1893.12.20
5,441 rows · 42,306 words · 118 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
τῆς 20 Δεκεμβρίου 1893.
(Δευτέρα).
Ὥρα 4 καὶ 50′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω τὸν πίνακα τὸν ζητηθέντα ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων.
§2ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ στιγματίσῃ τὸ στυγερὸν κατὰ διαπρεποῦς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου καὶ κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου αὐτοῦ τόλμημα...
§3ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§4ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. .. καὶ νὰ κηρύξῃ καὶ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ὅτι τὰ τοιαῦτα στυγερὰ τολμήματα δὲν προέρχονται ἐκ νοσηρᾶς κοινωνικῆς καταστάσεως, ἀλλ’ εἶναι ἔργα πιθηκισμοῦ, ὀφειλόμενα εἰς ἄτομα.
§5ΧΟΪΔΑΣ. Ἀνάξια προσοχῆς, γελοῖα πράγματα.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐμὲ, νομίζω δ’ ὅτι καὶ κατὰ τὴν γενικὴν ἀντίληψιν τῆς κοινωνίας, τὰ δύο περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς συνάδελφος ἀνέφερεν, ἐξελήφθησαν ὡς παιδαριώδη καὶ ἀνάξια πάσης σπουδαιότητος καὶ προσοχῆς καὶ ὡς μὴ ἔχοντα ἄλλον τινὰ σκοπὸν ἢ τὸν τῆς ἀστειότητος. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀξιώσῃ προσοχῆς καὶ μνείας τινὸς τοιαῦτα πράγματα.
§7ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεὶς ἔχων τὸν κοινὸν νοῦν δύναται ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἄλλους λόγους ἢ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, τὰ δύο περιστατικὰ, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ἀλλ’ οὐχ ἧττον, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν, ἄτιμος καὶ κακοήθης λιβελλογραφία καὶ ἄτιμοι καὶ κακοήθεις συκοφάνται ἠθέλησαν νὰ ἐπιῤῥίψωσι τὴν εὐθύνην αὐτῶν εἰς κοινοβουλευτικὴν ὁμάδα, ἡ ὁποία ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῇ τὴν ἀξιωματικὴν Ἀντιπολίτευσιν. Εἶμαι ἐντεταλμένος ἐκ μέρους τῶν φίλων μου καὶ τῶν συναδέλφων μου νὰ κηρύξω ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ βήματος τοῦ ἐθνικοῦ, ὅτι πᾶς ὅστις εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως θέλει νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐφ’ ἡμᾶς τὴν μομφὴν τῶν τελευταίων κακουργιῶν, εἶναι ἄτιμος συκοφάντης! (Εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς).
§8ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη δήλωσις ἐκ διαπρεποῦς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἦτο πάντη περιττὴ, διότι οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν, σεβόμενος ἑαυτὸν καὶ κρίνων τὰ πράγματα ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι μίαν τοιαύτην πολιτικὴν μερίδα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὴν τοιαῦτα στυγερὰ σχέδια. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ περιορισθῇ μόνον καὶ μόνον εἰς ὅ,τι εἶπον, νὰ κηρύξῃ πανδήμως πρὸς τὸν ἔσω καὶ ἔξω κόσμον, ὅτι τὰ τοιαῦτα τολμήματα δὲν εἶναι ἀποτελέσματα τῆς νοσηρᾶς καταστάσεως τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ πιθηκισμοῦ ἀτόπου τῶν συμβαινόντων εἰς ἄλλας χώρας, διατελούσας ὑπὸ νοσηρὰν κοινωνικὴν κατάστασιν.
§9Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ γίνεται περαιτέρω λόγος.
§10ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ ἀνωμαλίας, ἡ ὁποία λαμβάνει χώραν ὡς πρὸς τὸ διάταγμα περὶ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ διάταγμα τοῦτο, φέρον ἡμερομηνίαν 1 Ἰανουαρίου 1893, διαλαμβάνει ἐν ἄρθρῳ 3, ὅτι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάγεται καὶ ἡ ἀλληλογραφία τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως μετὰ τῶν ξένων Αὐλῶν. Γνωρίζετε, ὅτι διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 3/15 Μαΐου 1833 περὶ σχηματισμοῦ τῶν Γραμματειῶν καὶ διὰ τοῦ ταὐτοχρόνου διατάγματος περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Γραμματείας τῶν Ἐξωτερικῶν, ὠνομάσθη ἡ Γραμματεία αὕτη «Γραμματεία ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου καὶ τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων». Ἐπῆλθεν ὁ νόμος τοῦ 1846 περὶ σχηματισμοῦ τῶν Ὑπουργείων καὶ ἐπίσης ἐσχηματίσθη Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἔλαβε τὴν σειρὰν πρώτου Ὑπουργείου, καὶ εἰκότως, διότι ἐθεωρήθη ὡς τὸ πρῶτον μέλος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καθὸ ἀντιπρόσωπος καὶ τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου. Μετ’ αὐτὸ ἔρχεται τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, ἔπειτα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἀντιπροσωπεῦον τὴν ἐσωτερικὴν καθόλου διοίκησιν, μετὰ τοῦτο τὸ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ μετὰ τοῦτο τὸ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ψηφίσματος περὶ καταργήσεως τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος κατηργήθη, ὡς ἦτο ἑπόμενον, καὶ ὁ τίτλος «ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου», καὶ διὰ τοῦτο διὰ τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου καθὼς καὶ διὰ δύο ψηφισμάτων ἐκδοθέντων κατὰ Φεβρουάριον καὶ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1863 περὶ ἀναθέσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως καὶ σχηματισμοῦ Ὑπουργείου ὑπὸ Πρωθυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν κατετάχθη εἰς τὴν πέμπτην τάξιν πλέον κατὰ τὸν ἀριθμόν, καὶ δὲν ὠνομάσθη πλέον Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ὅλα τὰ ψηφίσματα αὐτὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἦσαν παροδικά· ἐπῆλθε κατόπιν ἡ κανονικὴ λειτουργία τῶν νόμων, μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς νέας Βασιλείας, καὶ ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔπρεπε νὰ ὀνομάζηται, συμφώνως μὲ τὸν νόμον τοῦ 1846, Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1868, ὅτε ἐξεδόθη τὸ βασιλικὸν διάταγμα τῆς 18 Μαρτίου περὶ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν ἄρθρῳ 3 ἐμνημονεύθη κατὰ τὸ προηγούμενον διάταγμα, ὅτι τὸ Βʹ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου θὰ διεξάγῃ τὴν Βασιλικὴν ἀλληλογραφίαν. Τὸ αὐτὸ ἐπανελήφθη καὶ κατὰ τὸ 1878 ἐν σχετικῷ Β. Διατάγματι. Τὸ αὐτὸ ἐπανελήφθη λεληθότως πως καὶ κατὰ τὸ 1893. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἢ πρέπει νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ὀνομασίαν «Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν», ἢ νὰ τροποποιηθῇ τὸ διάταγμα τοῦ 1893. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτου, ἀπόκειται δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἐπανορθώσῃ τὴν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία παρατηρεῖται. Γνωρίζετε ὅτι τὰ πρόσωπα τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας εὐλόγως παραπονοῦνται διὰ τὸ γλίσχρον τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Παραπονοῦνται ἀκόμη, διότι τὸ στάδιόν των εἶναι τοσοῦτον περιωρισμένον, ὥστε πολλοὶ δικασταί, ἀποκτήσαντες πρὸ πολλοῦ τὰ προσόντα τῆς προαγωγῆς, μὴ ὑπαρχουσῶν θέσεων κενῶν, δὲν δύνανται νὰ προαχθῶσι. Πρὸ πολλοῦ ἐφρόνουν καὶ ἐξακολουθῶ φρονῶν, ὅτι ἤθελεν ἀναπτυχθῆ ὁ ζῆλος καὶ ἡ δραστηριότης τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἐλαμβάνετο φροντὶς περὶ εὐρύνσεως τοῦ σταδίου αὐτῶν καὶ περὶ βελτιώσεως τῶν μισθῶν των. Τοῦτο δὲ ἐπιτυγχάνεται ἐν μέρει διὰ τῆς συστάσεως θέσεων ἀντιπροέδρων παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις ἢ τοῖς Ἐφετείοις. Διὰ τῆς συστάσεως θέσεων ἀντιπροέδρων ἐν τοῖς δικαστηρίοις αὐτοῖς ἤθελε τὰ μάλιστα διευκολυνθῆ ἡ ὑπηρεσία, ἤθελε δὲ εὑρεθῆ διέξοδος διά τε τὴν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν καὶ τὴν ὑλικὴν ἀνακούφισιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἡ δαπάνη διὰ τὴν σύστασιν π. χ. 9 θέσεων ἀντιπροέδρων Ἐφετῶν καὶ 26 θέσεων ἀντιπροέδρων Πρωτοδικῶν, καὶ τὴν προαγωγὴν τῆς θέσεως τῶν Προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν, διότι ἀληθῶς οὗτοι ἔχουσι σπουδαιότατα καθήκοντα, οἷον τὴν ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίαν κλπ., ἡ δαπάνη, λέγω, δι’ ὅλα ταῦτα δὲν ὑπερβαίνει τὰς 34,200 δραχμάς. Ἐπίσης εἰς τὰ μικρὰ Πρωτοδικεῖα, οἷον τῆς Καρδίτσης, τῆς Ἄρτης, τῆς Κυπαρισσίας καὶ τῆς Ἀμφίσσης, δυσκολεύονται νὰ μεταβαίνωσιν οἱ δικασταί, διότι δὲν εὑρίσκουσι τὰ μέσα τοῦ προσήκοντος βίου, διὸ ἀποφεύγουσι δι’ ὅλων τῶν μέσων τὴν ἐκεῖσε μετάβασιν αὑτῶν. Ἐντεῦθεν δὲ προέρχονται αἱ συχναὶ μετακινήσεις δικαστῶν εἰς τὰ δικαστήρια ἐκεῖνα. Ὅθεν φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἐδίδετο ἓν ἐπιμίσθιον εἰς τοὺς δικαστὰς τοὺς ἔχοντας πενταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῇ θέσει τοῦ πρωτοδίκου, ἤθελον οἱ ἐξ αὐτῶν οἰκογενειάρχαι ἀποφασίζει νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς θέσεις ἐκείνας ἀγογγύστως. Περὶ συναμφοτέρων δὲ τούτων τῶν ἀντικειμένων καταθέτω σχετικὴν πρότασιν, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ μελετήσῃ τὸ ζήτημα. Πέρυσιν ἀνεστείλαμεν τὴν περαιτέρω ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Τὸ μέτρον ἐστήριξεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀδικηθῶσιν οἱ δικασταὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὡς πρὸς τὴν διακανόνισιν τῶν συντάξεων αὐτῶν καὶ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο θὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ κανονίζωνται αἱ συντάξεις αὗται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ, ἡ ὁποία τοῖς ἐγένετο κατὰ τὸ 1891. Ἐπὶ τούτῳ δὲ καταθέτω τὴν προσήκουσαν πρότασιν νόμου. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Σταυρόπουλος κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἀπονομῆς τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἡ στρατιωτικὴ ποινικὴ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ὑπὸ δικαστῶν ἀνηκόντων εἰς τὸν στρατόν. Ἐζητήθη πολλάκις νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἡ διὰ βαθμοφόρων τοῦ στρατεύματος ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ δὲν ἐθεωρήθη ὀρθὸν τοῦτο, διότι θὰ ἐπήρχοντο πολλὰ ἄτοπα, καὶ ἰδίως θὰ παρεβλάπτετο ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ. Εἰς ἄλλα Κράτη ὅμως οἱ ἀποτελοῦντες τὸ δικαστικὸν σῶμα τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς δικαιοσύνης εἰσὶν ἐγκρατεῖς τῆς καθόλου ποινικῆς νομοθεσίας, καθόσον λαμβάνονται ἐξ ἐπιστημόνων πολιτῶν, εἰσερχομένων εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, οὕτω δὲ καθιστῶνται ἐπαρκεῖς εἰς τὴν προσήκουσαν διεξαγωγὴν τῆς λειτουργίας ταύτης. Παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς, τό γε νῦν ἔχον, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιοῦτο μέτρον, ἑτέρωθεν δὲ δὲν δύνανται νὰ καταρτισθῶσιν ἐντελῶς ἐπαρκεῖς οἱ ἑκάστοτε λαμβάνοντες μέρος πρὸς συγκρότησιν τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις δὲν εἶναι καὶ μόνιμοι. Διὰ τοῦτο λαμβάνουσι χώραν ἀνωμαλίαι πολλαί, διότι ἡ ἀνάκρισις δὲν ἐνεργεῖται ἐπαρκῶς πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας, καὶ δὲν ἀσκεῖται ἡ ἀπαιτουμένη ἐκ μέρους τῶν βασιλικῶν ἐπιτρόπων ἐποπτεία, ὥστε νὰ μὴ ἔρχωνται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο διὰ μιᾶς πειθαρχικῆς τιμωρίας νὰ κολασθῶσι. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν καταθέτω, καὶ καθ’ ἣν ἡ θέσις τῶν προέδρων τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου καὶ τῶν διαρκῶν Στρατοδικείων δίδεται εἰς πολιτικούς, τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ὑπαλλήλους, καθὼς καὶ αἱ θέσεις τῶν βασιλικῶν ἐπιτρόπων, ἀντεπιτρόπων καὶ ἀντεισηγητῶν, πρὸς δὲ καὶ ἡ τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τμηματάρχου τοῦ δικαστικοῦ τμήματος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο καὶ ἂν εὑρίσκῃ τὴν πρότασίν μου ὀρθὴν, νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γορτυνίας ὑποβληθεῖσαι τρεῖς προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 88–90).
§12Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω τὰ αἰτηθέντα σημειώματα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄργους.
§13Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον ζητηθῆ πληροφορίαι περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ βάμβακος τοῦ εἰσαγομένου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν χώραν. Ὑποβάλλω περὶ τούτου πίνακα διὰ τὰ ἔτη 1890, 1891, 1892 καὶ τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1893. Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον ἀναθεωροῦν τὸ ὑποβληθὲν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος περὶ τῶν ἑσπεριδοειδῶν καὶ περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου καὶ γλεύκους τῆς νήσου Πάρου, καὶ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν τινων θέσεων.
§14ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς, κύριε Πρόεδρε;
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὔριον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 91–92).
§17ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τοῦ Διοικητοῦ τῆς Σχολῆς τῶν τορπιλλητῶν ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1893 ἕως σήμερον.
§18ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παραγγείλῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν τροχιοδρόμων, ἵνα συμμορφωθῇ μὲ τὴν διαταγήν του περὶ τῆς χρήσεως κλειστῶν ἁμαξῶν. Εἶπεν ὅτι διέταξεν ἢ θὰ διατάξῃ τὰ δέοντα, ἐν τούτοις οἱ ἐπιβάται παγώνουσιν ἐκ τοῦ ψύχους.
§19ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπηύθυνα ἔγγραφον εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ὅπως ἐμποδίσῃ τὴν ἑταιρίαν ἀπὸ τοῦ νὰ μεταχειρίζηται ἀνοικτὰ βαγόνια.
§20ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ἕνα νέον Ἀλῆ—πασσᾶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κορίνθου. Μοὶ γράφουσιν ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης πολλοὶ ἄνθρωποι, ὅτι ἐκεῖ εἶναι εἷς ἀποσπασματάρχης, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, τὰ ἔκαμε θάλασσα! δέρει πολίτας, δέρει ὑπαλλήλους, ἔδειρε καὶ τὸν γραμματέα τῆς Ἀστυνομίας, ἔδειρε τὸν γραμματέα τῆς Δημαρχίας. Ὀνομάζεται δὲ Ἠλίας Μορίλλας.
§21Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀπὸ ποῖον μέρος σᾶς γράφουν;
§22ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὸ Ξυλόκαστρον πολλοί.
§23ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τί βαθμὸν ἔχει ὁ ἀποσπασματάρχης αὐτός;
§24ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τί βαθμὸν ἔχει. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα καὶ ἐπιφέρῃ θεραπείαν.
§25ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετὰ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ καὶ ἡ σειρὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Παιδείας. Κατηγορήθημεν ἤδη παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι, ἐνῷ τὰ δημόσια ταμεῖα τῇ 3 Μαΐου ἦσαν πλήρη, τὸ δὲ Κράτος εἶχε πρόχειρα καὶ ἄφθονα τὰ μέσα, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἀκεραίας πάσας τὰς ὑποχρεώσεις του, ἡμεῖς, ἀθετοῦντες ἄνευ λόγου καὶ ἀνάγκης τινὸς νόμους καὶ συμβάσεις, προετιμήσαμεν, ἀντὶ τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς, νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως καὶ διὰ τῶν ὁμολογιῶν τούτου ν’ ἀποτίσωμεν τὰ τοκομερίδια τῆς Αʹ ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους 1893. Καὶ ἀφοῦ, Κύριοι, ἀπεδείξαμεν ἡμεῖς δι’ ἐπισήμων καταστάσεων, δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταγωνίστων, ὅτι τὰ μὲν δημόσια ταμεῖα εὕρομεν τότε κενὰ ὅλως, ὑποχρεώσεις δὲ τοῦ Κράτους ληξιπροθέσμους ἐντὸς ἡμερῶν, ἑβδομάδων καὶ μηνῶν, ἀνερχομένας εἰς 50 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια· ἀφοῦ ἀπεδείξαμεν, ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀπελπιστικῆς ἐκείνης καταστάσεως ὁ μὲν κ. Τρικούπης διὰ τῆς δραπετεύσεώς του ἐκ τῆς ἀρχῆς ἐφρόντισε νὰ διασώσῃ μόνον τὸ σαρκίον του ἐκ τῶν ἐρειπίων, ἅτινα ἡ δεκαετὴς ἀτάσθαλος πολιτεία του ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς χώρας εἶχε δημιουργήσει, ἡμεῖς δὲ, οἱ ὅλως ἀνεύθυνοι διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν, εὑρέθημεν εἰς τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην, ἵνα διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως προλάβωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων τὰ ὀλέθρια αὐτῆς ἐπακόλουθα καὶ διὰ τὸ Κράτος, καὶ διὰ τὴν χώραν· ἀφοῦ ἀπεδείξαμεν, ὅτι ὅλη ἡ ἀντίδρασις αὐτοῦ καὶ ὡς ἀντιπολιτευομένου, καὶ ὡς Πρωθυπουργοῦ μετὰ ταῦτα, κατὰ τοῦ ἐναπολειφθέντος σωστικοῦ μέτρου ὑπηγορεύθη ἐκ μόνου τοῦ φόβου, μήτοι τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς, ὅπερ ἀπὸ δεκαετίας ἤδη ἐνδελεχῶς παρεσκεύαζεν, ἀνεκόπτετο ἐν αὐτῇ τῇ τελευταίᾳ στιγμῇ τῆς συντελέσεώς του· ἀφοῦ, λέγω, οὕτω τὸν ἐθέσαμεν εἰς τὴν μόνην προσήκουσαν αὐτῷ θέσιν τοῦ κατηγορουμένου καὶ τὸν κατεστήσαμεν ὅλως ἀναπολόγητον πρὸ τοῦ μεγέθους τῆς εὐθύνης του, ὁ πολυμήχανος Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπεδειλίασε, δὲν ἀπέβαλε τὸ θάῤῥος. Ἐξέλεξεν ἕτερον ἔδαφος, τὸ ὁποῖον ὑπελάμβανε προσφορώτερον, ἵνα ἐπαναλάβῃ τὰς καθ’ ἡμῶν ἐπιθέσεις, Τὸ ἔδαφος τοῦτο ἦτο τὸ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Καὶ κατηγόρησεν ἡμᾶς, ὅτι, ἐνῷ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του πλήρης τάξις καὶ ἀσφάλεια ἐβασίλευε καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἦτο δ’ ἄγνωστον καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα τῆς λῃστείας, ἤρκεσε μόνη ἡ ἄνοδος ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πάραυτα ἀναφυῶσιν αὐτομάτως, ὥσπερ μύκητες, οἱ Τσουλῆδες καὶ οἱ Παπακυριτσόπουλοι, οἱ Τσανάκαι καὶ οἱ Τσεκουραῖοι, οἱ Μαργώνηδες καὶ οἱ Καπράλοι, οἱ Μήταλαι καὶ οἱ Βέλλιοι καὶ πᾶσα ἡ λοιπὴ χορεία τῶν πολυωνύμων καὶ δυσωνύμων λῃστῶν καὶ κακούργων, οἵτινες ἐκινδύνευον νὰ ἐπαναφέρωσι τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ἀπαισίας μνήμης ἐποχὴν τῶν Ἀρβανιταίων καὶ Νταβέληδων. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ὑπῆρξεν εὐτυχέστερος, διότι ἡμεῖς, Κύριοι, καὶ ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἀπεδείξαμεν διὰ γεγονότων γνωστῶν τοῖς πᾶσι καὶ ἀνεπιδέκτων οἱασδήποτε ἀντιῤῥήσεως, ὅτι αὐτὸς καὶ μόνος ὑπέχει ἀμέριστον τὴν εὐθύνην διὰ τὴν ἔκρυθμον κατάστασιν, εἰς ἣν εἶχε περιστῆ ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἤδη πολὺ πρὸ τῆς ἐλεύσεως ἡμῶν εἰς τὰ πράγματα. Ὅλα τὰ τέρατα ἐκεῖνα ἦσαν τὰ φαινόμενα τῆς νοσηρᾶς καταστάσεως τοῦ κοινωνικοῦ ἡμῶν σώματος, τῆς προελθούσης ἐκ τῶν δηλητηριωδῶν ἀναθυμιάσεων, ἃς ἀπὸ πολλοῦ ἤδη ἀνέδιδεν ἡ σηπεδὼν, ἡ προκύψασα ἐκ τῆς διοικητικῆς καὶ δικαστικῆς ἀποσυνθέσεως, ἐκ τῆς χαλαρώσεως παντὸς θρησκευτικοῦ καὶ ἠθικοῦ δεσμοῦ, ἣν ἐπήνεγκε παρ’ ἡμῖν ἡ δεκαετὴς Κυβέρνησίς του. Καὶ τὸ κακὸν τοῦτο ἐπεχειρήσαμεν ἡμεῖς ν’ ἀναχαιτίσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων ἔνθεν μὲν διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης, χειραφετουμένων αὐτῶν ἐκ τῆς ὀλεθρίας ἐπηρείας τοῦ φατριασμοῦ, ἔνθεν δὲ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ λῃστείας, ὑφ’ ὃν ἀπεκαλύφθησαν ὅλα τὰ κοινωνικὰ ἕλκη, ὅλοι οἱ λῃσταὶ καὶ κακοῦργοι, οἱ ἀπὸ πολλοῦ λυμαινόμενοι τὴν χώραν ἡμῶν, καὶ κατεδιώχθησαν οὗτοι ἀποτελεσματικῶς, καὶ ἤρξατο ν’ ἀνακουφίζηται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκ τοῦ τοιούτου Ἐφιάλτου. Καὶ ἀφοῦ κατεδείχθη οὕτως, ὅτι καὶ ἡ ὅλη ἀντίδρασις τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ὡς ἀντιπολιτευομένου, καὶ ὡς Πρωθυπουργοῦ μετὰ ταῦτα, κατὰ τῶν δραστηρίων ἐκείνων μέτρων, ἅτινα ἡμεῖς ἐλάβομεν εἰς ἀποκατάστασιν τῆς ὑπ’ αὐτὸν διασαλευθείσης δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, προήρχετο ἐκ μόνου τοῦ φόβου του, μήτοι οὕτως ἐξέλειπεν ὅλως καὶ τὸ ἕτερον πολύτιμον προϊὸν τῆς δεκαετοῦς Κυβερνήσεώς του, ἡ κοινωνικὴ ἡμῶν ἀποσύνθεσις· ἀφοῦ κατεδείχθη, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην κατηγορούμενος εἶναι αὐτὸς καὶ ὑπέχει βαρυτάτας τὰς εὐθύνας διὰ τὴν τοιαύτην καταστροφὴν, ὁ πολυμήχανος Πρωθυπουργὸς καὶ πάλιν δὲν ἀπεδειλίασε, καὶ πάλιν δὲν ἀπέβαλε τὸ θάῤῥος, ὅπερ τῷ ἐμπνέουσιν οἱ ὄπισθεν αὐτοῦ ἱστάμενοι 102 Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, οἱ ἕτοιμοι νὰ κλείσωσι τοὺς ὀφθαλμούς των πρὸ πάσης καταστροφῆς του, καὶ νὰ τῷ παράσχωσι δι’ αὐτὴν ψῆφον ἀφέσεως. Ἐξέλεξεν ἕτερον ἔδαφος πρὸς ἐπίθεσιν, τὸ ἔδαφος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Παιδείας, ὧν ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προστῶ ἐπὶ ἑξάμηνον, κληθεὶς εἰς τοῦτο ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Καὶ τῆς Ἐκκλησίας, Κύριοι, καὶ τῆς Παιδείας ἡ κατάστασις ἔχει περιέλθει ἤδη παρ’ ἡμῖν, χάρις ἰδίᾳ εἰς τὴν δεκαετῆ Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη, εἰς ἀπελπιστικὴν ὅλως θέσιν. Ἡ παράλυσις καὶ ἀποσύνθεσις αὐτῶν εἶναι ἤδη πλήρης καὶ τελεία. Ἀπὸ πολλοῦ ἔπαυσαν καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Παιδεία νὰ ἐνασκῶσιν ἐπὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν εὐεργετικήν των ἐπίδρασιν. Τὸ Εὐαγγέλιον δὲν εἶναι ἐν ἡμῖν δύναμις ἀναγεννῶσα εἰς Χριστόν. Τὸ τελειότατον τῶν θρησκευμάτων, ἡ κατ’ ἐξοχὴν θρησκεία, ὁ χριστινιασμὸς οὐδένα παράγει παρ’ ἡμῖν τῶν ὑψηλῶν ἐκείνων καρπῶν, οἵτινες ἀπαρτίζουσιν ἀλλαχοῦ τὸ κυριώτατον γνώρισμα τῶν πεπολιτισμένων λαῶν, τὸ διακρῖνον αὐτοὺς ἀπὸ τῶν ἡμιβαρβάρων, ἢ καὶ ὅλως ἀπολιτίστων λαῶν. Καὶ ἡ Παιδεία ἔχει ἀποβάλλει παρ’ ἡμῖν τέλεον τὴν μορφωτικὴν καὶ ἠθοπλαστικὴν αὑτῆς δύναμιν. Ἡ μαθητιῶσα παρ’ ἡμῖν νεολαία προσκτᾶται μὲν ξηράς τινας γνώσεις, καὶ ταύτας ἀτελεῖς καὶ συγκεχυμένας ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, δὲν μορφοῦται ὅμως διανοητικῶς, δὲν διαπαιδαγωγεῖται, ἐν τῇ κυρίᾳ σημασίᾳ τῆς λέξεως, ἀλλὰ τοὐναντίον διαστρεβλοῦται πολλάκις τὴν διάνοιαν, καὶ ἀποβάλλει οὐχὶ σπανίως καὶ πᾶν ἔμφυτον ἀγαθὸν σπέρμα τοῦ ἤθους. Ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ παραλύσεως καὶ ἀποσυνθέσεως προέκυψε καὶ ἡ χαλάρωσις παντὸς θρησκευτικοῦ καὶ ἠθικοῦ αἰσθήματος, ἣν πρότερον ὑπηνίχθην, ὡς ἕνα τῶν πρώτων παραγόντων τῆς παρ’ ἡμῖν κοινωνικῆς ἐκλύσεως. Καὶ τὴν κατάστασιν ταύτην, τὴν ὄντως οἰκτρὰν καὶ ἀπελπιστικὴν, ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἐμέ. Καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Παιδεία εἶχον, κατ’ αὐτὸν, ἄριστα μέχρι τῆς 3 Μαΐου, τῆς ἀποφράδος ἐκείνης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐδέησε νὰ παραδώσῃ αὐτὸς εἰς ἡμᾶς τὴν ἀρχήν. Ἔκτοτε ἤρκεσεν ἡ ἐπὶ ἑξάμηνον μόλις παραμονή μου ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ἀνατροπὴ πάντων τῶν καλῶς ἐχόντων τέως ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ τῇ Παιδείᾳ καὶ δημιουργηθῇ ἡ ἀξιοθρήνητος ἐκείνη κατάστασις, ἣν πάντες ἀνομολογοῦμεν καὶ οἰκτείρομεν τὴν σήμερον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔσχε τὸ θάῤῥος νὰ μὲ κατηγορήσῃ ὁ ἴδιος ἀπ’ εὐθείας διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Παιδείας, διότι ἐννοεῖ βεβαίως καὶ αὐτὸς, ὁπόσον ἀνυπόστατος, ὁπόσον ἀπίθανος θὰ ἐφαίνετο ἡ κατηγορία του αὕτη, ὁπόσον δὲ θὰ ἐξετίθετο οὕτως ἐν τῇ συνειδήσει παντὸς σωφρονοῦντος, παντὸς δυναμένου νὰ σκέπτηται αὐτοτελῶς καὶ μὴ ἀποδεχομένου τυφλῶς καὶ ἀβασανίστως πᾶν ὅ,τι ἀναγινώσκει, ἢ ἀκούει. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι πάντες τοιοῦτοι, οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν ἐναπομεινάντων ἔτι εἰς αὐτὸν πιστῶν ὀπαδῶν εἶναι ἐκ τῶν πιστευόντων καὶ μὴ ἐρευνώντων τὰ γραφόμενα καὶ λεγόμενα. Χάριν δὲ τούτων ἔγνω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ διεξαγάγῃ ἐμμέσως πως καὶ δι’ ἄλλων, πλὴν ἀμείλικτον πάντοτε κατ’ ἐμοῦ πόλεμον, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ἔκτοτε ἡμέρα σχεδὸν δὲν παρῆλθε, χωρὶς νὰ μὴ ὑπαγορεύσῃ εἰς τὸ ἰδιαίτερόν του ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὄργανον ἄρθρον, ἢ διατριβὴν, ἢ καὶ λίβελλον ἐπονείδιστον ἐναντίον μου...
§26ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Καὶ τὸν θεωρεῖτε ὑπεύθυνον δι’ αὐτά;
§27ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ἐκηρύχθην ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τῇ εἰσηγήσει πάντως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑπεύθυνος διὰ τὰ γραφόμενα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι», εἰ καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι τὸ φύλλον τοῦτο διερμηνεύει μὲν τὰ πολιτικὰ φρονήματα τῆς μερίδος ἡμῶν, οὐδέποτε ὅμως ὑπῆρξε προσωπικόν μου ὄργανον. Καὶ πῶς θέλετε νὰ μὴ θεωρήσω ἐγὼ ὡς ὑπεύθυνον τὸν κ. Τρικούπην δι’ ὅσα τὸ μονάκριβόν του ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὄργανον, τὸ γνωστὸν γελοιογραφικὸν φύλλον, γράφει;
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πόθεν τὸ εἰκάζετε;
§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τοῦ ἁπλουστάτου λόγου, ὅτι τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος φύλλον εἶναι τὸ ὄργανον, τὸ διερμηνεῦον ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ τὰς γνώμας τοῦ κ. Τρικούπη καὶ οὐχὶ τῶν φίλων του, οὓς μάλιστα αὐτὸς παραπέμπει εἰς τὰς στήλας του, ὡς ἔπραξε καὶ κατὰ τὴν παραίτησίν του, ὅπως ἐξ αὐτῶν πληροφορῶνται τὰς γνώμας του. Βεβαίως περὶ τοῦ κ. Δραγούμη εἰς οὐδενὸς οὐδέποτε τὸν νοῦν ἐπῆλθε νὰ πιστεύσῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν αὐτὸς, ἢ ἄλλος τις τῶν περὶ τὸν κ. Τρικούπην, νὰ ἐμπνεύσῃ τὰ γραφόμενα εἴτε ἐν τῷ «Ἄστει», εἴτε ἐν οἱῳδήποτε ἄλλῳ φύλλῳ. Καθ’ ὑπαγόρευσιν λοιπὸν τοῦ κ. Τρικούπη ἐγράφησαν ἐν τῷ γελοιογραφικῷ τούτῳ φύλλῳ πάντα τὰ ἄρθρα, πᾶσαι αἱ διατριβαὶ καὶ πάντες οἱ κατ’ ἐμοῦ λίβελλοι, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο οὕτω νὰ μὲ ἐκδικηθῇ διὰ τὸν αὐστηρὸν μὲν καὶ ἀμείλικτον, ἀλλὰ δίκαιον ἔλεγχον, ὃν ἐνήσκουν ἄλλοτε καὶ νῦν ἔτι ἐνασκῶ, ἐκ τοῦ φανεροῦ πάντοτε, ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν του πράξεων. Ἀφοῦ δὲ εἶδεν, ὅτι ἐγὼ, καὶ ὡς Ὑπουργὸς, καὶ ὡς Βουλευτὴς, ἀπηξίωσα ἀείποτε προσοχῆς τὰ ψεύδη καὶ τὰς συκοφαντίας, ἃς ἐνεῖχον τὰ δημοσιεύματα ἐκεῖνα, ἀπεθρασύνθη ἐντεῦθεν καὶ ἐνόμισεν ὅτι τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὰς βδελυγμίας ἐκείνας δι’ ἑτέρου ὀργάνου, ἐφαμίλλου ἐν πᾶσι πρὸς τὸ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὄργανόν του. Ἀλλ’ ἐπλανήθη μεγάλως, διότι διὰ τῆς τελευταίας ταύτης προκλήσεως μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς κατ’ ἐμοῦ τερθρείας, καὶ νὰ φιμώσω ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ψεῦδος καὶ τὴν συκοφαντίαν, οὐχὶ βεβαίως χάριν τοῦ ἠθικοῦ αὐτῶν αὐτουργοῦ, ἢ χάριν τοῦ ὀργάνου, δι’ οὗ αὐταὶ ἐξηνέχθησαν ἐνταῦθα, ἀλλὰ χάριν αὐτῆς τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τῆς ὁποίας εἶχον τὸ θράσος νὰ ἐπαναλάβωσιν αὐτάς. Θὰ ἀποδείξω οὕτω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἐπιθέσει αὐτοῦ ταύτῃ δὲν ὑπῆρξε παντάπασιν εὐτυχέστερος ἢ ἐν ταῖς ἐπιθέσεσιν αὐτοῦ καθ’ ἡμῶν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Εἶναι ἀληθῶς παράδοξος ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι παρὰ τῷ κ. Τρικούπῃ. Εἶπεν ἄλλοτε αὐτὸς οὗτος, ὅτι ἡμεῖς ἐκλήθημεν παρ’ ἐλπίδα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ ἐνόει βεβαίως, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἤμεθα ἱκανοὶ εἰς τοῦτο...
§30ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶχεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν· ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὸς ἔδοσε τὴν συμβουλὴν νὰ κληθῇ Ὑπουργεῖον ἄχρουν, ὅπως τελειώσῃ τὴν χρεωκοπίαν, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ κατόπιν ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὰ πράγματα· καὶ τὸ ἐδήλωσε σαφέστατα ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ τὸ δηλώσῃ, ὅπως ἐκτελεσθῇ ἡ ῥετσέτα του.
§31ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ εἶχον καὶ ἄλλην ἔννοιαν οἱ λόγοι του ἐκεῖνοι. Ἤθελε δι’ αὐτῶν νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἤμεθα ἱκανοὶ, ἵνα γείνωμεν Ὑπουργοί. Τοῦτο καθίσταται προφανὲς καὶ ἐκ τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ, ὃν εἰς ἄλλον ὑπηγόρευσε νὰ εἴπῃ ἐνταῦθα πρό τινων ἡμερῶν περὶ ἐμοῦ ἰδίως, ὅτι δηλαδὴ ἐγὼ ἐγενόμην Ὑπουργὸς παρ’ ἐλπίδα. Εἶναι νὰ θαυμάσῃ τις, Κύριοι, τὴν λογικὴν ταύτην, ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τίνες οἱ ἀπαρτίσαντες τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαΐου καὶ τίνες οἱ πρὸ αὐτῶν Ὑπουργοί.
§32ΖΩΤΟΣ. Ἐκείνους τοὺς ὑπεστήριζεν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς.
§33ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ γείνῃ Πρωθυπουργὸς ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ πρεσβύτερος τῶν παρ’ ἡμῖν πολιτευτῶν καὶ εἷς τῶν ἐπιφανεστέρων οἰκονομολόγων, ὡς μαρτυρεῖ ἡ πολυετὴς αὐτοῦ ὑπουργία ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἣν ὀφείλονται καὶ τὰ σπουδαιότερα οἰκονομικὰ νομοθετήματα, ἰδίᾳ δὲ τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ, ἀποχωρῶν ἐκ τῆς διευθύνσεως αὐτῶν ἐν ἔτει 1881, τὰ ἐγκατέλιπεν ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει, μὲ πλήρη τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους καὶ μὲ ἀκμαίαν τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, οὕτως ὥστε ὁ ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην διάδοχος αὐτοῦ κ. Καλλιγᾶς ν’ ἀναφωνῇ ἐν ἔτει 1883: «χρήματα εὑρίσκομεν δεξιὰ, ἀριστερὰ καὶ παντοῦ, ὅπου καὶ ἂν ζητήσωμεν αὐτά»· ἀλλ’ ἦσαν ἱκανοὶ νὰ γείνωσι Πρωθυπουργοὶ καὶ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν οἱ κ.κ. Τρικούπης καὶ Δηλιγιάννης, οἱ κατορθώσαντες ἐντὸς δεκαετίας ἐκείνην τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν νὰ μεταβάλωσιν εἰς δολίαν χρεωκοπίαν! Δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ γείνῃ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Ράλλης, ὁ ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ ἐπέκεινα πολιτευόμενος καὶ θεωρούμενος σέμνωμα τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν, ὁ πρὸ δεκαετίας καὶ δεκαεπταετίας ἤδη διαπρέψας ὡς Ὑπουργὸς καὶ νῦν εἰς ἓξ μόλις μῆνας ἐπιβαλὼν τὸν σεβασμὸν τῶν νόμων ἐν τῇ διοικήσει καὶ κατορθώσας νὰ καθάρῃ κατὰ μέγα μέρος τὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου, τὴν ληστείαν καὶ φυγοδικίαν τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ ἦσαν ἱκανοὶ νὰ γείνωσι τοιοῦτοι οἱ ἀπὸ δεκαετίας διευθύναντες τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑφ’ οὓς ὑπερῆρε τὸ ἔγκλημα τὴν κεφαλὴν καὶ ἐκυοφορήθη καὶ ἀνεφάνη ἐν ἡμῖν ἡ ληστεία! Δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ γείνῃ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ κ. Κοντόσταυλος, ὁ ἀρχαῖος πολιτευτὴς, ὁ πολλάκις διευθύνας τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο εὐδοκίμως πάνυ καὶ ὑπ’ αὐτὸν τὸν κ. Τρικούπην· ἀλλ’ ἦτο ἱκανὸς νὰ γείνῃ τοιοῦτος ὁ περίνους ἐκ Μεγαρίδος βουλευτὴς κ. Δραγούμης! Δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ γείνῃ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Κόρπας, εἷς τῶν δοκιμωτάτων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ καὶ ἀρχαῖος πολιτευτὴς, πολλάκις ἀποδείξας διὰ τῶν περισπουδάστων αὐτοῦ ἀγορεύσεων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ στρατοῦ, ὅτι ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος, ἵν’ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Ὑπουργείου· ἀλλ’ ἦσαν ἱκανοὶ οἱ ὑψηλοὶ πῖλοι τῶν κ. κ. Τρικούπη καὶ Δηλιγιάννη, τῶν αὐτοχειροτονήτων τούτων στραταρχῶν, οἵτινες παρέλυσαν καὶ ἀποσυνέθεσαν τὸν στρατὸν ἡμῶν! Δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ γείνῃ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁ κ. Κριεζῆς, ὁ φέρων ἓν τῶν εὐκλεεστέρων ὀνομάτων τῆς νεωτέρας ναυτικῆς ἡμῶν ἱστορίας, ὁ τὸν βίον αὐτοῦ κατατρίψας ἐν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ· ἀλλ’ ἦσαν ἱκανοὶ νὰ γείνωσι τοιοῦτοι οἱ κ. κ. Θεοτόκης καὶ Σκουλούδης, οἱ γινώσκοντες τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν μόνον ἐκ τῶν κατὰ θάλασσαν ὀλίγων ταξειδίων των! Καὶ ἐπὶ τέλους εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, μεθ’ ὅσην καὶ ἂν αἰσθάνομαι ἄλλως ἀηδίαν πρὸς τοῦτο, προκαλούμενος, νὰ περιαυτολογήσω καὶ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἤμην καὶ ἐγὼ ἱκανὸς νὰ γείνω Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μετὰ τοσούτους κοινοβουλευτικοὺς ἀγῶνας, ὧν μάρτυρες εἶσθε ἡμεῖς αὐτοὶ καὶ καθ’ οὓς, εἰ μή τι ἄλλο, ἀπέδειξα ὅμως, διὰ πολλῶν ἀγορεύσεών μου, ὅτι ἤμην ἐνήμερος πάντων τῶν ζητημάτων τῶν ἀπασχολούντων τὴν σήμερον τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Παιδείαν ἐν Ἑλλάδι· ἀλλ’ ἦσαν ἱκανοὶ νὰ γείνωσι τοιοῦτοι μόνοι οἱ παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη λαβόντες τὸ πρὸς τοῦτο χρῖσμα, οἱ γινώσκοντες τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, μόνον ἐκ τῶν παύσεων καὶ διορισμῶν, οὓς εἶχον μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἀναῤῥήσεώς των νὰ ἐπιζητήσωσιν ἐν αὐτῷ! Καὶ ἐνῷ εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ἐγὼ παρ’ ἐλπίδα, ἤτοι παρ’ ἀξίαν, ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν...
§34ΣΤΑΗΣ. Εἶπον «παρ’ ἐλπίδα», διότι τόσον γρήγορα ἐγείνατε Ὑπουργός.
§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. οὐδὲν ἧττον προσέθεσεν, ὅτι ἄλλα προσεδόκα παρ’ ἐμοῦ, καὶ ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνταπεκρίθην εἰς τὰς προσδοκίας ταύτας. Πῶς σᾶς φαίνεται, Κύριοι, ἡ λογικὴ αὕτη; Δὲν εἶναι παράδοξος, δὲν εἶναι ἀληθῶς τρικουπικὴ λογική; Ἀλλ’ ἴσως, τοῦτο λέγων, ἐνόει ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνταπεκρίθην εἰς τὰς ἰδίας αὐτοῦ προσδοκίας, δὲν ἠθέλησα νὰ συνεχίσω τὰς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τρικουπικὰς παραδόσεις, συντελῶν καὶ ἐγὼ κατὰ τὸ δυνατόν, ἂν ὄχι εἰς τὴν ἐπιδείνωσιν, τοὐλάχιστον εἰς τὴν διατήρησιν τῆς καταστάσεως, ἥτις ὑπ’ αὐτὸν εἶχε δηγιουργηθῆ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ τῇ Παιδείᾳ, ἀλλ’ ἀπεπειράθην ν’ ἀντιστρατευθῶ πρὸς τὸ καταστρεπτικόν του ἔργον, πᾶσαν προσπάθειαν καταβάλλων, ὅπως ἀναχαιτίσω τὸ κακόν. Καὶ κατὰ τοῦτο ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνταπεκρίθην πρὸς τὰς τοιαύτας προσδοκίας του, διότι τῷ ὄντι ἠθέλησα νὰ ἀνακόψω τὸ ἔργον, ὅπερ ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην εἶχε συντελεσθῆ ὑπ’ αὐτὸν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ τῇ Παιδείᾳ. Πιστὴν εἰκόνα, Κύριοι, τῆς καταστάσεως τῶν διαπεπιστευμένων αὐτῷ κλάδων παρεῖχεν αὐτὸ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καθ’ ἣν ἡμέραν ἀνελάμβανον ἐγὼ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ. Εὐθὺς ἅμα εἰσελθών, μικρὸν μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν μου, εἰς τὸ πεπαλαιωμένον καὶ ὑπόσαθρον ἐκεῖνο κατάστημα, τὸ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, εὑρέθην ἐνώπιον καταστάσεως ἀπεριγράπτου. Οὐδὲ τὸ τρίτον τῶν ἐν αὐτῷ διωρισμένων καὶ μισθοδοτουμένων ὑπαλλήλων ἦσαν παρόντες· οἱ ἄλλοι ἐθεώρουν περιττὸν νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐν αὐτῷ, ἀφοῦ ἡ θέσις των ἦτο ἀργόμισθος. Ἐζήτησα εὑρετήριον τῶν ἐπίπλων καὶ βιβλίων αὐτοῦ, καὶ οὐδὲν τοιοῦτον εὗρον. Καὶ ὅμως μυριάδες πολλαὶ δραχμῶν εἶχον δαπανηθῆ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰς προμήθειαν ἐπίπλων καὶ βιβλίων, ὀλίγας δὲ ἡμέρας μετὰ τὴν ἀνάῤῥησίν μου ἐζητοῦντο παρ’ ἐμοῦ χιλιάδες δραχμῶν, ὡς συνδρομὴ διὰ πεντακόσια ἀντίτυπα ἑνὸς βιβλίου, δι’ ἃ καθ’ ὑπέρβασιν τῆς σχετικῆς πιστώσεως εἶχεν ἐγγραφῆ συνδρομητὴς κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεως τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη ἐν ἔτει 1890 ὁ τότε προκάτοχός μου. Ἐζήτησα νὰ μάθω, ὁποία ἡ τύχη καὶ τόσων ἄλλων βιβλίων, εἰς ἃ κατὰ δεκάδας καὶ ἑκατοντάδας ἀντιτύπων εἶχεν ἐγγραφῆ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν συνδρομητής, καὶ οὐδεμία ἠδύνατο νὰ μοὶ δοθῇ περὶ τούτου πληροφορία. Μοὶ ὑπέδειξαν μόνον διάφορα βιβλία, φύρδην μίγδην παρεῤῥιμμένα ἐν τοῖς ὑπογείοις καὶ τῇ ὀροφῇ, ὧν τὰ πλεῖστα ἦσαν ἤδη βορὰ τῆς ὑγρασίας ἢ τοῦ σητός, καὶ περὶ ὧν οὐδεὶς ἐγίνωσκε, πῶς εὑρέθησαν ἐκεῖ. Εἰ καὶ εἶχε δὲ προμηθευθῆ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὴν ἰδιαιτέραν του βιβλιοθήκην πολλὰ καὶ πολύτιμα συγγράμματα, καὶ τούτων ὁ ἀριθμὸς ἠγνοεῖτο, καὶ ἐξ αὐτῶν πολλὰ σώματα εἶχον γείνει ἄφαντα, ἐξ ἄλλων δὲ εἶχον ὑπεξαιρεθῆ διάφοροι τόμοι, καθιστῶντες ἄχρηστα σχεδὸν τὰ ὑπολειπόμενα σώματα. Φαντασθῆτε, ὅτι καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν Ἑλληνικῶν Κωδίκων καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν συλλογῶν νόμων, διαταγμάτων καὶ ἐγκυκλίων τοῦ Ὑπουργείου, τῶν προωρισμένων εἰς ἰδιαιτέραν χρῆσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔλειπον οἱ πλεῖστοι τῶν τόμων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως ὤφειλε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχήν μου, ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ ἀρχείου. Ἀπὸ ἐτῶν, ὡς φαίνεται, ἐζητοῦντο καὶ ἐλαμβάνοντο ἐξ αὐτοῦ ἔγγραφα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, παρὰ τῶν διαφόρων τμηματαρχῶν καὶ ὑπαλλήλων, καὶ παρ’ ἰδιωτῶν ἔτι, χωρὶς νὰ κρατῆται βιβλίον ἐπὶ τούτῳ, χωρὶς νὰ λαμβάνωνται ἀποδείξεις· οὕτω δὲ ἀπώλοντο πλεῖστα ὅσα ἔγγραφα σπουδαιότατα, καὶ ἔχει δημιουργηθῆ κατάστασις ἐν τῷ ἀρχείῳ, κινοῦσα ἀληθῶς τὸν οἶκτον. Ταῦτα λέγων, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ νὰ κατακρίνω τοὺς ἀνωτέρους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπαλλήλους. Οὗτοι εἶναι ἁπλᾶ ὄργανα, ὅσον δὲ ἱκανοὶ καὶ ἐπιτήδειοι ἄν ἦσαν αὐτοὶ εἰς τὸ ἔργον των, ἐνόσῳ οἱ προϊστάμενοι, οἵτινες ὤφειλον νὰ ἦναι ἡ κινοῦσα αὐτοὺς δύναμις, ἐπεδείκνυον ἀσύγνωστον ὀλιγωρίαν καὶ ἀδράνειαν καὶ ἔδιδον μάλιστα αὐτοὶ πρῶτοι πολλάκις τὸ παράδειγμα τῆς ἀταξίας καὶ παραλύσεως, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ σταματήσῃ ὁ ὅλος μηχανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου καὶ νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἔκρυθμος ἐκείνη κατάστασις, ἐν ᾗ παρέλαβον ἐγὼ αὐτό, καὶ ἥτις τόσον πιστῶς ἀπεικόνιζε τὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ εὑρίσκοντο οἱ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ διατελοῦντες κλάδοι. Ὅτι καὶ οἱ ἀνώτεροι καὶ πολλοὶ τῶν κατωτέρων τοῦ Ὑπουργείου ὑπαλλήλων ἠδύναντο ὑπὸ ἄλλην διεύθυνσιν ν’ ἀποδειχθῶσιν ἱκανοὶ καὶ πιστοὶ τοῦ καθήκοντος τηρηταί, μαρτυρεῖ τοῦτο τὸ γεγονός, καθ’ ὅ αὐτοὶ οὗτοι οἱ ὑπάλληλοι, κρατηθέντες ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐπετέλεσαν ὑπ’ ἐμὲ τὸ καθῆκον μετὰ ζήλου ἀξίου παντὸς ἐπαίνου. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι πιστὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως τῶν διαπεπιστευμένων αὐτῷ κλάδων παρεῖχεν αὐτὸ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὁ ἰσχυρισμός μου οὗτος οὐδεμίαν ἐνέχει ὑπερβολήν. Θλιβερὰ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι μέγας καὶ ὑψηλὸς ὁ προορισμὸς ταύτης, ὁ προορισμός, ὅν ἔχει, ἵνα ὑποβοηθήσῃ τοὺς πιστοὺς εἰς τὴν διάπραξιν τοῦ ἀγαθοῦ, εἰς τὴν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἀφομοίωσιν αὐτῶν πρὸς τὸ Ὄν τὸ πανυπερτέλειος. Ἀλλὰ τοῦ τοιούτου προορισμοῦ ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἀπὸ πολλοῦ ἐξέπεσε τέλεον. Χάρις εἰς τοὺς λειτουργοὺς αὑτῆς, τούς τε ἀνωτέρους καὶ τοὺς κατωτέρους, χάρις εἰς αὑτὴν τὴν ἀνωτάτην ἐκκλησιαστικὴν ἡμῶν ἀρχήν, τὴν λεγομένην Ἱερὰν Σύνοδον, ἡ ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησία οὐ μόνον δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἀναζωπύρησιν τῆς πίστεως καὶ εὐσεβείας, εἰς τὴν χειραγώγησιν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ καθίσταται ἀφορμὴ πολλάκις εἰς ἀπονέκρωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ καὶ εἰς χαλάρωσιν τοῦ ἠθικοῦ αἰσθήματος. Καὶ ὁ ἀνώτερος καὶ ὁ κατώτερος ἡμῶν κλῆρος στρατολογεῖται συνήθως ἐκ τῆς κοινωνικῆς ὑποστάθμης. Ἔρημοι ἀληθοῦς ζήλου καὶ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὲρ τῆς ὑψηλῆς αὑτῶν ἀποστολῆς οἱ κληρικοὶ ἡμῶν, ἀπεστερημένοι τῶν ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων γνώσεων διὰ τὸ ἔργον αὐτῶν, ἀποδύονται συνήθως εἰς αὐτὸ, ὡς εἰς τὸ ἀκοπώτερον βιοποριστικὸν ἐπάγγελμα. Οὐδὲν θαῦμα, ἐὰν τοιοῦτοι κληρικοὶ εἶναι πάντη ἀνίκανοι νὰ διδάξωσι καὶ ποδηγετήσωσι τὸν λαόν εἰς τὴν εὐσέβειαν καὶ τὴν ἀρετήν, ἐὰν δὲ οὐχὶ σπανίως καὶ ὁ ὅλος βίος αὐτῶν εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ σκανδαλίζῃ τὴν θρησκευτικὴν καὶ ἠθικὴν τῶν πιστῶν συνείδησιν καὶ νὰ παρασκευάζῃ τὴν ἀδιαφορίαν, ἄν ὄχι καὶ τὴν περιφρόνησιν, πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ τὴν ἔκλυσιν τῶν ἠθῶν. Ἡ κατάστασις αὕτη τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν χρονολογεῖται βεβαίως ἀπὸ πολλοῦ, ὡς μὴ ὤφελεν. Ἀλλ’ αἱ μὲν παλαιότεραι Κυβερνήσεις ἠδύναντο νὰ δικαιολογηθῶσιν, ὅτι ἐπὶ μῆνας, ἢ ἑβδομάδας, ἔστιν ὅτι δὲ καὶ ἐπὶ ἡμέρας μόλις παραμένουσαι ἐν τοῖς πράγμασι, δὲν εἶχον τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵνα σκεφθῶσι καὶ ἐπιτελέσωσί τι ἄξιον λόγου πρὸς βελτίωσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Τίνα ὅμως δικαιολογίαν δύναται νὰ προβάλῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ἐκυριάρχησεν ἐν ἡμῖν, ἀπολαύων τῆς τυφλῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Στέμματος; Τί ἔκαμε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας; Οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδέν. Οὔτε περὶ μορφώσεως τοῦ κλήρου ἔλαβέ ποτε πρόνοιαν, οὔτε περὶ ἀποκαταστάσεως αὐτοῦ. Ἄφησε δὲ καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς, καὶ αὐτὴν τὴν λεγομένην Ἱερὰν Σύνοδον, ἵνα κατοργιάζωσιν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, λακπατοῦντες καὶ κανόνας καὶ νόμους, καπηλευόμενοι θεῖα καὶ ἀνθρώπινα, τὴν Σιμωνίαν μετερχόμενοι ἀσυστόλως καὶ ἐπὶ χρήμασι χειροτονοῦντες ἀνικάνους καὶ ὑπεραρίθμους ἱερεῖς, ἐπὶ χρήμασι καταδικάζοντες ἀθώους καὶ ἀθωοῦντες ἀληθῆ τέρατα ἠθικῆς ἐξαχρειώσεως. Τὸ κακὸν, Κύριοι, ὑπερῆρε ἰδίως τὴν κεφαλὴν, ἀφ’ ὅτου ὁ κ. Τρικούπης ἠθέλησε καὶ τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ὑποβιβάσῃ εἰς τυφλὴν θεραπαινίδα τῶν φατριαστικῶν του παθῶν. Ἀφ’ ὅτου ἰδίᾳ, κατὰ τρόπον σκανδαλώδη, ἐπενέβη εἰς τὴν τελευταίαν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, καὶ ἐπέβαλεν εἰς τὴν προεδρίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς του, ἔκτοτε ἀπέβαλε πάντα χαλινὸν αἰδοῦς, καὶ ἄγει καὶ φέρει, κατὰ τὸ ἴδιον δοκοῦν, κατὰ τὰ φατριαστικά του συμφέροντα, τὴν ἀνωτάτην ἐκκλησιαστικὴν ἡμῶν ἀρχὴν, δι’ αὐτῆς δὲ καὶ τὴν ὅλην ἡμῶν Ἐκκλησίαν. Ἔκτοτε οὐδὲ σκιὰν νόμων καὶ κανόνων ἀπαντᾷ τις ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ ἡμῶν διοικήσει· ἔκτοτε ἀπέβη πλήρης καὶ τελεία ἡ κατάπτωσις τῆς Ἐκκλησίας, πλήρης καὶ τελεία ἡ ἀνικανότης αὐτῆς, ἵνα ἐπιτελέσῃ τὸν μέγαν καὶ ὑψηλὸν προορισμόν της. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔντιμοι ἐξαιρέσεις, ὅτι ὑπολείπονται ἔτι καὶ ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι κληρικοί, ἔχοντες συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς των καὶ δυνάμενοι νὰ ἐκπληρώσωσιν αὐτήν· ἀλλ’ οἱ κληρικοὶ οὗτοι εἶναι τόσον εὐάριθμοι, παραγνωρίζονται δὲ καὶ παραγκωνίζονται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἀδυνατοῦσι παντάπασι ν’ ἀποτελέσωσιν αὐτοὶ φραγμόν τινα εἰς τὴν κατακλύσασαν τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν διαφθορὰν, ἀφ’ οὗ χρόνου ἰδίᾳ συνεζεύχθη αὕτη πρὸς τὸν φατριασμὸν τοῦ κ. Τρικούπη, τὸν τόσον ὀλεθρίαν ἐπιῤῥοὴν ἐνασκήσαντα καὶ ἐπὶ τὸν δημόσιον καὶ ἐπὶ τὸν κατ’ ἰδίαν ἡμῶν βίον. Δὲν εὗρον, Κύριοι, εἰς καλλιτέραν κατάστασιν τὴν Παιδείαν, τὸν ἕτερον τοῦτον παράγοντα τῆς ἐξημερώσεως καὶ προόδου τῶν πεπολιτισμένων λαῶν, καθ’ ἣν ἡμέραν ἀνελάμβανον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὡς προϋπηνίχθην ἤδη, ἡ Παιδεία περιορίζεται παρ’ ἡμῖν εἰς τὴν μετάδοσιν ξηρῶν τινων γνώσεων, καὶ τούτων ἐπιπολαίων ὅλως. Ἡ Παιδεία ἔχει ἀποβάλει ἀπὸ πολλοῦ δι’ ἡμᾶς τὴν διαπλαστικὴν τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδίας δύναμιν, δὲν συντελεῖ πλέον εἰς ἔξαρσιν τοῦ φρονήματος καὶ εἰς ἐξευγένισιν τοῦ ἤθους, ὡς παρ’ ἄλλοις λαοῖς, καὶ παρ’ ἡμῖν αὐτοῖς ἐν προγενεστέροις χρόνοις. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦτο ἄγνωστον παρ’ ἡμῖν καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα τῆς παιδαγωγικῆς ἐπιστήμης, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἠγνοοῦμεν τὰ πολυειδῆ καὶ πολυποίκιλα σχολεῖα τῆς σήμερον, οὐδ’ εἴχομεν ἔτι Πανεπιστήμια καὶ Γυμνάσια, ἡ δὲ ἑλληνικὴ παιδεία εἶχε καταφύγει εἰς τὸν νάρθηκα τῶν ναῶν, καὶ ἐκεῖ, ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Ἐκκλησίας, ἤρχιζεν ἐκ τῆς Ὀκτωήχου καὶ τοῦ Ψαλτῆρος καὶ κατέληγεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν καὶ μελέτην τῶν Πατέρων καὶ τῶν κλασικῶν ἔργων τῶν προγόνων ἡμῶν, τότε καὶ τὸ θρησκευτικὸν καὶ ἠθικὸν αἴσθημα ἀνεζωπυρεῖτο δι’ αὐτῆς, τόσον πενιχρὰ μέσα διαθετούσης, καὶ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα ἐκρατύνετο. Τότε οὐ μόνον οἱ Ἑλληνόπαιδες ἐμάνθανον ἑλληνικὰ γράμματα, ἐτύγχανον τῆς προσηκούσης θρησκευτικῆς καὶ ἠθικῆς ἀνατροφῆς καὶ ἐδέχοντο ἁγνὰ καὶ ἄδολα τὰ σπέρματα τῆς φιλοπατρίας, ἥτις τοσοῦτον ἐμεγαλούργησεν, ἀρχομένου τοῦ ἐνεστῶτος αἰῶνος, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀλλόγλωσσοι αὐτοί, οἱ Ἀλβανοί, οἱ Βούλγαροι καὶ οἱ Βλάχοι διὰ τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας ἐγίνοντο ὀρθόδοξοι Ἕλληνες καὶ ᾐσχύνοντο ἐπὶ τῷ ἰδίῳ αὐτῶν ἐθνισμῷ. Πόσον ὅμως ἤλλαξαν ἔκτοτε οἱ καιροί! Ἔκτοτε οἱ Ἑλληνόπαιδες μαθητεύουσιν ἐπὶ τέσσαρα μὲν ἔτη ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ, ἐπὶ τρία δ’ ἐν τῷ ἑλληνικῷ, ἐπὶ τέσσαρα δ’ ἐν τῷ Γυμνασίῳ καὶ ἐπὶ ἄλλα τέσσαρα ἔτη φοιτῶσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· πόσοι ὅμως ἐξ αὐτῶν εἶναι εἰς θέσιν, μετὰ τὴν δεκαπενταετῆ ταύτην παίδευσιν, οὐχὶ νὰ συντάξωσί τι ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἑλληνικῇ, ὡς οἱ πατέρες ἡμῶν, οὐχὶ νὰ ἐκθέσωσιν ἀπροσκόπτως τὰς ἰδέας αὐτῶν καὶ ἐν τῇ καθωμιλημένῃ, ἀλλὰ νὰ ἑρμηνεύσωσι κἂν ἀπροσκόπτως τὸν πρῶτον τυχόντα Ἕλληνα συγγραφέα, ὡς ἐκεῖνοι; Ἔκτοτε τὸ θρησκευτικὸν καὶ ἠθικὸν αἴσθημα ἀπονεκροῦται ἐν τοῖς σχολείοις ἡμῶν, οὐδ’ ἐξεγείρεται τὸ παράπαν τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν φρόνημα, καὶ οὕτως οὐδένα μὲν ἀλλόγλωσσον προσηλυτίζει πλέον ἡ παιδεία ἡμῶν εἰς τὸν ὀρθόδοξον Ἑλληνισμόν, τὸ δὲ χείριστον πάντων, συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἐκφυλίζωνται καὶ ἀποβάλλωσι τὸν ἐθνισμὸν των ἐν πρώτῃ δοθείσῃ εὐκαιρίᾳ καὶ αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες. Ἡ Παιδεία ἡμῶν ἔπαυσεν ἀπὸ πολλοῦ καλλιεργοῦσα πᾶν ἰδεῶδες, ἐξωθεῖ δὲ τοὺς τροφίμους αὐτῆς εἰς τὰ ταπεινὰ καὶ εὐτελῆ. Οὐδὲν θαῦμα, ἐὰν οὕτως ἡ γενεὰ ἡμῶν ὑπὲρ οὐδενὸς ὑψηλοῦ καὶ γενναίου ἐνθουσιᾷ πλέον, ἡ δὲ θρησκεία καὶ ἡ πατρὶς ἦναι λέξεις κεναὶ δι’ αὐτήν, ἐὰν ἔχῃ προσκολληθῆ τυφλῶς εἰς τὴν ὕλην, καὶ χάριν ταύτης εἶναι πρόθυμος τὰ πάντα ν’ ἀποτολμήσῃ, ἐὰν οὕτως ἐχαλαρώθη μὲν πᾶς ἠθικὸς δεσμὸς ἐν ἡμῖν, τὸ δ’ ἔγκλημα ἔχῃ ὑπεράρει ἤδη τὴν κεφαλήν, καὶ ἐπαπειλούμεθα τὴν σήμερον ὑπὸ κοινωνικῆς ἐκλύσεως! Διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην δὲν φέρει βεβαίως πᾶσαν τὴν εὐθύνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι αὕτη εἶναι ἐν πολλοῖς ἀρχαιοτέρα τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς οὗτος ἐπεκράτησεν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Πολιτείᾳ. Ἀλλ’ ὅ,τι εἶπον περὶ Ἐκκλησίας, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω καὶ νῦν, περὶ παιδείας προκειμένου. Οἱ προκάτοχοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὐδέποτε ἔτυχον τῶν ἐξαιρετικῶν ἐκείνων περιστάσεων, ἃς εἶχεν αὐτός. Ἐκεῖνοι διεξῆγον διαρκῶς τὸν περὶ ὑπάρξεως ἀγῶνα, ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν κινδυνεύοντες ν’ ἀπολέσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, ἢ τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνοι μόλις ἡμέρας, ἢ ἑβδομάδας, ἢ τὸ πολὺ πολὺ μῆνας παραμένοντες ἐν τῇ ἀρχῇ, οὐδένα εἶχον καιρὸν, ἵνα σκεφθῶσι καὶ πράξωσί τι περὶ γενικωτέρων ζητημάτων, περὶ Ἐκκλησίας καὶ Παιδείας· ἐνῷ ὁ κ. Τρικούπης ἐπὶ ἔτη μακρὰ καὶ συνεχῆ ἦτο ἀληθὴς δικτάτωρ ἐν ἡμῖν, ἀπολαύων τῆς ἀδιασείστου ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Βουλῆς, ὡς οὐδεὶς ἄλλος Πρωθυπουργὸς ἐν Ἑλλάδι. Ἐπὶ περιόδους βουλευτικὰς ὁλοκλήρους πᾶσα σκέψις του, πᾶς πόθος τῆς καρδίας του, ὅσον δυσκατόρθωτος καὶ παράβολος ἂν ἐφαίνετο, ἠδύνατο νὰ γείνῃ πάραυτα νόμος τοῦ Κράτους. Αὐτὸς λοιπὸν μόνος ἔτυχεν ἐν ἡμῖν τῆς ἐξαιρετικῆς ὅλως εὐκαιρίας, ἵνα σκεφθῇ καὶ πράξῃ, ὡς ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὑπὲρ τῆς Παιδείας πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς ἀνόρθωσιν αὐτῆς ἐκ τῆς νῦν καταπτώσεώς της. Καὶ ὅμως καθ’ ὅλην τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, καθ’ ἣν αὐτὸς ἐκυριάρχησεν ἐν Ἑλλάδι, οὐ μόνον οὐδὲν ἐπετέλεσε τῶν δεόντων γενέσθαι ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ συνετέλεσεν ἐκ παντὸς τρόπου εἰς ἐπιδείνωσιν αὐτῆς. Τοῦτο θὰ καταδείξῃ ἡμῖν, Κύριοι, βραχεῖά τις ἐπισκόπησις τῶν διαφόρων κλάδων τῆς Παιδείας ἐν Ἑλλάδι. Τὸ Πανεπιστήμιον διέπεται ἀκόμη ὑπὸ τοῦ πρώτου αὐτοῦ ὀργανισμοῦ, τοῦ ἀπηρχαιωμένου ἤδη καὶ ἀχρήστου ἀποδειχθέντος ἐν πολλοῖς διὰ τὰς σημερινὰς ἀνάγκας. Αἱ διατάξεις ἰδίᾳ αὐτοῦ αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας του, τὴν ἀνερχομένην ἤδη εἰς ἑκατομμύρια ὅλα, δὲν ἠδύναντο νὰ προλάβωσι τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας καταχρήσεις, αἵτινες ἐν τῷ μεταξὺ συνετελέσθησαν καὶ ἐξετέθησαν εἰς τὰ ὄμματα τῆς καταπλήκτου ἐπὶ τούτῳ κοινωνίας. Καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν ἑδρῶν ἐν αὐτῷ, εἰς τὸν διορισμὸν τῶν καθηγητῶν καὶ ὑφηγητῶν, εἰς τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τούτων, εἰς τὰ διδασκόμενα μαθήματα, εἰς τὸν τρόπον τῆς διδασκαλίας αὐτῶν καὶ εἰς τὰς ἐξετάσεις, εἶναι ἐλλιπέσταται. Δὲν εἶναι δὲ διόλου παράδοξον, ἐὰν ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν τὸ Πανεπιστήμιον ἡμῶν, καίτοι πολλῶν ἑκατομμυρίων περιουσίαν κεκτημένον, ἐν τούτοις δὲν ἐπαρκῇ τὴν σήμερον εἰς τὴν συντήρησιν τῶν συλλογῶν καὶ παραρτημάτων αὐτοῦ, ἐὰν καὶ ὑπὸ ἔποψιν τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ προορισμοῦ του καθυστερῇ, ἂν μὴ καὶ ἀστοχῇ ὅλως αὐτοῦ. Προορισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ἔνθεν μὲν ἡ προαγωγὴ τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς καθ’ ἑαυτὴν, ἔνθεν δὲ ἡ προσήκουσα παρασκευὴ τῶν μελλόντων νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰς πρακτικὰς, οὕτως εἰπεῖν, ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ ποῦ ἡ ἐπίτευξις τοῦ τοιούτου προορισμοῦ; ποῦ, ὄχι ἡ προαγωγὴ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἡ παρακολούθησις κἄν τῶν ἀλλαχοῦ γιγνομένων προόδων ἐν τῇ ἐπιστήμῃ; ποῦ τὰ ἐπιστημονικὰ ἡμῶν περιοδικὰ, δι’ ὧν ἐκδηλοῦται ἡ ἐπιστημονικὴ ζωὴ καὶ κίνησις; Πόσοι τῶν καθηγητῶν ἡμῶν, συναρμολογήσαντες ὀπωσδήποτε ἅπαξ ἓν ἐγχειρίδιον ἐν τῷ μαθήματι, ὅπερ διδάσκουσι, λαμβάνουσιν εἶτα καὶ ἀναγινώσκουσιν, οὐχὶ τὰς σχετικὰς μονογραφίας, οὐχὶ τὰ σχετικὰ περιοδικὰ, δι’ ὧν ἀνακοινοῦνται συνήθως αἱ ἑκάστοτε γινόμεναι πρόοδοι ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἀλλὰ τὰς νεωτέρας κἂν ἐκδόσεις τῶν ἐγχειριδίων, ἐξ ὧν εἶχον ἐν ἀρχῇ συναρμολογήσει τὸ μάθημά των, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τοὐλάχιστον τῶν ἐν αὐτοῖς συνοψιζομένων προόδων τῆς ἐπιστήμης μεταῤῥυθμίσωσι καὶ αὐτοὶ τὰ ἐγχειρίδιά των; Πῶς δὲ πληροῦνται καὶ αἱ πρακτικαὶ τῆς κοινωνίας ἐπιστημονικαὶ ἀνάγκαι διὰ τῶν ἀποφοίτων τοῦ Πανεπιστημίου ἡμῶν; Ἔχετε γνῶσιν ἱκανὴν, Κύριοι, τῶν ἑκάστοτε ἐξαπολυομένων ὑπ’ αὐτοῦ θεολόγων, δικηγόρων, ἰατρῶν, καθηγητῶν καὶ διδασκάλων. Ἡ ἡμιμάθεια καὶ ἐπιπολαιότης αὐτῶν ἔχει καταστῆ ἤδη παροιμιώδης, οἱ δὲ τοιοῦτοι καρποὶ τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίου ἠνάγκασαν ἤδη πολλοὺς παρ’ ἡμῖν νὰ τὸ θεωρῶσι περιττὸν, ἐφαρμόζοντες ἐπ’ αὐτοῦ τὴν εὐαγγελικὴν ῥῆσιν: «Πᾶν δένδρον, μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν, ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται.» Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπηγγέλθη μεταῤῥύθμισίν τινα τοῦ Πανεπιστημίου, ἔνθεν μὲν διὰ τῆς ἀπονομῆς εἰς τὰς Σχολὰς τοῦ δικαιώματος τῶν προτάσεων, προκειμένου περὶ διορισμοῦ καθηγητῶν, ἔνθεν δὲ διὰ τοῦ καθορισμοῦ τῶν ἑδρῶν αὐτῶν καὶ τῶν ὡρῶν τῆς διδασκαλίας· ἀλλ’ εἰς τί ὠφέλησαν αἱ μεταῤῥυθμίσεις αὗται; Μήπως ὑπὸ τὰς προτάσεις τῶν Σχολῶν δὲν κατωρθώθη νὰ διορισθῶσι καθηγηταὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐκεῖνοι, ὑπὸ τὸν διορισμὸν τῶν ὁποίων οὐδεὶς Ὑπουργὸς θὰ ἐτόλμα ποτὲ νὰ θέσῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν ὑπογραφήν του; Μήπως ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφίζωνται ἀνευθύνως ὑπὸ τῶν Σχολῶν καὶ νὰ διορίζωνται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, ὀχυρουμένων ὄπισθεν τῶν προτάσεων αὐτῶν, καθηγηταὶ πολὺ χειρότεροι ἐκείνων, οἵτινες διωρίζοντο πρὶν ἄνευ αὐτῶν; Ἄνευ προτάσεων εἶχον διορισθῆ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ὁ Ἀργυρόπουλος, ὁ Σοῦτσος, ὁ Βερναρδάκης, ὁ Καλλιγᾶς· τίνες δὲ οἱ τῇ προτάσει τῶν οἰκείων Σχολῶν διορισθέντες διάδοχοι αὐτῶν; δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὅρος συγκρίσεως μεταξὺ τούτων καὶ ἐκείνων; Καὶ διὰ τοῦ καθορισμοῦ δὲ τῶν ἑδρῶν οὐδὲν ἄλλο ἐπεδιώχθη ἢ ἡ πλήρωσις φατριαστικῶν πόθων, δυσεκπληρώτων ἄλλως· διότι ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦτο ἐδημιουργήθησαν νέαι ἕδραι, προωρισμέναι δι’ ἀνθρώπους, οὐδὲν ἄλλο προσὸν ἔχοντας ἢ ὅτι ἀνῆκον εἰς τὴν ἰδιαιτέραν αὐλὴν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὴν περισαίνουσαν αὐτόν. Ὁ δὲ καθορισμὸς τῶν ὡρῶν τῆς διδασκαλίας ἔμενεν ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ σχετικοῦ νόμου νεκρὸν γράμμα, διότι καὶ μετὰ ταῦτα εἰς οὐδενὸς καθηγητοῦ τὸν νοῦν ἐπῆλθέ ποτε νὰ διδάξῃ ἓξ ὥρας τὴν ἑβδομάδα. Δὲν ἔχω, Κύριοι, νὰ εἴπω πολλὰ περὶ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὗρον τὴν μέσην παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσιν. Καὶ αὕτη διετέλει ὑπὸ τὸ ἀπηρχαιωμένον ἐν πολλοῖς διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ἐπέχον θέσιν νόμου, καὶ αὕτη εὑρίσκετο εἰς τελείαν σχεδὸν ἀποσύνθεσιν. Καθηγητὴς Γυμνασίου διωρίζετο ἐν ἀρχῇ πᾶς φέρων πτυχίον Φιλοσοφικῆς Σχολῆς οἱουδήποτε Πανεπιστημίου, βραδύτερον προήγετο εἰς καθηγητὴν ὁ προηγουμένως ὑπηρετήσας ἐπὶ διετίαν ὡς σχολάρχης. Ἀλλὰ καὶ τότε καὶ νῦν διεπιστεύετο ἡ μέση ἐκπαίδευσις ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο μὲν νὰ ἔχωσι πάσας τὰς θεωρητικὰς γνώσεις, νὰ ἠξεύρωσιν ἀπὸ στήθους ὅλας τὰς κριτικὰς καὶ γλωσσικὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Κόντου, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔννοιαν εἶχον τοῦ πρακτικοῦ ἔργου τοῦ διδασκάλου, οὐδεμίαν ἔννοιαν εἶχον τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου καὶ τοῦ Γυμνασίου. Ἂν εἰς ταῦτα προσθέσητε, ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως περιορίζεται καὶ νῦν εἰς τὴν μετάδοσιν ξηρῶν τινῶν γνώσεων, ὡς ἐν ἔτει 1836, ὅτι αὕτη ἀποκλείει πᾶν πρακτικὸν στάδιον, ἐμπορικὸν καὶ βιομηχανικόν, οὖσα κλασσικὴ ἐγκύκλιος μόνον παίδευσις, ὅτι δὲ εἰς τὰς θέσεις τῶν φιλολόγων διωρίζοντο ἐν αὐτῇ πολλάκις καὶ θεολόγοι, καὶ φυσικοί, καὶ μαθηματικοὶ ἔτι, εἰς οὓς οὐχὶ σπανίως ἀνετίθετο καὶ ἡ διεύθυνσις οὐ μόνον ἑλληνικῶν σχολείων, ἀλλὰ καὶ Γυμνασίων, ὅτι ὁ φατριασμὸς κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον καθώριζε τὴν ἱκανότητα πρὸς διατήρησιν καὶ προαγωγήν, ἔχετε οὕτω πιστὴν τὴν εἰκόνα τοῦ ἀληθοῦς τούτου κυκεῶνος, ὅστις καλεῖται παρ’ ἡμῖν μέση ἐκπαίδευσις. Εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας ἡ θέσις, εἰς ἣν εἶχε περιστῆ ἤδη ὁ κλάδος οὗτος τῆς παιδεύσεως ἐν ἡμῖν ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη. Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φατριασμοῦ τοῦ εἶχεν ἐξαχρειωθῆ τὸ πᾶν. Εἴχομεν καθηγητὰς καὶ διδασκάλους ἐν πολλοῖς ἀνικάνους καὶ καπηλευομένους τὸ ἀξίωμά των. Αἱ ἰδιαίτεραι παραδόσεις καὶ ἡ ἀναλόγως τῆς ἐκ τούτων ἀμοιβῆς διαβαθμολόγησις τῶν μαθητῶν ἦσαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι ἱκανώτατοι, καὶ εὔορκοι ἐκπληρωταὶ τοῦ καθήκοντος, ἀπελύοντο καὶ ἐξεσφενδονίζοντο ἐκ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τοῦ Κράτους, διότι δὲν ὑπεῖκον εἰς τὰ νεύματα τῆς φατρίας. Ἄλλοι, τυγχάνοντες τῆς εὐνοίας αὐτῆς, ἠδύναντο τὰ πάντα ν’ ἀποτολμῶσιν ἀτιμωρητί, νὰ ῥοπαλοφορῶσι καὶ κουμποροφορῶσι καὶ διαπληκτίζωνται πρὸς τοὺς μαθητάς, καὶ ν’ ἀναῤῥιχῶνται ἐνίοτε, δίκην αἰλούρων, ἐπὶ τῶν τοίχων, ὅπως ἐκδηλώσωσι τὰ ἐρωτικά των αἰσθήματα πρὸς διδασκαλίσσας. Πάντα ταῦτα παρεβλέποντο, καὶ οἱ ἔνοχοι ἠμείβοντο καὶ προήγοντο. Καὶ οἱ καρποὶ τοῦ τοιούτου συστήματος δὲν ἐβράδυναν νὰ γείνωσιν ἐπαισθητοὶ τὰ μάλιστα. Οἱ μαθηταί, ἀπομιμούμενοι τοὺς καθηγητὰς καὶ διδασκάλους των, ἐτράπησαν καὶ αὐτοὶ ἐπὶ τὴν ῥοπαλοφορίαν καὶ τὴν κουμπουροφορίαν, πολλάκις προῆλθον εἰς ἀμοιβαίους διαπληκτισμούς, τραυματισμοὺς καὶ ἀναιρέσεις, τινὲς δ’ ἐξ αὐτῶν ἔκαμαν χρῆσιν τῆς αὐτοδικίας καὶ κατ’ αὐτῶν τῶν διδασκάλων των, καὶ ἄλλοι ἐνέπρησαν καὶ αὐτὰ τὰ Γυμνάσιά των, ὡς τοῦτο συνέβη ἐν Λαμίᾳ καὶ Καλαβρύτοις. Μεταβαίνω νῦν, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς κατωτέρας ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως. Περὶ αὐτῆς εἶμαι ἀπηλλαγμένος τοῦ κόπου νὰ εἴπω ἐγώ τι ἴδιον. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις μετὰ ἑπταετῆ Κυβέρνησιν διέταξε καὶ ἐδημοσιεύθησαν τέλεσι καὶ δαπάναις τοῦ Δημοσίου τὰ κυριώτατα ἀποσπάσματα τῶν ἐκθέσεων τῶν διαφόρων ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐν οἷς συνωψίζοντο οἱ καρποὶ τῆς διοικήσεώς του ἐν τῷ κλάδῳ τούτῳ. Τῶν ἀποσπασμάτων αὐτῶν προετάχθη ἡ ἀγόρευσις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Θεοτόκη, ἐν ᾗ ἀναγινώσκομεν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐδὲν τῶν στοιχείων, ἐξ ὧν συναποτελεῖται ἡ λεγομένη δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἔχει ὑγιῶς παρ’ ἡμῖν. Διϊσχυρίζομαι μὲ ἄλγος ψυχικὸν βαθύτατον, ὅτι ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Κράτους δημοτικὴ ἐκπαίδευσις οὔτε ὑπῆρξέ ποτε ἐν Ἑλλάδι, οὔτε ἔτι καὶ νῦν ὑπάρχει, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν δυνατῶν τύπων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὁ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχων εἶναι ὁ χείριστος, ὅτι οἱ μέλλοντες πολῖται Ἕλληνες, ὑπὲρ τὰς διακοσίας χιλιάδας, τρέφονται νῦν, παῖδες ὄντες, ἐν βαρβαρότητι καὶ ἀμαθείᾳ, ἀπὸ τῶν σχολείων ἀπέχοντες, ἢ ἐν ἀῤῥυθμίᾳ καὶ σκαιότητι εἰς τὰ σχολεῖα φοιτῶντες. Ὁ λόγος δὲ τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι, ὅτι οὐδὲν τῶν στοιχείων τῶν ἀποτελούντων τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἔχει ὑγιῶς παρ’ ἡμῖν. Διϊσχυρίζομαι ἑπομένως, ὅτι δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δὲν ἔχομεν, καὶ δὲν ἔχομεν τοιαύτην, διότι δὲν ὑπάρχουσι διδακτήρια· γινώσκετε πάντες, εἰς ποίας τρώγλας καὶ ἀχυρῶνας, μὲ ὀλίγας, ὀλιγίστας ἐξαιρέσεις, δίδεται ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις· οὔτε παράθυρα ὑπάρχουσιν ἐν αὐτοῖς, οὔτε φῶς ἐν τοῖς διδακτηρίοις αὐτοῖς εἰσέρχεται, οὔτε πάτωμα ὑπάρχει, οὔτε ὀροφὴ ὑπάρχει· ὅταν βρέχῃ, τὸ ὕδωρ εἰσέρχεται ἐντός. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐν τοιούτοις διδακτηρίοις νὰ ὑπάρξῃ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις; Ὄργανα διδακτικὰ καὶ σκεύη διδακτικὰ δὲν ὑπάρχουν, οὔτε θρανία ὑπάρχουσιν, οὔτε γεωγραφικοὶ πίνακες, οὔτε ἱστορικοὶ πίνακες, οὔτε ἀριθμητήρια, οὐδὲν τοιοῦτον ὑπάρχει· ἐὰν δὲ εἴς τινα σχολεῖά τινά τῶν εἰδῶν τούτων ὑπάρχωσι, τὰ πλεῖστα εἶναι ἐφθαρμένα καὶ εἰς κακὴν κατάστασιν. Προγράμματα διδασκαλίας δὲν ὑπάρχουσιν. Εἶναι λυπηρὸν νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου οὐδὲν οὐδέποτε πρόγραμμα ἀναλυτικὸν συνετάχθη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· οἱοσδήποτε διδάσκαλος παραδίδει ὅ,τι θέλει, ὅσον θέλει, καὶ ὅταν θέλῃ. Οὐδεμία ἱεραρχία μεταξὺ τῶν διδασκάλων ὑπάρχει. Διορίζονται πρωτοβάθμιοι ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ ἦναι δευτεροβάθμιοι, τριτοβάθμιοι ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ ἦναι πρωτοβάθμιοι, διότι οὐδεὶς νόμος κανονίζει τὰ τοιαῦτα. Διαίρεσις σχολείων δὲν ὑπάρχει ἀνάλογος τῆς σπουδαιότητος τοῦ κέντρου, ἐν τῷ ὁποίῳ εἰσὶν ἐγκαθιδρυμένα. Ὅπου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον, πολλάκις ὑπάρχει γραμματοδιδασκαλεῖον· εἰς κώμην π. χ. τριῶν χιλιάδων κατοίκων βλέπομεν πολλάκις γραμματοδιδασκαλεῖα, ἐνῷ εἰς χωρίον 500 κατοίκων ὑπάρχει δημοτικὸν σχολεῖον. Ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι δύο δημοτικὰ σχολεῖα, οὐδὲν ὑπάρχει, ἢ ἓν μόνον τοιοῦτον, ἐκεῖ δὲ, ὅπου ἓν δημοτικὸν σχολεῖον θὰ ἦτο ἀρκετὸν, ὑπάρχουσι δύο ἢ τρία τοιαῦτα. Διοίκησις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως οὐδαμοῦ ὑπάρχει· ἀναμιγνύονται εἰς αὐτὴν διοικητικοὶ καὶ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ὅλοι οὗτοι οὐδὲν ἐπίστανται τοῦ ἔργου αὐτοῦ, οὐδεμίαν φέρουσιν εὐθύνην. Σήμερον οἱ διδάσκαλοι ἐξαρτῶνται ἐκ τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἐκ τῶν νομαρχῶν. Ποῖοι ἀποτελοῦσι τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπὰς, εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω, ἀλλὰ βεβαίως αἱ πλεῖσται τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν δὲν ὑπαγορεύονται ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς βελτιώσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ ὑπὸ σκέψεως καὶ ἀρχῶν ὅλως ξένων πρὸς αὐτήν. Προαγωγῆς ἐλπίδα δὲν ἔχουσιν οἱ διδάσκαλοι, καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς ἐλπίδος ταύτης μαραίνει τὸν ζῆλον καὶ ἀπομακρύνει τῆς ὑπηρεσίας τοὺς καλλιτέρους αὐτῶν. Οἱ διδάσκαλοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ἀνίκανοι εἰς τὸ ἔργον αὐτῶν, ὅπερ ἢ οὐδέποτε ἔμαθον, ἢ μαθόντες αὐτὸ ἀπέμαθον. Προέρχονται δὲ ἐκ πηγῶν ὅλως διαφόρων. Ἔχομεν, ὡς γνωρίζετε, διδασκάλους, ἐξελθόντας τοῦ Διδασκαλείου, τοῦ διαλυθέντος κατὰ τὸ 1862· αὐτοὶ εἶναι δυστυχῶς ὀλίγοι. Ἔχομεν διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται, ἢ μᾶλλον ἐπλάσθησαν ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν· αὐτοὶ εἶναι πλεῖστοι καὶ ἐν γένει κάκιστοι. Ἔχομεν τέλος διδασκάλους ἐκ τῶν Διδασκαλείων τῶν συσταθέντων κατὰ τὸ 1878, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἶναι καλοί, ἀλλὰ ὁ ζῆλος αὐτῶν μαραίνεται, ὡς ἐκ τῶν ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας ἀνέφερον, καὶ μὲ τὴν παρέλευσιν τοῦ χρόνου, ἀντὶ νὰ γείνωσι καλλίτεροι, γίνονται χειρότεροι. Διδακτικὰ βιβλία δὲν ὑπάρχουσι, προσήκοντα εἰς τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικόν, ἀνάλογα πρὸς τὸ εἶδος τῶν διαφόρων σχολείων. Οὐδενὸς τούτων ὑπάρχοντος, δημοτικὴ ἐκπαίδευσις δὲν ὑπάρχει, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἑλλὰς δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δὲν ἔχει, τὰ δὲ δαπανώμενα σήμερον ἑκατομμύρια δαπανῶνται ματαίως καὶ ἀνωφελῶς. Περιττὸν ν’ ἀναπτύξω τὰ ἀποτελέσματα τοιαύτης καταστάσεως.» Μετὰ τὴν τοιαύτην ἔκθεσιν τοῦ κ. Θεοτόκη ἕπονται τὰ ἀποσπάσματα τῶν ἐκθέσεων τῶν διαφόρων ἐπιθεωρητῶν. Περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καθόλου ἀποφαίνονται οὗτοι ὡς ἑξῆς. Κατὰ τὸν κ. Β. Σκορδέλην, «τὸ δημοτικὸν σχολεῖον εἶναι πτῶμα ἄψυχον, οὔτε ἔχον οὔτε μεταδίδον κίνησίν τινα πνευματικήν.» Κατὰ τὸν κ. Π. Π. Οἰκονόμου, «ἡ κατάστασις τῆς παιδεύσεως τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀῤῥένων καὶ τῶν θηλέων δὲν εἶναι τόσον ὀλίγον μοχθηρὰ, ὅση ἐξωτερικῶς φαίνεται καὶ ὅση πολλάκις διὰ διαφόρων τρόπων ἐξεδηλώθη· μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ὑπερβολὴ, ἂν εἴπωμεν, ὅτι ἡ ζημία, ἥτις σήμερον γίνεται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐκ τοιούτων σχολείων, εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα τῆς ζημίας, ἥτις θὰ ἐγίνετο, ἂν τοιαῦτα σχολεῖα δὲν ὑπῆρχον. Τὰ σχολεῖά μας διαφθείρουσι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἕξεων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διδασκαλίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀγωγῆς». Περὶ δημοδιδασκάλων γράφει ὁ κ. Σκορδέλης (ἀναγινώσκει): «Οἱ διδάσκαλοι ἐν γένει στεροῦνται τῶν ἀπαιτουμένων γνώσεων, ἀμαθέστεροι δὲ συνήθως καὶ ἀμεθοδέστεροι εἶναι οἱ νεώτεροι, οἱ μὴ φοιτήσαντες εἰς τὸ πρώην Διδασκαλεῖον. Οὐδεὶς καταγίνεται εἰς μελέτην πρὸς βελτίωσιν ἑαυτοῦ· ἔτι δὲ ἐλλιπέστεροι εἶναι κατὰ τὴν ἠθικὴν μόρφωσιν καὶ τὸν ζῆλον, ὅστις ἔπρεπε νὰ ἐμπνέῃ αὐτούς, ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ ἱεροῦ ἐπαγγέλματός των». Ὁ δὲ κ. Π. Παπαναστασίου διατραγῳδεῖ (ἀναγινώσκει): «Τίνα δὲ τὰ αἴτια τῆς κακῆς τῶν σχολείων καταστάσεως καὶ τῆς ἐντεῦθεν παντελοῦς ἐκλύσεως; Αὐτοὶ οἱ διδάσκαλοι, οἱ ἀποσταλέντες χρίσματι τῶν ἐπιτροπῶν, ἵνα μορφώσωσι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ οἱ δραπέται τῶν σχολείων, οἱ ἀπαιδαγώγητοι, οἱ ἀγράμματοι, οἱ ἀμόρφωτοι, οἱ μὴ δυνάμενοι ἄλλως νὰ ζήσωσι διεπέμφθησαν, ἵνα παιδαγωγήσωσι, διδάξωσι, μορφώσωσιν· οἱ τυφλοὶ ἀπεστάλησαν, ἵνα ὁδηγήσωσιν, οἱ ἀδαεῖς τοῦ καθήκοντος, ἵνα διδάξωσι καθηκοντολογίαν, οἱ μηδεμίαν ἰδέαν ἔχοντες Θεοῦ, πατρίδος, οἴκου ἐστάλησαν φεῦ! ἵνα ἐνσταλάξωσι ταῖς ἁπαλαῖς τῶν παίδων καρδίαις τὰς ὑψίστας διδασκαλίας». Περὶ τῶν διδασκαλισσῶν ὁ κ. Δ. Πετρίδης ἀποφαίνεται, ὅτι «ὑπάρχει κοινὴ πεποίθησις ὅτι αἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διδασκαλείῳ τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρίας παιδευόμεναί εἰσιν ἄριστα παρεσκευασμέναι πρὸς τὸ διδασκαλικὸν ἔργον, ἐνῷ ἡ ἐμὴ πεῖρα, ἐπιθεωρήσαντος μέχρι τοῦδε τὴν ἐργασίαν πλειόνων τῶν ἑξήκοντα διδασκαλισσῶν, μαρτυρεῖ ὅλως τοὐναντίον». Περὶ τῶν γραμματοδιδασκάλων ὁ μὲν κ. Καταιβάτης γράφει ὅτι «εἶναι λυπηρὰ παρῳδία διδασκάλου ὁ γραμματοδιδάσκαλος...... Ἄνθρωπος τῆς ἐσχάτης κοινωνικῆς τάξεως, πειναλέος καὶ ῥακένδυτος, νὰ καθοδηγῇ πρὸς τὴν ἀρετὴν ἁπαλὰς καὶ τρυφερὰς καρδίας, εἶναί τι ἀνήκουστον, εἶναί τι γελοῖον». Ὁ δὲ κ. Βοῦλτσος γράφει: «...Οὗτοι ἀμφιβάλλω, ἂν ἦναι ὠφελιμώτεροι ἢ βλαβερώτεροι τοῦ μηδενός.... εἶναι τέρατα».— Ὡς πρὸς τὰ σχολεῖα τῶν θηλέων ὁ κ. Π. Παπαναστασίου ἀποφαίνεται (ἀναγινώσκει): «Τὰ κοράσια ἐξέρχονται τοῦ σχολείου ἀτελέστερα ἢ ὅτε εἰσῆλθον, διότι οὐδὲν καλὸν προσεκτήσαντο, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀπώλεσαν καὶ τὸ ἔμφυτον ἀγαθόν... Ἀκινδύνως λοιπὸν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι σχολεῖα θηλέων δὲν ἔχομεν, ἀλλὰ μόνον ἐντευκτήριά τινα τῶν κορασίων, ἐν οἷς ταῦτα πολλάκις ἐκμανθάνουσι πράγματα, ἀντικείμενα τῷ προορισμῷ τοῦ σχολείου». Ὡς πρὸς τὸ μόνον Διδασκαλεῖον τῶν Θηλέων ὁ κ. Π. Π. Οἰκονόμου γράφει (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἀρσάκειον δύναται νὰ ἐναβρύνηται ἐπὶ τοῖς μεγάλοις καὶ πολυτελέσιν οἰκοδομήμασι καὶ ἐπὶ τῷ πλήθει τῶν κατ’ ἔτος ἀπολυομένων διδασκαλισσῶν, ἀλλ’ ἡ ἱστορία τῆς παιδαγωγίας θὰ ἀπορήσῃ ἐπὶ τῷ γεγονότι, ὅτι μαθήτριαι, ἐπὶ τόσον χρόνον παιδευόμεναι τὴν ἐγκύκλιον καὶ παιδαγωγικὴν παίδευσιν, ἐξέρχονται τόσον ἀπροπαράσκευοι εἰς τὸ ἔργον, ἰδίᾳ δὲ ἀγνοοῦσαι τὰ στοιχεῖα τῆς Παιδαγωγικῆς, ἐνῷ ἐν τῷ Ἀρσακείῳ πληρόνονται δύο ἰδιαίτεροι καθηγηταὶ διὰ τὴν παιδαγωγικήν. Μεταξὺ διδασκαλισσῶν, ἐν τῷ Ἀρσακείῳ παιδευθεισῶν, καὶ τῶν διδασκάλων τῶν ἐκ τῶν ἐπιτροπῶν βλέπει τις τὴν διαφοράν· ἐνίοτε οἱ δεύτεροι διδάσκουσιν ὀλιγώτερον μηχανικῶς, ἐνῷ αἱ πρῶται ἀνύψωσαν τὴν μηχανικὴν διδασκαλίαν εἰς ἐπιστήμην».— Ὡς πρὸς τὰ Διδασκαλεῖα τῶν ἀῤῥένων, ὁ μὲν κ. Θεμ. Μιχαλόπουλος εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι «σπουδαῖον καὶ θετικώτατον μέτρον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἡ βελτίωσις τῶν Διδασκαλείων, καθότι ἱκαναὶ ὑπὸ τῆς πείρας ἐδείχθησαν ἤδη ἀτέλειαι αὐτῶν»· ὁ δὲ κ. Μ. Σακελλαρόπουλος γράφει, ὅτι «δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ὀλίγη ἐλήφθη φροντὶς διὰ τὴν ἠθικὴν μόρφωσιν τῶν μελλόντων δημοδιδασκάλων, δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι τὰ δημοδιδασκαλεῖα δὲν ἐξεπλήρωσαν τὴν ἀποστολήν των· οἱ ὑπάρχοντες νόμοι παρουσιάζουσιν ὡς πρὸς τοῦτο κενόν».— Ὡς πρὸς τὰ διδακτήρια ὁ κ. Μ. Βρατσάνος ἀποφαίνεται (ἀναγινώσκει): «Οὐδὲν ὑπάρχει σχολεῖον δημοτικὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος· τινὰ τούτων εἶναι ἐρείπια, κατὰ τὴν κυρίαν σημασίαν τῆς λέξεως, ἄλλα κατάγεια, ἄνευ δαπέδου καὶ σανιδώματος τῆς ὀροφῆς, ἄλλα πάλιν ἄνευ παραθύρων καὶ ἐσωφύλων, ψυχρά, σκοτεινὰ, ὑγρὰ καὶ βρωμερά. Ἡ στέγη πολλῶν διαῤῥεῖ, τὰ παράθυρα, σεσαθρωμένα ὄντα, πολλοῦ γε καὶ δεῖ νὰ ἐμποδίζωσι τὸν ἄνεμον, τὸν ἥλιον καὶ τὴν βροχήν, αἱ δὲ θύραι χαίνουσιν ὑπὸ τῆς παλαιότητος τοῦ χρόνου, ἢ εἶναι σεσαλευμέναι ἐκ τῆς θέσεως αὐτῶν· ὅτι καὶ ἄν εἴπῃ τις περὶ τῆς ἀθλίας αὐτῶν καταστάσεως, οὐδέποτε θέλει φθάσει νὰ παραστήσῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἐν τοῖς τοιούτοις ἐρειπίοις οἱ μαθηταὶ τὸν μὲν χειμῶνα τρέμουσιν ὑπὸ τοῦ ψύχους καὶ τῆς ὑγρασίας, τὸ δὲ θέρος καίονται ὑπὸ τοῦ ἡλίου καὶ τοῦ καύσωνος. Ἡ δὲ ὑγρασία, ἡ ἀποφορά, ὁ κονιορτὸς, ἡ λάσπη καθιστῶσιν ἀφόρητον τὴν διατριβὴν τρυφερῶν παιδίων ἐν τοῖς τοιούτοις κατ’ εὐφημισμὸν καλουμένοις σχολείοις». – Ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν καὶ λοιπὴν οἰκονομίαν τῶν σχολείων, ὁ κ. Π. Παπαναστασίου γράφει, ὅτι «αἱ μὲν δημοτικαὶ ἀρχαί, αἵτινες ἐκ τῆς θέσεώς των δύνανται πολλὰ τῶν κακῶς ἐχόντων νὰ διορθῶσιν ἢ νὰ προλαμβάνωσιν, οὐ μόνον τοῦτο δὲν πράττουσιν, ἀλλ’ ἐνίοτε συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐπὶ τὰ χείρω τροπήν... εἰς μὲν τὸν ἐκ τοῦ κόμματός των ἀμελοῦντα διδάσκαλον κλείουσαι τοὺς ὀφθαλμοὺς, τὸν δὲ τοῦ ἀντιθέτου τοὐναντίον καταδιώκουσαι διὰ καταγγελιῶν ψευδῶν εἰς τὰς προϊσταμένας ἀρχὰς, διὰ τῆς μὴ ὑπογραφῆς τῶν καταστάσεων αὐτοῦ, διὰ τῆς ἐξεγέρσεως τῶν κατοίκων κατ’ αὐτοῦ καὶ τῆς μὴ φοιτήσεως τῶν τέκνων των, ἤ, ὅπερ χείριστον, ἀλλὰ καὶ σπάνιον, διανέμουσαι ἐξ ἴσου, ἢ λαμβάνουσαι ⅕ τῆς μισθοδοσίας τοῦ διδασκάλου, ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ διδάσκῃ οὗτος ὁπόταν θέλῃ, ἢ καὶ οὐδόλως»· αἱ δὲ διοικητικαὶ ἀρχαί, «ἐνῷ τινες εὐσυνείδητοι δήμαρχοι ἀρνοῦνται νὰ ὑπογράψωσι τὰς καταστάσεις μὴ ἐκπληρούντων τὸ καθῆκόν των δημοδιδασκάλων, ὑπογράφουσιν αὗται, εἴτε διότι Βουλευτής τις ἰσχύων τὸ ἀπαιτεῖ, εἴτε δι’ ἄλλους εὐνοήτους λόγους· οἱ ταμίαι καὶ εἰσπράκτορες δὲν ἐννοοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ πληρώσωσιν ἀμέσως τὸ εὐτελέστατον μισθάριον εἰς τὸν δημοδιδάσκαλον, ἂν ἴδωσιν αὐτὸν κεναῖς ταῖς χερσὶν ἐλθόντα ἢ μὴ συναινοῦντα νὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ μισθοῦ ποσοστόν τι»· καὶ τέλος «ἐπιθεωρητικαί, ἐφορευτικαὶ καὶ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαί, ἢ οὐδόλως ὑπάρχουσιν, ἢ ἁπλῶς πληροῦσι μικροφιλοτιμίας, ἄνευ τινὸς πραγματικότητος, διότι ἢ ἀγνοοῦσιν ἢ δὲν θέλουσι νὰ ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὰ ἀνατεθειμένα αὐταῖς ὑψηλὰ καθήκοντα. Ἐπίσης καὶ ἡ ἀνατεθειμένη ὑψηλὴ ἐποπτεία ταῖς δημοτικαῖς καὶ διοικητικαῖς ἀρχαῖς εἶναι χάρτης ἄγραφος καὶ ἴση τῷ μηδενί». Καὶ τὰς γνώμας ταύτας τῶν ἐπιθεωρητῶν ἀναγράφουσα ἡ λήγοντος τοῦ ἔτους 1890 κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δημοσιευθεῖσα ἔκθεσις, ἐπιφέρει (ἀναγινώσκει): «Ταῦτα εἶναι τὰ ταραχοειδέστατα τῶν στοιχείων, ἐξ ὧν συναποτελεῖται τὸ σχολεῖον. Ταῦτα δὲ συνοψίζονται ὑπὸ πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν ἐπιθεωρητῶν ὡς ἑξῆς: «Οὔτε διδάσκαλοι ὑπάρχουσιν, οὔτε διδακτήρια, ὅμοια τοὐλάχιστον πρὸς τὰ ἐν ταῖς δούλαις Ἑλληνικαῖς ἐπαρχίαις ὑπάρχοντα, οὔτε οἱ ἐκ τῆς διδασκαλίας καρποὶ ἀνάλογοί εἰσι τῶν δαπανῶν, οὔτε ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγεγραμμένων, πολλῷ δὲ ὀλιγώτερον τῶν κατὰ μέσον ὅρον φοιτώντων μαθητῶν, ἐν παραβολῇ πρὸς πᾶν ἄλλο ἔθνος, ἀνάλογός ἐστι πρὸς τὸν ὅλον πληθυσμόν... Τοιαύτη οὖσα ἡ κατωτάτη ἐκπαίδευσις, οὐ μόνον δὲν ἐκπληροῖ ὃν ἔχει προορισμὸν, ἀλλὰ καὶ συντελεῖ εἰς τὸν μαρασμὸν τῆς συμφύτου, οὕτως εἰπεῖν, τῷ Ἕλληνι κλίσεως καὶ ἀγάπης εἰς τὰ γράμματα.» Ἰδού, Κύριοι, ἡ κατάστασις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἐστιγματίζετο αὕτη λήγοντος τοῦ ἔτους 1890, κατ’ ἐντολὴν τοῦ κ. Τρικούπη, μετὰ ἑπταετῆ διοίκησιν αὐτοῦ, ἀγνοοῦντος ὅτι οὕτω πως ἐστιγματίζετο καὶ ἡ ἰδία αὐτοῦ διοίκησις, ἥτις τὰ μάλιστα συνετέλεσεν εἰς τὴν τοιαύτην οἰκτρὰν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν κατάστασιν. Μετὰ τὴν περίφημον ἐκείνην ἔκθεσιν πᾶς τις ἐδικαιοῦτο νὰ προσδοκᾷ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἔσπευδε νὰ βελτιώσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα ἐν τῇ δημοτικῇ ἡμῶν ἐκπαιδεύσει καὶ διοικητικῶς καὶ νομοθετικῶς, διοικητικῶς μὲν τιμωρῶν ἔκτοτε ἀμειλίκτως καὶ ἀπομακρύνων τῆς ὑπηρεσίας ὅλους τοὺς διδασκάλους καὶ τὰς διδασκαλίσσας, οἵτινες κακοῦ μᾶλλον ἢ καλοῦ γίνονται πρόξενοι εἰς τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν, νομοθετικῶς δὲ προνοῶν περὶ ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν διδασκαλείων καὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων ἑκατέρου φύλου, περὶ ἀποκτήσεως ἀνθρωπινωτέρων διδακτηρίων καὶ τῶν ἀναγκαίων διδακτικῶν ὀργάνων καὶ περὶ βελτιώσεως τῆς καθόλου διοικήσεως καὶ οἰκονομίας τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ καὶ νῦν διέψευσε τὰς προσδοκίας, καὶ νῦν ἐξηκολούθησε διοικητικῶς ὑποβάλλων καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν ταύτην εἰς τὰ ταπεινὰ καὶ εὐτελῆ συμφέροντα τῆς φατρίας του καὶ ἀψηφῶν, ἐὰν οὕτως ἐθυσίαζεν εἰς τὴν ἰδιοτέλειάν του καὶ τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν, τὰς χρηστὰς ταύτας τῆς πατρίδος ἐλπίδας· καὶ νῦν οὐδεμίαν σχεδὸν νομοθετικὴν πρόνοιαν ἔλαβε περὶ ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἥτις τόσον ἐπείγουσα παριστᾶτο τότε ἐν τῇ κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ δημοσιευθείσῃ ἐκθέσει. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἔκτοτε, κατ’ εἰσήγησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐψήφισεν ἡ παροῦσα Βουλή, κατὰ τὴν πρώτην αὑτῆς σύνοδον, τὸν περὶ ὑποδιδασκαλείων ͵ΒΟΘʹ νόμον καὶ τὸν περὶ τοῦ διοργανισμοῦ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ͵ΒΠΕʹ νόμον. Ἀλλὰ κατὰ τί καὶ οὗτοι ἐβελτίωσαν τὰ τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως; Βεβαίως οἱ κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΟΘʹ καταρτιζόμενοι ἐν τοῖς ὑποδιδασκαλείοις γραμματισταὶ εἶναι ὁπωσδήποτε προτιμότεροι τῶν μέχρι τοῦδε γραμματοδιδασκάλων. Ἀλλὰ τί τὸ ἐντεῦθεν ὄφελος, ὅταν οὕτω τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῶν Ἑλλήνων, ἐναντίον τῆς ἰσότητος, ἣν καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, καταδικάζωνται ὁριστικῶς εἰς τὴν ἐλαττωματικὴν παίδευσιν τῶν γραμματοδιδασκαλείων, διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι δὲν ηὐτύχησαν νὰ γεννηθῶσιν εἰς πόλεις ἢ κωμοπόλεις, ἔνθα καὶ μόνον θὰ ὑφίστανται τὰ πλήρη δημοτικὰ σχολεῖα μὲ δημοδιδασκάλους, κατηρτισμένους πάντοτε τελειότερον τῶν γραμματιστῶν καὶ γραμματοδιδασκάλων; Καὶ δὲν ἀγνοῶ μὲν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης προσεπάθησε πέρυσι νὰ πείσῃ ἡμᾶς, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ ὑποδιδασκαλείων νομοσχεδίου, ὅτι οἱ γραμματισταί, οἵτινες, ἀπόφοιτοι τῶν ἑλληνικῶν σχολείων ὄντες, θὰ ἐδιδάσκοντο ἐπὶ ἓν καὶ μόνον ἔτος ὑπὸ δύο δημοδιδασκάλων, θὰ κατηρτίζοντο οὕτω τελειότεροι τῶν δημοδιδασκάλων, οἵτινες, ἀπόφοιτοι ὄντες τῆς πρώτης γυμνασιακῆς τάξεως, φοιτῶσιν ἐπὶ τριετίαν εἰς τὰ διδασκαλεῖα, διδασκόμενοι ἐν αὐτοῖς ὑπὸ εἰδικῶν παιδαγωγῶν, καθηγητῶν καὶ διδασκάλων· ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἐὰν οὕτω κατώρθωσε νὰ πείσῃ καὶ ἑαυτόν, ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε οἱ τοιοῦτοι μαθηταὶ τῶν ὑποδιδασκαλείων νὰ γείνωσιν ἐντὸς ἔτους ἀνώτεροι καὶ αὐτῶν τῶν διδασκάλων των! Τί δὲ τὸ ὄφελος καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἐν τοῖς ὑποδιδασκαλείοις παιδευομένων γραμματιστῶν, ἀφοῦ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ διατηροῦνται οἱ τέως γραμματοδιδάσκαλοι, τὰ κατὰ τοὺς ἐπιθεωρητάς, ὡς εἴδομεν πρότερον, τέρατα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Τίς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι καὶ μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν γραμματιστῶν δὲν θὰ παραγκωνίζωνται οὗτοι καὶ δὲν θὰ προτιμῶνται οἱ γραμματοδιδάσκαλοι, καθ’ ὅσον τοῦτο θὰ ὑπηγόρευον τὰ κομματικὰ συμφέροντα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Μήπως δὲν εἴδομεν αὐτὸν πολλάκις ἀπολύοντα ἀσυνειδήτως ἑλληνοδιδασκάλους καὶ ἀντικαθιστῶντα αὐτοὺς διὰ βοηθῶν, τῆς λύμης ταύτης τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, τῆς παρεμφεροῦς πρὸς τὴν τῶν γραμματοδιδασκάλων λύμην ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει; Διὰ τοῦ νόμου περὶ διοργανισμοῦ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔκλεισε πράγματι μία ὑπολανθάνουσα πληγὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Τὴν πληγὴν ταύτην ὑπεδείξαμεν ἡμεῖς, ἅμα τῇ συστάσει τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν ἔτει 1887. Ἡ ἔκτοτε γενομένη πεῖρα ἐκύρωσε μέχρι κεραίας τὰς τότε προῤῥήσεις ἡμῶν, ἠναγκάσθη δὲ οὕτω καὶ ὁ κ. Τρικούπης νὰ ἐννοήσῃ τὸ λάθος του καὶ νὰ καταργήσῃ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμου, δι’ οὗ ἀπεδόθη καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ μιᾶς σπουδαίας προσόδου τοῦ Κράτους, οἵα ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐπὶ τῆς ἀντιστοίχου αὐτῆς δαπάνης, τῆς ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων. Καὶ ἡ ἀρχὴ δὲ, ἡ καθιερουμένη διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΠΕʹ καὶ καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ παύσῃ ἡ τέως ὑφισταμένη ἀταξία, ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τῶν σχολείων καὶ τὸν διορισμὸν τῶν δημοδιδασκάλων, ἦτο βεβαίως καινοτομία ἀξία λόγου. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶχε τοῦτο τὸ σφαλερὸν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὅτι ἐλάμβανεν ὡς βάσιν τὸν ἑκασταχοῦ πληθυσμὸν τῶν κατοίκων, ὡς οὗτος εἶχεν ἐξακριβωθῆ διὰ τῆς τελευταίας ἐπισήμου ἀπογραφῆς. Ἡ βάσις αὕτη ἔχει λόγον βεβαίως ἐν ἄλλαις χώραις, ἔνθα ἡ καθολικὴ ὑποχρέωσις τῆς φοιτήσεως τῶν τέκνων ἐντὸς ὡρισμένης ἡλικίας εἰς τὰ σχολεῖα τηρεῖται αὐστηρῶς· οὐδένα ὅμως λόγον εἶχε παρ’ ἡμῖν, ἔνθα ἡ τοιαύτη ὑποχρέωσις εἶναι καὶ θὰ ἦναι ἐπὶ πολὺ ἔτι νεκρὸν γράμμα. Ἐν Γερμανίᾳ, Κύριοι, ἐν Ἑλβετίᾳ, ἐν Σουηδίᾳ καὶ Νορβηγίᾳ, ἔνθα ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος καθολικὴ ὑποχρέωσις ἐφαρμόζεται ἀπαρασαλεύτως, ἐκεῖ δύναται πανταχοῦ σχεδὸν νὰ ἀπαντᾷ ἡ αὐτὴ ἀναλογία τῆς μαθητιώσης ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις νεολαίας πρὸς τὸν ὅλον πληθυσμὸν τῶν κατοίκων, ἤτοι ὡς 17 ἢ 15 καὶ 9/10 ἢ 15 καὶ 8/10%. Παρ’ ἡμῖν ὅμως, ἔνθα ἡ τοιαύτη ὑποχρέωσις δὲν τηρεῖται, ἀδύνατον νὰ εὕρῃ τις τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν, τῶν 7 τοῖς ἑκατὸν, τὴν καθιερωθεῖσαν διὰ τοῦ νόμου. Αἱ διάφοροι κοινωνικαὶ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς διάγουσιν ἐν Ἑλλάδι ἔνθεν μὲν οἱ ἀστικοὶ πληθυσμοὶ καὶ οἱ τῶν νήσων κάτοικοι συνήθως, ἔνθεν δὲ οἱ ἀγροτικοὶ καὶ ποιμενικοὶ πληθυσμοὶ, ἡ ἀναλογία τῶν μαθητευόντων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων παραλλάσσει μεγάλως, καὶ ἐνῷ παρὰ τούτοις κατέρχεται εἰς 4, 3 καὶ ἐνιαχοῦ εἰς 2 τοῖς ἑκατὸν, παρ’ ἐκείνοις ἀνέρχεται εἰς 12, 15 καὶ ἐνιαχοῦ εἰς 17 τοῖς ἑκατόν. Φυσικὸν ἐπακόλουθον τούτου ἦτο νὰ ἱδρυθῶσι κατὰ τὸν νέον νόμον σχολεῖα πολυτάξια, ὅπου καὶ ἓν μονοτάξιον θὰ ἦτο πολὺ, καὶ τἀνάπαλιν. Καὶ τὸ Κράτος δὲ δὲν ἀνεκουφίσθη οὕτω πως ἐκ τῆς δαπάνης, ἥτις τέως ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμόν του· διότι ἐδέησε νὰ διορισθῶσι περιττοὶ διδάσκαλοι ἐν ἀγροτικοῖς καὶ ποιμενικοῖς δήμοις, οἵτινες δὲν εἶναι αὐτάρκεις εἰς συντήρησιν τῆς δημοτικῆς των ἐκπαιδεύσεως, νὰ ἐλλίπωσι δὲ τοιοῦτοι ἐκ δήμων ἀστικῶν, οἵτινες εἶναι αὐτάρκεις εἰς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν των σχολείων. Ἀλλὰ μήπως καὶ οὕτως ἐτήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν ἴδιόν του νόμον; πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Μόλις ἐφαρμοσθεὶς αὐτὸς καὶ ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἐξήρκει εἰς ἱκανοποίησιν τῶν κομματικῶν ἀξιώσεων. Εἶδεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι κατ’ αὐτὸν ἔπρεπε νὰ διορισθῶσι δευτεροβάθμιοι καὶ πρωτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι ἐκεῖ, ὅπου οἱ φίλοι του ἐπεθύμουν νὰ διορίσωσι τριτοβαθμίους· εἶδεν, ὅτι ἀλλαχοῦ ἔπρεπε νὰ διορισθῶσι τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι, ἢ καὶ γραμματοδιδάσκαλοι ἁπλῶς, ἐνῷ οἱ φίλοι του ἐπεθύμουν νὰ διορίσωσι δευτεροβαθμίους, ἢ καὶ πρωτοβαθμίους δημοδιδασκάλους, καὶ ἐσοφίσθη τότε νὰ καταστρατηγήσῃ, ὡς ἑξῆς, τὸν νόμον. Ὅπου ὁ πληθυσμὸς ὑπερηκόντιζε τὰς κομματικὰς ἀξιώσεις, ἐκεῖ διῃρεῖτο αὐτὸς αὐθαιρέτως, καὶ οὕτω, ἀντὶ τῶν ἀπαιτουμένων πρωτοβαθμίων ἢ δευτεροβαθμίων, διωρίζοντο τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι, καὶ οὕτως ἐγίνετο τὸ θέλημα τῶν φίλων. Ἐν Ἀταλάντῃ λ. χ., τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἑνιαῖος, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτοῦ ἠδύναντο κατὰ νόμον νὰ διορισθῶσι μόνον πρωτοβάθμιοι καὶ δευτεροβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι. Ἀλλ’ ἡ φατρία εἶχεν ἐκεῖ διαθέσιμον τριτοβάθμιον δημοδιδάσκαλον, ὅστις δὲν ἐπεθύμει ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς πατρικῆς του οἰκίας. Χάριν τούτου λοιπὸν ἐδέησε νὰ διαιρεθῇ ἡ Ἀταλάντη ἰδανικῶς εἰς τὴν κυρίως πόλιν καὶ εἰς τὴν Ἄνω Πέλλαν, ἔχουσαν τὴν τελευταίαν ταύτην τόσους κατοίκους, ὅσοι ἀπητοῦντο διὰ τὸν διορισμὸν ἑνὸς τριτοβαθμίου δημοδιδασκάλου. Ὅπου δὲ ὁ πληθυσμὸς καθυστέρει τῶν ἀξιώσεων, ἐκεῖ ἐπενοήθη ἡ μέθοδος τῶν σχολικῶν συνδυασμῶν, καθ’ ἣν δύο, τρία, τέσσαρα, πέντε καὶ ἐνίοτε πολλῷ πλείονα χωρία, ἀφιστάμενα ἀλλήλων πολλάκις ὥρας ὁλοκλήρους, ἠνοῦντο αὐθαιρέτως εἰς μίαν σχολικὴν ἑνότητα, ἀναλόγως τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ κόμματος. Εἶναι ἀναρίθμητοι, Κύριοι, οἱ τοιοῦτοι σχολικοὶ συνδυασμοί, οἱ συγκεκροτημένοι ἐκ δύο καὶ τριῶν χωρίων. Ὅπως δὲ λάβητε ἔννοιαν τοῦ πράγματος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω τοὺς σχολικοὺς συνδυασμοὺς, τοὺς καταρτισθέντας, κατὰ τὸ διάταγμα τῆς 10 Φεβρουαρίου 1893, ἐκ πλειόνων τῶν τριῶν χωρίων. Ἐν τῷ δήμῳ Μαραθῶνος ἠνώθησαν τὰ χωρία Μαραθὼν, Βρανᾶ, Μπέη καὶ Σοῦλι. Ἐν τῷ δήμῳ Λεβαδείας τὰ χωρία Ρωμέϊκο, Βελῆ, Μπράμαγα καὶ Ἀραποχώρια. Ἐν τῷ δήμῳ Ὑπάτης τὰ χωρία Λάλα, Λαδικοῦ, Καράλη καὶ Καρυά. Ἐν τῷ δήμῳ Σκοτούσης τὰ χωρία Ἀναμπακλὶ, Γιανιτσαροχώριον, Ἰνελὶ, Τσαγκλὶ καὶ Ἰρενί. Ἐν τῷ δήμῳ Μιδέας τὰ χωρία Πουλακίδα, Μάνεσι, Δένδρα καὶ Μπάρδο. Ἐν τῷ δήμῳ Τρικκάλων τῆς Κορινθίας τὰ χωρία Ξυλόκαστρον, Καρυώτικα, Συκιὰ, Μερτικέϊκα καὶ Ὑψηλὰ Ἁλώνια. Ἐν τῷ δήμῳ Δρυόπης τὰ χωρία Ἄνω Φανάρι, Καρατζᾶ, Ποτάμιον, Νεοχώριον καὶ Κολιάκιον. Ἐν τῷ δήμῳ Βαλτετσίου τὰ χωρία Ἁλίκα, Λιάνον, Μανιάτι καὶ Μαργαριά. Ἐν τῷ δήμῳ Τεγέας τὰ χωρία Ἀχούρια, Μεϊμέταγα, Σλωλέϊκα καὶ Πυργέϊκα. Ἐν τῷ δήμῳ Θυρέας τὰ χωρία Ἄστρος, Ἅγιος Ἰωάννης, Παράλιον Ἄστρους, Μελιγοῦ καὶ Καλύβια. Ἐν τῷ δήμῳ Ἡραίας τὰ χωρία Παλούμπα, Παπαδᾶ, Ψάρι, Τσερίμπασι καὶ Ἀναζύρι, πρὸς δὲ τὰ χωρία Καλύβια, Βλάχια, Τσούκα, Μπέτσι καὶ Μπρατίστα. Ἐν τῷ δήμῳ Νυμφασίας τὰ χωρία Γρανίτσα, Πυργάκι, Νεμνίτσα, Γαρζενῖκος καὶ Κάτω Βυτίνα. Ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας τὰ χωρία Γαρδίκιον, Ἀνεμοδοῦρι, Ζαΐμη καὶ Ροῦτσο. Ἐν τῷ δήμῳ Πατρέων τὰ χωρία Ψαθόπυργος, Ἀραχωβίτικα, Γουναριάνικα, Δρέπανον καὶ Ζαχουλίτικα. Ἐν τῷ δήμῳ Δύμης τὰ χωρία Ριόλον, Πέτα, Μπούκουρα, Φράγκα καὶ Σαγέϊκα. Ἐν τῷ δήμῳ Φαρῶν τὰ χωρία Καλοῦσι, Ζώγα, Τρούσα, Λάλουσι, Κούμανι καὶ Μπούμπα. Ἐν τῷ δήμῳ Λαπαθῶν τὰ χωρία Ἄνω Γουμένιτσα, Λαπάτα, Σαραδὶ καὶ Νεοχώριον. Ἐν τῷ δήμῳ Νωνάκριδος τὰ χωρία Περιστέρα, Μεσοραύγιον, Σόλοι καὶ Ἀγρίδιον. Ἐν τῷ δήμῳ Ὀλυμπίων τὰ χωρία Πλάτανος, Μάγερι, Καυκανιὰ καὶ Κοσκινά. Ἐν τῷ δήμῳ Πηνειΐων τὰ χωρία Δελήμπαλη, Λάλα, Μουζίκα καὶ Μπαλῆ. Ἐν τῷ δήμῳ Μελιτίνης τὰ χωρία Ζελίνη, Ρόζοβα, Στούρτζα καὶ Πρίτσα. Ἐν τῷ δήμῳ Οἰτύλου ἡ Ἀρεούπολις, τὸ Κουσκούνιον, τὰ Κρελιάνικα, τὸ Λαγκιόλι καὶ ἡ Χαριά. Ἐν τῷ δήμῳ Ἀβίας τὰ χωρία Βαρούσιον, Μαλευριάνικα, Βελανιδιὰ καὶ Μάλτα. Ἐν τῷ δήμῳ Καρδαμύλης τὰ χωρία Τσέρια, Κατσιμαρέϊκα, Κοψολαιμέϊκα, Κουτρουλέϊκα καὶ Γιατρέϊκα, πρὸς δὲ τὰ χωρία Ἐξωχώριον, Νίκοβον, Πρίπιτσα, Χώρα, Τρωσκονὰ καὶ Κολυμπιτσέϊκα. Ἐν τῷ δήμῳ Ἀνδανείας τὰ χωρία Διαβολίτσιον, Ἀγριλόβουνον, Κούρταγα, Μάλτα καὶ Σανδάνιον. Ἐν τῷ δήμῳ Ἰθώμης τὰ χωρία Λοῦμι, Λακκακούκια, Κεφαλληνοῦ καὶ Ζερμπίστα, πρὸς δὲ τὰ χωρία Πεντιά, Ζαγάρενα, Κλῆμα καὶ Δραΐνα. Ἐν τῷ δήμῳ Οἰχαλίας τὰ χωρία Ζευγουλατιὸ, Ζέζα, Μαγούλα καὶ Ἀλειτοῦργι. Ἐν τῷ δήμῳ Μεθώνης ἡ Μεθώνη, τὸ Καινούργιο Χωριὸ, αἱ Βαράκες, τὸ Ἀγατζήκιον καὶ ὁ Γάμος. Ἐν τῷ δήμῳ Ἀετοῦ ὁ Ἀετὸς, ἡ Βιδήσοβα, τὸ Μαλήκιον καὶ ἡ Μποντιά. Ἐν τῷ δήμῳ Κηρέων τὰ χωρία Μετόχιον, Σπαθάριον, Τροῦποι, Ἀχμέταγα καὶ Δράζι. Ἐν τῷ δήμῳ Μαρμαρίου τὰ χωρία Μπεζάνιον, Φρύγανη, Μελισσῶνα, Ἀλέζες καὶ Γαλάνα. Ἐν τῷ δήμῳ Στύρων τὰ χωρία Μεσοχώρια, Τσακαῖοι, Τσουτσαῖοι καὶ Ραπαῖοι. Ἐν τῷ δήμῳ Ἀνδρίων τὰ χωρία Λάμυρα, Μεσαθούριον, Κωμανὴ καὶ Στραπουριὲς, πρὸς δὲ τὰ χωρία Σασὰ, Φάλικα, Κουρέλι, Ζαγανιάρι καὶ Μπαχέριον. Ἐν τῷ δήμῳ Γαυρίων τὰ χωρία Γαύριον, Ἄνω Γαύριον, Ἅγιος Πέτρος καὶ Φελλός. Ἐν τῷ δήμῳ Τήνου τὰ χωρία Ἀρνάδος, Δύο Χωριὰ, Τριαντάρος καὶ Μπερδεμνάρος, πρὸς δὲ τὰ χωρία Τριπόταμος, Σγαλάδον, Φιλιππάδον, Μαντάδον καὶ Σμπιρίδον. Ἐν τῷ δήμῳ Περαίας τὰ χωρία Κώμη, Περάστρα, Μοναστήρια καὶ Λουτρὸ, τὰ χωρία Κελλιὰ, Ἀετοφωλιὰ, Καρινάδος καὶ Κατωκλεῖσμα καὶ τὰ χωρία Κάμπος, Δαραμπάδος, Σμορδάητος, Κρόκος καὶ Σκαλάδος. Ἐν τῷ δήμῳ Σωσθενίου τὰ χωρία Στενὴ, Βῶλαξ, Μουσουλοῦ, Κέχρος καὶ Κουμάρα. Ἐν τῷ δήμῳ Τραγαίας τὰ χωρία Χαλκὴ, Κεραμὶ, Καλόξυλος καὶ Μονίτσια. Ἐν τῷ δήμῳ Αἰγιάλης τὰ χωρία Θολάρια, Στροῦμβος, Μάκαρες καὶ Δονοῦσα. Ἐν τῷ δήμῳ Σίφνου τὰ χωρία Ἀπολλωνία, Κάτω Πετάλι, Ἑξάμπελα, Καταβατὴ καὶ Ἀρτεμώνα. Ἐν τῷ δήμῳ Λευκιμμαίων τὰ χωρία Βασιλάτικα, Κορακάδες, Κολοκύνθιον καὶ Ρουμανάδες. Ἐν τῷ δήμῳ Παραλείων τὰ χωρία Μάρμαρον, Κοκκίνι, Βάτος καὶ Κανακάδες. Ἐν τῷ δήμῳ Ἰστωναίων τὰ χωρία Ἀγρὸς, Ἅγ. Ἀθανάσιος, Ἀσπιωτὰ καὶ Κανατάδες. Ἐν τῷ δήμῳ Γαϊάνων τὰ χωρία Προφήτης Ἠλίας, Μακράτικα, Βοϊγάτικα, Φαναριώτικα καὶ Μπογδανιάτικα. Ἐν τῷ δήμῳ Κρανίων τὰ χωρία Χελμᾶτα, Κομποθεκρᾶτα, Μενεγᾶτα καὶ Σπήλαια. Ἐν τῷ δήμῳ Ἐληοῦ τὰ χωρία Μαυρᾶτα, Θεράμονα, Κατελιὸς καὶ Μαρκόπουλον. Ἐν τῷ δήμῳ Ἄνω Λειβαθοῦς τὰ χωρία Κεραμιὲς, Κοριάνα, Κλείσματα καὶ Σπαρτιὰ, πρὸς δὲ τὰ χωρία Βλαχᾶτα, Ποριορᾶτα, Μουσᾶτα, Σιμοτᾶτα καὶ Λουρδᾶτα. Ἐν τῷ δήμῳ Κάτω Λειβαθοῦς τὰ χωρία Λακύθρα, Καραντινᾶτα, Μωνταῖς καὶ Σαρλᾶτα, πρὸς δὲ τὰ χωρία Μεταξᾶτα, Κουρκουμελᾶτα, Καλλιγᾶτα, Ντομᾶτα καὶ Φωκᾶτα. Ἐν τῷ δήμῳ Πρόννων τὰ χωρία Ἀσπρογέρακα, Ἀννινᾶτα, Πεντογαλομεγαδούκα καὶ Φανιὲς, πρὸς δὲ τὰ χωρία Τζανᾶτα, Ἀνδριολᾶτα, Ἀφραγιὰ, Δημητσιανᾶτα καὶ Κορισιάνου. Ἐν τῷ δήμῳ Ἀνωγητῶν τὰ χωρία Ἁγία Θέκλα, Δεματορὰ, Βώβικες καὶ Καλᾶτα. Ἐν τῷ δήμῳ Δολιχίου τὰ χωρία Βασιλικάδες, Ἀγριλιὸς, Βαλιανᾶτα καὶ Ζαμπελᾶτα, τὰ χωρία Μεσοβούνιον, Κονιδαρᾶτα, Κάλαμος καὶ Μαλίδια καὶ τὰ χωρία Τσελεντᾶτα, Πικουλάρι, Παληοστάρι καὶ Λαβονικές. Ἐν τῷ δήμῳ Πυλαρέων τὰ χωρία Διβαράτα, Λεκατσᾶτα, Λογαρδᾶτα καὶ Θωμᾶτα. Ἐν τῷ δήμῳ Τρικκάλων Κορινθίας τὰ χωρία Ρίζα Ξυλοκάστρου, Ζητουλιαρέϊκα, Χαρδουλαπέϊκα, Πετρακέϊκα, Ζοῦγρα καὶ Λασκέϊκα. Ἐν τῷ δήμῳ Κυθηρίων τὰ χωρία Κύθηρα, Κάλαμος, Σπηλιαῖς, Καψάλιον, Μανιτοχώρι καὶ Στραπόδιον. Ἐν τῷ δήμῳ Ποταμίων τὰ χωρία Ἀρωνιάδικα, Βαμβακαράδικα, Γερακιτράνικα, Ντουριάνικα, Ἀλωϊζιάνικα καὶ Πιτσινάδες. Ἐν τῷ δήμῳ Αἰπείας τὰ χωρία Λογκὰ, Ἀραποχώριον, Καφοῦ, Κλεισούρα, Πασαλίνα, Ρεμούσταφα, Σούμπαλι καὶ Κακόῤῥευμα. Ἐν τῷ δήμῳ Καρυστίων ἡ Κάρυστος, ὁ Ἀετὸς, αἱ Κοκκάλαις, ἡ Παλαιὰ Χώρα, τὰ Πηγαδάκια καὶ τὸ Μετόχιον. Ἐν τῷ δήμῳ Ἐληοῦ τὰ χωρία Χιονᾶτα, Ἀργίνια, Ἀτσουπάδαις, Βαλεριάνου, Κολαΐτη καὶ Πλατειαῖς. Ἐν τῷ δήμῳ Πρόννων τὰ χωρία Σκάλα, Σπαθῆ, Κουτροκοῖ, Ἀλειματὰ, Ραντζακλῆ καὶ Ἅγιος Γεώργιος. Ἐν τῷ δήμῳ Πυλαρέων τὰ χωρία Ἁγία Εὐθυμία, Ἀντιπᾶτα, Γεωργακᾶτα, Δενδρινᾶτα, Δρακοπουλᾶτα καὶ Ραυτοπουλᾶτα. Ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ τὰ χωρία Δρακᾶτα, Λουκᾶτα, Ἀνωμεριὰ, Βασιλοπουλᾶτα, Καρουσᾶτα καὶ Χαμόλακκος. Ἐν τῷ δήμῳ Ποταμίων τὰ χωρία Ποταμὸς, Πετροῦνι, Κουσουνάρι, Γερακάρι, Ζαγλακιάνικα, Χριστοφοριάνικα καὶ Τριφυλλιάνικα. Ἐν τῷ δήμῳ Ἀριστομένους τὰ χωρία Ἀβραμιοῦ, Φιλιππάκι, Χάστεμι, Χαντζαλῆ, Ἰσμαήλου, Νεοχώριον καὶ Εὐαγγελίστρια. Ἐν τῷ δήμῳ Πρόννων τὰ χωρία Βάλτα, Πάστρα, Κρεμμύδι, Φουριώτη, Κορνέλος, Δαφνᾶτα καὶ Πετρουλῆ. Ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ τὰ χωρία Καμβιτσᾶτα, Ξενόπουλον, Καπανδρίτι, Μαυρικᾶτα, Πομινδαράτα, Βλαχουλᾶτα καὶ Γούλου. Ἐν τῷ δήμῳ Ἄσσου τὰ χωρία Ἄσσος, Φρούριον, Νεοχώριον, Πύργος, Κουλοῦμος, Δραπανήτικα καὶ Κονταῖς. Ἐν τῷ δήμῳ Μεγαλοπόλεως τὰ χωρία Σινάνον, Ἁγιάσμπεη, Καρούμπαλη, Κασιδοχῶρι, Σιάλεσι, Τσαπόγα, Τσεφλίκι καὶ Ἀληάγα. Ἐν τῷ δήμῳ Κορώνης τὰ χωρία Πεταλίδιον, Βαλῆ, Τρύπαις, Καστάνια, Λεύκα, Πανιπέρη, Πέρα καὶ Πολυστάρι. Ἐν τῷ δήμῳ Σαμαίων τὰ χωρία Αἰγιάλος, Διχάλια, Σκαλιὰ, Λαταβινᾶτα, Μουζακᾶτα, Καταποδᾶτα, Τζανατᾶτα καὶ Κουλουρᾶτα. Ἐν τῷ δήμῳ Φάριδος τὰ χωρία Ξεροκάμπιον, Ἀρκασάδες, Κατσουλέϊκα, Λιακέϊκα, Μούσγα, Καμουστὰ, Κυδωνιὰ, Μαμουσούμπαση καὶ Ζαρμπίτσα. Ἐν τῷ δήμῳ Γαϊάνων τὰ χωρία Γάϊος, Βαλανίτικα, Βλαχοπλάτικα, Κατσιμάτικα, Κοκκινάτικα, Κουρνιωτάτικα, Μπουρδοκάτικα, Κλωνάτικα καὶ Ναυτικά. Ἐν τῷ δήμῳ Πολυκτορίων τὰ χωρία Πλατυθελὰ, Σταυρὸς, Ἅγιοι Σαράντα, Καλύβια, Κολλιερῆ, Λαχὼ, Μεσοβουνὸν καὶ Φρίκαις. Ἐν τῷ δήμῳ Καρυουπόλεως τὰ χωρία Νεοχώριον, Βαθὺ, Καυκὶ, Φλῆσσο, Μάλτα, Ἅγιος Βασίλειος, Λείτσα, Σέλιτσα καὶ Καταφύγι. Ἐν τῷ δήμῳ Σπαρτιατῶν τὰ χωρία Σκλαβοχώριον, Μαχμούτμπεη, Λέλε, Ριβιώτισσα, Ριζὰ, Γούναρη, Μάρμπαλι, Γοδένα, Μάνδρα Κατσαροῦ καὶ Τσαούσιον. Ἐν τῷ δήμῳ Φαλαισίας τὰ χωρία Λεοντάριον, Γαυριὰ, Καλύβια, Καμαρίτσα, Κοτσερίδι, Μαμὴ, Ποταμιὰ, Σαμαρᾶ, Σουλάρι, Χοντάλου καὶ Μπούρα. Ἐν τῷ δήμῳ Δολιχίου τὰ χωρία Τουλιᾶτα, Ἀνδριτσᾶτα, Βεντουρᾶτα, Δικολᾶτα, Κουλουμπαριτσᾶτα, (ἱλαρότης) Μαθᾶτα, Μολφετᾶτα, Τσαμαλιερᾶτα καὶ Χαλκερῆ. Ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ τὰ χωρία Φισκάρδιον, Ἀντυπᾶτα, Γερμανᾶτα, Γραντζαντιᾶτα, Διβόλος, Κατσαρᾶτα, Καμπανᾶτα, Μαθεᾶτα, Μαρκαντωνιᾶτα, Ματσακᾶτα, Μαρτζουκᾶτα, Στελιᾶτα, Ψηλιθρᾶτα καὶ Γραπᾶτα (ἱλαρότης), τὸ ὅλον 15 χωρία, λήγοντα εἰς ᾶτα, ἡνώθησαν αὐθαιρέτως εἰς μίαν σχολικὴν ἑνότητα, διὰ ν’ ἀπαρτίσωσιν αὐτὰ ἓν μονοτάξιον σχολεῖον τῶν ἀῤῥένων καὶ τῶν θηλέων διὰ δύο τριτοβαθμίους διδασκάλους, οὓς εἶχον νὰ τοποθετήσωσιν ἐκεῖ οἱ φίλοι τοῦ κόμματος. Παρόμοιοι αὐθαίρετοι σχολικοὶ συνδυασμοὶ εἶναι καὶ πάντες οἱ λοιποὶ, οἱ ἐκ τεσσάρων, πέντε, ἕξ, ἑπτὰ μέχρι δώδεκα χωρίων συμφυρθέντες πρὸς ἐξυπηρέτησιν παραπλησίων συμφερόντων τῆς φατρίας, ἧς χάριν ἔπρεπε νὰ καταστρατηγηθῇ καὶ ἐξαρθρωθῇ οὕτως ὁ νόμος ͵ΒΠΕʹ, ὁ τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ τοῦ κ. Τρικούπη μόλις πέρυσι ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἀπέβαινεν ἀδύνατος ἡ ἱκανοποίησις τῶν ἀξιώσεων τῆς φατρίας. Ἤθελεν αὕτη νὰ ἱδρύσῃ ἰδίως γραμματοδιδασκαλεῖα πρὸς διορισμὸν ἀργομίσθων καὶ ἐκεῖ, ἔνθα ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων, κατὰ τὸν νόμον, δὲν ἐπέτρεπε τοῦτο. Ἡ μέθοδος τῶν σχολικῶν συνδυασμῶν παρεῖχεν ἀλλοῖα ἀποτελέσματα τῶν ἐπιδιωκομένων· διότι δι’ αὐτῶν συνεποσοῦτο ἀριθμὸς ἀνώτερος τοῦ διὰ γραμματοδιδασκαλεῖα ἀπαιτουμένου. Καὶ ἐκ τῆς ἀπορίας ταύτης δὲν ἐδίστασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξέλθῃ διὰ τῆς προφανοῦς ἀθετήσεως τοῦ ἰδίου του ἔργου. Ἐνῷ δηλαδὴ κατὰ τὸν νόμον, ὅπως ἱδρυθῇ γραμματοσχολεῖον, πρέπει ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων νὰ ἦναι ἀνώτερος τῶν 215, αὐτὸς ἔδωκε διαταγὴν νὰ ἱδρυθῶσι τοιαῦτα, καὶ ὅπου οἱ κάτοικοι εἶναι κατώτεροι τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, ἤρκει μόνον νὰ ἱκανοποιῶνται οὕτως αἱ ἀπαιτήσεις τῶν φίλων. Τοιουτοτρόπως ἱδρύθησαν παρανόμως τὰ ἑξῆς γραμματοσχολεῖα: εἰς Θορικὸν (202), Ὠρωπὸν (208), Πέρδικαν (211), Δρίτσαν (210), Σπαΐδες (205) καὶ Δαριμάρι (204) τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας· εἰς Καστανιὰν (201), Παγωνιὰν (206) καὶ Βάτω (204) τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας· εἰς Δύο Βουνὰ 208), Βασιλικὰ (198), Κωσταλέξη (204), Ἅγ. Γεώργιον (210), Σφάκαν (203), Λιαπάταν (210), Κάτω Πέλλαν (202) καὶ Μανούγαλην (201) τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος· εἰς Πετρόπορον (205), Πρόδρομον (213), Ξυλοπάλουκον (202) Βετερνῖκον (207), Δελῆ Ἰβραΐμ (212), Τσαούση (204), Λασποχώριον (211), Ἠλιὰν 200), Ράκοβον (203) καὶ Ἀργύριον (204) τοῦ νομοῦ Τρικκάλων· εἰς Καρατζὸλ (201), Σουφλὰλ (210), Γιαχαλάρ (209), Ὀρμὰν –Τσιφλίκ (207), Σεραντζῆ (212), Οὐζλὰρ (200), Κωροὺς (212), Καλύβια (208), Τσιάχμαι Ἄνω (203, Χατζήμπεη (207), Μπεκῆδες (199), Γιαρακλῆ (208) καὶ Τσιφλάρι (202) τοῦ νομοῦ Λαρίσσης· εἰς Καπαρέλι (198), Σχοινοχώριον (210), Τρικκαλίτινα, ἢ Νερατζίαν (213), Κούτσιον (202), Μπότσικα (211), Μωσιὰν (213) καὶ Κατούνιον–Πορτολαγκάκαν (209) τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας· εἰς Κεραστάριον (201), Μούτζαν (199), Ζαράκοβαν (209), Μάρκου (202), Βούτσινον–Μπεκόθεναν (213) καὶ Λεπτίνη (205) τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας· εἰς Ρουπακιὰν (201), Ἀχλαδιὰν (212), Μερτίδι–Νερατζαῖς (213), Μεσορουγκιώτικα (200), Ἀναστάσοβαν (211), Ρογοὺς (201), Μπούμπουκα (198), Ἀλίσταιναν (207), Λεχούνιον (209), Κουκουβίτσαν (203), Κερτέζαν (203), Σινοῦζι (205) καὶ Ταταραλῆ (202) τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος· εἰς Ἀρχοντικὸν (198), Ζελίναν (200), Κλαδὰ (210), Καρυούπολιν (201), Φλωμοχώριον (214), Πιόντες (204), Κρυονέριον (209), Σωτηριάνικα (202), Νόμια (208), Σταυρίον (202), Γερμάναν (207) καὶ Κουλένκα (205) τοῦ νομοῦ Λακωνίας· εἰς Βασιλάδαν (203), Γαϊδουροχώριον (204), Μάνεσι (213), Ἀρναουταλῆ (209), Βελῆ Ἄνω καὶ Κάτω (205), Καρακασπήλιον (209), Σκάρμιγκαν (210), Κατσούραν (207), Σκλίβαν (198) καὶ Τρύπαις (199) τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας· εἰς Κεχριαῖς (209), Ἀμέλαντες (202), Ἀγδίνες (202), Καλέντζιον (218). Κόσκινα (201) καὶ Καψοῦρι (207) τοῦ νομοῦ Εὐβοίας· εἰς Καλλιβάρι (209), Κεραμωτὴν (203), Δραγουλᾶν (204), Μάρμαρα (205) καὶ Νῆσον Ἡράκλειον (211) τοῦ νομοῦ Κυκλάδων· εἰς Νεραντζούλαις (201), Γύρι (211) καὶ Πλάνου– Τσυλιβᾶν (203) τοῦ νομοῦ Ζακύνθου· ἤτοι ὑπὲρ τὰ ἑκατὸν γραμματοδιδασκαλεῖα συνεστάθησαν κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἐπὶ προφανεῖ ἀθετήσει τῶν διατάξεων τοῦ κατ’ εἰσήγησιν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου πέρυσι μόλις ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς ͵ΒΠΕʹ νόμου. Κατὰ παράβασιν τοῦ αὐτοῦ νόμου καὶ κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ αὐτοῦ Πρωθυπουργοῦ διωρίσθησαν 137 γραμματοδιδάσκαλοι εἰς δημοτικὰ σχολεῖα ἀντὶ δημοδιδασκάλων, ἀπολυθέντων τῆς ὑπηρεσίας χάριν λόγων φατριαστικῶν, ὅπως τιμωρηθῶσι μὲν αὐτοί, ὡς μὴ γινόμενοι τυφλὰ ὄργανα τῆς φατρίας, ἀμειφθῶσι δέ, ὡς ἀργόμισθοι αὐτῆς, οἱ γραμματοδιδάσκαλοι, τὰ τέρατα ταῦτα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς ἀπεκάλουν αὐτοὺς οἱ ἐπιθεωρηταί, ὧν αἱ γνῶμαι εἶχον δημοσιευθῆ, ὡς εἴδομεν, κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ τοῦ κ. Τρικούπη, λήγοντος τοῦ ἔτους 1890. Τοιαῦται, Κύριοι, ὑπῆρξαν αἱ ἐπενεχθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, μεταῤῥυθμίσεις εἰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ εἰσηγητοῦ των ἐπιδεινώσασαι, ἀντὶ νὰ βελτιώσωσι, τὴν κατάστασιν αὐτῆς. Κατὰ τὰ ἄλλα ἔμεινε τὸ αὐτὸ προσωπικὸν τῶν δημοτικῶν σχολείων ἑκατέρου φύλλου, ἐξαχρειωθὲν μάλιστα πολὺ περισσότερον νῦν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ φατριασμοῦ, ὅστις τελευταῖον ἀπέπτυσε πάντα χαλινόν. Οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη περὶ δοκιμαστικῶν αὐτοῦ ἐξετάσεων, περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν, τοιούτων, δι’ ὧν ἡ δημοτική ἡμῶν ἐκπαίδευσις θ’ ἀπηλλάσσετο ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τῶν νῦν λυμεώνων αὐτῆς, περὶ μονίμου ἐπιθεωρήσεως, περὶ ἀναλυτικῶν προγραμμάτων, περὶ ἱδρύσεως κεντρικοῦ συμβουλίου, θέτοντος φραγμὸν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν. Οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη περὶ ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν διδασκαλείων καὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων, περὶ προσκτήσεως διδακτηρίων καὶ διδακτικῶν ὀργάνων. Τοὐναντίον μάλιστα ἡ κατάστασις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐχειροτέρευσεν ἔκτοτε, καὶ εἶχε φθάσει ἤδη εἰς τὸ ἀπροχώρητον, ὅτε ἐγὼ ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Πρὶν ἢ θέσω, Κύριοι, πέρας εἰς τὸν περὶ παιδείας λόγον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ περὶ τοῦ σχετικοῦ πρὸς αὐτὴν ζητήματος τῶν κληροδοτημάτων καὶ τῶν ὑποτροφιῶν. Ἄνδρες φιλογενεῖς, διαφλεγόμενοι ὑπὸ διακαοῦς πρὸς τὴν παιδείαν ζήλου, διέθεσαν μετὰ θάνατον, ἢ καὶ ζῶντες, μέρος ἢ καὶ τὸ ὅλον τῆς περιουσίας των ὑπὲρ αὐτῆς, πρὸς συντήρησιν ὡρισμένων ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων, ἢ πρὸς ὑποστήριξιν μαθητῶν, διακρινομένων ἐπὶ ἐπιμελείᾳ καὶ χρηστότητι ἤθους. Ἐντεῦθεν προέκυψαν τὰ κληροδοτήματα, ὧν ἡ διατήρησις ἀνετέθη, ὡς εἰκός, ἀνέκαθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Εἶναι ὅμως ἀνεκδιήγητος ἡ κατάστασις, ἡ ἀπαντῶσα μέχρι πρὸ ἔτους περίπου ἐν τῇ διαχειρίσει ταύτῃ. Ἔκθεσίς τις, ἀπευθυνθεῖσα τῇ 8 Αὐγούστου 1892 παρὰ τοῦ τμηματάρχου τοῦ λογιστικοῦ αὐτοῦ πρὸς τὸν τότε προϊστάμενον τοῦ Ὑπουργείου, ἰδού πῶς περιέγραφεν αὐτὴν (ἀναγινώσκει): «Οὔτε τὰ βιβλία ἐτηροῦντο πάντα συμφώνως μὲ τὸν λογιστικὸν νόμον, οὔτε ἐξέλεγξις ἐγίγνετο τακτικὴ ἐπὶ τῶν παρὰ τῶν δευτερευόντων διατακτῶν ἐκδιδομένων χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ἀφοῦ ἐπὶ δύο σχεδὸν ἔτη δὲν ὑπέβαλλον οὗτοι τὰς διατεταγμένας καταστάσεις, οὔτε κατεχωρίζοντο εἰς τὰ βιβλία τοῦ Ὑπουργείου τὰ παρ’ αὐτῶν ἐκδιδόμενα χρηματικὰ ἐντάλματα κλπ., οὔτε τέλος ἐντολαὶ, δι’ ὅλας τὰς διατασσομένας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου δι’ ἐνταλμάτων δαπάνας ἐξεδίδοντο, παρὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου κλπ. Καὶ ταῦτα μὲν πάντα ἐτακτοποίησα κατὰ τὸ ἐφικτόν· ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ μ’ ἐξέπληξεν, ὑπῆρξεν ἡ παντελὴς ἔλλειψις βιβλίου ἢ κώδικος τῆς περιουσίας τῶν κληροδοτημάτων καὶ τῶν ἐτησίων αὐτῶν ἐσόδων, (ἐκτὸς ἑνὸς παλαιοῦ βιβλίου, χρονολογουμένου ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου μέχρι τοῦ 1860, εἰς ὅ σημειώσεις μόνον ὑπάρχουσιν,) ὅπως διὰ τῆς τακτικῆς καθ’ ἑξαμηνίαν ἐξισώσεως τῶν ἐσόδων πρὸς τὰς δαπάνας κανονίζωνται αἱ τελευταῖαι καὶ μὴ ἐπέρχωνται ὑπερβάσεις τῶν ἐξόδων, ὡς ἤδη συμβαίνει εἴς τινα κληροδοτήματα καὶ ἰδίως εἰς τὸ κεκτημένον μείζονα πάντων περιουσίαν καὶ κατ’ ἀναλογίαν πλείονας ὑποχρεώσεις κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Βαρβάκη, ὅπερ εὑρίσκεται εἰς σπουδαῖον ἔλλειμμα, ἤτοι ἐκ δραχ. 491,000 περίπου φαινομενικὸν, πραγματικὸν δὲ καὶ ἀκριβὲς ἐκ δραχ. 754,504, ἐκτὸς ἐὰν δὲν ἀποδοθῶσιν οἱ μήπω βεβαιωθέντες τόκοι δύο ἐτῶν τῶν 2,000,000 δρ. ἐκ δρ. 164,456, ὅτε τὸ ἔλλειμμα θ’ ἀνέλθῃ εἰς δρ. 418,960. Κατὰ τὸ ἔτος 1870 ἐγένετο ἐξέλεγξις τῶν ἐσοδεξόδων τῶν κληροδοτημάτων ὑπὸ τοῦ τότε διευθυντοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κ. Λεβίδου (ἐπὶ ἀμοιβῇ), ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Αὐγερινοῦ, καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην εἰσὶ καταγεγραμμένα πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν τότε περιουσίαν τῶν κληροδοτημάτων, ἔκτοτε ὅμως οὐδὲν ἐγένετο μέχρι τοῦ 1888, ὅτε ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ κ. Μανέτα σύντομος ἔκθεσις πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς τότε καταστάσεως τῶν κληροδοτημάτων. «Ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν ἐπέφερε τὸ ἐπιβαλλόμενον ἄλλως τε ἀποτέλεσμα τῆς ἐξισώσεως τῶν δαπανῶν πρὸς τὰ ἐτήσια ἔσοδα, διότι δὲν κατεδεικνύετο σαφῶς δι’ αὐτῆς τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμά τινων καὶ ἰδίως τοῦ κληροδοτήματος Βαρβάκη, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ ἀναπόδραστος ἀνάγκη τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐτησίων δαπανῶν, τοῦτο δὲ, διότι ἀνεμίγνυε τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ μὲ τὰ τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων, ἅτινα εἶχον περίσσευμα, καὶ οὕτω δὲν κατεφαίνετο τὸ ἰδιαίτερον τοῦ Βαρβακείου ἔλλειμμα, ἄλλως τε δὲν ἐλαμβάνετο ἡ δέουσα πρόνοια εἴτε πρὸς ἀνανέωσιν τῶν ἐντόκων γραμματίων, τῶν κατατεθειμένων εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον χρημάτων ἐκ κληροδοτημάτων, καὶ ἰδίως τοῦ ποσοῦ τῶν Βαρβακείων 2,000,000 δραχμῶν, οὕτω δὲ ἔμεινεν ἄτοκον τὸ μὲν 1,000,000 ἐκ τούτων ἀπὸ 7 Ἰανουαρίου 1889 ἕως 25 Φεβρουαρίου 1891, τὸ δὲ ἕτερον ἀπὸ 3 Μαρτίου 1889 ἕως 25 Μαρτίου 1891, μὴ ἐκδοθέντων διὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἐντόκων γραμματίων τοῦ Δημοσίου δι’ αὐτά. Συνεπῶς καθυστεροῦνται διὰ τὰ ἄνω χρονικὰ διαστήματα δραχμαὶ 164,456, πρὸς ἀπόληψιν τῶν ὁποίων ἐποιήσατο μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο εἰς τὸ τῶν Οἰκονομικῶν τὰς δεούσας παραστάσεις, ἀλλὰ προφορικῶς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα ἐγνώρισεν ἡμῖν, ὅτι μόνον διὰ νομοθετικῆς ἢ δικαστικῆς μεσολαβήσεως θ’ ἀποδοθῇ τὸ ἄνω σπουδαῖον ποσόν. Ἐκτὸς δ’ αὐτοῦ πολλαὶ χιλιάδες δραχμῶν ἔμενον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐξ ἄλλων κληροδοτημάτων, ὧν ἔληξαν αἱ ἔντοκοι ὁμολογίαι πρὸ μηνῶν καὶ δὲν ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἀνανεώσεως αὐτῶν· τέλος δὲ ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν ἔμενον πρὸ ἐτῶν εἰς ἄτοκον κατάθεσιν ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ, ἀνήκουσαι εἰς τὸ μὴ χρησιμοποιηθὲν κληροδότημα Δωρίδου καὶ εἰς ἄλλα, ἐκ τῶν ἀποσβεσθεισῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τῶν 6 καὶ 10 ἑκατομμυρίων!» Τοιαύτη, Κύριοι, παρίστατο ἡ διαχείρισις τῶν κληροδοτημάτων ὑπὸ τμηματάρχου, διορισθέντος ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Τρικούπη ἐν ἔτει 1892, δηλαδὴ μετὰ δεκαετίαν ὅλην, ἀφ’ ἧς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκυριάρχησεν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ. Πῶς δὲ διετίθεντο συνήθως οἱ ἐξ αὐτῶν τόκοι; Διωρίζοντο ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὑπότροφοι, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ παράπαν ἡ ἐπιμέλεια καὶ χρηστότης αὐτῶν, ὡς ἀπῄτουν οἱ διαθέται, ἀλλ’ ὡς ἐπέβαλλον αἱ κομματικαὶ συστάσεις, διετηροῦντο δὲ ὡς ὑπότροφοι, χωρὶς οὐδὲ νῦν νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν διεκρίνοντο ἐπὶ ἐπιμελείᾳ καὶ χρηστότητι. Καὶ συνέβη πολλάκις ὑπότροφοι νὰ μένωσιν ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ τάξει. Ἡ ὑπηρεσία τοὐλάχιστον μοὶ ἀνέφερεν, ὅτι εἷς ἐξ αὐτῶν ἐμισθοδοτεῖτο ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην, ὡς μαθητὴς δημοτικοῦ σχολείου! Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶναι, ὡς γνωστὸν, ἀνατεθειμένη καὶ ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους, ἤτοι ἡ ἐπίβλεψις καὶ συντήρησις τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀρχαιοτήτων, ἐφ’ ᾧ ὑπάρχει καὶ ἰδιαίτερον ἐν αὐτῷ τμῆμα, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Γενικοῦ Ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων. Καὶ τὸν προϊστάμενον, Κύριοι, τοῦ τμήματος τούτου καὶ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν διατελοῦντας ἐφόρους τῶν ἀρχαιοτήτων θεωρῶ ἀξίους παντὸς ἐπαίνου διὰ τοὺς ἀτρύτους μόχθους, οὓς καταβάλλουσιν ὑπὲρ τῆς ἀνατεθειμένης εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τὸν ζῆλον, ὃν ἐπιδεικνύουσι πάντοτε περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτοὺς καθηκόντων. Ἀλλ’ οὔτε οἱ μόχθοι οὔτε ὁ ζῆλος αὐτῶν ἀρκεῖ ν’ ἀναπληρώσωσι τόσας ἐλλείψεις νομοθετικὰς καὶ ὀργανικὰς τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ὑπηρεσίας. Ἰσχύει, Κύριοι, ἔτι καὶ νῦν τὸ θέσιν νόμου ἐπέχον διάταγμα τοῦ 1834. Εἰ καὶ πάντες δὲ ἀπὸ πολλοῦ ἤδη ἀνωμολόγουν ὅτι ὁ νόμος οὗτος συνετάχθη τότε ἐν σπουδῇ μεγάλῃ, πρὸς πρόχειρον περιφρούρησιν τῶν κειμηλίων τῆς προγονικῆς ἡμῶν τέχνης· εἰ καὶ πάντες ἀνωμολόγουν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἦτο ἤδη ἀπηρχαιωμένος καὶ ἀπεδείχθη ἐν πολλοῖς ἀνίκανος εἰς περιστολὴν τῆς ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ συστηματοποιηθείσης ἀρχαιοκαπηλείας, οὐδὲν ἧττον μόνος ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἠθέλησε, καθ’ ὅλην τὴν δεκαετῆ κυβέρνησίν του, νὰ κατίδῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμου, γινομένης ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νεωτέρων σχετικῶν νομοθετημάτων τῆς ἑσπερίας Εὐρώπης καὶ τῆς καθ’ ἡμᾶς πείρας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μεριμνῶν καὶ τυρβάζων περὶ τὴν ἵδρυσιν πολυτελοῦς ἀρχαιολογικοῦ μουσείου πρὸς νότον τῆς Ἀκροπόλεως, ὅπερ ἠδύνατο μὲν νὰ στοιχίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἑκατομμύρια ὅλα, θὰ παρεῖχεν ὅμως εἰς αὐτὸν ἀφορμὴν, ἵνα πραγματοποιήσῃ νέον τινὰ οἰκονομικὸν συνδυασμὸν, ὠλιγώρει παντάπασι τόσον μικρῶν καὶ ταπεινῶν δι’ αὐτὸν ζητημάτων, οἷον καὶ ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ περὶ ἀρχαιοτήτων νόμου, καθ’ ἣν θὰ ἐξησφαλίζοντο εἰς τὸ Κράτος οἱ ἀνεκτίμητοι θησαυροὶ τῆς ἀρχαίας τέχνης, οἵτινες θὰ ἐκόσμουν τὸ νέον μουσεῖον. Δὲν ἐσκέφθη κἂν νὰ διοργανώσῃ διὰ διατάγματος νομοτελεστικοῦ καὶ αὐτὸ τὸ ἤδη ὑπάρχον Ἐθνικὸν Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1834 καὶ τῶν νόμων ΨΜΘʹ τοῦ 1887, ᾼΦΛΒʹ τοῦ 1888 καὶ ͵ΒΡΜΘʹ τοῦ 1893. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1834 καὶ κατὰ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἅμα τῇ ἱδρύσει τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου ὤφειλον πᾶσαι αἱ ὑπ’ αὐτῆς κατεχόμεναι ἀρχαιότητες νὰ παραδοθῶσιν εἰς τοῦτο, ὅπως οὕτως ἐξασφαλισθῶσιν ὑπὲρ τοῦ Κράτους πάντα τὰ περισωζόμενα μνημεῖα τῆς ἀρχαίας τέχνης καὶ καταστῇ ἑνιαία ἡ συλλογὴ αὐτῶν πρὸς εὐκολίαν τῶν περὶ τὴν ἀρχαιολογικὴν ἐπιστήμην ἀσχολουμένων καὶ καθόλου τῶν φιλαρχαίων, ἄφησεν ἀσυγγνώστως νὰ κατέχῃ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία τὴν συλλογήν της ἐν ἰδίῳ μουσείῳ, μόνον καὶ μόνον ὅπως δικαιολογῇ αὕτη δαπάνην πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως, γινομένην ὑπὲρ ἀργομίσθων ἐν αὐτῷ ὑπαλλήλων, φίλα φρονούντων πρὸς τὸν κ. Τρικούπην. Καὶ πόθεν ἐλαμβάνετο ἡ δαπάνη αὕτη; Ἐκ τοῦ Λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων, ὅπερ εἶχε παραχωρήσει ἄλλοτε διὰ νόμου εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν τὸ Κράτος, ὅτε αὐτὸ ἐστερεῖτο ἰδίας ὑπηρεσίας διωργανωμένης, προΐσταντο δὲ τῆς Ἑταιρίας ἐκείνης ἄνδρες, οἷοι οἱ ἀοίδιμοι Φίλιππος Ἰωάννου καὶ Καστόρχης, ὁ κ. Κουμανούδης καὶ ἄλλοι φιλάρχαιοι, παρέχοντες ἀφιλοκερδῶς τὰς πολυτίμους ὑπηρεσίας των εἰς τὴν ἀνακάλυψιν καὶ διάσωσιν τῶν ἀρχαίων μνημείων τῆς τέχνης. Αἱ ὑπηρεσίαι τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων μένουσιν ἀνεπίληστοι παρ’ ἡμῖν, καὶ ἀπαρτίζουσι τὰς ὡραιοτέρας σελίδας τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἀλλ’ ἔκτοτε, Κύριοι, τὰ πράγματα μετεβλήθησαν. Ἔκτοτε τὸ Κράτος κατήρτισεν ἰδίαν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, καλῶς διωργανωμένην, ἐν ᾧ δὲ τὴν σήμερον διὰ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς διενεργεῖ καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία τὰς πλείστας τῶν ἀνασκαφῶν της, οὐδὲν ἧττον ἐξακολουθεῖ αὕτη νεμομένη ἔτι καὶ νῦν τὸ ἐξ ἑκατὸν περίπου χιλιάδων δραχμῶν ἐτήσιον εἰσόδημα τοῦ Λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων, ἐγκαταλείπουσα καὶ οὕτως εἰς τὸν πτωχὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐν χρεωκοπίᾳ διατελοῦντος Κράτους τὰς κυριωτέρας δαπάνας τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Ἔκτοτε δὲν προΐστανται τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας οἱ πρῶτοι αὐτῆς ἱδρυταί, οἱ ἐκ ζήλου καὶ ἐνθουσιασμοῦ πρὸς τὰς ἀρχαιότητας ἀφωσιωμένοι εἰς τὴν ἔρευναν καὶ διάσωσιν αὐτῶν. Ἔκτοτε ἔχει ἐκλαϊκευθῆ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, καὶ γίνονται μέλη αὐτῆς ἀβασανίστως πολλοί, οὐδὲν κοινὸν ἔχοντες πρὸς τὴν ἀρχαιολογικὴν ἐπιστήμην, ἀλλὰ πληρόνοντες μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἐγγραφῆς καὶ μίαν ἐτησίαν συνδρομὴν ἐξ ἰδίων ἢ τῇ χορηγήσει ἄλλων, μόνον καὶ μόνον ὅπως ἀποκτήσωσι δικαίωμα ψήφου εἰς τὰς συνελεύσεις της. Ἔκτοτε αἱ ἀρχαιρεσίαι αὐτῆς ἔχουσι μεταβληθῆ εἰς κονίστραν κομματικῶν, ἔστιν ὅτε δὲ καὶ ἰδιοτελῶν ὅλως παθῶν. Φαντασθῆτε, Κύριοι, ὅτι κατωρθώθη τελευταῖον ν’ ἀποκλεισθῇ ἐκ τῆς διευθύσεως τῆς «Ἀρχαιολογικῆς Ἐφημερίδος», ἥτις ἄλλοτε συνεκέντρου πάσας τὰς παρ’ ἡμῖν ἐξοχότητας, τὰς ἀσχολουμένας περὶ τὰ ἀρχαιολογικά, ὁ Νέστωρ τῶν Ἑλλήνων ἀρχαιοδιφῶν, ὁ κ. Στέφανος Κουμανούδης, καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ ὑπό τινος μεσίτου καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Μυλωνᾶ, ἀναλαβόντος ἴσως τὴν διόρθωσιν τοῦ περιοδικοῦ, διὰ τὴν γνωστὴν περὶ τὴν ὀρθογραφίαν εἰδικότητά του! Ἔκτοτε ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία κατέστη ἀληθὴς ἀναχρονισμός, οὐδὲ παρέχει πλέον ἐγγύησίν τινα περὶ σκοπίμου καὶ εὐσυνειδήτου διαχειρίσεως τῆς ἐκ τοῦ Λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων προσόδου. Καὶ ὅμως οὐδόλως ἐσκέφθη ὁ κ. Τρικούπης νὰ ἀνακτήσῃ ὑπὲρ τοῦ Κράτους τὴν διαχείρισιν τοῦ Λαχείου· διατί; διότι οἱ νῦν ἄγοντες καὶ φέροντες τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἀνήκουσιν εἰς τὴν φατρίαν του, ἧς ἔχουσι πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ συμφέροντα, ὀλιγωροῦντες παντάπασι τῶν συμφερόντων τῆς Ἑταιρίας. Ἰδού, Κύριοι, ἡ οἰκτρὰ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν κατάστασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸ διατελούντων κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἡ κατάστασις αὕτη συνετελέσθη ἰδίᾳ κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, πρὸς ἣν συμπίπτουσι καὶ αἱ πολυετεῖς Κυβερνήσεις τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ εἶναι κυρίως ἔργον τούτου. Κατὰ ταῦτα, ἂν ὑπάρχῃ τις ὑπεύθυνος, τοιοῦτος εἶναι κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις, ἐνῷ εἶχε τὴν εὐκαιρίαν, ὡς οὐδεὶς ἄλλος πολιτικὸς ἀνὴρ ἐν Ἑλλάδι, τὰ πάντα νὰ μεταῤῥυθμίσῃ καὶ βελτιώσῃ, οὐδὲν ἧττον οὐ μόνον οὐδεμίαν ἀληθῆ μεταῤῥύθμισιν ἐπήνεγκεν, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ συνετέλεσεν ἐκ παντὸς τρόπου εἰς τὴν ἐπιδείνωσιν τοῦ κακοῦ, εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς ἐκρύθμου ἐκείνης καταστάσεως, ἐν ᾗ ἡμεῖς παρελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας τῇ 3 Μαΐου. Καὶ δὲν εἶναι νὰ ἀπορῇ, δὲν εἶναι νὰ ἐξίσταταί τις μὲ τὴν ἰταμότητα τοῦ ἀνδρὸς, ζητοῦντος νῦν νὰ ἀπονίψῃ τὰς χεῖράς του ἐκ τῆς εὐθύνης, ἣν αὐτὸς φέρει κατ’ ἐξοχὴν, καὶ νὰ ἐπιῤῥίψῃ ταύτην εἰς τοὺς πάντη ἀνευθύνους, ἀκριβῶς εἰς ἐκείνους, οἵτινες κατὰ τὸ βραχυχρόνιον διάστημα, καθ’ ὃ προέστησαν τῶν κοινῶν, πᾶσαν προσπάθειαν κατέβαλον, ἵνα ἀναχαιτίσωσι κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὸ μέγα κακὸν, οὗ αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ πρωταίτιος; Ἀλλ’ ἐὰν ὑπολείπηται, Κύριοι, ἡ ἐλαχίστη περὶ τοῦ πράγματος ἀμφιβολία, ταύτην ἐλπίζω νὰ διασκεδάσω δι’ ὅσων μέλλω ἐφεξῆς νὰ εἴπω. Ὀφείλω, Κύριοι, προκληθεὶς ἅπαξ, νὰ ἐκθέσω καὶ αἰτιολογήσω πάσας τὰς πράξεις μου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· διότι οὐδεμία αὐτῶν εὗρε χάριν ἐνώπιον τοῦ κ. Τρικούπη. Πᾶσα ἀπόλυσις, πᾶς διορισμὸς, πᾶσα μετάθεσις, πᾶσα καθόλου μεταβολὴ ἐν τῷ προσωπικῷ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, πᾶσα διοικητικὴ καὶ ὀργανικὴ πρᾶξις ἐν τοῖς κλάδοις τοῖς διαπεπιστευμένοις μοι, πᾶσα νομοθετικὴ προπαρασκευαστικὴ ἐργασία ἐν αὐτοῖς κατεκρίθη ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ ὡς ἀντιπολιτευομένου καὶ ὡς Πρωθυπουργοῦ, ὡς δῆθεν ἀνατρεπτικὴ τῶν καλῶς ἐχόντων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ τῇ Παιδείᾳ. Εἶμαι λοιπὸν ἠναγκασμένος πάσας τὰς πράξεις μου ταύτας· νὰ δικαιολογήσω, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι οὐχὶ ἡ ἀνατροπὴ τῶν καλῶς ἐχόντων, ἀλλ’ ἡ ἀνόρθωσις τῶν κακῶς κειμένων ἐπεδιώχθη δι’ αὐτῶν. Καὶ ὅτι τὰ πάντα κακῶς ἔκειντο ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ τῇ Παιδείᾳ, πρὶν ἢ ἀναλάβω ἐγὼ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, περὶ τούτου ἔχετε πεισθῆ ἤδη, ἐξ ὅσων ἐξέθεσα πρὸς ὑμᾶς μέχρι τοῦδε. Νῦν ὑπολείπεται νὰ ἀποδείξω, κατὰ πόσον αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος πράξεις μου συνετέλεσαν εἰς ἀνόρθωσιν αὐτῶν. Εἶμαι ἠναγκασμένος διὰ τοῦτο νὰ περιαυτολογήσω ἐν πολλοῖς· ἀλλ’ ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ περιαυτολογία ἐπιβάλλεται, ὡς καθῆκον, οὐχὶ τόσον χάριν τοῦ προσφεύγοντος εἰς αὐτὴν, ὅσον χάριν τῆς ὑποθέσεως, ἥτις ὑπαγορεύει αὐτὴν, τοιαύτη δὲ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἡ προκειμένη περίστασις. Ἐν τῇ βραχυχρονίῳ ἐργασίᾳ μου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τῇ τε διοικητικῇ καὶ ὀργανικῇ καὶ τῇ προπαρασκευαστικῇ νομοθετικῇ, θὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς διὰ γενικῶν γραμμῶν αὐτὸ τὸ πρόγραμμα τῆς πολιτικῆς μερίδος, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωμαι, περὶ Ἐκκλησίας καὶ Παιδείας. Οὕτως ἡ παροῦσα ἀγόρευσίς μου θὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον τοῦτον τὸν πρακτικὸν σκοπὸν, ὅτι ἐξ αὐτῆς θὰ γείνῃ γνωστὸν καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, πῶς ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ ἀνορθώσωμεν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Παιδείαν ἐκ τῆς νῦν καταπτώσεώς των, καὶ νὰ ὑποβοηθήσωμεν αὐτὰς εἰς τὴν πραγμάτωσιν τοῦ μεγάλου καὶ ὑψηλοῦ προορισμοῦ, ὃν ἔχουσι νὰ ἐπιτελέσωσιν ἐν τῷ ἔθνει ἡμῶν. Πρῶτόν μου ἔργον, Κύριοι, ἦτο νὰ ἐκκαθάρω τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου, ἅμ’ ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ, ἀπολύων πάντας τοὺς περιττοὺς καὶ ἀργομίσθους ἐν αὐτῷ ὑπαλλήλους. Καὶ διὰ τοῦτο ἔῤῥηξε τότε κραυγὴν ὀδύνης ὁ κ. Τρικούπης, διότι πάντες οἱ ἀπολυθέντες ἦσαν μέλη πολύτιμα τῆς φατρίας του, καὶ διότι, μὴ ἀντικαταστήσας ἐγὼ αὐτοὺς δι’ ἄλλων ὀπαδῶν τῆς πολιτικῆς μας μερίδος, ἐστιγμάτιζον οὕτω τὴν ἄστοργον ὑπ’ αὐτοῦ σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου. Καὶ ἐξεδήλου τότε τὴν λύπην του, διότι δὲν εἶχε λάβει ἐγκαίρως τὴν πρόνοιαν, ἵνα ἐξασφαλίσῃ καὶ αὐτοὺς νομοθετικῶς ἐν τῇ τοιαύτῃ ἀμεριμνομερίμνῃ, ὡς τόσους ἄλλους ὑπεραρίθμους καὶ περιττοὺς ὑπαλλήλους τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων, οὓς ἔχει ἤδη ὑπαγάγει εἰς τὴν μονιμότητα, δι’ ἣν δὲν ἠδύναντο οἱ συνάδελφοί μου νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἀπόλυσίν των. Ἡ κραυγὴ ἐκείνη τῆς ὀδύνης καὶ ἡ λύπη τοῦ κ. Τρικούπη οὐδὲν τὸ κοινὸν εἶχον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, διότι τῆς ἀληθοῦς ὑπηρεσίας ἐκηδόμην ἐγώ, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, ὡς μαρτυρεῖ τοῦτο τρανῶς τὸ γεγονός, καθ’ ὃ οὐδένα ἀνώτερον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου ἀπέλυσα, καὶ ἐκ τῶν κατωτέρων δὲ διετήρησα πάντας τοὺς ἐκπληροῦντας πιστῶς καὶ εὐόρκως τὸ καθῆκόν των, ἄνευ διακρίσεως πολιτικοῦ φρονήματος, εἰ καὶ ἠδυνάμην κάλλιστα, ἂν ἤθελον, μιμούμενος τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ν’ ἀπολύσω αὐτοὺς πάντας, καὶ νὰ τοὺς ἀντικαταστήσω δι’ ἄλλων, ἀφωσιωμένων εἰς τὴν ἡμετέραν μερίδα. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, Κύριοι, ὅτι διὰ τῶν ἐναπολειφθέντων ὑπαλλήλων ἡ ὑπηρεσία εἶχε καταστῆ ὑπ’ ἐμὲ μᾶλλον ἐνήμερος ἢ πρίν· διότι πρῶτος ἐγὼ ἔδιδον τὸ καλὸν παράδειγμα τῆς ἀφοσιώσεως εἰς τὸ καθῆκον, οἱ δὲ ὑφιστάμενοι δὲν ἠδύναντο ἢ νὰ μιμηθῶσιν αὐτό. Διέταξα εἶτα νὰ συνταγῇ εὑρετήριον πάντων τῶν βιβλίων καὶ ἐπίπλων τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι τουλάχιστον παύσῃ ἡ τέως γινομένη διαρπαγὴ αὐτῶν. Συνέταξα προσέτι κανονισμὸν τοῦ ἀρχείου, δι’ οὗ ἐφρόντισα νὰ ἐπιφέρω τάξιν τινὰ εἰς αὐτὸ, καὶ νὰ καταστήσω ἐφεξῆς ἀδύνατον τὴν ὑπεξαίρεσιν ἐξ αὐτοῦ ἐκθέσεων καὶ ἐγγράφων, ἀναγομένων εἰς σπουδαιότατα πολλάκις ἀντικείμενα. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ἔπραξα ἐν σμικρῷ ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ, ἐπεδίωξα ἀνενδότως καὶ ἐν παντὶ κλάδῳ, διατελοῦντι ὑπ’ αὐτό. Παντοῦ ἐπεδίωξα οἰκονομίας, καθ’ ὅσον τοῦτο μοὶ ἐπέτρεπον οἱ κείμενοι ὀργανικοὶ νόμοι, ἀπολύων τῆς ὑπηρεσίας πάντα περιττὸν ὑπάλληλον. Εἰς πάντας τοὺς ὑφισταμένους ἐπέβαλον τὴν πιστὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, τιμωρῶν ἀμειλίκτως τοὺς παραβάτας αὐτοῦ, οἱανδήποτε καὶ ἂν κατεῖχον οὗτοι θέσιν, ὑψηλὴν ἢ ταπεινὴν, χωρὶς νὰ λάβω ποτὲ ὑπ’ ὄψιν συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας, χωρὶς νὰ ἀποβλέψω ποτὲ εἰς τὸ πολιτικὸν αὐτῶν φρόνημα. Τὸ κράτος τῶν νόμων ὤφειλον νὰ αἰσθανθῶσι πάντες ὑπὲρ ἑαυτοὺς, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς, τὸ ᾐσθάνθησαν ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου ὑπαλλήλου τῆς δικαιοδοσίας μου. Εἰ καὶ εἶχον, Κύριοι, ἀείποτε τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ἵνα διδάσκωσι τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς, εἰ καὶ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἐπεβλήθη εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς ͵ΒΡΠʹ νόμου, καθιερώσαντος ἑξάωρον τοὐλάχιστον διδασκαλίαν δι’ αὐτοὺς καθ’ ἑβδομάδα, οὐδὲν ἧττον πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐξηκολούθουν καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου διδάσκοντες δὶς, ἢ καὶ ἅπαξ μόνον τῆς ἑβδομάδος, ἔνιοι δὲ καὶ ἐπὶ ἑβδομάδας καὶ μῆνας ὁλοκλήρους ἀποφεύγοντες πᾶσαν διδασκαλίαν, τοῦθ’ ὅπερ ὅμως δὲν ἐκώλυεν αὐτοὺς νὰ ὑποβάλλωσι τακτικώτατα τὰς μισθοδοτικάς των καταστάσεις πρὸς ἐπιθεώρησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ προπληρώνωνται μάλιστα τοὺς μισθούς των, χάρις εἰς τὰς πρὸς αὐτοὺς εὐκολίας τοῦ ταμίου τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς θὰ ἴδωμεν βραδύτερον. Ἐγὼ, ἅμ’ ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, ἐζήτησα πάραυτα λόγον παρὰ τῶν ὀλιγωρούντων τοῦ καθήκοντός των καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Καὶ ἐφάνην μὲν ἐπιεικὴς πρὸς ἐκείνους ἐξ αὐτῶν, ὅσοι, προφασιζόμενοι ὅτι ὁ νόμος εἶχε δημοσιευθῆ μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προγράμματος τῶν μαθημάτων διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, ἐξηκολούθουν καὶ νῦν διδάσκοντες ὀλιγώτερον τῶν ἓξ ὡρῶν καθ’ ἑβδομάδα, ἐδείχθην ὅμως ἀμείλικτος πρὸς τοὺς μὴ διδάξαντας παντάπασι, καὶ ἐκάλεσα τούτους εἰς ἀπολογίαν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν ἔσπευσαν νὰ μοὶ ὑποβάλωσι πιστοποιητικὰ ἰατρῶν, δυστυχῶς καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, βεβαιούντων ὅτι πάσχοντες καὶ κλινήρεις διατελοῦντες δὲν ἐδύναντο νὰ διδάξωσιν, ἀλλὰ κατάστασίς τις, ἣν ἀπῄτησα καὶ μοὶ ὑπέβαλεν ἡ Πρυτανεία, περὶ τῶν ἐξετάσεων ἐμαρτύρει, ὅτι τινὲς τῶν κυρίων αὐτῶν, ἐνῷ ἔπασχον καὶ ἦσαν κλινήρεις διὰ τὴν παράδοσιν τοῦ μαθήματός των, εἶχον ὅμως κάλλιστα τὴν ὑγείαν καὶ προσήρχοντο καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς ἐξετάσεις, εἰς ἃς ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους παρέμενον, ὅπως μὴ στερηθῶσι τῶν ἐξετάστρων! (ἱλαρότης). Καὶ ἠθέλετε, Κύριοι, νὰ μὴ ἐφαρμόσω τότε κατ’ αὐτῶν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, τὰς ἐφαρμοζομένας εἰς τοὺς πτωχοὺς δημοδιδασκάλους καὶ γραμματοδιδασκάλους, ἐκ τῶν μισθοδοτικῶν καταστάσεων τῶν ὁποίων ἀφαιροῦνται συνήθως ὑπὸ τῶν θεωρουσῶν αὐτὰς ἀρχῶν αἱ ἡμέραι, καθ’ ἃς ἤθελον ἀπόσχει ἀδικαιολογήτως τοῦ ἔργου των; Καὶ εὑρίσκετε τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ ἐπὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, μεταξὺ τῶν ὁποίων κατελέγοντό τινες στενότατα συνδεόμενοι πρὸς ἐμέ, αὐθαίρετον καὶ ἀξιοκατάκριτον;
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι!
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὅμως, Κύριοι, καὶ διὰ τὴν πρᾶξίν μου ταύτην ἔῤῥηξε κραυγὴν ὀδύνης ὁ κ. Τρικούπης, καὶ κατέκρινεν αὐτὴν δριμύτατα, ὡς διαταράττουσαν τὸ τελματῶδες ἐκεῖνο καθεστώς, ὅπερ ἡ δεκαετὴς διοίκησίς του εἶχε δημιουργήσει καὶ ἐν τῷ ἀνωτάτῳ ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίῳ. Δὲν εἶναι δὲ παράδοξον νὰ ἴδωμεν νῦν ὑπ’ αὐτοῦ πληρονομένους τοὺς τότε κρατηθέντας μισθοὺς τῶν ἀμελῶν καθηγητῶν, νὰ ἴδωμεν δὲ ὑπ’ αὐτοῦ ἀνατρεπομένην καὶ τὴν ἔκτοτε καθιερωθεῖσαν τάξιν, καθ’ ἣν πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου διδάσκουσι τοὐλάχιστον ἓξ ὥρας τὴν ἑβδομάδα, (διότι ὑπάρχουσι μεταξὺ αὐτῶν —καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω τοῦτο πρὸς τιμήν των—καὶ οἱ διδάσκοντες πλείονας ὥρας) μετὰ τὴν σαφῆ δήλωσίν μου, ὅτι πάντα καθηγητὴν, παραβαίνοντα τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου ΒΡΠʹ ἀπὸ τῆς Αʹ ἑξαμηνίας τοῦ ἐνεστῶτος ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους, θ’ ἀπέλυον τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἕτοιμος τὰ πάντα ν’ ἀποτολμήσῃ, ἀρκεῖ μόνον νὰ φαίνηται οὕτως ἀντιστρατευόμενος πρὸς ὅ,τι ἡμεῖς ἐπράξαμεν! Ἐξωδίκως, Κύριοι, εἶχον μάθει, ὅτι πολλὴ ἀταξία ἐπεκράτει ἐν τῷ λογιστηρίῳ καὶ ταμείῳ τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐζήτησα περὶ τούτου ἀκριβεστέρας πληροφορίας παρὰ τοῦ τότε πρυτάνεως, ὅστις δὲν ἠρνήθη μὲν τὸ πρᾶγμα, προσέθεσε δὲ, ὅτι εἶχε προβῇ εἰς ἐπανειλημμένας περὶ τούτου παραστάσεις πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἀλλ’ αὕτη, ἐκ στοργῆς πρὸς τὸν λογιστὴν καὶ ταμίαν, οὓς αὐτὴ εἶχε διορίσει, ἐδείκνυεν ἀδιαφορίαν πρὸς τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Καὶ ἐδυνάμην μὲν νὰ προβῶ ἐγὼ πάραυτα εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ὑπαλλήλων, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα, ὅπως μὴ ὅμως ἐγερθῇ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι ἐνήργουν φατριαστικῶς, διώρισα ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπὴν ἐκ δύο ἐγκρίτων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ ἐξέλεγξις δὲ ταύτης μοὶ ἀπεκάλυψε τοιαύτην ἀταξίαν, τοιοῦτον χάος, ὥστε ἐθεώρησα ἐπιβαλλόμενόν μοι καθῆκον νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ τε λογιστοῦ καὶ τοῦ ταμίου. Ἰδοὺ δὲ τί ἔγραφεν ἡ ἔκθεσις τῶν ἐλεγκτῶν περὶ τοῦ Λογιστηρίου (ἀναγινώσκει): «Λεπτομερῶς ἀναγράφει ὁ κανονισμὸς (τοῦ Λογιστηρίου), τίνα βιβλία δέον νὰ κρατῇ ὁ λογιστὴς καὶ τίνι τρόπῳ δέον νὰ γίνωνται τακτικῶς αἱ ἐγγραφαὶ ἐν αὐτοῖς· καὶ ὅμως ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1892 καὶ ἐντεῦθεν οὐδεμία ἐν τοῖς βιβλίοις τούτοις ἐγένετο ἐγγραφή, ἤδη δὲ γίνονται τοιαῦται ἐν τῷ καθημερινῷ βιβλίῳ ὑπὸ τοῦ ἀπὸ δέκα ἡμερῶν προσληφθέντος ὑπὸ τῆς Συγκλήτου βοηθοῦ τοῦ Λογιστηρίου κ. Βελισσαρίου· ὁ δὲ λογιστὴς ἄνευ ἐγγραφῶν ἐν τοῖς βιβλίοις αὐτοῦ ἐξέδιδε γραμμάτια εἰσπράξεως ἐκ βιβλίου τριπλοτύπων, μὴ μονογραφημένου ὑπὸ τοῦ πρυτάνεως, καὶ οὐχὶ τακτικῶς, ἀλλ’ ὁσάκις ἤθελεν, ὡς ἀποδεικνύει ἡ μὴ ἔκδοσις γραμματίων εἰσπράξεως ἐκ δραχμῶν 38,936 καὶ ἡ μὴ χρέωσις τοῦ ὑπολόγου, καίτοι τὰ χρήματα ταῦτα παρελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ταμίου καὶ εἰσήχθησαν εἰς τὸ ταμεῖον ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, ἔδει δὲ τὴν αὐτὴν στιγμὴν νὰ ἐκδοθῇ τὸ γραμμάτιον καὶ νὰ χρεωθῇ ὁ ὑπόλογος. Ὁ δὲ ἔλεγχος τῶν βιβλίων τῶν τριπλοτύπων γραμματίων εἰσπράξεως καὶ τοῦ βιβλίου τῶν διπλοτύπων ἐνταλμάτων ἀπέδειξεν ὅτι αʹ) ὁ λογιστὴς ἠκύρωσεν ἐκδοθὲν γραμμάτιον εἰσπράξεως, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 63, οὐχὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ κανονισμοῦ καὶ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους δι’ ἐκδόσεως ἐντάλματος πληρωμῆς, ἀλλ’ ἁπλῶς διὰ σημειώσεως ἐπὶ τοῦ στελέχους καὶ τοῦ παραρτήματος, ὅτι ἠκυρώθη τὸ γραμμάτιον, καίτοι εἶχεν εἰσπραχθῆ ἤδη τὸ ποσὸν καὶ ἐγγραφῆ ἐν τῷ βιβλίῳ ταμείου, εἰς ἀναπλήρωσιν δὲ τοῦ ἀκυρωθέντος ἐξέδωκεν ἄλλα γραμμάτια· βʹ) ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ ταμείου δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένα τὰ ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 125, 126, 127 καὶ 128 γραμμάτια εἰσπράξεως, ἐρευνήσαντες δ’ ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν τριπλοτύπων στελεχῶν, εὕρομεν ὅτι μετὰ τὸ στέλεχος ὑπ’ ἀριθ. 124 ὑπάρχουσι τέσσαρα στελέχη, φέροντα τοὺς ἀνωτέρω ἀριθμούς, ἀλλ’ ἀσυμπλήρωτα καὶ ἄνευ παραρτημάτων· ἕνεκα τίνος λόγου ὁ λογιστὴς δὲν συνεπλήρωσε τὰ γραμμάτια ταῦτα πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 129, διὰ τίνα δὲ λόγον ἐλλείπουσι τὰ παραρτήματα; γʹ) ἐκ τοῦ πρώτου βιβλίου τριπλοτύπων γραμματίων εἰσπράξεων ἔχουσιν ἀφαιρεθῆ τρία τριπλότυπα γραμμάτια· ἆρά γε ταῦτα ἀφῃρέθησαν, διότι ὁ λογιστὴς ὑπέπεσεν εἰς λάθός τι καὶ τὰ ἀντικατέστησε διὰ τοῦ νεωτέρου βιβλίου, ὅπερ φέρει συνεχῆ ἀριθμὸν πρὸς τὸν τοῦ πρώτου, ἢ μὴ ὑποκρύπτεται καὶ ἐν τούτοις, ὡς καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις, τοῖς ἀναφερομένοις ἐν τῇ § βʹ, δόλος τις;... δʹ) εἶναι ἐσχισμένον ἐπίσης ἓν στέλεχος γραμματίων, μεταξὺ τῶν ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 40 καὶ 41 τοιούτων· εʹ) ἐν οὐδενὶ τῶν γραμματίων ὑπάρχει ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ὀφειλέτου, κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ κανονισμοῦ, ἔν τισι δὲ οὐδ’ αὐτὴ τοῦ λογιστοῦ ἡ ὑπογραφή· Ϛʹ) τινὰ τῶν ἐνταλμάτων φέρουσι δὶς τὸν αὐτὸν ἀριθμόν· ζʹ) οὐδὲν ἔνταλμα φέρει τὴν θεώρησιν τοῦ λογιστοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πληρωμῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 30 § βʹ τοῦ κανονισμοῦ· ηʹ) ἐξεδόθησαν ἐντάλματα ἄνευ ἀριθμῶν, δὲν εὑρέθη δὲ καὶ στέλεχος αὐτῶν ἐν τῷ βιβλίῳ διπλοτύπων, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ λογιστὴς ἐξέδιδεν ἐντάλματα πρὶν ἢ ἐγγράψῃ τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν ἐν τῷ στελέχει, καὶ παρέδιδε ταῦτα εἰς ἐξόφλησιν· θʹ) ἐν τῷ βιβλίῳ διπλοτύπων ἐνταλμάτων πολλὰ στελέχη εἶναι ἐσχισμένα καὶ ἄνευ παραρτημάτων. Ταῦτα πάντα, κύριε Ὑπουργὲ, ἀποδεικνύουσιν οὐ μόνον, ὅτι ὁ λογιστὴς στερεῖται τῆς ἱκανότητος τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅτι οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἔχει συνείδησιν τῆς ἰδίας εὐθύνης, εἰς πολλὰς δ’ ἐμβάλλουσιν ὑπονοίας καὶ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν πράξεων αὐτῶν.» Ἀκούσατε νῦν, τί ἔγραφε καὶ περὶ τοῦ ταμείου (ἀναγινώσκει): «Τὸ βιβλίον ταμείου, ὅπερ μᾶς προσήγαγεν ὁ ταμίας, 1) δὲν ἔχει κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν ἀναγεγραμμένας τὰς πράξεις, 2) δὲν σημειοῦται ἐν αὐτῷ ἡ χρῆσις, εἰς ἣν ἀνάγεται ἡ πληρωμὴ, 3) δὲν σημειοῦνται ἐν αὐτῷ τὰ κεφάλαια, ἄρθρα καὶ ἐδάφια τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς ἃ ἀνάγεται ἡ πρᾶξις τῆς εἰσπράξεως ἢ πληρωμῆς, 4) φέρει μεταβεβλημένους ἀριθμοὺς, 5) ἔχει ἐσφαλμένας τὰς ἀθροίσεις, ἐσφαλμένας τὰς ἐγγραφὰς ἐπὶ πλέον, ἢ ἐπὶ ἔλαττον, 6) δὲν εἶναι ἐν αὐτῷ ἐγγεγραμμέναι πολλαὶ πράξεις.... Ἐκτὸς ὅμως τούτων, ἐνῷ κατὰ τὸν κανονισμὸν (ἄρθρον 23) δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ταμίαν ἡ εἴσπραξις χρημάτων ἄνευ γραμματίου εἰσπράξεως, οὐδὲ ἡ πληρωμὴ ἄνευ χρηματικοῦ ἐντάλματος, ὁ ταμίας αʹ) εἰσέπραττε χρήματα ἄνευ γραμματίων εἰσπράξεως καὶ ἄνευ ἐγγραφῆς τοὐλάχιστον ἐν τῷ βιβλίῳ ταμείου· βʹ) ἐκ χρημάτων τοῦ ταμείου τοῦ Πανεπιστημίου ἠγόρασε καὶ ἔχει ἐν τῷ ταμείῳ αὐτοῦ χαρτόσημα διὰ τὰς ἀποδείξεις τῶν διδασκάλων καὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου· γʹ) καταβάλλει ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὸν πρύτανιν καὶ τοὺς καθηγητὰς αὐτοῦ μισθοὺς καὶ ἐξέταστρα, πληρωτέα ἐκ τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου· δʹ) ἐνεργεῖ πληρωμὰς πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων πληρωμῆς... Τὸ σπουδαιότερον ὅμως εἶναι, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι, ἐνῷ ὁ ταμίας ἔχει ἐγγεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ ταμείου ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου μέχρι τῆς 7 Μαΐου, κατὰ τὰς ἀθροίσεις αὐτοῦ, ἔσοδα δραχμὰς 249,714.08, ἔξοδα δὲ δραχμὰς 263,363.92, ἐπαρουσίασε καὶ ὑπόλοιπον εἰς μετρητὰ καὶ ἀντίτιμα δραχμὰς 27,418.65. Γενομένων δὲ ὑφ’ ἡμῶν τῶν ἀθροίσεων τῶν ἐν τῷ βιβλίῳ ταμείου ἐγγραφῶν, τὰ μὲν ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 250,907.60, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς δραχ. 273,511.38, καὶ τὸ ὑπόλοιπον εἰς δραχμὰς 27,418.65. Καὶ ἐνῷ, γενομένης τῆς ἐξελέγξεως τῶν λογιστικῶν στοιχείων, ἡ μὲν χρέωσις τοῦ ὑπολόγου ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 250,907.68, ἡ δὲ πίστωσις εἰς δραχμὰς 274,070.25, προστιθεμένου καὶ τοῦ ὑπολοίπου 27,418.65, ἐν ὅλῳ δραχμὰς 301,488.90, προκύπτει πλεόνασμα ἐκ δραχμῶν 50,581.22!» Καταλήγει δὲ ἡ ἔκθεσις ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς ἀνωτέρω παρεστήσαμεν, καταδεικνύει καὶ τὸν διαχειριστὴν ταμίαν μὴ κατανοοῦντα τὴν εὐθύνην αὐτοῦ, μηδὲ δυνάμενον νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του. Προκύπτοντος πλεονάσματος ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῦ ταμείου, βεβαιουμένου δ’ ὅτι τοῦτο προέρχεται ἐξ εἰσπράξεων ἄνευ ἐκδόσεως γραμματίων εἰσπράξεως, καὶ ἀγνώστου ὄντος τοῦ οὕτως εἰσπραχθέντος ποσοῦ, οὐδόλως δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ καὶ ἔλλειμμα. Ἀφοῦ δὲ τὸ Λογιστήριον εὑρίσκεται ἐν τοιαύτῃ ἀταξίᾳ, οὐδὲν δ’ ἐκ τῶν βιβλίων αὐτοῦ ἠδυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ ἐνεργηθέντα, σπεύδοντες, ἵνα εὐπειθῶς καταδείξωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν τοῦ Λογιστηρίου καὶ ταμείου, ὅπως τοῦτο λάβῃ οἷα ἤθελε νομίσει κατάλληλα μέτρα. Φρονοῦμεν δὲ, ὅτι ἄνευ ἀναβολῆς δέον νὰ διορισθῇ λογιστὴς ὑπάλληλος, ἔχων καὶ γνῶσιν τῆς διπλογραφικῆς μεθόδου, ἵνα οὗτος μετὰ τοῦ βοηθοῦ τοῦ Λογιστηρίου, ἀνδρὸς εἰδήμονος τῆς διπλογραφικῆς μεθόδου, πεπειραμένου καὶ ἐννοοῦντος τὴν σημασίαν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ὡς ἀντελήφθημεν, κ. Βελισαρίου, ἀσχοληθῇ καὶ περατώσῃ ἐντὸς, ὅσον τὸ δυνατὸν, ὀλιγίστου χρόνου τὰς ἐν τοῖς βιβλίοις ἐγγραφάς. Οὕτω θ’ ἀποδειχθῇ ἡ διαχείρισις τοῦ ταμείου καὶ θὰ βεβαιωθῇ, ἂν αὕτη ἔχῃ ὀρθῶς ἢ ἀφίνῃ ἔλλειμμα.» Ἐρωτῶ νῦν, Κύριοι, πάντα ἔχοντα συνείδησιν τιμῆς καὶ καθήκοντος, δὲν ὤφειλον ἐγώ, μετὰ τοιαύτην ἔκθεσιν τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ λογιστοῦ καὶ τοῦ ταμίου τοῦ Πανεπιστημίου;
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὅμως καὶ τὴν τοιαύτην ἀπόλυσιν ὁ κύριος Τρικούπης κατέκρινε δριμύτατα, καὶ ὑπηγόρευσε δι’ αὐτὴν κατ’ ἐμοῦ λιβέλλους εἰς τὸ γελοιογραφικόν του ὄργανον, ὡς δῆθεν φατριάζοντος, καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ εἰς μὲν τὴν θέσιν τοῦ ταμίου διώριζον ἄνδρα, διακρινόμενον μὲν διὰ τὴν τιμίαν καὶ χρηστὴν διαχείρισίν του, ἀλλὰ μὴ φρονοῦντα φίλα πρὸς ἡμᾶς πολιτικῶς, τυγχάνοντα δὲ μάλιστα στενὸν συγγενῆ τοῦ κ. Δραγούμη, ἀπέσχον δὲ νὰ προβῶ εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ λογιστοῦ, διότι δὲν εὕρισκον τὸν δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς τοιαύτης θέσεως. Ἐὰν καὶ ἐγὼ ἐσκεπτόμην ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐὰν καὶ ἐγὼ ἔθετον ὑπεράνω παντὸς ἄλλου τὸ συμφέρον τοῦ κόμματος, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ εὕρω πολλοὺς μεταξὺ τῶν πολιτικῶν μας φίλων, ὡς τοὺς ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη διορισθέντας καὶ καλλιτέρους ἀκόμη, καὶ νὰ διορίσω αὐτούς. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἠθέλησα νὰ συνεξομοιωθῶ πρὸς αὐτὸν, διὰ τοῦτο ἐξετέθην εἰς τὰς ἀγρίας ἐπιθέσεις του. Διὰ τοῦ νόμου, Κύριοι, ͵ΒΡΠʹ καθιεροῦντο μόνον ἕδραι τακτικῶν καθηγητῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἤρκεσε δὲ ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ σχετικοῦ νομοτελεστικοῦ διατάγματος, δι’ οὗ καθίσταντο, ἤτοι ἐτοποθετοῦντο, οἱ ὑπάρχοντες καθηγηταὶ εἰς τὰς οἰκείας αὐτῶν ἕδρας, ὅπως πάντες οἱ τέως ἔκτακτοι τοῦ Πανεπιστημίου καθηγηταὶ αὐτοχειροτονηθῶσι τακτικοὶ καὶ μοὶ ὑποβάλωσιν, ὡς τοιοῦτοι, μισθοδοτικὰς καταστάσεις πρὸς θεώρησιν. Ἐγὼ ἐπέστρεψα τὰς τοιαύτας καταστάσεις καὶ ἀπῄτησα νὰ μοὶ ὑποβληθῶσι καταστάσεις ἐκτάκτων καθηγητῶν. Καὶ ὅτε δὲ οἱ ἐνδιαφερόμενοι κατώρθωσαν, ἵνα λάβωσι ἕνα φετφᾶν παρὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, γνωμοδοτήσαντος, ὡς συνήθως τοῦτο γνωμοδοτεῖ, ὅτι αὐτοὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ͵ΒΡΠʹ ἦσαν ipso jure τακτικοὶ καθηγηταί, ἐγὼ τὴν τοιαύτην γνώμην δὲν ἐθεώρησα δι’ ἐμὲ ὑποχρεωτικὴν, ἀλλ’ ἐπέμεινα ἀνένδοτος εἰς τὴν ἐμὴν γνώμην. Καὶ ὅτε δὲ ἔνιοι τῶν Σχολῶν μοὶ προέτειναν ὡς πρώτους ὑποψηφίους κοσμήτορας τινὰς τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος καθηγητῶν, ἐγώ, παρὰ τὴν τέως καθιερωθεῖσαν συνήθειαν, συνέστησα εἰς τὴν Α. Μ. τὴν ἔγκρισιν ὡς κοσμητόρων τῶν δευτέρων ὑποψηφίων αὐτῶν, οἵτινες ἦσαν τακτικοὶ καθηγηταί, διότι ἄλλως, τοῦ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ἀποδεχομένου τὴν ἐκλογὴν τῶν κοσμητόρων μόνον μεταξὺ τακτικῶν καθηγητῶν, θ’ ἀνεγνωρίζοντο ὑπ’ ἐμοῦ ἐμμέσως διὰ τοῦ διορισμοῦ των ἐν ταῖς κοσμητείαις ὡς τακτικοὶ οἱ ἔκτακτοι καθηγηταί. Ἐννοεῖται ὅτι καὶ διὰ τὴν στάσιν μου ταύτην ἐξετέθην εἰς τοὺς λιβέλλους τοῦ γελοιογραφικοῦ ὀργάνου, τοῦ διερμηνεύοντος τὰς γνώμας τοῦ κ. Τρικούπη ἐν τῷ τύπῳ, ἀλλ’ οὐδόλως ἐπτοήθην ἐκ τούτου, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι οὕτω πως διέσωζον ἀκέραια τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἅτινα θὰ ἠθετοῦντο τέλεον, ἐὰν ἀπεδεχόμην, ὅτι ἦτο δυνατόν ποτε διὰ νόμων νὰ προάγωνταί τινες εἰς ἀνώτερα ἀξιώματα. Τί θὰ ἐλέγετε, Κύριοι, ἐὰν διὰ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἡ θέσις τοῦ διοικητοῦ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων προήγετο εἰς θέσιν ὑποστρατήγου, ὁ δὲ κατέχων νῦν τὴν θέσιν ταύτην συνταγματάρχης ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει τοῦ τοιούτου ὀργανισμοῦ ηὐτοχειροτονεῖτο αἴφνης στρατηγός; Ἠδύνατό ποτε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχων συνείδησιν τῆς διαπεπιστευμένης αὐτῷ ἐξουσίας, νὰ ἀνεχθῇ τὸν τοιοῦτον αὐτοπροβιβασμόν; ἄλλο τόσον ἠδυνάμην νὰ ἀνεχθῶ καὶ ἐγὼ τὸν αὐτοπροβιβασμὸν τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἕδραι τινὲς, Κύριοι, τοῦ Πανεπιστημίου, καθιερωμέναι καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου ͵ΒΡΠʹ, καίτοι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, οὐδὲν ἧττον ἔμενον κεναὶ, πρὸς ζημίαν καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς φοιτώσης νεολαίας. Προεκάλεσα ἐγὼ διὰ τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν, τὴν ἕδραν τῆς Σιφυλιδολογίας, τὴν οἰκείαν Σχολὴν, ἵνα μοὶ ὑποδείξῃ τὸν κατάλληλον, ὅπως διορισθῇ εἰς αὐτήν. Ἐπὶ τῇ προκλήσει μου ταύτῃ ἔσπευσάν τινες τῶν καθηγητῶν αὐτῆς νὰ ζητήσωσι τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ προταθησομένου, ὡς ἔπραττον καὶ ἐπὶ τῶν προκατόχων μου Ὑπουργῶν. Ὅτε δ’ ἐγὼ τοῖς ἀπήντησα, ὅτι, κατὰ τὰ νενομισμένα, πρὶν ἢ προβῇ εἰς πρότασιν ἡ Σχολὴ, ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἔχω γνώμην, ἐξεπλάγησαν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ νομοταγεῖ στάσει μου. Καὶ τῳόντι πρώτην φορὰν τότε Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου, μείνασα ἀνεπηρέαστος ὑπὸ τῆς πολιτικῆς καὶ τοῦ φατριασμοῦ, προέβη εἰς πρότασιν τιμῶσαν αὐτὴν, διότι παμψηφεὶ ὑπέδειξεν ὡς κατάλληλον διὰ τὴν ἕδραν τῆς Σιφυλιδολογίας τὸν διαπρεπῆ ὁμογενῆ ἰατρὸν κ. Ζαμπακὸν, οὗ τὰ ἔργα περιάπτουσι κλέος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἑσπερίᾳ. Καὶ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ στάσει μου, ἥτις ἦτο στίγμα ἀληθὲς διὰ τὴν πολιτείαν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν προτάσεων, αἵτινες εἶχον προκληθῆ παρὰ τῶν Σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου, αὐτοῦ πρωθυπουργοῦντος, ὁποίους λιβέλλους δὲν ἐδημοσίευσε κατ’ ἐμοῦ τὸ δημοσιογραφικὸν τοῦ κ. Τρικούπη ὄργανον! Ἠθέλησα νὰ προκαλέσω βραδύτερον προτάσεις καὶ διὰ δύο ἄλλας ἕδρας· ἀλλ’ ὅτε εἶδον, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, καταχρώμενος τὴν νομοταγῆ μου στάσιν, ἠθέλησε ν’ ἀναμιχθῇ αὐτὸς καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς ἁρμοδίους καθηγητάς τινὰς τῶν περισαινόντων αὐτὸν, ἀνεκάλεσα τὰ ἔγγραφά μου, δι’ ὧν προεκάλουν τὰς προτάσεις ἐκείνας, ἕως οὗ νομοθετικῶς ἐξησφαλίζοντο αὐταὶ ἀπὸ πάσης τοιαύτης ἐπηρείας. Ὑπέδειξα ἤδη πρότερον, Κύριοι, τὴν ἀνάγκην ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπεχείρησε νὰ πράξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καθ’ ὅλην τὴν δεκαετῆ του Κυβέρνησιν, διότι συνέφερεν ἴσως εἰς τοὺς φατριαστικούς του σκοποὺς ἡ παράτασις τῆς νῦν ἐκρύθμου καταστάσεως τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίου, ἀνέλαβον ἐγὼ νὰ πράξω, κατὰ τὴν ὀλιγόμηνον ὑπουργίαν μου. Ἐκ τῶν πρώτων μου μελημάτων ὑπῆρξεν ἡ ἀναθεώρησις τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελειοτέρων ὀργανισμῶν τῶν Γαλλικῶν καὶ ἰδίᾳ τῶν Γερμανικῶν Πανεπιστημίων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διδαγμάτων τῆς παρ’ ἡμῖν πείρας. Διὰ τοῦ ὑπ’ ἐμὲ παρασκευασθέντος νομοσχεδίου ἐλαμβάνετο πρόνοια περὶ διαχειρίσεως τῆς πανεπιστημιακῆς περιουσίας, ἐλλείψει τῆς ὁποίας τόσα σκάνδαλα καὶ τόσαι καταχρήσεις ἔχουσι συμβῆ ἐν αὐτῷ μέχρι τοῦδε· αἱ προτάσεις τῶν Σχολῶν διὰ τοὺς μέλλοντας καθηγητὰς δὲν θὰ ἦσαν πλέον ἁπλοῖ φετφάδες, ὡς μέχρι τοῦδε, ὑφ’ οὓς συγκαλύπτεται συνήθως ὁ νεποτισμὸς τῶν προτεινόντων καθηγητῶν, ἢ ὁ φατριασμὸς τῶν ἑκάστοτε κρατούντων, ἀλλὰ θὰ ἦσαν ἀληθεῖς γνωμοδοτήσεις, ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιστημονικῆς ἀναλύσεως τῶν πραγματειῶν τῶν διαφόρων ὑποψηφίων· εἰς πρωτεύοντα μαθήματα, ὡς ἡ Ἀνατομικὴ, ἡ Χημικὴ, ἡ Ἀρχαιολογικὴ κλπ., θὰ διωρίζοντο καὶ ἔκτακτοι καθηγηταὶ, τὰ δὲ δευτερεύοντα μαθήματα θὰ ἡνοῦντο ἀνὰ δύο, ἢ καὶ τρία ὁμοῦ, εἰς μίαν ἕδραν, μὲ ἕνα τακτικὸν καὶ ἕνα ἔκτακτον καθηγητὴν, ὅπως οὕτως ἀναπτυχθῇ ἡ ἐπιστημονικὴ ἅμιλλα μεταξὺ τῶν διδασκόντων, ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς φοιτώσεις νεολαίας· κατηργοῦντο περιτταὶ καὶ ἱδρύοντο ἄλλαι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι ἕδραι, κατὰ τὰς νῦν ὑποδείξεις τῆς ἐπιστήμης· ἀνυψοῦτο ὁ θεσμὸς τῆς ὑφηγεσίας, καὶ τὰ τῶν ἐξετάσεων διεῤῥυθμίζοντο οὕτως, ὥστε αὗται νὰ ὦσι τῷ ὄντι ἡ λυδία λίθος τῆς προόδου καὶ ἱκανότητος τῶν ἀκαδημαϊκῶν πολιτῶν καὶ τῶν μελλόντων ἐπιστημόνων. Καὶ διὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς τοιαύτης ἐργασίας δὲν ἠρκέσθην ἐγὼ εἰς μόνα τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖράν μου. Μόνος ὁ κ. Τρικούπης ἀξιοῖ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἀλάθητον, μόνος αὐτὸς δύναται διὰ πᾶσαν ἰδέαν, ἥτις ἐπέρχεται αἴφνης εἰς τὸν νοῦν του, ἢ τῷ ὑποβάλλεται παρὰ τοῦ πρώτου τυχόντος, νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν πρῶτον τυχόντα τμηματάρχην, ἢ ὑπουργικὸν γραμματέα τὴν αὐτοσχεδίασίν της εἰς νομοσχέδιον, καὶ τοῦτο νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, ἄνευ προεξετάσεως, ἄνευ προεξελέγξεώς τινος παρὰ τῶν ἐπαϊόντων. Ἐγὼ ὠνόμασα ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν διαπρεπεστέρων καθηγητῶν ὅλων τῶν Σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἔκ τινων ὑφηγητῶν αὐτοῦ, εἰς ἧς τὴν αὐστηρὰν βάσανον ὑπέβαλον τὴν προπαρασκευαστικήν μου ἐργασίαν. Δὲν θὰ ἠρκούμην δὲ εἰς μόνην τὴν ἐξέτασιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐδημοσίευον προηγουμένως τὸ περὶ Πανεπιστημίου νομοσχέδιον, ὡς καὶ πάντα τὰ ἄλλα ἐκπαιδευτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ νομοσχέδιά μου, ὅπως παράσχω οὕτω τὴν εὐκαιρίαν εἰς εὐρεῖαν συζήτησιν αὐτῶν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, οὕτω δὲ θ’ ἀνεθεώρουν αὐτὰ ἐπὶ τῇ βάσει πάσης ὀρθῆς παρατηρήσεως, ἥτις θὰ ἐγίνετο ἐπ’ αὐτῶν, καὶ θὰ τὰ ὑπέβαλλον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη προπαρασκευαστικὴ νομοθετικὴ ἐργασία δὲν μ’ ἐκώλυσεν, ἵνα διοικητικῶς πᾶσαν καταβάλω προσπάθειαν ὑπὲρ τῆς δυνατῆς βελτιώσεως πάντων τῶν διαπεπιστευμένων μοι κλάδων. Οὕτω διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 19 Αὐγούστου ἐκανόνισα τὰ τῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ κατ’ ἔτος διδασκομένων μαθημάτων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ͵ΒΡΠʹ νόμου. Μέχρι τοῦδε ἐπεκράτει μεγάλη ἀταξία εἰς αὐτὰ, οὕτω δὲ οἱ φοιτηταὶ δὲν εἶχον πολλάκις τὴν εὐκαιρίαν, ἵν’ ἀκροασθῶσι τῶν προσηκόντων κατ’ ἔτος μαθημάτων, οὐδ’ ἐγίνωσκον πόθεν ἔπρεπε ν’ ἀρχίσωσι καὶ ποῦ νὰ τελειώσωσι. Καὶ συνέβαινεν, ἐπὶ παραδείγματι, ὁ πρωτοετὴς φοιτητὴς τῆς Νομικῆς νὰ ἀκροᾶται τὸ πρῶτον ἔτος τῆς φοιτήσεώς του τοῦ Κληρονομικοῦ Δικαίου, καὶ μόλις τὸ δεύτερον ἢ καὶ τρίτον ἔτος τῆς Ἱστορίας καὶ τῶν Εἰσηγήσεων τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου. Ὡς νῦν διετάχθησαν τὰ τῶν μαθημάτων, ὁ πρωτοετὴς φοιτητὴς ἔχει νὰ διακούσῃ τῶν μαθημάτων τοῦ πρώτου ἔτους, ὁ δευτεροετὴς τῶν τοῦ δευτέρου ἔτους καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Δι’ ἑτέρου διατάγματος ἀναδιωργάνωσα τὰ τοῦ φιλολογικοῦ φροντιστηρίου. Τὸ ἔργον μου τοῦτο ἐννοεῖται ὅτι θὰ συνεπληροῦτο νομοθετικῶς· διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι διὰ τοὺς μέλλοντας ἑλληνοδιδασκάλους καὶ καθηγητὰς τῶν Γυμνασίων δὲν ἀρκοῦσι μόναι αἱ θεωρητικαὶ γνώσεις, ἃς προσκτῶνται τὴν σήμερον ἐν τῇ Φιλοσοφικῇ Σχολῇ τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ δοθῇ καὶ πρακτικωτέρα τις τάσις εἰς τὴν μόρφωσιν αὐτῶν· ἀνάγκη ἰδίᾳ νὰ διδάσκωνται τὴν παιδαγωγικὴν καὶ νὰ μετέχωσι πρὸς τῷ φιλολογικῷ καὶ τοῦ παιδαγωγικοῦ καὶ ἱστορικοῦ φροντιστηρίου· ἀνάγκη νὰ ἱδρύσωμεν ἐνταῦθα ἓν πρότυπον Γυμνάσιον καὶ Ἑλληνικὸν σχολεῖον, εἰς ὃ καθ’ ὡρισμένας ὥρας μεταβαίνοντες ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ ἁρμοδίου καθηγητοῦ νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν πρακτικὴν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, νὰ ἀκροῶνται τῆς διδασκαλίας ἐν αὐτῇ καὶ νὰ διδάσκωσι καὶ οἱ ἴδιοι· ἀνάγκη νὰ καταστῇ καὶ δι’ αὐτοὺς ὑποχρεωτικὴ ἡ γυμναστική, ὅπως οὕτω, θεωρητικῶς τε καὶ πρακτικῶς κατηρτισμένοι ἀποβαίνωσι τῳόντι χρήσιμοι εἰς τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν καὶ ὡς διδάσκαλοι, καὶ ὡς παιδαγωγοί, καὶ ὡς γυμνασταί. Αἱ σωματικαὶ ἀσκήσεις, Κύριοι, θεωροῦνται τὴν σήμερον παρ’ ἅπασι τοῖς πεπολιτισμένοις λαοῖς ὡς εἷς τῶν πρώτων παιδαγωγικῶν καὶ μορφωτικῶν παραγόντων. «Νοῦς ὑγιὴς ἐν σώματι ὑγιεῖ», ἰδοὺ τὸ σύνθημα τῆς παρ’ αὐτοῖς ἀγωγῆς. Τὸ σύνθημα τοῦτο εἶχον καὶ οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι, παρ’ οἷς ἡ γυμναστικὴ ἦτο ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς ἀγωγῆς. Αἱ σωματικαὶ ἀσκήσεις δὲν παρέχουσι μόνον ὑγείαν καὶ ρώμην, ἀλλὰ καὶ ἀναπτεροῦσι τὴν διάνοιαν καὶ ἐξευγενίζουσι τὸ ἦθος. Μόνοι ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ἀλήθειαν ταύτην, μόνοι ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν νὰ καταστήσωμεν ἔτι τὴν γυμναστικὴν ἀπαραίτητον στοιχεῖον τῆς ὅλης παιδεύσεως, ἀπὸ τοῦ κατωτάτου σχολείου μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν ἐκπαιδευτηρίου. Ἀντὶ ταύτης ἔγνωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν ἐν Ἑλλάδι τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις, καθ’ ὃν χρόνον αὐταὶ ἐθεωροῦντο ἤδη ἀποτυχοῦσαι ἐν τῇ μόνῃ χώρᾳ τῆς Εὐρώπης, ἐν ᾗ μέχρι τοῦδε εἶχον ἐφαρμοσθῆ τὸ πρῶτον. Πᾶς τις θὰ ηὔχετο βεβαίως νὰ καταστῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν κοινὸν κτῆμα τοῦ λαοῦ αἱ στρατιωτικαὶ ἀσκήσεις, ἰδίᾳ ἡ ἐπὶ σκοπὸν βολή, πρὸς ἣν τόσον ἔμφυτον ἔχει τὴν κλίσιν ὁ Ἕλλην· ἀλλ’ αἱ ἀσκήσεις αὗται πρέπει νὰ καθιερωθῶσι καθ’ ὃν τρόπον καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἰδίᾳ ἐν Ἑλβετίᾳ. Ὡς ἐκεῖ δέ, ὡς καὶ παρὰ τοῖς πάλαι προγόνοις, οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν ἐν τῷ σχολείῳ πρέπει νὰ καλλιεργῆται ἡ γυμναστικὴ καὶ μόνη ἡ γυμναστική, αὐτὴ δὲ νὰ ἦναι μία τῶν θεμελιωδῶν βάσεων τῆς ὅλης ἀγωγῆς. Ἰδοὺ διατὶ δὲν ἐδίστασα ἐγὼ νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τῶν προγυμναστῶν τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων ἐν τοῖς Γυμνασίοις, ἰδοὺ διατὶ ἔσπευσα νὰ λάβω διοικητικῶς πᾶσαν δυνατὴν πρόνοιαν ὑπὲρ ἀναδιοργανώσεως τῆς γυμναστικῆς, ἐπιφυλαχθεὶς τὸ ἔργον μου τοῦτο νὰ συμπληρώσω διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ καὶ ὀλιγωρῶν παντάπασιν, ἐὰν οὕτως ἐξετιθέμην εἰς τὰς ὕβρεις καὶ τὰς συκοφαντίας ἐκείνων, οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ εἰσηγηταὶ τῆς παρῳδίας τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων ἐν τοῖς Γυμνασίοις καὶ τοῦ μαρασμοῦ τῆς γυμναστικῆς παρ’ ἡμῖν, μόνον καὶ μόνον διότι ἠθέλησα οὕτω νὰ ἀναστείλω τὸ καταστρεπτικὸν αὐτῶν ἔργον, τὸ καθιστῶν χαῦνον καὶ ἐκδεδιῃτημένην τὴν νεολαίαν ἡμῶν! Πολλὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ χρῄζοντα ἀνορθώσεως ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει, ὡς εἴδομεν ἤδη, ἀλλὰ τὸ μᾶλλον ἐπεῖγον ἦτο ἡ ἀπολύμανσις αὐτῆς ἐκ παντὸς ἀνικάνου καὶ παρεισάκτου στοιχείου, ὅπερ ὠφείλετο εἰς τὸν ἀπὸ δεκαετίας ἰδίᾳ κατακλύσαντα αὐτὴν φατριασμόν. Εἰς τὴν ἀπολύμανσιν ταύτην ἔγνων νὰ προβῶ ἀδυσώπητος, ἅμ’ ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἄνευ συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας, ἄνευ ἐξυπηρετήσεως κομματικοῦ συμφέροντος, ὡς κακοβούλως ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι τὴν τοιαύτην ἐνέργειάν μου, ἐξ ἰδίων κρίνοντες τὰ ἀλλότρια, ἀκριβῶς οἱ ἀνὰ πᾶσαν ὑπουργικὴν μεταβολὴν ἀναστατοῦντες, ὡς πάντα ἄλλον κλάδον δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ τὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν ἤθελον νὰ μιμηθῶ τὸ παράδειγμά των, θ’ ἀνεστάτουν καὶ ἐγὼ τὴν ἐκπαίδευσιν, ἅμα τῇ ἀναῤῥήσει μου εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα, ἤτοι ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαΐου. Μήπως δὲν ἔπραξε τοῦτο καὶ αὐτὸ τὸ ἡμερόβιον Ὑπουργεῖον τοῦ ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι τὰ ἄλλα τοὐλάχιστον Ὑπουργεῖα εἶχον νὰ ἐξυπηρετήσωσιν οὕτω κομματικὰ συμφέροντα, ἐνῷ αὐτὸ, στερούμενον κόμματος, πᾶν ὅ,τι ἐνήργησε, τὸ ἐνήργησε κυρίως ἐξ ἐμφύτου μοχθηρίας καὶ ἀβελτηρίας; Καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ συνεξομοιωθῶ πρὸς τοὺς προκατόχους μου· ἐπειδὴ ἐγὼ εἰς οὐδεμίαν ἀθρόαν μεταβολὴν ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει προέβην, διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ὡς αὐτοί· ἐπειδὴ ἐγὼ, καὶ μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐξετάσεων προβὰς εἰς μεταβολὰς, δὲν ἔπραξα τοῦτο αὐθαιρέτως, ὡς αὐτοὶ, ἀλλὰ δεδικαιολογημένως καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας· ἐπειδὴ ἡ πολιτεία μου αὕτη ἦτο ἀληθὲς καυτήριον διὰ τὴν πολιτείαν αὐτῶν, διὰ τοῦτο ἐξεμάνησαν ἐναντίον μου, καὶ ἐπενόησαν πᾶν ψεῦδος, πᾶσαν βδελυγμίαν, ὅπως τὸ ἔργον μου διαβάλωσι καὶ παραστήσωσιν ὡς ὅμοιον ἐν πᾶσιν, ἂν ὄχι καὶ χεῖρον, πρὸς τὸ ἰδικόν των ἔργον, τὸ ἔργον τῆς ἀναστατώσεως καὶ ἀνατροπῆς. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια, Κύριοι, ὅσον καὶ ἂν ἐπισκιασθῇ πρὸς καιρὸν διὰ τοῦ ψεύδους καὶ τῆς συκοφαντίας, ἀναλάμπει αὖθις μετ’ ὀλίγον λαμπροτέρα, πρὸς καταισχύνην τῶν πολεμίων αὐτῆς. Καὶ ἡ ἀλήθεια ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει θ’ ἀναλάμψῃ νῦν, δὲν ἠξεύρω δὲ, ἂν ὑπολείπηται πλέον ἴχνος αἰσχύνης εἰς τοὺς ὑβριστὰς καὶ συκοφάντας μου, ὅπως ἐνώπιον τοῦ οὑτωσὶ ἀποκαλυφθησομένου ψεύδους αὐτῶν συγκαλύψωσιν ἐξ αὐτῆς τὸ πρόσωπον. Ἐν τῇ διακριτικῇ μου ἐξουσίᾳ, Κύριοι, ὡς Ὑπουργοῦ, ἐνέκειτο τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸ τέλος τοῦ σχολικοῦ ἔτους, νὰ ἀπολύσω καὶ μεταθέσω ὅσους ἂν ἤθελον γυμνασιάρχας καὶ καθηγητὰς, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω λόγον περὶ τούτου. Λόγον ὤφειλον νὰ δώσω, ἐὰν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους προέβαινον εἰς τοιαύτας μεταβολὰς, ὡς πάντες σχεδὸν οἱ προκάτοχοί μου καὶ αὐτὸς ὁ διάδοχός μου, οἱ ἀναπολόγητοι μένοντες διὰ τοῦτο. Ἀλλ’ ἐγὼ, διαρκοῦντος τοῦ σχολικοῦ ἔτους, εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως προέβην ἀπόλυσιν ἢ μετάθεσιν γυμνασιαρχῶν καὶ καθηγητῶν. Προκαλῶ τοὺς κατηγόρους μου νὰ ὀνομάσωσι μίαν κἂν τοιαύτην· ἀλλὰ σιωπῶσι πρὸ τῆς προκλήσεώς μου ταύτης, διότι οὐδεμίαν, ἀπολύτως οὐδεμίαν γυμνασιακὴν ἢ οἱανδήποτε ἄλλην μεταβολὴν ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς καὶ δημοτικοῖς σχολείοις ἔχουσι νὰ μοὶ ἀναφέρωσι, γενομένην ἀπὸ τῆς 3 Μαΐου μέχρι τοῦ Ἰουλίου μηνὸς, πλὴν τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένης μοι ἀπολύσεως ἑνὸς σχολάρχου δι’ ἀσυμβίβαστον διαγωγὴν, διαπιστωθεῖσαν κατ’ ἀκολουθίαν διοικητικῶν ἀνακρίσεων, καὶ ἑνὸς ἑλληνοδιδασκάλου ἐπὶ ἀνικανότητι, διατρανωθείσῃ ἔκ τινος ἐγγράφου αὐτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ ἐμαρτύρει τὴν ἀγραμματοσύνην τοῦ ἀνθρώπου. Μόλις τὸν Ἰούλιον μῆνα, Κύριοι, ἤτοι ἐν τῷ μέσῳ τῶν διακοπῶν τῶν μαθημάτων, προέβην εἰς τὴν ἀπόλυσιν πολλῶν γυμνασιαρχῶν καὶ καθηγητῶν. Εἰς τὴν ἀπόλυσιν ταύτην ἐδικαιούμην νὰ προβῶ, ὡς προεῖπον, ἄνευ αἰτιολογίας τινὸς, κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν προκατόχων μου, οἵτινες ἐν καιρῷ διακοπῶν τῶν μαθημάτων, οὐχὶ εἰς δεκάδας, ὡς ἐγὼ, ἀλλ’ εἰς ἑκατοντάδας καὶ χιλιάδας ἀπολύσεων προέβαινον, χωρὶς ποτε νὰ θεωρήσωσι τοῦ κόπου ἄξιον ν’ ἀπευθύνωσι πρὸς τὸ Στέμμα, ὅπερ ἐκαλεῖτο νὰ κυρώσῃ τὰς τοιαύτας πράξεις των, μίαν κἂν μόνην λέξιν πρὸς δικαιολογίαν αὐτῶν· διότι αὐτοὶ ἐν τῇ ταπεινώσει καὶ τῇ ἐξευτελίσει τῶν πάντων παρ’ ἡμῖν ἔφθασαν εἰς τοσοῦτον, ὥστε καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα νὰ προσφέρωνται ὡς πρὸς ἁπλοῦν διεκπεραιωτὴν τῶν πράξεών των. Ἐγὼ ὅμως, ἀπονέμων τὴν προσήκουσαν εὐλάβειαν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καθῆκόν μου ἀπαραίτητον ὑπέλαβον νὰ μὴ ὑποβάλω ποτὲ εἰς Αὐτὸν οἱανδήποτε πρᾶξίν μου πρὸς κύρωσιν ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐπάναγκες ἐνόμισα νὰ ὑποβάλω ἔκθεσιν τοιαύτην πρὸς τὴν Α. Μ. προκειμένου περὶ ἀπολύσεως 11 γυμνασιαρχῶν καὶ 56 καθηγητῶν Γυμνασίων. Ἀλλὰ πέτρα σκανδάλου ἀπέβη ἡ ἔκθεσίς μου αὕτη, χρησιμοποιηθεῖσα ὡς τὸ φοβερώτερον κατ’ ἐμοῦ ὅπλον ἐν τῷ τύπῳ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, χοροστατοῦντος, ἐννοεῖται πάντοτε, τοῦ ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ κ. Τρικούπη διατελοῦντος γελοιογραφικοῦ ὀργάνου, καὶ ἁμιλλωμένου πρὸς αὐτὸ κατὰ τὴν χυδαιότητα τῆς φράσεως καὶ τὴν βαναυσότητα τῶν ὕβρεων μεταμεσημβριανοῦ τινος φύλλου, γραφομένου συνήθως ἐν ἀπογευματινῇ κατανύξει. Ἀνταξία ἐν πᾶσι τῆς ἐπιθέσεως ἐκείνης ἦτο καὶ ἡ πρό τινων ἡμερῶν γενομένη κατ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐγράφη τότε κατὰ κόρον καὶ μέχρις ἀηδίας, ἐπανελήφθη δὲ καὶ νῦν, ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει μου ἐκείνῃ ἐστιγμάτιζον πάντας τοὺς ἀπολυθέντας ὡς ἀνεπιδέκτους βελτιώσεως, καὶ ἐν τούτοις ἐπανέφερον εἶτα αὐτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ὅτι ψευδῶς διεβεβαίουν ἐν αὐτῇ τὸν Βασιλέα, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων τότε ἐπιθεωρήσεων προέτεινον τὰς ἀπολύσεις, ἐνῷ αἱ ἐπιθεωρήσεις ἀνεφέροντο εἰς εὐαρίθμους πάνυ ἐκ τῶν ἀπολυθέντων· ὅτι τέλος δὲν προέβην εἰς τὴν ἀπόλυσιν ἐκείνων, οἵτινες πράγματι μοὶ κατηγγέλλοντο ὑπὸ τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀλλὰ τῶν ὅλως ἀθώων. Πλὴν τί ἀναγράφεται, Κύριοι, ἐν τῇ ἐκθέσει μου πρὸς τὸν Βασιλέα, περὶ ἧς τοσοῦτος πάταγος ἠγέρθη; Ἀκούσατε πρῶτον αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν (ἀναγινώσκει): «Μεγαλειότατε! Γυμνασιάρχαι τινὲς καὶ καθηγηταὶ Γυμνασίων, ὡς μαρτυροῦσιν αἱ νεωστὶ γενόμεναι ἐπιθεωρήσεις καὶ ἄλλαι ἀναμφισβήτητοι πληροφορίαι καὶ ἔρευναι, δὲν ἐξεπλήρωσαν τὰ καθήκοντα αὑτῶν κατὰ τὸ λῆξαν σχολικὸν ἔτος μετὰ τῆς προσηκούσης εὐορκίας καὶ ἐπιμελείας. Ἔνιοι δὲ τούτων καὶ πράγματα παρέσχον οὐκ ὀλίγα εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν, καὶ ἀνεπίδεκτοι βελτιώσεως καὶ νουθεσίας ἀπεδείχθησαν. Μεταξὺ τῶν ἀπολυομένων, ὧν ὑποβάλλω εἰς τὴν Υ. Μ. τὰ διατάγματα, ὑπάρχουσί τινες ἄξιοι προσκαίρου τιμωρίας, ἢ ἀπολύσεως, οἰκονομίας ἕνεκα, δυνάμενοι νὰ ἐπανέλθωσι μετά τινα χρόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Θέλουσι δὲ ἀναδιορισθῆ ἐν ἄλλοις Γυμνασίοις καὶ ἐκεῖνοι τῶν νῦν ἀπολυομένων καθηγητῶν, ὧν ἡ ἀπόλυσις ὑπαγορεύεται ἐκ τῆς ἐπικειμένης καταργήσεως ἐνίων Γυμνασίων, ὡς περιττῶν, ἢ ὡς ἡμιτελῶς καὶ πλημμελῶς λειτουργούντων. Προτείνων διὰ τοὺς λόγους τούτους τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν, πέποιθα, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον πρὸς τοὺς ὀλιγωρουμένους νόμους, καὶ ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν οὕτω κολαζομένων θὰ ἔλθωσιν εἰς ἐπίγνωσιν τῶν ἐπιβαλλομένων αὐτοῖς εὐθυνῶν, καὶ θὰ διδαχθῶσιν, ὅτι ἡ παράλειψις τῶν ὑπὸ τοῦ ὅρκου τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν ὑπαγορευομένων εἶναι ἀσύγγνωστον καὶ ἀξιόποινον πρὸς τὴν Πολιτείαν ἀδίκημα.» Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἡ ἐμπάθεια θ’ ἀπετύφλου τοὺς κατηγόρους μου ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ θελήσωσι νὰ διαστρέψωσι καὶ τόσον ἁπλοῦν καὶ σαφὲς κείμενον, οἷον τὸ τῆς ἐκθέσεώς μου πρὸς τὸν Βασιλέα περὶ τῆς ἀπολύσεως τῶν γυμνασιαρχῶν καὶ καθηγητῶν τῶν Γυμνασίων. Βεβαίως μόνος ὁ ἀποτυφλωθεὶς καὶ τοὺς αἰσθητοὺς καὶ τοὺς νοητοὺς ὀφθαλμοὺς ἠδύνατο νὰ ἀποδεχθῇ, ὅτι διὰ τῆς ἐκθέσεώς μου αὐτῆς στιγματίζονται ἀνεξαιρέτως πάντες οἱ ἀπολυθέντες, ὡς ἀνίκανοι καὶ ἄχρηστοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ ἔχων ὅμως τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑγιεῖς καὶ τὰς φρένας ἐσθλὰς ἀποδέχεται, ὅτι οἱ ἀπολυθέντες διεκρίνοντο, κατὰ τὴν ἔκθεσιν εἰς τρεῖς κατηγορίας· αʹ) εἰς ἐκείνους, οἵτινες «παρέσχον οὐκ ὀλίγα πράγματα εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν καὶ ἀνεπίδεκτοι ἀπεδείχθησαν βελτιώσεως καὶ νουθεσίας»,—καὶ οὗτοι ἦσαν ἔνιοι μόνον, οἱ ὁριστικῶς ἀπολυθέντες,—βʹ) εἰς ἐκείνους, οἵτινες ναὶ μὲν «δὲν ἐξεπλήρωσαν τὰ καθήκοντα αὑτῶν κατὰ τὸ λῆξαν σχολικὸν ἔτος μετὰ τῆς προσηκούσης εὐορκίας καὶ ἐπιμελείας», περὶ ὧν ὅμως ἔγραφον, «πέποιθα ὅτι... οἱ πλεῖστοι τῶν οὕτω κολαζομένων θὰ ἔλθωσιν εἰς ἐπίγνωσιν τῶν ἐπιβαλλομένων αὐτοῖς εὐθυνῶν», —καὶ οὗτοι ἦσαν οἱ πλεῖστοι, οἱ προσωρινῶς ἀπολυθέντες,—καὶ γʹ) οἱ «οἰκονομίας ἕνεκα», ἢ «ἐκ τῆς ἐπικειμένης καταργήσεως ἐνίων Γυμνασίων, ὡς περιττῶν κλπ.» ἀπολυθέντες, ὅπως ἀναδιορισθῶσιν εἰς ἄλλας θέσεις, καὶ οὗτοι ἦσαν τινὲς μόνον. Ἐνῷ δὲν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται ῥητῶς, ὅτι τὰς ἀπολύσεις, τὰς πρὸς τιμωρίαν γενομένας, ὑπηγόρευον ἔνθεν μὲν «αἱ νεωστὶ γενόμεναι ἐπιθεωρήσεις», ἔνθεν δὲ «ἄλλαι ἀναμφισβήτητοι πληροφορίαι καὶ ἔρευναι», οἱ κατήγοροί μου, παραβλέποντες ἐν τῇ ἀποτυφλώσει αὑτῶν τὰς ἄλλας ταύτας ἀναμφισβητήτους πληροφορίας καὶ ἐρεύνας, καὶ μόνας τὰς ἐπιθεωρήσεις λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, ἰσχυρίζονται ὅτι ψευδῶς ἐγὼ παρέστησα πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι ὑπῆρχον ἐκθέσεις ἐπιθεωρητῶν κατὰ πάντων τῶν ἀπολυθέντων, χωρὶς νὰ ἐννοῶσιν, ὅτι αὐτοὶ οὗτοι ψεύδονται ἀναιδέστατα, παραχαράττοντες μάλιστα καὶ αὐτὸ τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως. Εἰς τοσαύτην, Κύριοι, ἀποτύφλωσιν ἐξώθησεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἡ κατ’ ἐμοῦ ἐμπάθεια! Ἀλλ’ ἔγραψαν καὶ εἶπον, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀπέλυσα τοὺς πράγματι ἐνόχους, ἀλλὰ μόνον τοὺς ἀθώους, οὓς καὶ ἐπανέφερα εἶτα πάντας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, πλὴν 5–6 μόνον, οὓς ἄφησα ἐκτὸς αὐτῆς. Σᾶς διαβεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν τούτου δύναται νὰ ὑπάρξῃ ψευδέστερον, καί, ὅπως μὴ ὑπολειφθῇ εἰς ὑμᾶς ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τοῦ πράγματος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἰσέλθω εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας, καὶ νὰ σᾶς ἐκθέσω πρῶτον τοὺς λόγους, δι’ οὓς εἷς ἕκαστος Γυμνασιάρχης καὶ καθηγητὴς ἀπελύθη, καὶ τίνες ἐξ αὐτῶν ἐπανῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀπέλυσα, Κύριοι, ὁριστικῶς τὸν γυμνασιάρχην τοῦ Αʹ ἐν Ἀθήναις Γυμνασίου κ. Ν. Χαλκιόπουλον...
§40ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἦτο ἀδελφός μου.
§41ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν οὗτος ἦτο ὁ λόγος τῆς ἀπολύσεώς του, δὲν θ’ ἀνέμενον τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων, ἵνα προβῶ εἰς αὐτὴν μόλις περὶ τὰ μέσα Ἰουλίου, ἀλλὰ θὰ τὸν ἀπέλυον ἤδη κατὰ τὰς ἀρχὰς Μαΐου. Ἅμα πληροφορηθείς, ὅτι ἐκρίθησαν ἄξιοι προβιβασμοῦ πάντες σχεδὸν οἱ μαθηταὶ τῆς δʹ τάξεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Γυμνασίου, ἐζήτησα τὰς γραπτάς τῶν ἐξετάσεις, ἐξ ὧν πεισθεὶς, ὅτι πολλοὶ παρ’ ἀξίαν προεβιβάσθησαν, καὶ ὅτι πρωταίτιος τῆς τοιαύτης ὑπὲρ πᾶν μέτρον ἐπιεικείας ἦτο ὁ γυμνασιάρχης καὶ συνένοχοι οἱ καθηγηταὶ κ.κ. Γαλάνης, Βιαγκίνης, Κασιμάτης, Τσερέπης, Θαλασσινὸς καὶ Κοντόπουλος, διατελοῦντες κατὰ τὸ μᾶλλον, ἢ ἧττον ὑπὸ ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις, τούτους μὲν ἀπέλυσα προσωρινῶς, ἐκεῖνον δὲ ὁριστικῶς.
§42ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴκοσιν ἐτῶν γυμνασιάρχην! Ἔπρεπε νὰ ἐντραπῆτε!
§43ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔπρεπε νὰ ἐντραπῆτε σεῖς, ἐὰν εἴχετε αἴσθησιν, νὰ κάμητε λόγον δημοσίᾳ περὶ τοιούτου ἀδελφοῦ, ὅστις ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη, ὡς λέγετε, ἐλυμαίνετο τὴν μέσην ἡμῶν ἐκπαίδευσιν. Ὁ ἀδελφός σας αὐτὸς μοὶ ἦτο γνωστὸς ἐκ τῶν ἄθλων του, ὡς γενικὸς ἐπιθεωρητὴς καὶ ὡς γυμνασιάρχης, ἐπενεγκὼν παντοῦ, ὅπου καὶ ἂν ὑπηρέτησε, τὴν ἀποσύνθεσιν καὶ τὴν παράλυσιν. Ὅτε δ’ ἐπείστην ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐξετάσεων τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Γυμνασίου, ὅτι ἦτο ὁ ἴδιος πάντοτε, ἐνόμισα ὅτι θὰ διέπραττον ἀληθὲς ἔγκλημα κατὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν ἄφινον αὐτὸν ἐπὶ πλέον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, μόνον καὶ μόνον διότι ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ἦναι ἀδελφός σας.
§44ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διατὶ ἀπελύσατε τὸν μόνον εἰδικὸν Λατινιστήν, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει, τὸν Βιαγκίνην;
§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸν ἀπέλυσα, δι’ ὃν λόγον ἀπέλυσα καὶ τοὺς λοιποὺς καθηγητὰς τοῦ Αʹ ἐν Ἀθήναις Γυμνασίου· διότι δηλαδή, ὡς οὗτοι, καὶ αὐτὸς ἐγένετο ὄργανον τῆς ἀσυνειδησίας τοῦ γυμνασιάρχου. Δὲν τὸν ἐπανέφερον δὲ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὡς τοὺς ἄλλους, ἀκριβῶς διότι, ὡς εἶπεν ὁ διακόψας με συνάδελφος, εἶναι εἰδικὸς Λατινιστὴς, ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην ἐν τοῖς Γυμνασίοις πρὸ παντὸς εἰδικῶν Ἑλληνιστῶν. Οἱ καρποὶ τῆς διδασκαλίας τῆς Λατινικῆς γλώσσης παρ’ ἡμῖν εἶναι ἴσοι τῷ μηδενὶ σχεδὸν, δὲν ἐννοῶ δὲ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἔπρεπε ἐν ἑνὶ καὶ μόνῳ Γυμνασίῳ τοῦ Κράτους νὰ ἔχωμεν εἰδικὸν Λατινιστήν, ἀφοῦ ἄλλως τε καὶ οὗτος δὲν εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ καρποὺς κρείττονας τῶν ἄλλων μὴ εἰδικῶν Λατινιστῶν ἡμῶν, οἵτινες πρὸς τῇ Λατινικῇ δύνανται νὰ διδάσκωσι καὶ τὴν Ἑλληνικήν. Δὲν ἐπανέφερον προσέτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸν καθηγητὴν τῆς Γαλλικῆς κ. Ν. Κοντόπουλον, διότι εἶχον πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἦτο ἀνίκανος νὰ τηρήσῃ τὴν τάξιν καὶ πειθαρχίαν ἐν ταῖς παραδόσεσιν αὐτοῦ. Τὸν κ. Κοντόπουλον ἀντικατέστησα ἐν Ἀθήναις διὰ τοῦ κ. Σωμερίτου, τέως καθηγητοῦ τῆς Γαλλικῆς τοῦ ἐν Χαλκίδι Γυμνασίου, χωρὶς νὰ συνδέῃ οὔτ’ ἐμὲ οὔτε φίλον μου πρὸς αὐτὸν σχέσις τις, μόνον καὶ μόνον διότι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας εἶχον τὰς ἀρίστας συστάσεις περὶ αὐτοῦ. Ἐὰν, Κύριοι, ὡς ἐγράφη καὶ ἐλέχθη, ὁ φατριασμὸς ὑπηγόρευε τὰς ἀπολύσεις ἐκείνας, δὲν θ’ ἀπέλυον τὸν κ. Κοντόπουλον, ὅστις οὐδέποτε ἐξεδήλωσε πολιτικὰ φρονήματα, ἀλλὰ τὸν κ. Πανόπουλον, ὅστις ἦτο εἷς τῶν θερμοτέρων θαυμαστῶν τοῦ κ. Τρικούπη, τὸν ὁποῖον ὅμως ἄφησα καὶ οὕτως εἰς τὴν θέσιν του, μόνον καὶ μόνον διότι εἶχον ἀγαθὰς περὶ αὐτοῦ πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἀπέλυσα ὁριστικῶς τὸν γυμνασιάρχην τοῦ Βʹ ἐν Ἀθήναις Γυμνασίου κ. Μυλωνᾶν, τὸν διακρινόμενον ἐπὶ ἀμαθείᾳ καὶ ἀνικανότητι. Οὗτος ἦτο ἐκ τῶν μετριωτάτων, ὡς καθηγητὴς Γυμνασίου, διδάσκων συνήθως Ἕλληνας συγγραφεῖς ἀπὸ σητοβρότων τετραδίων ἐξηγήσεων καὶ σημειώσεων παλαιοτέρων διδασκάλων. Ἀπολυθεὶς διὰ τοῦτο ἐκ τῆς καθηγεσίας, διωρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη γυμνασιάρχης, διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις, ἃς εἶχε παράσχει εἰς αὐτὸν, ἡγούμενος πολλῶν πολιτικῶν διαδηλώσεων πρὸ τῆς 3 Μαΐου 1892 καὶ μετ’ αὐτὴν, φοιτῶν καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ προσφέρων ἄνθη καὶ στεφάνους. Ὑπ’ αὐτὸν ὅμως εἶχε σχεδὸν παραλύσει τὸ Βʹ Γυμνάσιον, ὅπερ εἶχεν ἀφήσει εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν ὁ προκάτοχός του κ. Κωνσταντόπουλος, ὅτε δ’ ἔλαβον γνῶσιν τῶν διαφόρων του ἐγγράφων, τῶν βριθόντων ἀνορθογραφιῶν καὶ ἀσυνταξιῶν, ἐνόμισα ὅτι καθῆκον ἐπιτακτικόν μοὶ ἐπεβάλλετο ν’ ἀπολύσω αὐτόν. Τώρα ὁ κ. Τρικούπης τὴν παροιμιώδη πλέον καταστᾶσαν ἀμάθειαν καὶ ἀνικανότητα τοῦ κ. Μυλωνᾶ δύναται νὰ θεωρῇ ἀκριβῶς ὡς ἰδιαίτερον αὐτοῦ προσὸν, ἵνα τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ ἐμποδίσῃ βεβαίως πᾶσαν ἄλλην Κυβέρνησιν, κηδομένην πως τῆς ἐκπαιδεύσεως, ν’ ἀποπέμψῃ αὐτὸν αὖθις, κακὸν κακῶς ἔχοντα, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἀπέλυσα ὁριστικῶς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Γʹ ἐν Ἀθήναις Γυμνασίου κ.κ. Δ. Παπαθεοδώρου καὶ Πλούτ. Παπαϊωάννου, ἐναντίον τῶν θερμοτάτων ὑπὲρ αὐτῶν συστάσεων φίλων μου, οἷοι οἱ κ.κ. Ράλλης καὶ Κρεστενίτης· διότι ἡ ὑπηρεσία, ἣν καὶ μόνην ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, δὲν εἶχε καλὰς περὶ αὐτῶν πληροφορίας. Ἀπέλυσα προσωρινῶς, ὅπως τοὺς διορίσω εἰς ἄλλα τοῦ Κράτους Γυμνάσια, ἔνθα ἐθεώρουν αὐτοὺς καταλληλοτέρους, τοὺς καθηγητὰς τοῦ Βʹ ἐν Ἀθήναις Γυμνασίου καὶ τοῦ Αʹ τμήματος τοῦ Βαρβακείου κ.κ. Δ. Ἐπισκοπίδην, Π. Δούκαν καὶ Θ. Ὀλύμπιον. Ἀπέλυσα ὡς ὑπεραρίθμους τοὺς καθηγητὰς κ.κ. Μ. Πανταζῆν καὶ Π. Παναγιωτίδην, ἔχων δὲ περὶ τούτων καλὰς πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἠθέλησα νὰ προαγάγω αὐτοὺς εἰς γυμνασιάρχας ἀλλαχοῦ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὁ μὲν πρῶτος αὐτῶν ἠρνήθη νὰ δεχθῇ θέσιν μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν, τὸν δὲ δεύτερον, δεχθέντα, προήγαγον εἰς γυμνασιάρχην Κερκύρας, καίτοι θιασώτην ἔνθερμον τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ὑπὸ τὴν εὐρεῖαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἀντιδράσαντα πεισματωδῶς πρὸς ἐμέ.
§46ΖΩΤΟΣ. Τὸν ἀδικεῖτε· ὁ κ. Παναγιωτίδης δὲν ἀναμιγνύεται εἰς τὰ πολιτικά.
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λυποῦμαι ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εἶναι παρὼν ἐνταῦθα ὁ κ. Χατζῖσκος, ἵνα σᾶς εἴπῃ, ὁπόσον ζωηρῶς ἀνεμίχθη καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἔτι βουλευτικὴν ἐκλογήν. Ἀλλ’ ἐπειδή, ὡς εἶπον, ἐθεώρουν αὐτὸν ὡς ἕνα τῶν ἱκανωτέρων, ἵνα διευθύνῃ Γυμνάσιον, τὸν προήγαγον εἰς γυμνασιάρχην, χωρὶς νὰ ἀποβλέψω εἰς τὰ πολιτικά του φρονήματα. Ἀπέλυσα ὁριστικῶς τὸν Γυμνασιάρχην Γυθείου κ. Κ. Νεστορίδην, προσωρινῶς δὲ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν καθηγητὰς κ. κ. Γ. Ραγκαβόπουλον, Γ. Γρηγοράκην, Δ. Τρουπάκην καὶ Γ. Σαραντόπουλον, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Πέρυσιν ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν σύλλογον τῶν καθηγητῶν τοῦ ἐνταῦθα Αʹ Γυμνασίου τὴν ἀπόλυσιν ἑνὸς ἀνικάνου μαθητοῦ τῆς δʹ τάξεως, υἱοῦ γνωστοῦ κομματάρχου του. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἰσηκούσθη, ἐτιμώρησε διὰ παύσεως τὸν γυμνασιάρχην καὶ ἕνα τῶν καθηγητῶν, καὶ ἐπέτρεψε παρανόμως τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀνικάνου μαθητοῦ, χωρὶς νὰ μαθητεύσῃ ἐπὶ ἓν ἔτι ἔτος, ὡς ὤφειλεν, εἰς τὴν δʹ τάξιν, ὑπὸ τοῦ συλλόγου τῶν καθηγητῶν τοῦ ἐν Γυθείῳ Γυμνασίου, οἵτινες καὶ ἔκριναν αὐτὸν ἄξιον ἀπολυτηρίου...
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἀπεστάλη εἰς τὸ Γύθειον; διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου;
§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα· γινώσκετε δὲ, ὁπόθεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν λαμβάνει συνήθως τὰς διαταγὰς, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Τρικούπη... Τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, Κύριοι, εἶχε καταστήσει ὕποπτον εἰς ἐμὲ τὸν σύλλογον τῶν καθηγητῶν τοῦ ἐν Γυθείῳ Γυμνασίου. Ὅτε δ’ ἔμαθον, ὅτι οὗτος καὶ ἐφέτος ἔκρινεν ἀξίους ἀπολυτηρίου ἀνεξαιρέτως πάντας τοὺς μαθητὰς τῆς δʹ τάξεως, οἵτινες καὶ πολυάριθμοι ἦσαν καὶ δὲν διεκρίνοντο πάντες ἐπὶ ἱκανότητι, τότε ἐθεώρησα καθῆκόν μου ν’ ἀπολύσω ὁριστικῶς μὲν τὸν γυμνασιάρχην κ. Νεστορίδην, καίτοι συνδεόμενος πρὸς αὐτὸν δι’ ἀρχαίας φιλίας, ὡς πρωταίτιον, προσωρινῶς δὲ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν καθηγητάς, οἵτινες διετέλουν ὑπὸ ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις. Ἀπέλυσα ὁριστικῶς μὲν τὸν γυμνασιάρχην κ. Μ. Βαμβακερὸν, προσωρινῶς δὲ τοὺς καθηγητὰς τοῦ ἐν Καλάμαις Γυμνασίου κ. κ. Δ. Ἀλεξάκην, Θ. Στασινόπουλον, Ν. Βαρβαῤῥήγον, Ν. Δημόπουλον καὶ Δ. Δουκάκην, διὰ παραπλήσιόν τινα λόγον. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι περὶ τοῦ γυμνασιάρχου κ. Βαμβακεροῦ εἶχον καὶ ἐγὼ ἀγαθὰς πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐσκεπτόμην ἐν ἀρχῇ περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς του, τοῦτο δὲ δὲν ἀπέκρυψα καὶ πρὸς αὐτὸν, ἐλθόντα μετὰ τὰς ἐξετάσεις εἰς Ἀθήνας. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐνεθυμήθην, ὅτι, ἐνῷ ἐξ ὅλων τῶν πόλεων τοῦ Κράτους, εἰς ἃς ὑπῆρχον Γυμνάσια, μοὶ εἶχον ἀπευθυνθῆ παράπονα πλεῖστα ὅσα παρὰ μαθητῶν, γονέων καὶ κηδεμόνων κατὰ τῶν καθηγητῶν, μόνον ἐκ Καλαμῶν οὐδὲν τοιοῦτον μοὶ εἶχεν ὑποβληθῆ. Ἠρώτησα περὶ τοῦ φαινομένου τούτου τὸν κ. Βαμβακερὸν, καὶ ὅτε τὸν εἶδον θορυβηθέντα ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει μου, ἐζήτησα τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων τοῦ ἐν Καλάμαις Γυμνασίου, καὶ μὴ εὑρὼν αὐτὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἠρώτησα περὶ αὐτῶν τηλεγραφικῶς, ἐπὶ τῇ ἀπαντήσει δὲ, ὅτι πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ μαθηταὶ τοῦ Γυμνασίου, ἀνερχόμενοι εἰς 250 περίπου τὸν ἀριθμὸν, ἐκρίθησαν ἄξιοι προβιβασμοῦ, διέταξα καὶ μοὶ ἐστάλησαν ὁ ἔλεγχος τῆς ἐτησίας βαθμολογίας καὶ τὰ γραπτὰ αὐτῶν, ἅτινα ὑπέβαλον εἰς τὸν ἔλεγχον ἐπιτροπῆς ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ταύτης δὲ ἀποφανθείσης ὁμοφώνως, ὅτι ἐτελέσθη ἀληθὲς ἀνοσιούργημα κατὰ τὴν βαθμολόγησίν των, ἐκάλεσα εἰς ἀπολογίαν τὸν γυμνασιάρχην, καὶ ὅτε οὗτος μὲ διαβεβαίωσεν, ὅτι αὐτὸς, ὑπείκων ἔνθεν μὲν εἰς πολιτικὰς πιέσεις, ἔνθεν δὲ εἰς τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν Καλάμαις τρομοκρατίαν, συμπαρέσυρε καὶ τοὺς καθηγητὰς εἰς τὸ ἀνοσιούργημα ἐκεῖνο, αὐτὸν μὲν ἀπέλυσα ὁριστικῶς, τοὺς δὲ καθηγητὰς προσωρινῶς. Ἕνα τούτων, τὸν κ. Δουκάκην, δὲν ἀναδιώρισα ὕστερον, καὶ διότι ἡ ὑπηρεσία εἶχε τὰς χειρίστας περὶ αὐτοῦ πληροφορίας, καὶ διότι ἐλθὼν ὁ ἴδιος εἰς Ἀθήνας ἔσχε τὴν τόλμην νὰ μοὶ εἴπῃ κατὰ πρόσωπον, ὅτι τὸν ἀπέλυσα διότι εἶναι φίλος καὶ θαυμαστὴς τοῦ κ. Τρικούπη, ἐφ’ ᾧ καὶ ἐκαυχᾶτο μάλιστα.
§50ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀδικεῖτε ὑμᾶς αὐτοὺς, προερχόμενοι εἰς δικαιολογίαν τοιαύτην περὶ τῶν πράξεων ὑμῶν ὡς Ὑπουργοῦ. Οἱ δημόσιοι ἄνδρες δὲν κατέρχονται εἰς τοιαύτας δικαιολογήσεις, εἰμὴ ἐὰν ὑπάρχῃ κατ’ αὐτῶν ἐπίσημος κατηγορία. Ἀδικεῖτε ὑμᾶς αὐτοὺς, ἀπαντῶντες εἰς γενικὰς καὶ ἀορίστους κατηγορίας, ἀδικεῖτε καὶ ἡμᾶς, διότι μᾶς ὑποβάλλετε ἀναγκαστικῶς νὰ ἀκροαζώμεθα ἀντικειμένων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, καὶ μᾶς καταδικάζετε ν’ ἀκούσωμεν καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ λεχθῶσιν εἰς ἀναίρεσιν τῶν ὅσων λέγετε σεῖς, διότι βλέπω, ὅτι ὁ κ. Στάης κρατεῖ σημειώσεις (γέλως).
§51ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ, κύριε συνάδελφε, τοὐναντίον νομίζω, ὅτι οἱ δημόσιοι ἄνδρες ἔχουσι καθῆκον νὰ δίδωσι πρὸς πάντα τὸν αἰτοῦντα αὐτοὺς λόγον. Ἀφοῦ δὲ ὁ δημόσιός μου βίος ἐγένετο ἀντικείμενον τόσων αἰσχρῶν καὶ ἐπονειδίστων ἐπιθέσεων ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, πρὸς ἃς δὲν ἠδυνάμην, ὡς Ὑπουργὸς, νὰ ἀντεπεξέλθω· ἀφοῦ αἱ ἐπιθέσεις ἐκεῖναι ἐπανελήφθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρό τινων ἡμερῶν, καὶ ἡ Βουλὴ εἶχε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσῃ αὐτὰς ἐπὶ δύο συνεδριάσεις, ὀφείλει νῦν ν’ ἀκούσῃ καὶ τὴν ἀπάντησίν μου, ἣν ἐγὼ, δραξάμενος τῆς τοιαύτης εὐκαιρίας, ὤφειλον νὰ δώσω, ὅπως φιμώσω ἅπαξ διὰ παντὸς τοὺς ὑβριστὰς καὶ συκοφάντας μου, ἀφροντιστῶν παντάπασιν, ἐάν τις λαμβάνῃ σημειώσεις καὶ πρὸς τί λαμβάνει ταύτας.
§52ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀλλὰ ποίους θέλετε νὰ πείσητε; τοὺς 102;
§53ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ αὐτοὺς καὶ πάντα ἄλλον, κηδόμενον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Παιδείας καὶ θέλοντα νὰ μάθῃ, πῶς εὑρίσκονται τὴν σήμερον οἱ δύο σπουδαιότατοι οὗτοι κλάδοι τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι θὰ μὲ πτοήσωσι τὰ ἀντίθετα πολιτικὰ φρονήματα τῶν 102. Κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς ἐνεστώσης Βουλευτικῆς περιόδου νομίζω ὅτι οἱ φίλα φρονοῦντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀνήρχοντο εἰς 202, καὶ ὅμως ὁ ὄγκος αὐτῶν ἐκεῖνος οὐδέποτε μ’ ἐπτόησεν, ὁσάκις εἶχον νὰ ἀγωνισθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας. Ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας ἀγωνιζόμενος καὶ νῦν, πολὺ ὀλιγώτερον θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὸν σημερινὸν ὄγκον τῶν 102. Ἀπέλυσα τὸν γυμνασιάρχην Ναυπλίου κ. Τσαγκρῆν καὶ τὸν γυμνασιαρχοῦντα ἐν Κερκύρᾳ κ. Σπ. Παπαγεωργίου, διότι ἀμφότεροι οὗτοι εἶναι προλῦται τῆς Θεολογίας, καὶ ὡς τοιοῦτοι ἀναρμόδιοι, ἵνα διδάσκωσιν Ἑλληνικὰ καὶ διευθύνωσι μάλιστα Γυμνάσια.
§54ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ τὸν Τσαγκρῆν τὸν διωρίσατε πάλιν.
§55ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸν διώρισα, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπληροφορήθην, ὅτι αὐτὸς ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ ἐπέκεινα ἔχει ἐπιδοθῆ εἰς φιλολογικὰς μελέτας, ἐν τῷ μέσῳ δὲ τῆς παρ’ ἡμῖν ἀπαντώσης λειψανδρίας, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐπαναφέρω αὐτὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, κεκτημένον ἄλλως τε ἱκανὴν πεῖραν τῆς διευθύνσεως Γυμνασίου. Κατ’ ἀρχὴν ὅμως ἤμην καὶ εἶμαι ἐναντίον τοῦ διορισμοῦ, ὡς γυμνασιαρχῶν καὶ καθηγητῶν τῶν Ἑλληνικῶν, προλυτῶν τῆς Θεολογίας καὶ διδακτόρων τοῦ μαθηματικοῦ καὶ φυσικοῦ τμήματος τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, ἐναντίον τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν καὶ ὡς σχολαρχῶν ἔτι. Διὰ τοῦτο καὶ πολλοὺς σχολάρχας προλύτας τῆς Θεολογίας καὶ διδάκτορας τῶν μαθηματικῶν καὶ φυσικῶν ἀπέλυσα τῆς ὑπηρεσίας, ἀναδιώρισα δέ τινας ἐξ αὐτῶν, μόνον καθ’ ὅσον δὲν ἐπήρκουν οἱ τοῦ φιλολογικοῦ τμήματος τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς καὶ ἕως οὗ θὰ ἐκανονίζοντο τὰ κατ’ αὐτοὺς κάλλιον νομοθετικῶς, ἐξασφαλιζομένου ἄλλως πως τοῦ σταδίου των. Ἀπέλυσα ὁριστικῶς τὸν καθηγητὴν τοῦ ἐν Φιλιατροῖς Γυμνασίου κ. Πυρομάλην, καίτοι ἐκθύμως ὑποστηριζόμενον ὑπὸ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ κ. Σωτηροπούλου, διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶχε καλὰς πληροφορίας περὶ αὐτοῦ. Ἀπέλυσα προσωρινῶς τὸν ἐν τῷ αὐτῷ Γυμνασίῳ καθηγητὴν κ. Πετρίτσην, διότι εἶχε σκανδαλίσει τινὰς ἐκεῖ διὰ τῶν νεωτεριστικῶν δοξασιῶν του, ἐπανέφερον δὲ εἶτα αὐτὸν ἀλλαχοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ ἔδειξεν εἰλικρινῆ μεταμέλειαν. Ἀπέλυσα προσωρινῶς τὸν ἐν Αἰγίῳ γυμνασιάρχην κ. Ρούγκαν καὶ τὸν ὑπ’ αὐτὸν καθηγητὴν τῶν μαθηματικῶν κ. Τσίληθραν, ὅπως τοὺς ἀναδιορίσω ἀλλαχοῦ βραδύτερον, διότι ἐκεῖ, καθ’ ἃς πληροφορίας εἶχεν ἡ ὑπηρεσία, εἶχον παραγνωρισθῆ. Ἀπέλυσα ὁριστικῶς τὸν ἐν Σύρῳ γυμνασιάρχην κ. Φραγκίδην καὶ τὸν ὑπ’ αὐτὸν καθηγητὴν τῶν μαθηματικῶν κ. Τσιλιμήγκραν, διότι οὗτος μὲν σκανδαλωδῶς ἐδίδασκεν ἰδιαιτέρως τοὺς μαθητὰς καὶ διῄρει αὐτούς, ἀναλόγως τοῦ τιμήματος, οὗτινος ἀπελάμβανε παρ’ αὐτῶν, εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ εὐνοουμένους, ἐκεῖνος δὲ συνεκάλυπτεν αὐτὸν ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐνεργείᾳ ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργείου, καὶ κατώρθωσε μάλιστα νὰ ἐξαπατήσῃ καὶ τὸν ἐκεῖσε ἀποσταλέντα ἔκτακτον ἐπόπτην κ. Χατζηδάκην, καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου. Τὰ γεγονότα ταῦτα ἐπεβεβαίωσεν ὁ εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ κ. Φραγκίδου μετατεθεὶς εἰς Σῦρον γυμνασιάρχης κ. Ἄγγελος Παπαγεωργίου, ἀνὴρ διακρινόμενος διὰ τὴν χρηστότητα καὶ εὐσυνειδησίαν του. Ἀπέλυσα ὁριστικῶς τὸν καθηγητὴν τῶν μαθηματικῶν τοῦ ἐν Χαλκίδι Γυμνασίου κ. Μαυρομμάτην, εἰ καὶ θερμότατα εἶχον συνηγορήσει ὑπὲρ αὐτοῦ ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Κοντόσταυλος καὶ οἱ φίλοι βουλευταὶ κ. κ. Γαζέπης καὶ Χατζηνικολῆς, διότι εἶχον πληροφορηθῆ, ὅτι σκανδαλωδῶς ἐκαπηλεύετο τὸ ἀξίωμά του δι’ ἰδιαιτέρων παραδόσεων. Ὑπεβίβασα εἰς καθηγητὴν τὸν ἐν Πύργῳ Γυμνασιάρχην κ. Παπανδρέου, διότι, καθ’ ἃς εἶχε πληροφορίας ἡ ὑπηρεσία, ἀπεδείχθη ἀνίκανος περὶ τὴν διεύθυνσιν Γυμνασίου. Ἀπέλυσα προσωρινῶς τοὺς καθηγητὰς τοῦ ἐν Καρδίτσῃ Γυμνασίου κ. κ. Μπαξεβανάκην καὶ Γιακουμῆν, διὰ τὰ ἐκεῖ ἐπισυμβάντα σκάνδαλα, ἅτινα εἶχον ἐκτεθῆ καὶ ἐν τῷ τύπῳ. Ἀπέλυσα ὁριστικῶς τὸν ἐν τῷ αὐτῷ Γυμνασίῳ καθηγητὴν κ. Χάμπαν, διότι ἐκ δύο αἰτήσεών του περὶ ἀδείας ἐπείσθην, ὅτι κατεῖχε παρ’ ἀξίαν τὸ ἀξίωμα τοῦ καθηγητοῦ. Τοιαῦται Κύριοι, ὑπῆρξαν αἱ ἀπολύσεις γυμνασιαρχῶν καὶ καθηγητῶν, αἱ ἐπὶ τῇ βάσει ἀναρισβητήτων πληροφοριῶν καὶ ἐρευνῶν τῆς ὑπηρεσίας γενόμεναι. Ἐὰν φατριασμὸς ὑπηγόρευεν αὐτὰς, ἄλλοι θ’ ἀπελύοντο τῆς ὑπηρεσίας, διακρινόμενοι διὰ τὰ φατριαστικά των φρονήματα, καὶ ἔνιοι μάλιστα αὐτῶν ἐπηρεαζόμενοι ὑπὸ τούτων πολλάκις καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν βαθμολόγησιν τῶν μαθητῶν. Εἶναι γνωστοὶ οὗτοι εἰς πάντας, καὶ κρίνω περιττὸν νὰ τοὺς ἀναφέρω ὀνομαστί. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ὑπηρεσία εἶχεν ἄλλως ἀγαθὰς ὁπωσδήποτε πληροφορίας περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν, διὰ τοῦτο δὲν προέβην εἰς τὴν ἀπόλυσίν των. Ἀλλ’ ἴσως ἐρωτήσῃ τις, πῶς δὲν διέταξα ἐπιθεωρήσεις ὅλων τῶν Γυμνασίων τοῦ Κράτους, κατὰ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὁποίων εἶχον δικαίας ἀφορμὰς νὰ προβῶ εἰς τιμωρίαν. Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι διὰ τοιαύτας ἐπιθεωρήσεις, αἵτινες ὤφειλον νὰ γείνωσι ταὐτοχρόνως, δὲν θὰ ἐπήρκει ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν εἶχον δὲ καὶ πίστωσιν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπιθεωρήσεις διέταξα ἐκείνων μόνον τῶν Γυμνασίων, ἐν οἷς τὰ σκάνδαλα εἶχον κορυφωθῆ, καθίστατο δὲ πολλάκις μακρόθεν δυσδιάκριτον, τίνες οἱ ἔνοχοι. Τὰς ἐπιθεωρήσεις δὲ ταύτας ἀνέθεσα εἰς δύο καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, οὐχὶ ἐκ τῶν φίλα φρονούντων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἡμῶν, εἰς τοὺς κ. κ. Σπ. Σακελλαρόπουλον καὶ Γ. Χατζηδάκην, ἐξ ὧν μάλιστα ὁ δεύτερος εἶχε περιέλθει ἄλλοτε εἰς δημοσιογραφικὴν πρὸς ἐμὲ ἔριδα, ἱκανῶς τραχεῖαν. Περὶ τῶν ἐπιθεωρήσεων τούτων παρατηρῶ ἐν κεφαλαίῳ, ὅτι δὲν ἤμην ὑπόχρεως νὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὰ συμπεράσματα καὶ τὰς προσωπικὰς γνώμας τῶν διενεργησάντων αὐτάς. Ἐγὼ ὤφειλον νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μόνα τὰ γεγονότα τὰ ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν αὐτῶν διαπιστούμενα, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῶν καὶ ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἄλλας πληροφορίας, ἃς εἶχεν ἡ ὑπηρεσία, νὰ καταρτίσω ἰδίαν γνώμην. Ἐπιθεωρήσεις ἐγένοντο τῶν Γυμνασίων Καλαβρύτων, Χαλκίδος, Λαμίας, Βώλου καὶ τοῦ Αʹ Πατρῶν. Τὸ Γυμνάσιον τῶν Καλαβρύτων εἶχε γείνει παρανάλωμα τοῦ πυρὸς, ἔνοχοι δὲ τοῦ ἐμπρησμοῦ τούτου ἐθεωροῦντο μαθηταὶ αὐτοῦ, ὡς μὴ ὤφελε. Τὸ θλιβερὸν τοῦτο γεγονὸς καὶ μόνον ἤρκει ν’ ἀποδείξῃ, ὁπόσον ἔκρυθμος ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου, ὥστε ν’ ἀναγκάσῃ ἐμέ, ἵνα ἀποστείλω ἔκτακτον ἐπόπτην πρὸς ἐπιθεώρησίν του, τὸν κ. Χατζηδάκην. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τούτου, ὑπεύθυνος διὰ τὴν κατάστασιν ἐκείνην τοῦ Γυμνασίου Καλαβρύτων ἐθεωρεῖτο καὶ ὁ σύλλογος τῶν καθηγητῶν αὐτοῦ, διῃρημένος εἰς δύο στρατόπεδα, ἀντιμαχόμενα πρὸς ἄλληλα. Ἐνόμισα τότε ἐπάναγκες νὰ τιμωρήσω αὐτοὺς, ἀφοῦ ἡ καταγγελλομένη ἁμαρτία τῶν δὲν ἦτο πρὸς θάνατον, τὸν μὲν γυμνασιάρχην Δ. Παπαγεωργίου καὶ ἕνα τῶν καθηγητῶν, τὸν κ. Παπαχρυσάνθου, διὰ προσωρινῆς ἀπολύσεως, τοὺς δὲ καθηγητὰς κ. κ. Βεργιώτην καὶ Παπανικητόπουλον διὰ μεταθέσεως εἰς ἄλλα Γυμνάσια τοῦ Κράτους. Ἐλέχθη ὅτι ἐγὼ ἐμερολήπτησα ἰδίᾳ πρὸς τὸ κ. Παπαχρυσάνθου, ἀναδιορίσας αὐτὸν, εἰ καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἐναντίον του κατεφέρετο ὁ ἐπιθεωρητής. Ἀλλ’ ἰδοὺ τί γράφει οὗτος ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «...Τὸ αὐτὸ διδάσκει καὶ ἡ παρατήρησις, ὅτι εἰς τὰ Λαινικὰ τῆς βʹ καὶ δʹ τάξεως, ἔνθα ἐδίδασκεν αὐτὰ ὁ Ν. Παπαχρυσάνθου, ἐπέδωκαν οἱ μαθηταὶ καλῶς, διότι ὁ καθηγητὴς οὗτος, ἀσχέτως πρὸς τὸν ἰδιωτικόν του βίον, εἶναι ὄντως ἄξιος διδάσκαλος, διότι καὶ φιλόπονος καὶ ἐπιμελὴς καὶ ζηλωτὴς ἐν τῷ ἔργῳ του εἶναι καὶ μετὰ πολλῆς ὠφελείας διδάσκει. Ἐντεῦθεν προέρχεται καὶ τὸ ὀξύθυμον καὶ τὸ τραχὺ πρὸς τοὺς ἀμελεστέρους τῶν μαθητῶν.» Δυστυχῶς δὲ δὲν ἔχομεν πληθώραν τοιούτων καθηγητῶν, ὅπως ῥίπτωμεν αὐτοὺς, εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, εἰς τοὺς δρόμους. Δι’ ὅσα κατήγγελλεν αὐτοῦ ἡ ἔκθεσις, ἱκανὴν ἐθεώρησα τὴν προσωρινὴν ἀπόλυσίν του. Δυσαρέστους πληροφορίας εἶχεν ἡ ὑπηρεσία καὶ περὶ τῶν Γυμνασίων Χαλκίδος, Λαμίας καὶ Βώλου, εἰς ἃ ἀπεστάλη διὰ τοῦτο ἔκτακτος ἐπόπτης, ὁ κ. Σακελλαρόπουλος. Περὶ τοῦ πρώτου ἐξ αὐτῶν γράφει οὗτος ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι ἀσκεῖ πολλὴν ἐπιείκειαν, διότι «πιέζεται ὑπὸ πιέσεων παντοειδῶν καὶ πλειότερον ἴσως ἢ τὰ ἄλλα τοῦ Κράτους Γυμνάσια, μάλιστα διότι καὶ ἐδῶ... οἱ πλεῖστοι τῶν καθηγητῶν εἶναι ἐντόπιοι». Ἐπιφέρει δὲ: «Οἱ μαθηταὶ ἔδειξαν καὶ ἐδῶ οὐκ ὀλίγην τὴν αὐθάδειαν... Ἐν γένει πολὺ χαλαρὰ μοὶ ἐφάνησαν τὰ ἐν Χαλκίδι.» Διὰ τὴν χαλαρότητα ταύτην ἀπέλυσα τῆς ὑπηρεσίας τὸν γυμνασιάρχην καὶ τοὺς καθηγητὰς, περὶ ὧν ὑπηνίττετο ἡ ἔκθεσις, ὅτι προεγύμναζον τοὺς μαθητάς, καὶ ἰδίᾳ τὸν τῶν Μαθηματικῶν κ. Μαυρομμάτην, περὶ οὗ πολλοὶ εἶπον, ὅτι προεγύμναζεν. Ἠπόρησάν τινες, πῶς εἰς τὸ γενικὸν τοῦτο μέτρον δὲν συμπεριέλαβον καὶ τὸν καθηγητὴν κ. Κορωναῖον. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ γράφει ὁ κ. Σακελλαρόπουλος: «Ἀπηλλαγμένος πάσης μομφῆς εἶναι ὁ καὶ ἄλλως ἰδίας συστάσεως ἄξιος καθηγητὴς Κορωναῖος». Εἰς τὸ Γυμνάσιον, Κύριοι, Λαμίας φοιτῶσιν οἱ πλεῖστοι τῶν συνεπαρχιωτῶν μου, διηύθυνε δὲ αὐτὸ ἀρχαῖος γυμνασιάρχης, ὁ κ. Πετρῆς, συνδεόμενος πρὸς ἐμὲ ἀπὸ ἐτῶν διὰ φιλίας, καὶ δικαίως ἀπεκδεχόμενος παρ’ ἐμοῦ, ἅμα γενομένου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, βελτίωσιν θέσεως. Ἀλλ’ ἐν καιρῷ τῶν ἐξετάσεων ἔλαβον παρ’ αὐτοῦ ἐπιστολὴν, ἐν ᾗ μοὶ ἀνήγγελλεν, ὅτι ὑπείκων εἰς παραστάσεις τοῦ ἐν Λαμίᾳ ἀδελφοῦ μου ἦτο ἠναγκασμένος νὰ προβιβάσῃ τὸν υἱὸν ἑνὸς κομματάρχου μου, ἐπειδὴ δὲ οὗτος ἦτο ὁ ἀνικανώτατος τῆς τάξεώς του, θὰ συμπροεβίβαζε χάριν αὐτοῦ καὶ δέκα ἄλλους ἀνικάνους μαθητὰς τῆς αὐτῆς τάξεως, οὕτω δὲ θ’ ἀνέμενε ν’ ἀκούσῃ παρ’ ἐμοῦ: «Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ!» Ἀλλὰ τὸ εὖ δοῦλε ἀγαθὲ ἦτο ν’ ἀποστείλω αὐθημερὸν εἰς Λαμίαν, ὡς ἔκτακτον ἐπόπτην, τὸν κ. Σακελλαρόπουλον, ὅστις ἰδοὺ πῶς μοὶ περιγράφει τὴν κατάστασιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Γυμνασίου ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Τὸ Γυμνάσιον ἐλειτούργει ἐν τῷ καταστήματι τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου, ἀφ’ ὅτου ἐντὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους εἶχε πυρποληθῆ τὸ γυμνασιακὸν κατάστημα. Τὸ σοβαρὸν καὶ ἀνήκουστον τοῦτο γεγονὸς δὲν εἶναι τὸ μόνον μαρτυροῦν ἔκρυθμον τὴν κατάστασιν τοῦ ἤθους καὶ τῆς πειθαρχίας τῶν ἐν Λαμίᾳ μαθητῶν. Καὶ αὐθαδῶς τινες τῶν μαθητῶν ἐφέροντο πρὸς τοὺς καθηγητάς των, καὶ διήρπασάν τινα τῶν βιβλίων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἄλλα τοιαῦτα ἔπραξαν... Παρὰ πλείστων ἀξιοπίστων καὶ πολλῆς τιμῆς ἀξίων κατοίκων Λαμίας ἔλαβον πληροφορίας, ὅτι δὲν ἀπέφερε τοὺς καρπούς, οὓς ἔπρεπε ν’ ἀποφέρῃ τὸ Γυμνάσιον Λαμίας, μάλιστα δὲ μετὰ πολλῆς λύπης ἀνέφερον τὴν ἔκλυσιν τοῦ ἤθους.» Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως ὤφειλον νὰ προβῶ εἰς ῥιζικὰ μέτρα, πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἀπόλυσιν ὁλοκλήρου τοῦ συλλόγου τῶν καθηγητῶν, περὶ ὧν ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐφαίνετο ἀποδεχόμενος τὴν γνώμην τῶν Λαμιέων, ὅτι ἦσαν πάντες ἐπιεικεῖς. Καὶ τοὺς μὲν ἄλλους, καθ’ ὧν δὲν ἐγίνετο ἰδιαιτέρα μνεία ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ἐπανέφερον βραδύτερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ δὴ εἰς ἄλλα Γυμνάσια τοῦ Κράτους, δὲν ἐπανέφερον δὲ εἰς αὐτὴν τὸν γυμνασιάρχην κ. Πετρῆν καὶ τὸν καθηγητὴν κ. Γαρδίκην, καίτοι καὶ πρὸς τὸν τελευταῖον τοῦτον συμπαθῶς πάνυ διατεθειμένος, ἀφ’ ὅτου εἶχε χρηματίσει σχολάρχης ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, καὶ πρὸς τὸν πρῶτον φιλικώτατα διακείμενος, ὡς προεῖπον. Περὶ τοῦ κ. Πετρῆ γράφει ὁ κ. Σακελαρόπουλος (ἀναγινώσκει): «.... Διεύθυνσιν ὅμως τοῦ Γυμνασίου θὰ ἐπεθύμουν δραστηριωτέραν, ἐπιβλητικωτέραν, ἴσως δὲ καὶ ἀξιοπρεπεστέραν. Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐπίθετον μετεχειρίσθην, ἔχων ἐν τῷ νῷ λεπτομερείας τινὰς, ἃς ἀνέφερον πρός με τινὲς τῶν κατοίκων Λαμίας, προσθέτοντες ὅτι «καιρὸς εἶναι πλέον νὰ ἡσυχάσῃ ὁ γυμνασιάρχης». Περὶ τοῦ κ. Γαρδίκη γράφει, ὅτι παρέστησαν αὐτὸν ὡς ἰδιότροπον, «περὶ δὲ τῆς ἀξίας του δὲν φαίνονται νὰ ἔχωσιν οἱ κάτοικοι Λαμίας μεγάλην ἰδέαν».
§56ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ. Διατί ἐπαύσατε τὸν καθηγητὴν τῶν Μαθηματικῶν Λοΐζον;
§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ ὃν λόγον ἔπαυσα καὶ τοὺς λοιποὺς καθηγητὰς τοῦ Γυμνασίου Λαμίας καὶ ὃν θὰ ἠκούετε πρὸ ὀλίγου καὶ δὲν θὰ μοὶ ἀπηυθύνετε τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ἐὰν περισσότερον προσείχετε εἰς τὰ λεγόμενά μου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἅπαξ προεκλήθην, ὀφείλω νὰ ἐκδηλώσω τὴν περὶ τοῦ κ. Λοΐζου γνώμην μου. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ αὐτὸν ἄχρηστον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν προέβην εἰς τὴν ἀπόλυσίν του ἐκ τοῦ Γυμνασίου Λαμίας, δι’ ὃν λόγον ὑπηνίχθην πρότερον, ἐσκεπτόμην νὰ ἐπαναφέρω αὐτὸν βραδύτερον εἰς ἄλλο Γυμνάσιον· πλὴν δυστυχῶς κατὰ τὰς τοποθετήσεις τῶν καθηγητῶν τῶν Γυμνασίων διέλαθε τὴν μνήμην μου. Ἐν Βώλῳ, Κύριοι, εἶχεν ἀναστατωθῆ ὁλόκληρος ἡ κοινωνία κατὰ τῆς ἐκτάκτου αὐστηρότητος τοῦ ἐκεῖ Γυμνασίου, ἰδίᾳ δὲ τὰ πράγματα εἶχον φθάσει εἰς ὀξύτατον σημεῖον, ἅμα τῇ αὐτοκτονίᾳ τοῦ μαθητοῦ Ρέντζου, ἥτις εἶχεν ἀποδοθῆ εἰς τὴν ὑπέρμετρον αὐστηρότητα τοῦ καθηγητοῦ κ. Παπαφωτίου. Ἠναγκάσθην ν’ ἀποστείλω καὶ ἐκεῖσε ἔκτακτον ἐπόπτην τὸν κ. Σακελλαρόπουλον. Οὗτος δὲ, εἰ καὶ ἀποδέχεται, ὅτι ἄλλα ἦσαν τὰ αἴτια τῆς αὐτοκτονίας τοῦ μαθητοῦ Ρέντζου, οὐδὲν ἧττον ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ κ. Παπαφωτίου «ἔδειξε πολλὴν αὐστηρότητα πρὸς τὸν αὐτοκτονήσαντα», χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὗτος «ὄχι μόνον ἦτο υἱὸς συναδέλφου του, ἀλλ’ εὑρίσκετο καὶ ὑπὸ ὅρους οἰκογενειακοὺς ὄχι πολὺ εὐνοϊκοὺς, δὲν ἐχρειάζετο δὲ ἢ ἡ συνήθης καὶ αὐτὸ τοῦτο ἀνθρωπίνη ἐπιείκεια εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν». Ἐπιφέρει δὲ κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ὅπωςδήποτε ὁ καθηγητὴς Παπαφωτίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μένῃ πλέον ἐν Βώλῳ... Ἂν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον νομίζῃ, ὅτι πρέπει, πρὸς ἀποφυγὴν σκανδάλων καὶ παραξηγήσεων, νὰ μεταθέσῃ ἐκ Βώλου καὶ τὸν γυμνασιάρχην, τότε νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦναι νὰ μεταθέσῃ ἐκ Βώλου καὶ τὸν καθηγητὴν Σταγόπουλον». Τί δ’ ἔπραξα ἐγὼ; δι’ ἀπολύσεως καὶ ἀναδιορισμοῦ, πρὸς ἀποφυγὴν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, τὸν μὲν κ. Σταγόπουλον μετέθεσα εἰς Λάρισσαν, τὸν δὲ γυμνασιάρχην κ. Ἄγγελον Παπαγεωργίου, περὶ οὗ ἄλλως εὐφημότατον ἐποιεῖτο λόγον ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐπόπτου, εἰς Σῦρον, ἔνθα ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς αὐστηρότητός του, καὶ τὸν κ. Παπαφωτίου εἰς Γύθειον, ἔνθα ἐπίσης ἐφρόντισα νὰ συγκεντρώσω τοὺς αὐστηροτέρους καθηγητάς. Ὑπολείπονται νῦν τὰ Γυμνάσια Πατρῶν. Ἐκ τοῦ Βʹ τούτων ἀπέλυσα προσωρινῶς τὸν γυμνασιάρχην κ. Παπανικολάου, δι’ οὓς λόγους ἀνέφερεν ἡ ἔκθεσις τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν φθινόπωρον ἀποσταλέντος ἐκεῖσε, ὡς ἐκτάκτου ἐπόπτου, καθηγητοῦ κ. Λάμπρου, τὸν ἀναδιώρισα δὲ, διότι ὁ ἀνὴρ εἶχεν ἄλλας ἀρετὰς, αἵτινες καθίστων αὐτὸν ἀπαραίτητον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐκ τοῦ Αʹ ἀπέλυσα ὁριστικῶς μὲν τὸν γυμνασιάρχην κ. Θ. Παπαλουκᾶν καὶ τὸν καθηγητὴν κ. Γ. Παπαδημητρίου, προσωρινῶς δὲ τοὺς καθηγητὰς Πολύβιον Οἰκονόμου καὶ Α. Παπαγιαννόπουλον. Ἀλλ’ ὁ μεγαλείτερος πάταγος ἠγέρθη καὶ ἐν τῷ γελοιογραφικῷ ὀργάνῳ τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ἐνταῦθα διὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Παπαλουκᾶ, περὶ οὗ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μακρότερόν πως λόγον. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι κατὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος γυμνασιάρχου ἤμην προκατειλημμένος, ἐξ ὅσων εἶχον ἀκούσει καὶ ἀναγνώσει περὶ αὐτοῦ, ὡς τοποτηρητοῦ τοῦ κόμματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν Πάτραις, ὡς ἀνθρώπου, μεριμνῶντος καὶ τυρβάζοντος μᾶλλον περὶ τὴν πολιτικὴν ἢ τὰ γράμματα. Ἅμα ὅμως τῇ ἀναῤῥήσει μου εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα, ἔλαβον μακρὰν παρ’ αὐτοῦ ἐπιστολὴν, ἐν ᾗ μετὰ θερμὰς συγχαρητηρίους εὐχὰς μοὶ ἐξέθετε μὲ τόσον ζωηρὰ χρώματα τὴν κατάστασιν τῆς παιδείας παρ’ ἡμῖν (ἱλαρότης), μοὶ ἀπηύθυνε δὲ τόσον ὀρθὰς γνώμας καὶ ὑποθήκας περὶ βελτιώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν αὐτῇ, ὥστε ἐξεπλάγην τῳόντι ἐπὶ τῇ ἐμβριθείᾳ καὶ δεινότητι αὐτοῦ περὶ τὸ γράφειν. Σᾶς διαβεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι παρ’ οὐδενὸς ἄλλου γυμνασιάρχου ἢ καθηγητοῦ ἔλαβόν ποτε ἔγγραφον μετὰ τοσαύτης γλαφυρότητος καὶ ἐν ταυτῷ δυνάμεως λόγου συντεταγμένον.
§58ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ὁ κ. Παπαλουκᾶς εἶναι εἷς ἐκ τῶν καλλιτέρων γυμνασιαρχῶν μας, καὶ διεκρίθη πάντοτε.
§59ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς τοιαύτην γνώμην ἐσχημάτισα περὶ τοῦ ἀνδρὸς ἐκ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἔλαβον διαφόρους καταγγελίας κατ’ αὐτοῦ, ἐξ ὧν ὁρμηθεὶς, ἀνεζήτησα καὶ εὗρον ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου καὶ προγενεστέρας τοιαύτας καὶ ἔκθεσιν τοῦ κ. Λάμπρου, ἐφ’ ἧς, καίτοι δυσμενῶς ἐκφραζομένης περὶ αὐτοῦ, οὐδὲν ὅμως εἶχεν ἐνεργηθῆ ὑπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη. Εἰ καὶ ἠδυνάμην δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης νὰ προβῶ πάραυτα εἰς τὴν ἀπόλυσίν του, οὐδὲν ἧττον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ ἤμην ἤδη τόσον εὐμενῶς πρὸς αὐτὸν διατεθειμένος, ὥστε ἐπεθύμουν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ διατηρήσω αὐτὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Πρὸς τοῦτο ἐδέησε ν’ ἀποστείλω ἐκ νέου ἔκτακτον ἐπόπτην εἰς Πάτρας τὸν κ. Σακελλαρόπουλον, τὸν μᾶλλον πρὸς τὸν κ. Τρικούπην φίλα φρονοῦντα. Πρὸς τοῦτον δὲν ἀπέκρυψα ἣν εἶχον περὶ τοῦ κ. Παπαλουκᾶ γνώμην, τὸν παρεκάλεσα μάλιστα, κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Γυμνασίου, νὰ μὴ ἀποβλέψῃ τὸ παράπαν εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν θέσιν, ἣν ὁ ἀνὴρ κατεῖχεν ἐν Πάτραις, ὡς ἐμπεπιστευμένος τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλ’ εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ Γυμνασίου, καὶ τὸ συμφέρον τούτου ἔχων ὑπ’ ὄψιν, νὰ διευκρινήσῃ τὰ τῶν κατηγοριῶν, τῶν ἐγειρομένων κατὰ τοῦ γυμνασιάρχου αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Σακελλαρόπουλος ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν αὐτοῦ (διότι δύο τοιαύτας μοὶ ὑπέβαλε, μίαν περὶ τοῦ Γυμνασίου καὶ μίαν περὶ τοῦ συλλόγου τῶν καθηγητῶν αὐτοῦ,) πᾶσαν κατέβαλε προσπάθειαν, ἵν’ ἀποπλύνῃ τὸν κ. Παπαλουκᾶν ἐκ τῶν κατ’ αὐτοῦ κατηγοριῶν, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε, μεθ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, ἣν εἶχε πρὸς τοῦτο, δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκαλύψῃ τὴν εὐθύνην του. Ὁ κ. Σακελλαρόπουλος ὤφειλεν ἐν πρώτοις ν’ ἀναγράψῃ τὰς κατὰ τοῦ κ. Παπαλουκᾶ κατηγορίας, ἀκούσατε δὲ τίνες ἦσαν αὗται (ἀναγινώσκει): «Πολλαὶ κατηγορίαι διετυπώθησαν κατὰ τοῦ γυμνασιάρχου Παπουλουκᾶ ὑπὸ συναδέλφων ἢ ἄλλων, αἵτινες συνοψίζονται ἐν τοῖς ἑξῆς: ὅτι εἰσήγαγε τοὺς ἐκ τῶν σχολαρχείων μαθητὰς εἰς τὸ Γυμνάσιον ἄνευ δοκιμασίας, ὅτι ἐδέχθη μαθητὰς ἐξ ἰδιωτικοῦ Λυκείου, ἐν ᾧ ἐδίδασκον καθηγηταὶ τοῦ Γυμνασίου, χωρὶς οἱ μαθηταὶ οὗτοι νὰ ὑποστῶσι τὴν πρὸς κατάταξιν δοκιμασίαν ἐν ἄλλῳ Γυμνασίῳ, ὅτι αὐτοβούλως ἠκύρωσεν ἀποφάσεις καθηγητῶν, ὅτι συχνάκις ἐκ φυγοπονίας διέκοπτε τὰ μαθήματα, ὅτι ἐσφετερίσθη χρήματα συλλεγέντα ὑπὲρ τῶν Ζακυνθίων, ὅτι περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν δὲν ὑπῆρξεν ἀκριβὴς κλπ. κλπ.»
§60ΣΤΑΗΣ. Παρακάτω, παρακαλῶ, παρακάτω!
§61ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ παρακάτω (ἀναγινώσκει): «Ἔλαβα πᾶσαν φροντίδα καὶ πᾶσαν μέριμναν, ὅπως διευκρινήσω τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ εὕρω τὴν ἀλήθειαν, ἐκάλεσα καὶ ἀνέκρινα πάντας τοὺς καθηγητὰς καὶ τοὺς ὁπωσδήποτε σχετιζομένους πρὸς τὸ Γυμνάσιον, ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ πλείστων εὐϋπολήπτων ἐν Πάτραις ἀνδρῶν, ἀποτέλεσμα δὲ καὶ συμπέρασμα τῆς ἐργασίας μου ταύτης εἶναι ὅτι, ὡς πρὸς μὲν τὰς δῆθεν χρηματικὰς καταχρήσεις, οὐδὲν ὡρισμένως καὶ ἀσφαλῶς ἐστηρίχθη καὶ διετυπώθη. «Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας κατηγορίας, ἂν καὶ δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῶσι μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας ἐν ταῖς λεπτομερείαις των, (ἀφοῦ μάλιστα καὶ αὐταὶ δὲν ἔχουσιν ἀκριβῶς καὶ ὡρισμένως διατυπωθῆ καὶ δὲν εἶναι ἀπηλλαγμέναι ὑπερβολῶν) δὲν δύναμαι δυστυχῶς νὰ εἴπω τὰ αὐτά. Καὶ ἂν ὁ γυμνασιάρχης δὲν περιέπεσεν εἰς παραβάσεις ὡρισμένων διατάξεων, τοιαύτη ὅμως ὑπῆρξεν ἡ καθόλου διεύθυνσις τοῦ Γυμνασίου, ὥστε τὰ λυπηρὰ αὐτῆς ἀποτελέσματα εἶναι εἰς πάντα καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως καταφανῆ καὶ αὐτόδηλα. Ὁ γυμνασιάρχης Παπαλουκᾶς εἶχεν ἐν Πάτραις ὅλως ἰδιάζουσαν θέσιν, ὡς ἐκ τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν κοινωνικῶν αὐτοῦ σχέσεων, τούτου δ’ ἕνεκα ἐφέρετο ἀκατάσχετος εἰς τὸ νὰ παρέχῃ πᾶσαν εὐκολίαν εἴς τε τοὺς γονεῖς τῶν μαθητῶν καὶ εἰς τοὺς μαθητὰς αὐτούς, ἐπειδὴ δὲ εἶναι καὶ ἀπὸ φύσεως ἐπιεικὴς καὶ ἐνδοτικός, δὲν συνεκρατεῖτο πολλάκις οὐδὲ ὑπὸ τῶν τύπων, οἵτινες ῥυθμίζουσι τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὑπέχει διὰ τοῦτο τὴν ἠθικὴν κυρίως εὐθύνην τῆς ἐκλύσεως, εἰς ἣν περιέστη τὸ Γυμνάσιον.»
§62ΣΤΑΗΣ. Καὶ παρακάτω;
§63ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακάτω ἔχετε τὴν εἰκόνα τῆς τοιαύτης ὑπὸ τὸν κ. Παπαλουκᾶν ἐκλύσεως τοῦ Αʹ Γυμνασίου Πατρῶν, περιγραφομένην ὑπὸ τοῦ κυρίου Σακελλαροπούλου ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διττὴ καὶ ἐξ ἴσου ὀλεθρία ὑπῆρξε, κύριε Ὑπουργὲ, ἡ ἐπὶ τοὺς μαθητὰς ἐπίδρασις τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐκλύσεως. Ἡ μὲν πρόοδος αὐτῶν, καθ’ ὅλου εἰπεῖν, (διότι βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρέσεις) ὑπῆρξε λίαν μετρία, ὡς ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ καὶ ἐκ τῆς γραπτῆς αὐτῶν κατὰ τὰ διάφορα μαθήματα δοκιμασίας καὶ ἐκ τῆς προφορικῆς ἐξετάσεως, ἡ δὲ ἠθικὴ αὐτῶν (ὁμιλῶ γενικῶς) ἀταξία ἔφθασεν εἰς μέγαν βαθμὸν, καὶ τοῦτο πρέπει ἀφεύκτως νὰ προκαλέσῃ τοῦ Ὑπουργείου τὴν προσοχήν. Καὶ ἴσως μὲν ἐπιεικέστερον ἤθελέ τις κρίνῃ τὴν περὶ τὰ βιβλία καὶ τὰ τετράδια αὐτῶν ἀκαταστασίαν, ἥτις οὐδὲν ἧττον μεγάλην ἐμποιεῖ ἐντύπωσιν εἰς τὸν ἔχοντα ἐν ἑαυτῷ ἐῤῥιζωμένον τὸ αἴσθημα τῆς τάξεως, τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ πρέποντος, ὅπως ταῦτα διδάσκονται νὰ ἔχωσιν οἱ ἄνθρωποι ἐν ἄλλαις χώραις πολιτικῶς καὶ κοινωνικῶς καὶ δὴ καὶ ἠθικῶς ὑπερτέραις, πιθανὸν δὲ καὶ αὐτὴ ἡ προφανὴς ἀτασθαλία τῶν μαθητῶν, ἡ ἐκδηλουμένη διὰ συναγελασμῶν, διὰ κραυγῶν, διὰ τῆς μὴ ἀμέσου ὑπακοῆς εἰς τὰ ὑπὸ τῶν διδασκάλων κελευόμενα, διὰ τοῦ ἀναφανδὸν καὶ ἀπροκαλύπτως ἔξωθεν τοῦ Γυμνασίου καπνίζειν καὶ μεγαλοφωνεῖν, νὰ μὴ θεωρηθῇ ὑπὸ τῶν ἐπιεικεστέρων ὡς ἁμάρτημα ἀσύνηθες εἰς τοὺς παρ’ ἡμῖν μαθητάς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συνταράξῃ πάντα ἄνθρωπον καὶ τὸ ὁποῖον διήγειρεν εἰς ἐμὲ σκέψεις τῳόντι ἀπελπιστικὰς περὶ τοῦ ἤθους τῆς ἐν Πάτραις μαθητευομένης νεότητος, εἶναι ἡ ἐπὶ τῶν τοίχων τῶν αἰθουσῶν τῶν παραδόσεων εὐδιακρίτοις γράμμασιν ἀναγραφὴ ἐπιγραμμάτων καὶ ἀπεικασμάτων τόσον ἀσέμνων, ὥστε μόλις δύναταί τις ἴσως νὰ ἴδῃ καὶ νὰ ἀναγνώσῃ παρόμοια ἐν τοῖς δημοσίοις ἀποπάτοις, τοῖς συχναζομένοις ὑπὸ ἀνθρώπῳ τῆς ἐσχάτης κοινωνικῆς ὑποστάθμης. Καὶ αἱ ἐπιγραφαὶ αὗται, κύριε Ὑπουργέ, ἔχουσι παρ’ ἑαυταῖς καὶ ἄλλας, ἄλλης φύσεως, πολιτικάς, δι’ ὧν οἱ μαθηταὶ ἐκδηλοῦσι τὴν περὶ τῆς Πατρίδος μέριμναν αὐτῶν, ἀναγράφοντες ἐπαίνους ἢ ψόγους ὑπὲρ τοῦ δεῖνος ἢ τοῦ δεῖνος πολιτικοῦ κομματάρχου! Τὰ λυπηρὰ ταῦτα πράγματα νομίζει τις ὅτι ἐπίτηδες συνεδυάσθησαν ἐπὶ τῶν τοίχων τοῦ ἐκπαιδευτηρίου, ἵνα εὐθὺς ἀμέσως δώσωσιν εἰς τὸν πρῶτον ἐπισκέπτην ἀσφαλὲς τεκμήριον τῆς ἐν παντὶ ἐπικρατούσης παρ’ ἡμῖν ἀκολασίας. Πῶς ἠνείχοντο νὰ βλέπωσιν αὐτὰ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν των ἐπὶ τῶν τοίχων τῶν αἰθουσῶν, ἐν αἷς ἐδίδασκον καὶ ὁ γυμνασιάρχης καὶ οἱ καθηγηταί, εἶναι δι’ ἐμὲ ἄπορον καὶ ἀνεξήγητον, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἀνεξήγητον, καθόσον διέκρινα, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμέναι καὶ ὕβρεις ἐναντίον τινῶν ἐκ τῶν καθηγητῶν. Μὴ θεωρήσητε δὲ τὸ πρᾶγμα μικρολογίαν, κύριε Ὑπουργέ, ἂν εἴπω, ὅτι καὶ ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἐπιγραφῶν καταδεικνύεται τὸ ἀνορθόγραφον καὶ καθόλου τὸ ἀκατάρτιστον τῶν μαθητῶν. Οὐχὶ ἅπαξ, οὐδὲ δίς, ἀλλὰ πλεονάκις εἶδον ἀναγεγραμμένην ἀπειλὴν κατὰ καθηγητοῦ, ἐν ᾗ ὁ κόσμιος μαθητὴς θέλων νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν διδάσκαλόν του τὸ κοινολεκτούμενον «τί ἔχεις νὰ πάθῃς!» τὸ ἐκφράζει ἐπὶ τὸ Ἑλληνικώτερον δῆθεν «τί ἔχεις πεπονθέναι!» ἔνθα ἡ σχολαστικότης καὶ ἡ ἀμάθεια συμβαδίζουσιν ἀδελφικώτατα.» Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ παρακάτω τῶν ἐκθέσεων τοῦ κ. Σακελλαροπούλου, τὰ ὁποῖα εἰς τοσαύτην ἀνυπομονησίαν ἐνέβαλον τὸν διακόπτοντά με Βουλευτὴν καὶ τὰ ὁποῖα οὗτος παρέλιπεν ἐπίτηδες νὰ σᾶς ἀναγνώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως δυνηθῇ, κατὰ παράδοξον ἀληθῶς λογικήν, ν’ ἀνομολογήσῃ μὲν ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Αʹ Γυμνασίου Πατρῶν ἦτο ἀπελπιστική, νὰ καταλήξῃ δὲ ὕστερον εἰς τὸ συμπέρασμα, καθ’ ὃ δῆθεν ἐγὼ, ἀπολύσας τὸν πρωτουργὸν αὐτῆς κ. Παπαλουκᾶν, καὶ θελήσας οὕτω νὰ θέσω ἓν τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ἥμαρτον εἰς τὸ ὁμοούσιον, διότι τοιουτοτρόπως προσέκρουσα εἰς ἕνα τῶν στύλων τῆς φατρίας. Δὲν εἶναι καὶ αὐτὴ λογικὴ τρικουπικὴ, ἁρμόζουσα τῳόντι εἰς ἕνα ὀπαδὸν τοῦ κ. Τρικούπη, οἷος ὁ εἰς συνήγορον τοῦ κ. Παπαλουκᾶ μετασχηματισθείς, ὅστις, τοιαῦτα τερατολογῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶχεν ἀναισθήτως ὅλως πρὸς τὸν γέλωτα, ὃν οὕτω πως ὠφλίσκανεν; Ἀλλ’ ἠπόρει, διότι δὲν ἠκολούθησα ἐν πᾶσι ταῖς γνώμαις τοῦ κ. Σακελλαροπούλου, χωρὶς νὰ ἐννοῇ, ὅτι μόνον τὰ γεγονότα τὰ διασαφηνισθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ὤφειλον ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς, νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν, χωρὶς νὰ θεωρήσω ὑποχρεωτικὰς δι’ ἐμὲ τὰς ἀτομικάς του γνώμας. Τοιοῦτόν τι οὐδ’ αὐτὸς ὁ κ. Σακελλαρόπουλος ἀξιοῖ, συνιστῶν νὰ λάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ καὶ «ν’ ἀποφασίσῃ ἐν τῇ συνέσει του ὅ,τι ἤθελε νομίσει πρέπον». Καὶ πρέπον ἐνόμισε, Κύριοι, τὸ Ὑπουργεῖον ν’ ἀπολύσῃ ὁριστικῶς μὲν τὸν γυμνασιάρχην κ. Παπαλουκᾶν καὶ τὸν καθηγητὴν κ. Παπαδημητρίου, τοὺς ἡγέτας τῶν δύο διαμαχομένων μερίδων ἐν τῷ Αʹ Γυμνασίῳ Πατρῶν, προσωρινῶς δὲ τοὺς καθηγητὰς κ. κ. Α. Παπαγιαννόπουλον, Πολύβιον Οἰκονόμου καὶ Ν. Δελένδαν, καὶ νὰ μεταθέσῃ ἐκ Πατρῶν τοὺς κ. κ. Τούλην καὶ Καραπαναγιώτην εἰς Ἀθήνας. Δὲν ἀπέλυσα τὸν καθηγητὴν τῶν ἱερῶν κ. Γέγλεν, διότι μετ’ ἐπαίνων πολλῶν ἀπεφαίνετο περὶ αὐτοῦ ἡ ἔκθεσις. Οὐδὲ τὸν καθηγητὴν τῶν μαθηματικῶν κ. Οἰκονομόπουλον ἀπέλυσα, διότι ἡ ἐνοχή του εἰς τὰ σκάνδαλα τοῦ Γυμνασίου μοὶ ἐφάνη ἀναξία λόγου. Ἐκ τῶν ἀπολυθέντων δὲ τὸν μὲν κ. Δελένδαν ἀναδιώρισα ἐν Βώλῳ, διότι ἐθεώρησα ἱκανώτερον διὰ τὰ δύο Γυμνάσια τῶν Πατρῶν τὸν κ. Λάσκαρην, ἕνα τῶν ἀρίστων διδασκάλων τῆς Γαλλικῆς παρ’ ἡμῖν, τὸν δὲ κ. Π. Οἰκονόμου ἐν τῷ Γυμνασίῳ Καλαβρύτων, καὶ τὸν κ. Παπαγιαννόπουλον αὖθις ἐν Πάτραις. Ὁ ἀναδιορισμὸς ἰδίᾳ τοῦ τελευταίου ἀπεδόθη εἰς τὴν ἐπέμβασιν, δὲν ἠξεύρω τίνος πολιτευομένου. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον. Ὁ κ. Παπαγιαννόπουλος εἶναι καθηγητὴς δόκιμος, τοιούτους δὲ δὲν ἔχομεν δυστυχῶς πολλοὺς ἐν τῇ γυμνασιακῇ ἡμῶν παιδεύσει, ὅπως στερηθῇ αὐτοῦ ἀζημίως ἡ ὑπηρεσία. Τὸ γεγονὸς δὲ, καθ’ ὅ, καίτοι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀπολυθέντων τυγχάνοντες ἰσχυρᾶς προστασίας καὶ παρὰ συναδέλφων μου Ὑπουργῶν καὶ παρὰ φίλων Βουλευτῶν, οὐδὲν ἧττον ὑπήχθησαν εἰς τὸ γενικὸν μέτρον τῆς καθάρσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ τῶν ἀνικάνων καὶ ἀχρήστων εἰς αὐτὴν στοιχείων, ἀποδεικνύει, ὁπόσον ἕωλος καὶ ἀνυπόστατος εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς, καθ’ ὅν δῆθεν ἄλλα ἐλατήρια ἦσαν τὰ προκαλέσαντα τὰς ἀπολύσεις ἐκείνας, καὶ οὐχὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι δὲ ψεῦδος, εἰς ὃ μόνον οἱ μὴ σεβόμενοι ἑαυτοὺς ἠδύναντο νὰ προσφύγωσιν, ὅτι πάντες οἱ ἀπολυθέντες γυμνασιάρχαι καὶ καθηγηταὶ, πλὴν 5 ἢ 6 μόνον, ἀναδιωρίσθησαν τῇ συστάσει Βουλευτῶν, λαβόντων τὸ χρίσμα τῆς ὑπουργικότητος. Μόνοι οἱ ἐκτὸς ὑπηρεσίας παραμείναντες γυμνασιάρχαι ἀνέρχονται εἰς 9, εἶναι δὲ οὗτοι οἱ τῶν Ἀθηνῶν Χαλκιόπουλος καὶ Μυλωνᾶς, ὁ τῶν Πατρῶν Παπαλουκᾶς, ὁ τῆς Χαλίδος Βασιλείου, ὁ τοῦ Γυθείου Νεστορίδης, ὁ τῆς Λαμίας Πετρῆς, ὁ τῶν Καλαμῶν Βαμβακερὸς, ὁ τῆς Σύρου Φραγκίδης καὶ ὁ ἐν Κερκύρᾳ γυμνασιαρχῶν Σπ. Παπαγεωργίου. Οἱ καθηγηταὶ ἀνέρχονται εἰς 20 καὶ ἐπέκεινα, ἐξ ὧν ἰδιαιτέρας μνείας ἀξίους θεωρῶ τοὺς κ.κ. Βιαγκίνην, Παπαθεοδώρου, Παπαϊωάννου, Πούλιον καὶ Φέρμπον ἐκ τῶν Ἀθήναις Γυμνασίων, καὶ τοὺς κ.κ. Παπαδημητρίου, Γκιαούρην, Γρηγοράκην, Μπαξεβανάκην, Πυρομάλην, Νικολαΐδην, Δουκάκην, Γαρδίκην, Μαυρομμάτην, Παρασκευόπουλον, Χάμπαν καὶ ἄλλους ἐκ τῶν λοιπῶν Γυμνασίων τοῦ Κράτους. Τουτέστιν, ἐπὶ 85 περίπου ἀπολυθέντων, οἱ 30 ὡς ἔγγιστα, ἤτοι πλέον τοῦ ἑνὸς τρίτου, δὲν ἐπανῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ ἐγχείρισις, ὡς παρατηρεῖτε, ὑπῆρξεν ἀρκετὰ γενναία, πλὴν τοιαύτην ἀπῄτει ἡ ὑπ’ ἐμοῦ ἐπιδιωχθεῖσα ἀπολύμανσις τῆς γυμνασιακῆς παιδεύσεως. Ἴχνος φατριασμοῦ ἢ πολιτικῆς κερδοσκοπίας δὲν δύναται ν’ ἀνακαλύψῃ τις καὶ ἐν ταῖς προαγωγαῖς καὶ ἐν τοῖς διορισμοῖς τῶν γυμνασιαρχῶν καὶ καθηγητῶν, τοῖς γενομένοις ὑπ’ ἐμοῦ. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν κατ’ αὐτοὺς τὰς συστάσεις τῆς ὑπηρεσίας καὶ μόνας αὐτάς. Οὕτω προήχθησαν εἰς γυμνασιάρχας οἱ κ.κ. Παναγιωτίδης, Λῶλος, Παπανδρέου, Γιαννόπουλος, Κούσης κ.λ.π. ἐκ τῶν ἀρίστων καθηγητῶν, ἀναδιωρίσθησαν δὲ τοιοῦτοι οἱ κ.κ. Πάγκαλος καὶ Χοϊδᾶς, ἀρχαῖοι γυμνασιάρχαι, διαπρέψαντες ἄλλοτε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἀπομακρυνθέντες ἐξ αὐτῆς ἄνευ λόγου, χάριν φατριαστικῶν ἀξιώσεων ὑπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη. Καὶ εἰς καθηγητὰς Γυμνασίων προήγαγον πολλοὺς σχολάρχας, ἀριστούχους τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, μόνην σύστασιν φέροντας τὴν εὐδόκιμον αὐτῶν ὑπηρεσίαν, ὡς τοὺς κ.κ. Ζηκίδην, Γρατσιάτον, Καφίρην, Μουστάκαν καὶ ἄλλους, ἢ διώρισα τοιούτους ἐγκρίτους λογίους, διαπρεπῆ κατέχοντας θέσιν ἐν τοῖς γράμμασιν, ὡς τὸν κ. Παπαδημητρακόπουλον, τὸν ἐπιφανῆ συγγραφέα τῆς «Βασάνου τῶν περὶ τῆς Ἑλληνικῆς προφορᾶς Ἐρασμικῶν ἀποδείξεων», οὗ τὴν ἀξίαν, ὡς καθηγητοῦ, ἐτόλμησαν νὰ διαμφισβητήσωσιν ἐνταῦθα...
§64ΣΤΑΗΣ. Εἶπον μόνον, ὅτι δὲν δύναται νὰ συγκρατήσῃ τὴν τάξιν καὶ πειθαρχίαν, ὡς μύωψ.
§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ σᾶς διέψευσε πάραυτα ὁ αὐτόπτης μάρτυς τῆς παραδειγματικῆς τάξεως καὶ πειθαρχίας ἐν τῇ παραδόσει αὐτοῦ γενόμενος Βουλευτῆς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Βεβαίως οἱ νομίζοντες, ὅτι ἡ τάξις καὶ ἡ πειθαρχία δύναται νὰ συγκρατηθῇ μόνον διὰ τῆς ῥοπαλοφοβίας, οἱ κυνηγοῦντες τοὺς μαθητὰς μὲ τὸ περίστροφον ἀνὰ χεῖρας καὶ ξυλοκοποῦντες αὐτοὺς μέχρις ἀναισθησίας — ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, εἰς ὁποίαν κατάστασιν προσήγαγεν ἐνταῦθα, εἰς τὴν Βουλήν, πρὸ δύο ἐτῶν, εἰς πατὴρ τὸν υἱόν του, ἔχοντα καταμέλαιναν τὴν ῥάχιν του ἐκ τῶν ῥαβδισμῶν τοῦ καθηγητοῦ του, — οἱ τοιοῦτοι βεβαίως δὲν εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀναγνωρίσωσιν ἄλλον τρόπον παιδαγωγικώτερον τοῦ ἐπιβάλλεσθαι εἰς τοὺς μαθητάς. Καὶ ὅμως πόσοι καθηγηταὶ ἐπιβάλλονται εἰς τούτους διὰ τοῦ μειλιχίου τρόπου, διὰ τοῦ προσηνοῦς ἤθους, χωρὶς νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ βάρβαρα μέσα τῶν ὕβρεων καὶ ξυλοκοπημάτων! Ὁ θεωρῶν δὲ ὡς ἔλλειψιν ἑνὸς καθηγητοῦ τὴν μυωπίαν ἀγνοεῖ ὅτι ὁ ἀείμνηστος Τανταλίδης ἐδίδασκε τυφλὸς ἐπὶ δεκαετίαν ἐν Κωνσταντινουπόλει, κινῶν πάντοτε τὴν ἀγάπην καὶ τὸν σεβασμὸν τῶν μαθητῶν. Κατ’ αὐτοῦ οὐδείς ποτε ἐτόλμησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ χαλάρωσιν τῆς τάξεως καὶ πειθαρχίας, πάντες δὲ τὸν ἀνεγνώριζον ὡς ἕνα τῶν διδασκάλων τοῦ Γένους. Μόνον κατὰ τῆς μυωπίας τοῦ Παπαδημητρακοπούλου, ὅστις ἔπαθε τοὺς ὀφθαλμοὺς μελετῶν καὶ συγγράφων εἰς προαγωγὴν τῆς ἐπιστήμης τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων, μόνον κατ’ αὐτοῦ ἐπέπρωτο νὰ ἐξενεχθῇ τοιαύτη βλασφημία ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ παρ’ ἀνθρώπου μάλιστα, μέχρι τῆς χθὲς ἔτι καταλεγομένου κακῇ τῇ μοίρᾳ εἰς τὴν χορείαν τῶν καθηγητῶν τῶν Γυμνασίων. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα. Διώρισα προσέτι καθηγητὴν Γυμνασίου τὸν κ. Πέτρον Παπαγεωργίου, τὸν ἀπολαύοντα εὐρωπαϊκῆς φήμης διὰ τὰς κριτικὰς παρατηρήσεις του εἰς ἀρχαίους Ἕλληνας συγγραφεῖς, τὸν κ. Ἀριστομένην Στεργιογλίδην, διακριθέντα ἐν τῇ διευθύνσει τῆς ἐν Σμύρνῃ Εὐαγγελικῆς Σχολῆς, καὶ ἄλλους παραπλησίους φιλολόγους, οἵτινες, εἰς τὴν ἰδίαν ἀξίαν ἐρειδόμενοι, δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ προσφύγωσιν εἰς οἱανδήποτε ἄλλην σύστασιν. Ἔλθετε νῦν, Κύριοι, σεῖς οἱ κατήγοροί μου νὰ ἀντιτάξητε τὰς ἰδικάς σας προαγωγάς, τοὺς ἰδικούς σας διορισμοὺς ἐν τοῖς Γυμνασίοις. Ἐπιδείξατέ τους, σᾶς προκαλῶ. Ἀλλὰ σιωπᾶτε, καὶ σιωπᾶτε δικαίως, διότι τί ἔχετε νὰ ἐπιδείξητε σεῖς; τοὺς Παπαλουκάδες, τοὺς Χαλκιοπούλους, τοὺς Μυλωνάδες! Μήπως καὶ τώρα ἀκόμη δὲν ὀργιάζετε ἐπὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως; Μήπως καὶ τώρα δὲν ἀναδιωρίσατε γυμνασιάρχην ἐν Σύρῳ τὸν Φραγκίδην, ὑφ’ ὃν τὸ Γυμνάσιον ἐκεῖνο εἶχε περιέλθει εἰς παντελῆ παράλυσιν καὶ καθ’ οὗ ἔχετε νωπὴν τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν, τὴν βεβαιοῦσαν, ὅτι εἶχεν ἰδιαιτέρας παραδόσεις, ὅτι ηὐνόει τοὺς πλείονα δίδοντας αὐτῷ μαθητὰς, ὅτι προέδωκε μάλιστα ἐν καιρῷ ἐξετάσεων τὸ μυστικὸν τῆς ὑπηρεσίας, διότι, κατὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἔκθεσιν, εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ εὐνοουμένους μαθητὰς τὸ θέμα τῶν γραπτῶν ἐξετάσεων; Καὶ τολμᾶτε νὰ παρίστασθε ὡς κατήγοροί μου σεῖς, οἱ τοσαῦτα ὄργια διαπράξαντες καὶ νῦν ἔτι διαπράττοντες ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει! Ἀλλ’ ἰδοὺ, ὅτι ἐγὼ ἔδωκα ἤδη λόγον λεπτομερῆ διὰ τὰς γυμνασιακὰς μεταβολὰς, εἰς ἃς προέβην, οὐχὶ ἐν τῷ μέσῳ, ἀλλ’ ἐν τῷ τέλει τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ὁπότε δικαίωμα τῆς διακριτικῆς μου ἐξουσίας ἦτο ν’ ἀπολύσω, νὰ μεταθέσω καὶ διορίσω, χωρὶς νὰ ὀφείλω λόγον τινὰ περὶ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματός μου τούτου. Ἔδωκα λόγον, διότι πάσας τὰς μεταβολὰς ἐκείνας διακρίνει ἡ εὐθύτης καὶ ἀμεροληψία, ἡ μέριμνά μου περὶ βελτιώσεως τῆς γυμνασιακῆς παιδεύσεως. Παρ’ ὑμῶν δὲν ζητῶ ἐγὼ λόγον, δι’ ὅσας μεταβολὰς ἐκάμνετε ἄλλοτε καθ’ ἑκατοντάδας καὶ χιλιάδας ἐν τῷ τέλει τοῦ σχολικοῦ ἔτους· ἔχω ὅμως καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς τις τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν λόγον παρ’ ὑμῶν διὰ τὰς μεταβολὰς, ἃς ἀποτολμᾶτε καὶ νῦν, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, πληροῦντες δι’ αὐτῶν ἑκάστοτε ὁλοκλήρους σελίδας τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ τῆς μαθητιώσης νεολαίας, μόνον καὶ μόνον ὅπως κορέσητε τὰ ἄγρια φατριαστικά σας πάθη. Διατὶ διαπράττετε τὰ τοιαῦτα ἀνοσιουργήματα κατὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἀλλὰ τίνα λόγον νὰ δώσητε σεῖς, οἵτινες ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους καὶ πάντα ἄλλον κλάδον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἀναστατοῦτε διὰ παύσεων, διορισμῶν καὶ μεταθέσεων, ἀποπτύσαντες οὕτω πάντα χαλινὸν αἰδοῦς; Εἰς παραπλησίαν λεπτομερῆ δικαιολόγησιν, Κύριοι, ὀφείλω νὰ προβῶ νῦν καὶ ὡς πρὸς τὰς ἑλληνοδιδασκαλικὰς καὶ δημοδιδασκαλικὰς μεταβολάς.
§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκεῖ, ἀρκεῖ!
§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐπ’ αὐτῶν, Κύριοι, ἔχω νὰ ὑποβάλω λεπτομερῆ δικαιολογίαν, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν γυμνασιακῶν μεταβολῶν, ὅπως διασκεδάσω οὕτω πᾶσαν τυχὸν ἐναπολειφθεῖσαν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἐπονειδίστου ψεύδους, περὶ τῆς αἰσχρᾶς συκοφαντίας, καθ’ ἣν δῆθεν καὶ αὐτὰς οὐχὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πλάγιοι σκοποὶ ὑπηγόρευσαν εἰς ἐμέ.
§68ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι περιττόν.
§69ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ἐπιτρέψατέ μοι, ὡς πρὸς μίαν μόνην μεταβολὴν ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει, περὶ ἧς μακρὸς ἐγένετο λόγος ἐνταῦθα, νὰ εἴπω δύο λέξεις. Πρόκειται Κύριοι, περὶ τοῦ διδασκάλου τῶν τεχνικῶν μαθημάτων τοῦ ἐνταῦθα Διδασκαλείου, ὅστις τυγχάνει ἀδελφὸς τοῦ ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ. Κατὰ τὸν ὀργανικὸν νόμον τῶν Διδασκαλείων, οὗτος ὤφειλε νὰ διδάσκῃ ἐν ταὐτῷ μουσικὴν, καλλιγραφίαν καὶ γυμναστικήν. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν κεῖται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ’ ἔχει παιδαγωγικὸν λόγον, τὸ ἑνιαῖον τῆς διδασκαλίας τῶν τεχνικῶν μαθημάτων. Ἐν τούτοις ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος διδάσκαλος ἐδίδασκε μόνον τὰ δύο πρῶτα μαθήματα, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ τρίτον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὑπηρεσία μοὶ συνέστησεν, ὡς τὸν μόνον ἱκανὸν νὰ διδάξῃ καὶ τὰ τρία μαθήματα, τὸν κ. Λύδεκε, προετίμησα νὰ μεταθέσω τοῦτον ἐκ τοῦ Διδασκαλείου Κερκύρας, οὗ ἐλάχιστος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, εἰς τὸ Διδασκαλεῖον Ἀθηνῶν, ἔχον τοὺς πλείστους τῶν μαθητῶν, καὶ τὸν κ. Στάην νὰ μεταθέσω εἰς τὸ ἐν Τριπόλει Διδασκαλεῖον, τὸ δευτερεύουσαν ἐν τῷ Κράτει, καὶ κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν καὶ κατὰ τὴν σπουδαιότητα καθόλου, ἐπέχον θέσιν. Ἀλλ’ αὐτὸς, ἐξ ἀντιπαθείας πρὸς τὸν ἐκεῖ Διευθυντὴν, ἐχάλασε τὸν κόσμον, ἵνα μετατεθῇ εἰς Λάρισσαν, ὅπερ καὶ ἐγένετο ὑπ’ ἐμοῦ κατ’ ἐπιείκειαν. Καὶ διὰ τὴν ἐπιείκειαν ταύτην ἔπρεπε νὰ ἐκτεθῶ εἰς τὰς ὕβρεις τοῦ ἀδελφοῦ του, καὶ, τὸ χείριστον πάντων, νὰ παραστηθῶ ὡς ἐκδικούμενος τοῦτον, ὡς λαμβάνων δηλαδὴ ὑπ’ ὄψιν τὰς κωμικάς του ἐπιθέσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ! Κατὰ τὰ ἄλλα, Κύριοι, φειδόμενος τοῦ χρόνου καὶ τῆς ὑπομονῆς σας, παρέρχομαι τὰς περὶ ἑλληνοδιδασκαλικῶν καὶ δημοδιδασκαλικῶν μεταβολῶν λεπτομερείας, δι’ ἃς βεβαίως θὰ ἠναγκαζόμην ἐπὶ πολλὰς ἔτι ὥρας νὰ παρατείνω τὴν ἀγόρευσίν μου. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅμως, ὅτι καὶ εἰς τὰς μεταβολὰς ταύτας προέβην ἔχων ὑπ’ ὄψιν πρὸ παντὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, ὅπερ μοὶ ἐπέβαλλε νὰ ἐκκαθάρω τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος κλάδους ἐξ ὅλων τῶν ἀνικάνων καὶ ἀχρήστων στοιχείων, ἅτινα παρεισήγαγεν εἰς αὐτοὺς ὁ ἀχαλίνωτος φατριασμὸς, ἐν ταὐτῷ δὲ ν’ ἀπονείμω δικαιοσύνην εἰς ὅλα τὰ θύματα, τὰ ἀπολυθέντα παρ’ ἀξίαν ὑπὸ τῆς κομματικῆς ἐμπαθείας, ἢ ἐκσφενδονισθέντα ἐκ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο αἱ πλεῖσται τῶν μεταθέσεων ἐγένοντο τῇ αἰτήσει αὐτῶν τῶν μετατιθεμένων. Δὲν ἀξιῶ, Κύριοι, ὅτι εἶμαι ἀλάνθαστός τις. Πολὺ πιθανὸν νὰ ἐπλανήθην ἔν τισι τῶν γενομένων μεταβολῶν καὶ νὰ ἠδίκησά τινας δι’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, περὶ οὗ διαβεβαιῶ ὑμᾶς μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον, εἶναι ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐνήργησα, τὸ ἐνήργησα ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι οὕτως ἐξυπηρέτουν αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ συμφέροντος τούτου δὲν ἐρείσθην οὔτε τῶν ἐμῶν οὔτε τῶν τῶν φίλων μου κομματικῶν συμφερόντων. Ἀπόδειξις τρανὴ τούτου πρόκειται τοῖς πᾶσιν ἡ ἀναστάτωσις τῶν ἐνταῦθα πολιτικῶν φίλων τοῦ κ. Ράλλη, ἡ προκληθεῖσα ἐκ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ γενομένων διδασκαλικῶν μεταβολῶν, διότι δὲν ἐλήφθησαν κατ’ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀξιώσεις των. Τότε μάλιστα τὸ γελοιογραφικὸν φύλλον τοῦ κ. Τρικούπη, ἐκμεταλλευόμενον τὰς δυσαρεσκείας τῶν φίλων τοῦ κ. Ράλλη, ἔγραφεν ὅτι εἶχεν ἐπέλθει ῥῆξις μεταξὺ ἡμῶν, ἥτις θὰ ἐλάμβανε, τίς οἶδεν, ὁποίας διαστάσεις. Ἀλλὰ διεψεύσθη ἐν ταῖς προσδοκίαις αὑτοῦ, διότι πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν μὲ συνδέει ὄχι ταυτότης κομματικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ ταὐτότης φρονημάτων καὶ αἰσθημάτων, ἣν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαταράξωσί ποτε δυσαρέσκειαι, ἐκ τοιούτων λόγων προερχόμενοι, οἷοι οἱ ὑπαινιχθέντες. Εἶχον τὴν χρηστοήθειαν, Κύριοι, νὰ προσβάλωσι καὶ αὐτὸ τὸ κῦρος τῶν μεταθέσεων, τῶν γενομένων τῇ αἰτήσει τῶν μετατεθέντων, καὶ νὰ εἴπωσιν, ὅτι αὗται ἐγένοντο ἄνευ αἰτήσεως. Ἀλλὰ διὰ τὸ ψεῦδος τοῦτο τοὺς ἀπεστόμωσα ἤδη, ἐπιδείξας τὰς αἰτήσεις πάντων τῶν μετατεθέντων, ἐπὶ χαρτοσήμων ἢ χαρτοσημανθέντων τηλεγραφημάτων, καὶ ἐπικαλεσθεὶς τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ, εἰ καὶ παρῆλθον ἤδη τέσσαρες μῆνες, ἀφ’ οὗ χρόνου ἐκοινοποιήθησαν αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος μεταθέσεις, οὐχ ἧττον οὐδεὶς τῶν οὕτω μετατεθέντων παρεπονέθη ποτὲ διὰ τοῦτο. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τῳόντι αἰτήσεις, οἱ μετατεθέντες θὰ παρεπονοῦντο τοὐλάχιστον μετὰ τὴν παραίτησίν μου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ἐὰν δὲν εἶχον πρὶν τὸ θάῤῥος νὰ πράξωσι τοῦτο. Ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον εἶχον τὸ θάῤῥος, ἵνα παραπονεθῶσι κατὰ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ, ὅσοι μετετέθησαν ὑπ’ αὐτοῦ τῇ αἰτήσει των, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ὑποβάλει τοιαύτην, πῶς δὲν θὰ παρεπονοῦντο κατ’ ἐμοῦ νῦν, ὅτε δὲν εἶμαι πλέον Ὑπουργὸς, ἐὰν δὲν εἶχον τῳόντι ὑποβάλει αἰτήσεις περὶ μεταθέσεως; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς παρετήρησεν ἤδη πάνυ ὀρθῶς, ὅτι ἡ ὕπαρξις ἢ μὴ ὕπαρξις αἰτήσεων περὶ μεταθέσεων ἀφορᾷ κυρίως τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, ὅστις κατ’ ἐξοχὴν εὐθύνεται διὰ τοῦτο, ἐζήτησε δὲ νὰ προσαχθῶσι τὰ πρωτότυπα τῶν οἰκείων πράξεων. Δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀντὶ τούτων, μᾶς προσήγαγε τὰ σχέδια αὐτῶν, τὰ ἄνευ μονογραφῆς. Εὐτυχῶς ὅμως ἐγώ, οἱονεὶ προβλέπων ὁπόσον κακῆς πίστεως θὰ ἦσαν οἱ διάδοχοί μου, ἐφρόντισα ἐγκαίρως καὶ ἐφωδιάσθην δι’ ἀντιγράφων, φερόντων τὰς μονογραφὰς τῶν ἁρμοδίων. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, σᾶς ὑποβάλλω ὅλας τὰς πράξεις τῶν διδασκαλικῶν μεταβολῶν, φερούσας τὰς μονογραφὰς ὁλοκλήρου τοῦ Συμβουλίου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἀπαρτίζεται ἐκ τοῦ γενικοῦ γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου, ἐκ τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἑνὸς καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ κυρίου Πανταζίδου, τῶν πάντων ἀπολαυόντων τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπιστοσύνης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ διορισθέντων ἄλλοτε τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ. Ἐγὼ οὐδὲν τῶν μελῶν αὐτῶν ἀντικατέστησα, ἔχουσι δὲ πάντα προσυπογράψει εἰς τὰς διδασκαλικὰς μεταβολὰς, ἀναγνωρίσαντα ὁπόσον δίκαιαι ἦσαν, καὶ ὅτι εἰς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἀπέβλεπον αὗται. Δὲν εἶναι καὶ τοῦτο μία τρανὴ διάψευσις τῆς κακοβούλου συκοφαντίας, ἣν ἐξύφαναν κατ’ ἐμοῦ ἐπὶ ταῖς τοιαύταις μεταβολαῖς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἔντιμα ὄργανά του; Ὄχι, Κύριοι, οὐδεμία μετάθεσις τῇ αἰτήσει ἐγένετο ὑπ’ ἐμοῦ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ αἴτησις περὶ μεταθέσεως. Ἄν δ’ ἐλέχθη τοῦτο νῦν, ἐλέχθη ἐκ μοχθηρίας μόνον, ὅπως δηλαδὴ οἱ οὕτω μετατεθέντες ἐγείρωσι νῦν παράπονα κατόπιν ἑορτῆς καὶ ζητήσωσιν ἀποζημιώσεις δι’ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα. Ἄλλοτε τὸ Δημόσιον ἐπλήρονεν ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν διὰ τοιαῦτα ἔξοδα, ἐν καιρῷ γενικῶν μεταβολῶν, ἐνῷ ἐγὼ περιώρισα αὐτὰ μόλις εἰς 5–6 χιλιάδας δραχμῶν. Πάντας δηλ. τοὺς πρὸς τιμωρίαν μετατεθέντας ἀπέλυσα ἐκ τῆς προτέρας καὶ διώρισα εἰς τὴν νέαν θέσιν, οὐδένα δὲ μετέθεσα εὐμενῶς εἰς θέσιν, ἣν ἐπεδίωκε μόνος, ἄνευ αἰτήσεώς του. Οὕτως ἐπῆλθεν οἰκονομία μεγάλη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἥτις ὅμως χρησιμεύει πρὸς στιγματισμὸν τοῦ παρελθόντος τῶν νῦν κατηγόρων μου, οἵτινες διὰ τῶν ἀπείρων μεταθέσεων, τῶν γινομένων ὑπ’ αὐτῶν ὑπηρεσιακῶς, κατεσπατάλων τὸν δημόσιον πλοῦτον. Μήπως καὶ τώρα, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, ἐκσφενδονίζοντες ἑκάστοτε ὑπαλλήλους ἐκ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον τῆς Ἑλλάδος, δὲν κατασπαταλῶσι τὸν δημόσιον πλοῦτον, ἀναισθητοῦντες οὕτω πρὸς τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους καὶ ζητοῦντες νὰ μὴ ἐγκαταλίπωσι τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τῆς δολιότητος αὐτῆς; Καὶ αὐτοὶ ἔχουσι τὸ θράσος τώρα νὰ μὲ κατηγορήσωσι, διότι διὰ τῶν γενικῶν μεταβολῶν, εἰς ἃς ἐξ ἀνάγκης προέβην ἐγὼ κατὰ τὸ τέλος τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἀπέφυγα ἐκ παντὸς τρόπου τὴν διὰ τῶν ὑπηρεσιακῶν μεταθέσεων διασπάθησιν χιλιάδων δραχμῶν! Δύναταί ποτε νὰ ὑπάρξῃ μείζων ταύτης ἰταμότης; Ἰσχυρίσθησαν, Κύριοι, ὅτι αἱ ὑπ’ ἐμοῦ γενόμεναι μεταβολαὶ ἀνῆλθον εἰς 4505,—οὔτε 4504, οὔτε 4506. Ἀλλὰ τίς θὰ εἶχέ ποτε τὴν ὑπομονὴν νὰ φυλλομετρήσῃ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐξελέγξῃ τὴν ἀνακρίβειαν τοῦ ἀριθμοῦ τούτου; Ὁ ἰσχυρισμός των ὑπενθυμίζει τὸν ἀγύρτην ἐκεῖνον, ὅστις φορτώσας ποτὲ ἐπὶ ἁμαξίων πολλῶν ὅλα τὰ σχοινία, ἅτινα εὗρεν ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἐπεδείκνυε ταῦτα ὡς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἐξακριβωθὲν μέτρον τῆς ἀποστάσεως τῆς Σελήνης ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ προεκάλει πάντ’ ἀμφιβάλλοντα νὰ μετρήσῃ τὴν ἀπόστασιν ταύτην, καὶ ἂν εὕρισκεν αὐτὴν μίαν σπιθαμὴν μακροτέραν ἢ βραχυτέραν τοῦ μέτρου τῶν σχοινίων του, ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτοῦ καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν του. Καὶ οἱ κατήγοροί μου ἀνέφερον ἕνα ἀριθμὸν ἐκ 4505, ἐν τῇ βεβαιότητι ὅτι οὐδεὶς θ’ ἀπεφάσιζέ ποτε νὰ ἐξελέγξῃ τὴν ἀκρίβειάν του. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀποδέχομαι πρὸς στιγμὴν ὡς ἀκριβῆ τὸν ἀριθμόν των καὶ οὕτως ὅμως πόσαι εἶναι αἱ πραγματικαὶ μεταβολαί; Εἰς αὐτὰς καταλέγουσι τοὺς χάριν οἰκονομίας ἀπολυθέντας καὶ μὴ ἀναδιορισθέντας πλέον 78 βοηθοὺς ἑλληνικῶν σχολείων· ἀλλ’ αἱ ἀπολύσεις αὗται πρέπει, νομίζω, νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὸ ἐνεργητικόν μου. Τοῦτ’ αὐτὸ πρέπει νὰ ῥηθῇ καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐπίσης χάριν οἰκονομίας, ἀρχομένου τοῦ Ἰουνίου μηνὸς, ἀπολυθέντας 706 γραμματοδιδασκάλους, καὶ ὡς πρὸς τοὺς 144 ἐξ αὐτῶν, τοὺς ἀναδιορισθέντας, ὅπου παρίστατο ἀπόλυτος ἀνάγκη αὐτῶν, κατὰ Ὀκτώβριον μῆνα. Ἐὰν εἰς ταύτας τὰς μεταβολὰς προσθέσωμεν καὶ τὰς ἀπολύσεις τοῦ ὑπηρετικοῦ καὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, ὡς τῶν ἐπιστατῶν, ὑπηρετῶν, ἐπόπτου καὶ προγυμναστῶν τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων, γυμναστῶν, καλλιγράφων καὶ ἰχνογράφων, κατὰ Ἰούνιον μῆνα, καὶ τοὺς ἀναδιορισμοὺς τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων ἐξ αὐτῶν, κατὰ Σεπτέμβριον μῆνα, ἔχομεν ἐν συνόλῳ ὡς 1000 μεταβολὰς, ἐπιβεβλημένας ἐκ λόγων οἰκονομίας, αἵτινες πᾶσαι βεβαίως πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ ἐνεργητικῷ μου. Τούτων ἀφαιρουμένων, ὑπολείπονται 3405 μεταβολαί. Τὰς ἀπολύσεις ὑπολογίζουσιν εἰς 2110, τοὺς δὲ διορισμοὺς εἰς 1512. Ἀλλ’ ἐκ τῶν τελευταίων πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τοὺς ἤδη ὑπολογισθέντας ἀναδιορισμοὺς τῶν γραμματοδιδασκάλων καὶ τοῦ ὑπηρετικοῦ καὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, ἀνερχομένους εἰς 250 περίπου, μεθ’ ὃ θὰ ἴδωμεν, ὅτι ὑπολείπονται 1262. Ἐκ τούτων περὶ τοὺς 1000 εἶναι ἀναδιορισμοὶ, ἤτοι κυρίως εἰπεῖν μεταθέσεις, ἃς ὅπως ἀποφύγω ἐγὼ καὶ ἐξοικονομήσω τὰ δι’ αὐτὰς ἀπαιτούμενα ὁδοιπορικὰ ἔξοδα, ἠκολούθησα τὴν μέθοδον τῆς ἀπολύσεως καὶ τοῦ ἀναδιορισμοῦ. Οὕτως ὅμως ἐγένοντο κατὰ τὸ φαινόμενον διπλαῖ μεταβολαὶ, αἵτινες ἁπλοποιούμεναι, κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὰς ἄλλοτε γινομένας ὑπηρεσιακὰς μεταθέσεις μὲ ἐπιβάρυνσιν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀποδίδουσι τὸν ἥμισυν ἀριθμὸν, ἤτοι ἀντὶ τῶν 2200 ἔχομεν μόνον 1100 μεταβολάς. Δέον ἄρα νὰ ἐκπέσωμεν τὰς ἑτέρας 1100 ἐκ τῶν 3405, οὕτω δὲ θὰ ἴδωμεν ταύτας περιοριζομένας εἰς 2305. Ἐκ τούτων 671 εἶναι μεταθέσεις τῇ αἰτήσει τῶν μετατεθέντων, ἤτοι ἀπονομὴ δικαιοσύνης πρὸς τόσους καθηγητὰς καὶ διδασκάλους, ἐκτοπισθέντας ἀδίκως ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ κρατοῦντος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν φατριασμοῦ, 534 εἶναι ἀναδιορισμοὶ ἀρχαίων δοκίμων καθηγητῶν καὶ διδασκάλων, τοὺς ὁποίους ὁ αὐτὸς ἀχαλίνωτος φατριασμὸς εἶχε ῥίψει εἰς τοὺς δρόμους, πρὸς ζημίαν ἀνυπολόγιστον τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ διορισμοὶ νέων διδακτόρων καὶ πτυχιούχων ἑλληνοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκάλων, δι’ ὧν ἠθέλησα νὰ ἐγχύσω νέον αἷμα εἰς τὴν φθισιῶσαν ἡμῶν ἐκπαίδευσιν, καὶ μόλις 1100 ὑπηρεσιακαὶ μεταθέσεις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκ παντὸς τρόπου προσεπάθησαν ν’ ἀποκρύψωσιν οἱ κατήγοροί μου, εἶναι αἱ μεγάλαι οἰκονομίαι, αἱ ἐπελθοῦσαι ἐκ τῶν ἀνωτέρω μεταβολῶν, αἵτινες ὁμοῦ μετὰ τῆς ἐκ καταργήσεων πολλῶν ἑλληνικῶν σχολείων προκυψάσης οἰκονομίας ὑπερβαίνουσι τὰς 600 χιλιάδας δραχμῶν ἐν συνόλῳ. Αὐτοὶ οὐ μόνον τὰς οἰκονομίας ταύτας δὲν ἔκαμνον, ἀλλὰ καὶ ἐδημιούργουν διὰ τῶν ἁδρῶν ὑπηρεσιακῶν μεταθέσεων ἀναπληρωτικὰς δαπάνας ἐξ ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν, ἄνευ λόγου τινὸς ἀποχρῶντος, μόνον καὶ μόνον ὅπως κορέσωσι τὰ ἄγριά των πάθη. Δὲν κινοῦσι λοιπὸν αὐτοὶ τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν βδελυγμίαν παντὸς τιμίου ἀνθρώπου διὰ τῶν νῦν ἐπιθέσεών των, δι’ ὧν οὐδὲν ἄλλο ἐκδηλοῦσιν ἢ τὸν ἄσβεστον αὑτῶν φθόνον κατ’ ἐκείνου, ὅστις, ὑπεράνω παντὸς ἄλλου συμφέροντος τιθέμενος τὸ συμφέρον τῆς παιδείας καὶ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου, δι’ ὅλων τῶν ὑπ’ αὐτοῦ γενομένων μεταβολῶν ἐπεδίωξεν ἔνθεν μὲν τὴν ἀπολύμανσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ τῶν δηλητηριωδῶν ἀναθυμιάσεων τοῦ φατριασμοῦ των, ἔνθεν δὲ πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὕτω δὲ πολιτευθεὶς, ἀπέδειξεν ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐν Ἑλλάδι τιμιωτέρα καὶ χρηστοτέρα διοίκησις τῆς ἰδικῆς των; Τὸ ἀστεῖον ὅμως εἶναι, ὅτι τὰς τρικουπικὰς ἐπιθέσεις, ὡς πρὸς τὰς δημοδιδασκαλικὰς ἰδίᾳ μεταβολὰς, ἐπανέλαβον ἐν τῷ τύπῳ, ὡς κύμβαλα ἀλαλάζοντα, καὶ τὰ ὄργανα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ. Ἔγραψαν καὶ αὐτὰ περὶ ὀργίων, τελεσθέντων δῆθεν ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει, κατ’ εἰσήγησιν πάντως ἐκείνου, ὑφ’ ὃν πᾶσα ἀσχημία συνετελέσθη ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει ταύτῃ. Καὶ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης τὰ ἐν ἔτει 1890–1891 διαπραχθέντα ὑπ’ αὐτὸν αἴσχη, καθ’ ἃ, πρὸς καταδολίευσιν τοῦ περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν, παύσεως καὶ μεταθέσεως τῶν δημοδιδασκάλων ἀμφοτέρων τῶν φύλων ΑΦΝΗʹ νόμου, εἶχον ἐπινοηθῆ στερεότυποι ἐκθέσεις, ἀποστελλόμεναι πρὸς ἀσυνειδήτους ἐπιθεωρητὰς, οἵτινες ἄνευ ἐπιθεωρήσεώς τινος προσέθετον εἰς αὐτὰς τὰ ὀνόματα τῶν ἀτυχῶν θυμάτων, ἅτινα οὕτως ἀπελύοντο ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους. Ἐλησμόνησεν ὅτι αὐτὸς εἶχε διαιρέσει τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους εἰς εὐνοουμένας καὶ μὴ εὐνοουμένας, καὶ ἐκείνας μὲν εἶχεν ὑπερπληρώσει σχολείων καὶ δημοδιδασκάλων, ταύτας δὲ εἶχεν ἐρημώσει ἐξ αὐτῶν. Ἐλησμόνησεν ὅτι ὑπ’ αὐτὸν, ἐνῷ ὁ νομὸς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἠρίθμει 336 δημοδιδασκάλους ἑκατέρου φύλου, ὁ τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος 234 καὶ ὁ τῆς Ἀρκαδίας 208, ὁ τῆς Μεσσηνίας εἶχε μόνον 152, ὁ τῆς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος 141, ὁ τῆς Λακωνίας 116, ὁ τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας 92 καὶ ὁ τῶν Τρικκάλων μόλις 53. Ἐλησμόνησεν ὅτι αὐτὸς εἶχεν ἀφήσει 507 δημοτικὰ σχολεῖα τοῦ Κράτους ἄνευ διδασκάλων, ὅπως πληρώσῃ ἄλλα δι’ ὑπεραρίθμων τοιούτων. Καὶ ἔσχε τὴν τόλμην τώρα ὁ κ. Δηλιγιάννης, αὐτὸς, ὑφ’ ὃν ἐγένετο ὑπέρβασις τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τριακοσίας περίπου χιλιάδας δραχμῶν, ἵνα κατακρίνῃ ἐμὲ, ὅστις ἔκαμα τόσας οἰκονομίας ἐν τῷ κλάδῳ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως! Ἔσχε τὴν τόλμην αὐτὸς, ὅστις τοὺς δημοδιδασκάλους ἑκατέρου φύλου ἐν μόναις Ἀθήναις καὶ τοῖς περιχώροις αὐτῶν ἐξ 91, ὅσοι ἦσαν πρὸ τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890, τοὺς ἀνεβίβασεν εἰς 149, ἵνα κατακρίνῃ ἐμὲ, ὅστις, καίτοι ἔκτοτε αὐξηθέντα τὰ σχολεῖα τῶν μὲν ἀῤῥένων κατὰ τρία, τῶν δὲ θηλέων κατὰ δύο, οὐδὲν ἧττον ἄφησα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μόλις 108 διδασκάλους καὶ διδασκαλίσσας! Ἀλλὰ τὸ ἀστειότατον πάντων εἶναι, ὅτι εἰς τὴν κατ’ ἐμοῦ συναυλίαν τῶν κ. κ. Τρικούπη καὶ Δηλιγιάννη ἐπῆλθεν ἐπίκουρος καὶ ὁ κλεινὸς Πὶτ, αὐτὸς, ὅστις ἄνευ κομματικῶν ὑποχρεώσεων ἀνεστάτωσε τὸν κλάδον τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους, αὐτὸς, ὅστις χάριν τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου ὑποψηφίου του ηὔξησε τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη καταλειφθεῖσαν αὐτῷ κληρονομίαν τῶν 149 δημοδιδασκάλων τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν περιχώρων, ἐν ταῖς παραμοναῖς τῶν ἐκλογῶν τῆς 3 Μαΐου, κατὰ 24 ἔτι, τὸ πλεῖστον διδασκαλίσσας! Τί θὰ ἔκαμνεν ὁ γεννάδας, ἐὰν εἶχε καὶ ἄλλους ὑποψηφίους Βουλευτάς! Πλὴν περὶ τῶν ἀνθρώπων τῆς 18 Φεβρουαρίου καὶ ὁ λόγος οὗτος εἶναι πολύς. Ἐξῆλθον ἐκ τῆς ἀφανείας πρὸς καιρὸν, ὅπως ἐπανέλθωσι καὶ ταφῶσιν ὑπ’ αὐτὴν διὰ πάντα. Γαίαν ἔχοιεν ἐλαφράν! (ἱλαρότης). Ἀλλὰ δὲν ἐπεδίωξα, Κύριοι, μόνον τὴν ἀπολύμανσιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐκ τοῦ φατριασμοῦ, τοῦ τέως κρατήσαντος ἐν αὐτῇ. Καὶ εἰς ἄλλα μέτρα διοικητικὰ προέβην, καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν παρεσκεύασα πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς. Ἀληθὴς φαγέδαινα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἦσαν οἱ δίκην ῥουσφετίων διοριζόμενοι κατ’ ἔτος βοηθοὶ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων. Τίνες οὗτοι; ἁπλοῖ φοιτηταὶ τῶν διαφόρων Σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ αὐτῆς τῆς Νομικῆς καὶ αὐτῆς τῆς Ἰατρικῆς. Αὐτοὶ δὲ, χωρὶς νὰ ὦσι τὸ παράπαν παρεσκευασμένοι διὰ τὸ διδασκαλικὸν στάδιον, χωρὶς νὰ ὑποστῶσιν οἱανδήποτε δοκιμασίαν πρὸς τοῦτο, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἔννοιάν τινα τοῦ σχολείου, διωρίζοντο διδάσκαλοι, μόνον καὶ μόνον ὅπως μισθοδοτῶνται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀδιάφορον ἐὰν οὕτως ἑκατοντάδες πολλαὶ ἑλληνοπαίδων ἀπετυφλοῦντο ὑπ’ αὐτῶν κατ’ ἔτος, καὶ προήγοντο εἰς ἀνωτέρας τάξεις ἄνευ τῶν ἀπαιτουμένων γνώσεων, καὶ ἐχώλαινον οὕτω καθ’ ὅλην τὴν μετὰ ταῦτα παίδευσίν των. Ἀπέλυσα λοιπὸν πάντας τοὺς βοηθοὺς τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, καὶ, ὅπως μὴ παραστῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἀνάγκη τοῦ ἀναδιορισμοῦ αὐτῶν, κατήργησα πολλὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἔχοντα ἀριθμὸν μαθητῶν κατώτερον τῶν 19. Διὰ τὰ ὑπολειπόμενα ἑλληνικὰ σχολεῖα ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνεγνωρισμένων ἑλληνοδιδασκάλων.
§70ΖΩΤΟΣ. Καὶ τώρα δὲν ἀρκοῦσιν οἱ ἑλληνοδιδάσκαλοι.
§71ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀρκοῦσι, διότι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐγκαθιδρύθη αὖθις ὁ φατριασμός ὑπὸ τὴν ἀπαισιωτέραν μορφήν του. Ἀφ’ ἧς δηλαδὴ ἡμέρας ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ κύριος Τρικούπης, καθ’ ἑκάστην σχεδὸν δημοσιεύονται ἀπολύσεις ἑλληνοδιδασκάλων, κατὰ τὰ ἄλλα ἀρίστων, στερουμένων δὲ μόνον τοῦ προσόντος τοῦ νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὴν φατρίαν. Μήπως δὲν ἀπελύθησαν κατ’ αὐτὰς ὁ σχολάρχης Δαδίου κ. Δημ. Οἰκονόμου καὶ οἱ ἑλληνοδιδάσκαλοι Λ. Ἀθανασόπουλος, Σπύρ. Τράκας καὶ Κ. Γεωργιάδης, διακρινόμενοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὡς δύνανται νὰ μαρτυρήσωσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ξηροχωρίου Βουλευτής, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῶν ὁποίων οἱ ἀπολυθέντες εἶχον προϋπηρετήσει καὶ εἶχον ἀφήσει τὰς ἀρίστας ἀναμνήσεις; Καὶ ὅμως ἀπελύθησαν καὶ οἱ τέσσαρες, οἱ μὲν τρεῖς πρῶτοι διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι ἦσαν συγγενεῖς μου, ὁ δὲ τελευταῖος, διότι ἔχει συγγενεῖς ἐν Λοκρίδι πολιτικούς μου φίλους, ὡς τοιοῦτοι δ’ ἔπρεπε νὰ πέσωσι θύματα πάντες τοῦ ἀσβέστου κατ’ ἐμοῦ πάθους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ πάντες οἱ ἄλλοι διὰ παρεμφερεῖς λόγους ἀπολύονται ἀσυνειδήτως ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους; καὶ οὕτω μένουσιν οἱ δυστυχεῖς μαθηταί, μὲ ὅλα τὰ βαρέα ἐκπαιδευτικὰ τέλη, ἅτινα ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἄνευ διδασκαλίων. Ἰδοὺ διατί, κ. Βουλευτὰ ἐξ Εὐρυτανίας, καὶ τώρα δὲν ἀρκοῦσιν οἱ ἑλληνοδιδάσκαλοι. Ἀλλὰ μὲ κατηγόρησαν, Κύριοι, ὅτι φατριαστικῶς προέβην εἰς τὰς καταργήσεις τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ὅτι δηλαδὴ, ἐνῷ κατήργησα πολλὰ τοιαῦτα, ἔχοντα πλέον τῶν 18 μαθητῶν, διετήρησα ἄλλα, ἔχοντα πολὺ ὀλιγωτέρους τούτων.
§72ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἀκριβῶς σᾶς ἐπῄνεσα διὰ τὴν κατάργησιν, καὶ εἶπον ὅτι πράγματι οὐδὲν σχολεῖον, ἔχον μαθητὰς κάτω τῶν 19, διετηρήθη, καὶ εἶπον ὅτι τὰ διατηρηθέντα ἔχοντα ἀριθμὸν κάτω τῶν 19, διατηροῦνται ἐξ ἰδιαιτέρων πόρων’ ἀλλὰ τὰ ἐλησμονήσατε, διότι εἴχετε ταραχθῇ τόσον πολύ!
§73ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὥστε ἔκτοτε, ὡς βλέπετε, δὲν δύναμαι νὰ συνέλθω, ἀλλ’ ἐξακολουθῶ εὑρισκόμενος ἐν διηνεκεῖ νευρικῇ ταραχῇ! Πλὴν σεῖς βεβαίως δὲν ἠδύνασθε ἢ νὰ ὁμολογήσητε τοῦτο, ἀφοῦ εἴχετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπίσημον κατάστασιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλήν, κατ’ αἴτησίν μου, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· ὑπῆρξαν ὅμως ἄλλοι πρὸ ὑμῶν, οἵτινες εἶχον τὴν χρηστότητα, ἐκ τῶν ἰδίων κρίνοντες τὰ ἀλλότρια, νὰ μοὶ ἐπιῤῥίψωσιν, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως ἐκείνης ἐζήτησα νὰ ἐνισχυθῶ κομματικῶς, καθ’ ὃν χρόνον σὺν τοῖς ἄλλοις κατήργουν καὶ τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον Βελίτσης τοῦ δήμου Τιθορέας, ὅστις μὲ τιμᾷ συνήθως διὰ τῶν δύο τρίτων τῶν ψήφων του.
§74ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατηργήσατε καὶ τὸ τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, τῶν Σουδενῶν.
§75ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα· καὶ οὕτω πως, Κύριοι, ἠθέλησα νὰ ἐξυπηρετήσω καὶ τὰ ἰδικά μου καὶ τὰ τοῦ θείου μου καὶ τόσων ἄλλων φίλων μου τὰ πολιτικὰ συμφέροντα! Ἄνθρωποι, οὐδέποτε ἀνυψωθέντες ὑπεράνω τῆς πνιγηρᾶς ἀτμοσφαίρας τῶν φατριαστικῶν συμφερόντων, ἄνθρωποι θυσιάσαντες πολλάκις καὶ τὰ τιμαλφέστατα τῶν κοινῇ συμφερόντων εἰς τὸν ἐγωϊσμὸν καὶ τὴν ἰδιοτέλειαν, βεβαίως δὲν ἠδύναντο νὰ ἐννοήσωσι, πῶς ἐγὼ προέβην εἰς τὴν κατάργησιν πολλῶν δεκάδων ἑλληνικῶν σχολείων, χωρὶς νὰ κερδοσκοπήσω πολιτικῶς. Ἡ ἐμπάθεια ὅμως ἐξώθησέ τινας εἰς τοσαύτην ἀποτύφλωσιν, ὥστε νὰ γράψωσιν, ὅτι ἡ τοιαύτη κατάργησις ἦτο τυπικὴ ὅλως καὶ ἐγένετο μόνον πρὸς τὸ θεαθῆναι, καθόσον τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος σχολεῖα ἀπὸ πολλοῦ δὲν ἐλειτούργουν. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι τόσον ἀνόητον ψεῦδος δὲν ἀνέγραψεν οὐδ’ αὐτὸ τὸ γελοιογραφικὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ φύλλον. Μόνον τὸ ἀπογευματινὸν φύλλον, τὸ ἀπόζον πάντοτε ἀπογευματινῆς κατανύξεως, ἠδύνατο νὰ γράψῃ καὶ αὐτό, ὡς τόσα ἄλλα μωρὰ ψεύδη. Ἡ ἐπακολουθήσασα ὅμως τότε ἀπόλυσις τοῦ προσωπικοῦ τῶν καταργηθέντων σχολείων ἀπέδειξεν ἡλίου φαεινότερον, ὅτι πάντα ταῦτα μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐλειτούργουν, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἠρίθμουν αὐτὰ 5, 7, 10, 12, οὐδὲν δὲ ὑπὲρ τοὺς 18 μαθητάς. Πολὺς θόρυβος ἠγέρθη, Κύριοι, διὰ τὸ περὶ ἐξετάσεων διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου 1892. Ἐπὶ τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἐφαρμογῇ, τῇ γενομένῃ ἐμοῦ ὑπουργοῦντος, εἶχον ἀναστατωθῆ οἱ πλεῖστοι τῶν μαθητῶν, τῶν γονέων καὶ κηδεμόνων. Δὲν ὑπῆρξε σχεδὸν πόλις καὶ κωμόπολις ἐν τῷ Κράτει μὲ Γυμνάσιον ἢ ἑλληνικὸν σχολεῖον, χωρὶς νὰ μοὶ ὑποβληθῶσι παράπονα ἐξ αὐτῆς κατὰ τῶν καθηγητῶν καὶ διδασκάλων. Πολλαχοῦ εἶχεν ἐγερθῆ μεγάλη καταφορὰ κατ’ αὐτῶν, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ διατάγματος, ὅπερ πολλοὶ ἐνόουν νὰ ἐφαρμόσωσι κατὰ γράμμα. Τὸ περὶ οὗ λόγος ἄρθρον ἔχει ὡς ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ μαθητής, ὁ μὴ κριθεὶς ἄξιος ἐν τῇ γραπτῇ ἐξετάσει τῆς μὲν Ἑλληνικῆς γλώσσης τοῦ βαθμοῦ καλῶς, τῆς δὲ Λατινικῆς, ἢ τῶν Μαθηματικῶν, ἢ δύο τῶν ἄλλων μαθημάτων, τοῦ σχεδὸν καλῶς, δὲν γίνεται δεκτὸς εἰς προφορικὴν ἐξέτασιν, καὶ ὀφείλει νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ μαθήματα ἐν τῇ αὐτῇ τάξει.» Πληροφορηθεὶς λοιπὸν, ὅτι πολλαχοῦ ἐφηρμόσθη κατὰ γράμμα τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι δὲ πολλοὶ μαθηταὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἀπεῤῥίπτοντο, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γραπτῆς ἐξετάσεως ἐν ἑνὶ τῶν πρωτευόντων ἢ ἐν δυσὶ τῶν δευτερευόντων μαθημάτων, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐτησία αὐτῶν ἐπίδοσις, ἔγνων ν’ ἀπευθύνω τηλεγραφικῶς ἐγκύκλιον, ἑρμηνευτικὴν τοῦ ἄρθρου, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καταγγέλλεται ἡμῖν, ὅτι καθηγηταί τινες καὶ διδάσκαλοι ἐν τῇ βαθμολογίᾳ τῶν ἐξεταζομένων μαθητῶν κρίνουσι μόνον τὰ γραπτὰ αὐτῶν, κατὰ τὴν 15 διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος διατάγματος, χωρὶς νὰ συνυπολογίζωσι καὶ τὴν ἐτησίαν αὐτῶν ἐπίδοσιν. Ἐπειδὴ τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως, παραγγέλλομεν, ἵνα ὡς τάχιστα ἐπανορθωθῇ τὸ ἀδίκημα τοῦτο, ἂν παρ’ ὑμῖν τυχὸν ἐγένετο.» Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη, Κύριοι, ἐχαρακτηρίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς ἀντισυνταγματική, ὡς ἀντιστρατευομένη πρὸς ἕνα νόμον, διότι ἰσχὺς νόμου ἀπεδόθη εἰς τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ὡς παράλογος καὶ στρεβλή, καὶ μικροῦ δεῖν ὑπεβλήθη κατ’ ἐμοῦ κατηγορητήριον διὰ τὴν τοιαύτην αὐθαίρετον πρᾶξιν, ἣν μάλιστα εὗρον χείρονα καὶ αὐτῆς τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποτολμηθείσης ἀθετήσεως τοῦ ͵ΒΡΙΕʹ νόμου διὰ τῆς περιβοήτου ἐγκυκλίου τῆς 1 Νοεμβρίου! Ἀλλ’ ἦτο αὐτὴ τῷ ὄντι τόσον παράλογος καὶ ἐπιβλαβής, τόσον ἀντισυνταγματική, ὡς παρεστάθη πρὸς ὑμᾶς; Παράλογος καὶ στρεβλὴ ἦτο ἡ ἐναντία ἑρμηνεία, ἣν ἀπέδωκαν εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρον πολλοὶ τῶν καθηγητῶν καὶ διδασκάλων, ὡς μὴ ὤφελεν, εὑρέθη δὲ πρόθυμος νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτής. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην ἠδύνατο ν’ ἀποῤῥιφθῇ εἷς μαθητὴς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γραπτῆς ἐξετάσεως ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς, ἢ ἐν τοῖς Λατινικοῖς, ἢ ἐν τοῖς Μαθηματικοῖς, ἢ ἐν δυσὶ τῶν ἄλλων μαθημάτων, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον ἡ ἐν τοῖς λοιποῖς μαθήμασιν ἐπιτυχία αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδὲ ἡ ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ μαθήματι, καθ’ ὃ θ’ ἀπετύγχανεν ἐν τῇ γραπτῇ ἐξετάσει, ἐτησία ἐπίδοσις. Ποία θὰ ἦτο ἡ συνέπεια τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας; Ὁ ἄριστος καθ’ ὅλον τὸ ἔτος μαθητὴς ἐν πᾶσι τοῖς ἄλλοις μαθήμασι καὶ ἐν αὐτῷ τῷ μαθήματι, ἐν ᾧ θὰ ὑφίστατο τὴν γραπτὴν ἐξέτασιν, ἐὰν εἶχε τὸ ἀτύχημα ἐκ συστολῆς ἢ συγχύσεως νὰ ὑποπέσῃ κατ’ αὐτὴν εἰς λάθη, θ’ ἀπεκλείετο τῆς περαιτέρω ἐξετάσεως καὶ θὰ ἔμενεν ἓν ἔτι ἔτος ἐν τῇ αὐτῇ τάξει· ἐνῷ τοὐναντίον δὲν θ’ ἀπεκλείετο αὐτῆς ὁ κάκιστος τῶν μαθητῶν καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς μαθήμασι καὶ ἐν ἐκείνῳ, ἐν ᾧ θὰ ὑφίστατο τὴν γραπτήν ἐξέτασιν, ἐὰν κατ’ αὐτήν τυχαίως ἔγραφε καλῶς, ἢ ἀντέγραφεν, ὡς πολλάκις συμβαίνει, ἐκ τῶν γραπτῶν τοῦ παρακαθημένου καλοῦ μαθητοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ νῦν, δύνασθε νὰ φαντασθῆτε παραλογωτέραν καὶ ἐπιβλαβεστέραν ταύτης ἑρμηνείαν; Δὲν νομίζετε καὶ σεῖς ὅτι μόνον εἷς purus mathematicus, ὡς ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι Ῥωμαῖοι, ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην ἑρμηνείαν, ὡς λογικὴν καὶ ὀρθήν; Δὲν νομίζετε, ὅτι εἰς μόνην τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ χωρέσῃ, ὅτι δέον αἱ γραπταὶ ἐξετάσεις νὰ κρίνωνται ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἐτησίαν ἐπίδοσιν ἑνὸς μαθητοῦ, λαμβανομένης δηλαδὴ ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος βαθμολογήσεως αὐτοῦ, καὶ ὅτι αὕτη εἶναι ἡ μόνη λογική, ὀρθὴ καὶ δικαία ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου, ἣν ἔδωκα καὶ ἐγὼ διὰ τῆς τηλεγραφικῆς ἐγκυκλίου μου; Ποῦ δὲ ἴχνος ἀντισυνταγματικότητος ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐγκυκλίῳ μου; Δὲν νομίζετε ὅτι μόνον εἷς purus mathematicus, ὡς αὐτὸς, ἠδύνατο νὰ ὑποπέσῃ καὶ εἰς τοιαύτην σύγχυσιν καὶ ν’ ἀποδώσῃ νομοθετικὴν ἰσχὺν εἰς ἁπλοῦν διάταγμα, ὅπερ δὲν φέρει κἂν νομοτελεστικὸν χαρακτῆρα; Καὶ πρόκειται, Κύριοι, περὶ διατάγματος ἁπλοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει μὲν πολλὰ τὰ ὀρθά, ἀλλ’ ἔν τισιν ἀντίκειται πρὸς σαφεῖς διατάξεις ἑτέρου διατάγματος, τοῦ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836, ὅπερ εἶναι ὁ ὀργανικὸς νόμος τῆς μέσης παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδεύσεως. Ἐπὶ παραδείγματι, τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος 15 ἄρθρον ἀντίκειται πρὸς τὸ ἄρθρον 89, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ ἄρθρα 24–27 τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τοῦ 1836, καθ’ ἃ αἱ ἐξετάσεις γίνονται δημοσίᾳ, καὶ δὴ «ἐνώπιον τοῦ σχολάρχου (ἢ γυμνασιάρχου), τοῦ ἀνήκοντος διδασκάλου (ἢ καθηγητοῦ) καὶ τῶν ἐπὶ τούτῳ προσκεκλημένων μελῶν τῆς ἐφορείας», καὶ «ὁ προβιβασμὸς εἰς ἀνωτέρας τάξεις προσδιορίζεται κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεων»—καὶ οὐχὶ κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς γραπτῆς ἐξετάσεως ἐν τούτῳ ἢ ἐν ἐκείνῳ τῷ μαθήματι. Ἑτέρα διάταξις, ἡ τοῦ 21 ἄρθρου τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου 1892, καθ’ ἣν ἡ «ἀποβολὴ ἀπὸ πάντων τῶν δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων» ἐπιβάλλεται «ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου κατὰ πρότασιν τοῦ συλλόγου», ἀντίκειται ἐπίσης πρὸς τὰς σαφεῖς διατάξεις τῶν ἄρθρων 55 καὶ 56 τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τοῦ 1836, καθ’ ἃς «ἀποκλεισμὸς ἀφ’ ὅλα τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα δύναται νὰ ἐπιβληθῇ... κατ’ ἀπόφασιν ὅλων τῶν διδασκάλων καὶ τῆς ἐφορείας ὁμοῦ»· ἀλλ’ εἰς τοὺς κηδεμόνας παρέχεται «τὸ δικαίωμα ν’ ἀποτείνωνται εἰς τὴν ἐφορείαν, ζητοῦντες ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, ὁσάκις νομίζουν ὅτι ἔγεινεν ἀδικία εἰς τὸν ἀποβληθέντα», καὶ «κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἐπιτρέπεται ἔκκλησις εἰς τὴν Γραμματείαν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐκεῖθεν δὲ οὐδεμία». Ταῦτα ἔχων ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν, προσεκάλεσα τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἵνα γνωματεύσῃ ἐπὶ τῶν ἑξῆς ζητημάτων: αʹ) ἐὰν πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ διατάγματος τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836 φέρωσι νομοθετικὸν χαρακτῆρα, καὶ βʹ) ἐν περιπτώσει καταφατικῆς ἀπαντήσεως εἰς τοῦτο, ἐὰν αἱ διατάξεις τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου 1892, αἱ ἀντικείμεναι πρὸς διατάξεις αὐτοῦ, ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἰσχύν. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, διὰ τριῶν κατὰ μιᾶς ψήφου, ἀπεφάνθη, ὅτι πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ διατάγματος τοῦ 1836 κέκτηνται κῦρος νομοθετικόν, παμψηρεὶ δ’ ἐγνωμάτευσεν, ὅτι ἰδίᾳ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου, ὡς ἀντικείμενον πρὸς σαφεῖς διατάξεις ἐκείνου, εἶναι ἄκυρον ὅλως. Δυστυχῶς ἡ τοιαύτη γνωμοδότησις συνετάγη τῇ 15 Σεπτεμβρίου, ἕως οὗ δὲ λάβω αὐτὴν καὶ συντάξω διάταγμα, μεταῤῥυθμίζον τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου, ἕως οὗ μοὶ ἐπιστραφῇ αὐτὸ κεκυρωμένον ὑπὸ τοῦ Στέμματος, εἶχε παρέλθει ἤδη σχεδὸν ὁλόκληρος ὁ Σεπτέμβριος μήν. Πρὸ τῆς δημοσιεύσεως καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νέου διατάγματος συνεκάλεσα εἰς συμβούλιον τοὺς ἐν Ἀθήναις γυμνασιάρχας καὶ τὸν διευθυντὴν τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου, καὶ ἐζήτησα τὴν γνώμην των. Ἀλλὰ αὐτοὶ ἀπὸ κοινοῦ ἀπέκρουσαν τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ νέου διατάγματος, καίτοι κατ’ ἀρχὴν συμφωνοῦντες πρὸς τὸ δίκαιον καὶ ὀρθὸν αὐτοῦ· διότι ἦσαν τῆς γνώμης, ὅτι οὕτω πως οὐ μόνον διακοπὴ τῶν ἤδη ἀρξαμένων μαθημάτων ἐν ἅπασι τοῖς Γυμνασίοις καὶ ἑλληνικοῖς σχολείοις τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἀναστάτωσις ἀληθὴς θὰ ἐπήρχετο ὡς ἐκ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἐνιαυσίων ἐξετάσεων, καθ’ ὃν χρόνον οἱ πλεῖστοι, ἂν ὄχι πάντες οἱ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου ἀποῤῥιφθέντες μαθηταὶ, εἶχον ἤδη ἐγγραφῆ εἰς τὰς ἰδίας τάξεις. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος διευθυνταὶ ἐδήλωσαν, ὅτι οὐδεμίαν ἠδύναντο ν’ ἀναλάβωσιν αὐτοὶ εὐθύνην ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει καὶ ἐφαρμογῇ τοῦ νέου διατάγματος, μὲ ἀπέτρεψαν δὲ διαῤῥήδην ἐξ αὐτῆς. Ἑκὼν ἄκων, Κύριοι, ὤφειλον νὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν γνώμην αὐτῶν, χωρὶς ὅμως οὕτω τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου, καθ’ ὅσον ἀντέκειτο πρὸς σαφεῖς διατάξεις τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τοῦ 1836, νὰ λάβῃ νόμιμον κῦρος. Καὶ ἐν τούτοις εἶχον τὴν ὠφέλειαν, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, ἁπλῆν ἑρμηνείαν, ἣν ἔδωκα ἐγὼ εἰς τοιαύτην ἔκθεσμον διάταξιν τοῦ διατάγματος τῆς 12 Ἰανουαρίου διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου, ὅπως οὕτω καταστήσω ἧττον ὀδυνηρὰ τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς, νὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς ἀντισυνταγματικὴν, ὡς ἀνατρεπτικὴν νόμου! Ὡς φαίνεται, οἱ κατήγοροί μου δὲν ἔχουσι τὸ παράπαν συνείδησιν τῆς σημασίας τῶν λέξεων, ὧν ποιοῦνται χρῆσιν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν! Ἐθεώρησα περιττὸν, Κύριοι, νὰ δημοσιεύσω πλέον τὸ διάταγμα, τὸ μεταῤῥυθμίζον τὸ διάταγμα τῆς 12 Ἰανουαρίου. Ἀφοῦ αὐτὸ ἔμελλε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους, ἐπεφυλάχθην νὰ συμπεριλάβω καὶ τὰ τῶν ἐξετάσεων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ παρεσκεύαζον καὶ δι’ οὗ ἐπεδιώκετο ῥιζικὴ μεταῤῥύθμισις τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου. Τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης μεταῤῥυθμίσεως ὑπέδειξα ἤδη πρότερον. Νῦν παρατηρῶ, ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἐργασίαν μου ταύτην ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἔνθεν μὲν τὰ τελειότερα ζητήματα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ καὶ ἰδίᾳ ἐν Γερμανίᾳ, ἔνθεν δὲ τὴν μέχρι τοῦδε πεῖραν παρ’ ἡμῖν, δὲν ἠρκέσθην δὲ εἰς μόνα τὰ φῶτά μου, ἀλλ’ ἐπεκαλέσθην καὶ τὰς γνώσεις καὶ τὴν πεῖραν τῶν ἐν Ἀθήναις γυμνασιαρχῶν καὶ τῶν εἰδικώτερον περὶ τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἀσχοληθέντων καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῶν Γυμνασίων. Θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ μεταῤῥυθμιστικοῦ μου ἔργου ἦτο ὁ χωρισμὸς τῆς ἐγκυκλίου κλασικῆς λεγομένης ἀπὸ τῆς πρακτικῆς παιδεύσεως. Ἐλάμβανον πρόνοιαν περὶ ἱδρύσεως ἐμπορικῶν καὶ τεχνικῶν σχολῶν, ἀντιστοίχων μὲν πρὸς τὰ Γυμνάσια, ἀλλ’ ἐχουσῶν ὅλως αὐτοτελῆ προορισμὸν, τὴν προπαρασκευὴν δηλαδὴ εἰς πρακτικώτερα στάδια, ἰδίᾳ εἰς τὸ ἐμπορικὸν, δι’ ὃ καὶ ἡ χώρα ἡμῶν καὶ ἡ φύσις τοῦ Ἕλληνος εἶναι καθόλου ἐπιτηδεία. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς μονομεροῦς κλασικῆς ἡμῶν παιδεύσεως, τῆς προπαρασκευαστικῆς διὰ τὸ ἐπιστημονικὸν μόνον στάδιον, ἤρξαντο ἤδη ἀπὸ πολλοῦ νὰ γίνωνται καταφανῆ. Ἔχομεν ἤδη πληθώραν ἐπιστημόνων, ἀχρήστων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἀφοῦ οὗτοι κατατρίψωσι τὰ ἀκμαιότερα ἔτη τοῦ βίου των καὶ καταδαπανηθῶσιν, ἕως οὗ τύχωσιν ἑνὸς πτυχίου, ἀποβαίνουσιν εἶτα συνήθως ἄχθος ἀληθὲς καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας των καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ ἔθνος καθόλου, ἐνῷ, ἐὰν ἐπέδιδον εἰς πρακτικώτερόν τι στάδιον, θὰ ἦσαν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν χρησιμώτεροι. Δυστυχῶς δὲ τὴν μονομερῆ ἐγκύκλιον κλασικὴν παίδευσιν, κατ’ ἀπομίμησιν ἡμῶν, ἀκολουθοῦσι καὶ οἱ ὁμόφυλοι τῆς ὁμόρου χώρας, ἐκεῖ δὲ εἶναι καταφανέστερα τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς, διότι πλεῖστοι ἀπόφοιτοι τῶν Γυμνασίων, μὴ δυνάμενοι νὰ συνεχίσωσι τὰς ἐπιστημονικὰς σπουδάς των, μηδὲ νὰ χρησιμοποιήσωσιν ἄλλως τὰς ἐγκυκλίους των γνώσεις, καθίστανται οἱ δυστυχέστεροι τῶν ἀνθρώπων. Πρὶν τὸ ἐμπόριον ἀνὰ τὴν Ἀνατολὴν πᾶσαν, παρὰ τὸν Ἴστρον καὶ ἀνὰ τὴν νότιον Ῥωσσίαν ἦτο εἰς χεῖρας τῶν Ἑλλήνων, καὶ ἀπήρτιζεν ἀληθῆ ἐθνικὴν δύναμιν δι’ ἡμᾶς· πρὶν οἱ Ἕλληνες ἦσαν περιζήτητοι, ὡς ὑπάλληλοι οἴκων ἐμπορικῶν καὶ διαφόρων ἑταιριῶν. Ἔκτοτε ὅμως καὶ τὸ ἐμπόριον ἤρξατο νὰ περιέρχηται εἰς χεῖρας ἄλλων καὶ αἱ θέσεις τῶν ὑπαλλήλων ἐν αὐτῷ καὶ ἐν ταῖς διαφόροις ἑταιρίαις. Τὸ ἐμπόριον τὴν σήμερον ἀπαιτεῖ γνώσεις θετικὰς, τὰς ὁποίας ἀδύνατον ν’ ἀναπληρώσῃ ἡ ἰδιοφυΐα. Οἱ Γερμανοὶ πρὶν δὲν κατελέγοντο μεταξὺ τῶν κατ’ ἐξοχὴν ἐμπορικῶν λαῶν· καὶ ὅμως, ἀφ’ ὅτου αἱ ἐμπορικαὶ σχολαὶ αὐτῶν κατέστησαν τὸ πρότυπον τοιούτων ἱδρυμάτων, αὐτοὶ ἤρξαντο ἀνταγωνιζόμενοι νικηφόρως πρὸς τοὺς ἐμπορικωτέρους λαοὺς τῆς ὑφηλίου. Τὴν σήμερον ἔχουσι κατακτήσει σχεδὸν ὅλας τὰς ἀγορὰς τοῦ κόσμου, κατακτῶσι δὲ ὁσημέραι καὶ ἀνὰ τὴν Ἀνατολὴν ἔδαφος, ἐπὶ ἐθνικῇ ἡμῶν ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ. Τὴν σήμερον οἱ Γερμανοὶ ἐμποροϋπάλληλοι εἶναι περιζήτητοι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ, προτιμώμενοι πολλάκις τῶν Ἄγγλων ἐμποροϋπαλλήλων. Τοῦτο ἔχει ἀνομολογήσει ἤδη καὶ ὁ Ἀγγλικὸς τύπος, ἀποδοὺς τὴν τοιαύτην προτίμησιν εἰς τὴν καλλιτέραν μόρφωσιν τῶν Γερμανῶν ἐμποροϋπαλλήλων. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον ἄλλοι λαοὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, μόλις πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἀνακτήσαντες τὴν ἐθνικήν των συνείδησιν, κατενόησαν τὴν ἀνάγκην τῆς πρακτικωτέρας μορφώσεως, καθ’ ὃν χρόνον οἱ νέοι Ἀρμένιοι, Ἑβραῖοι, Τοῦρκοι καὶ αὐτοὶ οἱ Βούλγαροι ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει ἐκμανθάνουσι ξένας γλώσσας καὶ ἀποκτῶσι τὰς ἀναγκαίας λογιστικὰς καὶ ἐμπορικὰς γνώσεις, δι’ ὧν εὑρίσκουσι πάραυτα ἀποκατάστασιν, θὰ ἦτο ἐθνικὴ πλέον αὐτοκτονία δι’ ἡμᾶς, ἐὰν καθυστεροῦμεν μόνοι ἡμεῖς ἐξ ὅλων τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς ἐν τῇ τοιαύτῃ σταδιοδρομίᾳ. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, Κύριοι, λόγοι ἐπιτακτικῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης, δι’ οὓς ἐσκέφθην νὰ μεριμνήσω ἰδιαιτέρως περὶ ἱδρύσεως ἐμπορικῶν καὶ τεχνικῶν σχολῶν, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι τὸ παράδειγμά μου θὰ ἐμιμοῦντο πάραυτα καὶ οἱ ἰθύντορες τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἀνὰ τὴν γείτονα χώραν, καὶ οὕτω θὰ διηνοίγοντο νέαι ὁδοὶ πλουτισμοῦ καὶ δυνάμεως εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν. Ὁ κ. Τρικούπης καθ’ ὅλην τὴν δεκαετῆ διοίκησίν του, καθ’ ἣν εἶχε τὴν εὐκαιρίαν θαύματα ἀληθῆ νὰ ἐπιτελέσῃ, ὡς ἐν παντὶ ἄλλῳ κλάδῳ, καὶ ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει ἡμῶν, καὶ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀπὸ πολλοῦ ἐπαισθητὴν καταστᾶσαν ἐθνικὴν ἀνάγκην, ἣν πρότερον ὑπηνίχθην, περιωρίσθη εἰς τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς καὶ μόνου Πρακτικοῦ Λυκείου παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ εἰς ποίαν κατάστασιν ἄφησε καὶ τοῦτο; Ἐκινδύνευε, Κύριοι, ν’ ἀποβάλῃ καὶ αὐτὸ κατὰ μικρὸν τὸν ἀρχικόν του χαρακτῆρα, καὶ νὰ καταστῇ ἁπλοῦν κλασικὸν Γυμνάσιον, ἀφοῦ τελευταῖον εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ διεύθυνσις αὐτοῦ εἰς ἁπλοῦν φιλόλογον, ὅστις οὐδεμίαν ἔννοιαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἱδρύματος κατ’ ἐξοχὴν μαθηματικοῦ. Ἐγὼ ἔσπευσα ἀμέσως ν’ ἀντικαταστήσω αὐτὸν δι’ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, διακρινομένου ἐπὶ ταῖς μαθηματικαῖς αὐτοῦ γνώσεσιν, ἀφοῦ ἀπὸ ἐτῶν ἐδίδασκε τὰ ἀνώτερα μαθηματικὰ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων. Εἶναι αὐτὸς ὁ ταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ κ. Λαπαθιώτης, συνδεόμενος μάλιστα διὰ συγγενείας, ἂν δὲν πλανῶμαι, πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης, ἅμα ἐπανελθὼν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἓν τῶν πρώτων του μελημάτων ἔσχε νὰ ἐπαναφέρῃ ἐν τῷ πρακτικῷ Λυκείῳ τὸ πρώην καθεστὼς διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως ἐν τῇ διευθύνσει αὐτοῦ τοῦ μαθηματικοῦ κ. Λαπαθιώτου διὰ τοῦ φιλολόγου κ. Δουκάκη. Οὗτος εἶναι ὁμολογουμένως εἷς τῶν ἀρίστων γυμνασιαρχῶν...
§76Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αὐτὸ ἦτο προαγωγὴ διὰ τὸν κ. Δουκάκην.
§77ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, ὅπως προαγωγὴ ἦτο καὶ διὰ τὸν κ. Λαπαθιώτην ὁ διορισμὸς αὐτοῦ ὡς διευθυντοῦ τοῦ τμήματος τοῦ προσωπικοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἀμφότεραι αἱ προαγωγαὶ αὗται δὲν ἐγένοντο βεβαίως πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου. Ὁ κ. Δουκάκης εἶχε δεχθῆ κατὰ παράκλησίν μου νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Αʹ ἐν Πάτραις Γυμνασίου. Τὸ Γυμνάσιον ἐκεῖνο εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτάτων τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Σακελλαροπούλου ἠρίθμει πέρυσι 418 μαθητὰς, ἐν τῷ μέσῳ δὲ τῆς παραλύσεως, εἰς ἣν εἶχε περιστῆ ὑπὸ τὸν κ. Παπαλουκᾶν, ἔχρῃζε βεβαίως τῆς στιβαρᾶς διευθύνσεως τοῦ κ. Δουκάκη, ὅπως ἀπολυμανθῇ καὶ διασωθῇ ἐκ τῆς παραλύσεως, εἰς ἣν εἶχε περιστῆ. Ὁ νέος γυμνασιάρχης προσέκρουσεν ἐν τῇ ἐπανορθωτικῇ αὐτοῦ ταύτῃ ἐργασίᾳ πρὸς τοὺς πρωτουργοὺς τῆς ἐκρύθμου ἐκείνης καταστάσεως τοῦ Αʹ Γυμνασίου Πατρῶν, καὶ, ὅπως ἱκανοποιηθῶσιν ἐν ταὐτῷ καὶ αἱ ἐν Σύρῳ φατριαστικαὶ ἀξιώσεις καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐκεῖ γυμνασιαρχίαν ὁ ἀπόβλητος αὐτῆς Φραγκίδης, ἐδέησε νὰ μετατεθῇ μὲν ὁ κ. Δουκάκης εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου, νὰ διαδεχθῇ δ’ αὐτὸν ἐν Πάτραις ὁ κ. Παπαγεωργίου, μετατιθέμενος ἐκεῖσε ἐκ Σύρου, καὶ ταῦτα πάντα νὰ γείνωσιν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους! Ἡ ἐντεῦθεν ζημία εἶναι προφανής· ἀλλὰ πότε ἀνελογίσθη ζημίαν ὁ κ. Τρικούπης, προκειμένου νὰ κορέσῃ τὰ ἴδια ἢ τὰ τῶν φίλων του πάθη; Καὶ ἵνα ἐπανέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα, ἐξ οὗ ὤφειλον πρὸς στιγμὴν νὰ παρεκβῶ, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς διακοπῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐγὼ δὲν ἠρκέσθην εἰς μόνην τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ φιλολόγου διευθυντοῦ τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου διὰ μαθηματικοῦ, ἀλλὰ προέβην καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν νέου αὐτοῦ προγράμματος ἀναλυτικοῦ, συνταχθέντος ὑπὸ τῶν μόνων ἁρμοδίων εἰς τοῦτο καὶ ἐπαναφέροντος τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Λύκειον εἰς τὸν ἀρχικὸν προορισμόν του. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Τρικούπης μέχρι τοῦδε δὲν ἐπέταξε καὶ τὴν ἀνάκλησιν τούτου, ἀφοῦ ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν τοῦ κυβερνητικοῦ του βίου προέθετο, ν’ ἀνατρέπῃ δηλαδὴ καὶ καταστρέφῃ πᾶν ὅ,τι καλὸν οἱ ἄλλοι δημιουργοῦσιν. Ὡς πρὸς τὴν ἐγκύκλιον κλασικὴν παίδευσιν, Κύριοι, ἐσκέφθην καὶ ἐγώ, ὡς καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἁπλοποιηθῇ αὕτη, ὡς ἀλλαχοῦ, ἰδίᾳ ἐν Πρωσσίᾳ, συγχωνευομένων τῶν ἑλληνικῶν σχολείων ἐν μέρει μὲν πρὸς τὰ Γυμνάσια, ἐν μέρει δὲ πρὸς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ὅτι δ’ ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ καὶ ὁ ὑπάρχων ἀριθμὸς τῶν Γυμνασίων, ἅτινα καὶ ὑπεράριθμα εἶναι καὶ ἀδύνατον νὰ πληρωθῶσι πάντα ὑφ’ ἱκανοῦ προσωπικοῦ, ἐλλείψει τοιούτου. Ἀλλὰ διὰ λόγους γνωστοὺς εἰς πάντας ἀπέσχον τοῦ μέτρου τούτου, ὅπερ, εἰ μή τι ἄλλο, εἶναι ὅμως δυσεφάρμοστον παρ’ ἡμῖν. Δὲν ἐθεώρησα δ’ ἐγὼ ὡς πανάκειαν τῶν κακῶς ἐχόντων τὴν σήμερον ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει τὴν καθιέρωσιν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Τὴν γνώμην ταύτην εἶχεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, συνεμερίζοντο δὲ καὶ πολλοὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐπανέλαβον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς ἠχὼ, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ κύριοι Τρικούπης καὶ Δηλιγιάννης, παραστήσαντες μάλιστα αὐτὴν ὡς μέτρον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως. Αἱ εἰσιτήριοι ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἐξετάσεις εἶναι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, σχεδὸν ἀνεφάρμοστοι, οὐδ’ ἔχουσι πρακτικόν τινα σκοπόν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάζωνται κατ’ ἔτος ἑκατοντάδες νέων, θελόντων νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον; Τίς δὲ μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι αἱ ἐξετάσεις αὗται θὰ ἦσαν δίκαιαι καὶ ἀμερόληπτοι καὶ θὰ ἐξησφάλιζον τῳόντι τὴν ἐν τῷ ἀνωτάτῳ ἐκπαιδευτηρίῳ κατάταξιν εἰς μόνους τοὺς ἱκανούς; Μήπως αἱ διδακτορικαὶ καὶ διδασκαλικαὶ ἐξετάσεις δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐχέγγυόν τι; πόσοι ἀμαθεῖς δὲν ἀναδεικνύονται κατ’ αὐτὰς ἑλληνοδιδάσκαλοι; πόσοι ξυλοσχίσται δὲν χειροτονοῦνται διδάκτορες καὶ προλύται; Νοσεῖ, Κύριοι, τὸ ὅλον κοινωνικόν μας σῶμα, οὐδ’ ἠδύναντο νὰ κάμωσιν ἐξαίρεσιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἔκαμνον ἐξαίρεσιν αὐτοὶ, καὶ ἐὰν τῳόντι κατωρθοῦτο νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐστηρὰν δοκιμασίαν πάντες οἱ θέλοντες νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ν’ ἀποκλεισθῶσιν ἐξ αὐτοῦ οἱ ἀνίκανοι, τίνα σκοπὸν θὰ εἶχε τοῦτο; Οἱ ἀποκλειόμενοι θὰ παρεπέμποντο νὰ μαθητεύσωσιν ἐπὶ ἓν ἔτι ἔτος εἰς τὴν δʹ τάξιν τοῦ Γυμνασίου· ἀλλ’ αὐτοί, ἀκατάρτιστοι ὄντες ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου, ἀδύνατον ν’ ἀναπληρώσωσι τὰς ἐλλείψεις των, καὶ ἂν ἔτι ἐπὶ δύο καὶ τρία ἔτη ἐμαθήτευον ἐν τῇ δʹ γυμνασιακῇ τάξει. Ἢ θὰ γείνωσι λοιπὸν αὐτοὶ δεκτοὶ μετὰ πρώτην, ἢ τὸ πολὺ δευτέραν ἀπόῤῥιψιν, ὡς συμβαίνει τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν διδακτορικῶν ἐξετάσεων, ἢ θὰ καταδικασθῶσιν εἰς ἀπελπισίαν, συνευθυνομένης ἐπὶ τούτῳ καὶ τῆς Πολιτείας, ἥτις ἀνέχεται τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, τοιούτους παράγουσαν καρπούς. Πρόχωμα, Κύριοι, κατὰ τῆς εἰσορμήσεως τοσούτων ἀνικάνων εἰς τὸ ἱερὸν τῶν ἐπιστημῶν τέμενος πρέπει βεβαίως νὰ ἐγερθῇ, ἀλλὰ νὰ ἐγερθῇ ἀπωτέρω, οὐχὶ δὲ εἰς τὰ προπύλαια αὐτοῦ. Ἰδοὺ διατὶ ἐγὼ, συμβιβάζων τὴν κοινωνικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως τῶν ὑπαρχόντων ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων πρὸς τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἠθέλησα ν’ ἀποφύγω καὶ τὴν κατάργησιν ἢ τὸν περιορισμὸν αὐτῶν, καὶ τὴν καθιέρωσιν τῶν εἰσιτηρίων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἐξετάσεων, ἐπιφέρων τὴν θεραπείαν ἐκεῖ, ὅπου αὕτη ἔπρεπεν. Ἅτινα πάντα τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τοῦ νὰ ἔχωσιν αὐτὰ 18 μὲν τοὐλάχιστον μαθητάς, ὅταν ἦσαν μονοτάξια, 30 δὲ, ὅταν ἦσαν διτάξια, καὶ 40, ὅταν ἦσαν πλήρη. Ἅτινα καὶ τὰ Γυμνάσια πάντα ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ περιορίζων τὰ ἄλλα εἰς τριτάξια, καὶ πέντε μόνον καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἀναδιοργανῶν μὲ πέντε τάξεις. Τὰ πρῶτα θὰ ἦσαν ἡμιγυμνάσια ἢ προγυμνάσια, ὡς ὀνομάζονται αὐτὰ ἐν Πρωσσίᾳ, ἔνθα τὸ τοιοῦτον σύστημα ἀπαντᾷ, οἱ δὲ ἀπόφοιτοι αὐτῶν θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα μετὰ προηγουμένην δοκιμασίαν νὰ κατατάσσωνται εἰς τὴν προσήκουσαν τάξιν τῶν πλήρων Γυμνασίων, ἂν ἤθελον νὰ παρασκευασθῶσι διὰ τὸ Πανεπιστήμιον, ἢ εἰς τὰς ἱερατικάς, ἐμπορικὰς καὶ πρακτικὰς σχολάς, ἢ θὰ ἀπέκτων οὕτω τὰ προσόντα δι’ ὡρισμένους κλάδους ὑπαλληλίας τοῦ Κράτους, δι’ οὓς ἀπαιτεῖται τὴν σήμερον ἁπλοῦν ἀπολυτήριον ἑλληνικοῦ σχολείου. Τὰ πλήρη Γυμνάσια θὰ ἱδρύοντο εἰς τὰς πόλεις ἐκείνας τοῦ Κράτους, ἔνθα ὑπάρχει κοινὴ πεφωτισμένη γνώμη, παρακωλύουσα ὁπωσδήποτε τὴν ἐπήρειαν τῆς πολιτικῆς καὶ ἀποκλείουσα τὴν τρομοκρατίαν. Εἰς αὐτὰ θὰ συνεκεντροῦτο τὸ ἄριστον προσωπικὸν τῶν Γυμνασίων, καὶ θὰ ἐλαμβάνετο πᾶσα πρόνοια, ὅπως αὐτὰ παρέχωσι πάσας τὰς ἐγκυκλίους γνώσεις, τὰς προπαρασκευαστικὰς διὰ τὸ ἐπιστημονικὸν στάδιον. Πλὴν τούτου, ἐλαμβάνετο φροντὶς, ὅπως οἱ μέλλοντες ἑλληνοδιδάσκαλοι καὶ καθηγηταὶ Γυμνασίων οὐ μόνον ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καταρτίζωνται σκοπιμώτερον ἢ νῦν θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς, ὡς ὑπέδειξα ἤδη, ἀλλὰ καὶ πᾶν δυνατὸν ἐχέγγυον παρέχωσι κατὰ τὸν διορισμὸν καὶ τὴν προαγωγήν των. Πρὸς τοῦτο καθιεροῦντο πρακτικαὶ ἐξετάσεις διὰ τοὺς θέλοντας νὰ διορισθῶσι τὸ πρῶτον ὡς ἑλληνοδιδάσκαλοι, προαγωγικαὶ δ’ ἐξετάσεις μετὰ τριετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν διὰ τοὺς θέλοντας νὰ γείνωσι σχολάρχαι, ἢ καθηγηταὶ Γυμνασίων. Οὕτω πως θὰ ἐξησφαλίζετο εἰς τοὺς ἱκανοὺς ὁ διορισμὸς καὶ ἡ προαγωγὴ ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει, θὰ ἔπαυε δ’ ἐνασκουμένη ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ νῦν πολιτικὴ συναλλαγή. Ἀλλὰ πᾶσα μεταῤῥύθμισις τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως θὰ ἔμενεν νεκρὸν γράμμα, ἐὰν συγχρόνως δὲν ἐλαμβάνετο πρόνοια καὶ περὶ μονίμων ἐπιθεωρητῶν καὶ περὶ κεντρικοῦ αὐτῆς συμβουλίου. Δι’ αὐτῶν θὰ ἐξησφαλίζετο ἡ πιστὴ καὶ εὔορκος τοῦ καθήκοντος ἐκπλήρωσις, θ’ ἀπεμακρύνοντο κατὰ μικρὸν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὅλα τὰ ἀνίκανα καὶ παρείσακτα στοιχεῖα καὶ θὰ καθίσταντο μόνιμοι ἐν αὐτῇ οἱ ἱκανοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ καθῆκον. Ἰδού, Κύριοι, ὁ μόνος τρόπος, καθ’ ὃν καὶ μονιμότης ἀληθὴς θὰ ἐπετυγχάνετο ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει καὶ κάθαρσις πραγματικὴ θὰ ἐπήρχετο εἰς αὐτήν.
§78Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἑτοιμάζεται νομοσχέδιον, καὶ προσεχῶς θέλει ὑποβληθῆ, περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἴσως ἐπληροφορήθητε τοῦτο ἤδη.
§79ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν ἐνταῦθα γυμνασιαρχῶν, πρὸς δὲ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου κ. κ. Ι. Πανταζίδου, Ν. Γ. Πολίτου, Β. Λάκωνος καὶ ἄλλων εἰδικῶν ἀνδρῶν περὶ τὰ τοιαῦτα, εἰς τὴν κρίσιν τῶν ὁποίων ὑπέβαλον τὸ μεταῤῥυθμιστικόν μου σχέδιον διὰ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν καὶ μεθ’ ὧν συνεζήτησα αὐτὸ ἐπὶ νύκτας ὁλοκλήρους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Καὶ τώρα τολμᾶτε σεῖς, κ. Καλλιφρονᾶ, νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι εἶσθε εἰς θέσιν σεῖς νὰ ἑτοιμάσητε τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ ὅτι ἐγώ, πληροφορηθεὶς ἴσως τὰ κατ’ αὐτό, ὑπέκλεψα τὰς ἰδέας σας;
§80ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Σᾶς εἶπον μόνον, ὅτι ἑτοιμάζεται νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν.
§81ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει, Κύριοι, τοῦ νομοσχεδίου μου, ἐὰν ἐψηφίζετο αὐτὸ καὶ ἐγίνετο νόμος τοῦ Κράτους, θὰ συνέταττον καὶ τ’ ἀναλυτικὰ προγράμματα τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, τῶν προγυμνασίων καὶ τῶν πλήρων Γυμνασίων. Τὴν ἀπόλυτον αὐτῶν ἀνάγκην πάντες ἀνομολογοῦσι παρ’ ἡμῖν, καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ ἐν ἔτει 1890 Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Θεοτόκη τὴν ἔλλειψιν αὐτῶν ἐχαρακτήρισεν ὡς ἓν τῶν πρώτων αἰτίων τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδεύσεως, χωρὶς ὅμως ἔκτοτε τοὐλάχιστον νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ συντάξεως ἀναλυτικῶν προγραμμάτων, δι’ ὧν καὶ μόνων θὰ καθίστατο ἑνιαία ἡ διδασκαλία καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, θὰ παρείχετο δὲ καὶ εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τὸ μόνον ἀσφαλὲς ἔδαφος πρὸς ἔλεγχον τῆς προόδου ἑνὸς ἑκάστου ἑλληνικοῦ σχολείου καὶ Γυμνασίου, ἑνὸς ἑκάστου ἑλληνοδιδασκάλου καὶ καθηγητοῦ Γυμνασίου. Ὁ ἐπιούσιος πνευματικὸς ἄρτος ἑκάστου λαοῦ εἶναι τὴν σήμερον ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις. Αὐτὴ θεωρεῖται βάσις καὶ κρηπὶς τοῦ μεγαλείου παντὸς ἔθνους. Δικαίως ἐλέχθη, ὅτι οἱ Γερμανοὶ τὰς λαμπρὰς νίκας, ἃς ἤραντο ἐν ἔτει 1870–1871 κατὰ τῶν Γάλλων, ὤφειλον κυρίως εἰς τὴν τελειοτέραν δημοτικήν των ἐκπαίδευσιν. Ἔκτοτε καὶ οἱ Γάλλοι καὶ πάντες οἱ πεπολιτισμένοι λαοὶ ἔχουσι στρέψει πᾶσαν τὴν προσοχήν των εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅταν αὕτη ἔχῃ ὑγιῶς, ὑγιαίνει καὶ πᾶσα ἡ λοιπὴ ἐκπαίδευσις, ἧς αὐτὴ εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος. Ὅταν ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἔχῃ νοσηρῶς, νοσεῖ κατ’ ἀνάγκην καὶ ἡ ὅλη ἐκπαίδευσις, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῇ οἱαδήποτε βελτίωσις εἰς ταύτην, χωρὶς ν’ ἀρχίσῃ αὐτὴ ἐκ τῆς πρώτης βάσεώς της, ἐκ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις αὕτη εἶναι ὁ ἐπιούσιος πνευματικὸς ἄρτος ἑκάστου λαοῦ, καθόσον ἐξ αὐτῆς ἀρύονται πᾶσαι αἱ τάξεις τούτου τὴν πρώτην διανοητικὴν καὶ ἠθικὴν διάπλασιν. Τούτου δ’ ἕνεκεν αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ περιορίζηται εἰς μόνην τὴν διδασκαλίαν τῆς ἀναγνώσεως, τῆς γραφῆς καὶ τῶν πρώτων ἀριθμητικῶν πράξεων, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναπτύσσῃ διανοητικῶς τὸν παῖδα, οὕτως ὥστε ἔνθεν μὲν νὰ καθίσταται αὐτὸς ἐπιδεκτικὸς πάσης ἀνωτέρας παιδεύσεως, ἔνθεν δὲ νὰ ἀποκτᾷ ὅλας τὰς ἀναγκαίας προκαταρκτικὰς γνώσεις δι’ οἱονδήποτε πρακτικὸν στάδιον. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις πρέπει νὰ ᾖναι κατ’ ἐξοχὴν ἀγωγὴ, ἀγωγὴ φέρουσα θρησκευτικὸν καὶ ἐθνικὸν χαρακτῆρα, διότι ἐν αὐτῇ κατατίθενται καὶ καλλιεργοῦνται τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς εὐσεβείας, τῆς ἀρετῆς καὶ φιλοπατρίας, ἅτινα ἀναδεικνύουσι τὸν μετὰ ταῦτα χρηστὸν καὶ φιλόπατριν πολίτην. Εἰς ἀπελπιστικὴν ὅλως κατάστασιν, ὡς εἴδετε, παρέλαβον τῇ 3 Μαΐου, ὡς πάντα τὰ ἄλλα, καὶ τὸν σπουδαιότατον τοῦτον κλάδον τοῦ διαπιστευθέντος μοι Ὑπουργείου. Τὴν κατάστασιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως παρέστησα ἤδη πρὸς ὑμᾶς ἐν τῷ πρώτῳ μέρει τοῦ λόγου διὰ τῶν ζωηροτέρων χρωμάτων, διὰ χρωμάτων εἰλημμένων ἐκ τῶν ἐκθέσεων πάντων σχεδὸν τῶν εἰδικώτερον παρ’ ἡμῖν περὶ τὰ παιδαγωγικὰ ἀσχολουμένων. Διὰ τοῦτο πᾶσαν προσπάθειαν κατέβαλον διοικητικῶς, εἰργάσθην δὲ συντόνως εἰς παρασκευὴν καὶ τῶν ἀναγκαίων νομοθετημάτων, ὅπως ὑποβοηθήσω αὐτὴν εἰς ἀνόρθωσιν ἐκ τῆς νῦν καταπτώσεώς της. Μετεῤῥύθμισα πάραυτα τὸ ἐκδοθὲν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου διάταγμα περὶ διδασκαλείων τῶν θηλέων, ἀποδεξάμενος ἐξ αὐτοῦ τὰς δύο ὑγιεῖς βάσεις, καθ’ ἃς πλὴν τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρίας ἐπετρέπετο τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἱδρύσῃ τοιαῦτα καὶ πᾶς ἄλλος Ἕλλην πολίτης, συμμορφούμενος πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὰ διατάγματα τοῦ Κράτους, ἐπεφυλάσσετο δὲ εἰς τοῦτο τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ὑποβάλλῃ εἰς ἐξετάσεις ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, ὑπ’ αὐτοῦ διοριζομένης, πάσας τὰς θελούσας νὰ τύχωσι πτυχίου δημοδιδασκάλου. Ἀλλὰ κατήργησα τὰς διατάξεις, καθ’ ἃς μόνον ἐν ὡρισμένῃ ἡλικίᾳ καὶ ὁποτεδήποτε τὸ Κράτος ἤθελεν ἔχει ἀνάγκην διδασκαλισσῶν, θὰ ἐπετρέποντο αἱ τοιαῦται ἐξετάσεις· διότι τοῦτο ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ τιμωρία διὰ τὴν εὐφυΐαν καὶ ἐπιμέλειαν, ἥτις θὰ κατώρθου καὶ πρὸ τῆς τεταγμένης ἡλικίας ν’ ἀποκτήσῃ τὰς ἀναγκαίας γνώσεις. Ἀφοῦ δὲ τὸ πτυχίον δὲν χρησιμεύει μόνον ὡς προσὸν πρὸς διορισμὸν εἰς θέσιν διδασκαλίσσης, ἀλλὰ καὶ ὡς μαρτύριον μορφώσεως πολλῶν, αἵτινες δὲν προτίθενται νὰ ἀσπασθῶσι τὸ διδασκαλικὸν στάδιον, τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας, ὡς καὶ τῆς σωματικῆς εὐεξίας, ἐπεφυλάχθην ἐγὼ νὰ ζητήσω νομοθετικῶς παρὰ μόνων τῶν θελουσῶν νὰ διορισθῶσιν εἰς θέσιν διδασκαλικήν. Καὶ τὸ πρόγραμμα τῶν ἐξεταστέων μαθημάτων διὰ τὸ λῆγον σχολικὸν ἔτος ἐτροποποίησα ἀναλόγως πρὸς τὰ διδαχθέντα κατ’ αὐτὸ μαθήματα· ἀλλ’ ἐξέδωκα ἐν ταὐτῷ ἀναλυτικὸν πρόγραμμα τῶν πλήρων παρθεναγωγείων καὶ διδασκαλείων τῶν θηλέων...
§82ΣΤΑΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τοῦ κ. Παπαμάρκου.
§83ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον προηγουμένως εἰς τὴν βάσανον ἐπιτροπῆς, ἀπαρτιζομένης ἐξ αὐτοῦ, τοῦ κ. Σπ. Λάμπρου, καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ τοῦ κ. Σακελλαροπούλου, διευθυντοῦ τοῦ ἐν Κερκύρᾳ διδασκαλείου, ἐμελέτησα δὲ εἶτα καὶ ἐγὼ μόνος, καὶ μετεῤῥύθμισα, μετὰ μακρὰς συζητήσεις πρὸς ἐπιτροπὴν τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρίας. Ὁ κ. Παπαμάρκου παρεσκεύασε κατ’ ἐντολήν μου καὶ τ’ ἀναλυτικὰ προγράμματα τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀλλ’ ἀνέβαλον τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ὑπ’ ἐμοῦ παρασκευαζομένων νομοσχεδίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἀνεθεωροῦντο αὐτὰ καὶ μετὰ συζήτησιν ἐν ἐπιτροπῇ ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν θὰ ἐδημοσιεύοντο. Ἡ γνώμη ἡμῶν, Κύριοι, περὶ τῶν γραμματοδιδασκάλων καὶ γραμματοδιδασκαλείων εἶναι γνωστὴ ἤδη ἐκ προηγουμένων συζητήσεων, ἰδίᾳ ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ περὶ ὑποδιδασκαλείων νομοσχεδίου. Τὴν γνώμην ταύτην συμμερίζονται καὶ πάντες οἱ παιδαγωγοὶ ἡμῶν, οἱ κατακρίνοντες, ὡς εἴδετε πρότερον, δριμύτατα τὴν ἐκτρωματικὴν κατάστασιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Μόνος ὁ κ. Τρικούπης ἔχει τὴν ἐναντίαν γνώμην, καὶ νομίζει, ὡς ἰσχυρίσθη ποτὲ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι οἱ γραμματοδιδάσκαλοι εἴτε μὲ τὴν πρόχειρον αὐτῶν μόρφωσιν ἐν τοῖς ὑποδιδασκαλείοις, εἴτε καὶ ἄνευ ταύτης, ἐπὶ τῇ βάσει δηλαδὴ ἁπλοῦ ἀπολυτηρίου ἑλληνικοῦ σχολείου, εἶναι καλλίτεροι τῶν δημοδιδασκάλων. Ἀλλ’ εἶναι καὶ αὕτη μία ἐκ τῶν συνήθων παραδοξολογιῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἣν οὐδεὶς σωφρονῶν δύναται ν’ ἀποδεχθῇ. Καὶ οἱ εἰδικῶς περὶ τὰ τοιαῦτα ἀσχολούμενοι, καὶ πάντες οἱ ἔχοντες ἔννοιάν τινα τῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνομολογοῦσι μιᾷ φωνῇ, ὅτι οἱ γραμματοδιδάσκαλοι εἶναι κακὸν ἀνεκτόν, ἐφ’ ὅσον ἐλλείπουσιν οἱ ἀναγκαῖοι δημοδιδάσκαλοι, ὅτι δὲ πρέπει νὰ καταβάλληται πᾶσα δυνατὴ προσπάθεια ἔνθεν μὲν πρὸς βελτίωσιν αὐτῶν, κατὰ τὸ ἐφικτὸν, ἔνθεν δὲ πρὸς βαθμιαίαν ἀντικατάστασιν διὰ τῶν δημοδιδασκάλων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν τελευταίων νομοθετημάτων του, καταργῶν τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθιερωμένην ἰσοπολιτείαν, διῄρει τοὺς Ἕλληνας πολίτας εἰς εὐνοουμένους καὶ εἰς μὴ τοιούτους, εἰς τοὺς ἀπολαύοντας πλήρους τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ εἰς τοὺς Παρίας αὐτῆς, τοὺς καταδικαζομένους ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως εἰς τὴν ἀποτύφλωσιν τὴν διὰ τῶν γραμματοδιδασκάλων. Εἰ καὶ πάντες οἱ Ἕλληνες θεωροῦνται ἴσοι καὶ εἰσφέρουσι τὰ αὐτὰ βάρη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀναλόγως τῆς περιουσίας των, ἐν τούτοις οἱ μὲν κάτοικοι τῶν πόλεων καὶ κωμοπόλεων, τῶν ἐχουσῶν ὡρισμένον πληθυσμὸν, ἀπέλαυον τοῦ δικαιώματος τῆς πλήρους δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οἱ δὲ κάτοικοι τῶν κωμῶν, τῶν ἐχουσῶν κατώτερον πληθυσμὸν, ἀπεκλείοντο τοῦ δικαιώματος τούτου, καὶ ὤφειλον νὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς μόνην τὴν παίδευσιν τῶν γραμματοδιδασκάλων. Ἐγὼ, Κύριοι, πρώτιστον καθῆκόν μου ὑπέλαβον, νὰ καταργήσω διὰ τοῦ παρασκευαζομένου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νομοσχεδίου μου τὴν τοιαύτην διάκρισιν καὶ ἀνισότητα, καθιερῶν πλήρη καὶ ἀρτίαν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δι’ ὅλον τὸ Κράτος. Τοὺς γραμματοδιδασκάλους ἠνειχόμην, μόνον ὡς ἀναγκαῖον κακὸν, ἐφ’ ὅσον οἱ δημοδιδάσκαλοι δὲν θὰ ἐπήρκουν εἰς τοῦτο· ἀλλ’ ἐφόσον ἦσαν ἀναγκαῖοι, ἐλάμβανον πρόνοιαν περὶ προχείρου βελτιώσεως αὐτῶν. Δὲν ἐθεώρησα ἐπαρκῆ εἰς τοῦτο τὰ ὑποδιδασκαλεῖα μόνα, ἅτινα θὰ παρασκευάζωσι 200–250 γραμματοδιδασκάλους κατ’ ἔτος, ἀλλ’ ἐλάμβανον πρόνοιαν καὶ περὶ προχείρου τινὸς προπαρασκευῆς τῶν λοιπῶν γραμματοδιδασκάλων, τῶν ἀποφοίτων τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, διὰ βραχυτέρας αὐτῶν ἐνασκήσεως ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπήρχοντο αἱ διακοπαὶ τῶν μαθημάτων τῶν γραμματοδιδασκαλείων, καθόσον τὰ φοιτῶντα εἰς αὐτὰ τέκνα ἀνήκουσιν εἰς ἀγροτικὰς καὶ ποιμενικὰς κοινότητας, ἐν αἷς ἀποσπῶνται αὐτὰ ἤδη ἀπὸ τῶν ἀρχῶν Ἰουνίου, καὶ χρησιμοποιοῦνται εἰς τὰς ἐργασίας τῶν οἰκογενειῶν των, διὰ τοῦτο ἐνόμισα καλὸν, μέχρις ἐφαρμογῆς τῶν μέτρων μου, νὰ παύσω πάντας τοὺς ὑπάρχοντας γραμματοδιδασκάλους, οἵτινες καθ’ ὅλον τὸ θέρος θὰ ἦσαν ἁπλοῖ ἀργόμισθοι. Ἐπῆλθεν ἐντεῦθεν οἰκονομία ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου περὶ τὰς 150,000 δραχμῶν χωρὶς νὰ ζημιωθῇ τι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις· καὶ ὅμως διέῤῥηξαν τὰ ἱμάτιά των καὶ κατὰ τῆς πράξεώς μου ταύτης, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἔπαυσαν συντηρούμενα ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου 706 ὄργανα τῆς φατρίας.
§84ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ καὶ διὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν γραμματοδιδασκάλων σᾶς ἐπῄνεσα.
§85ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ γελοιογραφικοῦ του ὀργάνου μὲ κατηγόρησε καὶ διὰ τὰς ἀπολύσεις τῶν γραμματοδιδασκάλων, καὶ ἀπέδωκε καὶ αὐτὰς εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κομματικῶν συμφερόντων μας. Ἀλλ’ ἐὰν οὗτος ἦτο ὁ λόγος, θ’ ἀντικαθίστων τοὺς ἀπολυθέντας δι’ ἄλλων.
§86ΖΩΤΟΣ. Τοὺς ἀντικατεστήσατε.
§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπελύθησαν, λήγοντος τοῦ Μαΐου μηνὸς, 706 γραμματοδιδάσκαλοι, καὶ ἀναδιωρίσθησαν, λήγοντος τοῦ Ὀκτωβρίου μηνὸς, μόλις 144.
§88ΣΤΑΗΣ. 178.
§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔστωσαν οὗτοι καὶ 178. Μέχρι τῶν 706 ἀπολυθέντων ὑπολείπονται ἕτεροι 528. Καὶ τούτους δὲ καὶ τοὺς 178 καὶ 300 ἀκόμη (διότι εἰς ὑπερχιλίας ἀνήρχοντο ἐν ὅλῳ αἱ θέσεις τῶν γραμματοδιδασκάλων, κατὰ τὸ διάταγμα τῆς 10 Φεβρουαρίου,) ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ ἀναδιορίσω καὶ συμπληρώσω ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαΐου διὰ φίλων τοῦ κόμματος, ἀφοῦ καὶ ὁ νόμος καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐπέτρεπον τοῦτο, ἐὰν ἤθελον νὰ μιμηθῶ τὸ παράδειγμά σας, καὶ νὰ ἐπιδιώξω διὰ τοιούτων μέσων τὴν ἐνίσχυσιν τῆς μερίδος μας, δὲν θ’ ἀνέμενον δὲ πέντε ὅλους μῆνας, ὅπως μόλις περὶ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου μηνὸς διορίσω, ἀντὶ τῶν ὑπερχιλίων, 178 μόνον, καὶ τούτους ὅπου παρίστατο ἀπόλυτος ἀνάγκη αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐφάνην ἀνώτερος πάσης κομματικῆς ἰδιοτελείας, διὰ τοῦτο ἐκίνησα τὴν μῆνιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐζήτησε νὰ κατασπιλώσῃ καὶ ἐμὲ διὰ τοῦ βορβόρου τοῦ φατριασμοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ αὐτὸς κυλίεται, ὡς καὶ πάντα ἄλλον, κρείττονα ὑπὸ ἠθικὴν ἔποψιν ἀντίπαλόν του, ἀναισθητῶν, ἐὰν οὕτω παρέχῃ μόνον ἀφορμὴν, ἵνα γείνῃ ἔτι καταφανεστέρα ἡ ἠθικὴ αὐτοῦ κατάπτωσις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 διέγραψε πάσας τὰς πρώτας τάξεις τῶν διδασκαλείων τῶν ἀῤῥένων ἀπὸ τῆς 1 παρελθόντος Ἰουλίου, ἐπιφυλαττόμενος πάντως διὰ τοῦ ἐπιόντος προϋπολογισμοῦ νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ διὰ τὰς δευτέρας, καὶ διὰ τοῦ μετεπιόντος διὰ τὰς τρίτας τάξεις, καὶ οὕτω νὰ καταργήσῃ ὁλοσχερῶς τὰ διδασκαλεῖα· διότι δι’ αὐτὸν, ὡς γνωστὸν, εἶναι προτιμότεροι οἱ γραμματοδιδάσκαλοι τῶν δημοδιδασκάλων, ἀφοῦ ἐκεῖνοι ἀσφαλέστερον ὁδηγοῦσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὴν ἀμάθειαν καὶ τὴν ἀποκτήνωσιν, ἣν καθ’ ὅλην τὴν ὑπερδεκαετῆ ἐπικράτησίν του ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ ἐπεδίωξεν αὐτὸς ἐκ παντὸς τρόπου. Ἐγὼ ὅμως, ἐκ διαμέτρου ἀντικείμενος πρὸς τὰς τοιαύτας γνώμας καὶ προθέσεις τοῦ κ. Τρικούπη, κατώρθωσα νὰ διατηρήσω τὰς πρώτας τάξεις τῶν διδασκαλείων δι’ οἰκονομιῶν, ἃς ἐπήνεγκον εἰς αὐτὰ, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Παρεσκεύασα μάλιστα, Κύριοι, νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ηὔξανον κατὰ μίαν ἔτι τάξιν τὰ διδασκαλεῖα, γινομένων δεκτῶν εἰς αὐτὰ ἐφεξῆς μετὰ προηγουμένην δοκιμασίαν ἀποφοίτων τῶν ἑλληνικῶν σχολείων. Διὰ τῆς τετραετοῦς εἰς αὐτὰ φοιτήσεως παρείχετο ἡ εὐκαιρία εἰς εὐρυτέραν ἐν αὐτοῖς διδασκαλίαν, ἰδίᾳ τῶν εἰδικῶν μαθημάτων, καὶ πρὸ πάντων εἰς πρακτικὰς ἀσκήσεις, αἵτινες δὲν θὰ περιωρίζοντο εἰς μόνον τὸ νῦν πρότυπον τετρατάξιον σχολεῖον, ἀλλὰ θὰ ἐπεξετείνοντο καὶ εἰς τριτάξιον καὶ εἰς διτάξιον, κατ’ ἐξοχὴν δὲ εἰς μονοτάξιον, οὕτως ὥστε οἱ μέλλοντες διδάσκαλοι νὰ ἔχωσιν ἔννοιαν πάντων τῶν σχολείων τούτων καὶ νὰ μὴ περιΐστανται εἰς ἀμηχανίαν, καλούμενοι νὰ διδάξωσιν εἰς ἄλλα σχολεῖα, πλὴν τῶν τετραταξίων. Ἐλαμβάνετο προσέτι πρόνοια περὶ ἐξασφαλίσεως ἀληθῶν προσόντων καὶ εἰδικῶν γνώσεων διὰ τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν καὶ καθόλου περὶ τοιαύτης διαῤῥυθμίσεως τῶν διδασκαλείων, ὥστε οἱ ἀπόφοιτοι αὐτῶν ν’ ἀναδεικνύωνται ἐφεξῆς ἀντάξιοι ἐν πᾶσι τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ των, τῆς διανοητικῆς δηλαδὴ μορφώσεως καὶ τῆς ἠθικῆς διαπλάσεως τῆς διαπιστευομένης εἰς αὐτοὺς Ἑλληνίδος νεολαίας. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν αὐτὸ ἐγίνετο νόμος τοῦ Κράτους, θὰ συνετάττετο πάραυτα καὶ τὸ ἀναλυτικὸν πρόγραμμα καὶ θ’ ἀπεσκορακίζετο τὸν νῦν ἐν ἰσχύϊ, ὅπερ φέρει ἀνεξίτηλον τὸν χαρακτῆρα τῆς γνωστῆς ἠλιθιότητος τοῦ συντάξαντος αὐτό. Ἐκ τῶν πρώτων αἰτίων, Κύριοι, τῆς νῦν καταπτώσεως τῆς δημοτικῆς ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι μόνη ἡ ἀτελὴς καὶ ἐλαττωματικὴ μόρφωσις τῶν δημοδιδασκάλων καὶ ἡ ἀσυνειδησία, ἡ ἐπιδειχθεῖσα μέχρι τοῦδε κατὰ τὰς ἐξετάσεις αὐτῶν, καθ’ ἃς πλεῖστοι ὅσοι ἀνίκανοι ἐχειροτονήθησαν τοιοῦτοι, καὶ μὲ ἀνωτέρους μάλιστα βαθμοὺς, ἀλλὰ καὶ ἡ μετὰ ταῦτα πλήρης ἐγκατάλειψις εἰς τὴν τύχην των. Οὐδεμία ἀρχὴ ἐφορεύει πράγματι, ἢ ἐνασκεῖ ἀληθῆ ἐπ’ αὐτῶν ἔλεγχον· ἡ βελτίωσις ἢ χειροτέρευσις τῆς θέσεώς των εἶναι ἔργον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τοῦ φατριασμοῦ· διὸ καὶ οὐδεὶς σχεδὸν αὐτῶν φροντίζει νὰ γείνῃ ποτὲ κρείττων ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ οἱ καλοὶ αὐτοὶ, βλέποντες τὴν ἱκανότητά των καὶ τὴν πιστὴν καὶ εὔορκον ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος μηδέποτε ἀμειβομένην, ἀπογοητεύονται, καὶ ὀλιγωροῦσι τοῦ ἔργου των, γινόμενοι ὁσημέραι χείρονες ἑαυτῶν. Ἐγὼ ἐφρόντισα νὰ θέσω νομοθετικῶς φραγμόν τινα εἰς τὴν ἀσυνειδησίαν κατὰ τὰς ἐξετάσεις καὶ τὴν διαβαθμολόγησιν τῶν δημοδιδασκάλων. Ἄφησα μὲν καὶ ἐφεξῆς τὴν ἀπολυτήριον ἐξέτασιν εἰς τὰ ἑκασταχοῦ διδασκαλεῖα, ἀλλ’ ἡ ἐξέτασις αὕτη δὲν θὰ παρεῖχεν εἰς τοὺς ἀποφοίτους αὐτῶν ἄλλο δικαίωμα ἢ τὸ νὰ ὑπηρετήσωσιν, ὡς δόκιμοι δημοδιδάσκαλοι, ἐπὶ ἓν ἔτος, μεθ’ ὃ θὰ ὑφίσταντο τὰς πρακτικὰς των ἐξετάσεις ἐνώπιον ἐπιτροπῆς τοῦ Κράτους ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν ἐξετάσεων τούτων θὰ διεβαθμολογοῦντο καὶ θ’ ἀποκαθίσταντο ὁριστικῶς ἐν τῷ διδασκαλικῷ ἔργῳ. Καὶ οὕτω δὲ δὲν θὰ ἔληγεν ἡ σταδιοδρομία των· διότι οἱ μὲν φιλότιμοι ἐξ αὐτῶν θὰ ἐδικαιοῦντο ἀνὰ πᾶσαν διετίαν νὰ ὑφίστανται προαγωγικὰς ἐξετάσεις, οἱ δὲ ἄλλοι θὰ ἐξηναγκάζοντο ὑπὸ τῶν ἐπιθεωρήσεων νὰ γίνωνται κρείττονες ἑαυτῶν, ἐπὶ ἀπειλῇ τοῦ νὰ ὑποβληθῶσιν ἄλλως εἰς δοκιμαστικὰς ἐξετάσεις, ἃς καὶ καθιέρωσα ἤδη διὰ διατάγματος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου. Καὶ τῶν δημοδιδασκάλων τὴν θέσιν θὰ ἐξησφάλιζον, κατὰ τὸ δυνατὸν, ὡς τὴν τῶν ἑλληνοδιδασκάλων καὶ καθηγητῶν Γυμνασίων, διὰ τῆς καθιερώσεως τῶν μονίμων ἐπιθεωρητῶν ἐν ἑκάστῳ νομῷ καὶ τῆς συστάσεως τοῦ κεντρικοῦ συμβουλίου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν ὁποίων οὐδεμία ποινὴ θὰ ἐπεβάλλετο πλέον εἰς αὐτοὺς, οὔτε θὰ μετετίθεντο, οὔτε θ’ ἀπελύοντο. Πλὴν τούτου, θὰ ἔθετον καὶ ἕτερον φραγμὸν εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν διὰ τῆς ἀπονομῆς εἰς τοὺς δήμους τοῦ δικαιώματος, ἵνα προτείνωσιν αὐτοὶ τοὺς διοριζομένους δημοδιδασκάλους, ἀφοῦ αὐτοὶ φέρουσι κατὰ μέγα μέρος καὶ τὰ βάρη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπως γείνῃ ἐντεῦθεν ἀρχή τις ἀποκεντρώσεως. Ἐξ ὅσων ἤδη προεῖπον, ἐνοήσατε, Κύριοι, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῶν πλήρων δημοτικῶν σχολείων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καταργουμένων βαθμηδὸν τῶν γραμματοδιδασκαλείων, καθόσον θὰ ἐμορφοῦτο ἱκανὸς ἀριθμὸς δημοδιδασκάλων πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν γραμματοδιδασκάλων. Ἐν τούτῳ πέποιθα, ὅτι συμφωνεῖτε πρὸς ἐμὲ καὶ ὑμεῖς καὶ πᾶς Ἕλλην, πονῶν πράγματι τὸν τόπον καὶ τὸ ἔθνος του, πλὴν μόνου τοῦ κ. Τρικούπη, ὅστις τὸ ἰδανικὸν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διαβλέπει εἰς μόνους τοὺς γραμματοδιδασκάλους καὶ τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα. Ἂν ὑπάρχῃ διαφωνία τις, αὕτη ἀφορᾷ βεβαίως εἰς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, καθόσον πολλοὶ θεωροῦσιν ἀνεπαρκεῖς τοὺς πόρους τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν ἐπέκτασιν αὐτῆς πλήρους καὶ ἀρτίας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόρων, οἵτινες θὰ διετίθεντο ὑπὲρ αὐτῆς μετὰ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ νῦν κρατοῦντος συστήματος, θὰ ἦτο ἐφικτὴ ἡ πλήρωσις ὅλων τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως διὰ δημοδιδασκάλων, ἴσως μάλιστα καὶ οἰκονομία τις θὰ ἐπήρχετο, ἐὰν ἐφηρμόζετο τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδεικνυόμενον σύστημα, ὅπερ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε διὰ τοῦτο νὰ σᾶς ἐκθέσω ἐν ταῖς γενικαῖς μόνον γραμμαῖς αὐτοῦ. Ἀπέδειξα ἤδη, Κύριοι, ἐν τῷ πρώτῳ μέρει τοῦ λόγου μου, ὁπόσον σφαλερὰ εἶναι ἡ βάσις τῆς συστάσεως καὶ τῆς διαβαθμολογήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων, καθ’ ἣν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ πληθυσμὸς τῶν κατοίκων, κατὰ τὴν ἐπίσημον αὐτῶν ἀπογραφήν. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ, τῇ ἀντικειμένῃ ἐκ διαμέτρου πρὸς τὰς παρ’ ἡμῖν κρατούσας κοινωνικὰς συνθήκας, ἀλλαχοῦ μὲν ἔχομεν ὑπεραρίθμους, ἀλλαχοῦ δὲ ὀλιγαρίθμους δημοδιδασκάλους. Ἐὰν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν τὰ μαθητολόγια καὶ ταῦτα ἀνεθεωροῦντο ἀνὰ πᾶσαν τριετίαν, κατὰ τρόπον, ὥστε ὁ μέσος ὅρος τῶν μαθητῶν, μεταξὺ τῶν ἐν ἀρχῇ ἑκάστου τῶν τριῶν τελευταίων σχολικῶν ἐτῶν ἐγγραφέντων καὶ τῶν εἰς τὰς ἐνιαυσίους ἐξετάσεις προσελθόντων, νὰ ἦναι ὁ γνώμων, θὰ εἴχομεν οὕτω τὴν μόνην, κατ’ ἐμὲ, ἀσφαλῆ βάσιν πρὸς διαβαθμολόγησιν τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Οὕτω πως θ’ ἀπεφεύγομεν πάντως τὰ νῦν ἄτοπα, καθ’ ἃ ἀλλαχοῦ μὲν ἀναλογοῦσι 10–12 μαθηταὶ καὶ ἀλλαχοῦ 110–130 πρὸς ἕνα διδάσκαλον.
§90ΣΤΑΗΣ. Ἔχετε τοιαῦτα παραδείγματα;
§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν αὐτῇ τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἔχουσι συσταθῆ σχολεῖα τῶν θηλέων μονοτάξια, ἐν Βελίτσῃ μὲ 13 μαθητρίας, καὶ ἐν Ἀταλάντῃ μὲ 130 τοιαύτας. Τὸ τελευταῖον ἰδίᾳ ἄτοπον ἠθέλησα νὰ ἐπανορθώσω ἐγώ, προάγων τὸ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας μου σχολεῖον τῶν θηλέων εἰς διτάξιον διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν παρὰ φύσιν καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν φατριαστικῶν σκοπῶν χωρισθεισῶν συνοικιῶν Ἀταλάντης. Ἐν τούτοις, ὡς πληροφοροῦμαι, οἱ νῦν ἐπανελθόντες εἰς τὰ πράγματα φωτοσβέσται ὑπεβίβασαν αὐτὸ εἰς μονοτάξιον, διαιρέσαντες αὖθις τὰς συνοικίας τῆς Ἀταλάντης, διότι τοῦτο ἀπῄτουν τὰ φατριαστικά των συμφέροντα, οὕτω δὲ καὶ μόνον ἠδύναντο νὰ ἱκανοποιήσωσι προσωπικὰς ἀξιώσεις, ἀψηφοῦντες ἐὰν οὕτω παρακωλύσωσι τὴν πρόοδον τῶν δυστυχῶν κορασίων, ὧν οἱ γονεῖς εἶχον τὴν ἀπερισκεψίαν, ἵνα ἐξαποστείλωσιν ἐνταῦθα τοιοῦτον ἀντιπρόσωπόν των. Καὶ ἀλλαχοῦ συμβαίνουσι τὰ αὐτὰ ἄτοπα, ὅπου κρατεῖ ὁ ἀσυνείδητος φατριασμὸς ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην. Εἶναι, Κύριοι, πολυτέλεια ἀσύγγνωστος δι’ ἡμᾶς ὁ ἀνώτατος ὅρος τῶν 50 μαθητῶν διὰ τὰ μονοτάξια δημοτικὰ σχολεῖα. Ἀφοῦ ἐν Γερμανίᾳ, ἔνθα ἀπαντᾷ τὸ πρότυπον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὁ ἀνώτατος ὅρος τῶν μαθητῶν τῶν μονοταξίων εἶναι 110, μὲ ἑπταετῆ μάλιστα παίδευσιν, νομίζω ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες τετραετῆ μόλις παίδευσιν ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις, ἠδυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν ὡς ἀνώτατον ὅρον τοὺς 100 μαθητὰς καὶ μὲ αὔξησιν ἔτι τῆς τετραετοῦς εἰς ἑξαετῆ παίδευσιν. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὅρου τούτου θὰ ἐμειονέκτει ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις. Τὰ μονοτάξια σχολεῖα ἔχουσι τοῦτο τὸ καλὸν, ὅτι εἷς καὶ ὁ αὐτὸς διδάσκαλος, παραλαμβάνων τὸν μαθητὴν ἐκ τοῦ πρώτου, θὰ τὸν διδάσκῃ μέχρι τοῦ ἕκτου ἔτους, γινώσκων οὕτω τίνας ἐλλείψεις ἔχει αὐτὸς ν’ ἀναπληρώσῃ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καὶ ἐξοικειούμενος πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ μαθητοῦ, καὶ μεθαρμόζων εἰς τὴν ἰδιοφυΐαν αὐτοῦ τὴν διδασκαλίαν. Τὰ μονοτάξια σχολεῖα ἀπῄντων πάλαι ποτὲ παρ’ ἡμῖν καὶ ἐν τῇ κατωτέρᾳ καὶ ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει, εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς πάντας, ὁποίους ἀγλαοὺς καρποὺς ἀπέφερον αὐτὰ τότε. Τότε ἐμάνθανον γράμματα οἱ πατέρες ἡμῶν, οἱ δὲ διδάσκαλοι διὰ σειρᾶς ἐτῶν δὲν μετέδιδον μόνον ἁπλᾶς γνώσεις, ἀλλὰ καὶ διεπαιδαγώγουν τὴν εἰς αὐτοὺς διαπεπιστευμένην νεολαίαν, καὶ ἐνέπνεον εἰς αὐτὴν ζῆλον καὶ ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ παντὸς ὑψηλοῦ καὶ γενναίου, ὑπὲρ παντὸς ἰδεώδους. Μὴ νομίσῃ δέ τις, ὅτι τοῦτο εἶναι καὶ νῦν δυσκατόρθωτον. Ἀπόδειξις τρανὴ τὸ γινόμενον ἐν Γερμανίᾳ καὶ πολλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὅπου κατ’ ἀκολουθίαν τῆς σφαλερᾶς βάσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων ἔχουσιν ἱδρυθῇ σχολεῖα μονοτάξια μὲ 80, 90, 100 καὶ ἐπέκεινα μαθητάς. Οἱ μαθηταὶ τῶν πρώτων ἐτῶν ἀσχολοῦνται εἰς γραφὴν, ἢ εἰς ἀνάγνωσιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ διδάσκαλος διδάσκει τοὺς προκεχωρηκότας μαθητάς. Ὅταν δὲ διδάσκῃ τοὺς πρώτους, ἀπευθύνει ἐρωτήσεις καὶ πρὸς τοὺς τελευταίους, δι’ οὓς ἡ τοιαύτη διδασκαλία εἶναι ἐπανάληψις τῶν ἤδη διδαχθέντων καὶ ἐμπέδωσις ἐν αὐτοῖς. Πλὴν τούτου ὑπάρχουσι καὶ μαθήματα, ὡς ἡ μουσικὴ καὶ ἡ γυμναστικὴ, ἐν οἷς ἡ διδασκαλία γίνεται πολλάκις ἀπὸ κοινοῦ. Ἰδοὺ διατὶ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι διόλου δυσκατόρθωτον. Ὡς πρὸς τὴν μισθοδοσίαν τῶν δημοδιδασκάλων, ἐγένετο παρ’ ἡμῖν ἅλμα δυσανάλογον πρὸς τὴν μισθοδοσίαν πάντων τῶν λοιπῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων. Ἐνῷ δηλαδὴ οὗτοι ἔχουσιν ἔτι καὶ νῦν τὸν ἀρχικὸν μισθὸν, ὁ τῶν δημοδιδασκάλων ἔχει ἤδη σχεδὸν διπλασιασθῆ. Ἐν ἀρχῇ οἱ πρωτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι ἐλάμβανον 100, οἱ δευτεροβάθμιοι 80 καὶ οἱ τριτοβάθμιοι 60, ἐνῷ νῦν λαμβάνουσιν οἱ τριτοβάθμιοι 100, οἱ δευτεροβάθμιοι 120, καὶ οἱ πρωτοβάθμιοι 150 καὶ ἐπέκεινα δρ. κατὰ μῆνα. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπανέλθωμεν αὖθις εἰς τὸ πρώην καθεστώς· ἀλλ’ ἐλάττωσίς τις τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, οὕτως ὥστε οἱ μὲν πρωτοβάθμιοι νὰ λαμβάνωσιν 120, οἱ δὲ δευτεροβάθμιοι 100, οἱ δὲ τριτοβάθμιοι 80 καὶ οἱ δόκιμοι καὶ οἱ τεταρτοβάθμιοι — διότι καλὸν νομίζω νὰ καθιερωθῇ καὶ τάξις τεταρτοβαθμίων δημοδιδασκάλων διὰ τὰς μικροτέρας ἡμῶν κοινότητας — 70 δρ. κατὰ μῆνα, ὅσας δηλαδὴ μέλλουσι νὰ λαμβάνωσι περίπου οἱ ἀπόφοιτοι τῶν ὑποδιδασκαλείων γραμματισταὶ, δὲν θὰ ἦτο ἀποκρουστέα. Τὸν μισθὸν τῶν πρωτοβαθμίων δημοδιδασκάλων, τὸν ἐξ 120 δραχ. κατὰ μῆνα, δὲν θὰ θεωρήσῃ τις εὐκαταφρόνητον, ὅταν ἀναλογισθῇ, ὅτι τὸν μισθὸν αὐτὸν λαμβάνουσι σήμερον καὶ οἱ διδάκτορες τοῦ Πανεπιστημίου, ὧν ἡ παίδευσις μέχρι τῶν ἐξετάσεων εἶναι ἀνωτέρα κατὰ πέντε τοὐλάχιστον ἔτη, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν παίδευσιν τῶν δημοδιδασκάλων, καὶ οἵτινες διὰ τοῦ πτυχίου των ἀποκτῶσι τὸ προσὸν, ἵνα διορισθῶσιν ὑπουργικοὶ γραφεῖς μὲ μισθὸν 120 δραχ. κατὰ μῆνα. Οἱ τῶν κατωτέρων βαθμῶν δημοδιδάσκαλοι δύνανται σὺν τῷ χρόνῳ διὰ τῶν προαγωγικῶν ἐξετάσεων νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν μισθὸν τῶν πρωτοβαθμίων. Καὶ οὗτοι δὲ καὶ ἐκεῖνοι θὰ ἔχωσι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ὡς νῦν, τὴν κατὰ πενταετίαν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας των καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς οἰκονομικῆς βελτιώσεως τῆς θέσεώς των, εὐθὺς ὡς ταύτην ἐπιτρέψῃ ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἐφ’ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων του. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς νῦν ἐπερχομένης ἐλαττώσεως θὰ εἶχον εἰς ἀντιστάθμισμα τὴν ἐπαναφορὰν τῶν διδάκτρων Ἐὰν, Κύριοι, ταῦτα καθιεροῦντο ἐκ νέου πρὸς 20–30 λεπτὰ κατὰ μῆνα, ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ ὑπῆρχον ἐν τῷ Κράτει μαθηταὶ τόσον ἄποροι, ὥστε νὰ μὴ δύνανται ν’ ἀποτίσωσιν αὐτά. Ἡ ἐπαναφορὰ δὲ τῶν διδάκτρων εἶναι δικαία ἰδίᾳ διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους, τοὺς μὴ αὐτάρκεις διὰ τὴν εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀφοῦ τὰς δαπάνας δι’ αὐτὴν ἐν τοῖς περὶ ὧν ὁ λόγος δήμοις καταβάλλει τὸ Κράτος, δίκαιον καὶ πρέπον νομίζω ν’ ἀνακουφισθῇ πως αὐτὸ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων, ἀναπληρουμένης ἐν μέρει διὰ τῶν διδάκτρων, ἀφοῦ ἄλλως τε ταῦτα θὰ καταβληθῶσιν ἐπ’ ἀγαθῷ ἰδίᾳ τῶν ἀγροτικῶν δήμων, ὡς θὰ ἴδωμεν ἐφεξῆς. Διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς νῦν βάσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων διὰ τῆς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν κατὰ τὴν σύστασιν καὶ διαβαθμολόγησιν τῶν σχολείων, πρὸς δὲ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς σχολικῆς μονάδος ἐκ 50 εἰς 100 μαθητὰς καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς νῦν μισθοδοσίας τῶν δημοδιδασκάλων, χωρὶς νὰ προσκρούσωμεν εἰς τὸ ποιὸν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, θὰ ἐπήρχοντο, Κύριοι, οἰκονομίαι μεγάλαι, οἰκονομίαι, δι’ ὧν θὰ ἠλαττοῦτο πάντως ἡ εἰσφορὰ τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ μετὰ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ προτεινομένου συστήματος, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ ἐν ἰσχύϊ συστήματος. Τὸ δὲ σπουδαιότερον εἶναι, ὅτι οὕτω πως θὰ ἔπαυεν ἡ ὑπὸ τὸ νῦν σύστημα ἀπαντῶσα διαφορὰ ἐν τῇ στοιχειώδει ἐκπαιδεύσει, καθ’ ἣν τὰ μὲν τέκνα τῶν ἀστῶν διδάσκονται ὑπὸ δημοδιδασκάλων, τὰ δὲ τῶν ἀγροτῶν κατὰ μέγα μέρος ὑπὸ γραμματοδιδασκάλων θὰ ἔπαυεν ἡ τοιαύτη διάκρισις, ἡ ἀνατρέπουσα ἄρδην τὴν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφομένην ἰσοπολιτείαν τῶν Ἑλλήνων, καὶ θὰ εἴχομεν πλήρη καὶ ἀρτίαν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἐν κεφαλαίῳ τ’ ἀποτελέσματα τῶν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδεικνυομένων μεταῤῥυθμίσεων. Πλήρης δὲ καὶ ἀρτία θὰ καθίστατο ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ἐκπαίδευσις οὐ μόνον διὰ τοῦ διορισμοῦ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος δημοδιδασκάλων, ἀποσκορακιζομένων ἐξ αὐτῶν τῶν γραμματοδιδασκάλων καὶ γραμματιστῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ῥιζικῆς αὐτῆς μεταῤῥυθμίσεως καὶ βελτιώσεως καθ’ ὕλην καὶ κατ’ εἶδος, κατὰ ποσὸν καὶ κατὰ ποιόν. Ἐννοεῖται ὅτι ὑπ’ ἐμοῦ ἐλαμβάνετο ἐν τοῖς πρώτοις πρόνοια περὶ ἱδρύσεως τῶν καταλλήλων διδακτηρίων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος διὰ συνομολογήσεως χρεωλυτικοῦ δανείου, περὶ οὗ εἶχον ἀρχίσει ἤδη τὰς διαπραγματεύσεις καὶ εἰς οὗ τὴν λειτουργίαν θὰ ἤρκουν διὰ τόκους καὶ χρεώλυτρα τὰ νῦν ἐτησίως πληρονόμενα μισθώματα χάριν τῶν τρωγλῶν, τῶν ἐν πολλοῖς χρησιμευουσῶν εἰς διδακτήρια. Ἔπρεπε δὲ πρὸ πολλοῦ νὰ συναισθανθῶμεν καὶ νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀνάγκην ταύτην, κατ’ ἀπομίμησιν, ἂν ὄχι ἄλλων πεπολιτισμένων λαῶν τῆς Ἑσπερίας, τοὐλάχιστον τῶν Βουλγάρων, οἵτινες, μόλις πρὸ δεκαπενταετίας τυχόντες ἡμιανεξαρτησίας, ἐπλήρωσαν ἤδη τὴν χώραν των καλλιπρεπῶν διδακτηρίων, ᾠκοδομημένων καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς παιδαγωγικῆς. Δυστυχῶς δὲ ὁ κ. Τρικούπης περιήγαγε τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὴν δεκαετῆ του διοίκησιν, εἰς τοσοῦτον ταπεινώσεως καὶ ἐξευτελισμοῦ σημεῖον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ὑποστῇ αὐτὴ σύγκρισιν ἐν πολλοῖς μηδὲ πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, καὶ νὰ χρησιμεύῃ αὕτη δι’ ἡμᾶς ὡς ὑπογραμμός! Πρόνοιαν ἐλάμβανον καὶ περὶ ἀποκτήσεως τῶν ἀναγκαίων διδακτικῶν σκευῶν καὶ ὀργάνων, χαρτῶν καὶ ἀριθμητηρίων εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, πᾶσαν προσπάθειαν καταβάλλων, ὅπως ἐξωτερικῶς ἀναδειχθῶσιν αὐτὰ ἐφάμιλλα πρὸς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἄλλων χωρῶν, μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων. Ἐσωτερικῶς δὲ θὰ ἐπήρχετο ἡ βελτίωσις αὐτῶν, ὡς προϋπηνίχθην, πρῶτον μὲν κατὰ ποσὸν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς νῦν τετραετοῦς εἰς ἑξαετῆ στοιχειώδη παίδευσιν, χειραφετουμένης ταύτης ἐκ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ καθισταμένης αὐτοτελοῦς. Ὡς ἀλλαχοῦ, καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπως ἀνυψωθῇ ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἰς τὸν ἀληθῆ προορισμόν της καὶ ἀποφέρῃ τοὺς προσήκοντας καρπούς, ἀνάγκη πᾶσα νὰ μὴ ᾖναι αὐτὴ προπαρασκευαστικὴ μόνον διὰ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ καὶ αὐτοτελῆ χαρακτῆρα, νὰ ᾖναι πράγματι ὁ ἐπιούσιος πνευματικὸς ἄρτος τοῦ λαοῦ, νὰ μορφώνῃ αὐτὸν διανοητικῶς καὶ νὰ διαπλάττῃ ἠθικῶς, καὶ νὰ τῷ μεταδίδῃ πάσας τὰς ἀναγκαίας προκαταρκτικὰς γνώσεις δι’ οἱονδήποτε βιωτικὸν στάδιον. Δεύτερον δὲ κατὰ ποιὸν θὰ ἐπήρχετο βελτίωσις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τῆς λυσιτελεστέρας προπαρασκευῆς τῶν δημοδιδασκάλων, διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νῦν προγράμματος τῶν δημοτικῶν σχολείων. Οὕτω πως ἡ στοιχειώδης ἡμῶν ἐκπαίδευσις δὲν θὰ περιωρίζετο εἰς τὴν μετάδοσιν ξηρῶν τινων γνώσεων μόνον, ἀλλὰ καὶ θὰ προσέκτα ἠθοπλαστικὴν δύναμιν, καὶ θ’ ἀπέβαινεν ἀληθὴς ἀγωγὴ τῶν Ἑλληνοπαίδων, ἀγωγὴ φέρουσα ὡρισμένον χαρακτῆρα, τὸν θρησκευτικὸν καὶ ἐθνικὸν χαρακτῆρα, τὸν ἐμπρέποντα εἰς Ἕλληνας. Τὸν χαρακτῆρα δὲ τοῦτον θὰ προσελάμβανεν εἶτα καὶ ἡ ὅλη ἡμῶν ἐκπαίδευσις, καὶ ἡ μέση καὶ ἡ ἀνωτέρα, καὶ οὕτως ἐκ τῶν σχολείων ἡμῶν θ’ ἀπεδιώκετο μὲν ἡ ἀπὸ πολλοῦ ἐμφιλοχωρήσασα εἰς αὐτὰ ἐπιπολαιότης καὶ ἡμιμάθεια, διαφθορὰ καὶ παραλυσία, θὰ ἐγκαθιδρύετο δ’ ἐν αὐτοῖς ἡ ἀληθὴς παιδεία καὶ ἀγωγὴ, ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ χρηστότης. Οὕτω πως θὰ ἐπατάσσετο παρ’ ἡμῖν τὸ ἔγκλημα ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ πηγῇ, ἡ δὲ μαθητιῶσα ἡμῶν νεολαία θὰ ἀνυψοῦτο τὸν νοῦν, καὶ θὰ ἐξηυγενίζετο τὴν καρδίαν. Ἰδού, Κύριοι, τὸ ἰδανικόν, ὅπερ ἐν τῇ ὅλῃ μεταῤῥυθμιστικῇ μου ἐργασίᾳ, ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν, προεθέμην, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ δι’ ὃ ἐγενόμην τὸ σημεῖον τῆς σκοποβολῆς ὅλων τῶν φωτοσβεστικῶν παρ’ ἡμῖν στοιχείων. Ὑπ’ ἐμέ, Κύριοι, συνετελέσθη ὁ κῶδιξ τῆς περιουσίας τῶν διαφόρων κληροδοτημάτων, οὕτω δ’ ἐτέθη τέρμα ὁριστικὸν εἰς τὴν τέως κρατοῦσαν ἀταξίαν, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτῶν. Τὰ βιβλία πάντα τηροῦνται νῦν συμφῳδὰ πρὸς τὸν Λογιστικὸν νόμον, καὶ γίνεται τακτικὴ ἐξέλεγξις τῶν παρὰ τῶν δευτερευόντων διατακτῶν ἐκδιδομένων χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ὑποβαλλόντων τούτων ἀνελλιπῶς τὰς τεταγμένας καταστάσεις καὶ καταχωριζομένων εἰς τὰ βιβλία τοῦ Ὑπουργείου τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἐκδιδομένων ἐνταλμάτων. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταρτισθέντος κώδικος εἶναι ἐφικτὴ νῦν καθ’ ἑξαμηνίαν ἡ ἐξίσωσις τῶν ἐσόδων πρὸς τὰς δαπάνας, καὶ κανονίζονται αἱ τελευταῖαι οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐπέρχηται ὑπέρβασις αὐτῶν. Πᾶσα προσπάθεια κατεβλήθη, ἵνα καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα διαφόρων κληροδοτημάτων, καὶ ἰδίᾳ τοῦ σπουδαιοτάτου αὐτῶν, τοῦ Βαρβακείου. Ἐδέησε πρὸς τοῦτο νὰ προβῶ καὶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν ὑπεραρίθμων ὑποτρόφων, ὡς ἐπὶ τοῦ κληροδοτήματος τῆς Κβοστόβας, εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὁποίου τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη εἶχε διορίσει μικρὸν πρὸ τῆς πτώσεώς του πλεοναζούσας ὑποτρόφους ἐν τῷ Ἀρσακείῳ. Ἔθεσα δὲ καὶ ἄλλως τέρμα εἰς τὴν μέχρι τοῦδε ἀσυνείδητον διάθεσιν τῶν ἱερῶν χρημάτων τῶν κληροδοτημάτων. Διὰ διατάγματος ὀργανικοῦ, διερμηνεύων τὴν ἱερὰν θέλησιν τῶν ἀοιδίμων διαθετῶν, καθώρισα ἵνα ἐφεξῆς μόνοι οἱ διακρινόμενοι ἐπὶ ἐπιμελείᾳ καὶ χρηστότητι γίνωνται καὶ παραμένωσιν ὑπότροφοι. Πρὸς τοῦτο ἐτάχθη μὲν διαγωνισμὸς διὰ πᾶσαν νέαν ὑποτροφίαν, ἀπεφασίσθη δὲ ἡ ἀπόλυσις παντὸς ὑποτρόφου, μὴ προβιβαζομένου κατ’ ἔτος ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν. Τὸ διάταγμα τοῦτο πρῶτος ἐφήρμοσα ἐγὼ αὐτὸς, ὡς Ὑπουργὸς, ἀπολύσας πάντας τοὺς ὑποτρόφους, τοὺς μὴ προβιβασθέντας κατὰ τὸ λῆξαν σχολικὸν ἔτος, καὶ προκηρύξας διαγωνισμοὺς δι’ ὅλας τὰς κενωθείσας ὑποτροφίας. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι καὶ κατὰ τῆς ἐνεργείας μου ταύτης ἐξανέστη, ὡς εἰκὸς, ὁ κ. Τρικούπης διὰ τοῦ γελοιογραφικοῦ του ὀργάνου, ἐπῆλθον δ’ ἐπίκουροι διὰ τῶν ἐφημερίδων των εἰς τὸν τοιοῦτον αὐτοῦ ἀγῶνα καὶ πάντες, ὅσοι τὰ κληροδοτήματα ἐθεώρουν ὡς πηγὴν ῥουσφετολογίας, ὡς μέσον ἐνισχύσεως τῆς φατρίας των. Πολλαὶ οἰκίαι, Κύριοι, ἔχουσι περιέλθει εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Κράτους ἐνταῦθα, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ὑπ’ αὐτὰς κρύπτονται ἀρχαιότητες. Δὲν εἶναι βεβαίως τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσω, κατὰ πόσον ἐπείγουσα ἀνάγκη παρίστατο πάντοτε πρὸς ἐξαγορὰν αὐτῶν τῶν οἰκιῶν, κατὰ πόσον δ’ ἐπληρώθησαν αὐταὶ εἰς τὴν ἀληθῆ των ἀξίαν, διότι καὶ ὑπ’ αὐτὰς κρύπτεται ἐνίοτε, ἂν ὄχι τι ἄλλο, πάντως ὅμως θησαυρὸς καταχρήσεων, ἀποδεικνύων ὅτι ὁ φατριασμὸς ἐννοεῖ τὰ πάντα νὰ ἐκμεταλλευθῇ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ οἰκίαι, ἐνῷ ἦτο βέβαιον περὶ πολλῶν ἐξ αὐτῶν, ὅτι ἐπὶ ἔτη δὲν θὰ κατηδαφίζοντο, ὅπως τὸ ὑπ’ αὐτῶν κατειλημμένον ἔδαφος χρησιμοποιηθῇ εἰς ἀρχαιολογικὰς ἀνασκαφὰς, οὐδὲν ἧττον δὲν ἐξεδίδοντο εἰς ἐνοικίασιν, ὅπως ἐκ τοῦ μισθώματός των ὠφεληθῇ τι τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ εἶχον παραδοθῆ εἰς τὴν χρῆσιν τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ φίλου τῆς φατρίας, ὅπως οἰκῇ αὐτὰς δωρεάν. Εἰ καὶ εἶχε δὲ καὶ ἡ μερὶς ἡμῶν φίλους ἐνταῦθα, ἀφοῦ μάλιστα ἐν Ἀθήναις πολιτεύεται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἐγὼ ὅμως ἐφρόντισα, ὅπως ἐκμισθώσω αὐτὰς καὶ ἐξασφαλίσω οὕτως εἰσόδημά τι ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Ἐξέδωκα πρὸς τούτοις τ’ ἀναγκαῖα νομοτελεστικὰ διατάγματα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κεντρικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ καὶ τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, καὶ ἐξηνάγκασα τὴν ἐνταῦθα ἀρχαιολογικὴν Γαλλικὴν Σχολὴν, τὴν διευθύνουσαν τὰς ἐν Δελφοῖς ἀνασκαφὰς, ἵνα σεβασθῇ τὴν οἰκείαν σύμβασιν. Ἐνῷ δηλαδὴ, κατὰ ῥητὴν διάταξιν ταύτης, πάντα τὰ ἐκεῖ γινόμενα εὑρήματα ὤφειλον νὰ παραλαμβάνωνται πάραυτα ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ φυλάττωνται ὑπὸ ὑπαλλήλων αὐτῆς ἐν ἰδιαιτέρῳ προχείρῳ μουσείῳ, ὁ κ. Τρικούπης ἄφινε τοὺς Γάλλους νὰ κρατῶσιν αὐτὰ καὶ νὰ καταρτίζωσιν ἴδιον μουσεῖον ἐκεῖ, πρὸς μείωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ πρὸς ἐνδεχομένην ζημίαν αὐτοῦ. Ἐγὼ ἐπέβαλον τὴν τήρησιν τῆς σχετικῆς διατάξεως τῆς συμβάσεως, ὡς τοῦτο ἐγίνετο καὶ ἐπὶ τῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀνασκαφῶν ἀπέναντι τῶν Γερμανῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι οἱ Γάλλοι ἤγειραν ἐπὶ τούτῳ θόρυβον πολὺν, εἰς ὃν ὑπεβοήθησεν αὐτοὺς καὶ ὁ κ. Τρικούπης διὰ τοῦ γελοιογραφικοῦ του ὀργάνου, ἐπιτιθέμενος ἐν τῇ ἐγνωσμένῃ φιλοπατρίᾳ του κατ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς πατρίδος του· ἀλλ’ ἐγὼ ἔμεινα ἀνένδοτος, τηρῶν ἀκέραια τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, ἠναγκάσθησαν δὲ οὕτω, ἑκόντες ἄκοντες, νὰ σεβασθῶσιν αὐτὰ καὶ οἱ Γάλλοι, ὑποβαλλόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως. Ὡς ὑπέδειξα ἤδη, Κύριοι, ἐν τῷ πρώτῳ μέρει τοῦ λόγου μου, ἀπὸ πολλοῦ ἔχει καταστῆ ἐν ἡμῖν ἐπαισθητή ἀνάγκη ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ ἐν ἰσχύϊ ἀρχαιολογικοῦ νόμου. Τὴν ἀνάγκην ταύτην θέλων νὰ πληρώσω ἐγώ, ὠνόμασα ἐπιτροπὴν ἐκ δύο ἐγκρίτων νομομαθῶν, τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Τζιβανοπούλου καὶ τοῦ δικηγόρου κ. Ἀντων. Μομφεῤῥάτου, ἐκ τοῦ γενικοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων κ. Π. Καββαδία καὶ τοῦ ὑφηγητοῦ τῆς ἀρχαιολογίας κ. Θ. Σοφούλη, οὗ διάφοροι μονογραφίαι καὶ πραγματεῖαι περὶ ἀρχαιολογικῶν ἀντικειμένων ἔχουσι κριθῆ εὐμενῶς πάνυ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ σοφῇ Γερμανίᾳ. Ἀφοῦ ἐθέσαμεν ἀπὸ κοινοῦ τὰς βάσεις αὐτοῦ, ἀνέλαβε καὶ συνέταξε τὸ περὶ ἀρχαιοτήτων νομοσχέδιον ὁ κ. Μομφεῤῥάτος, ὅπερ συζητηθὲν διὰ μακρῶν ἐξετυπώθη ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ μετὰ λεπτομεροῦς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως· ἀλλ’ ἀγνοῶ, τίνος ἕνεκεν ὁ διάδοχός μου δὲν ἐπέτρεψε τὴν δημοσίευσίν του, ὅπως συζητηθῇ τοὐλάχιστον ἐν τῷ τύπῳ ὑπὸ τῶν δυναμένων νὰ ἔχωσιν ἰδίαν γνώμην περὶ τόσον σοβαροῦ ἀντικειμένου. Κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ἰδίᾳ τὸ τελευταῖον ἰταλικὸν νομοσχέδιον καὶ ὁ οὑγγρικὸς περὶ ἀρχαιοτήτων νόμος τοῦ 1881, πρὸς δὲ ἡ παρ’ ἡμῖν πεῖρα, εἰσάγονται δὲ δι’ αὐτοῦ σπουδαιόταται καινοτομίαι εἰς τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον ἡμῶν. Ἐν πρώτοις καταργεῖται ἡ μέχρι τοῦδε ἰδανικὴ συνιδιοκτησία τοῦ Κράτους ἐπὶ ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων, γινομένων ἐπὶ ἰδιοκτήτου ἐδάφους, ἐξ οὗ ἐπήρχετο ἡ σύγκρουσις τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ἀδυνάτου οὔσης ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τῆς διανομῆς, ἐντεῦθεν δὲ προέκυψε κυρίως καὶ ἀνεπτύχθη ἡ λαθραία ἐξαγωγὴ τῶν ἀρχαιοτήτων ἐξ Ἑλλάδος· ἀλλ’ εἰσάγονται περιορισμοὶ καὶ περὶ τὴν ἐκποίησιν καὶ περὶ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἀρχαίων κειμηλίων, ἐν ἐξαιρετικαῖς δὲ περιστάσεσι καθιεροῦται καὶ προνόμιον προτιμήσεως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ σύστημα ἐκποιήσεως ἐπὶ δημοσίᾳ ἀνάγκῃ. Αἱ ἀρχαιότητες δὲ δὲν περιορίζονται εἰς μόνην τὴν ἀρχαίαν κλασικὴν ἐποχὴν, ἀλλ’ ἐπεκτείνονται μέχρι τῆς παλιγγενεσίας ἡμῶν, καθόσον αὐταὶ ἀνάγονται εἰς τὴν ἐθνικὴν καὶ πολιτικὴν ἡμῶν ἱστορίαν. Ἡ ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους ἀναγνωρίζεται ἐπὶ τῶν ἀρχαιοτήτων, τῶν ἀνευρισκομένων ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς, ἢ ὑπ’ αὐτὴν, ἐν τῷ πυθμένι τῆς θαλάσσης, ἐν ποταμοῖς, δημοσίοις ῥύαξι, λίμναις καὶ ἕλεσιν. Ἐπὶ ἀγνώστου προελεύσεως ἀρχαιοτήτων, εὑρισκομένων εἰς τὴν κατοχὴν ἰδιωτῶν, καθιεροῦται τεκμήριον ὑπὲρ τοῦ Κράτους, οὕτω δὲ μετατίθεται τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως εἰς τοὺς ἰδιώτας, καὶ τὸ Δημόσιον ἀποφεύγει τὸν κίνδυνον τῆς ἐφαρμογῆς τῶν κοινῶν δικονομικῶν διατάξεων. Εἰσάγεται καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ σύστημα ἀπογραφῆς τῶν ἀρχαίων κτιρίων, τὸ καθιερούμενον διὰ τοῦ ἰταλικοῦ νομοσχεδίου, καθόσον οὕτω πως ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία δύναται νὰ ἔχῃ πάντοτε ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ γινώσκῃ ἀσφαλῶς τὰ λείψανα ἢ ἐρείπια ἀρχαίων κτιρίων ἢ οἰκοδομημάτων ἱστορικῆς ἢ τεχνικῆς ἀξίας, καὶ νὰ ἐπιτηρῇ καὶ σώζῃ αὐτὰ ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς καταστροφῆς. Εἰς τὴν ἀπογραφὴν ταύτην συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ τοῖς δήμοις, νομικοῖς προσώποις καὶ τοῖς ἰδιώταις ἀνήκοντα ἐρείπια καὶ μνημεῖα. Οὐδεμία ἀπαλλοτρίωσις, μεταβολὴ ἢ ἐπισκευὴ αὐτῶν ἐπιτρέπεται ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ ὁποίου ὑπάγονται πᾶσαι αἱ ἐν τῷ Κράτει ἀρχαιότητες. Ἀπαγορεύεται ἡ λατομία καὶ κατασκευὴ ἀσβεστοκαμίνων εἰς περιφέρειαν πεντακοσίων μέτρων ἀπ’ αὐτῶν, ἢ πλησίον ἀρχαιοτήτων ἐπιχείρησις ἔργου, δυναμένου νὰ βλάψῃ αὐτὰς, ἢ ἐπὶ κτιρίων καὶ λειψάνων ἢ ἐρειπίων ἀρχαίων οἱαδήποτε πρᾶξις, καὶ ἂν ἔτι αὕτη δὲν ἦναι ἐπιζήμιος. Λαμβάνεται πρόνοια περὶ διασώσεως παντὸς μνημείου, κειμένου ἐπὶ ἰδιοκτήτου ἐδάφους καὶ κινδυνεύοντος νὰ κρημνισθῇ. Εἰς τὰς περὶ ἰδιοκτητῶν διατάξεις ὑπάγονται καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ ἐπικαρπωταί. Λεπτομερὴς δὲ λόγος γίνεται εἶτα περὶ ἀνασκαφῶν περὶ διαθέσεως, εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς ἀρχαιοτήτων, καὶ καθιεροῦνται τοιαῦται ποινικαὶ διατάξεις διὰ τοὺς παραβάτας τοῦ νόμου, ὥστε ἐξασφαλίζεται, κατὰ τὸ ἐνὸν, ἡ ἀκριβὴς τήρησις αὐτοῦ. Εὑρεθὲν, Κύριοι, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, καλοῦν αὐτὴν, ἵνα καταβάλῃ ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ ἐπὶ τούτῳ διὰ νόμου ἐκχωρηθέντος εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους Λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων διαφόρους ἀπαραιτήτους δαπάνας, ὡς τὴν ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ παρὰ τὸν λόφον τοῦ μνημείου τοῦ Φιλοπάππου λατομείου, καὶ διὰ τὴν ἐπισκευὴν μικροῦ τινος ἐπαρχιακοῦ μουσείου, ἔλαβε παρ’ αὐτῆς ἀρνητικὴν ἀπάντησιν, ὑπὸ τὴν πρόφασιν, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι πολλὰ ἐδαπάνησεν αὐτὴ εἰς ἀνακάλυψιν καὶ διάσωσιν ἀρχαιοτήτων. Ἐγὼ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὸ ἐνεστὼς, καθ’ ὃ τὸ προϊὸν τοῦ Λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων ἐδαπανᾶτο ὑπ’ αὐτῆς, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ, ἤτοι εἰς συντήρησιν ἀργομίσθων ὑπαλλήλων ἐν τῷ ἀρχαιολογικῷ αὐτῆς μουσείῳ καὶ εἰς συνδρομὴν κατὰ χιλιάδας δραχμῶν πρὸς ἔκδοσιν βιβλίων, οὐδεμίαν ἐνίοτε σχέσιν ἐχόντων πρὸς τὴν ἀρχαιολογίαν, ἔνθεν δὲ ἀναλογιζόμενος τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ὑφ’ ἃς διατελεῖ τὴν σήμερον τὸ Κράτος, ἔγνων νὰ προβῶ εἰς τὰ ἑξῆς μέτρα κατὰ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἑταιρίας. Ἐν πρώτοις ἐκάλεσα αὐτὴν, ἵνα, συμμορφουμένη πρὸς τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον περὶ ἀρχαιοτήτων καὶ πρὸς τὸ ἴδιον καταστατικόν της, παραδώσῃ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον τὰς συλλογάς της. Ἡ ἑταιρία ἀντέστη εἰς τοῦτο ἐν ἀρχῇ, ἐπιθαῤῥυνομένη μάλιστα ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, οὗ τὸ γελοιογραφικὸν ὄργανον τὴν νομιμωτάτην ταύτην πρᾶξίν μου ἐχαρακτήριζεν ὡς αὐθαιρεσίαν. Ἀλλ’ ὅτε εἶδεν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπτοούμην πρὸ τῆς τοιαύτης ἀντιστάσεώς της, ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὴν παράδοσιν τῶν συλλογῶν της. Ἐσκέφθην δὲ νὰ καταρτίσω καὶ νομοσχέδιον, δι’ οὗ τὸ προϊὸν τοῦ Λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων θὰ διετίθετο ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, καὶ θὰ ἐπήρχετο οὕτως οἰκονομία εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ ἐξ 100 περίπου χιλιάδων δραχμῶν. Οἱ Κύριοι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἠδύναντο τότε δι’ ἰδίων εἰσφορῶν καὶ συνδρομῶν νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἔργον των, ἂν πράγματι ἐκινοῦντο ἐξ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ ἐνεφοροῦντο ἀληθοῦς ζήλου ὑπὲρ τῆς διασώσεως αὐτῶν. Ὁπωσδήποτε ὅμως νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου αὐτῶν ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, ἡ διαχείρισις τοῦ προϊόντος τοῦ Λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων, δι’ ἣν τοσοῦτος συνωστισμὸς παρατηρεῖται τὴν σήμερον ἐν ταῖς ἀρχαιρεσίαις καὶ δι’ ἣν, ἂν νῦν ἐξελέγη εἰς μεσίτης διευθυντὴς τῆς «Ἀρχαιολογικῆς Ἐφημερίδος», οὐδεὶς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλεγῶσι μέλη τοῦ διοικητικοῦ αὐτῆς συμβουλίου ἄνθρωποι, οὐδεμίαν ἀσφάλειαν παρέχοντες περὶ τιμίας καὶ εὐσυνειδήτου διαχειρίσεως 100 χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως. Ἐν τοῖς πρώτοις, Κύριοι, ἐπέσυρε τὴν σύντονον μέριμνάν μου ἡ οἰκτρὰ τῆς Ἐκκλησίας κατάστασις. Δυστυχῶς διαφεύγει τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἡ τιμωρία τῶν ἀναξίων αὐτῆς λειτουργῶν. Ἐὰν ἐξήρτητο ἐξ ἐμοῦ, βεβαίως θὰ ἔσπευδον νὰ κατενέγκω ἀμείλικτον τὸν πέλεκυν τῆς δικαιοσύνης κατὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ ἱερέων τοῦ Βάαλ, οἵτινες βεβηλοῦσι τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου, οἵτινες εἶναι τὸ ἅλας τὸ μωρανθὲν, τὸ ὁποῖον, ὡς τοιοῦτον, εἰς οὐδὲν ἰσχύει πλέον, καὶ πρὸ πολλοῦ ἔπρεπε νὰ βληθῇ ἔξω. Ἀλλ’ ἡ τιμωρία αὐτῶν ἐξήρτηται ἐκ τῶν ἑκασταχοῦ ἐπισκοπικῶν δικαστηρίων καὶ ἐκ τῆς ἀνωτάτης ἐκκλησιαστικῆς ἡμῶν ἀρχῆς, τῆς λεγομένης Ἱερᾶς Συνόδου, ἥτις μόνον προορισμόν της ὑπολαμβάνει ἔνθεν μὲν νὰ ἐγκρίνῃ χειροτονίας ὑπεραρίθμων καὶ ἀνικάνων ἱερέων, ἔνθεν δὲ νὰ συγκαλύπτῃ πάντα τὰ ἐγκλήματα καὶ ὄργια, καὶ νὰ κηρύττῃ ἀθώους ὅλα τὰ βδελύγματα τῆς ἐρημώσεως, τὰ ἑστῶτα ἐν τόπῳ ἁγίῳ, ἄν ποτε εὑρίσκοντο εὐσυνείδητα ἐπισκοπικὰ δικαστήρια, καταδικάζοντα αὐτά. Ἂν ἦτο δυνατὸν, Κύριοι, νὰ δημοσιευθῶσι πολλαὶ δικαστικαὶ ὑποθέσεις μετὰ τῶν ἀνακρίσεων καὶ τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν, θὰ ἔφριττε πᾶς τις τόσον ἐπὶ τῷ μεγέθει τῶν καταγγελλομένων καὶ ἀποδεικνυομένων ἐγκλημάτων, ὅσον καὶ ἐπὶ τῇ ἠθικῇ ἐξαχρειώσει ἐκείνων, οἵτινες ἐπὶ Σιμωνίᾳ συνήθως δίδουσιν ἀθωωτικὴν δι’ αὐτὰ ψῆφον. Οἱ ἀρχιερεῖς εἶναι ἰσόβιοι καὶ ἀμετάθετοι, καλοῦνται δ’ ἐξ ὑπαμοιβῆς νὰ πληρώσωσι τὰ συνοδικά των καθήκοντα, χωρὶς νὰ διατρέχωσι κίνδυνόν τινα ἀπολύσεως, ἢ μεταθέσεως, διὸ εἶναι ἀνώτεροι πάσης ἐπηρείας πολιτικῆς. Διὰ τὴν καταπάτησιν ἄρα τῶν Κανόνων καὶ νόμων, ἣν τόσον ἀσυστόλως διαπράττουσιν ἑκάστοτε, οὐδεμίαν ἀπολύτως δικαιολογίαν δύνανται νὰ προβάλωσιν, εἰμὴ μόνην τὴν πώρωσιν τῆς ἠθικῆς αὐτῶν συνειδήσεως καὶ τὸ βδελυρώτατον τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐγκλημάτων, τὴν Σιμωνίαν. Πρὸ πάσης ἄλλης, Κύριοι, ἐκκλησιαστικῆς μεταῤῥυθμίσεως ἐπάναγκες νομίζω νὰ τεθῇ ἓν τέρμα ὡς τάχιστα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, ἣν ἐδημιούργησεν ἡ ἀτιμωρησία ἐκείνων, εἰς οὓς κακῇ τῇ μοίρᾳ εἶναι διαπεπιστευμένη ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡμῶν διοίκησις. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ῥιζικῶς ὁ Καταστατικὸς νόμος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ὁ περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐπισκόπων νόμος· ἀνάγκη πᾶσα νὰ δοθῇ κῦρος εἰς τοὺς Κανόνας, τοὺς προβλέποντας καὶ τιμωροῦντας πάντα τὰ ἐγκλήματα, τὰ ἐπιπολάζοντα νῦν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Δυστυχῶς οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος νόμοι δὲν διακρίνονται ἐπὶ νομικῇ ἀκριβείᾳ καὶ σαφηνείᾳ. Πλεῖσται ὅσαι περιπτώσεις, καταφανεῖς γενόμεναι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, δὲν προβλέπονται τὸ παράπαν, καὶ αἱ προβλεπόμεναι δὲ περιλαμβάνονται εἰς διατάξεις γενικὰς καὶ ἀορίστους, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ὡς τοιαύτας διδούσας ἀφορμὴν εἰς καταστρατήγησιν καὶ προφανῆ ἀθέτησίν των. Τὸ σπουδαιότατον δὲ πάντων εἶναι, ὅτι καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἀνακριβῶν καὶ ἀσαφῶν διατάξεων ἐλλείπει πολλάκις ἡ κύρωσις. Οὕτω λ. χ. ἀπαγορεύονται αἱ ὑπεράριθμοι χειροτονίαι, ἀλλ’ οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν τελοῦντα αὐτὰς ἀρχιερέα, ἐξ οὗ εὐάριθμοι πάνυ ἐκ τῶν ἀρχιερέων συμμορφοῦνται πρὸς τὴν τοιαύτην ἀπαγόρευσιν. Τὰς τοιαύτας ἐλλείψεις τῆς κειμένης νομοθεσίας ἠθέλησα νὰ πληρώσω ἐγὼ διὰ νομοσχεδίων, μεταῤῥυθμιζόντων ἐκ θεμελίων τὸν Καταστατικὸν νόμον καὶ τὸν περὶ Ἐπισκόπων καὶ Ἐπισκοπῶν νόμον. Διὰ τοῦ δευτέρου τῶν νομοσχεδίων τούτων θὰ καθιεροῦτο καὶ νέα ἐκκλησιαστικὴ καὶ διοικητικὴ διαίρεσις τῆς Ἑλλάδος, προσφορωτέρα εἰς τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, θ’ ἀντικαθιστῶντο δ’ αἱ νῦν ἐπισκοπικαὶ ἐπιτροπαὶ, αἱ ἀποδειχθεῖσαι πηγὴ παντοίων καταχρήσεων, διὰ τοποτηρητῶν, καὶ θὰ καθιεροῦντο προσόντα ἀληθῆ ἐπὶ τῶν ἐπισκόπων. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς ἀνορθώσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων εἶναι πρὸ παντὸς ζήτημα οἰκονομικόν. Ἐν ὅσῳ δὲν ἐξευρίσκονται τὰ μέσα, δι’ ὧν ἡ Ἐκκλησία, καθισταμένη ὑλικῶς ἀνεξάρτητος, θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναδιοργανωθῇ διοικητικῶς καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς ἑαυτὴν ὅλα τὰ κατάλληλα ὄργανα πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ μεγάλου καὶ ὑψηλοῦ της προορισμοῦ· ἐν ὅσῳ τὰ ὄργανά της ταῦτα δὲν ἀπαλλάττονται τῶν βιωτικῶν μεριμνῶν καὶ φροντίδων, ἀλλὰ καταδικάζονται ν’ ἀποζῶσιν ἐκ τῶν λεγομένων τυχηρῶν, ἅτινα γλισχρότερα ὁσημέραι ἀποβαίνουσι, βεβαίως καὶ ὁ ἀνώτερος καὶ ὁ κατώτερος κλῆρος θὰ ἦναι ὁποῖος εἶναι νῦν, καὶ θὰ στρατολογῆται ἐκ τῆς κοινωνικῆς συνήθως ὑποστάθμης, καὶ ἐκεῖνος καὶ οὗτος θ’ ἀποζῇ ἐκ τῆς Σιμωνίας, ἢ ἐκ τῆς ἐπαιτείας, καὶ ἡ Ἐκκλησία καθόλου θὰ μένῃ ἐν τῇ νῦν καταπτώσει αὑτῆς. Ἐν ᾧ τοὐναντίον, ἄν αὕτη τύχῃ οἰκονομικῆς ἀνεξαρτησίας, τότε θὰ ἔχῃ μὲν αὐτὴ τὰ ἀπαιτούμενα μέσα πρὸς συντήρησιν ἀξιοπρεπῆ τῶν ἀναγκαίων ὀργάνων της, οἱ δὲ ἀνώτεροι κληρικοὶ θὰ παύσωσιν ὄντες ἁπλοῖ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, οἵτινες, μὴ δυνάμενοι ν’ ἀποζήσωσιν ἐκ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ, ὃν λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, καταφεύγουσιν εἰς τὴν Σιμωνίαν, καὶ οἱ κατώτεροι κληρικοὶ θ’ ἀφοσιωθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ κύριον ἔργον των καὶ θ’ ἀνακτήσωσι τὴν προσήκουσαν εἰς αὑτοὺς θέσιν καὶ ἀπέναντι τοῦ ποιμνίου των καὶ ἀπέναντι τῶν ἀρχιερέων, ὧν πολὺ θὰ περισταλῇ οὕτως ἡ νῦν αὐθαιρεσία, διότι πρὸς ὑλικῶς ἀνεξάρτητον καὶ μεμορφωμένον κατώτερον κλῆρον δὲν θὰ φέρωνται πλέον ὡς ἀληθεῖς δεσπόται, οὕτω δὲ καὶ τὸ ἀξίωμα τῶν λειτουργῶν τοῦ Ὑψίστου θ’ ἀνυψωθῇ καὶ θὰ καταστῇ περιζήτητον καὶ εἰς τὰς καλλιτέρας κοινωνικὰς τάξεις καὶ εἰς τοὺς εὐφυεστέρους καὶ ἱκανωτέρους ἄνδρας. Ἰδοὺ διατὶ, Κύριοι, ἐγὼ τὸ ζήτημα τῆς ἀνορθώσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων θεωρῶ πρὸ παντὸς ζήτημα οἰκονομικὸν, ἄνευ τῆς λύσεως τοῦ ὁποίου οὐδέν ἐστὶ τῶν δεόντων γενέσθαι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ λυθῇ αὐτό; Τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τῆς Ἐκκλησίας δύναται καὶ πρέπει νὰ λυθῇ ἀσχέτως ὅλως πρὸς τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Ἐὰν ἐσχετίζετο αὐτὸ πρὸς ταῦτα, θὰ ἦτο, ὡς ἐὰν ἀνεβάλλετο ἡ λύσις του εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, τὸ δὴ λεγόμενον. Ἀλλὰ καὶ δὲν συμφέρει, νομίζω, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ οὔτε εἰς τὴν Πολιτείαν οὔτε εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ἐξαρτηθῇ αὕτη οἰκονομικῶς ἐξ ἐκείνης. Ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει, ὡς ὑπὸ πᾶσαν ἄλλην, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην νὰ τηρήσῃ αὐτοτέλειαν, ὡς αὐτοτελὴς εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς, ὃν ἔχει αὐτὴ νὰ πραγματώσῃ. Ἡ Πολιτεία δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν ἐπ’ αὐτῆς, ὅπως παρακωλύῃ πᾶσαν ἐνδεχομένην ὑπέρβασιν τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας της, πᾶσαν παρεκτροπὴν της εἰς ἀλλότρια δικαιώματα, πᾶσαν κατάχρησιν τῆς διαπεπιστευμένης εἰς αὐτὴν ἐξουσίας· κατὰ τὰ ἄλλα ὅμως ὀφείλει ν’ ἀφήσῃ ὅλως ἀνεπηρέαστον τὴν Ἐκκλησίαν, ὀφείλει νὰ δώσῃ πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας εἰς αὐτὴν ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς δικαιοδοσίας της. Ἄν, Κύριοι, τοιαύτη ἦναι ἡ σχέσις ἄλλων Κρατῶν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Λατίνων, ἥτις, ἀναγνωρίζουσα, ὡς ὁρατὴν κεφαλήν της, ἀρχὴν ἐκτὸς τῶν ὁρίων των κειμένην, τὸν Πάπαν, καὶ ὑπείκουσα εἰς τὰ νεύματα τούτου, ἐπιδιώκοντος πολλάκις συμφέροντα ἀντιστρατευόμενα πρὸς τὰ τῶν ἑκασταχοῦ Πολιτειῶν, ὡς ἐκ τούτου δύναται νὰ ἔλθῃ εὐκόλως εἰς σύγκρουσιν πρὸς ταύτας, πολλῷ μᾶλλον δύναται νὰ ἦναι ἀνεκτὴ ἡ τοιαύτη σχέσις τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν παρ’ ἡμῖν, ἔνθα ἡ ἀνωτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ἑδρεύει ἐν αὐτῷ τῷ Κράτει, ἔνθα ἡ Ἐκκλησία εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐθνική, διασώσασα δὲ πάλαι ποτὲ τὸν ἐθνισμόν μας, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ κατακλυσμοῦ τῶν βαρβαρικῶν ἐπιδρομῶν καὶ τῆς ὑπ’ ἀλλοφύλων κατακτήσεως, ὡς ἄλλη κιβωτὸς τοῦ Νῶε, καὶ νῦν οὐδένα λόγον ἔχει ν’ ἀντιστρατευθῇ ποτε πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Ἰδοὺ διατὶ, Κύριοι, εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τῆς Ἐκκλησίας δύναται καὶ πρέπει νὰ λυθῇ ἀσχέτως ὅλως πρὸς τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Ἡ λύσις αὕτη δύναται καὶ πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ ἔνθεν μὲν διὰ τῆς ἱδρύσεως Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, ὡς νομικοῦ προσώπου ἀνεξαρτήτου, ἔχοντος ἰδίους πόρους καὶ διαχειριζομένου τούτους εἰς πλήρωσιν τῶν καθόλου ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἔνθεν δὲ διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἑκασταχοῦ ἐνοριακῶν ναῶν, ὡς νομικῶν ἐπίσης προσώπων, ἐχόντων μὲν ἰδίους πόρους καὶ διαχειριζομένων τούτους εἰς πλήρωσιν τῶν κατὰ τόπους ἐκκλησιαστικῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ διατελούντων πάντοτε ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτῶν ταύτῃ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου. Δὲν εἶναι βεβαίως τοῦ παρόντος νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας περὶ τοῦ τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ταμείου τούτου. Παρατηρῶ μόνον ἐν κεφαλαίῳ, ὅτι αὐτὸ θὰ εἶχε τὴν κεντρικὴν μὲν διοίκησίν του ἐν Ἀθήναις, ὑποδιοικήσεις δὲ εἰς ὅλας τὰς ἐπισκοπὰς τοῦ Κράτους καὶ θὰ ἐπέβλεπε καὶ ἐξήλεγχε πρωτοδίκως καὶ κατ’ ἔφεσιν τὴν διαχείρισιν τῆς μοναστηριακῆς καὶ πάσης ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Κεκτημένον δὲ ἰδίους πόρους, θὰ προενόει δι’ αὐτῶν περὶ τῆς ἰδίας συντηρήσεως καὶ περὶ τῶν δαπανῶν τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, διὰ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πρωτοσυγκέλους αὐτῶν, οἵτινες θὰ ἦσαν οἱ τοποτηρηταί των, ἐν περιπτώσει ἀπουσίας ἢ θανάτου, διὰ τοὺς περιοδεύοντας ἱεροκήρυκας, ὧν ὁ ἀριθμὸς θὰ ἐπολλαπλασιάζετο, διὰ τοὺς καθηγητὰς καὶ διδασκάλους τῶν ἱερῶν μαθημάτων ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν Ἱερατικῶν Σχολῶν. Τὰς δαπάνας δὲ ταύτας θὰ ἐκάλυπτεν ἐκ τῶν ἑξῆς πόρων: αʹ) Ἐκ τῶν περισσευμάτων τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας. Καὶ δὲν θὰ ἦσαν ταῦτα, Κύριοι, ἀνάξια λόγου, ἐὰν ἐτίθετο ἓν τέρμα εἰς τὴν νῦν σπατάλην καὶ κατάχρησιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος περιουσίας. Τὰ ἐτήσια εἰσοδήματά της ἀνέρχονται, κατὰ τὰ γνωστὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεώς της, εἰς 2,500,000 δρ., δαπανωμένων εἰς συντήρησιν 2,000 περίπου μοναχῶν. Ὁ ἀριθμὸς τούτων ὁσημέραι ἐλαττοῦται, διότι μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἰδίᾳ τῆς καθολικῆς θητείας παρ’ ἡμῖν εὐάριθμοι ἐκ τῶν ὑποτακτικῶν καὶ δοκίμων τῶν Μονῶν, ὑπηρετήσαντες ἅπαξ ἐν τῷ στρατῷ, ἐπανέρχονται εἰς τὸν μοναχικὸν βίον. Ἀλλὰ καὶ ἂν παρέμενε πάντοτε ὁ αὐτὸς ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν καὶ διετίθεντο πρὸς συντήρησιν ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν κατὰ μέσον ὅρον ἀνὰ 500 δρ. ἐτησίως, θὰ εἴχομεν οὕτω 1,000,000 δρ. δαπάνην ὑπὲρ αὐτῶν καὶ 1,500,000 περίσσευμα ὑπὲρ τῶν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου. Καὶ εἰς ἓν μόνον ἑκατομμύριον ἐὰν περιωρίζετο τὸ περίσσευμα τοῦτο, καὶ πάλιν θὰ ἦτο αὐτὸ πολλοῦ λόγου ἄξιον. βʹ) Ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ. Καὶ ἐν Ῥωσσίᾳ καὶ πολλαχοῦ τῆς ὁμόρου χώρας ἔχει εἰσαχθῆ ἤδη καὶ λειτουργεῖ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ. Δι’ αὐτοῦ θὰ ἐκαίετο μὲν ἁγνὸς κηρὸς ἐν τοῖς ναοῖς καὶ κατὰ τὰς διαφόρους ἱεροτελεστίας, καὶ θ’ ἀπεφεύγομεν τὴν νῦν ἀσχημίαν, καθ’ ἣν γίνεται χρῆσις ἀλειμματοκηρίων, κηρίνης καὶ ἄλλων ὑλῶν, ἐπιβλαβῶν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὑγείαν πολλάκις τῶν ἐκκλησιαζομένων, θὰ ἐξησφαλίζετο δὲ, ὡς ἀλλαχοῦ, καὶ παρ’ ἡμῖν σπουδαία πρόσοδος. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὸν ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους καταναλισκόμενον κηρὸν ὡς ἀποφέροντα ἐτήσιον εἰσόδημα ἐξ 1,500,000 δρ. κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, καὶ ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τούτου ἀφαιρέσωμεν ὡς ἀξίαν τοῦ κηροῦ καὶ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου 4%, ὡς κέρδος δὲ, ὅπερ πρέπει νὰ ἐπαφίηται εἰς τοὺς ἑκασταχοῦ ναοὺς, εἰς οὓς θ’ ἀνατεθῇ ἡ μεταπώλησις 2%, θὰ ὑπελείπετο ὑπὲρ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου καθαρὸν ἐτήσιον εἰσόδημα ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ ἐξ 600 χιλιάδων δραχμῶν. Θὰ εἴχομεν οὕτω, Κύριοι, βεβαίαν ἐτησίαν πρόσοδον τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου ἐξ 1,600,000 δραχμῶν, ἥτις θὰ ἐπήρκει καθ’ ἑαυτὴν οὐ μόνον πρὸς πλήρωσιν τῶν καθόλου ἐκκλησιαστικῶν ἀναγκῶν, ἃς ὑπέδειξα ἤδη, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐπικουρίαν τῶν ἑκασταχοῦ ἐνοριακῶν ναῶν, ὧν οἱ πόροι δὲν θὰ ἐξήρκουν εἰς πλήρωσιν τῶν τοπικῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀναγκῶν. Ἀλλὰ αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος πρόσοδοι θὰ ηὔξανον σὺν τῷ χρόνῳ καὶ καθ’ ἑαυτὰς καὶ σὺν τῇ προσθήκῃ γʹ) τοῦ πόρου τῶν ἀφιερωμάτων καὶ κληροδοτημάτων. Ὅταν σὺν τῷ χρόνῳ ἀποδειχθῇ ὁ κοινωφελὴς σκοπὸς τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, ὅταν σὺν τῇ πραγματώσει τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ ἀναζωπυρηθῇ ἐν ἡμῖν τὸ αἴσθημα τῆς εὐσεβείας καὶ εὐλαβείας, τότε πολλοὶ βεβαίως καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον θ’ ἀφιερῶσι καὶ κληροδοτῶσι ὑπὲρ αὐτοῦ ποσὰ, δι’ ὧν θὰ ηὔξανον σπουδαίως αἱ πρόσοδοί του. Διὰ τῆς συστάσεως καὶ ἀναδιοργανώσεως, Κύριοι, τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ταμείου θὰ ἐπήρχετο οἰκονομία τις καὶ εἰς τὸν δημόσιον ἡμῶν προϋπολογισμόν. Τὸ Κράτος θ’ ἀπέβαλλε μὲν ἐν τῷ μέλλοντι τὰς τῶν Μονῶν εἰσφορὰς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ θείου κηρύγματος, ἀλλὰ θὰ διέσωζε τὰς προσόδους ἐκ τῶν κτημάτων τῶν διαλελυμένων Μονῶν, καὶ θ’ ἀπηλλάσσετο πάσης ἐκκλησιαστικῆς δαπάνης. Ἐντεῦθεν θὰ εἶχεν αὐτὸ κέρδος ἐτήσιον ἐξ 100 τοὐλάχιστον χιλιάδων δραχμῶν. Αἱ ἐνορίαι τοῦ Κράτους θὰ περιωρίζοντο οὕτως, ὥστε αὐταὶ ἐν μὲν ταῖς πόλεσι ν’ ἀπαρτίζωνται ἐκ 300 τοὐλάχιστον οἰκογενειῶν, ἐν δὲ ταῖς κωμοπόλεσιν ἐκ 200, καὶ ἐν ταῖς κώμαις ἐξ 100 μέχρις 60 κατὰ κατώτατον ὅρον. Οἱ ὑπάρχοντες ἱερεῖς θὰ ἦσαν ἀνεκτοὶ, ἀλλὰ καθ’ ὅσον θὰ ἐξέλειπον αὐτοὶ, θὰ ἐφηρμόζοντο αὐστηρῶς οἱ ὅροι οὗτοι, καὶ θ’ ἀπηγορεύετο ἡ χειροτονία ὑπεραρίθμων, ἐπὶ ποινῇ καθιστώσῃ ἀδύνατον τὴν παράβασιν τῆς τοιαύτης διατάξεως ἰδίᾳ εἰς τοὺς χειροτονοῦντας ἀρχιερεῖς. Οἱ ἐφημέριοι θὰ ἐμισθοδοτοῦντο ἐκ τῶν ταμείων τῶν ἐνοριακῶν ναῶν, ἅτινα θὰ ὑφίσταντο καὶ τὰς ἄλλας δαπάνας πρὸς συντήρησιν αὐτῶν καὶ πρὸς πλήρωσιν τῶν τοπικῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀναγκῶν, ἔχοντα ἰδίους πόρους, τοὺς ἑξῆς: αʹ) Τὸν ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ. βʹ) Τὸν ἐκ τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα θὰ κατεβάλλοντο εἰς αὐτὰς διὰ τὰς βαπτίσεις, τοὺς γάμους, τὰς κηδείας καὶ τὰ μνημόσυνα, καὶ ἅτινα θὰ διεβαθμολογοῦντο ἀναλόγως τῆς τάξεως τῶν ἐνοριακῶν ναῶν καὶ τῆς περιουσίας τῶν ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὰ πιστῶν. γʹ) Τὸν ἐκ τῶν μηνιαίων εἰσφορῶν, εἰς ἃς θὰ ὑπεβάλλετο ἑκάστη ὀρθόδοξος οἰκογένεια. Ἡ εἰσφορὰ αὕτη, διαποικίλλουσα μεταξὺ 50 λεπτῶν καὶ 2 δραχμῶν, ἀναλόγως τοῦ ναοῦ καὶ τῆς περιουσίας τῶν ἐκκλησιαζομένων εἰς αὐτὰ οἰκογενειῶν, δὲν εἶναι ἐπαχθὴς καὶ δυσβάστακτος. Ἡ εἰσφορὰ αὐτὴ ἀπαντᾷ καὶ ἀλλαχοῦ, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔνθα ἔχουσι ποιμένας ἀληθεῖς, διδάσκοντας καὶ ποδηγετοῦντας τὸ διαπεπιστευμένον εἰς αὐτοὺς ποίμνιον εἰς τὴν εὐσέβειαν καὶ τὴν ἀρετὴν, ἀπαντᾷ ἔτι καὶ παρ’ ἡμῖν πολλαχοῦ, εἰ καὶ οἱ ἐφημέριοι ἡμῶν περιορίζονται εἰς μηχανικὴν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τέλεσιν τῆς λειτουργίας καὶ τῶν διαφόρων ἱεροπραξιῶν. Εἰς τὰ διάφορα χωρία λ. χ. δίδει ἓν καὶ ἐνιαχοῦ δύο κοιλὰ δημητριακῶν καρπῶν ἑκάστη οἰκογένεια εἰς τὸν ἐφημέριόν της, ἡ εἰσφορὰ δὲ αὕτη εἶναι ἀνωτέρα συνήθως τῶν 50 λεπτῶν κατὰ μῆνα. δʹ Τὸν ἐκ τῶν ἀφιερωμάτων καὶ κληροδοτημάτων πόρον, ὅστις σὺν τῷ χρόνῳ θ’ ἀνεπτύσσετο βεβαίως καὶ ἐπὶ τῶν ἐνοριακῶν ναῶν, δι’ ὃν λόγον καὶ ἐπὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου. Διὰ τῶν πόρων τούτων θὰ ἐκαλύπτοντο καὶ αἱ ἄλλαι τοπικαὶ ἐκκλησιαστικαὶ ἀνάγκαι, ἀλλὰ κυρίως θὰ ἐτίθετο ἡ μόνη ἀσφαλὴ βάσις τῆς ὑλικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ κατωτέρου ἡμῶν κλήρου. Ἐν ἀρχῇ ὁ μισθὸς τούτου θὰ ἦτο μικρὸς, ἀλλὰ σὺν τῷ χρόνῳ θὰ ηὔξανε, καθ’ ὅσον θὰ ἠλαττοῦτο μὲν ὁ ὑπάρχων ἀριθμὸς τῶν ἐφημερίων, θὰ ηὔξανον δὲ αἱ πρόσοδοι τῶν ἐνοριακῶν ναῶν. Σὺν τῷ χρόνῳ τὸ ἱερατικὸν ἀξίωμα θ’ ἀνυψοῦτο ὑπὸ ἔποψιν ὑλικὴν εἰς τὴν προσήκουσαν αὐτῷ περιωπὴν καὶ θὰ καθίστατο περιζήτητον, οὕτως ὥστε καὶ τὰ προσόντα δι’ αὐτὸ, ἤτοι τὸ μὲν ἀπολυτήριον Ἱερατικῆς Σχολῆς διὰ τὰς κώμας, τὸ δὲ πτυχίον τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ῥιζαρείου καὶ τῆς Θεολογικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Σχολῆς διὰ τὰς κωμοπόλεις καὶ πόλεις νὰ μὴ σπανίζωσιν ἐν ἡμῖν. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς διαλύσεως τῶν Μονῶν τοῦ Κράτους, ὡς ἄλλοι. Ἐγὼ θεωρῶ τὴν συντήρησιν αὐτῶν ἀναγκαίαν καὶ δι’ ἐθνικοὺς καὶ διὰ καθαρῶς ἐκκλησιαστικοὺς σκοπούς. Ἡ διάλυσις τῶν Μονῶν ἐν Ἑλλάδι θὰ ἔδιδεν ἴσως τὸ σύνθημα εἰς διάλυσιν αὐτῶν καὶ ἐν τῇ ὁμόρῳ χώρᾳ, ἔνθα αὐταὶ κέκτηνται μέγαν πλοῦτον καὶ χρησιμεύουσιν ἐν πολλοῖς ὡς τὸ σπουδαιότατον ἔρεισμα τοῦ ἐκεῖ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ ἐθνικοῦ βίου τῶν ὁμοφύλων καὶ ὁμοδόξων ἡμῶν. Πλὴν καὶ ἄλλως αὐταὶ ἔχουσι νὰ πληρώσωσιν ἔτι καὶ νῦν παρ’ ἡμῖν ὑψηλὸν προορισμόν. Δύνανται, κάλλιον διοργανούμεναι, ν’ ἀποβῶσιν αὖθις παρ’ ἡμῖν κέντρον θρησκευτικοῦ βίου, ὡς πάλαι ποτὲ, δύνανται ἐν ταὐτῷ νὰ καταστῶσιν ἑστίαι τῆς ἱερᾶς φιλολογίας, τῆς ἱερᾶς ζωγραφικῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς παρ’ ἄλλοις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι βεβαίως τοῦ παρόντος νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας περὶ τούτου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκεῖ νὰ ὑποδείξω ἐνταῦθα τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς συγχωνεύσεως αὐτῶν εἰς μίαν ἢ δύο τὸ πολὺ ἐν ἑκάστῃ ἐπισκοπῇ τοῦ Κράτους, τῆς περιουσίας αὐτῶν διατηρουμένης ἀνεπάφου. Διὰ τῆς τοιαύτης συγκεντρώσεως θὰ καθίστατο λυσιτελεστέρα ἡ ἐπίβλεψις τῶν ἐν αὐταῖς μοναζόντων, καὶ θὰ ὑπεβάλλοντο οὗτοι εἰς τὴν τήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ μοναχικοῦ βίου. Ἐπείγουσα ἀνάγκη εἶναι καὶ ἡ σύνταξις τακτικοῦ κτηματολογίου αὐτῶν, ὅπως τεθῇ οὕτω τέρμα εἰς τὴν νῦν συντελουμένην καταπάτησιν καὶ διαρπαγὴν τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, ἔργον, ὅπερ ἐγὼ ἐπεχείρησα μὲν, ἀλλὰ δὲν προέφθασα ν’ ἀγάγω εἰς πέρας, κατὰ τὴν βραχυχρόνιον ὑπουργίαν μου. Εἴχομεν, Κύριοι, μέχρι τοῦδε τὴν Θεολογικὴν τοῦ Πανεπιστημίου, τὴν Ἐκκλησιαστικὴν Ῥιζάρειον καὶ τρεῖς Ἱερατικὰς Σχολὰς, λειτουργούσας ἐν τῷ Κράτει· ἀλλ’ οἱ καρποὶ αὐτῶν ὑπῆρξαν ἴσοι σχεδὸν τῷ μηδενί. Ποῦ οἱ ἐπιστήμονες θεολόγοι; ποῦ οἱ λόγιοι ἡμῶν κληρικοὶ, οἱ μορφωθέντες ἐν αὐταῖς; Ἡ παντελὴς σχεδὸν σπάνις αὐτῶν δὲν ὀφείλεται εἰς μόνην τὴν ἔλλειψιν ὑλικῆς ἀποκαταστάσεως ἐν τῷ Κλήρῳ ἡμῶν, εἰ καὶ εἶναι βεβαίως καὶ αὐτὴ μία τῶν αἰτιῶν, δι’ ἃς δὲν ἔχομεν τὴν σήμερον λογίους ἱερεῖς, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὴν ἐλαττωματικὴν μόρφωσιν ἐν ταῖς περὶ ὧν ὁ λόγος Σχολαῖς. Ἡ παίδευσις αὕτη, ὡς ἔχει, οὐδὲ τὰ στοιχεῖα μεταδίδει τῶν ἀπαιτουμένων θεολογικῶν γνώσεων· τὸ χείριστον δὲ πάντων εἶναι, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐξεγείρῃ τὸν ζῆλον καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, ἀπονεκροῖ αὐτὸν συνήθως. Τούτου ἕνεκεν οἱ ἀπόφοιτοι τῶν εἰρημένων Σχολῶν ἀποκομίζουσιν ἐξ αὐτῶν τὴν πλήρη ἀδιαφορίαν διὰ τὸ στάδιον, δι’ ὃ κυρίως παρασκευάζονται, καὶ ἀποδύονται εἶτα εἰς πᾶν ἄλλο βιωτικὸν ἔργον, ἀποφεύγοντες ἐκ παντὸς τρόπου τὴν λειτουργίαν τῆς Ἐκκλησίας. Ἐγὼ προενόουν περὶ τῆς ὑλικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Κλήρου, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ ἐλάμβανον πρόνοιαν καὶ περὶ ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς παιδεύσεως τῶν μελλόντων νὰ ἱερωθῶσι, τοιαύτης, καθ’ ἣν αὐτοὶ πρὸ πάντων θὰ ἐπληροῦντο ζήλου καὶ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὲρ τοῦ ἔργου, δι’ ὃ θὰ παρεσκευάζοντο. Καὶ ὁ κύκλος δὲ τῶν σπουδῶν τῶν θὰ ηὐρύνετο οὕτως, ὥστε, ἱερεῖς γινόμενοι, ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς πνευματικὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, νὰ δύνανται νὰ κηρύττωσι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἐνώπιον σοφῶν καὶ ἀγραμμάτων, νὰ δύνανται ν’ ἀνασκευάζωσι τὰς πλάνας, τὰς ἀνατρεπτικὰς τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ πάσης θρησκείας, αἵτινες, εἰσχωρήσασαι καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ οὐδεμίαν ἀντίστασιν εὑρίσκουσαι, λαμβάνουσιν ὁσημέραι καταπληκτικὰς, ὡς μὴ ὤφελε, διαστάσεις, παραλύουσαι πάντα ἠθικὸν καὶ κοινωνικὸν δεσμὸν, καὶ νὰ ποδηγετῶσι τὸν λαὸν εἰς τὴν εὐσέβειαν καὶ τὴν ἀρετήν. Οἰκτρὰ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἦτο ἡ κατάστασις τῶν Ἱερατικῶν λεγομένων Σχολῶν. Αὗται παρελάμβανον ἀποφοίτους τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ ἐπαίδευον αὐτοὺς ἐπὶ τετραετίαν, μεταδίδουσαι εἰς αὐτοὺς ἐγκυκλίους καὶ στοιχειώδεις τινὰς θεολογικὰς γνώσεις. Ἡμιμαθεῖς καὶ ἐπιπόλαιοι, ἂν ὄχι καὶ ἀπεστερημένοι πάσης πίστεως, ἐξήρχονται αὐτοὶ μόλις 15 συνήθως ἐτῶν τὴν ἡλικίαν ἐκ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος Σχολῶν. Ἕως οὗ δὲ συμπληρώσωσι τὴν νόμιμον ἡλικίαν τοῦ τριακοστοῦ ἔτους πρὸς χειροτονίαν, ἐλησμόνουν καὶ ὅ,τι εἶχον διδαχθῆ, ἐτρέποντο δ’ ἐν τῷ μεταξὺ εἰς ἄλλα στάδια, ἐξακολουθοῦντες περαιτέρω ἐγκυκλίους καὶ ἐπιστημονικὰς σπουδὰς, ἢ ἀσπαζόμενοι ἄλλα βιοποριστικὰ ἐπαγγέλματα, ἐλάχιστοι δὲ παρέμενον μέχρι τέλους πιστοὶ εἰς τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδιδον, ὡς παῖδες ἄνηβοι, κατατασσόμενοι εἰς τὰς Ἱερατικὰς Σχολὰς, καὶ αὐτοὶ ἦσαν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ οἱ ἀνικανώτεροι, οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπιδώσωσιν εἰς ἄλλο στάδιον. Πλὴν τούτου, ἡ συντήρησις τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος Σχολῶν ἔχει ἐγκαταλειφθῆ, ὡς γνωστὸν, εἰς τὴν εἰσφορὰν τῶν Μονῶν τοῦ Κράτους, ἥτις, μὴ οὖσα ἀναγκαστικὴ, καθυστέρει ἀπὸ ἐτῶν, ἐντεῦθεν δὲ προῆλθε καὶ ἡ ἐπὶ μῆνας καὶ ἔτη ὁλόκληρα καθυστέρησις τῶν ἐνοικίων καὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν Διευθυντῶν καὶ διδασκάλων αὐτῶν. Ἅμα γενόμενος, Κύριοι, Ὑπουργὸς, ἔλαβον πολλὰς αἰτήσεις θεραπείας καὶ διαμαρτυρίας, εὑρεθεὶς δὲ οὕτω πρὸ τοῦ ἀδιεξόδου, ἠναγκάσθην ν’ ἀπολύσω τὸ προσωπικὸν τῶν Ἱερατικῶν Σχολῶν καὶ νὰ ἐξαποστείλω τοὺς μαθητάς των εἰς τὰ ἴδια, ἕως οὗ νομοθετικῶς ἐλάμβανον πρόνοιαν περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς συντηρήσεως καὶ περὶ μεταῤῥυθμίσεως αὐτῶν. Ἡ συντήρησίς των θὰ ἐξησφαλίζετο, ὡς προὐπηνίχθην ἤδη, διὰ τῶν πόρων τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου. Ἡ δὲ μεταῤῥύθμισίς των θὰ ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἐφεξῆς νὰ γίνωνται εἰς αὐτὰς δεκτοὶ ἀπόφοιτοι τῶν προγυμνασίων ἢ τῆς γʹ γυμνασιακῆς τάξεως, καὶ νὰ διδάσκωνται ἐν αὐταῖς ἐπὶ τριετίαν τὰ κυριώτατα ὅλων τῶν θεολογικῶν κλάδων, θεωρητικῶς καὶ ἐμπράκτως παρασκευαζόμενοι διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐφημέριοι ἐν ταῖς κώμαις. Εἰς μόρφωσιν τοῦ ἀνωτέρου κλήρου καὶ διὰ τὴν καλλιεργίαν καὶ προαγωγὴν καθόλου τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης εἶναι προωρισμένη ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου. Πλὴν ἀρχῆθεν ἔτυχεν αὕτη τοιαύτης ὀλιγωρίας παρ’ ἡμῖν, ὥστε ἀνεπαίσθητοι ὅλως ὑπῆρξαν οἱ μέχρι τοῦδε καρποί της. Ἡ Θεολογία, Κύριοι, ἀπαρτίζεται ἐκ τεσσάρων κεφαλαιωδῶν κλάδων, τοῦ ἑρμηνευτικοῦ, τοῦ ἱστορικοῦ, τοῦ θεωρητικοῦ καὶ τοῦ πρακτικοῦ, ἕκαστος δὲ τῶν κλάδων τούτων ὑποδιαιρεῖται εἰς πλείονα μαθήματα, οὕτως ὥστε μόλις καὶ μετὰ βίας δέκα καθηγηταὶ θὰ ἐπήρκουν. Καὶ ὅμως ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν διδάσκουσιν ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ τοῦ Πανεπιστημίου 4 ἢ 5 ἐν ὅλῳ καθηγηταί. Συνέβη πολλάκις ὁλόκληρος ὁ πρακτικὸς κλάδος νὰ μὴ ἔχῃ καθηγητήν, οἱ δὲ λοιποὶ κλάδοι νὰ ἔχωσιν ἀνὰ ἕνα μόνον. Κατετάσσοντο δὲ εἰς αὐτὴν συνήθως ἀπόφοιτοι τῶν Γυμνασίων, ἀπροπαράσκευοι ὅλως διὰ τὴν θεολογίαν, οὗτοι δὲ, ἀκροώμενοι ἐνίων μόνον τῶν θεολογικῶν μαθημάτων, δὲν ἠδύναντο βεβαίως νὰ μορφόνωνται εἰς ἐπιστήμονας θεολόγους. Ἐὰν ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου συνεπληροῦτο, ὡς ἐγὼ εἶχον κατὰ νοῦν, ἐὰν κατετάσσοντο εἰς αὐτὴν οἱ ἀπόφοιτοι τῶν Ἱερατικῶν καὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ριζαρείου Σχολῆς καὶ ἐδιδάσκοντο κατὰ τὴν προσήκουσαν σειρὰν πάντα τὰ θεολογικὰ μαθήματα, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἄλλοι θὰ ἦσαν οἱ καρποὶ αὐτῆς, ὅτι δὲ ἡ Θεολογικὴ ἐπιστήμη θ’ ἀνεβίου καὶ θὰ προήγετο ἐν Ἑλλάδι καὶ θὰ κατήρτιζε καὶ παρ’ ἡμῖν ἀληθεῖς θεολόγους ἐπιστήμονας. Διὰ τὴν μεταῤῥύθμισιν, Κύριοι, τῆς Ριζαρείου δὲν ἦτο ἀνάγκη νομοθετικῆς ἐργασίας, ὡς διὰ τὴν τῶν ἄλλων Σχολῶν. Ὁ ἀοίδιμος ἱδρυτὴς τῆς Σχολῆς ταύτης Γ. Ριζάρης ἀνέθεσε τὸ ἔργον τοῦτο ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁρίσας ἐν ἄρθρῳ 158 τῆς διαθήκης του: «εἰς τὴν σύνεσιν αὐτῆς (τῆς Κυβερνήσεως) ἀπόκειται νὰ ἐπιφέρῃ καὶ ἄλλας βελτιώσεις, ἐφ’ ὅσα σιωπᾷ ἡ παροῦσά μου». Διὰ τοῦτο καὶ ὁ πρῶτος διοργανισμὸς τῆς Ριζαρείου ἐγένετο διὰ διατάγματος τοῦ 1843, καὶ ὁ δεύτερος, ὁ μεταῤῥυθμίσας τὸν πρῶτον ἐν ἔτει 1867, διὰ διατάγματος ἐπίσης. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπένειμεν, ὡς ἐδήλου ἐν τῇ ἀπὸ 25 Ἀπριλίου 1840 ἀφιερωτηρίῳ ἀναφορᾷ, «διὰ νὰ γείνωσιν αἱ ἀπαιτούμεναι βελτιώσεις, ὅσας ἡ πεῖρα, αὐτὸς ὁ ἀλάνθαστος διδάσκαλος, ὑπαγορεύσει μὲ τὴν πρόοδον τοῦ χρόνου». Ἀλλ’ ἡ πεῖρα ὑπηγόρευε νῦν νέαν ῥιζικὴν τῆς Σχολῆς μεταῤῥύθμισιν, διότι δὲν ἐπληροῦτο ὁ ἀρχικὸς προορισμὸς, ὃν προέθετο ὁ ἱδρυτὴς αὐτῆς καὶ καθ’ ὃν οἱ μαθηταὶ αὐτῆς ὤφειλον νὰ μορφόνωνται καὶ νὰ γίνωνται ἱερεῖς. Οἱ ἀπόφοιτοι τῆς Ριζαρείου γίνονται φιλόλογοι, ἰατροὶ, δικηγόροι, ἔμποροι, βιομήχανοι, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, οὐχὶ δὲ καὶ ἱερεῖς...
§92ΣΤΑΗΣ. Γίνονται καὶ Ὑπουργοί.
§93ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔγεινα Ὑπουργὸς ἐγὼ, ὅστις δὲν ἐσπούδασα ἐν τῇ Ριζαρείῳ Σχολῇ ὡς ὑπότροφος, οὐδ’ ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα γείνω ἱερεύς, διότι συνετηρούμην ἐν αὐτῇ ἐξ ἰδίων.
§94Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἦτο καλλίτερα νὰ ἐγίνεσο παπᾶς; (ἱλαρότης).
§95ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι· ἔγεινα Βουλευτὴς, διὰ νὰ διαβάζω καμπόσους ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην ἀπὸ διάβασμα (Ἱλαρότης). Ἀλλ’ ὅπως μήτε οἱ ὑπότροφοι, μήτε οἱ ἰδιοσυντήρητοι δύνανται πλέον ν’ ἀποδύωνται εἰς ἄλλα στάδια, ἡ πεῖρα ὑπηγόρευσε νὰ μεταβληθῇ ὁ ἐν ἰσχύϊ ὁρμανισμὸς τῆς Ριζαρείου Σχολῆς, καὶ νὰ γείνῃ αὕτη πράγματι Ἐκκλησιαστική, ἐν ᾗ νὰ διδάσκωνται πάντα τὰ θεολογικὰ μαθήματα, ὡς ὁρίζετοι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ διαθήκῃ (ἄρθρ. 72 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρ. 76). Τοῦτο ἔπραξα καὶ ἐγὼ διὰ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ αὐτῆς. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ἐνταῦθα ὅσα ἐπιχειρήματα ἐπεκαλούμην ὑπὲρ τῆς τοιαύτης μεταῤῥυθμίσεως ἐν τῇ σχετικῇ πρὸς τὸν Βασιλέα ἐκθέσει μου. Ἡ ἔκθεσις ἐκείνη ἐδημοσιεύθη καὶ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» καὶ κατ’ ἰδίαν, ἔπεισε δὲ τοὺς πάντας, καὶ αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι. Τώρα εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αὐτὸς, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ὑπηγόρευσεν εἰς τὸ γελοιογραφικόν του ὄργανον πᾶσαν ὕβριν, πᾶσαν δυσφημίαν ἐναντίον μου ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου, ὃν ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς αὐθαίρετον, ὡς ἀνατρεπτικὸν τῆς διαθήκης καὶ τοῦ σκοποῦ τῆς Σχολῆς, καὶ διεκήρυττεν ὅτι, εὐθὺς ἅμα ἐρχόμενος αὐτὸς εἰς τὰ πράγματα, θὰ τὸν ἠκύρου, καὶ θὰ ἐπανέφερεν εἰς ἰσχὺν τὸν πρώην ὀργανισμόν Ἀλλ’ ὡς Πρωθυπουργὸς ἀπέδειξε μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον, ὅτι πάντα, ὅσα ὡς ἀντιπολιτευόμενος ὑπηγόρευεν εἰς τὸ γελοιογραφικόν του ὄργανον καὶ διεκήρυττεν, ἦσαν ψεύδη, ἀνάξια ἀνδρὸς, διεκδικοῦντος τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἀνάξια ἀνδρὸς σεβομένου κἄν τοὺς ἄλλους καὶ ἑαυτόν. Διότι ὡς Πρωθυπουργὸς ἐπέταξε καὶ ἀνεδημοσιεύθη σχεδὸν mot à mot ὁ ὑπ’ ἐμοῦ συνταχθεὶς ὀργανισμὸς, μέ τινας μόνον τροποποιήσεις.
§96ΣΤΑΗΣ. Ὁ νέος ὀργανισμὸς εἶναι ἑπταμηνίτικος, ἐνῷ ὁ ἰδικός σας ἦτο τέρας!
§97ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ αἱ τροποποιήσεις αὗται εἶναι δυστυχῶς ἀληθεῖς διαστρεβλώσεις. Οὕτως ἐξαιροῦνται τῆς εἰσιτηρίου δοκιμασίας οἱ ἐκ Ζαγορίου ὑπότροφοι. Ἀλλ’ οὕτως ἀνοίγεται αὖθις ἡ θύρα τῶν μέχρι τοῦδε καταχρήσεων, καθ’ ἃς ἐγίνοντο ἐκεῖθεν δεκτοὶ εἰς τὴν Σχολὴν μαθηταὶ καὶ ἐκ τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐνίοτε, ὧν χάριν ἐδιδάσκοντο συνήθως ἐν τῇ πρώτῃ αὐτῆς τάξει μαθήματα ἑλληνικοῦ σχολείου, τοῦτο δὲ πρὸς ζημίαν ἀνυπολόγιστον καὶ τῆς Σχολῆς καὶ τῶν ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος μαθητῶν, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ἀπολυτήριον ἑλληνικοῦ σχολείου καὶ νὰ ὑποστῶσιν ὡς ἐκ περισσοῦ καὶ αὐστηρὰν δοκιμασίαν. Ἐπιτρέπει τὴν ἔξωθεν φοίτησιν εἰς τὴν Σχολὴν μόνον εἰς κληρικοὺς, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς μὴ τοιούτους. Καὶ ὅμως μοναχοὶ, ἱεροδιάκονοι καὶ ἱερομόναχοι, προερχόμενοι ἐκ Μονῶν, ἐν αἷς δὲν βασιλεύει πάντοτε ἡ ἀρετὴ, εἶναι, νομίζω, μᾶλλον ἐπικίνδυνοι νὰ συναγελάζωνται πρὸς τοὺς νεαροὺς μαθητὰς τῆς Σχολῆς ἢ ἄλλοι νέοι ἐπίσης μαθηταί, φοιτῶντες ἔξωθεν. Καταργεῖ, ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 76 τῆς διαθήκης, καθ’ ὃ πρέπει πάντα τὰ θεολογικὰ μαθήματα νὰ διδάσκωνται ἐν τῇ Σχολῇ, τὴν διδασκαλίαν τῆς Γραφικῆς καὶ Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογίας, ὧν ἡ γνῶσις εἶναι ἀπαραίτητος, ἐκείνης μὲν εἰς ὀρθὴν ἑρμηνείαν τῶν Γραφῶν, ταύτης δὲ εἰς πλήρη κατανόησιν τοῦ ἀρχαίου χριστιανικοῦ βίου καὶ εἰς ἐξήγησιν πλείστων ὅσων φαινομένων ἐν τῷ καθ’ ἡμᾶς ἐκκλησιαστικῷ βίῳ, πρὸς δὲ τῆς ἱστορίας τῶν Δογμάτων, ἧς ἄνευ καθίσταται δυσνόητος ἐν πολλοῖς ἡ Δογματικὴ, ἡ θεμελιώδης διδασκαλία τῆς πίστεως ἡμῶν. Καταργεῖ πρὸς τούτοις τὴν Συμβολικὴν καὶ τὴν Ἀντιῤῥητικὴν, εἰ καὶ ἀμφότερα τὰ μαθήματα ταῦτα εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα τὴν σήμερον εἰς τὸν ὀρθόδοξον θεολόγον, μάλιστα δὲ εἰς τὸν ὀρθόδοξον ἱερέα, ὅστις κέκληται νὰ ἐνεργήσῃ πολλάκις ἐν τῷ μέσῳ τῶν ξενικῶν προπαγανδῶν τοῦ παπισμοῦ καὶ προτεσταντισμοῦ, καὶ ὀφείλει νὰ γινώσκῃ καὶ τὴν διδασκαλίαν τῶν Ἐκκλησιῶν τούτων, ἣν διδάσκει ἡ Συμβολικὴ, καὶ τὰς ἀντιῤῥήσεις, ἃς ἔχει αὐτὸς ν’ ἀντιτάξῃ πρὸς τὰς πλάνας των καὶ ἃς διδάσκει ἡ Ἀντιῤῥητική. Κακῶς δὲ ἡ διδασκαλία τῆς Ἑβραϊκῆς γλώσσης περιωρίσθη εἰς τὰς δύο ἀνωτάτας τάξεις. Τὴν γλῶσσαν ταύτην ὀφείλουσι νὰ ἐκμάθωσιν οἱ τρόφιμοι τῆς Σχολῆς, ὅπως δυνηθῶσιν εἶτα νὰ διδαχθῶσιν ἑρμηνείαν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐν τῷ πρωτοτύπῳ κειμένῳ. Ἀλλὰ πότε θὰ διδαχθῶσι ταύτην, ἀφοῦ μόλις τὰ τελευταῖα ἔτη μέλλουσι νὰ διδάσκωνται τὴν Ἑβραϊκὴν γλῶσσαν; Κάκιστα διαγράφεται ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ ἡ διδασκαλία τῶν φιλοσοφικῶν μαθημάτων, ἀφοῦ ταῦτα θεωροῦνται ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα οὐ μόνον ἐν Ἐκκλησιαστικαῖς, ἀλλὰ καὶ ἐν Ἱερατικαῖς Σχολαῖς, καὶ κατὰ τὸν παλαιὸν δὲ ὀργανισμὸν ἐδιδάσκετο ἐν τῇ Ριζαρείῳ ἡ Ψυχολογία καὶ ἡ Λογική. Δὲν εἶναι λοιπὸν αὗται διαστρεβλώσεις τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ συνταχθέντος ὀργανισμοῦ, ἃς ἐν τῇ ἀποτυφλώσει του ἐκ τοῦ πρὸς ἐμὲ πάθους διέπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μόνον καὶ μόνον ὅπως φανῇ ὅτι κάμνει τι ἀντίθετον πρὸς ἐμέ;
§98Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αἱ τροποποιήσεις ὑπεδείχθησαν ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἴχετε ὑποβάλει καὶ ὑμεῖς τὸν ὀργανισμόν σας.
§99ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἔλειπον ἐξ αὐτῆς ἀκριβῶς τὰ μέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἔχωσι γνώμην περὶ τοιούτων ζητημάτων καὶ τὸ θάῤῥος τῆς πεποιθήσεως, ἵνα ὑποστηρίξωσιν αὐτήν. Πλὴν καὶ οὕτω, Κύριοι, μ’ ἐδικαίωσε πληρέστατα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἀνεκάλεσε μὲν, ἐλθὼν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πᾶν ὅ,τι κατ’ ἐμοῦ ὑπηγόρευεν εἰς ἄλλους νὰ γράφωσι καὶ αὐτὸς οὗτος διεκήρυττεν, ὡς πρὸς τὸ μεταῤῥυθμιστικόν μου ἔργον ἐν τῇ Ριζαρείῳ Σχολῇ, ἀπέδειξε δὲ διὰ μυριοστὴν φορὰν, ὅτι προορισμός του ἐν τῇ Πολιτείᾳ εἶναι νὰ διαστρέφῃ, νὰ διαστρεβλώνῃ, νὰ ἀνατρέπῃ πᾶν ὅ,τι καλὸν εὑρίσκῃ παρὰ τῶν ἄλλων. Ἠναγκάσθην, Κύριοι, νὰ μακρηγορήσω ἴσως ὑπὲρ τὸ δέον, καταχρώμενος οὕτω τὴν ὑπομονήν σας· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ἡ ἀλήθεια, καὶ νὰ φιμωθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ψεῦδος καὶ ἡ συκοφαντία, ἥτις εἶχεν ὑπεράρει τὴν κεφαλὴν, ἐπιθαῤῥυνομένη ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἀδιαφορίας μου. Ἔπρεπε καὶ ἄλλως νὰ λεχθῇ πᾶσα ἡ ἀλήθεια, ὅπως καὶ ὑμεῖς καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον καταμάθῃ εἰς ὁποῖον οἰκτρὸν σημεῖον ἔχουσι περιστῇ τὴν σήμερον ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Παιδεία, καὶ τίς ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἔνοχος διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν, τίνες δὲ οἱ πᾶσαν εἰλικρινῆ καὶ ἔντιμον προσπάθειαν καταβαλόντες, ἵνα βελτιώσωσιν αὐτήν. Δυστυχῶς τὰς προσπαθείας ταύτας ἀνέκοψεν ἡ Βουλὴ, ἐπαναγαγοῦσα ἐπὶ τὴν ἀρχὴν διὰ τῆς ψήφου της τὸν πρωτουργὸν παντὸς κακοῦ ἐν Ἑλλάδι. Δυνατὸν νῦν οὗτος, ὡς ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Παιδείας νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ψῆφον ἀφέσεως, δι’ ὅσα καὶ ἐν τοῖς κλάδοις τούτοις ὄχι μόνον παρέλιπε, καίτοι δυνάμενος, νὰ κάμῃ καλὰ, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσα, ἀσπλάγχνως καὶ ἀστόργως φερόμενος πρὸς τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τῆς χώρας, διέπραξεν ἐν αὐτοῖς κακά. Ἡ ψῆφος ὅμως αὕτη οὐδέποτε θὰ ἐξαγνίσῃ αὐτὸν ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, ἥτις ἔχει ἤδη καταδικάσει αὐτὸν ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως, ὡς τὸν ὑπαίτιον ὅλων τῶν δεινῶν, ἅτινα ἐπέκλωσεν εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν τόπον ἡ ὑπερδεκαετὴς Κυβέρνησίς του. Ἀλλ’ ἐλπίζω, πρὸς τιμήν του, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κύριος Τρικούπης ἔχει λάβει ἤδη τὸ ἀναγκαῖον μάθημα, καὶ δὲν θὰ ζητήσῃ πλέον ὄχι ψῆφον ἀφέσεως, ἥτις εἰς οὐδὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ αὐτόν, ἀλλ’ οὐδὲ ν’ ἀνακινήσῃ κἄν ζητήματα, διὰ τῆς ἀνελίξεως τῶν ὁποίων καθίσταται μόνον καταφανέστερον ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ μέγα κακὸν, οὗ αὐτὸς ἐγένετο πρόξενος μέχρι τοῦδε, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ καλὸν, ὅπερ οἱ ἄλλοι ἠδύναντο νὰ διαπράξωσιν, ἀλλὰ παρεκωλύθησαν ὑπ’ αὐτοῦ. Τὸ μάθημα τοῦτο ἔλαβεν ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὸ μάθημα αὐτὸ ἔλαβε καὶ νῦν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Παιδείας.
§100ΣΤΑΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὸν προλαλήσαντα, διότι δὲν θέλω νὰ τὸν μιμηθῶ καὶ νὰ ἀπαντήσω μετὰ 11 ἡμέρας, ὡς αὐτὸς ἔπραξεν εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα· ἐπιφυλάττομαι ὅμως ν’ ἀπαντήσω αὔριον εἰς τὰ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθέντα, ἰδίᾳ δὲ περὶ Ριζαρείου Σχολῆς, ἵνα μὴ σήμερον τὸν ὑποβοηθήσω εἰς τὴν κωλυσιεργίαν του.
§101ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μόλις τὸ Σάββατον ἔλαβον τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπήντησα σήμερον καὶ μετέβαλον εἰς ῥάκος τὰς κατ’ ἐμοῦ κατηγορίας.
§102Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν πληροφορίαν σπουδαίαν ἅμα καὶ λυπηράν. Ἡ πληροφορία μου εἶναι, ὅτι εἰς Πελοπόννησον εἰσῆλθε λῃστρικὴ συμμορία, συγκειμένη ἐκ τριῶν ἢ τεσσάρων μελῶν, ἥτις προέβη καὶ εἰς λῃστοπραξίας ἐν τῷ δήμῳ Ὀλυμπίων τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, συλλαβοῦσα δύο ἀνθρώπους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀφῄρεσε 2000 δραχμάς. Ἦσαν δ’ ὡπλισμένοι οἱ ἄνδρες, οἱ διαπράξαντες τὴν λῃστείαν, δι’ ὅπλων Γκρᾶ καὶ ἔφερον στολὴν στρατιώτου. Ἡ εἴδησις εἶναι λίαν ἀνησυχητική, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἔχῃ γνῶσιν τοῦ συμβάντος, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν.
§103ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Συνέβη μία ἐπίθεσις ἐκ μέρους δύο ἢ τριῶν εἰς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον, ἀλλὰ περὶ φυγοδίκων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐκεῖ. Διέταξα τὰ δέοντα, καὶ πολὺ ταχέως θὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα εὐάρεστα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπὸ στοιχ. ͵ΒΜΑʹ περὶ κατασκευῆς λιμένος ἐν Λευκάδι νόμου. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 1,041,500. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δρ. 120,000 Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δρ. 732,609).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχ. 3,710,200.70.
§106ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ν’ ἀναβληθῇ, διότι θὰ συζητήσωμεν.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 156,829. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 206,090 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1893.
§110ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ν’ ἀναβληθῇ.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτό. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχ. 7,405,122.70.
§112ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ν’ ἀναβληθῇ.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτό. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1893 ἐκ δραχμῶν 619,059.48. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1893, ἀναπληρωτικῶν μὲν ἐκ δραχμῶν 1,877,028.87, ἐκτάκτων δὲ ἐκ δραχ. 525,000.
§115ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτό. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς ά συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν μελῶν τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν ἀνακηρυσσομένων ὑποψηφίων).
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον τὰ λοιπά.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.