1893.02.02
3,356 rows · 25,137 words · 280 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
Τῆς 2 Φεβρουαρίου 1893.
(Τρίτη).
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτροπὴ ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ Πύργου καὶ τῶν χωρίων διὰ τηλεγραφήματός της παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ μετακλήσεως ἐξ Εὐρώπης εἰδικοῦ γεωπόνου πρὸ τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. πρὸς ὑπόδειξιν τῶν καταλλήλων μέσων διὰ τὴν καταπολέμησιν τοῦ περονοσπόρου. Θέλει ἀποσταλῆ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§2ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου καὶ κατεπείγοντος τούτου ζητήματος ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς γνωρίζετε, ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἐπροξενήθησαν μεγάλαι καταστροφαὶ εἰς ὅλας τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἰδίως δὲ ἐν Ἠλείᾳ. Ἐκ τοῦ πολυτίμου προϊόντος τῆς σταφίδος ἐξαρτᾶται ἡ εὐημερία καὶ ἡ τύχη ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις πρὸ πολλοῦ νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν αὐτοῦ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον, ἵνα μετακαλέσῃ τάχιστα ἐξ Εὐρώπης γεωπόνον εἰδικὸν, ὅπως συμβουλεύσῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ μεγίστου τῶν κακῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, καὶ ἑτέραν σύστασιν ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὡς ἐκ τῶν ζημιῶν τοῦ περονοσπόρου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἡ ἐπαρχία Ἠλείας διέρχεται ἔκτακτον οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, οἱ κάτοικοι αὐτῆς πένονται εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον, δυσκόλως δὲ θὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των. Θεωρῶ ἑπομένως καλὸν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις διατάξῃ τὰς ἐν Ἠλείᾳ ἁρμοδίας οἰκονομικὰς ἀρχὰς νὰ παύσωσι τὰς κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου φοβερὰς καὶ ἀνηκούστους πιέσεις των. Πρὸς τούτοις εἶναι ἀναγκαῖον, ἵνα ποιήσηται ἡ Κυβέρνησις ἐντόνους παραστάσεις πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως καὶ αὕτη ἔλθῃ ἀρωγὸς πρὸς τοὺς κτηματίας, παύουσα τὰς κατὰ τῶν ὀφειλετῶν αὐτῆς καταδιώξεις, συνάμα δὲ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν κτηματιῶν ἀνάλογον χρηματικὴν ποσότητα πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων αὐτῶν. Διότι νομίζω, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν μεγίστην ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ μὴ ἀρνηθῇ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν τὴν συνδρομήν της ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, ἐξ ἧς μέχρι τοῦδε ἱκανὰ ἀπεκόμισε κέρδη. Ἡ δὲ Κυβέρνησις ὡσαύτως ἔχει εὐθύνην, τοὐλάχιστον ἠθικὴν, ὅπως παράσχῃ τὴν συνδρομήν της ὑπὲρ τῶν δυσπραγούντων συμπολιτῶν μου Ἠλείων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο τῶν Βουλευτῶν Λαρίσσης, οἱ κύριοι Καραστέργιος καὶ Ἐδὶπ–Σερὲφ–Χασὶπ, ἀπευθύνουσι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις.
§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «1) Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ εὑρισκόμενα ἔγγραφα, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν χορηγηθεῖσαν τῷ Γεωργίῳ Μοντελιάνῳ ἢ Σαοὺλ Μονδιάνῳ ἄδειαν πρὸς σύστασιν ἰδιωτικοῦ σχολείου ἐν Τρικκάλοις καὶ Λαρίσσῃ, ἐν οἷς καὶ τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 6228 καὶ 6559 τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου 1891 ἀποσταλέντα ὑπὸ τοῦ Νομάρχου Τρικκάλων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἔγγραφα. «2) Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εὑρισκόμενα ἔγγραφα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν χορηγηθεῖσαν τῷ Ἀλῇ Μουσταφᾷ ἄδειαν πρὸς σύστασιν ἰδιωτικοῦ ὀθωμανικοῦ σχολείου ἐν Λαρίσσῃ. «3) Παρακαλεῖται ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐνοικίασιν τῆς αὐλῆς τῆς οἰκίας τοῦ Ἀντωνίου Χατζηκώστα πρὸς διαφύλαξιν τῶν ἐν Λαρίσσῃ ἀνακαλυφθεισῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπάρχῃ ἐν Λαρίσσῃ δημόσιον οἴκημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ ἀποτεθῶσι καὶ διαφυλαχθῶσιν ἀρχαιότητες, οἷαι αἱ ἐν Λαρίσσῃ ἀνακαλυφθεῖσαι.»
§5ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔναντι τοῦ Μοναστηρακίου ἐκτίσθη ὁ σταθμὸς τοῦ ὑπογείου σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ἀλλ’ ἔναντι τοῦ σταθμοῦ τούτου εἶναι ἐρείπιά τινα ἄμορφα, τὰ ὁποῖα βλάπτουσι τὸν ἐξωραϊσμὸν τοῦ μέρους ἐκείνου. Νομίζω, ὅτι καὶ κατὰ τὴν σύμβασιν καὶ ἐν γένει ἐκ τοῦ νόμου ὑπεχρεοῦτο νὰ ἔχῃ τὸν σταθμὸν μετ’ ἀναλόγου προεκτάσεως ὁ κ. Ψύχας. Προκειμένου λοιπὸν νὰ παραληφθῇ τὸ ἔργον, τὸ θεωρούμενον τώρα ὡς ἀποπερατωθὲν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, διατὶ μένει αὐτὸς ὁ ἄμορφος χῶρος ἐκεῖ, καὶ δὲν ὑποχρεοῦται ὁ κ. Ψύχας νὰ κάμῃ πλατεῖαν τοῦ σταθμοῦ; Καὶ ἐπὶ τέλους τὸν παρακαλῶ, ἵνα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἄρῃ ἐκείνην τὴν ἀσχημίαν δι’ ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν, νὰ μεταβληθῇ δὲ ὁ χῶρος ἐκεῖνος, ὅπως εἶναι εἰς ὅλους τοὺς σταθμοὺς τῶν διαφόρων εὐρωπαϊκῶν πόλεων, ὅπου ἀπέναντι τῶν σταθμῶν ὑπάρχει πλατεῖα καὶ εἶναι τὸ μέρος ἐξωραϊσμένον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Πρὸ εἰκοσαετίας περίπου ὁ Λεσσὲψ, εὐγνωμονῶν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἐδωρήσατο ἄπειρον ἔκτασιν γηπέδου ἐν Πὸρτ–Σάϊδ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ὁ χῶρος οὗτος ἀποτελεῖ μέρος τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως ταύτης, καὶ κατέχεται παρὰ ξένων καὶ παρ’ ἡμεδαπῶν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω, παρελήφθη ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἢ κατελήφθη παρανόμως; Πρόκειται δὲ περὶ περιουσίας μεγίστης.
§6ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατέχεται ὑπ’ ἀλλοδαπῶν;
§7ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ παρ’ ἡμεδαπῶν.
§8ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἐκ Μεσσήνης κ. Βουλευτὴς ἐπηρώτησεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων συνεβλήθη μετὰ τοῦ Γάλλου ἐργολάβου Dufour ἄνευ προηγουμένης δημοπρασίας, ὅπως οὗτος ἀναλάβῃ καὶ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ ὑδραγωγείου Χελιδονοῦς, ἀντὶ 45,000 δραχμῶν. Ἂν δὲ τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, διατὶ ὁ Δήμαρχος προέβη εἰς τοιαύτην συμφωνίαν παρὰ τὰ νόμιμα, καὶ τί προτίθεται νὰ ἐνεργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός». Καταθέτω τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῇ προκλήσει τοῦ Ὑπουργείου ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων ὑπέβαλε περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐκ τῆς ἀπαντήσεως δὲ ταύτης ἐξάγεται, ὅτι οὐδεμία συμφωνία εἰσέτι ἐκλείσθη μετὰ τοῦ ἐργολάβου αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι διαπραγματεύσεις μετ’ αὐτοῦ διεξάγονται.
§9ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως ἐγένετο συμφωνία μετ’ ἄλλου τινὸς ἐργολάβου;
§10ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μετ’ οὐδενὸς ἐργολάβου ἐγένετο εἰσέτι συμφωνία, ἀλλὰ διαπραγματεύσεις διεξάγονται μετὰ τοῦ ἐργολάβου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐν τῇ ἐπερωτήσει γίνεται λόγος, ὁ δὲ Δήμαρχος λέγει, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις διεξάγονται μετ’ αὐτοῦ, καθ’ ὅσον μόνον οὗτος, λόγῳ τῆς εἰδικότητός του, θέλει δυνηθῆ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον, περὶ οὗ πρόκειται. Ἐπίσης ἐπηρώτησεν ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς περὶ τῆς παύσεως τοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου Καρπενησίου. Ὁ Δήμαρχος προέβη εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου λόγῳ ἐλλείψεως πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 4, τοῦ προπέρυσι ψηφισθέντος νόμου. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐνόμισεν, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ Δημάρχου δὲν ἐδικαιολογεῖτο, διότι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ἐκείνου λέγει, ὅτι ἡ παῦσις τοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου καὶ τῶν ὑπαστυνόμων γίνεται ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, ὅταν δὲν περιελήφθη ἐν τῷ ἐγκριθέντι ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ ἡ πρὸς διατήρησιν εἰδικοῦ ἀστυνόμου ἢ καὶ ἀντιμισθίαν ὑπαστυνόμων ἀναγκαία πίστωσις· ἀλλ’ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἀνεγράφη πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου ἐκείνου, εἶναι, ὅτι, ἐπειδὴ δυνάμει τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας πρέπει νὰ μένωσι πάντοτε ὑπὲρ τοῦ δήμου 50% ἐκ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, δὲν ὑπῆρχε ποσὸν ἀρκοῦν, ὅπως ἀναγραφῇ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ μὴ ἐφαρμοσθέντος εἰσέτι τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐγένετο μία ἐγκύκλιος ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας εἰδοποιοῦντο οἱ Δήμαρχοι, ὅτι μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου ἤθελον ἐξακολουθήσει ὑφιστάμεναι αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους 1892. Τὸ γεγονὸς λοιπὸν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε ποσὸν, ὅπως ἀναγραφῇ τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας ἀπαιτούμενον ποσὸν, δὲν ἐδικαιολόγει τὸν Δήμαρχον, ἵνα προβῇ εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ἀστυνόμου, ἐνῷ ὑπῆρχε πέρυσι ποσὸν ἀρκετὸν, ὅπως πληρωθῇ ὁ ἀστυνόμος, καὶ ἑπομένως διετάχθη ὁ Νομάρχης, ἵνα ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δημάρχου, καὶ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζόμενος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, μέχρις οὗ ἐφαρμοσθῇ ὁ νέος νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας. Καταθέτω τὰ διαμειφθέντα ἔγγραφα μεταξὺ Νομάρχου καὶ Ὑπουργείου περὶ τοῦ ζητήματος. Ὁ ἐξ Αἰγιαλείας κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε πολλὰς ἐπερωτήσεις σχετιζομένας πρὸς τὸν σιδηρόδρομον Διακοφτοῦ– Καλαβρύτων. Ὑποβάλλω ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ κ. Γκοτλὰν ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐλέγχου τῶν σιδηροδρόμων ἀφ’ ἑτέρου, πρὸς δὲ ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν ἀπάντησιν τὴν ὑπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων διδομένην. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην πληροφοριῶν, θέλω προθυμοποιηθῆ νὰ τὰς χορηγήσω.
§11Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐν Ζακύνθῳ ἐπιτροπὴ ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων ἐτηλεγράφησε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, αἰτουμένη, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ οἰκοδομησίμου ξυλείας καὶ ἄλλων οἰκοδομησίμων ὑλικῶν ἀτελῶς. Τοῦτο κατὰ τὸν νόμον περὶ δασμολογίου δὲν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἑπομένως ὑποβάλλω νομοσχέδιον, παρέχον ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιτρέπῃ τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς παραγγελλομένων οἰκοδομικῶν ὑλικῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 173).
§13Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Χθὲς ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας Πάγκα ἐζητήθη ἡ κατάθεσις ἐγγράφων τινῶν. Καταθέτω ταῦτα. Πρό τινων ἡμερῶν ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Θήρας πληροφορίας περὶ σμύριδος (ἀναγινώσκει): «Πόσοι στατῆρες σμύριδος ἐπωλήθησαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐκ Νάξου ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1891 μέχρι τέλους τοῦ 1892, τί εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον, καὶ πόσα ἔξοδα ἐπλήρωσεν». Ὑποβάλλω σημείωμα, περιλαμβάνον τὰ ἐν τῇ ἐρωτήσει.
§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ποσόν;
§15Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναγράφονται ταῦτα, ἄλλως ἐλάχιστα, ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1891, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἡ διάκρισις ἀπὸ Ἰανουαρίου 1892, ἀλλ’ ἐν συνόλῳ αἱ εἰσπράξεις μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1892 εἶναι 207,730. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἶναι ἀναγεγραμμένον πιθανὸν ἔσοδον 192,000. Πρὸς δὲ ἐπηρώτησεν ὁ κύριος Βουλευτής: «Ποῖοι οἱ πράκτορες, οἱ δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου ἀναλαβόντες τὴν ἐκποίησιν τοῦ προϊόντος τούτου, καὶ προσέτι ἐὰν, καθ’ ἃ ὑπεσχέθη, θὰ φέρῃ νόμον ἡ Κυβέρνησις, ὅπως μειώσῃ τὸν φόρον τῶν 5 δραχμῶν κατὰ στατῆρα τῆς σμύριδος, ὃν ὁ νόμος τοῦ 1859 ἐπέβαλεν». Οἱ πράκτορες εἶναι προσωρινῶς ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Διὰ ταύτης τὸ Δημόσιον ποιεῖται τὰς ἀποστολὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ τὰς πωλήσεις ἐπὶ πληρωμῇ δικαιώματος προμηθείας. Περὶ τελευταίου εἰς τὰ τῆς σμύριδος ἀφορῶντος ζητήματος, ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τί γενήσεται περὶ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1859, καθ’ ἣν ἐπὶ ἐξαγωγῆς ἐκ τῆς χώρας σμύριδος ἰδιωτικῆς ἐπεβάλλετο φορολογία πέντε δραχμῶν, παρατηρῶ, ὅτι μετὰ τὸ 1889 ἐπῆλθε μεταβολὴ τοῦ καθεστῶτος, καθ’ ὃ ἐπεβάλλετο ἡ φορολολία αὕτη· διότι, ὅταν ἐπεβλήθη ἡ φορολογία αὕτη, ἐθεωροῦντο ἰδιοκτῆται καὶ διαχειρισταὶ τοῦ προϊόντος οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1861 ἐξεδόθη νόμος περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν, ὅστις διέθεσεν ἄλλως τὰ περὶ τούτου. Ἤδη, παρασκευασθέντος νομοσχεδίου τροποποιοῦντος τὰ περὶ μεταλλείων, ὅπερ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν αὔριον, ἐν τούτῳ περιελάβομεν καὶ διάταξιν σχετικὴν πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1859, ὅστις σήμερον δὲν σχετίζεται πρὸς τὰ τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ σχετίζεται πρὸς τὰ τῆς διαθέσεως τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν. Πλὴν τῶν περὶ σμύριδος, ἐπηρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τί ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις περὶ βαρυτίνης. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς γνωστὸν τοῖς πᾶσι, μετεκαλέσατο ἐκ τῆς Οὑγγαρίας πολύπειρον μεταλλευτὴν, διευθύνοντα ἐκεῖ μεταλλευτικὴν ἐπιχείρησιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὃν ἡ Οὑγγρικὴ Κυβέρνησις ἀπέστειλε, προθύμως ἀποδεχθεῖσα τὴν αἴτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ πεπειραμένος οὗτος μεταλλευτὴς διεξήγαγε τὸ ἔργον αὐτοῦ ἤδη ἐπὶ τόπου σχεδὸν πλῆρες, θὰ διεξαγάγῃ δὲ καὶ ἐν τῇ ἰδίᾳ χώρᾳ ἀναλύσεις τινὰς ἐπὶ μεγαλειτέρων ποσῶν, ἅτινα ἀπεστάλησαν πρὸς τοῦτο παρ’ αὐτοῦ ἐκεῖ· ἐν τούτοις ὑπέβαλε καὶ ἔκθεσιν πλήρη περὶ ὅσων ἐδῶ ἐξήτασεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ συμπληρώσῃ τὰ συμπεράσματα ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀναλύσεων. Καὶ ἴσως ἐὰν ἕως ἐδῶ εἶχον μόνον προβῆ τὰ περὶ τούτου, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ θέματος, ἀλλ’ ἡ γνώμη τοῦ Οὔγγρου μεταλλευτοῦ εἶναι, ὅτι θὰ ἦτο πρέπον νὰ ἐγίνοντο πρακτικαί τινες δοκιμασίαι διὰ πωλήσεως προϊόντος πρὸς κατεργασίαν ὑπὸ ἑταιρίας, καὶ πρὸς τοῦτο ἀνεμένομεν τὰς ἀναλύσεις, ἵνα γινώσκωμεν πληρέστερον τοῦ ὅρους, ὑφ’ οὓς καὶ τὸ προϊὸν δύναται νὰ ἐκποιηθῇ, διότι καὶ οἱ μέλλοντες ν’ ἀγοράσωσι θέλουσιν ὁδηγηθῆ ἐκ τῶν ἀναλύσεων τούτων, ὅπως ἐπίσης θέλουσιν ὁδηγηθῆ καὶ ἐκ τῶν ἐκθέσεων τοῦ μεταλλευτοῦ. Ἀλλ’ ἐγένετο ἤδη καὶ πρότασίς τις παρά τινος ἐπιχειρηματίου, ὅπως ἀγοράσῃ ποσὸν βαρυτίνης ἐπὶ τῷ σκοπῷ, ἵνα ἐγκαταστήσῃ ἐπὶ τόπου καταστήματα κατεργασίας. Ἐννοεῖται ὅτι, ἐὰν ἐν τῷ σταδίῳ τῷ νῦν τῆς μελέτης τοῦ ζητήματος ἀποφασισθῇ, ὅπως προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς παραχώρησιν οὐχὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀποκλειστικοῦ τῆς μεταλλεύσεως, ἀλλὰ ποσοῦ τινος πρὸς ἐκμετάλλευσιν δοκιμαστικήν, οὕτως εἰπεῖν, καίτοι ἐπὶ ποσῶν προσδιδόντων εἰς τὴν κατεργασίαν βιομηχανικὸν χαρακτῆρα δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ γένηται τοῦτο δι’ ἁπλῆς συμβάσεως, πρέπει πάντως νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν δημοπρασίαν, ἵνα αὕτη κανονίσῃ τὴν τιμήν. Καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἰδέαν ταύτην, θέλω συνάμα μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταλλείων ὑποβάλει καὶ νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον, ἵνα πωληθῇ ποσόν τι ὡρισμένον, περιεκτικότητος ὡρισμένης κατ’ ἀνώτατον ὅρον, καὶ ἐπὶ κατεργασίᾳ ἐν διορίᾳ ὡρισμένῃ ἐκ τῶν προτέρων, ταῦτα δὲ ὑπὲρ ἐκείνου, ὅστις ἐν διαγωνισμῷ, περὶ οὗ θέλει ἀποφανθῆ ἐπιτροπή, αὐτὴ αὕτη, ἡ καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταλλείων διευθύνουσα τὰ περὶ τούτου, ἤθελε κριθῇ ὡς ὑποβαλὼν τὴν συμφερωτέραν προσφοράν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς εἶπον, ἐλπίζω νὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω αὔριον συνάμα μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν.
§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοιοῦτον περίπου δικαίωμα δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νόμου;
§17Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ δεσμεύσῃ τὴν Πολιτείαν ἐπὶ χρόνον μακρότερον τοῦ καθωρισμένου πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος αὐτῆς. Τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου ἔχει διάρκειαν ἑνὸς ἔτους, ἑπομένως δύναται τὸ Δημόσιον νὰ πωλήσῃ ποσὸν, ἐπὶ τῷ ὅρῳ ὅμως τῆς διεκπεραιώσεως τῆς πωλήσεως ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἐνῷ εἰς ἐγκατάστασιν καταστήματος κατεργασίας, ἀπαιτεῖται παροχὴ διορίας πρὸς κατεργασίαν τοῦ προϊόντος, αὕτη δὲ ἡ διορία εἶναι ἡ προκαλοῦσα τὴν ἀνάγκην νομοθετήματος, διότι ἄδειαν πρὸς παροχὴν διορίας μακροτέρας τῆς τοῦ τελευταίου νόμου δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις.
§18ΠΑΧΥΣ. Τίνα περιεκτικότητα κατὰ μέσον ὅρον ἔδωκεν ὁ ὀρυκτολόγος;
§19Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπεν ὅτι ἡ περιεκτικότης ποικίλλει, ὅτι ἀπὸ τοῦ ὅρου τῶν 280 γραμμαρίων περίπου ἐν τῷ τόννῳ ὀρυκτὸν δύναται ἐπικερδῶς νὰ κατεργασθῇ, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχει καὶ ὀρυκτὸν περιεκτικότητος 300 καὶ 350 καὶ 500 γραμμαρίων ἐν ποσότησι σπουδαίαις, ὑπάρχει δὲ καὶ ἐν μικραῖς ποσότησι 1000 καὶ 1500 γραμμαρίων, ἀλλ’ ὡς παρατηρεῖ οὗτος, προκειμένου περὶ πωλήσεως, εἰς τὴν Πολιτείαν ἀπόκειται νὰ ποιῆται τὴν ἀνάμιξιν ἐπὶ ἀναλογίαις παρεχούσαις τὸν συμφωνηθησόμενον μέσον ὅρον.
§20ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ ἔκθεσις θὰ δημοσιευθῇ;
§21Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναί.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατατεθὲν σημείωμα περὶ τῶν πωληθέντων ποσῶν σμύριδος θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 174).
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν πρὸ ὀλίγου ὑποβληθεῖσαν περὶ γηπέδου ἐν Πὸρτ–Σαΐδ ἐπερώτησιν. Περὶ τοῦ γηπέδου τούτους τὸ ὁποῖον ἐδωρήθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως πρὸ ἐτῶν, εἰδικὸς νόμος προὐνόησεν ἐν ἔτει 1888, διὰ τοῦ νόμου δὲ τούτου παρεχωρήθη τὸ γήπεδον τοῦτο τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν ἐν Πὸρτ– Σαΐδ Ἑλληνικὴν κοινότητα, τὴν κατηρτισμένην κατὰ τοὺς ἡμετέρους νόμους καὶ ἐγκεκριμένην διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Ἔκτοτε τὸ γήπεδον παρεδόθη εἰς τὴν κοινότητα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐπὶ τοῦ γηπέδου ἦσαν προσωρινῶς κατ’ ἀνοχὴν ᾠκοδομημένα παραπήγματα, καὶ περὶ τὴν ἔξωσιν τῶν κατεχόντων τὰ παραπήγματα ἐκεῖνα ὑπῆρξε δυσχέρεια, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν κατωρθώθη νὰ ἀπέλθωσιν ἑκουσίως οἱ ἀνεγείραντες τὰ παραπήγματα, ἐγένετο δὲ καὶ ἔξωσίς τινων ἐξ αὐτῶν, καὶ ἐτελέσθη ἡ τελετὴ τῆς καταθέσεως τοῦ θεμελίου λίθου πρὸς ἔγερσιν τῆς ἐκκλησίας. Τελευταῖον παράπονον, ὅτι ἐξακολουθοῦσι κατέχοντες τὸ γήπεδον τοῦτο ξένοι, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ὑπεβλήθη. Θέλω ὅμως, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως, ἐξετάσει, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ τι πρόσκομμα, θέλω φροντίσει, ὅπως ἀρθῇ.
§24ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ στελέχους ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 175).
§26ΣΑΚΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς μουσικοὺς καθυστερεῖται τὸ ἐπιμίσθιον τὸ διδόμενον καὶ εἰς ἄλλους ὑπαξιωματικοὺς ἄλλων σωμάτων, τοῦ ὁπλοστασίου καὶ ἄλλων, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου. Δυνάμει τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νόμου βεβαίως καταργοῦνται τὰ ἐπιμίσθια ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καθυστερῶνται τὰ ἐπιμίσθια ταῦτα πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου, ἐνῷ εἰς τοὺς λοιποὺς ὑπαξιωματικοὺς τῶν ὅπλων, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσα, δὲν καθυστεροῦνται. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν πράγματι καθυστερῶνται τὰ ἐπιμίσθια, καὶ ποία πρόνοια δέον νὰ ληφθῇ περὶ αὐτῶν.
§27ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θέλω ἐξετάσει καὶ καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας.
§28ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον χθὲς τηλεγράφημά τι, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε πρὰ μικροῦ λόγον ὁ συνάδελφός μου κ. Πετραλιᾶς, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσα ἀμέσως χθὲς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Φρονῶ ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἔλθῃ αὐτὸς ὁ γεωπόνος, διότι, ὡς πάντες γνωρίζετε, ἡ ἐπαρχία τῆς Ἠλείας κατεστράφη ἐκ τοῦ περονοσπόρου, εἶναι δὲ ἡ ἐπαρχία αὕτη ἐκ τῶν συνεισφερουσῶν μέγα ποσὸν ἐσόδων εἰς τὸ Κράτος, καὶ εἶναι ἄδικον νὰ ὑποστῇ καὶ ἐφέτος τὸ αὐτὸ δυστύχημα ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα.
§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§31ΖΩΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ, ἐὰν εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἰδιοκτήτων καὶ κοινοτικῶν δασῶν περιλαμβάνωνται καὶ τὰ δύο δεκατημόρια, τὰ ἀρχῆθεν προστεθέντα, καὶ ἑπομένως, ἂν δὲν θὰ ἐπέλθῃ προσθήκη νέα. Αἱ περὶ τούτου διατάξεις τοῦ ἄρθρου νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διασαφηνισθῶσι.
§32Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ πρόσθετα ποσοστά, προῆλθεν ἐξ ἀσαφείας περὶ τὴν ἔκφρασιν· τὰ πρόσθετα ποσοστὰ περιλαμβάνονται ἐν πᾶσι τοῖς ἀναγραφομένοις ὅροις, καὶ διὰ τοῦτο συνετάχθησαν αἱ δύο παράγραφοι, ἡ τρίτη καὶ ἡ τετάρτη ἄλλως, ὥστε καθαρῶς νὰ ἐμφαίνηται, ὅτι τὰ πρόσθετα ποσοστὰ περιλαμβάνονται ἐν τοῖς ὅροις τῶν φόρων, διότι οὐ μόνον ἐν τῇ τετάρτῃ παραγράφῳ ὑπῆρχεν ἡ ἀσάφεια αὕτη, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ τρίτῃ, προκειμένου περὶ τῆς στρογγύλης ἐμφλοίου ἢ ἀφλοίου ξυλείας. Προσέτι, κατόπιν τῶν λεχθέντων κατὰ προηγουμένην συζήτησιν, ἐν ταῖς παραγράφοις τετάρτῃ καὶ πέμπτῃ πρέπει νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐξαιρέσει τῶν ἐκ κήπων καὶ ἀμπελώνων» ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν ξύλων τῶν ἐν αὐτοῖς ὑπαρχόντων, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ὑποβάλλωνται καὶ τὰ σποράδην δένδρα εἰς φορολογίαν, ἀλλ’ οὐχὶ τὰ ἐντὸς κήπων καὶ ἀμπέλων.
§33ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οἱ ἐλαιῶνες;
§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ ἐλαιῶνες παρέχουσι πρόσοδον σπουδαίαν καὶ δὲν εἶναι πρέπον ν’ ἀπαλλάσσωνται, ἰδίως ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν.
§35ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πληρόνουσιν οἱ ἰδιοκτῆται τὸν φόρον των.
§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ πληρονόμενοι φόροι βαρύνουσι τὴν ἐτησίαν πρόσοδον, ὅταν δὲ καταστρέφηται ἡ ἐτησία πρόσοδος, πρέπει νὰ ἐπιβάλληται ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἐφ’ ἅπαξ ἀπολαμβανομένης προσόδου διὰ τῆς καταστροφῆς (ἱλαρότης).
§37ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ νομοσχέδεον συνεπάγεται αὔξησιν δαπανῶν;
§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ μέλλοντι, ὅταν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου σχηματισθῇ πεποίθησις, ὅτι παρέχει ἡ ὑπηρεσία στάδιον εἰς τοὺς περὶ τὰ δασικὰ ἐκπαιδευομένους καὶ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸν κλάδον τοῦτον τῆς ἐκπαιδεύσεως νέοι προορίζοντες ἑαυτοὺς εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τῶν δασῶν, ἡ παρὰ τούτων, καταρτιζομένων ἐπιστημονικῶς καὶ τεχνικῶς, κατάληψις τῶν κατὰ τὸν νόμον θέσεων θὰ ἐπενέγκῃ αὔξησιν ἐτησίας δαπάνης· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1893 δὲν ἐπάγεται δαπάνην τὸ νομοσχέδιον.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ παράγραφοι τρίτη καὶ τετάρτη τοῦ ἄρθρου 1 θ’ ἀναγνωσθῶσιν ἐκ νέου, ὡς ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§40ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Παράγραφος τρίτη. «Ἐπὶ τῶν δασῶν τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ τῶν ἐν τῇ κατοχῇ αὐτοῦ διαφιλονεικουμένων τὸ δικαίωμα τοῦτο, σὺν τῷ προσθέτῳ ποσοστῷ τῶν δύο δεκατημορίων, ὁρίζεται, ἐπὶ μὲν τῆς ὑλοτομουμένης πελεκητῆς ἢ πριστῆς τετραγώνου ξυλείας καὶ τῶν συλλεγομένων καὶ κατασκευαζομένων λοιπῶν δασικῶν προϊόντων εἰς 30%, ἐπὶ δὲ τῆς στρογγύλης ἐμφλοίου ἢ ἀφλοίου εἰς 24% ἐπὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν, ὁριζομένης ἐτησίως κατ’ εἴδη διὰ Β. Διατάγματος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν πραγματικῆς ἀγοραίας αὐτῶν τιμῆς». Παράγραφος τετάρτη (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν δασῶν τῶν μονῶν, τῶν δήμων, τῶν κοινοτήτων, τῶν ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων καὶ τῶν ἰδιωτῶν καὶ τῶν διαφιλονεικουμένων τῶν διατελούντων ἐν τῇ κατοχῇ αὐτῶν, τὸ δικαίωμα τοῦτο, σὺν τῷ προσθέτῳ ποσοστῷ τῶν δύο δεκατημορίων, ὁρίζεται κατὰ τοὺς ὅρους τῆς προηγουμένης παραγράφου, ἐπὶ μὲν τῆς ὑλοτομουμένης πελεκητῆς ἢ πριστῆς τετραγώνου ξυλείας εἰς 18%, ἐπὶ δὲ τῆς στρογγύλης ἐμφλοίου ἢ ἀφλοίου ξυλείας εἰς 12%. Εἰς τὸ αὐτὸ δικαίωμα ὑποβάλλεται καὶ ἡ ξυλεία καὶ τὰ δασικὰ προϊόντα τὰ ἐξ οἱουδήποτε ἐδάφους προερχόμενα, ἐξαιρέσει τῶν ἐκ κήπων καὶ ἀμπελώνων».
§41Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ, ἀρχομένῃ ὡς ἑξῆς: «Ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῶν βαλανιδίων καὶ κηκίδων τῶν διὰ θαλάσσης μεταφερομένων ἢ ἐξαγομένων», προτείνω, ἵνα διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «τῶν διὰ θαλάσσης μεταφερομένων ἢ ἐξαγομένων».
§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διασαφήσῃ, ἂν δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ θὰ φορολογηθῶσιν αἱ ἐσοδεῖαι μόνον τοῦ 1893 καὶ ἐφεξῆς, ἢ καὶ αἱ τοῦ 1892 καὶ 1891. Αἱ παλαιαὶ ἐσοδεῖαι ἐξηντλήθησαν. Ἄν που εὕρηται ἀπώλητον πρᾶγμα παλαιᾶς ἐσοδείας, τί γενήσεται;
§43Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἐξηντλήθησαν, τὸ ζήτημα δὲν παρουσιάζει σπουδαιότητα. Ἐν τοῖς τελωνείοις δὲν δύναται νὰ γείνῃ διάκρισις, τὰ δὲ διὰ τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν εἰσπραττόμενα ὑπόκεινται ἀναποδράστως εἰς τὰ περὶ ἀποδόσεως ἐμμέσων φόρων κρατοῦντα, ἤτοι εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ φόρου ἐκ τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ βεβαιοῖ αὐτὸν ἡ τελωνειακὴ ἀρχή.
§44ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ παρὰ διὰ τὴν νέαν ἐσοδείαν, διότι δὲν εἶναι δίκαιον, ἡ ἐσοδεία τοῦ παρελθόντος ἔτους νὰ φορολογηθῇ κατὰ μέγα μὲν μέρος κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, κατὰ τὸ ἐλάχιστον δὲ, τὸ ἔχον τὴν ἀτυχίαν νὰ μένῃ ἀπώλητον, κατὰ τὸν νέον· πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ὁ νόμος ὡς πρὸς τὰ βαλανίδια θ’ ἀρχίσῃ ἐφαρμοζόμενος ἀπὸ τέλους Αὐγούστου.
§45Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄν ὁ φόρος, ἀντὶ νὰ αὐξηθῇ, εἶχεν ἐλαττωθῇ, ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν θὰ ἐθεώρει, ὅτι ἦτο ἄτοπος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀποφασισθῇ, ὅτι ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου θὰ ἰσχύσῃ ὁ νέος φόρος, διότι τότε εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς διακρίσεως τῆς παραγωγῆς, τίς ἐγγυᾶται, ὅτι ἅπασα ἡ παραγωγὴ τοῦ 1892 θὰ ἦναι πωλημένη πρὸ τῆς 1 Ἰουνίου καὶ δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἀνισότης πρὸς τοὺς βραδύτερον πωλοῦντας; Οἱ βραδέως πωλοῦντες ὑφίστανται τὸ κοινὸν πάθημα τῶν μὴ γρηγορούντων.
§46Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι δὲν προέφθασαν νὰ ὑποβάλωσι τίτλους ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν δασῶν, ἐφ’ ὧν εἶναι κάτοχοι, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις φορολογεῖ ὡς ἰδιόκτητα, μὲ φόρον ἐπικαρπίας. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἂν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ δάση ἐννοῇ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπικαρπίας, ὅπερ δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι τότε θὰ προσβληθῶσι κεκτημένα δικαιώματα.
§47Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν καλούμεθα νὰ λύσωμεν ἐνταῦθα ζητήματα περὶ δικαιωμάτων ἰδιοκτησίας ἢ κατοχῆς. Ταῦτα θέλουσι κανονισθῆ κατὰ τὰ κείμενα. Ἐνταῦθα κανονίζεται ἡ φορολογία τῶν δασικῶν προϊόντων. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὰ τῆς κυριότητος· τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ πράξῃ, καὶ δὲν εἶναι ἀδύνατον, νὰ ἀπολήξῃ ἡ μελέτη αὐτῆς περὶ τῶν ἀξιώσεων τοῦ Δημοσίου εἰς λύσιν συμφέρουσαν εἰς τοὺς κατοίκους.
§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§49ΡΑΛΛΗΣ. Ἤκουσα τὴν τροπολογίαν τῆς τετάρτης παραγράφου· πρόκειται περὶ τῶν δένδρων, τὰ ὁποῖα εἶναι πεφυτευμένα ἐντὸς ἀμπέλων. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ καταστροφῆς προσόδου, ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ τέλος. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ αἱ φορολογικαὶ αὐτοῦ διατάξεις στηρίζονται ἀκριβῶς εἰς τὴν ἰδιότητα τῶν δασικῶν προϊόντων, καὶ δὲν προτίθεται νὰ φορολογήσῃ τὰ ξύλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προκύπτουσιν ἐκ καλλιεργείας. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἤθελε φορολογήσει τὴν ξυλείαν τὴν καύσιμον, τὴν προερχομένην ἐκ τῶν ἐλαιοδένδρων, πρόκειται νὰ φορολογήσῃ ξυλείαν προερχομένην οὐχὶ ἀπὸ καλλιεργείας, ἀλλ’ ἐκ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον παύει νὰ ἦναι παραγωγὸν, διότι τὸ ἐλαιόδενδρον, τὸ ὁποῖον φορολογεῖται μέχρι τῆς καταστροφῆς, φορολογεῖται ἐπὶ τῆς προσόδου, δὲν φορολογεῖται τὸ κεφάλαιον· σήμερον, καταστρεφομένου τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὑποβάλλετε εἰς φορολογίαν· τοῦτο ὅμως εἶναι ἄτοπον.
§50Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑλοτομία τῶν ἐλαιοδένδρων τῶν ἐντὸς κήπων καὶ ἀμπέλων δὲν ὑποβάλλεται εἰς φορολογίαν, ἡ τῶν ἐκτὸς ὅμως τούτων ὑποβάλλεται, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ ὑποβάλληται εἰς αὐτὴν, διότι παύουσι τὰ ἐλαιόδενδρα παρέχοντα τὴν πρόσοδον τὴν ἐκ τοῦ καρποῦ, καὶ παρέχουσιν ἑτέραν, τὴν ἐκ τῆς ξυλείας, ἧς εἶναι δίκαιον νὰ μετάσχῃ καὶ τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῇ κανονικῇ ἀναλογίᾳ.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν παρέχουσιν ἄλλην πρόσοδον, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ κεφάλαιον. Διὰ τὴν μεγάλην καλλιέργειαν τῶν ἐλαιοδένδρων κατεβλήθη ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἅμα ἐκκοπῇ τὸ δένδρον, παύῃ ὂν προσοδοφόρον. Περιορίζετε διὰ τοῦ νόμου τὴν καλλιέργειαν, κάμνετε δὲ καί τι πλέον, ἀναγκάζεται τὸν ἰδιοκτήτην νὰ ἀποφύγῃ εἰς τὸ ἑξῆς ν’ ἀντικαθιστᾷ τὰ ἐλαιόδενδρα, τὰ ὁποῖα ἔπαυσαν ὄντα προσοδοφόρα. Τοιαῦτα δὲ ὑπάρχουσι πλεῖστα πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται μόνον διὰ καύσιμον ὕλην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τόσον τὸ ποσὸν, ὥστε νὰ μὴ ἀποβλέψητε εἰς τὴν ἀποθάῤῥυνσιν, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπέλθει.
§52Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς θεωρεῖ, ὅτι ἡ ἐκ τοῦ νόμου τούτου φορολογία ἐπιβάλλεται μόνον εἰς τὴν δασικὴν ξυλείαν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν συμβαίνει, διότι καλλιεργοῦνται δένδρα χάριν τῆς ἐκ τῆς ξυλείας προσόδου, ἥτις ὑποβάλλεται ἐκ τοῦ νόμου τούτου εἰς φορολογίαν. Κυπάρισσοι καὶ ἄλλα δένδρα, καλλιεργοῦνται συστηματικῶς μόνον χάριν τῆς ἐκ τῆς ξυλείας προσόδου. Οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἡ πρόσοδος αὕτη μένῃ ἀφορολόγητος, ὁ δὲ φόρος, εἰς ὃν ὑποβάλλεται, εἶναι ὁ δασικός. Ἀλλ’ ἐπεχείρησε καὶ ἄλλην διάκρισιν ὁ κ. Βουλευτής· εἶπεν, ὅτι τὰ ἔξοδα τὰ γινόμενα πρὸς ἐμφύτευσιν καὶ ἀνάπτυξιν ἐλαιῶν, δὲν ἀπολήγουσιν εἰς πρόσοδον ἐκ τῆς ξυλείας, ἀλλὰ μόνον εἰς πρόσοδον ἐκ τοῦ καρποῦ. Καὶ διατὶ ἡ στεφάνη ξυλείας, ἥτις ἐτησίως ἐπιπροστίθεται εἰς τὴν ἐλαίαν, δὲν σχετίζεται πρὸς τὰς δαπάνας τῆς ἐμφυτεύσεως καὶ τῆς καλλιεργείας; διατὶ ἡ τῆς στεφάνης ἀξία δὲν λογίζεται ἐν τῇ ἐτησίᾳ προσόδῳ τοῦ ἰδιοκτήτου; Ὁ ἰδιοκτήτης ἀποκτᾷ κατ’ ἔτος καρπὸν καὶ αὔξησιν ξυλείας, καὶ ἐπὶ μὲν τοῦ καρποῦ πληρόνει τὸν φόρον κατ’ ἔτος, ἐπὶ δὲ τῆς ξυλείας πληρόνει ὅταν τὸ δένδρον παραδοθῇ εἰς ὑλοτομίαν.
§53ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἓν καὶ τὸ αὐτὸ προϊὸν νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποβάλληται εἰς δύο φορολογίας, διότι ἡ ἐκκοπὴ τῶν κλάδων γίνεται, ὅπως τὸ δένδρον ἀποβῇ παραγωγικὸν καὶ ὠφεληθῇ οὕτω καὶ ὁ κτηματίας καὶ τὸ Δημόσιον. Ἄλλως τε, ὅταν καθαρίζηται τὸ ἐλαιόδενδρον, ὁ κτηματίας ὑποβάλλεται εἰς δαπάνας δύο καὶ τριῶν δραχμῶν καὶ θ’ ἀποκτήσῃ 2–3 φορτία ξυλείας, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δίκαιον νὰ φορολογήσητε, ἐκτὸς ἐὰν κόπτῃ τὸ ἐλαιόδενδρον καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς ξύλευσιν.
§54ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ θαυμάσωμεν τὴν ἐφευρετικότητα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν δικαιολογητικὴν βάσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐλαιοδένδρων. Εἶδεν ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν οὔτε δίκαιον νὰ φορολογήσῃ τὸ κεφάλαιον, πολλάκις δὲ ὁ ἴδιος ἀνέπτυξεν εὐγλώττως τὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία εἶναι παγκόσμιος, ὅτι τὰ κεφάλαια δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς φορολογίαν, ἀλλὰ τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν, ἡ προσαύξησις...
§55Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζω τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀνέπτυξα ποτὲ, ἑπομένως δὲν τὴν ἀνέπτυξα οὔτε εὐγλώττως (ἱλαρότης).
§56ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι μόνον σέβεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ κεφάλαιον, ἀλλὰ σέβεται καὶ τὸ εἰσόδημα αὐτοῦ, διότι εἰσέτι δὲν εἰσήγαγε νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν κινητῶν κεφαλαίων, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὅλη ἡ Ἑλλὰς, δηλαδὴ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλὰ τέλος πάντων γνωρίζει τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, καὶ ἐφεῦρεν ὅτι δὲν εἶναι τὸ μόνον εἰσόδημα τῆς ἐλαίας ἡ ἐλαία, ὁ καρπὸς αὐτῆς δηλαδὴ, ἀλλ’ εἶναι καὶ αἱ διαστάσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνει ὁ κορμὸς τῆς ἐλαίας ἐκ τῆς στεφάνης, διὰ τῆς ὁποίας ἕκαστον ἔτος περιβάλλεται ὁ κορμὸς οὗτος. Αὐτὸ ὁμολογουμένως εἶναι εὐφυὲς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον. Ὁ ἀτυχὴς ὁ κτηματίας, ὅστις ἐδαπάνησεν, ἵνα ἀναπτύξῃ τὴν ἐλαίαν, ἀναγκάζεται ἐξ ἀνάγκης οἰκογενειακῆς, ἢ ἐκ τοῦ μὴ καρποφόρου τοῦ δένδρου, νὰ κόψῃ τὸ δένδρον, δηλαδὴ τὸ κεφάλαιον, νὰ σφάξῃ τὸ ζῶον, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς καταστροφῆς τῆς περιουσίας του ἐννοεῖ νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη περὶ τῶν τοῦ ἐλαιοδένδρου στεφανῶν, ὅσον εὐφυὴς καὶ ἂν φαίνηται, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι αἱ ἐλαῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐκκόπτονται, τοὐλάχιστον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἡμῶν, δὲν εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι προάγονται, καὶ ἀποκτῶσι στεφάνας ἐνιαυσίους, ἀλλ’ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐλαττοῦνται κατ’ ὄγκον ξυλείας, ἀποκτῶσι κουφάλας· ὥστε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ φορολογήσῃ τὴν κουφάλαν (ἱλαρότης).
§57ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησεν, ὅτι ὑπάρχουσι δένδρα, τὰ ὁποῖα φυτεύονται πρὸς ὑλοτομίαν. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ τις ὁ φυτεύσας ἐλαίας πρὸς τὸν σκοπὸν ὑλοτομίας. Ἀκριβῶς δὲ διότι δὲν ὑπάρχει, ἐκ τούτου προκύπτει ἡ διάκρισις μεταξὺ δένδρων ἐμφυτευομένων λόγῳ ὑλοτομίας καὶ δένδρων ἐμφυτευομένων λόγῳ καλλιεργείας καὶ προσόδου. Ἡ πρόσοδος τῶν μὲν ἔγκειται εἰς τὴν ἐκκοπὴν αὐτῶν, ἡ τῶν ἑτέρων εἰς τὴν συντήρησιν καὶ καλλιέργειαν. Ἐγὼ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὁμολογήσω, δὲν τὴν εὗρον ἐπίσης εὐφυᾶ, ὡς τὴν εὗρεν ὁ συμπολίτης μου· τὴν εὑρίσκω σόλοικον τὴν θεωρίαν περὶ αὐξήσεως τῆς προσόδου κατὰ στεφάνην, διότι καὶ πάλιν ἡ ξυλεία ἡ προστιθεμένη κατ’ ἔτος ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς προσόδου ἐκ τῶν ἐλαιῶν, καὶ τὴν στεφάνην αὐτὴν τὴν φορολογεῖ τὸ Δημόσιον, διότι αὐξάνει ὁ καρπός. Ὅταν ὅμως παύσῃ νὰ ᾖναι προσοδοφόρον τὸ δένδρον, διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ὁποίου κατεβλήθησαν κεφάλαια, ὅταν δηλαδὴ ἔρχηται ὁ ἰδιοκτήτης καὶ λαμβάνῃ μέρος τοῦ κεφαλαίου του, νὰ λέγητε ὅτι φορολογεῖτε τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἔπαυσε νὰ ᾖναι παραγωγὸν, αὐτὸ δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθόν. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογῶνται τὰ κεφάλαια, τοὐναντίον μάλιστα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρέπει τὸ κεφάλαιον νὰ φορολογῆται. Ἄλλως παρατηρῶ καὶ πάλιν, ὅτι διακρίνοντες ἐλαίας πεφυτευμένας ἐντὸς κήπων καὶ ἐλαίας μὴ πεφυτευμένας ἐντὸς κήπων πράττομέν τι μὴ ὀρθὸν, καὶ νομίζω, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται ἡ φορολογία ἐπὶ δένδρων, τῶν ὁποίων ὁ σκοπὸς δὲν ἦτο ἡ ξυλεία, ἀλλ’ ἡ παραγωγὴ καρπῶν.
§58Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐμφυτεύσας, ὡς εἰκὸς, ἀπέβλεψεν εἰς τὸν καρπὸν, ὡς τὴν κυρίαν πρόσοδον, ἀποδίδων ὅμως καὶ τὴν προσήκουσαν σημασίαν εἰς τὰς συμπληρωματικὰς προσόδους καὶ ἕτοιμος εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ προσήκοντος εἰς ἑκάστην τῶν προσόδων φόρου. (Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ἐπειδὴ ἐφύτευσεν οὗτος τὸν ἐλαιῶνα, ἵνα ἀπολαύσῃ πρόσοδον ἐκ τοῦ ἐλαίου, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς πρόσοδον τὴν ἐκ τῆς ὑλοτομίας τῆς ἐλαίας, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ συνάδελφος αὐτοῦ πλειότερον ἢ ὅσον εἶναι συνάδελφος ἡμῶν (ἱλαρότης).
§59ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Συμπολίτης· συνάδελφος ὄχι.
§60Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς: φορολογοῦντες τὴν ἐλαίαν καταστρεφομένην πράττετε τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ ἐφορολογεῖτε τὸ ζῶον τὸ θανατούμενον. Καὶ δὲν φορολογεῖται τὸ ζῶον τὸ θανατούμενον; Δὲν ἐπιβάλλομεν φόρους ἐπὶ τῶν σφαγείων, φόρους κειμένους πανταχοῦ; Δὲν ἐπιβάλλομεν φόρους ἐπὶ τοῦ δέρματος τοῦ ζώου; Ἐννοεῖται, ὅτι ταῦτα εἶναι πρόσοδοι, εἰς ἃς ἀπέβλεπεν ὁ κύριος τοῦ ζώου. Εὐθὺς ὡς ὑπάρχει πρόσοδος, ὑπάρχει βάσις φορολογίας, οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος, ἵνα ποιήσωμεν διάκρισιν μεταξὺ προσόδου προερχομένης ἐκ τῆς ξυλείας καὶ προσόδου προερχομένης ἐκ τοῦ καρποῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς προσέθηκε καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα· εἶπεν: ἀφοῦ ἐξαιρεῖτε τὰς ἐλαίας τὰς ἐντὸς κήπων καὶ ἀμπέλων, δέον νὰ ἐξαιρέσητε καὶ τὰς ἄλλας. Ταύτας θεωροῦμεν ὑποκειμένας εἰς τὸν γενικὸν κανόνα περὶ φορολογίας τῆς ὑλοτομίας, ὡς μὴ ὑφισταμένου ὡς πρὸς αὐτὰς τοῦ προκαλέσαντος τὴν ἐξαίρεσιν ἐκείνων λόγου. Δὲν εἴχομεν περιλάβει ἀρχικῶς ἐν τῷ νόμῳ τὴν ἐξαίρεσιν, ὅπως ἡ ἐλαία ἡ εὑρισκομένη ἐντὸς κήπου ἢ ἐντὸς ἀμπέλων μὴ φορολογῆται, ἀλλὰ γενομένης περὶ τούτου παρατηρήσεως, ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι ἐν κήπῳ τελοῦντι τὸν φόρον τῶν περιβολίων, ἢ ἐν ἀμπέλῳ, ἡ ἐξ ὑλοτομίας ἐλαιῶν πρόσοδος εἶναι εὔλογον νὰ μὴ προκαλῇ τὰς ἐνοχλήσεις τῆς φορολογίας, διὰ τὸ ὅλως ἀσήμαντον αὐτῆς· διότι, ἂν ἦσαν ἐν ἀριθμῷ ἀξίῳ λόγου αἱ ἐλαῖαι, δὲν θὰ ἦτο κῆπος ἢ ἄμπελος ὁ χῶρος, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἐλαιών.
§61ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ πρόσοδος θὰ ἦναι ἐλαχίστη, ἡ καταπίεσις δὲ σπουδαία, διότι, διὰ νὰ κλαδεύσῃ τις ἐλαιόδενδρα, πρέπει νὰ ζητήσῃ ἄδειαν. Αὐτοὶ οἱ νόμοι καταλήγουσιν εἰς καταπίεσιν τοιαύτην, ὥστε δὲν ἠμποροῦν πλέον οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐργάζωνται.
§62Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ καυσόξυλα ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ δήμου εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλονται φορολογίαν· ὥστε, τοὐλάχιστον ἐκ τούτου, δὲν ἔχει ἀφορμὴν ἡ στενοχωρία τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§63ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παρατήρησις εἶναι ὀρθοτάτη· διότι, ἐὰν πρόκηται ὁ Μενιδιάτης λ. χ. νὰ πωλήσῃ τὴν ξυλείαν τοῦ ἐλαιοδένδρου του, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ λάβῃ ἄδειαν καὶ νὰ πληρώσῃ φόρον. Δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ κάμῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς αὐξήσεως τῆς ἰδίας προσόδου καὶ τῆς προσόδου τοῦ Δημοσίου, τὸ ὑποβάλλετε εἰς ἄδειαν καὶ εἰς φορολογίαν. Περὶ τούτου πρόκειται.
§64Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι εἰς πλήρη ἀντίφασιν πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ἐστήριξε τὸ σύστημά του εἰς τὴν ἔλλειψιν προσόδου, εἰπών: «πρόκειται νὰ κλαδεύσω τὸ δένδρον οὐχὶ ἵνα ἀπολαύσω πρόσοδον, ἀλλ’ ἵνα ὠφελήσω τὸ δένδρον, καὶ ὅμως ἔρχεσθε ἐνοχλοῦντές με διὰ φορολογίας». Οὐδεὶς θὰ ἐνοχλήσῃ τὸν κλαδεύοντα τὸ δένδρον, διότι κατὰ τὸν νόμον ἐντὸς τοῦ δήμου δύναται νὰ ποιήσηται ἀτελῆ κατανάλωσιν τῆς ἐκ τῆς κλαδεύσεως ξυλείας, ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐξαγάγῃ τοῦ δήμου τοὺς κλάδους πρὸς πώλησιν, τότε προβάλλει τὸ Δημόσιον, ζητοῦν ἵνα μετάσχῃ τῆς προσόδου.
§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§66Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑπομνήσω εἰς τοὺς ἀγορεύοντας τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐνόσῳ ὑφίσταται τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ τηρήσω.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, πρόκειται περὶ ἄρθρου, περιλαμβάνοντος πολλὰ ζητήματα, καὶ ἑπομένως ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ λάβωμεν τὸν λόγον ἐπὶ ἑκάστου αὐτῶν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ βλέπω ὅτι πρόκειται μόνον περὶ κλάδων δένδρων.
§70Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅσοι γνωρίζετε τὰ περὶ καλλιεργείας τῶν ἐλαιῶν γνωρίζετε βεβαίως, ὅτι ἀπαραίτητος ὅρος τῆς καλλιεργείας αὐτῶν εἶναι, ὅπως ἅπαξ κατὰ διετίαν ἀποκόπτωνται ὄχι μόνον κλάδοι μὲ τὸ κλαδευτῆρι, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν πέλεκυν κλῶνοι ὁλόκληροι. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει αὐτοὶ οἱ καλλιεργηταὶ νὰ λαμβάνωσι διὰ τὴν καλλιέργειαν ταύτην τῶν ἐλαιοδένδρων των τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν ἔφορον;
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὂχι.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ λάβωσι τὴν ἄδειαν, ὅταν θελήσωσι νὰ μεταφέρωσιν εἰς ἄλλον δῆμον τὴν ξυλείαν.
§73ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τί ἐννοεῖ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπανέλαβε δίς, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ὅτι ἔχει ἀνάγκην ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ζητήσῃ ἄδειαν διὰ νὰ καλλιεργήσῃ τὸν ἐλαιῶνά του, ἢ διὰ νὰ πωλήσῃ τὰ ξύλα, τὰ ὁποῖα θὰ προσπορισθῇ ἐκ τῆς καλλιεργείας τοῦ ἐλαιῶνος αὐτοῦ, ἐὰν πρόκηται νὰ πωλήσῃ ταῦτα ἐντὸς τοῦ δήμου· ἐὰν πρόκηται νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς ἄλλον δῆμον, θὰ πληρώσῃ.
§75ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 1 παρακαλῶ νὰ διαιρεθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ χωριστὰ, διότι περιλαμβάνει ποικίλα ἀντικείμενα· ἰδίως θέλω νὰ προκληθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου τῆς τετάρτης παραγράφου. Λοιπὸν ἀναγκαίως θὰ διαιρεθῇ τὸ ἄρθρον εἰς τρία· πρῶτον νὰ ψηφισθῶσιν ἡ αʹ, ἡ βʹ καὶ ἡ γʹ παράγραφος...
§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὂχι δά!
§77Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσητε τὴν διαίρεσιν.
§78ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνέγνωσαν ποτὲ τὸν Κανονισμὸν, βεβαίως παραξενεύονται. Ὁ Κανονισμὸς ἐπιβάλλει ἐπιτακτικῶς, ὅταν τις Βουλευτὴς ζητῇ τὴν διαίρεσιν ζητήματός τινος, νὰ γίνεται χωριστὴ ψηφοφορία.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ. Λοιπὸν προτείνετε νὰ ψηφισθῶσι χωριστὰ πρῶτον ἡ αʹ, ἡ βʹ καὶ ἡ γʹ παράγραφος...
§80ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκονται αἱ τρεῖς πρῶται παράγραφοι).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς τρεῖς πρώτας παραγράφους τοῦ ἄρθρου 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§82ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ διαιρεθῇ ἐπίσης ἡ τετάρτη παράγραφος εἰς δύο. Μέχρι τοῦ «εἰς 12%» εἶναι ἓν ἀντικείμενον. (Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον μέρος τῆς δʹ §).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον μέρος τῆς τετάρτης παραγράφου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§84ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ἤδη τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τῆς τετάρτης παραγράφου.
§85ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Εἰς τὸ αὐτὸ δικαίωμα ὑποβάλλονται καὶ ἡ ξυλεία καὶ τὰ δασικὰ προϊόντα, τὰ ἐξ οἱουδήποτε ἐδάφους προερχόμενα, ἐξαιρέσει τῶν ἐκ κήπων καὶ ἀμπελώνων».
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἦναι καταφανὴς ἡ ψηφοφορία αὕτη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ δεύτερον μέρος τῆς τετάρτης παραγράφου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς λοιπὰς παραγράφους τοῦ ἄρθρου 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§88Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγεννήθη ἀμφιβολία, ἐὰν ὁ νόμος περὶ δασῶν ἐν ταῖς φορολογικαῖς αὐτοῦ διατάξεσι θέλῃ ἐφαρμοσθῆ καὶ ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ἐφηρμόζετο καὶ ὁ νόμος ὁ περὶ δασῶν, ὁ τέως κείμενος. Ὡς νῦν ἔχουσι τὰ τῆς φορολογίας τῶν δασῶν, ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἐπιβάλλεται μόνον φορολογία ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων καυσοξύλων. Ἐν τούτῳ θὰ διατηρηθῇ ἡ φορολογία. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἐπίσης θὰ διατηρηθῇ τὸ καθεστὼς, μὴ ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου τούτου. Ἵνα μὴ ὑπάρχῃ δὲ ἀμφιβολία, προτείνω, ὅπως ἀναγραφῇ μετὰ τὸ ἄρθρον 3 ἡ ἑπομένη παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Πλὴν τῶν διατάξεων περὶ φορολογίας τῶν διὰ θαλάσσης μεταφερομένων καυσοξύλων, τῶν ὁποίων τὸ δικαίωμα βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ἐν τοῖς τελωνείοις, οὐδεμία ἄλλη διάταξις τοῦ νόμου τούτου ἐφαρμόζεται ἐν Ἑπτανήσῳ».
§89ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θέλω φέρει τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Τὸ ἄρθρον λέγει «τὰ καυσόξυλα τὰ πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν τοῦ ὑλοτομοῦντος ἢ τοῦ κυρίου τοῦ δάσους ὑλοτομούμενα, δι’ ἃ οὐδ’ ἄδεια ἀπαιτεῖται, καὶ συνιστάμενα εἰς ἀπεξηραμένα ἢ κατακείμενα δένδρα κτλ.» Ταῦτα ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου. Ἡ πρώτη αὕτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου, ὡς ἔχει, ἔχει καλῶς, ἀλλὰ πρέπει νὰ λείψῃ ἐντελῶς τὸ δεύτερον μέρος, δι’ οὗ ὁρίζονται τὰ εἴδη τῶν ξύλων, τὰ ὁποῖα θὰ κόψωσιν οἱ ἔχοντες ἀνάγκην πρὸς ἀτομικήν των χρῆσιν. Ἐκ τούτου θὰ προκύψωσι πολλαὶ καταχρήσεις καὶ πολλαὶ πιέσεις. Οἱ χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντεταλμένοι τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν, θέλουσι πάντοτε καταγγέλλει τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην καυσοξύλων, ὡς ὑλοτομοῦντας παρανόμως, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι τὸ ὑλοτομηθὲν δὲν εἶναι ξηρὸν, τὸ ὑλοτομηθὲν δὲν κατέκειτο, τὸ ὑλοτομηθὲν εἶναι χρήσιμον πρὸς ἄλλας ἀνάγκας· κατὰ συνέπειαν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, τί θὰ ὑποφέρωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ὑλοτομήσωσι πρὸς ἰδίαν των χρῆσιν, — καὶ εἶναι πάντες σχεδὸν οἱ χωρικοὶ ἠναγκασμένοι, διότι ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος οὕτω προμηθεύεται τὰ καυσόξυλα· οἱ γεωργοί, οἱ ποιμένες μεταβαίνουσιν εἰς τὰ δάση καὶ μόνοι των κόπτουσι καυσόξυλα, ἅπερ μεταφέρουσι καὶ ἀποθέτουσι πρὸ τῶν οἰκιῶν των καὶ τὰ ἔχουσι παρακαταθήκην, ὅπως θερμανθῶσι κατὰ τὸν χειμῶνα. Ἐὰν, Κύριοι, περιορίσωμεν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοὺς χωρικοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ κόπτωσι ξύλα ὅμοια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κόπτουσιν οἱ ἐμπορευόμενοι ταῦτα, τότε θέλομεν παραδώσει τοὺς χωρικοὺς εἰς χεῖρας τῶν χωροφυλάκων, οἵτινες διὰ τῶν πρωτοκόλλων θέλουσιν ἀσκήσει τὴν μεγαλειτέραν πίεσιν καὶ τὴν μεγίστην φορολογίαν πρὸς ἴδιον ὄφελος, ὡς εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, εἰς πάντας ὑμᾶς, ὅσοι κατοικεῖτε εἰς ἐπαρχίας, ἔνθα οἱ συμπολῖται ὑμῶν προμηθεύονται τὰ καυσόξυλα κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δίδεται πλήρης ἐλευθερία εἰς πάντα ἐμπορευόμενον τὰ καυσόξυλα νὰ ὑλοτομήσῃ οἱονδήποτε δένδρον καὶ νὰ τὸ καταστρέψῃ, εἰς τοὺς χωρικοὺς, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἔχουσι τὰ μέσα ἵνα ἀγοράσωσι τὰ καυσόξυλα δι’ ἑαυτοὺς, ἡμεῖς ὁρίζομεν τὸ εἶδος τῶν καυσοξύλων, τὰ ὁποῖα θὰ κόπτωσι. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ εἶδος τοῦτο; Εἶναι οἱ κλῶνοι, εἶναι τὰ κατακείμενα δένδρα, τὰ ἀπεξηραμένα. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν περιήλθετε τὰς ἐπαρχίας καὶ ἀντελήφθητε εἰς ποίαν κατάστασιν διατελοῦσι τὰ δάση· εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχωσιν ἀπεξηραμένα δένδρα καὶ κατακείμενα εἰς τοιοῦτον ἀριθμὸν, ὥστε ὁ χωρικὸς, ὁ ὁποῖος μεταβαίνει, ἵνα κόψῃ καυσόξυλα, νὰ δύναται νὰ εὑρίσκῃ τοιαῦτα εἰς ὡρισμένην θέσιν τοῦ δάσους· εἶναι ὡς νὰ λέγωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν χωρικὸν, ὅτι δὲν τῷ ἐπιτρέπομεν νὰ κόπτῃ καυσόξυλα· διότι εἶναι ἀδύνατον, ἐπαναλέγω, ὁ χωρικὸς νὰ εὕρῃ τόσα ἀπεξηραμένα δένδρα καὶ τόσους κλώνους καὶ βλαστοὺς κλπ., ἵνα οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας του δι’ αὐτῶν καθ’ ὅλον τὸν χειμῶνα. Ὅπως ἔχουσι, Κύριοι, αἱ κατοικίαι τῶν χωρικῶν, εἰς οἵαν ἐλεεινὴν καὶ ἀθλίαν κατάστασιν διατελοῦσιν αὗται, ὑπάρχει ἀνάγκη βεβαίως μεγάλης θερμάνσεως κατὰ τὸν χειμῶνα. Δὲν διστάζω νὰ παραδεχθῶ καὶ νὰ πιστεύσω, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης θέλομεν ἀποστερήσει τοὺς συμπολίτας ἡμῶν τοῦ μόνου ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον ἐναπομένει εἰς αὐτοὺς, τὸ νὰ προμηθεύωνται τὴν καύσιμον ὕλην ἄνευ πληρωμῆς προσθέτου ποσοῦ, θέλομεν ἀποστερήσει αὐτοὺς τὴν θέρμανσίν των, τὴν ὁποίαν βεβαίως πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς δωρεὰν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, αἱ κατοικίαι αὐτῶν δὲν ὁμοιάζουσι πρὸς τὰς κατοικίας τῶν ἐν ταῖς πόλεσιν οἰκούντων, διότι εἰς τὰς κατοικίας τὰς ἐν Ἀθήναις καὶ ταῖς ἄλλαις πόλεσι δύναταί τις νὰ θερμανθῇ καὶ μὲ ὀλιγωτέραν καύσιμον ὕλην, διὰ τὰς καλύβας ὅμως τῶν χωρικῶν, Κύριοι, διὰ τὰ ἐλεεινὰ αὐτῶν οἰκήματα, πρέπει νὰ δαπανήσητε πενταπλασίαν καύσιμον ὕλην πρὸς θέρμανσιν. Δι’ ὅλους τοὺς λόγους τούτους, Κύριοι, καὶ διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν προηγούμενα παραδείγματα, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀπαλειφθῇ τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ ἄρθρου καὶ ἀφεθῇ ἐλευθέρα εἰς τοὺς κατοίκους ἡ κοπὴ δένδρων πρὸς θέρμανσιν αὐτῶν. Ἔχω, Κύριοι, παραδείγματα προηγούμενα, ὅτι οἱ χωροφύλακες συνέτασσον πρωτόκολλα κατὰ τῶν χωρικῶν, στηριζόμενοι εἰς αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον ἀκριβῶς, διότι θεωροῦσιν οἱ χωροφύλακες συνήθως, δι’ οὓς ἐξέθηκα λόγους, ὅτι τὰ καυσόξυλα αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπεξηραμένα, δὲν προέρχονται ἐκ κατακειμένων δένδρων, ἀλλ’ εἶναι χρήσιμα δι’ ἄλλας ἀνάγκας· καὶ τοιουτοτρόπως, Κύριοι, δίδομεν εἰς τοὺς χωροφύλακας διὰ τοῦ νόμου τούτου τὸ μέσον νὰ πλουτήσωσιν, ὅπως καὶ ἐπλούτησαν μέχρι τοῦδε. Πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτῶν τὸ μέσον τοῦτο, διότι εἶναι τὸ μόνον, διὰ τοῦ ὁποίου πιέζουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ τοὺς φορολογοῦσι πρὸς τὸ ὑλικὸν συμφέρον των.
§90ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ μὴ διαγραφῇ, ἀλλὰ νὰ διορθωθῇ.
§91ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἔχω καὶ ἄλλην παρατήρησιν. Ὡς παρατηρῶ ἐν τῷ ἐδαφίῳ Γʹ, τὰ ἄροτρα μόνον ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐξαιρεθῶσι μόνον τὰ ἄροτρα, πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας καὶ τὰ ἄλλα γεωργικὰ ἐργαλεῖα· πρέπει κατὰ τοῦτο ν’ ἀντιγραφῇ ὁ παλαιὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐξαιρεῖ τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα ἐν γένει. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ξηρόν, διότι ἐξαιρεῖ μόνον τὰ ἄροτρα· ὡς δὲ γνωρίζετε, εἶναι καὶ ἄλλα ἐργαλεῖα γεωργικὰ, ἅτινα πρέπει νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητα, εἶναι τὰ βούκεντρα, τὸ σβάρνισμα, ὅταν σπείρηται ὁ βάμβαξ, εἶναι πολλὰ εἴδη ἐργαλείων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητα. Λοιπὸν καὶ ἐνταῦθα πρέπει ν’ ἀντιγράψωμεν τὸν παλαιὸν νόμον ὡς ἔχει.
§92Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τῆς φορολογικῆς διατάξεως, διότι περὶ ταύτης εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, ὅτι τὰ καυσόξυλα τὰ ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου συλλεγόμενα πρέπει νὰ μένωσιν ἀφορολόγητα· ἀλλ’ εἶναι κίνδυνος, μήπως ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ ἰδιοκτήτου ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως, ὅπως λαμβάνῃ ἄδειαν πρὸς συλλογὴν καυσοξύλων, δώσῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ χώραν εἰς βλάβην τῶν δασῶν. Πρόκειται περὶ προστασίας τῶν δασῶν, καὶ χάριν αὐτῆς περιλαμβάνεται διάταξις ἐν τῷ ἄρθρῳ, καθορίζουσα, πῶς διακρίνεται τὸ καυσόξυλον. Περὶ τούτου καὶ μόνου πρόκειται· διότι τῶν ξύλων, τῶν καλῇ τῇ πίστει κοπτομένων, ἵνα γένηται χρῆσις αὐτῶν πρὸς καῦσιν ἐν τῷ οἴκῳ, δὲν ἐπιδιώκει ὁ νομοθέτης τὴν φορολογίαν, παρέχει μάλιστα καὶ εὐκολίας, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ κυρίου τοῦ δάσους, τοῦ κυρίου δένδρων, τοῦ θέλοντος ἐκ τούτων νὰ ξυλευθῇ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς κατ’ οἶκον καύσεως, λαμβάνων τοὺς χάριν τοῦ δένδρου ἀφαιρετέους κλάδους ἢ τοὺς κορμοὺς τῶν ἀπεξηραμένων δένδρων, τοῦτο τὸ δικαίωμα δὲν θέλει ὁ νόμος νὰ ἀρνηθῇ εἰς αὐτὸν, ἀλλ’ ἐνῷ ἀναγράφει ἕνεκα τούτου τὴν ἀρχὴν, ὅτι οὐδεμία ἄδεια ἀπαιτεῖται παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου πρὸς τοιαύτην ξύλευσιν, ἤδη ζητεῖται, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ κόπτῃ τὰ ὑγιᾶ δένδρα· ἀλλ’ ἐὰν ὑλοτομῇ ὑγιᾶ δένδρα, δὲν ἀφορᾷ βεβαίως εἰς τὴν χρῆσιν αὐτῶν ὡς καυσοξύλων. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ γένηται κατὰ κανόνα, καὶ ἂν κατὰ κανόνα τοιαῦτα δένδρα ἐκόπτοντο ὡς καυσόξυλα, ἔπρεπε καὶ περὶ φορολογίας τῶν καυσοξύλων νὰ λαμβάνηται πρόνοια, ὄχι χάριν τῆς φορολογίας, ἀλλὰ χάριν τῆς προστασίας τῶν δασῶν· διότι, ἐὰν τῷ ὄντι πρὸς καῦσιν ἐν τοῖς οἴκοις τῶν ἰδιοκτητῶν γίνηται χρῆσις τῶν ὑγιῶν δένδρων, τὰ δάση σπουδαίως θὰ ἠλαττοῦντο, καὶ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ κανονισμοῦ τῆς τοιαύτης τῶν δένδρων κοπῆς. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι δύναται νὰ κοπῇ πᾶν τὸ μὴ συντελεστικὸν εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ δάσους, ἀλλὰ τὰ συντελοῦντα εἰς τὴν συντήρησιν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ δάσους δὲν δύνανται νὰ κοπῶσιν ἄνευ ἀδείας, οὐδὲ εἶναι ἀνεκτὸν ν’ ἀναγραφῇ διάταξις, καθ’ ἣν δύνανται νὰ καταστρέφωνται τὰ δάση λόγῳ χρησιμοποιήσεως τῶν ξύλων πρὸς καῦσιν παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἡ ἀπαρίθμησις τῶν ξύλων, ὧν ἐπιτρέπεται ἡ ἄνευ ἀδείας συλλογὴ παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου, μοὶ φαίνεται ἱκανῶς εὐρεῖα, χωρεῖ ὅμως συζήτησις καὶ περὶ περαιτέρας εὐρύνσεως· ἀλλ’ ἐὰν προτείνηται, ὡς ῥητῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, νὰ περιλάβωμεν καὶ τὴν ἄνευ ἀδείας τῆς ἀρχῆς κοπὴν δένδρων ὑγιῶν, τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν.
§93ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν κατεστράφησαν τὰ δάση, κατεστράφησαν ὄχι διότι ὑλοτομοῦσιν οἱ χωρικοί, ὅπως θερμανθῶσι κατὰ τὸν χειμῶνα. Τὰ δάση κατεστράφησαν ἐκ τῶν πυρκαϊῶν, τῶν ὁποίων αἰτία εἶναι οἱ ποιμένες, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ διατρέφωσι τὰ ζῶά των ἐκ τοῦ ἀναφυομένου κατόπιν τῆς πυρκαϊᾶς χόρτου. Δὲν ἔχομεν, Κύριοι, παράδειγμα, ὅτι κατεστράφη δάσος ἐκ τῆς ὑλοτομίας τῶν χωρικῶν, διότι καὶ ἐκεῖνοι ποιοῦσι τὰ δάση καὶ δὲν τὰ καταστρέφουν, ὅταν πρόκηται νὰ ὑλοτομήσωσιν, ἵνα θερμανθῶσιν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλη πληγὴ τῶν δασῶν, εἶναι οἱ ἀνθρακοποιοί, οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς κατέστρεψαν τὰ πλεῖστα δάση τῆς Ἑλλάδος, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον, εἰς αὐτοὺς δίδεται πλῆρες τὸ δικαίωμα, εἰς αὐτοὺς δίδεται ἡ ἄδεια νὰ ὑλοτομῶσι καὶ καταστρέφωσι τὰ δάση. Περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ λάβητε πρόνοιαν διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου. Μόνον οἱ ἀνθρακοποιοὶ καὶ μόνον οἱ πυρποληταὶ εἶναι ἡ αἰτία τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, οἱ χωρικοὶ νὰ μένωσιν ἄνευ θερμάνσεως· εἶναι ὡς νὰ θέλωμεν νὰ κάμωμεν οἰκονομίαν τοῦ ἄρτου, ἄνευ τοῦ ὁποίου βεβαίως θ’ ἀποθάνωμεν τῆς πείνης. Πῶς θὰ στερήσητε, Κύριοι, τὸν χωρικὸν τοῦ μόνου μέσου, τὸ ὁποῖον ἀπομένει εἰς αὐτὸν ἵνα συντηρηθῇ κατὰ τὸν χειμῶνα; Εἶναι ὡς νὰ τῷ ἀφαιρῆτε τὸν ἄρτον του, τὴν ὕπαρξίν του. Ἡ ὑλοτομία, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν γινομένη, ὅπως θερμανθῶσι διὰ τῶν ἀποκοπτομένων καυσοξύλων, εἶναι ἀνάγκη ἐπιβαλλομένη. Ἔχομεν καθῆκον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι νομοθετοῦμεν, νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὸ δικαίωμα τῶν χωρικῶν. Πρόκειται περὶ τῆς σωτηρίας, πρόκειται περὶ τῆς ὑγείας των, πρόκειται περὶ τῆς ζωῆς των. Ἂν θέλωμεν νὰ κάμωμεν τὴν οἰκονομίαν, Κύριοι, ἂς ἐμποδίσωμεν τὴν κατασκευὴν τῶν ἀνθράκων ἐν Ἑλλάδι, διότι οἱ ἀνθρακοποιοὶ κατέστρεψαν ἀληθῶς τὰ δάση, ἂς ἐμποδίσωμεν τὰς πυρκαϊὰς, λαμβάνοντες τὰ κατάλληλα μέτρα, ὄχι ὅμως νὰ στερήσωμεν τὸν χωρικὸν τῶν μέσων τῆς θερμάνσεως αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του.
§94ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§95ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, ἰδίως ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ, νομίζω, ὅτι ἐμπεριέχει τὸν κίνδυνον νὰ καταργήσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1, διότι τὸ ἐδάφιον 1 λέγει: «τὰ ἐξ οἱουδήποτε δάσους ἐπὶ νομίμῳ ἀδείᾳ ἐκ τῶν ἐν ταύτῃ ὁριζομένων θέσεων...»
§96ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. «Ὑλοτομούμενα». Τὸ λέγει κατωτέρω.
§97ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δευτέραν παρατήρησιν ἤθελον νὰ φέρω, εἰς τὸ πῶς οἱ ξυλευθέντες πρὸς ἰδίαν αὐτῶν χρῆσιν θὰ δύναται ἄνευ προστίμου νὰ μεταβάλλωσι τὸν σκοπὸν τῆς ξυλεύσεώς των ταύτης· διότι, ὅπως ἐλέχθη ἐπανειλημμένως, ὑπάρχουσι χωρικοί, οἵτινες κόπτουσι ξύλα πρὸς ἰδίαν αὐτῶν χρῆσιν καὶ οἵτινες μετὰ ταῦτα, ἕνεκεν οἱουδήποτε λόγου, μεταβάλλουσιν αὐτὰ εἰς ἐμπορεύσιμον ὕλην. Δὲν νομίζω, ὅτι σκοποῦμεν ν’ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τοὺς χωρικοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκποιῶσι τὰ ξύλα, ἅτινα κόπτουσι πρὸς ἰδίαν αὐτῶν χρῆσιν· δύνανται νὰ τὰ πωλήσωσιν, ἀλλ’ ἵνα δυνηθῶσι νὰ τὰ πωλήσωσι, πρέπει νὰ ὁρίσωμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ δύνανται νὰ πραγματοποιῶσι τὴν πώλησιν ταύτην, χωρὶς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὸ πρόστιμον τὸ ἀναφερόμενον ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου· διότι ἐγένετο τροποποίησις χθές, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς μεταφορᾶς ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ δήμου· ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ νὰ μεταφέρῃ τὰ ξύλα εἰς ἕτερον δῆμον, πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀποφεύγων τὸ πρόστιμον τοῦ τελευταίου ἐδαφίου;
§98ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ διασαφηνισθῇ καὶ κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μόνον τὰ καυσόξυλα τὰ μεταφερόμενα ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον ὑποβάλλονται εἰς πληρωμὴν φόρου. Ἂν ἰδιοκτήτης τις ἔχων τὸ δάσος του εἰς ἕτερον δῆμον, θελήσῃ νὰ ὑλοτομήσῃ πρὸς ἰδίαν του χρῆσιν καὶ νὰ μεταφέρῃ τὴν ξυλείαν του, θὰ ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν;
§99Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι. Τοῦτο ὁρίζει καὶ τὸ ἄρθρον.
§100ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν πρόκηται περὶ καυσοξύλων ἐκ τῶν ἀπαριθμουμένων ἐν τῷ ἐδαφίῳ αʹ τοῦ ἄρθρου 3, ἐξ οἱουδήποτε δήμου καὶ ἂν ἔρχωνται πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν, ταῦτα εἶναι ἐντελῶς ἀπηλλαγμένα φόρου. Μόνον τὰ καυσόξυλα τὰ πρὸς ἐμπορίαν, τὰ συνεπείᾳ ἀδείας ὑλοτομούμενα, ἐκεῖνα ὑπόκεινται εἰς φόρον, ὅταν πρόκηται νὰ μεταφερθῶσιν ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον.
§101ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πῶς θὰ διακρίνητε τὰ πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν ὑλοτομούμενα;
§102ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κυρίως ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ τις, καὶ κατὰ τὰ κανονισθησόμενα ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας.
§103ΡΑΛΛΗΣ. Παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Χαλκίδος ἐτέθη ὡς ἑξῆς τὸ ζήτημα· πρόκειται περὶ καυσοξύλων, οἷα τὰ περιγραφόμενα ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 3· ἀλλ’ ὁ ὑλοτομήσας πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν μεταβάλλει πρόθεσιν, καὶ εἴτε διότι ὑλοτόμησεν ὑπὲρ τὸ μέτρον, εἴτε διότι εὑρίσκεται εἰς ἀνάγκας κατεπειγούσας, θέλει νὰ τὰ μεταφέρῃ πρὸς πώλησιν. Ζητεῖται, πῶς αὐτὸς θ’ ἀπαλλαγῇ τοῦ προστίμου; πόθεν θὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν καὶ πῶς θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον;
§104ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου. Θὰ καταβάλῃ τὸν φόρον διὰ τὰ καυσόξυλα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ μεταφέρῃ εἰς ἄλλον δῆμον, καὶ θ’ ἀπαλλαγῇ τῆς εὐθύνης.
§105ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κάτοικος Ἀθηνῶν προμηθεύεται ἐκ Μενιδίου ξυλείαν χάριν οἰκιακῆς χρήσεως, καίτοι δὲ οὕτω πως μεταφέρει τὴν ξυλείαν ἐξ ἑνὸς δήμου εἰς ἄλλον, δὲν θὰ ὑπαχθῇ εἰς φορολογίαν. Ἐνταῦθα ὅμως μεταβάλλει πρόθεσιν, ἢ ἀναγκάζεται νὰ ἐκποιήσῃ τὴν ξυλείαν· τότε θὰ τὸν ἀναγκάσητε νὰ προμηθευθῇ ἄδειαν ὑλοτομίας; Ὅπως ἔχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, ἢ θὰ καταπιέσητε τὸν πολίτην, ὅστις θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκποιήσῃ μέρος τῆς ξυλείας, ἤ, ἐὰν δὲν θελήσετε νὰ τὸν πιέσητε, θ’ ἀφήσητε μίαν θυρίδα ἀνοικτὴν εἰς καταχρήσεις.
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἄδεια πρὸς ὑλοτομίαν ἐκδίδεται πρὸ πάσης ὑλοτομίας, πληρόνεται ὁ φόρος, καὶ τότε ἐπιτρέπεται εἰς τὸν λαβόντα τὴν ἄδειαν νὰ κόψῃ ξύλα. Ἐνταῦθα ἐπιτρέπεται ἐξαιρετικῶς εἰς τοὺς πολίτας νὰ κόπτωσι ξύλα πρὸς ἰδίαν αὐτῶν χρῆσιν. Οὗτοι δύνανται νὰ κόψωσι ξύλα πλειότερα ἐκείνων, ὧν ἔχουσιν ἀνάγκην· καταδικάζομεν δ’ αὐτοὺς, ὅπως καταναλώσωσι τὰ ξύλα ταῦτα, καὶ τοῖς ἀπαγορεύομεν νὰ τὰ ἐκποιήσωσιν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν οὗτοι ἤθελον ἔχει πλειότερον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἶναι ἀναγκαῖον εἰς αὐτοὺς, ἤτοι ἤθελον εὑρεθῇ εἰς ἀνάγκην νὰ ἐκποιήσωσι τὰ ξύλα ταῦτα. Βεβαίως τοιαύτη πρόθεσις δὲν ὑπάρχει· ἀλλὰ πῶς θὰ κατορθώσωμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν πρόθεσιν ἡμῶν κατόπιν τῆς τελευταίας διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου, ἥτις ἐπιβάλλει πρόστιμον εἰς πάντα ὑλοτομήσαντα ξύλα πρὸς ἰδίαν αὐτοῦ χρῆσιν, καὶ ὅστις ἤθελε κατόπιν ἐμπορευθῇ αὐτά; Δὲν βλέπω κατὰ τίνα τρόπον θὰ δυνηθῶμεν νὰ σώσωμεν τὸν χωρικόν, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ πωλήσῃ μέρος τῆς ξυλείας, τὴν ὁποίαν ἐξυλεύθη χάριν τῶν ἀναγκῶν του· ἂν θέλῃ οὗτος νὰ ἐκποιήσῃ, πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκποιήσῃ; Δὲν δύναται ὁ ἔφορος νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ἄδειαν διὰ ξύλα κεκομμένα. Ἡ ἄδεια δίδεται πρὸς ὑλοτομίαν, καὶ θὰ δοθῇ πρὶν ὁ ὑλοτομήσων κόψῃ τὸ δένδρον. Ἀλλ’ ὅταν ἦναι τετελεσμένη ἡ ὑλοτομία, δὲν βλέπω δυνάμει τίνος διατάξεως ὁ ἔφορος θὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ἄδειαν μεταβολῆς τοῦ προορισμοῦ τῆς ξυλείας, τὴν ὁποίαν ἔκοψε πρὸς ἰδίαν αὐτοῦ χρῆσιν. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἐναντία πρόθεσις, πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ μέσον τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ περιττοῦ τούτου μέρους τῆς ξυλείας...
§107Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει περιττόν· ἵνα δικαιολογῆται ἡ ὑλοτομία τῶν ξύλων τούτων, πρέπει νὰ ἔχῃ σκοπὸν τὴν οἰκιακὴν χρῆσιν· εὐθὺς ὡς δὲν ἔχῃ τοῦτον τὸν σκοπὸν, εἶναι παράνομος, καὶ τιμωρεῖται κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου.
§108ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε θὰ τιμωρῆται.
§109Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως θὰ τιμωρῆται.
§110ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶχε πρόθεσιν ἐγκληματικὴν, ἀφοῦ μετέβαλε γνώμην, ἢ περιέστη εἰς ἀνάγκην καὶ νὰ πωλήσῃ τὰ ξύλα;
§111Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως τοῦ δικάζοντος ποινικῶς. Οὗτος θὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ ὑλοτομία ἐγένετο τοιαύτη, ἵνα καταλήξῃ εἰς ἐμπορίαν, ἢ ἐγένετο πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν, καὶ ἐκ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ λόγου ἀπεδείχθη κατόπιν ὑπερβολική. Ὁ δικαστὴς θὰ ἐξετάσῃ τὰς περιστάσεις, καὶ ὅταν ἡ πρόθεσις δὲν ὑπῆρξεν ἐγκληματική, δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ποινήν.
§112ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν ἔφορον νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς ἐκποιήσεως τῶν κοπέντων ξύλων; Διατὶ νὰ ἀφήσωμεν αὐτὸ τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι μέγα δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην;
§113ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ συμπολίτης μου ἔφερε μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία εἶναι ὀρθοτάτη, ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὰ ἄροτρα πάντα τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα, οὐδὲν δ’ ἀπήντησεν ἐπὶ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§114Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἀπεδέχθην.
§115ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, ἀπαλλάσσονται παντὸς τέλους καὶ ἄνευ ἀδείας τὰ πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν καυσόξυλα· ἀλλ’ ὡς τοιαῦτα θεωροῦνται τὰ ἐν αὐτῷ κανονιζόμενα ἀπεξηραμένα καὶ ἄχρηστα τεμάχια ξύλων ἐν τῷ δάσει. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 14 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν· θὰ δύνανται οἱ πολῖται πρὸς ἀτομικήν των χρῆσιν νὰ ξυλεύωνται, χωρὶς νὰ πληρόνωσι φόρον, καὶ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τοῦ δάσους, τὰ ὁποῖα θὰ ὁρίσῃ ἡ Πολιτεία κατὰ τὸ ἄρθρον 14 ἐν ἑκάστῳ δάσει πρὸς ὑλοτομίαν; Διότι, ἂν τοῦτο τὸ δικαίωμα δὲν δοθῇ εἰς τοὺς πολίτας, τότε καὶ ἐναντίον τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου βαίνομεν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀτελείας δὲν παρέχομεν πλῆρες.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, παραγράφῳ Γʹ, ἐδαφίῳ 3, ἡ λέξις «ἄροτρα» ἀντικατεστάθη διὰ τῶν λέξεων «γεωργικὰ ἐργαλεῖα». Ἐν τέλει δὲ τοῦ ἄρθρου προσετέθη ἡ ἑπομένη παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Πλὴν τῶν διατάξεων περὶ φορολογίας τῶν διὰ θαλάσσης μεταφερομένων καυσοξύλων, ὧν τὸ δικαίωμα βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ἐν τοῖς τελωνείοις, οὐδεμία ἄλλη διάταξις τοῦ νόμου τούτου ἐφαρμόζεται ἐν Ἑπτανήσῳ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§118Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ἐδαφίῳ δʹ, ἤδη, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συγχωνεύσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν γεωμετρῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν ἐργοδηγῶν, πρέπει ἀντὶ τῶν λέξεων «γεωμέτρου Αʹ ἢ Βʹ τάξεως» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐργοδηγοῦ Βʹ, Γʹ ἢ Δʹ τάξεως».
§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τίνα προσθήκην δαπάνης ἀμέσου φέρει ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου τούτου;
§120Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐλαχίστην ἢ οὐδεμίαν, διότι τὸ καθεστὼς δὲν μεταβάλλεται ἐν συνόλῳ· μικραί τινες αὐξήσεις καὶ ἐλαττώσεις γίνονται. Ἡ αὔξησις θέλει ἐπέλθει βραδύτερον, ὅταν ἐπανέλθωσιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὅσοι, ἀφορῶντες εἰς τὰ τοῦ νομοσχεδίου, θέλουσι μεταβῆ καὶ προσκτήσει τὰ προσόντα πρὸς κατάληψιν τῶν νέων θέσεων.
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, νομίζω, ὑπάρχει μικρά τις σύγχυσις· διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι προστίθενται ὑπάλληλοι, δύο γραφεῖς, εἷς γραμματεύς, προστίθεται ὁ ἐργοδηγὸς καὶ ὁ σχεδιαστὴς, προστίθεται συνάμα καὶ τὸ ἄλλο προσωπικὸν, τὸ παραλαμβανόμενον παρὰ τῆς χωροφυλακῆς· ἐφ’ ὅσον ἐλλείπουσι τὰ ἁρμόδια πρόσωπα, ὅπως διορισθῶσι δασάρχαι, διορίζονται τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς. Ὑπάρχουσιν ὑπεράριθμοι;
§122Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ σήμερον ἔχομεν ἀπεσπασμένους εἰδικοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς παρὰ τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ.
§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσι τοσοῦτοι, ὥστε νὰ περισσεύωσιν 20 ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν δασοφυλακήν;
§124Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν δὲν ὑπάρχωσι, δὲν θὰ μετατεθῶσιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσι, διότι καὶ σήμερον ἔχομεν τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἀπεσπασμένον παρὰ τῇ δασοφυλακῇ, ἐπειδὴ ἐκανονίσθησαν οὕτω τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων, ὥστε εἰδικοὶ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς νὰ προΐστανται τῆς ὑπηρεσίας ταύτης.
§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σήμερον ὑπάρχει ὁ ἀριθμὸς αὐτός;
§126Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπολογίζομεν, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμός.
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς περὶ τούτου ἐζήτησα πληροφορίας ἀκριβεστέρας. Ἐνταῦθα πρόκειται νὰ προστεθῇ εἰς τὴν χωροφυλακὴν νέα τις ὑπηρεσία· ἡ ὑπηρεσία αὕτη θὰ ἐκτελεσθῇ σήμερον ἐπὶ βάσει καθωρισμένῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θ’ ἀπαιτηθῇ ἑπομένως ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν ἀνώτερος ἐκείνου, ὅστις ἀπῃτήθη διὰ τὴν μέχρι σήμερον ἐκτελουμένην ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς. Ὑπάρχει ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἢ πρόκειται νὰ προβιβασθῶσι καὶ ἕτεροι ἀξιωματικοί;
§128Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δημιουργοῦμεν ἐνταῦθα θέσεις Δὲν δύναταί τις νὰ προβιβασθῇ εἰς θέσεις ἐκ τοῦ νόμου τούτου δημιουργουμένας. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἀποσπάσεως· οἱ ἀριθμοὶ οἱ νενομοθετημένοι ἐπαρκοῦσι σήμερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλουσιν ἐπαρκέσει εἰς τὰ τοῦ νόμου τούτου· ἀλλ’ ἂν μὴ ἐπαρκέσωσι, δὲν θέλουσιν ἐπέλθει προβιβασμοὶ, ἀλλὰ θέλει ὑπάρξει κενόν.
§129ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί;
§130Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ὅλως ἄσχετοι οἱ ἐπιθεωρηταὶ οὗτοι πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητάς. Ἡ ὀνομασία συνέπεσεν, ἀλλ’ οὐδὲν ἔχουσι τὸ κοινόν.
§131ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν ἀνάγκην συστάσεως δασονομικῆς σχολῆς ἐνταῦθα, πλὴν οὐχὶ αὐτοτελοῦς, ἀλλ’ ἐν εἴδει παραρτήματος τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς ἢ τοῦ Πανεπιστημίου. Τὸ τοιοῦτον ἀπαντᾷ πολλαχοῦ τῆς Εὐρώπης. Νομίζω ὅτι πρέπει καὶ ἐνταῦθα νὰ ληφθῇ τοιαύτη πρόνοια, διότι ἔχομεν σήμερον ἀνάγκην εἴκοσι δασαρχῶν· αὐτοὶ, καὶ ἂν ἔλθωσιν ἐξ Εὐρώπης, θὰ ἀφήσωσι κατόπιν θέσεις κενάς· πῶς δὲ θὰ πληρωθῶσιν αὗται; Πρέπει ἐπίσης νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ μορφώσεως κατωτέρου προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ λάβῃ μόρφωσίν τινα εἴτε εἰς δασονομικοὺς σταθμοὺς εἴτε εἰς διάφορα δάση, προσλαμβανομένων τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ ὡς δοκίμων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασαρχῶν. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ εἴπωμεν, ὅτι προσλαμβάνομεν ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, διὰ νὰ διορθώσωμεν τὰ τοῦ κλάδου τούτου. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καθιερώσωμεν εἰδικόν τι προσὸν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς, ἂν θέλωμεν νὰ κάμωμεν κἄτι τι διὰ τὰ δάση.
§132Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς συνιστᾷ, ὅπως συστηθῇ ἐνταῦθα δασονομικὴ σχολὴ πρὸς καταρτισμὸν ἐν αὐτῇ τῶν δασαρχῶν, διότι διὰ τοὺς ἐπιθεωρητὰς βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν σχολὴν, προκειμένου περὶ τεσσάρων θέσεων, αἵτινες, ἀφοῦ καταληφθῶσι, θὰ παρουσιάζωσι κενὸν κατὰ μακρὰ χρονικὰ διαλείμματα. Περὶ τῶν δασαρχῶν, ὅμως οἵτινες εἶναι εἴκοσιν, ὑπάρχει χῶρος πρὸς λειτουργίαν σχολῆς, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ διετίαν, διότι, ἂν ὑποτεθῇ, ὡς αἱ μελέται τῆς ὑπηρεσίας δεικνύουσιν, ὅτι ἡ σχολὴ δέον νὰ καταρτισθῇ ἐκ δύο τάξεων, θὰ καταταχθῶσιν εὐθὺς οἱ προορίζοντες ἑαυτοὺς εἰς τὴν κατάληψιν τῶν 20 θέσεων, ἄλλη δὲ κατάταξις θὰ ἦναι ἄσκοπος ἐν τῷ παρόντι. Σύστασις δὲ εἰδικῆς σχολῆς χάριν τῆς ἐφ’ ἅπαξ λειτουργίας πρὸς παίδευσιν τῶν 20 δασαρχῶν δὲν φαίνεται δεδικαιολογημένη. Ταῦτα μᾶς ἔπεισαν νὰ ἀρκεσθῶμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὰ ἐν τῇ ἐνταῦθα σχολῇ τῶν τεχνῶν, ὅπου δυνατὸν ἴσως νὰ προστεθῶσι καὶ μία ἢ δύο ἕδραι εἰδικώτεραι περὶ δασονομικῶν, ὅπως οἱ μαθητεύοντες ὡς μηχανικοὶ ἢ ἐργοδηγοὶ δύνανται, ἂν προαιρῶνται, νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸν κλάδον τῆς δασονομίας.
§133ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ συστηθῇ εἰδικὴ σχολή. Τουναντίον προέτεινα νὰ συστηθῇ παράρτημα εἴτε τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς, εἴτε τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦτο δὲ βεβαίως δὲν θὰ ἀπῄτει σπουδαίαν δαπάνην. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν οἰκεῖον τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἄλλον ἐπιθεωρητὴν νὰ διδάσκῃ τὰ σχετικὰ μαθήματα, τὰ δὲ λοιπὰ μαθήματα θὰ τὰ ἤκουον οἱ μαθηταὶ τῆς σχολῆς ὁμοῦ μετὰ τῶν ἄλλων μαθητῶν. Δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσητε, ὅτι πρόκειται περὶ μορφώσεως τῶν εἴκοσιν αὐτῶν· ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μορφώσωμεν καὶ πλείονας τοιούτους, διότι ἔχομεν καὶ ἰδιωτικὰ δάση, καὶ ὅταν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν θέλουσι παρέχει οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εἰς τὰ δημόσια δάση, ἴδωσι καὶ οἱ κάτοχοι ἰδιωτικῶν δασῶν, ὁπόσον εἶναι ἀναγκαία καὶ διὰ τὰ δάση αὐτῶν τοιαύτη ὑπηρεσία, θὰ προσλάβωσι καὶ αὐτοὶ τοιούτους. Λοιπὸν καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δύναται νὰ ἦναι χρήσιμος ἡ σύστασις δασονομικῆς σχολῆς, ἡ ὁποία, σᾶς βεβαιῶ, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἀπαιτήσῃ δαπάνην ἀνωτέραν τῶν 5 ἢ 6 χιλιάδων δραχμῶν. Ἀναλογισθῆτε ὅμως, τί θὰ δαπανήσητε κατ’ ἔτος, ἵνα μορφώσητε τοιουτοτρόπως 20 δασάρχας ἐν Εὐρώπῃ. Ἕκαστος τούτων χρειάζεται τὴν σήμερον κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 4,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ἐπὶ εἴκοσιν ὑποτρόφων ἔχετε ἀνάγκην 80,000 δραχ. δαπάνης, καὶ ἅμα ἔλθωσιν αὐτοὶ καὶ καταλάβωσι τὰς θέσεις, θὰ ἔχητε καὶ πάλιν ἀνάγκην εἰς τὸ μέλλον νὰ μορφώσητε ἄλλους πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτῶν, πρὸς συμπλήρωσιν θέσεων, καὶ θὰ ὑποστῆτε οὕτω τὰς αὐτὰς δαπάνας. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι τιμᾷ τὴν Ἑλλάδα νὰ μείνῃ ἄνευ δασονομικῆς σχολῆς, καθ’ ὃν χρόνον καὶ αὐτὰ τὰ μικρὰ Κράτη τῆς Ἀνατολῆς, τὰ χθὲς μόλις ἀνακτήσαντα τὴν αὐτονομίαν των, ἔχουσι λάβει πρόνοιαν περὶ τούτου. Διὰ τῆς τοιαύτης σχολῆς ἴσως δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ, ἰδίως τῶν δασοφυλάκων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§135ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ καὶ ἡ πρώτη φράσις «δασονομικὸς γεωμέτρης καὶ δασονομικὸς σχεδιαστής.»
§136Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἔχει).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§138ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν περὶ ὁρίου ἡλικίας διάταξιν δὲν νομίζω ὀρθήν. Ἀκριβῶς, καθ’ ἣν ἐποχὴν αὐτοὶ θὰ ἦναι ὥριμοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δασονομικήν, τότε θέλουσιν ἀποβληθῆ, ἐκ τοῦ ὅτι θέλουσι φθάσει εἰς τὸ ὅριον τοῦ 50 ἔτους. Διατὶ αὐτὸ τὸ ὅριον; Δὲν πρόκειται περὶ ὑπηρεσίας τοιαύτης, ἡ ὁποία νὰ ἀπαιτῇ, ὥστε ὁ δασονομικὸς ὁπλίτης νὰ ἦναι ὅλως ἀκμαῖος καὶ πρὸς στράτευσιν ἱκανός. Νομίζω ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας πρέπει νὰ αὐξηθῇ.
§139Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τοῖς δασονομικοῖς ἀπ’ ἐναντίας ἀπαιτεῖται ὅριον ἡλικίας μικρότερον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§141ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ περὶ εὐθύνης εἶναι ὅλως διόλου ἀόριστον. Ποίαν εὐθύνην ἐννοεῖ;
§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ποινικήν.
§143ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι;
§144ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ νόμιμος ποινικὴ εὐθύνη.
§145ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν γείνωσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι αὐτουργοὶ ἢ συνεργοί;
§146ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν γείνωσιν αὐτουργοὶ ἢ συνεργοὶ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§147ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποίας ἀγωγὰς ἐννοεῖ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον;
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰς περὶ ἀποζημιώσεως.
§149ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ αὐτὸ εἰς τὸν νόμον;
§150ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως.
§151ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιφέρονται, διὰ νὰ ἤμεθα ἐν γνώσει.
§152Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ σύνολον θὰ ἐπιψηφισθῇ αὔριον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§154ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν πρόκηται περὶ ἰδιοκτήτων δασῶν, ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἡ ὑποχρέωσις, δυνάμει τῆς πρώτης παραγράφου, νὰ προβαίνωσιν εἰς τὸν διορισμὸν δασοφυλάκων, ἂν δὲ οὗτοι δὲν ἤθελον προβῆ διὰ προτάσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸν διορισμὸν τοιούτων, τότε αὐτεπαγγέλτως ὁ Ὑπουργὸς διορίζει αὐτούς· ἀλλὰ ὁ ὅρος τῆς μισθοδοσίας τῶν τοιούτων ἰδιωτικῶν δασοφυλάκων δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ. Τίς θὰ προσδιορίζῃ αὐτὴν καὶ πῶς;
§155Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ κύριοι δασῶν ὡρισμένων διαστάσεων ὀφείλουσι νὰ διατηρῶσι δασοφύλακας διοριζομένους ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῇ προτάσει αὐτῶν.
§156ΧΟΪΔΑΣ. Περὶ μισθοδοσίας;
§157ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον προβλέπει δύο περιπτώσεις· τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ ἰδιοκτήτης δάσους θέλει ὑπακούσει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου καὶ θέλει προτείνει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν ἰδιωτικὸν δασοφύλακα, ὅτε δὲν γεννᾶται ζήτημα μισθοδοσίας, διότι ὁ ἰδιοκτήτης θὰ προτείνῃ καὶ τὸν ὅρον τὸν μισθοδοτικὸν, καὶ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν, ἂν οὗτος δὲν ἤθελεν ὑποβάλει πρότασιν, ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ διορίσῃ ἐξ ἐπαγγέλματος τὸν τοιοῦτον ἰδιωτικὸν δασοφύλακα. Ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει τίς θέλει προσδιορίσει τὸν ὅρον τὸν μισθοδοτικόν;
§158Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὰ ἐν ἄρθρῳ 7.
§159ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αὐθαιρέτως νὰ κανονίζῃ μισθούς.
§160Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ ἐκεῖνος ἀμελῶν δὲν μετέχει τῆς ἐργασίας ταύτης, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν ἀναπληροῖ, ἐφαρμόζων τοὺς ὑπὸ τοῦ νόμου παραδεδεγμένους κανόνας.
§161ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἑτέραν παρατήρησιν ἔχω. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι δὲν ἤθελεν ὑπακούσει ὁ ἰδιοκτήτης, θέλει διορίσει αὐτῷ ὁ Ὑπουργὸς δασοφύλακα, ὡς ποινὴν τότε· ἀλλ’ ἐὰν κατόπιν μετανοῶν ὁ ἰδιοκτήτης προτείνῃ τὴν παῦσιν τοῦ διορισθέντος, τί θὰ γείνῃ;
§162Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως οὗτος θὰ παυθῇ.
§163ΡΑΛΛΗΣ. Δηλαδὴ ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ νὰ προτείνῃ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ διορισθέντος καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος;
§164Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§165ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγει καὶ τὸ νομοσχέδιον.
§166Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ παραγράφῳ τετάρτῃ, στίχῳ ἕκτῳ, ὁ ἀριθμὸς 25 τῆς φράσεως «τὰ ἐν ἄρθρῳ 25 τοῦ νόμου τούτου προσόντα» νὰ διορθωθῇ εἰς 7. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 μετὰ τῆς διορθώσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11–13, ὡς ἔχουσιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§168ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θέλουσιν ὁρισθῆ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο αἱ θέσεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἐπιτρέπηται ἡ ξύλευσις πρὸς ἐμπορίαν καὶ καυσοξύλων ἀκόμη. Εἰς αὐτὰς τὰς θέσεις θὰ ἔχωσι δικαίωμα οἱ κόπτοντες πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν νὰ ξυλεύωνται ἀτελῶς καὶ ἄνευ ἀδείας;
§169Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμία γίνεται διάκρισις· παντοῦ ἔχει ὁ κύριος τοῦ δάσους τὸ δικαίωμα νὰ κόπτῃ ξύλα, ἀλλὰ ποῖα; Τὰ ἔχοντα χαρακτῆρα καυσοξύλων, τ’ ἄλλα ὅμως οὐχί· καὶ ἐν τούτῳ ὁ συνδυασμὸς τῶν δύο διατάξεων.
§170ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Οἱ μέλλοντες νὰ κόψωσι καυσόξυλα βεβαίως δὲν θὰ ἦναι ὑποχρεωμένοι νὰ εὑρίσκωσιν εἰς τὰ δάση τὰ ἄχρηστα· αὐτοὶ θὰ κόψωσι καυσόξυλα ἐκεῖ, ὅπου θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Πολιτεία διὰ τῶν διατάξεών της τὴν ἐκκοπὴν ξυλείας· θὰ κόψωσιν ἑπομένως δένδρα χρήσιμα πρὸς οἰκοδομήσιμον ὕλην καὶ θὰ κόψωσι καὶ καυσόξυλα. Ἐρωτῶ λοιπόν, εἰς αὐτὰς τὰς θέσεις θὰ ἦναι ἐπιτετραμμένη ἡ ἐκκοπὴ καυσοξύλων πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν; Ἰδοὺ τί θὰ συμβῇ ἐν ἀρνητικῇ ἀπαντήσει. Αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ συντηρηθῶσιν ἄνευ καυσίμου ὕλης, τὴν ὁποίαν θὰ συλλέξωσιν ἐκ τῶν ἀποῤῥιμμάτων τοῦ δάσους, ἤτοι ἐκ τῶν καυσοξύλων, τὰ ὁποῖα περιγράφονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 13. Ὑποθέσατε ὅτι τὸ δάσος δὲν ἔχει ἄχρηστα ξύλα, οἷα τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, οὔτε τόσα πολλά, ὥστε νὰ συλλέξωσιν ἄφθονον ξυλείαν, θ’ ἀναγκασθῶσι τότε ν’ ἀγοράσωσι τὴν ξυλείαν, ἑπομένως δὲν παρέχεται πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ κόψωσιν ἀτελῶς καυσόξυλα διὰ τὴν οἰκιακήν των ἀνάγκην. Καὶ δι’ αὐτό, κύριε Πρόεδρε, ἂν τοῖς ἐπιτρέψωμεν καθ’ ὡρισμένας ὥρας τοῦ ἔτους εἰς ὡρισμένας θέσεις νὰ κόψωσι καυσόξυλα, θὰ τοὺς καταστήσωμεν φύλακας τῶν δασῶν. Ἄν τοὐναντίον, τότε θὰ καταστρέψωσι τὰ δένδρα, διὰ νὰ τὰ εὑρίσκωσι μετὰ ἕνα μῆνα ξηρὰ καὶ νὰ δύνανται νὰ τὰ ξυλεύωνται κατὰ τὸ ἄρθρον 3. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις.
§171Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ταῖς περιφερείαις, ἐν αἷς θὰ ἐπιτρέπηται ἡ κοπὴ τῶν δένδρων πρὸς χρῆσιν καυσίμου ξυλείας, δὲν θὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀνάγκη, διότι ἐκεῖ θὰ ὑπάρχωσιν ἀποῤῥίμματα.
§172ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Ἔχει κἄτι τι ἀμφίβολον ἡ σύνταξις τοῦ ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἔκδοσις τῶν ἀδειῶν ὑλοτομίας ἐνεργεῖται ἐπὶ μηνιαίᾳ ἀποζημιώσει δραχμῶν δεκαπέντε ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων οἰκονομικῶν ἐφόρων». Πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων; Δὲν φαίνεται καθαρῶς. Ὡς ἔχει ἡ φράσις, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι διὰ τὴν ἐκποίησιν θέλουσι καταβληθῆ ἐκ μέρους τοῦ ταμείου δραχμαὶ 15, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μετατεθῇ ἡ φράσις...
§173ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. «Εἰς τὸ Δημόσιον».
§174ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, δὲν πρόκειται περὶ καταβολῆς εἰς τὸ Δημόσιον, πρόκειται περὶ ἀδειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκδίδονται παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου· διὰ τὴν ἄδειαν αὐτὴν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος λαμβάνει ἐπιμίσθιον δραχμῶν 15. Ἀλλ’ ἡ φράσις δὲν εἶναι καταλλήλως τοποθετημένη· καλλίτερον εἶναι τὸ περὶ ἀποζημιώσεως νὰ τεθῇ εἰς τὸ τέλος, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἔκδοσις τῶν ἀδειῶν ὑλοτομίας ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων οἰκονομικῶν ἐφόρων, ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ τῶν ὁποίων κεῖται τὸ δάσος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγκεκριμένου διαχειριστικοῦ σχεδίου, συντασσομένου κατ’ ἔτος ὑπὸ τοῦ δασάρχου καὶ τοῦ ἁρμοδίου ἐπιθεωρητοῦ τῶν δασῶν πίνακος δασικῶν θέσεων, ἐν αἷς ἐπιτραπήσεται ἡ ὑλοτομία, ὑποβαλλομένου δ’ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δημοσιευομένου ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ μηνὸς Αὐγούστου. Ἐν τοῖς δάσεσι δέ, ὧν τὸ διαχειριστικὸν σχέδιον δὲν συνετάχθη, οὐδ’ ἐνεκρίθη, ἡ ὑλοτομία γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει μόνου τοῦ πίνακος τῶν δασικῶν θέσεων. Ἡ θεώρησις καὶ ἡ εἰς βιβλίον καταχώρισις τῶν ἀδειῶν ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ταμίου, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δέ, ἐν αἷς δὲν ἑδρεύει ταμίας, ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου. Εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον χορηγεῖται μηνιαία ἀποζημίωσις δρ. 15, εἰς δὲ τὸν ταμίαν ἢ εἰρηνοδίκην ἀποζημίωσις δραχ. 10.» Οὕτως ἔπρεπε νὰ καταρτισθῇ τὸ ἄρθρον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 15–18).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).
§176ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς εἴπῃ περίπου, ποία ἔσται ἡ ἁρμοδιότης τῶν δασονομικῶν αὐτῶν ἐποπτῶν, τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ ἄρθρῳ 19, καὶ πρὸς ποῖον σκοπὸν εἰσάγει τὴν διάταξιν περὶ προσλήψεως ἀλλοδαπῶν;
§177Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἁρμοδιότης τῶν ἀλλοδαπῶν ἐποπτῶν εἶναι αὐτὴ καὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχουσι σήμερον ἡμεδαποὶ ἔχοντες τὰ προσόντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ δέον νὰ προσφύγωμεν εἰς ἀλλοδαπούς, ἐὰν θελήσωμεν νὰ πληρώσωμεν τὰ κενὰ, δὲν θέλομεν δὲ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν τὸν τῆς κανονικῆς ὑπηρεσίας χαρακτηρισμὸν, διότι οὗτοι προσλαμβάνονται ἐκτάκτως, δίδομεν αὐτοῖς τὴν θέσιν ἐπόπτου δασονομικοῦ. Κατόπιν, ἐὰν οἱ ἀλλοδαποὶ οὗτοι θελήσωσι νὰ πολιτογραφηθῶσι, δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐπιθεωρηταὶ αʹ τάξεως ὑπεράριθμοι.
§178ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αὐτοὶ δὲν θὰ θελήσωσι ν’ ἀνταλλάξωσι τὴν θέσιν αὐτῶν καὶ τὸν μισθὸν τῶν 700 δραχμῶν πρὸς τὸν μισθὸν τῶν ἐντοπίων ἐπιθεωρητῶν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν αὐτοὶ θὰ δύνανται, μὴ γνωρίζοντες τὴν γλῶσσαν, νὰ ἐπιτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν των ταύτην.
§179Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σήμερον ἔχομεν ἕνα ξένον ἐπόπτην δασονομικὸν, ὅστις, κατὰ τὴν γνώμην τῶν δυναμένων νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, εἶναι ἐπίσης ἐπαρκὴς, ὡς καὶ οἱ ἡμέτεροι, ἴσως δὲ καὶ διακρίνεται μεταξὺ αὐτῶν.
§180ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§181Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἐν Βυτίνῃ.
§182ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸς εἶναι διευθυντὴς τοῦ ἐκεῖ σταθμοῦ.
§183Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διευθύνει τὰ ἐκεῖ δάση, ἡ αὔξησις δὲ τοῦ εἰσοδήματος τῶν δασῶν ἐκείνων ὑπῆρξε καταπληκτική.
§184ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ διεύθυνσις ἑνὸς δάσους δύναται νὰ συντελεσθῇ καὶ ἄνευ γνώσεως τῆς γλώσσης, ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τοῦ δασονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνευ γνώσεως τῆς γλώσσης νὰ συντελεσθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἔχει).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται δι’ αὔριον, ὅπως ἀνατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη.
§186ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἀκόμη, καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν ἐπὶ μικρὸν τὴν συνεδρίασιν.
§187Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς γείνῃ διακοπὴ ἐπὶ μίαν ὥραν. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 μ. μ., ἐπαναλαμβάνεται δὲ ὥρᾳ 9 καὶ 10′).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιθεωρήσεως ταμείων δημοσίων, δημοτικῶν, κοινοτικῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν καὶ ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων.
§189ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξήγησε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἀκυροῖ ἰσχύοντα νόμον. Ἡ ἐξήγησις ὅμως, ἣν ἔδωκεν, εἶναι ἀτελὴς, καὶ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαρορὰν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἀκυρουμένου νόμου. Ὁ ἰσχύων νόμος, συνιστῶν ἐπιθεωρήσεις τακτικὰς καὶ ὡρισμένας, ἐσκόπει τὴν θεραπείαν μιᾶς σπουδαίας ἀνάγκης, ἥτις ὑφίσταται εἰς ὅλας τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἰδίως δὲ ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὅπως πάντες γνωρίζομεν, αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ παρουσιάζουσι πλείστας ἐλλείψεις. Καὶ τὸ ποιὸν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὁ τρόπος τῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑπηρεσίας συντελεῖ εἰς τὴν πλημμελῆ ἐνέργειαν καὶ ἐν τῇ βεβαιώσει τῶν φόρων καὶ ἐν τῇ εἰσπράξει αὐτῶν καὶ ἐν τῇ ἐν γένει διαχειρίσει τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο βλέπομεν συνεχῶς ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἡ κεντρικὴ ἐξουσία σπανίως μανθάνει ἐκ τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας, συνήθως δὲ ἐκ τυχαίων γεγονότων. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων εἰς πλείστας ἐπαρχίας παρουσιάζεται ἐλλιπής. Πρὸς θεραπείαν τῶν ἐλλείψεων τούτων ὁ νόμος τοῦ 1891 ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ διαιρέσῃ τὸ Κράτος εἰς ὡρισμένας οἰκονομικὰς περιφερείας, εἰς ἃς ἔταξεν ἀνὰ ἕνα οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητήν. Σκοπὸς τούτου τοῦ θεσμοῦ ἦτο, ὅπως πᾶσαι αἱ οἰκονομικαὶ ὑπηρεσίαι ὦσιν ἐν γνώσει, ὅτι τακτικῶς ἢ περιοδικῶς θὰ ἐπιθεωρῆται καὶ ἐλέγχηται ἡ ἐνέργεια αὐτῶν, καὶ ὅπως ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία, τιθεμένη τακτικῶς ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως ἑκάστης ὑπηρεσίας, δύναται νὰ προλαμβάνῃ τὰς καταχρήσεις καὶ διορθόνῃ τὰς ἐλλείψεις καὶ τὰς ἀμελείας. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι μεταξὺ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν ὑπῆρχον καὶ τρίτης τάξεως ἐπιθεωρηταί, ἔχοντες βαθμὸν γραμματέων Αʹ τάξεως, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιθεωρήσωσιν ἀρχὰς διευθυνομένας παρ’ ὑπαλλήλων ἀνωτέρου βαθμοῦ, δὲν ἦτο ὀρθή, διότι ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς δὲν εἶναι προϊστάμενος τῶν ἀρχῶν αὐτῶν δὲν δίδει διαταγάς, ἀλλ’ ἁπλῶς λαμβάνει γνῶσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἐξελέγχει καὶ γνωρίζει εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν τὴν κατάστασιν αὐτῶν. Ἡ τοιαύτη ἐργασία ἤθελε συμπληρώσει οὐσιωδῶς τὰς ὑφισταμένας ἐλλείψεις καὶ ἤθελε βελτιώσει σπουδαίως τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν. Τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ καταργήσῃ αὐτὴν τὴν τακτικὴν καὶ συστηματικὴν ἐξέλεγξιν, καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ παλαιὸν σύστημα τῆς ὑπάρξεως ἀριθμοῦ ὡρισμένων ἐπιθεωρητῶν, ἀποτελούντων ἁπλῶς ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων βεβαίως οἱ πλεῖστοι θέλουσιν εἶσθαι ἀργομίσθιοι, οὐδεμίαν ἐκτελοῦντες τακτικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἀορίστους ἐξελέγξεις καὶ ἐπιθεωρήσεις. Τὸ ἐπαναφερόμενον τοῦτο σύστημα εἶχεν ἀποδειχθῆ ὅλως ἀτελὲς καὶ ἀνωφελές. Οἱ πλεῖστοι ἐπιθεωρηταὶ εἶχον καταντήσει νὰ διευθύνωσιν ὡρισμένην οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, ὁτὲ μὲν τελωνεῖόν τι, ὁτὲ δὲ ταμεῖον κτλ. Ἡ τοιαύτη ἐργασία τῶν ἐπιθεωρητῶν καθιστᾷ περιττὸν σχεδὸν τὸν θεσμὸν τῶν ἐπιθεωρήσεων, διότι τὴν παρ’ αὐτῶν ἐκτάκτως ἐκτελουμένην ἐπιθεώρησιν δύνανται καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνδρίου νὰ ἐκτελέσωσι καὶ ἄλλοι οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι ἄνευ αὐξήσεως δαπάνης. Τὸ ὅτι πρόκειται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἐξελέγχωσι καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας, καὶ ἰδίως ἑταιρίας καὶ Τραπέζας, τοῦτο οὐδὲν νέον προσθέτει, διότι ἡ ἐξέλεγξις αὕτη δύναται καὶ δυνάμει τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας νὰ ἐκτελεσθῇ, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νομίσει τοῦτο ἀναγκαῖον. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου θέλει στερήσει τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τῆς πραγματικῆς ἐπιθεωρήσεως, ἥτις βεβαίως ἤθελε κατὰ πολὺ βελτιώσει αὐτήν. Τοιαύτη εἶναι ἡ πραγματικὴ ἐξήγησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ περὶ ἑαυτὸν ὑπαλλήλους ἄνευ ὡρισμένου καθήκοντος, κατὰ τὸ πλεῖστον ἀχρήστους, καὶ νὰ καταργήσῃ νόμον μὴ προερχόμενον μὲν ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως βεβαίως στηρίζεται εἰς τὴν πεῖραν τῶν πλείστων πεπολιτισμένων Κρατῶν καὶ ἤθελε σπουδαίως βελτιώσει τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν ὅσων ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰσηγούμενος τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, εἶπεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βελτιώνει τὴν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ ἐξ ἐναντίας καταστρέφει ἕνα θεσμὸν, ὁ ὁποῖος ἤθελε καταστήσει τὴν ὑπηρεσίαν πράγματι τακτικὴν, καὶ ἤθελε περιορίσει τὴν ἀνικανότητα τῶν ὑπαλλήλων καὶ βελτιώσει τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσιν οἱ βεβαιοῦντες καὶ εἰσπράττοντες τοὺς φόρους, διὰ τῆς τακτικῆς καὶ συστηματικῆς ἐξελέγξεως αὐτῆς καὶ διὰ τῆς γνωστοποιήσεως εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν τῆς σωρείας τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων καὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν.
§190Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, ὡσανεὶ εἶχεν αὐτὸς κανονίσει τὰ περὶ αὐτοῦ, ὅτε διηύθυνε τὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ ἀναπτυχθεῖσα παρ’ αὐτοῦ θεωρία ἀπαιτεῖ πρὸς ἐφαρμογὴν ὅρους, μὴ παρουσιαζομένους ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Εἶναι ἀνάγκη, οἱ διοριζόμενοι νὰ ἔχωσι βαθμὸν, ὃν δὲν ἔδιδεν ὁ εἰσαχθεὶς νόμος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, διότι τὰ μέσα τοῦ Κράτους δὲν ἐπέτρεπον, ἵνα ἡ ὑπηρεσία αὕτη διεξάγηται οὕτω πολυτελῶς. Ἐκ τῶν 22 θέσεων ἐπιθεωρητῶν αἱ 8 καθορίζονται ἐπὶ βαθμῷ ὑπαλλήλου κατωτέρου, ἐνῷ ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων τῆς θέσεως δύναται ὁ κατέχων αὐτὴν νὰ καλῆται εἰς ἐπιθεώρησιν ὑπαλλήλων ἀνωτέρων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀπεφάσιζεν ἡ Πολιτεία, ἵνα δαπανήσῃ ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρήσεων ὅ,τι θὰ ἀπητεῖτο, ἵνα καθορισθῶσιν αἱ θέσεις ἐπὶ βαθμῷ ἀναλόγῳ πρὸς τὰ καθήκοντα αὐτῶν, οἱ δυνάμενοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντα τῆς θέσεως δὲν ὑφίστανται παρ’ ἡμῖν. Ὅ,τι ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, δυσκόλως ἀπαντᾷ ἐν τῇ ἀρίστῃ τῶν ὑπηρεσιῶν, τῇ Γαλλικῇ. Ἐκεῖ ὑπῆρξεν ἐπιθεωρητὴς, ἀποδείξας διὰ τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὅτι κατεῖχεν ὁλόκληρον τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, ἐκεῖνος, οὗτινος τὸ σύγγραμμα ἐμνημονεύθη πρό τινων ἡμερῶν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὁ κ. Stourm. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ κ. Stourm, ἀμφιβάλλω, ἂν ὑπάρχῃ ἐν Γαλλίᾳ ὁ πληρῶν τὸ ἰδανικὸν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ σύστημα τοῦτο· διότι ἐπιθεωρητὴς κατὰ τὸ σύστημα τῶν τοπικῶν περιφερειῶν πρέπει νὰ ἦναι ἄριστος ταμίας, ἄριστος τελώνης, ἄριστος ἔφορος, κάτοχος δὲ συνάμα καὶ τῶν τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ἄλλως δὲν ἐπαρκεῖ. Ἐὰν λοιπὸν τὸ σύστημα τοῦτο δυσκόλως δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ ἐν Κράτεσι καὶ προσωπικὸν ἔχουσι καὶ μὴ φειδομένοις δαπανῶν, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ παρ’ ἡμῖν δὲν ἠδύνατο ἢ ν’ ἀπολήξῃ εἰς πλῆρες ναυάγιον, καὶ ἀπέτυχεν ὁλοσχερῶς, ἢ μᾶλλον οὐδαμῶς ἐλειτούργησε, διότι ἀνέφικτος ἦτο ἡ λειτουργία αὐτοῦ. Τὸ σύστημα, ὅπερ ἡμεῖς προτείνομεν, πληροῖ ὅρον ἀπαραίτητον ἐν τῷ ὅλῳ συστήματι, ὅπερ σήμερον ἐπιδιώκεται, τῆς οἰκονομίας, διότι καταργεῖ 8 ἐπιθεωρητὰς γʹ τάξεως, τουτέστι πραγματοποιεῖ οἰκονομίαν 24,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Τοῦτο εἶναι πλεονέκτημα θετικόν. Πραγματοποιοῦν τὴν οἰκονομίαν ταύτην, ἐλαττόνει τὴν ἐποπτείαν, χαλαρόνει τὴν ὑπηρεσίαν; Τουναντίον, ὡς ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ σκοπίμως πρὸς ταύτας διασκευασθὲν τὸ σύστημα, ἐπιτυγχάνει ἐποπτείαν τελεσφορωτέραν, διότι οἱ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου 14 ἐπιθεωρηταὶ ἀντὶ τῶν τέως 22 θὰ προάγωνται εἰς ἐπιθεωρητὰς κατὰ τὰς δεούσας ἀναλογίας ἐκ τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ἐφοριακῆς ὑπηρεσίας, περιφερόμενοι δὲ οὗτοι ἀνὰ τὸ Κράτος τὸ πλεῖστον τοῦ ἔτους, θὰ ἐποπτεύωσιν ἕκαστος εἰδικώτερον τὴν ὑπηρεσίαν, ἐν ᾗ ἐκτήσατο τὴν ἐμπειρίαν. Ἴσως ἡ ἐποπτεία τῶν 14 ἐπιθεωρητῶν δὲν θὰ ἦναι ἐπαρκὴς, ἀλλὰ καὶ ἐπαρκεστέραν ἐὰν ἀνεγράφομεν αὐτὴν ἐν τῷ νόμῳ, ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία παρέχῃ τὸ προσωπικὸν εἰς πραγματοποίησιν τοιαύτης προνοίας. Ἐφ’ ὅσον ἄρα ἡ ὑπηρεσία παρέχῃ τὸ προσωπικὸν, τὸ σύστημα, ὅπερ εἰσάγομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, χρησιμοποιεῖ αὐτὸ ὑπὲρ τοῦ ἐπιδεικνυομένου σκοποῦ. Τὰ οὕτως ἐπιτευχθησόμενα ἀποτελέσματα δὲν εἶναι τέλεια, ἀλλὰ θ’ ἀποτελῶσι πρόοδον τεραστίαν ἐπὶ ἐξαμβλωματικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ συστήματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἐπαγομένου δαπάνην ἀνωτέραν 24 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος.
§191ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτι δὲν ἔχομεν τέλειον προσωπικὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐπιθεωρήσεων, βεβαίως πάντες γνωρίζομεν· ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, νομίζων, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὁ ἔχων διαγεγραμμένα καθήκοντα ἐντὸς ὡρισμένης περιφερείας, θὰ ἐκτελέσῃ ἀτελῶς τὰ καθήκοντά του ταῦτα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι τρεῖς διαφόρους χαρακτῆρας ἐντὸς τῆς αὐτῆς περιφερείας, δὲν κατώρθωσε νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς πλήρη ἀντίφασιν, καὶ νὰ δηλώσῃ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ, τοὺς ὁποίους ἤθελε διορίσει, θὰ ἔχωσιν εἰδικότητα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κύριον αὐτῶν χαρακτῆρα, θέλουσι δ’ ἐκτελεῖ ἁπλῆν ἐξέλεγξιν εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους. Βεβαίως ὑπάρχουσιν αἱ ἀτέλειαι τῶν προσώπων, καὶ αἱ ἀτέλειαι αὗται εἰς ἀμφότερα τὰ συστήματα θέλουσι παρουσιάσει δυσχερείας σπουδαίας, ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐκεῖ, τὸ ζήτημα εἶναι πῶς μὲ τὴν ἀτέλειαν τῶν προσώπων τούτων δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν θετικόν τι ἀποτέλεσμα. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καθ’ ἃ ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τῶν ἐπιθεωρήσεων, ὅπερ ἐπαναφέρεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲν ἀπολύτως ἐπῆλθε θετικὸν ἀποτέλεσμα. Ἀπόδειξις ὅτι, ἂν ἀνεκαλύφθη κατάχρησίς τις ἔν τινι ταμείῳ, ἡ κατάχρησις αὕτη δὲν ἀνεκαλύφθη παρ’ ἐπιθεωρητοῦ, ἀλλ’ ἀνεκαλύφθη προηγουμένως, καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀπεστάλη, ἵνα βεβαιώσῃ τὸ προηγουμένως καὶ κατὰ τύχην ἐνίοτε ἀνακαλυφθέν. Ὅτι ἐπιθεώρησις οὐδέποτε ἐγένετο τῶν ἐφοριακῶν ἀρχῶν, καὶ τοῦτο εἶναι βεβαιωμένον. Τὸ σύστημα τοῦτο ἀπεδείχθη ἀπολύτως ἀτυχὲς, οὐδὲν δὲ δύναται νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα παρ’ ἡμῖν, ἐνῷ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ὡρισμένα καθήκοντα εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, δὲν τὸν κάμνει ὑπεράριθμον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τῷ ὁρίζει τὰ καθήκοντά του, ἅτινα μεθοδικῶς ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ· τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καταστήσῃ ἐνήμερον τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν διαφόρων κλάδων. Βεβαίως ἡ ἀτέλεια τῶν ὑπαλλήλων κατ’ ἀρχὰς δὲν θέλει καταστήσει τοῦτο τοσούτῳ τέλειον, ὅσον ἐν Εὐρώπῃ, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἤθελον μορφωθῆ πρόσωπα ἐπιθεωρητῶν, δυναμένων νὰ ποιῶνται ἐπιθεωρήσεις ὅσον τὸ δυνατὸν τελειοτέρας. Τοιαύτας ἐπιθεωρήσεις δὲν θὰ ἔχωμεν· θὰ ἔχωμεν τὴν ἐπιθεώρησιν τὴν ὁριζομένην. Ὁσάκις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε λάβει ὑπόνοιάν τινα, θὰ πέμπῃ ἐπιθεωρητὴν, ὁ ὁποῖος συνήθως θὰ μεταβάλληται εἰς ὑπάλληλον, θ’ ἀντικαθιστᾷ τὸν ὑπάλληλον ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, μέχρις ὅτου ἀντικατασταθῇ ὑπὸ ἄλλου. Ὀλίγοι δὲ θὰ ἦναι οἱ ἐπιθεωρηταὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκον τοῦτο. Οἱ πλεῖστοι θὰ μένωσιν ἐνταῦθα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μὲ τὸν τίτλον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, χωρὶς νὰ ἐργάζωνται. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, ἔχομεν οἰκονομικὰς ἐπιθεωρήσεις; πρέπει οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ ἡμῶν νὰ ἔχωσιν ὡρισμένα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα νὰ ἐκτελῶσιν, ἢ δὲν πρέπει; Ἐγὼ νομίζω τοῦτο ἀπαραίτητον· διότι εἶναι στοιχειώδης ἀλήθεια, ὅτι οὐδεὶς ὑπάλληλος δύναται νὰ ἦναι ἐπωφελὴς, νὰ παράσχῃ ὑπηρεσίαν χρήσιμον εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου τὰ καθήκοντα δὲν ἦναι ὡρισμένα, καὶ ἂν ὁ ὑπάλληλος οὗτος δὲν ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων τούτων. Τοῦτο εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καταργεῖται σήμερον, ἡ ὕπαρξις ὑπαλλήλων ἐχόντων ὡρισμένα καθήκοντα, ὡς ἀνέπτυξα αὐτά, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἔρχεται ὁ διορισμὸς ὑπαλλήλων μὴ ἐχόντων ὡρισμένα καθήκοντα, ἀλλ’ ἀποτελούντων ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐκτελῶσι τὰς διαταγὰς, ἃς δίδει εἰς αὐτοὺς εἰς ἐκτάκτους καὶ ἀπροβλέπτους περιστάσεις. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω μετὰ πάσης πεποιθήσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσάγομεν, καταργεῖ θεσμὸν μὴ ἐφαρμοσθέντα μὲν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως, καὶ διότι αἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπελθοῦσαι προσωπικαὶ μεταβολαὶ παρημπόδισαν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἀλλὰ θεσμὸν, ὁ ὁποῖος ἐφαρμοζόμενος δὲν δύναται ἢ νὰ παράσχῃ σπουδαιότατα καὶ ἐπωφελέστατα ἀποτελέσματα διὰ τὴν καλὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν· εἰσάγει δὲ θεσμὸν, κατ’ ἐμὲ, ἄχρηστον καὶ σχεδὸν ἀνωφελῆ, προσθέτοντα δὲ ὡρισμένον ἀριθμὸν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οὐδεμίαν θὰ παράσχωσιν ὑπηρεσίαν.
§192Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ θεσμὸς δὲν ἐφηρμόσθη. Ποία δὲ ἡ ἄμεσος αἰτία τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ; Ἡ αἰτία ἡ ἄμεσος καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ἦτο, ὅτι τοὺς ἱκανωτέρους ἐκ τῶν ἐπιθεωρητῶν δὲν ἠδύνατο ἡ ὑπηρεσία ν’ ἀφίνῃ περιωρισμένους ἐν τῇ τοπικῇ αὐτῶν περιφερείᾳ, εἶχεν ἀνάγκην αὐτῶν πρὸς εἰδικὰς ἐπιθεωρήσεις ἐκτὸς τῶν περιφερειῶν αὐτῶν, καὶ εἰς ταύτας συνεχῶς τοὺς ἀπησχόλει. Εἶναι ἀδύνατον, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ εὑρίσκηται διηνεκῶς ἠναγκασμένος νὰ ἀποστέλλῃ τοὺς εἰδικωτέρους εἰς ἐκτάκτους ἐπιθεωρήσεις τελωνείων, ταμείων, ἐφοριῶν· ἔχων δὲ ὁ Ὑπουργὸς τὴν γνῶσιν, ὅτι ἐν ὅλῳ τῷ προσωπικῷ τῶν ἐπιθεωρητῶν ὑπάρχουσι δύο ἢ τρεῖς, δυνάμενοι νὰ διεξαγάγωσιν ὡρισμένην ἐποπτείαν, ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως οὗτοι μένωσιν ἐν τῇ περιφερείᾳ, ἐν ᾗ τοὺς καθήλωσεν ὁ θεσμὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, διεξάγοντες ἐκεῖ ὑπηρεσίαν, πρὸς ἣν δὲν εἶναι καθ’ ὅλα χρήσιμοι, καὶ νὰ μὴ μεταχειρίζηται αὐτοὺς πρὸς τὴν δεομένην εἰδικῆς προνοίας ἐποπτείαν. Ἐπὶ τῶν 14 ἐπιθεωρητῶν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ ὑπάρχωσιν 3 ἢ 4 ἐξ ἑκάστου εἰδικοῦ κλάδου ὑπηρεσίας· τούτους ὁ Ὑπουργὸς θὰ δύναται νὰ μετακινῇ ἄνευ παραβιασμοῦ, ὡς μέχρι τοῦδε, τοῦ θεσμοῦ· διότι ἡμεῖς διηνεκῶς εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ μετακινῶμεν ἐκ τῶν περιφερειῶν τοὺς ἤδη ὑπάρχοντας, καίτοι, τοῦτο πράττοντες, παραβιάζομεν τὸν θεσμὸν, καθ’ ὃν οὗτοι πρέπει νὰ μένωσιν ἐντὸς τῆς καθωρισμένης εἰς αὐτοὺς περιφερείας, ὑπεκφεύγομεν δὲ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην δι’ ἀποσπάσεως χάριν εἰδικῆς ὑπηρεσίας. Ὁ νόμος δὲν ἀναγράφει ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ δικαίωμα ἀποσπάσεως ἐκ τῆς καθωρισμένης περιφερείας, ἀλλ’ εἶναι οὕτως ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη, ὥστε ἀδιαλείπτως ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῆς ἰσχύος τοῦ θεσμοῦ οὕτως ἐφηρμόσθη, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄλλως, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τοῦτο ἔπραττεν ὢν Ὑπουργὸς, καὶ τοῦτο θὰ πράττῃ πᾶς Ὑπουργὸς, κηδόμενος τῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο, τὸ νῦν ἀδιαλείπτως γινόμενον κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, τοῦτο ἀναγράφεται κατὰ σύστημα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Κρίνων ἐκ τοῦ παρελθόντος, δὲν ἔχω τὸ ἐνδόσιμον, ἵνα ἀπεκδέχωμαι ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ συστήματος, διότι προσωπικὸν ἐπαρκὲς κατ’ ἀριθμὸν καὶ κατὰ ποσὸν δὲν ὑφίσταται, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε θὰ λειτουργήσῃ τὸ σύστημα, ἐνῷ τὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης οὐδόλως ἐλειτούργει· δὲν ἐλειτούργει ἐπὶ τῶν διαδόχων αὐτοῦ, ἀλλ’ ὀλιγώτερον ἔτι ἐλειτούργει ὅτε αὐτὸς τὸ ἐφήρμοζε.
§193ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ σύστημα, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, βεβαίως δὲν εἶναι νέον· ἐπανερχόμεθα μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ 1891, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεζητήθη ἡ τροποποίησις τῶν τοῦ ἐλέγχου, ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκράτησεν ἀπὸ καταβολῆς τοῦ βασιλείου. Τ’ ἀποτελέσματα τοῦ συστήματος τούτου τὰ γνωρίζομεν πάντες, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι, ἐάν ποτε ἀνεκαλύφθη ἔλλειμμά τι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ κατὰ τὴν διαχείρισιν οἱουδήποτε οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους, ἡ ἀνακάλυψις τοῦ ἐλλείμματος τούτου ὀφείλεται εἰς τυχαῖα περιστατικά. Ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης ἐξετάσεως τοῦ συστήματος τοῦ εἰσαγομένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποκαλύπτονται τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ. Ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς ἔλεγχον σπασμωδικόν, ἀποκαλῶ δ’ αὐτὸν σπασμωδικὸν κατ’ ἀντιπαραβολὴν τοῦ ἐλέγχου τοῦ διεξαγομένου ἀπὸ τοὺς τοπικοὺς ἐπιθεωρητάς,—διότι ὁ ἔλεγχος αὐτὸς δὲν προέρχεται ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀλλὰ προέρχεται ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐφ’ ὅσον δ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξ οἱασδήποτε καταγγελίας δὲν ἤθελεν ἀναγκασθῆ ν’ ἀποστείλῃ τὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητήν, ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς μένει ἀργὸς καὶ εἰς οὐδὲν ἕτερον χρησιμεύει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν καὶ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν ἢ πρὸς ἀπόληψιν τοῦ μισθοῦ· ὅτε δὲ ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καταγγελία τις, τότε μόνον θὰ χρησιμοποιῆται. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται περὶ τοιαύτης σπασμωδικῆς ἐνεργείας τῶν ἐπιθεωρητῶν, δὲν δυνάμεθα, ἀντὶ νὰ καταστήσωμεν ἰδίαν τάξιν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, τοὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς, δὲν δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν ἐκ περιτροπῆς ὑπαλλήλους ἰσοβαθμίους, ἢ ἔχοντας βαθμὸν ἀνώτερον ἐκείνων, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ἐξελέγξωσιν; Ἀναμφισβητήτως δὲν δύναταί τις νὰ εὕρῃ διαφορὰν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ συστήματος, ὡς καθιεροῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πρὸς τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύω. Πάντοτε σπασμωδικὸς θὰ ἦναι ὁ ἔλεγχος, πάντοτε ὁ ἔλεγχος θὰ γίνηται οὐχὶ ἐκ πρωτοβουλίας τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἐκ πρωτοβουλίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, ἀπησχολημένος εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς ποικίλας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι τῷ εἶναι ἐμπεπιστευμέναι, μόνον ἐκ καταγγελίας εἶναι δυνατὸν νὰ κινηθῇ εἰς τὸ νὰ ὁρίσῃ τὴν ἐξέλεγξιν ὡρισμένης διαχειρίσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἐλαττώματος τούτου τῆς σπασμωδικῆς ἐνεργείας τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν οὕτω διοριζομένων, ἔχομεν καὶ τὴν ἔλλειψιν τῆς εὐθύνης. Εὐθύνην οὐδεμίαν φέρουσιν οἱ ἐπιθεωρηταὶ, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρόκειται ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν νὰ λειτουργήσῃ· διότι ἡ εὐθύνη ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ νομοσχεδίου ἀφορᾷ ὄχι εἰς τὴν παραμέλησιν τοῦ ἰδίου αὐτῶν καθήκοντος, ἀλλὰ εἰς τὸν δόλον, ὃν ἤθελον διαπράξει ἀπέναντι τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν Ὑπουργοῦ, ἢ ἀπέναντι τῆς ὑπηρεσίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλλείπει ἐντελῶς ἀπὸ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, ὡς κανονίζονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἡ εὐθύνη ἐπὶ τῇ ὀλιγωρίᾳ τῆς ἀνατιθεμένης εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσίας. Ἄνευ δὲ τούτου, ἐρωτῶ, τί χρησιμεύουσιν οἱ οἰκονομικοὶ αὐτοὶ ἐπιθεωρηταί;
§194ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει ῥητῶς «ἀμέλειαν».
§195ΡΑΛΛΗΣ. Χρησιμεύουσιν ἁπλῶς ὡς ἔκτακτοι ἀπεσταλμένοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ τοιούτους ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἀνεύρῃ χιλίους ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ, οὐδὲ ἔχει ἀνάγκην νὰ καταρτίσῃ ἴδιον κλάδον ἀργομίσθων, διότι πρόκειται περὶ τοιούτων τινῶν, ἀφοῦ ἰδίαν εὐθύνην δὲν ἔχουσιν, ἀφοῦ ἰδίαν πρωτοβουλίαν δὲν ἔχουσιν, ἐξ ἐντολῆς δὲ μόνον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ἀνατιθεμένων εἰς αὐτοὺς καθηκόντων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἐκ νέου εἰσαγόμενον εἶναι ἐντελῶς ἀτελὲς, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ἐκ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἢ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔσχομεν καὶ κατὰ τὸ παρελθόν.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει).
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§198ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 ἀνατίθεται εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς, ἐκτὸς τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ διοικητικῆς ἐξελέγξεως τῶν διαχειριστῶν δημοσίων χρημάτων καὶ δημοσίων καταστημάτων, καὶ ἡ ἐπιθεώρησις καὶ ἐξέλεγξις δημοτικῶν ταμείων, ταμείων κοινοτήτων ἢ κοινοτικῶν καταστημάτων, πρὸς δὲ καὶ ἡ ἐξέλεγξις ταμείων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν εἴτε κατ’ αἴτησιν τῶν διοικητικῶν συμβουλίων, ἢ τῶν βασιλικῶν ἐπιτρόπων, ἐγκρινομένην καὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε αὐτεπαγγέλτως, τῇ ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιτάσσων τοιαύτας ἐπιθεωρήσεις, ἐκβαίνει τῆς ἁρμοδιότητός του. Μέχρι τινὸς ἠδύνατό τις νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐξέλεγξιν τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς δημοτικὰ ταμεῖα, διότι εἶναι μὲν ἀνεξάρτητος τῆς κεντρικῆς διοικήσεως ἡ διαχείρισις τῶν δημοτικῶν πόρων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπόκειται, δυνάμει τοῦ περὶ δήμων νόμου, ἡ ἐν γένει διοίκησις τῶν δήμων εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, εἰς τὸν κατὰ τόπους ἔπαρχον, δύναταί τις ἐν μέρει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰ τῆς ἐξελέγξεως τῶν δημοτικῶν ταμείων. Καὶ τοῦτο ὅμως θεωρῶ, ὅτι ἐκβαίνει τοῦ δημοτικοῦ θεσμοῦ ἡμῶν, ὡς ἐνόει αὐτὸν ὁ νομοθέτης τοῦ 1833. Βλέπω πνεῦμα συγκεντρώσεως εἰς τὴν τοιαύτην διάταξιν, δὲν βλέπω τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεδίωξεν ὁ νομοθέτης τοῦ δημοτικοῦ ἡμῶν νόμου ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν καὶ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δήμου· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰ καθήκοντα ἀφ’ ἑνὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφ’ ἑτέρου πρὸς τὰ ἀλλότρια δικαιώματα, εἶναι ἡ χορηγουμένη ἄδεια διὰ τοῦ ἄρθρου 2 εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάσσῃ τὴν ἐξέλεγξιν ταμείων κοινοτικῶν καὶ καταστημάτων κοινοτικῶν, καὶ ἔτι περισσότερον, δι’ ὅπερ ἐγὼ ἐκπλήσσομαι, τὴν ἐξέλεγξιν ταμείων ἰδιωτικῶν, ἰδιωτικῶν ἑταιριῶν, καὶ ὄχι μόνον κατ’ αἴτησιν τῶν διοικητικῶν συμβουλίων αὐτῶν, ἢ τῶν γενικῶν συνελεύσεων, ἢ τῶν βασιλικῶν ἐπιτρόπων, ἀλλὰ καὶ αὐτεπαγγέλτως πλέον. Κοινοτικὰ ταμεῖα καὶ κοινοτικὰ καταστήματα δὲν γνωρίζω ἄλλα, παρὰ τὰ ταμεῖα καὶ τὰ καταστήματα τὰ ἀνήκοντα εἰς κοινότητας.
§199ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου γίνεται ἡ ἐξέλεγξις νῦν εἰς τὰ γραφεῖα καὶ τὰ ταμεῖα τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν.
§200ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ περὶ τελῶν χαρτοσήμου, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν. Ἀλλὰ δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν ἡ διάταξις αὕτη πρὸς τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐξελέγξεως, δὲν πρόκειται περὶ ἐπιβλέψεως τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Ἐδῶ βλέπω ἀνάμιξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως περιουσιῶν, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχουσιν εἴτε πρὸς τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους, εἴτε πρὸς τὴν περιουσίαν ἄλλων σωματείων, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε ὑπάγονται εἰς τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Κράτους. Κοινοτικὰς περιουσίας, κοινοτικὰ καταστήματα καὶ κοινοτικὰ ταμεῖα γνωρίζω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὰς κοινότητας, τὰς κοινότητας δὲ ἀποτελοῦσιν ἰδιωτικαὶ περιουσίαι, ἀδιανέμητοι μεταξὺ τῶν μελῶν τῶν κοινοτήτων. Τίνα δικαιώματα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ τῆς περιουσίας καὶ διοικήσεως τῶν κοινοτικῶν αὐτῶν ταμείων καὶ κοινοτικῶν καταστημάτων; Διατί, ἐκβαίνουσα πλέον ἡ Πολιτεία τῶν ὁρίων τῶν ἀνεγνωρισμένων εἰς αὐτήν, δὲν ἤθελεν εἰσέλθει καὶ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἰδιωτικῶν ταμείων;—διότι τὰ κοινοτικὰ ταμεῖα εἶναι ἰδιωτικὰ ταμεῖα, δὲν βλέπω δὲ διατὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ δύναται νὰ διατάσσῃ τὴν ἐξέλεγξιν μόνον τῶν κοινοτικῶν ταμείων καὶ καταστημάτων, καὶ ὄχι καὶ τὴν ἐξέλεγξιν οἱουδήποτε ἄλλου καταστήματος, οἱουδήποτε ἰδιωτικοῦ ταμείου.—Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀδικαιολόγητον, εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀρυσθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2, ἀναφορικῶς πρὸς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσιν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν ἐμπορικῶν ἑταιριῶν,—καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι,—ἀποτελοῦσι τὸ μυστικὸν τῶν ἑταιριῶν, ἐπ’ οὐδενὶ δὲ λόγῳ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἐρευνᾷ τὰ τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Ἀληθῶς ἐν τῷ ἐμπορικῷ ἡμῶν νόμῳ ἀναγέγραπται διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν πρὸς τὴν σύστασιν ἀνωνύμου ἑταιρίας ἀπαιτεῖται ἡ ἔγκρισις τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας, καὶ διὰ τὴν ἔγκρισιν αὐτὴν εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαία ἡ ἔκδοσις βασιλικοῦ διατάγματος, κατὰ τὴν ἔκδοσιν δὲ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος περιλαμβάνεται ἡ ῥήτρα ἐν αὐτῷ τῷ διατάγματι, ὅτι ἐν περιπτώσει ἀθετήσεως τῶν ὅρων τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας ἐπιφυλάσσεται ἡ διοίκησις ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἔγκρισιν. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ δὲν δικαιολογοῦσι τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ταμείων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Ἔχει μὲν τὴν ἐπίβλεψιν τῆς διοικήσεως τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἡ Πολιτεία, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τῶν ταμείων αὐτῶν καὶ νὰ ἐξελέγξῃ τὰς πράξεις τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν. Τοῦτο πράττουσα, ἀναμιγνύεται εἰς ἀλλοτρίας ὑποθέσεις, δύναται δὲ, καὶ ἔχουσα πρόθεσιν νὰ ὠφελήσῃ, νὰ βλάψῃ καιρίως, διότι βεβαίως τοιαύτη ἐξέλεγξις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται καθημερινῶς εἰς τὰ ταμεῖα τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, θὰ γίνηται ἐκ περιτροπῆς καὶ λίαν σπανίως· ἀλλὰ τίς θὰ ᾖναι ἡ θέσις οἱασδήποτε ἀνωνύμου ἑταιρίας ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε διαταχθῆ ἡ ἐξέλεγξις τοῦ ταμείου αὐτῆς; Ἡ ἑταιρία αὕτη θὰ καθίστατο ἀμέσως ὕποπτος ἀπέναντι τῆς κοινωνίας. Μόνον ἡ πρόθεσις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ νὰ διατάξῃ ἐξέλεγξιν τοῦ ταμείου αὐτῆς, θ’ ἀποδεικνύῃ, ὅτι ὑπάρχει τι ὕποπτον ἐν τῇ διαχειρίσει της, καὶ ἐντεῦθεν θὰ ἐμπνέῃ δυσπιστίαν εἰς τὴν κοινωνίαν ἀπέναντι τῆς διοικήσεως αὐτῆς; καὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς. Θέλοντες ν’ ἀναμιχθῶμεν εἰς ἃ δὲν μᾶς ἀνήκουσι, δυνάμεθα καιρίως νὰ βλάψωμεν ἰδιωτικὰ συμφέροντα. Βεβαίως ἡ πρόθεσις τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἦτο τοιαύτη· βεβαίως ἦτο ἀνωτέρα τις ἰδέα περὶ τοῦ ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ κατ’ αὐτὰς ἀκόμη διαφημίζονται καὶ διαδίδονται περὶ μὴ ἀνεπιλήπτου διαχειρίσεως ὡρισμένων ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ὅτι αὐταὶ αἱ διαφημίσεις καὶ διαδόσεις δύνανται νὰ ζημιώσωσι τὴν δημοσίαν πίστιν, καὶ ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης ἀναχωρῶν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, περιέλαβε τὴν τοιαύτην διάταξιν· ἀλλὰ μεγαλείτερος εἶναι ὁ κίνδυνος τῆς ζημίας τῆς δημοσίας πίστεως διὰ τῆς ἀδείας, ἡ ὁποία χορηγεῖται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δύναται νὰ γείνῃ ἐν ἐκτάκτῳ περιστάσει χρῆσις καλὴ τῆς τοιαύτης διατάξεως, ἀλλὰ δύναται — καὶ συνήθως τοῦτο θὰ συμβῇ — νὰ ζημιώσῃ καιρίως τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας καὶ νὰ κλονίσῃ τὴν δημοσίαν πίστιν ἡ τοιαύτη ἀνάμιξις εἰς ἀλλότρια καθήκοντα, εἰς ἀλλότρια δικαιώματα. Ἡ Πολιτεία, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ περιορίζηται εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐποπτείας της ἐντὸς τῶν λογικῶν ὁρίων· καθ’ ὅσον δὲ θέλει ν’ ἀναμιγνύηται εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως εἴτε τῆς περιουσίας ἰδιωτῶν, εἴτε τῆς περιουσίας ἰδιωτικῶν ἢ ἐμπορικῶν ἑταιριῶν, βεβαίως σφάλλει. Ἀφήσατε τοὺς ἑταίρους νὰ διοικήσωσι τὰ τῶν συμφερόντων των. Μὴ θέλετε νὰ προστατεύσητε καὶ κηδεμονεύσητε πάντας, διότι δὲν εἶσθε ἱκανοὶ νὰ τὸ πράξητε. Ἀρκεσθῆτε εἰς τὸ νὰ καταστήσητε τὴν κηδεμονίαν ὑμῶν ἐπὶ τὰ δημόσια πράγματα ἐντελεστέραν, καὶ μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θέλετε προσφέρει μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος· ἐὰν θελήσητε νὰ ἐπεκτείνητε τὴν κηδεμονίαν ἡμῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, μὴ ἔχετε κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θέλετε ἀποδειχθῆ ἀνεπαρκέστεροι ἀφ’ ὅ,τι εἶσθε.
§201Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων οὐδόλως πρόκειται ἐν τῷ ἄρθρῳ 2. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 πρόκειται περὶ ὑπηρεσίας τῶν τοπικῶν διοικήσεων καὶ περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἀμφότερα δὲ ταῦτα διατελοῦσι περὶ τὰ τοῦ ἐλέγχου ἐν πλήρει ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις. Ὁ κύριος Βουλευτὴς τοσοῦτον ἐπηρεάσθη ἐκ τῆς ἀληθείας ταύτης, ὥστε, καίτοι ἀνέπτυξε τὸ ἀντίθετον ἐπιχείρημα, ἀνεγνώρισεν οὐχ ἧττον, ὅτι περὶ δήμων δύνανται νὰ ἔχωσι καλῶς τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχωσι καλῶς περὶ δήμων, διατὶ δὲν ἔχουσι καλῶς περὶ κοινοτήτων; Τί ἄλλο εἶναι παρ’ ἡμῖν ἡ κοινότης ἢ τμῆμα τοῦ δήμου, τμῆμα τοῦ δήμου πληρέστερον ἢ ἀτελέστερον ὠργανωμένον; Διότι ἀπό τινος χρόνου ὠργανώθησαν ἐνιαχοῦ τὰ τῶν κοινοτήτων, ἀλλαχοῦ δὲ ἔμειναν ἀνοργάνωτα· ἀλλ’ ἡ κοινότης, εἴτε ὠργανωμένη, ὡς εἶναι αἱ πλεῖσται κοινότητες τῆς Θεσσαλίας, εἴτε μὴ ὠργανωμένη, ὡς εἶναι αἱ πλεῖσται κοινότητες τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, εἶναι τμῆμα τοῦ δήμου, καὶ ἂν ἐπιτρέπηται ὁ ἔλεγχος περὶ τὰ τοῦ δήμου, βεβαίως ἐπιτρέπεται καὶ περὶ τὰ τῆς κοινότητος, πλειότερον δὲ περὶ τὰ τῆς κοινότητος ἢ περὶ τὰ τοῦ δήμου, διότι ὀλιγώτερον ἐπαρκὴς εἶναι ἡ κοινότης πρὸς τὴν ἄνευ ἐποπτείας διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου αὐτῆς. Ἀλλὰ τὰ τῶν κοινοτήτων καὶ τὰ τῶν δήμων δὲν ὑπῆρξαν ἐν τῇ γνώμῃ τοῦ κ. Βουλευτοῦ τὸ σπουδαιότερον, τῶν προκαλούντων τὴν ἐπίκρισιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2. Ὅ,τι ἰδίως προεκάλει τὴν ἐπίκρισιν αὐτοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 εἶναι τὰ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, διότι, εἶπεν, αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι εἶναι ἰδιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ προσφέρηται πρὸς τὰ ἰδιωτικὰ ὡσανεὶ ἦσαν δημόσια. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοὐναντίον συμβαίνει κατὰ τὰ ἐν ἄρθρῳ 2. Ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων οὐδόλως ἐπιτρέπεται εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν νὰ ἐνασκῇ ἐποπτείαν, οὐδὲ ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον μεταβάλλον τὰ περὶ ἐποπτείας. Τὰ περὶ ἐποπτείας μένουσιν ἀκριβῶς ὅπως ἡ νομοθεσία τοῦ Κράτους ἔχει αὐτὰ κεκανονισμένα, τὸ δὲ νομοσχέδιον κανονίζει ἁπλῶς τὰ τῆς ἐποπτείας, ὁποία ἤδη ὑπάρχει· ἡ δὲ ἐποπτεία, ὁποία ἤδη ὑπάρχει, σέβεται ἐντελῶς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ ἰδιώτου, σέβεται ἐντελῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιωτικῆς ἀσυλίας. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα ἐπεμβάσεως εἰς τὰ ἔργα τοῦ ἰδιώτου, ὅπως μάθῃ, πῶς οὗτος διεξάγει τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀνώνυμος ἑταιρία εἶναι καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ κατὰ τὸ γράμμα τῆς νομοθεσίας ἡμῶν ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις; Ἡ ἀνώνυμος ἑταιρία εἶναι τὸ ἀντίθετον τῆς ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως.
§202ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς;
§203Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀνώνυμος ἑταιρία παρ’ ἡμῖν ὑφίσταται ἐν τῇ δημοσιότητι, ἐν τῇ δημοσιότητι γεννᾶται, ἐν τῇ δημοσιότητι ἀναπτύσσεται καὶ ἐν τῇ δημοσιότητι ἀποβιοῖ· πάντα ὑπὸ τὴν δημοσιότητα διεξάγονται τὰ κατὰ τὴν ἀνώνυμον ἑταιρίαν, καὶ ἡ δημοσιότης εἶναι τὸ παρεχόμενον ὑπὸ τῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας εἰς τὴν Πολιτείαν ἐχέγγυον, ὁ δὲ κ. Βουλευτής, ὁ τοὐναντίον ἰσχυριζόμενος, ὡμολόγησεν ὅμως, ὅτι κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα καὶ ἑπομένως τὸ καθῆκον τῆς ἐπιβλέψεως τῶν κατ’ αὐτήν· ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ τὸ καθῆκον τῆς ἐπιβλέψεως, πῶς ἄλλως θὰ διεξαγάγῃ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ἢ κατὰ τρόπον ἐν τῷ νόμῳ καθοριζόμενον; Καθορίζει δὲ τὸ νομοσχέδιον, τίνι τρόπῳ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἡ διαχείρισις θέλει ἐξελέγχεσθαι, τίνι τρόπῳ ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐνασκεῖ τὴν ἐπίβλεψιν, ἣν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεγνώρισεν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ καθῆκον νὰ παρακολουθῇ τὰ τῶν ἑταιριῶν τούτων, ἵνα ἐπιτρέπῃ τὴν ἐξακολούθησιν, ἢ ἵνα ἐν ἐνδεχομέναις περιστάσεσι προκαλῇ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν κατὰ νόμον, ἢ καὶ ἀνακαλῇ τὴν χορηγηθεῖσαν εἰς τὴν ἀνώνυμον ἑταιρίαν ἄδειαν. Πῶς δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, ἂν μὴ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ ἑταιρίᾳ; Καὶ ἂν μὴ ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον, πάλιν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ διεξάγῃ τὰ τῆς ἐπιβλέψεως ταύτης, ἀλλὰ θὰ τὰ διεξῆγεν ἀκανονίστως, ἐνῷ τώρα τῇ χαράττεται ἐνέργεια κεκανονισμένη καὶ δι’ ὀργάνων ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἀνεγνωρισμένων διεξαγομένη. Τοῦτο μόνον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 θεσμοθετεῖται. Ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 θεσμοθετεῖται οὐχὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβλέψεως τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ ἐνασκῆται ἡ ἐπίβλεψις αὕτη, καὶ ὁρίζονται πρὸς τὴν ἐνάσκησιν αὐτῆς τὰ πρόσωπα τὰ παρέχοντα πάσας τὰς ἐγγυήσεις, ὅτι δύνανται νὰ διεξαγάγωσι τὸ ἔργον ἐπαρκῶς καὶ ἄνευ ζημίας τῶν ἐνδιαφερομένων. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπε: παρέχομεν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν δικαίωμα, οὗτινος ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ χρῆσις θὰ βλάπτῃ τὴν ἑταιρίαν, διότι αὐτὸ τοῦτο, ὅτι γίνεται ἐξέλεγξις, θὰ γεννᾷ ὑπόνοιαν περὶ τῆς ἑταιρίας. Καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο, λέγω ἐγώ, πρέπει νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς ἐξελέγξεως ὅπως μὴ θεωρῆται αὕτη ὥς τι ἔκτακτον καὶ προκαλῇ τὴν περιέργειαν τῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ἀναγνωρίζεται ὡς ἐνάσκησις κανονικοῦ καθήκοντος τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, μηδόλως προκαλουμένη ἐκ περιστάσεων εἰδικῶν καὶ ἐνδεικνυουσῶν ὑφισταμένας ὑπονοίας. Ἡ ἐνάσκησις τῆς ἐπιβλέψεως, ὅταν κανονισθῶσι τὰ περὶ αὐτῆς διὰ νόμου, θὰ ἦναι ἁπλῆ λειτουργία τῆς Πολιτείας, οὐδὲν ἄλλο δεικνύουσα, ἢ ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐκπληροῖ τὰ κανονικὰ αὐτῆς καθήκοντα.
§204ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει βεβαίως σύγχυσις μεταξὺ ἐπιβλέψεως καὶ ἐλέγχου. Τὴν ἐπίβλεψιν ἡ Πολιτεία δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ ἐξασκῇ καὶ εἰς τὴν κοινότητα καὶ εἰς τὸν δῆμον καὶ ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τὴν ἐπίβλεψιν δὲ ταύτην τὴν ἐξασκεῖ πλήρη δυνάμει τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας. Ἐνταῦθα διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐποπτείας ταύτης, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως, καὶ ἰδίως τῆς ταμειακῆς, τῶν κοινοτήτων, τῶν δήμων καὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἐξέλεγξιν ταύτην εἶναι κατάλληλον καὶ ἁρμόδιον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν; Βεβαίως ὄχι. Ἡ ἐξέλεγξις αὕτη πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς σῶμα ἔχον πλήρη ἀνεξαρτησίαν, δὲν πρέπει νὰ ἐνεργῆται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· σῶμα δὲ ἔχον τοιαύτην ἀνεξαρτησίαν εἶναι παρ’ ἡμῖν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ ποιῆται τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἡ ἐποπτεία τῆς Πολιτείας θέλει ἀποδείξει ὡς ἀναγκαῖον. Ἂν δὲ νομίζητε, ὅτι τὸν ἔλεγχον τοῦτον πρέπει νὰ τὸν ποιήσητε τελειότερον καὶ πληρέστερον παρ’ ὅτι σήμερον ἐκτελεῖται, ἐνισχύσατε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὁρίσατε τὰ καθήκοντα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπως τοῦτο ἐκτελῇ τὸν ἔλεγχον ἐν πλήρει ἀνεξαρτησίᾳ καὶ ἀμεροληψίᾳ καὶ ἄνευ ἐπιδράσεώς τινος κομματικῆς ἢ πολιτικῆς, καὶ μὴ συγχέετε τὰ καθήκοντα τῶν ὑπεραρίθμων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν,—διότι πρόκειται περὶ αὐξήσεως ὑπαλλήλων ὑπεραρίθμων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποτελούντων ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἐκτελούντων τὰς διαταγὰς αὐτοῦ, πρόκειται, λέγω, νὰ διορίσητε τοιούτους ὑπαλλήλους, ὅπως ἐκτελέσωσι καθήκοντα πολὺ πλέον ποικίλα καὶ δύσκολα καὶ ἐξερχόμενα καθ’ ὁλοκληρίαν τῶν δικαιωμάτων καὶ τοῦ κύκλου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐξέρχεται βεβαίως τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἔλεγχος τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων· ὁ ἔλεγχος τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων ἐκτελεῖται παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, μόνον δὲ ὁ προσωρινὸς ἔλεγχος ἐκτελεῖται παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· ἀλλ’ ὁ πλήρης ἔλεγχος, οἷος ἔσεται ὁ ἔλεγχος τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν καὶ τῶν ἄλλων καταστημάτων, δὲν ἐκτελεῖται παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ παρὰ τοῦ σώματος τοῦ ἔχοντος δικαστικὸν χαρακτῆρα καὶ ἐκτελοῦντος τὰ καθήκοντά του ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς ἐπεμβάσεως. Καταργοῦντες τὸν θεσμὸν τὸν ἰσχύοντα, καὶ εἰσάγοντες θεσμὸν ἀτελῆ, ἀκανόνιστον, ὄχι μόνον καταστρέφετε τὸν ἀληθῆ ἔλεγχον τῶν οἰκονομιῶν ὑπηρεσιῶν, ἀλλ’ εἰσάγετε συγχρόνως καὶ σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναται οὐσιωδῶς νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας διὰ τῆς ἐπεμβάσεως αὐτῆς εἰς τὰ τῶν καταστημάτων αὐτῶν. Ἡ ἐπέμβασις ἡ ἄμεσος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦτον βεβαίως θὰ βλάψῃ, διότι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἐγγύησις, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς, ὁ ὁποῖος μήτε δικαστικὸν χαρακτῆρα ἔχει, μήτε ἀνεξαρτήτως θὰ ἐνεργῇ, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς οὗτος δὲν θέλει εἶσθαι ὄργανον πολιτικῶν ὑπολογισμῶν ἢ κομματικῶν τάσεων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὄχι μόνον καταστρέφει θεσμὸν, δυνάμενον νὰ ὑπηρετῇ σπουδαίως τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ εἰσάγει καὶ ἰδέας ἀντικειμένας εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ἀντικειμένας εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, αἵτινες ἰδέαι δύνανται πολυειδῶς νὰ βλάψωσι τὰ συμφέροντα καὶ τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας.
§205ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀκούει τις περιέργους θεωρίας ἐνταῦθα, ἀλλὰ πρέπει νὰ θεωρήσω, ὅτι ἡ περιεργοτέρα εἶναι ἡ ἀναπτυχθεῖσα σήμερον ἀπὸ τὸν συνάδελφον ἐξ Ἄρτης. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν δήμων, ἐπὶ τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν, ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν διὰ τόσων τρόπων καθιεροῦται ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ὥστε ἄπορον εἶναι, πῶς ἀμφισβητεῖται. Τί περιλαμβάνει τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας; Περιλαμβάνει τὴν ὅλην διαχείρισιν τῶν περιουσιῶν τῶν δήμων, τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν καὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Τί τὸ νομοσχέδιον δίδει εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς νὰ ἐλέγχωσι; Τὸ ταμεῖον μόνον. Καὶ ἴσως τοῦτο ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ περιστολὴ τῆς ἐξουσίας τῆς Κυβερνήσεως εἰς μόνα τὰ ταμεῖα, ἐνῷ αὕτη δύναται εἰς ὅλην τὴν ἐνέργειαν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν ἔλεγχον. Ἀλλαχοῦ ἠξεύρω ὅτι ἄλλαι εἰσήχθησαν περὶ ἑταιριῶν διατάξεις, παρ’ ἡμῖν ὅμως δὲν εἰσήχθησαν ἔτι τοιαῦται. Ὁ νόμος λοιπὸν περὶ νομαρχῶν δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονηθῇ· ἡ ἐξουσία τοῦ νομάρχου πρὸς ἔλεγχον τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν καὶ ἐποπτείαν καὶ ἔλεγχον τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν ὑφίσταται. Αἱ κοινότητες εἶναι δημόσια πρόσωπα, διαχειριζόμενα ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων, εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπόσπασμα τῆς δημοτικῆς διαχειρίσεως. Ὁ νόμος ὀργανοῖ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν, καὶ οἱ διαχειρισταὶ τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν εἶναι δημόσιοι ὑπόλογοι. Αἱ ἑταιρίαι κατὰ τὴν θεωρίαν τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας εἶναι νομικὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὸ κῦρος τῆς κυβερνητικῆς ἐποπτείας ὁ λαὸς ἐμπιστεύεται τὸ ἴδιον αὑτοῦ χρῆμα, τὸ ὁποῖον φυσικὰ πρόσωπα διαχειρίζονται, καὶ τῶν ὁποίων προσώπων ἡ ἐνέργεια κεῖται ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις,— ἐρωτῶ τοὺς ἀντιλέγοντας,—ἂν ἦναι ἡ θεωρία των ἀληθὴς, κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἐξασκήσει τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου χορηγούμενον εἰς αὐτὴν δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως τοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ κυροῦντος τὸ καταστατικὸν τῶν ἑταιριῶν αὐτῶν, ἂν δὲν ἐδίδετο εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ταμεῖα καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἑταιριῶν καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἔλεγχον, ὥστε νὰ ἴδῃ πότε καὶ κατὰ τὶ παρεβίασαν τὸ καταστατικόν των; Ἄν δὲν ἔχῃ δικαίωμα ἐρεύνης ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἔχει οὔτε δικαίωμα ἀνακλήσεως τῆς ἐγκρίσεως τοῦ καταστατικοῦ. Αὐτὸ τοῦτο δὲ, ἡ ἐπιφύλαξις, ἣν ποιεῖται ἡ Κυβέρνησις, τοῦ νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν χορηγηθεῖσαν ἄδειαν πρὸς σύστασιν ἀνωνύμου ἑταιρίας, ὅταν αὕτη παραβῇ τοὺς ὅρους τοῦ καταστατικοῦ, δίδωσιν αὐτῇ τὸ δικαίωμα νὰ ἴδῃ, ἂν ἡ ἑταιρία παραβιάζῃ τὸ καταστατικὸν, καὶ πρὸς τοῦτο ὁ νόμος περὶ καθηκόντων τῶν νομαρχῶν δίδωσιν εἰς τὸν νομάρχην τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιθεωρῇ εἰς πᾶσαν στιγμὴν τὴν διαχείρισιν τῆς ἑταιρίας. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν δὲ νομοσχέδιον παραχωρεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν νὰ παρατηρῇ τὴν χρηματικὴν διαχείρισιν τῆς ἑταιρίας. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀμφισβητεῖται παρὰ τῶν συναδέλφων! Θέλουσι τάχα, ἵνα αἱ ἑταιρίαι χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἰδιωτικὰ πρόσωπα διαχειριζόμενα ἰδίαν περιουσίαν; Δὲν ἀμφισβητεῖται τοῦτο· ἀλλὰ διὰ τοὺς κινδύνους τῶν ἰδιωτικῶν περιουσιῶν, ἃς διαχειρίζονται ὀλίγοι, ἡ νῦν ἐν ἰσχύϊ νομοθεσία μας ἔδωκε τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἂν τοῦτο θεωρῶσι καλὸν, ἂς μεταβάλωσι τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναμνησθῇ τις, πόσαι παρεκτροπαὶ ἐγένοντο μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν, καίτοι ὑπὸ τοιαύτην ἐποπτείαν κεῖνται αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι; Τὰς γνωρίζετε. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἐνασκῆται συχνότερον. Ἴσως σήμερον ἔπρεπε νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ὀλιγωρίᾳ, ἐπὶ τῇ μὴ ἐνασκήσει τοῦ δικαιώματός της τούτου. Ἴσως δὲ ἡ τοιαύτη παράλειψις τῆς Κυβερνήσεως ἐγένετο ἀφορμὴ τῶν καταχρήσεων, τὰς ὁποίας οὐδὲ γνωρίζομεν, ὡς μὴ γενομένου ἐλέγχου, καὶ τὰς ὁποίας συνεπῶς οὔτε ὁ νόμος ἐτιμώρησεν. Ἐζήτησαν, ἵνα τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐποπτεύῃ τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας. Αὐτὸ εἶναι θεωρία νέα. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μόνον τοὺς δημοσίους ὑπολόγους ἐλέγχει μετὰ τὸ πέρας μιᾶς διαχειρίσεως αὐτῶν, καὶ ὅταν ὁ πρόεδρος θελήσῃ, ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ καταστατικοῦ τοῦ Συνεδρίου νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ γραφεῖα τῶν δημοσίων ὑπολόγων. Ἀλλ’ εἶναι δημόσιοι ὑπόλογοι οἱ διαχειρισταὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν; Ἐξ ἄλλου νομοθετικοῦ λόγου ἕλκει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτηρῇ τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας· ἐκ λόγου σχετικοῦ πρὸς ἐκεῖνον, ἐξ οὗ ἕλκει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ καὶ τὰς περιουσίας τῶν ὑπὸ ἐπιτροπείαν διατελούντων ἀνικάνων, ὅπερ ἀναθέτει εἰς τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, αὐτεπαγγέλτως καὶ ὑποχρεωτικῶς ὀφειλούσης νὰ πράττῃ τοῦτο. Διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπόκειται εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς, οἵτινες χρεωστοῦσι καὶ νὰ ἐπιτηρῶσι τὴν διαχείρισιν τῶν περιουσιῶν τῶν ἀνηλίκων καὶ πάντων τῶν ὑπὸ ἐπιτροπείαν διατελούντων· διότι οἱ δικαιοῦχοι εἶναι ἀνίκανοι οἱ ἴδιοι νὰ διαχειρισθῶσι τὴν ἑαυτῶν περιουσίαν καὶ νὰ ἐποπτεύωσι τοὺς διαχειριζομένους. Κατὰ τὸν εἱρμὸν τῶν σκέψεών σας θέλετε εἴπει, ὅτι ἀναμιγνύεται εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ τῶν ἰδιωτικῶν περιουσιῶν ἡ δημοσία ἀρχὴ, ἐνασκοῦσα διὰ τῶν εἰσαγγελέων τὸ ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων διδόμενον αὐτῷ δικαίωμα ἐποπτείας. Καὶ τί ἠθέλετε εἴπει, ἐὰν τὸ δικαίωμά της τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἀνέθετεν εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν ὡς πρὸς τὴν χρηματικὴν διαχείρισιν μετὰ ἢ καὶ πλὴν τοῦ εἰσαγγελέως; Αὐταὶ εἶναι θεωρίαι, γινόμεναι μόνον ὅπως γίγνωνται. Γνωρίζομεν τὰς νέας θεωρίας, αἵτινες ἀλλαχοῦ τῷ ὄντι ἐκράτησαν· ἀλλ’ αὗται ἐκράτησαν ἐξ ἄλλων λόγων, οὐδεμίαν δὲ δύνανται νὰ ἔχωσι παρ’ ἡμῖν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν θέματι δικαιολογίαν ἀπέναντι τῶν ἀρχῶν, αἵτινες διέπουσι πᾶσαν τὴν ἄλλην ἡμῶν νομοθεσίαν, καὶ τοῦ νομοθετικοῦ λόγου, ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν συζητουμένην διάταξιν.
§206ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὕστερον ἀπὸ τὰ λεχθέντα, κύριε Πρόεδρε, ὑπομιμνήσκω τὸ ἄρθρον 29 τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ. Κατ’ αὐτὸν, ὄχι μόνον οἱ νομάρχαι, ἀλλὰ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιβλέπῃ ὄχι μόνον τὴν διαχείρισιν τῶν ἑταιριῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ ταμεῖον αὐτῶν. Τὸ ἄρθρον 29 λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐπαγρυπνῇ, ὥστε αὐθαιρέτως νὰ μὴ μεταβάλλωνται οἱ κανονισμοὶ ἐγκεκριμένων ἑταιριῶν, νὰ μὴ κρύπτηται ἡ περιουσία των, καὶ νὰ ἐπιβλέπῃ εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν περὶ αὐτῶν νόμων καὶ διαταγμάτων.» Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα λοιπὸν καὶ τὸ καθῆκον, δυνάμει τοῦ νόμου τούτου, διὰ τῶν διοικητικῶν ὀργάνων, ἐννοεῖται, διὰ τῶν νομαρχῶν, νὰ ἐπιβλέπῃ, ὥστε νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι καὶ τὰ διατάγματα, τὰ κανονίζοντα τὴν ὕπαρξιν τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἵνα μὴ γίνηται ὑφαίρεσις τῆς περιουσίας αὐτῶν, καὶ βεβαίως πρὸς τοῦτο ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ καὶ τὰ ταμεῖα τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Ἀλλ’ ἀφίνων τὴν ἐξέτασιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς ἐξήγησιν, ἐρωτῶ: τοῦτο εἶναι καλὸν ἢ κακόν; Τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν ἀνώνυμον ἑταιρίαν συμβάλλει εἰς τὸν προορισμὸν αὐτῶν, ἢ τοὐναντίον καταστρέφει καὶ βλάπτει τὸν προορισμὸν τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν; Μόνον ὁ ἐκ συστήματος διαστρέφων τὰ πράγματα δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ δεύτερον. Δυνάμει ἑπομένως τῶν κειμένων νόμων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβλέψεως τῶν ἑταιριῶν καὶ ἀκόμη τῆς ἐξελέγξεως τοῦ ταμείου αὐτῶν, καθόσον ἐντεῦθεν φαίνεται, ἂν πρόκηται νὰ ὑφαιρεθῇ περιουσία τῶν ἀνωνύμων ἑταίρων.
§207ΡΑΛΛΗΣ. Ἤλπιζον ὅτι θὰ ἠκούομεν σοφωτέρους λόγους, καὶ ὅτι ἡ διδασκαλία περὶ λογικωτέρας ὑποστάσεως καὶ ἑρμηνείας τῶν δικαιωμάτων τῆς Πολιτείας θὰ εἶχε βάσιν τινὰ, ἀλλ’ ἀντὶ ταύτης ἠκούσαμεν τόπους κοινούς. Μᾶς ἐδίδαξαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἡμεῖς αὐτοὶ ἀπηγγείλαμεν, ὅτι εἰς τὸ διάταγμα περὶ ἐγκρίσεως τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας ὑπάρχει ἐπιφύλαξις ἀνακλήσεως τῆς ἀδείας ταύτης ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε παραβῆ ἡ διοίκησις τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἑταιρίας· ἀλλὰ αὐτὸ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Πολιτείαν, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ ταμείου τῆς ἑταιρίας; ἢ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ἄρθρον τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Καράπαυλος; Τί ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς περιουσίας. Καὶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς περιουσίας, ἀποδεικνύει τί; Ἡ δημοσιότης πασῶν τῶν πράξεων τῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐν τῇ δημοσιότητι πασῶν τῶν πράξεων αὐτῆς εὑρίσκετε τὸν ἔλεγχον, εὑρίσκετε τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ῥήτρα τοῦ διατάγματος περὶ ἀνακλήσεως τῆς δοθείσης ἀδείας, ἐν περιπτώσει μὴ ἐκτελέσεως τοῦ ὀργανισμοῦ. Νομίζετε ὅτι ἔχετε σεῖς ἀνάγκην διὰ τῶν οἰκονομικῶν σας ἐπιθεωρητῶν, τῶν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως τμηματαρχῶν, νὰ ἐξελέγξητε τὰ ταμεῖα τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς γενικῆς συνελεύσεως καὶ τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου; Τοιαῦτα πράττοντες, ἀναμιγνύεσθε εἰς ἀλλότρια καθήκοντα, ἀποδεικνύετε δὲ, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε ποῦ φθάνει τὸ ὅριον τῆς ἐξουσίας τῆς Πολιτείας, καὶ οὕτω φθάνετε εἰς ἄτοπα. Καὶ τὰ ἄτοπα δὲν προέρχονται μόνον ἐκ τῆς ζημίας, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐν περιπτώσει ἐνασκήσεως φατριαστικῆς τῆς τοιαύτης ἀδείας, ἣν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖτε· τὰ ἄτοπα ἐπέρχονται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἔρχεται ἡ ἐξουσία, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συγκεντρώσῃ ἐν ἑαυτῷ πᾶσαν δύναμιν καὶ ἐξουσίαν ἐπὶ οἱασδήποτε ἰδιωτικῆς ἑταιρίας. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω, ποῖον διοικητικὸν συμβούλιον οἱασδήποτε ἑταιρίας θέλει δείξει ἀνεξαρτησίαν τινὰ ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡπλισμένου μὲ τοιοῦτον ὅπλον. Βεβαίως καὶ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου εἶναι συνέπεια τῶν ἀρχῶν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πρόκειται περὶ γενικῆς συγκεντρώσεως. Δὲν μᾶς ἤρκεσεν, ὅτι συνεκεντρώσαμεν εἰς εἰς χεῖρας ἡμῶν ὁλόκληρον τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, πρόκειται ἀκόμη νὰ συγκεντρώσωμεν καὶ τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, καὶ ὑπὸ τὴν φατριαστικὴν μάστιγα ἡμῶν, ἡ ὁποία τόσα δεινὰ ἐπήνεγκεν εἰς τὴν Πολιτείαν, νὰ διέπωμεν καὶ τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης. Ὡμίλησεν ὁ Βουλευτὴς Ναυπλίας περὶ ἠθικῶν προσώπων, ἀλλ’ ἤλπιζον, ὅτι ἐγνώριζε τὴν διάκρισιν μεταξὺ ἠθικῶν καὶ νομικῶν προσώπων. Ἀληθῶς αἱ ἑταιρίαι ἀποτελοῦσι νομικὸν πρόσωπον, ἀλλ’ ἠθικὸν πρόσωπον εἶναι ἄλλο τι, ὅταν δέ τις θέλῃ νὰ διδάξῃ, πρέπει νὰ ἀρχίσῃ νὰ διδάσκηται.
§208ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Συνήθως ὅταν ἔχῃ τις πολὺ ἄδικον, προσπαθεῖ νὰ τὸ καλύψῃ διὰ τέχνης λόγου καὶ ῥητορικῶν σχημάτων. Εἰς τοῦτο ἀποδίδω τὰς ἀποστροφὰς καὶ τὰς περὶ συγκεντρώσεως θεωρίας τοῦ συναδέλφου, καὶ τὸν λαβύρινθον, εἰς ὃν περιέπεσεν. Ἐρωτῶ, ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἔχει ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν ἤδη, ναὶ ἢ οὔ; Ἐπὶ τούτου δὲν ἀπαντᾷ· λέγει μόνον «θέλετε νὰ ἐπεμβαίνητε εἰς τὰς ἰδιωτικὰς περιουσίας», ἐνῷ ἀπεδείχθη, ὅτι περὶ τούτου οὐδόλως πρόκειται. Ὁ κείμενος νόμος δίδωσι τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς πάντα τὰ ἀφορῶντα τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, ὁ δὲ σήμερον ψηφιζόμενος νόμος δὲν συνιστᾷ τοιοῦτον δικαίωμα, ἀλλὰ μόνον ὁρίζει τὸν οἰκονομικὸν ὑπάλληλον, ὅστις θὰ ἐνεργῇ τὴν ἔρευναν τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐν γένει ἐποπτείας οὐδὲν λέγει, διότι ὑπὸ τοῦ νόμου δίδεται τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς νομάρχας. Ἀλλαχοῦ τῷ ὄντι ἀφῃρέθη τὸ τοιοῦτον δικαίωμα ἀπὸ τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, ἂν θὰ γείνῃ περὶ τούτου σκέψις, θὰ ἴδωμεν, ἂν συμπίπτωσιν οἱ ἴδιοι λόγοι.
§209ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ὁ συνάδελφος ἤθελε προσέξει εἰς ὅσα ἐλέχθησαν, ἤθελεν ἀποφύγει καὶ ὁ ἴδιος νὰ λάβῃ δὶς τὸν λόγον. Πρόκειται περὶ τῆς ἐποπτείας τῆς Πολιτείας· τὴν ἐποπτείαν τὴν ἐξασκεῖ ἐπὶ ὅλων τῶν καταστημάτων καὶ τῶν ἠθικῶν καὶ τῶν νομικῶν προσώπων, ἀλλὰ τὴν ἐξασκεῖ κατὰ τρόπον ὁμαλὸν καὶ τακτικόν, οὐδένα δυνάμενον νὰ ἔχῃ κίνδυνον. Εἰδικῶς δὲ ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν τὴν ἐξασκεῖ διὰ τῶν βασιλικῶν ἐπιτρόπων, διοριζομένων εἰδικῶς ὅπου ἡ Πολιτεία ὁρίζει τοῦτο, ἀντικαθισταμένων δὲ ὑπὸ τῶν νομαρχῶν ἢ ἄλλων διοικητικῶν ἀρχῶν. Ἡ ἐξάσκησις τῆς ἐποπτείας ταύτης εἶναί τις ὁμαλὴ ἐνέργεια, ἥτις θέτει εἰς γνῶσιν τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν διαφόρων αὐτῶν καταστημάτων. Τοῦτο ἔχει καθῆκον ἡ Πολιτεία νὰ πράττῃ, οὕτω δὲ πράττουσα, εἰς οὐδένα κίνδυνον κομματικὸν ἢ φατριαστικὸν δύναται νὰ διαθέσῃ τὰ συμφέροντα τῶν καταστημάτων, διότι ἡ ἐποπτεία ἐκτελεῖται κατὰ τρόπον ὁμαλόν. Ἀλλὰ σήμερον πρόκειται περὶ τῆς ἐποπτείας ταύτης; Ὄχι· ἡ ἐποπτεία αὕτη θὰ ἐξακολουθῇ ἐνασκουμένη κατὰ τὰ κείμενα. Πρόκειται περὶ παρεισάκτου διατάξεως, ἥτις βεβαίως ἐμπεριέχει τὸν ὑποδειχθέντα κίνδυνον, τὸν κίνδυνον, ὅτι, ἅμα ἐκτελεσθῇ ἡ ἐξαιρετικὴ αὕτη ἐνέργεια τῆς ἐξελέγξεως τοῦ ταμείου τῆς ἑταιρίας, θὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν ὑπόληψιν αὐτῆς καὶ θὰ γεννήσῃ ὑπονοίας περὶ τοῦ ἀξιοχρέου αὐτῆς, ἐνῷ οἱανδήποτε ἐποπτείαν καὶ ἂν ἐνασκήσῃ ὁ βασιλικὸς ἐπίτροπος, οὐδένα κίνδυνον θέλει γεννήσει. Ὅμοιον κίνδυνον θέλει γεννήσει ἡ ἐποπτεία ἐπὶ τῶν ἠθικῶν προσώπων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν φατριαστικήν. Τὸ τακτικὸν μέτρον τῆς ἐπιβλέψεως παρέχει βεβαίως εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν δύναμιν οὐ μικρὰν, ἀλλὰ δύναμιν ὁμαλήν· τὸ ἔκτακτον τοῦτο μέτρον, ὁ ἔλεγχος, τότε μόνον δύναται νὰ μὴ γεννήσῃ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἀπειλεῖ, ὅταν ἐξασκῆται παρὰ σώματος ἀνεξαρτήτου, σώματος ἔχοντος δικαστικὸν χαρακτῆρα, οἷον εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἄνευ τοιούτου χαρακτῆρος, ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, βεβαίως θὰ φέρῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα.
§210ΡΙΚΑΚΗΣ. Δύο λέξεις θὰ προσθέσω. Πολλαὶ θεωρίαι ἀντηλλάγησαν, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον δὲν ἐλέχθη· τὸ σπουδαιότερον εἶναι, ὅτι οὔτε ἐποπτεία, οὔτε ἔλεγχος γίνεται εἰς οὐδὲν σωματεῖον, ἀφ’ ὅσα ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ εὔχομαι καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰλικρινῶς· δὲν φοβοῦμαι δὲ, ὅτι θέλει διακινδυνεύσει ἡ ὑπόληψις ἐκείνων τῶν ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς καλὴν κατάστασιν ἐκ τῆς γενησομένης ἐπιθεωρήσεως, ἴσως μάλιστα ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς ἐπιθεωρήσεως κινδυνεύει ἡ ὑπόληψίς των καὶ τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων.
§211ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§212ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀλλὰ ποῦ δημιουργία θέσεων; Ἐξηγήσατε, σᾶς παρακαλῶ, ποῦ εὑρίσκετε ταύτην; Ὁμιλεῖτε πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι γνῶσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Πῶς διατείνεσθε, ὅτι πρόκειται περὶ νέων θέσεων, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐλαττοῦνται 8 θέσεις; Νομίζω, ὅτι τοιαῦτα ὑποστηρίζων, καταχρᾶσθε τῆς ὑπομονῆς τῆς Βουλῆς.
§213ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐπρόσεχε, καθ’ ἣν στιγμὴν προκληθεὶς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς ἀναφέρῃ πῶς συνεπληρώθησαν μέχρι τοῦδε αἱ 22 θέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τοῦτο.
§214ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς ἀπήντησε, καὶ σᾶς ἔδωκε πληροφορίας.
§215ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ μοὶ ὀνομάσητε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοὺς 22 ἐπιθεωρητάς.
§216ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν διώρισεν ἡ νῦν Κυβέρνησις· ἔπαυσεν. Ἦσαν διωρισμένοι.
§217ΡΑΛΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§218ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει, ὅπως εἰς πολλὰς ἄλλας, συνέβη τὸ ἑξῆς, ὅτι τὰς ὑπερβολὰς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ προσπαθεῖ ὁ ἀρχηγός του νὰ μετριάσῃ, λαμβάνων τὸν λόγον. Ἐνόησε κάλλιστα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος ἀποτελοῦσιν ὑπερβολὰς, διότι ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς εἶπε καθαρῶς τὰ ἑξῆς: «διὰ τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν ἕτερον ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ ἢ νὰ δημιουργήσῃ θέσεις ἀργομίσθων». Ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι δὲν ἔλεγεν ἀκριβῆ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτής· διότι, ἐνῷ δυνάμει τοῦ ὑφισταμένου νόμου αἱ θέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν ἀνέρχονται εἰς 22, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περιορίζονται αὗται εἰς 14. Ἀπέναντι τοῦ ἀναμφισβητήτου τούτου γεγονότος δὲν ἠδύνατο ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς νὰ ἀξιώσῃ ὅ,τι ἠξίωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ νὰ εἴπῃ: «κακὸς ὁ νόμος, ὁ ὁρίζων τοὺς 22 ἐπιθεωρητὰς, διότι θεωρῶ τὰς τῶν ἐπιθεωρητῶν θέσεις περιττάς· περιττοὶ οἱ 22 ἐπιθεωρηταὶ, περιττοὶ καὶ ὅταν περιορίζωνται εἰς 14». Δὲν ἠξίωσεν ὅμως τοῦτο ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς, ἀλλ’ ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἰσχύοντα νόμον, αὐξάνει τὸν ἀριθμὸν τῶν θέσεων, ὅπερ ἀνακριβές. Ἄν ἔλθω δὲ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, νομίζω ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, εἰς οὐδὲν ἕτερον ἦτο χρήσιμος ἢ εἰς τὸ νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ῥητορικὴν δεινότητα τῶν ἀξιοτίμων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως Βουλευτῶν. Σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ἢ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασκήσῃ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν; Ἐν τῇ ἐξασκήσει αὐτοῦ τοῦ ἐλέγχου δύναται, ναὶ ἢ ὄχι, νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὑποδείξῃ ἐπιθεωρητὴν, ἵνα ἐξετάσῃ τὸ ταμεῖον τῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας; δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν;
§219ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§220ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, τότε τί συζητεῖτε ἐπὶ ὥρας ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε;
§221ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς, καὶ θὰ σᾶς προσαγάγω αὔριον τὰ συγγράμματα τῶν συγγραφέων, οἱ ὁποῖοι πραγματεύονται περὶ τῆς ἐποπτείας ταύτης.
§222ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀποδώσῃ ἰσχυρισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἔκαμα, τοὐλάχιστον, ὡς αὐτὸς εἶπεν. Ἐγὼ θεωρῶ τὰς θέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, ὡς ἔχουσιν αὗται τὴν σήμερον, ἀργομίσθους, καὶ ὡς τοιαύτας τὰς ἐχαρακτήρισα ἤδη καὶ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ὁποία ζημία θὰ ἐπήρχετο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διὰ τῆς καταργήσεως αὐτῶν τῶν θέσεων. Καὶ ἄν, Κύριοι, ὡς κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον, αἱ θέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν ᾖναι θέσεις ἀργομίσθων, ἀποκαθίστανται ἔτι μᾶλλον ἀργόμισθοι οὗτοι, ὅπως μεταῤῥυθμίζεται ὁ νόμος ἐκεῖνος διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ὅταν δ’ ἐπανειλημμένως προεκαλέσαμεν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς ὑποδείξῃ, τίνα τὰ ἔργα, τίνα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιθεωρήσεως, καὶ αὐτὸς οὐδὲν ἀπήντησεν, οὐδὲν εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ εἰς ἡμᾶς, δὲν ἐπετρέπετο καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς πάντα ἄλλον νὰ θεωρήσῃ τὰς θέσεις αὐτὰς ὡς ἀργομίσθους; Ποίαν κατάχρησιν ταμείου, ποίαν κατάχρησιν τελωνείου, ποίαν κατάχρησιν ἐφορίας, ποίαν ἄλλην κατάχρησιν μέχρι τοῦδε ἀνεκάλυψαν οἱ ἐπιθεωρηταί;
§223Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολλάς.
§224ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἷς ἐπιθεωρητὴς, ἐξαίρεσιν ποιούμενος, ἔτυχε νὰ ἀνακαλύψῃ εἴς τινα ἀνώνυμον ἑταιρίαν μίαν κατάχρησιν. Τὴν κατάχρησιν ταύτην ἔσπευσε νὰ τὴν καταγγείλῃ εἰς ὑμᾶς ἤδη πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν· προέκειτο περὶ καταχρήσεως, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Δημόσιον εἶχε ζημιωθῆ ἕως τότε ἑκατοντάδας χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ὑμεῖς ἐκωφεύσατε ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταγγελίας· ἐκωφεύσατε, διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἑταιρία δὲν ἐφαίνετο ἀντιστρατευομένη εἰς τὰ συμφέροντα ὑμῶν τὰ κομματικά. Παρῆλθον ἔκτοτε ἔτη· οἱ πάντες ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη εἶχε παραδοθῆ εἰς τὴν λήθην· ἀλλὰ διὰ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶχε παραδοθῆ αὕτη εἰς τὴν λήθην. Ἦλθεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἑταιρία ἀντεστρατεύετο πρὸς τὰ συμφέροντά του, καὶ ἔσπευσε τότε, ἐν ἡμέραις οἰκονομικῆς κρίσεως, νὰ ἀνασύρῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην ἐκ τῆς λήθης, καὶ νὰ προβῇ εἰς κατάσχεσιν, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ δεινὸν κλονισμὸν εἰς τὴν εἰρημένην ἑταιρίαν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀκριβῶς εἶχεν αὕτη ἀνάγκην στηρίγματος, νὰ ἐπιφέρῃ κλονισμὸν, ὅστις ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν πτῶσιν καὶ ἄλλων πολλῶν πιστωτικῶν καταστημάτων. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι, ἂν θέλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐπιθεώρησιν, ὅπως τὴν ἔχει τώρα, δὲν τὴν θέλει πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, δὲν τὴν θέλει πρὸς τὸ συμφέρον τῶν διαφόρων ἀνωνύμων ἑταιριῶν· τὴν θέλει μόνον, ὅπως τὴν ἔχῃ ἀνὰ χεῖρας ὡς φοβερὸν μαστίγιον κατ’ ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἐτόλμων ποτὲ ν’ ἀντιστρατευθῶσι πρὸς τὰ κομματικά του συμφέροντα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§226ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄσκοπον τῶν 14 ἐπιθεωρητῶν, ἀποδεικνύει τὸ ἄρθρον 3, εὐρῦνον τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ ἐπεκτεῖνον αὐτὴν εἰς οἱονδήποτε ἄλλον οἰκονομικὸν ὑπάλληλον· διότι λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «ἐπιθεωρήσεις κατὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 δύνανται νὰ ἐνεργῶσι καὶ ἄλλοι οἰκονομικοί, πλὴν τῶν ἐπιθεωρητῶν, ὑπάλληλοι.» Ἀκριβῶς δὲ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται· ἀντὶ τῆς δαπάνης τῶν 14 ἢ 16 ἐπιθεωρητῶν, νὰ ἔχωμεν τὸν ἔλεγχον παρ’ ἄλλων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει).
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§228ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἔχει κἀμμίαν ἔννοιαν· πρόκειται μόνον περὶ μιᾶς ἀπειλῆς. Ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 5, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταί, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐκ δόλου ἢ ἀμελείας παραστήσει ψευδῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ, οὐ μόνον ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ τιμωροῦνται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου· ἀλλ’ αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου λειτουργοῦσιν ἀνεξαρτήτως τῆς διατάξεως ταύτης, τὸ δὲ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ ὑφίσταται πάντοτε. Ἡ διάταξις λοιπὸν αὕτη δὲν ἔχει κἀνένα λόγον, ἐπαναλαμβάνει δὲ μὲ γενικὸν ὅρον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εὕρηνται ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι παρέλκει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀκινήτων πρὸς συντήρησιν ἢ ἀνεύρεσιν ἀρχαιοτήτων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§231ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀναγκαίως πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅτι ἐκ τῶν δύο καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ὁ εἷς θὰ ἦναι καθηγητὴς τῆς ἀρχαιολογίας.
§232Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ ἐπιβάλλετε περιορισμόν.
§233ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ διορισθῇ.
§234Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀναγράψωμεν.
§235ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 2 καθορίζει τὸν τρόπον τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως· ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει καὶ ἕτερον ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 5, κατὰ τὸ ὁποῖον (ἀναγινώσκει) «ἀπαλλοτρίωσις ἀκινήτων ἐπιτρέπεται, μόνον ἐὰν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ὑπάρχῃ ἀναγεγραμμένη πίστωσις εἰδικῶς εἰς τὰ τοῦ ἀπαλλοτριωθησομένου ἀκινήτου ἀφορῶσα καὶ ἐπαρκὴς πρὸς ὁλοσχερῆ ἐξόφλησιν τῆς ἐκκαθαρισθησομένης ἀποζημιώσεως». Εὑρίσκω δὲ, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ συμβιβάσῃ τις τὰς δύο διατάξεις, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2 πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5, διότι, πῶς θέλετε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρὸ τῆς ἐκδόσεως Β. Διατάγματος, καὶ πῶς, ἀφοῦ μόνον διὰ τῆς ἐκδόσεως Β. Διατάγματος ἐπέρχεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις, πῶς θέλετε νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένη ἡ πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους; Εἶναι δύο πράγματα ἐντελῶς ἀσυμβίβαστα, φοβοῦμαι δὲ, ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις τοῦ νομοσχεδίου θέλει συνεπαγάγει ἀδικήματα πρὸς τοὺς ἰδιώτας, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα ἤθελον χαρακτηρισθῆ ὡς ἀπαλλοτριωτέα, διότι θέλει κατορθωθῆ νὰ περιγραφῇ ἡ διάταξις ἡ συνταγματική, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καὶ μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν. Τὴν προηγουμένην ἀποζημίωσιν φαίνεται ὅτι τὴν ἀναγνωρίζει τὸ ἄρθρον 5, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 2 δὲν τὴν ἀναγνωρίζει, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορηθῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσι τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα, πῶς δηλαδὴ θὰ ἐκδώσητε τὸ Β. Διάταγμα πρὸ τῆς ἀναγραφῆς τῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἢ πῶς ἡ πίστωσις θὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Β. Διατάγματος. Ὑπάρχει τι τὸ ἀντιφατικὸν μεταξὺ τῶν δύο τούτων διατάξεων.
§236Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 2 οὐδόλως πραγματεύεται περὶ ἀποφάσεως ἀπαλλοτριώσεως, ἀλλὰ πραγματεύεται περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνάγκης, ἤτοι περὶ προαπαιτουμένου πρὸς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Ἀλλά, ὅπως προαπαιτούμενον πρὸς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν εἶναι τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, οὕτως ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κανονίσωμεν ὡς προαπαιτούμενον καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ταύτην δὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκανονίσαμεν ὡς ἐκφραζομένην διὰ πιστώσεως εἰδικῆς. Ἡ γενικὴ πίστωσις θὰ ἐξησφάλιζεν μόνον τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὅρου, εἰς ὃν ἀφεώρα ἡ παρατήρησις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν μόνον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὅρου ἐκείνου, τουτέστι τὴν προηγουμένην ἀποζημίωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀλλ’ ἠθελήσαμεν νὰ δώσωμεν μετοχὴν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν περὶ τὴν ἀπόφασιν, μὴ ἐπιτρεπομένης ἀπαλλοτριώσεως κτήματος, εἰμὴ μετὰ παροχὴν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰδικῆς πιστώσεως πρὸς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Οὕτως ἔχομεν, τοῦτο μὲν, τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀνάγκης κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τοῦτο δὲ, τὴν παροχὴν τῆς ἀδείας πρὸς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· περιβαλλομένη δὲ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις τὰς δύο ταύτας ἐγγυήσεις, νομίζω ὅτι εἰς οὐδένα ἐμβάλλει κίνδυνον τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ἀφοῦ λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως καὶ ἐπαρκὴς ὑπάρχῃ πίστωσις πρὸς τὴν παροχὴν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην παντὸς ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἤθελε θεωρηθῆ ὡς ἀπαιτούμενον πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν.
§237ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἐνισχύουσιν εἰς τὴν ὑποψίαν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἐξέφρασα, ὅτι πρόκειται ἐνταῦθα περὶ περιγραφῆς τῆς συνταγματικῆς διατάξεως· διότι, ἂν ἡ ἔννοια τῶν δύο ἄρθρων ᾖναι ὁποίαν τὴν περιέγραψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἕπεται, ὅτι δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δυνάμει τῆς ἀδείας τῆς παρεχομένης διὰ τοῦ ἄρθρου 2, νὰ καταστήσῃ εἰς χεῖρας τοῦ ἰδιοκτήτου νεκρὰν τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτοῦ, πρὶν ἢ ἐπέλθῃ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἢ ἡ ἀποζημίωσις ἡ ὀφειλομένη εἰς αὐτόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις δὲν ἐνεργεῖται συνεπείᾳ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2, καὶ αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἀνέμενον. Τὸ ἄρθρον 2 καθορίζει τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει χαρακτηρισθῆ ὡς ἀναγκαία ἡ ἀπαλλοτρίωσις, δὲν συντελεῖ ὅμως τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ταύτην· ἀλλὰ τί πράττει; Τὸ ἄρθρον 2 καθιστᾷ, ὡς εἶπον, νεκρὰν τὴν ἰδιοκτησίαν εἰς χεῖρας τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ δύναται νὰ κοιμᾶται ἐπὶ αἰῶνας τὸ ἄρθρον 5, χωρὶς ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἔχῃ ποτὲ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐξυπνήσῃ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιτυγχάνει ἡ διοίκησις διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ ἄρθρου 2, εἶναι τὸ νὰ καταστήσῃ ἐκτὸς ἐμπορίας τὴν ἰδιοκτησίαν, νὰ τὴν καταστήσῃ νεκρὰν εἰς χεῖρας τοῦ ἰδιοκτήτου· περιπλέον δὲ ἐπιτυγχάνει, καταστρατηγουμένη τὴν συνταγματικὴν διάταξιν διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται πλέον εἰς τὴν καταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ἐνῷ ἀληθῶς ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἐπιβάλλεται διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος. Οὕτω δὲ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἰδιοκτησία τοῦ ἰδιοκτήτου καθίσταται νεκρὰ εἰς χεῖρας αὐτοῦ· διότι τίς δύναται πλέον νὰ ἀγοράσῃ ἰδιοκτησίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη τοιοῦτον διάταγμα, ἀναγνωρίζον τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως; Τοιαύτη διάταξις περιγράφει, ὡς εἶπον ἀπ’ ἀρχῆς, τὴν συνταγματικὴν διάταξιν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνεται ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ, τὸ κοινὸν συμφέρον πρέπει νὰ κατισχύσῃ, τὸ δὲ ἰδιωτικὸν νὰ ὑποχωρήσῃ, ἀλλὰ νὰ ὑποχωρήσῃ ἄνευ δημεύσεως τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἀτόμου· ἀλλὰ διὰ τῆς διαδικασίας, τὴν ὁποίαν ἀναγράφουσιν ὡς πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν τὰ ἄρθρα 2 καὶ 5 τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲν ἕτερον πράττετε ἢ δημεύετε ἀλλοτρίαν ἰδιοκτησίαν, διότι καθιστᾶτε μόνον τὴν ἰδιοκτησίαν νεκρὰν εἰς χεῖρας τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ δὲν περιλαμβάνετε κἀμμίαν διάταξιν, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἦναι ὑπόχρεως ἡ διοίκησις νὰ τὸν ἀποζημιώσῃ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιτυγχάνει διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος, τοῦ ἀναφερομένου ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, ἡ διοίκησις, εἶναι, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία μένει ἀναπαλλοτρίωτος. Ὑπάρχει τις, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐξαναγκάσῃ, ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑμῶν, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ δυνηθῇ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν διοίκησιν ὁ ἰδιοκτήτης, τοῦ ὁποίου τὸ κτῆμα τὸ κριθὲν ὡς ἀπαλλοτριωτέον καταλαμβάνεται, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως, εἰς τὴν ἀποζημίωσιν; Ὄχι· διότι ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀναγραφῆς πιστώσεως, καὶ ὄχι μόνον ὁ ἰδιώτης, ἀλλὰ οὔτε Βουλευτὴς δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ πλέον τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ δικαίου τοῦ ἰδιωτικοῦ, διότι οὐδεμία πίστωσις δύναται νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἐκ πρωτοβουλίας βουλευτικῆς. Θὰ ἐξαρτηθῇ λοιπὸν τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἡ δὲ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριωτέας περιουσίας δὲν γίνεται, εἰμὴ μόνον καθ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς ἤθελε τὸ ἐπιτρέψει. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ περιλάβωμεν τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ ὁποία φαίνεται περιγράφουσα τὴν συνταγματικὴν διάταξιν.
§238Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἔχουσιν, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, τὴν συνέπειαν, ἣν παρέστησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτής. Ἐκδίδεται σχέδιον πόλεως, καθ’ ὃ οἰκία ἐν ὡρισμένῳ χώρῳ θέλει κατεδαφισθῆ χάριν τῆς ῥυμοτομίας. Ἡ οἰκία εἶναι καταδεδικασμένη, καὶ ὅμως, ἐν ὅσῳ δὲν προβαίνει ἡ Πολιτεία εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τῆς δημοσίας ἀνάγκης, μένει ἐκτεθειμένη ἡ οἰκία εἰς τὰς ὑποχρεώσεις ἐκ τῆς δημοσίας ἀνάγκης. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Πολιτεία, ἵνα, ὡς ἐγίνετο παρ’ ἡμῖν, ἀπαγορεύῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, τὸν ὑπέχοντα τὰς ἐκ τῆς δημοσίας ἀνάγκης ὑποχρεώσεις, τὴν ἐπισκευὴν τῆς οἰκίας. Ἐνόσῳ δὲν καταβάλλεται ἡ ἀποζημίωσις, εἰς οὐδεμίαν ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκίας δύναται νὰ ὑποβληθῇ περιστολὴν τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν τῷ ἐπιτραπῇ ἡ ἐπισκευὴ τῆς οἰκίας, ὅπερ ὅμως δὲν συμβαίνει, ὀφείλει ἡ Πολιτεία, εὐθὺς ὡς κυροῦται σχέδιον πόλεως καὶ πρὶν ἢ ἐκδοθῶσι τὰ τῆς κυρώσεως, νὰ προνοήσῃ περὶ καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως πρὸς πάντα κύριον κτήματος περιλαμβανομένου ἐν τῇ ῥυμοτομίᾳ. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν συμβαίνει. Δὲν προσήκει εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν ἡ ἐξέτασις τῶν περὶ τούτου. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρόκειται περὶ εἰδικῆς περιπτώσεως, ὅ,τι δ’ ὀφείλομεν ἐν τῷ παρόντι νὰ ἐπιζητήσωμεν, εἶναι ἡ περιφρούρησις ἐν τῇ εἰδικῇ περιπτώσει τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας διὰ τῶν κατὰ γενικὸν κανόνα ἀναγνωριζομένων ἐγγυήσεων. Πρὸς τοῦτο δέχομαι, ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιληφθῇ διάταξις, καθ’ ἣν αἱ συνέπειαι τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς δημοσίας ἀνάγκης ὑφίστανται μόνον ἐφ’ ὅσον ἡ πίστωσις, τουτέστιν ἡ νομοθετικὴ ἔγκρισις τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνάγκης ψηφισθῇ ἐντὸς ὡρισμένης διορίας ἀπὸ τῆς ἀναγνωρίσεως, ἐὰν μὴ ὑπάρχῃ προεψηφισμένη. Ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν ἐπὶ τῇ δευτέρᾳ ἀναγνώσει.
§239ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο παρετήρησα ὡς ἐλάττωμα τοῦ ἄρθρου 2 καὶ τοῦ ἄρθρου 5, ὅτι δὲν ὑπάρχει μία κύρωσις ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου. Βεβαίως, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν περιληφθῇ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτάσσῃ εἰς τὴν διοίκησιν τὴν ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος ὡρισμένου ἀναγραφὴν πιστώσεως, τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ἐκλείπει. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὑπέμνησε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ σχεδίου τῶν πόλεων· ἀλλὰ τὸ διάταγμα περὶ σχεδίου τῶν πόλεων εἶναι προγενέστερον ὄχι μόνον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἀλλὰ καὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844· ἐκεῖ δὲ, ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ καταστῶσι νεκραὶ ὡρισμέναι ἰδιοκτησίαι, διότι ὑπῆρχεν ἀνάγκη σχεδίου τῶν πόλεων. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης τοῦ 1836 νὰ συνδυάσῃ τὸ συμφέρον τοῦ ἰδιοκτήτου οἰκίας πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, ἐπέτρεψε, μόνον καθ’ ὅσον ἡ οἰκία καθίσταται ἑτοιμόῤῥοπος, τὴν κατεδάφισιν αὐτῆς· λησμονοῦμεν ὅμως σήμερον, ὅτι ἔχομεν εἰδικὴν διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ ἀναγκαίως πρέπει νὰ περιλάβωμεν ἐν παντὶ νομοθετήματι περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ ἀπαλλοτρίωσις θὰ γίνεται συνάμα μετὰ τῆς ἀποζημιώσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§241ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ μὴ περιορισθῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ πίστωσις μόνον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ νὰ ἐπιτραπῇ νὰ παρέχηται αὕτη καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§242Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέπτυξε θεωρίας περὶ ἑνιαίου προϋπολογισμοῦ, καὶ ἔπειτα ἔρχεται προτείνων τὴν ψήφισιν πιστώσεως ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡμεῖς, λέγοντες ἀναγραφὴν πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν ἐννοοῦμεν τὴν περίληψιν αὐτῆς ἐν τῷ τεύχει τῷ συνοδεύοντι τὸν νόμον περὶ τῶν ἐξόδων, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν τὸν καταλογισμὸν τῆς πιστώσεως εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἐν συμπληρώματι τῶν ἐν τῷ νόμῳ τῶν ἐξόδων ἀναγεγραμμένων.
§243ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἔννοια, ὅτι πᾶσα πίστωσις ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἶναι ἔννοια τόσῳ γενικὴ, ὥστε δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀναγραφομένη δὲ, δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐννοήσῃ πᾶς ὁ ἀναγινώσκων, ὅτι εἰδικῶς ἀπαιτεῖται ν’ ἀναγράφηται ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§244Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἀνεγράφοντο μόνον αἱ λέξεις «ἐν τῷ προϋπολογισμῷ», θὰ εἶχεν ἴσως δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλ’ αἱ ἀναγραφόμεναι λέξεις εἶναι «ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους» εἰς διάκρισιν ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δήμων ἢ ἄλλου τινός. Ἤδη, καθ’ ἃ εἶπον ἀνωτέρω, καταλληλότερον διατυποῦμεν τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαλλοτρίωσις ἀκινήτων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἐπιτρέπεται μόνον, ἐὰν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ὑπάρχῃ ἀναγεγραμμένη ἢ ἀναγραφῇ ἐντὸς ἑξαμήνου ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 βασιλικοῦ διατάγματος πίστωσις εἰδικῶς εἰς τὰ τοῦ ἀπαλλοτριωθησομένου κτήματος ἀφορῶσα».
§245ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ τότε, καταχωρίζοντες τὴν πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, προδικάζετε τὸ ζήτημα.
§246Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναγράφεται ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐκδόσεως διατάγματος.
§247ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ξένος τις, ἀγνοῶν ὅλως τὰ καθ’ ἡμᾶς, ἤκουε ταύτην τὴν στιγμὴν μεθ’ ὁποίας θυμηδίας συζητοῦμεν καὶ ψηφίζομεν τοιαῦτα νομοσχέδια, θὰ ἐμακάριζε τὸ ἔθνος, οὗτινος ἡ Βουλή, ἐξασφαλίσασα ἅπαντα τὰ ζητήματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ, σκέπτεται ἤδη καὶ περὶ τοῦ παρελθόντος, σκέπτεται περὶ τῶν ἀρχαιοτήτων! Ἀλλ’ ἐν ᾧ εὑρισκόμεθα εἰς οἰκονομικὴν κατάστασιν τόσον ἔκρυθμον, ὥστε μετ’ ἀγωνίας νὰ ἀτενίζωμεν εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον, νομίζω ὅτι εἶναι πικρὰ εἰρωνεία πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν, πικρὰ εἰρωνεία πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι κατελίπομεν τὰς οἰκογενείας ἐπὶ τοσούτους μῆνας καὶ ἐν τοιαύταις ἡμέραις, ἵνα μένοντες ἐνταῦθα σκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν περὶ διαθέσεως τῶν πλεονασμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ χάριν ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν!
§248Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις περὶ τοῦ εἰδικωτέρου σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι βλέπω, ὅτι ἐντελῶς παρενοήθη. Ἐνταῦθα ἔχομεν ἀρχαιολογικὴν ἑταιρίαν καὶ ξένας ἀρχαιολογικὰς σχολὰς, καὶ συμφέρει εἰς τὴν Πολιτείαν ἡ ὑποστήριξις τῆς ἐργασίας αὐτῶν. Κύριον ἔργον τῶν ἱδρυμάτων εἶναι αἱ ἀνασκαφαὶ, ἀλλ’ ἀνασκαφαὶ δὲν δύνανται νὰ διεξαχθῶσιν ἐν ταῖς χώραις, ἔνθα ὑπάρχει ἀνάγκη, ἄνευ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπιτρέπεται, ὅπως ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ἡ ἀπαλλοτρίωσις λόγῳ δημοσίας ὠφελείας, παρ’ ἡμῖν μόνον ἡ δημοσία ἀνάγκη ἀναγνωρίζεται ὡς δικαιολογοῦσα τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ἀλλ’ αἱ ἀρχαιολογικαὶ ἀνασκαφαὶ παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀνάγκη. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς ἀνάγκης ἀνήκει εἰς τὰς ἀπαλλοτριώσεις τῶν χώρων, ἔνθα αἱ ἀνασκαφαὶ δύνανται ν’ ἀποδώσωσι κειμήλια τῆς ἀρχαίας τέχνης ἢ τῆς ἀρχαίας ἱστορίας. Ἡ ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας πρὸς τὰ τῆς ἀρχαιολογίας, ἥτις καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν κτημάτων, ὑπαγορεύει, ὅπως λάβωμεν μέτρα, ἵνα δύνηται οὐ μόνον τὸ Κράτος ἀπ’ εὐθείας δι’ ἀναγραφῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἃς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀκαίρους σήμερον, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα ἱδρύματα, εἴτε ἐθνικὰ, εἴτε ξένα, διεξάγωσι τὸ ἔργον τοῦτο. Ὅπως καταστήσωμεν τοῦτο ἐφικτὸν, τί ἔπρεπε νὰ πράξωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ἔπρεπε νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνάγκης, ἀλλ’ ἔπρεπε συγχρόνως, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ μέλλων νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, νὰ ἐπιφυλάξωμεν ὑπὲρ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα, ἵνα αὕτη ἀποφασίζῃ, ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ γείνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις. Οὐδένα δὲ τρόπον γινώσκομεν καταλληλότερον πρὸς τοῦτο ἢ τὴν ἀναγραφὴν πιστώσεως· ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀπαλλοτρίωσις δὲν γίνεται πρὸς ἀνασκαφὰς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ προορίζεται εἰς ἀνασκαφὰς ἐνεργηθησομένας ὑπὸ ἑταιρίας ἐγχωρίου ἢ ξένης, θ’ ἀναγραφῇ μὲν ἡ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἡ ἀπόδοσις τοῦ χρήματος θὰ γίνηται ὑπὸ τῆς ἑταιρίας καὶ θέλει ἀποτελέσει ἔσοδον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἑπομένως ἐκλείπει τὸ ἔδαφος ὑπὸ τοὺς πόδας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, οἰκτείραντος τὴν Ἑλλάδα, ἥτις κατὰ τὴν ὥραν ταύτην πρόκειται ν’ ἀναγράφῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 40 ἢ 50 χιλιάδας δραχμῶν χάριν τοῦ σκοποῦ τούτου, διότι οὐδὲν θὰ δαπανηθῇ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν).
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐπὶ δικαστηρίου παραστάσεως τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς τῆς περιουσίας Πάγκα. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§251ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ὑπέδειξα τὰς ἀσαφείας, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰ τῆς ἐκπροσωπήσεως ἐπὶ εἰδικοῦ δικαστηρίου τῆς περιουσίας Πάγκα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ σήμερον τὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐν λόγῳ περιουσίαν· παρετήρησα δὲ, ὅτι ἐκ τοῦ φακέλλου τοὐλάχιστον τούτου δὲν προκύπτει, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς δωρεᾶς ἔχει δημοσιευθῆ διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Ἀνέγνωσα τὸ δωρητήριον, καὶ ὡς ἀντελήφθην, πρόκειται περὶ δωρεᾶς μετὰ θάνατον ἀμετακλήτου. Οὕτως ἐξακολουθεῖ ὁ ἱδρυτὴς τῆς δωρεᾶς, ὁ Πάγκας, νὰ μένῃ ἰδιοκτήτης καὶ κάτοχος καὶ τῶν μετοχῶν τῶν κατατεθεισῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ τῶν ἰδιοκτησιῶν, τὰς ὁποίας ἐδωρήσατο εἰς τὸ Κράτος.
§252ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι.
§253ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως· διότι πᾶσαι αὗται αἱ δωρεαὶ χαρακτηρίζονται ἀμετάβλητοι μὲν, ἀλλὰ μετὰ θάνατον. Νομίζω, ὅτι τὰ δωρητήρια αὐτὰ κακῶς διετυπώθησαν. Τὸ ἐλάττωμα τῶν δωρητηρίων εἶναι τὸ ἑξῆς. Προκύπτει ἡ πρόθεσις τοῦ δωρητοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναντιῤῥήτως ἠθέλησε πᾶσαν τὴν περιουσίαν του νὰ δωρήσῃ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, κρατήσας ὑπὲρ ἑαυτοῦ χιλιόδραχμον μηνιαῖον βοήθημα, ἀλλά, ὡς εἶπον, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διετυπώθησαν τὰ δωρητήρια ταῦτα, εἶναι ἀνώμαλος· διότι, ἐὰν πρόκηται περὶ δωρεᾶς μετὰ θάνατον, ὁ δωρητὴς οὗτος ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ κύριος τῆς περιουσίας, τὴν ὁποίαν ἐδώρησε. Πῶς λοιπὸν συμβιβάζεται ἡ τοιαύτη δωρεὰ, ἡ ὁποία ἐνέχει τὴν ἄδειαν τῆς διαχειρίσεως τῆς δωρουμένης περιουσίας εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ δωρητοῦ, μὲ τὴν ἄδειαν, ἡ ὁποία δίδεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως ἡ περιουσία αὕτη παρίσταται ἐπὶ δικαστηρίου δι’ ἄλλου τινὸς ἢ διὰ τοῦ προσώπου αὐτοῦ; Τοῦτο εἶναι τὸ ἐλάττωμα τῆς δωρεᾶς, τὸ ὁποῖον ἀντανακλᾷ ἐπὶ τὸν τρόπον τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐκπροσωπήσεως τῆς περιουσίας ταύτης. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελέ τις εἴπει, ὅτι καθίσταται νομικὸν πρόσωπον ἡ περιουσία αὕτη· ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ καταστῇ νομικὸν πρόσωπον ἡ περιουσία αὕτη, ἀφοῦ ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ τὸ πρόσωπον τοῦ δωρητοῦ ζῶν εὐτυχῶς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν;
§254ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὸ δωρητήριον συμβόλαιον γίνεται λόγος ῥητὸς, ὅτι εἰς τὸ Δημόσιον ἀνήκει ἡ περιουσία αὕτη, ἡ δὲ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ διορίζεται ἁπλῶς πρὸς τὴν διαχείρισιν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνταῦθα ἀναφέρεται ὡς ἐκπροσωπῶν τὸ Δημόσιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, διορθωθείσης τῆς λέξεως «ἐκπροσωπούντων» εἰς «ἐκπροσωποῦντος» ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐπὶ δικαστηρίων παραστάσεως τῆς Ζαππείου ἐπιτροπῆς. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§257Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, ἀντὶ τῶν λέξεων «τοῦ προέδρου αὐτοῦ γενομένου», νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «τοῦ προέδρου αὐτῆς γινομένου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, οὕτω τροποποιηθέν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου.
§259ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ὑποβάλῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν χθές;
§260Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς κατέθεσα φάκελλον πληροφοριῶν, οὗτινος τὸ περιεχόμενον δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐξελέγξω, διότι μοὶ εἶχον παραδοθῆ καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἐγίνετο ἔναρξις τῆς συζητήσεως· ἀλλὰ ἐκ σημειωμάτων, ἅτινα ἔλαβον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας σήμερον, περὶ τῶν ἐν τῷ φακέλλῳ, προκύπτει, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν αἰτηθεισῶν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ πληροφοριῶν περιλαμβάνονται ἐν αὐτῷ· αἱ δὲ μὴ περιλαμβανόμεναι ἀπαιτοῦσι μακρότερον χρόνον πρὸς συγκέντρωσιν· διότι ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐν ἄλλοις νὰ τῷ δοθῇ σημείωσις περὶ τοῦ βάρους τῶν στοιχείων. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα εἶναι ἐν πλαξὶ, δὲν δύνανται ἑπομένως νὰ ζυγισθῶσι, πρὶν ἢ γέννηται ἡ ἀποσύνθεσις. Καὶ ὅπως ἔχουσιν ὅμως αἱ πλάκες, ἤρχισαν ζυγιζόμεναι, προβαίνει δὲ ἡ ἐξελέγχουσα ἐπιτροπὴ δραστηρίως εἰς τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ ἔργου. Αἱ μέχρι τοῦδε συγκεντρωθεῖσαι καὶ κατατεθεῖσαι πληροφορίαι δὲν κυροῦσιν ὅσα ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς χθὲς περὶ καταχρήσεων, αἵτινες φαίνονται γενόμεναι, διότι ὅσα τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων σχετίζονται πρὸς τὰς δοθείσας πληροφορίας ἀναιροῦνται ὑπ’ αὐτῶν, τὰ δὲ ἀναγόμενα εἰς τὰς ἐνεργουμένας ἤδη ἐξελέγξεις καταδεικνύονται ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε προόδου αὐτῶν φαντασιώδη.
§261ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἴμεθα, Κύριοι, κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου καὶ ὑπὲρ τῆς ἐκδόσεως εἰς ἐργολαβίαν πάσης πρὸς αὐτὸ σχετιζομένης ἐργασίας τοῦ Δημοσίου. Τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριξεν ἤδη, κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀποκρούων αὐτὴν, οὐδένα ἄλλον λόγον προέβαλεν ἢ ὅτι τὸ Κράτος, κεκτημένον ἴδιον τυπογραφεῖον, ἀπολαμβάνει αὐτὸ τὸ καθαρὸν κέρδος, ὅπερ θὰ εἶχον οἱ ἐργολάβοι τυπογράφοι, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἡμερομισθίων τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἐξόδων. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤδη χθὲς λαβὼν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀπέδειξα ἐκ τοῦ προχείρου, ὁπόσον σφαλερὰ εἶναι ἡ τοιαύτη γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀπέδειξα, ὅτι παντοῦ καὶ πάντοτε τὸ Κράτος ὑπῆρξε κακὸς βιομήχανος, κάκιστος δὲ ἰδίᾳ ὑπῆρξε παρ’ ἡμῖν, παρ’ οἷς οὐδέποτε ἐπέδειξεν αὐτὸ τὴν ἀλλαχοῦ ἀπαντῶσαν ἄκραν φειδὼ περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἀπέδειξα, ὅτι, ἐὰν ἐν ἄλλοις Κράτεσι, διακρινομένοις διὰ τὴν αὐστηρὰν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν των, ὡς ἐν Γαλλίᾳ λ. χ., παρατηρεῖται ἐπὶ πλέον διαφορὰ 20% τοὐλάχιστον ἐπὶ τῶν δαπανῶν τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου ἐν σχέσει πρὸς τὰς δαπάνας, ἃς θὰ ὑφίστατο τὸ Κράτος, ἐκδίδον τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ εἰς ἐργολαβίαν, παρ’ ἡμῖν, εἰς οὓς καὶ αὐτὴ ἡ πολυτέλεια τῶν 20% ἐπὶ πλέον δὲν ἐπιτρέπεται, ὑφ’ ἃς μάλιστα τὴν σήμερον διατελοῦμεν οἰκονομικὰς περιστάσεις, παρ’ ἡμῖν, λέγω, ἡ τοιαύτη πολυτέλεια εἶναι τόσῳ μᾶλλον ἀσυγχώρητος, ὅσῳ ἐξικνεῖται εἰς 100% καὶ ἐπέκεινα ἐπὶ πλέον τῆς δαπάνης, ἣν θὰ ὑφίστατο τὸ Κράτος ἡμῶν, ἐκδίδον τὴν σχετικὴν ἐργασίαν εἰς ἐργολαβίαν, καὶ ἐνέχει ἀληθῆ σπατάλην καὶ κατάχρησιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Χθὲς ἐπεφυλάχθην νὰ συμπληρώσω τὰς ἀποδείξεις μου ταύτας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἑβδομάδων ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον, καὶ ἃς ἤλπιζον ὅτι οὗτος, συνῳδὰ πρὸς τὴν χθεσινὴν ἐπαγγελίαν του, θὰ συνεπλήρου σήμερον. Δυστυχῶς ὅμως σήμερον ἀπέφυγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ πληρώσῃ τὴν δοθεῖσαν ὑπόσχεσίν του, ἀπέφυγε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν καθῆκον, δικαιολογούμενος, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἤδη χρόνον δὲν κατώρθωσε νὰ συμπληρώσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, καὶ ἐπιφέρων, ὅτι δὲν θεωρεῖ κἂν ταύτας τόσον στενῶς συνδεομένας πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, οὐδ’ ὑπολαμβάνει τόσον μεγάλας τὰς ὑπ’ ἐμοῦ ὑπαινιχθείσας καταχρήσεις, ὥστε νὰ κρίνῃ τοῦ κόπου ἀξίαν τὴν προσαγωγὴν τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν. Ἀλλ’ οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτοῦ οὗτοι, ὡς καὶ πάντες οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ὧν προσπαθεῖ νὰ ἐξέλθῃ συνήθως ἐκ τῆς στενοχώρου θέσεως, εἰς ἣν ἐμβάλλομεν αὐτὸν, εἶναι πάντη ἀνυπόστατοι. Δὲν ἦτο διόλου δύσκολον εἰς αὐτὸν, ἐὰν ἤθελε νὰ συγκεντρώσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς ἡμᾶς τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας. Ἀφοῦ ἐγὼ ὁ ἁπλοῦς Βουλευτὴς κατώρθωσα ἤδη νὰ λάβω αὐτὰς ἀπ’ εὐθείας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὡς θ’ ἀποδείξω ἐντὸς ὀλίγου, ἀνακοινῶν αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν, πολὺ εὐκολώτερον βεβαίως θ’ ἀπέβαινε τὸ πρᾶγμα εἰς αὐτὸν τὸν Ὑπουργόν. Ἐξ αὐτῶν δὲ τῶν πληροφοριῶν θὰ πεισθῆτε, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν ἀπολύτως κερδίζει τὸ Κράτος ἐκ τῆς συντηρήσεως τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου, ἀλλ’ ὅτι τοὐναντίον καὶ ζημιοῦται κατ’ ἔτος 100 χιλιάδας δραχμῶν τοὐλάχιστον, τὸ δὲ χείριστον πάντων εἶναι, ὅτι ἀνέχεται αὐτὸ ἐν ἐπιγνώσει νὰ διαπράττωνται αἱ βδελυρώταται τῶν καταχρήσεων. Ἐκ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος πληροφοριῶν θὰ ἐννοήσητε καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέφυγεν ἐκ παντὸς τρόπου μέχρι τοῦδε ν’ ἀνακοινώσῃ αὐτὰς ὁ ἴδιος εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ γείνῃ οὕτω κατάφωρος εἰς πάντας ἡ ἀνοχὴ τοῦ ἐγκλήματος ὑπ’ αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐξ ὅσων θὰ σᾶς εἴπω, θὰ ἐννοήσῃ καὶ αὐτὸς οὗτος, ὅτι μάταιαι ἀπέβησαν αἱ τοιαῦται προσπάθειαί του. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1880–1890 ἐπλήρωσε τὸ Κράτος εἰς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τοῦ χυτηρίου τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου, κατ’ ἀκριβεῖς ὑπολογισμούς, περὶ τὰς 110,000 δραχμῶν, ἐδαπάνησε δὲ εἰς προμήθειαν 18,000 ὀκ. μολύβδου καὶ ἀντιμονίου πρὸς χύσιν στοιχείων 10,000 δρ. ὡς ἔγγιστα, ἤτοι τὰ στοιχεῖα, ὧν ἐγένετο χρῆσις, κατὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος δεκαετίαν, ἐστοίχισαν εἰς τὸ Δημόσιον ἐν ὅλῳ 130,000 δρ. Πόσα θὰ ἐστοίχιζον αὐτὰ ὑπὸ ἄλλην διαχείρισιν ἢ ὑπ’ ἐκείνην τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου; Ἀκούσατε. Ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ ὡς 40 γραμματοθῆκαι, περιλαμβάνουσαι ἐν ὅλῳ τυπογραφικὰ στοιχεῖα ὡς 50 τυπογραφικῶν φύλλων. Ἐπειδὴ δ’ ἕκαστον τούτων ζυγίζει 40–45 ὀκάδας, ἀναλόγως τοῦ διαφόρου μεγέθους τῶν στοιχείων, τὸ ὅλον αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς 2,000 ὀκάδας. Ἂν νῦν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν καὶ δέκα ἄλλων φύλλων στοιχεῖα, ὡς συμπληρωτικὰ, ἔχομεν ἔτι 450 ὀκάδας, ἤτοι τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου συμποσοῦνται κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 2,500 ὀκάδας. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἀντικαθιστῶνται συνήθως, παλαιούμενα, ἀνὰ πᾶσαν πενταετίαν. Ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου παραδέχομαι ἐξαιρετικῶς τὴν ἀντικατάστασίν των ἀνὰ πᾶσαν τριετίαν. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐπὶ ἀντικαταστάσεως τὸ παλαιὸν ὑλικὸν δὲν ῥίπτεται εἰς τοὺς δρόμους, ἀλλὰ χρησιμεύει εἰς χύσιν νέων στοιχείων καὶ ἀντιπροσωπεύει τὰ ¾ τῆς ἀξίας τούτων. Ἐγὼ ὅμως προβαίνω ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἀποδέχομαι, ὅτι, ἐνῷ διὰ τὴν πρώτην τριετίαν ἐδαπανήθησαν πρὸς ἀπόκτησιν 2,500 ὀκ. στοιχείων καινουργῶν, πρὸς 4 δρ. τὴν ὀκᾶν, ἤτοι ἐν ὅλῳ 10,000 δραχμῶν, κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην τριετίαν ἐδαπανήθη μόλις τὸ ἥμισυ τῆς ἀρχικῆς των ἀξίας πρὸς ἀνανέωσιν αὐτῶν, ἤτοι ἀνὰ 5,000 δρ. Καὶ οὕτως ἡ ὅλη δαπάνη διὰ τὰ στοιχεῖα κατὰ τὴν μνημονευθεῖσαν δεκαετίαν θ’ ἀνήρχετο εἰς 20–30 χιλιάδας δραχμὰς τὸ πολύ. Πόσα ὅμως ἀντὶ τούτων ἐδαπάνησε τὸ Κράτος, ὡς εἴδομεν ἤδη; 130,000 δραχμὰς, ἤτοι περιπλέον ἢ τὸ τετραπλάσιον! Πῶς δὲ συνέβη ἡ σπατάλη αὕτη; Ἐκ τῶν 18,000 ὀκάδων μολύβδου καὶ ἀντιμονίου, ὅπερ ποσὸν ἔπρεπε ν’ ἀντιπροσωπεύῃ ἴση ποσότης στοιχείων καὶ πλακῶν τοῦ στερεοτυπείου, πόσας ἔχομεν τὴν σήμερον; Λέγω δὲ τὴν σήμερον, ὁπότε καὶ νέον ὑλικὸν προσετέθη εἰς τὸ ὑπάρχον ἤδη ἐν ἔτει 1890, διότι καθ’ ἑκάστην γίνεται νέα προμήθεια μολύβδου καὶ ἀντιμονίου διὰ στοιχεῖα. Μόνον τὴν βʹ ἑξαμηνίαν τοῦ παρελθόντος ἔτους 1892 ἐγένετο προμήθεια 1560 ὀκάδων μολύβδου καὶ ἀντιμονίου, καθ’ ἣν κατάστασιν ὑπέβαλεν ἤδη ἡμῖν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἑτέρων δὲ 1000 περίπου ὀκάδων προμήθεια ἐγένετο κατὰ τὴν αʹ ἑξαμηνίαν τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Πλὴν τούτου, πρὸ μικροῦ ἔτι ἐψηφίσαμεν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν ἐκ πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν διὰ προμήθειαν στοιχείων, μεθ’ ὅλον τὸ χυτήριον, μεθ’ ὅλον τὸ πολυδάπανον αὐτοῦ προσωπικὸν, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἐν ταῖς καταστάσεσι τοὐλάχιστον ἀπαντῶσαν πληθώραν μολύβδου καὶ ἀντιμονίου. Καὶ ὡς ἐὰν μὴ ἤρκουν αὐτὰ, κατεστράφη τελευταῖον καὶ αὐτὴ ἡ ἐγκατάστασις τοῦ ἀεριόφωτος, καὶ παρεδόθησαν οἱ σωλῆνες αὐτοῦ, ὡς ἄχρηστον ὑλικὸν, εἰς τὸ χυτήριον πρὸς χύσιν στοιχείων. Ἡ ἐγκατάστασις αὕτη ἦτο ἀναγκαία, διότι δὲν εἶναι ἀπίθανον ὅλως ν’ ἀναστείλῃ ποτὲ τὰς ἐργασίας του τὸ ἐνταῦθα ἐργοστάσιον τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς, ἂν ὁ δῆμος ἐπιμείνῃ μέχρι τέλους ἀρνούμενος τὴν χρῆσιν αὐτοῦ διὰ τὰς ὁδοὺς Ἀθηνῶν, εἶναι δὲ πολὺ πιθανὸν νὰ συμβῇ καὶ αὖθις ἡ πρό τινων ἡμερῶν παρατηρηθεῖσα ἔκλειψίς του, ὅτε βεβαίως θὰ κατεδικάζετο εἰς ἀργίαν τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον, ἀφοῦ τόσον ἀσυνέτως κατεστράφη ἡ ἐγκατάστασις τοῦ ἀεριόφωτος, ἥτις ἐστοίχιζε περὶ τὰς 5,000 δραχμάς. Δι’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, δὲν θὰ ἐσφάλλετό τις, ὑπολογίζων τὴν ὅλην ποσότητα τῶν στοιχείων καὶ πλακῶν τοῦ στερεοτυπείου ὡς ἀνελθοῦσαν ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι σήμερον ἐκ 18,000 εἰς 25,000 ὀκ. Μεθ’ ὅλην δὲ τὴν ἐν τῷ μεταξὺ ὡς ἐκ τῆς χρήσεως ἐπελθοῦσαν φθορὰν, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν σήμερον τοὐλάχιστον 20,000 ὀκάδας. Καὶ ὅμως ἀντὶ τούτου ἔχομεν στοιχεῖα 2,500 ὀκάδας καὶ πλάκας τοῦ στερεοτυπείου ζυγιζούσας μόλις 4,000 ὀκάδας, κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν ἡμῖν κατάστασιν, ἤτοι ἐν ὅλῳ 6,500, ἔστω καὶ 7,000 ὀκάδας. Τί ἔγειναν αἱ λοιπαὶ 13,000 ὀκάδων; Εἴτε δὲν ἐγένετο διόλου προμήθεια αὐτῶν, εἴτε εἰσήρχοντο εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον διὰ τῆς μίας θύρας καὶ ἐξήρχοντο διὰ τῆς ἄλλης, τὸ δὲ Δημόσιον ἐπλήρονεν ἁδρὰ ποσὰ καὶ ἐν τῇ μιᾷ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ περιπτώσει δι’ εἰκονικὰς καὶ ἀνυπάρκτους προμηθείας. Ὅπως μὴ νομίσητε, ὅτι ἰσχυρίζομαι ἁπλῶς, χωρὶς νὰ ἀποδεικνύω τοὺς ἰσχυρισμούς μου, σᾶς ἀναφέρω τὰ ἑξῆς γεγονότα. Ἐπειδὴ δυσκόλως ἠδύνατο νὰ ἐξευρεθῇ ἔμπορος ἢ βιομήχανος, δεχόμενος νὰ γείνῃ κοινωνὸς τοιαύτης καταχρήσεως, ἀνέλαβεν ὑπάλληλος δυστυχῶς τοῦ Κράτους νὰ κάμῃ εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον τὰς τοιαύτας εἰκονικὰς προμηθείας. Ἐκ συμπαιγνίας δὲ ὑπεβάλλοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ παραδείγματι τὸ ἔτος 1889, καταστάσεις ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ διὰ προμήθειαν μολύβδου καὶ ἀντιμονίου, ἡ ὁποία, χωρὶς νὰ γείνῃ πράγματι, ἐχρησίμευε μόνον πρὸς δικαιολογίαν πληρωμῆς χιλιάδων δραχμῶν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου...
§262ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§263ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι νῦν ἀνώτερος ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς.
§264ΣΤΑΗΣ. Ἦτο τότε ὑπάλληλος;
§265ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἦτο.
§266ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἦτο.
§267ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω, ὅτι ἦτο· ἐὰν ὑμεῖς ἔχητε καλλιτέρας πληροφορίας, παρακαλῶ νὰ ἀναφέρητε τὸ ὄνομά του.
§268ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸν ἀναφέρω.
§269ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ἂς τὸν ἀναφέρῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις ἐλάμβανε τὰς ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ εἰκονικὰς καταστάσεις καὶ δὲν ἐξηγείρετο ἡ συνείδησίς του ἐναντίον τῆς τοιαύτης καταχρήσεως, δὲν εἶχε κἂν τὴν περιεργίαν νὰ ἐξετάσῃ, πῶς ἁπλοῦς ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ προμηθεύσῃ τοσαύτας ποσότητας μολύβδου καὶ ἀντιμονίου εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον... Αἱ καταστάσεις αὗται ἠδύναντο πάντα ἄλλον νὰ σκανδαλίσωσι, πλὴν τοῦ τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις καὶ σήμερον ἔτι ἐπέδειξεν ἀνεξήγητον τῇ ἀληθείᾳ ἀδιαφορίαν καὶ ἀπάθειαν ἀπέναντι αὐτῶν, ὡς ἐὰν μὴ ἤρκουν αὐταὶ καὶ μόναι νὰ ἐγκολάψωσι στίγμα ἀνεξίτηλον εἰς τὴν οἰκονομικήν του διαχείρισιν. Καὶ ἔχω, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω πλείονας τοιαύτας καταστάσεις: 1) τὴν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1633 καὶ ἡμερομηνίαν 9 Σεπτεμβρίου 1889 ἀναφορᾶς τοῦ τότε διευθυντοῦ τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου κ. Πανᾶ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπαλλήλου ὑποβληθεῖσαν κατάστασιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ 240 ὀκάδας ἀντιμονίου ἀντὶ δρ. 876.
§270ΠΟΛΛΟΙ. Ποῖος εἶναι ὁ ὑπάλληλος;
§271ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ Εὐάγγελος Κουσουλάκος, τότε κατώτερος, νῦν δὲ, μετὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῶν καταχρήσεών του ἐκείνων, προαχθεὶς εἰς ἀνώτερον ὑπάλληλον τῆς Βουλῆς.
§272ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ νὰ παραχαράσσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§273ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ τὰ δημοσιεύῃ εἰς τὸ «Ἄστυ» ἐνταῦθα καὶ εἰς τὸν «Νεολόγον» τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τὰς ὁποίας ἐφημερίδας καὶ λιβελλογραφεῖ συστηματικῶς κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὑπὲρ τοῦ κ. Τρικούπη, ὅστις διὰ τοῦτο δὲν κατεδίωξεν αὐτὸν τότε, διὰ τοῦτο τὸν προήγαγεν εἰς ἀνωτέραν θέσιν, διὰ τοῦτο ἀπέφυγε καὶ νῦν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὰς ἐνοχοποιούσας αὐτὸν πληροφορίας περὶ τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου. Ἀλλ’ ἐξακολουθῶ ἀναφέρων ὑμῖν τὰς ἐπ’ ὀνόματι τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπαλλήλου εἰκονικὰς καταστάσεις, δι’ ὧν διηρπάζετο τὸ δημόσιον ταμεῖον· 2) τὴν ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ κατάστασιν δι’ 700 ὀκ. μολύβδου, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 409 καὶ ἡμερομηνίαν 25 Φεβρουαρίου 1889 ἀναφορᾶς τοῦ αὐτοῦ διευθυντοῦ κ. Πανᾶ· 3) τὴν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ Κουσουλάκου κατάστασιν διὰ 250 ὀκ. ἀντιμονίου, ἀξίας 900 δραχμῶν, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 916 τῆς 5 Μαΐου 1889 ἀναφορᾶς τοῦ αὐτοῦ κ. Πανᾶ· 4) τὴν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ Κουσουλάκου κατάστασιν δι’ 700 ὀκ. μολύβδου, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 409 τῆς 25 Φεβρουαρίου 1889 ἀναφορᾶς τοῦ αὐτοῦ κ. Πανᾶ· 5) τὴν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ Κουσουλάκου διὰ 220 ὀκ. ἀντιμονίου, ἀξίας 792 δραχμῶν, κατάστασιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 410 τῆς 25 Φεβρουαρίου 1889 ἀναφορᾶς τοῦ αὐτοῦ κ. Πανᾶ· 6) τὴν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ Κουσουλάκου δι’ 807 ὀκ. μολύβδου κατάστασιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 917 τῆς 5 Μαΐου 1889 ἀναφορᾶς τοῦ αὐτοῦ κ. Πανᾶ. Ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, Κύριοι, ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰκονικαὶ καταστάσεις διὰ 3,000 ὀκάδας περίπου μολύβδου καὶ ἀντιμονίου, ὁ δὲ τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς διέταξε τὴν πληρωμὴν 4,035 δραχμῶν δι’ αὐτάς. Ἐγώ, κηδόμενος τῆς τιμῆς σας, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀποδέχομαι, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ τότε ἐξεδώκατε τὰ σχετικὰ ἐντάλματα. Ἀλλ’ ἐὰν κήδησθε καὶ ὑμεῖς τῆς ἰδίας τιμῆς σας, διατάξατε νῦν τοὐλάχιστον ἀνακρίσεις καὶ καταδιώξατε ποινικῶς τὴν τόσον ἐπισήμως καταγγελλομένην κατάχρησιν. Ἄν δὲν πράξητε τοῦτο, παρέχετε εἰς πάντα τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἐξεπίτηδες ἐπετρέψατε τὴν κατάχρησιν ἐκείνην καὶ ἐξακολουθεῖτε νὰ συγκαλύπτητε αὐτὴν μέχρι τῆς σήμερον, ὅπως τοὺς δράστας αὐτῆς ἔχητε εὐτελεῖς θεράποντας ἐν τῷ λιβελλογραφικῷ σταδίῳ κατὰ τῶν ἀντιπάλων σας. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν, Κύριοι, μόνην ταύτην τὴν κατάχρησιν τοῦ μολύβδου καὶ ἀντιμονίου. Τὰ ἑπτὰ πιεστήρια τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου, ἀδιαλείπτως ἐργαζόμενα νύκτα καὶ ἡμέραν, καταναλίσκουσι μελάνην ἕκαστον ἀνὰ 3 ὀκάδας τὸν μῆνα, ἤτοι 36 τὸ ἔτος καὶ πάντα ὁμοῦ 252 ὀκάδας ἐτησίως. Καὶ ὅμως, ἐνῷ ὡς γνωστὸν δὲν ἐργάζονται αὐτὰ ἀδιαλείπτως, οὐδὲν ἧττον τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσεν εἰς τὸν αὐτὸν εἰκονικὸν προμηθευτὴν Κουσουλάκον ὀκάδας 425 τὸ 1889 καὶ ὀκάδας 481 τὸ 1890. Ἐνῷ δὲ ἡ μελάνη ἦτο κοινῆς ποιότητος, ἐπαρουσιάζετο εἰς τὰς καταστάσεις ὡς πρώτης ποιότητος τῶν Παρισίων, ὅπως πληρόνηται εἰς τὸ τριπλάσιον τῆς ἀξίας. Σᾶς ἀναφέρω ἐπὶ τούτῳ τὴν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Κουσουλάκου κατάστασιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 675 τῆς 21 Ἰουλίου 1889 ἀναφορᾶς τοῦ κ. Πανᾶ, ἐν ᾗ ἡ μελάνη ὑπολογίζεται πρὸς 4½ δραχμὰς τὴν ὀκᾶν. Πρὸς τούτοις διὰ τὴν ἀνανέωσιν ὅλων τῶν κυλίνδρων τῶν πιεστηρίων χρειάζονται ἐτησίως 50 ὀκάδες πηκτῆς, καὶ ὅμως τὸ 1889 καὶ 1890 ἐπλήρωσε τὸ Δημόσιον ἀνὰ 395 ὀκάδας. Ἀλλ’ ἡ σκανδαλωδεστάτη τῶν καταχρήσεων διεπράχθη ἐν τῇ προμηθείᾳ τοῦ χάρτου, τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Ἐν ἔτει 1889 τὸ Αʹ αὐτῆς μέρος περιεῖχε 1456 σελίδας, τὸ Βʹ 2,272 καὶ ὁ πίναξ τῶν περιεχομένων 60, δι’ ἃς ἐπὶ 3,300 ἀντιτύπων ἐχρειάσθησαν 1562 δεσμίδες χάρτου. Τὸ Δημόσιον ὅμως ἐπλήρωσε τότε 2,175 δεσμίδας, ἤτοι 613 ἐπὶ πλέον, ὧν ὑπολογιζομένων πρὸς 18 δραχμὰς ἑκάστη, ἐζημιώθη αὐτὸ δρ. 11,034. Ἐν ἔτει 1890 τὸ Αʹ μέρος τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» εἶχε 1364 σελίδας, τὸ Βʹ 2,238 καὶ ὁ πίναξ τῶν περιεχομένων 72, ἤτοι ἐν ὅλῳ 3,674, δι’ ἃς ἐπὶ 3,300 ἀντιτύπων ἐχρειάσθησαν 1515 δεσμίδες χάρτου. Καὶ ὅμως τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσε 2,000, ἤτοι 485 δεσμίδας ἐπὶ πλέον, ἐξ οὗ, πρὸς 18 δραχμὰς, ἐζημιώθη 8,730. Ἐκ μόνου τοῦ χάρτου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον ὡς ἔγγιστα 20,000 δραχμῶν, καὶ τὴν ζημίαν ταύτην, κύριε Πρωθυπουργὲ, θεωρεῖτε ἀναξίαν λόγου, ἀναξίαν τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ αὐτὸ ἀποφεύγετε νὰ ὑποβάλητε τὰς σχετικὰς πληροφορίας, ἐξ ὧν θὰ διεπιστοῦτο ἡ τοιαύτη κατάχρησις; Ἀλλὰ πρέπει νὰ φαντάζησθε ἡμᾶς πολὺ ἁπλοϊκοὺς, ὥστε νὰ νομίζητε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχωμεν οἱανδήποτε πίστιν, οἱανδήποτε σημασίαν εἰς τὰς τοιαύτας δικαιολογίας σας. Ἔχομεν, Κύριοι, καὶ ἄλλας μεγαλειτέρας καταχρήσεις, ἐπισυμβάσας κατὰ τὴν λεγομένην ἐγκατάστασιν τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου. Δὲν θὰ ἐλησμονήσατε ἴσως τὰ ἐγκώμια, ἅτινα τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὴν ἡγουμένην πρωθυπουργίαν του ἔψαλλον ἐπὶ τῇ ἀνακαινίσει αὐτοῦ. Ἐδόθησαν τότε παντοῖαι πιστώσεις δι’ ἀγορὰν νέων πιεστηρίων, νέου ὑλικοῦ καὶ νέων μηχανημάτων, ἅτινα πάντα ἐχρησίμευσαν κατὰ τὸ πλεῖστον πρὸς δικαιολογίαν καταχρήσεων πολλῶν μυριάδων δραχμῶν. Ἂν δὲν δύναμαι νὰ ἐξελέγξω αὐτὰς νῦν λεπτομερῶς, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι αἱ σχετικαὶ καταστάσεις ἔχουσιν ἐξαφανισθῆ ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου, ὧν ἄνευ μοὶ ἦτο ἀνέφικτος ὁ λεπτομερὴς ἔλεγχος. Ἄλλην πηγὴν καταχρήσεων ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου. Ἐν ᾧ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν οἱ ὑπάλληλοι καὶ ἐργάται αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ ἀνέρχονται εἰς 78, ἐν τούτοις εἰς τὸ τακτικὸν τοῦτο προσωπικὸν προσετίθετο συνήθως πολυπληθέστερον ἔκτακτον προσωπικὸν, ἀνελθὸν τελευταῖον εἰς 81, κατὰ τὴν σχετικὴν κατάστασιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν ἡμῖν πρό τινων ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ μέρος τοῦ τακτικοῦ καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔκτακτον προσωπικὸν ἀπαρτίζεται ἐξ ἀργομίσθων τῆς ἰδιαιτέρας αὐλῆς τῶν ἑκάστοτε Πρωθυπουργῶν. Ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς τοὺς Βουλευτὰς, ἐὰν ἔλαβέ τις ἐξ ὑμῶν διορισμὸν τοιούτου ἀργομίσθου, ἐπισκεπτομένου τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον μόνον ὁσάκις ἔχῃ νὰ ὑποβάλῃ τὴν μηνιαίαν μισθοδοτικήν του κατάστασιν. Ἀλλὰ σεῖς οὐδέποτε ἔσχετε τοιαύτην παροχήν· σεῖς χρησιμεύετε μόνον ὡς τὰ ἱλαστήρια θύματα διὰ τοὺς κυρίους Πρωθυπουργοὺς, ὅπως διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν τῶν ὀργάνων σᾶς ὑβρίζωσι καὶ ἐξευτελίζωσιν, ὡς ἐξαναγκάζοντας δῆθεν αὐτοὺς εἰς δημιουργίαν τοιούτων θέσεων ἀργομίσθων, δι’ ὧν σεῖς ἀπεμπολεῖτε τὴν ψῆφον καὶ συνείδησίν σας πρὸς αὐτούς! Προσθέσατε νῦν εἰς τὰ μέχρι τοῦδε εἰρημένα καὶ τὴν ζημίαν, ἣν ὑφίσταται τὸ Κράτος ἐκ τῆς διαθέσεως ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου ἑνὸς τῶν πολυτιμοτέρων οἰκοπέδων του, οἷον τὸ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου κείμενον, τὸ ἔχον ἀξίαν πολλῶν ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν...
§274ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἑκατομμυρίου.
§275ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. καὶ θὰ ἴδητε, τί στοιχίζει εἰς τὸ Δημόσιον ἡ ἐργασία, ἡ ἐκτελουμένη νῦν διὰ τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ ἐργασία αὕτη κατὰ τὴν δεκαετίαν ἀπὸ τοῦ 1881–1890 μᾶς ἐστοίχισεν ὡς 2 ἑκατομμύρια, διὰ τῆς εἰς ἐργολαβίαν ἐκδόσεως αὐτῆς θὰ μᾶς ἐστοίχιζε μόλις 1,000,000, ἤτοι θὰ ἐκάμνομεν οἰκονομίαν 1,000,000 δρ., περίπου. Καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι διὰ μόνον τὸν λόγον τοῦτον πρέπει νὰ κλείσῃ ἡ καταβόθρα ἐκείνη τῆς σπατάλης καὶ τῶν σκανδαλωδῶν καταχρήσεων, καὶ νὰ γείνῃ ἀσπαστὴ ἡ γνώμη ἡμῶν, καθ’ ἣν δέον αἱ σχετικαὶ ἐργασίαι νὰ ἐκδίδωνται διὰ μειοδοσίας εἰς ἐργολαβίαν; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐξ ἀφορμῆς τῆς μέχρι τοῦδε σπατάλης, ἣν καὶ αὐτὸς δὲν ἀρνεῖται, εἰ καὶ ἐπὶ δεκαετίαν ἤδη ὁλόκληρον ἠνείχετο αὐτὴν, ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἔνθεν μὲν περιορίζει τὰς περιττὰς θέσεις, ἔνθεν δὲ καθιστᾷ ὑπόλογον τὸν οἰκονόμον τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου. Μήπως ὅμως δὲν ἦτο κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ὑπόλογος μέχρι τοῦδε καὶ ὁ οἰκονόμος, καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος διαχειριστὴς δημοσίας ὑπηρεσίας; Διατὶ δὲν κατεδίωξεν αὐτοὺς ἐν τῷ παρελθόντι διὰ πᾶσαν σπατάλην, διὰ πᾶσαν κατάχρησιν τῆς διαχειρίσεώς των; Ἀλλ’ ἐὰν οὕτω δὲν ἐξετέλεσεν ἐπ’ αὐτῶν τὸν καταστατικὸν οἰκονομικὸν ἡμῶν νόμον, τίς μᾶς ἐγγυᾶται νῦν, ὅτι θὰ ἐκτελέσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ψηφιζόμενον ὑφ’ ἡμῶν καὶ κυρούμενον εἰς νόμον τοῦ Κράτους; Τίς σᾶς ἐκώλυσε, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ καταδιώξητε μέχρι τοῦδε τοὺς δράστας τῶν καταχρήσεων, ἃς σήμερον κατήγγειλα ἐγὼ, σεῖς ὅμως ἀπὸ πολλοῦ ὠφείλετε, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς σας, νὰ γινώσκητε, καὶ ἐγινώσκετε πάντως; Τίς σᾶς ἐκώλυσε νὰ παραπέμψητε αὐτοὺς εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην; Τὸ ταπεινὸν συμφέρον τῆς φατρίας, τὸ ὁποῖον πᾶσαν πρᾶξίν σας διεῖπε μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ αὐτὸ θὰ διέπῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὰς πράξεις σας καὶ θὰ σᾶς κωλύσῃ καὶ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς νῦν εἰσαγομένης διατάξεως. Ὥστε μάτην ζητεῖτε οὕτω πως νὰ συγκαλύψητε τοὺς κυρίους σκοποὺς, οὓς διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐπιδιώκετε. Οἱ σκοποὶ οὗτοι εἶναι ἔνθεν μὲν ἡ νομοθετικὴ καθιέρωσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀρνησικυρίας, ὅπερ κατ’ ἀσύγγνωστον ἀνοχὴν τῶν συνυπουργῶν σας ἐνασκεῖτε ἤδη ἐμπράκτως ἐφ’ ὅλων τῶν πράξεών των καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἔτι τῶν φερουσῶν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, ὡς σᾶς ἀπεδείξαμεν ἤδη χθὲς, ἔνθεν δὲ ἡ αὔξησις, ἀντὶ ἐλαττώσεως, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀργομίσθων ἐν τῷ ἐθνικῷ τυπογραφείῳ. Καὶ τὴν αὔξησιν ταύτην σᾶς ἀπέδειξα ἤδη χθὲς, Κύριοι, δύναται δὲ καὶ πᾶς τις ἐξ ὑμῶν νὰ πεισθῇ περὶ αὐτῆς, ἀντιπαραβάλλων ἁπλῶς τὰς διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καθιερουμένας θέσεις πρὸς τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Θὰ ἔχωμεν ἐφεξῆς, ἀντὶ τοῦ νῦν γραφέως, πρωτοκολλητήν. Θὰ ἔχωμεν πρὸς τῷ ἐργοστασιάρχῃ, τῷ λαμβάνοντι 240 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ ἐργοδηγὸν μὲ 180, ἀρχιπιεστὴν μὲ 160, ἀρχιτεχνίτην χυτηρίου μὲ 220, προϊστάμενον στερεοτυπείου μὲ 240 καὶ ἀρχιστοιχειοθέτην μὲ 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Θὰ ἔχωμεν δύο διορθωτὰς ἐντύπων μὲ μηνιαῖον μισθὸν 160 δραχμῶν, ἐνῷ τὰς διορθώσεις τῶν οἰκείων ἐντύπων ἔκαμνε μέχρι τοῦδε ἕκαστον Ὑπουργεῖον. Θὰ ἔχωμεν ἐπὶ πλέον ἕνα βοηθὸν τοῦ προϊσταμένου τοῦ στερεοτυπείου, ἕτερον βοηθὸν τῶν πιεστῶν, ἕνα θυρωρὸν καὶ τέσσαρας ἐργάτας, ὧν δὲν κατονομάζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ ἐργασία, διότι θὰ ἦναι αὕτη εἰκονική. Καὶ ἀπέναντι τῆς τοιαύτης σπατάλης κάμνετε οἰκονομίαν, ποῦ; εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν στοιχειοθετῶν, οὓς περιορίζετε νῦν εἰς 24. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἤρκουν μέχρι τοῦδε 40 στοιχειοθέται, πῶς θ’ ἀρκέσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι 24; Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, καλῶς, ὅτι οἱ στοιχειοθέται εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐργαζόμενον προσωπικὸν, χάριν τοῦ ὁποίου κυρίως ἔχουσι δημιουργηθῆ ὅλαι σχεδὸν αἱ ἄλλαι πολυτελεῖς θέσεις τῶν ἀργομίσθων. Καὶ εἶναι αὐτὰ οἰκονομία; Ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 7 ἐπιτρέπεται ἡ πρόσληψις 12 ἔτι ἐκτάκτων ἐργατῶν, διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 6 ἐπὶ ἐκτάκτων ἐργασιῶν δίδεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ πλεονάζοντος μέρους αὐτῶν κατ’ ἀποκοπὴν ἐπὶ μειοδοσίᾳ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονὴν μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τούτων, καὶ θὰ ἴδητε, ὁπόσαι ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις θὰ ζητηθῶσι παρ’ ἡμῶν, θὰ ἴδητε, ἐὰν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐστείρευσεν ἢ ἤνοιξεν ἔτι εὐρυτέρα ἡ πηγὴ τῆς σπατάλης καὶ τῶν καταχρήσεων. Ἐφ’ ἑνὸς καὶ μόνου κονδυλίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, οἷον τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον, σᾶς ἀπέδειξα, Κύριοι, ὁποία οἰκονομία, οἰκονομία ὑπερβαίνουσα τὰς 100 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως, δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Τοιαῦται εἶναι καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι οἰκονομίαι, αἱ ὑφ’ ἡμῶν προτεινόμεναι καὶ ἐκτεθεῖσαι ἤδη διὰ βραχέων ὑπ’ ἐμοῦ, κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι, ὡς παρατηρεῖτε, οἰκονομίαι, ἀληθεῖς καὶ πραγματικαὶ, οὐδόλως παραβλάπτουσαι τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ οἰκονομίαι περιορίζουσαι μόνον τὴν σπατάλην καὶ κατάχρησιν, ἣν τὸ νῦν κρατοῦν σύστημα ὑποθάλπει καὶ προάγει ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπὶ καταστροφῇ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐπὶ διαφθορᾷ καὶ ἐξαχρειώσει τῶν χαρακτήρων ἐν ἡμῖν.
§276ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήττωνται οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι διὰ τὴν ἐπιμονὴν, μὲ τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Προτιθέμεθα νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ὅλαι ἐκεῖναι αἱ οἰκονομίαι, ἃς ἐπαγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θέλει πραγματοποιήσει, εἶναι ψευδεῖς· προτιθέμεθα ν’ ἀποδείξωμεν, συζητοῦντες ἐπὶ ἑκάστου τῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ οἰκονομία ἱκανὴ, ἴση πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος. Καὶ ἵνα μὴ ἐπεκτείνω τὸν λόγον κατὰ τὴν πρώτην μετὰ τὸ μεσονύκτιον ὥραν, περιορίζομαι νὰ ἐκθέσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προκύπτουσιν ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προτιθέμενος νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον, ἐπηγγέλθη οἰκονομίαν 660 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ μισθολογίου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἀπέδειξεν, ὅτι ἀντὶ οἰκονομίας ἐπέρχεται αὔξησις δαπάνης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ οἰκονομία, διότι τὸ προσωπικὸν τὸ ἔκτακτον, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς πολλὰς δεκάδας ἀτόμων, πρόκειται νὰ περιορισθῇ εἰς 12 μόνον πρόσωπα. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομία αὕτη εἶναι ψευδής· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται δῆθεν παρὰ τῆς μιᾶς χειρός, θὰ δίδεται διὰ τῆς ἑτέρας. Ἔπρεπε νὰ φανῇ, ὅτι καταργεῖται τὸ ἔκτακτον προσωπικὸν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θέλουσιν ἐκτελεσθῆ αἱ ἐργασίαι, καὶ οὗτος εἶναι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον διατάσσει, ὅτι, ὅταν τὸ τακτικὸν προσωπικὸν δὲν ἐπαρκῇ, προσλαμβάνεται ἔκτακτον, καὶ ἡ ἐργασία δίδεται κατ’ ἀποκοπήν· ἀλλὰ θὰ ἦναι αὕτη οἰκονομικωτέρα; Τοῦτο ἐγένετο, ἵνα δοθῇ ἱκανοποίησίς τις εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία ἐξηγέρθη διὰ τὴν τοιαύτην σπατάλην εἰς ἔκτακτον προσωπικόν. Ἰδοὺ ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἀφ’ ἑνὸς ἱκανοποιεῖται ἡ δημοσία γνώμη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πάντα τὰ βδελυρὰ συμφέροντα θέλουσιν εὕρει πλήρει καὶ ἀκεραίαν τὴν ἱκανοποίησίν των, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἀντὶ αὐτοὶ οἱ ἀργόμισθοι ἔκτακτοι νὰ λαμβάνωσιν ἡμερομίσθιον, θὰ πληρώνωνται κατ’ ἀποκοπήν. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ν. Φιλάρετος). (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐθνικοῦ τοῦ τυπογραφείου, καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου....
§278ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, εἶναι μία ἡ ὥρα. Ἡ ἀδιακρισία ἔχει τὰ ὅριά της (θόρυβος). Δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§279ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ σημειωθῇ, ὅτι δεκάκις θὰ κάμωμεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, καὶ εἶτα γίνεται ἡ διαλογή).
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ 100. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 καὶ 25′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.