1893.11.10
1,751 rows · 13,497 words · 70 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7
τῆς 10 Νοεμβρίου 1893.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Βουλὴ ὥρισε τὴν τρίτην ὥραν μ. μ. πρὸς ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων. Ἤδη εἶναι 4. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ ἀλλάξῃ τὴν ὥραν, νὰ τὸ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ὅμως ἐπιθυμῇ ν’ ἀρχίζωμεν τὴν τρίτην ὥραν, τότε νὰ προσέρχωνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὴν τρίτην ὥραν ἀκριβῶς, διότι ἄλλως θὰ λύω τὴν συνεδρίασιν. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§2ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ σπουδαῖον ζήτημα, διότι βεβαίως πρὸ πολλοῦ εἴθισται νὰ μὴ θεωρῶνται σπουδαῖα ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν δυστυχῆ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐκ τούτου δὲ βλέπομεν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ἑκατοντάδας δημοσιευομένας μεταβολὰς διδασκαλικάς. Πρόσφατον μικρὸν παράδειγμα ἀναφέρω τὰς ἐντὸς μόνον 10 ἡμερῶν γενομένας μεταβολὰς εἰς τὸν δυστυχῆ τοῦτον κλάδον ἀπὸ τῆς ἀνόδου εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ κ. Τρικούπη. Νομίζω ὅμως, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν πράγματι ἡ γενομένη κατὰ τὴν 5 καὶ δημοσιευθεῖσα κατὰ τὴν 6 τρέχοντος μηνὸς μετάθεσις ἑνὸς δυστυχοῦς διδασκάλου, οἰκογενειάρχου, ἔχοντος 8 ἀνήλικα τέκνα, ἐγένετο τῇ αἰτήσει του· διότι μετ’ ἀπορίας ἀνέγνων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος Ἰωάννης Λαμπαδινὸς μετετέθη τῇ αἰτήσει του ἐκ τῆς ἐσχατιᾶς τοῦ νησιωτικοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἰς ἄλλην ἐσχατιὰν, ἐνῷ οὗτος διαμαρτύρεται, ὅτι οὐδεμίαν αἴτησιν ὑπέβαλεν. Ὥστε δυοῖν θἄτερον, ἢ ἐτελέσθη πλαστογραφία, ἢ, ὅπερ δὲν πιστεύω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προβλέπει ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος.
§3Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε τὴν ἐπερώτησίν σας ἐγγράφως.
§4ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Μετεθέσατε τὸν Ἰωάννην Λαμπαδινὸν δημοδιδάσκαλον, ὡς ζητήσαντα αὐτὸν τοῦτον τὴν μετάθεσιν, ἐν ᾧ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὴν ἔγγραφον αἴτησίν του, δι’ ἧς ἐζήτησεν αὐτὸς οὗτος τὴν μετάθεσίν του ἀπὸ Ὠλιάρου εἰς Γαύριον πρὸ τῆς 5 Νοεμβρίου ἐνεστῶτος ἔτους.
§5ΜΑΝΕΣΗΣ. Ἀνέγνων σήμερον ἐν τῇ «Νέᾳ Ἐφημερίδι», ὅτι πρόκειται πάλιν νὰ διαταχθῇ ἡ ἀπόλυσις τῶν μουσικῶν τῶν καταταχθέντων εἰς ἄλλα σώματα ἢ ὡς μουσικῶν ἢ ὡς σαλπιγκτῶν. Ἐπειδὴ λοιπὸν, ὡς φαίνεται, θὰ ἐπαναληφθῇ πάλιν ἡ αὐτὴ κωμῳδία, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν, ἐν ᾗ νὰ ἐμφαίνηται: Αʹ) Ποία ἦτο ἡ δαπάνη τῆς συντηρήσεως τῶν καταργηθεισῶν μουσικῶν πρὸ τῆς καταργήσεως αὐτῶν. Βʹ) Ποία ἡ ἐκ τοῦ μέτρου τῆς καταργήσεως τῶν μουσικῶν ἐπελθοῦσα οἰκονομία. Γʹ) Πόσοι ἀναγκαστικῶς καὶ κατὰ βαθμὸν μουσικοὶ ἐκ τῶν καταργηθεισῶν κατετάχθησαν εἰς ἄλλας μουσικὰς ἢ σώματα ὡς σαλπιγκταί. Δʹ) Πόσοι κατ’ ὄνομα καὶ βαθμὸν μουσικοὶ ἀπεστρατεύθησαν, καὶ ποία ἡ ἀπαιτηθεῖσα δαπάνη διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν συντάξεων αὐτῶν, συμφώνως τῷ περὶ μουσικῶν καὶ τεχνιτῶν τοῦ Ὁπλοστασίου σχετικῷ νόμῳ. Δὲν προβαίνω εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, μετὰ τὴν παρατήρησιν μάλιστα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Νάξου συνάδελφον, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ ἐγκαίρως τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητῶ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἔχει τὸν λόγον.
§7ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ ἐκπλήρωσις διπλοῦ καθήκοντος μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα σήμερον. Πρῶτον αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς μέλος τῆς μειονοψηφίας, νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων διεφώνησα κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον πρὸς τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς πλειονοψηφίας, ἔπειτα δὲ νομίζω τὴν εὐκαιρίαν καταλληλοτάτην ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ καταδηλώσω τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα διαφωνῶ πρὸς τὸν ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, τοῦ ὁποίου τὴν πολιτικὴν ἠκολούθησα μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς παρελθούσης συνόδου. Τὴν παῤῥησίαν τῆς γνώμης, κύριοι συνάδελφοι, θεωρῶ ἐν τῷ κοινωνικῷ μὲν βίῳ ὡς ἀρετὴν, ἐν τῷ δημοσίῳ δὲ ὡς καθῆκον. Εἰς δύο σημεῖα ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς ἐταυτίσθημεν πάντες· πρῶτον, ὡς καὶ προχθὲς εἶπον, συνεφωνήσαμεν ὅτι ῥιζικῶς διεφωνοῦμεν· δεύτερον, πάντες ἀπεδέχθημεν, ὅτι ἡ ἀπάντησις κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον πρέπει νὰ ᾖναι οὐσιαστική. Τονίζω τὸ δεύτερον τοῦτο σημεῖον τῆς ταυτότητος τῶν γνωμῶν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἦτο ἀληθῶς εὐάρεστον, καθόσον εἰς προηγουμένας ἀναλόγους περιστάσεις ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξεν ὅλως τυπική. Ὁ βασιλικὸς λόγος θεωρεῖται δικαίως ὡς πρᾶξις ἐξόχως κυβερνητικὴ, πᾶσα δὲ λέξις καὶ πᾶσα ἔννοια ἐν αὐτῷ βαρύνει τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργούς. Ὁπόταν λοιπὸν μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τοῦ βασιλικοῦ λόγου ἐπηκολούθησε δι’ οἱονδήποτε λόγον κυβερνητικὴ μεταβολὴ, κατ’ ἀρχὴν ὀρθῶς ἐθεωρήθη, ὅτι τυπικὴ πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἀπάντησις. Διότι συνήθως ὁ βασιλικὸς λόγος οὐδὲν ἄλλο περιέχει, εἰμὴ ἐπαγγελίας περὶ τῶν εἰσακτέων νομοθετημάτων, ἐν οἷς διατυποῦται τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰς ἐπαγγελίας δὲ ταύτας ἐκφραστικὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις τῆς Βουλῆς, διδομένη διὰ ψήφου, ἥτις ἀναγκάζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπόσχῃ τῆς ἀρχῆς. Τοιαύτην γνώμην ἠκολούθησε πάντοτε ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, καὶ κατὰ τὸ 1874 καὶ κατὰ 1880 καὶ 1882, ἐν ὁμοίαις περιστάσεσι. Διὰ τοῦτο εὐφροσύνως εἶδον, ὅτι ἐναντίαν γνώμην ἠσπάσθησαν τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας. Ἀληθῶς, ἐὰν ὁ βασιλικὸς λόγος οὐδὲν ἄλλο περιέχῃ ἢ μόνον ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, ὀρθὸν εἶναι ἡ ἀπάντησις νὰ ᾖναι ἁπλῶς τυπική· ὅταν ὅμως ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ ἀναφέρηται γεγονὸς ἀσκῆσαν σπουδαιοτάτην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ τῆς Πολιτείας, τότε ἡ ἀπάντησις κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ᾖναι οὐσιαστική. Διότι ὁ Βασιλεὺς βεβαίως εἶναι ὑπόχρεως νὰ εἰσηγήσηται εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι δήποτε ἡ Κυβέρνησις ἤθελε τῷ ὑποβάλει ὡς σκόπιμον· ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις δὲν ἐξικνεῖται μέχρι τοῦ σημείου νὰ βεβαιοῖ γεγονότα ἀνύπαρκτα. Ὅταν λοιπὸν μνημονεύῃ γεγονὸς ὁ βασιλικὸς λόγος, δὲν εἶναι μόνον κυβερνητικὴ πρᾶξις, ἀλλ’ εἶναι αὐτόχρημα κατὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο βασιλικὴ, χρῄζουσα καὶ μετὰ τὴν κυβερνητικὴν μεταβολὴν ἀπαντήσεως οὐσιαστικῆς. Ἐὰν ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, παρατηρήσητε λέξιν πρὸς λέξιν τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν ἡ πλειονοψηφία, θὰ ἴδητε, ὅτι οὐδεμία δίδεται ἀπάντησις εἰς τὸ προέχον καὶ κύριον ζήτημα τοῦ βασιλικοῦ λόγου, τὸ μέγα τῳόντι διὰ τὰ ἀποτελέσματα γεγονὸς τῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου τοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ διαπραγματευθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Πῶς ἦτο λοιπὸν δυνατὸν ἡ μειονοψηφία νὰ συνταυτισθῇ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τὴν τοιαύτην ἀπάντησιν; Ἡ μειονοψηφία ὑπεστήριξεν ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι κυρίως τοῦτο τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ· ἀπέτυχεν ἢ δὲν ἀπέτυχε τὸ δάνειον; Ἀπέτυχεν ὑπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ τότε ὑπεστήριζον; Ἐὰν ἀπέτυχε, θὰ ἐξετασθῇ ὁποία ἡ πορεία τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν τὰ ἐπελθόντα σήμερον δεινὰ ἦναι ἐπακολουθήματα τῆς ἀποτυχίας ἐκείνης ἢ ἦναι ἀνεξάρτητα ταύτης. Σπανίως, κύριοι συνάδελφοι, Βουλὴ συνῆλθεν ὑπὸ δυσμενεστέρας καὶ κρισιμωτέρας διὰ τὴν Πολιτείαν περιστάσεις. Ὄχι σήμερον τὸ πρῶτον, ἀλλ’ εὐθὺς ἀπὸ τῆς γενέσεώς της ἡ παροῦσα Βουλὴ συνῆλθεν ὑπὸ τοὺς κρισιμωτάτους διὰ τὸ ἔθνος καιρούς. Διοίκησις τοῦ παρελθόντος ἀτάσθαλος περιέβαλε τὴν Πολιτείαν δι’ οἰκονομικῶν κινδύνων, οὓς ἐπηκολούθησαν καὶ πολιτικοί, ἡ δὲ χώρα, κληθεῖσα ν’ ἀποφανθῇ, ἔπεμψεν ἡμᾶς ὡς ἀντιπροσώπους ἔχοντας κυρίως ἐντολὴν ν’ ἀποτρέψωμεν ἀμφοτέρους τούτους τοὺς κινδύνους. Ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, δυσπίστως ἔχουσα πρὸς τὸ παρελθὸν, εἶδεν εὐχαρίστως, ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς Βουλῆς ἀπηρτίζετο ἐκ νέων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι τὸ πρῶτον ἤδη περιεβλήθησαν μὲ τὴν ὑψίστην ταύτην ἐντολήν. Ἤλθομεν λοιπὸν ἐνταῦθα ἐντεταλμένοι ὑπὸ τοῦ λαοῦ νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀδιάφορον ποίαν, πάντα τὰ μέσα, καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοῦτον, φιλοτίμως καὶ παραδειγματικῶς ἐγκαρτεροῦντα, πᾶσαν θυσίαν, ὅπως σώσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους, ὅπως λύσωμεν τὴν πολιορκίαν, οὐχὶ πλέον πολεμικῶν, ἀλλὰ οἰκονομικῶν κινδύνων· εἶναι δὲ οἱ οἰκονομικοὶ κίνδυνοι ἀληθεῖς καὶ πραγματικοί, καὶ τούτους δὲν δύναταί τις ν’ ἀποφύγῃ, εἰμὴ μόνον διὰ θυσιῶν, ἐνῷ τοὺς πολεμικοὺς κινδύνους εἴτε τοὺς ἀποφεύγει τις ἐνίοτε δι’ ἁπλῆς ὑποχωρήσεως, εἴτε τοὺς ἀντιμετωπίζει, καὶ νικῶν προσκτᾶται δόξαν πολεμικὴν καὶ ὑλικὰ ὠφελήματα· ἀλλὰ οἱ οἰκονομικοὶ κίνδυνοι δὲν παρέρχονται, εἰμὴ μόνον διὰ θυσιῶν καὶ διὰ γενναίων ἀποφάσεων, γενναῖαι δ’ ἀποφάσεις ἐπιβάλλουσι πάντοτε στερήσεις ὑλικὰς εἰς τὸν λαόν. Αἱ ἐλπίδες τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας ἐπὶ τοὺς νέους δὲν διεψεύσθησαν· ἀληθῶς ἡ Βουλὴ ἡμῶν ἤρθη εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, ἀντελήφθη τῶν κινδύνων τῶν οἰκονομικῶν, καὶ παρέσχε τὸ σπάνιον φαινόμενον εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν οὐχὶ μόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ὅτι τὰ ⅘ αὐτῆς συνεφώνησαν ἐκ πατριωτικοῦ ἐνθουσιασμοῦ εἰς τὸ ζήτημα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐκτάκτων θυσιῶν. Καὶ ἐψήφισεν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, σχεδὸν ὁμοθύμως, κατὰ πρώτην φοράν, βαρύτατα ἐκπαιδευτικὰ τέλη, βαρέα διὰ τὸ καινοφανὲς, βαρύτατα δὲ καταστάντα διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐψηφίσθησαν, τοῦ νόμου οὐδεμίαν ἀποδεξαμένου ἐξαίρεσιν, ὡς ἀλλαχοῦ. Ἐψήφισεν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ αὔξησιν δασμῶν, ἥτις κατέστησε τὸν βίον ἐν Ἑλλάδι ἀβίωτον, ἐψήφισεν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ αὔξησιν βαρυτάτην τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, δι’ ὧν κατέστη οὐ μόνον δαπανηροτάτη, ἀλλὰ σχεδὸν ἀδύνατος ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εἰς τὰς πενομένας τάξεις τοῦ λαοῦ, ἐψήφισεν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ τελευταῖον τὸν δρακόντειον τῳόντι ἐκεῖνον νόμον περὶ καταβολῆς τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν εἰς χρυσὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον πάντες οἱ Ἕλληνες, οἱ ἐξάγοντες οἱονδήποτε φυσικὸν προϊὸν τῆς χώρας, ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλλωσιν εἰς χρυσὸν τὰ τέλη. Ταῦτα πάντα ἐψήφισε μετὰ πάσης προθυμίας, διότι ἀπέβλεπεν εἰς τὸν ἱερὸν σκοπὸν νὰ σώσωμεν ἀκεραίαν τὴν ὑπόληψιν τοῦ τόπου, νὰ ἐξαλείψωμεν ἀπὸ τοῦ μετώπου τῆς Πατρίδος τὸ στίγμα τῆς χρεωκοπίας· διότι ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους ὡς ὅρος μὲν τῆς δημοσιονομίας δύναται νὰ λέγηται εὐχερῶς, ἀλλ’ ἐξεταζομένη ὡς ἱστορικὸν γεγονὸς, ὅπου ἐπῆλθεν, ἔσχεν ὀλεθριώτατα ἀποτελέσματα. Ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους εἶναι ἐπανάστασις οἰκονομική· ὡς δὲ ἡ ἐπανάστασις εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι θὰ φέρῃ ὑλικὰς καταστροφὰς, ἀγνοεῖται δὲ ἐὰν θὰ φέρῃ ἀγαθόν τι, οὕτω καὶ ἡ χρεωκοπία εἶναι ἀσφαλὲς, ὅτι θὰ φέρῃ κατὰ πρῶτον λόγον καταστροφὴν ὑλικὴν, ἔπειτα διαφθορὰν τῶν χαρακτήρων, ἄγνωστον δὲ, ἄν θὰ ἔχῃ, ἢ μᾶλλον βέβαιον, ὅτι οὐδὲν ἀγαθὸν θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα. Παρέσχομεν λοιπὸν τὰ μέσα αὐθόρμητοι καὶ πρόθυμοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε. Καὶ τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐνθυμεῖται τὸν ἅγιον ἐκεῖνον ἐνθουσιασμὸν, ὅστις ἐπεκράτει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Τίς δὲν ἐνθυμεῖται τοὺς πατριωτικοὺς λόγους τοῦ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ; Τίς δὲν ἐνθυμεῖται τὴν πολιτικὴν τῆς καρδίας; Ὀλίγοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν συνεκινήθησαν καὶ δὲν ἐδάκρυσαν εἰς τοὺς πατριωτικοὺς ἐκείνους λόγους. Ποῖα ὅμως τὰ ἀποτελέσματα; Ἡμέραν τινὰ ἔμαθεν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, οὐ μόνον ἡ ἐλευθέρα, ἀλλὰ καὶ ἡ δούλη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρῃτήθη τὴν ἀρχὴν, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ μὲν Ἑλληνικὴ κοινωνία οὐδὲν ἀσφαλὲς γνωρίζει περὶ τῶν λόγων τῆς παραιτήσεως, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον γνωρίζομεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ. Τὸ πρῶτον λοιπὸν, ὡς προεῖπον, ζήτημα, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τοῦτο· ἀπέτυχε τὸ δάνειον, καὶ τίνες οἱ λόγοι τῆς ἀποτυχίας; διότι, ὅτι ἀπέτυχεν εἶναι βέβαιον. Τρεῖς εἶναι αἱ δυναταὶ ὑποθέσεις ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος· ἢ πρῶτον οὐδεμία σύμβασις ὑπῆρχεν, ἢ δεύτερον ὑπῆρχε μὲν σύμβασις περὶ δανείου, ἀλλὰ μὴ σύμφωνος πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἄδειαν, ἣν ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει παρὰ τῆς Βουλῆς ταύτης, ἢ τρίτον ὑπῆρξε μὲν σύμβασις, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχον τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως. Ἐὰν ὑπῆρξε σύμβασις καὶ ὑπῆρξε σύμφωνος πρὸς τοὺς νόμους, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅσον καὶ ἂν βασανίζω τὸν νοῦν μου, δὲν κατορθόνω νὰ εὕρω τὸν λόγον διατὶ δὲν ὑπεγράφη. Διότι πάντες ἡμεῖς, οἵτινες ὑπεστηρίξαμεν τὴν πολιτικὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως, τοῦ δανείου πραγματοποιουμένου, δικαίως θ’ ἀνωμολογοῦμεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐθριάμβευσε καὶ ὅτι ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος ἐπῆλθεν. Οὐδεὶς λοιπὸν ὑπῆρχε λόγος τοιούτην σύμβασιν νὰ μὴ ὑπογράψῃ ἡ τότε Κυβέρνησις. Δεύτερον ὑπῆρξε σύμβασις, ἀλλὰ σύμβασις μὴ σύμφωνος πρὸς τοὺς νόμους. Ἐὰν τῳόντι αὐτὴ ἡ δευτέρα περίστασις ὑπάρχῃ, τότε προτιμότερον ἦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν ὑπῆρξε σύμβασις, ὅτι ἀπέτυχον αἱ διαπραγματεύσεις, διότι ὀλιγώτερον θὰ ἔσφαλλεν ἀπέναντι τοῦ Κράτους, ἀνομολογοῦσα ἀποτυχίαν ὀφειλομένην εἰς τὴν δυσχέρειαν τῶν πραγμάτων, ἢ ἐρχομένη ἐνταῦθα νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἐπέτυχε μὲν σύμβασιν, ἀλλὰ διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου. Τί δὲ ἐννοοῦμεν, λέγοντες, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σύμβασις ἐκτὸς τοῦ νόμου; Τί ἄλλο, εἰμὴ ἐκεῖνο, ὅπερ πάντες τότε ἐμάθομεν; Δὲν διεθρυλλήθη ἀνὰ πᾶσαν τὴν πόλιν, ὅτι ἡτοιμάσθη μὲν σύμβασις, ἀλλὰ σύμβασις, ἥτις περιέχει τὸν ξενικὸν ἔλεγχον, καὶ δὲν ἐπεχειρήθη τότε διὰ μυρίων σοφισμάτων νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ οἱ πολλοὶ ἐνόμιζον ὡς ἔλεγχον, δὲν ἦτο τοιοῦτος; Ἐὰν λοιπὸν ὑπῆρχεν ἔλεγχος, τότε τοιαύτη σύμβασις δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπογραφῇ ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, χωρὶς οἱ τολμηροὶ Ὑπουργοὶ νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς ποινικὴν εὐθύνην. Ἐὰν δὲ εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν, ἀδύνατον ἦτο νὰ ψηφισθῇ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἠκολούθουν τὴν πολιτικὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως, διότι ἡμεῖς ῥητῶς ὑπεστηρίζομεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σώσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους δὲν σώζεται, ὅταν δανειζώμεθα ἐπιτρέποντες τὸν ἔλεγχον τῶν ξένων εἰς τὴν ἡμετέραν περιουσίαν. Δὲν σώζει τὴν πίστιν τοῦ Κράτους ὁ ὑπογράφων σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπει τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους εἰς ξένους. Τουναντίον διὰ τοιαύτης συμβάσεως ἀνομολογεῖ τὴν ἀνικανότητα τοῦ Κράτους πρὸς αὐτοτέλειαν οἰκονομικὴν, πρὸς αὐθυπαρξίαν πολιτικήν. Οὐδεμία λοιπὸν σύμβασις ὑπῆρξεν, ἀλλ’ ἐὰν κρίνωμεν ἐκ τοῦ καταλειφθέντος σχεδίου συμβάσεως, πάντως ἡ σχεδιαζομένη σύμβασις θὰ ἦτο ἐκτὸς τοῦ νόμου, καθόσον κατὰ τὸ σχέδιον τοῦτο, ὅπερ ἔχω καὶ ὅπερ ἔλαβον ἐξ ἐπισήμου πηγῆς, ἐδημιουργεῖτο ταμεῖον, ὅπερ, ἑδρεῦον ἐνταῦθα, θὰ εἶχε τὴν διαχείρισιν ὡρισμένων πόρων· εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο ἐχορηγεῖτο ἔκτακτος ἐξουσία, διηυθύνετο δὲ ὑπὸ τεσσάρων μελῶν, ὧν τὸ μὲν ἓν θὰ διωρίζετο ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἀντιπροσωπευούσης τοὺς Ἕλληνας κατόχους ἑλληνικῶν χρεωγράφων, τὰ δὲ ἄλλα τρία μέλη παρὰ τῶν ξένων κατόχων...
§8ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι ἐπίσημον ἀντίγραφον;
§9ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ὡς ἐπίσημον τὸ θεωρῶ.
§10ΡΩΜΑΣ. Ποῦ τὸ εὑρήκατε αὐτό;
§11ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μοὶ τὸ ἔδωκεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις.
§12ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρέπει νὰ ἐπισημοποιηθῇ τότε.
§13ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ γείνῃ χρῆσις αὐτοῦ ὑπὸ ἁρμοδιωτέρων. Τί δὲ διαλαμβάνει ἡ ἐν σχεδίῳ σύμβασις αὕτη ἐν ἄρθρῳ 13; «Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη 25 ὁλοκλήρους ἡμέρας πρὸ τοῦ λάβῃ τμηματικῶς μέρος τοῦ δανείου, νὰ καταθέτῃ ἰσόποσον ποσὸν τραπεζογραμματίων, τὰ ὁποῖα θὰ κατεστρέφοντο ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Τραπεζῶν μὲν, μέχρις ὅτου δὲν εἶχε συστηθῆ τὸ ταμεῖον, μετὰ δὲ τὴν σύστασιν αὐτοῦ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ταμείου.». Θὰ ἐξετάσωμεν λοιπὸν ἤδη τὴν τρίτην δυνατὴν ὑπόθεσιν· ἂν ὑπῆρχε σύμβασις, ἦτο δυνατὸν τοιαύτη σύμβασις νὰ ὑπογραφῇ, ἀφοῦ θὰ ἐξέλειπον τὰ μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν; Ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπίσημα πλέον ἔγγραφα, τὰς γνωστὰς πρὸς τὸν Βασιλέα ἀναφορὰς τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηροπούλου. Ἐν ταύταις περιγράφεται λεπτομερῶς καὶ σαφῶς ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔλαβε τὴν ἀρχήν. Κατὰ ταύτας 10,867,502 ὠφείλοντο εἰς χρυσὸν νὰ πληρωθῶσι τὸ βραδύτερον μέχρι τῆς 19 Ἰουλίου εἰς τοκομερίδια τῶν ἐθνικῶν δανείων, 33,832,391 δὲ ὠφείλοντο τὸ βραδύτερον νὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τῆς 24 Μαΐου μέχρι τῆς 9 Ἰουλίου εἰς κυμαῖνον χρέος...
§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς χρυσόν.
§15ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα, εἰς χρυσόν... Ὑπῆρχον δὲ ἐν τοῖς ταμείοις, ἐν μὲν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ δραχμαὶ 835,410 περίπου, εἰς ὅλα δὲ τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, καὶ τοῦ Κεντρικοῦ συμπεριλαμβανομένου, 2,606,682. Ἂν λοιπὸν ὑπεγράφετο ἡ τοιαύτη σύμβασις, τῆς ὁποίας τὸ σχέδιον μόνον ἔχομεν, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη θὰ περιήρχετο εἰς τὴν δυσχέρειαν εὐθὺς τὴν ἐπιοῦσαν νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν σύμβασιν, διότι, ὡς προεῖπον, ἦτο ὑποχρεωμένη 10,867,502 μὲν νὰ καταβάλῃ ἀμέσως ἀπέναντι τῶν τοκομεριδίων εἰς τραπεζογραμμάτια, ἐνῷ εἶχε μόνον 2,606,682, ἦτο δὲ ὑποχρεωμένη συγχρόνως νὰ καταβάλῃ 35,832,391 διὰ τὸ κυμαῖνον χρέος, τοῦ ὁποίου τὴν ἐξαίρεσιν ῥητῶς ἐζήτουν οἱ δανεισταὶ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ δανείου. Τοιαῦται, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι αἱ ἐμαὶ κρίσεις ἐπὶ τοῦ γεγονότος τῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου· ὀφείλω δὲ ταύτας νὰ τὰς θεωρῶ ὡς ἀληθεῖς, ἐφ’ ὅσον ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως ἐλπίζω, νὰ παραστήσῃ πῶς ἀκριβῶς τὰ πράγματα συνέβησαν· διότι τὸ συμφέρον ἡμῶν, Κύριοι, τοῦτο εἶναι κυρίως, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ νὰ μάθωμεν τέλος πάντων τὴν ἀλήθειαν. Μὴ θελήσῃ δὲ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε καὶ Κυβέρνησις νῦν νὰ κρυφθῇ ὄπισθεν τῶν συνήθων ἐκείνων αἰτιολογημάτων, ὅτι συμφέροντα τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ λεχθῶσι τὰ αἴτια τῆς ἀποτυχίας. Ἓν εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν, τὴν ἀλήθειαν περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον οὐ μόνον συνεκλόνισε τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἀπειλεῖ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἀνεξαρτησίαν. Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ ὡς βαρύνουσαν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, (θὰ ἤμην δὲ εὐτυχής, ἂν πεισθῶ, ὅτι δὲν ἀπέτυχεν ἐκ λόγων, οἵτινες βαρύνουσι τὴν τότε Κυβέρνησιν,) ποία ἦτο ἡ κατάστασις; Ἐκλήθη ἡ νέα Κυβέρνησις. Τί ὤφειλεν αὕτη νὰ πράξῃ; Δύο εἶχεν ὁδοὺς πρὸ αὐτῆς ν’ ἀκολουθήσῃ. Ἡ ὤφειλεν ἀμέσως νὰ δηλώσῃ εἰς τὸν ἐκπεπληγμένον κόσμον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία μόλις πρὸ δύο μηνῶν ἐκόπτετο φωνάζουσα, ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς ἀκεραίας, ἦτο ἤδη ἀποφασισμένη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι πλέον εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς, ἢ ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράγματι ἔπραξεν. Εἶπεν εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτῆς: Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς στενοχωρίαν· ἀληθὲς εἶναι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐκπληρώσω τὰς ὑποχρεώσεις μου, τό γε νῦν ἔχον, ἀλλὰ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω καιρὸν, ὅπως ἐξετάσω μᾶλλον ἐπισταμένως τὰ πράγματα, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἱκανοποιήσω τοὺς δανειστάς μου ἀκεραίως, ὡς καὶ τὸ πρίν. Ποία ἐκ τῶν δύο τούτων ὁδῶν εἶναι ἡ ἐντιμοτέρα; ποία ἐκ τῶν δύο τούτων ὁδῶν ἐνεδεικνύετο; Ἡ δευτέρα ἀναμφιβόλως. Ἡ πρώτη ἦτο τελείως ἀποκεκλεισμένη· ἦτο ἀποκεκλεισμένη ἐκ πολιτικῶν λόγων καὶ ἐκ λόγων πραγματικῶν. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ ἀναλάβῃ μεγίστην εὐθύνην, νὰ εἴπῃ ἐπισήμως, ὡς Κυβέρνησις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο πλέον εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς, διότι οὔτε τὸν καιρὸν εἶχεν, οὔτε τὴν εὐθύνην ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτης ἐπισήμου πράξεως, τῆς ὁποίας ἀποτελέσματα σήμερον δεινότατα θὰ ὑφιστάμεθα. Πολιτικῶς δὲν ἦτο δυνατὸν τοῦτο νὰ γείνῃ, διότι ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ οὐχὶ πρὸ πολλοῦ χρόνου ὁμοφώνως ἔλεγεν, ἐλαχίστων μόνων ἐναντιουμένων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι αὐτάρκης, ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πάσχει νομισματικὴν μόνον κρίσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς ἀκεραίας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἂν προσφεύγῃ εἰς τὰ ξένα κεφάλαια, ὡς ἔλεγεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς καὶ Πρωθυπουργὸς, τοῦτο πράττει, διότι πιστεύει βεβαίως, ὅτι διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν ξένων κεφαλαίων θὰ ἐξήρχετο ταχέως τῆς κρίσεως, ἀλλ’ ἐὰν τὰ ξένα κεφάλαια δὲν ἔλθωσι πρὸς ἡμᾶς, εἴμεθα αὐτάρκεις, θὰ ἀγωνισθῶμεν διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων, ἔχοντες δὲ πεποίθησιν εἰς τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὸ φιλότιμον τῶν πολιτῶν, θὰ ἀντεπεξέλθωμεν, ἔστω καὶ ὑποχωλαίνοντες. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν, Κύριοι, νὰ ἔλθῃ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, ἀποτελουμένη ὑπὸ τῶν αὐτῶν προσώπων, νὰ ἔλθῃ μόλις μετὰ δύο μῆνας καὶ νὰ εἴπῃ πάλιν: ὄχι, ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι πλέον αὐτάρκης, ὄχι, ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται πλέον νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της ἀκεραίας; Ἔπρεπε νὰ ἀποβάλωμεν πᾶσαν αἰδὼ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύομεν τὸ Κράτος, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν τόλμην νὰ ἔλθωμεν ἐν τῇ ἱερᾷ ταύτῃ αἰθούσῃ, ὅπως εἴπωμεν μετ’ ἀναιδείας τὰ ἀντίστροφα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μόλις πρὸ μηνὸς ἐλέγομεν (εὖγε! εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλο τι ἡ Κυβέρνησις, εἰμὴ προσωρινῶς νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν. Ἐδόθη διὰ τοῦ μέτρου ἐκείνου εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἄνεσις, ὅπως μελετήσῃ τὰ πράγματα μᾶλλον ἐπισταμένως· ἐδόθη διὰ τοῦ μέτρου ἐκείνου εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ἡ ἀφορμὴ νὰ παρακολουθήσωσιν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν κατάστασιν ἡμῶν, καὶ ἂν καὶ ἐκεῖνοι, παρακολουθοῦντες τὰ πράγματα, πεισθῶσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἔστω καὶ πλανωμένη εἰς τὸ παρελθὸν, ἐνόμιζεν ὅτι ἔχει ἀκόμη αὐτάρκειαν, ἔπαυσε δὲ πράγματι νὰ ἔχῃ τοιαύτην, ἂν, λέγω, ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τούτους ἐδίδετο καιρὸς ἐκ τῆς ἐγγυτέρας μελέτης νὰ πεισθῶσιν, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα αὐτάρκεις, θὰ εὑρίσκομεν τοὺς δανειστὰς ἡμῶν προθυμοτέρους ν’ ἀποδεχθῶσι τὰ ὀδυνηρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀνεπανόρθωτος διὰ τὴν χώραν μας συμφορὰ ἤθελε τοῖς ἐπιβάλει. Ταὐτοχρόνως δὲ ἔδιδε καὶ εἰς ἡμᾶς τὸν καιρὸν, τοὺς κινδύνους οὐχὶ πλέον διὰ λόγων ἀλλὰ διὰ τῶν πραγμάτων αἰσθανομένους, νὰ μελετήσωμεν τὰ πράγματα μᾶλλον ἐπισταμένως, καὶ μετὰ μελέτην ὡριμωτέραν νὰ ἐκφέρωμεν ὁριστικὴν γνώμην ἐπὶ τῆς καταστάσεως. Ἐρωτῶ λοιπὸν πάντα Βουλευτὴν, κατὰ τί ἔβλαψε τὸ μέτρον τοῦτο τῆς κεφαλαιώσεως τὴν κατάστασιν; Δὲν παρέσχε πάντα τὰ ἀνωτέρω πλεονεκτήματα; δὲν ἀπέδειξε δὲ καὶ τὴν τελευταίαν ἀκόμη στιγμὴν τὴν καλὴν πίστιν τῆς χώρας; Χώρα, ἥτις λέγει: «δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ὀφείλω νὰ σᾶς πληρώσω τὴν ὑποχρέωσίν μου εἰς ἀκέραιον», χώρα, ἥτις λέγει, «ἐξασφαλίζω κεφαλαιωθησομένους τόκους διὰ τῶν θετικωτέρων μου προσόδων», ἡ χώρα αὕτη δὲν ἀποδεικνύει καὶ τὴν τελευταίαν ἀκόμη στιγμὴν τῶν στενοχωριῶν της, ὅτι πᾶν ἄλλο ἔχει κατὰ νοῦν ἢ νὰ σφετερισθῇ τὰ δανεισθέντα αὐτῇ κεφάλαια; Διὰ τοῦ μέτρου ἐκείνου ἡ Κυβέρνησις ἔσωσε τὴν ὑπόληψιν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Τοὐναντίον Κυβέρνησις, ἥτις θὰ ἐτόλμα, ὡς προεῖπον, μετὰ δύο μόλις μῆνας νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς δανειστὰς, τοὺς ἐκπεπληγμένους, τοὺς συνειθίσαντας μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης νὰ πληρώνωνται, ἀδιάφορόν πως, ἀκεραίας τὰς ἀπαιτήσεις των, Κυβέρνησις οὕτω πολιτευομένη θὰ προυκάλει τὴν μῆνιν καὶ τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν τῶν δανειστῶν, διότι οἱ πολλοὶ αὐτῶν, πλὴν ἐκείνων, οἵτινες τραπεζιτικὰς ἀσκοῦσιν ἐργασίας, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρακολουθῶσι κατὰ τίνα τρόπον ἐκπληροῦνται αἱ ὑποχρεώσεις τῶν Κρατῶν, ἀλλ’ εἶναι πάντοτε εἰς θέσιν νὰ βλέπωσιν, ὅτι λαμβάνουσι τὸ χρυσίον τὸ εἰς αὐτοὺς ἀνῆκον ὡς τόκον κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δικαιοῦνται νὰ τὸ λαμβάνωσιν. Ὁλόκληρος λοιπὸν ὁ πεπολιτισμένος κόσμος μίαν θὰ ἐῤῥήγνυε κραυγὴν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠθέτησε τὰς ὑποχρεώσεις της, ὅτι ἡ Ἑλλὰς τὰς ἠθέτησε κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ οὔτε κἂν προθεσμίαν, διὰ νὰ σκεφθῇ, ἂν πρέπῃ νὰ τὰς ἀθετήσῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ τὰς ἀθετήσῃ. Ἂν δὲ αἱ σκέψεις μου αὗται ἦναι ἀληθεῖς, δικαιολογοῦσι τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε καὶ διατὶ δὲν ἐκάλεσε τὴν Βουλήν. Διότι τί θὰ ἔλεγεν ἡ Βουλή, καλουμένη τότε; Ἐπρόκειτο ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ ἄλλου τινὸς ἢ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὅν θὰ ἐξηρχόμεθα τῆς δυσχερείας; Καὶ ἂν ἦναι βεβαιωμένον, ἢ τοὐλάχιστον ἂν ἀποδεχθῆτε τὴν ἡμετέραν κρίσιν, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα ἄλλο τι νὰ πράξωμεν, πρὸς τί ἤθελε κληθῆ ἡ Βουλή; Μήπως δὲν ἔχουσιν αἱ Κυβερνήσεις τὸ δικαίωμα ἢ μᾶλλον δὲν ταῖς ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον, ἐν περιπτώσει ἀναποδράστου ἀνάγκης, ὑπὸ ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην νὰ λαμβάνωσι τοιαῦτα μέτρα, οἷα νομίζουσιν ὅτι συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀποτροπὴν τῶν κινδύνων, ὑπὸ ἕνα μόνον ὑποβαλλόμεναι περιορισμὸν, τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς; Ἡ Κυβέρνησις τοιοῦτον ἐξετέλεσεν, ὡς προεῖπον, καθῆκον, ἀλλὰ συγχρόνως ἐδείχθη εἴπερ ποτὲ κοινοβουλευτική, ἐσεβάσθη τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου.
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἆ! ἆ! τὸ διώρθωσε!
§17ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ναὶ, ἐσεβάσθη τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐσεβάσθη, λέγω,—τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους,—τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, διότι τὴν σύμβασιν ἐκείνην κατὰ τὰ οὐσιώδη αὐτῆς μέρη τὴν ἔθηκεν ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς...
§18ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἤρχετο ἡ Βουλὴ αὐτοδικαίως.
§19ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἂν ἔχητε ὄρεξιν, διακόπτετε... Διότι τὸ περιεχόμενον τῆς συμβάσεως ἐκείνης καὶ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου ποῖον εἶναι; Ὅτι ὡρισμένων δανείων οἱ τόκοι θὰ πληρωθῶσιν ἐπὶ πέντε ἑξαμηνίας δι’ ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἐκδώσει· ταὐτοχρόνως τὸ κυμαῖνον χρέος θέλει πληρωθῆ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δι’ ὁμολογιῶν, ὧν ἡ τιμὴ ὁρίζεται. Αὐτὰ εἶναι ταῦτα δύο κεφάλαια τὰ οὐσιώδη τοῦ διατάγματος. Τί δὲ λέγει τὸ ἄρθρον 12 ἢ 15 — δὲν ἐνθυμοῦμαι — αὐτοῦ; Ὅτι «ἂν οἱ δανεισταὶ δὲν θελήσωσι νὰ παραλάβωσιν ἀντὶ τῶν τόκων των τοιαύτας ὁμολογίας, αὗται θέλουσιν ἀποσυρθῇ ἐκ τῆς κυκλοφορίας, ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν δὲ τῆς Βουλῆς κεῖται ἡ ἐπικύρωσις τοῦ παρόντος διατάγματος». Ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἂν οἱ δανεισταὶ ἐδέχοντο καὶ ἐλάμβανον ταύτας εὐχαριστημένοι εἰς ἀκέραιον, τίς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε καλῶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν συνῆψε δάνειον; Μήπως ὅταν πληρόνῃς τοὺς τόκους τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ὀφείλεις, εἴτε τοὺς πληρόνεις δι’ ἀνακεφαλαιώσεως καὶ ἐκδόσεως νέου δανείου πρὸς τὸν ἴδιον δανειστὴν, εἴτε τοὺς πληρόνεις διὰ δανείου, ὅπερ παρ’ ἄλλου λαμβάνεις, δὲν συνάπτεις κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις πρᾶξιν δανείου; Ποία ὅμως ὑπῆρξε, κύριοι συνάδελφοι, ἡ στάσις τῆς νῦν Κυβερνήσεως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Φαΐντιγγ, ὅπερ ὑπῆρξε κατ’ ἐμὲ ὠφελιμώτατον; Ἀμέσως ἐκραύγασεν, ὅτι ἐκηρύχθη ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους, καὶ χωρὶς νὰ ὑπολογίσῃ, ὅτι ἡ χρεωκοπία—ἂν ἦτο πράγματι εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας τὸ Κράτος—ἐκηρύχθη εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δάνειον αὐτῆς ἀπέτυχεν, ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὰς εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπῆρχον, ἐλλείψει δὲ ἄλλων ἐπιχειρημάτων, κατέφυγεν εἰς τοὺς συνήθεις τύπους τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Κινδυνεύουσιν, ἔλεγεν, οἱ θεσμοὶ, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐν κινδύνῳ θεσμῶν σκιαμαχοῦσα, ἐν γνώσει ἐποίησε θόρυβον ἀρκετὰ μέγαν, ὅπως ἀποπλανήσῃ τὴν κοινὴν γνώμην ἀπὸ τοῦ οὐσιώδους ζητήματος, τῆς ἐξευρέσεως τοῦ ὑπαιτίου τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Τοιαύτη ὅμως διαγωγὴ βεβαίως παρέβλαψε τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπεχείρησεν. Ἰδοὺ, κύριοι συνάδελφοι, οἱ λόγοι τῆς διαφωνίας μας πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου, περὶ τῆς ὁποίας, ὡς προεῖπον, οὐδεὶς λόγος ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας, εἶναι καταφανῆ. Ἡ σημερινὴ κακοδαιμονία τοῦ Κράτους ὀφείλεται, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου. Τὰ γενόμενα κατόπιν εἶναι ἀποτέλεσμα ἀναποδράστου ἀνάγκης. Οἱ θεσμοὶ ἐτηρήθησαν ἀλώβητοι, καὶ συνήλθομεν πάλιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ οἱ κοινοβουλευτικοὶ κατέλαβον διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν κατέλαβον ὅμως διὰ νὰ ἀποδείξωσιν οὐχὶ ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικοὶ, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀντικοινοβουλευτικοί, διότι ἡ πρώτη των πρᾶξις ἦτο νὰ καταργήσωσι νόμον τοῦ Κράτους δι’ ἁπλῆς διαταγῆς, προέβησαν δὲ ἀσκόπως καὶ χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἕτοιμα ἄλλα μέτρα διὰ τῶν πραγμάτων εἰς κατάργησιν τοῦ προσωρινοῦ ἐκείνου μέτρου τοῦ δανείου, καὶ ἀνακηρύττουσι πλέον φανερῶς διὰ τῆς ἀπαντήσεώς των εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους. Τῆς τοιαύτης δὲ πολιτείας των ταχέως θὰ δρέψωσιν πάλιν τοὺς πικροὺς καρπούς. Τοιαῦτα φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Οἱ καιροὶ, ὅπως εἶπον, εἶναι καιροὶ δυσμενέστατοι. Ἐπὶ τῆς ἀρξαμένης συζητήσεως θὰ λάβωσι καὶ ἄλλοι τὸν λόγον, ἐμοῦ κρείττονες καὶ ἐμπειρότεροι. Ἐξετέλεσα τὸ εἰς ἐμὲ ἐπιβεβλημένον καθῆκον καὶ ἐξέθηκα μετὰ παῤῥησίας τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἡ Βουλὴ βεβαίως διὰ τῆς προκληθείσης ψήφου της κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου ἐξεδήλωσε τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ ψῆφος ἐκείνη, σπουδαιοτάτη κατὰ τὰ κοινοβουλευτικά μας ἔθιμα, οὐδεμίαν ἐνέχει ἐπὶ τῆς καταστάσεως κρίσιν, ὡς γενομένη ἄνευ συζητήσεως ἐπὶ καθαρῶς ζητήματος προσωπικοῦ. Ἤδη, μετὰ τὸ πέρας τῆς σήμερον ἀρξαμένης πολιτικῆς συζητήσεως, ἡ ἡμετέρα ψῆφος θὰ ἐπακολουθήσῃ μετὰ λεπτομερῆ συζήτησιν ἐπὶ τῆς παρούσης καταστάσεως. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ Βουλευταὶ, ἐν τῇ κρισιμωτάτῃ ταύτῃ διὰ τὴν Πολιτείαν ὥρᾳ, καλούμενοι νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πολιτικῆς τῶν ἐκτάκτων θυσιῶν, ἃς τόσῳ προθύμως ἐψηφίσαμεν, θὰ κρίνωμεν αὐστηρῶς τὰ πράγματα καὶ θὰ ἐπιῤῥίψωμεν τὰς εὐθύνας τῆς κακίστης ἐκβάσεως εἰς τοὺς ἀληθῶς ὑπαιτίους. Ἐὰν ἡ ψῆφος ἡμῶν ἦναι σύμφωνος πρὸς τὰ ἐναργῆ καταστάντα πράγματα, θὰ ἦναι ψῆφος τιμῶσα τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ἐὰν δὲ τοὐναντίον διὰ τῆς ἡμετέρας ψήφου ἀντιστρατευθῶμεν πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἡ ψῆφος ἡμῶν θὰ ἦναι μόνον ἀριθμητικῆς ἀξίας, τοιαύτης δὲ ψήφου τὴν ἀξίαν δικαίως θὰ ἐκτιμήσῃ ὁ λαὸς, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἐτυμηγορίαν τάχιον ἢ βράδιον θὰ ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ἀριστερᾶς).
§20ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκπληρῶ καὶ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον μοὶ ἀνέθετο, ἀναπτύσσων ἐνώπιον ὑμῶν ὅσα ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἀπάντησιν ταύτην. Ἀκριβῶς ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος ἐξέθετο, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ οἱ πάντες εὑρέθημεν σύμφωνοι, ὅτι κατὰ τὰς προκειμένας σοβαρὰς περιστάσεις δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἀντιπαρέλθωμεν ἐν τυπικῇ σιγῇ τὰ διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου ἀνακινηθέντα ζητήματα. Οὐδ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, γεγονότα τοσοῦτον σημαντικὰ, οἷα τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἐτέλεσε καὶ ἀνέγραψεν ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, νὰ μὴ ἐξετάσωμεν ἐπισταμένως, καὶ εἰσηγούμενοι τὴν ἀπάντησιν νὰ μὴ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν τὰς γνώμας ἐκείνας, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν ὡς ὀρθοτέρας ἐπὶ τῶν γεγονότων τῶν συντελεσθέντων. Ἀλλ’ ἂν ἅπαντες ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εὑρέθημεν σύμφωνοι, ἵνα ἡ ἀπάντησις γένηται οὐσιαστικὴ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ αἰτιολογία ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος δὲν εἶναι ἡ ἀκριβής, οὐδ’ ἀνεκινήθη τοιοῦτόν τι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, πλὴν αὐτοῦ ἴσως καὶ τοῦ μετ’ αὐτοῦ συμπράξαντος συναδέλφου, τοῦ κ. Μερλοπούλου, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῇ, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ γεγονότος τινὸς καὶ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ κρίσις ἐν τῷ αὐτῷ λόγῳ ἀποβάλλει τὴν καθαρὰν ἔννοιαν τῆς κυβερνητικῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα παραδέχεται, καὶ μετατρέπει τὸ γεγονὸς εἰς πρᾶξιν βασιλικὴν, εἰς πρᾶξιν ἐξερχομένην τῆς κυβερνητικῆς εὐθύνης, εἰς πρᾶξιν μεταβαλλομένην καὶ καθισταμένην ὑπερτέραν, μὴ ὑποκειμένην δὲ ἐφεξῆς εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ εἰς τὴν ψῆφον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· διότι, ἂν ἀκριβῶς...
§21ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§22ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἂν ἀκριβῶς, ὡς πιστεύω, ἀντελήφθην τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἐκ Μαντινείας ἔντιμος συνάδελφος, αἰτιολογῶν τὴν ἀπόφασιν τὴν κατὰ παμψηφίαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ληφθεῖσαν, ἵνα ἡ ἀπάντησις γένηται οὐσιαστική, τοιοῦτόν τι ὑπηνίξατο ὁ κ. συνάδελφος καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς σήμερον, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Α. Μ. ἀπεδέξατο νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ τὸ συντελεσθὲν γεγονὸς τοῦ δανείου περὶ κεφαλαιώσεως καὶ ἀφοῦ ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου ἐξήνεγκε κρίσεις, ἐνῷ δὲν ἦτο πρὸς τοῦτο ὑπόχρεως, ἡ πρᾶξις ἡ γενομένη δὲν εἶναι πλέον πρᾶξις ἁπλῶς κυβερνητική, ἀλλ’ εἶναι πρᾶξις βασιλική, μεταβάλλουσα ἔννοιαν, μεταβάλλουσα ὅρους ὑπάρξεως καὶ συνεπῶς ὑπὸ διαφόρους περιστάσεις ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου καθισταμένη ἐξεταστέα. Ὡς πρὸς τοῦτο οὐδὲ λέξις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐξηνέχθη, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξενεχθῇ· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐξεφέρετο τοιοῦτον φρόνημα, ἂν ἀνεπτύσσετο τοιαύτη γνώμη, χωρὶς νὰ λάβω τὴν προηγουμένην συναίνεσιν τῶν μετ’ ἐμοῦ ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ συμπραξάντων, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκπροσωπῶ τὸ φρόνημα αὐτῶν, καταδικάζων ἀπροκαλύπτως τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σήμερον νὰ ἀναπτύξῃ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας.
§23ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Οὐδεμίαν θεωρίαν.
§24ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἦτο δυνατόν... (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ.
§26ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν Τριανταφυλλάκον). Ἀπαντᾶτε κατόπιν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ὡσαύτως). Δὲν σᾶς διέκοψε κἀνεὶς, κύριε Βουλευτὰ, καὶ ζητήσατε τὸν λόγον ν’ ἀπαντήσητε.
§28ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πολὺ καλά.
§29ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἦτο δυνατὸν σήμερον, μετὰ πεντηκονταετῆ κοινοβουλευτικὸν βίον, νὰ διανοηθῇ, ὅτι ὁ βασιλικὸς λόγος εἶναι ἄλλο τι, παρὰ πρᾶξις καθαρῶς κυβερνητική...
§30ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§31ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. πρᾶξις μηδόλως διαφέρουσα τῶν λοιπῶν κυβερνητικῶν πράξεων.
§32ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἔχει ἑτοιμάσει.
§33ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠτοίμασα τίποτε. Ἀπαντῶ εἰς τὰ πρὸ ὀλίγου λεχθέντα, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε.
§34ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ ἀντικρούετε ὅ,τι οἱ ἄλλοι δὲν εἶπον (Θόρυβος).
§35ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντικρούω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλέχθη καὶ τὸ ὁποῖον ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἤκουσε, καὶ βλέπω εὐχαρίστως, ὅτι καὶ ὑμεῖς αὐτοὶ καταδικάζετε τὴν ἐξενεχθεῖσαν θεωρίαν· διότι, λέγοντες ὅτι τοῦτο δὲν ἐλέχθη, ζητεῖτε νὰ σώσητε τὸν φίλον ὑμῶν ἀπὸ μιᾶς βλασφημίας συνταγματικῆς, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξήνεγκεν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὁ λόγος, κύριοι συνάδελφοι, ὅστις ἐξηνάγκασε τὴν ἐπιτροπὴν, κατὰ μεταβολὴν τῶν ἄλλοτε γενομένων ἐν περιπτώσει κυβερνητικῆς μεταβολῆς, μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου, νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον ὑμῶν μετὰ σχεδίου οὐσιαστικῆς ἀπαντήσεως, ὁ λόγος εἶναι ἡ σοβαρότης τῆς πράξεως τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἂν ἐξετάσωμεν τὰ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη γενόμενα, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνακαλύψωμεν πρᾶξιν σημασίας μείζονος καὶ ἐπαγομένην ἀποτελέσματα σημαντικώτερα ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ τόπου. Ἐπὶ ἔτη ἠγωνίσθημεν, ζητοῦντες ν’ ἀναστηλώσωμεν τὴν πίστιν τοῦ ἔθνους, ἐπὶ ἔτη ἐψηφίσαμεν φόρους ἐπὶ φόρων...
§36ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Καὶ τὴν ἐγκύκλιον.
§37ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. λησμονοῦντες πολλοὶ ἐξ ἡμῶν καὶ δημοτικότητα καὶ πολιτικὰ συμφέροντα, καὶ ἓν μόνον τιθέμενοι πρὸ παντὸς ἄλλου, τὴν διάσωσιν τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐν τούτοις, προκειμένου περὶ τῆς τιμῆς ταύτης, ἡ γνώμη ἡμῶν ἐτέθη κατὰ μέρος, οὐδ’ ὑπετέθη κἂν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐξενεχθῇ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Καὶ ἦλθε μία Κυβέρνησις, ἐκ τῶν προτέρων γινώσκουσα, ὅτι ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλίου δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ, καὶ ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, καὶ ἐξετέλεσεν αὐτὴν, καὶ ἠθέλησε νὰ τὴν παραστήσῃ ὡς πρᾶξιν σωτηρίας τῆς ἐθνικῆς πίστεως, ὡς πρᾶξιν σωτηρίας τοῦ ἔθνους, καὶ ἐπέπρωτο σήμερον διὰ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς μειοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον νὰ ἀκούσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰ αὐτὰ ἐγκώμια διὰ τὴν ἐπιτελεσθεῖσαν πρᾶξιν! Τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπησχόλησεν ἐξόχως τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἐμελετήθη ὑπ’ αὐτῆς, ἵνα προταθῇ πρὸς ὑμᾶς λύσις ἐπὶ τοῦ ἐγερθέντος ὑπὸ τοῦ βασιλικοῦ λόγου σχετικοῦ ζητήματος. Τὸ δάνειον αὐτὸ συνετελέσθη διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου 1893, καὶ εὕρηται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευμένον. Τοῦ ἐπισήμου τούτου φύλλου δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ περιεχόμενον, ἐν τούτῳ δὲ ἀναγινώσκομεν τὴν ἐπίκλησιν τεσσάρων ἢ πέντε μάλιστα νόμων, ἵνα ἡ συντελεσθεῖσα πρᾶξις δικαιολογηθῇ. Πρῶτον καὶ κύριον ζήτημα προκύπτει, ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἆρά γε νόμιμος; Ἡ Κυβέρνησις, ἡ προελθοῦσα εἰς τοιοῦτον διάβημα σοβαρώτατον, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τοῦτο, καὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ἵνα κυρώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτὴ διενοήθη καὶ ἀπεφάσισε; Ἐὰν λάβωμεν κατὰ σειρὰν τοὺς νόμους, ἐφ’ ὧν τὸ διάταγμα στηρίζεται, θέλομεν εὐχερῶς σχηματίσει κρίσιν περὶ τῆς νομικῆς ἀξίας αὐτοῦ. Ὁ πρῶτος κατ’ ἀρχαιότητα νόμος, τὸν ὁποῖον τὸ διάταγμα ἐπικαλεῖται, εἶναι ὁ ᾼΨʹ τῆς 2 Φεβρουαρίου 1889...
§38ΡΑΛΛΗΣ. Ἕνα νόμον ἐπικαλεῖται.
§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναγνώσατε τὸ κείμενον.
§40ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς τέσσαρας αὐτοῦ ἐν ἀρχῇ γραμμάς. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΒΕΖʹ περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δανείου νόμων ᾼΨʹ, ᾼΨΠΑʹ τοῦ 1889 καὶ ᾼϠΜΔʹ τοῦ 1891 καὶ τοῦ ͵ΒΡΙΕʹ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892 περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν, τῇ προτάσει τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν...» Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς διὰ σημείου μοὶ παρατηρεῖ, ὅτι δύο καὶ μόνους νόμους τὸ διάταγμα ἐπικαλεῖται. Ἀντιπαρατηρῶ εἰς αὐτόν, ὅτι εὐθὺς ἅμα ὁ ͵ΒΕΖʹ νόμος τίθεται ἐνταῦθα ὡς μεταῤῥυθμίζων καὶ συμπληρῶν διατάξεις ἄλλων προηγουμένων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποχωρίσητε αὐτὸν καὶ αὐτοτελῶς ἐπικαλεσθῆτε, ἀφοῦ καὶ τοὺς νόμους τοὺς ἄλλους θεωρεῖ ἀναγκαίους καὶ ἐπιτρέποντας, ἵνα συμπληρώσῃ αὐτούς. Ἀλλ’ αὐτὸ διενοήθη ἡ Κυβέρνησις; Ἔστω. Ἐπιτρέψατέ μοι τότε νὰ ποιήσωμαι εἰσήγησιν συντομωτάτην εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν διατάξεων τοῦ ͵ΒΕΖʹ νόμου καὶ τῶν συμπληρουμένων ὑπ’ αὐτοῦ, ὅπως φθάσω εἰς τὸ ζήτημα ἂν ὁ ͵ΒΕΖʹ νόμος, ὁ συμπληρώσας τοὺς πρὸ αὐτοῦ ἐκδοθέντας, παρεῖχε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν πρᾶξιν, εἰς ἣν προέβη. Ὁ νόμος ᾼΨʹ τῆς 2 Φεβρουαρίου 1889 ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων συνομολόγησιν δανείων τοῦ Κράτους παγίων, ἤτοι ἄνευ χρεωλυσίου, ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ κατωτέρω τῶν 6% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, προώρισε δὲ τὸ προϊὸν τῶν δανείων τούτων ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπόσβεσιν προγενεστέρων δανείων ἢ ἐξαγορὰν ὁμολογιῶν τοιούτων δανείων. Ὁ νόμος οὗτος περιέχει τι, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, δυνάμενον νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὸ διάταγμα περὶ κεφαλαιώσεως; Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἐν τῷ διατάγματι τούτῳ δὲν πρόκειται οὔτε περὶ συνάψεως παγίου δανείου, οὔτε περὶ ἀποσβέσεως προγενεστέρων δανείων, οὐδὲ περὶ ἐξαγορᾶς ὁμολογιῶν, οὐδὲ περὶ ἑτέρας πράξεως ταὐτιζομένης πρὸς ταύτας. Ἀλλ’ ἔστω· δὲν ἐλήφθη ὁ νόμος οὗτος ὡς βάσις. Μεταβῶμεν εἰς τὸν δεύτερον· μήπως οὗτος παρέχει δικαίωμα, δυνάμενον νὰ ἐξαλείψῃ τὴν παρανομίαν τῆς Κυβερνήσεως; Ὁ νόμος ΑΨΠΑʹ τῆς 4 Δεκεμβρίου 1889 ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, πλὴν τῶν παγίων δανείων, συνομολογῇ καὶ προσωρινὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ πάντως ὑπὸ τὰς λοιπὰς συνθήκας τοῦ ᾼΨʹ νόμου. Πλὴν λοιπὸν τῶν παγίων δανείων, εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ καὶ προσωρινὸν δάνειον, ὅπως ἀποσβέσῃ προγενέστερα δάνεια ἢ ἐξαγοράσῃ ὁμολογίας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται ν’ ἀποσβεσθῶσι προγενέστερα δάνεια, ἢ νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἐξαγορὰ ὁμολογιῶν αὐτῶν. Κατόπιν ἔρχεται ὁ νόμος τῆς 29 Μαρτίου 1891 ὑπὸ στοιχ. ΑΘΜΔʹ. Ὁ νόμος οὗτος ἐπέτρεψε τὴν ἐκ τῶν γενικῶν εἰσπράξεων τοῦ δημοσίου ταμείου προκαταβολὴν χρημάτων πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων, δι’ ἃ εἶχον χορηγηθῆ ἄδειαι πρὸς σύναψιν εἰδικῶν δανείων, μήπω πραγματοποιηθεῖσαι, ἐπεξέτεινε τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς χορηγίαν ἀσφαλειῶν διὰ τὰ εἰδικὰ ταῦτα δάνεια, ἐχορήγησεν ἄδειαν νέου δανείου πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν δαπανηθέντων εἰς ἐξόφλησιν προσωρινοῦ δανείου καὶ ἐντόκων γραμματίων, ἐπέτρεψε δὲ τέλος εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαθέτῃ προσωρινῶς ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν δανείων ποσὰ πρὸς πλήρωσιν καὶ ἄλλων ἀνυπερβλήτων καὶ ἀνεγνωρισμένων ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου. Ἐνταῦθα ἔχομεν εὐρύτερον τὸν κύκλον, ἔχομεν ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῶν προϊόντων παντὸς δανείου, ὑπ’ αὐτῆς συνομολογηθέντος, νὰ λαμβάνῃ ὅ,τι ποσὸν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ αὐτῇ, καὶ νὰ τὸ προκαταβάλλῃ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων, ἅτινα νομίμως εἶχον ψηφισθῆ, καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων εἶχον ἐπιτραπῆ εἰδικὰ δάνεια, εἴτε ἄνευ ἐγγυήσεων, εἴτε καὶ ἐπὶ ἐγγυήσεσιν εἰδικαῖς ἢ γενικαῖς. Τὰ δάνεια ταῦτα εἶναι δέκα τὸν ἀριθμόν: 1) Δάνειον διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ἀνακτόρου τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου. 2) Δάνειον πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου. 3) Δάνειον διὰ τὴν κατασκευὴν λουτρῶν Μεθάνων καὶ Ὑπάτης. 4) Ὅμοιον διὰ τὸν σιδηρόδρομον Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων. 5) Δάνειον διὰ τὸν σιδηρόδρομον Καλαβρύτων–Τριπόλεως. 6) Ὅμοιον διὰ τὰς σιδηροδρομικὰς γραμμὰς Πύργου–Πύλου, Πύργου–Ὀλυμπίων, Καρυταίνης–Μεγαλοπόλεως, Λεονταρίου–Σπάρτης–Γυθείου, καὶ Μεσολογγίου–Ἀντιῤῥίου. 7) Δάνειον διὰ τὴν διαπλάτυνσιν τοῦ Εὐρίπου. 8) Δάνειον διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τοῦ Παμίσου. 9) Δάνειον διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ 10) Δάνειον διὰ τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ χειμάῤῥου Νέδοντος. Ἀλλὰ τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως ἐπρόκειτο ἆρά γε νὰ χρησιμεύσῃ διά τι τῶν ἔργων αὐτῶν; Ἐκ τοῦ διατάγματος τοιοῦτόν τι δὲν προκύπτει. Καὶ ἐν τούτοις καὶ ὁ νόμος ᾼϠΜΔʹ ἀπαντᾷ ἐν τῷ προκειμένῳ διατάγματι καὶ ἔρχεται εἰς ἐπίῤῥωσιν τῆς κυβερνητικῆς πράξεως. Κατόπιν ἔχομεν τὸν νόμον ͵ΒΞΖʹ τῆς 31 Ἰουλίου 1892, ὅστις δι’ ἓν ἔτος ἐχορήγησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ἵνα δανειζομένη κατὰ τοὺς νόμους, ὧν τὸ περιεχόμενον ἀνέπτυξα ἤδη ὑμῖν, παραχωρήσῃ τόκον μὴ ὑπερβαίνοντα τὰ 8%, συνομολογήσῃ δὲ δάνεια κατὰ τοὺς δύο νόμους ᾼΨʹ καὶ ᾼΨΠΑʹ ἐπὶ ἐγγυήσει προσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ χρεωλυσίῳ. Ἔρχεται τελευταῖον ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ, ὁ ἀναγεγραμμένος ὡς νόμος περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἐσόδων τινῶν. Ἐνώπιον τοῦ κειμένου αὐτοῦ, Κύριοι, εὑρισκόμεθα ἐπὶ ζητήματος σοβαρωτάτου ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς νομιμότητος ἐν τῇ ἐκδόσει τοῦ διατάγματος περὶ κεφαλαιώσεως. Ἤλεγξεν ὁ προλαλήσας ἐκ Μαντινείας συνάδελφος τὴν νῦν Κυβέρνησιν, ὡς καταργήσασαν διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου τὴν ἐφαρμογὴν νόμου καὶ προβᾶσαν εἰς αὐθαίρετον κατάργησιν αὐτοῦ. Ἐνταῦθα ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ἐξετασθῇ ὁ νόμος ͵ΒΡΙΕʹ, ὁ δημοσιευθεὶς ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τὴν 30 Μαΐου 1893, ἂν ἦναι πράγματι νόμος τοῦ Κράτους ἐν ἰσχύϊ ὑποχρεωτικῇ, καὶ ἐὰν ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὰς διαφόρους ἀρχὰς τοῦ Κράτους ἐντολή, ἵνα παύσωσιν ἐκτελοῦσαι αὐτὸν, ἦναι καθαρὰ ὑπέρβασις τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀντιστρατευομένη πρόῤῥιζα εἰς τὰς περὶ συνταγματικοῦ πολιτεύματος διεπούσας ἡμᾶς ἀρχάς. Νομίζω, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δύναταί τις μετὰ πεποιθήσεως νὰ εἴπῃ, καίτοι δύναται νὰ προκαλέσῃ συζητήσεις μακρὰς καὶ νομομαθῶν καὶ μή...
§41ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ μὴ, μάλιστα.
§42ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. ... ὅτι ἡ ὅλη ἐνέργεια τῶν ἐκδόντων τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου 1893 ἐμπεριεῖχε τοσαύτας ὑπερβασίας, ὅσους καὶ ἐπεκαλέσθησαν νόμους· διότι, ἂν καὶ ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐπεκαλέσθη διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα περὶ τοῦ δανείου τῆς κεφαλαιώσεως, ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε, καὶ ὅτι οὐδαμῶς ἐκ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶχε λάβει ἐντολὴν, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπέρβασιν ἔπραξεν, ἐφαρμόσασα τὸν νόμον ἐκεῖνον ͵ΒΡΙΕʹ ὡς ὑποχρεωτικὸν νόμον τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν 30 Μαΐου, ὅτε τὸ διάταγμα ἐδημοσιεύετο, ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνατεθῆ ἀπὸ μηνὸς ἤδη εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, πρώην βουλευτὴν Τριφυλίας, καὶ εἰς τοὺς μετ’ αὐτοῦ συμπράξαντας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκείνῳ. Ἐν τούτοις τὴν 30 Μαΐου ἐδημοσιεύετο ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» ὡς νόμος ὑποχρεωτικὸς, μέλλων νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀνὰ πᾶν τὸ Βασίλειον, κείμενον, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὰς ὑπογραφὰς ὡς Ὑπουργῶν τῶν μὲν Ἐσωτερικῶν τοῦ ἐκ Κερκύρας φίλου καὶ συναδέλφου μου κ. Θεοτόκη, τῶν δὲ Οἰκονομικῶν τοῦ καὶ νῦν ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος βουλευτοῦ κ. Σιμοπούλου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀνατεθειμένον εἰς τὸν Βασιλέα διπλοῦν δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τοῦ κυρόνειν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσιεύειν τοὺς νόμους· ἐν ἑτέρῳ δὲ ἄρθρῳ, τῷ 30, εἶναι ἀναγεγραμμένον, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ἦναι προσυπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος. Ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, πρὶν ἢ ἡ συζήτησις καταλήξῃ ἐνταῦθα, ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα, ἐὰν τὸ κείμενον τὸ καταχωρισθὲν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τῆς 30 Μαΐου ἦναι κείμενον ἀποτελοῦν νόμον, καὶ νόμον ὑποχρεωτικὸν, ἢ ἂν ἐνέργεια ἐστερημένη καὶ τῆς στοιχειωδεστέρας προσοχῆς δὲν ἔῤῥιψεν εἰς τὸ ἐπίσημον φύλλον τῆς Κυβερνήσεως κείμενον μὴ περιβεβλημένον ὑπὸ τῶν ἀπαραιτήτων ὅρων, οὓς τὸ Σύνταγμα ἔταξεν, ἵνα ὁ νόμος καταστῇ ὑποχρεωτικός.
§43ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει τὸ διάταγμα;
§44ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γινώσκετε κάλλιον ἐμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, ὅταν ὑποστηρίζω γνώμην εἰς τὸ Σύνταγμα ἐρειδομένην, διότι δυνατὸν διὰ τῶν διακοπῶν νὰ μὲ παρασύρητε εἰς διατυπώσεις ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας ἐπιτηδείως θὰ σπεύσητε νὰ δράξητε, ἵνα μὲ θεωρήσητε ὡς ἀνοηταίνοντα ἢ ὡς ἀγνοοῦντα τὰς στοιχειωδεστέρας διατάξεις τὰς ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς δυσαρεστήσω, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἡ Α. Μ. φαίνεται, ὅτι ἐκύρωσε τὸν νόμον τὴν 22 Δεκεμβρίου 1892, ὁ δὲ κ. Σιμόπουλος φαίνεται θέσας τὴν μεγάλην τοῦ Κράτους σφραγίδα τὴν 22 Δεκεμβρίου 1892. Δὲν εἶναι, Κύριοι, μυστήριον, πῶς οἱ νόμοι καταρτίζονται, καὶ ἂν εἰς τοὺς πολλοὺς αἱ λεπτομέρειαι τοῦ καταρτισμοῦ τῶν νόμων δὲν ἦναι πρᾶγμα προσιτὸν, προκειμένου ὅμως περὶ τῶν νομοθετῶν, εἶναι ἴσως περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω περὶ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐργασίας τῆς ἀναγομένης εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν νόμων. Χάριν ὅμως αὐτῆς τῆς συζητήσεως, χάριν εὐκρινείας, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνακεφαλαιώσω τὰ στάδια τοῦ καταρτισμοῦ τῶν νόμων. Ἔχομεν πρῶτον στάδιον τῆς ψηφίσεως, δεύτερον τῆς κυρώσεως, τρίτον τῆς δημοσιεύσεως. Ἂν ἠθέλομεν περὶ τῶν δύο τελευταίων σταδίων κείμενα νόμων, ὅπως σχηματίσωμεν ἀσφαλῆ γνώμην, ἂν κύρωσις καὶ δημοσίευσις ἦναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, ἢ ἂν ἦναι πράξεις ἐντελῶς αὐτοτελεῖς, ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἀπαντᾷ εἰς πάντα θέλοντα σοβαρῶς νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ πράγματος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ νόμου ͵ΒΡΙΕʹ ἐψηφίσθη παρ’ ἡμῶν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς προέβη εἰς τὴν κύρωσίν του τὴν 22 Δεκεμβρίου 1892, καὶ ὅτι διὰ τὴν τήρησιν τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς βασιλικῆς ταύτης πράξεως ὡς ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ παρέστησαν καὶ ὑπέγραψαν οἱ κ. κ. Τρικούπης καὶ Θεοτόκης.
§45ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνετείλατο καὶ τὴν δημοσίευσιν;
§46ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἀπάντησιν ἀναγινώσκω ὑμῖν τὸ τέλος τοῦ διατάγματος, ὅπερ ἤδη γινώσκετε: «Ὁ παρὼν νόμος, ψηφισθεὶς παρὰ τῆς Βουλῆς κλπ., δημοσιευθήτω διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐντέλλεται τὴν ἐνέργειαν τῆς πράξεως ἐκείνης, ἣν ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ ἀνέθετο αὐτῷ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892, ὅτε ἡ ἐντολὴ ἐδόθη, μέχρι τῆς 2 Μαΐου, ὅτε κατέλιπε τὴν ἀρχὴν τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, βλέπων ὅτι ἡ ἐντολὴ αὕτη ἡ βασιλικὴ δὲν ἐξετελέσθη, καὶ ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς, ἔχων γνῶσιν, ὅτι ἡ ἐντολὴ αὕτη δὲν ἐξετελέσθη, ἐξηκολούθει νὰ περιβάλλῃ διὰ τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ τὴν Κυβέρνησιν,—διότι ἡ Κυβέρνησις, ἡ μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου 1892 περιελθοῦσα εἰς τὴν ἀρχὴν, δὲν ἀπελύθη, ἀλλὰ παρῃτήθη,—δικαιοῦμαι ὑποστηρίζων, ὅτι μέχρι τῆς τελευταίας ὥρας, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐξηκολούθει διοικοῦσα τὰ τοῦ Κράτους, ἦτο ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ σκέψεων καὶ ἀποφάσεων μετὰ τοῦ Στέμματος, καὶ ὅτι πᾶν ὅ,τι ἔπραττε καὶ πᾶν ὅ,τι δὲν ἔπραττε, καίτοι ὑπὸ τοῦ Στέμματος διαταχθὲν, ἦτο ἐν πλήρει γνώσει τῆς Α. Μ. καὶ συνεπῶς ἐτύγχανε τῆς πληρεστάτης Αὐτῆς ἐπιδοκιμασίας καὶ ἐγκρίσεως.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Κἀνεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆται τὰς γνώμας τοῦ Βασιλέως.
§48ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τεκμήριον μόνον ἐξάγω ἐκ τῆς τοιαύτης τῶν γεγονότων μαρτυρίας διὰ τὰς συνεπείας τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης.
§49ΡΑΛΛΗΣ. Μόνον οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ ἑρμηνεύσωσι τοὺς λόγους του.
§50ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπευθύνους θεωρῶ πάντοτε τοὺς Ὑπουργοὺς, οὐδέποτε δὲ μετέβαλον γνώμην. Ἐγὼ ὡς τεκμήριον λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ μέχρι τῆς 2 Μαΐου παραμείνασα ἐν τῇ ἀρχῇ, μὴ δημοσιεύσασα τὸν νόμον, δὲν ἔπραττε τοῦτο αὐθαιρέτως, ἀλλ’ ἐν γνώσει καὶ τοῦ ἐντειλαμένου τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου καὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, διότι δὲν ἐπραγματοποιοῦντο αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχε ψηφισθῆ. Ἐνθυμεῖσθε ὑπὸ ποίας περιστάσεις ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη. Ἄν ἀλλαχοῦ ἠμφισβητήθη, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶχεν αἰτιολογίαν, δεσμεύουσαν ἠθικῶς τὴν Κυβέρνησιν, ἡμεῖς οἱ συμπράξαντες εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ γινώσκομεν πρὸς τίνα σκοπὸν ὁ νόμος οὗτος ἦτο ὡρισμένος. Οὐ μόνον κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο τὰς ἀναγκαίας πρὸς τοῦτο δηλώσεις, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 σαφῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ καὶ τότε καὶ νῦν, ὑπεδείκνυε τὸ μέτρον τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς ἐσόδων τινῶν κατὰ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔννοιαν, καὶ ποῖον ἀκριβῶς εἶχε σκοπόν. Ἐνόσῳ λοιπὸν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἡ εἰσηγησαμένη τὸν νόμον Κυβέρνησις ἀπεξεδέχετο, δὲν ἐπραγματοποιοῦντο, ὡς καὶ μέχρι τῆς ὥρας τῆς παραιτήσεως αὐτῆς δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς δημοσιεύσεως νόμου, ὁ ὁποῖος ἐσκόπει νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκην, ἥτις ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων κατέστη ἀθεράπευτος.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τοῦ νόμου οὐδεὶς εὐθύνεται. Ὁ μὴ ἐκτελέσας τὸν νόμον εὐθύνεται.
§52ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἔρχονται καὶ λέγουσιν: Ἡ Κυβέρνησις εἶναί τι ἀδιαίρετον, ἔχομεν ἑνότητα ἐν τῇ διοικήσει, ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ Στέμματος ἐντολὴ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τὸν ἐν τῇ ἀρχῇ ἐδόθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν, οὐχὶ εἰς πρόσωπον, καὶ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ἥτις ἀποτελεῖ κρίκον ἐν τῇ συνεχείᾳ τῶν Ὑπουργῶν, ἠδύνατο κάλλιστα νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἐντολὴν, ἥτις ἐδόθη εἰς τοὺς προκατόχους καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου. Δὲν συζητῶ τὸ πρᾶγμα, σημειώσατε. Ἀλλὰ προβάλλω εἰς ὑμᾶς τὸ ἐρώτημα: Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἡ διάδοχος, ἐπωφελουμένη τῆς εἰς τὴν προηγουμένην δοθείσης ἐντολῆς, προβῇ εἰς τὴν δημοσίευσιν, τίς εὐθύνεται ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Εὐθύνεται ὁ λαβὼν τὴν ἐντολὴν καὶ μὴ ἐκτελέσας τὴν ἐντολὴν ἐν ὅσῳ ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ, ἢ εὐθύνεται ὁ διαδεχθεὶς αὐτὸν, ὁ διὰ τῆς δημοσιεύσεως συντελέσας εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου;
§53ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Εὐθύνονται ἀμφότεροι.
§54ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Νάξου λέγοντα, ὅτι ἀμφότεροι εὐθύνονται, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῇ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει: «οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἐὰν δὲν ἦναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ», ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος. Καὶ ἐξετάζω τὸ κείμενον τοῦτο, καὶ ζητῶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ παρατηρῶ μήπως ἡ ὑπογραφὴ τοῦ κ. Ράλλη παρελείφθη, ἀντικατασταθεῖσα δι’ ἄλλης, καὶ πείθομαι ὅτι ἐν τῷ ἐπισήμῳ τούτῳ κειμένῳ οὐδεμία τοιαύτη ὑπογραφὴ ὑπάρχει. Καὶ ἐρωτῶ πάλιν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Νάξου, ἐνώπιον τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Συντάγματος πῶς δύναται νὰ θεωρήσῃ ὑπευθύνους τοὺς ἄνευ προσυπογραφῆς προβάντας εἰς τὴν δημοσίευσιν Ὑπουργούς; Οἱ ὑποστηρίξαντες κύριοι Βουλευταὶ τὸ κῦρος τοῦ κειμένου αὐτοῦ ὡς νόμου τοῦ Κράτους καὶ ὡς νόμου ὑποχρεωτικοῦ, καθισταμένου τοιούτου διὰ τῆς δημοσιεύσεως, περιῆλθον εἰς σύγχυσιν καθαρὰν μεταξὺ κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως, καὶ ἠθέλησαν τὴν πρᾶξιν τῆς δημοσιεύσεως νὰ τὴν ἀναγάγωσιν εἰς τὴν ἡμέραν τῆς κυρώσεως, ὅπως ἐν τῇ συγχύσει τῶν δύο τούτων ἐννοιῶν δημιουργήσωσι τέλειον νόμον καὶ ὑποχρεωτικὸν νόμον, καὶ ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς, οἵτινες διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς αὐτῶν περιέβαλον τὸν νόμον διὰ τοῦ κύρους, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον διαστέλλει τὰς τοιαύτας πράξεις, ἀπονέμον εἰς τὸν Βασιλέα κεχωρισμένως τὸ δικαίωμα τοῦ κυρόνειν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσιεύειν, ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προσαπαιτεῖ τὴν ὑπογραφὴν τῶν Ὑπουργῶν, ἔχομεν καὶ νόμον, νόμον συναφέστατον μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, ὅστις δὲν ἀφίνει οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς πράξεως, εἰς ἣν προέβη ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἔχομεν τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ νόμος ΦΠϚʹ τοῦ 1877 περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἐν ἄρθρῳ 1 παραγράφῳ εʹ ῥητῶς προεῖδε τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην ἰδιαιτέρως διὰ τὴν πρᾶξιν δημοσιεύσεως νόμου μὴ ψηφισθέντος παρὰ τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ κατηγορηθῇ ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου, ὅταν συνυπέγραψεν εἰς τὴν κύρωσιν ὡς νόμου τοῦ Κράτους πράξεως μὴ ψηφισθείσης παρὰ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰ ἐν τῷ Συντάγματι πρὸς τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων ὡρισμένα, καὶ ἐδημοσίευσε τοιαύτην πρᾶξιν ἢ διέταξε τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς.»
§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρᾶξιν μὴ κυρωθεῖσαν νομίμως.
§56ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συζητῶ ἐνταῦθα τὴν μὴ ψήφισιν, διὰ νὰ εἴπω ἐὰν ὑπάρχῃ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν· ἔρχομαι ν’ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς κυρώσεως καὶ ἡ πρᾶξις τῆς δημοσιεύσεως εἶναι πράξεις ἐντελῶς αὐτοτελεῖς, καὶ ἐκ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ἣν ἀνέφερα, καὶ ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ τὸ Σύνταγμα διαστέλλει αὐτὰς τὰς πράξεις, ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἐθεώρησεν ὅτι δύναται ἡ εὐθύνη νὰ ἐπιβαρύνῃ οὐ μόνον τὸν κυρώσαντα, ἀλλὰ καὶ τὸν προβάντα εἰς τὴν δημοσίευσιν κειμένου τινὸς ὡς νόμου. Σημειώσατε λοιπὸν, κύριε ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφε, ὅτι δὲν ἔρχομαι νὰ καταλογίσω εὐθύνην εἰς τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς, ὅτι προέβησαν εἰς δημοσίευσιν νόμου μὴ ψηφισθέντος, ἔρχομαι νὰ ἐξαγάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐν τῇ κειμένῃ ἡμῶν νομοθεσίᾳ ὑπάρχουσι ῥηταὶ, ῥητόταται διατάξεις, ὅτι δὲν δύναται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις μεταξὺ κυρώσεως καὶ δημοσιεύσεως. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἄρθρον 1 δὲν ἀρκῇ, ἔχομεν καὶ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ αὐτοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ὑπουργὸς, μὴ συμμετασχὼν εἰς τὴν διάπραξιν τῶν ἀνατέρω ἀδικημάτων, εὐθύνεται οὐχ ἧττον ὡς συναυτουργὸς, ἂν συνήνεσεν εἰς αὐτὰ ἐν πράξει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, φερούσῃ τὴν ἑαυτοῦ ὑπογραφήν». Ἐὰν δὲν ἤρκει τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Συντάγματος, ὅπως μεταπείσῃ τοὺς ἰσχυριζομένους, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχομεν νόμιμον δημοσίευσιν, ἔπρεπε νὰ συμβουλευθῶσι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἐξ οὗ θὰ ἐπείθοντο, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς πράξεώς τινος, ἥτις δὲν φέρει τὴν ὑπογραφήν του, ἥτις δὲν φαίνεται συντελεσθεῖσα τῇ συναινέσει αὐτοῦ, τῆς συναινέσεως ἀποδεικνυομένης διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ, καὶ μὴ δυναμένης ν’ ἀποδειχθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἀλλ’ ἔχομεν, Κύριοι, καὶ προηγούμενα· καὶ ἐπικαλοῦμαι ἓν τοιοῦτον, ὡς φέρον τὸ κῦρος μιᾶς ἐκ τῶν ἐξοχωτέρων προσωπικοτήτων τοῦ νεωτέρου κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν βίου, τὴν ὁποίαν βάσκανος μοῖρα ἀφήρπασε προώρως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοῦ ὁποίου ἦτο τὸ ἀληθὲς ἀγλάϊσμα. Ἔχομεν τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀειμνήστου Ἐπαμεινώνδα Δεληγεώργη. Κατὰ τὸ 1873 συνεζητεῖτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 7 Ἰουλίου, καὶ ἐζητήθη ἡ ἀναγραφὴ πιστώσεως 280 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς πληρωμὴν ἐπιχορηγήσεως εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν δυνάμει συμβάσεως. Ὁ ἀοίδιμος ἀνὴρ ἀντέστη κατὰ τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς, καὶ ἐπὶ τῇ γενομένῃ εἰς αὐτὸν παρατηρήσει, ὅτι ὑπάρχει ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ἦτο ἀδύνατον, ἀφοῦ ἐκ συμβάσεως προκύπτει, νὰ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐκτελέσῃ, καὶ ἡ Βουλή, ὅπως ἐπιψηφίσῃ, ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι σύμβασις δὲν ὑπῆρξε, καὶ ἐξέθηκε διὰ τῆς θαυμαστῆς αὐτοῦ εὐγλωττίας τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων κατεδίκαζε τὴν ὕπαρξιν τῆς συμβάσεως, μᾶς ἀφῆκε δὲ μίαν ὡραιοτάτην ἀγόρευσιν, ἀναγομένην εἰς τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχει ἄμεσον τὴν σχέσιν. Τὸ ζήτημα συνεζητεῖτο τότε, ἂν κυρωθέντος νόμου τινὸς ἐντὸς τῆς διμήνου συνταγματικῆς διορίας, τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ ἄρθρῳ 36 τοῦ Συντάγματος, ἠδύνατο καὶ βραδύτερον ἐγκύρως νὰ γένηται ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου καὶ ἐπερχομένης τῆς τοιαύτης δημοσιεύσεως νὰ προσλάβῃ τὸ νομοθέτημα τὸ κῦρος τὸ ὑποχρεωτικὸν, τὸ ὁποῖον εἰς αὐτὸ παρέχει μόνη ἡ δημοσίευσις. Ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία, ἐνδιαφερομένη εἰς τὸ ζήτημα, εἶχε προσφύγει εἰς τὰ φῶτα τῶν νομομαθῶν, καὶ διὰ δικηγορικῆς γνωμοδοτήσεως, ἥτις εἶχε τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ εἰς τὴν τότε Βουλήν, ὑπεστηρίζετο ἡ θεωρία, ὅτι φθάνει ἡ κύρωσις νὰ ἐγένετο ἐντὸς τῆς διμήνου διορίας, ὁ νόμος, κατόπιν δημοσιευόμενος, ἀποκτᾷ ὑποχρεωτικὸν κῦρος, ἀδιάφορον πότε ἐγένετο ἡ δημοσίευσις. Ἐὰν ἐπακολουθήσῃ ἡ δημοσίευσις εἰς οἱανδήποτε ἐποχὴν, τὸ κείμενον τοῦ νόμου εἶναι τέλειον καὶ ὑποχρεωτικὸν διὰ πάντας. Κατὰ τῆς τοιαύτης θεωρίας ἀντεπεξῆλθεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τότε τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀοίδιμος Κ. Προβελέγγιος, καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ Δεληγεώργη ἐν συντομίᾳ ἄκρᾳ ἀναγράφεται ἡ γνωμοδότησις τοῦ Προβελεγγίου, δι’ ἧς κατεδίκαζε τὴν γνώμην τῶν ἄλλων νομομαθῶν. Ἀναγράφεται προσέτι, ὅτι καὶ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ συνέστη, ἧς μέλη ἦσαν καὶ ὁ νῦν ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ πρὸ ὀλίγου καταλιπὼν τὴν ἀρχὴν Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅτι ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ ἐκείνῳ συμβουλίῳ ὁ μόνος μειοψηφήσας ἦτο ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἐνῷ ἅπαντες οἱ ἄλλοι διαπρεπεῖς Βουλευταὶ, οἱ ἀπαρτίσαντες τὸ Συμβούλιον, ἀπεφήναντο ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἀοιδίμου Προβελεγγίου. Ὁ Δεληγεώργης τότε, ἀγορεύων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ σύμβασις οὐδὲν ἔχει ἔννομον κῦρος, ὅτι ἡ σύμβασις ἦτο ἄκυρος, ὡς δημοσιευθεῖσα μετὰ τὴν ἔκπνευσιν τῆς διμήνου συνταγματικῆς διορίας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀκύρου συμβάσεως οὐδεμίαν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ὑπό τινος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν τότε προταθέντος ποσοῦ. Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ Δεληγεώργης τότε (ἀναγινώσκει): «Ἄν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ κύρωσις τοῦ νομοθετήματος, ἂν ἐπέλθῃ ἐντὸς δύο μηνῶν, χωρὶς νὰ συνοδεύηται καὶ ὑπὸ δημοσιεύσεως, ἀρκεῖ ὅπως περιβάλῃ τὸν νόμον ὅλην τὴν νομοθετικὴν βαρύτητα καὶ δύναμιν, ἕπεται ὅτι ἡ κύρωσις εἶναι πρᾶξις αὐτοτελὴς καὶ ὑποχρεωτική, ἐνῷ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ κύρωσις ὑπόκειται εἰς ἀνάκλησιν, ἐνόσῳ μένει πρᾶξις ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας μεταξὺ Βασιλέως καὶ Ὑπουργείου...»
§57ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Περὶ κυρώσεως μόνον λέγει· περὶ ἐντολῆς πρὸς δημοσίευσιν λέγει τι;
§58ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, κύριε ἐκ Ναυπλίας συνάδελφε, ὅτι κατὰ τὸ 1873, ὅτε εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τὸ κυροῦν τὴν σύμβασιν, δὲν ἦτο διάφορος ὁ τύπος τῆς κυρώσεως ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν σήμερον, καὶ ὅτι ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης ἐγνώριζε τοὺς νόμους καὶ ἰδίως τὴν ἔννοιαν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος βεβαίως κάλλιον ἢ ὡς γινώσκετε ὑμεῖς καὶ ἐγώ, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ προέλθῃ εἰς τοιαύτην ὑπερβασίαν, ὥστε νὰ συζητῇ τύπους ἄλλους ἢ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους οἱ κείμενοι νόμοι καθιέρωσαν, καὶ νὰ συζητῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ τοιούτων ζητημάτων, χωρὶς νὰ ἔχῃ κείμενον καὶ κείμενον σύμφωνον πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους... Ἀλλ’ ἐξακολουθῶ ἀναγινώσκων: «Ὅταν τὸ Σύνταγμα μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐντὸς δύο μηνῶν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ κύρωσις ἑνὸς νόμου, ἐνόησε νὰ ἐπέλθῃ πρᾶξις ἀμετάκλητος καὶ μὴ ὑποκειμένη εἰς κἀμμίαν πλέον μεταβολήν· ἀλλ’ ἡ κύρωσις μόνη εἶναι μία πρᾶξις, ἥτις μεσολαβεῖ μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ Βασιλέως, πρᾶξις ἀφανής, ἄγνωστος καὶ ὑπὸ οὐδεμιᾶς διατάξεως τοῦ νόμου περιοριζομένη, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἀνάκλησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Βασιλέως ὑποκειμένη. Ὁ δὲ μόνος τρόπος, καθ’ ὃν ἡ κύρωσις δύναται νὰ κατασταθῇ πρᾶξις ἀμετάκλητος, εἶναι ἡ δημοσίευσις κατὰ τοὺς νομίμους τύπους, διότι μετὰ ταῦτα εἶναι ὑποχρεωτικὴ οὐ μόνον διὰ τοὺς πολίτας τοὺς διοικουμένους, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς διοικοῦντας, καὶ οὐδεμίαν δύναται νὰ πάθῃ ἀνάκλησιν, ἀλλὰ πλῆρες καταντᾷ τὸ κῦρος τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἔφερον ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ Βουλή, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Παραλείπω, Κύριοι, ὅλας τὰς ἄλλας παρατηρήσεις καὶ ὅλα τὰ ἀτοπήματα, ἅτινα παρέπονται τῇ ἐναντίᾳ θεωρίᾳ, καὶ πρὸ πάντων τῇ θεωρίᾳ, ἥτις δίδωσι τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ κρατῇ εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν του νόμον κυρωμένον καὶ νὰ μὴ τὸν δημοσιεύῃ, εἰμὴ ἴσως εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἦναι ἀναγκαῖος καὶ ὠφέλιμος, καὶ καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα νὰ μένῃ ἄγνωστον εἰς τὴν κοινωνίαν, ἢ καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἐκυρώθη ἢ ὄχι, καὶ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ δύναται νὰ ἀναβληθῇ, καὶ εἷς νόμος σήμερον μὲν νὰ θεωρῆται ὡς καθ’ ὅλα κατηρτισμένος, αὔριον δὲ διὰ τῆς θελήσεως μόνον τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ μόνον τοῦ Βασιλέως νὰ μὴ ὑπάρχῃ νόμος.» Αὐτὰ λέγει ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, καὶ ἐνώπιον τῆς γνώμης τοῦ διαπρεποῦς ἐκείνου πολιτευτοῦ ἀκούομεν σήμερον ἐντολὴν δοθεῖσαν πρὸς Ὑπουργοὺς νὰ δημοσιεύσωσι νομοθετικὸν κείμενον, ἀκούομεν σήμερον συνέχειαν κυβερνητικῆς ἐνεργείας, συνέχειαν εὐθύνης ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ μόνον οὐχὶ ἀκούομεν πληρεξουσιότητα τρόπον τινὰ δοθεῖσαν ἀπὸ τοὺς προκατόχους Ὑπουργοὺς πρὸς τοὺς διαδεχθέντας αὐτοὺς τέως Ὑπουργούς, ἵνα τὴν εὐθύνην αὐτῶν διαχειριζόμενοι πράξωσιν εἰς βάρος αὐτῶν ὅ,τι δήποτε οἱ νέοι Ὑπουργοὶ ἤθελον διανοηθῆ, εἴτε ἤθελεν εἶσθαι τοῦτο ὠφέλιμον τῷ Κράτει, εἴτε καταστρεπτικόν, ὅπως κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγένετο. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Ὑπῆρχε τρόπος, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι πρὸς σωτηρίαν τοῦ Κράτους ἦτο ἀναγκαῖον νὰ δημοσιευθῇ τὸ κείμενον αὐτὸ, ὑπῆρχε τρόπος ἐντὸς τοῦ Συντάγματος νὰ κατορθώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμει. Εἶχε τὸ κείμενον ἐψηφισμένον, καὶ ἠδύνατο τὴν ἀφανῆ καὶ ἄγνωστον μέχρι τῆς δημοσιεύσεως κύρωσιν νὰ τὴν ἀνανεώσῃ ὑπ’ εὐθύνην της προσυπογράφουσα, καὶ νὰ ἔχῃ τότε κείμενον ἐψηφισμένον ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῶν νέων Ὑπουργῶν κεκυρωμένον, ἵνα δημοσιευθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἰς τοιαύτην ἐπανάληψιν δὲν ἤθελον οἱ τέως Ὑπουργοὶ νὰ ὑποβάλωσι τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, νὰ προκαλέσωσι τουτέστι κύρωσιν ἐκ νέου νομοθετήματος, ὅπερ ἐν τῇ κανονικῇ λειτουργίᾳ τῶν δύο ἐξουσιῶν, τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Στέμματος, εἶχε καταρτισθῆ τελείως, χωρὶς εἰσέτι νὰ προσλάβῃ τὸ ὑποχρεωτικὸν κῦρος, ἠδύναντο νὰ προκαλέσωσιν ὑπ’ εὐθύνην αὐτῶν διάταγμα δημοσιεύσεως, ἠδύναντο νὰ προσυπογράψωσι τὸ κείμενον τοιούτου μεταγενεστέρου διατάγματος, ἠδύναντο τὴν ὑποχρεωτικότητα τοῦ νομοθετήματος νὰ ἀναδεχθῶσιν αὐτοὶ, ἵνα μὴ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἀνάγκην ἐνώπιον τῆς ἀπροσεξίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσαν, νὰ καταφεύγωσιν εἰς κείμενα ξένων συγγραφέων καὶ νὰ σωρεύωσι κείμενα ξένων νόμων καὶ ξένων Συνταγμάτων, νὰ λησμονοῦν δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ὤφειλον νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει, τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ Ἑλληνικοῦ. Τοιαῦται, Κύριοι, εἶναι αἱ ἰδέαι, αἵτινες ἔπεισαν τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ὤφειλεν ἡ Βουλὴ νὰ ἐνδείξῃ πρὸς τὴν Α. Μ., ὅτι ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν συντελεσθέντων κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦ Μαΐου μέχρι τῆς συγκλήσεως ἡμῶν διάστημα θὰ ἐπικρατήσῃ πνεῦμα νομιμότητος, ἵνα ἐν λελογισμένῃ σκέψει ἐξενεχθῇ ἡ ψῆφος τοῦ Σώματος τούτου ἐπὶ τῶν συντελεσθεισῶν ὑπὸ τῆς τέως Κυβερνήσεως πράξεων. Διὰ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν μετὰ τῶν συναδέλφων τῆς μειονοψηφίας νὰ συνεννοηθῶμεν, καὶ ἐν τούτῳ ἀπεχωρίσθημεν. Ἀλλ’ ἔρχεται σήμερον ὁ προλαλήσας ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἐρωτᾷ περὶ τοῦ κειμένου τούτου τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου 1893, τοῦ ἀναγομένου εἰς τὸ δάνειον τῆς κεφαλαιώσεως, ἂν δὲν ἦτο πρᾶξις κυβερνητικὴ, ἐπιβεβλημένη, ἂν αἱ περιστάσεις δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε οἱ τέως Ὑπουργοί, ἢ νὰ ἀνακηρύξωσι τὴν πτώχευσιν, ἢ νὰ ὑπογράψωσι τὴν σύμβασιν ἐκείνην τοῦ Χάμπρο καὶ υἱοῦ, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν. Μεταξὺ τῶν δύο ἐρωτημάτων προεκάλεσε τὴν ψῆφον ἡμῶν, καὶ ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τρίτου ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνω οὐ μόνον πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, μεθ’ ἧς συμπράττω, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες συμπράττουσι μετὰ τῶν τέως Ὑπουργῶν καὶ πρὸς πάντας ὑμᾶς. Καὶ λέγω, Κύριοι, μήπως ὑπῆρχεν ἄλλη τις δυνατὴ λύσις; μήπως δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, μήτε νὰ ὑπογράψῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψε, μήτε νὰ κηρύξῃ τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν πάραυτα, ἵνα λάβωσι γνῶσιν τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τῆς ψήφου καὶ πᾶσαν τὴν ἐξ αὐτῆς εὐθύνην, ὅπως ἀποφασίσωσι περὶ τῶν πραγμάτων, περὶ τῶν ὁποίων ἀνέλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ν’ ἀποφασίσῃ μόνη; Προκειμένου νὰ ὑπογραφῇ κείμενον, οἷον ὑπεγράφη, ὁμολογῶ ἀπροκαλύπτως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἂν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι μεταξὺ τῶν τότε συμβούλων τοῦ Στέμματος, βεβαίως θὰ ὕψουν τὴν φωνὴν ὑπὲρ τῆς λύσεως τῆς τρίτης, καὶ θὰ ἔλεγον πρὸς πάντα δυνάμενον νὰ μὲ ἀκούσῃ, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων μίαν καὶ μόνην ἐπιδέχεται λύσιν, τὴν λύσιν οὐχὶ διὰ τῶν αὐθαιρέτων ἀποφάσεων τῆς Κυβερνήσεως ἢ διὰ τῆς ἀπροσέκτου ἀποδοχῆς τῶν συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους οἱ ἐκ τοῦ ἄστεος τοῦ Λονδίνου ὑπηγόρευον, ἀλλὰ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐμπνεύσει εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ πεποίθησις αὐτῶν πρὸς τὴν πίστιν καὶ τὴν δύναμιν τῆς χώρας, ἡ πεποίθησις αὐτῶν πρὸς τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ, ὅταν πρόκηται νὰ σωθῇ ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ τιμή, καὶ θὰ συνεβούλευον τὴν ἄμεσον σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν ἐγένετο, καὶ τούτου μὴ γενομένου, δὲν πιστεύω, ὅτι ἔχουσι δίκαιον οἱ ὑπὲρ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπερμαχοῦντες, ὅταν λέγωσιν, ὅτι εὑρίσκοντο ἐντὸς διαλλήλου καὶ ὅτι ἐντὸς τοῦ διαλλήλου τούτου εὑρισκόμενοι, ὑπεχρεώθησαν νὰ παραδεχθῶσι τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθησαν, ὅτε ὑπέγραψαν τὸ διάταγμα τῆς 30 Μαΐου. Ὁ καιρὸς ὑπῆρχεν ἀπὸ τῆς 3 Μαΐου, καθ’ ἣν οἱ νέοι Ὑπουργοὶ ἀντελήφθησαν τῆς καταστάσεως καὶ ἠδύναντο νὰ παρασκευάσωσι τὰ ὑπομνήματα πρὸς τὴν Α. Μ., τὰ ὁποῖα καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώθησαν, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὑπεγράφετο τὸ διάταγμα τοῦ λεγομένου δανείου τῆς κεφαλαιώσεως. Εἶχον τέσσαρας ὁλοκλήρους ἑβδομάδας, καὶ ἦτο δυνατὸν οὐ μόνον νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ κατηρτισμένη ἤδη, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων καὶ νὰ λάβῃ τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας αἱ περιστάσεις τῇ ὑπηγόρευον. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀξιοῦσιν, ὅτι εἰσὶ κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ἡμᾶς κοινοβουλευτικοί, καὶ ἐπαγγέλλονται, ὅτι στοργὴν μόνον αἰσθάνονται πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, μίαν μόνην ἡμεῖς ἔχομεν ἀπόδειξιν περὶ τῆς τοιαύτης στοργῆς αὐτῶν, ὅτι τότε μόνον ὑπετάχθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν αἱ περιστάσεις ἀμειλίκτως πλέον ἐπέβαλον, ὅταν ἡ φωνὴ τοῦ Συντάγματος μετὰ 4 ἡμέρας ἔμελλε νὰ συγκαλέσῃ ἡμᾶς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅπως ἐξετάσωμεν, τί συμβαίνει ἐν τοῖς κυβερνητικοῖς κύκλοις καὶ ποῖα εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ὑπεύθυνοι ὤφειλον νὰ λάβωσι κατόπιν τῆς ὑπογραφῆς τοῦ διατάγματος τῆς 30 Μαΐου. Διότι, ἐνῷ τὸ διάταγμα τοῦτο φαίνεται ὡς δημιουργοῦν δάνειον χωρὶς νὰ ἔχωμεν δανειστὴν δίδοντά τι, ἀλλὰ μόνον δανειζόμενον, ἐνῷ τὸ διάταγμα τοῦτο οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ μόνον προανάκρουσμα τοῦ κατόπιν ἐκδοθέντος διατάγματος περὶ πληρωμῆς ἑνδεκασχιλίων λιρῶν στερλινῶν εἰς τοὺς τοκογλύφους τοῦ ἐν Λονδίνῳ ἄστεος, ἵνα χρησιμεύσωσιν ἁπλῶς πρὸς ἀνταλλαγὴν λιθογραφημένου χάρτου πρὸς τοὺς διαφόρους δυστυχεῖς ὁμολογιούχους, πρὸς οὓς ἔλεγον, ὅτι ἀκεραίας θὰ λάβωσι τὰς ὀφειλὰς τοῦ Κράτους, πράγματι δὲ τοὺς ἐνέπαιζον, ἔχομεν ἀπέναντί μας συρφετὸν κερδοσκόπων, οἵτινες ἀπὸ τῶν περάτων τῆς Εὐρώπης συνεκεντρώθησαν ἐνταῦθα, παραλαβόντες ἐν μεταφράσει ἀντίγραφον τῶν ἐν τῇ Ἀργεντινῇ Δημοκρατίᾳ συντελεσθέντων, ἵνα παράσχωσιν εἰς ἡμᾶς τρόπον διεξαγωγῆς ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν δυσχερείᾳ, εἰς ἓν μόνον ἀποβλέποντες, οὐχὶ εἰς τὸν καταρτισμὸν δανείου, ἀλλ’ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ συνδικάτου διατάγματος· διότι εἰς τὰς ἕνδεκα χιλιάδας λίρας ἀπεσκόπουν, καὶ ἐπὶ τέλους κατώρθωσαν κατὰ μέγιστον μέρος ταύτας νὰ λάβωσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ ἐκδοθέντος διατάγματος περὶ δανείου 100,000,000 εἰς χρυσὸν, χωρὶς οὔτε ἓν φράγκον ἐξ αὐτοῦ νὰ ἴδῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Αὐτὸ εἶναι τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν, ἵνα σώσῃ τὴν χώραν, ἵνα ἀφαρπάσῃ τὸ πολυπαθὲς ἔθνος ἀπὸ τὸ κῦμα, τὸ ὁποῖον ἡ ἀτάσθαλος (!) πολιτικὴ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ἐξήγειρε, καὶ σώσῃ αὐτὸ ἀκέραιον καὶ τὸ παραδώσῃ εἰς χεῖρας τοῦ Hambro καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ σῶον καὶ ἀβλαβές. Κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, κύριοι Βουλευταὶ, ψηλαφητὴ εἶναι ἡ ἀπόδειξις, ὅτι κατὰ τοὺς νόμους τοὺς κειμένους ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κράτει, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συνάψῃ τὴν συμφωνίαν, τὴν ἀνώνυμον, μετὰ τοῦ Hambro καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, διότι δὲν πρόκειται περὶ δανείου ἐν τῇ συμφωνίᾳ ἐκείνῃ, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς περὶ μιᾶς χρηματιστικῆς πράξεως, πράξεως ἐκβιαστικῆς, πράξεως ἐπιβεβλημένης εἰς τοὺς ἀτυχήσαντας ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νὰ κατέχωσιν ὁμολογίας ἑλληνικῶν δανείων καὶ τῆς ὁποίας τὸ μόνον ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε, Κύριοι, ἡ ἀληθὴς καταστροφὴ τῆς πίστεως τοῦ ἡμετέρου Κράτους. Ἐνῷ ἡμεῖς κατ’ ἔτος ἐψηφίζομεν νόμους, καὶ ἐπεβάλλομεν φόρους ἐπὶ φόρων, καὶ ἐπεβαρύνομεν τὸν λαὸν μέχρι τοῦ ἐσχάτου ὁρίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ἄνευ καταστροφῆς νὰ ἀνθέξῃ, ἕνα μόνον ἔχοντες σκοπὸν, τὴν ἀκμὴν πάντοτε τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, διότι ἐν τῇ πίστει αὐτῇ προσεδοκῶμεν τὴν θεραπείαν τῆς ἀνωμάλου οἰκονομικῆς ἡμῶν θέσεως, ἦλθον οἱ χρηματισταὶ τοῦ Λονδίνου καὶ ἔῤῥιψαν ἐν μέσῳ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑλλάδος μίαν μετάφρασιν τῶν ἐν Ἀργεντινῇ γενομένων, καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας δὲν ἐπέστησε τὴν προσοχὴν αὑτῆς ἐπαρκῶς, ἵνα ἐξετάσῃ ποία ἡ τύχη τοῦ παρομοίου θεσμοθετήματος ἐν τῇ Νοτίῳ Ἀμερικῇ, καὶ ἂν τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖ ὑπῆρξαν τοσοῦτον ἀγαθὰ, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, εἰς τοιαῦτα προσφεύγουσα μέσα ἀπέναντι τῶν δανειστῶν αὑτῆς. Δὲν ἐζήτησαν οἱ τότε κυβερνῶντες νὰ μάθωσιν ἐν τῇ μεμακρυσμένῃ ἐκείνῃ Δημοκρατίᾳ, τῇ ἄνευ ἱστορίας καὶ ἄνευ πόθων ἐθνικῶν, τῇ τέλεον ἴσως ἀδιαφορούσῃ περὶ τῆς γνώμης, ἣν ἐν Εὐρώπῃ ἤθελον σχηματίσει περὶ τῆς πίστεως αὐτῆς, ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς τὸ κατασκεύασμα ἐκεῖνο ἐδημιούργησε, καὶ ἂν προσφεύγοντες εἰς παρομοίας μεθόδους καὶ ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔπληττον ἐν τῇ καρδίᾳ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους καὶ δὲν ἐπεδείνουν τὴν νόσον, ἥτις μᾶς κατέτρυχε διὰ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐν τῇ χώρᾳ, ὅπως καὶ ἐν τῇ Νοτίῳ Ἀμερικῇ συνέβη, τῆς ἐπικαταλλαγῆς φθασάσης εἰς τὰ δυσθεώρητα ὕψη τῶν 300 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα ἐδέησε νὰ λειτουργήσῃ καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἐλειτούργησε, καὶ εὐτυχῶς σήμερον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ σκεπτόμενοι περὶ τῆς τύχης τοῦ ὑποβληθέντος ἡμῖν διατάγματος, ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὰ ἀποτελέσματα, ἵνα μὴ κρίνωμεν πλέον ἐπὶ τῇ βάσει κατηγοριῶν ἢ ὑπερασπίσεων ἐκ θεωριῶν, ἀλλ’ ἵνα κρίνωμεν ἐκ τῶν θλιβερῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ οἰκονομικῷ βίῳ τοῦ ἔθνους προέκυψαν ἐπὶ ζημίᾳ τῆς κοινωνίας συμπάσης. Ἐνθυμοῦμαι τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν ἐνώπιον ἡμῶν, εἰσηγούμενος δύο προϋπολογισμοὺς τοῦ 1892 καὶ τοῦ 1893, ἐνθυμοῦμαι κυρίως τὰς ἐνδελεχεῖς αὐτοῦ προσπαθείας, ἵνα ἀναλύων τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους ἀποδείξῃ διὰ τῶν ἀριθμῶν καὶ διὰ τῶν πραγμάτων τὴν αἰτίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπάσχομεν, καὶ καταδείξῃ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς δυσφορίας, ἥτις κατ’ ἐπανάληψιν μᾶς περιέβαλλεν. Ἐνθυμοῦμαι πόσον ἐπέμεινε τότε, ἵνα παραστήσῃ ὁποῖον τιμαλφὲς κεφάλαιον ἦτο διὰ τὸ Κράτος ἡμῶν ἡ δημοσία πίστις καὶ ὅλην τὴν σειρὰν τῶν συλλογισμῶν αὐτοῦ, διὰ τῶν ὁποίων ἔπεισε τὴν Βουλὴν, ὅτι τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς διαῤῥυθμιζομένης ἄνευ ἀνάγκης πλέον ἐπιτάσεως τῶν βαρῶν, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς μετὰ πατριωτισμοῦ ὑπέφερεν, ἠδυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῆς στενοχωρίας τῆς οἰκονομικῆς, εἰς ἣν εἴχομεν περιστῇ, ἐὰν μόνον κρατοῦντες ἀκμαίαν τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν ἠθέλομεν τύχει τῆς δεούσης ἀρωγῆς παρὰ τῶν ξένων κεφαλαίων. Παρατηρῶ δὲ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε, παρατηρῶ τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπικύρωσιν τῶν λόγων αὐτοῦ, καὶ ἐρωτῶ: τί ἤθελον οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ τόπου, οἱ κληθέντες κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον, ἵνα διοικήσωσι τὸ Κράτος ἀπούσης τῆς Βουλῆς, τί ἤθελον, προσφεύγοντες εἰς τὰ μέσα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ἄπληστοι χρηματισταὶ τοὺς ἔῤῥιψαν, καὶ διατὶ τοσοῦτον ἀβούλως κατέῤῥιψαν καὶ κατεῤῥύπαναν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους ἄνευ ἀνάγκης καὶ ἐπὶ ἀνατροπῇ συστήματος ὁλοκλήρου, τὸ ὁποῖον μακρὰ ἐφαρμογὴ πολιτικῆς ὑγιοῦς εἶχε καθιερώσει διὰ μακρῶν κόπων.
§59ΣΑΚΚΗΣ. Ἔρχεσθε ἐκ τῶν κορυφῶν τοῦ Ταϋγέτου, φαίνεται. Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ μᾶς διώρθωσε!
§60ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχεν ἐπιτευχθῆ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἰσοζύγιον· αἱ ἐπαγγελίαι, τὰς ὁποίας κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1892 ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἦσαν ἐν τῷ συντελεῖσθαι· τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 ἦσαν ὁρατὰ εἰς χεῖρας τῶν κυρίων Ὑπουργῶν· ἁπλῆ ἀνάγνωσις ἀριθμῶν ἠδύνατο νὰ πείσῃ αὐτούς, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ δύναμις τῆς χώρας ἦτο πολὺ ἀνωτέρα τῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας περὶ αὐτῆς ἐποιοῦντο· καὶ ἐν τούτοις ἐν τῇ πρώτῃ στιγμῇ τῆς στενοχωρίας, εἴτε ἀπροσεκτοῦντες ἐκ τῆς χαρᾶς, διότι περιῆλθον μετὰ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, εἴτε ἐκ τῆς παραζάλης, διότι ἐνόμισαν, ὅτι ἀσφυξία εἶχε καταλάβει αὐτοὺς, προέβησαν εἰς ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἀνέτρεψε τὴν οἰκονομικὴν πίστιν τοῦ Κράτους, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐντεῦθεν παραχθέντων ἐρειπίων ἐρχόμεθα σήμερον νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἐπ’ αὐτῶν καλούμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσηγουμένου τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ἤρχοντο δι’ ἀριθμῶν κυρούμεναι, καὶ μοὶ ἐγένετο διακοπή τις, ὅτι ἴσως κατέρχομαι ἐκ τῶν κορυφῶν τοῦ Ταϋγέτου, ἀγνοῶν τί ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Πολιτείᾳ συμβαίνει, ὅτι ἴσως ὡς Βουλευτὴς δὲν φροντίζω νὰ σχηματίσω γνώμην περὶ τῶν πραγμάτων, περὶ τῶν ὁποίων ἔχω ἐντολὴν παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου νὰ μεριμνήσω. Ἵνα ἀπαντήσω εἰς ταῦτα, θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους ἐπί τινα λεπτὰ νὰ μοὶ παράσχωσι τὴν προσοχήν των, ἵνα τοῖς ἀναγνώσω τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἐπισήμως κεκυρωμένα, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ δι’ αὐτοὺς ἀναμφισβήτητα, διότι ἔχουσι τὸ κῦρος εὐτυχῶς,—καὶ εἶναι τὸ μόνον εὐτύχημα τῆς παρελθούσης τοῦ Μαΐου ὑπουργικῆς μεταβολῆς,—ἔχουσι, λέγω, εὐτυχῶς τὸ κῦρος τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ διηύθυνον, καὶ τῆς ὁποίας προΐσταντο, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ δημοσίευσις αὐτῶν συνετελεῖτο. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 ἐπρόκειτο νὰ κλείσῃ μετ’ ἐλλείμματος ἀρκούντως σημαντικοῦ, καὶ ἂν μελετήσωμεν τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, ὅστις ἐδημοσιεύθη τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1892, δυνάμεθα ἐξ αὐτοῦ νὰ ἐξαγάγωμεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἔκλεισεν ἀπολογιστικῶς μὲ ἔλλειμμα, προσωρινῶς τοὐλάχιστον, (διότι δὲν ἔχομεν τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν) 15,500,000 ὡς ἔγγιστα. Τὴν κατάστασιν ταύτην ἀντιληφθεὶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἅμα κληθεὶς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3ης Μαΐου 1892, ἐσκέφθη περὶ τῶν μέσων, ἅτινα ὤφειλε νὰ ἐξεύρῃ, ἵνα ὁ προϋπολογισμὸς τοὐλάχιστον τοῦ 1892 μὴ ἀφήσῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ἐπαπειλοῦντα ἀληθῶς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1892 διαχειριζομένη τὰ κοινὰ, εἶχεν ἤδη μεριμνήσει περὶ καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος· 4,500,000 δρ. περίπου φόροι εἶχον ἤδη τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τότε Πρωθυπουργοῦ ψηφισθῆ· ἀλλὰ τὰ ποσὰ ταῦτα βεβαίως δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσι πρὸς συγκάλυψιν ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον οἱ ἀριθμοὶ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι, ἐξακολουθούσης τῆς αὐτῆς πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως, δὲν ἠδύνατο νὰ ἦτο ἔλαττον τῶν 17,000,000. Ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τῶν 4,500,000 τῶν ἐψηφισμένων, ἐπεβλήθησαν νέοι φόροι ἴσου καὶ πλέον ποσοῦ, καὶ οὕτω πως τὸ ποσὸν τῶν νέων φόρων ἀνεβιβάσθη εἰς 9,790,000 δραχ. περίπου· ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ διοικήσει ἐξεζητήθησαν οἰκονομίαι, καὶ αἱ οἰκονομίαι αὗται προϋπελογίσθησαν εἰς 7,150,000 δραχμάς. Ὑπὸ τοιαύτας δὲ συνθήκας, τὸ μὲν δι’ οἰκονομιῶν ἐξ 7 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, τὸ δὲ διὰ νέων φόρων 10 περίπου ἑκατομμυρίων ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, ἐπαγγελλομένης τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἀντεπροσώπευε τὴν ἀληθῆ οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι τὰ πράγματα ἔμελλον νὰ κυρώσωσι τὰς κυβερνητικὰς προβλέψεις. Σήμερον ἔχομεν εὐτυχῶς τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Εἷς καὶ μόνος μὴν ὑπολείπεται, ὁ τελευταῖος διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1892· ἔχομεν τὴν ἐπίσημον δημοσίευσιν, τὴν γενομένην τῇ 22 Ὀκτωβρίου 1893, πρὶν ἢ ἔτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐπανέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐπισήμου δημοσιεύματος δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν πορίσματα καὶ κρίσεις περὶ τῶν τότε γενομένων ἐπαγγελιῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ προϋπολογισμὸς περιέχει ἔσοδα μὲν ἐξ 103,550,000, ἵνα παραλίπω τὰς λεπτομερείας, ἔξοδα δὲ ἐξ 97,637,000. Μεταξὺ τῶν ἐσόδων περιλαμβάνεται καὶ δάνειον 1,280,000 δρ. πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ δημοτικὴν ὁδοποιΐαν τῶν χρημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐθνικὴ ὁδοποιΐα λαβοῦσα εἶχεν ἤδη καταναλώσει, καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ δὲν ἐπραγματοποιήθη· ὅθεν, μειουμένου τοῦ ποσοῦ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων κατὰ τὸ μὴ πραγματοποιηθὲν ἀλλὰ προβλεφθὲν δάνειον τῶν 1,280,000 δρ., ἔχομεν ὑπόλοιπον 102,300,000 περίπου δραχμῶν. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν εἰσέτι εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐκείνην τελειότητα, ὥστε νὰ καταρτίζωμεν προϋπολογισμοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων. Τὸ διέπον μέχρι τοῦδε τὴν ἡμετέραν χώραν σύστημα εἶναι τὸ τῆς καταρτίσεως προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιώσεων, καὶ μόνον κατὰ τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ μέτρον, ὅπως αἱ βεβαιώσεις γίνωνται ὅσον τὸ δυνατὸν χαμηλαὶ, ἵνα μὴ ἡ ἐκτέλεσις τῶν προϋπολογισμῶν παρουσιάζῃ ἀποτελέσματα ἀνατρέποντα πάντας τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπολογισμοὺς μιᾶς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὁποία βάσις εἶχε ληφθῆ· νὰ λαμβάνηται ὁ μέσος ὅρος τῆς τελευταίας τριετίας, καὶ ὅταν ὁ μέσος ὅρος αὐτὸς ἦναι ἀνώτερος τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ τελευταίου ἔτους, νὰ μὴ λαμβάνηται διὰ τὰ ἔσοδα ὁ μέσος ὅρος, ἀλλὰ νὰ λαμβάνηται τὸ τελευταῖον ἔτος, τὸ παριστῶν ἐλάσσονα ἀποτελέσματα. Ἀντιθέτως ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα αἱ πιστώσεις δίδονται ἐπαρκεῖς καὶ πλήρεις ἐπὶ τῷ μεγίστῳ ὅρῳ, καθόσον ἡ ἀνάγκη δὲν ἐπιβάλλει τὴν ἀποκοπὴν πιστώσεων λόγῳ οἰκονομίας. Ἐνῷ λοιπὸν 102,300,000 περίπου προϋπολογίζει ἡ Κυβέρνησις, ἡ κατάστασις ἡ δημοσιευθεῖσα τῇ 22 Ὀκτωβρίου 1893 μᾶς παρέχει τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα 103,171,000, χωρὶς εἰς τὰς βεβαιώσεις αὐτὰς νὰ περιλαμβάνηται τὸ ποσὸν τοῦ δανείου διὰ τὴν ἀπόδοσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Ἔχομεν τουτέστι, πρὶν ἢ περιληφθῶσιν αἱ βεβαιώσεις, ἃς θέλει παράσχει ὁ τελευταῖος μὴν τῆς χρήσεως, ὁ Ὀκτώβριος τοῦ 1893, ποσὸν βεβαιωθέντων κατὰ πολὺ ὑπέρτερον τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντος, καὶ ἔχομεν τὸ εὐχάριστον, ἐπαναλαμβάνω, ἀποτέλεσμα, πρὶν ἢ ἡ χρῆσις ὁλόκληρος κλεισθῇ, νὰ κυρῶνται οἱ ἐπίσημοι λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, καὶ νὰ ἔχωμεν ἀκόμη τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κατόπιν ἐπελθὼν μὴν εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξήσῃ κατὰ ποσόν τι τὰς τοιαύτας αὐτοῦ προβλέψεις. Ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως βεβαιώσεων ἔχομεν ἔσοδα εἰσπραχθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ αὐτοῦ ἐπισήμου πίνακος 93,214,000.
§61ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ ποῖον ἔτος;
§62ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χρῆσις τοῦ 1892. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 ἐγένετο αὐταὶ αἱ ἐπαγγελίαι. Ἔχομεν ἔσοδα τακτικὰ εἰσπραχθέντα 93,214,000, ἔχομεν δὲ ταὐτοχρόνως, κατὰ τὴν αὐτὴν κατάστασιν, μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ 1893 ἔξοδα τακτικὰ, πληρωθέντα διὰ τὴν αὐτὴν χρῆσιν τοῦ 1892 δρ. 89,879,000 ἢ 89,880,000 στρογγυλόν ἀριθμόν. Ἄρα ἔχομεν ἐκ τοῦ ἐπισήμου αὐτοῦ πίνακος τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ καταπονηθεῖσα χώρα, ἡ χώρα ἐκείνη, δι’ ἣν κατὰ τοὺς τέως Ὑπουργοὺς ἥρμοζεν ἡ δοθεῖσα λύσις διὰ τοῦ περιπύστου κατασκευάσματος τοῦ Φαῖντιγγ, οὐ μόνον ἐπλήρωσεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προϋπελογίσθησαν, ἀλλὰ παρέσχε καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας τῆς χρήσεως, πλὴν τοῦ τελευταίου, 3,335,000 δρ. περίσσευμα.
§63ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ζητήσω μίαν πληροφορίαν; Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε, ἀφοῦ τὸ ἔτος αὐτὸ παρουσιάζει περίσσευμα καὶ ὄχι ἔλλειμμα, διατὶ συνωμολογήθησαν δάνεια;
§64ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατάστασις ἡ δημοσιευθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας μετείχετε, τὸ λέγει.
§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸς τί συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 16,500,000; πρὸς τί συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 3,000, 000; πρὸς τί συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 7,300,000; πρὸς τί ἐλήφθησαν καὶ τὰ 2,600,000 ἀπὸ τὴν Τράπεζαν;
§66ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ προσφύγω εἰς 101 ἀπαντήσεις, ἀφοῦ αὖθις διατυποῖ ὁ κ. Βουλευτὴς 101 ἐρωτήσεις. Εἰς τὸν τέως ὅμως ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν θὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν, ἣν ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχέῃ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἰσοζύγιον μὲ τὴν κίνησιν τῶν κεφαλαίων ἐν τῷ ταμείῳ, καὶ ὅτι, ἂν αἱ πρόσοδοι αἱ κατὰ πλεονασμὸν προκύψασαι ἐκ μιᾶς χρήσεως ἐχρησιμοποιήθησαν ἵνα καλύψωσιν ἐλλείμματα προηγούμενα, ἢ ἐχρησιμοποιήθησαν ἵνα καλύψωσι δαπάνας ἐκτάκτους, ἐντεῦθεν δὲ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ταμειακῶν πράξεων προέκυψαν δυσχέρειαι, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐν πτωχεύσει, οὐδ’ ἡ τοιαύτη κατάστασις τοῦ ταμείου δικαιολογεῖ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπροκαλύπτως ἐνταῦθα κατεδίκασα. Γινώσκετε, ὅτι ἐξετελοῦντο τὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, καὶ κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, γινώσκετε καλλίτερον ἐμοῦ, πόθεν ἐπορίζοντο τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευον, ἵνα πληρόνωνται αἱ καταστάσεις τῆς ἀναδόχου τῆς κατασκευῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας. Γινώσκετε, ὅτι πολλαὶ ἔκτακτοι δαπάναι κατέστησαν ἀπαιτηταί, καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν ἠδύνατο περαιτέρω νὰ ἀναβάλῃ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε ἐνώπιόν σας αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1891, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον ὡς ἀπολογιστικῶς πλέον βεβαιωμένον, ὅταν ἔχητε τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, μὴ ὑπαρχόντων πλέον τῶν εἰδικῶν πόρων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ γείνωσι τὰ ἔργα, πληρωθείσας ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, μὴ ἔρχεσθε νὰ μὲ ἐρωτᾶτε διατὶ ἐδανείσθη ἡ Κυβέρνησις τὰ 16,500,000, μὴ ἔρχεσθε νὰ μὲ ἐρωτᾶτε διατὶ συνετελέσθησαν τὰ ἕτερα δάνεια. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, ἔρχομαι δὲ διὰ πράξεων, τὰς ὁποίας ὁ συνάδελφός σας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλος ἐβεβαίωσε, καὶ σᾶς ἀποδεικνύω περίσσευμα μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Ἐν τοιαύτῃ δὲ εὐχαρίστῳ οἰκονομικῇ καταστάσει, ἐπελθούσῃ συνεπείᾳ τῶν μέτρων, τῶν ὁποίων τὴν εἰσήγησιν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ἀναλάβῃ ὁ Ἕλλην ἐκεῖνος, ὁ κατέχων νῦν τὴν ἕδραν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νομίζω ὅτι τὰ πράγματα καὶ οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοὶ δίδουσιν ὑμῖν τὴν διάψευσιν, ἂν ἐπιμένητε λέγοντες, ὅτι ἡ πτώχευσις τῆς Ἑλλάδος εἶχεν ἤδη ἐπέλθει, ὅτε παρελάβετε τὴν ἀρχὴν καὶ ὅτι σεῖς ἔπρεπε νὰ σημάνητε τὸν κώδωνα τῆς χρεωκοπίας (ἐπευφημίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν ἔχω, Κύριοι, πολλὰ ἄλλα, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ ἐνδιατρίψω. Ἀγὼν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δὲν ἐγεννήθη περὶ τῶν ληπτέων μέτρων πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς καταστάσεως. Ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ ἀνεγράφησαν καί τινα μέσα θεραπείας. Καθ’ ὅσον ταῦτα εἶναι ὀρθὰ, διότι εἶχον παραληφθῆ ἐκ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἡ μερὶς ἡ πολιτικὴ, εἰς ἣν ἀνήκω, εἶχεν ἤδη διατυπώσει αὐτὰ, δὲν ἔχω ἐγὼ τὸ καθῆκον νὰ ἀντείπω, οὐδὲ νὰ προβῶ εἰς ἀναπτύξεις, διότι εἴμεθα ὡς πρὸς αὐτὰ σύμφωνοι. Τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἔλαβε τὸ θάῤῥος νὰ προτείνῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀποδεχθῇ καὶ κυρώσῃ διὰ τῆς ψήφου της, τὴν ἐνίσχυσιν ταύτην χαίρω βλέπων, ὅτι πᾶσαι αἱ μερίδες εἰσὶ πρόθυμοι νὰ ἀποδεχθῶσι· διότι ἐν τῇ ἐνισχύσει τῆς Ἐθν. Τραπέζης ὑποφώσκει ἡ ἐλπὶς τῆς θεραπείας τοῦ μόνου δεινοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου κατατρυχόμεθα, τοῦ δεινοῦ τουτέστι τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἥτις, ἐπιδρῶσα διὰ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κινδυνεύει καὶ τὰ ἄριστα τῶν ἔργων νὰ ἀνατρέψῃ ἐν τῇ ἐκτελέσει, ὅταν μάλιστα παρεμπίπτωσι γεγονότα, οἷα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρενέπεσαν, ἐπιδεινώσαντα τὴν θέσιν τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Τὸ μέτρον τῆς ἐνισχύσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκτὸς τοῦ πρωτίστου αὐτοῦ σκοποῦ, τοῦ νὰ ἐπενέγκῃ τὴν θεραπείαν τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἔχει τὴν ἀναμφισβήτητον χρησιμότητα νὰ διευκολύνῃ τὸν καταρτισμὸν πράξεων ἐν τῇ κοινωνίᾳ, νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς κοινωνικῆς φιλοπονίας, νὰ καταστήσῃ γόνιμον τὴν ἑλληνικὴν ἐργασίαν, ἐν τῇ παραγωγῇ δὲ τῇ περισσῇ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Κράτος νὰ εὕρῃ τροφὴν κατάλληλον, ἵνα ἐν ἀνέσει τοὺς πολίτας φορολογήσῃ. Ἐὰν μέτρα τοιαῦτα δὲν ληφθῶσιν, ὅπως τὸ ἔδαφος τὸ φορολογικὸν, ὁ ἐθνικὸς τουτέστι πλοῦτος ἀποβῇ γόνιμος, εἶναι δυνατὸν ἐπί τινα ἔτη νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπέδειξεν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, ἀλλὰ πρέπει νὰ φοβηθῶμεν μήπως φθάσωμεν ἡμέραν τινὰ εἰς καταπόνησιν· ὅταν μάλιστα ἐν χώρᾳ, οἵα ἡ ἡμετέρα, πρὸς τῇ ἀκριβείᾳ τῶν κεφαλαίων ἔχωμεν καὶ τὰ ζητήματα τῆς ἐπικαταλλαγῆς, τὰ τοσοῦτον ὀδυνηρὰ, τὰ παρακωλύοντα τὸν ἀπαρτισμὸν πάσης ἐμπορικῆς ἢ βιομηχανικῆς ἐπιχειρήσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ φροντίσωμεν ἐγκαίρως περὶ τῆς ἐξευρέσεως τοῦ κεφαλαίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πρῶτον ἐργαλεῖον τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἄνευ αὐτοῦ μὴ περιμένετε οὔτε ὁ γεωργὸς νὰ ἐνθαῤῥυνθῇ εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς καλλιεργείας του, οὔτε ὁ ἔμπορος νὰ ἐπιχειρήσῃ πράγματα δυνάμενα νέα εἰς αὐτὸν νὰ προσπορίσωσι κέρδη, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Κράτος ὠφελείας, οὔτε ὁ βιομήχανος νὰ συστήσῃ ἐργοστάσια ἐν Ἑλλάδι καὶ νὰ χρησιμοποιήσῃ πολλοὺς συμπολίτας ἡμῶν, οἵτινες, ἐν ἐλλείψει ἀφθόνου ἐργασίας, πολλάκις ἢ μένουσι πενόμενοι, ἢ ζητοῦσιν ἐκ πόρων μὴ πλέον τοσοῦτον ἀφθόνων νὰ προσπορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἡ αὔξησις τοῦ κεφαλαίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πάντα ταῦτα διευκολύνουσα, εἶναι βεβαιότατον ὅτι, κατορθουμένη, ὑπὸ τὴν πεφωτισμένην φροντίδα τῆς νῦν Κυβερνήσεως, θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁ πρῶτος λίθος τοῦ νέου οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν συντελεσθεῖσαν καταστροφὴν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀνεγείρωμεν. Ἔχομεν δὲ ἀνάγκην τῆς ἐνισχύσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν· διότι ἄνευ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἄνευ τῆς ἀφαιρέσεως τουτέστι τῆς λέπρας αὐτῆς, ἥτις μᾶς κατατρύχει ἀπὸ τόσων ἐτῶν, εἶναι λίαν δυσχερὲς μετὰ βεβαιότητος πάντοτε μαθηματικῆς, οἷα πρέπει νὰ διέπῃ τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν πράξεις, νὰ κανονίζωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ ἀπεκδεχώμεθα ἀποτελέσματα σύμφωνα πρὸς τὰς προβλέψεις. Ὅταν ἐρχώμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ πρὸς τῷ ποσῷ τῷ κατὰ μονάδας ἴσῳ μεταξὺ δραχμῆς καὶ φράγκου ἀναγράφομεν νομισματικήν τινα διαφορὰν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς πάντα ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι ἐν ἰσοζυγίῳ, ἀλλ’ οὐδεμία ἀπόδειξις ἐναντία δύναται νὰ ἀντιταχθῇ καὶ εἰς τὸν βεβαιοῦντα ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἀληθὴς καὶ εἶναι προωρισμένος νὰ εὕρῃ τὴν διάψευσιν ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐπιδεινουμένης τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ἥτις ἀναγκαίως θέλει πληρωθῆ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ὅτε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 κατηρτίζετο, εἴχομεν ἐπικαταλλαγὴν κατὰ 35% περίπου ἀνωτέραν τοῦ ἀρτίου.
§67ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. 55.
§68ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ μνήμης ὁμιλῶ· ἴσως καὶ 55%, εἶναι ὅμως ἀδιάφορον διὰ τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω. Καὶ ἐπροικοδοτήθη τὸ κονδύλιον ἐκεῖνο μὲ ποσόν τι ἀνάλογον, ἴσως ἐπροικοδοτήθη μὲ ποσὸν ὅμοιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρειάζετο κατὰ τὴν ἐπικαταλλαγὴν τῆς ἡμέρας, διότι προεβλέπετο ἡ παῦσις αὐτῆς τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος. Δὲν ἐννοῶ νὰ κατακρίνω οὐδένα, διότι εἶναι πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα διαφεύγουσιν ἐνίοτε καὶ τὴν καλὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν τῆς θελήσεως τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ σκεφθῆτε, ποῖος προϋπολογισμὸς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνθέξῃ ἐνώπιον τῆς ἐπικαταλλαγῆς, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐγέννησε τὸ ἀριστούργημα τὸ χρηματιστικὸν τοῦ Φαῖντιγγ; Ὅταν εἴδομεν τὰς ὁδοὺς τοῦ Ἑρμοῦ καὶ τοῦ Αἰόλου πενθούσας ἐκ τῆς συμφορᾶς, καὶ ὅταν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐβλέπομεν μεγάλοις γράμμασιν ἀναγεγραμμένην τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ ἐπὶ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ ἀνεγινώσκομεν ὅτι, ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ ἀγοράσῃ 100 φράγκα, πρέπει νὰ πληρώσῃ 188 δραχμὰς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους προϋπολογισμὸς νὰ μείνῃ ἀρτιμελής; εἶναι δυνατὸν κοινωνικὴ δρᾶσις νὰ ὑπάρξῃ; εἶναι δυνατὸν νὰ συνδυάσωσιν οἱ ἐμπορευόμενοι τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτῶν καὶ εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ νὰ ἐξαγάγωσι τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἐνταῦθα πρὸς πώλησιν ὑπάρχουν, εἴτε ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς νὰ φέρωσι προϊόντα ἄλλα εἰς ἀνταλλαγὴν διὰ τὰς ἐν γένει κοινωνικὰς ἀνάγκας, ὅταν τὸ συνάλλαγμα ἐπικρέμαται κατὰ 88% ὑπερτετιμημένον, καὶ ὅταν—τοῦθ’ ὅπερ εἶναι χεῖρον ἔτι—ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην μεταβολὴ τιμῆς κατὰ δέκα ὁλοκλήρους μονάδας δύναται νὰ ἀνατρέψῃ καὶ τὸν προσεκτικώτερον ὑπολογισμὸν καὶ τὴν φρονιμωτέραν ἐμπορικὴν πρᾶξιν; Διὰ τοῦτο δὲν πιστεύω ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς νὰ ὑπάρξῃ τις ἀμφισβητῶν τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως οὐδείς, πιστεύω, ἀποκρούει, ὅτι ἀμέσως, εἰ δυνατόν, πᾶσα ἀπόφασις δέον νὰ ληφθῇ, ὅπως ἀποσυρθῇ τῆς κυκλοφορίας τοῦ τόπου τὸ πλεονάζον ἐκεῖνο νόμισμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπεῤῥόφησεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἡ κοινωνικὴ ἀνάγκη, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἀπεῤῥόφησεν ἡ τοῦ Δημοσίου στενοχωρία, ὁσάκις αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἐξεύρεσιν πόρων διὰ τὰ ἐν τῇ ἐκτελέσει εὑρισκόμενα ἔργα, ἢ ὁσάκις αἱ ἐφαρμοζόμεναι ἑκάστοτε ἰδέαι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνέτρεπον τὸ ἐπιδιωκόμενον ἰσοζύγιον καὶ ἄφινον ἐλλείμματα, τῶν ὁποίων ἡ συγκάλυψις πάντοτε ἐκ προσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου ὤφειλε νὰ γείνῃ. Τοιαῦται, κύριοι Βουλευταὶ, ἦσαν αἱ θεωρίαι καὶ αἱ γνῶμαι, αἵτινες ὑπεχρέωσαν τὴν πλειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ὑποβάλῃ πρὸς ὑμᾶς τὸ σχέδιον, ὅπερ ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀκράδαντον ἔχει πεποίθησιν ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ ἐπελθὼν συγκλονισμὸς δὲν παρέχει πλέον τὸ ἔδαφος, ὅπως ἀμέσως ἐκτελεσθῶσιν ἐντελῶς ἄρτιαι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου ταμείου. Δὲν ἐρχόμεθα ἡμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, μετὰ τὰ τελεσθέντα γεγονότα νὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν τελείαν ἐπάρκειαν, δὲν δυνάμεθα νὰ μιμηθῶμεν ἐκείνους, οἵτινες ἀνεῤῥιχήθησαν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἐπαγγελλόμενοι τελείαν ἐπάρκειαν ἄνευ φόρων καὶ ἄνευ δανείων· τὰς περιστάσεις τὰς ἐκτιμῶμεν, οἷαι εἶναι· ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ ἐπιστήμη τῶν περιστάσεων, καὶ συμφώνως πρὸς τὰς περιστάσεις κανονίζονται πάντοτε καὶ τὰ προγράμματα καὶ αἱ πράξεις τῶν κυβερνώντων κομμάτων. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναγνωρίζωμεν, ὅτι ἡ μετὰ τὴν 30 Μαΐου συντελεσθεῖσα πλέον κατάστασις δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀκεραίαν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς τὸ Κράτος ἀνέλαβε, δὲν πράττομεν τὸ ἄδικον, Κύριοι, νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι μετὰ πεποιθήσεως δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι πρέπει τὸ ἔθνος νὰ μὴ ἐξαντλήσῃ πᾶν μέσον, ὅπως φθάσῃ εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν παροχῶν, ἃς δύναται νὰ ποιήσηται. Ὑπὸ τοιαύτας ἰδέας, ὅτι ἡ ἐθνικὴ τιμὴ ἐπιβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος τὴν ἐξάντλησιν παντὸς μέσου, ὅπως ἡ ἐθνικὴ ὑπογραφὴ καταστῇ σεβαστὴ ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ, ἀνεγράψαμεν τὴν σχετικὴν παράγραφον ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, εἴμεθα δὲ βέβαιοι, ὅτι, ἐξετάζουσα μετὰ περισκέψεως τὰ πράγματα ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, θὰ ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις ἐκείνας, αἵτινες εἶναι καθαρὰ ἐκτέλεσις τῆς εὐχῆς, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ διετυπώσαμεν. Μόνον ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἔθνος, οἷον τὸ ἡμέτερον, ἔχον παρελθὸν καὶ παρελθὸν ἱστορικὸν, ἔχον ἐθνικοὺς πόθους καὶ μέλλον, δύναται, πάντοτε ἐργαζόμενον καὶ ἀποβλέπον πρὸς τὴν ἔντιμον ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὑτοῦ, νὰ ἐξακολουθήσῃ θαῤῥούντως τὴν σταδιοδρομίαν καὶ νὰ δράσῃ ἐν τῇ Ἀνατολῇ συμφώνως πρὸς τὰς παραδόσεις αὑτοῦ. Τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπεκαλέσθησαν οἱ τῆς μειονοψηφίας, τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς θὰ ἐπικαλεσθῶμεν καὶ ἡμεῖς· εἴμεθα δὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς θὰ ἦναι πάντοτε ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον καὶ ἡ ἐθνικὴ τιμή! (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας προέβησαν εἰς ἔρευναν θεμάτων, τὰ ὁποῖα, ὅσῳ καὶ ἂν ἦναι συναφῆ πρὸς τὸν βασιλικὸν λόγον, εἶναι ὅμως κεχωρισμένα ἀπὸ τῆς συζητήσεως τῆς ἀπαντήσεως εἰς αὐτόν. Καὶ ἐχώρισε τὰ θέματα ταῦτα ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρότεινε νὰ κηρυχθῇ, ὅτι εἶναι ἄκυρον τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκυρώθη ἡ σύμβασις περὶ τοῦ δανείου τῶν 100,000,000 τῆς 30 Μαΐου 1893, καὶ ἐχώρισαν τὸ θέμα τὸ ἕτερον οἱ ἐπερωτήσαντες, οἵτινες ἐζήτησαν νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα ἰδία, ὅπως συζητηθῇ τὸ ἕτερον θέμα, ἐὰν ἡ ἐγκύκλιος διαταγὴ, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐκήρυξεν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἰσχὺν ὁ νόμος περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν φόρων τινῶν, ἐὰν ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἐξεδόθη νομίμως, καὶ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ αὐτήν. Τὰ δύο ταῦτα θέματα θεωρῶ κεχωρισμένα, ὄχι μόνον διότι ἐχωρίσθησαν ὑπὸ τῶν προτεινάντων τὸ νομοσχέδιον καὶ τὰς ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ καὶ διότι τὰ θέματα ταῦτα συνδέονται μετὰ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἡ εὐθύνη αὐτῶν ἐνδέχεται νὰ ἦναι μόνον πολιτικὴ, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ ἦναι καὶ ποινικὴ, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε τὸ ἐγκρίνει. Ἑπομένως ἑκάτερον τῶν θεμάτων τούτων δέεται ἰδίας κεχωρισμένης συζητήσεως. Καὶ ἐγὼ μὲν δὲν ἤμην ἁρμόδιος, ἵνα κανονίσω τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν οἱ προαγορεύσαντες μετῆλθον, διὰ τοῦτο οὔτε διέκοψα αὐτοὺς, οὔτε παρεκάλεσα νὰ παραιτηθῶσι τῆς ἐρεύνης ταύτης· δηλῶ ὅμως, ὅτι, ἐὰν λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, δὲν θέλω τηρήσει τὴν αὐτὴν τάξιν. Θέλω ἀπόσχει νὰ ἐρευνήσω τὸ θέμα, ἐὰν τὸ δάνειον τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη τὴν 30 Μαΐου 1893, ἐὰν συνωμολογήθη νομίμως ἢ οὔ, καὶ ἐὰν τὸ δάνειον τοῦτο ἦτο συμφέρον εἰς τὸ Κράτος· δὲν θέλω δ’ ἐγγίσει παντάπασι τὸ θέμα, ἐὰν ἡ ἐγκύκλιος, διὰ τῆς ὁποίας ἐκηρύχθη ἄκυρος ὁ νόμος περὶ πληρωμῆς εἰς χρυσὸν δικαιωμάτων τινῶν καὶ φόρων τοῦ Δημοσίου, ἦναι νόμιμος ἢ ὄχι. Ἀμφότερα τὰ θέματα ταῦτα θεωρῶ κεχωρισμένα, καὶ θέλω ἐπιφυλαχθῆ νὰ ἀγορεύσω ἐπ’ αὐτῶν, ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου ὅταν προταθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπὶ δὲ τοῦ δευτέρου ὅταν συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, ἣν συνεπλήρωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάλιν παρακαλοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ προσέρχωνται τὴν 3ην μ. μ. ἀκριβῶς. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.