1893.11.23
2.527 στίχοι · 19.812 λέξεις · 110 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
Τῆς 23 Νοεμβρίου 1893.
(Τρίτη).
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, θέλει κληρωθῆ δεκαμελὴς ἐπιτροπή, ἡ ὁποία μετὰ τοῦ Προεδρείου θὰ μεταβῇ εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ὅπως κομίσῃ εἰς τὴν Α. Μ. τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. (Γενομένης τῆς κληρώσεως ὑπὸ τοῦ ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου κ. Καλογεροπούλου, ἐκληρώθησαν οἱ ἑξῆς Βουλευταί: Γ. Παχύς, Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος, Περικλῆς Βαλαωρίτης, Γ. Θεοτόκης, Ἰωάννης Τρικούπης, Μίνως Μπογιατζόγλους, Ἄγγελος Γεωργαντᾶς, Σῖμος Ζαχαρίτσας, Σπυρ. Νοταρᾶς καὶ Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς).
§2ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς ἀνέγνωσα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἰς ἑλληνοδιδάσκαλος τοῦ σχολείου τοῦ δήμου Ἀβίας ἀπελύθη· ἦτο δὲ οὗτος ὁ ἱκανώτερος τοῦ Σχολαρχείου ἐκείνου. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ποῖοι λόγοι ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν ταύτην κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν τοῦ ἔτους, ὅτε τὸ Σχολαρχεῖον λειτουργεῖ κανονικῶς, περιλαμβάνον περὶ τοὺς 100 μαθητάς; Τὸν ἑλληνοδιδάσκαλον αὐτὸν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις διετήρησαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη ἐπαύθη, διατὶ τοὐλάχιστον δὲν ἀντικατεστάθη, ἀλλὰ μένει τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον τοῦ Κάμπου κλειστόν;
§3ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐλησμόνησε τὸ ἔγκλημα τῆς ὑπεξαιρέσεως τῶν πρακτικῶν τῆς ἐνεργηθείσης τῇ 3 Μαΐου 1892 ἐν τῷ δήμῳ Ἐλευσῖνος τῆς Γόρτυνος βουλευτικῆς ἐκλογῆς. Ἔκτοτε κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις, ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις, καὶ μόνον μετὰ 18 μῆνας κατωρθώθη νὰ ἐκδοθῇ βούλευμα παραπομπῆς, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπεβλήθη αἴτησις ἀναιρέσεως. Ἐπειδὴ ἔχω ἀφορμὰς νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν διεσαφηνίσθησαν μέρη τινὰ τῆς ἀνακρίσεως ὡς πρὸς τοὺς συνενόχους τῆς πράξεως, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφον τῆς προτάσεως τοῦ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέως καὶ ἀντίγραφον τοῦ βουλεύματος τοῦ ἐπ’ αὐτῆς ἐκδοθέντος.
§4ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Εἰς ὃ σημεῖον ἐκλύσεως περιῆλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, οὐδὲν παράδοξον, ἐὰν ἀναγινώσκωμεν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διδάσκαλοι, πρὸ τεσσαρακονταετίας συνεχῶς ὑπηρετήσαντες, ἀπολύονται ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους ἄνευ δικαιολογίας τινὸς, ἐκτὸς μόνον ἐκείνης, ἣν παρέχει ἡ κατάστασις ἀνάγκης τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα σωθῇ ἐκ τοῦ ἀπειλοῦντος αὐτὴν κλύδωνος, περιποιουμένη δι’ οἱασδήποτε θυσίας τοὺς ὀπαδούς της. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐξ Οἰτύλου ἀξιοτίμου συναδέλφου, νομίζω καὶ ἐγὼ εὔκαιρον νὰ ὑποβάλω παραπλησίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀπέλυσεν ἐξ ἁπλῶν κομματικῶν λόγων πρὸ 5 ἡμερῶν τὸν ἑλληνοδιδάσκαλον τρίτης τάξεως τοῦ Σχολαρχείου Νάξου Ὀλύμπιον, ἔχοντα ὑπηρεσίαν διαρκῆ καὶ λίαν εὐδόκιμον ἐπὶ 34 ἔτη, μόλις δὲ ἄγοντα τὸ 54ον τῆς ἡλικίας του ἔτος· ἐκ τούτου δὲ τὸ δυστυχὲς δημόσιον ταμεῖον, τοῦ ὁποίου δὰ τόσον ἐφείδετο καὶ φείδεται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, θὰ πληρόνῃ εἰς μὲν τὸν παυθέντα σύνταξιν ἰσοδυναμοῦσαν πρὸς τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον ἐλάμβανεν, εἰς δὲ τὸν διάδοχόν του ἀκέραιον ἄλλον μισθόν. Ἀλλ’ ἂς μὴ παραλείψω καὶ ἄλλο τι παραπλήσιον, ἐπωφελούμενος τῆς προμνησθείσης ἐπερωτήσεως. Ἀνέγνωσα σήμερον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπελύθη δημοδιδάσκαλος σχολείου τινὸς τῆς Εὐβοίας, τῇ αἰτήσει του δῆθεν, ὡς ἀνέφερεν ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ αὐτὸς διαμαρτύρεται, λέγων ὅτι δὲν ὑπέβαλε τοιαύτην αἴτησιν. Ὡς μανθάνω δὲ, πολλαὶ τοιαῦται αἰτήσεις ἀνύπαρκτοι περὶ μεταθέσεων ὑπεβλήθησαν, καὶ ἐπὶ πλαστῶν τοιούτων αἰτήσεων ἐνεργοῦνται μεταθέσεις πολλῶν δημοδιδασκάλων. Τοῦτο συνδυάζω μὲ μίαν ἄλλην ἐπερώτησίν μου περὶ μεταθέσεως ἑτέρου δημοδιδασκάλου, δῆθεν τῇ αἰτήσει του, διότι μετὰ τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην, ὅτε κατετέθησαν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ μετατεθεὶς διὰ πλαστῆς αἰτήσεως δημοδιδάσκαλος ἐκεῖνος κατήγγειλε τὴν αἴτησιν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ὡς παρ’ ἄλλου γενομένην. Ἐπὶ τοῦ παρόντος οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπει ἡ σχετικὴ ἐπερώτησίς μου ἢ μόνον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα μετὰ προηγουμένην ἐξέτασιν βεβαιῶται, ἐὰν πράγματι αἱ ὑποβαλλόμεναι αἰτήσεις ἦναι γνήσιαι ἢ πλασταὶ, καὶ ἐν ἐπιγνώσει προβαίνῃ εἰς μεταθέσεις τῶν ἀτυχῶν δημοδιδασκάλων ἐντὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους, διότι βεβαίως ὑψίστη κακοήθεια εἶναι νὰ τελῶνται κοινὰ ἐγκλήματα ἐν τῇ ἁπλῇ λειτουργίᾳ τῆς τρεχούσης κυβερνητικῆς ὑπηρεσίας.
§5ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Νάξου καθ’ ἑκάστην ἐπερωτᾷ τοὺς Ὑπουργοὺς, χωρὶς αἱ ἐπερωτήσεις του νὰ ἔχωσί τι τὸ ἀληθές· σήμερον δὲ μᾶς λέγει, ὅτι μετετέθη ὁ δημοδιδάσκαλος Ὠλιάρου τῇ αἰτήσει του, καὶ ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη εἶναι πλαστή, καὶ ὅτι κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις. Ἀλλ’ ἐὰν ἐσέβετο πλειότερον τὸν ἑαυτόν του, δὲν θὰ ἐτόλμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ λέγῃ τοιαῦτα· διότι ἐγὼ ἔχω ἐπιστολὰς καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου διδασκάλου, αἵτινες βεβαιοῦσιν, ὅτι αἱ αἰτήσεις πράγματι ἐγένοντο· καταθέτω δὲ τὰς ἐπιστολὰς ταύτας, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Βουλευτής. Ὁ ἕτερος μάλιστα τῶν δημοδιδασκάλων μοὶ γράφει, ὅτι θὰ τὸν εὐεργετήσω, ἐὰν ἤθελον φροντίσει νὰ μετατεθῇ ἀπὸ τὴν Ὠλίαρον, διότι ὁ κ. Βάλληνδας τὸν εἶχεν ἐκτοπίσει. Ὥστε ποῦ στηρίζει τὸν ἰσχυρισμόν του ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ αἴτησις εἶναι πλαστή;
§6ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν θ’ ἀπήντων εἰς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου καὶ συνάδελφόν μου κ. Ναυπλιώτην, ἐὰν τὸ ζήτημα δὲν κατέληγεν εἰς προσωπικότητας. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς γινώσκει, ὅτι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δύο αἰτήσεις, φέρουσαι χρονολογίαν 5 Νοεμβρίου, ἐγράφησαν δὲ αὐθημερὸν αὗται εἰς δύο σχεδὸν ἀντιθέτους πόλους τοῦ μικροῦ Κράτους μας μὲ τὸν αὐτὸν γραφικὸν χαρακτῆρα, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας νὰ προσαγάγῃ καὶ αὖθις τὰ ἔγγραφα, θὰ ἀντιληφθῇ δὲ ἡ Βουλή, ὡς ἀντελήφθην καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων μας, ὅτι τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας ἐν ταῖς αἰτήσεσι ταύταις εἶναι ψηλαφητόν· διότι τὴν 5 Νοεμβρίου 1893 δύο δημοδιδάσκαλοι δυστυχεῖς, ὁ εἷς διατρίβων εἰς τὸ ἓν ἄκρον τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ ἕτερος εἰς τὸ ἄλλο, ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ μεταθέσεώς των μὲ τὸν αὐτὸν γραφικὸν χαρακτῆρα, μὲ τὰς αὐτὰς λέξεις, καὶ ὡς ἐκ θαύματος τὴν 5 Νοεμβρίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἔχων αὐτὰς τὰς αἰτήσεις τὰς πλαστογραφημένας ὑπ’ ὄψιν του, προβαίνει εἰς τὰς μεταθέσεις των. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ αἰτήσεις αὗται. Οὐδεμίαν δὲ δίδω σημασίαν εἰς ἐπικαλουμένας ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου μου ἐπιστολὰς, διότι αὐταὶ εἶναι συγχωροχάρτια, πρὸς μείωσιν τῆς ἐγκληματικῆς ἀξίας τῆς πλαστογραφίας, καὶ ὡς τοιαύτας τὰς ἀφίνω εἰς βάρος καὶ εἰς λογαριασμὸν τοῦ ἀξιοτίμου τούτου συναδέλφου μου, διότι μόνον οὗτος δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὰς, ἀφοῦ τῇ συστάσει του ἐγένοντο αἱ μεταθέσεις αὗται.
§7Ι. ΓΡΙΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τοῦ ἑξῆς. Μετέθεσε τὸν στρατιωτικὸν ἰατρὸν Κουρτάκην ἐκ τοῦ ἐν Βονίτσῃ θεραπευτηρίου εἰς Καλάμας. Ἡ μετάθεσις αὕτη βεβαίως ἦτο δικαίωμά του, ἀλλ’ ὡς πληροφοροῦμαι, ἀντ’ αὐτοῦ δὲν ἀπεστάλη εἰς Βόνιτσαν στρατιωτικὸς ἰατρὸς, ἀλλὰ πολιτικὸς, καὶ ἐπὶ ἀντιμισθίᾳ δὲν ἠξεύρω πόσῃ, ἐνᾧ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν μετατεθέντα διὰ στρατιωτικοῦ ἰατροῦ, ἀφοῦ εὐτυχῶς δὲν στερούμεθα τοιούτων. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τούτου.
§8ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν αἱ προτάσεις νόμου, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, περὶ καταργήσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
§9Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτής ἐκ Νάξου ὑπέμνησε κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἐπερώτησιν αὐτοῦ, καὶ ἐζήτησε τὴν ὑποβολὴν καταστάσεως περὶ τῶν προσόδων τῶν ἐκ τῆς σμύριδος. Καὶ ἀπήντησα μὲν χθὲς εἰς τὴν ὑπόμνησιν, ὅτι ἤθελε βραδύνει ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας ἡ ἀπάντησις, διότι ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων δὲν εἶχεν ἔτι ἀποστείλει τὰ στοιχεῖα τῆς καταστάσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ ὅμως σήμερον ἐκ νεωτέρας ἐξετάσεως ἐπείσθην, ὅτι ἤθελε βραδύνει περισσότερον τῶν τριῶν ἡμερῶν ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων πρὸς παροχὴν τῶν πληροφοριῶν, ἐθεώρησα λυσιτελὲς νὰ ὑποβάλω εὐθὺς τὴν κατάστασιν, ἀναγράφουσαν τὰς δαπάνας ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ, τὰς δὲ ἄλλας πληροφορίας διακεκριμένως κατ’ ἀκρίβειαν. Αἱ δαπάναι τῶν ναύλων καὶ τῆς ἀποθηκεύσεως ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀνεγράφησαν ἐπὶ τοῖς μέσοις ὅροις, διότι ἡ διακεκριμένως κατὰ ἀποστολὰς ἀναγραφὴ δὲν ἠδύνατο νὰ καταστρωθῇ προχείρως. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν κατάστασιν ἀναλυτικὴν κατὰ τὰ ἄλλα καὶ ἐπὶ μέσῳ ὅρῳ δαπάνης ἀποστολῆς καὶ ἀποθηκεύσεως 35 δραχμῶν κατὰ τόννον, ἐνῷ πιθανὸν ν’ ἀποδειχθῇ αὕτη συγκεκριμένως εἴτε ὀλίγῳ ἀνωτέρα, εἴτε ὀλίγῳ κατωτέρα. Ὑποβάλλω καὶ τὸ ἀντίγραφον τοῦ σημειώματος, οὗτινος τὸ περιεχόμενον ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν.
§10ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα, ἀλλὰ σχετικῶς ὑπενθυμίζω ὑμῖν, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν παρ’ ὑμῶν καὶ ψηφισθέντι, τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀνεγράψατε ὡς ἔσοδον ἐκ τῆς σμύριδος 800,000 δραχ. Ὑποθέτω ὅτι θὰ εἴχετε ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑμῖν περὶ τῶν 480,000 φράγκων χρυσῶν.
§11ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νάξου εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἐπανέλαβε τὴν παράκλησίν του περὶ καταθέσεως τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων, τῆς σχετιζομένης πρὸς τὰ ἐν Τύνιδι. Κατὰ τὴν πρώτην ἐπερώτησίν του ἀπήντησα, ὅτι ἐθεώρουν ἀσύμφορον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ προκληθῇ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς, καθόσον τὸ ζήτημα εὑρίσκεται ἔτι ἐν διαπραγματεύσει. Τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ἐπερώτησίν του, διότι, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ τὴν κατάθεσιν, διὰ νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, θεωρῶ ἀσύμφορον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ καταθέσω τὰ ἔγγραφα.
§12ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Πρὸ πόσου χρόνου μετέβη ὁ ἐπιθεωρητὴς εἰς τὸ ἐν Τύνιδι Ἑλληνικὸν Προξενεῖον; διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, πρὸ ὀκτὼ μηνῶν δὲν μετέβη ἐκεῖ, ἡ δὲ κατάστασις τῆς περιουσίας τῆς ἐκεῖ Ἑλληνικῆς παροικίας περιήχθη εἰς σημεῖον λίαν δυσάρεστον καὶ ἀνώμαλον πρὸ πέντε μηνῶν. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου σκοπὸν εἶχον νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ἐὰν ἐγκρίνητε, νὰ διατάξητε τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν Προξενείων νὰ ἐπισκεφθῇ καὶ τὸ Προξενεῖον ἐκεῖνο, ἀφοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχήν σας. Δὲν βλέπω δὲ, ὡς διὰ τῆς σχετικῆς ἐπερωτήσεώς μου εἶπον, ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τὸ διεθνὲς, τὸ ὁποῖον παρακωλύει ὑμᾶς νὰ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν, εἰς τὴν Βουλὴν, λέγω, τὴν δικαιουμένην νὰ ἐλέγχῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς πράξεις της. Μᾶς λέγετε ἀορίστως, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμής. Εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων, ἢ μεταξὺ τῆς παροικίας καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν; ἢ εἶναι ἐκκρεμὴς μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς παροικίας καὶ οἱασδήποτε ξένης ἀρχῆς; Φρονῶ, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι αἱ ἀοριστολογίαι δὲν δικαιολογοῦσι τὴν ἀπάντησίν σας. Ἠδύνασθε νὰ δικαιολογηθῆτε, λέγοντες ὅτι τὸ ζήτημα θίγει συμφέροντα ἐθνικὰ ἢ διεθνῆ, ὅτι ἀνεμίχθη ἄλλη Κυβέρνησις ἢ ἡ τοπικὴ ἀρχὴ, ἀλλὰ νὰ λέγητε ἀορίστως, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς, τοῦτο δὲν δικαιολογεῖ τὴν σιωπήν σας. Πρόκειται περὶ Ἑλληνικῆς περιουσίας, ἀμφισβητουμένης μεταξὺ Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ Ἕλληνος προξένου, ἀντιπροσωπεύοντος τὴν Ἑλλάδα, καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἐκκρεμότης αὕτη δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβάλληται παρ’ ὑμῶν ὡς λόγος μὴ ἀπαντήσεως. Δὲν γνωρίζω τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου σας σχετικῶς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἄλλην ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου ὠφείλατε νὰ δώσητε, καὶ ὡρισμένως διὰ τίνα λόγον, βλάπτοντα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, δὲν δύνασθε ν’ ἀπαντήσητε.
§13ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὴν ἀρχὴν εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀπορῶ δὲ, πῶς δὲν συμφωνοῦμεν καὶ εἰς τὰ συμπεράσματα. Ἡ Βουλὴ ἐνασκεῖ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν, ὑποβαλλόντων πράξεις τετελεσμένας, διότι τότε μόνον δύναται νὰ ἐνασκηθῇ ὁ ἔλεγχος. Ἐὰν ὅμως, ὡς ἀξιοῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νάξου, ὁ Ὑπουργὸς ὑποχρεοῦτο νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἑκάστοτε τὰς διοικητικὰς αὐτοῦ ἐνεργείας, τότε θὰ κατελήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μετέχῃ πλέον τῆς διοικήσεως, διότι θὰ ὑπαγορεύῃ τὴν δεῖνα ἢ τὴν δεῖνα τροπὴν εἰς τὴν δεῖνα ὑπόθεσιν, τὴν διεξαγομένην παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τῇ ἁρμοδιότητί του. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὀφείλει νὰ ἀρκεσθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὴν κατ’ αὐτὸν ἀοριστολογίαν, διότι ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς ἐποιήσατο τὴν ἐπερώτησιν, εἶναι ἐν τῷ σταδίῳ τῆς διεξαγωγῆς, δὲν ἐτελείωσεν, ἑπομένως ἐπὶ ὑποθέσεως, ἥτις δὲν ἐτελείωσε, δὲν δύναμαι νὰ ὑποβάλω ἀποτελέσματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων νὰ ἐνασκηθῇ ἐπὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ ὁ νόμιμος τῆς Βουλῆς ἔλεγχος.
§14ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς ἐν Τύνιδι Ἑλληνικῆς παροικίας ἐπιβάλλῃ τοῦτο, ν’ ἀποσταλῇ ἐκεῖ ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς τῶν Προξενείων· τοῦτο δὲ βεβαίως δὲν θὰ παραβλάψῃ τὴν λύσιν τῆς ἐκκρεμότητος.
§15ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὴ εἶναι διοικητικὴ ἐνέργεια. Ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῆς ἀνάγκης θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ τὸ μέτρον τοῦτο, ἐὰν κριθῇ ἀναγκαῖον ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Αἰγιαλείας περὶ τῆς ἐγκυκλίου διαταγῆς, δι’ ἧς ἀνεστάλη ἡ εἴσπραξις εἰς χρυσὸν τελῶν τινων.
§17ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Σπουδαιότατον, κύριοι συνάδελφοι, θέμα ἐπασχολεῖ ἀπὸ τῆς χθὲς τὴν Βουλήν. Παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ὁ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ μὲ θάῤῥος πολιτικὸν, ἀσύνηθες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν ἐπηρώτησε τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐνεκάλεσεν αὐτὴν ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων· μὲ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει εἰς ἄνδρα, οἷος ὁ ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς, ἡ πεποίθησις, ὅτι δίκαια λέγει, μὲ ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν ἐμβάλλει εἰς αὐτὸν, τὸν ἀληθῶς κοινοβουλευτικὸν ἄνδρα, ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ ἐπερώτησίς του, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν κατηγορίαν ὅτι νόμος τοῦ Κράτους παρεβιάσθη, εἶναι ἀληθής. Εἰς ἐμὲ τουλάχιστον τοιαύτην ἐντύπωσιν ἐνεποίησε τὸ θάῤῥος, μετὰ τοῦ ὁποίου ὁ κύριος Βουλευτὴς διετύπωσε τὴν αἰτίασίν του. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι νόμος τοῦ Κράτους κατηργήθη, ἢ μᾶλλον ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἀνεκόπη δι’ ἁπλῆς ἐγκυκλίου διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: τί ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ ῥητὴ κατηγορία κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παρέβη τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; Καὶ δὲν εἶπε τοῦτο χθὲς τὸ πρῶτον· ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ὕψωσε τὴν σθεναρὰν φωνήν του, διαμαρτυρηθεὶς, καὶ ἀπηύθυνεν, ὡς πάντες ἐνθυμούμεθα, ἐπερώτησιν δριμυτάτην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ὄπισθεν τοῦ Κανονισμοῦ ὀχυρουμένη, ἐζήτησεν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν. Ἐπίσης σπουδαιοτάτην ἀφῆκαν εἰς ἐμὲ ἐντύπωσιν οἱ λόγοι ἑτέρου σεβαστοῦ πολιτευτοῦ, τοῦ ἐκ Γόρτυνος, εἰπόντος τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔχει μὲν τὸ δικαίωμα κατὰ τὰ κεκανονισμένα νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐὰν τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ συμβουλεύσῃ, ἤθελε προτείνει πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ βραδύνῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τοιαύτην ῥητὴν κατηγορίαν. Ἀλλὰ μήπως μόνη ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας κ. Βουλευτοῦ ἔθηκε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν; Μήπως τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἑτέραν πτέρυγα, δὲν διατυποῦσιν ὁμοίαν κατηγορίαν, ὄχι κατὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κατὰ τῆς προκατόχου; Ὁπωσδήποτε λοιπὸν τὸ θέμα εἶναι τὸ αὐτό· ἔχομεν παράβασιν τῶν νόμων, τελεσθεῖσαν εἴτε ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ὑπὸ τῆς προκατόχου. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πληρωμῆς τελῶν τινων εἰς χρυσόν», θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν δι’ ἐγκυκλίου ἀνακοπὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι παρανόμως εἶχε δημοσιευθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Οἱανδήποτε λοιπὸν ἔκβασιν καὶ ἂν ἔχῃ ἡ ὑπόθεσις διὰ τοὺς Βουλευτὰς, μίαν ἔχει καὶ τὴν αὐτὴν σοβαρότητα, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ θέλει ἀποφασισθῆ, ἐὰν Κυβέρνησις τῆς χώρας ἠθέτησε νόμον τοῦ Κράτους. Ὅταν τοιοῦτον ἦναι τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, δὲν πρέπει βεβαίως νὰ προσδοκῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν μελῶν αὐτῆς ἢ τῶν φίλων αὐτῆς τῶν πολιτικῶν θὰ ὁμολογήσῃ τὴν τοιαύτην παράβασιν. Οὗτοι θὰ παρέλθωσιν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ θὰ προσπαθήσωσι δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν ἐπιχειρημάτων νὰ ἀποδείξωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν παρεβιάσθη νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὅτι ἐξετελέσθη ὕψιστον καθῆκον πρὸς τὴν Πολιτείαν, διότι ἀνεκόπη ἡ ἐφαρμογὴ νόμου ἀκύρου. Καὶ δὲν εἴδομεν, κύριοι συνάδελφοι, εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας πειρώμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην πρᾶξιν; Δὲν ἐνθυμεῖσθε πόσον ἐνδιέτριψε περὶ τὸ θέμα τοῦτο, κρατῶν ἀνὰ χεῖρας κείμενα νόμων, καὶ ἐπικαλούμενος γνώμας προϋπαρξάντων πολιτικῶν ἀνδρῶν; Δὲν ἠκούσαμεν χθὲς ἀκόμη τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σύρου συναδέλφου, παρελθόντος ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα δικαιολογήσῃ ἐπίσης τὴν αὐτὴν πρᾶξιν; καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε μετὰ πόσης ἐκπλήξεως ἠκούσαμεν τὸ συμπέρασμα τοῦ λόγου του, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξία στεφάνων, διότι ἀνέκοψε τὴν ἐφαρμογὴν νόμου παρανόμου; Δὲν ἦτο λοιπὸν δικαιολογημένη ἡ κατάπληξις ἐνίων ἐξ ὑμῶν, ὅτε ἠκούσατε ἐμοῦ, εἰπόντος ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου θέματος, περὶ παραβιάσεως νόμου. Ἐψηφίσθη ὑφ’ ἡμῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὁ ὑπὸ στοιχεῖα ͵ΒΡΙΕʹ νόμος «περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν». Ὁ νόμος οὗτος ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τῇ 22 Δεκεμβρίου 1892, καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐδόθη ὑπ’ αὐτοῦ ἡ ἐντολὴ πρὸς δημοσίευσιν. Ἀμφότεραι αὗται αἱ πράξεις φέρουσι τὰς ὑπογραφὰς τῶν τότε Ὑπουργῶν. Ἔπειτα ὁ νόμος κατεχωρίσθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τῶν διαδόχων ἐκείνων. Εἶναι ὁ νόμος οὗτος ἔγκυρος; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Ὅπως φθάσωμεν εἰς ὀρθὸν συμπέρασμα ἐπὶ τοῦ ἐπασχολοῦντος ἡμᾶς θέματος, πρέπει δι’ ὀλίγων ν’ ἀναπολήσωμεν τὸν τρόπον τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ νόμου παρ’ ἡμῖν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι κατατετμημένη, κατὰ τὸ ἡμέτερον πολίτευμα, μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς· ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ψηφίζει τὰ σχέδια τῶν νόμων, νομοσχέδιον δὲ ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς προσάγεται εἰς τὸν Βασιλέα, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς κύρωσιν, ὁ Βασιλεὺς ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ κυροῦν τὸν νόμον, διὰ τῆς κυρώσεως ὅμως τοῦ νόμου ἐξαντλεῖ τὴν νομοθετικὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν. Τὰ στάδια τῆς τοιαύτης ἐργασίας εἶναι τρία· πρῶτον τὸ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου (sanctio legis), δεύτερον τὸ τῆς ἐκδόσεως (promulgatio legis) καὶ τρίτον τὸ τῆς publicatio legis, τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, ὡς πάντα τὰ Συντάγματα, ῥητῶς διαλαμβάνει, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους»· ἡ διάταξις ἐλήφθη ἐκ τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, μετάφρασις οὖσα τῆς διατάξεως «Le roi sanctionne et promulgue les lois». Ἐξετάσωμεν νῦν, κατὰ τὰ τρία ταῦτα στάδια ποία εἶναι ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν; Ὑπάρχει γνώμη, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὴν κύρωσιν τῶν νόμων οὐδεὶς εἶναι ὑπεύθυνος, διότι λέγουσιν οἱ ταῦτα φρονοῦντες, ὅτι ὁ Βασιλεύς, κυρῶν τὸν νόμον, ἐνασκεῖ νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἡ δὲ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ὑπόκειται εἰς εὐθύνας. Αὕτη εἶναι γνώμη ἐν μέρει μόνον ἀληθής. Ὑπάρχει εὐθύνη κατὰ τὴν κύρωσιν τῶν νόμων, ἀλλ’ εὐθύνη περιωρισμένη· ὁ Ὑπουργός, ὑποβάλλων εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν νομοσχέδιον ἐψηφισμένον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀναλαμβάνει διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ταύτην καὶ μόνην τὴν εὐθύνην, ὅτι τουτέστιν ὁ νόμος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὰ κεκανονισμένα, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ, οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην, εἰμὴ μόνον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὴν εὐθύνην περὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ κυρωτέου νόμου. Κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον, τῆς promulgatio legis, ὁ Βασιλεὺς ἐνεργεῖ ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δίδων ἐντολὴν περὶ δημοσιεύσεως καὶ ἐκτελέσεως τῶν νόμων. Ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο εἶναι ἡ αὐτὴ πρὸς τὴν τῆς κυρώσεως. Κατὰ τὸ στάδιον τῆς publicatio legis (δημοσιεύσεως καὶ ἐκτελέσεως) οὐδεμία ὑπάρχει εὐθύνη, διότι ἀφ’ ἧς ὁ νόμος ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εὐθύνη διὰ τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, διότι ὁ κατηρτισμένος νόμος ἀπαιτεῖ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ· μόνον δὲ διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν νόμου, ἢ τὴν καταδολίευσιν τοῦ νόμου, ἢ διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ κειμένου τοῦ νόμου παρεφθαρμένου ἐν γνώσει ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὑπέχουσιν εὐθύνας οἱ Ὑπουργοί. Τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα θὰ ἐννοηθῇ τελειότερον, ὅταν σχηματίσωμεν ὀρθὴν ἐπιστημονικῶς ἔννοιαν, πότε ὁ νόμος τελειοῦται καὶ καταρτίζεται. Ὁ νόμος εἶναι ἄρτιος, κατὰ τὴν γνώμην ἁπάντων τῶν συγγραφέων, ἀπὸ τῆς κυρώσεως αὐτοῦ· ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐκυρώθη ὁ νόμος, ἐξηντλήθη, ὡς προεῖπον, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ Βασιλέως· συνέπεσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ αἱ θελήσεις τῶν δύο νομοθετικῶν παραγόντων τῆς Πολιτείας, ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως ὡς νομοθέτου; ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ νόμος κατηρτίσθη. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην συγγραφέων, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ μνημονεύσω τὴν γνώμην τοῦ διασημοτάτου τῶν Γερμανῶν πολιτειολόγων, τοῦ πολλοῦ Laband· οὗτος ῥητῶς λέγει, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κοινῶς παραδεχόμεθα, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπαντᾷ εἰς ὅλους τοὺς ἀστικοὺς κώδικας τῶν ἐθνῶν, αὐτὸ φανερώνει μόνον τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου κατὰ τὴν πρακτικὴν αὐτοῦ σημασίαν. Ὁ νόμος, λέγει, εἶναι νόμος, ἐν ἰσχύϊ ἀφ’ ἧς ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἀφ’ ἧς ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἶναι ἐν ἰσχύϊ διὰ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐπιβάλλει δὲ εἰς ταύτην τὸ καθῆκον νὰ τὸν δημοσιεύσῃ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως δ’ εἰς αὐτὴν εἶναι νόμος ἰσχύων καὶ διὰ τοὺς ὑπηκόους. Διαστέλλει λοιπὸν δύο στάδια ἰσχύος τῶν νόμων, τὸ στάδιον τῆς ἰσχύος τῶν νόμων διὰ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ τὸ στάδιον τῆς ἐκτελέσεως διὰ τοὺς ὑπηκόους, διὰ τοὺς πολίτας. Καὶ τῳόντι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ ἔχῃ τὸ πρᾶγμα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ νόμος ὑποχρεῶν τοὺς πολίτας, ἐὰν ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐγένετο πρότερον γνωστός; καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως γνωστὸς κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν, εἰμὴ διὰ τοῦ τύπου, διὰ τῆς καταχωρίσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως; Ἐὰν δὲ τὸ πλάσμα τοῦ νόμου, ὅτι οἱ πολῖται γινώσκουσι τὸν νόμον καὶ ὀφείλουσι νὰ γινώσκωσι τοῦτον, εἶναι ἁπλῆ fictio legis, τὸ πλάσμα τοῦτο βεβαίως θὰ ἦτο φανερὸν ψεῦδος, ἐὰν δὲν ἐγίνετο ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου διὰ τοῦ τύπου. Ὁ νόμος λοιπὸν, ἅμα καταρτισθεὶς, ἀπαιτεῖ τὴν ἐκτέλεσιν αὑτοῦ, καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιβάλλεται εὐθὺς ἀμέσως ἡ δημοσίευσις. Τὸ ἡμέτερον πολίτευμα δὲν καθιεροῖ, λέγουσι, προθεσμίαν πρὸς δημοσίευσιν τῶν νόμων, ἀκριβῶς διότι μετὰ τὴν κύρωσιν ἐπιβάλλεται ὡς καθῆκον ἡ ἄμεσος δημοσίευσις· Κυβέρνησις δ’ ἀναβάλλουσα τὴν δημοσίευσιν πράττει τοῦτο ὑπὸ ἰδίαν πολιτικὴν καὶ ποινικὴν εὐθύνην. Ἠπόρησα μάλιστα, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος φίλος καὶ συνάδελφος ἐκ Χαλκίδος ἠθέλησε νὰ ἀρυσθῇ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἐναντίας γνώμης. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν γνώμην τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη, ὅτι τὸ στάδιον τῆς δημοσιεύσεως εἶναι ἐντελῶς κεχωρισμένον, καὶ ὅτι ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου ὀφείλει ὁ νόμος οὐ μόνον νὰ κυρωθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ δημοσιευθῇ. Τῳόντι κατὰ τὸ 1873 ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, προκειμένου περὶ τῆς συμβάσεως τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναλάβει ἡ Κυβέρνησις διὰ νόμου νὰ χορηγήσῃ ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης, ἐλθὼν κατόπιν ὡς κυβερνήτης, δὲν συνῄνει νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν πίστωσιν ἐκείνην· ὅτε δ’ ἐγένετο αὐτῷ περὶ τούτου ἐπερώτησις, ἐπῆλθε μακρὰ συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Δεληγεώργης ὑπεστήριξεν ἀληθῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐδημοσιεύθη ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου, ἦτο ἄκυρος. Εἰς τὴν τοιαύτην γνώμην ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ ὁ κ. συνάδελφος τὴν θεωρίαν του, κατὰ τὴν ὁποίαν νόμος κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δημοσιευθεὶς ὅμως κατόπιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ὑπουργῶν, δὲν εἶναι νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐξέλεξε βεβαίως κακὸν ἐπιχείρημα, διότι ἐπεκαλέσθη γνώμην, ἡ ὁποία, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς εἶναι ἐντελῶς ἀθώα πρὸς τὸ ἐπασχολοῦν ὑμᾶς θέμα, τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΕʹ δημοσιευθέντος ἐντὸς τῆς συνταγματικῆς διορίας, εἶναι συγχρόνως ἄντικρυς ἐναντία εἰς τὸ πολίτευμα, ἄντικρυς ἐναντία εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Τὸ ἡμέτερον, ὡς εἶπον, πολίτευμα καθιεροῖ προθεσμίαν δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου πρὸς κύρωσιν τῶν νόμων. Ἐν ἄρθρῳ 36 τοῦ Συντάγματος ὁρίζεται (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους. Νομοσχέδιον ἐπιψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μὴ κυρωθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου λογίζεται ἀκυρωθέν.» Δύο περιέχει περιόδους τὸ ἄρθρον· τὴν πρώτην, κατὰ τὴν ὁποίαν περιλαμβάνεται, ὅτι ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους, καὶ τὴν δευτέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν τίθεται προθεσμία δύο μηνῶν πρὸς τὴν κύρωσιν, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς δημοσίευσιν τοῦ νόμου. Ἐνῷ λοιπὸν ἐπὶ τοιούτου σαθροῦ πεδίου ἠγωνίζετο ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὅπως ἐξεύρῃ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης ἐκείνης, ἦλθεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος συνάδελφος νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ κῦρος τοιαύτης γνώμης, ἐντελῶς μὲν ἀλλοτρίας πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα, συγχρόνως δὲ προφανῶς σφαλερᾶς. Ἀλλ’ ὁ πολυμήχανος συνάδελφος εἰς ἄλλα ἐτράπη ἐπιχειρήματα. Ὁ Βασιλεὺς, εἶπε, κυρόνει τοὺς νόμους, ἀλλὰ μέχρι τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου· καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ἔλαβεν ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ τότε Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου Προβελεγγίου, ἐξ αὐτοῦ δὲ συμπεραίνει, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ νόμος ἠδύνατο ν’ ἀνακληθῇ, παραιτηθέντων τῶν Ὑπουργῶν, ἄκυρος ἡ δημοσίευσις. Τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἐπίσης μὴ ὀρθόν· ὡς προεῖπον, ὁ Βασιλεὺς, ἅμα κυρώσῃ τὸν νόμον, ἐξαντλεῖ τὴν νομοθετικὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος ὁ οὕτω ψηφισθεὶς καὶ κυρωθεὶς, εἰμὴ μόνον κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐψηφίσθη, δὲν θὰ ἦτο δὲ εὐχάριστον ὁμολογουμένως νὰ βλέπωμεν τὸν Βασιλέα καθ’ ἑκάστην κυροῦντα τοὺς νόμους καὶ μετ’ ὀλίγον ἀκυροῦντα αὐτούς. Ἐπεκαλέσθη πρὸς κύρωσιν τῆς γνώμης του τὸν Rönne, γνωστότατον ἀληθῶς Γερμανὸν συγγραφέα, ἀλλ’ οὗτος, μεμονωμένος ἐν τῇ γνώμῃ του, ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ κύρωσις τοῦ νόμου, ὡς πρᾶξις ἐσωτερική, δύναται ν’ ἀνακληθῇ· ἐν τούτοις καὶ αὐτὸς, μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐντολὴν πρὸς δημοσίευσιν, θεωρεῖ ἀδύνατον τὴν ἀνάκλησιν. Ὥστε καὶ τὴν γνώμην τοῦ μοναδικοῦ τούτου συγγραφέως ἐσφαλμένως ἀντελήφθη καὶ ἐσφαλμένως ἐπεκαλέσθη. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἔχομεν μόνον τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου ἢ καὶ τὴν ἔκδοσιν τετελεσμένην ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Βεβαίως, ἐὰν παρατηρήσητε τὸν νόμον, θὰ ἴδητε, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ κύρωσις καὶ ἡ ἐντολὴ πρὸς δημοσίευσιν διὰ τῶν λέξεων: «Ὁ παρὼν νόμος, ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ παρ’ ἡμῶν σήμερον κυρωθεὶς, δημοσιευθήτω διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Ἀφοῦ λοιπὸν καὶ αἱ δύο διατυπώσεις εἶχον ἐκτελεσθῆ, ὁ νόμος, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν μοναδικὴν γνώμην τοῦ Rönne, εἶχε καταστῆ τέλειος, καὶ οὐδεμία ἀνάκλησις ἐχώρει. Πλὴν τούτων, ὁ Βασιλεὺς οὐ μόνον δὲν ἐξεδήλωσε θέλησιν ἀνακλήσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκδοὺς τὸ Β. Διάταγμα τῆς 30 Μαΐου, δι’ οὗ αἱ ἐκ τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΕʹ πρόσοδοι ἐδίδοντο εἰς ἀσφάλειαν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, κατεδήλωσε πᾶν τοὐναντίον. Ὑπῆρχον λοιπὸν οἱ ὑπεύθυνοι καὶ διὰ τὴν κύρωσιν καὶ διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου κατὰ τὴν ἀληθῆ σημασίαν. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ νόμος εἶχε τελείως καταρτισθῆ, οὐδὲν ἄλλο ὑπελείπετο ἢ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, καὶ δικαίως σήμερον θὰ κατηγόρουν τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε, ἡ ὁποία δὲν ἐξετέλεσεν ἢ καθῆκον ἐπιβεβλημένον αὐτῇ, ἂν μὴ εἶχε προβῆ εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου. Ὁ χθὲς ἀγορεύσας συνάδελφος ἐξ Ἄργους, πλὴν τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων, σᾶς ἔφερεν αὐτὰ τὰ προηγούμενα τοῦ Κοινοβουλίου, τὰς πράξεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, σᾶς ἠρίθμισεν ἀπειρίαν νόμων, ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1875 καὶ 1880, 1883, 1892, νόμων, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ αὐτὴ ὑπῆρχε τακτικὴ, τουτέστιν οἱ νόμοι εἶχον κυρωθῆ καὶ ἐκδοθῆ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως μὲ ὑπογραφὰς ὑπευθύνων συμβούλων ἄλλων, καὶ ἐν τούτοις ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ ἄλλης ὑπογραφῆς, εἰμὴ μόνον μὲ τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν πλέον Ὑπουργοί. Ἐπεκαλέσθη δὲ καὶ τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λεχθεῖσαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῶν ψευδονόμων, καὶ ἀνέγνωσε πρὸς ἡμᾶς, ἐκπεπληγμένος, τὴν γνώμην του ταύτην, ῥητῶς λέγοντος, ὅτι «νόμον ὁπωσδήποτε δημοσιευθέντα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχε τὴν ἐξουσίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀκυρώσῃ, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν αὐτοῦ διὰ νόμου». Μετὰ τὴν τοιαύτην γνώμην αὐτοῦ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποληφθῇ ἀμφιβολία τις, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει εἶναι ἐκτὸς τῶν νόμων; Ἀλλ’ ἤδη ἂς κρίνωμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὁποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοιαύτης πολιτείας. Τὰ ἀποτελέσματα τὰ εἴδομεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς· εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις εἰς ψήφισιν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου καὶ αἱ τρεῖς διατάξεις, δύναται νὰ εἴπῃ τις, εἶναι ἀθέτησις πάντων τῶν κανόνων, ὅσοι πρέπει νὰ κρατῶσι κατὰ τὴν θέσιν τῶν νόμων. Ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις εἰσηγήσατο νόμον «περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν», καὶ ἀπὸ τῆς ἐπιγραφῆς τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς τελευταίας αὐτοῦ παραγράφου τὸ πᾶν εἶναι ἐσφαλμένον. Ἰδοὺ ποῦ ἄγει ἡμᾶς τοιαύτη πολιτεία. Ἐνῷ πρόκειται ἀληθῶς περὶ καταργήσεως τῆς πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν, ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νόμου εἶναι «περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν τοῦ Κράτους»· καὶ ἐνῷ πρόκειται νὰ παύσωμεν τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους εἰς χρυσὸν ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων τῆς χώρας, καὶ ἐνῷ ἀνομολογοῦμεν διὰ τῆς πράξεως ἡμῶν ταύτης, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀκύρως εἶχε δημοσιευθῆ καὶ ἀκύρως ἑπομένως εἶχεν ἐφαρμοσθῆ, δημιουργοῦμεν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νομοθετοῦμεν, ὅτι οἱ φόροι θὰ βεβαιώνωνται εἰς τραπεζογραμμάτια, ἀλλὰ θὰ εἰσπράττωνται εἰς χρυσὸν ἠλαττωμένοι κατὰ τὸ ⅙, καὶ θὰ βεβαιώνωνται ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου 1893 μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου 1893! Ἐνῷ δηλαδὴ πρέπει νὰ νομοθετῶμεν διὰ τὸ μέλλον, ἐνταῦθα νομοθετοῦμεν διὰ τὸ παρελθὸν, καὶ οὔτε ἡ φράσις ἀκόμη τῶν νόμων ἔχει ἀλλοιωθῆ. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτην πολιτείαν ἐγκρίνωμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὄχι μόνον θὰ φανῶμεν ἀντιφατικῶς νομοθετοῦντες, ἀλλ’ ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ συμπληρώσωμεν τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον, τὸν ὁποῖον σήμερον μᾶς ὑποδεικνύει ὁ κ. Πρωθυπουργός· καὶ τότε θὰ γεννηθῇ εἰς ἡμᾶς βεβαίως τὸ καθῆκον νὰ προνοήσωμεν νομοθετικῶς οὐ μόνον περὶ τοῦ νόμου τούτου, περὶ τοῦ ὁποίου προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλης ἐκείνης τῆς σωρείας τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἀπηρίθμησαν οἱ ἐξ Ἄργους καὶ ἐκ Νάξου Βουλευταί. Ἂν δὲ ῥίψητε βλέμμα ἁπλοῦν εἰς τοὺς νόμους ἐκείνους, θὰ ἴδητε, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν καταριθμοῦνται νόμοι σπουδαιότατοι. Οὕτω μεταξὺ αὐτῶν, πλὴν ἄλλων, ἀνήκει καὶ ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας τοῦ 1867, ὁ νόμος περὶ καπνοῦ, ὁ νόμος περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου. Ποῖα δὲ θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα τοιαύτης πολιτείας; Θὰ ἐπικρατήσῃ ἡ σύγχυσις ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ ἐπικρατῇ ἡ σαφήνεια. Ἂν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν κυρώσωμεν τὰ ἤδη γενόμενα, θὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς ὅλους τοὺς πολίτας, ὅσοι ἐφορολογήθησαν δυνάμει τῶν προηγουμένων νόμων, οἵτινες εἶχον τὴν αὐτὴν ἀτέλειαν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ νόμος ΒΡΙΕʹ, νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν ἐπιστροφὴν φόρων μὴ πληρωθέντων νομίμως ...
§18ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ χάος!
§19ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. .. Τότε δὲ ἡ Κυβέρνησις θὰ ᾖναι ὑποχρεωμένη νὰ δικάζηται μεθ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, διότι ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἔχει ὑποβληθῆ εἰς τοιούτους φόρους. Μοὶ φαίνεται, Κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ σημασίαν εἶναι ζήτημα ἐξηντλημένον. Περιμένω δὲ ν’ ἀκούσω τὴν ἀπάντησιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω, Κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν πάντες ἐκτιμῶμεν, θὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν σαφηνείας εἰς τοιαῦτα ζητήματα θὰ προσπαθήσῃ νὰ πείσῃ, ὡς ἔχει καθῆκον, τὴν Βουλὴν περὶ τῆς νομίμου ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ μέρος. Ἐγὼ ὅμως, ἐναντίαν ἔχων γνώμην, δὲν βλέπω τίποτε ἄλλο ἢ λυπηρὰ ἀποτελέσματα, διότι τοιαύτη πολιτεία, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἐνῷ διασαλεύει τὸ κῦρος τῶν νόμων, καταστρέφει συγχρόνως ἀπὸ ῥίζης τὴν δημοσίαν πίστιν τοῦ Κράτους, πλὴν δὲ τούτου, διασείει ἐκ βάθρων πᾶσαν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν πρέπει αἱ κυβερνητικαὶ πράξεις νὰ ἐμπνέωσιν εἰς τοὺς ἑκάστοτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν συμβαλλομένους. Τοιαύτης πολιτείας, κύριοι συνάδελφοι, ταχέως θὰ δρέψωμεν τοὺς πικροὺς καρπούς· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ θελήσῃ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς νὰ κυρώσῃ πολιτείαν οὕτως ἔκνομον, διότι, ἂν καὶ ταύτην κυρώσῃ διὰ τῆς ψήφου της, ἐγὼ δὲν βλέπω τί εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῶν Βουλευτῶν καὶ οἱ Βουλευταὶ νὰ ἔχωσι τὴν τόλμην νὰ ἀρνηθῶσι.
§20ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Προθύμως, κύριοι Βουλευταί, δέχομαι τὴν πρόκλησιν τοῦ ἄρτι καταβάντος τοῦ βήματος κ. Βουλευτοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον προεθέμην νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν Βουλὴν θέματος. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ὀφείλω νὰ προτάξω μίαν ἐξήγησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Ναυπλίας, ὅστις, προκειμένου περὶ τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, ἐζήτει νὰ προκαλέσῃ προώρως καὶ ἐν οὐ δέοντι τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος. Δὲν ἀπήντησα κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, διότι ὁμολογῶ, ὅτι τὴν πρόκλησιν ἐκείνην ἐθεώρησα ὡς μετέχουσαν δόσεώς τινος εἰρωνείας, ἐνόμισα ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς τοιαύτην ἐπὶ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἔχει πεποίθησιν, ὥστε παίζων, οὕτως εἰπεῖν, καὶ εἰρωνευόμενος ἐμοῦ προεκάλει τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης μου, ἐνῷ δὲν προέκειτο συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν ἐθεωρήθη σπουδαῖον, διότι παρεστάθη, ἐξετραγῳδήθη μάλιστα, ὅτι εἶναι πραξικόπημα κατὰ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις δι’ ἁπλῆς ἐγκυκλίου, ἀναιτιολογήτου μάλιστα, κατήργησε νόμον τοῦ Κράτους. Καὶ βεβαίως, οὕτω παρισταμένου τοῦ ζητήματος, ἀπορεῖ τις, πῶς ὁ λαὸς δὲν ἠγέρθη νὰ ἐπαναστατήσῃ. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ καταργήσεως νόμου; Ὅταν λέγωμεν νόμον, ἐννοοῦμεν νομοθέτημα διατρέξαν ὅλα τὰ συνταγματικὰ στάδια, λαβὸν ἰσχὺν νόμου καὶ καταστὰν ὑποχρεωτικὸν διὰ τοὺς πολίτας. Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι, Κύριοι, τὸ ζήτημα, ἂν τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο κατέστη ὑποχρεωτικόν. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικόν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔλαβεν, οὕτως εἰπεῖν, αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, καὶ διὰ τοῦτο διέταξε τὰς ἀρχὰς, τὰς μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἐφαρμοσάσας αὐτὸ, νὰ παύσωσι τοῦ νὰ ἐφαρμόζωσιν αὐτὸ, διότι δὲν ἰσχύει τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο, ἀλλὰ ἡ πρὸ αὐτοῦ κειμένη νομοθεσία, ἡ ἔτι καὶ νῦν ἰσχύουσα. Πράττουσα δὲ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, εἶχε τὴν συναίσθησιν, ὅτι ἐκπληροῖ καθῆκον ἐπιβεβλημένον αὐτῇ, καθῆκον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐφορεύῃ καὶ ἐποπτεύῃ ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν κειμένων νόμων. Ὁ νόμος δὲ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος δὲν εἶναι νόμος κείμενος, διότι δὲν ἔλαβε τὸ φύσημα τῆς ζωῆς, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἵνα ἰσχύσῃ καὶ καταστῇ ὑποχρεωτικὸς διὰ τοὺς πολίτας. Δὲν θὰ ἐνδιατρίψω ἀπασχολῶν τὴν Βουλὴν διὰ διδασκαλίας περὶ καταρτισμοῦ τῶν νόμων. Πάντες γινώσκομεν, ὅτι ὁ νόμος, πρὶν ἢ καταστῇ νόμος, προτείνεται, ψηφίζεται, κυροῦται, ἐκδίδεται. Ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν εἶναι, εἰμὴ ἔμβρυον κυοφορούμενον, μαιούμενον, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς μητρός του, ἀλλὰ μὴ ἔχον ἔτι ζωήν. Ἠπόρησα δὲ, ἀκούων πρὸ μικροῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, θέλοντος νὰ ποιήσῃ τὴν μεταφυσικὴν ἐκείνην διάκρισιν μεταξὺ ἰσχύος νόμου ὡς πρὸς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἰσχύος νόμου ὡς πρὸς τοὺς πολίτας. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ τὴν λεπτολόγον αὐτὴν διάκρισιν, διότι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν ἐννοῶ νόμον ἰσχύοντα, εἰμὴ ὡς πρὸς πάντας, νόμος δὲ μὴ ἰσχύων ὡς πρὸς πάντας δὲν εἶναι νόμος. Ἔχομεν δὲ τὸν ἀστικὸν ἡμῶν νόμον ἐν τῷ 1 αὐτοῦ ἄρθρῳ, ὁρίζοντα, ὅτι ὁ νόμος ἰσχύει καὶ εἶναι ὑποχρεωτικὸς ἀφ’ ἧς δημοσιευθῇ. Ἄρα ἡ πρᾶξις τῆς δημοσιεύσεως εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν προσδίδουσα εἰς τὸν νόμον τὸ εἶναι. Ὡμίλησαν, Κύριοι, περὶ ἐκδόσεως τοῦ νόμου, τῆς promulgatio, καὶ ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν αὐτὴν ὡς τὴν ἐντολὴν τὴν διδομένην παρὰ τοῦ Βασιλέως πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ δημοσιεύσῃ τὸν νόμον καὶ νὰ ἐκτελέσῃ αὐτόν. Φρονῶ ὅμως, Κύριοι, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη στηρίζεται ἐπὶ πλάνης, εἰς ἣν συνήθως ὑποπίπτουσιν οἱ θεωροῦντες τὴν ἐν τῷ Συντάγματι διάταξιν, τὴν λαλοῦσαν περὶ Βασιλέως, ὅτι ὑπ’ ὄψει ἔχει τὸ φυσικὸν πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, θεωροῦσα αὐτὸ ὡς τι χωριστὸν ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν αὐτοῦ, λησμονοῦντες ὅτι ἄλλη διάταξις τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀνεύθυνον καὶ ἀπαραβίαστον, οὐδεμία δὲ πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐν τούτῳ ἔγκειται, Κύριοι, ἡ συνταγματικὴ εὐθύνη, διότι, ὡς γνωρίζετε, τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀνεύθυνον, περὶ ἀνευθύνου δὲ προσώπου δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος. Ἡ πλάνη λοιπὸν, Κύριοι, φρονῶ ὅτι προέρχεται ἐκ τούτου, ὅτι οἱ τὴν ἐναντίαν δόξαν ὑποστηρίζοντες θεωροῦσι τὸ φυσικὸν πρόσωπον τοῦ Βασιλέως ὡς τι κεχωρισμένον ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν αὐτοῦ· ἀλλὰ προδήλως, Κύριοι, τὸ Σύνταγμα, λαλοῦν περὶ Βασιλέως κυροῦντος καὶ δημοσιεύοντος τοὺς νόμους, ἐννοεῖ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὑπὸ τοιαύτην δὲ ἔννοιαν, πῶς δύναται νὰ νοηθῇ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δίδουσα πρὸς ἑαυτὴν τὴν ἐντολὴν νὰ δημοσιεύσῃ τὸν νόμον; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ ἔκδοσις τοῦ νόμου διαταγὴ τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα δημοσιεύσῃ τὸν νόμον τοῦτον, εἶναι ἡ πίστωσις, ὅτι ὁ νόμος κατηρτίσθη διὰ τῆς κυρώσεως, τουτέστι διὰ τῆς συνδρομῆς τῆς ἑτέρας τῶν νομοθετικῶν ἐξουσιῶν, καὶ ὑπάρχει ἵνα ἰσχύῃ· ἡ πίστωσις δὲ αὕτη τῆς ὑπάρξεως τοῦ νόμου ἐκδηλοῦται διὰ τῆς δημοσιεύσεως, ὅτε καὶ ὁ νόμος καθίσταται ὑποχρεωτικός. Τοιαύτης ἄρα οὔσης τῆς δημοσιεύσεως, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῆς ἐκδηλοῦται, καθίσταται γνωστὴ καὶ τοῦ νόμου ἡ κύρωσις καὶ τοῦ νόμου ἡ ἔκδοσις, βεβαίως περὶ τῆς πράξεως ταύτης πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ ὑπεύθυνος. Ὑπεστήριξαν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ προλαλήσαντες, ὅτι ὁ νόμος ὁ κυρωθεὶς εἶναι νόμος τέλειος, εἶναι νόμος πλήρης. Καὶ τίς τὸ ἠρνήθη; Ὑπεστήριξαν ὅτι διὰ τῆς ἐκδόσεως ὁ νόμος εἶναι ἰσχυρὸς, τουτέστιν ἔχει ἐν ἑαυτῷ τὸ σπέρμα τῆς ἰσχύος· ἀλλὰ πάντα ταῦτα εἶναι πράξεις ἐσωτερικαὶ καὶ προπαρασκευαστικαί, μὴ λαμβάνουσαι ὕπαρξιν ἢ μόνον διὰ τῆς δημοσιεύσεως, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ὑπόκεινται εἰς ἀνάκλησιν. Γνωρίζω ὅτι ἠμφισβητήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως καὶ τῆς κυρώσεως καὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου· ὡς ἐπιχείρημα μάλιστα προὐτάθη, ὅτι οὕτω πως καθιεροῦται δικαίωμα ἀρνησικυρίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέναντι τῆς πράξεως τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ πάλιν καταδείκνυται ἡ πλάνη καὶ ἡ ἐσφαλμένη θεωρία τοῦ χωρισμοῦ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ τίς δύναται, Κύριοι, νὰ ἀμφισβητήσῃ εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐν ὅσῳ δὲν προβαίνει εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν γενομένην ἤδη ἐν τῷ ἀφανεῖ κύρωσιν καὶ ἔκδοσιν τοῦ νόμου; Τί καθιστᾷ τὸν νόμον ἀμετάκλητον πλέον καὶ ὑποχρεωτικόν; Ἡ δημοσίευσις. Καὶ δὲν δύναται μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, μέχρις οὗ δηλαδὴ ὁ νόμος λάβῃ ὕπαρξιν, καὶ ἐπενέγκῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κόσμῳ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ, δὲν δύναται νὰ ἀνακληθῇ;
§21ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μοὶ συγχωρεῖτε μίαν ἐρώτησιν; Ἡ ἀνάκλησις αὕτη δύναται νὰ γείνῃ σιωπηρῶς;
§22ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιστρέφει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως.
§23ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἀφοῦ κατεχωρίσθη εἰς τὸν κώδικα τῶν νόμων; καὶ ἀφοῦ ἀπετελειώθη ἥ τε κύρωσις καὶ ἡ promulgatio;
§24ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ποῖος νὰ τὸν καταχωρίσῃ εἰς τὸν κώδικα τῶν νόμων; Κύριε Βουλευτά, γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι, ἐνόσῳ ὁ νόμος δὲν δημοσιεύεται, μένει εἰς τὸ συρτάρι τοῦ Ὑπουργοῦ.
§25ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κακῶς μένει.
§26ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νὰ τὰ μεταβάλητε ὑμεῖς, ὅταν ἔλθητε Ὑπουργός. Καὶ τὴν ἀπόδειξιν, Κύριοι, τὴν ἔχετε ἐν αὐτῇ τῇ συζητουμένῃ περιπτώσει. Ὁ νόμος περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν τελῶν τινων ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, προταθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη ἐν ὄψει καὶ ἐν βλέψει τοῦ διαπραγματευομένου τότε δανείου· ἀλλ’ ἐφόσον ἡ εἴσπραξις εἰς χρυσὸν τελῶν τινων ἀπετέλει τὴν παρασχεθησομένην εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ δανείου ἐκείνου ἐγγύησιν, καὶ ὅτε αἱ διαπραγματεύσεις περὶ συνομολογήσεως τοῦ δανείου ἐκείνου εἶχον προβῆ εἰς σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις εἶχε λόγους νὰ πιστεύῃ, ὅτι τὸ δάνειον ἦτο ἐν τῷ τελειοῦσθαι, ὁ νόμος ἐκυρώθη καὶ ἐξεδόθη, φέρει δὲ ἡμερομηνίαν κυρώσεως τὴν 21 Δεκεμβρίου 1892. Ἀπὸ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892 μέχρι τῆς 27 Ἀπριλίου, ὅτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη παρῃτήθη, παρῆλθον, ἂν δὲν σφάλλω, 4 μῆνες, καὶ ἐν τούτοις ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐδημοσιεύθη. Τί ἄρα ἠμπόδιζε τὴν Κυβέρνησιν νὰ δημοσιεύσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον; Βεβαίως ἡ μὴ ἕως τότε πραγματοποίησις τοῦ δανείου. Καὶ φρονεῖτε, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρέμενεν εἰς τὰ πράγματα καὶ τὸ δάνειον ἐπετύγχανε, θὰ προέβαινεν εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου; Εἶχε πλέον ὁ νόμος ἐκεῖνος τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεώς του, καὶ δὲν θὰ εὐθύνετο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἐκλιπόντος τοῦ λόγου τοῦ ὑπαγορεύσαντος τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐὰν ἐδημοσίευεν οὐχ ἧττον αὐτόν; Ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ἡ τεταγμένη εἰς τὸ νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἐπικαιρότητος ἢ μὴ τοῦ νομοθετήματος, περὶ τῆς ἀνάγκης ἢ μὴ τοῦ νὰ θέση ἐν ἐνεργείᾳ, τοῦ νὰ δώσῃ ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν διὰ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὸν νόμον; Καὶ ἐὰν, ἀφοῦ παρουσιάσῃ τὸν νόμον εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν ἡ Κυβέρνησις, μεταβληθῶσιν αἱ περιστάσεις καὶ αἱ ἀνάγκαι αἱ ὑπαγορεύουσαι τὴν ψήφισιν καὶ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου ἐκείνου, δὲν ἔχει καθῆκον νὰ παραστῇ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὰς σκέψεις του καὶ νὰ ὑποδείξῃ αὐτῷ τὰς περιστάσεις τὰς ἀπαγορευούσας πλέον τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου; καὶ νομίζετε ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν θὰ συμφωνήσῃ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἀνακληθῇ ἡ ἤδη γενομένη κύρωσις, ἡ ἐν τῷ ἀφανεῖ καὶ μὴ γνωστὴ εἰς κἀνένα, καὶ ὁ νόμος νὰ ἀκυρωθῇ;
§27ΡΑΛΛΗΣ. Τίς θὰ πράξῃ πάντα ταῦτα, παρακαλῶ;
§28ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ Κυβέρνησις.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ἴσα–ἴσα.
§30ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κυβέρνησιν δ’ ἐγὼ ἐννοῶ Ὑπουργοὺς μετὰ τοῦ Βασιλέως συμπράττοντας.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς ἐννοεῖτε Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη, δὲν ἐννοεῖτε τίποτε ἄλλο.
§32ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν λοιπὸν, Κύριοι, ἡ γενομένη κύρωσις καὶ ἔκδοσις νόμου ὑπόκηται εἰς ἀνάκλησιν, καὶ ἀναμφισβητήτως ὑπόκειται, δὲν ὑπάρχει ἡ εὐθύνη, ἥτις παρακολουθεῖ τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς δημοσιεύσεως, εὐθυνομένην ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει τοῦ νόμου; Ἐνταῦθα φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἔγκειται ἡ κλεὶς τῆς λύσεως τοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ τίθησιν εἰς τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς. Διότι ἄλλως, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἐναντίαν θεωρίαν, ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα; Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ἐκεῖνο ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε κατὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Εἶναι βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη παρέμενεν εἰς τὰ πράγματα, ἀποτυγχάνοντος τοῦ δανείου, βεβαίως δὲν θὰ ἐδημοσίευε τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἔρχονται οἱ διάδοχοι, καὶ χωρὶς νὰ ἀναλάβωσι κἀμμίαν εὐθύνην, δημοσιεύουσι τὸν νόμον εἰς βάρος Ὑπουργῶν μὴ ὑπαρχόντων τότε.
§33ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ἐκτέλεσις διαταγῆς ἢ διατάγματος δὲν ἐπάγεται εὐθύνην τοῦ ἐκτελοῦντος; Δὲν εἶναι ἐκτέλεσις ἡ δημοσίευσις;
§34ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀκούω ὑμᾶς, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Ναυπλίας, ὁμιλοῦντα περὶ ἐκτελέσεως νόμου, καὶ ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ. Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω τὴν νοημοσύνην καὶ τὴν περὶ τὰ νομικὰ τριβήν σας, πιστεύων ὅτι σπουδαίως ὑποστηρίζετε, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἐκτελέσεως νόμου μὴ καταστάντος ἔτι ὑποχρεωτικοῦ.
§35ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως νόμου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως τῆς promulgatio, ἥτις εἶναι μᾶλλον Β. Διάταγμα, ἥτις δὲν εἶναι τῆς νομοθετικῆς τοῦ Στέμματος ἐξουσίας προϊὸν, ἀλλὰ τῆς ἐκτελεστικῆς αὐτοῦ ἐξουσίας.
§36ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, ὅτι ὁ νόμος ἐκτελεῖται ἀφ’ ἧς καταστῇ ὑποχρεωτικός. Τότε μόνον εἶναι δεκτικὸς ἐκτελέσεως, ἀλλὰ πρὸ τοῦ σημείου ἐκείνου δὲν γνωρίζω ἂν δύναται νὰ γείνῃ ἐκτέλεσις νόμου, μὴ ἐκδηλωθέντος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κόσμῳ. Ἴσως φρονεῖτε, διότι καὶ ἐκ διακοπῶν σας χθὲς νομίζω ὅτι ἐνόησα τοῦτο, ὅτι ἡ ἐντολὴ ἐκείνη περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου «δημοσιευθήτω καὶ ἐκτελεσθήτω» εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν.
§37ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐν ὅσῳ δὲν ἀνακληθῇ.
§38ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως κατὰ τὴν θεωρίαν σας, τὴν χωρίζουσαν τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως ἀπὸ τὸ τοῦ Ὑπουργοῦ· διότι σεῖς ὑποθέτετε Βασιλέα ὑπεύθυνον τότε, ἀφοῦ δίδει διαταγὰς πρὸς ἄλλην ἀρχὴν, τουτέστι τὸν Ὑπουργὸν αὐτοῦ. Ἐγὼ ὅμως δὲν δύναμαι νὰ συμβιβάσω τοῦτο ἐν τῷ νῷ μου, διότι ἐν τῷ νῷ μου δὲν ὑπάρχει Βασιλεὺς φυσικὸν πρόσωπον, ἀλλὰ νομοτελεστικὴ ἐξουσία.
§39ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὴ ἐνήργησεν, ὑπέγραψε.
§40ΡΟΥΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε.
§41ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Βουλευτὰ, ἀνέβην τὸ βῆμα, ἵνα ἐκπληρώσω καθῆκον...
§42ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δυστυχῶς.
§43ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Οὐχὶ τὸ καθῆκον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ὁ διακόπτων με, διότι ἐκεῖνο δὲν ὀνομάζεται, κατὰ τὴν ἰδέαν μου καθῆκον... Ἀνέβην τὸ βῆμα, ἵνα ἐκπληρώσω καθῆκον πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι βεβαίως δὲν θὰ συντελέσω, ὥστε νὰ μεταβάλωσι γνώμην οἱ προεσχηματισμένην ἀντίθετον γνώμην ἔχοντες. Διὰ τοῦτο καὶ λαλῶν ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν γένει· ὁ μὴ θέλων ἢ μὴ ἐπιθυμῶν νὰ πεισθῇ ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων μου, εἶναι κύριος. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅμως, ἔχω τὴν συνείδησιν ἥσυχον, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον εὐόρκως. Εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, καὶ ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἀπασχολοῦν αὐτὴν ζήτημα δὶς μέχρι τοῦδε ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐλύθη κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐγκυκλίου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς σᾶς ἀνέφερε τὴν γενομένην συζήτησιν κατὰ τὸ ἔτος 1873, πρωθυπουργοῦντος τότε καὶ Ὑπουργοῦ ὄντος τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς, ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῆς συζητήσεως ἐκείνης στηριζόμενος, ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν· θὰ ὑπομνήσω ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν ἑτέραν πρόσφατον περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεκινήθη, ἐπὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναδιοργανισμοῦ τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου, προκειμένου περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κ. Ράλλης, πολεμῶν τότε τὸ νομοσχέδιον, ἔλεγεν, ὅτι δίδεται τοιαύτη ἐξουσία εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀναστέλλῃ τὴν ἐκτέλεσιν νόμων, διαταγμάτων, τὸ πᾶν· καὶ ἐκεῖ προέκυψε τὸ ζήτημα περὶ δημοσιεύσεως διαταγμάτων ὑπογεγραμμένων παρὰ προκατόχων καὶ δημοσιευθέντων μετὰ τὴν παραίτησιν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ θέματος τούτου ἀκριβῶς λαλῶν, ἀνέπτυξεν αὐτὴν ταύτην τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὑποστηρίζω. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην κατὰ τὸ ἔτος 1873 ἄξιον σημειώσεως ἐπίσης εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ τακτικὴ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἰδικῶς πρὸς τοῦτο σχηματισθεῖσα καὶ περιλαμβάνουσα ὅλας τὰς τότε ἐξοχότητας τῆς Βουλῆς, ὁμοφώνως, πλὴν μιᾶς ψήφου, ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς λύσεως ταύτης. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον προσθέτει τὸ ὕψιστον κῦρος εἰς τὴν γνώμην ταύτην, εἶναι ἡ γνώμη τοῦ μακαρίτου Προβελεγγίου, εἰσαγγελέως ὄντος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ ἀποφανθέντος ὑπὲρ τῆς λύσεως ταύτης τοῦ ζητήματος. Οὐδεὶς δὲ βεβαίως δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ εἰς τὸν μακαρίτην Προβελέγγιον τὴν αὐθεντίαν, τὴν ὁποίαν ἡ γνώμη αὐτοῦ εἶχεν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Ὅστις δὲ χάριν περιεργίας ζητήσῃ νὰ ἀναγνώσῃ τὴν πολυσέλιδον ἔκθεσιν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, θὰ πεισθῇ ἀδιστάκτως, ὅτι οὐχὶ δι’ ἐπιχειρημάτων σαθρῶν ἢ δικολαβικῶν ὑποστηρίζεται ἡ γνώμη ἐκείνη, ἀλλὰ δι’ ἐμβριθοῦς μελέτης πάντων τῶν συγγραφέων τῶν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συγγραψάντων. Ἐκεῖ δὲ ὁ μακαρίτης Προβελέγγιος ἀνασκευάζει τὴν γνώμην τοῦ Μὸλλ, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλοῦντο τότε οἱ ἀντιδοξοῦντες, ὑποστηρίζοντες τὴν ἐναντίαν ἐκδοχὴν, διὰ τῆς ὀρθοτάτης παρατηρήσεως, ὅτι ὁ Μὸλλ σχολιάζει τὸ Σύνταγμα τῆς Βυρτεμβέργης, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει νομοτελεστικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ Βασιλεὺς μονάρχης. Καὶ ἐκεῖ ὁ μακαρίτης Προβελέγγιος ἐπικαλεῖται πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης αὑτοῦ καὶ αὐτὴν τὴν αὐθεντίαν καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Rönne, τὸν ὁποῖον ὁ προλαλήσας ἐπεκαλέσθη, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ. Ἀκριβῶς δὲ ὁ Προβελέγγιος ἀναφέρει δι’ εἰσαγωγικῶν τὴν μετάφρασιν τοῦ σχετικοῦ χωρίου τοῦ Rönne, τοῦ ὑποστηρίζοντος τὴν ἐκδοχὴν, καθ’ ἣν «ἡ κύρωσις καὶ ἡ ἔκδοσις λαμβάνει ἐξωτερικὴν νομικὴν ὕπαρξιν μόνον ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἀποτελοῦσα μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης καθαρῶς ἐσωτερικὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς δύναται καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀνακαλέσῃ.» Τί δύνασθε λοιπὸν ἀπέναντι τῆς αὐθεντίας ταύτης νὰ ἀντιτάξητε; Ὅτι δὲν ἀνεκλήθη ἡ κύρωσις; Ἀλλ’ ἡ κύρωσις ἡ ἤδη γενομένη ἐν τῷ ἀφανεῖ, ἀφοῦ δὲν ἔλαβεν ὕπαρξιν, ἀφοῦ δὲν ἐξωτερικεύθη διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῆς μόνης διδούσης τὸ φύσημα τῆς ζωῆς εἰς τὸν νόμον, ἦτο δεκτικὴ ἀνακλήσεως.
§44ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν 30 Μαΐου, παρακαλῶ, δὲν ἐξωτερικεύθη;
§45ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πῶς; ἄνευ ὑπογραφῆς ὑπευθύνου;
§46ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.
§47ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς ἐγκύρου δημοσιεύσεως.
§48ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως διὰ τῆς δημοσιεύσεως.
§49ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀλλὰ τίς ὁ ὑπεύθυνος; Ὁ χθὲς λαλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους ἠθέλησε νὰ παραβάλῃ τὴν προκειμένην περίπτωσιν πρὸς τὰ ἐν ἔτει 1874 ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς λεγομένης ψευδοβουλῆς. Ἀλλὰ τί κοινὸν μεταξὺ ἐκείνων καὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως; Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους εἶχε δίκαιον, μὴ ἐννοῶν τὴν διαφοράν, διότι συνειθισμένος νὰ χειρίζηται μᾶλλον δεξιῶς τὸν οἴακα, παρὰ τὸν κώδικα, δὲν ἔβλεπε τὴν ὑπάρχουσαν διαφοράν, καὶ ἔφερεν ὡς παράδειγμα, πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς γνώμης του, ὅτι τότε ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νομοθέτημα, ἵνα καταργήσῃ τοὺς νόμους ἐκείνους τοὺς ψευδεῖς. Καὶ βεβαίως, διότι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι οἱ ψευδεῖς εἶχον πάθημα ἐσωτερικὸν καὶ οὐχὶ ἐξωτερικὸν, ἔφερον δὲ πάντα τὰ γνωρίσματα τὰ ἐξωτερικὰ τοῦ νόμου καὶ ἐδημοσιεύθησαν ὑπὸ ὑπευθύνων Ὑπουργῶν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἴσχυον ὡς νόμοι τοῦ Κράτους, οὐδεὶς δὲ ἠδύνατο οὐδὲ αὐτὰ τὰ δικαστήρια, (ἂν καὶ ἐδοκίμασαν νὰ προσφύγωσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων δι’ εἰκονικῶν δικῶν) ἵνα κηρύξωσι τοὺς νόμους ἐκείνους ἀκύρους, διότι οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἔρευναν καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὸν ἐσωτερικὸν καταρτισμὸν τοῦ νόμου, νὰ ἐξετάσῃ δηλονότι, ἂν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐψηφίσθησαν ἐν ἀπαρτίᾳ οὔσης τῆς Βουλῆς, ἢ μή· ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νομοθετήματος, ἵνα καταργηθῶσιν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ νόμου μὴ λαβόντος ὕπαρξιν, μὴ ἰσχύοντος διὰ τῆς δημοσιεύσεως, τίς ἡ ἀνάγκη νομοθετήματος; Ὁ νόμος ὁ μὴ ἰσχύων δὲν ὑπάρχει, καὶ καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἀνεχθῇ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν εἴσπραξιν φόρων δυνάμει νόμου μὴ ὑποχρεωτικοῦ διὰ τοῦ πολίτας.
§50ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Τὰ εἰσπραχθέντα διατὶ δὲν ἐπιστρέφονται;
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλο ζήτημα αὐτό.
§52ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους σᾶς ἀπηρίθμησεν ἐπίσης ἀπειρίαν νόμων ὡς δημοσιευθέντων, ὅπως καὶ ὁ προκείμενος, ἀλλὰ τοῦτο δὲν λύει τὸ ζήτημα. Δὲν ἐξετάζω ἂν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐδημοσιεύθησαν, ὅπως ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐβεβαίωσεν, ἂν καὶ ἔχω περὶ τούτου πολλὰς ἀμφιβολίας, ἂν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι πράγματι ἐδημοσιεύθησαν ἄνευ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ· ἀλλὰ τὸ κακῶς γενόμενον δὲν λύει τὸ ζήτημα, δὲν ἕπεται ὅτι, ἐὰν ἐγένετό τι κακῶς, τοῦτο πρέπει πάλιν νὰ ἐπαναληφθῇ, οὐδ’ ἀποτελεῖ τοῦτο νομολογίαν, προκειμένου περὶ τυπικοῦ κύρους τοῦ νόμου, ἤτοι περὶ ἐφαρμογῆς τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀρκοῦσιν ὅσα ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἂν ἐκ τῶν κατόπιν ὁμιλιῶν τῶν μελλόντων νὰ ἀγορεύσωσι, παραστῇ ἀνάγκη, νὰ λάβω καὶ αὖθις τὸν λόγον. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐπαναλαμβάνω, φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μακρὰν τοῦ νὰ παρανομήσῃ, ὡς ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ἐξεπλήρωσε καθῆκον ἐπιβεβλημένον αὐτῇ ἐκ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ πρὸς αὐτὴν ψῆφος τῆς Βουλῆς θὰ ἦναι λευκή.
§53ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πλανῶνται μεγάλῃ πλάνῃ οἱ νομίζοντες, ὅτι διὰ σοφιστειῶν καὶ διαστροφῶν τοῦ γράμματος τοῦ νόμου δύνανται νὰ ἐκθέσωσιν εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας τὴν μὴ ἀλήθειαν ὡς ἀλήθειαν· πλανῶνται οἱ νομίζοντες, ὅτι ἀγωνιζόμεθα ἀγῶνα ἄγονον. Θὰ ἀγωνισθῶμεν ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, καὶ θὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι οἱ κοπτόμενοι ὑπὲρ τῶν θεσμῶν εἶναι οἱ παραβάται αὐτῶν. Πλανῶνται οἱ νομίζοντες, ὅτι διὰ τῆς ἀριθμητικῆς των δυνάμεως θὰ ἀποδείξωσι τὸ ψευδὲς ὡς ἀληθές. Θὰ τὸ ἀποδείξωσι πρὸς ὥραν, ἀλλὰ πάντοτε θὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὸν μέλλοντα ἔλεγχον. Εἶναι τῷ ὄντι πραξικόπημα κυβερνητικὸν ἡ ἐγκύκλιος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἐξετάσητε οὐχὶ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ φατριασμοῦ, ἀλλὰ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Ἕλληνος Βουλευτοῦ. Διότι, ἂν προβῆτε εἰς τὴν εὐσυνείδητον ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, βεβαίως οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν δὲν θέλετε συμμερισθῆ τὴν πρᾶξιν ταύτην. Κατατρίβομαι ἐπὶ τριάκοντα ἔτη εἰς τοὺς νόμους. Οὐδέποτε εἶδον τοιαύτην ἄδικον πρᾶξιν Κυβερνήσεως, οὐδέποτε εἶδον ἔλλειψιν συνέσεως εἰς τοὺς κυβερνήτας τοιαύτην, οἵαν ἐπεδείξατο διὰ τῆς προκειμένης ἐγκυκλίου ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἄν, Κύριοι, ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ κύρους τοῦ νόμου, περὶ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τοῦ νόμου, ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σιωπήσῃ, νὰ διορθώσῃ τὸ ἐλάττωμά της χάριν τῆς δικαιοσύνης, χάριν αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, χάριν τῆς ὑπολήψεως τοῦ ἔθνους ἀπέναντι τῶν ξένων. Ἂν ἐπιτρέπηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δι’ ἐγκυκλίων νὰ ἀναιρῇ τὴν δύναμιν καὶ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῶν νόμων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ κατὰ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἄκυροι, οὐδεὶς νόμος θὰ ἦναι ἰσχυρὸς, οὐδεμία δικαιοσύνη θὰ ὑπάρξῃ, οὐδεὶς δικαστὴς θὰ εἴπῃ ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ὑποχρεωτικὸς, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἐφαρμοστέος. Ἂν νομιμοποιήσητε αὐτὴν τὴν πολιτείαν, συλλογισθῆτε, τί θέλουσι πράξει τὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ προβάλληται ἡ ἔνστασις τῆς ἀκυρότητος τῶν νόμων καὶ τῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ συνάδελφοί μου μέχρι τοῦδε σᾶς ἀνέφερον. Καὶ τί θέλουσι πράξει οἱ δικασταί; Τὸ ὀλιγώτερον θέλουσι πράξει τὴν ἤδη συζητουμένην κυβερνητικὴν πρᾶξιν, ἂν σεῖς τὴν νομιμοποιήσητε. Ἀλλὰ δὲν τὸ πιστεύω. Συλλογισθῆτε τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους. Ἂν καθιερώσητε τοιαύτην ἀρχὴν, ποῖος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι εὐνομουμένη, καὶ δὲν θέλει εἴπει, ὅτι εἶναι ἔθνος ἐστερημένον ἠθικῆς βάσεως, ἀναιροῦν τοὺς νόμους, ἀναιροῦν τὰς συμβάσεις του; καὶ δὲν θέλει εἴπει, ὅτι «εἶναι τοὐλάχιστον ὕποπτον εἰς πᾶσαν συναλλαγὴν καὶ δὲν τὸ ἐμπιστεύομαι»; Λοιπὸν ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῆς τιμῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τί καταφεύγετε εἰς σοφιστείας καὶ εἰς θεωρίας, οἱ τῆς πλειοψηφίας ὑπερασπισταί; Ἀπέναντι τοῦ ῥητοῦ γράμματος τοῦ νόμου, πᾶσα ἑρμηνεία ἀλλοία εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπεται, οὔτε θὰ ἐπιτραπῇ ποτε ἀλλοία ἑρμηνεία, παρὰ ἡ ῥητὴ τοῦ Συντάγματος. Τί καταφεύγετε εἰς ἑρμηνευτὰς ἀπέναντι τῶν ῥητῶν διατάξεων τοῦ νόμου; Ἐφρικίασα, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ καὶ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Τὸ πρῶτον βῆμα τῆς παρανομίας ἔδειξεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἀλλοιώσας τὴν ὑποχρέωσιν τῆς καταβολῆς τοῦ φόρου... Ποῦ τὸ εὗρες, κύριε Σωτηρόπουλε, ὅτι δύνασαι νὰ μεταβάλῃς δι’ ἐγκυκλίου τὸν διὰ νόμου καθιερωθέντα τρόπον τῆς καταβολῆς τῶν φόρων εἰς χρυσόν;...
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
§55ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε πρὸς ποῖον ἀπευθύνομαι. Ἀπευθύνομαι πρὸς μέλη, ἐκπροσωποῦντα τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου... Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔδειξε τὸ πρῶτον βῆμα τῆς παρανομίας, μεταβαλὼν τὸν τρόπον τῆς καταβολῆς τοῦ νομίσματος καὶ ἐπιτρέψας νὰ εἰσπράττωνται οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος φόροι εἰς χαρτονόμισμα, ὑπολογιζόμενον πρὸς 1,65 τὸ φράγκον. Ποῦ τὸ εὕρετε, κύριε Σωτηρόπουλε, αὐτὸ τὸ δικαίωμα; Καὶ ἂν τὸ φράγκον εἶχε 1,50, διατὶ νὰ ληστεύητε τοὺς πολίτας Ἕλληνας; καὶ ἂν εἶχε 1,80, διατὶ νὰ ληστεύητε τὸ Δημόσιον; Εἶναι αὐστηραὶ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, ὅστις, ὡς δρακόντειος, ἔπρεπεν εἰς τὴν πρώτην πνοὴν νὰ καταπέσῃ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει, ἔπρεπε νὰ τὸν σεβασθῶσιν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις. Οἱαδήποτε μεταβολὴ δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ εἰσπράττωνται οἱ περὶ ὧν πρόκειται φόροι εἰς χρυσόν· ὁ χρυσὸς εἶχε τὴν ἀγοραίαν του ἀξίαν· δὲν ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ κανονίζῃ τὸ φράγκον πρὸς 1 δραχμὴν ἢ 1,65· εἶναι ἡ ἀγοραία ἀξία· ὀφείλει ὁ φορολογούμενος νὰ ἀνεύρῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς καταβολῆς τοῦ φόρου του τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ καὶ νὰ καταβάλῃ. Οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν καταβολὴν εἰς χαρτονόμισμα, τοῦ ὁποίου ὁρίζει αὐτὴ τὴν ἀξίαν. Ὅταν λοιπὸν κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον ἀνέγνωσα τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, ἐνόμισα, ὅτι δὲν ζῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι δὲν ζῶ μεταξὺ ἀνθρώπων δυναμένων νὰ ἐννοῶσι τὴν ἔννοιαν τῶν νόμων καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ὅσων κέκληνται νὰ τὸν ἐφαρμόζωσι, καὶ ἐπερίμενον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ζητήσω ἐν καιρῷ ἐνώπιόν σας λογοδοσίαν τῆς τοιαύτης παρανομίας, ὅτε αἴφνης τὴν 1ην Νοεμβρίου ἀνέγνωσα ἑτέραν ἐγκύκλιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ κ. Χαριλάου Τρικούπη, καὶ τότε ἐπείσθην, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ κ. Ράλλης, ἀποκαλέσας φρενοκομεῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ὑποστηρίζω διὰ τῆς τοιαύτης ἐκδοχῆς τῶν κυβερνώντων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος ἀποτελεῖ τὸ φρενοκομεῖον, καὶ οὐχὶ μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰς κρίσεις τῶν κυρίων συναδέλφων, τῶν λαλησάντων ὑπὲρ τοῦ ἀκύρου καὶ ὑπὲρ τοῦ μὴ ὑποχρεωτικοῦ τοῦ νόμου. Τί λέγει τὸ Σύνταγμα; Διατὶ νὰ καταφεύγωμεν εἰς ἑρμηνευτάς; Ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βουλὴ ἐνασκοῦσι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ νόμος, πρέπει νὰ ψηφισθῇ, πρέπει νὰ κυρωθῇ, καὶ διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ, νὰ ᾖ ὑποχρεωτικός, πρέπει νὰ δημοσιευθῇ διαταγῇ τοῦ Βασιλέως, ὡς τοῦ ἑτέρου σκέλους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ποῦ ἀνευρίσκετε ἄλλα στάδια, ἐκτὸς τῶν τριῶν αὐτῶν, τῶν ἀναφερομένων ῥητῶς ἐν τῷ Συντάγματι; ποῦ ἀνευρίσκετε ἄλλα στάδια περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ κύρους, τοῦ ὑποχρεωτικοῦ καὶ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἐπὶ τοῦ προκειμένου; ἢ ὁ νόμος οὗτος φέρει μετὰ τὴν παῦσιν τῶν Ὑπουργῶν ὑπογραφὰς ἰδιωτῶν, καὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωτικός, καὶ συνεπῶς ἀκυρωτέος; Ἡ ψήφισις δὲν ἠμφισβητήθη παρ’ οὐδενός, ἡ κύρωσις ἐπίσης. Τί ἠμφισβητήθη; Ἡ δημοσίευσις. Ἂν οἱ ὑπογράψαντες αὐτὸν Ὑπουργοὶ δὲν ἦσαν τοιοῦτοι κατὰ τὴν δημοσίευσίν του, καλῶς ἔπραξεν ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, δημοσιεύσασα τὸν νόμον, καὶ παρηνόμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀναιρέσας τὴν ἐκτέλεσίν του δι’ ἐγκυκλίου... Δὲν μοὶ λέγετε, κύριε ἐκ Χαλκίδος Βουλευτά, τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἤτοι τὸ ψήφισμα τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκύρωσεν ὁ Βασιλεὺς διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, εἶναι δημόσιον ἢ ἰδιωτικόν; Ἀνήκει εἰς τὸν κ. Χαρίλαον Τρικούπην, ἢ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν; Ἂν ἀνήκῃ εἰς τὸν κ. Τρικούπην, δύναται νὰ τὸ κρατήσῃ καὶ τὸ ξεσχίσῃ, παραιτούμενος τὴν ἀρχὴν, ἂν ὅμως δὲν ἀνήκῃ, τότε πράττει ἔγκλημα, κατακρατῶν αὐτό. Εἶναι δημόσιον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἀπερχόμενος ὁ Ὑπουργὸς Τρικούπης γίνεται ἰδιώτης, ἀλλ’ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἔγκυρος καὶ ἰσχυρὰ, ὡς ὑπογραφὴ δημοσίας ἀρχῆς, ὡς καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως, καὶ μετὰ τὴν παραίτησιν ἀποδεικνύουσιν ἀμφότεραι τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ἤτοι τὴν ὕπαρξιν τοῦ ὑπογραφέντος καὶ ἐν τῷ κώδικι τῶν νόμων καταχωρισθέντος νόμου, ὅστις δὲν δύναται ν’ ἀνατραπῇ μετὰ τὴν δημοσίευσίν του δι’ ἐγκυκλίου, ἀλλὰ δι’ ἄλλης νομοθετικῆς πράξεως. Τούτου δεδομένου ὄντος, ποῦ ἵσταται τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνακαλεῖν δι’ ἐγκυκλίου νόμους ψηφισθέντας, κυρωθέντας καὶ δημοσιευθέντας κατόπιν, ἔστω καὶ μὲ τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὑπογραψάντων Ὑπουργῶν;—ὄχι ἰδιωτῶν, διότι, ὅτε ὑπέγραψαν, τὴν 22 Δεκεμβρίου 1892, καὶ ὅτε ἀναμφισβητήτως ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ἐκύρωσεν, ἦσαν Ὑπουργοί.—Πῶς δύνασθε λοιπὸν νὰ εἴπητε, κύριε Τρικούπη, ὅτι τὰ παρ’ ὑμῶν ὑπογεγραμμένα τοιαῦτα ἔγγραφα δὲν εἶναι τοῦ Δημοσίου; Ἀνήκουν βεβαίως εἰς τὸ ἔθνος, τὰ ὁποῖα καὶ δὲν ἠδύνασο νὰ τὰ μηδενίσῃς ἢ νὰ τὰ κρατήσῃς, καὶ ἠδύνατο πᾶσα διάδοχος Κυβέρνησις νὰ τὰ δημοσιεύσῃ, ὡς φέροντα ἅπαντα τὰ συστατικὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου, ἂν δὲν παρῆλθε τὸ δίμηνον ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου διάστημα. Ἀλλ’ ἦτο προτιμότερον νὰ εἶχεν ἐχθρὸν τὸν κ. ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴν ὁ κ. Τρικούπης, παρὰ νὰ τὸν ἔχῃ φίλον, διότι ἡ ὑπεράσπισίς του ἀπήρεσεν εἰς ἐμὲ, καὶ ἴσως δὲν ἤθελεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τὸν παρακωλύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ τὸν κατηγορῇ. Ἐπεκαλέσθη γνώμας τοῦ Προβελεγγίου καὶ τοῦ Δεληγεώργη, καὶ ὑπερηκόντισε πάσας τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας ὁ κ. Καλογερόπουλος, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ δημοσιευθῇ ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεώς του, ἄλλως εἶναι ἄκυρος. Εἶπεν ὅτι ἡ ψήφισις, ἡ κύρωσις καὶ ἡ δημοσίευσις πρέπει νὰ ἐνεργῶνται ἐντὸς δύο μηνῶν, ἀπὸ τῆς χρονολογίας τῆς κυρώσεως, ἄλλως ὁ νόμος εἶναι ἀνύπαρκτος, εἶναι ἔγγραφον ἄκυρον. Ἀλλ’ ἂν οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, διατὶ ὁ κ. Χαρίλαος Τρικούπης, Ὑπουργὸς τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διεπραγματεύετο μετὰ πολλοὺς μῆνας ἀπὸ τῆς κυρώσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀκύρου τούτου νόμου τοῦ μὴ ὑποχρεωτικοῦ, ἤτοι ἔκαμνε τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ ἀποτυχόντος δανείου; Γνωρίζετε δὲ τὸν σκοπὸν τοῦ κ. Τρικούπη, ὃν πολλάκις ἐξεδήλωσεν, ὅτι τὸν νόμον αὐτὸν τὸν ἐπεφύλασσε διὰ τὸ δάνειον. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ὁ κ. Καλογερόπουλος ἄλλο ἤθελε νὰ εἴπῃ, ἤτοι, ὅτι οὐχὶ ἀπὸ τῆς κυρώσεως, ἀλλ’ ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου ἐθεωρεῖτο ἄκυρος ὁ μὴ δημοσιευθεὶς νόμος.
§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ ἤθελε νὰ εἴπῃ.
§57ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὅμως ἓν ἕτερον, τὸ ὁποῖον ἐπεβεβαίωσε καὶ ὁ ἐκ Ζακύνθου κ. Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς, δημοσιευθεὶς, γεννᾷ εὐθύνας τῶν ὑπογραψάντων αὐτὸν Ὑπουργῶν. Καὶ ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντησάσης εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀνέφερεν εἰς ἀπόδειξιν τῆς γνώμης του τὴν εʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἀκούσατε, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ οἱ ἀμοιρότεροι πάσης νομικῆς γνώσεως, ἐὰν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμος κατὰ τῶν ὑπογραψάντων Ὑπουργῶν, ὑπογραψάντων νόμον δημοσιευθέντα μετὰ τὴν πτῶσίν των (ἀναγινώσκει): «Ἐνώπιον τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος εἰδικοῦ δικαστηρίου κατηγορεῖται ὁ Ὑπουργός... εʹ) ἐὰν συνυπέγραψεν εἰς τὴν κύρωσιν ὡς νόμου τοῦ Κράτους πράξεως μὴ ψηφισθείσης παρὰ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰ ἐν τῷ Συντάγματι πρὸς τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων ὡρισμένα, καὶ ἐδημοσίευσε τοιαύτην πρᾶξιν, ἢ διέταξε τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς.» Αὐτὴν δὲ τὴν γνώμην ἔχει καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐπὶ τῆς μελέτης τοῦ νομοθετήματος τούτου ἐπικαλεσθεῖσα τὴν γʹ παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου. Ἂς ἀποφανθῶσιν ἤδη καὶ αὐτοὶ οἱ μόλις ἁψάμενοι γραμμάτων, ἔχει ἐφαρμογήν τινα ἡ παράγραφος αὕτη κατὰ τῶν Ὑπουργῶν τῶν ἐσφαλμένως ὑπογραψάντων τὸν νόμον τοῦτον; Τί λέγουν ὅμως οἱ προλαλήσαντες τῆς μειοψηφίας; Ἔχει ἐφαρμογὴν ἡ τρίτη παράγραφος. Ἀκούσατε νομικοὶ, ἀκούσατε Βουλευταί (ἀναγινώσκει): «Ἐνώπιον τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος εἰδικοῦ δικαστηρίου κατηγορεῖται ὁ Ὑπουργός... γʹ) Ἐὰν ἐξέδωκεν ἢ ἐξετέλεσεν ἀπόφασιν ἢ διαταγὴν, δι’ ἧς παραβιάζεται διάταξις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων, ἢ τῶν ἐντολῇ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδεδομένων Β. Διαταγμάτων, ἢ διέταξε τὴν ἐκτέλεσιν τοιαύτης ἀποφάσεως ἢ διαταγῆς.» Καὶ ὁ νόμος ἀποδεδειγμένως εἶχε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ εἶχε κυρωθῆ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, διατάξαντος τὴν δημοσίευσιν, ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης δὲν τὸν ἐδημοσίευσε. Καὶ ποίαν εὐθύνην φέρει διὰ τῆς παραγράφου ταύτης; Οὐδαμοῦ διὰ τῆς λογικῆς εὑρίσκετε εὐθύνην ἕνεκα μὴ ἐκτελέσεως νόμου. Αἱ εὐθῦναι γεννῶνται ἐκ τῶν πράξεων...
§58ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ παραλείψεων.
§59ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πράξεων ἢ παραλείψεων... ἐκ θετικῶν δεδομένων, οὐδέποτε ἐκ τῶν ἰδανικῶν καὶ φαινομενικῶν, καὶ ἰδίως τὰ ἀδικήματα τὰ προβλεπόμενα ὑπὸ τοῦ νόμου ζητήματα περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ποτὲ δὲν τιμωροῦνται ἐν τῇ διανοίᾳ κυοφορούμενα. Ὡς παρατηρεῖτε, μᾶς διέπει μία κατάστασις πρωθυπουργικῆς δικτατορίας. Νόμος ψηφισθεὶς, φορολογικὸς, τόσῳ δρακόντειος, καὶ ὁ ὁποῖος βεβαίως ἤθελε καταπέσει εἰς μίαν εἰσαγωγὴν ἐν τῇ Βουλῇ, καταρτίζεται ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀπόκτησιν δανείου καὶ διὰ τὸν σχηματισμὸν συνδικάτου, καὶ αὐθαιρέτως δι’ ἐγκυκλίου μετατρέπει· νομοθετεῖται ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀνεύρεσιν δανείου, διὰ τὴν ἐπιβολὴν φόρων, καὶ ἐν γένει διὰ τὴν δανειομανίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐν τούτοις αὐτὴν τὴν ἰδιομανίαν τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν οὐδέποτε ἠθελήσαμεν νὰ τὴν ἀποσκορακίσωμεν. Δυστυχῶς, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἀνήκομεν εἰς τὸ ἔθνος, ἀνήκομεν εἰς τὴν πρωθυπουργικὴν παντοκρατορίαν, κατὰ τὸ κρατοῦν πολίτευμα. Ὁ σήμερον Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ χθὲς καὶ ὁ παρελθὼν, ἅπαντες ἀντιποιοῦνται καὶ μετὰ πονηρίας ἀφαιροῦσι καὶ μεταχειρίζονται καὶ αὐτὴν τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν, ἅπαντες ἐκμηδενίζουσι πάντας τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἐπικαλοῦμαι τὸν σοφὸν Πιττακὸν, ἤτοι ἓν σοφὸν δόγμα ἐκ τοῦ Πλουτάρχου, καθ’ ὃ «Πόλις ἐκείνη ἄριστα πράττει, ἐν ᾗ τοῖς πονηροῖς οὐκ ἔξεστιν ἄρχειν καὶ τοῖς ἀγαθοῖς οὐκ ἔξεστι μὴ ἄρχειν.» Ἐπικαλούμενος λοιπὸν τὸ φιλοσοφικὸν τοῦτο δόγμα καὶ τὸν πατριωτισμόν σας, σᾶς παρακαλῶ νὰ κρίνητε περὶ τῆς ψήφου σας. Ἀποδεχόμενοι τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ καθιερώσητε προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ ἐν καιρῷ, καὶ ἴσως τάχιστα, ἀφορμὴν εἰς κατάπτωσιν τῆς πρωθυπουργικῆς παντοκρατορίας· θὰ καθιερώσητε ἀρχὴν, ἡ ὁποία θὰ διακινδυνεύσῃ τὴν δικαιοσύνην, θὰ καθιερώσητε ἀρχὴν, ἡ ὁποία θὰ καταῤῥίψῃ τὴν ἐθνικὴν ὑπόληψίν μας ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ τὰ εἴπω ὡς πολίτης Ἕλλην καὶ ὡς Βουλευτὴς, ὀφείλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν πατριωτισμόν σας, καὶ πιστεύω νὰ μὲ ἀκούσητε. Ἐὰν δὲν μὲ ἀκούσητε σεῖς, θὰ μὲ ἀκούσῃ ὁ Βασιλεύς· ἐὰν δὲν μὲ ἀκούσῃ καὶ ὁ Βασιλεὺς, θὰ μὲ ἀκούσῃ τὸ ἔθνος, τοῦ ὁποίου τὰ προσβαλλόμενα δικαιώματα ἐτάχθην νὰ προστατεύω. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§61ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἐναντίος, ἂς ὁμιλήσῃ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος.
§63ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητοῦμεν, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιοτίμου συναδέλφου, καταγγείλαντος τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ βαρυτάτῃ πράξει, ἤγουν ἐπὶ ἀνακοπῇ τῆς ἐκτελέσεως νόμου τοῦ Κράτους· ἑπομένως ἡ προκειμένη συζήτησις, ὡς ἀφορῶσα εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, φέρει ἐξόχως πολιτικὸν χαρακτῆρα. Ἀλλὰ τὸ βάσιμον τῆς σπουδαιοτάτης ταύτης καταγγελίας ἐπηρεάζεται οὐσιωδῶς ἐκ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, ἂν προσηκόντως ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν, ἑπομένως συμφωνῶ, ὅτι κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ ἐπιστημονικοῦ πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὴν θεωρίαν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τὰ προηγούμενα σπουδαίαν θὰ ἐξασκήσωσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως σας, διότι καὶ ταῦτα ἐνδεικνύουσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν οἱ κατὰ καιροὺς πολιτευόμενοι ἡρμήνευον τὰς διατάξεις, περὶ τῆς ἑρμηνείας τῶν ὁποίων καὶ νῦν πρόκειται. Πρὸς ὀρθὴν λύσιν τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἐκείνου ζητήματος φρονῶ ὅτι πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ κύρωσις τῶν νόμων καὶ ἡ δημοσίευσις τῶν νόμων εἶναι πράξεις ἀπ’ ἀλλήλων ἐντελῶς διακεκριμέναι καὶ ὅλως διαφόρου φύσεως. Ἡ κύρωσις τῶν νόμων εἶναι ἐξάσκησις τῆς εἰς τὸν Βασιλέα ἀνατεθειμένης νομοθετικῆς ἐξουσίας· τοὐναντίον ἡ δημοσίευσις τῶν νόμων εἶναι ἐνάσκησις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τῆς ἀνατεθειμένης εἰς τὸν Βασιλέα. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα διακεκριμένως ἀπονέμει εἰς τὸν Βασιλέα τὰ δύο ταῦτα δικαιώματα. Τὸ ἄρθρον 36 διατάσσει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους. Ἐννοεῖται ὅτι ἀμφότεραι αἱ πράξεις αὗται, καὶ ἡ τῆς κυρώσεως καὶ ἡ τῆς δημοσιεύσεως, πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν ὑπογραφὴν Ὑπουργοῦ, διότι ἕτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 30, ῥητῶς διατάσσει, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ἦναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος». Πρὸς ὀρθὴν λύσιν τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἐκείνου ζητήματος εἶναι ἀνάγκη προσέτι νὰ κατανοήσωμεν σαφῶς, τίς ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τῶν ἀπονεμομένων εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ κατὰ ποῖον τρόπον ἐξασκεῖται ἑκάτερον αὐτῶν. Τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νόμων εἰς τί συνίσταται; εἰς τὴν ἐκ μέρους τοῦ Ἡγεμόνος ἀποδοχὴν τοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψηφισθέντος νομοσχεδίου. Πῶς δὲ ἐνασκεῖται; τιθεμένης κάτωθι τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου τῆς λέξεως «κυροῦμεν», καὶ κατόπιν τῶν ὑπογραφῶν τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ δικαίωμα τῆς δημοσιεύσεως, ὅπερ τὸ Σύνταγμα ἀπονέμει, εἰς τί συνίσταται; Συνίσταται εἰς τὴν ἐντολὴν ἢ εἰς τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν ὁ Ἡγεμὼν χορηγεῖ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διαφόρων ἐκείνων πράξεων, αἵτινες κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἶναι ἀναγκαῖαι, ἵνα περιέλθῃ ὁ νόμος εἰς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ καὶ καταστῇ οὕτως ὑποχρεωτικός. Εἰς τοῦτο καὶ μόνον συνίσταται, ἐπαναλαμβάνω, τὸ δικαίωμα τῆς δημοσιεύσεως τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Συντάγματι, εἰς τὴν ἐντολὴν ἢ τὴν ἄδειαν τοῦ Ἡγεμόνος πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πράξεων ἐκείνων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ᾖναι ὀρθὴ ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν παρήγαγον εἰς ἐμὲ οἱ λόγοι του, ἠμφισβήτησε τοῦτο, ἐπικαλοῦμαι Βέλγον συγγραφέα, ἑρμηνεύοντα τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, ἔχον ἀπαραλλάκτως, ὅπως καὶ τὸ ἡμέτερον, διότι μετεφράσθη ἐξ ἐκείνου.
§64ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ συγγραφεύς;
§65ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Τόνισεν, ὅστις, ἑρμηνεύων τὴν λέξιν promulgue, ἥτις ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι μετεφράσθη διὰ τῆς λέξεως «δημοσιεύει», λέγει ὅτι ἡ «promulgation εἶναι πρᾶξις, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Βασιλεὺς, ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ, ὡς ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, βεβαιώνει εἰς τὸ Κοινωνικὸν σῶμα τὴν ὕπαρξιν τοῦ νόμου, καὶ διατάσσει τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ». Αὐτὸ εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀπονέμει ῥητῶς εἰς τὸν Βασιλέα.
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχει τὴν λέξιν promulgation ὑπὸ τὴν εὐρυτέραν ἔννοιάν της;
§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συγγραφεὺς ἑρμηνεύει τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Le roi sanctionne et promulgue les lois» καὶ ἑπομένως ἐξηγεῖ εἰς τί συνίσταται ἡ promulgation.
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ ἠθέλησα νὰ ἐρωτήσω: Ἡ λέξις promulgation ἐπεκτείνεται ἐφ’ ὅλης τῆς ἐκτάσεως, ἐφ’ ἧς καὶ ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε, ἢ μόνον εἶναι εἰδικὴ διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου;
§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συγγραφεὺς ἑρμηνεύει τὴν σημασίαν τῆς ἐν τῷ Συντάγματι τῷ Βελγικῷ λέξεως promulgue, ἥτις ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι μετεφράσθη διὰ τῆς λέξεως δημοσιεύει. Ἅμα λοιπὸν ὁ Ἡγεμὼν ἐκδώσῃ τὴν ἐντολὴν πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἡ δὲ διαταγὴ αὕτη ὑπογραφῇ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως ἐξησκήθη πληρέστατα. Αἱ περαιτέρω ἐνέργειαι, ἵνα κατασταθῇ ὁ νόμος γνωστὸς καὶ ὑποχρεωτικὸς, ἀπόκεινται εἰς τὴν μέριμναν τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας, καὶ δὲν χρήζουσι τῶν ὑπογραφῶν οὔτε τοῦ Βασιλέως οὔτε τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ αὐτὸς ὁ πρὸ ὀλίγου χρόνου ψηφισθεὶς νόμος περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ἀρκεῖται εἰς τὴν ὑπογραφὴν ὑπαλλήλου πρὸς καταχώρισιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Τώρα, κύριοι Βουλευταί, ἐκ τῆς διαφόρου φύσεως τῶν πράξεων τούτων, τῆς κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, καὶ ἐκ τοῦ διακεκριμένου χαρακτῆρος αὐτῶν ἐξάγεται, ὅτι ἑκατέρα τῶν πράξεων τούτων δύναται νὰ καταρτισθῇ ἐντελῶς κεχωρισμένως. Δύναται πρῶτον νὰ γείνῃ ἡ πρᾶξις τῆς κυρώσεως, λέγοντος τοῦ Βασιλέως: «Κυροῦμεν τὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα νόμον»· δύναται βραδύτερον νὰ γείνῃ ἡ ἑτέρα πρᾶξις, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Βασιλεὺς δίδει τὴν ἐντολὴν πρὸς δημοσίευσιν τοῦ νόμου. Εἰς τὰ Κράτη ὅμως, εἰς τὰ ὁποῖα εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν εἶναι ἀνατεθειμένα ἀμφότερα ταῦτα τὰ δικαιώματα τῆς κυρώσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως, οὐδὲν τὸ κωλῦον νὰ καταρτισθῇ ἀπὸ κοινοῦ περὶ ἀμφοτέρων μία καὶ μόνη πρᾶξις. Τοῦτο εἴθισται παρ’ ἡμῖν, καὶ διὰ τοῦτο θέλετε παρατηρήσει ἐν τέλει πάντων τῶν νόμων τὸν τύπον «Ὁ παρὼν νόμος, ψηφισθεὶς παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ σήμερον παρ’ ἡμῶν κυρωθείς, δημοσιευθήτω καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ, Κύριοι, ἔνθα ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν ἔχει δικαίωμα κυρώσεως τῶν νόμων, ἐκεῖ μία πρᾶξις συντάσσεται, ἡ πρᾶξις τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, δι’ ἧς ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διατάσσει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ τῶν Βουλῶν ψηφισθέντων νόμων, καὶ μάλιστα δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι, ὅπου εἰς τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν ἀνατίθενται τὰ δικαιώματα, μία καὶ μόνη πρᾶξις πάντοτε καταρτίζεται. Ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸν ἐν Βελγίῳ νομοθετηθέντα τύπον περὶ κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως, θέλει παρατηρήσει, ὅτι διακεκριμένως γίνεται μνεία τῆς κυρώσεως καὶ διακεκριμένως μνεία τῆς διαταγῆς πρὸς δημοσίευσιν, ὥστε ἀποτελεῖται ὁ ἑξῆς τύπος: «Κυροῦμεν τὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα νόμον, ἔχοντα οὕτω», καὶ μετὰ τὸ τέλος τοῦ νόμου: «Διατάσσομεν τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ». Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι καὶ τὴν πρᾶξιν τῆς κυρώσεως καὶ τὴν πρᾶξιν τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων ὑπογράφουσι βεβαίως οἱ Ὑπουργοί, οἱ κατέχοντες τὸ ἀξίωμα τοῦτο καθ’ ὃν χρόνον γίνεται ἡ κύρωσις, καθ’ ὃν χρόνον γίνεται ἡ δημοσίευσις, διότι εἶναι γενικὸς κανών, ὅτι μόνοι οἱ κατέχοντες δημόσιόν τι λειτούργημα δύνανται ἐγκύρως νὰ ἐνεργήσωσι τὰς πράξεις τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς κυρώσεως, μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς δημοσιεύσεως ἀποχωρήσῃ τυχὸν ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὑπογράψας τὰς πράξεις ταύτας, ἀποβάλλουσιν ἆρά γε αἱ πράξεις αὗται τὸ κῦρος καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτῶν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημοσιευθῶσι καὶ ἐκτελεσθῶσιν αἱ πράξεις αὗται ὑπὸ τῶν διαδόχων τῶν ὑπογραψάντων; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἵνα σχηματίσωμεν ὀρθὴν γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος, εἶναι καλὸν νὰ διακρίνωμεν πάλιν μεταξὺ κυρώσεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ γείνῃ κεχωρισμένως, καὶ δημοσιεύσεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ γείνῃ βραδύτερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν, εἶναι ἡ γενικὴ γνώμη ὅλων τῶν συγγραφέων, — ἴσως νὰ ὑπάρχῃ τις, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀγνοῶ, — ὅτι διὰ τῆς κυρώσεως τοῦ Ἡγεμόνος συμπληροῦται ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐπιψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καταρτίζεται ὡς νόμος, λαμβάνει νόμιμον ὕπαρξιν καὶ μόνον ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν δὲν ἔχει ἀκόμη, διότι πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἐπέλθωσιν αἱ πράξεις τῆς δημοσιεύσεως. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν δὲν πρέπει νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι ἐξάγεται, Κύριοι, ὅτι ἡ μεταγενεστέρα ἀποχώρησις τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ ὑπογράψαντος τὴν κύρωσιν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλάψῃ τὸ κῦρος πράξεως νομίμως συντελεσθείσης, νὰ περιαγάγῃ εἰς ἀνυπαρξίαν τὸν ὑπάρξαντα νόμον καὶ νὰ καταστήσῃ ἀναγκαίαν νέαν κύρωσιν αὐτοῦ. Καὶ ἡ ἔκθεσις ἀκόμη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἑπομένου καὶ αὐτὴ ὑποδεικνύει, ὅτι ἡ κύρωσις δὲν ματαιοῦται διὰ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ ὑπογράψαντος αὐτὴν Ὑπουργοῦ, καὶ ὅτι δύναται ὁ διάδοχος Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς δημοσίευσιν νόμου ὑπὸ τοῦ προκατόχου του κυρωθέντος... Ἰδοὺ δὲ, ὅτι καὶ ὁ χθὲς ἐκ Σύρου ἀγορεύσας ἀξιότιμος συνάδελφος ἀποδέχεται, κατανεύων, τὴν γνώμην ταύτην.
§70ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν κύρωσιν δηλαδή.
§71ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Καὶ βεβαίως, διότι ἡ ἀντίθετος γνώμη ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὴν ἑξῆς ἄτοπον συνέπειαν, νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ὕπαρξιν τοῦ νόμου, διότι ἐνδέχεται νὰ παρέλθῃ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τασσομένη πρὸς κύρωσιν προθεσμία. Ὥστε εὐχαρίστως παρατηρῶ, ὅτι ἅπαντες συμφωνοῦμεν, ὅτι ὁ διάδοχος τοῦ κυρώσαντος τὸν νόμον Ὑπουργοῦ, δύναται νὰ προβῇ εἰς περαιτέρω πρᾶξιν δημοσιεύσεως. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν ταύτην ἐγεννήθη ἄλλοτε ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀγνοῶ πῶς παρενεβλήθη καὶ εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν. Εἶπον ἄλλοτε, ὅτι ὁ διάδοχος Ὑπουργὸς δύναται νὰ δημοσιεύσῃ τὸν νόμον, ἐὰν μέχρι τῆς δημοσιεύσεως δὲν παρῆλθεν ἡ δίμηνος προθεσμία τῆς κυρώσεως. Τοῦτο τὸ ζήτημα ἐφιλονεικήθη, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ μακαρίτης Προβελέγγιος καὶ ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης τοιαύτην τινὰ ἰδέαν ὑπεστήριζον, ὅτι δὲν δύνασθε μετὰ τὴν παρέλευσιν δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου νὰ δημοσιεύσητε πλέον νόμον κυρωθέντα πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν δύο μηνῶν. Ἀλλ’ ἡ γνώμη ὑπ’ οὐδενὸς νῦν ὑποστηρίζεται. Ὅλοι οἱ συγγραφεῖς τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, οἱ ὀφείλοντες νὰ ἐρευνῶσι τὰ περὶ καταρτισμοῦ τῶν νόμων, εἶναι σύμφωνοι, ὅτι ὁ ἐμπροθέσμως κυρωθεὶς νόμος δύναται νὰ καταχωρισθῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ παρέλευσιν δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, διότι, ὡς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ συμπολίτης μου ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα, ἀναγράφον ἀπὸ κοινοῦ τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως, ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ τίθησι προθεσμίαν μόνον διὰ τὴν κύρωσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν προθεσμίαν ἐκείνην νὰ τὴν ἐκτείνωμεν καὶ εἰς τὴν δημοσίευσιν. Ὥστε οὐδεὶς πλέον ὑποστηρίζει τὰ λεχθέντα κατὰ τὸ 1873 περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καὶ κἀμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον, διότι ἐνταῦθα καὶ ἡ κύρωσις καὶ ἡ δημοσίευσις ἐγένοντο ἀμφότεραι ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῆς συνταγματικῆς, δηλ. πρὶν ἢ παρέλθωσι δύο μῆνες ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Εἴπομεν ὅτι ὁ διάδοχος τοῦ κυρώσαντος τὸν νόμον Ὑπουργὸς δύναται νὰ προβῇ περαιτέρω δημοσιεύων τὸν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του κυρωθέντα νόμον. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ προκειμένου περὶ καταρτισθείσης πράξεως δημοσιεύσεως. Εἷς Ὑπουργὸς κατήρτισε νομίμως καὶ ἐγκύρως τὴν πρᾶξιν τῆς δημοσιεύσεως, ἤτοι ἀκριβέστερον τὸ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ἡγεμὼν διατάσσει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου· ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς ἀποχωρεῖ, καὶ ἔρχεται ἕτερος Ὑπουργός· δὲν δύναται αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκτελέσῃ τὸ διάταγμα τοῦτο, τὸ ἐγκύρως ὑπὸ τοῦ προκατόχου του συντελεσθέν; Ὄχι, λέγουσί τινες. Διὰ ποῖον λόγον; Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἀποτελεῖ ἐνάσκησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἐνασκεῖ μόνον τὸ δικαίωμα τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλ’ ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς αὐτήν, διὰ διαταγμάτων τὰ ἐνασκεῖ, καὶ συνεπῶς οἱανδήποτε λύσιν παραδεχθῆτε δι’ ὅλα τὰ λοιπὰ διατάγματα, εἶσθε ὑπόχρεοι νὰ παραδεχθῆτε τὴν αὐτὴν λύσιν καὶ διὰ τὸ διάταγμα τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Τίθημι λοιπὸν γενικώτερον ζήτημα ἐνώπιόν σας καὶ ἐρωτῶ: Βασιλικὸν διάταγμα, καταρτισθὲν ἐγκύρως ὑπὸ Ὑπουργοῦ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, δύναται νὰ δημοσιεύσῃ καὶ ἐκτελέσῃ ὁ διάδοχος τοῦ Ὑπουργοῦ τούτου; Οὐδένα γνωρίζω ὑποστηρίζοντα τὴν ἀποφατικὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τινὲς ἐδῶ ὑποστηρίζουσιν· οὐδαμοῦ ἐτέθη ἐν ἀμφιβολίᾳ, ὅτι τὰ διατάγματα δύναται νὰ δημοσιεύσῃ καὶ ἐκτελέσῃ ὁ διάδοχος Ὑπουργός. Πλεῖστα τοιαῦτα παραδείγματα παρουσιάζει ἡ πρακτικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀπὸ τῆς συστάσεώς του μέχρι τοῦδε, διαταγμάτων ἐκτελεσθέντων ὑπὸ τῶν διαδόχων τῶν προκαλεσάντων αὐτὰ Ὑπουργῶν· διατάγματα διορισμοῦ, διατάγματα ἀπονομῆς χαρίτων ἢ παρασήμων, διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν νόμων κτλ. κλπ. Εἶναι γενικὴ ἀρχή, ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως, ὅτι τὰ καταρτισθέντα βασιλικὰ διατάγματα δύναται πᾶς διάδοχος Ὑπουργὸς νὰ δημοσιεύσῃ καὶ νὰ ἐκτελέσῃ.
§72ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ εὑρίσκετε ὀρθὸν αὐτό;
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εὑρίσκω στοιχειῶδες. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐναντία γνώμη. Καὶ τὴν πρακτικὴν ταύτην, τὴν διαρκῶς παρ’ ἡμῖν κρατοῦσαν, ὑποστηρίζει καὶ ἡ θεωρία, καθ’ ἣν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, καίπερ ὑπὸ διαφόρων προσώπων ἑκάστοτε ἐνασκουμένη, εἶναι ἐξουσία ἑνιαία καὶ συνεχής, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ προβαίνῃ εἰς συμπλήρωσιν τῶν ἔργων αὐτῶν διὰ τῶν ἑκάστοτε ἐνασκούντων αὐτὴν προσώπων. Δύναται εἷς Ὑπουργὸς νὰ προβῇ μέχρι κυρώσεως τοῦ νόμου, ἕτερος νὰ καταρτίσῃ τὸ διάταγμα τὸ ἐντελλόμενον τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ, καὶ ἄλλος νὰ μεριμνήσῃ περὶ καταχωρίσεως τοῦ νόμου ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τοιοῦτόν τι πολλάκις ἐγένετο παρ’ ἡμῖν, καὶ πλεῖστοι ἐδημοσιεύθησαν νόμοι, φέροντες τὰς ὑπογραφὰς προκατόχων Ὑπουργῶν. Ἰδοὺ δὲ τίνας ἐγὼ γνωρίζω τοιούτους νόμους, κυρωθέντας καὶ δημοσιευθέντας ὑπὸ τῶν προκατόχων, δοθέντας δὲ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τῶν διαδόχων. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ νόμοι Θʹ, Νʹ, ΦΓʹ, ΞΔʹ, ΡΙʹ, ΡΜΕʹ, ΡΜϚʹ,
ΡΜΘʹ, ΡΝΓʹ, ΡΙΕʹ, ΡΜΗʹ, ΡΜΖʹ, ΣΚΓʹ, ΤΑʹ, ΤΒʹ, ΤΙϚʹ,
ΤΙΖʹ, ΥΜΘʹ, ΥΝʹ, ΥΝΑʹ, ΥΝΒʹ, ΥΝΓʹ, ΥΝΔʹ, ΥΝΕʹ,
ΧϞΗʹ, ΧϞΔʹ, ΧϞΕʹ, ΧϞϚʹ, ΧϞΖʹ, ΧϞΘʹ, ΑΡΚϚʹ.
§74ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ποίας ἐποχῆς;
§75ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν.
§76ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἄκυροι ὅλοι. Ἐπτωχεύσαμεν οἰκονομικῶς, ἐπτωχεύσαμεν καὶ νομοθετικῶς! (Ἱλαρότης).
§77ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνεκα τούτου φρονῶ, ὅτι κατακρίσεως ἀξία εἶναι ἡ διαγωγὴ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, τολμήσαντος νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς διατάξεως νόμου ἐγκύρως δημοσιευθέντος. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἤθελον κατακρίνει αὐστηρῶς τὴν ἐνέργειαν ταύτην, καὶ ἂν ἀκόμη ἦτο ὀρθὴ ἡ ἀντίθετος γνώμη, ὅτι δὲν εἶχε δῆθεν δημοσιευθῆ ἐγκύρως ὁ νόμος ἐκεῖνος· διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποῦ στηρίζει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὸ δικαίωμα αὐτῆς, νὰ ἀνερευνᾷ καὶ ν’ ἀποφαίνηται τίνες τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἤδη τεθέντων νόμων δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀκυρότητας τυπικὰς ἢ οὐσιαστικάς. Δύνανται νὰ ὑπάρξωσι δισταγμοὶ περὶ τοῦ κύρους πολλῶν τῶν τοιούτων νόμων, δισταγμοὶ ὁτὲ μὲν παραγόμενοι ἐκ τῆς μὴ νομίμου συγκροτήσεως τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐψήφισαν αὐτούς, ὁτὲ δὲ ἐκ τῆς μὴ τυχὸν ἐμπροθέσμου κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως αὐτῶν, ἄλλοτε ἐκ τῆς κατ’ οὐσίαν ἀντιφάσεως τῶν νόμων πρὸς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Περὶ πάντων ὅμως τῶν τοιούτων δισταγμῶν δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀποφαίνηται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Δύναται ἐπὶ δεδομένων περιστάσεων νὰ ἀποφανθῇ περὶ τούτων ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἀλλ’ ἐνόσῳ οἱ νόμοι αὐτοὶ δὲν καταργηθῶσιν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὡς μὴ ἔγκυροι, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ σέβηται καὶ ἐκτελῇ αὐτοὺς εὐλαβῶς, διότι ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ 25, ἀπαγορεύει ἀπολύτως εἰς αὐτὸν τὸν Βασιλέα νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ νόμου. Ἐὰν ἀντιθέτως σκεφθῶμεν, ἐὰν δώσωμεν εἰς τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνᾷ αὐτὸς τίνες τῶν κειμένων νόμων δὲν ἔχουσι καλῶς, ἂν ἔχωσιν ἀκυρότητας, καὶ νὰ διατάττῃ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν αὐτῶν, καὶ μετ’ ὀλίγον, μεταβαλλομένου τοῦ προσώπου τοῦ Ὑπουργοῦ, ἕτερος Ὑπουργὸς, ἔχων τὴν ἀντίθετον γνώμην, νὰ διατάσσῃ τὴν ἐπαναφορὰν αὐτῶν ἐν ἰσχύϊ, ἠθέλομεν διασαλεύσει τὴν βάσιν καὶ τὸ θεμέλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζεται ὅλη ἡ ἔννομος τάξις τῆς Πολιτείας. Ἤκουσα καί τινας θεωρίας περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ τοῦ νόμου, οὗ ἐγένετο ἡ κύρωσις καὶ διετάχθη ἡ δημοσίευσις ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν Ὑπουργῶν πρὸς καταχώρισιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ τούτων ἰδοὺ ἐγὼ ὁποίαν ἔχω γνώμην. Ὁ νόμος ἔχει νόμιμον ὕπαρξιν ἀπὸ τῆς κυρώσεως, δὲν πρέπει δὲ νὰ συγχέωμεν τὴν ὕπαρξιν τοῦ νόμου πρὸς τὴν ὑποχρεωτικὴν αὐτοῦ ἰσχὺν, ἥτις δὲν ἐπέρχεται οὐδὲ μετὰ τὴν καταχώρισιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μετὰ προθεσμίαν πολλάκις μακράν. Συμφωνῶ ὅμως μὲ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν ὀφείλει Ὑπουργὸς νὰ καταχωρίσῃ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως νόμον, οὗ ὁ Βασιλεὺς ἐνήργησε τὴν κύρωσιν καὶ διέταξε τὴν δημοσίευσιν, ἀλλ’ ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ μὴ τυχὸν διὰ τῆς δημοσιεύσεως δύνανται νὰ βλαφθῶσι τὰ δημόσια συμφέροντα. Οὐδεμίαν ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὑποχρέωσιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἔστω καὶ κυρωθέντος τοῦ νόμου καὶ δοθείσης τῆς διαταγῆς τοῦ Βασιλέως, πρὸς δημοσίευσιν αὐτοῦ. Ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ τί ὅλη ἡ περὶ τούτων συζήτησις ἐπηρεάζει τὴν λύσιν τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ἓν μόνον ἤκουσα ἐπιχείρημα, δυνάμενον νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἐπιῤῥοήν· ἂν ἐγκύρως δημοσιεύωνται οἱ νόμοι ὑπὸ τῶν διαδόχων Ὑπουργῶν, τίνες, ἐρωτῶσιν, ἔσονται ὑπεύθυνοι ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει; Ἰδοὺ τί φρονῶ ἐγὼ περὶ τῶν ζητημάτων τῆς εὐθύνης. Φρονῶ, ὅτι πᾶς Ὑπουργὸς ὑπέχει εὐθύνην διὰ πᾶσαν συντελεσθεῖσαν ἐγκύρως ὑπ’ αὐτοῦ πρᾶξιν. Ὑπέχει λοιπὸν εὐθύνην καὶ ὁ ὑπογράψας τὴν κύρωσιν Ὑπουργὸς καὶ συντελέσας οὕτω νὰ λάβῃ ὕπαρξιν ὁ νόμος, καὶ ὁ ὑπογράψας τὸ διάταγμα, τὸ ἐντελλόμενον τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, καὶ ὁ μεριμνήσας περὶ καταχωρίσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ προκαλέσας οὕτω τὴν πρακτικὴν συνέπειαν τοῦ νόμου. Ἀληθῶς οὗτος δὲν ὑπέγραψεν εἰς τὴν κύρωσιν καὶ εἰς τὸ πρὸς δημοσίευσιν διάταγμα, ἀλλ’ ἡ ὑπογραφὴ, ἀπαιτουμένη διὰ τὸ κῦρος τῶν βασιλικῶν ἐκείνων πράξεων, δὲν εἶναι ἀπαραίτητον στοιχεῖον καὶ πάσης ἄλλης εὐθύνης, διότι ὁ Ὑπουργὸς εὐθύνεται διὰ πᾶσαν αὐτοῦ πρᾶξιν, ἔστω καὶ ἄνευ ὑπογραφῆς τελεσθεῖσαν, εὐθύνεται μάλιστα καὶ διὰ τὰς παραλείψεις αὐτοῦ. Ἑπομένως εὐθύνεται καὶ διὰ τὴν καταχώρισιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, διότι διὰ ταύτης καθιστᾷ τὸν νόμον ὑποχρεωτικόν.
§78ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς συμβιβάζετε τὸ μὴ ὑποχρεωτικὸν τῆς δημοσιεύσεως διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς μὲ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἐπιῤῥίπτετε εἰς αὐτοὺς, τοὺς μὴ δημοσιεύσαντας, διὰ δημοσίευσιν νόμου, τὸν ὁποῖον κατόπιν ἐλθόντες ἄλλοι Ὑπουργοὶ ἐδημοσίευσαν;
§79ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ πῶς. Πᾶς Ὑπουργὸς εὐθύνεται, εἶπον, διὰ πᾶσαν συντελεσθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ ἐπίσημον πρᾶξιν, ἀλλ’ ἀναγνωρίζω εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐκύρωσε καὶ ὑπέγραψε τὸ διάταγμα τῆς δημοσιεύσεως, ἀλλὰ δὲν κατεχώρισεν αὐτὸ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγνωρίζω πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαλλαχθῇ τῆς εὐθύνης, προβάλλων τὸ δικαιολόγημα, ὅτι δὲν ἐσκόπει νὰ προβῇ εἰς τὴν καταχώρισιν ἢ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ὅτι ἐσκόπει νὰ ἀναιρέσῃ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τῆς κυρώσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως. Περὶ τοῦ βασίμου τοῦ δικαιολογήματος τούτου θέλει ἀποφανθῇ ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς εὐθύνης, εἴτε τὸ Κοινοβούλιον, εἴτε ἡ Δικαιοσύνη, καὶ ἂν πεισθῇ, ὅτι εἶναι βάσιμον, θὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν πάσης εὐθύνης· ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θὰ ἐπιῤῥίψῃ καὶ εἰς αὐτὸν εὐθύνην, διότι συνετέλεσεν εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν ἐπελθόντων ἀποτελεσμάτων. Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς εὐθύνης, δὲν βλέπω πῶς αὕτη δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ κῦρος τῶν πράξεων τῆς κυρώσεως καὶ τῆς ἐντολῆς πρὸς δημοσίευσιν. Αἱ πράξεις αὗται ἐγένοντο ἐγκύρως, ἐγκυρότατα, ἑπομένως δύνανται καὶ ὑπὸ τῶν διαδόχων νὰ καταχωρισθῶσιν ἐγκύρως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Τίς εὐθύνεται, εἶναι ἕτερον ζήτημα, ἐξαρτώμενον ἀπὸ ἄλλας περιστάσεις. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ὁ ὑπογράφων τὰς βασιλικὰς πράξεις Ὑπουργὸς εὐθύνεται δι’ αὐτὰς, δὲν λέγει ὅμως, ὅτι δὲν ὑπάρχει εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ ἄνευ ὑπογραφῆς. Ἀποδεικνύει τὴν εὐθύνην ἡ ὑπογραφή, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τῆς ὑπογραφῆς δὲν ἀπαλλάσσει τῆς εὐθύνης. Προσθέτω μάλιστα, ὅτι ἡ ὑπογραφὴ τῆς κυρώσεως καὶ τῆς ἐντολῆς τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου δὲν ἀρκεῖ διὰ τὴν εὐθύνην τῆς καταχωρίσεως καὶ ὅταν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ ἐνεργῆται, διότι ἐνδέχεται ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ κατὰ παραδρομὴν νὰ ἀπεστάλη ὁ νόμος πρὸς καταχώρισιν. Εἶπον δὲ ἤδη, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖ ὑπογραφήν τινα τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ τοιαύτη καταχώρισις, διότι κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον πέρυσιν ἐψηφίσαμεν, δύναται καὶ ὑπάλληλος νὰ ὑπογράψῃ τὴν περὶ τούτου αἴτησιν, ὅτε ἡ ἐνέργεια τοῦ ὑπαλλήλου εὐθύνει τὸν Ὑπουργὸν, ἐὰν ἐστάλη ἀκουσίως αὐτοῦ. Τί ἀναμιγνύετε λοιπὸν τὸ ζήτημα τῆς ὑπογραφῆς μὲ τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης; Χωρὶς νὰ θέλω ἐπὶ πλέον νὰ σᾶς ἀπασχολῶ, φρονῶ, ὅτι ἐγκύρως ἐδημοσιεύθη ὁ περὶ οὗ πρόκειται νόμος, φέρων μόνον τὰς ὑπογραφὰς τῶν πρώην Ὑπουργῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν ὑποστηρίζω, ὅτι καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἐξουσίας του καὶ κατὰ παράβασιν τῶν καθηκόντων του ἐτόλμησεν Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους δι’ ἁπλῆς ἐγκυκλίου νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ νόμου τούτου.
§80Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρᾶξις, περὶ ἧς τοσοῦτος γίνεται λόγος, φέρει τὴν ἐμὴν ὑπογραφὴν, ἔχω ἄρα καθῆκον νὰ ὁμιλήσω καὶ αὐτοπροσώπως, καίτοι ὡμίλησαν περὶ τῆς πράξεως ἄλλοι τόσον καλῶς, ὥστε περιττὴν θὰ ἐθεώρουν τὴν ἐμὴν ὁμιλίαν, ἂν μὴ ὑπῆρχεν ἡ τυπικὴ αὕτη ὑποχρέωσις. Ταύτην ἐκπληρῶν, ἀφηγοῦμαι τὰ γεγονότα, καὶ λέγω ὅτι, ὅτε ἀνέλαβον τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρέθην εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς πρὸ διλήμματος. Ἐζητοῦντο πανταχόθεν πληροφορίαι καὶ ὁδηγίαι παρὰ ὑπαλλήλων περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως κατακεχωρισμένου ὡς νόμου τοῦ Κράτους, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰς εἰσπράξεις εἰς χρυσὸν, καὶ ἰδίως ἐζητοῦντο αἱ ὁδηγίαι ἐν σχέσει πρὸς μέτρα ληφθέντα παρὰ τῶν προκατόχων, καθ’ ἃ δὲν ἐφηρμόζετο πλέον ὁ νόμος, διότι κατὰ τὰ μέτρα ἐκεῖνα δὲν ἐζητεῖτο πληρωμὴ εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ ἐζητεῖτο πληρωμὴ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ λόγον 165 τραπεζικῶν γραμματίων πρὸς 100 χρυσᾶς δραχμάς. Εὑρισκόμην λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω, ἂν ἠδυνάμην νὰ ἐπιτρέψω, ὑπάρχοντος τυχὸν τοιούτου νόμου, ὅπως ὁ νόμος οὗτος ἐφαρμόζηται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, τουτέστιν ὅπως παραβιάζηται, καὶ ἂν ἠδυνάμην νὰ ἐπιτρέψω, ὅπως τὸ δημόσιον ταμεῖον οὐ μόνον ἐκ τῆς βάσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐφαρμογῆς ζημιῶται· διότι καὶ ὁ κανονισμὸς ἔτι τῆς ἀναλογίας τῆς ἀξίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸν χρυσὸν δὲν ἦτο ὁ πραγματικός· ὁ χρυσὸς εἶχε φθάσει εἰς ὑπερτίμησιν 88%, καὶ ὅμως ἡ ὡρισμένη ἀναλογία ἦτο 65%. Εἶχον λοιπὸν νὰ ἐξετάσω, ἂν ἠδυνάμην νομίμως νὰ παραδεχθῶ τὴν δοθεῖσαν ἄδειαν, ὅπως γένηται ἡ πληρωμὴ τῶν εἰς χρυσὸν τελῶν οὐχὶ εἰς χρυσὸν, καὶ δεύτερον ἂν ἠδυνάμην νὰ ἐπιτρέψω, ὅπως ἡ πληρωμὴ αὕτη, γινομένη ἀντιθέτως πρὸς τὰ ἐν τῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένα, γένηται καὶ ἐπὶ διατιμήσει οὐχὶ τῇ ἀληθεῖ. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι, ἂν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο περιωριζόμην, δὲν ἠδυνάμην ἢ νὰ λύσω αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο καὶ ὡς πρὸς ἐκεῖνο ἀποφατικῶς, δὲν ἠδυνάμην ἢ νὰ ἀποφασίσω, ὅτι κακῶς καὶ παρανόμως ὁ προκάτοχος προσδιώρισε τὴν τιμὴν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου εἰς 165, ὅτι οὐδὲ καὶ εἰς 188 ἠδύνατο νὰ τὴν προσδιορίσῃ, καθ’ ἣν ἡμέραν ἡ ἀγορὰ τὴν ὥριζεν εἰς 188, διότι, ἂν ἐζητεῖτο ἡ πληρωμὴ εἰς χρυσὸν, δὲν θὰ ἦτο ἡ διατίμησις 188, θὰ ἦτο 200, 225 ἢ 250, ἀφοῦ, ἂν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος ὡς εἶχε κατὰ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, ἐννοεῖται ὅτι ἡ πληρωμὴ εἰς χρυσὸν ἢ ἡ ἀγορὰ τοῦ χρυσοῦ ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ ἤθελεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν πλέον νὰ λειτουργήσῃ ἡ νομισματικὴ κυκλοφορία παρ’ ἡμῖν. Τοῦτο εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς, καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, διότι, ὑποθέτω, ὑπέκυψεν εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι ἐπὶ ἀδυνάτων οὐδεὶς εἶναι ὑπόχρεως, ὅτι, προκειμένου νὰ ἀναστατωθῇ ἡ ἀγορὰ, νὰ παύσῃ ἡ νομισματικὴ κυκλοφορία ἐν τῇ χώρᾳ, τῷ ἐπετρέπετο νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον. Ἐγὼ δὲν εἶχον νὰ ἐξετάσω τίνες σκέψεις ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν προκάτοχόν μου τὴν παράνομον πρᾶξιν, ἐγὼ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσω, ἂν ἡ πρᾶξις ἦτο παράνομος, καὶ πῶς ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ παραβιαζόμεναι διατάξεις, ἵνα ἡ νόμιμος ἡ ἐφαρμογὴ, νόμιμον δὲ διατίμησιν δὲν ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ οὔτε 165, οὔτε 188, οὔτε 200, οὔτε 250, διότι μόνον ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ ἠδυνάμην νὰ πληροφορηθῶ περὶ τοῦ ὅρου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ φθάσω ἐκεῖ, εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἐπετρέπετο ἡ εἴσπραξις εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀντὶ χρυσοῦ, καὶ ἵνα λύσω τὸ ζήτημα τοῦτο, ὤφειλον νὰ ἐξετάσω πῶς ἔχει τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Τὸ γράμμα εἶναι ῥητόν· ὁρίζει ὅτι εἰσπράττονται οἱ φόροι, οἱ ἀπαριθμούμενοι ἐν τῷ νόμῳ, εἰς χρυσόν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἄλλως τοῦτο, εἰμὴ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια; διότι τὸ νόμισμα, ἐν ᾧ θὰ εἰσεπράττετο ὁ φόρος, ἂν μὴ ὥριζεν ὁ νόμος «εἰς χρυσὸν», θὰ ἦτο τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Ἀλλ’ ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσπραξις εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀλλὰ καταβάλλεται ὁ φόρος εἰς χρυσὸν αὐτούσιον. Ἐνῷ λοιπὸν τὸ γράμμα τοῦ νόμου τοιαῦτα ἔλεγεν, ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς, οὗτινος οἱ συνάδελφοι κόπτονται ὑπὲρ τοῦ νόμου, ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς δὲν ἐδίστασε τὸν νόμον τοῦτον νὰ θεωρήσῃ ὡς παλαιόχαρτον. Διότι καὶ ἡ ἔννοια καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου τίνες ἦσαν; Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶχον ἐξηγηθῆ, ὅτε ὁ νόμος εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν. Τότε ῥητῶς εἴπομεν, ὅτι σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο νὰ προμηθευθῇ τὸ Δημόσιον τὸν χρυσὸν οὐχὶ διὰ τῆς χρηματιστικῆς ἀγορᾶς, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπετίθετο ὅτι ἦσαν κάτοχοι αὐτοῦ, ἀποκτήσαντες αὐτὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀμέσως, ἀποφεύγοντες οὕτω τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συναλλαγήν, διότι πᾶσα συναλλαγὴ συντελεῖ πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν. Ἀλλὰ δὲν εἶχε μόνον σκοπὸν ὁ νόμος τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κατάληψιν τοῦ χρυσοῦ εὐθὺς ὡς φθάνει εἰς τὴν χώραν πρὸς ἄμεσον αὐτοῦ διοχέτευσιν εἰς ταμεῖον αὐτοῦ οἱονδήποτε, εἶχε προσέτι τὸν σκοπὸν ὁ νόμος, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν εἰς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ δανείου, λόγῳ ἐγγυήσεως παρεχομένης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, διοχέτευσιν χρυσοῦ ἀμέσως ἀπὸ τοῦ φορολογουμένου καὶ οὐχὶ διὰ πράξεως τοῦ Δημοσίου περὶ τοῦ χρυσοῦ ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ. Πάντα ταῦτα παρεγνωρίζοντο διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ, πάντα ταῦτα παρεβιάζοντο, καὶ ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἀποκτήσῃ ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ τὸν χρυσόν, τουτέστιν ὅπως πράξῃ ὅ,τι ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ μὴ πραχθῇ· ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς ἐπέτρεπε νὰ μὴ εἰσάγηται εἰς τὸ ταμεῖον ἅπας ὁ φόρος εἰς χρυσόν, τουτέστι νὰ μὴ παρέχηται ὅ,τι ἀπετέλει τὴν ἐγγύησιν τοῦ δανείου, ἂν ὑπετίθετο ὅτι ὑπῆρχε δάνειον. Καὶ δὲν ἐξετάζω ἐνταῦθα τὸ ἕτερον ζήτημα, διότι εἰς τοῦτο θὰ φθάσω κατόπιν, ὡς μὴ σχετιζόμενον πρὸς τὸ ἀμέσως προκείμενον, δὲν ἐξετάζω ἤδη τὸ ζήτημα ἄν καλῶς ἢ κακῶς ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἄκυρος ὁ νόμος, ἀλλ’ ἐξετάζω τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, ἐφαρμοζομένου ὅτε τὸ δάνειον, πρὸς οὗ τὴν ἐγγύησιν ἐψηφίσθη, δὲν ἐπραγματοποιεῖτο· διότι, ἄν τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐπραγματοποιεῖτο, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου περὶ τῆς εἰσπράξεως φόρων τινῶν εἰς χρυσὸν θὰ ἦσαν πάντη διάφορα ἢ οἷα ἀπεδεικνύοντο μὴ πραγματοποιηθέντος τοῦ δανείου τοῦ μεταλλικοῦ. Μὴ πραγματοποιηθέντος δανείου μεταλλικοῦ καὶ πραγματοποιηθέντος δανείου κεφαλαιώσεως, ἦτο ἑπόμενον, ὅτι θὰ εἴχομεν ὑποτίμησιν πασῶν τῶν ἀξιῶν ἐν τῇ χρηματιστικῇ ἀγορᾷ, καὶ θὰ εἴχομεν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος, ἐνῷ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίζετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ ἐπαγγελίᾳ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῇ πεποιθήσει τῆς Βουλῆς, ὅτι ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ, μόνον ἐὰν ὑπεγράφετο δάνειον μεταλλικὸν καὶ οὐχὶ τὸ τῆς κεφαλαιώσεως, καὶ ἑπομένως ἂν ἐπήρχοντο τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα πάντες, καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλή, ἐθεώρουν ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν τῆς ὑπογραφῆς τοῦ μεταλλικοῦ δανείου. Συνέπεια τῆς ὑπογραφῆς τοῦ δανείου — ἐξήγησε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐπὶ τῇ ἐξηγήσει ταύτῃ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τὸν περὶ εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν νόμον, — ἐθεωρεῖτο ὅτι τὸ συνάλλαγμα ἤθελεν ἐκπέσει ἀπὸ τῶν 40, εἰς ἃ ἀνεγράφετο τότε ἡ ὑποτίμησις τοῦ γραμματίου, εἰς ὑποτίμησιν 20%, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐγένοντο οἱ ὑπολογισμοί, ὥστε ὁ καταβαλλόμενος φόρος εἰς χρυσὸν νὰ ἦναι ἴσος πρὸς τὸν τέως καταβαλλόμενον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Εἰς τοῦτο ἀφεώρα ἡ ἔκπτωσις τοῦ ⅙ ἀπὸ τοῦ καταβλητέου φόρου, ὥστε ν’ ἀποζημιῶται ὁ πληρόνων εἰς χρυσὸν διὰ τὴν μὴ πληρωμὴν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τουτέστιν εἰς νόμισμα ὑποτετιμημένον. Ἡ Κυβέρνησις τοιαῦτα τότε ἐφρόνει, τοιαῦτα ἐπηγγέλλετο, καὶ ἐπὶ ταῖς ἐπαγγελίαις ταύταις τῆς Κυβερνήσεως ἡ Βουλὴ ἐψήφιζε τὸν νόμον, στηρίζουσα τὴν ψῆφον αὐτῆς εἰς τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ νόμος δὲν θὰ ἐφηρμόζετο, εἰμὴ ἐὰν ὑπεγράφετο συνάμα καὶ δάνειον μεταλλικόν. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, δὲν ὁμιλῶ τώρα περὶ τοῦ νόμου, ἵνα ἐξετάσω ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἀκυρωθῇ ἢ οὔ, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τούτου, ἵνα δείξω τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, ὑφ’ ἃς περιστάσεις ἐφηρμόζετο. Ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόζετο ὑπὸ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας προέβλεπεν ὁ νομοθέτης, ὅτε ἐψήφιζεν αὐτὸν, ὁ νόμος ἐφηρμόζετο ἐν συνδυασμοῖς ἄλλοις, οὓς ὁ νομοθέτης ὑπέθετε μὴ παρουσιασθησομένους, διότι ὑπέθετεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἤθελε κυρωθῆ, ἂν μὴ ὑπεγράφετο ἡ περὶ μεταλλικοῦ δανείου σύμβασις. Μὴ ὑπογραφείσης τῆς συμβάσεως, ἡ εἰς χρυσὸν πληρωμή, ἀντὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὸν φορολογούμενον, τὸν ἐπεβάρυνε σπουδαίως, διότι τὸ συνάλλαγμα, ἀντὶ νὰ ἐκπέσῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς συμβάσεως περὶ μεταλλικοῦ δανείου ἀπὸ 40 εἰς 20, διὰ τῆς μὴ ὑπογραφῆς μεταλλικοῦ δανείου καὶ διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου εἶχεν ὑπερτιμηθῆ ἀπὸ 40 εἰς 88. Ὑπὸ τοιούτους δὲ ὅρους τὸ βάρος, ὅπερ ἔφερον οἱ παραγωγοὶ τῆς σταφίδος, ἦτο τοσοῦτον, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἥτις εἶχεν ἐκδώσει τὸν νόμον τοῦτον, καὶ αὐτὴ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐδίστασεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, καὶ ἐδίστασε, καθ’ ἣν ὥραν οἱ παραγωγοὶ τῆς σταφίδος εἶχον τὴν μεγαλειτέραν εὐκολίαν πρὸς τὴν πληρωμὴν, ἐδίστασε καὶ ἠσθάνθη τὸ ἀδύνατον τῆς ἐφαρμογῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ παραγωγοὶ τῆς σταφίδος καὶ οἱ ἐξάγοντες αὐτὴν ἔμποροι διετέλουν ἐν κατοχῇ πλειοτέρου συναλλάγματος, διότι κατὰ Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον, ἀφοῦ κατὰ τὴν 16 Αὐγούστου γίνεται ἔναρξις τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος, ὑποτίθεται ὅτι τὸ συνάλλαγμα, δι’ οὗ ἀποτίνεται ἡ ἐξαγομένη σταφίς, πλεονάζει. Ἐνῷ λοιπὸν τότε τὸ συνάλλαγμα ἦτο ἐν σχετικῇ ἀφθονίᾳ παρὰ τοῖς παραγωγοῖς καὶ τοῖς ἐμπόροις τῆς σταφίδος, ἡ ὑπερτίμησις ὅμως τοῦ χρυσοῦ εἶχεν αὐξηθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καθίστατο ἀδύνατον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶχεν ἀναλάβει τὴν εὐθύνην τῆς δημοσιεύσεως, ἢ μᾶλλον, ἵνα ὁμιλῶ ἀκριβέστερον, ἥτις εἶχε φοβηθῆ τὴν εὐθύνην τῆς δημοσιεύσεως καὶ εἶχε καταχωρίσει τὸν νόμον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀγνοοῦμεν διὰ τίνος ὑπαλλήλου, διότι Ὑπουργὸς οὐδεὶς φαίνεται ἀναλαμβάνων τὴν εὐθύνην τῆς δημοσιεύσεως, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἄφησεν ὁπωσδήποτε νὰ δημοσιευθῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὁ νόμος, πτοηθεῖσαν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, κατέστη προτιμοτέρα ἡ παραβίασις τοῦ νόμου τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἐπὶ τοιούτοις ἀποτελέσμασιν. Ἂν δὲ τοιαῦτα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ σταφὶς ἐξήγετο ἐν μεγάλοις ποσοῖς, ὁποῖα θὰ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ μετὰ 3–4 μῆνας, ὅτε θὰ ἐξηντλοῦντο αἱ σπουδαῖαι ἀποστολαὶ σταφίδος καὶ ἑπομένως θὰ ἠλαττοῦτο ὁ χρυσὸς ὁ εἰσαγόμενος εἰς τὴν χώραν ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ἐξαγωγῆς αὐτῆς; Ἐνοεῖται, ὅτι, ἂν κατὰ Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐνήργησε τὴν δημοσίευσιν, δὲν ἠδύνατο τὸν νόμον τοῦτον νὰ ἐφαρμόσῃ, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ τις, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος κατὰ Ἰανουάριον ἢ Φεβρουάριον ἢ Μάρτιον; Ἀλλ’ ἂν ὁ νόμος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν τῇ κυριωδεστέρᾳ, ἢ μᾶλλον ἐν τῇ μόνῃ αὐτοῦ διατάξει, δηλ. ἂν νόμος περὶ εἰσπράξεως φόρων τινῶν εἰς χρυσὸν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ καθίστατο ἀναγκαία ἡ ἐπὶ παραβιάσει αὐτοῦ εἴσπραξις τῶν φόρων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, πῶς ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν παραγωγῶν τῆς σταφίδος καὶ τῶν ἐμπορευομένων καὶ ἐξαγόντων αὐτὴν δι’ αὐξήσεως τοῦ ὅρου τοῦ φόρου κατὰ 48%; Ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνεχθῇ τὴν παράτασιν τοιαύτης καταστάσεως; Ἐθαυμάζομεν ἐπὶ τῇ ὀλιγωρίᾳ τῶν προκατόχων πρὸς τὸν σεβασμὸν τὸν ὀφειλόμενον πρὸς τοὺς νόμους, οὓς οὕτως ἀσυστόλως παρεβίαζον. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἡμεῖς περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν δυσχερεστέρα ἔτι θὰ καθίστατο ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ; Καὶ ἦτο δυνατὸν ἐν τῇ καταστάσει, ἐν ᾗ εὑρίσκοντο οἱ παραγωγοὶ τῆς σταφίδος, ἡ ἐμπορία τῆς σταφίδος, ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐφαρμογῆς νόμου, ἥτις τὴν φορολογίαν τῆς σταφίδος, περὶ ἧς τοσοῦτος γίνεται λόγος ὡς βαρείας, ἤθελεν αὐξήσει κατὰ 48% ἴσως τότε, ἀλλὰ κατὰ 60 καὶ 80 καὶ 100% βραδύτερον, ἐὰν ἐλαμβάνετο ἀμέσως μέτρον τι; Ἡ σταφὶς γινώσκετε ἐν ποίᾳ ἐξαιρετικῇ θέσει εὑρίσκεται ἐφέτος· καὶ δὲν ἦτο τοῦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπεδέχετο τὴν ἐλαχίστην ἀναβολὴν, διότι ἡ ἀναβολὴ εἰς τὰ τῆς σταφίδος ἠδύνατο νὰ φέρῃ καταστροφάς· ἔπρεπε λοιπὸν εὐθὺς νὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν, ἔπρεπε τουτέστι νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, ἂν θὰ παρανομήσωμεν, ὅπως οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, ἢ ἂν θὰ ἀνεχθῶμεν τὸ ἀδίκημα πρὸς τοὺς σταφιδούχους καὶ τὴν καταστροφὴν αὐτῶν. Τοῦτο ἦτο δίλημμα πρὸ ἡμῶν κείμενον, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ὁ τοσάκις ἐξεγειρόμενος ὑπὲρ τῆς σταφίδος, δὲν δύναται νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὑφίσταται τὸ δίλημμα, ὁ δὲ τρόπος, καθ’ ὃν αὐτὸς ἤθελε τὸ λύσει, ἐὰν κρίνω ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του τῆς χθεσινῆς, δὲν φαίνεται ὅτι θὰ ἦτο νομιμώτερος ἢ ὁ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, καὶ ὅμως τὸ δίλημμα δὲν ἐπετρέπετο νὰ λυθῇ ἢ διὰ τῆς ἄρσεως τῆς παρανομίας, ἐφ’ ἣν εἶχε τραπῆ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτω παρουσιάζεται τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οὐσιαστικὴν, ἔμενε ταὐτοχρόνως νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν τυπικὴν, ἀφοῦ μάλιστα περὶ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων ὁ τύπος ἐπικρατεῖ τῆς οὐσίας. Ἔπρεπε, πρὶν ἐξετάσωμεν τὰ τῆς παραβιάσεως τοῦ νόμου, νὰ ἐξετάσωμεν ἕτερον ζήτημα, ὅπερ, ἀνακινηθὲν πρότερον, προεβάλλετο ἀμέσως εἰς ἐπίλυσιν, ἐὰν τὸ κατασκεύασμα τὸ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἢ δὲν ἦτο νόμος. Εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην προέβημεν ἐν πλήρει κατοχῇ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, ὡς ἔχοντες περὶ αὐτοῦ γνώμην ἐπανειλημμένως ἐκδηλωθεῖσαν. Χθὲς ἠγόρευσε Βουλευτὴς ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅστις ὡμολόγησεν ὅτι εἰδικότητα δὲν εἶχε, καὶ τὸ ἀπέδειξεν (Ἱλαρότης). Παραλείψας οὗτος τὰ εἰδικὰ, ἐτράπη ἐπὶ τὴν ἐπίκρισιν τῶν ἐνεργηθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὡς προδιδόντων ἀντίφασιν πρὸς τὴν γνώμην, ἣν εἶχεν οὗτος πρότερον, καὶ μαρτυρούντων, ὅτι εἰργάσθη ἡ Κυβέρνησις οὐχὶ ἐκ πεποιθήσεως, ἀλλὰ ἐξ ἐμπαθείας· ἵνα ἀποδείξῃ δὲ τοῦτο, ἀπηρίθμησε σειρὰν διαταγμάτων, ἅτινα εἶχον ἐκδοθῆ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἐποχὴν πολὺ παρῳχημένην ὑπὸ Ὑπουργῶν διαδόχων, φέροντα μόνον ὑπογραφὰς προκατόχων, καὶ ἔλεγεν: ἰδοὺ, καὶ ὑμεῖς ἐδημοσιεύσατε διατάγματα προκατόχων, ἑπομένως σήμερον, θεωροῦντες ὅτι ἡ ὑπὸ τῶν διαδόχων ὑμῶν δημοσίευσις νόμων φερόντων ἐν τῇ κυρώσει μόνας τὰς ὑπογραφὰς ὑμῶν δὲν εἶναι νόμιμος, ἀντιφάσκετε πρὸς ὑμᾶς αὐτούς. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος διατάγματα κατεχωρίζοντο ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑφίστατο ὁ νόμος τοῦ 1882 περὶ τῆς ἐφημερίδος ταύτης, καθ’ ὃν τὰ διατάγματα ταῦτα ἐν τῇ ὑποστάσει αὐτῶν χρῄζουσι δημοσιεύσεως. Τὰ διατάγματα ταῦτα ἐδημοσιεύοντο ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν ἀρχικὸν νόμον περὶ τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης πρὸς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ. Ἦτο ἡ δημοσίευσις πρᾶξις ἁπλῆς πληροφορίας τῆς κοινωνίας, δὲν ἦτο πρᾶξις ἀποτελοῦσα στοιχεῖον τῆς ὑποστάσεως τοῦ διατάγματος, δὲν ἦτο ἀναγκαία πρᾶξις πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ διατάγματος. Καὶ σήμερον ἔτι τὰ διατάγματα τὰ μὴ δημοσιευόμενα ὑποχρεωτικῶς, τὰ μὴ ὑφιστάμενα ἐκ τῆς δημοσιεύσεως, δημοσιεύονται καὶ μετὰ τὴν παραίτησιν τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες τὰ ὑπέγραψαν· οὐδεὶς ἐξετάζει ποίας ὑπογραφὰς φέρουσι, διότι ταῦτα ὑφίστανται ἀσχέτως πρὸς τὴν δημοσίευσιν, ἑπομένως, ἀφοῦ εἶναι τέλεια ἄνευ τῆς δημοσιεύσεως, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ἀνακοινῶνται πρὸς τὸ Δημόσιον ἐν οἱῳδήποτε χρόνῳ. Προκειμένου ὅμως περὶ διαταγμάτων, ἅτινα δὲν ὑφίστανται, εἰμὴ διὰ τῆς τελικῆς πράξεως τῆς δημοσιεύσεως, οὐδὲν δύνασθε νὰ προσαγάγητε ἐν ἐπιγνώσει παρ’ ἡμῶν δημοσιευθὲν καὶ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τῶν προκατόχων. Τοὐναντίον ἀρχομένου τοῦ ἔτους τούτου ἐγένετο συζήτησις πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, καθ’ ἣν ῥητῶς εἶπον, ὅτι ἐθεώρουν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς διάδοχον Ὑπουργὸν νὰ δημοσιεύῃ πράξεις τοῦ προκατόχου αὐτοῦ.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἐδημοσιεύσατε ὅμως. Σᾶς ἀναφέρω τὸ διάταγμα τῶν χαρίτων.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄν ἐγένετό τις δημοσίευσις, ὡς ἐξήγησα ἐν τῇ ἀγορεύσει μου εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, δὲν ἐγένετο ἢ ἐκ σφάλματος, ἐκ παραδρομῆς, καὶ ἑπομένως δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει. Ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως δὲν δημοσιεύεται παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ· ἔχει μόνον ὁ Πρωθυπουργὸς δικαίωμα ἐποπτείας, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν γνωρίζει τί περιέχει· γνωρίζει τὸ περιεχόμενον, μόνον ἐὰν προκληθῇ ἡ προσοχή του παρὰ τοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις ἐπιμελεῖται τὰ τῆς δημοσιεύσεως.
§83ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπω, διότι θὰ εἴπητέ τι, ἐφ’ ᾧ θὰ λυπηθῆτε, ὅτι δὲν ἐσιωπήσατε. Ἰδοὺ τί ἔλεγον, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς (ἀναγινώσκει): «Ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ διαταγμάτων παρ’ αὐτοῦ προκληθέντων, ἅτινα ἐδημοσιεύθησαν κατόπιν παρὰ Ὑπουργοῦ διαδόχου, ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει, ὡς εἶπεν. Ἐὰν ἐγένοντο ταῦτα, ἅτινα ἐπῄνεσε, κακῶς ἐγένοντο· ἐὰν ἐγένοντο, ἐγένοντο διότι ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως διετέλει ἄνευ ἐπιβλέψεως, καὶ ἐγένοντο ἐξ ἀπροσεξίας, διότι οὐδέποτε ἐπιτρέπεται μετὰ παραίτησιν Ὑπουργοῦ νὰ δημοσιευθῇ τοιαύτη πρᾶξις αὐτοῦ. Ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ 1882 ἀνεγνωρίσθη, ὅτι τοιαύτη ὑπουργικὴ πρᾶξις δὲν λαμβάνει ὕπαρξιν, εἰμὴ διὰ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, μόνον εἰς παραδρομὴν ἀποδοτέον, ἂν διάδοχος Ὑπουργὸς ἐδημοσίευσε πρᾶξιν προκατόχου ἐκ τῶν λαμβανουσῶν τὸ κῦρος διὰ τῆς δημοσιεύσεως». Καὶ κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ὑπουργὸς καλῶς γινώσκει, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν παρῃτήθη ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, τούτου ἡ εὐθύνη εἶναι ἀπηλλαγμένη πάσης ἐκ πράξεων κυρουμένων διὰ μεταγενεστέρων δημοσιεύσεων ἐνοχῆς, οὐδὲ δύναται νὰ ἐνέχηται ἐπὶ ταῖς συνεπείαις δημοσιεύσεως, ἂν αὐτὸς δὲν παρήγγειλεν, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς Ὑπουργὸν, οὐ μόνον ἐξ ἁβρότητος, ἀλλ’ ἐξ ὑποχρεώσεως νομικῆς, νὰ δημοσιεύσῃ πρᾶξιν προκατόχου λαμβάνουσαν τὸ κῦρος ἐκ τῆς δημοσιεύσεως. Ἄν ὁ διάδοχος Ὑπουργὸς ἐγκρίνῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ προκατόχου, τὴν μείνασαν ἀδημοσίευτον, προκαλεῖ νέον διάταγμα καὶ δημοσιεύει αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύνην. Οὕτω συμβαίνουσι ταῦτα κατὰ κανόνα, καὶ ἂν ἓν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἐγένοντο καταχωρίσεις κατὰ παράβασιν τοῦ κανόνος, συνέβη τοῦτο, διότι δὲν ἦτο ὠργανωμένη ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐφημερίδος.» Ἀπήντησα ἄρα, ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦτα διατάγματα, ἐκ παραδρομῆς δημοσιευθέντα, διότι ἡ ἐπίβλεψις δὲν ἦτο ἐπαρκής. Ἀλλὰ δὲν ἤνεγκον τὸν λόγον εἰς τοῦτο, ἵνα ὑποστηρίξω τὰ τότε λεχθέντα, ἀλλ’ ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὰς γνώμας τὰς πρότερον, διότι ταῦτα ἔλεγον τῇ 1 Φεβρουαρίου 1892, τὴν αὐτὴν δὲ γνώμην εἶχον καὶ κατὰ τὸ 1873, ὡς διαῤῥήδην μνημονεύεται καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη, τὴν αὐτὴν πρεσβεύοντος γνώμην, ἣν καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω ἤδη, ἀνέπτυσσον δὲ τότε ἐν ἐκθέσει ἐπιτροπῆς. Τουτέστι πρὸ 20 ἐτῶν ταύτην τὴν γνώμην εἶχον, καὶ πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐπίσης, ταύτην δ’ ἐφήρμοσα καὶ πρὸ 15 ἡμερῶν. Ἑπομένως τὸ προσωπικὸν ζήτημα, ὅπερ, ὡς μὴ ὤφελε, ἀνέμιξεν ἐν τῷ προκειμένῳ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος, νομίζω, ὅτι οὕτω τίθεται ἐκποδών, καὶ μένει ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος αὑτοῦ καθ’ ἑαυτό, ἐὰν κατὰ τύπους ὑφίστατο νόμος, ἐὰν τὸ δημοσίευμα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νόμος τοῦ Κράτους ὑποχρεωτικός. Ἔχων δὲ τοῦτο νὰ ἐξετάσω, δύναμαι νὰ παραλίπω τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄλλων ζητημάτων, ὧν ἐμνήσθην ἀρχόμενος τοῦ λόγου, διότι ἡ περὶ τοῦ νόμου γνώμη τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι δὲν ἦτο οὗτος νόμος ὑποχρεωτικός, ὡς κατηρτίσθη, καθιστᾷ περιττὴν πᾶσαν σκέψιν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἠθέλομεν προβῆ πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν σταφιδοκτημόνων καὶ τῶν ἐμπόρων τῆς σταφίδος ἀπὸ τῆς ἐκθέσμου φορολογίας τῶν 48 ἢ τῶν 60 ἢ τῶν 100% ἐπὶ πλέον τῆς κανονικῆς. Ἐν τῇ ἐξετάσει ταύτῃ, τῇ τοὺς τύπους ἀφορώσῃ, ἥτις ὅμως ἦτο ἡ σπουδαιοτέρα, ὡς εἶπον, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν συνεπειῶν, διότι ὁ τύπος περὶ τὰ τῆς ὑποστάσεως τοῦ νόμου εἶναι ἐπικρατέστερος τῆς οὐσίας, προεβάλλετο τὸ θέμα ἐὰν εἴχομεν πρὸ ἡμῶν νόμον, τουτέστιν ἐὰν αἱ ὁδηγίαι, αἵτινες μᾶς ἐζητοῦντο ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων ἀρχῶν ἀφεώρων εἰς νόμον. Καὶ ἐνταῦθα παρουσιάζεται ἕτερον ζήτημα, ὅπερ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ῥητῶς ἐκίνησε καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ἐπίσης. Ἀσχέτως πρὸς τὴν ὀρθότητα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν κατὰ τὸν νόμον, ἐπετέθησαν οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τοῦ μέτρου, ὡς κακῶς ληφθέντος, καὶ τοῦ τρόπου, ἤτοι δι’ ἁπλῆς ἐγκυκλίου. Πρὸ ὀλίγου δὲ ἠκούσαμεν παρ’ ἀξιοτίμου νομικοῦ, διακριθέντος μάλιστα ὡς νομικοῦ, ὅτι ἡ ἐξέτασις τοῦ θέματος, ἂν διάταξίς τις ἔχῃ ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν νόμου, δὲν ἀνήκει εἰς τὸν ἐκτελοῦντα, ἀλλ’ ἀνήκει μόνον εἰς τὸν δικαστήν· τουτέστι, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ὁ ὀφείλων νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διατάξεις τῶν νόμων δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς νομίμου ὑποστάσεως τῶν διατάξεων, ἃς ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὑτοῦ ἀπαντᾷ. Ὁ ὀφείλων νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἐπὶ ζητήματος, οὗτινος ἡ λύσις ἐξήρτηται ἐκ τῆς ἰσχύος τούτου τοῦ νόμου ἢ ἐκείνου, ἐκ τῆς ἀπολύτου ἰσχύος τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ νόμου, ἢ τῆς περιωρισμένης αὐτῶν ἰσχύος, ὡς καταργηθεισῶν ἢ ἀναιρεθεισῶν ἢ ἑρμηνευθεισῶν διατάξεών τινων ἐκ τῶν ἐν αὐτοῖς διὰ νομοθετικῶν διατάξεων μεταγενεστέρων νόμων, ὁ ἐκτελῶν τὸν νόμον καὶ λύων τὰ ἐν τῇ ἐκτελέσει ἀναφυόμενα ζητήματα ὀφείλει, κατὰ τὸν κ. Βουλευτήν, ἀποφασίζων, νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τῆς ἐξετάσεως τῆς νομίμου ἰσχύος τῶν διατάξεων, ἃς ἐφαρμόζει, διότι ὁ ἐκτελῶν τὸν νόμον, καθ’ ὃ κατώτερος τοῦ νόμου, δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ, μόνον δὲ εἰς τὴν ἱερὰν δικαιοσύνην ἐπιφυλάσσεται ἡ ἐξέτασις τῶν περὶ τούτου.
§85ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κῦρος τοῦ νόμου.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὔτε τὸ κῦρος, οὔτε ἡ ἔννοια, οὔτε ἡ ἔκτασις τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ὡς ἐκ τῆς ὑπάρξεως ἑτέρου νόμου, περιορίζοντος τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ, δύνανται, κατὰ τὸν κ. Βουλευτήν, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τοῦ ἐκτελοῦντος τὸν νόμον. Πάντα ὅμως ταῦτα, κατ’ ἐμέ, δέον νὰ ἐξετασθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἐκτελοῦντος τὸν νόμον, καὶ κεκλημένου νομίμως ἵνα κανονίζῃ τὰς κατὰ νόμον, ὑποχρεώσεις ἐν τοῖς θέμασιν, ὧν ἡ διευθέτησις ἀνήκει εἰς αὐτόν. Ὁ ἁρμόδιος εἰς διακανονισμὸν τοῦ θέματος εἶναι ἁρμόδιος, ἵνα κατὰ συνείδησιν κρίνῃ περὶ τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων, ἃς ἐφαρμόζει, ἤτοι περὶ τοῦ κύρους νόμου ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει καὶ περὶ τῆς ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν διατάξεων αὐτοῦ πρὸς τὰς διατάξεις ἄλλων νόμων ἐννοίας αὐτῶν. Ὁ νόμος κανονίζει πότε ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κοινὴν δικαιοσύνην νὰ παρεμβαίνῃ εἰς τὰ ζητήματα τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, μόνον δὲ τότε δύναται ἡ κοινὴ δικαιοσύνη νὰ δίδῃ τὴν τελικὴν λύσιν ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν διοικητικῶς κανονισθέντων· καὶ ἂν μὲν ἡ συνείδησις τοῦ δικαστοῦ πείθῃ αὐτόν, ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ περὶ τῆς ἰσχύος τῶν ἐφαρμοσθεισῶν διατάξεων ὀρθὴ ἀπόφασις, θέλει ἐκδώσει τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ κατὰ τὴν ἰδίαν συνείδησιν, ἥτις θέλει ἐπικρατήσει τῆς διοικητικῆς ἀποφάσεως· ἡ μεταῤῥύθμισις ὅμως τῆς ἀποφάσεως δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἀναρμοδίως ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἀπεφάνθη περὶ τῶν ἰσχυουσῶν καὶ ἐφαρμοστέων ἐν τῷ θέματι διατάξεων. Πολλῷ δὴ μᾶλλον, ἂν ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπῃ τὴν ἐν τῷ ὡρισμένῳ θέματι ἀνάμιξιν τῆς κοινῆς δικαιοσύνης, ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελοῦσαν ἀρχὴν ἡ ἐξερεύνησις τῆς νομίμου ὑποστάσεως τῶν ἐκτελουμένων διατάξεων. Ἐθαύμασαν οἱ ἀγορεύσαντες, πῶς Ὑπουργὸς ἐτόλμησε δι’ ἐγκυκλίου νὰ καταργήσῃ νόμον. Καὶ βεβαίως, ἂν ὑφίστατο ὁ νόμος, ἡ κατάργησις αὐτοῦ δι’ ἐγκυκλίου ἢ διὰ διατάγματος ἢ δι’ ἄλλου τρόπου, πλὴν ἢ δι’ ἄλλου νόμου, προκαλεῖ τὸν θαυμασμόν. Ἐὰν ὅμως τὸ ζήτημα δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάργησιν νόμου, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπόστασιν νόμου, ἐὰν τὸ προβαλλόμενον ζήτημα ἔχῃ ὡς ἑξῆς: «αἱ διατάξεις αὗται, αἱ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσιν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν νόμου ἢ οὔ», ποῖος θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο; Θέλει τὸ λύει ἑκάστοτε ὁ ἐκτελεστὴς τοῦ νόμου, ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ἐποπτεύων τὰ τῶν ἀρχῶν· θέλει τὸ λύει ὁ νομάρχης, ὁ τελώνης, ὁ ὑποτελώνης, ὁ τελωνοσταθμάρχης, διότι ἕκαστος ἐκτελεστὴς τοῦ νόμου ὀφείλει νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων, ἃς θέλει ἐφαρμόσει. Ἐὰν δὲ ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις εἶναι ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης, πεισθῇ ὅτι ἐν τῇ ἐκτελέσει ἐγένετο παράβασις, εἴτε πεισθῇ ὅτι ὁ προκάτοχος αὐτοῦ ἀσυστόλως παρεβίασε τὸν νόμον, ἐπιτρέψας, ὅπως ἀντὶ χρυσοῦ εἰσπράττωνται ἐπὶ διατιμήσει 165% τραπεζικὰ γραμμάτια, εἴτε πεισθῇ ὅτι τελώνης ἢ ταμίας ἐφαρμόζει ὡς νόμον τοῦ Κράτους ὅ,τι δὲν εἶναι νόμος, ἢ δὲν ἐφαρμόζει νόμον ἰσχύοντα, νομίζων ὅτι κατηργήθη, ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ κανονίσῃ αὐτός, πρὸς ὁδηγίαν τῆς ὑπηρεσίας, τίνες αἱ κεκτημέναι τὴν ἰσχὺν νόμου καὶ τίνες αἱ ἐστερημέναι νομίμου ἰσχύος διατάξεις. Τοιοῦτον εἶχε χαρακτῆρα ἡ πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη τὸ Ὑπουργεῖον, ἅμα ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν· δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἀπόφασιν οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, διότι δὲν ἦτο ἀνεκτὴ ἡ ὑφισταμένη ἔκνομος κατάστασις. Εὕρομεν ἐγκαθιδρυμένην τὴν παρανομίαν, εὕρομεν ὑπὸ διαταγῶν τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ἀναγνωριζόμενον ὡς νόμον τοῦ Κράτους τὸ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσίευμα, ἀλλὰ συνάμα καὶ παραβιαζόμενον καὶ λογιζόμενον ὡς μηδεμίαν ἐπαγόμενον ὑποχρέωσιν. Τοιούτων διαταγῶν τὴν διατήρησιν πάντως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν, ὠφείλομεν δὲ ν’ ἀντικαταστήσωμεν εἰς αὐτὰς διαταγὰς ἄλλας, κανονιζούσας νομίμως τὸ καθεστώς. Ἀλλ’ ἐξ ἀφορμῆς τῶν διαταγῶν τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, δὲν ἐσκέφθησαν οἱ ἀξιότιμοι ἀγορεύσαντες, οὓς τοσοῦτον συνετάραξεν ἡ ἡμετέρα ἐγκύκλιος, ὅτι ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς δι’ ἁπλῆς ὑπουργικῆς διαταγῆς ἐκανόνισε τὰ τοῦ θέματος, μηδόλως νομίσας, ὅτι ἀπητεῖτο ὑπογραφὴ βασιλικὴ, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ συναίνεσις τοῦ Κοινοβουλίου, καίτοι ἴσως ὡς πρὸς τοῦτο φειδόμενος τῶν ἐν τῇ Βουλῇ τέως συναδέλφων αὑτοῦ...
§87ΡΑΛΛΗΣ. Διορίζεται καὶ αὐτὸς Βουλευτὴς δι’ ἐγκυκλίου.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς, γενόμενος Ὑπουργὸς ὑπὸ Πρωθυπουργὸν μὴ Βουλευτήν, ἀπεδείξατε, ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι δυνατόν.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ σεῖς ἐγείνατε Πρωθυπουργὸς χωρὶς νὰ ἦσθε Βουλευτής.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ διέλυσα τὴν Βουλήν. Ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς δι’ ἁπλῆς διαταγῆς εἶχε προβῆ εἰς τὰ μέτρα, ἅτινα ἐθεώρει ὡς ἐπιβαλλόμενα ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν περιστάσεων, μέτρα ἀναιροῦντα ἐντελῶς νόμον κατὰ τὴν γνώμην αὑτοῦ ὑφιστάμενον, ἀλλ’ εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦτον δὲν προῆλθεν εὐθαρσῶς καὶ ἀπροκαλύπτως, ὡς ἥρμοζεν εἰς Ὑπουργὸν ἐπιτελοῦντα εὐσυνειδήτως τὸ πρὸς τὴν Πολιτείαν καθῆκον. Ἔγραψε πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἐδημοσιεύθησαν δὲ τὰ ἔγγραφα, ὅτι περισσεύουσι τῷ Δημοσίῳ χρήματα ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων εἰς χρυσὸν, ἡ περίσσεια δὲ αὕτη τοῦ χρυσοῦ τῷ ὑπαγορεύει, ὅπως παρακαλέσῃ τὴν Τράπεζαν, ἵνα ἀνταλλάσσῃ τὸν χρυσὸν διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, διότι τούτων ἐστερεῖτο τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς διαταγῆς ταύτης ἐγράψαμεν καὶ ἡμεῖς πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἐρωτῶντες κατὰ τίνα τρόπον ἐφηρμόσθη ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἡ Τράπεζα ἀπήντησεν, ὅτι κατόπιν τῆς διαταγῆς εἰς τοὺς τέως καταβάλλοντας τὸν φόρον εἰς χρυσὸν ἐπετρέπετο ἡ καταβολὴ αὐτοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ διατιμήσει 165%. Ὅταν δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τοιαύτην διαταγὴν ἐξέδιδε πρὸς τὴν Τράπεζαν περὶ διαθέσεως τοῦ περισσεύοντος χρυσοῦ, ὡς μὴ χρησίμου εἰς αὐτὸ, ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Δημοσίου περὶ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ εἰς χρυσόν; Τὸ Δημόσιον ὤφειλον εἰς χρυσὸν ἀπαιτητά, καὶ μάλιστα καθυστεροῦντα, τὰ τῆς ἐτησίας δόσεως τοῦ δανείου τῶν Δυνάμεων διὰ τὸ 1892, ὅπερ μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἐπληρώθη, παραλειπομένων τῶν ὀφειλῶν ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸν προσεχῆ Ὀκτώβριον, περὶ ὧν ἔδει ἵνα ληφθῇ ἔγκαιρος πρόνοια, ὤφειλε τὸ Δημόσιον ποσὰ σπουδαῖα εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, λόγῳ τῆς καταβολῆς τοῦ ἀντιτίμου τῶν εἰδῶν τοῦ Μονοπωλίου, ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὰς εἰδικὰς δαπάνας, αἵτινες ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκείνῳ καταβάλλονται εἰς χρυσόν...
§91ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπληρώσαμεν.
§92ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπληρώσαμεν τὰς ἰδικάς σας ὀφειλάς.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχω ἐδῶ τὸν πίνακα τῶν ὀφειλομένων, παριστῶντα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅτι ἐπὶ πιστώσεως τοῦ 1893 δραχμῶν 580,000 μόνον 14 χιλιάδες δραχμῶν κατεβλήθησαν. Καὶ δὲν λέγω ὅτι εἶναι ἀνεξήγητον τὸ πρᾶγμα, διότι ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐσόδων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ὁ χρυσὸς δὲν δύναται νὰ ἀφθονῇ, ἀλλ’ ὅταν ὁ χρυσὸς δὲν ἀφθονῇ, ἐπιτρέπεται εἰς Ὑπουργὸν νὰ γράφῃ ἐπισήμως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην τὸ Δημόσιον τοῦ πλεονάζοντος χρυσοῦ, ἐντέλλεται εἰς ταύτην νὰ ἀνταλλάσσῃ εἰς τραπεζογραμμάτια πρὸς 1 καὶ 65/00 τὸν ἐκ τῆς φορολογίας χρυσὸν, ἵνα καὶ ἡ Τράπεζα δηλώσῃ πρὸς τοὺς φορολογουμένους, ὅτι ἐπὶ τῇ αὐτῇ διατιμήσει εἶναι δεκτὰ ἀντὶ χρυσοῦ τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ οὕτως ἀθετηθῇ ἡ ἀπαίτησις τοῦ νόμου περὶ καταβολῆς τοῦ φόρου εἰς χρυσόν; Ἄν τὴν ἀθέτησιν τῆς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεως περὶ πληρωμῆς τοῦ φόρου εἰς χρυσὸν καθίστα ἀναπόφευκτον ἡ ἀνάγκη τῶν περιστάσεων, καθιστῶσα κατάδηλον τὸ ἀπερίσκεπτον τῆς ἐφαρμογῆς νόμου ψηφισθέντος ἐπὶ προϋποθέσεσιν ἄλλαις, ὤφειλεν ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὰ ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἐπιβαλλόμενα μέτρα ἀπροκαλύπτως καὶ εὐθέως· ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει δὲν ἐπετρέπετο ἡ εἴσπραξις φόρου ἀνωτέρου τοῦ κεκανονισμένου πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων, ἃς ὁ νόμος τῆς ἀνάγκης ἔθετεν ἐκποδών. Οὕτως ἐνεργῶν, θ’ ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην τῆς ἀποφάσεως αὑτοῦ, καὶ δὲν θὰ ἐπεζήτει νὰ καλυφθῇ ὄπισθεν διαταγῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, ὧν τὸ ἀνειλικρινὲς προδίδει τὴν πεποίθησιν τοῦ ἐκδόντος αὐτὰς περὶ τῆς τελουμένης παρανομίας. Καὶ ὅμως περὶ τῶν διαταγῶν τούτων οἱ ἀγορεύσαντες οὐδὲν εἶπον, ἔκρυθμον δ’ ἐλογίσαντο μόνον τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν, τὴν καθ’ ὅλα κανονικὴν, διότι κανὼν εἶναι νὰ ἐκδίδῃ ὁ Ὑπουργὸς ὁδηγίας πρὸς τὰς ὑπαλλήλους ἀρχὰς περὶ τῆς ἐννοίας τῶν νόμων καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Ἐνῷ ὡς πρὸς τοῦτο ἦτο ἡ διαταγὴ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ ἐντελῶς ὁμοία πρὸς τὴν διαταγὴν, ἣν ἐξεδώκαμεν ἡμεῖς, ἡ διαταγὴ ἐκείνη εἶχε τοῦτο τὸ ἀπεχθὲς, ὅτι δι’ αὐτῆς δὲν ἐπαρουσιάζετο εὐθαρσῶς ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς ἐνώπιον τῆς κοινωνίας, ὁμολογῶν ὅτι κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης, ἐξέδιδε τὴν διαταγὴν, ἀναλαμβάνων τὴν ἐπ’ αὐτῇ εὐθύνην καὶ πεποιθὼς ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, καὶ ἂν προσωπικῶς δὲν ἤθελεν ὑποστηρίξει αὐτὸν, δὲν ἤθελεν ὅμως ἀποκρούσει πρᾶξιν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ὑπαγορευθεῖσαν. Ἐν τοιαύτῃ ἀνάγκῃ δὲν διετελοῦμεν ἡμεῖς, ὡς ἔχοντες τὴν γνώμην, ὅτι ὁ προκαλῶν τὴν δυσχέρειαν νόμος ἦτο ἐστερημένος πάσης ἰσχύος. Ἄν μὴ εἴχομεν τὴν γνώμην ταύτην, δὲν ἠθέλομεν θέσει τὰς διατάξεις αὐτοῦ ἐκποδὼν ἀνειλικρινῶς, ὡς ἔπραξεν ὁ προκάτοχος ἡμῶν, ἠθέλομεν λάβει τὴν ἀπόφασιν, ἣν θὰ ἐκρίνομεν ὡς τὴν πρέπουσαν, καὶ ἂν ὁ χαρακτὴρ τῆς ἀποφάσεως τὸ ἐκάλει, ἠθέλομεν εἶτα ζητήσει ψῆφον ἀφέσεως. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ πράξωμεν τοιαῦτα, ὡς μὴ ὑφισταμένων τῶν προκαλουσῶν αὐτὰ δυσχερειῶν πρὸς τοὺς μὴ θεωροῦντας ὡς ἐχούσας ἰσχὺν νόμου τὰς περὶ εἰσπράξεως φόρων τινῶν εἰς χρυσὸν διατάξεις πρὸς τοὺς θεωροῦντας τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως φόρων τινῶν εἰς χρυσὸν ὡς ἐστερημένον τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους τοῦ νόμου. Εἰς τοῦτο τὸ περὶ τῶν τύπων ζήτημα ἀφεώρων αἱ τῶν ἀγορευσάντων θεωρίαι, καθ’ ἃς ὁ νόμος οὗτος, ἂν καὶ ἐδημοσιεύθη ἄνευ ὑπογραφῆς ὑπευθύνων, ἦτο ὅμως νόμος ἔχων ὑποχρεωτικὴν ἰσχύν. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὁ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀγορεύσας κατὰ τρόπον ἐμπνεύσαντα ἐλπίδας πλείονος χρησιμότητος τῶν ὑπ’ αὐτοῦ διαχειριζομένων συζητήσεων, δὲν ὤκνησε νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐὰν ἀπεφασίζετο τὸ ζήτημα τοῦτο ὅπως ἡμεῖς τὸ ἐκανονίσαμεν, ἠθέλομεν εὑρεθῆ πρὸ σειρᾶς νόμων, οὓς καὶ ἀπηρίθμησεν, οἵτινες τὸ αὐτὸ καὶ ὁ προκείμενος περὶ εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν πάσχουσιν ἐλάττωμα, καὶ οἵτινες ἑπομένως ἐπάγονται τὴν λῆψιν ὁμοίων μέτρων πρὸς τὰ ἤδη προτεινόμενα. Ἐθαύμασα πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ τούτου ἐποιήσατο λόγον, ἀφοῦ ἐν τῇ Βουλῇ οὐχὶ μὲν ἐν κανονικῇ ἀγορεύσει, ἀλλ’ ἐν διακοπαῖς, ἐξηγήθη ὅτι δὲν ἔχει τὸ πρᾶγμα ὡς ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐνόμισεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι ἐξεδόθησαν ὑπὸ τῶν διαδόχων Ὑπουργῶν νόμοι κυρωθέντες ὑπὸ τῶν προκατόχων, ἀλλὰ πάντες οἱ νόμοι, οὓς ἀπηρίθμησεν, ἔφερον προσυπογραφὴν Ὑπουργοῦ ἐν ἐνεργείᾳ, Ὑπουργοῦ ὑπευθύνου· διατὶ δὲ ἡμεῖς θεωροῦμεν τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν ὡς μὴ ἔχουσα ὑπόστασιν; διότι ἡ δημοσίευσις δὲν ἔχει τὸν ὑπεύθυνον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἤρξατο τῆς ἀγορεύσεως αὑτοῦ λέγων, ὅτι ἄλλο ἡ κύρωσις καὶ ἄλλο ἡ δημοσίευσις· ἔστω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀκριβές, ἂν καὶ ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι, ἡ δημοσίευσις ὅμως καὶ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν δίδει τὴν ὑπόστασιν εἰς τὸν νόμον· τοῦτο δὲν τὸ ἠρνήθη ὁ κ. Βουλευτής, ἀναγνωρίζων ὅτι ἄνευ δημοσιεύσεως δὲν ὑφίσταται ὁ νόμος. Ἐὰν λοιπὸν τοιαύτη ἦναι πρᾶξις ἡ δημοσίευσις, ἐρωτῶ ἐὰν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει δύναται νὰ ὑπάρξῃ πρᾶξις δίδουσα τὴν ὑπόστασιν εἰς τὸν νόμον καὶ μὴ ἔχουσα τὸν ὑπεύθυνον. Περὶ τούτου ἠκούσαμεν ἄλλου Βουλευτοῦ, ὑποστηρίζοντος ὅτι δὲν ὑπάρχει εὐθύνη περὶ τὰ τῆς δημοσιεύσεως, διότι ὁ νόμος περὶ ποινικῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν δὲν ἀναγράφει τοιαύτην εὐθύνην. Πολὺ καταβιβάζουσι τὴν ἔννοιαν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης οἱ ἀναζητοῦντες αὐτὴν ἐν τῷ νόμῳ περὶ ποινικῆς τῶν Ὑπουργῶν εὐθύνης. Δὲν ζητεῖ τὸ Σύνταγμα τὸν ἐπὶ τῇ προσυπογραφῇ ὑπεύθυνον ἀποκλειστικῶς κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης, διότι, ὅτε τὸ Σύνταγμα ἐψηφίζετο, νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν δὲν ὑφίστατο, ἀλλ’ ἐψηφίσθη 13 ἔτη, νομίζω, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὴν γνώμην ἄρα τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, ἐπὶ τὰ 13 ταῦτα ἔτη δὲν ὑφίστατο ὑπουργικὴ εὐθύνη. Ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη δὲν ἐξήρτηται ἐκ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης, οὐδὲ εἶναί τι σπουδαῖον ἡ ποινικὴ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ ποινικὴ εὐθύνη πρέπει νὰ ὑφίσταται, ἔστω καὶ ἂν παρέχῃ μόνον εἰς διαδόχους Ὑπουργοὺς τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα προδίδωσι τὴν προσωπικὴν αὐτῶν ἐμπάθειαν καὶ τὸ ταπεινὸν τοῦ φρονήματος, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη ἡ χαρακτηρίζουσα τὴν συνταγματικὴν τῶν Ὑπουργῶν εὐθύνην. Ἡ ποινικὴ εὐθύνη δύναται ἐν σπανιωτάταις περιστάσεσι νὰ παραστῇ ἀναγκαία καὶ σπουδαία, μὴ μεταπίπτουσα εἰς τὸ ἀστεῖον, μηδὲ μετέχουσα προσωπικῆς καταδιώξεως. Ἀλλ’ εὐθύνη πραγματικὴ καὶ λειτουργοῦσα, εἶναι ἡ πολιτικὴ εὐθύνη καὶ ἡ ἠθικὴ εὐθύνη, καὶ ὅμως θέλετε νὰ ἔχητε νόμον λαμβάνοντα ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τὴν ὑπόστασιν ἄνευ πολιτικῆς εὐθύνης, παρεπομένης εἰς τὴν πρᾶξιν τὴν παρέχουσαν εἰς τὸν νόμον τὴν ὑπόστασιν, ἄνευ ἠθικῆς εὐθύνης ἐπὶ τῇ πράξει ταύτῃ.
§94ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐθεώρησα ὑπεύθυνον τὸν δημοσιεύοντα.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς, κύριε Βουλευτά, — μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ τὸ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, καίτοι ἤθελον νὰ τὸ ἀποφύγω,— ἐθεωρήσατε καὶ τοῦτο ἀκριβὲς καὶ τὸ ἀντίθετον ἐπίσης; διότι, ἔχοντες μεγάλην νομικὴν πεῖραν, ὡς ζήσαντες ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ βλέπητε τὸ ἀνυπόστατον τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι ἡ δημοσίευσις εἶναι ἐπιβεβλημένη συνέπεια τῆς κυρώσεως· καὶ ὅμως παρεστήσατε τὴν δημοσίευσιν ὡς πρᾶξιν κυβερνητικὴν καὶ ἄσχετον πρὸς τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν Κυβέρνησιν πρόσωπα. Ἀλλ’ ἡ δημοσίευσις εἶναι πρᾶξις ἐπαγομένη εὐθύνην, πρᾶξις δὲ ἐπαγομένη εὐθύνην δὲν δύναται νὰ μὴ ἦναι προσωπική, διότι εὐθύνη ἀπόλυτος, ἀφῃρημένη, ἀναγομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς ἀπαρτίζοντας αὐτὴν Ὑπουργοὺς προσωπικῶς, δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ. Ἡ ἰδέα τῆς εὐθύνης, ἂν μὴ συνδέηται πρὸς πρόσωπον διακεκριμένον, ζῶν, εἶναί τι οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχον. Ἑπομένως εἰς τὰ τῆς εὐθύνης δὲν χωροῦσι τὰ περὶ κυβερνητικῆς συνεχείας καὶ ἀλληλεγγύης, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς διάδοχον Κυβέρνησιν νὰ καλύπτῃ τὴν ἰδίαν εὐθύνην, ὡς ἐνεργοῦσα ἐξ ἐντολῆς τῆς προκατόχου.
§96ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις εὐθύνονται δι’ ὅ,τι ἔπραξαν.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ εἴπετε ἐπίσης, ἐπικαλούμενος τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, ὅτι ἡ promulgation εἶναι πρᾶξις τελεία καὶ ἄνευ δημοσιεύσεως, καὶ ὅτι ἡ τελεία αὕτη πρᾶξις ἐπάγεται ὑποχρέωσιν εἰς τὸν διάδοχον Ὑπουργὸν, καὶ εἰς πάντα Ὑπουργὸν, πρὸς ἐκτέλεσιν.
§98ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Εἶπον τὸ ἐναντίον.
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπετε, ὅτι κατὰ τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα ὑπάρχει μόνον promulgation, ἀντὶ τῆς ἡμετέρας δημοσιεύσεως καὶ ὅτι ἡ promulgation, ἥτις δίδει εἰς τὸν νόμον τὴν ὑπόστασιν, ἐντελλομένη καὶ τὴν ἐκτέλεσιν, αὐτὴ ἐν τῇ συνεχείᾳ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῇ ἀλληλεγγύῃ αὐτῶν ἐπάγεται πρὸς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ἐκτέλεσιν.
§100ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα τοῦτο, κύριε Πρόεδρε.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὡς εἶπεν, ἀνεγνώρισεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑφίσταται καὶ ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει εὐθύνη· ἀλλὰ ποία εὐθύνη πρέπει νὰ ὑφίσταται ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει; Πρέπει νὰ ὑφίσταται ὑπουργικὴ εὐθύνη, ἡ δὲ δημοσίευσις τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δὲν γίνεται κανονικῶς ὑπὸ εὐθύνην ὑπουργικὴν, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει ἐποπτείαν ἐπ’ αὐτῆς, δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν ἐλέγχου καὶ εὐθύνην ἐπὶ τοῖς καταχωριζομένοις, ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὁ ἐντελλόμενος τὴν δημοσίευσιν ταύτην, δύναται νὰ ἐντείληται αὐτὴν καὶ ἁπλοῦς ὑπάλληλος. Δὲν δημοσιεύονται τὰ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως μόνον κατ’ ἐντολὴν Ὑπουργοῦ· μὴ ὑπαρχούσης δὲ τοιαύτης ὑπουργικῆς ὑποχρεώσεως, καὶ τῶν φύλλων τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐκδιδομένων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἄνευ οὐδεμιᾶς γνώσεως οὐδενὸς Ὑπουργοῦ, ἡ δημοσίευσις διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἀποχρῶσα, ὅπως δώσῃ εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς δημοσιεύσεως τὸ στοιχεῖον τῆς εὐθύνης, ἀναγκαῖον εἰς πᾶσαν βασιλικὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ μάλιστα πασῶν εἰς τὴν δίδουσαν τὴν ὑπόστασιν εἰς τὸν νόμον. Ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν γνωμῶν τῶν ἀγορευσάντων, πρέπει ὅμως νὰ εἴπω καὶ ποία εἶναι ἡ ἐμὴ γνώμη περὶ τοῦ θέματος· διότι ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ κύρωσις, ἡ ἔκδοσις, ὡς μετεφράσθη ἡ promulgation, καὶ ἡ δημοσίευσις εἶναι πράξεις διάφοροι. Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα δὲν ἀναγράφει ἔκδοσιν, ἀναγράφει μόνον κύρωσιν καὶ δημοσίευσιν· ὄχι, ὅτι καὶ ἡ ἔκδοσις δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ ἀναλύσει τῶν διατεταγμένων εἰς τὰ ἀπαρτίζοντα αὐτὰ στοιχεῖα· ἡ κύρωσις, ἡ ἔκδοσις, καὶ ἡ δημοσίευσις, ὑφίστανται πάντως ἐν τῷ κατηρτισμένῳ νόμῳ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ διάκρισις τῶν στοιχείων τούτων τοῦ νόμου ἐν τῇ κατασκευῇ αὐτοῦ. Ἀναγκαία διάκρισις παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ κατασκευῇ τοῦ νόμου εἶναι μόνον ἡ τῶν δύο ἀναγραφομένων ἐν τῷ Συντάγματι στοιχείων, ἀλλ’ ἡ κύρωσις περιλαμβάνεται ἐν τῇ δημοσιεύσει, διότι κύρωσις δὲν ὑφίσταται ἄνευ δημοσιεύσεως. Αἱ πράξεις τῆς κυρώσεως καὶ τῆς ἐκδόσεως εἶναι πράξεις δημόσιαι, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπὲρ πάντα ἄλλον γινώσκει, ὅτι εἰς τὴν κοιτίδα τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἡ κύρωσις ὑφίσταται μόνον διὰ τῆς δημοσιεύσεως, ἐγκειμένη ἐν ταύτῃ. Ὁ Ἡγεμὼν μεταβαίνει αὐτοπροσώπως εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἢ στέλλει ἐπιτροπείαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἀνακοινοῖ τὴν συναίνεσιν αὐτοῦ εἰς τὸν νόμον, τοῦτο δὲ εἶναι καὶ κύρωσις καὶ ἔκδοσις καὶ δημοσίευσις, διότι τὸ πᾶν ἐν τούτῳ κεῖται, ἐν τῇ δημοσιεύσει τῆς συναινέσεως. Ἐξετάζοντες δὲ τί ἐστὶ δημοσίευσις τῆς συναινέσεως, διακρίνομεν ἐν αὐτῇ τὴν συναίνεσιν, τὴν ἐντολὴν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οὐχὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλὰ πρὸς τὴν κοινωνίαν, ἵνα σέβηται τὸν νόμον καὶ τὴν γένεσιν τοῦ νόμου διὰ τῆς δημοσιεύσεως. Ἡ πρᾶξις τῆς κυρώσεως, καὶ ἡ πρᾶξις τῆς ἐντολῆς, οἱανδήποτε ἔννοιαν καὶ ἂν ἀποδώσητε εἰς αὐτὰς, ἔχουσι σημασίαν μόνον ὡς πράξεις παρασκευαστικαὶ, ὡς σχέδια, ὡς κυοφορία, γέννησις ὅμως τοῦ νόμου εἶναι ἡ δημοσίευσις. Τὰ πρὸς δημοσίευσιν παρασκευασθέντα, ἅτινα ἔπρεπε νὰ ὀνομάζωνται σχέδια κυρώσεως, σχέδια ἐκδόσεως, ἀμφότερα λαμβάνουσιν ὕπαρξιν ὑποχρεωτικὴν μόνον διὰ τῆς δημοσιεύσεως. Οὕτω δὲ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἀλλαχοῦ μὲν ἀναγράφει κύρωσιν καὶ δημοσίευσιν, καὶ ἀλλαχοῦ μόνον κύρωσιν, παραλείπει δὲ τὴν ἔκδοσιν. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι εἶχον τὴν συνείδησιν οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα, ὅτι κύρωσις, ἔκδοσις καὶ δημοσίευσις λαμβάνουσι πάντα τὴν ὑπόστασιν διὰ τῆς δημοσιεύσεως, καὶ ὅτι ἡ δημοσίευσις δὲν εἶναί τι αὐτοτελὲς, ἀλλ’ εἶναι δημοσίευσις τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς κυρώσεως. Δὲν δίδουσι δὲ τὴν ἔννοιαν ταύτην εἰς τὴν δημοσίευσιν μόνος ὁ ἀστικὸς νόμος καὶ ἄλλοι νόμοι τοῦ Κράτους, καθορίζοντες τὰ τῶν διοριῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, μεθ’ ἃς εἶναι ὑποχρεωτικὸς ὁ νόμος, ἀλλὰ τὴν σημασίαν τῆς δημοσιεύσεως δίδει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, ἀναγράφον παρὰ τὴν κύρωσιν τὴν δημοσίευσιν, καὶ δηλοῦν διὰ τούτου, ὅτι κύρωσις ἄνευ δημοσιεύσεως δὲν ὑφίσταται. Τοῦτο δὲ ἀπαντᾷ καὶ εἰς τὴν ἀπορίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τοῦ ἐρωτῶντος διατὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος εὐθὺς κατόπιν τῆς ἀναγραφῆς τῆς κυρώσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως μνημονεύεται μόνη ἡ κύρωσις καὶ οὐχὶ ἡ δημοσίευσις· διότι ἦτο περιττὸν νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ δύο λέξεις, ὡς ἀποτελοῦσαι ἑνιαίαν ἔννοιαν, τῆς μὲν κυρώσεως μὴ ὑφισταμένης ἄνευ δημοσιεύσεως, τῆς δὲ δημοσιεύσεως περιλαμβανούσης τὴν κύρωσιν. Εἰς τὴν δημοσίευσιν ἄρα ὀφείλει νὰ ἀφορᾷ πᾶς ὁ ἐκτελῶν τὸν νόμον· πᾶς ὁ ἐκτελῶν τοὺς νόμους ὀφείλει νὰ ἐξετάζῃ τὰ τῆς νομίμου δημοσιεύσεως, ἤτοι τὰ τῆς ὑπάρξεως ἐν ὑποχρεωτικῇ ἰσχύϊ τοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν προβαλλομένου νόμου. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι νόμιμος εἶναι ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου, μεταδίδουσα εἰς αὐτὸν τὴν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν, καίτοι δὲν φέρει ὑπογραφὴν ὑπευθύνου ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει Ὑπουργοῦ· ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι, καὶ ἂν ἡ δημοσίευσις ᾖναι, ὡς φρονεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, πρᾶξις αὐτοτελὴς, καὶ ἂν μὴ ἔχῃ τυχὸν τὴν σημασίαν, ἣν ἐγὼ ἀποδίδω εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ περιλαμβάνει μόνον τὸ στοιχεῖον, ὅπερ ὁ κ. Βουλευτὴς διακρίνει ἐν αὐτῇ ὡς κεχωρισμένη ἀπὸ τῆς κυρώσεως, καὶ πάλιν τὸ στοιχεῖον τοῦτο, ἑπομένως αὐτὴ ἡ δημοσίευσις, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὕπαρξιν ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι ἄνευ Ὑπουργοῦ εὐθυνομένου ἐπὶ ταύτῃ, οὐδὲ δύναται νὰ θεωρῆται ὡς παρέχον τὸν ὑπεύθυνον τὸ πραγματικὸν γεγονὸς τῆς καταχωρίσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ προσυπογραφῆς τοῦ ἀναλαμβάνοντος ἐν ὑπουργικῇ εὐθύνῃ τὸ βάρος τῆς δημοσιεύσεως.
§102ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὰς παραλείψεις ἔχει εὐθύνην, ὄχι διὰ τὰς πράξεις.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ βεβαίως ὑπάρχει καὶ ἐπὶ ταῖς παραλείψεσιν εὐθύνη, ἀλλ’ ἐνταῦθα θέλομεν ὑπουργικὴν εὐθύνην, βεβαιουμένην κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὁρίζον, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ᾖναι προσυπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος. Οὕτω βεβαιοῦται ἡ παρέχουσα ἐγγύησιν εἰς τὴν Πολιτείαν εὐθύνη, ὑμεῖς δὲ θέλετε νὰ στερήσητε τὴν Πολιτείαν τῆς μόνης, ἥν κέκτηται ὑπὸ τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, ἐγγυήσεως, τῆς τοῦ ὑπευθύνου τῶν Ὑπουργῶν. Οὕτως ἀναγράφει τὰ τῆς εὐθύνης καὶ τὰ τῆς βεβαιώσεως αὐτῆς τὸ Σύνταγμα, ταῦτα δὲ ἀναγράφουσι καὶ οἱ νόμοι ἡμῶν.
§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ προβάλλῃ, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ του ἐδόθη τι εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως· λοιπὸν δὲν ἔχει εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς, ἐὰν λέγῃ, ὅτι δὲν γνωρίζει ποῖος τὸ ἔστειλε.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως. Ἀποδεικνύει δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ὅσα ἰσχυρίσθητε περὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης παρεπομένης εἰς τὴν καταχώρισιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχον ὑπόστασιν, δεικνύον ὅτι ἡ καταχώρισις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ᾖναι ἄσχετος πρὸς τὴν θέλησιν Ὑπουργοῦ ὑπευθύνου. Ἀλλὰ περὶ τούτων ἤδη δὲν ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν, ἤδη ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν περὶ τῶν ἐξωτερικῶν γνωρισμάτων τοῦ νόμου, ἰσχυριζομένων ἡμῶν, ὅτι νόμος εἶναι ὅ,τι δημοσιεύεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τοὺς τύπους τοὺς διαγεγραμμένους πρὸς τὸν καταρτισμὸν τοῦ νόμου καὶ φέρει προσυπογραφὴν ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀντιτάσσει, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖ αὐτὸς τὴν ὑπογραφὴν ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, διότι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ἐπὶ ἰδίαις παραλείψεσι, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐπὶ ταῖς πράξεσι τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ὁρίζει ὅ,τι λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως δὲν εἶναι ὑπογραφὴ πολιτειακῶς βασιλική, ἐὰν μὴ συμπληρῶται διὰ τῆς προσυπογραφῆς ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, δὲν φέρει δὲ προσυπογραφὴν ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἡ δημοσίευσις, ἡ φέρουσα μόνας τὰς προσυπογραφὰς προσώπων, ἅτινα δὲν ἦσαν Ὑπουργοὶ ὅτε ἡ δημοσίευσις ἐγένετο. Οἱ προσυπογεγραμμένοι εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος δημοσίευμα ἦσαν Ὑπουργοὶ ὑπεύθυνοι; Βεβαίως δὲν ἦσαν Ὑπουργοὶ ὑπεύθυνοι, ὅτε ἐδημοσιεύετο ὁ νόμος, ἦτο μάλιστα γνωστὸν ἐκ τῶν δηλώσεων αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ ψηφίσει τοῦ νόμου, ὅτι ἐκεῖνοι δὲν ἤθελον δημοσιεύσει τὸν νόμον ὑφ’ ἃς οὗτος ἐδημοσιεύθη περιστάσεις. Ἐγένετο ἄρα ἡ δημοσίευσις ἐπὶ τῇ προσυπογραφῇ τῶν διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς δημοσιεύσεως καὶ τῶν μὴ φερόντων τὸν χαρακτῆρα, ὅν τὸ Σύνταγμα θεωρεῖ ἀπαραίτητον πρὸς τὴν ἰσχὺν πάσης πράξεως τοῦ Βασιλέως, ἤτοι τὸν τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ. Ὁ Βασιλεὺς πάντοτε πράττει τὸ καλόν· τοῦτο εἶναι ἀρχὴ συνταγματική, στηριζομένη ἐπὶ τῆς προσυπογραφῆς ὑπευθύνου ἐπὶ τῷ κακῷ, ὅπερ ἐνδέχεται νὰ περιλαμβάνῃ ἡ περιβαλλομένη τὴν βασιλικὴν ὑπογραφὴν πρᾶξις. Εἶναι δὲ ἀδύνατον ἡ πρᾶξις ἡ βασιλικῶς καὶ ἀνευθύνως πάντοτε καλὴ νὰ μὴ ᾖναι ὑπουργικῶς καὶ ὑπευθύνως ἐνίοτε κακὴ, ἀφοῦ τὰ διάδοχα Ὑπουργεῖα διατελοῦσιν ἐν πολλοῖς ἐν ἀντιθέσει γνώμης πρὸς τὰ προκάτοχα, κανονίζοντα τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν ἐν τῇ συνεχείᾳ τῶν πράξεων ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀντιθέσει. Προκάτοχοι ὑπεύθυνοι ἐπὶ πράξει, εἰς ἣν οἱ διάδοχοι αὐτῶν προέβησαν καὶ ἧς ἐκεῖνοι ἐκ προθέσεως ἀπέσχον, εἶναί τι ἀπᾷδον πρὸς αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἐν τῇ συγκεκριμένῃ δὲ ταύτῃ περιστάσει ἡμεῖς δὲν ἐδημοσιεύομεν τὸν νόμον, διότι ἐθεωροῦμεν ὅτι δὲν ἦτο δημοσιευτέος, καὶ ἐκρατοῦμεν αὐτὸν ἐν ἐκκρεμότητι, ἀναμένοντες ἵνα κριθῇ, ἐὰν θὰ ὑπεγράφετο ἡ περὶ τοῦ μεταλλικοῦ δανείου σύμβασις, καὶ ἐκρίθη τοῦτο, ὑπογραφέντος, ἀντὶ τῆς συμβάσεως περὶ μεταλλικοῦ δανείου, τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου, μὴ ἐπιτρέποντος, κατὰ τὴν τῶν προσυπογραψάντων τὴν κύρωσιν γνώμην, τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, καὶ ὅμως ἐγένετο ἡ δημοσίευσις στερουμένη τῆς εὐθύνης ἄλλου Ὑπουργοῦ. Ἔχοντες λοιπὸν πρὸ ἡμῶν τοιοῦτον δημοσίευμα, φέρον μὲν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, μὴ φέρον ὅμως προσυπογραφὴν ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, καὶ ὀφείλοντες νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ἰσχύος καὶ νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, ἐκρίνομεν ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ δημοσίευμα τοῦτο δὲν εἶχε τὰ συστατικὰ τοῦ νόμου, καὶ ἑπομένως δὲν ὑφίστατο ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ἡ δὲ ἄρσις αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ πεδίου διηυκόλυνε τὴν λύσιν πάντων τῶν ἄλλων ζητημάτων. Διηυκόλυνε δὲ τὴν λύσιν οὐ μόνον τοῦ ἀμέσως προκειμένου διλήμματος, οὗτινος ἀρχόμενος τοῦ λόγου ἐμνήσθην, ἀλλὰ καὶ τὴν λύσιν τῶν ἑτέρων ζητημάτων, περὶ ὧν ἐκαλούμεθα νὰ προνοήσωμεν, διότι εὕρομεν τὸ πεδίον πλῆρες ἀκανθῶν καὶ τριβόλων, εὕρομεν ἐν αὐτῷ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως καὶ τὰ παρεπόμενα εἰς αὐτό, εὕρομεν δὲ καὶ τὸν συνδυασμὸν τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως πρὸς τὰς εἰσπράξεις εἰς χρυσόν. Ἀφοῦ ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν δὲν ὑφίστατο νομίμως, ἀφοῦ ἐν τῇ πεποιθήσει ἡμῶν οὐδὲ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ὑφίστατο νομίμως, οὐδὲν συντελεστικώτερον πρὸς παρασκευὴν τῆς λύσεως τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων, ἥτις προεβάλλετο εἰς ἡμᾶς, τῆς κατὰ τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν ἐνεργείας, ἥτις θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐξομάλισιν τοῦ πεδίου. Βεβαίως ἐκ τῆς ἐνεργείας ταύτης ἤθελε προκληθῆ τις ἀνωμαλία, ἤθελον δυσαρεστηθῆ οἱ ἔχοντες συμφέρον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ καθεστῶτος, ἤτοι τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως καὶ τῶν πρὸς τὸ δάνειον τοῦτο συνδεθεισῶν εἰσπράξεων εἰς χρυσόν. Ταῦτα εἴχομεν ὑπ’ ὄψει, ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν ταῦτα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον; Ὁ μόνος τρόπος τῆς ἀποφυγῆς τῶν δυσαρεσκειῶν τούτων ἦτο ἡ διατήρησις τοῦ θεσμοῦ τῶν εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν, ἡ διατήρησις τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Ταῦτα ἦσαν ἀλληλένδετα, διότι, καὶ ἂν ἠθέλομεν νὰ καταργήσωμεν τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως εἰς μόνον τὸ μέλλον, ἡ ἀναγνώρισις τῆς ὑποχρεωτικῆς ἰσχύος αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸ ἐξ αὐτοῦ πραγματοποιηθὲν δὲν θὰ ἐπέτρεπε τὴν ἄρσιν τῶν εἰσπράξεων εἰς χρυσόν. Διότι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἐστηρίζετο εἰς τὰς εἰσπράξεις εἰς χρυσὸν, ἑπομένως, ἐὰν ἐθεωροῦμεν ὅτι τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως καλῶς ἐγένετο, δὲν ἐπετρέπετο ἡ κατάλυσις τοῦ θεσμοῦ περὶ πληρωμῆς φόρων τινῶν εἰς χρυσὸν, εἰμὴ ἐπὶ τῇ ὁλοσχερεῖ ἐξοφλήσει τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ἤτοι μετὰ πάροδον δεκαετηρίδων· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα τὸν θεσμὸν περὶ εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν οὐδὲ ἐπὶ δέκα ἡμέρας. Εὐθὺς ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει αὐτοῦ ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἀπεδείχθη ἀνεπίδεκτος οἱασδήποτε ἐφαρμογῆς, ἀπαράδεκτος ἄρα ἐξ ὑπαρχῆς ἦτο πᾶσα λύσις ἐπαγομένη τὴν ἐπὶ δεκαετηρίδας διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἔχοντες δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν δὲν εἶχε νόμιμον ὕπαρξιν, ἔχοντες τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ διάταγμα περὶ κεφαλαιώσεως δὲν ἦτο ὑποχρεωτικὸν πρὸς τὸ Κράτος, ἐπράξαμεν ὅ,τι ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον ὡς παρασκευὴ πρὸς τὴν διευθέτησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας, ταμόντες τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν μέλλουσαν ἡμῶν ἐνέργειαν διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ ἀκύρου τῶν μέτρων τούτων. Εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην ἐπιπροσθοῦσι πλεῖσται δυσχέρειαι, θὰ ἦσαν δὲ αὗται ἀνυπέρβλητοι, ἐὰν προσεκρούομεν καθ’ ἕκαστον ἡμῶν βῆμα εἰς τὰ δύο ταῦτα προσκόμματα, τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν καὶ τὸ διάταγμα περὶ δανείου κεφαλαιώσεως. Εὐτυχῶς καὶ τὸ διάταγμα περὶ δανείου κεφαλαιώσεως καὶ ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν ἀπεδείχθησαν ἐστερημένα νομίμου ὑπάρξεως, ἡ δὲ μὴ ὕπαρξις αὐτῶν ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ δυσχερεστάτῳ τούτῳ ζητήματι νὰ ἐργασθῇ ὅπως δήποτε ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χώρας. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§106ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ;
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 15′ μ. μ.