1893.11.24
2,298 rows · 18,166 words · 58 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
τῆς 24 Νοεμβρίου 1893.
(Τετάρτη)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Πήλικα).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§2ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἐγώ.
§3ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρχίσῃ συνεδρίασις ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ἐσημειώθησαν ἐν τῷ καταλόγῳ εἶναι πάντες παρόντες· δηλ. ἐγένετο καὶ σήμερον ὅτι γίνεται πάντοτε.
§5ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ μὴ γίνηται.
§6ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε. Αὐταὶ εἶναι εἰκονικαὶ ἀπαρτίαι, τὰς ὁποίας δημιουργεῖτε (Θόρυβος). Ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 122. Ὁ κ. Κορομάντζος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§9ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Τὸ μαρτυῤῥολόγιον τῆς ἀτυχοῦς τάξεως τῶν δημοδιδασκάλων φαίνεται ὅτι ἐπιτείνεται. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι φαίνεται ὅτι μετεχειρίζονται διάφορα μέσα πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, τῆς βλάβης τουτέστι τῶν ἀτυχῶν τούτων ὑπαλλήλων, φαίνεται δὲ, ὅτι δὲν ἀποτρέπονται νὰ καταφεύγωσι καὶ εἰς ἐγκληματικὰ ἀκόμη μέσα. Πολλοὶ συνάδελφοι εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις κατέδειξαν τοιαῦτα μέσα, ταῦτα δὲ περιωρίζοντο εἰς τὸ νὰ ὑποβάλλωνται πλασταὶ αἰτήσεις περὶ ἀμοιβαίων μεταθέσεων. Ἀλλὰ τὸ κακὸν φαίνεται ὅτι ἐπιτείνεται περαιτέρω. Ἤρχισαν νὰ ὑποβάλλωνται πλασταὶ αἰτήσεις καὶ περὶ παραιτήσεων ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Εἰς ἀτυχῆ δημοδιδάσκαλον ἐν Βώλῳ, τῆς Βʹ δημοτικῆς σχολῆς, ὀνομαζόμενον Δημοσθένην Ριζόπουλον, ἐκοινοποίησαν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπ’ ἀριθ. 27653 ἀπὸ 13 Νοεμβρίου, δημοσιευθεῖσαν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 239 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας γίνεται δεκτὴ ἡ παραίτησίς του. Ὁ δημοδιδάσκαλος οὗτος ἔμεινεν ἔκπληκτος ἀπέναντι τοῦ γεγονότος· φαίνεται δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν τυχαίων δημοδιδασκάλων, καὶ ὅτι εἶναι καλῶς κατηρτισμένος. Καὶ ἰδοὺ ἡ ἐπιστολὴ, τὴν ὁποίαν γράφει πρὸς ἕνα πρώην διευθυντὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε. Μεταχειρίζεται λίαν δραματικὸν ὕφος. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν). Λέγει, ὅτι τὸν ἀπέλυσαν συνεπείᾳ παραιτήσεώς του, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ὑπέβαλε καὶ οὐδέποτε ἐννοεῖ νὰ ὑποβάλῃ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ προσαγάγῃ τάχιστα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας ὑπεβλήθη ἡ παραίτησις τοῦ εἰρημένου δημοδιδασκάλου· ὀφείλει δὲ διὰ τηλεγραφικῆς διαταγῆς πρὸς τὸν παυθέντα δημοδιδάσκαλον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ἅμα δ’ ὡς πληροφορηθῇ, ὅτι εἶναι ψευδὴς ἡ παραίτησις, πρέπει, ἐκτελῶν τὸν νόμον καὶ συμμορφούμενος πρὸς αὐτὸν, νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν θέσιν του αὐτοστιγμεὶ, διότι ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει οὔτε μετάθεσιν οὔτε ἀπόλυσιν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους ἄνευ τῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας διαγράφουσι ῥηταὶ διατάξεις αὐτοῦ. Πληροφοροῦμαι δὲ ἐξ ἄλλης ἐπιστολῆς, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἀπειλοῦσι πολλοὺς δημοδιδασκάλους, τοὺς ὁποίους προστατεύει ὁ νόμος, καὶ παρακελεύουσιν αὐτοὺς νὰ ζητήσωσι μεταθέσεις, ἄλλως θὰ στείλωσιν ἐπιθεωρητὰς, ἔχοντες καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου σύμφωνον πρὸς τοῦτο, διὰ νὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἀπόλυσίν των. Προειδοποιῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι θὰ στηλιτεύσω αὐστηρότατα αὐτὰς τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας, θὰ ἦναι λυπηρὸν, ἂν ἐκ προθέσεως ἀνέχηται (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ). Νὰ μὴ καγχάζητε τοιουτοτρόπως, διότι εἶναι ἔλλειψις κοσμιότητος τοῦτο (θόρυβος). Καταθέτω τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διὰ νὰ φέρῃ αὔριον τὴν αἴτησιν τοῦ δημοδιδασκάλου.
§10Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποία τις ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὰς ἀπαλλαγάς. Κατὰ τὸν στρατολογικὸν ἡμῶν νόμον, ἀπαλλάσσονται τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς στρατείαν οἱ μαθηταὶ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, οἱ μαθηταὶ τῆς Ριζαρείου καὶ οἱ μαθηταὶ τῶν ἄλλων ἱερατικῶν σχολῶν. Καὶ περὶ μὲν τῶν δύο πρώτων περιπτώσεων ἐγένετο ἄλλοτε λόγος εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι οἱ μαθηταὶ ἐκεῖνοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν, ἂν ἀκολουθήσωσι τὸν προορισμὸν, εἰς ὃν ἐτάχθησαν, δὲν ἀπαλλάσσονται δὲ αὐτῆς κατὰ τὰς ἑξῆς τρεῖς περιπτώσεις· αʹ) ἂν ἀποβάλωσι τὸ σχῆμα, βʹ) ἂν διακόψωσι τὰς σπουδὰς των, καὶ γʹ) ἂν δὲν δεχθῶσι τὸ ἱερατικὸν ἀξίωμα. Περὶ τῶν δύο πρώτων περιπτώσεων οὐδεμία γεννᾶται ἀμφιβολία, ἀλλὰ περὶ τῆς περιπτώσεως τοῦ ἂν δὲν δεχθῶσιν ἱερατικὸν ἀξίωμα γεννᾶται ἀμφιβολία, καὶ ἔχει ἀνάγκην ἑρμηνείας αὐτὸς ὁ νόμος· διότι, διὰ νὰ γείνῃ τις ἱερεὺς παρ’ ἡμῖν, ἀπαιτοῦνται νὰ συντρέξωσιν αἱ ἀκόλουθοι περιστάσεις· πρῶτον ἡ συναίνεσις τῶν κατοίκων τῆς πόλεως, ἐν ᾗ θέλει νὰ γείνῃ ἱερεὺς, δεύτερον ἀπαιτεῖται κατόπιν ἡ ἔγκρισις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τρίτον θέσις κενὴ, καὶ τελευταῖον ἡ θέλησις τοῦ ἱερέως.
§11ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ ἡ ἄδεια τοῦ ἐπισκόπου.
§12Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν τις ἐξ αὐτῶν ἐπιθυμῇ μὲν νὰ γείνῃ ἱερεὺς, ἀλλὰ δὲν συντρέχωσιν αἱ ἄλλαι περιστάσεις, αὐτὸς εἶναι ὑπόχρεως νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατόν; Ὁ στρατολογικὸς ἡμῶν νόμος εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ κειμένου τοῦ Γαλλικοῦ, ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ ἐφαρμόζουσι καλῶς τὸν νόμον, διότι ἐκεῖ ἄλλοι εἶναι οἱ νόμοι οἱ διέποντες τὰ τοῦ κλήρου. Ἐν Γαλλίᾳ οἱ ἱερεῖς διορίζονται, καὶ ἂν δὲν δεχθῶσι τὸ ἀξίωμα, κατατάσσονται κατόπιν. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἄλλως ἔχουσι τὰ περὶ τούτου, καὶ ἄν τις δὲν θελήσῃ νὰ δεχθῇ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἱερέως, βεβαίως πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ. Ἀλλ’ ὅταν τις ζητῇ νὰ γείνῃ ἱερεὺς, δὲν τῷ ἐπιτρέπεται δὲ, αὐτὸς, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατόν; Πληροφοροῦμαι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τοιαύτην τινα ἑρμηνείαν ἔδωκε, καὶ καταδιώκει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθήσωσιν ἄλλο ἐπάγγελμα. Ὁ νόμος καθορίζει τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ὑποχρεοῦται ὁ μαθητὴς ἱερατικῆς Σχολῆς νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ στρατῷ, ἤτοι ἄν δὲν ἀποφασίσῃ νὰ γείνῃ ἱερεὺς, ἂν διακόψῃ τὰς σπουδὰς του κτλ. Ἀλλ’ ὅταν ὁ τοιοῦτος μαθητὴς λέγῃ «θὰ ὑπηρετήσω, θὰ γείνω ἱερεύς· περὶ τούτου ἔχω δώσει ὑπόσχεσιν, ἔχω ἐγγύησιν ἰδικήν μου», ἐπιτρέπεται, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἕνα προορισμὸν ὡρισμένον, νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατόν; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εὑρέθη ἐν ἀμφιβολίᾳ, ὡς ἔχω πληροφορίας, καὶ ἔθεσε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῶν νομικῶν συμβούλων, οἱ δὲ νομικοὶ σύμβουλοι εἶπον εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ καταδιώξῃ τοὺς τοιούτους μαθητὰς καὶ νὰ τοὺς κατατάξῃ, διότι τὸ νὰ μὴ δεχθῶσι νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατὸν δὲν εἶναι δικαίωμα αὐτῶν, ἂν δὲν φθάσωσιν εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν. Λοιπὸν ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ὑποχρεοῖ αὐτοὺς νὰ ὑπηρετήσωσι, δὲν δύναται τὸ Ὑπουργεῖον, παρεξηγοῦν τὰς φράσεις, νὰ ὑποχρεώσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τοιαύτην ὑποχρέωσιν, νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατὸν, διότι τὸ ἂν δὲν δεχθῶσι νὰ ὑπηρετήσωσι δὲν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, δικαίωμα αὐτῶν, εἶναι δικαίωμα τρίτων, καὶ ὁ νόμος ὁρίζει μόνον δύο περιπτώσεις: ἂν ἀποβάλωσι τὸ σχῆμα, ἢ ἂν διακόψωσι τὰς σπουδὰς των τὴν τρίτην περίπτωσιν τὴν ἀφῆκεν ὅλως ἐλευθέραν, οἱανδήποτε ἡλικίαν καὶ ἂν ἄγῃ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, διότι ὁ νόμος ὑπέλαβεν, ὅτι ἐκεῖνοι ἔχουσιν ἄλλον προορισμόν. Ἄν ἡ Πολιτεία ἔχῃ ἀνάγκην καὶ αὐτῆς τῆς κατηγορίας, ἔπρεπε νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον, ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ὅτι ὅσοι ἐξ αὐτῶν φθάσωσιν εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν, αὐτοὶ νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ τότε νὰ ληφθῇ καὶ ἄλλη πρόνοια, ἡ πρόνοια τοῦ νὰ ἀπαλλάσσωνται καὶ αὐτοὶ ἄλλων ὑποχρεώσεων, διότι, ὡς γνωρίζετε, οἱ φοιτῶντες ἐν ταῖς σχολαῖς ταῖς ἱερατικαῖς, οἱ προοριζόμενοι νὰ γείνωσιν ἱερεῖς, δίδουσι καὶ ἐγγύησιν εἰδικὴν, ὡς ἐκ τούτου αὐτοὶ ὄχι μόνον θὰ ὑπηρετήσωσιν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἀπολέσωσι καὶ τὰς περιουσίας των. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, καὶ νὰ δικαιολογήσῃ αὐτήν.
§13ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ θέλω ἀπαντήσει κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Ἤδη ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς αἰτηθείσας καταστάσεις παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Τριχωνίας, περὶ τῶν ἀπολυθέντων μουσικῶν καὶ τῆς ἐτησίας αὐτῶν δαπάνης, ἥτις ἀνήρχετο εἰς δραχ. 268,204. Ὡσαύτως κατάστασιν ὀνομαστικὴν τῶν ἀποστρατευθέντων ἀρχιμουσικῶν καὶ μουσικῶν, λαμβανόντων σύνταξιν δρ. 18,957.12, καὶ κατάστασιν ὀνομαστικὴν τῶν καταταχθέντων ἐνιαυσίως καὶ προϋπηρετησάντων ὡς μουσικῶν εἰς τὰς διαλυθείσας μουσικάς. Ἐπίσης ἀπαντῶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἑτέρου συναδέλφου, τοῦ ἐκ Βονίτσης, περὶ τῆς μεταθέσεως ἀνθυπιάτρου τινὸς ἐκ Βονίτσης εἰς Καλάβρυτα, καὶ τοῦ ἀντ’ αὐτοῦ διορισμοῦ ἑτέρου, μετατεθέντος ἐκ Καλαμῶν εἰς Βόνιτσαν, τοῦ ὑπιάτρου Βασιλάκη. Ἐπερωτᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς διατὶ ἐγένετο ἡ μετάθεσις. Τὸ μεταθέτειν εἶναι δικαίωμα ἀποκλειστικὸν τοῦ Ὑπουργοῦ· οὐχ ἧττον καὶ τὸν λόγον τοῦτον δύναμαι νὰ δώσω. Ἡ μετάθεσις ἐγένετο λόγῳ ὑγείας, διότι ὁ ἐν Βονίτσῃ ἰατρὸς ἔπασχεν ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐκ πυρετῶν, ὥστε ἡ ὑπηρεσία του καθίστατο ἄχρηστος ἐκεῖ· μετετέθη λοιπόν, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἦλθεν εἰς Βόνιτσαν ὁ ὑπίατρος Βασιλάκης. Ὁ Βασιλάκης διατελεῖ ἐπ’ ἀδείᾳ διμήνῳ, ἥτις λήγει τὴν 30 τρέχ. μηνὸς, δὲν δύναται δὲ ν’ ἀνακληθῇ ἐκ τῆς ἀδείας καὶ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του. Ἀναγκαίως λοιπὸν ἔπρεπεν ὁ τῆς Βονίτσης ν’ ἀντικατασταθῇ προσωρινῶς ὑπὸ πολιτικοῦ ἰατροῦ, καὶ ἐτάχθη τοιοῦτος προσωρινῶς εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἐπὶ 19 ἡμέρας. Ἤθελε προκληθῆ δαπάνη πολὺ ἀνωτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ πολιτικὸς ἰατρός, ὅστις ἀνεπλήρωσεν αὐτὸν ἐπὶ 19 ἡμέρας, ἐὰν ἐστέλλετο ἰατρὸς ἐξ ἄλλης φρουρᾶς.
§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ὀνομάζεται ὁ πολιτικὸς ἰατρός;
§15ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κουρτάκης.
§16Δ. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλω μίαν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ μάλιστα ἔχομεν τὸ εὐτύχημα νὰ προΐσταται τῶν κοινῶν ἡ ἐκπολιτιστικὴ τοῦ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτοῦ Κυβέρνησις, ἡ ἀξιοῦσα ὅπως ἡ χώρα ὀφείλῃ εἰς αὐτὴν χάριτας διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς συγκοινωνίας, καὶ συνεπῶς φρονῶ, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐφελκύσω τὴν μέριμναν καὶ φροντίδα τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Ἡ ἐπαρχία αὕτη εὕρηται σήμερον εἰς πλήρη ἀποκλεισμόν, διακοψασῶν ἐντελῶς τοὺς πλόας των τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν Τζὼν Μὰκ– Δουὰλ καὶ ἄλλων· καὶ οὐ μόνον τὰ Κύθηρα εὕρηνται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ καὶ πλεῖσται ἄλλαι νῆσοι, πιστεύω, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι διὰ τῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παρακλήσεώς μου ταύτης διερμηνεύω παράκλησιν καὶ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων, ἀντιπροσωπευόντων ἐπαρχίας καταδεδικασμένας εἰς ἀπομόνωσιν. Ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἶχε ληφθῆ πρόνοια καὶ ἀπεφασίσθη, ὅπως χορηγηθῇ ἀποζημίωσις εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἥτις ἤθελεν ἀναλάβει νὰ ἐκτελῇ τακτικοὺς πλόας εἰς τὰς ἀποκέντρους αὐτὰς νήσους, ἐγένετο μάλιστα κατόπιν δημοπρασίας καὶ σύμβασις μετὰ τῆς Πανελληνίου Ἑταιρίας, ἐπρόκειτο δὲ ἡ σύμβασις ἐκείνη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀγνοῶ τί σκέπτεται νὰ πράξῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν θὰ ὑποβάλῃ τὴν σύμβασιν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, ἢ θὰ προβῇ εἰς νέαν δημοπρασίαν, ἢ θὰ λάβῃ ἄλλα μέτρα· τοῦτο μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· ὅ,τι μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῆς συγκοινωνίας μετὰ τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω θερμὴν παράκλησιν, διότι θὰ ἦναι φρικτὸν νὰ καταδικασθῶμεν καὶ ἐφέτος εἰς ἀποκλεισμόν, νὰ ἤμεθα δηλαδὴ ἄνευ συγκοινωνίας μετὰ τοῦ λοιποῦ Κράτους.
§17ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶχεν ὑποβληθῆ τοιαύτη τις αἴτησις ὑπὸ τῆς Πανελληνίου Ἑταιρίας. Κυβέρνησις ἤδη μελετᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ θέλει ἐνεργήσει ὅ,τι νομίζει συμφέρον διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής.
§18ΣΑΚΚΗΣ. Πολλάκις ἐγένοντο γνωσταὶ διάφοροι παραβάσεις τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων, ἢ μᾶλλον διάφοροι συναιτερισμοὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων πρὸς ἰδιώτας, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἁρπάσωσι δημοσίαν περιουσίαν. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου γνωρίζω λαβούσας χώραν πολλὰς τοιαύτας παρεκτροπὰς κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκ μέρους τῶν ἐφορευτικῶν ἀρχῶν. Σήμερον μοὶ ἀναγγέλλεται τοιαύτη ἐκ Τυρνάβου τῆς Θεσσαλίας, ἔχουσα ὡς ἑξῆς. Φάμπαλής τις, μεταβὰς εἴς τι κτῆμα, ἀνῆκον τῷ Δημοσίῳ καὶ κείμενον παρὰ τὴν πόλιν, σχηματισθὲν δὲ πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἐκ προσχώσεως τοῦ παραῤῥέοντος τῇ πόλει χειμάῤῥου, κατέλαβεν ὑπὲρ τὰ 100 στρέμματα ἐκ τούτου, ἅτινα ἡ κοινότης Τυρνάβου ἐχρησιμοποίει διὰ τὰ σφάγια ζῶα. Παρὰ τοῦ δημάρχου ἀνηγγέλθη εἰς τὴν Οἰκονομικὴν Ἐφορίαν Λαρίσσης τὸ γεγονὸς τοῦτο, καὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἀπέστειλεν ὡς ἀντιπρόσωπόν του τὸν γραμματέα τῆς Ἐφορίας ταύτης, ὅστις ὅμως, μεταβὰς ἐκεῖ, ἀνεγνώρισε μὲν τὰ δίκαια παράπονα τοῦ δημάρχου, καὶ προέτρεψε τὸν καταλαβόντα τὰς γαίας ταύτας νὰ ἀπόσχῃ διαταράττων τὴν κατοχὴν τῆς Κοινότητος, ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐφαίνετο ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του, κρύφα ὅμως συνεννοεῖτο μετὰ τοῦ καταλαβόντος τὸ εἰρημένον κτῆμα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ εἰρημένος γραμματεὺς μετέβη μετὰ τοῦ γεωμέτρου ἐπιτοπίως καὶ ἀντελήφθη τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ Φάμπαλη ἁρπαγῆς, ἀναχωρῶν δ’ ἐκεῖθεν, ἀφῆκεν ἐντολὴν εἰς τὸν δήμαρχον, ὅπως συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ ὑπομοιράρχου καὶ ἐμποδίσῃ τὴν ἐπανάληψιν τῆς κατοχῆς ταύτης. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπομοίραρχος, ὅστις εἶναι καὶ συγγενὴς τοῦ καταλαβόντος τὰς γαίας ταύτας, οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδωκεν εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ δημάρχου, ὁ δὲ Φάμπαλης ἐπανῆλθε πάλιν εἰς τὴν κατοχὴν τῶν γαιῶν τούτων. Καθ’ ἃ δὲ μὲ πληροφοροῦσιν ἐκεῖθεν, ὁ εἰρημένος γραμματεὺς τῆς Ἐφορίας Λαρίσσης κατέλυσεν ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φάμπαλη καὶ διενυκτέρευσεν ἐν αὐτῇ κατὰ τὴν διαμονήν του ἐν Τυρνάβῳ, ἐκ συμπαιγνίας δὲ μετὰ τοῦ ὑπομοιράρχου ἀφῆκε νὰ ἁρπάσῃ τὰς ὑπὲρ τὰ 100 στρέμματα ταύτας γαίας ὁ εἰρημένος Φάμπαλης. Ἕνεκα δὲ τῆς ἐγκληματικῆς ἀνοχῆς τῶν εἰρημένων ἀρχῶν ἡ κοινότης τῆς κωμοπόλεως Τυρνάβου ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸ Δημόσιον ἀφ’ ἑτέρου σπουδαίως ἐζημιώθη, ἀπολέσασα ἐκείνη μὲν τὴν χρησιμοποίησιν τῶν εἰρημένων γαιῶν, τὸ δὲ Δημόσιον ἀποξενωθὲν περιουσίας οὐχὶ μικρᾶς ἀξίας. Ἐφιστῶ ὅθεν τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς διαρπαγῆς ταύτης. Ἐκ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης λαμβάνων ἀφορμὴν, θὰ συστήσω εἰς τὸν ἴδιον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἑτέραν ὁμοίας σχεδὸν φύσεως παράκλησίν μου, τὴν ὁποίαν δι’ ἀναφορᾶς κάτοικός τις τοῦ δήμου Κολωνίδων κατέστησε γνωστὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Εἷς τῶν εὐπορωτέρων κατοίκων τῆς πόλεως Κορώνης, ἰδιοκτήτης ἐπὶ τοῦ κεντρικωτέρου μέρους τῆς πόλεως ταύτης, ἐν τῇ παραλίᾳ ὁδῷ, κατέλαβεν αὐθαιρέτως ὑπὲρ τὰ 400 τετραγωνικὰ μέτρα χώρου ἐντὸς τοῦ λιμένος τῆς πόλεως, ἅτινα κρηπιδώσας μέχρι τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης μετέβαλεν εἰς γήπεδον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤδη ἀνεγείρει οἰκοδομὴν, τὸ δὲ Δημόσιον ἐκ τῆς ἁρπαγῆς ταύτης ζημιοῦται ὑπὲρ τὰς 10 χιλιάδας δραχμῶν, διότι τὸ εἰρημένον γήπεδον εὑρίσκεται εἰς τὸ κεντρικώτερον μέρος τῆς πόλεως. Καθ’ ἃ ἔμαθον, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε τὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν Καλαμῶν νὰ μεταβῇ εἰς Κορώνην καὶ ἐξετάσῃ, ἐὰν τὰ ὑπὸ τοῦ ἀναφερομένου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔχωσιν ἀληθείας· ἐγὼ ὅμως ἀπὸ τοῦδε δύναμαι νὰ πληροφορήσω αὐτὸν, ὅτι τὸ γήπεδον τοῦτο κατελήφθη πρὸ τριετίας, κρηπιδωθὲν μέχρι τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ οἰκοδομηθῇ βραδύτερον, ὅπερ καὶ γίνεται σήμερον τῇ ἀνοχῇ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Θὰ συστήσω ὅθεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μὴ ὑποπέσῃ εἰς τὰ αὐτὰ λάθη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσεν ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, ἐξαπατηθεὶς ὑπὸ τῆς ἐν Πύλῳ Ἐφορίας, ἀνεγνώρισε τὴν κατοχὴν τοῦ εἰρημένου Κυρίου, καὶ ἐχορήγησεν αὐτῷ ἄδειαν οἰκοδομῆς, ἐνῷ οὐδέποτε ὑπῆρξε κατοχή, διότι καὶ μετὰ τὸ κρηπίδωμα τοῦ εἰρημένου μέρους ἐχρησιμοποιεῖτο τοῦτο διὰ τοὺς διερχομένους ἐκ τῆς παραλίας τῆς πόλεως.
§19ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ἃ μαρτυροῦσι τὰ σήμερον ἀναγνωσθέντα πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰς δύο προτάσεις μου νόμου περὶ καταργήσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ δὲν τὰς βλέπω ἀναγεγραμμένας εἰς τὴν σημερινὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ τὰς ἀναγράψῃ εἰς τὴν αὐριανὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως συζητηθῶσι κατὰ τὴν σειράν των. Σχετικῶς ὅμως πρὸς τὴν πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας», θὰ παρακαλέσω τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, πόσα ἀδικήματα διεπράχθησαν παρὰ στρατιωτικῶν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, διότι ἴσως ἡ στατιστικὴ αὕτη χρησιμεύσῃ διὰ τὴν κρίσιν τῶν κ.κ. Βουλευτῶν περὶ τῆς χρησιμότητος ἢ μὴ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐπίσης, σχετικῶς καὶ πρὸς τὰς γενομένας δαπάνας ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, θὰ παραλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἐνῳκιάσθη ἐνταῦθα οἰκία, χρησιμεύουσα διὰ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς, πρὸς 400 ἢ 500 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ διὰ μίαν τετραετίαν, καὶ ἂν τοῦτο ἐπιτρέπηται ἀπὸ τὸν λογιστικὸν νόμον.
§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶχε ζητήσει κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀνταλλαγέντα τυχὸν πρὸς τοὺς ἐν Ἀγγλίᾳ ἐνδιαφερομένους εἰς τὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Τὰ ἀνταλλαγέντα ταῦτα καταθέτω· εἶναι εἰς ξένας γλώσσας, εἰς Γαλλικὴν καὶ Ἀγγλικήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς χθές, ἐνῷ ἠγόρευον, μοὶ ἐζήτησεν, ὅπως ὑποβάλω πίνακα περὶ τῶν δαπανηθέντων καὶ τῶν δαπανητέων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς χρυσὸν μετὰ τὴν 19 Αὐγούστου, ἀφ’ ἧς ἐφηρμόσθη παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τὸ μέτρον τῆς πληρωμῆς φόρων τινῶν εἰς χρυσόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠμφισβήτει, ὅτι ἐγένοντο τοιαῦται πληρωμαὶ καὶ ὅτι ὠφείλοντο ποσὰ εἰς χρυσὸν, ἐζήτησε δὲ, ἵνα ὑποβάλω τοὺς πίνακας τῶν γενομένων πληρωμῶν καὶ τῶν ὀφειλομένων. Φέρω λοιπὸν πίνακα ὑπὸ στοιχεῖον Αʹ «τῶν διαταγῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν κεντρικὸν ταμίαν ἀπὸ 19 Αὐγούστου 1893 περὶ πληρωμῆς διὰ τραπεζογραμματίων μεθ’ ὑπερτιμήσεως συναλλαγματικῆς ἐνταλμάτων εἰς χρυσὸν πληρωτέων». Ταῦτα ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν 579,000 φράγκων, ὧν τιμὴ ὡρίζετο ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου ἀπὸ κατωτάτης μιᾶς δραχμῆς καὶ 67 λεπτῶν ἕως ἀνωτάτης μιᾶς δραχμῆς καὶ 79 λεπτῶν, καθ’ ἣν ὥραν ὁ ἐκ τῶν φόρων χρυσὸς ἐχαρακτηρίζετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὡς περισσεύων καὶ ἀντηλλάσσετο κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργείου ἀντὶ τραπεζογραμματίων ἐπὶ τιμῇ μιᾶς δραχμῆς καὶ 65 λεπτῶν. Ρητῶς δ’ ἐμνημόνευσα χθὲς καὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, εἰπὼν, ὅτι τῇ ἐντολῇ καὶ εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐγένοντο παρ’ ἐκείνης πληρωμαὶ κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ἐπὶ ὑπερτιμήσει συναλλάγματος κατὰ μέσον ὅρον μεγαλειτέρᾳ, καὶ τοῦτο οὐ μόνον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν Μονοπωλίων, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῶν προμηθειῶν τῆς ἑταιρίας. Τοῦτο διαψεύδων ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐζήτησεν, ἵνα ὑποβάλω πίνακα. Φέρω ἑπομένως πίνακα ὑπὸ στοιχεῖον Βʹ, καθ’ ὃν αἱ πρὸς τοιούτους σκοποὺς καταβολαὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλείων ἀθροίζονται εἰς 857,000 φράγκα χρυσᾶ καὶ 14,259 λίρας στερλίνας. Ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι εἶπον χθὲς, καθ’ οὗ διεμαρτυρήθη ὁ κ. Βουλευτής· ἐμνημόνευσα τῶν ὀφειλομένων εἰς χρυσὸν διὰ διαφόρους λόγους· εἶπον π. χ. ὅτι ὠφείλετο πρὸς τὰς τρεῖς Δυνάμεις καθυστεροῦσα ἡ δόσις τοῦ δανείου αὐτῶν διὰ τὸ ἔτος 1892, καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ καθίστατο ἀπαιτητὴ καὶ ἡ δόσις τοῦ 1893· ἀπαιτητὰ θὰ καθίσταντο κατὰ Δεκέμβριον καὶ τὰ τῆς ὑπηρεσίας ἄλλων δανείων, ὧν ἡ πληρωμὴ ἔμενε κεκανονισμένη εἰς χρυσόν. Ἐνῷ τοιαύτας εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐπικειμένας ὀφειλὰς, ἐχαρακτήριζεν ὡς πλεονάζοντα τὸν ἔκ τινων φόρων εἰσπρακτέον χρυσὸν, καὶ ἀντήλλασσεν αὐτὸν ἀντὶ τραπεζικῶν γραμματίων, ἐπὶ τιμῇ μάλιστα κατωτέρᾳ τῆς ἀγοραίας, καὶ οὕτω, καλούμενοι ἢ κληθησόμενοι ὁσονούπω εἰς πληρωμὴν, διατελοῦμεν ἄνευ οὐδεμιᾶς προνοίας, καὶ τοῦτο ἐπὶ ποσῷ, εἰς ὃ δυσκόλως θὰ ἐπήρκει ἡ χρηματικὴ ἡμῶν ἀγορὰ, καὶ ἂν εἰς μῆνας πολλοὺς κατενέμετο ἡ προμήθεια, ὡς ἀθροιζομένων τῶν ὀφειλῶν εἰς 5,384,000 φράγκα...
§21ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸς τίνα ὀφείλονται;
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο λέγω. Διακόπτετε ἐρωτῶντες τὰ περὶ ὧν ὁμιλῶ, προσάγων καὶ πίνακας... Ὀφείλονται λοιπὸν, κατὰ τὸν ὑπὸ στοιχεῖον Γʹ πίνακα, 5,384,000 φράγκα, ὡς ἑξῆς: Εἰς τὴν ἀπέναντι τῶν προκαταβολῶν τῶν Δυνάμεων δόσιν τοῦ 1892 600 χιλιάδες φράγκων καθυστεροῦσαι, εἰς δὲ τὴν δόσιν τοῦ 1893 ἕτεραι 600 χιλιάδες, καταβλητέαι τὸν προσεχῆ Δεκέμβριον· εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Δεκεμβρίου 1893 τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων 2,859,000, εἰς τόκους τῶν εἰς χρυσὸν προκαταβολῶν τῆς Βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1893 670,000, εἰς τόκους δανείων ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας Βʹ ἑξαμηνίας τῶν εἰς χρυσὸν 84,000, καὶ εἰς ἐξωτερικὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὧν εἰδικῶς ἐμνημόνευσα χθὲς, 580,000 μεῖον 14,000, αἵτινες κατεβλήθησαν, ἤτοι 566,000. Ταῦτα ὅλα ὁμοῦ ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν τῶν 5,384,000 φράγκων, ἅτινα βεβαίως δὲν θὰ ὑπολογισθῶσιν ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 165, ἀλλ’ ἐπὶ τιμῇ ἀνωτέρᾳ, ὅπως καὶ τὰ τῶν Μονοπωλίων συναλλάγματα ἠγοράσθησαν ἐπὶ τιμῇ ἀνωτέρᾳ, ἤτοι κατὰ τὸν πίνακα ἀντὶ 169, 172, 177 καὶ οὕτω καθεξῆς. Καταθέτω τοὺς πίνακας.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατατεθεῖσαι σημειώσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 19). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σταυροπούλου.
§25ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§26Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ πάσης ἀποφάσεως πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπὰς· τὸ ἕτερον μάλιστα τῶν νομοσχεδίων πρέπει ν’ ἀποσταλῇ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀνάγονται ἐπὶ τῇ ἐτησίᾳ αὐτῶν ἐφαρμογῇ τὰ τῶν φόρων καὶ τὰ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἐν γένει· ἀλλὰ προσέτι πρέπει νὰ ἀποσταλῇ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπεκράτησε, καὶ καλῶς ὡρίσθη τοῦτο, ὅπως πᾶσα πρότασις ἀναγράφηται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι, ἐφ’ ὅσον διατελοῦσιν αἱ προτάσεις ὑπὸ τὴν διάσκεψιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἐγγραφὴ εἶναι εἰκονική· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πᾶσα συναινεῖ, ἵνα παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὸ μὲν ἀφορῶν εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τὴν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ δὲ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀστυνομίαν εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπήν, τουτέστι τὴν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§27ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατευσίμων, ὅπερ ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Κρεστενίτου.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τοῦτο ἂς παραπεμφθῇ.
§29ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ καταχώρισις ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι δικαίωμά μου, καὶ αἱ ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας προτείνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι εὐπρόσωποι. Ἂς μὴ μᾶς παραπέμπῃ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλλένδας.
§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς κρίνει ἐπιζήμιον εἰς τὰ νομοσχέδια πρότασιν ὁρμωμένην ἐκ προθέσεως εὐνοϊκῆς. Ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει βεβαίως δὲν ἐπάγεται τὴν πρόταξιν τῶν νομοσχεδίων αὐτοῦ πρὸ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας εὗρε τὴν Βουλὴν ὁμόφωνον, ὅπως ἡ πρότασις αὐτοῦ προταχθῇ πάσης ἄλλης συζητήσεως, οὐδεὶς δ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ὁμοφώνου ταύτης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς· ὥστε τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀναγραφόμενα ἀπὸ τοῦδε ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, θ’ ἀπήλαυον τῆς διακρίσεως, ὅπως ὦσιν ἐν αὐτῇ τὰ τελευταῖα· ἐνῷ δὲ τοῦτο οὐδαμῶς θὰ συνετέλει εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν, συντελεῖ τοὐναντίον τὸ παρ’ ἐμοῦ προτεινόμενον εἰς τὴν ταχυτέραν αὐτῶν συζήτησιν, διότι, ἐπιλαμβανομένης ἤδη τῆς Βουλῆς ἄλλων θεμάτων, θὰ ἐπεξεργάζωνται τὰ νομοσχέδια ταῦτα αἱ οἰκεῖαι ἐπιτροπαί, καὶ ὅταν τελειώσῃ ἡ συζήτησις τῶν προτεταγμένων θεμάτων, θὰ ᾖ διεκπεραιωμένη ἡ ἐπεξεργασία τῶν νομοσχεδίων ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς καὶ θὰ ἔχῃ αὐτὰ ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ μετὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιτροπῶν ὥριμα πρὸς συζήτησιν.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἱκανοποιηθῇ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ θὰ πραγματοποιηθῇ καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν συμπληρωθῇ ὅπως συμπληροῦνται συνήθως αἱ τοιαῦται προτάσεις, νὰ συστηθῇ τουτέστιν, ἵνα αἱ ἐπιτροπαὶ φέρωσι τὰς ἐκθέσεις των ἐντὸς προθεσμίας βραχείας.
§32ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν Κανονισμὸν, διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἀμέσως μετὰ τὴν τύπωσιν προτάσεως ὑποβαλλομένης ὑπὸ Βουλευτοῦ ἢ ὑπὸ Ὑπουργοῦ, αὕτη πρέπει ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὸ ἄρθρον 34 λέγει τοῦτο ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα πρότασις τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς, συζητεῖται δὲ κατὰ τὴν σειράν τῆς ἐγγραφῆς της». Περὶ παραπομπῆς τῆς προτάσεως εἰς τὰς ἐπιτροπὰς προβλέπει τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 37, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς, ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς, δύναται, ἐὰν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον, νὰ παραπέμψῃ τὴν πρότασιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τοῦτο ὅμως προϋποθέτει τὴν ἐγγραφὴν τῆς προτάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§33Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ὁρίζει τὸ ἄρθρον, ὅτι δύναται νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς ἀρχῆς, ἕπεται, ὅτι δύναται νὰ παραπεμφθῇ καὶ πρὸ τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τοῦτο δὲ γίνεται συνεχῶς παρ’ ἡμῖν. Ὅταν ὑποβάλληται πρότασις νόμου, συνήθως ζητεῖται εὐθὺς, ὅπως παραπεμφθῇ αὕτη εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Αἰγιαλείας περὶ τῆς ἐγκυκλίου διαταγῆς, δι’ ἧς ἀνεστάλη ἡ εἴσπραξις εἰς χρυσὸν τελῶν τινων. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ κύριον προσὸν καὶ ἡ ἐξέχουσα ἀρετὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ διαστροφή. Διαστρέφει καὶ τοὺς λόγους καὶ τὰς πράξεις τῶν ἀντιπάλων του, περιπίπτων δ’ ἐντεῦθεν ἀπὸ ἀντιφάσεως εἰς ἀντίφασιν, διαστρέφει καὶ τοὺς ἰδίους του λόγους καὶ τὰς ἰδίας του πράξεις. Εἰς τοῦτο κατέγεινε πρὸ ὀλίγου, καὶ εἰς τοῦτο κατέγεινεν ἐπὶ μίαν καὶ πλέον ὥραν χθὲς ἐνώπιον ὑμῶν. Ἐγὼ χθὲς, διακόπτων αὐτὸν, τὸν παρεκάλεσα ἁπλῶς νὰ ὁρίσῃ τίνες ἦσαν αἱ μετὰ τὴν 19 Αὐγούστου εἰς χρυσὸν ὀφειλαὶ τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δεικνύων κεκλεισμένον φάκελλον, ἀπήντησεν ὅτι τὰς εἶχεν ἐκεῖ, δὲν ἠθέλησεν ὅμως νὰ τὰς ὁρίσῃ. Σήμερον λέγει, ὅτι ἐγὼ διέψευδον, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐλειτούργει ἡ διαταγὴ τῆς 19 Αὐγούστου ὑπῆρχον ὀφειλαὶ τοῦ Δημοσίου εἰς χρυσόν. Εἶσθε πάντες αὐτήκοοι μάρτυρες, καὶ γνωρίζετε, ἐὰν προέβαλον ἕτερόν τι ἢ τὴν αἴτησιν τοῦ νὰ κατατεθῶσιν οἱ σήμερον προσκομισθέντες πίνακες· τὸν εὐχαριστῶ δὲ ἤδη δι’ αὐτό. Τὴν τακτικὴν τῆς διαστροφῆς καὶ τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεων τῶν ἀντιπάλων του ἠθέλησεν ἀκριβῶς νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ καὶ ἐπὶ τῆς διαταγῆς τῆς 19 Αὐγούστου, πειραθεὶς νὰ καλύψῃ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν του εὐθύνην ἐπὶ τῇ παρ’ αὐτοῦ τελεσθείσῃ παραβιάσει τοῦ νόμου τῆς εἰσπράξεως τῶν τελῶν εἰς χρυσόν. Κατηγγέλλετο ἐπὶ τῇ ἀσυστόλῳ παραβιάσει τοῦ νόμου τῆς εἰσπράξεως τῶν τελῶν εἰς χρυσόν. Κατηγγέλλετο ἐπὶ τῇ ἀσυστόλῳ παραβιάσει τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ αὐτὸς κατήγγελλεν ἡμᾶς, κατήγγελλε τοὺς προκατόχους του ὡς παραβιάσαντας τὸν νόμον καὶ ὡς καταστήσαντας αὐτὸν ῥάκος ἢ παληόχαρτο, ὡς ἔλεγε χθὲς ἐν τῇ σεμνῇ του γλώσσῃ, καὶ τοιαῦτα ἰσχυριζόμενος ἐπεκαλεῖτο πρὸς ἀπόδειξιν τὴν διαταγὴν ἡμῶν τῆς 19 Αὐγούστου, ἣν ἀπέφυγεν ὅμως ν’ ἀναγνώσῃ. Ἅμα ὡς κατετέθη ἡ ἐπερώτησις τοῦ σεβαστοῦ μοι φίλου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, μακρὰν ἔχων πεῖραν τῆς τακτικῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἤμην πεπεισμένος, ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως δὲν ἤθελε λείψει νὰ μετέλθῃ τὴν παλαιάν του τέχνην καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ διαστρέψῃ τὴν ἔννοιαν τῆς διαταγῆς τῆς 19 Αὐγούστου, ὡς ἔπραττεν ἀκριβῶς ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ βήματος, διαστρέφων καὶ περικόπτων ἄλλοτε ἐνώπιον ἁπάσης τῆς Βουλῆς τὸ κείμενον τοῦ διατάγματος, δι’ οὗ ἐστερεῖτο τοῦ βαθμοῦ του ὁ μὴ χαίρων τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων Μήλας, ὅπως δυνηθῇ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἔκθεσμον ἀφαίρεσιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ κ. Τερτίπη. Τοιαύτην ἔχων πεῖραν τῆς τακτικῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐφρόντισα ὅπως τεθῇ ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Βουλῆς ἡ διαταγὴ τῆς 19 Αὐγούστου, καὶ χάρις εἰς τὴν πρόνοιάν μου ἔχει ταύτην ὑπ’ ὄψει καὶ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτήν.
§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Σταυρόπουλος ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν.
§37ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν· ὁ κ. Σταυρόπουλος μετὰ τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Μεσσηνέζη ἐπηρώτησε καὶ αὐτὸς περὶ τῆς διαταγῆς τῆς 19 Αὐγούστου.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν ἐζήτησεν ὁ κ. Σταυρόπουλος· ἐδῶ εἶναι ὁ κ. Σταυρόπουλος, καὶ σᾶς διαψεύδει.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἐγὼ γνωρίζω κάλλιον παντὸς ἄλλου τί ἐζήτησα, καὶ τὰ πρακτικὰ τὸ ἀποδεικνύουν. Ἀλλὰ τίνα σημασίαν ἔχει τοῦτο; Διατὶ ἡ νευροπάθεια αὕτη, ὥστε ἀπὸ τῆς πρώτης λέξεως ν’ ἀρχίσητε τὰς ἀντεγκλήσεις; Διατὶ ἡ πρόσθετος αὕτη διαστροφὴ τῶν γεγονότων; Τὸ κείμενον ὑπάρχει ἐδῶ, καὶ ἡ διαστροφή σας θέλει ἀποδειχθῆ. Παρεκάλεσα, ὅτε ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς διαταγῆς τῆς 19 Αὐγούστου ἠγόρευεν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὅτε κατήγγελλεν ἡμᾶς διὰ τὸ μέτρον ἐκεῖνο, ν’ ἀναγνώσῃ τὴν διαταγήν, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησεν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ πράξω ἐγὼ τοῦτο ἀντὶ ἐκείνου (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 7961. «Πρὸς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ δανείου τῶν 100,000,000 τοῦ 1893. «Κατόπιν τῆς πρὸς τὸ ταμεῖον τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων Funding σημερινῆς καταβολῆς ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου συμπληρωθέντος τοῦ ποσοῦ τῶν λιρ. στερλινῶν 16,518,10.9 διὰ τὴν ἐνιαυσίαν ὑπηρεσίαν τῶν ἐκδεδομένων ἤδη τίτλων τοῦ αὐτοῦ δανείου, παραγγέλλεται τὸ ἄνω ταμεῖον τὰς διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου περαιτέρω εἰσπράξεις ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν καταβληθέντων τελῶν, ἐλευθέρας πάσης ὑποχρεώσεως, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παραδίδῃ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ἥτις θέλει καταλογίσει αὐτὰς διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως. «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 19 Αὐγούστου 1893. «Ὁ Ὑπουργὸς «Σ. Σωτηρόπουλος.» Αὕτη εἶναι ἡ διαταγὴ τῆς 19 Αὐγούστου, ἀπευθυνομένη πρὸς τὸ ταμεῖον τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, τὸ συστὰν διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 7960. «Πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. «Τὰ παρὰ τοῦ ταμείου τοῦ δανείου τῶν 100,000,000 Funding καταβληθησόμενα ὑμῖν εἰς χρυσὸν ποσὰ διὰ λογαρισμὸν τοῦ Δημοσίου, συμφώνως τῇ ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν ἐντολῇ ἡμῶν πρὸς τὸ αὐτὸ ταμεῖον, σᾶς παρακαλοῦμεν ὅπως ἀνταλλάσσητε πρὸς τραπεζογραμμάτια εἰς τὴν τιμὴν τῶν δραχμῶν 1 καὶ 68/00 τὸ φράγκον, καὶ τοῦτο μέχρι νεωτέρας ὁδηγίας ἡμῶν. «Τὸ προϊὸν θέλετε καταλογίζει εἰς πίστιν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 19 Αὐγούστου 1893. «Ὁ Ὑπουργὸς «Σ. Σωτηρόπουλος.» Ἀλλὰ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς μελετηθείσης διαστροφῆς τῶν κειμένων αὐτῶν, ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὰ ἔγγραφα τῆς Τραπέζης, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει πῶς ἐξετέλεσε τὴν διαταγὴν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Πρόκειται περὶ πράξεως ἐντελῶς ἀλλοτρίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν (ἀναγινώσκει):
«ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
«Ἐγκύκλιος ὑπ’ ἀριθ. 28. «Πρὸς τὰ Ὑποκαταστήματα. «Ἐν Ἀθήναις τὴν 23 Αὐγούστου 1893. «Τὸ ταμεῖον τοῦ ἐθνικοῦ δανείου ἐφωδίασεν ὑμᾶς διὰ πιστοποιητικῶν, δι’ ὧν, πωλουμένων παρ’ ὑμῶν πρὸς τοὺς φορολογουμένους, θέλει γίνεσθαι ἡ πληρωμὴ τῶν εἰς χρυσὸν καταβαλλομένων ὑπεγγύων φόρων. «Ἐπειδὴ τὸ προϊὸν τούτων, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς χρεωλυτικῆς δόσεως ἐκ τοῦ ἐκδοθέντος ἤδη μέρους τοῦ δανείου 100 ἑκατομμυρίων, τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπεφάσισε καὶ ἐνέδειξεν ἡμῖν, ὅπως τοῦτο, τρεπόμενον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καταλογίσωμεν εἰς τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Δημοσίου. Κατὰ συνέπειαν τοῦ μέτρου τούτου παραγγέλλομεν ὑμᾶς, ὅπως τὸ εἰς χρυσὸν εἰσπραττόμενον ἀντίτιμον αὐτῶν ἀνταλλάσσητε διὰ τραπεζικῶν γραμματίων εἰς τὴν τιμὴν δρ. 1,65 κατὰ δραχμὴν χρυσῆν...» Καὶ μετὰ ταῦτα ἔρχεται εἰς ἁπλοποίησιν τῆς πράξεως ταύτης ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δίδουσα πρὸς τοῦτο τὰς ἀνηκούσας ὁδηγίας εἰς τὰ ὑποκαταστήματα (ἀναγινώσκει): «Τοῦτο δὲ δύνασθε καὶ ἐκ τῶν προτέρων νὰ πράττητε, δεχόμενοι παρὰ τῶν φορολογουμένων ἀντὶ χρυσοῦ τραπεζικὰ γραμμάτια, ὑπολογίζοντες μέχρι νεωτέρας διαταγῆς τὴν χρυσῆν δραχμὴν εἰς τὴν ἀνωτέρω τιμὴν τῶν δραχ. 1,65. Πρὸς τακτοποίησιν δὲ τῶν μετὰ τοῦ ταμείου δανείου λογαριασμῶν δέον νὰ γνωρίσητε ἡμῖν τε καὶ τῷ ταμείῳ τὸ ὁλικὸν τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεών σας, ὅσαι ἐγένοντο μέχρι σήμερον, ἀφ’ ἧς θέλετε ἐφαρμόσει τὸ ἀνωτέρω παραγγελλόμενον μέτρον τῆς ἀνταλλαγῆς, διὰ πάσας δὲ τὰς ἐφεξῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰσπράξεις θέλετε μὲν ἐκδίδει εἰς πίστωσιν τοῦ ταμείου δανείου γραμμάτια εἰσπράξεως ἐκ τῶν ἤδη ἀπεσταλμένων ὑμῖν διὰ τὸ εἰς χρυσὸν ἀντίτιμον, καὶ μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς χρυσὸν θέλετε πιστώσει τὸ ταμεῖον δανείου, ταὐτοχρόνως δὲ θέλετε ἐκδίδει καὶ ἕτερον γραμμάτιον διὰ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν εἰς πίστωσιν χωριστοῦ λογαριασμοῦ «Νομισματικὴ διαφορὰ ἐξ εἰσπράξεων πιστοποιητικῶν ταμείου δανείου». Ἀμφότερα δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα θέλετε κατὰ τὰ προδιατεταγμένα μεταφέρει κατὰ πᾶν δεκαπενθήμερον εἰς πίστωσιν τοῦ Κεντρικοῦ καταστήματος, σημειοῦντες διακεκριμένως τὸ εἰς χρυσὸν ἀντίτιμον καὶ τὴν ἀντιστοιχοῦσαν αὐτῷ νομισματικὴν διαφοράν. «Ὁ Ὑποδιοικητὴς «Παπαδάκης.» Ἀλλ’ ἠθέλησε καθ’ ἕξιν ν’ ἀποσπάσῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτηδείως μίαν ὁμολογίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπῆρχε συμπαιγνία μεταξὺ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο οὐχὶ περὶ ἐκποιήσεως καλῆς ἢ κακῆς, ἐπωφελοῦς ἢ ἐπιζημίου διὰ τὸ Δημόσιον, τοῦ εἰσπραχθέντος, ἀλλὰ περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα διὰ τοῦ διοικητοῦ αὐτῆς ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
«ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
«Ἀριθ. 10,251. «Ἐν Ἀθήναις, τὴν 10 Νοεμβρίου 1893. «Πρὸς τὸ Σ. Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. «Ἐνταῦθα. «Κύριε Πρόεδρε. «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11,530 σημερινοῦ ὑμετέρου ἐγγράφου, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, συνεπείᾳ τοῦ πρὸς ἡμᾶς ὑπ’ ἀριθ. 7,960 τῆς 14 Αὐγούστου ἐ. ἔ. ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ Τράπεζα διὰ τῆς ἐν ἀντιγράφῳ πεμπομένης ὑμῖν διαταγῆς της πρὸς τὰ ὑποκαταστήματα, ὅσα ἐνήργουν ὡς πρακτορεῖα τοῦ ταμείου τοῦ δανείου, διέταξεν αὐτὰ, ὅπως τὸ εἰς χρυσὸν ἐκ πωλήσεως πιστοποιητικῶν εἰσπραττόμενον ποσὸν ἀνταλλάσσωσι διὰ τραπεζογραμματίων εἰς τὴν τιμὴν δραχ. 1,65 κατὰ χρυσῆν δραχμήν. Ἐπετράπη δὲ αὐτοῖς νὰ πράττωσι τοῦτο καὶ ἐκ προτέρων, δεχόμενα παρὰ τῶν φορολογουμένων ἀντὶ χρυσοῦ τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς τὴν ἀνωτέρω τιμὴν τῶν δραχ. 1.65...» Καὶ κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα πώλησις γινομένη ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ ταμείου τοῦ δανείου καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὴν 19 Αὐγούστου ἐ. ἔ. ἐγένετο, κατὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ ταμείου, ἐπὶ τῇ βάσει ἀποδείξεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι κατετέθη παρ’ αὐτῇ τὸ ἀντίτιμον τῶν ζητουμένων πιστοποιητικῶν· ἡ ἀπόδειξις αὕτη τῆς Τραπέζης ἐδήλου μόνον τὸ εἰς χρυσὸν ἀντίτιμον τῶν πιστοποιητικῶν, καθ’ ὅσον ἡ ἐξ αὐτῶν εἰσπραττομένη ἐξ ἀνταλλαγῆς νομισματικὴ διαφορὰ ἐνεγράφετο παρὰ τῇ Τραπέζῃ εἰς ἴδιον λογαριασμόν. «Κατὰ συνέπειαν τούτων τὸ Ὑπουργεῖον, ἀναλαμβάνον τὸ περίσσευμα τῶν εἰσπράξεων τοῦ ταμείου τοῦ δανείου, ἐξέδιδεν ἴδιον μὲν γραμμάτιον παραλαβῆς ἐπὶ τοῦ ταμείου τοῦ δανείου διὰ τὸ εἰς χρυσὸν εἰσπραχθὲν ποσὸν, ἴδιον δὲ γραμμάτιον παραλαβῆς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν ἐξ ἀνταλλαγῆς τοῦ χρυσοῦ ἀντιστοιχοῦσαν νομισματικὴν διαφορὰν πρὸς 0,65 κατὰ χρυσῆν δραχμήν. «Διατελοῦμεν μετὰ σεβασμοῦ. «Ὁ Διοικητὴς «Π. Καλλιγᾶς.» Τοιαῦται εἶναι, Κύριοι, αἱ δύο διαταγαὶ τῆς 19 Αὐγούστου, τοιαῦτα τὰ σχετικὰ πρὸς αὐτὰς ἔγγραφα τῆς Τραπέζης.
§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀνεγνώσατε τῆς δευτέρας παραγράφου τὸ μέρος.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ δὲ ἡ πρᾶξις αὕτη ἀφεώρα μόνον εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Τραπέζης, τὸ ταμεῖον τοῦ δανείου κατελόγιζε τὰς εἰσπράξεις ὡς εἰς χρυσὸν γενομένας, καὶ ῥητῶς παρηγγέλλοντο διὰ τῆς ἀνωτέρω μνημονευομένης διαταγῆς ἡμῶν τὰ ὑποκαταστήματα τῶν Τραπεζῶν νὰ πιστόνωσι τὸ ταμεῖον τοῦ δανείου διὰ τοῦ εἰς χρυσὸν ἀντιτίμου τῶν πωλουμένων πιστοποιητικῶν, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι, ἀνακοινωθέντος τοῦ μέτρου τούτου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ ταμεῖον τοῦ δανείου, τοῦτο ἐν τοῖς λογαριασμοῖς αὐτοῦ (ὡς θέλετε παρατηρήσει καὶ ἐκ τῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον πεμπομένων ἀντιγράφων τῶν λογαριασμῶν του) ἐτήρει τὴν διάκρισιν ταύτην τῶν πιστοποιητικῶν, ὅσων τὸ ἀντίτιμον εὑρίσκετο παρὰ τοῖς ὑποκαταστήμασι καὶ ἐνταῦθα αὐτουσίως εἰς χρυσὸν καὶ ὅσων ἀντηλλάχθη διὰ τραπεζικῶν γραμματίων.» Εἶσθε εὐχαριστημένος;
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατὶ δὲν τὸ ἀνεγνώσατε προηγουμένως;
§43ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἐθεώρησα περιττόν· οὐδὲν προσέθετεν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐγγράφου. Αἱ διαταγαὶ ὥριζον ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι, ἐπειδὴ συνεπληρώθη τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν ἐνιαύσιον ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 100,000,000, τὸ δὲ περιπλέον τῶν εἰσπράξεων ἀνῆκε τῷ Δημοσίῳ, τὸ Δημόσιον, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, διαθέτον τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ πλεονάζον τῶν εἰσπράξεων, παραγγέλλει τὴν Τράπεζαν νὰ πωλῇ τὸν ἐξ αὐτῶν χρυσὸν πρὸς 1 καὶ 65 καὶ νὰ καταλογίζῃ τὸ τίμημα εἰς τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δάνειον. Τοιαύτη ὑπῆρξε τῶν εἰς χρυσὸν εἰσπράξεων ἡ χρῆσις, ἣν παρηγγείλαμεν διὰ τῶν ἀπὸ 19 Αὐγούστου διαταγῶν, γραφεισῶν ἀμφοτέρων διὰ χειρός μου. Ἔχει ἐντεῦθεν ἐνώπιόν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν ὑπεύθυνον, καὶ περιττὸν νὰ θρηνῇ τὴν ἀπουσίαν τοῦ ἑτέρου. Τί ἐζήτει ἀντὶ τούτου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; ἐζήτει νὰ ἐγκλείσωμεν τὸν χρυσὸν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους· ἐζήτει περιπλέον τὸν χρυσὸν αὐτὸν νὰ τὸν χρησιμοποιήσωμεν εἰς ἄλλας ἀνάγκας, παρὰ ἐκείνας, δι’ ἃς ἦτο προωρισμένος. Καὶ μᾶς ἠρώτα: τραπεζογραμματίων εἴχετε ἀνάγκην ἢ χρυσοῦ; Ἡμεῖς τραπεζογραμματίων εἴχομεν ἀνάγκην μετὰ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, πρὸς περιορισμὸν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου. Μᾶς κατηγόρει χθὲς καὶ προχθές, ὅτι παρείδομεν τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου· ὑπῆρξαν μάλιστα καὶ συνήγοροί του, οἵτινες ἐγνωμάτευσαν, ὅτι ὁ νόμος ἦν ἄκυρος, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι παρωράθη ὁ σκοπὸς αὐτοῦ, ὡς ἂν ἐκλιπόντος τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου ἐκλείπωσιν αἱ διατάξεις του. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο εἷς καὶ μόνος· τὸ δάνειον, δι’ οὗ θὰ ἐπληρόνοντο τὰ τοκομερίδια, ἀποσβεννυμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ γραμματίων λαμβανομένων ἐν ἰσοτιμίᾳ. Τοῦτο δ’ ἀκριβῶς διατάσσει ἡ διαταγὴ τῆς 19 Αὐγούστου (ἀναγινώσκει): «τὸ προϊὸν θέλετε καταλογίζει εἰς πίστιν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης». Διατάσσει δηλαδὴ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν προσόδων τῶν ἐκ τοῦ νόμου τῆς εἰς χρυσὸν εἰσπράξεως εἰς τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν εἶχον προορισθῆ κατ’ αὐτὸν τὸν κ. Τρικούπην. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν: εἴχετε 5,000,000 ὀφειλὰς εἰς χρυσόν· διατί ἐπωλεῖτε τὸν χρυσὸν αὐτὸν πρὸς 1 καὶ 65, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἠγοράζετε ἕτερον; Ἀλλὰ μόνον πέντε ἑκατομμυρίων ὀφειλὰς εἴχομεν; εἴχομεν 21,000,000 προκαταβολὰς ληξιπροθέσμους· εἴχομεν δεκάδων ἑκατομμυρίων ἄλλας ὀφειλάς· εἴχομεν ἀληθῶς τὴν ὀφειλὴν πρὸς τὰς Δυνάμεις, τὴν ὁποίαν εἴχετε καθυστερήσει ἀπὸ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1892 καὶ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1893· εἴχομεν ἀληθῶς τὰς καθυστερήσεις τοῦ ταμείου τῶν Μονοπωλίων, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀφῃρέσατε 1,093,000, τὸ ἀντίτιμον τοῦ σιγαροχάρτου· εἴχομεν ἀληθῶς τὴν ὀφειλὴν πρὸς τοὺς διδασκάλους τοῦ Συλλόγου πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων, τοὺς ὁποίους ἀφήσατε πεινῶντας καὶ γυμνητεύοντας ἐπὶ τέσσαρας ὅλας τετραμηνίας, καὶ οὓς ἠναγκάσατε νὰ ἐπαιτῶσιν, ἀντὶ νὰ διδάσκωσιν. Ἀλλὰ εἰς πληρωμὴν τῶν ὀφειλῶν τούτων προώριστο ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ νόμου τῆς εἰσπράξεως τελῶν τινων εἰς χρυσόν; Βεβαίως ὄχι, διότι, ἐπαναλαμβάνω, γνωρίζετε τίς ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἐκείνου. Δὲν ἠδυνάμεθα ἑπομένως νὰ πληρώσωμεν διὰ τῆς προσόδου ἐκείνης μήτε τὰς ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς τρεῖς Δυνάμεις, διότι τὸ δάνειον ἐκεῖνο δὲν περιελήφθη εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον μήτε τὰς ὀφειλὰς πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, αἵτινες ἄλλως διὰ τὸ τοκομερίδιον τῆς 18 Ἰουνίου εἶχον καταβληθῆ παρ’ ἡμῶν ἐκ τῶν τακτικῶν εἰσπράξεων, διὰ δὲ τὸ τοκομερίδιον τοῦ προσεχοῦς Δεκεμβρίου ἐξυπηρετοῦντο ἐκ τῶν εἰδικῶν εἰσπράξεων τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλίων, μήτε τὰς ὀφειλὰς πρὸς τὸν Σύλλογον πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων, μήτε τὰς μυρίας ὅσας ὀφειλὰς, τὰς ὁποίας ἀνέγραψεν ἐν τοῖς πίναξιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἃς ἐκληροδότησεν ἡμῖν ἡ ἀτάσθαλος πολιτεία του. Αἱ ὀφειλαὶ αὗται ἦσαν ἀλλότριαι πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τελῶν τινων εἰς χρυσόν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἀπέβλεπε, σᾶς τὸ ἐπανέλαβεν ἑκατοντάκις ὁ κύριος Τρικούπης, εἰς τὴν σύναψιν δανείου, δι’ οὗ ἐπρόκειτο νὰ ἐξοφληθῶσιν ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ἐπὶ δύο ἔτη, τὰ τοκομερίδια τῶν ἐθνικῶν δανείων, καὶ εἰς τὴν σύγχρονον ἐξόφλησιν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου. Ἐκδόντες λοιπὸν τὴν διαταγὴν τῆς 19 Αὐγούστου, οὐδὲν ἕτερον ἐπράξαμεν ἢ νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου καὶ τὸ καλῶς νοούμενον συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ὑπῆρχον χίλιαι ἄλλαι ὀφειλαί, ἀλλ’ οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ἦτο ἐπίσης κατεπείγουσα, ὡς ἐκείνη, πρὸς θεραπείαν τῆς ὁποίας ἀπεβλέπομεν διὰ τῆς διαταγῆς τῆς 19 Αὐγούστου. Μία ἐκ τῶν φοβερωτέρων πληγῶν, ἡ φοβερωτέρα πληγή, ἣν ἐκληροδότησεν ἡμῖν τὸ παρελθὸν, ἦν ἡ πληγὴ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔπρεπε δὲ νὰ σπεύσωμεν ἀκριβῶς εἰς τὴν θεραπείαν τῆς πληγῆς ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο, διατάξαντες τὴν ἐκποίησιν τοῦ χρυσοῦ τοῦ εἰσπραττομένου δυνάμει τοῦ νόμου, τὸ προϊὸν τῆς πωλήσεως τοῦ χρυσοῦ κατελογίζομεν εἰς τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δάνειον. Τὸ μέτρον λοιπὸν ἦτο ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Ἀλλὰ διατὶ προσδιωρίσαμεν τὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ εἰς 165; παρηγγείλαμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν οὕτω, διότι ἁπλούστατα τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ συνάλλαγμα εἶχε 1,65. Ἀληθῶς κατόπιν οἱ ἑταῖροι τοῦ Πρωθυπουργοῦ, μεθ’ ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, ὤθησαν ἐπί τινα χρόνον τὸ συνάλλαγμα καὶ μέχρις 188, ἡμεῖς ὅμως ἐξεπροσωποῦμεν τὸ Δημόσιον· δὲν εἴμεθα κερδοσκόποι, οὐδ’ ἠθελήσαμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὰς διακυμάνσεις τῆς κερδοσκοπίας. Ἀπ’ ἐναντίας διὰ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐσκοποῦμεν βαθμιαίως νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἠθελήσαμεν ἀκριβῶς νὰ παρεμποδίσωμεν τὰς διακυμάνσεις, poser une barre, νὰ καταστήσωμεν σταθερὰν τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, ἔστω καὶ εἰς τὰ 165. Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἀπήρεσκεν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἠκούσατε κραυγάζοντα χθές: «ἐὰν δὲν ἐλειτούργει τὸ μέτρον σας, ἠδύνατο νὰ φθάσῃ ἀπὸ 165 εἰς 200 καὶ 250 τὸ συνάλλαγμα»· καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἐπεθύμει· ἂν δὲ ἡ ἐπιθυμία του δὲν ἐπραγματοποιήθη, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως λοιπὸν ἐπεδίωξε πρῶτον τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἐψηφίσθη ἡ ἐκ τούτου εἰς χρυσὸν πρόσοδος· ἐπεδίωξε δεύτερον τὴν παρακώλυσιν τῆς ὑψώσεως τοῦ συναλλάγματος, καὶ ἐπεδίωξε προσθέτως τὴν διευκόλυνσιν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ σταφιδεμπόρων. Ἂν δὲν ἐλαμβάνετο τὸ μέτρον ἐκεῖνο, θὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἡ ἐπιθυμία τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Χάρις εἰς τὴν πολιτείαν τοῦ κ. Τρικούπη ὁ χρυσὸς εἶχεν ἐκλείψει ἐντελῶς ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἦτο δ’ ἀδύνατον νὰ κινηθῇ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ἐπεθύμει ὁ κ. Τρικούπης νὰ καταδικάσωμεν ὁλόκληρον τὴν πρόσοδον τῆς σταφίδος εἰς τὸ νὰ μείνῃ ἀνεκποίητος ἐν Πάτραις, εὑρίσκει δὲ, ὅτι εἶναι παράβασις τοῦ νόμου, διότι πληροῦντες τὸν σκοπὸν αὐτοῦ ἀπεβλέψαμεν καὶ εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἀλλ’ ὑπέστη ἐκ τῆς διαταγῆς τῆς 19 Αὐγούστου ζημίαν τινὰ τὸ Δημόσιον; Αἱ σημεριναὶ τιμαὶ τοῦ συναλλάγματος ἀποδεικνύουσι κέρδος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἴσον τῆς διαφορᾶς τοῦ 1 καὶ 65, ἣν εἰσέπραξε, πρὸς τὴν σημερινὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος. Τοιοῦτο, Κύριοι, τὸ μέτρον ἡμῶν. Νόμος ὅμως ἀλόγιστος, οἷος ἐκεῖνος, ὃν κατεδικάσθημεν νὰ ἐκτελέσωμεν, δὲν ἠδύνατο ἢ ν’ ἀποφέρῃ τ’ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἐπήνεγκε. Καὶ ἐνθυμεῖσθε πάντες ἐπὶ πόσας ἡμέρας ἠγωνιζόμεθα, ὅπως ἀποτρέψωμεν τὸν Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου, ἐπὶ πόσας ἡμέρας προσεπαθοῦμεν, ὅπως πείσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἦτο καταστρεπτικόν. Ἔλεγον τὴν 17 Δεκεμβρίου 1892 πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι ἐπιβάλλει φόρον ἐντελῶς ἄδικον, ἐντελῶς ἀόριστον καὶ ἐντελῶς ἀλυσιτελῆ. Ἡ ἀνισότης τοῦ φόρου τοῦ εἰσαγομένου ὑπὸ δύο ἐπόψεις ἐκδηλοῦται. Ἔχομεν τῳόντι ὡρισμένους παραγωγούς, οἵτινες θὰ ὀφείλωσι νὰ καταβάλλωσι τοὺς φόρους των εἰς χρυσὸν, ἡ δὲ τοιαύτη καταβολὴ τοῦ φόρου ἀπετιμήθη μὲν εἰς 25% κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀναγγελίας τοῦ μέτρου, σήμερον δ’ ἀποτιμᾶται εἰς 27, ἢ 28, ἢ 32, καὶ αὔριον εἰς πολὺ πλέον. Ὡς ἀντισήκωμα τῆς περιπλέον ταύτης φορολογίας, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς ὡρισμένην τάξιν παραγωγῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγγέλλων τὸ νομοθέτημα, εἶπεν ὅτι ὑπεβίβασε τὸν μέχρι τοῦδε καταβαλλόμενον φόρον κατὰ 20%, ὥστε, ἀντὶ τῶν 45%, τὰ ὁποῖα θὰ κατέβαλλον περιπλέον διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ, νὰ καταβάλλωσι μόνον 25% περιπλέον, ὑπολογιζομένης τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς εἰς 45%. Ἐντεῦθεν προκύπτει ἀνισότης τελεία πρὸς τοὺς λοιποὺς φορολογουμένους, διότι ἐπιβάλλεται εἰς ὡρισμένους παραγωγοὺς μία πρόσθετος φορολογία, ἥτις ὑπελογίσθη μὲν τότε εἰς 25%, ἀλλ’ ἥτις σήμερον ὑπολογίζεται εἰς 33 ἢ 34, καὶ ἥτις αὔριον δὲν εἰξεύρω εἰς ποῖον ποσὸν θὰ ἀνέλθῃ. Ἀλλ’ ὑφίσταται ἀνισότης καὶ μεταξὺ τῶν παραγωγῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται καὶ τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς καταβολὴν ἐξαγωγικῶν τελῶν, διότι, ἐνῷ οἱ λοιποὶ φορολογούμενοι, οἱ κάτοικοι τῆς Πελοποννήσου, αἱ μεταλλευτικαὶ ἑταιρίαι ἔχουσι νὰ καταβάλωσι φόρον 25 ἢ 30 ἢ 33%, οἱ κάτοικοι τῆς Ἑπτανήσου θὰ καταβάλωσι φόρον μόνον 17%. Ἡ ἀνισότης τῆς φορολογίας ὑπὸ τὴν διττὴν ταύτην ἔποψιν ἀποδεικνύεται πληρέστατα. Ἀλλ’ ὁ φόρος, ὅπως εἰσάγεται, ἔχει τι τὸ ἀπαίσιον, διότι οὐ μόνον εἶναι ἄνισος, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀόριστος. Οὐδεὶς τῳόντι σήμερον δύναται νὰ γνωρίζῃ τίς εἶναι ὁ φορολογικὸς ὅρος, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποστῇ ἡ τάξις τῶν παραγωγῶν, εἰς οὓς ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὴν ἀναγγελίαν τοῦ μέτρου ἀνήρχετο εἰς 25%, σήμερον ἀνῆλθεν εἰς 33% ἢ 34%, αὔριον βεβαίως θὰ ἦναι 38 ἢ 40%, καὶ ἂν ἐξακολουθήσῃ νὰ ἰθύνῃ τὰς τύχας τοῦ Κράτους, ἐπιβάλλων μέτρα τόσον ἀλυσιτελῆ, ὡς θέλω μετ’ ὀλίγον ἀποδείξει, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλωμεν πρόσθετον φόρον 80% εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Διὰ νὰ μᾶς παρηγορήσῃ δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων, εἶπεν: «ἂν πρόκηται νὰ καταστραφῶμεν, μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον τίς φόρος θὰ ἐπιβληθῇ». Προέβλεπον, βλέπετε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἀκριβῶς τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ καὶ μέχρι λεπτοῦ. Καὶ μὲ ἐρωτᾷ εἷς Βουλευτής: «Σεῖς τί λέγετε;» Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ: «Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι, ἵνα μὴ καταστραφῶμεν, πολεμοῦμεν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, πολεμοῦμεν δ’ αὐτὰ, ὡς φέροντα εὐθὺ πρὸς τὴν καταστροφήν. Τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπερ ἀποδεικνύεται ἀμέσως ἐξ ἀρχῆς ἀόριστον καὶ ἄνισον καὶ ἐπαχθὲς, καὶ ὅπερ θὰ καταστῇ καὶ ἐπαχθέστερον, συντελουμένης τῆς καταστροφῆς, εἶναι καὶ ὅλως ἀλυσιτελές. Καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην». Καὶ κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ὑπελείπετο τὸ ἕτερον σκέλος, τὸ ἕτερον μέτρον, τὸ τῆς εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν. Καὶ ἀπεκρίθη ἤδη ἡ ἀγορὰ ἡμῶν καὶ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἀπεκρίθη διὰ νέας καταπληκτικῆς ἀληθῶς ὑψώσεως τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, διὰ νέας καταπληκτικῆς ἐκπτώσεως τῶν ἀξιῶν. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ ν’ ἀποκριθῇ συμφώνως μὲ ὅσα ἐδιδάχθη ἡ ἀγορὰ ἡμῶν κλπ.» Κατωτέρω δὲ πάλιν (ἀναγινώσκει): «Ὁ συναγωνισμὸς ἀναγκαίως θὰ ἐξαφθῇ μεταξὺ τοῦ Δημοσίου, ἔχοντος ἀνάγκην περιπλέον χρυσοῦ, καὶ τῶν ἰδιωτῶν, τῶν ἐμπόρων· διότι οἱ ἔμποροι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ καταβάλλωσι τὰ τελωνειακὰ τέλη, ὁ παραγωγὸς δὲν καταβάλλει τὰ τελωνειακὰ τέλη, ἢ τοὐλάχιστον ἐλάχιστοι εἶναι ἐκ τῶν παραγωγῶν οἱ καταβάλλοντες τελωνειακὰ τέλη, οὐδὲ διαφέρει ὁ ἔμπορος σταφίδος οἱουδήποτε ἄλλου ἐμπόρου...» Ἔλεγον δὲ ταῦτα, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς ἤθελε νὰ ποιήσηται διάκρισιν μεταξὺ παραγωγῶν εἰσπραττόντων χρυσὸν ἐκ τῆς παραγωγῆς των καὶ παραγωγῶν μὴ εἰσπραττόντων χρυσὸν ἐκ τῆς παραγωγῆς των (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ δὲ τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς ἐμπόρους, ὅστις εἶναι ἄφευκτος, θὰ προκύψωσιν ἀναγκαίως ἀποτελέσματα ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προέλεγε τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ὁποῖα εἴδομεν ἀπὸ τῆς χθές, ἡ ὕψωσις δηλαδὴ τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, τὸν ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ἕτερος λόγος, δι’ ὃν εὐθὺ ἄγει εἰς τὴν ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζογραμματίου τὸ μέτρον τῆς εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν. Διὰ τῆς εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν τῶν τελῶν τί πράττει ἡ Κυβέρνησις; Ζητοῦσα παρὰ τῶν παραγωγῶν νὰ καταβάλλωσιν εἰς χρυσὸν τὸ τέλος, ἀποκλείει ἀπὸ ὡρισμένην κατανάλωσιν, ἀπὸ ὡρισμένην χρῆσιν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον· οὕτω τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον δὲν εὑρίσκει μίαν περιπλέον ἔξοδον πρὸς τὴν κυκλοφορίαν· καὶ ποῖον ἐντεῦθεν τὸ ἀποτέλεσμα; Ἀποτέλεσμα ἔσεται νέα ὑποτίμησις τοῦ γραμματίου· καὶ δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀλλοῖον, διότι καθ’ ὅσον ὁ κύκλος τῆς κυκλοφορίας καθίσταται στενότερος, κατὰ τοσοῦτον ὑποτιμᾶται τὸ τραπεζογραμμάτιον, ἀποδεικνυόμενον μᾶλλον πλεονάζον.» Τοιαῦτα ἐλέγομεν τότε πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλ’ ἡ φωνὴ ἡμῶν ἦτο φωνὴ βοώντων ἐν τῇ ἐρήμῳ. Προσεπαθήσαμεν νὰ ἀποτρέψωμεν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τῶν σταφιδοκτημόνων τὸ ἐπαχθὲς ἐκεῖνο μέτρον, ἀλλ’ οὐδέποτε εἰσηκούσθημεν. Ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἄλλοτε ἐπολέμει ἀκριβῶς τὴν εἴσπραξιν τῶν τελῶν εἰς χρυσὸν, εἶχε πλησίστιος εἰσέλθει εἰς τὴν θεωρίαν ἐκείνων, οἵτινες ἐνόμιζον, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ θὰ ηὔξανεν ἡ πρόσοδος τῆς χώρας εἰς χρυσόν. Ἀλλὰ λέγει ὁ Πρωθυπουργός: «ἂν τὸ μέτρον μου τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἐπαχθῆ καὶ ὀδυνηρὰ ἀπέδωκεν εἰς τὸν τόπον, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ὑμᾶς», καὶ πάλιν θέλων νὰ μετατοπίσῃ τὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ διατί; «διότι, ἀπαντᾷ, τὸ μέτρον αὐτὸ ἐπρόκειτο νὰ συνδυασθῇ μὲ τὸ δάνειον εἰς χρυσὸν καὶ τὴν δι’ αὐτοῦ ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.» Κύριοι, πρέπει νὰ παραλληλίσωμεν τὰς δύο συμβάσεις, τὸν σκελετὸν τῆς συμβάσεως τοῦ κ. Τρικούπη καὶ τὴν σύμβασιν ἢ τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου, διὰ νὰ ἴδωμεν, τίς θὰ ἦτο ἡ θέσις τῶν σταφιδοκτημόνων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἀγορᾶς ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε συνομολογηθῆ ἡ διαπραγματευομένη παρὰ τοῦ κ. Θεοτόκη σύμβασις περὶ δανείου ἐν Λονδίνῳ. Ἀληθῶς διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου καὶ τῆς σχετικῆς συμβάσεως οὐδὲ λεπτὸν εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 100,000,000. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν σύμβασιν, ἣν προετίθετο νὰ συνομολογήσῃ ὁ κ. Τρικούπης, οὐδὲ λεπτὸν ἐπρόκειτο ἐπίσης νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τίς δὲ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο συμβάσεων; Ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι διὰ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως ἀπεδίδοντο, ἀντηλλάσσοντο οἱ ληξιπρόθεσμοι τίτλοι, τὰ τοκομερίδια, πρὸς τίτλους νέους, διὰ δὲ τῆς συμβάσεως, ἣν προετίθετο νὰ συνομολογήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπρόκειτο νὰ ἐξοφλῶνται εἰς πραγματικὸν νόμισμα τὰ ληξιπρόθεσμα τοκομερίδια. Ἀλλ’ ὅλος ἐκεῖνος ὁ χρυσός, ὅστις θὰ ἐχρησίμευε διὰ τὴν πληρωμὴν καὶ ἐξόφλησιν τῶν τοκομεριδίων ἐπὶ δύο ἔτη, ἤθελε μένει ἑρμητικῶς κεκλεισμένος εἰς τὸ χρηματοκιβώτιον Χάμπρο, ἀφοῦ ἐνεδύετο εἰς χρεώγραφα ξένα, ὄχι ἑλληνικά. Ἀλλ’ ἀνελάμβανε περιπλέον ὁ κ. Τρικούπης διὰ τοῦ σχεδίου τῆς συμβάσεως ἐκείνης τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἕνα μῆνα πρὸ τῆς λήξεως τοῦ τοκομεριδίου καταβάλλῃ ἴσον ποσὸν γραμματίων ἐν ἰσοτιμίᾳ πρὸς τὸ ποσόν, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ καταβληθῇ ἐκ τοῦ δανείου πρὸς ἐξόφλησιν ληξιπροθέσμων τοκομεριδίων. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ 11,000,000, ἅτινα οὕτως ὤφειλε νὰ καταβάλλῃ ἀπὸ τὰς τρεῖς ἕως τὰς 18 Μαΐου, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τὰ ἀναλάβῃ, ὡς μᾶς ὑπέδειξεν, ἀπὸ τοὺς κ.κ. Ἔκκερσλεϋ, Godfrey καὶ Λιδλόου, οἵτινες εἶχον πληρωθῆ, ὡς λέγει, 8,500,000 διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Ὑποθέτω ἐπίσης, ὅτι μόνον ὁ Πρωθυπουργὸς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἠδύνατο, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνος ἐκ τῶν ποικίλων καὶ πολλαπλῶν ἐκείνων συμβάσεων, ἃς δὲν συνωμολόγησε, νὰ ἀναλάβῃ τὰ 8,560,000 τραπεζογραμμάτια, ἅτινα εὑρίσκοντο κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν λόγῳ ἐνεχύρου ἀπέναντι τῆς προκαταβολῆς τῶν 7,300,000 φράγκων, καὶ ἅτινα δυνάμει τοῦ ἄρθρου 11 τῆς Λονδινείου συμβάσεως κατηργοῦντο, οὐδ’ ἠδύναντο ὡς ὁ φοῖνιξ ν’ ἀναγεννηθῶσιν ἐκ τῆς τέφρας αὐτῶν, διότι ὤφειλον νὰ καῶσιν ἐνώπιον ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀντιπροσώπου τοῦ ταμείου τοῦ δανείου. Ἠθέλησεν ἐν τούτοις προχθὲς καὶ περὶ τούτου νὰ μᾶς πείσῃ ὁ κ. Τρικούπης. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ καταβάλῃ 11 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Πόθεν θὰ τὰ ἐπορίζετο; δὲν γνωρίζω, μήτε ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ πορισθῇ. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι τὰ ἐπορίζετο· ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τῆς Ἑλληνικῆς ἀγορᾶς καὶ τῶν σταφιδοκτημόνων; θὰ κατηργοῦντο τὰ 11,000,000 εἰς τραπεζογραμμάτια, ἀπέναντι δὲ τούτων θὰ ἐπληρώνοντο πρὸς τοὺς κατόχους τῶν ληξιπροθέσμων τοκομεριδίων 11,000,000 εἰς χρυσόν. Ὑποθέσατε, ὅτι μετὰ τὸ περιλάλητον τηλεγράφημα τοῦ κ. Θεοτόκη, ἀντὶ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Ἀνάκτορα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐπιδώσῃ τὴν παραίτησίν του χωρὶς κἀνένα λόγον, ὑποθέσατε, ὅτι ἀνήρχετο μὲ τὴν σύμβασιν εἰς χεῖρας καὶ ἐζήτει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως πρὸς τὴν κύρωσιν αὐτῆς, καὶ ἐπετύγχανεν αὐτήν. Τίς θὰ ἦτο ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως; Θὰ εἶχε νὰ καταβάλῃ 11,000,000 εἰς τραπεζογραμμάτια, θὰ κατεχώριζε τὸν νόμον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ τὸν ἔθετεν εἰς ἐνέργειαν, ὡς τὸν ἐθέσαμεν ἡμεῖς. Ἀπὸ τῆς 27 Ἀπριλίου θὰ ἐλειτούργει ὁ νόμος ἐν ὅλῳ τῷ ἐπαχθεστάτῳ μηχανισμῷ του, χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐπιτραπῇ τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ τὸ μέτρον, ὅπερ ἐπετράπη ἡμῖν, χάρις εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἐπεφυλάξαμεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὴν ἄνεσιν τῆς καταβολῆς 1,000,000 τραπεζ. γραμματίων κατὰ μῆνα ἀπέναντι τοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δανείου, ἀνελάβομεν δὲ οὕτω τὴν ὑποχρέωσιν, μέχρι τέλους τοῦ ἔτους νὰ συμπληρώσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 6 καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίων· μέχρι δὲ τοῦ Ὀκτωβρίου συνεπληρώσαμεν τὰ 4,500,000 βαθμηδὸν, ἀνταλλάσσοντες τὸν χρυσὸν πρὸς γραμμάτια, καὶ καθιστῶντες οὕτως ἀγορὰν χρυσοῦ. Ἀπ’ ἐναντίας ὁ κ. Τρικούπης, δυνάμει τῆς συμβάσεώς του, ὤφειλεν ἀπὸ τῆς 18 Μαΐου νὰ καταβάλῃ τὰ 11,000,000 τῶν τραπεζογραμματίων· δὲν ἠδύνατο ἑπομένως νὰ λάβῃ τὸ εὐεργετικὸν μέτρον, ὅπερ ἐλάβομεν ἡμεῖς ὑπὲρ τῶν ἀγορῶν τῶν Ἑλληνικῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσπράττῃ τὸν χρυσὸν καὶ νὰ τὸν τρέπῃ εἰς τραπεζογραμμάτια, καθιστῶν οὕτω κυκλοφορίαν χρυσοῦ ἀναγκαίου διὰ τὴν καταβολὴν τῶν τελῶν. Μετὰ τὴν σύμβασιν τοῦ κ. Τρικούπη ἡ λειτουργία τοῦ νόμου θὰ ἦτο ἔτι ἐπαχθεστέρα καὶ ὅλως καταστρεπτικὴ καὶ διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς καὶ διὰ τοὺς σταφιδεμπόρους καὶ ἐν γένει διὰ τὰς ἀγορὰς τὰς Ἑλληνικάς. Ἀλλά, Κύριοι, ὑπολείπεται ἓν ἐρώτημα· ἀφοῦ τοιαύτην ἔχομεν γνώμην περὶ τοῦ μέτρου, ἀφοῦ διὰ παντὸς τρόπου κατεπολεμήσαμεν αὐτὸ ἐνώπιον ὑμῶν καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ τὸ ματαιώσωμεν, διατὶ τὸ ἐθέσαμεν εἰς ἐνέργειαν, καταχωρίσαντες ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὸν νόμον, ὅστις εἶχε κυρωθῆ καὶ οὗ εἶχε διαταχθῆ ἡ δημοσίευσις ἀπὸ τῆς 23 Δεκεμβρίου; Διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ἐπαχθεστάτου αὐτοῦ νομοθετήματος μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐκλήθημεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν, εἶχον παρέλθει μῆνες ἓξ εἰς διαπραγματεύσεις ψευδεῖς, σκοπούσας ν’ ἀποπλανήσωσι τὸν τόπον· ἀπὸ τῆς κυρώσεως δὲ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου εἶχον παρέλθει 4 ὅλοι μῆνες μέχρι τῆς κλήσεώς μας ἐπὶ τὴν ἀρχήν, ἐκλήθημεν δ’ εἰς αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν παραμονὴν τῆς λήξεως τῶν τοκοχρεωλυσίων, καὶ ἔπρεπεν ὅπως–ὅπως καὶ ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Ἄλλοι εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ πτωχεύσωμεν, νὰ χρεωκοπήσωμεν· διότι θὰ ἦτο χρεωκοπία καὶ χρεωκοπία αἰσχίστη ἡ στάσις τῶν πληρωμῶν τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ψήφου ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, δι’ ἧς ἐκηρύσσετο, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις της. Ἔπρεπε λοιπὸν ὅπως–ὅπως νὰ ἀπαντήσωμεν τὰς ἀμέσους ὑποχρεώσεις της. Δὲν ὑπῆρχε καιρὸς πρὸς ἐπιψήφισιν νέων μέτρων, οὐδὲ πρὸς ἐφαρμογὴν τοιούτων. Εὕρομεν τὸ νομοθέτημα αὐτό, τὸ ψηφισθὲν παρὰ τὴν γνώμην μας, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα ἢ νὰ τὸ θέσωμεν εἰς ἐνέργειαν, ἀληθῶς θλιβόμενοι διὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα προεβλέπομεν, ὅτι ἤθελεν ἐπιφέρει εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως τῆς διαταγῆς τῆς 19 Αὐγούστου γίνεται κατάδηλον τὸ πνεῦμα καὶ ὁ σκοπὸς αὐτῆς. Ἀλλά, Κύριοι, τί κοινὸν μεταξὺ τοῦ μέτρου ἐκείνου καὶ τῆς ἀνυποστόλου παραβιάσεως τοῦ νόμου, εἰς ἣν πάντες ἐκπεπληγμένοι παρέστημεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν; ποία σχέσις μεταξὺ τῆς διαταγῆς τῆς 19 Αὐγούστου καὶ τῆς ἐγκυκλίου διαταγῆς τῆς 1 Νοεμβρίου; Τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἦτο πρόσκαιρον, καὶ βελτιουμένης τῆς καταστάσεως ἤθελεν ἐκλείψει αὐτομάτως, διότι, ἅμα ὡς θὰ ὑπετιμᾶτο ὁ χρυσὸς κάτω τῶν 1,65, θὰ εἰσήγετο αὐτούσιος εἰς τὰ ταμεῖα, διότι οὐδεὶς θὰ ἦτο τόσον μωρὸς, ὥστε νὰ πληρώσῃ πρὸς 1,65, ὅταν εὕρισκε τὸν χρυσὸν πρὸς 1,63, ὅπως τὸν εὑρίσκει σήμερον, ἢ πρὸς 1 καὶ 58, ὅπως τὸν εὕρισκε χθές. Τί κοινὸν λοιπὸν μεταξὺ τοῦ προσωρινοῦ ἐκείνου μέτρου καὶ τοῦ μέτρου τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῆς τηλεγραφικῆς ἐκείνης διαταγῆς; Τὸ μέτρον ἡμῶν προέθετο ἀκριβῶς τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου καὶ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπεδίωκεν. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀνυποστόλου καταργήσεως νόμου, ὃν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τῇ εἰσηγήσει τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νόμου, ὅστις ἐκυρώθη διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐτέθη ἡ μεγάλη σφραγὶς τοῦ Κράτους. Ἔχετε, Κύριοι, τὴν ἔννοιαν τῶν δύο μέτρων τελείαν καὶ πλήρη ἐνώπιον ὑμῶν. Καὶ ἐνῷ τὸ μέτρον τῆς νῦν Κυβερνήσεως δὲν δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ ἡμετέρου, ἀντίκειται καὶ εἰς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς πάσης πεπολιτισμένης κοινωνίας. Ἀλλὰ δύναται, ὡς εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κἂν νὰ δικαιολογηθῇ τυπικῶς; Τοῦτο ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω. Καὶ ἐντεῦθεν εἰσερχόμεθα εἰς τὰς ἀδιεξόδους καὶ ἀκαταλήπτους θεωρίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς κυρώσεως, περὶ τῆς δημοσιεύσεως καὶ καταχωρίσεως τῶν νόμων. Ὅσον καὶ ἂν ἠθέλησαν νὰ διαστρέψωσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅσον καὶ ἂν ἠθέλησαν νὰ σοφιστευθῶσι, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀρνηθῶσιν, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ὡς καὶ πάντα τὰ Συντάγματα, τὰ περιλαμβάνοντα ὁμοίαν διάταξιν, διακρίνουσι τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου, τὴν ἔκδοσιν καὶ τὴν δημοσίευσιν. Ἡ κύρωσις πηγάζει ἐκ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοῦ Βασιλέως, ἣν ἀναγράφουσι τὰ ἄρθρα 23 καὶ 36 τοῦ Συντάγματος, ἡ ἔκδοσις καὶ ἡ δημοσίευσις πηγάζει ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἧς κορυφὴ ὁ Βασιλεύς. Ἐνασκεῖται δ’ ἑκατέρα τῶν προνομιῶν τούτων τῇ συμπράξει τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ὅταν σεῖς αὐτοὶ ὁμολογῆτε, ὅτι ἐκ διαφόρων ἐξουσιῶν πηγάζουσιν αἱ διάφοροι αὗται προνομίαι, ὅταν δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι εἶναι διακεκριμέναι ἀπ’ ἀλλήλων, σεῖς θέλετε κατόπιν, φεύγοντες τὰς ἀρχὰς, ἃς ἐθέσατε, νὰ θεωρήσητε αὐτὰς ὡς συνδεδεμένας ἀδιασπάστως ἀλλήλαις, καὶ νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι, ἅμα ὡς πᾶσαι δὲν συμπληρωθῶσι τῇ συμπράξει ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν εἶναι ἔγκυροι. Ἡ προνομία τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου εἶναι αὐτοτελής, καὶ τοιαύτην τὴν ἀποδεικνύει ἡ πηγὴ αὐτῆς, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἣν ἀσκεῖ ὁ Βασιλεύς, κυρῶν τὸν νόμον· καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς κυρώσεως συνετελέσθη ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως, ἅμα ὡς ἐτέθη ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπὸ τὸ ψηφισθὲν παρὰ τῆς Βουλῆς νομοθέτημα. Δύναται νὰ ἀποθάνῃ ὁ Ὑπουργὸς, δύναται νὰ παραιτηθῇ· ἀδιάφορον, ἡ κύρωσις ἐτελέσθη, ἐτελειώθη. Καὶ ἡ διαταγὴ τῆς ἐκδόσεως, καίτοι συμπίπτουσα κατὰ τὴν παρ’ ἡμῖν πρᾶξιν μὲ τὴν κύρωσιν, εἶναι πρᾶξις αὐτοτελής, καὶ ἅμα ὡς ἡ ἐπιταγὴ πρὸς δημοσίευσιν καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων προσυπογραφῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ παρὰ τοῦ Βασιλέως, εἶναι πλήρης καὶ τελεία. Ἀλλ’ ἀνέφερον τὸν Rönne, ἀνέφερον τὸν Προβελέγγιον, καὶ ὑπεστήριξαν ὅτι αἱ πράξεις αὗται δύνανται ν’ ἀνακληθῶσιν, ὡς ἐσωτερικαί. Ν’ ἀνακληθῶσι δὲν δύνανται, διότι οἱ Βασιλεῖς δὲν παίζουν, ἀσκοῦντες τὰς προνομίας των· πᾶσα πρᾶξις τοῦ Βασιλέως εἶναι πανηγυρική, εἶναι ἐπίσημος, δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἴδῃ παίζοντα τὸν Βασιλέα· ἀπ’ ἐναντίας ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἐνθυμῆται τὸ ἀντίθετον ἀπὸ τῆς 24 Ὀκτωβρίου. Ἀληθῶς δύναται νὰ καταστραφῇ ὑλικῶς τὸ διάταγμα τῆς κυρώσεως, τὸ μήπω ἐξωτερικευθὲν, ὡς θὰ ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τότε δὲν ὑφίσταται ἡ ἀπόδειξις τῆς κυρώσεως. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ἄκυρος εἴτε ἡ κύρωσις εἴτε ἡ ἔκδοσις, ἀποδεικνύει ἀπεναντίας, ὅτι ἡ κύρωσις καὶ ἡ ἔκδοσις εἶναι ἔγκυροι, ἐκλείπει μόνον τὸ μέσον τῆς ἀποδείξεως τῶν ἐνασκηθεισῶν ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως προνομιῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔλαβε χώραν οἱαδήποτε ἐξωτερίκευσις; Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπῆλθε καὶ ἑτέρα πανηγυρικὴ πρᾶξις, ἡ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐπέθηκε τὴν σφραγῖδα τοῦ Κράτους καὶ κατεστοίχωσε τὸν νόμον εἰς τὸν κώδικα τῶν νόμων. Ταῦτα ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἂν ὅμως ἠρώτα τὸν διεκπεραιωτήν του, θὰ ἐμάνθανε παρ’ αὐτοῦ, ὅτι ὁ κῶδιξ τῶν νόμων περιλαμβάνει καὶ τὸν νόμον αὐτὸν ἀπὸ τῆς 23 Δεκεμβρίου, ὅτε κατεστοιχήθη, ὅτε ἔλαβε τὸ στοιχεῖόν του. Ἀλλὰ μετὰ τὰ στάδια ταῦτα, κατὰ τὰ ὁποῖα συμπληροῦται καὶ καθίσταται τέλειος ὁ νόμος, εἶναι τάχα ὑποχρεωτικός; Βεβαίως ὄχι· καὶ ἀκριβῶς πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται ἡ καταχώρισις καὶ δημοσίευσις εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τί κοινὸν μεταξὺ τῆς δημοσιεύσεως καὶ τῆς ἐνασκήσεως τῆς προνομίας τῆς κυρώσεως καὶ τῆς ἐκδόσεως; πῶς δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν τὰς προνομίας ταύτας ὡς συνδεομένας ἀδιασπάστως πρὸς τὴν δημοσίευσιν καὶ ὡς μὴ δυναμένας πάσας νὰ τελεσθῶσιν, εἰμὴ ὑπὸ ἰδίων ὑπευθύνων; Μᾶς παρετήρει ὁ κ. Πρωθυπουργός· «κατεχωρίσατε τὸν νόμον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ τῶν ὑπογραφῶν σας». Ἀλλὰ δείξατέ μοι ἕνα νόμον ἢ πρᾶξιν κυβερνητικὴν, ἥτις ἄλλως νὰ καταχωρίζηται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἢ μὲ τὰς ὑπογραφὰς ἐκείνων, οἵτινες συνέπραξαν εἰς τὴν κύρωσιν καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν. Ἡ χρονολογία, τὴν ὁποίαν φέρει ἡ πρᾶξις τῆς κυρώσεως καὶ ἐκδόσεως, ἀποδεικνύει ὅτι συνεκομίσθη δι’ αὐτὰς καὶ παρὰ τίνος ἡ εὐθύνη, καθόσον ὑπέχει εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς, προσυπογράφων εἰς τὴν κύρωσιν καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου. Διότι, ὅταν δὲν ἠδυνήθη νὰ διαψεύσῃ πάντα ταῦτα, τὰ γενικῶς παραδεδεγμένα, προσέφυγεν ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὴν ἀνόητον θεωρίαν τῆς εὐθύνης. Καὶ ἠρώτα: τίς εἶναι ὁ ὑπεύθυνος τοῦ νόμου, ὃν κατεχωρίσατε σεῖς καὶ ὃν ἐκυρώσαμεν καὶ ἐξεδώκαμεν ἡμεῖς; Ὑπεύθυνος νόμου δὲν ὑπάρχει, καὶ θαυμάζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβαλεν αὐτὸς ἀντίθετον ἰσχυρισμόν· ἀλλ’ ἐξεπλήρωσε καὶ ἤδη τὸ καθῆκόν του, ὡς τὸ ἐξεπλήρωσεν ἐπὶ τῆς κατηγορίας τοῦ Ἀχελώου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλεν ὅμως νὰ γνωρίζῃ τι πλέον ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι ὁ νόμος περὶ Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ διαγράφων τὴν δημοσίευσιν τῶν νόμων, ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Ὁ νόμος περὶ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καὶ οὐχὶ εἰς τὸ κῦρος πράξεων κυβερνητικῶν. Καὶ ἀνεγίνωσκεν ἡμῖν χθὲς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τὴν ἀγόρευσίν του, δι’ ἧς ἠθέλησε νὰ εἰσάξῃ μίαν αὐθαίρετον προνομίαν, ἣν κατέστησεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ· καὶ ἤλεγχε τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀργολίδος ὡς μὴ εἰδικόν, αὐτὸς ὁ εἰδικὸς περὶ τὰς διαστροφάς. Ἀλλ’ εἴτε δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος αὐτός, εἴτε δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δημοσιεύσεως ὡρισμένων πράξεων κυβερνητικῶν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει ἀκυρότης ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθη παρὰ τοῦ κυρώσαντος αὐτὸν Ὑπουργοῦ; Ὁ νῦν ἰσχύων νόμος περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων ὑφίσταται ἀπὸ τοῦ 1882, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν εἶχον τιμὴν νὰ συνεργάζωμαι μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Πρὸ αὐτοῦ ὥριζε τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ ἀστικοῦ νόμου περὶ τοῦ τρόπου τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Τὸ τεκμήριον, ὅπερ καθίστα τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ ἀστικοῦ νόμου καὶ καθ’ ὃ εἶχε περιέλθει ὁ νόμος εἰς γνῶσιν τῶν πολιτῶν, ἦτο τόσῳ πολύπλοκον, ὥστε ἠναγκάσθην νὰ ἐπιζητήσω ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἁπλοποίησιν καὶ ἐντεῦθεν τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀστικοῦ νόμου, οὕτω δ’ ἐγένετο ὁ νόμος τῆς 1 Μαΐου 1882, ὅστις ὁρίζει (ἀναγινώσκει): «Ὁ νόμος ἔχει ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς δημοσιευθῇ, πλὴν ἂν ὡρίσθη ἄλλως ἐν αὐτῷ. Ἡ δημοσίευσις λογίζεται γενομένη ἀπὸ τῆς χρονολογίας τοῦ περιέχοντος τὸν νόμον φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.» Ταῦτα ὁρίζει ὁ νόμος περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Ἀλλὰ φρονεῖτε ὅτι ἐκ τῶν διατάξεών του προκύπτει, ὅτι νόμος κυρωθεὶς ἀκυροῦται, διότι ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἔδωκε τὴν ἐντολὴν εἰς τὸν ὑπάλληλον, ὅστις ἐπιτηρεῖ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῆς καταχωρίσεώς του; Δὲν γνωρίζω διάταξιν τοιαῦτα ὁρίζουσαν εἴτε ἐν τῷ Συντάγματι, εἴτε ἐν οἱῳδήποτε νόμῳ, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ καθιστᾶται ἄκυρος ἡ πρᾶξις ἡ πανηγυρικὴ τοῦ Βασιλέως, ἡ πρᾶξις τῆς κυρώσεως καὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν νόμων, διότι ὁ κ. Τρικούπης δὲν παρήγγειλε τὴν καταχώρισιν. Καὶ ἂν θελήσητε νὰ ἀναζητήσητε τὰ ἀποτελέσματα τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων, κατὰ τὴν περίεργον πρακτικὴν τῶν κ. κ. νομομαθῶν, τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν νόμον περὶ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζετε ὅτι θὰ εὕρητε ἐν αὐτῷ ἀκυρότητα; Θὰ εὕρητε τὴν ἑξῆς διάταξιν (ἀναγινώσκει): «Πρὸ πάσης ἐκτελέσεώς των πρέπει νὰ καταχωρίζωνται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ περὶ διορισμῶν, προβιβασμῶν, παύσεων, μεταθέσεων κλπ.» Διαγράφει ποινὰς ὁ νόμος οὗτος διὰ τὴν μὴ δημοσίευσιν, ἀλλ’ οὐχὶ τὴν ἀκυρότητα τῆς πράξεως. Λοιπὸν οὔτε εἰς τὸν ἕνα οὔτε εἰς τὸν ἄλλον θὰ εὕρητε διάταξιν ἀκυροῦσαν εἴτε τὸ διάταγμα εἴτε τὸν νόμον, ὅστις συνετελέσθη διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως καὶ διὰ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀντεποιήθη ἀκριβῶς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θέλων νὰ καταστήσῃ αὐθαίρετον μίαν προνομίαν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, καὶ ἐκεῖ ἐπῆλθεν ἡ συζήτησις, περὶ ἧς ἀνέφερε, μεταξὺ ἡμῶν. Ἔλεγον αὐτῷ τότε: «Ὁσονδήποτε καὶ ἂν προσπαθήσητε, δὲν δύνασθε νὰ καταστήσητε τὴν ἐξουσίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὑπὲρ τοὺς Ὑπουργοὺς, ὑπὲρ τὸν Βασιλέα. Ὁ Ὑπουργὸς διὰ τὰς πράξεις του φέρει εὐθύνην οὐχὶ ἀπέναντι σοῦ, ὅστις οὐδὲν ἕτερον εἶσαι ἢ πρῶτος μεταξὺ ἴσων, ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως, ἀπέναντι τῆς Βουλῆς.» Διὰ τῶν τροποποιήσεων δὲ, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν νόμον περὶ καταχωρίσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως πράξεών τινων κυβερνητικῶν ἀντεποιήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας τῶν πράξεων ἐκείνων, αἵτινες συνετελέσθησαν ἤδη τῇ συμπράξει τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ τὴν ἀρνησικυρίαν ταύτην τὴν εἴδομεν ἀσκουμένην εἰς πάντας τοὺς Ὑπουργοὺς, τὴν εἴδομεν ἀσκουμένην προχθὲς εἰς βάρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§44ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πότε τὴν εἴδατε;
§45ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἠκούσαμεν (θόρυβος).
§46ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Διαψεύδω ῥητῶς τὸν ὑπαινιγμὸν, τὸν ὁποῖον ἐκάματε.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Ἠκούσαμεν παρ’ ἀξιοπίστου προσώπου, ὅτι τὸ διάταγμα εἶχεν ὑπογραφῆ, καὶ ὅτι σεῖς ἐδικαιολογήθητε, ὅτι δὲν ἠθελήσατε νὰ τὸ ἐκτελέσητε.
§48ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀξιοπιστότερον ἐμοῦ δὲν θεωρῶ κἀνένα ἄλλον. Τοῦτο ἀρκεῖ.
§49ΡΑΛΛΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἐννοήσητε καὶ νὰ εὐλαβηθῆτε τὴν ἀλήθειαν.
§50ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ποῖον νὰ εὐλαβηθῶ; (θόρυβος).
§51ΖΩΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀγορεύοντα νὰ ἀπαντήσῃ, ποῖον εἶναι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ· θέλομεν νὰ τὸ μάθωμεν (θόρυβος).
§52ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ ἱερεύς.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ προσφεύγουσιν εἰς τὴν θεωρίαν τῆς εὐθύνης, διὰ ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἐκ τοῦ ὅτι δὲν κατεχωρίσθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ὑπάρχει ὑπεύθυνος καὶ δὲν ὑφίσταται ἐντεῦθεν ὁ νόμος. Ὡς ἄν τὸ κῦρος μιᾶς πράξεως καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς εὐθύνη νὰ δύνανται νὰ συγχυσθῶσι. Καὶ τίς εἶναι ὁ ὑπεύθυνος, ἐὰν τὴν ἐπιοῦσαν τῆς καταχωρίσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀποθάνῃ ὁ Ὑπουργός; καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἀπέθανε καὶ δὲν ὑφίσταται ὁ ὑπεύθυνος, ἐξέλιπε τὸ κῦρος τῆς πράξεως ἐκείνης; Αὐταὶ εἶναι θεωρίαι, ἃς δύναταί τις νὰ ἀναπτύσσῃ εἰς ἄλλας αἰθούσας, παίζων καὶ ἐμπαίζων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε ἤμην μαθητής, μετεῖχον τοιούτου συλλόγου μαθητῶν πρὸς ἀναψυχήν· ἐκεῖ παίζοντες διεστρέφομεν καὶ τὰ κείμενα καὶ τοὺς τίτλους τῶν νόμων, καὶ λόγου χάριν τὸν νόμον «Furia Caninia», μετεφράζομεν «νόμον περὶ λύσσης τῶν κυνῶν». Ἀλλὰ εὐθύνη, Κύριοι, ὑφίσταται διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου; Ἄλλος οὗτος σολοικισμὸς χονδροειδής! Ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη λαμβάνει σάρκα διὰ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἡ πραγματικὴ εὐθύνη καὶ οὐχὶ ἡ εὐθύνη ἐκείνη ἡ ἠθικὴ καὶ παράδοξος, περὶ ἧς ἐλάλει χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἄλλη παρὰ τὴν πολιτικήν, καταναλισκομένη διὰ τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἡ εὐθύνη τέλος κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν. Τὴν εὐθύνην τὴν πραγματικήν, τὴν κυροῦσαν τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως, τὴν εὑρίσκομεν ἐν τῷ νόμῳ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Εὕρετε διάταξίν τινα, ἥτις νὰ καθιστᾷ ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν διὰ τὴν κύρωσιν ἢ τὴν ἔκδοσιν νόμων; Καὶ δὲν κατέστησεν ὁ νόμος τὸν Ὑπουργὸν ὑπεύθυνον διὰ τὴν κύρωσιν νόμου δι’ ὃν λόγον δὲν καθιστᾷ καὶ ἡμᾶς, τοὺς ἀσκοῦντας τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν ψήφισιν νόμου, διότι ὁ Ὑπουργός, συμπράττων κατὰ τὴν κύρωσιν νόμου, συμπράττει πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ Βασιλέως, ἥτις πηγάζει ἐκ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Κατὰ τὴν κύρωσιν ἀληθῶς φέρει μίαν εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς, φέρει τὴν εὐθύνην τῆς βεβαιώσεως, ὅτι ἐψηφίσθη ὁ νόμος παρὰ τῆς Βουλῆς, ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, καὶ ὅτι ἐκυρώθη παρὰ τοῦ Βασιλέως. Τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν του τὴν ἐνασκεῖ ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Συντάγματος διὰ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ. Αὐτὸς δὲν παρίσταται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, παρίστανται οἱ Ὑπουργοί του· συμπράττουσι μετὰ τῆς Βουλῆς, μετέχουσι τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς, καὶ αὐτοὶ δύνανται νὰ μαρτυρήσωσι καὶ πιστοποιήσωσιν, ὅτι συνετελέσθησαν αἱ πράξεις, ἃς διαγράφει τὸ Σύνταγμα. Προσυπογράφων ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου, αὐτὸς πιστοποιεῖ καὶ περὶ ταύτης, καὶ περὶ ταύτης μόνης φέρει εὐθύνην. Ἡ εὐθύνη δὲ αὕτη συγκομίζεται, ἅμα ὡς μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως ὑπάρξῃ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἡ χρονολογία τῆς κυρώσεως· ἀποδεικνύει πότε συνεκομίσθη ἡ εὐθύνη, διότι ἐπιστοποίησε πλέον ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι συνετελέσθησαν πᾶσαι αἱ πράξεις αἱ νομοθετικαὶ, ἃς διαγράφει τὸ Σύνταγμα. Εὐθύνην διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου δὲν γνωρίζω· γνωρίζω εὐθύνην διὰ τὴν μὴ δημοσίευσιν νόμου, καὶ τὸ ἐδάφ. δʹ τοῦ ἄρθρ. 1 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου ῥητῶς τοῦτο ὁρίζει, λέγον: «Ἐὰν παρέλειψε νὰ ἐκτελέσῃ διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων, ἢ νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν ταύτης». Εἶναι ὑπεύθυνος ἀληθῶς Ὑπουργὸς, καὶ ἀσεβεῖ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀσεβεῖ πρὸς τὸν Βασιλέα, κατακρατῶν τὸν κυρωθέντα νόμον, καὶ μὴ ἐκτελῶν τὴν ἐπιταγὴν, ἥν ἔλαβε περὶ τῆς ἐκδόσεώς του, καὶ ὑπέχει εὐθύνας διὰ τὰς ζημίας τῆς παραλείψεώς του ταύτης, κατὰ τὸ ἐδάφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου. Ἀλλ’ εὐθύνην διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου, διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου δὲν γνωρίζω, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσῃ τις τοιαύτην ἐν μέσῳ μὴ παραφρονούντων, διότι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου οὐδεὶς εὐθύνεται, ἀφοῦ ἡ κυριαρχία ἡ ἐθνικὴ ἐκπροσωπεῖται κατὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ νόμου· διὰ τοῦτο δὲ καὶ ζητεῖται συγγνώμη διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν νόμου ἐπιζημίου. Λοιπὸν μήτε ἡ θεωρία τῶν περὶ εὐθύνης, εἰς ἥν ἠθέλησαν νὰ στηρίξωσι τὴν ἀκυρότητα τοῦ νόμου, ἔχει ὑπόστασιν. Ἐὰν δὲ ἡ θεωρία των αὕτη εἶχε καὶ τὴν παραμικρὰν ὑπόστασιν, ὁλόκληρον τὸ πολιτειακόν μας οἰκοδόμημα ἤθελε καταῤῥεύσει ἀπὸ τῆς βάσεώς του. Μὲ τὴν θεωρίαν των αὐτὴ ἡ Ἑπτάνησος ἔπρεπε ν’ ἀποσπασθῇ αὐτοστιγμεὶ, διότι ἄλλοι οἱ κυρώσαντες τὸν νόμον περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἄλλοι οἱ δημοσιεύσαντες αὐτὸν, ἔπρεπεν ὁλόκληρον τὸ φορολογικόν μας σύστημα νὰ καταπέσῃ. Καὶ ἵνα μὴ ἀνατρέχω εἰς προγενεστέρας ἐποχὰς, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν ἀτέλειαν τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου περὶ Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, θ’ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1883, ὅτε εἶχον τὴν ὑψηλὴν τιμὴν νὰ συμπράττω μετ’ αὐτοῦ, ἀμέσως μετὰ τὸ πέρας τῆς συμπράξεώς μου. Εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 186 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 8 Μαΐου 1883 ἀναγινώσκομεν ὅλοις γράμμασι τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεως τοῦ μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶ. Ἀλλ’ ἐὰν στρέψητε τὸ φύλλον καὶ εὕρητε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 188 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ χρονολογίαν 10 Μαΐου, δηλαδὴ δύο ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Καλλιγᾶ, θέλετε εὕρει τὸν νόμον «περὶ καταβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ», κάτωθι δὲ τοῦ νόμου αὐτοῦ θέλετε εὕρει «27 Ἀπριλίου 1883. Γεώργιος Π. Καλλιγᾶς». Ἀλλ’ ἐθεωρήθη καὶ ἐτέθη ἡ μεγάλη σφραγὶς τοῦ Κράτους παρ’ Ὑπουργοῦ, ὅστις διετέλει Ὑπουργὸς καθ’ ἥν ἐποχὴν κατεχωρίσθη ὁ νόμος εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἴπωσιν οἱ προβαλόντες τὴν θεωρίαν. Ἀλλ’ εἶπον ἤδη, ὅτι τοιαύτη θεωρία δικαιολογεῖται ὅσον καὶ ἡ μετάφρασις τῆς lex Furia Caninia. Ἡ ἐπίθεσις τῆς μεγάλης σφραγῖδος δὲν ἀναπληροῖ τὴν ἔλλειψιν τῆς ὑπογραφῆς ἐν τῇ κυρώσει. Ἄν δὲ ζητήσητε τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὑπ’ ἀριθ. 209, θέλετε εὕρει ὑπὸ χρονολογίαν 26 Μαΐου τὸν νόμον «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας δηλώσεως γαιῶν καὶ φυτειῶν», ὑπογεγραμμένον τὴν 5 Ἀπριλίου ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ προσυπογεγραμμένον παρὰ τοῦ κ. Π. Καλλιγᾶ. Καὶ ἄν στρέψητε ἀκόμη ἓν φύλλον, θέλετε εὕρει τὸν νόμον «περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου», ὑπογεγραμμένον παρὰ τοῦ Βασιλέως, καὶ προσυπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ κ. Π. Καλλιγᾶ, ὅστις δὲν ἦτο πλέον Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς 8 Μαΐου. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ νόμων, ὡς πρὸς τὴν δημοσίευσιν τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει εὐθύνη. Ἤδη θὰ εὕρωμεν καὶ διατάγματα. Ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ παραίτησίς μου ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὴν 12 Ἰουλίου 1883, καὶ ἐν τῷ τῆς ἡμέρας ἐκείνης φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως θ’ ἀναγνώσητε ὅλοις γράμμασι τὸ διάταγμα τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεώς μου. Ἔκτοτε ἔπαυσα νὰ διατελῶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ ὑπέχω εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις τὰς κυβερνητικάς. Καὶ ἐν τούτοις ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 284 τῆς 18 Ἰουλίου φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, δηλ. μετὰ ἕξ ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεώς μου, θέλετε εὕρει τέσσαρα μακροσκελέστατα διατάγματα περὶ ἀπονομῆς χαρίτων. Δυνάμει τῶν διαταγμάτων τούτων ἐδόθη χάρις τὸ ὅλον εἰς 400 καταδίκους, καὶ τὰ διατάγματα ταῦτα προσυπεγράφοντο παρ’ ἐμοῦ, μὴ διατελοῦντος Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τῆς 12 Ἰουλίου, ἐξετελοῦντο δὲ, καίτοι φέροντα τὴν ὑπογραφήν μου, μετὰ ἕξ ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεώς μου. Ἐσκέφθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὰ διατάγματα ταῦτα, νὰ εἰσαγάγῃ τοὺς καταδίκους, οἵτινες ἐξῆλθον δυνάμει αὐτῶν, πάλιν εἰς τὴν φυλακήν; Βεβαίως ὄχι. Καὶ δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι πρόκειται περὶ ἀπροσέκτου καταχωρίσεως τῶν διαταγμάτων ἐκείνων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὰ διατάγματα ταῦτα ἀπεστάλησαν εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἀπεστάλησαν ἐκ νέου εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ ἐπανῆλθον ἐκ νέου, ἐπὶ ἡμέρας ἕξ διατρέχοντα τὸ διάστημα τὸ μεταξὺ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Διότι ὁ ἀείμνηστος Λομβάρδος τὰς χάριτας ἐνόει, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὰς ἀπονείμω ἄλλως ἢ ὡς ἀπενέμοντο. Ἄλλοι Ὑπουργοὶ εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ ἐμὲ, ὅτι ἔπρεπεν αἱ χάριτες ν’ ἀπονέμωνται ὑπηρεσιακῶς, καὶ ἐπέμειναν, καὶ ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἐξετελέσθησαν τὰ διατάγματα τὰ προσυπογεγραμμένα παρ’ ἐμοῦ, καὶ τὰ διατάγματα ταῦτα κατεχωρίσθησαν ἐν τῇ Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ συνεπληρώθη ὁ νόμος «περὶ καταχωρίσεως τῶν κυβερνητικῶν πράξεων πρὸ τῆς ἐκτελέσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Καὶ ὀρθῶς ἐδημοσιεύθησαν, διότι ἄλλο ἡ εὐθύνη καὶ ἄλλο ἡ ἐκτέλεσις κυβερνητικῆς πράξεως. Τὴν εὐθύνην συνεκόμισα ἀκεραίαν καθ’ ἣν στιγμὴν προσυπέγραφον τὸ διάταγμα καὶ ὑπέβαλλον εἰς τὸν Βασιλέα. Ἐνήργησαν δὲ οἱ τότε συνάδελφοί μου ὄχι ἀντιθέτως πρὸς τὴν ὀφειλομένην ἁβρότητα πρὸς τέως συνάδελφον, ἀλλὰ συμφώνως πρὸς τὴν ὀφειλομένην ταύτην ἁβρότητα ἐξετίμησαν τὰς πράξεις ἐκείνας ὡς ὀρθῶς γενομένας, ἀφῆκάν μοι ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην, καὶ ἐπέμειναν εἰς τὴν δημοσίευσίν των, καὶ τὰς ἐδημοσίευσαν. Πάνθ’ ὅσα λοιπὸν, Κύριοι, ἐλέχθησαν ἐνώπιον ὑμῶν περὶ τοῦ ἀκύρου τῆς καταχωρίσεως ἀποδεικνύονται ἐντελῶς ἕωλα, ἀνάξια τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ τοῦ βήματος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξηνέχθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι δὲν εἶναι τῳόντι ἀνάξια τῆς Βουλῆς, ἐπετρέπετο εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταργήσῃ αὐτὸς αὐτοβούλως νόμον φέροντα πάντα τὰ ἐξωτερικὰ συστατικὰ τοῦ νόμου; Ἰδοὺ πῶς περὶ τούτου ἀποφαίνεται ὁ Foucart ἐν τῷ συγγράμματί του περὶ δημοσίου δικαίου (τόμ. 1ος, σελ. 73) (ἀναγινώσκει): «Les citoyens, les magistrats on'nt d’ autre droit que de faire connaitre leurs vœux par la voix de la presse ou des pétitions; mais tant que la loi n'a point été formellement abrogée ils ne peuvent se dispenser de lui obéir. Hors de là il n’ y aurait que désordre, incertitudes, et violation des principes contitutionnels». Καὶ ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν νόμων Γαλλικὴ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πρὸς τὸν Βασιλέα ἀπὸ 25 Ὀκτωβρίου 1825 ἀποφαίνεται (ἀναγινώσκει): «Les lois subsistent tant qu’ elles ne sont pas révoquées et ne peuvent l’ être que qar un acte des pouvoirs institués pour les faire.» Ἤτοι: «Οἱ νόμοι ὑφίστανται ἐν ὅσῳ δὲν καταργηθῶσι καὶ δὲν δύνανται νὰ καταργηθῶσιν, εἰμὴ διὰ πράξεως τῶν ὑφισταμένων ἐξουσιῶν, αἵτινες κατέστησαν αὐτούς.» Καὶ αἱ θεωρίαι αὗται δὲν εἶναι νέαι οὐδὲ δι’ ἡμᾶς, εἶναι αὐταὶ αἱ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰς ἤκουσε διδασκομένας αὐτῷ καὶ κατὰ τὸ 1875. Διότι κατὰ τὸ 1875 εὑρέθημεν πρὸ τῶν ψευδῶν νόμων, καὶ ἐσκεπτόμεθα πῶς νὰ ἐνεργήσωμεν ἀπέναντι αὐτῶν. Νομίζετε ὅτι προέβημεν τότε, ὡς προέβη σήμερον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν κατάργησιν τῶν νόμων ἐκείνων, οἵτινες οὐδέποτε εἶχον ψηφισθῆ ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, δι’ ἐγκυκλίου ἢ δι’ οἱασδήποτε ἄλλης πράξεως; Ποσῶς. Καὶ οἱ διάδοχοι ἡμῶν ἐνέκριναν τὴν πορείαν ἡμῶν ἐκείνην, καὶ εἰσήγαγον νόμον περὶ ἀκυρώσεως τῶν ψευδῶν ἐκείνων νόμων. Καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης ἔλεγε: «Δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη διὰ νόμου νὰ ἀκυρωθῶσιν οἱ νόμοι οἱ ὑπὸ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς ψηφισθέντες, οὐδὲ νομίζομεν, ὅτι τὸ προταχθὲν νομοσχέδιον, ὅπερ ἐπαρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις, ἤρκει μόνον νὰ γείνῃ δεκτὸν παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι περιττὸν ἦτο ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ παρὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ ὡς νόμου τοῦ Κράτους...» Ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ μία σύμβασις, ἥτις εἶχε, νομίζω, κυρωθῆ δι’ ἑνὸς τῶν ψευδῶν νόμων. Τῶν ψευδῶν νόμων εἶχεν ἤδη ψηφίσει τὴν ἀκύρωσιν ἡ Βουλή, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐπανέλθῃ λόγῳ τοῦ ἐπείγοντος ἡ ἔγκρισις τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐσταμάτησε, διότι εἶπον, ὅτι μέχρι τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου τοῦ ἀκυροῦντος τοὺς ψευδεῖς νόμους δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος. Καὶ ὁ κ. Τρικούπης ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Τὸν νόμον ἐψηφίσαμεν, διότι ἠθέλαμεν νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα κακῶς εὑρίσκοντο ἐκεῖ, ἡ δὲ διαγραφὴ δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄνευ νομοθετικῆς ἀποφάσεως». Ἀλλὰ σήμερον εὗρε πρόχειρον ἑτέραν θεωρίαν. Αὐτὸς πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους, αὐτὸς ἑπομένως τοὺς ἑρμηνεύει, αὐτὸς καταργεῖ, αὐτὸς περικόπτει, αὐτὸς διατάσσει τὴν ἐκτέλεσιν ἢ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν, καὶ μάλιστα ὄχι μόνον αὐτὸς, ἀλλὰ καὶ ὁ νομάρχης, εἰς τὸν ὁποῖον ῥητὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ ἀπαγορεύει «νὰ ἐκδώσῃ πρᾶξιν ἢ ἀπόφασιν ἀντικειμένην εἰς νόμον», ὁ τελωνοσταθμάρχης, ὁ χωροφύλαξ, ὁ κλητήρ. Καὶ τότε δὲν ἐννοῶ εἰς τί χρησιμεύετε σεῖς ἐδῶ, ἀφοῦ τὸ ἔργον ὑμῶν δύναται νὰ καταργήσῃ, νὰ τροποποιήσῃ, ν’ ἀναστείλῃ ὁ τελευταῖος κλητὴρ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ. Ἐγὼ, ἀντιθέτως πρὸς τὴν θεωρίαν ταύτην, γνωρίζω διάταξιν ῥητὴν τοῦ Συντάγματος, τὴν τοῦ ἄρθρου 35, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει οὐδ’ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐνεργείας τῶν νόμων. Καὶ τὴν ἀναστολὴν αὐτὴν, ἣν δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ὁ Βασιλεύς, προσυπογράφοντος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἣν ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα, εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν ἀσκεῖ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ μιᾶς διαταγῆς, ὁ πρῶτος δὲ ἢ ὁ τελευταῖος τελωνοσταθμάρχης ἤσκησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἦτο δὲ πεπεισμένος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πᾶσαι αἱ θεωρίαι του ἤθελον ἀποδειχθῆ γελοῖαι ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης, καὶ διὰ τοῦτο προσέφυγε τελικῶς εἰς τὸ κατεπεῖγον, προσέφυγεν εἰς τὴν ἄφεσιν, ἣν ἠρνεῖτο πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι προὐτίθετο νὰ ζητήσῃ. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλαβε τὸ ἀνυπόστατον ἐκεῖνο μέτρον τῆς καταργήσεως νόμου δι’ ἐγκυκλίου, καὶ ἠδύνατο κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ὑποβάλῃ νομοθέτημα περὶ ἀκυρώσεως καὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, τὸ ὁποῖον τόσον τὸν ἠνώχλει. Ἀλλ’ εἰσήλασεν ὡς λέων ὠρυόμενος ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, καὶ μεταβαλὼν παραδόξως ἀμέσως φύσιν εἰσήγαγε τὴν πολιτείαν τῶν λακτισμάτων ἐν ὑπουργείῳ. Ἡ πολιτεία τῶν λακτισμάτων ἔφερεν ἤδη τ’ ἀποτελέσματά της. Σπείρας ἀκάνθας καὶ ἀνέμους, συγκομίζει τριβόλους καὶ θυέλλας, διότι μυκᾶται ἤδη, δυστυχῶς οὐ μόνον ὑπὲρ τὴν κακήν του κεφαλὴν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν πάντων, ὑπὲρ τὴν χώραν, ἡ καταιγὶς, καὶ θέλει ἐκραγῆ μετὰ πάσης μανίας καὶ ἐν ἀκαθέκτῳ ὁρμῇ τὴν 18 Δεκεμβρίου. Θὰ ἴδω ἂν διὰ τῆς φυγῆς θὰ κατορθώσῃ καὶ πάλιν νὰ σωθῇ. Κύριοι, εἰς πᾶσαν εὐνομουμένην Πολιτείαν ὑπάρχουσιν ἀρχαὶ ἀπαραμείωτοι, ἐφ’ ὧν ἑδράζεται ἡ ἔννομος τάξις, ὅταν δ’ αἱ ἀρχαὶ αὗται καταπέσωσιν, ἀντὶ τῆς ἐννόμου τάξεως, ἔχετε ἀναρχίαν, Ἀναρχίαν δ’ ἐγκαθιστᾷ τὸ καταγγελλόμενον μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀναρχίαν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἀναρχίαν ἀπέναντι τῆς Βασιλείας, ἀπέναντι τῆς καθεστηκυίας τάξεως. Καὶ αἱ καθεστηκυῖαι ἐξουσίαι, ἀνεχόμεναι τὴν ἀναρχίαν ταύτην, παραδίδουσαι τὴν ἔννομον τάξιν ἕρμαιον τῆς παραφορᾶς ἢ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν Ὑπουργῶν ἢ τῶν πλειονοψηφιῶν, ἐξουθενοῦσιν ἑαυτὰς καὶ καταῤῥίπτουσαι τὴν ἰδίαν των βάσιν ἀποδεικνύονται ἀνάξιαι νὰ ἐκπροσωπῶσι τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναντιῤῥήτως τῶν νόμων ἡ παράβασις ἄγει τὸ Κράτος εἰς ἀναρχίαν· εἶναι δὲ τοσοῦτον φοβερωτέρα ἡ ἀναρχία, ἡ διὰ τῆς παραβάσεως τῶν νόμων παρασκευαζομένη, ἐφ’ ὅσον τοὺς νόμους παραβαίνουσιν οὐχὶ οἱ κυβερνώμενοι, ἀλλ’ οἱ κυβερνῶντες. Φοβερωτάτη δ’ ἀποβαίνει, ὅταν δὲν παραβαίνωνται μόνον οἱ νόμοι, ἀλλ’ ἀθετῶνται καὶ οἱ θεσμοὶ, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν πάσης νομίμου τάξεως· οἱ λαοὶ τότε περιάγονται εἰς δυσχερεστάτην θέσιν, τίθενται πρὸ διλήμματος ἀναποφεύκτου, διότι προκαλοῦνται αὐτοὶ νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἐννόμου τάξεως, περὶ ἀποτροπῆς τῆς ἀναρχίας, ἀφοῦ ταύτην παρεσκεύασαν οἱ κυβερνῶντες. Ἐπώδυνος ἀληθῶς καὶ ἀγωνιώδης καθίσταται, ὁ βίος τῶν ἐθνῶν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διότι μεγάλα ἀπειλοῦσι τὴν πορείαν αὐτῶν κακά. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἐκδοὺς τὴν ἐγκύκλιον τῆς 2 Νοεμβρίου, παρέβη τὸν νόμον, διότι διέταξε δι’ αὐτῆς τὰ πράγματα ἄλλως, καὶ οὐχὶ ὡς ὁ νόμος τοῦ Κράτους εἶχε κανονίσει αὐτά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην, ἰσχυρίσθη, ὅτι διέταξε τὰ πράγματα ἄλλως καὶ οὐχὶ ὡς ὁ νόμος εἶχε κανονίσει αὐτά, διότι δὲν ὑπῆρχε νόμος κανονίσας τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἐκανόνισε διὰ τῆς ἐγκυκλίου τῆς 2 Νοεμβρίου. Ἠμφισβήτησεν οὕτω τὸ κῦρος τοῦ νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐκδοθῆ, εἶχε δὲ ἀναγραφῆ καὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἠμφισβήτησε τὸ κῦρος αὐτοῦ, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐδημοσιεύθη νομίμως, διότι κατὰ γνώμην αὐτοῦ τῶν νόμων ἡ δημοσίευσις εἶναι νόμιμος, ὅταν γίγνηται καθ’ ὃν χρόνον ὑπάρχει ἐν τῇ ἀρχῇ ὁ Ὑπουργὸς ὁ προσυπογράψας εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ. Τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν νόμων ἐνεργοῦνται πανταχοῦ ὁμαλῶς, δὲν ἔμαθον δὲ, οὐδ’ ἤκουσα, ἂν μέχρι τοῦδε προὐτάθη που ἀντίῤῥησις, οἵα προτείνεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, τοῦ ἀμφισβητοῦντος τὸ κῦρος νόμου νομίμως κατασταθέντος· δύναμαι μάλιστα ἀσφαλῶς νὰ εἴπω, ὅτι οὐδαμοῦ καὶ οὐδέποτε τοιαύτη ἀντίῤῥησις προὐτάθη, καὶ ὅτι, ἐὰν ἔν τινι χώρᾳ, ἔν τινι Κοινοβουλίῳ ἤθελον προταθῆ αἱ ἀντιῤῥήσεις καὶ αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας χθὲς ἠκούσαμεν καὶ ἐκ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ νομοφύλακος τούτου, καὶ ἐκ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἱ ἀκούοντες ἤθελον ἀρχίσει νὰ διστάζωσιν, ἐὰν οἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐκείνῳ συνεδρεύοντες σωφρονῶσιν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐν τοῖς Κράτεσι, τὰ ὁποῖα τελοῦσιν ὑπὸ πολίτευμα συνταγματικὸν, εἴτε τοῦτο εἶναι ἁπλῶς συνταγματικὸν, εἴτε εἶναι κοινοβουλευτικὸν,—καὶ περὶ τούτου ἔχω γνώμην ἐντελῶς διάφορον τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσε πρό τινων ἡμερῶν πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ πραγματευθῶ τὰ περὶ τούτου ἄλλοτε,—ἡ νομοθετικὴ, λέγω, ἐξουσία ἐν τοῖς Κράτεσιν, εἴτε συνταγματικοῖς ἁπλῶς, εἴτε κοινοβουλευτικοῖς, ἐνασκεῖται ὑπὸ τριῶν νομοθετικῶν σωμάτων, ἐὰν δύο τοιαῦτα κατεστάθησαν μετὰ τοῦ Βασιλέως, εἴτε ὑπὸ δύο, ἐὰν μόνον ἓν νομοθετικὸν σῶμα ὑπάρχῃ, μετὰ τοῦ ὁποίου ὁ Βασιλεὺς διαχειρίζεται τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἡμεῖς ἔχομεν μίαν Βουλὴν, ἑπομένως ἡ ἐπὶ τὸ αὐτὸ σύμπτωσις τῆς γνώμης καὶ τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς γνώμης καὶ τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως, αὕτη ἀποτελεῖ τὸν νόμον. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εὐθύνεται διὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων, οὐδ’ εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, ὑπερασπιζόμενοι ἐν τῇ Βουλῇ καὶ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται ἐν αὐτῇ, διερμηνεύουσιν ἢ παριστῶσι τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως. Αὗται δὲν εἶναι θεωρίαι συνταγματικαὶ, ἀλλὰ γνῶμαι ἔκρυθμοι. Οἱ Ὑπουργοὶ εὐθύνονται καὶ διὰ τὰ ὑπὸ τῶν νόμων κελευόμενα, καὶ ὑπέχουσι τὴν εὐθύνην ταύτην, διότι αὐτοὶ προτείνουσιν εἰς τὸν Ἡγεμόνα ἢ συμβουλεύουσιν αὐτὸν νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον τὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα. Ὑποτίθεται ὄντως, ὅτι συμβουλεύουσι τὸν Ἡγεμόνα νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον, ἂν αὐτοὶ προέτειναν τὸ νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπεστήριξαν αὐτὸ κατὰ τὴν ἐν αὐτῇ συζήτησιν, ἡ δὲ Βουλὴ ἐπεψήφισεν αὐτὸ ἐπὶ ταῖς παραστάσεσιν αὐτῶν, ἢ ἂν ἐδήλωσαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀποδέχονται τὰ ὑπὸ τοῦ κειμένου τοῦ νομοθετήματος κελευόμενα, ἢ ἄν αὐτοὶ τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμον ὑπέβαλον εἰς τὸν Βασιλέα καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν νὰ τὸν κυρώσῃ. Ἀλλαχοῦ, καὶ ἰδίως κατὰ παρελθόντας χρόνους, ὅτε οἱ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζόμενοι νόμοι ὑπεβάλλοντο εἰς τὸ Στέμμα δι’ ἀναφορᾶς, οἱ Ὑπουργοὶ ἐξέφραζον ἐν τῇ ἀναφορᾷ γνώμας περὶ τοῦ νόμου· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐν τῇ ἀναφορᾷ, διὰ τῆς ὁποίας ὑπεβάλλετο τὸ νομοθέτημα εἰς τὸν Βασιλέα, δὲν ἐδηλοῦτο ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ Βασιλεὺς πολλάκις ἐρωτᾷ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ τοῦ νόμου, ἢ ἐκδηλώνει ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ ἂν αἱ διατάξεις τοῦ πρὸς κύρωσιν ὑποβληθέντος νόμου, εἴτε πᾶσαι εἴτε τινὲς αὐτῶν, δύνανται νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον συζητήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ Βασιλεὺς δὲν ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἐὰν ὑπογράψῃ καὶ κυρώσῃ τὸν νόμον, ὑποτίθεται ὅτι πράττει τοῦτο συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐν ὅσῳ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ὑποβάλῃ παραίτησιν ἕνεκα τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου· διότι, ἂν φρονῇ, ὅτι ὁ νόμος δὲν πρέπει νὰ κυρωθῇ, θέλει πάντως παραιτηθῆ, οὐδὲ θέλει στέρξει νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην νομοθετικῶν διατάξεων, αἵτινες κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ θέλουσι βλάψει τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐὰν δ’ αἱ διατάξεις, αἱ κυρωθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐπάγωνται ζημίαν εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, τὴν εὐθύνην ὑπέχει ὁ Ὑπουργὸς καὶ οὐχὶ ὁ Βασιλεὺς, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο, νὰ παρακαλέσῃ τὸν Βασιλέα νὰ μὴ κυρώσῃ τὸν νόμον καὶ νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ζημιοῦσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἢ τοῦ Κράτους. Οὐδ’ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, προτείνοντες εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματα καὶ συνηγοροῦντες ὑπὲρ αὐτῶν, ὑποδηλοῦσι τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως. Ὁ Βασιλεὺς, ἐνασκῶν τὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἔχει ἐπὶ τοῦ ὑποβαλλομένου πρὸς κύρωσιν νομοθετήματος ἰδίαν γνώμην, οὐδὲ ἀνακοινώνει τὴν γνώμην αὑτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ὃν χρόνον τὸ νομοθέτημα συζητεῖται ἐν τῇ Βουλῇ, σκέπτεται δ’ αὕτη καὶ ἐρευνᾷ, ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτό. Ἄν ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως ἀνεκοινόνετο εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ὃν χρόνον αὕτη σκέπτεται καὶ συζητεῖ ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ ψηφίσῃ νομοθέτημά τι, ἤθελε προώρως ἀνακοινωθῆ ἡ γνώμη τοῦ Βασιλέως, ἥτις προσήκει νὰ γίγνηται γνωστὴ καθ’ ἣν ὥραν πρόκειται νὰ κυρώσῃ ἢ νὰ μὴ κυρώσῃ τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψηφισθὲν νομοθέτημα. Ἡ πρόωρος δ’ αὕτη δήλωσις τῆς γνώμης τοῦ Βασιλέως θ’ ἀντέβαινεν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Στέμματος, διότι δὲν ἦτο ἀπίθανον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἐξηλέγχετο ὡς μὴ ὀρθὴ, ἢ καὶ ὡς μὴ σπουδαία· ἀλλ’ ἀντέβαινε καὶ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, διότι ἤθελε κριθῆ ὡς δηλωθεῖσα πρὸς ἐπηρεασμὸν τῆς Βουλῆς. Οἱ Ὑπουργοὶ προτείνουσι τοὺς νόμους εἰς τὴν Βουλὴν ἰδίῳ ὀνόματι, καὶ οὐχὶ ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, καὶ συζητοῦντες τοὺς νόμους τούτους διερμηνεύουσι τὰς ἰδίας ἐπ’ αὐτῶν γνώμας, καὶ οὐχὶ τὰς τοῦ Βασιλέως. Ἄλλοτε ὑπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ προτείνωσι τοὺς νόμους ἰδίῳ ὀνόματι, ἐπρότεινον δ’ αὐτοὺς κατὰ διαταγὴν τοῦ Βασιλέως. Ὁ Βασιλεὺς προέτεινε τότε τοὺς νόμους καὶ οὐχὶ οἱ Ὑπουργοὶ, οἵτινες ἦσαν ὄργανα αὐτοῦ, ἐκτελοῦντα τὰς διαταγὰς αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο οἱ Ὑπουργοὶ εἰσηγοῦντο τότε τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ· διὰ δὲ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ ἐπετρέπετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοθέτημα καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὸ κατὰ τὴν ἐν αὐτῇ συζήτησιν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 κατήργησε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον περιέλαβε διάταξιν ἐκδηλοῦσαν μεγαλειτέραν πρὸς τὸν Βασιλέα εὐλάβειαν. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 δὲν ἔστερξεν, ἵνα τὰ νομοσχέδια προτείνωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, διότι αἱ ἐπ’ αὐτῶν συζητήσεις, αἱ ἐκφραζόμεναι ἀντίθετοι γνῶμαι, αἱ παραστάσεις περὶ τῶν κακῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ἠδύναντο νὰ ἐπιφέρωσιν, ἐὰν μετεβάλλοντο εἰς νόμους, πάντα ταῦτα ἤθελον ἀναφέρεσθαι εἰς τὴν περὶ τοῦ νομοθετήματος γνώμην τοῦ Βασιλέως, καὶ ἤθελον εὐλόγως κριθῆ ὡς ἀποτελοῦντα εἶδός τι ἐπικρίσεως τῶν γνωμῶν αὐτοῦ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἐνασκεῖται ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς, συνήθως δ’ οἱ Ὑπουργοὶ ἀσκοῦσιν αὐτὸ ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ὅταν λοιπὸν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοθέτημα, τοῦτο ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ὑποβάλλει εἰς τὸν Βασιλέα, ὅταν δὲ κυρώσῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο ὁ Βασιλεὺς, τὸ νομοθέτημα καταρτίζεται νόμος, διότι συνέπεσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ αἱ δύο θελήσεις, καὶ ἡ τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ τῆς Βουλῆς. Ὅταν δὲ καταρτισθῇ τὸ νομοθέτημα, ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ κλίνῃ τὴν κεφαλὴν πρὸ αὐτοῦ, διότι ἐγένετο πλέον νόμος, αὐτὴ δὲ ἐτάχθη νὰ ἐκτελῇ τοὺς νόμους καὶ οὐχὶ νὰ ἀθετῇ ἢ νὰ παραβαίνῃ αὐτούς. Ἀλλαχοῦ, καὶ ἰδίως πρώτη ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ 1789 τῆς Γαλλίας διέκρινε τρία στάδια ἐργασίας πρὸς καταρτισμὸν τοῦ νόμου, τὸ στάδιον τῆς κυρώσεως, τὸ στάδιον τῆς ἐκδόσεως, τῆς Promulgation καὶ τὸ στάδιον τῆς δημοσιεύσεως, τῆς Publication. Τότε δὲ, διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 25 Μαρτίου 1790, ὑπεχρεοῦντο οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ὑποβάλλωσιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας εἰς τὸν Βασιλέα τὸ νομοθέτημα πρὸς κύρωσιν, δὲν ἀφίετο αὐτοῖς ἡ ἐλευθερία νὰ ὑποβάλλωσιν ἢ νὰ μὴ ὑποβάλλωσιν αὐτὸ, οὐδ’ ἡ ἐλευθερία νὰ ὑποβάλλωσιν αὐτὸ, ὅταν αὐτοὶ ἤθελον, ἀλλ’ ὑπεχρεοῦντο ὑπὸ τοῦ εἰρημένου ψηφίσματος νὰ ὑποβάλλωσιν τὸ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ψηφισθὲν νομοθέτημα ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν τὸ βραδύτερον ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως· ἐνῷ δὲ ταῦτα διέτασσε τὸ ψήφισμα τῆς 25 Μαρτίου 1790, κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος τὸ Σύνταγμα τῆς 3/14 Σεπτεμβρίου 1791, διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ τρίτου τμήματος τοῦ Κεφαλαίου Δʹ αὐτοῦ, παρέτεινε τὴν προθεσμίαν εἰς δύο μῆνας, ἀφ’ ἧς τὸ νομοθέτημα ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν πρώτην Συντακτικὴν περίοδον τῆς Ἑλλάδος συνέβη πολλάκις, νομοθετήματα ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑποβληθέντα εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν νὰ μὴ τυγχάνωσι τῆς κυρώσεως οὐδ’ ἀμέσως, οὐδ’ ἐπὶ μακρὸν χρόνον, συνέβη δ’ ἐνίοτε νὰ παρέλθωσι πολλοὶ μῆνες, ἴσως καὶ ἔτος, νὰ μὴ γίγνηται δὲ γνωστὸν, ἂν ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωσε ἢ δὲν ἐκύρωσε τὸ ὑποβληθὲν εἰς αὐτὸν νομοθέτημα. Ἐπειδὴ δὲ τοσαύτη ἐκκρεμότης ἐνήσκει ἐπιζήμιον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὰ συμφέροντα ὄχι μόνον τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ καὶ τοῦ Κράτους, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἔταξε προθεσμίαν δύο μηνῶν, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ κυρωθῶσι τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὸν Βασιλέα νομοσχέδια, οὐχὶ ἀφ’ ἧς ταῦτα ἐψηφίσθησαν, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἔληξεν ἡ Βουλευτικὴ Σύνοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισεν αὐτὰ, μετὰ τὴν παρέλευσιν δὲ τῶν δύο μηνῶν διέταξε νὰ κρίνωνται ὡς μὴ κυρωθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τὰ μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου διατηρηθέντα ἐκκρεμῆ ἐνώπιον αὐτοῦ. Ἡ καινοτομία αὕτη τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἀποτελεῖ συμπλήρωσιν εἰσαχθεῖσαν ἐν τῷ Συντάγματι, ἕνεκα ἀτόπου, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε χώραν, δὲν ἀναγράφεται δ’ ἐν τῷ Συντάγματι τῷ Βελγικῷ, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις εἰς τὰς μελέτας τῶν πληρεξουσίων τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων τοῦ 1843 καὶ 1864, αἵτινες συνέταξαν τὰ εἰρημένα δύο Συντάγματα τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τῆς κυρώσεως ὅμως διαφέρει ἡ ἔκδοσις. Διὰ τῆς κυρώσεως ὁ Βασιλεὺς μετέχει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ἐνασκεῖ αὐτὴν, ἐνῷ διὰ τῆς ἐκδόσεως δὲν ἐνασκεῖ νομοθετικὴν ἀλλ’ ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ βεβαιῶν τὸν καταρτισμὸν καὶ τὴν γέννησιν τοῦ νόμου δίδωσι τὰς πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ παραγγελίας. Τὸ ψήφισμα τῆς 9 Νοεμβρίου 1789 δίδωσι τὸν ὁρισμὸν τῆς ἐκδόσεως (promulgation). Promulgation, λέγει, εἶναι ἡ πρᾶξις, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους ἐβεβαίωσε τὴν ὕπαρξιν τοῦ νόμου, τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου εἶναι ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου πληροῦνται πᾶσαι αἱ δυναταὶ πιθανότητες, ὅτι τῶν διατάξεων τοῦ νόμου θέλουσι λάβει γνῶσιν οἱ πολῖται, καὶ ἑπομένως ὅτι εὐλόγως πρέπει νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς αὐτόν. Ἡ ἔκδοσις τοῦ νόμου ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, διότι ὁ Βασιλεὺς διαχειρίζεται τὴν ἐξουσίαν, ἥτις τυγχάνει τεταγμένη ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως, καὶ ἥτις διαχειρίζεται τὰ δικαιώματα, τῶν ὁποίων ἡ ἐνάσκησις συντελεῖ εἰς τὴν γνωστοποίησιν καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Ὁ Βασιλεὺς ὄντως εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων τοῦ Κράτους, κατέχει δὲ πάντα τὰ μέσα, δι’ ὧν θέλει κατασταθῆ γνωστὸν εἰς τοὺς πολίτας τὸ κείμενον τοῦ νόμου, αὐτὸς δὲ δύναται νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν τήρησιν τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Εἰς τὸν Βασιλέα ὑπάγονται πάντες οἱ κλάδοι τῆς δημοσίας διοικήσεως, οἱ ὁποῖοι εἶναι τεταγμένοι νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων. Διὰ τοῦτο μέχρι τῆς πτώσεως τῆς βασιλείας ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὸν Βασιλέα εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ ἔκδοσις τῶν νόμων, ἡ promulgation, μετὰ δὲ τὴν πτῶσιν τῆς βασιλείας εἰς τὸν ἄρχοντα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ὑπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1793, καὶ ὑπὸ τὰ Συντάγματα τοῦ 1800, τοῦ 1802 καὶ τοῦ 1804. Ἀλλὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν νόμων διατάσσει ὁ Βασιλεὺς ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις προσυπογράφει ὑπὸ τὴν παραγγελίαν τῆς ἐκδόσεως, καὶ ἑπομένως ὑπέχει τὴν ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ νόμου εὐθύνην, εἶναι δὲ ἡ εὐθύνη τοῦ προσυπογράφοντος τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου καὶ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, οὐχὶ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶπέ τις πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ εὐθύνη πραγματικὴ καὶ διὰ τὴν οὐσίαν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, καὶ διὰ τὴν διὰ τῆς ἐκδόσεως γιγνομένην βεβαίωσιν ὅτι ὁ νόμος κατηρτίσθη νομίμως, καὶ διὰ τὴν διδομένην παραγγελίαν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Ἄλλοτε οἱ νόμοι δὲν ἐκυροῦντο καὶ δὲν ἐβεβαιοῦτο συγχρόνως ἡ ἔκδοσις αὐτῶν διὰ μιᾶς μόνον πράξεως, διὰ μιᾶς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἐκυροῦτο πρῶτον ὁ νόμος διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, δι’ ἑτέρας δὲ πράξεως, δι’ ἰδίου Β. Διατάγματος ἐγίγνετο ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ· ἀλλὰ μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς βασιλείας ἐν Γαλλίᾳ, διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 15 Αὐγούστου 1792 ἡ κύρωσις καὶ ἡ ἔκδοσις συνεχωνεύθησαν, μὴ ὑπάρχοντος Βασιλέως, ἐγίγνοντο δὲ δύο ἀπόγραφα τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα ἀμφότερα ὑπέγραφεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐκτελεστικοῦ Συμβουλίου, προσυπέγραφε δὲ ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Ὡσαύτως ἀπὸ τῆς καταργήσεως τῆς βασιλείας ἐν Γαλλίᾳ μέχρι τῆς ἱδρύσεως τοῦ Directoir δὲν διεκρίνοντο ἀπ’ ἀλλήλων ἡ ἔκδοσις (promulgation) καὶ ἡ δημοσίευσις (publication), ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου τῆς 14 Frimaire τοῦ Βʹ ἔτους, ἡ promulgation δὲ καὶ ἡ publication ἐγίνοντο διὰ μιᾶς πράξεως. Ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν ἐκτελῆται ἡ κύρωσις, εἴτε μόνη εἴτε συγχρόνως μετὰ τῆς πράξεως τῆς ἐκδόσεως, καὶ ὅπως ἂν συντελῆται ἡ ἔκδοσις, εἴτε κεχωρισμένως ἀπὸ τῆς ἐντολῆς πρὸς δημοσίευσιν, εἴτε συγχρόνως μετ’ αὐτῆς, ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν πρότασιν τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου, καὶ ἑπομένως καὶ τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ὑποβάλλῃ αὐτὴν καὶ νὰ ἀναβάλλῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου, νὰ προτείνῃ δ’ αὐτὴν, ὅταν αὐτὸς θέλῃ; Τὰ πλεῖστα τῶν Συνταγμάτων ῥητῶς ἀποφαίνονται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, ὡς ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἔχει καθῆκον νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς πράξεως ἐκείνης, ἥτις διὰ τῆς ὁμοφώνου θελήσεως τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως κατηρτίσθη νόμος· κατὰ τὸ Γαλλικὸν μάλιστα Σύνταγμα τοῦ Ηʹ ἔτους ἡ ἔκδοσις τοῦ νόμου δὲν ἐξήρτητο ἀπὸ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως, οὐδ’ αὕτη ἠδύνατο νὰ βραδύνῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου ἀπροσδιορίστως. Ἡ Κυβέρνησις ἐν στενοτέρᾳ σημασίᾳ, δηλαδὴ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, εἶχε καθῆκον νὰ τηρῇ καὶ νὰ ἐκτελῇ τοὺς νόμους, ἑπομένως, ἀφοῦ ὁ νόμος συνετελέσθη καὶ κατηρτίσθη διὰ τῆς κυρώσεως, ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ὤφειλε νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου, διότι οὐδεὶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ Συντάγματος τοῦ Ηʹ ἔτους, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 128 τοῦ Συντάγματος ὑπεχρεοῦτο ῥητῶς τὸ Directoir νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου ἐντὸς δύο ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς εἶχε παραλάβει αὐτὸν παρὰ τοῦ Βασιλέως ἢ καὶ ἐντὸς τῆς ἡμέρας, ἐὰν ἤθελεν ἐκδοθῇ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε κηρύξει αὐτὸν κατεπείγοντα. Καὶ ἐγένετο μὲν κατόπιν ἡ προθεσμία αὕτη μακροτέρα, διότι ἐπὶ τῆς Ὑπατείας καὶ Αὐτοκρατορίας ἐγένετο δεκαήμερος, καὶ ἐξῃρεῖτο μόνη ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν εἶχε γενῆ προσφυγὴ εἰς τὴν Γερουσίαν περὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐτάσσετο πάντοτε προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὑπεχρεοῦτο ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου, δὲν ἐκρίνετο δὲ ποτὲ ἐλεύθερος καὶ κύριος νὰ ἐκδώσῃ ἢ νὰ μὴ ἐκδώσῃ τὸν νόμον. Τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα δὲν ἀνέφερε κεχωρισμένως τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου, οὐδὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, οὐδὲ τὸ τοῦ 1864, διότι καὶ τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν εἰς τὰς μελέτας τῶν πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν ἑκάτερον τῶν δύο μνημονευθέντων Συνταγμάτων, δὲν ἐποιήσατο ἰδίαν μνείαν τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου, τῆς promulgation· ὡς δὲ τὸ Βελγικὸν, καὶ τὰ ἡμέτερα Συντάγματα ἠρκέσθησαν νὰ ἀναγράψωσι τὴν διάταξιν «ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους», οὐδὲν δ’ ἀνέφερον περὶ ἐκδόσεως. Συντελεῖται ὅμως ἡ ἔκδοσις τῶν νόμων διὰ τῆς αὐτῆς πράξεως, διὰ τῆς ὁποίας δηλοῦται ἡ κύρωσις αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦ αὐτοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Βασιλεὺς βεβαιοῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐψήφισε καὶ ὅτι αὐτὸς ἐκύρωσε τὸ κείμενον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ λέξει πιστῶς ἀναγράφει, διὰ τοῦ αὐτοῦ δὲ, μετὰ τὸ κείμενον τοῦ νόμου, διατάσσεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἡ δημοσίευσις καὶ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου. Τοιοῦτον διάταγμα ἐξεδόθη καὶ ὅταν ὑπεβλήθη εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν ὁ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου 1892 νόμος περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν, καὶ τὸ διάταγμα τοῦτο ἀνέγραφε μετὰ τὸ κείμενον τοῦ νόμου τὴν ῥητὴν διάταξιν «ὁ παρὼν νόμος, ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ παρ’ Ἡμῶν σήμερον κυρωθεὶς, δημοσιευθήτω διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Ὑπάρχει δὲ κάτωθι τοῦ διατάγματος τούτου καὶ προσυπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Τρικούπη. Ἐνῷ δ’ ὁ Βασιλεὺς διέταξε τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ αὑτοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλῃ αὐτήν; Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς δὲν προέβη εἰς τὴν ἄμεσον δημοσίευσιν τοῦ νόμου, διότι ἔκρινεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ, καθῆκον εἶχε νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν γνώμην του, καὶ ἢ νὰ μὴ προτείνῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἄμεσον κύρωσιν καὶ ἔκδοσιν αὐτοῦ διὰ τοῦ διατάγματος, δι’ οὗ παρηγγέλλετο ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου, ἢ ἐὰν μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἤτοι μετὰ τὴν κύρωσιν καὶ ἔκδοσιν τοῦ νόμου, νεώτεραι σκέψεις ὑπηγόρευσαν αὐτῷ τὴν γνώμην τῆς ἀναβολῆς, νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ νὰ ἀναφέρῃ τὸ πρᾶγμα. Ὡσαύτως, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς εἶχε μεταβάλει γνώμην, καὶ ἀφοῦ ἐκύρωσε τὸν νόμον, ἔκρινεν ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ νόμος νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι νεώτεραι πληροφορίαι ἢ μεταγενέστεραι σκέψεις ἔπειθον τὴν Μεγαλειότητά του, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἦσαν ἐπιβλαβεῖς, ὁ Βασιλεὺς ἤθελε ζητήσει παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν νόμον, καὶ ἤθελεν ἐξηγήσει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ νόμος νὰ δημοσιευθῇ, ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς, ἐὰν εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ὁ Βασιλεὺς, ὤφειλε νὰ φροντίσῃ, ἵνα διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ καταργήσῃ ἢ ἀκυρώσῃ τὸν νόμον, ἢ ἂν δὲν εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν εἶχεν ὁ Βασιλεὺς περὶ τοῦ νόμου, ἐπιθυμῶν νὰ μὴ δοθῇ πρὸς δημοσίευσιν, ἵνα μὴ ἐκτελεσθῇ, ὁ Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ, ὅπως ἄλλος ἀντικαταστήσῃ αὐτὸν, συμφωνῶν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως, καὶ ἀποδεχόμενος νὰ ἐκτελέσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου οὐδὲν τοιοῦτον συνέβη, οὐδὲ δισταγμὸς τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα προσυπογράψῃ τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Βασιλεὺς ἐνετέλλετο τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, οὐδὲ μεταμέλεια ἢ μεταβολὴ τῆς γνώμης τοῦ Βασιλέως, διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν ἀνακλήσεως τῆς ὑπογραφῆς του, δι’ ἧς ἐκύρωσε τὸν νόμον καὶ ἐνετείλατο τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Διατὶ λοιπὸν ὁ νόμος δὲν ἐδημοσιεύετο διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892, καθ’ ἣν εἶχε κυρωθῆ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, μέχρι τῆς κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἀπριλίου 1893 παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργείου; Δὲν παρέβη λοιπὸν καθῆκον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός; Καὶ διότι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς παρέβη τὸ καθῆκόν του, τὴν παράβασιν ταύτην τοῦ καθήκοντος προβάλλετε ὡς λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἰσχυρίζεσθε, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὁ νόμος ἄκυρος; Καὶ ἀφοῦ ὁ νόμος κατηρτίσθη διὰ τῆς ὁμοφώνου θελήσεως τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε μὲν ἀποκαλυφθῆ διὰ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο ὅμως ἀναντίῤῥητον, οὐδ’ ὑπῆρξε δισταγμὸς ἂν ἐκυρώθη ἢ ἂν δὲν ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ὁ νόμος, ἀφοῦ λοιπὸν συνετελέσθη τὸ γεγονὸς τῆς συμπτώσεως τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς, δύνανται οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀναιρέσωσι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Βασιλέως, τὴν ἀπόφασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Τακτικὴ τοιαύτη βεβαίως ἄγει εἰς τὴν ἀναρχίαν, διότι ἀνατρέπει τὰς μεγάλας ἐξουσίας, διὰ τῶν ὁποίων λειτουργεῖ τὸ πολίτευμα, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἁρμονικὴ καὶ σύμφωνος πρὸς τοὺς θεσμοὺς λειτουργία ἀποτελεῖ τὴν ἔννομον τάξιν. Μεταβάλλεται λοιπὸν ἡ ἔννομος τάξις καὶ ἀνατρέπεται ὑπὸ τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐν ᾧ ἐπρότεινεν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ κυρωθῇ ὁ νόμος, καὶ νὰ δημοσιευθῇ, ὅπως ἐκτελεσθῇ, ἀφοῦ ἔστερξεν ἀμφότερα ταῦτα ὁ Βασιλεὺς, ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀφῆκε τὸν νόμον ἔρημον ἐπὶ μιᾶς τραπέζης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπὶ τέσσαρας πλήρεις μῆνας, καὶ εἶτα ἀπῆλθεν. Ἡ Βουλὴ ἐν ταῖς χώραις, αἵτινες κυβερνῶνται κοινοβουλευτικῶς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις αὐτῆς, καὶ νὰ ἐλέγχῃ αὐτὰς ὄχι μόνον ὅταν ἦναι ἐπιζήμιοι εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ὄχι μόνον ὅταν τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως ἐκτρέπωνται, καταθλίβοντα ἢ ἀδικοῦντα τοὺς πολίτας, ὄχι μόνον ὅταν τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας δυνάμεως παρασύρωνται ὑπὸ τῆς ἕξεως, τὴν ὁποίαν μεταδίδει εἴς τινας ἡ εἰς τὸ πλευρὸν αὐτῶν ἀνηρτημένη σπάθη, ἀλλὰ νὰ ἐλέγχωσι πρὸ πάντων τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅταν αὕτη παραβαίνῃ τοὺς νόμους. Ἑπομένως ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι πρᾶξις ὑποκειμένη εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ὑποκειμένη δὲ κατὰ τρόπον πολλῷ σοβαρώτερον ἐκείνου, ὅστις ἐνασκεῖται κατὰ τὰς κοινὰς παρανομίας. Καὶ ἠπόρησα μάλιστα, πῶς ἀφέθη τὸ ἔργον εἰς μόνην τὴν Βουλήν. Ἐγώ εἰμι ἐκ τῶν φρονούντων, ὄχι ὡς φρονεῖ περὶ τοῦ πολιτεύματος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ παρ’ ἡμῖν εἶναι ὁμοία πρὸς τὰ νομοθετικὰ σώματα τῶν Κρατῶν, ἐν οἷς κρατοῦσιν Αὐτοκρατορικὰ Συντάγματα...
§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, διόλου.
§56ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν θεωρεῖ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι λειτουργεῖ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, νομίζει δ’ ἑπομένως, ὅτι οὐδὲν κωλύει νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ κυβερνῶσιν Ὑπουργοί, καίτοι μὴ ἀποδείξαντες ὅτι ἔχουσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἔθνους. Ἄλλος τις μάλιστα ἰσχυρίσθη τι μᾶλλον ἀποτρόπαιον, ὅτι ὄχι μόνον δύνανται νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ κυβερνῶσιν Ὑπουργοί, οἵτινες δὲν ἀπέδειξαν ὅτι ἔχουσι πλειοψηφίαν, ἀλλ’ ὅτι δύνανται νὰ ἐξακολουθῶσι κυβερνῶντες, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἀρνηθῇ εἰς αὐτοὺς τὴν ἐμπιστοσύνην της. Ταῦτα γίνονται ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει οὐχὶ Βουλή, ἀλλὰ νομοθετικὸν σῶμα, ὅπου τὸ νομοθετικὸν σῶμα καλεῖται μόνον, ἵνα ψηφίζῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς νόμους, ἐκεῖ ὅπου τὸ Σύνταγμα λειτουργεῖ ὅπως εἶχε διασκευασθῆ κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐφευρέθη, ὅτε οἱ λαοὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποχρεώσωσι τοὺς Ἡγεμόνας νὰ στέρξωσιν, ἵνα καὶ αὐτοὶ λαμβάνωσι μέρος εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν βαρῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβάλλοντο· ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις αὐτῆς, ἂν ἀντιβαίνωσιν εἰς τοὺς νόμους ἢ ἂν ζημιώνωσι τὰ δημόσια συμφέροντα, πῶς δύναται νὰ ἐξακολουθῇ κυβερνῶν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπέδειξεν, ὅτι ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς; Πολλῷ δ’ ἧσσον, πῶς δύναται νὰ ἐξακολουθῇ κυβερνῶν Ὑπουργεῖον, πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ῥητῶς ἠρνήθη τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς; Καὶ ἂν τοῦτό ποτε ἤθελεν ἐκτρόπως συμβῆ, λησμονοῦσιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ μέγα δικαίωμα νὰ συλλαμβάνῃ τοὺς Ὑπουργοὺς ἀπὸ τοῦ ὠτὸς καὶ νὰ παραπέμπῃ αὐτοὺς εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον; Εἷς ἄλλοτε συνάδελφος καὶ ἐμοῦ καὶ πολλῶν ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν συνεδρευόντων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ κύριος Μίλησης, ἀγορεύων ἄλλοτε, ἀνέπτυξεν ἐν λεπτομερείᾳ τὰ περὶ τούτου. Βεβαίως ἡ ἁρμονικὴ λειτουργία τῶν δύο μεγάλων πολιτειακῶν ἐξουσιῶν, τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, ἡ ἁρμονικὴ λειτουργία καὶ σύμπραξις αὐτῶν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς ἐννόμου τάξεως, ἡ τάξις δ’ αὕτη τυγχάνει ὁ τηρητὴς καὶ ὁ φύλαξ τοῦ πολιτεύματος. Οὐδετέρα τῶν ἐξουσιῶν τούτων, οὐδ’ ἡ Βουλή, πρέπει νὰ ζητῇ νὰ ἀφέλῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, διότι παραβαίνει τὸ Σύνταγμα καὶ τίθεται εἰς στάσιν ἐχθρικὴν πρὸς τὴν Πολιτείαν, οὐδ’ ἡ ἄλλη ἐξουσία πρέπει νὰ ζητῇ νὰ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ νόμος περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν τοῦ δημοσίου ταμείου κατηρτίσθη νομίμως, καὶ εἶναι νόμος τοῦ Κράτους, ἂν δέ τις ἤθελε δι’ οἷον δήποτε λόγον θέσει αὐτὸν ἐν ἀργίᾳ, εἴτε διότι αὐτὸς ἐφρόνει ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἐπιζήμιος καὶ καταστρέφει συμφέροντα τῶν πολιτῶν ἢ τοῦ δημοσίου ταμείου, εἴτε διότι αὐτός, προκαλέσας τὸν νόμον, ἄλλον εἶχε σκοπὸν καὶ πρὸς ἄλλον ἔμελλε νὰ διαθέσῃ σκοπὸν τὰ δυνάμει αὐτοῦ εἰσπραχθησόμενα, ὤφειλε νὰ βαδίσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κεχαραγμένην ὁδὸν, ἤτοι νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νέου νομοσχεδίου, καὶ νὰ προτείνῃ δι’ αὐτοῦ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, ἢ, ἂν ἔκρινεν αὐτὸν ἀρχῆθεν ἄκυρον, τὴν ἀκύρωσιν αὐτοῦ· ἀφοῦ ὅμως ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν αὐτὸν, ἀφοῦ ὑπέβαλε μετὰ τοῦτο αὐτὸν εἰς τὸν Βασιλέα, ἵνα κυρώσῃ αὐτὸν, ὁ δὲ Βασιλεὺς ἐκύρωσεν αὐτὸν, παρέβη τὸν νόμον, ἠσέβησε πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἠθέτησε τὴν ἔννομον τάξιν, διατάξας ἄλλοτε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τοῦ νόμου διετάχθησαν, καὶ δικαιολογούμενος ὅτι διέταξεν οὕτω διότι ἐθεώρει τὸν νόμον ἄκυρον. Καὶ αὐτοὶ δ’ οἱ περιέχοντες ἀκυρότητά τινα νόμοι, ἐὰν φέρωσι τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους τοῦ νόμου, καὶ οὗτοι μόνον διὰ νέου νόμου ἐπιτρέπεται νὰ ἀκυρωθῶσιν. Ἀλλ’ ὁ νόμος, περὶ οὗ πρόκειται, ἔφερε πάντας τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, εἶναι δ’ ἰσχυρισμὸς ἀνάξιος προσοχῆς ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἄκυρος διότι καθ’ ὃν χρόνον ἐδημοσιεύθη δὲν ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ κύριος Σιμόπουλος, ὅστις ἐτύγχανε τοιοῦτος ὅτε ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωσε τὸν νόμον, ἢ ὁ κύριος Τρικούπης Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοιούτου ἰσχυρισμοῦ ζητεῖτε νὰ περικαλύψητε τὴν ἰδίαν ὑμῶν εὐθύνην· ἀλλὰ διατὶ, ἐν ὅσῳ διετελεῖτε ἐν τῇ ἀρχῇ πρὸ τῆς 27 Ἀπριλίου, δὲν ἐφροντίζετε νὰ ἄρητε ἀπὸ τοῦ μέσου τὸν νόμον τοῦτον, ἵνα μὴ μείνῃ οὗτος ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν γραφείων, δεόμενος ἐκτελέσεως καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἀναμιμνήσκων εἰς τὸν διερχόμενον παρὰ τὴν τράπεζαν ἐκείνην; Ἐὰν ὑμεῖς ἐνομίζετε, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐχρησίμευε πλέον εἰς τὸ Κράτος, διότι δὲν ἠδυνήθητε νὰ συνομολογήσητε τὸ δάνειον, διὰ τὸ ὁποῖον προωρίζετε αὐτὸν, διατὶ τὸν νόμον τοῦτον δὲν παρελαμβάνετε ἀπὸ τῶν ὑπουργικῶν γραφείων, καὶ ὅταν μετέβητε εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ἵνα παραιτηθῆτε, δὲν παρεδίδετε εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, ἀναφέροντες ὅτι δὲν στέργετε νὰ ἐπιβαρυνθῆτε πλέον δι’ εὐθύνης ἕνεκα τοῦ νόμου τούτου; Ἀλλὰ διὰ τίνος εὐθύνης ἐπεβαρύνεσθε ἕνεκα τοῦ νόμου τούτου; Οἱ διάδοχοι ὑμῶν ἤθελον παραβῆ τὸ καθῆκόν των, ἐὰν δὲν προέβαινον πάραυτα εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου καὶ δὲν ἔσπευδον νὰ θέσωσιν αὐτὸν εἰς ἐφαρμογήν. Ἂν ὑμεῖς ἐνομίζετε, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐμέλλετε νὰ πληρώσητε μεγάλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, παρασκευάσαντες ἔσοδα μέλλοντα νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύεσθε, πῶς ἀξιοῦτε, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς διαδόχους ὑμῶν νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι καὶ αὐτοὶ μεγάλας θέλουσι πληρώσει διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀνάγκας τοῦ Κράτους, διατιθέντες τὰ δι’ αὐτοῦ παρασκευασθέντα ἔσοδα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Φαῖντιγκ; Πῶς ὑμεῖς διατείνεσθε, ὅτι ἦτο μεγαλειτέρα ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν σεῖς ἠθέλετε θεραπεύσει διὰ τοῦ νόμου τούτου, καὶ οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσωσι τὸ αὐτό; Οἱ νόμοι ὑπὸ τῶν προτεινόντων αὐτοὺς βεβαίως προτείνονται πρὸς ἕνα σκοπόν· ἀλλ’ ἐν συνταγματικοῖς Κράτεσιν οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ἰσόβιοι, ἀλλὰ παροδικοί, ἀλλ’ ἁπλοῖ διαβάται τῆς ἀρχῆς, εἶναι δὲ πιθανώτατον ὁ σήμερον ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Ὑπουργοῦ καθήμενος αὔριον νὰ ἀνατραπῇ, χωρὶς νὰ ἐννοήσῃ πῶς ἀνετράπη, τότε δὲ δὲν χρησιμεύουσιν οἱ νόμοι πρὸς τοὺς σκοποὺς, διὰ τοὺς ὁποίους εἶχον προταθῆ ὑπὸ τῶν προτεινάντων αὐτοὺς, ἀλλὰ διατίθενται πρὸς τοὺς σκοποὺς, διὰ τοὺς ὁποίους προορίζουσι τοὺς νόμους τούτους οἱ διαδεχθέντες ἐν τῇ ἀρχῇ τοὺς προτείναντας αὐτούς! Οὐχὶ δὲ μόνον οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 3 Μαΐου, ἀλλὰ πᾶς Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ δημοσιεύσῃ τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος νόμον, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἂν ἤμην καὶ εὕρισκον νόμον οὕτω πως ἐκτεθειμένον, τὸ πρῶτον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἤθελον ἐκπληρώσει, ἦτο νὰ προβῶ εἰς τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ ἔκρινα ἀρχῆθεν τὸν νόμον τοῦτον βαρὺν, ἐφρόνουν ἀρχῆθεν, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος οὗτος ἐνομοθέτει, δὲν ἦγον εἰς πλήρωσιν, εἰς θεραπείαν δημοσίου συμφέροντος, ἀλλ’ ἦγον εἰς καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν· ἐνῷ δ’ ἤθελον δώσει αὐτὸν πρὸς δημοσίευσιν, ἤθελον σπεύσει ὅμως νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ προτείνω νομοσχέδιον, ζητῶν δι’ αὐτοῦ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου. Καὶ ὄντως, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἦτο ἐπιζήμιος. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐφθάσαμεν κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἰς τὴν σειρὰν τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, ἐπρότεινα τὴν ἀναβολὴν αὐτοῦ, ὅτε δὲ κατόπιν προέβημεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἐκηρύχθην κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου. Πάντες οἱ νόμοι τοῦ τοιούτου εἴδους, διὰ τῶν ὁποίων χρηματιζόμενοι καὶ χρηματισταὶ νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ ἄρωσιν ἢ νὰ μειώσωσι τὰς ἀνωμαλίας τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας, πάντες οἱ νόμοι οὗτοι δὲν ὠφελοῦσιν, ἀλλὰ βλάπτουσι. Ποσάκις δὲν συνεβούλευσαν καὶ ἡμᾶς νὰ μεταβάλωμεν τὴν πληρωμὴν τῶν τελωνειακῶν τελῶν καὶ νὰ νομοθετήσωμεν, ἵνα πληρόνωνται καὶ ταῦτα εἰς χρυσὸν, νὰ νομοθετήσωμεν δι’ αὐτοὺς τούτους τοὺς φόρους, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, ἵνα καὶ οὗτοι πληρόνωνται εἰς χρυσὸν; Οὐδέποτε ἐστέρξαμεν τὰ παραπλήσια μέτρα. Καὶ δὲν εἶναι μόνον γνώμη ἡμῶν, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλῶμαι αὐτὴν, ζητῶν νὰ περιβάλωσιν αὐτὴν καὶ οἱ ἄλλοι διὰ κύρους, τὸ ὁποῖον ἴσως οἱ πολλοὶ δὲν δίδουσιν εἰς αὐτὴν, οὐδὲ πρέπει νὰ ἀξιῶ περισσότερον ἀπὸ ὅσα οἱ ἄλλοι παρέχουσι. Τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶπον πρὸ μικροῦ, ἀνεῦρον ἐν οἰκονομικαῖς μελέταις, δημοσιευθείσαις ἐν περιοδικοῖς φύλλοις τῆς Εὐρώπης, ἐκτιθεμένην ὑπὸ ἀνδρῶν ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ φρονοῦσιν, ὡς ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν μειοῦται ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, ἀλλ’ ἐντείνεται καὶ αὐξάνει. Καὶ φυσικὸν εἶναι νὰ αὐξήσῃ ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, ὅταν τὸν χρυσὸν ζητῶσι δέκα ἢ πεντήκοντα χιλιάδες ἀνθρώπων, καὶ οὐχὶ εἷς, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἐντείνεται ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ πολυτιμοτέρου προϊόντος τῆς χώρας, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀρκούντως καμφθῆ ὑπὸ τὸ βάρος τῶν φόρων· καὶ ὡς ἂν μὴ ἤρκουν οἱ βαρεῖς φόροι, οἵτινες εἶχον ἐπιβληθῆ εἰς αὐτὸ, ἐπῆλθε καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς εἰς χρυσὸν κατὰ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κινηθῇ ἡ κατανάλωσις τῆς σταφίδος, οὐδὲ ἡ ἐξαγωγὴ αὐτῆς, καὶ ἐδέησεν ἄλλοι Ὑπουργοὶ, οἱ διάδοχοι ὑμῶν, νὰ ἀναγκασθῶσι νὰ παρεκκλίνωσιν ἀπὸ τὸ κείμενον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, διὰ νὰ μειώσωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου δημιουργηθέντα περισσὰ κωλύματα. Μοὶ ἐφάνη πρωτοφανὴς ἡ θεωρία τῆς ἀφανείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐτύγχανον πάντα τὰ ὄργανα τὰ πολιτειακὰ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου! Πᾶσαι αἱ μεγάλαι ἐξουσίαι τοῦ Κράτους ἐτύγχανον ἐν ἀφανείᾳ κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοιαύτην ἐπεκαλέσθη ἀφάνειαν. Συνετελέσθη μὲν ὁ νόμος, ἔλεγεν ὁ κ. Στεφάνου, ἀλλὰ συνετελέσθη ἐν τῇ ἀφανείᾳ διὰ τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως. Ἐξεδόθη μὲν ὁ νόμος διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τὸ διάταγμα τῆς ἐκδόσεως, ἀλλ’ ἡ ἔκδοσις ἐγένετο ἐν ἀφανείᾳ. Πότε δὲ ἀπεκαλύφθη τὸ ἔργον; Ὅταν ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως! Ἐνθυμοῦμαι τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν Γαλλίᾳ, τὴν ἐκδοθεῖσαν τὴν 5 τοῦ μηνὸς Pluviose τοῦ Ηʹ ἔτους. Ἠρωτήθη τότε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ποία πρέπει νὰ τίθηται ἐν τῷ νόμῳ χρονολογία, καὶ ἀπεφήνατο, ὅτι πρέπει νὰ τίθηται ἡ χρονολογία κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωσε τὸν νόμον, διότι, εἶπε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὁ νόμος τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔφυγεν ἀπὸ τὰς χεῖρας καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως καὶ ἐγένετο κτῆμα τῆς ἐπικρατείας, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ νόμος εἶναι ὑποχρεωτικὸς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον γνῶσιν αὐτοῦ, καὶ ἔλαβον γνῶσιν ὁ Ἡγεμὼν καὶ ἡ Βουλὴ, οἱ ὁποῖοι ἐνομοθέτησαν, καὶ οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπρότειναν· ἡ ὑποχρεωτικότης δὲ καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἐπεκτείνεται ἐπὶ τοὺς πολίτας, ὅταν δημοσιευθῇ, ἀλλὰ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως ὀφείλουσι νὰ κύπτωσι τὴν κεφαλὴν πρὸ τοῦ νόμου ἐκείνου ὅσοι ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις, ἀναφέρει ἡ εἰρημένη γνωμοδότησις, μετέχει τῆς νομοθεσίας μόνον διὰ τῆς προτάσεως τῶν νόμων, ὅταν δ’ ἐκδίδῃ καὶ δημοσιεύῃ αὐτοὺς, τὸ πράττει οὐχὶ ὡς μετέχουσα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὡς ἐξουσία κεχωρισμένη καὶ διακεκριμένη ἀπὸ αὐτήν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἠμφισβητήθη ποτὲ ἡ ὑποχρέωσις τῶν Ὑπουργῶν νὰ δημοσιεύωσι τὸν νόμον τὸν ἐκδοθέντα τῇ διαταγῇ τοῦ Βασιλέως; Ἄλλο ἠμφισβητήθη, ἂν πρέπῃ νὰ δημοσιεύωσιν αὐτὸν αὐθωρεὶ, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ δίδωται εἰς αὐτοὺς καιρός τις, ὅπως παρασκευάσωσι τὰ τῆς δημοσιεύσεως καὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Τὸ διάταγμα τῆς 27 Νοεμβρίου 1816 δὲν ἔταξε προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ γίνηται ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου· καὶ ἐπειδὴ ἦτο ἐνδεχόμενον, μὴ ὑπαρχούσης τεταγμένης προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ γίνηται ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου, οἱ Ὑπουργοὶ νὰ βραδύνωσι τὴν δημοσίευσιν ἐπὶ ἑβδομάδας ἢ ἐπὶ ἕνα ἢ δύο μῆνας, ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ κοινοῦ ἡ ἀνάγκη τοῦ κανονισμοῦ τῶν περὶ τούτου, κατὰ δὲ τὸ 1848 ἡ Συνέλευσις ἐψήφισεν ἐν τῷ Συντάγματι ῥητὰς διατάξεις, τὰ ἄρθρα 57, 58 καὶ 59, διὰ τῶν ὁποίων ἔταξε προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλον οἱ Ὑπουργοὶ νὰ δημοσιεύωσι τὸν νόμον. Οἱ νόμοι, οἵτινες ἐθεωρήθησαν κατεπείγοντες, ἔπρεπε νὰ δημοσιεύωνται ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, οἱ δὲ ἄλλοι, οἱ μὴ κατεπείγοντες, ἔπρεπε νὰ δημοσιεύωνται ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἤρξατο τῆς ὑπὲρ τῆς πράξεως ταύτης αὑτοῦ συνηγορίας ἀπὸ θέματος, τὸ ὁποῖον φύσει ἦτο καθ’ ὑπερβολὴν καταληπτὸν ὑπὸ τῶν πολλῶν, ὅσοι ὑπεχρεοῦντο νὰ ἀγοράσωσι χρυσὸν, ἵνα ἀποτίσωσι πρὸ τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος τὰ ἐπὶ ταύτης τέλη. Παρέστησεν, ὅτι ἦτο ὀλεθρία ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ὅταν αὐτὸς ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν ἀρχὴν, διαδεχόμενος τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς 3 Μαΐου, διότι τότε τὰ κατὰ τοὺς παραγωγοὺς τῆς σταφίδος καὶ τὰ κατὰ τὴν κατανάλωσιν τοῦ προϊόντος καὶ τὰ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν αὐτοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν εἶχον τοσοῦτον δυσαρέστως, ὥστε, ἂν μία μόνον παρήρχετο ἡμέρα χωρὶς νὰ λάβῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἐγκυκλίου διέταξε, συμφέροντα μεγάλα ἤθελον καταστραφῆ. Ἐγὼ δὲν ἀμφέβαλλον, ὅτι τοῦ νόμου ἡ ἐφαρμογὴ παρήγαγε τ’ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντες, ὅσοι ἐψήφισαν κατὰ τοῦ νόμου τούτου, προέβλεπον ὅτι ἤθελεν ἐπιφέρει· γνωρίζω ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῶν πιστοποιητικῶν, τὰ ὁποῖα ἠγοράζοντο διὰ χρυσοῦ, εἶχε καταστήσει δυσχερέστατον τὸ ἔργον τῶν ἐμπορευομένων τὴν σταφίδα, δὲν ἀμφισβητῶ δὲ, ὅτι αἱ ὑπέρμετροι δυσχέρειαι αὗται ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ ηὐξήθησαν μετὰ τὰς ἀτυχίας, τὰς ὁποίας οἱ ἔμποροι τοῦ προϊόντος τούτου συνήντησαν κατὰ τὸ ἔτος αὐτό. Οὐδεὶς ὅμως λόγος ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβεν. Ἂν τοσοῦτον ἦτο μεγάλη ἡ βλάβη τῶν παραγόντων ἢ τῶν ἐμπορευομένων τὸ προϊόν τῆς σταφίδος, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, Πρωθυπουργὸς κοινοβουλευτικὸς, ὁ ὁποῖος πρὸ δύο ἡμερῶν εἶχεν ἀποδείξει, ὅτι ἐκδεδηλωμένη ἦτο ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς αὐτὸν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγω, ἠδύνατο νὰ διατάξῃ νὰ μὴ ἐκτελεσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, νὰ σπεύσῃ δὲ τὴν ἐπιοῦσαν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου. Ἠδύνατο δὲ νὰ δηλώσῃ εἰς τὰς ἀρχὰς, ὅτι, ἐπειδὴ προέτεινε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάργησιν αὐτοῦ ὡς ἐπιζημίου, ἤθελον δὲ ζημιωθῆ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἂν ἐξηκολούθει ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ μέχρι τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου προταθέντος νομοσχεδίου, ὅτι ἀνελάμβανεν αὐτὸς τὴν εὐθύνην νὰ ζητήσῃ ἐν καιρῷ ἄφεσιν παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἠναγκάσθη νὰ διατάξῃ νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος, ὅπως σώσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου κινδυνεύουσαν τύχην τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ περισσοῦ προέβαλε τὴν ἱστορίαν ταύτην πρὸς δικαιολογίαν του, διότι, ἐν ᾧ ὁμιλῶν περὶ τῆς ἐγκυκλίου ἔλεγεν, ὅτι δὲν διέταξε δι’ αὐτῆς τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου, δικαιολογῶν ὅμως τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον δι’ αὐτῆς ἔλαβεν, ἀπεκήρυξεν ὡς ἄκυρον τὸν νόμον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη καθ’ ὃν χρόνον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἶχον ἀποχωρήσει τῆς ἀρχῆς. Τὰς θεωρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἤκουσα μετὰ προσοχῆς. Εἶναι συνταγματικαὶ θεωρίαι, τὰς ὁποίας σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἤκουσα μετ’ ἐκπλήξεως· καὶ ἦτο εὔλογος ἡ ἐμὴ ἔκπληξις, ἀφοῦ ὁ τὰς θεωρίας ἀπαγγείλας ἦτο γνώστης τῶν νόμων καὶ τῆς ἱστορίας τῶν συνταγματικῶν πολιτευμάτων, καὶ τῶν διατάξεων τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ δικαίου. Τὸ ἀχώριστον καὶ ἀδιάσπαστον τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπὸ τὸν Βασιλέα, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀνεῦρον οὐδαμοῦ τοῦ πολιτεύματος τοῦ κρατοῦντος ἐν Ἑλλάδι, δὲν τὸ εἶδον δὲ βεβαιούμενον οὔτε ὑπὸ τῆς πρακτικῆς οὐδενὸς Κράτους, οὐδ’ ὑπὸ Συντάγματός τινος. Οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσιν ἰδίαν γνώμην, καὶ χρεωστοῦσι νὰ ἀνακοινῶσιν αὐτὴν μετὰ παῤῥησίας καὶ εὐθύτητος εἰς τὸν Ἄνακτα, ἀλλὰ καὶ ὁ Βασιλεὺς ἔχει ἰδίαν γνώμην, καὶ, ἂν ὁ Βασιλεὺς δὲν ἀποδέχηται τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ προσπαθήσῃ, ἵνα πείσῃ τὸν Βασιλέα περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης του· ἂν δ’ ὁ Βασιλεὺς δὲν πείθηται, ὁ Ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα εἴτε νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν γνώμην τοῦ Ἡγεμόνος καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ διαχειριζόμενος τὴν δημοσίαν ἀρχὴν, εἴτε νὰ ἀποσυρθῇ, διότι διεφώνησε πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ἡγεμόνος. Ἀλλ’ εἴτε συμφωνεῖ ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ μὲ τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως, εἴτε εἶναι διάφορος ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπὸ τὴν τοῦ Βασιλέως, ποῦ ἡ εἰς ἓν συγχώνευσις τοῦ Ὑπουργοῦ μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος; Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος, ὁ Ὑπουργὸς ὑπεύθυνος· ὁ Βασιλεὺς νομοθετεῖ μετὰ τῆς Βουλῆς, ὁ Ὑπουργὸς δὲν νομοθετεῖ, προτείνει μόνον νόμους καὶ ὑποστηρίζει αὐτούς. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν δύναται ὅμως κἀνὲν νὰ πράξῃ ἄνευ τῆς τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπογραφῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν εὐθύνην. Ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εὐθυνόμενον δι’ ὅσα πράττει καὶ δι’ ὅσα δὲν πράττει. Ποῦ εἶναι τὸ ἀχώριστον τοῦ Βασιλέως ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν; Ἐν ἄλλαις χώραις μάλιστα δὲν γίγνεται τὸ συμβαῖνον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ ἀπό τινος καιροῦ. Γίγνεται πολλάκις μνεία τοῦ Βασιλέως, καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἀναφέρεται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν προσήκει εἰς τὸ Κοινοβούλιον, οὔτε εἰς τὰ μέλη αὐτοῦ. Ἀλλαχοῦ δὲν ἀναφέρουσιν οὐδέποτε τὸν Βασιλέα, ἐλέγχουσι δὲ καὶ ἐπιτιμῶσι τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ ἐγὼ ἔφθασα πολλάκις μέχρι τοῦ ἐλέγχου πράξεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔκρινα ἀξίας ἐπιτιμήσεως ἅπαξ ἢ δὶς, καὶ ἀνέμιξάν τινες τὸ ὄνομα τοῦ Ἡγεμόνος, ἵνα παραστήσωσιν ὡς ἀνευλαβῆ πρὸς αὐτὸν τὸν ἔλεγχον, ὃν ἐποιούμην, τὸν ἔλεγχον πράξεων γενομένων ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μικροῦ δεῖν νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς συνέπραξε σχεδὸν εἰς τὴν μὴ δημοσίευσιν τοῦ νόμου μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἔστερξε τὴν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ἀνετράπησαν τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου τεθέντα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἔκρινον τὸν νόμον ἄκυρον. Ηὐχόμην οἱ Ὑπουργοὶ νὰ δώσωσι πρῶτοι τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ πρὸς τὰς πολιτειακὰς ἐξουσίας σεβόμενοι μὲν τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλ’ εὐλαβούμενοι τὸν Ἡγεμόνα, μὴ μνημονεύοντες τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πρὸς ὑποστήριξιν ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς γνώμης, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡμεῖς συζητοῦμεν. Ὁ Βασιλεὺς οὐδὲν ἔχει κοινὸν πρὸς τὴν μὴ δημοσίευσιν τοῦ νόμου περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν, ἂν δὲ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν προέβησαν εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, παρέβησαν τὴν διαταγὴν τοῦ Βασιλέως. Ἂν δὲ ὁ Βασιλεὺς ἠνέχθη τὴν παραβίασιν ταύτην, ἴσως πταίουσιν οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπέκρυψαν τὴν πρᾶξίν των ταύτην ἀπὸ τὸν Ἡγεμόνα. Ἀφοῦ δ’ ἐξεδόθη ἡ ἐγκύκλιος καὶ δι’ αὐτῆς ἀνετράπη νόμος, ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ πρὸ παντὸς, καὶ τὴν γνώμην ταύτην προεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς, συμπράττοντος καὶ τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς. Κύριοι, εὔχομαι νὰ μὴ συμβῇ καὶ εἰς ἡμᾶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς 3 Μαΐου. Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς 3 Μαΐου εἶπον εἰς ἡμᾶς, ὅτι, ὅτε συνῆλθον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διέγνων τὴν ἀμηχανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο, ὑπέλαβον ὅτι εὑρίσκονται ἐν φρενοκομείῳ. Φρενοκομεῖον θὰ ἦναι καὶ ἡ Βουλὴ, Κύριοι, ἂν ἐπιδοκιμάσῃ θεωρίας, ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπήγγειλε χθὲς πρὸς ἡμᾶς, ἐὰν ἐπικυρώσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ.