Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΓ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 71

1894.03.04

3.723 στίχοι · 26.157 λέξεις · 10 πίνακες · 138 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1894.03.04
Προεδρεία
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Περίοδος
ΙΓ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1894)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 71

τῆς 4 Μαρτίου 1894.

(Παρασκευή).

Ὥρα 11 π. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Βαρβαρήγου Πηλίκα).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Π. Βεργινιάδης, κατάδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὴν ἀπονομὴν χάριτος πρὸς αὐτὸν, ἀφοῦ ὑπάρχουσι συστάσεις ἐπανειλημμέναι ὑπὲρ αὐτοῦ, ἅτε γενομένης τῆς καταδίκης του ἐκ πλάνης. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Διάφοροι κάτοικοι Αἰγίου διὰ τηλεγραφήματός των πρὸς τὴν Βουλὴν συνιστῶσι τὴν εἴσπραξιν τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρου εἰς εἶδος.

§2ΣΑΚΚΗΣ. Μὴ ὄντος ἐνταῦθα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ἐντίμου πολίτου, παραπονουμένου δι’ ἐπιστολῆς του πρὸς ἐμὲ, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν συνελήφθη συνεπείᾳ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπαγγελματίας τις, ὅστις παρεδόθη εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς τῶν διὰ χρέη κρατουμένων ὑπὸ τοῦ συλλαβόντος αὐτὸν κλητῆρος. Ἀλλ’ ὁ συλληφθεὶς εὑρίσκεται ἤδη ἐλεύθερος. Κατὰ τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν ἐδόθη καταγγελία, ἀλλ’ εἰσέτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς οὐδὲν ἐνήργησε κατ’ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ γεγονὸς τοῦτο δίδει ἀφορμὰς εἰς τὸ νὰ διασύρηται καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόληψις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐνεργήσῃ ὅ,τι τὸ καθῆκον τῷ ἐπιβάλλει. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν καταδίκων τῶν κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Κυπαρισσίας κατὰ τοῦ ἐκεῖ φρουράρχου, ὁ ὁποῖος, ὡς λέγουσι, καταπιέζει αὐτοὺς, καὶ οἵτινες δι’ ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν των διεκτραγῳδοῦσι τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται. Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα συμπολίτου μου, παραπονουμένου κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Πεταλιδίου. Ἀντίγραφον ἀναφορᾶς αὐτοῦ, ἀποσταλείσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.

§3ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πυλίας περὶ τῶν ἐν Πύλῳ φυλακισμένων, παρατηρῶ ὅτι ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἐπιστολὴν, φέρουσαν ὑπογραφὰς πλείστων καταδίκων, παρακαλούντων νὰ ὑποβάλω τὰ παράπονά των εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἰδίως δὲ θὰ συνίστων εἰς τοῦτον, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυναν καὶ πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς ἐμὲ διάφοροι κατάδικοι τῶν φυλακῶν Λαμίας, οἵτινες καταγγέλλουσι τὸν ἐπιστάτην Σπανὸν ὡς καθ’ ἑκάστην ἀργυρολογοῦντα, καὶ συνεταιριζόμενον μάλιστα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον μετὰ καταδίκων. Τὸ τηλεγράφημα φέρει πολλὰς ὑπογραφὰς, καταγγέλλεται δὲ σὺν ἄλλοις ὁ ἐπιστάτης, ὅτι αὐτὸς ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς δραπετεύσεως δύο διαβοήτων λῃστοφυγοδίκων ἐκ τῶν φυλακῶν Λαμίας. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο ἐπερώτησις κατὰ τοῦ αὐτοῦ ἐπιστάτου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἀπαντήσῃ, ὅπως μάθωμεν, ἂν τὰ καταγγελθέντα ἔχωνται ἀληθείας ἢ ὄχι. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἤδη, ὅτε ἀπευθύνονται τόσον βαρεῖαι καταγγελίαι κατὰ τοῦ ἐπιστάτου, θὰ διαταχθῇ ἀνάκρισις διὰ τοῦ ἐκεῖ Εἰσαγγελέως, ἵνα τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἔκρυθμον ταύτην κατάστασιν, τῆς ὁποίας ἔχομεν καὶ τοὺς καρποὺς, τὴν ἀπόδρασιν διαβοήτων λῃστοφυγοδίκων ἐκ τῶν φυλακῶν Λαμίας, τοῦ Τσουλῆ καὶ Παπακυριτσοπούλου, οἵτινες κατήντησαν τὸ φόβητρον τῆς κοινωνίας. Εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσωπικοῦ τῶν φυλακῶν Λαμίας ἔπρεπε, δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, νὰ δώσῃ μείζονα προσοχὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ οὐχὶ νὰ ἀποφεύγῃ νὰ προσέρχηται εἰς τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ὥραν ἀπευθύνονται ἐπερωτήσεις καὶ ἐνασκεῖται ὁ ἔλεγχος ὑπὸ τῆς Βουλῆς.

§4ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν πιστεύω ὅτι ἐσκεμμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀποφεύγει τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς σπουδαιοτάτου καθήκοντος. Ἴσως τὸ πράττει, διότι βαρύνεται μὲ δύο Ὑπουργεῖα καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ· οὐχ ἧττον παρακαλῶ καὶ ἐγὼ καὶ αὐτὸν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβωσι μέριμναν περὶ τῶν φυλακῶν, αἵτινες κατέστησαν ὅμοιαι σχεδὸν πρὸς τὰς τουρκικάς. Εἶναι ἀπελπιστικὴ ἡ κατάστασις αὐτῶν, καὶ οἱ κατάδικοι ὑφίστανται τὰ πάνδεινα. Σήμερον μετὰ συγκινήσεως ἀνέγνωσα, ὅτι εἷς τῶν καταδίκων εἰς τὰς φυλακὰς Πατρῶν ἐφονεύθη, δικασθεὶς καὶ καταδικασθεὶς συντόμως παρὰ τῆς φρουρᾶς, τῆς φυλακῆς. Ἐγένετο εἰς τὰς φυλακὰς Πατρῶν ἔκτροπόν τι· εἰσήχθησαν ποτὰ καὶ οἶνοι κατὰ τὴν Καθαρὰν Δευτέραν, καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν φυλακισμένων, ἐν καταστάσει μέθης διατελοῦντες, συνεπλάκησαν, ἐτραυματίσθη δὲ εἷς τούτων. Ὁ τραυματίας διετάχθη νὰ μεταφερθῇ εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Ῥίου, ἀλλ’ ἐνῷ μετεφέρετο δέσμιος, φαίνεται ὅτι ἐκτυπήθη καὶ ἐκακοποιήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἀπεβίωσε συνεπείᾳ τῶν πληγῶν, ἃς ἐπήνεγκε κατ’ αὐτοῦ ἡ συνοδεύουσα αὐτὸν φρουρὰ, ἢ διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Ἡ τοιαύτη κατάστασις εἶναι ἀγρία. Ὅσον καὶ ἂν ἔπταισεν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ἔπρεπε νὰ δικασθῇ. Ἀλλοίμονον, ἐὰν φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ὥστε πᾶς τις νὰ δικάζῃ καὶ καταδικάζῃ εἰς θάνατον τὸν πταίσαντα πολίτην! Ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ παύσῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ ἡμερῶν ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει φέρει πληροφορίας περὶ τῶν παρεκτροπῶν τῶν ὀργάνων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας εἰς διαφόρους δήμους, ὅπου ἐγένοντο ὄργια κατὰ γυναικῶν καὶ κατὰ πολιτῶν, καὶ ὅμως οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔφερε καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ φοβερὰ αὕτη κατάστασις, ἀπειλοῦσα κοινωνικὴν ἀναστάτωσιν!

§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ συμβὰν ἐν ταῖς φυλακαῖς Πατρῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας τηλεγραφικῶς καὶ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν πράγματι ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς, ὅτε ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον.

§6Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ ἐστάλη ἀναφορὰ ἐκ μέρους τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ παριστῶσιν, ὅτι ἡ Μονὴ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι ἕνεκα τῆς εἰσφορᾶς πᾶσαι αἱ γαῖαι αὐτῆς κινδυνεύουσι νὰ πωληθῶσιν. Ἐγένετο μέγας προχθὲς λόγος περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ τῆς εἰσφορᾶς προσεβλήθησαν οἱ ὅροι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ Σύνταγμα διέπουσι τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου κατέστη ἀφόρητος· παραπονοῦνται ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ μέτρον ἐφαρμόζεται τόσον κακῶς, ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἀνθέξωσιν· ἡ εἰσφορὰ ἀναλογίζεται καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν δαπανῶν. Ἰδίως δὲ ἡ Μονὴ τῆς Ἁγίας Λαύρας καταστρέφεται· ἐπωλήθησαν ὅλα τὰ κτήνη αὐτῆς, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπήρκεσαν, προέβησαν καὶ εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων. Οὕτω καταστρέφεται ἡ ἱστορικωτέρα τῶν Μονῶν, τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν ἐπανάστασιν δι’ ἐράνων ἤγειραν, ὅπως ὑπάρχῃ τὸ μνημεῖον αὐτὸ τῆς ἐπαναστάσεως. Καταθέτων τὴν ἀναφορὰν ταύτην, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, ὅπως θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ θελήσῃ νὰ καταργήσῃ τὸν νόμον. Ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως ἐν δικαίῳ ἐφαρμόζῃ τὰ μέτρα ταῦτα, ἀναλογίζων τὴν εἰσφορὰν οὐχὶ κατὰ τὰ προϋπολογιζόμενα, ἀλλὰ κατὰ τὰ εἰσοδήματα τὰ καθαρά. Ἡ Μονὴ Ἁγίας Λαύρας ἔχει εἰσοδήματα 20,000, καὶ ἐπὶ τούτων πρέπει νὰ συνεισφέρῃ· αὐτὸ εἶναι τὸ λογικόν. Ἔχω λόγους δὲ νὰ πιστεύω, ὅτι τὰ τοιαῦτα γίνονται μόνον διὰ τὰς Μονὰς τῶν Καλαβρύτων, καὶ ἐφιστῶ καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.

§7ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον ἐπιστολὴν παρὰ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καὶ τοῦ τῆς Ἁγίας Λαύρας. Εἶναι βεβαιότατον, ὅτι συνεπείᾳ τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ εἰσφορῶν αἱ Μοναὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὕπαρξιν. Δὲν δυνάμεθα ἤδη, μὴ ὄντος τοῦ ζητήματος ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἐξετάσωμεν τὸ συνταγματικὸν ἢ μὴ τοῦ νόμου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, εἶναι νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων. Ἐν τῇ Μονῇ τῆς Λαύρας δὲν ἔχουσι νῦν πῶς νὰ ζήσωσιν οἱ μοναχοί. Νομίζω δὲ, ὅτι γίνεται ἀδίκημά τι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ παρουσιάσῃ πίνακα τῶν εἰσφορῶν τῶν Μονῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, διότι, ὡς μανθάνω, πολλαὶ Μοναὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἔχουσαι εἰσόδημα 25–30 χιλιάδων δραχμῶν, συνεισφέρουσιν ἐλάχιστα ποσά. Καὶ πέρυσιν, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Εὐταξίου, ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ἀλλ’ ὁ κ. Εὐταξίας—καὶ ἔχομεν παράπονον διὰ τοῦτο—οὐδὲν ἔπραξε καὶ οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν, ὅπως ἴδῃ ὁποῖα ἦσαν τὰ εἰσοδήματα τῆς Λαύρας καὶ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, καὶ τί ἔπρεπε νὰ συνεισφέρωσιν αἱ Μοναὶ αὗται. Ὅταν ὁ κύριος Ὑπουργὸς φέρῃ τὸν πίνακα τῶν εἰσφορῶν, θέλετε ἴδει, ὅτι εἰς τὰς Μονὰς Καλαβρύτων γίνεται ἀδίκημα ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν ἐπρόσεξαν, ἐν οἷς καὶ ὁ κ. Εὐταξίας.

§8ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτής, πρὶν ἢ ἀπευθύνῃ τὰ παράπονά του κατ’ ἐμοῦ, ἔπρεπε νὰ τὰ ἀπευθύνῃ καθ’ ἑαυτοῦ, διότι ἐψήφισε τὸν σχετικὸν νόμον. Ὁ νόμος οὗτος ἦτο ἐν ἰσχύϊ, ὅτε ἀνέλαβον ἐγὼ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐγὼ δὲ, καίτοι καταπολεμήσας ἐν τῇ Βουλῇ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ὤφειλον νὰ τὸν ἐφαρμόσω ὡς νόμον κείμενον τοῦ Κράτους. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι δὲν πταίει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι αὕτη συνεμορφώθη πρὸς τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καθ’ ἃς ἀφαιρεῖται ὡρισμένον ποσοστὸν ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τῶν Μονῶν καὶ διατίθεται ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ θείου κηρύγματος. Ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ τῶν Οἰκονομικῶν. Πλὴν καὶ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν. Κατὰ τὸν περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων νόμον, ἔχουσι δικαίωμα καὶ καθῆκον οἱ ταμίαι νὰ κατάσχωσι τὴν κινητὴν καὶ ἀκίνητον περιουσίαν τῶν Μονῶν. Πταίει λοιπὸν ἡ νομοθεσία, ἡ ὁποία καθιέρωσε τοιαύτην ἀρχὴν ὀλεθρίαν διὰ τὴν μόνην περιουσίαν τῆς Ἐκκλησίας καὶ οὐχὶ διὰ τοὺς ὑπάρχοντας μοναχούς, τῶν ὁποίων τὴν πτωχείαν ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἵνα συγκινήσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐγὼ δὲν συγκινοῦμαι τόσον ἐκ τούτου, ὅσον ἐκ τῆς καταστροφῆς, ἥτις ἐπέρχεται εἰς τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν, τὴν κατ’ ἐξοχὴν ἐκκλησιαστικὴν περιουσίαν, δι’ ἧς ἡ Ἐκκλησία δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν μέγαν αὐτῆς καὶ ὑψηλὸν προορισμόν. Εἰς τὰς Μονὰς τῶν Καλαβρύτων ἐγένετο ἐπαισθητὸν τὸ κακόν, διότι τὸ μεγαλείτερον αὐτῶν εἰσόδημα προήρχετο ἐκ τῆς σταφίδος. Ἐφέτος ἡ σταφὶς ὑπετιμήθη καὶ ἠλαττώθησαν τὰ εἰσοδήματα. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἐπὶ τῶν μοναστηριακῶν δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, οὐδὲ νὰ προΐδῃ τὴν τοιαύτην ὑποτίμησιν τῆς σταφίδος καὶ νὰ κάμῃ ἔκπτωσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα ἔτη καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐκανόνισε τὴν εἰσφοράν. Τοῦτο ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ νόμου. Λοιπὸν πταίει τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον καθιερώθη διὰ τῶν εἰσφορῶν καὶ καθ’ ὃ ἐπιτρέπεται οὐ μόνον ἡ ἐκποίησις τῶν κτηνῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀκινήτων· διότι, ἂν ἦσαν μόνον τὰ κτήνη, τὸ κακὸν θὰ ἦτο μικρὸν, ὡς καὶ ἡ προσωποκράτησις τῶν μοναχῶν (διότι καὶ τοῦτο συνέβη ἀλλαχοῦ, ὡς ἐὰν ἦσαν ὀφειλέται αὐτοὶ ἐξ ἰδίας περιουσίας). Ἀλλὰ τὸ κακὸν τὸ μέγα εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ ἐκλαϊκεύεται ἡ μοναστηριακὴ περιουσία, ἡ περιουσία τῆς Ἐκκλησίας. Συμβαίνει δὲ καὶ ἔτι χεῖρον ἐνίοτε. Ἡγούμενοί τινες δηλαδὴ συνεννοοῦνται μετὰ φίλων καὶ συγγενῶν πρὸς ἁρπαγὴν τῶν κτημάτων, καὶ δὲν πληρόνουσι τὴν εἰσφοράν, ὅπως ἐκτεθῶσι τὰ κτήματα εἰς πλειστηριασμόν. Βλέπω δὲ, ὅτι ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν θεσμὸν, καθ’ ὃν χρόνον ὀφείλομεν νὰ ἐγείρωμεν φωνὴν ὑπὲρ τῆς περιουσίας Μονῶν, τὴν ὁποίαν ἐξελαΐκευσεν ἡ Ρωμουνία, Μονῶν, αἵτινες δὲν ἀνήκουσι πᾶσαι εἰς τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὰ Μετέωρα εἶχον κτήματα μεγάλα καὶ πλούσια ἐκεῖ, καὶ ἐνῷ ἡ Τουρκία προέβη εἰς διαβήματα καὶ ἤθελε νὰ φέρῃ τὸ ζωτικὸν τοῦτο ζήτημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἐνώπιον τῶν Μ. Δυνάμεων, ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἔμεινε μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας! Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, τί θὰ ἔλεγεν ἀπέναντι τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ἂν αὕτη ἀπήντα «τὸ ἴδιον πράττετε καὶ σεῖς ἐν Ἑλλάδι». Πρέπει δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ περιουσία ἡ μοναστηριακὴ ἔν τε τῇ Τουρκίᾳ καὶ Ἑλλάδι ἀνέρχεται εἰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Φαντασθῆτε δὲ τί θὰ συνέβαινεν, ἂν ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια ἀπεφάσιζε νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Τρικούπη, ζητοῦντος νὰ ἐκλαϊκεύσῃ τὴν ἐκκλησιαστικὴν περιουσίαν. Ἐσχάτως ἠγέρθη τὸ ζήτημα ἱδρύσεως νοσοκομείου ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Ἀρεταίου, ὑπὸ τὸ πρόσχημα δὲ τοῦτο ἐζητήθη νὰ ἀφαιρεθῇ αὐθαιρέτως οἰκόπεδον ἐκ τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς τῶν Ἀσωμάτων. Θέλετε νὰ ἐνασκήσητε φιλανθρωπίαν; ἐνασκήσατέ την μὲ τὸ βαλάντιόν σας, ὄχι μὲ ξένην περιουσίαν, ἥτις ἔχει περιφρουρηθῆ καὶ διὰ τῶν κανόνων καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος ὡς περιουσία χρησιμεύουσα ὑπὸ τὸν διακριτικὸν αὐτῆς χαρακτῆρα πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ θεωρήσητε ἐπουσιῶδες· εἶναι σπουδαιότατον καὶ δύναται νὰ ἔχῃ ἐπακόλουθα ὀλέθρια δι’ ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ ὀφείλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προκληθεὶς νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ νὰ μὴ σιωπᾷ. Τὸ ζήτημα ἤγειρε καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος. Εἰσηγητὴς τοῦ συστήματος τούτου εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ αὐτὸς ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ οὐχὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐνόμισεν ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἤθελε σώσει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ τὰ ἔφερεν ἐκεῖ, ὅπου τὰ ἔφερεν. Ἂς φεισθῇ τουλάχιστον τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τὴν ὁποίαν πολλὰ ὀφείλει ὁ Ἑλληνισμός. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ὁ παρήγορός του εἰς ὅλας τὰς δεινὰς περιστάσεις. Αὐτὴ δύναται νὰ τὸν ὑποβοηθήσῃ καὶ νῦν, ὅπως ἐξέλθῃ ἐκ τῆς ἐκλύσεως τῶν ἠθῶν, εἰς ἣν ἔχει περιστῇ τὴν σήμερον.

§9Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἔχω καὶ ἐγὼ ἐπιστολὰς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου μετὰ τῶν κυρίων συναδέλφων, καὶ παρακαλῶ νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ γενόμεναι παραστάσεις καὶ γείνῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν πρὸς ἐλάφρυνσιν τῶν βαρῶν.

§10Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ συνιστᾷ τὴν ἀναφοράν.

§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.

§13ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἦτο περιττὸν νὰ μὲ κατηγορήσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἐγὼ ἐψήφισα τὸν νόμον. Ἐγὼ παρεπονέθην, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις ἐγένετο κακῶς οὐχὶ ὑπὸ τοῦ κ. Εὐταξία, ὅστις ὤφειλε νὰ σεβασθῇ τὸν νόμον, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διαχειριστικῆς· τὰ βάρη δὲ, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν εἰς τὴν Μονὴν τῆς Λαύρας καὶ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, εἶναι μεγάλα σχετικῶς πρὸς τὰ τῶν ἄλλων Μονῶν.

§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὔτε ἡ ὑπηρεσία πταίει, οὔτε ὁ Ὑπουργός· διότι ὁ καταλογισμὸς ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογισμῶν.

§15ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, (διότι ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβε γνῶσιν καὶ ἐμελέτησεν ἐπὶ πολὺ τὸ ὑπόμνημα τῆς ἱερᾶς Συνόδου, ἥτις ἐκτάκτως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ὁμοφώνως ἀπεφάνθη,) νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ζητεῖ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὑποβάλῃ τὰ προσήκοντα νομοθετήματα, πρὸς παῦσιν τῶν καταχρήσεων, αἵτινες τελοῦνται εἰς βάρος τῶν Μονῶν, ἄλλαι μὲν κατὰ νόμον, ἄλλαι δὲ παρὰ τὸν νόμον. Εἰς τὸ ζήτημα ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον παραπονοῦνται οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Καλαβρύτων Βουλευταί, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐπιβάλλει τὴν ἀναλογίαν τῆς πληρωμῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραττομένων. Γνωρίζετε δὲ κύριε Πρόεδρε, ποία ἀδικία τελεῖται ἐναντίον τῶν Μονῶν, διότι ἐπιβάλλεται τὸ 10% ἐπὶ προϋπολογιζομένων ἐσόδων 100 χιλιάδων ἐπὶ παραδείγματι, ἐνῷ ἴσως δὲν εἰσεπράχθησαν οὐδὲ 50 χιλιάδες, καὶ καταντᾷ νὰ λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον ὅλα τὰ εἰσοδήματα τῶν Μονῶν, δημεῦον τὴν περιουσίαν των. Ὁ νόμος ἐννοεῖ εἰσπράξεις πραγματικάς· ἐπὶ τούτου δὲ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἔχει λόγον νὰ διστάζῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο θέμα, θὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως κατὰ πόσον δέχεται, ἢ ὄχι, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον πρὸς ἄρσιν τῶν σκανδάλων καὶ τῶν ἀντισυνταγματικῶν καὶ ἀντικανονικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐπιφέρουσι τὴν καταστροφὴν τῶν Μονῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μὴ ἀναβάλλῃ ἐπὶ πλέον, διότι ἀναβάλλων θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν θέλει νὰ ληφθῇ κἀμμία πρόνοια, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγον θὰ κλείσῃ ἡ Βουλή. Εἶμαι δὲ τῆς ἰδέας, ὅτι καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θὰ δεχθῇ τὴν τοιαύτην κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐπίθεσιν.

§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τοὺς ἀξιοτίμους ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὰς ἐπετρέπετο βεβαίως νὰ εὑρίσκωνται ἐν ἀγνοίᾳ, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος προΐστατο τοῦ Ὑπουργείου τῇ Παιδείας ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον. Ἐὰν θέλωμεν νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὰς πραγματοποιουμένας εἰσπράξεις, οὐδεμίαν θὰ ἔχωμεν εἴσπραξιν, διότι, ὡς γινώσκετε, οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν Μονῶν καθυστεροῦσιν ἐπὶ πολλὰ ἔτη.

§17ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος. Ὁ νόμος διατάσσει, ἡ εἰσφορὰ τῶν Μονῶν νὰ ὑπολογίζηται ἐπὶ τῶν πραγματικῶν ἐσόδων. Ἐὰν οἱ ἀπολογισμοὶ καθυστερῶσι, πταίει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι λόγος νὰ φορολογῶνται αἱ Μοναὶ ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθησαν ὑπερβολικοί. Τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Ὅταν ἡ ὑπηρεσία ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων τῶν Μονῶν ἐπὶ τὸ διατρέξαν ἔτος, θὰ σπεύσῃ νὰ ἐξελέγξῃ καὶ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν Μονῶν. Διότι ὅμως δὲν ἐξελέγχονται οἱ ἀπολογισμοὶ, δὲν εἶναι λόγος νὰ καταστρέφωμεν τὰς Μονὰς, ἐπιβαρύνοντες αὐτὰς μὲ διπλασίας καὶ τριπλασίας εἰσφορὰς, αὐτὰς καθ’ ἑαυτὰς οὔσας βαρυτάτας καὶ ἀδικωτάτας.

§18ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τηλεγράφημα διαφόρων κατοίκων τῶν δήμων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰρηνοδικείου Νωνάκριδος, παραπονουμένων κατὰ τοῦ αὐτόθι εἰρηνοδίκου, ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς, τελευταῖον δὲ κατηγγέλθη ἐπὶ δωροδοκίᾳ καὶ παραβιάσεσιν. Ἀναγινώσκω μόνον τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ τηλεγραφήματος, ἀπευθυνομένου καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον (ἀναγινώσκει): «Σώσατε, παρακαλοῦμεν, ἀξιοπρέπειαν δικαιοσύνης, ἀπαλλάξατε, καθικετεύομεν, πέντε δήμους τοιούτου ἀνοσίου ὑπαλλήλου.» Ἀνέγνωσα εἰς διαφόρους ἐφημερίδας διατριβὰς κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου τούτου, ὁ ὁποῖος, ὡς φαίνεται, νομίζει ὅτι τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν δύναται νὰ θεωρήσῃ ὡς ἐμπόρευμα καὶ νὰ τὴν θέτῃ εἰς δημοπρασίαν, ἔχει δὲ τὸ θάῤῥος καὶ νὰ ὑβρίζῃ τοὺς καταγγέλλοντας αὐτόν. Ὁ λαὸς ἐκεῖνος φοβεῖται μόνον, μήπως καταῤῥίψῃ τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, εἰ δ’ ἄλλως, ἤθελε τὸν διώξει διὰ τοῦ ξύλου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ληφθῶσι μέτρα σύντονα, διὰ νὰ ἀπαλλαχθῇ ὁ τόπος ἀπὸ τοιοῦτον ὑπάλληλον.

§19ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο ἐπερωτήσεις μικρὰς ἔχω νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἡ πρώτη εἶναι νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ἀπέλυσεν ἐν μηνὶ Ραμαζανίῳ τὸν Μουφτῆν Φαρσάλων, καὶ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τὸν ἠνάγκασαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Ἡ δὲ δευτέρα ἀφορᾷ τὸν Μουφτῆν Λαρίσσης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν διατὶ διώρισε Μουφτῆν ἐν Λαρίσσῃ τὸν Μπερμπὲρ–Μουσταφᾶ–ἀγᾶν, ἐνῷ οὗτος δὲν εἶχε τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν θέσιν προσόντα, οὔτε ἁπλοῦν ἐνδεικτικόν· ἄρα παρανόμως διωρίσθη. Περὶ τούτου ἔχω ἐπιστολὴν καὶ τοῦ συναδέλφου μου ἐκ Λαρίσσης Σερὲφ Μπέη καὶ ἄλλων πολλῶν ὁμοθρήσκων αὐτοῦ κατοίκων Λαρίσσης.

§20ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤδη πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης Νωνάκριδος, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου ὁ λόγος, καὶ ἐν Γορτυνίᾳ ὅμοια ἐτέλεσε πέρυσιν.

§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Μουφτῆν Λαρίσσης, αὐτὸς εἶναι ὁ γνωστὸς Βερβὲρ–Μουσταφᾶς, περὶ οὗ καὶ ἄλλοτε πολὺς ἐγένετο λόγος. Αὐτὸν ἄλλοτε ἀπέλυσε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη, εὐθὺς ὡς ἔμαθεν, ὅτι δὲν ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα, τώρα ὅμως τὸν διώρισε καὶ ἄνευ αὐτῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἐπὶ τῇ βάσει τίνων προσόντων διωρίσθη ἐφέτος, καὶ διὰ τίνας λόγους ἐπαύθη πέρυσιν.

§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Ὀριγώνης ἀπηύθυνε χθὲς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, παρενέβαλε δὲ ἐν τῷ μέσῳ καὶ τὸ ὄνομά μου, προκαλέσας τὴν μαρτυρίαν καὶ ἐμοῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ἀνέγερσιν ἀνδριάντος εἰς τὸν ἥρωα τῆς Ἀλαμάνας Διάκον καὶ εἰς τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἰδίᾳ δὲ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζω ὅτι ὑποχρεοῦται πρὸ ἐμοῦ νὰ λάβῃ τὸν λόγον· παρακαλῶ δὲ αὐτὸν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν θὰ ὁμιλήσῃ. Μετὰ ταῦτα ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ ἐγώ τινα, ἐὰν ὑπολείπηταί τι δι’ ἐμέ.

§23ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ἐπερίμενα νὰ ἐπαναλάβητε τὴν ἐπερώτησιν, καθ’ ἃ ὑπεσχέθητε χθές, ἀλλ’ ἀφοῦ μὲ προκαλεῖτε, λέγω ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Διάκου ἐπιτροπὴ εἶχε συστηθῆ τῇ πρωτοβουλίᾳ, νομίζω, τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου...

§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§25ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἢ συλλόγου τινὸς ἐκ φοιτητῶν.

§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἑνὸς συμπολίτου σας.

§27ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τοῦ κ. Κρέμου; ἔστω... Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνέλεξε ποσόν τι, τὸ ὁποῖον παρέδωκε βραδύτερον εἰς ἑτέραν ἐπιτροπήν, ἧς ἀπετέλει μέρος καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Ἔκτοτε παρῆλθον πολλὰ ἔτη. Πρὸ ὀλίγου χρόνου πολῖται εὐϋπόληπτοι τῆς Λαμίας ἐζήτησαν νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ἀνδριάντος τούτου, καὶ παρεκάλεσαν νὰ νομιμοποιηθῇ ἡ ἐπιτροπή, ἵνα γείνῃ ἐργασία τελεσφόρος. Προεκάλεσα λοιπὸν τὴν σύστασιν νέας ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν δὲν περιελήφθησαν ἐκ τῆς πρώην ἐπιτροπῆς οἱ κ.κ. Κατσίμπαλης, Παπαμιχαλόπουλος, Χαλκιόπουλος καὶ Φωκᾶς, διορισθέντων μεταξὺ τῶν νέων προσώπων καὶ δύο ἐκ τῶν συναδέλφων ἡμῶν. Ταῦτα πάντα ἐγένοντο ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Μοὶ ἀνηγγέλθη χθές, ὅτι ἦσάν τινα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα εἰργάζοντο, καὶ παρεπονέθησαν, ὅτι παρελείφθησάν τινα, ὄχι βεβαίως ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Μόλις ἤκουσα τοῦτο, διέταξα νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ μέλη ταῦτα, ὅπερ καὶ ἐγένετο.

§28ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἀπαρτίζουν μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης καὶ τὰ πρώην μέλη;

§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ μανθάνω.

§30ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἐγὼ ἠγνόουν ἐντελῶς ποῖα ἦσαν τὰ μέλη τῆς πρώην ἐπιτροπῆς, ὅτε μοὶ ἐγένετο παράπονον παρά τινος, ὅτι παρελείφθη.

§31ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τοῦτο μόνον μοὶ ἐκίνησε τὴν περιέργειαν, πῶς παρελείφθησαν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα. Ἀλλὰ σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν δήλωσίν σας.

§32ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον νὰ μᾶς εἴπῃ τὰ τῆς λογοδοσίας, διότι κἄτι λάκον ἔχει ἡ φάβα!

§33ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως παρετήρησα πρό τινων ἡμερῶν εἰς διάταγμα δημοσιευθὲν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τῆς 24 Φεβρουαρίου, ὅτι διωρίσθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπιτροπὴ ἐκ πολλῶν μελῶν, Λαμιέων κατὰ τὸ πλεῖστον, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνατίθενται τὰ τῆς μερίμνης τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Διάκου. Λέγω δ’ ὅτι εὐχαρίστως παρετήρησα, ὅτι τὸ ὄνομά μου δὲν συμπεριελαμβάνετο ἐν τῇ νέᾳ ἐπιτροπῇ, καθόσον συμπεριληφθεὶς ἐν τῇ παλαιᾷ, (διότι συνέβη ποτὲ νὰ ἦμαι φοιτητὴς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον) εἶχον ὑποστῆ τόσους κόπους, τόσους μόχθους καὶ τόσας ἀπογοητεύσεις, ὥστε δικαίως ἔπρεπε νὰ ὀφείλω εὐγνωμοσύνην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι μὲ ἀπήλλαξε...

§34ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀδίκως· διότι ἐγὼ δὲν σᾶς ἀπήλλαξα.

§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκφράζω τὰ παράπονά μου, ἐὰν μὲ συμπεριλάβητε καὶ αὖθις, δηλῶ δὲ, ὅτι δὲν θὰ δεχθῶ. Ἐπιτροπή τις, αὐτομάτως πως συστηθεῖσα τὸ 1876 ἐξ ἐνθουσιωδῶν τινων λόγων καὶ παραδόσεων τῆς ἱστορίας παρὰ τοῦ κ. Κρέμου, προέβη εἰς συλλογὴν συνδρομῶν καὶ συνέλεξεν ὑπὲρ τὰς 4,000 δραχμάς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη διῃρέθη εἰς δύο μέρη, εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ φοιτητῶν καὶ εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ μαθητῶν. Τὸ ποσὸν τῶν συλλεγέντων χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς 4,330 δραχμὰς, κατετέθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν παρὰ τοῦ κ. Κρέμου διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ....... ἐπιταγῶν, αἵτινες φαίνονται ἐδῶ, ἐν λογοδοσίᾳ ἐκδοθείσῃ παρὰ τοῦ κ. Κρέμου ὑπὸ τὸν τίτλον «Προέκθεσις» καὶ τυπωθείσῃ κατὰ τὸ 1891. Αὐτοδικαίως πως, ἐπαναλαμβάνω, εὑρέθην δυστυχῶς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς. Κατὰ τὸ 1888 ἡ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας πάλιν αὐτοδικαίως πρόεδρος ἦτο ὁ κ. Κρέμος, θέλουσα νὰ προβῇ εἰς περαιτέρω ἐργασίας, προσέλαβε καί τινα νέα μέλη, ἐν οἷς τὸν κ. Κατσίμπαλην καὶ τὸν κ. Ἰωάννην Καμπούρογλουν, τὸν διευθυντὴν τῆς «Νέας Ἐφημερίδος». Παλαιοὶ δὲ εἴμεθα ὁ κ. Φωκᾶς, ἰατρὸς, ὁ κ. Γ. Π. Χαλκιόπουλος, δικηγόρος, καὶ ἐγώ. Ἡ νέα ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Συνεβλήθη δὲ μετὰ δοκίμου καλλιτέχνου, τοῦ κ. Ἰωάννου Καρακατσάνη, μαθητοῦ τοῦ περιφήμου Λεωνίδα Δρόση, πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἀνδριάντος, συμφωνήσασα τίμημα 18 χιλιάδων δραχμῶν, ὅρους δὲ τοὺς ἑξῆς· νὰ προκαταβάλῃ αὐτῷ ἀμέσως ἐν ἀρχῇ 1,000 δραχμὰς, ἀναλόγους δὲ δόσεις κατὰ τὴν πρόοδον τῆς ἐργασίας, ἐκτιμωμένης ὑπὸ εἰδικῶν προσώπων. Δυστυχῶς ἐπῆλθον, παρ’ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν ἡμῶν, πλεῖσται καθυστερήσεις καὶ περιπλοκαὶ εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ, σημειώσατε, οὐδὲ ἐγὼ, οὐδὲ ὁ κ. Χαλκιόπουλος, οὐδὲ ὁ κ. Φωκᾶς, οὐδὲ ὁ κ. Κατσίμπαλης, οὐδὲ ὁ κ. Καμπούρογλους (ὁ ὁποῖος σχεδὸν οὐδέποτε ἔλαβε μέρος) εἴδομέν ποτε ἢ λογαριασμοὺς, ἢ χρήματα, ἢ ταμεῖον, ἢ ἔγγραφα, ἢ τίποτε ἄλλο ἀπολύτως. Ὅλα αὐτὰ εἶχε, καὶ ὡς πρόεδρος καὶ ὡς ταμίας καὶ ὡς διαχειριστὴς ὁ κ. Κρέμος. Πρὸ ἑνὸς ἢ πρὸ δύο ἐτῶν ἤρχισε πολὺ νὰ μᾶς ἐνοχλῇ ἡ δημοσιογραφία. Ἀναγινώσκω αἴφνης ἡμέραν τινὰ εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» τὴν ἐρώτησιν: «Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, τί γίνεται τὸ χρῆμα τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Διάκου;» Ἐπῆγα εἰς τὸ γραφεῖον τῆς «Ἀκροπόλεως» καὶ ἐδήλωσα, ὅτι κακῶς διασύρεται τὸ ὄνομά μου ὑπὸ τῶν συντακτῶν, ἐν πάσῃ βεβαίως ἀγνοίᾳ των, ὅτι ὁ κ. Κρέμος διαχειρίζεται τὰ πάντα. Ἡ «Ἀκρόπολις» ἐστράφη πρὸς τὸν κ. Κρέμον, ἀπευθύνουσα τὰς αὐτὰς ἐρωτήσεις. Ὅτε δέ ποτε συνέβη νὰ διαχειρίζωμαι τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ διευθυντὴς καὶ ἰδιοκτήτης τῆς «Ἀκροπόλεως» κ. Γαβριηλίδης δι’ ἐπιστολῆς πρὸς ἐμὲ, φερούσης ἡμιεπίσημον τύπον, ὡς ἀπευθυνομένης παρὰ δημοσιογράφου πρὸς Ὑπουργὸν, μοὶ ὑπεμίμνησκεν, ὅτι, διαχειριζόμενος ἤδη ἐξουσίαν δημοσίαν, θὰ ἠδυνάμην νὰ συντελέσω εἰς κανονισμὸν τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης. Ἔσπευσα νὰ ἀνακοινώσω ἐν πρωτοτύπῳ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην πρὸς τὸν κ. Κρέμον, ὁ ὁποῖος ἀπήντησεν, ἀποστείλας ἀντίτυπον τοῦ φυλλαδίου τούτου, καὶ ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀπέστειλα πρὸς τὸν δημοσιογράφον. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα πολλάκις καὶ ἄλλοτε, ἰδίως ὅμως πρὸ 3–4 μηνῶν, ἔγραφον αἱ ἐφημερίδες, καὶ δὴ ὀνομαστὶ ἡ «Νέα Ἐφημερίς»: «Τί γίνονται τὰ χρήματα, κ. Κρέμε;» «Πρέπει νὰ βάλῃ τὴν χεῖρά της ἡ δικαιοσύνη!» ἔγραφεν ἄλλη ἐφημερίς, ἡ «Ἐφημερίς». «Θὰ προκαλέσωμεν τὴν ἐπέμβασιν τῶν ἀρχῶν», ἔγραφεν ἡ «Ἀκρόπολις». Ἄλλη ἐφημερίς, ἐκδοθεῖσα κατὰ Νοέμβριον δι’ ὀλίγας ἡμέρας, ὁ «Κῆρυξ», ἐπετίθετο καὶ αὐτὴ καθ’ ἡμῶν. Εἶχε καταντήσει τὸ πρᾶγμα λίαν δυσάρεστον δι’ ἀνθρώπους, οἵτινες, ἀφοῦ προέθησαν ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ παρακληθέντες εἰς τὴν τέλεσιν καλοῦ τινος, ἔβλεπον ἑαυτοὺς συρομένους εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ καταχρήσεως ἀλλοτρίων χρημάτων, καὶ μάλιστα προωρισμένων πρὸς τόσον ἱερὸν σκοπόν. Διατὶ δὲ πάντα ταῦτα; Ἰδού. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1892 συνεβλήθη ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς τὸν καλλιτέχνην, πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἀνδριάντος, ὡς εἶπον ἀνωτέρω. Ἡμεῖς, ὁμολογῶ, δὲν ἐφάνημεν ποτὲ ἐνήμεροι εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών μας πρὸς αὐτὸν, καὶ αὐτὸς δικαίως μᾶς ἠνώχλει συχνότατα δι’ ἐπιστολῶν, διὰ διαμαρτυριῶν, δι’ ἀπειλῶν· εἶχε δίκαιον, ἐπαναλαμβάνω, διότι αὐτὸς, ἅμα τῇ πρώτῃ συμφωνίᾳ, προέβη εἰς τὴν ἀγορὰν μαρμάρου, ἐκτάκτου ἀξίας, κατὰ καλὴν σύμπτωσιν, καὶ ἐξετέλεσε τὸ ἔργον, πρῶτον μὲν ἐν προπλάσματι διαφόρων μεγεθῶν, ἔπειτα δὲ ἐν τῷ ὁριστικῷ προπλάσματι, ὕψους τριῶν περίπου μέτρων γαλλικῶν· τὴν ἐκτέλεσιν εἶτα μετέφερεν εἰς τὸ μάρμαρον, καὶ ἐξετελέσθη μέχρι τῆς ὥρας κατὰ τὰ ⅘ ἐργασία ἐξόχου ἀξίας, ἡ ὁποία θὰ τιμήσῃ τὴν νεωτέραν καλλιτεχνίαν παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ἀπέναντι τούτων ὁ καλλιτέχνης, ἵνα μὴ ἀποτελέσῃ, φαίνεται, ἐξαίρεσιν τῆς γενικῆς μοίρας τῶν καλλιτεχνῶν, ὧν κλῆρος εἶναι ἡ πενία ἐπείνα κυριολεκτικῶς, καὶ ἐὰν δὲν εὑρίσκετο μεταξὺ ἡμῶν τῶν πτωχῶν ὁ εὐπορῶν κ. Κατσίμπαλης νὰ ὑποστηρίξῃ ἐξ ἰδίων του τὸν ἀτυχῆ καλλιτέχνην, βεβαίως θὰ εἶχεν ἀποθάνῃ τῆς πείνης αὐτός τε καὶ τὰ τέκνα του, ἢ ἐν τῇ φυλακῇ διὰ χρέη, καταδιωκόμενος ἀπὸ τοὺς πωλητὰς τοῦ μαρμάρου καὶ τοῦ γύψου, καὶ τοὺς ἐργάτας καὶ τοὺς σιδηρουργοὺς καὶ ὅλους τοὺς λοιποὺς χορηγητὰς τῆς βιομηχανίας του. Ἐσχάτως ὅμως ὁ καλλιτέχνης οὗτος, πιεσθεὶς ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ἔῤῥιψε κραυγὰς γοερὰς, πολλάκις μὲν καὶ ἄλλοτε, ἰδίᾳ δὲ διὰ τοῦ ἑξῆς ἐγγράφου του, ὅπερ ἀπηύθυνεν ἐγκυκλίως πρὸς ὅλους ἡμᾶς, πλὴν τοῦ κ. Κρέμου (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Κωνστ. Παπαμιχαλόπουλον, μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Ἀθανασίου Διάκου ἐπιτροπῆς. «Κύριε, εὐσεβάστως ἀναφέρω ὑμῖν τὰ ἑξῆς: «Πρὸ δύο ἐτῶν, ὡς γνωρίζετε, ἀνέλαβον τὴν κατασκευὴν τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Ἀθανασίου Διάκου, ὃν ὑπεχρεώθην νὰ παραδώσω τῇ σεβαστῇ ἐπιτροπῇ κατὰ τὸν προσήκοντα χρόνον, ὡς ἤθελε τελειώσει. Ὡς ἀντάλλαγμα τῶν κόπων καὶ τῆς ἐπὶ τούτου ἐργασίας μου συνεφωνήθη νὰ λαμβάνω τὴν γνωστὴν εἰς ὑμᾶς ἀξίαν. Ἵνα παράσχω δὲ δυνατὰς εὐκολίας πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀνεδέχθην τὴν ἐκχώρησιν μιᾶς ἀπαιτήσεως ἐκ δραχμῶν 8348, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐξεχώρησεν ὁ ἕτερος ἐκ τῶν μελῶν κ. Γ. Κρέμος, ὡς ἔχων λαμβάνειν ταύτας παρὰ τοῦ κ. Ἰωάννου Βέσση καθηγητοῦ. Ὁ ῥηθεὶς ὀφειλέτης, μὴ δυνάμενος νὰ μοὶ πληρώσῃ κατὰ δόσεις τὴν ἐκχωρηθεῖσαν ἀπαίτησιν, ἐδέησεν, ἐκ τῆς ἰδέας τῆς εὐκολίας πάλιν καὶ ἵνα μὴ βαρύνω καὶ τὴν θέσιν τοῦ ἀλληλεγγύως ὑποχρέου κ. Γεωργίου Κρέμου, νὰ συνταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 47,383 συμβόλαιον, κανονίσαν τὰς δόσεις ἀνὰ δραχμὰς ἑκατὸν εἰς ἕκαστον μῆνα, πλὴν τῆς τελευταίας, ἥτις ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 2948. Τὰς τοιαύτας δόσεις, καίτοι παρῆλθε πολὺς καιρὸς, ὁ πρὸς τοῦτο ὑπόχρεως δυστροπεῖ νὰ μοὶ καταβάλῃ ταύτας, καθιστῶν μοι οὕτω δυσχερῆ τὴν θέσιν πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν. Ἐντεῦθεν ὁ ἐπὶ τούτῳ δικηγόρος μου προέβη εἰς τὴν κοινοποίησιν ἀντιγράφου τοῦ συμβολαίου μετ’ ἐπιταγῆς, ἕτοιμος πρὸς τούτοις νὰ ἐνεργήσῃ καὶ πᾶσαν κατάσχεσιν ἐπὶ ἀναλόγου κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας του. «Πρὶν ὅμως γείνῃ ἡ τοιαύτη διὰ τὰ περαιτέρω ἐνέργεια, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω τὴν λύσιν τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ ἠθικὸν κῦρος ὑμῶν, καὶ παρακαλέσω ὑμᾶς θερμῶς, ὅπως συνερχόμενοι εἰς συνεδρίασιν δικάσητε καὶ ζητήσητε τὸ δίκαιόν μου. Αἱ τοιαῦται ἐπιπροσθήσεις, αἵτινες μοὶ γίνονται ἀλλεπαλλήλως, ἐκτὸς τοῦ ὅτι μὲ δεσμεύουσιν ὑλικῶς, τὸ πλεῖστον, μὲ κρατοῦσι καὶ εἰς ἀδιάπτωτον ταραχὴν καὶ σύγχυσιν, ἐξ ἧς δὲν δύναμαι ποσῶς νὰ ἐργασθῶ. «Ἐπειδὴ ἄλλως ἡ μέχρι τοῦδε ἐργασία μου ὑπερβαίνει τὸ ἥμισυ τοῦ ἔργου καὶ πλέον, δέον τὸ σεβαστὸν Συμβούλιον νὰ φροντίσῃ ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ δικαιοσύνης νὰ ἄρῃ πᾶν πρόσκομμα καὶ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἐξ ἧς νὰ ἐμφαίνηται καὶ ὑποδεικνύηται ὁ ὑπεύθυνος, ὅστις καὶ νὰ βιασθῇ ἠθικῶς πρὸς πληρωμήν. «Εὐπειθέστατος «Ἰωάννης Καρακατσάνης (γλύπτης).» Μοὶ εἶναι δυσάρεστον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ὁμιλῶ ἐντεῦθεν περὶ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι παρὼν, διὰ ν’ ἀπολογηθῇ, καὶ ἐν γένει διότι δὲν θέλω νὰ ἀνάγω προσωπικὰ ζητήματα εἰς τὸ βῆμα. Ἀλλὰ, προκειμένου νὰ μοὶ ἀπευθυνθῇ ἐρώτησις, περιέχουσα ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, ὑπαινιγμὸν ἢ ὑπόνοιαν περὶ τῆς ἀκριβείας χρηματικῆς διαχειρίσεως, εἰς ἣν μὲ ὑποθέτει τις ἀναμεμιγμένον, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προασπίσω ἐμαυτόν. Μετὰ πολλὰς παρακλήσεις ἡμῶν πρὸς τὸν πρόεδρον–διαχειριστὴν κ. Κρέμον, καὶ πολλὰς ὑποσχέσεις αὐτοῦ ματαιωθείσας, ἡ ἐπιτροπὴ, ἡμεῖς οἱ λοιποὶ τέσσαρες, Κατσίμπαλης, Χαλκιόπουλος, Φωκᾶς καὶ ἐγὼ, ἀπεφασίσαμεν, ἐν τῇ ὑποχρεώσει, τὴν ὁποίαν εἴχομεν, οὐχὶ πλέον τῇ ἠθικῇ, ἀλλὰ καὶ τῇ νομικῇ, νὰ προβῶμεν εἰς ὁριστικὸν διάβημα, πρὶν ἢ ἴδωμεν ὅλως ἀδίκως κἀμμίαν χεῖρα Εἰσαγγελέως ἐπὶ τοῦ τραχήλου μας, καὶ συνελθόντες τὴν 28 Ἰανουαρίου 1894, ἀπηυθύναμεν πρὸς τὸν κ. Κρέμον τὸ ἑξῆς ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 28 Ἰανουαρίου 1894. «Πρὸς τὸν κ. Γεώργιον Κρέμον «Ἐνταῦθα. «Κύριε Γ. Π. Κρέμε, ὀπισθογράφως κοινοποιοῦμεν ὑμῖν, τὴν ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν ἀπόφασιν τῆς περὶ ἀνεγέρσεως κενοταφίου τῷ Ἀθανασίῳ Διάκῳ ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπῆς, ἣν μεθ’ ὑμῶν ἀπετελοῦμεν, καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν ἄνευ ἀναβολῆς νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς αὐτήν. «Μετὰ πάσης ὑπολήψεως «Οἱ συνάδελφοί σας Μιχ. Κατσίμπαλης, Γ. Π. Χαλκιόπουλος, Γεράσιμος Φωκᾶς, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος. «Πρακτικόν. «Οἱ ὑποφαινόμενοι, μέλη ὄντες τῆς ἐπὶ τῆς ἀνεγέρσεως κενοταφίου τῷ ἥρωϊ Ἀθανασίῳ Διάκῳ ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπείας, συνελθόντες σήμερον εἰς κοινὴν σύσκεψιν καὶ ὑπ’ ὄψιν λαβόντες, ὅτι τὸ ἕτερον μέλος αὐτῆς, ὁ καὶ πρόεδρος αὐτῆς κ. Γεώργιος Π. Κρέμος, ὄχι μόνον ἐντελῶς παρημέλησε τὰ ἑαυτοῦ καθήκοντα, ἀλλὰ καὶ αʹ) διὰ τῆς χορηγήσεως τῶν χρημάτων τῆς ἐπιτροπείας λόγῳ δανείου πρὸς τὸν κ. Ἰ. Βέσσην περιέπλεξεν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ταμιακὴν αὐτῆς ὑπηρεσίαν, ὥστε οὐδεμία σχεδὸν ἐξεπληρώθη ἐκ τῶν δοθεισῶν ὑπ’ αὐτῆς πρὸς τὸν ἐκτελεστὴν τοῦ ἔργου καλλιτέχνην κ. Ἰω. Καρακατσάνην ἐπισήμων ὑποσχέσεων. «βʹ) διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἀπατηλῶν ὑποσχέσεών του περὶ ἐκπληρώσεως ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὡς ἐγγυητοῦ καὶ ἀπέναντι αὐτῆς καὶ ἀπέναντι τοῦ ἀναλαβόντος τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου καλλιτέχνου κ. Ἰω. Καρακατσάνη δυσχεραίνει τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου, καὶ ἐκθέτει αὐτὴν εἰς τὰς δικαίας καὶ τοῦ δημοσίου καὶ αὐτοῦ τοῦ καλλιτέχνου αἰτιάσεις, αἵτινες ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐπίφοβοι καθίστανται καὶ εἰς τὴν ὅλην τοῦ ἔργου περαίωσιν καὶ εἰς τὴν ὑπόληψιν τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐκτελεστικὴν ἐπιτροπείαν, «Ἀποφασίζουσι· «Αʹ) Θεωροῦσιν ἀπὸ σήμερον μὴ κατέχοντα τὴν θέσιν τοῦ προέδρου τὸν ἄνω ἀναφερόμενον κ. Γ. Π. Κρέμον. «Βʹ) Ἀναθέτουσι προσωρινῶς καὶ μέχρι νεωτέρας αὐτῶν ἀποφάσεως τὴν διεύθυνσιν τῶν ὑποθέσεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπείας περὶ ἀνεγέρσεως κενοταφίου τῷ Ἀθανασίῳ Διάκῳ εἰς τὸ μέλος αὐτῆς κ. Κωνστ. Ν. Παπαμιχαλόπουλον. «Γʹ) Νὰ κοινοποιηθῇ ἡ ἀπόφασις αὐτῶν αὕτη τῷ κυρίῳ Γ. Π. Κρέμῳ. «Δʹ) Νὰ ἐπιταχθῇ ὁ αὐτὸς κ. Γ. Π. Κρέμος ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήψεως τῆς παρούσης ἀποφάσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὸν ταμίαν τῆς αὐτῆς ἐπιτροπείας κ. Μιχαὴλ Κατσίμπαλην πᾶν ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπὴν καὶ οὗτος ἔχει εἰς χεῖράς του, χρήματα, βιβλία παραστατικὰ ἀξίας, ἔγγραφα, καταλόγους συνδρομῶν, πρωτόκολλα παραλαβῆς καὶ παραδόσεως καὶ τὴν σφραγῖδα. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Ἰανουαρίου 1894. «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐπιτροπεία «Μιχ. Κατσίμπαλης, Γεράσιμος Φωκᾶς, Γ. Π. Χαλκιόπουλος, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος.» Μέχρι τοιούτου δυστυχῶς σημείου εἶχεν ἐξωθήσει τὴν ὑπόθεσιν ἡ ἐπὶ δύο ὅλα ἔτη δυστροπία τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ εἰς τοιαῦτα διαβήματα ἠνάγκαζε καὶ ἡμᾶς, ὅλως ἄκοντας καὶ μετὰ λύπης καὶ— πιστεύσατέ με— ἀληθοῦς θλίψεως νὰ προβαίνωμεν. Πλὴν οὐδεμίαν ἔδιδε προσοχὴν εἰς τὰς δικαίας καὶ φιλικὰς καὶ συναδελφικὰς ἡμῶν προφορικάς τε καὶ ἐγγράφους παραστάσεις ὁ εὐλογημένος οὗτος ἄνθρωπος, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἀτυχὴς καλλιτέχνης ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω τῆς ἀνάγκης καὶ τῶν διαμαρτυριῶν. Τότε δὲ ἀνετέθη εἰς τὸν κ. Χαλκιόπουλον, μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, τυγχάνοντα δὲ καὶ δικηγόρον, ὅστις ἐκ παιδικῆς ἡλικίας ἠκολούθησε μετὰ ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, εἰς πλείστας ὑποβληθεὶς μερίμνας, κόπους δὲ καὶ ἐνοχλήσεις ὑποστὰς, ἐφ’ οἷς ὀφείλεται αὐτῷ εὐγνωμοσύνη καὶ ἔπαινος,—ἐνταῦθα δ’ ἐπιτραπήτω μοι νὰ προσθέσω ἐν παρενθέσει ὅ,τι ὤφειλον ἤδη ἀνωτέρω νὰ εἴπω περὶ τοῦ κ. Κατσίμπαλη. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εὑρίσκω λέξεις νὰ ἐκφράσω ἐπαίνους διὰ τὸν ζῆλον καὶ τὰς θυσίας τὰς χρηματικὰς καὶ τὴν αὐταπάρνησίν του ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ ἔργου.—Ἀνετέθη λοιπὸν, ἔλεγον, παρ’ ἡμῶν εἰς τὸν κ. Γεώργ. Χαλκιόπουλον νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν ἐκ μέρους τοῦ καλλιτέχνου κατὰ τοῦ κ. Κρέμου, ὁ ὁποῖος, ἵνα δικαιολογήσῃ εἰς ἡμᾶς, ὡς ἐπιτροπὴν, καὶ εἰς τὸν κόσμον τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων, δραχμῶν περίπου 8,000, εἰς ἃς ἀνεβιβάσθησαν αἱ ἀρχικῶς ἐν τῇ Τραπέζῃ κατατεθεῖσαι δραχμαὶ 4300, μετεβίβασεν εἰς τὸν καλλιτέχνην μίαν ἀπαίτησίν του κατά τινος καὶ συνυπέγραψεν ὡς ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνος καὶ αὐτός· ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις αὕτη δὲν ἐξετελεῖτο· ἔτρεξεν ὁ καλλιτέχνης, ἐξώδευσε χρήματα, μὲ ὅλην τὴν πενίαν του, εἰς δικηγόρους, εἰς κλητῆρας, εἰς χαρτόσημα καὶ εἰς ὅλας τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Δικονομία μας, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε τίποτε, δὲν κατώρθωσε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ συμβολαίου, καθ’ ὃ ἔπρεπε νὰ εἶχε λάβει ἔκτοτε δρ. 1700, ἔλαβε δὲ μόνον 500 μετὰ κόπων καὶ μόχθων καὶ πολλῶν ἡμεραργιῶν του. Ἐκίνησε λοιπὸν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ κ. Κρέμου ἐπὶ τῇ μὴ ἐκτελέσει τῆς ὑποσχέσεώς του, ἐζήτησε τὴν προτίμησιν τῆς ὑποθέσεως, ἐνέγραψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ πινάκιον, ἐνέγραψε προσημείωσιν ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ κ. Κρέμου...

§36ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορα αὐτὰ δι’ ἡμᾶς.

§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὅμως καὶ δι’ ἐμὲ, κύριε Βοκοτόπουλε, ὅταν βλέπητε, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλῶ περὶ τοιούτων πραγμάτων ἐντεῦθεν. Μοὶ ἀπευθύνονται ἐρωτήσεις νὰ δώσω λογοδοσίαν διαχειρίσεως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Χατζηπέτρος, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ ἐξελάμβανον τὴν σιωπήν μου αἱ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖοι σήμερον μοὶ ἔχουσι θέσει ὅρον νὰ ἀπαντήσω περὶ τῆς ἀτυχοῦς ταύτης ὑποθέσεως. Ἔφθασε λοιπὸν ἡ ὑπόθεσις μέχρις ἐγγραφῆς προσημειώσεως ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ κ. Κρέμου ἐκ μέρους τοῦ καλλιτέχνου· διότι ἡμεῖς εἴχομεν σταυρώσει τὰς χεῖρας ἀπέναντι τῶν δυστροπιῶν του. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε εὐτυχῶς καὶ εὐχαρίστως, ἐπαναλαμβάνω, εἶδον ὅτι ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου διορίζεται ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐκ προσώπων, τῶν ὁποίων ἡ ὑπόληψις ὁμολογουμένως καὶ ἡ φήμη ἐγγυῶνται τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου. Μεταξὺ αὐτῶν συμπεριλαμβάνονται δύο συνάδελφοι ἡμῶν, ὁ κ. Ἀγαθοκλῆς καὶ ὁ κ. Ζητουνιάτης, εἷς πρώην συνάδελφος, ὁ κ. Κοντογιάννης, ἄλλοι δέκα ἀξιότιμοι πολῖται, καὶ ὁ κ. Κρέμος. Ἡ συμπερίληψις τοῦ κ. Κρέμου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἦτο ἀναγκαία· αὐτὸς εἶναι ὁ δεσμὸς τῆς ἐπιτροπῆς, αὐτὸς ἔχει τὰ ἔγγραφα, αὐτὸς ἔχει τὰ χρήματα, αὐτὸς ἔχει τοὺς λογαριασμοὺς, μὲ αὐτὸν ἔχει ὁ καλλιτέχνης, μὲ αὐτὸν ἔχει καὶ ὁ Διάκος, καὶ ὁ ὀβελισθεὶς τῷ 1821 καὶ ὁ μαρμάρινος ἐδῶ, μὲ αὐτὸν ἔχουσιν ὅλοι. Τοῦ κ. Κρέμου ἡ συμπερίληψις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἦτο ἀναγκαία καὶ ἐπιβεβλημένη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καλῶς δὲ πράξας συμπεριέλαβε τοῦτον, ἀλλὰ δὲν ἔπραξε καλῶς, συμπεριλαβὼν, ὡς εἶπε, διὰ νεωτέρου διατάγματός του καὶ ἐμέ. Δηλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ, διότι ἔχω τόσον δυσαρέστους ἀναμνήσεις, τοσαύτην ἀπογοήτευσιν, τοσαύτην ἀηδίαν ἐκ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ὥστε μὲ ὅλην τὴν διάθεσιν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, νὰ συντρέχω εἰς τὰ δημόσια πράγματα, καὶ μάλιστα τὰ τοιούτου εἴδους πράγματα ἐθνικοῦ σκοποῦ, πάλιν ἀδυνατῶ νὰ δεχθῶ.

§38ΡΟΥΚΗΣ. Ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος καὶ εἰς Εἰσαγγελεὺς εἰς τὴν ἐπιτροπήν.

§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν νέαν ἀπόφασίν του, νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸν κ. Κατσίμπαλην καὶ τὸν κ. Γ. Χαλκιόπουλον καὶ Γεράσιμον Φωκᾶν, ἰατρὸν, τῶν ὁποίων ἡ παρουσία βεβαιῶ ὅτι θὰ συντελέσῃ πολὺ εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, θὰ διαφωτίσῃ δὲ καὶ τὰ νέα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τῶν ὁποίων τινὰ εἶναι ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν δυσαρέστων αὐτῶν.

§40ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. συνάδελφον καὶ φίλτατον κ. Παπαμιχαλόπουλον νὰ μὴ ἀπομακρυνθῇ· νὰ ἀφήσῃ δὲ ἐλεύθερον τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸν συμπεριλάβῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος εἶναι ἁγνοτάτων αἰσθημάτων, καὶ ἡ παρουσία του ἐν τῇ ἐπιτροπῇ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν λαμπροῦ ἔργου.

§41ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ. Ἡμεῖς παρεκλήθημεν ὑπὸ τοῦ κ. Κρέμου, ἵνα ἐπιληφθῶμεν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, τῆς ἀνεγέρσεως ἀνδριάντος τοῦ Διάκου...

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, κύριε Βουλευτά.

§43ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ. Παρακαλῶ, ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω· διότι κατηγόρησαν τὸν κύριον Κρέμον, ὁ ὁποῖος πρῶτος, ὡς καθηγητὴς τοῦ Βαρβακείου, συνέλαβε τὴν ἰδέαν τῆς ἀνεγέρσεως ἀνδριάντος εἰς τὸν Διάκον, καὶ μετὰ ζήλου εἰργάσθη μέχρι σήμερον διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν· κατώρθωσεν ἐξ ἐράνων τῶν μαθητῶν νὰ συλλέξῃ περὶ τὰς 3500 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἀσφαλῶς ἐτόκισε, καὶ σήμερον ἀνέρχονται εἰς 9500 ἐξ ἄλλων ἐράνων συνέλεξεν ἑτέρας 2200 δρ. Πάντα δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα παρεδόθησαν εἰς τὸν γλύπτην. Ἡμεῖς, ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ἐθεωρήσαμεν καθῆκόν μας νὰ προκαλέσωμεν τὴν σύστασιν ἐπισήμου ἐπιτροπῆς διὰ Β. Διατάγματος, ἀποτελουμένης ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐπαρχίας, τοῦ δημάρχου Λαμίας καὶ ἄλλων ἐγκρίτων προσώπων ἐκ Λαμίας. Ἐζητήσαμεν ἀμέσως νὰ τακτοποιήσωμεν τοὺς λογαριασμοὺς μετὰ τοῦ γλύπτου κ. Καρακατσάνη καὶ συνεννοηθῶμεν περὶ τῆς ταχείας ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου· ἀλλ’ ὁ κ. Κατσίμπαλης, ὁ ὁποῖος εἶναι κουμπάρος τοῦ γλύπτου καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν μονομανίαν νὰ χώνεται εἰς πᾶσαν ἐπιτροπὴν, εἰς ἐκκλησίας, εἰς συλλόγους, ὡς καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, παρεμβάλλει προσκόμματα εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν λογαριασμῶν, καὶ ἐνῷ ἡ μόνη του ἐνέργεια μέχρι σήμερον εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἦτο νὰ κατορθώσῃ νὰ δοθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ ἀνδριάντος εἰς τὸν κουμπάρον του γλύπτην ἄνευ διαγωνισμοῦ, προσπαθεῖ τώρα νὰ ἐπιῤῥίπτῃ μομφὰς κατὰ τοῦ κ. Κρέμου, ὁ ὁποῖος Κρέμος, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, εἶναι ἐκεῖνος, εἰς ὃν καὶ μόνον θὰ ὀφείληται ἡ κατασκευὴ τοῦ ἀνδριάντος.

§44ΖΗΤΟΥΝΙΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ὀλίγων λέξεων θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον. Τῷ ὄντι τὴν ἰδίαν τῆς ἀνεγέρσεως ἀνδριάντος τοῦ Διάκου συνέλαβεν ὁ κ. Κρέμος, καὶ κατὰ τὸ 1876 συμπεριέλαβε φοιτητὰς καὶ μαθητάς τινας, μετὰ τῶν ὁποίων προέβησαν εἰς συλλογὴν ἐράνων καὶ συνέλεξαν ποσὸν 3,500 δραχμῶν, τὰς ὁποίας διέθεσαν ἐπὶ τόκῳ· ἐσχάτως δὲ τὸ ποσὸν ἀνῆλθε μέχρις 9,000 δραχ. Κατὰ τὸ 1890 ὁ κ. Κρέμος συμπαρέλαβεν ὡς συνεργοὺς καὶ οἱονεὶ μάρτυρας τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, τὸν κ. Κατσίμπαλην καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι αὐτοεκλήθησαν ἐπιτροπὴ ἐκτελεστική, καὶ ἔχοντες τὴν τοκοφόρον ταύτην ἀπαίτησιν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 9,000 δραχμὰς, προέβησαν εἰς παραγγελίαν τοῦ ἀνδριάντος, συμφωνήσαντες μετά τινος γλύπτου, κουμπάρου τοῦ κ. Κατσίμπαλη, ἄνευ μειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ, ἀντὶ τιμήματος 18,000 δραχμῶν. Ἀπὸ τοῦ 1890 καὶ ἐντεῦθεν πολλαὶ ἐπιτροπαὶ ἐν Λαμίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ συνέλεξαν πολλὰ ποσὰ, καὶ πρὸς τούτοις τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τῆς Φθιώτιδος ἐψήφισαν διάφορα χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὅλα ἀνῆλθον εἰς ποσὸν ἴσον πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνδριάντος. Ἐκ τῶν ποσῶν τούτων ἄλλα μὲν ἐστάλησαν εἰς τὸν κ. Κατσίμπαλην, ἄλλα δὲ μένουσιν εἰς τὰς διαφόρους ἐπιτροπάς. Ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον, ὡς ἀντιπροσώπους τῆς ἐπαρχίας, ἔνθα τὸ δρᾶμα τοῦ ἀνασκολοπισμοῦ τοῦ ἥρωος διεδραματίσθη, ἐκπληροῦντες ἐντολὴν τῶν πατέρων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι παραπλεύρως ἐπολέμησαν μετὰ τοῦ ἥρωος Διάκου, καὶ φρονοῦντες ὅτι ὁ ἀνδριὰς πρέπει νὰ στηθῇ ἐν τῷ τόπῳ τοῦ μαρτυρίου καὶ ὅτι δὲν προώρισται νὰ κοσμήσῃ πλατείας καὶ ὁδοὺς, ἐνομίσαμεν καθῆκον νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως συστήσῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ φροντίσῃ νὰ συλλέξῃ τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑπάρχοντα χρήματα, καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν περάτωσιν τοῦ ἔργου, καὶ ἡ ὁποία νὰ ἦναι ὑπεύθυνος τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς. Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὸν διορισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ οὐχὶ ἀντικατάστασιν ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν ὑφίστατο νομίμως.

§45ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὰ περὶ Κρέμου νὰ δικαιολογήσητε, κύριε Ζητουνιάτη.

§46ΖΗΤΟΥΝΙΑΤΗΣ. Ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ γλύπτης, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται, ἔλαβε, κύριε Πρόεδρε, διὰ συμβολαίου δραχμὰς 8,348· ἔλαβεν ἐπίσης 2,000 δρ. περίπου, τὰς ὁποίας ἔστειλαν διάφοροι ἐπιτροπαὶ ἐκ Λαμίας πρὸς τὸν κ. Κατσίμπαλην, καὶ ὑπολείπονται ὀλίγα χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ πληρωθῶσι πρὸς αὐτόν. Καὶ ἐπειδὴ τὰ πληρωθέντα χρήματα δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένα, ἠναγκάσθημεν νὰ ἐνεργήσωμεν συντηρητικὴν κατάσχεσιν τοῦ ἀγάλματος, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου.

§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ! Τὸ ζήτημα καταντᾷ ἄξιον προσοχῆς, ὡς προσωπικόν. Εἶναι ἐκτὸς τῆς ἀληθείας, ἐκτὸς τῆς ἀκριβείας, σᾶς βεβαιῶ, κύριε συνάδελφε, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι ὁ γλύπτης ἔλαβε δραχμὰς... παρακαλῶ νὰ ἐπαναλάβητε ὑμεῖς τὸ ποσόν...

§48ΖΗΤΟΥΝΙΑΤΗΣ. Ἔλαβεν 8,348 δραχμάς.

§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ διαψεύσω καθολοκληρίαν τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτόν· ὁ γλύπτης εἶναι εἰς τὰ δικαστήρια, διότι ἔλαβε μόλις δραχμὰς 3,200, καὶ ἐνέγραψε προσημείωσιν ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ κ. Κρέμου.

§50ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐννοεῖ τὴν ἐκχώρησιν τῆς ἀπαιτήσεως.

§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω πολλὰς δυσαρέστους λεπτομερείας διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον δυσχεράνει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Ζητουνιάτη καὶ κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὲ πιστεύσητε, ὅτι μετὰ πολλῆς λύπης, μετὰ πολλῆς ἀηδίας τέλος πάντων ἐπελήφθην τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, περὶ τῆς ὁποίας ὅμως ἔπρεπεν ἅπαξ νὰ γείνῃ λόγος. Ὑμεῖς εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ, κ. Ζητουνιάτη· δὲν ἐδόθησαν πλείονες τῶν 3,200 δραχμῶν εἰς τὸν καλλιτέχνην πανταχόθεν, ἐξ ὅλων τῶν πηγῶν, ὁθενδήποτε καὶ ἂν ἐδόθησαν χρήματα. Ὅσον δὲ περὶ τοῦ κ. Κατσίμπαλη, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. συνάδελφος, ὡς ἐν δυσαρέστῳ ὑπαινιγμῷ, εἶπεν, ὅτι εἶναι κουμπάρος τοῦ καλλιτέχνου, καὶ ὅτι καὶ ὁ κ. Κατσίμπαλης παρέλαβε δὲν ἠξεύρω πόσας δραχμὰς, ταῦτα εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβῆ. Ὁ κ. Κατσίμπαλης ἔλαβε 500 περίπου δραχμὰς ἐκ τῆς Τραπέζης, τὰς ὁποίας ἀμέσως παρέλαβεν ὁ καλλιτέχνης, ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ κ. Κρέμου, ἐντὸς αὐτῆς τῆς Τραπέζης. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ κ. Κατσίμπαλη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς μετὰ βίας ἐσύρθη παρὰ τοῦ κ. Κρέμου, ὡς καὶ ἐγὼ, καὶ ὅλως ἀκουσίως, ἡ παρουσία του, λέγω, ἔσωσε μέχρι τοῦδε καὶ τὸ ἔργον καὶ τὸν τεχνίτην· ἂν ἦναι καὶ κουμπάρος του, τοῦτο εἶναι εὐτύχημα διὰ τὸν Καρακατσάνην. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀκόμη πρέπει νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ὁ ἀνδριὰς δὲν ἐγένετο αὐτοβούλως καὶ ἄνευ διαγωνισμοῦ, ὁ ἀνδριὰς ἐγένετο κατὰ πρόπλασμα τοῦ ἀληθοῦς καὶ πολλῆς ἀξίας Ἕλληνος καλλιτέχνου ἐκείνου, τοῦ Λεωνίδα Δρόση, τοῦ ὁποίου μαθητὴς καὶ διάδοχος εἶναι ὁ κ. Καρακατσάνης. Ὁ ἀνδριὰς εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπιτυχῶν ἔργων τῆς ἑλληνικῆς καλλιτεχνίας. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εἴπητε ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχητε τὴν εὐχαρίστησιν, ἂν εὐτυχήσητε, νὰ μεταφέρητε τὸν ἀνδριάντα εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας καὶ βλέπητε αὐτὸν διαρκῶς ἐκεῖ, δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπητε, ὅτι ἐγένετο ἄνευ διαγωνισμοῦ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὴ ἀμελήσητε νὰ διατάξητε τὴν περάτωσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Βλέπετε ὅτι, τὸ κατ’ ἐμὲ, εὐλογῶ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν μὲ ἀπηλλάξατε· ἀλλὰ χάριν τοῦ ἔργου σᾶς συνιστῶ, ἵνα διατάξητε τὴν παράδοσιν τῆς ὑποθέσεως ἐκ μέρους τῶν ἀποτελούντων τὴν τέως ἐπιτροπὴν πρὸς τὴν νέαν ἐπιτροπὴν διὰ τῆς Δικαιοσύνης. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἀρκετὴ ἐγγύησις καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὸ ἔργον. Διὰ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπαναλαμβάνω καὶ τρίτην φοράν.

§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§53ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν· εἶναι 1 ἡ ὥρα.

§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.

§55ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν θέλετε; Ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, κύριε Πρόεδρε.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.

§57ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἔκαμα ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας· πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διεκόπη ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 3 μ. μ.

§59Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διὰ τὰς 15 δηλαδὴ, κατὰ τὸ νέον σύστημα. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12½ τῆς μεσημβρίας. Ὥρᾳ δὲ 5 μ. μ. συνέρχονται οἱ Βουλευταὶ πρὸς ἐπανάληψιν τῆς συνεδριάσεως, τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Βαρβαρήγου Πύλικα).

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.

§61ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ κ. Χατζηπέτρου, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 112 Βουλευτῶν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.

§63ΚΟΥΣΤΑΣ. Χθὲς ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ ἓν νομοσχέδιον περὶ ἀρδεύσεως τῆς πεδιάδος Βόχας καὶ Κορίνθου τοῦ δήμου Κορινθίων. Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, θὰ παρακαλέσω, εἰ δυνατόν, νὰ γείνῃ σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις αὐτοῦ.

§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρδεύσεως τῆς πεδιάδος Βόχας καὶ Κορίνθου τοῦ δήμου Κορινθίων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§66ΚΡΙΤΣΑΣ. Πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις νὰ ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 20 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον «περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου ΣΞʹ τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1853 περὶ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου».

§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου ΣΞʹ τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1853 περὶ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου.

§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω. Ὑπελόγισεν ἡ Κυβέρνησις, τί θὰ εἰσπράττῃ διὰ τῶν διοδίων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει δι’ ἑνὸς ἄλλου νομοσχεδίου πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκλείψῃ κατόπιν τῆς ψηφίσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου;

§70Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τί θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἀπὸ τοῦδε ἐν ἀκριβείᾳ, διότι ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ ἐπὶ τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν χωρητικότητα τῶν πλοίων, ἅτινα θὰ ποιῶνται χρῆσιν αὐτοῦ· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπολογισθῶσιν αἱ εἰσπράξεις ἐπὶ τῶν τέως ἀποτελεσμάτων τῆς κινήσεως, τουτέστιν ἄνευ τῆς προσαυξήσεως, ἣν ἐπάγεται ἡ εὔρυνσις, πάλιν καλύπτεται ἡ ἐκ τῶν καταργουμένων τελῶν ζημία ὑπὸ τῶν ηὐξημένων πορθμείων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§72ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῇ ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων περὶ κυρώσεως τῶν ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων.

§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.

§74ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ προταχθῇ ἡ ψήφισις αὐτῶν, διότι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησίς τις.

§75ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὑπάρχει, κύριε Πρόεδρε.

§76ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος διεθνοῦς, πρόκειται περὶ πολλαπλασιασμοῦ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας.

§77ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὑπάρχουν ἀντιῤῥήσεις κύριε Πρόεδρε.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται, δυστυχῶς. Ὁρίστε λοιπόν, κύριε Δηλιγιάννη.

§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δέχηται νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.

§80Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι, ὅταν ζητῆται μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐὰν μὴ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησίς τις, προβαίνομεν εἰς τὴν μεταβολὴν ἄνευ τῶν διατυπώσεων τοῦ Κανονισμοῦ, τουτέστιν ἄνευ προτάσεως ὑποβαλλομένης παρὰ δέκα Βουλευτῶν καὶ ῥητῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ δύο νομοσχεδίων, διότι δὲν ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις· ἀλλ’ ἐπὶ τῆς τελευταίας αἰτήσεως ἠκούσθησαν ἀντιῤῥήσεις καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δηλιγιάννη, ἔχετε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.

§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χθὲς ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἔπειθον, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894. Ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπὶ δώδεκα συνεχῆ ἔτη δὲν παρέλιπον, ἀλλὰ μετ’ ἐπιμόνου ἐπιστασίας ἐμελέτησα καὶ ἀνέλυσα καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τοὺς εἰσαχθέντας προϋπολογισμούς, καὶ μετὰ θερμῆς προσπαθείας ἠσχολήθην νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λογισμούς μου ἐπὶ ἑκάστου τῶν προϋπολογισμῶν τῆς δωδεκαετίας ἐκείνης. Παρίστων τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ἣν ἠσπάσατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντέβαινεν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ παρεσκεύαζε κινδύνους, οἵτινες ἀναποφεύκτως ἔμελλον νὰ ἐπισκήψωσι κατ’ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἠγωνιζόμην καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν ἐκείνων νὰ πείσω τὴν πλειονοψηφίαν, ὅπως ἀντισταθῇ καὶ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν οἱ προϋπολογισμοὶ ἐγκαθίστων. Εἶπον τῷ ὄντι πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸ 1882, τὸ πρῶτον ἔτος καθ’ ὃ ἐγκατεστάθη ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶς, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν σήμερον ἐν τῇ πολιτικῇ τοῦ Κράτους τὴν ὁδὸν, ἥτις θέλει φέρει ἀφεύκτως εἰς τὸ ἰσοζύγιον. Ὀφείλομεν ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐπιζητήσωμεν αὐτὴν διὰ τῆς ὅσον ἔνεστιν ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν, ἀλλ’ ὀφείλομεν κυρίως ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν δι’ αὐξήσεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῶν πόρων τοῦ ἔθνους ἐπαύξησιν καὶ τῶν πόρων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε, καὶ διὰ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως, ἔπραξε τὸ ἐναντίον, διότι ἐπρότεινε μὲν καὶ τῇ συμπράξει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπηύξησεν ὑπάρχοντας φόρους καὶ προσέθηκε νέους, ἐπαυξήσας τὰ ἕως τότε ὑπάρχοντα ἔσοδα· ἤτοι αʹ) διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς κλίμακος τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατὰ δραχ. 900,000· βʹ) διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων κατὰ δραχ. 500,000· γʹ) διὰ τῆς προσθήκης ἑνὸς δεκατημορίου εἰς τὰ τελωνειακὰ τέλη κατὰ δραχ. 2,000,000· δʹ) διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ προξενικῶν τελῶν κατὰ δραχ. 90,000, τὸ ὅλον κατὰ δρ. 3,490,000, ἀλλ’ ἐπὶ τοσοῦτον ἐπηύξησεν ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὰ ἔξοδα, ὥστε, μεθ’ ὅλην ταύτην τὴν προσθήκην τῶν ἐσόδων, ὑπελείφθη ἔλλειμμα δραχ. 5,224,833.37. Ὡσαύτως κατὰ τὸ 1883, ἐνῷ νέαι ἐνομοθετήθησαν αὐξήσεις τῶν ὑπαρχόντων φόρων καὶ προσθῆκαι νέων φόρων, εἰς ἔλλειμμα πάλιν κατέληξε. Καὶ προσετέθησαν μὲν οἱ ἑπόμενοι φόροι (ἀναγινώσκει): «αʹ) Δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ζύθου, βʹ) ὅμοιον ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, γʹ) ὅμοιον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, δʹ) ὅμοιον ἐπὶ τοῦ οἴνου, εʹ) δικαίωμα ἀποκλειστικὸν τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου», καὶ προϋπελογίσθη ἐκ τῶν προσθηκῶν καὶ αὐξήσεων τούτων ἔσοδον ἐκ δραχ. 10,840,000, ἀλλὰ δὲν εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῶν, εἰμὴ 2,064,965.96. Ἐνομοθετήθη δὲ προσέτι καὶ ἡ μετατροπὴ τοῦ νομίσματος, ἐκ τῆς ὁποίας οὐσιωδῶς ἐπηύξανον τὰ ἔσοδα· διότι, ἂν οἱ ἄμεσοι φόροι ἤθελον πληρωθῆ εἰς παλαιὰς δραχμὰς, ἤθελον εἰσπράξει τὸ ταμεῖον δραχ. 10,716,851, ἡ διαφορὰ δὲ τῆς νέας δραχμῆς πρὸς τὴν παλαιὰν ἀνήρχετο ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς δραχ. 1,286,022· ὡσαύτως, ἄν οἱ ἔμμεσοι φόροι ἤθελον εἰσπραχθῆ εἰς παλαιὰς δραχμὰς, ἤθελον εἰσπραχθῆ 32,152,124 92, ἡ δὲ διαφορὰ τῆς παλαιᾶς δραχμῆς πρὸς τὴν νέαν ἀνῆλθεν εἰς 3,445,758, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ἐπὶ πλέον εἰς τὸ ταμεῖον· καὶ ἐπὶ τῶν ἐκ δημοσίων καταστημάτων ἐσόδων, ἂν τὰ πληρονόμενα εἰς τὸ ταμεῖον δικαιώματα ἤθελον εἰσπραχθῆ εἰς παλαιὰς δραχμὰς, ἤθελον ταῦτα συνίστασθαι εἰς δραχμὰς 2,059,315.89, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ τοῦ ποσοῦ τούτου πρὸς ποσὸν τοσοῦτον νέων δραχμῶν ἀνήρχετο εἰς 220,641· καὶ ἐκ τῶν δημοσίων νομημάτων ὡσαύτως, ἄν τὰ ἔσοδα εἰσεπράττοντο εἰς νέας δραχμὰς, ἤθελον ὑπερέχει τῶν ἕως τότε εἰς παλαιὰς δραχμὰς εἰσπραττομένων κατὰ 326,111. Πάντα δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα ἀποτελοῦσιν αὔξησιν ἐσόδων κατὰ 7,343,497.96. Ἀλλὰ πλὴν τούτων μετεβλήθησαν καὶ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, ἐκ τῆς μεταβολῆς δὲ ταύτης ἐπῆλθεν ὡσαύτως αὔξησις διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 εἰσεπράχθησαν δραχ. 5,814,406.06, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1884 εἰσεπράχθησαν, ἕνεκα τῆς εἰρημένης μεταβολῆς, δραχ. 6,284,710.75, ἤτοι καὶ ἐκ τούτου ηὔξησαν τὰ ἔσοδα κατὰ δραχ. 470,304,69. Ἑπομένως ἕνεκα τῶν κατὰ τὸ 1883 νομοθετηθεισῶν φορολογικῶν προσθηκῶν ηὔξησαν τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους ἐκείνου κατὰ δραχ. 7,813,802.65. Ἀλλὰ καὶ ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἀφῆκεν ἔλλειμμα δραχμῶν 9,258,312.81, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ὁριστικὸν ἀπολογισμόν. Καὶ κατὰ τὸ 1884 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα περισσότερα αʹ) ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν δραχ. 702,607.76· βʹ) ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου δραχ. 787,209 18· γʹ) ἐκ τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ δραχ. 3,023,588 63· δʹ) ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου δραχμαὶ 821,814.77· εʹ) ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος δραχμαὶ 6,287,683.16. Τὸ ὅλον δραχμαὶ 11,622,903 50. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο, εἰ καὶ ηὐξήθησαν τὰ ἔσοδα διὰ τῆς προσθήκης νέων φόρων καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων, ὡς ἠρίθμησα ἀνωτέρω, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884 ὑπερέβη τὰ 30 ἑκατομμύρια καὶ 600 καὶ πλέον χιλιάδας δραχμῶν. Οὕτω δὲ κατὰ τὴν τριετίαν τῶν 1882–1884 τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ηὔξησαν κατὰ 37,720,508.80 δραχμὰς διὰ τῆς προσθήκης τῶν νέων φόρων καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἑκατομμυρίων τούτων εἰσεπράχθησαν καὶ δραχ. 18,841,955.10, ὑπόλοιπον τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, εἰσεπράχθησαν καὶ 5,290,265 ἐκ τῆς νομισματοποιΐας καὶ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἀχρήστου εἰς τὸν στρατὸν ὑλικοῦ. Κατωρθώθη δὲ οὕτω κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην, πλὴν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράττοντο μέχρι τοῦ 1882, νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον 53,229,462.46. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος καὶ ἄλλοι συνηγορήσαντες κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπὲρ τῆς διαχειρίσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι κατὰ τὸ 1882, ὅτε οὗτος ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, παραιτηθέντος τοῦ Κουμουνδούρου, εὗρεν ὑποχρεώσεις ἐκ τοῦ παρελθόντος, αἵτινες ἀπεῤῥόφησαν τὰ ἔσοδα τὰ προελθόντα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων καὶ τῆς προσθήκης νέων φόρων, οὐδ’ ἐπήρκεσαν ταῦτα, διότι οἱ διαχειριζόμενοι τότε τὰ οἰκονομικὰ εἶχον περιέλθει εἰς ἀμηχανίαν. Ἀλλὰ ταῦτα διαψεύδει ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἔκθεσις τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ κ. Καλλιγᾶ, δι’ ἧς οὗτος εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1882. Ὁ κ. Καλλιγᾶς (ὅρα σελ. 168 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 4 Μαρτίου 1882) ἐβεβαίου τότε ταῦτα (ἀναγινώσκει):

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
«Ἡ κατάστασις τῶν ταμείων ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Κυκλοφοροῦντα ἐντάλματα καὶ λοιπαὶ
ἐκκρεμεῖς πληρωμαὶ δρ.6,675,725
»Μετρητὰ εἰς τὰ ταμεῖα δρ.2,497,000
»Πλεόνασμα καταθέσεων
»παρὰ τῇ Τραπέζῃ » 264,021» 2,761,021
ἔλλειμμα» 3,914,704

Εἶχον πληρωθῆ πάντες οἱ τόκοι τῶν δανείων, ἀνερχόμενοι εἰς 8 ἑκατομμύρια. Ἐκ τούτου συνάγεται, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποχρεώσεις σπουδαῖαι, ἐνδέχεται ὅμως νὰ ὑπάρχουν ἐκ συμβάσεων ἢ ἄλλων αἰτιῶν, αἵτινες δὲν ἐγένοντο εἰσέτι γνωσταὶ εἰς ἡμᾶς. Ὑπόλοιπον τοῦ δανείου 18,841,955.10. Δὲν δυνάμεθα ἀπολύτως νὰ εἴπωμεν ποῖαι εἶναι αἱ καθυστεροῦσαι ὑποχρεώσεις, ἀλλ’ ὑποτίθεται, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ σπουδαῖαι, ἄλλως ἤθελον ἀναγγελθῆ.» Εἶχον ἀληθῶς πληρωθῆ πᾶσαι αἱ δαπάναι τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1880–1881, πάντα τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἶχε δὲ ὑπολειφθῆ περίσσευμα 18 ἑκατομμυρίων, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἔπρεπεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ἐν τοῖς ταμείοις εὑρεθέντα 2,761,021. Πάντα ταῦτα ἦσαν ἐφόδια εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ἀρξαμένην κατὰ τὸ 1882. Ὁ κ. Καλλιγᾶς προσέθετεν ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν τότε (ὅρα σελὶς 168 τῶν πρακτικῶν τῆς κατὰ τὴν 4 Μαρτίου 1882 συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς) (ἀναγινώσκει): «Σημειώσατε ὅμως, ὅτι ἐπληρώθησαν οἱ τόκοι ὅλων τῶν δανείων τοῦ Κράτους ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνειακῶν καὶ τῶν ἄλλων προσόδων, τὰς ὁποίας ἔλαβον ὡς ἐνέχυρα τὰ δάνεια. Ὅλοι λοιπὸν οἱ τόκοι τῶν δανείων, ἀνερχόμενοι εἰς 8,000,000, ἐπληρώθησαν. Ἐκ τούτου συνάγεται ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποχρεώσεις σπουδαῖαι, ἐνδέχεται ὅμως νὰ ὑπάρχουν ἐκ συμβάσεων ἢ ἄλλων αἰτιῶν, αἵτινες δὲν ἐγένοντο εἰσέτι γνωσταὶ εἰς ἡμᾶς... Δὲν δυνάμεθα ἀπολύτως νὰ εἴπωμεν ποῖαι εἶναι αἱ καθυστεροῦσαι ὑποχρεώσεις, ἀλλ’ ὑποτίθεται ὅτι δὲν εἶναι πολὺ σπουδαῖαι, ἄλλως ἤθελον ἀναγγελθῆ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσθέσωμεν, ὅτι ὑπάρχει ποσὸν διαθέσιμον, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐλλείψεως χρηματικῆς. Δὲν ἐξηντλήθησαν τὰ δάνεια τῶν δύο Τραπεζῶν, τῆς Ἐθνικῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς. Ἐκ τούτων μένει διαθέσιμον εἰς μεταλλικὸν 5,191,113, εἰς γραμμάτια 4,012,694, τὸ ὅλον 9,803,807». Τὰ ὑπόλοιπα τῶν δανείων τούτων, περὶ ὧν ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἦταν τὰ ὑπόλοιπα τῶν παρὰ ταῖς μνημονευθείσαις Τραπέζαις πιστώσεων τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Οὕτω δὲ ὁ κ. Καλλιγᾶς προσδιώριζε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 εἰς 3,914,704. Κατὰ τὸ 1883, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλεγε πρὸς αὐτὴν (ἀναφέρομαι εἰς τὴν σελίδα 6) (ἀναγινώσκει): «Ἡ προπαρασκευὴ τῆς ἰσοῤῥοπίας ἐφαίνετο εἰς ἐμὲ πρᾶγμα ἀπίθανον,—δύναμαι νὰ τὸ ὁμολογήσω. Ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ἰσοῤῥοπία εἶναι ἡ πόῤῥω κειμένη γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τὴν ὁποίαν ἴσως μακρόθεν ἐδυνάμεθα νὰ κατοπτεύσωμεν, ἀλλὰ πολὺς καιρὸς ἔμελλε νὰ παρέλθῃ, ἕως ὅτου νὰ προσεγγίσωμεν εἰς αὐτήν. Καὶ ἐν τούτοις, κατὰ τὸ σήμερον προσαγόμενον ἀποτέλεσμα, οὐ μόνον προσηγγίσαμεν, οὐ μόνον ἀπέβημεν ἐπὶ τῆς ἀκτῆς τῆς ἰσοῤῥοπίας, ἀλλ’ ἀνελπίστως προέβημεν καὶ περαιτέρω, ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς ἰσοῤῥοπίας.» Καὶ ἡ διαχείρισις τῶν δύο ἐτῶν 1882–1883 εἶχε καταλήξει κατὰ μὲν τὸ 1882 εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 5,224,833.37 κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι τυπικὸν καὶ μὴ ἀκριβὲς ἔλλειμμα, κατὰ δὲ τὸ 1883, ὡσαύτως κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 9,258,312.81, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ πραγματικὸν καὶ ἀκριβὲς ἔλλειμμα τοῦ 1883. Καὶ μετὰ πάντα ταῦτα, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσῆγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, ἔλεγεν εἰσηγούμενος αὐτὸν (ἀναγινώσκει): «Χάρις εἰς τὰ πέρυσι ψηφισθέντα, παριστάμεθα ἤδη Κυβέρνησις καὶ Βουλή, οὐχὶ πλέον νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ λαοῦ θυσίας, ἀλλ’ ἵνα εἴπωμεν εἰς αὐτόν: ἐλθὲ νὰ δρέψῃς τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν σου. Λέγομεν πρὸς τὸν λαὸν, ἐλθὲ νὰ δρέψῃς τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν σου. Οἱ προσφερόμενοι ἤδη εἶναι οἱ πρῶτοι, τοὺς ὁποίους θέλει δρέψει, ἀλλ’ ἕπονται κατόπιν καὶ ἄλλοι πολυτιμότεροι. Ἔχομεν παρηγορημένην τὴν συνείδησιν, βλέποντες ὅτι ἡ Πολιτεία, χάρις εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐργασθῇ, καὶ τελεσφόρως ἐργάζεται ὑπὲρ τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους» Οἱ πολύτιμοι καρποί, τοὺς ὁποίους ἐπηγγέλλετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀμφιβάλλω ἂν ἦναι αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους ἐδρέψαμεν τὴν 10 Δεκεμβρίου 1893, διότι αὐτοὶ δὲν ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος. Τότε χειροκροτήματα παταγώδη καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ἐνίσχυσαν καὶ ἐπεδοκίμασαν τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Χειροκροτήματά τινα ἠκούσθησαν καὶ κατὰ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἀνεκήρυξεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν πτώχευσιν. Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν τριετίαν ἐκείνην δέκα πλήρη παρῆλθον ἔτη, πρόκεινται δὲ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως. Ἂς ἐξετάσωμεν ταῦτα μετὰ ψυχρότητος, διὰ νὰ πληροφορηθῶμεν ὅτι οὔτε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 ἦτο μόνον 5,224,833.37, ὅσον ἀνέγραψεν αὐτὸ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1882, οὔτε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 ἦτο μόνον 9,258,312.81. Καὶ εἶναι εὔκολος ἡ ἐξέτασις, ἂν ἀναζητήσωμεν πόσα κατὰ τὴν τριετίαν εἰσέπραξεν ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἐκ τακτικῶν ἐσόδων εἴτε ἐξ ἐκτάκτων, ἂν παραβάλωμεν αὐτὰ πρὸς τὰ δαπανηθέντα, καὶ ἀνεύρωμεν τὸ ἀληθὲς ἔλλειμμα. Κατὰ τὸ 1882 εἰσέπραξε κατὰ τὸν προσηρτημένον εἰς τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 προσωρινὸν ἀπολογισμόν, (διότι δὲν συνετάχθη ἔτι ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς) δραχ. 58,751,224.34.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κατὰ τὸ 1883 εἰσέπραξε κατὰ τὸν
ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν » 58,537,556.10
Κατὰ τὸ 1884 εἰσέπραξεν » 60,744,637.07
Εἰσέπραξε προηγουμένως, ὡς προεῖ-
πον, καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου
τῶν 120 ἑκατομμυρίων » 18,841,955.10
Καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦ μετὰ τῆς
Ἐθνικῆς Τραπέζης συνομολογηθέν-
τος δανείου, ὅπως συμπληρωθῶσι τὰ
πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
φορίας ἀπαιτούμενα κεφάλαια » 9,000,000.—
Εἰσέπραξε καὶ τὸ ἀντίτιμον τῶν
Εἰς μεταφορὰν » 205,875,372.61
Ἐκ μεταφορᾶς 205,875,372.61
ἐκποιηθεισῶν 110 χιλιάδων ὁμολο-
γιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομ-
μυρίων, τῶν ὁποίων ἡ ὀνομαστικὴ
ἀξία ἦτο 500 φράγκα, καὶ παρί-
στων 55 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ αἵτινες
ἐπωλήθησαν πρὸς φρ. 342½ ἑκάστη
καὶ ἔφερον δρ. 37,675,001.06
Εἰσέπραξεν ὡσαύτως τὴν ἐπὶ τοῦ
δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων συν-
ομολογηθεῖσαν προκαταβολήν » 35,000,000.—
Ἔλαβε προσέτι διαφόρους προκα-
ταβολὰς, ὅταν, δαπανήσας εἰς τὰ
τακτικὰ ἐλλείμματα τῶν διαχειρί-
σεων τῆς τριετίας ὅσα εἶχεν εἰσπρά-
ξει ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν 110 χιλιά-
δων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170
ἑκατομμυρίων, καὶ ἐκ τῆς προκατα-
βολῆς τῶν 35 ἑκατομμυρίων ἔσπευδε
νὰ συμπληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα εἰς
τὰς Τραπέζας ποσὰ, ἵνα δυνηθῇ νὰ
ἐξοφλήσῃ αὐτὰ, καὶ ἄρῃ, ὡς εἶχεν
ὑποσχεθῆ, τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλο-
φορίαν. Αἱ προκαταβολαὶ δ’ αὗται
ἀνῆλθον εἰς » 11,500,000.—
Εἶχε καταθέσει εἰς ἐνέχυρον τρα-
πεζικὰ γραμμάτια ποσὸν δραχμῶν
11,500,000, ἀντὶ προσωρινοῦ δα-
νείου 10 ἑκατομμυρίων φράγκων εἰς
χρυσὸν, ὅπερ ἔλαβε δυνάμει τοῦ ἀπὸ
21 Φεβρουαρίου 1883 νόμου πρὸς
πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων
τῶν δανείων· μετὰ τὴν ἄρσιν δὲ τῆς
ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἰσοτιμη-
θέντων πρὸς τὸν χρυσὸν τῶν τραπε-
ζικῶν γραμματίων, ἐπερίσσευσαν ἐκ
τῆς πράξεως ταύτης δρ. 1,500,000,
ἐκ τῶν ὁποίων εἰσέπραξε μόνον » 1,286,138.60
Ἔλαβε προσέτι ὡς προσωρινὸν δά-
νειον ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας,
ἄνευ νόμου ὅμως » 700,000.—
Ἔλαβεν ἐπὶ ἐπιστροφῇ, ἀλλ’ ἄνευ
νομοθετικῆς ἀδείας, παρὰ τοῦ τα-
μείου τῆς ὁδοποιΐας » 1,934,187 —
Ἔλαβε παρὰ τῶν λιμενικῶν τα-
μείων ἄνευ ἀδείας νομοθετικῆς » 703,915.—
Ἔλαβε καὶ διέθεσεν ἄνευ νομίμου
δικαιώματος τὰς δικαστικὰς παρα-
καταθήκας, ἀνερχομένας εἰς » 359,897.—
Δὲν ἐπλήρωσεν ἐκ τοῦ δημοσίου
ταμείου τοὺς τόκους τῶν κεφαλαίων,
τὰ ὁποῖα ἔλαβε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς
Τραπέζης κατὰ τὰ ἔτη 1883 καὶ
1884 ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας,
ὡς ὤφειλε κατὰ τὸν περὶ τοῦ δανείου
τούτου νόμον, διαθέσας τὸ ὀφειλόμε-
μενον ποσὸν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν
ἐλλειμμάτων, πληρωθέντων τῶν τό-
κων τούτων ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ
δανείου ἐναντίον τοῦ νόμου. Ἀνήρ-
Εἰς μεταφορὰν 295,034,511.27
Ἐκ μεταφορᾶς 295,034,511.27
χετο δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς δρ. 2,032,056.22
Δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς
ὁδοποιΐας ὅσα ἔσοδα αὐτοῦ εἶχεν εἰσ-
πράξει κατὰ τὸ ἔτος 1884, δαπα-
νήσας καὶ ταῦτα εἰς τὰς ἀνάγκας
τῶν ἐλλειμμάτων » 3,707,747.—
Δὲν ἀπέδωκεν ὅσα ὤφειλε νὰ πλη-
ρώσῃ κατὰ τὸ 1884 εἰς τοὺς ἐργο-
λάβους τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηρο-
δρόμων τῆς Θεσσαλίας » 953,880.—
Εἰσέπραξεν ἐξ ἀνοικτοῦ λογαρια-
σμοῦ, ὃν εἶχε συνομολογήσει μετὰ
τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας ἄνευ
νομοθετικῆς ἀδείας » 1,154,842.—
Τὸ ὅλον εἰσέπραξε » 302,883,036.49
Ὅθεν ὅσα ἡμεῖς ἠδυνήθημεν νὰ
ἀνακαλύψωμεν ὅτι εἰσέπραξε κατὰ
τὴν τριετίαν ἀνέρχονται εἰς » 302,883,036.49
Ἐπλήρωσεν εἰς τὰς Τραπέζας
ὀφειλόμενα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκα-
στικῆς κυκλοφορίας··· 69,394,271.77
Εἰς στρατιωτικὰς
καὶ ναυτικὰς δῆθεν
παρασκευάς, ὡς ἐση-
μείωσεν ἐν τοῖς δη-
μοσιευθεῖσιν ἀπολο-
γισμοῖς·············· 6,418,515.72
Εἰς μελέτας σι-
δηροδρόμων··········· 98,072.06
····················· 75,910,859.55
Ἀφαιρουμένου λοιπὸν τοῦ ποσοῦ,
τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσεν εἰς τοὺς σκο-
ποὺς, δι’ οὓς συνωμολογήθη τὸ δά-
νειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων » 75,910,859.55
Ὑπελείφθη ποσὸν » 226,972,176.94

Ὅθεν διὰ τὰς συνήθεις ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους κατὰ τὰ τρία ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884 ἐδαπάνησε 226,972,176.94, ἑπομένως ἡ ἀναλογία τῶν δι’ ἕκαστον τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν δαπανηθέντων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 75,657,392.31. Καὶ οὐ μόνον τοσοῦτον ὀγκῶδες ποσὸν ἐδαπάνησε καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων τριῶν ἐτῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ περικαλύψῃ τὰς δαπάνας ταύτας διέπραξε διαφόρους παρανομίας. Παρέβη τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, μὴ ἀναγράψας ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1883 μετὰ τῶν ἐσόδων τοῦ ἔτους ἐκείνου τὰς δρ. 1,286,138.60, αἵτινες προέκυψαν μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐκ τοῦ περισσεύσαντος ποσοῦ τοῦ ἐνεχύρου, τὸ ὁποῖον εἶχε καταθέσει διὰ τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν 10 ἑκατομμυρίων φράγκων, τὸ δυνάμει τοῦ νόμου τῆς 21 Φεβρουαρίου 1883 συνομολογηθέν, παραστήσας δ’ οὕτω τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους ἐκείνου ὀλιγώτερον τοῦ ἀληθοῦς κατὰ 1,286,138 60, ἐνῷ ἀνέγραψεν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ὅλον τὸ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων διατεθὲν ποσόν. Παρέβη τὸν νόμον, δανεισθεὶς ἄνευ νόμου τὰς 700 χιλιάδας δραχμῶν παρὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Παρέβη τοὺς νόμους, λαβὼν παρὰ τοῦ αὐτοῦ ταμείου τὰς 1,934,187 δρ. ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου. Παρέβη τοὺς νόμους, λαβὼν τὰς 703,897 δρ. παρὰ τῶν λιμενικῶν ταμείων, καὶ συνομολογήσας οὕτω δάνειον, ἐνῷ δὲν εἶχε λάβει παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἄδειαν. Παρέβη τὸν νόμον, δαπανήσας τὰς δικαστικὰς παρακαταθήκας, τῶν ὁποίων τὸ δημόσιον ταμεῖον ἦτο ἁπλοῦς θεματοφύλαξ. Παρέβη τὸν περὶ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας νόμον, διότι, ἐνῷ, τῇ προτάσει τοῦ Πρωθυπουργοῦ προσετέθη διὰ νόμου ἓν δεκατημόριον εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἵνα ἐκ τῶν εἰσπραχθησομένων πληρώνωνται οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, ὑπολείπηται δὲ τὸ περισσεῦον πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου ταμείου, ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν εἰρημένην τριετίαν ἐδαπάνησεν εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ Κράτους ὅλην τὴν ἐκ τοῦ προσθέτου τούτου δεκατημορίου πρόσοδον, ἀνερχομένην εἰς 2,200,000, ἀφοῦ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη εἶχον ἀνέλθει εἰς 22 ἑκατομμύρια, οἱ δὲ τόκοι τοῦ δανείου ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ. Ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις οὔτε κατὰ τὸ 1883 οὔτε κατὰ τὸ 1884 ἐπλήρωσε τοὺς τόκους τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ δανείου τούτου ἔλαβε κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἐλάμβανε μὲν χρήματα ἵνα κατασκευάσῃ ὁδοὺς, ἄφινεν ὅμως τοὺς τόκους νὰ κρατῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου. Παρέβη τέλος τὸν νόμον, συνομολογήσας ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας δάνειον ὑπὸ ἀνοικτὸν λογαριασμὸν μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ κατὰ τὴν περὶ ἧς πρόκειται τριετίαν δαπανηθέντα διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἀνῆλθον εἰς 226,972,176.94, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο, διαιρούμενον διὰ τῶν τριῶν ἐτῶν, παριστᾷ ὅτι ὡς ἔξοδα ἑκάστου τῶν ἐτῶν τῆς τριετίας ἀναλογοῦσιν 75,657,392.31, ἕπεται, ὅτι οὐδὲ κατὰ τὸ 1882, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ ἔσοδα ἦσαν δραχ. 58,751,224.34, τὸ ἔλλειμμα ἦτο μόνον 5,224,833.37, ὅσον ἀνεγράφη ἐν τῷ προσωρινῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1882, ἀλλὰ 16,906,167.97, οὐδὲ κατὰ τὸ 1883 ἦτο μόνον δρ. 9,258 312.81, ὅσον ἀνεγράφη ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, διότι καὶ τοῦ ἔτους τούτου τὰ ἔσοδα δὲν ἦσαν 58,537,556.10, ἀλλὰ 17,119,836.21. Γνωρίζω ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἐμποιοῦσι κάματον εἰς τοὺς ἀκροωμένους, ἐνδέχεται δ’ ἕνεκα τούτου νὰ μὴ ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ αὐτῶν, ὅπως γένωνται καταληπτὰ τὰ λεχθέντα· ἀλλ’ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ προσφεύγω εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν αὐτῶν. Ὁ συλλογισμὸς ὅμως, ὃν ἐξέθηκα, εἶναι ἁπλοῦς, καὶ δύναται νὰ ᾖναι προσιτὸς καὶ εἰς τὴν μᾶλλον κεκμηκυῖαν διάνοιαν. Ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν τριετίαν 1882, 1883 καὶ 1884 δραχ. 226,972,176.94 εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας, διότι τόσα ὑπολείπονται, ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ ὅλον τῶν εἰσπραχθέντων ὅσα ἐπληρώθησαν πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ πρὸς τὴν Ἰονικὴν χρεῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς καὶ ὅσα ἀνέγραψαν ὅτι ἐξωδεύθησαν διὰ στρατιωτικὰς δῆθεν παρασκευὰς, καὶ ὅσα ἐξωδεύθησαν διὰ σιδηροδρόμους. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ τακτικὰ ἔσοδα τῆς τριετίας ἀνῆλθον εἰς 178,033,417.51, ἕπεται ὅτι τὸ ἀληθὲς ἔλλειμμα τῆς τριετίας ἦτο 48,938,759.43, καὶ οὐχὶ 45,085,292.91, ὅσον παρεστήθη διὰ τῶν ἀπολογισμῶν, ἤτοι 5,224,833 37 τὸ 1882, 9,258,312.81 τὸ 1883, καὶ 30,602,146.73 τὸ 1884.

§83ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ διαίρεσις διὰ τοῦ 3 θὰ ἔχῃ κἄποιον λάθος. Δὲν εἶναι 80,000,000.

§84ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. 74½ εἶναι διὰ τοῦ 3.

§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ διαιρεθῇ ὁ ἀριθμὸς 226,972, 176.94 διὰ τῶν τριῶν ἐτῶν.

§86ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. 18,000,000 εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους.

§87ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ. 58 εἶναι τὰ ἔσοδα· ἕως 75 μένουν 17 ἑκατομμύρια.

§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν δὲν εἶναι 5,224,833.37 τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882, οὐδ’ 9,258,312.81 τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883, ἀλλ’ εἶναι 17 ἑκατομμύρια.

§89ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ ἐλλείμματα τῶν τριῶν ἐτῶν μαζὺ πόσα εἶναι;

§90ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἔλλειμμα εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν εἰσπραχθέντων 178,033,447.51 τακτικῶν ἐσόδων καὶ τῶν 226,972,176.94, τὰ ὁποῖα ἐξωδεύθησαν.

§91ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ τὸ αὐτὸ ἔλλειμμα παρουσιάζουσι. Κατὰ τοὺς ἀπολογισμούς, τὸ τακτικὸν καὶ ἔκτακτον ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 42 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ὑμεῖς προσθέτετε εἰς τὰ ἔσοδα καὶ ποσὰ λαμβανόμενα αὐθαιρέτως ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι ἐκ τῆς χρηματικῆς ληψοδοσίας.

§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ληψοδοσία εἶναι εἰδικοὶ χρηματιστικοὶ λογαριασμοί, ἀλλὰ τοσοῦτον συγκεχυμένοι, ὥστε δύνανται νὰ ὑποβοηθήσωσι πάντα, ὅστις θέλει νὰ ἀποκρύψῃ τὴν ἀλήθειαν. Διὰ τοῦτο δὲν ἐποιησάμην χρῆσιν αὐτῶν.

§93ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κἀνείς, ἔχων συμφέρον εἰς τὴν ἀπόκρυψιν τῆς ἀληθείας.

§94ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν τὸ Δημόσιον ἔλαβεν ἀπὸ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα χρήματα, τὰ ὁποῖα τὰ λιμενικὰ ταμεῖα δὲν ὤφειλον νὰ δώσωσιν εἰς αὐτό, ἂν ἔλαβεν ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῆς ὁδοποιΐας ἢ ἀπὸ ἄλλα ταμεῖα χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, πάντα ταῦτα ἀγνοῶ ἂν ὑπῆρχε διάθεσις νὰ ἀποκρυβῶσιν ἢ νὰ ἀποκαλυφθῶσιν.

§95ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ἐπανῆλθον πάλιν.

§96ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπανῆλθον πότε;

§97ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εὕρητε τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1885.

§98ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω ἀμέσως ἐπιληφθῆ καὶ τοῦ 1885. Ἐξήγησα εἰς τὴν Βουλὴν διατὶ συνέβησαν ταῦτα. Δὲν ἤρκει νὰ διατάσσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἵνα τὸ Γενικὸν Λογιστήριον διαπράξῃ τὰς παραβάσεις, ὅσας διέπραξε κατὰ τὰ ἀνωτέρω,—διότι παραβάσεις ἀπετέλουν τὰ πραχθέντα,— δὲν ἤρκει καὶ νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον καὶ ἀπεριόριστον τὴν ἐντὸς τῶν νομίμων ὁρίων ὑποστήριξιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἔπρεπε πάντα ταῦτα τὰ ὅρια νὰ ὑπερβαθῶσι, καὶ οὕτω ῥηταὶ καὶ ὡρισμέναι παραβάσεις τῶν νόμων ἐπεδοκιμάσθησαν, ὅπερ δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον οὔτε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, οὔτε εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς· διότι, ὅταν πρόκηται παράβασις διατάξεων νόμων, ἀθέτησις τῶν νομοθετημάτων, μεταβολαὶ καὶ τροποποιήσεις αὐτῶν, δὲν δύναται οὔτε ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία νὰ πράττῃ, οὔτε ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιδοκιμάζῃ, διότι ἀπαιτεῖται νὰ συμπράξῃ καὶ ἡ ἄλλη ἐξουσία, ἡ ὁποία μετέχει τῆς νομοθεσίας τοῦ τόπου, ἡ Βασιλεία. Ἑπομένως δὲν ἠδύναντο νὰ γένωνται ἀνεκταὶ αἱ παραβάσεις τοῦ νόμου, αἱ δὲ παραβάσεις εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν ποῖαι ἦσαν. Εἶναι πρῶτον, ὅτι, ἐνῷ ὁ Λογιστικὸς νόμος προσδιορίζει ποῖαί εἰσιν ἔκτακτοι πιστώσεις, ἐνῷ δίδει ὁρισμὸν σαφῆ καὶ ἀποκλειστικόν, ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔδωκεν ἕτερον ὁρισμὸν, εὐρύν, καὶ δὲν ἐχαρακτήρισε μόνον ὡς ἐκτάκτους πιστώσεις ὅσας ἐζήτει διὰ νὰ πληρώσῃ ἀνάγκας, αἵτινες δὲν εἶχον προβλεφθῆ καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλεφθῶσι κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐκτάκτους πιστώσεις καὶ ἐκείνας, αἵτινες προεκαλοῦντο διὰ νὰ πληρωθῶσιν ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν τακτικαί, δὲν ἦσαν κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβανόμεναι καὶ περιοδικαί, ἀλλ’ ἔκτακτοι, ἅπαξ μόνον λαμβάνουσαι χώραν. Ἑτέρα παράβασις τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅταν ἔκτακτος ἢ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ζητῆται, πρέπει νὰ προβάλληται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ πόρος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις προσδοκᾷ νὰ πορισθῇ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θέλει δαπανήσει δυνάμει τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖ, ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινεν ἀναπληρωτικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις, χωρὶς νὰ προβάλῃ τὸν πόρον τοῦτον, ἡ δὲ πλειοψηφία ἔστεργε καὶ ἐψήφιζεν αὐτάς. Ἂν δὲν ἠδυνήθην νὰ πείσω τὸ Στέμμα κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1885, ἵνα μοὶ ἐμπιστευθῇ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ὅταν ἐκλήθην ὑπὸ τῆς Α. Μεγαλειότητος καὶ μοὶ ἀνετέθη ὁ σχηματισμὸς Ὑπουργείου, ἡ κατάστασις τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ κατανομὴ τῆς κοινοβουλευτικῆς δυνάμεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, κατέστησαν ἀναπόφευκτον τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς· ἂν δ’ ἐγὼ δὲν ἔτυχον τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, ἵνα ἐκτελέσω αὐτήν, ἐπεφορτίσθη ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐκτελέσῃ αὐτήν. Οὕτω δ’ ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ πλειοψηφία, ἥτις μὲ ὑπέδειξεν εἰς τὸ Στέμμα, ἵνα μὲ καλέσῃ εἰς τὴν ἀρχήν. Οἱ ἀγῶνες λοιπὸν καὶ αἱ προσπάθειαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀπεδόθην κατὰ τὴν τριετίαν ἐκείνην, ἐρευνῶν καὶ ἀναλύων τοὺς προϋπολογισμούς, δὲν ἦσαν ἄκαρποι, ὡς θέλουσιν εἶσθαι ἄκαρποι καὶ εἰς μηδὲν συντελοῦντες οἱ ἀγῶνες καὶ αἱ προσπάθειαι, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελον ἀποδυθῆ, ἂν προέβαινον νὰ συζητήσω σήμερον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1894 ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐμνήσθην τῆς 7 Ἀπριλίου, κατὰ τῆς ὁποίας θερμὰς ἐξεσφενδόνισε κατάρας ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής. Ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἀνωμολόγησε τέλος πάντων τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν δὲν ἔστεργε νὰ ὁμολογήσῃ πρὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893· ἀνεζήτησεν ὅμως τὰς αἰτίας τῆς πτωχεύσεως καὶ ἀνεὗρε δύο τοιαύτας· πρῶτον, ὅτι δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως ἐκδοθῇ νόμος καθιστῶν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἰσόβιον· ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ἰσόβιος, δὲν ἤθελε συμβῆ ἡ πανηγυρικὴ ἔκφρασις τῆς 7 Ἀπριλίου, δὲν ἤθελεν ἀναγκασθῆ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου νὰ παραιτήσῃ τὴν ἀρχήν, θὰ ἐξηκολούθει κυβερνῶν, δὲν ἤθελε συμβῆ ἡ ἐμφιλοχώρησις ἐμοῦ ἐν τῷ μέσῳ, οὐδ’ ἤθελον ἀνακοπῆ αἱ διοικητικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ προσπάθειαι αὐτοῦ, δι’ ὧν εἶχε κατορθώσει νὰ μᾶς ἀξιώσῃ νὰ δρέψωμεν τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους κατὰ τὰ 1884 ἔβλεπε συγκεκομισμένους. Ἐπεθύμουν νὰ ἀνασκευάσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, οὐχὶ κατ’ ἐπιστήμην, οὐχὶ ἐπικαλούμενος θεωρίας καὶ γνώμας περὶ συνταγματικοῦ ἢ κοινοβουλευτικοῦ δικαίου, διότι ἐνδέχεται νὰ ἀνήκῃ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὴν Σχολὴν ἐκείνων, οἵτινες καὶ τοὺς θεσμοὺς καταρῶνται ὡς αἰτίους τῆς πτωχεύσεως τῆς 10 Δεκεμβρίου. Καὶ εἶπον ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν Σχολὴν αὐτῶν, ἂν καὶ ἀγορεύων μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ὑπολάβω, ὅτι ἡ εἰρημένη Σχολὴ ἀποκτᾷ ὀπαδούς. Δὲν ἤρκει τάχα ἡ σάλπιγξ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠχεῖ καθ’ ἑβδομάδα ἀπὸ τὰ παράλια τῆς Δαλματίας, ἐξυβρίζουσα ὅ,τι ἔχει ἱερὸν ἡ Ἑλλὰς, τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας αὐτῆς, τὰ ἐν αὐτῇ πολιτικὰ κόμματα, καὶ ζητοῦσα νὰ σύρῃ τὸ ἄροτρον, νὰ ἀνασκάψῃ τὴν γῆν, νὰ ἀνατρέψῃ τὰ ἐδάφη, ὅπως ἀποκαλύψῃ νέας δυνάμεις καὶ νέας θεωρίας; Δὲν ἀρκεῖ ἑτέρα σάλπιγξ, ἥτις ἐν μέσαις Ἀθήναις περιϋβρίζει καθ’ ἑκάστην πρωΐαν τὸ πολίτευμα καὶ πᾶσαν πολιτικὴν ἱκανότητα καὶ ἀρετὴν, πεπεισμένη, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἐπιτρέπονται τοιαῦται κατὰ τῶν θεσμῶν ὕβρεις καὶ προπηλακισμοί, τοιοῦτοι δηλητηριασμοί, ἀπειλοῦντες τὸ δημόσιον φρόνημα, οὐδεὶς θέλει ἐνοχλήσει αὐτήν; Δὲν ὑπάρχει, φαίνεται, ὁ δυνάμενος νὰ μεριμνήσῃ, μήπως τὸ κακὸν παράδειγμα ἐνισχύσῃ κινδύνους κατὰ τῆς ἐννόμου τάξεως, οὐδὲ ἀνησυχία τις ὑποφαίνεταί που, μήπως καὶ παρ’ ἡμῖν ὑποκρύπτωνται ἀφανεῖς ἐχθροὶ τῆς νομίμου τάξεως, οἵτινες ἐνδέχεται νὰ παρασταθῶσι καὶ αὐτοὶ τοιαύτην τινὰ σάλπιγγα ἔχοντες ἐν χερσὶ, καὶ σαλπίζοντες δυσάρεστα καὶ ἐπικίνδυνα σαλπίσματα. Ἀλλ’ ἡ ἀνακοπὴ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἐγένετο κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου 1885 ἐπὶ βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ταμείου; Μάλιστα, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν προχθὲς, ὅτι εἰς 128 ἑκατομμύρια ἀνῆλθε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 καὶ 1886, καὶ ἐξίστατο, πῶς τολμῶμεν ν’ ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι ἡ ἀνακοπὴ δὲν ἦτο μόνον ἀναστολὴ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἐγκατάστασις ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν τῆς ἀλλοφροσύνης καὶ τῇ σπατάλης ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω τί φρονεῖ εἰς τὰ βάθη τῆς συνειδήσεώς του ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, οὐδ’ ἔχω δικαίωμα νὰ ψυχολογήσω, ἵνα ἐννοήσω ἂν πιστεύῃ ὅσα λέγει, ὡς καὶ αὐτὸς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ψυχολογήσῃ ἐπὶ τῶν γνωμῶν μου· ἐκλαμβάνων δὲ, ὅτι πιστεύει ὄντως ὅσα λέγει, σπεύδω νὰ διαφωτίσω αὐτὸν, καὶ, ἂν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωτίσω αὐτὸν, ὅτι δὲν εἶναι πλέον δεκτικὸς φωτισμοῦ, νὰ φωτίσω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ νὰ κρατύνω τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ, ὅτι δὲν παρεφρόνησε τὴν 7 Ἀπριλίου, ὡς ἐκατηγόρησαν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου του ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἑλλάδος· νὰ βεβαιώσω μάλιστα αὐτὸν, ὅτι, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ 7 Ἀπριλίου, οἰκτρὰ ἤθελε κατασταθῆ ἡ κατάστασις, εἰς ἣν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ χώρα. Καὶ θέλετε πεισθῆ καὶ ὑμεῖς περὶ τούτων, ἂν σᾶς ἐπιδείξω τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὕρομεν ἡμεῖς, οἱ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885 διαδεχθέντες τὸν κ. Τρικούπην ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ τὰ οἰκονομικὰ, καὶ τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ τοῦ Κράτους. Οὐδ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφύγω πρὸς τοῦτο εἰς ἀλλοτρίας γνώμας καὶ πράξεις, διότι ἀρκοῦσιν αἱ ἐπίσημοι πράξεις, αἱ φέρουσαι τὰς ὑπογραφὰς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1884 συνέταξε διὰ τὸ 1885 καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 οὗτος δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις αὐτῆς, οὐδ’ ἐξετελέσθη, ἕνεκα τούτου, διότι ἡμεῖς, κληθέντες εἰς τὴν ἀρχὴν, συνετάξαμεν καὶ εἰσηγάγομεν ἄλλον προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἐπεψηφίσθη καὶ ἐξετελέσθη. Τὸν προϋπολογισμὸν λοιπὸν τοῦτον, τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη καὶ μὴ ἐκτελεσθέντα, αὐτὸν ἐπικαλοῦμαι, καὶ αὐτὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐξετάσωμεν. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ 7 Ἀπριλίου δὲν ἐλάμβανε χώραν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἐξηκολούθει νὰ κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα καὶ κατὰ τὸ 1885. Κατὰ τὸ φθινόπωρον τοῦ 1885 ἐπῆλθεν ἀπρόοπτον συμβεβηκὸς, διὰ τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν, ὅτι ἐξεπλάγη τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, ἴσως δὲ παραπλησίαν ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν καὶ εἰς τοὺς ἐκτὸς τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων συμπολίτας ἢ ὁμοφύλους. Τὸ συμβεβηκὸς ἦτο ἀπρόοπτον, οὐδ’ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐρευνηθῇ, πῶς ἐξυφάνθη, πῶς παρεσκευάσθη· ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν εἴδησιν, ὅτι ἐξετελέσθη. Τὸ συμβεβηκὸς, περὶ οὗ λέγω, εἶναι ἡ κατάληψις τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ ἡ προσάρτησις αὐτῆς εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἤθελε μείνει ἀπαθὲς, ὅτε ἤθελεν ἀναγνώσει εἴτε ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, εἴτε ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος Βάττεμβεργ προσήρτησε τὴν Ρωμυλίαν εἰς τὴν Βουλγαρίαν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Τρικούπη, ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἔχουσα ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, καὶ ἀσχολουμένη νὰ ἐξετάζῃ τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων, ἢ τὴν συγκομιδὴν τοῦ 1885. Ὁ κ. Τρικούπης ἤθελε τότε ἐφαρμόσει τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1884, καὶ τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἐπιψηφίσει ἡ Βουλή. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος προσδιώριζε τὰ μὲν ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1885 εἰς δρ. 85,641,517, τὰ δ’ ἔξοδα εἰς δρ. 85,252,933.88, καὶ παρίστα καὶ πλεόνασμα ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν· καὶ ἐνῷ τὸ ἔλλειμμα τῶν τριῶν προηγηθέντων ἐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ὀλιγώτερον τῶν 48,938 759.43, διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ ἠδυνήθημεν νὰ ἀνακαλύψωμεν πάσας τὰς ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς λαθροχειρίας, καὶ τὸ ἔλλειμμα τῆς τριετίας νὰ ὑπερβαίνῃ καὶ τὸ ἀνωτέρω ποσὸν, διὰ τοῦ εἰρημένου προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρίστα, ὅτι οὐ μόνον τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἶχεν ἐξαφανισθῆ, ἀλλ’ ὅτι καὶ περίσσευμα εἶχεν ἐξασφαλισθῆ, ἐνῷ οὐδεμία πρᾶξις, οὐδεμία μεταβολὴ εἶχε λάβει χώραν μεταξὺ τοῦ τέλους τοῦ 1884 καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ 1885, ὡς ἂν ἤρκει δι’ ἁπλοῦ νεύματος νὰ μεταβάλλωνται οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι. Ἐν τῇ Βουλῇ συνήδρευε τότε, ὡς Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ μακαρίτης Ρόκος Χοϊδᾶς, ὅστις, πλήρης θάῤῥους, ἐπιθυμῶν νὰ σατυρίσῃ τὴν ταχυδακτυλουργίαν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἠρώτησεν αὐτὸν, καθ’ ἣν ὥραν εἰσῆγε τὸν προϋπολογισμὸν, διακόψας τὴν γενομένην εἰσήγησιν: «Κύριε Πρόεδρε, ἠρώτησεν ὁ Ρόκος, νομίζω, ὅτι καὶ πέρυσιν εἴχετε περίσσευμα». Ἐνθυμεῖσθε ὅσα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὴν Βουλήν, ὅταν εἰσῆγεν εἰς αὐτὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, ὅτε ἐκάλει τοὺς Ἕλληνας νὰ δρέψωσι τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν των. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε μετὰ θαυμαστοῦ θάῤῥους: «Καὶ πέρυσιν εἴχομεν περίσσευμα, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, μεθ’ ὅλα τὰ ἐπελθόντα δυσάρεστα, θέλει ἀπολήξει σχεδὸν εἰς ἰσοζύγιον». Καὶ πέρυσι μὲν ἦτο τότε τὸ 1883, ἡ χρῆσις τοῦ ὁποίου δὲν κατέλιπεν περίσσευμα, ὡς ἐβεβαίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ ἔλλειμμα, κατ’ αὐτὸν τὸν ἀπολογισμὸν, ἕνδεκα καὶ πλέον ἑκατομμυρίων· τοῦ 1884 δ’ ἡ χρῆσις δὲν ἀπέληξε σχεδὸν εἰς ἰσοζύγιον, ὡς ἔλεγεν, ἀλλ’ εἰς ἔλλειμμα 30,602,146 73. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος τοῦ 1885, ὃν εἶχε συντάξει καὶ εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Τρικούπης, ἦτο ἡ τελευταία ἐξεικόνισις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκετο τὸ Κράτος κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς καταβάσεως αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ἦτο ἀληθὴς παράστασις τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν εἶχεν ἐφαρμόσει κατὰ τὴν τριετίαν, ἦτο τὸ πόρισμα τῆς τριετοῦς διαχειρίσεώς του, ἦτο πιστὴ καὶ ἀλάθαστος ἡ εἰκὼν αὐτοῦ. Ἂς ἀναλύσωμεν λοιπὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ἵνα ἴδωμεν τὰ ἰσοζύγια καὶ τὰ περισσεύματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν αὐτὸν κατὰ τὴν 12 Νοεμβρίου 1884, περιέλαβε δ’ ἐν πρώτοις ἐν αὐτῷ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἔμελλε νὰ ἐφαρμόσῃ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1885, ἀλλ’ ἐξηκολούθησε κυβερνῶν καὶ τὸν Ἰανουάριον καὶ τὸν Φεβρουάριον καὶ τὸν Μάρτιον, καὶ ἔφθασε μέχρι τῆς 19ης Ἀπριλίου, οὐδεμίαν δὲ τῶν ἐλαττώσεων τούτων ἐπραγματοποίησε, διετηρήθησαν δ’ αὗται εἰκονικῶς ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μέχρι τῆς 19 Ἀπριλίου. Ἐνῷ δὲ τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ εἶχεν ἐκδοθῆ νόμος κατὰ τὴν 29 Δεκεμβρίου 1884, δι’ οὗ ἐπετράπη εἰς αὐτὸν νὰ διαθέσῃ διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου πίστωσιν ἴσην πρὸς τὸ δωδεκατημόριον τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ, οὗτος παρέβη τὸν νόμον τοῦτον, διότι ἐπλήρωσε τὰ ἔξοδα τοῦ Ἰανουαρίου οὐχὶ καθ’ ἃ εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ἤτοι κατὰ τὰς ἐλαττώσεις, ἀλλ’ ὡς ὑπῆρχον κατὰ τοὺς πρὸ τοῦ 1885 μῆνας τοῦ 1884, ἤτοι ἄνευ ἐλαττώσεων, ἤτοι ἐπλήρωσε καὶ αὐτὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχον ἐλαττωθῆ. Ἀλλὰ παρέβη διὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ τὸ κατὰ τὴν 28 Φεβρουαρίου 1885 ἐκδοθὲν νομοθετικὸν διάταγμα, ὅπερ, διαλυθείσης τότε τῆς Βουλῆς, αὐτὸς οὗτος εἶχε προκαλέσει, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκυρώθη κατόπιν διὰ τοῦ νόμου τῆς 24 Ἰουλίου 1885. Κατὰ τὸ διάταγμα τοῦτο, «τὰ ὑποχρεωτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν γενικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1885, θέλουσι πληρώνεσθαι ἐπὶ τῇ βάσει ταύτη, ὑπὸ τοὺς εἰς τὸν ἑπόμενον πίνακα σημειουμένους περιορισμούς»· ὁ δὲ προσηρτημένος εἰς τὸ διάταγμα τοῦτο πίναξ ἀνέγραφεν ὄντως νέους περιορισμούς, ἤτοι νέας ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων, προσθέτους εἰς τὰς ἀναγραφείσας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Οὕτως εἶχεν ἀναγράψει ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἐλάττωσιν 100 χιλιάδων δραχμῶν τῆς ἀναγεγραμμένης δι’ ἔξοδα Πρεσβειῶν πιστώσεως, ἐπὶ δὲ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου ἐλαττώσεις ἀνερχομένας εἰς 949,000 δραχμῶν. Αἱ ἐλαττώσεις δ’ αἵτινες εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν ἐξετελέσθησαν δὲ κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 19 Ἀπριλίου 1885 διάστημα, ἦσαν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς πιστώσεως τοῦ Κεφ. Βʹ, δι’ ἔξοδα διοικήσεως ἐπαρχιῶν, δαπανηθεισῶν κατὰ τὸ εἰρημένον διάστημα παρανόμως, ὡς εἴρηται, δραχ. 107.680, τῆς πιστώσεως τοῦ Κεφ. Γʹ διὰ μισθοὺς ἀστυνομικῶν κλητήρων, δαπανηθεισῶν κατὰ τὸ μνημονευθὲν διάστημα παρανόμως 84,300, ὡς μὴ ἐλαττωθέντος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κλητήρων ἀπὸ 300 εἰς 245, ὡς εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ τῆς πιστώσεως τοῦ Κεφ. Γʹ δι’ ἔξοδα ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας μὴ πραγματοποιηθείσης κατὰ τὸ περὶ οὗ εἴρηται διάστημα τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφείσης οἰκονομίας διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ἔν τισι τόποις εἰς ἄλλους ὑπαλλήλους, πληρωθεισῶν οὕτω παρανόμως καὶ ἕνεκα τούτου δρ. 39,000 Ἕνεκα λοιπὸν τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφεισῶν ἐλαττώσεων, καὶ ἕνεκα τῆς μὴ ἐφαρμογῆς ὡσαύτως τῶν ἐλαττώσεων ἢ περιορισμῶν, οἵτινες εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ πίνακι τῷ προσηρτημένῳ εἰς τὸ ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου 1885 νομοθετικὸν διάταγμα, ἐδαπανήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρανόμως 1,279,980 δραχμαί, παρεβιάσθη δ’ ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ὁ περὶ πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ἰανουαρίου 1885 νόμος τῆς 29 Δεκεμβρίου 1884 καὶ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τῆς 28 Φεβρουαρίου, τὸ κυρωθὲν διὰ τοῦ νόμου τῆς 24 Ἰουλίου 1885. Ἀλλὰ πλὴν τῶν παραβάσεων τούτων, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐμειώθη, ἀλλὰ μετεβιβάσθη καὶ διετηρήθη καὶ ἐν τῇ χρήσει τοῦ 1885, ἐξογκωθὲν μάλιστα, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέλιπε νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ὃν εἶχε συντάξει καὶ εἰσήγαγε κατὰ τὴν 12 Νοεμβρίου 1885 εἰς τὴν Βουλήν, διαφόρους δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀναπόφευκτοι, ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρέπει νὰ ἀναγράφωνται πάντα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους οὕτω δὲ ὁ τοῦ 1885 προϋπολογισμὸς δὲν περιεῖχε πάντα τὰ ἔξοδα, ἀλλὰ παρέλιπε μεμελετημένως τινὰ αὐτῶν, (τὰ ὁποῖα θέλω ἀναφέρει) ἵνα ἀπατήσῃ τὴν Βουλήν. Καὶ παρέλιπε:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1) Τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, τὰ ὁποῖα εἶχον
ἐξελεγχθῆ ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ καὶ ἀναγνωρισθῆ ὡς
ὀφειλόμενα, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς δρ. 1,491,860
2) Τὰ ὀφειλόμενα καὶ πληρωτέα εἰς τὰς
ξένας τηλεγραφικὰς ὑπηρεσίας διεθνῆ τέλη » 90,000
3) Τὴν διὰ τοῦ περὶ βοηθείας τῶν ἐκ
τῶν σεισμῶν ζημιωθέντων Μεσσηνίων Β.
Διατάγματος προσδιορισθεῖσαν συνδρομὴν » 30,000
4) Τοὺς ἐτησίους τόκους τοῦ συνομολο-
γηθέντος μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δα-
νείου πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ πληρωθέντος
πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κεφαλαίου » 651,650
5) Τοὺς τόκους τοῦ μετὰ τῆς Τραπέζης
Ἠπειροθεσσαλίας ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ,
συνισταμένου τότε εἰς 880,000 εἰς χρυσὸν » 100,000
6) Τοὺς τόκους τῶν ἐντόκων γραμματίων,
τῶν ὁποίων τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν εἶχεν
ἀναβιβάσει εἰς 3,998,200 » 200,000
7) Τὴν ἀξίαν τοῦ χαρτοσήμου τῶν ὁμο-
λογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων » 205,000
8) Τὰ ἔξοδα τῆς κληρώσεως καὶ τῶν συναλλαγμάτων » 100,000
9) Τὰ ὀφειλόμενα ποσοστὰ τοῦ φόρου
τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν » 40,000
10) Τὴν δι’ ἔξοδα ἐκτελέσεως τοῦ νόμου
περὶ παιγνιοχάρτων πίστωσιν » 130,000
11 Τὴν δι’ ἔξοδα τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου » 66,560
12) Τὴν δι’ ἔξοδα καλλιεργείας τῶν ἁ-
λικῶν, ἐνῷ μάλιστα τότε δι’ ἐκλογικὴν ψη-
φοθηρίαν, προκειμένων ἐκλογῶν βουλευτι-
κῶν, διέταξε τὴν καλλιέργειαν πασῶν τῶν
ἁλικῶν τοῦ Κράτους » 15,000
13) Τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν δι’ ἔξοδα
συντηρήσεως τῶν κτιρίων » 30,000
14) Τὰ κατὰ τοὺς νόμους ἀποδοτέα εἰς
τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, κρα-
τούμενα δ’ ἐκ τῶν μισθῶν τῶν ἐν ἀδείᾳ ἀ-
ξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ἅπερ ἐσημειώθη-
σαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ὡς
ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, πλὴν
ποσοῦ τινος ἐκ δρ. 478,168, ἀναγραφέντος
ὑπὲρ τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου » 400,000
15) Τὰ πληρωτέα πρὸς περάτωσιν τῆς
οἰκοδομῆς τῆς συνδεούσης τὸ κατάστημα
τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου μετὰ
τοῦ καταστήματος τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομα-
χικοῦ Ταμείου, κατὰ τὴν μετὰ τοῦ ἐργο-
λάβου συνομολογημένην σύμβασιν » 24,000
16) Τὸ πληρωτέον χορήγημα εἰς τοὺς
σπουδάζοντας ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τῶν ἐν
Παρισίοις κ.κ. Santer et Lemonier » 10,620
17) Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου
ἀνέγραψε πιστώσεις ἀνεπαρκεῖς:
Κεφάλ. βʹ μηχανικὸν κατὰ δρ. 70,000
Κεφ. γʹ πυροβολ. καὶ ὁπλ. » 75,000
Κεφ. δ’ ἱππικὸν » 45,000
Κεφ. εʹ πεζικὸν καὶ εὔζωνοι » 560.000
Εἰς μεταφορὰν » 750,000» 2,259,347
Ἐκ μεταφορᾶς δρ. 750,000 2,259 347
Κεφ. ηʹ στρατ. ἐκπαίδευσις » 50,000
Κεφ. ιδʹ τροφαὶ » 500,000
» » ἱπποφορβὴ » 200,000
Κεφ. ιγʹ ἔξοδα κεκλεισμένων
χρήσεων » 628,547 2,128,547
18) Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν
Ναυτικῶν Ὑπουργείου δι’ ἔξοδα Γαλλικῆς
Ναυτικῆς ἀποστολῆς 130,800
5,844,037
Παραλείπω ἀκατανόητον. ἀλλὰ καὶ τολ-
μηρὰν σύγχυσιν καὶ ἀθέτησιν πάσης λογι-
στικῆς τάξεως, ὅτι, ἐπειδὴ αἱ διὰ τὴν ὑπη-
ρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουρ-
γείου νενομοθετημέναι διὰ τοῦ προϋπολογι-
σμοῦ τοῦ 1884 πιστώσεις εἶχον ἐξαντληθῆ
ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 1884,
τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμ-
βρίου τοῦ 1884 ἐπληρώνοντο ἐκ τῶν πιστώ-
σεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἀντὶ
νὰ ζητήσῃ νέας πιστώσεις, καὶ ἐξέδιδε τὰ
πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν μηνῶν
Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου χρηματικὰ ἐν-
τάλματα ἐπὶ τῶν πιστώσεων τοῦ δωδεκα-
τημορίου, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τῆς 29 Δεκεμ-
βρίου 1884 εἶχε παραχωρήσει διὰ τὰ ἔξοδα
τοῦ Ἰανουαρίου 1885.
Ἀλλὰ πλὴν τῶν καταφανῶν καὶ ἀπροκα-
λύπτων τούτων παραλείψεων, τὰς ὁποίας
ἕκαστος ἐκ πρώτης ἀπόψεως ἤθελεν ἀνακα-
λύψει ἐν τῷ ἀλησμονήτῳ τούτῳ προϋπολο-
γισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1885, εἶχον παρα-
λειφθῆ καὶ ἄλλα ἔξοδα, ἐπίσης ἀναπόρευκτα
καὶ πληρωτέα, τὰ ὁποῖα καὶ δι’ ἐσπευσμένης
καὶ ταχείας ἐρεύνης τοῦ προϋπολογισμοῦ
ἠδύνατό τις νὰ ἀνακαλύψῃ. Οὕτω παρελεί-
φθη νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις πρὸς πληρωμὴν
τῶν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου πληρωτέων
τόκων τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ τοῦ
ὁποίου εἶχεν ἤδη λάβει ὁ κ. Πρωθυπουργός:
Κατὰ τὸ 1883 δρ. 3,000,000
Κατὰ τὸ 1881 » 8,200,000
Καὶ κατὰ τὸ 1885 » 3,934,187
15,134,187
Τῶν ποσῶν δὲ τούτων ὁ τόκος πρὸς
6¾%, ἀπὸ τῆς πληρωμῆς ἑκά-
στου τῶν ποσῶν τούτων, συνεκεφαλαιοῦτο εἰς 2,032,056 22
7,876,093.22
Περιέλαβε πιστώσεις διὰ τὰ ἀμετά-
βλητα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
νομικῶν καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δα-
νείων ὀλιγωτέρας τῶν πράγματι ἀναγ-
καίων, κατὰ τὴν παρ’ ἐμοὶ σημείωσιν, δρ. 2,178,769.—
Ἐδαπάνησεν εἰς συνήθεις ἀνάγκας τῆς
διοικήσεως, καὶ ἑπομένως δὲν ἀπέδωκεν εἰς
τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὰ κατὰ τὸ 1884
ἔσοδα αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα εἰς λογαριασμὸν τοῦ
ταμείου τούτου εἶχον εἰσπράξει οἱ ταμίαι, δραχ. 3,707,747.—
Εἰς μεταφορὰν 13,762,609.22
Ἐκ μεταφορᾶς 13,762,609.22
Ὡσαύτως ἐδαπάνησεν εἰς ἀνάγκας τοῦ
Κράτους καὶ δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὸ ταμεῖον
τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰ ἔσοδα τῶν μηνῶν ἀπὸ
Ἰανουαρίου μέχρις 20 Ἀπριλίου τοῦ 1885
τοῦ εἰρημένου ταμείου, τὰ ὁποῖα ὡσαύτως
εἶχον εἰσπράξει οἱ ταμίαι, δραχ. 1,102,582.—
Ἔλαβε παρὰ τῶν λιμενικῶν ταμείων,
καὶ ἑπομένως ὠφείλαμεν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὰ 703,915.—
Ἔλαβεν ἐκ δικαστικῶν παρακαταθη-
κῶν, ὠφείλαμεν δὲ νὰ ἀποδώσωμεν 359,897.—
Δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχι-
κὸν Ταμεῖον, δαπανήσας εἰς ἀνάγκας τοῦ
Κράτους, ὠφείλαμεν δ’ ἡμεῖς νὰ ἀποδώσω-
μεν εἰς τὸ εἰρημένον ταμεῖον 82,506.56
Δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν χηρῶν
καὶ ὀρφανῶν, δαπανήσας ὡσαύτως εἰς ἀνάγ-
κας τοῦ Κράτους, καὶ ὠφείλαμεν νὰ ἀπο-
δώσωμεν εἰς τὸ εἰρημένον ταμεῖον 911.29
Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ἐν τῷ προϋπολογι-
σμῷ ἐκείνῳ τὰ ἔσοδα εἶχον ἀναγραφῆ
πολλῷ ὑπέρτερα τῶν πιθανῶς εἰσπραχθη-
σομένων, κατὰ ποσὸν 11,634,961.—
Πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ ὅσα ἐν ἀρχῇ
τῆς ἐρεύνης τοῦ περὶ οὗ πρόκειται προϋπο-
λογισμοῦ ἐσημειώσαμεν ὡς ἐλαττώσεις ἀνα-
γραφείσας μὲν ἐν αὐτῷ, μὴ ἐκτελεσθείσας
ὅμως, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 1,279,980.—
Ὅθεν ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη εἰσαχθεὶς
εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1884
προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 διέφερε τοῦ ἀληθοῦς κατὰ 28,927,362.07

Τὰ ἔξοδα λοιπὸν τοῦ 1885 κακῶς ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη εἰς δραχ. 85,252,933.88, διότι παρέλιπε νὰ ἐγγράψῃ πρὸς τούτοις καὶ ὅσα ἀνωτέρω ἐσημειώσαμεν, συνιστάμενα εἰς δραχμὰς 17,292,401.07, ἑπομένως τὰ ἔξοδα ἔπρεπε νὰ προσδιορισθῶσιν εἰς 102,545,334.95. Ὡσαύτως τὰ ἔσοδα κακῶς προϋπελογίσθησαν εἰς 85,641,547, διότι ἐξωγκώθησαν κατὰ 11,634,961, ἔπρεπε δὲ νὰ ἀναγραφῶσι τὰ πιθανὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἀνώτερα τῶν 74,006,586. Ἑπομένως ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναγράψῃ περίσσευμα δρ. 388,613.12, ἀλλ’ ἔλλειμμα δρ. 28,538,748.95. Τοιαύτην παρελάβομεν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους τὴν κατάστασιν κατὰ τὴν 18 Ἀπριλίου 1885. ὅτε διεδέχθημεν ἐν τῇ Κυβερνήσει τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἀνωτέρω, κατὰ τὸ 1884
εἶχε προστεθῆ καὶ νέον χρέος, τὸ χρέος τοῦ κεφαλαίου τῶν
110 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυ-
ρίων, αἵτινες εἶχον ἐκποιηθῆ 55,000,000
Καὶ τὸ χρέος τῆς προκαταβολῆς τῶν 35,000,000
Καὶ τὸ χρέος τῶν προκαταβολῶν τῶν 11,500,000
101,500,000
Δὲν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν δανείων
τούτων οἱ τόκοι. Καὶ τοῦ μὲν δανείου τοῦ κεφαλαίου τῶν
110 χιλιάδων ὁμολογιῶν ὁ ἐτήσιος τόκος ἀνήρχετο εἰς
δραχμὰς 2,750,000
Ὁ δὲ τῆς προκαταβολῆς τῶν 35 ἑκατομ-
μυρίων μετὰ τῆς προμηθείας τῶν δύο ἑξαμη-
Εἰς μεταφορὰν 2,750,000
Ἐκ μεταφορᾶς 2,750,000
νιῶν εἰς 2,450,000
Ὁ τῶν προκαταβολῶν τῶν 11,500,000
μετὰ τῆς προμηθείας τῶν δύο ἑξαμηνιῶν εἰς 977,500
Δὲν εἶχε δὲ περιληφθῆ ἐν τῷ προϋπολογι-
σμῷ καὶ ἡ κατὰ τὴν περὶ κατασκευῆς τοῦ
σιδηροδρόμου Πειραιῶς μέχρι Κορίνθου συνω-
μολογημένην σύμβασιν πληρωτέα εἰς τοὺς
κατασκευάσαντας αὐτὸν ἀποζημίωσις ἐκ δρ. 2,011,063
Τὸ ὅλον 8,188,563

Καὶ δὲν ἠδύνατό τις νὰ ἐκπλαγῇ, ἂν τὸ τότε ἀρχόμενον 1885 εἶχεν ἔλλειμμα, ἀφοῦ τὸ 1884 εἶχε λήξει εἰς ἔλλειμμα 30,602,146.73, καὶ ἀφοῦ οὐδὲν εἶχε πραχθῆ, ἵνα τὸ ἔλλειμμα τοῦτο μειωθῇ εἴτε διὰ προσθήκης νέων φόρων εἴτε δι’ ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Πῶς ἦτο ὄντως δυνατὸν μετὰ τοιαύτην κατάστασιν νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 περίσσευμα 388,613.12; Καὶ ἐγὼ μὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω ὡς ἔλλειμμα τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀνωτέρω ἀνέφερα, ἤτοι δραχ. 28,538,748.95, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλα ποσά, τὰ ὁποῖα ἀπεκρύβησαν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, ἀφοῦ οὐδ’ οἱ τόκοι εἶχον ἀναγραφῆ, ὡς εἶπον, τοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δανείου τῶν 9,000,000, τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογηθῆ μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅπως συμπληρωθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα ποσὰ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας χρεῶν τοῦ Κράτους, οὐδ’ αὐτοὶ οἱ τόκοι τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον παρίστων αἱ 110,000 ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, οὐδ’ οἱ τόκοι τῆς προκαταβολῆς τῶν 35 ἑκατομμυρίων, οὐδ’ οἱ τῶν πολλαπλῶν προκαταβολῶν τῶν 11,500,000· ὡς δὲν εἶχον ἀναγραφῆ καὶ τὰ πληρωτέα ποσὰ διὰ τὴν χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου, πολλῷ δ’ ἧσσον πίστωσίς τις ἀνάλογος διὰ τὸ τμῆμα ἀπὸ Κορίνθου εἰς Ναύπλιον, ἢ διὰ τὴν πληρωτέαν κατὰ τὸ 1885 χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν τῶν κατασκευαστῶν τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλίας. Ἂν προσθέσωμεν καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα, ἤτοι:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Διὰ τοὺς τόκους ὡς ἄνω δραχ. 8,188,563.—
Διὰ τὸ ἀπὸ Κορίνθου εἰς Ναύπλιον τμῆμα
τοῦ σιδηροδρόμου δραχ. 600,000.—
Διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν κατασκευα-
στῶν τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας 1,806,148.—
10,594,711.—
Θέλομεν ἀνεύρει, ὅτι διέφερε τοῦ ἀληθοῦς
ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὃν εἶχεν εἰσα-
γάγει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Τρικούπης κατὰ
δραχμὰς 39,133,459.95

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1885 παρίστα ἔλλειμμα δρ. 61,687,634.16, δίκαιον εἶναι νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τὸ ἀνωτέρω ποσὸν τῶν δραχμῶν 39,133,459.95, ὅπερ παριστᾷ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη καταλειφθὲν εἰς ἡμᾶς ἔλλειμμα, καὶ νὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος τῆς κατὰ τὸ 1885 διαχειρίσεως ἡμῶν τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1885 ἀναγεγραμμένου ὡς ἐλλείμματος, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 22,554,174.21. Καὶ τὸν ἰσχυρισμὸν ἡμῶν τοῦτον καθιστᾷ καταληπτὸν καὶ ἄλλη τις ἐπιπολαιοτέρα καὶ γενικωτέρα ἄποψις. Ἂν ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1884 κατέλιπεν ἔλλειμμα 30,602,143.73, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θὰ κατελιμπάνετο ἀναγκαίως καὶ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1885, ἀφοῦ οὐδὲν εἶχεν ἐνεργηθῆ πρὸς ἐξάλειψιν ἢ μείωσιν τοῦ ἐλλείμματος τούτου, ἀλλὰ καὶ θὰ ηὔξανεν ἕνεκα τῆς προσθήκης δραχ. 652,500 διὰ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 9,000,000, ἕνεκα τῆς προσθήκης δραχ. 2,750,000 διὰ τοὺς τόκους τοῦ κεφαλαίου τῶν 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἕνεκα τῆς προσθήκης δρ. 2,450,000 διὰ τοὺς τόκους τῆς προκαταβολῆς τῶν 35 ἑκατομμυρίων, καὶ ἕνεκα τῆς προσθήκης δρ. 977,500 τῶν τόκων τῶν προκαταβολῶν τῶν 11,500,000. Τὰ ποσὰ ταῦτα, προστιθέμενα εἰς τὸ διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ βεβαιωθὲν ἔλλειμμα τοῦ 1884 ἐκ δραχμῶν 30.602.146.73, ἤθελον ἀναβιβάσει τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 εἰς 37,432,146.73. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔλεγε προχθὲς, ὅτι οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 κατέλιπον ἔλλειμμα 128 ἑκατομμυρίων, παρεσιώπα ὅμως, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὃν εἶχε συντάξει αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης, παρίστα ἔλλειμμα κληροδοτηθὲν εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τῆς διαχειρίσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσολογγίου ἐκ δρ. 37,432,146.73. Ἂν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ὅπερ ἐκληρονομήσαμεν παρὰ τοῦ κυρίου Τρικούπη, ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885, ἀνελθὸν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς 61,370,732.64, ὑπολείπεται ὡς ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1885 μόνον δραχ. 23,938,585.91. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο δὲν ἤθελον ὑπάρχει, καὶ τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ μᾶς εἶχε κληροδοτήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἠθέλομεν ἐξαλείψει, ἂν δὲν ἐπήρχετο τὸ δυστυχὲς συμβεβηκὸς τῆς Φιλιππουπόλεως, τὸ ὁποῖον μᾶς ἠνάγκασε νὰ λησμονήσωμεν καὶ τὰ ἰσοζύγια καὶ τὰ περισσεύματα, καὶ νὰ σπεύσωμεν νὰ μεριμνήσωμεν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβωμεν τὴν ἀπειλουμένην καταστροφήν. Ἄν ἐφηρμόζετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὡς εἶχε συνταχθῆ, τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ἤθελον εἶσθαι τοιαῦτα, ὥστε καὶ τὸ ἔλλειμμα τῶν 30,602,146 τοῦ 1884 ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ ἐξαλείψωμεν, ἢ κἂν νὰ περιστείλωμεν εἰς μικρόν τι ποσόν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ὃν συνέταξα ἐγὼ καὶ εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν, περιέλαβον πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνωτέρω ἀπηρίθμησα, καὶ τὰ ὁποῖα εἶχε παραλείψει ὁ προκάτοχός μου, μὲ ὅλας δὲ τὰς ἐν τῇ διοικήσει ἀνωμαλίας τῆς ἐπιστρατεύσεως, κατωρθώσαμεν κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1885, καθ’ ὃ διῳκήσαμεν, νὰ παρασκευάσωμεν οἰκονομίαν ἐπαισθητὴν, δαπανήσαντες ὀλιγώτερα τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1884 κατὰ δραχ. 8,260,659.01. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, συνέταξα καὶ εἰσήγαγον, εἶχον ἐπενέγκει οἰκονομίας 5,500,000 κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1885, διότι κατ’ αὐτὸ ἔμελλε νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀφοῦ κατὰ τὰ τέλη τοῦ δευτέρου δεκαημέρου τοῦ Ἀπριλίου ἀνήλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤτοι 11 ἑκατομμύρια ἐπὶ τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ, καὶ προσέτι περιελάβομεν πάντα τὰ ἔξοδα, ἅτινα εἶχε παραλίπει ὁ κ. Τρικούπης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὃν ἐκεῖνος εἶχεν εἰσαγάγει, καὶ ἀνεγράψαμεν τὰ ἀληθῆ ποσὰ τῶν ἐσόδων. Οὕτως ἡ ἀνακοπὴ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἐπηγγέλθη τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου, καὶ τὴν ἀποτροπὴν τῆς συμφορᾶς, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἐπῆλθε κατὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου 1893. Πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω πίνακα παραβλητικὸν τῶν ἐξόδων τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὸ 1885 πρὸς τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1884, ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐπηρεάζετο ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἤτοι τῶν πέντε λεγομένων πολιτικῶν Ὑπουργείων, ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, προσέτι καὶ ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων καὶ ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄλλων πληρωμῶν. Ἐὰν παραβάλῃ τις τὰ κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1884, 1885 καὶ 1886 δαπανηθέντα πρὸς ἄλληλα ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις ταύταις, θέλει εὑρεῖ οἰκονομίας, ἐπενεχθείσας ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν ἐξόδων τοῦ 1885, κατὰ δρ. 8,260.659.01, διότι κατὰ τὸ 1885 ἐπληρώθησαν δρ. 4,131,999.17 εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, ἐνῷ κατὰ τὸ 1884 ἡ διὰ τοὺς σιδηροδρόμους δαπάνη ἀνήρχετο εἰς 98,000 δραχ. μόνον.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Οὕτω διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτε-
ρικῶν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1885 ὀλιγώτερα ἢ τὸ 1884
δραχμαὶ 181,061,16
Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς
Δικαιοσύνης ὀλιγώτερα 271,818.38
Διὰ τὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως 436,944.16
Διὰ τὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὀλιγώτερα 989,870.76
Διὰ διαφόρους πληρωμάς 6,704,090.27
8,583,784.73
Ἀφαιρῶ ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ
1885 περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1884 δαπανηθέντων:
αʹ) Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 86,603.55
βʹ) Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐπιστασίας καὶ εἰσπράξεως236,522.17 323.125.72
8,260,659.01

Αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐπραγματοποιήσαμεν κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1885 ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν πολιτικῶν λεγομένων Ὑπουργείων, ἀνῆλθον εἰς 8,260,659.01. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰς οἰκονομίας ταύτας ἐφηρμόσαμεν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις τούτοις, προέβημεν εἰς δαπάνας μεγάλας ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ὅθεν μόνην τὴν εὐθύνην ταύτην φέρομεν ἡμεῖς, ὅτι δὲν ἐνεμείναμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθημεν ὡς Ἀντιπολίτευσις, τὴν ὁποίαν ἐξεικονίσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν εὐθύνην ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἄνευ αὐτῆς, τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 ἤθελε περιορισθῆ εἰς 3 ἢ 4 ἑκατομμύρια μόνον. Ἀλλὰ καλῶς ἐπράξαμεν ἀσπασθέντες τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως; Περὶ τούτου θέλω πραγματευθῆ κατόπιν, ὅταν ἐπιλάβωμαι τῶν περὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς θεωριῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐφηρμόσαμεν οὕτω τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἣν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, παρεστήσαμεν εἰς αὐτὴν, διότι ἠναγκάσθημεν ἔπειτα νὰ ἀσπασθῶμεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, εἵπετο ὅτι καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1886 ἤθελεν ἀκολουθήσει τὴν τύχην τῆς χρήσεως τοῦ 1885, μεθ’ ἧς συνεδέετο διὰ τῆς καὶ κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1886 ἐξακολουθησάσης πολιτικῆς τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἡ χρῆσις ὅμως τοῦ 1886 ἐφείλκυσε κατὰ ἀξιοπερίεργον τρόπον τὴν μέριμναν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· διότι, ἐνῷ ἡ χρῆσις ἑνὸς ἔτους ἐξακολουθεῖ ἐπὶ 22 μῆνας, κατὰ δὲ τὸ 1886 ἐκυβερνήσαμεν ἡμεῖς μόνους τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας, ἤτοι τοὺς Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκυβέρνησεν 18 μῆνας, τοὺς ὑπολοίπους μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1887, ὅτε ἔληξεν ἡ χρῆσις τοῦ 1886, ἐνέκρινεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καταλογίσῃ εἰς βάρος ἡμῶν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1886 ὁλόκληρον. Καὶ ὅμως τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ Κράτους, τὴν διάλυσιν τῶν ἐπιστρατευθέντων στρατιωτικῶν σωμάτων, τὴν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ ἀπόλυσιν τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἀνδρῶν, ἐνήργησεν αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δύναται τάχα νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι, ἂν ἡμεῖς ἐξετελοῦμεν τὰς πολυπλόκους καὶ δαπανηρὰς ταύτας ἐργασίας, δὲν ἠθέλομεν ἐκτελέσει αὐτὰς οἰκονομικώτερον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν ἠθέλομεν δαπανήσει ὀλιγώτερα ἢ ὅσα ἐδαπάνησεν αὐτός; Τάχα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοῦ ὁποίου γνωστὴ εἶναι ἡ ἐν τῇ διοικήσει μετριοφροσύνη καὶ φειδὼ, δὲν εἶχεν ἀνοικτὰς τὰς δύο παλάμας, καὶ δὲν ἐδαπάνησε περισσότερα ἢ ὅσα ἡμεῖς ἠθέλομεν δαπανήσει; Ἂς μὴ συζητήσω περὶ τούτου, ἀλλὰ, καὶ ἂν ἤθελον ἀποδεχθῆ τὴν εὐθύνην ὅλου τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1886, πῶς νὰ σιγήσω, ὅταν παρέστη προσθέτων διὰ τοῦ νόμου τῆς 21 Μαρτίου 1887 εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1886 καὶ 3,236,000 διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν στρατώνων Λαρίσσης, ἐνῷ δὲν ᾠκοδομήθησαν κατὰ τὸ 1886, ἀλλὰ κατεσκεύασεν αὐτοὺς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1887, διὰ τοῦ εἰρημένου δὲ νόμου παραδόξως κατελόγισεν εἰς βάρος τοῦ 1886; Ποῦ ἠκούσθη τοιαύτη ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ; Ἡ κατασκευὴ τῶν στρατώνων τούτων διετάχθη κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπιστρατεύσεως, τὸ 1886, ἀλλὰ παρῆλθε τὸ 1886, οὐδεμία δὲ κατ’ αὐτὸ ἐξετελέσθη ἐργασία οἰκοδομητικὴ αὐτῶν, κατὰ δὲ τὸ 1887 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατάττει τὴν κατασκευὴν, προκαλεῖ δημοπρασίας, ἐγκρίνει τὰ πρακτικὰ αὐτῶν, ἄρχεται ἡ οἰκοδομὴ καὶ περατοῦται, καὶ μετὰ ταῦτα ἀναγράφει εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1886 τὴν δαπάνην τῶν 3,236,000, ἤτοι ἀναγράφει αὐτὴν ὑπὸ τὴν εὐθύνην ἡμῶν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, διότι πολλὰ ἄλλα παραπλήσια, μικρὰ μὲν, καὶ διὰ τοῦτο ἀνάξια προσοχῆς, ἀποδεικνύουσιν ὅτι μίαν μέριμναν εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὴν μέριμναν πῶς νὰ ἐξογκώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἵνα ἐπιβαρύνῃ τὴν εὐθύνην ἡμῶν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, καὶ νὰ δημιουργήσῃ ἔτι ἀνυπάρκτους δαπάνας, διὰ νὰ προσθέσῃ καὶ ταύτας εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ 1886. Κατὰ τὰς στιγμὰς τοῦ ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ, ὁ ὁποῖος κατέλαβε τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θέσῃ τις ὅριον εἰς τὴν ἔντασιν αὐτοῦ. Δῆμοι συνεισέφερον τὸ δηνάριόν των εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην, Λιμενικὰ ταμεῖα ἐλάμβανον ὁμολογίας τοῦ ἐκδοθέντος τότε πατριωτικοῦ δανείου, καὶ πολῖται προέβαινον εἰς αὐτοθυσίας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐργοστασιάρχης βιομήχανος μοὶ ἔγραφεν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶχε χρήματα νὰ προσφέρῃ, παρεῖχε τὸν ἀτμόμυλον αὐτοῦ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐκποιήσῃ αὐτὸν, καὶ δαπανήσῃ τὸ ἀντίτιμον εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας. Ἔγραψα εὐχαριστίας εἰς τὸν φιλόπατριν καὶ ἐνθουσιώδη Ἕλληνα, ἀλλὰ δὲν ἐποιησάμην χρῆσιν τῆς προσφορᾶς του. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν μὲ διεδέχθη, ἠγανάκτησε, διότι τὰ Λιμενικὰ ταμεῖα εἶχον ἀγοράσει ὁμολογίας τοῦ πατριωτικοῦ δανείου, καὶ διέταξε πάραυτα τὴν ἀπόδοσιν εἰς αὐτὰ τῶν χρημάτων, ἅπερ εἶχον πληρώσει, ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι δὲν ἔστεργεν οὐδὲ νὰ τοποθετήσωσι τὰ ἀργοῦντα κεφάλαιά των εἰς τὸ δάνειον ἐκεῖνο τοῦ Κράτους. Καὶ ἐν ᾧ κατέλυσε τὰ ταμεῖα τῶν δήμων διὰ τοῦ κοινωνιστικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον τῇ προτάσει αὐτοῦ ἐνομοθετήθη, διότι ὑπεχρεώθησαν οἱ εὐπορώτεροι δῆμοι νὰ ὑφίστανται τὰς δαπάνας τῶν ἀπόρων δήμων· καὶ ἐν ᾧ οὐ μόνον ἔστεργεν, ἀλλὰ καὶ προὐκάλει τοὺς δήμους νὰ εἰσφέρωσι βοήθειαν εἴτε εἰς τοὺς Θεσσαλονικεῖς, τοὺς ζημιωθέντας ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς, εἴτε εἰσφορὰν πρὸς ἀνέγερσιν ἀνδριάντων εἰς ἥρωας, ὡς πρὸ μικροῦ ἐγένετο λόγος· καὶ ἐν ᾧ ἔστεργεν οὐδ’ ἠκύρονε τὰς πράξεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, δι’ ὧν ταῦτα ἐψήφιζον συγχαρητηρίους ἢ συλλυπητηρίους, πανηγυρίζοντα καὶ συλλυπούμενα τὰ ἄτομα, ἀπέστεργε τὰς ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης εἰσφορὰς τῶν δήμων, καὶ ἠκύρονεν αὐτάς, καὶ διέτασσε νὰ ἐπιστραφῶσιν αὐτοῖς τὰ προσενεχθέντα χρήματα, διότι διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης ἔμελλον νὰ προστεθῶσιν ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1886, καὶ νὰ ἐξογκωθῇ τὸ ἔλλειμμα αὐτῆς. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1886 ἀνέγραψεν ἔλλειμμα δραχμῶν 66,614,953.92, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον, ὡς ἀνωτέρω ἐξέθηκα, βαρύνει τὴν διαχείρισιν τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ κατελείφθη ὑπ’ αὐτοῦ ὡς κληροδότημα τῆς τριετοῦς διαχειρίσεως αὐτοῦ πρὸ τοῦ 1885. Ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρεθῇ, εἴτε ἀνέρχεται εἰς 37,432,146.73, ὡς ἔλεγον πρὸ μικροῦ εἰς ὑμᾶς, εἴτε ἀνέρχεται εἰς τὸ εἰρημένον ποσὸν τῇ προσθήκῃ τῶν τόκων αὐτοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ τῶν δραχ. 3,236,000 διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν στρατώνων Λαρίσσης, τὸ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1886 ἔλλειμμα τῶν 66,614,053.92 θέλει διαιρεθῆ εἰς τὸ ἐπιβαρύνον τὸν κ. Τρικούπην καὶ εἰς τὸ ἐπιβαρύνον ἡμᾶς, τοῦτο δὲ τὸ ἐπιβαρύνον ἡμᾶς θέλει συνίστασθαι εἴτε εἰς 29,181,907.19, εἴτε εἰς 23,699,778.39, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἐτησίου τόκου πρὸς 6% τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1885, καὶ τῆς δαπάνης τῶν στρατώνων Λαρίσσης, καὶ ἀντὶ τῶν 128 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα μετὰ στόμφου ἀπήγγειλεν ὡς ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεως ἡμῶν, θέλουσιν ἀναγραφῆ μόνον δραχ. 48,346,222.26 ὡς ἔλλειμμα αὐτῆς. Δὲν συνετέλεσε λοιπὸν εἰς τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν ἡμῶν ἡ ἔλλειψις νόμου, διατάσσοντος ἵνα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦναι ἰσόβιος. Ἐξ ἐναντίας, ἐὰν ἦτο ἰσόβιος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἑπομένως ἐὰν ἐξηκολούθει ἄνευ ἀνακοπῆς βαίνων ἐπὶ τῆς κατωφερείας, ἐφ’ ἣν κατὰ τὴν τριετίαν ἐτράπη ὁ κ. Τρικούπης, πολὺ πρωϊμώτερον, ἴσως ἀπὸ τοῦ 1887, ἤθελε μᾶς προσφέρει τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ἐνώπιον ἡμῶν κατὰ 10ην Δεκεμβρίου 1893. Ἀλλὰ εἶναι ἀναγκαῖον, Κύριοι, νὰ συζητήσῃ τις πρότασιν τοσοῦτον ἔκτροπον; Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπάρχῃ Κράτος, καὶ μεταξὺ τῶν μᾶλλον ἀπολύτως κυβερνωμένων, ἐν ᾧ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τυγχάνει ἰσόβιος. Ἐν Ρωσσίᾳ π. χ. οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδ’ ἰσόβιοι εἶναι, οὐδὲ μονιμότητά τινα ἔχουσιν, ἀντικαθιστάμενοι συνεχῶς· ὁ Ὑπουργὸς δὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις διοικεῖ σήμερον, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἦτο κατὰ τὸ 1885 ἢ κατὰ τὸ 1882. Καὶ παρ’ ἡμῖν διατηρεῖται ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον εἴχομεν ἀπὸ τοῦ 1882, ἤτοι ἐπὶ δώδεκα ἔτη, μὲ μόνον δύο ἀνακοπάς, ἑκάστη τῶν ὁποίων διήρκεσεν ἓν περίπου ἔτος, καὶ διὰ τὰς ἀνακοπὰς ταύτας ὀδύρεται ὁ κ. Πρωθυπουργός! Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐλησμόνησεν, ὅτι ἡ πρωτίστη τῶν γνώσεων τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς εἶναι ἡ σπουδὴ τῆς ἱστορίας τῆς πατρίδος· ἐὰν ἐσπούδαζεν αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτής, δὲν ἤθελε τολμήσει νὰ ὁμιλήσῃ περὶ μονιμότητος ἢ περὶ ἰσοβιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ἄνδρες βαθύπλουτοι, ὡς οἱ Κουντουριῶται καὶ ἄλλοι τῆς Ὕδρας πρόκριτοι, Τομπάζαι ἢ Τσαμαδοί, ἔχοντες τὰ ταμεῖα αὐτῶν πλήρη χρυσοῦ, ἄρχοντες ἐν Πελοποννήσῳ εὐπορώτατοι ἐν πλούτῳ κτημάτων καὶ κτηνῶν καὶ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, δὲν διέθεσαν τὸν πλοῦτόν των εἰς χρεώγραφα, ἀλλ’ ἐθυσίασαν πᾶν ὅ,τι εἶχον, καὶ τὴν ζωήν των αὐτήν, διὰ νὰ ἐλευθερώσωσι τὴν πατρίδα των, καὶ προσέτι διὰ νὰ καταστήσωσιν ἐν αὐτῇ θεσμοὺς συνταγματικούς, καὶ μᾶς ἐκληροδότησαν συστήματα κυβερνητικὰ φιλελεύθερα, τῶν ὁποίων αἱ ῥίζαι ἐποτίσθησαν δι’ αἱμάτων. Καὶ νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι εἶναι δυνατὸν ταῦτα νὰ ἐκριζωθῶσιν ὑπὸ τῆς πνοῆς τοῦ βοῤῥᾶ ἢ τοῦ ἀπηλιώτου, ὅστις ἤθελε πνεύσει; (εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ ἴδῃ ἡμέραν τινὰ ἐπιτυγχάνοντα παραπλήσια τολμήματα, ἔστω ὁ κ. συνάδελφο, βέβαιος, ὅτι, πρὶν ἢ παρέλθῃ πολὺς χρόνος, θέλουσι πεισθῆ ὅσοι συμβουλεύουσι ταῦτα, ὅτι ἠσέβησαν πρὸς τὴν πατρίδα αὑτῶν, διότι ἐδημιούργησαν ἀφορμὴν μεγάλων δυστυχημάτων, καὶ πολιτειακῶν καὶ κοινωνικῶν...

§99ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω, ὅτι προῃρεῖσθε δι’ ὅσων εἴπετε νὰ μὲ συκοφαντήσητε. Ὀφείλω ὅμως νὰ χαρακτηρίσω ὡς συκοφαντίαν τὸ λεχθὲν, ὅτι εἶπόν τι ἢ ἔπραξά τι, προδίδον διάθεσιν κατὰ τοῦ κρατοῦντος πολιτεύματος. Τοὐναντίον πάντοτε ἐνθέρμως καὶ πεποιθότως ὑπεστήριξα, ὅτι εἰς τὸ ἡμέτερον ἔθνος οὐδὲν ἄλλο πολίτευμα δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ ἢ μόνον τὸ κοινοβουλευτικόν. Ἐὰν εἶπον, ὅτι εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ὑπάρχῃ ἰσόβιος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ εἶπον ὡς ἐνδεικτικὸν τῆς ὁποίας ὑπεστήριξα ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι παρ’ ἡμῖν ἑνιαία ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ὅπως ἑνιαία δέον νὰ ᾖναι καὶ ἡ ἐξωτερική. Ἐγὼ εἶμαι προϊὸν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, δικαιοῦμαι δὲ νὰ χαρακτηρίσω ὡς συκοφάντην τὸν τυχὸν ἰσχυριζόμενον, ὅτι συντάσσομαι μετὰ τῶν κατὰ τοῦ κρατοῦντος πολιτεύματος λαλούντων ἢ γραφόντων.

§100ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἶσθε ὁ ἱκανὸς πρὸς συκοφαντίαν, δὲν δύνασθε ὅμως ν’ ἀποδώσητε τοιαύτην μομφὴν εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην.

§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (πρὸς τὸν Σιμόπουλον). Σεῖς ἐπὶ πολλὰ ἔτη συμπράττετε μετ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διέπρεψαν εἰς τὸ ἔργον τοῦ συκοφάντου, ἐὰν δὲ διδάσκηται ἡ συκοφαντία, ὑμεῖς ἴσως ἐδιδάχθητε αὐτὴν, ἐγὼ ὅμως οὐδέποτε.

§102ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ οὐδένα οὐδέποτε ἐσυκοφάντησα, ἐγὼ ὑπερησπίσθην ἐμαυτὸν συκοφαντούμενον.

§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν διακόπτητε, διὰ νὰ ὑβρίζητε, δὲν θέλω σᾶς ἀπαντήσει, διότι ἐγὼ δὲν ἀπαντῶ εἰς ὕβρεις.

§104ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδένα ὕβρισα, οὐδὲ συνείθισά ποτε νὰ ὑβρίζω. Τοὐναντίον συνείθισα νὰ εὐλαβῶμαι καὶ σέβωμαι τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς πατρίδος μου, ἐν οἷς καταλέγω καὶ ὑμᾶς.

§105ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρεστήσατε τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τῶν πατέρων μας ὡς αἰτίαν τῆς κακοδαιμονίας τοῦ τόπου. Ἀνεφέρατε μετ’ ἀγανακτήσεως τὸ δάνειον τῆς Ἀνεξαρτησίας, ὅτι καὶ αὐτὸ συνετέλεσεν εἰς τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐμνημονεύσατε τῶν ἐπαναστάσεων τῆς Κρήτης, ἵνα παραστήσητε, ὅτι καὶ αὗται συνετέλεσαν εἰς τὴν πτώχευσιν ἡμῶν. Ἐνεκαλέσατε τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1885, ὡς παρασκευάσασαν τὴν πτώχευσιν. Ἀλλ’ οἱ ἰσχυρισμοὶ ὑμῶν οὗτοί εἰσι πεπλανημένοι, ὡς θέλω ἀποδείξει, προσάγων τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τῆς χρήσεως, ἥτις εἵπετο μετὰ ἕκαστον τῶν ἀτυχημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τότε συνέβησαν. Ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὸν τόπον τοῦτον, ἐσκέπτοντο παραπλησίως, ἤθελον προτιμήσει νὰ γεωργῶσι τοὺς ἀγρούς των καὶ τὰς ἀμπέλους των, καὶ νὰ κείρωσι καὶ νὰ καρπῶνται τὰ κτήνη των, ἤθελον δ’ ἀφήσει τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Α. Μ. τοῦ Σουλτάνου... Ἐσυνείθισαν νὰ ὁμιλῶσι περὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς μετὰ ἀνευλαβείας καὶ ἀπροσεξίας, καὶ διέφθειραν ἀληθῶς τὰ ἤθη καὶ τὰ φρόνημα τῶν πολιτῶν, καὶ ἤγαγον τὸν τόπον εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν. Ἀνεγίνωσκον ἡμέραν τινὰ ἐν ἐφημερίδι Ἀθηναϊκῇ, ὅτι ὁ κραταιὸς Ἡγεμὼν τοῦ ὁμόρου Κράτους, θέλων νὰ πανηγυρίσῃ τὴν ἑορτὴν τῶν γενεθλίων του, ηὐδόκησε νὰ εὐσπλαγχνισθῇ τοὺς ἄλλοτε ὑπηκόους του, καὶ ἔπεμψε τέσσαρας ἢ καὶ περισσοτέρας χιλιάδας δραχμῶν, διὰ νὰ πληρωθῶσι χρέη κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς καὶ ἀπολυθῶσι τῶν φυλακῶν οἱ ἐν αὐταῖς κρατούμενοι. Ἀνεγίνωσκον δ’ ὅτι διὰ τοῦτο ὑψώθησαν χεῖρες ἱκέτιδες πρὸς τὸν Ὕψιστον, καὶ ἐπεκαλέσθησαν τὰς θείας εὐλογίας ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ φιλανθρώπου ἐκείνου δυνάστου. Ἐλησμονήθη ὅτι ἡ φιλανθρωπία εἶναι ἀληθῶς μεγάλη ἀρετὴ τῶν Ἡγεμόνων, ἀλλὰ ἐνασκοῦσιν αὐτὴν οἱ Ἡγεμόνες ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνάσσουσιν. Οὐδ’ ἀνελογίσθη τις, ὅτι αἱ 4 χιλιάδες δραχμῶν ἐκεῖναι ἠδύναντο νὰ διατεθῶσι φιλανθρώπως πρὸ πάντων ἐν τῇ ἀπεράντῳ ἐκείνῃ χώρᾳ τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας, ἔνθα εὐγνωμονοῦντες πολλοὶ ἠδύναντο νὰ εὐχηθῶσιν ὑπὲρ τοῦ φιλανθρώπου Ἡγεμόνος των. Ἀφοῦ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ὅτε ἐκλήθημεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν, εἰς τοιαύτην εὕρομεν οἰκονομικὴν κατάστασιν τὸ Κράτος, ὁποίαν ὁ προϋπολογισμὸς ὁ συνταχθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσολογγίου ἐξεικόνισεν, ὡς εἶπον ὑμῖν πρὸ μικροῦ, εὕρομεν καὶ ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους 928,181 δραχμὰς καὶ ἀργυρᾶ τάλληρα τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, ἀξίας ὀνομαστικῆς δραχ. 205,110, ἤτοι τὸ ὅλον δρ. 1,133,291. Ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, συνηγορῶν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἔλεγεν ὅτι ἀφῆκεν εἰς ἡμᾶς καὶ ἄλλον πλοῦτον, τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ὅσας δὲν εἶχεν αὐτὸς διαθέσει, διότι εἶχε διαθέσει 296 χιλιάδας ὁμολογιῶν ἐκ τῶν 340 χιλιάδων τοῦ εἰρημένου δανείου. Καὶ πράγματι εὕρομεν τὰς ὁμολογίας ταύτας, καὶ ἐποιησάμεθα χρῆσιν αὐτῶν, διότι δὲν εἴχομεν χρήματα νὰ ἀποτίσωμεν τὰς δαπάνας, αἵτινες ἐπεβάλλοντο εἰς ἡμᾶς εἴτε ὑπὸ συμβάσεων, εἴτε ὑπὸ ὑποχρεώσεων, καὶ τῶν ὁποίων τὴν πληρωμὴν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν. Εὕρομεν ὡσαύτως καὶ τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας τῶν 20 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ δὲν ἐσώζοντο, εἰμὴ μόνον 4,125,816, διότι τὸ ἄλλο ποσὸν εἶχε δαπανηθῆ. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν 4,125,816 εὕρομεν ἀνειλημμένας διὰ δημοπρασιῶν ὑποχρεώσεις διὰ δραχμὰς 11,513,000, μὴ συμπεριλαμβανομένων εἰς ταύτας τῶν ἀποζημιώσεων, αἵτινες ἔμελλε νὰ πληρωθῶσι διὰ τὰ ὑπὸ τῶν ὁδῶν καταληφθησόμενα γήπεδα. Κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ 1884 εἶχον ἐγκριθῆ πρακτικὰ δημοπρασιῶν διὰ δρ. 3,170,000 πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, τὰς ὁποίας ἐχαρακτήριζον ὡς στρατιωτικάς. Ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, καθ’ ὃν χρόνον τὸ 1885 παρέδιδεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ζωηρὰν καὶ ἐπίμονον ἀπηύθυναν κατ’ ἐμοῦ αἰτίασιν τότε αἱ διάφοροι τάξεις τῶν ἀντιπολιτευομένων, διότι, ἅμα τῷ ἀκούσματι τῆς διαβάσεως τῶν ὁρίων ὑπὸ τοῦ τότε ἡγεμόνος τῆς Βουλγαρίας, ἅμα τῷ πραξικοπήματι τῆς Φιλιππουπόλεως, δὲν διετάξαμεν χιλιάδας τινὰς στρατοῦ, ἵνα ὑπερβῶσι τὰ ὅρια καὶ καταλάβωσι παρακειμένας χώρας· οἱ συνήγοροι δὲ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου πολλάκις ἰσχυρίσθησαν, ὅτι τὰ κατὰ τὴν τριετῆ ἐκείνην πρωθυπουργίαν του δαπανηθέντα ἦσαν τοσοῦτον πολλὰ ἕνεκα τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, τὰς ὁποίας τότε εἶχε διαπράξει. Ἀληθῶς ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων 12 ἑκατομμύρια προωρίζοντο διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς· ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ὅτε παρελάβομεν τὴν ἀρχήν; Ἐξ αὐτῆς θέλετε κρίνει πόσον τὰ δαπανηθέντα παρεσκεύασαν στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885 ἐφρούρουν ἐν διαφόροις πόλεσι τοῦ Κράτους 23 τάγματα πεζικοῦ, ἐξ ὧν τὰ ἓξ ἐφρούρουν ἐν Ἀθήναις, ἔχοντα δύναμιν 2,300 ἀνδρῶν, ἓν δὲ τάγμα πεζικοῦ ἐφρούρει ἐν Πειραιεῖ, ἄνδρας ἔχον 314. Τῶν ταγμάτων δὲ τούτων ἡ δύναμις ἀνήρχετο εἰς 6,727 ἄνδρας. Ἐκτὸς τῶν 23 τούτων ταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, ἐστάθμευον προσέτι ἓν τάγμα ἐν Βώλῳ, τὸ 18ον, τὸ ὁποῖον εἶχεν 130 ἄνδρας, ἓν ἐν Τρικκάλοις, τὸ 16ον, τὸ ὁποῖον εἶχεν 102 ἄνδρας, ἓν ἐν Καρδίτσῃ, τὸ 17ον, τὸ ὁποῖον εἶχεν 129 ἄνδρας, καὶ ἓν τάγμα ἐν Λαρίσσῃ, τὸ 10ον, τὸ ὁποῖον εἶχε 84 ἄνδρας· οὕτω δὲ ἡ ἐν ταῖς παρακειμέναις εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν ἐπαρχίαις σταθμεύουσα στρατιωτικὴ δύναμις συνίστατο εἰς 445 ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιώτας. Ἐκτὸς δὲ τῶν 5 ταγμάτων τοῦ πυροβολικοῦ, τὰ ὁποῖα εἶχον δύναμιν 1563 ἀνδρῶν, καὶ ἐκτὸς τῶν τριῶν ἰππαρχιῶν τοῦ ἱππικοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶχον δύναμιν 771 ὑποδεκανέων καὶ στρατιωτῶν, ὑπῆρχον καὶ τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἐν Καλαμπάκᾳ σταθμεῦον 21ον εἶχε 349 ἄνδρας, τὸ ἐν Τρικκάλοις 18ον εἶχε δύναμιν 408 ἀνδρῶν, τὸ ἐν Ῥαψάνῃ 20ὸν δύναμιν 310 ἀνδρῶν, καὶ τὸ ἐν Τυρνάβῳ 19ον δύναμιν 331. Ὅθεν κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ἐπὶ μὲν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ὑπῆρχον 1398 ὁπλῖται, ἐν δὲ ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς παρακειμέναις εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν δύναμις 445 ἀνδρῶν. Τὰ ὑπόλοιπα 5 τάγματα τῶν εὐζώνων, ἔχοντα δύναμιν ἐν ὅλῳ 2579 ἀνδρῶν, ἐφρούρουν ἐν διαφόροις πόλεσι τοῦ Κράτους, ἐκ τούτων δὲ ἓν τάγμα, ἔχον 420 ἄνδρας, ἐφρούρει ἐν Ἀθήναις, ὥστε ἐν Ἀθήναις ἐφρούρουν ἐν ὅλῳ 2300 ἄνδρες πεζικοῦ καὶ 420 τῶν εὐζώνων, πλὴν τῶν ταγμάτων τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ καὶ τῶν ἰππαρχιῶν τοῦ ἱππικοῦ, ἅτινα ἐστάθμευον ὡσαύτως ἐνταῦθα· ἐν δὲ ταῖς ἄλλαις πόλεσι τοῦ Κράτους ἐφρούρουν 6272 ἄνδρες τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων, καὶ ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς καὶ ταῖς παρακειμέναις εἰς αὐτὴν ἐπαρχίαις 1843 ἄνδρες. Ὅθεν ὅλη ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἀνήρχετο εἰς 13,483. Ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου δὲ, καθ’ ὃν ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν, μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου 1885, ἐπεφέραμεν προχείρους τινὰς μεταβολὰς, ἐλαττώσαντες τὴν δύναμιν τῆς φρουρᾶς τῶν Ἀθηνῶν, ἐνισχύσαντες δὲ τὴν δύναμιν τῶν πρὸς τὰ ὅρια συγκεντρωμένων φρουρῶν. Καὶ ἀντὶ μὲν τῶν 6772 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐφρούρουν ἐν ταῖς διαφόροις πόλεσι τοῦ Κράτους, συμπεριλαμβανομένων τῶν Ἀθηνῶν, ἐτάξαμεν δύναμιν 6330 ἀνδρῶν, ἐνισχύσαμεν ὅμως τὴν ἐν ταῖς παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν ἐπαρχίαις δύναμιν, ἀναβιβάσαντες τοῦ ἐν Βώλῳ τάγματος τὴν δύναμιν ἀπὸ 130 ἀνδρῶν εἰς 165, τοῦ ἐν Τρικκάλοις ἀπὸ 102 εἰς 175, τοῦ ἐν Καρδίτσῃ ἀπὸ 129 εἰς 164, τοῦ ἐν Λαρίσσῃ ἀπὸ 84 ἀνδρῶν εἰς 206, τοποθετήσαντες κατὰ προσθήκην καὶ ἐν Τυρνάβῳ ἕτερον τάγμα ἐκ 392 ἀνδρῶν· οὕτω δὲ ἡ παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν φρουρὰ ἀπὸ 445 ἀνδρῶν ἀνεβιβάσθη εἰς 1102. Ἡ δ’ ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς φρουρὰ ἐμειώθη, ἕνεκα τῆς ἀφυπηρετήσεως τῶν ἐν τοῖς εὐζωνικοῖς τάγμασιν ἀνδρῶν, οἵτινες ἦσαν ἐθελονταί. Τοῦ ἐν Καλαμπάκᾳ τάγματος ἡ δύναμις ἠλαττώθη διὰ τοῦτο ἀπὸ 349 εἰς 282 ἄνδρας, τοῦ ἐν Τρικκάλοις ἀπὸ 408 εἰς 356, τοῦ ἐν Ῥαψάνῃ ἀπὸ 310 εἰς 271, τοῦ ἐν Τυρνάβῳ ἀπὸ 331 εἰς 252. Καὶ αἱ ἐλαττώσεις μὲν αὗται, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, προῆλθον, διότι εἶχε λήξει ἡ θητεία τῶν εὐζώνων, δὲν εἶχε δ’ ἐπέλθῃ ἡ νέα στρατολογία, ἵνα πληρωθῶσιν αἱ τάξεις, ἡ φρουρὰ ὅμως ἡ ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ἀπὸ 1398 ἀνδρῶν περιωρίσθη εἰς 1161. Οἱ ἵπποι τοῦ στρατοῦ ἀνήρχοντο κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ὅτε παρελάβομεν τὴν ἀρχὴν, εἰς 2157, κατὰ Σεπτέμβριον δὲ εἰς 2141, ἤτοι ἠλαττώθησαν κατὰ 16 ἵππους, οἱ δὲ ἡμίονοι ἀπὸ 630 ἠλαττώθησαν εἰς 616. Τοιαύτην εἶχον βάσιν αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξηκόντιζε καθ’ ἑκάστην καθ’ ἡμῶν, ἐγκαλοῦσα ἡμᾶς διατὶ δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ καταλάβωμεν τὰ Ἰωάννινα ἢ ἄλλας πόλεις τῆς Τουρκίας, διατὶ παρελύσαμεν τὸν στρατὸν, ἐλαττώσαντες τὴν δύναμιν αὐτοῦ κατὰ τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων μηνῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους διετελοῦμεν ἐν τῇ ἀρχῇ. Αἱ ἐπίσημοι καταστάσεις τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπορίσθην τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέγνων πρὸ μικροῦ, καὶ τῶν ὁποίων τὰ πρωτότυπα ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου, δὲν διαψεύδουσι μόνον τὰς καταγγελίας ταύτας, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξετόξευε καθ’ ἡμῶν τότε, ἀλλὰ παριστῶσι τὴν ἀθλιότητα, εἰς ἣν εἶχον περιαγάγει τὸν στρατὸν οἱ δανεισθέντες ἑκατομμύρια λόγῳ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, κατασπαταλήσαντες δ’ εἰς ἄλλας ἀνάγκας τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα. Ἐκατηγόρησαν ὡσαύτως ἡμῶν, ὅτι διεχειρίσθημεν τὰ πράγματα, τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως, τόσον κακῶς, ὥστε ἡ θνησιμότης τοῦ στρατοῦ ὑπῆρξε μεγίστη, πολλοὶ δὲ θάνατοι ἠραίωσαν τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, πολλὰς δ’ ἰφθίμους ψυχὰς ἡρώων προϊάψαμεν ἄϊδι. Καὶ ἀνεβίβαζον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποθανόντων εἰς 10 ἢ 11 χιλιάδας. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Παρνασσίδος δὲν ἐλησμόνησεν οὐδὲ τὴν αἰτίασιν ταύτην, ἥτις καὶ ἄλλοτε ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐδὲ παρέλιπε νὰ οἰκτείρῃ τὴν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας ἐπελθοῦσαν μείωσιν τῆς παραγωγῆς, διότι εἶχον μειωθῆ οἱ βραχίονες τῆς ἐργασίας ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν ἀποθανόντων κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν. Κατὰ τὰς ἐπισήμους ταύτας καταστάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν ὁποίων τὰ πρωτότυπα εὑρίσκοντο ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατείας, ἤτοι ἐπὶ τοὺς ἓξ μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον, Δεκέμβριον, Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον, διότι, παραιτηθέντες κατὰ Ἀπρίλιον, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ συγκεντρώσωμεν τὰς περὶ τῆς κατ’ αὐτὸν θνησιμότητος τοῦ στρατοῦ πληροφορίας, κατὰ Σεπτέμβριον δὲ δὲν εἶχε συμπληρωθῆ ἔτι ὑπὸ τὰ ὅπλα ὁ ἀριθμὸς τῶν κληθέντων ἐπιστράτων, κατὰ τὴν διάρκειαν ταύτην, λέγω, τῆς ἐπιστρατείας ἀπέθανον 1044 ἄνδρες. Ἐὰν τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἀναλογίσητε ἐπὶ τοὺς ἓξ μῆνας, θέλετε εὑρεῖ ὅτι ἀπέθανον 174 κατὰ μῆνα, ἐπειδὴ δ’ ὑπῆρχον κατὰ τὰς καταστάσεις ὑπὸ τὰ ὅπλα 85,000, ἀνδρῶν μετὰ τῶν ἐμπέδων ταγμάτων, ἡ ἀναλογία τῶν θανάτων ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν καταλήγει εἰς δύο ἐπὶ τοῖς χιλίοις καὶ ¼ τοῦ ἑνὸς χιλιοστοῦ. Δὲν γνωρίζω ἂν αἱ στατιστικαὶ τῆς θνησιμότητος ἐν ἐπιστρατεύσεσι παρέστησάν που μᾶλλον εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Δὲν εἶναι δυστυχῶς παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι οὗτος ἐτύγχανε καὶ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν μετ’ ἐμοῦ, καὶ ἠδύνατο νὰ σᾶς πληροφορήσῃ κάλλιον ἐμοῦ περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὕρομεν τὸ ναυτικὸν, καθ’ ἣν ὥραν ἐνεκρίθη νὰ ἐπιστρατεύσωμεν. Ἀνομολογῶ τὴν φιλοπονίαν, καὶ τὴν δραστηριότητα, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε τότε ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁ καὶ νῦν συμπράττων μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη ὡς τοιοῦτος. Κατὰ τὰς ἐπισήμους ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ ἀρχείῳ μου, καὶ τὰς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐὰν εἶχέ τις τὴν περιέργειαν νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὰς, τὰ τρία τέταρτα τῶν τορπιλλοφόρων εὑρέθησαν εἰς πλήρη ὀξείδωσιν, τὰ πλοῖα τοῦ στόλου ἦσαν ἐν ἀληθεῖ παραλυσίᾳ καὶ ἀνικανότητι πρὸς πλοῦν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἀποθηκῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, διότι εὑρέθησαν κεναὶ ἐφοδίων παντὸς εἴδους. Ἀναγκασθέντες νὰ διατάξωμεν τὴν ἐπιστράτευσιν, ἀνελάβομεν τῷ ὄντι βαρύτατον φορτίον, καθήκοντα δυσεκπλήρωτα. Χρήματα δὲν εἴχομεν. (Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐξεδήλου πρὸς τὴν Βουλὴν προχθὲς τὴν λύπην του, διότι διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐδυνήθημεν νὰ πορισθῶμεν τὰ ἀναγκαιοῦντα διὰ τὴν ἐπιστρατείαν χρήματα, ὡς ἂν ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπιστρατείας ἦτο ἀπαισία, δὲν ἠθέλομεν δὲ δυνηθῆ νὰ τραπῶμεν αὐτὴν, ἂν δὲν εὑρίσκετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐξ ἧς ἐπορίσθημεν χρήματα). Ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἐλαχίστη, ἡ κατάστασις αὐτοῦ δυσκίνητος, ὁ ὁπλισμὸς αὐτοῦ ἀνεπαρκής, αἱ ἀποθῆκαι κεναὶ, τὸ ναυτικὸν ἐν ὀξειδώσει καὶ ἀκινησίᾳ. Καὶ ὠφείλομεν νὰ κατορθώσωμεν ἵνα συναθροίσωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα τὴν νεολαίαν τῆς πατρίδος, καὶ συντάξωμεν αὐτὴν εἰς στρατὸν ἀξιόμαχον, καὶ νὰ ἐνδύσωμεν, καὶ νὰ ὁπλίσωμεν, καὶ νὰ στρατωνίσωμεν, καὶ νὰ θρέψωμεν καὶ νὰ νοσηλεύσωμεν αὐτὸν, καὶ τὰ ὀξειδωμένα καὶ ἐν παραλυσίᾳ σκάφη νὰ καταρτίσωμεν εἰς στολίσκον εὐκίνητον καὶ ἠσκημένον, δυνάμενον νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ νὰ πορισθῶμεν πάντα τὰ ἀναγκαῖα, ἐφ’ ὅσον τὰ μέσα ἡμῶν καὶ ἡ ἀνθρωπίνη ἀτέλεια μᾶς ἐπέτρεπον. Καὶ κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα εἰς πρώτην γραμμὴν 40 χιλιάδας ἀκμαίων μαχητῶν, τὴν δὲ ὑπόλοιπον δύναμιν εἰς διαφόρους ἐσωτέρους σταθμούς. Καὶ ἐξετελέσαμεν σύστημα ὀχυρώσεως, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ὁ Θεὸς ἐπέτρεπεν ἵνα δράσῃ ἡ Ἑλλὰς, ἤθελεν ἀποδείξει μετὰ πόσης τελειότητος εἶχε συναρμολογηθῆ καὶ κατασκευασθῆ. Καὶ κατωρθώσαμεν ἐν χειμῶνι καὶ ἐπὶ τοῦ ὑγροῦ ἐδάφους τῆς Θεσσαλίας νὰ ἀσκήσωμεν τοὺς ἐπιστράτους, καὶ νὰ συμπληρώσωμεν τὴν μεγάλην θέρμην τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ὅστις ἐφλόγιζε τὰ στέρνα των, διὰ τῆς ὅσον οἷόν τε πληρεστέρας ἀσκήσεως εἰς τὴν τέχνην τοῦ πολέμου. Καὶ ἐν ἐμοὶ συνεπληρώθη ἡ πεποίθησις, ὅτι, ἐὰν ἡ πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης ἔπεισεν αὐτὴν, ὅτι προσῆκε νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν ναυτικὸν ἀποκλεισμὸν, ὡς εἰς μέτρον ἐσχάτης ἀνάγκης, ὅτι ὅμως ἡ Εὐρώπη ἠδίκησεν ἡμᾶς· ἐὰν δὲ πράγματι πρὸς δικαιολογίαν τοῦ εἰρημένου μέτρου προέβαλε τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἐφήρμοσε τὸν ναυτικὸν ἀποκλεισμὸν, ἵνα μᾶς σώσῃ ἀπὸ τῆς ἐπιδρομῆς τῶν Τούρκων, ὅτι δὲν ἠδίκησε μόνον, ἀλλὰ καὶ ὕβρισε τὴν Ἑλλάδα. Τυγχάνω δὲ πεπεισμένος, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν ἐκεῖνος, ἐὰν ἐκινεῖτο πρὸς τὰ ἐμπρὸς, ἤθελε διώξει ἀπὸ τὴν Ἐλασσῶνα τὸν Ὀθωμανὸν στρατάρχην Ἐγιοὺπ–πασσᾶν. Καὶ ἡ βεβαιότης μου αὕτη ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ τῆς πολεμικῆς ἱκανότητος τῶν ἀνδρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τῶν τεταγμένων ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἐστηρίζετο προσέτι καὶ ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχον ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ στρατοπέδου, δι’ ὧν μοὶ περιεγράφετο ἡ ἐλεεινὴ κατάστασις τοῦ στρατοπέδου ἐκείνου, ἡ παραλυσία, ἐν ᾗ ἐτύγχανε, καὶ ἡ κατάπτωσις τοῦ ἠθικοῦ αὐτοῦ. Ἂν ὁ ἡμέτερος στρατὸς κατώρθου νὰ ἐκτοπίσῃ ἀπὸ τὴν Ἐλασσῶνα τὸν στρατάρχην Ἐγιοὺπ, ἡ Εὐρώπη ἤθελε πιθανῶς προσκαλέσει τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν στρατὸν αὐτῆς, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἤθελεν ὑποταχθῆ εἰς τοιαύτην πρόσκλησιν καὶ ἀνακαλέσει τὸν στρατὸν, ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες, στρατιῶται, ἐπανερχόμενοι ἐντὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἤθελον φέρει ἐπὶ τοῦ ὅπλου των κλάδον δάφνης, ἡ δὲ Εὐρώπη δὲν ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἔκθαμβος νὰ θαυμάζῃ τὴν ἀνδρίαν τοῦ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ καὶ τὸν ἡρωϊσμὸν τοῦ ἡγεμόνος Βάττεμπεργ, ἤθελε δὲ ἴσως πεισθῆ, ὅτι πλὴν τῶν Βουλγάρων καὶ ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ δράσῃ στρατιωτικῶς, καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ἐπὶ τῆς χερσονήσου ὡς παράγων, καθ’ ἣν ἡμέραν ὁ Θεὸς ἤθελεν ἀποφασίσει. Χαρακτηρίζουσι τὰς ἰδέας ταύτας ὡς ἰδέας ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους κατηγοροῦσιν ὡς Σωβινιστάς. Δὲν εἶμαι Σωβινιστὴς, φρονῶ ὅμως καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον δὲν ἔχει μόνην ἀποστολὴν, ἵνα ζῇ τρεφόμενον καὶ συλλέγον ἴσως πλοῦτον. Δὲν ἀνεγεννήθη ἡ ἐθνικότης ἡμῶν, οὐδὲ ἱδρύθη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον διὰ μόνων τῶν θυσιῶν καὶ τοῦ ἡρωϊσμοῦ τῶν κατοίκων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ ἡρωϊσμοῦ καὶ τῶν θυσιῶν ἑκατομμυρίων ἄλλων ὁμοφύλων ἀνδρῶν, οἵτινες βιοῦσιν ἐκτὸς τῶν ὁρίων αὐτοῦ, τίς οἶδε ποῖον βίον, καὶ οἵτινες, ὅταν μακρόθεν βλέπωσιν ἡμᾶς ἀδιαφοροῦντας περὶ τῆς τύχης των, μὴ μεριμνῶντας καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῶν, λησμονοῦντας αὐτοὺς καὶ παραδιδομένους εἰς τὴν ὑλοφροσύνην καὶ τὰς ταπεινὰς μερίμνας τοῦ ἐγωϊσμοῦ, ἀποθαῤῥύνονται τεθλιμμένοι καὶ ἀφίνουσιν ἑαυτοὺς νὰ γένωνται λεία τῶν μετ’ ἀκαμάτου ἐπιμονῆς ἀνταγωνιζομένων πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλ’ αἱ ἰδέαι αὗται ἡμῶν δὲν εἶναι αἱ μόναι, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἔπεισαν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως· αὐτὴ ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ἐδείκνυε τότε, ὅτι καὶ αὐτὴ εἶχε παραπλησίας ἰδέας. Ὁ ἡγέτης αὐτῆς, περιηγούμενος ἐν Εὐρώπῃ, τοιαῦτα ἔλεγε πρὸς τοὺς Ἕλληνας, τοὺς ὁποίους ἐκεῖ συνήντα. Οἱ ἐπιτελεῖς τοῦ μεγάλου κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ τὸ ὁποῖον τότε ἀπετέλει τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νῦν δ’ ὑποστηρίζει τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, δημοσιογραφοῦντες διὰ τοῦ πρωτίστου καὶ ἡμιεπισήμου ὀργάνου τοῦ κόμματος, ἐφώναζον καὶ ἠγανάκτουν διατὶ ἐβραδύνομεν, διατὶ δὲν ἐκινούμεθα ἀμέσως, διατὶ δὲν ἐπεστρατεύομεν πάραυτα. Καὶ ἀφοῦ μυρίας ὕβρεις καὶ συκοφαντίας ἐξετόξευσαν κατ’ ἐμοῦ, ἔστρεφον μετὰ ἱερᾶς ἀγανακτήσεως τὰ βλέμματα περὶ ἑαυτοὺς, καὶ παρηγοροῦντο ἀνευρίσκοντες ὡς αἰτίαν τοῦ δισταγμοῦ ἡμῶν νὰ διαβῶμεν, ὡς ἔγραφον, τὸν Ρουβίκωνα, τὴν ἔλλειψιν Καίσαρος ὁδηγοῦ· ὁ Καῖσαρ ἐταξείδευεν εἰς Λονδῖνον, καὶ περιεμένετο νὰ ἔλθῃ, ἵνα διαβῇ τὸν Ρουβίκωνα. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα δὲν ζητῶ νὰ καλύψω τὴν διὰ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως εὐθύνην μου ὑπὸ τὴν γνώμην τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπὸ τὰς ἐνθέρμους προτροπὰς καὶ παρακελεύσεις, ὑπὸ τὴν ἐπιβολὴν καὶ τὰς ἀκολάστους ἀπειλὰς αὐτῶν. Κηρύσσω τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐκείνην ἀπηλλαγμένην πάσης εὐθύνης διὰ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως· ἐὰν στέργῃ νὰ κηρύξω αὐτὴν, ὅτι δὲν ἐπίστευεν ὅσα τότε ἔγραφε καὶ ἔλεγε, καὶ ὅτι τυφλὴ ὑπὸ τῆς φιλαρχίας ἐπρότεινε τότε ταῦτα, ὅπως ὑπονομεύσῃ καὶ ἀνατρέψῃ ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, καὶ τοῦτο δύναμαι νὰ κηρύξω δι’ αὐτήν. Τὴν εὐθύνην τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιστρατεύσεως, εἰς ἣν τότε ἐτράπημεν, ἀναλαμβάνομεν μόνοι ἡμεῖς, καὶ μόνοι ἡμεῖς ἀναλαμβάνομεν καὶ τὴν εὐθύνην τῶν δαπανῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἕνεκα τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπεβαρύνομεν τὸ Κράτος, καὶ τὴν εὐθύνην τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπέσκηψαν ἐπ’ αὐτό. Ἀλλ’ ὅσοι ὁμιλοῦσι περὶ ἐπιστρατεύσεως, ὡς αἰτίας τῆς πτωχεύσεως, ὅσοι δείκνυνται ὡς προσβλέποντες μὲ τεθλιμμένην ψυχὴν εἰς τὸ ἀπαίσιον κίνημα τῆς 10 Δεκεμβρίου 1893, ὅπως τολμήσωσι νὰ εὐχηθῶσι νὰ μὴ εἶχεν ἐφαρμοσθῇ ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπιστρατεύσεως, λησμονοῦσι τὸν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐνθουσιασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐδ’ ἀναλογίζονται ποῖον ἔτρεχε κίνδυνον ἡ καθεστηκυῖα ἐν τῇ Πολιτείᾳ τάξις, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἤθελον μετ’ ἀπαθείας θεωρήσει τὰ ἐν Φιλιππουπόλει διαπραχθέντα. Καὶ δὲν κινδυνεύει ἡ καθεστηκυῖα τάξις ὑπὸ μόνης τῆς ἁρπαγῆς καὶ τῆς λεηλασίας, ὑπὸ μόνων τῶν βιαιοπραγιῶν καὶ τῶν ἀδικημάτων κατὰ τῶν ἀτόμων, κινδυνεύει τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων, ὅταν ὑποληφθῶσιν ὡς ὑπεύθυνοι ἐπελθόντος δυστυχήματος, καὶ μάλιστα ἐθνικοῦ, καὶ ἂν πράγματι δὲν ἦναι ὑπεύθυνοι, ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἤθελον ὑπολάβει ὡς ὑπευθύνους, διότι δὲν ἔσπευσαν, ὡς ἐπιτετραμμένοι τὴν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων μέριμναν, νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἠδύναντο πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ ἐπελθόντος δυστυχήματος. Οἱ δημόσιοι ἄνθρωποί εἰσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐκτεθειμένοι εἰς κινδύνους, ὤφειλε δὲ πᾶσα Κυβέρνησις, καὶ ἂν δὲν ἐνεφορεῖτο ὑπὸ τῶν αἰσθημάτων, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐμφοροῦμαι ἐγὼ, καὶ ἂν δὲν ἐνεπνέετο ὑπὸ τῶν πόθων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐμπνέωσι πάντα Ἕλληνα, καὶ ἂν δὲν ἐθερμαίνετο ἀπὸ τὰς ἰδέας, διὰ τῶν ὁποίων ἀνέθρεψαν ἡμᾶς οἱ πατέρες μας, ὤφειλε λέγω, νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅπως σώσῃ τὴν ἔννομον τάξιν, ἥτις δὲν σώζεται ἄνευ τῆς διασώσεως τῶν καθεστηκυιῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν. Ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἀνατροπαὶ, ἂν δὲν ἐπιβάλλωνται ὑπὸ τῆς ἐσχάτης ἀνάγκης, δὲν σώζουσιν οὐδ’ ὠφελοῦσι τοὺς λαοὺς, ἀλλὰ ζημιοῦσιν αὐτούς. Καὶ ἂν εὑρέθησαν οἱ διατεθειμένοι νὰ ἐπισωρεύσωσιν ἐπὶ τῆς ῥάχεώς μου αἰτιάσεις καὶ μομφὰς ἐπὶ ἀνανδρίᾳ ἢ ἐπὶ δειλίᾳ, ἐπὶ συντηρητικότητι ἢ νομιμοφροσύνῃ, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ συντηρητικὸς καὶ νομιμόφρων τυγχάνω, καὶ ὅτι δὲν θέλω ἀναγκασθῆ νὰ ἀποβάλω τὰς ἰδιότητας ταύτας, εἰμὴ μόνον, ὅταν ἴδω, ὅτι οἱ ἐν τῇ καθεστηκυίᾳ τάξει δημιουργηθέντες κίνδυνοι κατεστάθησαν τοιοῦτοι, ὥστε ἡ συντηρητικὴ καὶ νομιμόφρων πορεία τῶν πολιτῶν δὲν δύναται ν’ ἀποσοβήσῃ αὐτούς. Δυστύχημα, διότι τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπέστη ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ταύτης κατὰ τὴν κρισιμωτέραν ὥραν. Κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον ἐφάνη ἔνθερμος καὶ ἐσπευσμένη, προτρέχουσα τῶν πραγμάτων καὶ ὑπερβαίνουσα τὴν ἀνάγκην· κατὰ δὲ τὸ δεύτερον στάδιον δὲν εὕρομεν πλέον αὐτὴν παρὰ τὸ πλευρὸν ἡμῶν, τὴν εἴδομεν ἀπερχομένην δρομαίαν, καὶ διὰ τῆς μεταστάσεώς της ταύτης ἀπὸ τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιστρατεύσεως εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀφοπλισμοῦ ἐπιδείξασαν εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν ἦτο σύμφωνον, δὲν ἐνήργει ὁμόθυμον, ἀλλὰ ἓν μόνον πολιτικὸν κόμμα ἐνίστατο κατὰ τῆς προσαρτήσεως εἰς τὴν Βουλγαρίαν τῆς Ἀνατολικῆς Ῥουμελίας, καὶ ὅτι τὸ κόμμα τοῦτο ἐδημαγώγει, ἐμμένον εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει ἀμέσως οὐχὶ ὅσα ἔγραψα ἐγὼ, ἀλλ’ ὅσα ἔγραψαν πρωτεύοντα τῆς εὐρωπαϊκῆς δημοσιογραφίας ὄργανα, ὁ «Χρόνος» καὶ ἡ «Σημαία» καὶ τὰ «Ἡμερήσια Νέα» τοῦ Λονδίνου. Ὁ «Χρόνος» τοῦ Λονδίνου εἶχεν ἀνταποκριτὴν ἐν Ἀθήναις τὸν κ. Στῆλμαν, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν τριάκοντα καὶ πλέον νύκτας ἐστερήθημεν τοῦ ὕπνου, ἵνα μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν κ. Τρικούπην νὰ δωρήσῃ 335 χιλιάδας φράγκων εἰς τὸν Στῆλμαν καὶ τοὺς ἄλλους κληρονόμους τοῦ κ. Σπάρταλη. Κατὰ τὴν 11 Ἀπριλίου 1886 δὲν εἶχεν ἐπιδοθῆ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τελεσίγραφον τῆς Εὐρώπης, ἡμεῖς δὲ ἐξηκολουθοῦμεν συντάσσοντες τὸν στρατὸν καὶ ὀργανόνοντες τὴν ὑγιειονομικὴν καὶ οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ Ἀλλ’ εἶχε καταλάβει ἀδημονία τοὺς περιμένοντας ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ ἴδωσι τὴν Εὐρώπην ἐπεμβαίνουσαν καὶ ἀναστέλλουσαν διὰ τῆς βίας τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς πορείας αὑτῆς· τὴν ἀδημονίαν τῶν δὲ ταύτην ἐξεδήλουν ἐπιστέλλοντες ἀνωνύμως ἐξ Ἀθηνῶν τηλεγραφήματα εἰς Παρισίους πρὸς ἀποδέκτην τὸν Liberal. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχουσι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι πρὸς ποῖον ἀπηυθύνετο τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, διότι δὲν ἀγνοοῦσι τίνες ἐν Παρισίοις ἔχουσι τὸ ψευδώνυμον τοῦτο. Ἰδοὺ δὲ τί τότε ἐτηλεγράφουν (ἀναγινώσκει). «Μία ἔτι ἡμέρα παρῆλθε, χωρὶς νὰ φθάσῃ τελεσίγραφον τῶν Δυνάμεων. Τὴν αἰτίαν τῆς ἀναβολῆς ταύτης οὔτε οἱ ἐνταῦθα πρέσβεις γινώσκουσιν. Ἀρχίζω νὰ πιστεύω, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔχουσι δίκαιον, λέγοντες ὅτι ὑπάρχει ἀμφιταλάντευσις εἰς τὰς διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῶν Δυνάμεων ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῶν πιεστικῶν μέτρων. Δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι ἁπλοῦν τελεσίγραφον πρὸς ἀφοπλισμὸν τῆς Ἑλλάδος, μὴ συνοδευόμενον διὰ μέτρων πραγματικῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς αἰτήσεως, θὰ λάβῃ τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐδόθη καὶ εἰς τὰς προηγουμένας διακοινώσεις. Ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εὑρίσκεται ἤδη ἐν Θεσσαλίᾳ, συγκεντρώνει στρατὸν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῶν συνόρων ἐσπευσμένως. Ἡ φρουρὰ τῆς Χαλκίδος ἐκινήθη πρὸς Βῶλον, καὶ ἡ τοῦ Βώλου πρὸς Λάρισσαν, ἐν τῷ μέσῳ φαιδροῦ ἐνθουσιασμοῦ τοῦ λαοῦ.» Ἀλλὰ πρὸ τούτου, ἀπὸ τῆς 2 Φεβρουαρίου, πρὸς τὴν «Σημαίαν» τοῦ Λονδίνου ἐτηλεγράφει ἀνταποκριτὴς αὐτῆς ἐν Ἀθήναις, συνιστῶν ὡς τὸ μόνον πρὸς ἐκβίασιν τῆς Ἑλλάδος συντελεστικὸν μέτρον τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν λιμένων αὐτῆς. Καὶ ὁ τηλεγραφῶν ἦτο πολίτης Ἕλλην, καταγόμενος ἐκ τῆς μὴ ἐλευθέρας Ἠπείρου, ἀπολαμβάνων τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, χρησιμοποιροῦντος πάντοτε τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ. Τρεῖς ἀκριβῶς μῆνας μετὰ τὸ τηλεγράφημα, περὶ οὗ ὁ λόγος, ὁ κ. Τρικούπης ἦτο Πρωθυπουργός, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐγράφετο τὸ Β. Διάταγμα, δι’ οὗ διωρίζετο ὁ κ. Λάππας γενικὸς γραμματεύς, διότι εἶχεν ἀποπεμφθῆ τῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐσυστήθη ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν τῆς 7 Ἀπριλίου. Ἰδοὺ τί ἐτηλεγράφει τότε ὁ νῦν γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργείου, ὅστις τυγχάνει, ὡς γνωστόν, ἀνταποκριτὴς τῆς ἀγγλικῆς ἐφημερίδος, ἥτις εἶναι τὸ ὄργανον τῶν Τόρεων (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐμπνεομένη ὑπουργικὴ ἐφημερὶς γράφει σήμερον, ὅτι τὸ μόνον μέσον πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰρήνης εἶναι ἡ εἰς τὴν Ἑλλάδα παραχώρησις τῆς ὑπὸ τῆς Βερολινείου Συνόδου προσδιορισθείσης ὁροθετικῆς γραμμῆς, καὶ ὅτι ἡ Εὐρώπη δύναται νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς ἀπραξίαν διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν λιμένων της, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς θέλει κουράσει τὴν Εὐρώπην, διατηροῦσα τοὺς ἐξοπλισμούς της μετὰ τῆς προθέσεως νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν πρώτην εὐκαιρίαν.» Τὴν 9 δὲ Μαρτίου εἶχε καταληφθῆ καὶ ὁ κ. γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργείου ἀπὸ τὴν ἀνυπομονησίαν, ἣν ἐξεδήλου τὴν 11 Ἀπριλίου τὸ πρὸς τὸν Liberal ἐν Παρισίοις ἀποσταλὲν ἐξ Ἀθηνῶν ἀνώνυμον τηλεγράφημα· ἐτηλεγράφει δὲ ὁ κ. Λάππας τὴν 9 Μαρτίου πρὸς τὴν Λονδίνειον «Σημαίαν» τάδε (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔλαβε μέχρι τοῦδε πληροφορίαν περὶ τῶν ἐκβιαστικῶν μέτρων τῶν Δυνάμεων. Πιστεύουσι δ’ ὅτι ἐγκατελείφθη τὸ σχέδιον τῆς ναυτικῆς διαδηλώσεως, ἕνεκα τῆς διαφωνίας περὶ τοῦ εἴδους τῶν ἐκβιαστικῶν μέτρων, καὶ θεωροῦσιν εὐνοϊκὴν τὴν στάσιν τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Γαλλίας. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὑπερτέρα κατὰ θάλασσαν, οἱ δὲ Τοῦρκοι δὲν θέλουσι δυνηθῆ νὰ εἰσβάλωσιν εἰς Θεσσαλίαν ἄνευ σοβαρῶν κινδύνων, δι’ ἔλλειψιν τροφῶν.» Θερμὸς δὲ σύντροφος τοῦ κ. Λάππα ὁ κ. Στῆλμαν ἐτηλεγράφει εὐληπτότερον ὅ,τι πλαγίως ἠναγκάζετο νὰ ἐνδεικνύῃ ὁ κ. Λάππας, καὶ παρίστα τὴν ἀνάγκην τῶν ἐκβιαστικῶν μέτρων. «Αἱ γενικαὶ παραστάσεις οὐδὲν δύνανται παρὰ τῷ κ. Θ. Δηλιγιάννῃ», ἔγραφεν ὁ «Χρόνος» τοῦ Λονδίνου τῇ εἰσηγήσει τοῦ Στῆλμαν, «ἀλλ’ ἐὰν ἐπέμπετο εἰς Ἀθήνας τελεσίγραφον, τάσσον βραχεῖαν προθεσμίαν πρὸς κατάπαυσιν πάσης φιλοπολέμου ἐπιδείξεως, εἶναι πιθανὸν, ὅτι ἡ νήφουσα μερὶς τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας θὰ συνταχθῇ περὶ τὸν κ. Τρικούπην, καὶ θὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν παροῦσαν κυβερνητικὴν παρῳδίαν.... Ὁ κ. Δηλιγιάννης δέον νὰ τύχῃ ἑβδομαδιαίας ἢ δεκαπενθημέρου προθεσμίας πρὸς ἀνάκλησιν τοῦ στρατοῦ του καὶ ἀναστολὴν τῶν διαταγῶν του, καὶ εἰς τὸ τέλος αὐτῆς ἡ Τουρκία δέον νὰ προβῇ, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ ᾖναι ἀνυπότακτος.» Ἀλλὰ καὶ τὸ τελεσίγραφον καὶ ὁ ναυτικὸς ἀποκλεισμὸς ἦσαν μέτρα ἐν εἰρήνῃ μὴ εἰθισμένα, ἡ δὲ Ἑλλὰς δὲν ἦτο ἐν πολέμῳ πρὸς οὐδεμίαν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τῶν ὁποίων οἱ στόλοι ἔμελλον νὰ ἀποκλείσωσι τοὺς λιμένας της. Ἡ Ἑλλὰς μάλιστα δὲν ἐστασίαζε κατὰ τῶν συνθηκῶν, ἀλλ’ ὡπλίσθη, διότι εἶχε διαῤῥήξει τῆς Βουλγαρίας ὁ ἡγεμὼν τὴν συνθήκην, ἣν πρὸ ἑπταετίας αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις εἶχον ὑπογράψει ἐν Βερολίνῳ. Ἂν δ’ ἡ Ἑλλὰς ἐξηκολούθει ὁμόφωνος, δύσκολον ἦτο εἰς βίαια νὰ καταφύγωσι μέτρα αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις κατὰ λαοῦ ὁμοφώνως ζητοῦντος νὰ ἀσφαλίσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα αὐταὶ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις εἶχον ἀναγράψει ἐν ταῖς συνθήκαις. Διὰ νὰ ἐνθαῤῥυνθῇ ἡ Εὐρώπη νὰ μετέλθῃ βίαν, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ διχοτομηθῇ τὸ ὁμόφωνον κρατίδιον, καὶ νὰ παραστῇ οὐχὶ λαὸς ὁμόφωνος, οὐχὶ Κράτος τὴν αὐτὴν ἔχον γνώμην, ἀλλὰ κόμμα μόνον, ἐμμένον νὰ συντηρήσῃ ὅσας αἱ συνθῆκαι ἀνέγραψαν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους ἐγγυήσεις. Τὰ «Ἡμερήσια Νέα» ἀνήγγειλαν τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπόθουν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἵνα δυνηθῶσι νὰ συγκροτήσωσι τοὺς διεθνεῖς στόλους, οἵτινες ἐφήρμοσαν εἰς τὰ ἑλληνικὰ παράλια τὸν ναυτικὸν ἀποκλεισμόν. Ἰδοὺ πῶς ἀνήγγειλαν τοῦτο τὰ «Ἡμερήσια Νέα» τῆς 3 Ἀπριλίου (ἀναγινώσκει): «Τὸ παρελθὸν Σάββατον ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ἱκανὸς καὶ πεφωτισμένος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπετέθη κατὰ τῆς ἀδρανοῦς πολιτικῆς τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἡ περίστασις δὲ, ὅτι τὰ δύο ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ κόμματα, μετὰ τὴν συμφιλίωσίν των, ἀνέλαβον πάλιν τὴν κανονικὴν ἐχθρικήν των στάσιν, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς εἰρήνης. Ὁ κ. Τρικούπης θέλει προτείνει ψῆφον μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἐνήργησε, καὶ ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ἰδέα, ὅτι παρῆλθε πλέον ὁ χρόνος τῆς ἐνεργείας. Δὲν εἶναι ἡμέτερον ἔργον νὰ ἀποφανθῶμεν, ἂν εὑρίσκωμεν τὴν πορείαν ταύτην τοῦ κ. Τρικούπη ἀξιοπρεπῆ καὶ συνεπῆ... Ἀλλ’ ὅπως δήποτε καὶ ἂν ἔχωσι τὰ πράγματα, δέον νὰ χαίρωμεν πάντες, ὅτι παρουσιάζεται διέξοδός τις ἐκ τῆς τόσον ἐπικινδύνου καταστάσεως, ἐν ᾗ διετέλουν τὰ πράγματα.» Ὁ Βασιλεὺς ἐπανῆλθε τότε ἐκ τοῦ ἀνὰ τὴν Εὐρώπην ταξειδίου του τὴν 15 Σεπτεμβρίου 1885. Ἡ ἐφημερὶς δὲ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἡ «Ὥρα», ἐδημοσίευσε τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἡ Α. Μ. ἐξεφώνησεν ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῶν ἀνακτόρων, καὶ προσετέθη τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Αἱ πρὸς τὸν λαὸν τῆς πρωτευούσης ὑπὸ τοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐπανελθόντος Ἡγεμόνος ἀπευθυνθεῖσαι προτροπαὶ ἦσαν ἄξιαι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Εἶναι σοβαραὶ αἱ ἡμέραι, ἃς διερχόμεθα, ἀπαιτοῦσι θυσίας, ἃς οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ, αὐτὸς δὲ ὁ Ἡγεμὼν ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῶν Ἀνακτόρων Του ὡμολόγησεν, ὅτι πρῶτος ἔσται πρόθυμος εἰς πᾶσαν θυσίαν... Ἀλλὰ τοιαῦτα ἕτοιμος ὢν νὰ πράξῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ καὶ ἐν τῇ δούλῃ πατρίδι, ἀναμένει νὰ ἴδῃ ἀνυπομόνως τὸ σύνθημα διδόμενον παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως... Εἴμεθα βέβαιοι ἤδη, ὅτι μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως καὶ πρωτοστατοῦντος αὐτοῦ θὰ δοθῇ ζωηρὰ ὤθησις συντονωτέρας ἐνεργείας, συμφώνως πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῶν καιρῶν καὶ τοὺς πόθους τοῦ τόπου, τοὺς ὁποίους τοσοῦτον σκαιῶς καὶ πονηρῶς ἀπεπειράθη νὰ δηλητηριάσῃ καὶ νὰ περιϋβρίσῃ κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους μῆνας ἡ Κυβέρνησις τῆς 7 Ἀπριλίου.» Καὶ μετὰ δύο ἡμέρας ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Ἐῤῥίφθω ὁ κύβος, ἀλλὰ ζητεῖται ὁ Καῖσαρ, ὁ προωρισμένος νὰ διαβῇ τὸν Ρουβίκωνα· οἱ δὲ ἥρωες τῆς 7 Ἀπριλίου οὔτε πίστιν δύνανται νὰ προκαλέσωσιν, οὔτε ἐνθουσιασμὸν νὰ ἐμπνεύσωσιν, οὔτε ἀξιώσεις γενναίων ἀνδρῶν καὶ πολιτικῶν Προμηθέων ὑπὲρ ἑαυτῶν νὰ διεκδικήσωσι.» Δὲν εἶναι συνήθεις αἱ τοιαῦται τροπαὶ τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Θερμοὶ οὐχὶ συναγωνισταί, ἀλλὰ σύμβουλοι παρακελεύοντες, προτρέποντες καὶ ἀπειλοῦντες, ἐπάγωσαν μετά τινα καιρὸν, καὶ ἀπῆλθον εἰς τὰς ἑστίας των, ὀδυρόμενοι καὶ θρηνοῦντες, ὅτι ἡ μὲν πόλις τῶν Ἀθηνῶν μετεβλήθη εἰς νεκροταφεῖον, ὡς ἔλεγε Βουλευτής τις ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις δὲν ἀπεστάλη πλέον εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο, ὁ δὲ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος ὅτι ἦτο ἀγέλη κτηνῶν, οὐδ’ αἴσθημα ἔχων ἐν τοῖς στήθεσιν αὐτοῦ, οὐδὲ ῥώμην εἰς τοὺς βραχίονας. Ὁ ἀποκλεισμὸς ἐφηρμόσθη, ἡ ἀρχαία τάξις ἀποκατέστη, καὶ ἠκούσαμεν αὐτοὺς ἐκτραγῳδοῦντας τὰς ἡμέρας ταύτας τὰς ζημίας τῆς ἐπιστρατεύσεως. Διὰ τὰς ζημίας ταύτας συνάδελφός τις, τὸν ὁποῖον τιμῶ, συνεβούλευε χθὲς νὰ ῥίψωμεν πέπλον εἰς τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ λευκὸν πέπλον ἐπὶ τῆς ἐπιστρατείας, μέλανα δὲ διὰ τὸ ἄλλο παρελθόν. Δὲν μὲ διέφυγεν ἡ λεπτότης τοῦ κ. Καραπάνου, ἀξιώσαντος νὰ σκεπάσῃ μὲ λευκὸν πέπλον τὰ τῆς ἐπιστρατείας, συνιστῶ ὅμως αὐτῷ νὰ φροντίσῃ ἵνα ὁ πέπλος ἦναι διαφανὴς, ὅπως ὁ διαβάτης δύνηται νὰ διαβλέπῃ ποῖα κεῖνται ὑπὸ τὸν πέπλον, διότι τότε θέλει κρίνει, ἂν καὶ πότε ἡ Ἑλλὰς παρέστη τοιαύτη κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ἂν θὰ δυνηθῇ, καὶ πότε, νὰ ἐπιφανῇ αὖθις τοιαύτη, οἵα ἐπεφάνη κατὰ τὸ 1885. Ἐκεῖνος δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ πόσα ἐδαπανήθησαν τότε ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἂς ἐξετάσωμεν δεκάτην ἴσως σήμερον φορὰν, διότι δεκάτην φορὰν μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τὸ θέμα τοῦτο, ἂς ἐξετάσωμεν, λέγω, πόσα ἐδαπανήθησαν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας. Ἐὰν δὲν ἐπεστράτευεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1885, ἐὰν ἔμενεν ἐν ᾗ τάξει εἶχε περιαγάγει αὐτὴν ἡ τριετὴς πολιτεία τοῦ κ. Τρικούπη, ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης ἐξηκολούθει νὰ διοικῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς διῴκησεν αὐτὸ κατὰ τὸ 1884, δὲν ἤθελον δαπανηθῆ χρήματα διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, τοῦ ὀλίγου, τοῦ φρουροῦντος τὰς πόλεις, τοῦ φυλάσσοντος τοὺς ὑποδίκους καὶ καταδίκους, τοῦ φρουροῦντος τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους; Ὁ κ. Τρικούπης διὰ τοιοῦτον στρατὸν ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1884 δραχ. 22,503,028.88. Ἐὰν δὲν διετάσσετο ἡ ἐπιστρατεία, δὲν ἤθελε δαπανήσει τὸ Κράτος διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν; Μήπως κατὰ τὸ 1884 δὲν εἶχε πλοῖα; Εἶχε καὶ τὴν «Μπουμπουλίναν», εἶχε καὶ τὸν «Βασιλέα Γεώργιον», εἶχε καὶ τὴν «Βασίλισσαν Ὄλγαν», εἶχε καὶ τὸν «Μιαούλην», καὶ πολλὰ ἄλλα πλοῖα, ἀλλ’ εἶχε καὶ τορπιλλοφόρα σκάφη, εἶχε καί τι ὑλικὸν τορπιλλικόν. Πόσα λοιπὸν ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1884; Ἐδαπάνησεν 7,952,734.76. Κατὰ τὸ 1884 λοιπὸν ἐδαπάνησε διὰ τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ τῶν Ναυτικῶν, δραχ. 30,455,763.76. Ἐγὼ ἐπεβάρυνα τὸ Κράτος διὰ τῆς ἐπιστρατείας ἐπὶ δύο ἔτη, ὡς εὐαρεστεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ ἰσχυρίζηται, ἂν καὶ κατὰ τὸ 1886 τέσσαρας μόνον ἤμην μῆνας ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἀλλ’ ἂν δὲν διετάσσετο ἡ ἐπιστρατεία, ἂν ὁ κ. Τρικούπης δὲν παρῃτεῖτο τῆς ἀρχῆς κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ἐὰν ἐκυβέρνα αὐτὸς καὶ καθ’ ὅλον τὸ 1885 καὶ καθ’ ὅλον τὸ 1886, δὲν ἤθελε δαπανήσει διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τοὐλάχιστον ὅσα ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1884; Ἑπομένως τῶν δύο τούτων ἐτῶν ἡ δαπάνη καὶ ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην ἤθελεν ἀνέλθῃ εἰς 60,911,527.28. Ἀλλ’ εἰς πόσα ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας ἀνέβη ἡ δαπάνη τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ τὰ δύο ἔτη; ...

§106ΣΑΚΚΗΣ (εἰσερχόμενος μεθ’ ὁρμῆς). Παρακαλῶ νὰ διακόψητε, διότι, ἐνῷ εὑρισκόμην εἰς τὴν εἴσοδον τοῦ Βουλευτηρίου, εἶδον δύο πολίτας ὁδηγηθέντας ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν διπλωματῶν· ἔκαμα παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιωματικόν, ἐὰν ἦσαν διπλωμάται οἱ πολῖται ἐκεῖνοι, ἐὰν δὲ δὲν ἦσαν, διατὶ τοῖς ἐπιτρέπει νὰ μεταβοῦν εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν διπλωματῶν; Ὁ ἀξιωματικὸς μοὶ ἀπήντησεν αὐθαδῶς: «ποῖος εἶσθε καὶ μοὶ κάμνετε παρατήρησιν τοιαύτην;» Τῷ εἶπον ὅτι εἶμαι Βουλευτής· τότε μοὶ ἀπήντησε, νὰ ἔλθω νὰ κάμω τὴν ἀναφοράν μου εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐν ᾧ ἐπροχώρησα, ὅπως εἰσέλθω εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ ἀνακοινώσω τὰ διατρέξαντα εἰς τὸν Πρόεδρον, ὥρμησεν ἐναντίον μου ὁ εἰρημένος ἀξιωματικός, καὶ ἐζήτει νὰ μὲ συλλάβῃ, ἐνῷ ἐγὼ διεμαρτυρόμην, λέγων ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει, διότι τυγχάνω Βουλευτής. (Ἔντονοι διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς. Ἐγείρονται ἅπαντες).

§107ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλοίμονον, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐπιτίθηνται καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐναντίον μας! Τότε περιττὸν νὰ ἤμεθα ἐδῶ. Δὲν εἶναι πλέον Βουλὴ αὐτή· πρέπει νὰ διακόψητε τὴν συνεδρίασιν, καὶ νὰ διατάξητε ἀνάκρισιν.

§108ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡσυχάσατε, Κύριοι· θέλω ἀμέσως ἐξετάσει καὶ θὰ πράξω ὅ,τι οἱ νόμοι ἐπιβάλλουσιν (Ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης τοῦ Βουλευτηρίου ὁ κ. Ὑπουργός).

§109ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή!

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά.

§111ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, ὄχι! πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του. (Ἐπανέρχεται ὁ Ὑπουργός).

§112ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διέταξα τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς φρουρᾶς· θὰ τεθῇ εἰς προφυλάκισιν, θὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις, καὶ θὰ ἐπιβληθῇ ἡ δέουσα τιμωρία διὰ τὴν πρᾶξίν του ταύτην πρὸς Βουλευτήν.

§113ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διετάξατε τὴν προφυλάκισιν;

§114ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.

§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά, πολὺ καλά.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς θέσεις σας, κύριοι Βουλευταί, ἡ συνεδρίασις ἐξακολουθεῖ.

§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.

§118ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ ἡμίσειαν ὥραν τελειόνω τὸ πρῶτον μέρος. Τὸ δεύτερον θέλει διαρκέσει ἴσως 3 ἢ 4 ὥρας. Τότε νὰ γείνῃ ἡ διακοπή.

§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Δηλιγιάννη.

§121ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ἀνέτελλεν ἡ 7 Ἀπριλίου, ἐὰν δὲν ἠναγκάζετο νὰ παραιτηθῇ τὸ ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου Ὑπουργεῖον, ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης ἐξηκολούθει νὰ κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1886, ἐὰν δὲν ἤθελε διατάξει ἐπιστράτευσιν, ἤθελε δ’ ἐξακολουθήσει τὴν αὐτὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν μετῆλθε κατὰ τὴν πρὸ τῆς ἐπιστρατείας τριετίαν, τὸ δημόσιον ταμεῖον ἤθελε δαπανήσει κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1806 δρ. 60,911,527.28. Ἐδαπανήθησαν ὅμως, ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας, ὑπὸ μὲν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κατὰ τὸ 1885 δραχ. 40,954,188.12
Καὶ κατὰ τὸ 1886 δραχ. 51,223,852,36
Τὸ ὅλον 92,178,040.48
Ὑπὸ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
τικῶν ἐδαπανήθησαν:
Κατὰ τὸ 1885 δρ. 14,223,243,27
Καὶ κατὰ τὸ 1886 » 6,741,313.16 20,964,556.43
Τὸ ὅλον 113,132,596.91
Τὸ ὅλον τῶν δαπανηθέντων ὑπὸ τῶν
δύο Ὑπουργείων κατὰ τὰ εἰρημένα δύο
ἔτη δραχ. 113,132,596.91
Ἀφοῦ δὲ ὁ κ. Τρικούπης ἔμελλε νὰ
δαπανήσῃ ὡς ἄνω, ἐὰν ἐξηκολούθει νὰ
κυβερνᾷ κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη 60,911,527.28
Ἔπεται ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον
ἐδαπάνησεν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως
περισσότερα δραχ. 52,221,069 63

Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔλεγε προχθές, ὅτι τὰ ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας δαπανηθέντα δὲν ἀποτελοῦσι τὸ μόνον βάρος, τὸ ἐκ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς ἐπελθὸν, διότι ἕνεκα αὐτῆς ἐμειώθη καὶ ἡ παραγωγὴ κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886, ἀφοῦ ἡ ἐπιστρατεία ἀφῄρεσεν 80,000 ἀνδρῶν ἀπὸ τὴν κοινωνικὴν ἐργασίαν. Ἡ παραβολὴ ὅμως τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 πρὸς τὸν τοῦ 1884 δὲν ἀποδεικνύει τὸν ἰσχυρισμόν του αὐτόν, διότι κατὰ τὸ 1884, τὸ πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐτύγχανεν ἐν τῇ ἀρχῇ ὁ κ. Τρικούπης, εἰσεπράχθησαν τακτικὰ ἔσοδα 60,744,637.07, κατὰ δὲ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886, κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἦτο ἐν ἐπιστρατείᾳ, εἰσεπράχθησαν τακτικὰ ἔσοδα συλλήβδην τὰ δύο ἔτη δραχμαὶ 121,525,805 38, ἤτοι καθ’ ἑκάτερον τῶν δύο ἐτῶν τῆς ἐπιστρατείας δραχ. 60,762,902 69. Ἑπομένως οὐχὶ ὀλιγώτερα, ἀλλὰ περισσότερα ἦσαν τὰ καθ’ ἑκάτερον τῶν εἰρημένων δύο ἐτῶν εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα κατὰ δραχμὰς 18,265.12.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐξ ἀμέσων φόρων τὸ 1884δρ. 13,308,723.41τὸ 1885δρ.11,283,017.08τὸ 1886δρ.13,066,728.83
Ἐξ ἐμμέσων φόρων » » 33,719,002.01» » 33,037,941.83» » 36,819,847.75
Ἐκ δημοσίων καταστημάτων » » 1,945,571.30» » 2,149,598.22» » 2,329,503.58
Ἐκ δημοσίων νομημάτων » » 3,424,063.16» » 3,729,679.54» » 3,171,842.27
Ἐξ ἐκποιήσεως κτημάτων » » 1,970,286.45» » 1,099,801.62» » 1,279,099.06
Ἐκ διαφόρων εἰσοδημάτων » » 3,738,160.26» » 5,403,857.95» » 3,331,035.53
Ἐξ ἐκκλησιαστικῶν » » » 400,342.09» » 332,363.20» » 325,233.66
Ἐξ ἐσόδων κεκλεισμ. χρήσεων» » 2,119,586.50» » 2,253,743.91» » 1,713,687.94
Ἐξ ἐσόδων ἀνανεωθέντων » » 118,901.89» » 84,642.75» » 114,150.66
Τὸ 1884δραχ.60,744,637.07Τὸ 1885δρ.59,374,646.10Τὸ 1886δρ.62,151,129.28

Συνάγεται δὲ ἐκ τῆς παραβολῆς ταύτης, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις, ἐὰν ἀπησχόλησεν ἐπὶ μῆνάς τινας ἄνδρας ἐργαζομένους καὶ παράγοντας, δὲν ἦσαν ὅμως ἐν ἑκάστῃ οἰκογενείᾳ μόνοι οὗτοι οἱ ἐπιστρατευθέντες, ἀλλ’ εἶχον ὑπολειφθῆ καὶ ἄλλοι ἐν τῇ οἰκογενείᾳ, οἵτινες ἐξηκολούθησαν τὴν ἐργασίαν, καὶ ἐκαλλιέργησαν τὴν γῆν, καὶ μετῆλθον τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ χώρα δὲν ὑπέφερε τὰς στερήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος παρέστησεν, ὡς οὐδ’ ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς ἐμειώθη ἐκ θανάτων, καθ’ ἃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη προχθές. Ἀλλὰ καὶ τὰ 52,221,068.63, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως, δὲν ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν θάλασσαν, διότι μέγιστον μέρος αὐτῶν ἐδαπανήθη εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπεταμιεύθη ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Οὕτως:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
11,101,531.96ἐδαπανήθησαν εἰς ἀγορὰν ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.
5,047,369.28ἐδαπανήθησαν εἰς ἀγορὰν ὁπλισμοῦ.
6,271,716.17» εἰς προμήθειαν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ.
1,460,130.10» εἰς ἀγορὰν εἰδῶν στρατωνισμοῦ.
1,092,041.71» εἰς ἀγορὰν εἰδῶν σαγῆς.
920,666.85» εἰς ἀγορὰν εἰδῶν ἐξαρτύσεως.
61,084.05» εἰς ἀγορὰν ὀργάνων καὶ σαλπίγκων.
1,600,000.— » εἰς ὑλικὸν πυροβολικοῦ.
4,610,906.51» εἰς ἀγορὰν πολεμεφοδίων.
531,979.15» εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ στρατοπεδεύσεως.
4,981,074.57» εἰς ἔκτακτον προμήθειαν ὑλικοῦ.
37,678,500.35ἐν ὅλῳ ἐδαπανήθησανεἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.

Ἐκ τοῦ ὑλικοῦ δὲ τούτου δὲν ἐπαύσαμεν ἀντλοῦντες ἔκτοτε. Καὶ χρήματα ἐξ αὐτοῦ ἐπορίσθημεν κατὰ τὸν ἔκτοτε χρόνον, πωλήσαντες ἵππους καὶ ἡμιόνους, καὶ ὀλιγώτερα ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὰ ἀμέσως ἑπόμενα τοῦ 1886 ἔτη εἰς ἀγορὰν ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ, παρέχοντες αὐτῷ τὸν ἱματισμὸν ἐκ τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπάρχοντος. Κατὰ τὰ ἔτη 1889 καὶ 1890 ἐδαπανήθησαν δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ 2,626,757.74, ἐν ᾧ κατὰ τὰ ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιστρατείαν ἑπόμενα δύο ἔτη 1887 καὶ 1888 εἶχον δαπανηθῆ μόνον δραχ. 1,214,873.60, ἤτοι 1,411,884.14 ὀλιγώτερα. Ἀλλ’ ὅταν οἱ σεισμοὶ τοῦ Αἰγίου καὶ τῆς Μεσσηνίας καὶ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς Ζακύνθου ἐρήμωσαν τὰς χώρας ἐκείνας, καὶ οἱ ἐν αὐταῖς κατοικοῦντες εἶδον τὰς οἰκίας των ἐρειπωθείσας, αἱ κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν ἀγορασθεῖσαι σκηναὶ ἐχρησίμευσαν, ὅπως στεγάσωσιν αὐτούς. Καὶ πυροβολαρχίαι ὅλαι συνεκροτήθησαν διὰ τῶν πυροβόλων τῶν ἀγορασθέντων, καὶ χρησιμεύουσιν εἰς τὰς ἀσκήσεις τοῦ πυροβολικοῦ, ἂν καὶ οἱ κιλλίβαντες ἐσάπησαν, καὶ ἴσως καὶ αὐτοὶ οἱ σωλῆνες τῶν πυροβόλων δὲν εὐθυβολοῦσι πλέον. Καὶ οἱ κάλυκες οἱ πωληθέντες, περὶ ὧν πρό τινων ἡμερῶν ἐπηρώτα ὁ Βουλευτὴς ἐκ Τριχωνίας, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατάγονται. Καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στόλου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐλάχιστα ἠγόρασε ποσὰ ἀνθράκων κατὰ τὰ 1887 καὶ 1888, διότι καὶ αἱ ἀποθῆκαι εἶχον τότε πληρωθῆ ἀνθράκων. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ναυτικὸν ἠγοράσθη τότε ἄφθονον ὑλικὸν, δι’ οὗ αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Ναυστάθμου εἶχον τότε πληρωθῆ. Ἐδαπανήθησαν:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
492,630.96δι’ ἀγορὰν ἱματισμοῦ.
1,130,763.92δι’ ἐπισκευὴν τῶν πλοίων.
1,992,216.06δι’ ἀγορὰν ὁπλισμοῦ.
1,012,203.47δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων.
12,010.28δι’ ἀγορὰν χαρτῶν ναυτικῶν.
29,460.95διὰ εἴδη στρατωνισμοῦ.
1,702,039.08δι’ ἀγορὰν τορπιλλῶν καὶ τορπιλλοφόρων.
4,605,898.90δι’ ἀγορὰν ἑτοίμων πλοίων.
923,912.10δι’ ἀγορὰν διαφόρων εἰδῶν ὑλικοῦ.
324,239.29διὰ κατασκευὴν ἔργων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ.
Τὸ ὅλον12,225,375.01διὰ ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης.

Ἂν δὲ 37,678,500.35 ἐδαπανήθησαν εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καὶ 12,225,375 01 εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης, ἐκ τῶν 52,221,068.63, τῶν δαπανηθέντων ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας, τὰ 49,903, 875.36 ἐδαπανήθησαν εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπωλέσθη, ἀλλὰ μέρος μὲν αὐτοῦ κατηναλώθη κατὰ τὰ μετέπειτα ἔτη, μέρος δὲ σώζεται ἔτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885 ἀνέδραμον ἐπὶ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἵνα μὴ αἰτιαθῶσι μόνης τῆς ἐπιστρατείας τῶν 1885 καὶ 1886 ὡς αἰτίας τῆς πτωχεύσεως, ἀλλ’ ἵνα ἐγκαλέσωσιν ὡς αἰτίαν αὐτῆς τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν ἐν γένει, ἣν μετῆλθε τὸ Κράτος. Οὕτως ἀνεμνήσθησαν τῶν ἐπαναστατικῶν κινημάτων τοῦ 1854. Δὲν σκοπῶ νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἦτο ὀρθὴ ἢ μὴ ὀρθὴ ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Ὄθων ἠσπάσθη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εἶναι δ’ ἄλλως δύσκολον νὰ ἀποφαίνηταί τις γνώμην ἐπὶ συμβεβηκότων τοσοῦτον σημαντικῶν ἐν αἰθούσῃ κοινοβουλευτικῇ, ἔνθα ἄλλα προβάλλονται πρὸς συζήτησιν θέματα. Ἀλλὰ ἕνεκα τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη ἐν τοῖς κατὰ τὴν Ἤπειρον ἐπαναστατικοῖς κινήμασιν, οὐδὲν ἢ ἐλάχιστα ἐδαπάνησεν τὸ Κράτος, διότι εἶχον συλλεχθῆ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀποσταλῆ εἰς τὸν τότε Βασιλέα, ὅστις εἶχε καταθέσει αὐτὰ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐκ τῶν οὕτω δὲ κατατεθειμένων χρημάτων ἐπληρώθησαν τὰ ἔξοδα τῆς ἐθνικῆς ἐκείνης πολιτικῆς, καὶ ὄχι μόνον ταῦτα, ἀλλὰ καὶ αἱ συντάξεις καὶ αἱ ἀποζημιώσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας τῶν κινημάτων κατεστράφησαν ἢ ἄλλως ἐβλάβησαν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1854, τοῦ ἔτους καθ’ ὃ ἐγένοντο τὰ ἐπαναστατικὰ κινήματα, τοῦ ἔτους τῆς ἐφαρμογῆς τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἡ χρῆσις τοῦ 1854 δὲν κατέλιπεν ἔλλειμμα, ἀλλὰ περίσσευμα 653,262.97, διότι τὰ ἔσοδα αὐτῆς ἀνῆλθον εἰς 20,261,838.53, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 19,608,575.56. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος 1855 ἴσον περίπου περίσσευμα, οὐχὶ δ’ ἔλλειμμα, κατέλιπε καὶ αὐτοῦ ἡ χρῆσις, ἀνελθὸν ὡσαύτως εἰς 643,219.73, διότι τὰ μὲν ἔσοδα ἀνῆλθον κατ’ αὐτὴν εἰς 22,151,036.65, τὰ δ’ ἔξοδα εἰς 21,508,716.92. Οὐδὲν ἔχει κοινὸν ἡ ἐπικηρυχθεῖσα κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον πτώχευσις μὲ τὴν φιλοπάτριδα ἐργασίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μετ’ εὐλαβείας δὲ ὀφείλομεν νὰ προσεγγίζωμεν εἰς τοὺς τάφους τῶν πρὸ τῆς σημερινῆς ἐποχῆς διαχειρισθέντων τὰ κοινά. Ἀλλ’ οὐδ’ ἡ κατὰ τὰ ἔτη 1866, 1867 καὶ 1868 ἐφαρμογὴ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς συνετέλεσεν εἰς τὴν πτώχευσιν. Κατὰ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 1866 εἶχεν ἀνέλθει ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ Κουμουνδοῦρος, διατηρηθεὶς ἐν αὐτῇ μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1867, ἔχων συνάδελφον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν νῦν Πρωθυπουργόν. Ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης ἐξέπνεε κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1867, ὅτε ἡ Εὐρώπη ἀπεφάσισε νὰ ἀποστῇ πάσης μερίμνης, ἀναθεῖσα τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης εἰς τὴν σύνεσιν τοῦ Σουλτάνου, ἐπὶ τῷ ἰδίῳ κινδύνῳ τῆς Αὐτοκρατορίας. Κατὰ δὲ τὸ 1868 καθ’ ὃ διεδέχθη αὐτὸν ὁ Βούλγαρης, ἐξηκολούθησεν ἡ ἐθνικὴ πολιτική. Βεβαίως ὑπεβλήθη τὸ Κράτος εἰς δαπάνας, ἀλλ’ αἱ μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Κουμουνδούρου ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου γενόμεναι ἦσαν ἄσκοποι. Ἐπῆλθεν ἐν τούτοις ἡ διακοπὴ τῶν μετὰ τῆς Τουρκίας σχέσεων τοῦ Ἑλλην. Βασιλείου, ἐπῆλθον ζημίαι οὐχὶ εὐκαταφρόνητοι εἰς τὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ Ἑλληνισμὸν, ὅστις ἠναγκάσθη ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ τουρκικὸν ἔδαφος καὶ τὰς ὑποθέσεις αὐτοῦ, δαπάναι δὲ καὶ εἰς τὸ Κράτος, διότι εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος προσέφυγον, ὡς εἴπετο, οἱ ἐκ τῆς Τουρκίας διωχθέντες, ἀνερχόμενοι εἰς πολλὰς χιλιάδας Ἑλλήνων. Τὸν Βούλγαρην διεδέχθη κατὰ τὸ 1869 τὸ Ὑπουργεῖον Ζαΐμη, οὗ ἀπετέλουν μέρος, ἠναγκάσθη δὲ τοῦτο νὰ ἀποδεχθῇ τοὺς ὅρους τοῦ πρωτοκόλλου τῆς τότε συγκληθείσης ἐν Παρισίοις Συνόδου. Τὸ ἔτος 1869 ἦτο ἑπομένως ἔτος ἀνώμαλον, τὰς οἰκονομικὰς δ’ ἀνωμαλίας αὐτοῦ ἔμελλε νὰ παραστήσωσιν, ὡς εἰκός, τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ἂς ἀναδράμωμεν λοιπὸν εἰς αὐτὰ, ἵνα ἴδωμεν ποία ἦτο ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθεισῶν αἰτιῶν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ 1871 ἐπλήρονε κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ἀπολογισμὸν τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τόκους ἐσωτερικῶν χρεωλυτικῶν δανείων δραχ. 5,342,325.44, εἰς τόκους δανείων προσωρινῶν δραχ. 129,020.51 καὶ εἰς τόκους ἐντόκων γραμματίων δραχ. 450,296 ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 5,921,621.95. Ἂν δ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῶσι δρ. 1,028,640, αἵτινες ἐπληρώνοντο εἰς τὰς τρεῖς Δυνάμεις διὰ τὸ δάνειον τοῦ 1833, τὸ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν αὐτῶν συνομολογηθὲν τότε, καὶ δραχ. 225,000, αἵτινες ἐπληρώνοντο διὰ τὸ χρέος πρὸς τὸν Βασιλέα Ὄθωνα, καὶ 19,228 83 διὰ προμήθειαν τοῦ μνημονευθέντος δανείου τοῦ 1833 εἰς τὸν οἶκον Ῥότσχιλδ, τὸ ὅλον τῶν εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους πληρονομένων τότε ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 7,194,214.78. Καὶ ἀνήρχοντο τότε τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς 33,281,075.39, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 38,799,642.13, ἑπομένως ὑπῆρχεν ἔλλειμμα παλαιῶν δρ. 5,518,566.74, τὸ ὁποῖον ἐκαλύφθη διὰ τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων φράγκων. Εἶχε δ’ ἐπιβαρυνθῆ τοῦ ἔτους ἐκείνου ἡ χρῆσις διὰ 800 χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες ἐπληρώθησαν πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν διὰ τοὺς κατὰ τὸ 1867 ἐκτάκτους πλόας της, καὶ δι’ 1,247,482.14, αἵτινες ἐπληρώθησαν εἰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις. Ἀλλ’ εἶχεν ἐπιβαρυνθῆ καὶ διὰ τῶν τόκων τοῦ νέου δανείου, τὸ ὁποῖον προσφάτως εἶχε συνομολογηθῆ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῶν 9,000,000 φράγκων, δι’ οὗ εἶχον ἄρει τὴν κατὰ τὸ 1868 ἐπιβληθεῖσαν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἂν ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 5,518,566.74 ἤθελον ἀφαιρεθῆ τὰ μνημονευθέντα ἀνωτέρω ἔκτακτα ἔξοδα πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν χρεῶν καὶ πρὸς πληρωμὴν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων, συγκεφαλαιούμενα εἰς 2,047,482.14, τὸ ἐτήσιον ἔλλειμμα συνίστατο εἰς 3,471,084.60, τὸ ὁποῖον εἶχε καταλίπει ἡ κατὰ τὰ 1866–1869 ἐφαρμογὴ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον βεβαίως οὐδ’ ἐπήνεγκε τὴν πτώχευσιν, οὐδὲ πόῤῥωθεν συνετέλεσεν εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ οὐδ’ ἡ κατὰ τὰ 1877–1880 ἐφαρμοσθεῖσα ἐθνικὴ πολιτικὴ παρεσκεύασε τὴν ἐπισκήψασαν συμφοράν. Κατὰ τὸ 1876 ἐκυβέρνα Ὑπουργεῖον ὑπὸ Πρωθυπουργὸν τὸν Δεληγεώργην, τοῦτο δὲ προέβη εἰς δαπάνας στρατιωτικὰς, διότι ἀνεκαίνισε τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἐπρομήθευσε δὲ καὶ εἰς τὸ πυροβολικὸν πυροβόλα, ὧν ἐστερεῖτο, καὶ ὑλικόν. Ἡ χρῆσις τοῦ 1877, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ἀπολογισμὸν, παριστᾷ τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἔσοδα τακτικὰ 38,018,173.62, ἔξοδα δὲ 39,280,205.34, ἑπομένως ἔλλειμμα δραχ. 1,262,031.72, καλυφθὲν ὑπὸ τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων φράγκων. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1877 καὶ κατὰ τὸ 1878 πολλαὶ ἐγένοντο δαπάναι εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς· τὰ κατὰ τὸ 1877 δαπανηθέντα ἀνῆλθον εἰς 20,508,173.75, τὰ δὲ κατὰ τὸ 1878 εἰς 28,445,474.27, τὸ ὅλον εἰς δραχμὰς 48,953,648.02, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα μὲν ἐδαπανήθησαν εἰς ἀγορὰν ὁπλισμοῦ καὶ τορπιλλοφόρων καὶ ἄλλων σκαφῶν τοῦ στόλου, 1,858,780.26 δὲ εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας παρεσκεύασαν αἱ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ ἐπαναστάσεις. Τὰ ἔξοδα ταῦτα ἐπορίσθη τὸ ταμεῖον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων φράγκων καὶ ἐκ τοῦ πρὸς τὰς Τραπέζας Ἐθνικὴν καὶ Ἰονικὴν δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τούτων, καὶ ἑπομένως πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, συνωμολογήθη κατὰ τὸ 1879 τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἡ χρῆσις δὲ τοῦ 1880, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὁποίου περιελήφθησαν οἱ τόκοι πάντων τῶν ἕνεκα τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς συνομολογηθέντων δανείων, καὶ αὐτοῦ τοῦ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας συνομολογηθέντος τὸ 1879, ἡ χρῆσις, λέγω, αὕτη παριστᾷ ποία ἦτο, μεθ’ ὅλας τὰς μνημονευθείσας δαπάνας τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1880. Ἐτύγχανε τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου ὁ Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος, ἐγὼ δὲ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ πολιτικαὶ κατὰ τὸ 1877 καὶ 1878 ἀνάγκαι εἶχον καταστήσει ἀναγκαίαν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἥτις ἐπεβλήθη κατὰ τὸ 1877 ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κοινῶς ὀνομασθέντος Οἰκουμενικοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ διακρίνω διὰ τοῦ ὀνόματος τούτου, ἀφοῦ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἐδανείσθησαν τὸν ὅρον τοῦτον, ὀνομάσαντες καὶ ἐκεῖ Ὑπουργεῖόν τι Οἰκουμενικόν. Τῆς ἀναγκαστικῆς δὲ ταύτης κυκλοφορίας τὴν ἄρσιν ἐπεχείρησε τὸ κατὰ τὸ 1879 Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου, ὡς εἴρηται, μετεῖχον, συνομολογῆσαν τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 φράγκων. Ἦτο δὲ τὸ δάνειον τοῦτο τὸ δεύτερον τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολόγει ἡ Ἑλλὰς μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Πρῶτον ἦτο τὸ δάνειον τῶν 25 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1867, ἐνεγράφησαν δὲ μέτοχοι αὐτοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, δεύτερον δὲ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε κατὰ τὸ 1879, ὡς εἶπον, ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα τῆς Γαλλίας μετ’ ἄλλων χρηματιστῶν, ἀγοράσαντες μέρος αὐτοῦ. Ὠφείλοντο δὲ τότε ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πρὸς μὲν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς μεταλλικὸν καὶ εἰς γραμμάτια δραχ. 38,471,824.89, πρὸς δὲ τὴν Ἰονικὴν 6,174,351.02, τὸ ὅλον δραχ. 44,646,175.91. Ἐκ τοῦ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τούτων συνομολογηθέντος δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐπραγματοποιήθησαν ὁμολογίαι 96,000, ἔμενον δὲ ἀδιάθετοι ὁμολογίαι 24,000. Ἐκ τῶν ἐκποιηθεισῶν δ’ ὁμολογιῶν εἰσεπράχθη, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν διὰ κατασκευὴν τίτλων καὶ πληρωμὴν τοῦ χαρτοσήμου ἐξόδων, ποσὸν ἐκ φράγκων 33,592,728.76, τὰ ὁποῖα ἔφερον δραχμὰς παλαιὰς 38,251,944.31. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐπληρώθησαν πρὸς μὲν τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν δραχμαὶ 1,465,604.84, περιορισθέντος τοῦ πρὸς αὐτὴν χρέους εἰς δραχμὰς 4,708,746.18, πρὸς δὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δραχ. 26,613,750.69, περιορισθέντος καὶ τοῦ πρὸς αὐτὴν χρέους εἰς 11,858,074 20. Οὕτως ὑπελείποντο ὀφειλόμενα πρὸς τὰς δύο Τραπέζας ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ μόνον 16,566,820.38, ἔμενον κατατεθειμένα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς χρυσὸν 6,064,000, καὶ ὑπῆρχον εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως 24 χιλιάδες ὁμολογιῶν, μὴ ἐκποιηθεῖσαι, παριστῶσαι δ’ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον 12 ἑκατομμυρίων χρυσῶν φράγκων. Τινὲς τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου εἶχον πωληθῆ πρὸς φράγκα 392.50, ἐὰν δ’ ἐπὶ τῇ τιμῇ ταύτῃ ἐπωλοῦντο αἱ 24 χιλιάδες ὁμολογιῶν, ἃς κατεῖχεν ἡ Κυβέρνησις, ἤθελον ἐξ αὐτῶν εἰσπραχθῆ 9,420,000, αἵτινες μετὰ τῶν κατατεθειμένων ἐν τῇ Τραπέζῃ εἰς χρυσὸν φρ. 6,064,000 ἤθελον ἀποτελέσει κεφάλαιον 15,480,000 φράγκων, ἤτοι ὀλιγώτερον τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας χρεῶν κατὰ 1,086,820.38· ἀλλ’ ἡ ἀγοραία τιμὴ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου ἀνυψώθη μετ’ ὀλίγον, ἤθελον δ’ εἰσπραχθῆ ἐκ τῆς πωλήσεως αὐτῶν πολλῷ πλείονα, καὶ ἐξοφληθῆ δι’ αὐτῶν τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας ὀφειλόμενα. Δὲν προέβημεν ὅμως εἰς ἐκποίησιν αὐτῶν, καὶ ἀφήκαμεν ὀφειλόμενα ἔτι εἰς τὰς Τραπέζας τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, διότι τότε ὑπῆρχεν ἐκκρεμὲς ἐθνικὸν ζήτημα σημαντικὸν, τὸ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ πρωτοκόλλου ΙΓʹ τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου. Ἡ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου τούτου διαδικασία, ἡ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ πρωτοκόλλου διαγραφεῖσα, ἀπήτει νὰ συνεννοηθῇ ἡ Ἑλλὰς ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῆς Τουρκίας, ὅπως παραχωρηθῶσιν ὑπὸ τῆς Τουρκίας αἱ διὰ τοῦ πρωτοκόλλου ἐνδεικνύμεναι χῶραι, ἂν δὲ δὲν κατωρθοῦτο τοῦτο διὰ τῶν ἀπ’ εὐθείας συνεννοήσεων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας, τότε ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν τὴν μεσολάβησιν τῆς Εὐρώπης. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ διανύσωμεν τὸ στάδιον τῆς ἀποπείρας ταύτης τοῦ συμβιβασμοῦ διὰ συνεννοήσεως ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος μετ’ ἀντιπροσώπων τῆς Τουρκίας. Καὶ ἐγένετο δὶς τοιαύτη ἀπόπειρα, πρώτη μὲν ἐγένετο ἐν Πρεβέζῃ, ἔνθα ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶχον ἀποσταλῆ ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτῆς ὁ στρατηγὸς Σοῦτσος, ὁ συνταγματάρχης Πᾶνος Κολοκοτρώνης καὶ ὁ Γεώργιο, Ζηνόπουλος, ὑπὸ τῆς Τουρκίας δὲ ὁ Γαζῆ Μουχτὰρ πασσᾶς, ἔχων ὑπασπιστὴν τὸν Τζεβὰτ πασσᾶν, ὅστις τυγχάνει νῦν Μέγας Βεζύρης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι· ἔπειτα δὲ, ἀποτυχούσης τῆς ἀποπείρας ταύτης, ἐγένετο δευτέρα ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἔνθα τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀντεπροσώπευσαν ὁ Βράϊλας καὶ ὁ Πᾶνος Κολοκοτρώνης, τὴν δὲ Τουρκίαν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖος ἄλλος. Ἀφοῦ δ’ ἀμφότεραι αἱ ἀπόπειραι αὗται ἀπέτυχον, εἴχομεν ἀποταθῆ πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου διὰ διακοινώσεως, ζητοῦντες ὅπως ἐνασκήσωσι τὴν μεσολάβησιν, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν εἰς αὐτὰς τὸ ἄρθρον 24 τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Καὶ ἡμεῖς μὲν ἐτυγχάνομεν τότε πεπεισμένοι περὶ τοῦ δικαίου ἡμῶν, διότι αἱ ἀξιώσεις ἡμῶν ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ πρωτοκόλλου καὶ ἐπὶ τοῦ γράμματος τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Ἀλλὰ δὲν ἔσπευδεν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς μεσολαβήσεως, ἣν ἐζητοῦμεν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 24 τῆς συνθήκης, τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον ἦτο τότε ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ἕνεκα τούτου καὶ αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις, διετηρεῖτο δ’ ἐν ἐκκρεμότητι ἡ ὑπόθεσις Ἐπειδὴ ὅμως προσεδοκῶμεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ὅτι ἤθελεν ἐνασκηθῆ ἡ μεσολάβησις ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ προσδιορισθῇ ὑπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν ἡμετέραν αἴτησιν ἡ χώρα, ἣν ἔπρεπε νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἡμᾶς ἡ Τουρκία, ὠφείλομεν νὰ διατηρῶμεν τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον, νὰ φυλάσσωμεν δὲ καὶ τὰς 24 χιλιάδας ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, ἵνα, εὐθὺς ὡς ἤθελεν ἐκδοθῆ ἡ περὶ μεσολαβήσεως ἀπόφασις τῶν Δυνάμεων, ἐκποιήσωμεν τὰς ὁμολογίας ταύτας, καὶ διὰ τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν εἰσπράξει, συμπληρώσωμεν τὰ στελέχη καὶ καταλάβωμεν διὰ τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον οὕτως ἠθέλομεν συγκροτήσει, τὰς χώρας, τὰς ὁποίας ἡ Εὐρώπη ἤθελε προσδιορίσει. Ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν δὲν ἦτο ἐντελῶς εὔνουν πρὸς τοὺς πόθους καὶ τὰ αἰτήματα ἡμῶν τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1878 ἦτο ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅμως τοῦ Ἀγγλικοῦ Ὑπουργείου εἶχεν ἀσπασθῆ τὴν Ἑλληνικὴν ὑπόθεσιν. Ἐγὼ αὐτὸς εἶχον προσφύγει εἰς τὸν τότε ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εἶχον ἐκθέσει εἰς αὐτὸν τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως καὶ τὰς νομίμους ἀξιώσεις ἡμῶν, οὗτος δὲ, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ Ἀντιπολιτεύσεως, εἶχεν ἀναγνωρίσει τὸ νόμιμον καὶ εὔλογον αὐτῶν, εἶχεν ἀποδεχθῆ αὐτὰς, καὶ μοὶ εἶχε δώσει τὴν βεβαίωσιν, ὅτι καὶ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἤθελεν ὑποστηρίξει τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὅταν ἤθελε κληθῆ, ἤθελεν ἐπίσης ὑποστηρίξει τὰς Ἑλληνικὰς ἀξιώσεις παρὰ ταῖς ἄλλαις Κυβερνήσεσι, καὶ ἤθελε προκαλέσει τὰς ὑπογραψάσας τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου Δυνάμεις, ἵνα λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἡμετέραν περὶ μεσολαβήσεως αὐτῶν αἴτησιν, ὅταν ἠθέλομεν ἀπευθύνει αὐτήν. Ὁμολογῶ, ὅτι καθ’ ἅπαντα τὸν χρόνον ἐκεῖνον ὁ κ. Γλάδστων, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξετέλεσε πᾶν ὅ,τι τότε μοὶ εἶχεν εἰπεῖ ἐν Λονδίνῳ ἐνώπιον τοῦ τότε ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· διότι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων αὐτὸς ὁ ἴδιος, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων ὁ λόρδος Ῥόσβερυ, ὁ ὁποῖος εἶναι σήμερον Πρωθυπουργὸς, καὶ ἄλλοι, συμπαθῶς πρὸς τὴν Ἑλλάδα διακείμενοι, δὲν ἔπαυσαν συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῶν ἀξιώσεων τῆς Ἑλλάδος, καὶ προκαλοῦντες τοὺς τότε Ὑπουργοὺς τῆς Ἀγγλίας νὰ ἀσχοληθῶσι περὶ αὐτῶν, καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, διά τε τῶν ἐφημερίδων καὶ διὰ φυλλαδίων, ὑποστηρίζοντες ἐκθύμως τὰς ἀξιώσεις ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲ οἱ τότε Ὑπουργοὶ τῆς Ἀγγλίας ἐξηκολούθουν νὰ ἀφίνωσιν ἐν ἐκκρεμότητι τὴν περὶ μεσολαβήσεως αἴτησιν ἡμῶν, περιεμένομεν τὴν ἔκβασιν τῶν ἐπικειμένων τότε ἐν Ἀγγλίᾳ βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἥτις προσεδοκᾶτο ὅτι ἤθελεν ἀποβῆ ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε, ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ νέα Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἤθελε μᾶς παράσχει τὴν ἰσχυρὰν προστασίαν αὐτῆς, καὶ ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν λύσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἔκειντο τὰ πράγματα κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1879, ὅτε καθῆκον εἴχομεν νὰ συντάξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὠφείλομεν νὰ διατηρῶμεν τὰ ὑπάρχοντα στελέχη τοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ὅσον τὸ ἐθνικὸν ζήτημα ἐτύγχανεν ἐν ἐκκρεμότητι, οὐδ’ ἠδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν τὰς 24 χιλιάδας τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, διὰ νὰ διαθέσωμεν τὸ κεφάλαιον τοῦτο πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ στρατοῦ, εὐθὺς ὡς ἐκοινοποιεῖτο εἰς ἡμᾶς ἡ περὶ τῆς μεσολαβήσεως ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ συντάξωμεν ὁριστικὸν προϋπολογισμὸν, ἐτυγχάνομεν δ’ ἠναγκασμένοι καὶ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη νὰ μὴ ἐξοφλήσωμεν ὁλοσχερῶς, καὶ τὰ τῆς οἰκονομίας τοῦ Κράτους καὶ τὰς χρηματικὰς τοῦ ταμείου σχέσεις προσωρινῶς νὰ κανονίσωμεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλήν. Κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον, ἐν ᾧ ἐν τοιαύτῃ ἔκειντο καταστάσει αἱ ἐθνικαὶ ὑποθέσεις, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπέδραμεν, ἵνα ἀνατρέψῃ πᾶσαν ταύτην τὴν οἰκονομίαν, πᾶσαν τὴν πολιτείαν, ἣν ἡμεῖς ἠκολουθοῦμεν, ἵνα ἀνατρέψῃ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, καὶ ἀναπετάσας τὴν σημαίαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξωτερικὸν ζήτημα, ὅτι ματαίως περιμένομεν νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ πρωτόκολλον τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, ἀνέλαβε νὰ καταργήσῃ τὴν δεκάτην, διὰ νὰ σώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τῶν καταθλίψεων τοῦ φορολογικοῦ ἐκείνου συστήματος, νὰ διαλύσῃ τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς, διὰ νὰ ἐπιφέρῃ ἐλαττώσεις εἰς τὰ ἔξοδα, νὰ ἀνατρέψῃ πάνθ’ ὅσα εἴχομεν πράξει πρὸς παρασκευὴν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ οἰκονομιῶν, ἀφοῦ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα δὲν ἦτο οὔτε εἰς τὸ ἄλφα, κατὰ τὴν φράσιν αὐτοῦ. Ἡ τόλμη τοῦ ἀνδρὸς ἦτο ἀσυνήθης, καὶ οὐ μόνον ἐγὼ, ἀλλ’ οὐδεὶς πολιτικὸς ἀνὴρ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην ἀπέναντι καὶ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας, ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ἱστορίας αὐτοῦ. Ὁ ἐξ Αἰγιαλείας κ. Βουλευτής, ἀγωνιζόμενος προχθὲς νὰ διασώσῃ ἀπὸ τῆς ἐγκαταλείψεως τὸ περὶ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος νομοσχέδιόν του, ἐπεκαλεῖτο τὴν τόλμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἔλεγεν ὅτι ἐτόλμησε πολλάκις, δὲν ἐδίστασε μάλιστα νὰ ἀποφήνηται καὶ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην ἐπὶ τῆς τόλμης, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως μετῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ εἶπεν ὁ κ. Μεσσηνέζης, ὅτι κατ’ αὐτὸν ἐτόλμησεν ἴσως ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος. Τότε ἀγορεύων καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου δὲν ἐδίστασα νὰ ἀποφήνωμαι τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Μεσσηνέζη, διότι φρονῶ, ὅτι ἐτόλμησεν ἀληθῶς πολλάκις ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλ’ ἐτόλμησε πάντοτε ἐπὶ ὀλέθρῳ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ ζημίᾳ τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ 1880 ἐτόλμησε, καὶ ἐτόλμησε τόλμημα, τὸ ὁποῖον βεβαίως κατέστρεψε τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Ποῖος, ὑπάρχοντος ἐκκρεμοῦς τοιούτου ζητήματος ἐθνικοῦ, μεγάλου καὶ σημαντικοῦ, ἤθελε τολμήσει νὰ ἐγκαταλίπῃ αὐτὸ, καὶ νὰ ἀψηφήσῃ, ἂν ἤθελε κατακριθῆ ὡς προδιδοὺς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα; Ἡμεῖς ἠκολουθοῦμεν μετ’ ἐπιμονῆς τὴν ὁδὸν, ἣν εἴχομεν χαράξει, ὅπως ἀποκτήσωμεν τὰς χώρας, ἃς διὰ τοῦ πρωτοκόλλου ἐνέδειξε τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου· ἀλλὰ τὸ ἄγγελμα τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης συνεκίνησε τὰ πλήθη, ὁ ἀλαλαγμὸς τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῆς Μεγαρίδος ἐξεδήλου τὴν συγκίνησιν τῶν ἐκλογέων τοῦ κυρίου Δραγούμη, ἡ συγκίνησις δ’ ἐξετάθη ἐπὶ πᾶσαν τὴν χώραν, ἡ καινοτομία ἐθέρμανε τὰς ψυχὰς τῶν πολιτῶν, ἡ δὲ φωνὴ αὐτῶν ἐπηρέασε τὴν πλειονοψηφίαν, ἧς ἡγεῖτο ὁ Κουμουνδοῦρος ἐν τῇ Βουλῇ, βοηθούμενος τότε καὶ ὑπὸ τῶν ὀλίγων φίλων μου, εὑρέθημεν δ’ ἐν μειονοψηφίᾳ· κληθεὶς δ’ ὄντως ὑπὸ τοῦ Στέμματος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἐσχημάτισεν Ὑπουργεῖον τὸν Μάρτιον τοῦ 1880, ἤτοι κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἐφαρμόζων πάραυτα τὸ πρόγραμμά του, παρέστη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησε προθεσμίαν πέντε ἡμερῶν, διὰ νὰ παρασκευάσῃ τὰ νομοσχέδιά του καὶ εἰσαγάγῃ αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν. Ὁ Κουμουνδοῦρος, καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρανίου ἐκείνου, ἐσιώπα, ἡ δὲ Βουλὴ ἦτο ἑτοίμη νὰ στέρξῃ εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ νέου Πρωθυπουργοῦ, ὅτε ἐζήτησα τὸν λόγον. Μοὶ ἦτο ἐπιβλητικὴ ἡ ἀνάγκη νὰ ἀνακουφίσω τὴν συνείδησίν μου, ἀνέβην δ’ ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ εἶπον τὰ ἑπόμενα, ὡς ἀναφέρουσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς κατὰ τὴν 11 Μαρτίου 1880 συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ἐν σελίδι 842 (ἀναγινώσκει): «Ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις, ἥτις ὑπῆρξε μακρὰ, παρήγαγεν εἰς γνῶσιν τοῦ Κοινοβουλίου διαφόρους γνώμας, τὰς ὁποίας οἱ μετασχόντες τῆς συζητήσεως ἀνεκοίνωσαν εἰς αὐτὸ, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ κυβερνηθῇ τὸ Κράτος ἐν τῷ μέλλοντι. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ἦσαν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐποιήσατο τότε γνωστὰς εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ μᾶλλον ἐπισταμένη μελέτη τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν θέλει προσπορίσει εἰς τὸν νῦν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ ἐξέτασις τῆς ὑπηρεσίας, καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐξ αὐτῆς θέλει ἀρυσθῇ, θέλουσι βοηθήσει αὐτὸν, διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ εἰδικὰ μέτρα, ἅπερ νομίζει πρόσφορα πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ πολιτικοῦ του προγράμματος. Οὕτω δὲ προσδοκᾷ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι, ἀφοῦ σᾶς παραστήσῃ τὰς λεπτομερείας, τὰ εἰδικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα νομίζει πρόσφορα πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ πολιτικοῦ σχεδίου του, θέλει πείσει ὑμᾶς περὶ τῆς χρησιμότητος καὶ λυσιτελείας τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ προγράμματος, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἐγὼ προσδοκῶ, ὅτι ἡ γνῶσις τῶν λεπτομερειῶν τούτων θέλει πείσει τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰσὶν ἀληθεῖς οἱ ἰσχυρισμοί μου περὶ τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ προγράμματος καὶ ὅτι τοῦτο ἐστὶν ὀλέθριον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.» Δυστυχὲς συμβεβηκός, ὅτι ἐπηλήθευσεν ἡ προφητεία μου. Ἡ Βουλὴ ἐχορήγησε τὴν ζητηθεῖσαν προθεσμίαν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ἦλθε δὲ μετὰ πέντε ἡμέρας εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰσήγαγε τὰ νομοσχέδια αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα πάντα ἐψηφίσθησαν. Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἐτέθη κατὰ μέρος, ἡ δεκάτη κατηργήθη, ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπανηγυρίσθη, καὶ πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀνετράπη καὶ πᾶσα ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ῥυθμίσει. Ἐπετράπη εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συνομολογήσῃ νέον δάνειον 21 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τόκῳ 6 καὶ χρεωλυσίῳ ½%, ἵνα δι’ αὐτοῦ ἐξοφλήσῃ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη τοῦ Κράτους καὶ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, προσδιώρισε δὲ ὡς ἡμέραν ἄρσεως αὐτῆς τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1881· ἐπετράπη αὐτῷ νὰ ἀναλάβῃ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 12 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἀποδώσει εἰς αὐτὴν, ἵνα διὰ τῶν 12 τούτων ἑκατομμυρίων ἐξοφλήσῃ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν προσδιώρισεν ἐπὶ τὸ μέλλον κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 4 ἑκατομμύρια· ἐπετράπη εἰς αὐτὸν νὰ ἐκποιήσῃ τὰς 24 χιλιάδας τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐφυλάσσομεν, διὰ νὰ χρησιμοποιήσωμεν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ στρατοῦ, ὅπως δι’ αὐτοῦ καταλάβωμεν τὰς χώρας, ἅμα τῇ ἐκδόσει τῆς περὶ μεσολαβήσεως ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης· ἐπετράπη προσέτι αὐτῷ νὰ λάβῃ ἐκ τῶν κατατεθειμένων ἐν τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ 6,064,000 εἰς χρυσὸν δύο ἑκατομμύρια, ἵνα διαθέσῃ αὐτὰ εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας. Ἀλλὰ ἐπετράπη εἰς αὐτὸν καὶ νὰ διαλύσῃ τὰς ὑπαρχούσας στρατιωτικὰς παρασκευὰς, νὰ διαιρέσῃ δὲ τὸν στρατὸν εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ στρατὸν ἐκπαιδεύσεως. Καὶ καθ’ ἣν ἡμέραν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡγουμένου τοῦ κ. Γλάδστωνος, ἐξεπόρθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὰς κυριωτέρας ἀκροπόλεις τοῦ ἐκλογικοῦ πεδίου, καθ’ ἣν ἡμέραν νικήσασα ἡτοιμάζετο νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ ὡς πλειοψηφία, καθ’ ἣν ἡμέραν παρῃτεῖτο ὁ λόρδος Βήκονσφηλδ καὶ ἐκαλεῖτο ὡς Πρωθυπουργὸς ὁ Γλάδστων, ὁ κ. Τρικούπης, ὡς Πρωθυπουργός, διεῤῥύθμιζε τὴν κλίμακα τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καθ’ ἣν δ’ ἡμέραν ὁ Γλάδστων, μὴ λησμονῶν τὰς διαβεβαιώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε δώσει εἰς ἡμᾶς, συνεκάλει ἐν Βερολίνῳ τὰς ὑπογραψάσας τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου Δυνάμεις, ἵνα ἐνασκήσωσι τὴν μεσολάβησιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, καὶ χαράξωσι τὴν νέαν ὁροθετικὴν γραμμήν, ὁ κ. Τρικούπης ἔκπληκτος ἔβλεπεν, ὅτι τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα εἶχε φθάσει εἰς τὸ ὠμέγα, ἐν ᾧ χρόνῳ αὐτὸς κατήγγελλεν, ὅτι δὲν εἶχε φθάσει ἔτι οὔτε εἰς τὸ ἄλφα. Τότε ἐζήτησε νὰ συγκαλύψῃ τὴν ἀκολασίαν τῆς τόλμης του, ὡς ὁ πνιγόμενος, ὅστις πιάνεται ἀπὸ τὰ μαλλιά του, κατὰ τὴν κοινὴν φράσιν, καὶ ἐπειράθη νὰ περισπάσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοῦ, διατάσσων τὴν ἐπιστράτευσιν. Κατὰ Ἰούλιον διετάσσετο ἡ ἐπιστράτευσις, κατὰ Ὀκτώβριον δὲ ἡ Βουλὴ ἀνέτρεπε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἀνεδείκνυε τὸν Κουμουνδοῦρον, ὅστις ἀνελθὼν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἐξηκολούθησε τὰς πρὸς ἐπιστράτευσιν ἐργασίας· δυστυχῶς ὅμως, ἕως ἂν συγκεντρωθῶσιν οἱ ἐπίστρατοι καὶ ἀσκηθῶσι καὶ συνταχθῶσιν εἰς στρατὸν, ἡ μεταξὺ τῶν Δυνάμεων ὁμοφωνία, ἡ ὁποία ἐκράτησεν ἐν τῇ Συνόδῳ τοῦ Βερολίνου, διεσπάσθη. Παρῆλθεν ἡ ψυχολογικὴ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὁμοφωνία συνετηρεῖτο ἔτι, ἠδυνάμεθα δὲ νὰ ὠφεληθῶμεν ἐξ αὐτῆς· ἡ ὁμοφωνία πλέον δὲν ὑφίστατο, διότι εἶχον διαταράξει αὐτὴν τὰ ἀλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα τῶν Δυνάμεων, ἡ δὲ Τουρκία, ἥτις διεχειρίζετο σωφρονέστερον ἢ ἡμεῖς τὰς περιστάσεις, δὲν παρέλιπε νὰ ἀρνηθῇ τότε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου τοῦ Βερολίνου. Οὕτως, ἐνῷ ἠλπίζομεν ὅτι ἡ νίκη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν Ἀγγλίᾳ εἶχεν ἐξασφαλίσει τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου εἶχε δώσει εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ἡ Εὐρώπη ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Βουλγαρικοῦ Κράτους, καὶ τῶν ἄλλων θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνισμὸς ὑπεβάλλετο διὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, τὴν ἐλπίδα ἡμῶν ταύτην ἐματαίωσεν ἡ ἀκόλαστος τόλμη ἐκείνων, οἵτινες ἀνέτρεψαν πάσας τὰς πρὸς κατάληψιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν ὑπαρχούσας παρασκευάς. Καὶ ἠδυνήθημεν μετὰ πολλὰς περιτροπὰς νὰ λάβωμεν τὰς χώρας, ἃς ἀπεκτήσαμεν, ὅταν αὖθις ὁ κ. Γλάδστων κατώρθωσε νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ πρίγκηπος Βίσμαρκ διὰ τοῦ εἰς Βερολῖνον ἀποσταλέντος κ. Γκῶσεν, καὶ νὰ πείσωσι τὴν Τουρκίαν νὰ παραχωρήσῃ αὐτὰς εἰς ἡμᾶς· ἀλλ’ ἡ νέα τῶν ὁρίων γραμμὴ δὲν ἀνεβιβάσθη εἰς τὰς κορυφὰς τοῦ Ὀλύμπου, οὐδὲ περιέλαβεν ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν τὰ στενὰ τῆς Πίνδου. Οὐδὲν λέγω περὶ Ἰωαννίνων, διότι πρὸ πάντων ἐπεβάλλετο ἡμῖν νὰ μεριμνῶμεν περὶ στρατηγικῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξασφαλίζουσι τὸ Ἑλληνικὸν ἀπὸ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν ἀνταγωνιζομένων πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν ἄλλων φυλῶν. Ἐλάβομεν τὰς πεδιάδας τῆς Θεσσαλίας καὶ ταινίαν τῆς Ἠπείρου. Δὲν ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα προτείνω κατηγορητήριον. Μὲ ἠνάγκασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος νὰ ἀναμνήσω εἰς ἐκείνους ἐξ ὑμῶν, ὅσοι ἐθίξατε ἄκρῳ κἂν δακτύλῳ τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρέστητε καὶ ἐγνωρίσατε καλῶς τὰ πράγματα, νὰ ἀναμνήσω, λέγω, ἱστορίαν δυστυχῆ τοῦ τόπου, ἀφοῦ ὁ εἰρημένος κ. Βουλευτὴς ἐτόλμησε νὰ ἀναμνήσῃ τὴν ἀκόλαστον πολιτείαν τοῦ 1880, τὴν ὁποίαν περιεκάλυπτε τότε ἡ πολιτικὴ τῶν οἰκονομιῶν, ἥτις καὶ τότε ἔτυχε τῆς συνδρομῆς τοῦ κ. Σιμοπούλου, καὶ τώρα ἠξιώθη νὰ λάβῃ αὐτὸν ὡς συνήγορον ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ. Καὶ δὲν ἐμνημόνευσε μόνον τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς τῶν ἐτῶν 1877 μέχρι τοῦ 1880 ὡς αἰτίας τῆς πτωχεύσεως, ἕνεκα τῶν δαπανῶν, εἰς ἃς προέβημεν ἕνεκα αὐτῆς, ἐμνημόνευσε καὶ τοῦ δανείου τῶν 1824 καὶ 1825, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουσι δάνειον τῆς Ἀνεξαρτησίας, διότι καὶ δι’ αὐτοῦ ἐπεβαρύνθη ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, καὶ ηὐξήθησαν τὰ πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων πληρονόμενα κατ’ ἔτος. Ἂν δὲν συνωμολογεῖτο καὶ τὸ δάνειον τοῦτο, δὲν ἠθέλομεν ἐπιβαρυνθῆ τόσον, ὥστε νὰ πτωχεύσωμεν. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ποῖον ὁ ἀγὼν ἐπορίσθη κατὰ τὰ 1824 καὶ 1825 ὄφελος ἐκ τοῦ δανείου τούτου, διότι τὰ περὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ λέγονται πολλαπλῶς, καὶ πολλοὶ δισχυρίζονται, ὅτι ἔλαβον χώραν καταχρήσεις· ἀλλὰ δὲν τολμῶ νὰ λυπηθῶ οὐδὲ διὰ τὰς διαπραχθείσας καταχρήσεις, ἂν τοιαῦται ἔλαβον χώραν, οὐδὲ διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου αὐτοῦ. Τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἀνεγνώριζεν ὁ Βασιλεὺς Ὄθων, οὐδ’ ἐπληρόνετο τόκος ἢ χρεωλύσιον δι’ αὐτό. Ὁσάκις ἐγίνετο λόγος περὶ Ἑλλάδος, ἐδυσφήμουν ἕνεκα τούτου αὐτὴν ἐν Εὐρώπῃ, ὡς μὴ ἐκπληροῦσαν τὰς ὑποχρεώσεις της· ἀλλ’ ἡ Βασιλεία ἐκείνη ἀντέτασσε τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι τὸ δάνειον εἶχε συνομολογηθῆ ὑπὸ πασῶν τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, ὅσαι κατὰ τὸν ἀγῶνα ἤραντο τὰ ὅπλα κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀνέλαβον δὲ ὑποχρέωσιν νὰ ἀποτίσωσιν αὐτὸ πᾶσαι αἱ Ἑλληνικαὶ χῶραι, δὲν ἦτο δὲ δίκαιον νὰ ἀποτίσῃ αὐτὸ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, τὸ ὁποῖον ὀλίγας μόνον τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων περιέλαβε, διότι δὲν ἠλευθερώθησαν, εἰμὴ μόνον αὗται. Κατὰ τοὺς μεταγενεστέρους ὅμως χρόνους, ὅτε τὰ πράγματα ἐξητάζοντο ἐν Εὐρώπῃ ἄλλως, κατεγινώσκετο συνεχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα κακοπιστία, καὶ παριστᾶτο ὡς ἀρνουμένη τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅταν συνέβη ἡ ληστεία τοῦ Δήλεσι, ἓν τῶν μελῶν τῆς Ἀγγλικῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, τὸ ὁποῖον εἶχε διαπρέψει ὡς πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὁ σὶρ Ἑῤῥῖκος Βοῦλβερ, ἠγέρθη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ αὐτὸς, καὶ δριμὺ ἀπήγγειλε κατὰ τῆς Ἑλλάδος κατηγορητήριον, ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων ἀπήγγελλον τότε καὶ πολλοὶ τῶν λόρδων, ζωγραφίζοντες τὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ὡς ἀγρίαν, καὶ ἐπικρίνοντες ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς χώρας ταύτης. Ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ γνωρίσω τὸν σὶρ Ἑῤῥῖκον Βοῦλβερ, ἐτόλμησα νὰ γράψω αὐτῷ ἐπιστολὴν, καὶ νὰ παραστήσω αὐτῷ, ὅτι δὲν εἶχον τὰ πράγματα ὡς ἔλεγεν. Ἐπληροφόρουν αὐτὸν, ὅτι δὲν ἦτο ἀγρία ἡ κατάστασις, ἀλλὰ προκεχωρηκυῖα, ὅσον ἦτο δυνατὸν εἰς τὸν πολιτισμὸν, καὶ ὅτι μεγάλαι ἦσαν αἱ πρόοδοι, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ἡ Ἑλλὰς, καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὸν ἐν γένει πολιτισμόν. Ἐτύγχανον τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ δὲ κ. Βοῦλβερ, ἀντὶ ἄλλης ἀνασκευῆς τῶν λόγων μου, ἀπεκρίθη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἀξία τῶν ὕβρεων αὐτοῦ, διότι δὲν ἐπλήρονε τὰ χρέη αὐτῆς, ἀναφερόμενος εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος δάνειον τῆς Ἀνεξαρτησίας. Καὶ ὄντως καὶ ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις ἡ τακτοποίησις τοῦ δανείου τῆς Ἀνεξαρτησίας ἐκρίνετο ὡς ἀναποφεύκτως ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἀνεγερθῇ ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Ἀνεγνωρίσθη λοιπὸν κατὰ τὸ 1879 διὰ μετατροπῆς, ἡ ὁποία ἠλάττωσεν ἐφ’ ἱκανὸν τὸ κεφάλαιον αὐτοῦ, καὶ ἀπήλλαξε τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων τοῦ παρελθόντος. Πρέπει νὰ αἰτιώμεθα καὶ διὰ τοῦτο τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, καὶ νὰ ἐγκαλῶμεν ἕνεκα αὐτοῦ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν ὡς αἰτίαν τῆς πτωχεύσεως; Τίς δύναται νὰ κρίνῃ ποία ἦτο ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἡ ἀγωνιζομένη Ἑλλὰς κατὰ τὰ 1824 καὶ 1825, σωζομένη μόλις ἐν Αἰγίνῃ, ἵνα δύνηται νὰ βαρυθυμήσῃ, διότι ἐγένετο τότε τὸ δάνειον τοῦτο; Ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θέλετε λυπεῖσθαι καὶ δυσφορεῖ διατὶ νὰ πληρωθῶσι κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ Βασιλείου 12,531,164 δραχ. διὰ τὴν ἀγορὰν τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Εὐβοίας, ἢ διατὶ νὰ πληρωθῶσιν 1,115,183 ἐπίσης τότε ὡς ἀντίτιμον τουρκικῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἠγοράσθησαν, ἢ διατὶ νὰ δαπανηθῶσι κατὰ τὰ 1877 καὶ 1878 καὶ ὅσα τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐδαπάνησε χάριν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἂν καὶ ἀπηλευθερώθη ἡ Θεσσαλία καὶ ἀπεκτήσαμεν καὶ τμῆμα τῆς Ἠπείρου. Βαρυθυμεῖτε διὰ δαπάνας, ὅταν δι’ αὐτῶν κατηρτίσθητε εἰς βασίλειον καὶ τοιαῦτα ἀπεκτήσατε ὀφέλη; Μήπως ποθεῖτε νὰ μεταποιήσητε τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον εἰς συνοικισμὸν Ἰουδαίων, περὶ οὐδενὸς ἄλλου φροντιζόντων ἢ μόνον πῶς ὁ εἷς νὰ ἐκδύσῃ τὸν ἄλλον;... (Ἐνταῦθα ὁ ῥήτωρ ζητεῖ μικρὰν διακοπήν).

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακοπὴν ἡμισείας ὥρας;

§123ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μιᾶς ὥρας.

§124ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὔριον, αὔριον.

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μιᾶς ὥρας διακοπὴν ἐζήτησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης. Λοιπὸν διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.)

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἐπειδὴ ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν εἶναι παρὼν, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του, δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν μερικὰς πιστώσεις ἕως ὅτου ἔλθῃ.

§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 47,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1893)

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δρ. 35.000.

§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἦναι πρώτη συζήτησις, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν· ἀλλ’ ἐὰν ἦναι δευτέρα, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦλθεν ὁ κ. Δηλιγιάννης. Λάβετε τὰς θέσεις σας, κύριοι Βουλευταί.

§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐνῷ δὲν ἔκρινον ἀναγκαῖον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους, μοὶ ἐπέβαλε τοῦτο ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὅστις μὲ ἠνάγκασε νὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον πρὸς τὴν Βουλὴν ὅσα τετράκις ἢ πολλάκις ἄλλοτε ἔλεξα πρὸς αὐτήν, καὶ νὰ προβῶ εἰς παρατάξεις ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν θέλγουσι τοὺς ἀκούοντας· σπεύδω δὲ νὰ ἐξακολουθήσω τὸν λόγον, διότι διέκοψα πρὸ μικροῦ αὐτὸν, πρὶν ἢ θίξω τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐγκατέστησε κατὰ τὸ 1880 ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, θερμῶς ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος. Καὶ ἡ μεταβολὴ τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ 1880 ἐνομοθέτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ αὕτη ἀπέτυχε, διότι, ἐν ᾧ ὑπελόγιζεν ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τὸ ὁποῖον ἐγνωρίζετο διὰ τοῦ ὀνόματος τῆς δεκάτης, ἤθελε φέρει ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων μόνον κατὰ 870,000 δραχμὰς, ἐμείωσε πολλῷ περισσότερον τὰ ἔσοδα, διότι κατὰ τοὺς γενομένους ὑπολογισμούς, καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1880, 1881, 1882 καὶ 1883 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα 8,521,615 τῶν ὅσα ἤθελον εἰσπραχθῆ διὰ τοῦ καταργηθέντος συστήματος· ἐὰν δ’ ἐξηκολούθει τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, ἀγνοῶ πόσα ἤθελον εἶσθαι τὰ ἐκ τῆς Θεσσαλίας ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ τῆς καλλιεργίας τῆς γῆς. Ἡ λεγομένη δεκάτη εἶναι σύστημα πλημμελὲς, διότι φορολογεῖ ὄχι τὴν καθαρὰν πρόσοδον, ἀλλὰ τὰ κεφάλαια. Ἀλλὰ μήπως ὁ φόρος τῆς σταφίδος δὲν φορολογεῖ τὰ κεφάλαια; Μήπως πάντες οἱ φόροι εἰσὶν ἐπιβεβλημένοι ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος καὶ δὲν φορολογοῦσι τὰ κεφάλαια; Ἀλλὰ καὶ ἄλλο ἐλάττωμα εἶχε τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὴν πίεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπεῖχον οἱ φορολογούμενοι. Τὸ ἐλάττωμα τοῦ συστήματος ἐκείνου, ὅτι δι’ αὐτοῦ δὲν φορολογεῖται ἡ καθαρὰ πρόσοδος, ἀλλὰ ἡ ἀκαθάριστος, ἠδύνατο νὰ ἐκλίπῃ, ἐὰν ἐμειοῦτο τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου ἀπὸ 10 εἰς 7% ἢ ἀπὸ 7 εἰς 5%, ὅτε ἡ φορολογία ἠδύνατο νὰ ἀντιστοιχῇ εἰς τὴν καθαρὰν πρόσοδον. Τὸ ἐλάττωμα ὅλως τῆς καταθλίψεως τῶν φορολογουμένων καὶ κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ κατὰ τὴν εἴσπραξιν ἦτο ἐπαισθητόν· ἀλλ’ ἐὰν παρετείνετο ἐπὶ 3 ἢ 4 ἔτη ἡ κατάθλιψις αὕτη, ἡ ὁποία ἐπὶ 40 ἔτη προηγουμένως ἐξηκολούθει, δὲν ἤθελον κινδυνεύσει τὰ μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἀνετράπησαν καὶ ἐζημιώθησαν τὰ μέγιστα ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς δεκάτης καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ποιήσωμαι μικρὰν ἀναδρομὴν ἐπὶ τὸ παρελθὸν, πρὶν ἢ μεταβῶ εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ λόγου μου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅσα εἶπε προχθὲς, δὲν εἶπεν αὐτὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος διετέλεσεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880, καὶ συναγωνισθεὶς ἐκθύμως ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου συνέδραμεν οὕτως αὐτὸν, ὡς ἂν ἔλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς χειρὸς καὶ ἀνήγαγεν αὐτὸν εἰς τὴν πρωθυπουργίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ἂν δὲν σφάλλωμαι, εἶναι ὁ πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τριετίας τοῦ 1887, τοῦ 1888 καὶ 1889· δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ᾖναι καὶ τοῦ 1890. Αἱ ἔννοιαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἦσαν ἀδελφωμέναι μὲ τὰς ἐννοίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ἐνέχεται δ’ οὗτος εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅσον ἐνέχεται αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου· διότι, ἂν δὲν ἔχῃ νομικὴν εὐθύνην ἐπὶ ταῖς οἰκονομικαῖς συμφοραῖς καὶ ἐπὶ ταῖς μεγάλαις πολιτικαῖς καὶ ἐθνικαῖς ζημίαις, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ πολιτεία τοῦ κ. Τρικούπη, ἔχει ὅμως βαρεῖαν ἠθικὴν εὐθύνην, ἡ ὁποία, ἐὰν ἐξατμιζομένη ἀποκρυσταλλοῦται ἐν μόνῳ τῷ ἐλέγχῳ τῆς συνειδήσεως αὐτοῦ, ἠνάγκαζε πάντως αὐτὸν νὰ ἀμυνθῇ προχθὲς, ἔστω καὶ διὰ τελευταίαν φορὰν, ὅπως βεβαιώσῃ κἂν ἡμᾶς περὶ τῆς ἀγαθοπιστίας του. Πάσας τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε, περὶ δανείων καὶ περὶ ἐλλειμμάτων, πολλάκις εἶχε κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκθέσει εἰς τὴν Βουλήν· ἐὰν δ’ ἀνατρέξητε εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ 1885, θέλετε εὑρεῖ αὐτὰς αὐτολεξεὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ἐπαναλαβὼν ὅσα ἄλλοτε ὑπερασπιζόμενος τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ κ. Τρικούπη εἶχεν εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλήν, μὲ ἠνάγκασε νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ ἀχθόμενος ὅσα πλειστάκις εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως τοσαύτας ἀνακριβείας καὶ συλλογισμοὺς τοσούτον ἐσφαλμένους, εἰ καὶ πλειστάκις εἶχον ἀναιρέσει αὐτοὺς, ἐπικαλεσθεὶς μάλιστα ἄλλοτε αὐτὰ ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ εἶχεν εἰπεῖ ἢ εἶχε γράψει, καὶ ἀναγνοὺς τὰ κείμενα τῶν προγενεστέρων λόγων αὐτοῦ, δι’ ὧν διεψεύδοντο οἱ μεταγενέστεροι. Ἐνθυμεῖσθε τὴν μακρὰν συζήτησιν περὶ τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον ἀνήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὡς Πρωθυπουργός, ὅτι εἶχε κατορθώσει νὰ ἀσφαλίσῃ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1887; ἐνθυμεῖσθε τοὺς πίνακας τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τοὺς ὁποίους κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1887, ὅτε εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἦτο ἐξησφαλισμένον· ἐνθυμεῖσθε τὰ ποσὰ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα εἶχε παραλείψει ἀπὸ τὰ ἐν τοῖς πίναξιν ἐκείνοις ἀναγεγραμμένα ἔξοδα, ἵνα ἀποπλανήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ πείσῃ αὐτὴν περὶ τῆς ὑπεροχῆς τῶν ἐσόδων ἐπὶ τὰ ἔξοδα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἦτο εἰς τὸ πλευρόν του καὶ τότε, ἀγωνιζόμενος καὶ οὗτος, ἵνα πείσῃ περὶ τούτου τὴν Βουλήν. Τρὶς ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ διὰ τοῦ φυλλαδίου τούτου ἐδημοσιεύθησαν ὅσα τότε εἶπον, ἀνασκευάζων τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος καὶ διὰ τῶν ἐκθέσεων καὶ τῶν λόγων αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Σιμοπούλου. Μοὶ ἀποβαίνει ὄντως ἐπαχθὲς νὰ ἐπαναλάβω πάντα ταῦτα, τοῦτο δὲ θέλει εἶσθαι καὶ εἰς ὑμᾶς ἐπαχθὲς, διότι ἠκούσατε αὐτά. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατεδείχθη εἰς ὑμᾶς τότε, ὅτι διὰ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἶχεν ἀποτίσει καὶ τοὺς τόκους τῶν προκαταβολῶν τοῦ δανείου τῶν 170.000,000 οἵτινες ἀνῆκον εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὅπερ ἀπέκρυπτε καὶ ἠρνεῖτο· ὅτι κατεδείχθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ λαθροχειρία, δι’ ἧς ἀπέκρυπτεν, ὅτι δὲν εἶχε καταθέσει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς μείωσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὸ ποσὸν 13 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὅπερ ἀντιστοίχει εἰς τὰ 10 ἑκατομμύρια, καὶ εἰς τοὺς τόκους αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶχε δανεισθῆ εἰς χρυσὸν, ἵνα πληρώσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων· ὅτι διὰ πληροφοριῶν ἀτελῶν ἢ μεμελετημένως διεστραμμένων, διὰ συγχύσεως τῶν πραγμάτων, καὶ διὰ τολμηρᾶς ἀνατροπῆς τῆς ἀληθείας καὶ ἐν ταῖς λογιστικαῖς πράξεσι καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν χρημάτων ἠγωνίζοντο ἀμφότεροι νὰ ἀποπλανῶσι τὴν Βουλὴν. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἀνεκοίνουν πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1887, τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου ἤθελεν εἶσθαι οὐχὶ σύνηθες, ἀλλὰ σημαντικόν, διότι 17 καὶ πλέον ἑκατομμύρια εἶχον διαθέσει ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 καὶ δαπανήσει εἰς τακτικὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος προσεπάθουν νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐχὶ ἔλλειμμα, ἀλλὰ περίσσευμα ἔμελλε νὰ καταλίπῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1887 Ἔκτοτε ἀνεγράφη, ὡς λόγιον, τὸ «ὄχι μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα»...

§132ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε, κύριε Δηλιγιάννη, πολὺ ἀκόμη;

§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναμαι ἀκόμη νὰ προσδιορίσω ἐπακριβῶς. Ἐνδέχεται νὰ ἔχω ἀνάγκην τριῶν ὡρῶν, ἐνδέχεται νὰ ἔχω ἀνάγκην 2½ ὡρῶν. Δὲν δύναμαι νὰ προσδιορίσω.

§134ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).

§135Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Παπαχελᾶς ἔχει ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Διὰ τοῦτο ἐρωτῶ, ἂν οἱ κοιμώμενοι θεωρῶνται ὡς παρόντες. Τοιαύτη ἀγόρευσις, κύριε Πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἐνώπιον κοιμωμένων.

§136ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, κύριε Πρόεδρε.

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν· μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 103. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11 καὶ 45′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 71
2τῆς 4 Μαρτίου 1894.
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 11 π. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Βαρβαρήγου Πηλίκα).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπι-
7κυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνε-
8δριάσεως).
9§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Π. Βεργινιάδης, κατάδικος ἐν
10ταῖς φυλακαῖς Πύλου, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ
11εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὴν ἀπονομὴν χάριτος πρὸς
12αὐτὸν, ἀφοῦ ὑπάρχουσι συστάσεις ἐπανειλημμέναι ὑπὲρ αὐ-
13τοῦ, ἅτε γενομένης τῆς καταδίκης του ἐκ πλάνης.
14Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
15Δικαιοσύνης.
16Διάφοροι κάτοικοι Αἰγίου διὰ τηλεγραφήματός των
17πρὸς τὴν Βουλὴν συνιστῶσι τὴν εἴσπραξιν τοῦ ἐπὶ τῆς
18σταφίδος φόρου εἰς εἶδος.
19§2ΣΑΚΚΗΣ. Μὴ ὄντος ἐνταῦθα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς
20Δικαιοσύνης, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ
21λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ἐντίμου πολίτου, παραπονου-
22μένου δι’ ἐπιστολῆς του πρὸς ἐμὲ, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν
23συνελήφθη συνεπείᾳ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπαγγελματίας
24τις, ὅστις παρεδόθη εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς τῶν διὰ
25χρέη κρατουμένων ὑπὸ τοῦ συλλαβόντος αὐτὸν κλητῆρος.
26Ἀλλ’ ὁ συλληφθεὶς εὑρίσκεται ἤδη ἐλεύθερος. Κατὰ τοῦ
27ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν ἐδόθη καταγγελία, ἀλλ’ εἰσέτι ὁ
28κ. Εἰσαγγελεὺς οὐδὲν ἐνήργησε κατ’ αὐτοῦ.
29Ἐπειδὴ δὲ τὸ γεγονὸς τοῦτο δίδει ἀφορμὰς εἰς τὸ νὰ
30διασύρηται καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόληψις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ
31παρακαλέσω αὐτὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
32Δικαιοσύνης, ὅπως ἐνεργήσῃ ὅ,τι τὸ καθῆκον τῷ ἐπιβάλλει.
33Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
34τικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν καταδίκων τῶν
35κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Κυπαρισσίας κατὰ τοῦ ἐκεῖ
36φρουράρχου, ὁ ὁποῖος, ὡς λέγουσι, καταπιέζει αὐτοὺς, καὶ
37οἵτινες δι’ ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν των διεκτραγῳδοῦσι
38τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται.
39Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης
40νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα συμπολίτου μου, παραπονου-
41μένου κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Πεταλιδίου. Ἀντίγραφον ἀνα-
42φορᾶς αὐτοῦ, ἀποσταλείσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιο-
43σύνης, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
44§3ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς
45Πυλίας περὶ τῶν ἐν Πύλῳ φυλακισμένων, παρατηρῶ ὅτι
46ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἐπιστολὴν, φέρουσαν ὑπογραφὰς πλείστων
47καταδίκων, παρακαλούντων νὰ ὑποβάλω τὰ παράπονά
48των εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
49Ἰδίως δὲ θὰ συνίστων εἰς τοῦτον, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τοῦ τη-
50λεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυναν καὶ πρὸς αὐτὸν καὶ
51πρὸς ἐμὲ διάφοροι κατάδικοι τῶν φυλακῶν Λαμίας, οἵτινες
52καταγγέλλουσι τὸν ἐπιστάτην Σπανὸν ὡς καθ’ ἑκάστην
53ἀργυρολογοῦντα, καὶ συνεταιριζόμενον μάλιστα πρὸς τὸν
54σκοπὸν τοῦτον μετὰ καταδίκων. Τὸ τηλεγράφημα φέρει
55πολλὰς ὑπογραφὰς, καταγγέλλεται δὲ σὺν ἄλλοις ὁ ἐπι-
56στάτης, ὅτι αὐτὸς ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς δραπετεύσεως
57δύο διαβοήτων λῃστοφυγοδίκων ἐκ τῶν φυλακῶν Λαμίας.
58Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο ἐπερώτησις κατὰ τοῦ αὐτοῦ ἐπι-
59στάτου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὁ κ.
60Ὑπουργὸς δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἀπαντήσῃ, ὅπως μάθωμεν,
61ἂν τὰ καταγγελθέντα ἔχωνται ἀληθείας ἢ ὄχι. Νομίζω
62μάλιστα, ὅτι ἤδη, ὅτε ἀπευθύνονται τόσον βαρεῖαι καταγ-
63γελίαι κατὰ τοῦ ἐπιστάτου, θὰ διαταχθῇ ἀνάκρισις διὰ
64τοῦ ἐκεῖ Εἰσαγγελέως, ἵνα τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἔκρυθμον
65ταύτην κατάστασιν, τῆς ὁποίας ἔχομεν καὶ τοὺς καρποὺς,
66τὴν ἀπόδρασιν διαβοήτων λῃστοφυγοδίκων ἐκ τῶν φυλα-
67κῶν Λαμίας, τοῦ Τσουλῆ καὶ Παπακυριτσοπούλου, οἵτινες
68κατήντησαν τὸ φόβητρον τῆς κοινωνίας. Εἰς τὴν ἐκλογὴν
69τοῦ προσωπικοῦ τῶν φυλακῶν Λαμίας ἔπρεπε, δι’ αὐτοὺς
70τοὺς λόγους, νὰ δώσῃ μείζονα προσοχὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς
71τῆς Δικαιοσύνης, καὶ οὐχὶ νὰ ἀποφεύγῃ νὰ προσέρχηται
72εἰς τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ὥραν ἀπευθύνονται ἐπερωτή-
73σεις καὶ ἐνασκεῖται ὁ ἔλεγχος ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
74§4ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν πιστεύω ὅτι ἐσκεμμένως ὁ κ. Ὑπουρ-
75γὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀποφεύγει τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς σπου-
76δαιοτάτου καθήκοντος. Ἴσως τὸ πράττει, διότι βαρύνεται
77μὲ δύο Ὑπουργεῖα καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ· οὐχ ἧτ-
78τον παρακαλῶ καὶ ἐγὼ καὶ αὐτὸν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν
79Στρατιωτικῶν νὰ λάβωσι μέριμναν περὶ τῶν φυλακῶν, αἵ-
80τινες κατέστησαν ὅμοιαι σχεδὸν πρὸς τὰς τουρκικάς. Εἶναι
81ἀπελπιστικὴ ἡ κατάστασις αὐτῶν, καὶ οἱ κατάδικοι ὑφί-
82στανται τὰ πάνδεινα.
83Σήμερον μετὰ συγκινήσεως ἀνέγνωσα, ὅτι εἷς τῶν κατα-
84δίκων εἰς τὰς φυλακὰς Πατρῶν ἐφονεύθη, δικασθεὶς καὶ
85καταδικασθεὶς συντόμως παρὰ τῆς φρουρᾶς, τῆς φυλακῆς.
86Ἐγένετο εἰς τὰς φυλακὰς Πατρῶν ἔκτροπόν τι· εἰσήχθη-
87σαν ποτὰ καὶ οἶνοι κατὰ τὴν Καθαρὰν Δευτέραν, καὶ οἱ
88πλεῖστοι τῶν φυλακισμένων, ἐν καταστάσει μέθης διατε-
89λοῦντες, συνεπλάκησαν, ἐτραυματίσθη δὲ εἷς τούτων. Ὁ
90τραυματίας διετάχθη νὰ μεταφερθῇ εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ
91Ῥίου, ἀλλ’ ἐνῷ μετεφέρετο δέσμιος, φαίνεται ὅτι ἐκτυπήθη
92καὶ ἐκακοποιήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἀπεβίωσε συνεπείᾳ
93τῶν πληγῶν, ἃς ἐπήνεγκε κατ’ αὐτοῦ ἡ συνοδεύουσα αὐ-
94τὸν φρουρὰ, ἢ διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Ἡ τοιαύτη
95κατάστασις εἶναι ἀγρία. Ὅσον καὶ ἂν ἔπταισεν ὁ ἄνθρωπος
96ἐκεῖνος, ἔπρεπε νὰ δικασθῇ. Ἀλλοίμονον, ἐὰν φθάσωμεν εἰς
97τὸ σημεῖον τοῦτο, ὥστε πᾶς τις νὰ δικάζῃ καὶ καταδικάζῃ
98εἰς θάνατον τὸν πταίσαντα πολίτην! Ἡ κατάστασις αὕτη
99πρέπει νὰ παύσῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ
100ἡμερῶν ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει φέρει πληροφορίας περὶ τῶν
101παρεκτροπῶν τῶν ὀργάνων τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας
102εἰς διαφόρους δήμους, ὅπου ἐγένοντο ὄργια κατὰ γυναικῶν
103καὶ κατὰ πολιτῶν, καὶ ὅμως οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔφερε καὶ
104ἐξακολουθεῖ ἡ φοβερὰ αὕτη κατάστασις, ἀπειλοῦσα κοι-
105νωνικὴν ἀναστάτωσιν!
106§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ συμβὰν ἐν ταῖς φυλακαῖς
107Πατρῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν
108νὰ ζητήσῃ πληροφορίας τηλεγραφικῶς καὶ ἀναγγείλῃ εἰς
109τὴν Βουλὴν, ἂν πράγματι ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς, ὅτε
110ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον.
111§6Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ ἐστάλη ἀναφορὰ ἐκ μέρους τῆς
112Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ παρι-
113στῶσιν, ὅτι ἡ Μονὴ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι ἕνεκα
114τῆς εἰσφορᾶς πᾶσαι αἱ γαῖαι αὐτῆς κινδυνεύουσι νὰ πωλη-
115θῶσιν. Ἐγένετο μέγας προχθὲς λόγος περὶ τοῦ ζητήματος
116τούτου, διότι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ τῆς εἰσφορᾶς προσεβλή-
117θησαν οἱ ὅροι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ Σύνταγμα διέ-
118πουσι τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ ἐφαρμογὴ
119τοῦ μέτρου κατέστη ἀφόρητος· παραπονοῦνται ἐν τῇ ἀνα-
120φορᾷ ταύτῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ μέτρον ἐφαρμόζεται
121τόσον κακῶς, ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἀνθέξωσιν· ἡ εἰσφορὰ
122ἀναλογίζεται καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν δαπανῶν. Ἰδίως δὲ ἡ
123Μονὴ τῆς Ἁγίας Λαύρας καταστρέφεται· ἐπωλήθησαν ὅλα
124τὰ κτήνη αὐτῆς, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπήρκεσαν, προέβησαν καὶ
125εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων. Οὕτω καταστρέφεται ἡ
126ἱστορικωτέρα τῶν Μονῶν, τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν ἐπανά-
127στασιν δι’ ἐράνων ἤγειραν, ὅπως ὑπάρχῃ τὸ μνημεῖον αὐτὸ
128τῆς ἐπαναστάσεως.
129Καταθέτων τὴν ἀναφορὰν ταύτην, παρακαλῶ τὴν Κυ-
130βέρνησιν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, ὅπως θέσῃ τέρμα εἰς τὴν
131κατάστασιν ταύτην, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ θελήσῃ
132νὰ καταργήσῃ τὸν νόμον. Ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν τοῦ
133κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως ἐν δικαίῳ ἐφαρ-
134μόζῃ τὰ μέτρα ταῦτα, ἀναλογίζων τὴν εἰσφορὰν οὐχὶ
135κατὰ τὰ προϋπολογιζόμενα, ἀλλὰ κατὰ τὰ εἰσοδήματα
136τὰ καθαρά. Ἡ Μονὴ Ἁγίας Λαύρας ἔχει εἰσοδήματα
13720,000, καὶ ἐπὶ τούτων πρέπει νὰ συνεισφέρῃ· αὐτὸ εἶναι
138τὸ λογικόν. Ἔχω λόγους δὲ νὰ πιστεύω, ὅτι τὰ τοιαῦτα
139γίνονται μόνον διὰ τὰς Μονὰς τῶν Καλαβρύτων, καὶ ἐφι-
140στῶ καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκ-
141κλησιαστικῶν.
142§7ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον ἐπιστολὴν παρὰ τοῦ
143Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου
144καὶ τοῦ τῆς Ἁγίας Λαύρας. Εἶναι βεβαιότατον, ὅτι συνε-
145πείᾳ τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ εἰσφορῶν αἱ Μοναὶ δὲν
146δύνανται νὰ ἔχωσιν ὕπαρξιν. Δὲν δυνάμεθα ἤδη, μὴ ὄντος
147τοῦ ζητήματος ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἐξετάσωμεν τὸ συνταγ-
148ματικὸν ἢ μὴ τοῦ νόμου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρακα-
149λέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, εἶναι νὰ λάβῃ ὑπ’
150ὄψιν τὰς παραστάσεις τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων. Ἐν τῇ
151Μονῇ τῆς Λαύρας δὲν ἔχουσι νῦν πῶς νὰ ζήσωσιν οἱ μονα-
152χοί. Νομίζω δὲ, ὅτι γίνεται ἀδίκημά τι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
153τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ θὰ παρακα-
154λέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ παρου-
155σιάσῃ πίνακα τῶν εἰσφορῶν τῶν Μονῶν διὰ τὴν δημοτικὴν
156ἐκπαίδευσιν, διότι, ὡς μανθάνω, πολλαὶ Μοναὶ εἰς ἄλλας
157ἐπαρχίας, ἔχουσαι εἰσόδημα 25–30 χιλιάδων δραχμῶν,
158συνεισφέρουσιν ἐλάχιστα ποσά. Καὶ πέρυσιν, ἐπὶ τῆς ὑπουρ-
159γίας τοῦ κ. Εὐταξίου, ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ἀλλ’ ὁ κ.
160Εὐταξίας—καὶ ἔχομεν παράπονον διὰ τοῦτο—οὐδὲν ἔπραξε
161καὶ οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν, ὅπως ἴδῃ ὁποῖα ἦσαν τὰ εἰσο-
162δήματα τῆς Λαύρας καὶ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, καὶ τί
163ἔπρεπε νὰ συνεισφέρωσιν αἱ Μοναὶ αὗται. Ὅταν ὁ κύριος
164Ὑπουργὸς φέρῃ τὸν πίνακα τῶν εἰσφορῶν, θέλετε ἴδει, ὅτι
165εἰς τὰς Μονὰς Καλαβρύτων γίνεται ἀδίκημα ἐκ μέρους
166τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰς
167τὸ ὁποῖον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν ἐπρόσεξαν, ἐν οἷς καὶ ὁ
168κ. Εὐταξίας.
169§8ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτής, πρὶν ἢ ἀπευθύνῃ τὰ πα-
170ράπονά του κατ’ ἐμοῦ, ἔπρεπε νὰ τὰ ἀπευθύνῃ καθ’ ἑαυτοῦ,
171διότι ἐψήφισε τὸν σχετικὸν νόμον. Ὁ νόμος οὗτος ἦτο ἐν
172ἰσχύϊ, ὅτε ἀνέλαβον ἐγὼ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
173Ἐκκλησιαστικῶν, ἐγὼ δὲ, καίτοι καταπολεμήσας ἐν τῇ
174Βουλῇ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ὤφειλον νὰ τὸν ἐφαρμόσω ὡς
175νόμον κείμενον τοῦ Κράτους. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι δὲν πταίει
176ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι
177αὕτη συνεμορφώθη πρὸς τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου,
178καθ’ ἃς ἀφαιρεῖται ὡρισμένον ποσοστὸν ἐκ τοῦ εἰσοδήματος
179τῶν Μονῶν καὶ διατίθεται ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ
180θείου κηρύγματος. Ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ
181Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ τῶν Οἰκο-
182νομικῶν. Πλὴν καὶ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν
183ἐκτέλεσιν. Κατὰ τὸν περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων
184νόμον, ἔχουσι δικαίωμα καὶ καθῆκον οἱ ταμίαι νὰ κατά-
185σχωσι τὴν κινητὴν καὶ ἀκίνητον περιουσίαν τῶν Μονῶν.
186Πταίει λοιπὸν ἡ νομοθεσία, ἡ ὁποία καθιέρωσε τοιαύτην
187ἀρχὴν ὀλεθρίαν διὰ τὴν μόνην περιουσίαν τῆς Ἐκκλησίας
188καὶ οὐχὶ διὰ τοὺς ὑπάρχοντας μοναχούς, τῶν ὁποίων τὴν
189πτωχείαν ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἵνα συγ-
190κινήσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐγὼ δὲν συγκινοῦμαι τόσον
191ἐκ τούτου, ὅσον ἐκ τῆς καταστροφῆς, ἥτις ἐπέρχεται εἰς
192τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν, τὴν κατ’ ἐξοχὴν ἐκκλησια-
193στικὴν περιουσίαν, δι’ ἧς ἡ Ἐκκλησία δύναται νὰ πραγμα-
194τοποιήσῃ τὸν μέγαν αὐτῆς καὶ ὑψηλὸν προορισμόν. Εἰς τὰς
195Μονὰς τῶν Καλαβρύτων ἐγένετο ἐπαισθητὸν τὸ κακόν, διότι
196τὸ μεγαλείτερον αὐτῶν εἰσόδημα προήρχετο ἐκ τῆς σταφί-
197δος. Ἐφέτος ἡ σταφὶς ὑπετιμήθη καὶ ἠλαττώθησαν τὰ εἰσο-
198δήματα. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἐπὶ τῶν μοναστηριακῶν δὲν
199ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, οὐδὲ νὰ προΐδῃ τὴν τοιαύτην
200ὑποτίμησιν τῆς σταφίδος καὶ νὰ κάμῃ ἔκπτωσιν. Ἡ ἐπι-
201τροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα ἔτη καὶ ἐπὶ τῇ
202βάσει αὐτῶν ἐκανόνισε τὴν εἰσφοράν. Τοῦτο ἐπιβάλλεται
203ὑπὸ τοῦ νόμου.
204Λοιπὸν πταίει τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον καθιερώθη
205διὰ τῶν εἰσφορῶν καὶ καθ’ ὃ ἐπιτρέπεται οὐ μόνον ἡ ἐκ-
206ποίησις τῶν κτηνῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀκινήτων· διότι, ἂν ἦσαν
207μόνον τὰ κτήνη, τὸ κακὸν θὰ ἦτο μικρὸν, ὡς καὶ ἡ προ-
208σωποκράτησις τῶν μοναχῶν (διότι καὶ τοῦτο συνέβη ἀλ-
209λαχοῦ, ὡς ἐὰν ἦσαν ὀφειλέται αὐτοὶ ἐξ ἰδίας περιουσίας).
210Ἀλλὰ τὸ κακὸν τὸ μέγα εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ
211ἐκλαϊκεύεται ἡ μοναστηριακὴ περιουσία, ἡ περιουσία τῆς
212Ἐκκλησίας. Συμβαίνει δὲ καὶ ἔτι χεῖρον ἐνίοτε. Ἡγούμενοί
213τινες δηλαδὴ συνεννοοῦνται μετὰ φίλων καὶ συγγενῶν πρὸς
214ἁρπαγὴν τῶν κτημάτων, καὶ δὲν πληρόνουσι τὴν εἰσφοράν,
215ὅπως ἐκτεθῶσι τὰ κτήματα εἰς πλειστηριασμόν.
216Βλέπω δὲ, ὅτι ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν θεσμὸν, καθ’
217ὃν χρόνον ὀφείλομεν νὰ ἐγείρωμεν φωνὴν ὑπὲρ τῆς περιου-
218σίας Μονῶν, τὴν ὁποίαν ἐξελαΐκευσεν ἡ Ρωμουνία, Μονῶν,
219αἵτινες δὲν ἀνήκουσι πᾶσαι εἰς τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς
220τὴν Ἑλλάδα. Τὰ Μετέωρα εἶχον κτήματα μεγάλα καὶ
221πλούσια ἐκεῖ, καὶ ἐνῷ ἡ Τουρκία προέβη εἰς διαβήματα καὶ
222ἤθελε νὰ φέρῃ τὸ ζωτικὸν τοῦτο ζήτημα τῆς ἐκκλησιαστι-
223κῆς περιουσίας ἐνώπιον τῶν Μ. Δυνάμεων, ἡ Κυβέρνησις
224ἡμῶν ἔμεινε μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας! Ἀλλὰ δὲν ἠξεύ-
225ρω, τί θὰ ἔλεγεν ἀπέναντι τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως,
226ἂν αὕτη ἀπήντα «τὸ ἴδιον πράττετε καὶ σεῖς ἐν Ἑλλάδι».
227Πρέπει δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ περιουσία ἡ
228μοναστηριακὴ ἔν τε τῇ Τουρκίᾳ καὶ Ἑλλάδι ἀνέρχεται εἰς
229ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Φαντασθῆτε δὲ τί θὰ
230συνέβαινεν, ἂν ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια ἀπεφάσιζε νὰ ἀκο-
231λουθήσῃ τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Τρικούπη, ζητοῦντος νὰ
232ἐκλαϊκεύσῃ τὴν ἐκκλησιαστικὴν περιουσίαν.
233Ἐσχάτως ἠγέρθη τὸ ζήτημα ἱδρύσεως νοσοκομείου ἐκ
234τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Ἀρεταίου, ὑπὸ τὸ πρόσχημα δὲ
235τοῦτο ἐζητήθη νὰ ἀφαιρεθῇ αὐθαιρέτως οἰκόπεδον ἐκ τῆς πε-
236ριουσίας τῆς Μονῆς τῶν Ἀσωμάτων. Θέλετε νὰ ἐνασκήσητε
237φιλανθρωπίαν; ἐνασκήσατέ την μὲ τὸ βαλάντιόν σας, ὄχι
238μὲ ξένην περιουσίαν, ἥτις ἔχει περιφρουρηθῆ καὶ διὰ τῶν
239κανόνων καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος ὡς περιουσία χρησιμεύ-
240ουσα ὑπὸ τὸν διακριτικὸν αὐτῆς χαρακτῆρα πρὸς ὡρισμέ-
241νον σκοπὸν, ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας.
242Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ θεωρήσητε ἐπουσιῶδες·
243εἶναι σπουδαιότατον καὶ δύναται νὰ ἔχῃ ἐπακόλουθα ὀλέ-
244θρια δι’ ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ ὀφείλει ὁ κ. Πρωθυ-
245πουργὸς προκληθεὶς νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ νὰ μὴ σιωπᾷ.
246Τὸ ζήτημα ἤγειρε καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος. Εἰσηγητὴς τοῦ συ-
247στήματος τούτου εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ αὐτὸς
248ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ οὐχὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκ-
249κλησιαστικῶν. Ἐνόμισεν ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου
250ἤθελε σώσει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ τὰ ἔφερεν ἐκεῖ,
251ὅπου τὰ ἔφερεν. Ἂς φεισθῇ τουλάχιστον τῆς Ἐκκλησίας,
252εἰς τὴν ὁποίαν πολλὰ ὀφείλει ὁ Ἑλληνισμός. Αὐτὴ ὑπῆρξεν
253ὁ παρήγορός του εἰς ὅλας τὰς δεινὰς περιστάσεις. Αὐτὴ δύ-
254ναται νὰ τὸν ὑποβοηθήσῃ καὶ νῦν, ὅπως ἐξέλθῃ ἐκ τῆς ἐκ-
255λύσεως τῶν ἠθῶν, εἰς ἣν ἔχει περιστῇ τὴν σήμερον.
256§9Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἔχω καὶ ἐγὼ ἐπιστολὰς
257περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν
258μου μετὰ τῶν κυρίων συναδέλφων, καὶ παρακαλῶ νὰ συ-
259στηθῇ ἡ ἀναφορὰ, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ γενόμεναι
260παραστάσεις καὶ γείνῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν πρὸς ἐλάφρυνσιν
261τῶν βαρῶν.
262§10Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι
263ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ συνιστᾷ τὴν ἀναφοράν.
264§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
265§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουρ-
266γεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
267§13ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἦτο περιττὸν νὰ μὲ κατηγορήσῃ ὁ ἀξιό-
268τιμος συνάδελφος, ὅτι ἐγὼ ἐψήφισα τὸν νόμον. Ἐγὼ παρε-
269πονέθην, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις ἐγένετο κακῶς οὐχὶ ὑπὸ τοῦ κ.
270Εὐταξία, ὅστις ὤφειλε νὰ σεβασθῇ τὸν νόμον, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς
271ἐπιτροπῆς τῆς διαχειριστικῆς· τὰ βάρη δὲ, τὰ ὁποῖα ἐπέ-
272βαλεν εἰς τὴν Μονὴν τῆς Λαύρας καὶ τοῦ Μεγάλου Σπη-
273λαίου, εἶναι μεγάλα σχετικῶς πρὸς τὰ τῶν ἄλλων Μονῶν.
274§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὔτε ἡ ὑπηρεσία πταίει, οὔτε ὁ Ὑπουργός·
275διότι ὁ καταλογισμὸς ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπο-
276λογισμῶν.
277§15ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων
278ἡμερῶν παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ
279τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, (διότι ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι ὁ κ. Πρω-
280θυπουργὸς ἔλαβε γνῶσιν καὶ ἐμελέτησεν ἐπὶ πολὺ τὸ ὑπό-
281μνημα τῆς ἱερᾶς Συνόδου, ἥτις ἐκτάκτως ἐν τῷ ζητήματι
282τούτῳ ὁμοφώνως ἀπεφάνθη,) νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν
283καὶ νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἱερὰ Σύνο-
284δος ζητεῖ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὑποβάλῃ τὰ προσή-
285κοντα νομοθετήματα, πρὸς παῦσιν τῶν καταχρήσεων, αἵτι-
286νες τελοῦνται εἰς βάρος τῶν Μονῶν, ἄλλαι μὲν κατὰ νόμον,
287ἄλλαι δὲ παρὰ τὸν νόμον. Εἰς τὸ ζήτημα ὅμως, εἰς τὸ
288ὁποῖον παραπονοῦνται οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Καλαβρύτων Βου-
289λευταί, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐπιβάλλει τὴν ἀναλο-
290γίαν τῆς πληρωμῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογιζομένων
291ἐσόδων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραττομένων. Γνωρί-
292ζετε δὲ κύριε Πρόεδρε, ποία ἀδικία τελεῖται ἐναντίον τῶν
293Μονῶν, διότι ἐπιβάλλεται τὸ 10% ἐπὶ προϋπο-
294λογιζομένων ἐσόδων 100 χιλιάδων ἐπὶ παραδείγματι, ἐνῷ
295ἴσως δὲν εἰσεπράχθησαν οὐδὲ 50 χιλιάδες, καὶ καταντᾷ
296νὰ λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον ὅλα τὰ εἰσοδήματα τῶν Μονῶν,
297δημεῦον τὴν περιουσίαν των. Ὁ νόμος ἐννοεῖ εἰσπράξεις
298πραγματικάς· ἐπὶ τούτου δὲ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς
299τῆς Παιδείας δὲν ἔχει λόγον νὰ διστάζῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ
300ἄλλο θέμα, θὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως
301κατὰ πόσον δέχεται, ἢ ὄχι, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον πρὸς
302ἄρσιν τῶν σκανδάλων καὶ τῶν ἀντισυνταγματικῶν καὶ ἀντι-
303κανονικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐπιφέρουσι τὴν καταστρο-
304φὴν τῶν Μονῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παι-
305δείας νὰ μὴ ἀναβάλλῃ ἐπὶ πλέον, διότι ἀναβάλλων θὰ ἀπο-
306δείξῃ, ὅτι δὲν θέλει νὰ ληφθῇ κἀμμία πρόνοια, ἀφοῦ μετ’
307ὀλίγον θὰ κλείσῃ ἡ Βουλή. Εἶμαι δὲ τῆς ἰδέας, ὅτι καὶ ἡ
308Ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θὰ δεχθῇ τὴν
309τοιαύτην κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐπίθεσιν.
310§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τοὺς ἀξιοτίμους ἐκ Καλαβρύτων Βου-
311λευτὰς ἐπετρέπετο βεβαίως νὰ εὑρίσκωνται ἐν ἀγνοίᾳ, οὐχὶ
312ὅμως καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος
313προΐστατο τοῦ Ὑπουργείου τῇ Παιδείας ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον.
314Ἐὰν θέλωμεν νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὰς πραγματοποιου-
315μένας εἰσπράξεις, οὐδεμίαν θὰ ἔχωμεν εἴσπραξιν, διότι, ὡς
316γινώσκετε, οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν Μονῶν καθυστεροῦσιν ἐπὶ
317πολλὰ ἔτη.
318§17ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ἐκτε-
319λεσθῇ ὁ νόμος. Ὁ νόμος διατάσσει, ἡ εἰσφορὰ τῶν Μονῶν
320νὰ ὑπολογίζηται ἐπὶ τῶν πραγματικῶν ἐσόδων. Ἐὰν οἱ
321ἀπολογισμοὶ καθυστερῶσι, πταίει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
322γείου. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι λόγος νὰ φορολογῶνται αἱ
323Μοναὶ ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθη-
324σαν ὑπερβολικοί. Τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νό-
325μος. Ὅταν ἡ ὑπηρεσία ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ πο-
326σὸν τῶν ἐσόδων τῶν Μονῶν ἐπὶ τὸ διατρέξαν ἔτος, θὰ σπεύ-
327σῃ νὰ ἐξελέγξῃ καὶ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν Μονῶν. Διότι
328ὅμως δὲν ἐξελέγχονται οἱ ἀπολογισμοὶ, δὲν εἶναι λόγος νὰ
329καταστρέφωμεν τὰς Μονὰς, ἐπιβαρύνοντες αὐτὰς μὲ διπλα-
330σίας καὶ τριπλασίας εἰσφορὰς, αὐτὰς καθ’ ἑαυτὰς οὔσας
331βαρυτάτας καὶ ἀδικωτάτας.
332§18ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τηλεγράφημα δια-
333φόρων κατοίκων τῶν δήμων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν δι-
334καιοδοσίαν τοῦ Εἰρηνοδικείου Νωνάκριδος, παραπονουμένων
335κατὰ τοῦ αὐτόθι εἰρηνοδίκου, ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως ἐτι-
336μωρήθη πειθαρχικῶς, τελευταῖον δὲ κατηγγέλθη ἐπὶ δω-
337ροδοκίᾳ καὶ παραβιάσεσιν. Ἀναγινώσκω μόνον τὸ τελευ-
338ταῖον μέρος τοῦ τηλεγραφήματος, ἀπευθυνομένου καὶ πρὸς
339τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον (ἀναγινώσκει): «Σώσατε,
340παρακαλοῦμεν, ἀξιοπρέπειαν δικαιοσύνης, ἀπαλλάξατε,
341καθικετεύομεν, πέντε δήμους τοιούτου ἀνοσίου ὑπαλλήλου.»
342Ἀνέγνωσα εἰς διαφόρους ἐφημερίδας διατριβὰς κατὰ
343τοῦ εἰρηνοδίκου τούτου, ὁ ὁποῖος, ὡς φαίνεται, νομίζει ὅτι
344τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν δύναται νὰ θεωρήσῃ ὡς ἐμπόρευ-
345μα καὶ νὰ τὴν θέτῃ εἰς δημοπρασίαν, ἔχει δὲ τὸ θάῤῥος
346καὶ νὰ ὑβρίζῃ τοὺς καταγγέλλοντας αὐτόν. Ὁ λαὸς ἐκεῖ-
347νος φοβεῖται μόνον, μήπως καταῤῥίψῃ τὸ γόητρον τῆς Δι-
348καιοσύνης, εἰ δ’ ἄλλως, ἤθελε τὸν διώξει διὰ τοῦ ξύλου. Διὰ
349τοῦτο παρακαλῶ νὰ ληφθῶσι μέτρα σύντονα, διὰ νὰ ἀπαλ-
350λαχθῇ ὁ τόπος ἀπὸ τοιοῦτον ὑπάλληλον.
351§19ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο ἐπερωτήσεις μι-
352κρὰς ἔχω νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκ-
353κλησιαστικῶν. Ἡ πρώτη εἶναι νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ πλη-
354ροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ἀπέλυσεν ἐν μηνὶ Ραμαζα-
355νίῳ τὸν Μουφτῆν Φαρσάλων, καὶ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγρα-
356φα, τὰ ὁποῖα τὸν ἠνάγκασαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν
357αὐτοῦ. Ἡ δὲ δευτέρα ἀφορᾷ τὸν Μουφτῆν Λαρίσσης.
358Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν
359διατὶ διώρισε Μουφτῆν ἐν Λαρίσσῃ τὸν Μπερμπὲρ–Μουστα-
360φᾶ–ἀγᾶν, ἐνῷ οὗτος δὲν εἶχε τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν θέσιν
361προσόντα, οὔτε ἁπλοῦν ἐνδεικτικόν· ἄρα παρανόμως διωρί-
362σθη. Περὶ τούτου ἔχω ἐπιστολὴν καὶ τοῦ συναδέλφου μου ἐκ
363Λαρίσσης Σερὲφ Μπέη καὶ ἄλλων πολλῶν ὁμοθρήσκων αὐ-
364τοῦ κατοίκων Λαρίσσης.
365§20ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤδη πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης
366Νωνάκριδος, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου ὁ λόγος, καὶ ἐν Γορτυνίᾳ
367ὅμοια ἐτέλεσε πέρυσιν.
368§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Μουφτῆν Λαρίσσης, αὐ-
369τὸς εἶναι ὁ γνωστὸς Βερβὲρ–Μουσταφᾶς, περὶ οὗ καὶ ἄλ-
370λοτε πολὺς ἐγένετο λόγος. Αὐτὸν ἄλλοτε ἀπέλυσε τὸ
371Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη, εὐθὺς ὡς ἔμαθεν, ὅτι δὲν ἔχει
372τὰ νόμιμα προσόντα, τώρα ὅμως τὸν διώρισε καὶ ἄνευ αὐ-
373τῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἐπὶ
374τῇ βάσει τίνων προσόντων διωρίσθη ἐφέτος, καὶ διὰ τίνας
375λόγους ἐπαύθη πέρυσιν.
376§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς
377συνάδελφος κ. Ὀριγώνης ἀπηύθυνε χθὲς ἐπερώτησιν πρὸς
378τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ἂν ἀντελήφθην
379καλῶς, παρενέβαλε δὲ ἐν τῷ μέσῳ καὶ τὸ ὄνομά μου, προ-
380καλέσας τὴν μαρτυρίαν καὶ ἐμοῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς
381ἀφορώσης εἰς τὴν ἀνέγερσιν ἀνδριάντος εἰς τὸν ἥρωα τῆς
382Ἀλαμάνας Διάκον καὶ εἰς τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν
383τοῦ ἔργου, ἰδίᾳ δὲ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων. Ὁ κ.
384Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζω ὅτι ὑποχρεοῦται
385πρὸ ἐμοῦ νὰ λάβῃ τὸν λόγον· παρακαλῶ δὲ αὐτὸν νὰ δη-
386λώσῃ, ἐὰν θὰ ὁμιλήσῃ. Μετὰ ταῦτα ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ
387ἐγώ τινα, ἐὰν ὑπολείπηταί τι δι’ ἐμέ.
388§23ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
389Ἐγὼ ἐπερίμενα νὰ ἐπαναλάβητε τὴν ἐπερώτησιν, καθ’ ἃ
390ὑπεσχέθητε χθές, ἀλλ’ ἀφοῦ μὲ προκαλεῖτε, λέγω ὅτι ἡ ἐπὶ
391τῆς κατασκευῆς τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Διάκου ἐπιτροπὴ
392εἶχε συστηθῆ τῇ πρωτοβουλίᾳ, νομίζω, τοῦ κ. Παπαμι-
393χαλοπούλου...
394§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
395§25ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἢ συλλόγου τινὸς ἐκ φοιτητῶν.
396§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἑνὸς συμπολίτου σας.
397§27ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τοῦ κ. Κρέμου; ἔστω... Ἡ ἐπιτροπὴ
398αὕτη συνέλεξε ποσόν τι, τὸ ὁποῖον παρέδωκε βραδύτερον
399εἰς ἑτέραν ἐπιτροπήν, ἧς ἀπετέλει μέρος καὶ ὁ κ. Παπαμι-
400χαλόπουλος. Ἔκτοτε παρῆλθον πολλὰ ἔτη. Πρὸ ὀλίγου
401χρόνου πολῖται εὐϋπόληπτοι τῆς Λαμίας ἐζήτησαν νὰ λη-
402φθῇ πρόνοια περὶ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ἀνδριάντος τούτου,
403καὶ παρεκάλεσαν νὰ νομιμοποιηθῇ ἡ ἐπιτροπή, ἵνα γείνῃ
404ἐργασία τελεσφόρος. Προεκάλεσα λοιπὸν τὴν σύστασιν νέας
405ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν δὲν περιελήφθησαν ἐκ τῆς πρώην ἐπιτρο-
406πῆς οἱ κ.κ. Κατσίμπαλης, Παπαμιχαλόπουλος, Χαλκιόπου-
407λος καὶ Φωκᾶς, διορισθέντων μεταξὺ τῶν νέων προσώπων
408καὶ δύο ἐκ τῶν συναδέλφων ἡμῶν. Ταῦτα πάντα ἐγένοντο
409ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Μοὶ ἀνηγγέλθη χθές, ὅτι ἦσάν τινα
410μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα εἰργάζοντο, καὶ παρεπονέ-
411θησαν, ὅτι παρελείφθησάν τινα, ὄχι βεβαίως ὁ κ. Παπαμι-
412χαλόπουλος. Μόλις ἤκουσα τοῦτο, διέταξα νὰ προστεθῶσι
413καὶ τὰ μέλη ταῦτα, ὅπερ καὶ ἐγένετο.
414§28ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἀπαρτίζουν μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης
415καὶ τὰ πρώην μέλη;
416§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι αὐτὴν τὴν
417στιγμὴν τὸ μανθάνω.
418§30ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Παπαμι-
419χαλόπουλον καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἐγὼ
420ἠγνόουν ἐντελῶς ποῖα ἦσαν τὰ μέλη τῆς πρώην ἐπιτροπῆς,
421ὅτε μοὶ ἐγένετο παράπονον παρά τινος, ὅτι παρελείφθη.
422§31ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Τοῦτο μόνον μοὶ ἐκίνησε τὴν περιέργειαν,
423πῶς παρελείφθησαν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα. Ἀλλὰ σᾶς εὐχα-
424ριστῶ διὰ τὴν δήλωσίν σας.
425§32ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Παπαμι-
426χαλόπουλον νὰ μᾶς εἴπῃ τὰ τῆς λογοδοσίας, διότι κἄτι
427λάκον ἔχει ἡ φάβα!
428§33ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως παρετήρησα
429πρό τινων ἡμερῶν εἰς διάταγμα δημοσιευθὲν εἰς τὴν Ἐφη-
430μερίδα τῆς Κυβερνήσεως τῆς 24 Φεβρουαρίου, ὅτι διωρί-
431σθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπιτροπὴ ἐκ πολλῶν μελῶν,
432Λαμιέων κατὰ τὸ πλεῖστον, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνατίθενται τὰ
433τῆς μερίμνης τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Διάκου. Λέγω δ’ ὅτι εὐ-
434χαρίστως παρετήρησα, ὅτι τὸ ὄνομά μου δὲν συμπεριελαμ-
435βάνετο ἐν τῇ νέᾳ ἐπιτροπῇ, καθόσον συμπεριληφθεὶς ἐν τῇ
436παλαιᾷ, (διότι συνέβη ποτὲ νὰ ἦμαι φοιτητὴς εἰς τὸ Πα-
437νεπιστήμιον) εἶχον ὑποστῆ τόσους κόπους, τόσους μόχθους
438καὶ τόσας ἀπογοητεύσεις, ὥστε δικαίως ἔπρεπε νὰ ὀφείλω
439εὐγνωμοσύνην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι μὲ ἀπήλλαξε...
440§34ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀδίκως· διότι ἐγὼ δὲν σᾶς ἀπήλλαξα.
441§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκφράζω τὰ παρά-
442πονά μου, ἐὰν μὲ συμπεριλάβητε καὶ αὖθις, δηλῶ δὲ, ὅτι
443δὲν θὰ δεχθῶ.
444Ἐπιτροπή τις, αὐτομάτως πως συστηθεῖσα τὸ 1876
445ἐξ ἐνθουσιωδῶν τινων λόγων καὶ παραδόσεων τῆς ἱστορίας
446παρὰ τοῦ κ. Κρέμου, προέβη εἰς συλλογὴν συνδρομῶν καὶ
447συνέλεξεν ὑπὲρ τὰς 4,000 δραχμάς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη
448διῃρέθη εἰς δύο μέρη, εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ φοιτητῶν καὶ εἰς
449ἐπιτροπὴν ἐκ μαθητῶν. Τὸ ποσὸν τῶν συλλεγέντων χρη-
450μάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς 4,330 δραχμὰς, κατετέθη
451εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν παρὰ τοῦ κ. Κρέμου διὰ τῶν
452ὑπ’ ἀριθ....... ἐπιταγῶν, αἵτινες φαίνονται ἐδῶ, ἐν
453λογοδοσίᾳ ἐκδοθείσῃ παρὰ τοῦ κ. Κρέμου ὑπὸ τὸν τίτλον
454«Προέκθεσις» καὶ τυπωθείσῃ κατὰ τὸ 1891. Αὐτοδικαίως
455πως, ἐπαναλαμβάνω, εὑρέθην δυστυχῶς μέλος τῆς ἐπιτρο-
456πῆς αὐτῆς. Κατὰ τὸ 1888 ἡ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας πά-
457λιν αὐτοδικαίως πρόεδρος ἦτο ὁ κ. Κρέμος, θέλουσα νὰ
458προβῇ εἰς περαιτέρω ἐργασίας, προσέλαβε καί τινα νέα
459μέλη, ἐν οἷς τὸν κ. Κατσίμπαλην καὶ τὸν κ. Ἰωάννην
460Καμπούρογλουν, τὸν διευθυντὴν τῆς «Νέας Ἐφημερίδος».
461Παλαιοὶ δὲ εἴμεθα ὁ κ. Φωκᾶς, ἰατρὸς, ὁ κ. Γ. Π. Χαλκιό-
462πουλος, δικηγόρος, καὶ ἐγώ. Ἡ νέα ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ
463προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Συνεβλήθη δὲ μετὰ
464δοκίμου καλλιτέχνου, τοῦ κ. Ἰωάννου Καρακατσάνη, μα-
465θητοῦ τοῦ περιφήμου Λεωνίδα Δρόση, πρὸς κατασκευὴν τοῦ
466ἀνδριάντος, συμφωνήσασα τίμημα 18 χιλιάδων δραχμῶν,
467ὅρους δὲ τοὺς ἑξῆς· νὰ προκαταβάλῃ αὐτῷ ἀμέσως ἐν ἀρχῇ
4681,000 δραχμὰς, ἀναλόγους δὲ δόσεις κατὰ τὴν πρόοδον
469τῆς ἐργασίας, ἐκτιμωμένης ὑπὸ εἰδικῶν προσώπων. Δυστυ-
470χῶς ἐπῆλθον, παρ’ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν ἡμῶν, πλεῖ-
471σται καθυστερήσεις καὶ περιπλοκαὶ εἰς τοὺς λογαριασμοὺς
472τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ, σημειώσατε, οὐδὲ ἐγὼ, οὐδὲ ὁ
473κ. Χαλκιόπουλος, οὐδὲ ὁ κ. Φωκᾶς, οὐδὲ ὁ κ. Κατσίμπα-
474λης, οὐδὲ ὁ κ. Καμπούρογλους (ὁ ὁποῖος σχεδὸν οὐδέποτε
475ἔλαβε μέρος) εἴδομέν ποτε ἢ λογαριασμοὺς, ἢ χρήματα, ἢ
476ταμεῖον, ἢ ἔγγραφα, ἢ τίποτε ἄλλο ἀπολύτως. Ὅλα αὐτὰ
477εἶχε, καὶ ὡς πρόεδρος καὶ ὡς ταμίας καὶ ὡς διαχειριστὴς
478ὁ κ. Κρέμος. Πρὸ ἑνὸς ἢ πρὸ δύο ἐτῶν ἤρχισε πολὺ νὰ μᾶς
479ἐνοχλῇ ἡ δημοσιογραφία. Ἀναγινώσκω αἴφνης ἡμέραν τινὰ
480εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» τὴν ἐρώτησιν: «Κύριε Παπαμιχα-
481λόπουλε, τί γίνεται τὸ χρῆμα τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Διάκου;»
482Ἐπῆγα εἰς τὸ γραφεῖον τῆς «Ἀκροπόλεως» καὶ ἐδήλωσα,
483ὅτι κακῶς διασύρεται τὸ ὄνομά μου ὑπὸ τῶν συντακτῶν, ἐν
484πάσῃ βεβαίως ἀγνοίᾳ των, ὅτι ὁ κ. Κρέμος διαχειρίζεται
485τὰ πάντα. Ἡ «Ἀκρόπολις» ἐστράφη πρὸς τὸν κ. Κρέμον,
486ἀπευθύνουσα τὰς αὐτὰς ἐρωτήσεις. Ὅτε δέ ποτε συνέβη νὰ
487διαχειρίζωμαι τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ
488διευθυντὴς καὶ ἰδιοκτήτης τῆς «Ἀκροπόλεως» κ. Γαβριη-
489λίδης δι’ ἐπιστολῆς πρὸς ἐμὲ, φερούσης ἡμιεπίσημον τύπον,
490ὡς ἀπευθυνομένης παρὰ δημοσιογράφου πρὸς Ὑπουργὸν,
491μοὶ ὑπεμίμνησκεν, ὅτι, διαχειριζόμενος ἤδη ἐξουσίαν δημο-
492σίαν, θὰ ἠδυνάμην νὰ συντελέσω εἰς κανονισμὸν τῆς ὑπο-
493θέσεως ἐκείνης. Ἔσπευσα νὰ ἀνακοινώσω ἐν πρωτοτύπῳ
494τὴν ἐπιστολὴν ταύτην πρὸς τὸν κ. Κρέμον, ὁ ὁποῖος ἀπήν-
495τησεν, ἀποστείλας ἀντίτυπον τοῦ φυλλαδίου τούτου, καὶ
496ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀπέστειλα πρὸς τὸν δημο-
497σιογράφον. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα πολλάκις καὶ ἄλλοτε, ἰδίως
498ὅμως πρὸ 3–4 μηνῶν, ἔγραφον αἱ ἐφημερίδες, καὶ δὴ ὀνομα-
499στὶ ἡ «Νέα Ἐφημερίς»: «Τί γίνονται τὰ χρήματα, κ.
500Κρέμε;» «Πρέπει νὰ βάλῃ τὴν χεῖρά της ἡ δικαιοσύνη!»
501ἔγραφεν ἄλλη ἐφημερίς, ἡ «Ἐφημερίς». «Θὰ προκαλέσω-
502μεν τὴν ἐπέμβασιν τῶν ἀρχῶν», ἔγραφεν ἡ «Ἀκρόπολις».
503Ἄλλη ἐφημερίς, ἐκδοθεῖσα κατὰ Νοέμβριον δι’ ὀλίγας ἡμέ-
504ρας, ὁ «Κῆρυξ», ἐπετίθετο καὶ αὐτὴ καθ’ ἡμῶν. Εἶχε κα-
505ταντήσει τὸ πρᾶγμα λίαν δυσάρεστον δι’ ἀνθρώπους, οἵτι-
506νες, ἀφοῦ προέθησαν ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ παρακλη-
507θέντες εἰς τὴν τέλεσιν καλοῦ τινος, ἔβλεπον ἑαυτοὺς συρο-
508μένους εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ καταχρήσεως ἀλ-
509λοτρίων χρημάτων, καὶ μάλιστα προωρισμένων πρὸς τόσον
510ἱερὸν σκοπόν.
511Διατὶ δὲ πάντα ταῦτα; Ἰδού. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον
512τοῦ 1892 συνεβλήθη ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς τὸν καλλιτέχνην,
513πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἀνδριάντος, ὡς εἶπον ἀνωτέρω. Ἡμεῖς,
514ὁμολογῶ, δὲν ἐφάνημεν ποτὲ ἐνήμεροι εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν
515ὑποχρεώσεών μας πρὸς αὐτὸν, καὶ αὐτὸς δικαίως μᾶς ἠνώ-
516χλει συχνότατα δι’ ἐπιστολῶν, διὰ διαμαρτυριῶν, δι’ ἀπει-
517λῶν· εἶχε δίκαιον, ἐπαναλαμβάνω, διότι αὐτὸς, ἅμα τῇ
518πρώτῃ συμφωνίᾳ, προέβη εἰς τὴν ἀγορὰν μαρμάρου, ἐκτά-
519κτου ἀξίας, κατὰ καλὴν σύμπτωσιν, καὶ ἐξετέλεσε τὸ ἔρ-
520γον, πρῶτον μὲν ἐν προπλάσματι διαφόρων μεγεθῶν, ἔπειτα
521δὲ ἐν τῷ ὁριστικῷ προπλάσματι, ὕψους τριῶν περίπου μέτρων
522γαλλικῶν· τὴν ἐκτέλεσιν εἶτα μετέφερεν εἰς τὸ μάρμαρον,
523καὶ ἐξετελέσθη μέχρι τῆς ὥρας κατὰ τὰ ⅘ ἐργασία ἐξό-
524χου ἀξίας, ἡ ὁποία θὰ τιμήσῃ τὴν νεωτέραν καλλιτεχνίαν
525παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ἀπέναντι τούτων ὁ καλλιτέχνης, ἵνα μὴ
526ἀποτελέσῃ, φαίνεται, ἐξαίρεσιν τῆς γενικῆς μοίρας τῶν καλ-
527λιτεχνῶν, ὧν κλῆρος εἶναι ἡ πενία ἐπείνα κυριολεκτικῶς, καὶ
528ἐὰν δὲν εὑρίσκετο μεταξὺ ἡμῶν τῶν πτωχῶν ὁ εὐπορῶν κ.
529Κατσίμπαλης νὰ ὑποστηρίξῃ ἐξ ἰδίων του τὸν ἀτυχῆ καλ-
530λιτέχνην, βεβαίως θὰ εἶχεν ἀποθάνῃ τῆς πείνης αὐτός τε
531καὶ τὰ τέκνα του, ἢ ἐν τῇ φυλακῇ διὰ χρέη, καταδιω-
532κόμενος ἀπὸ τοὺς πωλητὰς τοῦ μαρμάρου καὶ τοῦ γύψου,
533καὶ τοὺς ἐργάτας καὶ τοὺς σιδηρουργοὺς καὶ ὅλους τοὺς
534λοιποὺς χορηγητὰς τῆς βιομηχανίας του. Ἐσχάτως ὅμως
535ὁ καλλιτέχνης οὗτος, πιεσθεὶς ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ἔῤῥιψε
536κραυγὰς γοερὰς, πολλάκις μὲν καὶ ἄλλοτε, ἰδίᾳ δὲ διὰ τοῦ
537ἑξῆς ἐγγράφου του, ὅπερ ἀπηύθυνεν ἐγκυκλίως πρὸς ὅλους
538ἡμᾶς, πλὴν τοῦ κ. Κρέμου (ἀναγινώσκει):
539«Πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Κωνστ. Παπαμιχα-
540λόπουλον, μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Ἀθα-
541νασίου Διάκου ἐπιτροπῆς.
542«Κύριε, εὐσεβάστως ἀναφέρω ὑμῖν τὰ ἑξῆς:
543«Πρὸ δύο ἐτῶν, ὡς γνωρίζετε, ἀνέλαβον τὴν κατασκευὴν
544τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Ἀθανασίου Διάκου, ὃν ὑπεχρεώθην νὰ
545παραδώσω τῇ σεβαστῇ ἐπιτροπῇ κατὰ τὸν προσήκοντα
546χρόνον, ὡς ἤθελε τελειώσει. Ὡς ἀντάλλαγμα τῶν κόπων καὶ
547τῆς ἐπὶ τούτου ἐργασίας μου συνεφωνήθη νὰ λαμβάνω τὴν
548γνωστὴν εἰς ὑμᾶς ἀξίαν. Ἵνα παράσχω δὲ δυνατὰς εὐκο-
549λίας πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀνεδέχθην τὴν ἐκχώρησιν μιᾶς
550ἀπαιτήσεως ἐκ δραχμῶν 8348, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐξεχώρη-
551σεν ὁ ἕτερος ἐκ τῶν μελῶν κ. Γ. Κρέμος, ὡς ἔχων λαμβά-
552νειν ταύτας παρὰ τοῦ κ. Ἰωάννου Βέσση καθηγητοῦ. Ὁ
553ῥηθεὶς ὀφειλέτης, μὴ δυνάμενος νὰ μοὶ πληρώσῃ κατὰ δό-
554σεις τὴν ἐκχωρηθεῖσαν ἀπαίτησιν, ἐδέησεν, ἐκ τῆς ἰδέας τῆς
555εὐκολίας πάλιν καὶ ἵνα μὴ βαρύνω καὶ τὴν θέσιν τοῦ ἀλ-
556ληλεγγύως ὑποχρέου κ. Γεωργίου Κρέμου, νὰ συνταχθῇ
557τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 47,383 συμβόλαιον, κανονίσαν τὰς δόσεις
558ἀνὰ δραχμὰς ἑκατὸν εἰς ἕκαστον μῆνα, πλὴν τῆς τελευ-
559ταίας, ἥτις ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 2948. Τὰς τοιαύτας
560δόσεις, καίτοι παρῆλθε πολὺς καιρὸς, ὁ πρὸς τοῦτο ὑπόχρεως
561δυστροπεῖ νὰ μοὶ καταβάλῃ ταύτας, καθιστῶν μοι οὕτω
562δυσχερῆ τὴν θέσιν πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν. Ἐντεῦθεν ὁ ἐπὶ
563τούτῳ δικηγόρος μου προέβη εἰς τὴν κοινοποίησιν ἀντι-
564γράφου τοῦ συμβολαίου μετ’ ἐπιταγῆς, ἕτοιμος πρὸς τού-
565τοις νὰ ἐνεργήσῃ καὶ πᾶσαν κατάσχεσιν ἐπὶ ἀναλόγου κι-
566νητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας του.
567«Πρὶν ὅμως γείνῃ ἡ τοιαύτη διὰ τὰ περαιτέρω ἐνέργεια,
568ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω τὴν λύσιν τῆς ὑποθέ-
569σεως εἰς τὸ ἠθικὸν κῦρος ὑμῶν, καὶ παρακαλέσω ὑμᾶς θερ-
570μῶς, ὅπως συνερχόμενοι εἰς συνεδρίασιν δικάσητε καὶ ζητή-
571σητε τὸ δίκαιόν μου. Αἱ τοιαῦται ἐπιπροσθήσεις, αἵτινες μοὶ
572γίνονται ἀλλεπαλλήλως, ἐκτὸς τοῦ ὅτι μὲ δεσμεύουσιν ὑλι-
573κῶς, τὸ πλεῖστον, μὲ κρατοῦσι καὶ εἰς ἀδιάπτωτον ταρα-
574χὴν καὶ σύγχυσιν, ἐξ ἧς δὲν δύναμαι ποσῶς νὰ ἐργασθῶ.
575«Ἐπειδὴ ἄλλως ἡ μέχρι τοῦδε ἐργασία μου ὑπερβαίνει
576τὸ ἥμισυ τοῦ ἔργου καὶ πλέον, δέον τὸ σεβαστὸν Συμβού-
577λιον νὰ φροντίσῃ ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ δικαιοσύνης νὰ
578ἄρῃ πᾶν πρόσκομμα καὶ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν
579θέσιν ἐκείνην, ἐξ ἧς νὰ ἐμφαίνηται καὶ ὑποδεικνύηται ὁ
580ὑπεύθυνος, ὅστις καὶ νὰ βιασθῇ ἠθικῶς πρὸς πληρωμήν.
581«Εὐπειθέστατος
582«Ἰωάννης Καρακατσάνης (γλύπτης).»
583Μοὶ εἶναι δυσάρεστον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ὁμιλῶ ἐντεῦ-
584θεν περὶ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι παρὼν, διὰ ν’ ἀπολο-
585γηθῇ, καὶ ἐν γένει διότι δὲν θέλω νὰ ἀνάγω προσωπικὰ ζη-
586τήματα εἰς τὸ βῆμα. Ἀλλὰ, προκειμένου νὰ μοὶ ἀπευθυνθῇ
587ἐρώτησις, περιέχουσα ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, ὑπαινιγμὸν ἢ ὑπό-
588νοιαν περὶ τῆς ἀκριβείας χρηματικῆς διαχειρίσεως, εἰς ἣν
589μὲ ὑποθέτει τις ἀναμεμιγμένον, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προ-
590ασπίσω ἐμαυτόν. Μετὰ πολλὰς παρακλήσεις ἡμῶν πρὸς τὸν
591πρόεδρον–διαχειριστὴν κ. Κρέμον, καὶ πολλὰς ὑποσχέσεις
592αὐτοῦ ματαιωθείσας, ἡ ἐπιτροπὴ, ἡμεῖς οἱ λοιποὶ τέσσα-
593ρες, Κατσίμπαλης, Χαλκιόπουλος, Φωκᾶς καὶ ἐγὼ, ἀπεφα-
594σίσαμεν, ἐν τῇ ὑποχρεώσει, τὴν ὁποίαν εἴχομεν, οὐχὶ πλέον
595τῇ ἠθικῇ, ἀλλὰ καὶ τῇ νομικῇ, νὰ προβῶμεν εἰς ὁριστικὸν
596διάβημα, πρὶν ἢ ἴδωμεν ὅλως ἀδίκως κἀμμίαν χεῖρα Εἰσαγ-
597γελέως ἐπὶ τοῦ τραχήλου μας, καὶ συνελθόντες τὴν 28
598Ἰανουαρίου 1894, ἀπηυθύναμεν πρὸς τὸν κ. Κρέμον τὸ ἑξῆς
599ἔγγραφον (ἀναγινώσκει):
600«Ἐν Ἀθήναις, τῇ 28 Ἰανουαρίου 1894.
601«Πρὸς τὸν κ. Γεώργιον Κρέμον
602«Ἐνταῦθα.
603«Κύριε Γ. Π. Κρέμε, ὀπισθογράφως κοινοποιοῦμεν ὑμῖν,
604»τὴν ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν ἀπόφασιν τῆς περὶ ἀνε-
605»γέρσεως κενοταφίου τῷ Ἀθανασίῳ Διάκῳ ἐκτελεστικῆς
606»ἐπιτροπῆς, ἣν μεθ’ ὑμῶν ἀπετελοῦμεν, καὶ σᾶς παρακα-
607»λοῦμεν ἄνευ ἀναβολῆς νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς αὐτήν.
608«Μετὰ πάσης ὑπολήψεως
609«Οἱ συνάδελφοί σας
610Μιχ. Κατσίμπαλης, Γ. Π. Χαλκιόπουλος,
611Γεράσιμος Φωκᾶς, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος.
612«Πρακτικόν.
613«Οἱ ὑποφαινόμενοι, μέλη ὄντες τῆς ἐπὶ τῆς ἀνεγέρσεως
614»κενοταφίου τῷ ἥρωϊ Ἀθανασίῳ Διάκῳ ἐκτελεστικῆς ἐπι-
615»τροπείας, συνελθόντες σήμερον εἰς κοινὴν σύσκεψιν καὶ ὑπ’
616»ὄψιν λαβόντες, ὅτι τὸ ἕτερον μέλος αὐτῆς, ὁ καὶ πρόεδρος
617»αὐτῆς κ. Γεώργιος Π. Κρέμος, ὄχι μόνον ἐντελῶς παρη-
618»μέλησε τὰ ἑαυτοῦ καθήκοντα, ἀλλὰ καὶ
619αʹ) διὰ τῆς χορηγήσεως τῶν χρημάτων τῆς ἐπιτροπείας
620λόγῳ δανείου πρὸς τὸν κ. Ἰ. Βέσσην περιέπλεξεν ἐπὶ το-
621σοῦτον τὴν ταμιακὴν αὐτῆς ὑπηρεσίαν, ὥστε οὐδεμία σχε-
622δὸν ἐξεπληρώθη ἐκ τῶν δοθεισῶν ὑπ’ αὐτῆς πρὸς τὸν ἐκτε-
623λεστὴν τοῦ ἔργου καλλιτέχνην κ. Ἰω. Καρακατσάνην ἐπι-
624σήμων ὑποσχέσεων.
625«βʹ) διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἀπατηλῶν ὑποσχέσεών του
626»περὶ ἐκπληρώσεως ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὡς ἐγγυητοῦ καὶ
627»ἀπέναντι αὐτῆς καὶ ἀπέναντι τοῦ ἀναλαβόντος τὴν ἐκτέ-
628»λεσιν τοῦ ἔργου καλλιτέχνου κ. Ἰω. Καρακατσάνη δυσχε-
629»ραίνει τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου, καὶ ἐκθέτει αὐτὴν εἰς τὰς δι-
630»καίας καὶ τοῦ δημοσίου καὶ αὐτοῦ τοῦ καλλιτέχνου αἰτιά-
631»σεις, αἵτινες ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐπίφοβοι καθίστανται
632»καὶ εἰς τὴν ὅλην τοῦ ἔργου περαίωσιν καὶ εἰς τὴν ὑπόλη-
633»ψιν τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐκτελεστικὴν ἐπιτροπείαν,
634«Ἀποφασίζουσι·
635«Αʹ) Θεωροῦσιν ἀπὸ σήμερον μὴ κατέχοντα τὴν θέσιν
636»τοῦ προέδρου τὸν ἄνω ἀναφερόμενον κ. Γ. Π. Κρέμον.
637«Βʹ) Ἀναθέτουσι προσωρινῶς καὶ μέχρι νεωτέρας αὐτῶν
638»ἀποφάσεως τὴν διεύθυνσιν τῶν ὑποθέσεων τῆς ἐκτελεστι-
639»κῆς ἐπιτροπείας περὶ ἀνεγέρσεως κενοταφίου τῷ Ἀθανασίῳ
640»Διάκῳ εἰς τὸ μέλος αὐτῆς κ. Κωνστ. Ν. Παπαμιχαλό-
641»πουλον.
642«Γʹ) Νὰ κοινοποιηθῇ ἡ ἀπόφασις αὐτῶν αὕτη τῷ κυρίῳ
643»Γ. Π. Κρέμῳ.
644«Δʹ) Νὰ ἐπιταχθῇ ὁ αὐτὸς κ. Γ. Π. Κρέμος ἐντὸς τριῶν
645»ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήψεως τῆς παρούσης ἀποφάσεως νὰ κα-
646»ταθέσῃ εἰς τὸν ταμίαν τῆς αὐτῆς ἐπιτροπείας κ. Μιχαὴλ
647»Κατσίμπαλην πᾶν ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπὴν
648»καὶ οὗτος ἔχει εἰς χεῖράς του, χρήματα, βιβλία παραστα-
649»τικὰ ἀξίας, ἔγγραφα, καταλόγους συνδρομῶν, πρωτόκολλα
650»παραλαβῆς καὶ παραδόσεως καὶ τὴν σφραγῖδα.
651«Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Ἰανουαρίου 1894.
652«Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐπιτροπεία
653«Μιχ. Κατσίμπαλης, Γεράσιμος Φωκᾶς,
654Γ. Π. Χαλκιόπουλος, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος.»
655Μέχρι τοιούτου δυστυχῶς σημείου εἶχεν ἐξωθήσει τὴν
656ὑπόθεσιν ἡ ἐπὶ δύο ὅλα ἔτη δυστροπία τοῦ προέδρου τῆς
657ἐπιτροπῆς, καὶ εἰς τοιαῦτα διαβήματα ἠνάγκαζε καὶ
658ἡμᾶς, ὅλως ἄκοντας καὶ μετὰ λύπης καὶ— πιστεύσατέ με—
659ἀληθοῦς θλίψεως νὰ προβαίνωμεν. Πλὴν οὐδεμίαν ἔδιδε
660προσοχὴν εἰς τὰς δικαίας καὶ φιλικὰς καὶ συναδελφικὰς
661ἡμῶν προφορικάς τε καὶ ἐγγράφους παραστάσεις ὁ εὐλογη-
662μένος οὗτος ἄνθρωπος, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἀτυχὴς καλλιτέ-
663χνης ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω τῆς ἀνάγκης καὶ τῶν
664διαμαρτυριῶν. Τότε δὲ ἀνετέθη εἰς τὸν κ. Χαλκιόπουλον,
665μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, τυγχάνοντα δὲ καὶ δικηγόρον, ὅστις
666ἐκ παιδικῆς ἡλικίας ἠκολούθησε μετὰ ζήλου καὶ ἀφοσιώ-
667σεως τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, εἰς πλείστας ὑποβληθεὶς μερί-
668μνας, κόπους δὲ καὶ ἐνοχλήσεις ὑποστὰς, ἐφ’ οἷς ὀφείλεται
669αὐτῷ εὐγνωμοσύνη καὶ ἔπαινος,—ἐνταῦθα δ’ ἐπιτραπήτω
670μοι νὰ προσθέσω ἐν παρενθέσει ὅ,τι ὤφειλον ἤδη ἀνωτέρω
671νὰ εἴπω περὶ τοῦ κ. Κατσίμπαλη. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εὑ-
672ρίσκω λέξεις νὰ ἐκφράσω ἐπαίνους διὰ τὸν ζῆλον καὶ τὰς
673θυσίας τὰς χρηματικὰς καὶ τὴν αὐταπάρνησίν του ἐν τῇ
674ἐκτελέσει τοῦ ἔργου.—Ἀνετέθη λοιπὸν, ἔλεγον, παρ’ ἡμῶν
675εἰς τὸν κ. Γεώργ. Χαλκιόπουλον νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν ἐκ μέ-
676ρους τοῦ καλλιτέχνου κατὰ τοῦ κ. Κρέμου, ὁ ὁποῖος, ἵνα
677δικαιολογήσῃ εἰς ἡμᾶς, ὡς ἐπιτροπὴν, καὶ εἰς τὸν κόσμον
678τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων, δραχμῶν περίπου 8,000, εἰς
679ἃς ἀνεβιβάσθησαν αἱ ἀρχικῶς ἐν τῇ Τραπέζῃ κατατεθεῖ-
680σαι δραχμαὶ 4300, μετεβίβασεν εἰς τὸν καλλιτέχνην μίαν
681ἀπαίτησίν του κατά τινος καὶ συνυπέγραψεν ὡς ἀλληλεγ-
682γύως ὑπεύθυνος καὶ αὐτός· ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις αὕτη δὲν
683ἐξετελεῖτο· ἔτρεξεν ὁ καλλιτέχνης, ἐξώδευσε χρήματα, μὲ
684ὅλην τὴν πενίαν του, εἰς δικηγόρους, εἰς κλητῆρας, εἰς χαρ-
685τόσημα καὶ εἰς ὅλας τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ
686Δικονομία μας, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε τίποτε, δὲν κατώρ-
687θωσε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ συμβολαίου, καθ’ ὃ ἔπρεπε νὰ εἶχε
688λάβει ἔκτοτε δρ. 1700, ἔλαβε δὲ μόνον 500 μετὰ κόπων
689καὶ μόχθων καὶ πολλῶν ἡμεραργιῶν του. Ἐκίνησε λοιπὸν
690ἀγωγὴν κατὰ τοῦ κ. Κρέμου ἐπὶ τῇ μὴ ἐκτελέσει τῆς ὑπο-
691σχέσεώς του, ἐζήτησε τὴν προτίμησιν τῆς ὑποθέσεως, ἐνέ-
692γραψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ πινάκιον, ἐνέγραψε προσημείω-
693σιν ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ κ. Κρέμου...
694§36ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορα αὐτὰ δι’ ἡμᾶς.
695§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὅμως καὶ δι’ ἐμὲ, κύριε
696Βοκοτόπουλε, ὅταν βλέπητε, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλῶ
697περὶ τοιούτων πραγμάτων ἐντεῦθεν. Μοὶ ἀπευθύνονται ἐρω-
698τήσεις νὰ δώσω λογοδοσίαν διαχειρίσεως, ὡς εἶπεν ὁ κ.
699Χατζηπέτρος, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ ἐξελάμβανον τὴν
700σιωπήν μου αἱ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖοι σήμερον μοὶ ἔχουσι
701θέσει ὅρον νὰ ἀπαντήσω περὶ τῆς ἀτυχοῦς ταύτης ὑπο-
702θέσεως.
703Ἔφθασε λοιπὸν ἡ ὑπόθεσις μέχρις ἐγγραφῆς προσημειώ-
704σεως ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ κ. Κρέμου ἐκ μέρους τοῦ καλ-
705λιτέχνου· διότι ἡμεῖς εἴχομεν σταυρώσει τὰς χεῖρας ἀπέ-
706ναντι τῶν δυστροπιῶν του. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα,
707ὅτε εὐτυχῶς καὶ εὐχαρίστως, ἐπαναλαμβάνω, εἶδον ὅτι ἐξε-
708δόθη Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου διορίζεται ἐπιτροπὴ,
709ἀποτελουμένη ἐκ προσώπων, τῶν ὁποίων ἡ ὑπόληψις ὁμο-
710λογουμένως καὶ ἡ φήμη ἐγγυῶνται τὴν πρόοδον τοῦ ἔρ-
711γου. Μεταξὺ αὐτῶν συμπεριλαμβάνονται δύο συνάδελφοι
712ἡμῶν, ὁ κ. Ἀγαθοκλῆς καὶ ὁ κ. Ζητουνιάτης, εἷς πρώην
713συνάδελφος, ὁ κ. Κοντογιάννης, ἄλλοι δέκα ἀξιότιμοι πο-
714λῖται, καὶ ὁ κ. Κρέμος. Ἡ συμπερίληψις τοῦ κ. Κρέμου
715εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἦτο ἀναγκαία· αὐτὸς εἶναι ὁ δεσμὸς τῆς
716ἐπιτροπῆς, αὐτὸς ἔχει τὰ ἔγγραφα, αὐτὸς ἔχει τὰ χρή-
717ματα, αὐτὸς ἔχει τοὺς λογαριασμοὺς, μὲ αὐτὸν ἔχει ὁ καλλι-
718τέχνης, μὲ αὐτὸν ἔχει καὶ ὁ Διάκος, καὶ ὁ ὀβελισθεὶς τῷ
7191821 καὶ ὁ μαρμάρινος ἐδῶ, μὲ αὐτὸν ἔχουσιν ὅλοι. Τοῦ
720κ. Κρέμου ἡ συμπερίληψις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἦτο ἀναγ-
721καία καὶ ἐπιβεβλημένη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καλῶς δὲ πρά-
722ξας συμπεριέλαβε τοῦτον, ἀλλὰ δὲν ἔπραξε καλῶς, συμ-
723περιλαβὼν, ὡς εἶπε, διὰ νεωτέρου διατάγματός του καὶ ἐμέ.
724Δηλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ,
725διότι ἔχω τόσον δυσαρέστους ἀναμνήσεις, τοσαύτην ἀπο-
726γοήτευσιν, τοσαύτην ἀηδίαν ἐκ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ὥστε
727μὲ ὅλην τὴν διάθεσιν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω,
728νὰ συντρέχω εἰς τὰ δημόσια πράγματα, καὶ μάλιστα τὰ
729τοιούτου εἴδους πράγματα ἐθνικοῦ σκοποῦ, πάλιν ἀδυνατῶ
730νὰ δεχθῶ.
731§38ΡΟΥΚΗΣ. Ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος καὶ εἰς Εἰσαγγελεὺς
732εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
733§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ θὰ συστήσω εἰς τὸν
734κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν νέαν ἀπόφασίν του, νὰ
735συμπεριλάβῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸν κ. Κατσίμπαλην καὶ
736τὸν κ. Γ. Χαλκιόπουλον καὶ Γεράσιμον Φωκᾶν, ἰατρὸν, τῶν
737ὁποίων ἡ παρουσία βεβαιῶ ὅτι θὰ συντελέσῃ πολὺ εἰς τὸν
738ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, θὰ διαφωτίσῃ δὲ καὶ τὰ νέα μέλη
739τῆς ἐπιτροπῆς, τῶν ὁποίων τινὰ εἶναι ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ
740τῶν δυσαρέστων αὐτῶν.
741§40ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. συνάδελφον
742καὶ φίλτατον κ. Παπαμιχαλόπουλον νὰ μὴ ἀπομακρυνθῇ·
743νὰ ἀφήσῃ δὲ ἐλεύθερον τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸν συμπερι-
744λάβῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος
745εἶναι ἁγνοτάτων αἰσθημάτων, καὶ ἡ παρουσία του ἐν τῇ
746ἐπιτροπῇ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν λαμπροῦ
747ἔργου.
748§41ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ. Ἡμεῖς παρεκλήθημεν ὑπὸ τοῦ κ. Κρέ-
749μου, ἵνα ἐπιληφθῶμεν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, τῆς ἀνεγέρσεως
750ἀνδριάντος τοῦ Διάκου...
751§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, κύριε Βουλευτά.
752§43ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ. Παρακαλῶ, ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω·
753διότι κατηγόρησαν τὸν κύριον Κρέμον, ὁ ὁποῖος πρῶτος, ὡς
754καθηγητὴς τοῦ Βαρβακείου, συνέλαβε τὴν ἰδέαν τῆς ἀνε-
755γέρσεως ἀνδριάντος εἰς τὸν Διάκον, καὶ μετὰ ζήλου εἰργάσθη
756μέχρι σήμερον διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν· κατώρθωσεν ἐξ ἐράνων
757τῶν μαθητῶν νὰ συλλέξῃ περὶ τὰς 3500 δραχμὰς, τὰς
758ὁποίας ἀσφαλῶς ἐτόκισε, καὶ σήμερον ἀνέρχονται εἰς 9500
759ἐξ ἄλλων ἐράνων συνέλεξεν ἑτέρας 2200 δρ. Πάντα δὲ
760τὰ ποσὰ ταῦτα παρεδόθησαν εἰς τὸν γλύπτην. Ἡμεῖς, ὡς
761ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ἐθεωρήσαμεν καθῆ-
762κόν μας νὰ προκαλέσωμεν τὴν σύστασιν ἐπισήμου ἐπιτρο-
763πῆς διὰ Β. Διατάγματος, ἀποτελουμένης ἐκ τῶν ἀντιπρο-
764σώπων τῆς ἐπαρχίας, τοῦ δημάρχου Λαμίας καὶ ἄλλων
765ἐγκρίτων προσώπων ἐκ Λαμίας. Ἐζητήσαμεν ἀμέσως νὰ
766τακτοποιήσωμεν τοὺς λογαριασμοὺς μετὰ τοῦ γλύπτου κ.
767Καρακατσάνη καὶ συνεννοηθῶμεν περὶ τῆς ταχείας ἀποπε-
768ρατώσεως τοῦ ἔργου· ἀλλ’ ὁ κ. Κατσίμπαλης, ὁ ὁποῖος
769εἶναι κουμπάρος τοῦ γλύπτου καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν μονο-
770μανίαν νὰ χώνεται εἰς πᾶσαν ἐπιτροπὴν, εἰς ἐκκλησίας, εἰς
771συλλόγους, ὡς καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, παρεμβάλλει
772προσκόμματα εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν λογαριασμῶν, καὶ
773ἐνῷ ἡ μόνη του ἐνέργεια μέχρι σήμερον εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύ-
774την ἦτο νὰ κατορθώσῃ νὰ δοθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ ἀνδριάντος
775εἰς τὸν κουμπάρον του γλύπτην ἄνευ διαγωνισμοῦ, προσπαθεῖ
776τώρα νὰ ἐπιῤῥίπτῃ μομφὰς κατὰ τοῦ κ. Κρέμου, ὁ ὁποῖος
777Κρέμος, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, εἶναι ἐκεῖνος, εἰς ὃν καὶ
778μόνον θὰ ὀφείληται ἡ κατασκευὴ τοῦ ἀνδριάντος.
779§44ΖΗΤΟΥΝΙΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ὀλίγων λέξεων θὰ
780ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον. Τῷ ὄντι τὴν
781ἰδίαν τῆς ἀνεγέρσεως ἀνδριάντος τοῦ Διάκου συνέλαβεν ὁ
782κ. Κρέμος, καὶ κατὰ τὸ 1876 συμπεριέλαβε φοιτητὰς καὶ
783μαθητάς τινας, μετὰ τῶν ὁποίων προέβησαν εἰς συλλογὴν
784ἐράνων καὶ συνέλεξαν ποσὸν 3,500 δραχμῶν, τὰς ὁποίας
785διέθεσαν ἐπὶ τόκῳ· ἐσχάτως δὲ τὸ ποσὸν ἀνῆλθε μέχρις
7869,000 δραχ. Κατὰ τὸ 1890 ὁ κ. Κρέμος συμπαρέλαβεν ὡς
787συνεργοὺς καὶ οἱονεὶ μάρτυρας τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον,
788τὸν κ. Κατσίμπαλην καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι αὐτοεκλή-
789θησαν ἐπιτροπὴ ἐκτελεστική, καὶ ἔχοντες τὴν τοκοφόρον
790ταύτην ἀπαίτησιν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 9,000 δραχμὰς,
791προέβησαν εἰς παραγγελίαν τοῦ ἀνδριάντος, συμφωνήσαντες
792μετά τινος γλύπτου, κουμπάρου τοῦ κ. Κατσίμπαλη, ἄνευ
793μειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ, ἀντὶ τιμήματος 18,000 δραχμῶν.
794Ἀπὸ τοῦ 1890 καὶ ἐντεῦθεν πολλαὶ ἐπιτροπαὶ ἐν Λαμίᾳ
795καὶ ἀλλαχοῦ συνέλεξαν πολλὰ ποσὰ, καὶ πρὸς τούτοις τὰ
796Δημοτικὰ Συμβούλια τῆς Φθιώτιδος ἐψήφισαν διάφορα
797χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὅλα ἀνῆλθον εἰς ποσὸν ἴσον
798πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνδριάντος. Ἐκ τῶν ποσῶν τούτων
799ἄλλα μὲν ἐστάλησαν εἰς τὸν κ. Κατσίμπαλην, ἄλλα δὲ μέ-
800νουσιν εἰς τὰς διαφόρους ἐπιτροπάς. Ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπι-
801βάλλεται εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον, ὡς ἀντιπροσώπους τῆς
802ἐπαρχίας, ἔνθα τὸ δρᾶμα τοῦ ἀνασκολοπισμοῦ τοῦ ἥρωος
803διεδραματίσθη, ἐκπληροῦντες ἐντολὴν τῶν πατέρων ἡμῶν,
804οἱ ὁποῖοι παραπλεύρως ἐπολέμησαν μετὰ τοῦ ἥρωος Διά-
805κου, καὶ φρονοῦντες ὅτι ὁ ἀνδριὰς πρέπει νὰ στηθῇ ἐν τῷ
806τόπῳ τοῦ μαρτυρίου καὶ ὅτι δὲν προώρισται νὰ κοσμήσῃ
807πλατείας καὶ ὁδοὺς, ἐνομίσαμεν καθῆκον νὰ παρακαλέσω-
808μεν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως συστήσῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία
809νὰ φροντίσῃ νὰ συλλέξῃ τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑπάρ-
810χοντα χρήματα, καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν περάτωσιν τοῦ ἔργου,
811καὶ ἡ ὁποία νὰ ἦναι ὑπεύθυνος τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς.
812Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὸν
813διορισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ οὐχὶ ἀντικατάστασιν ἐπιτρο-
814πῆς, ἡ ὁποία δὲν ὑφίστατο νομίμως.
815§45ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὰ περὶ Κρέμου νὰ δικαιολογήσητε,
816κύριε Ζητουνιάτη.
817§46ΖΗΤΟΥΝΙΑΤΗΣ. Ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ
818γλύπτης, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται, ἔλαβε, κύριε Πρόεδρε, διὰ
819συμβολαίου δραχμὰς 8,348· ἔλαβεν ἐπίσης 2,000 δρ. περί-
820που, τὰς ὁποίας ἔστειλαν διάφοροι ἐπιτροπαὶ ἐκ Λαμίας
821πρὸς τὸν κ. Κατσίμπαλην, καὶ ὑπολείπονται ὀλίγα χρήματα,
822τὰ ὁποῖα θὰ πληρωθῶσι πρὸς αὐτόν. Καὶ ἐπειδὴ τὰ πλη-
823ρωθέντα χρήματα δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένα, ἠναγκάσθημεν
824νὰ ἐνεργήσωμεν συντηρητικὴν κατάσχεσιν τοῦ ἀγάλματος,
825ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου.
826§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ!
827Τὸ ζήτημα καταντᾷ ἄξιον προσοχῆς, ὡς προσωπικόν.
828Εἶναι ἐκτὸς τῆς ἀληθείας, ἐκτὸς τῆς ἀκριβείας, σᾶς βεβαιῶ,
829κύριε συνάδελφε, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι ὁ γλύπτης
830ἔλαβε δραχμὰς... παρακαλῶ νὰ ἐπαναλάβητε ὑμεῖς τὸ
831ποσόν...
832§48ΖΗΤΟΥΝΙΑΤΗΣ. Ἔλαβεν 8,348 δραχμάς.
833§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μὲ συγχω-
834ρεῖτε νὰ διαψεύσω καθολοκληρίαν τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτόν· ὁ
835γλύπτης εἶναι εἰς τὰ δικαστήρια, διότι ἔλαβε μόλις δραχ-
836μὰς 3,200, καὶ ἐνέγραψε προσημείωσιν ἐπὶ τῆς περιουσίας
837τοῦ κ. Κρέμου.
838§50ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐννοεῖ τὴν ἐκχώρησιν τῆς ἀπαιτή-
839σεως.
840§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θέλω
841νὰ ἀναφέρω πολλὰς δυσαρέστους λεπτομερείας διὰ τὴν ὑπό-
842θεσιν αὐτὴν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον δυσχεράνει τὴν ἐκτέλεσιν
843τοῦ ἔργου. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Ζητουνιάτη καὶ κύριοι συνά-
844δελφοι, νὰ μὲ πιστεύσητε, ὅτι μετὰ πολλῆς λύπης, μετὰ
845πολλῆς ἀηδίας τέλος πάντων ἐπελήφθην τῆς ὑποθέσεως αὐ-
846τῆς, περὶ τῆς ὁποίας ὅμως ἔπρεπεν ἅπαξ νὰ γείνῃ λόγος.
847Ὑμεῖς εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ, κ. Ζητουνιάτη· δὲν ἐδόθησαν
848πλείονες τῶν 3,200 δραχμῶν εἰς τὸν καλλιτέχνην παντα-
849χόθεν, ἐξ ὅλων τῶν πηγῶν, ὁθενδήποτε καὶ ἂν ἐδόθησαν χρή-
850ματα. Ὅσον δὲ περὶ τοῦ κ. Κατσίμπαλη, περὶ τοῦ ὁποίου
851ὁ κ. συνάδελφος, ὡς ἐν δυσαρέστῳ ὑπαινιγμῷ, εἶπεν, ὅτι εἶναι
852κουμπάρος τοῦ καλλιτέχνου, καὶ ὅτι καὶ ὁ κ. Κατσίμπα-
853λης παρέλαβε δὲν ἠξεύρω πόσας δραχμὰς, ταῦτα εἶναι ἐντελῶς
854ἀνακριβῆ. Ὁ κ. Κατσίμπαλης ἔλαβε 500 περίπου δραχμὰς
855ἐκ τῆς Τραπέζης, τὰς ὁποίας ἀμέσως παρέλαβεν ὁ καλλι-
856τέχνης, ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ κ. Κρέμου, ἐντὸς αὐτῆς τῆς Τρα-
857πέζης. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ παρουσία
858τοῦ κ. Κατσίμπαλη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ
859αὐτὸς μετὰ βίας ἐσύρθη παρὰ τοῦ κ. Κρέμου, ὡς καὶ ἐγὼ,
860καὶ ὅλως ἀκουσίως, ἡ παρουσία του, λέγω, ἔσωσε μέχρι
861τοῦδε καὶ τὸ ἔργον καὶ τὸν τεχνίτην· ἂν ἦναι καὶ κουμ-
862πάρος του, τοῦτο εἶναι εὐτύχημα διὰ τὸν Καρακατσάνην.
863Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀκόμη πρέπει νὰ σᾶς ἀπαντήσω
864ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ὁ ἀνδριὰς δὲν ἐγένετο αὐτο-
865βούλως καὶ ἄνευ διαγωνισμοῦ, ὁ ἀνδριὰς ἐγένετο κατὰ πρό-
866πλασμα τοῦ ἀληθοῦς καὶ πολλῆς ἀξίας Ἕλληνος καλλιτέ-
867χνου ἐκείνου, τοῦ Λεωνίδα Δρόση, τοῦ ὁποίου μαθητὴς καὶ
868διάδοχος εἶναι ὁ κ. Καρακατσάνης. Ὁ ἀνδριὰς εἶναι ἐκ τῶν
869μᾶλλον ἐπιτυχῶν ἔργων τῆς ἑλληνικῆς καλλιτεχνίας. Δὲν
870ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εἴπητε ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχητε τὴν εὐ-
871χαρίστησιν, ἂν εὐτυχήσητε, νὰ μεταφέρητε τὸν ἀνδριάντα
872εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας καὶ βλέπητε αὐτὸν διαρκῶς ἐκεῖ, δὲν
873ἔπρεπε νὰ εἴπητε, ὅτι ἐγένετο ἄνευ διαγωνισμοῦ.
874Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὴ
875ἀμελήσητε νὰ διατάξητε τὴν περάτωσιν τῆς ὑποθέσεως ταύ-
876της. Βλέπετε ὅτι, τὸ κατ’ ἐμὲ, εὐλογῶ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν
877ὁποίαν μὲ ἀπηλλάξατε· ἀλλὰ χάριν τοῦ ἔργου σᾶς συνιστῶ,
878ἵνα διατάξητε τὴν παράδοσιν τῆς ὑποθέσεως ἐκ μέρους τῶν
879ἀποτελούντων τὴν τέως ἐπιτροπὴν πρὸς τὴν νέαν ἐπιτροπὴν
880διὰ τῆς Δικαιοσύνης. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἀρκετὴ ἐγγύησις
881καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὸ ἔργον. Διὰ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ
882τῆς Δικαιοσύνης, ἐπαναλαμβάνω καὶ τρίτην φοράν.
883§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
884§53ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν· εἶναι
8851 ἡ ὥρα.
886§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
887§55ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν θέλετε; Ὑποβάλλω ἔνστασιν
888περὶ μὴ ἀπαρτίας, κύριε Πρόεδρε.
889§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.
890§57ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἔκαμα ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας·
891πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
892§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διεκόπη ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 3 μ. μ.
893§59Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διὰ τὰς 15 δηλαδὴ, κατὰ τὸ νέον
894σύστημα.
895(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12½ τῆς μεσημβρίας. Ὥρᾳ δὲ
8965 μ. μ. συνέρχονται οἱ Βουλευταὶ πρὸς ἐπανάληψιν τῆς
897συνεδριάσεως, τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχοντος τοῦ
898ἀντιπροέδρου κ. Βαρβαρήγου Πύλικα).
899§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
900§61ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀνα-
901γνωσθῇ ὁ κατάλογος.
902(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευ-
903τῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ κ. Χατζηπέτρου, μεθ’ ὃ γί-
904νεται ἡ διαλογή).
905§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων
906112 Βουλευτῶν.
907Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
908σμοῦ τοῦ Κράτους.
909§63ΚΟΥΣΤΑΣ. Χθὲς ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ
910ὑποβάλῃ ἓν νομοσχέδιον περὶ ἀρδεύσεως τῆς πεδιάδος
911Βόχας καὶ Κορίνθου τοῦ δήμου Κορινθίων. Ἐπειδὴ δὲν
912ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, θὰ παρακαλέσω, εἰ δυνατόν, νὰ γείνῃ
913σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις αὐτοῦ.
914§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
915§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
916ἀρδεύσεως τῆς πεδιάδος Βόχας καὶ Κορίνθου τοῦ δήμου
917Κορινθίων.
918(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ
919σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
920§66ΚΡΙΤΣΑΣ. Πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ
921ἀντίῤῥησις νὰ ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ.
92220 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον
923«περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου ΣΞʹ τῆς 23 Ὀκτωβρίου
9241853 περὶ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου».
925§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
926§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
927μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου ΣΞʹ τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1853
928περὶ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου.
929§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω. Ὑπελό-
930γισεν ἡ Κυβέρνησις, τί θὰ εἰσπράττῃ διὰ τῶν διοδίων, τὰ
931ὁποῖα ἐπιβάλλει δι’ ἑνὸς ἄλλου νομοσχεδίου πρὸς ἀναπλή-
932ρωσιν τοῦ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκλείψῃ κατόπιν τῆς ψη-
933φίσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου;
934§70Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
935ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τί θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον,
936ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἀπὸ τοῦδε ἐν ἀκριβείᾳ,
937διότι ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς εὐρύνσεως τοῦ
938πορθμοῦ ἐπὶ τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν χωρητικότητα τῶν
939πλοίων, ἅτινα θὰ ποιῶνται χρῆσιν αὐτοῦ· ἀλλὰ καὶ ἂν
940ὑπολογισθῶσιν αἱ εἰσπράξεις ἐπὶ τῶν τέως ἀποτελεσμάτων
941τῆς κινήσεως, τουτέστιν ἄνευ τῆς προσαυξήσεως, ἣν ἐπά-
942γεται ἡ εὔρυνσις, πάλιν καλύπτεται ἡ ἐκ τῶν καταργου-
943μένων τελῶν ζημία ὑπὸ τῶν ηὐξημένων πορθμείων.
944(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ
945σύνολον ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
946§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
947§72ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ
948προταχθῇ ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων περὶ κυρώσεως τῶν
949ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων.
950§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.
951§74ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ προταχθῇ ἡ
952ψήφισις αὐτῶν, διότι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησίς τις.
953§75ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὑπάρχει, κύριε
954Πρόεδρε.
955§76ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος διεθνοῦς,
956πρόκειται περὶ πολλαπλασιασμοῦ τῶν μέσων τῆς συγκοι-
957νωνίας.
958§77ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὑπάρχουν ἀντιῤ-
959ῥήσεις κύριε Πρόεδρε.
960§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται, δυστυχῶς.
961Ὁρίστε λοιπόν, κύριε Δηλιγιάννη.
962§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δέχηται νὰ
963προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
964§80Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι παραδε-
965δεγμένον, ὅτι, ὅταν ζητῆται μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας δια-
966τάξεως, ἐὰν μὴ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησίς τις, προβαίνομεν εἰς τὴν
967μεταβολὴν ἄνευ τῶν διατυπώσεων τοῦ Κανονισμοῦ, τουτέ-
968στιν ἄνευ προτάσεως ὑποβαλλομένης παρὰ δέκα Βουλευτῶν
969καὶ ῥητῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ δύο
970νομοσχεδίων, διότι δὲν ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις· ἀλλ’ ἐπὶ τῆς
971τελευταίας αἰτήσεως ἠκούσθησαν ἀντιῤῥήσεις καὶ νομίζω,
972ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
973§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δηλιγιάννη, ἔχετε τὸν λόγον ἐπὶ
974τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
975§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χθὲς ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βου-
976λὴν τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἔπειθον, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον
977νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894.
978Ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπὶ δώδεκα συνεχῆ ἔτη δὲν
979παρέλιπον, ἀλλὰ μετ’ ἐπιμόνου ἐπιστασίας ἐμελέτησα καὶ
980ἀνέλυσα καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τοὺς εἰσαχθέντας προϋπο-
981λογισμούς, καὶ μετὰ θερμῆς προσπαθείας ἠσχολήθην νὰ
982μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λογισμούς μου ἐπὶ ἑκάστου
983τῶν προϋπολογισμῶν τῆς δωδεκαετίας ἐκείνης. Παρίστων
984τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ἣν
985ἠσπάσατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντέβαινεν εἰς τὰ συμφέ-
986ροντα τοῦ Κράτους καὶ παρεσκεύαζε κινδύνους, οἵτινες ἀνα-
987ποφεύκτως ἔμελλον νὰ ἐπισκήψωσι κατ’ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο
988ἠγωνιζόμην καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν ἐκείνων νὰ πείσω τὴν
989πλειονοψηφίαν, ὅπως ἀντισταθῇ καὶ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν πο-
990λιτικὴν, τὴν ὁποίαν οἱ προϋπολογισμοὶ ἐγκαθίστων.
991Εἶπον τῷ ὄντι πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸ 1882,
992τὸ πρῶτον ἔτος καθ’ ὃ ἐγκατεστάθη ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ
993κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
994κ. Καλλιγᾶς, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν, ἔλεγε πρὸς
995τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει):
996«Πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν σήμερον ἐν τῇ πολιτικῇ τοῦ
997»Κράτους τὴν ὁδὸν, ἥτις θέλει φέρει ἀφεύκτως εἰς τὸ ἰσοζύ-
998»γιον. Ὀφείλομεν ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν οἰκονομικῶν νὰ
999»ἐπιζητήσωμεν αὐτὴν διὰ τῆς ὅσον ἔνεστιν ἐλαττώσεως
1000»τῶν δαπανῶν, ἀλλ’ ὀφείλομεν κυρίως ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς
1001»τὴν δι’ αὐξήσεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῶν πόρων
1002»τοῦ ἔθνους ἐπαύξησιν καὶ τῶν πόρων τοῦ Κράτους.
1003Ἀλλὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε,
1004καὶ διὰ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρή-
1005σεως, ἔπραξε τὸ ἐναντίον, διότι ἐπρότεινε μὲν καὶ τῇ συμ-
1006πράξει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπηύξησεν ὑπάρχοντας
1007φόρους καὶ προσέθηκε νέους, ἐπαυξήσας τὰ ἕως τότε ὑπάρ-
1008χοντα ἔσοδα· ἤτοι αʹ) διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς κλίμακος
1009τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατὰ δραχ.
1010900,000· βʹ) διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων
1011κατὰ δραχ. 500,000· γʹ) διὰ τῆς προσθήκης ἑνὸς δεκατη-
1012μορίου εἰς τὰ τελωνειακὰ τέλη κατὰ δραχ. 2,000,000·
1013δʹ) διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ προξενικῶν τελῶν
1014κατὰ δραχ. 90,000, τὸ ὅλον κατὰ δρ. 3,490,000, ἀλλ’ ἐπὶ
1015τοσοῦτον ἐπηύξησεν ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὰ ἔξοδα, ὥστε, μεθ’
1016ὅλην ταύτην τὴν προσθήκην τῶν ἐσόδων, ὑπελείφθη ἔλλειμ-
1017μα δραχ. 5,224,833.37. Ὡσαύτως κατὰ τὸ 1883, ἐνῷ νέαι
1018ἐνομοθετήθησαν αὐξήσεις τῶν ὑπαρχόντων φόρων καὶ προσ-
1019θῆκαι νέων φόρων, εἰς ἔλλειμμα πάλιν κατέληξε. Καὶ προσε-
1020τέθησαν μὲν οἱ ἑπόμενοι φόροι (ἀναγινώσκει): «αʹ) Δι-
1021καίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ζύθου, βʹ) ὅμοιον ἐπὶ τῶν
1022πνευματωδῶν ποτῶν, γʹ) ὅμοιον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, δʹ) ὅμοιον
1023ἐπὶ τοῦ οἴνου, εʹ) δικαίωμα ἀποκλειστικὸν τῆς πωλήσεως
1024τοῦ σιγαροχάρτου», καὶ προϋπελογίσθη ἐκ τῶν προσθηκῶν
1025καὶ αὐξήσεων τούτων ἔσοδον ἐκ δραχ. 10,840,000, ἀλλὰ
1026δὲν εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῶν, εἰμὴ 2,064,965.96. Ἐνομο-
1027θετήθη δὲ προσέτι καὶ ἡ μετατροπὴ τοῦ νομίσματος, ἐκ τῆς
1028ὁποίας οὐσιωδῶς ἐπηύξανον τὰ ἔσοδα· διότι, ἂν οἱ ἄμεσοι
1029φόροι ἤθελον πληρωθῆ εἰς παλαιὰς δραχμὰς, ἤθελον εἰσ-
1030πράξει τὸ ταμεῖον δραχ. 10,716,851, ἡ διαφορὰ δὲ τῆς
1031νέας δραχμῆς πρὸς τὴν παλαιὰν ἀνήρχετο ἐπὶ τοῦ ποσοῦ
1032τούτου εἰς δραχ. 1,286,022· ὡσαύτως, ἄν οἱ ἔμμεσοι φόροι
1033ἤθελον εἰσπραχθῆ εἰς παλαιὰς δραχμὰς, ἤθελον εἰσπραχθῆ
103432,152,124 92, ἡ δὲ διαφορὰ τῆς παλαιᾶς δραχμῆς πρὸς
1035τὴν νέαν ἀνῆλθεν εἰς 3,445,758, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ἐπὶ
1036πλέον εἰς τὸ ταμεῖον· καὶ ἐπὶ τῶν ἐκ δημοσίων καταστη-
1037μάτων ἐσόδων, ἂν τὰ πληρονόμενα εἰς τὸ ταμεῖον δικαιώ-
1038ματα ἤθελον εἰσπραχθῆ εἰς παλαιὰς δραχμὰς, ἤθελον ταῦτα
1039συνίστασθαι εἰς δραχμὰς 2,059,315.89, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ
1040τοῦ ποσοῦ τούτου πρὸς ποσὸν τοσοῦτον νέων δραχμῶν
1041ἀνήρχετο εἰς 220,641· καὶ ἐκ τῶν δημοσίων νομημάτων
1042ὡσαύτως, ἄν τὰ ἔσοδα εἰσεπράττοντο εἰς νέας δραχμὰς,
1043ἤθελον ὑπερέχει τῶν ἕως τότε εἰς παλαιὰς δραχμὰς εἰσ-
1044πραττομένων κατὰ 326,111. Πάντα δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα
1045ἀποτελοῦσιν αὔξησιν ἐσόδων κατὰ 7,343,497.96. Ἀλλὰ
1046πλὴν τούτων μετεβλήθησαν καὶ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου,
1047ἐκ τῆς μεταβολῆς δὲ ταύτης ἐπῆλθεν ὡσαύτως αὔξησις
1048διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 εἰσεπράχθησαν
1049δραχ. 5,814,406.06, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1884
1050εἰσεπράχθησαν, ἕνεκα τῆς εἰρημένης μεταβολῆς, δραχ.
10516,284,710.75, ἤτοι καὶ ἐκ τούτου ηὔξησαν τὰ ἔσοδα κατὰ
1052δραχ. 470,304,69. Ἑπομένως ἕνεκα τῶν κατὰ τὸ 1883
1053νομοθετηθεισῶν φορολογικῶν προσθηκῶν ηὔξησαν τὰ ἔσοδα
1054τοῦ ἔτους ἐκείνου κατὰ δραχ. 7,813,802.65. Ἀλλὰ καὶ
1055ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἀφῆκεν ἔλλειμμα δραχμῶν
10569,258,312.81, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ὁριστικὸν ἀπολο-
1057γισμόν.
1058Καὶ κατὰ τὸ 1884 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα περισσότερα
1059αʹ) ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν δραχ. 702,607.76· βʹ)
1060ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου δραχ.
1061787,209 18· γʹ) ἐκ τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ
1062δραχ. 3,023,588 63· δʹ) ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου δραχμαὶ
1063821,814.77· εʹ) ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ
1064συστήματος δραχμαὶ 6,287,683.16. Τὸ ὅλον δραχμαὶ
106511,622,903 50. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο, εἰ καὶ ηὐξήθησαν τὰ
1066ἔσοδα διὰ τῆς προσθήκης νέων φόρων καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν
1067ὑπαρχόντων, ὡς ἠρίθμησα ἀνωτέρω, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884
1068ὑπερέβη τὰ 30 ἑκατομμύρια καὶ 600 καὶ πλέον χιλιάδας
1069δραχμῶν. Οὕτω δὲ κατὰ τὴν τριετίαν τῶν 1882–1884
1070τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ηὔξησαν κατὰ 37,720,508.80
1071δραχμὰς διὰ τῆς προσθήκης τῶν νέων φόρων καὶ διὰ τῆς
1072αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἑκατομμυ-
1073ρίων τούτων εἰσεπράχθησαν καὶ δραχ. 18,841,955.10,
1074ὑπόλοιπον τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομ-
1075μυρίων, εἰσεπράχθησαν καὶ 5,290,265 ἐκ τῆς νομισματο-
1076ποιΐας καὶ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἀχρήστου εἰς τὸν στρατὸν
1077ὑλικοῦ. Κατωρθώθη δὲ οὕτω κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην,
1078πλὴν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράττοντο μέχρι τοῦ 1882,
1079νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον 53,229,462.46.
1080Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος καὶ ἄλλοι συνηγορή-
1081σαντες κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπὲρ τῆς διαχειρίσεως τοῦ κ.
1082Πρωθυπουργοῦ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι κατὰ τὸ 1882, ὅτε οὗτος
1083ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, παραιτηθέντος τοῦ Κουμουνδούρου,
1084εὗρεν ὑποχρεώσεις ἐκ τοῦ παρελθόντος, αἵτινες ἀπεῤῥόφησαν
1085τὰ ἔσοδα τὰ προελθόντα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων καὶ
1086τῆς προσθήκης νέων φόρων, οὐδ’ ἐπήρκεσαν ταῦτα, διότι οἱ
1087διαχειριζόμενοι τότε τὰ οἰκονομικὰ εἶχον περιέλθει εἰς ἀμη-
1088χανίαν. Ἀλλὰ ταῦτα διαψεύδει ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἔκθε-
1089σις τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ κ. Καλλιγᾶ,
1090δι’ ἧς οὗτος εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1882. Ὁ κ.
1091Καλλιγᾶς (ὅρα σελ. 168 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτι-
1092κῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 4 Μαρτίου 1882) ἐβεβαίου τότε
1093ταῦτα (ἀναγινώσκει):
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1094«Ἡ κατάστασις τῶν ταμείων ἔχει ὡς ἑξῆς:
1095«Κυκλοφοροῦντα ἐντάλματα καὶ λοιπαὶ
1096ἐκκρεμεῖς πληρωμαὶ δρ.6,675,725
1097»Μετρητὰ εἰς τὰ ταμεῖα δρ.2,497,000
1098»Πλεόνασμα καταθέσεων
1099»παρὰ τῇ Τραπέζῃ » 264,021» 2,761,021
1100 ἔλλειμμα» 3,914,704
1101»Εἶχον πληρωθῆ πάντες οἱ τόκοι τῶν δανείων, ἀνερχόμενοι
1102»εἰς 8 ἑκατομμύρια. Ἐκ τούτου συνάγεται, ὅτι δὲν ὑπάρ-
1103»χουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποχρεώσεις σπουδαῖαι, ἐνδέχεται ὅμως
1104»νὰ ὑπάρχουν ἐκ συμβάσεων ἢ ἄλλων αἰτιῶν, αἵτινες δὲν
1105»ἐγένοντο εἰσέτι γνωσταὶ εἰς ἡμᾶς. Ὑπόλοιπον τοῦ δα-
1106»νείου 18,841,955.10. Δὲν δυνάμεθα ἀπολύτως νὰ εἴπω-
1107»μεν ποῖαι εἶναι αἱ καθυστεροῦσαι ὑποχρεώσεις, ἀλλ’ ὑπο-
1108»τίθεται, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ σπουδαῖαι, ἄλλως ἤθελον
1109»ἀναγγελθῆ.»
1110Εἶχον ἀληθῶς πληρωθῆ πᾶσαι αἱ δαπάναι τῆς ἐπιστρα-
1111τεύσεως τοῦ 1880–1881, πάντα τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουρ-
1112γείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
1113τικῶν, εἶχε δὲ ὑπολειφθῆ περίσσευμα 18 ἑκατομμυρίων, ὡς
1114ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἔπρεπεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο
1115νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ἐν τοῖς ταμείοις εὑρεθέντα 2,761,021.
1116Πάντα ταῦτα ἦσαν ἐφόδια εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκο-
1117νομικῶν, τὴν ἀρξαμένην κατὰ τὸ 1882. Ὁ κ. Καλλιγᾶς
1118προσέθετεν ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν τότε (ὅρα σελὶς 168
1119τῶν πρακτικῶν τῆς κατὰ τὴν 4 Μαρτίου 1882 συνεδριά-
1120σεως τῆς Βουλῆς) (ἀναγινώσκει):
1121«Σημειώσατε ὅμως, ὅτι ἐπληρώθησαν οἱ τόκοι ὅλων τῶν
1122»δανείων τοῦ Κράτους ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνειακῶν
1123»καὶ τῶν ἄλλων προσόδων, τὰς ὁποίας ἔλαβον ὡς ἐνέχυρα
1124»τὰ δάνεια. Ὅλοι λοιπὸν οἱ τόκοι τῶν δανείων, ἀνερχόμε-
1125»νοι εἰς 8,000,000, ἐπληρώθησαν. Ἐκ τούτου συνάγεται
1126»ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποχρεώσεις σπουδαῖαι, ἐν-
1127»δέχεται ὅμως νὰ ὑπάρχουν ἐκ συμβάσεων ἢ ἄλλων αἰτιῶν,
1128»αἵτινες δὲν ἐγένοντο εἰσέτι γνωσταὶ εἰς ἡμᾶς... Δὲν δυ-
1129»νάμεθα ἀπολύτως νὰ εἴπωμεν ποῖαι εἶναι αἱ καθυστεροῦ-
1130»σαι ὑποχρεώσεις, ἀλλ’ ὑποτίθεται ὅτι δὲν εἶναι πολὺ σπου-
1131»δαῖαι, ἄλλως ἤθελον ἀναγγελθῆ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσ-
1132»θέσωμεν, ὅτι ὑπάρχει ποσὸν διαθέσιμον, ἐν περιπτώσει
1133»ἀνάγκης, πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐλλείψεως χρηματικῆς. Δὲν
1134»ἐξηντλήθησαν τὰ δάνεια τῶν δύο Τραπεζῶν, τῆς Ἐθνι-
1135»κῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς. Ἐκ τούτων μένει διαθέσιμον εἰς
1136»μεταλλικὸν 5,191,113, εἰς γραμμάτια 4,012,694, τὸ
1137»ὅλον 9,803,807».
1138Τὰ ὑπόλοιπα τῶν δανείων τούτων, περὶ ὧν ἔλεγε πρὸς
1139τὴν Βουλὴν ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἦταν
1140τὰ ὑπόλοιπα τῶν παρὰ ταῖς μνημονευθείσαις Τραπέζαις
1141πιστώσεων τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
1142Οὕτω δὲ ὁ κ. Καλλιγᾶς προσδιώριζε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882
1143εἰς 3,914,704.
1144Κατὰ τὸ 1883, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν πρὸς τὴν
1145Βουλὴν ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλεγε πρὸς
1146αὐτὴν (ἀναφέρομαι εἰς τὴν σελίδα 6) (ἀναγινώσκει): «Ἡ
1147»προπαρασκευὴ τῆς ἰσοῤῥοπίας ἐφαίνετο εἰς ἐμὲ πρᾶγμα
1148»ἀπίθανον,—δύναμαι νὰ τὸ ὁμολογήσω. Ἐνόμιζον, ὅτι ἡ
1149»ἰσοῤῥοπία εἶναι ἡ πόῤῥω κειμένη γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τὴν
1150»ὁποίαν ἴσως μακρόθεν ἐδυνάμεθα νὰ κατοπτεύσωμεν, ἀλλὰ
1151»πολὺς καιρὸς ἔμελλε νὰ παρέλθῃ, ἕως ὅτου νὰ προσεγγί-
1152»σωμεν εἰς αὐτήν. Καὶ ἐν τούτοις, κατὰ τὸ σήμερον προσα-
1153»γόμενον ἀποτέλεσμα, οὐ μόνον προσηγγίσαμεν, οὐ μόνον
1154»ἀπέβημεν ἐπὶ τῆς ἀκτῆς τῆς ἰσοῤῥοπίας, ἀλλ’ ἀνελπίστως
1155»προέβημεν καὶ περαιτέρω, ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς ἰσοῤῥοπίας.»
1156Καὶ ἡ διαχείρισις τῶν δύο ἐτῶν 1882–1883 εἶχε κατα-
1157λήξει κατὰ μὲν τὸ 1882 εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 5,224,833.37
1158κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι τυπικὸν
1159καὶ μὴ ἀκριβὲς ἔλλειμμα, κατὰ δὲ τὸ 1883, ὡσαύτως
1160κατὰ τὸν ἀπολογισμόν, εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 9,258,312.81,
1161τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ πραγματικὸν καὶ ἀκρι-
1162βὲς ἔλλειμμα τοῦ 1883. Καὶ μετὰ πάντα ταῦτα, ὅταν ὁ
1163κ. Πρωθυπουργὸς εἰσῆγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολο-
1164γισμὸν τοῦ 1884, ἔλεγεν εἰσηγούμενος αὐτὸν (ἀναγινώ-
1165σκει): «Χάρις εἰς τὰ πέρυσι ψηφισθέντα, παριστάμεθα ἤδη
1166»Κυβέρνησις καὶ Βουλή, οὐχὶ πλέον νὰ ζητήσωμεν παρὰ
1167»τοῦ λαοῦ θυσίας, ἀλλ’ ἵνα εἴπωμεν εἰς αὐτόν: ἐλθὲ νὰ
1168»δρέψῃς τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν σου. Λέγομεν
1169»πρὸς τὸν λαὸν, ἐλθὲ νὰ δρέψῃς τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν
1170»σου. Οἱ προσφερόμενοι ἤδη εἶναι οἱ πρῶτοι, τοὺς ὁποίους
1171»θέλει δρέψει, ἀλλ’ ἕπονται κατόπιν καὶ ἄλλοι πολυτιμό-
1172»τεροι. Ἔχομεν παρηγορημένην τὴν συνείδησιν, βλέποντες
1173»ὅτι ἡ Πολιτεία, χάρις εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, εἶναι εἰς
1174»κατάστασιν νὰ ἐργασθῇ, καὶ τελεσφόρως ἐργάζεται ὑπὲρ
1175»τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους»
1176Οἱ πολύτιμοι καρποί, τοὺς ὁποίους ἐπηγγέλλετο ὁ κ.
1177Πρωθυπουργὸς, ἀμφιβάλλω ἂν ἦναι αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους
1178ἐδρέψαμεν τὴν 10 Δεκεμβρίου 1893, διότι αὐτοὶ δὲν ἀπο-
1179δεικνύουσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ εἰργάσθησαν ὑπὲρ
1180τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος. Τότε χειροκροτήματα πα-
1181ταγώδη καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις
1182ἐνίσχυσαν καὶ ἐπεδοκίμασαν τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Χειρο-
1183κροτήματά τινα ἠκούσθησαν καὶ κατὰ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν
1184ἀνεκήρυξεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν πτώχευσιν.
1185Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν τριετίαν ἐκείνην δέκα πλήρη παρῆλθον ἔτη,
1186πρόκεινται δὲ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν τὰ ἀποτελέσματα
1187τῆς διαχειρίσεως. Ἂς ἐξετάσωμεν ταῦτα μετὰ ψυχρότητος,
1188διὰ νὰ πληροφορηθῶμεν ὅτι οὔτε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882
1189ἦτο μόνον 5,224,833.37, ὅσον ἀνέγραψεν αὐτὸ ὁ ἀπολο-
1190γισμὸς τοῦ 1882, οὔτε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 ἦτο μόνον
11919,258,312.81. Καὶ εἶναι εὔκολος ἡ ἐξέτασις, ἂν ἀναζητή-
1192σωμεν πόσα κατὰ τὴν τριετίαν εἰσέπραξεν ἡ Κυβέρνησις
1193εἴτε ἐκ τακτικῶν ἐσόδων εἴτε ἐξ ἐκτάκτων, ἂν παραβάλω-
1194μεν αὐτὰ πρὸς τὰ δαπανηθέντα, καὶ ἀνεύρωμεν τὸ ἀληθὲς
1195ἔλλειμμα.
1196Κατὰ τὸ 1882 εἰσέπραξε κατὰ τὸν προσηρτημένον εἰς
1197τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 προσωρινὸν ἀπο-
1198λογισμόν, (διότι δὲν συνετάχθη ἔτι ὁ ὁριστικὸς ἀπολογι-
1199σμὸς) δραχ. 58,751,224.34.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1200Κατὰ τὸ 1883 εἰσέπραξε κατὰ τὸν
1201ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν » 58,537,556.10
1202Κατὰ τὸ 1884 εἰσέπραξεν » 60,744,637.07
1203Εἰσέπραξε προηγουμένως, ὡς προεῖ-
1204πον, καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου
1205τῶν 120 ἑκατομμυρίων » 18,841,955.10
1206Καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦ μετὰ τῆς
1207Ἐθνικῆς Τραπέζης συνομολογηθέν-
1208τος δανείου, ὅπως συμπληρωθῶσι τὰ
1209πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
1210φορίας ἀπαιτούμενα κεφάλαια » 9,000,000.—
1211Εἰσέπραξε καὶ τὸ ἀντίτιμον τῶν
1212Εἰς μεταφορὰν » 205,875,372.61
1213Ἐκ μεταφορᾶς 205,875,372.61
1214ἐκποιηθεισῶν 110 χιλιάδων ὁμολο-
1215γιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομ-
1216μυρίων, τῶν ὁποίων ἡ ὀνομαστικὴ
1217ἀξία ἦτο 500 φράγκα, καὶ παρί-
1218στων 55 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ αἵτινες
1219ἐπωλήθησαν πρὸς φρ. 342½ ἑκάστη
1220καὶ ἔφερον δρ. 37,675,001.06
1221Εἰσέπραξεν ὡσαύτως τὴν ἐπὶ τοῦ
1222δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων συν-
1223ομολογηθεῖσαν προκαταβολήν » 35,000,000.—
1224Ἔλαβε προσέτι διαφόρους προκα-
1225ταβολὰς, ὅταν, δαπανήσας εἰς τὰ
1226τακτικὰ ἐλλείμματα τῶν διαχειρί-
1227σεων τῆς τριετίας ὅσα εἶχεν εἰσπρά-
1228ξει ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν 110 χιλιά-
1229δων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170
1230ἑκατομμυρίων, καὶ ἐκ τῆς προκατα-
1231βολῆς τῶν 35 ἑκατομμυρίων ἔσπευδε
1232νὰ συμπληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα εἰς
1233τὰς Τραπέζας ποσὰ, ἵνα δυνηθῇ νὰ
1234ἐξοφλήσῃ αὐτὰ, καὶ ἄρῃ, ὡς εἶχεν
1235ὑποσχεθῆ, τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλο-
1236φορίαν. Αἱ προκαταβολαὶ δ’ αὗται
1237ἀνῆλθον εἰς » 11,500,000.—
1238Εἶχε καταθέσει εἰς ἐνέχυρον τρα-
1239πεζικὰ γραμμάτια ποσὸν δραχμῶν
124011,500,000, ἀντὶ προσωρινοῦ δα-
1241νείου 10 ἑκατομμυρίων φράγκων εἰς
1242χρυσὸν, ὅπερ ἔλαβε δυνάμει τοῦ ἀπὸ
124321 Φεβρουαρίου 1883 νόμου πρὸς
1244πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων
1245τῶν δανείων· μετὰ τὴν ἄρσιν δὲ τῆς
1246ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἰσοτιμη-
1247θέντων πρὸς τὸν χρυσὸν τῶν τραπε-
1248ζικῶν γραμματίων, ἐπερίσσευσαν ἐκ
1249τῆς πράξεως ταύτης δρ. 1,500,000,
1250ἐκ τῶν ὁποίων εἰσέπραξε μόνον » 1,286,138.60
1251Ἔλαβε προσέτι ὡς προσωρινὸν δά-
1252νειον ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας,
1253ἄνευ νόμου ὅμως » 700,000.—
1254Ἔλαβεν ἐπὶ ἐπιστροφῇ, ἀλλ’ ἄνευ
1255νομοθετικῆς ἀδείας, παρὰ τοῦ τα-
1256μείου τῆς ὁδοποιΐας » 1,934,187 —
1257Ἔλαβε παρὰ τῶν λιμενικῶν τα-
1258μείων ἄνευ ἀδείας νομοθετικῆς » 703,915.—
1259Ἔλαβε καὶ διέθεσεν ἄνευ νομίμου
1260δικαιώματος τὰς δικαστικὰς παρα-
1261καταθήκας, ἀνερχομένας εἰς » 359,897.—
1262Δὲν ἐπλήρωσεν ἐκ τοῦ δημοσίου
1263ταμείου τοὺς τόκους τῶν κεφαλαίων,
1264τὰ ὁποῖα ἔλαβε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς
1265Τραπέζης κατὰ τὰ ἔτη 1883 καὶ
12661884 ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας,
1267ὡς ὤφειλε κατὰ τὸν περὶ τοῦ δανείου
1268τούτου νόμον, διαθέσας τὸ ὀφειλόμε-
1269μενον ποσὸν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν
1270ἐλλειμμάτων, πληρωθέντων τῶν τό-
1271κων τούτων ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ
1272δανείου ἐναντίον τοῦ νόμου. Ἀνήρ-
1273Εἰς μεταφορὰν 295,034,511.27
1274Ἐκ μεταφορᾶς 295,034,511.27
1275χετο δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς δρ. 2,032,056.22
1276Δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς
1277ὁδοποιΐας ὅσα ἔσοδα αὐτοῦ εἶχεν εἰσ-
1278πράξει κατὰ τὸ ἔτος 1884, δαπα-
1279νήσας καὶ ταῦτα εἰς τὰς ἀνάγκας
1280τῶν ἐλλειμμάτων » 3,707,747.—
1281Δὲν ἀπέδωκεν ὅσα ὤφειλε νὰ πλη-
1282ρώσῃ κατὰ τὸ 1884 εἰς τοὺς ἐργο-
1283λάβους τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηρο-
1284δρόμων τῆς Θεσσαλίας » 953,880.—
1285Εἰσέπραξεν ἐξ ἀνοικτοῦ λογαρια-
1286σμοῦ, ὃν εἶχε συνομολογήσει μετὰ
1287τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας ἄνευ
1288νομοθετικῆς ἀδείας » 1,154,842.—
1289Τὸ ὅλον εἰσέπραξε » 302,883,036.49
1290Ὅθεν ὅσα ἡμεῖς ἠδυνήθημεν νὰ
1291ἀνακαλύψωμεν ὅτι εἰσέπραξε κατὰ
1292τὴν τριετίαν ἀνέρχονται εἰς » 302,883,036.49
1293Ἐπλήρωσεν εἰς τὰς Τραπέζας
1294ὀφειλόμενα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκα-
1295στικῆς κυκλοφορίας··· 69,394,271.77
1296Εἰς στρατιωτικὰς
1297καὶ ναυτικὰς δῆθεν
1298παρασκευάς, ὡς ἐση-
1299μείωσεν ἐν τοῖς δη-
1300μοσιευθεῖσιν ἀπολο-
1301γισμοῖς·············· 6,418,515.72
1302Εἰς μελέτας σι-
1303δηροδρόμων··········· 98,072.06
1304····················· 75,910,859.55
1305Ἀφαιρουμένου λοιπὸν τοῦ ποσοῦ,
1306τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσεν εἰς τοὺς σκο-
1307ποὺς, δι’ οὓς συνωμολογήθη τὸ δά-
1308νειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων » 75,910,859.55
1309Ὑπελείφθη ποσὸν » 226,972,176.94
1310Ὅθεν διὰ τὰς συνήθεις ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ Κρά-
1311τους κατὰ τὰ τρία ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884 ἐδαπάνησε
1312226,972,176.94, ἑπομένως ἡ ἀναλογία τῶν δι’ ἕκαστον
1313τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν δαπανηθέντων ἀνέρχεται εἰς δραχ-
1314μὰς 75,657,392.31. Καὶ οὐ μόνον τοσοῦτον ὀγκῶδες πο-
1315σὸν ἐδαπάνησε καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων τριῶν ἐτῶν,
1316ἀλλὰ διὰ νὰ περικαλύψῃ τὰς δαπάνας ταύτας διέπραξε
1317διαφόρους παρανομίας. Παρέβη τὸν νόμον περὶ δημοσίου
1318λογιστικοῦ, μὴ ἀναγράψας ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1883
1319μετὰ τῶν ἐσόδων τοῦ ἔτους ἐκείνου τὰς δρ. 1,286,138.60,
1320αἵτινες προέκυψαν μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
1321φορίας ἐκ τοῦ περισσεύσαντος ποσοῦ τοῦ ἐνεχύρου, τὸ ὁποῖον
1322εἶχε καταθέσει διὰ τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν 10 ἑκατομμυ-
1323ρίων φράγκων, τὸ δυνάμει τοῦ νόμου τῆς 21 Φεβρουαρίου
13241883 συνομολογηθέν, παραστήσας δ’ οὕτω τὸ ἔλλειμμα τοῦ
1325ἔτους ἐκείνου ὀλιγώτερον τοῦ ἀληθοῦς κατὰ 1,286,138 60,
1326ἐνῷ ἀνέγραψεν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ὅλον τὸ εἰς τὴν
1327ὑπηρεσίαν τῶν δανείων διατεθὲν ποσόν. Παρέβη τὸν νόμον,
1328δανεισθεὶς ἄνευ νόμου τὰς 700 χιλιάδας δραχμῶν παρὰ
1329τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Παρέβη τοὺς νόμους, λαβὼν παρὰ
1330τοῦ αὐτοῦ ταμείου τὰς 1,934,187 δρ. ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Κοινο-
1331βουλίου. Παρέβη τοὺς νόμους, λαβὼν τὰς 703,897 δρ. παρὰ
1332τῶν λιμενικῶν ταμείων, καὶ συνομολογήσας οὕτω δάνειον,
1333ἐνῷ δὲν εἶχε λάβει παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἄδειαν.
1334Παρέβη τὸν νόμον, δαπανήσας τὰς δικαστικὰς παρακατα-
1335θήκας, τῶν ὁποίων τὸ δημόσιον ταμεῖον ἦτο ἁπλοῦς θεμα-
1336τοφύλαξ. Παρέβη τὸν περὶ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας νό-
1337μον, διότι, ἐνῷ, τῇ προτάσει τοῦ Πρωθυπουργοῦ προσετέθη
1338διὰ νόμου ἓν δεκατημόριον εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἵνα ἐκ
1339τῶν εἰσπραχθησομένων πληρώνωνται οἱ τόκοι τοῦ δανείου
1340τῆς ὁδοποιΐας, ὑπολείπηται δὲ τὸ περισσεῦον πρὸς ὄφελος
1341τοῦ δημοσίου ταμείου, ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν εἰρημέ-
1342νην τριετίαν ἐδαπάνησεν εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ
1343Κράτους ὅλην τὴν ἐκ τοῦ προσθέτου τούτου δεκατημορίου
1344πρόσοδον, ἀνερχομένην εἰς 2,200,000, ἀφοῦ τὰ εἰσαγωγικὰ
1345τέλη εἶχον ἀνέλθει εἰς 22 ἑκατομμύρια, οἱ δὲ τόκοι τοῦ
1346δανείου ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ. Ἀληθῶς ἡ
1347Κυβέρνησις οὔτε κατὰ τὸ 1883 οὔτε κατὰ τὸ 1884 ἐπλή-
1348ρωσε τοὺς τόκους τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ δανείου
1349τούτου ἔλαβε κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη παρὰ τῆς Ἐθνικῆς
1350Τραπέζης, ἀλλ’ ἐλάμβανε μὲν χρήματα ἵνα κατασκευάσῃ
1351ὁδοὺς, ἄφινεν ὅμως τοὺς τόκους νὰ κρατῇ ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
1352πεζα ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου. Παρέβη τέλος τὸν νό-
1353μον, συνομολογήσας ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας δάνειον ὑπὸ
1354ἀνοικτὸν λογαριασμὸν μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσ-
1355σαλίας.
1356Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ κατὰ τὴν περὶ ἧς πρόκειται τριετίαν
1357δαπανηθέντα διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἀνῆλ-
1358θον εἰς 226,972,176.94, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο, διαιρούμενον
1359διὰ τῶν τριῶν ἐτῶν, παριστᾷ ὅτι ὡς ἔξοδα ἑκάστου τῶν
1360ἐτῶν τῆς τριετίας ἀναλογοῦσιν 75,657,392.31, ἕπεται, ὅτι
1361οὐδὲ κατὰ τὸ 1882, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ ἔσοδα ἦσαν δραχ.
136258,751,224.34, τὸ ἔλλειμμα ἦτο μόνον 5,224,833.37,
1363ὅσον ἀνεγράφη ἐν τῷ προσωρινῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1882,
1364ἀλλὰ 16,906,167.97, οὐδὲ κατὰ τὸ 1883 ἦτο μόνον δρ.
13659,258 312.81, ὅσον ἀνεγράφη ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, διότι
1366καὶ τοῦ ἔτους τούτου τὰ ἔσοδα δὲν ἦσαν 58,537,556.10,
1367ἀλλὰ 17,119,836.21.
1368Γνωρίζω ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἐμποιοῦσι κάματον εἰς τοὺς
1369ἀκροωμένους, ἐνδέχεται δ’ ἕνεκα τούτου νὰ μὴ ἐπεστήθη
1370ἡ προσοχὴ αὐτῶν, ὅπως γένωνται καταληπτὰ τὰ λεχθέντα·
1371ἀλλ’ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ προσφεύγω εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ
1372ποιήσωμαι χρῆσιν αὐτῶν. Ὁ συλλογισμὸς ὅμως, ὃν ἐξέθηκα,
1373εἶναι ἁπλοῦς, καὶ δύναται νὰ ᾖναι προσιτὸς καὶ εἰς τὴν
1374μᾶλλον κεκμηκυῖαν διάνοιαν. Ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν
1375τριετίαν 1882, 1883 καὶ 1884 δραχ. 226,972,176.94
1376εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας, διότι τόσα ὑπολείπονται, ἀφοῦ
1377ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ ὅλον τῶν εἰσπραχθέντων ὅσα ἐπληρώ-
1378θησαν πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
1379καὶ πρὸς τὴν Ἰονικὴν χρεῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅπως
1380ἐπιτευχθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς καὶ
1381ὅσα ἀνέγραψαν ὅτι ἐξωδεύθησαν διὰ στρατιωτικὰς δῆθεν
1382παρασκευὰς, καὶ ὅσα ἐξωδεύθησαν διὰ σιδηροδρόμους.
1383Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ τακτικὰ ἔσοδα τῆς τριετίας ἀνῆλθον εἰς
1384178,033,417.51, ἕπεται ὅτι τὸ ἀληθὲς ἔλλειμμα τῆς τριε-
1385τίας ἦτο 48,938,759.43, καὶ οὐχὶ 45,085,292.91, ὅσον
1386παρεστήθη διὰ τῶν ἀπολογισμῶν, ἤτοι 5,224,833 37 τὸ
13871882, 9,258,312.81 τὸ 1883, καὶ 30,602,146.73 τὸ 1884.
1388§83ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ
1389διαίρεσις διὰ τοῦ 3 θὰ ἔχῃ κἄποιον λάθος. Δὲν εἶναι
139080,000,000.
1391§84ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. 74½ εἶναι διὰ τοῦ 3.
1392§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ διαιρεθῇ ὁ ἀριθμὸς
1393226,972, 176.94 διὰ τῶν τριῶν ἐτῶν.
1394§86ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. 18,000,000 εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ
1395ἔτους.
1396§87ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ. 58 εἶναι τὰ ἔσοδα· ἕως 75 μένουν 17
1397ἑκατομμύρια.
1398§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν δὲν εἶναι 5,224,833.37 τὸ
1399ἔλλειμμα τοῦ 1882, οὐδ’ 9,258,312.81 τὸ ἔλλειμμα τοῦ
14001883, ἀλλ’ εἶναι 17 ἑκατομμύρια.
1401§89ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ ἐλλείμματα τῶν τριῶν ἐτῶν μαζὺ
1402πόσα εἶναι;
1403§90ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἔλλειμμα εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ
1404τῶν εἰσπραχθέντων 178,033,447.51 τακτικῶν ἐσόδων καὶ
1405τῶν 226,972,176.94, τὰ ὁποῖα ἐξωδεύθησαν.
1406§91ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ τὸ αὐτὸ ἔλλειμμα
1407παρουσιάζουσι. Κατὰ τοὺς ἀπολογισμούς, τὸ τακτικὸν καὶ
1408ἔκτακτον ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 42 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’
1409ὑμεῖς προσθέτετε εἰς τὰ ἔσοδα καὶ ποσὰ λαμβανόμενα αὐ-
1410θαιρέτως ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι ἐκ τῆς χρημα-
1411τικῆς ληψοδοσίας.
1412§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ληψοδοσία εἶναι εἰδικοὶ χρηματι-
1413στικοὶ λογαριασμοί, ἀλλὰ τοσοῦτον συγκεχυμένοι, ὥστε δύ-
1414νανται νὰ ὑποβοηθήσωσι πάντα, ὅστις θέλει νὰ ἀποκρύψῃ
1415τὴν ἀλήθειαν. Διὰ τοῦτο δὲν ἐποιησάμην χρῆσιν αὐτῶν.
1416§93ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κἀνείς, ἔχων συμφέρον εἰς
1417τὴν ἀπόκρυψιν τῆς ἀληθείας.
1418§94ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν τὸ Δημόσιον ἔλαβεν ἀπὸ τὰ λι-
1419μενικὰ ταμεῖα χρήματα, τὰ ὁποῖα τὰ λιμενικὰ ταμεῖα
1420δὲν ὤφειλον νὰ δώσωσιν εἰς αὐτό, ἂν ἔλαβεν ἀπὸ τὰ ταμεῖα
1421τῆς ὁδοποιΐας ἢ ἀπὸ ἄλλα ταμεῖα χρήματα, τὰ ὁποῖα
1422δὲν ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, πάντα ταῦτα ἀγνοῶ
1423ἂν ὑπῆρχε διάθεσις νὰ ἀποκρυβῶσιν ἢ νὰ ἀποκαλυφθῶσιν.
1424§95ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ἐπανῆλθον πάλιν.
1425§96ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπανῆλθον πότε;
1426§97ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εὕρητε τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1885.
1427§98ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω ἀμέσως ἐπιληφθῆ καὶ τοῦ 1885.
1428Ἐξήγησα εἰς τὴν Βουλὴν διατὶ συνέβησαν ταῦτα. Δὲν
1429ἤρκει νὰ διατάσσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἵνα τὸ Γενικὸν Λογι-
1430στήριον διαπράξῃ τὰς παραβάσεις, ὅσας διέπραξε κατὰ τὰ
1431ἀνωτέρω,—διότι παραβάσεις ἀπετέλουν τὰ πραχθέντα,—
1432δὲν ἤρκει καὶ νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον καὶ ἀπεριόριστον τὴν ἐντὸς
1433τῶν νομίμων ὁρίων ὑποστήριξιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἔπρεπε
1434πάντα ταῦτα τὰ ὅρια νὰ ὑπερβαθῶσι, καὶ οὕτω ῥηταὶ καὶ
1435ὡρισμέναι παραβάσεις τῶν νόμων ἐπεδοκιμάσθησαν, ὅπερ
1436δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον οὔτε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, οὔτε
1437εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς· διότι, ὅταν πρόκηται
1438παράβασις διατάξεων νόμων, ἀθέτησις τῶν νομοθετημά-
1439των, μεταβολαὶ καὶ τροποποιήσεις αὐτῶν, δὲν δύναται
1440οὔτε ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία νὰ πράττῃ, οὔτε ἡ Βουλὴ
1441νὰ ἐπιδοκιμάζῃ, διότι ἀπαιτεῖται νὰ συμπράξῃ καὶ ἡ
1442ἄλλη ἐξουσία, ἡ ὁποία μετέχει τῆς νομοθεσίας τοῦ τόπου,
1443ἡ Βασιλεία. Ἑπομένως δὲν ἠδύναντο νὰ γένωνται ἀνεκταὶ
1444αἱ παραβάσεις τοῦ νόμου, αἱ δὲ παραβάσεις εἶπον εἰς τὴν
1445Βουλὴν ποῖαι ἦσαν. Εἶναι πρῶτον, ὅτι, ἐνῷ ὁ Λογιστικὸς
1446νόμος προσδιορίζει ποῖαί εἰσιν ἔκτακτοι πιστώσεις, ἐνῷ δίδει
1447ὁρισμὸν σαφῆ καὶ ἀποκλειστικόν, ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν
1448ἐκτέλεσιν ἔδωκεν ἕτερον ὁρισμὸν, εὐρύν, καὶ δὲν ἐχαρακτή-
1449ρισε μόνον ὡς ἐκτάκτους πιστώσεις ὅσας ἐζήτει διὰ νὰ πλη-
1450ρώσῃ ἀνάγκας, αἵτινες δὲν εἶχον προβλεφθῆ καὶ δὲν ἦτο δυ-
1451νατὸν νὰ προβλεφθῶσι κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν συνετάχθη
1452ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐκτάκτους πιστώ-
1453σεις καὶ ἐκείνας, αἵτινες προεκαλοῦντο διὰ νὰ πληρωθῶσιν
1454ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν τακτικαί, δὲν ἦσαν κατ’ ἔτος
1455ἐπαναλαμβανόμεναι καὶ περιοδικαί, ἀλλ’ ἔκτακτοι, ἅπαξ
1456μόνον λαμβάνουσαι χώραν. Ἑτέρα παράβασις τοῦ νόμου
1457εἶναι, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ,
1458ὅταν ἔκτακτος ἢ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ζητῆται, πρέπει
1459νὰ προβάλληται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ πόρος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ
1460Κυβέρνησις προσδοκᾷ νὰ πορισθῇ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα
1461θέλει δαπανήσει δυνάμει τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖ, ἡ
1462Κυβέρνησις ἐπρότεινεν ἀναπληρωτικὰς καὶ ἐκτάκτους πι-
1463στώσεις, χωρὶς νὰ προβάλῃ τὸν πόρον τοῦτον, ἡ δὲ πλειο-
1464ψηφία ἔστεργε καὶ ἐψήφιζεν αὐτάς.
1465Ἂν δὲν ἠδυνήθην νὰ πείσω τὸ Στέμμα κατὰ Φεβρουά-
1466ριον τοῦ 1885, ἵνα μοὶ ἐμπιστευθῇ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς,
1467ὅταν ἐκλήθην ὑπὸ τῆς Α. Μεγαλειότητος καὶ μοὶ ἀνετέθη
1468ὁ σχηματισμὸς Ὑπουργείου, ἡ κατάστασις τοῦ Κοινοβουλίου,
1469ἡ κατανομὴ τῆς κοινοβουλευτικῆς δυνάμεως ἐν τῇ αἰθούσῃ
1470ταύτῃ, κατέστησαν ἀναπόφευκτον τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς·
1471ἂν δ’ ἐγὼ δὲν ἔτυχον τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, ἵνα
1472ἐκτελέσω αὐτήν, ἐπεφορτίσθη ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσο-
1473λογγίου, ὁ ὁποῖος ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐκτελέσῃ
1474αὐτήν. Οὕτω δ’ ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου
1475ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ πλειοψηφία, ἥτις μὲ ὑπέδειξεν εἰς
1476τὸ Στέμμα, ἵνα μὲ καλέσῃ εἰς τὴν ἀρχήν. Οἱ ἀγῶνες λοι-
1477πὸν καὶ αἱ προσπάθειαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀπεδόθην κατὰ
1478τὴν τριετίαν ἐκείνην, ἐρευνῶν καὶ ἀναλύων τοὺς προϋπολο-
1479γισμούς, δὲν ἦσαν ἄκαρποι, ὡς θέλουσιν εἶσθαι ἄκαρποι
1480καὶ εἰς μηδὲν συντελοῦντες οἱ ἀγῶνες καὶ αἱ προσπάθειαι,
1481εἰς τὰς ὁποίας ἤθελον ἀποδυθῆ, ἂν προέβαινον νὰ συζη-
1482τήσω σήμερον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1894 ἐν ταῖς λεπτο-
1483μερείαις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐμνήσθην τῆς 7 Ἀπριλίου, κατὰ
1484τῆς ὁποίας θερμὰς ἐξεσφενδόνισε κατάρας ὁ κ. ἐκ Παρνασ-
1485σίδος Βουλευτής. Ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἀνωμο-
1486λόγησε τέλος πάντων τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, τὴν
1487ὁποίαν δὲν ἔστεργε νὰ ὁμολογήσῃ πρὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου
14881893· ἀνεζήτησεν ὅμως τὰς αἰτίας τῆς πτωχεύσεως καὶ
1489ἀνεὗρε δύο τοιαύτας· πρῶτον, ὅτι δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως
1490ἐκδοθῇ νόμος καθιστῶν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἰσό-
1491βιον· ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ἰσόβιος, δὲν
1492ἤθελε συμβῆ ἡ πανηγυρικὴ ἔκφρασις τῆς 7 Ἀπριλίου, δὲν
1493ἤθελεν ἀναγκασθῆ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου νὰ παραι-
1494τήσῃ τὴν ἀρχήν, θὰ ἐξηκολούθει κυβερνῶν, δὲν ἤθελε συμβῆ
1495ἡ ἐμφιλοχώρησις ἐμοῦ ἐν τῷ μέσῳ, οὐδ’ ἤθελον ἀνακοπῆ αἱ
1496διοικητικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ προσπάθειαι αὐτοῦ, δι’ ὧν εἶχε
1497κατορθώσει νὰ μᾶς ἀξιώσῃ νὰ δρέψωμεν τοὺς καρποὺς, τοὺς
1498ὁποίους κατὰ τὰ 1884 ἔβλεπε συγκεκομισμένους. Ἐπεθύ-
1499μουν νὰ ἀνασκευάσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
1500Παρνασσίδος, οὐχὶ κατ’ ἐπιστήμην, οὐχὶ ἐπικαλούμενος θεω-
1501ρίας καὶ γνώμας περὶ συνταγματικοῦ ἢ κοινοβουλευτικοῦ
1502δικαίου, διότι ἐνδέχεται νὰ ἀνήκῃ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς
1503τὴν Σχολὴν ἐκείνων, οἵτινες καὶ τοὺς θεσμοὺς καταρῶνται
1504ὡς αἰτίους τῆς πτωχεύσεως τῆς 10 Δεκεμβρίου. Καὶ εἶπον
1505ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν Σχολὴν αὐτῶν, ἂν καὶ
1506ἀγορεύων μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ὑπολάβω, ὅτι ἡ εἰρημένη
1507Σχολὴ ἀποκτᾷ ὀπαδούς. Δὲν ἤρκει τάχα ἡ σάλπιγξ ἐκείνη,
1508ἡ ὁποία ἠχεῖ καθ’ ἑβδομάδα ἀπὸ τὰ παράλια τῆς Δαλμα-
1509τίας, ἐξυβρίζουσα ὅ,τι ἔχει ἱερὸν ἡ Ἑλλὰς, τοὺς πολιτικοὺς
1510ἄνδρας αὐτῆς, τὰ ἐν αὐτῇ πολιτικὰ κόμματα, καὶ ζητοῦσα
1511νὰ σύρῃ τὸ ἄροτρον, νὰ ἀνασκάψῃ τὴν γῆν, νὰ ἀνατρέψῃ τὰ
1512ἐδάφη, ὅπως ἀποκαλύψῃ νέας δυνάμεις καὶ νέας θεωρίας;
1513Δὲν ἀρκεῖ ἑτέρα σάλπιγξ, ἥτις ἐν μέσαις Ἀθήναις περιϋβρί-
1514ζει καθ’ ἑκάστην πρωΐαν τὸ πολίτευμα καὶ πᾶσαν πολιτι-
1515κὴν ἱκανότητα καὶ ἀρετὴν, πεπεισμένη, ὅτι, καὶ ἂν δὲν
1516ἐπιτρέπονται τοιαῦται κατὰ τῶν θεσμῶν ὕβρεις καὶ προπη-
1517λακισμοί, τοιοῦτοι δηλητηριασμοί, ἀπειλοῦντες τὸ δημόσιον
1518φρόνημα, οὐδεὶς θέλει ἐνοχλήσει αὐτήν; Δὲν ὑπάρχει, φαί-
1519νεται, ὁ δυνάμενος νὰ μεριμνήσῃ, μήπως τὸ κακὸν παρά-
1520δειγμα ἐνισχύσῃ κινδύνους κατὰ τῆς ἐννόμου τάξεως, οὐδὲ
1521ἀνησυχία τις ὑποφαίνεταί που, μήπως καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπο-
1522κρύπτωνται ἀφανεῖς ἐχθροὶ τῆς νομίμου τάξεως, οἵτινες ἐν-
1523δέχεται νὰ παρασταθῶσι καὶ αὐτοὶ τοιαύτην τινὰ σάλπιγγα
1524ἔχοντες ἐν χερσὶ, καὶ σαλπίζοντες δυσάρεστα καὶ ἐπικίν-
1525δυνα σαλπίσματα.
1526Ἀλλ’ ἡ ἀνακοπὴ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ.
1527Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἐγένετο κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου
15281885 ἐπὶ βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ
1529ταμείου; Μάλιστα, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος,
1530καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του ἔλεγε πρὸς τὴν Βου-
1531λὴν προχθὲς, ὅτι εἰς 128 ἑκατομμύρια ἀνῆλθε τὸ ἔλλειμμα
1532τοῦ 1885 καὶ 1886, καὶ ἐξίστατο, πῶς τολμῶμεν ν’ ἀμ-
1533φισβητήσωμεν, ὅτι ἡ ἀνακοπὴ δὲν ἦτο μόνον ἀναστολὴ τῆς
1534ἐφαρμογῆς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη,
1535ἀλλ’ ἦτο καὶ ἐγκατάστασις ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν
1536τῆς ἀλλοφροσύνης καὶ τῇ σπατάλης ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω τί
1537φρονεῖ εἰς τὰ βάθη τῆς συνειδήσεώς του ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
1538Παρνασσίδος, οὐδ’ ἔχω δικαίωμα νὰ ψυχολογήσω, ἵνα ἐν-
1539νοήσω ἂν πιστεύῃ ὅσα λέγει, ὡς καὶ αὐτὸς δὲν ἔχει δικαίω-
1540μα νὰ ψυχολογήσῃ ἐπὶ τῶν γνωμῶν μου· ἐκλαμβάνων δὲ,
1541ὅτι πιστεύει ὄντως ὅσα λέγει, σπεύδω νὰ διαφωτίσω αὐ-
1542τὸν, καὶ, ἂν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δια-
1543φωτίσω αὐτὸν, ὅτι δὲν εἶναι πλέον δεκτικὸς φωτισμοῦ, νὰ
1544φωτίσω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ νὰ κρατύνω τὴν πεποίθη-
1545σιν αὐτοῦ, ὅτι δὲν παρεφρόνησε τὴν 7 Ἀπριλίου, ὡς ἐκα-
1546τηγόρησαν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα τῆς ψή-
1547φου του ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἑλλάδος· νὰ βεβαιώσω μάλιστα
1548αὐτὸν, ὅτι, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ 7 Ἀπριλίου, οἰκτρὰ ἤθελε
1549κατασταθῆ ἡ κατάστασις, εἰς ἣν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ χώρα.
1550Καὶ θέλετε πεισθῆ καὶ ὑμεῖς περὶ τούτων, ἂν σᾶς ἐπιδείξω
1551τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὕρομεν ἡμεῖς, οἱ κατὰ Ἀπρίλιον
1552τοῦ 1885 διαδεχθέντες τὸν κ. Τρικούπην ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ τὰ
1553οἰκονομικὰ, καὶ τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ τοῦ Κρά-
1554τους. Οὐδ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφύγω πρὸς τοῦτο εἰς ἀλ-
1555λοτρίας γνώμας καὶ πράξεις, διότι ἀρκοῦσιν αἱ ἐπίσημοι
1556πράξεις, αἱ φέρουσαι τὰς ὑπογραφὰς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
1557Μεσολογγίου, ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸν Νο-
1558έμβριον τοῦ 1884 συνέταξε διὰ τὸ 1885 καὶ εἰσήγαγεν εἰς
1559τὴν Βουλήν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 οὗτος δὲν ἐψη-
1560φίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις αὐτῆς,
1561οὐδ’ ἐξετελέσθη, ἕνεκα τούτου, διότι ἡμεῖς, κληθέντες εἰς
1562τὴν ἀρχὴν, συνετάξαμεν καὶ εἰσηγάγομεν ἄλλον προϋπο-
1563λογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἐπεψηφίσθη καὶ ἐξετελέσθη. Τὸν προϋ-
1564πολογισμὸν λοιπὸν τοῦτον, τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ.
1565Τρικούπη καὶ μὴ ἐκτελεσθέντα, αὐτὸν ἐπικαλοῦμαι, καὶ
1566αὐτὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐξετάσωμεν.
1567Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ 7 Ἀπριλίου δὲν ἐλάμβανε χώραν,
1568ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἐξηκολούθει νὰ κυβερνᾷ τὴν
1569Ἑλλάδα καὶ κατὰ τὸ 1885. Κατὰ τὸ φθινόπωρον τοῦ
15701885 ἐπῆλθεν ἀπρόοπτον συμβεβηκὸς, διὰ τὸ ὁποῖον γνω-
1571ρίζομεν, ὅτι ἐξεπλάγη τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, ἴσως δὲ παρα-
1572πλησίαν ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν καὶ εἰς τοὺς ἐκτὸς τῶν
1573Ἑλληνικῶν ὁρίων συμπολίτας ἢ ὁμοφύλους. Τὸ συμβεβη-
1574κὸς ἦτο ἀπρόοπτον, οὐδ’ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐρευνηθῇ, πῶς
1575ἐξυφάνθη, πῶς παρεσκευάσθη· ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν εἴδη-
1576σιν, ὅτι ἐξετελέσθη. Τὸ συμβεβηκὸς, περὶ οὗ λέγω, εἶναι ἡ
1577κατάληψις τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας καὶ ἡ προσάρ-
1578τησις αὐτῆς εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ
1579Ὑπουργεῖον Τρικούπη ἤθελε μείνει ἀπαθὲς, ὅτε ἤθελεν
1580ἀναγνώσει εἴτε ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τῶν ἀντιπροσώπων τῆς
1581Ἑλλάδος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, εἴτε ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ὁ
1582Ἀλέξανδρος Βάττεμβεργ προσήρτησε τὴν Ρωμυλίαν εἰς τὴν
1583Βουλγαρίαν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ τὴν
1584προεδρίαν τοῦ κ. Τρικούπη, ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἔχουσα
1585ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, καὶ ἀσχολουμένη νὰ ἐξετάζῃ τὰ
1586προσόντα τῶν ὑπαλλήλων, ἢ τὴν συγκομιδὴν τοῦ 1885.
1587Ὁ κ. Τρικούπης ἤθελε τότε ἐφαρμόσει τὸν προϋπολογισμὸν,
1588τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1884, καὶ
1589τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἐπιψηφίσει ἡ Βουλή. Ὁ προϋπολογισμὸς
1590ἐκεῖνος προσδιώριζε τὰ μὲν ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1885
1591εἰς δρ. 85,641,517, τὰ δ’ ἔξοδα εἰς δρ. 85,252,933.88, καὶ
1592παρίστα καὶ πλεόνασμα ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχ-
1593μῶν· καὶ ἐνῷ τὸ ἔλλειμμα τῶν τριῶν προηγηθέντων ἐτῶν
1594δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ὀλιγώτερον τῶν 48,938 759.43,
1595διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ ἠδυνήθημεν νὰ ἀνακαλύψωμεν πά-
1596σας τὰς ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς λαθροχειρίας, καὶ τὸ ἔλλειμμα
1597τῆς τριετίας νὰ ὑπερβαίνῃ καὶ τὸ ἀνωτέρω ποσὸν, διὰ τοῦ
1598εἰρημένου προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1599παρίστα, ὅτι οὐ μόνον τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἶχεν ἐξαφανι-
1600σθῆ, ἀλλ’ ὅτι καὶ περίσσευμα εἶχεν ἐξασφαλισθῆ, ἐνῷ οὐδε-
1601μία πρᾶξις, οὐδεμία μεταβολὴ εἶχε λάβει χώραν μεταξὺ
1602τοῦ τέλους τοῦ 1884 καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ 1885, ὡς ἂν ἤρκει
1603δι’ ἁπλοῦ νεύματος νὰ μεταβάλλωνται οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι.
1604Ἐν τῇ Βουλῇ συνήδρευε τότε, ὡς Βουλευτὴς ἐξ Ἀττι-
1605κῆς, ὁ μακαρίτης Ρόκος Χοϊδᾶς, ὅστις, πλήρης θάῤῥους, ἐπι-
1606θυμῶν νὰ σατυρίσῃ τὴν ταχυδακτυλουργίαν ταύτην τοῦ κ.
1607Πρωθυπουργοῦ, ἠρώτησεν αὐτὸν, καθ’ ἣν ὥραν εἰσῆγε τὸν
1608προϋπολογισμὸν, διακόψας τὴν γενομένην εἰσήγησιν: «Κύ-
1609»ριε Πρόεδρε, ἠρώτησεν ὁ Ρόκος, νομίζω, ὅτι καὶ πέρυσιν
1610»εἴχετε περίσσευμα». Ἐνθυμεῖσθε ὅσα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυ-
1611πουργὸς πρὸς τὴν Βουλήν, ὅταν εἰσῆγεν εἰς αὐτὴν τὸν προϋ-
1612πολογισμὸν τοῦ 1884, ὅτε ἐκάλει τοὺς Ἕλληνας νὰ δρέ-
1613ψωσι τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν των. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1614ἀπήντησε μετὰ θαυμαστοῦ θάῤῥους: «Καὶ πέρυσιν εἴχομεν
1615»περίσσευμα, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1884,
1616»μεθ’ ὅλα τὰ ἐπελθόντα δυσάρεστα, θέλει ἀπολήξει σχεδὸν
1617»εἰς ἰσοζύγιον». Καὶ πέρυσι μὲν ἦτο τότε τὸ 1883, ἡ
1618χρῆσις τοῦ ὁποίου δὲν κατέλιπεν περίσσευμα, ὡς ἐβεβαίου ὁ
1619κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ ἔλλειμμα, κατ’ αὐτὸν τὸν ἀπολογι-
1620σμὸν, ἕνδεκα καὶ πλέον ἑκατομμυρίων· τοῦ 1884 δ’ ἡ χρῆσις
1621δὲν ἀπέληξε σχεδὸν εἰς ἰσοζύγιον, ὡς ἔλεγεν, ἀλλ’ εἰς ἔλ-
1622λειμμα 30,602,146 73.
1623Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος τοῦ 1885, ὃν εἶχε συντάξει καὶ
1624εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Τρικούπης, ἦτο ἡ τελευ-
1625ταία ἐξεικόνισις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρί-
1626σκετο τὸ Κράτος κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς καταβάσεως
1627αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ἦτο ἀληθὴς παράστασις τῶν ἀπο-
1628τελεσμάτων τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν εἶχεν ἐφαρμόσει
1629κατὰ τὴν τριετίαν, ἦτο τὸ πόρισμα τῆς τριετοῦς διαχειρί-
1630σεώς του, ἦτο πιστὴ καὶ ἀλάθαστος ἡ εἰκὼν αὐτοῦ. Ἂς
1631ἀναλύσωμεν λοιπὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ἵνα ἴδωμεν
1632τὰ ἰσοζύγια καὶ τὰ περισσεύματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
1633Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν αὐτὸν κατὰ τὴν 12 Νοεμ-
1634βρίου 1884, περιέλαβε δ’ ἐν πρώτοις ἐν αὐτῷ ἐλαττώσεις,
1635τὰς ὁποίας ἔμελλε νὰ ἐφαρμόσῃ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1885,
1636ἀλλ’ ἐξηκολούθησε κυβερνῶν καὶ τὸν Ἰανουάριον καὶ τὸν
1637Φεβρουάριον καὶ τὸν Μάρτιον, καὶ ἔφθασε μέχρι τῆς 19ης
1638Ἀπριλίου, οὐδεμίαν δὲ τῶν ἐλαττώσεων τούτων ἐπραγμα-
1639τοποίησε, διετηρήθησαν δ’ αὗται εἰκονικῶς ἀναγεγραμμέναι
1640ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μέχρι τῆς 19 Ἀπριλίου. Ἐνῷ δὲ τῇ
1641εἰσηγήσει αὐτοῦ εἶχεν ἐκδοθῆ νόμος κατὰ τὴν 29 Δεκεμ-
1642βρίου 1884, δι’ οὗ ἐπετράπη εἰς αὐτὸν νὰ διαθέσῃ διὰ τὰ
1643ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου πίστωσιν ἴσην πρὸς τὸ δωδε-
1644κατημόριον τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ, οὗτος παρέβη
1645τὸν νόμον τοῦτον, διότι ἐπλήρωσε τὰ ἔξοδα τοῦ Ἰανουαρίου
1646οὐχὶ καθ’ ἃ εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885,
1647ἤτοι κατὰ τὰς ἐλαττώσεις, ἀλλ’ ὡς ὑπῆρχον κατὰ τοὺς
1648πρὸ τοῦ 1885 μῆνας τοῦ 1884, ἤτοι ἄνευ ἐλαττώσεων, ἤτοι
1649ἐπλήρωσε καὶ αὐτὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ προϋπο-
1650λογισμοῦ εἶχον ἐλαττωθῆ. Ἀλλὰ παρέβη διὰ τὸν αὐτὸν
1651λόγον καὶ τὸ κατὰ τὴν 28 Φεβρουαρίου 1885 ἐκδοθὲν
1652νομοθετικὸν διάταγμα, ὅπερ, διαλυθείσης τότε τῆς Βουλῆς,
1653αὐτὸς οὗτος εἶχε προκαλέσει, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκυρώθη κατό-
1654πιν διὰ τοῦ νόμου τῆς 24 Ἰουλίου 1885. Κατὰ τὸ διά-
1655ταγμα τοῦτο, «τὰ ὑποχρεωτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, τὰ
1656»ἀναγραφόμενα ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν γενικῷ
1657»προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως
1658»1885, θέλουσι πληρώνεσθαι ἐπὶ τῇ βάσει ταύτη, ὑπὸ τοὺς
1659»εἰς τὸν ἑπόμενον πίνακα σημειουμένους περιορισμούς»· ὁ δὲ
1660προσηρτημένος εἰς τὸ διάταγμα τοῦτο πίναξ ἀνέγραφεν ὄν-
1661τως νέους περιορισμούς, ἤτοι νέας ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων,
1662προσθέτους εἰς τὰς ἀναγραφείσας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
1663Οὕτως εἶχεν ἀναγράψει ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
1664ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἐλάττωσιν 100 χιλιάδων
1665δραχμῶν τῆς ἀναγεγραμμένης δι’ ἔξοδα Πρεσβειῶν πιστώ-
1666σεως, ἐπὶ δὲ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρα-
1667τιωτικῶν Ὑπουργείου ἐλαττώσεις ἀνερχομένας εἰς 949,000
1668δραχμῶν. Αἱ ἐλαττώσεις δ’ αἵτινες εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ
1669προϋπολογισμῷ, δὲν ἐξετελέσθησαν δὲ κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Ἰα-
1670νουαρίου μέχρι τῆς 19 Ἀπριλίου 1885 διάστημα, ἦσαν
1671ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
1672τερικῶν, τῆς πιστώσεως τοῦ Κεφ. Βʹ, δι’ ἔξοδα διοικήσεως
1673ἐπαρχιῶν, δαπανηθεισῶν κατὰ τὸ εἰρημένον διάστημα
1674παρανόμως, ὡς εἴρηται, δραχ. 107.680, τῆς πιστώσεως τοῦ
1675Κεφ. Γʹ διὰ μισθοὺς ἀστυνομικῶν κλητήρων, δαπανηθεισῶν
1676κατὰ τὸ μνημονευθὲν διάστημα παρανόμως 84,300, ὡς μὴ
1677ἐλαττωθέντος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κλητήρων ἀπὸ 300 εἰς 245,
1678ὡς εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ τῆς πιστώ-
1679σεως τοῦ Κεφ. Γʹ δι’ ἔξοδα ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας μὴ
1680πραγματοποιηθείσης κατὰ τὸ περὶ οὗ εἴρηται διάστημα τῆς
1681ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφείσης οἰκονομίας διὰ τῆς ἀνα-
1682θέσεως τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ἔν τισι τόποις εἰς ἄλ-
1683λους ὑπαλλήλους, πληρωθεισῶν οὕτω παρανόμως καὶ ἕνεκα
1684τούτου δρ. 39,000 Ἕνεκα λοιπὸν τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῶν
1685ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφεισῶν ἐλαττώσεων, καὶ ἕνεκα
1686τῆς μὴ ἐφαρμογῆς ὡσαύτως τῶν ἐλαττώσεων ἢ περιορισμῶν,
1687οἵτινες εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ πίνακι τῷ προσηρτημένῳ εἰς
1688τὸ ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου 1885 νομοθετικὸν διάταγμα, ἐδα-
1689πανήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρανόμως 1,279,980
1690δραχμαί, παρεβιάσθη δ’ ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ὁ περὶ πιστώσεως
1691διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ἰανουαρίου 1885 νόμος τῆς 29 Δεκεμ-
1692βρίου 1884 καὶ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τῆς 28 Φεβρουα-
1693ρίου, τὸ κυρωθὲν διὰ τοῦ νόμου τῆς 24 Ἰουλίου 1885.
1694Ἀλλὰ πλὴν τῶν παραβάσεων τούτων, ἕνεκα τῶν ὁποίων
1695δὲν ἐμειώθη, ἀλλὰ μετεβιβάσθη καὶ διετηρήθη καὶ ἐν τῇ
1696χρήσει τοῦ 1885, ἐξογκωθὲν μάλιστα, τὸ ἔλλειμμα τοῦ
16971884, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέλιπε νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ
1698προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ὃν εἶχε συντάξει καὶ εἰσήγαγε κατὰ
1699τὴν 12 Νοεμβρίου 1885 εἰς τὴν Βουλήν, διαφόρους δαπάνας,
1700αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀναπόφευκτοι, ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ
1701Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρέπει
1702νὰ ἀναγράφωνται πάντα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους
1703οὕτω δὲ ὁ τοῦ 1885 προϋπολογισμὸς δὲν περιεῖχε πάντα τὰ
1704ἔξοδα, ἀλλὰ παρέλιπε μεμελετημένως τινὰ αὐτῶν, (τὰ ὁποῖα
1705θέλω ἀναφέρει) ἵνα ἀπατήσῃ τὴν Βουλήν. Καὶ παρέλιπε:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
17061) Τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, τὰ ὁποῖα εἶχον
1707ἐξελεγχθῆ ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ καὶ ἀναγνωρισθῆ ὡς
1708ὀφειλόμενα, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς δρ. 1,491,860
17092) Τὰ ὀφειλόμενα καὶ πληρωτέα εἰς τὰς
1710ξένας τηλεγραφικὰς ὑπηρεσίας διεθνῆ τέλη » 90,000
17113) Τὴν διὰ τοῦ περὶ βοηθείας τῶν ἐκ
1712τῶν σεισμῶν ζημιωθέντων Μεσσηνίων Β.
1713Διατάγματος προσδιορισθεῖσαν συνδρομὴν » 30,000
17144) Τοὺς ἐτησίους τόκους τοῦ συνομολο-
1715γηθέντος μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δα-
1716νείου πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ πληρωθέντος
1717πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κεφαλαίου » 651,650
17185) Τοὺς τόκους τοῦ μετὰ τῆς Τραπέζης
1719Ἠπειροθεσσαλίας ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ,
1720συνισταμένου τότε εἰς 880,000 εἰς χρυσὸν » 100,000
17216) Τοὺς τόκους τῶν ἐντόκων γραμματίων,
1722τῶν ὁποίων τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν εἶχεν
1723ἀναβιβάσει εἰς 3,998,200 » 200,000
17247) Τὴν ἀξίαν τοῦ χαρτοσήμου τῶν ὁμο-
1725λογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων » 205,000
17268) Τὰ ἔξοδα τῆς κληρώσεως καὶ τῶν συναλλαγμάτων » 100,000
17279) Τὰ ὀφειλόμενα ποσοστὰ τοῦ φόρου
1728τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν » 40,000
172910) Τὴν δι’ ἔξοδα ἐκτελέσεως τοῦ νόμου
1730περὶ παιγνιοχάρτων πίστωσιν » 130,000
173111 Τὴν δι’ ἔξοδα τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου » 66,560
173212) Τὴν δι’ ἔξοδα καλλιεργείας τῶν ἁ-
1733λικῶν, ἐνῷ μάλιστα τότε δι’ ἐκλογικὴν ψη-
1734φοθηρίαν, προκειμένων ἐκλογῶν βουλευτι-
1735κῶν, διέταξε τὴν καλλιέργειαν πασῶν τῶν
1736ἁλικῶν τοῦ Κράτους » 15,000
173713) Τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν δι’ ἔξοδα
1738συντηρήσεως τῶν κτιρίων » 30,000
173914) Τὰ κατὰ τοὺς νόμους ἀποδοτέα εἰς
1740τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, κρα-
1741τούμενα δ’ ἐκ τῶν μισθῶν τῶν ἐν ἀδείᾳ ἀ-
1742ξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ἅπερ ἐσημειώθη-
1743σαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ὡς
1744ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, πλὴν
1745ποσοῦ τινος ἐκ δρ. 478,168, ἀναγραφέντος
1746ὑπὲρ τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου » 400,000
174715) Τὰ πληρωτέα πρὸς περάτωσιν τῆς
1748οἰκοδομῆς τῆς συνδεούσης τὸ κατάστημα
1749τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου μετὰ
1750τοῦ καταστήματος τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομα-
1751χικοῦ Ταμείου, κατὰ τὴν μετὰ τοῦ ἐργο-
1752λάβου συνομολογημένην σύμβασιν » 24,000
175316) Τὸ πληρωτέον χορήγημα εἰς τοὺς
1754σπουδάζοντας ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τῶν ἐν
1755Παρισίοις κ.κ. Santer et Lemonier » 10,620
175617) Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
1757ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου
1758ἀνέγραψε πιστώσεις ἀνεπαρκεῖς:
1759Κεφάλ. βʹ μηχανικὸν κατὰ δρ. 70,000
1760Κεφ. γʹ πυροβολ. καὶ ὁπλ. » 75,000
1761Κεφ. δ’ ἱππικὸν » 45,000
1762Κεφ. εʹ πεζικὸν καὶ εὔζωνοι » 560.000
1763Εἰς μεταφορὰν » 750,000» 2,259,347
1764Ἐκ μεταφορᾶς δρ. 750,000 2,259 347
1765Κεφ. ηʹ στρατ. ἐκπαίδευσις » 50,000
1766Κεφ. ιδʹ τροφαὶ » 500,000
1767» » ἱπποφορβὴ » 200,000
1768Κεφ. ιγʹ ἔξοδα κεκλεισμένων
1769χρήσεων » 628,547 2,128,547
177018) Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν
1771Ναυτικῶν Ὑπουργείου δι’ ἔξοδα Γαλλικῆς
1772Ναυτικῆς ἀποστολῆς 130,800
1773 5,844,037
1774Παραλείπω ἀκατανόητον. ἀλλὰ καὶ τολ-
1775μηρὰν σύγχυσιν καὶ ἀθέτησιν πάσης λογι-
1776στικῆς τάξεως, ὅτι, ἐπειδὴ αἱ διὰ τὴν ὑπη-
1777ρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουρ-
1778γείου νενομοθετημέναι διὰ τοῦ προϋπολογι-
1779σμοῦ τοῦ 1884 πιστώσεις εἶχον ἐξαντληθῆ
1780ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 1884,
1781τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμ-
1782βρίου τοῦ 1884 ἐπληρώνοντο ἐκ τῶν πιστώ-
1783σεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἀντὶ
1784νὰ ζητήσῃ νέας πιστώσεις, καὶ ἐξέδιδε τὰ
1785πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν μηνῶν
1786Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου χρηματικὰ ἐν-
1787τάλματα ἐπὶ τῶν πιστώσεων τοῦ δωδεκα-
1788τημορίου, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τῆς 29 Δεκεμ-
1789βρίου 1884 εἶχε παραχωρήσει διὰ τὰ ἔξοδα
1790τοῦ Ἰανουαρίου 1885.
1791Ἀλλὰ πλὴν τῶν καταφανῶν καὶ ἀπροκα-
1792λύπτων τούτων παραλείψεων, τὰς ὁποίας
1793ἕκαστος ἐκ πρώτης ἀπόψεως ἤθελεν ἀνακα-
1794λύψει ἐν τῷ ἀλησμονήτῳ τούτῳ προϋπολο-
1795γισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1885, εἶχον παρα-
1796λειφθῆ καὶ ἄλλα ἔξοδα, ἐπίσης ἀναπόρευκτα
1797καὶ πληρωτέα, τὰ ὁποῖα καὶ δι’ ἐσπευσμένης
1798καὶ ταχείας ἐρεύνης τοῦ προϋπολογισμοῦ
1799ἠδύνατό τις νὰ ἀνακαλύψῃ. Οὕτω παρελεί-
1800φθη νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις πρὸς πληρωμὴν
1801τῶν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου πληρωτέων
1802τόκων τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ τοῦ
1803ὁποίου εἶχεν ἤδη λάβει ὁ κ. Πρωθυπουργός:
1804Κατὰ τὸ 1883 δρ. 3,000,000
1805Κατὰ τὸ 1881 » 8,200,000
1806Καὶ κατὰ τὸ 1885 » 3,934,187
1807 15,134,187
1808Τῶν ποσῶν δὲ τούτων ὁ τόκος πρὸς
18096¾%, ἀπὸ τῆς πληρωμῆς ἑκά-
1810στου τῶν ποσῶν τούτων, συνεκεφαλαιοῦτο εἰς 2,032,056 22
1811 7,876,093.22
1812Περιέλαβε πιστώσεις διὰ τὰ ἀμετά-
1813βλητα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
1814νομικῶν καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δα-
1815νείων ὀλιγωτέρας τῶν πράγματι ἀναγ-
1816καίων, κατὰ τὴν παρ’ ἐμοὶ σημείωσιν, δρ. 2,178,769.—
1817Ἐδαπάνησεν εἰς συνήθεις ἀνάγκας τῆς
1818διοικήσεως, καὶ ἑπομένως δὲν ἀπέδωκεν εἰς
1819τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὰ κατὰ τὸ 1884
1820ἔσοδα αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα εἰς λογαριασμὸν τοῦ
1821ταμείου τούτου εἶχον εἰσπράξει οἱ ταμίαι, δραχ. 3,707,747.—
1822Εἰς μεταφορὰν 13,762,609.22
1823Ἐκ μεταφορᾶς 13,762,609.22
1824Ὡσαύτως ἐδαπάνησεν εἰς ἀνάγκας τοῦ
1825Κράτους καὶ δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὸ ταμεῖον
1826τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰ ἔσοδα τῶν μηνῶν ἀπὸ
1827Ἰανουαρίου μέχρις 20 Ἀπριλίου τοῦ 1885
1828τοῦ εἰρημένου ταμείου, τὰ ὁποῖα ὡσαύτως
1829εἶχον εἰσπράξει οἱ ταμίαι, δραχ. 1,102,582.—
1830Ἔλαβε παρὰ τῶν λιμενικῶν ταμείων,
1831καὶ ἑπομένως ὠφείλαμεν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὰ 703,915.—
1832Ἔλαβεν ἐκ δικαστικῶν παρακαταθη-
1833κῶν, ὠφείλαμεν δὲ νὰ ἀποδώσωμεν 359,897.—
1834Δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχι-
1835κὸν Ταμεῖον, δαπανήσας εἰς ἀνάγκας τοῦ
1836Κράτους, ὠφείλαμεν δ’ ἡμεῖς νὰ ἀποδώσω-
1837μεν εἰς τὸ εἰρημένον ταμεῖον 82,506.56
1838Δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν χηρῶν
1839καὶ ὀρφανῶν, δαπανήσας ὡσαύτως εἰς ἀνάγ-
1840κας τοῦ Κράτους, καὶ ὠφείλαμεν νὰ ἀπο-
1841δώσωμεν εἰς τὸ εἰρημένον ταμεῖον 911.29
1842Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ἐν τῷ προϋπολογι-
1843σμῷ ἐκείνῳ τὰ ἔσοδα εἶχον ἀναγραφῆ
1844πολλῷ ὑπέρτερα τῶν πιθανῶς εἰσπραχθη-
1845σομένων, κατὰ ποσὸν 11,634,961.—
1846Πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ ὅσα ἐν ἀρχῇ
1847τῆς ἐρεύνης τοῦ περὶ οὗ πρόκειται προϋπο-
1848λογισμοῦ ἐσημειώσαμεν ὡς ἐλαττώσεις ἀνα-
1849γραφείσας μὲν ἐν αὐτῷ, μὴ ἐκτελεσθείσας
1850ὅμως, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 1,279,980.—
1851Ὅθεν ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη εἰσαχθεὶς
1852εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1884
1853προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 διέφερε τοῦ ἀληθοῦς κατὰ 28,927,362.07
1854Τὰ ἔξοδα λοιπὸν τοῦ 1885 κακῶς ἀνεγράφησαν ἐν τῷ
1855προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη εἰς δραχ.
185685,252,933.88, διότι παρέλιπε νὰ ἐγγράψῃ πρὸς τούτοις
1857καὶ ὅσα ἀνωτέρω ἐσημειώσαμεν, συνιστάμενα εἰς δραχμὰς
185817,292,401.07, ἑπομένως τὰ ἔξοδα ἔπρεπε νὰ προσδιορι-
1859σθῶσιν εἰς 102,545,334.95. Ὡσαύτως τὰ ἔσοδα κακῶς
1860προϋπελογίσθησαν εἰς 85,641,547, διότι ἐξωγκώθησαν
1861κατὰ 11,634,961, ἔπρεπε δὲ νὰ ἀναγραφῶσι τὰ πιθανὰ
1862ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἀνώτερα τῶν 74,006,586. Ἑπο-
1863μένως ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναγράψῃ περίσ-
1864σευμα δρ. 388,613.12, ἀλλ’ ἔλλειμμα δρ. 28,538,748.95.
1865Τοιαύτην παρελάβομεν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ
1866Κράτους τὴν κατάστασιν κατὰ τὴν 18 Ἀπριλίου 1885.
1867ὅτε διεδέχθημεν ἐν τῇ Κυβερνήσει τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ
1868Μεσολογγίου.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1869Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἀνωτέρω, κατὰ τὸ 1884
1870εἶχε προστεθῆ καὶ νέον χρέος, τὸ χρέος τοῦ κεφαλαίου τῶν
1871110 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυ-
1872ρίων, αἵτινες εἶχον ἐκποιηθῆ 55,000,000
1873Καὶ τὸ χρέος τῆς προκαταβολῆς τῶν 35,000,000
1874Καὶ τὸ χρέος τῶν προκαταβολῶν τῶν 11,500,000
1875 101,500,000
1876Δὲν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν δανείων
1877τούτων οἱ τόκοι. Καὶ τοῦ μὲν δανείου τοῦ κεφαλαίου τῶν
1878110 χιλιάδων ὁμολογιῶν ὁ ἐτήσιος τόκος ἀνήρχετο εἰς
1879δραχμὰς 2,750,000
1880Ὁ δὲ τῆς προκαταβολῆς τῶν 35 ἑκατομ-
1881μυρίων μετὰ τῆς προμηθείας τῶν δύο ἑξαμη-
1882Εἰς μεταφορὰν 2,750,000
1883Ἐκ μεταφορᾶς 2,750,000
1884νιῶν εἰς 2,450,000
1885Ὁ τῶν προκαταβολῶν τῶν 11,500,000
1886μετὰ τῆς προμηθείας τῶν δύο ἑξαμηνιῶν εἰς 977,500
1887Δὲν εἶχε δὲ περιληφθῆ ἐν τῷ προϋπολογι-
1888σμῷ καὶ ἡ κατὰ τὴν περὶ κατασκευῆς τοῦ
1889σιδηροδρόμου Πειραιῶς μέχρι Κορίνθου συνω-
1890μολογημένην σύμβασιν πληρωτέα εἰς τοὺς
1891κατασκευάσαντας αὐτὸν ἀποζημίωσις ἐκ δρ. 2,011,063
1892Τὸ ὅλον 8,188,563
1893Καὶ δὲν ἠδύνατό τις νὰ ἐκπλαγῇ, ἂν τὸ τότε ἀρχόμενον
18941885 εἶχεν ἔλλειμμα, ἀφοῦ τὸ 1884 εἶχε λήξει εἰς ἔλ-
1895λειμμα 30,602,146.73, καὶ ἀφοῦ οὐδὲν εἶχε πραχθῆ, ἵνα
1896τὸ ἔλλειμμα τοῦτο μειωθῇ εἴτε διὰ προσθήκης νέων φόρων
1897εἴτε δι’ ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Πῶς ἦτο ὄντως δυνατὸν
1898μετὰ τοιαύτην κατάστασιν νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ προϋπολογι-
1899σμῷ τοῦ 1885 περίσσευμα 388,613.12; Καὶ ἐγὼ μὲν ἠδυ-
1900νήθην νὰ ἀνεύρω ὡς ἔλλειμμα τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀνωτέρω
1901ἀνέφερα, ἤτοι δραχ. 28,538,748.95, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ
1902ὑπάρχωσι καὶ ἄλλα ποσά, τὰ ὁποῖα ἀπεκρύβησαν κατὰ
1903τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, ἀφοῦ οὐδ’ οἱ τό-
1904κοι εἶχον ἀναγραφῆ, ὡς εἶπον, τοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τρά-
1905πεζαν δανείου τῶν 9,000,000, τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολο-
1906γηθῆ μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅπως συμπληρωθῶσι τὰ ἀπαι-
1907τούμενα ποσὰ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας χρεῶν
1908τοῦ Κράτους, οὐδ’ αὐτοὶ οἱ τόκοι τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον
1909παρίστων αἱ 110,000 ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170
1910ἑκατομμυρίων, οὐδ’ οἱ τόκοι τῆς προκαταβολῆς τῶν 35 ἑκα-
1911τομμυρίων, οὐδ’ οἱ τῶν πολλαπλῶν προκαταβολῶν τῶν
191211,500,000· ὡς δὲν εἶχον ἀναγραφῆ καὶ τὰ πληρωτέα
1913ποσὰ διὰ τὴν χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν
1914τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου, πολλῷ δ’ ἧσ-
1915σον πίστωσίς τις ἀνάλογος διὰ τὸ τμῆμα ἀπὸ Κορίνθου
1916εἰς Ναύπλιον, ἢ διὰ τὴν πληρωτέαν κατὰ τὸ 1885 χιλιο-
1917μετρικὴν ἀποζημίωσιν τῶν κατασκευαστῶν τοῦ σιδηροδρό-
1918μου Θεσσαλίας. Ἂν προσθέσωμεν καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα, ἤτοι:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1919Διὰ τοὺς τόκους ὡς ἄνω δραχ. 8,188,563.—
1920Διὰ τὸ ἀπὸ Κορίνθου εἰς Ναύπλιον τμῆμα
1921τοῦ σιδηροδρόμου δραχ. 600,000.—
1922Διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν κατασκευα-
1923στῶν τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας 1,806,148.—
1924 10,594,711.—
1925Θέλομεν ἀνεύρει, ὅτι διέφερε τοῦ ἀληθοῦς
1926ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὃν εἶχεν εἰσα-
1927γάγει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Τρικούπης κατὰ
1928δραχμὰς 39,133,459.95
1929Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1885 παρίστα ἔλ-
1930λειμμα δρ. 61,687,634.16, δίκαιον εἶναι νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ
1931τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τὸ ἀνωτέρω ποσὸν τῶν δραχμῶν
193239,133,459.95, ὅπερ παριστᾷ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη
1933καταλειφθὲν εἰς ἡμᾶς ἔλλειμμα, καὶ νὰ καταλογισθῇ εἰς βά-
1934ρος τῆς κατὰ τὸ 1885 διαχειρίσεως ἡμῶν τὸ ὑπόλοιπον
1935τοῦ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1885 ἀναγεγραμμένου ὡς ἐλ-
1936λείμματος, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 22,554,174.21.
1937Καὶ τὸν ἰσχυρισμὸν ἡμῶν τοῦτον καθιστᾷ καταληπτὸν
1938καὶ ἄλλη τις ἐπιπολαιοτέρα καὶ γενικωτέρα ἄποψις. Ἂν ὁ
1939ἀπολογισμὸς τοῦ 1884 κατέλιπεν ἔλλειμμα 30,602,143.73,
1940τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θὰ κατελιμπάνετο ἀναγκαίως καὶ
1941ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1885, ἀφοῦ οὐδὲν εἶχεν ἐνεργηθῆ
1942πρὸς ἐξάλειψιν ἢ μείωσιν τοῦ ἐλλείμματος τούτου, ἀλλὰ
1943καὶ θὰ ηὔξανεν ἕνεκα τῆς προσθήκης δραχ. 652,500 διὰ
1944τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 9,000,000, ἕνεκα τῆς προσ-
1945θήκης δραχ. 2,750,000 διὰ τοὺς τόκους τοῦ κεφαλαίου τῶν
1946110 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυ-
1947ρίων, ἕνεκα τῆς προσθήκης δρ. 2,450,000 διὰ τοὺς τόκους
1948τῆς προκαταβολῆς τῶν 35 ἑκατομμυρίων, καὶ ἕνεκα τῆς
1949προσθήκης δρ. 977,500 τῶν τόκων τῶν προκαταβολῶν τῶν
195011,500,000. Τὰ ποσὰ ταῦτα, προστιθέμενα εἰς τὸ διὰ τοῦ
1951ἀπολογισμοῦ βεβαιωθὲν ἔλλειμμα τοῦ 1884 ἐκ δραχμῶν
195230.602.146.73, ἤθελον ἀναβιβάσει τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885
1953εἰς 37,432,146.73.
1954Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔλεγε προχθὲς, ὅτι οἱ
1955ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 κατέλιπον ἔλλειμ-
1956μα 128 ἑκατομμυρίων, παρεσιώπα ὅμως, ὅτι ὁ προϋπολογι-
1957σμὸς τοῦ 1885, ὃν εἶχε συντάξει αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης,
1958παρίστα ἔλλειμμα κληροδοτηθὲν εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τῆς διαχει-
1959ρίσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσολογγίου ἐκ δρ. 37,432,146.73.
1960Ἂν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ὅπερ ἐκληρονομήσαμεν παρὰ τοῦ
1961κυρίου Τρικούπη, ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885,
1962ἀνελθὸν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς 61,370,732.64, ὑπο-
1963λείπεται ὡς ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1885 μόνον
1964δραχ. 23,938,585.91.
1965Ἀλλὰ καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο δὲν ἤθελον ὑπάρχει, καὶ
1966τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ μᾶς εἶχε κληροδοτήσει ὁ κ. Βουλευτὴς
1967ἐκ Μεσολογγίου, ἠθέλομεν ἐξαλείψει, ἂν δὲν ἐπήρχετο τὸ
1968δυστυχὲς συμβεβηκὸς τῆς Φιλιππουπόλεως, τὸ ὁποῖον μᾶς
1969ἠνάγκασε νὰ λησμονήσωμεν καὶ τὰ ἰσοζύγια καὶ τὰ περισ-
1970σεύματα, καὶ νὰ σπεύσωμεν νὰ μεριμνήσωμεν, πῶς εἶναι δυ-
1971νατὸν νὰ προλάβωμεν τὴν ἀπειλουμένην καταστροφήν. Ἄν
1972ἐφηρμόζετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὡς εἶχε συνταχθῆ,
1973τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ἤθελον εἶσθαι τοιαῦτα, ὥστε καὶ
1974τὸ ἔλλειμμα τῶν 30,602,146 τοῦ 1884 ἠθέλομεν κατορ-
1975θώσει νὰ ἐξαλείψωμεν, ἢ κἂν νὰ περιστείλωμεν εἰς μικρόν
1976τι ποσόν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885,
1977ὃν συνέταξα ἐγὼ καὶ εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν, περιέλα-
1978βον πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνωτέρω ἀπηρίθμησα, καὶ τὰ
1979ὁποῖα εἶχε παραλείψει ὁ προκάτοχός μου, μὲ ὅλας δὲ τὰς
1980ἐν τῇ διοικήσει ἀνωμαλίας τῆς ἐπιστρατεύσεως, κατωρθώ-
1981σαμεν κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1885, καθ’ ὃ διῳ-
1982κήσαμεν, νὰ παρασκευάσωμεν οἰκονομίαν ἐπαισθητὴν, δα-
1983πανήσαντες ὀλιγώτερα τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη δαπανη-
1984θέντων κατὰ τὸ 1884 κατὰ δραχ. 8,260,659.01.
1985Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, συνέταξα
1986καὶ εἰσήγαγον, εἶχον ἐπενέγκει οἰκονομίας 5,500,000 κατὰ
1987τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1885, διότι κατ’ αὐτὸ ἔμελλε
1988νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀφοῦ κατὰ τὰ τέλη τοῦ δευτέρου δεκαη-
1989μέρου τοῦ Ἀπριλίου ἀνήλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤτοι
199011 ἑκατομμύρια ἐπὶ τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ, καὶ προ-
1991σέτι περιελάβομεν πάντα τὰ ἔξοδα, ἅτινα εἶχε παραλίπει
1992ὁ κ. Τρικούπης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὃν ἐκεῖνος εἶχεν εἰσα-
1993γάγει, καὶ ἀνεγράψαμεν τὰ ἀληθῆ ποσὰ τῶν ἐσόδων. Οὕ-
1994τως ἡ ἀνακοπὴ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς
1995τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἐπηγγέλθη τὴν σωτηρίαν
1996τοῦ τόπου, καὶ τὴν ἀποτροπὴν τῆς συμφορᾶς, ἡ ὁποία
1997δυστυχῶς ἐπῆλθε κατὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου 1893. Πρέπει
1998νὰ σᾶς ἀναγνώσω πίνακα παραβλητικὸν τῶν ἐξόδων τὰ
1999ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὸ 1885 πρὸς τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα
2000εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1884, ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν
2001τῶν Ὑπουργείων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐπη-
2002ρεάζετο ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἤτοι τῶν
2003πέντε λεγομένων πολιτικῶν Ὑπουργείων, ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
2004μικῶν, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ τῶν
2005Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, προσέτι καὶ
2006ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φό-
2007ρων καὶ ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄλλων πληρωμῶν. Ἐὰν παρα-
2008βάλῃ τις τὰ κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1884,
20091885 καὶ 1886 δαπανηθέντα πρὸς ἄλληλα ἐν ταῖς ὑπη-
2010ρεσίαις ταύταις, θέλει εὑρεῖ οἰκονομίας, ἐπενεχθείσας ἐν τῇ
2011διαχειρίσει τῶν ἐξόδων τοῦ 1885, κατὰ δρ. 8,260.659.01,
2012διότι κατὰ τὸ 1885 ἐπληρώθησαν δρ. 4,131,999.17 εἰς
2013κατασκευὴν σιδηροδρόμων, ἐνῷ κατὰ τὸ 1884 ἡ διὰ τοὺς
2014σιδηροδρόμους δαπάνη ἀνήρχετο εἰς 98,000 δραχ. μόνον.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2015Οὕτω διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτε-
2016ρικῶν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1885 ὀλιγώτερα ἢ τὸ 1884
2017δραχμαὶ 181,061,16
2018Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς
2019Δικαιοσύνης ὀλιγώτερα 271,818.38
2020Διὰ τὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
2021καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως 436,944.16
2022Διὰ τὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὀλιγώτερα 989,870.76
2023Διὰ διαφόρους πληρωμάς 6,704,090.27
2024 8,583,784.73
2025Ἀφαιρῶ ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ
20261885 περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1884 δαπανηθέντων:
2027αʹ) Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 86,603.55
2028βʹ) Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐπιστασίας καὶ εἰσπράξεως236,522.17 323.125.72
2029 8,260,659.01
2030Αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐπραγματοποιήσαμεν κατὰ
2031τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1885 ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν πολι-
2032τικῶν λεγομένων Ὑπουργείων, ἀνῆλθον εἰς 8,260,659.01.
2033Ἀλλ’ ἐνῷ τὰς οἰκονομίας ταύτας ἐφηρμόσαμεν ἐν τοῖς
2034Ὑπουργείοις τούτοις, προέβημεν εἰς δαπάνας μεγάλας ἐν
2035ταῖς ὑπηρεσίαις τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ
2036τῶν Ναυτικῶν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ὅθεν μόνην τὴν
2037εὐθύνην ταύτην φέρομεν ἡμεῖς, ὅτι δὲν ἐνεμείναμεν εἰς τὴν
2038οἰκονομικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθημεν ὡς Ἀντι-
2039πολίτευσις, τὴν ὁποίαν ἐξεικονίσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ
2040τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν εὐθύνην ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ
2041ἀποδεχθῶμεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἄνευ αὐ-
2042τῆς, τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 ἤθελε
2043περιορισθῆ εἰς 3 ἢ 4 ἑκατομμύρια μόνον.
2044Ἀλλὰ καλῶς ἐπράξαμεν ἀσπασθέντες τὴν πολιτικὴν τῆς
2045ἐπιστρατεύσεως; Περὶ τούτου θέλω πραγματευθῆ κατόπιν,
2046ὅταν ἐπιλάβωμαι τῶν περὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς θεωριῶν τοῦ
2047κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐφηρμόσαμεν
2048οὕτω τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἣν διὰ τοῦ προϋπολογι-
2049σμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, παρεστήσαμεν
2050εἰς αὐτὴν, διότι ἠναγκάσθημεν ἔπειτα νὰ ἀσπασθῶμεν τὴν
2051πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, εἵπετο ὅτι καὶ ἡ χρῆσις τοῦ
20521886 ἤθελεν ἀκολουθήσει τὴν τύχην τῆς χρήσεως τοῦ 1885,
2053μεθ’ ἧς συνεδέετο διὰ τῆς καὶ κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ
20541886 ἐξακολουθησάσης πολιτικῆς τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἡ
2055χρῆσις ὅμως τοῦ 1886 ἐφείλκυσε κατὰ ἀξιοπερίεργον τρόπον
2056τὴν μέριμναν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· διότι, ἐνῷ ἡ χρῆσις
2057ἑνὸς ἔτους ἐξακολουθεῖ ἐπὶ 22 μῆνας, κατὰ δὲ τὸ 1886 ἐκυ-
2058βερνήσαμεν ἡμεῖς μόνους τοὺς τέσσαρας πρώτους μῆνας,
2059ἤτοι τοὺς Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον,
2060ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκυβέρνησεν 18 μῆνας, τοὺς ὑπολοίπους
2061μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1887, ὅτε ἔληξεν ἡ χρῆσις τοῦ
20621886, ἐνέκρινεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καταλογίσῃ εἰς
2063βάρος ἡμῶν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1886 ὁλόκληρον. Καὶ ὅμως
2064τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ Κράτους, τὴν διάλυσιν τῶν ἐπιστρα-
2065τευθέντων στρατιωτικῶν σωμάτων, τὴν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ
2066ἀπόλυσιν τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἀνδρῶν, ἐνήργησεν αὐτὸς ὁ κ.
2067Πρωθυπουργός. Δύναται τάχα νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι, ἂν ἡμεῖς
2068ἐξετελοῦμεν τὰς πολυπλόκους καὶ δαπανηρὰς ταύτας ἐργα-
2069σίας, δὲν ἠθέλομεν ἐκτελέσει αὐτὰς οἰκονομικώτερον τοῦ κ.
2070Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν ἠθέλομεν δαπανήσει ὀλιγώτερα ἢ
2071ὅσα ἐδαπάνησεν αὐτός; Τάχα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοῦ
2072ὁποίου γνωστὴ εἶναι ἡ ἐν τῇ διοικήσει μετριοφροσύνη καὶ
2073φειδὼ, δὲν εἶχεν ἀνοικτὰς τὰς δύο παλάμας, καὶ δὲν ἐδα-
2074πάνησε περισσότερα ἢ ὅσα ἡμεῖς ἠθέλομεν δαπανήσει; Ἂς
2075μὴ συζητήσω περὶ τούτου, ἀλλὰ, καὶ ἂν ἤθελον ἀποδεχθῆ
2076τὴν εὐθύνην ὅλου τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1886, πῶς νὰ σι-
2077γήσω, ὅταν παρέστη προσθέτων διὰ τοῦ νόμου τῆς 21 Μαρ-
2078τίου 1887 εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1886 καὶ 3,236,000 διὰ
2079τὴν κατασκευὴν τῶν στρατώνων Λαρίσσης, ἐνῷ δὲν ᾠκοδο-
2080μήθησαν κατὰ τὸ 1886, ἀλλὰ κατεσκεύασεν αὐτοὺς ὁ κ.
2081Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1887, διὰ τοῦ εἰρημένου δὲ νόμου
2082παραδόξως κατελόγισεν εἰς βάρος τοῦ 1886; Ποῦ ἠκούσθη
2083τοιαύτη ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ; Ἡ
2084κατασκευὴ τῶν στρατώνων τούτων διετάχθη κατὰ τὸν
2085χρόνον τῆς ἐπιστρατεύσεως, τὸ 1886, ἀλλὰ παρῆλθε τὸ
20861886, οὐδεμία δὲ κατ’ αὐτὸ ἐξετελέσθη ἐργασία οἰκοδομη-
2087τικὴ αὐτῶν, κατὰ δὲ τὸ 1887 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατάτ-
2088τει τὴν κατασκευὴν, προκαλεῖ δημοπρασίας, ἐγκρίνει τὰ
2089πρακτικὰ αὐτῶν, ἄρχεται ἡ οἰκοδομὴ καὶ περατοῦται, καὶ
2090μετὰ ταῦτα ἀναγράφει εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1886
2091τὴν δαπάνην τῶν 3,236,000, ἤτοι ἀναγράφει αὐτὴν ὑπὸ
2092τὴν εὐθύνην ἡμῶν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, διότι πολλὰ
2093ἄλλα παραπλήσια, μικρὰ μὲν, καὶ διὰ τοῦτο ἀνάξια προ-
2094σοχῆς, ἀποδεικνύουσιν ὅτι μίαν μέριμναν εἶχεν ὁ κ. Πρωθυ-
2095πουργὸς, τὴν μέριμναν πῶς νὰ ἐξογκώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπι-
2096στρατεύσεως, ἵνα ἐπιβαρύνῃ τὴν εὐθύνην ἡμῶν, ἐὰν ἦτο
2097δυνατὸν, καὶ νὰ δημιουργήσῃ ἔτι ἀνυπάρκτους δαπάνας, διὰ
2098νὰ προσθέσῃ καὶ ταύτας εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ 1886. Κατὰ
2099τὰς στιγμὰς τοῦ ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ, ὁ ὁποῖος κατέλαβε τὰς
2100ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θέσῃ τις ὅριον
2101εἰς τὴν ἔντασιν αὐτοῦ. Δῆμοι συνεισέφερον τὸ δηνάριόν των
2102εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην, Λιμενικὰ ταμεῖα ἐλάμβανον ὁμο-
2103λογίας τοῦ ἐκδοθέντος τότε πατριωτικοῦ δανείου, καὶ πο-
2104λῖται προέβαινον εἰς αὐτοθυσίας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐργοστα-
2105σιάρχης βιομήχανος μοὶ ἔγραφεν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶχε χρή-
2106ματα νὰ προσφέρῃ, παρεῖχε τὸν ἀτμόμυλον αὐτοῦ εἰς τὴν
2107διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐκποιήσῃ αὐτὸν, καὶ δαπα-
2108νήσῃ τὸ ἀντίτιμον εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας. Ἔγραψα εὐ-
2109χαριστίας εἰς τὸν φιλόπατριν καὶ ἐνθουσιώδη Ἕλληνα,
2110ἀλλὰ δὲν ἐποιησάμην χρῆσιν τῆς προσφορᾶς του. Ἀλλ’ ὁ κ.
2111Πρωθυπουργὸς, ὅταν μὲ διεδέχθη, ἠγανάκτησε, διότι τὰ Λι-
2112μενικὰ ταμεῖα εἶχον ἀγοράσει ὁμολογίας τοῦ πατριωτικοῦ
2113δανείου, καὶ διέταξε πάραυτα τὴν ἀπόδοσιν εἰς αὐτὰ τῶν
2114χρημάτων, ἅπερ εἶχον πληρώσει, ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου,
2115διότι δὲν ἔστεργεν οὐδὲ νὰ τοποθετήσωσι τὰ ἀργοῦντα κε-
2116φάλαιά των εἰς τὸ δάνειον ἐκεῖνο τοῦ Κράτους. Καὶ ἐν ᾧ
2117κατέλυσε τὰ ταμεῖα τῶν δήμων διὰ τοῦ κοινωνιστικοῦ συ-
2118στήματος, τὸ ὁποῖον τῇ προτάσει αὐτοῦ ἐνομοθετήθη, διότι
2119ὑπεχρεώθησαν οἱ εὐπορώτεροι δῆμοι νὰ ὑφίστανται τὰς
2120δαπάνας τῶν ἀπόρων δήμων· καὶ ἐν ᾧ οὐ μόνον ἔστερ-
2121γεν, ἀλλὰ καὶ προὐκάλει τοὺς δήμους νὰ εἰσφέρωσι βοή-
2122θειαν εἴτε εἰς τοὺς Θεσσαλονικεῖς, τοὺς ζημιωθέντας ἐκ τῆς
2123πυρκαϊᾶς, εἴτε εἰσφορὰν πρὸς ἀνέγερσιν ἀνδριάντων εἰς
2124ἥρωας, ὡς πρὸ μικροῦ ἐγένετο λόγος· καὶ ἐν ᾧ ἔστεργεν οὐδ’
2125ἠκύρονε τὰς πράξεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, δι’ ὧν
2126ταῦτα ἐψήφιζον συγχαρητηρίους ἢ συλλυπητηρίους, πανη-
2127γυρίζοντα καὶ συλλυπούμενα τὰ ἄτομα, ἀπέστεργε τὰς
2128ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης εἰσφορὰς τῶν δήμων, καὶ ἠκύρο-
2129νεν αὐτάς, καὶ διέτασσε νὰ ἐπιστραφῶσιν αὐτοῖς τὰ προσε-
2130νεχθέντα χρήματα, διότι διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης ἔμελ-
2131λον νὰ προστεθῶσιν ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια εἰς βάρος τῆς
2132χρήσεως τοῦ 1886, καὶ νὰ ἐξογκωθῇ τὸ ἔλλειμμα αὐτῆς.
2133Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1886 ἀνέγραψεν ἔλλειμμα δραχμῶν
213466,614,953.92, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα
2135τοῦτο τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον, ὡς ἀνωτέρω ἐξέθηκα, βαρύνει
2136τὴν διαχείρισιν τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ κατελείφθη ὑπ’ αὐτοῦ
2137ὡς κληροδότημα τῆς τριετοῦς διαχειρίσεως αὐτοῦ πρὸ τοῦ
21381885. Ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρεθῇ, εἴτε ἀνέρχεται εἰς
213937,432,146.73, ὡς ἔλεγον πρὸ μικροῦ εἰς ὑμᾶς, εἴτε ἀνέρ-
2140χεται εἰς τὸ εἰρημένον ποσὸν τῇ προσθήκῃ τῶν τόκων αὐτοῦ
2141ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ τῶν δραχ. 3,236,000 διὰ τὴν κατασκευὴν
2142τῶν στρατώνων Λαρίσσης, τὸ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ
21431886 ἔλλειμμα τῶν 66,614,053.92 θέλει διαιρεθῆ εἰς τὸ
2144ἐπιβαρύνον τὸν κ. Τρικούπην καὶ εἰς τὸ ἐπιβαρύνον ἡμᾶς,
2145τοῦτο δὲ τὸ ἐπιβαρύνον ἡμᾶς θέλει συνίστασθαι εἴτε εἰς
214629,181,907.19, εἴτε εἰς 23,699,778.39, μετὰ τὴν ἀφαί-
2147ρεσιν τοῦ ἐτησίου τόκου πρὸς 6% τοῦ ἐλλείμματος
2148τοῦ 1885, καὶ τῆς δαπάνης τῶν στρατώνων Λαρίσσης,
2149καὶ ἀντὶ τῶν 128 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα μετὰ στόμφου
2150ἀπήγγειλεν ὡς ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεως ἡμῶν, θέλουσιν
2151ἀναγραφῆ μόνον δραχ. 48,346,222.26 ὡς ἔλλειμμα αὐτῆς.
2152Δὲν συνετέλεσε λοιπὸν εἰς τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν
2153ἡμῶν ἡ ἔλλειψις νόμου, διατάσσοντος ἵνα ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2154Οἰκονομικῶν ἦναι ἰσόβιος. Ἐξ ἐναντίας, ἐὰν ἦτο ἰσόβιος ὁ
2155Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἑπομένως ἐὰν ἐξηκολούθει
2156ἄνευ ἀνακοπῆς βαίνων ἐπὶ τῆς κατωφερείας, ἐφ’ ἣν κατὰ
2157τὴν τριετίαν ἐτράπη ὁ κ. Τρικούπης, πολὺ πρωϊμώτερον,
2158ἴσως ἀπὸ τοῦ 1887, ἤθελε μᾶς προσφέρει τοὺς καρπούς, τοὺς
2159ὁποίους ἐξέθηκεν ἐνώπιον ἡμῶν κατὰ 10ην Δεκεμβρίου
21601893.
2161Ἀλλὰ εἶναι ἀναγκαῖον, Κύριοι, νὰ συζητήσῃ τις πρό-
2162τασιν τοσοῦτον ἔκτροπον; Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπάρχῃ Κρά-
2163τος, καὶ μεταξὺ τῶν μᾶλλον ἀπολύτως κυβερνωμένων, ἐν ᾧ
2164ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τυγχάνει ἰσόβιος. Ἐν Ρωσ-
2165σίᾳ π. χ. οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδ’ ἰσόβιοι εἶναι,
2166οὐδὲ μονιμότητά τινα ἔχουσιν, ἀντικαθιστάμενοι συνεχῶς· ὁ
2167Ὑπουργὸς δὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις διοικεῖ σήμερον, δὲν
2168εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἦτο κατὰ τὸ 1885 ἢ κατὰ τὸ 1882.
2169Καὶ παρ’ ἡμῖν διατηρεῖται ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
2170ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον εἴχομεν ἀπὸ τοῦ 1882, ἤτοι ἐπὶ δώδεκα
2171ἔτη, μὲ μόνον δύο ἀνακοπάς, ἑκάστη τῶν ὁποίων διήρκεσεν
2172ἓν περίπου ἔτος, καὶ διὰ τὰς ἀνακοπὰς ταύτας ὀδύρεται ὁ
2173κ. Πρωθυπουργός! Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρ-
2174νασσίδος ἐλησμόνησεν, ὅτι ἡ πρωτίστη τῶν γνώσεων τοῦ
2175πολιτικοῦ ἀνδρὸς εἶναι ἡ σπουδὴ τῆς ἱστορίας τῆς πατρί-
2176δος· ἐὰν ἐσπούδαζεν αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτής, δὲν ἤθελε τολ-
2177μήσει νὰ ὁμιλήσῃ περὶ μονιμότητος ἢ περὶ ἰσοβιότητος τοῦ
2178Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ἄνδρες
2179βαθύπλουτοι, ὡς οἱ Κουντουριῶται καὶ ἄλλοι τῆς Ὕδρας
2180πρόκριτοι, Τομπάζαι ἢ Τσαμαδοί, ἔχοντες τὰ ταμεῖα αὐτῶν
2181πλήρη χρυσοῦ, ἄρχοντες ἐν Πελοποννήσῳ εὐπορώτατοι ἐν
2182πλούτῳ κτημάτων καὶ κτηνῶν καὶ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου,
2183δὲν διέθεσαν τὸν πλοῦτόν των εἰς χρεώγραφα, ἀλλ’ ἐθυσία-
2184σαν πᾶν ὅ,τι εἶχον, καὶ τὴν ζωήν των αὐτήν, διὰ νὰ ἐλευθε-
2185ρώσωσι τὴν πατρίδα των, καὶ προσέτι διὰ νὰ καταστήσω-
2186σιν ἐν αὐτῇ θεσμοὺς συνταγματικούς, καὶ μᾶς ἐκληροδότη-
2187σαν συστήματα κυβερνητικὰ φιλελεύθερα, τῶν ὁποίων αἱ
2188ῥίζαι ἐποτίσθησαν δι’ αἱμάτων. Καὶ νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς,
2189ὅτι εἶναι δυνατὸν ταῦτα νὰ ἐκριζωθῶσιν ὑπὸ τῆς πνοῆς τοῦ
2190βοῤῥᾶ ἢ τοῦ ἀπηλιώτου, ὅστις ἤθελε πνεύσει; (εὖγε! ἐξ
2191ἀριστερῶν). Καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ
2192ἴδῃ ἡμέραν τινὰ ἐπιτυγχάνοντα παραπλήσια τολμήματα,
2193ἔστω ὁ κ. συνάδελφο, βέβαιος, ὅτι, πρὶν ἢ παρέλθῃ πολὺς
2194χρόνος, θέλουσι πεισθῆ ὅσοι συμβουλεύουσι ταῦτα, ὅτι ἠσέ-
2195βησαν πρὸς τὴν πατρίδα αὑτῶν, διότι ἐδημιούργησαν ἀφορ-
2196μὴν μεγάλων δυστυχημάτων, καὶ πολιτειακῶν καὶ κοινων-
2197ικῶν...
2198§99ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω, ὅτι προῃρεῖσθε δι’ ὅσων
2199εἴπετε νὰ μὲ συκοφαντήσητε. Ὀφείλω ὅμως νὰ χαρακτηρίσω
2200ὡς συκοφαντίαν τὸ λεχθὲν, ὅτι εἶπόν τι ἢ ἔπραξά τι, προ-
2201δίδον διάθεσιν κατὰ τοῦ κρατοῦντος πολιτεύματος. Τοὐ-
2202ναντίον πάντοτε ἐνθέρμως καὶ πεποιθότως ὑπεστήριξα, ὅτι
2203εἰς τὸ ἡμέτερον ἔθνος οὐδὲν ἄλλο πολίτευμα δύναται νὰ
2204εὐδοκιμήσῃ ἢ μόνον τὸ κοινοβουλευτικόν. Ἐὰν εἶπον, ὅτι
2205εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ὑπάρχῃ ἰσόβιος Ὑπουργὸς τῶν
2206Οἰκονομικῶν, τὸ εἶπον ὡς ἐνδεικτικὸν τῆς ὁποίας ὑπεστήριξα
2207ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι παρ’ ἡμῖν ἑνιαία ἡ οἰκονομικὴ
2208πολιτικὴ, ὅπως ἑνιαία δέον νὰ ᾖναι καὶ ἡ ἐξωτερική. Ἐγὼ
2209εἶμαι προϊὸν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, δικαιοῦμαι
2210δὲ νὰ χαρακτηρίσω ὡς συκοφάντην τὸν τυχὸν ἰσχυριζόμε-
2211νον, ὅτι συντάσσομαι μετὰ τῶν κατὰ τοῦ κρατοῦντος πολι-
2212τεύματος λαλούντων ἢ γραφόντων.
2213§100ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἶσθε ὁ ἱκανὸς πρὸς
2214συκοφαντίαν, δὲν δύνασθε ὅμως ν’ ἀποδώσητε τοιαύτην
2215μομφὴν εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην.
2216§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (πρὸς τὸν Σιμόπουλον). Σεῖς ἐπὶ
2217πολλὰ ἔτη συμπράττετε μετ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διέπρε-
2218ψαν εἰς τὸ ἔργον τοῦ συκοφάντου, ἐὰν δὲ διδάσκηται ἡ συ-
2219κοφαντία, ὑμεῖς ἴσως ἐδιδάχθητε αὐτὴν, ἐγὼ ὅμως οὐδέ-
2220ποτε.
2221§102ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ οὐδένα οὐδέποτε ἐσυκοφάντησα,
2222ἐγὼ ὑπερησπίσθην ἐμαυτὸν συκοφαντούμενον.
2223§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν διακόπτητε, διὰ νὰ ὑβρίζητε,
2224δὲν θέλω σᾶς ἀπαντήσει, διότι ἐγὼ δὲν ἀπαντῶ εἰς ὕβρεις.
2225§104ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδένα ὕβρισα, οὐδὲ συνείθισά ποτε νὰ
2226ὑβρίζω. Τοὐναντίον συνείθισα νὰ εὐλαβῶμαι καὶ σέβωμαι
2227τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς πατρίδος μου, ἐν οἷς καταλέγω
2228καὶ ὑμᾶς.
2229§105ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρεστήσατε τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν
2230τῶν πατέρων μας ὡς αἰτίαν τῆς κακοδαιμονίας τοῦ τόπου.
2231Ἀνεφέρατε μετ’ ἀγανακτήσεως τὸ δάνειον τῆς Ἀνεξαρτη-
2232σίας, ὅτι καὶ αὐτὸ συνετέλεσεν εἰς τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλλά-
2233δος. Ἐμνημονεύσατε τῶν ἐπαναστάσεων τῆς Κρήτης, ἵνα
2234παραστήσητε, ὅτι καὶ αὗται συνετέλεσαν εἰς τὴν πτώχευ-
2235σιν ἡμῶν. Ἐνεκαλέσατε τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1885, ὡς
2236παρασκευάσασαν τὴν πτώχευσιν. Ἀλλ’ οἱ ἰσχυρισμοὶ ὑμῶν
2237οὗτοί εἰσι πεπλανημένοι, ὡς θέλω ἀποδείξει, προσάγων τὰ
2238ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν τῆς χρήσεως, ἥτις εἵπετο
2239μετὰ ἕκαστον τῶν ἀτυχημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τότε
2240συνέβησαν. Ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὸν τόπον
2241τοῦτον, ἐσκέπτοντο παραπλησίως, ἤθελον προτιμήσει νὰ
2242γεωργῶσι τοὺς ἀγρούς των καὶ τὰς ἀμπέλους των, καὶ νὰ
2243κείρωσι καὶ νὰ καρπῶνται τὰ κτήνη των, ἤθελον δ’ ἀφή-
2244σει τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Α. Μ.
2245τοῦ Σουλτάνου... Ἐσυνείθισαν νὰ ὁμιλῶσι περὶ ἐθνικῆς πο-
2246λιτικῆς μετὰ ἀνευλαβείας καὶ ἀπροσεξίας, καὶ διέφθειραν
2247ἀληθῶς τὰ ἤθη καὶ τὰ φρόνημα τῶν πολιτῶν, καὶ ἤγαγον
2248τὸν τόπον εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν. Ἀνε-
2249γίνωσκον ἡμέραν τινὰ ἐν ἐφημερίδι Ἀθηναϊκῇ, ὅτι ὁ κρα-
2250ταιὸς Ἡγεμὼν τοῦ ὁμόρου Κράτους, θέλων νὰ πανηγυρίσῃ
2251τὴν ἑορτὴν τῶν γενεθλίων του, ηὐδόκησε νὰ εὐσπλαγχνι-
2252σθῇ τοὺς ἄλλοτε ὑπηκόους του, καὶ ἔπεμψε τέσσαρας ἢ καὶ
2253περισσοτέρας χιλιάδας δραχμῶν, διὰ νὰ πληρωθῶσι χρέη
2254κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς καὶ ἀπολυθῶσι τῶν φυλα-
2255κῶν οἱ ἐν αὐταῖς κρατούμενοι. Ἀνεγίνωσκον δ’ ὅτι διὰ
2256τοῦτο ὑψώθησαν χεῖρες ἱκέτιδες πρὸς τὸν Ὕψιστον, καὶ
2257ἐπεκαλέσθησαν τὰς θείας εὐλογίας ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ φι-
2258λανθρώπου ἐκείνου δυνάστου. Ἐλησμονήθη ὅτι ἡ φιλαν-
2259θρωπία εἶναι ἀληθῶς μεγάλη ἀρετὴ τῶν Ἡγεμόνων, ἀλλὰ
2260ἐνασκοῦσιν αὐτὴν οἱ Ἡγεμόνες ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ
2261ἀνάσσουσιν. Οὐδ’ ἀνελογίσθη τις, ὅτι αἱ 4 χιλιάδες δραχ-
2262μῶν ἐκεῖναι ἠδύναντο νὰ διατεθῶσι φιλανθρώπως πρὸ
2263πάντων ἐν τῇ ἀπεράντῳ ἐκείνῃ χώρᾳ τῆς Τουρκικῆς Αὐτο-
2264κρατορίας, ἔνθα εὐγνωμονοῦντες πολλοὶ ἠδύναντο νὰ εὐχη-
2265θῶσιν ὑπὲρ τοῦ φιλανθρώπου Ἡγεμόνος των.
2266Ἀφοῦ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ὅτε ἐκλήθημεν ἐπὶ τὴν
2267ἀρχήν, εἰς τοιαύτην εὕρομεν οἰκονομικὴν κατάστασιν τὸ
2268Κράτος, ὁποίαν ὁ προϋπολογισμὸς ὁ συνταχθεὶς ὑπὸ τοῦ κ.
2269Βουλευτοῦ Μεσολογγίου ἐξεικόνισεν, ὡς εἶπον ὑμῖν πρὸ μι-
2270κροῦ, εὕρομεν καὶ ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους 928,181
2271δραχμὰς καὶ ἀργυρᾶ τάλληρα τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, ἀξίας
2272ὀνομαστικῆς δραχ. 205,110, ἤτοι τὸ ὅλον δρ. 1,133,291.
2273Ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὡς ἀντιπολιτευό-
2274μενος, συνηγορῶν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἔλεγεν ὅτι ἀφῆκεν εἰς ἡμᾶς
2275καὶ ἄλλον πλοῦτον, τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170
2276ἑκατομμυρίων, ὅσας δὲν εἶχεν αὐτὸς διαθέσει, διότι εἶχε
2277διαθέσει 296 χιλιάδας ὁμολογιῶν ἐκ τῶν 340 χιλιάδων
2278τοῦ εἰρημένου δανείου. Καὶ πράγματι εὕρομεν τὰς ὁμολο-
2279γίας ταύτας, καὶ ἐποιησάμεθα χρῆσιν αὐτῶν, διότι δὲν εἴχο-
2280μεν χρήματα νὰ ἀποτίσωμεν τὰς δαπάνας, αἵτινες ἐπε-
2281βάλλοντο εἰς ἡμᾶς εἴτε ὑπὸ συμβάσεων, εἴτε ὑπὸ ὑποχρεώ-
2282σεων, καὶ τῶν ὁποίων τὴν πληρωμὴν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ
2283ἀναβάλωμεν. Εὕρομεν ὡσαύτως καὶ τὸ δάνειον τῆς ὁδο-
2284ποιΐας τῶν 20 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ δὲν ἐσώ-
2285ζοντο, εἰμὴ μόνον 4,125,816, διότι τὸ ἄλλο ποσὸν εἶχε
2286δαπανηθῆ. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν 4,125,816 εὕρομεν ἀνει-
2287λημμένας διὰ δημοπρασιῶν ὑποχρεώσεις διὰ δραχμὰς
228811,513,000, μὴ συμπεριλαμβανομένων εἰς ταύτας τῶν ἀπο-
2289ζημιώσεων, αἵτινες ἔμελλε νὰ πληρωθῶσι διὰ τὰ ὑπὸ τῶν
2290ὁδῶν καταληφθησόμενα γήπεδα.
2291Κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ 1884 εἶχον ἐγκριθῆ
2292πρακτικὰ δημοπρασιῶν διὰ δρ. 3,170,000 πρὸς κατα-
2293σκευὴν ὁδῶν, τὰς ὁποίας ἐχαρακτήριζον ὡς στρατιωτι-
2294κάς. Ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, καθ’ ὃν
2295χρόνον τὸ 1885 παρέδιδεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Βου-
2296λευτὴς ἐκ Μεσολογγίου; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ζωηρὰν καὶ
2297ἐπίμονον ἀπηύθυναν κατ’ ἐμοῦ αἰτίασιν τότε αἱ διάφοροι
2298τάξεις τῶν ἀντιπολιτευομένων, διότι, ἅμα τῷ ἀκούσματι
2299τῆς διαβάσεως τῶν ὁρίων ὑπὸ τοῦ τότε ἡγεμόνος τῆς Βουλ-
2300γαρίας, ἅμα τῷ πραξικοπήματι τῆς Φιλιππουπόλεως, δὲν
2301διετάξαμεν χιλιάδας τινὰς στρατοῦ, ἵνα ὑπερβῶσι τὰ ὅρια
2302καὶ καταλάβωσι παρακειμένας χώρας· οἱ συνήγοροι δὲ τοῦ
2303κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου πολλάκις ἰσχυρίσθησαν, ὅτι
2304τὰ κατὰ τὴν τριετῆ ἐκείνην πρωθυπουργίαν του δαπανη-
2305θέντα ἦσαν τοσοῦτον πολλὰ ἕνεκα τῶν στρατιωτικῶν καὶ
2306ναυτικῶν παρασκευῶν, τὰς ὁποίας τότε εἶχε διαπράξει.
2307Ἀληθῶς ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων 12 ἑκα-
2308τομμύρια προωρίζοντο διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς
2309παρασκευάς· ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ
2310κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ὅτε παρελάβομεν τὴν ἀρχήν;
2311Ἐξ αὐτῆς θέλετε κρίνει πόσον τὰ δαπανηθέντα παρεσκεύα-
2312σαν στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Κατὰ Ἀπρίλιον
2313τοῦ 1885 ἐφρούρουν ἐν διαφόροις πόλεσι τοῦ Κράτους 23
2314τάγματα πεζικοῦ, ἐξ ὧν τὰ ἓξ ἐφρούρουν ἐν Ἀθήναις, ἔχοντα
2315δύναμιν 2,300 ἀνδρῶν, ἓν δὲ τάγμα πεζικοῦ ἐφρούρει ἐν
2316Πειραιεῖ, ἄνδρας ἔχον 314. Τῶν ταγμάτων δὲ τούτων ἡ
2317δύναμις ἀνήρχετο εἰς 6,727 ἄνδρας. Ἐκτὸς τῶν 23 τούτων
2318ταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, ἐστάθμευον προσέτι ἓν τάγμα ἐν
2319Βώλῳ, τὸ 18ον, τὸ ὁποῖον εἶχεν 130 ἄνδρας, ἓν ἐν Τρικ-
2320κάλοις, τὸ 16ον, τὸ ὁποῖον εἶχεν 102 ἄνδρας, ἓν ἐν Καρ-
2321δίτσῃ, τὸ 17ον, τὸ ὁποῖον εἶχεν 129 ἄνδρας, καὶ ἓν τάγμα
2322ἐν Λαρίσσῃ, τὸ 10ον, τὸ ὁποῖον εἶχε 84 ἄνδρας· οὕτω
2323δὲ ἡ ἐν ταῖς παρακειμέναις εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμ-
2324μὴν ἐπαρχίαις σταθμεύουσα στρατιωτικὴ δύναμις συνί-
2325στατο εἰς 445 ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιώτας. Ἐκτὸς δὲ τῶν
23265 ταγμάτων τοῦ πυροβολικοῦ, τὰ ὁποῖα εἶχον δύναμιν
23271563 ἀνδρῶν, καὶ ἐκτὸς τῶν τριῶν ἰππαρχιῶν τοῦ ἱππι-
2328κοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶχον δύναμιν 771 ὑποδεκανέων καὶ στρα-
2329τιωτῶν, ὑπῆρχον καὶ τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων, ἐκ τῶν
2330ὁποίων τὸ ἐν Καλαμπάκᾳ σταθμεῦον 21ον εἶχε 349 ἄν-
2331δρας, τὸ ἐν Τρικκάλοις 18ον εἶχε δύναμιν 408 ἀνδρῶν, τὸ
2332ἐν Ῥαψάνῃ 20ὸν δύναμιν 310 ἀνδρῶν, καὶ τὸ ἐν Τυρνάβῳ
233319ον δύναμιν 331. Ὅθεν κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ἐπὶ
2334μὲν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ὑπῆρχον 1398 ὁπλῖται, ἐν δὲ
2335ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς παρακειμέναις εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμ-
2336μὴν δύναμις 445 ἀνδρῶν. Τὰ ὑπόλοιπα 5 τάγματα τῶν
2337εὐζώνων, ἔχοντα δύναμιν ἐν ὅλῳ 2579 ἀνδρῶν, ἐφρούρουν
2338ἐν διαφόροις πόλεσι τοῦ Κράτους, ἐκ τούτων δὲ ἓν τάγμα,
2339ἔχον 420 ἄνδρας, ἐφρούρει ἐν Ἀθήναις, ὥστε ἐν Ἀθήναις
2340ἐφρούρουν ἐν ὅλῳ 2300 ἄνδρες πεζικοῦ καὶ 420 τῶν εὐ-
2341ζώνων, πλὴν τῶν ταγμάτων τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ μη-
2342χανικοῦ καὶ τῶν ἰππαρχιῶν τοῦ ἱππικοῦ, ἅτινα ἐστάθμευον
2343ὡσαύτως ἐνταῦθα· ἐν δὲ ταῖς ἄλλαις πόλεσι τοῦ Κράτους
2344ἐφρούρουν 6272 ἄνδρες τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων, καὶ
2345ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς καὶ ταῖς παρακειμέναις εἰς
2346αὐτὴν ἐπαρχίαις 1843 ἄνδρες. Ὅθεν ὅλη ἡ δύναμις τοῦ
2347στρατοῦ ἀνήρχετο εἰς 13,483. Ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου δὲ,
2348καθ’ ὃν ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν, μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου
23491885, ἐπεφέραμεν προχείρους τινὰς μεταβολὰς, ἐλαττώ-
2350σαντες τὴν δύναμιν τῆς φρουρᾶς τῶν Ἀθηνῶν, ἐνισχύσαντες
2351δὲ τὴν δύναμιν τῶν πρὸς τὰ ὅρια συγκεντρωμένων φρουρῶν.
2352Καὶ ἀντὶ μὲν τῶν 6772 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐφρούρουν ἐν
2353ταῖς διαφόροις πόλεσι τοῦ Κράτους, συμπεριλαμβανομένων
2354τῶν Ἀθηνῶν, ἐτάξαμεν δύναμιν 6330 ἀνδρῶν, ἐνισχύσα-
2355μεν ὅμως τὴν ἐν ταῖς παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν ἐπαρ-
2356χίαις δύναμιν, ἀναβιβάσαντες τοῦ ἐν Βώλῳ τάγματος τὴν
2357δύναμιν ἀπὸ 130 ἀνδρῶν εἰς 165, τοῦ ἐν Τρικκάλοις ἀπὸ
2358102 εἰς 175, τοῦ ἐν Καρδίτσῃ ἀπὸ 129 εἰς 164, τοῦ ἐν
2359Λαρίσσῃ ἀπὸ 84 ἀνδρῶν εἰς 206, τοποθετήσαντες κατὰ
2360προσθήκην καὶ ἐν Τυρνάβῳ ἕτερον τάγμα ἐκ 392 ἀνδρῶν·
2361οὕτω δὲ ἡ παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν φρουρὰ ἀπὸ 445
2362ἀνδρῶν ἀνεβιβάσθη εἰς 1102. Ἡ δ’ ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς
2363γραμμῆς φρουρὰ ἐμειώθη, ἕνεκα τῆς ἀφυπηρετήσεως τῶν ἐν
2364τοῖς εὐζωνικοῖς τάγμασιν ἀνδρῶν, οἵτινες ἦσαν ἐθελονταί.
2365Τοῦ ἐν Καλαμπάκᾳ τάγματος ἡ δύναμις ἠλαττώθη διὰ
2366τοῦτο ἀπὸ 349 εἰς 282 ἄνδρας, τοῦ ἐν Τρικκάλοις ἀπὸ 408
2367εἰς 356, τοῦ ἐν Ῥαψάνῃ ἀπὸ 310 εἰς 271, τοῦ ἐν Τυρνάβῳ
2368ἀπὸ 331 εἰς 252. Καὶ αἱ ἐλαττώσεις μὲν αὗται, ὡς εἶπον
2369πρὸ μικροῦ, προῆλθον, διότι εἶχε λήξει ἡ θητεία τῶν εὐ-
2370ζώνων, δὲν εἶχε δ’ ἐπέλθῃ ἡ νέα στρατολογία, ἵνα πληρω-
2371θῶσιν αἱ τάξεις, ἡ φρουρὰ ὅμως ἡ ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμ-
2372μῆς ἀπὸ 1398 ἀνδρῶν περιωρίσθη εἰς 1161. Οἱ ἵπποι τοῦ
2373στρατοῦ ἀνήρχοντο κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ὅτε παρε-
2374λάβομεν τὴν ἀρχὴν, εἰς 2157, κατὰ Σεπτέμβριον δὲ εἰς
23752141, ἤτοι ἠλαττώθησαν κατὰ 16 ἵππους, οἱ δὲ ἡμίονοι
2376ἀπὸ 630 ἠλαττώθησαν εἰς 616. Τοιαύτην εἶχον βάσιν αἱ
2377κατηγορίαι, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξηκόντιζε καθ’
2378ἑκάστην καθ’ ἡμῶν, ἐγκαλοῦσα ἡμᾶς διατὶ δὲν ἐσπεύσαμεν
2379νὰ καταλάβωμεν τὰ Ἰωάννινα ἢ ἄλλας πόλεις τῆς Τουρ-
2380κίας, διατὶ παρελύσαμεν τὸν στρατὸν, ἐλαττώσαντες τὴν
2381δύναμιν αὐτοῦ κατὰ τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων μηνῶν,
2382κατὰ τοὺς ὁποίους διετελοῦμεν ἐν τῇ ἀρχῇ. Αἱ ἐπίσημοι
2383καταστάσεις τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπο-
2384ρίσθην τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέγνων πρὸ μικροῦ,
2385καὶ τῶν ὁποίων τὰ πρωτότυπα ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ἀρχείοις
2386τοῦ Ὑπουργείου, δὲν διαψεύδουσι μόνον τὰς καταγγελίας
2387ταύτας, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξετόξευε καθ’ ἡμῶν
2388τότε, ἀλλὰ παριστῶσι τὴν ἀθλιότητα, εἰς ἣν εἶχον περια-
2389γάγει τὸν στρατὸν οἱ δανεισθέντες ἑκατομμύρια λόγῳ τῶν
2390στρατιωτικῶν παρασκευῶν, κατασπαταλήσαντες δ’ εἰς ἄλλας
2391ἀνάγκας τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα. Ἐκατηγόρησαν ὡσαύτως
2392ἡμῶν, ὅτι διεχειρίσθημεν τὰ πράγματα, τὰ τῆς ἐπιστρα-
2393τεύσεως, τόσον κακῶς, ὥστε ἡ θνησιμότης τοῦ στρατοῦ
2394ὑπῆρξε μεγίστη, πολλοὶ δὲ θάνατοι ἠραίωσαν τὰς τάξεις τοῦ
2395στρατοῦ, πολλὰς δ’ ἰφθίμους ψυχὰς ἡρώων προϊά-
2396ψαμεν ἄϊδι. Καὶ ἀνεβίβαζον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποθα-
2397νόντων εἰς 10 ἢ 11 χιλιάδας. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Παρ-
2398νασσίδος δὲν ἐλησμόνησεν οὐδὲ τὴν αἰτίασιν ταύτην, ἥτις
2399καὶ ἄλλοτε ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐδὲ παρέλιπε
2400νὰ οἰκτείρῃ τὴν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας ἐπελθοῦσαν μείω-
2401σιν τῆς παραγωγῆς, διότι εἶχον μειωθῆ οἱ βραχίονες τῆς
2402ἐργασίας ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν ἀποθανόντων κατὰ τὴν
2403ἐπιστρατείαν. Κατὰ τὰς ἐπισήμους ταύτας καταστάσεις
2404τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν ὁποίων τὰ πρω-
2405τότυπα εὑρίσκοντο ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου καθ’ ὅλην
2406τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατείας, ἤτοι ἐπὶ τοὺς ἓξ μῆνας
2407Ὀκτώβριον, Νοέμβριον, Δεκέμβριον, Ἰανουάριον, Φεβρουά-
2408ριον καὶ Μάρτιον, διότι, παραιτηθέντες κατὰ Ἀπρίλιον, δὲν
2409ἠδυνήθημεν νὰ συγκεντρώσωμεν τὰς περὶ τῆς κατ’ αὐτὸν
2410θνησιμότητος τοῦ στρατοῦ πληροφορίας, κατὰ Σεπτέμβριον
2411δὲ δὲν εἶχε συμπληρωθῆ ἔτι ὑπὸ τὰ ὅπλα ὁ ἀριθμὸς τῶν
2412κληθέντων ἐπιστράτων, κατὰ τὴν διάρκειαν ταύτην, λέγω,
2413τῆς ἐπιστρατείας ἀπέθανον 1044 ἄνδρες. Ἐὰν τὸν ἀριθμὸν
2414τοῦτον ἀναλογίσητε ἐπὶ τοὺς ἓξ μῆνας, θέλετε εὑρεῖ ὅτι ἀπέ-
2415θανον 174 κατὰ μῆνα, ἐπειδὴ δ’ ὑπῆρχον κατὰ τὰς κατα-
2416στάσεις ὑπὸ τὰ ὅπλα 85,000, ἀνδρῶν μετὰ τῶν ἐμπέδων
2417ταγμάτων, ἡ ἀναλογία τῶν θανάτων ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
2418ἀνδρῶν καταλήγει εἰς δύο ἐπὶ τοῖς χιλίοις καὶ ¼ τοῦ ἑνὸς
2419χιλιοστοῦ. Δὲν γνωρίζω ἂν αἱ στατιστικαὶ τῆς θνησιμότη-
2420τος ἐν ἐπιστρατεύσεσι παρέστησάν που μᾶλλον εὐάρεστα
2421ἀποτελέσματα. Δὲν εἶναι δυστυχῶς παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς
2422τῶν Ναυτικῶν, διότι οὗτος ἐτύγχανε καὶ τότε Ὑπουργὸς
2423ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν μετ’ ἐμοῦ, καὶ ἠδύνατο νὰ σᾶς πληρο-
2424φορήσῃ κάλλιον ἐμοῦ περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν
2425εὕρομεν τὸ ναυτικὸν, καθ’ ἣν ὥραν ἐνεκρίθη νὰ ἐπιστρατεύ-
2426σωμεν. Ἀνομολογῶ τὴν φιλοπονίαν, καὶ τὴν δραστηριό-
2427τητα, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε τότε ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυ-
2428τικῶν ὁ καὶ νῦν συμπράττων μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη ὡς
2429τοιοῦτος. Κατὰ τὰς ἐπισήμους ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ἐν
2430τῷ ἰδιαιτέρῳ ἀρχείῳ μου, καὶ τὰς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ
2431καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐὰν εἶχέ τις τὴν περιέργειαν
2432νὰ ἀναγνώσῃ αὐτὰς, τὰ τρία τέταρτα τῶν τορπιλλοφόρων
2433εὑρέθησαν εἰς πλήρη ὀξείδωσιν, τὰ πλοῖα τοῦ στόλου ἦσαν
2434ἐν ἀληθεῖ παραλυσίᾳ καὶ ἀνικανότητι πρὸς πλοῦν. Δὲν
2435ὁμιλῶ περὶ ἀποθηκῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θα-
2436λάσσης, διότι εὑρέθησαν κεναὶ ἐφοδίων παντὸς εἴδους.
2437Ἀναγκασθέντες νὰ διατάξωμεν τὴν ἐπιστράτευσιν, ἀνε-
2438λάβομεν τῷ ὄντι βαρύτατον φορτίον, καθήκοντα δυσεκπλή-
2439ρωτα. Χρήματα δὲν εἴχομεν. (Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος
2440ἐξεδήλου πρὸς τὴν Βουλὴν προχθὲς τὴν λύπην του, διότι διὰ
2441τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐδυνήθημεν νὰ πορισθῶμεν τὰ
2442ἀναγκαιοῦντα διὰ τὴν ἐπιστρατείαν χρήματα, ὡς ἂν ἡ πο-
2443λιτικὴ τῆς ἐπιστρατείας ἦτο ἀπαισία, δὲν ἠθέλομεν δὲ δυ-
2444νηθῆ νὰ τραπῶμεν αὐτὴν, ἂν δὲν εὑρίσκετο ἡ ἀναγκαστικὴ
2445κυκλοφορία, ἐξ ἧς ἐπορίσθημεν χρήματα). Ἡ δύναμις τοῦ
2446στρατοῦ ἐλαχίστη, ἡ κατάστασις αὐτοῦ δυσκίνητος, ὁ ὁπλι-
2447σμὸς αὐτοῦ ἀνεπαρκής, αἱ ἀποθῆκαι κεναὶ, τὸ ναυτικὸν ἐν
2448ὀξειδώσει καὶ ἀκινησίᾳ. Καὶ ὠφείλομεν νὰ κατορθώσωμεν
2449ἵνα συναθροίσωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα τὴν νεολαίαν τῆς πατρίδος,
2450καὶ συντάξωμεν αὐτὴν εἰς στρατὸν ἀξιόμαχον, καὶ νὰ ἐν-
2451δύσωμεν, καὶ νὰ ὁπλίσωμεν, καὶ νὰ στρατωνίσωμεν, καὶ νὰ
2452θρέψωμεν καὶ νὰ νοσηλεύσωμεν αὐτὸν, καὶ τὰ ὀξειδωμένα
2453καὶ ἐν παραλυσίᾳ σκάφη νὰ καταρτίσωμεν εἰς στολίσκον εὐ-
2454κίνητον καὶ ἠσκημένον, δυνάμενον νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ νὰ πο-
2455ρισθῶμεν πάντα τὰ ἀναγκαῖα, ἐφ’ ὅσον τὰ μέσα ἡμῶν καὶ
2456ἡ ἀνθρωπίνη ἀτέλεια μᾶς ἐπέτρεπον. Καὶ κατωρθώσαμεν
2457νὰ ἔχωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα εἰς πρώτην γραμμὴν 40 χιλιάδας
2458ἀκμαίων μαχητῶν, τὴν δὲ ὑπόλοιπον δύναμιν εἰς διαφόρους
2459ἐσωτέρους σταθμούς. Καὶ ἐξετελέσαμεν σύστημα ὀχυρώσεως,
2460τὸ ὁποῖον, ἐὰν ὁ Θεὸς ἐπέτρεπεν ἵνα δράσῃ ἡ Ἑλλὰς, ἤθε-
2461λεν ἀποδείξει μετὰ πόσης τελειότητος εἶχε συναρμολογηθῆ
2462καὶ κατασκευασθῆ. Καὶ κατωρθώσαμεν ἐν χειμῶνι καὶ ἐπὶ
2463τοῦ ὑγροῦ ἐδάφους τῆς Θεσσαλίας νὰ ἀσκήσωμεν τοὺς ἐπι-
2464στράτους, καὶ νὰ συμπληρώσωμεν τὴν μεγάλην θέρμην τοῦ
2465ἐνθουσιασμοῦ, ὅστις ἐφλόγιζε τὰ στέρνα των, διὰ τῆς ὅσον
2466οἷόν τε πληρεστέρας ἀσκήσεως εἰς τὴν τέχνην τοῦ πολέμου.
2467Καὶ ἐν ἐμοὶ συνεπληρώθη ἡ πεποίθησις, ὅτι, ἐὰν ἡ πολιτικὴ
2468τῆς Εὐρώπης ἔπεισεν αὐτὴν, ὅτι προσῆκε νὰ προσφύγῃ εἰς
2469τὸν ναυτικὸν ἀποκλεισμὸν, ὡς εἰς μέτρον ἐσχάτης ἀνάγκης,
2470ὅτι ὅμως ἡ Εὐρώπη ἠδίκησεν ἡμᾶς· ἐὰν δὲ πράγματι πρὸς
2471δικαιολογίαν τοῦ εἰρημένου μέτρου προέβαλε τὸν ἰσχυρι-
2472σμὸν, ὅτι ἐφήρμοσε τὸν ναυτικὸν ἀποκλεισμὸν, ἵνα μᾶς σώσῃ
2473ἀπὸ τῆς ἐπιδρομῆς τῶν Τούρκων, ὅτι δὲν ἠδίκησε μόνον,
2474ἀλλὰ καὶ ὕβρισε τὴν Ἑλλάδα. Τυγχάνω δὲ πεπεισμένος,
2475ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν ἐκεῖνος, ἐὰν ἐκινεῖτο πρὸς τὰ ἐμπρὸς,
2476ἤθελε διώξει ἀπὸ τὴν Ἐλασσῶνα τὸν Ὀθωμανὸν στρατάρχην
2477Ἐγιοὺπ–πασσᾶν. Καὶ ἡ βεβαιότης μου αὕτη ἐστηρίζετο
2478ἐπὶ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ τῆς πολεμικῆς ἱκανότητος τῶν
2479ἀνδρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τῶν τεταγμένων ἐπὶ
2480κεφαλῆς αὐτοῦ ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἐστηρίζετο προσέτι καὶ
2481ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχον ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ
2482στρατοπέδου, δι’ ὧν μοὶ περιεγράφετο ἡ ἐλεεινὴ κατάστα-
2483σις τοῦ στρατοπέδου ἐκείνου, ἡ παραλυσία, ἐν ᾗ ἐτύγχανε,
2484καὶ ἡ κατάπτωσις τοῦ ἠθικοῦ αὐτοῦ. Ἂν ὁ ἡμέτερος στρα-
2485τὸς κατώρθου νὰ ἐκτοπίσῃ ἀπὸ τὴν Ἐλασσῶνα τὸν στρα-
2486τάρχην Ἐγιοὺπ, ἡ Εὐρώπη ἤθελε πιθανῶς προσκαλέσει
2487τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν στρατὸν
2488αὐτῆς, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἤθελεν ὑποταχθῆ εἰς τοιαύτην
2489πρόσκλησιν καὶ ἀνακαλέσει τὸν στρατὸν, ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες,
2490στρατιῶται, ἐπανερχόμενοι ἐντὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος,
2491ἤθελον φέρει ἐπὶ τοῦ ὅπλου των κλάδον δάφνης, ἡ δὲ Εὐ-
2492ρώπη δὲν ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἔκθαμβος νὰ θαυμάζῃ τὴν
2493ἀνδρίαν τοῦ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ καὶ τὸν ἡρωϊσμὸν τοῦ
2494ἡγεμόνος Βάττεμπεργ, ἤθελε δὲ ἴσως πεισθῆ, ὅτι πλὴν τῶν
2495Βουλγάρων καὶ ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ δράσῃ στρατιωτικῶς,
2496καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ἐπὶ τῆς χερσονήσου ὡς παράγων, καθ’ ἣν
2497ἡμέραν ὁ Θεὸς ἤθελεν ἀποφασίσει.
2498Χαρακτηρίζουσι τὰς ἰδέας ταύτας ὡς ἰδέας ἀνθρώπων,
2499τοὺς ὁποίους κατηγοροῦσιν ὡς Σωβινιστάς. Δὲν εἶμαι Σω-
2500βινιστὴς, φρονῶ ὅμως καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασί-
2501λειον δὲν ἔχει μόνην ἀποστολὴν, ἵνα ζῇ τρεφόμενον καὶ
2502συλλέγον ἴσως πλοῦτον. Δὲν ἀνεγεννήθη ἡ ἐθνικότης ἡμῶν,
2503οὐδὲ ἱδρύθη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον διὰ μόνων τῶν θυσιῶν
2504καὶ τοῦ ἡρωϊσμοῦ τῶν κατοίκων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ
2505ἡρωϊσμοῦ καὶ τῶν θυσιῶν ἑκατομμυρίων ἄλλων ὁμοφύλων
2506ἀνδρῶν, οἵτινες βιοῦσιν ἐκτὸς τῶν ὁρίων αὐτοῦ, τίς οἶδε
2507ποῖον βίον, καὶ οἵτινες, ὅταν μακρόθεν βλέπωσιν ἡμᾶς
2508ἀδιαφοροῦντας περὶ τῆς τύχης των, μὴ μεριμνῶντας καὶ
2509περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῶν, λησμονοῦντας αὐτοὺς καὶ παρα-
2510διδομένους εἰς τὴν ὑλοφροσύνην καὶ τὰς ταπεινὰς μερί-
2511μνας τοῦ ἐγωϊσμοῦ, ἀποθαῤῥύνονται τεθλιμμένοι καὶ ἀφίνου-
2512σιν ἑαυτοὺς νὰ γένωνται λεία τῶν μετ’ ἀκαμάτου ἐπιμο-
2513νῆς ἀνταγωνιζομένων πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλ’ αἱ ἰδέαι αὗται
2514ἡμῶν δὲν εἶναι αἱ μόναι, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἔπεισαν νὰ ἀποδε-
2515χθῶμεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως· αὐτὴ ἡ τότε
2516Ἀντιπολίτευσις ἐδείκνυε τότε, ὅτι καὶ αὐτὴ εἶχε παραπλη-
2517σίας ἰδέας. Ὁ ἡγέτης αὐτῆς, περιηγούμενος ἐν Εὐρώπῃ, τοι-
2518αῦτα ἔλεγε πρὸς τοὺς Ἕλληνας, τοὺς ὁποίους ἐκεῖ συνήντα. Οἱ
2519ἐπιτελεῖς τοῦ μεγάλου κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται ὁ κ.
2520Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ τὸ ὁποῖον τότε ἀπετέλει
2521τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νῦν δ’ ὑποστηρίζει τὴν παροῦσαν Κυ-
2522βέρνησιν, δημοσιογραφοῦντες διὰ τοῦ πρωτίστου καὶ ἡμιε-
2523πισήμου ὀργάνου τοῦ κόμματος, ἐφώναζον καὶ ἠγανάκτουν
2524διατὶ ἐβραδύνομεν, διατὶ δὲν ἐκινούμεθα ἀμέσως, διατὶ δὲν
2525ἐπεστρατεύομεν πάραυτα. Καὶ ἀφοῦ μυρίας ὕβρεις καὶ συκο-
2526φαντίας ἐξετόξευσαν κατ’ ἐμοῦ, ἔστρεφον μετὰ ἱερᾶς ἀγα-
2527νακτήσεως τὰ βλέμματα περὶ ἑαυτοὺς, καὶ παρηγοροῦντο
2528ἀνευρίσκοντες ὡς αἰτίαν τοῦ δισταγμοῦ ἡμῶν νὰ διαβῶμεν,
2529ὡς ἔγραφον, τὸν Ρουβίκωνα, τὴν ἔλλειψιν Καίσαρος ὁδηγοῦ·
2530ὁ Καῖσαρ ἐταξείδευεν εἰς Λονδῖνον, καὶ περιεμένετο νὰ
2531ἔλθῃ, ἵνα διαβῇ τὸν Ρουβίκωνα.
2532Ἀλλὰ λέγων ταῦτα δὲν ζητῶ νὰ καλύψω τὴν διὰ τὴν
2533πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως εὐθύνην μου ὑπὸ τὴν γνώ-
2534μην τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπὸ τὰς ἐνθέρμους προτρο-
2535πὰς καὶ παρακελεύσεις, ὑπὸ τὴν ἐπιβολὴν καὶ τὰς ἀκολά-
2536στους ἀπειλὰς αὐτῶν. Κηρύσσω τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐκείνην
2537ἀπηλλαγμένην πάσης εὐθύνης διὰ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπι-
2538στρατεύσεως· ἐὰν στέργῃ νὰ κηρύξω αὐτὴν, ὅτι δὲν ἐπί-
2539στευεν ὅσα τότε ἔγραφε καὶ ἔλεγε, καὶ ὅτι τυφλὴ ὑπὸ τῆς
2540φιλαρχίας ἐπρότεινε τότε ταῦτα, ὅπως ὑπονομεύσῃ καὶ ἀνα-
2541τρέψῃ ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, καὶ τοῦτο δύναμαι νὰ κη-
2542ρύξω δι’ αὐτήν. Τὴν εὐθύνην τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιστρα-
2543τεύσεως, εἰς ἣν τότε ἐτράπημεν, ἀναλαμβάνομεν μόνοι
2544ἡμεῖς, καὶ μόνοι ἡμεῖς ἀναλαμβάνομεν καὶ τὴν εὐθύνην
2545τῶν δαπανῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἕνεκα τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπι-
2546στρατεύσεως ἐπεβαρύνομεν τὸ Κράτος, καὶ τὴν εὐθύνην τῶν
2547δεινῶν, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπέσκηψαν ἐπ’
2548αὐτό. Ἀλλ’ ὅσοι ὁμιλοῦσι περὶ ἐπιστρατεύσεως, ὡς αἰτίας
2549τῆς πτωχεύσεως, ὅσοι δείκνυνται ὡς προσβλέποντες μὲ τε-
2550θλιμμένην ψυχὴν εἰς τὸ ἀπαίσιον κίνημα τῆς 10 Δεκεμ-
2551βρίου 1893, ὅπως τολμήσωσι νὰ εὐχηθῶσι νὰ μὴ εἶχεν ἐφαρ-
2552μοσθῇ ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπιστρατεύσεως, λησμονοῦσι τὸν
2553κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐνθουσιασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
2554οὐδ’ ἀναλογίζονται ποῖον ἔτρεχε κίνδυνον ἡ καθεστηκυῖα
2555ἐν τῇ Πολιτείᾳ τάξις, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Κυβέρνησις
2556ἤθελον μετ’ ἀπαθείας θεωρήσει τὰ ἐν Φιλιππουπόλει δια-
2557πραχθέντα. Καὶ δὲν κινδυνεύει ἡ καθεστηκυῖα τάξις ὑπὸ
2558μόνης τῆς ἁρπαγῆς καὶ τῆς λεηλασίας, ὑπὸ μόνων τῶν βι-
2559αιοπραγιῶν καὶ τῶν ἀδικημάτων κατὰ τῶν ἀτόμων, κιν-
2560δυνεύει τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων, ὅταν ὑποληφθῶσιν ὡς
2561ὑπεύθυνοι ἐπελθόντος δυστυχήματος, καὶ μάλιστα ἐθνικοῦ,
2562καὶ ἂν πράγματι δὲν ἦναι ὑπεύθυνοι, ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους
2563ἤθελον ὑπολάβει ὡς ὑπευθύνους, διότι δὲν ἔσπευσαν, ὡς ἐπι-
2564τετραμμένοι τὴν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων μέριμναν,
2565νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἠδύναντο πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ ἐπελθόντος
2566δυστυχήματος. Οἱ δημόσιοι ἄνθρωποί εἰσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγ-
2567μὴν ἐκτεθειμένοι εἰς κινδύνους, ὤφειλε δὲ πᾶσα Κυβέρνη-
2568σις, καὶ ἂν δὲν ἐνεφορεῖτο ὑπὸ τῶν αἰσθημάτων, ὑπὸ τῶν
2569ὁποίων ἐμφοροῦμαι ἐγὼ, καὶ ἂν δὲν ἐνεπνέετο ὑπὸ τῶν πό-
2570θων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐμπνέωσι πάντα Ἕλληνα, καὶ ἂν
2571δὲν ἐθερμαίνετο ἀπὸ τὰς ἰδέας, διὰ τῶν ὁποίων ἀνέθρεψαν
2572ἡμᾶς οἱ πατέρες μας, ὤφειλε λέγω, νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολι-
2573τικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅπως σώσῃ τὴν ἔννομον τάξιν,
2574ἥτις δὲν σώζεται ἄνευ τῆς διασώσεως τῶν καθεστηκυιῶν
2575πολιτειακῶν ἐξουσιῶν. Ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι αἱ πολι-
2576τικαὶ ἀνατροπαὶ, ἂν δὲν ἐπιβάλλωνται ὑπὸ τῆς ἐσχά-
2577της ἀνάγκης, δὲν σώζουσιν οὐδ’ ὠφελοῦσι τοὺς λαοὺς,
2578ἀλλὰ ζημιοῦσιν αὐτούς. Καὶ ἂν εὑρέθησαν οἱ διατεθει-
2579μένοι νὰ ἐπισωρεύσωσιν ἐπὶ τῆς ῥάχεώς μου αἰτιάσεις
2580καὶ μομφὰς ἐπὶ ἀνανδρίᾳ ἢ ἐπὶ δειλίᾳ, ἐπὶ συντηρη-
2581τικότητι ἢ νομιμοφροσύνῃ, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι
2582καὶ συντηρητικὸς καὶ νομιμόφρων τυγχάνω, καὶ ὅτι
2583δὲν θέλω ἀναγκασθῆ νὰ ἀποβάλω τὰς ἰδιότητας ταύτας,
2584εἰμὴ μόνον, ὅταν ἴδω, ὅτι οἱ ἐν τῇ καθεστηκυίᾳ τάξει δη-
2585μιουργηθέντες κίνδυνοι κατεστάθησαν τοιοῦτοι, ὥστε ἡ
2586συντηρητικὴ καὶ νομιμόφρων πορεία τῶν πολιτῶν δὲν δύ-
2587ναται ν’ ἀποσοβήσῃ αὐτούς.
2588Δυστύχημα, διότι τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπέστη ἀπὸ
2589τῆς πολιτικῆς ταύτης κατὰ τὴν κρισιμωτέραν ὥραν. Κατὰ
2590τὸ πρῶτον στάδιον ἐφάνη ἔνθερμος καὶ ἐσπευσμένη, προ-
2591τρέχουσα τῶν πραγμάτων καὶ ὑπερβαίνουσα τὴν ἀνάγκην·
2592κατὰ δὲ τὸ δεύτερον στάδιον δὲν εὕρομεν πλέον αὐτὴν παρὰ
2593τὸ πλευρὸν ἡμῶν, τὴν εἴδομεν ἀπερχομένην δρομαίαν, καὶ
2594διὰ τῆς μεταστάσεώς της ταύτης ἀπὸ τῆς πολιτικῆς τῆς
2595ἐπιστρατεύσεως εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀφοπλισμοῦ ἐπιδείξα-
2596σαν εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος
2597δὲν ἦτο σύμφωνον, δὲν ἐνήργει ὁμόθυμον, ἀλλὰ ἓν μόνον
2598πολιτικὸν κόμμα ἐνίστατο κατὰ τῆς προσαρτήσεως εἰς τὴν
2599Βουλγαρίαν τῆς Ἀνατολικῆς Ῥουμελίας, καὶ ὅτι τὸ κόμμα
2600τοῦτο ἐδημαγώγει, ἐμμένον εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρα-
2601τεύσεως. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει ἀμέσως οὐχὶ ὅσα ἔγραψα ἐγὼ,
2602ἀλλ’ ὅσα ἔγραψαν πρωτεύοντα τῆς εὐρωπαϊκῆς δημοσιογρα-
2603φίας ὄργανα, ὁ «Χρόνος» καὶ ἡ «Σημαία» καὶ τὰ «Ἡμε-
2604ρήσια Νέα» τοῦ Λονδίνου. Ὁ «Χρόνος» τοῦ Λονδίνου εἶ-
2605χεν ἀνταποκριτὴν ἐν Ἀθήναις τὸν κ. Στῆλμαν, τοῦ ὁποίου
2606τὸ ὄνομα ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ χρόνου,
2607καθ’ ὃν τριάκοντα καὶ πλέον νύκτας ἐστερήθημεν τοῦ ὕπνου,
2608ἵνα μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν κ. Τρικούπην νὰ δωρήσῃ 335
2609χιλιάδας φράγκων εἰς τὸν Στῆλμαν καὶ τοὺς ἄλλους κλη-
2610ρονόμους τοῦ κ. Σπάρταλη.
2611Κατὰ τὴν 11 Ἀπριλίου 1886 δὲν εἶχεν ἐπιδοθῆ εἰς τὴν
2612Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τελεσίγραφον τῆς Εὐρώπης, ἡμεῖς δὲ
2613ἐξηκολουθοῦμεν συντάσσοντες τὸν στρατὸν καὶ ὀργανόνον-
2614τες τὴν ὑγιειονομικὴν καὶ οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ
2615Ἀλλ’ εἶχε καταλάβει ἀδημονία τοὺς περιμένοντας ἀπὸ
2616στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ ἴδωσι τὴν Εὐρώπην ἐπεμβαίνουσαν
2617καὶ ἀναστέλλουσαν διὰ τῆς βίας τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν
2618ἀπὸ τῆς πορείας αὑτῆς· τὴν ἀδημονίαν τῶν δὲ ταύτην ἐξε-
2619δήλουν ἐπιστέλλοντες ἀνωνύμως ἐξ Ἀθηνῶν τηλεγραφήματα
2620εἰς Παρισίους πρὸς ἀποδέκτην τὸν Liberal. Ἐν τῇ αἰθούσῃ
2621ταύτῃ ὑπάρχουσι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι πρὸς
2622ποῖον ἀπηυθύνετο τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, διότι δὲν ἀγνο-
2623οῦσι τίνες ἐν Παρισίοις ἔχουσι τὸ ψευδώνυμον τοῦτο. Ἰδοὺ
2624δὲ τί τότε ἐτηλεγράφουν (ἀναγινώσκει). «Μία ἔτι ἡμέρα
2625»παρῆλθε, χωρὶς νὰ φθάσῃ τελεσίγραφον τῶν Δυνάμεων. Τὴν
2626»αἰτίαν τῆς ἀναβολῆς ταύτης οὔτε οἱ ἐνταῦθα πρέσβεις
2627»γινώσκουσιν. Ἀρχίζω νὰ πιστεύω, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔχουσι
2628»δίκαιον, λέγοντες ὅτι ὑπάρχει ἀμφιταλάντευσις εἰς τὰς δια-
2629»πραγματεύσεις μεταξὺ τῶν Δυνάμεων ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῶν
2630»πιεστικῶν μέτρων. Δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι ἁπλοῦν τελε-
2631»σίγραφον πρὸς ἀφοπλισμὸν τῆς Ἑλλάδος, μὴ συνοδευόμε-
2632»νον διὰ μέτρων πραγματικῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς αἰτήσεως,
2633»θὰ λάβῃ τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις
2634»ἐδόθη καὶ εἰς τὰς προηγουμένας διακοινώσεις. Ἐν τούτοις
2635»ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εὑρίσκεται ἤδη ἐν
2636»Θεσσαλίᾳ, συγκεντρώνει στρατὸν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν
2637»τῶν συνόρων ἐσπευσμένως. Ἡ φρουρὰ τῆς Χαλκίδος ἐκι-
2638»νήθη πρὸς Βῶλον, καὶ ἡ τοῦ Βώλου πρὸς Λάρισσαν, ἐν τῷ
2639»μέσῳ φαιδροῦ ἐνθουσιασμοῦ τοῦ λαοῦ.»
2640Ἀλλὰ πρὸ τούτου, ἀπὸ τῆς 2 Φεβρουαρίου, πρὸς τὴν
2641«Σημαίαν» τοῦ Λονδίνου ἐτηλεγράφει ἀνταποκριτὴς αὐτῆς
2642ἐν Ἀθήναις, συνιστῶν ὡς τὸ μόνον πρὸς ἐκβίασιν τῆς Ἑλ-
2643λάδος συντελεστικὸν μέτρον τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν λιμένων
2644αὐτῆς. Καὶ ὁ τηλεγραφῶν ἦτο πολίτης Ἕλλην, καταγόμε-
2645νος ἐκ τῆς μὴ ἐλευθέρας Ἠπείρου, ἀπολαμβάνων τῆς ἐμπι-
2646στοσύνης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, χρησιμοποιροῦντος πάντοτε
2647τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ. Τρεῖς ἀκριβῶς μῆνας μετὰ τὸ τηλε-
2648γράφημα, περὶ οὗ ὁ λόγος, ὁ κ. Τρικούπης ἦτο Πρωθυ-
2649πουργός, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
2650Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐγράφετο τὸ Β. Διάταγμα, δι’ οὗ
2651διωρίζετο ὁ κ. Λάππας γενικὸς γραμματεύς, διότι εἶχεν ἀπο-
2652πεμφθῆ τῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐσυ-
2653στήθη ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν τῆς 7 Ἀπριλίου. Ἰδοὺ τί ἐτη-
2654λεγράφει τότε ὁ νῦν γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκ-
2655κλησιαστικῶν Ὑπουργείου, ὅστις τυγχάνει, ὡς γνωστόν, ἀν-
2656ταποκριτὴς τῆς ἀγγλικῆς ἐφημερίδος, ἥτις εἶναι τὸ ὄργα-
2657νον τῶν Τόρεων (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀμέσως ὑπὸ τοῦ
2658»Πρωθυπουργοῦ ἐμπνεομένη ὑπουργικὴ ἐφημερὶς γράφει σή-
2659»μερον, ὅτι τὸ μόνον μέσον πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰρήνης
2660»εἶναι ἡ εἰς τὴν Ἑλλάδα παραχώρησις τῆς ὑπὸ τῆς Βερο-
2661»λινείου Συνόδου προσδιορισθείσης ὁροθετικῆς γραμμῆς, καὶ
2662»ὅτι ἡ Εὐρώπη δύναται νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς ἀπρα-
2663»ξίαν διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν λιμένων της, ἀλλ’ ἡ Ἑλ-
2664»λὰς θέλει κουράσει τὴν Εὐρώπην, διατηροῦσα τοὺς ἐξο-
2665»πλισμούς της μετὰ τῆς προθέσεως νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐ-
2666»τοὺς εἰς τὴν πρώτην εὐκαιρίαν.»
2667Τὴν 9 δὲ Μαρτίου εἶχε καταληφθῆ καὶ ὁ κ. γενικὸς γραμ-
2668ματεὺς τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργείου ἀπὸ τὴν
2669ἀνυπομονησίαν, ἣν ἐξεδήλου τὴν 11 Ἀπριλίου τὸ πρὸς τὸν
2670Liberal ἐν Παρισίοις ἀποσταλὲν ἐξ Ἀθηνῶν ἀνώνυμον
2671τηλεγράφημα· ἐτηλεγράφει δὲ ὁ κ. Λάππας τὴν 9 Μαρτίου
2672πρὸς τὴν Λονδίνειον «Σημαίαν» τάδε (ἀναγινώσκει):
2673«Ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔλαβε μέχρι τοῦδε πληροφο-
2674»ρίαν περὶ τῶν ἐκβιαστικῶν μέτρων τῶν Δυνάμεων. Πι-
2675»στεύουσι δ’ ὅτι ἐγκατελείφθη τὸ σχέδιον τῆς ναυτικῆς δια-
2676»δηλώσεως, ἕνεκα τῆς διαφωνίας περὶ τοῦ εἴδους τῶν ἐκ-
2677»βιαστικῶν μέτρων, καὶ θεωροῦσιν εὐνοϊκὴν τὴν στάσιν τῆς
2678»Ρωσσίας καὶ τῆς Γαλλίας. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὑπερτέρα κατὰ
2679»θάλασσαν, οἱ δὲ Τοῦρκοι δὲν θέλουσι δυνηθῆ νὰ εἰσβάλω-
2680»σιν εἰς Θεσσαλίαν ἄνευ σοβαρῶν κινδύνων, δι’ ἔλλειψιν
2681»τροφῶν.»
2682Θερμὸς δὲ σύντροφος τοῦ κ. Λάππα ὁ κ. Στῆλμαν ἐτη-
2683λεγράφει εὐληπτότερον ὅ,τι πλαγίως ἠναγκάζετο νὰ ἐνδει-
2684κνύῃ ὁ κ. Λάππας, καὶ παρίστα τὴν ἀνάγκην τῶν ἐκβια-
2685στικῶν μέτρων.
2686«Αἱ γενικαὶ παραστάσεις οὐδὲν δύνανται παρὰ τῷ κ. Θ.
2687Δηλιγιάννῃ», ἔγραφεν ὁ «Χρόνος» τοῦ Λονδίνου τῇ εἰσηγή-
2688σει τοῦ Στῆλμαν, «ἀλλ’ ἐὰν ἐπέμπετο εἰς Ἀθήνας τελε-
2689»σίγραφον, τάσσον βραχεῖαν προθεσμίαν πρὸς κατάπαυσιν
2690»πάσης φιλοπολέμου ἐπιδείξεως, εἶναι πιθανὸν, ὅτι ἡ νή-
2691»φουσα μερὶς τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας θὰ συνταχθῇ περὶ
2692»τὸν κ. Τρικούπην, καὶ θὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν παροῦσαν
2693»κυβερνητικὴν παρῳδίαν.... Ὁ κ. Δηλιγιάννης δέον
2694»νὰ τύχῃ ἑβδομαδιαίας ἢ δεκαπενθημέρου προθεσμίας πρὸς
2695»ἀνάκλησιν τοῦ στρατοῦ του καὶ ἀναστολὴν τῶν διατα-
2696»γῶν του, καὶ εἰς τὸ τέλος αὐτῆς ἡ Τουρκία δέον νὰ προβῇ,
2697»ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ ᾖναι ἀνυπότακτος.»
2698Ἀλλὰ καὶ τὸ τελεσίγραφον καὶ ὁ ναυτικὸς ἀποκλεισμὸς
2699ἦσαν μέτρα ἐν εἰρήνῃ μὴ εἰθισμένα, ἡ δὲ Ἑλλὰς δὲν ἦτο
2700ἐν πολέμῳ πρὸς οὐδεμίαν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τῶν
2701ὁποίων οἱ στόλοι ἔμελλον νὰ ἀποκλείσωσι τοὺς λιμένας της.
2702Ἡ Ἑλλὰς μάλιστα δὲν ἐστασίαζε κατὰ τῶν συνθηκῶν,
2703ἀλλ’ ὡπλίσθη, διότι εἶχε διαῤῥήξει τῆς Βουλγαρίας ὁ ἡγε-
2704μὼν τὴν συνθήκην, ἣν πρὸ ἑπταετίας αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις
2705εἶχον ὑπογράψει ἐν Βερολίνῳ. Ἂν δ’ ἡ Ἑλλὰς ἐξηκολούθει
2706ὁμόφωνος, δύσκολον ἦτο εἰς βίαια νὰ καταφύγωσι μέτρα
2707αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις κατὰ λαοῦ ὁμοφώνως ζητοῦντος νὰ
2708ἀσφαλίσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα αὐταὶ αἱ Μεγάλαι Δυ-
2709νάμεις εἶχον ἀναγράψει ἐν ταῖς συνθήκαις. Διὰ νὰ ἐνθαῤ-
2710ῥυνθῇ ἡ Εὐρώπη νὰ μετέλθῃ βίαν, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ
2711διχοτομηθῇ τὸ ὁμόφωνον κρατίδιον, καὶ νὰ παραστῇ οὐχὶ
2712λαὸς ὁμόφωνος, οὐχὶ Κράτος τὴν αὐτὴν ἔχον γνώμην, ἀλλὰ
2713κόμμα μόνον, ἐμμένον νὰ συντηρήσῃ ὅσας αἱ συνθῆκαι ἀνέ-
2714γραψαν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους ἐγγυήσεις. Τὰ «Ἡμερήσια Νέα»
2715ἀνήγγειλαν τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπόθουν ἐν Ἀγ-
2716γλίᾳ, ἵνα δυνηθῶσι νὰ συγκροτήσωσι τοὺς διεθνεῖς στόλους,
2717οἵτινες ἐφήρμοσαν εἰς τὰ ἑλληνικὰ παράλια τὸν ναυτικὸν
2718ἀποκλεισμόν. Ἰδοὺ πῶς ἀνήγγειλαν τοῦτο τὰ «Ἡμερήσια
2719Νέα» τῆς 3 Ἀπριλίου (ἀναγινώσκει):
2720«Τὸ παρελθὸν Σάββατον ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ἱκανὸς καὶ
2721»πεφωτισμένος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπετέθη κατὰ
2722»τῆς ἀδρανοῦς πολιτικῆς τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἡ περίστα-
2723»σις δὲ, ὅτι τὰ δύο ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ κόμματα, μετὰ
2724»τὴν συμφιλίωσίν των, ἀνέλαβον πάλιν τὴν κανονικὴν ἐχ-
2725»θρικήν των στάσιν, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς εἰρήνης. Ὁ
2726»κ. Τρικούπης θέλει προτείνει ψῆφον μομφῆς κατὰ τῆς
2727»Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἐνήργησε, καὶ ἐν τῇ προτάσει
2728»ταύτῃ συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ἰδέα, ὅτι παρῆλθε
2729»πλέον ὁ χρόνος τῆς ἐνεργείας. Δὲν εἶναι ἡμέτερον
2730»ἔργον νὰ ἀποφανθῶμεν, ἂν εὑρίσκωμεν τὴν πορείαν ταύ-
2731»την τοῦ κ. Τρικούπη ἀξιοπρεπῆ καὶ συνεπῆ... Ἀλλ’
2732»ὅπως δήποτε καὶ ἂν ἔχωσι τὰ πράγματα, δέον νὰ χαί-
2733»ρωμεν πάντες, ὅτι παρουσιάζεται διέξοδός τις ἐκ τῆς
2734»τόσον ἐπικινδύνου καταστάσεως, ἐν ᾗ διετέλουν τὰ
2735»πράγματα.»
2736Ὁ Βασιλεὺς ἐπανῆλθε τότε ἐκ τοῦ ἀνὰ τὴν Εὐρώπην
2737ταξειδίου του τὴν 15 Σεπτεμβρίου 1885. Ἡ ἐφημερὶς δὲ
2738τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἡ «Ὥρα», ἐδημοσίευσε
2739τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἡ Α. Μ. ἐξεφώνησεν ἀπὸ τοῦ ἐξώ-
2740στου τῶν ἀνακτόρων, καὶ προσετέθη τὰ ἑπόμενα (ἀναγι-
2741νώσκει):
2742«Αἱ πρὸς τὸν λαὸν τῆς πρωτευούσης ὑπὸ τοῦ ἐκ τῆς
2743»ἀλλοδαπῆς ἐπανελθόντος Ἡγεμόνος ἀπευθυνθεῖσαι προ-
2744»τροπαὶ ἦσαν ἄξιαι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Εἶναι
2745»σοβαραὶ αἱ ἡμέραι, ἃς διερχόμεθα, ἀπαιτοῦσι θυσίας, ἃς
2746»οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ, αὐτὸς δὲ ὁ Ἡγεμὼν ἀπὸ τοῦ ἐξώ-
2747»στου τῶν Ἀνακτόρων Του ὡμολόγησεν, ὅτι πρῶτος ἔσται
2748»πρόθυμος εἰς πᾶσαν θυσίαν... Ἀλλὰ τοιαῦτα ἕτοιμος
2749»ὢν νὰ πράξῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ καὶ ἐν
2750»τῇ δούλῃ πατρίδι, ἀναμένει νὰ ἴδῃ ἀνυπομόνως τὸ σύν-
2751»θημα διδόμενον παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως... Εἴ-
2752»μεθα βέβαιοι ἤδη, ὅτι μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως
2753»καὶ πρωτοστατοῦντος αὐτοῦ θὰ δοθῇ ζωηρὰ ὤθησις συν-
2754»τονωτέρας ἐνεργείας, συμφώνως πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῶν
2755»καιρῶν καὶ τοὺς πόθους τοῦ τόπου, τοὺς ὁποίους τοσοῦ-
2756»τον σκαιῶς καὶ πονηρῶς ἀπεπειράθη νὰ δηλητηριάσῃ καὶ
2757»νὰ περιϋβρίσῃ κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους μῆνας ἡ
2758»Κυβέρνησις τῆς 7 Ἀπριλίου.»
2759Καὶ μετὰ δύο ἡμέρας ἔγραφεν (ἀναγινώσκει):
2760«Ἐῤῥίφθω ὁ κύβος, ἀλλὰ ζητεῖται ὁ Καῖσαρ, ὁ προωρι-
2761»σμένος νὰ διαβῇ τὸν Ρουβίκωνα· οἱ δὲ ἥρωες τῆς 7 Ἀπρι-
2762»λίου οὔτε πίστιν δύνανται νὰ προκαλέσωσιν, οὔτε ἐνθου-
2763»σιασμὸν νὰ ἐμπνεύσωσιν, οὔτε ἀξιώσεις γενναίων ἀνδρῶν
2764»καὶ πολιτικῶν Προμηθέων ὑπὲρ ἑαυτῶν νὰ διεκδικήσωσι.»
2765Δὲν εἶναι συνήθεις αἱ τοιαῦται τροπαὶ τῶν ἀνθρωπίνων
2766πραγμάτων. Θερμοὶ οὐχὶ συναγωνισταί, ἀλλὰ σύμβουλοι
2767παρακελεύοντες, προτρέποντες καὶ ἀπειλοῦντες, ἐπάγωσαν
2768μετά τινα καιρὸν, καὶ ἀπῆλθον εἰς τὰς ἑστίας των, ὀδυρό-
2769μενοι καὶ θρηνοῦντες, ὅτι ἡ μὲν πόλις τῶν Ἀθηνῶν μετε-
2770βλήθη εἰς νεκροταφεῖον, ὡς ἔλεγε Βουλευτής τις ἐξ Ἀττι-
2771κῆς, ὅστις δὲν ἀπεστάλη πλέον εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο, ὁ
2772δὲ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος ὅτι ἦτο ἀγέλη κτηνῶν, οὐδ’
2773αἴσθημα ἔχων ἐν τοῖς στήθεσιν αὐτοῦ, οὐδὲ ῥώμην εἰς τοὺς
2774βραχίονας. Ὁ ἀποκλεισμὸς ἐφηρμόσθη, ἡ ἀρχαία τάξις
2775ἀποκατέστη, καὶ ἠκούσαμεν αὐτοὺς ἐκτραγῳδοῦντας τὰς
2776ἡμέρας ταύτας τὰς ζημίας τῆς ἐπιστρατεύσεως. Διὰ τὰς
2777ζημίας ταύτας συνάδελφός τις, τὸν ὁποῖον τιμῶ, συνεβού-
2778λευε χθὲς νὰ ῥίψωμεν πέπλον εἰς τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ λευ-
2779κὸν πέπλον ἐπὶ τῆς ἐπιστρατείας, μέλανα δὲ διὰ τὸ ἄλλο
2780παρελθόν. Δὲν μὲ διέφυγεν ἡ λεπτότης τοῦ κ. Καραπάνου,
2781ἀξιώσαντος νὰ σκεπάσῃ μὲ λευκὸν πέπλον τὰ τῆς ἐπιστρα-
2782τείας, συνιστῶ ὅμως αὐτῷ νὰ φροντίσῃ ἵνα ὁ πέπλος ἦναι
2783διαφανὴς, ὅπως ὁ διαβάτης δύνηται νὰ διαβλέπῃ ποῖα
2784κεῖνται ὑπὸ τὸν πέπλον, διότι τότε θέλει κρίνει, ἂν καὶ πότε
2785ἡ Ἑλλὰς παρέστη τοιαύτη κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ἂν θὰ
2786δυνηθῇ, καὶ πότε, νὰ ἐπιφανῇ αὖθις τοιαύτη, οἵα ἐπεφάνη
2787κατὰ τὸ 1885. Ἐκεῖνος δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ
2788πόσα ἐδαπανήθησαν τότε ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας. Ἀλλ’
2789ἡμεῖς ἂς ἐξετάσωμεν δεκάτην ἴσως σήμερον φορὰν, διότι
2790δεκάτην φορὰν μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τὸ θέμα
2791τοῦτο, ἂς ἐξετάσωμεν, λέγω, πόσα ἐδαπανήθησαν ἕνεκα
2792τῆς ἐπιστρατείας.
2793Ἐὰν δὲν ἐπεστράτευεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1885, ἐὰν
2794ἔμενεν ἐν ᾗ τάξει εἶχε περιαγάγει αὐτὴν ἡ τριετὴς πολι-
2795τεία τοῦ κ. Τρικούπη, ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης ἐξηκολούθει νὰ
2796διοικῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς διῴκησεν αὐτὸ
2797κατὰ τὸ 1884, δὲν ἤθελον δαπανηθῆ χρήματα διὰ τὴν
2798διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, τοῦ ὀλίγου, τοῦ φρουροῦντος τὰς
2799πόλεις, τοῦ φυλάσσοντος τοὺς ὑποδίκους καὶ καταδίκους,
2800τοῦ φρουροῦντος τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους; Ὁ κ. Τρικούπης
2801διὰ τοιοῦτον στρατὸν ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1884 δραχ.
280222,503,028.88. Ἐὰν δὲν διετάσσετο ἡ ἐπιστρατεία, δὲν
2803ἤθελε δαπανήσει τὸ Κράτος διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυ-
2804τικῶν; Μήπως κατὰ τὸ 1884 δὲν εἶχε πλοῖα; Εἶχε καὶ τὴν
2805«Μπουμπουλίναν», εἶχε καὶ τὸν «Βασιλέα Γεώργιον», εἶχε
2806καὶ τὴν «Βασίλισσαν Ὄλγαν», εἶχε καὶ τὸν «Μιαούλην»,
2807καὶ πολλὰ ἄλλα πλοῖα, ἀλλ’ εἶχε καὶ τορπιλλοφόρα σκάφη,
2808εἶχε καί τι ὑλικὸν τορπιλλικόν. Πόσα λοιπὸν ἐδαπάνησε
2809κατὰ τὸ 1884; Ἐδαπάνησεν 7,952,734.76. Κατὰ τὸ
28101884 λοιπὸν ἐδαπάνησε διὰ τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα,
2811τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ τῶν Ναυτικῶν,
2812δραχ. 30,455,763.76. Ἐγὼ ἐπεβάρυνα τὸ Κράτος διὰ τῆς
2813ἐπιστρατείας ἐπὶ δύο ἔτη, ὡς εὐαρεστεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς
2814ἐκ Μεσολογγίου νὰ ἰσχυρίζηται, ἂν καὶ κατὰ τὸ 1886
2815τέσσαρας μόνον ἤμην μῆνας ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἀλλ’ ἂν δὲν διε-
2816τάσσετο ἡ ἐπιστρατεία, ἂν ὁ κ. Τρικούπης δὲν παρῃτεῖτο
2817τῆς ἀρχῆς κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ἐὰν ἐκυβέρνα αὐτὸς
2818καὶ καθ’ ὅλον τὸ 1885 καὶ καθ’ ὅλον τὸ 1886, δὲν ἤθελε
2819δαπανήσει διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ
2820τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τοὐλάχιστον ὅσα ἐδαπάνησε
2821κατὰ τὸ 1884; Ἑπομένως τῶν δύο τούτων ἐτῶν ἡ δαπάνη
2822καὶ ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην ἤθελεν ἀνέλθῃ εἰς 60,911,527.28.
2823Ἀλλ’ εἰς πόσα ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας ἀνέβη ἡ δαπάνη
2824τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου
2825τῶν Ναυτικῶν διὰ τὰ δύο ἔτη; ...
2826§106ΣΑΚΚΗΣ (εἰσερχόμενος μεθ’ ὁρμῆς). Παρακαλῶ νὰ
2827διακόψητε, διότι, ἐνῷ εὑρισκόμην εἰς τὴν εἴσοδον τοῦ Βου-
2828λευτηρίου, εἶδον δύο πολίτας ὁδηγηθέντας ὑπὸ τοῦ ἀξιω-
2829ματικοῦ τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν διπλωματῶν·
2830ἔκαμα παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιωματικόν, ἐὰν ἦσαν διπλω-
2831μάται οἱ πολῖται ἐκεῖνοι, ἐὰν δὲ δὲν ἦσαν, διατὶ τοῖς ἐπι-
2832τρέπει νὰ μεταβοῦν εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν διπλωματῶν; Ὁ
2833ἀξιωματικὸς μοὶ ἀπήντησεν αὐθαδῶς: «ποῖος εἶσθε καὶ μοὶ
2834κάμνετε παρατήρησιν τοιαύτην;» Τῷ εἶπον ὅτι εἶμαι Βου-
2835λευτής· τότε μοὶ ἀπήντησε, νὰ ἔλθω νὰ κάμω τὴν ἀναφο-
2836ράν μου εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐν ᾧ ἐπροχώρησα,
2837ὅπως εἰσέλθω εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ ἀνακοινώσω τὰ διατρέ-
2838ξαντα εἰς τὸν Πρόεδρον, ὥρμησεν ἐναντίον μου ὁ εἰρημένος
2839ἀξιωματικός, καὶ ἐζήτει νὰ μὲ συλλάβῃ, ἐνῷ ἐγὼ διεμαρ-
2840τυρόμην, λέγων ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει, διότι τυγχάνω
2841Βουλευτής. (Ἔντονοι διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς.
2842Ἐγείρονται ἅπαντες).
2843§107ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλοίμονον, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐπιτί-
2844θηνται καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐναντίον μας! Τότε περιττὸν
2845νὰ ἤμεθα ἐδῶ. Δὲν εἶναι πλέον Βουλὴ αὐτή· πρέπει νὰ
2846διακόψητε τὴν συνεδρίασιν, καὶ νὰ διατάξητε ἀνάκρισιν.
2847§108ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡσυ-
2848χάσατε, Κύριοι· θέλω ἀμέσως ἐξετάσει καὶ θὰ πράξω ὅ,τι
2849οἱ νόμοι ἐπιβάλλουσιν (Ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης τοῦ
2850Βουλευτηρίου ὁ κ. Ὑπουργός).
2851§109ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή!
2852§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά.
2853§111ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, ὄχι! πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ κύριος
2854Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ τὸ ἀποτέλε-
2855σμα τῆς ἐξετάσεώς του. (Ἐπανέρχεται ὁ Ὑπουργός).
2856§112ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διέταξα τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀξιω-
2857ματικοῦ τῆς φρουρᾶς· θὰ τεθῇ εἰς προφυλάκισιν, θὰ ἐξετα-
2858σθῇ ἡ ὑπόθεσις, καὶ θὰ ἐπιβληθῇ ἡ δέουσα τιμωρία διὰ
2859τὴν πρᾶξίν του ταύτην πρὸς Βουλευτήν.
2860§113ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διετάξατε τὴν προφυλάκισιν;
2861§114ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
2862§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά, πολὺ καλά.
2863§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς θέσεις σας, κύριοι Βουλευταί, ἡ
2864συνεδρίασις ἐξακολουθεῖ.
2865§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
2866§118ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ ἡμίσειαν ὥραν τελειόνω τὸ πρῶ-
2867τον μέρος. Τὸ δεύτερον θέλει διαρκέσει ἴσως 3 ἢ 4 ὥρας.
2868Τότε νὰ γείνῃ ἡ διακοπή.
2869§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2870§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Δηλιγιάννη.
2871§121ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ἀνέτελλεν ἡ 7 Ἀπρι-
2872λίου, ἐὰν δὲν ἠναγκάζετο νὰ παραιτηθῇ τὸ ὑπὸ τὸν κ.
2873Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου Ὑπουργεῖον, ἐὰν ὁ κ. Τρικού-
2874πης ἐξηκολούθει νὰ κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα καὶ κατὰ τὸ 1885
2875καὶ κατὰ τὸ 1886, ἐὰν δὲν ἤθελε διατάξει ἐπιστράτευσιν,
2876ἤθελε δ’ ἐξακολουθήσει τὴν αὐτὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν
2877μετῆλθε κατὰ τὴν πρὸ τῆς ἐπιστρατείας τριετίαν, τὸ δη-
2878μόσιον ταμεῖον ἤθελε δαπανήσει κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ
28791806 δρ. 60,911,527.28. Ἐδαπανήθησαν ὅμως, ἕνεκα τῆς
2880ἐπιστρατείας, ὑπὸ μὲν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2881Κατὰ τὸ 1885 δραχ. 40,954,188.12
2882Καὶ κατὰ τὸ 1886 δραχ. 51,223,852,36
2883Τὸ ὅλον 92,178,040.48
2884Ὑπὸ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
2885τικῶν ἐδαπανήθησαν:
2886Κατὰ τὸ 1885 δρ. 14,223,243,27
2887Καὶ κατὰ τὸ 1886 » 6,741,313.16 20,964,556.43
2888Τὸ ὅλον 113,132,596.91
2889Τὸ ὅλον τῶν δαπανηθέντων ὑπὸ τῶν
2890δύο Ὑπουργείων κατὰ τὰ εἰρημένα δύο
2891ἔτη δραχ. 113,132,596.91
2892Ἀφοῦ δὲ ὁ κ. Τρικούπης ἔμελλε νὰ
2893δαπανήσῃ ὡς ἄνω, ἐὰν ἐξηκολούθει νὰ
2894κυβερνᾷ κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη 60,911,527.28
2895Ἔπεται ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον
2896ἐδαπάνησεν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως
2897περισσότερα δραχ. 52,221,069 63
2898Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔλεγε προχθές, ὅτι
2899τὰ ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας δαπανηθέντα δὲν ἀποτελοῦσι
2900τὸ μόνον βάρος, τὸ ἐκ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς ἐπελθὸν,
2901διότι ἕνεκα αὐτῆς ἐμειώθη καὶ ἡ παραγωγὴ κατὰ τὰ ἔτη
29021885 καὶ 1886, ἀφοῦ ἡ ἐπιστρατεία ἀφῄρεσεν 80,000
2903ἀνδρῶν ἀπὸ τὴν κοινωνικὴν ἐργασίαν. Ἡ παραβολὴ ὅμως
2904τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 πρὸς τὸν τοῦ
29051884 δὲν ἀποδεικνύει τὸν ἰσχυρισμόν του αὐτόν, διότι κατὰ
2906τὸ 1884, τὸ πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον
2907ἐτύγχανεν ἐν τῇ ἀρχῇ ὁ κ. Τρικούπης, εἰσεπράχθησαν τα-
2908κτικὰ ἔσοδα 60,744,637.07, κατὰ δὲ τὰ ἔτη 1885 καὶ
29091886, κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἦτο ἐν ἐπιστρατείᾳ,
2910εἰσεπράχθησαν τακτικὰ ἔσοδα συλλήβδην τὰ δύο ἔτη δραχ-
2911μαὶ 121,525,805 38, ἤτοι καθ’ ἑκάτερον τῶν δύο ἐτῶν
2912τῆς ἐπιστρατείας δραχ. 60,762,902 69. Ἑπομένως οὐχὶ
2913ὀλιγώτερα, ἀλλὰ περισσότερα ἦσαν τὰ καθ’ ἑκάτερον τῶν
2914εἰρημένων δύο ἐτῶν εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα κατὰ δραχ-
2915μὰς 18,265.12.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2916Ἐξ ἀμέσων φόρων τὸ 1884δρ. 13,308,723.41τὸ 1885δρ.11,283,017.08τὸ 1886δρ.13,066,728.83
2917Ἐξ ἐμμέσων φόρων » » 33,719,002.01» » 33,037,941.83» » 36,819,847.75
2918Ἐκ δημοσίων καταστημάτων » » 1,945,571.30» » 2,149,598.22» » 2,329,503.58
2919Ἐκ δημοσίων νομημάτων » » 3,424,063.16» » 3,729,679.54» » 3,171,842.27
2920Ἐξ ἐκποιήσεως κτημάτων » » 1,970,286.45» » 1,099,801.62» » 1,279,099.06
2921Ἐκ διαφόρων εἰσοδημάτων » » 3,738,160.26» » 5,403,857.95» » 3,331,035.53
2922Ἐξ ἐκκλησιαστικῶν » » » 400,342.09» » 332,363.20» » 325,233.66
2923Ἐξ ἐσόδων κεκλεισμ. χρήσεων» » 2,119,586.50» » 2,253,743.91» » 1,713,687.94
2924Ἐξ ἐσόδων ἀνανεωθέντων » » 118,901.89» » 84,642.75» » 114,150.66
2925 Τὸ 1884δραχ.60,744,637.07Τὸ 1885δρ.59,374,646.10Τὸ 1886δρ.62,151,129.28
2926Συνάγεται δὲ ἐκ τῆς παραβολῆς ταύτης, ὅτι ἡ ἐπιστρά-
2927τευσις, ἐὰν ἀπησχόλησεν ἐπὶ μῆνάς τινας ἄνδρας ἐργαζο-
2928μένους καὶ παράγοντας, δὲν ἦσαν ὅμως ἐν ἑκάστῃ οἰκογενείᾳ
2929μόνοι οὗτοι οἱ ἐπιστρατευθέντες, ἀλλ’ εἶχον ὑπολειφθῆ καὶ
2930ἄλλοι ἐν τῇ οἰκογενείᾳ, οἵτινες ἐξηκολούθησαν τὴν ἐργα-
2931σίαν, καὶ ἐκαλλιέργησαν τὴν γῆν, καὶ μετῆλθον τὸ ἐμπόριον
2932καὶ τὴν βιομηχανίαν αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ χώρα δὲν
2933ὑπέφερε τὰς στερήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρ-
2934νασσίδος παρέστησεν, ὡς οὐδ’ ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς ἐμειώθη
2935ἐκ θανάτων, καθ’ ἃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη προχθές.
2936Ἀλλὰ καὶ τὰ 52,221,068.63, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν
2937ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως, δὲν ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν θάλασσαν,
2938διότι μέγιστον μέρος αὐτῶν ἐδαπανήθη εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ,
2939τὸ ὁποῖον ἀπεταμιεύθη ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ τῆς
2940ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης.
2941Οὕτως:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
294211,101,531.96ἐδαπανήθησαν εἰς ἀγορὰν ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.
2943 5,047,369.28ἐδαπανήθησαν εἰς ἀγορὰν ὁπλισμοῦ.
2944 6,271,716.17» εἰς προμήθειαν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ.
2945 1,460,130.10» εἰς ἀγορὰν εἰδῶν στρατωνισμοῦ.
2946 1,092,041.71» εἰς ἀγορὰν εἰδῶν σαγῆς.
2947 920,666.85» εἰς ἀγορὰν εἰδῶν ἐξαρτύσεως.
2948 61,084.05» εἰς ἀγορὰν ὀργάνων καὶ σαλπίγκων.
2949 1,600,000.— » εἰς ὑλικὸν πυροβολικοῦ.
2950 4,610,906.51» εἰς ἀγορὰν πολεμεφοδίων.
2951 531,979.15» εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ στρατοπεδεύσεως.
2952 4,981,074.57» εἰς ἔκτακτον προμήθειαν ὑλικοῦ.
295337,678,500.35ἐν ὅλῳ ἐδαπανήθησανεἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.
2954Ἐκ τοῦ ὑλικοῦ δὲ τούτου δὲν ἐπαύσαμεν ἀντλοῦντες
2955ἔκτοτε. Καὶ χρήματα ἐξ αὐτοῦ ἐπορίσθημεν κατὰ τὸν ἔκ-
2956τοτε χρόνον, πωλήσαντες ἵππους καὶ ἡμιόνους, καὶ ὀλιγώ-
2957τερα ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὰ ἀμέσως ἑπόμενα τοῦ 1886
2958ἔτη εἰς ἀγορὰν ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ, παρέχοντες αὐτῷ
2959τὸν ἱματισμὸν ἐκ τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπάρχοντος. Κατὰ
2960τὰ ἔτη 1889 καὶ 1890 ἐδαπανήθησαν δι’ ἱματισμὸν τοῦ
2961στρατοῦ 2,626,757.74, ἐν ᾧ κατὰ τὰ ἀμέσως μετὰ τὴν
2962ἐπιστρατείαν ἑπόμενα δύο ἔτη 1887 καὶ 1888 εἶχον δαπα-
2963νηθῆ μόνον δραχ. 1,214,873.60, ἤτοι 1,411,884.14 ὀλι-
2964γώτερα. Ἀλλ’ ὅταν οἱ σεισμοὶ τοῦ Αἰγίου καὶ τῆς Μεσση-
2965νίας καὶ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς Ζακύνθου ἐρήμωσαν τὰς
2966χώρας ἐκείνας, καὶ οἱ ἐν αὐταῖς κατοικοῦντες εἶδον τὰς οἰ-
2967κίας των ἐρειπωθείσας, αἱ κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν ἀγορα-
2968σθεῖσαι σκηναὶ ἐχρησίμευσαν, ὅπως στεγάσωσιν αὐτούς. Καὶ
2969πυροβολαρχίαι ὅλαι συνεκροτήθησαν διὰ τῶν πυροβόλων
2970τῶν ἀγορασθέντων, καὶ χρησιμεύουσιν εἰς τὰς ἀσκήσεις τοῦ
2971πυροβολικοῦ, ἂν καὶ οἱ κιλλίβαντες ἐσάπησαν, καὶ ἴσως καὶ
2972αὐτοὶ οἱ σωλῆνες τῶν πυροβόλων δὲν εὐθυβολοῦσι πλέον.
2973Καὶ οἱ κάλυκες οἱ πωληθέντες, περὶ ὧν πρό τινων ἡμερῶν
2974ἐπηρώτα ὁ Βουλευτὴς ἐκ Τριχωνίας, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
2975νης κατάγονται. Καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στόλου τὸ
2976Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐλάχιστα ἠγόρασε ποσὰ ἀνθρά-
2977κων κατὰ τὰ 1887 καὶ 1888, διότι καὶ αἱ ἀποθῆκαι εἶχον
2978τότε πληρωθῆ ἀνθράκων.
2979Ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ναυτικὸν ἠγοράσθη τότε ἄφθονον ὑλι-
2980κὸν, δι’ οὗ αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Ναυστάθμου εἶχον τότε πλη-
2981ρωθῆ. Ἐδαπανήθησαν:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2982 492,630.96δι’ ἀγορὰν ἱματισμοῦ.
2983 1,130,763.92δι’ ἐπισκευὴν τῶν πλοίων.
2984 1,992,216.06δι’ ἀγορὰν ὁπλισμοῦ.
2985 1,012,203.47δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων.
2986 12,010.28δι’ ἀγορὰν χαρτῶν ναυτικῶν.
2987 29,460.95διὰ εἴδη στρατωνισμοῦ.
2988 1,702,039.08δι’ ἀγορὰν τορπιλλῶν καὶ τορπιλλοφόρων.
2989 4,605,898.90δι’ ἀγορὰν ἑτοίμων πλοίων.
2990 923,912.10δι’ ἀγορὰν διαφόρων εἰδῶν ὑλικοῦ.
2991 324,239.29διὰ κατασκευὴν ἔργων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ.
2992Τὸ ὅλον12,225,375.01διὰ ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης.
2993Ἂν δὲ 37,678,500.35 ἐδαπανήθησαν εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ
2994τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καὶ 12,225,375 01 εἰς ἀγορὰν
2995ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης, ἐκ τῶν 52,221,068.63,
2996τῶν δαπανηθέντων ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας, τὰ 49,903,
2997875.36 ἐδαπανήθησαν εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, τὸ
2998ὁποῖον δὲν ἀπωλέσθη, ἀλλὰ μέρος μὲν αὐτοῦ κατηναλώθη
2999κατὰ τὰ μετέπειτα ἔτη, μέρος δὲ σώζεται ἔτι ἐν τῇ ὑπη-
3000ρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ.
3001Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885 ἀνέδραμον ἐπὶ
3002τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἵνα μὴ αἰτιαθῶσι μόνης τῆς ἐπιστρα-
3003τείας τῶν 1885 καὶ 1886 ὡς αἰτίας τῆς πτωχεύσεως, ἀλλ’
3004ἵνα ἐγκαλέσωσιν ὡς αἰτίαν αὐτῆς τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν
3005ἐν γένει, ἣν μετῆλθε τὸ Κράτος. Οὕτως ἀνεμνήσθησαν τῶν
3006ἐπαναστατικῶν κινημάτων τοῦ 1854. Δὲν σκοπῶ νὰ ἐξε-
3007τάσω, ἐὰν ἦτο ὀρθὴ ἢ μὴ ὀρθὴ ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ὁ
3008ἀείμνηστος Βασιλεὺς Ὄθων ἠσπάσθη κατὰ τὴν ἐποχὴν
3009ἐκείνην, εἶναι δ’ ἄλλως δύσκολον νὰ ἀποφαίνηταί τις γνώ-
3010μην ἐπὶ συμβεβηκότων τοσοῦτον σημαντικῶν ἐν αἰθούσῃ
3011κοινοβουλευτικῇ, ἔνθα ἄλλα προβάλλονται πρὸς συζήτησιν
3012θέματα. Ἀλλὰ ἕνεκα τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐξε-
3013δηλώθη ἐν τοῖς κατὰ τὴν Ἤπειρον ἐπαναστατικοῖς κινή-
3014μασιν, οὐδὲν ἢ ἐλάχιστα ἐδαπάνησεν τὸ Κράτος, διότι εἶχον
3015συλλεχθῆ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀποσταλῆ εἰς τὸν τότε
3016Βασιλέα, ὅστις εἶχε καταθέσει αὐτὰ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τρά-
3017πεζαν, ἐκ τῶν οὕτω δὲ κατατεθειμένων χρημάτων ἐπλη-
3018ρώθησαν τὰ ἔξοδα τῆς ἐθνικῆς ἐκείνης πολιτικῆς, καὶ ὄχι
3019μόνον ταῦτα, ἀλλὰ καὶ αἱ συντάξεις καὶ αἱ ἀποζημιώσεις
3020ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας τῶν κινημάτων κατε-
3021στράφησαν ἢ ἄλλως ἐβλάβησαν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸν ἀπο-
3022λογισμὸν τοῦ 1854, τοῦ ἔτους καθ’ ὃ ἐγένοντο τὰ ἐπανα-
3023στατικὰ κινήματα, τοῦ ἔτους τῆς ἐφαρμογῆς τῆς πολιτι-
3024κῆς ἐκείνης, ἡ χρῆσις τοῦ 1854 δὲν κατέλιπεν ἔλλειμμα,
3025ἀλλὰ περίσσευμα 653,262.97, διότι τὰ ἔσοδα αὐτῆς ἀνῆλ-
3026θον εἰς 20,261,838.53, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 19,608,575.56.
3027Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος 1855 ἴσον
3028περίπου περίσσευμα, οὐχὶ δ’ ἔλλειμμα, κατέλιπε καὶ αὐτοῦ
3029ἡ χρῆσις, ἀνελθὸν ὡσαύτως εἰς 643,219.73, διότι τὰ μὲν
3030ἔσοδα ἀνῆλθον κατ’ αὐτὴν εἰς 22,151,036.65, τὰ δ’ ἔξοδα
3031εἰς 21,508,716.92. Οὐδὲν ἔχει κοινὸν ἡ ἐπικηρυχθεῖσα
3032κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον πτώχευσις μὲ τὴν φιλο-
3033πάτριδα ἐργασίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μετ’ εὐλαβείας δὲ
3034ὀφείλομεν νὰ προσεγγίζωμεν εἰς τοὺς τάφους τῶν πρὸ τῆς
3035σημερινῆς ἐποχῆς διαχειρισθέντων τὰ κοινά.
3036Ἀλλ’ οὐδ’ ἡ κατὰ τὰ ἔτη 1866, 1867 καὶ 1868 ἐφαρ-
3037μογὴ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς συνετέλεσεν εἰς τὴν πτώχευσιν.
3038Κατὰ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 1866 εἶχεν ἀνέλθει ἐπὶ τὴν ἀρ-
3039χὴν ὁ Κουμουνδοῦρος, διατηρηθεὶς ἐν αὐτῇ μέχρι τοῦ τέλους
3040τοῦ 1867, ἔχων συνάδελφον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
3041κῶν τὸν νῦν Πρωθυπουργόν. Ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης
3042ἐξέπνεε κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1867, ὅτε ἡ Εὐρώπη ἀπε-
3043φάσισε νὰ ἀποστῇ πάσης μερίμνης, ἀναθεῖσα τὴν διαῤῥύθμι-
3044σιν τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης εἰς τὴν σύνεσιν τοῦ Σουλτά-
3045νου, ἐπὶ τῷ ἰδίῳ κινδύνῳ τῆς Αὐτοκρατορίας. Κατὰ δὲ τὸ
30461868 καθ’ ὃ διεδέχθη αὐτὸν ὁ Βούλγαρης, ἐξηκολούθησεν ἡ
3047ἐθνικὴ πολιτική. Βεβαίως ὑπεβλήθη τὸ Κράτος εἰς δαπάνας,
3048ἀλλ’ αἱ μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Κουμουνδούρου ἀπὸ τοῦ
3049Ὑπουργείου γενόμεναι ἦσαν ἄσκοποι. Ἐπῆλθεν ἐν τούτοις ἡ
3050διακοπὴ τῶν μετὰ τῆς Τουρκίας σχέσεων τοῦ Ἑλλην. Βασι-
3051λείου, ἐπῆλθον ζημίαι οὐχὶ εὐκαταφρόνητοι εἰς τὸν ἐν τῇ
3052Ἀνατολῇ Ἑλληνισμὸν, ὅστις ἠναγκάσθη ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς
3053Κυβερνήσεως νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ τουρκικὸν ἔδαφος καὶ τὰς
3054ὑποθέσεις αὐτοῦ, δαπάναι δὲ καὶ εἰς τὸ Κράτος, διότι εἰς
3055τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος προσέφυγον, ὡς εἴπετο, οἱ ἐκ
3056τῆς Τουρκίας διωχθέντες, ἀνερχόμενοι εἰς πολλὰς χιλιάδας
3057Ἑλλήνων. Τὸν Βούλγαρην διεδέχθη κατὰ τὸ 1869 τὸ
3058Ὑπουργεῖον Ζαΐμη, οὗ ἀπετέλουν μέρος, ἠναγκάσθη δὲ
3059τοῦτο νὰ ἀποδεχθῇ τοὺς ὅρους τοῦ πρωτοκόλλου τῆς τότε
3060συγκληθείσης ἐν Παρισίοις Συνόδου. Τὸ ἔτος 1869 ἦτο
3061ἑπομένως ἔτος ἀνώμαλον, τὰς οἰκονομικὰς δ’ ἀνωμαλίας αὐ-
3062τοῦ ἔμελλε νὰ παραστήσωσιν, ὡς εἰκός, τὰ ἑπόμενα ἔτη.
3063Ἂς ἀναδράμωμεν λοιπὸν εἰς αὐτὰ, ἵνα ἴδωμεν ποία ἦτο
3064ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθεισῶν αἰτιῶν ἡ οἰκονομικὴ κατά-
3065στασις τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ 1871 ἐπλήρονε κατὰ τὸν
3066δημοσιευθέντα ἀπολογισμὸν τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τόκους
3067ἐσωτερικῶν χρεωλυτικῶν δανείων δραχ. 5,342,325.44, εἰς
3068τόκους δανείων προσωρινῶν δραχ. 129,020.51 καὶ εἰς τό-
3069κους ἐντόκων γραμματίων δραχ. 450,296 ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ.
30705,921,621.95. Ἂν δ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῶσι δρ.
30711,028,640, αἵτινες ἐπληρώνοντο εἰς τὰς τρεῖς Δυνάμεις διὰ
3072τὸ δάνειον τοῦ 1833, τὸ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν αὐτῶν συνομο-
3073λογηθὲν τότε, καὶ δραχ. 225,000, αἵτινες ἐπληρώνοντο διὰ
3074τὸ χρέος πρὸς τὸν Βασιλέα Ὄθωνα, καὶ 19,228 83 διὰ
3075προμήθειαν τοῦ μνημονευθέντος δανείου τοῦ 1833 εἰς τὸν
3076οἶκον Ῥότσχιλδ, τὸ ὅλον τῶν εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια
3077τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους πληρονομένων τότε ἀνήρχετο εἰς
3078δραχμὰς 7,194,214.78. Καὶ ἀνήρχοντο τότε τὰ τακτικὰ
3079ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς 33,281,075.39, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς
308038,799,642.13, ἑπομένως ὑπῆρχεν ἔλλειμμα παλαιῶν δρ.
30815,518,566.74, τὸ ὁποῖον ἐκαλύφθη διὰ τοῦ δανείου τῶν
30824 ἑκατομμυρίων φράγκων. Εἶχε δ’ ἐπιβαρυνθῆ τοῦ ἔτους
3083ἐκείνου ἡ χρῆσις διὰ 800 χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες ἐπλη-
3084ρώθησαν πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑται-
3085ρίαν διὰ τοὺς κατὰ τὸ 1867 ἐκτάκτους πλόας της, καὶ
3086δι’ 1,247,482.14, αἵτινες ἐπληρώθησαν εἰς δικαστικὰς ἀπο-
3087ζημιώσεις. Ἀλλ’ εἶχεν ἐπιβαρυνθῆ καὶ διὰ τῶν τόκων τοῦ
3088νέου δανείου, τὸ ὁποῖον προσφάτως εἶχε συνομολογηθῆ μετὰ
3089τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῶν 9,000,000 φράγκων, δι’ οὗ
3090εἶχον ἄρει τὴν κατὰ τὸ 1868 ἐπιβληθεῖσαν ἀναγκαστικὴν
3091κυκλοφορίαν. Ἂν ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 5,518,566.74
3092ἤθελον ἀφαιρεθῆ τὰ μνημονευθέντα ἀνωτέρω ἔκτακτα
3093ἔξοδα πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑται-
3094ρίαν χρεῶν καὶ πρὸς πληρωμὴν δικαστικῶν ἀποζημιώ-
3095σεων, συγκεφαλαιούμενα εἰς 2,047,482.14, τὸ ἐτήσιον ἔλ-
3096λειμμα συνίστατο εἰς 3,471,084.60, τὸ ὁποῖον εἶχε κατα-
3097λίπει ἡ κατὰ τὰ 1866–1869 ἐφαρμογὴ τῆς ἐθνικῆς πο-
3098λιτικῆς, τὸ ὁποῖον βεβαίως οὐδ’ ἐπήνεγκε τὴν πτώχευσιν,
3099οὐδὲ πόῤῥωθεν συνετέλεσεν εἰς αὐτήν.
3100Ἀλλ’ οὐδ’ ἡ κατὰ τὰ 1877–1880 ἐφαρμοσθεῖσα ἐθνι-
3101κὴ πολιτικὴ παρεσκεύασε τὴν ἐπισκήψασαν συμφοράν. Κατὰ
3102τὸ 1876 ἐκυβέρνα Ὑπουργεῖον ὑπὸ Πρωθυπουργὸν τὸν Δε-
3103ληγεώργην, τοῦτο δὲ προέβη εἰς δαπάνας στρατιωτικὰς,
3104διότι ἀνεκαίνισε τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἐπρομήθευσε
3105δὲ καὶ εἰς τὸ πυροβολικὸν πυροβόλα, ὧν ἐστερεῖτο, καὶ ὑλι-
3106κόν. Ἡ χρῆσις τοῦ 1877, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ἀπολο-
3107γισμὸν, παριστᾷ τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἔσοδα τακτικὰ
310838,018,173.62, ἔξοδα δὲ 39,280,205.34, ἑπομένως ἔλ-
3109λειμμα δραχ. 1,262,031.72, καλυφθὲν ὑπὸ τοῦ δανείου
3110τῶν 10 ἑκατομμυρίων φράγκων. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1877 καὶ
3111κατὰ τὸ 1878 πολλαὶ ἐγένοντο δαπάναι εἰς στρατιωτι-
3112κὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς· τὰ κατὰ τὸ 1877 δαπα-
3113νηθέντα ἀνῆλθον εἰς 20,508,173.75, τὰ δὲ κατὰ τὸ 1878
3114εἰς 28,445,474.27, τὸ ὅλον εἰς δραχμὰς 48,953,648.02,
3115ἐκ τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα μὲν ἐδαπανήθησαν εἰς ἀγορὰν
3116ὁπλισμοῦ καὶ τορπιλλοφόρων καὶ ἄλλων σκαφῶν τοῦ στό-
3117λου, 1,858,780.26 δὲ εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας παρε-
3118σκεύασαν αἱ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ ἐπαναστάσεις. Τὰ
3119ἔξοδα ταῦτα ἐπορίσθη τὸ ταμεῖον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10
3120ἑκατομμυρίων φράγκων καὶ ἐκ τοῦ πρὸς τὰς Τραπέζας
3121Ἐθνικὴν καὶ Ἰονικὴν δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ.
3122Πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τούτων, καὶ ἑπομένως πρὸς ἄρ-
3123σιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, συνωμολογήθη κατὰ τὸ
31241879 τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἡ χρῆσις δὲ τοῦ
31251880, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὁποίου περιελήφθησαν οἱ
3126τόκοι πάντων τῶν ἕνεκα τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς συνομολο-
3127γηθέντων δανείων, καὶ αὐτοῦ τοῦ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκα-
3128στικῆς κυκλοφορίας συνομολογηθέντος τὸ 1879, ἡ χρῆσις,
3129λέγω, αὕτη παριστᾷ ποία ἦτο, μεθ’ ὅλας τὰς μνημονευθεί-
3130σας δαπάνας τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἡ οἰκονομικὴ κατάστα-
3131σις τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1880. Ἐτύγχανε τότε Πρόεδρος
3132τοῦ Ὑπουργείου ὁ Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος, ἐγὼ δὲ
3133Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν
3134Οἰκονομικῶν. Αἱ πολιτικαὶ κατὰ τὸ 1877 καὶ 1878 ἀνάγ-
3135και εἶχον καταστήσει ἀναγκαίαν τὴν ἀναγκαστικὴν κυ-
3136κλοφορίαν, ἥτις ἐπεβλήθη κατὰ τὸ 1877 ἐπὶ τοῦ Ὑπουρ-
3137γείου τοῦ κοινῶς ὀνομασθέντος Οἰκουμενικοῦ, τὸ ὁποῖον
3138καὶ ἐγὼ διακρίνω διὰ τοῦ ὀνόματος τούτου, ἀφοῦ καὶ ἐν
3139Γαλλίᾳ ἐδανείσθησαν τὸν ὅρον τοῦτον, ὀνομάσαντες καὶ ἐκεῖ
3140Ὑπουργεῖόν τι Οἰκουμενικόν. Τῆς ἀναγκαστικῆς δὲ ταύτης
3141κυκλοφορίας τὴν ἄρσιν ἐπεχείρησε τὸ κατὰ τὸ 1879
3142Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου, ὡς εἴρηται, μετεῖχον, συνομο-
3143λογῆσαν τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 φράγκων. Ἦτο δὲ τὸ
3144δάνειον τοῦτο τὸ δεύτερον τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνω-
3145μολόγει ἡ Ἑλλὰς μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Πρῶτον ἦτο τὸ
3146δάνειον τῶν 25 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη κατὰ τὸ
31471867, ἐνεγράφησαν δὲ μέτοχοι αὐτοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, δεύ-
3148τερον δὲ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐξέ-
3149δωκε κατὰ τὸ 1879, ὡς εἶπον, ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα
3150τῆς Γαλλίας μετ’ ἄλλων χρηματιστῶν, ἀγοράσαντες μέρος
3151αὐτοῦ. Ὠφείλοντο δὲ τότε ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ
3152πρὸς μὲν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς μεταλλικὸν καὶ εἰς
3153γραμμάτια δραχ. 38,471,824.89, πρὸς δὲ τὴν Ἰονικὴν
31546,174,351.02, τὸ ὅλον δραχ. 44,646,175.91. Ἐκ τοῦ πρὸς
3155ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τούτων συνομολογηθέντος δανείου τῶν
315660 ἑκατομμυρίων ἐπραγματοποιήθησαν ὁμολογίαι 96,000,
3157ἔμενον δὲ ἀδιάθετοι ὁμολογίαι 24,000. Ἐκ τῶν ἐκποιηθει-
3158σῶν δ’ ὁμολογιῶν εἰσεπράχθη, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν
3159διὰ κατασκευὴν τίτλων καὶ πληρωμὴν τοῦ χαρτοσήμου
3160ἐξόδων, ποσὸν ἐκ φράγκων 33,592,728.76, τὰ ὁποῖα ἔφε-
3161ρον δραχμὰς παλαιὰς 38,251,944.31. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τού-
3162του ἐπληρώθησαν πρὸς μὲν τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν δραχμαὶ
31631,465,604.84, περιορισθέντος τοῦ πρὸς αὐτὴν χρέους εἰς
3164δραχμὰς 4,708,746.18, πρὸς δὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
3165δραχ. 26,613,750.69, περιορισθέντος καὶ τοῦ πρὸς αὐτὴν
3166χρέους εἰς 11,858,074 20. Οὕτως ὑπελείποντο ὀφειλόμενα
3167πρὸς τὰς δύο Τραπέζας ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ μό-
3168νον 16,566,820.38, ἔμενον κατατεθειμένα ἐν τῇ Ἐθνικῇ
3169Τραπέζῃ εἰς χρυσὸν 6,064,000, καὶ ὑπῆρχον εἰς χεῖρας
3170τῆς Κυβερνήσεως 24 χιλιάδες ὁμολογιῶν, μὴ ἐκποιηθεῖσαι,
3171παριστῶσαι δ’ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον 12 ἑκατομμυρίων
3172χρυσῶν φράγκων. Τινὲς τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου
3173εἶχον πωληθῆ πρὸς φράγκα 392.50, ἐὰν δ’ ἐπὶ τῇ τιμῇ
3174ταύτῃ ἐπωλοῦντο αἱ 24 χιλιάδες ὁμολογιῶν, ἃς κατεῖχεν
3175ἡ Κυβέρνησις, ἤθελον ἐξ αὐτῶν εἰσπραχθῆ 9,420,000, αἵ-
3176τινες μετὰ τῶν κατατεθειμένων ἐν τῇ Τραπέζῃ εἰς χρυσὸν
3177φρ. 6,064,000 ἤθελον ἀποτελέσει κεφάλαιον 15,480,000
3178φράγκων, ἤτοι ὀλιγώτερον τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς ἐξό-
3179φλησιν τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας χρεῶν κατὰ 1,086,820.38·
3180ἀλλ’ ἡ ἀγοραία τιμὴ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου
3181ἀνυψώθη μετ’ ὀλίγον, ἤθελον δ’ εἰσπραχθῆ ἐκ τῆς πωλή-
3182σεως αὐτῶν πολλῷ πλείονα, καὶ ἐξοφληθῆ δι’ αὐτῶν τὰ
3183πρὸς τὰς Τραπέζας ὀφειλόμενα. Δὲν προέβημεν ὅμως εἰς
3184ἐκποίησιν αὐτῶν, καὶ ἀφήκαμεν ὀφειλόμενα ἔτι εἰς τὰς
3185Τραπέζας τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, διότι τότε ὑπῆρχεν
3186ἐκκρεμὲς ἐθνικὸν ζήτημα σημαντικὸν, τὸ τῆς ἐκτελέσεως
3187τοῦ πρωτοκόλλου ΙΓʹ τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου. Ἡ πρὸς
3188ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου τούτου διαδικασία, ἡ ὑπ’ αὐτοῦ
3189τοῦ πρωτοκόλλου διαγραφεῖσα, ἀπήτει νὰ συνεννοηθῇ ἡ
3190Ἑλλὰς ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῆς Τουρκίας, ὅπως παραχωρηθῶ-
3191σιν ὑπὸ τῆς Τουρκίας αἱ διὰ τοῦ πρωτοκόλλου ἐνδεικνύμε-
3192ναι χῶραι, ἂν δὲ δὲν κατωρθοῦτο τοῦτο διὰ τῶν ἀπ’ εὐ-
3193θείας συνεννοήσεων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας, τότε
3194ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν τὴν μεσολάβησιν τῆς Εὐρώπης.
3195Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ διανύσωμεν τὸ στάδιον τῆς ἀποπείρας
3196ταύτης τοῦ συμβιβασμοῦ διὰ συνεννοήσεως ἀντιπροσώπων
3197τῆς Ἑλλάδος μετ’ ἀντιπροσώπων τῆς Τουρκίας. Καὶ ἐγέ-
3198νετο δὶς τοιαύτη ἀπόπειρα, πρώτη μὲν ἐγένετο ἐν Πρεβέζῃ,
3199ἔνθα ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶχον ἀποσταλῆ ὡς
3200ἀντιπρόσωποι αὐτῆς ὁ στρατηγὸς Σοῦτσος, ὁ συνταγμα-
3201τάρχης Πᾶνος Κολοκοτρώνης καὶ ὁ Γεώργιο, Ζηνόπουλος,
3202ὑπὸ τῆς Τουρκίας δὲ ὁ Γαζῆ Μουχτὰρ πασσᾶς, ἔχων ὑπα-
3203σπιστὴν τὸν Τζεβὰτ πασσᾶν, ὅστις τυγχάνει νῦν Μέγας
3204Βεζύρης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι· ἔπειτα δὲ, ἀποτυχούσης τῆς
3205ἀποπείρας ταύτης, ἐγένετο δευτέρα ἐν Κωνσταντινουπόλει,
3206ἔνθα τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀντεπροσώπευσαν ὁ Βράϊ-
3207λας καὶ ὁ Πᾶνος Κολοκοτρώνης, τὴν δὲ Τουρκίαν ὁ ἐπὶ τῶν
3208Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖος ἄλλος. Ἀφοῦ
3209δ’ ἀμφότεραι αἱ ἀπόπειραι αὗται ἀπέτυχον, εἴχομεν ἀπο-
3210ταθῆ πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερο-
3211λίνου διὰ διακοινώσεως, ζητοῦντες ὅπως ἐνασκήσωσι τὴν
3212μεσολάβησιν, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν εἰς αὐτὰς τὸ ἄρθρον 24
3213τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Καὶ ἡμεῖς μὲν ἐτυγχάνομεν
3214τότε πεπεισμένοι περὶ τοῦ δικαίου ἡμῶν, διότι αἱ ἀξιώσεις
3215ἡμῶν ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ πρωτοκόλλου καὶ ἐπὶ
3216τοῦ γράμματος τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Ἀλλὰ δὲν
3217ἔσπευδεν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς μεσολαβήσεως, ἣν ἐζητοῦμεν
3218δυνάμει τοῦ ἄρθρου 24 τῆς συνθήκης, τὸ Ὑπουργεῖον τὸ
3219ὁποῖον ἦτο τότε ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ἕνεκα τούτου καὶ αἱ ἄλ-
3220λαι Κυβερνήσεις, διετηρεῖτο δ’ ἐν ἐκκρεμότητι ἡ ὑπόθεσις
3221Ἐπειδὴ ὅμως προσεδοκῶμεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ὅτι ἤθε-
3222λεν ἐνασκηθῆ ἡ μεσολάβησις ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων,
3223καὶ προσδιορισθῇ ὑπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν ἡμετέραν αἴτησιν
3224ἡ χώρα, ἣν ἔπρεπε νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἡμᾶς ἡ Τουρκία,
3225ὠφείλομεν νὰ διατηρῶμεν τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα
3226ὑπῆρχον, νὰ φυλάσσωμεν δὲ καὶ τὰς 24 χιλιάδας ὁμολο-
3227γιῶν τοῦ δανείου, ἵνα, εὐθὺς ὡς ἤθελεν ἐκδοθῆ ἡ περὶ μεσο-
3228λαβήσεως ἀπόφασις τῶν Δυνάμεων, ἐκποιήσωμεν τὰς ὁμο-
3229λογίας ταύτας, καὶ διὰ τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν
3230εἰσπράξει, συμπληρώσωμεν τὰ στελέχη καὶ καταλάβωμεν
3231διὰ τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον οὕτως ἠθέλομεν συγκροτήσει,
3232τὰς χώρας, τὰς ὁποίας ἡ Εὐρώπη ἤθελε προσδιορίσει. Ὁμο-
3233λογῶ, ὅτι, ἐὰν δὲν ἦτο ἐντελῶς εὔνουν πρὸς τοὺς πόθους
3234καὶ τὰ αἰτήματα ἡμῶν τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ
32351878 ἦτο ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅμως τοῦ Ἀγ-
3236γλικοῦ Ὑπουργείου εἶχεν ἀσπασθῆ τὴν Ἑλληνικὴν ὑπόθεσιν.
3237Ἐγὼ αὐτὸς εἶχον προσφύγει εἰς τὸν τότε ἀρχηγὸν τῆς
3238Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εἶχον ἐκθέσει εἰς αὐτὸν τὴν ἱστορίαν
3239τῆς ὑποθέσεως καὶ τὰς νομίμους ἀξιώσεις ἡμῶν, οὗτος δὲ,
3240ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ Ἀντιπολιτεύσεως, εἶχεν ἀναγνω-
3241ρίσει τὸ νόμιμον καὶ εὔλογον αὐτῶν, εἶχεν ἀποδεχθῆ αὐτὰς,
3242καὶ μοὶ εἶχε δώσει τὴν βεβαίωσιν, ὅτι καὶ ἐν τῇ Ἀντιπολι-
3243τεύσει ἤθελεν ὑποστηρίξει τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἐν τῷ Κοι-
3244νοβουλίῳ, καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ ἐν τῇ Κυβερνήσει,
3245ὅταν ἤθελε κληθῆ, ἤθελεν ἐπίσης ὑποστηρίξει τὰς Ἑλληνι-
3246κὰς ἀξιώσεις παρὰ ταῖς ἄλλαις Κυβερνήσεσι, καὶ ἤθελε προ-
3247καλέσει τὰς ὑπογραψάσας τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου Δυ-
3248νάμεις, ἵνα λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἡμετέραν περὶ μεσολαβή-
3249σεως αὐτῶν αἴτησιν, ὅταν ἠθέλομεν ἀπευθύνει αὐτήν. Ὁμο-
3250λογῶ, ὅτι καθ’ ἅπαντα τὸν χρόνον ἐκεῖνον ὁ κ. Γλάδστων, ὡς
3251ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξετέλεσε πᾶν ὅ,τι τότε μοὶ
3252εἶχεν εἰπεῖ ἐν Λονδίνῳ ἐνώπιον τοῦ τότε ἐπιτετραμμένου
3253τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· διότι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τῶν
3254Κοινοτήτων αὐτὸς ὁ ἴδιος, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων ὁ
3255λόρδος Ῥόσβερυ, ὁ ὁποῖος εἶναι σήμερον Πρωθυπουργὸς, καὶ
3256ἄλλοι, συμπαθῶς πρὸς τὴν Ἑλλάδα διακείμενοι, δὲν ἔπαυ-
3257σαν συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῶν ἀξιώσεων τῆς Ἑλλάδος, καὶ
3258προκαλοῦντες τοὺς τότε Ὑπουργοὺς τῆς Ἀγγλίας νὰ ἀσχο-
3259ληθῶσι περὶ αὐτῶν, καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, διά τε τῶν
3260ἐφημερίδων καὶ διὰ φυλλαδίων, ὑποστηρίζοντες ἐκθύμως τὰς
3261ἀξιώσεις ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲ οἱ τότε Ὑπουργοὶ τῆς Ἀγγλίας
3262ἐξηκολούθουν νὰ ἀφίνωσιν ἐν ἐκκρεμότητι τὴν περὶ μεσολα-
3263βήσεως αἴτησιν ἡμῶν, περιεμένομεν τὴν ἔκβασιν τῶν ἐπι-
3264κειμένων τότε ἐν Ἀγγλίᾳ βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἥτις προσε-
3265δοκᾶτο ὅτι ἤθελεν ἀποβῆ ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε,
3266ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ νέα Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἤθελε μᾶς
3267παράσχει τὴν ἰσχυρὰν προστασίαν αὐτῆς, καὶ ἤθελε συντε-
3268λέσει εἰς τὴν λύσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος. Εἰς τοιαύ-
3269την κατάστασιν ἔκειντο τὰ πράγματα κατὰ τὸ τέλος τοῦ
32701879, ὅτε καθῆκον εἴχομεν νὰ συντάξωμεν τὸν προϋπολο-
3271γισμὸν τοῦ 1880. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὠφείλομεν νὰ διατηρῶμεν
3272τὰ ὑπάρχοντα στελέχη τοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ὅσον τὸ ἐθνικὸν
3273ζήτημα ἐτύγχανεν ἐν ἐκκρεμότητι, οὐδ’ ἠδυνάμεθα νὰ δια-
3274θέσωμεν τὰς 24 χιλιάδας τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, διὰ
3275νὰ διαθέσωμεν τὸ κεφάλαιον τοῦτο πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ
3276στρατοῦ, εὐθὺς ὡς ἐκοινοποιεῖτο εἰς ἡμᾶς ἡ περὶ τῆς μεσο-
3277λαβήσεως ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ συν-
3278τάξωμεν ὁριστικὸν προϋπολογισμὸν, ἐτυγχάνομεν δ’ ἠναγ-
3279κασμένοι καὶ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη νὰ μὴ ἐξοφλή-
3280σωμεν ὁλοσχερῶς, καὶ τὰ τῆς οἰκονομίας τοῦ Κράτους καὶ
3281τὰς χρηματικὰς τοῦ ταμείου σχέσεις προσωρινῶς νὰ κανο-
3282νίσωμεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν εἰσηγάγομεν εἰς τὴν
3283Βουλήν. Κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον, ἐν ᾧ ἐν τοιαύτῃ ἔκειντο
3284καταστάσει αἱ ἐθνικαὶ ὑποθέσεις, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσο-
3285λογγίου ἐπέδραμεν, ἵνα ἀνατρέψῃ πᾶσαν ταύτην τὴν οἰκονο-
3286μίαν, πᾶσαν τὴν πολιτείαν, ἣν ἡμεῖς ἠκολουθοῦμεν, ἵνα ἀνα-
3287τρέψῃ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, καὶ ἀναπετάσας
3288τὴν σημαίαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξωτερικὸν ζήτημα, ὅτι
3289ματαίως περιμένομεν νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ πρωτόκολλον τοῦ
3290Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, ἀνέλαβε νὰ καταργήσῃ τὴν δεκά-
3291την, διὰ νὰ σώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τῶν καταθλί-
3292ψεων τοῦ φορολογικοῦ ἐκείνου συστήματος, νὰ διαλύσῃ τὰς
3293στρατιωτικὰς παρασκευὰς, διὰ νὰ ἐπιφέρῃ ἐλαττώσεις εἰς τὰ
3294ἔξοδα, νὰ ἀνατρέψῃ πάνθ’ ὅσα εἴχομεν πράξει πρὸς παρα-
3295σκευὴν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ νὰ
3296ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ οἰκο-
3297νομιῶν, ἀφοῦ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα δὲν ἦτο οὔτε εἰς τὸ
3298ἄλφα, κατὰ τὴν φράσιν αὐτοῦ.
3299Ἡ τόλμη τοῦ ἀνδρὸς ἦτο ἀσυνήθης, καὶ οὐ μόνον ἐγὼ,
3300ἀλλ’ οὐδεὶς πολιτικὸς ἀνὴρ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος
3301νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην ἀπέναντι καὶ τοῦ ἐνεστῶ-
3302τος καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας, ἀπέναντι τῶν συμφε-
3303ρόντων τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ἱστορίας αὐτοῦ. Ὁ ἐξ Αἰγιαλείας
3304κ. Βουλευτής, ἀγωνιζόμενος προχθὲς νὰ διασώσῃ ἀπὸ τῆς
3305ἐγκαταλείψεως τὸ περὶ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος νομοσχέ-
3306διόν του, ἐπεκαλεῖτο τὴν τόλμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
3307καὶ ἔλεγεν ὅτι ἐτόλμησε πολλάκις, δὲν ἐδίστασε μάλιστα νὰ
3308ἀποφήνηται καὶ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην ἐπὶ τῆς τόλμης,
3309τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως μετῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργός,
3310καὶ εἶπεν ὁ κ. Μεσσηνέζης, ὅτι κατ’ αὐτὸν ἐτόλμησεν ἴσως
3311ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος. Τότε ἀγορεύων καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ
3312νομοσχεδίου ἐκείνου δὲν ἐδίστασα νὰ ἀποφήνωμαι τὴν ἐμὴν
3313γνώμην, ὅτι δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου
3314Μεσσηνέζη, διότι φρονῶ, ὅτι ἐτόλμησεν ἀληθῶς πολλάκις ὁ
3315κ. Τρικούπης, ἀλλ’ ἐτόλμησε πάντοτε ἐπὶ ὀλέθρῳ τῶν ἐθνι-
3316κῶν συμφερόντων καὶ ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ ζημίᾳ τοῦ Κράτους.
3317Κατὰ τὸ 1880 ἐτόλμησε, καὶ ἐτόλμησε τόλμημα, τὸ ὁποῖον
3318βεβαίως κατέστρεψε τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Ποῖος,
3319ὑπάρχοντος ἐκκρεμοῦς τοιούτου ζητήματος ἐθνικοῦ, μεγά-
3320λου καὶ σημαντικοῦ, ἤθελε τολμήσει νὰ ἐγκαταλίπῃ αὐτὸ,
3321καὶ νὰ ἀψηφήσῃ, ἂν ἤθελε κατακριθῆ ὡς προδιδοὺς τὰ Ἑλ-
3322ληνικὰ συμφέροντα; Ἡμεῖς ἠκολουθοῦμεν μετ’ ἐπιμονῆς τὴν
3323ὁδὸν, ἣν εἴχομεν χαράξει, ὅπως ἀποκτήσωμεν τὰς χώρας, ἃς
3324διὰ τοῦ πρωτοκόλλου ἐνέδειξε τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου·
3325ἀλλὰ τὸ ἄγγελμα τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης συνεκί-
3326νησε τὰ πλήθη, ὁ ἀλαλαγμὸς τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων
3327τῆς Μεγαρίδος ἐξεδήλου τὴν συγκίνησιν τῶν ἐκλογέων τοῦ
3328κυρίου Δραγούμη, ἡ συγκίνησις δ’ ἐξετάθη ἐπὶ πᾶσαν τὴν
3329χώραν, ἡ καινοτομία ἐθέρμανε τὰς ψυχὰς τῶν πολιτῶν, ἡ
3330δὲ φωνὴ αὐτῶν ἐπηρέασε τὴν πλειονοψηφίαν, ἧς ἡγεῖτο ὁ
3331Κουμουνδοῦρος ἐν τῇ Βουλῇ, βοηθούμενος τότε καὶ ὑπὸ
3332τῶν ὀλίγων φίλων μου, εὑρέθημεν δ’ ἐν μειονοψηφίᾳ· κλη-
3333θεὶς δ’ ὄντως ὑπὸ τοῦ Στέμματος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Με-
3334σολογγίου, ἐσχημάτισεν Ὑπουργεῖον τὸν Μάρτιον τοῦ 1880,
3335ἤτοι κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἐν Ἀγ-
3336γλίᾳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἐφαρμόζων πάραυτα
3337τὸ πρόγραμμά του, παρέστη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησε
3338προθεσμίαν πέντε ἡμερῶν, διὰ νὰ παρασκευάσῃ τὰ νομο-
3339σχέδιά του καὶ εἰσαγάγῃ αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν. Ὁ Κουμουν-
3340δοῦρος, καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρανίου ἐκείνου, ἐσιώπα, ἡ δὲ
3341Βουλὴ ἦτο ἑτοίμη νὰ στέρξῃ εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ νέου
3342Πρωθυπουργοῦ, ὅτε ἐζήτησα τὸν λόγον. Μοὶ ἦτο ἐπιβλη-
3343τικὴ ἡ ἀνάγκη νὰ ἀνακουφίσω τὴν συνείδησίν μου, ἀνέβην
3344δ’ ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ εἶπον τὰ ἑπόμενα, ὡς ἀναφέρουσι τὰ
3345ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς κατὰ τὴν 11 Μαρτίου 1880
3346συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ἐν σελίδι 842 (ἀναγινώσκει):
3347«Ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις, ἥτις
3348»ὑπῆρξε μακρὰ, παρήγαγεν εἰς γνῶσιν τοῦ Κοινοβουλίου
3349»διαφόρους γνώμας, τὰς ὁποίας οἱ μετασχόντες τῆς συζη-
3350»τήσεως ἀνεκοίνωσαν εἰς αὐτὸ, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν
3351»πρέπει νὰ κυβερνηθῇ τὸ Κράτος ἐν τῷ μέλλοντι. Αἱ γνῶ-
3352»μαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω τότε εἰς
3353»τὴν Βουλὴν, ἦσαν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι πρὸς τὰς γνώ-
3354»μας, τὰς ὁποίας ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ νῦν Πρόε-
3355»δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐποιήσατο τότε γνω-
3356»στὰς εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ μᾶλλον ἐπισταμένη μελέτη τῶν
3357»πραγμάτων, τὴν ὁποίαν θέλει προσπορίσει εἰς τὸν νῦν
3358»Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ ἐξέτασις τῆς ὑπη-
3359»ρεσίας, καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐξ αὐτῆς θέλει ἀρυ-
3360»σθῇ, θέλουσι βοηθήσει αὐτὸν, διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν
3361»τὰ εἰδικὰ μέτρα, ἅπερ νομίζει πρόσφορα πρὸς πραγμα-
3362»τοποίησιν τοῦ πολιτικοῦ του προγράμματος. Οὕτω δὲ
3363»προσδοκᾷ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι,
3364»ἀφοῦ σᾶς παραστήσῃ τὰς λεπτομερείας, τὰ εἰδικὰ ἔργα,
3365»τὰ ὁποῖα νομίζει πρόσφορα πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ
3366»πολιτικοῦ σχεδίου του, θέλει πείσει ὑμᾶς περὶ τῆς χρησι-
3367»μότητος καὶ λυσιτελείας τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ προγράμ-
3368»ματος, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἐγὼ προσδοκῶ, ὅτι ἡ γνῶσις τῶν
3369»λεπτομερειῶν τούτων θέλει πείσει τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰσὶν
3370»ἀληθεῖς οἱ ἰσχυρισμοί μου περὶ τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ προ-
3371»γράμματος καὶ ὅτι τοῦτο ἐστὶν ὀλέθριον εἰς τὰ ἐθνικὰ
3372»συμφέροντα.»
3373Δυστυχὲς συμβεβηκός, ὅτι ἐπηλήθευσεν ἡ προφητεία μου.
3374Ἡ Βουλὴ ἐχορήγησε τὴν ζητηθεῖσαν προθεσμίαν εἰς τὸν
3375κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ἦλθε δὲ μετὰ πέντε ἡμέρας
3376εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰσήγαγε τὰ νομοσχέδια αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα
3377πάντα ἐψηφίσθησαν. Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἐτέθη κατὰ
3378μέρος, ἡ δεκάτη κατηργήθη, ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτη-
3379νῶν ἐπανηγυρίσθη, καὶ πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀνετράπη καὶ πᾶσα
3380ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ῥυθμίσει. Ἐπετράπη εἰς
3381τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συνομολογήσῃ νέον δάνειον 21 ἑκα-
3382τομμυρίων ἐπὶ τόκῳ 6 καὶ χρεωλυσίῳ ½%, ἵνα δι’
3383αὐτοῦ ἐξοφλήσῃ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη τοῦ Κράτους
3384καὶ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, προσδιώρισε δὲ ὡς
3385ἡμέραν ἄρσεως αὐτῆς τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1881· ἐπετράπη
3386αὐτῷ νὰ ἀναλάβῃ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 12 ἑκατομ-
3387μύρια ἐκ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἀποδώσει εἰς αὐτὴν,
3388ἵνα διὰ τῶν 12 τούτων ἑκατομμυρίων ἐξοφλήσῃ τὰ ἔντοκα
3389γραμμάτια, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν προσδιώρισεν ἐπὶ τὸ μέλ-
3390λον κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 4 ἑκατομμύρια· ἐπετράπη εἰς
3391αὐτὸν νὰ ἐκποιήσῃ τὰς 24 χιλιάδας τῶν ὁμολογιῶν τοῦ
3392δανείου τῶν 60,000,000, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐφυλάσσομεν,
3393διὰ νὰ χρησιμοποιήσωμεν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ στρατοῦ,
3394ὅπως δι’ αὐτοῦ καταλάβωμεν τὰς χώρας, ἅμα τῇ ἐκδόσει
3395τῆς περὶ μεσολαβήσεως ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης· ἐπετράπη
3396προσέτι αὐτῷ νὰ λάβῃ ἐκ τῶν κατατεθειμένων ἐν τῇ Ἐθν.
3397Τραπέζῃ 6,064,000 εἰς χρυσὸν δύο ἑκατομμύρια, ἵνα δια-
3398θέσῃ αὐτὰ εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας. Ἀλλὰ ἐπετράπη εἰς
3399αὐτὸν καὶ νὰ διαλύσῃ τὰς ὑπαρχούσας στρατιωτικὰς πα-
3400ρασκευὰς, νὰ διαιρέσῃ δὲ τὸν στρατὸν εἰς στρατὸν ὑπηρε-
3401σίας καὶ στρατὸν ἐκπαιδεύσεως. Καὶ καθ’ ἣν ἡμέραν ἡ
3402Ἀντιπολίτευσις ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡγουμένου τοῦ κ. Γλάδστωνος,
3403ἐξεπόρθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὰς κυριωτέρας ἀκροπόλεις τοῦ
3404ἐκλογικοῦ πεδίου, καθ’ ἣν ἡμέραν νικήσασα ἡτοιμάζετο νὰ
3405εἰσέλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ ὡς πλειοψηφία, καθ’ ἣν ἡμέραν παρῃ-
3406τεῖτο ὁ λόρδος Βήκονσφηλδ καὶ ἐκαλεῖτο ὡς Πρωθυπουρ-
3407γὸς ὁ Γλάδστων, ὁ κ. Τρικούπης, ὡς Πρωθυπουργός, διεῤ-
3408ῥύθμιζε τὴν κλίμακα τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν
3409καθ’ ἣν δ’ ἡμέραν ὁ Γλάδστων, μὴ λησμονῶν τὰς διαβε-
3410βαιώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε δώσει εἰς ἡμᾶς, συνεκάλει ἐν
3411Βερολίνῳ τὰς ὑπογραψάσας τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου
3412Δυνάμεις, ἵνα ἐνασκήσωσι τὴν μεσολάβησιν μεταξὺ Ἑλλά-
3413δος καὶ Τουρκίας, καὶ χαράξωσι τὴν νέαν ὁροθετικὴν γραμ-
3414μήν, ὁ κ. Τρικούπης ἔκπληκτος ἔβλεπεν, ὅτι τὸ ἐξωτερικὸν
3415ζήτημα εἶχε φθάσει εἰς τὸ ὠμέγα, ἐν ᾧ χρόνῳ αὐτὸς κα-
3416τήγγελλεν, ὅτι δὲν εἶχε φθάσει ἔτι οὔτε εἰς τὸ ἄλφα. Τότε
3417ἐζήτησε νὰ συγκαλύψῃ τὴν ἀκολασίαν τῆς τόλμης του, ὡς
3418ὁ πνιγόμενος, ὅστις πιάνεται ἀπὸ τὰ μαλλιά του, κατὰ τὴν
3419κοινὴν φράσιν, καὶ ἐπειράθη νὰ περισπάσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ
3420κοινοῦ, διατάσσων τὴν ἐπιστράτευσιν. Κατὰ Ἰούλιον διετάσ-
3421σετο ἡ ἐπιστράτευσις, κατὰ Ὀκτώβριον δὲ ἡ Βουλὴ ἀνέ-
3422τρεπε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ
3423ἀνεδείκνυε τὸν Κουμουνδοῦρον, ὅστις ἀνελθὼν ἐπὶ τὴν
3424ἀρχὴν ἐξηκολούθησε τὰς πρὸς ἐπιστράτευσιν ἐργασίας·
3425δυστυχῶς ὅμως, ἕως ἂν συγκεντρωθῶσιν οἱ ἐπίστρατοι
3426καὶ ἀσκηθῶσι καὶ συνταχθῶσιν εἰς στρατὸν, ἡ μεταξὺ
3427τῶν Δυνάμεων ὁμοφωνία, ἡ ὁποία ἐκράτησεν ἐν τῇ Συ-
3428νόδῳ τοῦ Βερολίνου, διεσπάσθη. Παρῆλθεν ἡ ψυχολογικὴ
3429στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὁμοφωνία συνετηρεῖτο ἔτι,
3430ἠδυνάμεθα δὲ νὰ ὠφεληθῶμεν ἐξ αὐτῆς· ἡ ὁμοφωνία πλέον
3431δὲν ὑφίστατο, διότι εἶχον διαταράξει αὐτὴν τὰ ἀλλη-
3432λοσυγκρουόμενα συμφέροντα τῶν Δυνάμεων, ἡ δὲ Τουρ-
3433κία, ἥτις διεχειρίζετο σωφρονέστερον ἢ ἡμεῖς τὰς περιστά-
3434σεις, δὲν παρέλιπε νὰ ἀρνηθῇ τότε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀπο-
3435φάσεως τῆς Συνόδου τοῦ Βερολίνου. Οὕτως, ἐνῷ ἠλπίζομεν
3436ὅτι ἡ νίκη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν Ἀγγλίᾳ εἶχεν ἐξασφα-
3437λίσει τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερο-
3438λίνου εἶχε δώσει εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ἡ Εὐρώπη ὡς ἀντάλ-
3439λαγμα τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Βουλγαρικοῦ Κράτους, καὶ
3440τῶν ἄλλων θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνισμὸς ὑπεβάλ-
3441λετο διὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, τὴν
3442ἐλπίδα ἡμῶν ταύτην ἐματαίωσεν ἡ ἀκόλαστος τόλμη ἐκεί-
3443νων, οἵτινες ἀνέτρεψαν πάσας τὰς πρὸς κατάληψιν τῶν νέων
3444ἐπαρχιῶν ὑπαρχούσας παρασκευάς. Καὶ ἠδυνήθημεν μετὰ
3445πολλὰς περιτροπὰς νὰ λάβωμεν τὰς χώρας, ἃς ἀπεκτήσα-
3446μεν, ὅταν αὖθις ὁ κ. Γλάδστων κατώρθωσε νὰ συνεννοηθῇ
3447μετὰ τοῦ πρίγκηπος Βίσμαρκ διὰ τοῦ εἰς Βερολῖνον ἀπο-
3448σταλέντος κ. Γκῶσεν, καὶ νὰ πείσωσι τὴν Τουρκίαν νὰ παρα-
3449χωρήσῃ αὐτὰς εἰς ἡμᾶς· ἀλλ’ ἡ νέα τῶν ὁρίων γραμμὴ δὲν
3450ἀνεβιβάσθη εἰς τὰς κορυφὰς τοῦ Ὀλύμπου, οὐδὲ περιέλαβεν
3451ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν τὰ στενὰ τῆς Πίνδου. Οὐδὲν λέγω περὶ
3452Ἰωαννίνων, διότι πρὸ πάντων ἐπεβάλλετο ἡμῖν νὰ μερι-
3453μνῶμεν περὶ στρατηγικῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξασφαλίζουσι
3454τὸ Ἑλληνικὸν ἀπὸ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν ἀνταγωνιζομένων
3455πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν ἄλλων φυλῶν. Ἐλάβομεν τὰς πεδιά-
3456δας τῆς Θεσσαλίας καὶ ταινίαν τῆς Ἠπείρου.
3457Δὲν ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα προτείνω κατηγορητήριον.
3458Μὲ ἠνάγκασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος νὰ ἀναμνήσω
3459εἰς ἐκείνους ἐξ ὑμῶν, ὅσοι ἐθίξατε ἄκρῳ κἂν δακτύλῳ τὴν
3460σύγχρονον ἱστορίαν, καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρέστητε
3461καὶ ἐγνωρίσατε καλῶς τὰ πράγματα, νὰ ἀναμνήσω, λέγω,
3462ἱστορίαν δυστυχῆ τοῦ τόπου, ἀφοῦ ὁ εἰρημένος κ. Βουλευτὴς
3463ἐτόλμησε νὰ ἀναμνήσῃ τὴν ἀκόλαστον πολιτείαν τοῦ 1880,
3464τὴν ὁποίαν περιεκάλυπτε τότε ἡ πολιτικὴ τῶν οἰκονομιῶν,
3465ἥτις καὶ τότε ἔτυχε τῆς συνδρομῆς τοῦ κ. Σιμοπούλου, καὶ
3466τώρα ἠξιώθη νὰ λάβῃ αὐτὸν ὡς συνήγορον ἐν τῷ συνεδρίῳ
3467τούτῳ.
3468Καὶ δὲν ἐμνημόνευσε μόνον τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς τῶν
3469ἐτῶν 1877 μέχρι τοῦ 1880 ὡς αἰτίας τῆς πτωχεύσεως,
3470ἕνεκα τῶν δαπανῶν, εἰς ἃς προέβημεν ἕνεκα αὐτῆς, ἐμνη-
3471μόνευσε καὶ τοῦ δανείου τῶν 1824 καὶ 1825, τὸ ὁποῖον
3472ὀνομάζουσι δάνειον τῆς Ἀνεξαρτησίας, διότι καὶ δι’ αὐτοῦ
3473ἐπεβαρύνθη ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, καὶ ηὐξήθησαν
3474τὰ πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων πληρονόμενα
3475κατ’ ἔτος. Ἂν δὲν συνωμολογεῖτο καὶ τὸ δάνειον τοῦτο,
3476δὲν ἠθέλομεν ἐπιβαρυνθῆ τόσον, ὥστε νὰ πτωχεύσωμεν. Δὲν
3477γνωρίζω, Κύριοι, ποῖον ὁ ἀγὼν ἐπορίσθη κατὰ τὰ 1824
3478καὶ 1825 ὄφελος ἐκ τοῦ δανείου τούτου, διότι τὰ περὶ τῆς
3479διαχειρίσεως αὐτοῦ λέγονται πολλαπλῶς, καὶ πολλοὶ δι-
3480σχυρίζονται, ὅτι ἔλαβον χώραν καταχρήσεις· ἀλλὰ δὲν
3481τολμῶ νὰ λυπηθῶ οὐδὲ διὰ τὰς διαπραχθείσας καταχρή-
3482σεις, ἂν τοιαῦται ἔλαβον χώραν, οὐδὲ διὰ τὴν συνομολόγη-
3483σιν τοῦ δανείου αὐτοῦ. Τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἀνεγνώριζεν
3484ὁ Βασιλεὺς Ὄθων, οὐδ’ ἐπληρόνετο τόκος ἢ χρεωλύσιον
3485δι’ αὐτό. Ὁσάκις ἐγίνετο λόγος περὶ Ἑλλάδος, ἐδυσφήμουν
3486ἕνεκα τούτου αὐτὴν ἐν Εὐρώπῃ, ὡς μὴ ἐκπληροῦσαν τὰς
3487ὑποχρεώσεις της· ἀλλ’ ἡ Βασιλεία ἐκείνη ἀντέτασσε τὸν
3488ἰσχυρισμὸν, ὅτι τὸ δάνειον εἶχε συνομολογηθῆ ὑπὸ πασῶν
3489τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, ὅσαι κατὰ τὸν ἀγῶνα ἤραντο τὰ
3490ὅπλα κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀνέλαβον δὲ ὑποχρέωσιν νὰ ἀπο-
3491τίσωσιν αὐτὸ πᾶσαι αἱ Ἑλληνικαὶ χῶραι, δὲν ἦτο δὲ δί-
3492καιον νὰ ἀποτίσῃ αὐτὸ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, τὸ ὁποῖον
3493ὀλίγας μόνον τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων περιέλαβε, διότι δὲν
3494ἠλευθερώθησαν, εἰμὴ μόνον αὗται. Κατὰ τοὺς μεταγενεστέ-
3495ρους ὅμως χρόνους, ὅτε τὰ πράγματα ἐξητάζοντο ἐν Εὐ-
3496ρώπῃ ἄλλως, κατεγινώσκετο συνεχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα κακο-
3497πιστία, καὶ παριστᾶτο ὡς ἀρνουμένη τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν
3498ὑποχρεώσεών της. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅταν συνέβη ἡ ληστεία
3499τοῦ Δήλεσι, ἓν τῶν μελῶν τῆς Ἀγγλικῆς Βουλῆς τῶν Κοι-
3500νοτήτων, τὸ ὁποῖον εἶχε διαπρέψει ὡς πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας
3501ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὁ σὶρ Ἑῤῥῖκος Βοῦλβερ, ἠγέρθη ἐν
3502τῇ Βουλῇ καὶ αὐτὸς, καὶ δριμὺ ἀπήγγειλε κατὰ τῆς
3503Ἑλλάδος κατηγορητήριον, ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
3504ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων ἀπήγγελλον τότε καὶ πολλοὶ
3505τῶν λόρδων, ζωγραφίζοντες τὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλλη-
3506νικοῦ Βασιλείου ὡς ἀγρίαν, καὶ ἐπικρίνοντες ἐκείνους, οἱ
3507ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς χώρας ταύ-
3508της. Ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ γνωρίσω τὸν σὶρ Ἑῤῥῖκον Βοῦλ-
3509βερ, ἐτόλμησα νὰ γράψω αὐτῷ ἐπιστολὴν, καὶ νὰ παρα-
3510στήσω αὐτῷ, ὅτι δὲν εἶχον τὰ πράγματα ὡς ἔλεγεν. Ἐπλη-
3511ροφόρουν αὐτὸν, ὅτι δὲν ἦτο ἀγρία ἡ κατάστασις, ἀλλὰ
3512προκεχωρηκυῖα, ὅσον ἦτο δυνατὸν εἰς τὸν πολιτισμὸν, καὶ ὅτι
3513μεγάλαι ἦσαν αἱ πρόοδοι, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ἡ Ἑλ-
3514λὰς, καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὸν ἐν γέ-
3515νει πολιτισμόν. Ἐτύγχανον τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
3516μικῶν, ὁ δὲ κ. Βοῦλβερ, ἀντὶ ἄλλης ἀνασκευῆς τῶν λόγων
3517μου, ἀπεκρίθη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἀξία τῶν ὕβρεων αὐτοῦ,
3518διότι δὲν ἐπλήρονε τὰ χρέη αὐτῆς, ἀναφερόμενος εἰς τὸ
3519περὶ οὗ ὁ λόγος δάνειον τῆς Ἀνεξαρτησίας. Καὶ ὄντως καὶ
3520ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις ἡ τακτοποίησις τοῦ δανείου
3521τῆς Ἀνεξαρτησίας ἐκρίνετο ὡς ἀναποφεύκτως ἐπιβαλλομένη
3522εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἀνεγερθῇ ἡ πίστις τοῦ Κράτους.
3523Ἀνεγνωρίσθη λοιπὸν κατὰ τὸ 1879 διὰ μετατροπῆς, ἡ
3524ὁποία ἠλάττωσεν ἐφ’ ἱκανὸν τὸ κεφάλαιον αὐτοῦ, καὶ ἀπήλ-
3525λαξε τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων τοῦ παρελ-
3526θόντος. Πρέπει νὰ αἰτιώμεθα καὶ διὰ τοῦτο τῆς ἐθνικῆς
3527πολιτικῆς, καὶ νὰ ἐγκαλῶμεν ἕνεκα αὐτοῦ τὴν ἐθνικὴν πο-
3528λιτικὴν ὡς αἰτίαν τῆς πτωχεύσεως; Τίς δύναται νὰ κρίνῃ
3529ποία ἦτο ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἡ ἀγω-
3530νιζομένη Ἑλλὰς κατὰ τὰ 1824 καὶ 1825, σωζομένη μό-
3531λις ἐν Αἰγίνῃ, ἵνα δύνηται νὰ βαρυθυμήσῃ, διότι ἐγένετο
3532τότε τὸ δάνειον τοῦτο; Ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θέ-
3533λετε λυπεῖσθαι καὶ δυσφορεῖ διατὶ νὰ πληρωθῶσι κατὰ τὴν
3534σύστασιν τοῦ Βασιλείου 12,531,164 δραχ. διὰ τὴν ἀγορὰν
3535τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Εὐβοίας, ἢ διατὶ νὰ πληρωθῶσιν
35361,115,183 ἐπίσης τότε ὡς ἀντίτιμον τουρκικῶν κτημά-
3537των, τὰ ὁποῖα ἠγοράσθησαν, ἢ διατὶ νὰ δαπανηθῶσι κατὰ
3538τὰ 1877 καὶ 1878 καὶ ὅσα τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐδαπά-
3539νησε χάριν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἂν καὶ ἀπηλευθερώθη ἡ
3540Θεσσαλία καὶ ἀπεκτήσαμεν καὶ τμῆμα τῆς Ἠπείρου. Βαρυ-
3541θυμεῖτε διὰ δαπάνας, ὅταν δι’ αὐτῶν κατηρτίσθητε εἰς βα-
3542σίλειον καὶ τοιαῦτα ἀπεκτήσατε ὀφέλη; Μήπως ποθεῖτε
3543νὰ μεταποιήσητε τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον εἰς συνοικισμὸν
3544Ἰουδαίων, περὶ οὐδενὸς ἄλλου φροντιζόντων ἢ μόνον πῶς ὁ
3545εἷς νὰ ἐκδύσῃ τὸν ἄλλον;...
3546(Ἐνταῦθα ὁ ῥήτωρ ζητεῖ μικρὰν διακοπήν).
3547§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακοπὴν ἡμισείας ὥρας;
3548§123ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μιᾶς ὥρας.
3549§124ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὔριον, αὔριον.
3550§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μιᾶς ὥρας διακοπὴν ἐζήτησεν ὁ κ. Δη-
3551λιγιάννης.
3552Λοιπὸν διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ μίαν ὥραν.
3553(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 9 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται
3554δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.)
3555§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
3556Ἐπειδὴ ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν εἶναι παρὼν, ὅπως ἐξακο-
3557λουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του, δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν μερι-
3558κὰς πιστώσεις ἕως ὅτου ἔλθῃ.
3559§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
3560(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν
3561κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νο-
3562μοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ
3563δρ. 47,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρή-
3564σεως τοῦ 1893)
3565§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3566χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν
3567Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δρ. 35.000.
3568§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἦναι πρώτη συζήτησις, δὲν ἔχω
3569ἀντίῤῥησιν· ἀλλ’ ἐὰν ἦναι δευτέρα, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συ-
3570ζητήσωμεν.
3571§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦλθεν ὁ κ. Δηλιγιάννης. Λάβετε τὰς
3572θέσεις σας, κύριοι Βουλευταί.
3573§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι,
3574ἐνῷ δὲν ἔκρινον ἀναγκαῖον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ἐπὶ
3575τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους, μοὶ ἐπέβαλε
3576τοῦτο ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὅστις
3577μὲ ἠνάγκασε νὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον πρὸς τὴν Βουλὴν
3578ὅσα τετράκις ἢ πολλάκις ἄλλοτε ἔλεξα πρὸς αὐτήν, καὶ νὰ
3579προβῶ εἰς παρατάξεις ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν θέλ-
3580γουσι τοὺς ἀκούοντας· σπεύδω δὲ νὰ ἐξακολουθήσω τὸν
3581λόγον, διότι διέκοψα πρὸ μικροῦ αὐτὸν, πρὶν ἢ θίξω τὰ οἰκο-
3582νομικὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐγκατέ-
3583στησε κατὰ τὸ 1880 ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, θερ-
3584μῶς ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος.
3585Καὶ ἡ μεταβολὴ τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ
35861880 ἐνομοθέτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ αὕ-
3587τη ἀπέτυχε, διότι, ἐν ᾧ ὑπελόγιζεν ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ
3588συστήματος τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τὸ
3589ὁποῖον ἐγνωρίζετο διὰ τοῦ ὀνόματος τῆς δεκάτης, ἤθελε φέ-
3590ρει ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων μόνον κατὰ 870,000 δραχμὰς,
3591ἐμείωσε πολλῷ περισσότερον τὰ ἔσοδα, διότι κατὰ τοὺς
3592γενομένους ὑπολογισμούς, καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1880, 1881,
35931882 καὶ 1883 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα 8,521,615
3594τῶν ὅσα ἤθελον εἰσπραχθῆ διὰ τοῦ καταργηθέντος συ-
3595στήματος· ἐὰν δ’ ἐξηκολούθει τὸ σύστημα τῆς δεκάτης,
3596ἀγνοῶ πόσα ἤθελον εἶσθαι τὰ ἐκ τῆς Θεσσαλίας ἔσοδα τοῦ
3597δημοσίου ταμείου ἐκ τῆς καλλιεργίας τῆς γῆς. Ἡ λεγομένη
3598δεκάτη εἶναι σύστημα πλημμελὲς, διότι φορολογεῖ ὄχι τὴν
3599καθαρὰν πρόσοδον, ἀλλὰ τὰ κεφάλαια. Ἀλλὰ μήπως ὁ φό-
3600ρος τῆς σταφίδος δὲν φορολογεῖ τὰ κεφάλαια; Μήπως πάν-
3601τες οἱ φόροι εἰσὶν ἐπιβεβλημένοι ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδή-
3602ματος καὶ δὲν φορολογοῦσι τὰ κεφάλαια; Ἀλλὰ καὶ ἄλλο
3603ἐλάττωμα εἶχε τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὴν πίεσιν, τὴν ὁποίαν
3604ὑπεῖχον οἱ φορολογούμενοι. Τὸ ἐλάττωμα τοῦ συστήματος
3605ἐκείνου, ὅτι δι’ αὐτοῦ δὲν φορολογεῖται ἡ καθαρὰ πρόσοδος,
3606ἀλλὰ ἡ ἀκαθάριστος, ἠδύνατο νὰ ἐκλίπῃ, ἐὰν ἐμειοῦτο τὸ
3607ποσοστὸν τοῦ φόρου ἀπὸ 10 εἰς 7% ἢ ἀπὸ 7 εἰς 5%,
3608ὅτε ἡ φορολογία ἠδύνατο νὰ ἀντιστοιχῇ εἰς τὴν καθα-
3609ρὰν πρόσοδον. Τὸ ἐλάττωμα ὅλως τῆς καταθλίψεως τῶν φο-
3610ρολογουμένων καὶ κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ κατὰ τὴν εἴσ-
3611πραξιν ἦτο ἐπαισθητόν· ἀλλ’ ἐὰν παρετείνετο ἐπὶ 3 ἢ 4
3612ἔτη ἡ κατάθλιψις αὕτη, ἡ ὁποία ἐπὶ 40 ἔτη προηγουμέ-
3613νως ἐξηκολούθει, δὲν ἤθελον κινδυνεύσει τὰ μεγάλα ἐθνικὰ
3614συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἀνετράπησαν καὶ ἐζημιώθησαν τὰ
3615μέγιστα ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς
3616δεκάτης καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ διὰ τοῦ φόρου
3617τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
3618Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ποιήσωμαι μικρὰν ἀναδρομὴν ἐπὶ τὸ
3619παρελθὸν, πρὶν ἢ μεταβῶ εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ λόγου
3620μου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅσα εἶπε προχθὲς, δὲν
3621εἶπεν αὐτὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς
3622ἐκ Παρνασσίδος διετέλεσεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας
3623τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880, καὶ συνα-
3624γωνισθεὶς ἐκθύμως ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ.
3625Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου συνέδραμεν οὕτως αὐτὸν, ὡς ἂν
3626ἔλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς χειρὸς καὶ ἀνήγαγεν αὐτὸν εἰς τὴν
3627πρωθυπουργίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ἂν δὲν
3628σφάλλωμαι, εἶναι ὁ πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς
3629τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τριετίας
3630τοῦ 1887, τοῦ 1888 καὶ 1889· δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ᾖναι καὶ
3631τοῦ 1890. Αἱ ἔννοιαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου
3632ἦσαν ἀδελφωμέναι μὲ τὰς ἐννοίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρ-
3633νασσίδος, ἐνέχεται δ’ οὗτος εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Βου-
3634λευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅσον ἐνέχεται αὐτὸς ὁ κ. Βουλευ-
3635τὴς ἐκ Μεσολογγίου· διότι, ἂν δὲν ἔχῃ νομικὴν εὐθύνην ἐπὶ
3636ταῖς οἰκονομικαῖς συμφοραῖς καὶ ἐπὶ ταῖς μεγάλαις πολιτι-
3637καῖς καὶ ἐθνικαῖς ζημίαις, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ πολιτεία
3638τοῦ κ. Τρικούπη, ἔχει ὅμως βαρεῖαν ἠθικὴν εὐθύνην, ἡ ὁποία,
3639ἐὰν ἐξατμιζομένη ἀποκρυσταλλοῦται ἐν μόνῳ τῷ ἐλέγχῳ
3640τῆς συνειδήσεως αὐτοῦ, ἠνάγκαζε πάντως αὐτὸν νὰ ἀμυνθῇ
3641προχθὲς, ἔστω καὶ διὰ τελευταίαν φορὰν, ὅπως βεβαιώσῃ
3642κἂν ἡμᾶς περὶ τῆς ἀγαθοπιστίας του. Πάσας τὰς θεωρίας,
3643τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε, περὶ δανείων καὶ περὶ ἐλλειμμάτων,
3644πολλάκις εἶχε κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκθέσει εἰς τὴν Βουλήν·
3645ἐὰν δ’ ἀνατρέξητε εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ 1885, θέλετε εὑρεῖ
3646αὐτὰς αὐτολεξεὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτι-
3647κοῖς τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω.
3648Ἐπαναλαβὼν ὅσα ἄλλοτε ὑπερασπιζόμενος τοὺς προϋπολο-
3649γισμοὺς τοῦ κ. Τρικούπη εἶχεν εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλήν, μὲ
3650ἠνάγκασε νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ ἀχθόμενος ὅσα πλειστάκις
3651εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀφήσω ἄνευ
3652ἀναιρέσεως τοσαύτας ἀνακριβείας καὶ συλλογισμοὺς τοσού-
3653τον ἐσφαλμένους, εἰ καὶ πλειστάκις εἶχον ἀναιρέσει αὐτοὺς,
3654ἐπικαλεσθεὶς μάλιστα ἄλλοτε αὐτὰ ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
3655Παρνασσίδος ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ εἶχεν εἰπεῖ ἢ εἶχε γράψει,
3656καὶ ἀναγνοὺς τὰ κείμενα τῶν προγενεστέρων λόγων αὐτοῦ,
3657δι’ ὧν διεψεύδοντο οἱ μεταγενέστεροι. Ἐνθυμεῖσθε τὴν μα-
3658κρὰν συζήτησιν περὶ τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον ἀνήγ-
3659γειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὡς Πρωθυπουργός,
3660ὅτι εἶχε κατορθώσει νὰ ἀσφαλίσῃ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ
3661ἔτους 1887; ἐνθυμεῖσθε τοὺς πίνακας τῶν ἐσόδων καὶ ἐξό-
3662δων, τοὺς ὁποίους κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Ὀκτώ-
3663βριον τοῦ 1887, ὅτε εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
36641888, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ περίσσευμα τῆς χρήσεως τοῦ
36651887 ἦτο ἐξησφαλισμένον· ἐνθυμεῖσθε τὰ ποσὰ τῶν ἐξόδων,
3666τὰ ὁποῖα εἶχε παραλείψει ἀπὸ τὰ ἐν τοῖς πίναξιν ἐκείνοις
3667ἀναγεγραμμένα ἔξοδα, ἵνα ἀποπλανήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ
3668πείσῃ αὐτὴν περὶ τῆς ὑπεροχῆς τῶν ἐσόδων ἐπὶ τὰ ἔξοδα.
3669Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἦτο εἰς τὸ πλευρόν του καὶ
3670τότε, ἀγωνιζόμενος καὶ οὗτος, ἵνα πείσῃ περὶ τούτου τὴν
3671Βουλήν. Τρὶς ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ διὰ τοῦ φυλλαδίου
3672τούτου ἐδημοσιεύθησαν ὅσα τότε εἶπον, ἀνασκευάζων τοὺς
3673ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος καὶ διὰ τῶν
3674ἐκθέσεων καὶ τῶν λόγων αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Σιμοπούλου.
3675Μοὶ ἀποβαίνει ὄντως ἐπαχθὲς νὰ ἐπαναλάβω πάντα ταῦτα,
3676τοῦτο δὲ θέλει εἶσθαι καὶ εἰς ὑμᾶς ἐπαχθὲς, διότι ἠκούσατε
3677αὐτά. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατεδείχθη εἰς ὑμᾶς τότε, ὅτι διὰ
3678τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἶχεν ἀποτίσει καὶ τοὺς
3679τόκους τῶν προκαταβολῶν τοῦ δανείου τῶν 170.000,000
3680οἵτινες ἀνῆκον εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ·
3681ὅπερ ἀπέκρυπτε καὶ ἠρνεῖτο· ὅτι κατεδείχθη εἰς τὴν Βου-
3682λὴν ἡ λαθροχειρία, δι’ ἧς ἀπέκρυπτεν, ὅτι δὲν εἶχε καταθέ-
3683σει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς μείωσιν τῆς ἀναγκα-
3684στικῆς κυκλοφορίας τὸ ποσὸν 13 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων
3685εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὅπερ ἀντιστοίχει εἰς τὰ 10 ἑκα-
3686τομμύρια, καὶ εἰς τοὺς τόκους αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶχε δανει-
3687σθῆ εἰς χρυσὸν, ἵνα πληρώσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια
3688τῶν δανείων· ὅτι διὰ πληροφοριῶν ἀτελῶν ἢ μεμελετημένως
3689διεστραμμένων, διὰ συγχύσεως τῶν πραγμάτων, καὶ διὰ τολ-
3690μηρᾶς ἀνατροπῆς τῆς ἀληθείας καὶ ἐν ταῖς λογιστικαῖς πρά-
3691ξεσι καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν χρημάτων ἠγωνίζοντο ἀμφό-
3692τεροι νὰ ἀποπλανῶσι τὴν Βουλὴν. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς,
3693τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἀνεκοίνουν πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν
3694Ὀκτώβριον τοῦ 1887, τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους
3695ἐκείνου ἤθελεν εἶσθαι οὐχὶ σύνηθες, ἀλλὰ σημαντικόν, διότι
369617 καὶ πλέον ἑκατομμύρια εἶχον διαθέσει ἐκ τῶν κεφαλαίων
3697τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 καὶ δαπανήσει εἰς τακτικὰς
3698ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι διὰ τῶν τακτι-
3699κῶν ἐσόδων, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
3700Παρνασσίδος προσεπάθουν νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν,
3701ὅτι οὐχὶ ἔλλειμμα, ἀλλὰ περίσσευμα ἔμελλε νὰ καταλίπῃ
3702ἡ χρῆσις τοῦ 1887 Ἔκτοτε ἀνεγράφη, ὡς λόγιον, τὸ «ὄχι
3703μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα»...
3704§132ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε, κύριε Δη-
3705λιγιάννη, πολὺ ἀκόμη;
3706§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναμαι ἀκόμη νὰ προσ-
3707διορίσω ἐπακριβῶς. Ἐνδέχεται νὰ ἔχω ἀνάγκην τριῶν ὡρῶν,
3708ἐνδέχεται νὰ ἔχω ἀνάγκην 2½ ὡρῶν. Δὲν δύναμαι νὰ προσ-
3709διορίσω.
3710§134ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε (θόρυ-
3711βος).
3712§135Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Παπαχελᾶς
3713ἔχει ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Διὰ τοῦτο ἐρωτῶ, ἂν οἱ
3714κοιμώμενοι θεωρῶνται ὡς παρόντες. Τοιαύτη ἀγόρευσις,
3715κύριε Πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἐνώπιον κοιμωμένων.
3716§136ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας,
3717κύριε Πρόεδρε.
3718§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
3719(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευ-
3720τῶν· μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
3721§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 103. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
3722Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3723Ὥρα 11 καὶ 45′ μ. μ.