1894.03.07
4.848 στίχοι · 37.198 λέξεις · 341 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 74
Τῆς 7 Μαρτίου 1894.
(Δευτέρα).
Ὥρᾳ 11 καὶ 30′ π. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Δ. Τερτίπη).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινας διορθώσεις ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§2ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον δὲν ἐδημοσιεύθη μέχρι σήμερον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὸ Βασ. Διάταγμα, τὸ ἐγκρίνον τὸ καταστατικὸν τοῦ ἐν Πύργῳ συστάντος συλλόγου τῶν Ζακυνθίων ὁ «Ἅγιος Κωνσταντῖνος», ἀφοῦ τὸ καταστατικὸν τοῦτο ἐνεκρίθη ἀπὸ τῆς 22 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ κώλυμά τι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐγκρίσεως τοῦ καταστατικοῦ τοῦ εἰρημένου συλλόγου, ὅστις ἔχει σκοπὸν φιλανθρωπικὸν καὶ ἀγαθοεργόν.
§3Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ κ’ ἐγὼ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαμειφθεῖσαν ἀλληλογραφίαν μεταξὺ τοῦ δημάρχου Ὀλυμπίων καὶ τοῦ νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἥλιδος, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν σκανδαλώδη ὑπόθεσιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Ὀλυμπίων· λέγω αὐτὴν σκανδαλώδη, καθόσον ὁ δήμαρχος, ὅστις εἶναι εἷς τῶν χρηστοτέρων δημάρχων τῆς Ἠλείας, κατήγγειλεν ἐνώπιον τοῦ κ. νομάρχου Ἀχαΐας καὶ ἐνώπιον τοῦ κ. εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πλημμελειοδικῶν τὸν ῥηθέντα εἰσπράκτορα ἐπὶ καταχρήσει δημοτικῶν χρημάτων καὶ ἐπὶ ὑπεξαιρέσει τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1893. Ἐκ τῆς συζητήσεως δὲ, ἣν ἐπὶ τῆς ἀλληλογραφίας ταύτης θὰ ἐγείρω, θὰ φωτισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν ὁ περὶ οὗ πρόκειται εἰσπράκτωρ θὰ μείνῃ, ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν, ἐκτὸς τῶν φυλακῶν.
§4ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Μόλις ἤρχισεν ἐφαρμοζόμενος ὁ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας νόμος, καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ παραβιάζονται. Κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ ὑπάγονται καὶ οἱ ὑπαξιωματικοί. Ἀλλὰ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς πλεῖστα μέρη εἶναι τοποθετημένοι ἐντόπιοι ἀστυφύλακες ὑπαξιωματικοί...
§5ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἀπαγορεύεται τοῦτο ὑπὸ τοῦ νόμου.
§6ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, κατὰ τὰ ὁποῖα μετὰ μακρὰν συζήτησιν παρεδέχθη ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐντόπιοι ἀστυφύλακες ὑπαξιωματικοί.
§7ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οἱ μὲν χωροφύλακες ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμου, οἱ δὲ ἀστυφύλακες δύνανται νὰ ὑπηρετῶσι καὶ εἰς τὰς ἑαυτῶν πατρίδας.
§8ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἄν οὕτως εἶχε, τότε θὰ ἦτο περιττὴ ἡ εἰδικὴ αὕτη διάταξις τοῦ εἰδικοῦ τούτου νόμου.
§9ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπέβαλον πρότασιν πρό τινων ἡμερῶν περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ταμβάκου, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις αὕτη καὶ νὰ διανεμηθῇ· ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὔτε διενεμήθη, οὔτε ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρόκειται περὶ σωτηρίας ἑνὸς δήμου, χωρὶς νὰ γείνῃ ἡ ἐλαχίστη ζημία εἰς τὸ Δημόσιον. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀναγραφῇ ἡ πρότασίς μου αὕτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§10ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Μάλιστα· ἑνόνω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου μὲ τὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§11ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν δέχηται ἡ Βουλὴ, νὰ ἀναγραφῇ αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ;
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§14ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν αὔριον πρῶτον ἀντικείμενον...
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι!
§16ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐννοοῦν λοιπὸν οἱ Κύριοι νὰ μᾶς ἐμπαίζουν, καὶ νὰ ἐγγράψουν τὴν πρότασιν ὡς 52ον ἀντικείμενον! Λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Φωτήλας...
§17ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ τὴν Βόχαν.
§18ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Μετὰ τὰ συναφῆ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν νομοσχέδια, διότι ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§20ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, χθὲς ἑσπέρας νὰ σᾶς ἀναγνώσω διαφόρους περικοπὰς ἄρθρων μου, δημοσιευθέντων ἐν τῷ «Αἰῶνι», ὅπως σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἦτο ἐν τῇ ἀληθείᾳ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἐγὼ, γράφων ἐν τῇ ἐφημερίδι ἐκείνῃ, συνηγόρουν ὑπὲρ τῆς τότε οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ...
§21Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν ἔχω περὶ τούτου γνῶσιν.
§22ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σεῖς βεβαίως πολλῶν πραγμάτων δὲν ἔχετε γνῶσιν, ὅταν μάλιστα αὐτὰ δὲν σᾶς συμφέρωσιν. Ἔχει ὅμως γνῶσιν ἡ Βουλὴ, ἥτις εἶναι αὐτήκοος μάρτυς καὶ τῶν εἰρημένων παρὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ τῆς ἀπαντήσεώς μου πρὸς αὐτά.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω γνῶσιν ὅτι ὑπεστηρίζετε τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν μου.
§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχετε ὅμως γνῶσιν τοῦ γραφέντος περὶ ἐμοῦ σήμερον τὸ πρωῒ ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ δημοσιογραφικῷ ὑμῶν ὀργάνῳ, ὅτι δηλαδὴ ἐγὼ ᾠκειοποιήθην χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ καὶ σᾶς ἀνέγνων ἀλλότρια ἄρθρα, δημοσιευθέντα ἐν τῷ «Αἰῶνι», καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ ἤμην ἁπλοῦς ῥέπορτερ τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τούτου οὐδεμίαν ἔχω γνῶσιν, οὐδ’ ἀνέγνων τὰ περὶ αὐτῶν ὁπουδήποτε γραφέντα.
§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὅμως πρόκειται, Κύριοι, περὶ τόσον σκαιοῦ ψεύδους, εἰς τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀνίκανα καὶ αὐτὰ τὰ ἀσυνείδητα ὄργανα, τὰ γράφοντα ἐν τῷ «Ἄστει», κατ’ ἔμπνευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ ὑποπέσωσιν ἀφ’ ἑαυτῶν. Μόνον εἰς τὸν νοῦν τοῦ κ. Τρικούπη ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἡ φαεινὴ ὄντως ἰδέα, ὅτι θὰ μ’ ἐταπείνου καὶ θὰ μ’ ἐξηυτέλιζε, παριστῶν με ὡς διατελέσαντα ἁπλοῦν ῥέπορτερ τοῦ «Αἰῶνος» πρὸ δεκαετίας ἤδη. Ἐγὼ ἐκτιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι τὸ ἔργον τῶν ῥέπορτερ, οἵτινες πολλὰς καὶ ποικίλας ὑπηρεσίας παρέχουσι δι’ ὅσων ἀνιχνεύουσι καὶ παραδίδουσιν εἰς τὴν δημοσιότητα ἑκάστοτε καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θεωρεῖ αὐτὸ νῦν ταπεινὸν καὶ ἐξευτελιστικόν· πρὸ εἰκοσαετίας βεβαίως θὰ εἶχεν ἄλλην γνώμην περὶ τούτου, ὅτε αὐτὸς διετέλει ῥέπορτερ τοῦ κ. Κανελλίδου ἐν τοῖς «Καιροῖς». Ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξα ῥέπορτερ ἐφημερίδος, ἐν δὲ τῷ «Αἰῶνι» ἔγραφον ἐν ἀρχῇ μὲν ὡς συνεργάτης ἄρθρα μόνον, εἶτα δὲ ὡς διευθυντὴς αὐτοῦ, ὡς μαρτυρεῖ ἡ ἑξῆς δήλωσις τοῦ κ. Φιλήμονος, ἡ δημοσιευθεῖσα ἐν τῷ «Αἰῶνι» κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς εἰς τὴν Ἑσπερίαν ἀποδημίας του, τῇ 15 Ἰουνίου 1884 (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν εἰς Εὐρώπην ἀποδημίαν τοῦ συντάκτου τοῦ «Αἰῶνος» κ. Τιμολέοντος Φιλήμονος, ἀναλαμβάνει τὴν διεύθυνσιν τῆς συντάξεως τοῦ φύλλου ὁ κ. Ἀθανάσιος Παπαλουκᾶ Εὐταξίας, ὑφ’ οὓς ὅρους τελείας οὐδετερότητος ἐγράφετο μέχρι τοῦδε ὁ «Αἰών». Οὔτε ἐκ συστήματος ὑπουργικὸς οὔτε ἐκ συστήματος ἀντιπολιτευόμενος ὁ «Αἰὼν», καὶ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ συντάκτου αὐτοῦ τηρήσει ἴσην ἀποχήν, κρίνων τὰ κοινὰ κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἰδίων ἰδεῶν καὶ ἐμπνεύσεων.» Τὴν ἄλλην συκοφαντίαν, καθ’ ἣν δῆθεν ἐγὼ χθὲς, οἰκειοποιηθεὶς ἀλλότρια ἄρθρα ἐκ τοῦ «Αἰῶνος», ἀνέγνων αὐτὰ πρὸς τὴν Βουλήν, θεωρῶ ὅλως ἀναξίαν λόγου. Ἐν τῇ βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς ὑπάρχει τὸ σῶμα τοῦ «Αἰῶνος», ἐξ αὐτοῦ δὲ ὁ ἀμφιβάλλων δύναται νὰ πεισθῇ περὶ τῆς βδελυρότητος τῆς συκοφαντίας, ἥτις μόνον ἐν δημοσιογραφικῷ ὀργάνῳ, διερμηνεύοντι τὰς γνώμας τοῦ κ. Τρικούπη, ἠδύνατο νὰ εὕρῃ χῶρον. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐνόμισε καλὸν ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν περίοδον τὴν ἀπὸ τοῦ 1886–1890 νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ προφορικῶς ὅ,τι εἶχεν ἀναγράψει ἤδη ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ἐξαίρων τὴν πολιτικὴν τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τὴν καθιερωθεῖσαν κατὰ τὴν περίοδον ταύτην. Τὰ ἐπιχειρήματά του τὰ ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἀνέτρεψα ἐγὼ ἤδη ἓν πρὸς ἓν, ἀποδείξας ὅτι τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἦτο ἁπλοῦς μορφινισμὸς, ὅστις ἐπέφερε πρόσκαιρον ἀνακούφισιν ἐκ τοῦ κατατρύχοντος ἡμᾶς νοσήματος, ἐπὶ ζημίᾳ ὅμως ἀνεπανορθώτῳ τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ, ἥτις θὰ καθίστατο πάραυτα ἐπαισθητὴ, εὐθὺς ὡς ἤθελε καταπαύσει ὁ μορφινισμός. Καὶ μορφινισμὸς ἦσαν οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοί, καθ’ οὓς συνωμολογοῦντο δάνεια ὑπὸ τὸ πρόσχημα μετατροπῆς ἀρχαιοτέρων τοιούτων ἢ κατασκευῆς θωρηκτῶν καὶ δημοσίων ἔργων καὶ περιορισμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πράγματι δὲ πρὸς κάλυψιν τῶν ἑκάστοτε χαινόντων ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, δι’ ὧν ὁσημέραι εὐρύτερος καθίστατο ὁ κύκλος τῆς καταστροφῆς. Καὶ ἡ καταστροφὴ αὕτη κατέστη ἀναπόδραστος, ἅμα τῇ καταπαύσει τοῦ μορφινισμοῦ, ἅμα τῇ στειρεύσει τῶν δανείων, τῆς πηγῆς ταύτης τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Πάντα ταῦτα εἶπον καὶ ἀπέδειξα ἐγώ· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἐθεώρησε προτιμότερον νὰ τὰ ἐκλάβῃ ὡς μὴ εἰρημένα καὶ νὰ μὴ ἀπαντήσῃ τι εἰς αὐτά. Διότι βεβαίως δὲν εἶναι ἀπάντησις τὸ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθὲν, ὅτι δῆθεν κακῶς μεμφόμεθα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς συνομολογήσαντα τὰ δάνεια τότε πρὸς χρηματιστάς, ὡς ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογήσῃ αὐτὰ καὶ πρὸς μὴ χρηματιστάς. Καὶ ἐγέλασάν τινες ἐκ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ εὐφυΐᾳ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ἀγνοοῦντες περὶ τίνος πρόκειται, θὰ ἐλυποῦντο ὅμως δι’ αὐτὸν, ἐὰν ἐγίνωσκον, ὅτι τὰ Κράτη, τὰ ἔχοντα ἀκμαίαν τὴν πίστιν αὐτῶν, ἐκδίδουσιν ἀπ’ εὐθείας τὰ δάνειά των πρὸς δημοσίαν ἐγγραφὴν καὶ βλέπουσιν αὐτὰ καλυπτόμενα ἀμέσως ὑπὸ τῶν κεφαλαιούχων, ἐνῷ τὰ Κράτη τὰ ἔχοντα τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, ὡς κατήντησεν αὐτὴν ὁ κ. Τρικούπης, καταφεύγουσιν εἰς διάμεσα πρόσωπα, εἰς τοὺς χρηματιστάς, οἵτινες κερδοσκοποῦσιν οὕτως ἀσυνειδήτως τέλεσι καὶ δαπάναις τοῦ Κράτους, πρὸς ὃ δῆθεν συνομολογοῦσι τὰ δάνεια, καὶ τοῦ εὐπίστου κοινοῦ, εἰς οὗ τὴν ῥάχιν ἐπιῤῥίπτουσι ταῦτα. Σᾶς ἀπέδειξα ἤδη, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ πραγματοποιηθέντος κεφαλαίου 66,353,759 ἐκέρδησαν οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ὑπὸ τὸν τύπον προμηθείας, ἐξόδων, διαφορᾶς ἐκδόσεως κλπ., φράγκα χρυσᾶ 8,350,000. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι αὐτοὶ κατέχουσι τὴν σήμερον μίαν κἂν ὁμολογίαν ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου. Τὰς ἐφόρτωσαν ὅλας εἰς τὸ πολὺ κοινὸν, κερδοσκοποῦντες καὶ ἐπὶ τῆς εὐπιστίας τούτου. Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ ὅλα τὰ ἄλλα δάνεια, τὰ συνομολογηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη πρὸς χρηματιστὰς, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ κερδοσκόπους τοῦ χειρίστου εἴδους. Ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἐπανέλαβε μετ’ ἰδιαιτέρου στόμφου τὰς κενὰς πάσης ἐννοίας φράσεις τῆς ἐκθέσεώς του, καθ’ ἃς δῆθεν ὑπὸ τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, ἐφαρμοσθέντας ἐπὶ πενταετίαν ὅλην, εἶχον αὐξήσει τὰ εἰς χρυσὸν ἀποταμιεύματα τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου καὶ ἐπῆλθε περιορισμὸς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἐρωτήσεις μου, ποῦ εὑρίσκετο ὁ κατὰ τὴν πενταετίαν ἐκείνην ἀποταμιευθεὶς χρυσὸς ἐν ἔτει 1891, ὅτε ἡ Κυβέρνησις, ἐλλείψει δανείου, ἠναγκάσθη νὰ προμηθευθῇ ἐν τῇ ἐγχωρίᾳ ἀγορᾷ τὸ τοκομερίδιον μιᾶς καὶ μόνης ἑξαμηνίας, κατὰ πόσον δὲ περιωρίσθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἀπὸ τοῦ 1886 ἕως τοῦ 1890 διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, εἰς τὰς ἐρωτήσεις μου, λέγω, ταύτας ὁ ἄλλως κορώνης λαλίστερος κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἔμεινεν ἰχθύος ἀφωνότερος. Διότι, ἐὰν ἀπήντα, θὰ ἠναγκάζετο νὰ ὁμολογήσῃ καὶ αὐτὸς, ὅτι ὅσα εἶπε περὶ δῆθεν ἀποταμιευμάτων εἰς χρυσὸν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ περιορισμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι χάλτια, τὰ ὁποῖα δύνανται μὲν νὰ γράφωνται καὶ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως ἐπαναπαύηται οὕτως ἡ συνείδησις τῶν ἐν ἀγαθοπιστίᾳ ἔτι διατελούντων φίλων τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλ’ εἰς τὰ ὁποῖα ἥκιστα πάντων πιστεύει αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ὁ γινώσκων ὑπὲρ πάντα ἄλλον, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1886 ἕως τοῦ 1890 δὲν ηὔξησαν μὲν τὸ παράπαν τὰ εἰς χρυσὸν ἀποταμιεύματα τῆς χώρας, ἡ δὲ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀντὶ νὰ περιορισθῇ, ηὔξησεν. Ἀπέδειξα ἤδη ἐγώ, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ τὰς δῆθεν μετατροπὰς τῶν δανείων δὲν ἐπῆλθεν οἰκονομία τις ἀξία λόγου, ἀλλὰ τοὐναντίον ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους ἐπεβαρύνθη ἔτι μᾶλλον, καθόσον οὕτω μετετρέποντο συνήθως δάνεια ἐσωτερικὰ εἰς ἐξωτερικά, δάνεια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς δάνεια εἰς χρυσόν. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας προσεπάθησε νὰ συγκαλύψῃ τὰ ἀσυγκάλυπτα καὶ διὰ διαφόρων ταχυδακτυλουργικῶν λογαριασμῶν νὰ ἐξογκώσῃ τὸ πρὸ τοῦ 1886 καὶ 1882 χρέος, νὰ ἐλαττώσῃ δὲ τὸ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Εἰς ἐμέ, Κύριοι, ἀρκεῖ ἡ ὁμολογία αὐτοῦ, ὅτι τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος, ἐνῷ τὸ 1882 ἀνήρχετο εἰς 419.878.000, τὸ 1892 ἀνεβιβάσθη εἰς 792,872,000, ὅτι δέ, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ τὸ ἔτος 1882 ἀπῄτει 19,487,910, τὸ 1892 ἀνῆλθεν εἰς 33,211,878. Τίς νῦν ἡ διαφορὰ τῶν δύο τούτων ἐτῶν, ἅτινα καὶ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἐξέλεξεν ὡς ὅρους συγκρίσεως; Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, δι’ ὧν θ’ ἀπεδείκνυον, ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ἀναγραφόμενα ποσὰ εἶναι ἀνώτερα τοῦ προσήκοντος διὰ τὸ ἔτος 1882, κατώτερα δὲ διὰ τὸ ἔτος 1892. Ἀποδέχομαι αὐτὰ πρὸς χάριν του ὡς ἀκριβῆ, ἀκριβέστατα· καὶ οὕτω δέ, τί συνάγομεν ἐκ τῶν ἀριθμῶν του; ὅτι ἐδιπλασιάσθη μὲν σχεδὸν ἐντὸς ἑνδεκαετίας τὸ ποσὸν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, ὑπερεδιπλασιάσθη δὲ τὸ ποσόν, τὸ ἀπαιτούμενον ἐτησίως εἰς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων, μεθ’ ὅλους τοὺς περιπύστους οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς τοῦ κ. Τρικούπη, δι’ ὧν δῆθεν ἐπῆλθεν οἰκονομία εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην κατὰ 6,000,000!...
§27ΦΩΤΗΛΑΣ. Αὐτό, παρακαλῶ, νὰ μᾶς δώσητε νὰ ἐννοήσωμεν καλλίτερα, πῶς δηλαδὴ ὑπερεδιπλασιάσθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους.
§28ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τώρα βεβαίως ἦλθεν ἡ σειρὰ τοῦ λόγου μου, ἵν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν χθὲς ἀπευθυνθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, καὶ δι’ ἣν ἔσπευσε σήμερον τὸ δημοσιογραφικὸν ὄργανον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ γράψῃ, ὅτι ἀπεστομώθην χθὲς ἑσπέρας καὶ δὲν εἶχόν τι ν’ ἀπαντήσω... Τὰ 19,487,910, κ. συνάδελφε, τὰ πληρονόμενα τὸ 1882 εἰς τόκους καὶ χρεώλυτρα, ἦσαν ἐν μέρει εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι εἴχομεν τότε πολλὰ δάνεια ἐσωτερικά, μετατραπέντα ὕστερον εἰς ἐξωτερικὰ εἰς χρυσὸν δάνεια. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀποδέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅτι πάντα ταῦτα κατεβάλλοντο εἰς χρυσόν, εἰς προμήθειαν τοῦ ὁποίου, διατιμωμένου τότε κατ’ ἀνώτατον ὅρον πρὸς 1,20 τοῦ φράγκου, ὤφειλε νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον ἐν ἔτει 1882 δραχ. 23,385,492. Τὸ 1892 ὠφείλομεν νὰ καταβάλωμεν, πάντοτε κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια 33,211,878. Ἐκ τούτων τὰ 30,000,000 φρ. ἦσαν εἰς χρυσόν, εἰς προμήθειαν δ’ αὐτῶν, ὑπολογιζομένου τοῦ φράγκου κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 1,50, ὤφειλε νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον 45,000,000, ἅτινα ὁμοῦ μετὰ τῶν χαρτίνων 3,211,878 συμποσοῦνται εἰς 48,211,878 δραχ. Τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀντιπαραβαλλόμενον πρὸς τὰ 23,385,492, εἶναι βεβαίως ὑπερδιπλάσιον, κύριε Βουλευτὰ Καλαβρύτων.
§29ΦΩΤΗΛΑΣ. Διατὶ ὑπολογίζετε ἐκεῖνα μὲν πρὸς 1,20, ταῦτα δὲ πρὸς 1,50 τὸ φράγκον;
§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι 1,20 διετιμᾶτο τὸ φράγκον τὸ 1882, καὶ τόσα θὰ ἐπλήρονε τότε τὸ Δημόσιον πρὸς προμήθειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς αὐτὸ χρυσοῦ, 1,50 δὲ διετιμᾶτο τὸ φράγκον τὸ 1892, κατὰ μέσον ὅρον, καὶ τόσα θὰ ἐπλήρονε τότε καὶ τὸ Δημόσιον πρὸς προμήθειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς αὐτὸ χρυσοῦ. Τὸ πρᾶγμα νομίζω ὅτι εἶναι ἁπλούστατον.
§31ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὥστε ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ τοῦ χρυσοῦ. Καὶ τί πταίει ὁ κ. Τρικούπης δι’ αὐτὴν τὴν διαφοράν;
§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πταίει, διότι μὲ τὴν ἐξόγκωσιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, μὲ τοὺς οἰκονομικούς του συνδυασμούς, ἐν μιᾷ λέξει, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἐξευτελισθῇ ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις, σὺν αὐτῇ δὲ καὶ τὸ πιστωτικὸν ἡμῶν νόμισμα, ὅπερ ἔχει ὡς κύριον ἔρεισμα τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν. Τόσας καὶ τόσας καταχρήσεις κατήγγειλα ἐγὼ, Κύριοι, ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τῶν σιδηροδρόμων, ἀπέδειξα δὲ, ὅτι οἱ τελευταῖοι οὗτοι ἰδίᾳ ἐχρησίμευσαν ὡς πρόσχημα συνομολογήσεως δανείων, δι’ ὧν κυρίως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτει νὰ καλύπτῃ τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἀπέφυγε ν’ ἀπαντήσῃ τι πρὸς ὅλας τὰς ἄλλας καταγγελίας μου, ἠρκέσθη δὲ, εἰς μόνην τὴν ἀπολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν. Εἶπον ἐγὼ, ὡς πρὸς τοῦτον, ὅτι, ἐνῷ εἶχεν ὑποβάλει Ἑλληνικὴ ἑταιρία εἰς τὸν κ. Τρικούπην προτάσεις περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ μὲ ἐπιχορήγησιν μόνον τοῦ Κράτους κατὰ χιλιόμετρον, ἥτις δὲν θὰ ὑπερέβαινεν ἐν συνόλῳ τὰ 5 ἑκατομμύρια, αὐτὸς προετίμησε τὴν κατασκευὴν δι’ ἐξόδων τοῦ Κράτους διότι οὕτω πως μόνον ἠδύνατο νὰ συνομολογήσῃ δάνειον καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ προμηθευθῇ τὸν ἀναγκαιοῦντα χρυσὸν διὰ τὸ τοκομερίδιον μιᾶς ἑξαμηνίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος διημφισβήτησε μὲν τὴν ἀκρίβειαν τοῦ πρώτου ἰσχυρισμοῦ μου, περὶ κατασκευῆς δηλαδὴ τοῦ σιδηροδρόμου ὑπὸ ἑταιρίας Ἑλληνικῆς, χωρὶς νὰ προσαγάγῃ τὰς ἀναγκαίας ἀποδείξεις, ὡς πρὸς δὲ τὴν προμήθειαν τοῦ χρυσοῦ εἶπεν, ὅτι μᾶλλον ἡ Βελγικὴ ἑταιρία εἶχεν ἀνάγκην νὰ μεταφέρῃ τοιοῦτον ἐνταῦθα καὶ τὸν χρησιμοποιήσῃ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, μετατρέπουσα αὐτὸν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἡ δὲ Κυβέρνησις τὴν διηκόλυνεν εἰς τοῦτο, ἀγοράσασα παρ’ αὐτῆς συνάλλαγμα ἀξίας 10,000,000 φρ. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι δὲν διηυκολύνετο, ἀλλ’ ὑπεχρεοῦτο εἰς τοῦτο ἡ Βελγικὴ ἑταιρία κατὰ τὸ ἄρθρον 36 τῆς σχετικῆς συμβάσεως, τὸ ὁρίζον ὅτι (ἀναγινώσκει) «ὁ ἀνάδοχος ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ εἰς πίστωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Παρισίοις ἢ ἐν Λονδίνῳ πρὸ τῆς 1 προσεχοῦς Ἰουλίου εἰς τὰς ὑποδειχθησομένας αὐτῷ Τραπέζας δέκα ἑκατομμύρια φράγκα εἰς χρυσόν.» Ἰσχυρίσθην ἐγὼ πρὸς τούτοις, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ἀθετῶν τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11 τοῦ ΑΦΠΕʹ νόμου τῆς 14 Δεκεμβρίου 1887, καθ’ ἃ ἐπετρέπετο ἡ πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν συνομολόγησις δανείου πραγματικοῦ κεφαλαίου μέχρις 24,000,000, οὗ ὁλόκληρον τὸ προϊὸν ὤφειλε νὰ κατατεθῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς μίαν τῶν ἐν Ἑλλάδι Τραπεζῶν, ἐδέχθη ἐν τῇ συμβάσει πρὸς τὸν κ. Ῥολὰν νὰ καταβάλῃ οὗτος μόνον τὰ 80% ἐκ τοῦ δανείου εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἡμῶν Τράπεζαν, διὰ δὲ τὰ λοιπὰ 20% νὰ δώσῃ τραπεζιτικὴν ἐγγύησιν. Ἐκ τῆς ἀθετήσεως ταύτης τοῦ νόμου προέκυψεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ζημία ὡς ἔγγιστα 5,000,000 φρ. χρ. Πῶς δὲ νομίζετε ὅτι δικαιολογεῖ νῦν ὁ κ. Σιμόπουλος τὴν τοιαύτην ἀθέτησιν τοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Διὰ τοῦ μεταγενεστέρου νόμου ᾼΧΚΔʹ, δι’ οὗ ὁ κ. Τρικούπης, ἔχων καὶ τότε πειθήνιον τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ἤτοι ἔγκρισιν τῆς παρανόμου συμβάσεως. Ἀλλὰ τὴν ζημίαν δὲν ἐπηνώρθωσεν οὕτω· διότι ἡ δοθεῖσα τραπεζιτικὴ ἐγγύησις τοῦ Deloye ἀπεδείχθη ἐκ τοῦ ὑστέρου ἰδανικὴ ὅλως, ἐξατμισθεῖσα μετ’ αὐτοῦ ἅμα τῇ πτωχεύσει τῆς Βελγικῆς ἑταιρίας. Ὁ κύριος Σιμόπουλος διαμφισβητεῖ νῦν, ὅτι ἡ ζημία ἀνέρχεται εἰς ὅσον ἐγὼ εἶπον ἀρχῆθεν ποσὸν, διὰ διαφόρων λογιστικῶν τεχνασμάτων. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο τὸν διαψεύδει αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναγράφων ἐν τῇ καταστάσει τῶν δανείων, μεθ’ ἧς συνοδεύει τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894, ὡς καθυστεροῦν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ποσὸν 4,733,329, καὶ οὐχὶ 1,095,599, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Οὐδὲν δ’ ἀπήντησεν οὗτος ὡς πρὸς ὅσα ἄλλα εἶπον ἐγὼ περὶ τοῦ προκειμένου σιδηροδρόμου, ἀποδείξας ὅτι τὸ πραγματοποιηθὲν ἐκ τοῦ δανείου του ποσὸν ἐκ 19,264,670 διὰ τῆς γνωστῆς μεθόδου τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων ηὔξησεν εἰς 33 ὅλα ἑκατομμύρια φρ. χρυσῶν, ὅτι δὲ καὶ ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου, χάρις εἰς τὴν κακοπιστίαν τῆς Βελγικῆς ἑταιρίας καὶ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἀφ’ ἑνὸς, καὶ εἰς τὴν ἀσύγγνωστον ἐπιείκειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀφ’ ἑτέρου, κατωρθώθη νὰ μείνῃ μέχρι τοῦδε ἡμιτελὲς τὸ ἔργον, καὶ νὰ αὐξάνῃ κατ’ ἔτος τὸ ποσὸν τῶν 33,000,000 διὰ τῶν ἐν τῷ μεταξὺ καταβαλλομένων δι’ αὐτὸ τόκων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, χωρὶς τοῦτο νὰ εἰσπράττῃ οὐδ’ ὀβολὸν ἐκ τοῦ ἔργου. Ἀλλὰ μήπως ἀπήντησέ τι ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος εἰς ὅσα εἶπον ἐγὼ καὶ περὶ τῶν σιδηροδρόμων Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων καὶ Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ περὶ ὅλων τῶν λοιπῶν δημοσίων ἔργων, δι’ ὧν ζητεῖ νὰ δικαιολογήσῃ νῦν μέγα μέρος τῶν συνομολογηθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δανείων; Ὁ τελευταῖος, Κύριοι, τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἦτο ὁ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Συνωμολογήθη τοῦτο πρὸς κατασκευὴν τοῦ ὁμωνύμου ἔργου, ὅπερ ἅμα κατασκευαζόμενον θὰ ἐδίδετο ὡς ὑποθήκη εἰς τοὺς ὁμολογιούχους. Τὸ δάνειον κατὰ τὴν ἔκδοσίν του εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐκαλύφθη κατὰ τὸ ἥμισυ, ὅπερ ἦτο ἤδη τρανὸν τεκμήριον τοῦ κλονισμοῦ, ὃν εἶχεν ὑποστῆ ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις. Ἀλλὰ τὸ καίριον τραῦμα εἰς αὐτὴν κατήνεγκεν αὐτὴ ἡ καταχρηστικὴ διάθεσις τοῦ δανείου ὑπὲρ ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Τὸ γεγονὸς τοῦτο διήνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν πιστωτῶν μας πρὸ τοῦ χάους, ὅπερ εἶχον παρασκευάσει οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ τοῦ κ. Τρικούπη, ἔκτοτε δ’ ἔκλεισεν ἑρμητικῶς εἰς ἡμᾶς ἡ θύρα τῶν δανείων καὶ ἐξέλιπον καὶ οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοί. Πᾶσα πρὸς ἐξακολούθησιν αὐτῶν ἀπόπειρα, γενομένη ὑπὸ τὸ διάδοχον Ὑπουργεῖον, ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην ν’ ἀποτύχῃ. Αἱ συνέπειαι τοῦ ὀλεθρίου συττήματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης ἐφήρμοσε καθ’ ὅλην τὴν ἀπὸ τοῦ 1886–1890 περίοδον, ἐγένοντο κατάδηλοι μετὰ τὴν πτῶσιν αὐτοῦ. Εἶχε παύσει πλέον ὁ μορφινισμὸς, τὸ δὲ κατατρῦχον ἡμᾶς νόσημα ἔλαβε πάραυτα ὀξὺν χαρακτῆρα. Τὸ ἐπακολουθῆσαν κυβερνητικὸν διάλειμμα ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου 1890 μέχρι τοῦ Ἰουνίου 1892 δὲν συνετέλεσε βεβαίως εἰς ἐπιδείνωσιν τῆς καταστάσεως, διότι κατ’ αὐτὸ οὔτε αὔξησις ἐξόδων ἐγένετο ἀξία λόγου, οὔτε ἐλάτωσις ἐσόδων· τοὐναντίον μάλιστα τὰ τελευταῖα ταῦτα ὑπὸ χρηστοτέραν διοίκησιν ὑπερέβησαν κατὰ τὸ 1891 πᾶσαν προγενεστέραν χρῆσιν. Ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο διῆλθεν ἡμέρας ἀγωνίας, καθ’ ἃς διὰ προσωρινῶν δανείων, τοκογλυφικῶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἀνεβάλλετο μόνον ἡ καταστροφή. Ἐπανελθὼν εἰς τὰ πράγματα ὁ κ. Τρικούπης τῇ 10 Ἰουνίου, κατέβαλε τὴν ἐσχάτην προσπάθειαν πρὸς ἐπανάληψιν τῶν πάλαι οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Πρὸς τοῦτο ηὔξησε τοὺς νῦν ὑπάρχοντας φόρους καὶ δασμούς, προέβη εἰς εἰκονικὰς οἰκονομίας, συνέταξε προϋπολογισμοὺς μὲ πλαστὰ ἰσοζύγια, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν δανείου ὑπὸ ὅρους αὐτόχρημα χρεωκοπικούς, ἐξασφαλίσας διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ καὶ ὡρισμένας εἰς χρυσὸν εἰσπράξεις. Πάντα ταῦτα ἔκαμεν, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐξοικονομήσῃ ἐπὶ δύο ἀκόμη ἔτη τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια καὶ ἀναβάλῃ ἐπὶ τόσον χρόνον τὴν καταστοφήν, ἀψηφῶν ἐὰν οὕτω καθίστα αὐτὴν μόνον μεγαλειτέραν. Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ ἀγωνιώδεις ἐκεῖναι προσπάθειαι ἀπέβησαν μάταιαι ἀπέναντι τῆς πεποιθήσεως, ἣν ἐν τῷ μεταξὺ τὰ ξένα κεφάλαια εἶχον σχηματίσει περὶ τῆς ἀνεπαρκείας ἡμῶν εἰς τὸ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ἤδη ὑφισταμένας ὑποχρεώσεις μας, πολὺ δὲ περισσότερον καὶ νέας τοιαύτας. Τὴν κατάστασιν ἐκείνην ἐπωφεληθέντες ἀσυνείδητοί τινες χρηματισταί, ἤρξαντο διαπραγματεύσεων πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, πρὸς τὸ θεαθῆναι μόνον. Ἠθέλησαν οὕτω νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐπὶ τῆς εὐπιστίας αὐτοῦ καὶ τῶν Ἑλληνικῶν κεφαλαίων, ἅτινα, ὡς ὑπέδειξα ἤδη ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων κατώρθωσαν ν’ ἀποδεκατίσωσι. Τοῦ σκοποῦ των τούτου ἐπιτυχόντες οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος χρηματισταί, διέκοψαν τὰς πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διαπραγματεύσεις, ἀφήσαντες αὐτὸν εἰς τὰ κρύα τοῦ λουτροῦ. Καὶ ὁ κ. Τρικούπης ἐσκέφθη τότε, ὅτι δὲν εἶχε νὰ κάμῃ καὶ αὐτὸς τι φρονιμώτερον ἢ νὰ τραπῇ εἰς φυγήν, ἀφίνων καὶ αὐτὸς εἰς τὰ κρύα τοῦ λουτροῦ καὶ Κράτος καὶ χώραν καὶ Βασιλείαν καὶ λαὸν, οἵτινες ἤλπισαν τὴν σωτηρίαν παρ’ αὐτοῦ τοῦ πρωτουργοῦ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ ἐγὼ, Κύριοι, ἐδηλώσαμεν ἤδη ἐπανειλημμένως, ὅτι κληθέντες ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας τῇ 3 Μαΐου οὐδὲν ἀπολύτως ἴχνος διαπραγματεύσεων περὶ δανείου ἀνεύρομεν οὔτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπέμψαμεν τότε ἕνα τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν κ. Τρικούπην μὲ τὴν πρόσκλησιν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ ὅσας πληροφορίας εἶχε περὶ δανείου· αὐτὸς δὲ μᾶς διεβίβαζε σχέδιόν τι συμβάσεως μετά τινων κρυπτογραφικῶν τηλεγραφημάτων, ἀρνηθείς, ἵνα μᾶς δώσῃ καὶ τὴν κλεῖδα τούτων καὶ πᾶσαν ἄλλην πληροφορίαν. Δὲν εἶναι δὲ διόλου ἀληθὲς, ὅτι ἐτηλεγραφήθη τότε ἐκ Λονδίνου, ὅτι, ἐὰν ἡ νέα Κυβέρνησις ἦτο διατεθειμένη νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν, οἱ συμβαλλόμενοι ἦσαν πρόθυμοι νὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ συμπληρώσωσι τὰς διαπραγματεύσεις. Καὶ τοῦτο καὶ πάνθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης διαψεύδω κατηγορηματικῶς, ὡς ἐπινοήματα, ἀνήκοντα εἰς τὴν σφαῖραν τῶν μύθων. Τὰ διαψεύδω καὶ πάλιν κατηγορηματικῶς, ὡς μέλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς 3 Μαΐου, προκαλῶ δὲ αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὲ ἀντιδιαψεύσῃ, ἐὰν ἐπιδοκιμάζῃ τὰ εἰρημένα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ἀλλ’ ἀναφέρων ἐνταὐτῷ ὡρισμένα πρόσωπα καὶ γεγονότα, ἤτοι τίνες ἦσαν οἱ ἐν Λονδίνῳ συμβαλλόμενοι καὶ πρὸς τίνα ἐτηλεγράφησαν ἐνταῦθα ὅτι ἦσαν πρόθυμοι νὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ συμπληρώσωσι μεθ’ ἡμῶν τὰς περὶ δανείου διαπραγματεύσεις. Ἐν ὅσῳ δὲν πράττει τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δικαιοῦται βεβαίως πᾶς τις ἐξ ὑμῶν τοὺς λόγους τοῦ κ. Σιμοπούλου νὰ θεωρήσῃ ἀποκυήματα οἰστρόπληγος φαντασίας, νὰ πιστεύσῃ δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπομεν καὶ ἀπεδείξαμεν ἤδη ἡμεῖς ἐπανειλημμένως, ὅτι δηλαδὴ οὐδέποτε διεξήχθησαν σοβαραὶ διαπραγματεύσεις περὶ δανείου, ἀλλὰ προέκειτο μόνον περὶ καθαρᾶς φενάκης, ἧς θύματα ἔπεσαν ὁ κ. Τρικούπης καὶ πολλοὶ Ἕλληνες κεφαλαιοῦχοι, ἀπολοφυρόμενοι ἔτι καὶ νῦν τὰς φοβερὰς ἀπωλείας, ἃς ὑπέστησαν τότε. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἀπορεῖ καὶ ἐξίσταται ἐν μακαρίᾳ ἁπλότητι, πῶς ἡμεῖς, οἱ πρὶν ὑπὲρ τῆς ἐπαρκείας τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας κεκηρυγμένοι, ἐλθόντες εἰς τὰ πράγματα, δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Καὶ νομίζει, Κύριοι, αὐτὸς, ὅτι ἦτο δυνατὸν ὡς ἐκ θαύματος τὰ πέντε μόλις ἑκατομμύρια, ἅτινα εὕρομεν τότε πρὸ ἡμῶν, νὰ μεταβάλωμεν ἐντὸς ἡμερῶν, ἑβδομάδων καὶ μηνῶν εἰς πεντήκοντα ὅλα ἑκατομμύρια, ὧν τὰ πλεῖστα εἰς χρυσὸν, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς ἴσας ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ τελεσθῇ τὸ θαῦμα τοῦτο, διατὶ δὲν ἔκαμεν αὐτὸ πρὸ ἡμῶν ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλ’ ἐτράπη εἰς ἄτακτον φυγὴν πρὸ τοῦ χάους, ὅπερ εἶχε δημιουργήσει ἡ ἑνδεκαετὴς ἀτάσθαλος διαχείρισίς του; Δὲν ἦτο καιρὸς, Κύριοι, νὰ σκεφθῶμεν ἡμεῖς, ὅτε ἐκλήθημεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν τῷ μέσῳ ἐρειπίων, περὶ ἐπαρκείας ἢ ἀνεπαρκείας, ἀλλὰ περὶ προχείρου παραπήγματος, ὡς εἶπον ἄλλοτε, ὑφ’ ὃ ἔπρεπε νὰ στεγασθῇ πρὸς καιρὸν ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις, ἕως οὗ ἀνεγείρωμεν αὖθις τὸ προσῆκον εἰς αὐτὴν μέγαρον. Καὶ τὸ πρόχειρον τοῦτο παράπηγμα ἦτο τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, τοῦ ὁποίου τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἐξέθεσα ἤδη ἐπανειλημμένως πρὸς ὑμᾶς. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο ἀποκρούει ὁ σοφὸς ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ὡς δόλιον καὶ ὡς ἀντικείμενον πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης. Ἐὰν, Κύριοι, ἐγίνωσκον, ὅτι ἦλθεν αὐτός ποτε εἰς σχέσιν οἱανδήτινα πρὸς τὴν ἐπιστήμην, θὰ τὸν ἠρώτων νὰ εἴπῃ, παρὰ τίνος συγγραφέως καὶ διὰ τίνας λόγους τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἀποκηρύττεται ὡς δόλιον μέτρον ἐπὶ τῶν Κρατῶν, ἅτινα, ὁμολογοῦντα τὴν ἀνικανότητα αὐτῶν, ἵνα ἐκπληρώσωσι τοῖς μετρητοῖς τὰς ὑποχρεώσεις των, ζητοῦσι νὰ ἐξασφαλίσωσι διὰ νέων ὁμολογιῶν, περιβεβλημένων μὲ πᾶσαν δυνατὴν ἐγγύησιν, τοὺς πιστωτάς των, ἕως οὗ δυνηθῶσι ν’ ἀναλάβωσι τὰς πληρωμάς των τοῖς μετρητοῖς; Ἀφοῦ δὲ μεταξὺ τῶν πιστωτῶν μας ὑπάρχουσι πολλοὶ, ἔχοντες ὀπωσδήποτε πλείονα σχέσιν τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὴν ἐπιστήμην, διατὶ οὗτοι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως δὲν ἔσπευσαν ν’ ἀποκρούσωσιν ὡς μέτρον δόλιον, ἐπικαλούμενοι πρὸς τοῦτο καὶ τὴν ἐπιστήμην; Διατὶ δὲν προέβησαν τότε εἰς συστάσεις κομητάτων καὶ εἰς διαμαρτυρίας κατὰ τοῦ μέτρου ἡμῶν ἐκείνου, ὡς ἔπραξαν βραδύτερον κατὰ τοῦ μέτρου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἐπεκαλέσθην ἐγὼ, Κύριοι, ὑπὲρ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως τὸ παράδειγμα τῆς Ἀργεντίνης, ἥτις δι’ αὐτοῦ κατώρθωσε νὰ εἰσέλθῃ ἤδη εἰς τὴν ὁδὸν τῆς οἰκονομικῆς ἀναῤῥώσεως. Ὁ ἀξιότιμος ὅμως εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ χώρα ἐκείνη διατελεῖ ὑπὸ ἄλλας οἰκονομικὰς συνθήκας, διότι εἶναι γόνιμος καὶ ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ οὐ μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα ἐν τῷ ἐμπορίῳ αὐτῆς. Ἀγνοεῖ ὅμως, ὅτι τὸ περίσσευμα τοῦτο εἶναι φαινομενικὸν διὰ τὴν Ἀργεντίνην, καθόσον ἐν αὐτῇ οἱ ἄδηλοι πόροι ἀκολουθοῦσιν ἀντίθετον διεύθυνσιν ἢ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν ἄλλαις χώραις. Ἐν Ἀργεντίνῃ τὸ ἓν τρίτον τοῦ πληθυσμοῦ εἶναι κινητὸν, ἤτοι πάροικοι ἐργαζόμενοι ἐκεῖ καὶ κατ’ ἔτος ἀποστέλλοντες εἰς τὰς ἐν Εὐρώπῃ πατρίδας των τὰ κέρδη τῆς ἐργασίας των, ἢ μετὰ πάροδον ἐτῶν συναποκομίζοντες αὐτὰ μεθ’ ἑαυτῶν εἰς τὰ ἴδια. Οἱ ἄδηλοι λοιπὸν πόροι ἐκεῖ εἶναι ἐξαγωγικοί, καὶ οὐχὶ εἰσαγωγικοί, ὡς ἀλλαχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν. Δὲν εἶναι δὲ τὸ περίσσευμα τοῦ ἐμπορίου ἀλάνθαστον γνώρισμα οἰκονομικῆς εὐεξίας χώρας τινὸς, ὡς νομίζουσί τινες ἔτι καὶ νῦν παρ’ ἡμῖν. Πάλαι ποτὲ ὑπῆρχον, Κύριοι, καὶ θεωρητικοὶ καὶ πρακτικοὶ, οἱ νομίζοντες ὅτι ἔπρεπεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἐπιδιώκηται τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον, ἡ ἐξαγωγὴ δηλαδὴ χώρας τινὸς νὰ καλύπτῃ τὴν εἰσαγωγὴν, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἄλλως θὰ ἐξήγετο μεῖζον τοῦ προσήκοντος χρυσὸς καὶ θὰ ἐπήρχετο ἡ πλήρης ἔνδεια αὐτῆς. Ἐν τῇ πείρᾳ ὅμως τί ἀπεδείχθη; ὅτι πάντα τὰ κατ’ ἐξοχὴν οἰκονομικῶς εὐεκτοῦντα Κράτη εἶχον νὰ ἐπιδείξωσιν ἀνωτέραν εἰσαγωγὴν τῆς ἐξαγωγῆς, χωρὶς οὕτω νὰ μειῶται ὁ χρυσὸς καὶ καθόλου ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος αὐτῶν· ἐνῷ τοὐναντίον ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα μάλιστα εἶχον νὰ ἐπιδείξωσι τὰ Κράτη τὰ διατελοῦντα ἐν οἰκονομικῇ σχετικῶς δυσπραγίᾳ. Ἐντεῦθεν καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πρᾶξις ἀποκρούουσι τὴν σήμερον τὴν θεωρίαν περὶ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου, ὡς ἀπηρχαιωμένην καὶ σφαλεράν. Ἐν τούτοις τὴν τοιαύτην θεωρίαν ἠσπάσθη πρό τινος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐνθυμεῖσθε, μεθ’ ὁποίας θέρμης κατὰ τὴν αʹ σύνοδον τῆς ἐνεστώσης βουλευτικῆς περιόδου ὑπεστήριζεν, ὅτι τὸ μέγα δι’ ἡμᾶς δυστύχημα εἶναι, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ ὑπερτερεῖ τῆς ἐξαγωγῆς, ὅτι δ’ ἐντεῦθεν προέρχεται ἡ ἀνεπάρκεια τῆς χώρας, ἣν ὅπως ἀποφύγωμεν, ἔπρεπε νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς περιορισμὸν τῆς εἰσαγωγῆς· καὶ διὰ νομοθετικῶν ἐν ἀνάγκῃ μέτρων, διότι οὕτω θὰ καθίστατο ἡ χώρα ἡμῶν αὐτάρκης καὶ θὰ ηὔξανεν ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν πλοῦτος. Ἡμεῖς ἀντείπομεν τότε, ὅτι τὰ τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου κανονίζονται ἀφ’ ἑαυτῶν μόνον καὶ οὐχὶ νομοθετικῶς, ὅτι δὲ ἡ ὑπερτέρησις τῆς εἰσαγωγῆς εἶναι ἀλάνθαστον σημεῖον εὐπραγίας, ἐνῷ ἡ ἐξίσωσις αὐτῆς πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν καὶ ἡ καθυστέρησις εἶναι τεκμήριον δυσπραγίας. Εἰς ἐπιβεβαίωσιν τῶν λόγων ἡμῶν ἐκείνων ἐπῆλθον ἤδη τὰ γεγονότα. Πρώτην φορὰν κατὰ τὸ 1893 ἐπετεύχθη παρ’ ἡμῖν τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον διὰ τῆς ἐξισώσεως τῆς εἰσαγωγῆς πρὸς τὴν ἐξαγωγήν· διότι τὸ παρελθὸν ἔτος αὕτη μὲν ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 88,033,862, ἐκείνη δὲ εἰς 91,484,936, ἐνῷ πρὶν ἡ εἰσαγωγὴ ἦτο ὑπερτέρα τῆς ἐξαγωγῆς κατὰ 20–30 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια. Ὅταν λάβωμεν νῦν ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς ἀδήλους πόρους, τοὺς ἐκ τῆς ναυτιλίας, ἐκ τῶν ξένων τῶν ἐπισκεπτομένων τὴν χώραν, ἐκ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τοποθετημένων κεφαλαίων κλπ., ἀνερχομένους εἰς 15 τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁ χρυσὸς ὁ εἰσαχθεὶς εἰς Ἑλλάδα ἐν ἔτι 1893 ὑπερβαίνει τὸν ἐξαχθέντα κατὰ 12 περίπου ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔπρεπε ν’ αὐξήσωσι τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν πλοῦτον καὶ κατ’ ἀκολουθίαν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν εὐεξίαν. Ἀντὶ εὐεξίας ὅμως τί ἔχομεν νῦν; ἀφόρητον οἰκονομικὴν δυσπραγίαν, πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ πάντη ἑώλου καὶ ἀσυστάτου τῆς θεωρίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ δάνειον, Κύριοι, τῆς κεφαλαιώσεως ὄχι μόνον δόλιον δὲν ἐθεωρήθη ὑπὸ τῶν πιστωτῶν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐνέπνευσεν εἰς αὐτοὺς τὴν πεποίθησιν περὶ τῆς εἰλικρινοῦς προσπαθείας, ἣν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου κατέβαλλε δι’ αὐτοῦ, ἵνα ἐξαγάγῃ τὸν τόπον ἐκ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, εἰς ἃς εἶχεν ἐμβάλει αὐτὸν ἡ ἄβουλος διοίκησις τοῦ προκατόχου του Ὑπουργείου. Καὶ εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτοῦ ἐκείνην ἔσπευσαν νὰ ἐπέλθωσιν ἐπίκουροι οἱ πιστωταὶ ἡμῶν, καταρξάμενοι αὐτοὶ πρῶτοι τῶν περὶ τούτου διαπραγματεύσεων. Αἱ προτάσεις αἱ τότε γενόμεναι εἰς ἡμᾶς δὲν ἦσαν τόσον γενικαὶ καὶ ἀόριστοι, ὅσον ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὐτὰς ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Πρόκειτο περὶ μετατροπῆς καὶ ἑνοποιήσεως τοῦ δημοσίου χρέους, καθισταμένων καὶ τῶν χρεωλυτικῶν ἡμῶν δανείων παγίων. Ὁ τόκος θὰ περιωρίζετο κατὰ πολὺ ἀπέναντι τῶν νέων ἀσφαλειῶν, ἃς θὰ παρείχομεν ἡμεῖς πρὸς τοὺς πιστωτάς μας. Καὶ αἱ ἀσφάλειαι αὗται οὐδ’ ἴχνος διεθνοῦς ἐλέγχου ἐνεῖχον. Ἔμελλον εἰς τὰ ὑπάρχοντα μονοπώλια τοῦ Κράτους νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα τινά, ἰδίᾳ τὸ τοῦ καπνοῦ, ἡ δὲ διαχείρισις αὐτῶν ν’ ἀνατεθῇ εἰς ἑταιρίαν ὑπὸ τύπον παρεμφερῆ πρὸς τὴν νῦν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, πᾶσαι δὲ αἱ λοιπαὶ πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου νὰ μείνωσιν εἰς τὴν ἀπόλυτον διάθεσιν τούτου. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἀσφαλείας θὰ ἐχορηγεῖτο ἡμῖν νέον δάνειον εἰς χρυσὸν πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότατον πάντων εἶναι, ὅτι τὰ ξένα κεφάλαια θὰ ἐπήρχοντο οὕτως ἐπίκουρα καὶ εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν πίστιν· διότι οἱ διεξάγοντες πρὸς ἡμᾶς τὰς διαπραγματεύσεις ἀνελάμβανον νὰ ἐγχύσωσι νέον αἷμα ὑλικὸν καὶ ἠθικὸν εἰς τὸ γεγηρακὸς σῶμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν προέκειτο δὲ περὶ ἀνασυστάσεως ταύτης, ὡς ἐν διαστροφῇ τῆς ἀληθείας εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος, πάντως κατ’ εἰσήγησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ ἀναδιοργανώσεως μόνον αὐτῆς, ἰδίᾳ διὰ τῆς προσθήκης ἑνὸς τετάρτου ὑποδιοικητοῦ, ξένου, θεωρητικῶς κατηρτισμένου καὶ ἔχοντος ὅλα τὰ ἀναγκαῖα ἐφόδια τῆς πείρας, δι’ ἧς θ’ ἀναδιωργάνου τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ θ’ ἀπεδείκνυεν αὐτὴν τὸ κέντρον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν πίστεως. Θὰ κατέβαλλον δὲ καὶ νέα κεφάλαια ὑπὲρ αὐτῆς ἐξ 20,000,000 εἰς χρυσόν, διασωζομένου ὅμως ὑπὲρ τῶν τέως μετόχων τοῦ πλεονεκτήματος, καθ’ ὃ αἱ μετοχαὶ αὐτῶν θὰ ὑπελογίζοντο πρὸς 1½ ἑκάστη, καὶ οὕτως οἱ Ἕλληνες μέτοχοι θὰ μετεῖχον τῆς Τραπέζης ἐφεξῆς κατὰ τὰ ⅗. Ἐὰν, Κύριοι, οἱ προελθόντες εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς ἡμᾶς ἐπεδίωκον ἄλλους καταχθονίους σκοπούς, ὥς τινες ὑπέθεσαν, ἠδύναντο κάλλιστα ν’ ἀγοράσωσιν ἀπ’ εὐθείας τὸ πλεῖστον μέρος τῶν μετοχῶν τῆς Τραπέζης καὶ νὰ γείνωσιν οὕτω κύριοι αὐτῆς, χωρὶς βεβαίως νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς ν’ ἀντιτάξωμέν τι νομίμως πρὸς τὴν τοιαύτην αὐτῶν ἐνέργειαν. Ἀλλ’ αὐτοὶ προσῆλθαν πρὸς ἡμᾶς μὲ τὰς ἁγνοτέρας προθέσεις καὶ ἐδήλωσαν, ὅτι ἐνόουν πρὸ παντὸς νὰ διασώσωσι καὶ ἐξασφαλίσωσι τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα τοῦ ἱδρύματος, ὑποβοηθοῦντες αὐτὸ μόνον καὶ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ὑψηλοῦ του προορισμοῦ. Τὴν τοιαύτην ἐπικουρίαν τῶν ξένων κεφαλαιούχων δύναται ν’ ἀποκρούσῃ μόνος ὁ ἐθελοτυφλῶν πρὸ τῆς παρούσης καταστάσεως τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Τραπέζης καὶ μὴ θέλων νὰ ἴδῃ τὸ πιστωτικὸν ἡμῶν τοῦτο ἵδρυμα ἀνακτῶν τὴν προσήκουσαν αὐτῷ θέσιν ἐν τῇ ἐθνικῇ ἡμῶν οἰκονομίᾳ, ἐπιδρῶν εὐεργετικῶς ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς, ῥυθμίζον αὐτὸ τὴν νομισματικὴν αὐτῆς κατάστασιν καὶ ἀναζωογονοῦν τὴν νῦν ἐν πλήρει καταπτώσει εὑρισκομένην πίστιν τῆς χώρας ἡμῶν. Ἐγένοντο, Κύριοι, ὑπαινιγμοί, ὅτι ὄπισθεν τῶν προτάσεων ἐκείνων ὑπεκρύπτετο ὁ διεθνὴς ἔλεγχος, καὶ ὅτι μάλιστα πρὸς ἀποφυγὴν τούτου ἐδέησε ἡ διάδοχος ἡμῶν Κυβέρνησις νὰ διακόψῃ τὰς ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἀρξαμένας διαπραγματεύσεις. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον, οὐδὲν ἀναληθέστερον. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης παρεκάλεσεν ἤδη, πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἀληθείας, νὰ κατατεθῶσιν αἱ γενόμεναι πρὸς ἡμᾶς προτάσεις εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τοῦτο ἐφάνη σύμφωνος καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος, καὶ πάντες ἀνεμένομεν ἔκτοτε νὰ κατατεθῶσιν αἱ προτάσεις ἐκεῖναι, ὅπως τεθῇ οὕτω τέρμα εἰς τὴν ψευδολογίαν. Ὁ κ. ὅμως Πρωθυπουργὸς ἀπέφυγε νὰ πράξῃ τοῦτο διὰ λόγους, οὓς αὐτὸς οἶδε καὶ οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἰς οὐδεμίαν σχέσιν εὕρηνται πρὸς τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, ὃν ἡμεῖς δῆθεν ἀπεδέχθημεν κατ’ ἀρχήν, αὐτὸς δ’ ἀπέκρουσεν. Ἐὰν, Κύριοι, ὑπῆρχεν ἴχνος διεθνοῦς ἐλέγχου ἐν αὐταῖς, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι θὰ ἔσπευδε νὰ τὰς ὑποβάλῃ πρὸ πολλοῦ, ὅπως οὕτω διαπιστώσῃ ἐπισήμως τοὺς καθ’ ἡμῶν γενομένους ἀχρείους ὑπαινιγμούς. Δὲν εἶναι δὲ αὐτὸς ἐκεῖνος, ὅστις θ’ ἀπέκρουε τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, ἀφοῦ ἀπεδέχθη ἤδη αὐτὸν, προκειμένου περὶ συνομολογήσεως ἑνὸς ἁπλοῦ δανείου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τῆς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου συνταχθείσης συμβάσεως περὶ τοῦ ἐν ἔτει 1893 ἐπιδιωχθέντος δανείου, ὡρίζετο ἐπὶ λέξει: «Τὸ ταμεῖον θ’ ἀπαρτίζηται κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐκ τεσσάρων μελῶν, ἐξ ὧν τὸ μὲν ἓν θὰ διορίσωσιν οἱ Ἕλληνες ὁμολογιοῦχοι, τὰ δὲ ἄλλα μέχρι τριῶν τὸν ἀριθμὸν οἱ συμβαλλόμενοι», δηλ. οἱ ξένοι πιστωταὶ ἡμῶν. Τὰς διαπραγματεύσεις, Κύριοι, τὰς ἀρξαμένας πρὸς ἡμᾶς, ἠθέλησε νὰ συνεχίσῃ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἅμα ἐπανελθὼν εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους. Ἀλλὰ μετὰ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ συντελεσθὲν πραξικόπημα τῆς 1 Νοεμβρίου, δι’ οὗ ἠκύρου ἕνα νόμον τοῦ Κράτους διὰ μιᾶς ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου, καὶ ἠθέτει μονομερῶς καὶ αὐθαιρέτως τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἑδραζομένην διεθνῆ σύμβασιν περὶ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ ν’ ἀναγκάσῃ τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος κεφαλαιούχους νὰ μεταβάλωσιν ἀπέναντι αὐτοῦ στάσιν καὶ νὰ ὑπαγορεύσωσι νέους ὅρους, ἀσφαλίζοντας αὐτοὺς ἐν τῷ μέλλοντι ἀπέναντι παραπλησίας αὐθαιρεσίας. Ἰδοὺ, Κύριοι, ὁ λόγος, δι’ ὃν ἤλλαξαν τοὺς ὅρους οἱ κεφαλαιοῦχοι, οὐχὶ διότι αὐτοὶ ἔκαμνον διάκρισιν μεταξὺ προσώπων, ὡς ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν ἀσυνέτων μέτρων του ἐξηνάγκασεν εἰς τοῦτο τοὺς κεφαλαιούχους. Οἱ νέοι ὅροι ἦσαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε ν’ ἀποδεχθῇ τὸν διεθνῆ ἔλεγχον ἐφ’ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν δημοσίων της προσόδων, ἐξ ὧν θὰ ἐκράτουν οἱ πιστωταί μας τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ποσὸν, καὶ ὅ,τι θὰ ἐπερίσσευεν ἐξ αὐτοῦ θὰ διετίθετο ὑπὲρ τῶν λοιπῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου. Προέκειτο δηλαδὴ περὶ πλήρους οἰκονομικῆς ὑποδουλώσεως τοῦ Κράτους ἡμῶν, ἣν κατ’ ἀρχὴν ἀπεδέχθη ὁ κ. Πρωθυπουργός...
§33Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ διαβεβαιῶ, ὅτι τὸ λεγόμενον παρ’ ὑμῶν εἶναι ὅλως ἀνυπόστατον, καὶ ὅτι ἀπ’ ἐναντίας ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἀπεδέχθη ὅρους ἀποτελοῦντας πλέον ἢ ἔλεγχον.
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἐὰν ἦσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ, θὰ ὑπεβάλλετε τὰ ἔγγραφα. Ἐνόσῳ δὲν τὰ ὑποβάλλετε, δὲν εὑρίσκεσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐζήτησεν ἵνα ὑποβάλω ἔγγραφόν τι, δι’ οὗ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἀπεδέχετο ὡρισμένας προτάσεις, αἵτινες, κατὰ τὴν γνώμην μου, περιελάμβανον πλέον ἢ ἔλεγχον· ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν προσήγαγον, διότι τὸ πρωτότυπον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἐγὼ ἔχω αὐθεντικὸν κείμενον τοῦ ἐγγράφου, λαβὼν αὐτὸ παρὰ τῶν μεθ’ ὧν διεπραγματεύετο ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, οἵτινες ἐπανέλαβον τὰς διαπραγματεύσεις μετ’ ἐμοῦ ἀκριβῶς ἀπὸ τοῦ σημείου, εἰς ὃ εὗρεν αὐτὰς ἡ ὑπουργικὴ μεταβολή. Οἱ ὅροι ἐν ταῖς νέαις διαπραγματεύσεσι βαθμηδὸν ἐβελτιοῦντο, ὅσα δὲ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑπόστασιν, εἶναι προϊόντα ἐλευθέρας φαντασίας· οἱ ὅροι βαθμηδὸν ἐβελτιοῦντο, ἀποκρουόμενοι παρ’ ἐμοῦ πάντες, ὅσους εἶχεν ἀποδεχθῆ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἀλλὰ καίτοι τινὲς ἐγκατελείφθησαν, ἄλλοι δὲ σπουδαίως περιεστάλησαν, ἀπεδείχθη ὅμως, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν αἱ προτάσεις ἐκεῖναι νὰ καταστῶσι δεκταὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς νῦν, καίτοι ὑπὸ πολὺ χείρονα μορφὴν εἶχον γείνῃ δεκταὶ ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν. Τὸ ἔγγραφον, γνωστὸν ἄλλως, διότι αἱ ἐφημερίδες ἐδημοσίευσαν περίληψιν αὐτοῦ, δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἐμὲ δὲ ἐδόθη ἀντίγραφον αὐτοῦ παρὰ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος ἐδῶ τὴν ὁμάδα, καὶ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦναι πρέπον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἔχω ἄλλον λόγον, ἵνα μὴ τὸ ὑποβάλω, εἰμὴ μόνον ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι ἔγγραφον φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, δὲν προσήκει ἡ ἐπίσημος αὐτοῦ ἀνακοίνωσις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἐνόσῳ δὲν εἶναι ἡ ὑπηρεσία ἐν κατοχῇ τοῦ πρωτοτύπου. Περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἐν ταῖς ἐφημερίσι περιλήψεων ἔχομεν τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπικαλεσθέντος καὶ ἀναγνόντος αὐτὰς ἐνταῦθα, καὶ ἐναβρυνομένου μάλιστα ἐπὶ τοῖς ὅροις, δι’ ὧν ἐγκαθιδρύετο ὁ ἔλεγχος.
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῆς ὁμάδος, ἥτις διεπραγματεύετο μετὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ἐδόθη πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς Πρωθυπουργόν· δὲν εἶναι ἑπομένως ἡ ἀνακοίνωσις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσαντο εἰς αὐτὸν, ἰδιωτική, ἀλλ’ ἐπίσημος.
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τώρα θὰ τὰ φέρωμεν ἡμεῖς, καὶ θέλει ἀποδειχθῆ ἡ μὴ ἀκρίβεια τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ (διάλογοι).
§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας μου, ἐκτὸς τῶν ἐγγράφων τούτων, ἡ ἰδία ὁμὰς διὰ τοῦ ἰδίου της ἀντιπροσώπου ὑπέβαλε προτάσεις ἑτέρας διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι περιεῖχον τροποποιήσεις πραγματικὰς εἰς τὰς προηγουμένας αὐτῆς προτάσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων τροποποιήσεων σπουδαία εἶναι καὶ ἡ ἀφορῶσα τὴν Τράπεζαν. Μεταξὺ ἄλλων ὅρων, τοὺς ὁποίους ἔτυχε νὰ μάθω, ἔμαθον ὅτι ἐζήτει καὶ ἐγγύησιν τοῦ Κράτους καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος διὰ τὸ δάνειον τὸ λαχειοφόρον τῆς Τραπέζης καὶ ἄλλας τινὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ἐπληροφορήθην ἐξωδίκως. Τὸ ζήτημα τῶν τότε διαπραγματεύσεων νομίζω ὅτι συνδέεται κἄπως στενότερον μετὰ τῶν σήμερον γενομένων διαπραγματεύσεων περὶ ταυτοποιήσεως τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους μετὰ τῶν ἐπιτροπῶν τῶν ἀντιπροσωπευουσῶν τοὺς δανειστὰς τῆς Ἑλλάδος. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν διαπραγματεύσεων εἶναι ἀκριβῶς τὸ ζωτικώτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπισπάσηται τὴν προσοχὴν ἡμῶν, νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ κατατεθῶσι καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς ὁμάδος τῆς τραπεζικῆς, ἥτις διεπραγματεύθη μετὰ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τῆς παρούσης, συνάμα δὲ καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα βλέπομεν ἐν ταῖς ἐφημερίσι δημοσιευόμενα, τῶν ὁποίων ὅμως ἡμεῖς οὐδεμίαν ἐλάβομεν ἐπισήμως γνῶσιν, τὰ ἀφορῶντα τὰς διαπραγματεύσεις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν ἐπιτροπῶν τῶν ἀντιπροσωπευουσῶν τοὺς δανειστάς. Ὡς πολλάκις ἐλέχθη ἐνταῦθα, ποίαν σημασίαν ἔχει σήμερον ὅλη ἡ συζήτησις ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν πρόκηται αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν ν’ ἀπολήξωσιν εἰς ἀποτελέσματα ἴσως ὀλέθρια, χείρονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προβλέπομεν, ὅπως ἤθελον λήξει αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ δανείου τοῦ ἀποτυχόντος κατὰ τὸν Ἀπρίλιον 1893: Ἐγὼ δὲ νομίζω τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαίαν τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ ἤθελον τὴν προκαλέσει, ἀναμένων νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις τῆς ἀρχῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον τοῦτο ἐπιβάλλει φράσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, θέλουσα νὰ χαρακτηρίσῃ, ὅτι ὁ ὅρος, ὁ ὁποῖος περιελαμβάνετο ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ συμβολαίου τοῦ δανείου τοῦ ἀποτυχόντος κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον καὶ καθ’ ὃν αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι, αἵτινες ἐπρόκειτο νὰ δοθῶσιν ὡς ἐγγύησις διὰ τὸ δάνειον, ἤθελον διαχειρίζεσθαι παρ’ ἀντιπροσώπων τῶν δανειστῶν, ὁ ὅρος ἐκεῖνος, κατὰ τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας καὶ ἴσως καὶ κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲν περιεῖχε τὸ συνεπιφέρον ἐξωτερικὸν ἔλεγχον. Ἐὰν τοιαῦται ἦναι αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦσι παρὰ τῇ Κυβερνήσει, τῆς ὁποίας ὑποθέτω, ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὰς ἰδέας ὁ εἰσαγαγὼν τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ ἐπισπάσηται τὴν προσοχὴν ἡμῶν· διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία ἐν Ἑλλάδι δανειστῶν, τῶν δανειστῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ χορηγήσουν τὸ δάνειον τὸ ἠγγυημένον μὲ τὰς εἰσπράξεις τὰς εἰς χρυσόν, δὲν ἀποτελεῖ ἔλεγχον, τότε δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς γνώμας καὶ τὴν πορείαν αὐτῆς...
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι ἀγόρευσις, κύριε Πρόεδρε· μὴ ἐπιτρέπετε.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, δὲν δύνασθε νὰ ἀγορεύσητε τώρα.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περίεργος ἡ ἀπαίτησις ὑμῶν! Θὰ ὁμιλήσω ὅπως ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου.
§42Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησεν ἀνακοίνωσιν ἀλληλογραφίας. Τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην θεωρῶ ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ μὴ ποιήσωμαι πρὸς τὴν Βουλήν. Φρονῶ ὅτι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν εἶναι ὁ μόνος ὅρος, ὑφ’ ὃν δύναται νὰ λειτουργήσῃ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἑπομένως, ὅτι πρέπει ἕκαστος νὰ ἐργάζηται ἐντὸς τοῦ τεταγμένου αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κύκλου. Ἐὰν ἡμεῖς ἀνεκοινοῦμεν πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἀλληλογραφίαν, ἐφ’ ὅσον αὕτη διεξάγεται, Κυβέρνησις θὰ ἦτο ἡ Βουλή, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον οὔτε Βουλὴ θὰ ἦτο, οὔτε Κυβέρνησις. Τοῦτο ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ στέρξωμεν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι, ἀπολαύουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, πρέπει αὕτη νὰ διεξαγάγῃ τὰ τοῦ θέματος ὑπὸ ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ ἐλέγχου, οὓς ἐπάγεται ἡ ἐξουσία, ἣν ἀσκεῖ τὸ νομοθετικὸν σῶμα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος πρό τινων ἡμερῶν ἔλεγεν, ὅτι ἔγγραφον τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθη ἐν ἐφημερίσι κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως· τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἐδημοσιεύθη ἐν ἀγγλικῇ ἐφημερίδι, ἣν ἔχω ἐνώπιόν μου, κατὰ ῥητὴν ἐντολὴν τῆς «ἐπιτροπῆς τῶν ξένων ὁμολογιούχων» τῆς Ἀγγλίας. Ἡ ἐφημερὶς ἡ ἀγγλική, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, λέγει ὅτι παρὰ τῆς «ἐπιτροπῆς τῶν ξένων ὁμολογιούχων» ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ δημοσιεύσῃ τὸ ἔγγραφον, ἤτοι τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως· ἐκεῖθεν, ὡς φαίνεται, παρέλαβε ταύτην ἐφημερίς τις ἐν Τεργέστῃ, σφόδρα ἀντιπολιτευομένη τὴν νῦν Κυβέρνησιν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος παρέστησεν ὡς ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν ἐδημοσίευσε, καλῶς ἢ κακῶς μεταπεφρασμένην, διότι δὲν προσέσχον, ἀλλ’ ἐκ προκαταλήψεως ὑποθέτω, καλῶς, διότι ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη, καίτοι περὶ τὰς πολιτικὰς ἰδέας, κατ’ ἐμέ, παραπαίει, περὶ τὸ φιλολογικὸν ὅμως εἶναι ἴσως ἐκ τῶν ἀρίστων. Ὑπολαμβάνω ἄρα τὴν μετάφρασιν καλῶς ἔχουσαν, καίτοι πιθανώτατα ἐγένετο αὕτη ἐξ ἀγγλικῆς μεταφράσεως. Τὸ ἔγγραφον ὁπωσδήποτε εἶναι ἤδη δεδημοσιευμένον, καὶ οὐδὲν περιέχει τὸ μὴ ἐπιτρέπον τὴν δημοσίευσιν, ἀλλὰ καὶ τούτου δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ποιήσωμαι πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοίνωσιν, ἐν ἄλλοις καὶ διότι ἡ ἀνακοίνωσις εἶναι πρόκλησις πρὸς συζήτησιν, κατ’ ἐμὲ δὲ, αἱ συζητήσεις αὗται, εἰς ἃς προέβη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος σήμερον, ἢ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐν προηγουμένῃ ἡμέρᾳ, ἀναγνοὺς καὶ τὴν περίληψιν τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου τοῦ πρώην Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν ξένῃ τινὶ ἐφημερίδι, αἱ συζητήσεις αὗται εἶναι, νομίζω, λίαν ἄκαιροι. Ὑφισταμένης διαπραγματεύσεως, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ παρέχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιτρέπουσα εἰς ταύτην, ἵνα διεξάγῃ τὰ κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτῆς εὐθύνῃ καὶ ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἰδίας αὑτῆς ἐξουσίας.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἠθέλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐπὶ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος καὶ ἐπ’ ἐμὲ τὴν εὐθύνην τῶν διεξαγομένων συζητήσεων ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου θέματος τῶν διαπραγματεύσεων, ἐνῷ κατὰ τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν του ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος οὐδόλως ἐμνήσθη τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων, εἰμὴ μόνον, ἵνα ὑποδείξῃ, ὅτι διὰ τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων ἐπρόκειτο ἀκριβῶς νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συνεννόησις πρὸς τοὺς δανειστὰς, ἄνευ τοῦ κλονισμοῦ τῆς πίστεως ἡμῶν, τὸν ὁποῖον ἐπήνεγκε τὸ μέτρον τῆς 10ης Δεκεμβρίου, ἐγὼ δὲ οὐδὲν περὶ αὐτῶν εἶπον ἤδη. Τὴν εὐθύνην τῆς συζητήσεως ταύτης φέρει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας· ἔχω δὲ ἀπόσπασμα τῆς ἀγορεύσεώς του, ἐν τῷ ὁποίῳ ῥητῶς βεβαιοῖ, ὅτι τὰς διαπραγματεύσεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐξηκολούθησεν ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἥτις προῆλθεν εἰς μᾶλλον θετικὰ ἀποτελέσματα. Βεβαιοῖ ὅμως περιπλέον ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ὅτι διὰ τῶν διαπραγματεύσεων ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐπρόκειτο νὰ ἀπελαθῶσιν οἱ νῦν μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ νὰ καταλυθῇ αὕτη, οὐχὶ ν’ ἀναδιοργανωθῇ. Τοιαῦτα ἐβεβαίωσεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς λεπτομερείας περὶ τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων, ἐὰν δὲ σήμερον ἀπαντῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ἠναγκάσθη ν’ ἀποκρούσῃ ἐκεῖνα, ἅπερ ἐξέθηκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς βάρος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, βεβαίως τὴν εὐθύνην τῆς συζητήσεως ἐν ταῖς λεπτομερείαις δὲν φέρομεν ἡμεῖς. Ἐγὼ δὲν εἶμαι διόλου διατεθειμένος νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερῆ συζήτησιν περὶ τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων, διότι δὲν ἦλθεν εἰσέτι ἡ ὥρα νὰ ἐκτεθῶσιν αὗται ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἢ ν’ ἀποκρούσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἀπεδέχθη ὁλόκληρον τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ὀρνστάϊν. Ἔχω ἐνταῦθα ἐπιστολὴν, γεγραμμένην ὁλόκληρον διὰ χειρὸς γνωρίζοντος τὰς διεξαγομένας διαπραγματεύσεις, θὰ ἤμην δὲ πρόθυμος ν’ ἀνακοινώσω τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἰδιωτικῶς, ἐὰν δὲν περιελάμβανε κρίσεις περὶ προσώπων, ἀναμιγνυομένων εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν χρηματιστικὰ, ὄχι λίαν κολακευτικάς. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐπιστολῆς δύναμαι ν’ ἀποσπάσω μίαν περικοπὴν, ἀποδεικνύουσαν τὸν ἰσχυρισμόν μου περὶ τοῦ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη τὰς γενομένας αὐτῷ προτάσεις. Ἡ περικοπὴ αὕτη τῆς ἐπιστολῆς ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁ κύριος Τρικούπης ἀπεδέχθη τὸ γενικὸν σχέδιον μὲ τὴν τροποποίησιν περὶ τῆς διανομῆς τῶν δημοσίων ἐσόδων». Βεβαιοῖ ἐντεῦθεν τὸ ἀπόσπασμα τοῦτο τῆς ἐπιστολῆς, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἀπεδέχθη ὁλόκληρον τὸ γενικὸν σχέδιον.
§44Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ, Κύριοι, βεβαιῶ, ὅτι οὐδὲν ἀπεδέχθην, καὶ ὁ κ. Ὀρνστάϊν ἀνεχώρησεν ἐντεῦθεν, πεισθεὶς ὅτι μετ’ ἐμοῦ οὐδὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ· παῤῥησίᾳ δ’ ἐκφράζει καὶ ἤδη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἄσκοπον εἶναι νὰ ἐπανέλθῃ, διότι ἠξεύρει, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι ὅσα αὐτὸς θὰ ἐζήτει, καὶ ὅτι ἰδίως περὶ τὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔχομεν ἰδέας ὅλως ἀντιθέτους. Ἀλλὰ, ὡς εἶπον, δὲν θεωρῶ τὴν συζήτησιν ταύτην ὠφέλιμον. Νομίζω ὅτι ἡ περὶ τούτου συζήτησις πρέπει νὰ ἐπέλθῃ κατόπιν τῶν τετελεσμένων, ὅτι ἤδη πρέπει νὰ διεξαχθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὰ τῶν συνεννοήσεων πρὸς τοὺς πιστωτὰς, ὅταν δ’ ἐπιστῇ ἡ ὥρα νὰ συζητήσωμεν περὶ τῶν τετελεσμένων, τότε θὰ ἐξετασθῶσι καὶ ἐκεῖνα, περὶ ὧν, ἐνῷ δὲν ἔπρεπεν ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ νὰ γένηται λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ἐποιήσατο προκλήσεις πρῶτος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀναγνοὺς τὰς ἐν ταῖς ἐφημερίσι περιλήψεις τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ εἶτα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος δι’ ὅσων πρὸ ὀλίγου εἶπεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν ὅτι εἶναι πρώην Ὑπουργοί, καὶ πραγματευόμενοι περὶ τῶν γεγενημένων ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ὁμιλοῦσιν ἔν τινι αὐθεντίᾳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος δύναται νὰ ὁμιλῇ περὶ τῆς πρώην Κυβερνήσεως ἐκ πληροφοριῶν, ἃς ἀρύεται ἐκ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἄλλοθεν, ἢ ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁμιλοῦντες περὶ τῶν πεπραγμένων ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ὁμιλοῦσι περὶ ἰδίων ἑαυτῶν ἐπισήμων ἐνεργειῶν, ἑπομένως ποιοῦνται ἀνακοινώσεις, ἃς ἐγὼ θεωρῶ ὅτι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσωνται. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καίτοι ἐν ἐφημερίδι ἀνεγίνωσκε τὰ ὑπὸ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ ἀνακοινωθέντα, παρεῖχεν εἰς τὸ δημοσίευμα τὴν αὐθεντίαν, ἧς ἐστερεῖτο, προσεπάθει δὲ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς συζήτησιν πρόωρον. Καὶ ὅταν ἔτι ἐπιστῇ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως, πάντως πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κατάθεσις τῶν ἐγγράφων τῶν παρ’ αὐτῆς κρινομένων ὡς δημοσιευτέων. Ἀποσχὼν ἀπὸ προκλήσεως τοιαύτης καταθέσεως ἐγγράφων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, προσεκόμισεν αὐτὸς τηλεγραφήματα, ἅτινα ἔλεγεν, ὅτι τῷ ἐδόθησαν ὡς Ὑπουργῷ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ ταῦτα κατέθεσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀνακοινῶν μάλιστα καὶ ὅτι ἦσαν δι’ ἰδίας μου χειρὸς γεγραμμένα. Ἀφοῦ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα ἦταν δι’ ἰδίας μου χειρὸς γεγραμμένα, προδήλως δὲν ἀνῆκον εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Πόθεν τὰ ἀπέκτησεν ὁ Βουλευτής; τὰ ἀπέκτησεν, εἶπε, παρὰ τοῦ Βασιλέως. Ἁρμόζει εἰς πρώην Ὑπουργὸν, ὅσα ἀπέκτησεν ὡς Ὑπουργὸς παρὰ τοῦ Βασιλέως, ν’ ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Βουλήν; Ἡ κατάθεσις ἐγένετο, οὐδένα δ’ ἐγὼ προσωπικῶς εἶχον λόγον, ἵνα θεωρῶ τὴν ἀνακοίνωσιν ἐπιζήμιον εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ θεωρῶ λίαν ἐπιζήμιον εἰς τὰ τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως οἱ ἀποδυθέντες τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην ὑποβάλλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα εἴτε ἴδια ἑαυτῶν, ὡς Ὑπουργῶν, εἴτε τῶν προκατόχων αὐτῶν, ληφθέντα εἴτε ἐν τοῖς ἀρχείοις τῆς ὑπηρεσίας, εἴτε ἐν τοῖς ἀνακτορικοῖς ἀρχείοις.
§45ΡΑΛΛΗΣ. Δυστυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὴν ἕξιν, συζητῶν, ἀντὶ νὰ περιορίζηται ἐπὶ τοῦ θέματος, νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλα τοιαῦτα· καὶ ἰδοὺ ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000· διότι κατηγορεῖ ἐμοῦ πάλιν ὡς ἄνευ δικαιώματος προσαγαγόντος τηλεγράφημα, σχετικὸν μὲ τὰς διαπραγματεύσεις ἐκείνας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλησμόνησε τὴν τακτικὴν, ἣν μετῆλθεν αὐτὸς, ὡς κυβερνήτης τῆς χώρας, καὶ ἥτις τακτικὴ μὲ ἐξηνάγκασε νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ τηλεγραφήματος ἐκείνου...
§46Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἴχετε τοιοῦτον δικαίωμα.
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑμεῖς δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ συναποκομίσητε τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὸν οἶκόν σας.
§48ΡΑΛΛΗΣ. .. νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ ἰδίου του τηλεγραφήματος, οὐχὶ πρὸς ὑπεράσπισιν ἐμοῦ ἢ τῆς πορείας τῆς τέως Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ ἀνευθύνου, εἰς ὃ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἀποτυχίας τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ δανείου. Ἦτο καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ νὰ ἀντιτάξω, ὅτε κατηγορεῖτο ὁ ἀνεύθυνος διὰ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον εὐθύνετο ἐκ τοῦ πολιτεύματος, διὰ τὰς ὁποίας οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον εὐθύνετο ἐκ τῶν λαβόντων χώραν, νὰ ἀντιτάξω τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ἧς ἀντελήφθην ὡς Ὑπουργός. Καὶ ἡ ἀλήθεια αὕτη περιελαμβάνετο εἰς τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε γράψει ἰδίᾳ χειρὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Αὕτη εἶναι ἡ παρατήρησις, ἣν ἔχω ν’ ἀντιτάξω ὡς πρὸς τὸ γεγονὸς τῆς προσαγωγῆς τοῦ τηλεγραφήματος ἐκείνου, οὐδ’ ἐπιθυμῶ ἐγὼ νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ· ἠναγκάσθην δὲ νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου, μόνον διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, προσπαθῶν πάντοτε νὰ ἐκφεύγῃ ἐκ τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐτέθη ἡ συζήτησις, ἠθέλησε νὰ φέρῃ αὐτὴν ἐπὶ ἀλλοτρίων ἀντικειμένων. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅλως διόλου διάφορον σήμερον. Πρόκειται περὶ διαπραγματεύσεων, αἵτινες οὐδὲν ἔχουσι πλέον τὸ μυστικὸν, καθόσον τὰ συμπεράσματα τὰ ἐξ αὐτῶν, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐβεβαίωσε καὶ ὡς πᾶς τις γνωρίζει, ἐδημοσιεύθησαν ἐν ἐφημερίσι. Τὰ συμπεράσματα ταῦτα τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων νομίζει ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα ἐγὼ νὰ τὰ ἀναγνώσω, λαμβάνων αὐτὰ ἐξ ἐφημερίδος, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διατί; Διότι ἐκ τῆς ἰδιότητός μου ὡς πρώην Ὑπουργοῦ θὰ ἀπέδιδον εἰς αὐτὰ περισσότερον κῦρος· ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι παράβασις ἐχεμυθίας τὸ νὰ προσδίδῃ τις εἰς τὰ ἤδη δημοσιευθέντα τὸ κῦρος, ὅπερ φέρει ἐκ τῆς προσωπικότητός του. Ἐὰν τὸ κῦρος τοῦτο, τὸ προκῦπτον ἐκ τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον κατεῖχέ τις, ἠδύνατο νὰ προσβάλῃ συμφέροντα τοῦ Κράτους, θὰ ἦτο ψεκτὴ ἡ κατάχρησις αὐτοῦ· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι οὐδὲν συμφέρον τοῦ Κράτους ἔβλαψα, ἐπικαλεσθεὶς τὰ δημοσιευθέντα συμπεράσματα τῶν διαπραγματεύσεων τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Εὐτύχημα δὲ εἶναι, ὅτι τὰ συμπεράσματα ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσι, διότι μόνον διὰ τῆς δημοσιότητος εἶναι δυνατὸν νὰ πολεμήσῃ τις ὅλας ἐκείνας τὰς διαβολὰς, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Καὶ ἐξηνέχθησαν δυστυχῶς αἱ διαβολαὶ αὗται ὄχι μόνον παρὰ τοῦ κ. προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅστις ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ ταύτῃ ἔχει ἐπίσημον χαρακτῆρα, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου ἀκόμη. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἔσπευσα ἵνα φέρω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖρας, πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος ἔλεγεν, ὅτι δυστυχῶς ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἐδέχθη προτάσεις καὶ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θὰ ἦσαν ἐπιζήμιοι εἰς τὸ Δημόσιον. Ὅταν δὲ τοιαῦτα καταγγέλλῃ ὁ ἐν ἐνεργείᾳ Ὑπουργὸς κατὰ τοῦ πρώην τοιούτου, ἀναγκαίως ὁ τέως τοιοῦτος δικαιοῦται νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ὅπλων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς χεῖράς του, ὅπως ἀμυνθῇ κατὰ τῆς διαβολῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσεπάθησε νὰ ἀποφύγῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἀποδοχῆς τῶν προτάσεων, καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἀποδοχῆς τῶν προτάσεων ἐκείνων ἐβεβαίωσα διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῆς περικοπῆς ἐπιστολῆς ἐκείνου, ὅστις ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ τὰς διαπραγματεύσεις. Δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἰσχυρισθῇ ἀμέσως, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὕτη εἶναι ἰδιωτική, ὅτι ὁ γράψας αὐτὴν ἐψεύσθη. Ἀλλ’ ἀφίνω εἰς ἕκαστον ἐξ ὑμῶν νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον πρέπει νὰ πιστεύσῃ τὴν περικοπὴν τῆς ἐπιστολῆς, ἢ τὰς ἀντιῤῥήσεις ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλο τι νὰ ἀποκρούσω, ὀφείλω δὲ νὰ τὸ ἀποκρούσω ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν βεβαιώσεων, εἰς ἃς προῆλθεν ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις ὡς τοιοῦτος ἔχει ἐπίσημον χαρακτῆρα· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολαμβάνῃ τις, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναγράφει εἰς τὴν ἔκθεσιν αὑτοῦ καὶ ἀναπτύσσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι λόγοι ἕωλοι, ὅτι συνελέγησαν ἐν τοῖς καφενείοις. Ὑποτίθεται ὅτι ἐν ταῖς ἐκθέσεσι ταῖς ἐπισήμοις καὶ τῇ ἀναπτύξει τῶν ἐπισήμων ἐκθέσεων ὑπάρχει χαρακτὴρ ἐπίσημος. Εἶναι δ’ ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἐδέχθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προτάσεις, αἵτινες ἀνήρουν ἐντελῶς τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι ἄλλη ἢ ἡ ὑφισταμένη Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπρόκειτο διὰ τῶν προτάσεων τούτων νὰ ὑπάρξῃ μετὰ τὴν ὁριστικὴν παραδοχὴν αὐτῶν; Τοῦτο πραγματεύεται ἐν ἑτέρᾳ παραγράφῳ ἡ αὐτὴ ἐπιστολή, βεβαιοῦται δ’ ἐν αὐτῇ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δι’ ἐνισχύσεως τοῦ μεταλλικοῦ της καὶ τῆς ἐντεῦθεν ἐπεκτάσεως τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων της. «Ἡ Τράπεζα θέλει ἐπιφορτισθῆ τὴν εἴσπραξιν πασῶν τῶν προσόδων· θὰ τηρῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ὑπόλοιπον διὰ τοὺς δανειστάς, διανέμουσα αὐτοῖς τοῦτο ἀναλόγως.» Τοῦτο ἀκριβῶς ἀπεδέχθη ἡ νῦν Κυβέρνησις, καὶ ὅπερ ἀπέκρουσεν ἡ προκάτοχος. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἰσχυρίζετο ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸν διέκοψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τοιαύτη ἡ ἀκριβὴς περιγραφὴ τῶν διαπραγματεύσεων ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τῶν ἐπὶ τῆς ἐνεστώσης. Αἱ τελευταῖαι αὗται διαπραγματεύσεις ἀπέληξαν εἰς τὸ οἰκτρὸν τέλος τῆς 10 Δεκεμβρίου. Καὶ διὰ τοῦτο προσθέτω οὐδόλως δύναταί τις νὰ προβάλῃ, ὅτι ὑπάρχει συμφέρον τι τοῦ Κράτους, ὅπερ ν’ ἀπαγορεύῃ τὴν διαφήμισιν τῶν διαπραγματεύσεων τούτων. Τὸ μόνον συμφέρον, ὅπερ ἀπαγορεύει τὴν διαφήμισιν αὐτῶν, εἶναι τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ἀποτυχοῦσα εἰς ὅλα, ἀπέτυχε καὶ εἰς αὐτάς. Διατὶ ἐπῆλθεν ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου; Τοῦτο εἶναι τὸ μυστικὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω, καὶ δὲν δύναμαι βεβαίως ν’ ἀποδείξω δι’ ἐγγράφων τὸ γεγονὸς τοῦτο, γνωρίζω ὅμως καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἀκριβῶς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπερατοῦντο αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν ὁμάδα, ἣν ἐξεπροσώπει ὁ γνωστὸς Ἄγγλος οἰκονομολόγος, ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ἐκείνην συνέτασσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ περιστολῆς τῶν πληρωμῶν τοῦ Κράτους κατὰ 70%. Μίαν δὲ ὥραν πρὶν ἢ καταθέσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἰς τὴν Βουλήν, ἐρωτηθεὶς παρὰ τοῦ διαπραγματευομένου μετ’ αὐτοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠρνήθη αὐτό. Περισσότερα ἴσως δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας.
§49Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως περισσοτέρων δὲν εἶναι ἀνάγκη· διότι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς εἶναι πολὺ περισσότερα τοῦ πρέποντος· διότι πάντοτε πολὺ περισσότερα τοῦ πρέποντος εἶναι τὰ μὴ ἀληθῆ, ὅταν μάλιστα λέγωνται ἐντὸς Βουλῆς. Πρὸς τοὺς μεθ’ ὧν διεπραγματεύθημεν δὲν εἶχον ἀνάγκην ἐγὼ νὰ ἀποκρύπτω τι, οὐδὲ εἶχον ἐκεῖνοι τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ ἀπευθύνωσιν ἐρωτήσεις. Πιθανὸν νὰ εἶπον εἴς τινα, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἐρωτᾷ, αὐτὸς δὲ νὰ ἐθεώρησεν, ὅτι τοῦτο ἦτο ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ἑτοιμάζονται νομοσχέδια. Ἐγὼ δὲν συνείθισα εἰς τὰ πρόσωπα, ὧν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέγνωσε τὰς ἐπιστολὰς, νὰ δίδω λόγον περὶ ὅσων θὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὰς διαβολὰς, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς, τὰς περιέχει ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη, ἐν ᾗ ἀνέγνωσεν ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὴν περίληψιν τῶν ἀποδεκτῶν γενομένων προτάσεων ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνταῦθα καυχώμενος ἀνεγίνωσκε τὴν περίληψιν τῶν προτάσεων ἔν τινι ξένῃ ἐφημερίδι, ἐν ᾗ καὶ ἡμεῖς εἴχομεν ἀναγνώσει αὐτάς. Ἐγὼ οὐδέποτε ἤθελον ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐν τῇ ἐφημερίδι ἐκείνῃ, ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπερισκέπτως ἔῤῥιψεν ἐνταῦθα τὴν ἐν αὐτῇ περίληψιν τῶν ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν ἀποδεκτῶν γενομένων προτάσεων καὶ σήμερον ὁμιλεῖ περὶ διαβολῶν, λέγω ὅτι αἱ διαβολαὶ περιέχονται πᾶσαι ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀνακοινωθεῖσι παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Οὐδένα ἔχομεν τώρα λόγον ἡμεῖς, ἵνα θέλωμεν νὰ ἐνδιατρίψωμεν εἰς τὸ θέμα τοῦτο· ἐὰν ὅμως προηρχόμεθα εἰς ἀνάλυσιν τῆς περιλήψεως, ἠθέλετε ἴδει, ὅτι μία ἑκάστη τῶν προτάσεων περιέχει καὶ μίαν τοὐλάχιστον διαβολὴν κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ πρᾶξιν ἀνεπίδεκτον δικαιολογίας, παρέστησεν ὅτι ἡμεῖς προσεβάλομεν τὸ ἀνεύθυνον, καὶ ὅτι αὐτὸς προέταξεν ἑαυτὸν ὡς ὑπεύθυνον πρὸ τοῦ ἀνευθύνου. Δὲν ἀγνοῶ ὅτι ὄνειρον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εἶναι νὰ ἐγκαταστῇ ὑπεύθυνος φρουρὸς τοῦ ἀνευθύνου, καὶ κατώρθωσε νὰ ἀναγορευθῇ ὑπεύθυνος φρουρὸς ἐπὶ μῆνας 5, καθ’ οὓς δὲν ὑπῆρχε Βουλὴ, ἀναγκασθεὶς νὰ τραπῇ τὴν πρὸς τὰ ἔξω ἄγουσαν, εὐθὺς ὡς ἡ Βουλὴ ἐνεφανίσθη. Ἔκτοτε ἀτενίζει περιπαθῶς εἰς τὰς θέσεις, ἐξ ὧν ἐξώσθη, καὶ μάλιστα εἰς τὴν τοῦ ἀρχιφρουροῦ, ἀρκούμενος ὅμως καὶ εἰς τὴν τοῦ φρουροῦ· ἀναπληρωτὴς δ’ ἡμῶν ἀπρόκλητος προτάσσει τὸ στῆθος εἰς φρούρησιν τοῦ ἀνευθύνου, ἀνακοινῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα ἐπιδοθέντα, ὡς λέγει, εἰς αὐτὸν παρὰ τοῦ ἀνευθύνου. Καὶ πῶς, ἂν τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐλάθετε παρὰ τοῦ ἀνευθύνου ὡς Ὑπουργὸς, ἀνακοινοῦτε αὐτὰ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀπόβλητος ἤδη; Διὰ τῶν ἐξωσθέντων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἀνακοινοῦνται πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τῆς ὑπηρεσίας; Τὰ ἔγγραφα ἦσαν ὅλως ἀσήμαντα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τοσοῦτον δὲ ἦσαν ἐστερημένα ἀξίας, ὥστε πιστεύω, ὅτι μεταξὺ ὅλων ὑμῶν οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἐνθυμούμενος τί περιεῖχον. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὑπεβλήθησαν ἔγγραφα, ἀλλ’ οὐδεὶς, οὐδ’ αὐτὸς ὁ ὑποβαλὼν αὐτὰ ἐνθυμεῖται, τί περιεῖχον, διότι τοῦτο ἦτο ἐντελῶς ἀδιάφορον. Ἡ μόνη ἀξία τῶν ἐγγράφων διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἦτο, ὅτι ἐλήφθησαν παρ’ αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ ἄνωθεν, τούτων δ’ ἡ ἀνάμνησις διεγείρει ἐν αὐτῷ ὀπτασίας ἄλλου ἄνωθεν ἐγγράφου, οὗτινος ἡ κατοχὴ εὐφραίνει τοὺς ὕπνους του καὶ ὅπερ ἐπὶ ἔτη μακρὰ θὰ κατέχῃ μόνον ἐν ὕπνῳ (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων):
§50ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει ὅτι πρέπει συζήτησιν, ἥτις ἔχει τοσαύτην σπουδαιότητα, νὰ τὴν τρέπῃ εἰς τὸ εὐτράπελον, νομίζει δὲ, ὅτι θίγει τὴν προσωπικήν μου ἀξιοπρέπειαν, λέγων ὅτι, ὅτε κατὰ Ὀκτώβριον συνῆλθεν ἡ Βουλή, δὲν εἴχομεν τὴν πλειονοψηφίαν ἐν αὐτῇ καὶ ὅτι ἐντεῦθεν ἐτράπημεν εἰς φυγήν, δηλ. ὅτι ἐδώκαμεν τὴν παραίτησιν ἡμῶν. Νομίζει δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θίγει τὴν προσωπικὴν ἀξιοπρέπειάν μου, τὴν φιλοτιμίαν μου, προβάλλων ὅτι διετέλεσα Ὑπουργὸς καθ’ ὃ διάστημα δὲν συνεδρίαζεν ἡ Βουλή. Ταῦτα εἶναι εὔκολον νὰ χλευάζῃ τις, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ πράττῃ ἐκεῖνο, ὅπερ ἔπραξα ἐγὼ κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, οὐδὲ ἤθελε πράξει τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν αὐταπάρνησιν ὤθησα μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε δυνάμενος νὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ συντριβῇ ἡ πλειονοψηφία, ἐφ’ ἧς ἐστηρίζετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐχ ἧττον, ἀποβλέπων εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, συνέστησα νὰ μὴ διαλυθῇ ἡ Βουλή. Ἐὰν ἔπραττον ἐγὼ ὡς σκέπτεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠξεύρω τίνα ἄγουσαν ἤθελε λάβει οὗτος, ἂν τὴν ἄγουσαν εἰς τὴν Βουλήν, ἢ τὴν ἄγουσαν εἰς τὸ Μεσολόγγιον, ἢ τὴν ἄγουσαν εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ μέχρις αὐτοῦ φθάνει τὸ πάθος του, ὥστε τοὐλάχιστον νὰ μὴ εὐγνωμονῇ εἰς ἐκείνους, οἵτινες, ἀφοῦ ἐδημιούργησαν τὴν πολιτικήν του ὑπόστασιν, τὴν ἔσωσαν πάλιν κατόπιν, ὄχι ἀποβλέποντες βεβαίως εἰς τὸ πρόσωπόν του, ἀλλ’ ἀποβλέποντες εἰς τὸ ἐπιτακτικὸν συμφέρον τοῦ Κράτους, ὅπως τὸ ἀντελαμβάνοντο τότε. Μὲ κατηγορεῖ, ὅτι δὲν ἔσχον πλειονοψηφίαν, ἥτις νὰ μὲ ὑποστηρίξῃ. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως νὰ γνωρίζω, ἂν ἔπραττον ὡς αὐτὸς ἤθελε πράξει, ἂν θὰ εἶχε πλέον τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, ἄν, διεξαγομένων ἐκλογῶν τὴν 27 Ἀπριλίου παρελθόντος ἔτους, θὰ ἦτο κἂν Βουλευτής. Λέγω δὲ ταῦτα ὄχι διότι ὑπολαμβάνω, ὅτι μειοῦται ἡ προσωπικότης οιουδήποτε πολιτευομένου ἐκ τῆς ἐκλογικῆς ἀποτυχίας, ἀλλὰ διότι ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τούτου ἤθελε κριθῆ ἡ πολιτεία του. Ἀλλ’ ἡ πολιτεία μου δὲν δύναται νὰ κριθῇ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας τῆς 29 Ὀκτωβρίου, μήτε εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ τίς τι τὸ ψεκτὸν ἐν τῇ πολιτείᾳ μου ἐκείνῃ καὶ ἂν εἷς ἕκαστος ἐκ τῶν φίλων ὑμῶν ἐξετασθῇ κατ’ ἰδίαν, τὴν μὲν πολιτείαν μου θέλει χειροκροτήσει, τὴν δὲ πολιτείαν ὑμῶν θὰ καταδικάσῃ. Αὕτη εἶναι ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τῆς πολιτείας ἐμοῦ καὶ τῆς ὑμετέρας. Δὲν εὑρίσκω δέ, ὅτι ἐμειώθη ἡ προσωπικότης μου, ἢ ὅτι ἐμειώθη ἡ πολιτική μου ὑπόστασις, ἐκ τοῦ ὅτι κατεψηφίσθη ἡ Κυβέρνησις, ἧς μετέσχον κατὰ Μάϊον, κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς 28 Ὀκτωβρίου. Ἀληθῶς δὲν εἶμαι πλέον ὁ καλύπτων τὸ ἀνεύθυνον, καὶ ἴσως ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐγένετο αἰσθητὴ ἡ ἔλλειψίς μου· διότι εἴδομεν ἀληθῶς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ἔπαυσα ἐκ τῆς ἰδιότητός μου νὰ καλύπτω τὸ ἀνεύθυνον, εἴδομεν τὸ ἀνεύθυνον συρόμενον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ καταγγελλόμενον ὡς ὑπέχον εὐθύνας διὰ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας μόνον σεῖς ὑπέχετε εὐθύνας. Καὶ τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο, διὰ τὴν προσαγωγὴν τοῦ ὁποίου μὲ κατηγγείλατε, ἦτο οὐσιωδέστατον πρὸς τοῦτο, συνετέλεσε δ’ ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ διαλύσῃ τὴν ἀχλύν, ἣν διὰ τῆς ἀγορεύσεώς σας, ἥτις εὐτυχῶς εἶναι κατακεχωρισμένη εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, ἠθελήσατε νὰ θέσητε πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν Βουλευτῶν· ἡ ἀγόρευσίς σας δ’ ἐκείνη, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν κρατήσασαν γνώμην, οὐδὲν ἕτερον ἀπετέλει ἢ ἀληθὲς κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ἀνευθύνου. Ἐγὼ δὲν διεκδικῶ μετὰ τὴν κάθοδόν μου ἐκ τῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ὑπερασπίζω τὸ ἀνεύθυνον, ἀλλὰ διεκδικῶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ νὰ ὑπερασπίζω τὸ ἀνεύθυνον διὰ τὰς πράξεις, αἵτινες ἐτελέσθησαν καθ’ ὃν χρόνον διετέλουν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Καὶ ἐπρόκειτο ἀκριβῶς περὶ τῆς κρίσεως τῶν πράξεων ἐκείνων, αἵτινες ἐτελέσθησαν καθ’ ὃν χρόνον ἤμην ἐμπεπιστευμένος τὴν θέσιν, ἣν κατεῖχον. Διότι σεῖς κατηγγέλλετε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην καὶ κατηγγέλλετε συγχρόνως καὶ τὸν ἀνεύθυνον, ὅτι δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐξακολουθήσωσι διαπραγματεύσεις, ἀφορώσας εἰς τὴν σύναψιν δανείου, ἐκ τοῦ ὁποίου προσεδοκᾶτε τὴν σωτηρίαν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους. Καὶ ἔπρεπεν, ὅτε τοιαύτας ἐξηγγέλλετε κατηγορίας, ἔπρεπε νὰ κάμω χρῆσιν τῶν μέσων τῆς ἀμύνης, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰς χεῖράς μου, καὶ τῶν μέσων τῶν ἀποδεικτικῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἠδυνάμην νὰ καταῤῥίψω τὰς κατηγορίας ἐκείνας. Τοῦτο δ’ ἔπραξα, οὐδὲ ἠθέλησα νὰ καυχηθῶ, ὅτι εἶχον εἰς χεῖράς μου ἔγγραφον, ὅπερ ἔλαβον ἄνωθεν. Τοῦτο εἶναί τι σύνηθες· ὅταν διατελῇ τις Ὑπουργὸς καὶ σύμβουλος τοῦ Στέμματος, ἀναγκαίως εὑρίσκεται εἰς διαρκῆ ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ Στέμματος· μόνον σεῖς ἔχετε ἀντίθετον ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων καὶ τῶν σχέσεων τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ Στέμμα· σεῖς νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ εὑρίσκηται εἰς διαρκῆ ῥῆξιν καὶ εἰς διαρκεῖς ἐχθροπραξίας. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἀντίθετον γνώμην· ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ εὑρίσκηται ἐν διαρκεῖ ἐπικοινωνίᾳ καὶ γνωμῶν καὶ ἰδεῶν καὶ πληροφοριῶν, κατ’ ἐμὲ δὲ, ἐκεῖνος ὅστις, κατέχων τοιαύτην θέσιν συμβούλου παρὰ τῷ Στέμματι, δὲν φροντίζει ὅπως ἐπικοινωνῇ πρὸς αὐτὸ, παραβαίνει καθῆκον στοιχειῶδες, ὅπερ ἔχει καὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ πρὸς τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ βλέπετε ὅτι ὅλως διόλου εἶναι διάφοροι αἱ θεωρίαι αἱ πολιτειακαὶ, αἵτινες διέπουσι τὰς γνώμας ἑκατέρου ἡμῶν. Σεῖς ἔχετε τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκηται ὁ Ὑπουργὸς ἐν ἐπικοινωνίᾳ πρὸς τὸ Στέμμα, καὶ ἐμπαίζετε ὅτι διὰ τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ ἐκ τῆς ἐπικοινωνίας ταύτης, τῆς ἐκ τῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ θέσεώς μου, κατεῖχον, διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου ἀπέδειξα μὴ ἀληθεῖς τὰς βεβαιώσεις, ἃς ἐκ τοῦ βήματος ἐξηγγέλλετε. Βεβαίως δὲν δύνασθε, εἰμὴ νὰ θέλητε νὰ ἀποφύγητε τὰς συνεπείας τῆς ἀποδείξεως ἐκείνης, καὶ νομίζετε ὅτι ἐπὶ τοιούτων θεμάτων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀστεΐζηταί τις καὶ εὐτραπέλως νὰ ὁμιλῇ. Ἐγὼ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω ἀντίθετον γνώμην, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ σᾶς παρακολουθήσω εἰς τὸ στάδιον τῆς εὐτραπελίας, ἥτις τελευταῖον τοσοῦτον ἀνεπτύχθη παρ’ ὑμῖν· διότι δὲν νομίζω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ τοιαύτην εὐτράπελον διεξαγωγὴν αὐτοῦ· τὸ θέμα τὸ θεωρῶ σπουδαιότατον, καὶ σπουδαίως τὸ διεξῆλθον μέχρι τοῦδε. Σεῖς ἠθελήσατε νὰ τὸ τρέψητε εἰς τὸ εὐτράπελον· τόσον τὸ χειρότερον δι’ ὑμᾶς· πᾶς τις θὰ κρίνῃ, ὅτι δὲν ἀνταπεκρίθητε πρὸς τὴν περιωπὴν τῆς θέσεως, ἣν κατέχετε. Ἐὰν σπουδαίως ἠθέλετε πραγματευθῆ τὸ θέμα, δὲν θὰ προεβαίνετε εἰς ἐκείνους τοὺς φορτικοὺς σχετλιασμοὺς καὶ ἐκείνους τοὺς ἀκαίρους ἀστεϊσμοὺς, οἵτινες οὐδὲν ἔχουσι τὸ σχετικὸν πρὸς αὐτὸ καὶ οἵτινες ἀφορῶσι μόνον εἰς ἐμπαιγμὸν τῶν προσώπων. Ἀλλ’ οὐδὲ κἂν δύνασθε νὰ ἐμπαίξητε τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ ἐμπαίξητε· διότι γνωρίζετε, καὶ πᾶς τις μεθ’ ὑμῶν, ὅτι, ἐὰν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ἔχωσι πολιτικὴν ὑπόστασιν, τὴν ὑπόστασιν ταύτην εἰς οὐδένα τὴν ὀφείλουσιν, εἰμὴ εἰς ἑαυτά· ὅτι, ἐὰν ἀποβλέπωσιν εἰς τὰ τῆς Πολιτείας, ἀποβλέπουσι πειθόμενα ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας πάντοτε ἐπρέσβευσαν, νὰ γείνωσιν ἀποδεκταὶ παρὰ τῇ Πολιτείας καὶ παρὰ τῆς χώρας. Σεῖς ἔχετε ὅλως διόλου ἀντίθετον γνώμην καὶ ἐπ’ αὐτοῦ· ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι τὰ τῆς Πολιτείας εἶναι ζητήματα τύπων, καὶ τὰ τῆς διεξαγωγῆς τῶν τῆς Πολιτείας εἶναι ζητήματα ἀριθμῶν. Καὶ κατὰ τοῦτο διαφέρομεν· δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία. Σεῖς νομίζετε, ὅτι δύνασθε σήμερον νὰ κατέχητε τὴν ἐξουσίαν, ὅταν οὐσιαστικῶς δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἐκπροσωπεῖτε ἢ τὴν ἀντιπάθειαν καὶ ἀπέχθειαν ὁλοκλήρου τῆς χώρας· καὶ νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ καυχηθῆτε διὰ τὴν θέσιν, ἣν κατέχετε. Βεβαίως πλανᾶσθε, ἡ δὲ ἀντίληψις τῆς πλάνης ὑμῶν εἶναι κοινὴ εἰς πάντα ὅστις δὲν σταματᾷ πρὸ τῶν τύπων, εἰς πάντα ὅστις φροντίζει νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὰ πράγματα. Ἐὰν δ’ ὑμεῖς δὲν ἔχητε ἤδη τὴν ἀντίληψιν ταύτην τῶν πραγμάτων, μετ’ ὀλίγον θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ τὴν ἀποκτήσητε. Τὴν ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων τὴν ἀπεκτήσατε τὴν 7 Ἀπριλίου, τὴν ἀντίληψιν ταύτην τὴν ἀπεκτήσατε τὴν 14 Ὀκτωβρίου· μὴ νομίζετε δὲ, ὅτι εἶναι μακρὰν ἡμῶν ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ κέκτησθε τελείαν ἀντίληψιν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἐῤῥίψατε τὴν χώραν διὰ τῆς πολιτείας σας.
§51Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ, Κύριοι, ἐν Πολιτείᾳ κοινοβουλευτικῇ κρίνω εὐτράπελον τὴν Κυβέρνησιν τὴν μὴ κοινοβουλευτικὴν, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἀξία βαρυτέρου χαρακτηρισμοῦ. Κυβέρνησις μὴ κοινοβουλευτικὴ ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ἢ εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῶν τοῦ Κράτους θὰ καταλήξῃ, ἢ θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ γελοῖον. Μικρὰ δὲ ἡ διαφορά, διότι ἡ περιέλευσις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ γελοῖον εἶναι ἀτύχημα ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων τῇ Πολιτείᾳ, ἐπιβάλλει δ’ εἰς τοὺς ἔχοντας ἐκ τοῦ Συντάγματος τὴν ἐντολὴν, ἵνα ἐφορῶσιν εἰς τὰ τῆς Πολιτείας, τὸ καθῆκον συστηματικῆς ἐνεργείας εἰς πρόληψιν τοιαύτης συμφορᾶς. Καὶ διὰ τοῦτο ἐν πάσῃ εὐκαιρίᾳ, προκειμένου περὶ Κυβερνήσεως ἀντικοινοβουλευτικῆς, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ προκάτοχος ἡμῶν, πρέπει νὰ ἐκφράζωμεν ἣν περὶ ταύτης ἔχομεν γνώμην. Αἱ προῤῥήσεις περὶ τῶν πραχθησομένων ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐν μελλούσαις ἐκλογαῖς καὶ ἡ τῶν οὕτω προφητευόντων παράστασις ἑαυτῶν ὡς ἐκπροσωπούντων τὴν ἐν μελλούσαις ἐκλογαῖς ἐκφρασθησομένην θέλησιν τοῦ λαοῦ, ταῦτα ἐπίσης εἶναι εὐτράπελα, σπουδαῖον δὲ εἶναι τὸ καθεστώς. Σήμερον ἀντιπροσωπεύει τὸν λαὸν ἡ παροῦσα Βουλή, ἀντεπροσώπευσε δὲ αὕτη τὸν λαὸν, ὅπως σπανίως ἀντεπροσωπεύθη οὗτος ὑπὸ Βουλῆς, διότι ἠδυνήθη ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ καταπολεμήσῃ τὴν κωλυσιεργίαν, τὸν λυμεῶνα τοῦτον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸν λυμεῶνα τοῦτον τῆς Πολιτείας. Θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐὰν ἐπικρατῶσιν αἱ ἀρχαὶ τῆς κωλυσιεργίας; Καὶ διατὶ ἡ κωλυσιεργία ἡττήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ κράτος; Καὶ διατὶ βλέπετε τοὺς κωλυσιεργοῦντας τεταπεινωμένους ἤδη; Διότι ἡ Βουλὴ αὕτη ἀληθῶς ἀντιπροσωπεύει τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἐκδηλῶσαν διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ εἰργάσθησαν, τὴν ἀπέχθειαν, τὸν ἀποτροπιασμὸν αὐτοῦ πρὸς τοὺς κωλυσιεργοῦντας. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτής, εἰς συμπλήρωσιν τῶν εὐτραπέλων τῆς πολιτείας αὐτοῦ, ὡς ἀντικοινοβουλευτικοῦ Ὑπουργοῦ, ἐκαυχήθη καὶ ἐπὶ τῇ αὐταπαρνήσει του, μὴ ἐπιδιώξαντος τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἀντικοινοβουλευτικὸς αὐτὸς Ὑπουργός, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ παραστήσῃ ἑαυτὸν ὡς διαχειριζόμενον ἐξουσίαν κοινοβουλευτικοῦ Ὑπουργοῦ, ἑπομένως καὶ τὴν τῆς εἰσηγήσεως τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ προκαλέσῃ τὰς ἐπευφημίας ἡμῶν ἐπὶ τῇ ἀποχῇ ἀπὸ τοιούτων εἰσηγήσεων. Ἂν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν προέβαλλον εἰς τὸ ἀνεύθυνον τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, θὰ ἤκουον ὅτι τὰ τῆς διαλύσεως δὲν ἠδύναντο νὰ προταθῶσι παρ’ αὐτῶν, ὅτι τὰ τῆς διαλύσεως κανονίζονται ὑπὸ τοῦ ἀνευθύνου κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα, ἐὰν ὑπάρχωσι τὰ πρὸς τοῦτο στοιχεῖα, ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι στοιχεῖα κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, κανονίζει τὸ ἀνεύθυνον τὰ τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἧς ἐνεργεῖται ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Ὑπουργεῖον ἐστερημένον κοινοβουλευτικῆς ὑποστάσεως οἱαδήποτε ἐπὶ τοῦ θέματος πρωτοβουλία. Δικαίωμα ὅπως εἰσηγηθῶσι τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἔχουσι μόνον τὰ κοινοβουλευτικὰ Ὑπουργεῖα. Τὰ κοινοβουλευτικὰ Ὑπουργεῖα, εἰσηγούμενα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐνασκοῦσι δικαίωμα ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων ἀνῆκον εἰς αὐτὰ, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ κανόνα δὲν τοῖς ἀρνεῖται τὸ ἀνεύθυνον τὸ ζητούμενον. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦναι κοινοβουλευτικὴ, δὲν ἔχει πρωτοβουλίαν περὶ τὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει ἄρα καὶ τὸ δικαίωμα νὰ καυχᾶται ἐπὶ τῇ μὴ προκλήσει τῆς διαλύσεως, καὶ πάντες γινώσκομεν, ὅτι δὲν διέλυσε τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος ἡμῶν, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ διαλύσῃ, ἐὰν δὲ διέλυε, πολὺ ἀμφιβάλλω, ἐὰν θὰ εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ συζητῶ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὃν θὰ ἐπεσκέπτετο ἴσως πάλιν ἐπὶ μόνῳ τῷ τέλει, ἵνα διὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπὶ τῷ ἀποτελέσματι τῆς πρώτης ψηφοφορίας μὴ συνεδριάσῃ ἡ Βουλὴ, ἕως οὗ διεξαχθῶσι τὰ τῆς κρίσεως. Ἀλλὰ τί θέλει πράξει ὁ λαὸς ἐν μελλούσαις ἐκλογαῖς, τοῦτο δὲν ἀνάγεται εἰς ἡμᾶς· ἐκεῖνοι δὲ μόνον ἐπικαλοῦνται τ’ ἀποτελέσματα μελλουσῶν ἐκλογῶν, ὅσοι ἔχουσι τὸ καθεστὼς ἀντίξοον. Σήμερον ἔχομεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, βεβαιοῦντας, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν τρέφει ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δὲν δύναται νὰ τρέφῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς Βουλευτὰς, οἵτινες, συμπράττοντες κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν τρέφουσιν ἐμπιστοσύνην πρὸς ἀλλήλους. Ἔχομεν ἐδῶ Ἀντιπολίτευσιν μετρουμένην ἐπὶ τῶν δακτύλων, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις αὕτη, ἡ μετρουμένη ἐπὶ τῶν δακτύλων, χρήζει τῶν δακτύλων τῶν δύο χειρῶν εἰς ἀπαρίθμησιν τῶν διαιρέσεων, εἰς ἃς κατανέμεται ἕκαστος τῶν ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν θεωρεῖ τὸν παρακαθήμενον ἀντιπολιτευόμενον Βουλευτὴν ὡς συμπράκτορα μόνον ἐν τῷ ἀγῶνι κατὰ ὑπαρχούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τρέφει ἀπεριόριστον δυσπιστίαν πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὴν πολιτείαν αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπανῆλθε πάλιν εἰς τὰ τῶν εὐθυνῶν ἐπὶ ταῖς γενομέναις ἀνακοινώσεσι πρὸς τὴν Βουλήν. Αἱ ἀνακοινώσεις αὗται, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἀτόπως ἐγένοντο παρ’ αὐτοῦ καὶ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος περὶ τὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· διότι, καὶ ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἦσαν δεδημοσιευμένα, εἰς αὐτοὺς δὲν ἀνῆκε νὰ ποιήσωνται χρῆσιν αὐτῶν, εἰμὴ ἐὰν ἡ δημοσίευσις ἦτο αὐθεντικὴ, δὲν ἦτο δὲ αὐθεντικὴ ἡ δημοσίευσις, ἡ ἐν ἐφημερίσι, τῶν περιλήψεων τῶν ἐγγράφων περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τοὺς ὅρους, οἵτινες ἐγένοντο δεκτοὶ παρὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Περὶ τούτων, ἐξ ὧν καὶ ἡ ἀφορμὴ τοῦ λόγου, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γένηται ἤδη συζήτησις· θὰ φθάσῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ ἀσκηθῇ ἔλεγχος καὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν προκατόχων ἡμῶν καὶ τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν, ἀλλ’ ἤδη δὲν εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ τετελεσμένου, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἀναβάλωμεν πᾶσαν περὶ τοῦ προκειμένου συζήτησιν.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ παρηγορήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἄς μὴ θλίβεται δι’ αὐτήν· πολιτευόμενος ὡς πολιτεύεται, θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν θὰ ἴδῃ αὐτὴν ἐνταῦθα τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ μετρῆται ἐπὶ τῶν δακτύλων, ὡς εἶπεν, ἐνῷ ἀριθμεῖ ὑπὲρ τοὺς 96 Βουλευτὰς, ἀλλὰ νὰ ἐκπροσωπῇ καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ὅπως ἐκπροσωπεῖ καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, τὴν ὅλην κοινὴν γνώμην, ὅτε θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ πρὸς τὴν Πολιτείαν καθῆκον, ὅπερ γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τί θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐὰν εἶχον διάφορον περὶ τῆς Βουλῆς γνώμην, βεβαίως ἤθελον συμβουλεύσει εἰς τὸ Στέμμα, ὅταν ἐκαλούμην νὰ πράξω τοῦτο, τὴν διάλυσιν αὐτῆς, οὐδὲ πρέπει νὰ λησμονῇ τις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε δικαίωμα νὰ συμβουλεύσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ διαχειρισθῇ αὐτὴν μετὰ τὴν πορείαν, ἣν ἐχάραξεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§53Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχε καθῆκον νὰ συμβουλεύσῃ τὴν σύγκλησιν.
§54ΡΑΛΛΗΣ. Εἶχε καθῆκον νὰ συμβουλεύσῃ τὴν ἄμεσον διάλυσιν τῆς Βουλῆς, εἶχε δὲ καὶ δικαίωμα νὰ συμβουλεύσῃ αὐτήν, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ὑπεστηρίζετο παρὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν αὐτῆς, καὶ ἀφῆκεν ἔρημον τὴν Πολιτείαν. Ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς εἰς οὐδὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ καθ’ ἣν ὥραν σεῖς, ὁ χαίρων τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, ἐτράπητε εἰς φυγήν.
§55Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μόνον ἡ Βουλὴ χρησιμεύει.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ περιστάσεις, αἵτινες ἐπέβαλλον ἀντίθετον καθῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο καὶ τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ πράξῃ, ἦν νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διότι, ὡς εἶπον, ἡ πλειονοψηφία ὑπεστήριξεν ἀμετατρέπτως, ὡς ὑποστηρίζει καὶ νῦν, πάντα τὰ μέτρα τὰ ὑποβληθέντα παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, τὰ μέτρα δ’ ἐκεῖνα ἤγαγον εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς 27 Ἀπριλίου. Τῆς καταστροφῆς δὲ τὰς εὐθύνας ἠθελήσατε νὰ διαφύγητε, φεύγοντες τῆς ἀρχῆς. Τί ὑπελείφθη ὄπισθεν ὑμῶν, ὅπως σωθῇ ἡ ὑποστηρίζουσα ὑμᾶς Βουλή; Ὑπελείφθη ἡ ἀνάγκη, εἰς ἣν περιέστη ἐκ τῆς πολιτείας ὑμῶν ὁ Ἡγεμών, νὰ προσφύγῃ εἰς τμῆμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τμῆμα τῆς μειονοψηφίας, ὅπως ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ τὸν καταρτισμὸν Κυβερνήσεως ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Διότι κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι μόνη ἐκείνη, ἥτις χαίρει τὴν ὑποστήριξιν τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ ἐκείνη, ἥτις δύναται καταρτιζομένη νὰ τύχῃ ἐπὶ τὸ μέλλον τῆς ὑποστηρίξεως εἴτε τῆς ὑφισταμένης Βουλῆς, εἴτε νέας τοιαύτης. Οὔτε δύναταί τις νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἡμῖν τοσοῦτον εὐχερῶς τὴν μομφήν, ὡς πράττει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἠθελήσαμεν ἄλλως, εἰμὴ διὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, νὰ ἀνέλθωμεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Ἡ Κυβέρνησις τῆς 3 Μαΐου, εἶπον, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν, ἀλλὰ δὲν προέβη εἰς αὐτήν, ὡς ἀπέδειξα, ὅτε ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκθέσω τὰ περὶ τῶν σχετικῶν ἀποφάσεων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, δὲν προέβη εἰς τὴν διάλυσιν, διότι δὲν ἠθέλησε πρὸς τὸ χάος τὸ οἰκονομικόν, ὅπερ κατέστησε διὰ τῆς πολιτείας αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιπροσθέσῃ τὸ χάος, ὅπερ ἀναγκαίως ἐπέρχεται ἐκ διεξαγωγῆς ἐκλογῶν ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἐπρόκειτο νὰ διεξαχθῶσιν αὗται. Ἐὰν ἀληθῶς διεξήγοντο ἐκλογαὶ τότε, δὲν θὰ εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ συζητῶ σήμερον μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸς ὅμως θὰ ἀπέκτα ἀκριβεστέραν ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων. Δὲν δυνάμεθα ἀληθῶς νὰ προεξοφλῶμεν τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὑπάρχουν περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ κοινὴ γνώμη δύναται νὰ τὴν προγνωρίζῃ, οὐδ’ ὑπάρχει τις ἐξ ἡμῶν ἀμφιβάλλων, περισσότερον δὲ παντὸς ἄλλου αὐτὸς ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πεπεισμένος περὶ τοῦ ὅτι οὐδὲν ἐκπροσωπεῖ, μένων ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἐὰν εἶχε διάφορον γνώμην, δὲν ἤθελεν ὑποστῆ τοὺς ἐξευτελισμοὺς καὶ τὰς θυσίας, ἃς ὑφίσταται καθ’ ἡμέραν εἰς βάρος τῆς Πολιτείας, ὄχι ἕνεκα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κωλυσιεργούσης, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ συστήματος τοῦ πολιτειακοῦ, ὅπερ πάντοτε μετῆλθε. Τὴν ἀντίδρασιν εἰς τὴν βίαν, ἣν ἠθέλησε νὰ μετέλθῃ πρὸς τὴν Βουλήν, χαρακτηρίζει ὡς κωλυσιεργίαν. Ἐχαρακτήρισεν ἀληθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς κωλυσιεργίαν τί; τὴν ἀντίστασιν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὸ νὰ κηρυχθῇ περατωμένη ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ Σάββατον τῶν Ἀπόκρεων, καὶ ὅτε εἷς μόνος ἐπ’ αὐτῆς εἶχε λάβει τὸν λόγον. Χαρακτηρίζει ὡς κωλυσιεργίαν τὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν μᾶς καταδικάζει, νὰ μονολογῶμεν πρὸ κενῶν θρανίων ἐνταῦθα, ἀφοῦ οὐδεὶς ἕτερος, ἐκτὸς τοῦ εἰσηγητοῦ, ὅστις ἀπέβλεψε μόνον πῶς νὰ μετατοπίσῃ τὰς εὐθύνας τοῦ παρελθόντος, ἀφοῦ οὐδεὶς ἕτερος τῶν φίλων του, οὐδὲ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔλαβε τὸν λόγον, ὅπως ὑπερασπισθῇ τὸν προϋπολογισμὸν αὑτοῦ. Χαρακτηρίζει δὲ τὴν ἐμμονὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς κωλυσιεργίαν, διότι φρονεῖ, ὅτι ἐντεῦθεν προσπορίζεται κέρδος τι, ὅτι ἐντεῦθεν καταῤῥίπτει τὸ γόητρον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ πολὺ ταχέως θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ τακτικὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἡ πορεία αὐτῆς ἐπεβάλλετο ἀκριβῶς ἐκ τοῦ καθήκοντος αὐτῆς πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ ἐκ τῆς ἀληθοῦς ἐκτιμήσεως τῆς ἐντολῆς τῶν Βουλευτῶν. Ψηφίσατε ὅσον θέλετε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ψηφίσατε ὅσον θέλετε περισσότερα νομοσχέδια, μὴ νομίσητε ὅμως, ὅτι ἠσφαλίσατε ἐντεῦθεν ὅπως δήποτε τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις γνωρίζετε, ὅπως ἤδη κεῖνται τὰ πράγματα, ὅτι εἶναι στενῶς συνδεδεμένη μὲ τὴν τύχην τῆς Βουλῆς. Συῤῥάμματα, οἷα ὁ προϋπολογισμὸς, ὃν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, σύῤῥαμμα τοιοῦτον, ὅπερ δὲν θεραπεύει καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς οὐδεμίαν ἀνάγκην ἐκ τῶν ἐπιτακτικῶν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Δημοσίου, σύῤῥαμμα τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σανὶς σωτηρίας, θὰ χρησιμεύσῃ ὡς τελευταία κατηγορία κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἰσήγαγε τοιοῦτον προϋπολογισμὸν, καὶ κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις θέλει ψηφίσει αὐτόν. Διότι τὸ πρῶτον καὶ κύριον καθῆκον, ὅπερ ἔχει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ, εἶναι νὰ φροντίσῃ ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Καὶ εἴπετέ μοι, ἂν ὑπάρχῃ μία τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν νὰ θεραπεύῃ ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμός. Εὑρισκόμεθα πρὸ ὀξείας ἀνωμαλίας νομισματικῆς, καὶ σταυρόνει τὰς χεῖρας ἡ Κυβέρνησις καὶ οὐδεμίαν λαμβάνει πρόνοιαν, ὅπως ἀνακόψῃ τὴν ὁρμὴν τοῦ κακοῦ, ἥτις καθ’ ἡμέραν καθίσταται βιαιοτέρα καὶ ἐπαχθεστέρα διὰ τὴν κοινωνίαν· βλέπει ἡ Κυβέρνησις σβεννυμένας εἰς χεῖράς της τὰς εἰσπράξεις τὰς ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς, καὶ οὐδεμίαν λαμβάνει πρόνοιαν, ὅπως ἐνισχύσῃ τὴν κατανάλωσιν, ὅπως ἐνισχύσῃ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τὰς ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς εἰσπράξεις· ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων καὶ κυμαίνοντα χρέη ἐπὶ κυμαινόντων χρεῶν, οὐδεμίαν δὲ, καὶ μετὰ τὴν περικοπὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, πρόνοιαν περὶ αὐτῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀπαντᾷ τις. Δημόσια ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν δεκάδες ἑκατομμυρίων, ἀφίνονται ἔκθετα, καὶ παίζει ἡ Κυβέρνησις τὸ πρόσωπον τῆς στρουθοκαμήλου, ἥτις κρύπτει τὴν κεφαλὴν αὑτῆς ὑπὸ τὴν πτέρυγά της, ὅπως μὴ ἴδῃ τοὺς καταδιώκοντας κυνηγούς. Τῷ ὄντι, ἐνῷ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων, τῶν ἤδη ἐκθέτων, ἐνῷ ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἡ ὑποχρέωσις νὰ δαπανήσωμεν, οὐδεμία λαμβάνεται καὶ περὶ αὐτῶν πρόνοια ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αὕτη εἶναι ἡ πολιτικὴ αὐτῆς, ὡς κατοπτρίζεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀναπαύεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς δάφνας τῆς πράξεως τῆς 10ης Δεκεμβρίου. Φρονεῖ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τῷ ὀφείλει εὐγνωμοσύνην. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι εἷς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν δὲν φρονεῖ τὸ αὐτὸ, καὶ ὅτι εἷς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐπανελθὼν εἰς τὴν ἀρχὴν, οὐ μόνον δὲν συνετέλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ὅτι ἐχειροτέρευσεν αὐτὴν, καὶ τοῦτο εἰς βαθμὸν ἀπέλπιδα.
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρῶ σπουδαιότατον. Εἰς αὐτὸ ἔδωκε χώραν ἡ ἐπεισοδιακὴ αὕτη συζήτησις· ἀλλὰ δὲν πρόκειται τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ τὸ συζητήσωμεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξε προσέτι τὴν ἀρχὴν τῆς δεδηλωμένης· ἀλλ’ αὕτη οὐδεμίαν ἔχει ὑπόστασιν κοινοβουλευτικὴν, ἀντίκειται δὲ καὶ εἰς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, καὶ ἀποβαίνει ἐκμηδένισις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, πρὸ πάντων δὲ ὅταν αὕτη μεταβάλληται, ὡς συμβαίνει σήμερον, ἀπὸ δεδηλωμένης εἰς δεδουλωμένην. Γνωρίζομεν πάντες εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας... (θόρυβος).
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ τὰ σκεπάσητε αὐτὰ (θόρυβος).
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ θυμόνετε; Ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου οὐδεμία ὑπάρχει προσωπικὴ προσβολή· ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος καλὰ θὰ κάμῃ νὰ μὴ λαμβάνῃ τὴν θέσιν τοῦ πρωτοσχόλου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ (θόρυβος). Δὲν θέλω νὰ ἐξακολουθήσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι παρεμπιπτόντως καὶ τοῦτο ἐπαρουσιάσθη· ἀλλ’ εἰς ἄλλην καταλληλοτέραν περίστασιν θὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως συζητήσω τὰς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξενεχθείσας γνώμας.
§60ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὰ λεχθέντα ἐνταῦθα εἶναι τόσον σοβαρὰ, ὥστε δὲν ἐπιδέχονται οὔτε σκέπασμα οὔτε σιωπήν· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον εἶναι τεταγμένον νὰ προσκυνῇ αὐτὸν καὶ παρέχει ἐμπιστοσύνην αὐτῷ, ὅπως δυνηθῇ νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὸν εἰς ἐλεύθερον πολίτευμα. Ἀπεδέχθη, ὅτι ἐγένετο σχέδιον συμβάσεως, περιεχούσης διάταξιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀτυχῶς ὑπῆρχεν ἡ ἔννοια τοῦ δεσμοῦ, τῆς περικοπῆς τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους. Τὴν εὐθύνην τῆς διατάξεως ταύτης ἐφοβήθη ν’ ἀναλάβῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀπέναντι τῆς Ἱστορίας καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὀρθῶς ποιῶν, καθὼς καὶ ὁ Βασιλεὺς, καὶ διὰ τοῦτο ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ εἷς ἐπέῤῥιπτεν εἰς τὸν ἄλλον τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου, ἣν παρέστησεν ὡς ἀφορμὴν τῆς ἀποχωρήσεως αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις κατὰ Ἀπρίλιον. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἀμφότεροι ἀπέβλεπον εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δύναται νὰ δώσῃ πληρεξουσιότητα εἰς οἱονδήποτε, ὅπως περικοπῶσι τὰ δικαιώματα τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, διότι ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν κυρίαν βάσιν καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ ὡς Κράτους ἀνεξαρτήτου. Λοιπὸν τοιαύτη ἐμπιστοσύνη δὲν παρέχεται εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν οὔτε διὰ τῆς ψήφου τῆς μέχρι τοῦδε, οὔτε διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀτυχῶς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, βεβαιοῖ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεδέχθη ὅρους, οἱ ὁποῖοι περιέχουσι καί τι πλέον τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου...
§61Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ποῦ τὸ εὕρετε;
§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ βεβαιοῖ τὸ ἔγγραφον, ἡ ἐπιστολὴ, ἣν ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ συμπολίτης μου.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ τὸ διαψεύδω.
§64ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ἔγγραφον βεβαιοῖ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεδέχθη ὅρους, οἱ ὁποῖοι περιέχουσι κἄτι τι χεῖρον τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ξένους, ὑπεισερχομένους διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως κατὰ πλειονοψηφίαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, νὰ ἀναλάβωσι τὸ δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως ὅλων τῶν φόρων, καὶ τούτους νὰ ἐπιτρέπηται νὰ διανέμωσι, καθ’ ὅσον αὐτοὶ κρίνωσιν εὔλογον, μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δανειστῶν! Τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον ἐν Ἑλλάδι οὔτε ἀνεξαρτησία, οὔτε Βουλὴ οὔτε Συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν τοῦ λοιποῦ νὰ ψηφίσωμεν φόρους, οὔτε νὰ τροποποιήσωμεν τοὺς ὑπάρχοντας, οὔτε νὰ καταργήσωμεν τοὺς πιεστικοὺς καὶ ἀποτυχόντας. Ὅταν τοιούτους ὅρους διαδίδεται, ὅτι ἀπεδέχθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀπεριόριστος πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνη; Χαίρω, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διαψεύδει τὰ ἀποδοθέντα εἰς αὐτόν· ἀλλὰ συγχρόνως ὀφείλει νὰ γείνῃ ὅπου δεῖ γνωστὸν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἴτε Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ εἴτε Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον νὰ ψηφίσῃ καὶ ἀνεχθῇ τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, ὑπὸ οἱονδήποτε κάλυμμα καὶ ἂν παρίσταται οὗτος, δηλ. τὴν περικοπὴν τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους· οὔτε ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ πράξῃ τοῦτο, οὔτε ὁ Βασιλεὺς, οὔτε Ἐθνοσυνέλευσις ἔτι.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§66ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τίς ἠμφισβήτησε τοῦτο;
§67ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ταῦτα λέγω ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ὁμιλήσω ἐν ἐκτάσει, ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς κυρίαν συζήτησιν καὶ οὐχὶ παρεμπιπτόντως.
§68ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἀρχαία καὶ τετριμμένη ἡ τακτικὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν καταρχόμενος οὗτος ἀμέσως ἢ ἐμμέσως διὰ τῶν φίλων τοῦ ἀγῶνος καὶ βλέπων αὐτὸν λαμβάνοντα δυσάρεστον τροπὴν, ποιεῖται τὴν ἀνάγκην φιλοτιμίαν καὶ προφασιζόμενος τὸ ἄκαιρον τῆς συζητήσεως, ἢ καὶ ἐπιβλαβὲς αὐτῆς εἰς ἐκκρεμῆ δῆθεν συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ὑποχωρεῖ, βάλλων πάρθιον βέλος κατὰ τῶν ἀντιπάλων του, καὶ καταγγέλλων αὐτοὺς ὡς πρώτους ἀρχομένους τοῦ τοιούτου ἀγῶνος. Τὴν τακτικὴν ταύτην μετῆλθε καὶ νῦν καθ’ ἡμῶν. Προέβη ἄλλοτε ὁ ἴδιος εἰς παντοίους ὑπαινιγμοὺς κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὰς διαπραγματεύσεις αὐτῆς πρὸς τοὺς ξένους κεφαλαιούχους, εἶπε δὲ καὶ νῦν, κατ’ εἰσήγησιν αὐτοῦ πάντως, ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ὅσα εἶπε καθ’ ἡμῶν, θελήσας νὰ παραστήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου ὡς ἀποδεξάμενον ὅρους ἀπαραδέκτους, ὅρους διακυβεύοντας τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας. Ἀφοῦ δὲ εἶδεν, ὅτι ἡμεῖς ἀμυνόμενοι κατεδείξαμεν, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ὁ ἀποδεξάμενος ὅρους ἀπαραδέκτους, ὅρους διακυβεύοντας τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας, τοιοῦτος εἶναι αὐτὸς, τότε ἐνόμισεν, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ ἐπικαλεσθῇ καθ’ ἡμῶν δημόσια συμφέροντα, παραβλαπτόμενα δῆθεν ἐκ τῆς τοιαύτης συζητήσεως, καὶ νὰ παραστήσῃ ἡμᾶς ὡς ἀρξαμένους χειρῶν ἀδίκων. Ἀλλ’ ἀδύνατον νὰ ἀπατήσῃ οὕτω τινά, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἡμᾶς. Διαπραγματεύσεις, Κύριοι, δὲν ὑφίστανται πλέον ἐκκρεμεῖς, καθόσον ἀπὸ πολλοῦ ἔχουσι διακοπῆ αὗται, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῶσιν, ἐν ὅσῳ μένει ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος τῆς 10 Δεκεμβρίου, ὅστις ἤγειρε τεῖχος σινικὸν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν πιστωτῶν μας, μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ ὁλοκλήρου τοῦ οἰκονομικοῦ κόσμου. Μὴ ζητεῖτε πλέον, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ κρυβῆτε ὄπισθεν τοῦ δακτύλου σας. Ἡ ὑποχώρησις εἰς οὐδὲν σᾶς ὠφελεῖ. Ὀφείλετε νὰ ἀμυνθῆτε· ὀφείλετε ν’ ἀποδείξητε διὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὡμολογήσατε ὅτι ἔχετε ἀνὰ χεῖρας, ὅτι εἶναι ἀληθῆ ὅσα ἐπεῤῥίψατε καθ’ ἡμῶν, ἂν δὲν θέλητε νὰ γείνῃ πιστευτὸν, ὅτι συκοφαντεῖτε· ὀφείλετε ν’ ἀποδείξητε διὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠρνήθητε ὅτι κατέχετε, ὅτι δὲν ἀπεδέχθητε ὑμεῖς ὅρους ἀτιμωτικοὺς διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅρους ὑποδουλοῦντας αὐτὴν οἰκονομικῶς, ὡς ἡμεῖς κατηγοροῦμεν ὑμᾶς καὶ ἀπεδείξαμεν ἤδη διὰ τῆς αὐτογράφου ἐπιστολῆς τοῦ κ. Ὀρνστάϊν. Τὴν ἄμυναν, ἢ μᾶλλον τὴν ἀπολογίαν ταύτην ἐπιβάλλει εἰς ὑμᾶς, ἂν ὄχι τι ἄλλο, τουλάχιστον ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς πατρίδος, τῆς ὁποίας αἱ τύχαι εἶναι εἰς ὑμᾶς διαπεπιστευμέναι. Ἐκ τῆς ἀμύνης καὶ ἀπολογίας ὑμῶν ταύτης δὲν πρόκειται νὰ παραβλαβῶσι δημόσια συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πλέον ἐκκρεμῆ, ἀλλὰ νὰ διασωθῶσιν αὐτὰ, καθόσον οὕτω πως εἶναι δυνατὸν νὰ διανοιγῶσιν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν πολλῶν καὶ νὰ προληφθῇ νέα ἀνήκεστος συμφορὰ, ἥτις θὰ ἐπεφυλάττετο εἰς ἡμᾶς, ἐὰν ἐπέπρωτό ποτε νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἤδη διακοπεῖσαι διαπραγματεύσεις. Ἡ ὑπεκφυγὴ τῆς ἀμύνης καὶ ἀπολογίας ὑμῶν, ἡ ὑποχώρησις ἐν τοιούτῳ ζητήματι, εἶναι καθαρὰ ἧττα, εἶναι ὁμολογία τῆς ἐνοχῆς σας εἰς ὅσα κατηγγείλαμεν ὑμᾶς σήμερον. Περὶ τούτου δευτέρα γνώμη δὲν ἐγχωρεῖ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι θὰ συνεκάλυπτε τὴν ὑποχώρησίν του ἐν τῷ κυρίῳ ζητήματι, γεννῶν ἄλλα παρεμπίπτοντα ζητήματα· ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε καὶ ἐν αὐτοῖς εὐτυχέστερος. Εἶπεν ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς ἕνα πρώην Ὑπουργὸν, οἷος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ἓν τηλεγράφημα, ὅπερ εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς αὐτὸν ὁ Βασιλεὺς, σύμβουλον ὄντα τοῦ Στέμματος, διότι δὲν πρέπει οἱ ὑπεύθυνοι νὰ ὀχυρῶνται ὄπισθεν τοῦ ἀνευθύνου. Ἀλλὰ μήπως ὁ κ. Ράλλης τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο ἐπεκαλέσθη, ὅπως συγκαλύψῃ τὴν ἰδίαν εὐθύνην διὰ τοῦ ἀνευθύνου; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησεν, ἢ μᾶλλον προσποιεῖται ὅτι ἐλησμόνησε, περὶ τίνος προέκειτο τότε. Εἶχεν αὐτὸς τὴν ἰταμότητα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον νὰ συγκαλύψῃ τὴν ἰδίαν εὐθύνην διὰ τοῦ ἀνευθύνου. Ἐζήτησε τότε τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου, ὅπερ αὐτὸς δῆθεν διεπραγματεύετο μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1893, νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς αὐτὸ τὸ Στέμμα...
§69Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀληθές.
§70ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἴπετε τότε, ὅτι ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου ἦτο καθ’ ὅλα ἑτοίμη καὶ δὲν ὑπελείπετο ἄλλο τι ἢ ἡ ὑπογραφὴ τῆς σχετικῆς συμβάσεως, ὅτε ὅμως ὑμεῖς, ἰδόντες τὴν μὲν κοινὴν γνώμην ἐξεγειρομένην καθ’ ὑμῶν διὰ τὸν ἄγριον πόλεμον, ὃν διεξῆγε κατὰ τοῦ δανείου ἡ Ἀντιπολίτευσις, τὴν δὲ πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος κλονιζομένην, ἠναγκάσθητε νὰ ὑποβάλητε τὴν παραίτησίν σας.
§71Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι. Δηλῶ δ’ ὅτι ὅσα λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος εἶναι ἀνυπόστατα, καὶ ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην, ἥτις παρακαλῶ ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, δὲν θέλω διακόψει τὸν λόγον του πρὸς διάψευσιν, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν εἴπῃ.
§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ σημειωθῶσιν οἱ λόγοι οὗτοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὰ πρακτικὰ, διότι οὕτω πως θὰ γείνῃ καταφανεστέρα ἡ ἀντίφασις μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ὅσων εἶπεν ἀγορεύων ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ζητήσας τότε τὴν ἰδίαν του εὐθύνην νὰ συγκαλύψῃ διὰ τοῦ ἀνευθύνου καὶ νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου καὶ ὅλας τὰς συνεπείας αὐτῆς εἰς τὸ Στέμμα, τὸ ἐν οὕτω κρισίμῳ ὥρᾳ δυσπιστῆσαν δῆθεν πρὸς αὐτόν! Καὶ ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἀσεβοῦς διαστροφῆς τῆς ἀληθείας ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἕνα πρώην σύμβουλον τοῦ Στέμματος νὰ ἐπικαλεσθῇ ἓν τηλεγράφημα, δι’ οὗ ἀπεδεικνύετο ὅτι αὐτὸς ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του, ἀφοῦ ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου ἦτο πλέον βεβαία, καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς καὶ μόνης ἐτρέπετο εἰς φυγήν! Καὶ ἦτο τοῦτο συγκάλυψις τῆς ἰδίας εὐθύνης τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς διὰ τοῦ ἀνευθύνου; Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ κάμῃ χρῆσιν ἀποῤῥήτου, ὅπερ ἦτο γνωστὸν εἰς αὐτὸν, μόνον ὡς Ὑπουργόν. Καὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Τρικούπην νὰ συναποκομίσῃ μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὴν δῆθεν σύμβασιν καὶ ὅλα τὰ περὶ δανείου τηλεγραφήματα, ἅτινα εἶχεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνταλλάξει πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Θεοτόκην, διατρίβοντα ἐν Λονδίνῳ; Ἂν ὑπάρχῃ, Κύριοι, ἐγκληματικὴ πρᾶξις, τοιαύτη εἶναι μόνη ἡ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τοῦ ποτὲ πρεσβευτοῦ τῆς Γερμανίας ἐν Παρισίοις κόμητος Ἄρνιμ ἐγένετο δίκη καὶ κατεδικάσθη οὗτος, χωρὶς πλέον ν’ ἀποκατασταθῇ ἐν τῷ πολιτικῷ του σταδίῳ, μόνον καὶ μόνον διότι ἀνακληθεὶς ἐκεῖθεν εἶχε τὴν τόλμην νὰ συναποκομίσῃ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον ἔγγραφα, ὧν αὐτὸς διημφισβήτει τὸν δημόσιον χαρακτῆρα. Ποία ὅμως δίκη καὶ καταδίκη ἁρμόζει νῦν εἰς τὸν κ. Τρικούπην, συναποκομίσαντα εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, μετὰ τὴν παραίτησίν του, σωρείαν ἐγγράφων, ὧν ὁ δημόσιος χαρακτὴρ ἐτύγχανε πάντη ἀναμφισβήτητος; Δὲν παρεσκεύασε λοιπὸν νέας ἥττας εἰς ἑαυτὸν διὰ τῆς ἀνακινήσεως τῶν παρεμπιπτόντων τούτων ζητημάτων; Τί δ’ ἄλλο ἔπραξε καὶ δι’ ὅσων ἐπίσης παρεμπιπτόντως εἶπε περὶ κοινοβουλευτικῶν Ὑπουργείων καὶ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς; Ὁ κ. Τρικούπης ἐνόμισεν εὔκαιρον τὴν περίστασιν, ἵνα ἀνακινήσῃ νῦν καὶ τὸ ζήτημα τῆς δεδηλωμένης. Εἶπεν ὅτι τὰ Ὑπουργεῖα πρέπει νὰ ὦσι κοινοβουλευτικὰ, καὶ ὅτι ἔχουσι λόγον ὑπάρξεως καὶ δύνανται νὰ κάμωσι χρῆσιν καὶ τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, μόνον καθ’ ὅσον ἀποῤῥέουσιν ἐξ αὐτῆς. Ἀλλ’ εἴδομεν ποῦ μᾶς ἔφερε τὸ δόγμα τῆς δεδηλωμένης, ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναγνωρίσεως μόνον τῶν Ὑπουργείων τῶν ἀποῤῥεόντων ἐκ τῆς Βουλῆς. Χάρις εἰς τὸ δόγμα καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην, καθιερώθη παρ’ ἡμῖν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἡ Πρωθυπουργικὴ δικτατορία, ἥτις εἶναι ἀληθὴς παρῳδία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ ὑφ’ ἣν συνετελέσθη ἡ χρεωκοπία καὶ ἡ ἀτιμία τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τίνα λόγον ἔχει τότε ἡ Βασιλεία ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι, ὅταν αὕτη δὲν δρᾷ ὡς αὐτοτελὴς ἐξουσία, ἀλλ’ ἔχει τὸν προορισμὸν νὰ κυρόνῃ μόνον πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς; Καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτὴν πλειονοψηφία ἐν τῇ Βουλῇ ἐξοκείλωσιν εἰς πράξεις διακυβευούσας σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὅταν καὶ ἡ μία ἢ ἄλλη δὲν διερμηνεύωσι πλέον τὸ κοινὸν φρόνημα τοῦ λαοῦ, πρέπει καὶ τότε ἡ Βασιλεία νὰ ἀδρανῇ, ὑπείκουσα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς δεδηλωμένης; Ὅταν δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀπολαύουσα τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, δραπετεύσῃ ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἐγκαταλείπουσα εἰς τὴν τύχην των καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν ἐν κρισιμωτάτῃ στιγμῇ, ὡς ἐγένετο τοῦτο τῇ 27 Ἀπριλίου 1893, πρέπει καὶ τότε τὸ Στέμμα νὰ μείνῃ ἀδρανὲς καὶ νὰ μὴ καλέσῃ τινὰ εἰς τὴν ἀρχὴν, ἀφοῦ οὐδεὶς ἄλλος, πλὴν τοῦ παραιτηθέντος, κέκτηται τὴν δεδηλωμένην ὑπὲρ ἑαυτοῦ, καὶ οὕτω ν’ ἀφήσῃ τὴν χώραν ἀκυβέρνητον, ἕρμαιον τῆς ἀναρχίας; Κατ’ ἀνάγκην, Κύριοι, ἀναπόδραστον ὀφείλει τὸ Στέμμα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δεδηλωμένην, τὴν ἄγουσαν εἰς τὴν ἀναρχίαν, ἀλλὰ νὰ καλέσῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἐκείνους, εἰς οὓς αὐτὸ ἔχει ἐμπιστοσύνην, χωρὶς ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν αὐτῶν χαρακτῆρα. Ἀλλὰ πῶς δύνανται οὗτοι νὰ κυβερνήσωσιν ἐπὶ μακρὸν ἄνευ χρήσεως τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως, ἀφοῦ ἔρχονται εἰς τὴν ἀρχὴν ἐναντίον τῆς ὑφισταμένης πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ; Τί δικαιότερον λοιπὸν καὶ λογικώτερον ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ τοῦ νὰ ζητήσωσι καὶ λάβωσι τὴν διάλυσιν τὰς Βουλῆς οἱ μὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δεδηλωμένης καλούμενοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Καὶ δὲν μᾶς λέγει ὁ κ. Τρικούπης, ποῦ ἦτο αὐτὴ ἡ δεδηλωμένη ἐν ἔτει 1875, ὅτε ἀπεπέμπετο ἐκ τῆς ἀρχῆς ἓν Ὑπουργεῖον, ἀπολαῦον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκαλεῖτο αὐτὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ μὴ ὢν κἄν τότε Βουλευτὴς, καὶ μὲ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Τί ἔγεινεν ἡ δεδηλωμένη καὶ ἐν ἔτει 1892, ὅτε ἀπεπέμπετο ἕτερον Ὑπουργεῖον, ἀπολαῦον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, καὶ μὲ τὴν διάλυσιν αὐτῆς ἐκαλεῖτο νὰ σχηματίσῃ Ὑπουργεῖον ὁ ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, χωρὶς νὰ ἡγῆται οὗτος ἰδίας κοινοβουλευτικῆς μερίδος; Πῶς δὲ τότε ἡ τοιαύτη χρῆσις τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος ἐχαρακτηρίζετο ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὡς ἡ ὑπερτάτη κύρωσις τῶν θεσμῶν ἡμῶν, νῦν δὲ κατακρίνεται καὶ ἀποκρούεται αὐτὴ ὡς ἀντικοινοβουλευτικὴ καὶ ἀντισυνταγματική; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν διάλυσιν ἀκριβῶς τῆς παρούσης Βουλῆς, ἥτις εἶναι ἀξία ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης διὰ τὴν πολιτείαν, ἣν ἐπέδειξε μέχρι τοῦδε. Ἀλλὰ διατὶ ἡ ἐθνικὴ αὕτη εὐγνωμοσύνη; διότι πέρυσιν ἐψήφιζε τυφλῶς πάντα τὰ μέτρα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὧν οὗτος ἤθελε νὰ διατρανώσῃ τὴν ἐπάρκειαν, ἐπιδιώκων ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τὴν συνομολόγησιν δανείου, ὅπως μετά τινας μῆνας ψηφίσῃ τυφλῶς πάλιν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου προταθέντα μέτρα περὶ ἀνεπαρκείας καὶ χρεωκοπίας τοῦ Κράτους; ἢ διότι τὸν κατ’ Ἀπρίλιον μῆνα λακτίσαντα, κατὰ τὴν χαρακτηριστικήν του φράσιν, καὶ Κυβέρνησιν καὶ πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἡγέτην τῆς ἔσπευσε νὰ ἐξευμενίσῃ καὶ ἐπαναφέρῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ὅπως αὐτὸς καὶ ὄχι ἄλλος ἐπιθέσῃ τὴν κορωνίδα εἰς τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς του, κηρύττων τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους; ἢ διότι καὶ νῦν φαίνεται πρόθυμος νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸν ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποκόπτεται πᾶσα ἐλπὶς διεξόδου ἐκ τῆς νῦν καταστάσεως ἡμῶν; Καὶ διὰ τούτους βεβαίως τοὺς λόγους εἶναι ἀξία εὐγνωμοσύνης ἡ παροῦσα Βουλή, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κινεῖ ἰδιαιτέρως τὸν σεβασμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἡ ἀντοχὴ καὶ ἡ ἐπικράτησις αὐτῆς κατὰ τῆς κωλυσιεργίας ἡμῶν. Καὶ ποῦ ἀνεκάλυψεν αὐτὸς τὴν τοιαύτην κωλυσιεργίαν; Ἐν τούτῳ, ὅτι δὲν τὸν ἀφήσαμεν ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ, καὶ ταύτῃ τῆς παρανομῆς τῆς Ἀπόκρεω, νὰ ὑπεξαιρέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ πρώτου προϋπολογισμοῦ μετὰ τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους; ...
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, δὲν εἶναι φράσις κοινοβουλευτικὴ αὐτή.
§74ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἦσαν φράσεις κοινοβουλευτικαὶ ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὑβρίζων καὶ κατασυκοφαντῶν ἡμᾶς καὶ ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Ἦσαν ἰδίᾳ κοινοβουλευτικαὶ αἱ χειρονομίαι καὶ τὰ σχήματα, δι’ ὧν ἐζήτει νὰ παραστήσῃ συναδέλφους του εἰσερχομένους ἐνταῦθα καὶ ἐξερχομένους δίκην κυνῶν μὲ τὴν οὐρὰν ὑπὸ τὰ σκέλη; Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπέδωκα εἰς αὐτὸν γεγονὸς ἀναντίλεκτον, τὸ γεγονός, καθ’ ὃ τὴν νύκτα τοῦ Σαββάτου πρὸς τὴν Κυριακὴν τῆς Ἀπόκρεω ἐζήτησε, χωρὶς νὰ ἀκουσθῶσι πάντες οἱ δηλώσαντες ὅτι θὰ ἠγόρευον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τοιοῦτοι ἦσαν οἱ κ. κ. Δηλιγιάννης καὶ Καραπᾶνος, χωρὶς κἄν ν’ ἀπολογηθῇ ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ἀπ’ εὐθείας διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, εἴτε ἐμμέσως διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ἐζήτησε, λέγω, νὰ κηρυχθῇ περατωμένη ἡ συζήτησις, καὶ νὰ κληθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τίς ἀπαθῶς καὶ ἀμερολήπτως κρίνων τὰ πράγματα δὲν διαβλέπει ὑπὸ τὸ γεγονὸς τοῦτο τὴν πρόθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ὑπεξαιρέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς;
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι διόλου κοινοβουλευτικαὶ τοιαῦται φράσεις· δὲν ἐπιτρέπονται εἰς σοβαρὸν πολιτευτήν.
§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂν θέλητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ συζητήσωμεν, τί ἁρμόζει καὶ τί δὲν ἁρμόζει εἰς σοβαρὸν πολιτευτήν, παραχωρήσατε τὴν ἕδραν σας εἰς ἕνα τῶν κυρίων ἀντιπροέδρων, καὶ κατέλθετε ἐκ τοῦ Προεδρείου, ὅπως συζητήσητε πρὸς ἐμὲ ὡς ἴσος πρὸς ἴσον.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ κάμνητε καλλιτέραν ἐκλογὴν τῶν φράσεών σας.
§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἐκλογὴ τῶν φράσεών μου εἶναι ἰδικόν μου ἔργον· ἰδικόν σας δὲ ἔργον εἶναι, ἂν νομίζητε ὅτι προσκρούω οὕτως εἰς διάταξίν τινα τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἐνασκήσητε τὰ ἐντεῦθεν ἀποῤῥέοντα δικαιώματά σας, ἐν ἀνάγκῃ νὰ μὲ ἀνακαλέσητε καὶ εἰς τὴν τάξιν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε τὴν λέξιν.
§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδὲν ἔχω ν’ ἀνακαλέσω.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, καὶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὅπως μὴ γείνῃ λάθος τι εἰς τὰ πρακτικά, παρακαλῶ νὰ ἐπαναλάβω ἀκόμη μίαν φορὰν τὴν φράσιν, δι’ ἣν ἀνεκλήθην εἰς τὴν τάξιν, καὶ νὰ συμπληρώσω μάλιστα αὐτήν. Εἶπον ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ ὑπεξαιρέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν μιᾷ νυκτί, καὶ ταύτῃ τῆς παραμονῆς τῆς Ἀπόκρεω, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἀκουσθῇ ἐπ’ αὐτοῦ πάντων τῶν ἐξεχόντων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ γνώμη, χωρὶς νὰ ἀπολογηθῇ δι’ αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις· κατὰ δὲ τῆς τοιαύτης ἀποπείρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀντέστημεν ἡμεῖς τὴν νύκτα ἐκείνην δι’ ὅλων τῶν μέσων, ἅτινα παρέχει ἡμῖν εἰς τοῦτο ὁ Κανονισμός, διότι τοῦτο ἐνομίζομεν ὅτι ἐπέβαλλεν ἡμῖν ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια αὐτῆς τῆς πλειονοψηφίας, ἡ τιμὴ καὶ ἀξιοπρέπεια ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Μετὰ τὴν μακρὰν ταύτην παρέκβασιν ἐκ τοῦ κυρίου θέματος, εἰς ἣν προεκάλεσε καὶ ἐμὲ ἡ προσπάθεια τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διὰ τῆς ἀναμίξεως ξένων ὅλως ζητημάτων εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν παρελκύσῃ, εἰ δυνατόν, ταύτην, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Δὲν δύναμαι δέ, Κύριοι, ἢ νὰ θαυμάσω τὸν ἀξιότιμον τῆς πλειονοψηφίας εἰσηγητήν, ἀποθαυμάζοντα τὸν κ. Τρικούπην διὰ τὸ σθένος, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλον τὸν πολιτικόν του βίον διέκρινε τὸν ἄνδρα, μάλιστα δὲ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους. Καὶ ἦτο σθένος τοῦτο, μέχρι μὲν τοῦ Ἀπριλίου μηνὸς π. ἔτους νὰ διακηρύττῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἐν ἐπαρκείᾳ καὶ ἠδύνατο ὄχι μόνον τὰς ἤδη ὑφισταμένας ὑποχρεώσεις της νὰ ἐκπληρώσῃ ἀκεραίας, ἀλλὰ καὶ νέας τοιαύτας νὰ ἀναλάβῃ, μόλις δὲ ἐκπεσὼν τῆς ἀρχῆς, νὰ μεταπέσῃ ἐκ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον καὶ νὰ γείνῃ διαπρύσιος κῆρυξ τῆς χρεωκοπίας; Ἦτο σθένος, ἐφ’ ὅσον μὲν διετέλει ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς, νὰ ἐπαγγέλληται ὅτι εἶχεν ἕτοιμον τὸν συμβιβασμὸν, δι’ οὗ ὄχι μόνον τὰ χρεωλύσια θ’ ἀπεκόπτοντο καὶ οἱ τόκοι τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους θὰ περιωρίζοντο εἰς ἐλάχιστον ποσὸν, ἀλλὰ καὶ θὰ προσείλκυεν ἑκατοντάδα ὅλην ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς πρὸς ἐπικουρίαν καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῶν πιστωτικῶν ἡμῶν ἱδρυμάτων, ἅμα δ’ ἐπανελθὼν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ σειρᾶς πραξικοπημάτων νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀντικείμενον τῆς χλεύης καὶ τῶν ὕβρεων ὁλοκλήρου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, καὶ νὰ προκαλέσῃ οἰκονομικὸν κατ’ αὐτῆς ἀποκλεισμόν; Ἦτο, Κύριοι, σθένος τοῦτο, ἢ ἰταμότης ἀπαραδειγμάτιστος, ἀξία νὰ κινήσῃ οὐχὶ τὸν θαυμασμὸν, ἀλλὰ τὸν οἶκτον καὶ τὴν ἀποστροφὴν παντὸς σεβομένου ἑαυτόν; Τὸ ἀστειότατον δὲ πάντων εἶναι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἔχει ἔτι καὶ νῦν τὴν ἀφέλειαν νὰ πιστεύῃ ὁ ἴδιος καὶ νὰ λέγῃ καὶ δημοσίᾳ, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι πατριωτικὸν, πατριωτικώτατον, ἀντιπατριωτικὴ δὲ ἡ πολιτεία ἡμῶν, οἵτινες ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ἠγωνίσθημεν, ὅπως ἀνακόψωμεν τὸ ἔργον αὐτοῦ τοῦτο, οἵτινες καὶ τελευταῖον ἔτι πᾶσαν προσπάθειαν κατεβάλομεν, ἵνα ἀποτρέψωμεν αὐτὸν ἐκ τοῦ πραξικοπήματος τῆς 10 Δεκεμβρίου, προειπόντες πάντα τὰ δεινὰ αὐτοῦ ἐπακόλουθα, χωρὶς ὅμως δυστυχῶς νὰ εἰσακουσθῶμεν! Ἄν δύνασθε, Κύριοι, συγκρατήσατε τὸ μειδίαμα ἀπέναντι τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, τοιαῦτα τερατευομένου περὶ δῆθεν φιλοπατρίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ περὶ μὴ φιλοπατρίας ἡμῶν, καὶ κατορθοῦντος ἐν ταὐτῷ νὰ φαίνηται σπουδαιολογῶν καὶ σοβαρευόμενος. Ἀπορεῖ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ μὲ τοὺς πιστωτάς μας—κρῖμα ὅτι δὲν εἶναι καὶ αὐτοὶ Ἕλληνες, ἵνα τοὺς καταγγείλῃ ἐπὶ ἀντιπατριωτικῇ πολιτείᾳ!— διότι, ὡς ἀνέγνω, λέγει, εἰς εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας, ἐνόμισαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδολιεύθη τὰ συμφέροντά των, ἀποκρύψασα τὰ πραγματικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τίς πταίει διὰ τοῦτο; ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, οἵτινες, συνεπεῖς πρὸς ὅσα καὶ ἄλλοτε ἐλέγομεν, ἰσχυριζόμεθα νῦν, ὅτι πρώτην φορὰν αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεφάσισε νὰ προσεγγίσῃ εἰς τὴν ἀλήθειαν, ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοὐλάχιστον τῶν ἐσόδων; ἡμεῖς οἱ Ἀντιπολιτευόμενοι, οἵτινες καὶ νῦν ἐλέγχοντες τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἰδίᾳ ἀγωνιζόμεθα νὰ πείσωμεν τοὺς πάντας, ὅτι καὶ πάλιν θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 8 ἑκατομμυρίων; ἢ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἄλλοτε μὲν διεβεβαίου, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους θὰ ἀνήρχοντο εἰς 110 ἑκατομμύρια, νῦν δὲ ὑπολογίζει αὐτὰ εἰς 88 μόλις ἑκατομμύρια; Τίς ἄλλος δὲ, πλὴν αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ὡμίλησεν ἐνταῦθα περὶ ὑπολανθάνοντος περισσεύματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894 ἐξ ἑκατομμυρίων ὅλων; Καὶ ὅταν, Κύριοι, σεῖς αὐτοὶ παρέχητε τοιαῦτα ὅπλα εἰς τοὺς πιστωτάς μας, δικαιοῦσθε, νομίζετε, νὰ ἐκφράζητε ἐν προσποιητῇ ἀφελείᾳ τὴν ἀπορίαν σας, πόθεν αὐτοὶ ὁρμώμενοι ἀπέδωκαν δολίους σκοποὺς εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἀλλὰ τί παρελίπετε σεῖς μέχρι τοῦδε νὰ πράξητε ἢ νὰ εἴπητε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐγείρῃ τὴν ὑπόνοιαν, νὰ μὴ κρατύνῃ μᾶλλον τὴν πεποίθησιν παρὰ τοῖς πιστωταῖς ἡμῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καταδολιεύεται τὰ συμφέροντά των; Μήπως μικρὸν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ περὶ χρεωκοπίας νόμου δὲν διεκήρυξεν ὁ κ. Τρικούπης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἰσηγούμενος τὸν προκείμενον προϋπολογισμόν, ὅτι κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο προηγουμένων προϋπολογισμῶν ἐβεβαιώθη ὅτι εἶχεν ἐπιτευχθῆ τὸ πλῆρες καὶ ἀληθὲς ἰσοζύγιον μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους ἐπὶ τῷ νομίμως κυκλοφοροῦντι ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν νομίσματι; Μήπως τοῦτ’ αὐτὸ δὲν διατρανοῦται καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ ὅλων ἐκείνων τῶν διαστροφῶν καὶ παραχαράξεων τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους, οὓς ἐξήλεγξα ἐγὼ ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ; Μήπως τὸ ἴδιον δὲν ἐπανέλαβε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἔν τε τῇ ἐγγράφῳ καὶ τῇ προφορικῇ αὑτοῦ ἐκθέσει; Ἀλλ’ ἀφοῦ σεῖς, οἱ τεταγμένοι εἰς τοῦτο, καίτοι διαβεβαιοῦντες μὲ τὸν αὐθεντικώτερον τρόπον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπαρκεῖ νὰ πληρώσῃ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς τὸ ἄρτιον καὶ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, οὐδὲν ἧττον περικόπτετε μὲν ταῦτα ὁλοσχερῶς, περιστέλλετε δ’ ἐκείνους ἐν ἀρχῇ εἰς 50% εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ εἶτα εἰς 30% εἰς χρυσόν, πῶς θέλετε νὰ μὴ ἐξεγείρωνται οἱ πιστωταί μας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καταδολιευομένης τὰ συμφέροντα αὐτῶν, καὶ ἐν τῷ προσώπῳ αὐτῆς νὰ μὴ ὑβρίζηται καὶ προπηλακίζηται ἡ Ἑλλὰς ὡς δολία χρεωκόπος, ὡς ληστεύσασα τοὺς πιστωτάς της; Δὲν θὰ εἰσέλθω νῦν ἐκ νέου, Κύριοι, εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, διότι ὅσα ἤδη εἶπον ἐγὼ κατὰ τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν μου περὶ τῆς ἐπὶ ἔλαττον εἰσπράξεως ἐκείνων, καὶ περὶ τῆς ἐπὶ πλέον δαπάνης τούτων, ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἀπεπειράθη κἂν νὰ ἀποκρούσῃ. Ὀλίγα τινὰ ὅμως θὰ εἴπω ὡς πρὸς τὰς ὑφ’ ἡμῶν προτεινομένας φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις, ἃς αὐτὸς ἠθέλησε νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἰδανικὰς καὶ ἀνεφαρμόστους ὅλως, ὡς τοιαύτας δὲ νὰ τὰς ἐκμυκτηρίσῃ, συγκεφαλαιῶν αὐτὰς εἰς τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, τὸ ὁποῖον τόσον πολὺ συνταράττει τὰ νεῦρά του,—ἴσως διότι φοβεῖται ἐξ αὐτοῦ περιορισμὸν τῆς νῦν καταναλισκομένης πυρίτιδος πρὸς ἀλληλοκτονίαν ἐν Ἑλλάδι, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ περιστολὴν καὶ τῶν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ ἐπαρχίᾳ διαπραττομένων ἐγκλημάτων.—Ἀλλὰ καὶ τὸ μονοπώλιον αὐτὸ καὶ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι φορολογικαὶ μεταῤῥυθμίσεις, αἱ παρ’ ἡμῶν ὑποδεικνυόμεναι, ἔχουσιν ἐφαρμοσθῆ ἤδη καὶ ἐν ἄλλαις χώραις, καὶ ἀποδίδουσι τὰ κάλλιστα ἀποτελέσματα. Διατὶ δὲ ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ καταδικασθῇ νὰ ἐμμείνῃ ἐν τῇ μέχρι τοῦδε φορολογικῇ νομοθεσίᾳ αὐτῆς, ὑφ’ ἣν κατέληξεν ἅπαξ εἰς τὴν χρεωκοπίαν; διατὶ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ἐν αὐτῇ αἱ φορολογικαὶ ἐκεῖναι μεταῤῥυθμίσεις, αἵτινες ἀλλαχοῦ τοσοῦτον εὐδοκιμοῦσιν; Αὐτὰ εἶναι βεβαίως ἐρωτήματα, εἰς ἃ μόνος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ σημαιοφόρος του ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς δὲν θὰ σκεφθῶσι ποτὲ ν’ ἀπαντήσωσί τι, ἀφοῦ τὰ ὀνόματά των εἶναι τόσον στενῶς συνδεδεμένα πρὸς τὴν ὑφισταμένην ἡμῶν φορολογίαν καὶ πρὸς τὴν καταστροφήν, ἥτις συνετελέσθη ὑπ’ αὐτὴν ἐν Ἑλλάδι. Μόνον ὡς πρὸς δύο φόρους, Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προσθέσω νῦν ὀλίγα τινὰ εἰς ὅσα εἶπον ἤδη κατὰ τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν μου, ὡς πρὸς τοὺς ἑξῆς. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, καὶ ἀνάγκη ἀπόλυτος, νὰ γείνῃ τι ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἰδίᾳ τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος. Οὗτοι φορολογοῦνται νῦν βαρύτερον σχετικῶς καὶ αὐτῶν τῶν Ἑπτανησίων σταφιδοπαραγωγῶν, ὧν ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ προϊόντος των ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀνώτερος, διότι ἐν αὐτῷ συγκεντροῦνται καὶ πολλοὶ ἄλλοι φόροι, καταβαλλόμενοι ἐν ταῖς παλαιαῖς ἐπαρχίαις καὶ ἄγνωστοι ἐν Ἑπτανήσῳ, ὡς οἱ φόροι τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τῶν ζώων, τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τοῦ παραγομένου οἴνου. Ὁ φόρος τῆς σταφίδος, καταβαλλόμενος τὴν σήμερον ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπὶ τῆς ἀγοραίας αὐτῆς τιμῆς, ἀναλογεῖ πρὸς 18%. Ἀλλ’ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις ἐπιβαλλόμενος αὐτὸς κατὰ χιλιόλιτρον πρὸς 16,50 ἕως 19%, ἀναλογεῖ τὴν σήμερον πρὸς 30% καὶ ἐπέκεινα, μολονότι οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ αὐτῶν πληρόνουσιν ὡς ἐκ περισσοῦ καὶ τοὺς ἀμέσους ἐκείνους φόρους, ὧν εἶναι ἀπηλλαγμένοι οἱ Ἑπτανήσιοι σταφιδοπαραγωγοί. Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, Κύριοι, μεγαλειτέραν ταύτης φορολογικὴν ἀνισότητα καὶ ἀδικίαν; Ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ νῦν ἀμέσως ὁ ἔγγειος στρεμματικὸς φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἂς φορολογῆται τοὐλάχιστον καὶ ἡ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν σταφίς, ὡς ἡ τῆς Ἑπτανήσου, κατ’ ἀξίαν, ἀλλ’ ἐπὶ κατωτέρου πάντοτε ὅρου, προσδιοριζομένην διὰ πρωτοκόλλου κατὰ τὴν ἀγοραίαν αὐτῆς τιμὴν, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐγίνετο ἐν Πελοποννήσῳ. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας οὐδὲν ἄλλο ἄξιον λόγου προέβαλε κατὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, εἰμὴ μόνον ὅτι δὲν ὑπάρχει ἑταιρία πρόθυμος νὰ ἀναλάβῃ αὐτό. Ὡς μέλος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ μονοπώλιον ἄνευ διαχειριζομένης αὐτὸ ἑταιρίας. Καὶ ὅμως δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω αὐτὸν, ὅτι, ἂν δὲν ἐσκέφθη μέχρι τοῦδε νὰ κάμῃ προτάσεις περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ διοικουμένη Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων, προέβησαν ὅμως ἤδη πρὸς ἡμᾶς, ὅτε ἤμεθα ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἰς προτάσεις διάφοροι κεφαλαιοῦχοι, ὧν μάλιστά τινες καὶ ἐντύπως ὑπέβαλον αὐτὰς, ὡς μαρτυρεῖ τὸ ἀνὰ χεῖράς μου τεῦχος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, Κύριοι, δὲν κεῖται ἐκεῖ, ὅπου ἔθεσαν αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἐν τούτῳ, ἐὰν δηλαδὴ αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους θὰ ἐλαττωθῶσιν ἢ θ’ αὐξήσωσι διὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου δύναται μεγάλως νὰ διευκολύνῃ ἀντιπαραβολή τις τοῦ ἰσχύοντος ἐν ἡμῖν συστήματος φορολογίας τοῦ καπνοῦ πρὸς τὸ ἀλλαχοῦ κρατοῦν μονοπώλιον αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1892. Ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ πληθυσμοῦ 2,187,000 ἀνῆλθεν ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος τοῦ καπνοῦ εἰς δρ. 4,295,000, αἵτινες μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων ἐκ 415,000 δραχ. περιωρίσθησαν εἰς καθαρὰν πρόσοδον δρ. 3,880,000. Ἀναλογία πρὸς 1,96 κατ’ ἄτομον ἐπὶ ὁλικῆς καταναλώσεως 922,000 χιλιογράμμων καπνοῦ, ἀναλογούσης πρὸς 420 γραμμάρια κατὰ κεφαλήν. Ὑπὸ δὲ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ: ά) Ἐν Γαλλίᾳ, ἐπὶ πληθυσμοῦ 38,345,000 ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος ἀνῆλθεν εἰς φρ. 376,850,000, περιορισθεῖσα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν ἐξ 69,500,000, εἰς ἃ συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ἀγορὰ καὶ ἀπεργασία καὶ συσκευὴ τοῦ καπνοῦ, εἰς καθαρὰν πρόσοδον ἐκ 307,350,000. Ἀναλογοῦσι φρ. 9,83 κατὰ κεφαλὴν ἐπὶ καταναλώσεως 36,000,000 χιλιογράμμων καπνοῦ, ἀναλογούσης πρὸς 940 γραμ. κατ’ ἄτομον. βʹ) Ἐν Αὐστροουγγαρίᾳ, ἐπὶ πληθυσμοῦ 41,305,000 ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος ἀνῆλθεν εἰς φράγκα 280,909,000, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν ἐξ 63,365,000 περιορισθεῖσα εἰς καθαρὰν πρόσοδον ἐκ 217,544,000. Ἀναλογοῦσι φρ. 6,60 κατ’ ἄτομον ἐπὶ καταναλώσεως 53,000,000 χιλιογρ. καπνοῦ, ἀναλογούσης πρὸς 1300 γραμμ. κατὰ κεφαλήν. γʹ) Ἐν Ἰταλίᾳ, ἐπὶ πληθυσμοῦ 30,350,000 ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος ἀνῆλθεν εἰς 190,840,000, περιορισθεῖσα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν ἐκ φρ. 46,640,000 εἰς φρ. 144,230,000 καθαρὰν πρόσοδον. Ἀναλογοῦσι φρ. 6,30 κατ’ ἄτομον ἐπὶ καταναλώσεως 17,000,000 χιλιογράμμων, ἀναλογούσης πρὸς 565 γρ. κατὰ κεφαλήν. δʹ) Ἐν Ἰσπανίᾳ, ἐπὶ 17,565,000 κατοίκων ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος ἀνῆλθεν εἰς 154,340,000, περιορισθεῖσα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν ἐξ 63,053,000 φρ. εἰς 91,287,000 καθαρὰν πρόσοδον. Ἀναλογοῦσι φρ. 8,75 κατ’ ἄτομον ἐπὶ καταναλώσεως 30,000,000, ἀναλογούσης πρὸς 1720 γρ. κατὰ κεφαλήν. εʹ) Ἐν Ρουμανίᾳ, ἐπὶ πληθυσμοῦ 5,596,000 ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος ἀνῆλθεν εἰς 35,000,000, περιορισθεῖσα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν ἐκ 10,000,000 φρ. εἰς 25,000,000 καθαρὰν πρόσοδον. Ἀναλογία φρ. 6,25 κατ’ ἄτομον ἐπὶ καταναλώσεως 3,700,000 χιλιογρ. ἀναλογούσης πρὸς 660 γρ. κατ’ ἄτομον. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, ἐὰν ἐφηρμόζετο καὶ ἐν Ἑλλάδι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, θὰ εἴχομεν κατανάλωσιν μὲν καπνοῦ, ἀντὶ τῶν 922,000 χιλιογράμμων, κατ’ ἀναλογίαν, πρὸς μὲν τὴν Ἰταλίαν 1,235,455, πρὸς δὲ τὴν Ρουμανίαν 1,333,420, πρὸς δὲ τὴν Γαλλίαν 2,055,780, πρὸς δὲ τὴν Αὐστροουγγαρίαν 2,741,100, καὶ πρὸς τὴν Ἰσπανίαν 3,550,640· πρόσοδον δὲ ἐκ τοῦ καπνοῦ, ἀντὶ τῶν νῦν 4,295,000, κατ’ ἀναλογίαν, πρὸς μὲν τὴν Ρουμανίαν 13,667,750, πρὸς δὲ τὴν Ἰταλίαν 13,778,100, πρὸς δὲ τὴν Αὐστροουγγαρίαν 14,671,600, πρὸς δὲ τὴν Ἰσπανίαν 19,026,900, καὶ πρὸς τὴν Γαλλίαν 19,488,210. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, καὶ τὰ διδάγματα τῆς πείρας, ὡς πρὸς τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, ἐξ ὧν ἐννοεῖτε, ὅτι αἱ προτάσεις ἡμῶν περὶ φορολογικῶν μεταῤῥυθμίσεων δὲν εἶναι τὸ πόρισμα θεωρητικῶν μόνον μελετῶν, ὡς ἐνόμισεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος, ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις καὶ εἰς ἀπάντησιν τοῦ προσωπικοῦ ἐκείνου ὑπαινιγμοῦ, ὃν ἔκαμεν οὗτος περὶ ἐμοῦ, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἀνήκω εἰς τὴν σχολὴν τῶν θεωρητικῶν οἰκονομολόγων, οἵτινες εἶναι προσκεκολλημένοι εἰς ἀφῃρημένας τινὰς ἰδέας. Ἐγώ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι ἐσπούδασα τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου αὕτη καλλιεργεῖται τὴν σήμερον ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην χώραν καὶ ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τοὺς κορυφαίους τῶν καθ’ ἡμᾶς οἰκονομολόγων, οἷοι οἱ Wagner, Roscher, Stein καὶ ἄλλοι πολλοί, ὧν τὰ συγγράμματα τὴν σήμερον μεταφράζονται καὶ ἀναγινώσκονται ἀπλήστως καὶ ὑπὸ τῶν Γάλλων, Ἄγγλων, Ἀμερικανῶν καὶ Ἰταλῶν. Ἡ οἰκονομικὴ δ’ ἐπιστήμη ἐν Γερμανίᾳ δὲν εἶναι τόσον ἰδεολόγος, ὅσον φαντάζεται ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος. Ἐὰν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἀναγνώσῃ ἓν οἱονδήποτε ἔργον τῶν μνημονευθέντων οἰκονομολόγων περὶ δημοσίων οἰκονομικῶν, καὶ ἀντιπαρέβαλλεν αὐτὸ πρὸς τὸ νῦν τὰ μάλιστα διαδεδομένον ἐν Γαλλίᾳ ἔργον τοῦ P. Leroy-Beaulieu (Traité de la science des finances), θὰ ἔβλεπεν, ὁποία μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τούτου καὶ ἐκείνων. Ἐν ᾧ δηλαδὴ τὸ ἔργον τοῦ Γάλλου οἰκονομολόγου περιορίζεται, κυρίως εἰπεῖν, εἰς ἔκθεσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας, τὰ ἔργα τῶν Γερμανῶν οἰκονομολόγων, ἐκ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τῆς ἐπιστήμης ὁρμώμενα, ἐφ’ ἑκάστου ζητήματος κατέρχονται εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς σχετικῆς νομοθεσίας τῶν διαφόρων πεπολιτισμένων Κρατῶν ἐν ἀντιπαραβολῇ, οὕτω δὲ ἡ ἐπιστήμη παρ’ αὐτοῖς εἶναι θεωρητικὴ ἐν ταὐτῷ καὶ θετική, ἑδραζομένη ἐπὶ τῶν δεδομένων τῆς ἑκασταχοῦ πείρας. Ἐγὼ δὲ ἐπὶ παντὸς οἰκονομικοῦ ζητήματος, ὅπερ πραγματεύομαι ἐν τῇ Βουλῇ, ἀποφεύγω ἐπιμελῶς πᾶσαν θεωρητικὴν καὶ ἀφῃρημένην αὐτοῦ ἔρευναν, ἐξετάζων δὲ συνήθως τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, ὑποδεικνύω τί δυνατὸν γενέσθαι καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὑφ’ ἃς πολιτικάς, κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικὰς συνθήκας διατελοῦμεν ἡμεῖς τὴν σήμερον. Καὶ τοιαύτη μὲν ἡ Σχολή, εἰς ἣν ἐγὼ ἐσπούδασα, τοιοῦτος δὲ καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐγὼ ἐξετάζω τὰ οἰκονομικὰ ἐν ἡμῖν ζητήματα. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ Σχολή, εἰς ἣν ἐσπούδασεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας; διατὶ, ἐρωτηθεὶς ἤδη ὑπ’ ἐμοῦ, ἀπέφυγε νὰ δώσῃ οἱανδήποτε ἀπάντησιν: Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν καὶ αὐτὸς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πραγματεύονται τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα ἐν ἡμῖν, εἶναι τῳόντι ἐμπειρικὸς καὶ στηρίζεται εἰς τὴν πεῖραν, ἣν αὐτοὶ ἔκαμαν μέχρι τοῦδε εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας ἡμῶν. Οἱ καρποὶ δὲ τῆς Σχολῆς καὶ τῆς ἐμπειρίας των εἶναι οἱ γνωστοὶ τοῖς πᾶσιν, εἶναι ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους, οὗ αἱ τύχαι διεπιστεύθησαν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἶναι τὸ ὑπόσαθρον καὶ ἑτοιμόῤῥοπον τῶν ἑταιριῶν, τῆς διοικήσεως τῶν ὁποίων μετέχει ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἀπὸ ἐτῶν ὡς σύμβουλος ἢ πρόεδρος τοῦ διοικητικοῦ αὐτῶν συμβουλίου. Ἐκ τῶν καρπῶν τούτων ἐπιγινώσκεται τὸ δένδρον! Ἡ ἀπόῤῥιψις, Κύριοι, τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ καταψήφισις τοῦ συντάξαντος καὶ ὑποβαλόντος αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐπιβάλεται μόνον ὑπὸ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς τιμῆς καὶ ἀξιοπρεπείας ἡμῶν. Πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ ὡς ἀπαράδεκτος ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος, ὅστις ὄχι μόνον δὲν προλειαίνει τὴν ὁδὸν τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως, ἀλλὰ καὶ ἀποκόπτει, ὡς εἴδομεν, πᾶσαν ἐλπίδα αἰσιωτέρου μέλλοντος. Πρέπει δὲ σὺν αὐτῷ νὰ καταψηφισθῇ καὶ ὁ ἐπὶ ἑνδεκαετίαν ὅλην παρασκευάσας καὶ τελευταῖον συντελέσας τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, νῦν δὲ γινόμενος πρόσκομμα ἀνυπέρβλητον εἰς πᾶσαν ἀπόπειραν πρὸς διέξοδον ἐκ τῆς παρούσης ἀφορήτου καταστάσεως. Ἡ καταψήφισις ἰδίᾳ τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι ζήτημα ἐθνικῆς τιμῆς καὶ ἀξιοπρεπείας. Οὕτω καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν ἀποδοκιμάζει καὶ αὐτὸν καὶ τὰ ἔργα του. Τόσην τιμὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν, Κύριοι, ἐπέδειξαν καὶ οἱ Ἀργεντῖνοι, καὶ οἱ Πορτογάλοι, καὶ οἱ Τοῦρκοι, καὶ αὐτοὶ οἱ Φελλάχοι τῆς Αἰγύπτου, μὴ ἀνεχθέντες νὰ πτωχεύσῃ τὸ Κράτος των καὶ νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἀνόρθωσιν ἀκριβῶς ὑπὸ τοὺς πρωτουργοὺς τῆς πτωχεύσεως ἐκείνης. Ἄν, Κύριοι, ἐπιψηφίσητε τὸν προκείμενον προϋπολογισμὸν, ἂν δώσητε οὕτω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ καταστρέψητε τοιουτοτρόπως πᾶσαν ἐλπίδα περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ θ’ ἀποδείξητε, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος συμμερίζεται πᾶσαν τὴν εὐθύνην τοῦ πρωτεργάτου τῆς κακοδαιμονίας του, ὅτι δὲ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες δὲν ἔχομεν κἂν τόσην ἐθνικὴν τιμὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν, ὅσην οἱ Ἀργεντῖνοι, οἱ Πορτογάλοι, οἱ Τοῦρκοι καὶ αὐτοὶ οἱ Φελλάχοι! (Εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον;
§84ΡΑΛΛΗΣ. Ἀρκετὰ παρετάθη ἡ συζήτησις, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ εἴπωμέν τι περιπλέον.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κάμωμεν μικρὰν διακοπήν.
§87ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ διακόψωμεν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν. (Μετὰ τὴν διακοπὴν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 4 μ. μ.).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Προϋπολογισμὸς ἐσόδων. Κεφάλαιον Αʹ. Ἄμεσοι φόροι.» (Ἀναγινώσκεται τὸ κεφάλαιον Αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἐκ δρ. ἐν ὅλῳ 18,236,900).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Κεφάλαιον Βʹ. Φόροι καταναλώσεως. Ἄρθρον 1. Τελωνειακὸς δασμὸς εἰσαγωγῆς 18,000,000».
§91ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο πρώτων μηνῶν τοῦ 1894 δὲν θὰ ἐπιφέρῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κἀμμίαν αὔξησιν εἰς τὰ ἔσοδα τὰ τελωνειακά;
§92Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου 1894 ὑπῆρξαν τῷ ὄντι ἀνώτερα τῆς ἀναλογίας τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἔλαβεν ὡς βάσιν τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ ἔτους 1893. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἐπαρκῆ τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἀναγεγραμμένου ποσοῦ· ὑπάρχουσι μάλιστα οἱ φρονοῦντες, ὅτι εἰσεπράξαμεν τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1894 περισσότερα τῶν κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1893 εἰσπραχθέντων, διότι τότε εἰσεπράχθησαν ὀλίγα, ἕνεκα ἐκτάκτων εἰσπράξεων κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1892, λόγῳ τῶν ἐπικειμένων δασμολογικῶν μεταβολῶν, καὶ πιθανὸν αὗται νὰ ἐπέδρασαν καὶ εἰς τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1893. Ἄλλως τε νομίζω, ὅτι δὲν βλάπτει ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ἐσόδου ἐπὶ ἔλαττον. Ὅτε ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, ἐξέφρασα καὶ τὴν εὐχὴν, ὅπως ἴδωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπερβαλλόμενον, καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ συνέβαινε τοῦτο· ἤδη δ’ ἐπέρχονται τὰ πράγματα, πληροῦντα τὴν εὐχὴν διὰ τὸν Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, καὶ ἐνισχύοντα διὰ τὸ ἐπίλοιπον τοῦ ἔτους τὴν τότε ἐκφρασθεῖσαν ἐλπίδα.
§93ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἄρθρου ἐσόδων, δὲν ἤθελον ἴσως ὑποβάλει τὴν παρατήρησιν· ἀλλὰ ὑποβάλλω αὐτήν, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐξόδων πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα ἐπιβαλλόμενα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς οὗτος συνετάχθη. Θεωρῶ χιμαιρικὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν μὲ ἑταιρίαν, ὅπως ἀναλάβῃ αὕτη τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης. Ἔχω δὲ συγχρόνως τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ προτείνω, ὅπως προστεθῇ ποσόν τι διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τούτων, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ σχετικὸν κεφάλαιον τῶν ἐξόδων. Ἐπειδὴ δὲ φρονῶ, ὅτι τὰ τελωνειακὰ τέλη θὰ ἀποδώσωσι πλειότερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, θέλω ὥστε, ἐπὶ τῆς εἰλικρινεστέρας ἀναγραφῆς τοῦ ἐσόδου τούτου στηριζόμενοι, νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀναγράψωμεν τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Θεωρῶ τοῦτο ὄχι μόνον κατ’ οὐσίαν ἀναγκαῖον, ἀλλὰ καὶ διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ δαπάνης διὰ τὸν σιδηρόδρομον θὰ διευκολύνῃ καὶ τὴν διεκπεραίωσιν τῆς σήμερον ὑφισταμένης ἀμφισβητήσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας, ἥτις ὡς κύριον ἐπιχείρημα παρουσιάζει, ὅτι δὲν βλέπει πόθεν θὰ πληρωθῇ, ἂν ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της. Ὅτι δὲ τὸ ἔσοδον τῶν τελωνειακῶν τελῶν δυνάμεθα μετὰ πεποιθήσεως νὰ ἀναγράψωμεν ἀνώτερον, τοῦτο ἀπέδειξα κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§94Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ σκοπὸς τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ εἶναι νὰ ἔχωμεν ἀναγεγραμμένον τὸ ἀντίῤῥοπον ἔσοδον τῶν δαπανηθησομένων διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης. Ἀλλὰ τὸ ἀντίῤῥοπον τοῦτο δὲν εἶναι ἀναγραπτέον ὁλόκληρον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι εἰς τοῦ σιδηροδρόμου τὴν κατασκευὴν θέλουσι διατεθῆ ἐν πρώτοις τὰ περισσεύματα τοῦ ταμείου. Οὕτω, σήμερον ἔχομεν διαθέσιμα 6,500,000 δραχμῶν ἐν τῷ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔχομεν καὶ ταμειακὰ ἀποθέματα διαθέσιμα, διότι ἄλλοτε τὰ ταμειακὰ ἀποθέματα ἦσαν 3,000,000, ἐνῷ σήμερον πλησιάζουσι πρὸς τὰ 6,000,000 ἐκ διαφόρων περιστάσεων. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα δὲν εἶναι τὰ ἐπαρκῆ, ἂν ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης ἐπαναληφθῇ κανονικῶς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὰ εἰς πίστωσιν ἐν τῷ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὰ ἐν τοῖς ταμείοις ἀποθέματα ὑπέχουσι καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις. Ἑπομένως θὰ συνομολογηθῇ δάνειον ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἔργων, τοιοῦτον δὲ δάνειον εὐκόλως δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ. Ὥστε θέλομεν ἀρυσθῆ τὰ πρὸς τὴν ἔκτακτον ταύτην δαπάνην ἐξ ἐκτάκτου πόρου. Ἡ προσδοκία ὅτι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μόνου θέλομεν πορισθῆ τὰ τῆς δαπάνης, δὲν θὰ ἦτο βάσιμος. Πιθανὸν, ἂν ἡ δαπάνη γένηται ἐφ’ ᾧ γίνεται σήμερον μέτρῳ, νὰ ἀρκέσῃ καὶ τὸ περίσσευμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ κανονικόν· τὸ κανονικὸν θὰ ἦναι νὰ ἀρυσθῶμεν χρήματα ἐκ τῶν ταμειακῶν περισσευμάτων καὶ ἐκ δανείου. Ἑπομένως πρέπει νὰ μὴ ἐπηρεασθῶμεν ἐκ τῶν ἰδεῶν τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης περὶ τὸν καθορισμὸν τοῦ ἀναγραπτέου ἐσόδου ἐκ τῶν τελῶν εἰσαγωγῆς, ἀλλὰ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ γενικοῦ κανόνος καθορισμόν. Οἱ ὁμιλήσαντες περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρέστησαν, ὅτι πάντα τὰ ἔσοδα ὑπελογίσθησαν ἀνώτερα τοῦ ἐνδεδειγμένου πιθανοῦ ὅρου· ἐδῶ ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ὑπελογίσθησαν κατώτερα. Ἂν θελήσωμεν ἀκριβολογοῦντες ἐδῶ νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἀναγραφὴν ἐπὶ πλέον, θὰ ἦναι ἴσως ἀνάγκη καὶ εἰς ἄλλας ἀναγραφὰς νὰ ἐπενεχθῶσι μεταβολαὶ ἐπὶ ἔλαττον ἢ καὶ ἐπὶ πλέον. Κάλλιον ἄρα νὰ μείνωσιν αἱ ἀναγραφαὶ ὡς ἔχουσιν, ἀφοῦ, ὡς παρετήρησεν αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅσα καὶ ἂν προσθέσωμεν ὡς ἔσοδον ἐκ δασμῶν εἰσαγωγῆς, τ’ ἀναγραφησόμενα δὲν θὰ ὦσιν ἐπαρκῆ εἰς ἀντιστάθμισιν τῶν ἐξόδων τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, οὐδὲ γινώσκομεν πόσα εἶναι τὰ ἐπαρκῆ, διότι ἡ σημερινὴ κατάστασις τῶν τῆς ἐργολαβίας οὐδένα ἐπιτρέπει ἐπὶ πιθανοτήτων ὑπολογισμόν. Τὸ ὀρθὸν ἑπομένως εἶναι νὰ ἀναγραφῇ ὁπωσδήποτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὁ τίτλος τοῦ ἐξόδου εἰς μνείαν, ὑπὸ δὲ τοῦ νόμου περὶ τῶν ἐσόδων νὰ δοθῇ ἄδεια, ὅπως πρὸς τὸ ἔξοδον τοῦτο διὰ Β. Διαταγμάτων χορηγῶνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καταβαλλομένου τοῦ χρήματος ἐκ τῶν ταμειακῶν περισσευμάτων καὶ ἐκ δανείου. Ὁ σιδηρόδρομος Λαρίσσης θὰ ἐκτελεσθῇ ἢ δι’ ἑταιρίας ἀναδεχομένης τὴν ἐκμετάλλευσιν ἅμα καὶ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἔργων, ἢ διὰ δανείου, ἢ διὰ τῶν περισσευμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν τῆς ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ διαχειρίσεως, συμπληρουμένων διὰ δανείου. Δὲν ὑπάρχουσι τὰ μέσα ἐπαρκῆ, ὅπως ἄλλως ἐκτελεσθῇ ἔργον, οὗτινος τὸ ἔξοδον ὑπολογίζεται κατὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων, τὰ δὲ περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντὸς 4 ἢ 5 ἐτῶν δὲν προσφέρουσι τοσαύτας δεκάδας ἑκατομμυρίων. Ἑπομένως, ἂν αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφαὶ παριστῶσι τὸ ἔργον ὡς δι’ αὐτοῦ συμπληρωθησόμενον, ἡ παράστασις θὰ ἦναι ἀναληθὴς, καὶ ὡς τοιαύτη θ’ ἀντιστρατεύηται εἰς τὰς ἰδέας καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως.
§95ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδῶ ἀκριβῶς εἶναι ἡ διαφωνία μας. Ἐκ ταμειακῶν εἰσπράξεων περισσεύματα δὲν ἔχομεν ἄξια λόγου· ἐκτὸς τῶν ἐκ δανείου, ἄλλους πόρους δὲν ἔχομεν, διὰ νὰ κατασκευάσωμεν σιδηροδρόμους. Μόνον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ μεθ’ ὑπομονῆς καὶ φρονήσεως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ μέσα πρὸς ἐπωφελῆ ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ. Δὲν εἴμεθα πλέον εἰς θέσιν νὰ δανειζώμεθα. Καὶ ἂν ἀκόμη ἐν τῷ ἐσωτερικῷ δυνηθῶμεν νὰ περιμαζεύσωμεν χρήματά τινα διὰ δανείου, θὰ τὰ περιμαζεύσωμεν μὲ βαρυτάτους ὅρους. Διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ μας πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τελειοποίησιν τῶν δημοσίων ἔργων. Ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀποκρούει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κακῶς ποιῶν καὶ κακῶς σκεπτόμενος. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂν αὗται δὲν ἀπήτουν μακροχρόνιον συζήτησιν, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν σήμερον, εὐκόλως ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν οἰκονομίας, ἐπιτρεπούσας νὰ συμπεριλάβωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ τοὺς σιδηροδρόμους καὶ τὰ ἄλλα ἐκκρεμῆ δημόσια ἔργα, καὶ καταστήσωμεν αὐτὸν ἄρτιον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ πλειοψηφία ἐξακολουθοῦσιν ἀρεσκόμενοι εἰς τὴν εἰκονικότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις.
§96ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. «Δικαιώματα καταναλώσεως καπνοῦ 5,808,400».
§98ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἐκ δρ. 24,218,400. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν συνόλῳ, τὰ κεφάλαια Γʹ —Ιʹ μετὰ τῶν μεταβολῶν τῶν ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ΙΑʹ. «Ἔσοδα ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἄρθρον 1. Εἰσφορὰ δήμων 1,800,000».
§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ κεφαλαίου ΙΑʹ ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 2. Εἰσφορὰ Μονῶν 110,000».
§102ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως εἰσφορῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τίνα τρόπον ἐκανόνισε τὸ ζήτημα τῆς εἰσφορᾶς τῶν Μονῶν.
§103Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων τῶν Μονῶν καὶ συμφώνως πρὸς τὸν περὶ τούτου νόμον. Πρέπει δὲ νὰ ἦναι βέβαιος ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι ἐλήφθη ἡ δέουσα πρόνοια, ὥστε νὰ μὴ προκύψῃ ἀνωμαλία τις περὶ τὸν κανονισμὸν τῆς εἰσφορᾶς τῶν Μονῶν.
§104Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεκλήθη ὑπ’ ἐμοῦ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ἀφορώντων τὸ ζήτημα τῆς εἰσφορᾶς τῶν Μονῶν, διότι μετὰ τὰς ἐπιβληθείσας εἰς αὐτὰς εἰσφορὰς, λαμβανομένου τοῦ ποσοστοῦ ἐκ τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων, οὐδὲν ἀπομένει ἔσοδον διὰ τὴν συντήρησιν τῶν Μονῶν, καὶ ἀναγκάζονται αὗται νὰ ἐκποιῶσι τὰ κτήματά των. Πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα ἐπιβάλληται ἡ εἰσφορὰ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ ἐσόδου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μᾶς φωτίσῃ περὶ τούτου.
§105ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν αὔριον ἔχωμεν συνεδρίασιν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀποδείξω, διατὶ φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος ῥητῶς ἐπιβάλλει τὴν ἀναλογίαν τῆς εἰσφορᾶς ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων, τῶν πραγματικῶν δηλ. ἐσόδων. Ἀλλ’ ἕως ὅτου ἀποδειχθῇ τοῦτο, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ διατάξωσι τοὺς ταμίας καὶ τὰς ἁρμοδίας ἐν γένει ἀρχὰς νὰ παύσωσι τὴν ἐκποίησιν τῶν προσοδοφόρων κτημάτων τῶν Μονῶν, διότι ἐκ ταύτης ἐπέρχεται πλήρης καταστροφὴ, εἶναι δὲ καὶ ὅλως ἀντικανονικὰ τὰ τελούμενα.
§106ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον πρέπει νὰ παύσῃ, διότι κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτη ἐκποίησις.
§107Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολλὰ πρέπει νὰ γείνωσι, καὶ κτήματα δὲν πρέπει νὰ ἐκποιῶνται διὰ τοιούτους λόγους, προσέτι δὲ πρέπει καὶ περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀναλογιῶν τῆς εἰσφορᾶς ἑκάστης Μονῆς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει, ἀντὶ τῶν εἰσπραττομμένων, τὸ καθαρὸν εἰσόδημα. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ζητήματα ἐκτελέσεως, προσήκει δὲ περὶ αὐτῶν σύστασις τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δὲν χωρεῖ ὅμως νομοθετικὸς καθορισμός. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς ὅσον ἔνεστι δικαιοτέραν κατανομὴν τῆς εἰσφορᾶς μεταξὺ τῶν Μονῶν, μὴ ἀναλογίζουσα αὐτὴν πρὸς τὸ ἀκαθάριστον τῶν Μονῶν εἰσόδημα, οὐδὲ πρὸς ἰδανικῶς προϋπολογιζόμενα ἔσοδα, ἀλλὰ λαμβάνουσα ὡς βάσιν τοὺς πραγματικοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει ἡ ἐκποίησις κτημάτων δὲν ἐνδείκνυται ὡς τὸ ἁρμόζον μέσον τῆς ἐκτελέσεως. Ἄλλα εἶναι τὰ πρὸς τὴν ἐπιδίωξιν τῆς πληρωμῆς πρόσφορα μέσα, καὶ ἐὰν δὲν δύναται δι’ αὐτῶν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ πληρωμὴ, τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ κατανομὴ, καὶ ὅτι ταύτης ἀπαιτεῖται ἡ μεταῤῥύθμισις.
§108ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐκποίησις τῶν κτημάτων ἀνεστάλη;
§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδόλως (διάλογοι).
§110ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσι, νομίζω ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει καί τινα ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν Μονῶν. Ἡ περιουσία τῶν Μονῶν διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ Κράτους καὶ τῆς διοικήσεως, ἑπομένως ἡ καθυστέρησις μιᾶς Μονῆς ἀποδεικνύει ἓν ἐκ τῶν δύο· ἢ ἡ διανομὴ εἶναι ἄδικος καὶ μὴ ἀνάλογος πρὸς τὰ ἔσοδα τῆς Μονῆς, ἢ ἡ διαχείρισις δὲν εἶναι τιμία καὶ εἰλικρινὴς, καὶ εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν ὑποχρεοῦται ἡ διοίκησις νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς διόρθωσιν τοῦ ἀτόπου, χωρὶς νὰ προβαίνῃ ποτὲ εἰς καταναγκαστικὰ μέτρα ἐκποιήσεως (διάλογοι).
§111ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἰδοὺ τί συμβαίνει. Ὑπάρχει μία ἐπιτροπὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἡ ὁποία κανονίζει τὰ ποσὰ αὐτὰ, καὶ τὰ κανονίζει κατὰ τὴν αὐθαίρετον θέλησίν της· δὲν ἐπιβλέπουν οἱ Ὑπουργοὶ, καὶ πρῶτος ὁ κ. Εὐταξίας.
§112ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἐπέβλεπον.
§113Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Διατὶ τότε δὲν διωρθοῦτε τὸ ἄτοπον;
§114ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων μὲ ἠμπόδιζε.
§115ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω τίς εἶναι ὁ ὑπαίτιος τῆς κακῆς κατανομῆς, καὶ κατὰ πόσον ὑπῆρξε κακὴ κατανομὴ μεταξὺ τῶν διαφόρων Μονῶν σχετικῶς πρὸς τὴν εἰσφορὰν εἴτε διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, εἴτε διὰ τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον, εἶναι ὅτι βάσις τῆς εἰσφορᾶς—εἶναι τοῦτο ἡ κυρία βάσις τῆς εἰσφορᾶς—εἶναι ὅτι ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν Μονῶν ὑπάρχουσιν ἱκανὰ ποσά, ὥστε νὰ συνεισφέρωσιν αὗται εἴτε χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἴτε χάριν τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου. Ἅμα ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι αἱ Μοναὶ δὲν κέκτηνται τοιαύτην περισσεύουσαν πρόσοδον, ἐννοεῖτε ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ καταβάλλωσι τοιαύτην εἰσφοράν, καταβάλλουσαι δὲ τοιαύτην, ἀπαλλοτριοῦνται ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἀναπαλλοτρίωτος. Τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὴν κατανομὴν, δύναται νὰ διορθωθῇ. Ἀλλὰ τὸ λάθος αὐτὸ συνεπάγεται ζημίαν διὰ τὰς Μονὰς ἐν ταῖς ἀκινήτοις αὐτῶν κτήσεσι, καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπανορθώσῃ. Ὀφείλει νὰ παραγγείλῃ, ὅπως παύσωσιν αἱ ἐκτελέσεις ἐπὶ ἀκινήτων ἰδιοκτησιῶν τῶν Μονῶν· ἐν ὅσῳ δὲ δὲν ἐπέλθῃ οἱαδήποτε ἄλλη μᾶλλον ἴση κατανομή, τὸ πρῶτον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι νὰ παρεμποδίσῃ τὴν πρόοδον τῶν ἐκτελέσεων τούτων.
§116ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§117Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, καταγινόμενος ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ τῆς Γερμανικῆς νομοθεσίας, καίτοι διετέλεσεν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, δὲν ἔστρεψε τὴν προσοχὴν εἰς τοὺς περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας νόμους. Σπουδάζει τὰς γενικὰς θεωρίας περὶ ἑρμηνείας τῶν κειμένων, ἀλλὰ δὲν ἀναγινώσκει τὰ κείμενα, οὐδ’ ἀναζητεῖ ἐν αὐτοῖς τὸ πνεῦμα τῶν θεσμῶν. Βεβαίως οὔτε ἡ εἰσφορὰ τῶν Μονῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὔτε ἡ εἰσφορὰ αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου ἐπεβλήθη ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι θὰ ἐξεποιοῦντο τὰ κτήματα τῶν Μονῶν εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως· τοὐναντίον, ὅτε προσδιωρίσθη εἰς 150,000 δραχμὰς ἡ εἰσφορὰ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ εἰς 45,000 δραχμὰς ἡ εἰσφορὰ ὑπὲρ τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου, οἱ ὅροι οὗτοι ἐνεκρίθησαν, διότι ὑπετέθη, ὅτι 150,000 δραχμαὶ, ἢ καὶ 195,000, ἠδύναντο νὰ καταβληθῶσιν ὑπὸ τῶν Μονῶν, διότι ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν Μονῶν δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ τοιαύτη εἰσφορά. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ εἰσφορὰ αὕτη δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ ἐν τῷ συνόλῳ, ἀποδεικνύεται ὑπερβολικὴ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον, ἕνεκα τῆς κακῆς κατανομῆς. Πρέπει ἄρα νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀναλογικῆς κατανομῆς, ὅπως τὸ ἐπὶ τοῦ συνόλου ποσοστὸν κανονίζῃ τὰ τῆς εἰσφορᾶς μιᾶς ἑκάστης τῶν Μονῶν. Ἡ ἐνέργεια αὕτη ἀναντιῤῥήτως πρέπει νὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρέπει πάντως νὰ προληφθῇ ἡ ἐκποίησις τῶν κτημάτων, διότι μόνη δικαιολογία τῆς εἰσφορᾶς εἶναι, ὅτι αὕτη ἐπιβάλλεται ἐπὶ περισσευμάτων τῶν προσόδων· εὐθὺς ὡς δὲν ἔχει βάσιν τὸ περίσσευμα, ἀλλ’ ἔχει βάσιν τὸ κεφάλαιον τῶν Μονῶν, εἶναι ἀδικαιολόγητος.
§118ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἀπορῶ δι’ ἓν πρᾶγμα. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους εἶδον, ὅτι ἡ εἰσφορὰ τῶν Μονῶν τοῦ Κράτους διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου εἶναι 150,000 δραχ. Ἐὰν ἐπαρουσιάζετο ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἤθελεν ἴδει μετ’ ἀπορίας ἡ Βουλή, ὅτι αἱ Μοναὶ τῶν Καλαβρύτων προσφέρουν τὸ ἓν τρίτον τῆς εἰσφορᾶς. Ὑποθέτω ὅτι συμβαίνει τὸ ἑξῆς· αἱ ἄλλαι Μοναὶ ἐπαρουσίασαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἔκαμε τοὺς ὑπολογισμούς, ἐπαρουσίασαν ψευδεῖς προϋπολογισμούς, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν Μονῶν, καὶ νὰ ἴδῃ ποῖα εἶναι τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν, οὐδὲν ἔπραξε. Διατὶ μόναι αἱ Μοναὶ τῶν Καλαβρύτων νὰ πληρόνουν τὸ ἓν τρίτον τῆς ὅλης εἰσφορᾶς τῶν Μονῶν; Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, νὰ ἴδῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν Μονῶν καὶ νὰ τοὺς ἐξελέγξῃ· διότι τολμῶ νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὅ,τι πράττει ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ καταμερίζουσα τὴν εἰσφοράν, δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι δίκαιον, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι πλέον. Αἱ Μοναὶ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων πάσχουσι, πένονται, κλέπτονται, κύριε Ὑπουργέ· γίνεται κατάχρησις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§119ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπόψεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, αὔριον νὰ φέρῃ πίνακα τῆς κατανομῆς τῶν 150,000 δραχμῶν τῆς εἰσφορᾶς εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν Μονὰς, διότι, ὡς εἶπεν ὀρθότατα ὁ κ. Φωτήλας, γίνεται κατάχρησις. Τὰ πάντα ἐκεῖ, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, εἶναι ἀνώμαλα. Καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν θὰ παρακαλέσω νὰ ἐπιβλέψῃ ἰδιαιτέρως. Φορολογοῦνται αἱ Μοναὶ, καὶ πολλὰ διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἀπολογισμῶν καὶ τῶν προϋπολογισμῶν πληρόνουν, καὶ ὅμως καθυστεροῦνται οἱ ἀπολογισμοὶ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἐτῶν, καίτοι ἐφορολογήθησαν διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτὴν τῶν ἀπολογισμῶν των, καὶ ἡ ἐπεξεργασία τῶν τε προϋπολογισμῶν καὶ τῶν ἀπολογισμῶν γίνεται κατὰ τρόπον ὄχι εὐχάριστον.
§120Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ πίναξ ἑτοιμάζεται ἀπὸ τῆς χθὲς, ἀλλὰ δὲν ἀγνοεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐργασία δὲν εἶναι τόσον εὔκολος, ὥστε νὰ προσαχθῇ ὁ πίναξ αὔριον. Θὰ προσαχθῇ δὲ τὸ ταχύτερον.
§121ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ φέρῃ κατάλογον, διότι ἐξ αὐτοῦ θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι κατάχρησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ χωρήσῃ.
§122ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Καὶ ἐν Νάξῳ ἔχομεν δύο Μονὰς, τὴν Μονὴν τῆς Φανερωμένης καὶ τὴν Μονὴν τῆς Λογκοβάρδας. Αἱ Μοναὶ αὐταὶ ἀδυνατοῦσι νὰ πληρώσωσι τὰς εἰσφορὰς, ἕνεκα τῆς ἀδίκου ἀναλογίας, καθ’ ἣν ταῖς ἐπεβλήθησαν. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατεδιώχθησαν ὑπὸ τοῦ εἰσπράκτορος καὶ ἐξεποιήθησαν τὰ κτήνη αὐτῶν. Ἡ Μονὴ τῆς Φανερωμένης ἠναγκάσθη νὰ πωλήσῃ μίαν οἰκίαν της, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴν εἰσφοράν. Ἡ Μονὴ τῆς Λογκοβάρδας ἠναγκάσθη νὰ ἐκποιήσῃ ἀκίνητον ἀξίας 8,000 δραχμῶν, διὰ νὰ πληρώσῃ εἰσφορὰς τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν, κατὰ δὲ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ εἰσπράκτωρ κατέσχε περὶ τοὺς ὀκτὼ βόας αὐτῆς. Ἡ Μονὴ τῆς Φανερωμένης ἔπαθε περισσότερα, ἠναγκάσθη νὰ ἐκποιήσῃ, ὡς εἶπον, μίαν οἰκίαν της, προσέτι δὲ καὶ 5 ἢ 6 βόας, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν νὰ ἦναι μοναχοὶ ἐν αὐτῇ, στεροῦνται καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου! Ἡ Μονὴ τῆς Φανερωμένης πληρόνει 5,000, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔχει εἰσόδημα πλέον τῶν 10,000 δραχμῶν· ἡ Μονὴ τῆς Λογκοβάρδας ἔχει εἰσόδημα 15,000, καὶ ἐν τούτοις πληρώνει 4,000. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ δικαίας καὶ ἀναλόγου διανομῆς τῆς εἰσφορᾶς ἐπὶ τῶν Μονῶν.
§123Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὰ περὶ τούτου ὡς τὰ παριστᾷ ὁ κύριος Βουλευτής· ἄλλο τι θὰ συμβαίνει, παρεξηγούμενον παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων· διότι Μοναὶ, ἔχουσαι εἰσόδημα 5,000 δραχμῶν, πληρόνουσι δι’ εἰσφορὰν 3% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἐὰν ἔχωσι 10,000 δραχ. εἰσόδημα, πληρόνουσι 4%, ἐὰν 15,000, πληρόνουσι 5%, καὶ οὕτω μέχρις 120,000 πληρόνουσι 10%. Ὥστε αἱ Μοναὶ αἱ ἔχουσαι μικρὸν εἰσόδημα πληρόνουσι ποσοστὸν ἐλάχιστον. Ἐννοεῖται ὅτι τοῦτο πληρόνεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων· ἀλλ’ ἐνῷ εἰσπράττονται τὰ ὀφειλόμενα κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας, κρατοῦσι καὶ τὰ περὶ Μονῶν κείμενα, ἐπαγόμενα περιορισμοὺς εἰς τὰ γενικώτερον διατεταγμένα. Ἡ ἀνωμαλία ἐν τῷ θέματι τούτῳ προέρχεται ἐκ τῆς παραλείψεως τοῦ καθορισμοῦ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι τὸ ποσοστὸν τῆς εἰσφορᾶς ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν καθαρῶν εἰσπράξεων. Διὰ τὴν παράλειψιν ταύτην ἔχομεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὸ ποσοστὸν καταλογιζόμενον ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως ἀκαθαρίστου, ἢ καὶ ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων, οἷα ἀναγράφονται ἐν προϋπολογισμῷ στηριζομένῳ πολλάκις ἐπὶ ἰδανικῶν βάσεων. Ὅταν ὅμως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὰ τῶν εἰσοδημάτων καθορισθῶσιν ὡς πρέπει, τουτέστιν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελθόντος, λογιζομένων καθαρῶν καὶ οὐχὶ ἀκαθαρίστων, νομίζω ὅτι κατὰ τ’ ἄλλα καλῶς καθώρισεν ὁ νόμος τὰ τοῦ ποσοστοῦ ἐπὶ ἀναλογίας ἀπὸ 3 ἕως 10% ἐν σχέσει πρὸς τὸ μεγαλείτερον ἢ μικρότερον εἰσόδημα. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ εἴσπραξις θὰ γίνηται κατὰ τὰ διατεταγμένα περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἀλλ’ ἐνῷ γίνεται κατὰ τὰς διατάξεις περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, θὰ περιορίζηται ὑπὸ τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰς Μονάς.
§124ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§125ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐπουσιῶδες, ὄχι μόνον βεβαίως διὰ τὰς Μονὰς,—διότι ἴσως φρονοῦσί τινες ὅτι ὀλίγον μᾶς ἐνδιαφέρει διὰ τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς μοναχούς.—Εἶναι γενικὸν τὸ ζήτημα τῶν εἰσφορῶν, εἶναι σπουδαιότατον, καὶ ἐνδιαφέρει πάντας, ἰδίως δ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δήμους. Γνωρίζομεν δὲ πάντες, πόσον πάσχουσιν οἱ δῆμοι ἐκ τῶν ἀπό τινος χρόνου εἰσαχθεισῶν εἰσφορῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν ἀστυνομίαν. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αἱ εἰσαχθεῖσαι δημοτικαὶ εἰσφοραὶ ἐξεμηδένισαν τοὺς δήμους, καὶ ὅτι οἱ δῆμοι εὑρίσκονται εἰς ἀποσύνθεσιν οἰκονομικήν...
§126ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Οἱ δῆμοι τῆς Νάξου δὲν πληρόνουν τίποτε (θόρυβος).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τῶν δήμων ἐψηφίσθη.
§128ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὁ συνάδελφος ὁ διακόψας με γνωρίζει ὡρισμένως, ὅτι ὑπάρχουσι δήμαρχοι, ὡς ὁ τῆς Τραγαίας, ὅστις, κατὰ τὴν διδομένην ἑρμηνείαν εἰς τὸν σχετικὸν νόμον περὶ δημοτικῆς εἰσφορᾶς, ἐπροσωποκρατήθη ὡς ὑπεύθυνος προσωπικῶς, καὶ μετηνέχθη εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας του καὶ ἐφυλακίσθη ἀπὸ τὸν ταμίαν ἐπὶ τῇ μὴ καταβολῇ τῆς δημοτικῆς εἰσφορᾶς· (ἀλλ’ ἐκ τίνων χρημάτων νὰ καταβάλῃ; ἐκ τῶν ἀνυπάρκτων;) ἠναγκάσθη δὲ, προσωρινῶς ἀπολυθεὶς, νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας καὶ ἐμφανισθεὶς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ παραστήσῃ τὴν προσγενομένην ἀδικίαν. Τοῦτο δὲν διαφεύγει τῆς μνήμης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἠδυνήθη δὲ ὁ εἰρημένος δήμαρχος νὰ πληρώσῃ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου ἐκείνου εἶναι εἰκονικός, καθότι ἀναγράφεται ἐν αὐτῷ κονδύλιον ἐσόδων ἐξ ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θέλει εἰσπραχθῆ. Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὸν δῆμον Σύρου, εἰς ὃν ἀναγράφεται ἐτησίως πρόσοδος 20,000 δραχμῶν, ἐξ ὠνίων δὲ καὶ ἐμπορευμάτων ὑπὲρ τὰς 8,000, καὶ ὅμως εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι δὲν εἰσπράττει οὐδὲ λεπτόν! Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τοιούτων προϋπολογισμῶν γίνεται ἡ ἐπιβάρυνσις τῆς εἰσφορᾶς. Ἀναφέρω τὰ παραδείγματα ταῦτα, ἵνα καταδείξω ὁπόσον βάσιμον εἶναι τὸ παράπονον. Ἂν δὲ τὸ σύστημα τοῦτο ἐξακολουθήσῃ, οἱ δῆμοι θέλουσιν ἀποσυντεθῇ.
§129ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο πολλάκις ἐπαρουσιάσθη καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρέθη ἔχων δεσμευμένας τὰς χεῖρας. Δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι ἀλλότριον τοῦ θέματος, περὶ οὗ πρόκειται. Πρόκειται περὶ τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων καὶ τῶν Μονῶν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς εἰσφορὰς τῶν δήμων ὁ νόμος ὑπῆρξεν ἐπιεικέστερος ἀπὸ τὸν νόμον περὶ εἰσφορῶν τῶν Μονῶν, ἀλλ’ ἐν μέρει ὑπῆρξε καὶ ἀδικώτερος ὡς πρὸς τὰς Μονὰς, διότι δὲν ἐπιτρέπει ἢ τὴν κατάσχεσιν τῶν ἐσόδων τῶν δήμων. Τοῦτο λέγει ῥητῶς ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ὅστις θεωρεῖ προσωπικῶς μόνους ὑπευθύνους τὸν δήμαρχον καὶ τὸν εἰσπράκτορα. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς Μονὰς, ὁ νόμος τοῦ 1893 δὲν ἀπηγόρευσε τὴν κατάσχεσιν τῶν ἀκινήτων κτημάτων ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις τὰς παρ’ αὐτῶν ὀφειλομένας· οὐδὲ δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ νόμου εἰδικοῦ, ἀπαγορεύοντος τὴν ἐκποίησιν τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. Εἰδικὸς νόμος, καθορίζων τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως, εἶναι μόνον ὁ προκείμενος, ὁ ἐπιτρέπων τὴν κατάσχεσιν· τὸ ἄτοπον δὲ μόνον νομοθετικῶς δύναται νὰ διορθωθῇ. Δὲν δύναται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πράξῃ ἄλλως ἢ νὰ κατάσχῃ τὰ ἀκίνητα. Ἀλλ’ ἤδη, ὅτε φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμφορεῖται ἀπὸ ὀρθοτέρας ἰδέας, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι καὶ ὁ νόμος ὡς πρὸς τὴν εἰσφορὰν τῶν δήμων ἐφάνη ἄδικος, διότι καθιστᾷ ἀτομικὴν ὑποχρέωσιν τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος διὰ τὴν καταβολὴν τῆς εἰσφορᾶς, χωρὶς νὰ διακρίνῃ ἂν ὑπάρχωσιν ἢ μὴ ἔσοδα. Οὕτω δὲ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ μὴ παρουσιάζωνται δήμαρχοι καὶ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀτοπώτατον, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διὰ νομοθετικῆς πράξεως προσπαθήσῃ νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἄτοπον, διακρίνουσα ἂν πρόκηται περὶ πραγματικῆς δυστροπίας ἢ περὶ ἀδυναμίας πρὸς τὴν καταβολήν. Ἐνόσῳ δὲν γείνῃ τοῦτο, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι δεσμευμένη, καὶ ἀπαγορεύεται εἰς αὐτὴν νὰ ἀναστείλῃ τὰς εἰσπράξεις δημοσίου ἐσόδου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, ὡς καὶ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα 3 καὶ 4 τοῦ κεφαλαίου ΙΑʹ καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ ἐκ δρ. 1,961,200. Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον ΙΒʹ καὶ ἐκ τοῦ κεφαλαίου ΙΓʹ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως τῇ δηλώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προστίθεται ἄρθρον 3, ὑπὸ τὸν τίτλον «Νομισματοποιΐα 1,500,000».
§131ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε ἐτέθησαν εἰς κυκλοφορίαν 1,500,000 δρ. ἐκ τῶν νικελίνων νομισμάτων, πρόκειται δὲ νὰ τεθῇ εἰς κυκλοφορίαν καὶ ἕτερον ἑκατομμύριον, δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δύναται νὰ ἐπιβαρύνῃ τοῦτο τὴν νομισματικὴν ἡμῶν κυκλοφορίαν;
§132Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν αἰτήσεις πολλαχόθεν πολὺ ἀνωτέρου ποσοῦ. Ἐγένοντο ἄρα αἱ ἀναγραφαὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἵνα δώσῃ ἢ μὴ ἡ Κυβέρνησις τὴν περὶ ἐκτυπώσεως τῶν νομισμάτων ἐντολὴν κατὰ τὰ ἐνδειχθησόμενα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ δοθῇ ἐντολὴ, διότι τὰ σταλέντα νομίσματα εἰς τὰς ἐπαρχίας δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς αἰτήσεις.
§133ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἐπηρεάσωσιν αἱ αἰτήσεις, διότι εἶναι κἄτι τι νέον τὸ νόμισμα τοῦτο καὶ ἑλκύει. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ ποσὸν τῶν κερματικῶν γραμματίων, καὶ νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι δὲν πρέπει πολὺ νὰ βαρύνωμεν τὴν κερματικὴν κυκλοφορίαν, εἰς τὴν σημερινὴν μάλιστα κατάστασιν τῆς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας.
§134Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ποσὸν τῶν δεκαλέπτων καὶ πενταλέπτων δύναται νὰ ἦναι ὑπερβολικὸν, καὶ περὶ αὐτῶν ἴσως δὲν θέλει δοθῆ νέα ἐντολὴ, διότι ταῦτα συντρέχουσι μετὰ τῶν χαλκίνων. Τὰ εἰκοσάλεπτα ὅμως εἶναι ἀναγκαῖα, ἀναπληροῦντα καὶ τὰ πεντηκοντάλεπτα διὰ τοῦ συνδυασμοῦ μετὰ τῶν δεκαλέπτων. Τὸ κενὸν μεταξὺ τοῦ χαλκίνου δεκαλέπτου καὶ τοῦ χαρτίνου κέρματος τῆς μιᾶς δραχμῆς ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ. Ἦτο ὀρθὸν νὰ πληρωθῇ διὰ πεντηκονταλέπτων καὶ εἰκοσαλέπτων, ἀλλὰ περιωρίσθημεν εἰς τὰ εἰκοσάλεπτα, διότι ἐθεωρήθη ἐπικίνδυνος ἡ ἐκτύπωσις πεντηκονταλέπτων, διὰ τὸ ἐπικερδὲς τῆς παραχαράξεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 καὶ τὸ σύνολον τοῦ κεφαλαίου ΙΓʹ ἐκ δραχ. 1,820,000. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον ΙΔʹ, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1894, ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 88,749,669. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, συμφώνως πρὸς τὰς διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπενεχθείσας μεταβολὰς, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1894).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων (ἀναγινώσκει): «Μέρος Αʹ. Ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Κεφάλαιον 1. Χρέος δημόσιον». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3 τοῦ κεφαλαίου 1 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. «Ὑπερτίμησις συναλλάγματος διὰ τὰς εἰς μεταλλικὸν πληρωμὰς τοῦ δημοσίου χρέους 6,939,730».
§137ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιμένει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑπαρχούσης διαφορᾶς; Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἐπέρχονται διακυμάνσεις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἔβλαπτε, διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, νὰ ἀναγραφῇ μεγαλύτερον ποσόν.
§138Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ μέχρι τοῦδε ἀγορασθέντα ἑκατομμύρια ἠγοράσθησαν ἐν συνόλῳ κάτω τῶν 170 λεπ. τὸ φράγκον· ἄνω τῶν 170 δὲν ἐγένετο ἀγορά· ἀλλὰ εἰς τὰ 170 ἠγοράσθη ἐλάχιστον ποσόν· τὸ λοιπὸν ἠγοράσθη κάτω τῶν 170. Ἂν κατὰ ταύτην τὴν ἐποχὴν ἔχωμεν ὑπερτίμησιν πρὸς τὰ 170, καὶ θὰ ὑπάρξῃ ἴσως καὶ ὑπερτίμησις μεγαλειτέρα, θὰ μειωθῇ ὅμως ἡ ὑπερτίμησις κατόπιν τῆς νέας ἐσοδείας. Ὥστε τὸ 170 εἶναι ὅρος ἀποχρῶν.
§139ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λησμονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι δὲν προέβη τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἀθρόαν προμήθειαν τοῦ ποσοῦ. Ὅταν θὰ προβῇ, θὰ ἴδῃ ἂν θὰ ἐπέλθῃ ὑπερτίμησις ἢ ὑποτίμησις. Ὡς πρὸς τὸν ἕτερον λόγον, ὅτι μετά τινας μῆνας θὰ ἔχωμεν ὑποτίμησιν, παρατηρῶ ὅτι: ἡ νέα ἐσοδεία ἄρχεται ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχει σήμερον παρακαταθήκη τῆς περυσινῆς ἐσοδείας, διότι ὑπάρχει περίσσευμα σταφίδος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ δὲν γνωρίζω ἂν ἡ νέα θὰ ἀποφέρῃ μέγα ἔσοδον. Φοβοῦμαι μήπως μὲ τοιαύτας ἐλπίδας πάθωμεν ὅ,τι ἐπάθαμεν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος.
§140Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι αἱ προμήθειαι, περὶ ὧν ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐγένοντο ὑπὸ ὅρους, οὓς δὲν θέλομεν ὑπερβῆ ἐν τῷ μέλλοντι· διότι ἐπρομηθεύθημεν ἤδη τὰ πρὸς ἀπότισιν τῶν καθυστερήσεων εἴτε ἐκ δημοσίου χρέους εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, περιλαμβανομένων καὶ τῶν πρὸς τὰς τρεῖς Δυνάμεις ὀφειλομένων δόσεων δύο ἐτῶν. Ταῦτα πάντα ἐπληρώθησαν, καὶ οὐδὲν ὀφείλομεν εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἀποταμίευμα ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον εἰς μεταλλικὸν διὰ τὸ τοκομερίδιον τοῦ τρέχοντος μηνὸς, καὶ μέρος τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀπαιτηθησομένου διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ Ἰουνίου.
§141ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπως μορφώσωμεν γνώμην θετικωτέραν, καλὸν θὰ ἦτο νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τί ποσὸν ἐπληρώθη εἰς τοκομερίδιον τῆς 1 Ἰανουαρίου.
§142Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ καταβληθέντα ἐπὶ τοκομεριδίων τῆς 1 Ἰανουαρίου, παρουσιασθέντων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς ἐξαργύρωσιν, ἀντὶ 50% εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἶναι ἐλάχιστα, μὴ ὑπερβαίνοντα τὰς 350 χιλιάδας δραχμῶν. Ἡ Τράπεζα πληρώνει πᾶν προσαγόμενον τοκομερίδιον πρὸς ἐξαργύρωσιν. Ἐννοεῖται ὅτι καὶ αἱ εἰς μεταλλικὸν πληρωμαὶ θὰ ἦναι ἐλάχιστοι, ἐφ’ ὅσον κρατεῖ ἡ διάταξις τῶν χρηματιστηρίων, καθ’ ἣν ὁ τίτλος μετὰ τὴν ἀποκοπὴν τοῦ τοκομεριδίου δὲν εἶναι διαπραγματεύσιμος ἐν αὐτοῖς. Οὐχ ἧττον τὸ Δημόσιον ποιεῖται τὰς προμηθείας καὶ τὰς καταθέσεις τοῦ πρὸς τὴν ἀπότισιν τῶν τοκομεριδίων χρυσοῦ ἀκεραίας, ὅπως ἑτοίμως ἐξαργυρῶνται τὰ προσαγόμενα τοκομερίδια. Τῶν τυχὸν μὴ προσαγομένων τοκομεριδίων τὸ ἀντίτιμον θὰ μένῃ κατατεθειμένον μέχρι τοῦ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τῶν τοῦ δημοσίου χρέους.
§143ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν Τράπεζαν κατετέθησαν εἰς πίστωσιν τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ εἰς πίστωσιν ἑτέρου λογαριασμοῦ;
§144Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατετέθησαν ἐν τῷ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ μετεβιβάσαμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀφαιρέσαντες αὐτὸ ἐκ τοῦ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, πᾶν ὅ,τι ἐνομίζομεν προχείρως ἀναγκαῖον, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ καταβάλωμεν εἰς αὐτὴν καὶ ἑτέραν δόσιν, ἅμα ὡς ἐπαρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη.
§145ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πόσον ποσὸν ἐπρομηθεύθητε εἰς χρυσόν;
§146Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλομεν πρὸς ἀπότισιν τοκομεριδίων 930,000 εἰς χρυσὸν κατὰ τὸν Μάρτιον καὶ 2,760,000 κατὰ Ἰούνιον, ἑκατοστύας δέ τινας χιλιάδων ἐν τῷ μεταξὺ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ προσωρινοῦ χρέους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ κεφαλαίου 1, ἀνερχόμενον μετὰ τῶν διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν εἰς δρ. 21,999,083.10. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ κεφάλαια 2–14 μετὰ τῶν ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγραφομένων μεταβολῶν).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 15. «Φόροι καταναλώσεως. Τελωνεῖα».
§148ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, σχετικῶς πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦτο ὑπενθυμίζω εἰς ὑμᾶς νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐκ Θήρας κ. Συνοδινοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνει νὰ καταργηθῶσι δύο τελωνοσταθμαρχεῖα, τὸ τῆς Ἀμοργοῦ καὶ τὸ τῆς Οἴας, τὸ μὲν τῆς Οἴας διότι δὲν ἀπέχει τοῦ τελωνείου τῆς Θήρας πλέον τῆς ὥρας, τὸ δὲ τῆς Ἀμοργοῦ διότι ἡ Ἀμοργὸς εἶναι τὸ τελευταῖον ἄκρον τοῦ νοτιοδυτικοῦ μέρους τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, καὶ εἶναι ἡ ἑστία τοῦ λαθρεμπορίου. Ἑπομένως συνιστῶ τὴν κατάργησιν τοῦ τελωνοσταθμαρχείου τῆς Οἴας καὶ τὴν σύστασιν ὑποτελωνείου ἐν Ἀμοργῷ.
§149ΛΑΜΠΡΟΣ. Καὶ ἐμὲ παρεκάλεσεν ὁ κ. Συνοδινὸς περὶ τούτου, προσθέσας ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ κἀμμία ὑπέρβασις δαπάνης.
§150Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν κανονίζονται αἱ συστάσεις καὶ αἱ καταργήσεις τῶν θέσεων· αὗται κανονίζονται διὰ νόμων. Ὑπάρχει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων. Ἐκεῖ δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τούτου. Ἴσως τότε ἀντιταχθῇ, ὅτι, ἀφοῦ δὲν περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ σύστασις καὶ ἡ κατάργησις τῶν θέσεων τούτων, τὸ θέμα εἶναι ξένον πρὸς αὐτὸ, καὶ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἐν ἰδίῳ νομοσχεδίῳ. Ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν ἔχωσι τὰ τῆς ἀντιῤῥήσεως ταύτης, δὲν δύναται ἐνταῦθα νὰ κανονισθῇ τὸ θέμα τοῦτο, διότι πρὸς σύστασιν ἢ κατάργησιν θέσεων ἀπαιτεῖται νόμος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 15 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 16–25 μετὰ τῶν ἐν τῷ 24 κεφαλαίῳ προσθηκῶν, τῶν ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγραφομένων).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 26. «Μεταλλεῖα καὶ ὀρυκτά».
§152ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνταῦθα παρατηροῦμεν δαπάνην διὰ τὴν ἐξόρυξιν τῆς σμύριδος ἐκ 557,000 δραχμῶν, ὑπολογίζομεν δὲ ἔσοδον ἐκ δραχ. 400,000. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ ἔσοδον τῶν 400,000 ἐννοεῖται εἰς χρυσόν· ἀλλὰ τότε ποῦ ἀναγράφεται ἡ διαφορὰ τοῦ χρυσοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ἀλλὰ καὶ περὶ φράγκων ἐὰν πρόκηται, νομίζω ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου εἶναι παραπολὺ ὀλίγον, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀντίστοιχον ἔξοδον.
§153Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καθαρὸν ἔσοδον ἐκ τῆς σμύριδος δὲν δυνάμεθα νὰ καταλογίσωμεν. Γινώσκετε, ὅτι ἐγένοντο πολλαὶ πωλήσεις ἐπὶ ποσῷ ὁπωσδήποτε σπουδαίῳ ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλ’ ἐπὶ τιμαῖς ἀναλόγως μικραῖς, ὧν ἕνεκα δὲν ἐκκαθαρίζεται μέχρι τοῦδε καθαρὸν ἔσοδον. Ἡ ποιότης τῆς Ναξίας σμύριδος εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς τοῦ προϊόντος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἡ μεγάλη ὅμως ζήτησις ἀφορᾷ εἰς ποιὸν μέτριον· πρὸς ταύτην δὲ τὴν ζήτησιν ἀπαντᾷ καὶ τὸ προϊόν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλος λόγος τοῦ περιωρισμένου τῆς σημερινῆς ζητήσεως τῆς Ναξίας σμύριδος, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν σμυριδορυχείων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας εἶχον προλάβει, ὅτε διείπετο τὸ ἡμέτερον ὀρυκτὸν ἐκ τῶν συμφωνιῶν τῆς δωδεκαετοῦς ἐργολαβίας, ἵνα ἐπωφελούμενοι ἐκ τῆς τότε καταστάσεως κλείσωσι συμφωνίας μακροχρονίους πρὸς τὰ κυριώτερα ἐργοστάσια, τὰ καταναλίσκοντα τὴν σμύριδα. Πρὸς τὰ ἐργοστάσια ταῦτα ἀπετάθη ἐπ’ ἐσχάτων καὶ ἡ ἡμετέρα ὑπηρεσία, ἀπήντησαν δὲ οἱ ἐργοστασιάρχαι, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐκπνεύσωσιν αἱ ὑφιστάμεναι συμφωνίαι, θέλουσι μνησθῆ τῆς προκλήσεως, ὡς προτιμῶντες τὴν Ναξίαν σμύριδα τῆς Ἀσιατικῆς. Ἐκ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων 564,000 δραχμῶν πλέον τοῦ ἡμίσεως ἀνάγεται εἰς τὰ δικαιώματα τῶν σμυριδορυκτῶν, ἤτοι ἐπὶ 152,000 στατήρων, πρὸς 2 δραχμὰς ἕκαστον κατὰ τὰ καθωρισμένα, ἔχομεν 304,000 δραχμὰς ἀποτινομένας εἰς τοὺς σμυριδορύκτας ἐκ χρήματος ξενικοῦ, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς χώρας, ἀνεξαρτήτως τῆς ὠφελείας τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ δὲ διαφορὰ τῶν 304,000 δραχμῶν πρὸς τὰς 564,000 ἀνάγεται εἰς τοὺς ναύλους καὶ τὰ ἔξοδα ἀποθηκεύσεως, μειοῦσα κατὰ τοσοῦτον τὸ ἔσοδον τῶν 400,000 φράγκων χρυσῶν. Ὅταν τὰ ἔξοδα ταῦτα, ἤτοι τὰ τῆς ἐξορύξεως καὶ τὰ τῶν ναύλων καὶ ἀποθηκεύσεως, ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τοῦ ἐσόδου, ἀπολείπεται καθαρὰ πρόσοδος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξαρτωμένη ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἀλλὰ πάντως ἀσήμαντος. Τὴν ἔλλειψιν ὅμως ὠφελείας ἀμέσου τοῦ Δημοσίου ἐκ καθαρᾶς προσόδου ἀναπληροῖ ἡ ἄλλη ὠφέλεια, ἧς ἐμνήσθην, ἡ ἐκ τῆς παροχῆς ἐργασίας ἐπαρκοῦς εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Νάξου. Ἐὰν δὲ ἀνεγράψαμεν 400,000 φράγκων ἔσοδον ἐπὶ τῷ ἀποτελέσματι τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἔχομεν ὅμως τὴν προσδοκίαν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο θὰ ἦναι ἀνωτέρα ἡ εἴσπραξις. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τὴν κρατήσασαν ἐν τῇ συντάξει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἀναγράψωμεν τὰ ἔσοδα ἐπὶ τοῦ μέσῳ ὅρῳ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν παρελθόντων ἐτῶν, δὲν ἀνεγράψαμεν προσαύξησιν, οὐδεμίαν ὅμως ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἡ ἐκ τῆς σμύριδος πρόσοδος κατὰ τὸ 1894 θ’ ἀποδειχθῇ ἀξία λόγου.
§154ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ ἐπιστήσω ἐκ νέου τὴν προσοχήν σας, διότι τὰς αὐτὰς ἐλπίδας εἴχετε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀλλ’ ἀπεδείχθησαν μάταιαι.
§155ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειοῦται ποσὸν πρὸς μελέτας τῆς ἀργυρούχου βαρυτίνης, καὶ αἱ μελέται αὗται εἶναι ἀτελεύτητοι, ὁ ἄργυρος ὅμως ἐν τῷ μεταξὺ ὁλονὲν ὑποτιμᾶται.
§156Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος περὶ βαρυτίνης ἠδύνατο νὰ παραγάγῃ ἀποτέλεσμα, ἐὰν τὰ τοῦ ἀργύρου ἔμενον ὡς εἶχον ὅτε ἐψηφίσθη. Ἀλλ’ ἡ ἔκπτωσις τῆς τιμῆς τοῦ ἀργύρου, προκειμένου περὶ ἐκμεταλλεύσεως ὀρυκτοῦ ἀργυρούχου πτωχοτάτου, ἐπὶ τοσοῦτον ἐπιδρᾷ ἐπὶ ταύτην, ὥστε καθίσταται ἀμφίβολον σήμερον τὸ ἐπικερδὲς τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἡ βαρυτίνη εἶναι πτωχότατον μετάλλευμα, ἠδύνατο ὅμως νὰ παραχθῇ κέρδος ἐπὶ τῇ τιμῇ τοῦ ἀργύρου τῇ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, ἐὰν ἐγίνετο ἡ ἐκμετάλλευσις ἐπὶ τόπου καὶ ἐπὶ ποσῷ σπουδαίῳ καὶ κατὰ μεθόδους ἐκμεταλλεύσεως ἐκ τῶν προσφορωτέρων. Τοῦτο προκύπτει καὶ ἐκ τῶν ἐκθέσεων τοῦ μετακληθέντος ἐξ Οὐγγαρίας μεταλλευτοῦ καὶ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν δοκιμασιῶν ἐν τῷ βιομηχανικῷ καταστήματι χημικῆς κατεργασίας τῆς Νάγγυ Μπάνια κατὰ τὴν μέθοδον τοῦ Μπιτσάνσκη. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπὶ τῇ σημερινῇ τοῦ ἀργύρου τιμῇ ὑπάρξῃ ὁ ἀναδεχόμενος τὴν ἐκμετάλλευσιν ἐπὶ καταβολῇ δικαιώματος πρὸς τὸ Δημόσιον, ἡ ἐκ τοῦ δικαιώματος τούτου πρόσοδος τοῦ Δημοσίου θὰ ἦτο τοσούτῳ εὐτελής, ὥστε δὲν θὰ συνέφερε τῷ Δημοσίῳ νὰ κλεισθῶσιν ἤδη συμφωνίαι περὶ ἐκμεταλλεύσεως, ἀλλ’ ἐνδείκνυται πάντως ἡ ἀναβολὴ τῆς παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ἀνατιμήσεως τοῦ ἀργύρου, ἵνα ἐπὶ τῇ ηὐξημένῃ τούτου ἀξίᾳ κανονισθῇ ἡ πρὸς τὸ Δημόσιον ἀπόδοσις· διότι τῆς ἀνατιμήσεως ἡ ὠφέλεια θὰ καταλογίζηται σχεδὸν πᾶσα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ τὰ ἔξοδα τῆς καθάρσεως τοῦ ἀργύρου δὲν αὐξάνουσιν ἐπὶ τῇ ἀνατιμήσει. Ἂν ἡ ἐκμίσθωσις τῆς ἐκμεταλλεύσεως θὰ ἦτο βραχυχρόνιος, θὰ ἠδύναντο ἐν ἐνδεχομέναις περιστάσεσι νὰ παροραθῶσιν αἱ σκέψεις αὗται, ἀλλὰ δὲν δύνανται αὗται νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ μισθωτικῆς ὑποχρεώσεως πολυχρονίου, ἄνευ δὲ πολυχρονίου μισθώσεως οὐδὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀπεκδεχώμεθα σπουδαῖον ἐν τῇ ἐκμεταλλεύσει τῆς βαρυτίνης.
§157ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σήμερον νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσι στρώματα βαρυτίνης, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ προβῶμεν εἰς μισθώσεις, εἶναι ἡ ἀνώμαλος θέσις τοῦ ἀργύρου. Ὅταν ὅμως κανονισθῇ μετ’ ὀλίγον ὁριστικώτερον ἡ τιμὴ τοῦ ἀργύρου, τότε πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς μισθώσεις.
§158ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Προκειμένου περὶ σμύριδος, βεβαίως ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ πάντα ἄλλον. Βλέπω κονδύλιον διὰ δαπάνας διαφόρους πρὸς βελτίωσιν τῶν ὀρυχείων καὶ ὁδῶν σμύριδος κλπ. ἐκ δραχμῶν 25,000. Ἀλλὰ τὸ κονδύλιον αὐτὸ δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, ἀφοῦ κατὰ τὸν πρὸ μικροῦ ψηφισθέντα νόμον περὶ ἐκτελέσεως τῶν δημοσίων ἔργων πρέπει νὰ ψηφισθῇ εἰδικὸς νόμος διὰ πᾶσαν τοιαύτην δαπάνην ὑπερβαίνουσαν τὰς 10,000 δραχμάς.
§159Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα ἔχομεν ἀναγεγραμμένας 25,000 δραχμὰς διὰ τὰ διάφορα ταῦτα ἔργα. Ἐὰν τὰ ἔργα ταῦτα θὰ ἐπήγοντο δαπάνην ἀνωτέραν τῶν 10,000 δραχμῶν ἕκαστον, ἔπρεπε νὰ ἐγκριθῇ ἡ δαπάνη διὰ νόμου· ἐὰν θὰ ἐπήγοντο ἕκαστον δαπάνην ἐλάσσονα μὲν τῶν 10,000 δραχμῶν, ἀνωτέραν δὲ τῶν 2,000, ἔπρεπε πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς πιστώσεως νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης. Ἐὰν ὅμως ἐπάγωνται ἕκαστον δαπάνην κατωτέραν τῶν 2,000 δραχμῶν, δὲν ἀπαιτεῖται ἀνακοίνωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης, οὐδὲ ἄλλης τινὸς πληροφορίας, πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς πιστώσεως. Περὶ τῶν ἔργων, ἐφ’ οἷς ἀναγράφεται ἡ πίστωσις τῶν 25,000 δραχμῶν, οὐδὲν ἀνακοινοῦται πρὸς τὴν Βουλὴν, οὔτε προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, οὔτε ἄλλη ἐπίσημος κατάστασις, διότι προϋποτίθεται, ὅτι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν διακεκριμένως θὰ προκαλέσῃ ἔξοδον ἀνώτερον τῶν 2,000 δραχμῶν. Οὕτω δὲ, ψηφιζομένης τῆς πιστώσεως, ἐὰν γένηται δι’ ἓν οἱονδήποτε ἐκ τῶν ἔργων δαπάνη ἀνωτέρα τῶν 2,000 δραχμῶν, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον θὰ ἀρνηθῇ τὴν θεώρησιν τοῦ ἐντάλματος.
§160ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον τότε πρέπει νὰ διαιρεθῇ, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ τις διάκρισιν. Ἔχομεν ἓν σύνολον δαπάνης 25,000 δραχμῶν. Ἐὰν θέλωμεν τὴν δαπάνην ταύτην νὰ πραγματοποιήσωμεν, ἀναγκαίως πρῶτον πρέπει νὰ διαιρεθῇ τὸ ἄρθρον, ἔπειτα δὲ, καθ’ ὅσον ἤθελεν ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης τὰς 2,000 δραχμὰς, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον.
§161Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ κατανομὴ τῆς πιστώσεως εἰς ἐδάφια, οὐδὲ εἶναι αὕτη ἐφικτὴ, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐφ’ ᾧ καὶ δὲν ζητεῖται ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης οὔτε ἐν τῷ συνόλῳ οὔτε ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον. Ὁ νομοθέτης ἔκρινεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη προνοίας διὰ πιστώσεων περὶ ἐξόδων ἐπισκευῆς καὶ κατασκευῆς, ἅτινα διὰ τὸ ἀπρόοπτον δὲν δύνανται νὰ καθορισθῶσιν ἐν προϋπολογισμῷ δαπάνης, καὶ ἐπέτρεψε τὴν ἄνευ προϋπολογισμοῦ δαπάνης διάθεσιν τοιούτων πιστώσεων ἐπὶ ἐπισκευῶν καὶ κατασκευῶν, μὴ ὑπερβαινουσῶν τὰς δισχιλίας δραχμάς. Ἐπὶ οὕτω περιωρισμένων τὴν δαπάνην ἐπισκευῶν καὶ κατασκευῶν εὐλόγως ὁ νομοθέτης ὑποθέτει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους νὰ εἰδικεύωνται τὰ τῆς ἐκτελέσεως. Οὕτως, ἐν τῷ προκειμένῳ, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπαιτοῦνται ἔργα βελτιώσεως τῶν ὀρυχείων τῆς σμύριδος καὶ συντηρήσεως τῶν συνδεουσῶν τὰ ὀρυχεῖα πρὸς τοὺς λιμένας ὁδῶν καὶ κατασκευῆς τῶν ἐν τοῖς δύο λιμέσιν ἀποβαθρῶν· ἀλλὰ τίνα τὰ βελτιωθησόμενα ὀρυχεῖα καὶ τίνες αἱ καθ’ ἕκαστον βελτιώσεις καὶ τίνες αἱ ἐπισκευασθησόμενοι ὁδοὶ καὶ τίς ἡ ἔκτασις τῶν ἐπισκευῶν καὶ τίνα τὰ λιμενικὰ ἔργα, πάντα ταῦτα, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπικρατήσασαν ἐν τῷ νόμῳ ἰδέαν, ἀφίενται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα προβαίνῃ αὕτη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν κατὰ τὰς ἑκάστοτε παρουσιαζομένας ἀνάγκας, ἀρκεῖ ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὀφείλει νὰ μὴ θεωρῇ ἐντάλματα δαπάνης ὑπερβαινούσης ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἔργου τὰς δισχιλίας δραχμάς.
§162ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαιρεθῇ τὸ κονδύλιον εἰς τόσα ἐδάφια, ὅσαι θὰ ἦναι αἱ ἐπισκευαὶ τῶν ὀρυχείων. Ἐγὼ ἰσχυρίσθην, ὅτι ἑκάστη τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον ἐδάφιον, καὶ διὰ ν’ ἀποτελέσῃ ἴδιον ἐδάφιον, ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ εἰς βελτίωσιν τῶν ὀρυχείων, εἰς ἐπισκευὴν τῶν ὁδῶν κλπ. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ δαπάνη εἰς τὴν κατασκευὴν ἀποβαθρῶν εἰς τοὺς λιμένας, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τὴν χρησιμοποιήσητε.
§163Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διάκρισις κατ’ ἐδάφια λογιστικῶς δὲν ἔχει σημασίαν, διότι ὁ λογιστικὸς νόμος ἀναγνωρίζει μὲν τὴν διάκρισιν κατ’ ἄρθρα,—καὶ τοῦτο μόνον ὁ Ἑλληνικὸς νόμος, διότι ὁ Γαλλικὸς νόμος οὐδὲ τὴν κατ’ ἄρθρα διάκρισιν ἀναγνωρίζει,—ἀλλὰ δὲν ἀναγνωρίζει τὴν κατὰ ἐδάφια διάκρισιν. Ἡμεῖς, ἀναγνωρίζοντες τὴν κατ’ ἄρθρα διάκρισιν, ἐπολλαπλασιάσαμεν ταῦτα, μετατρέψαντες πολλά τῶν πρότερον ἐδαφίων εἰς ἄρθρα, διετηρήσαμεν ὅμως καὶ τὰ ἐδάφια, ἀλλὰ μόνον ἐνδεικτικῶς, εἰς ἀκριβέστερον καθορισμὸν τῆς ἐννοίας καὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἄρθρων. Ἐν τῷ ἄρθρῳ ἀναγράφεται, ὅτι ἀφορᾷ τοῦτο εἰς ἔργα ὀρυχείων, ὁδοποιΐας καὶ λιμενικά· εἰδίκευσις ὅμως τῆς δαπάνης διὰ κατανομῆς αὐτῆς μεταξὺ τῶν ἔργων τῶν τριῶν τούτων κατηγοριῶν καὶ εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον ἔργα ἐν ἑκάστῃ κατηγορίᾳ εἶναι ἀνέφικτος.
§164ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 25,000 δραχμῶν δὲν ἀνεγράφη τυχαίως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ἀνεγράφη κατόπιν προϋπολογισμοῦ· ὁ προϋπολογισμὸς λοιπὸν οὗτος θὰ ἐχρησίμευεν, ἵνα ἴδῃ τις κατὰ πόσον τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ διανεμηθῇ πρὸς βελτίωσιν τῶν ὀρυχείων, πρὸς βελτίωσιν τῶν ὁδῶν καὶ καθεξῆς.
§165ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἔχω καὶ σπουδαιοτέραν παρατήρησιν, τὴν ἑξῆς. Ἀναγράφεται δαπάνη δι’ ἐξόρυξιν καὶ συγκέντρωσιν 152,000 στατήρων σμύριδος, πρὸς δραχ. 2 διὰ ναῦλον καὶ λοιπὰ ἔξοδα, ἐκ δραχμῶν 564,000. Ἐὰν ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσωμεν τὰς 304,000 διὰ τὴν ἐξόρυξιν καὶ συγκέντρωσιν τοῦ ὀρυκτοῦ, ὑπολείπονται 260,000 διὰ ναύλους καὶ λοιπὰ ἔξοδα. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ὑπερβολικὸν, καὶ οἱ λεγόμενοι πράκτορες οὐ χρῶνται, ἀλλὰ καταχρῶνται· ἐφιστῶ δ’ ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οἱοσδήποτε καὶ ἂν μάθῃ, ὅτι μόνον δι’ ἔξοδα δαπανῶνται 15 δραχμαὶ τὸν τόννον, βεβαίως θὰ ἐκπλαγῇ καὶ θὰ δίδῃ κατάχρησιν.
§166Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἐπιτυγχάνεται τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπως μὴ καταχρῶνται, ἀλλὰ χρῶνται οἱ πράκτορες, εἶναι ὁ κανονισμὸς τῆς ὑπηρεσίας. Ἡμεῖς προὐνοήσαμεν περὶ ἐφαρμογῆς κανονισμοῦ, ὅστις νομίζω ὅτι θ’ ἀναγνωρισθῇ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὡς τελεσφόρος. Ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 30 δραχμῶν εἰς ἔξοδα μεταφορᾶς καὶ ἀποθηκεύσεως εἶναι ὑπερβολικὸν, ἐδηλώσαμεν ὅτι, ἀντὶ τῆς ἐπὶ καταβολῇ 100 φράγκων κατὰ τόννον ἀγορᾶς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐπιτρέπεται ἡ ἀγορὰ ἐπὶ τόπου ἀντὶ 65 φράγκων, τουτέστιν ἐπὶ ἐκπτώσει 35 φράγκων διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς καὶ τῆς ἀποθηκεύσεως. Ἐὰν ἄρα ὑπῆρχε κατάχρησις, θὰ ἔσπευδον οἱ προμηθευόμενοι διὰ τὸ ἐξωτερικὸν τὴν σμύριδα νὰ ἀγοράσωσιν αὐτὴν ἐν Νάξῳ πρὸς 65 φράγκα, ὅπως τὸ ἐκ τῆς ὑποτιθεμένης ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ καταχρήσεως κέρδος αὐτοὶ ἀπολαύσωσι διὰ τῆς ἐννόμου χρήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπήνεγκε σπουδαῖα ἀποτελέσματα, διεπίστωσεν ὅμως, ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν 100 φράγκων πρὸς τὰ 65 λόγῳ τῶν ἐξόδων μεταφορᾶς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἀποθηκεύσεως δὲν εἶναι ὑπερβολική. Εἶναι δὲ βαρέα τὰ ἔξοδα ταῦτα καὶ ἕνεκα εἰδικῶν τινων περιστάσεων. Οἱ δύο λιμένες τῆς Νάξου, ἐν οἷς γίνεται ἡ φόρτωσις τῆς σμύριδος, τῆς Ληῶνος καὶ Μουτσούνας, εἶναι ἐκ τῶν ἀπροσιτοτέρων λιμένων τῆς Ἑλλάδος,—καὶ τοῦτο ἄνευ προσβολῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ,—εἶναι δὲ εἰς τοσοῦτον βαθμὸν οἱ λιμένες οὗτοι ἀλίμενοι, ὥστε Γερμανὸς κυβερνήτης, καταπλεύσας ἐκεῖ πρὸς φόρτωσιν σμύριδος, καὶ πολλὰ παθών, ἐδημοσίευσε μετὰ τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ εἰς τὰ ἴδια ἐν πολλαῖς ἐφημερίσιν εἰδοποίησιν πρὸς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, συνιστῶν ἵνα ἀπέχωσιν ἀπὸ ναυλώσεων πρὸς φόρτωσιν ἐν τοῖς δύο τούτοις λιμέσι.
§167ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Θὰ ἦτο χερσαῖος ὁ κυβερνήτης ἐκεῖνος, δὲν ἦτο ναυτικός.
§168ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία ᾐσθάνθη τὴν ἐπίδρασιν τῆς εἰδοποιήσεως τοῦ χερσαίου ἐκείνου ἐπὶ τῶν ναυτιλλομένων, ἀποφευγόντων τὰς ναυλώσεις πρὸς φόρτωσιν ἐν Νάξῳ, ἢ συγκατατιθεμένων ἐπὶ ναύλοις βαρυτάτοις· ἔχω δὲ γνῶσιν ναύλου πρὸς 14 φράγκα. Ἀλλὰ πλὴν τούτου γίνεται ἐπὶ μεγίστῃ δαπάνῃ ἡ φόρτωσις, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν Ληῶνι καὶ Μουτσούνᾳ ἀποβάθραι κανονικαί, καὶ γίνεται ἡ μεταφορὰ ἐπὶ τοῦ ὤμου μέχρι τῆς φορτηγίδος, ἥτις δὲν δύναται νὰ προσεγγίσῃ εἰς τὴν ἀκτήν. Καὶ ἄλλα πάλιν ἔξοδα προκαλεῖ ἡ ἀνάγκη, ὅπως τὸ ναυλωθὲν πλοῖον καταπλεύσῃ πρῶτον εἰς Σῦρον, ἵνα ἐκεῖ ἀναμένῃ εὐνοϊκὸν ἄνεμον, ὅπως μεθορμισθῇ εἰς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον ἐκ τῶν δύο λιμένων πρὸς φόρτωσιν, διότι πνεόντων ὡρισμένων ἀνέμων λειτουργεῖ ὁ ἕτερος τῶν λιμένων, καὶ πνεόντων ἄλλων ἀνέμων, ὁ ἄλλος. Ἐπάγονται πάντα ταῦτα δαπάνας ἐπιβαρυνούσας τὴν μεταφορὰν πολὺ ἐπέκεινα τοῦ ποσοῦ, ὅπερ καθώρισεν ὁ κ. Βουλευτής. Εἰς τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς ἐπιπροστίθενται τὰ ἔξοδα τῆς ἀποθηκεύσεως ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἐλπίζομεν, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ διὰ καταλλήλου ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῶν ἐξόδων ἀποθηκεύσεως, χάρις εἰς σύστημα προπωλήσεων. Ὅταν τοῦτο γένηται, ἡ δαπάνη θὰ ἦναι κατωτέρα καὶ τῶν τριάκοντα φράγκων, ἀλλὰ συμβαίνει ἐνίοτε νὰ ἔχωμεν τὰ ποσὰ ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ἔχομεν δ’ ἔτι καὶ νῦν ἐν ταῖς ἀποθήκαις ποσὰ προερχόμενα ἐξ ἀποστολῶν οὐχὶ καλῆς ποιότητος, ὧν ἀποβαίνει δυσχερὴς ἡ ἐκποίησις. Μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τῆς ὑπηρεσίας, πολλάκις γίνονται ἀποστολαὶ οὐχὶ καλῆς ποιότητος, διότι οἱ σμυριδορύκται δὲν θέλουσι νὰ συνδράμωσιν εἰς τοῦτο τὴν ὑπηρεσίαν, μὴ ἐννοοῦντες τὸ ἴδιον συμφέρον. Ἐν ἀρχῇ τῆς λειτουργίας τοῦ συστήματος εἴχομεν συντελούσας εἰς τὴν ἐξόγκωσιν τῶν δαπανῶν καὶ ἀποστολὰς ἀστόχους, ὑπαγορευθείσας ἐξ ἀτελοῦς ἔτι γνώσεως τῶν κατὰ τὰς ἀγορὰς τῆς σμύριδος. Οὕτως ἔχομεν ποσὰ σμύριδος ἀποθηκευμένα ἐν Ἀγγλίᾳ, ἅτινα δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκποιήσωμεν, ἐνῷ ἡ ἐκποίησις εἶναι εὐχερὴς ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Γερμανίας, ἐπετεύχθη δὲ ἐσχάτως κανονικὴ καὶ ἐν ταῖς γαλλικαῖς ἀγοραῖς. Ἀντικατάστασις ἄρα τῶν ἀποθηκεύσεων διὰ συστήματος προπωλήσεων, καὶ ἀντικατάστασις τῶν δύο λιμένων διὰ λιμένος ἄλλου, κατασκευαζομένων τῶν ἀγουσῶν εἰς αὐτὸν ὁδῶν ἀπὸ τῶν ὀρυχείων καὶ τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγκαίων ὑδραυλικῶν ἔργων, ταῦτα εἶναι τὰ συντελέσοντα εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πωλουμένης σμύριδος, δὲν εἶναι δὲ ἀπίθανον κατὰ τὴν νέαν σύνοδον νὰ ὑποβάλωμεν περί τινων ἐκ τῶν ἔργων τούτων νομοσχέδιον.
§169ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν πταίουσιν οἱ ἐργάται διότι τὰ πρὸ δύο ἐτῶν ἀποσταλέντα ποσὰ δὲν ἦσαν καλῆς ποιότητος, πταίει ὁ ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐντεταλμένος νὰ ἐπιτηρῇ τὴν παραλαβὴν καὶ τὴν παράδοσιν τοῦ ὀρυκτοῦ, διότι οἱ ἐργάται, ἐν τῷ συμφέροντί των, τῷ ἀμέσῳ ἐννοεῖται, φροντίζουσι καὶ ἐπιδιώκουσι νὰ παραδώσωσιν ὅσον εἶναι δυνατὸν μεγαλύτερον ποσόν, ἵνα ἀποζημιωθῶσιν ἀναλόγως. Ὥστε εἰς τοῦτο μόνον πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, ἵνα οἱ ἀποστελλόμενοι ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως καταβάλλωσι τὴν δέουσαν προσοχήν. Ὡς πρὸς τὴν δυσκολίαν τῆς φορτώσεως, βεβαίως ἐν μέρει εἶναι ἀκριβῆ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ὄχι καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ ἀτμόπλοια τὰ μεταβαίνοντα πρὸς φόρτωσιν σμύριδος εἶναι μεγάλα, ἀλλὰ ταῦτα, προερχόμενα ἐξ ἄλλων μερῶν τῆς Ἀνατολῆς καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον φορτωμένα δι’ ἄλλων ἐμπορευμάτων, δὲν παραλαμβάνουσι μέγα ποσὸν σμύριδος. Τὰ ἀτμόπλοια δὲ ταῦτα, πρὶν ἢ μεταβῶσιν εἰς Νάξον, προσορμίζονται εἰς Σῦρον, ὁπόθεν παραλαμβάνουσι πλοηγὸν, ἵνα προσεγγίσωσιν εἰς τὰ ἀλίμενα ἐκεῖνα μέρη τῆς Νάξου. Ὥστε ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευσεν ὁ Γερμανὸς ὁ χερσαῖος, εἶναι ἀβάσιμα. Ὀλίγας ἐπίσης λέξεις περὶ σχετικοῦ ζητήματος. Τί γίνεται ἡ βαρυτίνη τῆς Μήλου; Ἐδόθη πίστωσις κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δέκα χιλιάδων δραχμῶν διὰ δοκιμαστικὰς ἐργασίας· σήμερον πάλιν ζητεῖται διὰ μὲν μεταλλομαστεύσεις καὶ ἐκκαμινεύσεις, παράδοσιν ὑλικῶν κλπ. ποσὸν δραχμῶν πέντε χιλιάδων, διὰ δὲ τὴν ἐκτέλεσιν ἐπιστημονικῶν μελετῶν περὶ τῆς ἐν Μήλῳ, Κιμώλῳ καὶ Πολυκίγῳ ἀργυρούχου βαρυτίνης ποσὸν δέκα χιλιάδων δραχμῶν. Θὰ ἐξακολουθήσῃ λοιπὸν ἐπ’ ἄπειρον ἡ δαπάνη αὕτη ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος, ἀφοῦ βεβαίως ἔχετε γνῶσιν τῶν συμβάντων τελευταίως εἰς τὸν ἀποσταλέντα παρ’ ὑμῶν Γερμανὸν μηχανικὸν κ. Γκόβανς.
§170Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κυρίου τούτου, ἀλλὰ περὶ ἄλλου.
§171ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ἔλαβε μέρος ἐκ τῶν δαπανῶν.
§172Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ δαπάναι διετέθησαν σχεδὸν ὅλαι εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἀποστολὴν τὴν ἐκ τῆς Οὐγγρίας, καὶ κατόπιν εἰς τὰς δοκιμασίας τὰς ἐν τῷ βιομηχανικῷ καταστήματι χημικῆς κατεργασίας ἐν Νάγγυ Μπάνια τῆς Οὐγγρίας. Ὁ μηχανικὸς κ. Γκόβανς διετέλεσεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πρὸ τῆς μετακλήσεως τοῦ κ. Οὔφνερ, κατόπιν δὲ τῷ ἀνετέθη γενικωτέρα τις μελέτη καὶ ἀποστολὴ, σχετιζομένη πρὸς ταύτην, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τὴν βαρυτίνην. Ἤδη ἀναγράφεται πίστωσις 10,000 δραχμῶν, διότι, ἐνόσῳ δὲν λύεται τὸ ζήτημα τῆς μισθώσεως τῆς βαρυτίνης, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κεχορηγημένη ἄδεια πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα αὐτὴ ποιῆται δοκιμασίας ἐν μεγάλαις διαστάσεσιν, ἀποστέλλουσα χάριν αὐτῶν ὀρυκτὸν ἐν σπουδαίαις ποσότησιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§173ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου τῷ ὑπέβαλον, ἐπληροφόρησε τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐξετελέσθη ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἀργύρου, καὶ ὅτι δὲν διαθέτει σήμερον τὸ μετάλλευμα τοῦτο, διότι ἐλπίζει βελτίωσιν τῆς τιμῆς τοῦ ἀργύρου. Νομίζω ὅτι ἡ ἐλπὶς αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἀφίνῃ ἀνεκμετάλλευτον ἓν μέταλλον, τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἐθεωρήθη ὡς σπουδαιοτάτη πηγὴ ἐσόδου διὰ τὸ Κράτος. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ἀφίνωμεν νεκρὰν τὴν πρόσοδον ταύτην τοῦ Κράτους, νομίζω, ὅτι φρονιμώτερον εἶναι νὰ μεταβάλωμεν τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως, ὅπως ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ὑπέδειξεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν ὅτι, ἐὰν σήμερον δώσωμεν πρὸς καλλιέργειαν διὰ πολλὰ ἔτη τὸ μεταλλεῖον, ἐπέλθῃ δὲ ὕψωσις τοῦ ἀργύρου, ὁ ἐργολάβος θὰ ὠφεληθῇ περισσότερα ἀφ’ ὅσα ὑπελόγισεν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐὰν μεταβάλωμεν τὸν τρόπον τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον ὡρισμένον ποσοστὸν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ κέρδους, τότε πλέον δὲν θὰ ἔχῃ τὸ κέρδος ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ἀργύρου ὁ ἐργολάβος μόνος, θὰ ἔχῃ καὶ τὸ Δημόσιον· διότι, ἐὰν δώσωμεν πρὸς καλλιέργειαν τὸ μετάλλευμα, καὶ τὸ Δημόσιον ἔχῃ ἐνοχὴν ἐπὶ ὡρισμένου ποσοστοῦ, ἡ ἀξία τοῦ ποσοστοῦ τούτου θὰ ἦναι ἀνάλογος τῆς τιμῆς τοῦ ἀργύρου, καὶ ἑπομένως τὸ εἰσόδημα τοῦ Κράτους θὰ αὐξάνῃ ἐν περιπτώσει ὑπερτιμήσεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ γείνῃ σκέψις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δύναται νὰ διατεθῇ τὸ μετάλλευμα τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, παρὰ νὰ τὸ ἀφίνωμεν ἐντελῶς νεκρὸν, ἄχρηστον, προσδοκῶντες ὑπερτίμησιν τοῦ ἀργύρου, ἡ ὁποία σήμερον εἶναι ἐντελῶς ἀπίθανος, ἀναμένεται δὲ μεγαλειτέρα ὑποτίμησις τοῦ ἀργύρου. Ὥστε καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἐλαμβάνετο ἰδιαιτέρα μέριμνα περὶ τούτου, καὶ νὰ μετεβάλλετο ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος σήμερον ὑπάρχει καὶ ὁ ὁποῖος ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἀνεκτέλεστος, οὕτως ὥστε δι’ ἑνὸς καταλλήλου τρόπου νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ φθάσῃ εἰς ἓν οἱονδήποτε ἀποτέλεσμα, χρησιμοποιοῦσα τὴν πρόσοδον ταύτην. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος. Τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην προσόδου· προσπαθοῦμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ αὐξήσωμεν τὰς δημοσίας προσόδους· νὰ ἔχωμεν δὲ πρόχειρον μίαν πρόσοδον καὶ νὰ τὴν ἀφίνωμεν ἄχρηστον, τὸ θεωρῶ ἀσυγχώρητον. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου, προσδιορίζουσα τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάλογον καὶ δίκαιον νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν ἐργασίαν ταύτην. Ἂς μὴ ἀπατώμεθα δὲ, ὅπως δυστυχῶς συνέβη καὶ ἄλλοτε, καθόσον γνωρίζω, ὅτι καὶ ἄλλοτε παρουσιάσθησαν ἐπίσης πτωχὰ μεταλλεύματα, πρῶτος δ’ ἐγὼ προσέφερον εἰς τὸ Δημόσιον τίποτε ὀλιγώτερον, παρὰ 25% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀλλ’ ἡ προσφορὰ δὲν ἐγένετο δεκτὴ, καὶ σήμερον τὸ Δημόσιον λαμβάνει μόνον 40,000 κατ’ ἔτος, κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτῆς τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία τὰ κατέχει. Ἐννοῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι συμφέρον νὰ ἐγκύψωμεν περισσότερον καὶ πρακτικώτερον εἰς τὴν μελέτην τῶν πραγμάτων, καὶ νὰ μὴ ἀναβάλωμεν, διότι αἱ μεγάλαι ἰδέαι καὶ αἱ μεγάλαι προσδοκίαι δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς ἐντελῆ ἀπώλειαν πάσης προσόδου.
§174ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἂν πραγματικῶς ἐπιθυμῶμεν νὰ διατίθηται τὸ σπουδαῖον τοῦτο προϊόν τοῦ Δημοσίου μὲ ὠφέλειαν, οὐχὶ ὡς μέχρι σήμερον γίνεται, ἀλλὰ καὶ μέχρι τριακοσίων καὶ τετρακοσίων χιλιάδων στατήρων κατ’ ἔτος, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει ἰδίως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὴν καλὴν ποιότητα τῆς ἐξαγομένης σμύριδος· διὰ νὰ κατορθωθῇ δὲ τοῦτο, πρέπει ν’ ἀποζημιωθῶσιν ἀναλόγως οἱ ἐργάται. Ὡς γινώσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κάλλιον ἐμοῦ, τὸ δικαίωμα τῆς ἐξορύξεως καὶ τῆς μεταφορᾶς μέχρι τοῦ 1891 ἦτο πρὸς 3 δραχμὰς κατὰ στατῆρα, ἀλλὰ τότε διὰ τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο προϋπολογισμοῦ ἠλαττώθη κατὰ 1 δραχμήν. Ἔκτοτε, καὶ ὡς ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως ἐν γένει ὅλων τῶν πραγμάτων, τῶν ἀναγκαίων εἰς τὸν βίον, καὶ συνεπῶς ὡς ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῆς ἐργασίας, αἱ 2 δραχμαὶ κατὰ στατῆρα οὐδόλως ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ἐργασίαν τὴν καταβαλλομένην παρὰ τοῦ δυστυχοῦς ἐργάτου. Ἐντεῦθεν δὲ οἱ πλεῖστοι τῶν ἐργατῶν ἐγκατέλιπον, ὡς ἐντελῶς ἀσύμφορον, τὴν ἐργασίαν ταύτην. Τόσον δὲ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε εἰς τὸν δῆμον Ἀπειρανθίας, μεθ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα προτρέψῃ τοὺς ἐργάτας ἐκείνους, εἶναι δύσκολον τὸ ἐλάχιστον ποσὸν νὰ παραδίδηται, διότι ἀντὶ 2 δραχμῶν εἶναι ὑπόχρεως ὁ ἐργάτης ἐκεῖνος νὰ ἐξορύξῃ τὸ σκληρότατον τοῦτο ὀρυκτὸν καὶ νὰ τὸ μεταφέρῃ διὰ τῶν ζώων του μακρὰν 1½–2 ὥρας. Καὶ διὰ τίνων ὁδῶν; καὶ διὰ τίνων ἀτραπῶν; Διὰ τοιούτων, ὥστε ὄχι σπανίως τὰ ζῶα καταστρέφονται, διότι καταπίπτοντα φονεύονται. Προτιμῶσιν ἑπομένως οἱανδήποτε ἄλλην ἐργασίαν νὰ ἐπιζητήσωσι, παρὰ νὰ καταγίνωνται εἰς τὴν ἐξόρυξιν τῆς σμύριδος... Θέλετε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ μεγάλη διάδοσις καὶ ἡ μεγάλη ὠφέλεια τοῦ σπουδαίου τούτου προϊόντος; Νὰ ἀποζημιώσητε ἀναλόγως τοὺς ἐργάτας, καὶ νὰ συστήσητε εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εἰς τὴν παραλαβὴν τοῦ προϊόντος ἐφιστᾷ πολὺ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ποιότητος. Βεβαίως ἐκεῖνοι, μὴ ἀποζημιούμενοι ἀναλόγως, ἐν τῷ συμφέροντί των, δὲν δύνανται νὰ ἐφιστῶσιν ὑπερμέτρως τὴν προσοχήν των εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ποιότητος. Συνεπῶς εἶναι, φρονῶ, δίκαιον, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων ἐργατῶν καὶ πρὸς τὸ συμφέρον ἰδίως τοῦ Δημοσίου, νὰ αὐξηθῇ κατά τι ἡ ἀποζημίωσις, ἡ ὑπηρεσία δὲ νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα κατὰ τὴν παραλαβὴν ἐξελέγχῃ τὴν ποιότητα.
§175Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀδύνατον νὰ αὐξηθῇ εἰς 3 δραχμάς.
§176ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν ζητῶ 3 δραχμὰς, ζητῶ μόνον 2,25.
§177Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρέπει νὰ ἀποβλέπητε εἰς τὸ σύνολον τῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἤτοι εἰς 304,000 δραχμῶν. Οὐδέποτε διετέθη ποσὸν ἀνώτερον· καὶ ὅτε εἴχομεν τὴν δωδεκαετῆ μίσθωσιν, τὸ σύνολον τῆς προσόδου τῶν σμυριδορυκτῶν ἐκ τοῦ ἡμερομισθίου, ὡρισμένου τότε εἰς 3 δραχμὰς, δὲν ἦτο οὐδὲ τὸ ἥμισυ τῶν νῦν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἦτο 120,000 δραχμαὶ, ἐνῷ τώρα θὰ ἔχωσι πρόσοδον 304,000 δραχμῶν.
§178ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἀλλ’ ἐν τῷ εὖ τὸ πολύ.
§179ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι προτιμῶνται ἐν τῇ νήσῳ ὑπὸ τῶν σμυριδορυκτῶν αἱ 304,000 δραχμαὶ πρὸς 2 δραχμὰς τὸ ἡμερομίσθιον τῶν 120,000 δραχμῶν πρὸς 3 δραχμὰς, διότι οἱ σμυριδορύκται ἀπεδείχθησαν λίαν ἐντριβεῖς περὶ τὰ λογιστικὰ στοιχεῖα τῶν συνδυασμῶν τοῦ πολλοῦ πρὸς τὸ εὖ.
§180ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, κύριε Πρωθυπουργὲ, διότι εἶναι ἀδύνατον, ὡς σήμερον μάλιστα εὑρίσκεται ἡ κατάστασις ἐκεῖ τῶν ὀρυχείων, εἷς ἐργάτης νὰ ἐξορύξῃ μεῖζον ποσὸν τῶν δύο ἢ τριῶν στατήρων καθ’ ἡμέραν· καὶ δὲν ἐργάζεται μόνον αὐτὸς, ἀλλὰ καὶ ἡ σύζυγός του, καὶ τὰ τέκνα του, μετὰ τὴν ἐξόρυξιν δὲ εἶναι ὑπόχρεως νὰ μεταφέρῃ τὸ προϊόν εἰς τὴν παραλίαν· ἵνα πράξῃ δὲ τοῦτο, ὀφείλει νὰ μεταχειρισθῇ διὰ τρεῖς στατῆρας τρία ζῶα. Δὲν εἶναι μεγάλη ζημία ἡ προσθήκη τῶν 25 λεπτῶν. Ὁ ὀρύκτης εἶναι μᾶλλον εὐχαριστημένος νὰ ἐξορύξῃ ὀλιγώτερον καὶ ν’ ἀποζημιόνηται ἀναλόγως τῆς ἐργασίας του... Δὲν ἔχει οὕτω κύριε συνάδελφε; — (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Ναυπλιώτην). Εἰπέτε τὴν γνώμην σας ἐπὶ τέλους! (γέλωτες). (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 26 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ κεφάλαια μετὰ τῶν ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τροποποιήσεων καὶ προσθηκῶν, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 42,663,305.34).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. Κεφάλαιον Αʹ. «Κεντρικὴ ὑπηρεσία». (Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα).
§182ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ παράσημα, καλὸν εἶναι, εἰς τὸ ἐσωτερικὸν νὰ δίδεται μόνον τὸ δίπλωμα.
§183ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν δαπάνην αὐτὴν τῶν παρασήμων δυνάμεθα ἀβλαβῶς νὰ τὴν ἐλαττώσωμεν.
§184Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ πόσον;
§185ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ 10,000 δραχμάς.
§186ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§187ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα στοιχίζουν εἶναι τὰ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διδόμενα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἶναι ἀνωτέρας τάξεως. Ἐπανειλημμένως εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη ἀνεγράφοντο δρ. 10,000, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπήρκουν καὶ ἀνεπληροῦντο διὰ συμπληρωτικῶν πιστώσεων· εἰς τὸν προϋπολογισμὸν λοιπὸν τοῦ 1894 προετιμήσαμεν νὰ ἀναγράψωμεν τὸ κατὰ μέσον ὅρον ποσόν.
§188ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔχει διάθεσιν νὰ αὐξάνῃ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους πρὸς ἀγορὰν παρασήμων, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κρίσιν, εἰς τοιαύτην ἀθλίαν κατάστασιν. Συνήθως ἀνεγράφομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσὸν 10,000 δραχμῶν δι’ ἀγορὰν παρασήμων. Ἐνῷ ἐφέτος εὑρισκόμεθα ἐν χρεωκοπίᾳ, ἀναγράφομεν 24,000, διὰ νὰ σκορπίζωμεν περισσότερα παράσημα! Εἶναι, νομίζω, καὶ ἄτοπον καὶ ἀπρεπὲς τοῦτο. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ φρονεῖ, ὅτι τὸ ποσὸν πρέπει νὰ διαγραφῇ τέλεον, ἢ τοὐλάχιστον νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς 5,000 καὶ ὄχι νὰ αὐξηθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Αʹ ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Βʹ. «Διπλωματικὴ ὑπηρεσία» (ἀναγινώσκεται).
§190ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 βλέπω διὰ γραφικὰ ἔξοδα τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας δραχ. 34,040. Νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι πολὺ ὑπερβολικόν.
§191ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ πρέσβυς μέχρι τοῦδε ἠναγκάζετο νὰ πληρόνῃ ἐξ ἰδίων. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, τὸ Κράτος νὰ ὑποβάλλῃ τὸν ὑπάλληλόν του εἰς ἔξοδα χάριν τῆς ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἕνεκα τῆς σκέψεως ταύτης προτείνεται ἡ αὔξησις τοῦ κονδυλίου αὐτοῦ.
§192ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία ἔχει πλεῖστα ὅσα εἰσοδήματα, τῶν ὁποίων δὲν ἔχουσι γνῶσιν, παρὰ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Πρεσβείας. Εἶναι δὲ ἄτοπον, ἐπαναλαμβάνω, ἐν ἔτει χρεωκοπίας νὰ αὐξάνωμεν τὰς δαπάνας ἐν οὐ δέοντι. Αὐξάνομεν κατὰ 4–5 χιλιάδας δραχ. τὰ γραφικὰ ἔξοδα Πρεσβείας, ἡ ὁποία ἔχει καὶ ἄλλα εἰσοδήματα, πλὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐκ τῆς ναυτιλίας καὶ ἐξ ἄλλων πόρων. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προβαίνωμεν εἰς αὐξήσεις δαπανῶν, καὶ δαπανῶν μάλιστα, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὅλως περιτταί. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένῃ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν γνωρίζει τὰ τῆς ὑπηρεσίας. Ἐγὼ τὸν βεβαιῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη, διότι εἰσπράττονται ἐκεῖ χρήματα ἐκ τῆς ναυτιλίας καὶ ἐξ ἄλλων πηγῶν, περὶ ὧν ἐρωτῶντες δύνασθε νὰ μάθητε, κύριε Ὑπουργέ. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον, ἐνῷ σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην κατάστασιν, νὰ αὐξάνωμεν τὰς δαπάνας.
§193ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Περὶ τῶν ἄλλων εἰσπραττομένων προβλέπει ὁ νόμος, κύριε Βουλευτά. Δὲν δύνανται νὰ μετενεχθῶσιν εἰς τὰ γραφικὰ ἔξοδα.
§194ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ περιττὸν τῆς δαπάνης ταύτης καὶ ἄλλοτε ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπεστηρίχθη παρὰ πολλῶν μελῶν, εἰδικῶν ἐν τῇ διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ὁ κ. Μαυρομμάτης εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ, τοῦθ’ ὅπερ λέγει καὶ ἡ ἔκθεσις. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸν διπλασιασμὸν τοῦ ποσοῦ.
§195ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω ἐξ οἰκείας κρίσεως ἢ αὐθαιρέτου βουλήσεως. Πείθομαι ὅμως,—καὶ μέχρις ἐναντίας ἀποδείξεως δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀμφιβάλλω,—ὅτι αἱ παραστάσεις τῆς ὑπηρεσίας στηρίζονται εἰς τὴν ἀλήθειαν. Δὲν δυνάμεθα δὲ, φρονῶ, νὰ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τῆς ἀξιοπιστίας τοῦ κ. Μαυροκορδάτου, τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτοῦ ἡμῶν.
§196ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Μαυροκορδάτος εἶναι λίαν ἀξιόπιστος, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὅσον περισσότερα χρήματα παραχωροῦμεν εἰς τὴν Πρεσβείαν αὐτήν, τόσον ἀξιοπρεπέστερον θὰ δύναται οὗτος νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀτυχῶς εὑρισκόμεθα εἰς χρεωκοπίαν, εἰς πτώχευσιν, δὲν ἀντέχομεν· δὲν δυνάμεθα νὰ αὐξάνωμεν τὰς δαπάνας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐνῷ σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πένεται καὶ πεινᾷ. Λοιπὸν δὲν εἶναι δίκαιον νὰ γένηται αὔξησις τοιουτοτρόπως. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν θὰ δαπανηθῶσιν ἀκριβῶς, ὅτι δὲν πρέπει ἡ ἐξωτερικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία ἀξιοπρεπῶς καὶ πλουσιοπαρόχως νὰ δαπανᾷ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καιρὸς πλουσιοπαρόχου ἀξιοπρεπείας, ἐξωτερικῆς δαπάνης τόσον μεγάλης, ἐνῷ σήμερον ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐμπνεόμεθα ὑπὸ τῆς ἰδέας τῆς φειδοῦς καὶ τῆς οἰκονομίας. Αὐτὸ ἐπιβάλλει ἡ τιμὴ ἡμῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Βʹ, ὡς ἔχει, ἐκ δραχμῶν ἐν ὅλῳ 451,876, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις καὶ προτάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰ λοιπὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ ἐκ δρ. 2,001,501.47).
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. «Κεφάλαιον Αʹ. Προσωπικόν». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–8 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9. «Εἰρηνοδικείων δρ. 621,120».
§199ΡΙΚΑΚΗΣ. Θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἀφοῦ τὰ τέλη τὰ δικαστικὰ ηὔξησαν κατὰ τὸν τελευταῖον περὶ χαρτοσήμου νόμον καὶ ἀφοῦ ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν εἶναι οἰκτρὰ, πρέπει νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἠδύνατο, χωρὶς νὰ παραβλαφθῶσι σπουδαίως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ αὐξήσωσι σπουδαίως τὰ ἔξοδα, νὰ γείνῃ αὔξησίς τις τοῦ μισθοῦ αὐτῶν· διότι εἰς τοὺς δικαστὰς ἔχομεν ἀναθέσει σπουδαῖα καθήκοντα, καὶ δὲν δυνάμεθα βεβαίως ἢ νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν δύνανται νὰ ἀποζήσωσιν, ἐὰν μάλιστα ᾖναι καὶ οἰκογενειάρχαι, μὲ τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον τοῖς δίδομεν. Οἱ ἔχοντες κατωτέραν τάξιν ἔχουσι τοιαύτην μισθοδοσίαν, ἡ ὁποία δὲν ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν ἀντιμισθίαν τοῦ τελευταίου ἐργάτου, ἐνῷ αὐτὸς ὁ τρίτης τάξεως εἰρηνοδίκης ἐκπληροῖ ἐπίσης ἅπαντα τὰ καθήκοντά του. Ὥστε εἶναι ἄδικον, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ σκέψις, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Καὶ δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀτόμων· πρόκειται περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς κοινωνίας, διότι τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας ἐπιβάλλει νὰ λαμβάνηται πρόνοια περὶ τῶν λειτουργῶν τῆς Θέμιδος, καὶ πρὸ πάντων περὶ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὰ ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§200ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἰς ποίας πόλεις θὰ συστηθῶσι τὰ δύο Πταισματοδικεῖα, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται ἐν μέρει ἡ προσθήκη τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ κεφαλαίου Αʹ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης; Διότι λέγει, ὅτι θὰ προστεθῶσι δύο Πταισματοδικεῖα.
§201ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ σᾶς δώσω ἀκριβῆ πληροφορίαν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὸ Ἄργος θὰ συστηθῇ τὸ ἕν· τὸ ἄλλο, δὲν ἐνθυμοῦμαί που.
§202ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ;...
§203ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ὄχι.
§204ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. ... Διότι παμψηφεὶ, νομίζω, ἡ ἐπιτροπὴ ἀποκρούει τὴν αὔξησιν ταύτην.
§205ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς αὐξήσεις δικαστηρίων οἱουδήποτε εἴδους ἢ βαθμοῦ, διότι αὗται γεννῶσιν ἀνάγκας, τὰς ὁποίας κατόπιν δυσκόλως ἡ ὑπηρεσία δύναται νὰ μειώσῃ. Φρονῶ ὅτι ἡ προσθήκη Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων καὶ ἄλλων τινῶν δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀναγκαία, διότι καὶ ὁ θεσμὸς τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ ὁ θεσμὸς τῶν πταισματοδικῶν χρῄζουσιν ἀναθεωρήσεως ἐπὶ περιορισμῷ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν καὶ οὐχὶ ἐπὶ αὐξήσει.
§206ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν τῶν Πταισματοδικείων, νομίζω, ὅτι τοῦτο ὑπηρετεῖ τὴν ταχυτέραν ἐνέργειαν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς τὰς ἀνακρίσεις, διότι οἱ πταισματοδίκαι, εἰδικῶς ἀσχολούμενοι περὶ τὰς ἀνακρίσεις, περατόνουσι καὶ τὰς παραγγελίας τὰς ἀνατιθεμένας εἰς αὐτούς. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν σύστασιν Εἰρηνοδικείων, τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας. Ὑπάρχουσι νῆσοι τοῦ Αἰγαίου πελάγους, ὅπου δὲν ὑπάρχει συμβολαιογραφεῖον, ἡ δὲ κατάργησις τῶν Εἰρηνοδικείων συνεπήγαγε τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ δὲν δύνανται οὔτε συμβόλαιον νὰ κάμουν, οὔτε διαθήκην, οὔτε πληρεξούσιον. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ συγκοινωνία μεταξὺ τῶν νήσων εἶναι δυσχερεστάτη ἐν καιρῷ χειμῶνος, διότι μένουσιν ἀποκεκλεισμέναι αἱ νῆσοι ἐκεῖναι ἐπὶ ἕξ μῆνας πολλάκις, εἶναι σκληρὸν τοὺς πολίτας αὐτοὺς τοῦ Βασιλείου νὰ τοὺς καταδικάζωμεν νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐνεργήσωσιν ὅ,τι οἱ ἄλλοι πολῖται δύνανται προχείρως νὰ πράξωσι, καὶ νὰ ὑποχρεῶνται νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Σῦρον, ἢ εἰς ἄλλην γειτονικὴν νῆσον, ὅπως ἐκτελῶσι πράξεις ἀστικάς. Τοῦτον καὶ μόνον τὸν σκοπὸν ἔχει ἡ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, συνεπείᾳ παραστάσεων ἐπανειλημμένων τῶν κατοίκων δι’ ἀναφορῶν. Ἔστειλα μάλιστα καὶ ἀπεσταλμένον, διὰ νὰ παρατηρήσῃ, καὶ μοὶ παρέστησε καὶ οὗτος τὴν ἀνάγκην.
§207ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης βεβαίως ἀνέφερεν ἡμῖν τὰ ὑποβαλλόμενα αὐτῷ παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ βεβαίως ἡ ὑπηρεσία πάντοτε θέλει εὐχερῶς νὰ δύνηται νὰ ἐκπληροῖ τὰ ἑαυτῆς καὶ ὡς οἷόν τε διὰ πλείονος προσωπικοῦ· ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν τὴν ἀντίθετον ἐντολὴν, ἤτοι ὡς οἷόν τε δι’ ὀλιγωτέρας δαπάνης νὰ ἀνταποκρινώμεθα εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παμψηφεὶ — καὶ Συμπολίτευσις καὶ Ἀντιπολίτευσις — ὁμοφώνως, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κυρίου Σιμοπούλου, ὅστις εἶναι ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης καὶ βεβαίως γνωρίζει τὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, παμψηφεὶ ὁμολογεῖ, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ δαπάνη αὕτη, ἡ αὔξησις δηλαδὴ τεσσάρων περιπλέον δικαστηρίων, δύο Εἰρηνοδικείων καὶ δύο Πταισματοδικείων. Μήπως εἴμεθα εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν τόσα πολλὰ χρήματα, ὥστε νὰ δαπανῶμεν εἰς αὐξήσεις θέσεων καὶ δημιουργίαν δικαστηρίων; Ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην οἰκονομιῶν καὶ μεγίστων οἰκονομιῶν, μέχρι γλισχρότητος, εἰ δυνατόν, καὶ ὅμως ἐρχόμεθα καὶ αὐξάνομεν τὰς θέσεις αὐτάς, καὶ δὴ ἐναντίον τῆς γνώμης αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς, αὐτοῦ τοῦ κ. πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅστις παμψηφεὶ μετὰ τῆς ὁλομελείας τῆς ἐπιτροπῆς ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γένηται ἡ δαπάνη αὕτη! Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται εὐπρεπῶς νὰ ψηφίσῃ τοιαύτας αὐξήσεις δαπανῶν. Ἄν θέλῃ ἡ πλειονοψηφία νὰ τὰς ψηφίσῃ, εἶναι ἐλευθέρα, ἀλλὰ θὰ τὸ μετανοήσῃ.
§208ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδέποτε θὰ προεκάλουν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς εἰς αὔξησιν ἐν οὕτω κρισίμοις περιστάσεσι,—διότι, ἂν πονῆτε ὑμεῖς τὸ Κράτος, βεβαίως τὸ πονῶ καὶ ἐγώ,—ἀλλ’ ἐπείσθην νὰ προτείνω τὴν αὔξησιν ταύτην, ἀφοῦ ἐκ πείρας ἀνεγνώρισα, ὅτι τὰ παράπονα τῶν φορολογουμένων τούτων τοῦ Βασιλείου ἦσαν βάσιμα. Ἐκ τοῦ ὅτι ὁ προκάτοχός μου Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὴν κατάργησιν τῶν Εἰρηνοδικείων ἐκείνων, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἀνεγνώρισε καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς καταργήσεως· διότι ἦτο ἁπλῶς μία δοκιμή. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους κατηργήθησαν ὀκτὼ Εἰρηνοδικεῖα, καὶ ἐν τούτοις, ὅταν ὁ κ. Σιμόπουλος ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου, δὲν προέβη εἰς ὅλων τῶν Εἰρηνοδικείων τὴν κατάργησιν, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν τῶν τεσσάρων. Τὰ καταργηθέντα δὲ Εἰρηνοδικεῖα ἦσαν ἱδρυμένα εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου. Ἐλήφθη δὲ ὑπ’ ὄψιν πρὸς κατάργησιν αὐτῶν ἡ ὀλίγη ἐργασία, τὴν ὁποίαν τὰ Εἰρηνοδικεῖα ταῦτα διεξάγουσιν, ἀλλὰ δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καταργουμένων τῶν Εἰρηνοδικείων δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον συμβολαιογράφος. Ἴσως μοὶ εἴπητε: «ἂς διορισθῇ συμβολαιογράφος, καὶ τότε ἀναπληροῦται ἡ ἔλλειψις.» Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐν ταῖς μικραῖς καὶ ἀπομεμακρυσμέναις ἐκείναις νήσοις οὐδεὶς ὑπάρχει ἔχων τὰ προσόντα τοῦ συμβολαιογράφου, οὐδὲ δέχεταί τις, διὰ νὰ συντάξῃ δέκα συμβόλαια κατ’ ἔτος, νὰ μεταβῇ ἐξ ἄλλης περιφερείας καὶ νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὴν Σίκινον ἢ εἰς τὴν Φολέγανδρον ὡς συμβολαιογράφος. Ἡ τοιαύτη ἀνάγκη κατέδειξεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἀνασύστασιν τῶν Εἰρηνοδικείων τούτων.
§209ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται νὰ συστηθῶσιν εἰς νήσους τοιαύτας, ὁποίας ἀνεφέρατε, κύριε Ὑπουργέ;
§210ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πρὸ παντὸς θὰ προτιμηθῶσιν ἐκεῖναι, ἐν αἷς ἡ ἀνάγκη εἶναι μεγαλειτέρα καὶ μᾶλλον ἐπείγουσα.
§211ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς νήσου, ὅπου τοιαύτη παρίσταται ἀνάγκη, δὲν θὰ ἔλεγε κἀνεὶς τίποτε· ἀλλ’ ἐκ τῆς προκληθείσης δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ φαίνεται, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἱδρυθῶσι τὰ τέσσαρα ταῦτα Εἰρηνοδικεῖα εἰς νήσους τοιαύτας. Ἴσως ἓν ἢ δύο πρόκειται νὰ συστηθῶσιν εἰς τοιαύτας νήσους. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη αὕτη ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὁπότε εἴχομεν ἄλλας αἰσιωτέρας ἐλπίδας περὶ συνομολογήσεως δανείου, περὶ διασώσεως τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς πτωχεύσεως. Ἂν δὲ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ὁ προκάτοχός σας δὲν διεῖδε τὴν τοιαύτην ἀνάγκην, τόσον ἐπιτακτικὴν καὶ ἐπιβάλλουσαν, καὶ δὲν προέβη εἰς τὴν πλήρωσιν, πολὺ ἐπιφυλακτικώτερος ἔπρεπε νὰ ἦναι τὴν σήμερον ὁ διάδοχός του, ὅτε τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς πτώχευσιν. Διὰ τοῦτο βεβαίως ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ἔχων σύμφωνα πρὸς τοῦτο καὶ τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀδιακρίτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως, ἐξέφρασε τὴν γνώμην, ὅτι, προκειμένου νὰ δημιουργηθῶσιν οὕτω πως δαπάναι νέαι διὰ τὸ Κράτος ἐκ 53,000 δραχμῶν, καλὸν θὰ ἦτο ἡ αὔξησις αὕτη νὰ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλους καιρούς. Ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο εἰς θέσιν, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητός του, ὡς πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὡς ἐντριβὴς περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, νὰ μελετήσῃ τὰς ἀνάγκας καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, καθ’ ὃ δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος καιρὸς νὰ προβῶμεν νῦν εἰς τὴν τοιαύτην αὔξησιν δαπανῶν ἐκ δρ. 53,000. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ὤφειλε νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ δικαιολογήσῃ τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμόν του· ἀλλ’ ἴσως νομίζει, ὅτι εἶναι τόσον αὐτόδηλος ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ ἔκθεσίς του, ὥστε κρίνει περιττὸν νὰ δικαιολογήσῃ αὐτήν. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ἀπαρτίζων μέρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐπικηρυξάσης τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, ἔπρεπε νὰ φανῇ τὰ μάλα φειδωλός, ὅπως μὴ δαπανήσῃ ὄχι 53,000 δραχμὰς, ἀλλ’ οὔτε 53 λεπτὰ περιπλέον.
§212ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπανορθώσω ἓν λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεπέσατε. Αἱ 53,000 δραχμαὶ δὲν ἀφορῶσιν ὁλόκληροι εἰς τὴν ἀνασύστασιν τῶν Εἰρηνοδικείων· διότι, ἂν ἠθέλατε λάβει τὸν κόπον νὰ ἀνατρέξητε εἰς τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία συνοδεύει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἐβλέπατε ὅτι ζητεῖται πίστωσις 23,000 δραχμῶν πρὸς νομιμοποίησιν δαπάνης, γενομένης πέραν τῆς πιστώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ψηφισθέντος, δηλαδὴ ὡς πρὸς τὰ 4 Εἰρηνοδικεῖα τὰ διατηρηθέντα. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὑμεῖς ὁμιλεῖτε περὶ οἰκονομιῶν, ἀφοῦ ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς, ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ὁποίου διετελεῖτε ὑμεῖς ὡς Ὑπουργὸς, ἀνασυνιστᾷ ἢ μᾶλλον συνιστᾷ κατὰ πρῶτον Εἰρηνοδικεῖον ἐν ἄκρᾳ τινὶ τῆς Τριφυλίας, ἐν Ἀετῷ, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης, καὶ τοῦτο πρόσθετον καὶ παρὰ τὴν πίστωσιν τὴν κεχορηγημένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀνάγκη δὲ τῶν οἰκονομιῶν δὲν παρίσταται σήμερον, ἡ ἀνάγκη τῶν οἰκονομιῶν παρέστη ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀνελάβετε ὑμεῖς νὰ κυβερνήσητε τὸ Κράτος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ προκάτοχός μου κ. Σιμόπουλος δὲν ἔμεινεν, ὥστε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν προϋπολογισμὸν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, διὰ νὰ κατίδῃ τὰς συνεπείας τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ὡς δοκιμαστικὸν, οὕτως εἰπεῖν, ἐφήρμοσε, διότι κατὰ τὸν Ἀπρίλιον ἀπεχώρησε, δηλ. σχεδὸν μετ’ ὀλίγον ἀφ’ ἧς ὁ προϋπολογισμὸς ἤρχισε νὰ ἐφαρμόζηται. Αἱ συνέπειαι τῆς καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων κατεδείχθησαν κατόπιν, ὅτε δ’ ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τότε εὗρον τὰς συνεπείας ταύτας καταδηλουμένας, καὶ ἀφοῦ ἐπείσθην, ὅτι τὰ ἐπελθόντα ἄτοπα ἐδέοντο θεραπείας, προέβην εἰς τὸ μέτρον, τὸ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προτεινόμενον. Διὰ τοῦτο καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, περιμένων νὰ πεισθῇ ἐκ τῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀναπτυχθησομένων, καὶ νὰ ἴδῃ, ἂν ὤφειλε νὰ ἐπιμείνῃ ἢ ὄχι εἰς τὴν γνώμην ἐκείνην.
§213ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ σαφῶς ἐξεφράσθην, ὥστε νὰ μὴ περιστῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ παρεξηγήσῃ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὅλαι αἱ αἰτούμεναι αὐξήσεις πιστώσεων παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀνέρχονται εἰς 53,000 δρ. Ἐννοεῖται ὅτι αἱ αὐξήσεις αὗται δὲν περιορίζονται μόνον εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα· εἶναι καὶ τόσαι ἄλλαι αὐξήσεις, αἵτινες ἀπαριθμοῦνται καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν εὔκαιρον τὴν περίστασιν ταύτην, ἵνα ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ προκατόχου του, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι οὗτος, παραβαίνων τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, προέβη εἰς τὴν σύστασιν ἑνὸς Εἰρηνοδικείου καὶ καθ’ ὃν χρόνον εἶχε τὴν ἰδέαν τῆς ἀνάγκης τῶν οἰκονομιῶν· ἐντούτοις ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν σήμερον καὶ ζητεῖ διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης νὰ διατηρήσῃ αὐτό. Καθ’ ὃν χρόνον λοιπὸν διὰ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται, ὅτι αὐτὸς ἀποδέχεται ὡς ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐκείνου, δὲν τῷ ἐπετρέπετο, νομίζω, νὰ ἐκφράσῃ τοιαύτην μομφὴν κατὰ τῶν προκατόχων του. Ἂν τῷ ὄντι εἶχε τοιαύτην πεποίθησιν, ἔπρεπε νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Εἰρηνοδικείου. Ἂν εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἦτο παράνομος καὶ περιττὴ ἡ σύστασις αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν καταδίωξιν τοῦ συστήσαντος αὐτὸ προκατόχου του. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας κενὰς ἀπειλὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν ἄλλον τινὰ σκοπὸν, παρὰ μόνον νὰ ἀπασχολήσωσιν ἐπί τινα λεπτὰ τὴν Βουλήν. Ὡς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς Δικαιοσύνης, νομίζω ὅτι ἀδικεῖ τὸν προπροκάτοχόν του, ἂν νομίζῃ, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐπεψηφίζετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893, δὲν ἦτο εἰς θέσιν αὐτὸς νὰ γινώσκῃ τοιαύτας ἀνάγκας καὶ νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰς ἀπαιτουμένας δαπάνας. Ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος διετέλει Ὑπουργὸς ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας, ὅτε συνεζητήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893, ἦτο ἄρα εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ τὰς τοιαύτας ἀνάγκας, ὥστε νὰ ὑποστηρίξῃ τότε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναγραφῆς τῆς προσθέτου ταύτης δαπάνης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ βαρύτητα ἐπὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι εἶναι πολὺ χειροτέρα ἡ οἰκονομικὴ θέσις τοῦ Κράτους τὴν σήμερον ἀφ’ ὅ,τι ἦτο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ διαδόχου του κ. Σωτηροπούλου. Τὸ Κράτος τότε εἶχεν ἐλπίδα τινὰ νὰ ἐξέλθῃ διασῶζον ἀκεραίαν τὴν πίστιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὴν σήμερον, ἀφοῦ ἐκηρύχθη ἐπισήμως ἡ χρεωκοπία του, νομίζω ὅτι εἶναι ὅλως ἄτοπον νὰ λέγῃ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τοὺς πιστωτάς μας, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς περικόπτομεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν, ἰδοὺ ἔχομεν χρήματα νὰ δαπανῶμεν δι’ ἀνάγκας, τὰς ὁποίας πρὶν δὲν εἴχομεν, ἀλλὰ νῦν δημιουργοῦμεν.
§214ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ περικόπτωμεν πᾶσαν περιττὴν δαπάνην εἰς τὴν οἰκονομικὴν θέσιν, εἰς ἣν περιήλθομεν σήμερον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι μεγαλειτέραν ἀνάγκην ἔχομεν νὰ βελτιώσωμεν ἐπὶ τέλους τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ ἰδίως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐπανειλημμένως ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο λόγος καὶ κατεδείχθη ἐκ τῶν ἐπισήμων πινάκων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι πλέον τῶν 100,000 ἐκκρεμῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ὑπάρχουσιν εἰς τὰ διάφορα ἀνακριτικὰ γραφεῖα τοῦ Κράτους, ὅτι ἑπομένως ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη περιῆλθεν εἰς πλῆρες δικαιοστάσιον. Πᾶσα δαπάνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς βελτίωσιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, δὲν πρέπει νὰ ἀποκρούηται ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ βελτίωσις αὐτῆς θὰ δώσῃ νέας προσόδους, ἱκανοποιούσας τὰς δαπάνας. Κυριώτερος λόγος τῆς βραδυτάτης ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης εἶναι ἡ ἔλλειψις ἀνακριτικῶν ὀργάνων, ἐξ ὧν ἐπιτηδειότερα εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην εἶναι βεβαίως οἱ εἰρηνοδίκαι τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίως οἱ πταισματοδίκαι, οἱ εἰδικῶς καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτὴν ἐνασχολούμενοι. Ἐν τούτοις, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐπισήμους καταστάσεις, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ὑπὲρ τὰς 60,000 ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις ὑπάρχουσι παρὰ τοῖς εἰρηνοδίκαις, καὶ ὁ ἀριθμὸς οὗτος αὐξάνει καθ’ ἑκάστην, ἕνεκεν ἀνεπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ. Ἡ κατάστασις αὕτη προξενεῖ ἀληθῶς αἶσχος εἰς τὴν πατρίδα μας. Πρέπει λοιπὸν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ θεραπείας αὐτῆς, συνιστῶντες Πταισματοδικεῖα παντοῦ, ὅπου εἶναι ὑπέρογκος ἡ ἐκκρεμὴς ποινικὴ ἐργασία.
§215ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ῥιζικῶν μέτρων. Νομίζω δὲ, ὅτι καθῆκον ἔχω καὶ ἐγώ, ὅστις ὡμίλησα ἐπανειλημμένως περὶ οἰκονομιῶν, νὰ ὑποστηρίξω τὴν γενομένην πρότασιν, ὅπως μὴ ψηφισθῶσιν αἱ προτεινόμεναι αὐξήσεις, ἐκτὸς δύο ἢ τριῶν, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς νήσους. Τοσούτῳ μᾶλλον νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον, διότι σπανιώτατα συμβαίνει νὰ ὑποστηρίξω τὰς γνώμας τοῦ κ. Σιμοπούλου. Εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, κατ’ ἐξαίρεσιν, διότι γνωρίζει τὴν κατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω, τί εἶπεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις ἐπὶ πλέον διὰ τὸ 1894 ἠδύναντο νὰ δικαιολογηθῶσιν ἐν ἐποχῇ κρείσσονος καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὡς ἐκ ταύτης δὲ τὰ πλεῖστα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς κρίνουσιν ἀναγκαῖον νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἰδίως ἐπὶ τῶν προτεινομένων νέων πιστώσεων πρὸς πλήρωσιν 4 θέσεων εἰσαγγελέων, πρὸς σύστασιν δύο νέων Πταισματοδικείων καὶ πρὸς ἀνασύστασιν 4 Εἰρηνοδικείων, καθόσον φρονοῦσιν, ὅτι δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως καὶ ἄνευ τῶν προσθηκῶν τούτων κατὰ τὸ ἀρξάμενον ἔτος.» Ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἀναμφισβητήτως ἡ γνώμη ἐνταῦθα πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ διότι διῆλθε διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ διότι ἀσχολεῖται περὶ τὰ οἰκονομικά, ποιεῖται ὀρθὴν πρότασιν. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν αὐτοῦ, προσθέτω δὲ, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι βελτίωσις αὐτῆς, ἔν τισι μάλιστα περιπτώσεσιν εἶναι καὶ χειροτέρευσις. Καλλίτερον ἐκτελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἓν πρόσωπον καλῶς ἀμειβόμενον, παρὰ δύο πρόσωπα ἀνεπαρκῶς ἀμειβόμενα. Νομίζω ὅτι ἡ προτεινομένη αὔξησις οὐδεμίαν θὰ φέρῃ βελτίωσιν, εἶναι μάλιστα καὶ ἀδικαιολόγητος εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις.
§216ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς πρὸς τὴν ἀνασύστασιν τῶν καταργηθέντων Εἰρηνοδικείων, ἔχει δίκαιον, ἀλλ’ ἀποδεικνύει τὴν Κυβέρνησιν, ἧς ἀποτελεῖ μέρος, παραπαίουσαν καὶ μὴ γνωρίζουσαν τί πράττει, ὅταν νομοθετῇ. Ἡ ἰδία Κυβέρνησις πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους κατήργησε τὰ Εἰρηνοδικεῖα, ἐμοῦ ἀντιλέγοντος, σήμερον δὲ ἔρχεται νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ σφάλμα της, τὴν πλάνην αὐτῆς, πλάνην ὁμοίαν ἐκείνης, ἡ ὁποία πάντοτε χαρακτηρίζει τὴν Κυβέρνησιν Τρικούπη. Δὲν ἀδικῶ τοὺς διαφωνοῦντας πρὸς ἐμὲ φίλους συναδέλφους, οἵτινες, χερσαῖοι ὄντες, νομίζουσιν ὅτι δὲν διαφέρει νὰ διατρέχῃ τις ἀπόστασιν διὰ ξηρᾶς καὶ νὰ διέρχηται ἔστω κρημνώδη μέρη ἀπὸ τοῦ νὰ διέρχηται τρικυμιώδη θάλασσαν ἐν ὥρᾳ χειμῶνος. Μόνον ὁ ἔχων τὴν θείαν δύναμιν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναται νὰ διέρχηται ἀσφαλῶς βαδίζων ἐπὶ τῆς θαλάσσης. Ἀδυνατοῦσι νὰ διέλθωσι τὰς θαλάσσας ἐκείνας οἱ ἀτυχεῖς κάτοικοι τῶν μικρῶν ἐκείνων νήσων, ἀφοῦ καὶ ἀτμοπλοίων καὶ ἰστιοφόρων πλοίων στεροῦνται. Ἔλεγον πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους, παραπονούμενος κατὰ τῆς ἀδικίας τῆς προσγινομένης παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς νήσους ἐκείνας, ὅτι ἀποθνήσκοντες οἱ ἄνθρωποι δὲν δύνανται νὰ συντάξωσι διαθήκην, ὡς μὴ ἔχοντες τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ὅτι δὲν δύνανται νὰ συντάττωσι προικοσύμφωνα καὶ ἐν γένει πᾶσαν πρᾶξιν ἀφορῶσαν εἰς τὰς βιωτικὰς αὐτῶν ἀνάγκας. Ἔλεγον, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῶν Εἰρηνοδικείων δὲν θὰ ἦναι τόσον ἐπαισθητὴ, διότι αἱ δικαστικαὶ διαφοραὶ εἶναι ἐλάχισται, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἔχουσιν ἀνάγκην ἑνὸς μνήμονος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπισημοποιῇ τὰς πράξεις τῶν βιωτικῶν ἀναγκῶν των· στερούμενοι δὲ τοιούτου μνήμονος, ὑφίστανται σπουδαίας ζημίας. Ἀδικοῦσι λοιπὸν τοὺς κατοίκους τῶν νήσων ἐκείνων οἱ νομίζοντες ὅτι δὲν πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ἐπανορθωθῇ ἀδικία, προσγινομένη ἐκ πλάνης αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, ἐνῷ ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ χειροκροτήσωμεν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, καίτοι παραπαίων πάντοτε, ἀναγνωρίζει σήμερον τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν εἰς ὄχι πολὺ μεμακρυσμένην ἐποχήν. Ὁ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτὴς συνεπλήρωσε τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰπὼν ὅτι πρέπει νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὰ Εἰρηνοδικεῖα, διότι εἶναι ἀνεπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπέρχεται ἡ πληθὺς τῶν ἐκκρεμῶν πταισματικῶν ὑποθέσεων· ἀλλὰ, μὲ ὅλην τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τὰ ποινικὰ, δὲν ἔχει σχετικῶς δίκαιον. Ἡ πληθὺς τῶν ἐκκρεμῶν πταισματικῶν ὑποθέσεων δὲν προέρχεται ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Εἰρηνοδικείων, διότι γνωρίζομεν, ὅτι ἀπὸ πρωΐας ἕως ἑσπέρας ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ οἱ ἐν ταῖς μικραῖς κοινωνίαις εἰρηνοδίκαι κάθηνται ἐν τοῖς καφενείοις, χαρτοπαίζοντες, καπνίζοντες, διασκεδάζοντες, ἐπ’ ἐλάχιστον δὲ ἀσχολούμενοι περὶ τὰ δικαστικά. Ἀπορῶ δὲ, ὅτι, μὲ ὅλην τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὁ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτὴς, δὲν ἀνεῦρε τὸν λόγον τῆς πληθώρας τῶν ἐκκρεμῶν πταισματικῶν ὑποθέσεων. Ἐπικροτῶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν ἀνασύστασιν τῶν Εἰρηνοδικείων τῶν νήσων, δὲν δικαιολογῶ ὅμως αὐτὸν διὰ τὴν ἀνασύστασιν θέσεων εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων. Εἶναι πολυτέλεια, ἡ ὁποία οὐδένα ἄλλον ἔχει σκοπὸν ἢ τὴν ἐκπλήρωσιν κομματικῶν ἀναγκῶν καὶ ἀπαιτήσεων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ κεφαλαίου 1 ἐκ δρ. 2,146,920. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 3, 4, καὶ 5 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 6. «Ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων δρ. 90,017».
§218ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ νὰ προστεθῶσι δρ. 1872.05.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 6 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον 7. «Ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων δραχ. 9,742».
§220ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι δραχ. 724.25.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον 7 μετὰ τῆς προσθήκης τῶν δρ. 724.25 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ κεφάλαια, 8 καὶ 9, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐκ δραχ. 5,393,561.10).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 1 μετὰ τῶν ἄρθρων αὐτοῦ, ὡς ἔχει, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 2. «Διοίκησις ἐπαρχιῶν. Ἄρθρον 1. Προσωπικὸν τῶν Νομαρχείων δρ. 309,480».
§224ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Νομίζω πολυτέλειαν τὴν ἀναγραφομένην πίστωσιν διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Νομαρχιῶν. Ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντιλαμβάνομαι, τὸ προσωπικὸν τῶν Νομαρχιῶν ἐπὶ τοσοῦτον περιττεύει, ὥστε οἱ ὑπάρχοντες εἰς ἑκάστην Νομαρχίαν ὑπάλληλοι δὲν εὑρίσκουσι θέσιν εἰς τὸ νομαρχιακὸν κατάστημα, ἵνα ἐργασθῶσι. Δηλαδὴ εἰς ἑκάστην Νομαρχίαν — δὲν λέγω περὶ τῆς Νομαρχίας Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἡ ὁποία τίς οἶδε πόσον ἀριθμὸν γραμματέων καὶ γραφέων ἔχει, ἀλλὰ περὶ τῶν λοιπῶν Νομαρχιῶν, — ἔχομεν νομάρχην, ἔχομεν διευθυντὴν Νομαρχίας, ἔχομεν γραμματέα Αʹ τάξεως, ἔχομεν δύο γραμματεῖς Βʹ τάξεως, ἔχομεν τρεῖς γραφεῖς, ἔχομεν ἕνα πρωτοκολλητὴν καὶ ὅλον τὸ παρακόλουθον προσωπικόν, καὶ ἕνα δημολογιστήν, καὶ μάλιστα εἴς τινας Νομαρχίας ἔχομεν δύο τοιούτους.
§225ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν πληρόνει τὸ Δημόσιον τοὺς δημολογιστάς.
§226ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐπὶ τέλους ἐπιβαρύνεται τὸ Δημόσιον, διότι ἀναγκάζεται νὰ ἐνοικιάζῃ μεγαλείτερον κατάστημα, διὰ νὰ χωρῇ αὐτὸς ὁ ἄπειρος ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἂς ἦναι, τοὺς δημολογιστὰς σᾶς τοὺς χαρίζω. Ἐγὼ λέγω διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς πληρονομένους ἀπὸ τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Πρὸς τί, παρακαλῶ, αὐτὴ ἡ πολυτέλεια; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχητε δύο γραμματεῖς Βʹ τάξεως; εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχητε τρεῖς γραφεῖς, ἀφοῦ ὅλη ἡ ὑπηρεσία δύναται νὰ ἐκτελῆται ἀπὸ ἕνα καὶ μόνον ὑπάλληλον; Ἔχετε γραμματέα Αʹ τάξεως καὶ διευθυντὴν Νομαρχίας. Εἰς τί χρησιμεύουν, παρακαλῶ, οἱ γραμματεῖς Βʹ τάξεως; Ἔχετε γραφέα καὶ πρωτοκολλητήν. Εἰς τί χρησιμεύουσιν οἱ δύο ἕτεροι γραφεῖς; Αὐταὶ εἶναι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐπαγγέλλεσθε; Δι’ αὐτῶν θέλετε νὰ ἀνορθώσητε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; Συνέχεια τοῦ συστήματός σας ἄνευ τέλους, πολυτέλεια! Καὶ μετὰ τὴν χρεωκοπίαν τὸ ἴδιον σύστημα ἐξακολουθεῖτε! Εἶσθε ἀδιόρθωτοι, καὶ δὲν θὰ διορθωθῆτε, ἐφ’ ὅσον δὲν συναισθανθῆτε, ὅτι διὰ τῆς οἰκονομίας ἐπὶ τέλους θὰ ἐπιτευχθῇ ποιά τις διόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν... Γελᾶτε, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ ἐγελᾶτε διὰ τὸ σύστημά σας αὐτὸ ἐπὶ δέκα ἔτη, ἀλλ’ εἴδετε ποῦ ἐφθάσατε ἐπὶ τέλους!
§227ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν παρετηρήσατε, φαίνεται, ὅτι ἐγένετο οἰκονομία εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Νομαρχιῶν ἐκ δραχμῶν 26,880, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται περισσοτέρα οἰκονομία, καθόσον δὲν εἶναι πανταχοῦ τόσοι γραμματεῖς, ὅσους λέγετε.
§228ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐγὼ γνωρίζω ἀπὸ τὴν Νομαρχίαν τῆς Σύρου.
§229ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκεῖ δυνατὸν νὰ ἦναι τόσοι, διότι αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ἐπιβάλλουσι νὰ ἦναι, ἀλλ’ εἰς ὅλας τὰς ἄλλας Νομαρχίας δὲν εἶναι τοσοῦτος ὁ ἀριθμός. Ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ περικοπῇ ὁ ἀριθμὸς ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας, περιεκόπη· περισσότερον δὲν ἦτο δυνατόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ κεφαλ. 2 ἐκ δραχ. 401,210).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 3. «Δημοσία ἀσφάλεια».
§231ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ τέλος τοῦ κεφαλαίου 3 νὰ προστεθῇ ἄρθρον 14, ἔχον οὕτω (ἀναγινώσκει): «Στολαὶ ἀστυφυλάκων, ἐδάφ. αʹ) Προκαταβολὴ διὰ κατασκευὴν στολῶν ἀστυφυλάκων διὰ κρατήσεως ἐκ τῶν μισθῶν αὐτῶν μετὰ πιστώσεως δρ. 100,000». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–7 τοῦ κεφαλ. 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8. «Ἀστυφύλακες ἀστυνομίας τοῦ λοιποῦ Κράτους δρ. 1,437.940».
§233ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τὸ προσωπικὸν τῶν ἀστυφυλάκων κύριε Ὑπουργέ, εἶναι ἀνεπαρκές· ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω, ὅτι εἰς τοὺς δήμους Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου, δηλ. διὰ πληθυσμὸν 35 χιλιάδων κατοίκων, ἔχετε ἀνεπαρκέστατον προσωπικὸν, ἔχετε μόνον περὶ τοὺς 20 ἀστυφύλακας.
§234ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόσοι κλητῆρες ἦσαν πρότερον;
§235ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἑβδομήκοντα εἶχεν ὁ δῆμος Ἑρμουπόλεως καὶ περὶ τοὺς 5 ἢ 6 ὁ δῆμος Σύρου.
§236ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τόπους βεβαίως ὁ ἀριθμὸς δὲν συνεπληρώθη.
§237ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Διὰ τοῦ ἀναγραφομένου ποσοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναβιβάζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων;
§238ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων κατὰ τόπους δὲν συνεπληρώθη, τὸ ποσὸν ὅμως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιελήφθη ὁλόκληρον διὰ πλήρη τὸν ἀριθμόν.
§239ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ μάθω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ κεφαλαίου 3 μετὰ τοῦ προστεθέντος ἄρθρου 14).
§240ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 3 τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διὰ νὰ δείξω πόσον ἀσυνεπὴς φαίνεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐδόθησαν πλήρεις καὶ ἀνεπιφύλακτοι διαβεβαιώσεις ὅτι δὲν θέλει φέρει αὔξησιν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ὅτι αἱ εἰσφοραὶ τῶν δήμων ἀφ’ ἑνὸς καὶ αἱ οἰκονομίαι αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐπέλθει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀφ’ ἑτέρου ἤθελον καλύψει τὰς δαπάνας τῆς ἀστυνομίας ταύτης. Ἐπρόκειτο τότε ὄχι μόνον νὰ γείνῃ καλόν τι ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου. Σήμερον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας φθάνομεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι βαρύνομεν τὸν προϋπολογισμὸν δι’ 1,654,000 περίπου δραχμῶν, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν δαπάνην τῶν στολῶν, ἡ ὁποία γίνεται ἐπὶ ἀποδόσει.
§241ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀφαιρέσατε καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν.
§242ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφαιρῶ ὅλας αὐτάς. Αἱ δαπάναι τῆς ἀστυνομίας ἀνέρχονται εἰς 3,148,334 δρ. ἄνευ τῆς δαπάνης τῶν στολῶν. Κατὰ τὸ 1892, ὅτε δὲν εἴχομεν τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν 384,000 δρ. Ὑπολείπεται ἑπομένως ποσὸν δρ. 2,764,000, τὸ ὁποῖον δαπανῶμεν ἐπὶ πλέον ἐφέτος. Θὰ εἰσπράξωμεν (μολονότι ἔχω πολλὰς ἀμφιβολίας ἄν θὰ εἰσπράξωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ) δραχ. 1,200,000 ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων, ὑπολείπεται ποσὸν 1,564,000. Ἀνέτρεξα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἴδω, ἄν εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τὸ 1894 ἐπέρχηται οἰκονομία τις, καὶ εἶδον ὅτι οὐδεμία ἐπέρχεται ὄχι μόνον εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν...
§243ΤΣΑΜΑΔΟΣ....
§244ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸν πίνακα τὸν συγκριτικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, σελ. 6 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῇ στήλῃ «Διαφοραὶ ἐπὶ πλέον» βλέπω: «Μισθὸς ἀξιωματικῶν Ὑπουργείου ἐπὶ πλέον δραχ. 10,000.»
§245ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἂν τὸ ποσὸν ἦναι ἀναγεγραμμένον δὶς, δὲν θὰ πληρωθῇ. Προφανὲς λοιπὸν, ὅτι τοῦτο εἶναι λάθος. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὴν ἀστυνομίαν θὰ πληρώνωνται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπὸ τὸ κονδύλιον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· ἑπομένως ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§246ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ βλέπω, ὅτι ὑπάρχει ἐπὶ πλέον δαπάνη ἐφέτος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν 200,000 δραχμῶν περίπου, διότι δὲν ἔχετε τὴν ἐξουσίαν σεῖς, Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληρώσητε τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχει δαπάνη διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν 200,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1894 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1893.
§247ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ μείνῃ ἀδιάθετος ἡ πίστωσις, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ θέλουσι πληρωθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§248ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ 1893 ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπαρουσίαζεν οἰκονομίαν δαπάνης διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν 270,000 δραχμῶν. Ἐφέτος, κατὰ τὸ 1894, ἐκ τῶν 270,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπαρουσίαζεν ὡς οἰκονομίαν τὸ 1893, ἐπαναλαμβάνονται διὰ τὸ 1894 200,000 δραχμαί· ἑπομένως ἡ οἰκονομία, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωκῶν, ἀνέρχεται εἰς 70,000 δραχ. Ἑβδομήκοντα χιλιάδας δραχ. Λοιπὸν ὀφείλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ 1,564,000, αἵτινες παρουσιάζονται ὡς ὑπέρβασις δαπάνης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἑπομένως ἔχομεν νὰ δαπανήσωμεν διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ἐπὶ πλέον 1,500,000 δρ. ὡς ἔγγιστα. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῆς δαπάνης ταύτης, διότι ἡ ἐξέτασις τῶν λεπτομερειῶν ἤθελεν εἶναι ἐργασία, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ σήμερον εἰς θέσιν νὰ κάμῃ, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῆς ἐπὶ πλέον δαπάνης εἶναι 1,500,000 ὡς ἔγγιστα, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις εἶναι πλέον ἢ ὑπερβολικόν.
§249ΜΑΝΕΣΗΣ. Νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων κατεδείχθη ἀνεπαρκὴς, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ περιορισθῇ ἡ πολυτέλεια, ἥτις ὑπάρχει εἰς πολλὰ ἐν τῷ νόμῳ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐὰν ἐξετάσητε τὰς λεπτομερείας τῆς λειτουργίας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, θὰ ἴδητε ὅτι πράγματι ὑπάρχει πολυτέλεια, διότι βλέπετε ἐπιθεωρητὰς, βλέπετε ἀντισυνταγματάρχας τῆς χωροφυλακῆς, οἵτινες ἀπολαμβάνουν ἀποζημίωσιν 60 δραχμῶν κατὰ μῆνα· κατόπιν ἔρχονται τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουν εἰς 30,000 δραχμάς· ἐπίσης δύνασθε νὰ περιορίσητε τὰ ὑπερβολικὰ ἐνοίκια, καὶ περὶ τούτου δύνασθε νὰ λάβητε ἀφορμὴν ἀπὸ τοῦ κεντρικοῦ καταστήματος τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον πληρόνει 500 δρ. μηνιαῖον ἐνοίκιον, ὡς ἐλέχθη προχθές. Ἐὰν λοιπὸν περιορισθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι, δύναται νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων, ὁ ὁμολογουμένως ἀνεπαρκὴς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω ὅτι, ἐὰν σήμερον ἐπολλαπλασιάσθησαν τὰ ἐγκλήματα, τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ἀστυφυλάκων.
§250ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρέπει νὰ λάβητε, Κύριοι, ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος, κατὰ συνέπειαν οἱ ὑπολογισμοὶ δὲν δύνανται νὰ γείνωσι μετὰ τοσαύτης ἀκριβείας, ὥστε νὰ ἀναγράφωμεν τὰ πραγματικὰ ποσά. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐνοίκια, ἑπόμενον ἦτο νὰ πληρωθῶσι μεγαλείτερα κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, διότι αἱ ἀνάγκαι ἐπεῖγον καὶ ἦτο ὑπόχρεων τὸ Δημόσιον νὰ εὕρῃ ὁπωσδήποτε τὰ οἰκήματα, διὰ νὰ καταλύσουν οἱ ἀστυφύλακες· ἐλήφθη ὅμως ἡ πρόνοια, ὅπως τὰ οἰκήματα ταῦτα ἐνοικιασθῶσι δι’ ἓν ἔτος, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων ἑπομένως τὸ ἐρχόμενον ἔτος ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα μὴ πληρόνωνται τόσον μεγάλα ἐνοίκια. Ὅταν λάβῃ τις ὅμως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πανταχόθεν ἠγείροντο παράπονα, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ἀστυφυλάκων ἠσθένησαν καὶ οὐκ ὀλίγοι ἐξ αὐτῶν ἀπέθανον, τότε θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου νὰ μὴ πληρωθῶσι τοιαῦτα ἐνοίκια. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ κεφαλ. 3 ἐκ δραχ. 3,248,334. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ κεφάλαια 4 καὶ 5 μετὰ τῶν ἄρθρων αὐτῶν).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 6. «Δημοσία ὑγεία». (Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–4, ὡς ἔχουσι).
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. «Προσωπικὸν δημοσίων λουτρῶν».
§253ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Εἰς τὸ κεφάλαιον 6 παρατηρῶ, ὅτι ἀπηλείφθη ἡ συνήθης πίστωσις ἐν τῷ 5 ἄρθρῳ διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν δημοσίων λουτρῶν. Ὡς γινώσκομεν πάντες, διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ἐν τῷ Κράτει λουτρῶν διορίζονται κατὰ τοὺς μῆνας τῆς χρήσεως τῶν λουτρῶν, δηλ. δι’ ἓν τετράμηνον, ἰατροί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγκαιότατοι· διότι πῶς δύνανται νὰ λειτουργήσωσι τὰ λουτρὰ ἄνευ ἰατρῶν; πῶς θὰ μεταβαίνωσιν οἱ ἔχοντες ἀνάγκην τῶν λουτρῶν, χωρὶς νὰ εὑρίσκωσιν ἐν αὐτοῖς ἰατροὺς, τῶν ὁποίων φυσικῶς ἔχουσιν ἀνάγκην; Τοῦτο πρώτην ἤδη φορὰν συμβαίνει, καὶ παρατηρῶ τοῦτο, διότι καὶ ἐγὼ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἔλαβον ἀνάγκην λουτρῶν, καὶ μεταβὰς εἰς τὰ λουτρὰ δι’ ὀλίγας ἡμέρας, οὐδένα εὗρον ἰατρόν. Ἐρωτήσας δὲ πῶς συμβαίνει τοῦτο, ἔμαθον ὅτι, ἐπειδὴ εἷς ἰατρὸς ἐδήλωσε δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δωρεὰν ἀναλαμβάνει τὴν παροχὴν τῆς ἰατρικῆς συνδρομῆς του, τὸ Ὑπουργεῖον ἔπαυσε τὸν ὑπάρχοντα. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ ἰατρὸς οὗτος, μένων μακρὰν τῶν λουτρῶν, δὲν προσήρχετο, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡμέραν τινὰ μία γυνὴ ἔπαθεν ἐν τῷ λουτρῷ ἀπὸ λιποθυμίαν, καὶ ζητήσαντες ἰατρὸν, δὲν εὕρομεν τοιοῦτον...
§254ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ποῖα λουτρά;
§255ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τῆς Κύθνου... Ἠναγκάσθημεν δὲ οἱ παρατυχόντες ἐκεῖ νὰ κάμωμεν τὸν ἰατρόν. Παραλείπετε, κύριε Ὑπουργὲ, στοιχειῶδες καθῆκον, μὴ φροντίζοντες διὰ τὴν ὑγείαν τῶν συμπολιτῶν τας, ὅταν δὲν ἔχητε ἰατροὺς εἰς τὰ λουτρά. Καὶ μήπως ἡ δαπάνη εἶναι μεγάλη; Πρόκειται νὰ διορισθῶσιν ἐπὶ 4 μῆνας τέσσαρες ἢ πέντε ἰατροί, ἀνὰ εἷς εἰς ἕκαστον τῶν ὑπαρχόντων λουτρῶν, πρὸς 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα ἕκαστος τῶν ἰατρῶν.
§256ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τώρα θὰ ὑπάρχουν περισσότεροι ἰατροί.
§257ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀπατᾶσθε· δὲν ἔχετε πεῖραν τοῦ πράγματος. Ποῖος ἰατρὸς θὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πελατείαν του, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς μίαν ἐρημίαν διὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας; Οὐδείς. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, χάριν τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὀφείλετε νὰ ἐνδιαφέρησθε, νὰ ἀναγράψητε ἓν κονδύλιον μικρὸν δι’ ἰατροὺς εἰς τὰ λουτρὰ, καὶ νὰ κάμητε χρῆσιν αὐτοῦ, ἐὰν καὶ ὁπόταν παρουσιασθῇ ἀνάγκη.
§258ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἕκαστος ἔχει ἰδίαν γνώμην καὶ ἀντίληψιν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀσκῶ ἔργον φιλανθρωπίας καὶ ὅτι ἐξυπηρετῶ τοὺς λουομένους, μὴ διορίζων ἰατροὺς, διότι φρονῶ, ὅτι θέλουσι μεταβῆ εἰς τὰ λουτρὰ ἰατροὶ πολὺ καλλίτεροι ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσι διορισθῆ.
§259ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Τότε δύνασθε νὰ φρονῆτε ἀκόμη, ὅτι καὶ τὸ νερὸν δὲν ἀναβαίνει εἰς τὸν ἀνήφορον! Ἀλλὰ βεβαίως φρονεῖτε πράγματα μὴ δυνατὰ φυσικῶς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 6 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων καὶ προτάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν).
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 7. «Δημοσία οἰκονομία». (Ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
§261ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνταῦθα ὑπάρχει Φιλαρμονικὴ Ἑταιρία, ἥτις δὲν ἔχει σκοπὸν κατώτερον τῆς τοιαύτης ἐν Κερκύρᾳ, ἂν οὐχὶ τῆς παλαιᾶς, τοὐλάχιστον τῆς νέας. Ἀφοῦ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν Κέρκυραν δίδει 1500 δρ. πρὸς ὑποστήριξιν μιᾶς τέχνης ἀξίας πάσης ὑποστηρίξεως, νομίζω ὅτι καὶ εἰς τὴν Φιλαρμονικὴν Ἑταιρίαν Ἀθηνῶν πρέπει νὰ δίδῃ ποσόν τι.
§262ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ διαγραφῇ, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ συνδρομὴ ἐκ 500 δραχμῶν διὰ τὸν «Ὅμιλον τῶν Φιλομούσων» καὶ νὰ ὁρισθῇ τὸ κονδύλιον αὐτὸ διὰ τὴν «Φιλαρμονικὴν Ἑταιρίαν Ἀθηνῶν».
§263ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ μὴ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν «Ὅμιλον τῶν Φιλομούσων».
§264ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ὁ «Ὅμιλος τῶν Φιλομούσων» εἶναι Club, λέσχη.
§265ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ «Ὅμιλος τῶν Φιλομούσων» δὲν εἶναι Club, εἶναι σύλλογος καθαρῶς καὶ ἀποκλειστικῶς μουσικός. Ἐὰν εἰς τὴν Κέρκυραν δίδωμεν 1500 δραχμὰς πρὸς ὑποστήριξιν μιᾶς τέχνης, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅπου ὑπάρχουσιν ἤδη δύο σωματεῖα, καλλιεργοῦντα καὶ περιποιούμενα τὴν μουσικὴν, νὰ στερήσωμεν μικρᾶς συνδρομῆς εἴτε τὸ ἓν σωματεῖον εἴτε τὸ ἄλλο. Ἀμφότερα τὰ σωματεῖα ταῦτα πρέπει νὰ λάβωσι χορηγήματα. Καὶ ἂν τὸ χορήγημα τοῦτο δὲν πρόκηται νὰ τὰ συντηρήσῃ, θὰ χρησιμεύσῃ ὅμως ὡς ἔνδειξις ἠθικῆς ὑποστηρίξεως αὐτῶν καὶ τῆς εὐγενοῦς τέχνης, τὴν ὁποίαν καλλιεργοῦσι.
§266ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι ὁ «Ὅμιλος τῶν Φιλομούσων» ἀποτελεῖται ἁπλῶς ἀπὸ ἐραστὰς τῆς μουσικῆς εὐπόρους, δὲν σκοπεῖ τὴν διδασκαλίαν τῆς μουσικῆς εἰς μαθητὰς, οἱ ὁποῖοι νὰ διδάσκωνται αὐτὴν καὶ ὡς βιοποριστικὸν ἐπάγγελμα, ἐνῷ ἡ Φιλαρμονικὴ Ἑταιρία ἐκπληροῖ καὶ τὸν προορισμὸν αὐτόν. Διὰ τοῦτο νομίζω αὐτὴν ἀξίαν συνδρομῆς, ἐνῷ διὰ τὸν «Ὅμιλον τῶν Φιλομούσων», τὸν ὁποῖον ἄλλως ἐκτιμῶ ὡς τὰ μάλιστα χρήσιμον, δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ παράσχωμεν συνδρομὴν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ὅπως αἱ 500 δραχμαὶ, αἱ ἀναγραφόμεναι διὰ τὸν «Ὅμιλον τῶν Φιλομούσων», ἀναγραφῶσι διὰ τὴν Φιλαρμονικὴν Ἑταιρίαν Ἀθηνῶν.
§267ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε. Ὁ «Ὅμιλος τῶν Φιλομούσων» συνετέλεσεν ὑπὲρ πάντα ἄλλον σύλλογον πρὸς διάδοσιν τοῦ μουσικοῦ αἰσθήματος ἐν Ἀθήναις, χρησιμεύει δὲ ὡς κέντρον εὐαρέστου διαμονῆς τὸν χειμῶνα. Ἄλλοτε ἐδίδετο συνδρομὴ διὰ τὸ θέατρον· νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον σήμερον νὰ στερήσωμεν τὸν «Ὄμιλον τῶν Φιλομούσων» τῆς μικρᾶς αὐτῆς συνδρομῆς. Ἐγὼ δὲν ἔχω κἀνένα λόγον, ὅπως μὴ προστεθῇ καὶ ποσόν τι ὑπὲρ τῆς Φιλαρμονικῆς Ἑταιρίας, ἀλλ’ εἶναι ἄδικον νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τὸν «Ὄμιλον τῶν Φιλομούσων».
§268ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀνεγνώρισα τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας παρέσχεν ὁ «Ὄμιλος τῶν Φιλομούσων»· δὲν ἠρνήθην ταύτας, ὅπως προκαλέσω τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, νομίζω ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ διαθέσωμεν μικρόν τι ποσὸν, πρέπει νὰ τὸ διαθέσωμεν ὑπὲρ ἐκείνου τοῦ συλλόγου, ὁ ὁποῖος παρέχει μείζονας ὑπηρεσίας καὶ μᾶλλον καρποφόρους διὰ νέους πτωχοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐξερχόμενοι εἰς τὴν κοινωνίαν δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν μουσικὴν ὡς βιοποριστικὸν ἐπάγγελμα. Τοιοῦτος δὲ σύλλογος εἶναι ἡ Φιλαρμονικὴ Ἑταιρία. Καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι εἰς αὐτὴν πρέπει νὰ παρασχεθῇ ἡ συνδρομὴ τῶν 500 δραχμῶν. Ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους βελτιωθῶσι, βεβαίως τότε, ὅπως ἄλλοτε παρείχετο συνδρομὴ εἰς τὰ θέατρα, θὰ παρέχεται καὶ εἰς τὸν «Ὄμιλον τῶν Φιλομούσων». Καὶ σήμερον ἂν παρείχετο συνδρομή τις εἰς τὰ θέατρα, θὰ ἦτο δικαιολογημένη ἡ παροχὴ τοιαύτης καὶ εἰς τὸν «Ὄμιλον τῶν Φιλομούσων».
§269ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ συγχαίρω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὰς οἰκονομικὰς αὐτοῦ ἐφέσεις· ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἴδω τὰς ἐφέσεις ταύτας ἐφαρμοζομένας ἐπὶ τῶν δαπανῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι βεβαίως βαρύνουσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους σπουδαίως, οὐχὶ δὲ ἐπὶ τῶν γλίσχρων αὐτῶν χορηγημάτων, τὰ ὁποῖα πρὸς ἐνθάῤῥυνσιν μόνον παρέχει τὸ Δημόσιον. Νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν τὸ αἴσθημα τῆς μουσικῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι αἴσθημα ἐξημερώσεως καὶ θὰ συντελέσῃ πολὺ εἰς τὴν ἠθικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας, νὰ τὸ ὑποστηρίξωμεν. Ἀφοῦ δ’ ἐν Ἀθήναις ὑπάρχουσι δύο τοιοῦτοι ὅμιλοι, ἀσχολούμενοι εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ αἰσθήματος τούτου, καθ’ ὃν χρόνον δαπανῶμεν 4 καὶ 5 ἑκατομμύρια εἰς δαπάνας, τῶν ὁποίων αἱ πλεῖσται ἔχουσι βεβαίως τὸν χαρακτῆρα πολυτελείας, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀρνηθῶμεν τόσον γλίσχραν ἐπιχορήγησιν πρὸς ἐνθάῤῥυνσιν τοιούτων συλλόγων ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, δεικνυούσης ἁπλῶς τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῆς ὑπὲρ τοιούτων σκοπῶν.
§270ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἂν πρέπῃ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ διάδοσις τῶν μουσικῶν γνώσεων, ἀνάγκη πρὸ παντὸς ἄλλου σωματείου καὶ ἱδρύματος νὰ τύχῃ συνδρομῆς παρὰ τοῦ Δημοσίου τὸ ἐνταῦθα λειτουργοῦν Ὠδεῖον, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ὑπὸ τὴν σημερινὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ ἀποφέρει τοὺς ἀρίστους καρπούς. Ὑπὲρ τοῦ ᾨδείου ἤγειρα καὶ ἄλλοτε φωνὴν, καὶ νῦν θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ πράξω τοῦτο. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις εἶναι κάτοικος Ἀθηνῶν καὶ μέλος τοῦ ᾨδείου ὡς ἐκ περισσοῦ, δὲν ἔλαβε μέτρον, ὅπως προβῇ εἰς ἐπιχορήγησίν τινα ὑπὲρ αὐτοῦ. Τὰ ἄλλα σωματεῖα, καὶ αἱ δύο Φιλαρμονικαὶ τῆς Κερκύρας καὶ ἡ Φιλαρμονικὴ Ἀθηνῶν καὶ ὁ «Ὄμιλος τῶν Φιλομούσων», ἔχουσι μᾶλλον ὡς πρῶτον καὶ κύριον σκοπὸν τὴν τερπνὴν ἀσχολίαν τῶν μελῶν αὐτῶν, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον τὴν διάδοσιν τῶν μουσικῶν γνώσεων. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους εἶναι τοιαύτη, ὥστε διὰ τοιαύτας τερπνὰς ἀσχολίας νὰ δίδωνται ἐπιχορηγήσεις, τότε νομίζω ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ διατεθῶσιν αὗται ἐν δικαιοσύνῃ, καὶ ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ, ἵνα τὸ ποσὸν τὸ διατιθέμενον ὑπὲρ τῶν τοιούτων σωματείων τῆς Κερκύρας διατεθῇ καὶ ὑπὲρ τῶν ὁμοίων σωματείων τῶν Ἀθηνῶν. Εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει, ὅπως ἐν Κερκύρᾳ διαθέτετε 1000 δραχμὰς ὑπὲρ τῆς παλαιᾶς καὶ 500 ὑπὲρ τῆς νέας Φιλαρμονικῆς Ἑταιρίας, οὕτω καὶ ἐνταῦθα νὰ διαθέσητε 1000 δρ. ὑπὲρ τοῦ ᾨδείου καὶ 500 ὑπὲρ τῆς Φιλαρμονικῆς. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι διὰ τῆς ἐπὶ πλέον ταύτης δαπάνης τῶν 500 δραχμῶν πρόκειται νὰ καταστραφῶσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, τότε τοὐλάχιστον πρέπει νὰ διανείμητε τὸ ὑπάρχον ποσὸν ἀναλόγως εἰς τὰς δύο πόλεις, 1000 δρ. διὰ τὰς δύο Φιλαρμονικὰς Κερκύρας καὶ ἀνὰ 500 δρ. εἰς τὴν Φιλαρμονικὴν Ἑταιρίαν Ἀθηνῶν καὶ τὸν Ὅμιλον τῶν Φιλομούσων.
§271ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 500 δραχμὰς δι’ ἕκαστον τοιοῦτο σωματεῖον.
§272ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἅπαξ πρόνοια ὑπὲρ τοῦ ᾨδείου· διότι, ἂν ἦναι ἵδρυμα μουσικόν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν συντελεῖ εἰς τὴν διάδοσιν τῶν μουσικῶν γνώσεων, τοῦτο εἶναι αὐτό.
§273ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι ἀνάγκη νὰ ἀναπτυχθῇ τὸ μουσικὸν αἴσθημα παρὰ τῷ λαῷ καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦσι νὰ ἐνισχυθῶσι τὰ ἐνταῦθα καὶ ἐν Κερκύρᾳ μουσικὰ σωματεῖα, δὲν ἐννοῶ διατὶ ζητεῖτε τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ μουσικοῦ αἰσθήματος ἐν τῇ πρωτευούσῃ μόνον καὶ ἐν Κερκύρᾳ. Ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν Κερκύρᾳ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα σωματεῖα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀναπτύξωσι τὸ μουσικὸν αἴσθημα, διότι ἐδῶ ἔχομεν καὶ τὴν μουσικὴν τῆς φρουρᾶς, ἔχομεν καὶ πλουσίους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ συντρέξωσι τὰ σωματεῖα. Καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀναπτυχθῇ τὸ μουσικὸν αἴσθημα, καὶ μάλιστα ἤδη, ὅτε κατηργήθησαν αἱ στρατιωτικαὶ μουσικαὶ καὶ δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ τὰ μέσα ἄφθονα τὰ ἰδιωτικὰ πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτοῦ. Καὶ ἐν Πάτραις καὶ ἐν Ναυπλίῳ καὶ ἐν Καλάμαις καὶ ἐν Ζακύνθῳ ἔχομεν φιλαρμονικὰς ἑταιρίας, ἐκεῖ δὲ δὲν ὑπάρχουσι τόσα μέσα διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν, ὅπως ἐν Ἀθήναις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐὰν πρέπῃ νὰ ληφθῇ πρόνοια, πρέπει νὰ δοθῇ ποσόν τι γενναιότερον καὶ νὰ κατανεμηθῇ τοῦτο ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναλόγως εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν.
§274ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅλα αὐτὰ θὰ γείνουν προσεχῶς.
§275ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν συνειθίζω νὰ ὁμιλῶ διὰ τὸ προσεχές.
§276ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ ἀναγραφόμενα ποσὰ εἶναι περικοπὴ παλαιοτέρων χορηγημάτων· ἄλλοτε ἐδίδοντο 15,000, καὶ φέτος τὰ περικόπτομεν.
§277ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δύναται ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος νὰ ἐνδιαφέρηται ὑπὲρ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, εἰς ὃν ἐκλέγεται, ἢ ὑπὲρ τῆς πόλεως, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικεῖ, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὰς ἐπαρχίας, ἃς ἀντιπροσωπεύομεν, ἵνα ὑπάρχῃ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὅ,τι καλὸν ὑπάρχει ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Καὶ ἐν Μεσολογγίῳ ἀκόμη ἀκούω, ὅτι πρόκειται νὰ συστηθῇ φιλαρμονικὴ ἑταιρία. Δὲν συνειθίζω δὲ νὰ ὁμιλῶ περὶ τοῦ μέλλοντος, διότι εἰς τὸ μέλλον ἀγνοῶ, ἐὰν ὁ κ. Μπουφίδης θὰ ἦναι Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐγὼ Βουλευτής. Σήμερον, ὅτε ἔχομεν τὸν κ. Μπουφίδην Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Βουλευτής, ζητῶ νὰ δοθῶσι καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας τὰ μέσα, ὅπως ἐνισχυθῇ καὶ ἐν αὐταῖς ἡ σύστασις μουσικῶν σωματείων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐν ἐν γένει περὶ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις φιλαρμονικῶν ἑταιριῶν, ἂν ἀποφασίσητε νὰ συνδράμητε τὰς ἐν Ἀθήναις.
§278ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ εὐκαιρία νὰ καταργηθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ κονδύλια, διότι εἶναι πεταμένα χρήματα. Ἡ χορηγία χρημάτων εἰς τὴν Φιλαρμονικὴν Ἑταιρίαν Κερκύρας χρονολογεῖται ἀφ’ ὅτου ὁ κ. Θεοτόκης ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν...
§279ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
§280ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Χρονολογεῖται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν.
§281ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ κάλλιον ὑμῶν... Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἂν εἶχον ἄφθονα χρήματα, θὰ παρεῖχον ἐξ ἰδίων καὶ εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ εἰς ἄλλα μέρη, ὡς ἐλπίζω ὅτι, ἂν διαγράψωμεν τὴν πίστωσιν ταύτην, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ὁ κ. Καραπάνος, ὁ ὁποῖος δεικνύει τόσον φιλόμουσα αἰσθήματα, καὶ ὁ κ. Καράπαυλος καὶ ἄλλοι θὰ χορηγήσωσιν ἐξ ἰδίων. Τὸ Κράτος δὲν ἔχει χρήματα· δὲν εἶναι δὲ δίκαιον νὰ γίνωνται ἐξαιρέσεις ὡς πρὸς τὰς διαφόρους φιλαρμονικὰς ἑταιρίας. Καιρὸς λοιπὸν εἶναι, ἀφοῦ ἠλαττώσαμεν μέχρι τινὸς τὰ τοιαῦτα χορηγήματα, νὰ τὰ καταργήσωμεν ἐντελῶς. Ἐξαιρουμένου τοῦ πρὸς τὸν «Παρνασσὸν» χορηγήματος, χάριν τῆς Σχολῆς τῶν ἀπόρων παίδων, καὶ τοῦ πρὸς τὴν Σχολὴν τοῦ λαοῦ ἐν τῇ ὁμωνύμῳ ἑταιρίᾳ, ὅλα τὰ ἄλλα νὰ καταργηθῶσι. Τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθόν.
§282ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πυλίας· διότι, ἀφοῦ κατηργήθησαν αἱ στρατιωτικαὶ μουσικαί, δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ γενικωτέρα τις πρόνοια πρὸς σύστασιν μουσικῶν σχολείων ἢ συλλόγων· δὲν πρέπει δὲ νὰ λαμβάνηται πρόνοια μόνον περὶ τῆς πρωτευούσης, ὅπου ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα μέσα πρὸς διάδοσιν τῆς μουσικῆς καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ μουσικοῦ αἰσθήματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν κυρίως αἱ ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας οὐδὲν τοιοῦτο μέσον ὑπάρχει. Τοιαύτην πρόνοιαν πρέπει νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔστω καὶ ἄνευ δαπάνης τοῦ Δημοσίου, ὁπότε πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἀπαλειφθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ κονδύλια· ἄλλως δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ λαμβάνηται πρόνοια μόνον διὰ τὴν Κέρκυραν καὶ τὰς Ἀθήνας, καὶ οὐχὶ καὶ διὰ τὰς Πάτρας, τὸ Ναύπλιον, τὴν Ζάκυνθον καὶ ἄλλα μέρη.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 7ον κεφάλαιον μετὰ τῆς ἐν τῷ ἀναλυτικῷ πίνακι τοῦ ἄρθρου 2 τροποποιήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν...
§284ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν διαφόρους προτάσεις· μίαν πρότασιν περὶ διανομῆς τῶν βοηθημάτων ἐξ ἴσου εἰς ὅλα τὰ τοιούτου εἴδους ἱδρύματα· ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις, ὅπως ἀπαλειφθῇ πᾶσα ἡ πίστωσις. Νομίζω καλὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ χωριστὰ ἐπὶ ἑκάστης τῶν προτάσεων.
§285ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ κονδύλιον ὑπὲρ τῆς Φιλαρμονικῆς Ἑταιρίας Κερκύρας, τοῦτο δὲν ἀναγράφεται μόνον σήμερον, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἑνώσεως. Ἡ Φιλαρμονικὴ Κερκύρας εἶναι τὸ φυτώριον ὅλων τῶν καλῶν μουσικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ ἐξαλείψωμεν τὴν μουσικὴν ἐν γένει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Εἶναι δὲ τόσῳ γλίσχρον τὸ ποσόν, ὥστε δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ γίνεται πολὺς λόγος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ κεφαλαίου 7, ὡς ἐτροποποιήθη ἐν τῷ ἀναλυτικῷ πίνακι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν).
§286ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ...
§287ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐψηφίσθη τὸ κεφάλαιον.
§288ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὄχι δά! δὲν ἐψηφίσθη. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ παρελθοῦσαν ἐποχὴν συνεζητοῦμεν ἐπὶ πολλὴν ὥραν, διὰ τί νομίζετε: Διὰ νὰ ἐγγραφῇ κονδύλιον πρὸς συλλογὴν τῶν δημωδῶν ἀσμάτων ἐκ δρ. 2000, καὶ παρακάτω πρὸς τονισμὸν τῶν δημωδῶν ἀσμάτων δρ. 5,000. Διὰ τὴν μουσικὴν σήμερον ἐγένετο φιλονεικία, καὶ διὰ τίποτε ἄλλο σπουδαιότερον δὲν πρέπει νὰ ὁιλήσωμεν;
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§290ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται καὶ σήμερον, τῆς θέσεως τοῦ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ· πέρυσι δὲν ἐσημειώθη ὁ μισθὸς τοῦ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ μισθὸς ἤθελε προσδιορισθῆ διὰ νόμου, καὶ ἐπίστευον ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἡ θέσις ἀνεγνωρίσθη ὡς νομοθετημένη καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρῆται καὶ εἶναι καὶ ἀναγκαιοτάτη, ὡς οὐδεὶς βεβαίως θ’ ἀμφισβητήσῃ, δι’ ἔλλειψιν νόμου δὲ δὲν ἐσημειώθη ὁ μισθὸς, ἤλπιζον ὅτι ἐφέτος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἤθελε σημειωθῆ τὸ κονδύλιον καὶ ἤθελεν ἐκλείψει τὸ κώλυμα, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893· ἀλλὰ δυστυχῶς παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἐφέτος δὲν σημειοῦται. Ἡ θέσις εἶναι νομοθετημένη· ὁ ὑπάλληλος ἀπέκτησε προσόντα δυνάμει τοῦ νόμου περὶ προσόντων, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀπολυθῇ· μισθὸν ὅμως δὲν τῷ προσδιορίζομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τὸ ἔκτροπον αὐτὸ πῶς δύναται νὰ δικαιολογηθῇ; Ἔχομεν θέσιν νομοθετημένην καὶ θέσιν, ὡς εἶπον, σπουδαιοτάτην, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα οὐδὲ πρέπει νὰ καταργήσωμεν· ἔχομεν ὑπάλληλον ἔχοντα κατὰ τὸν νόμον κεκτημένα προσόντα καὶ μὴ δυνάμενον νὰ παυθῇ, καὶ δὲν σημειοῦμεν μισθὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Οὐδεὶς νόμος λέγει, ὅτι ἡ μισθοδοσία πρέπει νὰ ὁρίζηται δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος δίδει εἰς τὸν βασιλικὸν ἐπίτροπον βαθμὸν γενικοῦ γραμματέως. Ὁ μισθὸς λοιπὸν ὁ ἀντιστοιχῶν πρὸς τὸν βαθμὸν τοῦτον πρέπει νὰ σημειωθῇ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον γνωρίζετε, ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς κατέφυγε κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἐδικαιώθη καὶ ἐπληρώθη. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ὁ μισθὸς διὰ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπηρετεῖ, καὶ ὅπως μὴ ἀναγκάζηται νὰ προσφεύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια.
§291ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπορῶ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν Πατρῶν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καλῶς, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος λόγος ὑπάρχει, ὁ ἐξαναγκάσας ἡμᾶς νὰ μὴ περιλάβωμεν τὸ κονδύλιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁρίζων τὸν μισθόν. Πῶς θέλετε νὰ ἀναγράψωμεν μισθὸν, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχῃ νόμος, ὁρίζων τὸ ποσὸν τοῦτο;
§292ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὕτη εἶναι δικαιολογία ἀξία ἄλλων χρόνων καὶ ἄλλου ἀκροατηρίου. Νὰ λέγῃ ἡ Κυβέρνησις «ἔχω ὑπάλληλον, τὸν ἔχω ἄμισθον· δὲν ἀναγράφω κονδύλιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δι’ αὐτὸν, διότι δὲν ἔχω νόμον», καὶ νὰ μὴ εἰσάγῃ νόμον, εἶναι σοφιστεῖαι ἀλληλαναιρούμεναι. Δύναται τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ ἀμίσθους ὑπαλλήλους, μόνον ὅταν ὁ ὑπάλληλος θέλῃ νὰ ὑπηρετῇ ἀμισθεί. Τότε μόνον θὰ ἠδύνατο νὰ γείνῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος νὰ ζητῇ δικαστικῶς μισθὸν, διότι, ἐνῷ πρὶν ἐμισθοδοτεῖτο, ἤδη ἡ Κυβέρνησις δὲν μισθοδοτεῖ αὐτὸν, ἡ Κυβέρνησις νὰ δέχηται τὴν ὑπηρεσίαν του, καὶ νὰ μὴ τὸν πληρώνῃ, προφασιζομένη ὅτι δὲν ἔχει νόμον, τοῦτο εἶναι λογοπαίγνιον. Διότι, ἐρωτῶ, τίς ἐμποδίζει αὐτὴν νὰ φέρῃ νόμον; Εἰπέτε, ὅτι δὲν θέλετε νὰ φέρητε νόμον, καὶ τότε θὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν, ἂν δύνασθε νὰ μὴ φέρητε τοιοῦτον. Ἐὰν ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἔχῃ κεκτημένα προσόντα, ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη δὲν θὰ ἀρνηθῇ τὴν μισθοδοσίαν του. Δὲν ἠρνήθη μέχρι τοῦδε αὐτὴν, οὐδὲ θὰ ἀρνηθῇ αὐτὴν ἐν τῷ μέλλοντι. Διατὶ λοιπὸν ἡ νομοθετικὴ αὕτη ἀοριστία, ἡ νομοθετικὴ αὕτη ἐγκατάλειψις; Τί ἐκφράζει αὕτη; Ἐκφράζει μέριμναν περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου; Ἐκφράζει ἀποδοκιμασίαν τοῦ ὑπαλλήλου; Ἐκφράζει προσπάθειαν μετατροπῆς τῶν τεθειμένων ἤδη διὰ τῆς συμβάσεως τῆς ἰσχυούσης ὡς νόμος; Ἂς καταργήσῃ διὰ νόμου τὴν θέσιν, ἂν δύναται. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον διατηρεῖ τὴν θέσιν καὶ τὸν ὑπάλληλον, ὀφείλει νὰ πληρόνῃ, καὶ διὰ νὰ πληρόνῃ, πρέπει νὰ περιλάβῃ πίστωσιν· οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ἡ Δικαιοσύνη εἰς τὸν κατέχοντα σήμερον τὴν θέσιν καὶ ἐντίμως ἐργαζόμενον νὰ ἀρνηθῇ τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον ἐκ τοῦ βαθμοῦ τῆς θέσεώς του δικαιοῦται οὗτος νὰ λάβῃ· ἐπὶ πεντήκοντα δὲ ὁλόκληρα ἔτη μέχρι τοῦδε τὸ Κράτος οὐδέποτε ἠρνήθη τὸν μισθὸν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὴν Κυβέρνησιν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Διατὶ ὁ νεωτερισμὸς αὐτός; Οὐδεμία ἐξήγησις εὐπρόσωπος καὶ ἀξία νὰ λέγηται ἐν Κοινοβουλίῳ δύναται νὰ λεχθῇ.
§293ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει, φαίνεται, ὅτι συζητοῦμεν ἀπολογισμὸν καὶ οὐχὶ προϋπολογισμὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεφέρθη εἰς τὰ προηγούμενα, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ὑπηρέτησε, καὶ ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ τὸν δικαιώσωσιν· ἀγανακτεῖ δὲ ἤδη ἐπιχαρίτως, ὡς πάντοτε, διότι ἀκούει νὰ λέγωμεν πρὸς αὐτὸν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀπολογισμοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ, μὴ ἔχων νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ προσδιορίζῃ τὸν μισθὸν, δὲν δύναμαι νὰ ἀναγράψω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν πίστωσιν, οὐδὲ νὰ θεωρήσω τὸν ὑπηρετοῦντα ὡς ὑπάλληλον. Θὰ τὸν ἀντικαταστήσω μὲ ὑπάλληλον ἐκπληροῦντα ἄλλην ὑπηρεσίαν, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀναθέσω καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ὥστε πάνθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἀνάγονται εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς ἄλλων ἐτῶν, δὲν ἀφορῶσι δὲ εἰς ἐμὲ, παρὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ νὰ ἀναγράψω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν πίστωσιν, χωρὶς νὰ ἔχω νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ προσδιορίζῃ τὸν μισθόν.
§294ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δυστυχῶς ὅσα εἶπον ἀφορῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ δυστυχέστερον, ὅσα οὗτος μᾶς εἶπε δὲν δύνανται, παρὰ νὰ κινήσωσιν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀκουόντων θλῖψιν. Λυποῦμαι διότι λέγω τοῦτο, προκειμένου περὶ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε συνάδελφος καὶ ἐν τῇ δικηγορίᾳ καὶ φίλος. Ὑπουργὸς, ἔχων τὴν προσήκουσαν πρὸς τὸ κοινοβουλευτικῶς πολιτεύεσθαι γνῶσιν καὶ εὐλάβειαν, δὲν δύναται νὰ λέγῃ «τὸν ὑπάλληλον τοῦτον δὲν δύναμαι νὰ παύσω, διότι μὲ κωλύει ὁ νόμος περὶ προσόντων· τὸν μεταχειρίζομαι ἀκόμη, διότι δὲν δύναμαι νὰ τὸν ἀντικαταστήσω· δὲν τὸν πληρόνω, διότι δὲν περιέλαβα πίστωσιν, δὲν περιέλαβα δὲ πίστωσιν, διότι δὲν ἔχω νόμον.» Καὶ ὅταν ἐρωτᾶτε αὐτὸν, διατὶ δὲν εἰσάγει νόμον, καὶ πῶς ἐπλήρονε τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν ἕως χθὲς, σᾶς ἀπαντᾷ σιωπῶν. Δὲν εἶναι συζήτησις αὕτη οὔτε κοινοβουλευτικὴ, οὔτε λογική. Ἀλλὰ δὲν εἶναι γνωστὸν τάχα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐκ τῆς ἐργασίας του ὡς δικηγόρου, καὶ ὅτι τὰ δικαστήρια ὅλα, καὶ ἰδίως ὁ Ἄρειος Πάγος, μέχρι τοῦδε εἶπον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὅσον ἀφορᾷ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ μισθοῦ, ἐπέχει θέσιν νόμου καὶ γεννᾷ ὑποχρέωσιν τοῦ Δημοσίου πρὸς πληρωμήν; Περὶ τούτου οὐδεμία ἀπόφασις ἐναντία ὑπάρχει. Τὸ ἀγνοεῖ; ἢ γνωρίζων προφασίζεται ὅτι δὲν περιλαμβάνει πίστωσιν δι’ ἔλλειψιν νόμου, ἀλλὰ λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ νομοθετήσῃ περὶ ὅλων τῶν θέσεων διὰ νόμου παγίου; Διατὶ δὲν φέρει τὸν νόμον; Δὲν ἐννοεῖτε ὅτι οὕτω καταβιβάζετε τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς σοβαρότητος, ἣν δέον νὰ τηρῇ αὕτη ἐν ταῖς συζητήσεσι;
§295ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ φέρω νόμον· ἀλλ’ ἤδη δὲν ὑπάρχει, καὶ πίστωσις δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῇ.
§296ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ τὸν φέρητε, ὅταν δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ Βουλὴ καὶ δὲν θ’ ἀναγραφῇ πίστωσις. Ἐγὼ δὲ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀκούων ταῦτα θλίβομαι.
§297ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι περὶ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου ὑπάρχει νόμος· περὶ τῆς μισθοδοσίας αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ὁ βασιλικὸς ἐπίτροπος ὑφίσταται δυνάμει νόμου, διότι ὑπάρχει ὁ νόμος ὁ κυρῶν τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει θέσις νομοθετημένη· θέσις νομοθετημένη ὑπάρχει.
§298Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἔμμισθος.
§299ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει.
§300ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μισθὸς δὲν χορηγεῖται ἄνευ νόμου.
§301ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ θέσις ὅμως ὑπάρχει. Πρόκειται περὶ τοῦ μισθοῦ.
§302Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔλθετε ἀπὸ τῆς αὔριον, ἵνα ψηφίσωμεν τὸν νόμον εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, καὶ ὅλα ταῦτα λύονται.
§303ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε θὰ φέρητε τὸν νόμον αὔριον. Τότε ἀναγράψατε τὴν δαπάνην, ἣν θὰ νομοθετήσωμεν διὰ τοῦ νόμου, ἀφοῦ ἀνεγράψατε δαπάνας δι’ ἔξοδα ἁλικῶν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ νόμος.
§304ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν τὸν νόμον περὶ ἁλικῶν, ὅστις ἐπιτρέπει, ὅπως διορίζωνται εἰς ὡρισμένας θέσεις ἔμμισθοι ὑπάλληλοι. Ἑπομένως ἀνεγράψαμεν τὴν δαπάνην, ἥτις, ἂν ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, θέλει ἐκτελεσθῆ.
§305ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σᾶς ἀναφέρω ἕτερον, καθ’ ὃ ἐψηφίσαμεν μισθὸν δι’ ὑπάλληλον, περὶ οὗ δὲν ὑπάρχει νόμος· διὰ τὸν γραμματέα τοῦ Προξενείου Λονδίνου.
§306ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχεν ἔμμισθος θέσις, ἀνεγράφη δ’ ἡ πίστωσις ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς ἐγκαίρου ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ καθιεροῦντος τὸ ἔμμισθον τῆς θέσεως. Ἂν τὸ νομοσχέδιον μὴ ψηφισθῇ ἐγκαίρως, ἡ πίστωσις στερεῖται ὑποστάσεως.
§307ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι περίεργος ἡ λογικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ! Εἶπεν, ὅτι εἶναι νομοθετημένη ἡ θέσις, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε νόμος καθορίζων τὸν μισθόν. Τώρα ἀντιστρόφως λέγει, ὅτι καὶ μὲν ὑπάρχει θέσις νομοθετημένη, ἀλλ’ ἄν ἀναγράψωμεν τὸ ποσὸν, πρέπει νὰ πληρώσωμεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ κεφαλαίου 7, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, προστιθέντος, συμφώνως τῇ δηλώσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ἄρθρου 4 «Ἀκτοπλοϊκὴ συγκοινωνία δραχ. 100,000». Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια 8 «Γεωργία» καὶ 9 «Ταχυδρομεῖα καὶ Τηλεγραφεῖα», συμφώγως πρὸς τὰς δηλώσεις καὶ προτάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν).
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 10 «Δημόσια ἔργα». (Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα αὐτοῦ).
§309ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀπηύθυνα πρὸ ἡμερῶν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναφερομένην εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, παρεκάλεσα δ’ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ ἐγγράφους πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διότι ἐπεθύμουν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν νὰ ὑποστηρίξω τὰ δίκαια τῶν ἀδικουμένων συμπολιτῶν μου, εἰς οὓς καθυστεροῦνται 800,000 περίπου δραχ. ἐκ τῆς ἐν τῷ δημοσίῳ τούτῳ ἔργῳ γενομένης ὑπ’ αὐτῶν ἐργασίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἔφερε πληροφορίαν, δικαίως δὲ ὑπολαμβάνω, ὅτι, ἐὰν ἐποίει εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος ἀνακοινώσεις, αὗται θὰ ἦσαν κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπὲρ τῶν δικαίων τῶν συμπολιτῶν μου. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους ὕψωσα τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τῶν δικαίων ἀξιώσεων τῶν συμπολιτῶν μου· ὑπεστήριξα τότε ὅτι ἡ Πολιτεία οὐ μόνον ἠθικὴν ὑπέχει ὑποχρέωσιν, ὅπως ἀποζημιώσῃ τοὺς ἐκ τοῦ δημοσίου ἔργου ὁπωσδήποτε ἐξ ἀμελείας αὑτῆς ζημιωθέντας, ἀλλὰ καὶ νομικὴν ὑποχρέωσιν ἔχει, ἐξαναγκαστὴν δι’ ἀγωγῆς. Ἰδοὺ ἐν ὀλίγοις τὰ ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν ἐπειράθην νὰ πείσω τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν Πολιτείαν βαρύνει καὶ νομικὴ εὐθύνη. Πρῶτον εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁλόκληρον τὸ δάνειον τῶν 24,000,000 ἦτο προωρισμένον διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἔπρεπε δὲ νὰ ᾖ κατατεθειμένον ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, καὶ ἐκεῖθεν νὰ λαμβάνωνται ἀναλόγως τῆς τελεσθείσης ἐργασίας καὶ πληρώνωνται τὰ πρὸς τοὺς ἐργολάβους ὀφειλόμενα. Εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἡ τελευταία πληρωμὴ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν ἑταιρίαν Ρολὲν ἐγένετο κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1891 δι’ ἐργασίαν τελεσθεῖσαν κατὰ Ἰούνιον τοῦ ἰδίου ἔτους 1891, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1891 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1891 ἐξηκολούθησαν αἱ ἐργασίαι ἐπὶ τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, ἀκριβῶς δὲ τὰ εἰς τοὺς συμπολίτας μου ὀφειλόμενα προέρχονται ἐξ ἐργασίας τελεσθείσης μετὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1891. Ἐὰν λοιπὸν σὺν τῇ παύσει τῶν πληρωμῶν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ἔπαυον καὶ αἱ ἐπὶ τοῦ δημοσίου ἔργου ἐργασίαι, ὡς ὤφειλε Πολιτεία μεριμνῶσα περὶ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν νὰ πράξῃ, οὐδὲν μὲν θὰ ἐζημιοῦντο οἱ ἤδη ἀξιοῦντες ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ καὶ ἡ Πολιτεία θὰ παρελάμβανεν ἔργα συντετελεσμένα ὀλιγώτερα. Ἑπομένως ἐκ τῆς ἐργασίας τῆς τελεσθείσης μετὰ τὴν παῦσιν τῶν πληρωμῶν ὠφελήθη τὸ Δημόσιον· γνωστὸς δὲ εἶναι ὁ γενικὸς κανὼν τοῦ δικαίου, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ πλουτῇ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἄλλου· ἐὰν δὲ ὁ νομικὸς οὗτος κανὼν δεσμεύῃ πάντα πολίτην, πολλῷ μᾶλλον δεσμεύει τὴν Πολιτείαν. Δεύτερον εἶπον, ὅτι ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν δημοσίων ἔργων ἡ Πολιτεία διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1884 καθορίζει τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς (ἄρθρ. 45 καὶ 47 τοῦ Β. Δ. τοῦ 1884)· κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας, τὸ Δημόσιον ὀφείλει ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν δημοσίων ἔργων νὰ πληρόνῃ τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ παρακρατῇ 10% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς τελεσθείσης ἐργασίας λόγῳ ἐγγυήσεως, ὅπερ ποσὸν ἀποδίδοται τῷ κατασκευαστῇ τοῦ δημοσίου ἔργου μετὰ τὴν ὁριστικὴν τοῦ ἔργου παραλαβὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν αἱ διατάξεις αὗται ἐτηροῦντο ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ τὸ χρῆμα τῶν 24,000,000, πλὴν ἐλαχίστου, νὰ δοθῇ τῷ κατασκευαστῇ τοῦ ἔργου, καὶ τὸ ἔργον κατὰ τὰ ⅖ νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ, καὶ εἰς τοὺς ἐργολάβους καὶ ἐργάτας νὰ καθυστερῆται ἡ ἀξία τῆς γενομένης ἐργασίας, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔπρεπε ν’ ἀποπερατωθῇ τελείως ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν, νὰ εὑρίσκωνται δ’ ἀκόμη εἰς χεῖρας τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου λόγῳ ἐγγυήσεως δραχ. 2,400,000, ἤτοι τὸ ⅒ τοῦ τιμήματος. Προφανῶς ἄρα ἐκ τῆς μὴ τηρήσεως τῶν διατάξεων τούτων ἐζημιώθησαν οἱ συμπολῖταί μου, αὗται δ’ ἀποτελοῦσιν ἀναπόσπαστον μέρος πάσης συμβάσεως ἀναγομένης εἰς τὰ δημόσια ἔργα. Τρίτον ὑπεστήριξα, ὅτι διὰ τῶν προειρημένων διατάξεων τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1884 ἡ Πολιτεία ἐξασφαλίζει τὸ ἀζήμιον εἰς πάντα ἀναλαμβάνοντα ἐργασίαν ἐν δημοσίοις ἔργοις, ὅπερ ἀποβαίνει εἰς ὄφελος τῆς Πολιτείας, πολλῶν διὰ τὴν ἀσφάλειαν ταύτην διαγωνιζομένων. Ἂς ἀφήσωμεν ἐν τούτοις τὴν νομικὴν τοῦ Κράτους εὐθύνην. Πάντες οἱ κυβερνήσαντες ἀπὸ τοῦ 1891 τὸν τόπον ἀνεγνώρισαν τὴν ὕπαρξιν ἠθικῆς εὐθύνης. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος συνέστησεν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἐργολάβων καὶ ἐργατῶν. Ὡσαύτως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἀνεγνώρισε τὴν ἠθικὴν εὐθύνην πρὸς ἀποζημίωσιν, ἀπεφάσισε δὲ, ἡ μὲν Πολιτεία νὰ δώσῃ 50% εἰς τοὺς ἐργολάβους, καὶ 15% ἀνελάμβανε νὰ δώσῃ ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐκχωρήσωσι τῇ ἑταιρίᾳ οἱ ἐργολάβοι τὰς ἀπαιτήσεις των κατὰ τῆς ἑταιρίας Ρολέν.
§310Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε προέβαλε τοιαύτας προτάσεις.
§311ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πιστεύω ὅτι δὲν ἔχετε τὴν πρόθεσιν νὰ μὲ διαψεύσητε. Εἰς ἐμὲ αὐτὸν, ὡς Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, εἴπετε ταῦτα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, παραδεχόμενοι μὲν τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, διαφωνοῦντες δὲ—ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω—ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὕπαρξιν νομικῆς εὐθύνης· μάλιστα κατ’ ἐντολὴν ὑμῶν ἡ ἑταιρία τῶν Πελοποννησιακῶν σιδηροδρόμων ἐνεργοῦσα, προέβη εἰς τοσοῦτον, ὥστε προὐκάλεσεν ἔγγραφον συγκατάθεσιν τῶν ἐργολάβων, ἀποδεχομένων τοὺς ὅρους τούτους, εἰς τὴν ἀποδοχὴν δὲ τῶν ὅρων τούτων συνετέλεσα καὶ ἐγώ, συστήσας εἰς τοὺς συμπολίτας μου ταύτην.
§312Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἦσαν προτάσεις, ἦσαν ὅλως ἰδιαίτεραι ὁμιλίαι, αἵτινες δὲν εἶναι πρέπον ν’ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν.
§313ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὡμίλησα πρὸς ὑμᾶς ὡς Βουλευτὴς Μαντινείας πρὸς Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ ὑποθέσεως δημοσίας, ἥτις δὲν ἀπέβλεπεν οὔτε προσωπικὰ, οὐδ’ οἰκογενειακά μου συμφέροντα· οὐδὲν ἑπομένως μὲ κωλύει νὰ φανερώσω ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Πολιτεία, ὡς βλέπετε, ὄχι μόνον ἀνεγνώρισε πάντοτε τὴν ὕπαρξιν ἠθικῆς εὐθύνης, ἀλλὰ προέβη καὶ περαιτέρω, ἐνήργησε τ’ ἀπαραίτητα διαβήματα πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ὀφειλομένων, ὅπως ἀνορθώσῃ, ἔστω καὶ ἐν μέρει, τὴν πρὸς τοὺς συμπολίτας μου γενομένην ἀδικίαν. Τελευταῖον ἡ Κυβέρνησις Σωτηροπούλου–Ράλλη προέβη ἔτι περαιτέρω· οὐ μόνον εἶχεν ἀποδεχθῆ ν’ ἀποζημιώσῃ κατὰ τὸ ὑποδειχθὲν μέτρον τοὺς ἔχοντας νὰ λαμβάνωσιν, ἀλλὰ καὶ ὑπέγραψεν ἐν σχεδίῳ σύμβασιν μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, καθ’ ἣν ἡ μὲν Πολιτεία παρεχώρει πρὸς τὴν ἑταιρίαν μακροτέραν προθεσμίαν πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου, καὶ μετέβαλλε πρὸς ὄφελος τῆς ἑταιρίας τὰς προθεσμίας τῆς πληρωμῆς ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῆς συμπεφωνημένης ἀποζημιώσεως πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, ἡ δὲ ἑταιρία ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἄρξηται ἀμέσως τῆς ἐργασίας πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου. Τὸ σχέδιον τοῦτο εὑρίσκεται ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς δύναται νὰ μάθῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν συμφέρει τῇ Πολιτείᾳ νὰ δοθῇ τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐγὼ, ἐφ’ ὅσον θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ τῆς Μαντινείας, ἐπειδὴ πεποιθότως φρονῶ, ὅτι ἀδικεῖται, θὰ ὑψόνω πάντοτε φωνὴν διαμαρτυρίας ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων· παρακαλῶ δὲ θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἐπιμηκύνῃ τὴν ἀδικοπραγίαν, τρέφουσα μὲ κενὰς ἐλπίδας ἀδικηθέντας συμπολίτας μου· ἔχει καθῆκον εἰλικρινῶς νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς ἐλπίζοντας, ἐὰν θὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ, ἔστω καὶ ἐν μέρει, ἢ ἐὰν οὐδὲν σκέπτηται νὰ πράξῃ, ὅπως καὶ οὗτοι, ἀπελπιζόμενοι ἐκ συμβιβαστικῆς λύσεως, πράξωσιν ὅ,τι νομίζωσι νόμιμον πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων των· ἂν δ’ ἀποδέχηται τὰς σκέψεις μου, παρακαλῶ νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ «Δημόσια ἔργα» ἀνάλογον πίστωσιν. Προκειμένου περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ κεφαλαίου περὶ δημοσίων ἔργων, παρετήρησα καὶ ἑτέραν ἔλλειψιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι οὐδεμίαν περιλαμβάνει πίστωσιν, ὡς ὅλοι οἱ προηγούμενοι προϋπολογισμοὶ, πρὸς ἀποξήρανσιν ἐλῶν καὶ καθαρισμὸν καταβοθρῶν. Ἡ ἔλλειψις αὕτη εἶναι τόσῳ καταφανὴς, ὅσον ὁ αὐτὸς προϋπολογισμὸς, ἐνῷ διαγράφει τόσῳ ἀπαραίτητον καὶ παραγωγικὴν δαπάνην, περιλαμβάνει ἐν τούτοις ἐν ἄρθρ. 10 τοῦ κεφαλαίου πίστωσιν ἐκ δρ. 34,000 πρὸς καλλωπισμὸν τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν πέριξ. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐφρόνουν, ὅτι προτάσσονται αἱ ἀναγκαῖαι δαπάναι καὶ ἕπονται αἱ τῆς πολυτελείας· ἤδη ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ διδάσκομαι τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ἐὰν διαρκοῦντος τοῦ ἔτους ἐπέλθῃ ἀνάγκη καθαρισμοῦ καταβοθρῶν, ἰδίᾳ ἐν τῇ πεδιάδι τῆς Μαντινείας, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν καταστροφὴν ὁλόκληρα τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου πληθυσμοῦ, ἵνα μὴ παραλειφθῇ τὸ κονδύλιον περὶ καλλωπισμοῦ τῆς πρωτευούσης. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ περιλάβῃ, ὡς πάντοτε, ἀνάλογον πίστωσιν πρὸς τὸν ὑποδειχθέντα σκοπόν.
§314ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου συναδέλφου, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ἐργατῶν, οἵτινες δὲν ἐπληρώθησαν ἐν τῇ κατασκευῇ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, προσθέτω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδικάς μου συστάσεις, διότι εἶναι μεγάλη ἀδικία οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ μὴ λάβωσι τὸν μισθὸν τῆς ἐργασίας των.
§315ΑΛΚ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ προσθέτω τὰς συστάσεις μου, διότι πολλοὶ συμπολῖταί μου εἰργάσθησαν εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 10, συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις καὶ προτάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ὧν ηὐξήθη τὸ ποσὸν ἀπὸ δρ. 901,320 εἰς δρ. 928,440. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ μετὰ τῶν ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τροποποιήσεων καὶ προσθηκῶν τὰ κεφάλαια 11ον «Κτίρια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν», 12ον «Κτίρια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν», 13ον «Κτίρια τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης», 14ον «Κτίρια τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας»).
§316ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς εἴπῃ, τί γίνονται τὰ διατυμπανισθέντα ἐν ταῖς ἐφημερίσι περὶ ἱδρύσεως κτιρίων σχολείων ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἂν εὑρίσκηται εἰς διαπραγματεύσεις περὶ συνομολογήσεως τοῦ ἀναγκαίου δανείου. (Ἀναγινώσκονται ἀκολούθως καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τῶν ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μεταβολῶν).
§317ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ σιδηροδρόμων τίποτε;
§318ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι εἰς τὰς δηλώσεις.
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πίστωσις.
§320ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ προκαλέσω συζήτησιν, ἀλλὰ θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἐπιβλαβοῦς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγε. Κατ’ αὐτὴν, δύναται Ὑπουργεῖόν τι νὰ μᾶς φέρῃ μίαν ἡμέραν προϋπολογισμὸν λευκόν, καὶ νὰ θέσῃ ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις.
§321Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν διὰ νόμου ἦναι ἐψηφισμένη ἡ δαπάνη, δύναται νὰ μὴ ἐγγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ὅμως ἔχομεν τὴν ἐγγύησιν τὴν ἐκ τῆς ἐγκρίσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§322ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ δύναται νὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα.
§323ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν δίδει τὴν νόμιμον ὑπόστασιν εἰς τὰς δαπάνας· ταύτην δίδει ὁ νόμος, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς καθορίζει λογιστικῶς τὰς νενομοθετημένας δαπάνας, δίδων ἄδειαν ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου κατὰ τὸ οἰκεῖον ἔτος. Εὐθὺς ὡς ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφῃ τὴν πίστωσιν, ὁ νόμος καθορίζει τὴν ἔκτασιν τῆς δαπάνης, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖ ὁ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καθορισμὸς αὐτῆς, οὗτινος ἡ σημασία δὲν εἶναι νομοθετική, ἀλλὰ λογιστική.
§324ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Οἱ νόμοι καθορίζουσι τὴν δαπάνην, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς δίδει δι’ ἕκαστον κεφάλαιον τὴν ἄδειαν τῆς δαπάνης. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων θὰ ἐνεργῆται ἡ δαπάνη, πράττομέν τι, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ἦναι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τερατῶδες, εἶναι ὅμως σόλοικον. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἔργον σοβαρὸν καὶ ἐκ τῶν κυριωτέρων τῆς Βουλῆς, δὲν πρέπει δὲ νὰ στηρίζηται ἐπὶ βάσεως σολοίκου. Ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἔρχεται ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν ἐφάνη ἀτελὲς καὶ ὑπάρχῃ ἐν τῷ νόμῳ ἡ ἄδεια πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῆς. Διὰ νὰ ἤμεθα ἐν τάξει, πρέπει νὰ τεθῇ ἓν οἱονδήποτε ποσὸν εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην, νὰ δοθῇ δὲ ἀκολούθως ἡ ἄδεια τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ἐνώπιόν της ποσόν τι, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει πιθανότητα, ὅτι δὲν θὰ γείνῃ ὑπέρβασις. Ἐνταῦθα ἔχομεν τὸ χάος, τὸ κενόν, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι τακτικόν.
§325Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ νόμον, δύναται διὰ τῆς μὴ ἐγγραφῆς δαπάνης ἐν αὐτῷ νὰ καταστήσῃ ταύτην ἀργήν. Ὅταν διὰ τὴν δαπάνην τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης ἢ Μύλων καὶ Καλαμῶν ἀναγράφηται ἄδεια, ὅπως κατὰ τοὺς νόμους γίνωνται αἱ δαπάναι, εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ ὁρισμὸς τῶν ποσῶν, ἐφ’ οἷς χορηγεῖται ἡ ἄδεια, ἀφοῦ τὰ ποσὰ δὲν εἶναι ἐξηκριβωμένα, εἶναι μάλιστα ἐκ προοιμίων ἄδηλον, ἂν θὰ ὦσι ταῦτα 200,000 δραχμῶν ἢ 10 ἑκατομμυρίων, διότι ἐπὶ τοσοῦτον χωρεῖ τὸ ἀνεξακρίβωτον. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφομεν τὴν ἄδειαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν δαπανῶν κατὰ τὸν νόμον, ὁ δὲ νόμος καθορίζει τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης ἐν τῷ συνόλῳ· τὸ μέρος ὅμως τῆς ὁλικῆς δαπάνης, ὅπερ θὰ διατεθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως, εἶναι προτιμότερον νὰ καθορίζηται ἐφ’ ὅσον ἐξακριβοῦται, ἵνα μὴ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν εἰκονικόν.
§326ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 60 ἀναγράφει ῥητῶς, ὅτι «ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν προϋπολογισμόν». Μέχρι τοῦδε εἶχε μίαν εὐκολίαν ὁ κ. Πρωθυπουργός, πολλὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, τὰς ὁποίας ἠδύνατό τις νὰ προβλέψῃ κατὰ προσέγγισιν, νὰ μὴ τὰς συμπεριλαμβάνῃ ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ νὰ τὰς χαρακτηρίζῃ ὡς ἐκτάκτους δαπάνας, καὶ νὰ ζητῇ νὰ πληρόνῃ αὐτὰς δι’ ἐκτάκτων ἐσόδων, καὶ νὰ ὑπεκφεύγῃ τὴν τήρησιν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τώρα, ὅτε ὀφείλει ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους νὰ καλύψῃ καὶ τὰς δαπάνας ἐκείνας, ὡς προβλεπομένας, ὡς γνωστάς, τί πράττει; Ἀναγράφει τοὺς τίτλους μόνον, χωρὶς νὰ ἀναγράψῃ ποσόν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ Σύνταγμα καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν πιστώσεις, ποσά. Ποσὰ ὅμως δὲν ὑπάρχουν. Τί νὰ ψηφίσωμεν λοιπόν; Τὸ μηδέν; Λέγει, ὅτι δυνάμεθα ἀκολούθως δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων νὰ προβῶμεν εἰς δαπάνας μεγαλειτέρας. Ἀλλὰ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις εἶναι ἡ περιπλέον πίστωσις. Ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δὲ πρὸς ἀναπλήρωσιν κενοῦ μὴ ὑπάρχοντος ὅλως, αὐτὸ δύναται νὰ χωρῇ εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς τὴν ἰδικήν μας ὅμως δὲν χωρεῖ. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τέλους πρέπει αἱ εἰκονικότητες νὰ ἐκλείψουν. Λέγει, ὅτι δὲν δύναται ἐπακριβῶς νὰ ὁρίσῃ τὰς δαπάνας. Ἂς τὰς ὁρίσῃ κατὰ προσέγγισιν, καὶ θὰ συμβῇ ὅ,τι συμβαίνει καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ἄλλων πιστώσεων. Ἂς παύσῃ πλέον αὐτὸς ὁ ἐμπαιγμός, νὰ ἀναγράφωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τίτλους πιστώσεων ἄνευ πιστώσεων, καὶ νὰ ἐπιψηφίζῃ ἡ Βουλὴ ποσὰ ἀνύπαρκτα.
§327Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ψηφίζεται ὁ τίτλος, ψηφίζεται ἄδεια ἐκτελέσεως τοῦ νόμου.
§328ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ψηφίζεται μόνον δι’ ἐγγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσῶν. Αὐτὸ λέγει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, αὐτὸ ἀπαιτεῖ καὶ αὐτὴ ἡ λογική. Ἄλλως ἐκθέτει καὶ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἠξεύρει τί κάμνει.
§329ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι μὲν τοιαύτη, οἵαν λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει,—καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ ἐπιμονή του, καὶ πολλάκις ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,— βεβαίως δὲν θὰ καμφθῇ, οὐδὲ θὰ ὑποχωρήσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἐγὼ ὅμως ἔχω μίαν πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη ἐγκατέλιπε καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ ἔργα, καὶ οὔτε σκοπεῖ νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτά, διότι εὑρίσκεται εἰς πτώχευσιν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ παραλάβῃ τὸ ἔργον οὕτως ἢ ἄλλως. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθές, πρέπει νὰ τὸ γνωρίζωμεν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἐκθέτοντος καὶ τὰ ληφθέντα κυβερνητικὰ μέτρα πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.
§330ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι καιρός. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 10,209,689).
§331ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ ὥρα ἔχει προχωρήσει, ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς ἔχει, καλῶς ἔχει. Ἐγὼ ὅμως δὲν δύναμαι νὰ λάβω τώρα τὸν λόγον, καὶ ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων.
§332ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ ἀναβάλωμεν.
§333ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, νὰ προχωρήσωμεν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, μετὰ τῶν ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ προσθηκῶν, ἀνερχόμενος ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 7,359,520.92.)
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν συνόλῳ τὰ κεφάλαια 1–7 μετὰ τῶν ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μεταβολῶν).
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 8 (ἀναγινώσκεται κατ’ ἄρθρον).
§336ΜΑΝΕΣΗΣ. Ρίπτων τις βλέμμα ἐπὶ ὅλων τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δαπανῶν, θέλει πεισθῆ, ὅτι δὲν θὰ δαπανηθῶσι τὰ ἀναγραφόμενα ποσά, ἕνεκα πολλῶν λόγων, τοὺς ὁποίους κάλλιστα γινώσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Θέλω λοιπὸν νὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ παύσῃ τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ἐξ οὗ θέλει προκύψει οἰκονομία 12 χιλιάδων δραχμῶν, ἃς ἐλαττώσῃ ἐπὶ τέλους ἄλλας δαπάνας, καὶ ἂς ἀναγράψῃ δαπάνην καὶ 20,000 δραχμῶν δι’ ἐπιτελικὰς μελέτας καὶ ἐργασίας, περὶ τῆς σημασίας τῶν ὁποίων ἐκτενῶς ὡμίλησα προχθὲς κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 8. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν συνόλῳ μετὰ τῶν ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ Ὑπουργοῦ μεταβολῶν τὰ λοιπὰ κεφάλαια, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνερχόμενον εἰς δρ. 14,761,946.12.)
§337ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
§338ΗΛ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν μόνον τὴν ἐκπαίδευσιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ κεφάλαιον, ἄρθρον καὶ σύνολον, μετὰ τῶν ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ Ὑπουργοῦ μεταβολῶν, ἀνερχόμενος ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 5,303,611,40. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον, ἄρθρον καὶ σύνολον ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμείου τῶν φάρων, ἀνερχόμενος ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 450,000).
§339ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὔριον νομίζω καλὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς 4 μ. μ.
§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1894. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, συμφώνως πρὸς τὰς διὰ τῶν δηλώσεων καὶ προτάσεων τῶν Ὑπουργῶν ἐπενεχθείσας ἐν τοῖς ἐξόδοις μεταβολάς).
§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ συνέλθωμεν τὴν 4ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.