1893.02.03
2.798 στίχοι · 20.959 λέξεις · 210 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56
τῆς 3 Φεβρουαρίου 1893.
(Τετάρτη)
Ὥρα 5 καὶ 40′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Ζακύνθου κρατούμενοι κατάδικοι παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ἵνα συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν μεταφορὰν αὐτῶν εἰς ἄλλας φυλακὰς τοῦ Κράτους. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§2ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔγεινεν ἀκόμη ἡ μεταγωγὴ αὐτῶν;
§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί ἐμποδίζει τὴν μεταφορὰν αὐτῶν;
§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκ τῶν σεισμῶν εὐτυχῶς αἱ φυλακαὶ ἔπαθον ὀλιγώτερον τῶν ἄλλων οἰκιῶν· μάλιστα αἱ φυλακαὶ τοῦ φρουρίου οὐδὲν ἔπαθον, αἱ δ’ ἐν τῇ πόλει φυλακαὶ ἔπαθον βλάβην τινὰ, ἥτις ἐπανορθοῦται ἤδη διὰ χορηγηθείσης πιστώσεως 1000 δραχμῶν. Οὐχ ἧττον οἱ βαρύποινοι κατάδικοι μετηνέχθησαν εἰς τὰς φυλακὰς Κεφαλληνίας. Πλὴν τούτων, εἰς τοὺς ἔχοντας ποινὴν ἐλάσσονα, 4 ἢ 5 μηνῶν, δοθήσεται βασιλικὴ χάρις. Διὰ τοὺς λοιποὺς, ἀνερχομένους εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 350, κατὰ τὰς πληροφορίας τῶν ἐν Ζακύνθῳ δικαστικῶν ἀρχῶν, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη μεταγωγῆς αὐτῶν, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, διότι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει ἀποδράσεως αὐτῶν, οὐδ’ αἱ φυλακαὶ σήμερον ἀπειλοῦνται ὑπὸ καταστροφῆς.
§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι εἶναι οἱ ἐναπομένοντες;
§6ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοὺς 300.
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, εἰς νῆσον, ἔνθα κινδυνεύουσιν αἱ οἰκοδομαὶ νὰ πέσωσι καθ’ ἡμέραν, νὰ κρατῶνται 300 ἄνθρωποι, εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ σώσωσιν ἑαυτοὺς ἀπὸ τοῦ κινδύνου τούτου. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως μεταφερθῶσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἰς οἱανδήποτε ἄλλην φυλακὴν, διότι πράγματι τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται εἰς πάντα, συλλογιζόμενον ὅτι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἀποφύγωσι τὸν κίνδυνον, ἐπιβάλλει, ὡς καθῆκον φιλανθρωπίας, ἵνα μεταφερθῶσιν οὗτοι εἰς οἱονδήποτε ἄλλο μέρος.
§8ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὰς πληροφορίας τῶν ἀρχῶν, αἱ φυλακαὶ τοῦ φρουρίου εἶναι οὕτω πως ἐκτισμέναι, ὥστε δὲν ὑπάρχει κίνδυνος, οὐδὲ ὑπέστησαν βλάβην τινά· αἱ δικαστικαὶ δὲ ἀρχαὶ λέγουσι καὶ ἕτερόν τι, ὅτι δὲν εἶναι πάντες εὐχαριστημένοι διὰ τὴν μεταφοράν· τινὲς μόνον, οἵτινες δὲν κατάγονται ἐκ Ζακύνθου, θέλουσι νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὰς πατρίδας των. Οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος νὰ αἰσθανώμεθα ἡμεῖς ἐνδιαφέρον ἧσσον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον αἰσθάνονται οἱ κύριοι Βουλευταί, ἂν κίνδυνός τις ὑπῆρχεν.
§9ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπορῶ καὶ μὲ τὰς πληροφορίας τῶν ἀρχῶν καὶ μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔσπευσε νὰ σώσῃ τὴν ζωὴν τῶν βαρυποίνων, μεταφέρουσα αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Κεφαλληνίας καὶ ἀφίνουσα ἐν Ζακύνθῳ τοὺς ἐλαφροποίνους· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι ἀπέναντι τοῦ κινδύνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἦσαν ἐκτεθειμένοι οἱ φυλακισμένοι, ἐφροντίσαμεν ὅλους τοὺς βαρυποίνους νὰ τοὺς μεταφέρωμεν ἐκεῖθεν, ἀφήσαμεν δὲ μόνον τοὺς ἐλαφροποίνους, καθ’ ὃν χρόνον πάντες οἱ εἰδικοί, οἱ ἀσχολούμενοι περὶ τοὺς σεισμούς, εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι οἱ σεισμοὶ τῆς Ζακύνθου πολὺ πιθανὸν νὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ νὰ ἔχωσι συνεπείας θλιβερωτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔχομεν μέχρι τοῦδε. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ φρόνιμον νὰ ἀναπαυθῶμεν εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν μόνον, ὅτι οἱ φυλακισμένοι δὲν διατρέχουσι κίνδυνον, καὶ νὰ προβαίνωμεν εἰς τοιαῦτα μέτρα, δι’ ὧν μαρτυρεῖται, ὅτι φροντίζομεν μόνον διὰ τὴν ζωὴν τῶν βαρυποίνων, ἀφίνομεν δὲ εἰς προφανῆ κίνδυνον, τὸν ἐκ τῶν σεισμῶν, 300 περίπου ἐλαφροποίνους.
§10ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποθέτω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος προῆλθεν εἰς ὅσας ὑπεδήλωσε παρατηρήσεις ἐκ παρεννοήσεως. Εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται περὶ τῆς ζωῆς τῶν βαρυποίνων μετὰ περισσοτέρου ζήλου ἢ περὶ τῶν ἐλαφροποίνων. Δὲν ἦτο ὁ λόγος οὗτος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐλήφθη ἡ ὑπὲρ τῶν βαρυποίνων πρόνοια· ἦτο ἕτερος λόγος, ὅτι οἱ ἐπικίνδυνοι δι’ ἀπόδρασιν ἦσαν οἱ βαρυποινῖται, οἱ ἕτεροι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μικρὰν ποινὴν, βεβαίως οὐδένα λόγον ἔχουσιν, ἵνα ἀποδράσωσι τῶν φυλακῶν. Ἡ ἱστορία τῶν σεισμῶν ἐν Ἑλλάδι ἀποδεικνύει τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἰσχυρίχθη· διότι, ὅπου συμβαίνει σεισμὸς ἐν Ἑλλάδι, μετὰ τοὺς πρώτους σεισμοὺς ἔχομεν κατόπιν μικρὸν κατὰ μικρὸν ἔκλειψιν τῶν σεισμῶν. Τοιοῦτόν τι ἤρξατο νὰ φαίνηται καὶ ἐν Ζακύνθῳ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν λόγος νὰ φοβώμεθα μεγαλειτέρας καταστροφάς.
§11ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἀπορῶ, πῶς αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖ βεβαιοῦσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος.
§12ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κίνδυνος καταπτώσεως.
§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ὡς προεῖπον, κύριε Βουλευτὰ, αἱ φυλακαὶ τοῦ φρουρίου τῆς Ζακύνθου εἶναι οὕτω πως ἐκτισμέναι, ὥστε δὲν ὑπέστησαν τὴν ἐλαχίστην βλάβην.
§14ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε. Σείεται ἢ δὲν σείεται ἀκόμη ἡ Ζάκυνθος ἐκ τῶν σεισμῶν; Θὰ ἐξακολουθήσωσιν οἱ σεισμοί ἢ ὄχι; Τίς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ὅτι δὲν θὰ ἐξακολουθήσωσιν; Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν οἱ σεισμοί ἐξακολουθοῦν, ὅσον καλῶς καὶ ἂν ἦναι ἐκτισμένον τὸ κτίριον, ὅπερ χρησιμεύει ὡς φυλακὴ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγγυηθῶσιν αἱ ἀρχαὶ, ὅτι δὲν θὰ πέσῃ, καὶ ὅτι δὲν θὰ ταφῶσιν ἐκεῖ οἱ φυλακισμένοι, οἱ ἐλαφρόποινοι. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι καθῆκον φιλανθρωπίας ἔχετε ν’ ἀπαλλάξητε αὐτοὺς τοῦ κινδύνου, ὃν διατρέχουσι, καὶ τὸν ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ διαφύγωσι, κεκλεισμένοι ὄντες ἐκεῖ.
§15ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον διαπιστοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀναιρεῖ τοὺς ἄλλους ἰσχυρισμούς του. Ὑπάρχει, λέγει, λόγος ἀποδράσεως τῶν βαρυποίνων. Διατὶ ὑπάρχει ὁ λόγος αὐτός;
§16ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι οὗτοι, ἔχοντες νὰ ἐκτίσωσι ποινὴν μεγάλην, ἔχουσι συμφέρον ν’ ἀποδράσωσιν.
§17ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἀπόδρασις πότε θὰ ἐπέλθῃ; Ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνος καταπτώσεως τοῦ κτιρίου. Λοιπὸν φοβεῖσθε, μήπως ἐν περιπτώσει καταπτώσεως τοῦ κτιρίου ἀποδράσωσιν οἱ βαρύποινοι, καὶ δὲν φοβεῖσθε, μήπως ὑπὸ τὰ ἐρείπια αὐτοῦ ταφῶσιν οἱ τριακόσιοι ἐλαφρόποινοι;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Π. Δαμιανὸς, Ἀντ. Πατσουράκης καὶ λοιποὶ, τέως ὑπογραμματεῖς τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, διατελοῦντες ἐν προφυλακίσει διὰ τὴν κατάχρησιν τοῦ πρώην γραμματέως Ἀχόλου, παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσῃ τὴν ταχεῖαν περαίωσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§19ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κρατοῦνται ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ πλέον ὑπόδικοι, δίκαιον δὲ εἶναι νὰ δοθῇ πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§21ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ παρεκάλεσε νὰ ἀναβάλω τὴν ἐπερώτησίν μου διὰ τὴν αὔριον.
§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τοῦ προληπτικοῦ τῆς πτωχεύσεως συμβιβασμοῦ. Εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου προῆλθον ἐκ τῆς ἐπιβλητικῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξαν αἱ τελευταῖον συμβᾶσαι ἐν Πάτραις ἐμπορικαὶ ἀτυχίαι καὶ αἱ ἀπειλούμεναι ἐν τῷ μέλλοντι τοιαῦται. Ἡ ὑποβολὴ τοιούτου νομοσχεδίου ὑπεδείχθη ὑπὸ τῶν ἐν Πάτραις ἁρμοδίων ὡς ἓν τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν τὰ ἀτυχήματα ν’ ἀποβῶσιν ὀλιγώτερον ἐπιζήμια εἰς τὴν ἐμπορικὴν ἀγορὰν τῶν Πατρῶν. Πλὴν τῶν ἄλλων παρατηρήσεων, αἵτινες ἐγένοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπηύθυνεν ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος τῶν Πατρῶν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τηλεγράφημα, δι’ οὗ ἐπικαλεῖται τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς πρὸς λῆψιν μέτρων προληπτικῶν. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀλίγον χρόνον ἔχει ἔτι νὰ διαθέσῃ διὰ τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐκώλυσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ, εἰ δυνατὸν, συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ, διότι φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοθετήματος τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ προληφθῶσι μεγάλαι καταστροφαὶ ἐμπορικαὶ, ἐπικείμεναι καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν Πατρῶν καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐμπορικαῖς ἀγοραῖς ἡμῶν, αἵτινες σχετίζονται πρὸς τὰς Πάτρας. Ὁ θεσμὸς, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν εἶναι νέος· ὁ θεσμὸς αὐτὸς λειτουργεῖ πρὸ ἐτῶν πολλῶν ἐν Γαλλίᾳ, ἐκεῖθεν δὲ τελευταῖον παρέλαβον αὐτὸν οἱ Βέλγοι, οἱ Ἄγγλοι, οἱ Ἰταλοὶ καὶ ἡ Γενεύη. Μεταξὺ τῶν νόμων, οἵτινες λειτουργοῦσιν εἰς τὰ ἔθνη ταῦτα, ὁ νόμος, ὅστις ἐφάνη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἁπλούστερος καὶ ὡς διευκολύνων τὴν ταχύτητα τῶν ἐμπορικῶν συμβιβασμῶν, εἶναι ὁ ἐν Βελγίῳ εὐδοκίμως λειτουργῶν. Ἔχοντες λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν πρὸ πάντων τοὺς δύο νόμους, τὸν νόμον τὸν λειτουργοῦντα ἐν Γαλλίᾳ, καὶ τὸν νόμον τὸν λειτουργοῦντα ἐν Βελγίῳ, κατηρτίσαμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπὶ ταῖς βάσεσι, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ νόμοι οὗτοι λειτουργοῦσιν ἐκεῖ. Ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ θεσμοῦ νέου, ἀλλὰ περὶ θεσμοῦ, ὅστις εὐδοκίμως λειτουργεῖ εἰς τὰ ἔθνη ταῦτα, νομίζω, ὅτι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς δὲν θὰ προσκόψῃ εἰς συζητήσεις μακρὰς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπικαλούμεθα τῆς Βουλῆς τὴν μέριμναν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεταποιηθῇ εἰς νόμον ἐντὸς τῆς συνόδου ταύτης. Διὸ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὴν ἀναγραφὴν αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 176).
§24Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἃ χθὲς ἀνήγγειλα, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου ΧϞʹ τῆς 22 Αὐγούστου 1861 καὶ νομοσχέδιον περὶ ἀδείας πρὸς ἐκποίησιν ἀργυρούχων ὀρυκτῶν τῆς Μήλου.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 177–178).
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ εἰς ποίαν τιμὴν ἐπωλήθη ἡ σμύρις ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1892 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ποία ἡ τιμή, ἥτις προσδιωρίσθη διὰ τὴν λιανικὴν πώλησιν αὐτῆς;
§27Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πώλησις ἐκανονίσθη ἐπὶ τιμήματι παγίῳ 100 φράγκων κατὰ τόννον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, παρὰ ταῖς ἀποθήκαις τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ἥτις ἐνεργεῖ ὡς πρακτορεῖον τοῦ Δημοσίου, καὶ 65 φράγκων κατὰ τὴν παραλίαν τῶν λιμένων Λυώνης καὶ Μουτσούνας ἐν τῇ νήσῳ Νάξῳ.
§28ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ἣν ὑπέβαλον κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἀστυνόμου Καρπενησίου. Ποιοῦμαι δὲ λόγον ἐκ δευτέρου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι δὲν θεωρῶ τὸ ζήτημα προσωπικόν, ἀλλ’ ὡς ζήτημα σπουδαιότερον, ὡς ζήτημα ἑρμηνείας τῶν νόμων. Ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων τῶν κατατεθέντων ἐσχημάτισα τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διδομένη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἑρμηνεία εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ τελευταίου δημοτικοῦ νόμου δὲν εἶναι ἡ ὀρθή, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο «ἡ παῦσις τοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου καὶ τῶν ὑπαστυνόμων γίνεται εἴτε ὑπὸ τοῦ δημάρχου, ὅταν δὲν περιληφθῇ ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου ἡ πρὸς διατήρησιν εἰδικῆς ἀστυνομίας ἢ πρὸς ἀντιμισθίαν καὶ ὑπαστυνόμων ἀναγκαία πίστωσις, εἴτε διὰ Β. Διατάγματος ἐὰν κτλ.» Ἐδῶ προφανῶς πρόκειται περὶ τῆς πρώτης περιπτώσεως, διότι ἐγκριθέντος παρὰ τοῦ νομάρχου Αἰτωλίας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου Καρπενησίου τοῦ ἔτους 1893, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν περιελήφθη παρὰ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Καρπενησίου εἰδικὴ πίστωσις διὰ τὴν διατήρησιν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἦτο ἀναγκαία καὶ νόμιμος ἡ παρὰ τοῦ δημάρχου ἀπόλυσις τοῦ ἀστυνόμου. Θεωρῶ δὲ ταύτην τὴν ἀπόλυσιν ὡς νόμιμον, καὶ δὲν θεωρῶ ὀρθὴν τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν νομάρχην Αἰτωλίας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 135 διαταγῆς του, ἐχούσης ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ μὴ ἀναγραφὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐ. ἔ. δήμου Καρπενησίου ποσοῦ ἀποδοτέου εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἔλλειψις πιστώσεως κατὰ τὴν ἔννοιαν νόμου ΑϠΙϚʹ καὶ 29029 παρελθόντος μηνὸς καὶ ἔτους ἐγκυκλίου ἡμῶν, ἵνα προκαλέσῃ παῦσιν δημοτικοῦ ἀστυνόμου, ἀφοῦ, μήπω ἐφαρμοσθέντος ͵ΒΞΘʹ νόμου, δημοτικὴ ἀστυνομία ὑφίσταται, καὶ ἔξοδα αὐτῆς δέον νὰ πληρωθῶσι κατὰ προϋπολογισμὸν ἔτους 1892, οὗ ἡ σχετικὴ πίστωσις ἔδει νὰ μετενεχθῇ δι’ ἀποφάσεως ὑμῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893. Ὥστε παῦσις ἀστυνόμου δὲν εἶναι νόμιμος». Ἐδῶ τὸ Ὑπουργεῖον παραγγέλλει τὴν Νομαρχίαν, ὅτι ἡ πίστωσις ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 ὀφείλει νὰ μετενεχθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μόνον ἁρμόδιον, ὅπως διαχειρίζηται τὴν δημοσίαν περιουσίαν, κατήρτισε τὸν προϋπολογισμόν, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν περιλαμβάνεται ἡ πίστωσις διὰ τὸν δημοτικὸν ἀστυνόμον, ἐνεκρίθη παρὰ τοῦ νομάρχου, ἑπομένως εἶναι ὁ μόνος προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν δυνάμεθα ἤδη νὰ μεταφέρωμεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, ἀφοῦ ἔχομεν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, τὴν πίστωσιν εἰς τὸν ἐφαρμοζόμενον προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ ἀφήσωμεν ἐκτελοῦντα τὰ καθήκοντα αὑτοῦ τὸν ἤδη ὑπάρχοντα ἀστυνόμον. Τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῶν κεκανονισμένων, διότι εἷς καὶ μόνος προϋπολογισμὸς ὀφείλει νὰ ἐφαρμόζηται· ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς Νομαρχίας. Ἀπορῶ δὲ, πῶς τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν τῆς δημοτικῆς περιουσίας, ἐναντίον τῶν κεκανονισμένων· διότι ἡ διαχείρισις τῆς δημοτικῆς περιουσίας, ὡς προεῖπον, εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνατίθεται εἰς μόνον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ἐννοεῖται τοῦ νομάρχου. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἔπραξε τὸ καθ’ ἑαυτὸ, ἐψήφισε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, ὁ νομάρχης τὸν ἐνέκρινε, δὲν ἀνεγράφη δὲ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἑπομένως ἡ ἀπόλυσις τοῦ ἀστυνόμου κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ δημοτικοῦ νόμου εἶναι νόμιμος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζει ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ ὡς ἐνήργησεν, ἐπὶ τῇ βάσει μάλιστα μιᾶς ἀναφορᾶς τοῦ ἀστυνόμου Καρπενησίου, ἡ ὁποία, ἀγνοῶ διατὶ, ὑπεβλήθη ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπὶ παραβάσει τῶν κεκανονισμένων περὶ ἱεραρχικῆς τάξεως, καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ κ. νομάρχου. Ὁ νομάρχης μάλιστα, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνηνέχθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη παρὰ τοῦ δημάρχου, εἶχε τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν τοῦ πράγματος, καὶ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου ἔδωκε πρὸς τὸν δήμαρχον, καὶ συνεφώνησε μετ’ αὐτοῦ, ὅτι ἡ παῦσις τοῦ ἀστυνόμου Καρπενησίου ἐγένετο νομίμως, καὶ ὅτι ὁ ἀστυνόμος δὲν ὤφειλε νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἀλλὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ Ὑπουργεῖον, ἤντλησεν ἐκ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἀστυνόμου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ῥητῶς καὶ κατὰ λέξιν ἀναφέρονται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ διαταγῇ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν νομάρχην Αἰτωλίας ἐκτίθενται. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ νὰ μένῃ ὁ νομίμως ἀπολυθεὶς ἀστυνόμος Καρπενησίου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ ὀφείλει καὶ νὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς, ὡς ἀντιποιούμενος ἀρχὴν, ἣν δὲν ἔχει, καὶ ἀπορῶ μάλιστα, πῶς ὁ ἁρμόδιος εἰσαγγελεὺς, ὁ εἰσαγγελεὺς Μεσολογγίου, εἰς οὗ τὴν γνῶσιν νομίζω ὅτι περιῆλθεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη, δὲν κατεδίωξε τὸν ἀντιποιούμενον ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει.
§29ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου εἶναι καθ’ ὅλα σύμφωνος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ 4, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ὁρίζει πράγματι, ὅτι παύεται ὁ ἀστυνόμος, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου ἀναγεγραμμένη πίστωσις διὰ τὴν εἰδικὴν ἀστυνομίαν, διὰ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη πρὸ τοῦ τελευταίου νόμου, τοῦ πρὸ δύο ἐτῶν ψηφισθέντος. Εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος ἔτους δι’ ἐγκυκλίου νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τοὺς νομάρχας, τί πρέπει νὰ πράξωσιν ὡς πρὸς τὰ τῆς ἀστυνομίας. Παρηγγέλθησαν λοιπὸν οἱ δήμαρχοι, ἵνα, συμμορφούμενοι πρὸς τὸν τελευταίως ψηφισθέντα νόμον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀναγράψωσιν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα δυνάμει τοῦ νόμου βαρύνουσι τοὺς δήμους. Ὡς γινώσκετε, Κύριοι, ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ὁρίζεται, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀναγραφῇ ποσὸν, τὸ ὁποῖον νὰ θίγῃ τὰ 50% τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Ἡρμηνεύθη δὲ ἡ διάταξις αὕτη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τὰ 50% πρέπει νὰ μείνωσιν, ἀφοῦ ἀφαιρεθῇ καὶ ἡ εἰσφορὰ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐν πολλοῖς λοιπὸν δήμοις δὲν ἀνεγράφη ποσὸν διὰ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, καθόσον δὲν ὑπῆρχε ποσὸν, ἀφαιρουμένης τῆς δημοτικῆς εἰσφορᾶς, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ παραβλάπτῃ τὰ 50%, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μείνωσιν ἄθικτα. Ἐν ὅλοις δὲ τοῖς προϋπολογισμοῖς, ἐπαναλαμβάνω, ὅπου ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐπέτρεπεν, ἵνα ἀναγραφῇ ποσὸν, ἀνεγράφη ποσὸν πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν. Τοιαῦται εἶναι αἱ δοθεῖσαι διαταγαὶ, αἱ κατ’ ἐμὲ σύμφωνοι πρὸς τὸν νόμον. Ἐκ τοῦ γεγονότος ὅμως τῆς μὴ ἐγγραφῆς ποσοῦ δὲν δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ, ὅτι δικαιοῦνται οἱ δήμαρχοι νὰ προβῶσιν εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ἀστυνόμου· διότι, ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀκριβὲς, ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὅλαι αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι ἔπρεπε νὰ παύσωσι λειτουργοῦσαι, διότι ἐν ὅλοις τοῖς ψηφισθεῖσι προϋπολογισμοῖς δὲν ὑπάρχει ἐγγεγραμμένον ποσὸν εἰδικῶς διὰ τὰς δημοτικὰς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ὑπάρχει ποσὸν ἀναγεγραμμένον διὰ τὴν ἀπόδοσιν εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀναλάβῃ τὴν δαπάνην τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου Καρπενησίου, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένον ποσὸν, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἀνέφερον, διότι ἀρκοῦν ποσὸν δὲν ὑπῆρχε κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νόμου. Ἡ μὴ ἐγγραφὴ τοιούτου ποσοῦ δὲν δύναται νὰ ἐκληφθῇ ὡς μὴ ἀναγραφὴ ποσοῦ διὰ τὴν διατήρησιν δημοτικῆς ἀστυνομίας, διότι πρὸς στιγμὴν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος, ἡ σταλεῖσα κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος ἔτους, δὲν εἶχε σταλῆ· βεβαίως ἤθελεν ἀναγραφῆ ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου διὰ τὴν διατήρησιν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ὡς εἶχεν ἀναγραφῆ τοιοῦτον κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Μὴ ἐφαρμοσθέντος τοῦ νόμου τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην ἑτέραν ἐγκύκλιον νὰ πέμψωμεν εἰς τὰς διαφόρους δημοτικὰς ἀρχὰς, διὰ τῆς ὁποίας παρηγγέλλομεν, ὅτι μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τοῖς διαφόροις προϋπολογισμοῖς διὰ τὴν ἀπόδοσιν εἰς τὸ Δημόσιον, θὰ πληρωθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι αἱ ὑφιστάμεναι, ἐν ἐκείνοις δὲ τοῖς δήμοις, ἔνθα δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἀναγραφὴ, ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου, ποσοῦ τινος διὰ τὴν ἀπόδοσιν, ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἐφαρμοζόμενος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους. Αὕτη εἶναι ἡ ἑρμηνεία, ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἄλλη τις ἑρμηνεία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ· διότι, ἐὰν, ὡς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑποστηρίζει, ἐδίδετο ἑτέρα ἑρμηνεία, ἀποτέλεσμα ἀναγκαῖον τῆς ἑρμηνείας ταύτης θὰ ἦτο ἡ ἄμεσος κατάργησις ὅλων τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν, πρὶν ἢ αὗται ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ τῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν, τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ νέου νόμου. Ἑπομένως ἡ ἀπαίτησις τοῦ δημάρχου, ἵνα ἐπικαλεσθῇ διάταξιν ἐφαρμοζομένην πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ τελευταῖος νόμος, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ τελευταίου νόμου, δὲν ἦτο ποσῶς δικαιολογημένη, καὶ πιστεύω ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον καλῶς ἔπραξε, διατάξαν ἵνα ἀνακληθῇ ἡ παῦσις τοῦ ἀστυνόμου. Τὴν διαταγὴν ταύτην ἀνεκοίνωσεν ὁ νομάρχης εἰς τὸν δήμαρχον, καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ διαταγὴ αὕτη, ἡ κατ’ ἐμὲ σύμφωνος καθ’ ὅλα πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἐξετελέσθη, ἢ θέλει ἐκτελεσθῇ.
§30ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὰ ἀρτίως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεχθέντα οὐδαμῶς ἀναιροῦσι τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἐδόθη ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ δημοτικοῦ νόμου. Διότι τοῦτο ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, συνέβη καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει. Καθ’ ἃ τηλεγραφεῖ ὁ νομάρχης Αἰτωλίας, ἡ εἰσφορὰ τοῦ δήμου Καρπενησίου διὰ τὴν ἀστυνομίαν δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι τὰ 50 ἑκατοστὰ τῶν δημοτικῶν ἐσόδων ἐξ ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων διατίθενται διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου, ἑπομένως ὑπολείπονται μόνον τὰ ἕτερα 50% τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ οὐδὲν πλέον ὑπολείπεται, ἵνα ἀναγραφῇ πίστωσις διὰ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Εἰς τοῦτο εἶμαι σύμφωνος· παραδέχομαι, ὅτι ὑπελείφθησαν 50% ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ δήμου, ἀφαιρουμένων τῶν 50% τῆς εἰσφορᾶς διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἀλλὰ τί ἕπεται ἐκ τούτου; Ἔπεται ὅτι διατηρεῖται ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία; Ἐγὼ φρονῶ ὄχι, διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ὑπολείπεται ἢ τὸ ἥμισυ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ δήμου ἐκ τῶν ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων, ὅπως διατεθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου, ἔκρινεν εὔλογον νὰ μὴ ἀναγράψῃ δαπάνην διὰ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, μεταφέρον αὐτὴν ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, ἀλλὰ νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἀστυνομίαν εἰς ἕνα τῶν παρέδρων, ὅπερ καὶ λογικώτερον. Ἀφοῦ ἀφαιροῦνται ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δήμου 50% διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὁ δῆμος, πολὺ σωφρόνως διαχειριζόμενος τὰ ἑαυτοῦ διὰ τῶν ἁρμοδίων προσώπων, ἔκρινε καλὸν νὰ μὴ διατηρήσῃ δημοτικὴν ἀστυνομίαν, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε δαπάνας περιπλέον, ἀλλὰ ν’ ἀναθέσῃ ταύτην εἰς ἕνα τῶν παρέδρων. Τοιαύτη ἦτο ἡ σκέψις καὶ τοῦ νομάρχου, ἐγκρίνοντος τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ τοῦ δημάρχου, ἀπολύοντος τὸν ἀστυνόμον.
§31ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ περὶ δήμων νόμος καθορίζει αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων, ἑπομένως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶναι ἁρμόδιον νὰ κανονίζῃ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς εἰσπράξεις καὶ τὰς δαπάνας αὐτῶν. Εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦτον προέβη τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Καρπενησίου καὶ ἀπεφάνθη ὁ νομάρχης Αἰτωλίας, κηρύξας ὁριστικὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ δὲν ἀνεγράφη πίστωσις διὰ μισθὸν εἰδικοῦ ἀστυνόμου, διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τὴν εἰδικὴν ἀστυνομίαν. Ἔκρινεν ὅτι ἠδύνατο ὁ δήμαρχος ἢ πάρεδρός τις νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀστυνόμου. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἶναι χάρτης ἄγραφος ἀκόμη, διότι δὲν ἐξεδόθησαν τὰ διατάγματα περὶ ἐκτελέσεως αὐτοῦ, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν ὁ νόμος αὐτὸς, ἐφ’ ὅσον δὲν τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν. Εἶναι πρωτάκουστον δὲ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸ ὑπεστήριξε δυστυχῶς, ὅτι δι’ ἐγκυκλίου του διέταξε νὰ ἰσχύσωσι δύο προϋπολογισμοὶ, ὁ τοῦ 1892 καὶ ὁ τοῦ 1893. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 ἐκανονίσθησαν αἱ δαπάναι τοῦ δήμου. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐνέγραψε π. χ. ἔσοδον 4,000 δραχμῶν, ἐξ ὧν θέλει ἀποδώσει τὰς 2,000 διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὥστε ὑπολείπονται δραχμαὶ 2,000 διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ δήμου, ὁ δ’ οὕτω καταρτισθεὶς προϋπολογισμὸς ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ νομάρχου, καὶ κατέστη ὁριστικὸς καὶ ἀμετάβλητος, εἰς τρόπον ὥστε δὲν δύναται οὐδὲ ὁ νομάρχης οὐδὲ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπιβάλῃ ἄλλην δαπάνην. Μόνον τὰς ὑποχρεωτικὰς δαπάνας δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον ἂν ἐξαρκῶσιν οἱ πόροι τοῦ δήμου, ἡ δαπάνη δὲ αὕτη εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέγραψε διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ὑποχρεωτικὴ δαπάνη, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διὰ τὴν ἀστυνομίαν ταύτην. Ἡ ἐπιβολὴ ὅμως αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐπαρκείας τῶν πόρων τοῦ δήμου. Ὅταν δὲ ὁ δῆμος δὲν ἔχῃ πόρους, δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάσσῃ ὅσον θέλει, καὶ ὁ ταμίας νὰ ζητῇ, ἀλλ’ ὁ δῆμος οὐδ’ ὑποχρέωσιν, οὐδὲ χρήματα ἔχει νὰ πληρώσῃ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἐλέγχει παρανομίαν ἀσύγγνωστον ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐφαρμοσθῶσι δύο προϋπολογισμοὶ δύο διαφόρων ἐτῶν· διότι, ἂν ἐφαρμοσθῶσι δύο διάφοροι προϋπολογισμοί, θὰ συμβῇ ὥστε ἀφ’ ἑνὸς νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀφ’ ἑτέρου νὰ λάβῃ ὁ ἀστυνόμος τὸν μισθόν του, θὰ μείνῃ δὲ ὁ δήμαρχος ὁ γραμματεὺς καὶ τὸ λοιπὸν προσωπικὸν ἄνευ πληρωμῆς, καθὼς καὶ πᾶσα ἄλλη ἀνάγκη τῆς δημοτικῆς διοικήσεως. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίαν, καὶ πρέπει ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀνακαλέσῃ τὰ διαταχθέντα, ἄλλως εἶναι ἀντινομία, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογηθῇ κατ’ οὐδένα τρόπον.
§32Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ λύπης παρατηρῶ, ὅτι ἀνεστράφησαν οἱ κοινοβουλευτικοὶ τρόποι, ἀνεστράφησαν οἱ ὅροι τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους. Τινὲς τῶν ἀξιοτίμων Ὑπουργῶν, ἐπερωτώμενοι ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, σιωπῶσι. Τοῦτο ἀποδεικνύει δύο τινά· ἢ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἐπαιρόμενοι ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας, περιφρονοῦσι τοὺς ἐπερωτῶντας, ἢ φοβούμενοι τὴν ἀποκάλυψιν παρανόμων πράξεων αὐτῶν, ἢ τῶν ὀργάνων αὐτῶν, σιωπῶσιν· ἄλλως ἡ σιωπὴ δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ. Ἐκ τούτου τοῦ λόγου ἠναγκάσθην καὶ ἐγὼ νὰ ἀναβῶ ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἐπερωτηθεὶς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἐσιώπησεν· ἐπηρωτήθη ὁ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀξιότιμος Ὑπουργὸς περὶ τῆς ἀτελοῦς λειτουργίας τοῦ ἐν Τσερνίτσῃ τῆς Ἀλαγονίας ἑλληνικοῦ σχολείου, τοῦ συντηρουμένου ὑπὸ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Δημάκη, καὶ περὶ τῶν διαχειριστῶν αὐτοῦ, καὶ ἐσιώπησε δυστυχῶς· παρεκλήθη ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν δικογραφίαν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν καταγγελίαν τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου Καλαμῶν κ. Χρυσάνθου Παγώνη κατὰ τοῦ νομάρχου Μεσσηνίας, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν ὅλως περιττὴν τὴν ὑποβολὴν τῆς δικογραφίας ταύτης, καίτοι ὑπεσχέθη. Παρεπονέθην κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Καλάμαις πρωτοδικῶν διὰ τὴν ὑποβολὴν ψευδοῦς ἐκθέσεως κατὰ τοῦ ὑποθηκοφύλακος Θουρίας καὶ κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Θουρίας, τοῦ κατοικοῦντος ἐν Καλάμαις, μεταβαίνοντος δὲ κατὰ τὰς δικασίμους ἡμέρας εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον, καὶ τιμωροῦντος φατριαστικῶς τοὺς φίλους μου, καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἀπηξίωσε νὰ δώσῃ πληροφορίαν τινὰ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, πρό τινων ἡμερῶν, ἐπερωτηθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ διατὶ δὲν ἐψηφίσθησαν εἰσέτι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν καὶ διατὶ διεκόπησαν αἱ συνεδριάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καλαμῶν, ἀπήντησεν ὅτι πάντες οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων Καλαμῶν ἐψηφίσθησαν καὶ ὅτι αὐστηρῶς θὰ τιμωρηθῶσιν οἱ παρακωλύσαντες τὰς συνεδριάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ἐπιληφθέντος τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§33ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπήντησα ὅτι κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας πάντες οἱ προϋπολογισμοὶ ἐψηφίσθησαν, πλὴν δύο, τοῦ δήμου Καλαμῶν καὶ ἑνὸς ἑτέρου.
§34Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν, τὸν ἐν γνώσει διατελοῦντα τοῦ αἰτίου τῆς ματαιώσεως τῶν συνεδριάσεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καλαμῶν, νὰ τιμωρήσῃ τοὺς αἰτίους τῆς ματαιώσεως, καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα πρὸς τιμωρίαν τῶν αἰτίων, ἀλλ’ οὐδὲν δυστυχῶς ἐνήργησε μέχρι σήμερον, μολονότι ἐγίνωσκεν ἀκριβῶς τοὺς αἰτίους τῆς ματαιώσεως, διότι μετὰ τὴν ματαίωσιν τῆς συνεδριάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐννέα μέλη αὐτοῦ ἐτηλεγράφησαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν καὶ ἐζήτησαν παρ’ αὐτοῦ τὴν θεραπείαν τῆς παρανόμου πράξεως τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἐσχάτως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ λόγον περὶ τούτου παρὰ τοῦ κ. νομάρχου, καὶ ὁ κ. νομάρχης, ἵνα εὐχαριστήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν, τιμωρεῖ τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους ἐκείνους, οἵτινες ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, ὡς γινώσκει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς, μέχρι σήμερον ἐναγωνίως ἐπεζήτουν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου Καλαμῶν. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως δὲ ταύτης οἱ σύμβουλοι οἱ τιμωρηθέντες ἐποιήσαντο ἔφεσιν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἔχει ἐν χερσὶ τὴν ἔφεσιν ταύτην. Σκέφθητε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι σήμερον τιμωροῦνται οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι, οἵτινες ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρις Ἰανουαρίου ἐπέμενον νὰ ἐπιψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ὅμως τὴν 20 Ἰανουαρίου τιμωροῦνται αὐτοὶ, διότι ἐπέμενον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν, καὶ οὐχὶ οἱ ἐπὶ πέντε μῆνας παρακωλύσαντες τὰς συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου. Καὶ διατὶ τοῦτο ἔπραξεν ὁ κ. νομάρχης; Διότι δὲν ἤρεσκε πρὸς αὐτὸν ἡ συμπεριφορὰ τῶν δημοτικῶν συμβούλων. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὸν νόμον, ἔδει νὰ ἐπέλθῃ μέχρι τῆς 16 Ὀκτωβρίου π. ἔ., καὶ ὅμως οὔτε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, οὔτε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893, μέχρι σήμερον ἐπεψηφίσθη. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ σύμβουλοι, κατὰ τῶν ὁποίων ἐπέβαλε τιμωρίαν ὁ κ. νομάρχης, ἦσαν οἱ αἴτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης, διατὶ δὲν ἐτιμώρει αὐτοὺς κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ κατὰ τὸν Δεκέμβριον, καθ’ οὓς ἔδει νὰ ἐπιψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ἐτιμώρησεν αὐτοὺς κατὰ τὰς 20 Ἰανουαρίου; Καὶ διατὶ δὲν ἐτιμώρησεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς παρεκώλυον τὰς συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου ἐπὶ πέντε μῆνας; Μοὶ φαίνεται, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πραγματικῶς ἀνεστράφησαν οἱ ὅροι τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους, διότι τιμωροῦνται οἱ πιστῶς ἐκπληροῦντες τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, ἀμείβονται δὲ οἱ παραμελοῦντες καὶ παραβιάζοντες τὸ ἑαυτῶν καθῆκον. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Καλαμῶν, τὸ ὁποῖον σπουδαίως ἐπροστάτευσε τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου καὶ τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔφεσιν, τῆς ὁποίας ἀντίγραφον ἔχω ἐνταῦθα, παραπονεῖται δικαίως, διότι, ἐπὶ 5 ὅλους μῆνας ἐπιδιῶκον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔλαβεν ὡς ἀμοιβὴν τὴν τιμωρίαν, ὅπως αὕτη συντελέσῃ βεβαίως εἰς τὴν ὑποταγὴν τῶν συμβούλων· ἀλλ’ οἱ σύμβουλοι δὲν εἶναι ἐκ τῶν ὑποχωρούντων.
§35ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποίας ἡμερομηνίας εἶναι ἡ ἔφεσις;
§36ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἡ μὲν ἀπόφασις ἐξεδόθη τῇ 20 Ἰανουαρίου, ἡ δὲ ἔφεσις ἐγένετο τῇ 26.
§37ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἔφεσις δὲν περιῆλθεν ἀκόμη εἰς γνῶσίν μου. Θὰ ἐξετάσω.
§38Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Πολὺ καλὰ, μολονότι πρὸ πέντε ἡμερῶν ἐκοινοποιήθη ἡ ἔφεσις. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, κύριε Ὑπουργὲ, μόνον περὶ τούτου. Ἀλλὰ διατὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν πλειόνων δήμων τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας μέχρι σήμερον δὲν ἐπεψηφίσθησαν; Διατὶ δὲν ἐτιμωρήθησαν οἱ ματαιώσαντες τὰς συνεδριάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καλαμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἰδίως τῶν ἐτῶν 1892 καὶ 1893; Φρονῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἤδη δὲν δύναται ὁ νομάρχης νὰ ἐκβιάσῃ τοὺς συμβούλους εἰς ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐτῶν 1892–1893, ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος παρεκώλυσε τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν, καὶ παρῆλθεν ὁ χρόνος τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁποίαν ἀπόφασιν ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ διατελεῖ ἐν γνώσει τῆς ἀμελείας αὐτῆς; Τίποτε δὲν ἐνήργησε μέχρι σήμερον. Βεβαίως καὶ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι δὲν πταίει ὁ νομάρχης Μεσσηνίας δι’ ὅλα ταῦτα· ἀλλὰ πταίει ἡ κεντρικὴ διοίκησις, ἥτις συντελεῖ διὰ τῆς ἀνοχῆς της εἰς τὸ νὰ μὴ ψηφίζωνται οἱ προϋπολογισμοί· διότι, ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι μετὰ τὸν νόμιμον πρὸς ἐπιψήφισιν τῶν προϋπολογισμῶν χρόνον προϋπολογισμοὶ 5 ἢ 6 δήμων δὲν ἐψηφίσθησαν, δὲν ἐνήργησε τίποτε. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ τιμωρήσῃ τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, ὅστις παρενέβαλε προσκόμματα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν προϋπολογισμῶν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, καὶ σπουδαίως ἐβλάβησαν τὰ δημοτικὰ συμφέροντα· ἂν παρενέβαλον οἱ τιμωρηθέντες σύμβουλοι τὰ κωλύματα, νὰ τιμωρήσῃ αὐτούς· ἀλλὰ βλέπετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ νομάρχης τιμωρεῖ ἐκείνους, οἵτινες ἐπέσπευδον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρεκώλυον αὐτὴν, ἀμείβονται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεώς του, διότι ὁ δῆμος αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν καὶ ἐντελῶς παρέλυσεν ἡ διοίκησίς του. Βεβαίως ἀναληθεῖς ἦσαν αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. νομάρχου περὶ ἐκδικάσεως ὅλων τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων, διότι μέχρι σήμερον, κατὰ τὴν ἐκδιδομένην ἐν Καλάμαις ἐφημερίδα «Ἐπαρχιακὴ Ἐφημερίς», τὴν φίλα φρονοῦσαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐξεδικάσθησαν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων Καλαμῶν, Ἐράνης, Οἰχαλίας, Μεθώνης, Βουῤῥάδος καὶ τριῶν ἑτέρων, καὶ δὲν ἐκοινοποιήθησαν πρὸς τὰ δημοτικὰ συμβούλια καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Νομαρχίας ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τῶν λοιπῶν δήμων, ἔχομεν δὲ σήμερον 3ην Φεβρουαρίου· κατὰ συνέπειαν ὅ,τι ὑπέβαλεν ὁ νομάρχης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν προϋπολογισμῶν δὲν εἶναι ἀληθές. Ἡ μνησθεῖσα ἐφημερὶς, ἡ φιλικῶς πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διατελοῦσα, ἐλέγχει τὸν νομάρχην διὰ τὴν ἀμέλειαν καὶ τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν συνᾴδει πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ νομάρχου Μεσσηνίας.
§39ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἴδετε τὰ ἔγγραφα τὰ παρ’ ἐμοῦ κατατεθέντα εἰς τὸ Προεδρεῖον;
§40Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Τοιαῦτα ἔγγραφα δὲν εἶδον, οὐδ’ ἔλαβον γνῶσιν, ἂν κατετέθησαν.
§41ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατέθηκα φάκελλον ὁλόκληρον, περιέχοντα τὰς ὁδηγίας καὶ τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν ἐξάγεται, ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ποίας ἀπαντήσεις ἔδωκεν ὁ νομάρχης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐν τοῖς ἐγγράφοις ὑπάρχει αὐστηρὰ διαταγὴ, δοθεῖσα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὸν νομάρχην, περὶ ἀμέσου ψηφίσεως τῶν προϋπολογισμῶν, καὶ πρόκλησις πρὸς αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου κατ’ ἐκείνων, εἰς τὴν ἀμέλειαν τῶν ὁποίων δέον ν’ ἀποδοθῇ τὸ γεγονὸς, ὅτι παρῆλθε τὸ 1892 ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Εἶχον καταθέσει ὅλην τὴν διαμειφθεῖσαν ἀλληλογραφίαν ἐνόμιζον δ’ ὅτι τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου ἠθέλετε τὴν ἐπαινέσει. Τώρα, ἐὰν ὁ νομάρχης ἀνέφερεν ἐσφαλμένως,—ὅπερ δὲν πιστεύω,—ὅτι ἐξ ὅλων τῶν προϋπολογισμῶν δύο μόνον δὲν ὑπεβλήθησαν, θέλω ἐνεργήσει τὰ δέοντα. Ὡς πρὸς τοὺς συμβούλους τοὺς τιμωρηθέντας, ὁ νομάρχης ἀνέφερεν, ὅτι ἐζήτησαν παρ’ αὐτοῦ, ἵνα ἐσπευμένως προβῶσιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ δημάρχου, ἥτις θὰ διήρκει ἐπὶ 10 ἡμέρας, καὶ ὁ νομάρχης εἶπεν, ὅτι, ἀδυνατοῦντος τοῦ παρέδρου νὰ ποιήσηται εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ 10 ἡμέρας ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐστηρὰ δ’ ἐδόθη διαταγὴ εἰς τὸν νομάρχην, ἵνα ἅμα τῇ ἐπανόδῳ τοῦ δημάρχου προβῇ τὸ Συμβούλιον εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν, καὶ ἐν γένει τῶν δήμων τοῦ Κράτους, ὑπῆρξεν αὐστηρὰ, εἰς βαθμὸν, εἰς ὁποῖον δὲν γνωρίζω νὰ ὑπῆρξε ποτὲ κατὰ τὸ παρελθόν· διότι καὶ ἐτιμωρήσαμεν νομάρχας, καὶ ἐγκυκλίους αὐστηρὰς ἐξεδώκαμεν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλομεν κατορθώσει ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου νὰ ἔχωμεν καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς ἐψηφισμένους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου καθυστεροῦνται ὑπὸ πλείστων δήμων, ὑποβεβλημένους.
§42Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἡ ἐφημερὶς «Ἐπαρχιακὴ Ἐφημερὶς», ἡ φίλα φρονοῦσα τῇ Κυβερνήσει καὶ ἐν Καλάμαις ἐκδιδομένη, ἀγανακτήσασα ἕνεκα τῶν πολλῶν παρεκτροπῶν τοῦ κ. νομάρχου, ἰδοὺ τί ἀναφέρει ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 118 τῆς 30 Ἰανουαρίου φύλλῳ αὑτῆς (ἀναγινώσκει): «Θὰ πεισθῇ δ’ ἐπίσης καὶ αὐτὸς ὁ κ. Κονδάκης, ὅτι, ἂν ὁ λαὸς τῶν Καλαμῶν ἐκ θαυμασίας σιωπῆς δὲν διεμαρτυρήθη διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἄστοργον διοίκησίν του, ἂν ὁ λαὸς τῆς Μεσσηνίας δὲν ἐξηγέρθη διὰ τὸν ὑπ’ αὐτοῦ προταθέντα δικαστικὸν καταμελισμὸν τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῆς διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, ἐῤῥήχθη ὅμως διὰ τῆς ἐγχωρίου δημοσιογραφίας βροντερὰ φωνὴ διαμαρτυρίας κατὰ πασῶν τῶν ἐλλιπῶν πράξεων αὐτοῦ, καὶ ἡ φωνὴ αὕτη, ὡς ἐκπροσωποῦσα καὶ διερμηνεύουσα τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς μεριμνῶσα ὑπὲρ τοῦ ἀληθοῦς συμφέροντος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εὕρῃ λίαν ταχέως ἠχὼ παρ’ αὐτῇ, καὶ οὕτω θὰ συντελεσθῇ κατάστασις πραγμάτων ἐν Μεσσηνίᾳ ἡ πρέπουσα.» Καὶ ἐκ τούτων ἀποδεικνύεται καὶ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ νομάρχης προέβη εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν συμβούλων ἐκείνων, οἵτινες ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ὁ δὲ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς δὲν ἐτιμώρησε τοὺς παρανόμως ματαιώσαντας τὰς συνεδριάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§43ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ἀναφέρετε. Ἅμα περιέλθῃ εἰς γνῶσίν μου ἡ ἔφεσις τῶν τιμωρηθέντων, τότε θέλω σταθμίσει, ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως ἐπεβλήθη ἡ τιμωρία, καὶ θέλουσιν ἐκτελεσθῆ τὰ δέοντα.
§44Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἔχει καλῶς, ἀλλ’ ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐγένοντο γνωστὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἡ ἔφεσις πρὸ πέντε ἡμερῶν ἐκοινοποιήθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τηλεγραφικῶς ἔκτοτε ἐγένετο γνωστὴ ἡ μὴ ἐνέργεια τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐξ αἰτίας τοῦ νομάρχου. Κύριοι Ὑπουργοὶ, ὑψώσατε τὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἤδη εἰς κρίσιμον κατάστασιν· ὑψώσατε τὴν δικαιοσύνην, ἵνα ἀφεθῶσι τὰ δικαστήρια ἐλεύθερα, διότι ἤδη δὲν λειτουργοῦσιν ἐλευθέρως. Παρεπονέθην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ Ὑπουργὸς σιωπᾷ, νομίζων, ὅτι διὰ τῆς σιωπῆς ἀποκτᾷ τι, ἢ περιφρονεῖ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ περιφρονήσῃ. Περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου, περὶ οὗ ἐλάλησα προηγουμένως, καὶ περὶ τοῦ φατριαστοῦ εἰσαγγελέως οὐδὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, μολονότι ὑπεσχέθη, καὶ ἠγέρθησαν παράπονα κατὰ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν καὶ παράπονα δεδικαιολογημένα· διότι ὁ εἰρηνοδίκης Θουρίας ἐδέχθη νὰ σταλῇ εἰς Θουρίαν πρὸς προστασίαν τοῦ κόμματος, ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει, ὅτι θὰ ἀνατεθῇ αὐτῷ καὶ τὸ ὑποθηκοφυλακεῖον Θουρίας.
§45ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κλπ.). Ἂς πιστεύσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρξε συνεννόησις μεταξὺ τῶν Ὑπουργείων καὶ τῶν Ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους ἐπηρώτησεν, ἵνα σιωπήσωσιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις του. Τὴν ἐπερώτησίν του περὶ τοῦ Δημακείου κληροδοτήματος ἐζήτησα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὴν ἑπομένην τῆς ὑποβολῆς αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶχε λάβει ταύτην, διότι, ὡς φαίνεται, δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ ἐγγράφως. Ἔκτοτε ὁμολογῶ, ὅτι τὴν ἐλησμόνησα. Σήμερον, ὅτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπενθυμίζει αὐτὴν, θέλω τὴν ἀναζητήσει, καὶ θέλω ὑποβάλει, ἐλπίζω, αὔριον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν θέλει ἀρυσθῆ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητεῖ περὶ τοῦ Δημακείου κληροδοτήματος, περὶ τοῦ ὁποίου τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας εἶχεν ἀσχοληθῆ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου.
§46ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Παρακαλῶ, ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἀκινήτων δι’ ἀρχαιολογικὰς ἐρεύνας, νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς πίνακα τῶν γενομένων ἀπαλλοτριώσεων κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν.
§47ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διενεμήθη εἰς ἡμᾶς σημείωμά τι περὶ πωλήσεως σμύριδος καὶ περὶ εἰσπράξεων καὶ ἐξόδων. Τὸ σημείωμα τοῦτο φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀπάντησις εἰς ἐπερώτησιν Βουλευτοῦ τινος.
§49Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ναί. Δὲν ἦσθε χθὲς ἐδῶ, ὅτε κατέθηκα τὴν σημείωσιν, ἐξηγήσας τὰ κατ’ αὐτήν.
§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἤμην. Λοιπὸν ἐπιθυμῶ νὰ δώσῃ διασαφήσεις τινὰς ὁ κ. Ὑπουργός. Διὰ 430 τόννους, σταλέντας εἰς Λονδῖνον, ἀναγράφεται ἔξοδον 44,579 φράγκα, διὰ 490 τόννους σταλέντας εἰς Παρισίους ἔξοδον 21,500 φράγκα, καὶ δι’ 758 τόννους σταλέντας εἰς Ἀμβοῦργον 24,560. Ἐπεθύμουν νὰ ἐξακριβωθῇ, ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ἔξοδα ἔξοδα ἀποστολῆς, προμηθείας, ἢ τί ἄλλο; Ἀκολούθως δὲ ἤθελον νὰ ἠξεύρω, διατὶ ἡ διαφορὰ αὐτὴ μεταξὺ τῶν ἐξόδων; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ναῦλος μέχρις Ἀμβούργου εἶναι ἀνώτερος τοῦ ναύλου μέχρι Λονδίνου, ἐν τούτοις τὰ ἔξοδα τὰ διὰ Λονδῖνον ἀναγράφονται πολὺ ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται διὰ τὸ Ἀμβοῦργον.
§51Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ σημείωμα τοῦτο κατετέθη χθὲς εἰς τὸ Προεδρεῖον εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Θήρας κ. Συνοδινοῦ. Ἐζητήθη ὑπό τινων Βουλευτῶν, ὅπως τὸ σημείωμα δημοσιευθῇ, καὶ ἐδημοσιεύθη. Οὕτως ἔχει τὸ ἱστορικὸν τοῦ σημειώματος. Εἶναι ὅμως καλὸν νὰ γίνηται φροντὶς ὑπὸ τοῦ γραφείου, ὅπως ἐν ταῖς δημοσιεύσεσι τῶν σημειωμάτων περιλαμβάνηται καὶ ἡ ἐπερώτησις, διότι οὕτω καθίσταται ἡ δημοσίευσις ἀρτία. Ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει ἤδη περαιτέρω πληροφορίας. Παρακαλῶ αὐτὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τὰ αἰτούμενα ἐν σημειώματι, ἵνα ἔχω πρὸς ἀπάντησιν ἀκριβῆ αὐτῶν γνῶσιν.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Ἰδοὺ ποῖαι εἶναι αἱ ἀπορίαι, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται ἐκ τοῦ σημειώματος τοῦ κατατεθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Βλέπομεν ὅτι μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου 1892 ἐπωλήθησαν ἐν Λονδίνῳ τόννοι 84, καὶ ἀπὸ 1 Αὐγούστου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1892 τόννοι 346, ἐν ὅλῳ 430. Ἐν Παρισίοις ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1891 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1892 τόννοι 498, καὶ ἐν Ἀμβούργῳ κατὰ τὸν ἴδιον χρόνον 758. Ὑπὸ τὸ σημείωμα τοῦτο ὑπάρχει σημείωσις τῶν ἐξόδων· βλέπομεν δὲ ἀναγεγραμμένα ὡς ἔξοδα πραγματοποιηθέντα, ὑποθέτω, διὰ τὴν ἐκποίησιν αὐτῶν τῶν τόννων: ἐν Λονδίνῳ φρ. 44,579, ἐν Παρισίοις 21,500, ἐν Ἀμβούργῳ 24,560 φράγκα. Γεννᾶται ἐντεῦθεν ἡ ἑξῆς ἀπορία· διατὶ τὰ ἐν Λονδίνῳ ἔξοδα νὰ φαίνωνται κατὰ τοσοῦτον ὑπέρτερα τῶν ἐξόδων τῶν καταβληθέντων διὰ τὴν ἐκποίησιν μικροτέρων ποσῶν ἐν Παρισίοις καὶ Ἀμβούργῳ; Ἐκ τοῦ προχείρου λογαριασμοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἠθέλησε νὰ κάμῃ ὁ κ. Συνοδινὸς, εὑρίσκω τὰς ἑξῆς διαφοράς. Ἐν Λονδίνῳ ἀπῃτήθη δαπάνη 103 φράγκων καὶ ½ δι’ ἐκποίησιν ἑνὸς τόννου σμύριδος, ἐν Παρισίοις ἀπῃτήθη δαπάνη φράγκων 44 μόνον καὶ 25/00, καὶ ἐν Ἀμβούργῳ πολὺ ὀλιγώτερον. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, πόθεν ἡ διαφορὰ αὕτη τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἐπὶ εἰσπράξεων 207,000 φράγκων ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 90,000, προκύπτον ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς δαπάνας, τουτέστιν οὔτε εἰς 50% τῶν εἰσπράξεων ἀνέρχονται αἱ δαπάναι. Εἶναι ἀπορία λίαν εὔλογος, πῶς τὸ εἶδος αὐτὸ ὑφίσταται τοιαύτας δαπάνας.
§53ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ, ὅτε διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐζήτησα τὰς πληροφορίας αὐτὰς, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἐξετάσω, διατὶ ἐδαπανήθησαν τόσα ἐν Λονδίνῳ καὶ τόσα ἐν Ἀμβούργῳ ἢ ἐν Παρισίοις· διότι τὸν λόγον τὸν γνωρίζω, καὶ μοὶ εἶναι πρόχειρος. Ἐγὼ εἶχον ἄλλον σκοπόν· ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι σήμερον συνεζητήσαμεν ἐν τῇ Βουλῇ δὶς καὶ τρὶς τοὺς νόμους περὶ σμύριδος, ἠθέλησα νὰ ἴδω, ἂν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ 1890, 1891 καὶ 1892 εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπηλήθευσαν, καὶ δυστυχῶς εὑρέθη, ὅτι εἶχον πληρέστατα δίκαιον εἰς ὅσα εἶπον ἔκτοτε· ἐπιφυλάττομαι δὲ νὰ τὸ ἀποδείξω κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, γενησομένην ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, περὶ μεταλλείων.
§54ΡΑΛΛΗΣ. Δύναται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ προέθετο ἄλλον σκοπὸν, ὡς καὶ ἕκαστος τῶν ἄλλων συναδέλφων του, ἐρωτῶν περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν γενομένων δαπανῶν. Ὁ συνάδελφος εἶπεν, ὅτι τὸν λόγον τῆς διαφορᾶς τὸν ἔχει πρόχειρον, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, διότι καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκεται ἐν τῇ αὐτῇ δυσχερείᾳ.
§55Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν οὐδεμιᾷ διατελῶ δυσχερείᾳ, καὶ τὸν λόγον γινώσκω, ὡς γινώσκει αὐτὸν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας. Τὸ νέον σύστημα εὐδοκιμεῖ, καὶ δὲν προφθάνομεν νὰ εὑρίσκωμεν πλοῖα πρὸς ναύλωσιν εἰς μεταφορὰν σμύριδος. Ἡ τιμὴ τῆς πωλήσεως τῆς σμύριδος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἶναι μικρὰ, ἀλλ’ ἐν συνόλῳ θὰ ἦναι ἀνώτερον ἔσοδον ἢ πρίν. Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι εὐάρεστα τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ εἰσπράττεται τὸ τίμημα εἰς χρυσόν. Παρακαλῶ ὅμως τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ ὑποβάλωσι τὰς αἰτήσεις των ἐγγράφως, ἵνα δοθῶσιν αἱ ἀπαντήσεις ἐν ἀκριβείᾳ. Εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὰς ζητηθείσας πληροφορίας θὰ προσαγάγωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν λογαριασμῶν τῶν ναυλώσεων εἰς Ἁμβοῦργον, τῶν ναυλώσεων εἰς Λονδῖνον, τῶν ναυλώσεων εἰς λιμένα γαλλικὸν, καὶ πάλιν ἔπειτα τῶν ἐξόδων μεταφορᾶς εἰς Παρισίους διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, ἅτινα παραλλάσσουσι κατ’ ἀντίστροφον λόγον τῆς ἀποστάσεως ἀπὸ τοῦ λιμένος. Εἰς ταῦτα πάντα, ὅταν λάβω ἔγγραφον ἀνακοίνωσιν τῶν αἰτουμένων, θ’ ἀπαντήσω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λογαριασμῶν τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ὧν τὰ συμπεράσματα ἐπιφυλάσσομαι νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εὑρίσκω τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐντελῶς εὔλογον, διότι οὐδέποτε ἐδέχθην, ὅτι εἶναι δύο θεωρίαι, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος φρονεῖ. Καὶ βεβαίως ἡ ὑπηρεσία θὰ κατέχῃ τὰ στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων θ’ ἀποδεικνύηται ὁ λόγος τῆς διαφορᾶς αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προχείρως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμία ἀπορία λύεται, διότι ἀκριβῶς ἡ ἀπόστασις μεταξὺ Ἁμβούργου καὶ Λονδίνου εἶναι πολὺ συντομωτέρα ἀπὸ τὴν ἀπόστασιν μεταξὺ Μασσαλίας καὶ Λονδίνου, καὶ οὕτως ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν διαφορὰν λόγῳ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῆς μεταφορᾶς διὰ ξηρᾶς καὶ τοῦ ἑτέρου, διαφορὰν ἐπὶ πλέον ὡς πρὸς τὸν σιδηρόδρομον τῶν Παρισίων, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ὡς πρὸς τὸν σιδηρόδρομον τῶν Παρισίων ἔχομεν διαφορὰν 50% ἐπὶ ἔλαττον, διότι, ὡς εἶπον, τὰ μὲν ἔξοδα τῆς ἐκποιήσεως τῆς σμύριδος ἐν Λονδίνῳ ἀνέρχονται κατὰ τόννον εἰς δραχ. 103½, τὰ ἔξοδα τῆς ἐκποιήσεως κατὰ τόννον ἐν Παρισίοις ἀνέρχονται εἰς φράγκα 44, τὰ δὲ ἔξοδα τῆς ἐκποιήσεως κατὰ τόννον ἐν Ἁμβούργῳ ἀνέρχονται εἰς φράγκα 30· ἡ διαφορὰ εἶναι τόση, ὥστε δικαίως καὶ εὐλόγως γεννᾶται ἡ ἀπορία, πόθεν προέκυψεν αὐτὴ ἡ διαφορά.
§57Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀπορία δικαίως καὶ εὐλόγως γεννᾶται παρὰ τῷ μὴ ἔχοντι πληροφορίας· παρὰ τῷ ἔχοντι πληροφορίας δὲν εἶναι δικαία καὶ εὔλογος ἡ ἀπορία. Καὶ βεβαίως παρὰ τῷ κ. Βουλευτῇ ἐξ Ἄρτης δὲν θὰ ἦναι δικαία καὶ εὔλογος, διότι οὗτος εἶναι ὁ παραίτιος τῶν δαπανῶν (γέλωτες). Οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ παρακαθήμενοι αὐτῷ, συζητοῦσι περὶ τούτου, ὑπολαμβάνοντες, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ παραίτιος· οὐδαμῶς εἶμαι ἐγὼ παραίτιος, καὶ τὰ κυριωδέστερα τῶν ἐξόδων προέρχονται ἐκ τῆς λόγῳ τοῦ βαρέος τιμήματος βραδείας διαθέσεως, ἐπαγομένης δαπάνας ἀποθηκεύσεως ὑπερόγκους. Τοιαύτας δαπάνας δὲν ἐπάγονται αἱ καθ’ ἡμᾶς ἀποστολαί, διατιθέμεναι εὐθὺς ἐπὶ τῷ κατάπλῳ, διὰ τὸ μέτριον τοῦ τιμήματος. Εἰς τοῦτο καταλήγει τὸ σύστημα, εἰς ζημίαν μὲν ἐκ τῆς πωλήσεως ἐπὶ τιμήματι κατωτέρῳ, εἰς ὄφελος δὲ διὰ τὴν πρόληψιν ἐξόδων ἀποθηκεύσεως.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠπόρησα διὰ τὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ἀπορῶ διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς μνήμης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἐλησμόνησεν, ὅτι αἱ ἀποστολαὶ ἐγένοντο παρ’ αὐτοῦ καὶ ὄχι παρ’ ἐμοῦ. Ὅτε ἐγὼ ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον ἤδη ἀπεσταλμένον τὸ κύριον ποσὸν τῆς σμύριδος, τὸ ὁποῖον ἀπεθηκεύθη ἐν Λονδίνῳ, καὶ τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὸ σπουδαιότερον μέρος τῶν δαπανῶν τούτων, τῶν δαπανῶν τῶν ὑπερβαινουσῶν τὸν μέσον ὅρον, τὸν ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐκποίησιν τῆς σμύριδος· ὥστε διὰ τοῦτο μόνον αἱ ἀποστολαί, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐποιησάμην, ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βεβαιώσει τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, τὴν ὁποίαν εὗρον ἐγκατεστημένην καὶ τὴν ὁποίαν βεβαίως ἐγὼ δὲν ἤθελον ἐγκαταστήσει κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, ἂν δὲν τὴν εἶχον ἤδη εὕρει. Ἐποιησάμην τὰς ἀποστολὰς κατὰ τὴν ῥητὴν βεβαίωσίν της, ὅτι ἤρξατο ἤδη νὰ ποιῆται πωλήσεις τῆς προηγουμένως ἐναποθηκευθείσης σμύριδος ἐν Λονδίνῳ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξα, ἦτο νὰ συγκατατεθῶ, ὅπως μεταφερθῇ μέρος τοῦ πράγματος τούτου καὶ ἐν Ἀμστελοδάμῳ καὶ ἐν Παρισίοις, ὅπως καὶ πραγματικῶς ἐγένετο. Περὶ τούτου δὲ ζητεῖται πληροφορία· ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ θέλῃ νὰ νομίζῃ ὡς αἴτιον τῶν δαπανῶν τούτων ἄλλον, παρὰ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πράγματι εἶναι αἴτιος, αἰτία δὲ κυρίως εἶναι ὁ ψηφισθεὶς νόμος, ὁ νόμος ὅστις προσδιώρισε τιμὴν ὑψηλὴν καὶ μὴ δυναμένην νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς πωλήσεις, πρὸς τὴν κατανάλωσιν τῆς σμύριδος· εἰς τοῦτο δὲ, νομίζω, εἴμεθα σύμφωνοι καὶ μετὰ τοῦ κ. ἐκ Θήρας Βουλευτοῦ· ὅτε δὲ πέρυσιν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑπέδειξα τὰς δυσκολίας καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θέλει ὑποστῆ τὸ Δημόσιον ἕνεκα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν....
§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ματαιοπονία· τὸ ἔχετε τυπωμένον.
§62ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ λέγει ὁ Κανονισμός.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν τὸ νομίζῃ ἀναγκαῖον ἡ Βουλή...
§64ΡΙΚΑΚΗΣ. Μόνον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ θεωρῶ περιλαμβανομένην εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει ὑπόνοια, ὅτι οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐκτέλεσιν πιθανὸν νὰ εὕρωσι δυσκολίαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἰς τὴν παράγραφον δʹ τοῦ ἄρθρου 1, ἐν τῇ φράσει «ἐξαιρέσει τῶν ἐκ κήπων καὶ ἀμπελώνων», περιλαμβάνονται καὶ αἱ σταφιδάμπελοι (θόρυβος). Μάλιστα, ἐγεννήθη ὑποψία. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ γείνῃ ῥητὴ δήλωσις.
§65Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται, ὅτι ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αἱ ἐπικρίσεις δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Εἶναι ὅμως περιττὴ πᾶσα περὶ τούτου ἑρμηνεία, ἔγκαιρος ἢ παράκαιρος, διότι εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἀμπελῶνας ἐννοοῦμεν καὶ τοὺς παράγοντας οἶνον καὶ τοὺς παράγοντας σταφίδας, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ἡ παράγουσα σταφίδα ἄμπελος δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῇ λέξει «ἄμπελος».
§66ΡΑΛΛΗΣ. Θέλω παρατηρήσει, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς τετάρτης παραγράφου ἠθέλησε νὰ ἐπανορθώσῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐπηνωρθώθη. Ἐπρόκειτο νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς φορολογίας τῆς ἐπιβαλλομένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ καύσιμος ὕλη, τὰ καυσόξυλα τὰ προερχόμενα ἐκ κήπων ἢ ἀμπελώνων, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ τροποποίησις ἡ σχετική, ἀντὶ νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ παραγράφῳ ἕκτῃ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπου πρόκειται περὶ καυσίμου ὕλης, περιελήφθη ἐν ταῖς παραγράφοις τετάρτῃ καὶ πέμπτῃ· καὶ ἐν μὲν τῇ παραγράφῳ τετάρτῃ πρόκειται περὶ πελεκητῆς ἢ πριστῆς τετραγώνου ξυλείας, ἐν δὲ τῇ πέμπτῃ πρόκειται περὶ ξυλανθράκων. Ἡ παράγραφος ἕκτη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πραγματεύεται περὶ τῆς καυσίμου ὕλης, λέγουσα: «Τὰ ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον πρὸς πώλησιν μεταφερόμενα καυσόξυλα, ἐξ οἱουδήποτε δάσους ἢ ἐδάφους ὑλοτομούμενα ὑποβάλλονται εἰς δικαίωμα λεπτῶν 24 κατὰ ζύγιον κτλ.» Ἐδῶ δὲν προσετέθη ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προστεθῇ. Ὡς εἶπον, ἡ τετάρτη παράγραφος ἀποβλέπει εἰς τὴν πελεκητὴν ἢ πριστὴν τετράγωνον ξυλείαν, καὶ τοιαύτη βεβαίως δὲν παράγεται μήτε εἰς ἀμπελῶνας, μήτε εἰς κήπους· ἡ πέμπτη παράγραφος ἀφορᾷ εἰς τοὺς ξυλάνθρακας, καὶ ἐκεῖ ἐπίσης περιελήφθη τὸ «ἐκ κήπων ἢ ἀμπελώνων», ἀλλὰ ξυλάνθρακας οὐδεὶς κατασκευάζει ἐκ ξυλείας, τὴν ὁποίαν συλλέγει ἐκ κήπων ἢ ἀμπελώνων· συνήθως οἱ ξυλάνθρακες παράγονται ἐντὸς τῶν δασῶν. Ἡ δὲ ἕκτη παράγραφος, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τὴν καύσιμον ὕλην, ἔμεινεν ἐντελῶς ὅπως εἶχεν ἀπ’ ἀρχῆς, ἐνῷ ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἡ ἐξαίρεσις, διότι ἄλλως πᾶσα καύσιμος ὕλη, ἡ ὁποία ἤθελε μεταφερθῆ ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον, καὶ ἂν προέρχηται ἐκ κήπων ἢ ἀμπελώνων, ἀναγκαίως θὰ ὑποβάλληται εἰς τὸ τέλος τὸ ἀναγραφόμενον τῶν 24 λεπτῶν. Ἡ δὲ ἐξαίρεσις αὕτη ἐν ᾗ Ϛʹ, συνδυαζομένη μὲ τὸ ἐδάφιον Αʹ τοῦ ἄρθρου 3, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὡς ἑξῆς περίπου (ἀναγινώσκει): «Ἀπαλλάσσεται ὅμως πάσης πληρωμῆς τέλους ἡ καύσιμος ὕλη, ἡ ὁποία θέλει προέλθει ἀπὸ ἀπεξηραμένα ἢ κατακείμενα δένδρα, ῥάβδους, ῥίζας, ξηράδια, βλαστοὺς, κλαδία κλπ.» Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ καὶ τῆς δηλώσεως τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§67Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησις αὕτη προσθέτει τι εἰς τὰ λεχθέντα· διότι τὸ ἄρθρον 3 διαλαμβάνει περὶ καυσοξύλων πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 1 ἐν παραγράφῳ ἕκτῃ διαλαμβάνει περὶ καυσοξύλων ἐν πολὺ εὐρυτέρᾳ ἐννοίᾳ· δὲν διαλαμβάνει μόνον περὶ τῶν καυσοξύλων, ὧν γίνεται χρῆσις οἰκιακή, ἀλλὰ διαλαμβάνει περὶ πάντων τῶν καυσοξύλων; τῶν μὴ προοριζομένων εἰς πώλησιν ἢ μεταφορὰν ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον. Ἐννοεῖται ὅτι ταῦτα περιλαμβάνουσι πάντως καὶ τὰ πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι δὲν περιλαμβάνονται πάντα τὰ καυσόξυλα ἐν τῷ ἄρθρῳ 3. Ἀναντιῤῥήτως πάντα τὰ καυσόξυλα, τὰ τοῦ εἴδους τῶν καυσοξύλων, τὰ περιγραφόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, περιλαμβάνονται, ἀλλὰ χθὲς μοὶ ἐφάνη ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι ἠθέλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς καταβολῆς τέλους τὰ καυσόξυλα τὰ πρὸς ἐμπορίαν κοπτόμενα καὶ μεταφερόμενα ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον κοπῆ ἐντὸς κήπων ἢ ἀμπελώνων.
§69Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ῥητῶς ἐξήγησα χθὲς, ὅτι ὁ λόγος τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἐν κήποις καὶ ἀμπελῶσι δένδρων εἶναι τὸ ἀσήμαντον αὐτῶν, ἑπομένως οὐδεὶς λόγος περὶ κοπῆς ξυλείας πρὸς μεταφορὰν ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον πρὸς πώλησιν, διότι τοιαύτη μεταφορὰ ὑποθέτει κοπὴν σπουδαίαν.
§70ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν πρόκηται περὶ οἰκιακῆς χρήσεως, ἀπαλλάσσεται ἡ τοιαύτη ξυλεία τῆς φορολογίας δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3, καὶ οὔτε ὑπῆρχε λόγος, ὅπως γείνῃ ἰδία μνεία καὶ ἰδιαιτέρα συζήτησις ἐπὶ τῆς παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1. Σήμερον ὅμως, ὅπως ἔχει τὸ κείμενον καὶ ὅπως πράγματι ἐψηφίσθη, διότι ἡ συζήτησις ἐγένετο ἐπὶ τῆς πέμπτης παραγράφου, θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ βεβαίως οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχει τὸ ἐδάφιον τὸ προστεθὲν εἰς τὴν τετάρτην παράγραφον καὶ τὸ ἐδάφιον τὸ προστεθὲν εἰς τὴν πέμπτην, ἀφοῦ μήτε προέρχεται, μήτε δύναται νὰ ὑπάρξῃ ξυλεία ἐξ ἀμπελώνων ἢ κήπων.
§71Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατί;
§72ΡΑΛΛΗΣ. Τοὐλάχιστον εἶναι τόσον σπάνια τὰ παραδείγματα.
§73Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι σπάνια. Κυπάρισσοι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν ἐν κήπῳ;
§74ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μεταβολὴν βεβαίως τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ συστήσω πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅπως καὶ ἄλλας παρατηρήσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέχρι τοῦδε, εἶναι, ὅτι ἤδη, ἀφοῦ ἐπιβάλλεται φορολογία σχετικῶς βαρεῖα ἐπὶ τῶν καυσοξύλων τῆς ἐντοπίου παραγωγῆς, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μείνωσι τὰ καυσόξυλα τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα ἀτελῆ. Οἱ ξυλάνθρακες φορολογοῦνται, ἀλλ’ ἡ καύσιμος ὕλη εἶναι ἀτελὴς, διότι εἶναι ἀτελὴς χάριν τῆς θερμάνσεως. Νομίζω ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ζητῶ διαφορικὰ τέλη ὑπὲρ τῆς ἐντοπίας παραγωγῆς, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἰσότητα πρέπει νὰ ἀποδώσητε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς οἰκοδομικῆς ξυλείας καὶ οἰκοδομησίμου ὑλικοῦ εἰς Ζάκυνθον ὑπὸ τῆς ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων ἐπιτροπῆς.
§76Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνθίσταμαι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι τὸ νομοσχέδιον τῷ ὄντι ἀναχωρεῖ ἀπὸ σκοποῦ φιλανθρωπίας πρὸς τοὺς κατοίκους Ζακύνθου, ἀλλὰ παρατηρῶ μόνον, ὅτι ὀφείλομεν νὰ συνδυάσωμεν τὴν φιλανθρωπίαν ταύτην πρὸς τὴν ὀφειλομένην προστασίαν τῆς ἐγχωρίου ξυλείας. Ἀνέγνων ἐν ἐφημερίσιν, ὅτι καταστήματά τινα ἐν Πάτραις, ἔχοντα ἀποταμιεύματα ξυλείας εἰς ποσὰ μεγάλα, προσεφέρθησαν νὰ χορηγήσωσι ταύτην διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Ζακύνθου μὲ 30% ἐπὶ ἔλαττον τῆς ἀξίας αὐτῆς. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν προσφορὰν ταύτην, διότι ἔχομεν καθῆκον νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν καὶ παραγωγήν, ἀφοῦ μάλιστα τὰ καταστήματα ταῦτα προσφέρονται νὰ χορηγήσωσι τὴν ξυλείαν σχεδὸν εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν πωλεῖται ἡ ξυλεία ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἄλλως τε ἡ προστασία αὕτη συνεπάγεται καὶ ἑτέρου κακοῦ τὴν θεραπείαν, προλαμβάνει τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συμβῶσιν ἐκ τῆς προμηθείας τῆς ξυλείας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, διότι ἐντὸς τῶν ἓξ μηνῶν, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον προσδιορίζει διὰ τὴν εἰσαγωγὴν ξυλείας τοιαύτης εἰς Ζάκυνθον, δύναται νὰ εἰσαχθῇ ἀτελὴς ἅπασα σχεδὸν ἡ ξυλεία τῆς Εὐρώπης. Καὶ ὑπάρχει μὲν τὸ ἐχέγγυον, ὅτι ἡ ξυλεία αὕτη θὰ ἦναι ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ θὰ λαμβάνῃ τὰς πληροφορίας αὐτῆς ἀπὸ τοὺς κατοίκους, ἕκαστος δὲ τῶν κατοίκων δύναται νὰ παριστᾷ εἰς αὐτὴν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ξυλείας περισσοτέρας ἐκείνης, ἥτις πράγματι ἀναγκαιοῖ εἰς αὐτὸν διὰ τὴν οἰκοδομήν του. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, θὰ γείνῃ αἰτία ἀποταμιεύσεως ἐν Ζακύνθῳ μεγάλων ποτῶν ξυλείας εὐρωπαϊκῆς, ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, τὴν ὁποίαν καθῆκον ἔχομεν νὰ προστατεύσωμεν, καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου. Πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσαμεν νομοσχέδιον περὶ δασῶν, καὶ νομίζομεν ὅτι διὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ τῶν ἄλλων μέτρων αὐτοῦ θὰ δυνηθῶμεν νὰ προφυλάξωμεν τὰ δάση· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ κακὸν δὲν θεραπεύεται διὰ τῶν μέτρων τούτων τούτων· τὸ κακὸν ἔγκειται ἀλλαχοῦ· ὅταν οἱ χωρικοί, οἱ περίοικοι τῶν δασῶν, νομίσωσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι συμφέρον ἀπὸ τὰ δάση, βεβαίως θὰ φροντίσωσι νὰ τὰ καταστρέψωσιν, εἴτε διὰ πυρκαϊᾶς, εἴτε δι’ ἄλλου μέσου, ὅπως τὰ χρησιμοποιήσωσιν εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Ἀλλ’ ὅταν πεισθῶσιν ἐκ τῆς προστασίας τῆς παραγωγῆς αὐτῶν ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ὅτι ἔχουσι συμφέρον, θὰ τὰ περιποιηθῶσι καὶ θὰ τὰ προφυλάξωσι. Δι’ ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προτιμήσωμεν, ἔστω καὶ μὲ θυσίαν τινὰ, ἔστω καὶ μὲ ζημίαν, νὰ προμηθευθῶμεν ξυλείαν ἀπὸ τὰ ἐν Πάτραις καταστήματα, ἀπὸ τὰ ἐγχώρια, παρὰ νὰ προστρέξωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, διὰ νὰ ὠφεληθῶμεν ὀλίγας δραχμὰς, ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς.
§77Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ προσφοραὶ ἐπὶ ἔλαττον ἀποδεικνύουσιν οἵων αἰσθημάτων ἐμφορεῖται ἡ βιομηχανία τῆς ξυλουργίας ἐν Ἑλλάδι πρὸς τὰ παθήματα τῶν ἐν Ζακύνθῳ. Αἱ προσφοραὶ αὗται ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ ἐγχώριος βιομηχανία τῆς ξυλουργίας οὐδόλως ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης, ἀφοῦ ποιεῖται ἐλάττωσιν σπουδαίαν ἐπὶ τῆς τιμῆς. Ἡ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς θέλει ἐξασφαλίσει ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας τὴν προτίμησιν, ἥτις, οὕτως ἀποκτωμένη, οὐδαμῶς δὲ διὰ νομοθετικῶν μέτρων προστασίας, δι’ ἐπιβαρύνσεως τῶν παθόντων, εἶναι ἡ πρέπουσα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιδιώκει τὴν προτίμησιν ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας διὰ τῆς προστασίας, τὴν δὲ προστασίαν διὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν παθόντων. Εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν ξένην ξυλείαν ἀπὸ παντὸς τέλους, ἵνα προστατευθῇ ἐκ τούτου ἡ ἐγχώριος βιομηχανία. Εἰς τί δὲ συνίσταται ἡ προστασία αὕτη ἢ εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ, ἐξαναγκάζοντος αὐτὴν εἰς μείωσιν τιμῶν, ἣν αὕτη αὐτοπροαιρέτως ἀποδέχεται;
§78Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἡ ἀπαιτουμένη προστασία.
§79Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βλέπετε, ὅτι οἱ καταστηματάρχαι δὲν ζητοῦσι τοιαύτην προστασίαν· τοὐναντίον εἶναι ἕτοιμοι ἐπὶ θυσίᾳ νὰ χορηγήσωσι ξυλείαν. Περὶ τῆς ἑτέρας παρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸν κίνδυνον, μήπως εἰσαχθῇ ξυλεία ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῷ ἀναγραφομένῳ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ διατεθῇ ἄλλως, περὶ τούτου νομίζω, ὅτι ἔχομεν ἱκανὴν ἐγγύησιν ἐν τῇ διατάξει, καθ’ ἣν μόνον κατ’ ἐντολὴν τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὲρ τῶν παθόντων δύναται ἡ ξυλεία νὰ εἰσαχθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἂν συνέβαινεν, ὅπερ ἄλλως ἀδύνατον, νὰ εἰσαχθῇ ξυλεία, ἥτις νὰ μὴ διατεθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν, δύναται νὰ ληφθῇ περιοριστικὸν μέτρον ἐκ τῶν συνήθων.
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τίνα ἐπιτροπὴν ἐννοεῖ τὸ νομοσχέδιον; τὴν ἐν Ἀθήναις, ἢ τὴν ἐν Ζακύνθῳ;
§81Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν ἐν Ζακύνθῳ.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ τοῦτο.
§83Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς ἀναγραφῇ «ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων εἰς παραλαβὴν τῆς ἐν Ζακύνθῳ ἐπιτροπῆς».
§84ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, φοβοῦμαι ἐκ τῆς καταχρήσεως καταπολέμησιν τῆς ἐντοπίου βιομηχανίας, ἥτις τώρα ἤρχισε νὰ θάλλῃ καὶ νὰ αὐξάνῃ εὐτυχῶς διὰ τὸν τόπον. Ἐν Πάτραις καὶ εἰς ἄλλα μέρη ἱδρύθη βιομηχανία τῆς ξυλείας τῆς οἰκοδομησίμου καὶ τῆς ἄλλης λίαν καλὴ καὶ ὑποσχομένη πολλὰ, ἤδη δὲ, ἐὰν εἰσχωρήσῃ κατάχρησις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀτέλειαν τῆς ἔξωθεν εἰσαχθησομένης ξυλείας, βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη ζημία εἰς τὰ βιομηχανικὰ ταῦτα καταστήματα. Οἱ ἀξιότιμοι βιομήχανοι ἀξιεπαίνως προσεφέρθησαν μὲ ἔκπτωσιν 30% νὰ προσφέρωσι τὴν ξυλείαν τὴν χρήσιμον διὰ τὴν Ζάκυνθον. Πάντες συνεκινήθημεν διὰ τὸ ἀτύχημα τῆς γλυκείας Ζακύνθου, καὶ πάντες εἴμεθα πρόθυμοι νὰ πράξωμεν ὅ,τι δυνατὸν πρὸς ἀνακούφισιν τῶν γενομένων ἐν τῇ νήσῳ καταστροφῶν· ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι, ἂν ψηφισθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν ξυλείας εὐρωπαϊκῆς ἐν Ἑλλάδι, πάντως θὰ εἰσχωρήσῃ κατάχρησίς τις, διότι γνωρίζομεν ἀτυχῶς, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἡ ὑπηρεσία χωλαίνει, καὶ ὡμολόγησε τοῦτο αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπανειλημμένως, καὶ τὸ γνωρίζομεν πάντες. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ πλήρης ἡ αὐστηρότης τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου. Εἶμαι σχεδὸν βέβαιος, ὅτι θὰ εἰσχωρήσῃ κατάχρησις· βεβαίως οὔτε τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐν Ζακύνθῳ, οὔτε τὰ τῶν ἐνταῦθα οἱωνδήποτε ἐπιτροπῶν, εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ὑποπέσωσιν εἰς οἱανδήποτε κατάχρησιν, ἀλλὰ γνωρίζομεν πάντες, ὅτι πάντοτε εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ὑπάρχουσι καὶ ὑποεπιτροπαὶ, καὶ ὑπὸ τὰς ὑποεπιτροπὰς ὑπάρχουσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται κυρίως ἐπὶ τὸ συμφερώτερον. Ἂν λοιπὸν δὲν τεθῇ φραγμὸς ἐκ τοῦ νόμου, νὰ ἦσθε πλέον ἢ βέβαιοι, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη ζημία εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην, διότι θὰ εἰσαχθῇ μέγα ποσὸν ξυλείας, τὸ ὁποῖον θέλει μεταδοθῆ εἰς ὅλην τὴν ἄλλην Ἑλλάδα, ἀκριβῶς πρὸς βλάβην τῶν βιομηχανικῶν αὐτῶν καταστημάτων, πρὸς βλάβην τῆς ἑλληνικῆς παραγωγῆς, πρὸς βλάβην τῆς Ἑλλάδος δηλαδὴ, διότι χρυσὸς θέλει ἐξαχθῆ, καὶ θέλει ζημιωθῆ ὁ τόπος. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν οἱ βιομήχανοι οὗτοι συμβληθῶσι μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις, ἐφ’ οἷς πρόκειται νὰ συμβληθῶσι καὶ οἱ ξένοι, καλλίτερον εἶναι νὰ προτιμηθῶσι τὰ ἐντόπια καταστήματα, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ζημίας, διότι πρόκειται εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν νὰ παράσχωσι τὰ ἐμπορεύματά των, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ καλλίτερα ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ, ὡς σταθερώτερα καὶ σκληρότερα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, προσθέτω ὅτι, καθὼς εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς μακροχρόνιον παράτασιν, διότι δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι κατὰ διαλείμματα θὰ δίδηται ἡ ξυλεία, ἀλλὰ διαλείμματα, τῶν ὁποίων τὸ σύνολον θ’ ἀνέλθῃ εἰς ἑξάμηνον.
§85Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ διαλείμματα, ἀλλὰ συνεχῆ.
§86ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω καλὸν νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ὁ τελώνης Ζακύνθου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§88ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ πρόκηται νὰ εἰσάγῃ ξυλείαν καὶ οἰκοδομήσιμα ὑλικὰ οὐχὶ ἐπὶ ὡρισμένῳ ποσῷ· διότι δύναται τὰ οἰκοδομήσιμα ὑλικὰ νὰ τὰ προμηθεύηται ἀπέναντι τῶν εἰσφορῶν τῶν γενομένων, ἀλλὰ δύναται νὰ προμηθευθῇ ὑλικὰ καὶ κατ’ αἴτησιν τῶν παθόντων. Καὶ ἐὰν μὲν πρόκηται περὶ ξυλείας, τὴν ὁποίαν θὰ προμηθευθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέναντι τῶν εἰσφορῶν, τῶν ὁποίων τὴν διαχείρισιν ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὴν ἡ Πολιτεία, τὸ ποσὸν τῆς ξυλείας θὰ ἦναι πολὺ μικρόν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται περὶ ξυλείας ἀτελοῦς δι’ οἱονδήποτε τῶν παθόντων, τότε ἡ προμήθεια αὕτη θὰ ἦναι ἀπεριόριστος. Δὲν βλέπω δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ λαμβάνηται οἱαδήποτε ἐγγύησις περὶ τοῦ ὅτι ἡ ξυλεία θὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς ἀνέγερσιν οἰκοδομημάτων ὑπὲρ τῶν παθόντων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσφέρονται πανταχόθεν ὑπὲρ τῶν παθόντων· ἐρωτῶ, πρόκειται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν χρημάτων τούτων, καὶ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν νὰ εἰσαγάγῃ ξυλείαν καὶ διανείμῃ εἰς εἶδος, ἢ πρόκειται νὰ γνωμοδοτῇ, ἀνεξαρτήτως τῶν εἰσφορῶν, ὅτι πρέπει νὰ εἰσάγηται ξυλεία οἱουδήποτε ποσοῦ; Μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὑπάρχει μεγίστη διαφορά.
§89Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον ῥητῶς ἀναγράφει, ὅτι ἡ ξυλεία, ἡ ὑπὲρ ἧς χορηγεῖται ἡ ἀτέλεια, πρέπει νὰ εἰσάγηται εἰς Ζάκυνθον εἰς παραλαβὴν τῆς ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων ἐπιτροπῆς. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ δολιεύηται, δύναται δι’ αὐτῆς νὰ εἰσαχθῇ ξυλεία, μὴ ἀφορῶσα εἰς τὴν περίθαλψιν τῶν παθόντων, ἐὰν ὅμως δὲν δολιεύηται, ἐννοεῖται, ὅτι εἰς παραλαβὴν αὐτῆς θὰ ἔλθῃ μόνον ἡ ξυλεία ἡ παραγγελλομένη ἢ ἀποστελλομένη ὑπὲρ τῶν παθόντων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποθέτει, ὅτι ἤθελέ τις ζητήσει παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως αὕτη τῷ διευκολύνῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ξυλείας πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ ἰδίου οἴκου. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπιτρέψῃ τοῦτο, πρέπει νὰ παραστήσῃ ψευδῶς, ὅτι ἡ ξυλεία παρηγγέλθη ἢ ἀποστέλλεται πρὸς περίθαλψιν τῶν παθόντων.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δόλου ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδὲ τοιοῦτόν τι ὑπονοεῖ ἡ παρατήρησίς μου· πρόκειται περὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπονέμεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ δύο τρόπους, εἴτε δι’ ἀπ’ εὐθείας παραγγελίας ἀπέναντι τῶν εἰσφορῶν, τῶν ὁποίων τὴν διαχείρισιν τῇ ἐνεπιστεύθη ἡ Πολιτεία, εἴτε διὰ τῆς παραγγελίας ξυλείας καὶ οἰκοδομησίμων ὑλικῶν πρὸς χρῆσιν ἑνὸς ἐκ τῶν παθόντων.
§91Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο θὰ ἦτο δολία ἐνέργεια.
§92ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ξυλεία καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη ἔρχεται εἰς παραλαβὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἑπομένως ὁ ὅρος οὗτος δὲν λύει τὸ ζήτημα.
§93Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εὐθὺς ὡς πρόκειται ἡ ξυλεία νὰ εἰσαχθῇ εἰς παραλαβὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ἐὰν λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ προκληθῇ ὑπό τινος, ἵνα εἰσαγάγῃ ξυλείαν δι’ αὐτόν, προκαλεῖται, ἵνα πράξῃ τι μὴ εἰλικρινές, καὶ βεβαίως θὰ ἀρνηθῇ τὴν εἰσαγωγήν.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι εὐρυτέρα εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ χορηγήσῃ σπουδαιοτέραν ἀρωγὴν εἰς τοὺς ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντας· δὲν φρονῶ, ὅτι ἤξιζε τὸν κόπον νὰ νομοθετήσωμεν περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς ξυλείας, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ θὰ δυνηθῇ διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς μέσων νὰ εἰσαγάγῃ ὑπὲρ τῶν παθόντων, διότι αὕτη θὰ ἦναι ἀσήμαντος. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ βοήθεια αὕτη εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ συμβὰν ἐν Ζακύνθῳ δυστύχημα, οὔτε ἄξιον, ὅπως νομοθετήσωμεν εἰδικῶς περὶ αὐτῆς. Ἡ ἀντίληψίς μου ἦτο, ὅτι πρόκειται τὴν ξυλείαν, ἥτις θὰ εἰσαχθῇ εἰς Ζάκυνθον καὶ χρησιμοποιηθῇ πρὸς μόνην τὴν ἀνέγερσιν τῶν καταπεσασῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ οἰκοδομῶν, ὅτι ταύτην τὸ Κράτος ἔκρινε νὰ τὴν καταστήσῃ ἀσύδοτον. Τοιαύτην, νομίζω, ἔννοιαν πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, νὰ φροντίσωμεν δὲ διὰ καταλλήλων διατάξεων νὰ προλάβωμεν τὴν κατάχρησιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπέλθῃ, προμηθευομένου τινὸς ἐκ τῶν παθόντων ξυλείαν δι’ αἰτήσεώς του πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ἀτελοῦς, τὴν ὁποίαν ξυλείαν θὰ χρησιμοποιήσῃ πωλῶν αὐτὴν εἴτε ἐν Ζακύνθῳ, εἴτε ἀποστέλλων αὐτὴν εἰς ἄλλην πόλιν.
§95Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προεκλήθη ἐκ τηλεγραφήματος τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐζήτησε τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοὺς περιωρισμένους ὅρους, ὑφ’ οὓς ὑποβάλλεται. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐζήτησεν ἁπλῶς, ὅπως ἡ ξυλεία, ἥτις παρ’ αὐτῆς εἰσάγεται πρὸς κατασκευὴν παραπηγμάτων, μὴ ὑποβάλληται εἰς τέλη. Τοῦτο ἐσπεύσαμεν νὰ παραδεχθῶμεν, εἰδοποιήσαμεν μάλιστα τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἠδύνατο νὰ προβαίνῃ εἰς παραγγελίας, καὶ ἂν ὑπάρχῃ πρόχειρός τις ξυλεία ἐν διαμετακομίσει, καὶ αὐτὴν ἐπετρέψαμεν νὰ εἰσάγῃ, διότι εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον χάριν στεγάσεως τῶν ἀπόρων. Περὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος, περὶ οὗ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐποιήσατο λόγον, δὲν πρόκειται ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «ἐν Ζακύνθῳ» ἤτοι «εἰς παραλαβὴν τῆς ἐν Ζακύνθῳ κλπ. ἐπιτροπῆς», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§99ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ἄρθρον 13, κατὰ τὸ ὁποῖον «ἡ ἄδεια τῆς δημοσιεύσεως τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δίδοται τῷ διευθυντῇ ἑκάστοτε παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἴτε διά τινος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ διευθύνει», καὶ ἀπαντῶν εἰς τὰς γενομένας παρατηρήσεις ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, μᾶς παρέστησεν ὡς ἁπλοῦν, ἁπλούστατον, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει ἄλλο τι νὰ πράξῃ ἢ μόνον τὰ περὶ ταξινομήσεως. Ἀλλὰ τότε πρὸς τί ἡ ἀναγραφὴ θέσεως ταξινόμου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δέχεται ν’ ἀναλάβῃ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦτο;
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Χαριέστατον εἶναι!
§101Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως παρὰ τοῦ παρακαθημένου αὐτῷ θὰ πληροφορηθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν οὕτω, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὡς καὶ ὁ ἕτερος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ἀνώτερον καθήμενος, ὑπέγραψαν διατάγματα, περιλαμβάνοντα τὴν διάταξιν ταύτην, ἤδη δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν ὡς ἀντισυνταγματικήν, διότι δὲν πρόκειται νὰ ὑπογράψῃ αὐτός. Ἔχομεν διάταγμα φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ χαμηλότερον καθημένου (ἱλαρότης), ἔχον οὕτω: «Ὁ δὲ διευθυντὴς τῆς Ἐφημερίδος θέλει ὡσαύτως γράφει καὶ ὑπογράφει ἐπὶ τοῦ παρ’ αὐτοῦ θεωρηθέντος τελευταίου δοκιμίου τὸ «τυπωθήτω», ἡ δὲ πρὸς δημοσίευσιν τοῦ φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἀπαιτουμένη ἔγκρισις ἀνήκει εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, (ὅστις ἦτο τότε ὁ Πρωθυπουργὸς) ὅστις ὅμως δύναται νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ εἰς αὐτὸν τὸν διευθυντὴν τῆς Ἐφημερίδος ἢ εἰς ἄλλον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ὑπάλληλον.» Βλέπετε, ὅτι τὰ πράγματα εἶχον ἀκριβῶς ὡς τὰ ἐξέθηκα κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἔλεγον, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρός του, δύναται ν’ ἀνατεθῇ ἀδιαφόρως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν διευθυντὴν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις νῦν ὀνομάζεται ταξινόμος. Ἐπίσης δὲ καὶ ὁ ἕτερος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὴν αὐτὴν εἶχε γνώμην. Καὶ ὁ ἕτερος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέγραψε διάταγμα, καθ’ ὃ «ἡ ἄδεια πρὸς ἔκδοσιν ἑκάστου τῶν φύλλων τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δίδοται ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ.» Ὑπουργὸς δ’ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο τότε ὁ Πρωθυπουργός. Καὶ μάλιστα φαίνεται, ὅτι προεῖδεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἤθελε διαψεύσει τοῦτο ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τοῦτο ἀνέγραψεν ἐδῶ παρὰ τῇ ὑπογραφῇ του εἰς τὸ διάταγμα, ὅτι ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἔχομεν ἄρα καὶ τοὺς δύο Βουλευτὰς ἐξ Ἀττικῆς βεβαιοῦντας, ὅτι ἡ θέσις τοῦ ταξινόμου δὲν εἶναι περιττὴ, διότι ὁ ταξινόμος δύναται νὰ λάβῃ τὴν ἐντολὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως αὐτὸς διεξάγῃ τὰ τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς Ἐφημερίδος καὶ τῆς ἀδείας πρὸς ἔκδοσιν τῶν φύλλων. Ἔχομεν ὅμως καὶ τὴν γνώμην τῶν Βουλευτῶν τούτων, ὅτι ὀρθὸν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς, νὰ ἀσκῇ τὰ τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀδείας, ἅτινα χθὲς ἐχαρακτήρισαν ὡς δικαίωμα προσβάλλον τοὺς συναδέλφους, ὡς ἀρνησικυρίαν κατὰ τῶν συναδέλφων καὶ ὅσα ἄλλα. Ὀρθὴ ἦτο ἡ γνώμη τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ ἡ φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν αὐτῶν διάταξις ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ. Ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἐκδίδηται ὑπὸ ἐπιτήρησιν καὶ μετὰ ἄδειαν παρεχομένην παρ’ Ὑπουργοῦ, ὀρθότερον δὲ ὁ Ὑπουργὸς οὗτος νὰ ἦναι ὁ Πρωθυπουργὸς, οὐδ’ ἐὰν ἦναι ὁ Πρωθυπουργὸς, μετατρέπεται τὸ δικαίωμα τῆς παροχῆς ἀδείας πρὸς ἔκδοσιν τῶν φύλλων τῆς Ἐφημερίδος εἰς δικαίωμα ἀρνησικυρίας, προσβάλλονται οἱ συνάδελφοι καὶ ἀνατρέπεται τὸ πολίτευμα.
§102ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ πολίτευμα ἀνατρέπεται, ὅταν διὰ νόμου τοῦτο καθιεροῦται. Ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ δημοσιεύηται ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, ἀφορᾷ εἰς τὴν κανονιστικὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ κανονίσῃ, ὅτι ἡ ἄδεια πρέπει νὰ δίδηται ἀπὸ τὸν δεῖνα Ὑπουργόν· ἀλλὰ διὰ νόμου ὅταν ὁρίζηται, ὅτι πρέπει νὰ δίδηται ἡ ἄδεια ἀπὸ τὸν δεῖνα Ὑπουργὸν, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν, τοῦτο ἀποτελεῖ συγκέντρωσιν τῆς ἐξουσίας, καὶ ἐξευτελίζει τοὺς Ὑπουργούς.
§103ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι λυποῦμαι διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, λυποῦμαι, διότι δὲν ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελεν ἐμπέσει εἰς τὴν παγίδα, ἥτις τῷ ἐστήθη, καὶ ἐκτεθῇ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ἐκφράζων ἰδέας καὶ γνώμας ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι κατάλληλοι, οὐδὲ ἄξιοι νὰ ἐκφράζωσι γνώμην περὶ τοιούτων ζητημάτων. Γνωρίζω, τίς εἶναι ὁ ὑπάλληλος ὁ ἀνακαλύψας τὰ διατάγματα ταῦτα, ὁ ὁποῖος καὶ ἦλθε χθὲς καὶ εἶπεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἀνεκάλυψεν αὐτὰ, καὶ ἐκαγχάσαμεν, διότι ἐξ ἀμαθείας ὁ ἄνθρωπος ἔλεγεν, ὅτι ἀνεκάλυψεν αὐτὰ, καὶ μικροῦ δεῖν ἤρχετο εἰς σύγκρουσιν πρός τινα τῶν συναδέλφων, ὁ ὁποῖος τῷ ὑπέδειξε τὸ ἀνόητον καὶ ἄσχετον τῆς ἀνακαλύψεως. Βεβαίως τὰ διατάγματα ταῦτα θὰ ἦσαν κανονιστικὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφ’ ὅτου ἡ ἔκδοσις τῆς Ἐφημερίδος εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· ὥστε ἐὰν ἡμεῖς ὡς Ὑπουργοὶ, ἐκτελοῦντες καὶ τὰ καθήκοντα τῆς Ἀντιβασιλείας, ὑπεγράψαμεν διάταγμα, καθορίζον τὴν ἔκδοσιν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν ἐπράξαμέν τι ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλὰ σήμερον ἔρχεται διὰ νόμου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ λέγει, ὅτι οὐχὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνατίθεται ἡ ἔκδοσις τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁπουδήποτε καὶ ἂν εὑρίσκεται οὗτος καὶ εἰς οἱονδήποτε Ὑπουργεῖον. Εἶναι τὸ αὐτό; Θέλετε νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐννοεῖ τὴν ἐργασίαν ταύτην ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸς καὶ τὴν ἔχῃ, μεταβαίνων εἰς οἱονδήποτε Ὑπουργεῖον; Δὲν πιστεύω. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐμπιστοσύνην καὶ εἰς τὴν ἱκανότητα καὶ εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον κατὰ καθῆκον ἐζητήσαμεν καὶ ὑπεδείξαμεν, εἶναι, ὅτι βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου δημιουργεῖ εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ματαιόνῃ τὰς πράξεις Ὑπουργοῦ τὰς τετελεσμένας, διότι αὗται φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Πᾶσα πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ, μὴ δημοσιευομένη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐνῷ ἐνετείλατο τὴν δημοσίευσιν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, εἶναι παρανομία, ἀποτελεῖ δὲ ἀθέτησιν τοῦ Συντάγματος· οὐδεὶς δύναται νὰ σταματήσῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς δημιουργεῖ ἑαυτὸν ἀνώτερον τῶν συναδέλφων αὐτοῦ, ἀνώτερον καὶ τοῦ Βασιλέως, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα δὲν ὁρίζει τὸ τοιοῦτον. Αὐτὰ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπω, καὶ νομίζω, ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτο διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ προκαλέσῃ τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ πρὸ πάντων νὰ μὴ βασισθῇ εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ ἀμαθοῦς ὑποβολέως αὐτοῦ.
§104Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζω, ὅτι ἔτι μᾶλλον θὰ ἐλυπεῖτο καὶ θ’ ἀπέφευγε νὰ ποιήσηται λόγον περὶ τῆς λύπης του, ἐὰν ἤξευρεν, ὅτι, τοιαῦτα λέγων, θὰ προεκάλει τὴν ἀπάντησιν, ἣν θὰ τῷ δώσω. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐβεβαίου, ὅτι τὴν διάταξιν ταύτην ἠνείχετο, ὡς ἀνατιθεμένου τοῦ δικαιώματος οὐχὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διότι κατ’ αὐτὸν ἄτοπος εἶναι ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου ὑπὸ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅμως ὅταν ἔθετε τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὸ διάταγμα, ἄλλην εἶχε γνώμην, διότι ἐν ἄρθρῳ τοῦ διατάγματος ἀναγράφεται διάταξις, ἥτις δὲν ὑπῆρχε πρότερον, καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ ὡς Ὑπουργὸς, ἔχει εἰδικὸν ἐν τούτῳ δικαίωμα, διότι ἐφρόνει τότε, ὅτι ἔπρεπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔχῃ εἰδικὴν δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῆς Ἐφημερίδος. Ἡ διάταξις ὁρίζει, ὅτι «τὰ ἐπιτετραμμένα τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος ὄργανα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προΐσταται ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου» (ἱλαρότης). Τώρα νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται δεδικαιολογημένως νὰ λυπῆται, ὅτι ἐξέφρασε λύπην.
§105ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§106ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐνόμιζον ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελεν ἐπιμείνει, ὅπως ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας τοῦ περιφήμου εἰσηγητοῦ, τοῦ ἀνακαλύψαντος τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν, ἀφοῦ ὅμως ἐπιμένῃ, τότε λυποῦμαι καὶ πάλιν· διότι τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κανονίζει τὰ τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὁρίζει δὲ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει δίδει τὴν ἄδειαν τῆς ἐκτυπώσεως τῆς Ἐφημερίδος. Καθ’ ὅσον ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως θέλει χρησιμεύει ὡς ὄργανον, δι’ οὗ λαμβάνει δημοσιότητα ἡ πρᾶξις ἡ ὑπουργικὴ, δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀντίῤῥησις νὰ τὴν διευθύνῃ οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, ἐὰν θέλῃ· διότι βεβαίως, ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἁπλῶς μόνον τὸν κόπον νὰ διευθύνῃ τὴν ἔκδοσιν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ συγχρόνως μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως πᾶσαι αἱ πράξεις τῶν Ὑπουργῶν ἀνεξαιρέτως δημοσιεύωνται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως αὐτοῦ, τοῦ νὰ δημοσιευθῶσιν ἢ μὴ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ἀλλὰ σήμερον, κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθη νόμος προγενέστερος, κατὰ τὸν ὁποῖον οὐδεμία πρᾶξις Ὑπουργοῦ ἔχει νόμιμον ὕπαρξιν, οὐδ’ ἔχει κῦρος, ἐὰν δὲν δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἀνετέθη δὲ τότε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι πάντοτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνῆκεν, ἡ ἐπίβλεψις τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐκδόσεως αὐτῆς. Λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ διάταγμα φέρει τὴν ὑπογραφήν μου. Καὶ πάλιν σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὡς καὶ πρὶν, ὅτι αἱ ὑπογραφαὶ ἡμῶν εἶναι τεθειμέναι ὑποχρεωτικῶς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑπογραφήν του, ὅτε διετέλει ἀντιβασιλεύς· ἡ ἀντιβασιλεία ἠσκεῖτο διὰ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν δύναται δὲ Ὑπουργὸς ἄλλου κλάδου νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ, ὅταν συνάδελφος ὑποβάλλῃ διάταγμα, ἀφορῶν εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ κλάδου του. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα αὐτὸ εἶναι ἁπλῶς κανονιστικὸν τῆς λειτουργίας τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν δὲ λέγῃ, ὅτι τὸ προσωπικὸν παρακολουθεῖ τὸν Πρωθυπουργὸν, ὁ Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ παρακολουθῆται ἀπὸ 10 ἢ 15 πρόσωπα διωρισμένα, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχῃ ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ αὐλῆς· τῷ ἐπέτρεψε δηλ. τὸ διάταγμα νὰ ἔχῃ τὰ πρόσωπα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος ῥητῶς καὶ τὸ διάταγμα αὐτὸ ἀνέθηκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἁπλῶς· καὶ ἠξεύρετε ποῖος ἦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε; Ὁ μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος· δὲν ἦτο ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§107Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§108ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα, ὁ Παπαμιχαλόπουλος διετέλεσεν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἀπετέλουν κἀγὼ μέρος, μέχρι τέλους, μόνον δὲ, ἐὰν ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἀπουσίασεν εἰς ταξείδιόν τι, καὶ ἀνεπληρώθη παρ’ οἱουδήποτε, δὲν σημαίνει τίποτε. Διαρκῶς ἐγὼ τὸν κ. Δηλιγιάννην ἐγνώρισα ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, συνάδελφον δὲ εὐγενέστατον καὶ ὡς πρῶτον ἐν ἴσοις συνεργαζόμενον, ὡς ἐπιτάσσει τὸ Σύνταγμα. Ἀναγκάζομαι δὲ, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω τι, ὅπως δείξω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι οὐδέποτε ἠνέχθησαν ἐλαχίστην παρέκβασιν καὶ ἐλαχίστην πρᾶξιν, ἥτις ἠδύνατο νὰ φέρῃ προσβολὴν τῶν συνταγματικῶν προνομίων αὐτῶν, ὡς συμβούλων τοῦ Στέμματος. Εἶχεν ὑπογραφῆ διάταγμα βασιλικὸν μεταθέσεως δικαστικοῦ προσώπου ἀνωτέρου, τὸ διάταγμα αὐτὸ εἶχε σταλῆ εἰς τὸ τυπογραφεῖον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας δὲν ἐδημοσιεύετο· ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἀμέσως ἐζήτησε τὸν λόγον τῆς μὴ δημοσιεύσεως, ὁλόκληρον δὲ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀμέσως ἐξεφράσθη, καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, διάταγμα, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ σταματήσῃ εἰς τὸ τυπογραφεῖον, εἶναι ἀσέβεια καὶ κατὰ τοῦ Βασιλέως καὶ κατὰ τῶν δικαιωμάτων τῶν συνταγματικῶν καὶ κατὰ τοῦ συναδέλφου. Τοιοῦτοι ἦσαν οἱ Ὑπουργοὶ, οἵτινες ὑπέγραψεν τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ εἰσηγητοῦ ὑπαλλήλου του, τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω· εἶχον τὴν συναίσθησιν τῆς φιλοτιμίας αὐτῶν, καὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀπένειμεν εἰς αὐτούς. Θέλων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπωφεληθῇ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ, τοῦ ἀσχέτου ὅλως πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅπως δικαιολογήσῃ πρᾶξιν νομοθετικὴν, ἥτις σήμερον ἱδρύει πλέον διαρκῶς τὴν παντοκρατορίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως καὶ ἀπέναντι τῶν συναδέλφων του, ἀποδεικνύει ὅτι θέλει νὰ διευθύνῃ ὄχι μόνον τ’ ἀνατεθειμένα εἰς αὐτὸν Ὑπουργεῖα, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς κλάδους τῶν ἄλλων Ὑπουργείων· θέλει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας ἐπὶ πασῶν τῶν πράξεων τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν! Ἐγὼ δὲν ἔχω παρὰ νὰ συλλυπηθῶ πάντας ὑμᾶς, διότι ὑφίστασθε τοιαύτην πίεσιν καὶ ζητεῖσθε νὰ ψηφίσητε νομοσχέδιον ἀντισυνταγματικόν· πρὸ πάντων τοὺς συναδέλφους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἵτινες ἄλλως, ἀνεχόμενοι τὴν ψῆφον ταύτην, ἀποδεικνύονται καὶ ἄξιοι αὐτῆς.
§109Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τἀνακοινωθέντα εἰς τὴν Βουλὴν κλείουσιν ἤδη τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως. Ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὄργανον ἀναγκαῖον περὶ τὴν δημοσίευσιν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, καὶ δίδον εἰς αὐτὰς τὴν νόμιμον ὕπαρξιν, ἐκανονίσθη κατὰ τὸ 1882, καὶ τότε ὡρίσθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς διέπον τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, καὶ ἑπομένως περιελήφθη ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπογράφει τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως τοῦ φύλλου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ φύλλον νὰ μὴ ὑπόκηται εἰς ἔλεγχον περὶ τὴν ἔκδοσιν, ἀφοῦ ἡ ἔκδοσις εἶναι πάροχος δικαιωμάτων. Κατόπιν ὅμως, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, συνέπεσε νὰ ἦναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ συνάμα καὶ προσωρινῶς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν ἀπουσίᾳ συναδέλφου, καὶ τότε ἐξεδόθη νέον διάταγμα ἐκτελεστικὸν νόμου, κανονίζον τὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπαναλαβὸν τὴν κειμένην περὶ ἀδείας διάταξιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσωρινῶς μὲν ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διαρκῶς δὲ ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, περιελήφθη καὶ ἑτέρα διάταξις, ἴσως κατ’ εἰσήγησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς (ἱλαρότης), καθ’ ἣν θὰ παρακολουθήσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως διετέλει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ δὲν ἐθεωρεῖτο συνεπὲς νὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἀδείας ἀπὸ τοῦ οἰκείου Ὑπουργοῦ, ἐπενοήθη ἄλλος τρόπος, ἵνα ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχῃ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τὴν ἔκδοσιν τῆς Ἐφημερίδος, περιληφθείσης ἐν τῷ διατάγματι διατάξεως, ἥτις δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ προηγουμένῳ διατάγματι, καὶ καθ’ ἣν, ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς διηύθυνεν ἄλλο Ὑπουργεῖον, τὰ ὄργανα τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος θὰ διωρίζοντο ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὕτω τὰ πράγματα ἐξηκολούθησαν ἔχοντα ἀπὸ τοῦ 1885, ὅτε ἐξεδόθη τὸ διάταγμα. Ἤδη, ὀργανουμένων νομοθετικῶς τῶν τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου καὶ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεωρήθη σόλοικον νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν διεύθυνσιν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, τὰ δ’ ἐπιτετραμμένα τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκδόσεως αὐτῆς ὄργανα νὰ διορίζωνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπίσης δὲ σόλοικον νὰ διατελῶσι τὸ τυπογραφεῖον καὶ ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ δύο διευθύνσεις, ἡ μὲν Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διορίζοντος τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, τὸ δὲ τυπογραφεῖον πάλιν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἐπῆλθε λοιπὸν ἡ ἰδέα συναρμολογίας τῶν κειμένων, τῆς ἁπλοποιήσεως αὐτῶν καὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου διὰ νόμου. Ὁ νόμος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ λύσῃ τὰ ἐκ τῆς συγχωνεύσεως προκύπτοντα ζητήματα ὑπὲρ τούτου εἴτε ὑπὲρ ἐκείνου τοῦ Ὑπουργείου, ἔπρεπε τὸ τυπογραφεῖον μετὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνήκῃ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐπειδὴ κυριωδέστερον εἶναι τὸ τυπογραφεῖον, τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἀνηκούσης ἤδη κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, προσετέθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ, καὶ οὕτως ἠνοποιήθη ἡ ὑπηρεσία. Μετενεχθείσης ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, μετηνέχθη καὶ ἡ διάταξις, ἣν εἶχεν ὑπογράψει καὶ ὁ ἕτερος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἡ δικαιολογία τῆς ὑπογραφῆς ταύτης συμπληροῖ τὴν ἱστορικὴν ἀφήγησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπικαλεῖται τὸ ἀνεύθυνον ἐπὶ τῇ ὑπογραφῇ ταύτῃ, τεθείσῃ παρ’ αὐτοῦ ὡς μέλους ἀντιβασιλείας. Δὲν παραγνωρίζω τὴν ἀξίαν τῆς δικαιολογίας, διότι αἱ ὑπογραφαὶ τῶν Ὑπουργῶν, ὡς διαχειριζομένων τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, δὲν ἐπάγονται τὴν αὐτὴν καὶ αἱ ὑπογραφαὶ αὐτῶν ὡς Ὑπουργῶν εὐθύνην. Διὰ τὸ ἀνεύθυνον ἄρα διαφεύγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὸν καταλογισμὸν ἐπὶ ἀντιφάσει.
§110ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§111Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου διατηρεῖται τὸ ἀπὸ τοῦ 1882 καθεστὼς, ὅπερ ἐμαρτυρήθη ὂν τὸ καθεστὼς καὶ κατὰ τὸ 1885 ἐκ τῆς συμπτώσεως, ὅτι τότε ὁ προσωρινῶς διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν Πρωθυπουργὸς, προβλέπων ὅτι μετ’ ὀλίγον δὲν θὰ διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἀνέγραψεν ἐν διατάγματι διάταξιν, ἐπιφυλάσσουσαν ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἰδέα, ἡ ἀπὸ τοῦ 1882 πρυτανεύουσα, ἦτο ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος. Κατὰ τὸ 1882 ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπεκράτει ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ Πρόεδρο τῆς Κυβερνήσεως ἦτο πάντοτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συνέπεσε κατὰ τὸ 1885 τὸ ἐναντίον, τούτου δὲ ἕνεκεν ἀνεγράφη διάταξις, ἥτις ἀπεδείκνυεν, ὁποία ἀπεδίδετο ἔννοια εἰς τὰ περὶ τούτου κείμενα· ἀπεδείκνυεν, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῶν τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος ὑπελαμβάνετο ἀνήκων εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἤδη κανονιζομένων διὰ νόμου τῶν τέως κειμένων, ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ καὶ ἡ διάταξις, ἡ ἔχουσα τὴν πατρότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ταύτην ἀνεγράψαμεν, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, ἵνα νεωτερίσωμεν· προϋπῆρχε τὸ καθεστὼς τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1882, μὴ ἀναγεγραμμένον αὐταῖς λέξεσιν ἐν διατάξει, ὅπερ ἐπιτρέπει εἰς τὸν ἕτερον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ ὑπεκφεύγῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν παρ’ αὐτοῦ πεπραγμένων, ὑπῆρχεν ὅμως τὸ καθεστὼς, ἀποῤῥέον ἐμμέσως ἐκ κειμένων διατάξεων, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1885 ὑπῆρχε τὸ καθεστὼς τοῦτο στηριζόμενον εἰς ῥητὴν διάταξιν, εὐθύνουσαν τὸν ἄλλον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ μηδεμίαν ἐπιτρέπουσαν αὐτῷ ὑπεκφυγήν.
§112ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ προσπάθεια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν γνώμην του, εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ὑποστηρίζει καὶ τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον· καταφεύγει εἰς ἐπιχειρήματα μὴ στηριζόμενα οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα, οὔτε εἰς τὴν λογικὴν, καὶ προσπαθεῖ νὰ ἀποκρύψῃ τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως ταύτης, τὴν ὁποίαν δὲν ὑπηγόρευσε πνεῦμα κανονιστικὸν τοῦ τρόπου τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὑπηγορεύετο ἡ διάταξις ἐκ τοιούτου πνεύματος, πᾶς ἐνδοιασμὸς θὰ ἦτο γελοῖος. Ὑπηγορεύθη μόνον ἐκ πνεύματος συγκεντρώσεως τῆς ἐξουσίας εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι ἄλλως διατὶ καταφεύγει εἰς τὰ προηγούμενα καὶ εἰς σοφιστείας, ἵνα κρύψῃ τὴν ἀλήθειαν; Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι θέλει πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖράς του· ἔχομεν πράξεις του προηγουμένας, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν Ὑπουργοὺς νὰ παραιτηθῶσι, διότι ἐσφετερίσθη δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἐκ τοῦ Συντάγματος, τοῦ νὰ ἀρνηθῇ τὴν δημοσίευσιν πράξεως, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Τὸ προηγούμενον αὐτὸ, τὸ ὅλως παράνομον, τὸ δικτατορικὸν, ζητεῖ νὰ καθιερώσῃ σήμερον διὰ νόμου. Ἐπαναλαμβάνω, δύνανται οἱ Πρωθυπουργοὶ νὰ σφετερίζωνται τοιαῦτα δικαιώματα, ὅταν εὑρίσκωσιν Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀνέχονται τὴν τοιαύτην ἀξίωσιν· ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν καὶ τὸ νομοθετικὸν σῶμα νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τοιαύτην ὑπερβάλλουσαν ἐξουσίαν, εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, δὲν στηρίζεται οὔτε εἰς τὴν λογικὴν, οὔτε εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας, οὔτε εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Ὑπουργῶν, οὔτε εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι βεβιασμένα ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἂς ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του καθαρῶς, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ γίνεται τίποτε εἰς τὸ Κράτος, ἂν δὲν δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν του, καὶ ἂς μὴ λέγῃ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἁρμόζουσιν εἰς ἄνδρα, οἷος εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἂς εἴπῃ τὰς ἀρχάς του, ἀλλ’ ἂς προσέξῃ, διότι αἱ τοιαῦται ἀρχαὶ ἔχουσιν ὀλέθρια ἀποτελέσματα εἰς τὰ Κράτη.
§113ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 διατάσσει, ὅτι «ἡ διεύθυνσις τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἀνατίθεται εἰς ἕνα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν... Καὶ ἡ ἄδεια δὲ πρὸς ἔκδοσιν ἑκάστου τῶν φύλλων τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δίδεται ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ.» Ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ τὸ διάταγμα ἐπιτρέπει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ἕνα ἢ πλείονας ὑπαλλήλους, μεθ’ ὧν νὰ συνεργάζηται. Τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἔλθω εἰς σύγκρουσιν μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀφοῦ δεικνύει τόσον σεβασμὸν εἰς τὰς ἐμὰς γνώμας. Ἐὰν πράγματι ἡ πρόθεσις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ δὲν ἦναι νὰ καθιερώσῃ δικαίωμα ἀρνησικυρίας ἀντισυνταγματικὸν ὑπὲρ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὠφελούμενος διατάξεως προγενεστέρας τοῦ νόμου τοῦ 1882, κατὰ τὴν ὁποίαν «πρᾶξις Ὑπουργοῦ δὲν ἔχει κῦρος ἄνευ δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», τὸν παρακαλῶ νὰ δεχθῇ τροπολογίαν, ἡ ὁποία θὰ ἦναι σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Ὑπουργῶν καὶ μὲ τοὺς νόμους, τὴν ἑξῆς: «Τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως θέλει περιέχει ὑποχρεωτικῶς πάσας τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, χωριστὰ καθ’ Ὑπουργεῖον. Ἕκαστος Ὑπουργὸς θέλει ἐντέλλεσθαι τὴν δημοσίευσιν τῶν πράξεων τῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὸ ἴδιον αὐτοῦ Ὑπουργεῖον». Ἐὰν δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, τότε θέλει δειχθῆ καὶ καλὸς συνάδελφος καὶ οὐχὶ ἐκ προθέσεως κυριαρχικὸς, καὶ συγχρόνως, ἀποδεχόμενος τὰς γνώμας τὰς ἐμὰς, ἀφοῦ ἀποδίδει τὴν πατρότητα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς ἐμέ.
§114ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα ἀξίζει πλειοτέρας προσοχῆς. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἱστορία τῆς ἐνάρξεως τοῦ ζητήματος πρέπει νὰ πείσῃ πάντας περὶ τῆς σπουδαιότητος καὶ σημασίας αὐτοῦ. Εἴδομεν τοῦτον τὸν θεσμὸν εἰσαγόμενον κατὰ πρῶτον μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς δημοσιεύσεως τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἔρχεται κατόπιν ὁ κανονισμὸς τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀναθέσεως αὐτῆς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος τότε ἦτο Πρωθυπουργός· ἀλλ’ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἐγκατέλιπε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετά τινα καιρὸν, δὲν ἠθέλησεν ὅμως ἐν τῇ πρώτῃ ἐμφανίσει τοῦ τερατώδους θεσμοῦ νὰ ἀναθέσῃ τὸν κανονισμὸν τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, τὸ ἀφῆκεν εἰς τὸν διάδοχον αὐτοῦ, τὸν μακαρίτην Λομβάρδον, ἀλλὰ βεβαίως ἐξετέλει τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος ὁ Πρωθυπουργός· ἦλθεν ἀκολούθως ἑτέρα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἐτόλμησεν ὡσαύτως νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ πλαγίως καὶ δι’ ἐμμέσου τρόπου ἠθέλησεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβλέψεως, διορίζων τὸν διεκπεραιωτήν. Σήμερον ἔρχεται πλέον ἀνοικτὰ τὸ δικαίωμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ θεσμὸς οὗτος ἤρχισε νὰ καθιεροῦται μετὰ συστολῆς καὶ αἰδοῦς· σήμερον ὅμως ἔρχεται καθαρὸς, ὁλόγυμνος, νὰ καθιερώσῃ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ὁ διευθυντὴς πασῶν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Δὲν ὑπάρχει κἀνὲν Κράτος, ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει ἄλλην νόμιμον ἐξουσίαν ἢ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὴν διεύθυνσιν τῶν συνεδριάσεων αὐτοῦ. Βεβαίως ἕκαστος Πρωθυπουργὸς, ἀναλόγως τῆς ἀξίας του καὶ τῆς βαρύτητός του, ἐξασκεῖ ἐπιῤῥοὴν μείζονα ἢ ἐλάσσονα, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι προσωπικὸν μεταξὺ τῶν συνυπουργῶν. Σήμερον ὅμως ἐρχόμεθα νὰ καθιερώσωμεν διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου δικαιώματα τερατώδη, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον οὐχὶ Συμβούλιον ἐνεργοῦν, ἀλλ’ ἁπλῶς σῶμα συμβουλευτικὸν πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν. Αἱ συνέπειαι τοῦ θεσμοῦ τούτου θὰ ἦναι τερατώδεις, διότι πᾶς Ὑπουργὸς, γνωρίζων ὅτι οὐδεμία αὑτοῦ πρᾶξις θὰ λάβῃ ἐφαρμογὴν, ἂν δὲν ἔχῃ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δὲν δύναται νὰ πράξῃ τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων παραδεδεγμένον παρ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν «ἂν ὑπάρχῃ διαφωνία μεταξὺ Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ ὁ Ὑπουργός.» Καὶ διατὶ νὰ ὑποχωρήσῃ; Ἐν περιπτώσει διαφωνίας τὸ ζήτημα λύει πρῶτον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ δεύτερον ἡ Βουλή, καὶ ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀποδοκιμάζῃ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰ ὑποκύψῃ ἢ νὰ παραιτηθῇ...
§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ συνέβη, ὅταν παρῃτήθητε;
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ, καὶ ὅσοι ἀσχολοῦνται εἰς πᾶν ἄλλο, παρὰ εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς πατρίδος των, καλὰ θὰ κάμουν νὰ μὴ διακόπτουν... Τὸ ζήτημα τῆς μὴ συμβιβαζομένης διαφωνίας τὸ λύει ὁ Βασιλεὺς ἐν πρώτοις καὶ ἔπειτα ἡ Βουλή. Ἀπορῶ, πῶς δὲν θέλουσι νὰ ἐννοήσωσι στοιχειώδη ζητήματα. Στοιχειῶδες εἶναι, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι κύριος τῶν Ὑπουργῶν του, ἀλλὰ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιόν μας. Ἀπὸ τῆς λειτουργίας τοῦ τοιούτου προνομίου τοῦ Πρωθυπουργοῦ περιγράφομεν καὶ νοθεύομεν τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Οἱονδήποτε δὲ καὶ ἂν ἦναι τὸ πολίτευμα, ὅταν παραβιάζῃ τὰς βάσεις αὐτοῦ, ἀποβαίνει νόθον καὶ φέρει ὀλέθρια ἀποτελέσματα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§118ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου ὑπάγονται εἰς τὰ προσόντα τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν προκύπτει ἐκ τοῦ ἄρθρου 3. Ἐδῶ μάλιστα ἀναγράφεται καὶ ἓν προσόν, ὅτι ὁ ἐπὶ πλέον τῶν πέντε ἐτῶν ὑπηρετήσας ὡς διευθυντὴς τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως κτλ. δύναται νὰ διορισθῇ ταξινόμος· ὑποθέτω, ὅτι πρόκειται περὶ διατάξεως ἀφορώσης εἰς πρόσωπα, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Θέλω νὰ μάθω, ἂν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου ὑπάγωνται εἰς τὸν νόμον τῶν προσόντων.
§119Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἔχουσι βαθμοὺς ἀναγραφομένους ἐν τῷ νόμῳ, ὑπάγονται εἰς τὰ προσόντα· π. χ. ὁ διευθυντὴς ἔχει βαθμὸν καὶ μισθὸν τμηματάρχου, ὁ ταξινόμος ἔχει βαθμὸν καὶ μισθὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως, ὁ ἐργοστασιάρχης ἐπίσης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἔχει).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§121ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀποκλείονται τὰ προσόντα τοῦ νόμου, ὃν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι ὁ ζητῶν νὰ προσληφθῇ εἰς οἱανδήποτε θέσιν ὀφείλει νὰ προσαγάγῃ πιστοποιητικὸν, βεβαιοῦν ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων κτλ.
§122Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀπαιτεῖται καὶ τοῦτο.
§123ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ βλέπω, ὅτι ἐπαναλαμβάνεται διάταξις, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς πᾶν νομοθέτημα, ὅτι δηλ. ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων· τοῦτο ζητεῖται χάριν τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἄλλα προσόντα.
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λέγει τὸ ἄρθρον «εἰς οἱανδήποτε θέσιν».
§125Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις εἶναι γενική.
§126ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ νόμος περὶ προσόντων δὲν ἐφηρμόσθη εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον.
§127Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον ἀναγνωρίζομεν τὰ προσόντα.
§128ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἔκφρασις τοῦ νομοσχεδίου «ἐὰν ἐξεπλήρωσε τὰς στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις» ἀποκλείει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τύχει ἀπαλλαγῆς, διότι χρειάζεται νὰ ὑπάρχῃ ἐκπλήρωσις.
§129Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα ἐλέχθησαν καὶ ἐπὶ ἄλλου νομοσχεδίου, ἐδόθη δὲ ἡ ἐξήγησις, ὅτι ἡ ἀπόδειξις τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως ζητεῖται, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται, ἄλλως ἀπαιτεῖται ἡ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ὑφίσταται ὑποχρέωσις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 5–12).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§131ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐδῶ εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα καὶ διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ νὰ προστεθῇ δευτέρα παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ τῆς δημοσιεύσεως τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν Β. Διαταγμάτων, περὶ ὧν μεριμνᾷ ὁ νόμος ΑΝΓʹ τοῦ ἔτους 1882, ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, κανονίζουσιν ἀποκλειστικῶς αὐτοὶ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί, ἐντελλόμενοι τὴν δημοσίευσιν τοῦ εἰδικοῦ μέρους τῆς Ἐφημερίδος, τοῦ περιέχοντος τὰς ἰδίας αὐτῶν πράξεις καὶ τὰ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν των ἀνήκοντα βασιλικὰ διατάγματα.» Ἅμα γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· τὸ νομοσχέδιον εἶναι συνταγματικώτατον, οὐδὲν δικαίωμα προσβάλλεται.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§133ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ διακοπὴ τώρα.
§134ΡΑΛΛΗΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν ἄνευ διακοπῆς μέχρι τῶν συμβάσεων, καὶ ἐκεῖ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, διότι νομίζω, ὅτι ἕως ἐκεῖ θὰ ἦναι ἀρκετὴ ἐργασία.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀκινήτων πρὸς συντήρησιν ἢ ἀνεύρεσιν ἀρχαιοτήτων.
§136Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐγένετο χθὲς λόγος, ὅτι θὰ ἦτο πρέπον νὰ ἀναγραφῇ ἐν αὐτῷ διάταξις, καθ’ ἣν ἡ ἀναγκαία πίστωσις πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν δέον ἵνα ἐκδίδηται ἐντὸς διορίας μέχρις ἓξ μηνῶν, ἄλλως νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ διάταγμα. Συμφωνῶν, ὅτι τοιοῦτος ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, προέτεινα τροπολογίαν ἐν ἄρθρῳ 5, καθ’ ἣν, ἐὰν ἐντὸς ἓξ μηνῶν μὴ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, τὸ διάταγμα μένει ἀτελεσφόρητον.
§137ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ διάταγμα ἀνεκήρυξε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἀλλὰ δὲν καθιστᾷ ἀναγκαστικὴν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Αὕτη θὰ ἐπέλθῃ διὰ πράξεως συμφώνου πρὸς τὸ ἄρθρον 5, καὶ τότε ἡ πρᾶξις αὕτη θὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς περιλήψεως τῆς πιστώσεως ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα τὸ ἤδη ἐκδεδομένον θὰ μείνῃ ἀκέραιον.
§138Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἰσχύν, ἀφοῦ ἡ πίστωσις δὲν ἐξεδόθη ἐντὸς ἓξ μηνῶν· ἑπομένως πρὸς ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἐν τῷ μέλλοντι πρέπει νὰ προκληθῇ ἄλλο διάταγμα. Παρατηρῶ πρὸς τούτοις, ὅτι ἐν ἄρθρῳ 2, παραγράφῳ γʹ παρελείφθη ἡ λέξις «περιλαμβάνοντος» πρὸ τῶν λέξεων «πρόχειρον ἐκτίμησιν». Ἐπίσης καὶ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἐδαφίῳ παρελείφθη ἡ λέξις «ὁριζομένων» πρὸ τῶν λέξεων «ὑπὸ τοῦ Πρυτάνεως.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον μετὰ τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 2 καὶ 5 ἐπενεχθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τροποποιήσεων).
§139ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἤδη ψηφισθέντος νομοσχεδίου ἡ διατύπωσις οὐδὲν ἀποδεικνύει τὸ ἀνύπαρκτον πλέον τοῦ διατάγματος, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἰδιοκτησίας, νομίζω, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ καθαρῶς εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιθεωρήσεως ταμείων δημοσίων, δημοτικῶν, κοινοτικῶν, ἀνωνύμων ἑταιριῶν καὶ ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιροήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§142ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 2 θὰ ἦτο καλὸν νὰ λείψῃ τὸ δυνητικὸν, καὶ νὰ ὑπάρξῃ τοὐλάχιστον ὑποχρέωσις περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων τοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
§143Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἐν ἄρθρῳ 2 δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ ἡ διάταξις ὡς δυνητικὴ, ἀλλ’ ὡς ὑποχρεωτική. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν, διότι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἀπόλυτον ὁ ἐπιθεωρητὴς, πρέπει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δίδῃ εἰς αὐτὸν τὴν διαταγὴν, ἵνα ἡ ἐπιθεώρησις γίνηται μόνον ὅταν λαμβάνῃ τοιαύτην διαταγήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐπὶ δικαστηρίου παραστάσεως τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς τῆς περιουσίας Πάγκα.
§145ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς τρίτης συζητήσεως, πρέπει νὰ προσέξητε, διότι δὲν καθορίζεται ἡ σύμπραξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§146ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ δύο νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀμφότερα ἀφορῶσιν εἰς περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, καὶ κανονίζεται δι’ αὐτῶν ὁ τρόπος τῆς παραστάσεως τῶν περιουσιῶν τούτων, τοῦ Πάγκα καὶ τοῦ Ζάππα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν περιουσίαν τοῦ Ζάππα, ὑπάρχει νόμος, καθ’ ὃν ἡ περιουσία ἐκείνη ἐκπροσωπεῖται ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλοντος ἢ μᾶλλον δυναμένου νὰ συμμορφῶται μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ νομικῶν συμβούλων. Αὐτὴν τὴν διάταξιν διατὶ ἐνταῦθα δὲν τὴν θεωροῦμεν ἐπαρκῆ, ἀλλὰ νομοθετοῦμεν ἀναθέτοντες τὸν διορισμὸν τοῦ πληρεξουσίου εἰς τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς; Ἐκτὸς ὅμως τούτου βλέπω εἰς τὸ ἓν νομοσχέδιον διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν εἰς τὸ ἕτερον. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς περιουσίας Πάγκα προβλέπει περὶ παραγραφῆς ἀγωγῶν, τὸ ἕτερον δὲν ἀποβλέπει εἰς τοῦτο. Διατὶ ἡ διάταξις αὕτη, ἐὰν ἦναι ἀναγκαία, δὲν περιλαμβάνεται εἰς ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια, ὥστε νὰ λείψῃ πᾶσα ἀμφισβήτησις; Θὰ ἦτο λοιπὸν καλὸν νὰ γείνῃ ἀπὸ κοινοῦ μία διαῤῥύθμισις τῶν δύο νομοσχεδίων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐπὶ δικαστηρίων παραστάσεως τῆς Ζαππείου ἐπιτροπῆς).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείων ἐπὶ ἐνεχύρῳ γινομένων ὑπὲρ ἀνεγνωρισμένων τραπεζιτῶν, τῆς ἀποδείξεως αὐτῶν καὶ τῆς περὶ ἐκποιήσεως τοῦ ἐνεχύρου διαδικασίας.
§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦτο γίνεται δεκτὴ ἀρχὴ λίαν ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ἐμπόριον, ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς ἁπλοῦς τραπεζίτας τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κέκτηνται αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἁπλῶν τραπεζιτῶν καὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν εἶναι μεγίστη. Αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι διευθύνονται ὑπὸ πολυμελοῦς προσωπικοῦ καὶ ὑπὸ ἱεραρχίας ὡρισμένης, εἶναι δὲ καὶ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως δυσκόλως δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, ὅτι μία τοιαύτη ἑταιρία θέλει καταχρασθῆ. Τοῦτο ἐκλείπει ὅλως διόλου εἰς τὸν ἰδιώτην τραπεζίτην, ὅστις ἐπιδιώκει μόνον τὸ ἀτομικὸν συμφέρον. Ἐὰν δώσωμεν εἰς τοὺς ἰδιώτας τραπεζίτας τὸ δικαίωμα ἰδίως νὰ ἐκποιῶσι τὸ ἐνέχυρον διὰ τῶν συνοπτικῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἐκποιοῦσιν αὐτὸ αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι, ἐκθέτομεν εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα τοῦ δανειζομένου, διότι ἄνευ ἀμφιβολίας μεταξὺ δανειζόντων τραπεζιτῶν θὰ ὑπάρξωσι καὶ τοιοῦτοι, οἵτινες θὰ καταχρασθῶσι τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ὀφειλετῶν αὐτῶν. Συνήθως δὲ οἱ πτωχότεροι, οἱ ἀσθενέστεροι εὑρίσκουσιν εὐκολίαν ἐν τῷ δανείζεσθαι παρὰ τοῖς τραπεζίταις τοῖς μὴ ἐξέχουσιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑπολήψεως καὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων. Ὅτι δὲ μεταξὺ τῶν τραπεζιτῶν εἰσι πλεῖστοι οὐχὶ ἄξιοι πλήρους ἐμπιστοσύνης, ἐξηγεῖται ἐξ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τίνες εἰσὶν οἱ τραπεζῖται ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους παραχωρεῖται τὸ μέγα τοῦτο δικαίωμα; εἶναι οἱ τραπεζῖται οἱ πληρόνοντες τὸν φόρον τῆς ἀνωτάτης κλάσεως.
§149ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι τυπογραφικὸν λάθος; ἐν τῷ πρωτοτύπῳ ἔχει οὕτω: «πληρόνοντας τὸν ἀνώτερον φόρον τῆς κλάσεως τῶν τραπεζιτῶν».
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο δὲν θὰ παρεμποδίσῃ ἀκριβῶς τοὺς τραπεζίτας ἐκείνους, οἵτινες πρὸς κατάχρησιν θὰ θελήσουν νὰ ἀποκτήσουν τὸ προνόμιον τοῦτο, νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν ἀνωτάτην κλάσιν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου καὶ ἄλλων λεπτομερειῶν, ἡ ἀρχὴ αὕτη τῆς χορηγήσεως τοιούτου προνομίου εἰς ἰδιώτας περιέχει κίνδυνον μέγιστον διὰ τὸν κατώτατον λαὸν, τὸν συνήθως δανειζόμενον παρὰ τραπεζιτῶν μὴ πράγματι ἐξεχόντων.
§151ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὀφείλω νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς ἐπί τινων παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἶχεν ὑποβάλει κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Ἡ παρατήρησις ἀφεώρα εἰς τὸ ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐννοῇ νὰ μεταδώσῃ τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα οὐ μόνον εἰς τὰ χρεώγραφα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἄργυρον ἢ καὶ εἰς ἕτερα τιμαλφῆ εἴδη. Εἶπον προχείρως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ μόνον περὶ τῶν ὁμολογιῶν καὶ χρεωγράφων, ἐπεφυλάχθην ὅμως νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι δέον νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ 1ον ἄρθρον, μετὰ τὰς λέξεις «τῆς ἐκποιήσεως τοῦ ἐνεχύρου», αἱ λέξεις «ἀνωνύμων μετοχῶν καὶ ὁμολογιῶν». Δευτέρα παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀπέβλεπε τὸ ἄρθρον 2. Ἐνομίσαμεν, ὅτι, ἐὰν ὁ τραπεζίτης θέλῃ νὰ δώσῃ εἰς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε, τὸ νόμιμον κῦρος καὶ ὡς πρὸς τρίτους, ὀφείλει μόνον νὰ τὸ προσκομίσῃ εἰς τὸν συμβολαιογράφον. Ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀνέμενον τοιαύτας παρατηρήσεις· ἐνόμιζον, ὅτι εἶναι σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ, ὅτι πᾶσαι αὗται αἱ διατάξεις ἀφορῶσι τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν τῶν δανειζομένων. Ἐφ’ ὅσον ὑποβάλλομεν τὸν δανείζοντα εἰς περιορισμοὺς, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ χορηγία δανείων ἀπαντᾷ μείζονας δυσκολίας. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι, ἐνόσῳ ἐκράτει ὁ νόμος περὶ ἐνεχύρων τοῦ 1836, οὐδεμία τῶν Τραπεζῶν ἐχορήγει δάνεια, διότι ἐφοβεῖτο τὴν πολυτελῆ διαδικασίαν, ἡ ὁποία διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1636 διεγράφη· ὡς ἐκ τούτου ἐζητήθη κατὰ τὸ 1880 ἡ παροχὴ εἰδικῆς ἁπλουστέρας διαδικασίας. Ταύτης τῆς ἁπλοποιήσεως τὰ πλεονεκτήματα ἐγένοντο κατάδηλα, διότι, ἀφ’ ἧς ἐξεδόθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, αἱ Τράπεζαι ἐχορήγησαν καὶ χορηγοῦσι δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ, ἐπὶ προφανεῖ ὠφελείᾳ τῶν παρ’ ἡμῖν συναλλαγῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αἱ Τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦσι τοιαῦτα δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ· χορηγοῦσι τοιαῦτα δάνεια καὶ οἱ τραπεζῖται· ὅπως ὅμως οὗτοι ἀποφύγωσι τὰς διατάξεις καὶ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου τοῦ 1836, ἐξεῦρον τρόπον ἕτερον, ἤτοι ἀντὶ νὰ γίνηται σύστασις ἐνεχύρου, γίνεται μία εἰκονικὴ πώλησις, καὶ αὕτη εἶναι ἡ σήμερον κρατοῦσα τακτική. Εὐθὺς ὡς εἰς ἕνα τραπεζίτην προσέλθῃ τις, ἵνα ζητήσῃ δάνειον ἐπὶ ἐνεχύρῳ, ἐκεῖνος θὰ τῷ εἴπῃ: «ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποβληθῶ εἰς τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου τοῦ 1836· ἑπομένως, ἐὰν θέλητε νὰ σᾶς δανείσω, θὰ μοὶ ἀφήσητε τὰ χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα προσφέρετε ὡς ἐνέχυρον, καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπόδειξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀναλαμβάνω μόνον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πωλήσω ὑμῖν τὰ ὁποῖα μοὶ ἐνεχυριάζετε χρεώγραφα, ἐὰν μοὶ πληρώσητε ὅσα σᾶς ἐδάνεισα μετὰ τοῦ συμφωνηθέντος τόκου». Ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἁπλῆς διαδικασίας λαμβάνουσι χώραν εἰκονικαὶ πράξεις. Ἀλλὰ ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως μὴ ἐπεκταθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ εἰς τοὺς τραπεζίτας, προκειμένου μάλιστα περὶ τραπεζιτῶν, οἱ ὁποῖοι πληρόνουσι τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ κρατοῦσι τακτικῶς τὰ ὑπὸ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου προβλεπόμενα βιβλία. Ἐπειδὴ ὅμως, ὅτε τὸ πρῶτον τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπεβλήθη ὄχι κυρίως αὕτη ἡ ἔνστασις, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἑτέρα τις, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς βεβαίας χρονολογίας, προκειμένου περὶ τραπεζιτῶν καὶ οὐχὶ περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν, νὰ παραβλαφθῶσιν ἐν δεδομένῃ στιγμῇ τὰ συμφέροντα ἐκείνων, οἵτινές εἰσι πιστωταὶ τοῦ δανειζομένου, ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ἵνα ἐξασφαλισθῇ ἡ βεβαία χρονολογία τοῦ συμβολαίου τοῦ δανείου. Μετὰ μελέτην ἐξευρέθη ὁ τρόπος οὗτος, ὁ ὁποῖος ἐθεωρήθη παρέχων πλήρη τὰ ἐχέγγυα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ὡς πρὸς τοῦτο καταδολίευσις τῶν συμφερόντων τινὸς, διότι, εὐθὺς ὡς συνομολογηθῇ τὸ ἐπὶ ἐνεχύρῳ δάνειον, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τοῦ συμβολαιογράφου, καὶ οὕτω δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ εἰκονική τις ἀναγραφή. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης παρετήρησεν, ὅτι εἶναι πιθανὸν ὁ δανείσας νὰ καταχρασθῇ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ δανεισθέντος παρ’ αὐτοῦ. Δὲν βλέπω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ποιήσηται κατάχρησιν τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης, ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον εἶναι ὑποχρεωμένος πρὸ 10 ἡμερῶν νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, μετὰ 10 δὲ ἡμέρας νὰ ἐκποιήσῃ τὰ ἐνέχυρα, ἐὰν μὲν ὑπάρχῃ χρηματιστήριον, ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ, ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ χρηματιστήριον, ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου. Ὅλαι αὗται αἱ διατυπώσεις δύνανται νὰ διεξαχθῶσι καθ’ ὃν τρόπον διαγράφει ὁ νόμος, ἑπομένως οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει ἐκ τούτου, ἵνα τραπεζίτης καταδολιευθῇ τὰ συμφέροντα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐδανείσθη παρ’ αὐτοῦ. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι πιθανὸν, διὰ νὰ ἀπολαύσωσι τὰ πλεονεκτήματα τοῦ νόμου τούτου οἱ μικροὶ τραπεζῖται, νὰ ζητήσωσι ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν ἀνώτερον φόρον τῆς κλάσεως ταύτης, διότι ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἐγγύησις, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου δὲν παρέχονται εἰς πάντας τοὺς τραπεζίτας τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα. Ὁ νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, προκαλουμένου κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ παράσχῃ τὸ πλεονέκτημα τοῦτο. Οὕτως ἔχει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τοῦ 1880, εἰς τὸ ὁποῖον παραπέμπει ὁ νόμος οὗτος, ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ κατὰ τὸν αἰτοῦντα τὸ πλεονέκτημα τοῦτο τραπεζίτην ἢ τοκογλύφον. Ἡ Κυβέρνησις σέβεται ἑαυτὴν, σέβεται τὴν κοινωνίαν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἡ πρᾶξις αὕτη πρόκειται νὰ λάβῃ δημοσιότητα, καὶ οὐδέποτε θὰ ποιήσηται κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας της ταύτης. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἀπεδείχθη μὴ βάσιμος, ἡ δὲ Βουλὴ θὰ προβῇ εἰς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§152ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐλαττόνει ἀναντιῤῥήτως τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, μεταβαλλόμενον εἰς νόμον, ἤθελεν ἐπιφέρει· ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν θὰ ἐπιφέρῃ ἄτοπα, δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι, ὅτι σήμερον οἱ τραπεζῖται, οἱ θέλοντες νὰ δανείσωσιν ἐπὶ χρεωγράφοις καὶ μετοχαῖς ἀνωνύμοις, δὲν δανείζουσιν, ἀλλὰ ποιοῦνται εἰκονικὴν πώλησιν, τὸ ὀνομαζόμενον report. Τοῦτο δὲν θὰ προληφθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Οἱ τραπεζῖται, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε ἐποιοῦντο τὴν τοιαύτην εἰκονικὴν πώλησιν, θὰ ἐξακολουθήσωσιν αὐτὴν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ὅπως καλύψωσι δάνεια προηγούμενα, καὶ ἀποφύγωσι πᾶσαν διατύπωσιν. Δὲν πρόκειται ἑπομένως περὶ τῶν κυρίως χρηματιζομένων καὶ περὶ τῶν χρηματιστῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ δανεισθῶσι χρήματα, ἐνεχυριάζοντες ἀνωνύμους μετοχὰς ἢ ἀνωνύμους ὁμολογίας.—οὗτοι βεβαίως θὰ ἐξακολειθήσωσι ποιούμενοι τὸ λεγόμενον report,—ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν μικρῶν ἀνθρώπων τῆς κοινωνίας καὶ τῶν πτωχῶν, οἵτινες θὰ ζητήσωσιν νὰ δανεισθῶσιν ἐπὶ ἐνεχύρῳ. Βεβαίως, ὡς εἶπον, μετὰ τὸν περιορισμὸν εἰς τὰ ἀνώνυμα χρεώγραφα, ἐλαττοῦται πολὺ τὸ ἄτοπον, οὐχ ἧττον ὅμως ὑφίσταται πάλιν, ὑφίσταται, διότι ὑπάρχουσι μετοχαὶ ἑταιριῶν, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς χρηματιστικὰς πράξεις, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι δύναται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς δάνεια, εὐκολύνοντα τοὺς πτωχοὺς κατόχους τοιούτων μετοχῶν ἑταιριῶν μικρῶν καὶ μὴ ἐχουσῶν κυκλοφορίαν ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ. Ἐπὶ τούτων βεβαίως θὰ ἐπέλθωσι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξα, διότι ἀφαιροῦμεν παρὰ τῶν πτωχοτέρων τούτων τὰ δικαιώματα τῆς προφυλάξεώς των ἐκ τῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτικὴ Δικονομία δίδει εἰς αὐτοὺς, ὅπως ἐξασφαλίσωσι τὴν μὴ πώλησιν τῶν τοιούτων μετοχῶν ἐπὶ βλάβῃ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, τὸ ζήτημα περιωρίσθη ἐπὶ τοσοῦτον διὰ τοῦ περιορισμοῦ εἰς τὰς ἀνωνύμους μετοχὰς καὶ ὁμολογίας, ὥστε, ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ πράξωμέν τι· νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ μικροῦ τούτου ζητήματος κακῶς πράττει ἐπιμένουσα, διότι εἰσάγει μίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία αὔριον δύναται νὰ ἐπεκταθῇ πλειότερον παρ’ ἄλλης Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὰ μεγαλείτερα κακὰ, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξα.
§153ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα παρεχωρήθησαν εἰς τὰς Τραπέζας, πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ παραχωρηθῶσι καὶ εἰς τοὺς τραπεζίτας. Ὀρθῶς παρετηρήθη, ὅτι μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις μεταξὺ ἀνωνύμων ἑταιριῶν καὶ ἁπλῶν ἰδιωτῶν. Τοῦτο εἶναι πρᾶγμα καταφανές. Αἱ Τράπεζαι εὑρίσκονται ἐν τῇ δημοσιότητι ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐργάζονται ἐπὶ γνωστῶν καταστατικῶν, καὶ πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ἔχουσι βασιλικοὺς ἐπιτρόπους. Τὰ ἐν ταῖς Τραπέζαις ἰσχύοντα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δυνάμενα νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ἐπὶ οἱουδήποτε ἰδιώτου. Ἀλλ’ ἵνα ἐννοήσωμεν καλῶς, ἐὰν πρέπῃ τὰ εἰς τὰς Τραπέζας χορηγούμενα δικαιώματα νὰ χορηγηθῶσιν εἰς τοὺς ἰδιώτας, εἶναι καλὸν πρὸ πάντων νὰ γνωρίζωμεν, ὁποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα παρεχωρήθησαν εἰς τὰς Τραπέζας. Δὲν εἶναι μόνον τὰ δικαιώματα ταῦτα ἡ ταχύτης περὶ τὴν ἐκποίησιν τοῦ ἐνεχύρου· εἶναι ἕτερα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ πολὺ μεγαλείτερα. Εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τοῦ 1880, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἐνεχύρου πληρόνεται ἡ ἀπαίτησις τῆς Τραπέζης, προτιμωμένης παντὸς ἄλλου προνομίου καὶ παντὸς πραγματικοῦ δικαιώματος. Ἑπομένως διὰ τῆς ἁπλῆς ἐπιχειρήσεως ἑνὸς ἀντικειμένου ἐπέρχεται ἡ συνέπεια, ὅτι πᾶς ἄλλος, ἔχων προνόμιον ἐπὶ τοῦ πράγματος ἐκείνου, χάνει τὸ προνόμιόν του· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ πᾶς ἄλλος, ἔχων πραγματικὸν δικαίωμα ἐπὶ τοῦ πράγματος αὐτοῦ, χάνει καὶ αὐτὸς τὸ δικαίωμά του. Τοιουτοτρόπως οἱ ἀληθεῖς κύριοι τοῦ ἐνεχύρου ἀποστεροῦνται τῆς ἰδιοκτησίας των ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν. Πρόκειται ἤδη ν’ ἀποστερηθῶσι τῆς ἰδιοκτησίας των ὑπὲρ τῶν τραπεζιτῶν. Τοιαῦτα λοιπὸν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπεν οὔτε εἰς τὰς Τραπέζας νὰ παραχωρηθῶσιν, εἶναι δυνατὸν νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς ἁπλοῦς ἰδιώτας; Γνωρίζομεν, ἂν οὗτοι θὰ καταβάλωσι πᾶσαν προσοχὴν, ἵνα δεχθῶσιν ὡς ἐνέχυρα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐνεχυρίασαν, καὶ ὄχι κλοπιμαῖα; Ἰδοὺ διατὶ φρονῶ, ὅτι οὐδέποτε ἔπρεπε δικαιώματα παραχωρούμενα εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ τῶν ὁποίων τὴν παραχώρησιν ἐγὼ καὶ εἰς τὰς Τραπέζας ἀκόμη δὲν ἐγκρίνω, οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς ἰδιώτας. Ὁ περιορισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤδη εἰσάγει, ὁ περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀνώνυμα χρεώγραφα, ἐλαττόνει ὁπωσδήποτε αὐτὸ τὸ δικαίωμα· ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἐκ κλοπῆς προέρχωνται τὰ ἀνώνυμα χρεώγραφα, δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ τὰ διεκδικήσῃ καὶ εἰς χεῖρας τρίτων, ἤδη ὅμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀποβάλλει τὸ δικαίωμα τῆς διεκδικήσεως. Ἄλλως, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς μεριμνᾷ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δίδουσιν ἐνέχυρα, δὲν νομίζει, ὅτι ἡ μέριμνά του μειοῦται, ὅταν περιορίζηται εἰς χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα βεβαίως οἱ πτωχοὶ ἰδιῶται δὲν ἔχουσιν, ἵνα δώσωσιν ὡς ἐνέχυρα; Πρόκειται λοιπὸν περὶ ὀλίγων δανειζομένων. Ἐὰν παραχωρῶμεν δικαιώματα, καὶ εἰς τὰς Τραπέζας αὐτὰς; κακῶς παραχωρούμενα, ἐὰν παραχωρῶμεν αὐτὰ καὶ εἰς ἰδιώτας, νομίζω, ὅτι τοιαύτη πρόνοια οὐχὶ ὑπὲρ ὅλων τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ ἐκείνων μόνον, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἑκάστοτε θὰ εὐνοήσῃ, δὲν εἶναι προσήκουσα.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς ὑπὸ τοῦ ταμείου τῶν φάρων τῶν μισθῶν τοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ὡρισμένου προσωπικοῦ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§157ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς· μετὰ τὰς λέξεις «δημοσίων κτιρίων» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ὡς καὶ οἱ μισθοὶ τοῦ ἐν τῷ αὐτῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένου λοιποῦ προσωπικοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταδιώξεως τῶν ἀρουραίων καὶ τῶν ἀκρίδων.
§159ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου μοὶ συνέστησεν ἐπισταμένην αὐτοῦ μελέτην, ἵνα κατανοήσω τὰς διατάξεις καὶ ὁμιλήσω ἐν γνώσει τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ, ἐὰν ἤθελον εὕρει τοιαῦτα· ἀπαντῶν δὲ εἰς ἄλλους ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἐπικρίναντας τὸ νομοσχέδιον, παρέστησεν, ὅτι διὰ μακρῶν ἐμελέτησε τὸ ἀντικείμενον καὶ πολὺ εἰργάσθη καὶ πολὺ ἐκοπίασεν, ἵνα καταρτίσῃ ὅπως κατήρτισε τὸ ἔργον...
§160ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὰ εἶναι λόγια ἰδικά σας.
§161ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. .. καὶ παρέστησεν, ὅτι κατέστησεν αὐτὸ ἄτρωτον, οἱονεὶ ἐμβαπτίσας αὐτὸ εἰς τὰ ῥεῖθρα τῆς Λουσίας πηγῆς, χωρὶς ν’ ἀφήσῃ πτυχήν τινα ἐκτὸς τῶν ὑδάτων. Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι ἡ Λουσία πηγὴ ἀπώλεσε πλέον τὴν ἐπὶ τῶν χρόνων τῆς Θέτιδος θαυματουργὸν ἰδιότητα αὐτῆς. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ μελετήσω ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον, ἐκ δὲ τῆς μελέτης αὐτοῦ ἐπείσθην ἀδιστάκτως, ὅτι χρῄζει ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Βεβαίως εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κ. Ὑπουργὸς, προκαλέσας τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἀλλ’ ἐλέγχεται λίαν ἀτελὲς τοῦτο, καὶ μάλιστα τόσον ἀτελὲς, ὥστε ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν διακεκριμένην νοημοσύνην καὶ τὴν πεφωτισμένην πεῖραν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀμφιβάλλω, ἂν τὸ ἔργον ἦναι ἰδικόν του· πιστεύω μᾶλλον ὅτι ἐξ εὐμενοῦς ἐπιεικείας υἱοθέτησεν αὐτό. Διὰ τῆς πρώτης διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου λέγει, ὅτι «ἡ καταδίωξις τῶν ἀρουραίων καὶ τῶν ἀκρίδων ἐνεργεῖται κατὰ δήμους διὰ προσωπικῆς ἐργασίας, ἐπιβαλλομένης ἐξ ἴσου εἰς πάντας τοὺς ἐγγεγραμμένους δημότας ἐν ἑκάστῳ δήμῳ κλπ.» Ποίους ἐγγεγραμμένους καὶ ποῦ ἐγγεγραμμένους; Ὡς γνωρίζει ἴσως ὁ κ. Ὑπουργός, δημοτολόγια δὲν ὑπάρχουσιν οὐ μόνον εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, ἀλλὰ οὔτε εἰς αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν· τακτικὸν δημοτολόγιον ὑπάρχει μόνον εἰς τὸν Πειραιᾶ. Διὰ τοῦτο οἱ δήμαρχοι, ἐκδίδοντες τὰ πιστοποιητικὰ ἰθαγενείας, μνημονεύουσι τῶν μητρῴων καὶ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Περὶ τούτου ἔχω ἀκριβῆ γνῶσιν, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ τοῦτο βασίμως. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχουσιν ἀκριβεῖς κατάλογοι πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν δημοτῶν· τὸ μητρῷον ἔχει τὴν ἡλικίαν ἀπὸ τῆς γεννήσεως μέχρι τοῦ 50 ἔτους, οἱ δὲ ἐκλογικοὶ κατάλογοι ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους μέχρι τῆς ἀπωτάτης ἡλικίας. Ὥστε βλέπετε, ὅτι δὲν ὁρίζεται ποῦ πρέπει ν’ ἀναζητηθῶσιν οἱ ἐγγεγραμμένοι. Ἀφοῦ δὲ δημοτολόγια δὲν ὑπάρχουσιν, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, δὲν ὑπάρχουσι κατ’ ἀκολουθίαν στοιχεῖα καταρτίσεως τοῦ καταλόγου τῶν ὑποχρέων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἀπὸ ἕκαστον δῆμον πολλοὶ θ’ ἀποδημῶσιν εἴτε εἰς τὴν ἡμεδαπὴν, εἴτε εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ποῖος ἄρα θ’ ἀντιπροσωπεύῃ τοὺς ἀπόντας, ἵνα ὑποβάλῃ τὰς ἐνστάσεις, καὶ πρὸς ποῖον θὰ τὰς ὑποβάλλῃ; Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει «ὁ νομάρχης θὰ ἐκδικάζῃ»· ἀλλ’ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου δὲν προκύπτει, ἐὰν θὰ δικάζῃ ὁ νομάρχης. Τὸ νομοσχέδιον λέγει μόνον παρακατιὸν, ὅτι ὁ νομάρχης θ’ ἀναγνωρίζῃ τὴν ἀνάγκην τῆς καταδιώξεως, καὶ θὰ ἐκδίδῃ πρόσκλησιν πρὸς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν περὶ ἐπιχειρήσεως τῆς καταδιώξεως καὶ οὐχὶ περὶ ἐκδικάσεως τῶν καταλόγων, ἑπομένως ἀπαιτεῖται νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς καταρτίσεως τῶν καταλόγων τῶν ὑποχρέων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τὸ νομοσχέδιον διαλαμβάνει, ὅτι εἰς τὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν ὑποβάλλονται καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες εἰς τὸν δῆμον ἑτεροδημόται. Πόθεν θὰ ἐξακριβωθῶσιν οὗτοι; Πρόδηλον, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρξῃ μία διαδικασία, ἐὰν οἱ ἑτεροδημόται προσκληθῶσι νὰ ὑποβάλωσι τὰς ἐνστάσεις των. Ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον διαλαμβάνει, ὅτι ἐξαιροῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἴτε εἶναι ἱερεῖς, εἴτε ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ, εἴτε εἶναι διανοητικῶς ἢ σωματικῶς ἀνίκανοι. Ἀλλὰ πῶς θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔνστασίν του ὁ ὑπηρετῶν ἐν τῷ στρατῷ, ἀφοῦ οὗτος θὰ στρατεύηται εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν τοῦ Κράτους καὶ ἑπομένως θὰ ᾖναι ἀδύνατον εἰς αὐτὸν, ἐὰν δὲν ἔχῃ συγγενεῖς μάλιστα, νὰ ὑποβάλῃ ἐνστάσεις; Ἀλλὰ τοὺς σωματικῶς ἀνικάνους καὶ τοὺς διανοητικῶς ἀνικάνους ποῖος θὰ τοὺς ἐξετάσῃ πρὸς βεβαίωσιν τῆς τοιαύτης ἰδιότητος αὐτῶν; Πρέπει βεβαίως νὰ τοὺς ἐξετάσῃ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον. Λοιπὸν, ἐὰν οὗτοι ὑποβάλωσιν ἐνστάσεις εἰς τὸν νομάρχην, ἐὰν δὲν ὁρισθῇ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἀνικανότητος αὐτῶν, καὶ ἂν ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ὁ νομάρχης ἐξετάζει τὰς τοιαύτας ἐνστάσεις, ἐπὶ τίσι στοιχείοις θ’ ἀποφανθῇ οὗτος; Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ οὗτοι, οἱ ἐξαιρούμενοι, ἐὰν ἔχωσι περιουσίαν, ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσιν ἀντίτιμον τριῶν ἡμερομισθίων, ἐὰν δὲν προτιμῶσι νὰ ἐργασθῶσιν αὐτοπροσώπως. Ἀλλ’ ὁ τρελλὸς πῶς θὰ ἐργασθῇ; Θὰ μεταβαίνῃ ἴσως, ἀλλὰ θὰ δέρῃ τοὺς ἄλλους. Πλὴν τούτων, κύριε Πρόεδρε, οὐδαμοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρεται τίνι τρόπῳ θὰ ἐργάζωνται οἱ πολῖται πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἐκδιδομένων τοιούτων ἐνταλμάτων συλλήψεως κατὰ τῶν ἀκρίδων καὶ τῶν ἀρουραίων. Ὁ νόμος τοῦ 1842, συνταχθεὶς ἀπὸ πρακτικοὺς καὶ πεπειραμένους ἀνθρώπους, ὥρισεν ὅτι ἕκαστος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κομίζῃ κατὰ πᾶσαν ἡμέραν ὡρισμένον ποσὸν ὀκάδων ἀκρίδος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν δὲ ποσότητα αὐτὴν θὰ τὴν προσδιορίζῃ ἡ ἀρχὴ κατὰ λόγον τῆς ἡλικίας τῆς ἀκρίδος καὶ τῆς ποσότητος αὐτῆς· διότι, ἂν ᾖναι μικρᾶς ἡλικίας, εὐκολώτερον συλλέγεται. Δὲν κανονίζει λοιπὸν ποίαν ἐργασίαν θὰ κάμωσι, προσκαλούμενοι πρὸς καταδίωξιν. Διὰ τοὺς ἀρουραίους ἐπίσης ποίαν ἐργασίαν θὰ κάμωσιν οἱ ἰδιῶται; Θὰ χύνωσι ῥευστὰς οὐσίας δηλητηριώδεις εἰς τὰς ὀπὰς, ἢ θὰ τοὺς συλλαμβάνωσι; Καὶ ἂν ὅλοι οὗτοι, οἱ ὑποχρεωμένοι πρὸς προσωπικὴν ἐργασίαν, μεταβῶσιν, ἵνα ἐργασθῶσι, καὶ ἀντὶ νὰ ἐργασθῶσιν, ἐπειδὴ δὲν κανονίζεται ἡ ἐργασία, ἐπιδοθῶσιν εἰς διασκεδάσεις ἢ λαμβάνοντες καλαμίδας διώκωσι δῆθεν τὰς ἀκρίδας; ποῖον θὰ προκύψῃ ἐντεῦθεν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα καταδιώξεως; Διὰ τοῦτο ἠρώτητα τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸν πρακτικὸν νόμον τοῦ 1842, ὁ ὁποῖος ἐφηρμόζετο εἰς ὅλον τὸ Κράτος, πλὴν οὐδὲν ἀπήντησεν. Ἀλλὰ καὶ ἑτέρα περίπτωσις σπουδαιοτέρα· ὁ νόμος οὗτος, ἐνῷ ἐκ τῆς ἐγγραφῆς καὶ ἐκ τοῦ γράμματος τῶν διατάξεων τοῦ πρώτου ἄρθρου φαίνεται γενικὸς, ἐκ τῶν διατάξεων τῶν ἑπομένων ἄρθρων καταδείκνυται, ὅτι ἀφορᾷ μόνον τοὺς νομοὺς Τρικκάλων καὶ Λαρίσσης καὶ τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος, διότι περὶ αὐτῶν προνοοῦσι τὰ λαμβανόμενα μέτρα, καὶ διὰ τοῦτο περὶ διορισμοῦ ἐπιτροπῆς μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ τῇ ἐπαρχίᾳ Φθιώτιδος καθορίζεται. Ὁ δὲ νόμος τοῦ 1842, καίτοι εἶναι νόμος γενικὸς περὶ καταδιώξεως τῶν ἀκρίδων εἰς ὅλους τοὺς δήμους, δὲν δύναται πλέον νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους· ἑπομένως, ἐὰν ἐνσκήψωσιν εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας ἀκρίδες ἢ ἀρουραῖοι, θὰ μένωσιν ἀκαταδίωκτοι, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ νόμος, ἵνα διὰ προσωπικῆς ἐργασίας τῶν κατοίκων καταδιωχθῶσι· καὶ θέλουσι μὲν πάντες οἱ κάτοικοι, ὅπως μέχρι τοῦδε, φροντίσει περὶ καταδιώξεως, ἀλλὰ τὸ ἀξιοπαρατήρητον εἶναι, ὅτι δὲν λαμβάνεται κυβερνητικὴ περὶ τούτου πρόνοια. Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 34 καὶ ἑπόμενα μὲ πείθουσιν ἀδιστάκτως, ὅτι πρόκειται καὶ ἐνταῦθα περὶ φορολογίας, ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος μάλιστα· οὕτως ἐπιβάλλεται φόρος 3 λεπτῶν ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς καπνοῦ καὶ ἡμίσεως λεπτοῦ ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς σίτου. Ἐκ τῆς δημοσιευθείσης ἄρτι στατιστικῆς τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος προκύπτει, ὅτι κατὰ τὸ 1891 ἐκ τοῦ λιμένος Στυλίδος ἐξήχθησαν 305,724 ὀκάδες καπνοῦ, ἐκ δὲ τῆς Λαρίσσης, Καλαμπάκας καὶ Τσάγεζι ὀκάδες 2,388 καὶ ἐκ τοῦ λιμένος Βώλου 469,488. Ἀλλὰ σημειώσατε, ὅτι εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας διὰ θαλάσσης μεταφέρεται τριπλάσιον ποσὸν καπνοῦ· διότι γνωρίζετε, ὅτι αἱ Ἀθῆναι καὶ ὅλαι αἱ πόλεις καὶ τὰ χωρία τῆς Πελοποννήσου δαπανῶσι καπνὸν ἐκ Θεσσαλίας καὶ Φθιώτιδος. Ἑπομένως θὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι μεταφέρεται διὰ θαλάσσης ποσὸν καπνοῦ τοὐλάχιστον διπλάσιον, καὶ ἑπομένως ἀντὶ 24,000 σχεδὸν δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ εἰσπράξωμεν ἀπὸ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ καπνοῦ, θὰ εἰσπράξωμεν καὶ ἑτέρας 48,000, καὶ ἑπομένως θὰ φθάσωμεν εἰς τὰς 70,000 δραχμὰς μόνον ἀπὸ τὸν καπνόν. Ἐπίσης, κατὰ τὴν αὐτὴν στατιστικὴν, κατὰ τὸ 1891 ἐξήχθησαν ἐκ Θεσσαλίας 628,702 ὀκάδες σιτηρῶν, τὰ ὁποῖα, πρὸς ἥμισυ λεπτὸν τὴν ὀκᾶν, ὅπως ὑπολογίζεται, μᾶς δίδουσι 3,144 δραχμάς. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, ἀπὸ τὰς Θεσσαλικὰς ἐπαρχίας καὶ ἀπὸ τὴν Φθιώτιδα μεταφέρεται εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας δεκαπλάσιον σχεδὸν ποσὸν σίτου. Καὶ εἰς τὸν Πειραιᾶ ἀκόμη ὑπάρχουσι μέγιστα ἀποταμιεύματα σίτου καὶ εἰς τὰς Πάτρας καὶ εἰς ὅλας τὰς παραλίους πόλεις τῆς Πελοποννήσου. Ἑπομένως θὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ σίτου τοὐλάχιστον 30,000 δραχμὰς καὶ 70,000 περίπου, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐκ τοῦ καπνοῦ, γίνονται 100,000. Τοιουτοτρόπως, ἐὰν περιορίσωμεν τὴν φορολογίαν εἰς μόνα τὰ ἐξαγόμενα καὶ τὰ μεταφερόμενα διὰ θαλάσσης προϊόντα, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ ἔχωμεν μίαν πρόσοδον τοὐλάχιστον 100,000 δραχμῶν, ἥτις ὑπεραρκεῖ πρὸς τὸν σκοπόν· καὶ λέγω ὑπεραρκεῖ, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐμπεριέχει διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν «ἡ πίστωσις, ἥτις θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ τρέχοντος ἔτους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔσται ἐκ 30,000 δραχμῶν, ἤτοι 20,000 διὰ τὴν Θεσσαλίαν καὶ 10,000 διὰ τὴν Φθιώτιδα». Ὥστε βλέπετε, ὅτι τριπλάσιον ποσὸν θὰ εἰσπράξωμεν ἀπὸ τοὺς φόρους τούτους τοὺς ἐξαγωγικοὺς καὶ τοὺς μεταφορικούς. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιβάλητε τὴν ὑποχρέωσιν τῆς προσωπικῆς ἐργασίας; Οἱ κάτοικοι τῶν δύο νομῶν Τρικκάλων καὶ Λαρίσσης καὶ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, κατὰ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1889, ἀνέρχονται εἰς 345,676· ἐὰν ἀφαιρέσητε τοὺς ἡμίσεις ὡς ἀνήκοντας εἰς τὸ γυναικεῖον φύλον, ὑπολείπονται 172,838 ἄῤῥενες· κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς ἡλικίας τῶν ἀῤῥένων πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὡς ὑποχρέους εἰς ἐργασίαν τὰ 2⅓, ἤτοι ἀπὸ τῶν συμπληρωσάντων τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν καὶ ἀνωτέρω, καίτοι τὸ νομοσχέδιον προσθέτει καὶ τρεῖς ἡλικίας ἀκόμη, ἤτοι τῶν 18, 19 καὶ 20 ἐτῶν, οὐχ ἧττον ἐγὼ παραδέχομαι τὰ ⅔. Ταῦτα μᾶς δίδουν 115,000 ἐργάτας, οἵτινες ὑποχρεοῦνται εἰς 345,000 ἡμεροδούλια. Ἄν αὐτὰς τὰς στρατιὰς τὰς ὑποχρεώσητε νὰ ἐργασθοῦν ὅλαι, φαντασθῆτε, ὅτι θὰ κατακλυσθῶσιν αἱ πεδιάδες· ἀλλ’ ὅλοι δὲν θὰ ἐργασθοῦν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον θὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ πληρώσουν τὸ ἀντίτιμον τῶν τριῶν ἡμερομισθίων. Ἄν πληρώσουν μόνον οἱ ἡμίσεις ἐξ αὐτῶν ἀπὸ 9 δραχμὰς, ἔχετε 500 περίπου χιλιάδας δραχμῶν, αἵτινες μετὰ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν φόρων ἀποτελοῦσι ποσὸν δρ. 600,000. Φρονῶ ἄρα εὐλόγως, ὅτι καὶ τοῦτο ἀκόμη ἀποδεικνύει τὴν τάσιν τῆς Κυβερνήσεως τὴν φορολογικήν. Καὶ τόσῳ μᾶλλον μαρτυρεῖται ἡ τάσις αὕτη, καθ’ ὅσον, ἄν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προνοήσῃ ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν ἀρουραίων καὶ τῶν ἀκρίδων, ὤφειλε νὰ συστήσῃ εἰδικὸν ταμεῖον, καὶ τὸ πολὺ νὰ προκαταβάλῃ τὸ Δημόσιον μίαν πίστωσιν καὶ νὰ τὴν ἀναλάβῃ ἐκ τῶν εἰσπράξεων, τὰ δὲ ἄλλα ποσὰ νὰ μείνωσιν εἰς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, εὐλόγως, ὅτι πρόκειται περὶ φορολογίας, διότι ἐκ τῶν εἰσπραχθησομένων ἐλάχιστα θὰ δαπανηθῶσιν, ἤτοι 30,000 δραχμαὶ, περὶ τὰς 600,000 δὲ θὰ μείνωσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον 6 περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πολυμελοῦς. Ἀφίνω, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἔχουν μέρος διευθυνταὶ Τραπεζῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν σχέσιν τινὰ μὲ τοὺς ἀρουραίους· μάλιστα ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ νομάρχου τὴν προεδρίαν λαμβάνει ὁ διευθυντὴς τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, εἷς δὲ ἀνώτερος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, ὁ οἰκονομ. ἐπιθεωρητὴς, τίθεται οὕτως ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ αἱ πολυμελεῖς ἐπιτροπαὶ εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα καταλήγουσιν. Εἷς μόνον συνήθως διαχειρίζεται τὰ πάντα, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ συνέλθουν καὶ ἐποπτεύσουν τὰς ἐργασίας, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ λάβουν χώραν αἱ καταχρήσεις τῆς ῥουσφετολογίας καὶ ἐδῶ, θὰ ἴδητε δὲ, ὅτι θὰ προσλαμβάνωνται ἐργάται ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ λάβουν ἡμερομίσθια, τῶν δὲ ἡμερομισθίων δὲν ὁρίζεται τὸ ἀντίτιμον· θὰ τὰ προσδιορίσουν εἰς 3 καὶ 5 καὶ 6 καὶ 7 καὶ 10 δραχ. τὴν ἡμέραν, κατὰ λόγον τῆς συμπαθείας των. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὡς παρετήρησα, φρονοῦσιν, ὅτι πᾶσα παρατήρησις, ἐπιφερομένη ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, σκοπεῖ ἀντίδρασιν, καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε δέχονται παρατηρήσεις καὶ παραστάσεις περὶ βελτιώσεως τῶν νομοσχεδίων. Ὅθεν περιττὴ ἀποβαίνει, ὡς καὶ πράγματι εἶναι, ἡ συζήτησις. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ κατασταθῇ ἐκτελέσιμον τὸ νομοσχέδιον, πρὸ πάντων δὲ νὰ τεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν νὰ μείνῃ ἐν ἰσχύϊ διὰ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας ὁ νόμος τοῦ 1842.
§162ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν πρόλογον τοῦ κ. Βουλευτοῦ διὰ προλόγου, διότι ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἀγαπῶ τοὺς προλόγους, καὶ ἀφ’ ἑτέρου μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀκούῃ χάριν τῶν ἀρουραίων προλόγους. Ὁ κ. Βουλευτὴς εὑρίσκει τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1842 σοφωτάτας, πρὸ πάντων ἐκείνην, ἥτις ἐπέβαλλεν εἰς ἕκαστον κάτοικον καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν νὰ φέρῃ καὶ ἕνα σωρὸν ἀκρίδων, διὰ νὰ δεικνύῃ τὴν ἐργασίαν του (ἱλαρότης). Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἡ διάταξις αὕτη ἔφερεν ἀποτελέσματα.
§163ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ἔφερε.
§164ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδὲν κατωρθώθη· διότι, ὅταν ἐπαρουσιάσθησαν αἱ ἀκρίδες καὶ οἱ ἀρουραῖοι, ἠναγκάσθησαν δι’ ἐράνων νὰ ἐπιτύχουν τὴν καταδίωξιν. Ἄλλως ὁ νόμος τοῦ 1842 λέγει, ὅτι ἡ καταδίωξις καὶ ἐξόντωσις θέλει ἐνεργεῖσθαι ὑπὸ τῶν δημοτῶν, ἐπιβαλλομένης εἰς ὅλους τῆς ὑποχρεώσεως παρὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Καὶ κατὰ πόσον ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἐπέβαλλε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς ὅλους τοὺς δημότας, κρίνατε ὑμεῖς, οἱ γινώσκοντες ποίαν ὁ φατριασμὸς ἐξασκεῖ ἐπιῤῥοὴν, προκειμένου περὶ τοιούτων μέτρων...
§165ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Τότε δὲν ἐγίνετο κομματικῷ τῷ τρόπῳ ἡ καταδίωξις, ἐγίνετο πατριαρχικῶς.
§166ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1842 ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι ὑπόχρεοι εἰς προσωπικὴν ἐργασίαν πάντες οἱ ἐν τῷ νόμῳ ἀναφερόμενοι, οὐδὲν δὲ ὁ νόμος ἐκεῖνος προβλέπει περὶ συντάξεως καταλόγων, ὡς ἐσφαλμένως διατείνεται ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐρωτᾷ: τίς εἶναι ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία θὰ ἐνεργήσῃ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου; Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι τὸ Πταισματοδικεῖον. Ὁ νόμος παραχωρεῖ εἰς ἕκαστον πολίτην τὸ δικαίωμα νὰ καταγγέλλῃ ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου τὸν μὴ ἐκτελέσαντα τὸ καθῆκον, τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενον. Διὰ τοῦ μέσου τούτου ἀποφεύγομεν τὰς καταχρήσεις, διότι ἕκαστος θὰ καταγγέλλῃ τὸν μὴ ἐργαζόμενον. Ἰδοὺ ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου. Ἀποφεύγομεν τοὺς καταλόγους, περὶ ὧν ἐκάματε μνείαν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ συνταχθῶσιν ἀκριβῶς, καὶ τῶν ὁποίων ἡ σύνταξις, ἐὰν ἦτο δυνατὴ, πολὺν θὰ ἀπῄτει χρόνον. Ἡ ἐπίκρισις τοῦ κ. Βουλευτοῦ κατὰ τοῦτο στερεῖται βάσεως. Ἐγένετο ἑτέρα ἐπίκρισις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἐπιβάλλει φορολογίαν. Ὡς βλέπετε, ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5 ἐπιβάλλεται πρὸς συντονωτέραν καταδίωξιν φορολογία ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων ἢ μεταφερομένων διὰ θαλάσσης κτλ. ἐπὶ δύο ἔτη ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου. Ἐὰν μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους, ὡς εἶπον καὶ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης προκύπτον εἶναι τοσοῦτον, ὥστε ἐξασφαλίζει τὴν καταδίωξιν, προστιθέμενον εἰς τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θέλει προθυμοποιηθῆ νὰ φέρῃ διάταξιν, καταργοῦσαν διὰ τὸ μέλλον τὴν φορολογίαν, διότι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν εἶναι ἡ ἐπιβολὴ φορολογίας, ὅπως αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ πρὸς ἐπίτευξιν τῆς καταδιώξεως τῶν ἀρουραίων καὶ τῶν ἀκρίδων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν σχηματισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς, οὗτος ἐγένετο κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὑποδειχθέντα ἐκ τῆς ἐνεργείας, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθόν. Ἀλλά, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, περιορίζετε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς ἐπαρχίας τὰς ὑπ’ αὐτοῦ ὁριζομένας. Περιορίζομεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ταύτας, διότι εἰς ταύτας ἀνεφάνη ἡ ἀνάγκη· ἂν ἀργότερον, ὅπερ οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ, ἀναφανῇ εἰς ἕτερα μέρη, θέλει γείνῃ σκέψις περὶ τῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία θὰ παρουσιασθῇ. Ἑπομένως δὲν βλέπω ἐκ τῶν ἐπικρίσεων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποδεικνύῃ εἴτε ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ἄνευ προηγουμένης μελέτης, εἴτε ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ θὰ παρουσιάσῃ δυσκολίας. Ἀπ’ ἐναντίας νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τοῦ νομοθετουμένου ἀποφεύγομεν ὅλας ἐκείνας τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι προκύπτουσιν ἐκ τῆς ἀναμίξεως τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§168ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ «ἐγγεγραμμένους» ἐν τῇ φράσει «ἐγγεγραμμένους δημότας» παρέλκει.
§169ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως. Νὰ διαγραφῇ.
§170ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται ἕκαστος ἐκ τῶν ὑποχρέων πρὸς καταδίωξιν, ἂν δὲν ἐργασθῇ προσωπικῶς, νὰ πληρώσῃ τρία ἡμερομίσθια. Ὥστε οἰκογένεια ἀπαρτιζομένη ἐκ τεσσάρων μελῶν, θέλει πληρώσει τριάκοντα ἓξ δραχμὰς, διὰ νὰ καταδιωχθοῦν αἱ ἀκρίδες καὶ οἱ ἀρουραῖοι! Ἄν, Κύριοι, ἐπιβαρύνωμεν μὲ τοσοῦτον βάρος πάσας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, θέλει συμβῆ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Γορτυνίας, ὅτι θέλομεν συλλέξει οὐχὶ 400,000, ἀλλὰ καὶ πλείονας. Θέλουν δὲ ἐπιβαρυνθῆ ὅλαι αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ σήμερον, Κύριοι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ἕκαστος αἰσθάνεται τὸ βάρος τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματός του· ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι εἰς τὰς πόλεις, οἱ ὁποῖοι μετέρχονται ἓν ἐπάγγελμα, καὶ συλλογίζονται καὶ στενοχωροῦνται, ὅταν πρόκηται νὰ πληρώσωσι τὸ ἐπιτήδευμά των. Ὅταν εἰς τοῦτο προσθέσωμεν μίαν βαρυτάτην φορολογίαν, εἰς τὸν κουρέα π. χ. τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας, εἰς τὸν ζαχαροπλάστην, εἰς τὸν ὑποδηματοποιὸν, οἵτινες οὐδὲν ἄμεσον συμφέρον ἔχουσιν εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν ἀρουραίων, ὅταν ἐπιβαρύνητε αὐτοὺς μὲ τοσοῦτον βάρος, νομίζετε ὅτι εἶναι δικαία αὐτὴ ἡ φορολογία, αὐτὴ ἡ ἐπιβάρυνσις; Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ καταδίωξις τῶν ἀρουραίων ἀφορᾷ γενικὸν καλὸν, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ γενικὸν καλὸν δὲν πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἐπιβαλλομένου εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας τοῦ αὐτοῦ βάρους, ἀλλ’ ἀναλόγως. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ περιορισθῇ τὸ ἡμερομίσθιον ἀπὸ τριῶν δραχμῶν εἰς μίαν ἢ μίαν καὶ ἡμίσειαν. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὸν τοιοῦτον ἡμερομίσθιον, διότι, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, θέλει συναχθῆ ἓν ποσὸν οὐκ εὐκαταφρόνητον, διότι εἶναι ἡ φορολογία ἡ ἔμμεσος, εἶναι καὶ ἡ ἄμεσος.
§171ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι ἡ φροντὶς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ καταβληθῇ, εἶναι δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ καταβάλουν προσωπικὴν ἐργασίαν. Ὅσον ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπαλλάσσονται διὰ καταβολῆς χρημάτων, δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα, διότι ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι εὔποροι.
§172ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξαν οἱ συνάδελφοι, δὲν θὰ λάβωσι χώραν, διότι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐφαρμοσθῇ μερικῶς εἰς τοὺς δήμους, ἔνθα ὑπάρχουν ἀρουραῖοι· δι’ αὐτὸ δὲν εὑρίσκω τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν ἀποτίμησιν τῆς ἐργασίας ὡς λίαν ἐπαχθῆ. Ἀλλὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5, τὴν καθιστῶσαν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου ἐξ ὡρισμένων ἐπαρχιῶν διὰ θαλάσσης σίτου καὶ καπνοῦ, εὑρίσκω βαρεῖαν, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ τροποποιηθῇ ὡς πρὸς τοῦτο ἡ διάταξις· διότι, ἀφοῦ μερικῶς θὰ λειτουργήσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἔχομεν διάταξιν, ἥτις ἐπιβάλλει προσωπικὴν ἐργασίαν καὶ ἀποτίμησιν αὐτῆς, δὲν βλέπω τὸν λόγον, δι’ ὃν νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 φορολογικὴν διάταξιν τόσον ἐπαχθῆ.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει),
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§175ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐνταῦθα ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου εἶναι κατά τι ἄδικος, διότι ἀφορᾷ εἰς ὅλους τοὺς σταθερῶς κατοικοῦντας. Ἡ παρατήρησις εἶναι ὀρθή, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὰς λέξεις «σταθερῶς κατοικοῦντες» διὰ τῶν λέξεων «οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταί». Διότι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι κατοικοῦντες ἐν τῷ κτήματι, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ καταβάλῃ διὰ τοὺς ἀνθρώπους τούτους, διότι οὗτοι δὲν ἐργάζονται ὑπὲρ αὐτοῦ. Τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον.
§176ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ὅσοι ἐκ τῶν δημοτῶν δὲν ἐργασθῶσι, θὰ πληρόνουν 9 δραχμὰς ἕκαστος. Τί θὰ γείνουν τὰ χρήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράξητε;
§177ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄν δὲν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, ἵνα διὰ καταβολῆς χρημάτων ἀναπληρωθῇ ἡ ἐργασία τῶν μὴ ἐργαζομένων, τὸ ποσὸν θὰ μένῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§178ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Ναί, ἀλλὰ τὸ τίμημα αὐτὸ τὸ ἐπλήρωσαν οἱ ἰδιοκτῆται.
§179ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατὶ νὰ ὠφεληθοῦν οἱ ἰδιοκτῆται, διότι οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ δὲν εἰργάσθησαν;
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς ἰδιοκτήτας, ἵνα ὑποχρεώσουν τοὺς ἐπιμόρτους εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην;
§181ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ λογιστικοῦ νόμου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§184ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς τρίτης παραγράφου ἤθελεν εἶσθαι καλὸν νὰ ὁρισθῇ ποσόν τι, διότι οὕτως ἀορίστως δὲν γνωρίζω ποῦ ἠμπορεῖ νὰ φθάσωμεν.
§185Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὁρίζεται ποσόν, ἀλλὰ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τοσοῦτον ἐκτεταμένη εἶναι ἡ διαχείρισις ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ποσὸν, καθ’ ἑκατομμύρια ὑπολογιζομένης τῆς δαπάνης. Καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ὡρίσθη τὸ ποσὸν πολὺ σπουδαῖον, ποσοῦ δὲ σπουδαιοτέρου ἡ ἀναγραφὴ δὲν θ’ ἀπετέλει περιορισμόν.
§186ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐκτελεῖ ἄλλας ἀγοράς, ἐκτὸς τῆς ἀγορᾶς τοῦ πετρελαίου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει πολὺ μεγαλειτέρας πληρωμάς. Τὸ ἀόριστον τοῦτο νομίζω ὅτι ἐνέχει τι τὸ ὑπερβολικόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευιέραν συζήτησιν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–5).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§188ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλω νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν πρόκηται νὰ ἐκδίδωνται ἐντάλματα διὰ τὰς προκαταβολὰς ταύτας ἢ οὔ· διότι τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6 τοῦ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887 ἀφορῶσιν εἰς τὰ ἐντάλματα. Πῶς θὰ γείνωσιν αἱ πληρωμαί;
§189Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ γίνωνται κατὰ τὰ ὁριζόμενα ἐν ἄρθροις 5 καὶ 6 τοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1887.
§190ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς θὰ γίνωνται;
§191Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Λόγῳ προκαταβολῆς, οὐχὶ ὡς ἔξοδον. Ἐκεῖ γίνονται αἱ πληρωμαὶ ὁριστικῶς ὡς ἔξοδον, ἐνῷ τὰ ἐντάλματα προκαταβολῆς θὰ κανονίζωνται ὁριστικῶς κατόπιν τῆς δικαιολογίας.
§192ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία ἐπιτρέπεται πληρωμὴ ἄνευ ἐντάλματος, μένει ἀκεραία, δὲν μεταβάλλεται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1890 ᾼΩΟΘʹ νόμου, τοῦ καταργήσαντος τὸν ἀπὸ 19 Φεβρουαρίου 1889 ϠΙʹ νόμον περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἀστικοῦ νόμου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 5,345.83. βʹ) Περὶ προσχωρήσεως εἰς τὴν ἐν Βιέννῃ τὴν 4 Ἰουλίου 1891 ἀναθεωρηθεῖσαν διεθνῆ συμφωνίαν περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν καὶ τὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμφωνίας ταύτης κανονισμὸν λεπτομερείας καὶ τάξεως. γʹ) Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βιέννῃ διομολογηθείσης συμβάσεως περὶ ἀνταλλαγῆς ταχυδρομικῶν δεμάτων μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τοῦ προσηρτημένου αὐτῇ πρωτοκόλλου καὶ τοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως ταύτης κανονισμοῦ λεπτομερείας καὶ τάξεως. δʹ) Περὶ οἰνοποιητικοῦ σταθμοῦ).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. ἐκ Θήρας Βουλευτὴς ὑπέβαλε τὴν ἀκόλουθον τροπολογίαν. Μετὰ τὸ ὄνομα «Σιδαρίου» (τελευταῖον) προστίθενται «Ἀμοργοῦ καὶ Οἴας». Συνιστᾶται ἐν Ἀμοργῷ ὑποτελωνεῖον γʹ τάξεως».
§196Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω ἵνα προστεθῶσιν εἰς τὴν στήλην τῶν καταργουμένων ὑποτελωνείων τὸ ὑποτελωνεῖον Ἀγριᾶς καὶ τὸ ὑποτελωνεῖον Χορευτοῦ· τὸ τελικὸν δ’ ἐδάφιον νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Συνιστᾶται ὑποτελωνεῖον «ἐν Ἁγίῳ Ἰωάννῃ τοῦ δήμου Κισσοῦ καὶ τελωνειακὸς σταθμὸς ἐν Σερίφῳ, ἀντὶ τοῦ αὐτόθι τελωνειακοῦ φυλακείου».
§197ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Ἀγριὰ εἰς τί μετατρέπεται;
§198Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καταργεῖται τὸ ὑποτελωνεῖον τοῦτο, ὡς καὶ ἄλλα.
§199ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὔτε εἰς σταθμαρχεῖον;
§200Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀντικαθίσταται διὰ τελωνειακοῦ φυλακείου, ἐφ’ ᾧ καὶ ἀναγράφεται μετὰ τοῦ Χορευτοῦ ἐν τῇ κατηγορίᾳ Βʹ.
§201ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τί λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τῶν τελωνοσταθμαρχείων Ἀμοργοῦ καὶ Οἴας; Ταῦτα συνέστησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὑπηρέτουν ἐντόπιοι ὑπάλληλοι. Τοῦτο ὑπηγόρευσε τὴν σύστασιν τῶν δύο τούτων τελωνοσταθμαρχείων. Ἤδη παρίσταται ἡ ἀνάγκη ἀντὶ τῶν δύο τούτων νὰ συστηθῇ ὑποτελωνεῖον εἰς Ἀμοργὸν, διότι ἡ νῆσος αὕτη εὑρίσκεται πολὺ μακρὰν τῶν κεντρικῶν τελωνείων, καὶ ἕνεκα τῆς ἀποστάσεως ὑποβάλλονται τὰ μικρὰ αὐτῆς πλοῖα εἰς δύο ταξείδια, διὰ νὰ τελωνίσωσι τὰ ἐλάχιστα ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα μεταφέρουσιν ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπως καταναλώσωσιν ἐν Ἀμοργῷ, ἀπεχούσῃ 40–50 μίλια τῆς Θήρας καὶ Σύρου, ὅπου εἶναι ἠναγκασμένα σήμερον νὰ τελωνίζωσι τὰ μικρὰ ταῦτα ἐμπορεύματα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν μου, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ σύστασις ὑποτελωνείου ἐν Ἀμοργῷ θὰ ὠφελήσῃ τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ τελωνισμοῦ τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα μεταφέρουσι τὰ μικρὰ πλοιάρια, ἐνῷ ἤδη, μὴ ὑπάρχοντος ὑποτελωνείου, δὲν τελωνίζονται σχεδὸν, ἕνεκεν, ὡς εἶπον, τῆς ἀποστάσεως τῶν τελωνείων· ἐκ δὲ τῆς καταργήσεως τῶν δύο τελωνοσταθμαρχείων ἐπέρχεται τοὐλάχιστον 3,000 δραχμῶν οἰκονομία εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι δικαιοτάτη καὶ ἐπωφελὴς εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τὸν τόπον· ἰδίᾳ δὲ τὸ τελωνοσταθμαρχεῖον Οἴας δὲν ἔχει κἀνένα λόγον ὑπάρξεως, διότι ἀπέχει μίαν μόνον ὥραν ἀπὸ τὸ τελωνεῖον Θήρας.
§202ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπρόσθεσε μεταξὺ τῶν καταργουμένων ὑποτελωνείων καὶ τὸ ὑποτελωνεῖον Ἀγριᾶς. Τὸ ὑποτελωνεῖον Ἀγριᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι τὸ πρῶτον ὑποτελωνεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξάγονται 5–6 ἑκατομμύρια ὀκάδ. ἐλαιῶν, εἶναι ὑποτελωνεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον προσεγγίζει καθ’ ἑκάστην ἑβδομάδα ἀτμόπλοιον, φορτόνον καὶ ἐκφορτόνον ἐμπορεύματα, — αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διέρχεται καὶ πηγαίνει εἰς τὸν Βῶλον, — εἶναι ὑποτελωνεῖον, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει 10 καὶ 12 χιλιάδας δραχμὰς κατὰ μῆνα, εἶναι ὑποτελωνεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουν δέκα καταστήματα ἐμπορικὰ, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, ἐμπορεύονται μετὰ τῆς Ρωσσίας καὶ Βλαχίας ἐλαίας κλπ. Καὶ ὄχι μόνον τώρα, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἀκόμη αὐτὸ τὸ ὑποτελωνεῖον ὑπῆρχε. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ συγκαταλέξῃ μεταξὺ τῶν καταργουμένων τὸ ὑποτελωνεῖον Ἀγριᾶς. Βλέπετε, τὰ ἄλλα ὑποτελωνεῖα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ καταργήσῃ, εἶναι τρία· καταργεῖ τὸ ὑποτελωνεῖον Χόρτου, τὸ ὑποτελωνεῖον Τσιγκέλι, τὸ ὑποτελωνεῖον Ταμούχαρι, διὰ τὸ ὁποῖον εἰς τὴν προτελευταίαν περίοδον ἐγένετο τόσος λόγος, καὶ ἐδόθη ἡ ἄδεια τῆς συστάσεώς του. Τώρα θέλει νὰ καταργηθῇ ἀκόμη καὶ τὸ ὑποτελωνεῖον Ἀγριᾶς, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργησε σπουδαιότερον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ νὰ καταργηθῇ τὸ ὑποτελωνεῖον Ἀγριᾶς.
§203ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὑποτελωνεῖον Ἀγριᾶς εἶναι ἐκ τῶν ἀναγκαίων, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν μεταξὺ Χόρτου καὶ Ἀγριᾶς συνιστᾶται ἀντὶ τοῦ ὑποτελωνείου ἄλλου τινὸς εἴδους σταθμός.
§204ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Ὄχι αὐτό· συνιστᾶται ἀντὶ τοῦ Χόρτου καὶ Ταμούχαρι, αὐτὸ εἶναι εἰς τὴν ἀνατολικὴν πλευράν.
§205ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔρχομαι εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας σας (γέλωτες).
§206ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Ἀκριβῶς ὅσα εἶπον περὶ τῆς Ἀγριᾶς ἀφορῶσι καὶ εἰς τὸ Ταμούχαρι.
§207Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βώλου προέτεινεν, ὅπως μὴ καταργηθῇ θέσις τις, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας προέτεινεν, ὅπως συστηθῇ ἑτέρα θέσις. Ὑπάρχει τῷ ὄντι ἐμπορικόν τι συμφέρον ἐν τῇ συστάσει τοῦ ὑποτελωνείου, ὑπὲρ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας, ἐπίσης δὲ καὶ ἐν τῇ διατηρήσει τοῦ ὑποτελωνείου, ὑπὲρ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βώλου. Ἀλλ’ ὁ λόγος, ὁ ὑπαγορεύων τὴν κατάργησιν τούτου καὶ τὴν μὴ σύστασιν ἐκείνου, εἶναι μὲν ὁ τῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον εἶναι ὅτι, ἐνῷ παρέχουσιν εὐκολίαν τοιαῦτα ὑποτελωνεῖα εἰς τὸ ἐμπόριον, παρέχουσιν ὅμως εὐκαιρίας οὐχὶ ἀσημάντους εἰς τὴν λαθρεμπορίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Θήρας ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἔλλειψις τοιαύτης ἀρχῆς προκαλεῖ τὴν λαθρεμπορίαν, ἀλλὰ ἡ ἔλλειψις ταύτης τῆς ἀρχῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐπιτήρησιν, ὅπως μὴ γένηται λαθρεμπορία. Ἡ ὕπαρξις ὑποτελωνείου ἐπάγεται ἄδειαν εἰσαγωγῆς, ἡ δὲ εἰσαγωγή, ἐκτελουμένη ὑπὸ ἐπιτήρησιν ἀνεπαρκῆ, παρέχει τὸ μέσον πρὸς διεξαγωγὴν λαθρεμπορίας κανονικῆς. Ἡ λαθρεμπορία, μὴ ὑπάρχοντος ὑποτελωνείου, θέλει διεξαχθῆ παλαίουσα πρὸς τὰς δυσκολίας, αἵτινες παρεμβάλλονται εἰς τὸν διενεργοῦντα λαθραίαν εἰσαγωγὴν ἐν τόπῳ ἐρήμῳ καὶ ἄνευ τῆς συνδρομῆς, ἣν δύναται νὰ παράσχῃ ἐγγύς που συγκεντρωμένος πληθυσμός. Ἀλλ’ ἡ σύστασις ὑποτελωνείου αἴρει τὴν δυσκολίαν ταύτην, διότι κανονικῶς πλέον ἐν τοῖς τόποις τούτοις ἐνεργεῖται ἡ εἰσαγωγὴ καὶ μόνη ἐγγύησις κατὰ τῆς λαθρεμπορίας εἶναι ἡ ἐπιτήρησις τοῦ προϊσταμένου τοῦ ὑποτελωνείου. Συμφωνῶ ὅτι ἡ νόμιμος ἐμπορία τῆς περιφερείας βλάπτεται ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς ἀδείας πρὸς εἰσαγωγήν, ἀλλὰ καὶ ἡ μὴ νόμιμος ἐμπορία ἐπίσης βλάπτεται, ὅταν δὲ τὸ ἐπιχώριον ἐμπόριον δὲν θὰ ἐποιεῖτο χρῆσιν σπουδαίαν τῆς ἀδείας εἰσαγωγῆς, ἐπικρατεῖ τὸ συμφέρον τῆς μὴ παροχῆς διὰ τοιαύτης ἀδείας εὐκολιῶν εἰς τὴν λαθραίαν εἰσαγωγήν, ζημιοῦσαν ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους τὴν νόμιμον ἐμπορίαν. Τὸ τῆς Ἀγριᾶς ὑποτελωνεῖον ἔχει τῷ ὄντι κίνησιν ἱκανὴν, ἀλλ’ εἶναι καὶ πλησίον τοῦ Βώλου, αἱ δὲ δοθεῖσαι ἀφορμαὶ πρὸς τὴν κατάργησιν ὑπῆρξαν σπουδαῖαι καὶ διηνεκεῖς. Κατ’ ἐπίμονον σύστασιν τῶν ἐχόντων τὴν ἐντολὴν, ἵνα ἐπιτηρῶσι τὰ τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν, γίνεται ἡ πρότασις, ὅπως καταργηθῇ τὸ ὑποτελωνεῖον τοῦτο· διότι μετὰ προσπάθειαν ἐπίπονον, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ κανονικὴ λειτουργία τοῦ ὑποτελωνείου ἐκείνου καὶ παύσῃ παρέχον εὐκολίας εἰς τὴν λαθρεμπορίαν, ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι προτιμοτέρα ἡ κατάργησις αὐτοῦ.
§208ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι τοῦτο γίνεται διὰ δύο λόγους· πρῶτον δι’ οἰκονομίαν ἐξόδων. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ὑποτελωνεῖον Ἀγριᾶς εἰσπράττει κατὰ μῆνα 12,000 δραχμάς. Δεύτερον καὶ ὡς κυριώτερον λόγον ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ λαθρεμπόριον. Ἀλλ’ ἡ Ἁγριὰ δὲν εἶναι ἔρημον μέρος. Ἡ Ἁγριὰ κατοικεῖται ἀπὸ ἑκατὸν οἰκογενείας· ὑπάρχουσιν ἐκεῖ 10–15 καταστήματα ἐμπορικὰ, καὶ ἐκεῖ δὲν γίνεται λαθρεμπόριον· λαθρεμπόριον ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ εἰς ἄλλα μέρη ἀπόκεντρα, καὶ οὔτε ἔγεινεν ἕως τώρα κἀνὲν λαθρεμπόριον εἰς τὴν Ἁγριάν. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διακρίνῃ τὸ μέρος ἐκεῖνο, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον, ἐκεῖ διεξάγεται ἐμπόριον ἐλαίου μὲ τὴν Ρωσσίαν καὶ Βλαχίαν 5,000,000 ὀκάδων κατ’ ἔτος, καθὼς καὶ ἄλλων ἀκόμη.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Θήρας περὶ καταργήσεως τῶν τελωνειακῶν σταθμῶν Ἀμοργοῦ καὶ Οἴας καὶ συστάσεως ὑποτελωνείου ἐν Ἀμοργῷ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κανταρτζῆ περὶ διατηρήσεως τοῦ ὑποτελωνείου Ἁγριᾶς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν ͵ΒΠʹ καὶ ͵ΒΡΙʹ νόμων τοῦ 1892).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 καὶ 30′ μ. μ.