1893.11.22
1.993 στίχοι · 15.084 λέξεις · 168 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
Τῆς 22 Νοεμβρίου 1893.
(Δευτέρα).
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Χαλκίδι οἰνοπνευματοποιοὶ «Γ. Χατζηπαναγιώτης καὶ ἀδελφὸς» παρακαλοῦσι ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῶν δύο τελευταίων τριμηνιῶν ἐκ δραχ. 15,000, διότι τὸ πνευματοποιεῖον αὐτῶν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαΐου ἔπαυσε τὰς ἐργασίας του. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§2ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἀντὶ προφορικῆς προηγουμένης ἀναπτύξεως ἐπερωτήσεων, ἃς ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, νομίζω προτιμότερον νὰ ἀναγνώσω αὐτὰς ταύτας πρὸ παντὸς (ἀναγινώσκει): «Συμπληρῶν τὴν κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ὑποβληθεῖσαν ἐπερώτησιν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐκ Ναυπλίας Βουλευτοῦ, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δημοσίευσιν τοῦ νόμου περὶ τῶν εἰσπρακτέων ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς φόρων εἰς χρυσὸν, ἐπερωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, ἐὰν οἱ κατωτέρω ἀναφερόμενοι νόμοι τοῦ Κράτους δὲν ἐκυρώθησαν μὲν συνταγματικῶς ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων, καθ’ ἃς ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῶν Βουλῶν καὶ ἐκυρώθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐδημοσιεύθησαν δὲ καὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τῶν διαδόχων αὐτῶν Κυβερνήσεων, ἄνευ προσυπογραφῆς ἐν διατάγματι περὶ δημοσιεύσεως αὐτῶν τῶν κατὰ τὴν δημοσίευσιν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, καὶ δὴ 1) οἱ ὑπὸ στοιχεῖα ΡΜΕʹ, ΡΜϚʹ, ΡΜΘʹ, ΡΝΓʹ, ΡΙΕʹ, ΡΝʹ, ΡΜΗʹ καὶ ΡΜΖʹ νόμοι, κυρωθέντες μὲν συνταγματικῶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὑφ’ ἧς ἐζητήθη ἡ κύρωσις, ἤτοι τὴν 17 Δεκεμβρίου 1865 καὶ τῇ 19 καὶ 20 Ἰανουαρίου 1866, δημοσιευθέντες δὲ ὑπὸ τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως τῇ 27 καὶ 31 Ἰανουαρίου, τῇ 1 καὶ 2 Φεβρουαρίου καὶ τῇ 2 καὶ 10 Μαρτίου 1866· 2) ὁ περὶ ὁδοποιΐας νόμος, κυρωθεὶς τῇ 16 Δεκεμβρίου 1867, περιβληθεὶς τὴν μεγάλην σφραγῖδα τοῦ Κράτους μετὰ τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ἧς ἐγένετο ἡ κύρωσις, τῇ 15 Ἰανουαρίου 1868, καὶ δημοσιευθεὶς τῇ 19 Φεβρουαρίου 1868 ὑπὸ τοῦ διαδεχθέντος ἑτέρου Ὑπουργείου τὴν κατὰ τὸν χρόνον τῆς κυρώσεως αὐτοῦ ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν· 3) οἱ ὑπὸ στοιχεῖα ΥΝΓʹ, ΥΝΔʹ καὶ ΥΝΕʹ νόμοι, κυρωθέντες τῇ 5 καὶ 6 Ἰουλίου 1872 καὶ δημοσιευθέντες ὑπὸ τῆς διαδόχου τῆς αἰτησάσης καὶ ἐπιτυχούσης τὴν κύρωσιν αὐτῶν Κυβερνήσεως τῇ 5 καὶ 6 Αὐγούστου 1872· 4) ὁ περὶ καπνοῦ νόμος, κυρωθεὶς ἐπὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶ τῇ 27 Ἀπριλίου 1883 καὶ δημοσιευθεὶς τῇ 7 Μαΐου 1883 μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Καλλιγᾶ· 5) ἂν οἱ νόμοι οὗτοι δὲν λειτουργῶσι μέχρι σήμερον ὡς ἔγκυροι, καὶ β) ἂν κατὰ τὴν δημοσίευσιν καὶ κύρωσιν αὐτῶν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς δὲν διετέλεσεν Ὑπουργὸς καὶ Πρωθυπουργός.» Ταῦτα ἔχουσι μεγάλην σχέσιν ἐπὶ τοῦ ἀμέσως συζητηθησομένου κατὰ τὴν σημερινὴν ἡμερησίαν διάταξιν ζητήματος, ἀπεκδέχομαι δὲ τὰς πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Προσέτι φρονῶ, ὅτι, ἐὰν σήμερον διατελῶμεν ἐν ἐκτάκτῳ καὶ κρισίμῳ οἰκονομικῇ καταστάσει, καὶ προκειμένου ἡ Βουλὴ νὰ κληθῇ μετ’ ὀλίγον, ἵνα δώσῃ ψῆφον ἐπὶ τῶν ὑποβληθησομένων οἰκονομικῶν σχεδίων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρὸ παντὸς ἔχομεν καθῆκον νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ ἀμέσως, πρὶν δώσωμεν ψῆφον ἀσυνειδήτως, ὡς εἴθισται μέχρι τοῦδε νὰ πράττῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ζητῶν ψῆφον παρὰ τῆς Βουλῆς περὶ σπουδαιοτάτων ἀντικειμένων, χωρὶς προηγουμένως νὰ φροντίσῃ, ὡς εἶναι ὑπόχρεως, νὰ διαφωτίσῃ περὶ αὐτῶν τὴν Βουλήν. Σχετικῶς λοιπὸν ὑποβάλλω καὶ τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὴν ὁποίαν, ἵνα μὴ ἀπασχολῆται ἡ δεξιὰ πτέρυξ, ἀναγινώσκω ὡς ὑποβάλλω αὐτὴν ἐγγράφως (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Ἐὰν κατὰ τοὺς πιθανωτέρους ὑπολογισμούς του τὰ περισσεύματα τῶν εἰσπράξεων τῶν ταμείων τοῦ Κράτους, μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του ἐκ τῶν τακτικῶν ἀναγκῶν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, θὰ ἐπαρκέσωσιν ἐγκαίρως νὰ ἀνταποκριθῇ τὸ Κράτος εἰς τὰς πρὸς τοὺς πιστωτάς του ὑποχρεώσεις του κατὰ τὴν 3 καὶ 18 Δεκεμβρίου τοῦ λήγοντος ἔτους. 2) Ἐὰν, ἐν ἐναντίᾳ καὶ βεβαίᾳ τοιούτου ὑπολογισμοῦ προϋποθέσει, ἐκ τῶν ληφθέντων παρ’ αὐτοῦ λυσιτελῶν μέτρων δύναται νὰ ὑποθέτῃ τοὐλάχιστον, ἐὰν δὲν ἔχῃ πεποίθησιν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν θὰ περιέλθῃ εἰς πλήρη ἀδυναμίαν κατὰ τὰς μνησθείσας προθεσμίας νὰ ἐκπληρώσῃ ὁπωσδήποτε τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ πρὸς τοὺς δανειστάς του, καὶ ὅτι ἑπομένως ἐξ ἐπιβαλλομένης ἀδυναμίας, δι’ ἔλλειψιν πάσης προνοίας, δὲν θὰ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀρνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ ἐν μέτρῳ δυνατῷ τὴν ὑποχρέωσίν του ταύτην, δημιουργοῦν οὕτως ἀληθῆ κατάστασιν χρεωκοπίας.» Ἐπὶ τοῦ παρόντος φρονῶ, ὅτι πᾶσα προφορικὴ ἀνάπτυξις τῶν ἐπερωτήσεών μου εἶναι περιττὴ, καθότι, καίτοι ἀπεκδεχόμενος τὰς ἀπαντήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑποθέτω, ὅτι αὗται δὲν θὰ ἐπακολουθήσωσιν, ὡς τακτικῶς συμβαίνει κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον καὶ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ παρ’ ὅλων αὐτοῦ τῶν συναδέλφων· διότι δὲν ἐλησμόνησα, ὅτι πρὸ τεσσάρων ἤδη ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπερώτησιν ἀφορῶσαν εἰς σπουδαιότατον ζήτημα περὶ τῆς διαθέσεως καὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῆς Ναξίας σμύριδος, ὡς ἐπίσης καὶ ὅτι ὑπέβαλον δὶς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν περὶ τῆς περιουσίας τῆς ἐν Τύνιδι Ἑλληνικῆς παροικίας.
§3Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς παραπονεῖται, ὅτι δὲν ἀπήντησα εἰς ἐπερώτησίν του πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν γενομένην καὶ ἀφορῶσαν εἰς τὰ τῆς σμύριδος. Καὶ οἱ μὲν πίνακες, οὓς ἐζήτησε, θὰ ὑποβληθῶσι μετά τινας ἡμέρας, διότι τὰ στοιχεῖα αὐτῶν θὰ παράσχῃ ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων, ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀνακοινώσεις αὐτοῦ περὶ γενομένων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προτάσεων, δυστυχῶς ἐπληροφορήθην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι ὅσα εἶπεν εἶναι ἀνακριβῆ. Ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι εἶχε παρουσιασθῆ ἑταιρία, ἥτις προσεφέρετο, ὅπως καταβάλῃ εὐθὺς ἐπὶ τῇ ὑπογραφῇ τῆς συμβάσεως 500,000 δραχμῶν, ὅπως ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους παραλαμβάνῃ σμύριδα ἀντὶ 600,000 δραχμῶν, καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εὗρον σημείωμα περὶ τῶν παραληπτέων ποσῶν, ἔχον οὕτω: «αʹ) Διὰ δέκα ἔτη τόννους 8,000 καὶ κατὰ προαίρεσιν ἐπὶ ἑτέραν δεκαετίαν 100,000 ἕως 120,000· βʹ) ἕναρξις παραλαβῆς ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1893· γʹ) ὑποχρεωτικὴ παραλαβὴ τὸ πρῶτον ἔτος 4,000 τόννων, τὸ δεύτερον 5,000, τὸ τρίτον 6,000, τὸ τέταρτον 7,000, τὸ πέμπτον 8,000 καὶ τὰ ἕτερα πέντε ἔτη ἀνὰ τόννους 10,000, μὲ τὸ δικαίωμα αὐξήσεως τῆς κλίμακος μέχρι συμπληρώσεως τῶν 80,000». Ὥστε αἱ 600,000 δραχμῶν δὲν προσεφέροντο ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ἕκτου, τὸ δὲ πρῶτον ἔτος προσεφέροντο 240,000 δραχμῶν, ἀφοῦ κατὰ τὸν ἐν τῷ σημειώματι ἕκτον ὅρον διετιμᾶτο ἡ σμύρις «πρὸς φράγκα χρυσᾶ ἑξήκοντα κατὰ τόννον». Ἀλλὰ προσέτι προεβάλλετο καὶ ἄλλος ὅρος, εἰς οὗ τὴν παραδοχὴν ἡ ὑπηρεσία ἀντέτασσε πολλὰς ἀντιῤῥήσεις. Πέμπτος ὅρος, κατὰ τὸ σημείωμα, ἦτο «δικαίωμα ἐκλογῆς ποιότητος»· διότι γινώσκετε, ὅτι ἡ σμύρις δὲν διακρίνεται μόνον εἰς καλὴν ποιότητα καὶ εἰς κακὴν ποιότητα, ἀλλὰ διακρίνεται εἰς ποιότητας καὶ κατὰ ὀρυχεῖα. Εἶναι πολλὰ τὰ ὀρυχεῖα, καὶ ἂν ἐτίθετο τοιοῦτος ὅρος, θὰ ἦτο ἀδύνατον ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ἐξ αὐτοῦ ἀποῤῥεούσας, διότι θὰ ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ παράδοσις σμύριδος ἐξ ὀρυχείων μὴ ἐπαρκούντων πρὸς ἀπόδοσιν τοῦ ζητουμένου ποσοῦ. Τὸ σημείωμα καὶ κατάστασιν περὶ ἄλλων τινῶν πληροφοριῶν θέλω ὑποβάλει μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας· ἀναβάλλω δὲ ἕως τότε πᾶσαν λεπτομερεστέραν ἀνακοίνωσιν.
§4ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἡ ὁμάς, ἡ ὁποία ὑπέβαλε τὰς προτάσεις, συνίσταται ἐξ εὐπορωτάτων Ἑλλήνων, ὧν τὰ ὀνόματα νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει καλῶς, ὅτι ἓν μέλος αὐτῆς, — διότι ὑποθέτω ὅτι ἐνθυμεῖται, ὅτι παρουσίᾳ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ συνεχῶς ἐγένετο περὶ τούτου πολύωρος συζήτησις, — ὑπέβαλεν εἰς αὐτὸν τὰς μνησθείσας προτάσεις. Ἡ ὁμὰς αὕτη ἀνελάμβανεν ἐπὶ 10 ἔτη τὴν ἐνοικίασιν τῆς σμύριδος ἀντὶ 60 φράγκων χρυσῶν κατὰ στατῆρα, ἐπὶ ὑποχρεώσει νὰ καταβάλῃ ἐντὸς δεκαετίας τὸ ἀντίτιμον τῶν 80,000 τόννων πρὸς 60 φράγκα, δηλονότι 480,000 φράγκα κατ’ ἔτος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ὁμὰς κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι τῇ ἐπετρέπετο ἄνευ σπουδαίας ζημίας της ἀμέσως νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν, ἵνα πληρόνῃ τὸ ποσὸν τῶν 80,000 τόννων εὐθὺς ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους, κατ’ ἔτος δηλαδὴ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ πρὸς τὴν ὅλην δεκαετῆ ἐνοικίασιν, διότι ἐγνώριζεν ἡ ὁμὰς ἐκείνη, ὅτι εἰς τοὺς διαφόρους τόπους τῆς καταναλώσεως τοῦ προϊόντος τούτου ὑπῆρχον ἤδη πολλὰ ποσά, ἀποσταλέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἑπομένως κατὰ τὰ δύο ἢ τρία πρῶτα ἔτη θὰ εὑρίσκετο εἰς δύσκολον θέσιν νὰ διαθέσῃ ποσὸν περὶ τὰς 8 χιλιάδας τόννων ἐτησίως, συναγωνιζομένη πρὸς τὴν σμύριδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπεχρεοῦτο νὰ παραλάβῃ κατὰ τὰ δύο ἢ τρία ἔτη, ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι διὰ τὴν δεκαετίαν ἀνελάμβανε νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 4,800,000 φράγκων χρυσῶν, πρὸς ἐξασφάλισιν δὲ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου προσεφέρετο νὰ καταθέσῃ ὡς ἐγγύησιν 500,000 φράγκων χρυσῶν, ἥτις θὰ κατέπιπτεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐὰν καθ’ οἱονδήποτε ἔτος τῆς ἐνοικιάσεως δὲν παρελάμβανε καὶ δὲν κατέβαλλε τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἐτησίου ποσοῦ τῆς σμύριδος. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἐπιφυλάττομαι δὲ, ἀφοῦ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὰς ζητουμένας πληροφορίας, νὰ ἀπαντήσω, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον αὗται θὰ ἦναι σύμφωνοι πρὸς τὰ πράγματα.
§5ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς σμύριδος θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Κατὰ τὸ δεύτερον δεκαήμερον τοῦ Ἰουνίου παρελθόντος ἔτους οἱ τρεῖς Βουλευταὶ Νάξου, ἐγὼ, ὁ κ. Βάλληνδας καὶ ὁ κ. Δελλαρόκας, παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεριμνήσῃ περὶ σμύριδος, διότι ἐπὶ δύο ἔτη, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι τοῦ 1892, δὲν εἶχε διατεθῆ ποσῶς σμύρις, οἱ δὲ ἐργάται ἤγειραν δίκαια παράπονα, διότι ἐξ αὐτῆς καὶ μόνης ἀποζῶσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μελετήσας καλῶς τὸ ζήτημα, μᾶς εἶπεν, ὅτι χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ἀλλ’ ἰδίως χάριν τῶν ἐργατῶν, ἐμερίμνησεν ἤδη καὶ ἔχει φροντίσει, ὥστε νὰ γίνεται μεγάλη ἐξαγωγὴ σμύριδος. Μᾶς εἶπεν, ὅτι «πρὸς ἐπιτυχίαν τούτου θὰ ὑποτιμήσωμεν τὴν ἀξίαν τῆς σμύριδος, διότι τὸ Δημόσιον ἄλλοτε ἐλάμβανε 12 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα καὶ ἐπλήρονε πρὸς τοὺς ἐργάτας δρ. 3, νῦν ὅμως θὰ πληρώνωμεν ἐργατικὸν δικαίωμα δρ. 2, καὶ θὰ πωλῶμεν αὐτὴν διὰ πρακτόρων, μέχρι 3½ καὶ 4 δραχμῶν, μέχρις οὗ διαγωνισθῶμεν πρὸς τὴν Μικρασιανὴν σμύριδα καὶ κατορθώσωμεν, ὥστε ὅλη ἡ κατανάλωσις τῆς σμύριδος νὰ γίνεται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴν σμύριδα, ἤτοι τὴν Ναξιακήν· γίνεται δὲ παγκόσμιος κατανάλωσις 15,000 τόννων.» Ἀλλ’ ὁ κ. Βάλληνδας κατόπιν συνενοήθη μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἑταιρίας τῆς Μικρασιανῆς σμύριδος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ κατορθώσῃ, ὥστε νὰ γείνῃ μονοπώλιον τῆς Μικρασιανῆς σμύριδος, συνενουμένης καὶ τῆς Ναξίας, πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δυστυχῶν ἐργατῶν τῆς σμύριδος· προσέφερε δὲ τί ποσόν; προσέφερε δραχ. 3 κατὰ στατῆρα, εἰς τρόπον ὥστε, ἐνοικιαζομένης τῆς σμύριδος τῆς Νάξου εἰς τὴν ἑταιρίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξε τότε ὁ κ. Βάλληνδας, οὐ μόνον τὸ Δημόσιον θὰ ἐζημιοῦτο, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐργάται αὐτῶν τῶν δύο δήμων, ἐξ 700 δημοτῶν συγκειμένων, οἵτινες ἐξέλεξαν καὶ τὸν κ. Βάλληνδαν βουλευτὴν, θὰ κατεστρέφοντο. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ὀρθῶς ποιοῦσα, ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ νὰ πράττῃ, καὶ ἔκτοτε πωλεῖ πολὺ πλειότερον ποσὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βάλληνδα ἐπρόκειτο νὰ πωλῆται· διότι ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου καὶ ἐντεῦθεν κατ’ ἔτος πωλοῦνται πλέον τῶν 200,000 στατήρων, καὶ εἶναι ηὐχαριστημένοι οἱ ἐργάται, ἐνῷ διὰ τῆς προτάσεώς του ὁ κ. Βάλληνδας ἐζήτει νὰ κερδοσκοπήσῃ αὐτὸς καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς ἑταιρίας ἐκείνης, διότι ἡ Μικρασιανὴ σμύρις εἶναι κακῆς ποιότητος, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτουν νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς Ναξίας σμύριδος, ὅπως πωλῆται εὐκόλως, συμβληθῇ δὲ διὰ συμβάσεων μετὰ τῶν ἐν Εὐρώπῃ καταναλωτῶν, εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀποκλεισθῇ ἐφεξῆς ἡ Ναξιακὴ σμύρις, ἀδιαφορῶν καὶ περὶ τῆς ἐγγυήσεως τῶν εἰς χρεώγραφα 500 χιλιάδων δραχμῶν, ἀφοῦ διὰ τοῦ μονοπωλίου προσεδόκα μυθώδη κέρδη. Ὁ κ. Πρόεδρος λοιπὸν τῆς Κυβερνήσεως, κατανοήσας τὸν σκοπὸν, εἶχε κατορθώσει νὰ προλάβῃ αὐτὴν τὴν ἕνωσιν τῆς Μικρασιανῆς μετὰ τῆς Ναξίας σμύριδος, καὶ νὰ πωλῆται ἡ Ναξία σμύρις ἀμιγὴς διὰ τῶν πρακτόρων τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελε δὲ κατορθωθῆ νὰ πωλῆται Ναξία σμύρις καὶ 200 καὶ 300 χιλιάδων στατήρων κατ’ ἔτος. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡμεῖς, ὡς Βουλευταί, δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς προσωπικὰ συμφέροντα καὶ νὰ συνιστῶμεν ἑταιρίας πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐργατῶν, οὓς ἀντιπροσωπεύομεν καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἐνδιαφερώμεθα. Ἀλλ’ ἐγὼ καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας συνόδους οὐδένα λόγον ἐν τῇ Βουλῇ ἔκαμον, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις, μεθ’ ἧς ἐπανειλημμένως ἦλθον εἰς συνεννοήσεις, ἐμερίμνησε καὶ μεριμνᾷ πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐργατῶν.
§6ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐνόμισε πρέπον νὰ ὁμιλήσῃ περὶ προσωπικῶν συμφερόντων, περὶ ὧν μόνον αὐτὸς δύναται νὰ ἐννοῇ· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν παρέστην ὡς μέλος τῆς ὁμάδος ἐκείνης, ἐγὼ, ἐνδιαφερόμενος διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ διὰ τοὺς ἐν αὐτῇ ἀτυχεῖς σμυριδορύκτας, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ συστήσω εἰς τὸν τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν συνεπαρχιωτῶν μου τούτων καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ ἀτυχοῦς δημοσίου ταμείου, ὅπερ ἐγκατελείφθη πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν τύχην του ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν σημείωσιν τὰς γενομένας τότε πρὸς αὐτὸν προτάσεις. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ἐγνώριζον, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1890 δυστυχῶς τὸ σπουδαιότατον τοῦτο ἐθνικὸν προϊόν εἶχεν ἐγκαταλειφθῆ, καὶ οὐδεμία περὶ αὐτοῦ ἐλαμβάνετο πρόνοια· διότι καλῶς ἐγίνωσκον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1890 δὲν παρελαμβάνοντο οὔτε 5,000 στατήρων ἐτησίως· διότι ἐγίνωσκον καλῶς, ὅτι μόνον κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω— ἐσυλλογίζοντο, ὅτι ὑπῆρχε προϊόν τοιοῦτον ἐθνικόν, καὶ κατὰ τὴν παραμονὴν ἢ προπαραμονὴν τῶν ἐκλογῶν διέθετον τηλεγραφικῶς ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν ἐκείνων τῶν πτωχῶν δεκάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν· διότι ἐγνώριζον, ὅτι μόνον κατὰ τὴν προπαραμονὴν τῆς ἐκλογῆς τοῦ 1890 ὁ νῦν καὶ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐτηλεγράφησεν εἰς τὸν ταμίαν Νάξου νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς ἐργάτας προκαταβολικῶς δῆθεν περὶ τὰς 70,000 περίπου δραχμῶν· διότι ἐγνώριζον καλῶς, ὅτι καὶ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος κατὰ τὴν παραμονήν, τὴν νύκτα τῆς Παρασκευῆς πρὸς τὸ Σάββατον, ἐπέκειτο δὲ ἡ ἐκλογὴ τὴν Κυριακήν, ἐνεθυμήθη δῆθεν τοὺς ἀτυχεῖς ἀδικουμένους ἐκείνους ἐργάτας, καὶ διέταξε τὸν ταμίαν Νάξου νὰ πληρώσῃ περὶ τὰς 38 χιλιάδας δραχμῶν προκαταβολικῶς εἰς αὐτούς, καὶ τοῦτο, διότι τότε ἡμεῖς δὲν ἀπετελοῦμεν μέρος τοῦ συνδυασμοῦ ἐκείνου, πρὸς τὸν ὁποῖον συνεπάθει ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, καὶ διὰ τοῦτο προχθὲς μοὶ ἐπετράπη, ὅταν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ἀνεμιμνήσκετο τῆς ἀμεροληψίας, μεθ’ ἧς διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1892, νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν τὴν προκαταβολὴν ἐκείνην, τὴν γενομένην κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν... Καὶ ὁμολογῶ μὲν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ταῦτα εἶναι παρεκβάσεις, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν σχετικαὶ ἐπὶ τοῦ συζητηθησομένου ἀντικειμένου, διότι βεβαίως ὁ ἀγορεύων κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἀγορεύσεώς του ἐπὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου μοὶ ὑπέμνησεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰς ὃν βεβαίως δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἔχει τὸν κοινὸν πατριωτισμὸν, ὡς δὲν ἀρνοῦμαι ἐπίσης εἰς αὐτὸν, ὅτι, προκειμένου περὶ μιᾶς ἐπαρχίας, τῆς ὁποίας μέρος τῶν κατοίκων δήμων τινῶν δὲν ἔχει ἄλλην βιοποριστικὴν ἐργασίαν, εἰμὴ μόνον τὴν ἐξόρυξιν τῆς σμύριδος, κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους, ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ καὶ ἑπομένως ἐσκέφθη καὶ περὶ τῆς ἐξοικονομήσεως τῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἐργατῶν ἐκείνων, περὶ ὧν βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὅ,τι ἡμεῖς ἐκ καθήκοντος τοπικοῦ ἢ ἐπαρχιακοῦ γνωρίζομεν, ὅτι δηλαδὴ κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους προνόμιον πρὸς ἐξόρυξιν τῆς σμύριδος ἔχουσι μόνον οἱ ἐργάται τῶν σμυριδούχων δήμων, ὅτι οὗτοι, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ἐξορύσσοντες σμύριδα δὲν ἤθελον ἴδει βραδύνουσαν τὴν διάθεσιν αὐτῆς, ἀλλὰ, παραδίδοντες αὐτὴν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Κυβερνήσεως, θ’ ἀποζημιωθῶσιν, εἶχον προβῆ εἰς ἐξόρυξιν μεγάλων ποσῶν σμύριδος, καὶ ὅτι ἔκειντο ἐκεῖ, εἰς τὰ ὄρη τῆς νήσου Νάξου, πολλαὶ δεκάδες χιλιάδων τόννων ἐξωρυγμένης σμύριδος, καὶ ὅτι οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι ἐργάται ἀνέμενον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν εὐσπλαγχνίαν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ἵνα ἐνθυμηθῶσι καὶ αὐτοὺς, ἵνα ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι ὤφειλον εἰς αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς ἐργάτας νὰ πληρώσωσιν ἐπὶ τέλους τὰ ἡμερομίσθιά των, διότι ἡμερομίσθια μόνον πληρόνει ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ πρωΐας μέχρι βαθείας νυκτὸς καταγίνονται ἐξορύσσοντες τὸ προϊὸν αὐτὸ ἐκ νομίμου προνομιακοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἐκ τῶν κειμένων νόμων, νὰ παραδίδωσιν αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ν’ ἀποζημιωθῶσιν ὄχι εἰς ἄγνωστον μέλλον, ἀλλ’ εἰς λίαν προσεχὲς, πρὸς ἐξοικονόμησιν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου των. Ἀλλὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ δικαιώματός των τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ 1890 εἶχεν ἀναβάλει εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλλένδας. Εἶχε δὲ ἀναβάλει εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλλένδας, διότι, ληξάσης τῆς πολυετοῦς ἐνοικιάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν κ. Βαφειαδάκην, δὲν ἔλαβε μέριμναν, ἵνα διὰ νόμου καὶ διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον σπουδαίως φροντίσῃ καὶ περὶ τῶν ἀτυχῶν τούτων ἐργατῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἀνέφερεν, ὅτι ἐξορύσσονται καὶ παραδίδονται κατ’ ἔτος 200 χιλιάδες τόννων σμύριδος, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, ὅτι οὐ μόνον δὲν κάμνει διάκρισιν μεταξὺ τόννων καὶ ὀκάδων, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ ἰσχυρισμός του δὲν εἶναι ἀληθής, διότι δυστυχῶς κατὰ τὸ ἔτος 1890, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, δὲν παρεδόθησαν ἢ ὀλίγαι μόνον χιλιάδες στατήρων, 25 ἢ 30 χιλιάδες, ὅτι κατὰ τὸ 1891 δὲν παρεδόθησαν ἢ ὀλίγαι δεκάδες χιλιάδων στατήρων, ὑποθέτω 15–20 χιλιάδες, ὅτι κατὰ τὸ 1892 δὲν παρεδόθη, εἰμὴ πολὺ ἐλάχιστον ποσόν. Τί παρεδόθη κατὰ τὸ 1893, ἀγνοοῦμεν, καὶ εἰς τοῦτο ἀποβλέπει ἡ ἐπερώτησίς μου, νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πόσαι χιλιάδες στατήρων ἐξήχθησαν κατὰ τὸ 1893 καὶ ὡρισμένως ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὸν αἱ προτάσεις ὑπὸ τῆς ὁμάδος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προανέφερα. Ἀλλ’ ἰδίως ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν νὰ μάθῃ, τί ἐξεκαθαρίσθη ἐκ τῆς διαθέσεως τοῦ ἀποσταλέντος εἰς τοὺς διαφόρους τόπους τῆς καταναλώσεως ποσοῦ σμύριδος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Γινώσκω ἐξ ὑποβληθεισῶν πληροφοριῶν κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι κατὰ τὸ 1890 δυστυχῶς δὲν ἐξεκαθαρίσθη τίποτε, τὸ αὐτὸ δὲ περίπου συνέβη καὶ κατὰ τὸ 1891 καὶ κατὰ τὸ 1892, καὶ ὅτι ἑπομένως παρῆλθεν ὁλόκληρος τριετία, χωρὶς νὰ εἰσπράξῃ τὸ ἀτυχέστατον δημόσιον ταμεῖον, ἐξ ἐλλείψεως προνοίας τῶν διευθυνόντων τὰ κοινὰ, μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ τρέχοντος ἔτους οὐδὲ λεπτὸν σχεδόν. Καὶ λέγω οὐδὲ λεπτὸν, καὶ λέγω ὅτι τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη περὶ τὰ 2 ἑκατομμύρια δραχμῶν, διότι δὲν γνωρίζει ἡ Βουλή, πῶς διατίθεται καὶ πῶς ἐκποιεῖται τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἐθνικὸν προϊόν. Διὰ πρακτόρων, κύριοι συνάδελφοι, ἐκποιεῖται, διὰ πρακτόρων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἐνεργοῦσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ διὰ λογαριασμῶν ἐμπορικῶν προβαίνοντες εἰς τὴν διάθεσιν καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ προϊόντος τούτου, ἀπολήγουσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι οὐδὲν ἢ πολὺ ἐλάχιστον ποσὸν εἰσέρχεται ἐκ τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος τούτου εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην οἱ ἀτυχεῖς συνεπαρχιῶταί μου σμυριδορύκται ἐζημιώθησαν περὶ τὰς 900,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο ὁ κ. Τρικούπης καθιέρωσε πρὸς βλάβην τῶν συνεπαρχιωτῶν μου ἐργατῶν καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, προκειμένου περὶ ἐθνικοῦ προϊόντος, διὰ τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ λάβῃ ἐντελῶς ἀλλοῖα τῶν ληφθέντων μέτρα, εἰς ἃ ἤχθη ἐκ προσωπικῶν βεβαίως λόγων καὶ θέλων νὰ συνδυάσῃ τὴν τύχην καὶ τὰ συμφέροντα τῶν συνεπαρχιωτῶν μου καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς τὰς διαθέσεις, τὰ συμφέροντα καὶ τὴν ἐμπορικὴν εἰλικρίνειαν ἐμπόρων, μεθ’ ὧν συνηλλάχθη διὰ τὴν διάδοσιν τῆς σμύριδος, καὶ οὓς ὠνόμασε καὶ ὀνομάζει πράκτορας.
§7ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὁ προλαλήσας δὲν ἀπήντησεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα, εἰς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς ἀντιπρόσωπος, ἀλλ’ ὡς ἰδιώτης ἀνέφερεν ἄλλ’ ἀντ’ ἄλλων, ἐξ ὧν φαίνεται, ὅτι ἐντελῶς ἀγνοεῖ τὰ περὶ τῆς σμύριδος· διότι δι’ ὅσων εἶπεν ἠθέλησε νὰ βαρύνῃ τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὰς ἁμαρτίας τῶν προκατόχων της, διότι ὡμίλησε περὶ τῶν ἐτῶν 1891 καὶ 1892, ὅτε Κυβέρνησις Τρικούπη δὲν ὑπῆρχεν, ἀλλὰ Κυβέρνησις Δηλιγιάννη. Ἅμα ὡς ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐφρόντισε διὰ νόμου νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἐργάτας, καὶ ἠλάττωσε τὴν ἀξίαν τῆς σμύριδος, ἐπειδὴ δὲ δὲν προσῆλθον ἐνοικιασταὶ, ἔδωκε τὴν πώλησιν εἰς πράκτορας καὶ ἐπώλησε μέγα ποσὸν σμύριδος, ὥστε ἐξηντλήθη τὸ ὑπάρχον εἰς τὰς ἀποθήκας, διὰ τὰς ὁποίας ἐπληρόνετο μέγα ἐνοίκιον. Σήμερον δὲ ἡ πώλησις γίνεται χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνηται τὸ Δημόσιον μὲ ἔξοδα ἀποθηκῶν. Ἀλλὰ τί θέλει νὰ ἀποδείξῃ ὁ κ. συνάδελφος; ὅτι ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἢ ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν;
§8ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Περὶ ἀμφοτέρων.
§9ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Βάλληνδας συνενοήθη μὲ τὸν διευθυντὴν τῆς ἑταιρίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅστις δὲν παρεῖχε σπουδαίας ἐγγυήσεις, καὶ ἡ ἐνοικίασις ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ καταστραφῇ ἡ σμύρις.
§10ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε μοὶ ἀπέστειλαν ἀναφορὰν ἐκ τοῦ δήμου Δύμης, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται οἱ κάτοικοι, ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἐπῆγαν οἱ ἐπιστάται τοῦ Διαδόχου καὶ ἀπέβαλον πολλοὺς χωρικοὺς ἐκ τῶν κτημάτων των, ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἐζήτησαν δὲ καὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ σταθμεύοντος ἐνωμοτάρχου ἐκεῖ, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς βιαιοπραγίας πολλὰς καὶ καταδιώξεις. Πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα μὴ συμβοῦν δυστυχήματα. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Διάδοχος ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸν, διότι δυστυχῶς ἡ Βουλὴ τοῦ τὰ παρεχώρησεν, ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς χωρικούς, εἶναι ἄδικον νὰ ἁρπάζωνται ἀπ’ αὐτῶν καὶ νὰ καταδιώκωνται οὗτοι, μεθ’ ὅλην τὴν δυστυχίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑποφέρουν οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἐὰν ἐζήτουν τὸ δίκαιον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Διαδόχου διὰ τῶν δικαστηρίων, μάλιστα, ἀλλ’ ὄχι μὲ χωροφύλακας καὶ μὲ λόγχας καὶ μὲ βασανισμοὺς νὰ ἀφαιροῦν τοὺς ἀγροὺς τῶν ἀνθρώπων. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά. (Ἀναγινώσκεται).
§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἐπιστολὴν παρ’ ἀρίστου φίλου μου ἐν Πάτραις, δικηγόρου καὶ διακεκριμένου δημοσιογράφου, ὃν ἐκληρονόμησα, οὕτως εἰπεῖν, παρὰ τοῦ ἀγαπητῆς μνήμης συναδέλφου ἡμῶν μακαρίτου Ῥηγοπούλου. Ἀναμιμνήσκω δὲ τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχαίου συναδέλφου μας, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι οὗτος καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, ἐὰν ἐθεωροῦντο ὑπό τινων ὡς ἰδεολόγοι, ὑπὸ πάντων ἀναγνωρίζονται ὡς θερμοὶ πατριῶται καὶ ἐξόχως φιλαλήθεις. Ἐπειδὴ τοιοῦτος ἀνὴρ εἶναι ὁ γράφων μοι, πείθομαι ὅτι τὰ καταγγελλόμενα συνέβησαν πράγματι· δι’ ὃ θὰ συστήσω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ λάβωσι μέριμναν περὶ τῶν τελουμένων εἰς τὴν πολύκροτον Μανωλάδα. Δὲν εἶναι οὔτε δικαίωμα οὔτε καθῆκον τῶν χωροφυλάκων νὰ λύωσιν ἢ ἔστω καὶ ἁπλῶς ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς καθαρῶς ἰδιωτικὰς διαφοράς. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Διαδόχου ἐτελέσθησαν, ὅσα παρανόμως ἐτελέσθησαν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει αὐστηρῶς νὰ τιμωρήσῃ τὰ ὄργανα τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, τὰ ὁποῖα παρηνόμησαν κατὰ πτωχῶν χωρικῶν, ἁρπάσαντα τὴν περιουσίαν αὐτῶν, ἢ τὴν κατοχὴν ἀκινήτου, καὶ ἀναμιχθέντα εἰς ἰδιωτικὰς διαφορὰς, πρὸς δὲ διότι ἐτόλμησαν νὰ ἐξευτελίσωσι διὰ τῶν πράξεών των τὴν αἴγλην καὶ τὸ γόητρον τοῦ Διαδόχου τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Διάδοχος βεβαίως δὲν καταδέχεται ν’ ἁρπάσῃ διὰ τοιούτων μέσων περιουσίαν πτωχῶν χωρικῶν. Ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ δικαστήρια εἶναι τὸ μόνον νόμιμον μέσον. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἦναι πολὺ εὐτυχεῖς οἱ ἔχοντες ἀντίδικον τὸν Διάδοχον, οὔτε πιστευτὸν εἶναι, ὅτι θὰ εὑρίσκωνται οὗτοι εἰς ὑπέροχον θέσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ὅπως δήποτε, ἂς ἀποφανθῶσι τὰ δικαστήρια τῆς πατρίδος μας, τὰ ὁποῖα ἐλπίζω πεποιθότως, ὅτι ἀνεξάρτητον θὰ ἐκδόσωσι γνώμην καὶ ἀπόφασιν. Τὴν ἀπόφασιν δὲ τοῦ δικαστηρίου, ἐὰν κερδήσῃ ὁ Διάδοχος, ἂς ἐκτελέσωσι μετὰ τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος οἱ χωροφύλακες, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀπείθεια, περὶ τοῦ ὁποίου ἀμφιβάλλω, διότι ὁ ἀδύνατος καὶ πτωχὸς ἐν Ἑλλάδι εἶναι φιλόνομος, μόνος ὁ ἰσχυρὸς ἢ ὁ πλούσιος παρανομεῖ. Εὔχομαι δὲ νὰ μὴ δοθῇ πλέον ἀφορμὴ νὰ γένηται λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοιούτου θέματος.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ θέλει διαβιβασθῇ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν.
§13ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅσα ἀνέφερον οἱ προαγορεύσαντες θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ παρατηρήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας θ’ ἀπευθύνω εἰς τοὺς ἁρμοδίους δύο Ὑπουργοὺς περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς συζητοῦμεν. Ἐκ τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Κουμανιώτου ἀναφορᾶς προκύπτει, ὅτι οἱ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου ἐπιστάται καὶ χωροφύλακες μετέβησαν εἰς τὸν ἀγρὸν πολίτου συνταγματικοῦ Ἕλληνος, ἀπέβαλον αὐτὸν ἐκ τοῦ ἀγροῦ του, τὸν ἔδεσαν καὶ τὸν ἐκακοποίησαν, κατὰ παράβασιν παντὸς νόμου. Παρακαλῶ τοὺς δύο Ὑπουργοὺς νὰ θέσωσι τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, νὰ δώσωσι νὰ ἐννοήσωσιν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Διαδόχου, ὅτι, προκειμένου περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι καθαρῶς εἰς ὑπόθεσιν δικαστικὴν, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ μεταχειρίζωνται μέσα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπονται ὑπὸ τῶν νόμων. Ἐὰν ταῦτα συνέβαινον ἐντὸς τῆς περιοχῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ κατὰ δυστυχίαν παρεχώρησεν εἰς τὸν Διάδοχον, τότε ἠδύνατό τις νὰ μὴ εἴπῃ τι περὶ τοῦ πράγματος, προκειμένου ὅμως περὶ ἀγρῶν, οἵτινες κεῖνται ἐκτὸς τῆς περιφερείας ταύτης, δὲν ἐννοῶ, πῶς οἱ ἐπιστάται καὶ χωροφύλακες καὶ ὑπαξιωματικοὶ μετέβησαν ἐκεῖ, ἀπέβαλον ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας των τοὺς χωρικοὺς καὶ τοὺς μετέφερον εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Πατρῶν, ὅπου κατόπιν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ τοὺς ἀπέλυσεν, ἀναγνωρίσασα, ὅτι οὐδὲν κακὸν ἔπραξαν.
§14ΚΡΙΤΣΑΣ. Μετὰ λύπης, Κύριοι, ἀκούω νὰ ἐκσφενδονίζωνται ὕβρεις κατὰ τῶν στρατιωτικῶν ὀργάνων, καὶ διὰ τοῦτο μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ διαμαρτυρηθῶ· εἰς τὴν διαμαρτυρίαν, δὲ ταύτην προβαίνω, λαμβάνων ἀφορμὴν οὐ μόνον ἐκ τῶν πρὸ ὀλίγου ἐνταῦθα λεχθέντων, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων πολλάκις ἤκουσα. Πλεῖστοι ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων, λαβόντες ἀφορμὴν ἐκ παραστάσεων συμπολιτῶν των, ἀφορωσῶν εἰς ἐλάχιστα, ἐπιτίθενται κατὰ τῶν στρατιωτικῶν ὀργάνων. Ἀλλὰ τί πταίουσιν οἱ χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι, προσκληθέντες ὑπὸ τῶν ἐπιστατῶν νὰ ἐκτελέσωσί τι, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτοὺς ἦτο νόμιμον, ἐξεπλήρωσαν κατὰ τὴν κρίσιν των τὸ καθῆκόν των; Ἠθέλετε ν’ ἀφήσωσιν ἐκείνους νὰ ἔλθωσιν εἰς διαπληκτισμοὺς, οἵτινες θὰ εἶχον ἴσως ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀναίρεσίν τινος ἐξ αὐτῶν; Πολλάκις ἐνταῦθα ἀκούω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ λέγωνται. Πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του, πῶς δὲν εὑρέθη ἄνθρωπος νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς ἕνα ἀξιωματικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου τότε ὡμίλει. Θὰ παρακαλέσω, Κύριοι, ὑμᾶς, ὅπως μὴ διασύρητε τὴν ὑπόληψιν τοῦ στρατοῦ, ἐστὲ δὲ βέβαιοι ὅλοι, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ στρατιῶται οὐδὲν συμφέρον ἔχουσι νὰ ἐξυπηρετῶσι ξένα συμφέροντα. Ἀνήκω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν στρατὸν, καὶ γνωρίζω ταῦτα ἐκ πείρας.
§15ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Οὐδεὶς ἔχει, Κύριοι, τὴν ἐπιθυμίαν νὰ διασύρῃ τὴν ὑπόληψιν ἐνταῦθα τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ γίνονται πράξεις στρατιωτικαὶ παράνομοι ἐκ μέρους τῶν ἀποσπασμάτων ἢ τῶν ἀξιωματικῶν, αἱ πράξεις αὗται καταγγέλλονται ἁρμοδίως, πολλάκις ὅμως ἡ καταγγελία οὐδὲν φέρει ἀποτέλεσμα, καὶ διὰ τοῦτο ἐρχόμεθα νὰ συστήσωμεν δι’ ἐπερωτήσεων εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως θέτῃ τέρμα καὶ μετριάζῃ τὰς ὑπερβασίας τῶν στρατιωτικῶν. Τοῦτο πράττων ὁ Βουλευτής, ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του. Τοιαύτην ἐπερώτησιν ὑπέβαλον πρό τινων ἡμερῶν, διὰ τὴν ὁποίαν παραπονεῖται ὁ κ. Βουλευτής. Τοῦτο δὲν ἐγένετο ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὸ στράτευμα, διότι καὶ ὁ στρατὸς καὶ ἡμεῖς εἴμεθα πολῖται Ἕλληνες, καὶ ἐπιθυμοῦμεν, ὅπως οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὁπλῖται ἵστανται εἰς τὴν πρέπουσαν θέσιν, εἰς ἣν ἔταξεν αὐτοὺς ἡ Πολιτεία, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξέρχωνται ταύτης, οὐδὲ νὰ ἀδικῶσιν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ φέρω τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην, καὶ νὰ εἴπω τὴν φράσιν, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἄτομον πολλάκις δὲν δύναται νὰ λάβῃ προστασίαν παρὰ τῆς Πολιτείας, ὅταν καταγγέλλῃ πράξεις παρανόμους, ὀφείλει νὰ προστατεύσῃ αὐτὸ ἑαυτό.
§16ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐγὼ ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν μου, πῶς τόσοι Βουλευταὶ ἔλαβον τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω ποτὲ, ὅτι ὁ στρατὸς ἐξηυτελίσθη τόσον, ὥστε νὰ παρίσταται ἐνταῦθα ὡς ἀποτελούμενος ἀπὸ βασιβουζούκους. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, εἶναι τὸ ἑξῆς. Νὰ μοὶ ἀποφαινώμεθα, προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, οὐδὲ νὰ παραδεχώμεθα ἀμέσως ὡς ἀληθεῖς τὰς διαφόρους πληροφορίας, τὰς ὁποίας μεταδίδουσιν εἰς ἡμᾶς οἱ ψηφοφόροι, οἵτινες ὁρμῶνται ἐκ διαφόρων ἐλατηρίων. Λέγω δηλαδὴ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διασύρηται ἡ ὑπόληψις τοῦ στρατοῦ διὰ ψύλλου πήδημα. Πρέπει νὰ συντελῶμεν εἰς τὸ νὰ ἀναβιβάζωμεν αὐτήν· διότι, ὅταν καὶ ἡμεῖς ζητῶμεν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ νὰ ἐξευτελίσωμεν τὸ σῶμα τοῦ στρατοῦ, δὲν γνωρίζω τῇ ἀληθείᾳ, ποῦ τὰ διάφορα στρατιωτικὰ ὄργανα στηριζόμενα θέλουσιν ἐπιδιώκει τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας των, χωρὶς νὰ διατρέχωσι τὸν κίνδυνον νὰ ὑβρίζωνται παρὰ τῶν τὰ ἐναντία ζητούντων. Ἐγὼ δὲν ἤκουσά ποτε νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ὁ δεῖνα ἀξιωματικός, ὑποπεσὼν εἰς ἔγκλημά τι βεβαιωθὲν ἐξ ἀνακρίσεων, δὲν ἐτιμωρήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ χρησιμεύωμεν ὡς ἀντιγραφεῖς τῶν εἰδήσεων, τὰς ὁποίας μᾶς διαβιβάζουσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ περιμένωμεν τὴν ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεως, καὶ τότε νὰ ἀποφαινώμεθα ἐν γνώσει πλήρει τῶν πραγμάτων.
§17ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπησχόλησε πρὸ ὀλίγου τὴν Βουλὴν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα ἡμῶν. Ἐὰν ἠδικήθη πολίτης τις παρὰ τῶν φυλάκων τοῦ κτήματος τοῦ Διαδόχου, δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, διὰ νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ δίκαιόν του. Ἐὰν τὰ δημόσια ὄργανα παρηνόμησαν καὶ ἐκ τῆς παρανομίας των ἐπέφερον ἀδικίαν τινὰ, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τιμωρίαν των. Νομίζω ὅτι ἡ μόνη ἁρμοδία λύσις ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ ὑπὸ τοῦ Προέδρου εἰς τὴν Α. Υ. τὸν Διάδοχον, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς πιστεύει, ὅτι ἐσκέφθη νὰ ἀδικήσῃ πτωχοὺς Ἕλληνας· ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὰ ὄργανά του νὰ μὴ καταδιώκωσιν ἀδίκως τοὺς πολίτας καὶ νὰ μὴ ἐπιλαμβάνωνται ἀναρμοδίως λύσεως ἰδιωτικῶν διαφορῶν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἐπιτίθενται κατὰ τῶν στρατιωτικῶν, ἀδικεῖ τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος. Καὶ ἐπαινῶ μὲν τὸν ζῆλόν του, διότι ὤφειλε νὰ ὑπερασπισθῇ τοὺς συναδέλφους του, καθὸ στρατιωτικός, ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ, ὅτι οὐδέποτε ἐντεῦθεν ἠδικήθη ἔντιμος στρατιωτικός. Δὲν ἀνέγνωσε, φαίνεται, ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου Ἀχαιοήλιδος· διότι, ἂν ἀνεγίνωσκε τοῦτο, ἤθελε φρίξει διὰ τὰ ἐγκλήματα τῶν στρατιωτικῶν. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιδιώκει καταδίωξιν ἄδικον τῶν ἀξιωματικῶν, τοὐναντίον μάλιστα ὑπερασπίζεται αὐτούς, διότι εἰς τὸν στρατὸν ἔχει ἀναθέσει ἡ πατρὶς τὰς ἐλπίδας της, ἀλλ’ ἔχει καθῆκον νὰ καταδιώξῃ πᾶσαν παρανομίαν. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ παρανομοῦντες δὲν ὑπάγονται εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Διὰ τοῦτο παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ἐνταῦθα ἐγένετο μόνον λόγος περὶ ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι φέρονται ὡς δικτάτορες, οἱ ὁποῖοι ὅλα θέλουν νὰ τὰ δικάζωσι μὲ τὸ σπαθὶ καὶ μὲ τὸν βούρδουλαν, καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ καθάρματα τοῦ στρατοῦ, ἅτινα πρέπει νὰ ἐκλείψωσι.
§18ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος, θελήσας νὰ διασκεδάσῃ τὰ λεχθέντα ὑπό τινων κατὰ στρατιωτικῶν, εἶπε πολλὰ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὑπέπεσεν ὅμως εἰς τὸ λάθος νὰ τὸν ὑβρίσῃ καὶ αὐτὸς ἐκ νέου, διότι εἶπεν, ὅτι περιέχει καθάρματα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε νὰ τὸ λέγητε, κύριε συνάδελφε, ἐν ὅσῳ δὲν τὸ ἀποδεικνύετε. Ἐγὼ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι, καὶ ἂν ὑπῆρξε κάθαρμά τι ἐν τῷ στρατῷ, τοῦτο καταγγελθὲν ἐτιμωρήθη, καὶ ἐτιμωρήθη αὐστηρῶς. Δὲν πρέπει ἐνταῦθα, ἐπαναλαμβάνω, νὰ φέρωμεν ἀδιακόπως ἀνυποστάτους εἰδήσεις, χωρὶς νὰ περιμένωμεν τὴν ἔκβασιν τῶν ὑποθέσεων, καὶ νὰ ὁμιλῶμεν οὕτω πως περὶ τῶν στρατιωτικῶν, οἵτινες καταναλίσκουσι τὸν βίον των τυραννούμενοι καὶ ὑφιστάμενοι τὰ πάντα πρὸς παγίωσιν τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν. Ἂς ἀναμένωμεν τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει τοῦτο δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἱκανοποιητικόν, τότε ἐν ἐπιγνώσει ὅλης τῆς ὑποθέσεως δυνάμεθα νὰ ἐξασκήσωμεν ὡς πρὸς τὴν ἐκδοῦσαν τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν ἀρχὴν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει ἀναμφιβόλως εἰς τὴν Βουλήν.
§19ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ ἐγκύκλιος περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως φόρων τινῶν εἰς χρυσὸν ἐγνωστοποιήθη εἰς τοὺς ὑπογράψαντας τὴν σύμβασιν τῆς 30 Μαΐου Hambro καὶ λοιπούς, καὶ ἂν τὴν ἐνέκριναν οὗτοι ἢ ἀντέλεξαν κατ’ αὐτῆς. Θὰ παρακαλέσω προσέτι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰ ἑξῆς. Εἰς τὰς ἐνταῦθα πολιτικὰς φυλακὰς εὑρίσκονται ὑπὲρ τὰ 200 δυστυχῆ ὄντα, οἰκογενειάρχαι, κρατούμενοι δι’ εὐτελέστατα ποσὰ τῇ ἐντολῇ τοῦ δημοσίου ταμίου. Ὑπὲρ αὐτῶν ὑπάρχει εὐεργετικός τις νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει τὴν ἀπόλυσίν των, ἐν ᾗ περιπτώσει προσαγάγωσι πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης. Δυστυχῶς ἐπληροφορήθην, ὅτι ὑπάρχει ἐγκύκλιος καταργοῦσα καὶ τὸν νόμον αὐτὸν καὶ διατάττουσα τοὺς δημάρχους ἢ τὸν δήμαρχον Ἀθηναίων νὰ παύσῃ ἐκδίδων τοιαῦτα πιστοποιητικά. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προσαγάγωσι τὴν ἐγκύκλιον αὐτὴν καὶ νὰ μᾶς βεβαιώσωσιν, ἂν ἐκτελῆται ὁ νόμος ἢ ἡ ἐγκύκλιος. Ὡσαύτως παρακαλῶ νὰ προσαγάγωσι μίαν κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν πόσοι εἶναι οἱ ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου οἱ πεφυλακισμένοι, καὶ πόσα ὀφείλονται παρ’ αὐτῶν, καὶ τί δαπανᾷ δι’ αὐτοὺς τὸ Δημόσιον.
§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τοὺς ὑπογράψαντας τὴν σύμβασιν περὶ κεφαλαιώσεως ἀνηγγέλθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ σύμβασις θεωρεῖται μὴ οὖσα, ὡς στηριζομένη εἰς νόμους, οἵτινες δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ὑπογραφὴν τοιαύτης συμβάσεως.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπήντησαν οἱ συνομολογήσαντες τὴν σύμβασιν;
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀπήντησαν. Εἶχον γράψει πρὶν ἢ λάβωσι τὴν ἀνακοίνωσιν ἡμῶν. Δὲν εἶχε δὲ ἡ ἀνακοίνωσίς των χαρακτῆρα διαμαρτυρίας, ἀλλὰ προκλήσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐξηγήσεις. Ὡσαύτως, ὡς εἶπον, καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀνακοίνωσις εἶναι αὐτοτελής, μηδόλως σχετιζομένη πρὸς τὰ ἐπισταλέντα.
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῆς ἀνταλλαχθείσης ταύτης ἀνταποκρίσεως;
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§25ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐγκύκλιον τῆς 1 Νοεμβρίου, διὰ τῆς ὁποίας παρηγγέλθησαν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ νὰ παύσωσιν εἰσπράττουσαι τὰ τέλη εἰς χρυσὸν κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον. Ἡ διαταγὴ αὕτη εἶναι ἐγκύκλιος· οὐδεμίαν δὲ φέρει δικαιολογίαν τῆς τοιαύτης ἐντολῆς, ἣν ἔδωκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰς ὑφισταμένας ἀρχάς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰνομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ εἴπῃ, διὰ ποῖον λόγον ἔδωκε τὴν ἐντολὴν ταύτην, ἐναντίον τοῦ κειμένου νόμου.
§26Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ δὲν βλέπω διατὶ ὁ ἐξ Ἀργολίδος κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ προεξοφλήσω ἐγὼ τὴν συζήτησιν καὶ νὰ προκαταλάβω τὸ ἔδαφος τῆς προαγγελθείσης ἀγορεύσεως. Ἄλλως, θέλω ὁμιλήσει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν νόμων ΑΨΠΓʹ τῆς 2 Δεκεμβρίου 1889 καὶ ͵ΒΡΘʹ τῆς 29 Δεκεμβρίου 1892 περὶ οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§29ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Φρονῶ ὅτι δὲν πληροῦται ἐπαρκῶς ὁ σκοπὸς τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας ὡς πρὸς τὸν σταφιδόκαρπον, διότι ὄχι μόνον ὁ σταφιδόκαρπος καὶ τὰ στέμφυλα παράγουσιν οἰνόπνευμα ἐκ τῶν ζαχαρωδῶν οὐσιῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ χαρούπια καὶ τὰ σῦκα καθὼς καὶ τὰ τεῦτλα καὶ ἄλλα ζαχαρώδη προϊόντα. Τὰ ἀπολείμματα λ. χ. τῶν τεύτλων τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ συσταθέντος ζαχαροποιείου θὰ παράγωσιν οἰνόπνευμα εἰς μεγάλας ποσότητας. Φρονῶ λοιπὸν δίκαιον καὶ προτείνω, ὅπως γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου ὡς δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2, καθ’ ἣν ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας τὰ οἰνοπνεύματα τὰ παραγόμενα ἐκ νωπῆς ἢ ξηρᾶς σταφίδος ἢ καὶ ἐκ στεμφύλων, οὐχὶ ὅμως καὶ τὰ παραγόμενα ἀπὸ ἄλλα ζαχαρώδη προϊόντα.
§30ΣΑΚΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι δικαία ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γορτυνίας, τοῦ νὰ περιορισθῇ ἡ ἐξαίρεσις μόνον εἰς τὸν σταφιδόκαρπον καὶ τὰ στέμφυλα, διότι καὶ τὰ σῦκα δὲν δύνανται εὐκολώτερον ἀπὸ τὴν σταφίδα νὰ καταναλωθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Συχνάκις ἐν Μεσσηνίᾳ τὰ σῦκα παράγονται ἐν τοσαύτῃ ἀφθονίᾳ, ὥστε τὰ μεταχειρίζονται εἰς ἀπόσταξιν κατὰ μέγιστον ποσόν. Λοιπὸν δὲν εἶναι δικαία ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἐὰν γείνῃ δεκτή, θὰ βλαφθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι τῆς Μεσσηνίας καὶ Λακωνίας καὶ εἷς δῆμος τῆς Πυλίας.
§31ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἀποδέχομαι τὴν προταθεῖσαν ὑποτροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πυλίας, καὶ προτείνω νὰ ψηφισθῇ ἡ κατάργησις τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων τῶν παραγομένων ἐκ σταφίδος, στεμφύλων καὶ σύκων.
§32Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐξέλαβον ὡς ὑποτροπολογίαν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας· ἐνόησα αὐτὰ ὡς ἀπόκρουσιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γορτυνίας, καὶ ὑποστηρίζω τὴν ἀπόκρουσιν, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γορτυνίας παραγνωρίζει τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Βάσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἡ ἐμψύχωσις τῆς οἰνοπνευματοποιΐας ἐκ σταφίδος χάριν τῆς ἐγχωρίου καταναλώσεως. Ἐὰν ἀπέβλεπε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐγχώριον κατανάλωσιν, κατ’ οὐδὲν ἤθελεν ὠφελήσει. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιώκει τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἀποστακτηρίων, ἵνα καταστῇ ἐφικτὴ ἡ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστολὴ οἰνοπνεύματος. Πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου πρέπει νὰ δώσωμεν ὑποστήριξιν εἰς πᾶσαν παραγωγὴν ἐξ ἀποστακτηρίων ἀδιακρίτως, εἴτε προέρχεται αὕτη ἐκ σταφίδων, εἴτε ἐκ στεμφύλων, εἴτε ἐκ σύκων, εἴτε ἐκ χαρουπίων, εἴτε ἐκ τεύτλων, εἴτε ἐξ ἄλλων ὑλῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ τῶν ἀπολειμμάτων τῶν τεύτλων, ἅτινα θέλει καταλείπει ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ σακχαροποιΐα. Εὔχομαι τὸ ἱδρυόμενον ἤδη κατάστημα σακχαροποιΐας νὰ ἀποδίδῃ πολλὰ ἀπολείμματα, καὶ νὰ συστηθῶσι τοιαῦτα καταστήματα πολλά, ἀλλὰ τοιαῦτα καταστήματα δὲν δύνανται νὰ εὐδοκιμήσωσιν, ἄν τὰ ἀπολείμματα τῶν πρώτων ὑλῶν τῆς σακχαροποιΐας μὴ εὑρίσκωσι κατανάλωσιν, διότι ἡ ἐκ τῶν ἀπολειμμάτων πρόσοδος ἀναπληροῖ ὅ,τι ἐν τῇ προσόδῳ τῆς κυρίας ἐργασίας δεῖται συμπληρώσεως, δὲν πρέπει ἄρα ν’ ἀποκλείσωμεν τὰ καταστήματα ἐκεῖνα τῶν εὐεργετημάτων τοῦ παρόντος νόμου. Ὁ νόμος ἀφορᾷ εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἀποστακτηρίων, ὁ πολλαπλασιασμὸς δ’ αὐτῶν ἐξυπηρετεῖται οὐχὶ ὅταν περιορίζωμεν τὰ εἴδη τῆς ἀποστάξεως, ἀλλ’ ὅταν καταστήσωμεν τὴν ἀπόσταξιν ἐλευθέραν ἐντελῶς, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε περιορισμόν τινα ἐθέσαμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου, οὔτε περιορισμόν τινα πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς τὰ εἴδη τὰ ἀποσταζόμενα, διότι διὰ τῆς ἀπεριορίστου ἀτελείας ἐλπίζομεν ὅτι θέλουσι πολλαπλασιασθῆ σπουδαίως τ’ ἀποστακτήρια, καὶ θέλομεν οὕτως ἀποκτήσει ὄργανον πρὸς πλείονα ἀπόσταξιν σταφίδος, ὅταν αὕτη ᾖναι λίαν εὐθηνή.
§33ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανέλαβεν ὅτι, διὰ νὰ καταναλωθῇ ὅσον οἷόν τε περισσότερον οἰνόπνευμα ἐκ σταφιδοκάρπου, πρέπει νὰ πολλαπλασιασθῶσι τ’ ἀποστακτήρια. Αὐτὸ ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ· ἀλλ’ ὅταν ἀφήσητε ἐπίσης ἀφορολόγητα καὶ ἄλλα εἴδη ζαχαρώδη, πῶς θὰ ἐπιτύχητε τὴν ἐξόδευσιν πλείονος ποσοῦ σταφιδοκάρπου; Νομίζω ὅτι ἦτο ἄκαιρος ἡ σπουδή, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τοῦ νὰ συμφωνήσῃ πρὸς τὸν ἐκ Πυλίας κ. Βουλευτήν. Ἄλλως τε, διὰ νὰ δυνηθῶσι τὰ οἰνοπνεύματα ἡμῶν νὰ ἀντίσχωσιν εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, πρέπει νὰ ᾖναι ἐντελοῦς κατασκευῆς καὶ ἀπὸ ὕλην οἰνώδη, μόνον δὲ ἡ σταφὶς καὶ τὰ στέμφυλα δύνανται νὰ παράγωσιν οἰνόπνευμα καλλίστης ποιότητος, δυνάμενον νὰ συναγωνισθῇ ἐπιτυχῶς πρὸς τὰ οἰνοπνεύματα τῆς ἀλλοδαπῆς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μου, τουτέστι νὰ δώσωμεν ὅλα τὰ μέσα, ὅπως ἐξαντλῆται ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερος σταφιδόκαρπος δι’ οἰνοπνεύματα, καὶ ἑπομένως νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ὕψωσις τῆς τιμῆς τοῦ ἀποστελλομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ξηροῦ σταφιδοκάρπου. Ἡ δὲ σακχαροποιΐα δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται οὕτω, ἤτοι διὰ τῆς ἀτελείας τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ κατασκευαζομένου ἐκ τῶν ἀπολειμμάτων τῶν τεύτλων. Ὡς πρὸς τὰ σῦκα ὅμως, ἐπειδὴ καὶ ταῦτα δὲν καταναλίσκονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς συμφερούσας τιμὰς ἅπαντα, ὡς διατείνεται ὁ κ. ἐκ Πυλίας Βουλευτής, πρὸς ὃν δὲν ἐφίεμαι νὰ δυσπιστήσω, διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι ἐναντίος νὰ ἐξαιρεθοῦν καὶ ταῦτα τῆς φορολογίας, εἶμαι ὅμως ἐναντίος πάσης ἄλλης ἐξαιρέσεως. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας διὰ τὴν παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἡ σταφίς, τὰ στέμφυλα καὶ τὰ σῦκα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Γορτυνίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Αἰγιαλείας περὶ τῆς ἐγκυκλίου διαταγῆς, δι’ ἧς ἀνεστάλη ἡ εἴσπραξις εἰς χρυσὸν τελῶν τινων.
§36ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὰ πράγματα, κύριοι Βουλευταί, οὐ χρήζουσι λόγων, οὐδ’ ἀλλοιοῦνται διὰ σοφισμάτων, περιβαλλομένων τὸν τύπον ἀμύνης ὑπὲρ παραβιαζομένων δῆθεν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, οὐδὲ ἀπολλῦσι τὴν ἰσχὺν αὑτῶν δι’ ἀντεγκλήσεων, οὐδὲ ἐπισκοτίζονται διὰ δεινῶν ἀγορεύσεων δικανικῶν, ἁρμοζουσῶν εἰς ἄλλον περίβολον. Αἱ καταγγελλόμεναι ὡς τελεσθεῖσαι πράξεις ἀποτελοῦσι πραξικόπημα κατὰ τῆς ἐννόμου τάξεως, πραξικόπημα κατὰ τῶν δικαιωμάτων τῆς τε νομοθετικῆς καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας, πραξικόπημα κατὰ τῆς ἱερότητος τῶν συναλλαγῶν, πραξικόπημα κατὰ τῆς Βασιλείας καὶ τῶν προνομίων αὐτῆς καὶ πρᾶξιν ἀσεβείας κατ’ αὐτῆς. Δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς, τῆς Βουλῆς παρούσης καὶ συνεδριαζούσης, καὶ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου καθημένου ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου, (νομίζω ὅτι κάθηται, ἢ μὴ τυχὸν πλανῶμαι;) δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς ἐκηρύχθη ἄκυρος καὶ ἀνεπίδεκτος ἐκτελέσεως νόμος τοῦ Κράτους, ἐπὶ 5 διαρκεῖς μῆνας συνεχείᾳ ἐπὶ τούτῳ ἐκδοθέντος Β. διατάγματος ἐκτελούμενος, καὶ κατηργήθη Β. Διάταγμα, φέρον νομοθετικὸν χαρακτῆρα καὶ ὑπαγόμενον εἰς μόνον τῆς Βουλῆς τὴν κύρωσιν. Ναὶ, Κύριοι, ἐκηρύχθη ἄκυρος διὰ διατάγματος νόμος τοῦ Κράτους σπουδαῖος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἐστήριζε τὸ περιλάλητον αὑτοῦ οἰκονομικὸν σύστημα, νόμος ἐπιψηφισθεὶς παρὰ τῆς Βουλῆς ταύτης μετὰ παρατεταμμένας καὶ σπουδαίας συζητήσεις, νόμος κυρωθεὶς παρὰ τοῦ Βασιλέως ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένης προθεσμίας, νόμος δημοσιευθεὶς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐντολῇ Κυβερνήσεως τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Κράτους, κατὰ τὰ κρατοῦντα νόμιμα. Ναὶ, Κύριοι, κατελύθη βασιλικὸν διάταγμα, φέρον νομοθετικὸν χαρακτῆρα. Τοιαῦτα διατάγματα ἐξεδόθησαν οὐχὶ ὀλίγα, κατὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, τὰ κρατοῦντα καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ, ἀργούσης τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ὑπάρχωσι ζητήματα νομοθετικὰ, τῶν ὁποίων ἡ προσωρινὴ λύσις ἐπιβάλλεται χάριν τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας, τότε ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις τοιούτων διαταγμάτων ὑποβαλλομένων εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Τοιοῦτον τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη κατὰ τὴν προκειμένην περίστασιν, καὶ ἐξεδόθη κατ’ ἀνάγκην, ἀνάγκην ἐπελθοῦσαν ὡς ἐκ τῆς κρίσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ τόπος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κρίσεως, ἡ ὁποία ἐδεινώθη, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς τότε παρῃτήθη, καὶ παρῃτήθη εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ἐπετρέπετο τοῦτο εἰς ἄνδρα κηδόμενον τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Μέγα καὶ ἔκθεσμον τὸ τόλμημα, ἔργον ἐμπαθείας πολιτικῆς ἀσυγγνώστου, μὴ συνηγορούσης βεβαίως ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ εὐγενοῦς ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὅτι ὁ πολὺς ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐκπολιτίζει τὴν Ἑλλάδα δι’ ὧν ἔπραξε. Καὶ ποῦ τὸ κῦρος τῶν νόμων καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν, ὅταν δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς κηρύσσωνται ἄκυροι νόμοι τοῦ Κράτους, καταρτισθέντες καθ’ ὅλους τοὺς συνταγματικοὺς τύπους; ποῦ ἡ ἰσχὺς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅταν, παρούσης τῆς Βουλῆς, δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς κηρύσσηται ἄκυρος νόμος τοῦ Κράτους, παρ’ αὐτῆς ψηφισθεὶς, ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κυρωθεὶς, νόμος, τοῦ ὁποίου ὁ Βασιλεὺς διέταξε τὴν ἐκτέλεσιν, πρὸς περιφρούρησιν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν γνώμην τῶν τότε Ὑπουργῶν; ποῦ ἡ ἱερότης τῶν συναλλαγῶν, ὅταν καταλύηται σύμβασις ἀφορῶσα εἰς μεγάλα τοῦ Κράτους συμφέροντα, συναφθεῖσα μετὰ ξένων, καὶ καταλύηται ἄνευ ψήφου τῆς νομοθετικῆς ἢ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ αἴρωνται αἱ ἐγγυήσεις, αἱ δοθεῖσαι πρὸς τρίτους; ποῦ ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν, ὅταν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία σφετερίζηται τὸ δικαίωμα τοῦ λύειν διενέξεις, περὶ ὧν μόνη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ; Τοιαῦτα τολμήματα, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας, ἐκβαρβαρίζουσι καὶ δὲν ἐκπολιτίζουσι τὴν Ἑλλάδα. Διατείνονται ἐν τούτοις οἱ πειρώμενοι νὰ δικαιολογήσωσι τὰ ἔκθεσμα ταῦτα τολμήματα, ὅτι ὁ ἀκυρωθεὶς νόμος ἐδημοσιεύθη ἀκύρως, διότι ἐδημοσιεύθη οὐχὶ κατ’ ἐντολὴν τῆς κυρωσάσης αὐτὸν Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἄλλης Κυβερνήσεως. Καὶ ποῦ, ὁ νόμος, ὁ ἀπαγορεύων τὴν τοιαύτην δημοσίευσιν καὶ κηρύττων ἄκυρον αὐτήν; Ἐπιῤῥίπτεται, λέγουσιν, εὐθύνη ἐπὶ τοὺς κυρώσαντας τὸν νόμον Ὑπουργοὺς διὰ δημοσιεύσεως γενομένης παρ’ ἄλλων Ὑπουργῶν ἄνευ εἰδικῆς πρὸς τοῦτο ἐντολῆς. Σοφίσματα ἐπὶ σοφισμάτων! Κατὰ τὰ κείμενα, δὲν ἀπαιτεῖται ἰδιαιτέρα πρᾶξις πρὸς δημοσίευσιν νόμου ψηφισθέντος παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀρκεῖ ἡ διὰ τῆς ἐφημερίδος ἐντολὴ τοῦ γραφείου τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ δημοσίευσις. Ἐπὶ δὲ τῇ ἐκτελέσει νόμου τινὸς οὐδεμία κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον ὀφείλεται νομικὴ εὐθύνη. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, ὑπέχει εὐθύνας καὶ κατηγορεῖται ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ὁ Ὑπουργός, ὅστις δὲν ἐκτελεῖ διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διάταξιν τῶν νόμων, διάταξιν τῶν βασιλικῶν διαταγμάτων τῶν ἐκδιδομένων ἐντολῇ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἢ ἐκδίδει διαταγὰς πρὸς μὴ ἐκτέλεσιν, ἢ ἐκδίδει ὁμοίας ἀποφάσεις, ὄχι ὅμως καὶ ὅταν ἐκτελῇ τοὺς νόμους. Κατὰ δὲ τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ αὐτοῦ νόμου, ὑπέχει εὐθύνας καὶ κατηγορεῖται ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις ἐμποδίζει τὴν ἐκτέλεσιν διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διατάξεως νόμου, διατάξεως βασιλικῶν διαταγμάτων ἐκδιδομένων ἐντολῇ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐκδίδει ἀποφάσεις ἢ διαταγὰς περὶ τούτου. Εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, ἐφ’ ᾗ ὑπέχει εὐθύνην ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι ἔπραξε τοιαύτην παραβίασιν τῶν νόμων, εἰς τὴν διάταξιν ταύτην ἔδει νὰ προσέξῃ, καὶ ὄχι νὰ ἀναζητῇ, ὅπως προφυλαχθῇ ἐκ τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, ἥτις ἤθελε τὸν βαρύνει ἐκ τῆς ἐκτελέσεως νόμου, τὸν ὁποῖον ἄλλοι ἐδημοσίευσαν. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, Κύριοι, πρὸς στιγμὴν, ὅτι εἶναι ἄκυρος ὁ νόμος, δημοσιευθεὶς οὐχὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐκύρωσεν αὐτὸν, ἀλλὰ παρ’ ἄλλης Κυβερνήσεως, τίς νόμος ἢ ποία τοῦ Συντάγματος διάταξις παρέχει εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ Πρωθυπουργὸν τὸ δικαίωμα αὐτὸ, νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίζῃ αὐτὸς ὁ νομοεκτελεστὴς περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῆς δημοσιεύσεως; Καὶ ἀπὸ ποίας, ἐπαναλαμβάνω, διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διατάξεις νομικὰς ἤντλησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα, ὅπως αὐτὸς, ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀποφασίζῃ περὶ τοῦ ἂν ὁ νόμος ὁ δημοσιευθεὶς νομίμως ἢ ἀκύρως ἐδημοσιεύθη, ἀφοῦ μάλιστα ἐκ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου προέκυψαν δικαιώματα ὑπὲρ τρίτων; Οἱ ἀδικούμενοι πολῖται ἠδύναντο ἴσως νὰ ζητήσωσι τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου διὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐκτελοῦσα τὸν νόμον καὶ εἰσπράττουσα τὸν χρυσὸν καὶ διαθέτουσα αὐτὸν εἰς ἱκανοποίησιν ὑποχρεώσεων, ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκυρώθησαν διὰ διατάγματος βασιλικοῦ, ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν ἠδύνατο, ἀθετοῦσα τὰς ὑποσχέσεις της, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν αὐτοῦ· τοῦτο δὲ πράξασα, ἔπραξε βεβαίως τι, τὸ ὁποῖον οὔτε οἱ νόμοι οὔτε αὐτὴ ἡ λογικὴ ἐπιτρέπουσιν. Ἀτασθάλως πολιτευόμενος καὶ ἀγόμενος ἐξ ἐμπαθείας πολιτικῆς, εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες ὀφείλομεν ὡς ἀδελφοὶ νὰ συμπράξωμεν, ὅπως σωθῇ ὁ τόπος καὶ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος, ἐτόλμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἔκτροπον καὶ ἔκθεσμον τόλμημα, ἠκύρωσε τὸν νόμον, ἠθέτησε καὶ κατέλυσε τὸ βασιλικὸν διάταγμα. Πῶς τις, Κύριοι, ἀπορεῖ καὶ ἐξίσταται ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ πολιτικῇ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προπάντος ἄνευ λόγου καὶ δεδικαιολογημένης ἀφορμῆς εἰς τοιαύτην πρᾶξιν ἔκθεσμον, ἐνῷ ἠδύνατο εὐχερῶς καὶ νομίμως νὰ ἐπιτύχῃ ταῦτα πάντα διὰ τῆς ψήφου τῶν 102, τῶν 110, τῶν 120...
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῶν 140.
§38ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τῶν 140 τόσῳ τὸ καλλίτερον... Τὴν κλεῖδα τῆς τοιαύτης πολιτείας, ἀβούλου καὶ ἀτασθάλου, παρέσχεν ἡμῖν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, εἰπὼν, ὅτι τοιαῦτα ἔκθεσμα κατ’ αὐτὸν οἰκοδομήματα ἔδει νὰ καταῤῥίψῃ διὰ λακτισμάτων. Συγχαίρω αὐτῷ, ὅτι μετὰ τοσαύτης ἀνδρικῆς, ὄχι δὲ καὶ ἔμφρονος παῤῥησίας ἐξεδήλωσε τὸ σύστημα, καθ’ ὃ πολιτεύεται καὶ ἀπὸ χρόνων δυστυχῶς κυβερνᾷ τὸν τόπον τοῦτον. Ἀνωμολόγησε γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν. Διὰ λακτισμάτων ἐπεβλήθη πολλαχοῦ καὶ πολλάκις, διὰ λακτισμάτων τίθεται ὑπεράνω καὶ τῶν θεσμῶν καὶ τῶν νόμων, περιάγων τὴν πολιτείαν εἰς ἣν ἵσταται λυπηρὰν, ἀξιοθρήνητον καὶ ἀπέλπιδα ἴσως κατάστασιν. Ἀλλ’ ἐπέστη ἡ ὥρα, καθ’ ἣν οἱ καθ’ ὧν διὰ λακτισμάτων ἐπολιτεύθη θ’ ἀνταποδώσωσιν αὐτῷ τὰ ἴσα, σώζοντες τὸν τόπον ἐκ τῶν χειρῶν πολιτευτοῦ, ὅστις ἀναφανδὸν κηρύττει, ὅτι ἐννοεῖ νὰ πολιτεύηται διὰ λακτισμάτων. Ἡ ἐποχὴ δὲν ἐπιτρέπει τοιαύτην πολιτείαν, ἡ ἐποχὴ ἀπαιτεῖ μετριοπάθειαν, ἀπαιτεῖ φρόνησιν, ἀπαιτεῖ ἀδελφοποίησιν, ἀπαιτεῖ ἀποχὴν πάσης φιλαρχίας καὶ πάσης πολιτείας ἐξαπτούσης περισσότερον τὰ πάθη καὶ καθιστώσης ἀδύνατον τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ τόπου ἐκ τῆς λυπηρᾶς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται. Εἶπον καὶ ἐλάλησα, ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω.
§39ΗΛΙΑΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, ὅπως εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν Βουλὴν θέματος, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ δηλώσω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως, ὅτι δὲν μὲ ἄγει εἰς τοῦτο ἡ ματαιόδοξος ἐπιθυμία τοῦ νὰ ἐπιδειχθῶ ἐπὶ νομικαῖς καὶ συνταγματολογικαῖς γνώσεσι. Τοιούτων γνώσεων ἀξίωσιν δὲν ἔχω, διότι ἄλλαι ὑπῆρξαν αἱ ἀσχολίαι μου ἐν τῷ παρελθόντι. Ἀλλ’ ἐπὶ δύο σχεδὸν δεκαετηρίδας ἐργασθεὶς παρὰ τὸν σεβαστὸν πολιτευτὴν, ὅστις προΐσταται τῆς Κυβερνήσεως, συνείθισα ὄχι μόνον νὰ θεωρῶ τοῦτον ὡς ἐξέχουσαν πολιτικὴν προσωπικότητα, ἀλλὰ συνείθισα προσέτι νὰ συμμερίζωμαι πάσας τὰς δοξασίας καὶ γνώμας του. Καὶ εἰκότως, νομίζω. Διότι ὀλίγοι μεταξὺ ἡμῶν ηὐτύχησαν, ὡς αὐτὸς, νὰ ἀρυσθῶσι τὰ πολιτικά των διδάγματα ἐν τοσοῦτον εὐρεῖ καὶ διακεκριμένῳ μέσῳ, καὶ οὐδεὶς ἕτερος περιεβλήθη μέχρι τοῦ νῦν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν διὰ μείζονος ἐμπιστοσύνης ὑπὸ τοῦ ἔθνους, τρὶς ἤδη ὁδηγήσας, ἐπὶ μακρὸν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὰς μᾶλλον κραταιὰς πλειονοψηφίας, ἃς εἶδέ ποτε τὸ Κοινοβούλιόν μας. Τοιαύτην λοιπὸν ἔχων πεποίθησιν εἰς τὸ κῦρος τῆς γνώμης τοῦ ἀνδρὸς, ἐνόμισα ὅτι μοί ἦτο ἐπιβεβλημένον ν’ ἀναζητήσω ποίαν οὗτος εἶχεν ἄλλοτε γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Θλίβομαι δὲ ἀληθῶς, ἀναγκαζόμενος νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως, ὅτι ἡ ἐξέτασις αὕτη μὲ ἔπεισεν, ὅτι διάφορα ὅλως ἐπρέσβευε καὶ ἐφήρμοσεν ἐν τῷ παρελθόντι. Θλίβομαι δὲ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἀναγκάζομαι, τὸ πρῶτον ἤδη, νὰ μὴ ἀκολουθήσω αὐτὸν ἐν τῇ νέᾳ του γνώμῃ, φρονῶν ἀδιστάκτως, ὅτι δὲν εἶναι αὕτη ἡ ὀρθοτέρα. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐξετάσω διατὶ φρονῶ, ὅτι εὑρίσκεται ἐν διαφωνίᾳ πρὸς ἑαυτὸν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ θέσω τὸ ζήτημα ὡς ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι. Ὑπάρχει, Κύριοι, νόμος, ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ, νομίμως ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καθὸ ψηφισθεὶς κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κελευόμενα, νομίμως κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καθὸ κυρωθεὶς ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένης προθεσμίας, καὶ περιβεβλημένος προσέτι πάντας τοὺς νομίμους τύπους, νομίμως δημοσιευθείς, καθὸ δημοσιευθεὶς ἐντολῇ τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν νόμον δὲ τοῦτον θεωρῶν ἄκυρον ὁ κ. Πρωθυπουργός, διέταξε δι’ ἐγκυκλίου, ἣν ἐξέδωκεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν 1 Νοεμβρίου 1893, τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Εἰς τί ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐστήριξε τὴν περὶ ἀκυρότητος τοῦ νόμου τούτου γνώμην του, δὲν γνωρίζομεν, διότι οὐδὲν ἢ ὀλίγιστα ἠκούσαμεν μέχρι τοῦδε ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ. Ἡ ἐφημερὶς τὸ Ἄστυ, ἡ ὁποία συνήθως διερμηνεύει τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μᾶς εἶπεν, ὅτι οὗτος ἐθεώρησε τὸν νόμον ἄκυρον ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οἱ κυρώσαντες αὐτὸν Ὑπουργοὶ ἦσαν ἁπλοῖ ἰδιῶται, ὅτε ὁ νόμος οὗτος ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν αὐτὴν δὲ γνώμην ἐπανέλαβεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην περίπου ἐξέφρασαν τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν. Καὶ δὲν γινώσκομεν μὲν, ἂν καὶ τὸ Ἄστυ καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, διηρμήνευσαν πιστῶς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἢ ἂν δὲν πρόκηται μετ’ οὐ πολὺ ἄλλον ν’ ἀκούσωμεν προτεινόμενον παρ’ αὐτοῦ λόγον ἀκυρότητος τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλὰ μέχρις οὗ ἄλλος προταθῇ ἰσχυρισμὸς, ἀνάγκη πᾶσα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οὗτος εἶναι καὶ ὁ ἐν τῷ νῷ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐνυπάρχων. Ἔρχομαι λοιπὸν νὰ ἐξετάσω, εἶναι πράγματι ὁ νόμος αὐτὸς ἄκυρος; Καὶ τοιαύτην δ’ ἔχων περὶ αὐτοῦ γνώμην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἠδύνατο ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ δι’ ἐγκυκλίου, καὶ δὲν παρεβίασε διὰ τῆς πράξεώς του ταύτης τὰ νόμιμα, περιβληθεὶς οὕτως ἐξουσίαν μὴ ἀνήκουσαν αὐτῷ; Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος ῥητῶς κελεύει, ὅτι «ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς». Ἀπαιτεῖται λοιπὸν, κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, νὰ συντρέξωσι δύο θελήσεις, δύο ἀποφάσεις, ὅπως νομοσχέδιόν τι ἢ πρότασις περιβληθῇ ἰσχὺν νόμου· ἡ θέλησις καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ θέλησις καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Βασιλέως. Καὶ πῶς μὲν ἐκδηλοῦται ἡ θέλησις καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, τὸ γινώσκομεν ἐκ τῆς καθημερινῆς ἡμῶν πείρας. Ἐκδηλοῦται αὕτη, κατὰ τὰ ἄρθρα 56 καὶ 57 τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἢ τῆς προτάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ εὑρισκομένης, εἰς τρεῖς αὐτῆς συνεδριάσεις. Πῶς δὲ ἐκδηλοῦται ἡ θέλησις καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Βασιλέως, μᾶς τὸ λέγει ἕτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 36, ὅπερ ἐν περιόδῳ δευτέρᾳ ῥητῶς κελεύει, ὅτι «νομοσχέδιον ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μὴ κυρωθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου, λογίζεται ἀκυρωθέν». Κατὰ τὸ ἄρθρον λοιπὸν τοῦτο, ὁ Βασιλεὺς ἐνασκεῖ τὴν νομοθετικὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν, κυρῶν ἢ μὴ κυρῶν τὸ ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς τεταγμένης προθεσμίας. Ἐὰν κυρώσῃ αὐτὸ, ἡ βασιλική του θέλησις καὶ ἀπόφασις, ὡς νομοθετικοῦ παράγοντος, ἐξεδηλώθη, ἐποίησε πλέον χρῆσιν τῆς χορηγουμένης αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προνομίας τῆς κυρώσεως καὶ ἀρνησικυρίας τῶν νόμων, καὶ δὲν δύναται πλέον ν’ ἀνακαλέσῃ αὐτὴν, καθάπερ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἅπαξ ἐκδηλωθεῖσαν ἀπόφασίν της. Ὅτι δ’ οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ἠδυνάμην πλείστας ὅσας νὰ παραθέσω γνώμας διακεκριμένων συγγραφέων ἡμεδαπῶν καὶ ξένων, ἀλλὰ περιορίζομαι νὰ φέρω ὡς ἀπόδειξιν μόνον τὸν τύπον τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου. Ποῖος εἶναι τῳόντι ὁ τύπος οὗτος; «Ὁ παρὼν νόμος, ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ παρ’ ἡμῶν σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Ἀναγνωρίζεται λοιπὸν ἐν τῷ τύπῳ τούτῳ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς κυρώσεως δὲν ἦτο ἢ νομοσχέδιον, δὲν εἶχε ψυχήν, ἀναγνωρίζεται, λέγω, ὡς νόμος τοῦ Κράτους καὶ λαμβάνει ψυχὴν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Καὶ ἔχει μὲν ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα καὶ μετὰ τὴν κύρωσιν ν’ ἀνακόψῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀναβάλλων ἐπὶ βραχύτερον ἢ μακρότερον χρόνον τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, ἐὰν ἀνάγκαι τοῦ Κράτους τὸ ἀπαιτήσωσιν, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ τὸ δικαίωμα ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, οὔτε ὑπάρχει ἓν καὶ μόνον παράδειγμα περὶ τούτου κατὰ τὸν πεντηκονταετῆ συνταγματικὸν ἡμῶν βίον. Τοιαύτη ἐνέργεια ἀποτελεῖ παράβασιν ἄλλου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 35, κατὰ τὸ ὁποῖον «ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν νόμου», ἀποτελεῖ σφετερισμὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς, σύγχυσιν δικαιωμάτων, καὶ τοιαύτην σύγχυσιν δὲν ἐνόει βεβαίως νὰ καθιερώσῃ ὁ συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης. Καὶ ταῦτα μὲν ὑπὸ τὴν γενικωτέραν, τὴν θεωρητικωτέραν, οὕτως εἰπεῖν, ἔποψιν τοῦ ζητήματος. Μερικώτερον δ’ ἐξετάζων ἤδη τὸ ζήτημα, ἐρωτῶ τοὺς ἀντιφρονοῦντας, εἰς ποίαν ῥήτραν τοῦ Συντάγματος ἀνεῦρον, ὅτι μόνοι οἱ προσυπογράφοντες εἰς τὴν κύρωσιν νόμου τινὸς Ὑπουργοὶ εἶναι ἁρμόδιοι καὶ νὰ δημοσιεύσωσιν αὐτὸν, καὶ ὅτι νόμος κεκυρωμένος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ προσυπογεγραμμένος ὑφ’ ἑνὸς οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ εἶναι ἄκυρος, ἂν ἡ δημοσίευσίς του γείνῃ ὑπὸ ἑτέρου Ὑπουργοῦ; Ἡ κατίσχυσις τοιαύτης θεωρίας μᾶς ἄγει εἰς ἄτοπα, καὶ ὅπως ἐννοήσωμεν τὰ ἄτοπα ταῦτα, ἂς λάβωμεν τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ. Ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ ἐκυρώθη τὴν 22 Δεκεμβρίου 1892, ἐκηρύχθη δὲ ἡ λῆξις τῆς Βʹ Συνόδου τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου τὴν 28 Ἀπριλίου 1893, καὶ ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ τὴν 30 Μαΐου 1893. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταλίπῃ τὴν ἀρχὴν πρὸς τὸ τέλος Ἀπριλίου, καὶ παρέμενεν ἐν ταύτῃ μέχρι τῆς 30 Ἰουνίου, χωρὶς ἐν τοσούτῳ νὰ δημοσιεύσῃ τὸν ͵ΒΡΙΕʹ νόμον, διεδέχετο δὲ αὐτὴν τότε ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἐρωτῶ, τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ, κατὰ τὴν θεωρίαν τῶν περὶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν; Νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἐκ νέου, δὲν ἠδύνατο, διότι θὰ εἶχον πλέον παρέλθει δύο μῆνες ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου, καὶ ἑπομένως θὰ ἦτο ἐκτὸς τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τασσομένης προθεσμίας πρὸς κύρωσιν τῶν νόμων. Νὰ δημοσιεύσῃ αὐτόν, ἐπίσης δὲν ἠδύνατο, κατὰ τὴν θεωρίαν τῶν περὶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Τί λοιπὸν τῇ ἀπέμενε νὰ πράξῃ; Βεβαίως ἠδύνατο νὰ ἐφεύρῃ ἄλλον τινὰ τύπον δημοσιεύσεως, ἐκτὸς τοῦ συνήθους. Ἀλλὰ τίς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι ἐν τῇ πήρᾳ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τῇ τοσοῦτον βριθούσῃ ἐπιχειρημάτων παντὸς εἴδους, δὲν θὰ εὑρίσκετο καὶ τότε ἐπιχείρημά τι, ὅπως κηρυχθῇ καὶ ὁ οὕτω δημοσιευθεὶς νόμος ἄκυρος; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔτι ἡ προθεσμία δὲν εἶχε λήξει, τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν ὁ Βασιλεὺς ἠρνεῖτο νὰ κυρώσῃ ἐκ νέου τὸν νόμον, θεωρῶν, καὶ εἰκότως, ὅτι ἡ βασιλική του ὑπογραφὴ δὲν δύναται νὰ γείνῃ ὄργανον δικοῤῥαφιῶν μικροπονήρων; Ἐννοεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα μᾶς ἄγει ἡ παραδοχὴ τῆς ἀληθῶς ἀκατανοήτου θεωρίας, καθ’ ἣν δὲν δύναται νόμος κεκυρωμένος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νὰ δημοσιευθῇ ὑπὸ ἄλλου Ὑπουργοῦ, πλὴν τοῦ προσυπογράψαντος εἰς τὴν κύρωσιν; Εὐτυχῶς ὅμως ἡ θεωρία αὕτη δὲν εἶναι βάσιμος, τὸ ἀβάσιμον δ’ αὐτῆς ἠδυνάμην ν’ ἀποδείξω διὰ πλείστων ὅσων αὐθεντικῶν γνωμῶν. Δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ ὅμως αὐτάς, γινώσκων ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν παραδέχεται τοιαύτας. Δὲν δύναμαι ἐν τοσούτῳ νὰ ἐμποδίσω ἐμαυτὸν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπικαλεσθῶ μίαν αὐθεντίαν, αὐθεντίαν γενικῶς ἀνεγνωρισμένην, ἀνεγνωρισμένην καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἀνεγνωρισμένην ὅμως πρὸ πάντων ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑπ’ ἐμοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ἐκφράζω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ αὐθεντία αὕτη, ἥτις ἐπὶ μακρότατον χρόνον ἐπηρέασε τὰς σκέψεις μου καὶ ἣν δὲν δύναμαι νὰ παρίδω ἤδη, εἶναι ἡ αὐθεντία αὐτοῦ τούτου τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ἄς ἴδωμεν λοιπὸν ποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἐν τοῖς πράγμασι γνώμην κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ πρὸς τοῦτο ἂς ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς διαφόρους αὐτοῦ πρωθυπουργίας. Τὴν 27 Ἀπριλίου 1875 ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργείου Βούλγαρη, καὶ διωρίσθη Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Τρικούπης. Τὴν 30 Ἀπριλίου ἐδημοσιεύθη κανονιστικὸν διάταγμα περὶ τροποποιήσεως τοῦ καταστατικοῦ τῆς μεταλλευτικῆς ἑταιρίας «Λαυρεωτικὸς Ὄλυμπος», φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε ἰδιώτου Δ. Γ. Βούλγαρη, πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἰς τὸ αὐτὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθη ἕτερον διάταγμα, ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δρ. 20,000 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν» ἐπὶ τῆς χρήσεως 1875, φέρον τὰς ὑπογραφὰς τῶν τότε μὲν ἰδιωτῶν, πρώην δὲ Ὑπουργῶν Δ. Γ. Βούλγαρη καὶ Β. Νικολοπούλου. Τὴν 12 Μαΐου ἐδημοσιεύθησαν δέκα καὶ τρία διατάγματα, φέροντα τὰς ὑπογραφὰς τῶν τότε ἰδιωτῶν πρώην Ὑπουργῶν Βούλγαρη, Νικολοπούλου κτλ., ἐν οἷς διάταγμα περὶ συστάσεως Χρηματιστηρίου ἐν Πειραιεῖ, ἄλλο περὶ μετασχηματισμοῦ τοῦ δήμου Καρυστίων, ἄλλο περὶ μετασχηματισμοῦ τοῦ δήμου Εἰδυλλίας, ἄλλο περὶ συστάσεως ὑγειονομικοῦ φυλακείου κλπ. Τὴν 13 Μαΐου ἐδημοσιεύθη διάταγμα περὶ ἐγκρίσεως τῆς ἐν Βέρνῃ συνομολογηθείσης ταχυδρομικῆς συμβάσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε ἰδιώτου πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Ι. Δηλιγιάννη. Τὴν 22 Μαΐου ἐδημοσιεύθη διάταγμα περὶ διαθέσεως τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Παραμυθιώτου, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βούλγαρη, τότε ἰδιώτου. Τὴν 12 Ἰουνίου ἐδημοσιεύθη διάταγμα περὶ τροποποιήσεως τοῦ διαγράμματος ῥυμοτομίας τῆς πόλεως Αἰγίου, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε ἰδιώτου Δ. Γ. Βούλγαρη. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ 1880. Τὴν 10 Μαρτίου 1880 παρῃτήθη τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, καὶ διωρίσθη Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς ὁ κ. Τρικούπης. Τὴν 12 Μαρτίου ἐδημοσιεύθησαν τρία διατάγματα περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν ὠνίων δασμοῦ καὶ περὶ ἐγκρίσεως διατάγματος ῥυμοτομίας, φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Κουμουνδούρου. Τὴν 15 Μαρτίου 1880 ἐδημοσιεύθησαν ὀκτὼ διατάγματα, φέροντα τὰς ὑπογραφὰς τῶν τότε ἰδιωτῶν πρώην Ὑπουργῶν Κουμουνδούρου, Βαλτινοῦ, Παπαμιχαλοπούλου. Τὴν 24 Μαρτίου ἐδημοσιεύθησαν δέκα καὶ ὀκτὼ διατάγματα, φέροντα τὰς ὑπογραφὰς πρώην Ὑπουργῶν. Τὴν 2 Ἀπριλίου ἐδημοσιεύθησαν διατάγματα, φέροντα τὰς ὑπογραφὰς πρώην Ὑπουργῶν, πολλὰ δὲ τούτων ἀφορῶντα εἰς παραχώρησιν μεταλλείων. Τὴν 15 Ἀπριλίου ἐδημοσιεύθη διάταγμα περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων, φέρον τὰς ὑπογραφὰς Κουμουνδούρου καὶ Παπαμιχαλοπούλου. Τὴν 25 Ἀπριλίου ἐδημοσιεύθησαν δύο διατάγματα περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων, φέροντα τὰς ὑπογραφὰς Κουμουνδούρου καὶ Παπαμιχαλοπούλου. Τὴν 30 Ἀπριλίου ἐδημοσιεύθη διάταγμα περὶ ἀνακλήσεως παραχωρήσεως μισθώσεως μεταλλείων, φέρον τὰς ὑπογραφὰς Κουμουνδούρου καὶ Παπαμιχαλοπούλου. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὸ 1882. Τὴν 3 Μαρτίου 1882 παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις Κουμουνδούρου, καὶ διωρίσθη Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ προσωρινῶς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Χαρίλαος Τρικούπης. Τὴν 12 Μαρτίου ἐδημοσιεύθη Β. Διάταγμα περὶ συστάσεως τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, φέρον τὴν ὑπογραφὴν ὡς Ὑπουργοῦ τοῦ ἰδιώτου Ν. Παπαμιχαλοπούλου. Τὴν 13 Μαρτίου ἐδημοσιεύθησαν δύο κανονιστικὰ Β. Διατάγματα, φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Παπαμιχαλοπούλου. Τὴν 17 Μαρτίου ἐδημοσιεύθησαν πλεῖστα διατάγματα περὶ συστάσεως ταχυδρομικῶν γραφείων, φέροντα τὰς ὑπογραφὰς τῶν πρώην Ὑπουργῶν Παπαμιχαλοπούλου, Βαλτινοῦ καὶ Κουμουνδούρου. Τὴν 6 Ἀπριλίου ἐδημοσιεύθησαν τρία διατάγματα, φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Παπαμιχαλοπούλου. Τὴν 3 Ἰουνίου ἐδημοσιεύθη Β. Διάταγμα περὶ παραχωρήσεως μεταλλείου, φέρον τὰς ὑπογραφὰς Παπαμιχαλοπούλου καὶ Ἀθανασιάδου. Ἔλθωμεν τέλος εἰς τὰ 1892. Τὴν 10 Ἰουνίου 1892 παρῃτήθη τὸ Ὑπουργεῖον Κωνσταντοπούλου καὶ διεδέχθη αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Χαριλάου Τρικούπη. Τὴν 15 Ἰουνίου ἐδημοσιεύθη νομοτελεστικὸν διάταγμα, φέρον τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἰδιωτῶν πρώην Ὑπουργῶν Κωνσταντοπούλου καὶ λοιπῶν, περὶ ἀδείας συνομολογήσεως προσωρινοῦ δανείου ἐκ λιρῶν στερλινῶν 60,000. Εἰς τὸ αὐτὸ φύλλον, ἐν ᾧ ἐδημοσιεύθη τὸ ἀνωτέρω διάταγμα, ἐδημοσιεύθη ἕτερον περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως περὶ ἀνανεώσεως τῶν δυνάμει Β. Διατάγματος τῆς 5 Φεβρουαρίου 1892 ἐκδοθέντων ἐντόκων γραμματίων τοῦ δανείου ἐκ φράγκων 5,815,000, φέρον τὰς ὑπογραφὰς τῶν τότε ἰδιωτῶν πρώην Ὑπουργῶν Κωνσταντοπούλου καὶ λοιπῶν. Εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 197 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθη ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπ’ ἀριθ. 10,692 περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας τοῦ ἔτους 1892 ἐκ δρ. 26,300 διὰ μισθοὺς καὶ ἔξοδα τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἰδιώτου πρώην Ὑπουργοῦ κ. Κωνσταντοπούλου. Εἰς τὸ αὐτὸ φύλλον ἐδημοσιεύθη ἀπόφασις τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 68,384 ἐπὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου. Εἶπεν ὅμως, διακόψας με, ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαμῶν Βουλευτὴς, ὅτι πάνθ’ ὅσα ἀπηρίθμησα εἶναι διατάγματα, ἐνταῦθα δὲ πρόκειται περὶ νόμου. Ἀλλὰ, κύριε συνάδελφε, καὶ τὰ διατάγματα συνεπάγονται εὐθύνας, ἐνταῦθα δὲ δὲν πρόκειται ἢ περὶ εὐθύνης...
§40ΡΑΛΛΗΣ. Κατ’ ἐξοχὴν τὰ διατάγματα.
§41ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Εἶναι δὲ τοσούτῳ μείζων ἡ εὐθύνη, ὅταν πρόκηται περὶ διατάγματος, καθόσον δὲν καλύπτεται αὕτη ὑπὸ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Εἴδομεν ἄλλως τε, ὅτι, προκειμένου περὶ νόμου, εἶναι ἐνίοτε ἐξηναγκασμένος ὁ Ὑπουργὸς νὰ δημοσιεύσῃ νόμον φέροντα ἐν τῇ κυρώσει τὴν ὑπογραφὴν ἄλλου Ὑπουργοῦ, διότι διὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου τάσσεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προθεσμία, καὶ δυνατὸν ὁ δημοσιεύων αὐτὸν Ὑπουργὸς νὰ ἦναι ἐκπρόθεσμος διὰ τὴν ἐκ νέου κύρωσιν αὐτοῦ, ἐνῷ οὐδεμία τάσσεται προθεσμία διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν διαταγμάτων· τοιαύτην δ’ ἔχων ἐλευθερίαν ὁ Ὑπουργὸς περὶ τὴν ὑπογραφὴν τῶν διαταγμάτων, δὲν ὀφείλει νὰ ἐνεργῇ ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ προκατόχου του, μάλιστα δ’ ὅταν πρόκηται περὶ διατάγματος, ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐντίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν διαταγμάτων, ἔχομεν, Κύριοι, νόμον εὑρισκόμενον ὑπὸ τὰς συνθήκας τοῦ ͵ΒΡΙΕʹ νόμου, δημοσιευθέντα δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη. Τὴν 7 Μαΐου 1883 ἐγένετο διὰ Β. Διατάγματος ἀποδεκτὴ ἡ παραίτησις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Π. Καλλιγᾶ, διωρίσθη δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Χαρίλαος Τρικούπης. Ἀμφότερα τὰ διατάγματα ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 186 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1883. Καὶ ὅμως εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 188 φύλλον τῆς 10 Μαΐου 1883, ἤτοι 3 ἡμέρας βραδύτερον, ἐδημοσιεύθη ὁ ᾼΡΚΕʹ νόμος περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, φέρων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε ἰδιώτου κ. Π. Καλλιγᾶ. Ἀλλὰ γνωρίζω τί θὰ ἀντείπωσι· θὰ ἀντείπωσιν, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς διετέλει Ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Χαριλάου Τρικούπη.
§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἦτο Ὑπουργὸς τοῦ κ. Χ. Τρικούπη, ἦτο τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ ἔθνους.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν κατεδέχετο ὁ κ. Καλλιγᾶς νὰ ἦναι Ὑπουργὸς τοῦ κ. Τρικούπη· ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος.
§44ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὅμως ἀκούω τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λέγοντος, ὅτι οὐδὲν πρόκειται νὰ εἴπῃ, θεωρῶ καὶ ἄσκοπον τὸ ἐπιχείρημά μου, καὶ τὸ ἀφίνω. Ἐκτὸς ὅμως πάντων τῶν ἀνωτέρω, ἢ ἡ θεωρία τῶν περὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δὲν εἶναι βάσιμος, καὶ τότε ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ εἶναι ἰσχυρὸς, καὶ δὲν ἠδύνατο ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐνέργειά του δι’ ἐγκυκλίου, ἢ ἡ θεωρία αὕτη εἶναι βάσιμος, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔδει νὰ λάβωσι τὴν αὐτὴν μετ’ αὐτοῦ τύχην καὶ τόσοι ἄλλοι νόμοι, εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας. Καὶ ὅμως ἀναδιφήσας τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεῦρον 10 τοὐλάχιστον νόμους, εὑρισκομένους ὑπὸ ὁμοίας συνθήκας, προσυπογεγραμμένους δηλ. ἐν τῇ κυρώσει ὑπὸ διαφόρων Ὑπουργῶν, ἐκτὸς ἀληθῶς τοῦ κ. Τρικούπη, δημοσιευθέντας δὲ ὑπὸ ἄλλων Ὑπουργῶν καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ κυρώσαντες αὐτοὺς Ὑπουργοὶ ἦσαν ἁπλοῖ ἰδιῶται. Καὶ ἐρωτῶ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τριακονταετίαν παρίσταται σχεδὸν ἀδιαλείπτως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ὁ ὁποῖος πλέον ἢ 10 ἔτη διῴκησε τὸν τόπον τοῦτον ὡς Κυβέρνησις, πῶς ἠνέχθη τοιαύτην παράβασιν τοῦ νόμου; πῶς μάλιστα ἐφήρμοσε τοὺς ἀκύρους τούτους νόμους; Ἐκτὸς ὅμως αὐτῶν ἔχομεν δύο νόμους, τὸν νόμον ͵ΒΡϞΒʹ περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμου ἀπὸ Βόλου εἰς Λεχώνια καὶ τὸν ͵ΒΡϞΑʹ περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμου ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πεντελικόν, φέροντας ἐν τῇ κυρώσει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Δραγούμη, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δημοσιευθέντας δὲ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Σωτηροπούλου· καὶ ὅμως οὐ μόνον δὲν ἠκυρώθησαν οἱ νόμοι οὗτοι, ἀλλ’ ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι συνέστη καὶ ἐπιτροπὴ, ὅπως προβῇ εἰς τὰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας τῆς ἐκτελέσεώς των. Ἔχομεν προσέτι ἑτέρους δύο νόμους, τὸν ͵ΒΡΝΘʹ «περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων» καὶ τὸν ͵ΒΡΠΖʹ «περὶ τροποποιήσεως φορολογικῶν νόμων», φέροντας ἐν μὲν τῇ κυρώσει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Τρικούπη, δημοσιευθέντας δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ ὅμως οὐδ’ οἱ νόμοι οὗτοι ἀνεστάλησαν. Ἐλέχθη ἀληθῶς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἴς τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, ὅτι ἐκ τῶν τεσσάρων τούτων νόμων οἱ δύο, ἤτοι ὁ ͵ΒΡϞΑʹ καὶ ὁ ͵ΒΡϞΒʹ εἶναι ἔγκυροι, διότι ναὶ μὲν ὁ προσυπογράψας εἰς τὴν κύρωσιν αὐτῶν Ὑπουργὸς ἐτύγχανεν ἰδιώτης κατὰ τὴν δημοσίευσίν των, ἀλλ’ ἡ θεώρησις, ἡ παράθεσις τῆς μεγάλης σφραγῖδος καὶ ἡ καταγραφὴ αὐτῶν ἐν τῷ κώδικι ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ κατὰ τὴν δημοσίευσιν διατελοῦντος. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς δύο ἑτέρους, ἤτοι τὸν ͵ΒΡΝΘʹ καὶ ͵ΒΡΠΖʹ, θεωρεῖ τούτους ἀκύρους, καὶ προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια πρὸς διαγραφὴν αὐτῶν. Τῇ ἀληθείᾳ δὲν καταλαμβάνω ποσῶς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τὴν ἐγκυρότητα τῶν νόμων ͵ΒΡϞΑʹ καὶ ͵ΒΡϞΒʹ· καὶ δὲν σᾶς φαίνεται, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καταλιπὼν τὴν πρώτην θεωρίαν του, ὅτι δηλαδὴ πᾶς νόμος δημοσιευθεὶς ὑπ’ ἄλλου Ὑπουργοῦ, πλὴν τοῦ προσυπογράψαντος εἰς τὴν κύρωσιν, εἶναι ἄκυρος, φρονεῖ ἤδη, ὅτι ἄκυρος εἶναι ὁ νόμος, ἂν ὁ θεωρήσας, σφραγίσας καὶ κωδικοποιήσας αὐτὸν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπαυσε νὰ διατελῇ Ὑπουργὸς καθ’ ὃν χρόνον ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη; Ἀλλ’ ἡ θεώρησις, ἡ ἐγγραφὴ τῶν νόμων ἐν τῷ κώδικι, ὡς καὶ ἡ παράθεσις τῆς μεγάλης σφραγῖδος εἶναι πράξεις ὅλως τυπικαί. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει καθῆκον νὰ ἐνεργήσῃ ταύτας, ἀφοῦ οἱ νόμοι οὗτοι ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκυρώθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἂν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ ὅλως τυπικαὶ αὗται ἐργασίαι συνεπάγονται εὐθύνην, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἀναγκαίως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέχει εὐθύνην διὰ πάντας ἀνεξαιρέτως τοὺς νόμους, διότι εἰς πάντας ἐνεργεῖ τὴν τυπικὴν ταύτην ἐργασίαν. Ἔλθωμεν ἐν τοσούτῳ εἰς τὸν ἕτερον τῶν δύο νόμων, οὓς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θεωρεῖ ἀκύρους, καὶ προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ, ὡς μᾶς εἶπε, νομοσχέδιον πρὸς διαγραφὴν αὐτῶν. Ἐρωτῶ λοιπόν, ἀφοῦ ὁ νόμος ͵ΒΡΠΖʹ μεταβάλλει τὰ τῆς φορολογίας, πῶς δὲν ἀπηύθυνεν ἐγκύκλιον πρὸς ἀναστολὴν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἠνέχθη καὶ ἀνέχεται νὰ γίνεται εἴσπραξις ἐπὶ τῇ βάσει νόμου ἀκύρου, ἀφοῦ μάλιστα διὰ τοῦ ἀκύρου τούτου νόμου οἱ φόροι ἠλαττώθησαν, καὶ ἑπομένως, ἂν ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦναι ὀρθή, οἱ τελῶναι, εἰσπράττοντες φόρους ἐλάσσονας τῶν ὁρισθέντων διὰ τοῦ ἰσχύοντος ͵ΒΠʹ νόμου τοῦ 1892, ὑπόκεινται εἰς καταλογισμόν; Ὑπάρχουσι λοιπὸν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ περὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐγκύρου τῶν νόμων; Ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, ἂν δηλ. ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοιαύτην ἔχων γνώμην περὶ τῆς ἀκυρότητος τοῦ ͵ΒΡΙΕʹ νόμου, ἠδύνατο ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ δι’ ἐγκυκλίου, καὶ ἂν δὲν παρεβίασε διὰ τῆς πράξεως αὐτοῦ τὰ νόμιμα...
§45ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μὲ συγχωρεῖτε, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος νὰ σᾶς κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἀναμφισβητήτως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, σφραγίζων τοὺς νόμους, ὑπέχει εὐθύνην· ἀλλὰ θὰ ἠρώτων, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει προσυπογραφὴ Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν κύρωσιν, ἡ ἁπλῆ σφράγισις τοῦ νόμου ἀναπληροῖ τὴν προσυπογραφήν;
§46ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς σᾶς ἀπαντήσωσιν οἱ φρονοῦντες τοῦτο.
§47ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀπαντήσατε Ὄχι, καὶ ἐστὲ ἥσυχος.
§48ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐρωτῶ: τί θὰ ἔπραττεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν τελώνης τις, ἢ ταμίας, ἢ ἄλλος τις ὑπόλογος, ἠρνεῖτο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν ἐγκύκλιόν του, καὶ ἐξηκολούθει ἐφαρμόζων τὸν διὰ ταύτης ἀνασταλέντα νόμον; Γνωρίζω τί θὰ ἔπραττε· θὰ τὸν ἀπέλυε τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ αὖθις: Θὰ ἦτο δικαία ἡ ἕνεκα τοιούτου λόγου προκαλουμένη ἀπόλυσις τοῦ ὑπαλλήλου; Ἐὰν δὲ πάλιν οἱ ὑπόλογοι, ὑπείκοντες εἰς τὴν ἐγκύκλιόν του πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ ἐπικρεμαμένου ἐπὶ τοῦ τραχήλου των πελέκεως τῆς ἀπολύσεως, καταλογισθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνωτέρων ἐξελεγκτικῶν ἀρχῶν, τί θὰ πράξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς προστασίαν αὐτῶν; Ἐννοεῖτε, Κύριοι, τὸ θλιβερὸν δίλημμα, εἰς ὃ ἤγαγε τοὺς ὑπολόγους ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς ἣν προέβη, μηδὲν ἀληθῶς ἔχων πρὸς τοῦτο δικαίωμα; Ὄτι δ’ οὐδὲν εἶχε δικαίωμα, δὲν θὰ ἐπιχειρήσω ν’ ἀποδείξω, προστρέχων εἰς ἄλλας πηγάς, ἀλλὰ θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ αὖθις τὴν αὐθεντίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὑπῆρξε, Κύριοι, ἐν ἔτει 1874 Βουλὴ, ἥτις, ἄλλως ἑρμηνεύουσα τὸ περὶ ἀπαρτίας οἰκεῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ νομοθετήσῃ, εἰσηγουμένης τῆς τότε Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Δ. Γ. Βούλγαρη, ἐν μὴ νομίμῳ ἀπαρτίᾳ, κατὰ τὴν κρίσιν τῶν μᾶλλον διακεκριμένων μελῶν τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἠναγκάσθη παρὰ τοῦ Βασιλέως νὰ καταλίπῃ τὴν ἐξουσίαν, διεδέχθη δ’ αὐτὴν ἑτέρα, ὑπὸ τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν, ὅστις καὶ διέλυσε τὴν Βουλήν. Ἐν τοσούτῳ ἀποχωρήσασα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ διαλυθεῖσα ἡ Βουλή, κατέλιπον διαφόρους πράξεις, φερούσας πάντας τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους νόμων, ἐχούσας δὲ τὸ θεμελιῶδες ἐλάττωμα, ὅτι ἐψηφίσθησαν ὑπὸ Βουλῆς ἐν μὴ νομίμῳ ἀπαρτίᾳ εὑρισκομένης. Μεταξὺ τῶν νόμων ἐκείνων ὑπῆρχεν εἷς, ἀφορῶν εἰς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐγένοντο προβιβασμοὶ καὶ ἐδημιουργήθησαν δικαιώματα. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν προέβη εἰς πρᾶξιν κἀμμίαν περὶ ἀκυρώσεως τῶν νόμων ἐκείνων, ἀλλ’ οὔτε ὑπεβίβασε τοὺς ἐπὶ τῇ βάσει ἀκύρου νόμου προβιβασθέντας ἀξιωματικούς, καὶ ἐξηκολούθησε μισθοδοτῶν αὐτοὺς διὰ τῶν ἀποδοχῶν, τὰς ὁποίας συνεπήγετο ὁ προβιβασμός των. Ὄτε συνῆλθεν ἡ κατόπιν Βουλή, ἀπηυθύνθη παρατήρησις εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διατὶ δὲν ὑπεβίβασε τοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλ’ ἐξηκολούθησε νὰ μισθοδοτῇ αὐτούς· καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καθὰ μᾶς παραδίδει ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς ὁ ἀοίδιμος Γεράσιμος Ζωχιὸς, γινώσκετε τί ἀπήντα; Παραθέτω δὲ τοὺς λόγους τοῦ μακαρίτου Ζωχιοῦ, διότι ἐν τῷ λόγῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὐδὲν σώζεται, καὶ δὲν ἀπορῶ, ὅτι δὲν σώζεται τί εἶπε πρὸ 18 ἐτῶν, ἀφοῦ δὲν σώζεται τί εἶπε προχθὲς, ῥητῶς δηλώσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπτώχευσε. Γινώσκετε, λέγω, τί ἀπήντα ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὅτι, ἂν ὑπεβίβαζε τοὺς ἀξιωματικούς, οὗτοι θὰ προσέτρεχον εἰς τὰ δικαστήρια καὶ θὰ ἐλάμβανον τὸν βαθμόν των παρὰ τούτων. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς λοιποὺς νόμους, ἔλεγεν ἐπὶ λέξει ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1875 (ἀναγινώσκει): «Εἴπομεν ὅτι δὲν εἶναι νόμοι, ἀλλ’ οὕτω κρίναντες δὲν προέβημεν εἰς δημοσίευσιν πράξεώς τινος, ἵνα τοὺς καταστήσωμεν ἀκύρους, ἢ ἵνα καταστήσωμεν ἐπισήμως γνωστὸν ὅτι εἶναι ἄκυροι. Τοιαύτην ἁρμοδιότητα δὲν εἴχομεν, οὐδ’ ἐπεβάλλετο τοιαύτη τις εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑποχρέωσις, οὐδ’ εἶχεν ἄλλο δικαίωμα, εἰμὴ μόνον ὅ,τι ἀφεώρα εἰς αὐτήν. Ἡ Βουλὴ ὅμως πρέπει νὰ διαγράψῃ κτλ.» Ἐν δὲ τῇ συνεδριάσει τῆς 6 Νοεμβρίου 1875 ἔλεγε πάλιν (ἀναγινώσκει): «Ἀφοῦ δὲ οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, διατὶ ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ ψηφίσωμεν νόμον περὶ ἀκύρου αὐτῶν; Τὸν νόμον ἐψηφίσαμεν, διότι ἠθέλομεν νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα κακῶς εὑρίσκοντο ἐκεῖ, ἡ δὲ διαγραφὴ δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄνευ νομοθετικῆς ἀποφάσεως». Ἔλεγε δὲ καὶ ἐφρόνει ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργός, προκειμένου περὶ νόμων προδήλως ἀκύρων, καθὸ ψηφισθέντων ἐν μὴ νομίμῳ ἀπαρτίᾳ καὶ δικαίως ἐπικληθέντων ψευδῶν νόμων. Δὲν σᾶς φαίνεται, Κύριοι, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐλέχθησαν ἀκριβῶς διὰ τὴν σημερινὴν περίστασιν; Καὶ δὲν ἀποτελοῦσιν οὗτοι τὴν προδηλοτέραν ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ ὡς ἐνήργησε; Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς δικαιολογίαν τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δώσω, καὶ ἐξ αἰσθήματος ἀκραιφνοῦς πρὸς τοὺς θεσμοὺς, τοὺς ὁποίους πάντοτε μὲν συνείθισα νὰ σέβωμαι ἐκ καθήκοντος, ἀλλ’ ὁ ἐκ καθήκοντος σεβασμός μου μετεβλήθη εἰς θερμὴν πρὸς αὐτοὺς πίστιν, ἀφ’ ἧς, νέος ἔτι ὤν, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ συνταχθῶ ὑπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Περαίνων μίαν ἔχω νὰ ἐκφράσω εὐχὴν, ἀπευθυνομένην ἰδίως πρὸς τὴν πτέρυγα, μετὰ τῆς ὁποίας συνέπραττον μέχρι πρὸ ὀλίγου. Μὴ ψηφίσητε, Κύριοι, ὑπὲρ μέτρου παραβιάζοντος προφανῶς τοὺς θεσμούς μας, καὶ ἄν ἔτι τοῦτο προτείνηται ὑπὸ τοῦ διαπρεποῦς ἀνδρὸς, ὅστις ἡγεῖται τῆς Κυβερνήσεως. Μὴ θελήσητε νὰ καθιερώσητε διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν προηγούμενον, παρέχον τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς μεταγενεστέρους νὰ καταλύωσι δι’ ἐγκυκλίου τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Τοιαύτη ψῆφος τῆς Βουλῆς θ’ ἀπηχήσῃ θλιβερῶς ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, θὰ μειώσῃ τὸ γόητρον καὶ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς. Ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου ὑπάρχει ἄλλη πεφωτισμένη καὶ νομιμόφρων μερὶς τοῦ ἔθνους, ἡ ὁποία δύναται νὰ κρίνῃ περὶ τῶν τελουμένων ἐν αὐτῷ, καὶ ἥτις βεβαίως θ’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν πρᾶξίν μας ταύτην. Ὑπάρχει ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε σφάλλεται, ὡς τὰ ἄτομα, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς κρίνῃ καὶ ὅστις βεβαίως θὰ μᾶς καταδικάσῃ. Ὑπῆρξεν, ὡς εἴδομεν, ἐν τῷ παρελθόντι Βουλὴ, ἥτις ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ νομοθετήσῃ κατὰ παράβασιν τῶν κειμένων νόμων, ἀλλὰ πάντες γινώσκομεν, πῶς ἐκρίθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη, καὶ ποίαν τύχην ἔσχεν αὐτὴ καὶ τὰ νομοθετήματά της. Ἡ καταδίκη ὅμως τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἐν ὁμαλαῖς σχετικῶς περιστάσεσι γενομένη, ἦτο ἀνώδυνος, ἐνῷ ἡ μείωσις τοῦ γοήτρου καὶ τοῦ κύρους τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐν οὕτω δειναῖς περιστάσεσιν ἐπερχομένη, ἔσται βεβαίως ἐθνικὴ συμφορά. (Ἐπευφημίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§49ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἔλαβε τύπον, τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ φέρῃ. Ἡ συζήτησις στρέφεται μᾶλλον κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον τῆς παρελθούσης αὐτοῦ πολιτικῆς, ἐνῷ συζήτησις ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ καθαρῶς εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἔρευναν τῶν σχετικῶν ζητημάτων. Πρόκειται περὶ τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων, ἥτις εἶναι μία τῶν θεμελιωδεστέρων —ἐὰν δύναται νὰ γείνῃ τοιαύτη διαίρεσις—διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Περὶ ταύτης δὲ οὔσης τῆς συζητήσεως, ἡ προσωπικὴ ἐπίθεσις καὶ ἡ πολιτικὴ ἀκόμη ἔποψις, ὑφ’ ἣν ὑπήγαγον τὴν συζήτησιν οἱ προλαλήσαντες, μοὶ φαίνεται ὅτι παρέλκουσιν. Ἐκ τῆς παρούσης συζητήσεως, πρώτην φορὰν, καθ’ ὅσον γνωρίζω, συζητουμένου ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ ζητήματος τούτου, ὀφείλει νὰ ἀντλήσῃ ὄχι μόνον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία μέτρα ἐφαρμογῆς τῶν περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων διατάξεων ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλὰ καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία γνώμας, αἵτινες πρέπει νὰ ἦναι ἀμιγεῖς πάσης πολιτικῆς σκέψεως. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δυνατὸν νὰ κληθῇ, ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ ὁμοίων ζητημάτων ἢ ἐπὶ συνεπειῶν ἐκ τῶν παρουσῶν περιστάσεων παραχθησομένων, καὶ δικαιοῦται νὰ προσδοκᾷ ἀπὸ τῆς Βουλῆς γνώμην ἀληθῆ, γνώμην ἀμερόληπτον. Ἀλλὰ δύναται ἡ συζήτησις αὕτη νὰ παραγάγῃ πορίσματα ἐνέχοντα τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀμερολήπτου, ὄντα τὸ ἀπαύγασμα τῆς ἀληθείας, ὅταν ἡ συζήτησις ἐκτρέπηται ἀπὸ τῆς ἐπιστημονικῆς αὐτῆς θέσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ πρέπει νὰ τεθῇ; Νομίζω ὄχι. Καὶ καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ περιορίσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου θέματος εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ ἐξέτασιν.
§50ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πῶς;
§51ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δηλαδὴ ἡ ἐγκύκλιος, ἡ ἀναστέλλουσα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἐξεδόθη ἐγκύρως ἢ ἐξεδόθη ἀκύρως. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα.
§52ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐγκυκλίου. Ἐὰν ἐγκύρως ἢ ἀκύρως ἐκήρυξεν ἄκυρον νόμον.
§53ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κἀμμία πρᾶξις, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Αἰγιαλείας, τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀκυροῦσα κἀνένα νόμον καὶ δὴ τὸν ͵ΒΡΙΕʹ.
§54ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μπᾶ!
§55ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲ γνωρίζω ἐγὼ τοιαύτην πρᾶξιν.
§56ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν θὰ προσέχετε εἰς ὅ,τι λέγετε τότε.
§57ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω μίαν ἐγκύκλιον, περὶ ἧς ἡ συζήτησις αὕτη, ὁρίζουσαν πῶς νὰ εἰσπράττωνται φόροι τινὲς, ὁρίζουσαν τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς νόμου. Θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναστολὴ νόμου; Πολὺ καλά. Θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ἀπαγόρευσις ἐφαρμογῆς νόμου; Δεχθῆτέ το. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τῶν λέξεων, ἀλλὰ περὶ τοῦ πράγματος. Οὕτω θεωρῶν τὴν συζήτησιν, ὑπέλαβον καθῆκόν μου νὰ εἴπω τὴν ταπεινήν μου γνώμην, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ χαρίσῃ ὀλίγας στιγμὰς ἀκροάσεως, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ὀφείλω αὐτῇ τοσούτῳ μᾶλλον χάριτας, ὅσῳ δὲν δύναμαι νὰ τῇ ἦμαι εὐάρεστος ὡς ῥήτωρ. Βεβαίως εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ πῶς καταρτίζονται οἱ νόμοι, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἥτις διαρκῶς ἀσχολεῖται εἰς τοῦτο. Τὸ προέχον ζήτημα, κατ’ ἐμὲ, ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ εἶναι τόδε. Ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ ἦτο ἰσχυρός; δηλ. ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ ἐγένετο νομίμως; Ἐὰν ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου τούτου ἐγένετο νομίμως, ἄκυρος καὶ παρὰ τὸν νόμον ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου, ἐὰν ἐγένετο ἀκύρως, ὀρθὴ καὶ νόμιμος ἡ ἐγκύκλιος αὕτη. Εἰς τὴν λύσιν ὅμως τοῦ ζητήματος τούτου προτάσσεται τὸ ζήτημα τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Ἡ διάταξις τῶν Συνταγμάτων ἀμφοτέρων τῆς Ἑλλάδος ἐλήφθη ἀπὸ τὰ Συντάγματα τὰ Γαλλικὰ καὶ τὸ Βελγικὸν, ἀντιγραφὴ δὲ οὖσα, ἐψηφίσθη ἄνευ συζητήσεως κατ’ ἀμφοτέρας τὰς Ἐθνικὰς Συνελεύσεις ἐν Ἀθήναις, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναταί τις νὰ εὕρῃ κἀμμίαν λέξιν περὶ τῆς ἑρμηνείας τῆς τε κυρώσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως ἐν ταῖς συζητήσεσιν αὑτῶν, καὶ θ’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς πηγὰς κατ’ ἀνάγκην...
§58Σ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§59ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ὁ Βασιλεὺς κυροῖ νόμον τινὰ μὲ τὴν αὐτὴν ἰδιότητα, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ δημοσιεύει τὸν νόμον.
§61ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὄχι. Τώρα θὰ σᾶς τὸ εἴπω...Ἄλλη τις ἔλλειψις προσέτι ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν, ἡ ἔλλειψις κανονισμοῦ τῶν σχέσεων μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, ἀφορῶντος τὴν ἐνέργειαν περὶ τὸ νομοθετικὸν ἔργον ἀμφοτέρων τούτων τῶν ἐξουσιῶν. Τοιοῦτος κανονισμὸς ὑπάρχει ἐν Γαλλίᾳ· ἀπὸ τοῦ κανονισμοῦ δὲ τοῦ νομοθετηθέντος ἐκεῖ τὸ 1814 περιῆλθε, φαίνεται, καὶ εἰς ἡμᾶς ὁ τύπος, τὸν ὁποῖον ἔχομεν διὰ τὴν κύρωσιν τῶν νόμων καὶ τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν· παρ’ ἡμῖν ἀρχικῶς ὑπῆρχεν ἄλλος τύπος ἢ ὁ σημερινός, ἡ ἔκδοσις ἐγίνετο ἄλλοτε οὕτω: «Ὁ παρὼν νόμος, κυρωθεὶς ἢ ἀποδεκτὸς ὑφ’ ὑμῶν γενόμενος, θέλει δημοσιευθῆ καὶ ἐκτελεσθῆ ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Δὲν ἠξεύρω, πῶς ἤλλαξε κατόπιν γραμματικὸν ὕφος ὁ τύπος οὗτος, καὶ ἐγένετο προστακτικὸς «δημοσιευθήτω καὶ ἐκτελεσθήτω.»
§62ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὅταν λέγῃ «θέλει δημοσιευθῆ», εἶναι προστακτική.
§63ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὄχι· διότι ὁ τύπος ὁ προστακτικὸς δίδει νὰ ἐννοήσῃ τις, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐντέλλεται εἰς ἄλλον τινὰ ἄγνωστον, εἰς τρίτον πρόσωπον, ἐκτὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἵνα δημοσιεύσῃ τὸν νόμον, ὅπερ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἡ ἔλλειψις τοιούτου κανονισμοῦ παρ’ ἡμῖν καὶ ἡ ἀφασία ἡ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν Συνταγμάτων καὶ ἡ διαφορὰ περὶ τὸν τύπον τῆς ἐκδόσεως τῶν νόμων ἐγέννησε καὶ παρ’ ἡμῖν ἀνωμαλίας, ὡς παρήγαγε πρὸ πολλοῦ ἀλλαχοῦ ἀμφισβητήσεις καὶ ἐπέφερε τὴν σύγχυσιν τὸ ταυτόχρονον τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Διὰ τοῦτο ἐχρειάσθη διὰ τὴν σύγχυσιν αὐτὴν, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ἤδη ἀπὸ τοῦ χάρτου τοῦ 1814 ἐν Γαλλίᾳ, νὰ ἔλθῃ τὸ διάταγμα τοῦ Λουδοβίκου ἐν ἔτει 1816, τὸ ὁποῖον ὥρισε, τί ἐστὶν ἔκδοσις (promulgation) καὶ τί δημοσίευσις (publication). Ἀλλὰ διὰ τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ καὶ εἰς τὰ ἄλλα συνταγματικὰ Κράτη ὑπάρχουσι τρία διακεκριμένα στάδια, ἡ κύρωσις, ἡ ἔκδοσις καὶ ἡ δημοσίευσις, ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ κύρωσις, — ἡ ὁποία δὲν εἶναι, ὅπως γνωρίζετε, τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον, ὅτι ἡ ἀποδοχὴ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τῶν ἐψηφισμένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, — δὲν γίνεται, παρὰ διὰ τῆς ἁπλῆς λέξεως «κυροῦμεν», ἢ ἄλλης ἰσοδυνάμου, οἷον «ἀποδεχόμεθα» κλπ., πρὸ τῆς βασιλικῆς ὑπογραφῆς· δὲν νομίζω δὲ, ὅτι δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σπουδαίως, ὅτι ἡ κύρωσις περιλαμβάνει καὶ τὴν δημοσίευσιν, καὶ ὅτι, ὅταν κυρωθῇ νόμος τις, ἡ κύρωσις συνεπάγεται καὶ ὅλας τὰς συνεπείας τῆς ἐκδόσεως. Τὸ ἐναντίον λέγει ῥητῶς ἄλλως τε τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα ῥητῶς καὶ διακεκριμένως λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους. Ἡ κύρωσις λοιπὸν, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν, — καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν ἱστορικῶν λόγων τῆς δημιουργίας τοῦ θεσμοῦ τούτου, — καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ νοηθῇ παρά τινος, ὅτι συμπίπτει μετὰ τῆς ἐκδόσεως, αὐτὸ δὲν δύναται πλέον νὰ γείνῃ δεκτὸν, μετὰ τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος.
§64ΡΑΛΛΗΣ. Θεωρεῖτε ὡς ἰδίας πράξεις τὴν κύρωσιν καὶ τὴν δημοσίευσιν;
§65ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§66ΡΑΛΛΗΣ. Μπράβο! Καὶ πότε συντελεῖται ἡ μία καὶ πότε ἡ ἄλλη πρᾶξις; (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
§67ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω, κύριε Ράλλη. Τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος λέγει ἀληθῶς «δημοσιεύει», ἀλλὰ δὲν δύναται κἀνεὶς νὰ νομίσῃ, ὅτι ὑπὸ τὴν λέξιν «δημοσιεύει» ἐννοεῖ μόνον «καταχωρίζει εἰς τὴν ἐφημερίδα» (γέλωτες ἐν τῇ ἀριστερᾷ καὶ θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Μὴ ἀνησυχεῖτε. Χαίρω ὅτι ἕως τώρα συμπίπτομεν· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν συμφωνήσωμεν παρακάτω (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ). «Δημοσιεύειν» λοιπὸν σημαίνει «ἐκδίδειν», διότι τοῦτο σημαίνει καὶ τὸ promulger τῶν ξένων Συνταγμάτων, ἐξ ὧν ἐλήφθη τὸ ἡμέτερον· καὶ ἀφοῦ τὸ «δημοσιεύειν» σημαίνει «ἐκδίδειν», πρέπει νὰ ἴδωμεν, τί εἶναι ἡ ἔκδοσις... Τί ἀπορεῖτε, κύριε Σταυρόπουλε;
§68ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν ἤκουσα καλά.
§69ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, λέγω, ὅτι ἡ ἐν τῷ Συντάγματι λέξις «δημοσιεύει» τοὺς νόμους σημαίνει ἐκδίδει αὐτούς. Ἡ ἔκδοσις, ὅπως δέχονται οἱ ἀσχοληθέντες εἰς τὰ τοιαῦτα καὶ ὡς πράγματι σημαίνει, εἶναι ἡ ἐπὶ τοῦ νόμου γραφομένη δήλωσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅτι εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ συνέπραξαν πᾶσαι αἱ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ὡρίσθησαν κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ κατασκευάσωσι τὸν νόμον, καὶ ὅτι ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομίμως καὶ ἐγκύρως.
§70ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἀπέθανε Βουλευτής τις ἐν τῷ μεταξὺ, τί θὰ γείνῃ ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως μέχρι τῆς κυρώσεως;
§71ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θέλετε νὰ εἴπητε δι’ αὐτοῦ;
§72ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκλείπει εἷς ἐκ τῶν παραγόντων.
§73ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ εἶναι οἱ παράγοντες καὶ οὐχὶ ἡ Βουλή; (ὡραῖα! ὡραῖα! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ διακοπὴ δὲν εἶχε τὸν τόπον της. Λοιπὸν ἔκδοσις, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ δήλωσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅτι ὁ νόμος ἐψηφίσθη ἐγκύρως, ὁ Βασιλεὺς τὸν ἐνέκρινε, καὶ ὅτι θὰ δημοσιευθῇ, διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους· παρέχει δηλ. ἡ ἔκδοσις τὸ στοιχεῖον τῆς ἀποφάσεως νὰ ἐκδοθῇ ὁ νόμος καὶ τὸ στοιχεῖον τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, γενησομένης ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου εἶναι πρᾶξις αὐτοτελὴς ἀπὸ τῆς κυρώσεως, καὶ ἀνεξάρτητος ἀπ’ αὐτῆς, ἀποτελοῦσα μέρος τῆς ἐκδόσεως, διότι διὰ τῆς δημοσιεύσεως λαμβάνει, οὕτως εἰπεῖν, ὁ νόμος τὸ βάπτισμα τῆς ἐκδόσεως καὶ τὸ βάπτισμα τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Τοῦτο δὲ, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, διδάσκεται καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι δηλ. ἡ ἔκδοσις προκύπτει ἐκ τῆς δημοσιεύσεως.
§74ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Προκύπτει.
§75ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· ἢ ἄλλως, ἐὰν θέλητε, ἡ ἔκδοσις ταὐτίζεται μὲ τὴν δημοσίευσιν.
§76ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λαμβάνει τὴν αὐτὴν ὕπαρξιν.
§77ΣΤΕΦΑΝΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἡ κύρωσις (θόρυβος καὶ διάλογοι).
§78ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι τὸ βάπτισμα τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τὸ λαμβάνει οὗτος διὰ τῆς δημοσιεύσεως.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τοῦ νόμου· ὄχι τῆς ἰσχύος (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ).
§80ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὸς, πρέπει νὰ ἰσχύῃ.
§81ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι· ἄλλο εἶναι τὸ ὑποχρεωτικὸν καὶ ἄλλο τὸ ἐκτελεστόν.
§82ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὸς νόμος μὴ ἰσχύων;
§83ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι μὴ ἰσχύων· μὴ ἐκτελούμενος. Εἶναι ὑποχρεωτικὸς, ἀλλὰ δὲν ἐκτελεῖται.
§84ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμιλήσατε δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶπον ἐγὼ, ἀλλὰ διὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε σεῖς. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὸς ἐκεῖνος ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἰσχύει.
§85ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτὸ, ἀλλ’ ὅτι ὁ ἐκτελεστὸς νόμος δὲν εἶναι καὶ ὑποχρεωτικός.
§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σύμφωνοι εἶσθε (διάλογοι).
§87ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἡ δημοσίευσις, οὖσα αὐτοτελὴς πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν κύρωσιν, πῶς πρέπει νὰ γείνῃ; Δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως, παρὰ ὅπως πρέπει νὰ γίνεται πᾶσα ἄλλη πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων; Βεβαίως ὄχι. Καὶ διὰ τὴν δημοσίευσιν λοιπὸν εἶναι ἀπαραίτητον διάταγμα βασιλικὸν, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ὅταν ὅμως ἡ ἔκδοσις τοῦ νόμου καὶ ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ γίνηται ἀπὸ τοὺς αὐτοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς λαβόντας μέρος κατὰ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἰδίου διατάγματος ἢ ἐπαναλήψεως τῆς ὑπογραφῆς τῶν Ὑπουργῶν, διότι ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ ἔγκειται ἐν τῇ ἐκδόσει καὶ ἐν τῇ δημοσιεύσει. Ἄν ὅμως, ὅπως συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὁ ὑπεύθυνος διὰ τὴν κύρωσιν Ὑπουργὸς δὲν δύναται ἢ δὲν θέλῃ νὰ δημοσιεύσῃ τὸν κυρωθέντα νόμον, ἔρχεται δὲ ἄλλος Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος δίδει εἰς δημοσίευσιν τὸν προηγούμενον νόμον, ἄνευ τῆς προκλήσεως εἰδικοῦ διατάγματος, ὡρισμένου διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου τούτου, τί ἔχομεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἔχομεν πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εὑρίσκομεν ὑπεύθυνον. Νομίζετε, ὅτι τοιοῦτον τέρας εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῷ μηχανισμῷ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος;
§88ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ δεκαετίαν γίνονται αὐτά.
§89ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριε Εὐταξία, ὅτι δὲν νομίζω τὴν συζήτησιν πρόσφορον δι’ ἐπικρίσεις τῶν γενομένων ἐν τῷ παρελθόντι. Ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦται ἀνωμαλίαι, εἶναι ἀδιάφορον ἤδη. Οἱ ἁρμόδιοι καὶ σεῖς, ἂν ἔχητε τὴν ἐναντίαν γνώμην, ἢ ἄλλος τις, ἂν δὲν ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ, δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ἐν τῷ κύκλῳ τῶν δικαιωμάτων του πῶς νὰ ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις.
§90Σ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴπετε, ὅτι ἡ δημοσίευσις ἀπαιτεῖ νέον διάταγμα.
§91ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ὅταν γίνεται παρ’ ἄλλων Ὑπουργῶν ἢ ἐκείνων, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὴν κύρωσιν.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΓʹ λέγει αὐτολεξεὶ τάδε (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἄδεια τῆς δημοσιεύσεως δίδεται τῷ διευθυντῇ ἑκάστοτε παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διά τινος ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ διευθύνει». Ἄρα δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τοιούτου διατάγματος (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ).
§93ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν αὐτὸ μὲ τὸ συζητούμενον θέμα.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως ἔχει σχέσιν, καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη νέου διατάγματος.
§95ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχίζετε τὰ πράγματα, κύριε Κουμουνδοῦρε. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε, ἀνάγεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς τυπώσεως τῆς ἐφημερίδος, δὲν ἔχει δὲ κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὴν νομικὴν ἑρμηνείαν τῆς κατὰ τὸ Σύνταγμα δημοσιεύσεως τῶν νόμων.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Τί ἀποτελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν; Ἡ καταχώρισις ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§98ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτὸ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θέλει νὰ εἴπῃ, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου ἄνευ νέου βασιλικοῦ διατάγματος, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι ἀποστέλλονται τὰ χαρτιὰ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον εἰς τὸ τυπογραφεῖον.
§99ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἄλλο τύπωσις καὶ ἄλλο δημοσίευσις (γέλωτες ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
§100ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἴδητε δὲ τὸ ἄτοπον καὶ τὸ ἀληθῶς τερατῶδες τοῦ φαινομένου τῆς ἰσχύος νόμου ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κατὰ τὴν δημοσίευσιν Ὑπουργοῦ, ὑποθέσατε, ὅτι ὑπάρχει νόμος, ἐν τῷ ὁποίῳ ῥητῶς ἀναγράφεται ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, ἢ νόμος, ὁ ὁποῖος ὡρίσθη νὰ ἐκτελεσθῇ εἰς ὡρισμένην περίπτωσιν· οἱ Ὑπουργοί, οἱ μετασχόντες τῆς κυρώσεως τοιούτου νόμου, ἢ παρῃτήθησαν ἢ ἐπαύθησαν· οἱ διάδοχοί των νομίζουσιν, ἢ ἐξ ἀμελείας ἢ ἐκ κακῆς ἐκτιμήσεως, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ περίπτωσις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, καὶ δημοσιεύουσι τὸν νόμον ἐκτὸς τοῦ πραγματικοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγεγραμμένος ἐν αὐτῷ, ἢ χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ ἡ περίπτωσις, δι’ ἣν ἐγένετο· ἑπομένως ἀκύρως δημοσιευθέντος οὕτω τοῦ τοιούτου νόμου, ἄνευ τῶν ὑπογραφῶν τῶν κατὰ τὴν δημοσίευσιν Ὑπουργῶν, ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ βεβαίως θὰ γεννήσῃ συναλλαγὰς, θὰ γεννήσῃ ἐνδίκους σχέσεις, θὰ παραγάγῃ δικαιώματα, ὑποχρεώσεις καὶ ὅ,τι παράγει πᾶσα ἐφαρμογὴ νόμου. Γεννᾶται ἐκ τούτων διαφορά τις, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἡ Δικαιοσύνη λέγει ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔχει ἰσχὺν, διότι δὲν ἐδημοσιεύθη νομίμως, προκύπτει δὲ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνορθώσεως τῶν γενομένων, καὶ δὴ τῶν προσβληθέντων ἰδιωτικῶν ἢ δημοσίων δικαίων· δυνατὸν νὰ αἰτηθῶσι καὶ ἀποζημιώσεις· ἐρωτῶ, ποῦ θὰ εὕρητε τότε τὸν ὑπεύθυνον; Ἄν ἀποταθῆτε εἰς τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς, θὰ σᾶς εἴπωσι, πολὺ νομίμως καὶ ὀρθῶς: «ἔχετέ μας παρῃτημένους· ἐλάβομεν μὲν μέρος εἰς τὴν κύρωσιν, ἀλλὰ δὲν μετέσχομεν τῆς δημοσιεύσεως· ἡ δημοσίευσις δὲ ἐπήνεγκε τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου». Ἄν ἀποταθῆτε εἰς τοὺς δημοσιεύσαντας Ὑπουργοὺς, θὰ σᾶς εἴπωσι τὸ ἴδιον, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι θὰ ἔχωσιν ἄλλην δικαιολογίαν, ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑπέγραψαν αὐτοὶ τὴν δημοσίευσιν, διὰ μόνης δὲ τῆς ὑπογραφῆς των γίνονται ὑπεύθυνοι.
§101ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσι κἀμμίαν εὐθύνην (θόρυβος καὶ διάλογοι).
§102ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀκούω τίποτε. Ἐπεθύμουν ὅμως ν’ ἀκούσω τί λέγει ὁ κ. Ποταμιάνος.
§103ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εὐθύνην οἱ Ὑπουργοὶ διὰ κύρωσιν νόμου ἐψηφισμένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κεκυρωμένου ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νομίμως δὲν ἔχουσιν οὔτε ἀστικὴν, οὔτε ποινικὴν, οὔτε κοινοβουλευτικήν.
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ λέγετε σεῖς.
§105ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ λέγω ἐγώ. Ὑπέχουσι ποινικὴν εὐθύνην τότε μόνον, ὅταν δημοσιεύσωσι νόμον μὴ ἐψηφισμένον ὑπὸ Βουλῆς νομίμως, ἐψηφισμένον ὑπὸ Βουλῆς μὴ ἐν ἀπαρτίᾳ οὔσης καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἀντισυνταγματικῶς.
§106ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀργολίδος συνάδελφος εἶπεν ἕνα μεγάλον σολοικισμόν, ὁμιλήσας περὶ δημοσιεύσεως ἀνευθύνου (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ καὶ ἐπιδοκιμασίαι). Ἄν νομίζητε, ὅτι ἡ δημοσίευσις τῶν νόμων δὲν συνεπάγεται εὐθύνας, τότε πρὸς τί ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Συντάγματι τῆς δημοσιεύσεως διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ποῖος δι’ αὐτὴν εὐθύνεται;
§107ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς πράξεως.
§108ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ, ἡ βεβαίωσις δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀνευθύνως· ποία δὲ πρᾶξις τοῦ Βασιλέως δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν, κατ’ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, συνεπαγομένης τὴν εὐθύνην;
§109ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἄλλο αὐτό.
§110ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ, παρακαλῶ, πρὸς τί ἡ ὑπογραφὴ ἄνευ εὐθύνης; Χρονογράφους ἁπλοῦς θέλετε τοὺς Ὑπουργούς; τί τοὺς θέλετε; Διὰ νὰ βεβαιώσωσι μόνον τὴν βασιλικήν θέλησιν; Ἀλλὰ τότε θὰ ἀναγάγητε τὴν εὐθύνην τῆς πράξεως ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει κατὰ τὸ Σύνταγμα.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν θέλησιν τοῦ Βασιλέως.
§112ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ὅταν δὲν ἔχῃ ὑπογραφήν του ὁ Ὑπουργὸς ὁ δημοσιεύσας νόμον κεκυρωμένον παρ’ ἄλλου, μὴ ὄντα δὲ δημοσιευμένον παρ’ αὐτοῦ, ἐκεῖνος ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ εὐθύνην, καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅταν τὸν ἐγκαλέσητε: «ἐγὼ τὴν ὑπογραφήν μου δὲν τὴν ἔχω, καὶ ἔχετέ με παρῃτημένον».
§113ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῦ θὰ τὸν ἐγκαλέσῃ;
§114ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Δικαιοσύνην.
§115ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τίνι;
§116ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἀποζημιώσει ἢ ἐπὶ ποινικῇ εὐθύνῃ.
§117ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν δύναται.
§118ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εἶναι ἡ ἐντολὴ πρὸς δημοσίευσιν; Ἐντολὴ πρὸς δημοσίευσιν δὲν ὑπάρχει· ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας περὶ τῆς δημοσιεύσεως, γενησομένης ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας.
§119ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δι’ αὐτῆς ἐξαντλεῖται καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἡ ἐνέργεια (γέλωτες ἐν τῇ δεξιᾷ καὶ διάλογοι θορυβώδεις).
§120ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν γίνεται δημοσίευσις, δὲν ὑπάρχει ἔκδοσις· ποῦ εὕρετε, ὅτι ἐξηντλήθη ἡ ἔκδοσις καὶ ἡ εὐθύνη πρὸ τῆς δημοσιεύσεως; (θόρυβος).
§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Βοκοτόπουλε, ἐνῷ ἐπιθυμοῦμεν νὰ σᾶς ἀκούσωμεν, δὲν θὰ τελειώσητε ποτέ. Βλέπετε, ὅτι σᾶς ἀκούομεν μετὰ μεγάλης προσοχῆς· μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς.
§122ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν αὐτὰ εἶναι τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα μᾶς ἄγει ἡ θεωρία, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται Ὑπουργός τις νὰ δημοσιεύσῃ ἐγκύρως νόμον, εἰς οὗτινος τὴν κύρωσιν δὲν ἔλαβε μέρος, καὶ ἄνευ τῆς ἰδίας ἑαυτοῦ ὑπογραφῆς. Τὸ κύριον λοιπὸν ζήτημα τῆς ἐγκύρου ἢ μὴ δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΕʹ, ὅπως εἶπον ἐξ ἀρχῆς, λυόμενον οὕτω, συνεπάγεται τὴν μὴ ἰσχὺν τοῦ νόμου τούτου, διότι καὶ κατὰ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ νόμος, μὴ φέρων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κατὰ τὴν δημοσίευσιν ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἀκύρου ὄντος τοῦ νόμου, ἢ μᾶλλον ἀνισχύρου καὶ μὴ λειτουργοῦντος νομίμως, μήπως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ νομοθετικὴ διάταξις καὶ νὰ προηγηθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀναστείλῃ τὴν παράνομον ἐφαρμογὴν αὐτοῦ; Βεβαίως ὄχι. Τὴν παράνομον ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ μὴ φέροντος τὰ ἐξωτερικὰ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ γνωρίσματα, ὀφείλει νὰ τὴν ἀναστείλῃ οὐχὶ μόνον ὁ Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ ὁ Νομάρχης...
§123ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Καὶ πᾶς Βουλευτής.
§124ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. διότι καὶ ὁ Νομάρχης ἔχει ῥητὸν καθῆκον ἐκ τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ νὰ ἐπιβλέπῃ εἰς τὴν τήρησιν τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος· καὶ ἂν τὸ δικαίωμα τῆς περιστολῆς μιᾶς παρανομίας τὸ ἔχῃ ὁ Νομάρχης, δὲν θὰ τὸ ἔχῃ ὁ Ὑπουργός; Ποῦ εὑρέθη, ποῦ εὑρίσκεται ἡ διάταξις, ἡ ὁποία, ἐνῷ ὅλοι οἱ νόμοι ἐπιβάλλουσιν εἰς πάσας τὰς ἐξουσίας τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, νὰ σᾶς λέγῃ, ὅτι διὰ νὰ περιστείλητε τὴν παρανομίαν, χρειάζεται νομοθετικὴ ἄδεια; Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάγκη ἄλλου μέτρου ἢ διοικητικοῦ, διὰ νὰ κατασταλῇ ἡ παρανομία· καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐγκύκλιος, ἡ ὁποία ἀπηγόρευσε τὴν ἐφαρμογὴν νόμου παρανόμως λειτουργοῦντος, εἶναι ἔγκυρος.
§125ΡΑΛΛΗΣ. Ὅπερ ἔδει δεῖξαι.
§126ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί· διότι ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄκυρος ὁ ͵ΒΡΙΕʹ νόμος. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, κύριοι Βουλευταὶ...
§127ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀμερολήπτως ὅμως.
§128ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζετε, ὅτι δὲν ὡμίλησεν ἀμερολήπτως;
§130ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἀνωμολόγησε τὴν ἀμεροληψίαν μου (γέλωτες).
§131ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ κύρωσις τῆς ἀμεροληψίας.
§132ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα... Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νομίζω, ὅτι ὅλος ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο περὶ τὴν ἐγκύκλιον, εἶναι μάταιος, μάλιστα ἀναχθεὶς εἰς τὸ ὕψος ἀγῶνος ὑπὲρ τῶν θεσμῶν καὶ τοῦ πολιτεύματος! Ἡ ἐγκύκλιος ἐθεωρήθη καὶ ἐχαρακτηρίσθη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ βουλευτικοῦ πραξικόπημα...
§133ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λάκτισμα κατὰ τῶν θεσμῶν.
§134ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ὅμως πρόκηται νὰ θεωρήσωμεν πραξικόπημα πᾶσαν παράβασιν τοῦ νόμου, ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ πραξικόπημα δὲν ἔγκειται ἐν τῇ ἐκδόσει τῆς ἐγκυκλίου, ἀλλ’ ἐν τῇ παρανόμῳ δημοσιεύσει τοῦ νόμου· ἀντὶ δὲ νὰ ζητῶμεν εὐθύνας παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀνέστειλαν τὴν παράνομον ἐφαρμογήν, εἶναι εὐλογώτερον νὰ ζητῶμεν αὐτὰς παρ’ ἐκείνων, οἵτινες τὴν παρήγαγον.
§135ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐμπρός.
§136ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τί ἐμπρός;
§137ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ζητήσητε εὐθύνας.
§138ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε πῶς θὰ διστάσωμεν; (γέλωτες παρατεταμένοι). Ἀλλ’ ἡσυχάσατε, ἡ Βουλὴ εἶναι τόσον ἐπιεικής, ὥστε θὰ σᾶς συγχωρήσῃ βεβαίως (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§139ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς προκαλοῦμεν. Ἐπιείκειαν δὲν ζητοῦμεν.
§140ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα ἐκεῖ, ὅπου ἑδράζεται, ἑδράζεται ἀσφαλῶς. Δὲν φοβεῖται, οὔτε εἶναι δυνατὸν κἀμμία τῶν διατάξεων αὐτοῦ νὰ ἀκυρωθῇ δι’ ἐγκυκλίου, διότι ἡ ἐγκύκλιος δὲν καλύπτει τὴν εὐθύνην οὐδενὸς τῶν ὑποδεεστέρων ὑπαλλήλων, οἵτινες δὲν ἤθελον ἐφαρμόσει τὸν νόμον· ἡ ἐγκύκλιος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κἀμμίαν ἰσχὺν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν αὕτη ἐξεδόθη παρανόμως· ἐκτὸς δὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία εἶναι ἄγρυπνος φρουρὸς τοῦ Συντάγματος, ἐκτὸς τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Σύνταγμα δὲν φοβεῖται εὐκόλως παραβιάσεις, στηριζόμενον εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, πατριωτισμὸν μὴ ἐξεγερθέντα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἰμὴ μόνον εἰς ἄρθρα τινὰ ἀντιπολιτευομένων ἐφημερίδων. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον τὴν συνέχειαν, αὔριον (ἐγείρονται πρὸς ἀναχώρησιν).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος ν’ ἀποφασίσω· ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ. Τίς ἔχει τὸν λόγον;
§143ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (ἐγείρεται νὰ ὁμιλήσῃ).
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ πᾶμε νὰ φᾶμε (θόρυβος καὶ διάλογοι).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἰς τὰς 6 ἠρχίσαμεν, εἰς τὰς 8 θὰ πᾶμε νὰ φᾶμε! Ἐγὼ δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ.
§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 3.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 3, τὸ εἴπομεν ἀπειράκις, ἀλλὰ δὲν ἔρχεσθε. Λοιπὸν τί νὰ κάμωμεν; Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἐρχόμεθα εἰς τὰς 5.
§148ΜΑΝΕΣΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μείνωμεν νηστικοὶ ἐδῶ ἕως τὰς 10.
§149ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂν εἴχομεν κατεπείγουσαν ἐργασίαν, ἂν εἴχομεν νομοσχέδια τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτουν τὴν ἄμεσον καὶ ταχεῖαν ἐπιψήφισιν, βεβαίως θὰ ἐσπεύδομεν, ἀλλὰ τώρα μόλις ἀκόμη δύο νομοσχέδια ἔχομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ δὲν ὑπολείπεται πρὸς συζήτησιν ἢ ἕν μόνον. Λοιπὸν δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν σπουδὴν, ὅπως παρατείνωμεν ἐπὶ μακρὸν τὰς συνεδριάσεις. Ἐν καιρῷ ἀνάγκης ἠξεύρετε πολὺ καλῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔμεινε καὶ μέχρι μεσονυκτίου καὶ μέχρι πρωΐας, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον δὲν ἔχομεν ἐπείγουσαν ἐργασίαν, νὰ παραμένωμεν ἐδῶ, δὲν εἶναι, νομίζω, λογικόν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλωμεν, τὸ ἐννοῶ. Ἀλλὰ νὰ ἀναβάλωμεν διότι εἰργάσθημεν δύο ὥρας!... Τέλος πάντων θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ ἐξακολουθήσωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἔχει τὸν λόγον.
§153ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων...
§154ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Οἱ Βουλευταὶ τῆς δεξιᾶς ἀναχωροῦν, κύριε Πρόεδρε.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε Κύριοι.
§156ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κἀνένα λόγον, ἵνα μὴ θέλωμεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, τοὐναντίον μάλιστα, τὴν ἐπιθυμοῦμεν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀκριβῶς πολλοὶ ἐξ ἡμῶν προτίθενται νὰ ὁμιλήσουν, διὰ τοῦτο εἶναι καλὸν νὰ διακοπῇ ἐπί τινα χρόνον ἡ συνεδρίασις, ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ δειπνήσωμεν.
§157ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐζητήθησαν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τόσαι πληροφορίαι, σχετικαὶ μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, καὶ δὲν ἐδόθησαν, βεβαίως δὲ πρέπει νὰ δοθῶσι πρὸ τῆς συζητήσεως· ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§158ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τοῦ λιμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ὑφαρπαγὴ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς· διότι οὕτως ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ κατορθώσῃ, διότι γνωρίζει, ὅτι ὁ Κανονισμὸς μᾶς χορηγεῖ τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἄνεσιν, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§160ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἐπιφυλασσόμεθα νὰ τὸ πράξωμεν, ὅταν ἴδωμεν, ὅτι φεύγουν οἱ Βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δικαίωμά σας, τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ ἐνασκήσητε, ὁπόταν θέλητε.
§162ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν αἱ αἰτήσεις ἐγίνοντο ἄνευ ἀπειλῶν, ἠδύνατο ἴσως νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ περὶ ἀποδοχῆς, ἀλλὰ πᾶσαι αἱ αἰτήσεις αὗται ὑπεβλήθησαν μετ’ ἀπειλῆς· «ἢ θὰ ἀναβάλητε, ἢ θὰ κάμωμεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας». Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι οἱ θέλοντες νὰ ζητήσωσί τι παρὰ τῶν συναδέλφων αὑτῶν, νὰ ἐπιτύχωσι συμφωνίαν πρὸς διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, ἀποτείνονται πρὸς τὸν Πρόεδρον καὶ τὴν Βουλήν, ζητοῦντες τὴν συμφωνίαν, καὶ τότε ἐπιτυγχάνουσιν αὐτήν. Ἐν ὅσῳ ὅμως πολλοὶ τῶν κυρίων, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν διακοπήν, ἐπιμένουσιν, ἀπειλοῦντες νὰ μᾶς ἀναγκάσωσι νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν, ὅπως μεταβῶσι νὰ δειπνήσωσι, τότε λέγομεν, ὅτι δι’ ἀπειλῶν δὲν δεχόμεθα τὴν διακοπήν. Ἂς ζητήσωσιν ἄλλως τὸ πρᾶγμα, καὶ τότε ἴσως θέλομεν δεχθῆ.
§163ΟΡΙΓΩΝΗΣ. Ἐνεκαίνισε τὸ ὕφος τῶν ἀπειλῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος· καίτοι δ’ ἡμεῖς οἱ νεώτεροι βλέπομεν τὸν κ. Βουλευτὴν Μεγαρίδος μὲ ὕφος ἀπειλητικὸν πάντοτε καθ’ ὅλην του τὴν στάσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δὲν θέλομεν νὰ τὸν μιμηθῶμεν, ἔχομεν ὅμως δικαίωμα νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ παραμείνωμεν συζητοῦντες, ἀλλ’ ὅταν κενωθῶσι τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα (δεικνύει τὴν δεξιὰν), θὰ ὑποβάλωμεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀρίστε, κύριε Τριανταφυλλάκε.
§165ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων. Διὰ ταύτης ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐζήτησεν, ὅπως συμβαίνει συνήθως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πληροφορίας περὶ ἐκτελέσεως ἢ μὴ ἐκτελέσεως διοικητικοῦ καθήκοντος, οὐδὲ ὑπέμνησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας τὴν ἐκτέλεσιν παραλειφθέντος τοιούτου, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα ὁ σεβαστὸς γέρων, εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ἐγκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ὅτι παρεβίασε τοὺς νόμους....
§166ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ πολλοὶ Βουλευταὶ τῆς δεξιᾶς ἀνεχώρησαν καὶ ἄλλοι ἀναχωροῦσιν ἤδη, ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγειρόμενοι). Αὔριον, αὔριον.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 μ. μ.