι τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν αὐτῆς, διότι ἀτελῶς διεξάγονται αἱ ὑποθέσεις χάριν τοῦ ἐμπροθέσμου, καὶ ἐπέρχεται ἐκ τούτου ἢ ἡ ἀποτυχία τῆς δικαιοσύνης, ἢ ἡ ἀνάγκη βραδυτέρας συμπληρώσεως, δι’ ἣν μείζων παρέρχεται χρόνος. Συμπεραίνω, ὅτι ἁρμοδίως δύνανται ν’ ἀπευθυνθῶσιν ἐπερωτήσεις οὐ μόνον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, περὶ ἀντικειμένων ἀφορώντων τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν αἰτίασιν κατὰ τοῦ νόμου ὀφείλω νὰ ἀποκρούσω. Λέγουσιν ὅτι κατ’ αὐτὸν δὲν ἔχουσιν οἱ πολῖται τὰ μέσα, ὅπως προσφεύγωσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ αἰτίασις αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι ῥητὸν ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ἄρθρον 32, ἐπιβάλλει εἰς τοὺς δημάρχους τὴν ὑποχρέωσιν «νὰ ὑποβάλλωσι παρατηρήσεις περὶ πάσης ἐλλείψεως ἢ παρεκτροπῆς τῆς ἀστυνομίας, καὶ νὰ ἐπιζητῶσι τὴν θεραπείαν παντὸς εὐλόγου παραπόνου δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὸν νομάρχην, καὶ προσέτι νὰ δέχωνται καὶ ὑποβάλλωσιν ἀμέσως εἰς τὸν Εἰσαγγελέα μηνύσεις κατὰ τῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν παρὰ ταῖς ἀστυνομίαις ὁπλιτῶν.»
§64ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐξ ὀνόματος τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, δηλῶ, ὅτι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, τὰ ἐκεῖ διορισθέντα, ἐκτελοῦσι μετ’ ἐνθουσιώδους ζήλου τὴν ὑπηρεσίαν των· ὅλοι δ’ οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης εἶναι εὐχαριστημένοι, διότι εἶδον ἀστυνομίαν πρώτην φορὰν λειτουργοῦσαν ὡς πρέπει.
§65ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἰσθάνομαι εὐχαρίστησιν, κύριε Πρόεδρε, διότι τὰ συμβαίνοντα σήμερον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τὰ προεῖδον πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοθετήματος αὐτῆς, καὶ τὰ εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε διετέλουν φίλος αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τὰ ὑπέδειξα ἐν πολλαῖς συνεδριάσεσιν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθην, πρὸς κακοδαιμονίαν τοῦ τόπου. Ἠπόρησα, ἀκούσας τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰπόντα ὅτι δὲν ὑπάρχουσι καταγγελίαι ἐπὶ τῶν καθ’ ἑκάστην καὶ ἐντεῦθεν καὶ διὰ τοῦ τύπου διεκτραγῳδουμένων παρεκτροπῶν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος καιρὸς σήμερον, ὅπως προσαγάγω τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, πιστεύω ὅμως, ὅτι δὲν θέλει τὸ ἀρνηθῆ ὁ ἐκ Λεβαδείας βουλευτὴς κ. Μπουφίδης, ὅστις ἄλλοτε ἀπευθυνθεὶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, πρὶν γείνῃ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διεμαρτύρετο διὰ τὰς βιαιοπραγίας στρατιωτικῶν ὀργάνων κατὰ συμπολιτῶν του. Ὅτε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῷ παρετήρησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι καταγγελίαι, ἀπὸ τῆς θέσεώς του ὁ κ. Μπουφίδης ἠξεύρετε τί ἀπήντησε; «Δὲν ὑπάρχουσι καταγγελίαι, διότι δὲν τολμῶσιν οἱ πολῖται νὰ προβῶσιν εἰς τοιαύτας, καθόσον τοὺς φέρουσι δεμένους ἀπὸ τῆς Λεβαδείας εἰς τὰς Ἀθήνας.» Ὑπενθυμίζω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν προτέραν ὁμιλίαν μου, δι’ ἧς εἶπον, ὅτι πρέπει, ἅμα τῇ γνώσει οἱουδήποτε τοιούτου ἐγκλήματος, νὰ διατάσσωσιν ἀνάκρισιν καὶ καταδιώξεις, χωρὶς νὰ ἀναμένουν μηνύσεις. Ἠξεύρετε, Κύριοι, τί ἔκαμεν ὁ ἀστυνόμος, περὶ οὗ χθὲς ἐλάλησα; Ἀφοῦ παρηνόμησεν, ἀφοῦ γυναικῶν ἐπεδίωξε τὴν ἀτιμίαν, καὶ εἶδεν ὅτι συνησπίσθησαν οἱ χωρικοὶ νὰ τῷ ἐπιτεθῶσιν, ἀπέστειλε τοὺς ὑπ’ αὐτὸν στρατιώτας εἰς καταλύματα, (καὶ ἠξεύρετε τί σημαίνει εἰς τὸν χωρικὸν κατάλυμα) ἀνέτρεξε νὰ εὕρῃ ποῦ εἶναι τὰ ποίμνιά των, καὶ εὑρὼν αὐτὰ βόσκοντα εἰς ἀπηγορευμένας θέσεις, τὰ συνέλαβεν, ἵνα λάβῃ καὶ ἔλαβε σύλληπτρα· ἐνεθυμήθη ὅτι πιθανὸν νὰ ᾖναι ἐκεῖ φυγόστρατοι ἢ φυγόποινοι, καὶ συνέλαβε πολλοὺς, προκαλέσας κατάστασιν ἀντιστάσεως, καὶ τοὺς ἀπέστειλεν δεσμίους εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Τριπόλεως· τότε ἐνεθυμήθη ὅτι ἄλλοι εἶναι ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, καὶ συλλαβὼν τούτους τοὺς ἀπέστειλεν εἰς τὰς φυλακὰς Τριπόλεως. Αὐτὰ τὰ γεγονότα ἐπηρεάζουσι πάντα πολίτην, τὸν ἄοκνον πολίτην, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτής. Δὲν δύνανται δὲ νὰ καταγγείλωσιν οἱ πολῖται τὰς παρανομίας ταύτας, διότι δὲν τολμῶσιν εἶτα νὰ ἐξέλθωσι τῆς οἰκίας των. Πρέπει λοιπὸν, ἅμα τῇ γνώσει τῶν ἐγκλημάτων αὐτῶν εἴτε διὰ τῆς δημοσιογραφίας εἴτε ἄλλως πως, νὰ διατάσσωσιν οἱ ἁρμόδιοι ἀμέσως ἀνάκρισιν... Ἀλλὰ τί τὰς θέλετε τὰς ἀνακρίσεις; Πῶς θὰ κοινοποιηθῶσι τὰ ποινικὰ δικόγραφα καὶ αἱ ἀποφάσεις; πῶς θὰ προκαλέσητε ἀποφάσεις; Δύνανται νὰ δικάσωσι τὰ δικαστήρια ἐρήμην αὐτῶν; δύνανται νὰ κοινοποιήσωσι ταύτας, μὴ ὑπάρχοντος σχετικοῦ νόμου περὶ ἐπιδόσεως; Τί τὰς θέλομεν λοιπὸν τὰς ἀνακρίσεις; Καλῶς πράττουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ ἀφίνουσιν ἀκαταδίωκτα τὰ ἐγκλήματα ταῦτα, διότι ἡ καταδίωξις θὰ ᾖναι ἄνευ ἀποτελέσματος, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν διατάξεις περὶ τοιούτων ἐπιδόσεων διὰ τοὺς ἀστυφύλακας, οὐδὲ προὐνόησε περὶ τούτων ἡ Κυβέρνησις.
§66ΔΑΛΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπον, νομίζω, ὅτι ἠκούσθησαν πολλοὶ ἔπαινοι ὑπὲρ εὐδοκιμήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι ἐπέτυχεν ἔν τισιν ἡ διοίκησις εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων. Ἐγὼ δὲν θὰ διδάξω τὸν διακεκριμένον νομομαθῆ, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, ἐὰν θεσμός τις εὐδοκιμῇ διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, δὲν εἶναι τοῦτο λογικὴ καὶ ἀναγκαία συνέπεια, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι θεσμὸς κατάλληλος διὰ Πολιτείαν ἐλευθέραν. Οἱ προσήκοντες εἰς ἐλευθέραν Πολιτείαν θεσμοὶ δὲν ἐμπιστεύονται ὁλοκλήρως εἰς τὰ πρόσωπα. Γινώσκει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ Βουλή, ὅτι συμβαίνει καὶ εἰς τὰ ἀπολυταρχικὰ Κράτη ἡ εὐδοκίμησις αὕτη, ὅταν τύχωσι καταλλήλων προσώπων, τοῦτο ὅμως δὲν ἀναιρεῖ τὸ στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ θεσμὸς, τὸ ἀπολυταρχικόν. Καὶ ὅτι δὲν ἀναιρεῖ τὸ κακόηθες τοῦτο στοιχεῖον τοῦ θεσμοῦ, ἀπόδειξις τρανοτάτη εἶναι, νομίζω, αἱ καταγγελίαι, τὰς ὁποίας σωρηδὸν καὶ καθ’ ἑκάστην ἀκούομεν ἔν τε τῇ Βουλῇ καὶ τῷ τύπῳ, τὰς ὁποίας καταγγελίας, γιγνομένας ἐν τῷ τύπῳ, ἐν ἐλευθέρῳ καὶ συνταγματικῷ Κράτει, ὑπολαμβάνω ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει καὶ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ οὐχὶ νὰ θεωρῇ ταύτας, ὡς εἶπεν, ἐξωδίκους. Ἀλλ’ αἱ καταγγελίαι αὗται δὲν ἀκούονται τὸ πρῶτον οὔτε μόνον ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, αἱ καταγγελίαι αὗται ἠκούοντο ὁσάκις ἀνετίθετο εἰς τὰ στρατιωτικὰ ὄργανα ἡ ἐκτέλεσις οἱασδήποτε ὑπηρεσίας, εὑρισκομένης εἰς ἄμεσον σχέσιν μετὰ τῶν πολιτῶν. Καὶ τοιαύτας καταγγελίας ἠκούσατε, βεβαίως ὄχι τόσον βαρείας, οἵας ἀκούετε ταύτας ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι δὲν συνεκέντρουν τοσαύτην ἐξουσίαν, ἠκούσατε τοιαύτας καταγγελίας κατὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, ἠκούσατε τοιαύτας καταγγελίας κατὰ τῆς χωροφυλακῆς, ἐκτελούσης τὰ καθήκοντά της καὶ τὰ δασικὰ, καὶ αἱ καταγγελίαι αὗται ἐγένοντο ἔντονοι, ζωηραὶ, ὅτε ἀκόμη συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐν τούτοις ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη. Αἱ καταγγελίαι αὗται, ὡς ὑπέδειξεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐγένοντο τότε καὶ ἐκ μέρους αὐτοῦ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, Βουλευτοῦ Λεβαδείας, παραπονουμένου κατὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων καὶ κατὰ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου. Ταῦτα ὅλα, ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀποδεικνύουσιν, ὅπως ἀντελήφθησαν καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν πολιτῶν, σύστημά τι, κρατοῦν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀσπάζεται ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἴσως χρηστῷ τῷ συνειδότι νομίζει, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου δύναται νὰ προαγάγῃ τὴν Πολιτείαν, τὸ σύστημα τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐλευθεριῶν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναπαυθῶμεν εἰς τὴν ἐπαγρύπνησιν καὶ τὴν μέριμναν αὐτοῦ, καὶ ἐνόμισεν ὅτι οἱ λόγοι του δύνανται νὰ ἐπιχύσωσι βάλσαμον παρηγορίας εἰς τοὺς τυραννουμένους πολίτας. Πῶς δυνάμεθα νὰ ἐπαναπαυθῶμεν εἰς τὴν μέριμναν αὐτήν; Ἠκούσατε παρὰ τοσούτων καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης τοσαύτας καταγγελίας καὶ τοσαύτας ὑπομνήσεις τῶν καταγγελιῶν τούτων· πότε προσῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εὐλαβῶς καὶ εἰλικρινῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ σᾶς ἐκθέσῃ ποίαν ἐνέργειαν σοβαρὰν ἔλαβε διὰ τὰς καταγγελίας ταύτας; Ἢ μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν εὐστροφίας ἠγέρθη ἀπὸ τῆς θέσεώς του διὰ νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι θὰ μεριμνήσῃ, ἢ διὰ νὰ σᾶς ἀπαγγείλῃ ἐπαίνους τινὰς ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τοὺς ὁποίους ἤκουσε παρὰ συμπολιτευομένου Βουλευτοῦ ἢ παρὰ Βουλευτοῦ τινος ἀντιπολιτευομένου, διότι συνέπεσε νὰ γνωρίσωσι καλά τινα ἀστυνομικὰ ὄργανα. Πάντα ταῦτα οὐδόλως ἐνθαῤῥύνουσιν ἡμᾶς, ἵνα ἐπαναπαυθῶμεν εἰς τὴν ἐπαγρύπνησιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· τοῦτο ἀπέδειξε τρανότατα καὶ τὸ παρελθόν. Πρέπει νὰ γένηται ἡ θεραπεία σοβαρὰ, ὅπως ὑπέδειξαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, καὶ περὶ τῆς θεραπείας ταύτης εἶναι ἀνάγκη νὰ γένηται σύντονος μελέτη. Τὸ δὲ ζήτημα θεωρῶ πολὺ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων συνεκρατήθη ἡ ἀπαρτία, μέχρι τοῦδε, διότι καθ’ ἑκάστην καταπατοῦνται τὰ ἱερώτερα δικαιώματα τοῦ πολίτου. Ἐὰν πράγματι δὲν ἀσπάζηται ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀποδιδομένην αὐτῇ γνώμην ὑπὸ τῶν πολλῶν, διότι πολλοὶ τὸ λέγουσι καὶ τὸ διαδηλοῦσιν ὅτι φρονεῖτε ὅτι διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐλευθεριῶν ἤθελεν εὐδοκιμήσει ἡ Πολιτεία, πρέπει νὰ προσέλθητε εἰς τὴν Βουλὴν εἰλικρινῶς καὶ νὰ καταργήσητε τὸν νόμον, ὡς ἡμεῖς φρονοῦμεν, ἢ νὰ φέρητε βελτιώσεις τοιαύτας, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐξασφαλίζωνται τελείως τὰ δικαιώματα τὰ συνταγματικὰ τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀναιρέσω καὶ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι δύναται ἡ κεντρικὴ ἐξουσία νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅλων τῶν καταγγελιῶν καὶ ὅτι θεραπεύει συντόμως τὰ παράπονα, ἅτινα ἀπηυθύνθησαν κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, σκοπῶ νὰ καταγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὄχι διὰ νὰ συμπληρώσω τὸ μωσαϊκὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι εἶναι ἱκανῶς ἤδη συμπεπληρωμένον, ἀλλὰ ἵνα γνωρίσω ὑμῖν ὁποῖα διὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ διὰ τῆς δικαστικῆς κατηγγέλθησαν ἔκνομα, θηριώδη ἄθλα τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου ἐν τῷ δήμῳ Κασθαναίας τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν ἐλήφθη μέτρον. Πρὸ καιροῦ μοὶ ἔγραψαν ἐκεῖθεν οἱ κάτοικοι ὅλων τῶν κομμάτων, ἀνεξαρτήτως ἀποχρεώσεως, καὶ συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ τὰς ἐπιστολὰς τούτων ἔχω, ὅτι ὁ ἀστυνομικὸς σταθμάρχης ἐκεῖ ἐνήργησε πράξεις ἀκατονομάστους. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει μερικὰς τούτων, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλή, ἵνα λάβητε γνῶσιν τῆς φύσεως τῶν πράξεων.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§68ΔΑΛΛΑΣ. Τὰς πράξεις ταύτας κατήγγειλεν ὁ δήμαρχος εἰς τὸν νομάρχην, τὰς πράξεις ταύτας κατήγγειλαν οἱ παθόντες εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, θὰ ἀκούσητε δὲ καὶ τί μοὶ γράφουσι καὶ τί καυχᾶται ὁ στρατιωτικὸς ἀστυνόμος, χλευάζων τοὺς καταγγέλλοντας. Δὲν ἔλαβε γνῶσιν ὅλων τούτων ὁ κ. Ὑπουργός; Θὰ ἔλαβε γνῶσιν διὰ τοῦ δημάρχου, καταγγείλαντος ἐπισήμως εἰς τὸν νομάρχην. Καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία ἐπῆλθε θεραπεία. Πῶς λοιπὸν λέγει, ὅτι ἐπιφέρει θεραπείαν; Αἱ πράξεις ἐκεῖναι κατηγγέλθησαν πρὸ τοσούτου χρόνου...
§69ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔλαβον γνῶσιν.
§70ΔΑΛΛΑΣ. Ἐὰν δὲν ἐλάβετε γνῶσιν, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπετε, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἐπαγρύπνησις ὑμῶν νὰ περιστείλῃ τοὺς ἐκτρεπομένους. Ἀλλὰ πῶς δὲν ἐλάβετε γνῶσιν, ἀφοῦ ὑπεβλήθησαν νομίμως; Δὲν ὑποβάλλω, Κύριοι, τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διότι ἐλπίζω ὅτι θὰ τύχῃ προσοχῆς τινος παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀσχολεῖται περὶ ἄλλα περισσότερον σπουδαῖα, διότι πιστεύω ὅτι, ὅ,τι συνέβη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, συμβαίνει εἰς τοὺς πλείστους θνητούς. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον ἐντόνως διεμαρτύρετο καὶ ἐξηγείρετο, βλέπων τοὺς πολίτας τυραννουμένους; Ἡ ἐξουσία ἔχει μαγικήν τινα δύναμιν, μεταβάλλουσα πολλοὺς ἀνθρώπους. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι δὲν ὑποβάλλω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πολλάκις ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν περὶ τῶν αἰσθημάτων του καὶ τῶν ἰδεῶν του περὶ τῶν ἱερωτέρων δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, δὲν παραλείπει ὅμως νὰ καταναλίσκῃ τὴν δικανικὴν δεινότητά του πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἐκτρεπομένων ὀργάνων, θρασύνων αὐτά, ἀλλ’ ὑποβάλλω ταύτην διὰ νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι οἱ πολῖται, εὑρόντες τὰς θύρας κλειστὰς καὶ μὴ ἀνεχόμενοι τὴν κατάστασιν ταύτην περιπλέον, θέλουσιν ἀμυνθῆ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων των. Ἀλλ’ εἶπόν τινες: διατὶ δὲν ἀμύνονται, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ Πολιτεία ἐπιτίθεται κατ’ αὐτῶν παρανόμως; Καὶ νομίζετε ὅτι τὴν συμβουλὴν ταύτην πρέπει εὐκόλως νὰ ἀπευθύνῃ τις εἰς τοὺς πολίτας, χωρὶς νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ νόμιμα μέσα προηγουμένως; Ὁποίαν κατάστασιν δημιουργεῖτε, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ πολῖται εἰς τὴν πρώτην προσβολὴν τῆς ἐξουσίας ἐξεγείρονται κατ’ αὐτῆς, ἐὰν ἀναγνωρίσωμεν πόλεμον τῶν πολιτῶν κατὰ τῆς ἐξουσίας; Καὶ νομίζετε ὅτι οἱ πολῖται, ὅσον ἀνδρεῖοι καὶ ἂν ὦσι, δὲν εἶναι οἰκογενειάρχαι, δὲν εἶναι ἄνθρωποι πτωχοὶ, ἄνθρωποι φοβούμενοι τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, φοβούμενοι τὰς ἡμεραργίας; Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ὅλα ταῦτα; δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐπισφαλὲς τῆς Δικαιοσύνης; Πολλοὶ ἀμυνθέντες κατεδιώχθησαν ἐπὶ ἀντιστάσει καὶ ἐτιμωρήθησαν. Ἀλλὰ βεβαίως οἱ πολῖται θὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ ἔσχατα μέσα, διὰ νὰ ὑπερασπισθῶσι τὰ ἱερώτερα δικαιώματά των, καὶ θὰ καταφύγωσιν, ὅταν ἐξαντλήσωσιν ὅλα τὰ μέσα. Εἰδοποιῶ δὲ περὶ τούτου ὑμᾶς, ὅτι, ἐὰν καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τὴν ἐπίσημον τῆς καταγγελίας ταύτης οἱ συμπολῖταί μου οἱ πάσχοντες δὲν λάβωσι θεραπείαν, θὰ τὴν λάβωσι διὰ τῶν χειρῶν των. Βεβαίως τὰ καταθλιπτικὰ μέσα εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας βαθὺ τῆς ἐλευθερίας τὸ αἴσθημα καθιστῶσιν ἀνεκτὸν τὸν ζυγόν· ἀλλὰ σημειώσατε, ὅτι οἱ δημόται Κασθαναίας εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἀρειμανίων, οἵτινες εἰς ὅλας τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις ἔλαβον τὰ ὅπλα, οἵτινες ἐγκατέλειψαν τὰς ἑστίας των καὶ κατεστράφησαν διὰ ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν ἐπανάστασιν, μόλις δὲ ἀπὸ τοῦ 1881 ἤρχισαν νὰ θεμελιῶσι νέον οἶκον καὶ διὰ τῆς φιλοπονίας των ἀνέκτησαν τὰς περιουσίας, τὰς ὁποίας εἶχον χάσει κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1877· τοιοῦτοι ὅμως ὄντες, δὲν ἠγέρθησαν κατὰ τῆς ἀρχῆς, διότι δὲν θεωροῦσι ταύτην ξενικὴν τυραννίαν, ἀλλ’ ὑπέμειναν, διὰ νὰ ἐξαντλήσωσιν ὅλα τὰ νόμιμα μέσα, καὶ μοὶ γράφουσιν ὁριστικῶς: «ἀφοῦ δὲν ἐτύχομεν ἱκανοποιήσεως παρὰ τῆς Διοικήσεως καὶ παρὰ τῆς Δικαιοσύνης, ὑψώσατε τὴν φωνήν σας, καὶ ἂν δὲν εἰσακουσθῆτε, βεβαίως θὰ λάβωμεν τὰ δίκαια μόνοι μας.» Ἰδοὺ αἱ καταγγελλόμεναι πράξεις, κατὰ χρονολογικὴν σειράν. (Ἀναγινώσκει αὐτάς). Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι ἐπεδόθησαν μηνύσεις περὶ τῶν πράξεων τούτων, καὶ ὅτι ἐγένετο ἀναφορὰ τοῦ δημάρχου πρὸς τὸν νομάρχην ἀπὸ 7 καὶ 15 Φεβρουαρίου καὶ τρεῖς ὑπομνήσεις, καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν σᾶς εἶπε τώρα ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν!...
§71ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς λέγεται ὁ ἀστυνόμος αὐτός;
§72ΔΑΛΛΑΣ. Ὀδυσσεὺς Μπαλάρας ... Αὐτὰ συνέβησαν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν μοὶ γράφουσιν οἱ πολῖται, καὶ μοὶ γράφουσιν, ὅτι ἐξακολουθοῦν καὶ ἐξακολουθεῖ καὶ ὁ ἐρεθισμὸς τῶν κατοίκων. Αὐτά, ὡς εἶπον, ὑπεβλήθησαν ὅλα ἐπισήμως εἰς τὸν κ. νομάρχην Λαρίσσης δι’ ἐκτάκτου ἀπεσταλμένου πρὸ μηνὸς περίπου, καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ ὡς τάχιστα καὶ ζητήσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, καὶ ἂν πράγματι ἦναι διοικητικῶς βεβαιωμέναι αἱ παραβάσεις, διὰ τῶν ἐπισήμων ἀναφορῶν τοῦ δημάρχου, αἵτινες ἐγένοντο βεβαίως ὑπ’ εὐθύνην τοῦ δημάρχου καὶ ὅστις εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς ἐπισήμους ταύτας ἀναφορὰς, ὅτι ἐτελέσθησαν αἱ πράξεις αὗται, νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον, ἂν μή τι ἄλλο, νὰ σπεύσῃ (πειθόμενος εἰς τὰς ἀναφορὰς ταύτας τουλάχιστον) εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ σταθμάρχου αὐτοῦ, ἵνα προληφθῶσι συνέπειαι σοβαρώτεραι, καὶ πρὸς τούτοις τὸν παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ τὸν ἀστυνόμον τοῦτον εἰς ἰατρικὴν ἐξέτασιν, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν φρενῶν του. Θέλω δὲ ὑποβάλει καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου αὐτήν. Ἐὰν, Κύριοι, καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην ἐπίσημον ἀνακοίνωσιν δὲν ἐνεργήσῃ τι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπαναλαμβάνω αὖθις νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ πολῖται ἐκεῖνοι εἶναι ἱκανοὶ καὶ θέλουσιν ἀμυνθῆ περὶ τῶν ἱερωτέρων αὐτῶν δικαιωμάτων. Διότι ἀγνοῶ πῶς καὶ διὰ τίνος πολιτείας καὶ διὰ τίνων μέσων, ἀφοῦ κατωρθώθη νὰ ὑποδουλωθῶσιν οἱ ἐκλεκτοὶ πολῖται, οἱ δυνάμενοι νὰ ἀμυνθῶσι τῶν δικαιωμάτων, οἱ ὑψηλότερον σκεπτόμενοι καὶ ἐννοοῦντες, δὲν ἔμεινε στοιχεῖον ἑλληνικῶς σκεπτόμενον καὶ ἀνεξάρτητον, εἰμὴ τὸ στοιχεῖον τὸ κατοικοῦν τὰ ὑψηλὰ ὄρη, διότι μέχρι τῶν ὀρέων ἐκείνων δὲν ἔφθασεν ἡ διαφθορά, τὴν ὁποίαν σύστημα ὀργανωθὲν ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ ἐπιβληθὲν εἰσήγαγεν. Ἐὰν λοιπὸν ἐννοῆτε, ἀνεχόμενοι τὴν κατάστασιν ταύτην, νὰ ὑποδουλώσητε διὰ τῆς βίας καὶ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δὲν ἠδυνήθητε νὰ ὑποδουλώσητε διὰ τῆς διαφθορᾶς, σᾶς διαβεβαιοῦμεν ὅτι δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψωμεν.
§73ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸ σημείωμα αὐτό.
§74ΔΑΛΛΑΣ. Μάλιστα.
§75Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, οὔτε ἐν σχέσει πρὸς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει πρὸ ἡμερῶν, ἐὰν μὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μοὶ ἐχορήγει τὸ δικαίωμα νὰ λάβω τὸν λόγον· διότι αἱ ἐπαγγελίαι καὶ αἱ διαμαρτυρίαι αὐτοῦ μὲ ἀναγκάζουσι νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν διαμαρτυρόμενον, κοπτόμενον καὶ λέγοντα «διατὶ οἱ πολῖται δὲν ἀναφέρονται πρὸς ἐμέ, ὅταν συμβαίνωσι κατ’ αὐτῶν βιαιοπραγίαι; διατὶ δὲν καταγγέλλουσι ταύτας πρὸς ἐμὲ καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν;» Δι’ αὐτὸ καὶ μόνον λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ γεγονότων, δι’ ἐγγράφων αὐτῶν τῶν ὀργάνων του, ὅτι δὲν ἔχουσι τὴν τόλμην καὶ τὸ δικαίωμα οἱ πολῖται νὰ ἀναφέρωνται πρὸς τοὺς προϊσταμένους τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, διότι συλλαμβάνονται, φυλακίζονται καὶ τιμωροῦνται. Πρό τινων ἡμερῶν εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν σύλληψιν τὴν παράνομον τοῦ ἐξ Αἰγίνης Ζαφειρίου, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀστυνόμου, διὰ τοῦ ὁποίου συνωδεύετο ὁ δυστυχὴς Ζαφειρίου. Τῷ ὄντι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προσήγαγε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅπως μειώσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ἐφιλοτιμήθη νὰ ἀσχοληθῇ, καὶ ἀναδιφήσας τὸ ἀρχεῖόν του εὗρεν, ὅτι ὁ Ζαφειρίου αὐτὸς ἔχει καταγγελίας καὶ κατηγορίας, ὅτι ἔχει καταδίκας, καὶ ἀνέφερεν ὅτι κατηγορήθη ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου, ἀλλ’ ἠθωώθη, κατηγορήθη ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως, καὶ ἐτιμωρήθη εἰς βαθμὸν ἀδίκου ἐπιθέσεως, ὅτι κατεδικάσθη εἰς 14 ἢ 16 ἡμερῶν φυλάκισιν δι’ ἄλλας πράξεις ἐγκληματικὰς κλπ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Ζαφειρίου, πρόκειται περὶ τῆς πράξεως τοῦ ἀστυνόμου, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐρωτήσω καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τί ἔπραξαν μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτό; Ἰδού, Κύριοι, τί λέγει ὁ ἀστυνόμος ἐν τῷ ἐγγράφῳ του, ὁ συλλαβὼν καὶ ἀποστείλας τὸν Ζαφειρίου εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ὁ ἀστυνόμος ἔμαθεν, ὅτι ὁ Ζαφειρίου ἐνήργει κατ’ αὐτοῦ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ διότι ἔμαθε τοῦτο, ὁ ἀστυνόμος ἐνόμισε δικαίωμά του νὰ συλλάβῃ αὐτόν, νὰ κατάσχῃ τὴν ἀναφοράν, καὶ νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν ὡς κακουργήσαντα, ὡς συκοφάντην! (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀστυνόμου). Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχε δικαίωμα ὁ ἀστυνόμος διὰ πρᾶξιν τοιαύτην νὰ συλλάβῃ τὸν πολίτην; ἐνεχειρίσθη ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἀρχήν; εἶναι πρᾶξις αὕτη, ἥτις νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς συκοφαντία; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀποδίδῃ ἡ ἀστυνομία εἰς τοὺς πολίτας; Λέγω ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω, ὄχι διὰ νὰ θεραπεύσω τι, διότι δὲν ἐλπίζω κἀμμίαν θεραπείαν καὶ εἰς μάτην κατακρίνομεν τὰ τοιαῦτα ἡμεῖς, καὶ εἰς μάτην λαμβάνομεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι θὰ θεραπεύσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς βιαιοπραγίας κατὰ τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ ὁμιλῶ, ἵνα καταδείξω τίνα σημασίαν ἔχει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν: «διατὶ δὲν ἀναφέρονται πρὸς ἡμᾶς οἱ πολῖται;» Ἰδού, ἀναφέρονται, ἀλλὰ συλλαμβάνονται δι’ αὐτὸ καὶ φυλακίζονται· τί δὲ πράττουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν; Οὐδέν. Εἶναι δέκα ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἡ πρᾶξις αὐτή τοῦ ἀστυνόμου Λιγίνης, καὶ οὐδὲν ἐνηργήθη κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου.
§76ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ πολίτης αὐτὸς εἶναι φυλακισμένος ἤδη;
§77Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
§78ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν ἦναι φυλακισμένος, διαφέρει τὸ πρᾶγμα πολύ.
§79Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε.
§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὰ λέγει τὸ ἔγγραφον.
§81ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν λέγει αὐτὰ τὸ ἔγγραφον.
§82Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ λέγει.
§83ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δός μοι τὰ ἔγγραφα, παρακαλῶ, νὰ τὰ ἀναγνώσω· δός μοι τὸν φάκελλον, διὰ νὰ λάβω γνῶσιν καὶ ἐγὼ τῶν ἐγγράφων. (Ὁ κ. Ἀντωνόπουλος ἐγχειρίζει τῷ Ὑπουργῷ τὰ ἔγγραφα.)
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, κύριε Βουλευτά.
§85ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ μελετήσω τὰ ἔγγραφα.
§86Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐρώτησιν μόνον. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠμφισβήτησε καὶ ἀμφισβητεῖ, ὅτι ὁ συλληφθεὶς ἔχει πράξεις ἐγκληματικάς, διὰ τὰς ὁποίας διατελεῖ εἰς τὰς φυλακάς, τὸν ἐρωτῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ: ἂν τῷ ὄντι ἔκαμε πράξεις τοιαύτας, ἂν κατηγορῆται ἐπὶ συκοφαντίᾳ, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν συλλάβῃ ἄνευ ἐντάλματος;
§87ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§88Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου πρόκειται.
§89ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἁπλοῦν βλέμμα ἔῤῥιψα καὶ ἠμπορῶ νὰ ἀπαντήσω. Λέγει τὸ ἔγγραφον, ὅτι εἰς τὸν ἀστυνόμον παρεπονέθησαν πολῖται, ὅτι κατ’ αὐτῶν ὁ περὶ οὗ πρόκειται Ζαφειρίου διέπραξε τὸ ἀδίκημα τῆς παρανόμου βίας καὶ ἀπειλῆς, ἂν μὴ τῆς ἐκβιάσεως· περὶ τούτου δὲ ὑπάρχουσι τηλεγραφήματα ἐδῶ, ὡς βλέπω, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦσιν, ὅτι κατὰ τῶν ἀναφερομένων πολιτῶν ὁ Ζαφειρίου μετεχειρίσθη παράνομον βίαν καὶ ἀπειλήν, ὅπως τοὺς πείσῃ νὰ πράξωσί τι, ἢ παραλείψωσι. Γνωρίζετε τὸν ὁρισμὸν τοῦτον. Τοῦτο δὲ, κατὰ τὴν ῥητὴν καταγγελίαν τῶν πολιτῶν, ἀποτελεῖ ἓν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε...
§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τί νὰ πράξωσι;
§91ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ ὑπογράψωσιν εἰς ἀναφοράν. Αὐτὸ βλέπω. Βλέπω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἰσήχθη εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, καὶ μέχρις οὗ διαλευκανθῇ ὑπὸ ταύτης τὸ πρᾶγμα, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὁ συλληφθεὶς συνελήφθη δικαίως, διότι τοῦτο θὰ τὸ κρίνῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχή. Τὸν κ. Βουλευτὴν ἠρώτησα καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται εἶναι ἀκόμη φυλακισμένος· παρατηρῶ δὲ ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς τὰ ὑπέθετον. Διατί; Διότι, ἀφοῦ κατηγγέλθη δι’ ὡρισμένον ἀδίκημα, προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τιμωρούμενον εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, ἠδύνατο δι’ αὐτὸ τοῦτο καὶ νὰ προφυλακισθῇ, καθόσον, ὡς παρατηρῶ ἐν τοῖς εἰς χεῖράς μου ἐγγράφοις, ὁ Εἰσαγγελεὺς ὑπέβαλεν εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἀντίγραφα πολλῶν βουλευμάτων καὶ δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι ὁ κύριος οὗτος πολλὰς ἔσχε ληψοδοσίας μὲ τὴν Δικαιοσύνην, ὅτι πολλάκις δι’ ὁμοίας καὶ ἄλλας κατεδιώχθη πράξεις, ὅτι διῆλθε δὶς ἢ τρὶς τῆς αἰθούσης τοῦ Κακουργιοδικείου, ὅτι κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου πολλάκις εἰς φυλάκισιν; καὶ ὅτι τελευταίως κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Κακουργιοδικείου εἰς φυλάκισιν τεσσάρων καὶ ἡμίσεως ἐτῶν ἐπὶ ἀναιρέσει. Ταῦτα λοιπὸν προκύπτουσιν ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀναμφισβήτητα, προδιδόντα ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἐντιμότητα τοῦ προστατευομένου τῶν κκ. Βουλευτῶν Γόρτυνος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ δυνάμει τῆς ποινικῆς ἡμῶν νομοθεσίας ἀναμφισβήτητον δικαίωμα τῶν ἁρμοδίων δικαστικῶν ἀρχῶν νὰ προβῶσιν εἰς τὴν προφυλάκισιν τοῦ κατηγορουμένου, καίτοι εἰς βαθμὸν πλημμελήματος κατηγορουμένου. Ἀλλὰ ταῦτα ἐθεώρησαν καλὸν ν’ ἀποσιωπήσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, ἐλπίζοντες ἴσως, ὅτι προκαλούμενος ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως δὲν θὰ ἠδυνάμην προχείρως νὰ τὰ παρατηρήσω. Βλέπω λοιπὸν, ὅτι αὐτὸς τῷ ὄντι, φέρων πάντα ταῦτα τὰ διπλώματα, τὰς καταδικαστικὰς αὐτὰς ἀποφάσεις, κατηγορήθη ἐπὶ πλημμελήματι προβλεπομένῳ καὶ τιμωρουμένῳ ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐπὶ παρανόμῳ βίᾳ καὶ ἀπειλῇ, καὶ προεφυλακίσθη.
§92Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς συνελήφθη;
§93ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ διαπράττων παράνομον βίαν καὶ ἀπειλήν. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν δὲν ἠσχολήθητε εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, εἶσθε τόσον ἀδαὴς τῶν διατάξεων αὐτοῦ.
§94Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἔμαθε» λέγει.
§95ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι· τὸν συνέλαβεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ διαπράττοντα τὸ ἀδίκημα τῆς παρανόμου βίας καὶ ἀπειλῆς. Τὸν συνέλαβε καὶ τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν παράνομον πρᾶξιν τὸν προεφυλάκισε. Τί ζητεῖτε λοιπὸν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν; Τί θέλετε νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργός, ὅταν πληροφορῆται, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ συλλαμβάνει, ἐνεργεῖ ἀνακρίσεις καὶ φυλακίζει τοῦτον διὰ τὴν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀστυνόμος τὸν συνέλαβε καὶ τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα; Ἀλλὰ δὲν εἶχε, λέγουσι, τὸ δικαίωμα νὰ τὸν συλλάβῃ. Δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ καὶ πᾶσα ἀνακριτικὴ ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅταν συλλαμβάνῃ τινὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικοῦντα, παραβιάζοντα τὸν νόμον, νὰ τὸν συλλάβῃ καὶ τὸν ἀποστείλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα; Τοῦτο ἐγένετο. Τὸν συνέλαβε καὶ τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἂν συνελαμβάνετο παρανόμως, θὰ εἴχετε ὑπὲρ ὑμῶν τὴν γνώμην τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς· ἀλλὰ τὴν γνώμην τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς τὴν ἔχετε καθ’ ὑμῶν, διότι ἐπὶ τῷ ἀδικήματι, διὰ τὸ ὁποῖον τὸν συνέλαβεν ὁ ἀστυνόμος ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς τὸν προεφυλάκισαν. Λοιπὸν, παρακαλῶ, ὅταν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἀνεμίχθη εἰς τὰ τῆς ὑποθέσεως, ὅταν ὅσον οὔπω πρόκηται νὰ ἐκδώσῃ αὕτη τὴν ἀπόφασίν της, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωμεν, «τί ἐνήργησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν», εἰς τοῦ ὁποίου πλέον τὴν ἁρμοδιότητα οὐδὲν ἔμεινε νὰ ἐνεργήσῃ, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ τῆς ἐνεργείας τοῦ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου; Τί θέλετε νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως, πρὶν ἢ ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα, ἵνα βεβαιωθῇ ἐκ τούτου ἂν παρανόμως οὗτος συνελήφθη, ἢ ἂν συνελήφθη δικαίως, καὶ ἂν συμβῇ μάλιστα νὰ παραπεμφθῇ ὁ συλληφθεὶς διὰ βουλεύματος ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου, πρὶν ἢ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν της ἡ δικαστικὴ ἀρχή; Πῶς θέλετε νὰ θεωρήσω ἐγὼ τὴν πρᾶξιν τοῦ ἀστυνόμου παράνομον, ἀφοῦ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐθεώρησε ταύτην νόμιμον; Δυνατὸν ἡ πρᾶξις νὰ μὴ ἦναι νόμιμος· ἐθεωρήθη ὅμως προσωρινῶς ἤδη νόμιμος ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ πρόκειται νὰ ἐξελεγχθῇ βραδύτερον ὁριστικῶς ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, ἂν ὀρθῶς ἢ μὴ ἐθεωρήθη ὡς τοιαύτη. Τοῦτο θέλει κανονίσει ἡ ἔκδοσις τοῦ βουλεύματος. Πρὸ τούτου δὲ οὐδεμίαν ἐγὼ δύναμαι νὰ ἐνεργήσω καταδίωξιν τοῦ ἀστυνόμου, διότι ἡ καταδίωξις αὕτη ἤρτηται ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ὅταν λοιπὸν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, κύριε Βουλευτὰ, κακῶς πράττετε, ἀπευθύνοντες παράπονα κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς μὴ ἐκπληρώσαντος τὸ καθῆκόν του ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως (ἀναγινώσκει): «Ἐκ πληροφοριῶν δὲ (λέγει ὁ Εἰσαγγελεὺς) ἃς ἡ ὑπηρεσία ἔχει, ὁ περὶ οὗ πρόκειται, πλὴν τῶν ἄλλων, συνελήφθη καὶ ὡς λωποδύτης, καθόσον ἄλλοτε εἶχεν ἁρπάσει τὸ ὡρολόγιον τοῦ κ. Σωτηροπούλου.»
§96Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι συκοφαντία αὐτό! Δὲν εἶναι αὐτός.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι μία πραγματικὴ πλάνη τοῦ Εἰσαγγελέως, ἧς δὲν ἔπρεπε νὰ κάμητε χρῆσιν. Ἐπικαλεῖσθε πραγματικὴν πλάνην, δυσφημοῦντες ἕνα ἄνθρωπον. Ὁ Ζαφειρίου, περὶ τοῦ ὁποίου γράφει ὁ Εἰσαγγελεὺς, κατάγεται ἐκ Σπετσῶν, ὁ δὲ περὶ οὗ πρόκειται εἶναι ἐξ Αἰγίνης· εἶναι πρόσωπον ἔντιμον.
§98Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει οἰκογένεια Ζαφειρίου ἐν Σπέτσαις. Ὁ Ζαφειρίου οὗτος εἶναι γνωστὸς παντοῦ· ἔγεινεν ἐξόριστος ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτός.
§100Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸς εἶναι.
§101ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ βλέπω ὅ,τι γράφει ὁ Εἰσαγγελεύς. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως ὅλων τούτων, εἶπον ὅτι ὁ Ζαφειρίου συνελήφθη δι’ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, διὰ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἔκρινεν ὡς ἀξίαν καταδιώξεως, καὶ διὰ τὴν πρᾶξίν του ταύτην προεφυλακίσθη ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μετὰ τὴν προφυλάκισιν ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, οὐδὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, πρὶν ἢ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἀποφανθῇ, ἂν νομίμως ἢ παρανόμως συνελήφθη.
§102Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς δεξιώτατος ὑπερασπιστής, κατώρθωσε νὰ διαστρέψῃ τὰ πράγματα, νὰ μεταβάλῃ αὐτὰ καὶ νὰ παραστήσῃ οὐδὲν ὀλιγώτερον ἢ ὅτι ὁ Ζαφειρίου αὐτὸς εἶναι ὁ κακοῦργος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ διαταράξῃ τὴν τάξιν, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ φόβητρον τῆς κοινωνίας, καὶ δικαιοῦνται καὶ ἀρχὴ καὶ δικαιοσύνη νὰ τιμωρήσωσι, νὰ κατακρατήσωσιν αὐτὸν ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἀνέμιξε τὸ ὄνομα Ζαφειρίου, διότι ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, δὲν ἠξεύρω πόθεν, ἔμαθε τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὑπάρχει τις Ζαφειρίου, — τὸ ὁποῖον ἔμαθον καὶ ἐγὼ, — καταγόμενος εἴτε ἐκ Σπετσῶν, εἴτε ἐκ Σύρου, νομίζω, ὁ ὁποῖος τῷ ὄντι ἦτο εἰς Ἀλεξάνδρειαν, καὶ ἠθέλησαν νὰ ὠφεληθῶσι τοῦ ὀνόματος καὶ νὰ ἀποδώσουν ὅτι ἀνήκει εἰς αὐτὸν, ἐνῷ, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ Ζαφειρίου εἶναι γνωστὸς εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν Ἀθηνῶν, εἶναι γνωστὸς ἐν Αἰγίνῃ, εἶναι ἄνθρωπος εὔπορος, πολὺ εὔπορος, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ αὐτό. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐπλανήθη, καὶ ἐπλανήθη οὐσιωδῶς.
§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ δεξιῶν). Εἶναι ἡ φωτογραφία.
§104Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ὡς μὴ ὤφειλεν, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, ἐνῷ παρεκλήθη νὰ ὑποβάλῃ μόνον τὸ ἔγγραφον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ Ζαφειρίου... (Θόρυβος).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, ἡσυχίαν, νὰ ἀκούσωμεν τέλος πάντων. Πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτης ὑποθέσεως!
§106Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ σπουδαίας ὑποθέσεως, διότι δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ κἀμμία θεραπεία, ἀλλὰ γίνεται συζήτησις, διότι ὀφείλομεν νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διεβιβάσθησαν, συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἀνεγνώσθησαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔχει πληροφορίαν θετικὴν, δὲν γνωρίζει τὸν ἄνθρωπον. Τοῦτο μόνον θέλομεν νὰ ἀναπτύξωμεν, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται Ζαφειρίου δὲν εἶναι ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδικαιολόγησε τὸν ἀστυνόμον, διότι συνέλαβε τὸν Ζαφειρίου ἐπ’ αὐτοφώρῳ, λέγει, διαπράττοντα τὸ ἔγκλημα τῆς συκοφαντίας. Ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις καὶ νομικὸς τυγχάνει ἐκ τῶν ἀρίστων, εἶναι ἔγκλημα τάχα, ὅταν τις ἀναφέρηται; ὅταν ποιῇ μήνυσιν πράξεως δι’ ἀναφορᾶς; Ἐγκληματεῖ κατὰ τοῦτο; Ὑβρίζει τὸν ἄλλον; Νομίζω ὅτι εἶναι ἔγκλημα νὰ λέγωνται τοιαῦτα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ὅταν τις ἀναφέρηται, ἔστω καὶ ἀποδίδων πρᾶξίν τινα εἴς τινα, ὅτι αὐτὸς κακουργεῖ, συκοφαντεῖ, ἐξυβρίζει. Ἀλλ’ ἔτι πλέον. Δὲν λέγει τοῦτο ὁ κ. ἀστυνόμος. Ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν τὸν συνέλαβεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἀλλ’ ὅτι ἔμαθεν ὅτι συνέλεγε πληροφορίας, ὅτι ἐξεβίαζε, καὶ τότε ἔσπευσε νὰ συλλάβῃ αὐτὸν, νὰ ἐρευνήσῃ εἰς τὰ θυλάκιά του καὶ νὰ λάβῃ τὴν ἀναφοράν. Αὐτὸ δὲν λέγεται ἐπ’ αὐτοφώρῳ πρᾶξις· εἶναι πρᾶξις παράνομος, καὶ τὴν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ.
§107ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε Ἀντωνόπουλε, ἡ φωτογραφία;
§108ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἂν τῷ ὄντι ἔπραξεν ἔγκλημα ἢ οὒ, εἶναι ἔργον τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, εἶναι τὸ τί ἔπραξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀστυνόμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος παρέβη καθαρῶς τὸ καθῆκόν του, ὁ ὁποῖος προφανῶς ὑπέπεσεν εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν. Ταῦτα πάντα ἀπέφυγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ἂς ὁμολογήσῃ ἡ Βουλὴ, ἂς ὁμολογήσῃ ἐκεῖνος ὅστις γνωρίζει ὅτι τοιαῦτα διαπράττονται παρὰ τῶν ἀστυνομικῶν, ἂν ἠδύνατο ὁ ἀστυνόμος, πληροφορηθεὶς πρᾶξιν τοιαύτην, νὰ προβῇ εἰς τὴν σύλληψιν. Καὶ ἐν τούτοις προέβη, τὸν συνέλαβε, τὸν ἐτιμώρησε, τὸν ἐφυλάκισε, καὶ αὐτὸς μένει ἐν Αἰγίνῃ ἀκόμη ἀξιωματικός!
§109ΛΑΜΠΡΟΣ. Ὁ Ζαφειρίου αὐτὸς εἶναι ὁ καταδικασθεὶς ἐπὶ ἀναιρέσει;
§110ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηγορήθη ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου καὶ ἠθωώθη, κατηγορήθη ἐπὶ ἀναιρέσει καὶ ἐτιμωρήθη εἰς βαθμὸν ἀδίκου ἐπιθέσεως, κατηγορήθη ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως καὶ κατεδικάσθη εἰς τριῶν μηνῶν φυλάκισιν, κατηγορήθη ἐπὶ ἀναιρέσει καὶ κατεδικάσθη εἰς 4½ ἐτῶν φυλάκισιν. Τίνα σχέσιν ἔχουν αὐτά;
§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (δεξιόθεν). Ἔχουν σχέσιν.
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὁμιλοῦσιν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων. Ἀκούουσι περὶ φωτογραφιῶν, καὶ πιστεύουσιν ὅτι πρόκειται περὶ κακούργου, διότι οὕτω παρέστησε τὰ πράγματα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν! Ὁ κ. Ζαφειρίου, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν εἶναι ὁ Ζαφειρίου, τὸν ὁποῖον παριστᾷ ὁ Εἰσαγγελεύς. Ὁ Ζαφειρίου, περὶ τοῦ ὁποίου ἀναφέρει ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ τοῦ ὁποίου διηγεῖται τὸν βίον, εἶναι ἐκ Σπετσῶν, εἶναι ἄλλος πολίτης. Ἐνδέχεται ὅσα γράφει περὶ αὐτοῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἦναι ἀληθῆ. Ἀλλ’ ὁ Ζαφειρίου, περὶ οὗ πρόκειται, ἦτο μαθητὴς τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου τῶν Εὐελπίδων, συμμαθητὰς εἶχεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο τώρα ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ, πρὸ δεκαετίας συνεζεύχθη μετὰ τῆς ἀδελφῆς τοῦ κ. Λαμπαδαρίου, εἶναι δὲ κάτοικος Αἰγίνης. Τί λέγετε περὶ φωτογραφιῶν, κύριε Ὑπουργέ; Εἴδετε ὑμεῖς κἀμμίαν φωτογραφίαν;
§113ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι.
§114ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν τί ἐπικαλεῖσθε;
§115ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως ἀναφέρει.
§116ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο...
§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῦ εἶναι ὁ φάκελλος;
§118ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐδῶ εἶναι... Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἂν συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ὁ ἀστυνόμος ἐνήργησε νομίμως. Ἀλλὰ δὲν συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἑπομένως δὲν συνελήφθη νομίμως, ὁ δὲ ἀστυνόμος, πλὴν τῆς παρανόμου συλλήψεως, μετῆλθε καὶ βιαιοπραγίας, διότι ἔδεσεν αὐτόν, ἐκτύπησεν αὐτὸν διὰ τοῦ ὅπλου, καὶ ἐκάκωσεν αὐτὸν, βιαιοπραγήσας. Ἀλλὰ συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ; Τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα δὲν τὸ βεβαιοῦσι, καὶ ἀπορῶ, πόθεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπορίσθη τὴν πληροφορίαν, ὅτι συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Δὲν ἔχετε ἄλλο ἔγγραφον, κύριε Ὑπουργέ, εἰμὴ τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ πολίτης αὐτὸς ἀπεστάλη εἰς Ἀθήνας ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ ἀστυνόμου ἀναφέρει, ὅτι ἀπέστελλε τὸν κ. Ζαφειρίου, τὸν ὁποῖον εἶχε συλλάβει. Ἀλλὰ διὰ ποίαν αἰτίαν εἶχε συλλάβει αὐτόν; Ποῖον ἔγκλημα εἶχε πράξει; Ποῖος εἶχε καταγγείλει αὐτόν; Ἔπραξε τὸ ἔγκλημα καὶ συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ; Ἄλλως, πῶς συνέλαβεν αὐτὸν, καὶ ἂν εἶχε τυχὸν καταγγελθῆ ὑπό τινος; Συνέλαβεν αὐτὸν δυνάμει ἐντάλματος συλλήψεως; Ἐκπλήσσομαι ἀκούων Ὑπουργοὺς μετὰ τοσούτου θάῤῥους λέγοντας πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι διεπράχθησαν ὅσα οἱ νόμοι ἀπαγορεύουσι, καὶ οὐ μόνον ἀπαγορεύουσιν, ἀλλὰ καὶ τιμωροῦσι. Καὶ ἀντὶ νὰ ἀπολογῶνται, ἀντὶ νὰ προσπαθῶσι νὰ συγκαλύψωσι τὴν ἀξιοκατάκριτον ἐνοχήν των, λέγουν ὅσα ἠκούσατε. Ὁ ἀνακριτὴς ἐξέδωκεν ἀληθῶς ἔνταλμα φυλακίσεως καὶ δυνάμει αὐτοῦ ἐκράτησεν αὐτὸν ἐν τῇ φυλακῇ, ἀλλ’ ἡ πρᾶξις τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος φυλακίσεως ἢ συλλήψεως δὲν εἶναι πρᾶξις ἀναγομένη εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρᾶξις διοικήσεως, πρᾶξις προληπτικὴ τῆς καταδιωκούσης ἀρχῆς, ἑπομένως ὑπόκειται εἰς ἐξέτασιν καὶ ἐπίκρισιν. Ἡ πρᾶξις δ’ αὕτη δὲν ἦτο ἐκδεδομένη ὅταν ὁ ἀστυνόμος Αἰγίνης συνελάμβανε καὶ ἔδενε τὸν πολίτην, διότι ἐξεδόθη ἀφοῦ ὁ συλληφθεὶς ἀπήχθη δεδεμένος εἰς Ἀθήνας. Καὶ ἐξεδόθη ἔνταλμα φυλακίσεως δι’ ἔγκλημα συκοφαντίας, ἐνῷ αἱ ἀναφοραὶ, δι’ ὧν συνετελεῖτο ἡ συκοφαντία, ἐφυλάσσοντο ἔτι ἐν τοῖς θυλακίοις τοῦ κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντίᾳ, δὲν εἶχον δημοσιευθῆ, ἀλλὰ κατεσχέθησαν ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου ἐν ταῖς χερσὶ τῶν καθ’ ὧν ἡ κατηγορία. Αἱ ἀναφοραὶ δὲν εἶχον δοθῆ εἴς τινα ἀρχὴν, δὲν εἶχε γείνῃ χρῆσις αὐτῶν. Καὶ ἐξεδόθη ἔνταλμα προφυλακίσεως ἐπὶ ἐκβιάσει, ἐνῷ ἐκ τῶν 300 πολιτῶν, οἵτινές εἰσιν ὑπογεγραμμένοι ὑπὸ τὰς ἀναφορὰς, δύο μόνον ἰσχυρίσθησαν ὅτι ἐξεβιάσθησαν, καὶ αὐτοὶ, ἐλθόντες εἶτα ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, ἀνέφερον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἐξεβίασεν αὐτοὺς ὁ κ. Ζαφειρίου, ἵνα ὑπογράψωσιν, ἀλλ’ ἐξεβίασεν αὐτοὺς ὁ ἀστυνόμος, ἵνα καταγγείλωσι τὸν Ζαφειρίου ἐπὶ ἐκβιάσει. Αὐτά εἰσι γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξακριβώσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἀλλὰ ζήτημα σήμερον εἶναι, ἂν συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ ὄχι. Πόθεν τὸ ἐπορίσθητε, ὅτι συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ; Ἂν δὲ δὲν συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ, πῶς συνελήφθη καὶ ἀπήχθη; Πῶς ἐδάρη καὶ ἐκακοποιήθη; Τοιαύτη διαγωγὴ τοῦ ἀστυνόμου εἶναι ἀξία ἐξετάσεως, καὶ ἡ ἐξέτασις αὕτη ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς. Δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι δὲν ἔχετε ἀφορμὴν νὰ ἐνεργήσητε ἐξέτασιν, ὡς εἴπετε· διότι ἔχετε ἀφορμὴν καὶ ὠφείλετε νὰ ἐνεργήσητε ἐξέτασιν. Συνελήφθη λοιπὸν ἐπ’ αὐτοφώρῳ; Ἂν δὲν συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ, πῶς συνελήφθη; Καὶ ἀφοῦ συνελήφθη, διατὶ ἐδάρη καὶ ἐκακοποιήθη; Ἀλλὰ αὐτὸς πρὸς τοῖς ἄλλοις εἶχε καὶ ἐπιστολὴν γεγραμμένην πρός με ἐν τῷ θυλακίῳ αὐτοῦ, καὶ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην κατέσχεν ὁ ἀστυνόμος, καὶ ἐναντίον τοῦ Συντάγματος τὴν ἀπεσφράγισε καὶ τὴν ἔσχισεν! Εἴμεθα ἐν συνταγματικῇ Πολιτείᾳ; Ποῦ εἶναι τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν; Ποῦ εἶναι ἡ ἀσφάλεια τῶν ἐπιστολῶν; Διότι δύο εἶπον, ὅτι τοὺς ἐξεβίασε καὶ ὑπέγραψαν ἀναφορὰν, τῆς ὁποίας οὐδεμία εἶχε γενῆ χρῆσις, δι’ αὐτὸ εἶχεν ὁ ἀστυνόμος δικαίωμα νὰ ἀναζητήσῃ καὶ ἀνεύρῃ ἐπιστολὰς εἰς τὰ θυλάκια τοῦ κ. Ζαφειρίου, καὶ νὰ ἀνοίξῃ αὐτὰς καὶ νὰ ξεσχίσῃ αὐτάς;
§119ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος ὀφείλω βεβαίως μίαν ἀπάντησιν. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἤδη προσέθεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς παραβάσεις ἄλλας τοῦ ἀστυνόμου, περὶ ὧν οὐδεμία ἐδόθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καταγγελία. Προσέθεσε λοιπὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶπε τελευταίως, ὅτι κατεσχέθησαν ἐπιστολαί ...
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιστολαὶ πρὸς ἐμέ.
§121ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρὸς ὑμᾶς. Πρὸς οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦσαν, ἀλλὰ πρὸς ὑμᾶς κατὰ μείζονα λόγον.
§122ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ αὕτη ἔφερε 250 ὑπογραφάς.
§123ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνταῦθα. Πρόκειται περὶ τῆς παρανόμου συλλήψεως τοῦ Ζαφειρίου. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ περὶ τούτου ἡ συζήτησις. Εἶπον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος προηγουμένως, — καὶ θὰ ἦτο ἴσως περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος δὲν παρετήρει εἰς ἐμὲ πόθεν ἐξάγω τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ,—ὅτι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἐγγράφου, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, σαφέστατα ἐξάγεται τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ· διότι δὲν γνωρίζω τίνα θεωρίαν ἀποδέχεται περὶ τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ ἀναγράφεται, ὅτι ἐπ’ αὐτοφώρῳ θεωρεῖται ἡ πρᾶξις οὐχὶ μόνον καθ’ ἣν στιγμὴν τελεῖται, ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀκόμη καὶ διὰ κραυγῆς καταδιώκεται καὶ ἀρτίως ἐξετελέσθη...
§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ δημοσίου κραυγῆς.
§125ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διὰ δημοσίου κραυγῆς κύριε συνάδελφε... Ἐν τῷ ἐγγράφῳ δὲ τί πιστοποιεῖται; Ὅτι παραπονέθησαν εἰς τὸν ἀστυνόμον πολῖται, ὅτι ὁ Ζαφειρίου ἐξεβίασεν αὐτοὺς, μεταχειρισθεὶς κατ’ αὐτῶν παράνομον βίαν καὶ ἀπειλὴν, ἵνα τοὺς ἐξαναγκάσῃ νὰ ὑπογράψωσιν εἰς τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀναφοράν. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, νομίμως συνελήφθη, διότι ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐξετέλει πρᾶξιν τιμωρουμένην ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἂν ὅμως τὰ πράγματα ἔμενον ἕως ἐδῶ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν εἰς αὐτὸν ἀπηυθύνετο ὁ ἀδικηθεὶς, θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἂν νομίμως ἐνήργησεν ὁ ἀστυνόμος, συλλαβὼν ὡς δῆθεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ διαπράττοντα ἀδίκημα τὸν Ζαφειρίου. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν περιωρίσθη ἕως ἐδῶ. Μετὰ τὴν σύλληψιν αὐτοῦ ἀναμιγνύεται ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, καὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἔρχεται νὰ κυρώσῃ διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, τῆς ἀνεξελέγκτου ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τῆς διοικήσεως, ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ διὰ πράξεως ἀνεξελέγκτου, ὡς εἶπον, κυροῖ τὴν πρᾶξιν τοῦ ἀστυνόμου. Ἐνταῦθα σταματᾷ πᾶσα ἡ ἐνέργεια τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, διότι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐπελήφθη καὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἂν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἀποφανθῇ, ὅτι κακῶς ἐνήργησεν ὁ ἀστυνόμος, ἔρχεται πλέον τὸ στάδιον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἵνα λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα κατὰ τοῦ παραβιάσαντος τὸ καθῆκον αὐτοῦ ἀστυνόμου. Ἀλλ’ ὅταν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ παρατηρῇ, ὅτι τὴν πρᾶξιν τοῦ ἀστυνόμου κυροῖ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, ὅτι ὁ κατηγορούμενος φέρει εἰς τὴν ῥάχιν αὐτοῦ πάντα ἐκεῖνα τὰ διπλώματα, τὰ ὁποῖα περιελήφθησαν ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀσχέτως πρὸς τὸ ἂν ὀνομάζηται ἢ δὲν ὀνομάζηται λωποδύτης καὶ ἂν ᾖναι ἢ δὲν ᾖναι αὐτός, ἀνεξαρτήτως τούτου, παρίσταται ὡς ἄνθρωπος ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, ὡς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον παράνομον βίαν καὶ ἀπειλὴν ἠδύνατο νὰ διαπράξῃ, ἀλλὰ καὶ παντὸς εἴδους ἐκβίασιν κατὰ πάντων, διότι κατηγορήθη τετράκις ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν ἐπὶ ἀναιρέσει καὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως, τρὶς καταδικασθείς...
§126Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτός.
§127ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ βεβαιῶ ἐγώ, ὅστις τὸν γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ καταδικασθεὶς εἰς 15 ἡμερῶν φυλάκισιν, τὸ βεβαιῶ ἐγώ· ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ καταδικασθεὶς δὲν ἠξεύρω εἰς πόσων μηνῶν φυλάκισιν, τὸ βεβαιῶ ἐγώ, διότι τὸ γνωρίζω ἐκ τῆς ἰδίας ἀντιλήψεώς μου· ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ κατηγορηθεὶς καὶ ὁ ἀθωωθεὶς, τὸ γνωρίζω ἐγώ. Λοιπὸν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος φέρει τέσσαρας καταδικαστικὰς ἀποφάσεις εἰς τὴν ῥάχιν του, ὁ ὁποῖος πεντάκις διῆλθε τοῦ Κακουργιοδικείου· καὶ ἀξιοῦτε σεῖς, ἵνα ἡ ἀνωτάτη διοικητικὴ ἀρχὴ, ἡ ἀνωτάτη ἀστυνομία, μὴ θεωρῇ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ὡς ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν! Καὶ ὅταν βλέπῃ, ὅτι συλλαμβάνεται ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ τελέσας ἀδίκημα, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ τὴν προκατάληψιν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁ τοσάκις ἀναδειχθεὶς ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν οὐδαμῶς εἶναι ἀπίθανον, ὅτι καὶ εἰς τὸ νέον ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται, ὑπέπεσε· ταῦτα δὲ πάντα μέχρις οὗ ἡ ἀρχὴ ἡ ἁρμοδία βεβαιώσῃ, ὅτι ἡ προκατάληψις αὕτη τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς δὲν ἦτο ἀκριβὴς, ἵνα ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ὡς ἀστυνομικὴ ἀρχὴ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της τοιαῦτα προηγούμενα, τοιαύτας περγαμηνὰς τοῦ συλληφθέντος, καὶ πληροφορουμένη ὅτι οὗτος συνελήφθη ὡς τελῶν ἀδίκημα ἐπ’ αὐτοφώρῳ κατὰ πολιτῶν, οὐδὲν εἶχε καθῆκον νὰ ἐνεργήσῃ, διότι πάντα τὰ τεκμήρια ἦσαν κατ’ αὐτοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἔρχεται νὰ κυρώσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀστυνομίας, πρὶν ἢ δ’ ἀποφανθῇ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, ἡ διοικητικὴ οὐδὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ. Ταῦτα λέγω, ἵνα καταδείξω, ὅτι ἀδίκως ἐμέμφθησαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς μὴ μεριμνήσαντος νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ τῆς πράξεως τοῦ ἀστυνόμου· διότι τότε μόνον θὰ ὑποχρεωθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς πράξεως τοῦ ἀστυνόμου, ὅταν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἀποφανθῇ κατὰ τῆς πράξεως ταύτης.
§128Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος πάντων, δὲν ἀφίνετε; Εἶναι 8½ ἡ ὥρα! (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
§130Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις... Δὲν ἀντιλέγω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τουτέστιν ἡ Διοίκησις τότε μόνον θὰ ἔλθῃ τιμωρός, ὅταν ἡ Δικαιοσύνη ἀποφανθῇ, ἂν τῷ ὄντι τὸ κατηγορηθὲν πρόσωπον ἦναι ἔνοχον τῆς ἀποδιδομένης πράξεως, ἀλλὰ λέγω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἡ Δικαιοσύνη θὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἔνοχος ὁ κατηγορούμενος, δὲν ἐξαρτᾶται πλέον ἀπ’ αὐτὸν, διότι ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῶν χειρῶν αὐτοῦ καὶ τίθεται εἰς τὰς φυλακάς. Δὲν λέγω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει ἀδιακρίτως νὰ τιμωρῇ, ὅταν δὲν ἔχῃ ἀποδείξεις τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἰς τὰς προφανεῖς πράξεις, οἵα ἡ προκειμένη, ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ τιμωρήσῃ τὸν ὑπάλληλον αὐτόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξηκολούθησε λέγων, ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἀπορῶ, πῶς ἔρχεται εἰς τὴν συνείδησίν του νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὸ, ἐνῷ ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ ἀστυνόμου λέγεται ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον. Ὅταν ὁ ἀστυνόμος λέγῃ, ὅτι «ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ συλληφθεὶς ἐνήργει κατ’ ἐμοῦ ἀναφορὰν», πληροφορηθεὶς δὲ, συνέλαβεν αὐτὸν καὶ τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὰς φυλακὰς, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔρχεται νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἐπ’ αὐτοφώρῳ συνελήφθη, διότι ἦτο δημοσία κραυγή. Ἀλλ’ ἐννοοῦμεν, κύριε Ὑπουργέ, πότε εἶναι δημοσία κραυγή, πότε δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ ἔγκλημα ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ· ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου δὲν ἠδύνασθε νὰ προβάλητε τοιαύτην κραυγὴν, εἰμὴ μόνον διὰ νὰ καλύψητε παρανομίας ἄλλων, ἢ διὰ νὰ καλύψητε παραλείψεις ὑμῶν ἀσυγγνώστους κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§131ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω τίς εἶναι ὁ Ζαφειρίου, καὶ κατὰ πόσον τὰ βουλεύματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ Εἰσαγγελεὺς, τὸν ἀφορῶσιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διαβλέπω εἰς τὴν ὅλην ἐνέργειαν τῶν ἀρχῶν εἶναι, ὅτι κατεβλήθη πᾶσα προσπάθεια, ὅπως καλυφθῇ ἡ ἀλήθεια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τοιαύτην δικογραφίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξελέγξῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ὡς ἀποδεικνύουσαν προσπάθειαν, ὅπως καλυφθῇ ἔκθεσμος ἐνέργεια τῶν ἀρχῶν. Διότι ποῖον εἶναι τὸ ἔγκλημα τὸ φοβερὸν, τὸ ὁποῖον κατήγγειλαν κατ’ αὐτοῦ τοῦ Ζαφειρίου; Συνετάχθη μία ἀναφορὰ κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Αἰγίνης, καὶ καταγγέλλεται ὁ Ζαφειρίου, ὅτι εἰς τὴν ἀναφορὰν ταύτην περιέλαβεν ὑπογραφὰς ἀνθρώπων μὴ ὑπογραψάντων ἢ ἐξαναγκασθέντων εἰς τὸ νὰ ὑπογράψωσιν αὐτήν. Ὅλα ταῦτα δύνανται ν’ ἀποδείξωσι προπαρασκευὴν δι’ ἀθέμιτον πρᾶξιν, ἡ ὁποία δύναται καὶ νὰ μὴ ἦναι ἀθέμιτος, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τὸν ἀστυνόμον νὰ προβῇ εἰς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον προέβη, δηλ. ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ὅτι ὁ Ζαφειρίου ἔκαμε χρῆσιν πλαστῶν ὑπογραφῶν, ὅτι αὐτὸς ὑπεχρέωσε διὰ τῆς βίας ἄλλους πολίτας νὰ ὑπογράψωσι, νὰ προβῇ εἰς κατάσχεσιν τῆς ἀναφορᾶς. Δὲν βλέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι εἰς αὐτὸ κυρίως ἀπέβλεπεν ὁ ἀστυνόμος, πῶς δηλ. νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐπίδοσιν τῆς ἀναφορᾶς καὶ ν’ ἀποδείξῃ ὁ ἀστυνόμος, ὅτι συκοφαντικὴ ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια ἐκ μέρους τοῦ Ζαφειρίου; Τὴν πρὸς τοῦτο ἐνέργειάν του βλέπω εἰς ὅλην τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Εἶναι παράδοξον, πῶς πολῖται τὸ πρῶτον ἤδη μανθάνουν, ὅτι κατεσχέθη τοιαύτη ἀναφορὰ, φέρουσα τὰς ὑπογραφάς των, καὶ πῶς προέβησαν εἰς σύνταξιν τηλεγραφικῆς καταγγελίας, τὴν ὁποίαν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐθεώρησε τόσῳ σπουδαίαν, ὥστε διέταξεν ἀνάκρισιν· παραδόξως δὲ, ἄλλοι πολῖται ἀναφέρονται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ βεβαιοῦσιν, ὅτι πλαστῶς περιελήφθη ἡ ὑπογραφή των εἰς τὴν κατασχεθεῖσαν ἀναφοράν. Πόθεν γνωρίζουσιν αὐτοὶ οἱ πολῖται, ὅτι αἱ ὑπογραφαί των εἶχον πλαστογραφηθῆ; πῶς οἱ ἐκβιασθέντες νὰ ὑπογράψουν μίαν ἀναφορὰν σπεύδουν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως καταγγείλωσιν αὐτήν; Ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύουσι πλεκτάνην, ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ ἐν Αἰγίνῃ δὲν ἐνήσκησε καθήκοντα, καὶ ὅτι προσεπάθησε νὰ ἐκδικηθῇ ἴδια πάθη, καὶ τοῦτο μέχρι διεκτραγῳδήσεως ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Δὲν ὑπάρχει ἓν ἔγγραφον ἐν τῇ δικογραφίᾳ, τὴν ὁποίαν προσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ διαψεύσῃ τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν τῆς ὑποθέσεως. Ὅταν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἀμερόληπτος, δημιουργῇ μίαν πλεκτάνην καὶ τὴν ὑποβάλλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅστις πάλιν, ἀντὶ νὰ σπεύσῃ εἰς τὸ νὰ καταῤῥίψῃ ταύτην, ἔρχεται διὰ νέου ἐγγράφου καὶ τὴν τελειοποιεῖ, μοὶ γεννᾶται ἡ ὑπόνοια, ὅτι καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς ἀπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἀνεχώρησεν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἀστυνόμος. Πρόκειται νὰ διαψευσθῶσι παράπονα, τὰ ὁποῖα διετυπώθησαν· ἀλλὰ τοιαῦτα ἐνεργοῦσαι αἱ ἀρχαί, ἀπέβαλον τὴν ἰδιότητά των ταύτην, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῶσι θεωρούμεναι παρὰ τῶν πολιτῶν ὡς ἐχέγγυα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας· ἐκπίπτουσιν εἰς τὰ ὄμματα τῶν πολιτῶν, καὶ καταῤῥίπτουσι τὸ γόητρον τῆς ἀρχῆς. Εἰς αὐτὰ ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψωσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ ζήτημα τοῦ Ζαφειρίου, ἀλλ’ ἔχει σημασίαν, ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἐξουσία ἔρχεται νὰ καλύψῃ πλεκτάνην βρωμεράν.
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ χθὲς ἐζήτησα πληροφορίας, διὰ νὰ τὰς ἔχωμεν ἐγκαίρως καὶ ὄχι ὅταν δὲν ᾖναι πλέον καιρὸς, περὶ τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ πίνακα τῶν δαπανῶν, ὅπως πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ὑπηρεσίας.
§133ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρήγγειλα εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους νὰ τὸν ἑτοιμάσουν· ὑποθέτω δὲ, ὅτι αὔριον θὰ τὸν ἔχωμεν.
§134ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅπως μὴ ἐπέλθῃ ἡ αὐτὴ βραδύτης, ὑπομιμνήσκω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα χθὲς, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου νὰ μᾶς ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν ἐγκεκριμένον διὰ τὸ ἀκαδημαϊκὸν ἔτος 1893–1894, ὡς καὶ τοὺς διὰ τὰ προηγούμενα ἔτη 1891–1892 καὶ 1892–1893· δεύτερον, νὰ ὑποβάλῃ ἀκριβῆ κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν τὴν κινητὴν καὶ ἀκίνητον περιουσίαν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν συνετάχθησαν ἤδη καὶ ἐν τίνι καταστάσει εὑρίσκονται τὰ λογιστικὰ βιβλία τοῦ Πανεπιστημίου. Αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀπολύτως ἀναγκαῖαι διὰ τὴν Βουλήν, πρὶν ἢ αὕτη προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται ἡ διάθεσις 140,000 δραχμῶν χάριν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐμισθοδοτεῖτο παρὰ τοῦ Πανεπιστημίου. Συγχρόνως ὑπομιμνήσκω ἐπερώτησιν ἑτέρου συναδέλφου καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος προσόντος ἀναδιωρίσθη Μουφτῆς ἐν Λαρίσσῃ ὁ πέρυσιν ἀπολυθεὶς Βερβὲρ–Μουσταφᾶ–ἀγᾶς ὡς στερούμενος παντὸς προσόντος. Ἐπεθύμουν νὰ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν Βουλήν, ἂν ὁ κύριος οὗτος κατώρθωσεν ἀπὸ πέρυσιν ἕως ἐφέτος ν’ ἀποκτήσῃ τὰ προσόντα.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια: «Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 47,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1893», εἰς γʹ συζήτησιν. «Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 35,000», εἰς βʹ συζήτησιν. «Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δρ. 5,260», εἰς γʹ συζήτησιν. «Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δρ. 353,255», εἰς γʹ συζήτησιν.)
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης.
§137ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ κανόνα κοινοβουλευτικὸν, ἀπαράβατον μέχρι τοῦδε, πᾶν νομοσχέδιον πρέπει νὰ συνοδεύηται ὑπὸ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως, καὶ ἐν ἐλλείψει αὐτῆς ὀφείλει ὁ εἰσάγων αὐτὸ Ὑπουργὸς νὰ ποιῆται προφορικῶς τὴν ἔκθεσιν ταύτην. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκθέσῃ ἡμῖν τὰ συμβάντα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠναγκάσθη νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σπουδαιότατον τοῦτο νομοσχέδιον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἑταιρία ἡ Ἀγγλικὴ ἀπῆλθεν ἀνεπιστρεπτεί, ὁπόθεν ἦλθεν, ἐγκαταλιποῦσα τὰ ἔργα; Τί ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου; Ἐξέδοσαν τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια, τὰ μόνα ἁρμόδια, ἀποφάσεις, καὶ τίνας; Διατὶ δὲν προσήγαγε τὸν φάκελλον ὁλόκληρον τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, αἰτηθείσας πρὸ πολλῶν ἡμερῶν παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ; Τί ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὅρου τῆς παραιτήσεως, παρεισαγομένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Θὰ ἔχῃ ὁ ὅρος οὗτος ὡς συνέπειαν τὴν μὴ ἀπώλειαν παρὰ τῆς ἑταιρίας, τῆς χρεωκόπου ἤδη, τῆς ἐγγυήσεως τῶν δύο ἑκατομμυρίων φρ. χρυσῶν καὶ τῶν κρατήσεων 10%; Ποῖαι συμφωνίαι μεταγενέστεραι τῆς κυρίας συμβάσεως ἐγένοντο μετὰ τῆς ἑταιρίας; Πῶς ὑπῆρξε διεθνὴς σχεδὸν διαιτησία; Καὶ τί εἶδος διαιτησίας προτείνει ἡμῖν νὰ ψηφίσωμεν ἡ Κυβέρνησις ἤδη, μετὰ τὴν πρώτην διαιτητικὴν ἀπόφασιν; Πρόκειται περὶ συμφερόντων τοῦ Δημοσίου ἀνερχομένων εἰς ἑκατομμύρια, καὶ περὶ ἔργου σπουδαιοτάτου, δι’ ὃ ἐδαπανήθησαν περὶ τὰ εἴκοσι καὶ πέντε ἤδη ἑκατομμύρια. Ἐννοοῦμεν δὲ νὰ γένηται πλῆρες φῶς ἐπὶ τῆς σκοτεινῆς ὁπωσδήποτε ὑποθέσεως ταύτης.
§138ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω περὶ τίνων συμβάσεων καὶ συμφωνιῶν ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτής. Γνωρίζω ὅτι σύμβασις μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ὑπάρχει, καὶ ὅτι ἠγέρθησαν ἄλλοτε διαφωνίαι μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἦλθεν ὁ διαιτητὴς, ὅστις ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, ἥτις ἐκοινοποιήθη πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀπόφασις αὕτη θέλει πιθανῶς φέρει εἰς δυσχερείας, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀξιώσεις τῆς ἑταιρίας, ἰσχυριζομένης ὅτι ἔχει λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐκ τῆς ἀποφάσεως προκύπτει, ὅτι αὕτη εἶχε λάβει πλείονα τῶν ὅσων ἔπρεπε νὰ λάβῃ, ἐπειδὴ δ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς θέλει μεσολαβήσει ἀρκετὸς χρόνος, δὲν εἶναι δὲ γνωστὸν, τί μέλλει νὰ γείνωσι τὰ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, καὶ ἐπειδὴ βλέπομεν, ὅτι ἡ ἑταιρία ἕνεκα τῆς ἀποφάσεως τοῦ διαιτητοῦ διατελεῖ εἰς θέσιν, ἡ ὁποία μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ λάβωμεν μέτρα περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐγκαταλείψει τὰ ἔργα της διὰ τὸν ἕνα ἢ διὰ τὸν ἄλλον λόγον, νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.
§139ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προστατευθῶσι τὰ τετελεσμένα ἔργα, ἐν περιπτώσει διακοπῆς τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου, τὸ νομοσχέδιον ἦτο περιττὸν, διότι τίς θὰ ἦτο ἡ προστασία, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἐξασκήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν ἔργων; Ἔχει ἀνάγκην ἁπλῆς πιστώσεως διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ὑλικοῦ μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ ζήτημα τῆς συντηρήσεως τῶν ἔργων ἡ ἀφορμὴ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ νέα εὔνοια πρὸς ἑταιρίαν, ἡ ὁποία ἀπεδείχθη οὐ μόνον ἀνεπαρκὴς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της, ἀλλὰ καὶ κακόπιστος. Ὅσα ἀνάγονται εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον περὶ ἀδείας συντηρήσεως τῶν ἔργων σκοποῦσι νὰ καλύψωσι τὸ κύριον ἀντικείμενον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια ἐκ συνεννοήσεως πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ὅπως προέλθῃ εἰς συμφωνίας περὶ παραιτήσεως ἀπὸ τῆς ἐργολαβίας· πρέπει δὲ ἀπ’ ἀρχῆς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ, τίνα ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα τῆς παραιτήσεως τῆς ἐργολαβίας. Ἀποτέλεσμα ἔσεται, ὅτι, ἀντὶ νὰ καταπέσῃ ἡ ἐγγύησις τῶν 2,000,000 φράγκων, ἡ κατατεθεῖσα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἐξαντληθεῖσα χάριν ἄλλων ἀναγκῶν, ἀντὶ νὰ καταπέσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, θέλει ἐπανέλθῃ εἰς τὴν κυριότητα τῆς ἑταιρίας, καὶ παραδόξως ὁ τόσον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου κοπτόμενος φέρει πρόσθετον διαιτησίαν περὶ ἐκκαθαρίσεως λογαριασμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ κατεστρώθησαν διὰ τοῦ Γερμανοῦ διαιτητοῦ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖται ἡ ἄδεια, ὅπως συντελεσθῶσι πάντα ταῦτα, δηλ. ὅπως παραιτηθῇ ἡ ἑταιρία τῆς ἐργολαβίας καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως, καὶ ὅπως δεχθῇ τὴν παραίτησίν της ἡ Κυβέρνησις, παραιτουμένη καὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπεκτήθη ἤδη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, τῆς καταπτώσεως τῆς ἐγγυήσεως ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐγγυήσεως 2,000,000 φράγκων· καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ, ὅτι ἀπέκτησεν ἤδη τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀναμφισβητήτως ἀποδεικνύεται σήμερον ἡ ἑταιρία ἀνίκανος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις της, ἀπεδείχθη δὲ ἀνίκανος καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Σήμερον, διακοπέντων τῶν ἔργων, ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν· διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀποβλέπει εἰς τὸ ἀντίθετον, οὐχὶ νὰ τὴν κηρύξῃ ἔκπτωτον, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησίν της ἀπὸ τῆς ἐργολαβίας· συνέπεια δὲ τούτου εἶναι, ὅτι δὲν θὰ καταστῇ ἡ ἑταιρία ἔκπτωτος τῆς ἐγγυήσεως. Πρόκειται λοιπὸν περὶ καθαρᾶς δωρεᾶς 2,000,000 φράγκων. Ἀλλὰ χορηγεῖ τὸ ἄρθρον 2 μίαν ἀσφάλειαν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ὅτι ἡ παραίτησις αὕτη θὰ γείνῃ δεκτὴ μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ διὰ Β. Διατάγματος, ἑτέρα δὲ παράγραφος τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου χορηγεῖ πρόσθετον ἀσφάλειαν, ὅτι τὸ Β. Διάταγμα δὲν θὰ ἐκδοθῇ μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς εἰς νέαν σύνοδον. Ἐντὸς 15 ἡμερῶν ὅλα αὐτὰ θὰ τελεσθῶσι· θ’ ἀνακτήσῃ οὕτω ἡ ἑταιρία τὴν ἐγγύησιν, ἡ ὁποία κατέπεσεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, θὰ κατασταθῇ ἡ διαιτησία πρὸς καθαρισμὸν τῶν λογαριασμῶν, καὶ ἡ Βουλὴ, ὅταν ἔλθῃ, θὰ εὕρῃ ὅλα ταῦτα τετελεσμένα. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ οὐχὶ ἡ συντήρησις τῶν ἔργων· διότι ἡ συντήρησις ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῆς καθεστηκυίας νομοθεσίας· δὲν εἶχε δὲ ἀνάγκην νομοθετικῆς ἀδείας, ἐν περιπτώσει ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρίας, περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ἔργων, ἵνα ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ἐπὶ παντὸς δημοσίου ἔργου. Ταῦτα εἶναι προφάσεις πρὸς συγκάλυψιν τῶν ἑτέρων σκέψεων. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν διετέλουν Ὑπουργός, ὑπεβλήθησαν προτάσεις περὶ παραιτήσεως ἀπὸ τῆς ἐργολαβίας, διότι εἶχε συμφέρον ἡ ἑταιρία, ἀφοῦ ἀπεδείχθη ἀνίκανος νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, εἶχε συμφέρον νὰ παραιτηθῇ καὶ διασώσῃ τὴν ἐγγύησιν, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν παραίτησιν ταύτην. Αἱ προτάσεις ἐπανελήφθησαν ἤδη, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον. Ψηφίσατέ το! ἄμεσος συνέπεια ἔσται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀγνοεῖ τὴν ἑταιρίαν ταύτην...
§140ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι Ἀγγλική.
§141ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ὁ Λόου, καὶ ὅλα, ὅσα συνωμολογήθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν χάριν τῆς ἑταιρίας, ὀφείλονται εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Λόου, τοῦ ὁποίου ἡ συνδρομὴ ἦτο ἀναπόφευκτος διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων... Ἡ Κυβέρνησις ἀπέβλεπε νὰ ἐκπληρώσῃ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἐπὶ ζημίᾳ 2,000,000 τοῦ Δημοσίου, καὶ δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ τις, ὅτι παραιτουμένης τῆς ἑταιρίας ἐκ τῆς ἐργολαβίας, ἡ μόνη ζημία, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον, εἶναι αὕτη· Θὰ περιπλακῇ εἰς μυρίας ἄλλας διαφορὰς πρὸς ὑπεργολάβους, ὡς περιεπλάκη καὶ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν. Ἀπὸ ἔτους ἔπαυσεν ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρία νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις της πρὸς τοὺς ὑπεργολάβους καὶ παρέλυσεν ἡ ἐξακολούθησις τῶν ἔργων, ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ προβῇ εἰς ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρίας. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε δεσμευμένας τὰς χεῖρας. Τοιοῦτον εἶναι τὸ νομοσχέδιον! Ψηφίσατέ το!
§142Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον περιέχει δύο ἄρθρα, ὧν ἑκάτερον ἀφορᾷ εἰς σκοπὸν διακεκριμένον. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι τὸ ἕτερον τῶν ἄρθρων τίθεται, ἵνα καλύψῃ τὸ ἄλλο· ἐγὼ λέγω, ὅτι ἑκάτερον τῶν ἄρθρων ἔχει τεθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ἐν αὐτῷ καταφαινόμενον, καὶ ὃν δὲν δύναται νὰ καλύψῃ τὸ ἕτερον· τὸ 1ον ἄρθρον ἀφορᾷ εἰς ἄδειαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δαπανήσῃ πρὸς τὴν συντήρησιν τῶν ἔργων, ἐν περιπτώσει ἐγκαταλείψεως τούτων ὑπὸ τῆς ἑταιρίας. Κατὰ τὰ κείμενα, δὲν ὑπάρχει πρόβλεψις περὶ δαπανῶν εἰς τὸν σιδηρόδρομον ἄλλως ἢ κατὰ τὴν σύμβασιν, ἐπειδὴ δὲ, καταλειπομένων τῶν ἔργων ὑπὸ τῆς ἑταιρίας, πρέπει νὰ γένωνται καὶ αἱ δαπάναι τῆς συντηρήσεως ἄλλως ἢ ὡς προβλέπει ἡ σύμβασις, ἡ διὰ νόμου κεκυρωμένη, πρέπει διὰ νόμου νὰ κυρωθῇ ἕτερον σύστημα. Τοῦτο τὸ σύστημα κυροῦται διὰ τοῦ ἄρθρου 1ου τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιτρέποντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δαπανᾷ πρὸς τὴν συντήρησιν τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου. Τὸ δὲ 2ον ἄρθρον ἀφορᾷ εἰς ἄδειαν παραιτήσεως τῆς ἑταιρίας ἀπὸ τῆς ἐργολαβίας, εἰς τοὺς ὅρους, εἰς οὓς ὑποβάλλεται ἡ παραίτησις, καὶ εἰς τὰς συνεπείας ταύτης. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ἡ διακοπὴ τῆς ἐργασίας ὑπὸ τῆς ἑταιρίας, καὶ μάλιστα ἡ ἐγκατάλειψις τῶν ἔργων, ἐπάγεται αὐτομάτως, αὐτοδικαίως, τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρίας, καὶ ἑπομένως τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἐργασίας ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ἡ ἐξέτασις τῶν περὶ τούτου, ἤτοι ἂν συμφερωτέρα τῆς ἐκπτώσεως εἶναι ἡ ἐπὶ διαιτησίᾳ παραίτησις τῆς ἑταιρίας ἀπὸ τῆς ἐργολαβίας, καὶ ἂν αὕτη ἐνδείκνυται ὡς προκριτοτέρα ἐκείνης. Καὶ ἂν ὑφίστανται πάντα τὰ στοιχεῖα πρὸς κήρυξιν τῆς ἐκπτώσεως, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐγὼ δὲ δὲν ἀμφισβητῶ, δὲν ἀποκλείει τοῦτο ἐνδεχομένην συῤῥοὴν περιστάσεων, αἵτινες δύνανται νὰ καταστήσωσι προκριτοτέραν τῆς ἐκπτώσεως τὴν διὰ τῆς διαιτησίας διαῤῥύθμισιν τῶν κατὰ τὴν διάλυσιν τῆς ἐργολαβίας. Τοσαῦτα εἶναι τὰ ὑπὸ τῆς ἐνεργηθείσης διαιτησίας ἀναγνωρισθέντα δικαιώματα τοῦ Δημοσίου κατὰ τῶν ἐργολάβων, ὥστε εἰς ἐκεῖνα καὶ μόνον ἐὰν ἀποβλέψωμεν, ἔχομεν ἐξησφαλισμένα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς διαιτησίας ὅσα θὰ κατεκυροῦντο ὑπὲρ αὐτοῦ διὰ τῆς ἐκπτώσεως· ἀλλ’ ἡ διαιτησία ἐπὶ παραιτήσει τῆς ἐργολαβίας θὰ διεῤῥύθμιζεν ἤδη καὶ τὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, τῶν ἀποῤῥεόντων ἐκ τῶν μετὰ τὴν πρώτην διαιτησίαν παραλείψεων ἢ ὑπερβασιῶν τῆς ἐργολαβίας. Εἶναι αὐταπόδεικτον ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον ἐργάζεται ἡ ἑταιρία, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον ἐντὸς τῆς διορίας· φαίνεται μάλιστα ἡ ἑταιρία παρασκευαζομένη πρὸς ὁριστικὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ ἔργου· εἰς τί δὲ ταῦτα θέλουσι καταλήξει, ἄδηλον ἔτι, ἡ νομοθετικὴ ὅμως ἄδεια πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐν ἐνδεχομέναις περιστάσεσι συμφωνήσῃ πρὸς τὴν ἑταιρίαν περὶ παραιτήσεως ἀπὸ τῆς ἐργολαβίας, ἐπιτρέπει ἵνα κατὰ τὰς περιστάσεις κανονίσῃ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ συμφερώτερον τὰ τῆς διεξόδου ἀπὸ τῶν δυσχερειῶν, ἃς δημιουργεῖ αὐτῇ ἡ ὑπὸ τῆς ἐργολαβίας παράβασις τῶν κατὰ τὴν σύμβασιν ὑποχρεώσεων αὐτῆς. Ἡ μὴ ὕπαρξις κινδύνου καταδίκης τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἀποζημιώσεσιν, ἐν περιπτώσει δίκης, ἣν ἤθελε προκαλέσει ἡ ἔκπτωσις, διότι οἱ ὅροι, εἰς οὓς ἡ σύμβασις ὑποβάλλει τὴν ἔκπτωσιν, παρουσιάζονται πάντες, δὲν καθιστᾷ περιττὴν τὴν διάταξιν τοῦ δευτέρου ἄρθρου τῆς συμβάσεως, διότι ὁ διὰ διαιτησίας κανονισμὸς, ὑφ’ ἃς περιστάσεις παρουσιάζεται σήμερον, κατόπιν τῆς ἄρτι ἐκπεραιωθείσης διαιτησίας, ἐνδέχεται νὰ ἦναι προτιμότερος τῆς ἀσφαλεστέρας δίκης. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡμίλησε περὶ εὐνοίας πρὸς τὴν ἑταιρίαν καὶ περὶ ἀντιπαθειῶν πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ὡσανεὶ ταῦτα εἶχον σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον. Πρὸς τὸ προκείμενον ἔχει σχέσιν τοῦτο, ὅτι, ὅπως τὰ πράγματα παρουσιάζονται ἤδη, θὰ ἦναι εὐτύχημα, ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τῆς ἑταιρίας ταύτης. Τρόπος ἀπαλλαγῆς εἶναι ἡ κήρυξις τῆς ἐκπτώσεως, συντρεχόντων τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ νόμου· τρόπος ἄλλος ἀπαλλαγῆς εἶναι ὁ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προβλεπόμενος· ὁ τρόπος οὗτος δὲν ἐπιβάλλεται ὁριστικῶς· ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐξήρτηται νὰ προσφύγῃ ἢ νὰ μὴ προσφύγῃ εἰς αὐτόν. Ἄν αἱ περιστάσεις ἐνδεικνύωσι τὴν ἔκπτωσιν ὡς ὁμαλωτέραν, ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου οὐδαμῶς δυσχεραίνει τὴν ἔκπτωσιν, ἂν ὅμως ἡ διαιτησία κριθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως συνοπτικωτέρα, ὡς ἐπιλύουσα πάνθ’ ὅσα περιλαμβάνει ἡ ἔκπτωσις, ἀλλὰ προσέτι καὶ τὰ δεόμενα ἐπιλύσεως μετὰ τὴν ἔκπτωσιν, ἤτοι τὰ τῶν ἐνδεχομένων ἀπαιτήσεων τοῦ Δημοσίου ἐπέκεινα τῶν κατὰ τὴν σύμβασιν ἀμέσως εἰς τὴν ἔκπτωσιν παρεπομένων, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦναι ἐλευθέρα νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν κατὰ τὸ νομοσχέδιον διαῤῥύθμισιν τῶν διαφορῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν ἑταιρίαν, παραιτουμένην ἀπὸ τῆς ἐργολαβίας. Οὕτως ἢ ἄλλως διὰ τῆς παραιτήσεως τῆς ἑταιρίας, κυρουμένης κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἢ διὰ τῆς κηρύξεως τῆς ἐκπτώσεως, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τῆς ἑταιρίας ἐπιχείρησις, ἣν αὕτη πολλαχῶς κατεδολιεύθη. Διὰ τῆς κηρύξεως τῆς ἐκπτώσεως, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, τὸ Δημόσιον ἐξασφαλίζει ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὡς πρόστιμον τὰ δύο ἑκατομμύρια τῆς ἐγγυήσεως, διότι τοῦτο εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἐκπτώσεως. Οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐπὶ τῶν μηνιαίων καταστάσεων κρατήσεις καταπίπτουσι συνάμα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅμως ἡ διαιτησία, ὡς διατρανοῦσι τὰ συμπεράσματα τῆς ἄρτι ἐνεργηθείσης, κατ’ οὐδὲν θὰ ὑπολείπηται τῆς ἐκπτώσεως περὶ τὰς ἀποδόσεις εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ ψήφισις ἄρα τοῦ νομοσχεδίου, εὐρύνουσα τὸν κύκλον τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν, ἵνα διεξαγάγῃ ὅπως αὐτὴ ἤθελε κρίνει σκοπιμώτερον τὴν ἐκκαθάρισιν ἐπιχειρήσεως ὑψίστης ἐθνικῆς σημασίας, εἰς ἣν ἐδαπανήθησαν ἤδη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου περὶ τὰ 20,000,000 εἰς χρυσὸν, καὶ τὴν διευθέτησιν τῶν κατ’ αὐτὴν διὰ τρόπου ὑποσχομένου τὴν ἀσφαλεστέραν καὶ ταχυτέραν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου.
§143ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι κεκαλυμμένως, ἠθέλησε νὰ μοὶ ἐπιῤῥίψῃ τὴν μομφὴν τοῦ ὅτι ἐγὼ ὠθῶ τὸ Δημόσιον εἰς κέρδος ἀθέμιτον, καὶ ὅτι προσπαθῶ νὰ ἐξεγείρω τὰ ἁρπακτικὰ ἔνστικτα τῶν Βουλευτῶν, ὑποδεικνύων τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἔχει τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρίας.
§144Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι.
§145ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ κέρδους· τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον πρόκειται μόνον ἐλάχιστον μέρος τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἐκ τῆς μὴ ἐκπληρώσεως τῶν συμβάσεων ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας, νὰ ἀναπληρώσῃ διὰ τῆς ἐκπτώσεως· διότι τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν ἤδη 21,000,000, κινδυνεύει νὰ μείνῃ ἡμιτελὲς, νὰ πληρόνῃ δὲ ἐπ’ ἄπειρον τὸ Δημόσιον τόκους ἐπὶ 21,000,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ πότε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῶσι τὰ ἔργα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ καλύψῃ τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει, καὶ νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἐμὲ τὴν μομφὴν, ὅτι ἀποβλέπω εἰς κέρδος ἀθέμιτον...
§146Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· τοὐναντίον εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἐκπτώσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε κριθῆ προτιμοτέρα ἡ διαιτησία.
§147ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἔκπτωσις ἀποκτᾶται ἅμα θελήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἡ περίπτωσις τῆς ἐκπτώσεως ἔχει ἤδη ἐπέλθῃ, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν ἐκτήθη ἤδη, καὶ ἐκτήθη ὄχι σήμερον, ὄχι καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ διετέλουν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἀκόμη ἐπὶ τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπεδείχθη ἡ ἑταιρία ἐν ἀνεπαρκείᾳ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον. Ποία δὲ εἶναι ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὴν ἔκπτωσιν; Εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 32. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προεῖδε τὴν περίπτωσιν ταύτην καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Προβαλὼν δὲ τοὺς ἐνδοιασμοὺς περὶ τοῦ ἐὰν ἡ σχετικὴ διάταξις τῆς συμβάσεως ἦναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, οὐδένα ἕτερον ἔπρεπε νὰ κατηγορήσῃ ἢ ἑαυτὸν, διότι αὐτὸς συνέταξε τὴν ὅλην σύμβασιν, αὐτὸς ὑπέγραψεν αὐτὴν καὶ αὐτὸς ἐσχεδίασε καὶ ἐδέχθη τὸ ἄρθρον 32 τῆς συμβάσεως. Ἦτο δὲ αὕτη μία ἐκ τῶν κυριωτέρων διατάξεων. Τὸ ἄρθρον εἶναι τέλειον, οὐδὲ ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἐνέχουσι συνήθως τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχει τὴν πρωτοβουλίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἄρθρον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ ἀνάδοχος δὲν ὑποβάλῃ τὰ σχέδια, ἢ δὲν ἀρχίσῃ τὰ ἔργα ἐντὸς τῶν συνομολογηθεισῶν προθεσμιῶν, ἢ ἀμελήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἀποπεράτωσιν αὐτῶν ἐντὸς τῶν διαγεγραμμένων προθεσμιῶν καὶ ὅρων, ἢ ἀμελήσῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν διαφόρων ὑποχρεώσεων, τῶν ἐπιβαλλομένων αὐτῷ διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως ἢ τῆς συνημμένης συγγραφῆς τῶν ὑποχρεώσεων, δύναται νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος, καὶ ἡ ἐκ 2,000,000 φράγκων κατατεθειμένη ἐγγύησις περιέρχεται εἰς τὸ Κράτος, ὡς καὶ τὰ ἤδη τυχὸν τελεσθέντα ἔργα...» Εἶπον ὅτι εἶναι τελεία ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 32, διότι προβλέπει πάσας τὰς περιπτώσεις τῆς ἀθετήσεως τῶν ὑποχρεώσεων ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας, καὶ ἀθέτησις τῶν ὑποχρεώσεων ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας ὑπάρχει ἅμα ὡς βεβαιωθῇ ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν τῶν ὡρισμένων. Αἱ προθεσμίαι αἱ ἀρχικῶς ταχθεῖσαι παρετάθησαν διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ διαιτητοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία οὐδὲ 50 πλέον ἐργάτας ἀπασχολεῖ καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν, ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς; Ἡ ἑταιρία ὤφειλε κατὰ τὴν σύμβασιν νὰ ἀπασχολῇ τὸ ἀναγκαῖον προσωπικὸν, καὶ παράβασις τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως εἶναι ἡ μὴ ἀπασχόλησις ἐργατῶν ἐπαρκῶν, παράβασις ἐπαγομένη τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν τὴν ἔκπτωσιν, εἰμὴ ἅμα ὡς πεισθῶμεν ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποδώσῃ δίκαιον εἰς τὴν ἑταιρίαν. Καὶ θέλει νὰ ὑπάρχῃ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δικαιώσῃ τὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία καθυστερεῖ ἑκατομμύρια ὁλόκληρα εἰς τοὺς ὑπεργολάβους, ἡ ὁποία ἔλαβε 2,200,000 δρ. ἐπὶ πλέον τῆς ἀξίας τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ 50 ἐργάτας καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τοῦ σιδηροδρόμου; Καὶ δὲν ἔχει πεποίθησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια: δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς τὰς παραστάσεις τὰς ἐπανειλημμένας τοῦ τμήματος τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, τὸ ὁποῖον διαμαρτύρεται ἀπὸ πολλοῦ περὶ τῆς ἀνεπαρκείας τῆς ἑταιρίας, περὶ τῆς μὴ ἐκπληρώσεως παρ’ αὐτῆς τῶν ὑποχρεώσεών της; Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρίας, εἰμὴ ἅμα πεισθῶμεν ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ δικαστήριον νὰ τὴν δικαιώσῃ. Καὶ ἐσκέφθη πρὸς στιγμὴν, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον δικαστήριον; Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρξῃ ποτὲ τοιοῦτος κίνδυνος, τίνες εἶναι αἱ ζημίαι, τὰς ὁποίας θὰ ὑφίστατο τὸ Δημόσιον; Αἱ ζημίαι συνίστανται ἢ εἰς πραγματικὰς ζημίας, ἢ εἰς ἀποδρὰν κέρδος. Πραγματικὴν ζημίαν βεβαίως δὲν θὰ ὑποστῇ ἡ ἑταιρία ἐκ τοῦ ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ ἐκήρυττε τὴν ἔκπτωσιν, ὁ δὲ διαιτητὴς ἤδη βεβαιοῖ, ὅτι ἡ ἐργολαβία, ὅπως συνεφωνήθη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ κέρδος εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ ἑπομένως καὶ ἡ περίπτωσις ἀποζημιώσεως λόγῳ ἀποδράντος κέρδους δὲν ὑφίσταται διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος τόσον φοβεῖται τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια, εἶναι δ’ ἕτοιμος νὰ ὑποβάλῃ ὅλα αὐτὰ πρὸς ἐκκαθάρισιν εἰς νέον διαιτητήν. Μόνον εἰς αὐτὸ ἀποβλέπει, ὡς εἶπον, τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὁ τρόπος δὲ, μὲ τὸν ὁποῖον ὑπερήσπισε τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατέδειξε τοῦτο, διότι ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς θέσεώς του κατέστη ὑπερασπιστὴς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιωθῇ ἡ τοιαύτη πρᾶξις τῆς ἑταιρίας, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην δικαστὴς, δυνάμενος ν’ ἀποφανθῇ διαφόρως ἀφ’ ὅ,τι ἀπεφάνθη ὁ ξένος δικαστής. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, εἰς ἓν ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον, ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ δωρήσωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα καταπίπτουσιν ὄχι πρὸς κέρδος τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ πρὸς ἱκανοποίησιν μέρους τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑφίσταται. Καὶ σᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἂν δὲν φροντίσωμεν διὰ μιᾶς διατάξεως νὰ τελειώσωμεν τὴν ὑπόθεσιν, τὸ ἔργον θὰ μείνῃ ἡμιτελὲς ἐπ’ ἄπειρον. Τί δικαίωμα ἔχει ἡ ἑταιρία μετὰ τὴν ἔκπτωσίν της; Νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, νὰ ζητήσῃ ἀποζημιώσεις. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν τὸ ἔργον εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἡμιτελές; Ἐξ ἐναντίας τὸ ἔργον θὰ μείνῃ ἡμιτελὲς καὶ θὰ μείνῃ ἔρημον, ἐὰν δὲν κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ ἑταιρία· διότι καθ’ ὅσον ἠθέλομεν ἀποδώσει εἴτε ἐκ τῶν κρατήσεων εἴτε ἐκ τῆς ἐγγυήσεως εἰς τὴν ἑταιρίαν, κατὰ τοσοῦτον ἤθελε παραστῆ ἀνίκανον τὸ Δημόσιον πρὸς ἐξακολούθησιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Σήμερον πρόκειται νὰ δοθῇ μία δωρεὰ εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ πρόκειται νὰ στερηθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον τὰς εὐτελεῖς ἐκείνας ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἀνέγραψεν ἡ σύμβασις.
§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἔχωμεν ἐνώπιόν μας σύμβασιν περὶ παραιτήσεως τῆς ἑταιρίας, μὴ ἐπιβάλλουσαν εἰς τὸ Δημόσιον ζημίαν δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν, ἴσως θὰ ἦτο φρονιμώτερον νὰ παραδεχθῶμεν τοιοῦτόν τι καὶ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν κατὰ τὸν νόμον κήρυξιν τῆς ἑταιρίας ταύτης ἐκπτώτου. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ τούτου· τὸ Δημόσιον, θέλον νὰ μὴ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα ἀναμφισβήτητον, δὲν δύναται νὰ ἐμποδισθῇ ἐκ τοῦ φόβου μήπως τὰ δικαστήρια παρανομήσωσι. Τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο πρόκειται νὰ ἐγκαταλείψωμεν ἐπὶ θυσίᾳ ἡμῶν· διότι, ἂν παραδεχθῶμεν παραίτησιν τῆς ἑταιρίας, θὰ κανονίσωμεν ἁπλῶς τὸν μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Δημοσίου λογαριασμόν. Ἡ ἑταιρία ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον, κατὰ τὴν διαιτητικὴν ἀπόφασιν, 2,700,000 δραχμῶν.
§149ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι 2,820,000, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐξακολουθήσει λειτουργοῦσα.
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀφείλει προσέτι εἰς ὑπεργολάβους, ἀλλ’ ἔχει λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου 2,200,000 ἐκ κρατήσεων, ἔχει λαμβάνειν ὡσαύτως ἐκ τῶν μὴ ἐξελεγχθέντων ἔργων, νομίζω, 150,000 ἢ 200,000 δραχμῶν. Ἔχει ἑπομένως λαμβάνειν ἡ ἑταιρία 2,500,000, τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ καλύψωσι τὰ 2,700,000, ἅτινα ὀφείλει κατὰ τὴν διαιτητικὴν ἀπόφασιν, καὶ αἱ 180,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλει ἕνεκεν ἐκκρεμῶν τινων ἐκτιμήσεων. Τοιουτοτρόπως θὰ καλυφθῇ ἡ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου πρὸς αὐτήν. Δὲν βλέπω δὲ ποία εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἐργολάβους. Διατὶ ἡμεῖς θὰ λάβωμεν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην; Μήπως λαμβάνοντες ἡμεῖς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωμεν τοὺς ἐργολάβους ἐξασφαλίζομεν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἡ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἀτυχὴς σύμβασις κατέστρεψε, καὶ ἕνεκα τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν, καὶ ἕνεκα τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου; Οὐδεμίαν βλέπω ὠφέλειαν, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν παραίτησιν τῆς ἑταιρίας καὶ τὴν πρὸς αὐτὴν ἀπόδοσιν τοῦ ὑπολοίπου τῆς ἐγγυήσεως. Ἀπ’ ἐναντίας, ψηφίζοντες τοιαύτην διάταξιν, θὰ βλάψωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· διότι, ὅταν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχῃ παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν ἄδειαν νὰ προβῇ εἰς θυσίας, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποφύγῃ τὰς πιέσεις, αἵτινες πανταχόθεν θὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτήν, καὶ θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ὑποστῇ τὰς θυσίας, πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἡ ἰδική μου ἀντίληψις εἶναι ὁμοία μὲ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἡ ἑταιρία ἐγκαταλείψῃ τὰ ἔργα, δέον νὰ κηρύξῃ αὐτὴν ἔκπτωτον· δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν πρὸς συντήρησιν τῆς γραμμῆς· ἡ καθεστῶσα νομοθεσία παρέχει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ φόβος ἡμῶν εἶναι, μήπως ἡ ἑταιρία ἡ Ἀγγλικὴ παρασταθῇ εἰς κατάστασιν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα, ἢ νὰ φροντίσῃ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν. Ὁ φόβος οὗτος, ἐὰν ἦναι βάσιμος, θὰ ἦναι εὐτύχημα δι’ ἡμᾶς, διότι οὐδόλως πρέπει νὰ διστάσωμεν, ἐὰν λάβωμεν νέας ἐγγυήσεις παρ’ αὐτῆς, νὰ δεχθῶμεν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Διὰ ταῦτα θεωρῶ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιβλαβῆ εἰς τὸ Δημόσιον.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλεται πρὸς συμπλήρωσιν τῆς συμβάσεως καὶ θ’ ἀποτελέσῃ βεβαίως συμπλήρωσιν τῆς συμβάσεως, ἐὰν ἡ ἑταιρία τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης συμφωνήσῃ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα γένηται ἀποδεκτὴ παρ’ αὐτῆς. Ἡ σύμβασις δὲν προβλέπει περὶ παραιτήσεως τῆς ἀναδόχου ἑταιρίας, προβλέπει περὶ ἐκπτώσεως αὐτῆς, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι φρονεῖ, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἡ σύμβασις παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θὰ ἀποβῇ συμφέρουσα εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ διὰ τοῦτο προετίμησε νὰ ζητήσῃ τὴν συμπλήρωσιν τῆς συμβάσεως, ζητῶν ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς συνωμολογημένης συμβάσεως εἶχε παραχωρηθῇ αὐτῷ, τοῦ δικαιώματος νὰ κηρύξῃ τὴν περὶ ἧς πρόκειται ἑταιρίαν ἔκπτωτον, νὰ διαλύσῃ δὲ τὴν σύμβασιν εἰρηνικῶς καὶ συμβιβαστικῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐξέθηκε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους οὕτω πως ἔκρινε περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐξέθηκεν, ὅτι νομίζει, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου θέλουσιν ἀσφαλισθῆ περισσότερον, ἐὰν ἤθελε συνεννοηθῆ μετὰ τῆς ἀναδόχου ἑταιρίας, ὅπως αὕτη ὑποβάλῃ παραίτησιν ἀπὸ τῆς ἐπιχειρήσεως, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀποδεχθῇ αὐτήν, ἢ ὅσον ἤθελον ἀσφαλισθῆ, ἐὰν ἐνήσκει τὸ ὑπὸ τῆς συμβάσεως παρακεχωρημένον αὐτῇ δικαίωμα τῆς ἐκπτώσεως· καὶ παρέστησεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ζημία εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἀπώλεια ὠφελήματος, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποκτήσει τὸ Δημόσιον, ἐὰν ἐκήρυττε τὴν ἑταιρίαν ἔκπτωτον, διότι τότε ἤθελε καταπέσει ἡ ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ὁπωσδήποτε ὅμως, κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρόκειται τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ μὴ ἰδιοποιηθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέλαβεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχαρακτήρισε τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἤθελε προκύψει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς ἀθέμιτον ὄφελος. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀθέμιτον ὄφελος, εἶναι κέρδος συμφωνηθὲν διὰ τῆς συμβάσεως, κέρδος τὸ ὁποῖον συνωμολόγησεν ἡ ἑταιρία, ὅτι θέλει παράσχει εἰς τὸ Δημόσιον, ἐὰν αὕτη παραβῇ τὰς συμφωνίας της. Διὰ τίνα ὅμως λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτείνει, ὅπως δώσῃ αὐτῷ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὴν ἄδειαν νὰ παραιτηθῇ τοῦ κέρδους τούτου; Διὰ τίνα λόγον; Διότι, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ Κυβέρνησις θέλει διατρέξει δύο στάδια· τὸ ἓν, νὰ βεβαιώσῃ τὰ συμβεβηκότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, ἀλλ’ ἐὰν δὲν βεβαιώσῃ ταῦτα ὀρθῶς, θέλει δοθῆ ἀφορμὴ εἰς τὴν ἀνάδοχον ἑταιρίαν νὰ προστρέξῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ζητήσῃ ἀποζημιώσεις. Ἀλλ’ ἡ ἀνάδοχος ἑταιρία ἐν πάσῃ περιπτώσει θέλει προσφύγει εἰς τὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φοβεῖται, ὅτι θέλει δοθῆ εἰς τὴν ἀνάδοχον ἑταιρίαν ἀφορμὴ προσφυγῆς εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἕνεκα τῆς ἀτελείας τῶν ἐργασιῶν τῆς γραμμῆς, αἵτινες θέλουσι γενῆ πρὸς βεβαίωσιν τῶν ἐλλείψεων τῆς ἑταιρίας, ὧν ἕνεκα ἤθελεν ἀπαγγελθῆ ἡ ἔκπτωσις τῆς ἑταιρίας, καὶ ἕνεκα τῶν ἀμφιβολιῶν, μήπως τὰ δικαστήρια ἀποφήνωνται ὅτι κακῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκήρυξεν αὐτὴν ἔκπτωτον. Τὰς ὑπονοίας ταύτας τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν πρέπει τις νὰ παραδεχθῇ, κρίνων ὡς μὴ ὀρθὰς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν προτίμησιν τῆς παραιτήσεως ἀπὸ τῆς ἐκπτώσεως. Ἂν ἤθελέ τις ἀποδεχθῆ τοιαύτας σκέψεις, τότε οὐδεμία πλέον ὑπάρχει ἀσφάλεια ἐκ τῶν ἐγγυήσεων, ἃς ζητοῦμεν καὶ λαμβάνομεν πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀναδέχονται οἱ μεθ’ ἡμῶν συναλλαττόμενοι. Δὲν δύναται νὰ προταθῇ ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ὁ λόγος, ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐξετέλεσεν ἡ Διοίκησις τὸ καθῆκόν της, μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι οὐδὲ εἶναι δύσκολον νὰ βεβαιωθῶσιν αἱ ἐλλείψεις ἢ αἱ πλημμέλειαι, ἕνεκα τῶν ὁποίων θέλει ἀπαγγελθῆ ἡ ἔκπτωσις τῆς ἑταιρίας, ἐὰν ἡ ἑταιρία ἐγκατέλιπε τὰ ἔργα, ἂν μάλιστα ἐγκατέλιπεν αὐτὰ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ἐνδεικνύει, ὅτι παρεσκευάζετο νὰ τὰ ἐγκαταλίπῃ. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, καὶ ἂν ἡ ἐγκατάλειψις τῶν ἔργων τῆς ἑταιρίας, ἥτις διέλυσε πᾶσαν αὐτῆς τὴν τεχνικὴν ἀποσκευὴν ἐν Ἑλλάδι καὶ τὰ γραφεῖα αὐτῆς, καὶ ἀπέλυσε καὶ τοὺς μηχανικούς της, ἐὰν πάντα ταῦτα δὲν ἀρκοῦσιν, ὅπως ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ ἑταιρία ἐγκατέλιπε τὰς ἐργασίας, καὶ ὅτι συμπληροῦνται τὰ συμβεβηκότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ σύμβασις ἀπαιτεῖ, ἵνα παραχθῇ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ κηρύξῃ τὴν ἑταιρίαν ἔκπτωτον, πάλιν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ τὴν ἑταιρίαν, ἵνα ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας, ὅπως καταστήσῃ αὐτὴν ἀδικαιολόγητον. Συμφωνῶ δὲ μετὰ τῆς γνώμης τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅπως μὴ ἀφήσωμεν νὰ συμβῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, ὅτε ἡ ἀνάδοχος ἑταιρία τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἐγκατέλιπε τὰ ἔργα. Ἀλλὰ προσέτι μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ προτίμησις τῆς παραιτήσεως, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ζητεῖ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀποστερεῖ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἄλλου τινὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἐὰν κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ ἑταιρία, τοῦ δικαιώματος νὰ ἐνεργήσῃ ἐπίσχεσιν καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ὑλικῶν τῆς ἑταιρίας, τὰ ὁποῖα ὑλικὰ δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ἔπειτα, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὡς Κυβέρνησις ἔχει πρὸς προστασίαν τῶν μετὰ τῆς ἑταιρίας συμβληθέντων. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ μέτρον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον μᾶς προτείνει, δὲν εἶναι τὸ μόνον συμφέρον εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα· ἐπιθυμῶ δὲ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, νὰ μὴ ἐπιμένῃ ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Περιττεύει δὲ τὸ ζήτημα, ἐὰν τὸ δεύτερον ἄρθρον συμπληροῖ τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἢ ὄχι. Τὸ ἄρθρον 1 εἶναι βεβαίως περιττόν· νομίζω δ’ ὅτι ἐν τοῖς καθήκοσι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν ταῖς διατάξεσι ταῖς ὑπαρχούσαις ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον τὸ δικαίωμα αὐτὸ, νὰ συντηρῇ τοιαῦτα ἔργα. Τὸ μόνον, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις, ἦτο νὰ ζητήσῃ πίστωσιν.
§152Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πίστωσιν ἔχει.
§153ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ περιέλαβε τὸ πρῶτον ἄρθρον, δὲν νομίζω, ὅτι βλάπτει νὰ λάβῃ ἐκ περισσοῦ τὴν ζητουμένην ἄδειαν· ἀλλὰ διὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον δὲν νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ ἐπιμένῃ. Δὲν ἐκτείνω δὲ τὸν λόγον εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀντέταξε περὶ τῶν δυσχερειῶν, εἰς ἃς ἤθελεν εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν δὲν ἤθελε ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι ὑποθέτω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις Κράτους ἀνεξαρτήτου δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐπιῤῥοὰς, πλὴν τῆς ἐπιῤῥοῆς, τὴν ὁποίαν ἐνασκοῦσιν ἐπ’ αὐτῶν τὰ δημόσια συμφέροντα.
§154ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔλεγεν ἡμῖν: «ἔχω ἑταιρίαν ἑτοίμην ν’ ἀναδεχθῇ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, ἀλλὰ δὲν δύναμαι, κωλυομένη ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τῆς ὑφισταμένης καὶ ὑπὸ τῶν ὅρων τῆς μετ’ αὐτῆς συμβάσεως, νὰ πράξω τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ λύσω τὴν σύμβασιν διά τινος Θυσίας χρηματικῆς ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ὅπως κερδήσωμεν τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ἠθέλομεν ἀπολέσει, ἀναμένοντες τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρίας», θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω τὴν σπουδὴν τῆς εἰσαγωγῆς τοιούτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καθ’ ἑαυτὸ ἀποτελεῖ καθαρὰν, σαφῆ καὶ πλήρη παραίτησιν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, καθιερωμένων ἐν τῇ συμβάσει καὶ κεκτημένων ἤδη. Κατὰ τὴν δοθεῖσαν παράτασιν ὑπὸ τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τὸ μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Λαμίας τμῆμα πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1895, ἢ περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1896, ἐντὸς δύο ἐτῶν, ἐντὸς τριετίας δὲ τὸ μέχρι Λαρίσσης, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον οὐδεμία ἐργασία ἔχει γείνῃ μέχρι τοῦδε. Ἡ λύσις ἡ προτεινομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, τῆς δῆθεν παραιτήσεως τῆς ἑταιρίας, ἥτις δὲν εἶναι παραίτησις τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ παραίτησις τοῦ Κράτους ἀπὸ τῶν ἐκ τῆς συμβάσεως δικαιωμάτων αὐτοῦ ἀπέναντι τῆς ἑταιρίας, βεβαίως θ’ ἀπαιτήσῃ χρόνον τινὰ διὰ τὸν δῆθεν ἐκκαθαρισμὸν τῶν λογαριασμῶν, ὅστις ὑπὸ τῶν διαιτητῶν, οἵτινες θὰ περιβληθῶσι μὲ πλήρη ἐξουσίαν, πιθανὸν νὰ περιλάβῃ καὶ θέσῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν καὶ τὰ λυθέντα θέματα καὶ τὰ κεκτημένα δικαιώματα ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῶν διαιτητῶν. Πρέπει δὲ νὰ ἐννοηθῇ καὶ τοῦτο ἔτι· ὅτι διὰ τῆς κηρύξεως τῆς ἐκπτώσεως ὄχι μόνον τὰ δύο ἑκατομμύρια περιέρχονται εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ὑλικὰ τὰ εἰσαχθέντα ὑπὸ τῆς ἑταιρίας. Ἐνῷ διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως τὸ Κράτος παραιτεῖται τῶν δύο τούτων, ὁ ἐκκαθαρισμὸς τῶν λογαριασμῶν, περὶ οὗ προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, θέλει ἀπαιτήσει χρόνον τινὰ, χρόνον ἴσως ἕξ μηνῶν. Ἂν περιμείνωμεν ἀκόμη ἄλλους ἕξ μῆνας, συντηροῦντες ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ τὰ ἔργα διὰ δαπάνης τοῦ Κράτους, εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία εἰς οἱονδήποτε, ὅτι τότε ἡ κήρυξις τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρίας θὰ ἐπέλθῃ ἀφ’ ἑαυτῆς; Θὰ ἐπέλθῃ τότε ἐπιβεβλημένη, διότι καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ τεχνικῶς θέλει εἶσθαι τότε βεβαιωμένον, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἤδη ἐγκαταλειφθέντων ἔργων δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐντὸς τοῦ ὑπολειπομένου χρονικοῦ διαστήματος τῶν 12 ἢ 13 μηνῶν. Τοῦτο δὲν χρῄζει μείζονος ἀναπτύξεως. Νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη λύσις εἶναι προτιμοτέρα. Φρονῶ ὅτι καὶ ἤδη εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἐντὸς τοῦ ὑπολειπομένου χρόνου εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου. Ἡ ἄδεια, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, μοὶ ὑπενθυμίζει τὴν ἄδειαν ἐκείνων, οἵτινες ἐζήτουν νὰ λυθῶσιν αἱ χεῖρές των ἀπὸ τῶν περιορισμῶν· καὶ ἔπειτα οἱ Ὑπουργοὶ παρεπονοῦντο, ὅτι, ἀφοῦ εἶχον λελυμένας τὰς χεῖρας, δὲν ἠμποροῦσαν νὰ πράξωσιν ἄλλως! Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λυθῶσιν αἱ χεῖρές του· πρέπει νὰ προτιμᾷ νὰ τὰς ἔχῃ δεδεμένας, διότι τοῦτο ἐνδείκνυται πανταχόθεν, ὅτι ὑπαγορεύει τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους.
§155Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου θέλομεν συζητήσει.
§156ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν της καὶ πῶς ἀποφαίνεται ὁ διαιτητὴς ὡς πρὸς τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη μέχρι τοῦδε τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἑταιρίας (ἀναγινώσκει): «Τὸ γενικὸν συμπέρασμα περὶ τῆς εὐθύνης, ἥτις ἐπιβαρύνει ἑκάτερον τῶν μερῶν διὰ τὰς ἀμοιβαίας ζημίας, ὡς ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐξάγεται, εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Ἡ ἐργολαβία εὐθύνεται: «αʹ) Διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἀποπερατώσεως τῶν τμημάτων Πειραιῶς–Θηβῶν, Θηβῶν–Μπράλου καὶ Σχηματαρίου–Χαλκίδος, κατὰ παράβασιν τοῦ προγράμματος τῶν ἐργασιῶν ἀπὸ 25 Ὀκτωβρίου 1890. Συνεπείᾳ τούτου ἡ Κυβέρνησις προώρως ἐπλήρωσεν εἰς τὸν ἐργολάβον ὑλικὰ ἀνωδομῆς κατὰ πολὺ ὑπέρτερα τῶν ἀπαιτουμένων. Ἡ Κυβέρνησις ζημιοῦται ἐκ τούτου ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκ τῆς ἀνωφελοῦς καταβολῆς τόκων τῶν πληρωθέντων κεφαλαίων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῆς ποιότητος τῶν ἀποθηκευμένων στρωτήρων. Ἡ Κυβέρνησις πρὸς τούτοις συνεπείᾳ τῆς ἀργοπορίας κατὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἄνω τμημάτων ὑπόκειται καὶ εἰς ἑτέραν ζημίαν, διότι τὸ ὅλον κεφάλαιον διὰ τὴν κατασκευήν των ἔμεινε νεκρόν. «βʹ) Ἡ καθυστέρησις τῆς ἀποπερατώσεως τῆς γραμμῆς Μπράλου–Λιανοκλαδίου, κατὰ παράβασιν τῶν διὰ τῆς συμβάσεως τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1890 ὡς καὶ τῶν διὰ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως ὁρισθεισῶν προθεσμιῶν, ἐπιβαρύνει ἐπίσης οὐσιωδῶς τὴν ἐργολαβίαν, ἥτις διὰ βραδείας τῶν ἔργων ἐκτελέσεως, ἰδίως ὅμως δι’ ἀνεπαρκοῦς προπαρασκευῆς σπουδαίων σχεδίων ἐγένετο παραίτιος τῆς καθυστερήσεως ταύτης. Ἐκ τῆς καθυστερήσεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις ζημιοῦται ἐκ τῆς ἀνωφελοῦς καταβολῆς τόκου τοῦ μέχρι τοῦδε διὰ τὴν κατασκευὴν χρησιμοποιηθέντος κεφαλαίου. «γʹ) Ἀνάλογον ζημίαν ὑφίσταται ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς καθυστερήσεως τῶν ἔργων ἐπὶ τῆς γραμμῆς Λιανοκλαδίου–Πενταμύλου». Ἐνῷ δὲ ἔχει εἰς χεῖράς του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτην ἀπόφασιν τοῦ διαιτητοῦ, νομίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διστάσῃ τις νὰ καταστήσῃ ἐνεργὸν τὸ ἄρθρον 32 τῆς συμβάσεως, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ὅτι οὐδὲ ἀγωγὴν ἤθελεν ἐγείρει ἡ ἐργολάβος ἑταιρία, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε κηρυχθῆ ἔκπτωτος; Ἡ ἐργολάβος ἑταιρία σήμερον εἶναι ὁριστικῶς καταδικασμένη παρὰ τοῦ διαιτητοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατεδικάσθη, ἀφοῦ τοσαῦτα παρέσχε πράγματα εἰς τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ τοσαῦτα ἔλαβε χρήματα, σήμερον ἔρχεται καὶ ζητεῖ δωρεάν, τὴν δωρεὰν δὲ τὸ Δημόσιον ἔρχεται νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου! Ἐγὼ θὰ ἀντιτάξω κατ’ αὐτῆς πᾶσαν ἀντίδρασιν. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§157ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποβάλῃ τὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως; τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις; Πρὸ τόσων ἡμερῶν ἐζητήθησαν.
§158ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶμαι, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἔχω ὅμως ἀντιῤῥήσεις εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον. Κατὰ συνέπειαν παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιφυλάσσομαι δὲ εἰς τὰ καθέκαστα.
§159ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι λίαν ἐπιζήμιον τὸ προτεινόμενον παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν. Πρόκειται νὰ καλυφθῇ διὰ τοῦ ἄρθρου 1 ψήφισις νομοσχεδίου, δι’ οὗ δωροῦνται ὁλόκληρα 4 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ προκαλέσω ψηφοφορίαν καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ἄρθρον 1, ὅμως ὡς εἶναι συντεταγμένον, συνεπάγεται τὴν ἰδέαν τῆς παραιτήσεως τῆς ἐργολαβίας καὶ τὴν ἰδέαν τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως ταύτης.
§160ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ διορθόνομεν τὸ ἄρθρον.
§161ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου νὰ γείνῃ ψηφοφορία.
§162ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀρχὴν ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ἀκριβῶς, ὅπως ἀνεπτύξαμεν, τὸ ζήτημα τῆς παραιτήσεως, διότι τὸ ζήτημα τῆς συντηρήσεως τῶν ἔργων καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεως δὲν νομίζομεν κἄν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λυθῶσι νομοθετικῶς.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Μιλτ. Ὀριγώνη, καὶ ἀκολούθως ἡ διαλογή).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.