1894.02.25
1.728 στίχοι · 12.885 λέξεις · 169 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65
τῆς 25 Φεβρουαρίου 1894.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κορομάντζος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ κατήρτισε πληρέστατα τὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους, ὑπελείπετο νὰ τακτοποιήσῃ καὶ κανονίσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ γραμματέως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Προὐκάλεσε λοιπὸν καὶ ἐδημοσίευσεν ἐν τῷ χθεσινῷ φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως βασιλικὸν διάταγμα τῆς 21 τρέχοντος μηνὸς, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται τὰ καθήκοντα τοῦ γραμματέως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐν τῷ εἰσαγωγικῷ τοῦ διατάγματος τούτου μνημονεύει νόμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρὸ τεσσαράκοντα περίπου ἐτῶν ἠκυρωμένοι, μνημονεύει τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 28 Ἰουλίου 1841, τὸ ὁποῖον κατηργήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ νόμου τοῦ 1846 περὶ σχηματισμοῦ τῶν Ὑπουργείων. Ἀπορῶ δὲ, ἀφοῦ μετὰ τόσης ἀπροσεξίας μνημονεύονται καταργηθέντες νόμοι, πῶς δὲν ἐμνημόνευσε καὶ ἄλλων ἐπίσης καταργηθέντων νόμων καὶ Β. Διαταγμάτων, διαλαμβανόντων περὶ καθηκόντων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οἷον τοῦ διατάγματος τῆς 16 Αὐγούστου 1841 καὶ ἄλλων σχετικῶν. Κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον μνημονεύει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰ πρακτικὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κρατεῖ ὁ νεώτερος γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας, ἤτοι ὁ Ὑπουργὸς, κατὰ τὰ νῦν ἰσχύοντα· τὸ διάταγμα τοῦ 1833 δὲν ὁμιλεῖ περὶ γραμματέως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διαλαμβάνει μόνον περὶ τούτου τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου τοῦ 1846, χωρὶς νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, οὐδὲ νὰ περιέχῃ διάταξιν, ἐπιτρέπουσαν τὴν διακανόνισιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ εἴτε δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς, εἴτε διὰ Β. Διατάγματος. Βεβαίως δὲν ἔχει σπουδαίας συνεπείας ἡ ἀπροσεξία αὕτη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἠθέλησα μόνον νὰ καταδείξω μετὰ πόσης ἐπιπολαιότητος καταρτίζονται τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὰ βασιλικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα προκαλεῖ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Διὰ τοῦ αὐτοῦ διατάγματος κανονίζει καὶ τὰ τῆς φυλάξεως τῶν πρακτικῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀναθέτων εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον τὴν φύλαξιν αὐτῶν καὶ τὴν ἔκδοσιν ἀντιγράφων πρὸς τοὺς ἑκάστοτε ἀποχωροῦντας Πρωθυπουργοὺς καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα, νομίζω, ἦσαν ὅλως περιττά. Ἐν τῷ αὐτῷ φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως παρατηρῶ ἐπίσης ἄλλην ἀπροσεξίαν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι δημοσιευμένον διάταγμα περὶ τῶν ὑποχρέων εἰς ἐξέτασιν ὑπαλλήλων τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, διοριζόμενοι ἐπὶ μόνῃ τῇ κτήσει πτυχίου τοῦ Πανεπιστημίου, ὀφείλουσιν ἐντὸς ἐννεαμήνου προθεσμίας νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξέτασιν. Καὶ ἐνῷ προεκάλεσε τοιοῦτον διάταγμα τῆς 9 Νοεμβρίου 1893 δυνάμει τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ νόμου ἐκείνου, δὲν εἶχε τὴν προσήκουσαν προσοχὴν ἡ ὑπηρεσία, ὅπως περιλάβῃ ἐν αὐτῷ καὶ τὴν διὰ τοὺς πτυχιούχους διάταξιν, καὶ ἀφῆκεν ἀτελὲς τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς μόνους τοὺς διαγωνισμοὺς τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελούντων ἢ τῶν πρὸς προαγωγὴν ἢ τῶν νεωστὶ εἰσερχομένων, ἀντὶ, ὡς εἶπον, νὰ περιλάβῃ διάταξιν καὶ διὰ τοὺς ὑπὸ ὅρον διοριζομένους. Ἀντὶ δὲ νὰ συμπληρώσῃ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο δι’ ἑτέρου τοιούτου, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ὑπηρεσίας, προὐκάλεσεν αὐτοτελὲς καὶ ἄσχετον ὅλως πρὸς τὸ πρῶτον διάταγμα. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, παρετήρησα ἀπὸ πολλοῦ, ὁσάκις τοῖς ἀπευθύνωνται ἐπερωτήσεις, ἐὰν μὲν ἔχωσι πρόχειρα τὰ μέσα τῆς δικαιολογήσεως, σπεύδουσι νὰ ἀπαντήσωσιν, ἐκπληροῦντες οὕτω μετὰ ἐπιδεικτικῆς, οὕτως εἰπεῖν, προθυμίας κοινοβουλευτικὰς ὑποχρεώσεις· ὁσάκις ὅμως δυσχεραίνωσι νὰ δικαιολογήσωσι τὰς πράξεις των, προσπαθοῦσι παντοιοτρόπως ν’ ἀποφύγωσι τὰς ἀπαντήσεις. Τοῦτο συνέβη καὶ ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀπέδειξα, ὅτι δὲν ἀπευθύνω ἐπερωτήσεις ἑώλους, ἀπευθύνω ἐπερωτήσεις ἐπὶ παραβάσεων τῶν νόμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουν δικαιολογίας· τὰς ἀπευθύνω δὲ ὄχι μόνον διὰ νὰ ἐπικρίνω τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ προκαλέσω τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν κακῶς πραχθέντων. Ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν· τετράκις, κατὰ τὴν 26, τὴν 29, τὴν 30 Νοεμβρίου καὶ τὴν 16 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, διατὶ παρηνόμησε περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων. Ὁ νόμος οὗτος—εἰρήσθω ἐν παρόδῳ—ἀντιφάσκει πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, καὶ, ὡς τότε εἶπον, ἀντιφάσκει, διότι περὶ τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων δὲν λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως ὑπάρχῃ ἡ προσήκουσα σχέσις καὶ συνάφεια μεταξὺ αὐτῶν, διότι τὸν μὲν νόμον περὶ στρατολογίας τὸν συνέταξε τὸ στρατολογικὸν τμῆμα, τὸν δὲ νόμον περὶ Σχολῆς τῶν ἐφέδρων τὸ τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ. Καὶ κατὰ μὲν τὸν νόμον περὶ στρατολογίας κλάσεις τινὲς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ φοιτῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων, ὀφείλουσιν ὑποχρεωτικῶς νὰ ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντα τῆς μαθητείας, κατὰ δὲ τὸν νόμον περὶ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων, τοῦτο εἶναι προαιρετικόν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀντίφασις. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν νόμον περὶ Σχολῆς τῶν ἐφέδρων, τὸν ἀντικείμενον πρὸς τὸν στρατολογικὸν νόμον, ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου τὸν παρεβίασε, καὶ ἀντὶ νὰ προσκαλέσῃ τοὺς βουλομένους νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν, τοῖς ἔταξε προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλουσι νὰ μεταβῶσιν, ἄλλως ἀποκλείονται. Δὲν ἦτο δὲ τυχαία ἡ παράβασις αὕτη τοῦ νόμου· ἡ παράβασις αὕτη ἐγένετο, ὅπως διευκολύνῃ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν φίλων τῆς φατρίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνδιεφέροντο νὰ μὴ μεταβῶσιν οἱ φίλοι αὐτῶν κληρωτοὶ, καὶ τὸ ἐπέτυχον πληρέστατα. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ὀνόματα, διότι ἀποφεύγω τὰ προσωπικά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη τετράκις, ὅτι ἤθελε μελετήσει τοὺς νόμους τούτους καὶ ἤθελε προσαγάγει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ ἐὰν ἀπεδεικνύοντο ὀρθαὶ αἱ παρατηρήσεις μου, νὰ ἐπανορθωθῶσι τὰ κακῶς ἐνεργηθέντα. Μέχρι τοῦδε ὅμως οὐδὲ πληροφορίας προσήγαγεν, οὐδὲ συζήτησιν προεκάλεσε. Παρεκάλεσα δὶς, κατὰ τὴν 3ην καὶ τὴν 16ην Δεκεμβρίου π. ἔτους, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ πληρώσεως τῆς ἀπὸ εἰκοσαετίας ἤδη κενῆς ἐπισκοπικῆς ἕδρας Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως, παραστήσας, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, τὴν δικαίαν ἀξίωσιν τῶν συνεπαρχιωτῶν μου καὶ τῶν κατοίκων Μεγαλοπόλεως, ὅπως ἐγκαταστῇ τέλος πάντων καὶ ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ ἐπισκοπικὴ ἀρχὴ, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς οὐδεμίαν προέβη ἐνέργειαν. Εἶχον μάλιστα προσθέσει τότε, ὅτι ὁ προκάτοχος αὐτοῦ Ὑπουργὸς, ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει μου, ἔλαβε μέριμναν καὶ εἶχεν ἀποταθῆ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ προβῇ τότε εἰς τὴν προσήκουσαν πρότασιν, ὁ νῦν ὅμως κ. Ὑπουργὸς, καίπερ διακρινόμενος διὰ τὰ εὐσεβῆ αὐτοῦ φρονήματα, εἰς οὐδεμίαν μέχρι τοῦδε προέβη ἐνέργειαν, οὐδὲ ἐδικαιολόγησε τὴν παράλειψίν του ταύτην. Εἶχον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν 3ην καὶ 16ην Δεκεμβρίου νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὸ Λωβοκομεῖον τοῦ Μαραθῶνος, ὅπως εἰσαχθῶσιν ἐν αὐτῷ οἱ ἐν τῷ δήμῳ Κλείτορος τῆς Γορτυνίας πάσχοντες ἐκ λώβης συνεπαρχιῶταί μου. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι τὸ νόσημα τῆς λώβης εἶναι μεταδοτικὸν διὰ τῆς συγχρωτίσεως καὶ τοῦ συνοικισμοῦ...
§3ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι διόλου.
§4ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Σᾶς συγχαίρω διὰ τὰς ἰατρικὰς γνώσεις σας... Τὰ καταστήματα τὰ ἐν Μαραθῶνι πρὸ πολλοῦ ᾠκοδομήθησαν, ἀλλ’ ἀργοῦσι, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ χρησιμεύουσι καὶ ὡς ποιμνιοστάσια τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως ποιμένων, ἀφοῦ ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε 150 χιλιάδες δραχμῶν· ἐνῷ δ’ ὑπάρχει ποσὸν διαθέσιμον 80,000 δραχμῶν καὶ ἐνῷ ὁ ἁρμόδιος ἐπόπτης ἐπὶ τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς λειτουργίας τοῦ φιλανθρωπικοῦ ἱδρύματος ὑπέβαλεν ἐπανειλημμένως παραστάσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ τῷ ὑπέδειξε καὶ ἄλλα μέσα πρὸς ἐπίτευξιν τῆς λειτουργίας τοῦ καταστήματος, οὐδὲν ἐνηργήθη. Φρονῶ ἐν τούτοις, ὅτι ὀφείλει νὰ λάβῃ μίαν πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς διά τε τὸ ἵδρυμα καὶ διὰ τοὺς ἐν Κλείτορι λωβούς. Συνέστησα ἐπίσης εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν δὶς, νὰ προνοήσῃ, ὅπως οἱ δημοτικοὶ φόροι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς βεβαιῶνται καὶ εἰσπράττωνται ὑπὸ δημοτικῶν ὑπαλλήλων τῇ συμπράξει τῶν ἐνοικιαστῶν· τῷ παρέστησα δὲ — καὶ ἦσαν πρόχειρα τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως τῶν παραστάσεών μου — τὰς συνεπείας τῆς ἀπ’ εὐθείας βεβαιώσεως τῶν εἰσπράξεων, καταδείξας αὐτῷ καθυστέρησιν 400,000 δραχμῶν πρὸς τὸν δῆμον Ἀθηναίων ἐκ μέρους τοῦ μισθωτοῦ τῶν δημοτικῶν δασμῶν, καὶ ἀποδείξας, ὅτι ἐν προηγουμένῃ ἐποχῇ, ὁπότε ἐφηρμόζετο τὸ σύστημα τῆς διὰ δημοτικῶν ὑπαλλήλων βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, ὄχι μόνον καθυστερήσεις δὲν ὑπῆρχον, ἀλλ’ οὔτε παράπονα κατὰ τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως ἐγένοντο· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν. Εὐτυχῶς οὐχὶ βεβαίως ἐκ τῆς διαθέσεως καὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀνεδείχθησαν ἐσχάτως μισθωταὶ τῶν δημοτικῶν δασμῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς φερεγγυώτατοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ζημιώσωσι τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, καὶ τοῦτο θεραπεύει τὴν ἀδράνειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Συνέστησα κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν,— ἔλαβον δὲ ἀφορμὴν καὶ ἐσχάτως ἐκ παραπόνων σφοδροτάτων τῶν ἐν Πύργῳ καῤῥαγωγέων, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων τυγχάνουσι συνεπαρχιῶταί μου,—νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀνακαινίσεως τῆς ὁδοῦ Πύργου–Κατακώλου· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι, ἐνδίδοντες εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κατακώλου, ἀφίνουσιν ἀνεπισκεύαστον τὴν ὁδὸν ἐκείνην, διὰ νὰ μεταφέρηται ὁ σταφιδόκαρπος διὰ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ὄχι διὰ τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἐπὶ τῶν κάῤῥων· ἡ δὲ μεταφορὰ διὰ τῶν κάῤῥων εἶναι, ὡς γνωστὸν, κατὰ τὸ ⅓ ὀλιγώτερον δαπανηρά· ἡ ἀκηδία δὲ αὕτη, ἐσχάτως μάλιστα, προὐκάλεσεν ἐντόνους διαδηλώσεις τῶν καῤῥαγωγέων, οἱ ὁποῖοι εἶναι περὶ τοὺς 300, ἀλλὰ ποῦ ἀρχὴ, ποῦ ἐποπτεία νὰ τοὺς ἀκούσῃ; Ὑπάρχουσι δὲ ἀπὸ τοῦ 1891 ἕτοιμα τὰ ἔγγραφα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκτεθῆ καὶ εἰς δημοπρασίαν, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διατὶ ἐματαιώθη ἡ ἐνέργεια τῆς δημοπρασίας. Δὲν ὑπελείπετο λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, παρὰ νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, ὅπως ἐξακολουθήσῃ καὶ περατώσῃ τὰς προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας. Δὶς ἐπίσης τότε ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐξηγήσῃ, ποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δήμων ἕνεκα τῆς ἐκπτώσεως τῶν δημοσίων χρεωγράφων ἐκ τῆς γνωστῆς δυστυχῶς αἰτίας τῆς πτωχεύσεως, διότι, ὡς γνωρίζετε, αἱ πλεῖσται καταθέσεις, αἱ γινόμεναι ἀπὸ τοὺς δημοσίους καὶ δημοτικοὺς ὑπολόγους, εἶναι εἰς χρεώγραφα τοῦ Κράτους, τῶν ὁποίων οἱ τόκοι ἐμειώθησαν κατὰ 70%, καὶ ἑπομένως αἱ τοιαῦται ἐγγυοπαροχαὶ ἐμειώθησαν κατὰ 70% ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἀπαντήσῃ. Ἀπὸ τὰ 1892 πολλάκις ἐπηρώτησα τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐσχάτως ἐπίσης παρεκάλεσε αὐτοὺς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 17 Δεκεμβρίου π. ἔ. νὰ λάβωσι πρόνοιαν, ἵνα εἰσπραχθῶσιν ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσσης 140,000 φράγκα χρυσᾶ, τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἡ ἑταιρία ἐκείνη διὰ τὴν συμφώνως τῇ σχετικῇ συμβάσει ἐπιτήρησιν καὶ ἐπίβλεψιν τῶν ἔργων τῆς κατασκευῆς καὶ κατόπιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ῥητὴ, ἐν τούτοις οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν εὐηρεστήθησαν νὰ τὴν ἐφαρμόσωσι, καὶ ἐνῷ δὲν εὐηρεστήθησαν νὰ τὴν ἐφαρμόσωσιν, ἐκράτουν ἕως προχθὲς ἐν ταῖς φυλακαῖς διὰ 1400 δραχμὰς 15 δυστυχεῖς συμπολίτας μου, τοὺς ὁποίους ἐδέησε νὰ εὐνοήσῃ τὸ ἔλεος τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Α. Α. Μ. τοῦ Σουλτάνου, ὅπως ἀποφυλακισθῶσιν. Ἐὰν οἱ νεκροὶ τῶν πατέρων μας ἀντελαμβάνοντο τῆς περιστάσεως αὐτῆς, ἤθελον ἐγείρει ἀρὰς κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατήντησαν νὰ δέχωνται τοιαύτας προσφοράς. «Ἔλαιον ἁμαρτωλοῦ οὐ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου», λέγει ὁ προφητάναξ· ἀλλ’ ὅπως κατηντήσαμεν σήμερον, καὶ τὴν ἐλεημοσύνην τοῦ Σάχου τῆς Περσίας θὰ τὴν δεχθῶμεν μετ’ εὐγνωμοσύνης! Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ ἑταιρία αὕτη, ἡ ὁποία ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον,—καὶ ὑπομιμνήσκω τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὄχι διὰ νὰ θεραπευθῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ πρωτοκολληθῇ, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς μίαν ἄλλην περίστασιν ἴσως,—καθυστερεῖ ἐπίσης καὶ ἡ προσφιλὴς τῇ Κυβερνήσει ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, ὡς καὶ ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, αἱ ὁποῖαι καταβάλλουσιν εἰς χαρτονόμισμα τὰς χρηματικὰς ὑποχρεώσεις των, τὰς ὁποίας ἔχουν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, ἀντὶ νὰ τὰς καταβάλλωσιν εἰς χρυσὸν, διότι ὅλαι αἱ πληρωμαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς αὐτοὺς, ὅτε κατεσκευάζοντο τὰ ἔργα, ἐγένοντο εἰς χρυσόν. Ἐπίσης εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχον συστήσει πρὸ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ φροντίσῃ νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία ὑφίσταται ὡς πρὸς τὴν ὀνομασίαν, τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διευθύνει. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1833, ὠνομάσθη Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ οἴκου καὶ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων, καὶ οὕτως ὠνομάζετο, μέχρις οὗ κατελύθη ἡ δυναστεία τοῦ Ὄθωνος. Ἔκτοτε διάφορα ψηφίσματα, ἄλλοτε μὲν ἀνέθετον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως τὴν προεδρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἄλλοτε δὲ εἰς εἰδικὸν Πρωθυπουργὸν, καὶ οὕτω διῆλθε τὸ στάδιον ἐκεῖνο, τότε δὲ ὁ τίτλος τοῦ Βασιλικοῦ οἴκου ἔπρεπε νὰ ἐκλείψῃ, καὶ διὰ τοῦτο ὠνομάσθη ἁπλῶς Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, καὶ ἀπὸ τῆς ἀναγραφῆς αὐτοῦ ἐν τῇ πρώτῃ σειρᾷ τῶν Ὑπουργείων ἀνεγράφετο εἴτε τέταρτον εἴτε πέμπτον. Ἀποκατασταθείσης τῆς Βασιλικῆς ἀρχῆς, κατηργήθησαν αὐτοδικαίως τὰ ἐπὶ τῆς μεσοβασιλείας ἐκδοθέντα ψηφίσματα περὶ τῆς μορφῆς τῆς Κυβερνήσεως κλπ. καὶ ἐπανῆλθον τὰ πράγματα εἰς τὴν πρὸ τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1862 κατάστασιν. Καὶ ἐνῷ κατ’ ἀκολουθίαν ἔδει νὰ τεθῶσιν εἰς πλήρη ἐφαρμογὴν τὸ περὶ συστάσεως τῶν Γραμματειῶν Β. Διάταγμα τοῦ 1833 καὶ ὁ περὶ σχηματισμοῦ τῶν Ὑπουργείων νόμος τοῦ 1846 καὶ ὡς πρὸς τὴν ὀνομασίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, λεληθότως πως ἐξηκολούθησεν ἡ κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν δοθεῖσα κατ’ ἀνάγκην ὀνομασία αὐτοῦ. Καὶ ἐνῷ δὲν ἀνεγράφη ὁ τίτλος αὐτὸς, ἐν τούτοις διὰ τῶν διαταγμάτων περὶ διαιρέσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνατίθεται εἰς τὸ Βʹ τμῆμα αὐτοῦ ἡ διεξαγωγὴ τῆς ἀλληλογραφίας τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως μετὰ τῶν ξένων Αὐλῶν καὶ ἐν γένει τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς ἐπισήμους σχέσεις τοῦ Βασιλικοῦ οἴκου μετὰ τῶν ξένων ἡγεμόνων. Οὕτω δὲ ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν ὁ τίτλος τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται διὰ Β. Διαταγμάτων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν θέλῃ νὰ μὴ μείνῃ εἰς ἀχρηστίαν τὸ διάταγμα τοῦ 1833 καὶ ὁ νόμος τοῦ 1846, ἢ νὰ προκαλέσῃ τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου τούτου, καταργουμένης τῆς ὀνομασίας «ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ οἴκου», ἀφοῦ δὲν ἀρέσκονται πλέον εἰς τὴν ὀνομασίαν ταύτην, ἢ νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸ Β. Διάταγμα, ἀφαιρῶν τὸ μέρος ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον τὴν βασιλικὴν ἀλληλογραφίαν διεξάγει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ τοιούτου ἀντικειμένου, ἐνῷ χθές, ἀξιεπαίνως φερόμενος, ἐφρόντισε νὰ ἀναδημοσιευθῇ ἓν Β. Διάταγμα, διότι κατὰ λάθος ἐν προηγουμένῳ διατάγματι ἐσημειοῦτο τὸ στοιχεῖον Ζ ἀντὶ τοῦ Η. Πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν, καταγγείλας τὸ διάταγμα, ὅπερ ἐξέδωκε καὶ δι’ οὗ ἐμείωσε τὰς ἐγγυήσεις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ὡς παρέστησα διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, ἣν ἀνέπτυξα καὶ ἐγγράφως κατέθεσα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προὐκάλεσε κατὰ τὸ 1888 ἓν διάταγμα, ὅμοιον τῷ ἐκδοθέντι κατὰ τὸ 1860, κατὰ τὸ ὁποῖον ἤθελε συστηθῆ μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐργασθῆ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ νόμου περὶ τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Συνεδρίου. Δὲν ἠξεύρω τίνων διατάξεων τοῦ Καταστατικοῦ τούτου τὴν ἀναθεώρησιν ἤθελεν ἐπιχειρήσει ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, εἰκάζω ὅμως, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ διαῤῥυθμίσεως σχετικῆς μὲ τὰ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ τοῦ 1844 καὶ τοῦ 1864 ἀναγραφόμενα καὶ ἐν τῷ Καταστατικῷ τοῦ Συνεδρίου καὶ ἐν τῷ Λογιστικῷ νόμῳ ἐπίσης διαλαμβανόμενα περὶ ἐξελέγξεως τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους, διότι οἱ ἀπολογισμοί, οἱ ὁποῖοι σήμερον λέγομεν ὅτι ἀπεδόθησαν, δὲν εἶναι ἀπολογισμοί, εἶναι χάρτης ἄγραφος. Ἀμφιβάλλω, ἐὰν εἰς τὸ Μαυροβούνιον ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἤτοι ἡ μὴ ἐφαρμογὴ ὡρισμένων καὶ σπουδαιοτάτων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Αἱ διατάξεις αὗται ὁμιλοῦσι περὶ ἀπολογισμῶν, καὶ προκαλῶ πάντα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν εὑρίσκῃ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀπολογισμὸν ἐξηλεγμένον ἢ μή. Καὶ βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ εὕρῃ ἀπολογισμὸν, διότι οὐδέποτε ἐξηλέγχθη ἀπολογισμὸς, οὔτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ Γερουσίαν, ὅτε ὑπῆρχον ἀμφότερα τὰ σώματα ταῦτα, οὔτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν τώρα. Τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰς θεωρεῖ ὡς παρέργους! Καὶ ὄχι μόνον δὲν προὐνόησαν περὶ θεραπείας τῆς σπουδαιοτάτης ταύτης ἐλλείψεως, ἀλλ’ οὔτε ἐδημοσίευσαν τοὐλάχιστον διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τοὺς ἀπολογισμοὺς αὐτοὺς, ὥστε νὰ καταφεύγῃ ὁ ἔχων ἀνάγκην εἰς αὐτὴν, ἵνα τοὺς εὑρίσκῃ, οἱ δὲ ἀποδοθέντες ἀπολογισμοὶ εἶναι χάρτης ἄγραφος, ὡς εἶναι τοιοῦτος οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξηλέγχθησαν ἀπὸ τὸν νομάρχην, διότι ἐκ τῆς ἐξελέγξεως θέλει ἀποδειχθῆ, ἐὰν διεχειρίσθη καλῶς ἢ μὴ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι τῇ ἀπεδόθησαν ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ τῶν προϋπολογισμῶν καὶ διὰ τῶν συμπληρωτικῶν νόμων καὶ διαταγμάτων. Κατὰ τὸ 1887 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προὐκάλεσε νόμον περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δι’ οὗ ὑπήγαγε τὴν θεώρησιν τῶν χρηματικῶν καὶ τῶν ἐπιτροπικῶν ἐνταλμάτων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι σπουδαία, διότι ἀφορᾷ τὸν διοικητικὸν ἔλεγχον τῶν Ὑπουργείων. Τὴν μεταῤῥύθμισιν ταύτην ἔπραξεν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν ἐπήρκει εἰς τὸ νὰ ἀντιστῇ ἀπέναντι τῶν Ὑπουργῶν πρὸς ἀκριβῆ τῶν καθηκόντων του ἐκπλήρωσιν. Ἀλλὰ ἡ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὑπαγωγὴ τῆς θεωρήσεως τῶν ἐνταλμάτων ἔχει τὸ μειονέκτημα, ὅτι δι’ αὐτῆς προκαποφασίζει τὸ Σῶμα ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἀπολογισμῶν, ἥτις θέλει ἐνεργηθῆ παρ’ αὐτοῦ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἥτις θὰ εὑρεθῇ πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐθεωρήθη, ὅτι ἐπετεύχθησαν καὶ ἐγγυήσεις τινὲς, τοῦθ’ ὅπερ ἀνῃρέθη ἐκ τῶν πραγμάτων, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐθεώρησεν ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν 600,000 καὶ πλέον δραχμῶν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ σχετικὴ πίστωσις. Προέβη δὲ εἰς τὴν θεώρησιν τούτων, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καθ’ ὃ ἐκ τοῦ νόμου ἔχει δικαίωμα, ἠξίωσεν ὑπὸ εὐθύνην του τὴν θεώρησιν. Ἀλλὰ τὸ Συνέδριον ἀπέφυγε νὰ ἐκπληρώσῃ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καθ’ ἣν ὤφειλε νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς τοιαύτης θεωρήσεως... Ἐλάβατε κύριε Πρόεδρε, τοιοῦτον ἔγγραφον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§6ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Λοιπὸν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον παρέλειψε τὸ καθῆκόν του. Ἐπίσης κατήγγειλα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 22 Φεβρουαρίου ἓν διάταγμα, προκληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου, κατὰ πρωτοφανῆ τρόπον ἐκδοθέντος, διανέμονται εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα πιστώσεις ἐκ δραχ. 14,240,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893. Τὸ ἄρθρον 25 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, εἰς ὃ παραπέμπει τὸ διάταγμα, λέγει ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν, προκαλεῖ κατὰ μῆνα πιστώσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὰς διανέμει εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα. Διὰ τῶν περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου μέχρι καὶ τοῦ Νοεμβρίου προκληθέντων Β Διαταγμάτων ἐχορηγήθησαν καὶ διενεμήθησαν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα πιστώσεις ἐκ δραχ. 99,400,000, ἑπομένως μένει ὑπόλοιπον διαθέσιμον μέχρι τῆς συμπληρώσεως ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1893, ἐκ δρ. 6,240,000. Ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ τὸ διαθετέον ὑπόλοιπον ἀνήρχετο εἰς μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο, προὐκάλεσε πιστώσεις μὲ πολλὴν ἐλευθεριότητα 14,000,000 καὶ πλέον δραχμῶν, τουτέστι καθ’ ὑπέρβασιν 7,000,000 καὶ πλέον. Ἀπέναντι τόσῳ ῥητῆς καὶ ἀποδεδειγμένης ὑπερβάσεως φρονῶ ὅτι ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ δικαιολογίαν ἐπαρκῆ. Ἐπίσης κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲ περὶ τούτου ἐφρόντισεν, οὔτε ᾐτιολόγησε κἂν τὴν μὴ ἔκδοσιν τῶν καταδειχθεισῶν παραλείψεων. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἶχον καταδείξει ἔλλειψιν περὶ τὴν ἔκδοσιν διατάγματος περὶ διακανονίσεως τῶν προθεσμιῶν ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, καθόσον δὲν ὥρισε τὰς προθεσμίας, ἐντὸς τῶν ὁποίων τὰ Συμβούλια τῶν Πλημμελειοδικῶν ὀφείλουσι νὰ ἐκδώσωσι τὰ βουλεύματα αὑτῶν· διότι δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλλωσιν ἐπ’ ἄπειρον τὴν ἔκδοσιν τῶν τοιούτων βουλευμάτων. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν ταύτην. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν πολὺ συνεκινήθην ἀπὸ τὴν ἔξαρσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, διότι εἶμαι σφόδρα ἐναντίος τῆς διὰ Β. Διατάγματος παροχῆς τοῦ δικαιώματος τούτου, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ πολλοὶ ἐκτήσαντο τὸ δικαίωμα τοῦτο χωρὶς νὰ ἔλθωσί ποτε εἰς τὴν Ἑλλάδα. Σᾶς εἶπον δὲ τί συνέβη εἰς ἕνα τῶν συναδέλφων μας, τὸν ἐκ Δομοκοῦ. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νόμου περὶ συμπληρώσεως τῶν ἄρθρων 15 καὶ 27 τοῦ ἀστικοῦ νόμου. Τὸ ἀντικείμενον εἶναι σπουδαιότατον, καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ἵνα μὴ ἐπαναλαμβάνωνται τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον. Εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνέγνωσα, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν παριστρίων χωρῶν, τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ρωμουνίας, προσκτησάμενοι τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν διὰ Β. Διατάγματος, εἶναι τὰ ἐνθερμότερα ὄργανα τοῦ Πανβουλγαρισμοῦ καὶ Πανρωμουνισμοῦ καὶ διῶκται τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐπίσης ὑποβάλλω πρότασιν νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου τῆς 7 Ἰανουαρίου 1866 περὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων ὡς πρὸς τοὺς Ἑπτανησίους, διότι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ὑπῆρχεν ἄτοπόν τι καὶ ἄδικον δι’ αὐτούς. Οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπάλληλοι εἶναι ἄλλως ὀλίγοι. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἐκτυπωθῶσι καὶ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει αἱ προτάσεις αὗται. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ πρότασις νόμου, ἣν προχθὲς ὑπέβαλον, περὶ διορθώσεως τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ νόμου περὶ τιμαρίων Κερκύρας. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ αἱ προτάσεις νόμου, ἃς ὑπέβαλον, καὶ αἵτινες δὲν ἀπεῤῥίφθησαν κατὰ τὴν περίφημον ἐκείνην συνεδρίασιν τῆς 31 Ἰανουαρίου, ἐν ἀπουσίᾳ ἡμῶν. Αἱ ἐν γένει προτάσεις μου δὲν ἀφεώρων εἰς προσωπικὰ ζητήματα, καὶ ὅμως ἡ πλειονοψηφία ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἀποῤῥίψῃ τινὰς τούτων ἀνεξετάστως, ἐν ᾧ χρόνῳ ὑπερεψήφιζε προσωπικῶν προτάσεων καὶ νομοσχεδίων. Αἱ προτάσεις ἐμοῦ ἀφορῶσιν εἰς τὴν θεραπείαν γενικῶν ἀναγκῶν, τοιαῦται δὲ ἦσαν ἡ περὶ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, ἡ περὶ τοῦ Λεπροκομείου Μαραθῶνος, ἡ περὶ τοῦ ἀσύλου τῶν ἀνιάτων νοσημάτων, ἡ περὶ στρατιωτικῶν καταλυμάτων. Εὔχομαι δὲ νὰ μὴ μεταμεληθῆτε διὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν αὐτῶν. Ὑπέβαλον πρότασιν περὶ τοῦ γεωργικοῦ σταθμοῦ Βυτίνης, καὶ ἰδίως τοῦ δασονομικοῦ τμήματος, ὅπως διορίζωνται δασοφύλακες οἱ ἐκ τούτου ἐξερχόμενοι καὶ οὐχὶ οἱ χωροφύλακες, τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὁποίων πανταχοῦ πρόκεινται καταφανῆ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ὑποβληθεῖσαι σήμερον δύο προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 184–185).
§8Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νέας δηλώσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν συγχώνευσιν ἐν τῷ μονοπωλίῳ τοῦ Κράτους τῶν ἁλικῶν Λευκίμμης· τοῦτο ἐπάγεται προσθήκην ἐσόδου καὶ ἐξόδου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1894 δρ. 110,000. Προσέτι ἡ παραλαβὴ τῶν νικελίνων νομισμάτων, τῶν κατασκευασθέντων ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικοῦ νόμου, ἀπέδειξε τὴν ἀνάγκην περαιτέρω παραγγελίας καὶ πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ἐκ ταύτης ἔσοδον καὶ πίστωσιν διὰ τὰς δαπάνας. Ὡσαύτως πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν τὸ ἔξοδον διὰ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν δυνάμει τοῦ ψηφισθέντος ἤδη νομοσχεδίου ἐξ 100,000 δραχ. διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, διότι ἤδη προὐχώρησε τὸ ἔτος. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ χορηγηθῇ πίστωσις διὰ τοὺς ἐθελοντάς, περὶ ὧν εἰσήχθη νομοσχέδιον, ἐκ δρ. 277,000. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ζητεῖται πίστωσις διὰ τὰς ἐξωτερικὰς ἀποστολάς. Ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη πίστωσις 5,000, ἀλλ’ ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὴς, διότι ἤδη ἐγένετο προκαταβολὴ 8,000, δοθείσης ἐντολῆς εἰς τὸν ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ, γενικὸν πρόξενον, ὅπως μεταβῇ εἰς Βασιγκτῶνα καὶ παρακολουθῇ τὰ τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Γερουσίᾳ περὶ δασμοῦ τῆς σταφίδος. Ὑπάρχουσιν ἔτι τὰ ὑγειονομικὰ συνέδρια καὶ ἄλλα ἐπαγόμενα δαπάνην· δι’ ὃ ἤδη ἀναγράφομεν πίστωσιν 20,000, ἀντὶ τῶν 5,000. Ὑποβάλλω καὶ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1893 ἐκ δραχμῶν 47,000. Διὰ τὰ τῆς διαπλατύνσεως τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου δὲν περιελήφθη ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· εἶχε δοθῆ ἄδεια, ὅπως γένηται προκαταβολὴ ἐπὶ τοῦ δανείου τοῦ ἐπιτραπέντος καὶ μὴ πραγματοποιηθέντος. Τὸ δάνειον εἶχεν ἐπιτραπῆ δι’ 1,300,000, ἀλλ’ ἤδη ἀποδεικνύεται ὑφισταμένη ἀνάγκη 1,475,000. Τὸ δάνειον τοῦ 1,300,000 δὲν ἐπραγματοποιήθη, οὐδὲ πρόκειται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ πραγματοποιηθῇ, οὔτε αὐτὸ, οὔτε τὸ πρόσθετον τῶν 175,000 δραχμῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ δοθῇ ἄδεια συνομολογήσεως τοῦ δανείου ἐπὶ τῷ μεγαλειτέρῳ ποσῷ, ἵνα αὐξηθῇ κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ ἡ ἄδεια προκαταβολῆς, διότι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη προκαταβολῆς, ἔχει δὲ αὕτη ὅριον τὸ ἐπιτρεπόμενον δάνειον.
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν ὁλόκληρον;
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει σημείωμα, προσηρτημένον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔργου, καὶ ἐμφαῖνον, ὅτι ἡ ὅλη δαπάνη τοῦ ἔργου, τελεσθέντος καὶ τελεσθησομένου, εἶναι 1,475,000. Τὸ σημείωμα θέλει τυπωθῆ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶχε ζητήσει, ὅπως κατατεθῇ ἡ σύμβασις τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Κατακουζηνοῦ περὶ κατασκευῆς πυρείων. Τὸ συμβόλαιον κατετέθη παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως λάβῃ αὐτὸ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Εἷς τῶν Βουλευτῶν ἐκ Μεσσήνης εἶπεν, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ δὲν παρέχουσιν εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν ἀδηλώτων οἴνων τὴν ἀπαιτουμένην συνδρομήν. Περὶ τούτου ὑποβάλλω τοὺς σχετικοὺς φακέλλους. Εἷς δὲ τῶν Βουλευτῶν ἐξ Ἠλείας ἐζήτησεν, ὅπως ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν σταθμάρχην Ἠλείας, ὅπως παρεμποδίσῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀγρῶν τῶν κειμένων ἐντὸς καὶ πέριξ τοῦ δάσους Κάπελης. Ὑποβάλλω πᾶσαν τὴν περὶ τούτου ἀλληλογραφίαν καὶ σημείωμα.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὰ νικέλια νομίσματα ἐρωτῶ, ἔχει ἀφορμὴν ἡ Κυβέρνησις νὰ νομίζῃ, ὅτι τὰ ἤδη παραδοθέντα καὶ κομισθέντα δὲν κατεσκευάσθησαν ἐντελῶς κατὰ τὴν συμφωνίαν, μὴ ἔχοντα τὰς ἀναγκαίας ἀναλογίας τῶν μετάλλων;
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι. Οἱ ἐνταῦθα ἁρμόδιοι ἐνετάλησαν ἵνα ἐκτελέσωσιν ἀναλύσεις, καὶ δὲν ὑπέβαλον μὲν ἔτι τὴν ἐπίσημον αὐτῶν ἔκθεσιν, ἀλλὰ, ὡς ἐξωδίκως ἐπληροφορήθην, προέκυψεν ὅτι ὑπάρχουσι πᾶσαι αἱ ἀναλογίαι. Ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαπραχθῇ παράβασις τῶν ὅρων, ἀφοῦ ἡ ἐκτέλεσις ἐγένετο ἐν νομισματοκοπείῳ Γαλλικῷ, καὶ, ὡς γινώσκετε, ἐν Γαλλίᾳ ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως ἄμεσος ἀσκεῖται ἐπὶ τῶν νομισματοκοπείων, προλαμβάνων πᾶσαν καὶ μάλιστα τοιαύτην κατάχρησιν. Οὐχ ἧττον ἐθεωρήσαμεν πρέπον νὰ διατάξωμεν καὶ ἐνταῦθα ἀναλύσεις, καὶ θέλει διαταχθῆ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἀνάλυσις, ἐκτὸς τοῦ καταστήματος, ἐν ᾧ εἶχεν ἐκτελεσθῆ ἡ ἐκτύπωσις. Οὐδεμίαν ὅμως ἔχομεν ἀφορμήν, ἵνα φρονῶμεν, ὅτι δὲν ἐξετελέσθη ἀκριβῶς ἡ παραγγελία.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς ἡσυχίαν τοῦ κοινοῦ.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως θέλουσι δημοσιευθῆ πάντα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀναλύσεων, ἀλλὰ καὶ ἀναφορὰ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς οἰκείας ὑπηρεσίας περὶ τοῦ ἱστορικοῦ τῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια καὶ αἱ δηλώσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 186–188).
§16ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν προσωρινῆς ἐμπορικῆς συνθήκης μετὰ τῆς Σερβίας, ὅπως ἐγένετο καὶ μετὰ τῆς Γαλλίας. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἀντικείμενον ἐπείγει, αἱ δὲ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ λήξωσι ταχέως, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ἀναγραφὴν αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 189).
§18ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω τὸν φάκελλον τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκποίησιν τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων Βουλευτοῦ. Δὲν προτίθεμαι νὰ προσθέσω τι εἰς τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, καθότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει ἐξετάσει τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Ἡ δημοπρασία τῆς ἐκποιήσεως τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, θὰ προσθέσω τινὰ εἰς τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διαχείρισίν μου. Μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν 10 ἑκατομμυρίων καλύκων καὶ συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συγγραφῆς, ὁ ἐργολάβος ἐδικαιοῦτο νὰ παραλάβῃ καὶ πᾶν τὸ τυχὸν ἄχρηστον ὑλικὸν, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ὑπὲρ αὑτοῦ διαθέσει. Ἐπειδὴ δὲ 3,000,000 καλύκων ἐθεωρήθησαν ὡς ἄχρηστοι, ἐπιθεωρηθέντες νομίμως, καὶ τούτους παρεχωρήσαμεν εἰς τὸν ἐργολάβον ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ τῆς δημοπρασίας, διότι τοιαῦται ἦσαν αἱ ὑποχρεώσεις. Ἡ χιλιὰς τῶν καλύκων ἀνελήφθη παρὰ τοῦ ἐργολάβου ἀντὶ 6 δραχμῶν καὶ 5 λεπτῶν. Παρέλαβε λοιπὸν ὁ ἐργολάβος 13,500,000 κάλυκας. Ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο λόγος καὶ περὶ προσφορᾶς δευτέρας, νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγα καὶ περὶ ταύτης. Ἀληθῶς, ὅταν ἐξέδωκα τὴν διαταγὴν συμφώνως πρὸς τὰς αἰτήσεις τῆς Διευθύνσεως τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, ἐργολάβος τις, γνωστός μοι πρὸ εἰκοσαετίας ὡς ἔντιμος ἔμπορος, ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὴν κατοικίαν μου,—διότι ἐκεῖ βεβαίως δὲν ἤθελον δεχθῆ αὐτὸν δι’ ἀντικείμενον τῆς ὑπηρεσίας,—καὶ ἐζήτησε νὰ παραλάβῃ τὸ ὑπόλοιπον τῶν καλύκων, προσφέρων ἀνωτέραν τιμήν. Μὴ γινώσκων τὰ τῆς δημοπρασίας, διέταξα πρὸς στιγμὴν τὴν παῦσιν τῆς παραδόσεως, ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν, λαβὼν γνῶσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν ἐργολάβον καὶ ὀφείλων νὰ συμμορφωθῶ πρὸς αὐτὰς, ἀπήντησα πρὸς τὸν ἐργολάβον,—καὶ τὸ ἔγγραφον εὑρίσκεται ἐν τῷ φακέλλῳ,—ὅτι δὲν δύναμαι νὰ τῷ χορηγήσω τοὺς κάλυκας, ἔστω καὶ ἐπὶ τιμῇ ἀνωτέρᾳ, καθόσον διὰ τῶν ὅρων τῆς συγγραφῆς ὑπεχρεούμην εἰς τὴν παράδοσιν τοῦ ὡρισμένου ποσοῦ· ἔπαυσα ὅμως ἐν τῷ μέλλοντι τὴν χορηγίαν τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ καὶ καλύκων, προτιθέμενος νὰ ἐκθέσω ταῦτα ἐκ νέου εἰς δημοπρασίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριχωνίας παρεπονέθη κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτι δὲν κατέθεσα τὰς αἰτηθείσας καταστάσεις. Ἀληθῶς δὲν κατέθεσα πάσας τὰς αἰτηθείσας καταστάσεις, διότι δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ πράξω τοῦτο, κατέθεσα ὅμως ἐκείνας, αἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς ἔλεγχον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εὗρε τὸ ποθούμενον ἐν αὐταῖς, διότι ὤφειλε νὰ κάμῃ ἐργασίαν πρὸς ἐπίτευξιν αὐτοῦ, δὲν ηὐχαριστήθη. Κατέθεσα σημείωσιν τῆς δυνάμεως τῆς ὑπαρχούσης τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1893. Συγκριτικῶς λοιπὸν πρὸς τὴν δύναμιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις εἶναι ἡ τοῦ ὀργανισμοῦ, ἠδύνατο νὰ ἀνεύρῃ τὰ κενά. Ἐν τούτοις, διὰ νὰ τὸν διευκολύνω, καταθέτω ἑτέραν κατάστασιν καθ’ ὅπλον καὶ κατὰ βαθμόν, ἐν ᾗ ἐμφαίνεται ἥ τε ὑπάρχουσα δύναμις τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένη· συγκρίνων δὲ ταύτας, θὰ εὕρῃ ὁ κ. Βουλευτὴς πάντα τὰ αἰτούμενα. Ἠτήσατο προσέτι κατάστασιν τῶν φρουρῶν, ἣν πέρυσιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἐζήτησεν. Αὕτη εἶναι ἤδη τετυπωμένη, νομίζω δέ, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀνατυπωθῇ, μολονότι θὰ ὑπάρξῃ μικρά τις διαφορά, ἀλλὰ καὶ αὕτη διέταξα νὰ σημειωθῇ. Καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν ἐποιήσατο περὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν μουσικῶν, ἐὰν τουτέστιν ἦναι ἀνάγκη νὰ ὑφίσταται οὗτος, κατόπιν τῆς καταργήσεως τῶν μουσικῶν. Νομίζω ὅτι οἵα ἀνάγκη ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἡ αὐτὴ ὑφίσταται καὶ σήμερον, διότι δὲν κατηργήθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν αἱ μουσικαί· ὑπάρχει μία ἐξ 65 ὀργάνων, ἥτις νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν παρουσίαν ἐπιθεωρητοῦ διὰ τὰς μεταβολὰς ἐν γένει τῆς μουσικῆς.
§19ΜΑΝΕΣΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀντελήφθη τί εἶχον ζητήσει προχθές· ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τοιαύτην κατάστασιν, οὔτε βεβαίως μοὶ ἦτο δύσκολον νὰ ἐξετάσω δι’ ἁπλῆς ἐργασίας αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα. Ἐγὼ ἐζήτησα κατάστασιν πρὸ τριῶν μηνῶν, καὶ ἀκόμη δὲν τὴν ἔλαβον, τῶν κενῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν ἀπεσπασμένων ὑπαξιωματικῶν ἐκ τῶν διαφόρων σωμάτων εἰς ἄλλας εἰδικὰς ὑπηρεσίας καὶ εἰς ξένας τοιαύτας, περιλαμβανομένης καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐκ τούτων ὅλων ἐπεθύμουν νὰ ἀποδείξω, πῶς τὰ σώματα μένουσιν ἄνευ ὑπαξιωματικῶν καὶ συνεπῶς δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ποσῶς ἡ ὑπηρεσία. Τότε δὲ δὲν εἶχον τὴν κατάστασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν σήμερον. Ὡς πρὸς δὲ τὸν λοχαγὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν μουσικῶν, δὲν εἶμαι ἐγὼ βεβαίως ὁ ποιήσας τὴν ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐτέθη καὶ αὕτη εἰς βάρος μου, ἐννοῶ νὰ ἀναλάβω αὐτὸ τὸ βάρος καὶ νὰ εἴπω, ὅτι βεβαίως δι’ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν εἶναι ἐπαρκέστατος ὁ ἱκανώτατος ἀληθῶς ἀρχιμουσικὸς Σάϊλερ, καθὼς καὶ ὁ δεύτερος ἀρχιμουσικὸς καὶ ὁ τρίτος. Καὶ βεβαίως, ὅταν ἔχωμεν δύο μόνον μουσικὰς ἐν τῷ στρατεύματι, νομίζω ἐντελῶς περιττὸν τὸν ἐπιθεωρητήν. Ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶναι βεβαίως ἀξιόλογος ἄνθρωπος, καὶ νομίζω ὅτι καὶ δικαίωμα συντάξεως μετὰ ἀνωτέρου βαθμοῦ ἔχει. Περὶ τῶν καλύκων σᾶς ἠρώτησα, ἐὰν ὁ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβεν, ἐδικαιοῦτο ἢ ὑπεχρεοῦτο εἰς τοῦτο, διότι μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὑπάρχει διαφορὰ σπουδαιοτάτη.
§20ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπεχρεοῦτο.
§21ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἐργολάβος ὑπεχρεοῦτο, τὸ Δημόσιον ὅμως δὲν ὑπεχρεοῦτο· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία ἐνόμισε συμφέρουσαν τὴν τιμὴν τῶν 6 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα. Τὸ Δημόσιον ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραχωρήσῃ, ἀλλὰ κατόπιν τῆς διαταγῆς προσεφέρθη ἕτερος, δὲν ἠδύνατο ὅμως τὸ Δημόσιον νὰ ἀθετήσῃ τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὸν ἐργολάβον, καὶ ἐντεῦθεν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ παράδοσις.
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξ ὅσων ἐνθυμοῦμαι, ἐγένετο διάκρισις δύο κατηγοριῶν. Ἡ μία ἦτο ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ἀνέλαβεν ὁριστικὴν ὑποχρέωσιν, ἡ δευτέρα ἦτο ἡ περὶ τῶν καλύκων τῶν ἐξελεγχθέντων, τοὺς ὁποίους τὸ Δημόσιον δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ παραδώσῃ. Περὶ τῆς τρίτης, τῆς τῶν μὴ ἐξελεγχθέντων, δὲν ποιοῦμαι λόγον. Πρέπει δὲ νὰ μάθωμεν, πῶς ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον τὴν ὑποχρέωσιν διὰ συμβάσεως, ἵνα παραδώσῃ κάλυκας τῆς δευτέρας κατηγορίας, πρὶν ἢ γνωρίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὑπάρχει ἀνωτέρα προσφορά.
§23ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πρὶν ἢ γνωρίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὑπάρχει ἀνωτέρα προσφορὰ, ἐβεβαιώθη παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ὑπάρχει ἄχρηστον ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον, συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας, ὤφειλε νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἐργολάβον, ὅστις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τὸ παραλάβῃ. Προσεκλήθη ὅθεν ὁ ἐργολάβος καὶ ἤρξατο τῆς παραλαβῆς, ὅτε ἐπεδόθη ἡ ἀνωτέρα προσφορά. Ἀλλὰ ταύτην ἀπέκρουσε τὸ Ὑπουργεῖον, διότι εἶχεν ἤδη ὑποχρεωθῆ πρὸ τῆς παραδόσεως.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ παρεδόθη μέγα μέρος καλύκων;
§25ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διὰ τῆς πρώτης παρεδόθησαν 10,000,000 καλύκων, διὰ δὲ τῆς δευτέρας 3,000,000, τουτέστι 18,000 δραχμῶν ἀξίας ἐν ὅλῳ, καὶ οὐχὶ 180,000, ὅσας εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον, ἐπιπολαίως πάντοτε ἐξετάζων τὰ πράγματα.
§26ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν χθὲς, ἦτο ὅτι ἐκ κακῆς εἰσηγήσεως τῆς ὑπηρεσίας προέβη εἰς τὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου, διότι πρόκειται περὶ τῆς δημοπρασίας, ἥτις φέρει ὡς ὅρον τὴν παραλαβὴν τῶν ἀχρήστων καλύκων Γκρᾶ, ἀλλὰ συνάμα καὶ περὶ παρατάσεως προθεσμίας.
§27ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ προθεσμία παρετάθη ἕνεκα κωλυμάτων τῆς ὑπηρεσίας.
§28ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ παράτασις, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμφωνίας. Ἀφοῦ τὸ Δημόσιον ἐνήσκησε δικαίωμα, καὶ ἠθέτησε τὴν προθεσμίαν, ἢ ἐθεώρησε περατωμένην τὴν παράδοσιν τῶν καλύκων, δὲν ἐδικαιοῦτο πλέον ὁ Ὑπουργὸς εἰς παράδοσιν τῶν καλύκων. Ἂν ἦναι μικρὸν τὸ ποσὸν ἢ μέγα, ἀδιάφορον. Πρόκειται προφανῶς περὶ ζημίας τοῦ Δημοσίου, ἕνεκα κακῆς βεβαίως εἰσηγήσεως τῆς ὑπηρεσίας. Τὰ λοιπὰ θὰ ἀναπτύξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Τρικκάλων, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καλλίτερον τὴν ὑπόθεσιν.
§29ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ἀναγκάζομαι δευτέραν σήμερον νὰ κάμω ὑπόμνησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀπὸ τῆς 18 Δεκεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐζήτησα πληροφορίας τινὰς περὶ τῶν γεωργικῶν σχολείων καὶ γεωργικῶν σταθμῶν. Ἔκτοτε παρῆλθον 2½ μῆνες. Ὑπέμνησα αὐτῷ τὴν αἴτησίν μου ἐκείνην, καὶ ὑπεσχέθη νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν βλέπω αὐτάς. Ἰδοὺ δὲ, ὅτι καὶ αὖθις ἀναγκάζομαι νὰ τῷ ὑπομνήσω τὸ χρέος του. Ἀναγινώσκω εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι συμβούλια γίνονται περὶ τῶν γεωργικῶν σχολείων, ὅτι ἐπιτροπαὶ καταρτίζονται, ὅτι ὑπομνήματα ζητοῦνται καὶ ἄλλα τοιαῦτα, ἅτινα γνωρίζω πρὸς ποῖον σκοπὸν δημοσιεύονται, ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν πρόχειρα, ἀλλὰ δὲν προσάγονται. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐξαναγκασθῶ, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα, νὰ χαρακτηρίσω τὴν φυγὴν τοῦ Ὑπουργείου ἀπὸ τῆς εὐθύνης, ἣν φέρει, νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀρνούμενον νὰ καταθέσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Συγχρόνως τότε εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν, διατὶ εἷς ἀστυνόμος ἐνταῦθα ἔδειρε τὸν πολίτην Μουσούρην ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὤφειλε δύο ἐνοίκια εἰς τὸν ἰδιοκτήτην αὐτοῦ. Ὁ πολίτης οὗτος εἶναι ἐκ τῶν φιλησυχωτέρων, ἐδάρη δὲ δὶς, καὶ μολονότι κατήγγειλε τὰς πράξεις, αἱ καταγγελίαι αὐτοῦ δὲν ἐνεργήθησαν. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀσκήσῃ μὲν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ τῆς καταγγελίας, τὸ ὁποῖον ἔχει, ὡς εἶπε —διότι ἤσκησαν μὲν αὐτὸ οἱ παθόντες, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν ἐνέργειαν ἔλαβον αἱ καταγγελίαι αὐτῶν,—νὰ πληροφορήσῃ δὲ τὴν Βουλὴν, πῶς ἔλαβε χώραν τὸ γεγονός. Περὶ τούτου δὲ γενομένου λόγου, νομίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον πρέπει νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς Βουλευτὰς τοῦ κόπου νὰ ὁμιλῶσι περὶ ἀστυνομικῶν πραγμάτων πρὸς Ὑπουργοὺς μὴ ἔχοντας ἐξουσίαν, καὶ ἢ νὰ ὁρίσῃ ποῖον Ὑπουργεῖον ἐκπροσωπεῖ τὴν ἀστυνομίαν καὶ δίδει λόγον εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ νὰ εἰσαγάγῃ νόμον καθιεροῦντα Ὑπουργεῖον Ἀστυνομίας, ἢ νὰ χαρακτηρισθῇ Ὑπουργὸς ὁ ἐπαξίως κατέχων τὴν θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἵνα παρίσταται οὗτος καὶ δίδῃ λόγον εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, λέγων ὅτι ἔχει δικαίωμα ἐπιτηρήσεως καὶ καταγγελίας μόνον, δεικνύει, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, ὅπως ἀναφέρωμεν τὰ παράπονά μας, διότι προϊσταμένη ἀρχὴ δὲν εἶναι ἡ τοιαῦτα ἔχουσα δικαιώματα. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεκδύεται πάσης αὐθεντίας ἐπὶ τῆς ἀστυνομίας, λέγων καὶ αὐτὸς, ὅτι μόνον νὰ ἐπιτηρῇ καὶ νὰ καταγγέλλῃ δικαιοῦται. Τοιαῦτα δικαιώματα δὲν καθιστῶσι τοὺς δύο Ὑπουργοὺς ὑπευθύνους πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν πρὸς ποῖον ν’ ἀπευθύνωμεν λογοδοσίας πρόσκλησιν. Ἴσως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀξιῶμεν λογοδοσίαν ἀπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ, ἀλλ’ οὗτος καὶ δὲν παρίσταται καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παρίσταται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν ὑπέχει ἀπέναντι αὐτῆς εὐθύνην πολιτικήν. Οὕτω λοιπὸν μένει ἡ ἀστυνομία ἄνευ κεφαλῆς, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἄνευ ἐξουσίας, ἄνευ εὐθύνης, ἄνευ φωνῆς! Τελευταῖον ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ προσαγάγῃ πίνακα τῶν γενομένων εἰς τὸ Πανεπιστήμιον προσφορῶν διὰ δωρεᾶς κληρονομίας ἢ κληροδοσίας ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ μέχρι σήμερον, δεικνύοντα δὲ τὰς δωρεὰς, τὸ εἶδος τῆς δωρεᾶς, τὸ ἔγγραφον δωρητήριον ἢ διαθήκην ἢ ἄλλο, τὸ εἶδος καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἀντικειμένων, καὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν αἱ προσφοραὶ αὗται ἐπραγματοποιήθησαν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυνάμεθα ἤδη νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§31ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οὐδεὶς ὁ ἀμφισβητῶν, ὅτι ὑφίσταται σταφιδικὸν ζήτημα, τὰ δὲ συμφέροντα τοῦ τόπου ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλουσι τὴν λύσιν αὐτοῦ. Εἰς τοῦτο ἀφορᾷ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προχθὲς καὶ ἥτις κατετάχθη τελευταία εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καίτοι, Κύριοι, ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἡ μόνη πρακτικὴ καὶ σωστικὴ, διὰ τῆς ὁποίας ἀνακουφίζεται ἡ σταφιδοπαραγωγὴ καὶ ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ εἰς τὴν κατανάλωσιν στελλομένου καρποῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐξασφαλίζει τὰ νόμιμα δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, καίτοι εἶναι εἴπερ τις καὶ ἄλλη κατεπείγουσα, οὐχ ἧττον δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται, ἀποβλέποντι μόνον εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, χάριν τῶν μεγάλων συμφερόντων, ἅτινα ἐπιβάλλουσι τὴν λύσιν ταύτην, νὰ ἐπισπεύσω τὴν συζήτησιν, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ αὐτὴν, ὑποβάλλουσα εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν της, τὰ δυνάμενα ἴσως νὰ ὁδηγήσωσιν ἡμᾶς εἰς τὴν παρὰ πάντων ποθουμένην λύσιν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ κατὰ ποίαν συνεδρίασιν δύναται νὰ δεχθῇ τὴν σπουδαίαν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν.
§32Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀρθὸν εἶναι νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας Νομίζω δὲ καλὸν νὰ ὑποβάλω ἀπὸ τοῦδε, ἵνα ἔχῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, τὴν ἀπάντησιν τὴν δοθεῖσάν μοι παρὰ τῆς Τραπέζης εἰς τὰς πρὸς αὐτὴν παραστάσεις μου. Κατόπιν τῶν τελευταίων ψήφων τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν φρονεῖ ὅτι δύνανται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρακρατήσεως νὰ διαῤῥυθμισθῶσι τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ εἶχον ὑποβάλει καὶ δι’ οὗ διηυκολύνετο ἡ παροχὴ εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας προκαταβολῶν ἐπὶ ποσῷ 9,000,000, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ ἐπανέλθω παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς τὰς ἀξιώσεις, ἃς ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐγείρῃ, ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις ἀνέλαβεν ἐκ συμβάσεων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑποχρεώσεις εἰς τὰ τῶν γεωργικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ὅπως καὶ εἰς τὰ τῶν κτηματικῶν, ἐπιτελέσῃ καὶ τὰ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐπιβαλλόμενα ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἡ Τράπεζα μοὶ ἐδήλωσε καὶ πάλιν προφορικῶς, ὅτι ἐπιτελεῖ πάντα τὰ εἰς αὐτὴν ἐπιβαλλόμενα, καὶ ταῦτα μάλιστα ἐπὶ ποσῷ πολὺ ἀνωτέρῳ τῶν ἀναγεγραμμένων· διότι, ἐνῷ ὑποχρέωσιν ἔχει, ἵνα καταβάλλῃ πρὸς τοὺς γεωργοὺς καὶ κτηματίας μέχρι 2,000,000 δραχμῶν, αὕτη ἔχει καταβεβλημένα περὶ τὰ 5,000,000. Εἰς τὴν Τράπεζαν, ὄντως μὴ ὑποχρεουμένην ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀνέμνησα τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, τὰς ἐκ γενικωτέρων λόγων· ἀλλ’ αὕτη ἐθεώρησε τοὐναντίον, ὅτι ἐκ γενικωτέρων λόγων ἔχει ὑποχρέωσιν ἐν ταῖς σημεριναῖς μάλιστα περιστάσεσι νὰ μὴ ἐκθέτῃ τὸ χρῆμα αὐτῆς εἰς ἐργασίας φύσεως τοιαύτης, ὁποία ἡ τῶν πρὸς αὐτὴν συνιστωμένων. Ἵνα διευκολύνω τὴν Τράπεζαν, ὑπεσχέθην πρὸς αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, ὅπως καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην, ὅτι ἤθελον ἐπιστρέψει πρὸς αὐτὴν ποσὰ κατατεθειμένα παρ’ αὐτῆς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἴσης ἀξίας. Ἔχει ἡ Τράπεζα ὑπὲρ τὰ 4,000,000 ἐντόκων γραμματίων τραπεζικῶν, καὶ ὑπεσχέθην εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ἐπιστρέψω εὐθὺς εἰς αὐτὴν ἅπαν τὸ χρῆμα τὸ παρ’ αὐτῆς διατεθειμένον εἰς ἔντοκα γραμμάτια, ὅπως αὕτη διαθέσῃ αὐτὸ, καθ’ ἃ καὶ προηγουμένως ἔπραξεν, ὑπὲρ τῶν σταφιδοκτημόνων καὶ ἰδίως ὑπὲρ τῶν σταφιδοκτημόνων τῆς δυτικῆς παραλίας τῆς Πελοποννήσου, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει μεγαλειτέρα στενοχωρία, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι διὰ κεφαλαίου 4,000,000 δὲν δύνανται νὰ εὐκολυνθῶσι πάντες. Ἡ Τράπεζα ὅμως ἐθεώρησεν, ὅτι τῇ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ ἀναδεχθῇ τοιαύτην ὑποχρέωσιν, καὶ ταύτην τὴν γνώμην αὐτῆς μοὶ ἐξέφρασεν ἐγγράφως, νομίζω δ’ ὅτι εἶναι ἀνάγκη πρὸ τῆς ἡμέρας, ἣν θὰ ὁρίσῃ πρὸς συζήτησιν, νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψει τυπωμένην τὴν ἔκθεσιν ταύτην τῆς Τραπέζης, διότι ἀποτελεῖ σπουδαῖον στοιχεῖον ἐν ταῖς σκέψεσι καὶ ταῖς ἀποφάσεσιν ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Διὸ ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον τοῦτο, παρακαλῶ, ὅπως διαταχθῇ ἀμέσως ἡ τύπωσις αὐτοῦ καὶ διανομή.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 190).
§34ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ποίαν δὲ ἡμέραν ὁρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὴν συζήτησιν;
§35Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Οἱανδήποτε ἡμέραν ἤθελεν ὁρίσει ἡ Βουλή.
§36Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὔριον.
§37ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Τρίτην.
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Πέμπτην.
§39ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν δηλαδή.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν Πέμπτην.
§41ΚΟΥΣΤΑΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ δύνανται νὰ εὕρωσι τὸν τρόπον τοῦ νὰ σχηματίσωσι σταφιδικὸν ταμεῖον. Ἐπιτρέψατε λοιπὸν νὰ σᾶς ὑποβάλω ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς...
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ νὰ κάμητε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσητε ἓν ὁλόκληρον νομοσχέδιον; Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§43ΚΟΥΣΤΑΣ. Ἔχω δικαίωμα νὰ τὸ ἀναγνώσω. Ἀκούσατέ το λοιπόν. Ἂν δὲν γείνῃ τώρα, νὰ γείνῃ εἰς τὸ μέλλον. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω πρῶτον τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν (γέλωτες).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, παρακαλῶ, νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἂν ἐπιθυμῇ νὰ ἀναγνώσητε τὸ νομοσχέδιον.
§45ΚΟΥΣΤΑΣ. Πέντε λεπτὰ θὰ κάμω.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι (θόρυβος).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἐγὼ σᾶς ὑπόσχομαι, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν σας θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ αὔριον ἀμέσως.
§48ΚΟΥΣΤΑΣ. Διατὶ δὲν θέλετε νὰ ἀκούσητε; Αὐτὸ ἀποδεικνύει πόσον ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὸν μεγαλείτερον πλοῦτον τοῦ ἔθνους, καὶ λυποῦμαι πολύ. Ἂν σήμερον ἦναι φτώχια, εἶναι ὄχι διότι ἐχρεωκοπήσαμεν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐπωλήθη ἡ σταφίς. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀκούσητε (θόρυβος).
§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ εἶμαι σαφῶς ἐκπεφρασμένος κατὰ παντὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν σταφίδα· ἀλλὰ βλέπω μετὰ λύπης μου, ὅτι ἐμποδίζεται νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του εἷς συνάδελφος, ὁ ὁποῖος καὶ μακρόθεν ἔχει μεριμνήσει περὶ τοῦ ζητήματος, ὑποβαλὼν ἐκ Κορίνθου πρότασιν νόμου. Ἐπὶ πέντε λεπτὰ τώρα, κατὰ τὰ ὁποῖα γίνεται ὁ θόρυβος, θὰ εἶχεν ἀναγνώσει τὸ νομοσχέδιόν του ὁ κ. συνάδελφος.
§50ΚΟΥΣΤΑΣ. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἔχει ὡς ἑξῆς (θόρυβος).
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπαγορεύονται οἱ γραπτοὶ λόγοι.
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι νομοσχέδιον.
§53ΚΟΥΣΤΑΣ. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει αὐτήν).
§54ΚΟΥΣΤΑΣ. Ἰδοὺ καὶ τὸ νομοσχέδιον (θόρυβος). Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκει)...
§55ΣΠ. ΜΑΚΡΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν (γέλωτες).
§56ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκεῖ, ἀρκεῖ (θόρυβος).
§57ΜΑΚΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χθὲς εἰς τὸν λόγον σας ἀνεφέρατε, ὅτι ἐκ τῆς σταφίδος θὰ ὠφεληθῶσιν οὐ μόνον οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ αἱ αἶγες καὶ τὰ πρόβατα, δὲν βλέπω νὰ ἀναγράφητε ἤδη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σας (ἱλαρότης).
§58ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Κούστα, τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου σας τὴν περιλαμβάνει τὸ 1ον ἄρθρον, καὶ τὴν ἤκουσεν ἡ Βουλή. Τὰς λεπτομερείας θὰ τὰς μελετήσῃ ἡ Βουλὴ κατόπιν, ὅταν διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιόν σας.
§59ΚΟΥΣΤΑΣ. Πολὺ καλὰ, ἀφοῦ δὲν θέλετε νὰ ἀκούσητε. Τὸ σπουδαῖον εἶναι νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι τὸ ἀπαγορευτέον μέρος τῆς σταφίδος δὲν θὰ διαχειρίζηται ἀπὸ ἄλλους, παρὰ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους σταφιδοκτήμονας. Νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 191).
§61ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι σοβαρωτάτη· ἐδήλωσεν ὅτι, ἐνῷ ἐποιήσατο πάντα τὰ διαβήματα πρὸς τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσέρχηται ἀρωγὸν εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην πιστώσεων γεωργοκτηματίας, τοῦτο ἠρνήθη. Δὲν βλέπω κατὰ τί θὰ φωτίσῃ μεγάλως τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ τυπωθῇ. Ἐὰν ἐν τῇ ἐκθέσει περιλαμβάνηται αἴτησίς τις, ὅπως ἡ Βουλὴ μεριμνήσῃ καὶ νομοθετήσῃ τι, δυνάμει δὲ τοῦ νομοθετήματος τούτου δυνηθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ παράσχῃ τὴν αἰτουμένην συνδρομὴν, βεβαίως θὰ ἦναι χρησιμωτάτη ἡ τύπωσις καὶ διανομὴ αὐτῆς. Ἐὰν ὅμως ἡ ἔκθεσις αὕτη καταλήγῃ εἰς ἄρνησιν ἀπόλυτον, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐλπίδος περὶ παροχῆς συνδρομῆς, νομίζω ὅτι σπουδαῖον καὶ ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων καὶ τὸ μόνον ἐπεῖγον εἶναι νὰ μεριμνήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις περὶ παροχῆς συνδρομῆς εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κινδυνεύουσι νὰ μείνωσιν ἀκαλλιέργητα, πρὸς μεγάλην ζημίαν τοῦ Κράτους· διότι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἐνδιαφέρεται ὄχι μόνον ἡ δυτικὴ παραλία τῆς Πελοποννήσου σήμερον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς. Ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ αἰσθανόμεθα πολὺ περισσότερον τὴν σταφιδικὴν κρίσιν παρ’ ὅσον ἴσως αὐτοὶ οἱ σταφιδοκτήμονες, διότι σήμερον οἱ καταστηματάρχαι καὶ οἱ ἔμποροι καὶ οἱ βιομήχανοι οὐδὲ πληρώνουσιν, οὐδὲ πληρόνονται, ἕνεκα τῆς σταφιδικῆς κρίσεως. Τὸ σταφιδικὸν ζήτημα εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ σήμερον ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Λοιπὸν τί πρόκειται νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; Ἐὰν ἡ ἔκθεσις τῆς Τραπέζης προκαλῇ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ νὰ νομοθετήσῃ τι, βεβαίως ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ αὕτη· ἐὰν ὅμως δὲν περιέχῃ τοιοῦτόν τι, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ, τί ἐννοεῖ νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην πιστώσεων προσωρινῶν, ἵνα καλλιεργήσωσι τὰ κτήματα αὐτῶν. Ἄνευ τούτου δὲν βλέπω τί πρόκειται νὰ πράξωμεν τὴν προσεχῆ Τρίτην ἢ Πέμπτην. Τὸ ἐπεῖγον εἶναι ἡ ἄμεσος συνδρομὴ πρὸς τοὺς καλλιεργητάς. Ἀπορῶ δὲ μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος, γνωρίζω, ὅτι ἔχει τὸ προσὸν νὰ γινώσκῃ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησίν του, ὁσάκις θέλῃ, καὶ πολλάκις ἐπέβαλεν αὐτὴν, ἄλλοτε εὐλόγως καὶ ἄλλοτε οὐχὶ, καὶ εἰς τὸ Κατάστημα τοῦτο, τὸ ἠνάγκασε δὲ νὰ μετάσχῃ εἰς τὰ δημόσια δάνεια, πρὸς ζημίαν αὐτοῦ, καὶ εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς αὐτοῦ συνδυασμοὺς, οὕτως ὥστε νὰ φορτωθῇ μὲ 50 ὅλα ἑκατομμύρια καὶ πλέον δρ. εἰς χρεώγραφα τοῦ Δημοσίου, πρὸς ζημίαν τοῦ ἡμίσεως σχεδὸν ἐκ τῶν κεφαλαίων αὐτοῦ, ἀπορῶ, λέγω, πῶς σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν δύναται, ἐν τοιαύτῃ μεγίστῃ καὶ ἐπειγούσῃ ἀνάγκῃ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του καὶ εἴπῃ εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι ἀφοῦ ἔχει τόσα ὠφελήματα παρὰ τοῦ Κράτους, ἀφοῦ ἔχει τόσα προνόμια, ἀφοῦ ἔχει εἰς κυκλοφορίαν 100,000,000 δρ. καὶ πλέον χαρτονομίσματα, τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦσιν ὡς νόμισμα καὶ διὰ τὰ ὁποῖα λαμβάνει τόκους ἐπαρκεῖς, ἀφοῦ ἀπέκτησεν ὠφελήματα παρ’ ἡμῶν ψηφισθέντα, καὶ πρὸ ὀλίγου ἀκόμη τὴν ἐξαγορὰν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ Δημόσιον, νὰ ἀπολαμβάνῃ μέρος τῶν κερδῶν αὐτῶν, μετὰ τόσας παροχὰς, τὰς ὁποίας εὐλόγως παρέσχε τὸ Κράτος εἰς τὸ Κατάστημα αὐτὸ,—διότι ὁμολογῶ, ὅτι οὐδένα ἔχω λόγον προσωπικῆς ἀντιπαθείας κατ’ αὐτοῦ, ἔχω τοὐναντίον λόγους γενικωτέρους νὰ ὑποστηρίζω καὶ αὐτὸ καὶ τὰς ἄλλας προνομιούχους Τραπέζας καὶ πᾶσαν Τράπεζαν, πρὸς αὔξησιν τῶν κεφαλαίων τῶν παρεχομένων εἰς πιστώσεις καὶ ὁπωσδήποτε κυκλοφορούντων οὕτως ἐν ἀφθονίᾳ,—ἀφοῦ, λέγω, τόσας παροχὰς παρέχομεν εἰς τὸ Κατάστημα αὐτὸ, δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὔτε δίκαιον, σήμερον, ὅτε εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ἀνάγκης ἐθνικῆς, νὰ σταματήσῃ τοῦτο καὶ περιορίσῃ τὰς πιστώσεις αὐτοῦ πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας εἰς 1,800,000 δραχ. μόνον, καὶ νὰ ἀρνῆται νῦν ἀπὸ ἕνδεκα ὅλων ἑκατομμυρίων νὰ παράσχῃ μείζονας πιστώσεις. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀφοῦ τῇ παρέχει, ὡς οὗτος λέγει, τέσσαρα ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, νὰ παράσχῃ πιστώσεις· γνωρίζει δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιβάλληται, ὅταν θέλῃ Ἐὰν δὲν θέλῃ, εἶναι ἄλλος λόγος, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ καθαρὰ καὶ εἰλικρινῶς.
§62Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀποδεικνύουσι πόσον ἀναγκαῖον εἶναι νὰ δημοσιευθῇ ἡ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσις τῆς Τραπέζης, διότι εἰς τὰς γνώμας τῶν πλείστων, ὅπως καὶ ὑπὸ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὑπολανθάνει πάντοτε ἡ ἐλπὶς, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δύναται νὰ βοηθήσῃ, ἂν ἡ Κυβέρνησις παρ’ αὐτῇ ἐργασθῇ ὡς πρέπει. Αὕτη εἶναι ἡ λανθάνουσα ἰδέα, ἥτις κατὰ πολὺ ἐκτρέπει τὴν συζήτησιν ταύτην τῆς πρεπούσης καὶ σκοπίμου διευθύνσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου ταῦτα ἔλεγεν, ἐκφράζοντα τὴν ἔννοιαν τῶν λεχθέντων καὶ παρὰ πολλῶν ἄλλων ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ· ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὁσάκις ἠθέλησεν, ἐπεβλήθη εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ εἰς ἀπόδειξιν τούτου ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐπεβλήθη δῆθεν κατὰ καιροὺς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅπως αὕτη μετέχῃ τῶν ἐθνικῶν δανείων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει ὅλως ἐσφαλμένας πληροφορίας περὶ τούτου· διότι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις πάντοτε ἐνήργησε παρὰ τῇ Τραπέζῃ, ἵνα αὕτη ἀπαλλαγῇ τῶν ἐθνικῶν δανείων· πάντοτε παρέστησε πρὸς τὴν Τράπεζαν, ὅτι χρήσιμον εἰς τὴν κοινωνίαν εἶναι νὰ μὴ ἔχῃ μεγάλα ποσὰ διατεθειμένα εἰς ἐθνικὰ δάνεια, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κοινοῦ. Ἡ Τράπεζα ὅμως ὀφείλει νὰ ἐξετάζῃ τὰ ζητήματα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἰδίας· ἡ Τράπεζα ἀπήντα πρὸς ἡμᾶς τὰ ἐναντία πρὸς τὰ συνιστώμενα εἰς αὐτὴν, κατὰ ἐκεῖνα, ἅτινα πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτής· ἀπήντα πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἔχει ὑποχρεώσεις μεταλλικὰς, καὶ ὅτι ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων τούτων ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ πρόνοιαν περὶ τῆς ἐγκαίρου ἀποτίσεως αὐτῶν ἄνευ τοῦ κινδύνου ἐνδεχομένων δυσχερειῶν ἐν τῇ ἀγορᾷ πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ἀναγκαίου μεταλλικοῦ, τοιαύτην δὲ πρόνοιαν ἀπετέλει ἐπωφελῶς μόνη ἡ κατοχὴ χρεωγράφων τῶν ἑλληνικῶν μεταλλικῶν δανείων, διότι τὰ ἑλληνικὰ μεταλλικὰ δάνεια, ἅτινα ἄλλως τε εἶναι καὶ τὰ μόνα, ὧν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν ἡ κατοχὴ ἐκ τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, ἀποδίδουσι τόκον πολὺ ἀνώτερον τοῦ τῶν γνωστοτέρων ξένων χρεωγράφων καὶ ἴσον ἢ ἀνώτερον τοῦ τῶν ἰδίων αὐτῆς δανείων. Εἰς τὰς παραστάσεις ἄρα ἡμῶν καὶ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις ἡμῶν, ὅπως περιορίζῃ τὸ εἰς τοιαύτας ἀξίας διατιθέμενον κεφάλαιον αὐτῆς, ἡ Τράπεζα ἀπήντα ἐνασκοῦσα τὸ δικαίωμα αὐτῆς, ὅπως κανονίζῃ τὰ καθ’ ἑαυτὴν ἐν τῷ ἰδίῳ συμφέροντι ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς. Ἀλλὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἡ πλάνη περὶ τὸ θέμα τοῦτο ἀποδεικνύει πόσον ἀναγκαῖον εἶναι νὰ διατελῇ πεφωτισμένη ἡ Βουλὴ ἐν τοῖς περὶ τούτου, ἀφοῦ ἐπὶ ζητημάτων, ὁποῖον τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς, εἰς τὴν Τράπεζαν πάντοτε ἀποβλέπει ἡ Βουλὴ πρὸς συνδρομὴν, καὶ δικαίως. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἡ βάσις πάσης ἐνεργείας πρὸς πορισμὸν χρήματος δυναμένου νὰ διατεθῇ προχείρως, τὸ δ’ ἔγγραφον, ὅπερ ὑπέβαλον εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα δημοσιευθῇ, ἐξηγεῖ πάντας τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ἡ Τράπεζα φρονεῖ οὐ μόνον ὅτι δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ τὸ χρῆμα τοῦτο, καίτοι ἤθελεν ἀποτιθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ἡ Πολιτεία νὰ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτῆς, οὐδὲ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν νὰ ποιήσηται τοιαύτην χρῆσιν τοῦ χρήματος αὐτῆς. Αἱ περὶ τούτων σκέψεις, παρὰ τοιούτου Καταστήματος ἐκφερόμεναι, εἶναι ἄξιαι μελέτης, καὶ νομίζω, ὅτι πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἣν προκαλεῖ λίαν ἐπικαίρως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας διὰ τῆς προτάσεως αὐτοῦ, εἶναι πρέπον νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ μελετήσῃ τὸ ἔγγραφον τῆς Τραπέζης.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀποδέχομαι ὡς ὀρθὸν τὸ πόρισμα τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι βεβαίως θέλει παράσχει ἡμῖν περισσότερα φῶτα ἡ κατατεθεῖσα ἔκθεσις τῆς Τραπέζης, ὅταν δημοσιευθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡμῖν· εἶναι δ’ ἀναγκαῖον νὰ λάβωμεν σαφῆ πληροφορίαν καὶ περὶ τῆς ἐπιῤῥοῆς, ἣν τὸ Ὑπουργεῖον ἐνήσκησεν ἐπὶ τὴν Τράπεζαν ὑπὲρ τῶν σταφιδοκτημόνων, καὶ περὶ τῶν λόγων, δι’ οὓς ἡ Τράπεζα ἐμείωσε κατὰ τὰ 9/10 τὰς πρὸς τοὺς γεωργοκτηματίας πιστώσεις. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ περιμένωμεν νὰ δημοσιευθῇ ἡ ἔκθεσις, ἵνα μελετήσωμεν αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραλίπω, ἵνα καὶ ἀπὸ τοῦδε δηλώσω τὴν λύπην, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην, ἀκούσας τὴν ἑσπέραν ταύτην παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἑκουσίως καὶ κατ’ ἰδίαν αὐτῆς γνώμην, οὐχὶ δ’ ἐκ πιέσεως τοῦ Ὑπουργείου, μετεῖχε τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἐξέδιδε κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐγὼ ὑπελάμβανον, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ποθοῦσα ἵνα συνδράμῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἢ καὶ ἀσθενῆ ἀντιτάσσουσα βούλησιν, ἔστεργε νὰ μετέχῃ τῶν δανείων τούτων. Δὲν ἐπίστευα δὲ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, κατ’ ἰδίαν ἐλευθέραν γνώμην, ἔκρινεν ὅτι ἐπικερδεστέρα ἦτο ἡ διάθεσις τῶν κεφαλαίων αὐτῆς εἰς ἀγορὰν χρεωγράφων ἐθνικῶν δανείων. Μανθάνω δὲ μετὰ λύπης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως εἶχε προτρέψει αὐτὴν, ἀλλ’ ὅτι αὐτὴ ἐλευθέρως διέθετεν οὕτω τὰ κεφάλαιά της· λέγω δὲ «μετὰ λύπης», διότι τοῦτο μειώνει τὴν περὶ τῶν διοικούντων τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν γνώμην μου, μαρτυροῦν τὴν περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Τραπέζης μέριμναν αὐτῶν ὀλιγωτέραν τῆς προσηκούσης. Οἱ διοικοῦντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν κατοικοῦσιν ἐν Ἀθήναις, ἀκούουσι τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀναγινώσκουσι πάντα τὰ περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἔγγραφα, ὅσα ἡ Κυβέρνησις δημοσιεύει, καὶ τὰ ὁποῖα δηλοῦσι τὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἐν ᾧ δ’ εἶχον πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἡ δὲ γνῶσις αὐτῶν προσῆκε νὰ προκαλέσῃ ἐμβριθεῖς σκέψεις καὶ νὰ κλονήσῃ τὰς πεποιθήσεις, αἵτινες ὡδήγουν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀγορὰν ἐθνικῶν χρεωγράφων, μ’ ὅλα ταῦτα ἐπέμενον τοποθετοῦντες πέντε καὶ ἓξ δεκάδας ἑκατομμυρίων εἰς τοιαύτην ἐπιχείρησιν. Τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐξηγῶ, εἶναι εἰλικρινές, διότι τιμῶ τὰ πρόσωπα τὰ διοικοῦντα τὴν Τράπεζαν, καθορῶ δέ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, θέλουσι γείνῃ αἰσθητὰ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν Τράπεζαν. Κρῖμα, διότι οἱ διοικοῦντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἄνδρες ὑπέροχοι εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν τραπεζικῶν ὑποθέσεων, περιέπεσαν εἰς τοιαύτην πλάνην! Ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ συζητήσω περὶ τούτου, ὅταν δημοσιευθῇ ἡ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν κατέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Παρακαλῶ ὅμως αὐτὸν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατάστασιν, δηλοῦσαν ἂν αἱ καθυστερήσεις, αἱ σημειούμεναι ἐν τῷ ἰσολογισμῷ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1893 καὶ ἀνερχόμεναι εἰς τρία καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἦναι καθυστερήσεις τῶν χορηγήσεων, τὰς ὁποίας ἡ Τράπεζα εἶχε δώσει εἰς τοὺς γεωργοὺς κατὰ τὸ 1893, ἢ εἶναι τὸ ἄθροισμα τῶν καθυστερήσεων τῶν χορηγήσεων, τὰς ὁποίας κατὰ σειρὰν πολλῶν ἐτῶν εἶχε δώσει εἰς αὐτούς· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, πόσον ποσὸν καθυστερήσεως ἄφινον αἱ πρὸς τοὺς γεωργοκτηματίας χορηγήσεις καθ’ ἕκαστον τῶν παρελθόντων ἐτῶν.
§64Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει ἀρυσθῆ τὰς πληροφορίας, ἃς ζητεῖ, ἐκ τοῦ ἐγγράφου, ὅταν τοῦτο δημοσιευθῇ, διότι τὸ ἔγγραφον πραγματεύεται τὰ τοῦ θέματος τούτου οὐχὶ ἐν πίνακι, ἀλλ’ ἀφηγηματικῶς. Εἰς τὰ τῶν ἄλλων παραστάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰ αἰσθήματα αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν θὰ εἰσέλθω, διότι δὲν νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχω νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ αἰσθήματά μου περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ὅ,τι νομίζω ὅτι καλοῦμαι νὰ πράξω εἶναι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἔχουσι τὰ τῶν σχέσεων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν ὅπως τὰ παρέστησα, καὶ εἰς ἀπόδειξιν φέρω τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ὅπου ἡμεῖς δὲν περιελάβομεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μεταξὺ τῶν παρεχόντων τὸ δάνειον τοῦτο, καὶ αὕτη εὐθὺς κατόπιν εἰσεχώρησεν οὐχὶ ἐν τῇ πρώτῃ σειρᾷ τῶν μετόχων, πρὸς οὓς ἡ Κυβέρνησις εἶχε συμβληθῆ, ἀλλ’ ἐν τῇ δευτέρᾳ σειρᾷ, καὶ ἐπὶ καταβολῇ, νομίζω, 900,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον ὅσων θὰ κατέβαλλεν, ἂν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀρχικῶς συνηλλάσσετο. Βεβαίως τὴν μετοχὴν εἰς τὸ δάνειον ἐκεῖνο δὲν ἀπέκτησεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πιεσθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐνδιεφέρετο εἰς τοὺς ἐν τῇ πρώτῃ σειρᾷ συναλλαττομένους, ἐν οἷς δὲν περιέλαβε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Διὰ τῆς πράξεως δὲ ἐκείνης ἀπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐνδιεφέρετο οὐχὶ ἵνα συμπράττῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὰ ἐθνικὰ δάνεια, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐνδιεφέρετο, ὅπως ἀπέχῃ αὐτῶν.
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον προέβαλεν, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐνήργει ἐλευθέρως, καὶ διὰ τοῦτο φαίνεται ἐγγραφεῖσα μετὰ τῶν μετόχων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἰς δευτέραν σειράν, δὲν ἀποδεικνύουσι τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτοῦ, οὐδὲ ἀναιροῦσι τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἀπηύθυνα πρὸ μικροῦ, ἐξετάζων τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἦτο δάνειον ὄχι μόνον προνομιοῦχον, ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰς ἐγγυήσεις τῶν ἄλλων δανείων, εἶχε τὸ δάνειον τοῦτο, ἀλλὰ ἦτο καὶ δάνειον τραπεζιτικῶς τοσοῦτον συμφέρον εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, ὥστε ἠδύνατό τις νὰ παραπονεθῇ, ὅτι οἱ μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως συναλλαξάμενοι ἠδίκησαν τὸ Κράτος, τοιαύτας προβαλόντες ἀξιώσεις κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τούτου. Δύνανται νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἐν τῷ Κράτει καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ ἄνθρωποι ἰσχυριζόμενοι ὅτι τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἦτο δωρεὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ παρασυρθῶ ὑπὸ τοιούτων σκέψεων, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἦτο ἡ πρώτη ἀτυχὴς πρᾶξις τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου, ἦτο ἡ πρώτη ἀφορμή, ἥτις μᾶς ὤθησεν εἰς τὴν πτώχευσιν τῆς 10 Δεκεμβρίου. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐρεύνης τῶν περὶ τούτου, θέλω ἀποδείξει, ὅτι αἱ γνῶμαί μου περὶ τοῦ δανείου τούτου δὲν εἶναι γνῶμαι ἐστερημέναι βάσεως. Ἡ διάθεσις λοιπὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως μετάσχῃ τοῦ δανείου τούτου εἴτε ἐν πρώτῃ σειρᾷ εἴτε ἐν δευτέρᾳ, δὲν ἦτο ἐπιχείρησις ἐπιζημία, οὐδὲ δύναται νὰ ἀποδείξῃ ἀδίκους τὰς ἐπικρίσεις ἐκείνων, οἵτινες μετ’ ἐκπλήξεως εἶδον αὐτὴν νὰ ἀφιερώνῃ 57 ἑκατομμύρια χρυσοῦ, ἵνα ἀγοράζῃ ἑλληνικὰ χρεώγραφα.
§66ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω σήμερον εἰς τὴν ἔρευναν τῶν τῆς Τραπέζης, τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς πρὸς τὸ Κράτος καὶ τοὺς κατοίκους αὐτοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι μετὰ τὴν τύπωσιν καὶ δημοσίευσιν τῆς ἐκθέσεως νὰ ὁμιλήσω. Ἐπὶ μίαν μόνον στιγμὴν θέλω ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ὡς πρὸς τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν διατείνεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ὑπεπέσαμεν ἡμεῖς οἱ ἀγνοοῦντες τὰ τραπεζιτικὰ μυστήρια ἀντιπολιτευόμενοι. Ἤμην μέτοχος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ μετέσχον εἰς δύο γενικὰς συνελεύσεις τῶν μετόχων αὐτῆς. Ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ τότε τῆς καταστάσεως, ὥστε νὰ γνωρίζω ἀρκούσας λεπτομερείας, γνωστὰς εἰς πάντας τοὺς μετόχους, περὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι ἡ Ἐθν. Τράπεζα εἶχε συμφέρον νὰ ἔχῃ ἐθνικὰ δάνεια πρὸ τοῦ νόμου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τότε βεβαίως, ἐπειδὴ τῇ εἶχεν ἐπιτραπῆ νὰ μεταχειρίζηται τὰ ἐθνικὰ δάνεια ὡς χρυσὸν ἐν ἀποταμιεύσει πρὸς κυκλοφορίαν γραμματίων, νὰ θεωρῶνται δηλ. τὰ ἐθνικὰ δάνεια ὡς μεταλλικὸν, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ γραμμάτια ἴσης ἀξίας, κατὰ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ γραμμάτια ἀπέναντι τοῦ μεταλλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀντεπροσώπευον καὶ τὰ χρεώγραφα τοῦ Δημοσίου· κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1874, νομίζω, εἶχε δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ γραμμάτια διὰ τὰ χρεώγραφα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ μετὰ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ὥρισε νὰ ἔχῃ ἡ Τράπεζα δι’ ἴδιον λογαριασμὸν 60 ἑκατομμύρια γραμματίων εἰς κυκλοφορίαν, ἐκτὸς τῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν δανειζομένων, δὲν εἶχε συμφέρον ἄλλο, παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπέμνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἔχουσα ὑποχρεώσεις δι’ ἀτυχῆ ἐπιχείρησιν ἡ Τράπεζα, εἶχε συμφέρον, ὡς αὐτὸς λέγει, νὰ ἔχῃ μεταλλικὸν ἀντίκρυσμα. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι δευτερεῦον ζήτημα, καὶ ὅταν συζητήσωμεν, ἴσως εὑρεθῇ, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπιέζετο ἡ Τράπεζα, ἠδύνατο μᾶλλον νὰ ἐξαγοράζῃ τὰς λαχειοφόρους μετοχὰς αὐτῆς, ἀντὶ τῶν δημοσίων χρεωγράφων. Λέγω λοιπὸν, ὅτι συμφέρον εἶχε νὰ κατέχῃ χρεώγραφα ἐθνικὰ ἡ Τράπεζα πρὸ τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὄχι ὕστερον. Τέλος πάντων ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν λεπτομέρειαν ταύτην, διότι εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας. Σήμερον παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μεταχειρισθῇ πᾶν μέσον, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα θὰ μείνουν ἀκαλλιέργητα πρὸς ἐθνικὴν καταστροφήν.
§67ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἤθελε κατορθωθῆ νὰ παρασχεθῇ εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς κἄποια ἀρωγὴ ἄλλως πως, ἤτοι ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐν ᾗ περιπτώσει συνῄνει αὕτη νὰ χορηγήσῃ δάνεια εἰς τοὺς κτηματίας, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ὑποβληθῶσιν οὗτοι διὰ τὰ δάνεια αὐτὰ εἰς τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, δηλ. νὰ ἐπιτραπῇ ἡ διὰ τῆς βίας εἴσπραξις ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου τῶν δανείων αὐτῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ κτηματίαι δὲν ἤθελον φανῆ ἐμπρόθεσμοι.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ θέμα, ὅπερ ἀνακοινεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας, δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς Τραπέζης, ὅπερ ἀνέγνωσα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ ὀλίγου. Ἀλλὰ τὸ θέμα ἀνεκινήθη πρότερον, καὶ εἴδετε τὰ πορίσματα τῶν περὶ τούτου σκέψεων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἰδέας, ἣν εἴχομεν ἡμεῖς, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων ἡ σύστασις Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐκεῖ περιελάβομεν διάταξιν, ὁποίαν εἰσηγεῖται ὁ κ. Βουλευτής· περιελάβομεν καὶ ἄλλας διατάξεις ἐπίσης ἢ καὶ πλέον ταύτης ἐκρύθμους. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἦσαν γνωστὰ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε τότε δηλώσει, ὅτι δὲν ἦτο διατεθειμένη ἵνα ἀναλάβῃ τὸ ἔργον. Ἤδη ἀνέγνωσα τὴν ἐπιστολὴν τὴν ἐπιδοθεῖσαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐσχετίζετο πρὸς προτάσεις ἐπὶ νεωτέρας βάσεως, ἐπὶ τῆς παροχῆς ὅλου τοῦ χρήματος παρὰ τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἀποδόσεως τῶν εἰς ἔντοκα γραμμάτια διατεθειμένων κεφαλαίων τῆς Τραπέζης. Τοῦτο ἦτο μεγίστη εὐκολία διὰ τὴν Τράπεζαν, διότι δὲν θὰ ἐζητοῦντο παρ’ αὐτῆς χρήματα· προετείνετο εἰς αὐτὴν νὰ ἀναλάβῃ τὸ χρῆμα τὸ εἰς ἔντοκα γραμμάτια διατεθειμένον καὶ νὰ διαθέσῃ αὐτὸ εἰς γεωργικὰ γραμμάτια. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ εἰς ἔντοκα γραμμάτια διάθεσις τοῦ χρήματος διηυκόλυνε τὰς ἐργασίας αὐτῆς, πρὸς ἃς εἶχε πάντοτε πρόχειρον τὸ οὕτω διατεθειμένον χρῆμα, ἐνῷ ἡ διάθεσις χρήματος εἰς γεωργικὰ γραμμάτια ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὸν προορισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἤθελε προκαλέσει δυσχερείας εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς.
§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προετείνετο ὑπὸ τοῦ ἀποῤῥιφθέντος νομοσχεδίου, εἶναί τι ὅλως διάφορον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας ἐπρότεινε σήμερον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου προετείνετο, ἵνα εἰς ἑταιρίαν ἄλλην, παρὰ τὴν Τράπεζαν, παραχωρηθῇ τὸ προνόμιον τῆς εἰσπράξεως διὰ τῶν εἰσπρακτόρων τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ προνομίου τούτου καὶ τῆς ἐξαιρετικῆς περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δάνεια ὡρισμένου ποσοῦ, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα ἤθελε δανείσει εἰς τὰς μᾶλλον πασχούσας τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, θέλουσιν εἰσπραχθῆ παρὰ τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων. Τὸ ἔγγραφον τῆς Τραπέζης δὲν λέγει τοῦτο, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἀνεπτύχθησαν ἐνταῦθα ὑποθέτω, ὅτι ἡ δυσκολία δὲν ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει διαθέσιμα χρήματα, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι τὰ γεωργικὰ δάνεια τὰ θεωρεῖ ἀκινητοποίησιν τῶν κεφαλαίων της, ἑπομένως δὲν θέλει νὰ ἀκινητοποιήσῃ ποσὸν χρημάτων μέγα, διότι ἔχει ἄλλας ὑποχρεώσεις, αἵτινες δύνανται νὰ τῇ ἐπιβάλωσι τὴν ἀνάγκην πληρωμῶν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, διότι αὐτὴ θὰ γείνῃ καθ’ ἣν ἡμέραν ὡρίσθη. Ἀλλὰ νομίζω ἀπὸ τοῦδε ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγηθῇ, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δέχηται, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἀναδεχθῇ εἰδικῶς εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην περίστασιν τὴν εἴσπραξιν τῶν χορηγηθησομένων δανείων παρὰ τοῦ Δημοσίου, δίδουσα οὕτως ἐμμέσως ὑπόσχεσιν ἐγγυήσεως τοῦ Δημοσίου, ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα θὰ εἰσπραχθῶσι καὶ θὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ εἰσπραχθῶσι παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐνέχει τοιοῦτόν τι.
§70Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδὲν ἐνέχει.
§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνδέχεται, καθ’ ὑμᾶς, νὰ μὴ ἐνέχῃ, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι συζητήσιμον. Ἂν ἡ εἴσπραξις παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐμπεριέχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ εἰσπράξῃ τοῦτο, βεβαίως τότε ὑπάρχει ἐγγύησις· αὕτη δὲ αἴρει πλέον πᾶσαν πρόφασιν καὶ δικαιολογίαν τῆς Τραπέζης· διότι, ὅταν τὸ Δημόσιον ἀναδεχθῇ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς εἰσπράξεως τοῦ χορηγουμένου ποσοῦ, ὑπὸ ὅρους, οἵτινες κάλλιστα καὶ ἁπλούστατα δύνανται νὰ καθορισθῶσιν ἐν συνεννοήσει μεταξὺ Δημοσίου καὶ Τραπέζης, τότε ἡ Τράπεζα οὐδεμίαν ἔχει δικαιολογίαν νὰ ἀρνηθῇ τὴν παροχὴν τῶν δανείων. Διὰ τοῦτο, ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ προβῇ εἰς παραχωρήσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι νὰ αἴρωσιν ἐκ τοῦ μέσου τὴν δικαιολογίαν τῆς Τραπέζης, ὅτι ἀκινητοποιεῖ ποσὸν χρημάτων, ἂν δύναται, λέγω, νὰ προβῇ, τότε εἶναι καλλίτερον νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρὸν, ἀλλὰ νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς νέας συνεννοήσεις μετὰ τῆς Τραπέζης ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει, ὅπως ἄρῃ πᾶν ἐμπόδιον πρὸς χορηγίαν τῶν δανείων, διότι πᾶσα ἡμέρα, παρερχομένη ἄνευ χορηγίας εὐκολιῶν εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, εἶναι ἡμέρα ἐπιφέρουσα βλάβην, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ θεραπεύσουν τὰ ἀργότερον χορηγηθησόμενα δάνεια.
§72Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε λάβει γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου, νομίζω ὅτι δὲν θὰ συνεζήτει οὕτω· διότι ἐκ τοῦ ἐγγράφου θὰ ἐνόει, ὅτι δὲν εἶναι μόνη ἡ ἔλλειψις τῶν τοιούτων ὑποχρεώσεων, ἥτις πείθει τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως μὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως εἶναι τοῦτο εἷς τῶν σπουδαιοτέρων λόγων, ἀλλ’ ὡς θέλει παρατηρήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐν τῷ ἐγγράφῳ, ὑπάρχουσι καὶ λόγοι ἄλλοι, λίαν σπουδαῖοι, ὅτι δηλ. θεωρεῖ τὸ χρῆμα τοῦτο ὡς μὴ εὐκόλως εἰσπράξιμον, οὐχὶ μόνον ὡς μὴ δυνάμενον νὰ εἰσπραχθῇ ἐμπροθέσμως, ἀλλὰ καὶ ὡς λίαν δυσκόλως δυνάμενον νὰ εἰσπραχθῇ καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν προθεσμιῶν. Ἡ δὲ εἴσπραξις διὰ τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων καὶ εἰσπρακτόρων, ἦτο γνωστὸν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ εὐκολία αὕτη παρεσχέθη, ὡς διαρκὲς μέτρον μάλιστα, εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, πολλῷ δὲ μᾶλλον θὰ παρείχετο εἰς αὐτήν. Τὰ τῆς ἐγγυήσεως, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι ἄλλο θέμα· σχετίζεται τοῦτο πρὸς τὰς προτάσεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ δάνειον παρὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην βοηθείας. Ἀλλὰ περὶ τούτου νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον νὰ πραγματευθῶμεν τὴν προσεχῆ Πέμπτην, ὅτε θέλομεν ἐπιληφθῆ τῆς σχετικῆς συζήσεως.
§73ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Λοιπὸν τὴν Πέμπτην θὰ ᾖναι πρῶτον ἀντικείμενον.
§74Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρῶτον.
§75ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ἡ συζήτησις, ὡς διεξήχθη μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ἀπέβη ἐντελῶς ματαία, διότι ἐπρόκειτο νὰ μαντεύσωμεν τὰς ἀντιῤῥήσεις τὰς περιεχομένας ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἂν τὸ ζήτημα ἐπείγῃ τόσον, τὸ πρῶτον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, εἶναι τὸ κείμενον τῆς Τραπέζης, ἐκ τοῦ ὁποίου ἠθέλομεν ἴδει, τίνες εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ἀναγκάζοντες αὐτὴν νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ συζήτησις αὕτη εἰς οὐδὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, καὶ ἤθελε συζητηθῆ πρακτικώτερον τὸ ζήτημα τὴν προσεχῆ Πέμπτην. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως προέκυψεν ἓν μεγαλείτερον ζήτημα, ζήτημα ἀφορῶν ἀκριβῶς εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀναμφισβητήτως ἡ Τράπεζα, ὡς ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔχουσα ὑποχρεώσεις εἰς μεταλλικὸν, ἀκριβῶς μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπραττέ τι ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος αὑτῆς, ἐὰν ἐπρομηθεύετο ὁμολογίας ἐθνικῶν δανείων, πληρωτέας εἰς χρυσὸν, διότι οὕτω πως ἐθεώρει, ὅτι ἐξησφάλιζε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἰδίου της δανείου, μάλιστα ἐπὶ κέρδει, διότι ὁ τόκος τῶν ἐθνικῶν δανείων ἦτο ὑπέρτερος τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον κατέβαλλε διὰ τὸ ἴδιόν της δάνειον. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποδεικνύει τὰς στενὰς ἰδέας, ἐξ ὧν ἐμπνευσθεῖσα ἐνήργησεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἐκ τῶν ὑπερτάτων καθηκόντων ἔχει τὸν κανονισμὸν τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, οὐδὲν ἕτερον ἔπραξε, τοιαύτην ἀποδεχθεῖσα πολιτείαν, ἢ νὰ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος καὶ τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε, τοῦ νὰ κανονίζῃ τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν. Διὰ τοῦτο βλέπομεν παραδόξως, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἔχουσα κυκλοφοροῦν κεφάλαιον 140 ἑκατομμυρίων, οὐδὲ γνώμην κἂν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ συναλλάγματος, ἄλλα δὲ καταστήματα τραπεζικὰ, τὰ ὁποῖα μόλις κυκλοφοροῦσι 10 ἑκατομμυρίων κεφάλαιον, ἔχουσι γνώμην καὶ κῦρος ἐπὶ τῆς νομισματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς. Τὸ ἐλάττωμα ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῆς Τραπέζης εἶναι καιριώτατον, καὶ ὀφείλει, νομίζω, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις σήμερον Τράπεζαν Ἐθνικὴν, κεκτημένην τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως γραμματίων πληρωτέων ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει καὶ κυκλοφορούντων σήμερον ἀναγκαστικῶς, ἄνευ τῆς ὑποχρεώσεως καὶ ἄνευ τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ἀρχικὸν καταστατικὸν τῆς Τραπέζης. Τὸ ἀρχικὸν καταστατικὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης γνωρίζομεν ὅτι χρονολογεῖται ἀπὸ 50 καὶ πλέον ἐτῶν. Ἂν θέλωμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας κυρίως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἤγαγε τὴν χώραν ἡμῶν, τὸ πρῶτον πρᾶγμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, εἶναι, πῶς θὰ καταστῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς θέσιν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος ἡ γνώμη αὐτῆς καὶ ἡ λειτουργία αὐτῆς ἐπὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς. Ἐνόσῳ δὲν κατορθωθῇ διὰ τοῦ ἀναδιοργανισμοῦ τῆς Τραπέζης, διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ καταστατικοῦ της, νὰ τῇ ἐπιβληθῇ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ κανονίζῃ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν, μὴ ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ἄγηται καὶ θὰ φέρηται, καὶ ὅτι ἡμεῖς θὰ ἤμεθα ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς διακυμάνσεις τῆς ἐπικαταλλαγῆς.
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν τελευταίων ὁμιλησάντων φαίνεται πόσον ἡ Βουλὴ ἔχει ὄρεξιν νὰ ἀσχολῆται εἰς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Ὁ λόγος ἐτράπη εἰς τὰ περὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῶν ὑποχρεώσεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς. Ἐνταῦθα ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου τοῦ ἐξ Αἰγίου Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐκ Κορινθίας συναδέλφου. Ἀλλὰ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος τὴν προσεχῆ Πέμπτην εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ὁ ἐπικήδειος τοῦ ζητήματος. Ἡ δὲ συζήτησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἑτοιμάζεται νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ, μετὰ τὴν κατηγορηματικωτάτην ἄρνησιν τῆς Τραπέζης πρὸς χορήγησιν χρηματικῶν βοηθειῶν, ὅπερ εἶναι τὸ μόνον, ὅπερ ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, ἡ συζήτησις, λέγω, ἐκείνη θὰ ἦναι ἡ ἀποστολὴ τῶν συλλυπητηρίων μας πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν ἀπὸ ἡμᾶς βοήθειαν.
§77ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπό τινος χρόνου ἡ ἀνωτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ διατελεῖ ἐν οἱονεὶ ἐκρύθμῳ καταστάσει. Καὶ πρῶτον μὲν ἐδημοσίευσεν ἓν ὁμοφωνίᾳ ἐπιτίμιον κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐψήφισαν νόμους δημευτικοὺς τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν καὶ ἀντικειμένους εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅπερ διατηρεῖ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, δεύτερον δὲ διῃρέθη εἰς δύο στρατόπεδα ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν, καὶ ἡ μὲν πλειοψηφία, ὡς μανθάνω, προτίθεται νὰ προτείνῃ πρὸς πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων τὰ ἁρμόδια πρόσωπα, ἡ δὲ μειοψηφία ἀποκρούει τὴν τοιαύτην ἐπιθυμίαν τῆς πλειοψηφίας. Τὸ στρατόπεδον τῆς πλειοψηφίας, ἐκ συμφεροντολογικῶν ἴσως λόγων ὁρμώμενον, ἐξέδοτο ἢ ὑπέδειξε πρᾶξιν, δι’ ἧς ἀποφαίνεται, ὅτι ἕκαστος ἐπίσκοπος ἀκωλύτως δύναται νὰ λειτουργῇ ἐν τῇ Μητροπόλει τῶν Ἀθηνῶν ἄνευ ἀδείας τοῦ ἐπισκόπου καὶ Μητροπολίτου. Αὐταὶ αἱ πράξεις, ἐν συνόλῳ ἐξεταζόμεναι, γεννῶσι σκάνδαλον, καὶ ἐγείρουσι κἄπως ὑπονοίας περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς εἰς τὸ χριστεπώνυμον πλήρωμα. Ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προνοήσῃ, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν, καὶ προσέτι νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἀνωτάτην ἐκκλησιαστικὴν ἀρχὴν εἰς τὴν κανονικήν της τροχιάν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ἡ πορεία τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως καὶ ἡ κοινὴ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ τὸν προϋπολογισμὸν ἐν παρέργῳ. — διότι παρέργως ἀληθῶς συζητεῖται ὁ προϋπολογισμός. Εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὴν ὀγδόην ὥραν· ἂν ἀρχίσωμεν τὴν ἐργασίαν τῶν νομοσχεδίων, βεβαίως θὰ παρέλθῃ 1–1½ ὥρα.
§80Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς δύο συνεδριάσεις· δὲν ὑπάρχει ἄλλη θεραπεία.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, πρόκειται περὶ τοῦ τώρα.
§82Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τώρα νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλὰ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἔχωμεν τὰς δύο συνεδριάσεις.
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τὴν μίαν συνεδρίασιν, τὴν μίαν.
§84ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Καὶ τὰς δύο.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀπόπειρα τῶν δύο συνεδριάσεων ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἔχει τι τὸ πρακτικὸν (θόρυβος). Πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει των οἱ συνάδελφοι ἡμῶν, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ περατωθῇ αὔριον. Πρῶτον διότι ὑπάρχουσι νομοσχέδια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποδίδει σπουδαιότητα ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ ὁποῖα δὲν διῆλθον τὸ στάδιον οὔτε τῆς πρώτης ἀναγνώσεως· ἐκτὸς δὲ τούτου, ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ καταναλώσῃ 3 ἢ 4 συνεδριάσεις.
§86Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν καὶ τὴν Πέμπτην τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ἔχομεν ὅλην τὴν ἑβδομάδα.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκριβῶς.
§88Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς θὰ τελειώσωμεν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος δι’ ἀγορεύσεων, αἵτινες θὰ διαρκῶσιν ἐπὶ ἓξ ὥρας; — διότι τοιαύτη θὰ ἦναι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ. Ὥστε ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς ἔχει ἀνάγκην μιᾶς ἑβδομάδος (γέλωτες).
§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅταν ἐπιβάλληται οὕτω πως ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν παρέργῳ, ὅταν συζητῶμεν νομοσχέδια καὶ παρέρχηται οὕτω πως ἡ ὥρα, βεβαίως καὶ μιᾶς καὶ δύο ἑβδομάδων ἔχομεν ἀνάγκην (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§90ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι καὶ ὁ Βουλευτὴς, ὁ μελετήσας καὶ σκοπῶν νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀκουσθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἐγρηγορούσης καὶ ὄχι παρὰ Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔχει ἀποκάμει καὶ ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἀναπαυθῇ.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§92ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συζητοῦμεν μᾶλλον νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν χρῄζουσι μεγάλης ἀναπτύξεως, κύριε Πρόεδρε;
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον πρωΐ.
§94Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, αὔριον νὰ συνέλθωμεν πρὸ μεσημβρίας.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κάμωμεν καὶ τὸ πρωΐ μίαν συνεδρίασιν.
§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ αὔριον.
§97ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως διὰ τὴν αὔριον θὰ ἦτο καλὸν νὰ ὁρισθῇ ἡ ἔναρξις ἀπὸ τῆς τρίτης ὥρας μ. μ.
§98Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔρχονται οἱ Βουλευταί.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κάμωμεν μίαν συνεδρίασιν διὰ τὰ νομοσχέδια αὔριον (διάλογοι καὶ θόρυβος ἑκατέρωθεν). Λοιπὸν, Κύριοι, αὔριον τὴν πρωΐαν θὰ κάμωμεν μίαν συνεδρίασιν διὰ τὰ νομοσχέδια.
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξ ἡμῶν, ἂν προέκειτο περὶ Βουλευτῶν μενόντων διαρκῶς ἐν Ἀθήναις, οὐδεὶς ἤθελεν ἀντείπει, καὶ ἂν ἐπὶ ἡμέρας ἔτι ἔμελλε νὰ διαρκέσῃ ἡ σύνοδος. Ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς πάντως ἔφθασαν εἰς ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν πολλοὶ τῶν συναδέλφων σπεύδουσιν, ὅπως ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν. Μένουσιν ἔτι ἐδῶ αὐτοὶ, ὅπως ἐργασθῶμεν, καὶ πρέπει βεβαίως νὰ ἐργασθῶμεν, καὶ ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ καὶ ἐκ καθήκοντος πρὸς αὐτοὺς, ὥστε νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν, μετὰ ἀπουσίαν πέντε μηνῶν.
§101ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι σφάλμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§103ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἔχομεν ἐργασίαν ἀπαιτοῦσαν τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑβδομάδας ἀκόμη (γέλωτες καὶ θόρυβος).
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κύριος ἐκ Μεγαρίδος... (φωναὶ δεξιόθεν). Μὲ συγχωρεῖτε· ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν πορείαν μας... Ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ἀνέφερε δικαιολογίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπισπεύσῃ καὶ ἐκβιάσῃ τὰς ἐργασίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι, νομίζω, κοινοβουλευτική. Διότι ἐγὼ βιάζομαι νὰ ἀναχωρήσω, εἴτε διότι ἄλλος δὲν δύναται νὰ ἦναι ἐν Ἀθήναις, ἡ ἐργασία τοῦ Κοινοβουλίου πρέπει νὰ διεξαχθῇ κατεσπευσμένως καὶ μετὰ βίας;...
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶπον αὐτό.
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ περιστάσεις εἶναι σοβαραί. Τότε δὲ μόνον δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς ἀνάλογος πρὸς αὐτὰς, ὅταν γείνῃ ἐπισταμένως. Δὲν θέλω νὰ κρίνω τὸ ποιὸν τῆς ἐργασίας ἡμῶν, ἀλλὰ λέγοντες ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν, διότι ἐγὼ ἢ ἄλλος Βουλευτὴς δὲν ἔχομεν καιρὸν, δὲν νομίζω ὅτι σπουδαιολογοῦμεν.
§107ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἂν οἱ μὴ ἐν Ἀθήναις κατοικοῦντες ἢ διαμένοντες συνάδελφοι ἔχωσι δικαίωμα νὰ παραπονῶνται ἢ νὰ ἐπισπεύδωσι τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, βεβαίως τὸ δικαίωμά των αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀπευθύνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον βραδέως τόσον εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν, βραδέως τόσον ἐζήτησε τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τῶν σχετικῶν πρὸς αὐτὸν, καὶ ὅπερ προετίμησεν ἄλλην ἐργασίαν ἐπουσιώδη, ἀφῆκε δὲ ἐπίτηδες τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ αὐτῷ νομοσχέδια διὰ τὴν τελευταίαν ὥραν, ὅτε οὔτε ἡ συζήτησις γίνεται ἐπαρκὴς, καὶ αὐτὸ εὑρίσκει λόγον, ἵνα ἐπισπεύδῃ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν. Τὸ παράπονον, τὸ ἴσως εὔλογον ἐν μέρει, τῶν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν συναδέλφων δὲν πρέπει νὰ φέρηται ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ δὲν πρέπει νὰ φέρηται κατὰ τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Εὐταξία.
§109ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις περὶ τῶν συνεδριάσεων, κύριε Πρόεδρε;
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτείνει, ὅπως αὔριον γείνῃ συνεδρίασις τὴν πρωΐαν· παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν;
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§112ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι ὅμως νὰ γείνουν καὶ δύο συνεδριάσεις.
§113ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς Δευτέρας, χάριν τῶν ἀπόκρεω.
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι· νὰ ἐξακολουθήσουν, διὰ νὰ τελειώσωμεν τὸ ταχύτερον.
§115ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί! δὲν πρέπει νὰ ἰδοῦμε καὶ τοὺς μασκαράδες; (ἱλαρότης).
§116ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἀπὸ αὔριον μέχρι τῆς Δευτέρας δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν συνεδριάζοντες ἅπαξ τῆς ἡμέρας, χάριν τῶν ἑορτῶν, ἀπὸ δὲ τῆς προσεχοῦς Τρίτης, ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, δεχόμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ δύο συνεδριάσεις.
§117Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον νὰ ἔλθωμεν πρὸ μεσημβρίας.
§118ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ν’ ἀποφασισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος).
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν καὶ μετὰ μεσημβρίαν, κύριε Πρόεδρε;
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§121ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε θὰ ἔχωμεν δύο συνεδριάσεις.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί.
§123ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀποφασισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, παρακαλῶ.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§125ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὔριον νὰ ἔχωμεν δύο συνεδριάσεις δὲν εἶναι δυνατόν.
§126ΦΩΤΗΛΑΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν τελειόνομεν ποτέ!
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, θέλετε νὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις;
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§129Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τότε τί λέγουν, ὅτι δὲν κωλυσιεργοῦσι; (θόρυβος).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν τελειώσῃ ἡ συνεδρίασις, θ’ ἀποφασίσωμεν.
§131ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τώρα, κύριε Πρόεδρε. Ἄλλως προβάλλω ἔνστασιν ἀπαρτίας· ἂν θέλετε νὰ μᾶς πιέζητε κάθε ὥραν, ἐκεῖ θὰ καταφύγωμεν.
§132Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς σᾶς ἐμποδίζει νὰ προτείνητε ἔνστασιν ἀπαρτίας. Εἴτε ἔνστασιν ἀπαρτίας προτείνετε, εἴτε τὸν κ. Κορομάντζον προτάσσετε, ὅπως ἀπασχολῇ τὴν Βουλὴν ἐπὶ δύο ὥρας, εἶναι τὸ αὐτό...
§133ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῆτε αὐθαδῶς! πρέπει νὰ ἦσθε προσεκτικός! (θόρυβος καὶ ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ἂν ὑπεβλήθη τοιαύτη ἔνστασις. Περὶ τούτου ἄρα δὲν πρόκειται· ἀλλ’ ἔνστασιν ἀπαρτίας δὲν εἶχον ἀκούσει διατυπωθεῖσαν. Εἶχον ἀκούσει πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συνεδριάσεως τῆς αὔριον πρωΐας. Ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς συνεδριάσεως ταύτης θὰ γείνῃ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἐν τέλει τῆς συνεδριάσεως, ὅτε ὁ Πρόεδρος τῇ ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς κανονίζει τὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς αὔριον. Τότε ἄρα θέλουσιν ἀποφασισθῆ καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἂν τοῦτο ζητηθῇ, τὰ τῆς αὔριον. Ἤδη πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις, καὶ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τ’ ἀποφασισθέντα, τουτέστι νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§135ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, θὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μοῦ ἐμέμφθη πρὸ ὀλίγου, —δὲν τὸ ἤκουσα, διότι εἶχον ἐξέλθει τῆς αἰθούσης, ἀλλὰ μοὶ τὸ εἶπον, — ὅτι ἐπίτηδες οἱ φίλοι μου καὶ τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, μὲ παροτρύνουν, ἵνα δι’ ἐπερωτήσεων ἀνακόπτω τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂν δὲν ἤθελε νὰ προκαλῇ τὰς ἐπερωτήσεις μου, ὤφειλε, φρονῶ, νὰ ἐκτελῇ τοὺς νόμους, ὤφειλεν ἐν πρώτοις νὰ ἀπαντᾷ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι τῷ γίνονται καὶ αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς καταγγελίας ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων. Ἢ νομίζει ὅτι πρέπει νὰ καταργήσῃ τὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ νὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ εἰς τὸ νὰ ψηφίζῃ τὰ προσωπικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἰσάγει; Τοῦτο νομίζει ὅτι εἶναι τὸ κυβερνᾷν, καὶ ἀποκρούει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ Συντάγματι; Ὅταν οἱ φίλοι του ἐπερωτῶσι τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ ἔχουσιν ὅλην τὴν εὐκολίαν νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ὑποβάλλωσι συστάσεις ἐν τῷ δικαιώματι τοῦ Βουλευτοῦ, ὅταν οἱ φίλοι του τὸν ἀπασχολῶσιν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν δυσχεραίνει περὶ τούτου· ἀλλὰ τὸ νὰ αἰτιᾶται ἄνευ λόγου, καὶ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ αἰτιᾶται, τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν, οὔτε δίκαιον. Προειδοποιῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἂν δὲν ἀπαντήσῃ αὔριον εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου, θὰ ἐξακολουθήσω ἀναπτύσσων αὐτὰς ἐπὶ 2, 3, 4 ἡμέρας, ἕως οὗ ἐξαναγκάσω αὐτὸν εἰς ἀπάντησιν. Δύναται νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἰδέαν θέλῃ περὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Βουλευτοῦ, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν ἰδέαν του.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§137ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ δόσεις θὰ πέρνωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ γείνῃ σοβαρά. Τώρα ἡ ὥρα εἶναι ὀκτὼ, καὶ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι κατὰ δόσεις πάντοτε γίνεται ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν δὲν τελειώσῃ ὁ ἀγορεύων τὴν μίαν ἑσπέραν, θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἄλλην. Θὰ ἦτο εὐχάριστον, ἂν ἐτελείονε τὴν πρώτην ἑσπέραν, ἀλλὰ πολλάκις δὲν εἶναι κατορθωτόν.
§139ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα τῶν δύο συνεδριάσεων;
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα τῶν δύο συνεδριάσεων θὰ λυθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως.
§141ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἡμερησίας διατάξεως λύεται κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως. Τὸ ζήτημα τοῦ πότε θὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ λύεται πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἂν ἑπομένως πρόκηται νὰ συνεδριάσωμεν τὴν πρωΐαν αὔριον, — διότι διὰ τὴν ἐρχομένην ἑβδομάδα δὲν πρόκειται περὶ πρωϊνῆς συνεδριάσεως, — πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τώρα.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ τώρα; διότι τὸ θέλετε σεῖς; Ποῦ στηρίζεσθε;
§143ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι πᾶσα πρότασις πρέπει νὰ καταλήγῃ εἰς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§144ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Ἂν φέρητε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, τότε θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος· ἄλλως εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως θ’ ἀποφασίσωμεν (Θόρυβος καὶ διάλογοι).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὅσα εἴπομεν, ὅτι θὰ ἐργασθῶμεν, ὅπως τελειώσωμεν ταχέως, ἦσαν μόνον λόγια. Εἶναι ἐννάτη ἡ ὥρα, καὶ καταγινόμεθα εἰς ζητήματα ὅλως ἐπουσιώδη!
§146ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προηγεῖται τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας· διατὶ τὸ ἀφήσατε;
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§148ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰπέτε το λοιπὸν, διὰ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος! Κύριοι Βουλευταὶ, καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας.
§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§151ΚΡΙΤΣΑΣ (πρὸς τὸν Σταυρόπουλον ἀπερχόμενον). Διατὶ φεύγεις, κύριε Σταυρόπουλε, ἀφοῦ ἐπρότεινες ἔνστασιν; Εἶναι παιδαριῶδες, εἶναι ἀνανδρία αὐτὸ, τὸ ὁποῖον κάμνετε! Νὰ μείνετε εἰς τὴν θέσιν σας, ὑποστηρίζοντες ὅ,τι προτείνετε.
§152ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δικαίωμά μου (θόρυβος). (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ Σπυρ. Α. Κουμουνδούρου).
§153ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κατάλογος ἀναγινώσκεται τακτικῶς. Δὲν ἀναγινώσκεται τόσον βραδέως.
§154Ι. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ (γραμματεύς). Ὄχι, ὅπως θέλετε σεῖς! ... Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μοῦ κάμητε παρατήρησιν! (Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατέρχεται τοῦ Προεδρείου).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἔλθῃ, Κύριοι, εἷς ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἐπιβλέψῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.
§156ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους δὲν ἔρχεται κἀνείς.
§157ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πηγαίνω ἐγὼ, ἀφοῦ δὲν θέλετε σεῖς, καὶ αὔριον εἰπέτε ὅ,τι θέλετε.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε ὑμεῖς, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ὡς ψηφολέκτης.
§159ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔρχομαι, διότι κατέκρινα πάντοτε τὸν θεσμὸν αὐτόν. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐγὼ δὲ ἔχω ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκει τὸν κατάλογον. (Γίνεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Καλογεροπούλου καὶ Ρώμα).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 110 Βουλευτῶν. Ὁ κ. Εὐταξίας θὰ συνεχίσῃ τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγόρευσίν του.
§161ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ δὲν βλέπω παρόντα τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§162ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις εἶναι παροῦσα, κύριε Εὐταξία (διάλογοι).
§163ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν πρέπει νὰ προχωρήσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ γείνῃ ὡς πρέπει, πρέπει νὰ γείνῃ παρούσης τῆς Βουλῆς καὶ ἐν συνεχείᾳ. Ἀφοῦ μάλιστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε δηλώσεις νέας περὶ τροποποιήσεως διαφόρων ἄρθρων καὶ κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ὥρα εἶναι 9. Ἄς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ ἐξακολουθήσῃ, μάλιστα (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§165ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις· δὲν δύναται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ προβῇ ἡ Βουλή.
§166ΚΡΙΤΣΑΣ. Θὰ προβῇ καὶ θὰ παραπροβῇ (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§167ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ οὕτως ἡ συνεδρίασις, ἀφοῦ δὲν εἶναι παρόντες οὔτε 50 Βουλευταί. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω νέαν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ θὰ ἔλθω ἐγὼ ὡς ψηφολέκτης, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν πράγματι θὰ ᾖναι ἀπαρτία (ἀντεγκλήσεις).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολέκτου, τοῦ βουλευτοῦ Λ. Πετιμεζᾶ, μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.