Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Β› Sitting 40

1893.01.15

2,872 rows · 20,568 words · 14 tables · 54 turns

Date
1893.01.15
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40

τῆς 15 Ἰανουαρίου 1893.

(Παρασκευή).

Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Νικολάου Ἀναγνωστοπούλου, ἐφευρέτου νέας ὑδραντλίας, αἰτουμένου νὰ ψηφισθῇ νόμος, παρέχων εἰς αὐτὸν τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς ἐφευρέσεως. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.

§2Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως πληροφορήσῃ οὗτος τὴν Βουλὴν, τίνος ἕνεκεν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Αἰγιαλείας ἀρνεῖται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει γενομένην προσφορὰν, προκειμένου περὶ ἐνοικιάσεως ἀδηλώτου οἴνου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη προσφορὰ ἐν δημοπρασίᾳ ἐπὶ ποσῷ δραχμῶν 3,010, ἥτις ὑπὸ τῶν ἐν Αἰγιαλείᾳ ἀρχῶν, ἤτοι τοῦ εἰρηνοδίκου, τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ ταμία, ἐν ἐπιτροπῇ, ἐθεωρήθη ὡς ἀνεπαρκὴς, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅπερ ἐχρησίμευσεν ὡς ὁδηγὸς διὰ τὸ ἐπιὸν, ἐν ᾧ εἶχε βεβαιωθῇ διὰ δηλώσεως ποσὸν δραχμῶν 33,127, προσηνέχθησαν διὰ τὰ ἀδήλωτα 10,505, ἐφέτος δὲ, ἐν ᾧ ἐβεβαιώθησαν διὰ δηλώσεως δραχ. 32,537, ἡ προσφορὰ διὰ τὰ ἀδήλωτα ἦτο 3,010. Ἀπέναντι τοιούτου ἀποτελέσματος φυσικὸν ἦτο αἱ ἀρχαὶ ν’ ἀποφανθῶσιν, ὅπως γένηται ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις ὑπὸ τοῦ Δημοσίου· ἐγγυῶνται δὲ αἱ ἀρχαὶ, ὅτι ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις θέλει φέρει ἀποτελέσματα ἀνώτερα. Ἀλλὰ κατόπιν τούτου ὁ ἀναφερόμενος, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, προσήνεγκε 500 δραχμὰς ἐπὶ πλέον, ἀλλὰ πάλιν πολὺ ἀπείχομεν ἀπὸ τῶν 10,500· οὐχ ἧττον ἡ ἀναφορὰ ἐστάλη εἰς τὰς ἐκεῖ ἀρχὰς, ἀναμένεται δὲ ἡ ἀπάντησις αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδὲν ὑπάρχει ἔτι ὁριστικόν.

§3ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Σταυρόπουλος, λαβὼν ἀφορμὴν ἐξ ἐπιστολῆς ἐκ Σύρου, μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν εἰς ἐκκρεμῆ ὑπόθεσιν ἐπὶ δολίᾳ χρεωκοπίᾳ. Τηλεγραφικῶς παρεκάλεσα τὸν ἐν Σύρῳ εἰσαγγελέα νὰ μοὶ παράσχῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς ἀπαντῶν ἀνέφερεν, ὅτι τρεῖς μόνον ὑποθέσεις, ἀφορῶσαι εἰς χρεωκοπίαν, μένουσιν ἐκκρεμεῖς. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸ τηλεγράφημα, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς λάβῃ γνῶσιν.

§4ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον ν’ ἀποστείλῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἐκ Σύρου σταλεῖσάν μοι ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν κατέθηκα τὴν ἡμέραν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα τῶν κατηγορουμένων καὶ αἱ χρονολογίαι τῶν δοθεισῶν μηνύσεων.

§5ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω ἐξετάσει ἐκ νέου, εὐθὺς ὡς μοὶ παραπεμφθῇ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη.

§6ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν ἡ πρότασις νόμου περὶ τραπεζικῶν γραμματίων παλαιᾶς ἐκδόσεως ἐμελετήθη καὶ δὲν ὑπάρχουν οἱ ἀντιλέγοντες, παρακαλῶ, ὅπως τύχῃ τῆς τιμῆς τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, διότι τὸ ζήτημα ἐπείγει, εἴπερ τι καὶ ἄλλο.

§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸς τὸ παρὸν οὐδεὶς ἀντιλέγει, ὅπως προταχθῇ ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς θέλομεν κανονίσει τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ θέλομεν λάβει ὑπ’ ὄψει τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.

§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς μικράν τινα σύστασιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω. Κατὰ τὸν νέον νόμον περὶ χαρτοσήμου, ὑποχρεοῦνται οἱ ἔμποροι νὰ χαρτοσημάνωσι τὰ ἐμπορικά των βιβλία, ἐν περιπτώσει δὲ ἀπειθείας, ὑποβάλλονται εἰς χρηματικὴν ποινὴν διπλασίαν τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος αὐτῶν. Ἐν Ἑπτανήσῳ, ὅπου δὲν ἰσχύει ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, εἰς τίνας ποινὰς ἤθελον ὑποβληθῆ οἱ ἔμποροι ἐν περιπτώσει ἀπειθείας;

§9ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὸν νέον νόμον περὶ χαρτοσήμου, ὄντως ἐπιβάλλονται ποιναὶ εἰς τὸν ἔμπορον τὸν μὴ τηροῦντα χαρτοσημασμένον τὸ βιβλίον τὸ καθημερινὸν καὶ τὸ τῆς ἀπογραφῆς, ἡ ποινὴ δὲ εἶναι διπλασία τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐπιτηδευματιῶν, τότε ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον ἀπὸ 1 μέχρι 500 δραχμῶν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐν Ἑπτανήσῳ, μὴ ὑπάρχοντος φορολογικοῦ καταλόγου ἐπιτηδεύματος, θέλει ἐφαρμοσθῆ ἡ τοῦ προστίμου ποινὴ ἀπὸ 1 μέχρι 500 δραχμῶν.

§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἀνισότης;

§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται ἄλλως νὰ γείνῃ, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουσι κατάλογοι ἐπιτηδευμάτων.

§12ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὸν νόμον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ νόμος προέβλεψε περὶ ἐμπόρων ὑπαγομένων εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος, καὶ διὰ τοῦτο διέταξεν, ἐὰν μὲν ἦναι ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ καταλόγῳ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ πληρώσωσι διπλοῦν τὸν φόρον, ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι, ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς πρόστιμον ἀπὸ 1 μέχρι 500 δραχμῶν. Ἀλλ’ οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ οὐδόλως εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοιούτους καταλόγους, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι, ὁ δὲ νόμος δὲν προέβλεψε περὶ ἐπιβολῆς προστίμου εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς καταλόγους. Εἶναι καλὸν λοιπὸν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, διότι ἀφορᾷ μέγαν πληθυσμὸν πολιτῶν Ἑλλήνων.

§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφορμὴ πρὸς ἐπίσημον ἑρμηνείαν ἐκ μέρους τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ ἀρχῶν δὲν ἐδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐπαρουσιάσθη, καὶ μόνον διὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἠγέρθη ἡ ἀπορία. Ἐν τῷ ἀρχικῷ νομοσχεδίῳ δὲν ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη ἡ ποινὴ τοῦ προστίμου, ἡ ἴση πρὸς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἀλλ’ ὑπῆρχε μόνη ἡ ποινὴ τοῦ προστίμου. Ἐθεωρήθη δὲ προτιμότερον, ἵνα μὴ δοθῇ ἐξουσία νὰ ἐφαρμόζηται αὐθαιρέτως ὁ νόμος, νὰ ὁρισθῇ τὸ διπλάσιον τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ὅπου δὲ δὲν ὑπάρχουσι κατάλογοι ἐπιτηδεύματος, ἐν τοῖς ὁποίοις νὰ ἦναι ἐγγεγραμμένοι οἱ ἔμποροι, θὰ ἐπιβάλληται τὸ πρόστιμον ἀπὸ 1 μέχρι 500 δραχμῶν. Ἡ ἀρχὴ ἡ ἁρμοδία, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸν ἐπιτηδευματίαν, εἰς τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ τὸ πρόστιμον, βεβαίως γινώσκει, ποῖον φόρον ἤθελε πληρόνει ὡς ἐπιτηδευματίας, καὶ κατ’ αὐτὸν θέλει διαῤῥυθμίσει τὰ τοῦ προστίμου.

§14ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, κατ’ ἐπερώτησιν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, προεκλήθη ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ἐὰν δικόγραφον, κοινοποιηθὲν πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, πρέπῃ νὰ προσάγηται ἐπὶ χαρτοσήμου κανονιζομένου κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ἢ κατὰ τὸν νέον· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωκε τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν, ὅτι τὰ δικόγραφα τὰ κοινοποιηθέντα πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νέου νόμου πρέπει νὰ προσάγωνται χαρτοσημασμένα κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, διότι ὑποτίθεται, ὅτι ἔλαβον νόμιμον ὕπαρξιν ὅτε ἐπεδόθησαν· ἐν τούτοις, ἐπειδὴ συνάδελφοι ἀνήγγειλαν, ὅτι παρὰ τοῖς δικασταῖς κρατεῖ ἐναντία γνώμη, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι, ἐὰν ἐλάμβανε πληροφορίας, ὅτι ἄλλη γνώμη κρατεῖ ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ἤθελεν εἰσαγάγει ἑρμηνευτικὸν νόμον. Ἀκριβῶς τοῦτο μὲ κάμνει νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐν τῷ δικαστηρίῳ Καλαμῶν ἐπικρατεῖ ἐναντία γνώμη περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, κατά τινα δὲ τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τοῦ δικαστηρίου ἐζητήθη, ὅπως ἀγωγή, κοινοποιηθεῖσα πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, προσαχθῇ ἐπὶ χαρτοσήμου κατὰ τὸν νέον νόμον. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἐνδεχόμενον αὕτη ἡ μὴ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ παρ’ ἄλλοις δικαστηρίοις, ὥστε νὰ ἔχωμεν οὕτω κυμαινομένην νομολογίαν, συνιστῶ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ἀναβάλῃ νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον ἑρμηνευτικόν.

§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ ἐπερωτήσεσιν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, εἶπον ὅτι, ἐὰν πεισθῶ, ὅτι ὑπάρχουσι δικασταὶ, παραδεχόμενοι ἑρμηνείαν διάφορον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δίδω, θέλω σπεύσει νὰ ὑποβάλω νόμον ἑρμηνευτικόν. Τὴν πρωΐαν τῆς ἑπομένης προσεκάλεσα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν καί τινας ἄλλους, πάντες ὅμως ἠρνήθησαν, ὅτι δίδουσι διάφορον ἑρμηνείαν. Ὅ,τι ἔδωκε χώραν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἦτο, ὅτι δικηγόρος προσῆλθε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν συνεδρίαζε, καὶ ᾐτήσατο παρ’ αὐτοῦ ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Ὁ δὲ Πρόεδρος τῷ εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται ἀπὸ τῆς ἕδρας νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν, ἂν δὲν ὑποβληθῇ πρότασις, κατὰ τοὺς νομίμους τύπους συντεταγμένη. Πάντες δὲ συνεφώνησαν, ὅτι ἡ δοθεῖσα εἶναι ἡ ὀρθή. Ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τὸ ἄρθρον 67, τὸ ὁποῖον λύει τὸ ζήτημα· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε, πάλιν δὲν ἠδύνατο νὰ δοθῇ ἄλλη ἑρμηνεία. Ὡς πρὸς τὰ ἐν Ἀθήναις δὲ δικαστήρια, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θέλουσιν ἐφαρμόσει τὸν νόμον ὀρθῶς. Χθὲς ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Καλαμῶν, ὅτι καὶ ἐκεῖ ἠγέρθη ἀμφιβολία, ἀνεκοίνωσα δὲ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω κάμει πρὸς τὴν Βουλήν. Δὲν ἔχω λοιπὸν ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλω νόμον ἑρμηνευτικόν.

§16ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἑρμηνεύσῃ καὶ τὰ ἑξῆς. Σήμερον ἐδίκαζεν ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ἀγωγὴν ἐπὶ ἐξώσει, καὶ δὲν ἐδέχετο αὐτὴν ἐπὶ χαρτοσήμου δραχμῆς. Ὑπάγονται καὶ αὐταὶ αἱ ἀγωγαὶ εἰς τὸν νέον νόμον; Πρὸς δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ: αἱ παρεμπίπτουσαι κλήσεις, αἱ αἰτήσεις περὶ παρατάσεως προθεσμίας, περὶ ἀνατροπῆς, περὶ κύρους κατασχέσεως, περὶ ἐπαναλήψεως, πρέπει νὰ συντάσσωνται κατὰ τὸ πρωτότυπον ἐπὶ τριδράχμου χαρτοσήμου; διότι τὰ δικαστήρια νομίζουν καὶ ταύτας ὡς εἰσαγωγικὰ δικόγραφα.

§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ παραιτηθῇ τῶν τοιούτων ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν καθέκαστα, διότι ἔσεται, ὡς πρὸς ἐμὲ, ἔργον ἀνιαρὸν, ἐὰν ἑκάστοτε δίδω ἑρμηνείαν ἐπὶ τῶν διαφόρων διατάξεων τοῦ νόμου. Ἡ πρώτη ἐπερώτησις ἀπέβλεπεν εἰς γενικωτέραν ἔννοιαν, καὶ ὑπέλαβον ἐμαυτὸν ὑποχρεωμένον νὰ ἀπαντήσω· ἀλλ’ ἤδη ἡ ἐπερώτησίς σας ἀφορᾷ εἰς λεπτομερείας, περὶ τῶν ὁποίων εἰμὶ ἥκιστα ἁρμόδιος νὰ δώσω γνώμην. Ἡ δίκη ἡ περὶ ἐξώσεως δὲν εἶναι ἔναρξις δίκης; Δὲν ἐννοῶ ὅμως, τοῦτο λέγων, νὰ λύσω τὸ ζήτημα, καὶ δὲν πρέπει νὰ προκαλῆται ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ λεπτομερειῶν τοιούτων, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ, ὡς γνωστὸν, ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ὡς πρὸς τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν ἐφαρμογὴν ὑπαλλήλους.

§18ΡΑΛΛΗΣ. Θαυμάζω πῶς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιμένει νὰ ἑρμηνεύῃ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου...

§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἑρμηνεύω.

§20ΡΑΛΛΗΣ. .. Ὁ ἁρμόδιος νὰ ἑρμηνεύσῃ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐξακριβώσῃ πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα. Τὰ δικαστήρια δὲν ἀποφαίνονται περὶ τοῦ νόμου, εἰμὴ καθ’ ὅσον ἡ οἰκονομικὴ ἀρχὴ ἤθελεν ἀποφανθῆ ἐπ’ αὐτοῦ· τὰ δικαστήρια δὲν δικάζουσιν ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου· ταῦτα ὀφείλουσι νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου. Ἀληθῶς δὲ πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ σειρὰ τῶν ἐπερωτήσεων ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ παύσῃ ἢ ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐκδώσῃ ἐγκύκλιον ἑρμηνευτικὴν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου.

§21Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐν συμπράξει μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐξέδωκε γενικὴν ἐγκύκλιον περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Τὰς περὶ ἑρμηνείας ὅμως τῶν νόμων τοῦ κ. Βουλευτοῦ θεωρίας δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ. Ὁ νόμος μόνον παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δύναται ἐπισήμως νὰ ἑρμηνευθῇ· ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καλεῖται πρὸς ἐκτέλεσιν, ἡ ἑρμηνεία, ἐφ’ ᾗ ἐκτελεῖ, εἶναι ἡ τῆς ὑπηρεσίας, ἐφ’ ὅσον δὲ ἄλλοις δέδοται νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, ἡ γνώμη αὐτῶν θὰ ἦναι ἡ κρατοῦσα· διότι, προκειμένου περὶ ἑρμηνείας, μόνον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἀποφανθῇ ὑποχρεωτικῶς πρὸς πάντας. Αἱ ἐγκύκλιοι, αἱ περιλαμβάνουσαι ἑρμηνευτικὰς διατάξεις, δίδουσι τὴν ἑρμηνείαν πρὸς τὰς ὑπαλλήλους ἀρχὰς, ἐφ’ ὅσον αὗται πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσιν. Ἐφ’ ὅσον καλοῦνται διὰ τῆς ἐκτελέσεως νὰ ἑρμηνεύσωσιν, ἀνήκει εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἑρμηνείας, ἐφ’ ᾗ γίνεται ἡ ἐκτέλεσις· ἐφ’ ὅσον δὲ πρόκειται περὶ γενικωτέρας ἑρμηνείας, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνασκεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο, οὐχὶ δὲ τὸ Ὑπουργεῖον.

§22ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδὲν νέον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἀλλὰ περὶ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ ἀρχὴ ἡ μέλλουσα νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον· καὶ ἐρωτᾶται: τίς ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία ἐκτελεῖ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου; Εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἢ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Τὰ δικαστήρια θὰ συμμορφωθῶσι βεβαίως πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ μόνος ἁρμόδιος.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ἴσης τῷ δωδεκατημορίῳ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως 1893.

§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποίου εἴδους εἶναι ἡ πίστωσις ἡ αἰτουμένη διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον.

§25Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ λογιστικὸς ἡμῶν νόμος ἀναγνωρίζει πιστώσεις ἐκδιδομένας εἴτε ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν κενῶν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἑτέρου εἴδους πιστώσεις, μὴ προνοούμεναι ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο κανονιζόμεναι ὑπὸ τῆς Βουλῆς δι’ ἰδίου νόμου· αἱ πιστώσεις αὗται καλοῦνται προσωριναί, περὶ ὧν οὐδὲν λέγει ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, εἶναι πιστώσεις ἐπιβαλλόμεναι ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, μὴ ἀποτελοῦσαι ἰδίαν κατηγορίαν, διότι δὲν ἔχουσι καὶ ἰδίαν διαρκῆ ὑπόστασιν. Ἡ ὑπόστασις αὐτῶν εἶναι προσωρινή, ἡ δὲ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ συγχωνεύει αὐτὰς ἐν ταῖς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἀνάγκη προσωρινῶν πιστώσεων δὲν παρουσιάζεται μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ Κράτει, ἐξ οὗ παρελήφθη ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ· καὶ ἡ Γαλλία ἔχει προσωρινὰς πιστώσεις, διέπεται δὲ καὶ ἐκείνη ὑπὸ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, πρὸς ὃν ὁμοιάζει ὁ ἡμέτερος, ὅστις ἐλήφθη ἐξ ἀρχαιοτέρου γαλλικοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ὁ νεώτερος γαλλικὸς νόμος οὐδὲν περὶ τῶν προσωρινῶν τούτων πιστώσεων διαλαμβάνει. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὅμως καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Βελγίῳ καὶ παντοῦ, ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ αὐτὸ σύστημα τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, αἱ προσωριναὶ πιστώσεις ὑπάρχουσι, διότι ἐπιβάλλονται ἐκ τῶν πραγμάτων. Αἱ προσωριναὶ πιστώσεις δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὥς τι κανονικὸν, καὶ δυνάμενον νὰ προνοηθῇ, διότι ἀκριβῶς ἡ ἔλλειψις προνοίας περὶ ἐγκαίρου ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τῶν δωδεκατημορίων· ἡ δὲ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ καταργεῖ τὸ οὕτω ψηφισθὲν, συγχωνεῦον αὐτὸ ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κανόνα περὶ τῆς πιστώσεως ταύτης, τὸν ὁποῖον ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτής. Ἡ ψήφισις προσωρινῶν πιστώσεων δωδεκατημορίων ἐν Ἑλλάδι εἶναι πλέον δεδικαιολογημένη ἢ ἀλλαχοῦ· διότι ἀλλαχοῦ οἱ προϋπολογισμοὶ ὑποβάλλονται, κατὰ τὰ κείμενα, εἰς τὰς Βουλὰς ἐνωρίτερον ἢ ἐνταῦθα. Ἐν Γαλλίᾳ ὑποβάλλεται ὁ προϋπολογισμὸς, κατὰ τὰ κείμενα, ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους τοῦ προηγουμένου τῆς ἐφαρμογῆς, καὶ ὅμως συνεχῶς ἐπαρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη τῶν προσωρινῶν πιστώσεων· παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἡ Βουλὴ συνέρχεται κατὰ τὴν 1 Νοεμβρίου τὸ βραδύτερον, ὡς ὁρίζει τὸν Σύνταγμα, ὅπου ὅμως ἀπεδείχθη, ὅτι δυσχερῶς δύναται νὰ συνέλθῃ ταχύτερον τοῦ τελευταίου δεκαημέρου τοῦ Ὀκτωβρίου, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχωσι προσωριναὶ πιστώσεις. Καὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τοῦτο, εἰμὴ ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἄλλα Κράτη ἔπραξαν, νὰ μεταβάλωμεν τὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, ὅπως μὴ συμπίπτῃ μετὰ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἡλιακοῦ ἔτους, ἀλλ’ ἄρχηται ἀπὸ τῆς 1 Μαρτίου ἢ τῆς 1 Ἰουλίου. Δὲν εἶναι ὅμως εὔκολος ἡ μεταβολὴ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Τὸ οἰκονομικὸν ἔτος ἔχομεν ἐνταῦθα συμπῖπτον μετὰ τοῦ ἡλιακοῦ ἔτους, καὶ τοῦτο παρουσιάζει πολλὰ πλεονεκτήματα. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἤδη δὲν πρόκειται, δὲν εἶναι δὲ καὶ ἀκριβές, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐπελήφθημεν τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ λίαν βραδέως, διότι μέχρι τοῦδε κυρίως προϋπολογισμὸν συζητοῦμεν, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ πλεῖστον ἐψηφίσαμεν, διότι τυπικῶς μόνον εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγραφὴ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς νομοθεσίας, οὐσιαστικῶς ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ διαῤῥύθμισις τῶν τῆς νομοθεσίας, εἰς ταύτην δὲ κατεγείναμεν μέχρι τοῦδε καὶ σχεδὸν ἀποκλειστικῶς, ψηφίσαντες σειρὰν ὅλην νομοθετημάτων οἰκονομικῶν, μένει δ’ ἐκκρεμὲς ἓν μόνον ἐκ τῶν ὑποβληθέντων, τὸ περὶ δασῶν, περιλαμβάνον τινὰς οὐχὶ σπουδαίας οἰκονομικὰς διατάξεις· ὥστε δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων κατ’ οὐσίαν ἐψηφίσθη. Ἀλλὰ διατὶ ἐψηφίσθη πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως; τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον ἐμὸν νὰ ἀναπτύξω. Τὸ κατ’ ἐμέ, θὰ ἦτο ὀρθόν, εὐθὺς κατόπιν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀπήντα εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἠθέλησε νὰ ἀντείπῃ εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ ῥηθέντα ἀπαράσκευος, ἠθέλησε νὰ μελετήσῃ τὰ ὑποβληθέντα καὶ νὰ προέλθῃ εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν ἄλλῃ ὥρᾳ. Τοῦτο ἀνήκει εἰς αὐτήν. Εἰσῆλθεν ἄρα ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, συζητήσασα καὶ ψηφίσασα τὰ μεταῤῥυθμιστικὰ τῆς φορολογίας νομοσχέδια, διεξήγαγε δὲ τὸ ἔργον λίαν ταχέως· καίτοι δὲ οὕτω ταχέως διεξήγαγεν αὐτό, ἐφθάσαμεν εἰς τὰ μέσα τοῦ Ἰανουαρίου ἄνευ τῆς ψηφίσεως τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως διὰ τὸν Ἰανουάριον ψηφισθῇ πίστωσις προσωρινή, ἐπιτρέπουσα, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ γένωνται αἱ δαπάναι, καὶ ταύτην τὴν ἄδειαν ζητοῦμεν.

§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὄρα Παράρτημα).

§27ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τῇ ἀληθείᾳ εἶναι ἄξιον ἀπορίας, πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅστις ὑπῆρξε τοσάκις Βουλευτής, δὲν γνωρίζει τὴν ἐπικρατοῦσαν τάξιν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ δὲν συζητήσῃ μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου καὶ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Τὸ ἤδη ζητούμενον εὑρίσκω σύνηθες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐφαρμοζόμενον ἀπὸ 30 ἐτῶν. Ἄλλως τε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος γνωρίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνέλθῃ πρὸ τῆς 15 Ὀκτωβρίου, καθόσον καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀπουσιάζει καὶ τὸ πλεῖστον τῶν Βουλευτῶν ἔχουσιν ἐργασίας καὶ δὲν δύνανται νὰ παρευρίσκωνται ἐνταῦθα (γέλωτες). Ἀπορῶ δέ, πῶς ὁ κ. συνάδελφος πρεσβεύει τὰ ἐναντία. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται.)

§29ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μίαν διασάφησιν παρακαλῶ νὰ μᾶς δώσητε. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ἀναγράφεται πίστωσις διὰ τρία Πρωτοδικεῖα. Λοιπὸν τί θὰ γείνωσιν αὐτὰ τὰ Πρωτοδικεῖα, ἀφοῦ νόμος περὶ καταργήσεως αὐτῶν δὲν ἐψηφίσθη, καὶ πρόκειται μάλιστα καὶ περὶ κανονισμοῦ τῆς δικαιοδοσίας αὐτῶν; Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 κανονικῶς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη τοιαύτη πίστωσις. Ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ νόμος, ἢ τοὐλάχιστον νὰ γείνῃ ῥητὴ μνεία ὡς πρὸς τὰ τρία Πρωτοδικεῖα, τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ κατάργησις.

§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον δὲν ψηφισθῇ νόμος, καταργῶν τὰ Πρωτοδικεῖα, ταῦτα ὑφίστανται. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ πίστωσις διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, τοῦτο εἶναι θέμα ἄλλο, τὸ ὁποῖον θὰ κανονισθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νομίσῃ ἀναγκαῖον. Ἀλλὰ Πρωτοδικεῖον δὲν δύναται νὰ καταργηθῇ, εἰμὴ διὰ νόμου· τοιοῦτος δὲ νόμος δὲν ἐψηφίσθη, καὶ τὰ δικαστήρια ταῦτα ὑφίστανται καὶ λειτουργοῦσι καὶ θὰ ἐξακολουθῶσι λειτουργοῦντα μέχρις ὅτου ἤθελε ψηφισθῆ νόμος.

§31ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ναί· ἀλλὰ μὲ τί θὰ πληρωθῶσι τὸν μῆνα Ἰανουάριον;

§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ, ὅτι αἱ πιστώσεις δύνανται νὰ διατηρήσωσι τὸν μῆνα αὐτὸν τὰ Πρωτοδικεῖα, τότε εἶναι περιττὸν νὰ ζητήσῃ καὶ τὰς ἄλλας πιστώσεις· διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἐν μικρῷ, πρέπει νὰ κάμῃ καὶ ἐν μεγάλῳ, ἂν δεχθῇ, ὅτι δὲν χρειάζεται τίποτε· ὅταν ὅμως ἡμεῖς νομίζωμεν, ὅτι χρειάζεται τοιαύτη πίστωσις διὰ τὰς ἄλλας δαπάνας, διὰ τὰς ἄλλας θέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπίσης ὀργανικαὶ ὡς αὐτή, πρέπει νὰ ψηφισθῇ πίστωσις ὡσαύτως καὶ διὰ τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ διαγραφέντα ἐκ τοῦ εἰς ἐπιψήφισιν προκειμένου προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893.

§33Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐρωτήσεις εἶναι σχετικαί. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι αὐτὸς θεωρεῖ τοῦτο ἀναγκαῖον. Ἐπειδὴ ἡμεῖς πρόκειται νὰ διεξαγάγωμεν τὸ ἔργον, ἀφοῦ νομίζομεν ὅτι δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν ἄνευ τούτου, θέλομεν τὸ διεξαγάγει. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς πρόκηται νὰ διεξαγάγῃ αὐτὸ, ἐπειδὴ αὐτὸς θεωρεῖ ἀναγκαίαν τοιαύτην ἄδειαν, θέλει τὴν ζητήσει καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει τὴν λάβει, διότι καὶ αὐτὸς θὰ ἦναι τότε ἐπὶ κεφαλῆς πλειοψηφίας! (γέλωτες).

§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριε Πρόεδρε, ἂν ποτε θέλω περιέλθει εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐγὼ διευθύνω τὴν πλειονοψηφίαν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου διαβεβαιῶ αὐτὸν, εἶναι, ὅτι ὄχι μόνον ἐγὼ, ἀλλ’ οἱοσδήποτε ἄλλος ἂν διαδεχθῇ αὐτὸν ἐν τῇ ἀρχῇ, βεβαίως οὐδέποτε θὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ διαπράξῃ τοιαύτας ἀθετήσεις τῶν καθεστώτων, ὁποίας αὐτός.

§35ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω διατὶ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς πλειοψηφίας ἐθεώρησαν ὡς ἀξίαν μυκτηρισμοῦ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ... (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Βεβαίως· δὲν ἔρχεσθε ἐνταῦθα ἢ ὅπως μυκτηρίσητε μίαν παρατήρησιν ὀρθοτάτην.

§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι· δὲν εἶναι ἀκριβές.

§37ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ εἰσαχθέντος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἓν δωδεκατημόριον, καὶ τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας ὑπάρχει μία ἀντίφασις. Ὁ προϋπολογισμός σας, καὶ ἑπομένως καὶ τὸ δωδεκατημόριόν σας, ἀφίνει ἓν κενὸν, τὸ κενὸν δὲ τοῦτο ἀφορᾷ τὰ τρία Πρωτοδικεῖα. Σᾶς ὑπέδειξε δὲ τὸ κενὸν αὐτὸ, διὰ νὰ τὸ πληρώσητε. Ὑμεῖς ἀπαντᾶτε, ὅτι σεῖς, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐκτελέσητε τὸ δωδεκατημόριον, ἔχετε τὴν γνῶσιν καὶ θὰ τὴν προτάξητε, καὶ ἡμεῖς σᾶς λέγομεν, ὅτι δὲν ἔχετε γνῶσιν καὶ οὔτε δύνασθε νὰ τὴν προτάξητε, ἐν ὅσῳ τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν, τὴν περιορίζετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνταποκρίνεται καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Οἱ Κύριοι (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἂς μυκτηρίζωσι καὶ ἂς γελῶσιν· ἀλλὰ γελῶντες, βεβαίως ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν σπουδάζουσι.

§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ οὐ μόνον δὲν ἐμυκτηρίσαμεν, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ἐθεωρήσαμεν ἀξίαν σπουδαιοτάτης ἀπαντήσεως. Μόνος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ περὶ μυκτηρισμῶν, προκειμένου περὶ προτάσεως τοσοῦτον σπουδαίως προταθείσης καὶ καθ’ ἑαυτὴν παρεχούσης πολλὰ τὰ συνηγοροῦντα. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω τὰ αὐτὰ περὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἐθεώρησε ταῦτα ἄξια ὑποστηρίξεως.

§39ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἢ νὰ ἀναπτύξῃ ἀκριβῶς τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κορινθίας· ἂν δὲ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας ἀναγνωρίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς σπουδαῖα, ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡς σπουδαῖα καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτοῦ λεχθέντα· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος σᾶς εἶπεν: «ἀφοῦ ζητεῖτε ἄδειαν διὰ τὸ δωδεκατημόριον, διατὶ δὲν ζητεῖτε ἄδειαν πλήρη, διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἡ νομοθεσία ἡ ὑφισταμένη;» Αὐτὸ ἦτο τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔκρινεν ἄξιον μυκτηρισμοῦ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ πλειοψηφία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, ἠτιολόγει τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθη τὸ Κράτος, διὰ δύο λόγων, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐξετάσω. Ὁ πρῶτος λόγος, ὁ προταθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι, ὅτι ἡμεῖς ἀκαίρως ἐζητήσαμεν νὰ ἐπιδείξωμεν τὴν εὐρωστίαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, προτιμήσαντες νὰ ἀγοράσωμεν τὸ ἀναγκαῖον πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1891 συνάλλαγμα ἐκ τῆς ἀγορᾶς, ἀντὶ νὰ πορισθῶμεν αὐτὸ διὰ δανείων· διότι οὕτως ἐξησθενίσαμεν τὴν ἀγορὰν διὰ τοῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπορίσθημεν, προσεθήκαμεν δ’ ἕνεκα τούτου καὶ ἄλλο κακὸν, ὅτι ἐθήκαμεν εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια περισσότερα ἢ ὅσα μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐκυκλοφόρουν, συνετελέσαμεν δ’ οὕτως εἰς τὴν περίσσειαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ διὰ ταύτης εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ οὐδέτερος τῶν λόγων τούτων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἀκριβής. Ἠγοράσαμεν ἀληθῶς συνάλλαγμα φράγκων μὲν 5,230,470, πληρώσαντες δραχμὰς 6,836,825, λιρῶν δὲ στερλινῶν 207,474, αἵτινες, ἐὰν ὑπολογισθῶσι πρὸς 25 φράγκα ἑκάστη, φέρουσι φράγκα 5,186,856, ἑπομένως ἐν ὅλῳ φράγκα 10,317,326· τοσούτου δὲ ποσοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν τοσαύτην νὰ ἐπενέγκῃ διατάραξιν ἐν τῇ νομισματικῇ κυκλοφορίᾳ. Οὐδὲ χάριν τῆς ἀγορᾶς τοῦ ποσοῦ τούτου τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, τῶν 10,317,326, εἰσηγάγομεν εἰς τὴν κυκλοφορίαν τοσούτῳ μέγα ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων, ὥστε τοῦτο νὰ ὑπερβῇ τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν καὶ νὰ ἐπενέγκῃ τὴν διατάραξιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Ἡμεῖς, κατὰ τὴν περίοδον, καθ’ ἣν ἐτυγχάνομεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, δὲν ηὐξήσαμεν, εἰμὴ κατά τινας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων. Ὑπῆρχον ἀληθῶς ἐν κυκλοφορίᾳ κατὰ τὴν 30 Ὀκτωβρίου 1890, ὅτε ἀνήλθομεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δρ. 60,743,975.68, ἐνῷ κατὰ τὴν 29 Φεβρουαρίου 1892, ὅτε ἀπήλλαξαν ἡμᾶς τῆς ἀρχῆς, τὰ κυκλοφοροῦντα γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀνήρχοντο εἰς δρ. 67,680,779.03, ἤτοι εἴχομεν αὐξήσει τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ δρ. 6,936,803.35· ὡς ηὐξήσαμεν καὶ κατὰ 9,403 δρ. τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, διότι κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1890 ἀνήρχοντο ταῦτα εἰς δρ. 1,874,906.44, ἐνῷ κατὰ τὴν 29 Φεβρουαρίου 1892, ὅτε κατήλθομεν τῆς ἀρχῆς, ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ δρ. 1,884,309.44. Ἤτοι ηὐξήσαμεν ἐν ὅλῳ τὰ κυκλοφοροῦντα τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν δύο Τραπεζῶν κατὰ δρ. 6,946,206.35· ἀλλ’ ἠλαττώσαμεν τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς Τραπέζης Ἠπειρο– Θεσσαλίας κατὰ δρ. 587,245.58: διότι, ἐνῷ κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1890 ἐκυκλοφόρουν τοιαῦτα ἐκ δρ. 1,504,463.22, κατὰ τὴν 29 Φεβρουαρίου 1892 ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ μόνον 917,217.64· ὡς ἠλαττώσαμεν ὡσαύτως τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ κερματικῶν γραμματίων κατὰ δραχμὰς 5,586,845, ὅσα ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον τεθῆ ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν ἐν κυκλοφορίᾳ πέραν τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἀφῃρέσαμεν ἐκ τῆς κυκλοφορίας, παραδόντες αὐτὰ εἰς τὸ πῦρ. Ἑπομένως ηὐξήσαμεν τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων ἐν γένει κατὰ δραχμὰς 6,946,206.35, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, ἀλλ’ ἠλαττώσαμεν αὐτὰ κατὰ δρ. 6,174,090.58. Οὕτω τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικὰ γραμμάτια ἐν γένει ηὔξησαν κατὰ τὴν περίοδον, καθ’ ἣν ἐτυγχάνομεν κυβερνῶντες, κατὰ δρ. 772,115.77. Ἀλλ’ ἂν ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ δρ. 772,115.77 ἐπήνεγκε τὴν τοσαύτην ὑποτίμησιν αὐτῶν, εἰς ποίας μονάδας ἤθελε φθάσει τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἡ ὑποτίμησις, καθ’ ὃν χρόνον πρὸ ἡμῶν ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ νῦν Πρωθυπουργός; Καὶ ἀληθῶς, κατὰ τὸ 1886 ηὔξησε τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ δρ. 6,590,581.44, διότι, ὅτε παρῃτήθημεν τῆς ἀρχῆς, κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1886, ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ 45,875,265.75, ἐνῷ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1886 εἶχον τεθῆ ὑπ’ αὐτοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ 52,465,847.19. Ὡσαύτως κατὰ τὸ 1887 ηὔξησε τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ δρ. 3,332,601.81, διότι, ἐνῷ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1886 ἐκυκλοφόρουν 52,465,847.19, κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1887 ὑπῆρχον ἐν κυκλοφορίᾳ 55,798,449, ἂν καὶ κατὰ τὸ 1886 εἶχε δανεισθῆ κατὰ Ἰούλιον 19,000,000 εἰς χρυσὸν, κατὰ δὲ τὸ 1887 διάφορα δάνεια εἶχε συνομολογήσει, ὡς κατὰ Μάϊον τοῦ 1887 τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1887 τὴν προκαταβολὴν τῶν 10,200,000 φράγκων εἰς χρυσὸν, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1887 τὸ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δάνειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων. Μήπως κατὰ τὸ 1888 δὲν ηὔξησε τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ δρ. 10,217,494.90, ἂν καὶ εἶχε λάβει ἐκ δανείων 4,119,822.05, ἤτοι 1,410,298.05 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων, καὶ 2,708,806 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων; Καὶ κατὰ τὸ 1889 δὲν εἶχεν αὐξήσει κατὰ 8,705,849.57 δρ. τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων; Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1888 ἐκυκλοφόρουν γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δρ. 46,401,477.85, ἐνῷ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1889 ὑπῆρχον ἐν κυκλοφορίᾳ 55,107,327.42· ἂν καὶ κατὰ τὸ 1889 εἶχε λάβει ἐκ δανείων 99,300,373, ἤτοι:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων 2,499,165
ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων 11,260,181
ἐκ τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρ. ἀγγλικῶν20,437,500
ἐκ τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν 65,103,527

Καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ 1890 εἶχεν αὐξήσει τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ δρ. 5,636,648.26, διότι, ἐνῷ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1889 ἐκυκλοφόρουν 55,107,327.42, κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὅτε παρῃτήθησαν τῆς ἀρχῆς, ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ 60,743,975.68· ἀλλ’ εἶχον πράξει καὶ τὸ ἕτερον ἐκεῖνο τόλμημα, νὰ θέσωσιν ἐν κυκλοφορίᾳ κερματικὰ γραμμάτια πέραν τοῦ νομίμου ποσοῦ κατὰ 5,586,845, ἐνῷ εἶχον λάβει ταῦτα, ἵνα καύσωσιν, ὡς ἐφθαρμένα· ἂν καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἶχον λάβει 35,528,879 ἐκ δανείων, ἤτοι: ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων 3,173,529 καὶ ἐκ τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσσης 32,355,350. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1886, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, κατὰ τὰ ὁποῖα εἶχε τὴν εὐκολίαν νὰ εἰσάγῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀγκώδη ποσὰ ἐκ δανείων, ἠναγκάσθη νὰ λαμβάνῃ ἀνὰ ἓξ καὶ ὀκτὼ καὶ δέκα ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατήγγειλεν ἡμᾶς, ὅτι ἐλάβομεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ τοὺς 15 μῆνας, καθ’ οὓς ἐτυγχάνομεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, 772,115.77, καὶ ἄνευ δισταγμοῦ ἀποδίδωσι τὴν ὑπάρχουσαν νῦν διατάραξιν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας εἰς τὴν περίσσειαν ταύτην τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐθήκαμεν ἡμεῖς ἐν κυκλοφορίᾳ! Ἀλλὰ τέλος πάντων ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν νὰ πληρώσωμεν κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1891, καὶ οὐχὶ δι’ ἀγορᾶς συναλλάγματος ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ἡμεῖς προετιμήσαμεν νὰ ἀγοράσωμεν συνάλλαγμα, διὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τοῦ Κράτους; Κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1891 δὲν ἦτο εὔκολον νὰ εὕρωμεν δάνειον ὑπὸ ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐπετρέπετο νὰ δανεισθῇ Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐσκόπει διὰ τοῦ δανείου τούτου νὰ προαγγείλῃ τὴν ἐν προσεχεῖ χρόνῳ ἀνικανότητά του πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Καὶ τὴν γνώμην ταύτην δὲν εἶχον τότε μόνος ἐγώ, τὴν γνώμην ταύτην εἶχον καὶ ἐν Εὐρώπῃ τραπεζῖται, καὶ ἐδήλωσαν μάλιστα εἰς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος, συνδιαλεγόμενοι μετ’ αὐτῶν περὶ δανείου. Ἔλεγον οἱ τραπεζῖται οὗτοι πρὸς αὐτούς, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην δὲν ἦτο εὔκολον νὰ εὑρεθῇ δάνειον, καὶ συνεβούλευον νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν μέσων, διότι οὕτως ἐμέλλομεν προσέτι νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ προπαρασκευάσωμεν τὴν κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος ἀνεύρεσιν δανείου ὑπὸ ὅρους ἀποδεκτούς. Ὁ κ. Ραγκαβῆς, ὁ πρεσβευτὴς τῆς Α. Μεγαλειότητος ἐν Βερολίνῳ, ἔγραφε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν 9/21 Αὐγούστου 1891 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπανελθόντος πρό τινων ἡμερῶν τοῦ κ. Bleichröder, ἔσπευσα παρ’ αὐτῷ καὶ ἔσχον μετ’ αὐτοῦ μακρὰν συνδιάλεξιν, ἧς μεταδίδω ὑμῖν τὸ πόρισμα, ὅπερ, ἐὰν μὴ ἀμέσους ὠφελείας ὑπισχνούμενον, ὑπῆρξεν ὁπωσδήποτε εὐάρεστον διὰ τὸ μέλλον. Ἀντὶ τῆς περὶ τῶν ἡμετέρων πραγμάτων ψυχρότητος, ἣν ὑπώπτευον, εὗρον ἀπ’ ἐναντίας παρὰ τῷ πανισχύρῳ τραπεζίτῃ δεξίωσιν εἰς ἄκρον φιλικὴν καὶ ζωηρὸν ὑπὲρ ἡμῶν ἐνδιαφέρον.... «Δύναμαι νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς, μοὶ εἶπεν ὁ κ. Bleichröder, ὅτι ἐκ Λονδίνου προεκλήθη ἡ ὅλη ἐνέργεια. Ἐκεῖ ἐδόθησαν αἱ πρὸς πώλησιν ὁδηγίαι καὶ ἐν τῷ Ἀγγλικῷ χρηματιστηρίῳ καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ. Ἐνόμιζον δ’ ἄχρι τοῦδε, ὅτι αἱ διαταγαὶ αὗται προεκλήθησαν ὑπὸ τῆς ἀνεχείας τῶν μικρῶν κεφαλαιούχων, καταστραφέντων ὑπὸ τῆς χρεωκοπίας τῶν ἀδελφῶν Baring, καὶ ἐκποιούντων ὅ,τι αὐτοῖς ἀπέμεινεν· ἀλλ’ ἐὰν εἰς ταῦτα προσετέθη καὶ χρηματιστική τις ἐπιβουλή, τὸ φαινόμενον ὁλοσχερῶς ἐξηγεῖται. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι ἐκ Λονδίνου ἐδόθη τὸ σύνθημα». «Ἡ διαβεβαίωσις αὕτη», ἀπήντησα, (ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Ραγκαβῆς) «κέκτηται δι’ ἡμᾶς ἱκανὸν ἐνδιαφέρον, καθόσον, κατά τινα πληροφορίαν, περιελθοῦσαν εἰς τὴν Β. Κυβέρνησιν ἐξ Ἀγγλίας, οἱ δόντες τὴν ὤθησιν ἦσαν μᾶλλον οἱ τραπεζῖται τοῦ Βερολίνου». Ὄχι, ἀνέκραξεν (ὁ κ. Bleichröder). Πιστεύσατέ με, καθόσον γνωρίζω κάλλιστα, τί λέγω». Ὁ τραπεζίτης ὁ ταῦτα λέγων κατέχει ἐπιφανῆ θέσιν ἐν τῷ τραπεζιτικῷ κόσμῳ τῆς Γερμανικῆς πρωτευούσης, ἡ δὲ γνώμη αὐτοῦ ἀποτελεῖ ἀληθῆ αὐθεντείαν ἐπὶ πάντων τῶν συναφῶν πρὸς τὰς τραπεζικὰς ἐργασίας. Ποίαν δὲ τότε ἔδιδεν οὗτος πρὸς ἡμᾶς γνώμην; «Δυστυχῶς ἡμεῖς οἱ χρηματισταὶ» (ἐξηκολούθησε λέγων πρὸς τὸν ἡμέτερον πρέσβυν ὁ κ. Bleichröder) «γνωρίζομεν πόσον ἡ ἀνύψωσις ἀποβαίνει δυσχερεστέρα τῆς καταπτώσεως. Ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἐνέργεια σύντονος, πρὸς καθησύχασιν καὶ διαφώτισιν τοῦ κοινοῦ, καὶ ἰδίως ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις οὐδόλως πρὸς τὸ παρὸν διανοεῖται περὶ νέου δανείου. Ἐγὼ μάλιστα θὰ προέτεινον καὶ τὴν δημοσίευσιν σχετικῆς περὶ τούτου δηλώσεως». «Τοιαύτη δημοσίευσις», ἀπήντησα, (ἐξακολουθεῖ ἐν τῇ ἐπιστολῇ του ὁ κ. Ραγκαβῆς) «μοὶ φαίνεται δυσχερής· ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις πράγματι πρὸ μηνὸς ἐζήτει δάνειον πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν τινων τοῦ Κράτους, ἤδη θέλει ἀναμείνει τὴν βελτίωσιν τῆς ὅλης οἰκονομικῆς καταστάσεως». «Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητον», ὑπέλαβεν ὁ κ. Bleichröder, «καθόσον τὰ ἀλλεπάλληλα δάνεια κλονίζουσι τὴν πίστιν, πρὸς τὸ παρὸν δὲ οὐδὲ λόγος τοιοῦτος ἐπιτρέπεται.» Ἐάν λοιπὸν ἠκολουθήσαμεν τὴν γνώμην τοῦ τραπεζίτου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, προσδοκῶντες ὅτι, ἐκπληροῦντες διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν μέσων τὰς ὑποχρεώσεις μας κατὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν τοῦ 1891, ἠθέλομεν ἀποδείξει τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τοῦ τόπου καὶ διαψεύσει τὰς περὶ τῆς ἀνικανότητος τοῦ Κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του φήμας, τὸ ἐπράξαμεν καὶ πιεζόμενοι ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, διότι δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ εὕρωμεν δάνειον καὶ νὰ συνομολογήσωμεν αὐτὸ ὑπὸ ὅρους ἀποδεκτούς. Καὶ ὄντως, ἀφοῦ ἐπέμψαμεν εἰς Λονδῖνον τὰ ἀναγκαιοῦντα συναλλάγματα πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1891, παρεστάθη ἡμῖν εὐκαιρία, διδοῦσα τὴν ἐλπίδα δανείου, καὶ τὴν ἐλπίδα ταύτην μετέδωκεν ἡμῖν ὁ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτὴς τοῦ Βασιλέως, τηλεγραφικῶς τὸ πρῶτον, διὰ τοῦ ταχυδρομείου δ’ ἔπειτα. Καὶ ἔδωκα πρὸς τὸν κ. Γεννάδιον ὁδηγίας, διὰ τῶν ὁποίων ἐδήλουν αὐτῷ, ὅτι ἀποδέχομαι κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν, ἕτοιμος νὰ συζητήσω τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους οἱ δανεισταὶ ἤθελον προβάλει· δανεισταὶ δὲ δὲν ἦσαν οἱ γνωστοὶ ἐν Λονδίνῳ τραπεζῖται, οἵτινες πολλάκις κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχον διαπραγματευθῆ δάνεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἕτεροι, οἵτινες εἶπον εἰς τὸν κ. Γεννάδιον, ὅτι ἤθελον ἀνακοινώσει αὐτῷ τοὺς ὅρους τῆς προτάσεώς των μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἑορτῶν τοῦ νέου ἔτους. Μετὰ τὰς ἑορτὰς ὅμως ταύτας οἱ προβαλόντες ἑαυτοὺς ὡς δανειστὰς ἠρνήθησαν νὰ ποιήσωνται ἀνακοίνωσίν τινα πρὸς τὸν κ. Γεννάδιον, διότι εἶχεν ἀρχίσει τότε ἡ μείωσις τῆς οἰκονομικῆς πίστεως ἡμῶν. Καὶ ποῖοι λόγοι ἐπήνεγκον τὴν ἀρξαμένου τοῦ νέου ἔτους, ἤτοι μετὰ τὴν 25 Δεκεμβρίου 1891, μείωσιν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους; Ὁ κ. Γεννάδιος μοὶ ἔγραψε κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1892 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ὁλόκληρος αὕτη ἡ στρατεία ἦν ἐκ τῶν προτέρων ἐσκεμμένη καὶ καλῶς διατετυπωμένη. Ἐκ Βερολίνου ἐτηλεγράφουν εἰς τὴν «Σημαίαν» (τὴν γνωστὴν ἐφημερίδα τοῦ Λονδίνου) τὴν προτεραίαν 9, (ἤτοι τὴν 28 Ἰανουαρίου καθ’ ἡμᾶς) ὅτι ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Φραγκφόρτης», ὄργανον οἰκονομολογικὸν, ἐδημοσίευσεν εἰδήσεις περὶ τῶν ματαίων προσπαθειῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εὕρῃ δάνειον πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, καὶ ὅτι αἱ προτάσεις αὐτῆς ἀπεκρούσθησαν ἀποτόμως ὑπὸ τοῦ προεξάρχοντος ἐν Βερολίνῳ Τραπεζικοῦ Οἴκου, καὶ ὑπὸ ἑτέρας τινὸς ἐκεῖ Τραπέζης, οἵτινες ἠρνήθησαν ἀπολύτως πᾶσαν συμμετοχήν. Ἐνταυτῷ δ’ ἔφθανον καθ’ ἑκάστην ἐνταῦθα νέαι διαταγαὶ πρὸς πώλησιν ἐκ Βερολίνου καὶ ἐκ Παρισίων, καὶ ἡ φήμη ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐστερεῖτο τῶν μέσων νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ προσεχὲς τοκομερίδιον ἠνάγκαζε καὶ τοὺς ἀγαθῇ πίστει κατόχους νὰ πωλῶσιν. Ἡ οὕτως ὠργανωμένη καταδρομὴ τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄλλον σκοπὸν ἢ ἀνήθικον κερδοσκοπίαν, πρὸς ἀγορὰν βραδύτερον ἀξιῶν ἀρίστων, ἃς ἐπίτηδες κατέῤῥιψαν πρῶτον οἱ μέλλοντες ἀγορασταὶ, ὡς ἐξήγησα ἐν τῇ προλαβούσῃ ἐκθέσει μου». Καὶ ἐν ἄλλῃ ἐπιστολῇ, γραφείσῃ ἐν Λονδίνῳ τὴν 22 Ἰανουαρίου (3 Φεβρουαρίου) 1892, ὁ κ. Γεννάδιος ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατάστασις τῆς χρηματαγορᾶς τοῦ Λονδίνου εἶναι οἰκτρά. Εἰσέτι δὲν παρῆλθον τὰ ἀποτελέσματα τῆς πτωχεύσεως τοῦ οἴκου τῶν Baring. Ἡ πληγὴ, μακρὰν τοῦ νὰ ἐπουλωθῇ, ηὔξησε διὰ τῆς κατ’ οὐσίαν στάσεως τῶν Murietta, καὶ τῆς κρισίμου θέσεως, εἰς ἣν περιῆλθον παντοῖοι ἄλλοι μεγάλοι Τραπεζικοὶ Οἶκοι. Ἀπειρία ἀνθρώπων εἰς πᾶσαν τάξιν τῆς κοινωνίας εἰσὶ τετραυματισμένοι ἐκ τῶν ζημιῶν τῶν Ἀργεντινῶν ἀξιῶν. Εἰς ταύτας προσετέθησαν καὶ αἱ ἐκ τῶν Βραζιλιανῶν χρεωγράφων ζημίαι, καὶ μόλις προχθὲς ἔφθασαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Πορτογαλίας σχεδὸν εἰς χρεωκοπίαν. Αἱ φοβεραὶ αὗται ζημίαι γεννῶσι γενικὴν δυσπιστίαν καὶ φόβους ἀεννάους, ὥστε καὶ τὰ πάσης ἀσφαλείας χρεώγραφα συμπάσχουν.» Καὶ κατωτέρω: «Συγχρόνως ἐδημοσιεύθησαν εἴς τινας ἐφημερίδας τοῦ Λονδίνου, αἵτινες, ἐκδιδομένων τῶν τελευταίων δανείων, συνηγόρουν ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν οἰκονομικῶν, ἄρθρα βίαια καὶ ἀπαισιόδοξα σφόδρα κατὰ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Ἕτεραι δ’ ἐφημερίδες τοῦ Βερολίνου κατεχώρησαν ἀνταποκρίσεις ἐξ Ἀθηνῶν, καθ’ ὁμοίας ἐμπνεύσεις συντεταγμένας.» Καὶ ἐκ Παρισίων δὲ παραπλησίας ἐλάμβανον παρὰ φίλων μου πληροφορίας, καὶ ἀναγινώσκω ἐπιστολὴν, γραφεῖσαν ἐν Παρισίοις τὴν 17 Φεβρουαρίου: «Ἡ ἐντύπωσις, ἣν ἐπροξένησαν ἐνταῦθα τὰ τελευταῖα οἰκονομικὰ ὑμῶν μέτρα, ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ἀρίστη.... Δυστυχῶς ὅμως τὰ ἄρθρα πολλῶν ἐκ τῶν ἡμετέρων ἐφημερίδων, καὶ οἱ ὑπερβολικῶς ἀπαισιόδοξοι λόγοι τινῶν ἐκ τῶν Βουλευτῶν, μεταφραζόμενοι καὶ ἀναδημοσιευόμενοι εἰς τὰς ξένας ἐφημερίδας, ἀποθαῤῥύνουσι τὸ κοινὸν, μειοῦντες τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκ τῶν λαμβανομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρων καλῶν ἐντυπώσεων». Εἶχεν ἀρχίσει τότε ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, πιθανῶς δὲ θέλει κολακεύσει τὴν φιλοτιμίαν ἐκείνων, οἵτινες τότε μετέσχον αὐτῆς, διότι πληροφοροῦνται ἐκ τῶν ἀνωτέρω εἰδήσεων, ὅτι οὐ μόνον τὰ ὀνόματα αὐτῶν κατεστάθησαν οὕτω γνωστὰ εἰς τὴν Εὐρώπην, ἀλλὰ καὶ οἱ λόγοι αὐτῶν ἐκρίθησαν παρέχοντες κῦρος, καὶ κατώρθωσαν οὕτω νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν μείωσιν τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τῆς πατρίδος των. Τὰς πληροφορίας δὲ ταύτας ἐποριζόμην ὁμοίως καὶ ἐκ τηλεγραφήματος ἐκ Λονδίνου, σταλέντος μοι ἐκεῖθεν τὴν 6/18 Φεβρουαρίου 1892. Δι’ αὐτοῦ μοὶ ἀνεκοινοῦτο, ὅτι (ἀναγινώσκει) «ὑπὸ τοῦ «Χρόνου» ἐδημοσιεύθη σήμερον ἀνταπόκρισις ἐκ Ρώμης, μετ’ ἀποσπάσματος ἐφημερίδος ἑλληνικῆς, περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως· ἐνεποίησε δὲ ἡ δημοσίευσις αὕτη κακὴν ἐντύπωσιν». Καὶ εἶναι μὲν γνωστὸν, ὅτι ἀνταποκριτὴς τοῦ ἀγγλικοῦ «Χρόνου» ἐν Ρώμῃ εἶναι ὁ κ. Στήλμαν, τὸν ὁποῖον πάντες γνωρίζετε· ὅσον δὲ καὶ ἂν εἰκάζω, δὲν γνωρίζω ὅμως θετικῶς, ποία ἦτο ἡ ἑλληνικὴ ἐφημερὶς, τῆς ὁποίας ἡ φιλοπατρία διέλαμπεν ἐν τῷ ἀποσπάσματι αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Στήλμαν μετέφρασε καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὸν «Χρόνον» πρὸς δημοσίευσιν. Τὰ λεχθέντα νομίζω, ὅτι πείθουσιν ὑμᾶς, ὅτι τὸ θάῤῥος καὶ ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν νὰ παραστήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τῆς χώρας, ὅτε ἠγοράζομεν τὸ συνάλλαγμα πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1891, δὲν εἶναι αὐτὸ καὶ μόνον, τὸ ὁποῖον ἔπεισεν ἡμᾶς, ἵνα προτιμήσωμεν τὸ μέσον τοῦτο, ἀλλ’ ἦσαν καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐξ Εὐρώπης ἐλαμβάνομεν, περὶ τῶν πιθανοτήτων, αἵτινες ὑπῆρχον πρὸς εὕρεσιν δανείου. Ἀλλ’ ἠκούσατε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μετ’ αὐταρεσκείας καὶ τῆς διακρινούσης αὐτὸν μετριοφροσύνης εἰπόντος κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὅτι τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὅτε ἐπέσκηψαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τῆς 14 Ὀκτωβρίου, «ἡ Ἑλλὰς ἐθεωρεῖτο χώρα εὐδοκιμοῦσα οὐ μόνον περὶ τὴν κοινωνικὴν αὐτῆς οἰκονομίαν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου». «Ἡ Ἑλλὰς», ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, «ἠδύνατο νὰ διεξάγῃ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς, δεόμενα μὲν προνοίας σπουδαίας, ἀλλ’ οὐδὲν παρουσιάζοντα τὸ ἀδιέξοδον, ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ διεξάγῃ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς ἐν πάσῃ ἀνέσει· οὐδὲν ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὴν τὴν σπουδήν...» Καὶ κατωτέρω ἠκούσασε αὐτοῦ διηγουμένου (ἀναγινώσκει): «Εἴχομεν προσέτι εἰσέλθει εἰς ὁδὸν, ἥτις καθίστα βέβαιον ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος τὸν περιορισμὸν τῆς κυκλοφορίας τοῦ χαρτίνου νομίσματος τοῦ πιστωτικοῦ ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ πρέποντος, τουτέστιν εἶχεν ἐξασφαλίσει τὴν ἐν μέλλοντι οὐχὶ πολὺ ἀπέχοντι ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας παντὸς τοῦ πιστωτικοῦ ἐκείνου νομίσματος, τὸ ὁποῖον προεκάλει ἀνωμαλίας ἐν τῇ ἀγορᾷ, καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ παραίτιον τῆς δυσχερείας περὶ τὴν τροπὴν τῶν χαρτίνων προσόδων τοῦ Δημοσίου εἰς μεταλλικὸν νόμισμα πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους». Ἀλλ’ ἦτο πράγματι εὐδοκιμοῦσα ἡ Ἑλλὰς, καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιτρέπωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ διαχειρίζηται αὐτὰ ἐν ἀνέσει; Ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν πράγματι ἐφρόνει τοῦτο, νὰ πλανᾶται τόσον; Ἡ χώρα κατὰ τὴν 26 Ὀκτωβρίου τοῦ 1890, ὅτε ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν ἀρχὴν, ἦτο ἐν ἐντελεῖ κακοδαιμονίᾳ. Τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου ἔκειντο εἰς κακίστην κατάστασιν, ἡ κακίστη δὲ αὐτῶν κατάστασις ἔβαινεν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐπὶ τὸ χεῖρον. Καὶ ποῦ μὲν εὑρέθημεν ἡμεῖς, οἱ ἀναλαβόντες τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, θέλω διαλάβει μετ’ ὀλίγον, ὅταν φθάσω εἰς τὸ θέμα τοῦτο, ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀνασκευῆς καὶ ἀπὸ τοῦδε ἰσχυρισμὸν τοσοῦτον μὴ ἀληθῆ. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ κριθῇ ἡ Ἑλλὰς ὡς εὐδοκιμοῦσα κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν της, ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἦτο ἤδη γνωστὸν καὶ ὡμολογημένον, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τεσσάρων μόνον ἐτῶν ἀνήρχοντο εἰς δραχμὰς 87,994,306; Καὶ αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1890, τοῦ ὁποίου τὰ οἰκονομικὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεχειρίζετο μέχρι τοῦ τέλους τοῦ Ὀκτωβρίου μηνὸς, ἦτο 17,594,194· ἦτο ὄντως τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους τούτου μικρότερον τῶν ἐλλειμμάτων τῶν προηγηθέντων ἐτῶν, διότι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἶχεν εἰσπράξει ἐκ δανείων πλὴν τῶν 9,015,476.17, τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἄλλα 43,232,529 εἰς χρυσὸν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπλήρωσε τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων, δυνηθεὶς οὕτω νὰ μὴ ἀποτίσῃ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Κατὰ τὸ 1889 εἶχον πληρωθῆ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια δανείων 31,345,064.84, ἐνῷ κατὰ τὸ 1890 ἐπληρώθησαν μόνον 35,634,257.81. Πόθεν ἡ διαφορὰ αὕτη; Πῶς κατωρθώθη νὰ πληρωθῶσιν ὀλιγώτερα 4,289,192.97; Εἶχε τάχα ἀποσβέσει τινὰ τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ οὕτως εἶχεν ἐλαττώσει κατὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια τοὺς πληρονομένους τόκους; Παντάπασιν. Εἶχεν αὐξήσει τὰ χρέη τοῦ Κράτους, διότι συνωμολόγησε νέα δάνεια, καὶ δι’ αὐτῶν ἐπλήρωσε τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, ἀπαλλαγεὶς τῆς ἀνάγκης νὰ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα καὶ νὰ πληρώσῃ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλὰ μήπως δὲν εἶχε πλέον τότε διαφανῆ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη; Διαχείρισις διεξαγομένη διὰ λαθροχειριῶν, ὅπως πλανηθῶσιν οἱ πολλοὶ καὶ ὑπολάβωσιν ὅτι κατέλιπε περίσσευμα, ἐνῷ εἶχε καταλίπει ὀγκῶδες ἔλλειμμα, εἶναι διαχείρισις σώφρων καὶ χρηστή; Τί ἐγίνετο παρ’ ἡμῖν καθ’ ὅλα ταῦτα τὰ παρελθόντα ἔτη; Κατὰ τὸ 1887 πρὸς ἰσοζύγισιν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα εἶχον ἐπιβληθῆ νέοι φόροι καὶ αὐξηθῆ οἱ ὑπάρχοντες, καὶ προϋπελογίσθη ἐκ τούτου αὔξησις ἐσόδων κατὰ 22,280,686, εἰσεπράχθησαν δὲ 20,717,184. Καὶ ὅμως δὲν ἔλειψαν τὰ δάνεια, ἀλλὰ συνωμολογήθησαν τοιαῦτα καὶ εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῶν 77,024,231.70, πλὴν 16,336,000, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν προηγουμένων. Κατὰ τὸ 1888 ὡσαύτως διὰ δανείων ᾠκονομήθησαν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, διότι 14,336,598.95 εἰσεπράχθησαν ἐκ δανείων· ἤτοι 10,217,494.90 ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δραχ. 1,410,298.05 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων, καὶ δραχ. 2,708,806 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Μήπως κατὰ τὸ 1889 δὲν ἐπορίσθη 30,451,909.79 ἐκ δανείων, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους; Εἶχεν εἰσπράξει κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκ δανείων 96,801,208 εἰς χρυσὸν, ἤτοι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων 11,260,181, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρῶν ἀγγλικῶν 20,437,500, καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν ἀγγλικῶν 65,103,527. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 96,801,208 ἐπλήρωσε πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν μὲν δανείων τῶν 6 καὶ 10 ἑκατομμυρίων 8,382,362.56, τῶν δὲ δανείων τῶν 26 καὶ τῶν 60 ἑκατομμυρίων 57,966,935 65, τὸ ὅλον 66,349,909.21. Πλὴν τούτων δ’ εἰσέπραξε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκ δανείων καὶ ἄλλα 11,205,014.57 δρ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἤτοι 2,499,165 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων, καὶ 8,705,849.57 ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ κατὰ τὸ 1890 δ’ εἰσέπραξεν ἐκ δανείων, εἰς χρυσὸν μὲν 16,817,668.50 ἐκ τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσσης, δαπανήσας ταῦτα εἰς τακτικὰς ἀνάγκας, καὶ 3,173,529 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ἐκ τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσσης εἶχε λάβει 40,050,000, ἀλλ’ ἐπλήρωσε πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν χρεῶν τῶν 25, τῶν 4 καὶ τῶν 6 ἑκατομμυρίων 15,537,681.50, ἀφῆκε καὶ εἰς ἡμᾶς, τοὺς διαδεχθέντας αὐτὸν, 7,694,650, τὸ ὑπόλοιπον δ’ ἐκ 16,817,668.50 ἐδαπάνησεν εἰς ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πλὴν δὲ τούτου εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1890 καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 6,136,648.26, διότι, ἐνῷ τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Δημοσίου ἀνήρχετο κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1889 εἰς 54,607,327.42, κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1890 εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς 60,743,975.68. Οὕτως ἀπὸ τοῦ Μαΐου μηνὸς τοῦ 1886, καθ’ ὃν ἐπανήχθη ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, μέχρι τοῦ τέλους Ὀκτωβρίου 1890, ὅτε κατεβιβάσθη ἀπὸ αὐτὴν, ἐκτὸς τῶν 20,717,184.33, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν ἐξ αὐξήσεως φόρων, τῆς νομοθετηθείσης κατὰ τὸ 1887, ἐπορίσθη ἐκ δανείων, αὐξήσας τὰ χρέη τοῦ Κράτους, 30,891,759.54 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ 131,586,443.04 εἰς χρυσὸν, ἐπιβαρύνας τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τοῦ Κράτους διὰ τοσούτου χρέους. Καὶ μετὰ τοιαύτην διοίκησιν δύναταί τις νὰ τολμήσῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐκρίνετο εὐδοκιμοῦσα εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890; Μὴ εἰπῆτε ὅτι ἐδαπανήσατε ἐξ αὐτῶν εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, διότι, ἐὰν κατεσκευάσθησαν κακαὶ κακῶς τινες ὁδοὶ, μεταβληθείσης καὶ τῆς ὁδοποιΐας εἰς ῥουσφετολόγιον, τὰ δαπανηθέντα πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν κατεβλήθησαν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Μὴ ἀναφέρετε τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς, διὰ τὰς ὁποίας ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦ 1892 φράγκα 27,003,805.55, διότι θὰ καταγγείλωμεν ὡς ἀσυνείδητον τὴν κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, δι’ ἣν ἐδαπανήθησαν τοσαῦτα χρήματα, καθ’ ὃν χρόνον ἐδανείζεσθε, ἵνα πληρώσητε τὰ ἐτήσια ἐλλείμματα τῆς διαχειρίσεώς σας, τὰ ὁποῖα ἔβαινον κατ’ ἔτος αὐξανόμενα ἀπὸ 23,931,894 εἰς 30,686,647. Τί χρησιμεύουσι τὰ θωρηκτὰ σήμερον, ὅτε δὲν στερεῖσθε μόνον τῶν μέσων, ὅπως παρασκευάσητε ἐκείνους, οἵτινες πρέπει νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν αὐτοῖς, ἀλλὰ δὲν ἔχετε οὐδὲ τὰ μέσα τῆς ἁπλῆς συντηρήσεώς των; Καὶ ποῖον ἐκ τῆς κατασκευῆς τούτων ἐπεβλήθη βάρος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους; Τὰ θωρηκτὰ κατεσκευάσθησαν διὰ χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, τὸ δάνειον δὲ τοῦτο συνωμολογήθη κατὰ τὴν 3 Ἰουνίου 1887, ἑκάστη δ’ ὁμολογία αὐτοῦ ἐκ 500 φράγκων χρυσῶν ἐπωλήθη εἰς τοὺς καταβαλόντας τὸ δάνειον ἀντὶ 337 φράγκων. Διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν ἐκρατήθησαν ἐν τοῖς κιβωτίοις τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης τῶν Παρισίων 77,151 ὁμολογίαι, ἀντιπροσωπεύουσαι κεφάλαιον ὀνομαστικὸν φρ. 38,575,500, καὶ ἐτίθεντο εἰς κυκλοφορίαν ἐξαργυρούμεναι κατὰ πᾶσαν δόσιν πληρονομένην εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν. Διὰ τὸ κεφάλαιον τῶν φράγκων 38,575,500, τὸ ὁποῖον παριστᾷ 26 ἑκατομμύρια πραγματικά, πληρόνομεν ἐτήσιον τόκον εἰς χρυσᾶ φράγκα 1,543,020· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐπήρκεσαν τὰ 26 ἑκατομμύρια, διότι ἐδαπανήθησαν, ὡς εἶπον, διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν, διὰ τὴν ἐπιστασίαν καὶ τὰς δοκιμὰς αὐτῶν, διὰ τὴν παραλαβὴν καὶ τὴν μεταφοράν των καὶ δι’ ἀσφάλιστρα φράγκα 27,003,805.55, ἤτοι περιπλέον φρ. 1,003,805.55, καὶ τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο κατεβάλομεν ἐκ δανείων καὶ πληρόνομεν καὶ δι’ αὐτὸ τόκον, πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ὁ τόκος τοῦ συμπληρωματικοῦ τούτου κεφαλαίου, ἤτοι φράγκα 60,228.33, οὕτω δὲ ὁ ἐτήσιος τόκος, τὸν ὁποῖον πληρόνομεν ἕνεκα τῆς κατασκευῆς τῶν θωρηκτῶν, ἀνέρχεται εἰς φράγκα 1,603,248.33. Πλὴν τούτων, ἐνῷ τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου κατὰ τὸ 1887, πλὴν τῶν καταβληθέντων τότε εἰς ναυπήγησιν καὶ ἐπιστασίαν τῶν θωρηκτῶν, ἀνῆλθον εἰς 3,912,769.01, διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 προσδιωρίσθησαν εἰς 5,034,254.80, ἤτοι ηὐξήθησαν κατὰ 1,121,485.79 ἕνεκα τῆς συντηρήσεως τῶν τριῶν θωρηκτῶν, πρέπει δὲ καὶ ἡ ἐτησία αὕτη δαπάνη νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν θωρηκτῶν ἐπελθόντα βάρη, συνιστάμενα οὕτως εἰς 1,603,248.33 εἰς χρυσὸν, καὶ εἰς 1,121,485.79 εἰς γραμμάτια κατ’ ἔτος. Δὲν εἶχον δίκαιον, ὅτε πρὸ πέντε ἐτῶν, ἤτοι κατὰ τὴν 7 Νοεμβρίου 1888, ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς; (ὅρα σελ. 75 ἐστενογραφημένων πρακτικῶν αὐτῆς) (ἀναγινώσκει): «Τίς, ἀκούων τούτων, δὲν αἰσθάνεται συγκίνησιν, θλιβόμενος διὰ τὴν μαύρην μοῖραν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ τόπος, νὰ κληθῇ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν ἐνεθυμήθη, ὅτι δὲν εἴχομεν κρατερὰ σκάφη, περὶ τῶν ὁποίων ἀνέφερεν ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ; Καὶ 26 ἑκατομμύρια εἰσὶ τὰ πραγματικῶς πληρωθέντα; Ἀλλ’ αὐτὰ ἐδανείσθη πρὸς 66%, ἤτοι ἀνέλαβε δι’ αὐτῶν δάνειον 40 ἑκατομμυρίων, διὰ τὸ ὁποῖον ἐτησίως θέλει πληρόνει τόκον, πρὸς 4%, φράγκα 1,600,000 καὶ τὸ συμπεφωνημένον χρεωλύσιον». Καὶ ἐλήφθησαν τὰ 26 ἑκατομμύρια ἐκ δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη διὰ νὰ ἐπουλώσωμεν ἄλλας πληγὰς, λαβόντες δ’ αὐτὰ διὰ νὰ κατασκευάσωμεν θωρηκτὰ, ἠνεῴξαμεν νέαν πληγὴν πρὸς ἐκείναις, τὰς ὁποίας ἐζητοῦμεν νὰ ἐπουλώσωμεν. Καὶ ἐξελέξατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ 1887, ἵνα πραγματοποιήσῃ τὸ ῥῆμα αὐτοῦ, τὸ κατὰ τὸ 1883 λεχθὲν πρὸς τὴν Βουλὴν, «πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη ἄνευ ναυτικῶν παρασκευῶν εἶναι μεγίστη διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ζημία». Καὶ ἀφοῦ πᾶσα ἡ ἄλλη διαχείρισις αὐτοῦ εἶχεν ἀφαιρέσει τὸ αἷμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔπρεπε καὶ λόγῳ ναυτικῶν παρασκευῶν νὰ καταπονηθῇ τὸ ἐνεστὼς, ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τοῦ μέλλοντος εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, οἷον ἐξαγγέλλει ἡ παροῦσα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατάστασις. Ἂς μὴ προβάλωσιν οὐδὲ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, ὡς αἰτίαν ἢ ὡς σκοπὸν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ εἰρημένον διάστημα συνωμολογήθησαν. Πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, θέλω σᾶς ἀναφέρει μετ’ ὀλίγον, ὅτε θέλω παρατάξει ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ δανείων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ μεγάλα ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα τὰ ποσὰ ταῦτα ἐδαπανήθησαν. Τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐγκατελιμπάνοντο κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890 ἐν καταστάσει εὐδοκίμῳ καὶ ἐν προκοπῇ, ἀλλὰ κατελιμπάνοντο ὑπὸ τῶν διαχειρισαμένων αὐτὰ καὶ κατὰ τὴν λήξασαν τότε τετραετίαν ἐν κακοδαιμονίᾳ καὶ ἐν καταστάσει δυναμένῃ νὰ ἐμποιήσῃ ἀπόγνωσιν. Εἶχεν εἰσαχθῆ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ὁδὸν τῆς κακοδαιμονίας κατὰ τὴν πρώτην τριετίαν τοῦ 1882, 1883 καὶ 1884. Τότε αἱ στρατιωτικαὶ καὶ ναυτικαὶ παρασκευαὶ, ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμων, ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐχρησίμευσαν ὡς πρόσχημα διὰ νὰ συνομολογηθῇ τὸ ἀπαίσιον δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ συνωμολογήθη πρωτίστως, διὰ νὰ καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι 19,250,280.11 ἐκ τοῦ δανείου τούτου ἐδαπανήθησαν εἰς ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὸ 1882 ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου παρέλαβε φράγκα χρυσᾶ 18,841,955.10, ὑπόλοιπον τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Μὴ σᾶς παραπλανήσωσιν αἱ δημοσιεύσεις καὶ οἱ πίνακες, οἵτινες περιελήφθησαν ἐν τῷ δημοσιευθέντι ἐφέτος τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατ’ οὐδὲν τῶν παρελθόντων ἐτῶν προϋπολογισμὸς εἶχε προικισθῆ διὰ τοσούτων πινάκων καὶ δημοσιεύσεων, ἐφέτος δ’ ἐπροικίσθη καὶ ἐπλουτίσθη δι’ αὐτῶν, ἵνα παραπλανηθῶσιν οἱ ἁπλούστεροι καὶ ὑπολάβωσιν ὅτι τὰ κακὰ πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὰ μεγάλα ἐλλείμματα τῆς διαχειρίσεως τοῦ Κουμουνδούρου, ἢ εἰς τὰ μεγάλα ἐλλείμματα τῆς ἐμῆς διαχειρίσεως. Ἀλλ’ ἡ διαχείρισις τοῦ Κουμουνδούρου εἶχε καλυφθῆ ἀπὸ τὰ τότε τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, καὶ ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐκ τοῦ ὁποίου εἶχε μείνει ὑπόλοιπον ἐκ δραχ. 18,841,955.10, τὸ ὁποῖον παρεδόθη εἰς τὴν διαδεξαμένην τὸν Κουμουνδοῦρον Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Δὲν δημιουργῶ ἐγὼ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, ἀλλ’ ἀναγράφει αὐτοὺς ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν συνέταξε καὶ ἐδημοσίευσε κατὰ τὴν 8ην Νοεμβρίου 1882 ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, καὶ τότε Πρωθυπουργὸς τυγχάνων, συνέστησε, καὶ ἥτις ἀπετελεῖτο ἐξ ἀνθρώπων δοκίμων περὶ τὰ λογιστικὰ, ἀπὸ τὸν κ. Δ. Λεβίδην, πρόεδρον, ἀπὸ τοὺς κ.κ. Ἰωάννην Σ. Κοντογιάννην, ἐπιμελητὴν, Ι. Θ. Γαρουφαλιᾶν, ἀρχιφροντιστὴν, Σ. Φλῶρον, τὸν νῦν διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ Ι. Ἀγαλλόπουλον, τότε τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ πόρισμα τῆς μακρᾶς ταύτης καὶ λεπτομεροῦς ἐκθέσεως εἶναι τόδε: Εἰσπράξεις τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων 82,122,782.02, πληρωμαὶ 63,280,826.92, ὑπόλοιπον 18,841,955.10. Ἀναφέρει μάλιστα ἡ εἰρημένη ἔκθεσις καὶ ποῦ ὑπῆρχε κατατεθειμένον τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο. Εὑρίσκοντο τότε 13,421,665 παρὰ τῇ Τραπέζῃ Κωνσταντινουπόλεως ἐν Παρισίοις, 387,167.99 ἐσώζοντο ὡς ὑπόλοιπον τῆς προκαταβολῆς τῶν 25 ἑκατομμυρίων, 2,017,555.55 εὑρίσκοντο παρὰ τῇ Γενικῇ Πιστωτικῇ Τραπέζῃ καὶ 3,015,579.10 εὑρίσκοντο παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ροδοκανάκη ἐν Παρισίοις· ἐξ αὐτῶν δ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τὸν λογαριασμὸν τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρέσβεως, φράγκα 12 καὶ 62 ἑκατοστά. Οὕτως ἀπετελεῖτο κεφάλαιον δρ. 18,841,955 καὶ 10/100, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1882 ὑπῆρχε, καὶ ὑπὸ τοῦ ὁποίου θερμαινόμενος ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, ἂν δὲν σφάλλωμαι, ἦτο ὁ νῦν διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔλεγεν ἡμέραν τινὰ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετὰ χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης, ὅτι ἀνεκάλυψε καὶ ἄλλα χρήματα εἰς τὴν Ἀμερικὴν, τὰ ὁποῖα ἡ ἀκηδία καὶ ἡ ἀθλιότης τῆς διοικήσεως Κουμουνδούρου εἶχε λησμονήσει ἐκεῖ ἀποτεθειμένα, ἐφιλοδώρησε δ’ οὕτως εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα καὶ τὸν θησαυρὸν τοῦτον, τὸν ἀνευρεθέντα. Κατὰ τὴν τριετίαν ἐκείνην, ἐκτὸς τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα πρώτην φορὰν εἰσήγοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἤτοι τῶν ἐσόδων τῶν ἑνωθεισῶν μετὰ τοῦ ἄλλου ἐλευθέρου Κράτους ἐπαρχιῶν, τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐξήσεως φόρων καὶ ἐκ προσθήκης νέων φόρων εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ ἔτη 1882 καὶ 1883, ἀνελθόντα εἰς 17,361,650, ἐκτὸς τῶν 18,841,955.10, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, εἶχον ὑπολειφθῆ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐδέησε νὰ δημιουργήσῃ καὶ ἄλλα ἔσοδα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἱδρύσας τὰ μονοπώλια. Καὶ ὅμως κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1884 ὑπῆρξεν ἔλλειμμα ἐκ τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ ἀπολογισμοὶ προσδιώρισαν εἰς 45 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια. Λοιπὸν ἐγένετο τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἵνα πληρωθῶσι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, καὶ πρόσχημα ἦσαν οἱ σιδηρόδρομοι, αἱ στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ, ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἀπότομος καὶ αἰφνιδία, ἡ ἄρσις, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐδίσταζε προχθὲς νὰ μᾶς διδάσκῃ, ὅτι «καὶ ἡ μετάβασις ἀπὸ τῆς χείρονος εἰς τὴν βελτίονα κατάστασιν, ὅταν γίγνηται ἀποτόμως, φέρει καὶ αὕτη ζημίαν», καὶ ὅτι χρεωστεῖ ἡ Κυβέρνησις «νὰ προβαίνῃ εἰς τὸ ἔργον μετὰ περισκέψεως, παρέχουσα εἰς τὰς συναλλαγὰς τὸν χρόνον τῆς παρασκευῆς πρὸς τὰς μεταβολὰς τοῦ νομισματικοῦ καθεστῶτος!!» Ἢ μήπως ἐκρίνετο εὐδοκιμοῦσα κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἡ Ἑλλὰς, διότι ἡ Κυβέρνησις αὐτῆς εἶχεν ἀθετήσει τὰς ὑποσχέσεις καὶ τὰς βεβαιώσεις, τὰς ὁποίας καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους καὶ πρὸς τοὺς δανειστὰς εἶχεν ἀνακοινώσει, τὰς βεβαιώσεις, ὅτι ἰσότιμα τῶν ποσῶν, ἅπερ ἐλάμβανεν ἐκ δανείων, ἤθελε πληρώσει πρὸς μείωσιν τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἵνα τοιουτοτρόπως ἐπαναφέρῃ τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸν χρυσόν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τοῦ ἔργου τούτου εἶχε ποιήσει τὴν ἔναρξιν καὶ ὅτι εἶχεν εἰσέλθει «εἰς ὁδὸν, ἥτις καθίστα βέβαιον, ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος ὄχι πολὺ μακροῦ, τὸν περιορισμὸν τῆς κυκλοφορίας τοῦ νομίσματος τοῦ πιστωτικοῦ ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ πρέποντος». Ἀλλ’ ἡ ὁδὸς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν εἰσέλθει, δὲν εἶχε φέρει αὐτὸν πρὸς μείωσιν, ἀλλὰ πρὸς αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, ἡμεῖς δὲ, οἱ τότε ἀποτελοῦντες μέρος τῆς Βουλῆς, οἵτινες ἠκούσαμεν τὰς διαβεβαιώσεις, ἀναγινώσκοντες καὶ πληροφορούμενοι κατόπιν κατὰ τίνα τρόπον αἱ διαβεβαιώσεις ἐκεῖναι ἐξετελέσθησαν, τί ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν; Ἔπρεπε νὰ θρηνήσωμεν τὴν ἁπλότητα ἡμῶν, ἢ νὰ θαυμάσωμεν τὴν ἐμπειρίαν καὶ δοκιμότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, τοῦ ὁποίου τιμῶ τὴν φιλοπονίαν, ἠσχολήθη ἐπὶ πολὺ νὰ ἀνεύρῃ διαφορὰς ἀριθμῶν, οἵτινες εἶχον ἀναγραφῆ ἐν διαφόροις πίναξι καὶ ἐν διαφόροις καταστάσεσι, τοὺς ὁποίους πίνακας καὶ καταστάσεις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ τὴν διαφωτίσῃ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ποίας καταστάσεις νὰ λάβῃ τις ἀνὰ χεῖρας, καὶ νὰ μὴ καταληφθῇ ὑπὸ ἀπελπισίας, ἐὰν ἐπιθυμῇ ἐξ αὐτῶν νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν; Ἔχω κατάστασιν δημοσιευθεῖσαν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 362 φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τοῦ 1892, παριστῶσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1891 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1891 μέχρι τέλους Ἰουλίου 1892· κατὰ τὴν κατάστασιν δὲ ταύτην ἐδαπανήθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι μεταφορὰν πλοίων, 399,196.64, ἐδαπανήθησαν προσέτι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ἀπόσβεσιν ὁμολογιῶν μετατραπέντων δανείων 152,667.52. Μετὰ ἕνα περίπου μῆνα, ἤτοι κατὰ τὴν 28 Ὀκτωβρίου 1892, ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 412 φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» ἑτέρα κατάστασις, παριστῶσα καὶ αὕτη τὴν κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1891, ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1891 μέχρι τέλους Αὐγούστου 1892· κατὰ τὴν κατάστασιν δὲ ταύτην, οὐδὲν ἐδαπανήθη εἰς ἔκτακτα ἔξοδα οὐδ’ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, οὐδὲ πρὸς ἀπόσβεσιν ὁμολογιῶν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· ἔκτακτα ἔξοδα δὲν ἐγένοντο, εἰμὴ μόνον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν 19,924,686.92 δραχ. πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων. Μετὰ ἕνα ἀκριβῶς μῆνα, ἤτοι τὴν 29 Νοεμβρίου 1892, ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 452 φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» ἑτέρα κατάστασις, παριστῶσα καὶ αὕτη τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1891 μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου 1892, καὶ ἡ κατάστασις δ’ αὕτη ἐβεβαίου ἀπαράλλακτα ὅσα καὶ ἡ πρὸ αὐτῆς κατάστασις τοῦ μηνὸς Αὐγούστου. Κατὰ τὴν 4 Ἰανουαρίου 1892 ὅμως ἐδημοσιεύθη κατάστασις ἑτέρα διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1 φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τοῦ 1893, παριστῶσα τὴν κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1891 μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 1892, κατ’ αὐτὴν δὲ ἐδαπανήθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι εἰς μεταφορὰν πλοίων, 212,029.44, ἑπομένως διεψεύσθη ἡ κατάστασις τοῦ Ἰουλίου, καθ’ ἣν εἶχον δαπανηθῆ μέχρι 31 Ἰουλίου 1892 δραχ. 399,196.64 διὰ μεταφορὰν πλοίων, διεψεύσθησαν αἱ καταστάσεις τοῦ Αὐγούστου καὶ τοῦ Σεπτεμβρίου, καθ’ ἃς οὐδὲν εἶχε δαπανηθῆ, καὶ ἐβεβαιώθη ὅτι εἶχον δαπανηθῆ εἰς μεταφορὰν πλοίων δρ. 212,029.44. Μετὰ τοῦτο ὅμως ἐδημοσιεύθη ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1891, ὅστις διέψευσε πάσας τὰς πρὸ αὐτοῦ δημοσιεύσεις, διότι κατ’ αὐτὸν οὐδὲν ποτὲ εἶχε δαπανηθῆ εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι εἰς μεταφορὰν πλοίων, εἰμὴ μόνον τὰ δαπανηθέντα πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου. Καὶ ἤκουσα ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ἀποκρινόμενος εἰς τὰς αἰτιάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος· ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰπόντα πρὸς τὸν εἰρημένον Βουλευτὴν, ὅτι ὑπάρχουσι δύο διακεκριμέναι ὑπηρεσίαι, ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος τοῦ ταμειακοῦ, ἡ συντάττουσα τὰς καταστάσεις, ὧν ἐμνημόνευσα, καὶ διδοῦσα αὐτὰς πρὸς δημοσίευσιν, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ ὅτι τὸ ταμειακὸν τμῆμα συντάσσει τὰς καταστάσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναφορῶν τῶν ταμιῶν, δι’ ὧν δηλόνουσι τὰ δαπανηθέντα καὶ τὰ εἰσπραχθέντα, ἡ ἐκκαθάρισις ὅμως τῶν ποσῶν τούτων γίνεται ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἕνεκα δὲ τούτου πιθανώτατον ἀποβαίνει νὰ ὑπάρχωσι παραλλαγαὶ μεταξὺ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσιευομένης τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ταμειακοῦ τμήματος καὶ τῶν ἀπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι δημοσιεύονται τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἀλλ’ αἱ διαφοραὶ, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, δὲν εἶναι μεταξὺ καταστάσεως τοῦ ταμειακοῦ τμήματος καὶ τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ δημοσιευομένου ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· αἱ διαφοραὶ αὗται ὑπάρχουσι μεταξὺ καταστάσεως, δημοσιευθείσης τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ταμειακοῦ τμήματος, καὶ καταστάσεως ἑτέρας, καὶ ταύτης δημοσιευθείσης τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ταμειακοῦ τμήματος· τοιαῦται δὲ διαφοραὶ εὐλόγως κλονίζουσι τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς ἐργασίας τοῦ πεφωτισμένου τούτου τμήματος, τὸ ὁποῖον ἐπιτηρεῖ καὶ ἐπιβλέπει τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταμιῶν. Συμπέρασμα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ εἶπον ὡς πρὸς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐκρίνετο κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου 1890 εὐδοκιμοῦσα εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, συμπέρασμα ἄξιον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου θέλω προβάλει, ἀναμιμνήσκων εἰς ὑμᾶς ἱστορίαν γείτονος Κράτους, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω νὰ βεβαιώσῃ καί τις τῶν συναδέλφων, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ὥραν ταύτην δὲν εἶναι παρών. Ἡ Τουρκία πρὸ εἴκοσι καὶ πλέον ἐνιαυτῶν εἶχε φθάσει εἰς τὸ τέρμα τοῦ δανειστικοῦ αὐτῆς σταδίου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ 1858. Ἀπὸ τοῦ 1858 μέχρι τοῦ 1869 εἶχε συνομολογήσει ἓξ δάνεια, τὸ σύνολον τῶν ὁποίων ἀπετέλει κεφάλαιον 68 ἑκατομμυρίων λιρῶν ἀγγλικῶν, ἤτοι ἑνὸς δισεκατομμυρίου καὶ ἑπτακοσίων ἑκατομμυρίων φράγκων, ὑπολογισθείσης τῆς ἀξίας τῆς λίρας πρὸς 25 φράγκα· ὑπῆρξε τότε δυστυχής τις μονάρχης, ὅστις οἰστρηλατεῖτο ὑπὸ τοῦ ἀκατασχέτου πόθου νὰ παρασκευάσῃ στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς τὸ Κράτος του, ἵνα ἀντισταθῇ εἰς τὰς περιπετείας, τὰς ὁποίας αὐτὸς διέβλεπεν ἐν προσεχεῖ ἢ ἀπωτέρῳ μέλλοντι, τοῦ ὁποίου δ’ ἡ ἀποτυχία ἐπληρώθη ὑπ’ αὐτοῦ διὰ τῆς ζωῆς του. Τὸν πόθον τοῦτον τοῦ εἰρημένου μονάρχου εὑρέθησαν ἄνθρωποι ἵνα ἐκμεταλλευθῶσι, καὶ ἐξεμεταλλεύθησαν αὐτὸν οὕτως, ὥστε ἤγαγον τὴν Τουρκίαν εἰς τὴν συμφορὰν τοῦ 1872. Τὸ πρῶτον δάνειον τῆς Τουρκίας συνομολογήθη κατὰ τὸ 1858, ἦτο δὲ δάνειον 5,000,000 λιρῶν στερλινῶν, ἀλλ’ ἦτο δάνειον συνομολογηθὲν πρὸς εἰδικὸν σκοπόν, ὡς τὸ συνομολογηθὲν παρ’ ἡμῶν κατὰ τὸ 1884 δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ πρὸς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς, ἢ ὡς τὸ συνομολογηθὲν παρ’ ἡμῶν ἕτερον δάνειον κατὰ τὸ 1890 πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης. Ἡ Τουρκία τὸ δάνειόν της τῶν 5,000,000 λιρῶν εἶχε συνομολογήσει, ἵνα ἐξαγοράσῃ τὸ κυκλοφοροῦν τότε ἐν τῷ Κράτει ἐκείνῳ χαρτονόμισμα, τοὺς περιφήμους καϊμέδες, καὶ ἀφαιρέσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν, καταστρέφουσα αὐτούς· ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ ἰσότιμον τῶν 10,200,000 φράγκων, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθη κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1887, καὶ τῶν 400 χιλιάδων λιρῶν, τὰς ὁποίας ἐδανείσθη κατὰ τὸ 1888 παρὰ τοῦ κ. Γὶψ, ἵνα ἀποσύρῃ ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν ἓν μέρος τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρουν παρ’ ἡμῖν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Πρὸς ἐξαγορὰν τῶν κυκλοφορούντων ἐν Τουρκίᾳ καϊμέδων, ἔμελλε, κατὰ τὰς περὶ τοῦ εἰρημένου Τουρκικοῦ δανείου συμφωνίας, νὰ συστηθῇ Συνδικάτον, τὸ ἥμισυ τῶν μελῶν τοῦ ὁποίου ἔμελλε νὰ διορίσῃ ἡ Πύλη, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ νὰ διορίσωσιν οἱ δανείσαντες τὰ 5,000,000 λιρῶν. Καὶ οἱ μὲν δανεισταὶ διώρισαν τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τοῦ Συνδικάτου, τὸν ὁποῖον εἶχον δικαίωμα νὰ διορίσωσιν, ἀλλ’ ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἐλησμόνει νὰ διορίσῃ καὶ αὕτη τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ. Ἐν τούτοις κατὰ τὴν συμφωνίαν περὶ δανείου οἱ δανεισταὶ ἔμελλον νὰ καταβάλωσι τὸ ποσὸν τοῦ δανείου εἰς συναλλαγματικὰς ἐπὶ Λονδίνου ἀξίας ἴσης πρὸς τὸ ποσὸν τῶν καϊμέδων, καὶ τὴν συμφωνίαν ταύτην ἐξετέλεσαν οἱ δανεισταὶ, καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ποσὸν καϊμέδων ἴσης ἀξίας, τοὺς ὁποίους ἔκαυσαν ἐν τῷ Νομισματοκοπείῳ ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐν τελετῇ καὶ ἐν παρατάξει. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ συνέλεγε τοὺς καϊμέδες, ἵνα παραδώσῃ εἰς τὰ ὑπὸ τῶν δανειστῶν διορισθέντα μέλη τοῦ Συνδικάτου, ἐξέδιδε συγχρόνως ἄλλους καϊμέδες, τοὺς ὁποίους ἐτίθει ἐν κυκλοφορίᾳ. Οὕτω τὰ χρήματα τοῦ δανείου ἐδόθησαν ὑπὸ τῶν δανειστῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οἱ καϊμέδες, πρὸς καταστροφὴν τῶν ὁποίων εἶχον προορισθῆ τὰ χρήματα τοῦ δανείου, ἐκάησαν πράγματι, ἀλλὰ νέοι καϊμέδες ἀντικατέστησαν ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ τοὺς καέντας. Ἡ δὲ Πύλη ἐλησμόνει νὰ διορίσῃ τὰ μέλη τοῦ Συνδικάτου, τὰ ὁποῖα εἶχε δικαίωμα νὰ διορίσῃ, καὶ ἀνέβαλλε τὸν διορισμὸν αὐτῶν ἀπὸ τῆς σήμερον εἰς τὴν αὔριον, ἀπὸ τοῦ Ραμαζανίου εἰς τὸ Βαϊράμιον, καὶ ἀπὸ τοῦ Βαϊραμίου εἰς τὸ Ραμαζάνιον· οὐδ’ ἠδύναντο οἱ ὑπὸ τῶν δανειστῶν διορισθέντες ὡς μέλη τοῦ Συνδικάτου νὰ ἐργασθῶσιν αὐτοὶ μόνοι, διότι ἤθελε διαμαρτυρηθῆ ἡ Πύλη κατὰ τῆς τοιαύτης ἀναμίξεως τῶν ἀλλοδαπῶν εἰς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους· οὐδ’ ἂν ἀνεμιγνύοντο οἱ ὑπὸ τῶν δανειστῶν διορισθέντες, ἠδύναντο νὰ ἐννοήσωσι τὰ λογιστικὰ τῆς Μαλιὲ, ἥτις εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ δίδῃ οἵους αὕτη ἤθελε λογαριασμοὺς, ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἐφιλοδόξησε νὰ ἀποδείξῃ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην δεκαετίαν καὶ τὸ ἡμέτερον Γενικὸν Λογιστήριον. Κατὰ τὸ 1860 συνωμολόγησεν ἡ Τουρκία ἕτερον δάνειον, τὸ λεγόμενον δάνειον Mirés, ἐκ λιρῶν ἀγγλικῶν 2,037,000, διὰ τὸ ὁποῖον ὡσαύτως συνεφωνήθη νὰ συστηθῇ Συνδικάτον, διὰ νὰ λαμβάνῃ καὶ ἀποταμιεύῃ τὰ πρὸς ἐγγύησιν τοῦ δανείου προορισθέντα κεφάλαια. Ἀλλὰ οὐδὲ τὸ Συνδικάτον τοῦτο συνεστήθη. Κατὰ τὸ 1860 καὶ ἕτερον συνωμολόγησεν ἡ Τουρκία δάνειον, ἀλλ’ ἐσωτερικὸν, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑποχρεωτικὸν καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ τὸ ὁποῖον προωρίζετο ὡσαύτως πρὸς ἐξαγορὰν τῶν καϊμέδων. Καὶ πόσα μὲν ἐκ τοῦ δανείου τούτου εἰσεπράχθησαν, δὲν ἐγένετο γνωστὸν, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὅμως τῶν Οἰκονομικῶν προσδιωρίσθη χῶρός τις, θολωτὸς, ἀντέχων καὶ εἰς τὸ πῦρ καὶ εἰς τὸν σίδηρον, καὶ ἐν αὐτῷ ἀπετέθη μέγα σιδηροῦν κιβώτιον, κλειόμενον διὰ τριῶν κλειδῶν, καὶ συνεστήθη Συνδικάτον, ἐκ τῶν σημαντικωτέρων χρηματιστῶν τῆς ἀγορᾶς, ἄνευ διακρίσεως θρησκεύματος, καὶ ὅταν ἀπεστέλλετο τὸ χρῆμα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ἀπεταμιεύετο ἐν τῷ κιβωτίῳ, τοῦ ὁποίου αἱ τρεῖς κλεῖδες ἦσαν ἐμπεπιστευμέναι εἰς τρία διάφορα μέλη τοῦ Συνδικάτου, αἱ δὲ δύο κλεῖδες τοῦ θολωτοῦ χώρου εἰς δύο ἄλλα μέλη. Ἡ τάξις διετηρεῖτο μετ’ ἀκριβείας θαυμαστῆς, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνοίξῃ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ θύρα τοῦ θολωτοῦ χώρου. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Πύλη ἀπεφάσισε νὰ ἐκδώσῃ καϊμέδες νέους, ἀξίας ἑνὸς δισεκατομμυρίου, τότε δὲ καὶ τὸ ἐν τῷ θολωτῷ χώρῳ σιδηροῦν κιβώτιον ἐκενώθη, καὶ πάντες οἱ λογαριασμοὶ ἀπωλέσθησαν, καὶ αἱ θύραι τοῦ θόλου ἠνεῴχθησαν, φυλασσόντων πάντοτε τὰς κλεῖδας τῶν μελῶν τοῦ Συνδικάτου, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀποφασισθῆ, δὲν ἐγνώσθη δὲ μόνον τί ἐγένοντο τὰ φυλασσόμενα χρήματα, καὶ τί ἔγειναν οἱ καϊμέδες, οἵτινες εἶχον ἐξαργυρωθῆ. Κατὰ τὸ 1862 συνωμολόγησεν ἡ Τουρκία ἕτερον δάνειον 8,000,000 λιρῶν, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπ’ αὐτοῦ συνεστήθη Συνδικάτον, ὡς διὰ τῶν περὶ δανείου συμφωνιῶν εἶχε συνομολογηθῆ. Κατὰ τὰ 1863 καὶ 1864 ἕτερον συνωμολόγησε δάνειον μετὰ τοῦ Crédit Mobilier καὶ τῆς Αὐτοκρατορικῆς Ὀθωμανικῆς Τραπέζης ἐκ λιρῶν στερλινῶν 8,000,000, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 2,000,000 προσδιωρίζοντο διὰ νὰ ἐξαγορασθῶσι τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ ἐλλιπῆ κατὰ τὸ βάρος καὶ κατὰ τὴν μίξιν ἀργυρᾶ νομίσματα. Ἔμελλε δὲ νὰ συστηθῇ ὡσαύτως Συνδικάτον, ἵνα συλλέγῃ καὶ ἐπιτηρῇ τὴν ἐξαγορὰν, ἀλλὰ καὶ τὸ Συνδικάτον τοῦτο δὲν συνεστήθη, καὶ τὸ προιὸν καὶ τοῦ δανείου τούτου ἐδαπανήθη, καὶ τὰ ἐλλιπῆ κατὰ τὸ βάρος καὶ τὴν μῖξιν Μπεσηλίκια καὶ Ἀλτιλίκια ἔμειναν ἐν κυκλοφορία. Κατὰ τὸ 1865 ἐπῆλθε καὶ ἐκεῖ ἡ φαεινὴ ἰδέα τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων, καὶ προσδιώρισαν δάνειον 26 ἑκατομμυρίων λιρῶν, διὰ νὰ διαθέσωσιν εἰς μετατροπὴν τῶν δανείων. Ἀλλ’ ἐδανείσθησαν 29,000,000 λιρῶν, καὶ συγχρόνως συνωμολόγησαν ἕτερον δάνειον 4,000,000 λιρῶν, καὶ μετ’ ὀλίγον ἕτερον 7,000,000 λιρῶν, καὶ τὸ ὅλον τῶν τότε συνομολογηθέντων δανείων ἀνῆλθεν εἰς 40 ἑκατομμύρια λιρῶν. Εἰς τοιαύτην δὲ εἶχον περιέλθει κατάστασιν τὰ κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δανείων καὶ ἡ ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους πίστις, ὥστε ὁ τότε πρεσβευτὴς τοῦ Σουλτάνου ἐν Παρισίοις Σαφὲτ πασσᾶς ἠναγκάσθη νὰ δημοσιεύσῃ διακήρυξιν ἐν Παρισίοις, διὰ τοῦ «Moniteur Universel», βεβαιώσας δι’ αὐτῆς τοὺς ἐνδιαφερομένους, ὅτι ἤθελεν ἀφεύκτως συστηθῆ Συνδικάτον πρὸς τακτοποίησιν τῶν πραγμάτων. Διὰ νὰ μὴ καταπονήσω ὑμᾶς, καὶ ἕτερον δάνειον ἐκ 5,000,000 λιρῶν τῆς Αὐτοκρατορικῆς Ὀθωμανικῆς Τραπέζης ἔλαβε τὴν αὐτὴν τύχην, καίπερ ἀντιλέγοντος τοῦ Merton καὶ ἄλλων κατόχων ὁμολογιῶν προηγουμένων δανείων πρὸς μετατροπήν. Ἐπὶ τέλους δὲ κατέφυγον καὶ ἐκεῖ εἰς ἓν μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ θέρος, τὸ ὁποῖον διήλθομεν, κατεφύγομεν καὶ ἡμεῖς. Ὡς ἐξ Ἀθηνῶν ἀνεχώρησαν ἄνδρες ἐπιφανεῖς ἐν τῷ χρηματιστικῷ κόσμῳ, καὶ μετέβησαν εἰς πρωτευούσας τῆς Εὐρώπης, ἐρευνῶντες ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ δάνειον διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡ Τουρκία δὲν εἶχε παραλίπει τὸ μέσον τοῦτο’ εἶχε στείλει καὶ αὕτη τὸν Δαοὺτ πασσᾶν, τὸν γνωστὸν καὶ περίφημον, εἰς Βιέννην, καὶ τὸν Σαδὶκ πασσᾶν εἰς Παρισίους, διὰ νὰ εὕρωσι δάνειον. Καὶ διὰ τοιαύτης διαχειρίσεως ἔτρεχεν, ἔτρεχεν ἡ Τουρκία εἰς τὴν οἰκονομικὴν καταστροφήν. Συνοψίζων τὴν ἔρευναν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ ἡμετέρου Κράτους, δύο διαγινώσκω νόσους, αἵτινες κατατρύχουσιν αὐτό· τὴν μίαν τούτων ἀποτελοῦσι τὰ ἐτήσια ἐλλείμματα, τὴν δ’ ἄλλην ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία. Τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἕκαστον ἔτος τῆς τριετοῦς κυβερνητικῆς περιόδου τῶν 1882–1885 ἡ διαχείρισις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατέλιπε, καὶ ἡ κατὰ τὴν τετραετῆ δευτέραν κυβερνητικὴν περίοδον τῶν 1886–1890 κατέλιπε καθ’ ἕκαστον ἔτος ὡσαύτως, ἀλλ’ ὀγκωδέστερα. Ἵνα ἐπαρκῇ εἰς ταῦτα καὶ πληρόνῃ αὐτὰ, κατέφυγεν εἰς αὔξησιν τῶν ἐσόδων διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, ἐπὶ τέλους δὲ καὶ διὰ τῆς ἱδρύσεως μονοπωλίων. Κατὰ τὸ 1880, ὅτε τὸ δεύτερον ἐκλήθη εἰς τὴν ἀρχὴν, τὰ ἔσοδα ἐφάνησαν αὐτῷ ἀνεπαρκῆ, ἐπέβαλε δὲ φόρους, καὶ οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλε κατὰ τὸ 1880, εἶχον παραγάγει πρόσοδον 3,000,400 δραχμῶν, συνίσταντο δ’ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρου, εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς, εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων τέλους, εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, καὶ εἰς τὴν νομοθέτησιν τελῶν ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν καὶ τελῶν μεταγραφῆς, ὡς καὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Τὰ ἐκ τῶν φόρων τούτων ἔσοδα δὲν εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1880, διότι κατ’ ἐκεῖνο τὸ ἔτος ἐπεβλήθησαν, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1882, 1883 καὶ 1884. Ἀφοῦ δ’ ἡ πρόσοδος, ἡ προστεθεῖσα εἰς τὰ ἄλλα ἔσοδα, ἀνήρχετο εἰς 3,000,400, κατὰ τὰ τρία ἔτη εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν νέων τούτων φορολογικῶν μέτρων 9,001,200 δραχμῶν. Καὶ κατὰ τὸ 1882, ὅτε πάλιν ἐπανήχθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν,—διότι κατὰ τὸ 1881 εἶχε παραιτηθῆ, ἐγκαταλειφθεὶς ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς,—καὶ κατὰ τὸ 1882 προσέφυγεν αὖθις εἰς αὔξησιν φόρων, καὶ μετέβαλε τὴν κλίμακα τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ηὔξησε τὸν φόρον τῶν ζώων, προσέθηκεν ἓν δεκατημόριον εἰς τὰ τελωνειακὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς, ηὔξησε τὰ προξενικὰ τέλη, καὶ διὰ τῶν νέων τούτων φορολογικῶν νομοθετημάτων προσέθηκεν εἰς τὰ ἕως τότε ἔσοδα τοῦ ταμείου δραχμὰς 3,490,000· εἰσεπράχθησαν οὕτω συνεπείᾳ αὐτῶν κατὰ τὰ δύο ἔτη, τὸ 1883 καὶ τὸ 1884, δραχ. 6,980,000. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1883 νέαι τῇ προτάσει αὐτοῦ ἐνομοθετήθησαν αὐξήσεις φόρων, καὶ νέοι φόροι ἐδημιουργήθησαν καὶ ἐπεβλήθησαν. Ἐνομοθετήθησαν δὲ ἡ πληρωμὴ δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐκ τοῦ ὁποίου προϋπελόγισεν ἔσοδα δραχ. 3,200,000, εἰσέπραξεν ὅμως μόνον κατὰ τὸ 1884 δραχμὰς 787,209.18· ἐπέβαλε φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν καὶ τοῦ ζύθου, ἐκ τοῦ ὁποίου προϋπελόγισεν ἔσοδον 2,140,000, ἀλλ’ εἰσέπραξε μόνον δραχ. 702,607.76· ἐπέβαλε φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐνομοθέτησεν ἀποκλειστικὸν εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου, προϋπολογίσας ἐκ τῶν δύο τούτων ἐσόδων δραχ. 13,000,000, ἀντὶ τῶν ὁποίων εἰσεπράχθησαν μόνον 3,845,403.40. Ἑπομένως τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1883 νομοθετηθέντων νέων τούτων φορολογικῶν μέτρων ἀνῆλθον εἰς 5,335,220.34. Καὶ κατὰ τὸ 1887 νέαι ἐνομοθετήθησαν τῇ προτάσει αὐτοῦ φορολογικαὶ αὐξήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων προϋπελόγισε μὲν ἔσοδα δραχμῶν 22,280,686, εἰσέπραξε δὲ κατὰ τὸ 1887 μὲν δραχ. 20,717,184.33, ἑπομένως κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη, καθ’ ἃ διετηρήθη ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἤτοι κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, δραχ. 82,868,737.32. Οὕτω τὰ εἰσπραχθέντα ἀπὸ τοῦ 1882 ἀρχομένου μέχρι τοῦ 1890 συμπεριλαμβανομένου νέα ἔσοδα, ἐκ φόρων νέων καὶ ἐξ αὐξήσεως φόρων, διὰ νόμων προταθέντων ὑπὸ τοῦ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτοῦ, συνίστανται:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
αʹ)εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1882, 1883 καὶ 1884
συνεπείᾳ τῶν φορολογικῶν αὐξήσεων τοῦ 1880 9,001,200.—
βʹ)εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1882
ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ τῆς νομισματοποιΐας δρ. 2,200,080
ἐξ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικ. » 3,090,185 5,290,265.—
γʹ)εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὰ 1883 καὶ
1884 ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1882 νομοθετη-
θεισῶν τῇ προτάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
Μεσολογγίου φορολογικῶν αὐξήσεων 6,980,000.—
δʹ)εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1884 ἐκ
τῶν κατὰ τὸ 1883 νομοθετηθεισῶν τῇ
προτάσει αὐτοῦ τούτου τοῦ νῦν Πρωθυ-
πουργοῦ φορολογικῶν αὐξήσεων 5,335,220.34
Εἰς μεταφορὰν 26,606,685.34
Ἐκ μεταφορᾶς 26,606,685.34
εʹ)καὶ εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1887,
1888, 1889 καὶ 1890 συνεπείᾳ τῶν κατὰ
τὸ 1887 ψηφισθεισῶν τῇ προτάσει αὐτοῦ
καὶ τότε φορολογικῶν αὐξήσεων 82,868,737.32
Τὸ ὅλον 109,475,422.66

Ἑκατὸν ἐννέα λοιπὸν ἑκατομμύρια, τετρακόσιαι ἑβδομήκοντα πέντε χιλιάδες, τετρακόσιαι εἴκοσι δύο δραχμαὶ καὶ ἑξήκοντα ἓξ ἑκατοστὰ κατέβαλεν εἰς φόρους ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1890, κατὰ προσθήκην ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατέβαλε πρὸ τοῦ 1882 δυνάμει τῶν ἰσχυόντων τότε καὶ ἐξακολουθούντων νὰ ἰσχύωσι καὶ ἔκτοτε μέχρι τοῦδε φόρων. Ἀλλὰ δὲν κατέβαλε μόνον τὸ εἰρημένον ποσὸν, διότι πλὴν τῶν νομοθετηθέντων τῇ προτάσει τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ νέων φόρων, καὶ αὐξήσεων τῶν ἰσχυόντων φόρων, τῇ προτάσει αὐτοῦ ἱδρύθησαν καὶ τρία μονοπώλια, τὸ τῶν παιγνιοχάρτων, τὸ τῶν πυρείων καὶ τὸ τοῦ πετρελαίου, ἐτροποποιήθη δὲ καὶ ἡ διοίκησις τοῦ ἀπὸ τοῦ 1833 νομοθετηθέντος μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, ὥστε σημαντικῶς ηὐξήθησαν καὶ τὰ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδα. Θέλω ἀνακοινώσει ὑμῖν πόσα καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1887, 1888, 1889 καὶ 1890 εἰσέπραξε τὸ ταμεῖον ἐξ ἑκάστου τῶν τριῶν μονοπωλίων, τῶν παιγνιοχάρτων, τῶν πυρείων καὶ τοῦ πετρελαίου, πόσα ἐδαπανήθησαν δι’ ἕκαστον τῶν μονοπωλίων τούτων καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν, πόση ἀπέβη ἡ ἐξ ἑκάστου τούτων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν καθαρὰ τοῦ ταμείου πρόσοδος, καὶ ἑπομένως πόσα ἐν ὅλῳ προσετέθησαν εἰς τὸ ταμεῖον ἔσοδα ἐκ πάντων τῶν μονοπωλίων τούτων κατὰ τὰ εἰρημένα ἔτη 1887, 1888, 1889 καὶ 1890. Εἰσεπράχθησαν δὲ καὶ ἐκ μονοπωλίων:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀκαθάριστον Καθαρὸν
ἔσοδον Ἔξοδα ἔσοδον
Παιγνιοχάρτ.1887 222,997.— ἡ προμήθεια εἶχε 222,997.—
γενῆ τὸ 1886
» 1888 261,586.— 87,195.84 174,390.96
» 1889 302,604.70 46,842.53 255,762.17
» 1890 324,108.70 137,642.50 186,466.20
839,616.33
Πυρείων 1887 562,523.80 188,749.58 373,774.22
» 1888 659,550.60 298,543.54 361,027.06
» 1889 727,731.55 182,475.28 545,256.27
» 1890 800,725.05 281,673.08 519,051.97
1,799,089.52
Πετρελαίου 18873,695,366.— 856,244.79 2,839,121.21
» 18883,972,044.50 1,888,028.31 2,084,016.19
» 18894,157,842.— 1,790,020.12 2,367,821.88
» 18904,407,169.— 1,673,320.09 2,733,848.91
10,024,808.19

Τὰ τρία δὲ ταῦτα ποσὰ, τὰ παριστῶντα τὰ κατὰ τὰ ἀνωτέρω τέσσαρα ἔτη εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν τριῶν τούτων μονοπωλίων, ἀποτελοῦσι 12,663,514.04. Προσθέσατε, παρακαλῶ, εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 109,475,426.66, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξεν ἐκ τῶν ἐπιβληθέντων νέων φόρων, καὶ ἐκ τῶν νομοθετηθεισῶν αὐξήσεων φόρων κατὰ τὰ ἑπτὰ μνημονευθέντα ἔτη 1882, 1883, 1884, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, προσθέσατε καὶ τὸ ἐκ τῶν τριῶν εἰρημένων μονοπωλίων εἰσπραχθὲν κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888, 1889 καὶ 1890 πρόσθετον ἔσοδον, ἵνα ἀνεύρητε ὅτι τὰ δύο ταῦτα ποσὰ ἀνέρχονται εἰς 122,138,940.70. Ἀλλ’ ἡ γενομένη μεταβολὴ τῆς διοικήσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος παρήγαγε καὶ αὕτη, ὡς εἶπον, αὔξησιν ἐσόδων.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἡ καθαρὰ πρόσοδος τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος
μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων ἀνῆλθε κατὰ τὸ 1887 εἰς
δραχμὰς 1,163,822.93, ἤτοι πλέον τῆς ἐκ δραχμῶν
729,884.90 καθαρᾶς προσόδου, ἥτις εἶχεν εἰσπραχθῆ κατὰ
τὸ 1884 δρ. 433,938.03
Κατὰ τὸ 1888 ἀνῆλθε τὸ καθαρὸν ἔσοδον
εἰς δραχμὰς 1,096,983.93, ἤτοι πλέον
τοῦ κατὰ τὸ 1884 καθαροῦ ἐσόδου τῶν
δραχμῶν 729,884.90 κατὰ δρ. 367,099.30
Κατὰ τὸ 1889, ἀνῆλθεν ἡ καθαρὰ πρόσο-
δος εἰς 1,259,488.90, ἤτοι πλέον τοῦ
κατὰ τὸ 1884 καθαροῦ ἐσόδου κατὰ δραχμὰς 529,604.—
Καὶ κατὰ τὸ 1890 ἀνῆλθε τὸ καθαρὸν
ἔσοδον εἰς 1,144,015.87, ἤτοι πλέον
τοῦ κατὰ τὸ 1884 καθαροῦ ἐσόδου κατὰ δρ. 414,130.97
Ἤτοι ἐκ τῶν μεταβολῶν τῆς διοικήσεως
τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος εἰσεπράχθη-
σαν κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888, 1889
καὶ 1890 περισσότερα τῶν ἕως τότε εἰσπραττομένων δρ. 1,744,772.30
Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πω-
λήσεως τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ κα-
πνοῦ, νέαι ἐπραγματοποιήθησαν αὐξήσεις ἐσόδων, διότι ἐκ
τῶν δύο τούτων φορολογικῶν μέτρων εἰσέπραξε τὸ Δημό-
σιον κατὰ τὰ ἔτη 1888, 1889 καὶ 1890 δραχμὰς
7,955,752.21, ἤτοι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τὸ
ὑπολειφθὲν κατὰ τὸ 1888 καθαρὸν ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου
τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου ὑπερέβαινε τὸ κατὰ τὸ
1887 εἰσπραχθὲν ἐξ αὐτῶν ποσὸν κατὰ δρ. 2,634,932.98
Κατὰ τὸ 1889 ὑπερέβαινεν ὡσαύτως τὸ
κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθὲν κατὰ δρ. 3,294,262.48
Καὶ κατὰ τὸ 1890 ὑπερέβαινεν αὐτὸ κατὰ δρ. 2,026,556.75
Τὸ ὅλον δραχ. 7,955,752.21
Ἐὰν εἰς τὰ ἐκ νέων φόρων καὶ ἐξ αὐξήσεως φόρων εἰσ-
πραχθέντα 122,138,940.70
προστεθῶσι καὶ τὰ ἐκ τῶν νομοθετηθει-
σῶν τροποποιήσεων τῆς διοικήσεως τοῦ
μονοπωλίου τοῦ ἅλατος εἰσπραχθέντα, ὡς ἄνω ἐλέχθη 1,744,772.30
Καὶ τὰ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου καὶ φό-
ρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εἰσπραχθέντα 7,955,752.21
131,839,465.21

Καταδείκνυται, ὅτι κατὰ τὰ ἀνωτέρω μνημονευθέντα ἔτη 1882, 1883, 1884, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890 εἰσεπράχθησαν ἐκ τῆς χώρας περισσότερα τῶν μέχρι τοῦ 1882 εἰσπραττομένων ἑκατὸν τριάκοντα καὶ ἓν ἑκατομμύρια, ὀκτακόσιαι τριάκοντα ἐννέα χιλιάδες, τετρακόσιαι ἑξήκοντα πέντε δραχμαὶ καὶ εἴκοσι καὶ ἓν ἑκατοστὰ, ἐξ αὐξήσεων φόρων, ἐκ νέων φόρων καὶ ἐκ μονοπωλίων, νομοθετηθέντων τῇ προτάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις τυγχάνει καὶ νῦν Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ τὰ διὰ τῶν φορολογικῶν τούτων αὐξήσεων προστεθέντα τοσαῦτα ἔσοδα δὲν ἐπήρκεσαν, ἵνα καλύψωσι τὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτησίων προϋπολογισμῶν, διότι τὴν κατ’ ἔτος βαθμιαίαν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ὑπερέβαινε κατὰ πολὺ ἡ κατ’ ἔτος βαθμιαία αὔξησις τῶν ἐξόδων· διὰ τοῦτο, μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς τοσαύτας αὐξήσεις τῶν ἐσόδων, ὀγκωδέστατα κατελείποντο κατ’ ἔτος ἐλλείμματα, ὡς καταδηλοῦσιν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1882, 1883, 1884, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890. Ἐν τρισὶ στήλαις κατέταξα τὰ καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, τὰ προερχόμενα ἐκ κτήσεων τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐκ δικαιωμάτων αὐτοῦ, καὶ ἐκ φόρων, καὶ ἐκ μονοπωλίων· μετ’ αὐτὰ τὰ καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων πληρωθέντα ἔξοδα, καὶ τέλος τὸ καταλειφθὲν ἐτήσιον ἔλλειμμα. Ἔχουσι δὲ ταῦτα οὕτω:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Τακτικὰ ἔσοδα Ἔξοδα Ἔλλειμμα
1882 58,754,224.34 63,996,057.71 5,244,833.37
1883 58,537,556.10 67,795,868.91 9,258,312.81
1884 60,744,637.07 91,346,783.80 30,602,146.73
1887 82,849,805.38107,128,253.96 24,278,448.58
1888 89,551,391.91108,050,858.71 18,499,463.77
1889 83,734,591.09168,739,262.39 85,007,671.30
1890 79,934,795.22141,465,393.86 61,533,598.64
514,098,004.14748,522,479.34234,424,475.20

Ἐν ὅλῳ κατὰ τὰ ἑπτὰ ἔτη ἔσοδα 514,098,004.14, ἔξοδα 748,522,479.34, ἀλλὰ ἔλλειμμα 234,424,475.20. Ἀλλὰ τοσαῦτα ἔξοδα, ὧν ἕνεκα τοσοῦτον ὀγκώδη κατελείφθησαν ἐλλείμματα, μήπως ἐδαπανήθησαν χάριν τῶν δημοσίων ἔργων, ἢ χάριν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν; Ἂς προσφύγωμεν πρὸς ἐξακρίβωσιν καὶ τῶν περὶ τούτου εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1882, 1883, 1884, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, καὶ εἰς τὸν δημοσιευθέντα ἀρτίως προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1891, ἵνα ἀνεύρωμεν, πόσα ἐδαπάνησεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τοιαῦτα ἔκτακτα ἔξοδα. Καὶ πρῶτον πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ποῖά εἰσιν ἔκτακτα ἔξοδα; Ἔκτακτα ἔξοδα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρέπει νὰ κριθῶσιν ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη εἶναι ὡμολογημένη, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν εἶναι ἔξοδα γιγνόμενα κατά τι ἔτος, ἀλλὰ γίγνονται πρὸς ἕνα εἰδικόν τινα σκοπὸν, μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὁποίου οὐδεμία πλέον ὑφίσταται ἀνάγκη αὐτῶν. Τοιαῦτα εὑρίσκω, τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, τὰς ἀποζημιώσεις τῶν ὑπ’ αὐτῶν καταλαμβανομένων γαιῶν καὶ κτημάτων, τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν, τὴν ἀπόσβεσιν χρεῶν, τὴν εἰσφορὰν τοῦ Κράτους, δυνάμει νόμου, εἰς τὴν δαπάνην τῆς γεφύρας τῆς διώρυγος τῆς Κορίνθου, τὴν ἀποζημίωσιν γαιῶν καταληφθεισῶν ὑπὸ τῆς διώρυγος. Δὲν ἀναφέρω τὰ ἔξοδα τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, διότι δι’ αὐτὰ δὲν κατέβαλεν ἀληθῶς τὸ Δημόσιον, πλὴν τοῦ ἔτους 1883, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δι’ αὐτὴν δραχμαὶ 178,829.06. Κατὰ τὰ ἑπόμενα ὅμως ἔτη δὲν κατέβαλε τὰ δι’ αὐτὴν ἔξοδα τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ τὸ ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσε δι’ ἔξοδα τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ποσὸν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον, ὡς θέλω ἀναφέρει κατόπιν. Ἐξετάζων λοιπὸν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν εἰρημένων ἐτῶν, εὑρίσκω, ὅτι ἐδαπανήθησαν:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Αʹ)εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων δρ. 78,168,752.44
καὶ εἰς ἀποζημιώσεις γαιῶν » 3,143,096.42
Τὸ ὅλον » 81,311,848.86
Βʹ)Διὰ τὴν διώρυγα τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου :
Εἰς εἰσφορὰν πρὸς κατασκευὴν τῆς ἐπ’
αὐτῆς γεφύρας δρ. 99,806.40
Εἰς ἀποζημιώσεις γαιῶν » 92,590.40
Τὸ ὅλον δρ. 192,396.80
Γʹ)Διὰ τὰ ἀποκτηθέντα τρία θωρηκτά:
Εἰς ναυπήγησιν αὐτῶν φρ. 25,659,287.66
Εἰς ἐπιστασίαν καὶ δοκιμὰς » 506,507.03
Εἰς παραλαβὴν καὶ μεταφορὰν » 607,616.86
Εἰς ἀσφάλιστρα » 230,394.—
Τὸ ὅλον φρ. 27,003,805.55
Δʹ)Εἰς ἐξόφλησιν χρεῶν.
Εἰς ἀπόσβεσιν τῶν δανείων:
τῶν 25, τῶν 4 καὶ τῶν 6 ἑκατομ. κατὰ τὸ 1887 15,891,138.25
τῶν 6 καὶ τῶν 10 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ 1889 8,382,362.56
τῶν 60 καὶ τῶν 26 ἑκατομμυρ. κατὰ τὸ 1889 57,966,935.65
τῶν δανείων τῶν 1824 καὶ 1825 κατὰ τὸ 1890 15,531,314.50
τῶν 30 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1,500.—
Ἐν γένει χρεῶν, ὡς ἀναφέρει ἡ περὶ τῶν ἐξό-
δων τοῦ 1891 δημοσιευθεῖσα διὰ τῆς «Ἐφη-
μερίδος τῆς Κυβερνήσεως» κατάστασις 422,928.—
Τὸ ὅλον 98,196,178.96
Ἑπομένως τὸ ὅλον τῶν δαπανηθέντων εἰς ἔκτακτα
ἔξοδα ἀνέρχεται εἰς 206,704.230.17. Ἤτοι:
Εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων 81,311,848.86
Εἰς τὴν διώρυγα τοῦ Ἰσθμοῦ Κορίνθου 192,396.80
Εἰς ἀπόκτησιν τῶν τριῶν θωρηκτῶν 27,003,805.55
Εἰς ἀπόσβεσιν χρεῶν 98,196,178.96
206,704,230.17

Ἀνεγίνωσκον εἴς τι φύλλον τῆς Ἀθηναϊκῆς δημοσιογραφίας, τὸ ὁποῖον κρίνεται ὡς συμπαθέστατα διακείμενον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔγραφε τὸ φύλλον τοῦτο πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν: «Τί φωνάζετε περὶ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν; Δὲν συλλογίζεσθε, ὅτι 700 ἑκατομμύρια ἐξωδεύθησαν εἰς ἔργα, ὅτι 400 ἑκατομμύρια ἐξωδεύθησαν εἰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς καὶ ναυτικὰς, ὅτι δὲν ἠξεύρω πόσα ἑκατομμύρια ἐξωδεύθησαν εἰς πληρωμὴν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Κουμουνδούρου;» Καὶ οὕτω μικροῦ δεῖν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι μένομεν καὶ ὀφειλέται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ποσοῦ, τὸ ὁποῖον αὕτη κατέβαλεν ἐξ ἰδίων. Ἕνεκα τοιούτων δημοσιευμάτων ἠναγκάσθην νὰ προσφύγω εἰς τοὺς ἀπολογισμούς, νὰ ἐξακριβώσω τὰ δαπανηθέντα εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, νὰ συγκεφαλαιώσω αὐτὰ, νὰ ἀνεύρω, ὅτι, ἂν καὶ τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ αὐξηθέντων καὶ προστεθέντων φόρων καὶ μονοπωλίων ἀνῆλθον εἰς 131,839,465.21, τὰ ἐλλείμματα τῶν ἑπτὰ μνημονευθέντων ἐτῶν ἀνῆλθον εἰς 234,424,475.20, ἕνεκα δὲ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσέφυγεν εἰς τὰ δάνεια, ἐπιβαρύνας τὸ Κράτος διὰ 367,133,830.94, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθη κατὰ τὰ εἰρημένα ἑπτὰ ἔτη, ἐκ τῶν ὁποίων εἰς ἔκτακτα ἔξοδα ἐδαπάνησε μόνον 206,704,230.17, τὰ δὲ ὑπόλοιπα, ἤτοι τὰ 160,429,600.77, ἐδαπάνησεν, ἵνα καλύψῃ τὰ ἐτήσια ἐλλείμματα τῆς διαχειρίσεώς του. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καταστάσεις ἢ καταλόγους ἢ πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν συνωμολογημένων δανείων, τῶν τε παγίων, τῶν τε χρεωλυτικῶν, καὶ τῶν προσωρινῶν καὶ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ· παρεπονεῖτο δὲ, διότι παραβαλὼν τὰς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατατεθείσας καταστάσεις πρὸς ἄλλας καταστάσεις, εὗρε διαφορὰς κατὰ τὰ ἐν αὐταῖς ἀναγεγραμμένα ποσά. Ἐπειδὴ δ’ ἐπέμενε νὰ μάθῃ τὸ ποσὸν τῶν δανείων τῶν προσωρινῶν, ἡ ἔρευνα καὶ ἡ συζήτησις ποῖά εἰσι προσωρινὰ δάνεια καὶ ἂν πρέπῃ νὰ ἀναγραφῶσι μετὰ τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ αἱ χρηματικαὶ ἐγγυήσεις τῶν ὑπολόγων, ἀπεμάκρυνε τοὺς συζητοῦντας ἀπὸ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἐσκόπει τοῦ εἰρημένου Βουλευτοῦ ἡ ἀξίωσις. Ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην νὰ ὁδηγηθῶ πρὸς εὕρεσιν τοῦ ποσοῦ τῶν δανείων ἀπὸ οὐδεμίαν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατατεθεισῶν καταστάσεων, διότι πρὸ καιροῦ μοὶ ἐνεποιήθη εὔλογος δυσπιστία πρὸς τὰς τοιαύτας καταστάσεις· διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους πιστώσεων συνέταξα δύο καταλόγους χρεῶν, ἕνα μὲν, ἐν ᾧ ἀνέγραψα τὰ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1882 ὑπάρχοντα χρέη τοῦ Κράτους, καὶ ἕτερον, ἐν ᾧ ἀνέγραψα τὰ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890 ὑπάρχοντα· τοὺς καταλόγους δὲ τούτους ἀναγινώσκω πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Χρέη ὀφειλόμενα κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1882:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων τοῦ 1883, κατὰ τὴν ἐν σελ. 8
τῆς ἀπὸ 26 Ὀκτωβρίου 1888 συνοδευούσης τὸν προϋπολογισμὸν
τοῦ 1889 εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
γοῦ δρ. 86,123,047
Δάνειον πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα Ὄθωνα » 2,660,039
Ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων » 24,586,000
» » » τῶν 4 ἑκατομμυρίων » 3,268,000
» » » τῶν 6 ἑκατομ. τοῦ 1863 » 3,642,000
» » » τῶν 10 ἑκατομμυρίων » 5,434,447
» » » τῶν 25 ἑκατομ. τοῦ 1867 » 21,500,000
» » » τῶν 60 ἑκατομ. τοῦ 1879 » 58,585,000
» » » τῶν 1824 καὶ 1825 » 19,000,000
» » » τῶν 120 ἑκατομ. τοῦ 1881 » 118,515,000
Τὰ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πρὸς τὰς δύο Τρα-
πέζας, τὴν Ἐθνικὴν καὶ τὴν Ἰονικὴν, ὀφειλόμενα » 69,394,271
Τὸ ὅλον τῶν ἐκ δανείων ὀφειλομένων δρ.412,707,804
Χρέη ὀφειλόμενα κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890:
Δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων τοῦ 1833 δρ. 86,123,047.—
Δάνειον πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα Ὄθωνα » 1,777,679.—
Ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατ. τοῦ 1881 » 108,433,000.—
» » » τῶν 170 ἑκατ. τοῦ 1884 » 95,487,500.—
» » » τῶν 9 ἑκατ. τοῦ 1884 » 8,900,000.—
» » » τοῦ πατριωτ. τῶν 30 ἑκ. » 2,723,860.—
» » » τοῦ παγιωθέν. τῶν 26 ἑκ. » 20,303,500.—
» » » » » τῶν 10 ἑκ. » 886,550.—
» » » τῶν 135 ἑκατομμυρίων » 133,915,000.—
» » » τῶν 15 ἑκατομμυρίων » 14,915,000.—
Δάνειον τῆς ἀναγκαστ. κυκλοφορ. εἰς μεταλλικὸν » 16,813,924.40
» » » » εἰς τραπ. γραμμάτια » 57,725,897.54
Δάνειον εἰς τὰ κυκλοφορ. κερματικὰ γραμμάτια » 14,000,000.—
Δάνειον πάγιον τῶν 1,200,000 λιρ. ἀγγλικῶν » 30,000,000.—
» » » 5,000,000 » » » 125,000,000.—
» προσωρινὸν τῶν 600,000 » » » 15,531,314.50
Τὸ διατεθὲν μέρος τοῦ εἰσπραχθέντος ἐκ τοῦ
δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσ-
σης ποσοῦ τῶν 45,050,000 » 37,305,362.50
Δάνειον προσωρινὸν εἰς ἔντοκα γραμμάτια » 10,000,000.—
Τὸ ὅλον δρ.779,841,634.94
Ἐὰν ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ τῶν κατὰ τὴν 31
Δεκεμβρίου 1890 ὀφειλομένων ἐκ δανείων 779,841,634.94
τὰ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1882 ὀφει-
λόμενα ἐκ δανείων 412,707,804.—
Συνάγεται ὅτι τὰ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουα-
ρίου 1883 μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890
προστεθέντα διὰ δανείων χρέη ἀνῆλθον εἰς 367,133,830.94

Περὶ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τοῦ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν τριῶν Δυνάμεων συνομολογηθέντος κατὰ τὸ 1833, ἐσημείωσα καὶ ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ὀφειλομένων ἐκ δανείων κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1882, καὶ ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ὀφειλομένων κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890, τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπορίσθην ἐκ τῆς συνοδευούσης τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, τῆς φερούσης τὴν ὑπογραφὴν τοῦ καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν γνωρίζω, ἂν διὰ τῶν πληρονομένων ἐτησίως ἀπέναντι τοῦ δανείου τούτου γίγνηται καὶ ἀπόσβεσις τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, ἀφοῦ δὲν γνωρίζω, ἂν τὸ ἐτησίως πληρονόμενον ποσὸν τῶν 900 χιλιάδων φράγκων καταλογίζεται εἰς τόκους ἢ εἰς χρεωλύσια. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εὗρον σύμβασιν περὶ τούτου ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ δι’ αὐτῆς συμπεφωνημένα. Ἐνθυμοῦμαι ὡσαύτως, ὅτι μία ἐκ τῶν τριῶν Δυνάμεων ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν νῦν κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ τὰ ἔτη 1883 ἢ 1884 ἀξίωσιν κανονισμοῦ τῶν εἰς ταύτην ἕνεκα τοῦ δανείου τούτου ὀφειλομένων κατ’ ἄλλον ἢ τὸν ἐν ἐνεργείᾳ τρόπον· ἐπειδὴ δ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε περάνει τὴν ὑπόθεσιν ταύτην μέχρι τῆς 7 Ἀπριλίου 1885, ὅτε διεδέχθην αὐτὸν, μοὶ ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ πρέσβεως τῆς Δυνάμεως ἐκείνης ἡ αὐτὴ ἀξίωσις. Ἐρευνήσας δ’ ἔμαθον τότε, ὅτι μόνη ἡ μία ἐκ τῶν τριῶν Δυνάμεων εἶχε προβάλει τὴν ἀξίωσιν ταύτην, ἡ ὑπόθεσις ὅμως ἔμεινεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο.

§42ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ ἐξ ἀναγνώσεων, ὅτι αἱ πληρωμαὶ ἀπέναντι τοῦ δανείου τούτου λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ὡς κεφάλαιον, καὶ τοῦτο, διότι αἱ Κυβερνήσεις, πληρώσασαι τοὺς δανειστὰς τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύνανται νὰ λάβωσι τόκον παρὰ τῆς Ἑλλάδος. Εἶδον μάλιστα, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν πρὸς τὴν Γαλλίαν ὀφειλομένων θ’ ἀποσβεσθῇ ἐντὸς 139 ἐτῶν.

§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν πληροφορίαν, ὥστε δὲν δύναμαι οὔτε νὰ ἐπιβεβαιώσω οὔτε ν’ ἀναιρέσω τὴν ὑμετέραν.

§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ἐγὼ, ὅτι δὲν εἶναι χρεωλύσιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πληρόνομεν κατ’ ἔτος....

§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ ἐκφέρετε γνώμην; Εἶναι ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει πρὸ ἡμῶν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἡ Κυβέρνησις, δὲν πρέπει δὲ νὰ σπεύδητε νὰ ἐκφέρητε ὑμεῖς γνώμην. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἀπέφυγα νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἔδιδεν ὁ ἐκ Μαντινείας συνάδελφος. Ὑπάρχει δὲ παρ’ ἐμοὶ μελέτη περὶ τῶν κατ’ ἔτος πληρονομένων τόκων καὶ χρεωλυσίων εἰς χρυσὸν ἰδίᾳ καὶ ἰδίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, κρίνω δὲ ἄξια προσοχῆς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐκ τῆς μελέτης ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἀναγινώσκω καὶ ταῦτα (ἀναγινώσκει):

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
«Κατὰ τὸ 1883 ἐπληρόνομεν εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια
δανείων ἐν γένει, παγίων τε, χρεωλυτικῶν τε καὶ προσωρι-
νῶν, καὶ εἰς ἔξοδα ὑπηρεσίας αὐτῶν 19,279,742 96
Κατὰ τὸ 1884 ὅμως ἐπληρόνομεν 22,836,588.55
Κατὰ τὸ 1885, ἕνεκα τοῦ συνομολογη-
θέντος κατὰ τὸ 1884 δανείου τῶν 170
ἑκατομμυρίων, ἐπληρόνομεν 29,361,484 95
Κατὰ τὸ 1886, ἕνεκα τῶν προκαταβο-
λῶν καὶ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγμ. 34,121,086.87
Κατὰ τὸ 1887, κατὰ τὸ ὁποῖον, συνο-
μολογηθέντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκα-
τομμυρίων, δὲν ἐπληρώθη συναλλαγμα-
τικὴ διαφορὰ 28,590,996.44
Κατὰ τὸ 1888 ἐπληρώσαμεν 36,005,844.21
Κατὰ τὸ 1889, καθ’ ὃ συνωμολογήθη-
σαν πολλὰ δάνεια, καὶ ἐπληρώθησαν οἱ τό-
κοι καὶ τὰ χρεωλύσια ἐκ τοῦ χρυσοῦ αὐτῶν 31,345,064.84
Κατὰ τὸ 1890, καθ’ ὃ ἐγένετο τὸ δά-
νειον τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς Λαρίσ-
σης, ἐπληρώσαμεν 35,634,257.81

Ἀλλὰ τὰ ἀνωτέρω ποσά εἰσι τὰ ἐν ὅλῳ πληρωθέντα, ἤτοι τά τε εἰς χρυσὸν καὶ τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πληρωθέντα εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια τῶν δανείων, καὶ εἰς ἄλλα ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, πρέπει δὲ νὰ ἀναζητήσωμεν ἰδίᾳ τὰ εἰς χρυσὸν πληρωθέντα, ἰδίᾳ δὲ τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Καὶ εἰς τραπεζικὰ μὲν γραμμάτια ἐπληρώθησαν εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κατὰ τὸ 1883 4,386,623.—
Κατὰ τὸ 1884 5,597,418.40
Κατὰ τὸ 1885 5,675,797.—
Κατὰ τὸ 1886 8,239,590.—
Κατὰ τὸ 1887 12,596,219.—
Κατὰ τὸ 1888 10,209,287.41
Κατὰ τὸ 1889 10,972,687.—
Κατὰ τὸ 1890 2,971,863.—
Καὶ κατὰ τὸ 1891 9,488,075.—

Εἰς χρυσὸν δ’ ἐπληρώθησαν εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια καὶ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν τῶν δανείων:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κατὰ τὸ 188315,598,152.—
Κατὰ τὸ 188418,200,720.—
Κατὰ τὸ 188524,048,599.—
Κατὰ τὸ 188624,222,715.—
Κατὰ τὸ 188725,324,367.—
Κατὰ τὸ 188825,881,605.—
Κατὰ τὸ 188927,233,300.—
Κατὰ τὸ 189029,378,487.—
Κατὰ τὸ 189131,266,882.75

Οὕτως, ἕνεκα τοῦ κατὰ τὰ 1884 συνομολογηθέντος δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, οἱ πληρωθέντες εἰς χρυσὸν τόκοι κατὰ τὸ 1885 ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1884 πληρωθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ποσὰ κατὰ 5,847,879, οἱ δὲ πληρωθέντες εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ τὸ 1886 ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1885 πληρωθέντα κατὰ 2,563,793. Ὡσαύτως οἱ μὲν εἰς χρυσὸν πληρονόμενοι τόκοι καὶ χρεωλύσια, διὰ τῶν συνομολογηθέντων νέων δανείων καὶ διὰ τῆς μετατροπῆς εἰς χρυσὸν καὶ αὐτῶν τῶν ὑπαρχόντων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων, ἀνεβιβάσθησαν ἀπὸ 15,598,152, τὰ ὁποῖα ἐπληρώνοντο κατὰ τὰ 1883, εἰς 31,266,882.75, ὅσα ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1891, ἤτοι ηὔξησαν κατὰ 15,668,730.75 φράγκων χρυσῶν· οἱ δὲ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πληρονόμενοι τόκοι καὶ χρεωλύσια, οἵτινες ἀπὸ 4,386,623, ὅσα ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1883, εἶχον ἀναβιβασθῆ κατὰ τὸ 1887 εἰς 12,596,219, ἤτοι εἶχον αὐξήσει κατὰ 8,209,596 δραχμῶν εἰς τραπεζικὰ· μετὰ τὸ 1887, διὰ τῶν μετατροπῶν τῶν εἰς γραμμάτια δανείων εἰς δάνεια εἰς χρυσὸν, ἐμειώθησαν ἀπὸ 12,596,219 τὰ πληρωθέντα κατὰ τὸ 1887 εἰς 2,971,863, ὅσα ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1890, ἤτοι ἐμειώθησαν κατὰ 9,624,356 δραχμῶν εἰς γραμμάτια. Καὶ ἀνεβιβάσθησαν μὲν κατὰ τὸ 1891 εἰς 9,488,075, ἀλλ’ ἐγένετο τοῦτο, διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων δὲν ἐγένετο διὰ δανείων ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἐγένετο κατὰ μέγιστον μέρος δι’ ἀγορᾶς συναλλάγματος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Σφαλερὸν καὶ πλημμελὲς ἀληθῶς ἀπεδέχθημεν σύστημα, ὄχι μόνον νὰ δανειζώμεθα εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ μετατρέπωμεν τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δάνεια εἰς χρυσόν· οὕτως ἐπῆλθε μὲν ἐλάττωσις τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐπληρόνομεν διὰ τόκους εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι ἀπεσβέσαμεν τὰ δάνεια τῶν 6 ἑκατομμυρίων, τῶν 25 ἑκατομμυρίων, τῶν 9 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ τὴν σελίδα λʹ τῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891· ηὐξήσαμεν ὅμως τὰ πληρονόμενα εἰς χρυσὸν, διότι καὶ τὰ εἰρημένα δάνεια μετετρέψαμεν εἰς χρυσὸν μετὰ τῶν ἄλλων εἰς χρυσὸν συνομολογηθέντων δανείων. Ἂν δὲ ἤθελον ἀνατρέξει εἰς τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1882, διότι ὁριστικὸς δὲν ἐδημοσιεύθη, εἰς τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1882, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη ἐν σελίδι ιθʹ τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, ἠθέλομεν εὕρει, ὅτι κατὰ τὸ 1882 ἐπληρώθησαν εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια εἰς χρυσὸν μὲν 14,983,094.20, εἰς τραπεζικὰ δὲ γραμμάτια 5,067,616. Ἡ μελέτη αὕτη παρέχει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὁδηγίαν, ποῦ πρέπει νὰ ἀναζητήσῃ τὴν τοσοῦτον προβαίνουσαν διαφορὰν τῆς τιμῆς μεταξὺ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ χρυσοῦ, τὴν τοσοῦτον προβαίνουσαν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ χρυσοῦ. Ἂν κατὰ 16 ἑκατομμύρια ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1892 ηὔξησαν αἱ εἰς χρυσὸν πληρωμαὶ τοῦ Κράτους διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια, δύναται ἕκαστος νὰ ἐρωτήσῃ, ἂν ηὔξησαν ἐπίσης, κατὰ 16 ἑκατομμύρια τὰ ἐκ τῆς χώρας ἐξαγόμενα καὶ διὰ χρυσοῦ ἀνταλλασσόμενα προϊόντα τέχνης, βιομηχανίας ἢ τῆς γῆς, ἢ ἂν ηὔξησαν κατὰ 16 ἑκατομμύρια τὰ ἐξ ἀδήλων πόρων εἰσαγόμενα εἰς χρυσὸν χρήματα. Ἐγὼ φρονῶ, ἐκ τούτων ὁδηγούμενος, ὅτι ἡ μεγάλη ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ζητήσεως, κατὰ τὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως ὅστις ἐφαρμόζεται ἀδυσωπήτως καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ὅτι ἐφ’ ὅσον αὐξάνει ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ, ἐπὶ τοσοῦτον προβαίνει ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δύο νόσοι κατατρύχουσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἡ νόσος τῶν ἐλλειμμάτων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἡ νόσος τῆς νομισματικῆς ἀμηχανίας· διὰ τοῦτο ἠσπάσθην καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι σφάλμα τὸ νὰ νομίζωμεν, ὅτι, ἂν εὕρισκεν ἡ Κυβέρνησις δάνειον, ἤθελε τοῦτο βελτιώσει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἢ ἤθελεν ἐξαγάγει τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, εἰς ἣν περιῆλθε· διότι, ἂν ζητῶμεν σήμερον 32 ἑκατομμύρια χρυσοῦ, ἵνα πληρόνωμεν διὰ τὰ χρέη ἡμῶν, θέλομεν ζητεῖ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος 38 ἑκατομμύρια χρυσοῦ, ἐὰν ἠθέλομεν συνομολογήσει καὶ νέον δάνειον ἑκατὸν ἑκατομμυρίων, ἔστω καὶ ὑπὸ τοὺς αἰσιωτέρους ὅρους, ἤτοι πρὸς 90% καὶ μόνον πρὸς 6% τόκον. Ἢ ἐλπίζει τις, ὅτι ἠθέλομεν συγχρόνως δυνηθῆ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ νὰ αὐξήσωμεν τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας ἢ τῆς γεωργίας, ἵνα ἐξαγάγωμεν αὐτὰ καὶ τὰ ἀνταλλάξωμεν μὲ χρυσὸν, καλύψωμεν δ’ οὕτω τὰ 38 ἑκατομμύρια; Ἢ προσδοκᾷ τις, ὅτι, ἂν κατ’ ἔτος εὑρίσκωμεν δάνειον εἰς χρυσὸν, ἵνα δι’ αὐτοῦ καταβάλλωμεν τοὺς ἐτησίους τόκους, θέλομεν κατ’ ἔτος παράγει προϊόντα βιομηχανίας ἢ γεωργίας, τοσοῦτον περισσότερα καθ’ ἕκαστον ἔτος, ὥστε τῶν προϊόντων τούτων ἡ κατ’ ἔτος αὔξησις θέλει ἐπαρκεῖ εἰς τὴν κατ’ ἔτος προβαίνουσαν ἀνάγκην προσθέτου χρυσοῦ ἕνεκα τῆς κατ’ ἔτος συνομολογήσεως νέου δανείου; Σφάλλεται ἡ Κυβέρνησις, ἐπιδοθεῖσα εἰς τὴν ἀναζήτησιν δανείου, κρίνω δ’ ὀρθοτάτην τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει ἀλλαχοῦ νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς. Ἢ ζητεῖ δάνειον διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἰουλίου καὶ τοῦ Δεκεμβρίου, καὶ δυνηθῆ νὰ παρατείνῃ τὴν ζωὴν αὑτῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀδιαφοροῦσα περὶ τοῦ τί μέλλει μετὰ τοῦτο νὰ συμβῇ; Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν μεριμνῶμεν διὰ τὴν παράτασιν τῆς ζωῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ποθοῦμεν νὰ ἴδωμεν βελτιούμενα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, διὰ ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸ ἀπὸ τὴν συμφορὰν, ἥτις τὸ ἀπειλεῖ. Κατά τινα μάλιστα πρόχειρον σημείωσιν τῶν προσωρινῶν χρεῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ 100 ἑκατομμύρια τοῦ ὑποτιθεμένου δανείου, καὶ ἂν κατὰ τὴν εὐτυχῆ καὶ ἐξαιρέτως αἰσίαν ὑπόθεσιν ἤθελε συνομολογηθῆ πρὸς 90%, καὶ ἠθέλομεν ἐξ αὐτοῦ εἰσπράξει 90 ἑκατομμύρια πραγματικά, μόλις ἤθελον ἐπαρκέσει ταῦτα πρὸς ἐξόφλησιν πάντων τῶν προσωρινῶν δανείων, καὶ πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τοῦ ἔτους τούτου, πιθανὸν δὲ κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ παρόντος ἔτους, καίτοι δανεισθέντες 100,000,000, νὰ εὑρεθῶμεν πάλιν εἰς ἀμηχανίαν.

§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔξοδα τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης;

§47ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔξοδα τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης εἶναι πλέον ἔξοδα τακτικά, ἀφοῦ τὸ προϊὸν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη πρὸς κατασκευὴν αὐτοῦ, ἐδαπανήθη εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα πληρόνομεν νῦν δι’ αὐτὸν καθ’ ἕκαστον μῆνα, πρέπει νὰ ἐγγράφωνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι πρέπει νὰ καταβάλλωνται ἐκ τῶν τακτικῶν ἐξόδων. Ἀφοῦ ἐξωδεύσαμεν δι’ ἀνάγκας τοῦ Κράτους τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, πρέπει νῦν τὰ ἔξοδα αὐτοῦ νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὸ συμφέρον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ νὰ τελειώσῃ ἓν ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε 18 ἕως 20 ἑκατομμύρια. Εἶπον ὅτι ἔμελλον νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν τὰ δαπανηθέντα διὰ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν· ταῦτα ἀνῆλθον κατὰ τὸν παρόντα πίνακα (δείκνυσι πίνακα) εἰς 3,462,720.25, δαπανηθέντα μέχρι τοῦδε ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, πλὴν τῶν κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη δαπανηθέντων ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλὰ διατὶ ἐπῆλθον τὰ ἐλλείμματα ταῦτα τὰ μεγάλα; Διότι κατὰ πᾶν ἔτος ηὔξανον αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως, κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, ὁ ὁποῖος παριστᾷ τὰ κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς δαπανηθέντα δι’ ἕκαστον τῶν Ὑπουργείων κατὰ τὰ ἔτη 1882 μέχρι 1891. Ἄν τὸν πίνακα τοῦτον μελετήσητε, θέλετε εὕρει, ὅτι ὑπῆρξεν εἷς σταθμὸς διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ὁ τοῦ 1885 καὶ 1886, καθ’ ὃν οὐ μόνον ἐδαπανήθησαν τακτικὰ ἔξοδα ὀλιγώτερα, ἀλλὰ τοῦτο ἐχρησίμευσεν ὡς προτροπὴ εἰς τὸν διαδεχθέντα με Πρωθυπουργὸν, ἵνα ἐμμείνῃ εἰς τὸν σταθμὸν αὐτὸν κατὰ τὰ ἔτη 1887 καὶ 1888, δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ ἐπιμείνῃ μέχρι τέλους, διότι κατὰ τὰ 1889 καὶ 1890 ἤρξατο αὖθις ἡ σπουδὴ πρὸς τὴν ἀνωφέρειαν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ αὔξησις τῶν διὰ τὴν διοίκησιν ἐξόδων. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τοῦ 1885 καὶ 1886, προσήκει νὰ διαλάβω περὶ τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστρατείας. Περὶ τῶν ἐξόδων τούτων δὶς μέχρι τοῦδε ἠγόρευσα πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ γράφονται μὲν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τὰ λεγόμενα, λησμονοῦνται ὅμως καὶ δὲν ἀναγινώσκονται, πρέπει δὲ νὰ ἐπαναλάβω καὶ αὖθις ὅσα ἄλλοτε εἶπον, ἀφοῦ ἑκάστοτε ἡ δημοσιογραφία γράφει περὶ τῶν ἐξόδων τούτων τῆς ἐπιστρατείας ὅ,τι θέλει. Τελευταῖον μάλιστα ἐδημοσιεύθη ἔν τινι Γαλλικῇ ἐφημερίδι, ὑπὸ στοιχεῖον Χ, διατριβὴ περὶ τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστρατείας ἐκείνης, γραφεῖσα, φαίνεται, ὑπό τινος δοκίμου, ὅστις ὅμως καὶ οὗτος ἐπλανήθη, διότι περιέλαβεν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας καὶ τὰ συνήθη ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὡς ἂν δὲν ἤθελε δαπανήσει τι τὸ Κράτος διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, ἐὰν ἡ ἐπιστρατεία δὲν διετάσσετο. Τῷ ὄντι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886, διότι ταῦτα ἤθελον δαπανηθῆ καὶ ἂν δὲν ἤθελε διαταχθῆ ἡ ἐπιστρατεία· ἂν δ’ ἀποδεχθῶμεν ὡς τακτικὰ ἔξοδα τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων ὅσα δι’ ἕκαστον αὐτῶν εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ ἀμέσως προηγηθὲν ἔτος, καθ’ ὃ δὲν ἐτυγχάνομεν ἐν ἐπιστρατείᾳ, θέλει ἀνευρεθῆ, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐδαπανήσαμεν μόνον 52,220,869.63. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ κατὰ τὴν 27 Ὀκτωβρίου 1886 συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἔλεγεν, ὅτι προϋπελόγιζε τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 εἰς 120 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔστεργε νὰ ὑπολογίσῃ ἐπὶ τόκῳ 6%, διότι ἤθελε τότε παραστήσει, ὅτι τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας προσέθηκαν εἰς τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀνήρχετο εἰς 7,200,000· δὲν ἔστεργε δὲ νὰ ὑπολογίσῃ τὸν ἐτήσιον τόκον αὐτῶν οὐδ’ εἰς 7%, διότι δὲν ἠρκεῖτο οὐδ’ εἰς 8,400,000 νὰ παραστήσῃ ὅτι ἀνήρχετο τὸ ἕνεκα τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστρατείας προστεθὲν εἰς τὸ παθητικὸν τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ βάρος· ἀλλ’ ὑπελόγιζε τὸν τόκον τῶν 120 τούτων ἑκατομμυρίων εἰς 8⅓% κατ’ ἔτος, διότι ἀνεβίβαζε τὸ ἐτήσιον τοῦτο βάρος εἰς 10 ἀκέραια ἑκατομμύρια. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν δὲ τῆς 2 Νοεμβρίου 1887, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, προέβη περαιτέρω, ἀναγγείλας ὡς ἔλλειμμα τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 ποσὸν ἀνώτερον καὶ τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἤτοι 127,483,000. Ἀλλὰ καὶ ἡ πρόβλεψις, ἣν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρῶτον, ἦτο πεπλανημένη, καὶ ἡ πληροφορία, ἣν ἔδωκεν αὐτῇ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1887, ὅτε μάλιστα εἶχε κλείσει ἡ χρῆσις τοῦ 1886 καὶ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ θετικὰ ἀποτελέσματα, καὶ αὐτὴ δὲν ἦτο ἀκριβής, διότι κατὰ τοὺς δημοσιευθέντας ἤδη ἐπισήμους ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886, τοῦ μὲν πρώτου τούτων τὸ ἔλλειμμα συνίστατο εἰς 61,370,732.64, τοῦ δὲ δευτέρου εἰς 34,149,557.84, ἤτοι ἀμφοτέρων τῶν ἐτῶν τὸ ἔλλειμμα δὲν ὑπερέβαινε τὰ 95,520,290.48. Ἀλλ’ ἡ μέθοδος αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ἧς ἀναζητῶν τὸ ἔλλειμμα τῶν δύο ἐτῶν προσεπάθησε δι’ αὐτοῦ νὰ προσδιορίσῃ τὸ βάρος, τὸ ἕνεκα τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστρατείας προστεθὲν εἰς τὸ παθητικὸν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἡ μέθοδος, λέγω, αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή, διότι καὶ ἄνευ τῆς ἐπιστρατείας, καὶ πρὸ τῶν δύο τούτων ἐτῶν, ἡ ἐτησία διαχείρισις κατέληγεν εἰς ἔλλειμμα· τὸ ἔλλειμμα μάλιστα τοῦ ἀμέσως προηγηθέντος ἔτους 1884, καθ’ ὃ διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ ὁ νῦν Πρωθυπουργός, εἶχεν ὑπερβῆ τὰ 30 ἑκατομμύρια. Κατὰ τὴν μέθοδον ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἂν δὲν διετάσσετο ἡ ἐπιστρατεία, καὶ δὲν ἐπήρχετο ἡ πολιτικὴ μεταβολὴ τῆς 7 Ἀπριλίου, ἐξηκολούθει δ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ κυβερνᾷ ἄνευ διακοπῆς καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1886, τότε πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ ἡ διαχείρισις τοῦ 1885 καὶ ἡ διαχείρισις τοῦ 1886 ἤθελον καταλήξει εἰς ποσὸν ἐλλείμματος τόσον, ὅσον ἦτο τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884, ἤτοι νὰ μὴ παραστήσωσιν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 ἔλλειμμα 95,520,290.48, ὅσον νῦν παρέστησαν, νὰ παραστήσωσιν ὅμως ἔλλειμμα 61,204,293.46, ἤτοι τὸ διπλάσιον τοῦ ἐκ 30,602,146.73 ἐλλείμματος τοῦ 1884, ἀφοῦ νῦν ἐπρόκειτο περὶ δύο ἐτῶν, τοῦ 1885 καὶ 1886. Οὕτω δ’ ἤθελέ τις συναγάγει, ὅτι τὸ πλεονάζον τοῦ ἐλλείμματος, εἰς ὃ κατέληξαν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν δύο ἐτῶν 1885 καὶ 1886, ἀνερχόμενον εἰς 34,315,997.02, εἶναι τὸ ἕνεκα τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστρατείας προστεθὲν ἔλλειμμα, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο παριστᾷ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη μέθοδος δὲν εἶναι ὀρθή, ὡς εἶπον, οὐδὲ δύναται νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς ἀνεύρεσιν τοῦ ἀληθοῦς ποσοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστρατείας· πρέπει δὲ νὰ περιορίσωμεν τὴν ἔρευναν εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς μόνον τῶν δύο Ὑπουργείων, ἤτοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Κατὰ τοὺς δημοσιευθέντας ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1885 ἐν ὅλῳ δραχ. 40,954,188.12, καὶ κατὰ τὸ 1886 ἐδαπάνησεν ἐν ὅλῳ 51,213,852.36, ἤτοι κατ’ ἀμφότερα τὰ ἔτη ταῦτα ἐδαπάνησεν 92,168,040.48· ἂν καὶ καθ’ ἑκάτερον τῶν ἐτῶν τούτων ἐξηκολούθει κυβερνῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, δὲν διετάσσετο δ’ ἡ ἐπιστρατεία, καὶ αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὑπερέβαινον οὐδὲ κατὰ λεπτὸν τὰ κατὰ τὸ 1884 διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ δαπανηθέντα ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἤθελον τότε δαπανηθῆ 92,168,040.48, ὅσα νῦν ἐδαπανήθησαν, ἤθελον ὅμως δαπανηθῆ ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1884, ἤτοι:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
κατὰ τὸ 188522,503,028.88
κατὰ τὸ 188622,503,028.88
τὸ ὅλον 45,006,057.76

Ἑπομένως ὀλιγώτερα τῶν νῦν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας δαπανηθέντων κατὰ 47,161,982.72. Ὡσαύτως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1885 ἐν ὅλῳ δραχ. 14,223,243.27, καὶ κατὰ τὸ 1886 ἐδαπάνησεν 6,741,313.16, ἐν ὅλῳ κατὰ τὰ δύο ἔτη 20,964,356.43. Κατὰ τὸν αὐτὸν συλλογισμὸν, ἂν καθ’ ἑκάτερον τῶν δύο ἐτῶν ἐξηκολούθει κυβερνῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, δὲν εἶχε δὲ διαταχθῆ κατ’ αὐτὰ ἡ ἐπιστρατεία, αἱ δαπάναι τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου δὲν ἤθελον ὑπερβῆ οὐδὲ κατὰ λεπτὸν τὰ κατὰ τὸ προηγηθὲν ἔτος 1884 δαπανηθέντα ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας· ἑπομένως δὲν ἤθελον δαπανηθῆ ὅσα νῦν ἐδαπανήθησαν, ἤτοι 20,964,356.43, ἤθελον ὅμως δαπανηθῆ ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1884, ἤτοι ἤθελον δαπανηθῆ καὶ

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
κατὰ τὸ 1885 7,952,734.76
καὶ κατὰ τὸ 1886 ὡσαύτως 7,952,734.76
τὸ ὅλον 15,905,469.52

Ἑπομένως ὀλιγώτερα τῶν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας δαπανηθέντων 20,964,356.43 κατὰ 5,058,886.91.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κατὰ τοὺς συλλογισμοὺς λοιπὸν τούτους, τὸ ἐπὶ τῶν
Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον ἐδαπάνησεν ἕνεκα τῆς ἐπιστρα-
τείας περισσότερα ἢ ὅσα εἶχε δαπανήσει κατὰ τὸ ἀμέσως
προηγηθὲν ἔτος δρ.47,161,982.72
Τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖον ἐδα-
πάνησεν ὡσαύτως δρ. 5,058,886.91
Τὰ δὲ δαπανηθέντα ἕνεκα τῆς ἐπιστρα-
τεύσεως ἀνέρχονται μόνον εἰς δρ.52,220,869.63

Καὶ τὰ 52 ταῦτα ἑκατομμύρια δὲν ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν θάλασσαν, διότι ἐξ αὐτῶν ἐδαπανήθησαν πρὸς ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς 29,518,936.04, κατὰ τὰ ἀνὰ χεῖράς μου ἐπίσημα ἀντίγραφα τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν λογαριασμῶν τῶν γενομένων τότε προμηθειῶν· τὸ ὑλικὸν δὲ τοῦτο, τὸ μὲν διαρκὲς καὶ μόνιμον ὑπάρχει ἔτι καὶ νῦν, καὶ δι’ αὐτοῦ πληροῦνται καὶ σήμερον ἀκόμη τοῦ στρατοῦ αἱ ἀνάγκαι, τὸ δὲ φθειρόμενον ἐχρησίμευσε κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα εἰς τὸν στρατὸν, ἀπαλλαγέντος κατ’ αὐτὰ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπὸ τοῦ νὰ δαπανήσῃ εἰς ἀγορὰν αὐτοῦ. Ἀφαιρέσατε λοιπὸν ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα ὡς εἴρηται ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας 52,220,869.63 τὰ δαπανηθέντα δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς 29,518,936.04 ἀφαιρέσατε τὰ δαπανηθέντα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
δι’ ἀγορὰν πλοίων 4,605,898.90
δι’ ἀγορὰν τορπιλλῶν καὶ
ὑλικὸν αὐτῶν 1,702,039.08
τὰ δαπανηθ. εἰς ὁπλισμὸν 1,473,175.47
εἰς ἔργα ὀχυρώσεως τοῦ Ναυ-
στάθμου 325,709.79
εἰς διάφορα εἴδη ὑλικοῦ 923,912.10 9,030,735.34
Τὸ ὅλον 38,549,671.38

Καὶ τὰ 52,220,869.63 περιορίζονται εἰς 13,671,198.25. Καὶ δὲν ζητῶ νὰ ἀφαιρέσητε ταῦτα αὐθαιρέτως, διότι ἐξ συνεπληρώθησαν ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ἐπιστρατείας ἔτη, καὶ κατὰ πάντα ταῦτα τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐδαπάνησε καὶ δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, καὶ δι’ ὑλικὸν στρατωνισμοῦ καὶ στρατοπεδεύσεως, καὶ διὰ κλινοστρωμνὰς, καὶ διὰ φυσίγγια καὶ διὰ γομώσεις, ὀλιγώτερα ἢ ὅσα ἤθελε δαπανήσει, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας ἀγορασθὲν τότε ὑλικόν. Ἂν κατὰ τὸ 1885 καὶ τὸ 1886 δὲν ἐδαπανῶντο δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων δρ. 1,091,025.20, δὲν ἤθελε δαπανήσει κατὰ τὸ 1887 δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖον μόνον 139,875.36, ἀφοῦ συνήθως δαπανῶνται κατ’ ἔτος 350 χιλιάδες καὶ πλέον δι’ ἀγορὰν αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 12,686,742.28 ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας; Δὲν εἶναι τὸ ὑλικὸν τοῦτο ἐξ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη διὰ τῶν 38,549,671.38, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας; Εἶναι παράλογον νὰ καταλογίζωνται εἰς βάρος τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 πάντα τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας, ἀφοῦ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη εἰσεπράχθησαν χρήματα, τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπορίσθη ἐξ αὐτῶν τῶν ἐξόδων. Κατὰ τὸ 1886 διετέλεσα ἐν τῇ ἀρχῇ τέσσαρας μόνον μῆνας, τὸ ὑπόλοιπον δὲ τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι 18 μῆνας, διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ ὁ διάδοχός μου, καὶ ἡ διοίκησίς του ἐξετέλεσε τὴν ἀποστράτευσιν, καὶ ἡ ἀποστράτευσις ἐγένετο ἀφορμὴ δαπανῶν τεραστίων, οὐδ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐμὲ τῶν δαπανῶν τούτων ἡ εὐθύνη, ὡς δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐμὲ ἡ δαπάνη τῶν 3,000,000, τῶν δαπανηθέντων διὰ τοὺς στρατῶνας τῆς Λαρίσσης. Καὶ δι’ αὐτὰ δὲν ἐδυσφόρησα· ἀλλὰ πῶς δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω νὰ λέγωσι καὶ νὰ γράφωσιν, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας ἐδαπανήθησαν ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων; Καὶ πλὴν τῶν χρηματικῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τοῦ τότε ἀγορασθέντος ὑλικοῦ εἰσεπράχθησαν, εἴτε ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπέφυγον νὰ δαπανήσωσιν ὅσα συνήθως ἐδαπάνων, δὲν ὑπολογίζουσι παντάπασιν οὐδ’ ὅσα δὲν εἶναι χρῆμα, ἐκαρπώθη ὅμως τὸ Κράτος; Δὲν εἰσέπραξεν ἀληθῶς τὸ Κράτος χρήματα ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀσκήσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν ἡλικιῶν, ὅσαι ἐκλήθησαν τότε ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἀλλὰ πότε ἄλλοτε εἶχον τοσαῦται χιλιάδες νέων ἀσκηθῆ; Δὲν ἐπορίσθη τὸ Κράτος ἐκ τούτου οὐδεμίαν ὠφέλειαν; Ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὅτε ἐκλήθην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς εὗρον αὐτὴν τότε, ἦτο πολλῷ χειροτέρα ἢ ὅσον ὑπέθετον αὐτὴν ὅτε ἤμην ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ ἠρεύνον αὐτὴν ἔξωθεν. Ἂν ὁ καλούμενος τότε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχὴν ἦτο δειλὸς, ἤθελεν ἢ ἀρνηθῆ τὴν ἀρχὴν, ἢ ἀποδεχθεὶς αὐτὴν προβῆ εἰς τολμηρὰς πράξεις, αἵτινες ἠδύναντο καὶ νὰ κριθῶσιν ὡς πράξεις προδοτικαὶ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποσοβηθῇ ἀπὸ τοῦ Κράτους ὁ κίνδυνος. Δὲν ἐζήτησα βραβεῖον διὰ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὸ δεκαπεντάμηνον, καθ’ ὃ διετελέσαμεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν οἱ ἐλέγχοντες ἀτελείας, οἱ ἐπικριταὶ οὗτοι πρέπει νὰ ἀναλογισθῶσιν, ὅτι οὐδ’ ἐλάχιστον χρόνου διάστημα ἔμεινεν εἰς ἡμᾶς, ἵνα σκεφθῶμεν περὶ ἄλλου τινὸς, εἰμὴ περὶ τῆς ἀθλιότητος τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἴσως ἠδύνατό τις νὰ παραβάλῃ ἡμᾶς πρὸς τοὺς ἐν τρικυμίᾳ πίπτοντας ἀπὸ τοῦ πλοίου εἰς τὴν θάλασσαν καὶ δι’ ἀγῶνος ὑπερανθρωπίνου προσπαθοῦντας νὰ σωθῶσιν ἀπὸ τοῦ ὀλέθρου. Ὁ ἐμὸς συνάδελφος, ὅστις ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ πρῶτον δεκάμηνον διάστημα, ὁμολογῶ ὅτι ἐνεφορεῖτο ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ θάῤῥους, ὑπὸ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ, προσεπαθοῦμεν δὲ πάντες νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ νὰ βελτιώσωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δυνατοῦ τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν, ὅπως μειώσωμεν κατὰ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς τότε κατεβάλομεν· καὶ ἂν δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1892 ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι εἴχομεν ἐξασφαλίσει τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ κινδύνου, ὅστις ἠπείλει αὐτὸ, δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἴχομεν αὐξήσει πέραν τοῦ ἡμίσεως τὰς πιθανότητας, ὅτι ἠθέλομεν ἐπιτύχει τοῦ σκοποῦ τούτου. Ἀλλὰ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς 132 καὶ 135 λεπτὰ, ἡ δημοσιογραφία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκραύγαζεν, ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις ἀνεβιβάζετο ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος καὶ κατεβιβάζετο ἡ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Ἠκούετε πρὸ μικροῦ, ὅτε ἀνεγίνωσκον ὑμῖν περικοπὰς ἐκθέσεων ἐκ Λονδίνου καὶ ἐκ Βερολίνου καὶ ἐκ Παρισίων, ποῖαι προσπάθειαι κατεβάλλοντο. Τότε φαίνεται, ὅτι διεγνώσθη ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος πρὸ πολλοῦ ἐνυπῆρχεν ἐν τῇ καταστάσει τῶν πραγμάτων, καὶ τὸν ὁποῖον πρὸ πολλοῦ ἡμεῖς κατηγγέλλομεν, προκαλοῦντες ἐγκαίρως πάντας νὰ μεριμνήσωσι νὰ μὴ ἀφήσωσι τὰ πράγματα νὰ φθάσωσιν ἐκεῖ, ὅπου εὕρομεν αὐτά. Τότε ἐκρίθη, ὅτι ἔπρεπε πρὸς σωτηρίαν τῆς πατρίδος νὰ κληθῶμεν ἡμεῖς νὰ παραιτηθῶμεν. Ἡ παραίτησις κρίνεται ὡς πρᾶξις ἑκουσία τοῦ παραιτουμένου, ἐν Κράτει δὲ κυβερνωμένῳ ὑπὸ κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γένηται κατ’ ἀπόφασιν ἰδιόῤῥυθμον τοῦ παραιτουμένου, τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπιτρέπεται δὲ μόνον, ὅταν συμφέρον δημόσιον δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παραίτησιν. Καὶ ἂν τις ἤθελε διατρέξει ἐσχάτους κινδύνους, καὶ ἂν ἤθελε τὰ μάλιστα ζημιωθῆ ὡς πολιτικὸς ἀνὴρ ἢ ὡς ἄτομον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐξακολουθεῖ κατέχων τὴν ἀρχὴν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραιτηθῇ, ἵνα μὴ καταστραφῇ αὐτὸς, ἵνα μὴ ζημιωθῇ αὐτὸς, ἀλλ’ ὡς στρατιώτης ὀφείλει νὰ μένῃ ὑπηρετῶν ἕως ἂν πέσῃ, ἔστω καὶ ἂν πέσῃ νεκρός. Καὶ εὐλόγως· διότι ἡ παραίτησις τῶν κυβερνώντων καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν ἐπάγει μεταβολὰς, αἵτινες ἔχουσι συνεπείας, αἱ δὲ συνέπειαι αὐτῶν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ χειροτερεύσωσι τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ὑπέχει δὲ τότε τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην ὁ παραιτηθεὶς, ὅστις δὲν κατέλιπε τὴν ἀρχὴν ἕνεκα τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Διὰ τοῦτο ἐδηλώσαμεν πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ παραιτηθῶμεν, καὶ ὅτι σεβόμεθα τὴν ἀκεραιότητα τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀπονέμει εἰς τὸ Στέμμα, τοῦ νὰ ἀπαλλάξῃ ἡμᾶς τῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ πᾶσαν μεταβολὴν τοῦ Ὑπουργείου τὰ διατάγματα τοῦ διορισμοῦ τῶν διαδόχων προσυπογράφει ὁ ἀντικαθιστάμενος καὶ παραδίδων τὴν ἀρχὴν Ὑπουργὸς, καταδηλῶν διὰ τῆς ὑπογραφῆς ταύτης, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην. Ἐγὼ δὲν προσεκλήθην εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ἵνα προσυπογράψω τὸ διάταγμα τῆς παύσεως ἡμῶν καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ διαδόχου μου, ἐφηρμόσθη δὲ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν, ἀρνουμένου τοῦ ἀντικαθισταμένου Πρωθυπουργοῦ νὰ προσυπογράψῃ, ὑπογράφει ὁ διάδοχος, ἂν καὶ ἐγὼ δὲν εἶχον προσκληθῆ παντάπασι νὰ ὑπογράψω, ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι, καὶ ἂν προσεκαλούμην νὰ προσυπογράψω, ἤθελον ἀρνηθῆ, διότι δὲν ἦτο προσῆκον νὰ ἀναλάβω ἐγὼ τὴν εὐθύνην τοῦ πράγματος. Ὅτε ὁ κ. Σταυρόπουλος, νομικὸς τὸ ἐπάγγελμα, ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν καὶ ἐκάλει ἐμὲ νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους τῆς παύσεως τοῦ Ὑπουργείου, ἠπόρησα, διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω, διατὶ ἐπαύθην. Τοῦτο ἐγνώριζε καὶ γνωρίζει ὁ νέος Πρωθυπουργὸς, ὅστις προσυπέγραψε τὸ διάταγμα, καὶ ὁ ὁποῖος, δεχθεὶς τὴν ἐντολὴν, ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς μεταβολῆς. Ἀλλ’ ὡς δὲν δύνανται οἱ κυβερνῶντες ἰδιοῤῥύθμως νὰ παραιτῶσι τὴν ἀρχὴν, καὶ ἐκεῖνος, ὅστις καλεῖται νὰ ἀναδεχθῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τὰ καθήκοντα, ὀφείλει νὰ ἦναι πεπεισμένος, ὅτι προτείνεται αὐτῷ τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος, καὶ προσέτι ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ θεραπεύσῃ διὰ τῶν ὑπηρεσιῶν του τὸ συμφέρον τοῦτο τῆς πατρίδος. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅστις μὲ διεδέχθη, ἐπίστευεν, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ὑπεδείκνυε τὴν ἀπομάκρυνσιν ἡμῶν ἀπὸ τὰ πράγματα, καὶ εἶχε πλήρη πεποίθησιν εἰς ἑαυτὸν, ὅτι θέλει σώσει αὐτὴν ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον, ὡς ἀνεγίνωσκον τότε ἐν ταῖς ἐφημερίσι, προέβαλον ὡς αἰτίαν καὶ ἀφορμὴν, ὑπαγορεύσασαν τὴν ἀπόφασιν τῆς 17 Φεβρουαρίου; Τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ἐπερωτήσῃ ὁ κ. Σταυρόπουλος, οὐχὶ δὲ ἐμὲ, διότι οὐχὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἐκεῖνος γιγνώσκει τὰ περὶ τούτου. Ἡμέραν τινὰ, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο νομοσχέδιόν τι, δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ ποῖον νομοσχέδιον, εἶδον ἀναβάντα τὸ βῆμα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, καὶ ἐξενεγκόντα μὲν γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, μεταστάντα ὅμως εἰς ἄποψιν τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, καὶ παραστήσαντα πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Κράτος κατεστάθη ἀνίκανον νὰ ἐκπληρώσῃ ἐμπροθέσμως ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ· ἐπρότεινε μάλιστα τότε γνώμην τινὰ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Ὅτε δ’ ἐξῆλθον τῆς αἰθούσης ταύτης, ἔλεγον κατ’ ἐμαυτὸν, πόθεν ἐπορίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν γνώμην ταύτην; Ἐπορίσθη αὐτὴν ἐκ τῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν διεχειρίσθη καθ’ ὃν χρόνον ἦτο Πρωθυπουργός; Ἀλλ’ ἂν τοιαύτην ἐσχημάτισε τότε γνώμην, διατὶ τότε δὲν προέβη εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς, ἵνα μὴ ἀναγκασθῇ νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, οἷον τὸ τῶν 16,500,000, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν εἶναι ἐκ τῶν δανείων τῶν συνιστώντων τὴν εὐρωστίαν τῶν οἰκονομικῶν τῶν Κρατῶν. Καὶ ἂν δὲν εἶχε τὴν γνώμην ταύτην περὶ τούτου τότε, ἐσχημάτισεν αὐτὴν μετὰ τὴν παραίτησίν του, μετὰ ταῦτα; Εἰς ποίαν διοίκησιν λοιπὸν ἀποδίδωσι τὴν τοιαύτην χειροτέρευσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἕνεκα τῆς ὁποίας τοῦτο κατεστάθη ἀνίκανον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, ἀφοῦ δὲν ἦτο ἀνίκανον ὅτε διεδέχθη ἡμᾶς ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ διεχειρίζετο αὐτὸς τὰ οἰκονομικά; Κρίνει, ὅτι ἡ χειροτέρευσις προῆλθε μετὰ τὴν παραίτησίν του, εἴτε ἕνεκα τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, ἢ ἕνεκα τῆς διοικήσεως τοῦ διαδεξαμένου αὐτὸν, τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ; Δὲν πρέπει νὰ ἀποκρύψω, ὅτι, ἂν παραβάλῃ τις τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἔκειντο προχθὲς, τὴν 31 Δεκεμβρίου 1892, πρὸς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔκειντο κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου 1892, θέλει εὕρει αὐτὴν ἀληθῶς χειροτερεύσασαν, καὶ τὴν χειροτέρευσιν ταύτην δὲν πρέπει νὰ ἀποδώσω ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν τετράμηνον διοίκησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ἢ εἰς τὴν ἔκτοτε ἑπτάμηνον διοίκησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἂν, ὅτε ἤμην νέος, ἡ καρδία μου δὲν εἶχεν εὐτυχῶς θερμανθῆ ποτὲ ὑπὲρ τὸ μέτρον ὑπὸ φιλαυτίας, ἀπεῖχον δὲ πάντοτε ἄνευ λόγου καὶ ἐξ ἰδιοτελείας νὰ διαβάλλω ἢ νὰ διασύρω τὴν ὑπόληψιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τοῦ τόπου μου, οὐδ’ ἐδημιούργησα κατ’ αὐτῶν αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἐγνώριζον ὅτι δὲν ἦσαν βάσιμοι, κατὰ πλείονα λόγον δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ αἰτιαθῶ σήμερον οὔτε τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, οὔτε τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου, καὶ νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἡ διοίκησις τῶν τελευταίων τούτων μηνῶν ἦτο ἡ αἰτία τῆς ἀπὸ τῆς 17 Φεβρουαρίου μέχρι τοῦ χρόνου τούτου, τὸν ὁποῖον διανύομεν, τοσαύτης χειροτερεύσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ χειροτέρευσις αὕτη ἦτο φυσικὴ καὶ ἀναπόφευκτος συνέπεια τῆς κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου ἐπελθούσης μεταβολῆς. Ἐν ᾧ τότε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐτύγχανον ἐν ᾗ καταστάσει τότε ἐτύγχανον, ὥστε οἱ τότε κυβερνῶντες νὰ ἀγωνιῶσι, προσπαθοῦντες πῶς νὰ προσθέσωσι μίαν ἀκόμη πιθανότητα εἰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶχον κατορθώσει νὰ συλλέξωσιν, ὅτι θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἀποσοβήσωσι τὸν κίνδυνον’ ἐν τῷ μέσῳ τοιαύτης καταστάσεως, νὰ ἀποπέμπηται ἀποτόμως ἡ Κυβέρνησις, νὰ δημιουργῆται ἀναγκαίως ἕνεκα τούτου πολιτικὸν ζήτημα, νὰ ἐπέρχηται κρίσις κοινοβουλευτική, νὰ διαλύηται ἡ Βουλή, νὰ ἐγείρωνται ἕνεκα τῆς διαλύσεως αὐτῆς πάντα τὰ πολιτικὰ συμφέροντα καὶ τῶν Βουλευτῶν τῆς διαλυομένης Βουλῆς, καὶ ἐκείνων οἵτινες ἔμελλον νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν ἐπικηρυχθέντα ἐκλογικὸν ἀγῶνα, καὶ πάντων τῶν πολιτῶν, καὶ αὐτῶν τῶν ἐνδημούντων μὴ πολιτῶν, ὅσοι ἔχουσιν οἱαδήποτε ἐν τῇ χώρᾳ συμφέροντα, νὰ ἀποτραπῇ δ’ οὕτως ἡ προσοχὴ πάντων ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ κινδύνου καὶ ἀπὸ τῶν πρὸς ἀποτροπὴν αὐτοῦ κοινῶν προσπαθειῶν, καὶ νὰ στραφῇ εἰς τὰς κάλπας, εἰς τοὺς δήμους τῶν Κτημενίων ἢ τῆς Κιμώλου, ταῦτα ἤρκουν διὰ νὰ ἐπιφέρωσι τὴν χειροτέρευσιν ταύτην. Συνετέλεσαν βεβαίως εἰς αὐτὴν καὶ ἄλλα ἐπελθόντα ἕνεκα τούτου συμβεβηκότα. Αὔξησις ἐξόδων, ἀναπόφευκτον ἀποτέλεσμα τῆς κυβερνητικῆς μεταβολῆς, τῆς ἀντικαταστάσεως πληθύος ὑπαλλήλων, τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν. Ἐλάττωσις ἐσόδων, ἀναπόφευκτον ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας ἐκλογῶν, καθ’ ἃς μάλιστα ἀναστέλλονται καὶ αἱ εἰσπράξεις. Ἀλλὰ προσέτι ἐπῆλθε καὶ ἀνακοπὴ τῶν ἐργασιῶν, αἵτινες ἦσαν ἐν κινήσει καθ’ ὃν χρόνον ἐπῆλθεν ἡ ὑπουργικὴ μεταβολή. Προσέφυγον εἰς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἐδημοσίευσεν, οὐχὶ ὡς Βουλευτής, ἀλλ’ ὡς Πρωθυπουργός. Κατὰ τύπους πρέπει νὰ ἐπικρίνῃ τις τὸ πρόγραμμα τοῦτο, διότι τὰ πολιτικὰ προγράμματα δὲν εἶναι συνήθως ἀγγέλματα τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες προβάλλουσιν ἑαυτοὺς ὑποψηφίους κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ ἀναγγέλλουσιν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των ποῖά τινα φρονοῦσι περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, ἵνα πείσωσιν αὐτοὺς καὶ τύχωσι τῆς ψήφου των· τὰ κυβερνητικὰ ἀγγέλματα διαφέρουσι τῶν ἐκλογικῶν, τὰ ὁποῖα ἐκδίδουσιν οὐχὶ οἱ κυβερνῆται, ἀλλ’ οἱ ὑποψήφιοι κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἐν ᾧ διὰ τῶν κυβερνητικῶν μεταδίδουσιν οἱ κυβερνῶντες εἰς τοὺς πολίτας τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, τὰ σχέδια αὐτῆς, εἴτε περὶ τῆς διοικήσεως, εἴτε περὶ τοῦ στρατοῦ, εἴτε περὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἢ μεταδίδουσι τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Τὰ ἐκλογικὰ προγράμματα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ περιβάλλῃ ἡ ἐπισημότης, ἡ αὐθεντικὴ ἰδιότης τοῦ ἐκδιδόντος αὐτὰ, διότι τότε οἱ ἐκδόντες αὐτὰ δὲν παρίστανται πρὸ τῶν ἐκλογέων ὡς πολῖται, ἀλλὰ παρίστανται ὡς ἀρχὴ, ὡς ἐξουσία, ἀδικοῦσι δὲ τοὺς ἀντιπάλους των, καθιστῶντες ἄνισον τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα· πρὸ τῶν καλπῶν δὲ παρουσιάζονται οἱ ψηφοφορούμενοι, καὶ ἂν τυγχάνωσιν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἄοπλοι καὶ γυμνοὶ, οἷοί εἰσι καὶ οἱ ἄλλοι ὑποψήφιοι, οὐχὶ δὲ περιβεβλημένοι τὴν πανοπλίαν τὴν κυβερνητικήν. Διὰ τοῦτο πρὸ εἴκοσιν ἐνιαυτῶν ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ τῆς Σάμης διότι ὁ ἐκ ταύτης ἀναδειχθεὶς βουλευτὴς κ. Κόκκινος εἶχε παρασταθῆ εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας περιβεβλημένος τὴν στρατιωτικὴν αὑτοῦ στολήν. Ἀλλ’ ἂν ἐκφέρω τὰς παρατηρήσεις ταύτας κατὰ τοῦ τύπου τοῦ ἐκλογικοῦ προγράμματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μετέλθω τὸ ὕφος, τὸ ὁποῖον μετῆλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε ἡμέραν τινὰ, μὴ παρευρισκομένου ἐμοῦ ἐν τῇ συνεδριάσει, ὡμίλησε περὶ τοῦ προγράμματος τοῦ προκατόχου του. Ἐγὼ ἐξ ἐναντίας ἔσπευσα νὰ ἀναγνώσω αὐτὸ, οὔτε ᾐσθάνθην τὸ αἴσθημα τῆς ὀλιγωρίας, τὸ ὁποῖον κατεδήλωσεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὁ διαδεξάμενος αὐτὸν, ὅτι ᾐσθάνθη. Ὅθεν ἀνέγνων τὸ πρόγραμμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς 18 Φεβρουαρίου, καὶ ἐπληροφορήθην ἐξ αὐτοῦ, πῶς κατὰ τὴν 21 Μαρτίου ἔκρινε περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων (ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», δι’ οὗ εἶχε δημοσιευθῆ τὸ πρόγραμμα τοῦτο): «...Θέλομεν ἐπιζητήσει πᾶσαν δυνατὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ πρὸς τοῦτο, ἔνθεν μὲν ἐπαυξήσει τὰ ἔσοδα διὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐθνικῶν πόρων, διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ βελτιώσεως τῆς κειμένης περὶ ἐπιβολῆς καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων νομοθεσίας, ἔνθεν δὲ θέλομεν ἐλαττώσει τὰς δαπάνας, πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ποιούμενοι πρὸς ἐπίτευξιν ἀληθοῦς καὶ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας πίστεως.....» Λοιπὸν κατὰ τὴν 21 Μαρτίου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας δὲν ἔκρινεν ἀπέλπιδα τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν, οὐδὲ τὸ Κράτος ἀνίκανον εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του· ἐξ ἐναντίας ἔκρινεν αὐτὴν δεκτικὴν βελτιώσεως, καὶ ὑπισχνεῖτο ὅτι τὴν βελτίωσιν ταύτην αὐτὸς ἤθελεν ἐπιφέρει. Τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦσαν τότε ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς, δὲν ἠπείλουν κίνδυνόν τινα, διότι ἤθελε καταγγείλει αὐτὸν τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας· μόνον τὴν ἀνάγκην βελτιώσεων κατήγγειλε, καὶ τὰς βελτιώσεις ταύτας ἀνήγγειλεν ὅτι ἤθελεν ἀπεργασθῆ διὰ νόμων περὶ φορολογίας καὶ εἰσπράξεως, οἵτινες ἤθελον ἐπιφέρει μετὰ ἓν ἢ μετὰ δύο ἔτη τὰς ζητουμένας βελτιώσεις, καὶ δι’ οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ὡσαύτως διὰ νόμων ἢ καὶ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἤθελεν ἐπιδιώξει. Ἡ χειροτέρευσις λοιπὸν, ἡ ἀπελπιστικὴ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν κατήγγειλε τελευταῖον, δὲν ὑπῆρχε τότε, ἐπῆλθε κατόπιν· ἐκ τίνος δ’ ἐπῆλθεν; Ἐπῆλθεν ἐκ κακῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν εἴτε αὐτοῦ τούτου, τοῦ καταγγείλαντος προχθὲς τὴν ἀνικανότητα τοῦ Κράτους εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, εἴτε τοῦ διαδεξαμένου αὐτὸν κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου; Καὶ ἂν δὲν ἀποδώσητε τὴν τοσαύτην χειροτέρευσιν εἰς τὴν κατὰ τὸ δεκάμηνον τοῦτο διαχείρισιν αὐτῶν, δὲν πρέπει νὰ ἀποδώσητε αὐτὴν εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν ἀπότομον κυβερνητικὴν μεταβολήν; Βεβαίως ἡ ἐνεστῶσα κατάστασις τυγχάνει συνέπεια τῆς μεταβολῆς ἐκείνης καὶ τὴν εὐθύνην ἐπὶ ταύτῃ ὑπέχει ὁ στέρξας τότε νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν μεταβολὴν, δεχόμενος τὴν πρωθυπουργίαν, καὶ πάντες δ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ φωνῶν καὶ κραυγῶν προεκάλουν καὶ προσελιπάρουν τὸ Στέμμα, ἵνα προβῇ εἰς αὐτήν. Καὶ ἀπέναντι τῆς ἀμηχανίας, τὴν ὁποίαν κατήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, παραστήσας ὅτι τὸ Κράτος κατεστάθη ἀνίκανον νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ διάδοχος ἐκείνου, παριστᾷ τὸ Κράτος εὔρωστον οἰκονομικῶς, καὶ τὴν κατάστασιν ὁμαλὴν, ἐξήρτησε δὲ τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν εἰσήγαγεν, ἐκ δανείου. Ἂν εὕρῃ δάνειον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, οὐδεμίαν ἔχει ἀνησυχίαν περὶ τοῦ ἐνεστῶτος ἢ περὶ τοῦ μέλλοντος· ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι, ἂν τώρα ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν κατεστάθη κακὴ, πολὺ θέλει χειροτερεύσει, ἂν εὑρεθῇ τὸ ζητούμενον ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δάνειον, καὶ συνομολογηθῇ τοιοῦτον. Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὕρῃ τὸ δάνειον, ἓν μόνον θέλει κατορθώσει, ὅτι θέλει παρατείνει τὸν κυβερνητικὸν βίον του ἐπί τινας μῆνας ἢ ἐπὶ ἓν ἔτος, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου, ἀλλὰ θέλει καταστήσει δεινοτέραν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Τὸ δάνειον ὑπηρετεῖ ἐπί τινα χρόνον τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καταστρέφει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Δεινὰ ὄντως κατεστάθησαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν, διότι τρία ἔτη τὸ πρῶτον, τέσσαρα δὲ ἔτη τελευταῖον, εἴτε ἐκλείομεν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἀφίνομεν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου νὰ διοικῇ αὐτὰ, καθ’ ὃν τρόπον τὰ ἐδιοίκει, εἴτε ὑπεστηρίζομεν αὐτὸν, καθ’ ὃν τρόπον οὐδένα ἄλλον πολιτικὸν ἄνδρα εἴχομέν ποτε ὑποστηρίξει· ἐπὶ τέλους δὲ προέβημεν εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς 17 Φεβρουαρίου, ἥτις συνεπλήρωσε τὸ ἔργον. Καὶ τώρα ἂν δὲν εὑρεθῇ τὸ δάνειον; Ἀμηχανία. Καὶ ἂν εὑρεθῇ; Ἀναβολὴ μὲν ἐπὶ τοῦ παρόντος τῆς ἀμηχανίας, ἀλλὰ μετά τινας μῆνας, μετὰ ἓν ἔτος, ἀμηχανία πολλῷ μᾶλλον ἀμήχανος καὶ δεινὴ, πλήρης δὲ τότε ἀνικανότης, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἐμπροθέσμως ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἀλλὰ τότε οἱ δανεισταὶ τῶν προηγουμένων δανείων θέλουσιν εὐλόγως κραυγάσει κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θέλουσιν αἰτιαθῆ αὐτῆς, ἢ θέλουσιν ἀποδώσει εἰς αὐτὴν κακοπιστίαν, διότι, διὰ νὰ συνομολογήσῃ τὸ τελευταῖον τοῦτο δάνειον, ἐμείωσε τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον χορηγηθῆ ὑπὲρ τῶν δανειστῶν τῶν προηγουμένων χρεῶν, διότι οἱ εἰδικοὶ φόροι, οἵτινες θέλουσι προσδιορισθῆ πρὸς ἐγγύησιν ἀποκλειστικὴν τοῦ νέου δανείου, περιελαμβάνοντο εἰς τὰς ἐγγυήσεις, αἵτινες εἶχον προσδιορισθῆ διὰ τὰ προηγούμενα δάνεια, ἀφῄρεσε δ’ αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοὺς προηγουμένους δανειστὰς, καὶ παρεχώρησεν αὐτοὺς εἰδικῶς πρὸς εὕρεσιν τοῦ νέου δανείου, καταστήσασα ἥσσονα τὴν θέσιν τῶν δανειστῶν τῶν παλαιῶν δανείων. Ἂν δ’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν κυβερνητικὴν ταύτην πρᾶξιν πρόθεσις, τὰ μάλιστα θέλει τρωθῆ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους, ἕνεκα πράξεως μὴ ἐπιτρεπομένης ὑπὸ τῆς τιμῆς. Ἀλλαχοῦ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρέπει νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν· πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, συγχρόνως δὲ νὰ ἐλαττώσωμεν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἔξοδα ἡμῶν, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων ἡμῶν καὶ εἰς τὰς διὰ τὴν ἐνίσχυσιν ταύτην ἐπαγομένας δαπάνας. Μόνον ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, μόνον ἡ αὔξησις αὐτῆς θέλει σώσει τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Εἰς ταύτην πρέπει πάντες νὰ ἐπιδοθῶμεν, ἐνισχύοντες, ὅσῳ δυνάμεθα περισσότερον, τὴν γεωργίαν, τὴν ἐμπορίαν, τὴν βιομηχανίαν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ παραγάγωμεν περισσότερα ἢ ὅσα παράγομεν νῦν...

§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τό γε νῦν, ἡ οἰκονομία.

§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Ἀλλ’ ὡς συμβαίνει πάντοτε, Κύριοι, ἐν ἡμέραις κινδύνων καὶ συμφορῶν καὶ ἄλλα ἐπέρχονται δεινά. Ἡ ἰδιοτέλεια εἶναι φυσικὸν αἴσθημα εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ’ ἡ προσήλωσις εἰς τὸ ἴδιον ἐγὼ κρατεῖ καθ’ ὑπερβολὴν ἐν τῇ φυλῇ, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέρος. Καὶ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δόξης τῆς Ἑλλάδος, ὅτε ἡ εὐφυΐα καὶ ἡ σοφία τῶν ἡμετέρων προγόνων ἐλάμπρυνεν ἐν τῇ ἀρχαιότητι τὴν χώραν ταύτην, καὶ τότε οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἦσαν ἄριστοι ὡς μέλη τῆς κοινωνίας· ἀλλὰ δὲν ἦσαν ἄριστοι ὡς πολῖται, διότι δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ ὑποτάξωσιν εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον τὸ ἴδιον αὐτῶν ἀτομικὸν συμφέρον, πολλάκις δὲ τὰ συμφέροντα ταῦτα ἀντηγωνίσθησαν πρὸς ἄλληλα. Εἶναι τάχα τοῦτο ἕνεκεν ἐπιῤῥοῆς τοῦ κλίματος; εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῆς φυλῆς; Δὲν γνωρίζω. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς προηγηθέντας χρόνους, καὶ κατὰ τοὺς χρόνους τούτους, καὶ ἐγὼ αὐτὸς κατὰ τὸν βίον μου ἐβεβαίωσα, ὅτι τὰς ἀτομικὰς καὶ κοινωνικὰς ἀρετὰς τοῦ Ἕλληνος οὐδεὶς οὐδενὸς Κράτους πολίτης ἔχει, αἱ ἀρεταὶ ὅμως αὐταί εἰσιν εἴτε ἀτομικαὶ εἴτε κοινωνικαί. Ἀρεταὶ τῆς φυλῆς εἶναι νὰ ὁρμᾶταί τις ἐκ τοῦ μηδενὸς, νὰ ἐξέρχηται εἰς τὴν κοινωνίαν μὴ ἔχων οὐδ’ ὀβολὸν, νὰ ἀγωνίζηται ἐν τῷ βίῳ ἐκθύμως, ἵνα κερδήσῃ μικρόν τι ἡμερομίσθιον, νὰ ὑποβάλληται εἰς τὰς ἐσχάτας στερήσεις, νὰ παρασκευάζῃ μικρόν τι περίσσευμα, νὰ φυτεύῃ ἄμπελον, νὰ οἰκοδομῇ οἰκίσκον, ὅπως τεθῇ ὑπὸ στέγην, νὰ ἀγοράζῃ μετ’ ὀλίγον ἀγρὸν καὶ κτήματα, νὰ ἔρχηται εἰς γάμον, νὰ φροντίζῃ περὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν υἱῶν του καὶ τῶν θυγατέρων του, νὰ οἰκονομῇ τὰς προῖκας τῶν θυγατέρων του, ἵνα ἀποκαταστήσῃ αὐτὰς μετὰ συζύγων μετερχομένων ἐπάγγελμα εὐγενέστερον ἐκείνου, ὅπερ μετήρχετο αὐτὸς, καὶ νὰ κρίνῃ ἑαυτὸν εὐτυχῆ, ἐὰν ἴδῃ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐκλεγόμενον Βουλευτὴν (γέλωτες). Ἀρετὴ τῆς φυλῆς εἶναι νὰ δέχηται ὑπὸ τὴν στέγην του τὸν ἄγνωστον διαβάτην, καὶ νὰ μὴ φείδηται οὐδενὸς, ἵνα περιθάλψῃ αὐτὸν, νὰ συγκινῆται ἐπὶ τοῖς ἀλλοτρίοις δυστυχήμασι καὶ συμπαθῇ πρὸς τὰ θύματα τῆς τύχης, νὰ οἰκτείρῃ τοὺς δυστυχεῖς καὶ νὰ ἐλεῇ αὐτούς. Τὰ προσόντα ταῦτα δὲν ἔχουσι πάντες οἱ λαοί. Εἶναι ἀξιοθαύμαστος ἡ πρὸς τοὺς κόπους καὶ τὰς περιπετείας τοῦ βίου ἀντοχὴ τοῦ Ἕλληνος, ἡ λιτότης καὶ ἡ φειδὼ αὐτοῦ, ἡ εὐφυΐα καὶ τὸ ἐπιχειρηματικὸν, ἡ τόλμη καὶ τὸ ῥιψοκίνδυνον αὐτοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὸν δημόσιον βίον δὲν διαφέρομεν ἀπὸ τοὺς ἐνδόξους προγόνους μας. Ὡς τότε, οὕτω καὶ τώρα συμβαίνει, ὅταν ἐπιφαίνηται κίνδυνος, ἀπειλῶν τὰ δημόσια, δὲν κρίνεται ἄτοπον νὰ ἐπιζητήσῃ τις νὰ ὠφεληθῇ καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ· ὁ εἷς ζητεῖ νὰ παρωθήσῃ τὸν γείτονα, ἵνα ἐκτοπίσῃ αὐτὸν καὶ λάβῃ τὴν θέσιν του, ὁ ἕτερος, ἵνα παρασταθῇ κρείττων, δὲν διστάζει νὰ ἐγκαλέσῃ τὸν ἀντίπαλον ὡς αἴτιον τῶν κινδύνων, οὐχὶ δὲ σπανίως καὶ ἐν γνώσει τῆς ἀθωότητός του, ἀλλ’ ἐξ ἐπιθυμίας νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς περαιτέρω ἀνταγωνισμόν· καὶ ἂν δὲν κατώρθωσε νὰ ἔχῃ ἰδίαν δύναμιν, ἢ δὲν δύναται ν’ ἀρυσθῇ τοιαύτην ἐκ τοῦ τόπου, δὲν εἶναι ἀσύνηθες νὰ τολμήσῃ νὰ διανοηθῇ καὶ τοῦ καθεστῶτος τὴν μεταβολὴν, διὰ νὰ δημιουργήσῃ καὶ αὐτὸς ἀλλαχοῦ θέσιν τινὰ, καὶ πορισθῇ δύναμιν ἔστω, καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ κατ’ ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον πορίζεταί τις τὴν δύναμιν ἐν κοινοβουλευτικῷ Κράτει. Ἂν ἓν κόμμα ἡμάρτησεν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν, κάτω τὰ κόμματα! πόλεμος κατ’ αὐτῶν ἀμείλικτος! Ὑβρίζονται ταῦτα ὡς ἀγέλαι, καὶ οἱ ἡγέται αὐτῶν ὡς ἀγελάρχαι, καὶ φωναὶ πρὸς τὸν Βασιλέα: «Βασιλεῦ! σῶσον τὸν τόπον, κάλεσον ἡμᾶς εἰς τὴν ἀρχὴν, δὸς ἡμῖν δύναμιν, ἣν οὐκ ἔχομεν». Φυσικὸν πρᾶγμα. Ζητοῦσι δύναμιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουσι, καὶ ἐπειδὴ δὲν δύνανται νὰ ἀποκτήσωσιν αὐτὴν ἐκ τοῦ τόπου, ἐπειδὴ δὲν δύνανται νὰ τὴν ἀποκτήσωσιν ἐν τῇ χώρᾳ, ζητοῦσιν αὐτὴν ἀπὸ τὸ Στέμμα. Εἰς τὸ Στέμμα ἀνέθηκε τὸ Σύνταγμα πολλὰ καὶ μεγάλα δικαιώματα, καὶ ἕνεκα τούτου ἔχει τὴν δύναμιν νὰ περιβάλλῃ μὲ δύναμιν τοὺς πολίτας· αὐτὴν δὲ τὴν εὐδοκίαν τοῦ Στέμματος ζητοῦσιν οἱ ἄνθρωποι νὰ χρησιμοποιήσωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι Πολιτεία, ἐν ᾗ λειτουργοῦσι κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ κοινοβουλευτικῶν κομμάτων· καὶ οὐ μόνον Πολιτεία, ἥτις κυβερνᾶται ὑπὸ κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς, ἀλλὰ καὶ ἐκείνη, ἥτις κυβερνᾶται ὑπὸ τὰ λεγόμενα συνταγματικὰ πολιτεύματα, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσιν ἔτι πολλαχοῦ τῆς Εὐρώπης. Γνώμην ἐνέχουσαν τὴν ἔννοιαν τῆς μομφῆς κατὰ Κρατῶν οὕτω κυβερνωμένων δὲν τολμῶ νὰ ἐκφράσω· διότι ἕκαστον Κράτος ἐξελέξατο τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κρίνει ἐπιτήδειον, ἵνα παρασκευάσῃ τὴν ἰδίαν εὐημερίαν του· οὕτως ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχει συνταγματικὸν πολίτευμα πολλῷ διάφορον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς, πολλῷ διάφορον τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἐν Γαλλίᾳ, ἢ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἐν Ἐλβετίᾳ, ἢ τοῦ λειτουργοῦντος ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς, διάφορον ὅμως καὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν Βελγίῳ, καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν Ἰταλίᾳ· ἀλλὰ καὶ ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχουσι πολιτικὰ κόμματα, καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, τῇ κοιτίδι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουσι πολιτικὰ κόμματα ἀναλόγως τῶν ἐκεῖ κρατούντων θεσμῶν, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ἢ καὶ ἐν Βελγίῳ ὑπάρχουσι τοιαῦτα, καὶ ἐν πάσαις ταῖς χώραις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχει συνταγματικὸν ἢ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Πολιτεία, ἥτις δὲν κυβερνᾶται μοναρχικῶς, δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ἄνευ πολιτικῶν κομμάτων, οἱ δὲ κραυγάζοντες κατὰ τῶν πολιτικῶν κομμάτων, καὶ οἱ ζητοῦντες τὴν διάλυσιν ἢ τὴν καταστροφὴν αὐτῶν, καὶ οἱ τείνοντες πρὸς τὸ Στέμμα χεῖρας ἱκέτιδας, προσλιπαροῦντες νὰ ἀναρπαγῶσιν ἰδιοῤῥύθμως ὑπὸ τοῦ Στέμματος καὶ ἀναχθῶσιν ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὰς πρώτας βαθμίδας τῆς Πολιτείας, αὐτοὺς ἐγωϊστικὰ παρασύρουσι πάθη, καὶ ἄκριτοι ἐλαύνουσι πόθοι· σφάλλονται δὲ, διότι τὰ αἰτήματα αὐτῶν ζημιοῦσι τὸ Στέμμα, καὶ ἑπομένως ζημιοῦσι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Οἱ ζητοῦντες τὴν καταστροφὴν ἢ τὴν διάλυσιν τῶν κομμάτων ζητοῦσι τὴν ἐξασθένησιν καὶ τῆς Βασιλείας καὶ τοῦ Κράτους, διότι τὰ πολιτικὰ κόμματα εἶναι ἡ δύναμις τῶν Κρατῶν, εἶναι τὰ στηρίγματα τῶν Θρόνων, ὅσοι δὲ τῶν πολιτῶν δὲν ποθοῦσι νὰ μετατραπῇ τὸ πολίτευμα εἰς Μοναρχίαν ἀπόλυτον, αὐτοὶ οἱ πολῖται δὲν ἐννοοῦσι τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας, ὅταν τοιαύτας ἀπευθύνωσιν ἱκεσίας. Τὸ Σύνταγμα ἀπένειμεν εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, ἐσφάλλοντο δὲ, ἢ ἐζήτουν νὰ ἀποπλανήσωσι τοὺς ἄλλους, ἵνα κερδοσκοπήσωσιν ἐπὶ τῆς ἀμαθείας αὐτῶν, ὅσοι παρίστων ἢ ὑπεκρίνοντο ὅτι πιστεύουσιν, ὅτι ἐγὼ ἐνεκάλουν τὸ κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου ληφθὲν μέτρον ὡς ἀντισυνταγματικόν. Τὸ μέτρον δὲν ἐνεκάλεσα ὡς ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλὰ δὲν ἐπεδοκίμασα αὐτὸ, οὐχὶ διότι τὸ μέτρον εἶχε ληφθῆ κατ’ ἐμοῦ, ἐν ᾧ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἔτη δὲν εἶχε ληφθῆ κατὰ τοῦ κ. Τρικούπη, ὅπως προληφθῶσι τὰ οἰκονομικὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ἡ μακρὰ Κυβέρνησις αὐτοῦ παρεσκεύασεν, ἀλλὰ διότι ἡ διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἐπελθοῦσα κυβερνητικὴ μεταβολὴ συνεπλήρου τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα ἐκ τοιαύτης ἀνοχῆς εἶχον παρασκευασθῆ, καὶ ἔμελλε νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς, ἣν εὐλαβῶς ὑπεβάλομεν πρὸς τὸν Βασιλέα, δὲν ἠμφισβητήσαμεν τὸ δικαίωμα αὐτοῦ νὰ παύσῃ ἡμᾶς, τὸ δικαίωμα τοῦ Στέμματος νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς του, οὐδὲ τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ τοὺς Ὑπουργούς· ἐφρονοῦμεν ὅμως καὶ τότε, ὡς φρονοῦμεν καὶ νῦν, ὅτι, ὅταν τὸ Στέμμα εἰς τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις του δὲν λαμβάνῃ ὡς ὁδηγὸν τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀναγκαίως πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὡς ὁδηγὸν τὴν πολιτικὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον προσκαλεῖ· διότι, προσκαλοῦν τὸ Στέμμα πολιτικόν τινα ἄνδρα, ὑπὲρ οὗ δὲν ἐξεδηλώθη ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, δείκνυσιν ὅτι παρεκινήθη εἰς τοῦτο ἀπὸ τὰς γνώμας αὐτοῦ, καὶ ὅτι κρίνει ὀρθὰς καὶ συμφερούσας τὰς γνώμας αὐτοῦ ταύτας, καὶ διὰ τοῦτο καλεῖ αὐτὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀντὶ τοῦ κυβερνῶντος κόμματος, ἵνα ἐφαρμόσῃ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἢ ἐν τῇ διοικήσει τὰς εἰρημένας γνώμας αὐτοῦ. Οὐδεὶς λοιπὸν ἀμφισβητεῖ, ὅτι τὸ Στέμμα ἔχει δικαίωμα νὰ διορίσῃ οἷον ἐγκρίνει Πρωθυπουργόν, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, φέρ’ εἰπεῖν, ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν ἀπὸ τὸν Βασιλέα νὰ σώσῃ τὸν τόπον· ἀλλ’ ὅστις ἐξ αὐτῶν ἤθελε κληθῆ εἰς τοῦτο, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ἅμα καλούμενος, νὰ προκαλέσῃ τὸ ἔθνος, ἵνα καὶ τοῦτο ἀποφήνηται, ἂν ἔχῃ πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην· ἐὰν δὲ καὶ τὸ ἔθνος ἀποφανθῇ, ἐὰν καὶ αὐτὸ ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ ἀποδέχηται καὶ αὐτὸ τὴν μεταβολὴν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ μεταβολὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπήνεγκεν, ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος μένει ἀκώλυτος καὶ οὐδὲν οὐδεὶς δύναται νὰ προβάλῃ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς τὸν γιγνόμενον πόλεμον κατὰ τῶν κομμάτων κηρύξαντας, κατὰ τί ἔπταισαν τὰ κόμματα; Τὰ κόμματα ἔπταισαν, ἢ ἔπταισαν οἱ κυβερνῶντες; Οἱ κυβερνῶντες ἀνήκουσιν εἰς ἓν κόμμα, ἢ εἰς δύο, ἢ εἰς πάντα τὰ κόμματα· διὰ τοῦτο δὲ πρέπει νὰ ἐκλίπωσι τὰ πολιτικὰ κόμματα; Πταίουσιν ἐκεῖνα τὰ πολιτικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐκυβέρνησαν κακῶς καὶ παρεσκεύασαν τὴν κακοδαιμονίαν, ἥτις ἐπέσκηψεν. Ἔπταισα, φέρ’ εἰπεῖν, ἐγὼ καὶ ἐσφάλην ἐγώ, παρασκευάσας τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους; Κηρύξατε ὑπαίτιον τοῦ κακοῦ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώριζεν ἡγέτην ἄνδρα σφαλέντα καὶ μὴ ἱκανὸν νὰ ὁδηγήσῃ τὰ πράγματα ἐπ’ ἀγαθῷ. Ἂν ἔπταισεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις διεχειρίσθη δέκα ἔτη τὴν Κυβέρνησιν, ἔπταισεν αὐτὸς καὶ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζεν αὐτόν. Καὶ ὄντως, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πταίει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησαν θέσιν ἐξαιρετικήν, τὴν ὁποίαν εἰς οὐδένα πολιτικὸν οὐδέποτε ἐδημιούργησαν ἢ ἐπέτρεψαν. Πταίει μετ’ αὐτοῦ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι καὶ κατὰ τὰ 1882 ἐνθουσιωδῶς ἐπεδοκίμασαν, ὅτε ἐκλήθη εἰς τὴν ἀρχήν, ἐγκαταλιπόντες τὸν Ἀλέξανδρον Κουμουνδοῦρον, καὶ κατὰ τὸ 1886 τὸν Μάϊον ἐπανήγαγον εἰς τὴν ἀρχήν, εἰ καὶ εἶχον γνωρίσει αὐτὸν κατὰ τριετίαν ὅλην, καθ’ ἣν ἐκυβέρνησε, καὶ κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν καὶ κατὰ τὸν ἀποκλεισμόν, καὶ οἵτινες, μεθ’ ὅλα, ὅσα καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν ἔπραξεν, αὐτὸν διὰ τοσαύτης πλειοψηφίας κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1892 ἐνέδειξαν, οἷον παράδειγμα δὲν ἐδόθη ποτὲ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἂν δὲ κατὰ τὸ 1887 ἔδωκαν οἱ ἐκλογεῖς τὰς ψήφους των, ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ τὰ παράσημα ἢ τὰς ἀπονεμηθείσας τότε χάριτας, ἢ παραπειθόμενοι ἀπὸ τοὺς δημάρχους των, οἵτινες εἶχον συγκληθῆ ἐνταῦθα, ἢ καὶ ἐνθουσιῶντες ἐπὶ τῷ πανηγυρισμῷ τῆς ἐνηλικιότητος τοῦ Διαδόχου, αὐτοὺς βαρύνει καὶ ὁ λογαριασμὸς οὗτος· ἂς διδαχθῶσιν ἐκ τῶν παθημάτων νὰ ἀνοίγωσι τοὺς ὀφθαλμούς των, καὶ νὰ μὴ ἀπατῶνται δι’ ἀχρήστων ἀθυρμάτων, συντελοῦντες εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς πατρίδος των. Τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ὑπεστήριξεν ἐκθύμως ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ὅτε κατὰ τὸ 1882 ἐσχηματίσθη τῇ ἐνδείξει τῆς Βουλῆς· ταύτην ὑπεστήριξαν κατὰ Μάϊον τοῦ 1886, ὅτε 60 Βουλευταὶ μετέστησαν σωρηδόν, ἁμιλλώμενοι καὶ διαγωνιζόμενοι, ποῖος νὰ δράμῃ πρῶτος εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ...

§50ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παρητήθητε, χωρὶς νὰ τοὺς ἐρωτήσητε.

§51ΣΑΚΚΗΣ (πρὸς τὸν Συνοδινόν). Ἀλλὰ σεῖς καὶ προχθὲς πάλιν μετέστητε εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἂν καὶ δὲν εἶχε παραιτηθῆ ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ σεῖς εἴχετε ἐπιδοκιμάσει τοῦτο διὰ τῆς ψήφου σας.

§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.

§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ταύτην ὑπεστήριξαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1887, ταύτην ἐνέδειξαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1892. Καὶ δὲν ὑπεστήριξε τὸν κύριον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν μόνη τῆς Βουλῆς ἡ πλειοψηφία· καὶ τοῦ λαοῦ οἱ ἀντιπρόσωποι ὑπεστήριξαν αὐτὸν παραλλήλως, καὶ ἡ ἀνοχή, ἵνα μὴ εἴπω ἡ συνδρομή, τοῦ Στέμματος. Τὸ Στέμμα κατεδήλωσεν εἰς αὐτὸν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην, οὐδὲν παρενέβαλεν αὐτῷ πρόσκομμα, καὶ ἐπεδείκνυτο πεπεισμένον, ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ Πρωθυπουργοῦ τείνει νὰ ἀνορθώσῃ τὴν εὔκλειαν τῆς Ἑλλάδος. Τί πταίουσι λοιπὸν τὰ πολιτικὰ κόμματα; Ἂν ἡ φιλοπρωτία συντελῇ καὶ αὕτη εἰς τὰ συμβαίνοντα νῦν, δύναταί τις νὰ παραβάλῃ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν ἡμῶν πρὸς τὰ ἐδάφη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπικρατεῖ ἡ ὑγρασία. Ἐκεῖ ἕνεκα τῆς ὑγρασίας πολλαπλασιάζονται φυόμενοι οἱ μύκητες, ἀλλ’ ἐν τῇ πολιτικῇ οἱ μύκητες παρασκευάζουσι τὸν ὄλεθρον τοῦ τόπου· διὰ τοῦτο δὲν ἐπιθυμῶ νὰ πολλαπλασιάζωνται οἱ μύκητες ἐν τῇ πολιτικῇ, ἀφοῦ αὐτοὶ παρασκευάζουσι τὸν ὄλεθρον, εὔχομαι δὲ οἱ ἀναδεικνύμενοι νὰ ἀναδεικνύωνται διὰ τῶν ὑπὲρ τοῦ τόπου ἐργασιῶν των, δι’ ὧν ἠδυνήθησαν νὰ ἑλκύσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἐκλογέων. Ἂν ἡ φιλοπρωτία ἐνισχύηται καὶ παρωθῆται ἔξωθεν, ἡ ἡλικία μου μοὶ δίδει τὴν ἄδειαν ν’ ἀπευθύνω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συμβουλὰς πρὸς τοὺς ἐνισχύοντας καὶ παρωθοῦντας, ἂν ἦναι πολῖται, νὰ προτρέψω αὐτοὺς νὰ παραιτηθῶσι τακτικῆς τοιαύτης, διότι βλάπτουσι τὸν τόπον των καὶ θέλουσιν ἐπισύρει τὰς ἀρὰς τῶν τέκνων των. Εὐτυχῶς ἡ Βασιλεία δὲν μετῆλθε τοιαύτην τακτικήν, διότι γνωρίζει, ὅτι τοιαύτη τακτικὴ σαλεύει τὰς βάσεις τῶν θρόνων. Ἀλλ’ ἠτιάθησαν ἐμοῦ, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον δὲν ἔλαβον μέρος ἐνεργὸν κατὰ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις. Ἀληθῶς ἐπὶ δέκα καὶ πλέον ἔτη ἀδιακόπως ἐφήρμοσα τὴν τακτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ πολιτικῇ ὀνομάζουσι πολεμικήν, militante, ἐπάλαισα ἐν ταῖς πρώταις τάξεσιν, ἠκολούθησα κατὰ βῆμα πάσας τὰς πράξεις τῶν κυβερνώντων, καὶ ἠγωνιζόμην οὐχὶ διὰ νὰ μεταπείσω τὰς κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, τὰς ὑποστηριζούσας τὸν κυβερνῶντα καὶ τότε κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὡς ἔλεγον ταῦτα τότε καὶ πρὸς αὐτὰς δημοσίᾳ, ἀλλὰ διὰ νὰ φωτίσω τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ οἱ ἀγῶνες καὶ αἱ προσπάθειαι ἐκεῖναι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους δὲν ἔμειναν ἄνευ ἀποτελέσματος, διότι ἐφώτισαν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ πεποιθότως προσῆλθεν οὗτος κατὰ τὸ 1885 πρὸ τῶν καλπῶν, καὶ εὐσυνειδήτως ἔδωκε τὴν ψῆφον αὐτοῦ. Ἀλλὰ μετὰ δύο ἔτη ἡ εὐφροσύνη τῶν πανηγύρεων, μικραὶ παροχαὶ, φιλοφροσύναι τινὲς καὶ παραχωρήσεις ἐπηρέασαν αὐτὸν, ἵνα προσμειδιάσῃ αὖθις εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ἂν καὶ εἶχεν ἤδη γνωρίσει αὐτόν. Κατὰ τὰ ἑπόμενα ὅμως τέσσαρα ἔτη δὲν ἐπαύσαμεν οὐδὲ στιγμὴν ἀναλύοντες πάντα, καὶ παριστῶντες αὐτὸν οἷος τυγχάνει, καὶ ἐπεκαλούμεθα τοῦ Ἡγεμόνος τὴν συνταγματικὴν δρᾶσιν, ἐφωτίζομεν δὲ ἐπὶ πάντων τὸν λαόν. Καὶ ὁ λαὸς, πεφωτισμένος καὶ πεπεισμένος, ὡς χείμαῤῥος ἐπῆλθε κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου 1890. Κατὰ τὸν Φεβρουάριον ὅμως ἀπεβλήθημεν τῆς ἀρχῆς, καὶ ἐκλήθη κατὰ τὴν 3 Μαΐου νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἦτο ἡ δίκη τοῦ ἀνδρός. Εἶχεν ἀνυψωθῆ ἡ πλάστιγξ, καὶ πάντων τὰ βλέμματα εἶχον στραφῆ πρὸς αὐτήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπε μεταφορικῶς, ὅτι τὸ βασιλικὸν σκῆπτρον ἐτέθη ἐπὶ τῆς μιᾶς στάθμης. Ἑπόμενον λοιπὸν ἦτο τὸ βάρος αὐτοῦ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν κλίσιν τῆς πλάστιγγος ὑπὲρ αὑτοῦ. Καὶ ἰδοὺ αὐτὸς καὶ πάλιν ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἀφοῦ τοιαύτη ἐπῆλθε τῆς δίκης ἡ ἔκβασις, ἔπρεπεν ἐγὼ τὴν ἐπιοῦσαν νὰ προσπαθήσω νὰ ἀναστείλω τὰς κυβερνητικὰς μελέτας καὶ ἐνεργείας αὐτοῦ; Τίνα ἐσκόπει τοιαύτη ἐπιχείρησις νὰ μεταπείσῃ; Τῆς Βουλῆς τὴν πλειοψηφίαν ταύτην; Τὸ ἔργον καὶ ὑπὸ τοῦ κοινοτέρου νοὸς δὲν ἤθελε κριθῆ σπουδαῖον. Ἀλλ’ ἦτο τάχα ἀναγκαῖον νὰ ἀγωνίζωμαι, ἐρευνῶν τὰ νομοσχέδια αὐτοῦ καὶ ἐλέγχων τὰς πράξεις του; Τοιαύτη τυγχάνει νῦν ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους; Καὶ πρὸς τίνα σκοπόν; Ἵνα φωτίσω τὸν λαὸν, ὅστις τὴν προτεραίαν ἐν πλήρει φωτὶ ἐψήφιζεν; ἢ τίνα νὰ φωτίσω; Κατὰ τὰ δέκα ἔτη, τὰ ὁποῖα προηγήθησαν, ἔβλεπον ὅτι ἔβαινον οἱ κυβερνῶντες ἐκεῖ, ὅπου νῦν ἔφθασαν, ὅτι τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἡ καταστροφὴ προέβαινεν, οὐδεὶς δ’ ἐφρόντιζε νὰ ἀναστείλῃ αὐτήν· ἠγωνιζόμην νὰ προλάβω αὐτὴν, ἐκραύγαζον ἀναγγέλλων τὴν πυρκαϊὰν, ἵνα ἐγείρω τοὺς πάντας νὰ δράμωσι νὰ κατασβέσωσιν αὐτήν· ἡ καταστροφὴ ἀφέθη ἀκώλυτος, ἡ πυρκαϊὰ ἐξετέλεσε τὸ ἔργον της, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ πάντες ἔδραμον νὰ ἀνεύρωσι τὸν θέσαντα τὸ πῦρ, καὶ νὰ τάξωσιν αὐτὸν τοῦτον φύλακα καὶ ἐπιστάτην. Ἦτο λοιπὸν ἀναγκαῖον, καὶ ἤθελεν ὑπηρετηθῆ συμφέρον τι τοῦ Κράτους, ἂν προσηρχόμην εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα συζητήσω τὸ περὶ δικαστικῶν κλητήρων νομοσχέδιον, ἢ ἵνα ἐπερωτήσω διὰ τὸν προβιβασμὸν εἰς συνταγματάρχην τοῦ κ. Στεφάνου ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ; Προσῆλθον ὅμως, ὁσάκις προετάθησαν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια εἴτε ἀντιβαίνοντα εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἀναιροῦντα τοὺς φιλελευθέρους θεσμοὺς ἡμῶν, εἴτε ζημιοῦντα μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα· καὶ τότε δὲν προσῆλθον, ἵνα πείσω τοὺς Βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας νὰ μὴ ἐπιψηφίσωσιν αὐτὰ, ἀλλ’ ἵνα δηλώσω, ὅτι μαύρην δίδω κατ’ αὐτῶν ψῆφον, καὶ ἐξηγήσω συγχρόνως διὰ ποίους λόγους τοιαύτην δίδω ψῆφον. Δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῶν ἀστυνομιῶν, νὰ μὴ σπεύσω νὰ ῥήξω φωνὴν κατὰ νομοθετήματος ὑβρίζοντος τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀσεβοῦς δὲ πρὸς τὴν ἱστορίαν τῶν πατέρων ἡμῶν. Δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, νὰ μὴ ῥήξω ὡσαύτως φωνὴν κατὰ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει ὀλέθρια ἀληθῶς ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ὅτε προὐτάθη εἰς συζήτησιν καὶ ἔρευναν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐρευνήσω αὐτὸν, διότι τοιαύτη ἔρευνα ἤθελεν ἀποκαλύψει τὴν ἀλήθειαν, ἤθελε δ’ ὑποληφθῆ, ὅτι ἡ οὕτως ἀνακαλυφθεῖσα ἀλήθεια ἐματαίωσε τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς κατέβαλλε, φρονῶν, ἢ ὑποκρινόμενος ὅτι φρονεῖ, ὅτι δι’ αὐτῶν θέλει σώσει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου. Ἂν αὐτὸς μετήρχετο πᾶν μέσον διὰ νὰ δυσφημήσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅπως παρεμβάλλῃ προσκόμματα εἰς τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας ἐγὼ κατέβαλλον, ὅτε ἐτύγχανον ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἵνα βελτιώσω τὰ οἰκονομικὰ, ἦτο ἀσυγχώρητον εἰς ἐμὲ νὰ πράξω τὸ αὐτὸ, μιμούμενος αὐτὸν, καθ’ ἣν ὥραν μάλιστα δὲν ἐπρόκειτο νὰ βελτιωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ, μετὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπ’ αὐτῶν παρήγαγεν ἡ μεταβολὴ τῆς 17 Φεβρουαρίου, ἀλλ’ ἔλεγον ὅτι ἐπρόκειτο νὰ σωθῶσι. Καὶ ὡς Σωτῆρα εἶχον ἐκλέξει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ Βασιλεύς! Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, οὐδὲν εἶπον περὶ αὐτοῦ, ἐσιώπησα ὅλως καὶ περὶ τῶν προβλέψεων αὐτοῦ καὶ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπροτείνοντο· περιωρίσθην δὲ νὰ καταγγείλω τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ ἀνδρὸς, ὅστις εἶχεν ἄρτι περιβληθῆ ὑπὸ τοῦ λαοῦ διὰ τοσαύτης πλειοψηφίας, ὡς αἰτίαν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εἴχομεν φθάσει, νὰ ἀναλύσω αὐτὴν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885 καὶ ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τοῦ 1890, νὰ ἀποκαλύψω τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰς πλημμελείας αὐτῆς, καὶ νὰ δείξω διὰ τοῦ δακτύλου μου τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα αὕτη μᾶς ἐφιλοδώρησεν. Ὤφειλον δὲ νὰ τὸ πράξω διὰ νὰ μὴ λησμονηθῶσι τὰ πράγματα, καὶ διὰ νὰ καταστήσω καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς πάντα ἄλλον ἀδύνατον νὰ ζητήσῃ νὰ ἀποφύγῃ τὴν εὐθύνην, ἢ νὰ ἐπιῤῥίψῃ αὐτὴν ἐπ’ ἐμέ. Καὶ ἠπόρουν τινὲς, διὰ ποίαν αἰτίαν δὲν ἀποφαίνομαι καὶ ἐγὼ γνώμην θετικὴν περὶ τοῦ πρακτέου! Ποῖος λόγος δικαιολογεῖ τὴν ἔκπληξίν των ταύτην; Εἶναι τάχα ταπεινή τις κερδοσκοπικὴ προαίρεσις, ἢ εἶναι ἐπιθυμία πρὸς ἐξεύρεσιν τρόπου, καθ’ ὃν θέλουσιν ἀποσοβηθῆ οἱ κίνδυνοι; Ἡ ἀρχὴ δὲν μὲ θέλγει, οὐδὲ συναγωνίζομαι πρός τινα, ἵνα ἁρπάσω αὐτήν· ὅσοι φλέγονται ὑπὸ τοῦ πόθου αὐτῆς, ἂς ἐπινοῶσι συστήματα οἰκονομικὰ, καὶ ἂς προτείνωσι τρόπους σωτηρίας καὶ προγράμματα οἰκονομικὰ, ἵνα δυνηθῶσι δι’ αὐτῶν νὰ ἀναῤῥιχηθῶσιν ἐπ’ αὐτῆς. Ἔλαβον καὶ οὗτοι ὡς παράδειγμα τὴν τακτικὴν, ἣν μετῆλθε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Καὶ αὐτὸς προγράμματα ἐπὶ προγραμμάτων ἐφιλοδώρησεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἵνα τὸν ἀποπλανήσῃ, νὰ ἀναβῇ δι’ αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἔφερεν αὐτὸν ἤδη. Καὶ παρεστάθη ἄλλοτε μὲν μὲ τὴν σημαίαν τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, καὶ εἴδετε καὶ τὸν στρατὸν πῶς ὠργάνωσε, καὶ τὰς παρασκευὰς, τὰς ὁποίας ἀπειργάσατο. Καὶ παρεστάθη ἄλλοτε μὲ τὴν σημαίαν τῆς κατασκευῆς ὁδῶν καὶ τῆς στρώσεως σιδηροδρόμων, καὶ εἴδετε κατὰ τίνα τρόπον κατεσκεύασε τὰς ὁδοὺς καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἔστρωσε τοὺς σιδηροδρόμους. Καὶ προχθὲς ἔτι, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 πτώσεώς του, νέον σᾶς ἀπήγγειλε πρόγραμμα, τὴν ἀποκέντρωσιν, διότι κατὰ τὰ δέκα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκυβέρνα, τὴν εἶχε λησμονήσει· ἀλλὰ καὶ προχθὲς εἴδετε αὐτὸν, ὅτε ἐκλήθη αὖθις ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐφαρμόζῃ τὴν ἀποκέντρωσιν ἐν τοῖς νόμοις περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ ἐν τῇ νομοθετήσει ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Δὲν ἀπήγγειλα ποτὲ προγράμματα, διότι δὲν στέργω νὰ ὑποληφθῶ ὡς ἀγύρτης, οὐδὲ νῦν ἀνέγραψα ἐν προγράμματι, ποίαν ποιοῦμαι διάγνωσιν τῶν νόσων, αἵτινες κατατρύχουσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· ἐκπληρῶ δὲ τὸ καθῆκόν μου κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἐμῶν δυνάμεων, ἀλλὰ πάντοτε εὐσυνειδήτως, διότι οὐδέποτε μὲ ἐγκατέλιπεν ἡ καλὴ πίστις. Μετ’ ἀγαθῆς προαιρέσεως συμβουλεύω, μετ’ εἰλικρινείας ἐλέγχω, καὶ ὅταν ἐν ἀνάγκῃ ἐπιτιμῶ, μετ’ ἀγαθοπιστίας τὸ πράττω· ἐν ᾗ δ’ ἂν ἡμέρᾳ ἡ πατρὶς ἤθελε κρίνει, εἴτε διὰ τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων, εἴτε διὰ τῆς βουλήσεως τοῦ Στέμματος, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι μου εἰσὶ χρήσιμοι εἰς τὴν πατρίδα, οὐδὲ τότε θέλω ἀρνηθῆ αὐτὰς, ἂν καὶ ἐγὼ πείθωμαι, ὅτι ὄντως δύναμαι νὰ ἐξυπηρετήσω τὰ κοινὰ, καὶ ἂν ἡ λειτουργία τῶν θεσμῶν καὶ τοῦ πολιτεύματος τὸ ἐπιτρέπῃ. Καὶ καθ’ ὅλα τὰ διαῤῥεύσαντα δέκα ἔτη δὲν ἔπαυσα συμβουλεύων, καὶ πρὸ μικροῦ ἔτι συνεβούλευσα, νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθοῦσα πολιτικὴν οἰκονομικὴν τοιαύτην, ἥτις ἐξαντλεῖ τὴν χώραν, ἥτις καταπονεῖ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις αὐτῆς, καὶ ἥτις ἄγει εἰς βεβαίαν καταστροφήν. Ἀλλὰ ἐξακολουθοῦσι ζητοῦντες νὰ εἴπω, τί πρέπει νὰ πράξωμεν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι Κυβέρνησις, ἵνα εἴπω, τί πρέπει νὰ πράξωμεν, οὐδὲ κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν ἐνισχύσει τὴν βιομηχανίαν, ἢ τὴν γεωργίαν, οὐδὲ πῶς θέλομεν κατορθώσει νὰ ἀποκαταστήσωμεν ἰσοζύγιον ἢ περίσσευμα. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις δὲν ἔχουσι τοιαῦτα καθήκοντα, ἐγὼ δ’ ἀνήκω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Οἱ κυβερνῶντες ὀφείλουσι νὰ ἐξεύρωσι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θέλουσιν ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν των, αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἐπιτηροῦσιν, ἵνα, ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἐξεύρωσι τὰ κατάλληλα, ἐπιτιμήσωσιν αὐτούς. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ νῦν κυβερνῶντες, οἵτινές εἰσιν οἱ ἐργάται τῶν κακῶν, ἂν τώρα δυνηθῶσι νὰ ἐξεύρωσι μέσα, ὅπως ἀπαλλάξωσι τὸ Κράτος ἀπὸ αὐτῶν, δὲν θέλω ἐξετάσει, τί θέλουσι πράξει οἱ ἄλλοι, ἐγὼ θέλω ἐπικροτήσει. Πρὸ πάντων συμβουλεύω καὶ εἰς τοὺς συγχρόνους καὶ εἰς τοὺς νεωτέρους νὰ μὴ στέργωσι νὰ γένωνταί ποτε ὄργανα πρὸς διαφθορὰν τοῦ πολιτεύματος, νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς ἑαυτοὺς πολιτικὴν ἐγκράτειαν, νὰ ἐπιτηρῶσιν ἀγρύπνως καὶ νὰ ἐλέγχωσιν εὐσυνειδήτως, νὰ διδάξωσι δὲ καὶ τοὺς πολίτας τὴν ἐγκράτειαν. Τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ οὐ μόνον νὰ συμβουλεύωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ὁρμὴν, μεθ’ ἧς ἡ κοινωνία τρέπεται ἐπὶ ἤθη, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τὰ ἤθη τοῦ τόπου, καὶ ἐπὶ ἕξεις ξενικὰς καὶ ἀναρμόστους εἰς τὰς παραδόσεις μας. Τοιαύτας διὰ τοῦτο δίδω συμβουλὰς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ συνιστῶ τοῖς πᾶσιν εὐλάβειαν πρὸς τὸ πολίτευμα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
2τῆς 15 Ἰανουαρίου 1893.
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Νικολάου Ἀναγνωστοπούλου,
8ἐφευρέτου νέας ὑδραντλίας, αἰτουμένου νὰ ψηφισθῇ νόμος,
9παρέχων εἰς αὐτὸν τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς ἐφευ-
10ρέσεως. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτε-
11ρικῶν.
12§2Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
13Αἰγιαλείας εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν
14Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως πληροφορήσῃ οὗτος τὴν
15Βουλὴν, τίνος ἕνεκεν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Αἰγιαλείας ἀρ-
16νεῖται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει γενομένην προσφορὰν, προκειμέ-
17νου περὶ ἐνοικιάσεως ἀδηλώτου οἴνου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι
18ἐγένετο τοιαύτη προσφορὰ ἐν δημοπρασίᾳ ἐπὶ ποσῷ δραχ-
19μῶν 3,010, ἥτις ὑπὸ τῶν ἐν Αἰγιαλείᾳ ἀρχῶν, ἤτοι τοῦ
20εἰρηνοδίκου, τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ ταμία, ἐν ἐπιτροπῇ,
21ἐθεωρήθη ὡς ἀνεπαρκὴς, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος,
22ὅπερ ἐχρησίμευσεν ὡς ὁδηγὸς διὰ τὸ ἐπιὸν, ἐν ᾧ εἶχε βε-
23βαιωθῇ διὰ δηλώσεως ποσὸν δραχμῶν 33,127, προσηνέ-
24χθησαν διὰ τὰ ἀδήλωτα 10,505, ἐφέτος δὲ, ἐν ᾧ ἐβεβαιώ-
25θησαν διὰ δηλώσεως δραχ. 32,537, ἡ προσφορὰ διὰ τὰ
26ἀδήλωτα ἦτο 3,010. Ἀπέναντι τοιούτου ἀποτελέσμα-
27τος φυσικὸν ἦτο αἱ ἀρχαὶ ν’ ἀποφανθῶσιν, ὅπως γένηται
28ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις ὑπὸ τοῦ Δημοσίου· ἐγγυῶνται
29δὲ αἱ ἀρχαὶ, ὅτι ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις θέλει φέρει
30ἀποτελέσματα ἀνώτερα. Ἀλλὰ κατόπιν τούτου ὁ ἀναφε-
31ρόμενος, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, προσήνεγκε 500
32δραχμὰς ἐπὶ πλέον, ἀλλὰ πάλιν πολὺ ἀπείχομεν ἀπὸ τῶν
3310,500· οὐχ ἧττον ἡ ἀναφορὰ ἐστάλη εἰς τὰς ἐκεῖ ἀρ-
34χὰς, ἀναμένεται δὲ ἡ ἀπάντησις αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδὲν ὑπάρ-
35χει ἔτι ὁριστικόν.
36§3ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
37Κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ὁ ἀξιότιμος ἐξ
38Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Σταυρόπουλος, λαβὼν ἀφορμὴν ἐξ
39ἐπιστολῆς ἐκ Σύρου, μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν
40εἰς ἐκκρεμῆ ὑπόθεσιν ἐπὶ δολίᾳ χρεωκοπίᾳ. Τηλεγραφικῶς
41παρεκάλεσα τὸν ἐν Σύρῳ εἰσαγγελέα νὰ μοὶ παράσχῃ τὰς
42ζητουμένας πληροφορίας, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς ἀπαντῶν ἀνέφε-
43ρεν, ὅτι τρεῖς μόνον ὑποθέσεις, ἀφορῶσαι εἰς χρεωκοπίαν,
44μένουσιν ἐκκρεμεῖς.
45Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸ τηλεγράφημα, ὅπως ὁ
46κ. Βουλευτὴς λάβῃ γνῶσιν.
47§4ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον ν’ ἀπο-
48στείλῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἐκ Σύρου σταλεῖσάν μοι
49ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν κατέθηκα τὴν ἡμέραν τῆς ἐπερωτή-
50σεώς μου, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα τῶν
51κατηγορουμένων καὶ αἱ χρονολογίαι τῶν δοθεισῶν μηνύσεων.
52§5ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω ἐξετάσει ἐκ νέου, εὐθὺς ὡς μοὶ
53παραπεμφθῇ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη.
54§6ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν ἡ πρότασις νόμου περὶ τραπεζι-
55κῶν γραμματίων παλαιᾶς ἐκδόσεως ἐμελετήθη καὶ δὲν
56ὑπάρχουν οἱ ἀντιλέγοντες, παρακαλῶ, ὅπως τύχῃ τῆς
57τιμῆς τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, διότι τὸ ζήτημα ἐπείγει,
58εἴπερ τι καὶ ἄλλο.
59§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸς τὸ παρὸν οὐ-
60δεὶς ἀντιλέγει, ὅπως προταχθῇ ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ
61προϋπολογισμοῦ. Μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς θέλομεν κανονίσει
62τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ θέλομεν λάβει ὑπ’ ὄψει
63τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
64§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
65γὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς
66μικράν τινα σύστασιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω. Κατὰ τὸν
67νέον νόμον περὶ χαρτοσήμου, ὑποχρεοῦνται οἱ ἔμποροι νὰ
68χαρτοσημάνωσι τὰ ἐμπορικά των βιβλία, ἐν περιπτώσει δὲ
69ἀπειθείας, ὑποβάλλονται εἰς χρηματικὴν ποινὴν διπλασίαν
70τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος αὐτῶν. Ἐν Ἑπτανήσῳ, ὅπου
71δὲν ἰσχύει ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων, εἰς τίνας ποινὰς
72ἤθελον ὑποβληθῆ οἱ ἔμποροι ἐν περιπτώσει ἀπειθείας;
73§9ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ
74τὸν νέον νόμον περὶ χαρτοσήμου, ὄντως ἐπιβάλλονται ποι-
75ναὶ εἰς τὸν ἔμπορον τὸν μὴ τηροῦντα χαρτοσημασμένον τὸ
76βιβλίον τὸ καθημερινὸν καὶ τὸ τῆς ἀπογραφῆς, ἡ ποινὴ δὲ
77εἶναι διπλασία τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἐὰν ὅμως
78δὲν ἦναι ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐπιτηδευ-
79ματιῶν, τότε ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον ἀπὸ 1 μέχρι 500
80δραχμῶν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐν Ἑπτανήσῳ, μὴ ὑπάρ-
81χοντος φορολογικοῦ καταλόγου ἐπιτηδεύματος, θέλει ἐφαρ-
82μοσθῆ ἡ τοῦ προστίμου ποινὴ ἀπὸ 1 μέχρι 500 δραχμῶν.
83§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει
84ἀνισότης;
85§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται ἄλλως νὰ γείνῃ, διότι
86ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουσι κατάλογοι ἐπιτηδευμάτων.
87§12ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς
88ὀρθότητος τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὸν νόμον,
89ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ νόμος προέβλεψε περὶ
90ἐμπόρων ὑπαγομένων εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος, καὶ διὰ
91τοῦτο διέταξεν, ἐὰν μὲν ἦναι ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ κατα-
92λόγῳ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ
93πληρώσωσι διπλοῦν τὸν φόρον, ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν
94δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι, ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς πρόστι-
95μον ἀπὸ 1 μέχρι 500 δραχμῶν. Ἀλλ’ οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ
96οὐδόλως εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοιούτους καταλόγους, διότι
97ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι, ὁ δὲ νόμος δὲν προέβλεψε
98περὶ ἐπιβολῆς προστίμου εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι
99ἀδύνατον νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς καταλόγους. Εἶναι καλὸν λοι-
100πὸν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, διότι ἀφορᾷ μέγαν πληθυ-
101σμὸν πολιτῶν Ἑλλήνων.
102§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφορμὴ
103πρὸς ἐπίσημον ἑρμηνείαν ἐκ μέρους τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ ἀρ-
104χῶν δὲν ἐδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐπα-
105ρουσιάσθη, καὶ μόνον διὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἠγέρθη ἡ ἀπο-
106ρία. Ἐν τῷ ἀρχικῷ νομοσχεδίῳ δὲν ὑπῆρχεν ἀναγεγραμ-
107μένη ἡ ποινὴ τοῦ προστίμου, ἡ ἴση πρὸς τὸν φόρον τοῦ
108ἐπιτηδεύματος, ἀλλ’ ὑπῆρχε μόνη ἡ ποινὴ τοῦ προστίμου.
109Ἐθεωρήθη δὲ προτιμότερον, ἵνα μὴ δοθῇ ἐξουσία νὰ ἐφαρ-
110μόζηται αὐθαιρέτως ὁ νόμος, νὰ ὁρισθῇ τὸ διπλάσιον τοῦ
111φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ὅπου δὲ δὲν ὑπάρχουσι κατά-
112λογοι ἐπιτηδεύματος, ἐν τοῖς ὁποίοις νὰ ἦναι ἐγγεγραμ-
113μένοι οἱ ἔμποροι, θὰ ἐπιβάλληται τὸ πρόστιμον ἀπὸ 1 μέ-
114χρι 500 δραχμῶν. Ἡ ἀρχὴ ἡ ἁρμοδία, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν
115τὸν ἐπιτηδευματίαν, εἰς τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπι-
116βάλῃ τὸ πρόστιμον, βεβαίως γινώσκει, ποῖον φόρον ἤθελε
117πληρόνει ὡς ἐπιτηδευματίας, καὶ κατ’ αὐτὸν θέλει διαῤ-
118ῥυθμίσει τὰ τοῦ προστίμου.
119§14ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνε-
120δριάσεων, κατ’ ἐπερώτησιν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, προε-
121κλήθη ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ
122τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ὡς πρὸς τὸ ζή-
123τημα ἐὰν δικόγραφον, κοινοποιηθὲν πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νό-
124μου περὶ χαρτοσήμου, πρέπῃ νὰ προσάγηται ἐπὶ χαρτο-
125σήμου κανονιζομένου κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ἢ κατὰ τὸν
126νέον· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωκε τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν, ὅτι τὰ
127δικόγραφα τὰ κοινοποιηθέντα πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νέου νό-
128μου πρέπει νὰ προσάγωνται χαρτοσημασμένα κατὰ τὸν
129παλαιὸν νόμον, διότι ὑποτίθεται, ὅτι ἔλαβον νόμιμον ὕπαρ-
130ξιν ὅτε ἐπεδόθησαν· ἐν τούτοις, ἐπειδὴ συνάδελφοι ἀνήγ-
131γειλαν, ὅτι παρὰ τοῖς δικασταῖς κρατεῖ ἐναντία γνώ-
132μη, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι, ἐὰν ἐλάμβανε πληροφο-
133ρίας, ὅτι ἄλλη γνώμη κρατεῖ ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ἤθελεν
134εἰσαγάγει ἑρμηνευτικὸν νόμον. Ἀκριβῶς τοῦτο μὲ κάμνει
135νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐν
136τῷ δικαστηρίῳ Καλαμῶν ἐπικρατεῖ ἐναντία γνώμη περὶ
137τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, κατά τινα δὲ τῶν τελευταίων
138συνεδριάσεων τοῦ δικαστηρίου ἐζητήθη, ὅπως ἀγωγή, κοι-
139νοποιηθεῖσα πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, προσαχθῇ ἐπὶ χαρ-
140τοσήμου κατὰ τὸν νέον νόμον. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἐνδεχόμενον
141αὕτη ἡ μὴ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ
142παρ’ ἄλλοις δικαστηρίοις, ὥστε νὰ ἔχωμεν οὕτω κυμαινο-
143μένην νομολογίαν, συνιστῶ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
144γὸν, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ἀναβάλῃ νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέ-
145διον ἑρμηνευτικόν.
146§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ ἐπε-
147ρωτήσεσιν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, εἶπον ὅτι, ἐὰν πεισθῶ, ὅτι
148ὑπάρχουσι δικασταὶ, παραδεχόμενοι ἑρμηνείαν διάφορον
149ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δίδω, θέλω σπεύσει νὰ ὑποβάλω
150νόμον ἑρμηνευτικόν. Τὴν πρωΐαν τῆς ἑπομένης προσεκάλεσα
151ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης τὸν Πρόεδρον τοῦ
152Ἀρείου Πάγου, τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν καί τινας ἄλλους,
153πάντες ὅμως ἠρνήθησαν, ὅτι δίδουσι διάφορον ἑρμηνείαν.
154Ὅ,τι ἔδωκε χώραν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἦτο, ὅτι
155δικηγόρος προσῆλθε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, καθ’ ἣν
156στιγμὴν συνεδρίαζε, καὶ ᾐτήσατο παρ’ αὐτοῦ ἑρμηνείαν
157τοῦ νόμου. Ὁ δὲ Πρόεδρος τῷ εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται ἀπὸ
158τῆς ἕδρας νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν, ἂν δὲν ὑποβληθῇ πρότασις,
159κατὰ τοὺς νομίμους τύπους συντεταγμένη. Πάντες δὲ συνε-
160φώνησαν, ὅτι ἡ δοθεῖσα εἶναι ἡ ὀρθή. Ὑπάρχει ἐν τῷ
161νόμῳ τὸ ἄρθρον 67, τὸ ὁποῖον λύει τὸ ζήτημα· ἀλλὰ καὶ
162ἂν δὲν ὑπῆρχε, πάλιν δὲν ἠδύνατο νὰ δοθῇ ἄλλη ἑρμηνεία.
163Ὡς πρὸς τὰ ἐν Ἀθήναις δὲ δικαστήρια, οὐδεμία ὑπάρχει
164ἀμφιβολία, ὅτι θέλουσιν ἐφαρμόσει τὸν νόμον ὀρθῶς. Χθὲς
165ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Καλαμῶν, ὅτι καὶ ἐκεῖ ἠγέρθη
166ἀμφιβολία, ἀνεκοίνωσα δὲ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω
167κάμει πρὸς τὴν Βουλήν. Δὲν ἔχω λοιπὸν ἀφορμὴν νὰ ὑπο-
168βάλω νόμον ἑρμηνευτικόν.
169§16ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ
170ἑρμηνεύσῃ καὶ τὰ ἑξῆς. Σήμερον ἐδίκαζεν ὁ Πρόεδρος τῶν
171Πρωτοδικῶν ἀγωγὴν ἐπὶ ἐξώσει, καὶ δὲν ἐδέχετο αὐτὴν ἐπὶ
172χαρτοσήμου δραχμῆς. Ὑπάγονται καὶ αὐταὶ αἱ ἀγωγαὶ
173εἰς τὸν νέον νόμον; Πρὸς δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
174νὰ μᾶς εἴπῃ: αἱ παρεμπίπτουσαι κλήσεις, αἱ αἰτήσεις περὶ
175παρατάσεως προθεσμίας, περὶ ἀνατροπῆς, περὶ κύρους
176κατασχέσεως, περὶ ἐπαναλήψεως, πρέπει νὰ συντάσσωνται
177κατὰ τὸ πρωτότυπον ἐπὶ τριδράχμου χαρτοσήμου; διότι
178τὰ δικαστήρια νομίζουν καὶ ταύτας ὡς εἰσαγωγικὰ δικό-
179γραφα.
180§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ παρα-
181καλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ παραιτηθῇ τῶν τοιούτων
182ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν
183καθέκαστα, διότι ἔσεται, ὡς πρὸς ἐμὲ, ἔργον ἀνιαρὸν, ἐὰν
184ἑκάστοτε δίδω ἑρμηνείαν ἐπὶ τῶν διαφόρων διατάξεων τοῦ
185νόμου. Ἡ πρώτη ἐπερώτησις ἀπέβλεπεν εἰς γενικωτέραν
186ἔννοιαν, καὶ ὑπέλαβον ἐμαυτὸν ὑποχρεωμένον νὰ ἀπαντήσω·
187ἀλλ’ ἤδη ἡ ἐπερώτησίς σας ἀφορᾷ εἰς λεπτομερείας, περὶ
188τῶν ὁποίων εἰμὶ ἥκιστα ἁρμόδιος νὰ δώσω γνώμην. Ἡ
189δίκη ἡ περὶ ἐξώσεως δὲν εἶναι ἔναρξις δίκης; Δὲν ἐννοῶ
190ὅμως, τοῦτο λέγων, νὰ λύσω τὸ ζήτημα, καὶ δὲν πρέπει
191νὰ προκαλῆται ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ λεπτομε-
192ρειῶν τοιούτων, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ, ὡς γνωστὸν, ἡ γνώμη
193τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ὡς πρὸς τοὺς ἐπιτε-
194τραμμένους τὴν ἐφαρμογὴν ὑπαλλήλους.
195§18ΡΑΛΛΗΣ. Θαυμάζω πῶς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς
196Δικαιοσύνης ἐπιμένει νὰ ἑρμηνεύῃ τὸν νόμον περὶ χαρτο-
197σήμου...
198§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἑρμηνεύω.
199§20ΡΑΛΛΗΣ... Ὁ ἁρμόδιος νὰ ἑρμηνεύσῃ εἶναι ὁ Ὑπουρ-
200γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ
201νόμου περὶ χαρτοσήμου ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ ἐγκύκλιον, διὰ
202τῆς ὁποίας νὰ ἐξακριβώσῃ πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα.
203Τὰ δικαστήρια δὲν ἀποφαίνονται περὶ τοῦ νόμου, εἰμὴ καθ’
204ὅσον ἡ οἰκονομικὴ ἀρχὴ ἤθελεν ἀποφανθῆ ἐπ’ αὐτοῦ· τὰ
205δικαστήρια δὲν δικάζουσιν ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων ἐπὶ
206τοῦ χαρτοσήμου· ταῦτα ὀφείλουσι νὰ συμμορφωθῶσι μὲ
207τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου. Ἀληθῶς δὲ πρέπει νὰ παύσῃ
208αὐτὴ ἡ σειρὰ τῶν ἐπερωτήσεων ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ χαρτο-
209σήμου, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ παύσῃ ἢ ὅταν τὸ Ὑπουρ-
210γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐκδώσῃ ἐγκύκλιον ἑρμηνευτικὴν τῶν
211διατάξεων τοῦ νόμου.
212§21Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
213Οἰκονομικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐν συμπρά-
214ξει μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐξέδωκε γενι-
215κὴν ἐγκύκλιον περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
216Τὰς περὶ ἑρμηνείας ὅμως τῶν νόμων τοῦ κ. Βουλευτοῦ
217θεωρίας δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ. Ὁ νόμος μόνον παρὰ
218τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δύναται ἐπισήμως νὰ ἑρμηνευθῇ·
219ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καλεῖται
220πρὸς ἐκτέλεσιν, ἡ ἑρμηνεία, ἐφ’ ᾗ ἐκτελεῖ, εἶναι ἡ τῆς ὑπη-
221ρεσίας, ἐφ’ ὅσον δὲ ἄλλοις δέδοται νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νό-
222μον, ἡ γνώμη αὐτῶν θὰ ἦναι ἡ κρατοῦσα· διότι, προκει-
223μένου περὶ ἑρμηνείας, μόνον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται
224νὰ ἀποφανθῇ ὑποχρεωτικῶς πρὸς πάντας. Αἱ ἐγκύκλιοι, αἱ
225περιλαμβάνουσαι ἑρμηνευτικὰς διατάξεις, δίδουσι τὴν ἑρ-
226μηνείαν πρὸς τὰς ὑπαλλήλους ἀρχὰς, ἐφ’ ὅσον αὗται πρό-
227κειται νὰ ἐκτελέσωσιν. Ἐφ’ ὅσον καλοῦνται διὰ τῆς ἐκτε-
228λέσεως νὰ ἑρμηνεύσωσιν, ἀνήκει εἰς τὴν προϊσταμένην
229ἀρχὴν νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἑρμηνείας, ἐφ’ ᾗ γίνεται ἡ ἐκτέ-
230λεσις· ἐφ’ ὅσον δὲ πρόκειται περὶ γενικωτέρας ἑρμηνείας, ἡ
231νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνασκεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο, οὐχὶ δὲ τὸ
232Ὑπουργεῖον.
233§22ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδὲν νέον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν
234πρόκειται περὶ τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἀλλὰ
235περὶ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ ἀρχὴ ἡ μέλλουσα νὰ
236ἐκτελέσῃ τὸν νόμον· καὶ ἐρωτᾶται: τίς ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία
237ἐκτελεῖ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου; Εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον
238τῆς Δικαιοσύνης ἢ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Τὰ
239δικαστήρια θὰ συμμορφωθῶσι βεβαίως πρὸς τὴν ἔννοιαν,
240τὴν ὁποίαν δίδει ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ
241μόνος ἁρμόδιος.
242§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
243Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πι-
244στώσεως διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ἴσης
245τῷ δωδεκατημορίῳ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων τῆς
246χρήσεως 1893.
247§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον
248τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποίου εἴδους
249εἶναι ἡ πίστωσις ἡ αἰτουμένη διὰ τοῦ παρόντος νομοσχε-
250δίου κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον.
251§25Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ λογιστικὸς ἡμῶν
252νόμος ἀναγνωρίζει πιστώσεις ἐκδιδομένας εἴτε ἀπουσίᾳ τῆς
253Βουλῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Βου-
254λῆς, πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν κενῶν τῶν ἐν τῷ προϋπολο-
255γισμῷ. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἑτέρου εἴδους πιστώσεις, μὴ
256προνοούμεναι ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο κανονιζόμεναι
257ὑπὸ τῆς Βουλῆς δι’ ἰδίου νόμου· αἱ πιστώσεις αὗται κα-
258λοῦνται προσωριναί, περὶ ὧν οὐδὲν λέγει ὁ νόμος περὶ δη-
259μοσίου λογιστικοῦ, εἶναι πιστώσεις ἐπιβαλλόμεναι ὑπὸ τῆς
260ἀνάγκης, μὴ ἀποτελοῦσαι ἰδίαν κατηγορίαν, διότι δὲν
261ἔχουσι καὶ ἰδίαν διαρκῆ ὑπόστασιν. Ἡ ὑπόστασις αὐτῶν
262εἶναι προσωρινή, ἡ δὲ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ συγ-
263χωνεύει αὐτὰς ἐν ταῖς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἀνάγκη
264προσωρινῶν πιστώσεων δὲν παρουσιάζεται μόνον ἐν Ἑλλάδι,
265ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ Κράτει, ἐξ οὗ παρελήφθη ὁ νόμος περὶ
266δημοσίου λογιστικοῦ· καὶ ἡ Γαλλία ἔχει προσωρινὰς
267πιστώσεις, διέπεται δὲ καὶ ἐκείνη ὑπὸ νόμου περὶ δημο-
268σίου λογιστικοῦ, πρὸς ὃν ὁμοιάζει ὁ ἡμέτερος, ὅστις
269ἐλήφθη ἐξ ἀρχαιοτέρου γαλλικοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ὁ νεώ-
270τερος γαλλικὸς νόμος οὐδὲν περὶ τῶν προσωρινῶν τούτων
271πιστώσεων διαλαμβάνει. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὅμως καὶ ἐν Ἰτα-
272λίᾳ καὶ ἐν Βελγίῳ καὶ παντοῦ, ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ αὐτὸ
273σύστημα τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, αἱ προσωριναὶ πιστώ-
274σεις ὑπάρχουσι, διότι ἐπιβάλλονται ἐκ τῶν πραγμάτων.
275Αἱ προσωριναὶ πιστώσεις δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὥς τι
276κανονικὸν, καὶ δυνάμενον νὰ προνοηθῇ, διότι ἀκριβῶς ἡ
277ἔλλειψις προνοίας περὶ ἐγκαίρου ψηφίσεως τοῦ προϋπολο-
278γισμοῦ ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τῶν δωδεκα-
279τημορίων· ἡ δὲ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ καταργεῖ τὸ
280οὕτω ψηφισθὲν, συγχωνεῦον αὐτὸ ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ προϋ-
281πολογισμοῦ. Ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κανόνα περὶ
282τῆς πιστώσεως ταύτης, τὸν ὁποῖον ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτής.
283Ἡ ψήφισις προσωρινῶν πιστώσεων δωδεκατημορίων ἐν
284Ἑλλάδι εἶναι πλέον δεδικαιολογημένη ἢ ἀλλαχοῦ· διότι
285ἀλλαχοῦ οἱ προϋπολογισμοὶ ὑποβάλλονται, κατὰ τὰ κεί-
286μενα, εἰς τὰς Βουλὰς ἐνωρίτερον ἢ ἐνταῦθα. Ἐν Γαλλίᾳ
287ὑποβάλλεται ὁ προϋπολογισμὸς, κατὰ τὰ κείμενα, ἀπὸ τοῦ
288Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους τοῦ προηγουμένου τῆς ἐφαρμογῆς,
289καὶ ὅμως συνεχῶς ἐπαρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη τῶν προσωρινῶν
290πιστώσεων· παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἡ Βουλὴ συνέρχεται κατὰ τὴν
2911 Νοεμβρίου τὸ βραδύτερον, ὡς ὁρίζει τὸν Σύνταγμα, ὅπου
292ὅμως ἀπεδείχθη, ὅτι δυσχερῶς δύναται νὰ συνέλθῃ ταχύ-
293τερον τοῦ τελευταίου δεκαημέρου τοῦ Ὀκτωβρίου, εἶναι
294πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχωσι προσωριναὶ πιστώσεις. Καὶ
295δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τοῦτο, εἰμὴ ἐὰν ἠδυνάμεθα
296νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἄλλα Κράτη ἔπραξαν, νὰ μεταβάλωμεν
297τὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, ὅπως μὴ συμπίπτῃ μετὰ τῆς
298ἐνάρξεως τοῦ ἡλιακοῦ ἔτους, ἀλλ’ ἄρχηται ἀπὸ τῆς 1
299Μαρτίου ἢ τῆς 1 Ἰουλίου. Δὲν εἶναι ὅμως εὔκολος ἡ μετα-
300βολὴ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Τὸ οἰκονομικὸν ἔτος ἔχομεν
301ἐνταῦθα συμπῖπτον μετὰ τοῦ ἡλιακοῦ ἔτους, καὶ τοῦτο
302παρουσιάζει πολλὰ πλεονεκτήματα. Ἀλλὰ περὶ τούτου
303ἤδη δὲν πρόκειται, δὲν εἶναι δὲ καὶ ἀκριβές, ὅτι κατὰ τὸ
304ἔτος τοῦτο ἐπελήφθημεν τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ λίαν
305βραδέως, διότι μέχρι τοῦδε κυρίως προϋπολογισμὸν συζη-
306τοῦμεν, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ
307πλεῖστον ἐψηφίσαμεν, διότι τυπικῶς μόνον εἶναι ὁ προϋ-
308πολογισμὸς ἀναγραφὴ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς νομοθεσίας,
309οὐσιαστικῶς ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ διαῤῥύθμισις
310τῶν τῆς νομοθεσίας, εἰς ταύτην δὲ κατεγείναμεν μέχρι
311τοῦδε καὶ σχεδὸν ἀποκλειστικῶς, ψηφίσαντες σειρὰν ὅλην
312νομοθετημάτων οἰκονομικῶν, μένει δ’ ἐκκρεμὲς ἓν μόνον ἐκ
313τῶν ὑποβληθέντων, τὸ περὶ δασῶν, περιλαμβάνον τινὰς
314οὐχὶ σπουδαίας οἰκονομικὰς διατάξεις· ὥστε δυνάμεθα νὰ
315ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων κατ’ οὐ-
316σίαν ἐψηφίσθη. Ἀλλὰ διατὶ ἐψηφίσθη πρὸ τῆς γενικῆς
317συζητήσεως; τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον ἐμὸν νὰ ἀναπτύξω. Τὸ
318κατ’ ἐμέ, θὰ ἦτο ὀρθόν, εὐθὺς κατόπιν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ
319προϋπολογισμοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀπήντα εἰς ὅσα ἐγὼ
320εἶπον. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἠθέλησε νὰ ἀντείπῃ
321εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ ῥηθέντα ἀπαράσκευος, ἠθέλησε νὰ μελε-
322τήσῃ τὰ ὑποβληθέντα καὶ νὰ προέλθῃ εἰς τὴν γενικὴν
323συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν ἄλλῃ ὥρᾳ. Τοῦτο ἀνή-
324κει εἰς αὐτήν.
325Εἰσῆλθεν ἄρα ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως εἰς
326τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, συζητήσασα καὶ ψηφί-
327σασα τὰ μεταῤῥυθμιστικὰ τῆς φορολογίας νομοσχέδια, διε-
328ξήγαγε δὲ τὸ ἔργον λίαν ταχέως· καίτοι δὲ οὕτω ταχέως
329διεξήγαγεν αὐτό, ἐφθάσαμεν εἰς τὰ μέσα τοῦ Ἰανουαρίου
330ἄνευ τῆς ψηφίσεως τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ.
331Ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως διὰ τὸν
332Ἰανουάριον ψηφισθῇ πίστωσις προσωρινή, ἐπιτρέπουσα, ἵνα
333ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ γένωνται αἱ δαπάναι, καὶ
334ταύτην τὴν ἄδειαν ζητοῦμεν.
335§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
336§27ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τῇ ἀληθείᾳ εἶναι
337ἄξιον ἀπορίας, πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅστις ὑπῆρξε
338τοσάκις Βουλευτής, δὲν γνωρίζει τὴν ἐπικρατοῦσαν τάξιν
339εἰς τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ
340Βουλὴ δὲν συζητήσῃ μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου καὶ ψηφίσῃ
341τὸν προϋπολογισμόν. Τὸ ἤδη ζητούμενον εὑρίσκω σύνηθες ἐν
342τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐφαρμοζόμενον ἀπὸ 30 ἐτῶν. Ἄλλως
343τε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος γνωρίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι
344δυνατὸν νὰ συνέλθῃ πρὸ τῆς 15 Ὀκτωβρίου, καθόσον καὶ
345ὁ Βασιλεὺς ἀπουσιάζει καὶ τὸ πλεῖστον τῶν Βουλευτῶν
346ἔχουσιν ἐργασίας καὶ δὲν δύνανται νὰ παρευρίσκωνται ἐν-
347ταῦθα (γέλωτες). Ἀπορῶ δέ, πῶς ὁ κ. συνάδελφος πρε-
348σβεύει τὰ ἐναντία.
349(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ
350ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
351§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται.)
352§29ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μίαν διασάφησιν παρακαλῶ νὰ μᾶς δώ-
353σητε. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ἀναγράφεται πίστωσις
354διὰ τρία Πρωτοδικεῖα. Λοιπὸν τί θὰ γείνωσιν αὐτὰ τὰ
355Πρωτοδικεῖα, ἀφοῦ νόμος περὶ καταργήσεως αὐτῶν δὲν
356ἐψηφίσθη, καὶ πρόκειται μάλιστα καὶ περὶ κανονισμοῦ τῆς
357δικαιοδοσίας αὐτῶν; Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 κανονικῶς, ἐπὶ τῇ
358βάσει τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, δὲν
359ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη τοιαύτη πίστωσις. Ἑπομένως εἶναι
360ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ νόμος, ἢ τοὐλάχιστον νὰ γείνῃ ῥητὴ
361μνεία ὡς πρὸς τὰ τρία Πρωτοδικεῖα, τῶν ὁποίων προτείνε-
362ται ἡ κατάργησις.
363§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον δὲν ψηφι-
364σθῇ νόμος, καταργῶν τὰ Πρωτοδικεῖα, ταῦτα ὑφίστανται.
365Ἂν δὲν ὑπάρχῃ πίστωσις διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, τοῦτο
366εἶναι θέμα ἄλλο, τὸ ὁποῖον θὰ κανονισθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἡ
367ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νομίσῃ ἀναγκαῖον. Ἀλλὰ Πρωτοδι-
368κεῖον δὲν δύναται νὰ καταργηθῇ, εἰμὴ διὰ νόμου· τοιοῦτος
369δὲ νόμος δὲν ἐψηφίσθη, καὶ τὰ δικαστήρια ταῦτα ὑφίσταν-
370ται καὶ λειτουργοῦσι καὶ θὰ ἐξακολουθῶσι λειτουργοῦντα
371μέχρις ὅτου ἤθελε ψηφισθῆ νόμος.
372§31ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ναί· ἀλλὰ μὲ τί θὰ πληρωθῶσι τὸν μῆνα
373Ἰανουάριον;
374§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
375τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ, ὅτι αἱ πιστώσεις δύνανται νὰ
376διατηρήσωσι τὸν μῆνα αὐτὸν τὰ Πρωτοδικεῖα, τότε εἶναι
377περιττὸν νὰ ζητήσῃ καὶ τὰς ἄλλας πιστώσεις· διότι ἐκεῖνο,
378τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἐν μικρῷ, πρέπει νὰ κάμῃ καὶ ἐν με-
379γάλῳ, ἂν δεχθῇ, ὅτι δὲν χρειάζεται τίποτε· ὅταν ὅμως
380ἡμεῖς νομίζωμεν, ὅτι χρειάζεται τοιαύτη πίστωσις διὰ τὰς
381ἄλλας δαπάνας, διὰ τὰς ἄλλας θέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπί-
382σης ὀργανικαὶ ὡς αὐτή, πρέπει νὰ ψηφισθῇ πίστωσις ὡσαύ-
383τως καὶ διὰ τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ διαγραφέντα ἐκ τοῦ εἰς
384ἐπιψήφισιν προκειμένου προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893.
385§33Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐρωτήσεις εἶναι
386σχετικαί. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι αὐτὸς θεωρεῖ τοῦτο
387ἀναγκαῖον. Ἐπειδὴ ἡμεῖς πρόκειται νὰ διεξαγάγωμεν τὸ
388ἔργον, ἀφοῦ νομίζομεν ὅτι δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν ἄνευ
389τούτου, θέλομεν τὸ διεξαγάγει. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς
390πρόκηται νὰ διεξαγάγῃ αὐτὸ, ἐπειδὴ αὐτὸς θεωρεῖ ἀναγ-
391καίαν τοιαύτην ἄδειαν, θέλει τὴν ζητήσει καὶ δὲν ἀμφι-
392βάλλω, ὅτι θέλει τὴν λάβει, διότι καὶ αὐτὸς θὰ ἦναι τότε
393ἐπὶ κεφαλῆς πλειοψηφίας! (γέλωτες).
394§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριε Πρόεδρε, ἂν ποτε θέλω
395περιέλθει εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυ-
396βερνήσεως, ὅπως ἐγὼ διευθύνω τὴν πλειονοψηφίαν. Ἀλλ’
397ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου διαβεβαιῶ αὐτὸν, εἶναι, ὅτι ὄχι
398μόνον ἐγὼ, ἀλλ’ οἱοσδήποτε ἄλλος ἂν διαδεχθῇ αὐτὸν ἐν
399τῇ ἀρχῇ, βεβαίως οὐδέποτε θὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ δια-
400πράξῃ τοιαύτας ἀθετήσεις τῶν καθεστώτων, ὁποίας αὐτός.
401§35ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω διατὶ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος
402τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς πλειοψηφίας
403ἐθεώρησαν ὡς ἀξίαν μυκτηρισμοῦ τὴν παρατήρησιν τοῦ
404ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ... (διαμαρτυρίαι ἐκ
405τῆς δεξιᾶς). Βεβαίως· δὲν ἔρχεσθε ἐνταῦθα ἢ ὅπως μυ-
406κτηρίσητε μίαν παρατήρησιν ὀρθοτάτην.
407§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι·
408δὲν εἶναι ἀκριβές.
409§37ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς ἔκαμε
410τὴν παρατήρησιν, ὅτι μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
411εἰσαχθέντος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἓν δωδεκα-
412τημόριον, καὶ τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας ὑπάρχει μία
413ἀντίφασις. Ὁ προϋπολογισμός σας, καὶ ἑπομένως καὶ τὸ
414δωδεκατημόριόν σας, ἀφίνει ἓν κενὸν, τὸ κενὸν δὲ τοῦτο
415ἀφορᾷ τὰ τρία Πρωτοδικεῖα. Σᾶς ὑπέδειξε δὲ τὸ κενὸν
416αὐτὸ, διὰ νὰ τὸ πληρώσητε. Ὑμεῖς ἀπαντᾶτε, ὅτι σεῖς,
417οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐκτελέσητε τὸ δωδεκατημόριον,
418ἔχετε τὴν γνῶσιν καὶ θὰ τὴν προτάξητε, καὶ ἡμεῖς σᾶς λέ-
419γομεν, ὅτι δὲν ἔχετε γνῶσιν καὶ οὔτε δύνασθε νὰ τὴν προ-
420τάξητε, ἐν ὅσῳ τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε ἀπὸ τὴν
421Βουλὴν, τὴν περιορίζετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893,
422ὁ ὁποῖος δὲν ἀνταποκρίνεται καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην.
423Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Οἱ Κύριοι (δεικνύει τὴν δεξιὰν)
424ἂς μυκτηρίζωσι καὶ ἂς γελῶσιν· ἀλλὰ γελῶντες, βεβαίως
425ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν σπουδάζουσι.
426§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν γνώμην τοῦ κ.
427ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ οὐ μόνον δὲν ἐμυκτηρίσαμεν, ἀλλ’
428ἐξ ἐναντίας ἐθεωρήσαμεν ἀξίαν σπουδαιοτάτης ἀπαντήσεως.
429Μόνος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο
430νὰ ὁμιλήσῃ περὶ μυκτηρισμῶν, προκειμένου περὶ προτά-
431σεως τοσοῦτον σπουδαίως προταθείσης καὶ καθ’ ἑαυτὴν παρε-
432χούσης πολλὰ τὰ συνηγοροῦντα. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω
433τὰ αὐτὰ περὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος Βου-
434λευτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἐθεώ-
435ρησε ταῦτα ἄξια ὑποστηρίξεως.
436§39ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
4371 οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἢ νὰ ἀναπτύξῃ ἀκριβῶς τὸ ἐρώ-
438τημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κορινθίας· ἂν δὲ τὰ λεχθέντα παρὰ
439τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας ἀναγνωρίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος
440τῆς Κυβερνήσεως ὡς σπουδαῖα, ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡς
441σπουδαῖα καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτοῦ λε-
442χθέντα· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος σᾶς εἶπεν:
443«ἀφοῦ ζητεῖτε ἄδειαν διὰ τὸ δωδεκατημόριον, διατὶ δὲν
444ζητεῖτε ἄδειαν πλήρη, διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἡ νομοθεσία ἡ
445ὑφισταμένη;» Αὐτὸ ἦτο τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος
446Βουλευτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔκρινεν ἄξιον μυκτηρισμοῦ καὶ αὐτὸς
447ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ πλειοψηφία.
448(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
449ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρ-
450θρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζή-
451τησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
452§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως
453ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
454Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
455§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰση-
456γούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893,
457ἠτιολόγει τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν
458περιήχθη τὸ Κράτος, διὰ δύο λόγων, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ
459ἐξετάσω. Ὁ πρῶτος λόγος, ὁ προταθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Πρω-
460θυπουργοῦ, εἶναι, ὅτι ἡμεῖς ἀκαίρως ἐζητήσαμεν νὰ ἐπι-
461δείξωμεν τὴν εὐρωστίαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους,
462προτιμήσαντες νὰ ἀγοράσωμεν τὸ ἀναγκαῖον πρὸς πληρω-
463μὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας
464τοῦ 1891 συνάλλαγμα ἐκ τῆς ἀγορᾶς, ἀντὶ νὰ πορισθῶ-
465μεν αὐτὸ διὰ δανείων· διότι οὕτως ἐξησθενίσαμεν τὴν ἀγο-
466ρὰν διὰ τοῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπορίσθημεν, προσε-
467θήκαμεν δ’ ἕνεκα τούτου καὶ ἄλλο κακὸν, ὅτι ἐθήκαμεν
468εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια περισσότερα ἢ ὅσα
469μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐκυκλοφόρουν, συνετελέσαμεν
470δ’ οὕτως εἰς τὴν περίσσειαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου,
471καὶ διὰ ταύτης εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυ-
472σοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος.
473Ἀλλ’ οὐδέτερος τῶν λόγων τούτων τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
474γοῦ εἶναι ἀκριβής. Ἠγοράσαμεν ἀληθῶς συνάλλαγμα
475φράγκων μὲν 5,230,470, πληρώσαντες δραχμὰς 6,836,825,
476λιρῶν δὲ στερλινῶν 207,474, αἵτινες, ἐὰν ὑπολογισθῶσι
477πρὸς 25 φράγκα ἑκάστη, φέρουσι φράγκα 5,186,856, ἑπο-
478μένως ἐν ὅλῳ φράγκα 10,317,326· τοσούτου δὲ ποσοῦ με-
479ταλλικοῦ νομίσματος ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς οὐδέ-
480ποτε ἦτο δυνατὸν τοσαύτην νὰ ἐπενέγκῃ διατάραξιν ἐν τῇ
481νομισματικῇ κυκλοφορίᾳ.
482Οὐδὲ χάριν τῆς ἀγορᾶς τοῦ ποσοῦ τούτου τοῦ μεταλ-
483λικοῦ νομίσματος, τῶν 10,317,326, εἰσηγάγομεν εἰς τὴν
484κυκλοφορίαν τοσούτῳ μέγα ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων,
485ὥστε τοῦτο νὰ ὑπερβῇ τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν καὶ
486νὰ ἐπενέγκῃ τὴν διατάραξιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα.
487Ἡμεῖς, κατὰ τὴν περίοδον, καθ’ ἣν ἐτυγχάνομεν ἐν τῇ Κυ-
488βερνήσει, δὲν ηὐξήσαμεν, εἰμὴ κατά τινας ἑκατοστύας χι-
489λιάδων δραχμῶν τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμα-
490τίων. Ὑπῆρχον ἀληθῶς ἐν κυκλοφορίᾳ κατὰ τὴν 30 Ὀκτω-
491βρίου 1890, ὅτε ἀνήλθομεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, γραμμάτια
492τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δρ. 60,743,975.68, ἐνῷ κατὰ τὴν
49329 Φεβρουαρίου 1892, ὅτε ἀπήλλαξαν ἡμᾶς τῆς ἀρχῆς,
494τὰ κυκλοφοροῦντα γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
495ἀνήρχοντο εἰς δρ. 67,680,779.03, ἤτοι εἴχομεν αὐξήσει
496τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς
497Τραπέζης κατὰ δρ. 6,936,803.35· ὡς ηὐξήσαμεν καὶ κατὰ
4989,403 δρ. τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς
499Ἰονικῆς Τραπέζης, διότι κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1890
500ἀνήρχοντο ταῦτα εἰς δρ. 1,874,906.44, ἐνῷ κατὰ τὴν 29
501Φεβρουαρίου 1892, ὅτε κατήλθομεν τῆς ἀρχῆς, ἦσαν ἐν
502κυκλοφορίᾳ δρ. 1,884,309.44. Ἤτοι ηὐξήσαμεν ἐν ὅλῳ
503τὰ κυκλοφοροῦντα τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν δύο Τρα-
504πεζῶν κατὰ δρ. 6,946,206.35· ἀλλ’ ἠλαττώσαμεν τὸ πο-
505σὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς Τραπέζης Ἠπειρο–
506Θεσσαλίας κατὰ δρ. 587,245.58: διότι, ἐνῷ κατὰ τὴν 31
507Ὀκτωβρίου 1890 ἐκυκλοφόρουν τοιαῦτα ἐκ δρ. 1,504,463.22,
508κατὰ τὴν 29 Φεβρουαρίου 1892 ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ μό-
509νον 917,217.64· ὡς ἠλαττώσαμεν ὡσαύτως τὸ ποσὸν τῶν
510ἐν κυκλοφορίᾳ κερματικῶν γραμματίων κατὰ δραχμὰς
5115,586,845, ὅσα ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον τεθῆ ὑπὸ τῶν
512προκατόχων ἡμῶν ἐν κυκλοφορίᾳ πέραν τοῦ νομίμου ἀριθ-
513μοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἀφῃρέσαμεν ἐκ τῆς κυκλοφορίας,
514παραδόντες αὐτὰ εἰς τὸ πῦρ. Ἑπομένως ηὐξήσαμεν τὸ πο-
515σὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων ἐν γένει κατὰ δραχμὰς
5166,946,206.35, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, ἀλλ’ ἠλαττώσαμεν αὐτὰ
517κατὰ δρ. 6,174,090.58. Οὕτω τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπε-
518ζικὰ γραμμάτια ἐν γένει ηὔξησαν κατὰ τὴν περίοδον,
519καθ’ ἣν ἐτυγχάνομεν κυβερνῶντες, κατὰ δρ. 772,115.77.
520Ἀλλ’ ἂν ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τρα-
521πεζικῶν γραμματίων κατὰ δρ. 772,115.77 ἐπήνεγκε τὴν
522τοσαύτην ὑποτίμησιν αὐτῶν, εἰς ποίας μονάδας ἤθελε φθά-
523σει τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἡ ὑποτίμησις, καθ’ ὃν
524χρόνον πρὸ ἡμῶν ἐτύγχανεν ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ νῦν Πρω-
525θυπουργός; Καὶ ἀληθῶς, κατὰ τὸ 1886 ηὔξησε τὰ ἐν κυ-
526κλοφορίᾳ τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ δρ. 6,590,581.44,
527διότι, ὅτε παρῃτήθημεν τῆς ἀρχῆς, κατὰ τὴν 30 Ἀπρι-
528λίου 1886, ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ 45,875,265.75, ἐνῷ μέχρι
529τῆς 31 Δεκεμβρίου 1886 εἶχον τεθῆ ὑπ’ αὐτοῦ ἐν κυκλο-
530φορίᾳ 52,465,847.19. Ὡσαύτως κατὰ τὸ 1887 ηὔξησε
531τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς
532Τραπέζης κατὰ δρ. 3,332,601.81, διότι, ἐνῷ κατὰ τὴν 31
533Δεκεμβρίου 1886 ἐκυκλοφόρουν 52,465,847.19, κατὰ τὴν
53431 Δεκεμβρίου 1887 ὑπῆρχον ἐν κυκλοφορίᾳ 55,798,449,
535ἂν καὶ κατὰ τὸ 1886 εἶχε δανεισθῆ κατὰ Ἰούλιον
53619,000,000 εἰς χρυσὸν, κατὰ δὲ τὸ 1887 διάφορα δάνεια
537εἶχε συνομολογήσει, ὡς κατὰ Μάϊον τοῦ 1887 τὸ δάνειον
538τῶν 135 ἑκατομμυρίων, κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1887 τὴν
539προκαταβολὴν τῶν 10,200,000 φράγκων εἰς χρυσὸν, τὸν
540Δεκέμβριον τοῦ 1887 τὸ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δά-
541νειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων. Μήπως κατὰ τὸ 1888 δὲν
542ηὔξησε τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς
543Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ δρ. 10,217,494.90, ἂν καὶ εἶχε
544λάβει ἐκ δανείων 4,119,822.05, ἤτοι 1,410,298.05 ἐκ
545τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων, καὶ 2,708,806 ἐκ τοῦ
546δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων; Καὶ κατὰ τὸ 1889 δὲν
547εἶχεν αὐξήσει κατὰ 8,705,849.57 δρ. τὸ ποσὸν τῶν ἐν
548κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων; Κατὰ τὴν 31 Δε-
549κεμβρίου 1888 ἐκυκλοφόρουν γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
550πέζης δρ. 46,401,477.85, ἐνῷ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου
5511889 ὑπῆρχον ἐν κυκλοφορίᾳ 55,107,327.42· ἂν καὶ κατὰ
552τὸ 1889 εἶχε λάβει ἐκ δανείων 99,300,373, ἤτοι:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
553ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων 2,499,165
554ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων 11,260,181
555ἐκ τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρ. ἀγγλικῶν20,437,500
556ἐκ τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν 65,103,527
557Καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ 1890 εἶχεν αὐξήσει τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ
558γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ δρ. 5,636,648.26,
559διότι, ἐνῷ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1889 ἐκυκλοφόρουν
56055,107,327.42, κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὅτε παρῃ-
561τήθησαν τῆς ἀρχῆς, ἦσαν ἐν κυκλοφορίᾳ 60,743,975.68·
562ἀλλ’ εἶχον πράξει καὶ τὸ ἕτερον ἐκεῖνο τόλμημα, νὰ θέσω-
563σιν ἐν κυκλοφορίᾳ κερματικὰ γραμμάτια πέραν τοῦ νομί-
564μου ποσοῦ κατὰ 5,586,845, ἐνῷ εἶχον λάβει ταῦτα, ἵνα
565καύσωσιν, ὡς ἐφθαρμένα· ἂν καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἶχον
566λάβει 35,528,879 ἐκ δανείων, ἤτοι: ἐκ τοῦ δανείου τῶν
567135 ἑκατομμυρίων 3,173,529 καὶ ἐκ τοῦ δανείου τοῦ Σι-
568δηροδρόμου Λαρίσσης 32,355,350.
569Ἐνῷ λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν
5701886, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, κατὰ τὰ ὁποῖα εἶχε
571τὴν εὐκολίαν νὰ εἰσάγῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀγκώδη
572ποσὰ ἐκ δανείων, ἠναγκάσθη νὰ λαμβάνῃ ἀνὰ ἓξ καὶ ὀκτὼ
573καὶ δέκα ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς
574κυκλοφορίας, κατήγγειλεν ἡμᾶς, ὅτι ἐλάβομεν ἐκ τῆς ἀναγ-
575καστικῆς κυκλοφορίας κατὰ τοὺς 15 μῆνας, καθ’ οὓς
576ἐτυγχάνομεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, 772,115.77, καὶ ἄνευ δι-
577σταγμοῦ ἀποδίδωσι τὴν ὑπάρχουσαν νῦν διατάραξιν τῆς
578νομισματικῆς κυκλοφορίας εἰς τὴν περίσσειαν ταύτην τῶν
579τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐθήκαμεν ἡμεῖς ἐν κυ-
580κλοφορίᾳ!
581Ἀλλὰ τέλος πάντων ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν νὰ πλη-
582ρώσωμεν κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεω-
583λύσια τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1891, καὶ οὐχὶ δι’ ἀγορᾶς
584συναλλάγματος ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ἡμεῖς προετιμήσαμεν νὰ
585ἀγοράσωμεν συνάλλαγμα, διὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν ὑπο-
586χρέωσιν ταύτην τοῦ Κράτους; Κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1891
587δὲν ἦτο εὔκολον νὰ εὕρωμεν δάνειον ὑπὸ ὅρους, ὑπὸ τοὺς
588ὁποίους ἐπετρέπετο νὰ δανεισθῇ Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν
589ἐσκόπει διὰ τοῦ δανείου τούτου νὰ προαγγείλῃ τὴν ἐν
590προσεχεῖ χρόνῳ ἀνικανότητά του πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν
591ὑποχρεώσεών του. Καὶ τὴν γνώμην ταύτην δὲν εἶχον τότε
592μόνος ἐγώ, τὴν γνώμην ταύτην εἶχον καὶ ἐν Εὐρώπῃ τρα-
593πεζῖται, καὶ ἐδήλωσαν μάλιστα εἰς ἀντιπροσώπους τῆς
594Ἑλλάδος, συνδιαλεγόμενοι μετ’ αὐτῶν περὶ δανείου. Ἔλε-
595γον οἱ τραπεζῖται οὗτοι πρὸς αὐτούς, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν
596ἐκείνην δὲν ἦτο εὔκολον νὰ εὑρεθῇ δάνειον, καὶ συνεβού-
597λευον νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώ-
598σεις τοῦ Κράτους διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν μέσων, διότι οὕτως
599ἐμέλλομεν προσέτι νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τὴν πίστιν τῆς Ἑλλά-
600δος, καὶ νὰ προπαρασκευάσωμεν τὴν κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος
601ἀνεύρεσιν δανείου ὑπὸ ὅρους ἀποδεκτούς.
602Ὁ κ. Ραγκαβῆς, ὁ πρεσβευτὴς τῆς Α. Μεγαλειότητος ἐν
603Βερολίνῳ, ἔγραφε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν
6049/21 Αὐγούστου 1891 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
605«Ἐπανελθόντος πρό τινων ἡμερῶν τοῦ κ. Bleichröder,
606»ἔσπευσα παρ’ αὐτῷ καὶ ἔσχον μετ’ αὐτοῦ μακρὰν συνδιά-
607»λεξιν, ἧς μεταδίδω ὑμῖν τὸ πόρισμα, ὅπερ, ἐὰν μὴ ἀμέ-
608»σους ὠφελείας ὑπισχνούμενον, ὑπῆρξεν ὁπωσδήποτε εὐά-
609»ρεστον διὰ τὸ μέλλον. Ἀντὶ τῆς περὶ τῶν ἡμετέρων πραγ-
610»μάτων ψυχρότητος, ἣν ὑπώπτευον, εὗρον ἀπ’ ἐναντίας
611»παρὰ τῷ πανισχύρῳ τραπεζίτῃ δεξίωσιν εἰς ἄκρον φιλι-
612»κὴν καὶ ζωηρὸν ὑπὲρ ἡμῶν ἐνδιαφέρον.... «Δύναμαι νὰ
613»πληροφορήσω ὑμᾶς, μοὶ εἶπεν ὁ κ. Bleichröder, ὅτι ἐκ
614»Λονδίνου προεκλήθη ἡ ὅλη ἐνέργεια. Ἐκεῖ ἐδόθησαν
615»αἱ πρὸς πώλησιν ὁδηγίαι καὶ ἐν τῷ Ἀγγλικῷ χρηματι-
616»στηρίῳ καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ. Ἐνόμιζον δ’ ἄχρι τοῦδε, ὅτι
617»αἱ διαταγαὶ αὗται προεκλήθησαν ὑπὸ τῆς ἀνεχείας τῶν
618»μικρῶν κεφαλαιούχων, καταστραφέντων ὑπὸ τῆς χρεωκο-
619»πίας τῶν ἀδελφῶν Baring, καὶ ἐκποιούντων ὅ,τι αὐτοῖς
620»ἀπέμεινεν· ἀλλ’ ἐὰν εἰς ταῦτα προσετέθη καὶ χρηματι-
621»στική τις ἐπιβουλή, τὸ φαινόμενον ὁλοσχερῶς ἐξηγεῖται.
622»Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι ἐκ Λονδίνου ἐδόθη τὸ σύνθημα».
623«Ἡ διαβεβαίωσις αὕτη», ἀπήντησα, (ἐξακολουθεῖ ὁ κ.
624Ραγκαβῆς) «κέκτηται δι’ ἡμᾶς ἱκανὸν ἐνδιαφέρον, καθόσον,
625»κατά τινα πληροφορίαν, περιελθοῦσαν εἰς τὴν Β. Κυβέρ-
626»νησιν ἐξ Ἀγγλίας, οἱ δόντες τὴν ὤθησιν ἦσαν μᾶλλον οἱ
627»τραπεζῖται τοῦ Βερολίνου».
628Ὄχι, ἀνέκραξεν (ὁ κ. Bleichröder). Πιστεύσατέ με,
629»καθόσον γνωρίζω κάλλιστα, τί λέγω».
630Ὁ τραπεζίτης ὁ ταῦτα λέγων κατέχει ἐπιφανῆ θέσιν ἐν
631τῷ τραπεζιτικῷ κόσμῳ τῆς Γερμανικῆς πρωτευούσης, ἡ δὲ
632γνώμη αὐτοῦ ἀποτελεῖ ἀληθῆ αὐθεντείαν ἐπὶ πάντων τῶν
633συναφῶν πρὸς τὰς τραπεζικὰς ἐργασίας. Ποίαν δὲ τότε
634ἔδιδεν οὗτος πρὸς ἡμᾶς γνώμην;
635«Δυστυχῶς ἡμεῖς οἱ χρηματισταὶ» (ἐξηκολούθησε λέ-
636γων πρὸς τὸν ἡμέτερον πρέσβυν ὁ κ. Bleichröder) «γνω-
637»ρίζομεν πόσον ἡ ἀνύψωσις ἀποβαίνει δυσχερεστέρα τῆς
638»καταπτώσεως. Ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἐνέργεια σύντονος,
639»πρὸς καθησύχασιν καὶ διαφώτισιν τοῦ κοινοῦ, καὶ ἰδίως
640»ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις οὐδόλως
641»πρὸς τὸ παρὸν διανοεῖται περὶ νέου δανείου. Ἐγὼ
642»μάλιστα θὰ προέτεινον καὶ τὴν δημοσίευσιν σχετικῆς
643»περὶ τούτου δηλώσεως».
644«Τοιαύτη δημοσίευσις», ἀπήντησα, (ἐξακολουθεῖ ἐν τῇ
645ἐπιστολῇ του ὁ κ. Ραγκαβῆς) «μοὶ φαίνεται δυσχερής·
646»ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις πράγ-
647»ματι πρὸ μηνὸς ἐζήτει δάνειον πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν
648»τινων τοῦ Κράτους, ἤδη θέλει ἀναμείνει τὴν βελτίωσιν
649»τῆς ὅλης οἰκονομικῆς καταστάσεως».
650«Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητον», ὑπέλαβεν ὁ κ.
651Bleichröder, «καθόσον τὰ ἀλλεπάλληλα δάνεια κλονί-
652»ζουσι τὴν πίστιν, πρὸς τὸ παρὸν δὲ οὐδὲ λόγος τοιοῦτος
653»ἐπιτρέπεται.»
654Ἐάν λοιπὸν ἠκολουθήσαμεν τὴν γνώμην τοῦ τραπεζίτου,
655τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, προσδοκῶντες ὅτι, ἐκπληροῦντες διὰ τῶν
656ἰδίων ἡμῶν μέσων τὰς ὑποχρεώσεις μας κατὰ τὴν βʹ ἑξαμη-
657νίαν τοῦ 1891, ἠθέλομεν ἀποδείξει τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν
658τοῦ τόπου καὶ διαψεύσει τὰς περὶ τῆς ἀνικανότητος τοῦ
659Κράτους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του φήμας, τὸ
660ἐπράξαμεν καὶ πιεζόμενοι ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, διότι δὲν ἦτο
661πιθανὸν νὰ εὕρωμεν δάνειον καὶ νὰ συνομολογήσωμεν αὐτὸ
662ὑπὸ ὅρους ἀποδεκτούς. Καὶ ὄντως, ἀφοῦ ἐπέμψαμεν εἰς Λον-
663δῖνον τὰ ἀναγκαιοῦντα συναλλάγματα πρὸς πληρωμὴν τῶν
664τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ
6651891, παρεστάθη ἡμῖν εὐκαιρία, διδοῦσα τὴν ἐλπίδα δα-
666νείου, καὶ τὴν ἐλπίδα ταύτην μετέδωκεν ἡμῖν ὁ ἐν Λονδίνῳ
667πρεσβευτὴς τοῦ Βασιλέως, τηλεγραφικῶς τὸ πρῶτον, διὰ
668τοῦ ταχυδρομείου δ’ ἔπειτα. Καὶ ἔδωκα πρὸς τὸν κ. Γεν-
669νάδιον ὁδηγίας, διὰ τῶν ὁποίων ἐδήλουν αὐτῷ, ὅτι ἀπο-
670δέχομαι κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν, ἕτοιμος νὰ συζητήσω
671τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους οἱ δανεισταὶ ἤθελον προβάλει· δα-
672νεισταὶ δὲ δὲν ἦσαν οἱ γνωστοὶ ἐν Λονδίνῳ τραπεζῖται,
673οἵτινες πολλάκις κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχον διαπραγματευθῆ
674δάνεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἕτεροι, οἵτινες
675εἶπον εἰς τὸν κ. Γεννάδιον, ὅτι ἤθελον ἀνακοινώσει αὐτῷ
676τοὺς ὅρους τῆς προτάσεώς των μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν
677ἑορτῶν τοῦ νέου ἔτους. Μετὰ τὰς ἑορτὰς ὅμως ταύτας οἱ
678προβαλόντες ἑαυτοὺς ὡς δανειστὰς ἠρνήθησαν νὰ ποιήσων-
679ται ἀνακοίνωσίν τινα πρὸς τὸν κ. Γεννάδιον, διότι εἶχεν
680ἀρχίσει τότε ἡ μείωσις τῆς οἰκονομικῆς πίστεως ἡμῶν. Καὶ
681ποῖοι λόγοι ἐπήνεγκον τὴν ἀρξαμένου τοῦ νέου ἔτους, ἤτοι
682μετὰ τὴν 25 Δεκεμβρίου 1891, μείωσιν τῆς πίστεως τοῦ
683Κράτους; Ὁ κ. Γεννάδιος μοὶ ἔγραψε κατὰ τὴν 31 Ἰα-
684νουαρίου 1892 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
685«Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ὁλόκληρος αὕτη ἡ
686»στρατεία ἦν ἐκ τῶν προτέρων ἐσκεμμένη καὶ καλῶς δια-
687»τετυπωμένη. Ἐκ Βερολίνου ἐτηλεγράφουν εἰς τὴν «Ση-
688»μαίαν» (τὴν γνωστὴν ἐφημερίδα τοῦ Λονδίνου) τὴν προτε-
689»ραίαν 9, (ἤτοι τὴν 28 Ἰανουαρίου καθ’ ἡμᾶς) ὅτι ἡ «Ἐφη-
690»μερὶς τῆς Φραγκφόρτης», ὄργανον οἰκονομολογικὸν, ἐδη-
691»μοσίευσεν εἰδήσεις περὶ τῶν ματαίων προσπαθειῶν τῆς
692»Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εὕρῃ δάνειον πρὸς πληρω-
693»μὴν τῶν τοκομεριδίων, καὶ ὅτι αἱ προτάσεις αὐτῆς ἀπε-
694»κρούσθησαν ἀποτόμως ὑπὸ τοῦ προεξάρχοντος ἐν Βερο-
695»λίνῳ Τραπεζικοῦ Οἴκου, καὶ ὑπὸ ἑτέρας τινὸς ἐκεῖ Τρα-
696»πέζης, οἵτινες ἠρνήθησαν ἀπολύτως πᾶσαν συμμετοχήν.
697»Ἐνταυτῷ δ’ ἔφθανον καθ’ ἑκάστην ἐνταῦθα νέαι διαταγαὶ
698»πρὸς πώλησιν ἐκ Βερολίνου καὶ ἐκ Παρισίων, καὶ ἡ φήμη
699»ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐστερεῖτο τῶν μέσων νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ
700»προσεχὲς τοκομερίδιον ἠνάγκαζε καὶ τοὺς ἀγαθῇ πίστει
701»κατόχους νὰ πωλῶσιν. Ἡ οὕτως ὠργανωμένη καταδρομὴ
702»τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄλλον σκοπὸν
703»ἢ ἀνήθικον κερδοσκοπίαν, πρὸς ἀγορὰν βραδύτερον ἀξιῶν
704»ἀρίστων, ἃς ἐπίτηδες κατέῤῥιψαν πρῶτον οἱ μέλλοντες
705»ἀγορασταὶ, ὡς ἐξήγησα ἐν τῇ προλαβούσῃ ἐκθέσει μου».
706Καὶ ἐν ἄλλῃ ἐπιστολῇ, γραφείσῃ ἐν Λονδίνῳ τὴν 22
707Ἰανουαρίου (3 Φεβρουαρίου) 1892, ὁ κ. Γεννάδιος ἔγρα-
708φεν (ἀναγινώσκει):
709«Ἡ κατάστασις τῆς χρηματαγορᾶς τοῦ Λονδίνου εἶναι
710»οἰκτρά. Εἰσέτι δὲν παρῆλθον τὰ ἀποτελέσματα τῆς πτω-
711»χεύσεως τοῦ οἴκου τῶν Baring. Ἡ πληγὴ, μακρὰν τοῦ
712»νὰ ἐπουλωθῇ, ηὔξησε διὰ τῆς κατ’ οὐσίαν στάσεως τῶν
713»Murietta, καὶ τῆς κρισίμου θέσεως, εἰς ἣν περιῆλθον παν-
714»τοῖοι ἄλλοι μεγάλοι Τραπεζικοὶ Οἶκοι. Ἀπειρία ἀν-
715»θρώπων εἰς πᾶσαν τάξιν τῆς κοινωνίας εἰσὶ τετραυμα-
716»τισμένοι ἐκ τῶν ζημιῶν τῶν Ἀργεντινῶν ἀξιῶν. Εἰς ταύ-
717»τας προσετέθησαν καὶ αἱ ἐκ τῶν Βραζιλιανῶν χρεωγράφων
718»ζημίαι, καὶ μόλις προχθὲς ἔφθασαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς
719»Πορτογαλίας σχεδὸν εἰς χρεωκοπίαν. Αἱ φοβεραὶ αὗται
720»ζημίαι γεννῶσι γενικὴν δυσπιστίαν καὶ φόβους ἀεννάους,
721»ὥστε καὶ τὰ πάσης ἀσφαλείας χρεώγραφα συμπάσχουν.»
722Καὶ κατωτέρω: «Συγχρόνως ἐδημοσιεύθησαν εἴς τινας
723»ἐφημερίδας τοῦ Λονδίνου, αἵτινες, ἐκδιδομένων τῶν τελευ-
724»ταίων δανείων, συνηγόρουν ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν οἰκονο-
725»μικῶν, ἄρθρα βίαια καὶ ἀπαισιόδοξα σφόδρα κατὰ τῆς
726»οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Ἕτεραι δ’ ἐφημερίδες τοῦ
727»Βερολίνου κατεχώρησαν ἀνταποκρίσεις ἐξ Ἀθηνῶν, καθ’
728»ὁμοίας ἐμπνεύσεις συντεταγμένας.»
729Καὶ ἐκ Παρισίων δὲ παραπλησίας ἐλάμβανον παρὰ
730φίλων μου πληροφορίας, καὶ ἀναγινώσκω ἐπιστολὴν, γρα-
731φεῖσαν ἐν Παρισίοις τὴν 17 Φεβρουαρίου: «Ἡ ἐντύπωσις,
732»ἣν ἐπροξένησαν ἐνταῦθα τὰ τελευταῖα οἰκονομικὰ ὑμῶν
733»μέτρα, ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ἀρίστη.... Δυστυχῶς ὅμως
734»τὰ ἄρθρα πολλῶν ἐκ τῶν ἡμετέρων ἐφημερίδων, καὶ οἱ
735»ὑπερβολικῶς ἀπαισιόδοξοι λόγοι τινῶν ἐκ τῶν Βουλευτῶν,
736»μεταφραζόμενοι καὶ ἀναδημοσιευόμενοι εἰς τὰς ξένας ἐφη-
737»μερίδας, ἀποθαῤῥύνουσι τὸ κοινὸν, μειοῦντες τὸ ἀποτέ-
738»λεσμα τῶν ἐκ τῶν λαμβανομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
739»μέτρων καλῶν ἐντυπώσεων».
740Εἶχεν ἀρχίσει τότε ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογι-
741σμοῦ τοῦ 1892, πιθανῶς δὲ θέλει κολακεύσει τὴν φιλοτι-
742μίαν ἐκείνων, οἵτινες τότε μετέσχον αὐτῆς, διότι πληροφο-
743ροῦνται ἐκ τῶν ἀνωτέρω εἰδήσεων, ὅτι οὐ μόνον τὰ ὀνόματα
744αὐτῶν κατεστάθησαν οὕτω γνωστὰ εἰς τὴν Εὐρώπην, ἀλλὰ
745καὶ οἱ λόγοι αὐτῶν ἐκρίθησαν παρέχοντες κῦρος, καὶ κατώρ-
746θωσαν οὕτω νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν μείωσιν τῆς οἰκονομι-
747κῆς πίστεως τῆς πατρίδος των.
748Τὰς πληροφορίας δὲ ταύτας ἐποριζόμην ὁμοίως καὶ ἐκ
749τηλεγραφήματος ἐκ Λονδίνου, σταλέντος μοι ἐκεῖθεν τὴν
7506/18 Φεβρουαρίου 1892. Δι’ αὐτοῦ μοὶ ἀνεκοινοῦτο, ὅτι
751(ἀναγινώσκει) «ὑπὸ τοῦ «Χρόνου» ἐδημοσιεύθη σήμερον
752»ἀνταπόκρισις ἐκ Ρώμης, μετ’ ἀποσπάσματος ἐφημερίδος
753»ἑλληνικῆς, περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως· ἐνεποίησε
754»δὲ ἡ δημοσίευσις αὕτη κακὴν ἐντύπωσιν». Καὶ εἶναι μὲν
755γνωστὸν, ὅτι ἀνταποκριτὴς τοῦ ἀγγλικοῦ «Χρόνου» ἐν
756Ρώμῃ εἶναι ὁ κ. Στήλμαν, τὸν ὁποῖον πάντες γνωρίζετε·
757ὅσον δὲ καὶ ἂν εἰκάζω, δὲν γνωρίζω ὅμως θετικῶς, ποία
758ἦτο ἡ ἑλληνικὴ ἐφημερὶς, τῆς ὁποίας ἡ φιλοπατρία διέ-
759λαμπεν ἐν τῷ ἀποσπάσματι αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Στήλ-
760μαν μετέφρασε καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὸν «Χρόνον» πρὸς
761δημοσίευσιν.
762Τὰ λεχθέντα νομίζω, ὅτι πείθουσιν ὑμᾶς, ὅτι τὸ θάῤῥος
763καὶ ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν νὰ παραστήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν
764εὐρωστίαν τῆς χώρας, ὅτε ἠγοράζομεν τὸ συνάλλαγμα
765πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῆς δευ-
766τέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1891, δὲν εἶναι αὐτὸ καὶ μόνον, τὸ
767ὁποῖον ἔπεισεν ἡμᾶς, ἵνα προτιμήσωμεν τὸ μέσον τοῦτο,
768ἀλλ’ ἦσαν καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐξ Εὐρώπης
769ἐλαμβάνομεν, περὶ τῶν πιθανοτήτων, αἵτινες ὑπῆρχον πρὸς
770εὕρεσιν δανείου.
771Ἀλλ’ ἠκούσατε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μετ’ αὐταρεσκείας
772καὶ τῆς διακρινούσης αὐτὸν μετριοφροσύνης εἰπόντος κατὰ
773τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὅτι τὸν
774Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὅτε ἐπέσκηψαν τὰ ἀποτελέσματα
775τῶν ἐκλογῶν τῆς 14 Ὀκτωβρίου, «ἡ Ἑλλὰς ἐθεωρεῖτο χώρα
776εὐδοκιμοῦσα οὐ μόνον περὶ τὴν κοινωνικὴν αὐτῆς οἰκο-
777νομίαν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου».
778«Ἡ Ἑλλὰς», ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
779εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, «ἠδύνατο νὰ
780»διεξάγῃ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς, δεόμενα μὲν προνοίας
781»σπουδαίας, ἀλλ’ οὐδὲν παρουσιάζοντα τὸ ἀδιέξοδον, ἠδύ-
782»νατο ἡ Ἑλλὰς νὰ διεξάγῃ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς ἐν
783»πάσῃ ἀνέσει· οὐδὲν ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὴν τὴν σπουδήν...»
784Καὶ κατωτέρω ἠκούσασε αὐτοῦ διηγουμένου (ἀναγινώ-
785σκει): «Εἴχομεν προσέτι εἰσέλθει εἰς ὁδὸν, ἥτις καθίστα
786»βέβαιον ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος τὸν περιορισμὸν τῆς
787»κυκλοφορίας τοῦ χαρτίνου νομίσματος τοῦ πιστωτικοῦ
788»ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ πρέποντος, τουτέστιν εἶχεν ἐξα-
789»σφαλίσει τὴν ἐν μέλλοντι οὐχὶ πολὺ ἀπέχοντι ἀφαίρεσιν
790»ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας παντὸς τοῦ πιστωτικοῦ ἐκείνου
791»νομίσματος, τὸ ὁποῖον προεκάλει ἀνωμαλίας ἐν τῇ ἀγορᾷ,
792»καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ παραίτιον τῆς δυσχερείας περὶ
793»τὴν τροπὴν τῶν χαρτίνων προσόδων τοῦ Δημοσίου εἰς
794»μεταλλικὸν νόμισμα πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων τοῦ
795»Κράτους». Ἀλλ’ ἦτο πράγματι εὐδοκιμοῦσα ἡ Ἑλλὰς,
796καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ
797ἐπιτρέπωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ διαχειρίζηται αὐτὰ ἐν
798ἀνέσει; Ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν,
799ἂν πράγματι ἐφρόνει τοῦτο, νὰ πλανᾶται τόσον; Ἡ χώρα
800κατὰ τὴν 26 Ὀκτωβρίου τοῦ 1890, ὅτε ἡμεῖς ἀνελάβομεν
801τὴν ἀρχὴν, ἦτο ἐν ἐντελεῖ κακοδαιμονίᾳ. Τὰ οἰκονομικὰ
802τοῦ Δημοσίου ἔκειντο εἰς κακίστην κατάστασιν, ἡ κακίστη
803δὲ αὐτῶν κατάστασις ἔβαινεν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐπὶ τὸ
804χεῖρον. Καὶ ποῦ μὲν εὑρέθημεν ἡμεῖς, οἱ ἀναλαβόντες τὴν
805Κυβέρνησιν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, θέλω διαλάβει μετ’
806ὀλίγον, ὅταν φθάσω εἰς τὸ θέμα τοῦτο, ὀφείλω ὅμως νὰ
807μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀνασκευῆς καὶ ἀπὸ τοῦδε ἰσχυρισμὸν το-
808σοῦτον μὴ ἀληθῆ. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ κριθῇ ἡ Ἑλλὰς
809ὡς εὐδοκιμοῦσα κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν της,
810ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἦτο ἤδη γνωστὸν καὶ ὡμολογη-
811μένον, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τεσσάρων μόνον ἐτῶν ἀνήρχοντο
812εἰς δραχμὰς 87,994,306; Καὶ αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1890,
813τοῦ ὁποίου τὰ οἰκονομικὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεχειρίζετο
814μέχρι τοῦ τέλους τοῦ Ὀκτωβρίου μηνὸς, ἦτο 17,594,194·
815ἦτο ὄντως τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους τούτου μικρότερον τῶν
816ἐλλειμμάτων τῶν προηγηθέντων ἐτῶν, διότι κατὰ τὸ ἔτος
817τοῦτο εἶχεν εἰσπράξει ἐκ δανείων πλὴν τῶν 9,015,476.17,
818τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ
819ἄλλα 43,232,529 εἰς χρυσὸν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπλήρωσε
820τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων, δυνηθεὶς οὕτω
821νὰ μὴ ἀποτίσῃ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγμα-
822τος πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Κατὰ
823τὸ 1889 εἶχον πληρωθῆ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς τόκους
824καὶ χρεωλύσια δανείων 31,345,064.84, ἐνῷ κατὰ τὸ 1890
825ἐπληρώθησαν μόνον 35,634,257.81. Πόθεν ἡ διαφορὰ αὕτη;
826Πῶς κατωρθώθη νὰ πληρωθῶσιν ὀλιγώτερα 4,289,192.97;
827Εἶχε τάχα ἀποσβέσει τινὰ τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους ὁ κ.
828Πρωθυπουργὸς, καὶ οὕτως εἶχεν ἐλαττώσει κατὰ τέσσαρα
829ἑκατομμύρια τοὺς πληρονομένους τόκους; Παντάπασιν.
830Εἶχεν αὐξήσει τὰ χρέη τοῦ Κράτους, διότι συνωμολόγησε
831νέα δάνεια, καὶ δι’ αὐτῶν ἐπλήρωσε τοὺς τόκους καὶ τὰ
832χρεωλύσια, ἀπαλλαγεὶς τῆς ἀνάγκης νὰ ἀγοράσῃ συνάλ-
833λαγμα καὶ νὰ πληρώσῃ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ συναλ-
834λάγματος. Ἀλλὰ μήπως δὲν εἶχε πλέον τότε διαφανῆ ὁ
835τρόπος, καθ’ ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεχειρίζετο τὰ οἰκονο-
836μικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη; Διαχείρισις
837διεξαγομένη διὰ λαθροχειριῶν, ὅπως πλανηθῶσιν οἱ πολλοὶ
838καὶ ὑπολάβωσιν ὅτι κατέλιπε περίσσευμα, ἐνῷ εἶχε κατα-
839λίπει ὀγκῶδες ἔλλειμμα, εἶναι διαχείρισις σώφρων καὶ χρη-
840στή; Τί ἐγίνετο παρ’ ἡμῖν καθ’ ὅλα ταῦτα τὰ παρελθόντα
841ἔτη; Κατὰ τὸ 1887 πρὸς ἰσοζύγισιν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ
842ἔξοδα εἶχον ἐπιβληθῆ νέοι φόροι καὶ αὐξηθῆ οἱ ὑπάρχον-
843τες, καὶ προϋπελογίσθη ἐκ τούτου αὔξησις ἐσόδων κατὰ
84422,280,686, εἰσεπράχθησαν δὲ 20,717,184. Καὶ ὅμως δὲν
845ἔλειψαν τὰ δάνεια, ἀλλὰ συνωμολογήθησαν τοιαῦτα καὶ
846εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῶν 77,024,231.70, πλὴν 16,336,000,
847τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν προηγουμέ-
848νων. Κατὰ τὸ 1888 ὡσαύτως διὰ δανείων ᾠκονομήθησαν
849αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, διότι 14,336,598.95 εἰσεπρά-
850χθησαν ἐκ δανείων· ἤτοι 10,217,494.90 ἐκ τῆς ἀναγκα-
851στικῆς κυκλοφορίας, δραχ. 1,410,298.05 ἐκ τοῦ δανείου
852τῶν 15 ἑκατομμυρίων, καὶ δραχ. 2,708,806 ἐκ τοῦ δανείου
853τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Μήπως κατὰ τὸ 1889 δὲν ἐπορί-
854σθη 30,451,909.79 ἐκ δανείων, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς
855ἀνάγκας τοῦ Κράτους; Εἶχεν εἰσπράξει κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο
856ἐκ δανείων 96,801,208 εἰς χρυσὸν, ἤτοι ἐκ τοῦ δανείου
857τῶν 135 ἑκατομμυρίων 11,260,181, ἐκ τοῦ δανείου τῶν
8581,200,000 λιρῶν ἀγγλικῶν 20,437,500, καὶ ἐκ τοῦ δα-
859νείου τῶν 5,000,000 λιρῶν ἀγγλικῶν 65,103,527. Ἐκ
860τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 96,801,208 ἐπλήρωσε πρὸς ἀπό-
861σβεσιν τῶν μὲν δανείων τῶν 6 καὶ 10 ἑκατομμυρίων
8628,382,362.56, τῶν δὲ δανείων τῶν 26 καὶ τῶν 60 ἑκα-
863τομμυρίων 57,966,935 65, τὸ ὅλον 66,349,909.21. Πλὴν
864τούτων δ’ εἰσέπραξε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκ δανείων καὶ
865ἄλλα 11,205,014.57 δρ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἤτοι
8662,499,165 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων, καὶ
8678,705,849.57 ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ
868κατὰ τὸ 1890 δ’ εἰσέπραξεν ἐκ δανείων, εἰς χρυσὸν μὲν
86916,817,668.50 ἐκ τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσσης,
870δαπανήσας ταῦτα εἰς τακτικὰς ἀνάγκας, καὶ 3,173,529
871ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ἐκ τοῦ δανείου
872τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσσης εἶχε λάβει 40,050,000, ἀλλ’
873ἐπλήρωσε πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν χρεῶν τῶν 25, τῶν 4 καὶ
874τῶν 6 ἑκατομμυρίων 15,537,681.50, ἀφῆκε καὶ εἰς ἡμᾶς,
875τοὺς διαδεχθέντας αὐτὸν, 7,694,650, τὸ ὑπόλοιπον δ’ ἐκ
87616,817,668.50 ἐδαπάνησεν εἰς ἐλλείμματα τοῦ προϋπολο-
877γισμοῦ. Πλὴν δὲ τούτου εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1890 καὶ εἰς
878τραπεζικὰ γραμμάτια ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας
8796,136,648.26, διότι, ἐνῷ τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
880ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Δημοσίου ἀνήρ-
881χετο κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1889 εἰς 54,607,327.42,
882κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1890 εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς
88360,743,975.68.
884Οὕτως ἀπὸ τοῦ Μαΐου μηνὸς τοῦ 1886, καθ’ ὃν ἐπα-
885νήχθη ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου,
886μέχρι τοῦ τέλους Ὀκτωβρίου 1890, ὅτε κατεβιβάσθη ἀπὸ
887αὐτὴν, ἐκτὸς τῶν 20,717,184.33, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε
888καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν ἐξ αὐξήσεως φόρων, τῆς νομοθετη-
889θείσης κατὰ τὸ 1887, ἐπορίσθη ἐκ δανείων, αὐξήσας τὰ
890χρέη τοῦ Κράτους, 30,891,759.54 εἰς τραπεζικὰ γραμ-
891μάτια, καὶ 131,586,443.04 εἰς χρυσὸν, ἐπιβαρύνας τὸ
892ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τοῦ Κράτους διὰ τοσούτου χρέους.
893Καὶ μετὰ τοιαύτην διοίκησιν δύναταί τις νὰ τολμήσῃ
894νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐκρίνετο εὐδοκιμοῦσα εἰς τὴν δια-
895χείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890;
896Μὴ εἰπῆτε ὅτι ἐδαπανήσατε ἐξ αὐτῶν εἰς κατασκευὴν
897ὁδῶν, διότι, ἐὰν κατεσκευάσθησαν κακαὶ κακῶς τινες ὁδοὶ,
898μεταβληθείσης καὶ τῆς ὁδοποιΐας εἰς ῥουσφετολόγιον, τὰ
899δαπανηθέντα πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν κατεβλήθησαν ἐκ
900τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Μὴ ἀναφέρετε τὰς
901ναυτικὰς παρασκευὰς, διὰ τὰς ὁποίας ἐδαπανήθησαν μέχρι
902τοῦ 1892 φράγκα 27,003,805.55, διότι θὰ καταγγείλω-
903μεν ὡς ἀσυνείδητον τὴν κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν,
904δι’ ἣν ἐδαπανήθησαν τοσαῦτα χρήματα, καθ’ ὃν χρόνον
905ἐδανείζεσθε, ἵνα πληρώσητε τὰ ἐτήσια ἐλλείμματα τῆς δια-
906χειρίσεώς σας, τὰ ὁποῖα ἔβαινον κατ’ ἔτος αὐξανόμενα
907ἀπὸ 23,931,894 εἰς 30,686,647. Τί χρησιμεύουσι τὰ
908θωρηκτὰ σήμερον, ὅτε δὲν στερεῖσθε μόνον τῶν μέσων, ὅπως
909παρασκευάσητε ἐκείνους, οἵτινες πρέπει νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν
910αὐτοῖς, ἀλλὰ δὲν ἔχετε οὐδὲ τὰ μέσα τῆς ἁπλῆς συντηρή-
911σεώς των; Καὶ ποῖον ἐκ τῆς κατασκευῆς τούτων ἐπε-
912βλήθη βάρος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους; Τὰ θω-
913ρηκτὰ κατεσκευάσθησαν διὰ χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 135
914ἑκατομμυρίων, τὸ δάνειον δὲ τοῦτο συνωμολογήθη κατὰ
915τὴν 3 Ἰουνίου 1887, ἑκάστη δ’ ὁμολογία αὐτοῦ ἐκ
916500 φράγκων χρυσῶν ἐπωλήθη εἰς τοὺς καταβαλόντας τὸ
917δάνειον ἀντὶ 337 φράγκων. Διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν θω-
918ρηκτῶν ἐκρατήθησαν ἐν τοῖς κιβωτίοις τῆς Προεξοφλητι-
919κῆς Τραπέζης τῶν Παρισίων 77,151 ὁμολογίαι, ἀντιπρο-
920σωπεύουσαι κεφάλαιον ὀνομαστικὸν φρ. 38,575,500, καὶ
921ἐτίθεντο εἰς κυκλοφορίαν ἐξαργυρούμεναι κατὰ πᾶσαν δόσιν
922πληρονομένην εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν κατασκευὴν τῶν
923θωρηκτῶν. Διὰ τὸ κεφάλαιον τῶν φράγκων 38,575,500,
924τὸ ὁποῖον παριστᾷ 26 ἑκατομμύρια πραγματικά, πληρό-
925νομεν ἐτήσιον τόκον εἰς χρυσᾶ φράγκα 1,543,020· ἐπειδὴ
926δὲ δὲν ἐπήρκεσαν τὰ 26 ἑκατομμύρια, διότι ἐδαπανήθησαν,
927ὡς εἶπον, διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν, διὰ τὴν
928ἐπιστασίαν καὶ τὰς δοκιμὰς αὐτῶν, διὰ τὴν παραλαβὴν
929καὶ τὴν μεταφοράν των καὶ δι’ ἀσφάλιστρα φράγκα
93027,003,805.55, ἤτοι περιπλέον φρ. 1,003,805.55, καὶ
931τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο κατεβάλομεν ἐκ δανείων καὶ πληρόνο-
932μεν καὶ δι’ αὐτὸ τόκον, πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ὁ τόκος
933τοῦ συμπληρωματικοῦ τούτου κεφαλαίου, ἤτοι φράγκα
93460,228.33, οὕτω δὲ ὁ ἐτήσιος τόκος, τὸν ὁποῖον πληρό-
935νομεν ἕνεκα τῆς κατασκευῆς τῶν θωρηκτῶν, ἀνέρχεται εἰς
936φράγκα 1,603,248.33. Πλὴν τούτων, ἐνῷ τὰ ἔξοδα τοῦ
937ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου κατὰ τὸ 1887, πλὴν τῶν
938καταβληθέντων τότε εἰς ναυπήγησιν καὶ ἐπιστασίαν τῶν
939θωρηκτῶν, ἀνῆλθον εἰς 3,912,769.01, διὰ τοῦ προϋπολο-
940γισμοῦ τοῦ 1893 προσδιωρίσθησαν εἰς 5,034,254.80, ἤτοι
941ηὐξήθησαν κατὰ 1,121,485.79 ἕνεκα τῆς συντηρήσεως
942τῶν τριῶν θωρηκτῶν, πρέπει δὲ καὶ ἡ ἐτησία αὕτη δαπάνη
943νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν θωρηκτῶν
944ἐπελθόντα βάρη, συνιστάμενα οὕτως εἰς 1,603,248.33 εἰς
945χρυσὸν, καὶ εἰς 1,121,485.79 εἰς γραμμάτια κατ’ ἔτος.
946Δὲν εἶχον δίκαιον, ὅτε πρὸ πέντε ἐτῶν, ἤτοι κατὰ τὴν 7
947Νοεμβρίου 1888, ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς; (ὅρα σελ.
94875 ἐστενογραφημένων πρακτικῶν αὐτῆς) (ἀναγινώσκει):
949«Τίς, ἀκούων τούτων, δὲν αἰσθάνεται συγκίνησιν, θλι-
950»βόμενος διὰ τὴν μαύρην μοῖραν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ τό-
951»πος, νὰ κληθῇ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς
952»χώρας ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν
953»ἐνεθυμήθη, ὅτι δὲν εἴχομεν κρατερὰ σκάφη, περὶ τῶν ὁποίων
954»ἀνέφερεν ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ; Καὶ 26 ἑκατομμύρια
955»εἰσὶ τὰ πραγματικῶς πληρωθέντα; Ἀλλ’ αὐτὰ ἐδανείσθη
956»πρὸς 66%, ἤτοι ἀνέλαβε δι’ αὐτῶν δάνειον 40
957»ἑκατομμυρίων, διὰ τὸ ὁποῖον ἐτησίως θέλει πληρόνει τό-
958»κον, πρὸς 4%, φράγκα 1,600,000 καὶ τὸ συμπε-
959»φωνημένον χρεωλύσιον».
960Καὶ ἐλήφθησαν τὰ 26 ἑκατομμύρια ἐκ δανείου, τὸ
961ὁποῖον συνωμολογήθη διὰ νὰ ἐπουλώσωμεν ἄλλας πληγὰς,
962λαβόντες δ’ αὐτὰ διὰ νὰ κατασκευάσωμεν θωρηκτὰ, ἠνεῴ-
963ξαμεν νέαν πληγὴν πρὸς ἐκείναις, τὰς ὁποίας ἐζητοῦμεν νὰ
964ἐπουλώσωμεν. Καὶ ἐξελέξατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ 1887,
965ἵνα πραγματοποιήσῃ τὸ ῥῆμα αὐτοῦ, τὸ κατὰ τὸ 1883
966λεχθὲν πρὸς τὴν Βουλὴν, «πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη ἄνευ
967»ναυτικῶν παρασκευῶν εἶναι μεγίστη διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν
968»ζημία». Καὶ ἀφοῦ πᾶσα ἡ ἄλλη διαχείρισις αὐτοῦ εἶχεν
969ἀφαιρέσει τὸ αἷμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔπρεπε καὶ λόγῳ ναυ-
970τικῶν παρασκευῶν νὰ καταπονηθῇ τὸ ἐνεστὼς, ἐπὶ μεγίστῃ
971ζημίᾳ τοῦ μέλλοντος εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, οἷον ἐξαγγέλλει
972ἡ παροῦσα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατάστασις.
973Ἂς μὴ προβάλωσιν οὐδὲ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηρο-
974δρόμων, ὡς αἰτίαν ἢ ὡς σκοπὸν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα κατὰ
975τὸ εἰρημένον διάστημα συνωμολογήθησαν. Πόσα ἐδαπανή-
976θησαν διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, θέλω σᾶς ἀναφέρει μετ’
977ὀλίγον, ὅτε θέλω παρατάξει ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ποσὰ, τὰ
978ὁποῖα εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ δανείων, καὶ ἀφ’
979ἑτέρου τὰ μεγάλα ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα τὰ ποσὰ ταῦτα ἐδα-
980πανήθησαν.
981Τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐγκατελιμπάνοντο κατὰ
982τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890 ἐν καταστάσει εὐδοκίμῳ καὶ
983ἐν προκοπῇ, ἀλλὰ κατελιμπάνοντο ὑπὸ τῶν διαχειρισαμέ-
984νων αὐτὰ καὶ κατὰ τὴν λήξασαν τότε τετραετίαν ἐν κακο-
985δαιμονίᾳ καὶ ἐν καταστάσει δυναμένῃ νὰ ἐμποιήσῃ ἀπό-
986γνωσιν. Εἶχεν εἰσαχθῆ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ὁδὸν τῆς κακοδαι-
987μονίας κατὰ τὴν πρώτην τριετίαν τοῦ 1882, 1883 καὶ
9881884. Τότε αἱ στρατιωτικαὶ καὶ ναυτικαὶ παρασκευαὶ, ἡ
989κατασκευὴ σιδηροδρόμων, ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
990φορίας ἐχρησίμευσαν ὡς πρόσχημα διὰ νὰ συνομολογηθῇ
991τὸ ἀπαίσιον δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ συνωμο-
992λογήθη πρωτίστως, διὰ νὰ καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα τοῦ
993προϋπολογισμοῦ, διότι 19,250,280.11 ἐκ τοῦ δανείου
994τούτου ἐδαπανήθησαν εἰς ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ.
995Κατὰ τὸ 1882 ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου παρέλαβε
996φράγκα χρυσᾶ 18,841,955.10, ὑπόλοιπον τῆς διαχειρί-
997σεως τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Μὴ σᾶς παρα-
998πλανήσωσιν αἱ δημοσιεύσεις καὶ οἱ πίνακες, οἵτινες περιε-
999λήφθησαν ἐν τῷ δημοσιευθέντι ἐφέτος τεύχει τοῦ προϋπο-
1000λογισμοῦ. Κατ’ οὐδὲν τῶν παρελθόντων ἐτῶν προϋπολογι-
1001σμὸς εἶχε προικισθῆ διὰ τοσούτων πινάκων καὶ δημοσιεύ-
1002σεων, ἐφέτος δ’ ἐπροικίσθη καὶ ἐπλουτίσθη δι’ αὐτῶν, ἵνα
1003παραπλανηθῶσιν οἱ ἁπλούστεροι καὶ ὑπολάβωσιν ὅτι τὰ
1004κακὰ πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὰ μεγάλα ἐλλείμματα τῆς
1005διαχειρίσεως τοῦ Κουμουνδούρου, ἢ εἰς τὰ μεγάλα ἐλλείμ-
1006ματα τῆς ἐμῆς διαχειρίσεως. Ἀλλ’ ἡ διαχείρισις τοῦ Κου-
1007μουνδούρου εἶχε καλυφθῆ ἀπὸ τὰ τότε τακτικὰ ἔσοδα τοῦ
1008Κράτους, καὶ ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκα-
1009τομμυρίων, ἐκ τοῦ ὁποίου εἶχε μείνει ὑπόλοιπον ἐκ δραχ.
101018,841,955.10, τὸ ὁποῖον παρεδόθη εἰς τὴν διαδεξαμένην τὸν
1011Κουμουνδοῦρον Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογ-
1012γίου. Δὲν δημιουργῶ ἐγὼ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, ἀλλ’ ἀνα-
1013γράφει αὐτοὺς ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν συνέταξε καὶ ἐδημοσίευσε
1014κατὰ τὴν 8ην Νοεμβρίου 1882 ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν ὁ νῦν
1015Πρωθυπουργὸς, καὶ τότε Πρωθυπουργὸς τυγχάνων, συνέ-
1016στησε, καὶ ἥτις ἀπετελεῖτο ἐξ ἀνθρώπων δοκίμων περὶ τὰ
1017λογιστικὰ, ἀπὸ τὸν κ. Δ. Λεβίδην, πρόεδρον, ἀπὸ τοὺς
1018κ.κ. Ἰωάννην Σ. Κοντογιάννην, ἐπιμελητὴν, Ι. Θ. Γαρου-
1019φαλιᾶν, ἀρχιφροντιστὴν, Σ. Φλῶρον, τὸν νῦν διευθυντὴν τοῦ
1020Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ Ι. Ἀγαλλόπουλον, τότε τμη-
1021ματάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ πόρισμα
1022τῆς μακρᾶς ταύτης καὶ λεπτομεροῦς ἐκθέσεως εἶναι
1023τόδε: Εἰσπράξεις τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων
102482,122,782.02, πληρωμαὶ 63,280,826.92, ὑπόλοιπον
102518,841,955.10. Ἀναφέρει μάλιστα ἡ εἰρημένη ἔκθεσις καὶ
1026ποῦ ὑπῆρχε κατατεθειμένον τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο. Εὑρίσκοντο
1027τότε 13,421,665 παρὰ τῇ Τραπέζῃ Κωνσταντινουπό-
1028λεως ἐν Παρισίοις, 387,167.99 ἐσώζοντο ὡς ὑπόλοιπον
1029τῆς προκαταβολῆς τῶν 25 ἑκατομμυρίων, 2,017,555.55
1030εὑρίσκοντο παρὰ τῇ Γενικῇ Πιστωτικῇ Τραπέζῃ καὶ
10313,015,579.10 εὑρίσκοντο παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ροδοκανάκη
1032ἐν Παρισίοις· ἐξ αὐτῶν δ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς
1033τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τὸν λογαριασμὸν τοῦ
1034ἐν Λονδίνῳ πρέσβεως, φράγκα 12 καὶ 62 ἑκατοστά. Οὕ-
1035τως ἀπετελεῖτο κεφάλαιον δρ. 18,841,955 καὶ 10/100, τὸ
1036ὁποῖον κατὰ τὸ 1882 ὑπῆρχε, καὶ ὑπὸ τοῦ ὁποίου θερ-
1037μαινόμενος ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, ἂν
1038δὲν σφάλλωμαι, ἦτο ὁ νῦν διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
1039πέζης, ἔλεγεν ἡμέραν τινὰ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βή-
1040ματος τούτου μετὰ χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης, ὅτι ἀνεκάλυψε
1041καὶ ἄλλα χρήματα εἰς τὴν Ἀμερικὴν, τὰ ὁποῖα ἡ ἀκηδία
1042καὶ ἡ ἀθλιότης τῆς διοικήσεως Κουμουνδούρου εἶχε λησμο-
1043νήσει ἐκεῖ ἀποτεθειμένα, ἐφιλοδώρησε δ’ οὕτως εἰς τὰ δη-
1044μόσια ταμεῖα καὶ τὸν θησαυρὸν τοῦτον, τὸν ἀνευρεθέντα.
1045Κατὰ τὴν τριετίαν ἐκείνην, ἐκτὸς τῶν ἐκτάκτων ἐσό-
1046δων, τὰ ὁποῖα πρώτην φορὰν εἰσήγοντο εἰς τὸ δημόσιον
1047ταμεῖον, ἤτοι τῶν ἐσόδων τῶν ἑνωθεισῶν μετὰ τοῦ ἄλλου
1048ἐλευθέρου Κράτους ἐπαρχιῶν, τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐ-
1049ξήσεως φόρων καὶ ἐκ προσθήκης νέων φόρων εἰσεπράχθησαν
1050κατὰ τὰ ἔτη 1882 καὶ 1883, ἀνελθόντα εἰς 17,361,650,
1051ἐκτὸς τῶν 18,841,955.10, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, εἶ-
1052χον ὑπολειφθῆ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐδέησε
1053νὰ δημιουργήσῃ καὶ ἄλλα ἔσοδα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἱδρύ-
1054σας τὰ μονοπώλια. Καὶ ὅμως κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1884
1055ὑπῆρξεν ἔλλειμμα ἐκ τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ
1056ἀπολογισμοὶ προσδιώρισαν εἰς 45 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια.
1057Λοιπὸν ἐγένετο τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἵνα πλη-
1058ρωθῶσι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, καὶ πρόσχημα ἦσαν οἱ σιδη-
1059ρόδρομοι, αἱ στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ, ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκα-
1060στικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἀπότομος καὶ αἰφνιδία, ἡ ἄρσις, διὰ
1061τὴν ὁποίαν δὲν ἐδίσταζε προχθὲς νὰ μᾶς διδάσκῃ, ὅτι «καὶ
1062»ἡ μετάβασις ἀπὸ τῆς χείρονος εἰς τὴν βελτίονα κατάστα-
1063»σιν, ὅταν γίγνηται ἀποτόμως, φέρει καὶ αὕτη ζημίαν»,
1064καὶ ὅτι χρεωστεῖ ἡ Κυβέρνησις «νὰ προβαίνῃ εἰς τὸ ἔργον
1065»μετὰ περισκέψεως, παρέχουσα εἰς τὰς συναλλαγὰς τὸν
1066»χρόνον τῆς παρασκευῆς πρὸς τὰς μεταβολὰς τοῦ νομι-
1067»σματικοῦ καθεστῶτος!!»
1068Ἢ μήπως ἐκρίνετο εὐδοκιμοῦσα κατὰ τὴν διαχείρισιν
1069τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἡ Ἑλλὰς, διότι ἡ Κυβέρνησις
1070αὐτῆς εἶχεν ἀθετήσει τὰς ὑποσχέσεις καὶ τὰς βεβαιώσεις,
1071τὰς ὁποίας καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους καὶ
1072πρὸς τοὺς δανειστὰς εἶχεν ἀνακοινώσει, τὰς βεβαιώσεις,
1073ὅτι ἰσότιμα τῶν ποσῶν, ἅπερ ἐλάμβανεν ἐκ δανείων, ἤθελε
1074πληρώσει πρὸς μείωσιν τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τῶν
1075τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἵνα
1076τοιουτοτρόπως ἐπαναφέρῃ τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ τραπεζι-
1077κοῦ γραμματίου πρὸς τὸν χρυσόν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε
1078εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, ἔλεγε πρὸς τὴν
1079Βουλὴν, ὅτι τοῦ ἔργου τούτου εἶχε ποιήσει τὴν ἔναρξιν καὶ
1080ὅτι εἶχεν εἰσέλθει «εἰς ὁδὸν, ἥτις καθίστα βέβαιον, ἐντὸς
1081»χρονικοῦ διαστήματος ὄχι πολὺ μακροῦ, τὸν περιορισμὸν
1082»τῆς κυκλοφορίας τοῦ νομίσματος τοῦ πιστωτικοῦ ἐντὸς
1083»τοῦ κύκλου τοῦ πρέποντος». Ἀλλ’ ἡ ὁδὸς, εἰς τὴν ὁποίαν
1084εἶχεν εἰσέλθει, δὲν εἶχε φέρει αὐτὸν πρὸς μείωσιν, ἀλλὰ
1085πρὸς αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμ-
1086ματίων, ἡμεῖς δὲ, οἱ τότε ἀποτελοῦντες μέρος τῆς Βουλῆς,
1087οἵτινες ἠκούσαμεν τὰς διαβεβαιώσεις, ἀναγινώσκοντες καὶ
1088πληροφορούμενοι κατόπιν κατὰ τίνα τρόπον αἱ διαβε-
1089βαιώσεις ἐκεῖναι ἐξετελέσθησαν, τί ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν;
1090Ἔπρεπε νὰ θρηνήσωμεν τὴν ἁπλότητα ἡμῶν, ἢ νὰ θαυ-
1091μάσωμεν τὴν ἐμπειρίαν καὶ δοκιμότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ
1092ἐκ Μεσολογγίου;
1093Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, τοῦ ὁποίου τιμῶ τὴν φι-
1094λοπονίαν, ἠσχολήθη ἐπὶ πολὺ νὰ ἀνεύρῃ διαφορὰς ἀριθμῶν,
1095οἵτινες εἶχον ἀναγραφῆ ἐν διαφόροις πίναξι καὶ ἐν διαφό-
1096ροις καταστάσεσι, τοὺς ὁποίους πίνακας καὶ καταστάσεις
1097ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ
1098τὴν διαφωτίσῃ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
1099Κράτους. Ἀλλὰ ποίας καταστάσεις νὰ λάβῃ τις ἀνὰ χεῖ-
1100ρας, καὶ νὰ μὴ καταληφθῇ ὑπὸ ἀπελπισίας, ἐὰν ἐπιθυμῇ
1101ἐξ αὐτῶν νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν; Ἔχω κατάστασιν δη-
1102μοσιευθεῖσαν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 362 φύλλου τῆς «Ἐφημε-
1103ρίδος τῆς Κυβερνήσεως» τοῦ 1892, παριστῶσαν τὰ ἀπο-
1104τελέσματα τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1891 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου
11051891 μέχρι τέλους Ἰουλίου 1892· κατὰ τὴν κατάστασιν
1106δὲ ταύτην ἐδαπανήθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτι-
1107κῶν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι μεταφορὰν πλοίων, 399,196.64,
1108ἐδαπανήθησαν προσέτι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονο-
1109μικῶν εἰς ἀπόσβεσιν ὁμολογιῶν μετατραπέντων δανείων
1110152,667.52. Μετὰ ἕνα περίπου μῆνα, ἤτοι κατὰ τὴν 28
1111Ὀκτωβρίου 1892, ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 412 φύλ-
1112λου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» ἑτέρα κατάστασις,
1113παριστῶσα καὶ αὕτη τὴν κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ
1114ἔτους 1891, ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1891 μέχρι τέλους
1115Αὐγούστου 1892· κατὰ τὴν κατάστασιν δὲ ταύτην, οὐδὲν
1116ἐδαπανήθη εἰς ἔκτακτα ἔξοδα οὐδ’ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1117Ναυτικῶν, οὐδὲ πρὸς ἀπόσβεσιν ὁμολογιῶν ἀπὸ τὸ Ὑπουρ-
1118γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· ἔκτακτα ἔξοδα δὲν ἐγένοντο, εἰμὴ
1119μόνον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν 19,924,686.92
1120δραχ. πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων. Μετὰ ἕνα ἀκριβῶς
1121μῆνα, ἤτοι τὴν 29 Νοεμβρίου 1892, ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ
1122ὑπ’ ἀριθ. 452 φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως»
1123ἑτέρα κατάστασις, παριστῶσα καὶ αὕτη τὰ ἀποτελέσματα
1124τῆς διαχειρίσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἀπὸ 1 Ἰανουα-
1125ρίου 1891 μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου 1892,
1126καὶ ἡ κατάστασις δ’ αὕτη ἐβεβαίου ἀπαράλλακτα ὅσα
1127καὶ ἡ πρὸ αὐτῆς κατάστασις τοῦ μηνὸς Αὐγούστου. Κατὰ
1128τὴν 4 Ἰανουαρίου 1892 ὅμως ἐδημοσιεύθη κατάστασις
1129ἑτέρα διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1 φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς
1130Κυβερνήσεως» τοῦ 1893, παριστῶσα τὴν κατάστασιν τῆς
1131διαχειρίσεως ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1891 μέχρι τέλους τοῦ
1132μηνὸς Ὀκτωβρίου 1892, κατ’ αὐτὴν δὲ ἐδαπανήθησαν ὑπὸ
1133τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι εἰς
1134μεταφορὰν πλοίων, 212,029.44, ἑπομένως διεψεύσθη ἡ
1135κατάστασις τοῦ Ἰουλίου, καθ’ ἣν εἶχον δαπανηθῆ μέχρι 31
1136Ἰουλίου 1892 δραχ. 399,196.64 διὰ μεταφορὰν πλοίων,
1137διεψεύσθησαν αἱ καταστάσεις τοῦ Αὐγούστου καὶ τοῦ
1138Σεπτεμβρίου, καθ’ ἃς οὐδὲν εἶχε δαπανηθῆ, καὶ ἐβεβαιώθη
1139ὅτι εἶχον δαπανηθῆ εἰς μεταφορὰν πλοίων δρ. 212,029.44.
1140Μετὰ τοῦτο ὅμως ἐδημοσιεύθη ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς
1141τῆς χρήσεως τοῦ 1891, ὅστις διέψευσε πάσας τὰς πρὸ αὐτοῦ
1142δημοσιεύσεις, διότι κατ’ αὐτὸν οὐδὲν ποτὲ εἶχε δαπανηθῆ
1143εἰς ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι εἰς μεταφορὰν πλοίων, εἰμὴ μόνον
1144τὰ δαπανηθέντα πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων ὑπὸ τοῦ
1145ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου. Καὶ ἤκουσα ὅσα ὁ κ.
1146Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ἀποκρινόμενος εἰς τὰς αἰτιάσεις τοῦ
1147κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος· ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
1148εἰπόντα πρὸς τὸν εἰρημένον Βουλευτὴν, ὅτι ὑπάρχουσι δύο
1149διακεκριμέναι ὑπηρεσίαι, ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος τοῦ
1150ταμειακοῦ, ἡ συντάττουσα τὰς καταστάσεις, ὧν ἐμνημό-
1151νευσα, καὶ διδοῦσα αὐτὰς πρὸς δημοσίευσιν, καὶ ἡ ὑπηρε-
1152σία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ ὅτι τὸ ταμειακὸν τμῆμα
1153συντάσσει τὰς καταστάσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναφορῶν
1154τῶν ταμιῶν, δι’ ὧν δηλόνουσι τὰ δαπανηθέντα καὶ τὰ εἰσ-
1155πραχθέντα, ἡ ἐκκαθάρισις ὅμως τῶν ποσῶν τούτων γίνεται
1156ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἕνεκα δὲ τούτου πιθανώτα-
1157τον ἀποβαίνει νὰ ὑπάρχωσι παραλλαγαὶ μεταξὺ τῆς κατα-
1158στάσεως τῆς δημοσιευομένης τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ταμειακοῦ
1159τμήματος καὶ τῶν ἀπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι δημοσιεύονται
1160τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἀλλ’ αἱ διαφοραὶ,
1161τὰς ὁποίας ἀνέφερα, δὲν εἶναι μεταξὺ καταστάσεως τοῦ
1162ταμειακοῦ τμήματος καὶ τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ
1163δημοσιευομένου ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· αἱ διαφοραὶ
1164αὗται ὑπάρχουσι μεταξὺ καταστάσεως, δημοσιευθείσης τῇ
1165ἐπιμελείᾳ τοῦ ταμειακοῦ τμήματος, καὶ καταστάσεως ἑτέ-
1166ρας, καὶ ταύτης δημοσιευθείσης τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ταμεια-
1167κοῦ τμήματος· τοιαῦται δὲ διαφοραὶ εὐλόγως κλονίζουσι
1168τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς ἐργασίας τοῦ πεφω-
1169τισμένου τούτου τμήματος, τὸ ὁποῖον ἐπιτηρεῖ καὶ ἐπι-
1170βλέπει τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταμιῶν.
1171Συμπέρασμα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ εἶπον ὡς
1172πρὸς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς
1173ἐκρίνετο κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου 1890 εὐδοκιμοῦσα εἰς
1174τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, συμπέρασμα
1175ἄξιον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου θέλω προβάλει, ἀναμιμνή-
1176σκων εἰς ὑμᾶς ἱστορίαν γείτονος Κράτους, τὴν ὁποίαν ἐλ-
1177πίζω νὰ βεβαιώσῃ καί τις τῶν συναδέλφων, ὁ ὁποῖος κατὰ
1178τὴν ὥραν ταύτην δὲν εἶναι παρών.
1179Ἡ Τουρκία πρὸ εἴκοσι καὶ πλέον ἐνιαυτῶν εἶχε φθάσει
1180εἰς τὸ τέρμα τοῦ δανειστικοῦ αὐτῆς σταδίου, τὸ ὁποῖον
1181εἶχεν ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ 1858. Ἀπὸ τοῦ 1858 μέχρι τοῦ
11821869 εἶχε συνομολογήσει ἓξ δάνεια, τὸ σύνολον τῶν ὁποίων
1183ἀπετέλει κεφάλαιον 68 ἑκατομμυρίων λιρῶν ἀγγλικῶν,
1184ἤτοι ἑνὸς δισεκατομμυρίου καὶ ἑπτακοσίων ἑκατομμυρίων
1185φράγκων, ὑπολογισθείσης τῆς ἀξίας τῆς λίρας πρὸς 25
1186φράγκα· ὑπῆρξε τότε δυστυχής τις μονάρχης, ὅστις οἰστρη-
1187λατεῖτο ὑπὸ τοῦ ἀκατασχέτου πόθου νὰ παρασκευάσῃ
1188στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς τὸ Κράτος του, ἵνα ἀντισταθῇ
1189εἰς τὰς περιπετείας, τὰς ὁποίας αὐτὸς διέβλεπεν ἐν
1190προσεχεῖ ἢ ἀπωτέρῳ μέλλοντι, τοῦ ὁποίου δ’ ἡ ἀποτυχία
1191ἐπληρώθη ὑπ’ αὐτοῦ διὰ τῆς ζωῆς του. Τὸν πόθον τοῦτον
1192τοῦ εἰρημένου μονάρχου εὑρέθησαν ἄνθρωποι ἵνα ἐκμεταλ-
1193λευθῶσι, καὶ ἐξεμεταλλεύθησαν αὐτὸν οὕτως, ὥστε ἤγαγον
1194τὴν Τουρκίαν εἰς τὴν συμφορὰν τοῦ 1872. Τὸ πρῶτον δά-
1195νειον τῆς Τουρκίας συνομολογήθη κατὰ τὸ 1858, ἦτο δὲ
1196δάνειον 5,000,000 λιρῶν στερλινῶν, ἀλλ’ ἦτο δάνειον
1197συνομολογηθὲν πρὸς εἰδικὸν σκοπόν, ὡς τὸ συνομολογηθὲν
1198παρ’ ἡμῶν κατὰ τὸ 1884 δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων
1199πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὸς κατα-
1200σκευὴν σιδηροδρόμων καὶ πρὸς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς
1201παρασκευάς, ἢ ὡς τὸ συνομολογηθὲν παρ’ ἡμῶν ἕτερον δά-
1202νειον κατὰ τὸ 1890 πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου
1203Λαρίσσης. Ἡ Τουρκία τὸ δάνειόν της τῶν 5,000,000 λι-
1204ρῶν εἶχε συνομολογήσει, ἵνα ἐξαγοράσῃ τὸ κυκλοφοροῦν τότε
1205ἐν τῷ Κράτει ἐκείνῳ χαρτονόμισμα, τοὺς περιφήμους καϊ-
1206μέδες, καὶ ἀφαιρέσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν, κατα-
1207στρέφουσα αὐτούς· ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ὑπο-
1208σχεθῆ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ ἰσότιμον
1209τῶν 10,200,000 φράγκων, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθη κατὰ
1210Δεκέμβριον τοῦ 1887, καὶ τῶν 400 χιλιάδων λιρῶν, τὰς
1211ὁποίας ἐδανείσθη κατὰ τὸ 1888 παρὰ τοῦ κ. Γὶψ, ἵνα ἀπο-
1212σύρῃ ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν ἓν μέρος τῶν τραπεζικῶν γραμ-
1213ματίων, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρουν παρ’ ἡμῖν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ
1214κυκλοφορίᾳ. Πρὸς ἐξαγορὰν τῶν κυκλοφορούντων ἐν Τουρ-
1215κίᾳ καϊμέδων, ἔμελλε, κατὰ τὰς περὶ τοῦ εἰρημένου Τουρ-
1216κικοῦ δανείου συμφωνίας, νὰ συστηθῇ Συνδικάτον, τὸ ἥμισυ
1217τῶν μελῶν τοῦ ὁποίου ἔμελλε νὰ διορίσῃ ἡ Πύλη, τὸ
1218δ’ ἕτερον ἥμισυ νὰ διορίσωσιν οἱ δανείσαντες τὰ 5,000,000
1219λιρῶν. Καὶ οἱ μὲν δανεισταὶ διώρισαν τὸν ἀριθμὸν τῶν
1220μελῶν τοῦ Συνδικάτου, τὸν ὁποῖον εἶχον δικαίωμα νὰ
1221διορίσωσιν, ἀλλ’ ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἐλησμόνει νὰ διορίσῃ καὶ
1222αὕτη τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα εἶχε τὸ δικαίωμα
1223νὰ διορίσῃ. Ἐν τούτοις κατὰ τὴν συμφωνίαν περὶ δανείου
1224οἱ δανεισταὶ ἔμελλον νὰ καταβάλωσι τὸ ποσὸν τοῦ δανείου
1225εἰς συναλλαγματικὰς ἐπὶ Λονδίνου ἀξίας ἴσης πρὸς τὸ πο-
1226σὸν τῶν καϊμέδων, καὶ τὴν συμφωνίαν ταύτην ἐξετέλεσαν
1227οἱ δανεισταὶ, καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ποσὸν καϊμέδων ἴσης
1228ἀξίας, τοὺς ὁποίους ἔκαυσαν ἐν τῷ Νομισματοκοπείῳ ἐν
1229Κωνσταντινουπόλει, ἐν τελετῇ καὶ ἐν παρατάξει. Ἀλλ’ ἡ
1230Κυβέρνησις, ἐνῷ συνέλεγε τοὺς καϊμέδες, ἵνα παραδώσῃ
1231εἰς τὰ ὑπὸ τῶν δανειστῶν διορισθέντα μέλη τοῦ Συνδικά-
1232του, ἐξέδιδε συγχρόνως ἄλλους καϊμέδες, τοὺς ὁποίους ἐτί-
1233θει ἐν κυκλοφορίᾳ. Οὕτω τὰ χρήματα τοῦ δανείου ἐδόθη-
1234σαν ὑπὸ τῶν δανειστῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οἱ καϊμέδες,
1235πρὸς καταστροφὴν τῶν ὁποίων εἶχον προορισθῆ τὰ χρή-
1236ματα τοῦ δανείου, ἐκάησαν πράγματι, ἀλλὰ νέοι καϊμέ-
1237δες ἀντικατέστησαν ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ τοὺς καέντας. Ἡ δὲ
1238Πύλη ἐλησμόνει νὰ διορίσῃ τὰ μέλη τοῦ Συνδικάτου, τὰ
1239ὁποῖα εἶχε δικαίωμα νὰ διορίσῃ, καὶ ἀνέβαλλε τὸν διορι-
1240σμὸν αὐτῶν ἀπὸ τῆς σήμερον εἰς τὴν αὔριον, ἀπὸ τοῦ Ρα-
1241μαζανίου εἰς τὸ Βαϊράμιον, καὶ ἀπὸ τοῦ Βαϊραμίου εἰς τὸ
1242Ραμαζάνιον· οὐδ’ ἠδύναντο οἱ ὑπὸ τῶν δανειστῶν διορι-
1243σθέντες ὡς μέλη τοῦ Συνδικάτου νὰ ἐργασθῶσιν αὐτοὶ μό-
1244νοι, διότι ἤθελε διαμαρτυρηθῆ ἡ Πύλη κατὰ τῆς τοιαύ-
1245της ἀναμίξεως τῶν ἀλλοδαπῶν εἰς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς
1246διοικήσεως τοῦ Κράτους· οὐδ’ ἂν ἀνεμιγνύοντο οἱ ὑπὸ τῶν
1247δανειστῶν διορισθέντες, ἠδύναντο νὰ ἐννοήσωσι τὰ λογιστικὰ
1248τῆς Μαλιὲ, ἥτις εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ δίδῃ οἵους αὕτη
1249ἤθελε λογαριασμοὺς, ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἐφιλοδόξησε
1250νὰ ἀποδείξῃ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην δεκαετίαν καὶ
1251τὸ ἡμέτερον Γενικὸν Λογιστήριον.
1252Κατὰ τὸ 1860 συνωμολόγησεν ἡ Τουρκία ἕτερον δά-
1253νειον, τὸ λεγόμενον δάνειον Mirés, ἐκ λιρῶν ἀγγλικῶν
12542,037,000, διὰ τὸ ὁποῖον ὡσαύτως συνεφωνήθη νὰ συ-
1255στηθῇ Συνδικάτον, διὰ νὰ λαμβάνῃ καὶ ἀποταμιεύῃ τὰ
1256πρὸς ἐγγύησιν τοῦ δανείου προορισθέντα κεφάλαια. Ἀλλὰ
1257οὐδὲ τὸ Συνδικάτον τοῦτο συνεστήθη.
1258Κατὰ τὸ 1860 καὶ ἕτερον συνωμολόγησεν ἡ Τουρκία
1259δάνειον, ἀλλ’ ἐσωτερικὸν, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑποχρεωτικὸν καὶ
1260ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Αὐτοκρατο-
1261ρίας, καὶ τὸ ὁποῖον προωρίζετο ὡσαύτως πρὸς ἐξαγορὰν
1262τῶν καϊμέδων. Καὶ πόσα μὲν ἐκ τοῦ δανείου τούτου εἰσε-
1263πράχθησαν, δὲν ἐγένετο γνωστὸν, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὅμως
1264τῶν Οἰκονομικῶν προσδιωρίσθη χῶρός τις, θολωτὸς, ἀντέ-
1265χων καὶ εἰς τὸ πῦρ καὶ εἰς τὸν σίδηρον, καὶ ἐν αὐτῷ ἀπε-
1266τέθη μέγα σιδηροῦν κιβώτιον, κλειόμενον διὰ τριῶν κλει-
1267δῶν, καὶ συνεστήθη Συνδικάτον, ἐκ τῶν σημαντικωτέρων
1268χρηματιστῶν τῆς ἀγορᾶς, ἄνευ διακρίσεως θρησκεύματος,
1269καὶ ὅταν ἀπεστέλλετο τὸ χρῆμα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ἀπετα-
1270μιεύετο ἐν τῷ κιβωτίῳ, τοῦ ὁποίου αἱ τρεῖς κλεῖδες ἦσαν
1271ἐμπεπιστευμέναι εἰς τρία διάφορα μέλη τοῦ Συνδικάτου,
1272αἱ δὲ δύο κλεῖδες τοῦ θολωτοῦ χώρου εἰς δύο ἄλλα μέλη.
1273Ἡ τάξις διετηρεῖτο μετ’ ἀκριβείας θαυμαστῆς, οὐδ’ ἦτο
1274δυνατὸν νὰ ἀνοίξῃ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ θύρα τοῦ θολωτοῦ
1275χώρου. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Πύλη ἀπεφάσισε νὰ ἐκδώσῃ
1276καϊμέδες νέους, ἀξίας ἑνὸς δισεκατομμυρίου, τότε δὲ καὶ τὸ
1277ἐν τῷ θολωτῷ χώρῳ σιδηροῦν κιβώτιον ἐκενώθη, καὶ πάντες
1278οἱ λογαριασμοὶ ἀπωλέσθησαν, καὶ αἱ θύραι τοῦ θόλου ἠνε-
1279ῴχθησαν, φυλασσόντων πάντοτε τὰς κλεῖδας τῶν μελῶν
1280τοῦ Συνδικάτου, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀποφασισθῆ, δὲν ἐγνώσθη
1281δὲ μόνον τί ἐγένοντο τὰ φυλασσόμενα χρήματα, καὶ τί ἔγει-
1282ναν οἱ καϊμέδες, οἵτινες εἶχον ἐξαργυρωθῆ.
1283Κατὰ τὸ 1862 συνωμολόγησεν ἡ Τουρκία ἕτερον δά-
1284νειον 8,000,000 λιρῶν, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπ’ αὐτοῦ συνεστήθη
1285Συνδικάτον, ὡς διὰ τῶν περὶ δανείου συμφωνιῶν εἶχε συνο-
1286μολογηθῆ.
1287Κατὰ τὰ 1863 καὶ 1864 ἕτερον συνωμολόγησε δάνειον
1288μετὰ τοῦ Crédit Mobilier καὶ τῆς Αὐτοκρατορικῆς Ὀθω-
1289μανικῆς Τραπέζης ἐκ λιρῶν στερλινῶν 8,000,000, ἐκ τῶν
1290ὁποίων τὰ 2,000,000 προσδιωρίζοντο διὰ νὰ ἐξαγορασθῶσι
1291τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ ἐλλιπῆ κατὰ τὸ βάρος καὶ κατὰ τὴν
1292μίξιν ἀργυρᾶ νομίσματα. Ἔμελλε δὲ νὰ συστηθῇ ὡσαύτως
1293Συνδικάτον, ἵνα συλλέγῃ καὶ ἐπιτηρῇ τὴν ἐξαγορὰν, ἀλλὰ
1294καὶ τὸ Συνδικάτον τοῦτο δὲν συνεστήθη, καὶ τὸ προιὸν
1295καὶ τοῦ δανείου τούτου ἐδαπανήθη, καὶ τὰ ἐλλιπῆ κατὰ
1296τὸ βάρος καὶ τὴν μῖξιν Μπεσηλίκια καὶ Ἀλτιλίκια ἔμει-
1297ναν ἐν κυκλοφορία.
1298Κατὰ τὸ 1865 ἐπῆλθε καὶ ἐκεῖ ἡ φαεινὴ ἰδέα τῆς μετα-
1299τροπῆς τῶν δανείων, καὶ προσδιώρισαν δάνειον 26 ἑκα-
1300τομμυρίων λιρῶν, διὰ νὰ διαθέσωσιν εἰς μετατροπὴν τῶν
1301δανείων. Ἀλλ’ ἐδανείσθησαν 29,000,000 λιρῶν, καὶ συγ-
1302χρόνως συνωμολόγησαν ἕτερον δάνειον 4,000,000 λιρῶν,
1303καὶ μετ’ ὀλίγον ἕτερον 7,000,000 λιρῶν, καὶ τὸ ὅλον τῶν
1304τότε συνομολογηθέντων δανείων ἀνῆλθεν εἰς 40 ἑκατομμύ-
1305ρια λιρῶν. Εἰς τοιαύτην δὲ εἶχον περιέλθει κατάστασιν
1306τὰ κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δανείων καὶ ἡ ἐπὶ τὰ οἰκο-
1307νομικὰ τοῦ Κράτους πίστις, ὥστε ὁ τότε πρεσβευτὴς τοῦ
1308Σουλτάνου ἐν Παρισίοις Σαφὲτ πασσᾶς ἠναγκάσθη νὰ δη-
1309μοσιεύσῃ διακήρυξιν ἐν Παρισίοις, διὰ τοῦ «Moniteur
1310Universel», βεβαιώσας δι’ αὐτῆς τοὺς ἐνδιαφερομένους, ὅτι
1311ἤθελεν ἀφεύκτως συστηθῆ Συνδικάτον πρὸς τακτοποίησιν
1312τῶν πραγμάτων.
1313Διὰ νὰ μὴ καταπονήσω ὑμᾶς, καὶ ἕτερον δάνειον ἐκ
13145,000,000 λιρῶν τῆς Αὐτοκρατορικῆς Ὀθωμανικῆς Τραπέ-
1315ζης ἔλαβε τὴν αὐτὴν τύχην, καίπερ ἀντιλέγοντος τοῦ
1316Merton καὶ ἄλλων κατόχων ὁμολογιῶν προηγουμένων δα-
1317νείων πρὸς μετατροπήν. Ἐπὶ τέλους δὲ κατέφυγον καὶ ἐκεῖ
1318εἰς ἓν μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ θέρος, τὸ ὁποῖον διήλ-
1319θομεν, κατεφύγομεν καὶ ἡμεῖς. Ὡς ἐξ Ἀθηνῶν ἀνεχώρησαν
1320ἄνδρες ἐπιφανεῖς ἐν τῷ χρηματιστικῷ κόσμῳ, καὶ μετέβη-
1321σαν εἰς πρωτευούσας τῆς Εὐρώπης, ἐρευνῶντες ἐὰν ἦναι
1322δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ δάνειον διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡ Τουρκία
1323δὲν εἶχε παραλίπει τὸ μέσον τοῦτο’ εἶχε στείλει καὶ αὕτη
1324τὸν Δαοὺτ πασσᾶν, τὸν γνωστὸν καὶ περίφημον, εἰς Βιέν-
1325νην, καὶ τὸν Σαδὶκ πασσᾶν εἰς Παρισίους, διὰ νὰ εὕρωσι
1326δάνειον. Καὶ διὰ τοιαύτης διαχειρίσεως ἔτρεχεν, ἔτρεχεν ἡ
1327Τουρκία εἰς τὴν οἰκονομικὴν καταστροφήν.
1328Συνοψίζων τὴν ἔρευναν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ ἡμετέρου
1329Κράτους, δύο διαγινώσκω νόσους, αἵτινες κατατρύχουσιν
1330αὐτό· τὴν μίαν τούτων ἀποτελοῦσι τὰ ἐτήσια ἐλλείμματα,
1331τὴν δ’ ἄλλην ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία.
1332Τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἕκαστον ἔτος τῆς τριε-
1333τοῦς κυβερνητικῆς περιόδου τῶν 1882–1885 ἡ διαχείρι-
1334σις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατέλιπε, καὶ ἡ κατὰ τὴν τε-
1335τραετῆ δευτέραν κυβερνητικὴν περίοδον τῶν 1886–1890
1336κατέλιπε καθ’ ἕκαστον ἔτος ὡσαύτως, ἀλλ’ ὀγκωδέστερα.
1337Ἵνα ἐπαρκῇ εἰς ταῦτα καὶ πληρόνῃ αὐτὰ, κατέφυγεν εἰς
1338αὔξησιν τῶν ἐσόδων διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων καὶ διὰ
1339τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, ἐπὶ τέλους δὲ καὶ
1340διὰ τῆς ἱδρύσεως μονοπωλίων. Κατὰ τὸ 1880, ὅτε τὸ δεύ-
1341τερον ἐκλήθη εἰς τὴν ἀρχὴν, τὰ ἔσοδα ἐφάνησαν αὐτῷ ἀνε-
1342παρκῆ, ἐπέβαλε δὲ φόρους, καὶ οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἐπέ-
1343βαλε κατὰ τὸ 1880, εἶχον παραγάγει πρόσοδον 3,000,400
1344δραχμῶν, συνίσταντο δ’ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τῆς στα-
1345φίδος φόρου, εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν ἐπὶ
1346τῆς εἰσαγωγῆς, εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων
1347τέλους, εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, καὶ
1348εἰς τὴν νομοθέτησιν τελῶν ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν καὶ τε-
1349λῶν μεταγραφῆς, ὡς καὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑται-
1350ριῶν. Τὰ ἐκ τῶν φόρων τούτων ἔσοδα δὲν εἰσεπράχθησαν
1351κατὰ τὸ 1880, διότι κατ’ ἐκεῖνο τὸ ἔτος ἐπεβλήθησαν,
1352ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1882, 1883 καὶ 1884. Ἀφοῦ
1353δ’ ἡ πρόσοδος, ἡ προστεθεῖσα εἰς τὰ ἄλλα ἔσοδα, ἀνήρ-
1354χετο εἰς 3,000,400, κατὰ τὰ τρία ἔτη εἰσεπράχθησαν ἐκ
1355τῶν νέων τούτων φορολογικῶν μέτρων 9,001,200 δραχμῶν.
1356Καὶ κατὰ τὸ 1882, ὅτε πάλιν ἐπανήχθη εἰς τὴν Κυβέρ-
1357νησιν,—διότι κατὰ τὸ 1881 εἶχε παραιτηθῆ, ἐγκαταλει-
1358φθεὶς ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς,—καὶ κατὰ τὸ
13591882 προσέφυγεν αὖθις εἰς αὔξησιν φόρων, καὶ μετέβαλε
1360τὴν κλίμακα τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ηὔξησε
1361τὸν φόρον τῶν ζώων, προσέθηκεν ἓν δεκατημόριον εἰς τὰ
1362τελωνειακὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς, ηὔξησε τὰ προξενικὰ τέλη,
1363καὶ διὰ τῶν νέων τούτων φορολογικῶν νομοθετημάτων
1364προσέθηκεν εἰς τὰ ἕως τότε ἔσοδα τοῦ ταμείου δραχμὰς
13653,490,000· εἰσεπράχθησαν οὕτω συνεπείᾳ αὐτῶν κατὰ τὰ
1366δύο ἔτη, τὸ 1883 καὶ τὸ 1884, δραχ. 6,980,000. Ἀλλὰ
1367καὶ κατὰ τὸ 1883 νέαι τῇ προτάσει αὐτοῦ ἐνομοθετήθη-
1368σαν αὐξήσεις φόρων, καὶ νέοι φόροι ἐδημιουργήθησαν καὶ
1369ἐπεβλήθησαν. Ἐνομοθετήθησαν δὲ ἡ πληρωμὴ δικαιώμα-
1370τος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐκ τοῦ ὁποίου προϋπε-
1371λόγισεν ἔσοδα δραχ. 3,200,000, εἰσέπραξεν ὅμως μόνον
1372κατὰ τὸ 1884 δραχμὰς 787,209.18· ἐπέβαλε φόρον ἐπὶ
1373τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν καὶ τοῦ ζύθου, ἐκ τοῦ ὁποίου
1374προϋπελόγισεν ἔσοδον 2,140,000, ἀλλ’ εἰσέπραξε μόνον
1375δραχ. 702,607.76· ἐπέβαλε φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐνο-
1376μοθέτησεν ἀποκλειστικὸν εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα τῆς
1377πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου, προϋπολογίσας ἐκ τῶν δύο
1378τούτων ἐσόδων δραχ. 13,000,000, ἀντὶ τῶν ὁποίων εἰσε-
1379πράχθησαν μόνον 3,845,403.40. Ἑπομένως τὰ εἰσπρα-
1380χθέντα ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1883 νομοθετηθέντων νέων τού-
1381των φορολογικῶν μέτρων ἀνῆλθον εἰς 5,335,220.34. Καὶ
1382κατὰ τὸ 1887 νέαι ἐνομοθετήθησαν τῇ προτάσει αὐτοῦ
1383φορολογικαὶ αὐξήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων προϋπελόγισε μὲν
1384ἔσοδα δραχμῶν 22,280,686, εἰσέπραξε δὲ κατὰ τὸ 1887
1385μὲν δραχ. 20,717,184.33, ἑπομένως κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη,
1386καθ’ ἃ διετηρήθη ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἤτοι κατὰ τὰ ἔτη
13871887, 1888, 1889 καὶ 1890, δραχ. 82,868,737.32.
1388Οὕτω τὰ εἰσπραχθέντα ἀπὸ τοῦ 1882 ἀρχομένου μέχρι
1389τοῦ 1890 συμπεριλαμβανομένου νέα ἔσοδα, ἐκ φόρων νέων
1390καὶ ἐξ αὐξήσεως φόρων, διὰ νόμων προταθέντων ὑπὸ τοῦ
1391ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτοῦ, συνίστανται:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1392αʹ)εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1882, 1883 καὶ 1884
1393 συνεπείᾳ τῶν φορολογικῶν αὐξήσεων τοῦ 1880 9,001,200.—
1394βʹ)εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1882
1395 ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ τῆς νομισματοποιΐας δρ. 2,200,080
1396 ἐξ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικ. » 3,090,185 5,290,265.—
1397γʹ)εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὰ 1883 καὶ
1398 1884 ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1882 νομοθετη-
1399 θεισῶν τῇ προτάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
1400 Μεσολογγίου φορολογικῶν αὐξήσεων 6,980,000.—
1401δʹ)εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1884 ἐκ
1402 τῶν κατὰ τὸ 1883 νομοθετηθεισῶν τῇ
1403 προτάσει αὐτοῦ τούτου τοῦ νῦν Πρωθυ-
1404 πουργοῦ φορολογικῶν αὐξήσεων 5,335,220.34
1405 Εἰς μεταφορὰν 26,606,685.34
1406 Ἐκ μεταφορᾶς 26,606,685.34
1407εʹ)καὶ εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1887,
1408 1888, 1889 καὶ 1890 συνεπείᾳ τῶν κατὰ
1409 τὸ 1887 ψηφισθεισῶν τῇ προτάσει αὐτοῦ
1410 καὶ τότε φορολογικῶν αὐξήσεων 82,868,737.32
1411 Τὸ ὅλον 109,475,422.66
1412Ἑκατὸν ἐννέα λοιπὸν ἑκατομμύρια, τετρακόσιαι ἑβδο-
1413μήκοντα πέντε χιλιάδες, τετρακόσιαι εἴκοσι δύο δραχμαὶ
1414καὶ ἑξήκοντα ἓξ ἑκατοστὰ κατέβαλεν εἰς φόρους ὁ Ἑλληνι-
1415κὸς λαὸς ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1890, κατὰ προσθή-
1416κην ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατέβαλε πρὸ τοῦ 1882 δυνάμει
1417τῶν ἰσχυόντων τότε καὶ ἐξακολουθούντων νὰ ἰσχύωσι καὶ
1418ἔκτοτε μέχρι τοῦδε φόρων. Ἀλλὰ δὲν κατέβαλε μόνον τὸ
1419εἰρημένον ποσὸν, διότι πλὴν τῶν νομοθετηθέντων τῇ προ-
1420τάσει τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ νέων φόρων, καὶ
1421αὐξήσεων τῶν ἰσχυόντων φόρων, τῇ προτάσει αὐτοῦ ἱδρύ-
1422θησαν καὶ τρία μονοπώλια, τὸ τῶν παιγνιοχάρτων, τὸ τῶν
1423πυρείων καὶ τὸ τοῦ πετρελαίου, ἐτροποποιήθη δὲ καὶ ἡ
1424διοίκησις τοῦ ἀπὸ τοῦ 1833 νομοθετηθέντος μονοπωλίου
1425τοῦ ἅλατος, ὥστε σημαντικῶς ηὐξήθησαν καὶ τὰ ἐξ αὐ-
1426τοῦ ἔσοδα. Θέλω ἀνακοινώσει ὑμῖν πόσα καθ’ ἕκαστον τῶν
1427ἐτῶν 1887, 1888, 1889 καὶ 1890 εἰσέπραξε τὸ ταμεῖον
1428ἐξ ἑκάστου τῶν τριῶν μονοπωλίων, τῶν παιγνιοχάρτων,
1429τῶν πυρείων καὶ τοῦ πετρελαίου, πόσα ἐδαπανήθησαν
1430δι’ ἕκαστον τῶν μονοπωλίων τούτων καθ’ ἕκαστον τῶν εἰ-
1431ρημένων ἐτῶν, πόση ἀπέβη ἡ ἐξ ἑκάστου τούτων μετὰ
1432τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν κα-
1433θαρὰ τοῦ ταμείου πρόσοδος, καὶ ἑπομένως πόσα ἐν ὅλῳ
1434προσετέθησαν εἰς τὸ ταμεῖον ἔσοδα ἐκ πάντων τῶν μονο-
1435πωλίων τούτων κατὰ τὰ εἰρημένα ἔτη 1887, 1888,
14361889 καὶ 1890.
1437Εἰσεπράχθησαν δὲ καὶ ἐκ μονοπωλίων:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1438 Ἀκαθάριστον Καθαρὸν
1439 ἔσοδον Ἔξοδα ἔσοδον
1440
1441Παιγνιοχάρτ.1887 222,997.— ἡ προμήθεια εἶχε 222,997.—
1442 γενῆ τὸ 1886
1443» 1888 261,586.— 87,195.84 174,390.96
1444» 1889 302,604.70 46,842.53 255,762.17
1445» 1890 324,108.70 137,642.50 186,466.20
1446 839,616.33
1447Πυρείων 1887 562,523.80 188,749.58 373,774.22
1448» 1888 659,550.60 298,543.54 361,027.06
1449» 1889 727,731.55 182,475.28 545,256.27
1450» 1890 800,725.05 281,673.08 519,051.97
1451 1,799,089.52
1452Πετρελαίου 18873,695,366.— 856,244.79 2,839,121.21
1453» 18883,972,044.50 1,888,028.31 2,084,016.19
1454» 18894,157,842.— 1,790,020.12 2,367,821.88
1455» 18904,407,169.— 1,673,320.09 2,733,848.91
1456 10,024,808.19
1457Τὰ τρία δὲ ταῦτα ποσὰ, τὰ παριστῶντα τὰ κατὰ τὰ
1458ἀνωτέρω τέσσαρα ἔτη εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν τριῶν τούτων
1459μονοπωλίων, ἀποτελοῦσι 12,663,514.04.
1460Προσθέσατε, παρακαλῶ, εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν
1461109,475,426.66, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξεν ἐκ τῶν ἐπιβληθέν-
1462των νέων φόρων, καὶ ἐκ τῶν νομοθετηθεισῶν αὐξήσεων φό-
1463ρων κατὰ τὰ ἑπτὰ μνημονευθέντα ἔτη 1882, 1883, 1884,
14641887, 1888, 1889 καὶ 1890, προσθέσατε καὶ τὸ ἐκ τῶν
1465τριῶν εἰρημένων μονοπωλίων εἰσπραχθὲν κατὰ τὰ ἔτη
14661887, 1888, 1889 καὶ 1890 πρόσθετον ἔσοδον, ἵνα ἀνεύ-
1467ρητε ὅτι τὰ δύο ταῦτα ποσὰ ἀνέρχονται εἰς 122,138,940.70.
1468Ἀλλ’ ἡ γενομένη μεταβολὴ τῆς διοικήσεως τοῦ μονοπω-
1469λίου τοῦ ἅλατος παρήγαγε καὶ αὕτη, ὡς εἶπον, αὔξησιν
1470ἐσόδων.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1471Ἡ καθαρὰ πρόσοδος τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος
1472μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων ἀνῆλθε κατὰ τὸ 1887 εἰς
1473δραχμὰς 1,163,822.93, ἤτοι πλέον τῆς ἐκ δραχμῶν
1474729,884.90 καθαρᾶς προσόδου, ἥτις εἶχεν εἰσπραχθῆ κατὰ
1475τὸ 1884 δρ. 433,938.03
1476Κατὰ τὸ 1888 ἀνῆλθε τὸ καθαρὸν ἔσοδον
1477εἰς δραχμὰς 1,096,983.93, ἤτοι πλέον
1478τοῦ κατὰ τὸ 1884 καθαροῦ ἐσόδου τῶν
1479δραχμῶν 729,884.90 κατὰ δρ. 367,099.30
1480Κατὰ τὸ 1889, ἀνῆλθεν ἡ καθαρὰ πρόσο-
1481δος εἰς 1,259,488.90, ἤτοι πλέον τοῦ
1482κατὰ τὸ 1884 καθαροῦ ἐσόδου κατὰ δραχμὰς 529,604.—
1483Καὶ κατὰ τὸ 1890 ἀνῆλθε τὸ καθαρὸν
1484ἔσοδον εἰς 1,144,015.87, ἤτοι πλέον
1485τοῦ κατὰ τὸ 1884 καθαροῦ ἐσόδου κατὰ δρ. 414,130.97
1486Ἤτοι ἐκ τῶν μεταβολῶν τῆς διοικήσεως
1487τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος εἰσεπράχθη-
1488σαν κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888, 1889
1489καὶ 1890 περισσότερα τῶν ἕως τότε εἰσπραττομένων δρ. 1,744,772.30
1490Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πω-
1491λήσεως τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ κα-
1492πνοῦ, νέαι ἐπραγματοποιήθησαν αὐξήσεις ἐσόδων, διότι ἐκ
1493τῶν δύο τούτων φορολογικῶν μέτρων εἰσέπραξε τὸ Δημό-
1494σιον κατὰ τὰ ἔτη 1888, 1889 καὶ 1890 δραχμὰς
14957,955,752.21, ἤτοι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τὸ
1496ὑπολειφθὲν κατὰ τὸ 1888 καθαρὸν ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου
1497τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου ὑπερέβαινε τὸ κατὰ τὸ
14981887 εἰσπραχθὲν ἐξ αὐτῶν ποσὸν κατὰ δρ. 2,634,932.98
1499Κατὰ τὸ 1889 ὑπερέβαινεν ὡσαύτως τὸ
1500κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθὲν κατὰ δρ. 3,294,262.48
1501Καὶ κατὰ τὸ 1890 ὑπερέβαινεν αὐτὸ κατὰ δρ. 2,026,556.75
1502Τὸ ὅλον δραχ. 7,955,752.21
1503Ἐὰν εἰς τὰ ἐκ νέων φόρων καὶ ἐξ αὐξήσεως φόρων εἰσ-
1504πραχθέντα 122,138,940.70
1505προστεθῶσι καὶ τὰ ἐκ τῶν νομοθετηθει-
1506σῶν τροποποιήσεων τῆς διοικήσεως τοῦ
1507μονοπωλίου τοῦ ἅλατος εἰσπραχθέντα, ὡς ἄνω ἐλέχθη 1,744,772.30
1508Καὶ τὰ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου καὶ φό-
1509ρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εἰσπραχθέντα 7,955,752.21
1510 131,839,465.21
1511Καταδείκνυται, ὅτι κατὰ τὰ ἀνωτέρω μνημονευθέντα
1512ἔτη 1882, 1883, 1884, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890
1513εἰσεπράχθησαν ἐκ τῆς χώρας περισσότερα τῶν μέχρι τοῦ
15141882 εἰσπραττομένων ἑκατὸν τριάκοντα καὶ ἓν ἑκα-
1515τομμύρια, ὀκτακόσιαι τριάκοντα ἐννέα χιλιάδες,
1516τετρακόσιαι ἑξήκοντα πέντε δραχμαὶ καὶ εἴκοσι
1517καὶ ἓν ἑκατοστὰ, ἐξ αὐξήσεων φόρων, ἐκ νέων φόρων καὶ
1518ἐκ μονοπωλίων, νομοθετηθέντων τῇ προτάσει τοῦ κ. Βου-
1519λευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις τυγχάνει καὶ νῦν Πρωθυπουρ-
1520γός.
1521Ἀλλὰ τὰ διὰ τῶν φορολογικῶν τούτων αὐξήσεων προσ-
1522τεθέντα τοσαῦτα ἔσοδα δὲν ἐπήρκεσαν, ἵνα καλύψωσι τὰ
1523ἐλλείμματα τῶν ἐτησίων προϋπολογισμῶν, διότι τὴν κατ’
1524ἔτος βαθμιαίαν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ὑπερέβαινε κατὰ πολὺ
1525ἡ κατ’ ἔτος βαθμιαία αὔξησις τῶν ἐξόδων· διὰ τοῦτο,
1526μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς τοσαύτας αὐξήσεις τῶν ἐσόδων, ὀγκω-
1527δέστατα κατελείποντο κατ’ ἔτος ἐλλείμματα, ὡς καταδη-
1528λοῦσιν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1882, 1883, 1884,
15291887, 1888, 1889 καὶ 1890. Ἐν τρισὶ στήλαις κατέ-
1530ταξα τὰ καθ’ ἕκαστον τῶν εἰρημένων ἐτῶν εἰσπραχθέντα
1531τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, τὰ προερχόμενα ἐκ κτήσεων
1532τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐκ δικαιωμάτων αὐτοῦ, καὶ ἐκ φόρων,
1533καὶ ἐκ μονοπωλίων· μετ’ αὐτὰ τὰ καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν
1534τούτων πληρωθέντα ἔξοδα, καὶ τέλος τὸ καταλειφθὲν ἐτή-
1535σιον ἔλλειμμα. Ἔχουσι δὲ ταῦτα οὕτω:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1536 Τακτικὰ ἔσοδα Ἔξοδα Ἔλλειμμα
1537
15381882 58,754,224.34 63,996,057.71 5,244,833.37
15391883 58,537,556.10 67,795,868.91 9,258,312.81
15401884 60,744,637.07 91,346,783.80 30,602,146.73
15411887 82,849,805.38107,128,253.96 24,278,448.58
15421888 89,551,391.91108,050,858.71 18,499,463.77
15431889 83,734,591.09168,739,262.39 85,007,671.30
15441890 79,934,795.22141,465,393.86 61,533,598.64
1545 514,098,004.14748,522,479.34234,424,475.20
1546Ἐν ὅλῳ κατὰ τὰ ἑπτὰ ἔτη ἔσοδα 514,098,004.14,
1547ἔξοδα 748,522,479.34, ἀλλὰ ἔλλειμμα 234,424,475.20.
1548Ἀλλὰ τοσαῦτα ἔξοδα, ὧν ἕνεκα τοσοῦτον ὀγκώδη κατε-
1549λείφθησαν ἐλλείμματα, μήπως ἐδαπανήθησαν χάριν τῶν
1550δημοσίων ἔργων, ἢ χάριν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτι-
1551κῶν παρασκευῶν; Ἂς προσφύγωμεν πρὸς ἐξακρίβωσιν καὶ
1552τῶν περὶ τούτου εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1882,
15531883, 1884, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, καὶ εἰς τὸν
1554δημοσιευθέντα ἀρτίως προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1891,
1555ἵνα ἀνεύρωμεν, πόσα ἐδαπάνησεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τοιαῦτα
1556ἔκτακτα ἔξοδα. Καὶ πρῶτον πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ποῖά εἰσιν
1557ἔκτακτα ἔξοδα; Ἔκτακτα ἔξοδα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην,
1558πρέπει νὰ κριθῶσιν ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη εἶναι
1559ὡμολογημένη, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν εἶναι ἔξοδα γιγνόμενα
1560κατά τι ἔτος, ἀλλὰ γίγνονται πρὸς ἕνα εἰδικόν τινα σκο-
1561πὸν, μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὁποίου οὐδεμία πλέον ὑφί-
1562σταται ἀνάγκη αὐτῶν. Τοιαῦτα εὑρίσκω, τὴν κατασκευὴν
1563τῶν σιδηροδρόμων, τὰς ἀποζημιώσεις τῶν ὑπ’ αὐτῶν κατα-
1564λαμβανομένων γαιῶν καὶ κτημάτων, τὴν ναυπήγησιν τῶν
1565θωρηκτῶν, τὴν ἀπόσβεσιν χρεῶν, τὴν εἰσφορὰν τοῦ Κρά-
1566τους, δυνάμει νόμου, εἰς τὴν δαπάνην τῆς γεφύρας τῆς διώ-
1567ρυγος τῆς Κορίνθου, τὴν ἀποζημίωσιν γαιῶν καταληφθει-
1568σῶν ὑπὸ τῆς διώρυγος. Δὲν ἀναφέρω τὰ ἔξοδα τῆς Γαλλι-
1569κῆς ἀποστολῆς, διότι δι’ αὐτὰ δὲν κατέβαλεν ἀληθῶς τὸ
1570Δημόσιον, πλὴν τοῦ ἔτους 1883, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανή-
1571θησαν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δι’ αὐτὴν δραχμαὶ
1572178,829.06. Κατὰ τὰ ἑπόμενα ὅμως ἔτη δὲν κατέβαλε
1573τὰ δι’ αὐτὴν ἔξοδα τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ τὸ ταμεῖον
1574τῆς Ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσε δι’ ἔξοδα τῆς Γαλλι-
1575κῆς ἀποστολῆς ποσὸν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον, ὡς θέλω ἀνα-
1576φέρει κατόπιν.
1577Ἐξετάζων λοιπὸν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν εἰρημένων
1578ἐτῶν, εὑρίσκω, ὅτι ἐδαπανήθησαν:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1579Αʹ)εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων δρ. 78,168,752.44
1580 καὶ εἰς ἀποζημιώσεις γαιῶν » 3,143,096.42
1581 Τὸ ὅλον » 81,311,848.86
1582Βʹ)Διὰ τὴν διώρυγα τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου :
1583 Εἰς εἰσφορὰν πρὸς κατασκευὴν τῆς ἐπ’
1584 αὐτῆς γεφύρας δρ. 99,806.40
1585 Εἰς ἀποζημιώσεις γαιῶν » 92,590.40
1586 Τὸ ὅλον δρ. 192,396.80
1587Γʹ)Διὰ τὰ ἀποκτηθέντα τρία θωρηκτά:
1588 Εἰς ναυπήγησιν αὐτῶν φρ. 25,659,287.66
1589 Εἰς ἐπιστασίαν καὶ δοκιμὰς » 506,507.03
1590 Εἰς παραλαβὴν καὶ μεταφορὰν » 607,616.86
1591 Εἰς ἀσφάλιστρα » 230,394.—
1592 Τὸ ὅλον φρ. 27,003,805.55
1593Δʹ)Εἰς ἐξόφλησιν χρεῶν.
1594 Εἰς ἀπόσβεσιν τῶν δανείων:
1595 τῶν 25, τῶν 4 καὶ τῶν 6 ἑκατομ. κατὰ τὸ 1887 15,891,138.25
1596 τῶν 6 καὶ τῶν 10 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ 1889 8,382,362.56
1597 τῶν 60 καὶ τῶν 26 ἑκατομμυρ. κατὰ τὸ 1889 57,966,935.65
1598 τῶν δανείων τῶν 1824 καὶ 1825 κατὰ τὸ 1890 15,531,314.50
1599 τῶν 30 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1,500.—
1600 Ἐν γένει χρεῶν, ὡς ἀναφέρει ἡ περὶ τῶν ἐξό-
1601 δων τοῦ 1891 δημοσιευθεῖσα διὰ τῆς «Ἐφη-
1602 μερίδος τῆς Κυβερνήσεως» κατάστασις 422,928.—
1603 Τὸ ὅλον 98,196,178.96
1604 Ἑπομένως τὸ ὅλον τῶν δαπανηθέντων εἰς ἔκτακτα
1605 ἔξοδα ἀνέρχεται εἰς 206,704.230.17. Ἤτοι:
1606 Εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων 81,311,848.86
1607 Εἰς τὴν διώρυγα τοῦ Ἰσθμοῦ Κορίνθου 192,396.80
1608 Εἰς ἀπόκτησιν τῶν τριῶν θωρηκτῶν 27,003,805.55
1609 Εἰς ἀπόσβεσιν χρεῶν 98,196,178.96
1610 206,704,230.17
1611Ἀνεγίνωσκον εἴς τι φύλλον τῆς Ἀθηναϊκῆς δημοσιο-
1612γραφίας, τὸ ὁποῖον κρίνεται ὡς συμπαθέστατα διακείμενον
1613πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔγραφε τὸ φύλλον τοῦτο πρὸς τὴν
1614Ἀντιπολίτευσιν: «Τί φωνάζετε περὶ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα
1615συνωμολογήθησαν; Δὲν συλλογίζεσθε, ὅτι 700 ἑκατομμύ-
1616ρια ἐξωδεύθησαν εἰς ἔργα, ὅτι 400 ἑκατομμύρια ἐξωδεύθη-
1617σαν εἰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς καὶ ναυτικὰς, ὅτι δὲν
1618ἠξεύρω πόσα ἑκατομμύρια ἐξωδεύθησαν εἰς πληρωμὴν τῶν
1619ἐλλειμμάτων τοῦ Κουμουνδούρου;» Καὶ οὕτω μικροῦ δεῖν
1620νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι μένομεν καὶ ὀφειλέται πρὸς τὴν Κυβέρνη-
1621σιν ποσοῦ, τὸ ὁποῖον αὕτη κατέβαλεν ἐξ ἰδίων. Ἕνεκα τοι-
1622ούτων δημοσιευμάτων ἠναγκάσθην νὰ προσφύγω εἰς τοὺς
1623ἀπολογισμούς, νὰ ἐξακριβώσω τὰ δαπανηθέντα εἰς ἔκτακτα
1624ἔξοδα, νὰ συγκεφαλαιώσω αὐτὰ, νὰ ἀνεύρω, ὅτι, ἂν καὶ τὰ
1625εἰσπραχθέντα ἐξ αὐξηθέντων καὶ προστεθέντων φόρων καὶ
1626μονοπωλίων ἀνῆλθον εἰς 131,839,465.21, τὰ ἐλλείμματα
1627τῶν ἑπτὰ μνημονευθέντων ἐτῶν ἀνῆλθον εἰς 234,424,475.20,
1628ἕνεκα δὲ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσέφυγεν εἰς τὰ δά-
1629νεια, ἐπιβαρύνας τὸ Κράτος διὰ 367,133,830.94, τὰ ὁποῖα
1630ἐδανείσθη κατὰ τὰ εἰρημένα ἑπτὰ ἔτη, ἐκ τῶν ὁποίων εἰς
1631ἔκτακτα ἔξοδα ἐδαπάνησε μόνον 206,704,230.17, τὰ δὲ
1632ὑπόλοιπα, ἤτοι τὰ 160,429,600.77, ἐδαπάνησεν, ἵνα κα-
1633λύψῃ τὰ ἐτήσια ἐλλείμματα τῆς διαχειρίσεώς του.
1634Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουρ-
1635γείου νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καταστάσεις ἢ κατα-
1636λόγους ἢ πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν συνωμολογη-
1637μένων δανείων, τῶν τε παγίων, τῶν τε χρεωλυτικῶν, καὶ
1638τῶν προσωρινῶν καὶ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ· παρε-
1639πονεῖτο δὲ, διότι παραβαλὼν τὰς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
1640γοῦ κατατεθείσας καταστάσεις πρὸς ἄλλας καταστάσεις,
1641εὗρε διαφορὰς κατὰ τὰ ἐν αὐταῖς ἀναγεγραμμένα ποσά.
1642Ἐπειδὴ δ’ ἐπέμενε νὰ μάθῃ τὸ ποσὸν τῶν δανείων τῶν προσω-
1643ρινῶν, ἡ ἔρευνα καὶ ἡ συζήτησις ποῖά εἰσι προσωρινὰ δάνεια
1644καὶ ἂν πρέπῃ νὰ ἀναγραφῶσι μετὰ τῶν προσωρινῶν δανείων
1645καὶ αἱ χρηματικαὶ ἐγγυήσεις τῶν ὑπολόγων, ἀπεμάκρυνε τοὺς
1646συζητοῦντας ἀπὸ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἐσκόπει τοῦ εἰρη-
1647μένου Βουλευτοῦ ἡ ἀξίωσις. Ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην νὰ ὁδηγη-
1648θῶ πρὸς εὕρεσιν τοῦ ποσοῦ τῶν δανείων ἀπὸ οὐδεμίαν τῶν
1649ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατατεθεισῶν καταστάσεων,
1650διότι πρὸ καιροῦ μοὶ ἐνεποιήθη εὔλογος δυσπιστία πρὸς
1651τὰς τοιαύτας καταστάσεις· διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν προϋπο-
1652λογισμὸν τοῦ 1891, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν αὐτῷ ἀνα-
1653γεγραμμένων ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους πιστώ-
1654σεων συνέταξα δύο καταλόγους χρεῶν, ἕνα μὲν, ἐν ᾧ ἀνέ-
1655γραψα τὰ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1882 ὑπάρχοντα χρέη
1656τοῦ Κράτους, καὶ ἕτερον, ἐν ᾧ ἀνέγραψα τὰ κατὰ τὴν 31
1657Δεκεμβρίου 1890 ὑπάρχοντα· τοὺς καταλόγους δὲ τούτους
1658ἀναγινώσκω πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει):
1659«Χρέη ὀφειλόμενα κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1882:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1660Δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων τοῦ 1883, κατὰ τὴν ἐν σελ. 8
1661τῆς ἀπὸ 26 Ὀκτωβρίου 1888 συνοδευούσης τὸν προϋπολογισμὸν
1662τοῦ 1889 εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
1663γοῦ δρ. 86,123,047
1664Δάνειον πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα Ὄθωνα » 2,660,039
1665Ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων » 24,586,000
1666» » » τῶν 4 ἑκατομμυρίων » 3,268,000
1667» » » τῶν 6 ἑκατομ. τοῦ 1863 » 3,642,000
1668» » » τῶν 10 ἑκατομμυρίων » 5,434,447
1669» » » τῶν 25 ἑκατομ. τοῦ 1867 » 21,500,000
1670» » » τῶν 60 ἑκατομ. τοῦ 1879 » 58,585,000
1671» » » τῶν 1824 καὶ 1825 » 19,000,000
1672» » » τῶν 120 ἑκατομ. τοῦ 1881 » 118,515,000
1673Τὰ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πρὸς τὰς δύο Τρα-
1674πέζας, τὴν Ἐθνικὴν καὶ τὴν Ἰονικὴν, ὀφειλόμενα » 69,394,271
1675Τὸ ὅλον τῶν ἐκ δανείων ὀφειλομένων δρ.412,707,804
1676Χρέη ὀφειλόμενα κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890:
1677Δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων τοῦ 1833 δρ. 86,123,047.—
1678Δάνειον πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα Ὄθωνα » 1,777,679.—
1679Ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατ. τοῦ 1881 » 108,433,000.—
1680» » » τῶν 170 ἑκατ. τοῦ 1884 » 95,487,500.—
1681» » » τῶν 9 ἑκατ. τοῦ 1884 » 8,900,000.—
1682» » » τοῦ πατριωτ. τῶν 30 ἑκ. » 2,723,860.—
1683» » » τοῦ παγιωθέν. τῶν 26 ἑκ. » 20,303,500.—
1684» » » » » τῶν 10 ἑκ. » 886,550.—
1685» » » τῶν 135 ἑκατομμυρίων » 133,915,000.—
1686» » » τῶν 15 ἑκατομμυρίων » 14,915,000.—
1687Δάνειον τῆς ἀναγκαστ. κυκλοφορ. εἰς μεταλλικὸν » 16,813,924.40
1688» » » » εἰς τραπ. γραμμάτια » 57,725,897.54
1689Δάνειον εἰς τὰ κυκλοφορ. κερματικὰ γραμμάτια » 14,000,000.—
1690Δάνειον πάγιον τῶν 1,200,000 λιρ. ἀγγλικῶν » 30,000,000.—
1691» » » 5,000,000 » » » 125,000,000.—
1692» προσωρινὸν τῶν 600,000 » » » 15,531,314.50
1693Τὸ διατεθὲν μέρος τοῦ εἰσπραχθέντος ἐκ τοῦ
1694δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσ-
1695σης ποσοῦ τῶν 45,050,000 » 37,305,362.50
1696Δάνειον προσωρινὸν εἰς ἔντοκα γραμμάτια » 10,000,000.—
1697Τὸ ὅλον δρ.779,841,634.94
1698Ἐὰν ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ τῶν κατὰ τὴν 31
1699Δεκεμβρίου 1890 ὀφειλομένων ἐκ δανείων 779,841,634.94
1700τὰ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1882 ὀφει-
1701λόμενα ἐκ δανείων 412,707,804.—
1702Συνάγεται ὅτι τὰ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουα-
1703ρίου 1883 μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890
1704προστεθέντα διὰ δανείων χρέη ἀνῆλθον εἰς 367,133,830.94
1705Περὶ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τοῦ ὑπὸ τὴν
1706ἐγγύησιν τῶν τριῶν Δυνάμεων συνομολογηθέντος κατὰ τὸ
17071833, ἐσημείωσα καὶ ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ὀφειλομένων
1708ἐκ δανείων κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1882, καὶ ἐν τῷ κα-
1709ταλόγῳ τῶν ὀφειλομένων κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890,
1710τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπορίσθην ἐκ τῆς συνοδευούσης
1711τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, τῆς
1712φερούσης τὴν ὑπογραφὴν τοῦ καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ, διότι
1713δὲν γνωρίζω, ἂν διὰ τῶν πληρονομένων ἐτησίως ἀπέναντι
1714τοῦ δανείου τούτου γίγνηται καὶ ἀπόσβεσις τοῦ κεφαλαίου
1715αὐτοῦ, ἀφοῦ δὲν γνωρίζω, ἂν τὸ ἐτησίως πληρονόμενον
1716ποσὸν τῶν 900 χιλιάδων φράγκων καταλογίζεται εἰς τό-
1717κους ἢ εἰς χρεωλύσια. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εὗρον σύμβασιν περὶ
1718τούτου ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν,
1719ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ δι’ αὐτῆς συμπεφωνημένα. Ἐνθυ-
1720μοῦμαι ὡσαύτως, ὅτι μία ἐκ τῶν τριῶν Δυνάμεων ἀνεκοί-
1721νωσεν εἰς τὸν νῦν κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ τὰ ἔτη 1883 ἢ
17221884 ἀξίωσιν κανονισμοῦ τῶν εἰς ταύτην ἕνεκα τοῦ δα-
1723νείου τούτου ὀφειλομένων κατ’ ἄλλον ἢ τὸν ἐν ἐνεργείᾳ
1724τρόπον· ἐπειδὴ δ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε περάνει τὴν
1725ὑπόθεσιν ταύτην μέχρι τῆς 7 Ἀπριλίου 1885, ὅτε διε-
1726δέχθην αὐτὸν, μοὶ ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ πρέσβεως τῆς Δυ-
1727νάμεως ἐκείνης ἡ αὐτὴ ἀξίωσις. Ἐρευνήσας δ’ ἔμαθον τότε,
1728ὅτι μόνη ἡ μία ἐκ τῶν τριῶν Δυνάμεων εἶχε προβάλει τὴν
1729ἀξίωσιν ταύτην, ἡ ὑπόθεσις ὅμως ἔμεινεν εἰς τὸ σημεῖον
1730τοῦτο.
1731§42ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ ἐξ ἀναγνώσεων,
1732ὅτι αἱ πληρωμαὶ ἀπέναντι τοῦ δανείου τούτου λαμβάνον-
1733ται ὑπ’ ὄψιν ὡς κεφάλαιον, καὶ τοῦτο, διότι αἱ Κυβερνή-
1734σεις, πληρώσασαι τοὺς δανειστὰς τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύναν-
1735ται νὰ λάβωσι τόκον παρὰ τῆς Ἑλλάδος. Εἶδον μάλιστα,
1736ὅτι τὸ ποσὸν τῶν πρὸς τὴν Γαλλίαν ὀφειλομένων θ’ ἀπο-
1737σβεσθῇ ἐντὸς 139 ἐτῶν.
1738§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν πληρο-
1739φορίαν, ὥστε δὲν δύναμαι οὔτε νὰ ἐπιβεβαιώσω οὔτε ν’ ἀναι-
1740ρέσω τὴν ὑμετέραν.
1741§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ἐγὼ, ὅτι δὲν εἶναι
1742χρεωλύσιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πληρόνομεν κατ’ ἔτος....
1743§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ ἐκφέρετε γνώμην; Εἶναι
1744ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει πρὸ ἡμῶν νὰ ἐκφέρῃ γνώ-
1745μην ἡ Κυβέρνησις, δὲν πρέπει δὲ νὰ σπεύδητε νὰ ἐκφέρητε
1746ὑμεῖς γνώμην. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἀπέφυγα νὰ ἐκφέρω γνώ-
1747μην ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἔδιδεν ὁ
1748ἐκ Μαντινείας συνάδελφος.
1749Ὑπάρχει δὲ παρ’ ἐμοὶ μελέτη περὶ τῶν κατ’ ἔτος πλη-
1750ρονομένων τόκων καὶ χρεωλυσίων εἰς χρυσὸν ἰδίᾳ καὶ ἰδίᾳ
1751εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, κρίνω δὲ ἄξια προσοχῆς τὰ ἀπο-
1752τελέσματα, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐκ τῆς μελέτης ταύτης,
1753καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἀναγινώσκω καὶ ταῦτα (ἀναγινώσκει):
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1754«Κατὰ τὸ 1883 ἐπληρόνομεν εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια
1755δανείων ἐν γένει, παγίων τε, χρεωλυτικῶν τε καὶ προσωρι-
1756νῶν, καὶ εἰς ἔξοδα ὑπηρεσίας αὐτῶν 19,279,742 96
1757Κατὰ τὸ 1884 ὅμως ἐπληρόνομεν 22,836,588.55
1758Κατὰ τὸ 1885, ἕνεκα τοῦ συνομολογη-
1759θέντος κατὰ τὸ 1884 δανείου τῶν 170
1760ἑκατομμυρίων, ἐπληρόνομεν 29,361,484 95
1761Κατὰ τὸ 1886, ἕνεκα τῶν προκαταβο-
1762λῶν καὶ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγμ. 34,121,086.87
1763Κατὰ τὸ 1887, κατὰ τὸ ὁποῖον, συνο-
1764μολογηθέντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκα-
1765τομμυρίων, δὲν ἐπληρώθη συναλλαγμα-
1766τικὴ διαφορὰ 28,590,996.44
1767Κατὰ τὸ 1888 ἐπληρώσαμεν 36,005,844.21
1768Κατὰ τὸ 1889, καθ’ ὃ συνωμολογήθη-
1769σαν πολλὰ δάνεια, καὶ ἐπληρώθησαν οἱ τό-
1770κοι καὶ τὰ χρεωλύσια ἐκ τοῦ χρυσοῦ αὐτῶν 31,345,064.84
1771Κατὰ τὸ 1890, καθ’ ὃ ἐγένετο τὸ δά-
1772νειον τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς Λαρίσ-
1773σης, ἐπληρώσαμεν 35,634,257.81
1774Ἀλλὰ τὰ ἀνωτέρω ποσά εἰσι τὰ ἐν ὅλῳ πληρωθέντα,
1775ἤτοι τά τε εἰς χρυσὸν καὶ τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια
1776πληρωθέντα εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια τῶν δανείων, καὶ εἰς
1777ἄλλα ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, πρέπει δὲ νὰ ἀναζητήσω-
1778μεν ἰδίᾳ τὰ εἰς χρυσὸν πληρωθέντα, ἰδίᾳ δὲ τὰ εἰς τρα-
1779πεζικὰ γραμμάτια.
1780Καὶ εἰς τραπεζικὰ μὲν γραμμάτια ἐπληρώθησαν εἰς
1781τόκους καὶ χρεωλύσια:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1782Κατὰ τὸ 1883 4,386,623.—
1783Κατὰ τὸ 1884 5,597,418.40
1784Κατὰ τὸ 1885 5,675,797.—
1785Κατὰ τὸ 1886 8,239,590.—
1786Κατὰ τὸ 1887 12,596,219.—
1787Κατὰ τὸ 1888 10,209,287.41
1788Κατὰ τὸ 1889 10,972,687.—
1789Κατὰ τὸ 1890 2,971,863.—
1790Καὶ κατὰ τὸ 1891 9,488,075.—
1791Εἰς χρυσὸν δ’ ἐπληρώθησαν εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια
1792καὶ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν τῶν δανείων:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1793Κατὰ τὸ 188315,598,152.—
1794Κατὰ τὸ 188418,200,720.—
1795Κατὰ τὸ 188524,048,599.—
1796Κατὰ τὸ 188624,222,715.—
1797Κατὰ τὸ 188725,324,367.—
1798Κατὰ τὸ 188825,881,605.—
1799Κατὰ τὸ 188927,233,300.—
1800Κατὰ τὸ 189029,378,487.—
1801Κατὰ τὸ 189131,266,882.75
1802Οὕτως, ἕνεκα τοῦ κατὰ τὰ 1884 συνομολογηθέντος
1803δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, οἱ πληρωθέντες εἰς χρυσὸν
1804τόκοι κατὰ τὸ 1885 ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1884 πλη-
1805ρωθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ποσὰ κατὰ 5,847,879,
1806οἱ δὲ πληρωθέντες εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ τὸ 1886
1807ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1885 πληρωθέντα κατὰ 2,563,
1808793. Ὡσαύτως οἱ μὲν εἰς χρυσὸν πληρονόμενοι τόκοι καὶ
1809χρεωλύσια, διὰ τῶν συνομολογηθέντων νέων δανείων καὶ
1810διὰ τῆς μετατροπῆς εἰς χρυσὸν καὶ αὐτῶν τῶν ὑπαρχόν-
1811των εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων, ἀνεβιβάσθησαν ἀπὸ
181215,598,152, τὰ ὁποῖα ἐπληρώνοντο κατὰ τὰ 1883, εἰς
181331,266,882.75, ὅσα ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1891, ἤτοι
1814ηὔξησαν κατὰ 15,668,730.75 φράγκων χρυσῶν· οἱ δὲ εἰς
1815τραπεζικὰ γραμμάτια πληρονόμενοι τόκοι καὶ χρεωλύσια,
1816οἵτινες ἀπὸ 4,386,623, ὅσα ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1883,
1817εἶχον ἀναβιβασθῆ κατὰ τὸ 1887 εἰς 12,596,219, ἤτοι
1818εἶχον αὐξήσει κατὰ 8,209,596 δραχμῶν εἰς τραπεζικὰ·
1819μετὰ τὸ 1887, διὰ τῶν μετατροπῶν τῶν εἰς γραμμάτια
1820δανείων εἰς δάνεια εἰς χρυσὸν, ἐμειώθησαν ἀπὸ 12,596,219
1821τὰ πληρωθέντα κατὰ τὸ 1887 εἰς 2,971,863, ὅσα ἐπλη-
1822ρώθησαν κατὰ τὸ 1890, ἤτοι ἐμειώθησαν κατὰ 9,624,356
1823δραχμῶν εἰς γραμμάτια. Καὶ ἀνεβιβάσθησαν μὲν κατὰ τὸ
18241891 εἰς 9,488,075, ἀλλ’ ἐγένετο τοῦτο, διότι κατὰ τὸ
1825ἔτος ἐκεῖνο ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων δὲν ἐγένετο διὰ
1826δανείων ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἐγένετο κατὰ μέγιστον μέρος
1827δι’ ἀγορᾶς συναλλάγματος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ.
1828Σφαλερὸν καὶ πλημμελὲς ἀληθῶς ἀπεδέχθημεν σύστημα,
1829ὄχι μόνον νὰ δανειζώμεθα εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ μετα-
1830τρέπωμεν τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δάνεια εἰς χρυσόν·
1831οὕτως ἐπῆλθε μὲν ἐλάττωσις τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐπλη-
1832ρόνομεν διὰ τόκους εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι ἀπε-
1833σβέσαμεν τὰ δάνεια τῶν 6 ἑκατομμυρίων, τῶν 25 ἑκατομ-
1834μυρίων, τῶν 9 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, τὰ
1835ὁποῖα ἦσαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ τὴν σελίδα λʹ
1836τῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891· ηὐξήσαμεν ὅμως
1837τὰ πληρονόμενα εἰς χρυσὸν, διότι καὶ τὰ εἰρημένα δάνεια με-
1838τετρέψαμεν εἰς χρυσὸν μετὰ τῶν ἄλλων εἰς χρυσὸν συνομολο-
1839γηθέντων δανείων. Ἂν δὲ ἤθελον ἀνατρέξει εἰς τὸν προσωρινὸν
1840ἀπολογισμὸν τοῦ 1882, διότι ὁριστικὸς δὲν ἐδημοσιεύθη,
1841εἰς τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1882, ὁ ὁποῖος ἐδημο-
1842σιεύθη ἐν σελίδι ιθʹ τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
18431884, ἠθέλομεν εὕρει, ὅτι κατὰ τὸ 1882 ἐπληρώθησαν εἰς
1844τόκους καὶ χρεωλύσια εἰς χρυσὸν μὲν 14,983,094.20, εἰς
1845τραπεζικὰ δὲ γραμμάτια 5,067,616. Ἡ μελέτη αὕτη
1846παρέχει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὁδηγίαν, ποῦ πρέπει νὰ ἀνα-
1847ζητήσῃ τὴν τοσοῦτον προβαίνουσαν διαφορὰν τῆς τιμῆς
1848μεταξὺ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ χρυσοῦ, τὴν τοσοῦ-
1849τον προβαίνουσαν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος καὶ
1850τοῦ χρυσοῦ. Ἂν κατὰ 16 ἑκατομμύρια ἀπὸ τοῦ 1883
1851μέχρι τοῦ 1892 ηὔξησαν αἱ εἰς χρυσὸν πληρωμαὶ τοῦ
1852Κράτους διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια, δύναται ἕκαστος νὰ
1853ἐρωτήσῃ, ἂν ηὔξησαν ἐπίσης, κατὰ 16 ἑκατομμύρια τὰ
1854ἐκ τῆς χώρας ἐξαγόμενα καὶ διὰ χρυσοῦ ἀνταλλασσόμενα
1855προϊόντα τέχνης, βιομηχανίας ἢ τῆς γῆς, ἢ ἂν ηὔξησαν
1856κατὰ 16 ἑκατομμύρια τὰ ἐξ ἀδήλων πόρων εἰσαγόμενα εἰς
1857χρυσὸν χρήματα. Ἐγὼ φρονῶ, ἐκ τούτων ὁδηγούμενος, ὅτι
1858ἡ μεγάλη ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς
1859ζητήσεως, κατὰ τὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητή-
1860σεως ὅστις ἐφαρμόζεται ἀδυσωπήτως καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέ-
1861σεως ταύτης, καὶ ὅτι ἐφ’ ὅσον αὐξάνει ἡ ζήτησις τοῦ χρυ-
1862σοῦ, ἐπὶ τοσοῦτον προβαίνει ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ
1863γραμματίου.
1864Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δύο νόσοι κατατρύχουσι τὰ οἰκο-
1865νομικὰ ἡμῶν, ἡ νόσος τῶν ἐλλειμμάτων ἐν τῷ προϋπολο-
1866γισμῷ καὶ ἡ νόσος τῆς νομισματικῆς ἀμηχανίας· διὰ τοῦτο
1867ἠσπάσθην καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς
1868μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι
1869σφάλμα τὸ νὰ νομίζωμεν, ὅτι, ἂν εὕρισκεν ἡ Κυβέρνησις
1870δάνειον, ἤθελε τοῦτο βελτιώσει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κρά-
1871τους, ἢ ἤθελεν ἐξαγάγει τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν
1872ἀμηχανίαν, εἰς ἣν περιῆλθε· διότι, ἂν ζητῶμεν σήμερον 32
1873ἑκατομμύρια χρυσοῦ, ἵνα πληρόνωμεν διὰ τὰ χρέη ἡμῶν,
1874θέλομεν ζητεῖ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος 38 ἑκατομμύρια
1875χρυσοῦ, ἐὰν ἠθέλομεν συνομολογήσει καὶ νέον δάνειον ἑκα-
1876τὸν ἑκατομμυρίων, ἔστω καὶ ὑπὸ τοὺς αἰσιωτέρους ὅρους,
1877ἤτοι πρὸς 90% καὶ μόνον πρὸς 6% τόκον. Ἢ ἐλπίζει τις,
1878ὅτι ἠθέλομεν συγχρόνως δυνηθῆ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ νὰ
1879αὐξήσωμεν τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας ἢ τῆς γεωργίας,
1880ἵνα ἐξαγάγωμεν αὐτὰ καὶ τὰ ἀνταλλάξωμεν μὲ χρυσὸν,
1881καλύψωμεν δ’ οὕτω τὰ 38 ἑκατομμύρια; Ἢ προσδοκᾷ
1882τις, ὅτι, ἂν κατ’ ἔτος εὑρίσκωμεν δάνειον εἰς χρυσὸν, ἵνα
1883δι’ αὐτοῦ καταβάλλωμεν τοὺς ἐτησίους τόκους, θέλομεν
1884κατ’ ἔτος παράγει προϊόντα βιομηχανίας ἢ γεωργίας, το-
1885σοῦτον περισσότερα καθ’ ἕκαστον ἔτος, ὥστε τῶν προϊόντων
1886τούτων ἡ κατ’ ἔτος αὔξησις θέλει ἐπαρκεῖ εἰς τὴν κατ’
1887ἔτος προβαίνουσαν ἀνάγκην προσθέτου χρυσοῦ ἕνεκα τῆς
1888κατ’ ἔτος συνομολογήσεως νέου δανείου; Σφάλλεται ἡ Κυ-
1889βέρνησις, ἐπιδοθεῖσα εἰς τὴν ἀναζήτησιν δανείου, κρίνω
1890δ’ ὀρθοτάτην τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς.
1891Ἡ Κυβέρνησις πρέπει ἀλλαχοῦ νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν
1892αὐτῆς. Ἢ ζητεῖ δάνειον διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας
1893τοῦ Ἰουλίου καὶ τοῦ Δεκεμβρίου, καὶ δυνηθῆ νὰ παρατείνῃ
1894τὴν ζωὴν αὑτῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀδιαφοροῦσα περὶ τοῦ τί
1895μέλλει μετὰ τοῦτο νὰ συμβῇ; Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν μεριμνῶ-
1896μεν διὰ τὴν παράτασιν τῆς ζωῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ
1897ποθοῦμεν νὰ ἴδωμεν βελτιούμενα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
1898Κράτους, διὰ ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸ ἀπὸ τὴν συμφορὰν,
1899ἥτις τὸ ἀπειλεῖ. Κατά τινα μάλιστα πρόχειρον σημείωσιν
1900τῶν προσωρινῶν χρεῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ 100 ἑκατομμύ-
1901ρια τοῦ ὑποτιθεμένου δανείου, καὶ ἂν κατὰ τὴν εὐτυχῆ καὶ
1902ἐξαιρέτως αἰσίαν ὑπόθεσιν ἤθελε συνομολογηθῆ πρὸς 90%,
1903καὶ ἠθέλομεν ἐξ αὐτοῦ εἰσπράξει 90 ἑκατομμύ-
1904ρια πραγματικά, μόλις ἤθελον ἐπαρκέσει ταῦτα πρὸς ἐξό-
1905φλησιν πάντων τῶν προσωρινῶν δανείων, καὶ πρὸς πληρω-
1906μὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τοῦ ἔτους τούτου, πιθα-
1907νὸν δὲ κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ παρόντος ἔτους, καίτοι
1908δανεισθέντες 100,000,000, νὰ εὑρεθῶμεν πάλιν εἰς ἀμη-
1909χανίαν.
1910§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔξοδα τοῦ σιδηροδρόμου
1911Λαρίσσης;
1912§47ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔξοδα τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης
1913εἶναι πλέον ἔξοδα τακτικά, ἀφοῦ τὸ προϊὸν τοῦ δανείου,
1914τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη πρὸς κατασκευὴν αὐτοῦ, ἐδαπα-
1915νήθη εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα
1916πληρόνομεν νῦν δι’ αὐτὸν καθ’ ἕκαστον μῆνα, πρέπει νὰ
1917ἐγγράφωνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1918Ἐσωτερικῶν, διότι πρέπει νὰ καταβάλλωνται ἐκ τῶν τα-
1919κτικῶν ἐξόδων. Ἀφοῦ ἐξωδεύσαμεν δι’ ἀνάγκας τοῦ Κρά-
1920τους τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης,
1921πρέπει νῦν τὰ ἔξοδα αὐτοῦ νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολο-
1922γισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους καὶ
1923διὰ τὸ συμφέρον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ νὰ τελειώσῃ ἓν
1924ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε 18 ἕως 20
1925ἑκατομμύρια.
1926Εἶπον ὅτι ἔμελλον νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν τὰ δαπανηθέντα
1927διὰ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν· ταῦτα ἀνῆλθον κατὰ τὸν
1928παρόντα πίνακα (δείκνυσι πίνακα) εἰς 3,462,720.25,
1929δαπανηθέντα μέχρι τοῦδε ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας,
1930πλὴν τῶν κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη δαπανηθέντων ἐκ τοῦ δη-
1931μοσίου ταμείου.
1932Ἀλλὰ διατὶ ἐπῆλθον τὰ ἐλλείμματα ταῦτα τὰ με-
1933γάλα; Διότι κατὰ πᾶν ἔτος ηὔξανον αἱ δαπάναι τῆς δι-
1934οικήσεως, κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, ὁ ὁποῖος παριστᾷ τὰ
1935κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς δαπανηθέντα δι’ ἕκαστον τῶν
1936Ὑπουργείων κατὰ τὰ ἔτη 1882 μέχρι 1891. Ἄν τὸν πί-
1937νακα τοῦτον μελετήσητε, θέλετε εὕρει, ὅτι ὑπῆρξεν εἷς
1938σταθμὸς διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ὁ τοῦ 1885 καὶ
19391886, καθ’ ὃν οὐ μόνον ἐδαπανήθησαν τακτικὰ ἔξοδα ὀλι-
1940γώτερα, ἀλλὰ τοῦτο ἐχρησίμευσεν ὡς προτροπὴ εἰς τὸν
1941διαδεχθέντα με Πρωθυπουργὸν, ἵνα ἐμμείνῃ εἰς τὸν σταθμὸν
1942αὐτὸν κατὰ τὰ ἔτη 1887 καὶ 1888, δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ
1943ἐπιμείνῃ μέχρι τέλους, διότι κατὰ τὰ 1889 καὶ 1890 ἤρξατο
1944αὖθις ἡ σπουδὴ πρὸς τὴν ἀνωφέρειαν, καὶ κατὰ συνέπειαν
1945ἡ αὔξησις τῶν διὰ τὴν διοίκησιν ἐξόδων. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λό-
1946γος περὶ τοῦ 1885 καὶ 1886, προσήκει νὰ διαλάβω περὶ
1947τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστρατείας. Περὶ τῶν ἐξόδων τούτων δὶς
1948μέχρι τοῦδε ἠγόρευσα πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ γράφονται
1949μὲν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τὰ λεγόμενα, λησμονοῦνται ὅμως καὶ
1950δὲν ἀναγινώσκονται, πρέπει δὲ νὰ ἐπαναλάβω καὶ αὖθις
1951ὅσα ἄλλοτε εἶπον, ἀφοῦ ἑκάστοτε ἡ δημοσιογραφία γράφει
1952περὶ τῶν ἐξόδων τούτων τῆς ἐπιστρατείας ὅ,τι θέλει. Τε-
1953λευταῖον μάλιστα ἐδημοσιεύθη ἔν τινι Γαλλικῇ ἐφημερίδι,
1954ὑπὸ στοιχεῖον Χ, διατριβὴ περὶ τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστρα-
1955τείας ἐκείνης, γραφεῖσα, φαίνεται, ὑπό τινος δοκίμου, ὅστις
1956ὅμως καὶ οὗτος ἐπλανήθη, διότι περιέλαβεν εἰς τὰ ἔξοδα
1957τῆς ἐπιστρατείας καὶ τὰ συνήθη ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου
1958τῶν Ναυτικῶν, ὡς ἂν δὲν ἤθελε δαπανήσει τι τὸ Κράτος
1959διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, ἐὰν ἡ ἐπιστρατεία δὲν διετάσσετο.
1960Τῷ ὄντι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ
1961Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1962Ναυτικῶν, τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886, διότι
1963ταῦτα ἤθελον δαπανηθῆ καὶ ἂν δὲν ἤθελε διαταχθῆ ἡ ἐπι-
1964στρατεία· ἂν δ’ ἀποδεχθῶμεν ὡς τακτικὰ ἔξοδα τῶν δύο
1965τούτων Ὑπουργείων ὅσα δι’ ἕκαστον αὐτῶν εἶχον δαπα-
1966νηθῆ κατὰ τὸ ἀμέσως προηγηθὲν ἔτος, καθ’ ὃ δὲν ἐτυγχά-
1967νομεν ἐν ἐπιστρατείᾳ, θέλει ἀνευρεθῆ, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπι-
1968στρατεύσεως ἐδαπανήσαμεν μόνον 52,220,869.63.
1969Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ κατὰ τὴν 27 Ὀκτωβρίου
19701886 συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἔλεγεν, ὅτι προϋπελόγιζε
1971τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1885 καὶ
19721886 εἰς 120 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔστεργε νὰ ὑπο-
1973λογίσῃ ἐπὶ τόκῳ 6%, διότι ἤθελε τότε παραστήσει, ὅτι
1974τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας προσέθηκαν
1975εἰς τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀνήρχετο
1976εἰς 7,200,000· δὲν ἔστεργε δὲ νὰ ὑπολογίσῃ τὸν ἐτήσιον
1977τόκον αὐτῶν οὐδ’ εἰς 7%, διότι δὲν ἠρκεῖτο οὐδ’ εἰς
19788,400,000 νὰ παραστήσῃ ὅτι ἀνήρχετο τὸ ἕνεκα τῶν
1979ἐξόδων τῆς ἐπιστρατείας προστεθὲν εἰς τὸ παθητικὸν τοῦ
1980ἐτησίου προϋπολογισμοῦ βάρος· ἀλλ’ ὑπελόγιζε τὸν τόκον
1981τῶν 120 τούτων ἑκατομμυρίων εἰς 8⅓% κατ’ ἔτος,
1982διότι ἀνεβίβαζε τὸ ἐτήσιον τοῦτο βάρος εἰς 10 ἀκέραια
1983ἑκατομμύρια. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν δὲ τῆς 2 Νοεμβρίου
19841887, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, προέβη
1985περαιτέρω, ἀναγγείλας ὡς ἔλλειμμα τῶν προϋπολογισμῶν
1986τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 ποσὸν ἀνώτερον καὶ τῶν 120
1987ἑκατομμυρίων, ἤτοι 127,483,000. Ἀλλὰ καὶ ἡ πρόβλε-
1988ψις, ἣν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρῶτον, ἦτο πεπλα-
1989νημένη, καὶ ἡ πληροφορία, ἣν ἔδωκεν αὐτῇ κατὰ Νοέμ-
1990βριον τοῦ 1887, ὅτε μάλιστα εἶχε κλείσει ἡ χρῆσις τοῦ
19911886 καὶ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ θετικὰ ἀποτελέσματα, καὶ αὐτὴ
1992δὲν ἦτο ἀκριβής, διότι κατὰ τοὺς δημοσιευθέντας ἤδη ἐπι-
1993σήμους ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886, τοῦ μὲν
1994πρώτου τούτων τὸ ἔλλειμμα συνίστατο εἰς 61,370,732.64,
1995τοῦ δὲ δευτέρου εἰς 34,149,557.84, ἤτοι ἀμφοτέρων τῶν
1996ἐτῶν τὸ ἔλλειμμα δὲν ὑπερέβαινε τὰ 95,520,290.48.
1997Ἀλλ’ ἡ μέθοδος αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ἧς
1998ἀναζητῶν τὸ ἔλλειμμα τῶν δύο ἐτῶν προσεπάθησε δι’ αὐ-
1999τοῦ νὰ προσδιορίσῃ τὸ βάρος, τὸ ἕνεκα τῶν ἐξόδων τῆς
2000ἐπιστρατείας προστεθὲν εἰς τὸ παθητικὸν τῶν οἰκονομικῶν
2001τοῦ Κράτους, ἡ μέθοδος, λέγω, αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή, διότι
2002καὶ ἄνευ τῆς ἐπιστρατείας, καὶ πρὸ τῶν δύο τούτων ἐτῶν,
2003ἡ ἐτησία διαχείρισις κατέληγεν εἰς ἔλλειμμα· τὸ ἔλλειμμα
2004μάλιστα τοῦ ἀμέσως προηγηθέντος ἔτους 1884, καθ’ ὃ
2005διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ ὁ νῦν Πρωθυπουργός, εἶχεν
2006ὑπερβῆ τὰ 30 ἑκατομμύρια. Κατὰ τὴν μέθοδον ταύτην
2007τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἂν δὲν διετάσσετο ἡ ἐπιστρατεία,
2008καὶ δὲν ἐπήρχετο ἡ πολιτικὴ μεταβολὴ τῆς 7 Ἀπριλίου,
2009ἐξηκολούθει δ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ κυβερνᾷ
2010ἄνευ διακοπῆς καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1886,
2011τότε πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ ἡ διαχείρισις τοῦ 1885
2012καὶ ἡ διαχείρισις τοῦ 1886 ἤθελον καταλήξει εἰς ποσὸν
2013ἐλλείμματος τόσον, ὅσον ἦτο τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884, ἤτοι
2014νὰ μὴ παραστήσωσιν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1885 καὶ
20151886 ἔλλειμμα 95,520,290.48, ὅσον νῦν παρέστησαν, νὰ
2016παραστήσωσιν ὅμως ἔλλειμμα 61,204,293.46, ἤτοι τὸ δι-
2017πλάσιον τοῦ ἐκ 30,602,146.73 ἐλλείμματος τοῦ 1884,
2018ἀφοῦ νῦν ἐπρόκειτο περὶ δύο ἐτῶν, τοῦ 1885 καὶ 1886.
2019Οὕτω δ’ ἤθελέ τις συναγάγει, ὅτι τὸ πλεονάζον τοῦ ἐλ-
2020λείμματος, εἰς ὃ κατέληξαν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν δύο ἐτῶν
20211885 καὶ 1886, ἀνερχόμενον εἰς 34,315,997.02, εἶναι
2022τὸ ἕνεκα τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστρατείας προστεθὲν ἔλλειμμα,
2023καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο παριστᾷ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρα-
2024τείας. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη μέθοδος δὲν εἶναι ὀρθή, ὡς εἶπον,
2025οὐδὲ δύναται νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς ἀνεύρεσιν τοῦ ἀληθοῦς
2026ποσοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστρατείας· πρέπει δὲ νὰ περιο-
2027ρίσωμεν τὴν ἔρευναν εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς μόνον τῶν δύο
2028Ὑπουργείων, ἤτοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ
2029τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
2030Κατὰ τοὺς δημοσιευθέντας ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν
20311885 καὶ 1886, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδα-
2032πάνησε κατὰ τὸ 1885 ἐν ὅλῳ δραχ. 40,954,188.12, καὶ
2033κατὰ τὸ 1886 ἐδαπάνησεν ἐν ὅλῳ 51,213,852.36, ἤτοι
2034κατ’ ἀμφότερα τὰ ἔτη ταῦτα ἐδαπάνησεν 92,168,040.48·
2035ἂν καὶ καθ’ ἑκάτερον τῶν ἐτῶν τούτων ἐξηκολούθει κυβερ-
2036νῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, δὲν διετάσσετο δ’ ἡ
2037ἐπιστρατεία, καὶ αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
2038τιωτικῶν δὲν ὑπερέβαινον οὐδὲ κατὰ λεπτὸν τὰ κατὰ τὸ
20391884 διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ δαπανηθέντα
2040ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἤθελον τότε δαπανηθῆ
204192,168,040.48, ὅσα νῦν ἐδαπανήθησαν, ἤθελον ὅμως δαπα-
2042νηθῆ ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1884, ἤτοι:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2043κατὰ τὸ 188522,503,028.88
2044κατὰ τὸ 188622,503,028.88
2045τὸ ὅλον 45,006,057.76
2046Ἑπομένως ὀλιγώτερα τῶν νῦν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας δα-
2047πανηθέντων κατὰ 47,161,982.72. Ὡσαύτως τὸ Ὑπουρ-
2048γεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1885 ἐν ὅλῳ
2049δραχ. 14,223,243.27, καὶ κατὰ τὸ 1886 ἐδαπάνησεν
20506,741,313.16, ἐν ὅλῳ κατὰ τὰ δύο ἔτη 20,964,356.43.
2051Κατὰ τὸν αὐτὸν συλλογισμὸν, ἂν καθ’ ἑκάτερον τῶν δύο ἐτῶν
2052ἐξηκολούθει κυβερνῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, δὲν
2053εἶχε δὲ διαταχθῆ κατ’ αὐτὰ ἡ ἐπιστρατεία, αἱ δαπάναι
2054τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου δὲν ἤθελον ὑπερβῆ οὐδὲ
2055κατὰ λεπτὸν τὰ κατὰ τὸ προηγηθὲν ἔτος 1884 δαπανη-
2056θέντα ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγ-
2057κας τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας· ἑπομένως δὲν ἤθελον δαπα-
2058νηθῆ ὅσα νῦν ἐδαπανήθησαν, ἤτοι 20,964,356.43, ἤθελον
2059ὅμως δαπανηθῆ ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1884, ἤτοι
2060ἤθελον δαπανηθῆ καὶ
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2061κατὰ τὸ 1885 7,952,734.76
2062καὶ κατὰ τὸ 1886 ὡσαύτως 7,952,734.76
2063τὸ ὅλον 15,905,469.52
2064Ἑπομένως ὀλιγώτερα τῶν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας δαπα-
2065νηθέντων 20,964,356.43 κατὰ 5,058,886.91.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2066Κατὰ τοὺς συλλογισμοὺς λοιπὸν τούτους, τὸ ἐπὶ τῶν
2067Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον ἐδαπάνησεν ἕνεκα τῆς ἐπιστρα-
2068τείας περισσότερα ἢ ὅσα εἶχε δαπανήσει κατὰ τὸ ἀμέσως
2069προηγηθὲν ἔτος δρ.47,161,982.72
2070Τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖον ἐδα-
2071πάνησεν ὡσαύτως δρ. 5,058,886.91
2072Τὰ δὲ δαπανηθέντα ἕνεκα τῆς ἐπιστρα-
2073τεύσεως ἀνέρχονται μόνον εἰς δρ.52,220,869.63
2074Καὶ τὰ 52 ταῦτα ἑκατομμύρια δὲν ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν
2075θάλασσαν, διότι ἐξ αὐτῶν ἐδαπανήθησαν πρὸς ἀγορὰν ὑλι-
2076κοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς 29,518,936.04, κατὰ τὰ ἀνὰ
2077χεῖράς μου ἐπίσημα ἀντίγραφα τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
2078Στρατιωτικῶν λογαριασμῶν τῶν γενομένων τότε προμηθειῶν·
2079τὸ ὑλικὸν δὲ τοῦτο, τὸ μὲν διαρκὲς καὶ μόνιμον ὑπάρχει
2080ἔτι καὶ νῦν, καὶ δι’ αὐτοῦ πληροῦνται καὶ σήμερον ἀκόμη τοῦ
2081στρατοῦ αἱ ἀνάγκαι, τὸ δὲ φθειρόμενον ἐχρησίμευσε κατὰ
2082τὰ ἔτη ταῦτα εἰς τὸν στρατὸν, ἀπαλλαγέντος κατ’ αὐτὰ
2083τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπὸ τοῦ νὰ δαπανήσῃ εἰς ἀγορὰν αὐ-
2084τοῦ. Ἀφαιρέσατε λοιπὸν ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα ὡς εἴρηται
2085ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας 52,220,869.63 τὰ δαπανηθέντα
2086δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς 29,518,936.04
2087ἀφαιρέσατε τὰ δαπανηθέντα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυ-
2088τικῶν:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2089δι’ ἀγορὰν πλοίων 4,605,898.90
2090δι’ ἀγορὰν τορπιλλῶν καὶ
2091ὑλικὸν αὐτῶν 1,702,039.08
2092τὰ δαπανηθ. εἰς ὁπλισμὸν 1,473,175.47
2093εἰς ἔργα ὀχυρώσεως τοῦ Ναυ-
2094στάθμου 325,709.79
2095εἰς διάφορα εἴδη ὑλικοῦ 923,912.10 9,030,735.34
2096Τὸ ὅλον 38,549,671.38
2097Καὶ τὰ 52,220,869.63 περιορίζονται εἰς 13,671,198.25.
2098Καὶ δὲν ζητῶ νὰ ἀφαιρέσητε ταῦτα αὐθαιρέτως, διότι ἐξ
2099συνεπληρώθησαν ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ἐπιστρατείας ἔτη, καὶ
2100κατὰ πάντα ταῦτα τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐδαπάνησε καὶ
2101δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης,
2102καὶ δι’ ὑλικὸν στρατωνισμοῦ καὶ στρατοπεδεύσεως, καὶ διὰ
2103κλινοστρωμνὰς, καὶ διὰ φυσίγγια καὶ διὰ γομώσεις, ὀλι-
2104γώτερα ἢ ὅσα ἤθελε δαπανήσει, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ ἕνεκα
2105τῆς ἐπιστρατείας ἀγορασθὲν τότε ὑλικόν. Ἂν κατὰ τὸ
21061885 καὶ τὸ 1886 δὲν ἐδαπανῶντο δι’ ἀγορὰν γαιανθρά-
2107κων δρ. 1,091,025.20, δὲν ἤθελε δαπανήσει κατὰ τὸ 1887
2108δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖον
2109μόνον 139,875.36, ἀφοῦ συνήθως δαπανῶνται κατ’ ἔτος
2110350 χιλιάδες καὶ πλέον δι’ ἀγορὰν αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν εἰσ-
2111ήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 12,686,742.28 ἐκ τῆς
2112ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας;
2113Δὲν εἶναι τὸ ὑλικὸν τοῦτο ἐξ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη
2114διὰ τῶν 38,549,671.38, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὰ
2115ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας; Εἶναι παράλογον νὰ καταλογίζων-
2116ται εἰς βάρος τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886
2117πάντα τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας, ἀφοῦ κατὰ τὰ ἑπόμενα
2118ἔτη εἰσεπράχθησαν χρήματα, τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον τα-
2119μεῖον ἐπορίσθη ἐξ αὐτῶν τῶν ἐξόδων. Κατὰ τὸ 1886 διε-
2120τέλεσα ἐν τῇ ἀρχῇ τέσσαρας μόνον μῆνας, τὸ ὑπόλοιπον δὲ
2121τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι 18 μῆνας, διεχειρίζετο τὰ
2122οἰκονομικὰ ὁ διάδοχός μου, καὶ ἡ διοίκησίς του ἐξετέλεσε
2123τὴν ἀποστράτευσιν, καὶ ἡ ἀποστράτευσις ἐγένετο ἀφορμὴ
2124δαπανῶν τεραστίων, οὐδ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐμὲ τῶν
2125δαπανῶν τούτων ἡ εὐθύνη, ὡς δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνῃ
2126ἐμὲ ἡ δαπάνη τῶν 3,000,000, τῶν δαπανηθέντων διὰ τοὺς
2127στρατῶνας τῆς Λαρίσσης. Καὶ δι’ αὐτὰ δὲν ἐδυσφόρησα·
2128ἀλλὰ πῶς δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω νὰ λέγωσι καὶ νὰ γρά-
2129φωσιν, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας ἐδαπανήθησαν ἑκατον-
2130τάδες ἑκατομμυρίων; Καὶ πλὴν τῶν χρηματικῶν ποσῶν,
2131τὰ ὁποῖα ἕνεκα τοῦ τότε ἀγορασθέντος ὑλικοῦ εἰσεπράχθη-
2132σαν, εἴτε ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπέφυγον νὰ δαπανήσωσιν
2133ὅσα συνήθως ἐδαπάνων, δὲν ὑπολογίζουσι παντάπασιν οὐδ’
2134ὅσα δὲν εἶναι χρῆμα, ἐκαρπώθη ὅμως τὸ Κράτος; Δὲν
2135εἰσέπραξεν ἀληθῶς τὸ Κράτος χρήματα ἐκ τῆς στρατιωτι-
2136κῆς ἀσκήσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν ἡλικιῶν, ὅσαι ἐκλή-
2137θησαν τότε ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἀλλὰ πότε ἄλλοτε εἶχον το-
2138σαῦται χιλιάδες νέων ἀσκηθῆ; Δὲν ἐπορίσθη τὸ Κράτος ἐκ
2139τούτου οὐδεμίαν ὠφέλειαν;
2140Ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατὰ
2141Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ὅτε ἐκλήθην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς
2142εὗρον αὐτὴν τότε, ἦτο πολλῷ χειροτέρα ἢ ὅσον ὑπέθετον
2143αὐτὴν ὅτε ἤμην ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ ἠρεύνον αὐ-
2144τὴν ἔξωθεν. Ἂν ὁ καλούμενος τότε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχὴν
2145ἦτο δειλὸς, ἤθελεν ἢ ἀρνηθῆ τὴν ἀρχὴν, ἢ ἀποδεχθεὶς αὐ-
2146τὴν προβῆ εἰς τολμηρὰς πράξεις, αἵτινες ἠδύναντο καὶ νὰ
2147κριθῶσιν ὡς πράξεις προδοτικαὶ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἦτο δυ-
2148νατὸν νὰ ἀποσοβηθῇ ἀπὸ τοῦ Κράτους ὁ κίνδυνος. Δὲν ἐζή-
2149τησα βραβεῖον διὰ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
2150Κράτους κατὰ τὸ δεκαπεντάμηνον, καθ’ ὃ διετελέσαμεν ἐν
2151τῇ Κυβερνήσει, ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν οἱ ἐλέγχοντες ἀτε-
2152λείας, οἱ ἐπικριταὶ οὗτοι πρέπει νὰ ἀναλογισθῶσιν, ὅτι
2153οὐδ’ ἐλάχιστον χρόνου διάστημα ἔμεινεν εἰς ἡμᾶς, ἵνα σκε-
2154φθῶμεν περὶ ἄλλου τινὸς, εἰμὴ περὶ τῆς ἀθλιότητος τῶν
2155οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἴσως ἠδύνατό τις νὰ παραβάλῃ
2156ἡμᾶς πρὸς τοὺς ἐν τρικυμίᾳ πίπτοντας ἀπὸ τοῦ πλοίου εἰς
2157τὴν θάλασσαν καὶ δι’ ἀγῶνος ὑπερανθρωπίνου προσπαθοῦν-
2158τας νὰ σωθῶσιν ἀπὸ τοῦ ὀλέθρου. Ὁ ἐμὸς συνάδελφος, ὅσ-
2159τις ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ πρῶτον
2160δεκάμηνον διάστημα, ὁμολογῶ ὅτι ἐνεφορεῖτο ὑπὸ τοῦ αὐ-
2161τοῦ θάῤῥους, ὑπὸ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ, προσεπαθοῦμεν δὲ
2162πάντες νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἀλλὰ
2163συγχρόνως καὶ νὰ βελτιώσωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δυνα-
2164τοῦ τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν, ὅπως μειώσωμεν
2165κατὰ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς
2166τότε κατεβάλομεν· καὶ ἂν δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ
2167τὰς ἀρχὰς τοῦ 1892 ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι εἴχομεν ἐξασφα-
2168λίσει τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ κινδύνου, ὅστις ἠπείλει αὐτὸ, δύ-
2169ναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἴχομεν αὐξήσει πέραν τοῦ
2170ἡμίσεως τὰς πιθανότητας, ὅτι ἠθέλομεν ἐπιτύχει τοῦ σκο-
2171ποῦ τούτου. Ἀλλὰ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἡ τιμὴ τοῦ
2172φράγκου εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς 132 καὶ 135 λεπτὰ, ἡ δη-
2173μοσιογραφία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκραύγαζεν, ἐν τοῖς χρη-
2174ματιστηρίοις ἀνεβιβάζετο ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος καὶ
2175κατεβιβάζετο ἡ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Ἠκούετε
2176πρὸ μικροῦ, ὅτε ἀνεγίνωσκον ὑμῖν περικοπὰς ἐκθέσεων ἐκ
2177Λονδίνου καὶ ἐκ Βερολίνου καὶ ἐκ Παρισίων, ποῖαι προ-
2178σπάθειαι κατεβάλλοντο. Τότε φαίνεται, ὅτι διεγνώσθη ὁ
2179κίνδυνος, ὁ ὁποῖος πρὸ πολλοῦ ἐνυπῆρχεν ἐν τῇ καταστά-
2180σει τῶν πραγμάτων, καὶ τὸν ὁποῖον πρὸ πολλοῦ ἡμεῖς κα-
2181τηγγέλλομεν, προκαλοῦντες ἐγκαίρως πάντας νὰ μεριμνή-
2182σωσι νὰ μὴ ἀφήσωσι τὰ πράγματα νὰ φθάσωσιν ἐκεῖ, ὅπου
2183εὕρομεν αὐτά. Τότε ἐκρίθη, ὅτι ἔπρεπε πρὸς σωτηρίαν τῆς
2184πατρίδος νὰ κληθῶμεν ἡμεῖς νὰ παραιτηθῶμεν.
2185Ἡ παραίτησις κρίνεται ὡς πρᾶξις ἑκουσία τοῦ παραι-
2186τουμένου, ἐν Κράτει δὲ κυβερνωμένῳ ὑπὸ κοινοβουλευτικοὺς
2187θεσμοὺς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γένηται κατ’ ἀπόφασιν ἰδιόῤ-
2188ῥυθμον τοῦ παραιτουμένου, τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπιτρέπεται δὲ
2189μόνον, ὅταν συμφέρον δημόσιον δύναται νὰ δικαιολογήσῃ
2190τὴν παραίτησιν. Καὶ ἂν τις ἤθελε διατρέξει ἐσχάτους κιν-
2191δύνους, καὶ ἂν ἤθελε τὰ μάλιστα ζημιωθῆ ὡς πολιτικὸς
2192ἀνὴρ ἢ ὡς ἄτομον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐξακολουθεῖ
2193κατέχων τὴν ἀρχὴν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραιτηθῇ, ἵνα
2194μὴ καταστραφῇ αὐτὸς, ἵνα μὴ ζημιωθῇ αὐτὸς, ἀλλ’ ὡς
2195στρατιώτης ὀφείλει νὰ μένῃ ὑπηρετῶν ἕως ἂν πέσῃ, ἔστω
2196καὶ ἂν πέσῃ νεκρός. Καὶ εὐλόγως· διότι ἡ παραίτησις τῶν
2197κυβερνώντων καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν ἐπάγει μετα-
2198βολὰς, αἵτινες ἔχουσι συνεπείας, αἱ δὲ συνέπειαι αὐτῶν εἶ-
2199ναι ἐνδεχόμενον νὰ χειροτερεύσωσι τὴν κατάστασιν τοῦ
2200Κράτους, ὑπέχει δὲ τότε τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην ὁ παραι-
2201τηθεὶς, ὅστις δὲν κατέλιπε τὴν ἀρχὴν ἕνεκα τοῦ δημοσίου
2202συμφέροντος. Διὰ τοῦτο ἐδηλώσαμεν πρὸς τὴν Αὐτοῦ Με-
2203γαλειότητα, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ παραιτηθῶμεν, καὶ
2204ὅτι σεβόμεθα τὴν ἀκεραιότητα τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον
2205τὸ Σύνταγμα ἀπονέμει εἰς τὸ Στέμμα, τοῦ νὰ ἀπαλλάξῃ
2206ἡμᾶς τῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ πᾶσαν μεταβολὴν τοῦ Ὑπουρ-
2207γείου τὰ διατάγματα τοῦ διορισμοῦ τῶν διαδόχων προσ-
2208υπογράφει ὁ ἀντικαθιστάμενος καὶ παραδίδων τὴν ἀρχὴν
2209Ὑπουργὸς, καταδηλῶν διὰ τῆς ὑπογραφῆς ταύτης, ὅτι
2210ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην. Ἐγὼ δὲν προσεκλήθην εἰς τὰ
2211Ἀνάκτορα, ἵνα προσυπογράψω τὸ διάταγμα τῆς παύσεως
2212ἡμῶν καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ διαδόχου μου, ἐφηρμόσθη δὲ
2213διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν, ἀρνουμένου τοῦ ἀντι-
2214καθισταμένου Πρωθυπουργοῦ νὰ προσυπογράψῃ, ὑπογράφει
2215ὁ διάδοχος, ἂν καὶ ἐγὼ δὲν εἶχον προσκληθῆ παντάπασι
2216νὰ ὑπογράψω, ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι, καὶ ἂν προσεκαλούμην
2217νὰ προσυπογράψω, ἤθελον ἀρνηθῆ, διότι δὲν ἦτο προσῆκον
2218νὰ ἀναλάβω ἐγὼ τὴν εὐθύνην τοῦ πράγματος. Ὅτε ὁ κ.
2219Σταυρόπουλος, νομικὸς τὸ ἐπάγγελμα, ἀπηύθυνεν ἐπερώ-
2220τησιν καὶ ἐκάλει ἐμὲ νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λό-
2221γους τῆς παύσεως τοῦ Ὑπουργείου, ἠπόρησα, διότι ἐγὼ
2222δὲν γνωρίζω, διατὶ ἐπαύθην. Τοῦτο ἐγνώριζε καὶ γνωρίζει ὁ
2223νέος Πρωθυπουργὸς, ὅστις προσυπέγραψε τὸ διάταγμα, καὶ
2224ὁ ὁποῖος, δεχθεὶς τὴν ἐντολὴν, ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς
2225μεταβολῆς. Ἀλλ’ ὡς δὲν δύνανται οἱ κυβερνῶντες ἰδιοῤ-
2226ῥύθμως νὰ παραιτῶσι τὴν ἀρχὴν, καὶ ἐκεῖνος, ὅστις κα-
2227λεῖται νὰ ἀναδεχθῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τὰ καθήκοντα, ὀφείλει
2228νὰ ἦναι πεπεισμένος, ὅτι προτείνεται αὐτῷ τὸ ὑπουργικὸν
2229ἀξίωμα χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος, καὶ προσέτι
2230ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ θεραπεύσῃ διὰ τῶν ὑπηρεσιῶν
2231του τὸ συμφέρον τοῦτο τῆς πατρίδος. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ
2232Μαντινείας, ὅστις μὲ διεδέχθη, ἐπίστευεν, ὅτι τὸ συμφέρον
2233τῆς πατρίδος ὑπεδείκνυε τὴν ἀπομάκρυνσιν ἡμῶν ἀπὸ τὰ
2234πράγματα, καὶ εἶχε πλήρη πεποίθησιν εἰς ἑαυτὸν, ὅτι θέ-
2235λει σώσει αὐτὴν ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον,
2236ὡς ἀνεγίνωσκον τότε ἐν ταῖς ἐφημερίσι, προέβαλον ὡς αἰ-
2237τίαν καὶ ἀφορμὴν, ὑπαγορεύσασαν τὴν ἀπόφασιν τῆς 17
2238Φεβρουαρίου; Τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας λοιπὸν ἔπρεπε
2239νὰ ἐπερωτήσῃ ὁ κ. Σταυρόπουλος, οὐχὶ δὲ ἐμὲ, διότι
2240οὐχὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἐκεῖνος γιγνώσκει τὰ περὶ τούτου. Ἡμέραν
2241τινὰ, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο νομοσχέδιόν τι, δὲν ἐνθυμοῦμαι
2242δὲ ποῖον νομοσχέδιον, εἶδον ἀναβάντα τὸ βῆμα τὸν κ. Βου-
2243λευτὴν ἐκ Μαντινείας, καὶ ἐξενεγκόντα μὲν γνώμην ἐπὶ
2244τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, μεταστάντα ὅμως εἰς ἄποψιν τῆς
2245γενικῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, καὶ παραστήσαντα πρὸς
2246τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Κράτος κατεστάθη ἀνίκανον νὰ ἐκ-
2247πληρώσῃ ἐμπροθέσμως ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ·
2248ἐπρότεινε μάλιστα τότε γνώμην τινὰ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ
2249κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Ὅτε δ’ ἐξῆλθον τῆς αἰθού-
2250σης ταύτης, ἔλεγον κατ’ ἐμαυτὸν, πόθεν ἐπορίσθη ὁ κ. Βου-
2251λευτὴς τὴν γνώμην ταύτην; Ἐπορίσθη αὐτὴν ἐκ τῆς διοι-
2252κήσεως τῶν οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν διεχειρίσθη καθ’ ὃν
2253χρόνον ἦτο Πρωθυπουργός; Ἀλλ’ ἂν τοιαύτην ἐσχημάτισε
2254τότε γνώμην, διατὶ τότε δὲν προέβη εἰς τὴν ἐφαρμογὴν
2255αὐτῆς, ἵνα μὴ ἀναγκασθῇ νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, οἷον
2256τὸ τῶν 16,500,000, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν εἶναι ἐκ τῶν
2257δανείων τῶν συνιστώντων τὴν εὐρωστίαν τῶν οἰκονομικῶν
2258τῶν Κρατῶν. Καὶ ἂν δὲν εἶχε τὴν γνώμην ταύτην περὶ
2259τούτου τότε, ἐσχημάτισεν αὐτὴν μετὰ τὴν παραίτησίν του,
2260μετὰ ταῦτα; Εἰς ποίαν διοίκησιν λοιπὸν ἀποδίδωσι τὴν
2261τοιαύτην χειροτέρευσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἕνε-
2262κα τῆς ὁποίας τοῦτο κατεστάθη ἀνίκανον πρὸς ἐκπλήρωσιν
2263τῶν ὑποχρεώσεών του, ἀφοῦ δὲν ἦτο ἀνίκανον ὅτε διε-
2264δέχθη ἡμᾶς ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ διεχειρίζετο αὐτὸς τὰ
2265οἰκονομικά; Κρίνει, ὅτι ἡ χειροτέρευσις προῆλθε μετὰ τὴν
2266παραίτησίν του, εἴτε ἕνεκα τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, ἢ ἕνεκα
2267τῆς διοικήσεως τοῦ διαδεξαμένου αὐτὸν, τοῦ κ. ἐκ Μεσο-
2268λογγίου Βουλευτοῦ;
2269Δὲν πρέπει νὰ ἀποκρύψω, ὅτι, ἂν παραβάλῃ τις τὴν
2270κατάστασιν, εἰς ἣν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἔκειντο
2271προχθὲς, τὴν 31 Δεκεμβρίου 1892, πρὸς τὴν κατάστασιν,
2272εἰς τὴν ὁποίαν ἔκειντο κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου 1892, θέ-
2273λει εὕρει αὐτὴν ἀληθῶς χειροτερεύσασαν, καὶ τὴν χειροτέ-
2274ρευσιν ταύτην δὲν πρέπει νὰ ἀποδώσω ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν
2275τετράμηνον διοίκησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ἢ
2276εἰς τὴν ἔκτοτε ἑπτάμηνον διοίκησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
2277Μεσολογγίου. Ἂν, ὅτε ἤμην νέος, ἡ καρδία μου δὲν εἶχεν
2278εὐτυχῶς θερμανθῆ ποτὲ ὑπὲρ τὸ μέτρον ὑπὸ φιλαυτίας,
2279ἀπεῖχον δὲ πάντοτε ἄνευ λόγου καὶ ἐξ ἰδιοτελείας νὰ δια-
2280βάλλω ἢ νὰ διασύρω τὴν ὑπόληψιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν
2281τοῦ τόπου μου, οὐδ’ ἐδημιούργησα κατ’ αὐτῶν αἰτιάσεις,
2282τὰς ὁποίας ἐγνώριζον ὅτι δὲν ἦσαν βάσιμοι, κατὰ πλείονα
2283λόγον δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ αἰτιαθῶ σήμερον οὔτε τοῦ κ. ἐκ
2284Μαντινείας Βουλευτοῦ, οὔτε τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου, καὶ
2285νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἡ διοίκησις τῶν τελευταίων τούτων μη-
2286νῶν ἦτο ἡ αἰτία τῆς ἀπὸ τῆς 17 Φεβρουαρίου μέχρι τοῦ
2287χρόνου τούτου, τὸν ὁποῖον διανύομεν, τοσαύτης χειροτερεύ-
2288σεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ
2289χειροτέρευσις αὕτη ἦτο φυσικὴ καὶ ἀναπόφευκτος συνέπεια
2290τῆς κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου ἐπελθούσης μεταβολῆς. Ἐν ᾧ
2291τότε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐτύγχανον ἐν ᾗ κατα-
2292στάσει τότε ἐτύγχανον, ὥστε οἱ τότε κυβερνῶντες νὰ ἀγω-
2293νιῶσι, προσπαθοῦντες πῶς νὰ προσθέσωσι μίαν ἀκόμη πιθα-
2294νότητα εἰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶχον κατορθώσει νὰ συλ-
2295λέξωσιν, ὅτι θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἀποσοβήσωσι τὸν κίνδυνον’
2296ἐν τῷ μέσῳ τοιαύτης καταστάσεως, νὰ ἀποπέμπηται ἀπο-
2297τόμως ἡ Κυβέρνησις, νὰ δημιουργῆται ἀναγκαίως ἕνεκα
2298τούτου πολιτικὸν ζήτημα, νὰ ἐπέρχηται κρίσις κοινοβου-
2299λευτική, νὰ διαλύηται ἡ Βουλή, νὰ ἐγείρωνται ἕνεκα τῆς
2300διαλύσεως αὐτῆς πάντα τὰ πολιτικὰ συμφέροντα καὶ τῶν
2301Βουλευτῶν τῆς διαλυομένης Βουλῆς, καὶ ἐκείνων οἵτινες
2302ἔμελλον νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν ἐπικηρυχθέντα ἐκλογικὸν
2303ἀγῶνα, καὶ πάντων τῶν πολιτῶν, καὶ αὐτῶν τῶν ἐνδη-
2304μούντων μὴ πολιτῶν, ὅσοι ἔχουσιν οἱαδήποτε ἐν τῇ χώρᾳ
2305συμφέροντα, νὰ ἀποτραπῇ δ’ οὕτως ἡ προσοχὴ πάντων
2306ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ κινδύνου καὶ ἀπὸ τῶν πρὸς ἀποτρο-
2307πὴν αὐτοῦ κοινῶν προσπαθειῶν, καὶ νὰ στραφῇ εἰς τὰς
2308κάλπας, εἰς τοὺς δήμους τῶν Κτημενίων ἢ τῆς Κιμώλου,
2309ταῦτα ἤρκουν διὰ νὰ ἐπιφέρωσι τὴν χειροτέρευσιν ταύτην.
2310Συνετέλεσαν βεβαίως εἰς αὐτὴν καὶ ἄλλα ἐπελθόντα ἕνεκα
2311τούτου συμβεβηκότα. Αὔξησις ἐξόδων, ἀναπόφευκτον ἀπο-
2312τέλεσμα τῆς κυβερνητικῆς μεταβολῆς, τῆς ἀντικαταστά-
2313σεως πληθύος ὑπαλλήλων, τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν.
2314Ἐλάττωσις ἐσόδων, ἀναπόφευκτον ἀποτέλεσμα τῆς ἐνερ-
2315γείας ἐκλογῶν, καθ’ ἃς μάλιστα ἀναστέλλονται καὶ αἱ
2316εἰσπράξεις. Ἀλλὰ προσέτι ἐπῆλθε καὶ ἀνακοπὴ τῶν ἐργα-
2317σιῶν, αἵτινες ἦσαν ἐν κινήσει καθ’ ὃν χρόνον ἐπῆλθεν ἡ
2318ὑπουργικὴ μεταβολή.
2319Προσέφυγον εἰς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Μαν-
2320τινείας Βουλευτὴς ἐδημοσίευσεν, οὐχὶ ὡς Βουλευτής, ἀλλ’
2321ὡς Πρωθυπουργός. Κατὰ τύπους πρέπει νὰ ἐπικρίνῃ τις τὸ
2322πρόγραμμα τοῦτο, διότι τὰ πολιτικὰ προγράμματα δὲν
2323εἶναι συνήθως ἀγγέλματα τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ τῶν
2324πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες προβάλλουσιν ἑαυτοὺς ὑποψη-
2325φίους κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ ἀναγγέλλουσιν εἰς τοὺς ἐκ-
2326λογεῖς των ποῖά τινα φρονοῦσι περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ
2327Κράτους, ἵνα πείσωσιν αὐτοὺς καὶ τύχωσι τῆς ψήφου των·
2328τὰ κυβερνητικὰ ἀγγέλματα διαφέρουσι τῶν ἐκλογικῶν,
2329τὰ ὁποῖα ἐκδίδουσιν οὐχὶ οἱ κυβερνῆται, ἀλλ’ οἱ ὑποψήφιοι
2330κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἐν ᾧ διὰ τῶν κυβερνητικῶν μεταδί-
2331δουσιν οἱ κυβερνῶντες εἰς τοὺς πολίτας τὰς γνώμας τῆς
2332Κυβερνήσεως, τὰ σχέδια αὐτῆς, εἴτε περὶ τῆς διοικήσεως,
2333εἴτε περὶ τοῦ στρατοῦ, εἴτε περὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἢ μετα-
2334δίδουσι τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἐθνικῶν
2335συμφερόντων. Τὰ ἐκλογικὰ προγράμματα δὲν ἐπιτρέπεται
2336νὰ περιβάλλῃ ἡ ἐπισημότης, ἡ αὐθεντικὴ ἰδιότης τοῦ ἐκ-
2337διδόντος αὐτὰ, διότι τότε οἱ ἐκδόντες αὐτὰ δὲν παρίστανται
2338πρὸ τῶν ἐκλογέων ὡς πολῖται, ἀλλὰ παρίστανται ὡς ἀρχὴ,
2339ὡς ἐξουσία, ἀδικοῦσι δὲ τοὺς ἀντιπάλους των, καθιστῶν-
2340τες ἄνισον τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα· πρὸ τῶν καλπῶν δὲ πα-
2341ρουσιάζονται οἱ ψηφοφορούμενοι, καὶ ἂν τυγχάνωσιν ἐν
2342τῇ Κυβερνήσει, ἄοπλοι καὶ γυμνοὶ, οἷοί εἰσι καὶ οἱ ἄλλοι
2343ὑποψήφιοι, οὐχὶ δὲ περιβεβλημένοι τὴν πανοπλίαν τὴν
2344κυβερνητικήν. Διὰ τοῦτο πρὸ εἴκοσιν ἐνιαυτῶν ἐνθυμοῦμαι
2345ὅτι ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ τῆς Σάμης διότι ὁ ἐκ ταύτης ἀνα-
2346δειχθεὶς βουλευτὴς κ. Κόκκινος εἶχε παρασταθῆ εἰς τὸν
2347τόπον τῆς ψηφοφορίας περιβεβλημένος τὴν στρατιωτικὴν
2348αὑτοῦ στολήν. Ἀλλ’ ἂν ἐκφέρω τὰς παρατηρήσεις ταύτας
2349κατὰ τοῦ τύπου τοῦ ἐκλογικοῦ προγράμματος τοῦ κ. Βου-
2350λευτοῦ ἐκ Μαντινείας, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μετέλθω τὸ
2351ὕφος, τὸ ὁποῖον μετῆλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
2352Συμβουλίου, ὅτε ἡμέραν τινὰ, μὴ παρευρισκομένου ἐμοῦ ἐν
2353τῇ συνεδριάσει, ὡμίλησε περὶ τοῦ προγράμματος τοῦ προ-
2354κατόχου του. Ἐγὼ ἐξ ἐναντίας ἔσπευσα νὰ ἀναγνώσω αὐτὸ,
2355οὔτε ᾐσθάνθην τὸ αἴσθημα τῆς ὀλιγωρίας, τὸ ὁποῖον κατε-
2356δήλωσεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὁ διαδεξάμενος
2357αὐτὸν, ὅτι ᾐσθάνθη. Ὅθεν ἀνέγνων τὸ πρόγραμμα τοῦ
2358Πρωθυπουργοῦ τῆς 18 Φεβρουαρίου, καὶ ἐπληροφορήθην
2359ἐξ αὐτοῦ, πῶς κατὰ τὴν 21 Μαρτίου ἔκρινε περὶ τῶν οἰ-
2360κονομικῶν πραγμάτων (ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ φύλλου τῆς
2361«Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», δι’ οὗ εἶχε δημο-
2362σιευθῆ τὸ πρόγραμμα τοῦτο): «...Θέλομεν ἐπιζητήσει
2363»πᾶσαν δυνατὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους,
2364»καὶ πρὸς τοῦτο, ἔνθεν μὲν ἐπαυξήσει τὰ ἔσοδα διὰ τῆς
2365»ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐθνικῶν πόρων, διὰ τῆς ἀναθεω-
2366»ρήσεως καὶ βελτιώσεως τῆς κειμένης περὶ ἐπιβολῆς καὶ
2367»εἰσπράξεως τῶν φόρων νομοθεσίας, ἔνθεν δὲ θέλομεν ἐλατ-
2368»τώσει τὰς δαπάνας, πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ποιούμε-
2369»νοι πρὸς ἐπίτευξιν ἀληθοῦς καὶ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου
2370»τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας πί-
2371»στεως.....» Λοιπὸν κατὰ τὴν 21 Μαρτίου ὁ κ. Βουλευ-
2372τὴς ἐκ Μαντινείας δὲν ἔκρινεν ἀπέλπιδα τὴν κατάστασιν
2373τῶν οἰκονομικῶν, οὐδὲ τὸ Κράτος ἀνίκανον εἰς ἐκπλήρωσιν
2374τῶν ὑποχρεώσεών του· ἐξ ἐναντίας ἔκρινεν αὐτὴν δεκτικὴν
2375βελτιώσεως, καὶ ὑπισχνεῖτο ὅτι τὴν βελτίωσιν ταύτην αὐ-
2376τὸς ἤθελεν ἐπιφέρει. Τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦσαν
2377τότε ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς, δὲν ἠπείλουν κίνδυνόν τινα, διότι
2378ἤθελε καταγγείλει αὐτὸν τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντι-
2379νείας· μόνον τὴν ἀνάγκην βελτιώσεων κατήγγειλε, καὶ τὰς
2380βελτιώσεις ταύτας ἀνήγγειλεν ὅτι ἤθελεν ἀπεργασθῆ διὰ
2381νόμων περὶ φορολογίας καὶ εἰσπράξεως, οἵτινες ἤθελον ἐπι-
2382φέρει μετὰ ἓν ἢ μετὰ δύο ἔτη τὰς ζητουμένας βελτιώσεις,
2383καὶ δι’ οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ὡσαύτως διὰ νόμων ἢ καὶ
2384διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἤθελεν ἐπιδιώξει. Ἡ χειροτέρευσις
2385λοιπὸν, ἡ ἀπελπιστικὴ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν, τὴν
2386ὁποίαν κατήγγειλε τελευταῖον, δὲν ὑπῆρχε τότε, ἐπῆλθε
2387κατόπιν· ἐκ τίνος δ’ ἐπῆλθεν; Ἐπῆλθεν ἐκ κακῆς διοική-
2388σεως τῶν οἰκονομικῶν εἴτε αὐτοῦ τούτου, τοῦ καταγγεί-
2389λαντος προχθὲς τὴν ἀνικανότητα τοῦ Κράτους εἰς ἐκπλή-
2390ρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντι-
2391νείας, εἴτε τοῦ διαδεξαμένου αὐτὸν κ. Βουλευτοῦ ἐκ Με-
2392σολογγίου; Καὶ ἂν δὲν ἀποδώσητε τὴν τοσαύτην χειροτέ-
2393ρευσιν εἰς τὴν κατὰ τὸ δεκάμηνον τοῦτο διαχείρισιν αὐτῶν,
2394δὲν πρέπει νὰ ἀποδώσητε αὐτὴν εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν ἀπό-
2395τομον κυβερνητικὴν μεταβολήν; Βεβαίως ἡ ἐνεστῶσα
2396κατάστασις τυγχάνει συνέπεια τῆς μεταβολῆς ἐκείνης καὶ
2397τὴν εὐθύνην ἐπὶ ταύτῃ ὑπέχει ὁ στέρξας τότε νὰ συμ-
2398πράξῃ εἰς τὴν μεταβολὴν, δεχόμενος τὴν πρωθυπουργίαν,
2399καὶ πάντες δ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ φωνῶν καὶ κραυγῶν προε-
2400κάλουν καὶ προσελιπάρουν τὸ Στέμμα, ἵνα προβῇ εἰς αὐτήν.
2401Καὶ ἀπέναντι τῆς ἀμηχανίας, τὴν ὁποίαν κατήγγει-
2402λεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, παραστήσας ὅτι τὸ
2403Κράτος κατεστάθη ἀνίκανον νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώ-
2404σεις του, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ διάδοχος ἐκείνου, παριστᾷ
2405τὸ Κράτος εὔρωστον οἰκονομικῶς, καὶ τὴν κατάστασιν ὁμα-
2406λὴν, ἐξήρτησε δὲ τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν εἰσήγαγεν, ἐκ δα-
2407νείου. Ἂν εὕρῃ δάνειον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου,
2408οὐδεμίαν ἔχει ἀνησυχίαν περὶ τοῦ ἐνεστῶτος ἢ περὶ τοῦ
2409μέλλοντος· ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι, ἂν τώρα ἡ κατάστασις
2410τῶν οἰκονομικῶν κατεστάθη κακὴ, πολὺ θέλει χειροτερεύ-
2411σει, ἂν εὑρεθῇ τὸ ζητούμενον ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δά-
2412νειον, καὶ συνομολογηθῇ τοιοῦτον. Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2413εὕρῃ τὸ δάνειον, ἓν μόνον θέλει κατορθώσει, ὅτι θέλει παρα-
2414τείνει τὸν κυβερνητικὸν βίον του ἐπί τινας μῆνας ἢ ἐπὶ ἓν
2415ἔτος, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου, ἀλλὰ θέλει κατα-
2416στήσει δεινοτέραν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Τὸ
2417δάνειον ὑπηρετεῖ ἐπί τινα χρόνον τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουρ-
2418γῶν, ἀλλὰ καταστρέφει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους.
2419Δεινὰ ὄντως κατεστάθησαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος
2420ἡμῶν, διότι τρία ἔτη τὸ πρῶτον, τέσσαρα δὲ ἔτη τελευ-
2421ταῖον, εἴτε ἐκλείομεν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἀφίνομεν τὸν κ.
2422Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου νὰ διοικῇ αὐτὰ, καθ’ ὃν τρόπον
2423τὰ ἐδιοίκει, εἴτε ὑπεστηρίζομεν αὐτὸν, καθ’ ὃν τρόπον οὐ-
2424δένα ἄλλον πολιτικὸν ἄνδρα εἴχομέν ποτε ὑποστηρίξει· ἐπὶ
2425τέλους δὲ προέβημεν εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς 17 Φεβρουα-
2426ρίου, ἥτις συνεπλήρωσε τὸ ἔργον. Καὶ τώρα ἂν δὲν εὑρεθῇ
2427τὸ δάνειον; Ἀμηχανία. Καὶ ἂν εὑρεθῇ; Ἀναβολὴ μὲν ἐπὶ
2428τοῦ παρόντος τῆς ἀμηχανίας, ἀλλὰ μετά τινας μῆνας,
2429μετὰ ἓν ἔτος, ἀμηχανία πολλῷ μᾶλλον ἀμήχανος καὶ δεινὴ,
2430πλήρης δὲ τότε ἀνικανότης, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἐμπροθέσμως
2431ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἀλλὰ τότε οἱ δανεισταὶ
2432τῶν προηγουμένων δανείων θέλουσιν εὐλόγως κραυγάσει
2433κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θέλουσιν αἰτιαθῆ αὐτῆς, ἢ θέ-
2434λουσιν ἀποδώσει εἰς αὐτὴν κακοπιστίαν, διότι, διὰ νὰ συνο-
2435μολογήσῃ τὸ τελευταῖον τοῦτο δάνειον, ἐμείωσε τὰς ἐγ-
2436γυήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον χορηγηθῆ ὑπὲρ τῶν δανειστῶν τῶν
2437προηγουμένων χρεῶν, διότι οἱ εἰδικοὶ φόροι, οἵτινες θέλουσι
2438προσδιορισθῆ πρὸς ἐγγύησιν ἀποκλειστικὴν τοῦ νέου δα-
2439νείου, περιελαμβάνοντο εἰς τὰς ἐγγυήσεις, αἵτινες εἶχον
2440προσδιορισθῆ διὰ τὰ προηγούμενα δάνεια, ἀφῄρεσε δ’ αὐ-
2441τοὺς ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοὺς προηγουμένους δανειστὰς, καὶ
2442παρεχώρησεν αὐτοὺς εἰδικῶς πρὸς εὕρεσιν τοῦ νέου δανείου,
2443καταστήσασα ἥσσονα τὴν θέσιν τῶν δανειστῶν τῶν πα-
2444λαιῶν δανείων. Ἂν δ’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν κυβερνητικὴν ταύ-
2445την πρᾶξιν πρόθεσις, τὰ μάλιστα θέλει τρωθῆ ἡ ἀξιοπρέ-
2446πεια τοῦ Κράτους, ἕνεκα πράξεως μὴ ἐπιτρεπομένης ὑπὸ
2447τῆς τιμῆς.
2448Ἀλλαχοῦ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρέπει νὰ στρέψω-
2449μεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν· πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν πρὸ παν-
2450τὸς εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, συγχρόνως
2451δὲ νὰ ἐλαττώσωμεν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἔξοδα ἡμῶν, ὥστε
2452νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων
2453ἡμῶν καὶ εἰς τὰς διὰ τὴν ἐνίσχυσιν ταύτην ἐπαγομένας
2454δαπάνας. Μόνον ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, μόνον
2455ἡ αὔξησις αὐτῆς θέλει σώσει τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Εἰς
2456ταύτην πρέπει πάντες νὰ ἐπιδοθῶμεν, ἐνισχύοντες, ὅσῳ δυ-
2457νάμεθα περισσότερον, τὴν γεωργίαν, τὴν ἐμπορίαν, τὴν
2458βιομηχανίαν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ παραγάγωμεν περισσότε-
2459ρα ἢ ὅσα παράγομεν νῦν...
2460§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τό γε νῦν, ἡ οἰκονομία.
2461§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ... Ἀλλ’ ὡς συμβαίνει πάντοτε, Κύ-
2462ριοι, ἐν ἡμέραις κινδύνων καὶ συμφορῶν καὶ ἄλλα ἐπέρχον-
2463ται δεινά. Ἡ ἰδιοτέλεια εἶναι φυσικὸν αἴσθημα εἰς τὸν ἄν-
2464θρωπον, ἀλλ’ ἡ προσήλωσις εἰς τὸ ἴδιον ἐγὼ κρατεῖ καθ’
2465ὑπερβολὴν ἐν τῇ φυλῇ, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέρος. Καὶ κατὰ
2466τοὺς χρόνους τῆς δόξης τῆς Ἑλλάδος, ὅτε ἡ εὐφυΐα καὶ ἡ
2467σοφία τῶν ἡμετέρων προγόνων ἐλάμπρυνεν ἐν τῇ ἀρχαιό-
2468τητι τὴν χώραν ταύτην, καὶ τότε οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἦσαν
2469ἄριστοι ὡς μέλη τῆς κοινωνίας· ἀλλὰ δὲν ἦσαν ἄριστοι ὡς
2470πολῖται, διότι δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ ὑποτάξωσιν εἰς τὸ
2471γενικὸν συμφέρον τὸ ἴδιον αὐτῶν ἀτομικὸν συμφέρον, πολ-
2472λάκις δὲ τὰ συμφέροντα ταῦτα ἀντηγωνίσθησαν πρὸς ἄλ-
2473ληλα. Εἶναι τάχα τοῦτο ἕνεκεν ἐπιῤῥοῆς τοῦ κλίματος;
2474εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῆς φυλῆς; Δὲν γνωρίζω. Ἀλλὰ καὶ
2475κατὰ τοὺς προηγηθέντας χρόνους, καὶ κατὰ τοὺς χρόνους
2476τούτους, καὶ ἐγὼ αὐτὸς κατὰ τὸν βίον μου ἐβεβαίωσα, ὅτι
2477τὰς ἀτομικὰς καὶ κοινωνικὰς ἀρετὰς τοῦ Ἕλληνος οὐδεὶς
2478οὐδενὸς Κράτους πολίτης ἔχει, αἱ ἀρεταὶ ὅμως αὐταί εἰσιν
2479εἴτε ἀτομικαὶ εἴτε κοινωνικαί. Ἀρεταὶ τῆς φυλῆς εἶναι νὰ
2480ὁρμᾶταί τις ἐκ τοῦ μηδενὸς, νὰ ἐξέρχηται εἰς τὴν κοινω-
2481νίαν μὴ ἔχων οὐδ’ ὀβολὸν, νὰ ἀγωνίζηται ἐν τῷ βίῳ ἐκθύ-
2482μως, ἵνα κερδήσῃ μικρόν τι ἡμερομίσθιον, νὰ ὑποβάλληται
2483εἰς τὰς ἐσχάτας στερήσεις, νὰ παρασκευάζῃ μικρόν τι πε-
2484ρίσσευμα, νὰ φυτεύῃ ἄμπελον, νὰ οἰκοδομῇ οἰκίσκον, ὅπως
2485τεθῇ ὑπὸ στέγην, νὰ ἀγοράζῃ μετ’ ὀλίγον ἀγρὸν καὶ κτή-
2486ματα, νὰ ἔρχηται εἰς γάμον, νὰ φροντίζῃ περὶ ἐκπαιδεύ-
2487σεως τῶν υἱῶν του καὶ τῶν θυγατέρων του, νὰ οἰκονομῇ
2488τὰς προῖκας τῶν θυγατέρων του, ἵνα ἀποκαταστήσῃ αὐτὰς
2489μετὰ συζύγων μετερχομένων ἐπάγγελμα εὐγενέστερον ἐκεί-
2490νου, ὅπερ μετήρχετο αὐτὸς, καὶ νὰ κρίνῃ ἑαυτὸν εὐτυχῆ,
2491ἐὰν ἴδῃ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐκλεγόμενον Βουλευτὴν (γέλωτες).
2492Ἀρετὴ τῆς φυλῆς εἶναι νὰ δέχηται ὑπὸ τὴν στέγην του
2493τὸν ἄγνωστον διαβάτην, καὶ νὰ μὴ φείδηται οὐδενὸς, ἵνα
2494περιθάλψῃ αὐτὸν, νὰ συγκινῆται ἐπὶ τοῖς ἀλλοτρίοις δυστυ-
2495χήμασι καὶ συμπαθῇ πρὸς τὰ θύματα τῆς τύχης, νὰ οἰ-
2496κτείρῃ τοὺς δυστυχεῖς καὶ νὰ ἐλεῇ αὐτούς. Τὰ προσόντα
2497ταῦτα δὲν ἔχουσι πάντες οἱ λαοί. Εἶναι ἀξιοθαύμαστος ἡ
2498πρὸς τοὺς κόπους καὶ τὰς περιπετείας τοῦ βίου ἀντοχὴ
2499τοῦ Ἕλληνος, ἡ λιτότης καὶ ἡ φειδὼ αὐτοῦ, ἡ εὐφυΐα καὶ
2500τὸ ἐπιχειρηματικὸν, ἡ τόλμη καὶ τὸ ῥιψοκίνδυνον αὐτοῦ.
2501Ἀλλὰ κατὰ τὸν δημόσιον βίον δὲν διαφέρομεν ἀπὸ τοὺς
2502ἐνδόξους προγόνους μας. Ὡς τότε, οὕτω καὶ τώρα συμβαίνει,
2503ὅταν ἐπιφαίνηται κίνδυνος, ἀπειλῶν τὰ δημόσια, δὲν κρίνε-
2504ται ἄτοπον νὰ ἐπιζητήσῃ τις νὰ ὠφεληθῇ καὶ αὐτὸς ἐξ
2505αὐτοῦ· ὁ εἷς ζητεῖ νὰ παρωθήσῃ τὸν γείτονα, ἵνα ἐκτοπίσῃ
2506αὐτὸν καὶ λάβῃ τὴν θέσιν του, ὁ ἕτερος, ἵνα παρασταθῇ
2507κρείττων, δὲν διστάζει νὰ ἐγκαλέσῃ τὸν ἀντίπαλον ὡς αἴ-
2508τιον τῶν κινδύνων, οὐχὶ δὲ σπανίως καὶ ἐν γνώσει τῆς
2509ἀθωότητός του, ἀλλ’ ἐξ ἐπιθυμίας νὰ καταστήσῃ αὐτὸν
2510ἀνίκανον πρὸς περαιτέρω ἀνταγωνισμόν· καὶ ἂν δὲν κατώρ-
2511θωσε νὰ ἔχῃ ἰδίαν δύναμιν, ἢ δὲν δύναται ν’ ἀρυσθῇ τοι-
2512αύτην ἐκ τοῦ τόπου, δὲν εἶναι ἀσύνηθες νὰ τολμήσῃ νὰ
2513διανοηθῇ καὶ τοῦ καθεστῶτος τὴν μεταβολὴν, διὰ νὰ δη-
2514μιουργήσῃ καὶ αὐτὸς ἀλλαχοῦ θέσιν τινὰ, καὶ πορισθῇ δύ-
2515ναμιν ἔστω, καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ κατ’ ἐκεῖνον, κατὰ
2516τὸν ὁποῖον πορίζεταί τις τὴν δύναμιν ἐν κοινοβουλευτικῷ
2517Κράτει. Ἂν ἓν κόμμα ἡμάρτησεν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοι-
2518νῶν, κάτω τὰ κόμματα! πόλεμος κατ’ αὐτῶν ἀμείλικτος!
2519Ὑβρίζονται ταῦτα ὡς ἀγέλαι, καὶ οἱ ἡγέται αὐτῶν ὡς ἀγε-
2520λάρχαι, καὶ φωναὶ πρὸς τὸν Βασιλέα: «Βασιλεῦ! σῶσον
2521τὸν τόπον, κάλεσον ἡμᾶς εἰς τὴν ἀρχὴν, δὸς ἡμῖν δύναμιν,
2522ἣν οὐκ ἔχομεν». Φυσικὸν πρᾶγμα. Ζητοῦσι δύναμιν, τὴν
2523ὁποίαν δὲν ἔχουσι, καὶ ἐπειδὴ δὲν δύνανται νὰ ἀποκτήσωσιν
2524αὐτὴν ἐκ τοῦ τόπου, ἐπειδὴ δὲν δύνανται νὰ τὴν ἀποκτή-
2525σωσιν ἐν τῇ χώρᾳ, ζητοῦσιν αὐτὴν ἀπὸ τὸ Στέμμα. Εἰς τὸ
2526Στέμμα ἀνέθηκε τὸ Σύνταγμα πολλὰ καὶ μεγάλα δικαιώ-
2527ματα, καὶ ἕνεκα τούτου ἔχει τὴν δύναμιν νὰ περιβάλλῃ μὲ
2528δύναμιν τοὺς πολίτας· αὐτὴν δὲ τὴν εὐδοκίαν τοῦ Στέμμα-
2529τος ζητοῦσιν οἱ ἄνθρωποι νὰ χρησιμοποιήσωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν.
2530Ἐγὼ νομίζω, ὅτι Πολιτεία, ἐν ᾗ λειτουργοῦσι κοινοβου-
2531λευτικοὶ θεσμοὶ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ κοινοβουλευ-
2532τικῶν κομμάτων· καὶ οὐ μόνον Πολιτεία, ἥτις κυβερνᾶται
2533ὑπὸ κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς, ἀλλὰ καὶ ἐκείνη, ἥτις κυ-
2534βερνᾶται ὑπὸ τὰ λεγόμενα συνταγματικὰ πολιτεύματα, τὰ
2535ὁποῖα λειτουργοῦσιν ἔτι πολλαχοῦ τῆς Εὐρώπης. Γνώμην
2536ἐνέχουσαν τὴν ἔννοιαν τῆς μομφῆς κατὰ Κρατῶν οὕτω κυ-
2537βερνωμένων δὲν τολμῶ νὰ ἐκφράσω· διότι ἕκαστον Κράτος
2538ἐξελέξατο τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κρίνει ἐπιτή-
2539δειον, ἵνα παρασκευάσῃ τὴν ἰδίαν εὐημερίαν του· οὕτως ἐν
2540Γερμανίᾳ ὑπάρχει συνταγματικὸν πολίτευμα πολλῷ διά-
2541φορον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν
2542ἡμεῖς, πολλῷ διάφορον τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος,
2543τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἐν Γαλλίᾳ, ἢ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον λει-
2544τουργεῖ ἐν Ἐλβετίᾳ, ἢ τοῦ λειτουργοῦντος ἐν ταῖς Ἡνω-
2545μέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς, διάφορον ὅμως καὶ τοῦ
2546συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν Βελ-
2547γίῳ, καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν Ἰταλίᾳ· ἀλλὰ καὶ ἐν
2548Γερμανίᾳ ὑπάρχουσι πολιτικὰ κόμματα, καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ,
2549τῇ κοιτίδι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐκεῖ
2550ὑπάρχουσι πολιτικὰ κόμματα ἀναλόγως τῶν ἐκεῖ κρατούν-
2551των θεσμῶν, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ἢ καὶ ἐν Βελγίῳ ὑπάρχουσι
2552τοιαῦτα, καὶ ἐν πάσαις ταῖς χώραις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρ-
2553χει συνταγματικὸν ἢ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Πολιτεία,
2554ἥτις δὲν κυβερνᾶται μοναρχικῶς, δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ἄνευ
2555πολιτικῶν κομμάτων, οἱ δὲ κραυγάζοντες κατὰ τῶν πολι-
2556τικῶν κομμάτων, καὶ οἱ ζητοῦντες τὴν διάλυσιν ἢ τὴν
2557καταστροφὴν αὐτῶν, καὶ οἱ τείνοντες πρὸς τὸ Στέμμα χεῖ-
2558ρας ἱκέτιδας, προσλιπαροῦντες νὰ ἀναρπαγῶσιν ἰδιοῤῥύθμως
2559ὑπὸ τοῦ Στέμματος καὶ ἀναχθῶσιν ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὰς πρώ-
2560τας βαθμίδας τῆς Πολιτείας, αὐτοὺς ἐγωϊστικὰ παρασύ-
2561ρουσι πάθη, καὶ ἄκριτοι ἐλαύνουσι πόθοι· σφάλλονται δὲ,
2562διότι τὰ αἰτήματα αὐτῶν ζημιοῦσι τὸ Στέμμα, καὶ ἑπο-
2563μένως ζημιοῦσι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Οἱ ζητοῦν-
2564τες τὴν καταστροφὴν ἢ τὴν διάλυσιν τῶν κομμάτων ζη-
2565τοῦσι τὴν ἐξασθένησιν καὶ τῆς Βασιλείας καὶ τοῦ Κράτους,
2566διότι τὰ πολιτικὰ κόμματα εἶναι ἡ δύναμις τῶν Κρατῶν,
2567εἶναι τὰ στηρίγματα τῶν Θρόνων, ὅσοι δὲ τῶν πολιτῶν δὲν
2568ποθοῦσι νὰ μετατραπῇ τὸ πολίτευμα εἰς Μοναρχίαν ἀπό-
2569λυτον, αὐτοὶ οἱ πολῖται δὲν ἐννοοῦσι τὰς πολιτικὰς ἐλευ-
2570θερίας, ὅταν τοιαύτας ἀπευθύνωσιν ἱκεσίας. Τὸ Σύνταγμα
2571ἀπένειμεν εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τοὺς
2572Ὑπουργοὺς, ἐσφάλλοντο δὲ, ἢ ἐζήτουν νὰ ἀποπλανήσωσι τοὺς
2573ἄλλους, ἵνα κερδοσκοπήσωσιν ἐπὶ τῆς ἀμαθείας αὐτῶν, ὅσοι
2574παρίστων ἢ ὑπεκρίνοντο ὅτι πιστεύουσιν, ὅτι ἐγὼ ἐνεκά-
2575λουν τὸ κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου ληφθὲν μέτρον ὡς ἀντι-
2576συνταγματικόν. Τὸ μέτρον δὲν ἐνεκάλεσα ὡς ἀντισυνταγ-
2577ματικὸν, ἀλλὰ δὲν ἐπεδοκίμασα αὐτὸ, οὐχὶ διότι τὸ μέτρον
2578εἶχε ληφθῆ κατ’ ἐμοῦ, ἐν ᾧ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἔτη δὲν εἶχε ληφθῆ
2579κατὰ τοῦ κ. Τρικούπη, ὅπως προληφθῶσι τὰ οἰκονομικὰ
2580δεινὰ, τὰ ὁποῖα ἡ μακρὰ Κυβέρνησις αὐτοῦ παρεσκεύασεν,
2581ἀλλὰ διότι ἡ διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἐπελθοῦσα κυβερνη-
2582τικὴ μεταβολὴ συνεπλήρου τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα ἐκ τοιαύτης
2583ἀνοχῆς εἶχον παρασκευασθῆ, καὶ ἔμελλε νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς
2584εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς,
2585ἣν εὐλαβῶς ὑπεβάλομεν πρὸς τὸν Βασιλέα, δὲν ἠμφισβητή-
2586σαμεν τὸ δικαίωμα αὐτοῦ νὰ παύσῃ ἡμᾶς, τὸ δικαίωμα
2587τοῦ Στέμματος νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς του, οὐδὲ τὸ δι-
2588καίωμα νὰ διορίζῃ τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ τοὺς Ὑπουργούς·
2589ἐφρονοῦμεν ὅμως καὶ τότε, ὡς φρονοῦμεν καὶ νῦν, ὅτι, ὅταν
2590τὸ Στέμμα εἰς τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις του δὲν λαμβάνῃ
2591ὡς ὁδηγὸν τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς,
2592ἀναγκαίως πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὡς ὁδηγὸν τὴν πολιτικὴν
2593γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον προσκαλεῖ·
2594διότι, προσκαλοῦν τὸ Στέμμα πολιτικόν τινα ἄνδρα, ὑπὲρ
2595οὗ δὲν ἐξεδηλώθη ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, δείκνυσιν ὅτι
2596παρεκινήθη εἰς τοῦτο ἀπὸ τὰς γνώμας αὐτοῦ, καὶ ὅτι κρί-
2597νει ὀρθὰς καὶ συμφερούσας τὰς γνώμας αὐτοῦ ταύτας, καὶ
2598διὰ τοῦτο καλεῖ αὐτὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀντὶ τοῦ κυ-
2599βερνῶντος κόμματος, ἵνα ἐφαρμόσῃ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἢ ἐν
2600τῇ διοικήσει τὰς εἰρημένας γνώμας αὐτοῦ. Οὐδεὶς λοιπὸν
2601ἀμφισβητεῖ, ὅτι τὸ Στέμμα ἔχει δικαίωμα νὰ διορίσῃ οἷον
2602ἐγκρίνει Πρωθυπουργόν, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, φέρ’ εἰπεῖν,
2603ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν ἀπὸ τὸν Βασιλέα νὰ
2604σώσῃ τὸν τόπον· ἀλλ’ ὅστις ἐξ αὐτῶν ἤθελε κληθῆ εἰς
2605τοῦτο, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ἅμα καλούμενος, νὰ προκαλέ-
2606σῃ τὸ ἔθνος, ἵνα καὶ τοῦτο ἀποφήνηται, ἂν ἔχῃ πρὸς αὐτὸν
2607ἐμπιστοσύνην· ἐὰν δὲ καὶ τὸ ἔθνος ἀποφανθῇ, ἐὰν καὶ αὐτὸ
2608ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ ἀποδέχηται καὶ αὐτὸ τὴν
2609μεταβολὴν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ μεταβολὴ τῆς Κυ-
2610βερνήσεως ἐπήνεγκεν, ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος μένει
2611ἀκώλυτος καὶ οὐδὲν οὐδεὶς δύναται νὰ προβάλῃ.
2612Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς τὸν γιγνόμενον πόλεμον κατὰ τῶν
2613κομμάτων κηρύξαντας, κατὰ τί ἔπταισαν τὰ κόμματα; Τὰ
2614κόμματα ἔπταισαν, ἢ ἔπταισαν οἱ κυβερνῶντες; Οἱ κυβερ-
2615νῶντες ἀνήκουσιν εἰς ἓν κόμμα, ἢ εἰς δύο, ἢ εἰς πάντα τὰ
2616κόμματα· διὰ τοῦτο δὲ πρέπει νὰ ἐκλίπωσι τὰ πολιτικὰ
2617κόμματα; Πταίουσιν ἐκεῖνα τὰ πολιτικὰ κόμματα, τὰ
2618ὁποῖα ἐκυβέρνησαν κακῶς καὶ παρεσκεύασαν τὴν κακοδαι-
2619μονίαν, ἥτις ἐπέσκηψεν. Ἔπταισα, φέρ’ εἰπεῖν, ἐγὼ καὶ
2620ἐσφάλην ἐγώ, παρασκευάσας τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν
2621οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους; Κηρύξατε ὑπαίτιον τοῦ κακοῦ
2622τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώριζεν ἡγέτην ἄνδρα σφαλέντα
2623καὶ μὴ ἱκανὸν νὰ ὁδηγήσῃ τὰ πράγματα ἐπ’ ἀγαθῷ. Ἂν
2624ἔπταισεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις διεχειρίσθη
2625δέκα ἔτη τὴν Κυβέρνησιν, ἔπταισεν αὐτὸς καὶ τὸ κόμμα, τὸ
2626ὁποῖον ὑπεστήριζεν αὐτόν. Καὶ ὄντως, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώ-
2627μην, πταίει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, εἰς τὸν ὁποῖον
2628ἐδημιούργησαν θέσιν ἐξαιρετικήν, τὴν ὁποίαν εἰς οὐδένα
2629πολιτικὸν οὐδέποτε ἐδημιούργησαν ἢ ἐπέτρεψαν. Πταίει
2630μετ’ αὐτοῦ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, οἱ ἀντιπρόσωποι
2631τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι καὶ κατὰ τὰ 1882 ἐνθουσιωδῶς ἐπε-
2632δοκίμασαν, ὅτε ἐκλήθη εἰς τὴν ἀρχήν, ἐγκαταλιπόντες
2633τὸν Ἀλέξανδρον Κουμουνδοῦρον, καὶ κατὰ τὸ 1886 τὸν
2634Μάϊον ἐπανήγαγον εἰς τὴν ἀρχήν, εἰ καὶ εἶχον γνωρίσει αὐ-
2635τὸν κατὰ τριετίαν ὅλην, καθ’ ἣν ἐκυβέρνησε, καὶ κατὰ τὴν
2636ἐπιστρατείαν καὶ κατὰ τὸν ἀποκλεισμόν, καὶ οἵτινες, μεθ’
2637ὅλα, ὅσα καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν ἔπρα-
2638ξεν, αὐτὸν διὰ τοσαύτης πλειοψηφίας κατὰ τὰς ἐκλογὰς
2639τοῦ 1892 ἐνέδειξαν, οἷον παράδειγμα δὲν ἐδόθη ποτὲ ἐν τῇ
2640αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἂν δὲ κατὰ τὸ 1887 ἔδωκαν οἱ ἐκλογεῖς
2641τὰς ψήφους των, ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ τὰ παράσημα ἢ τὰς
2642ἀπονεμηθείσας τότε χάριτας, ἢ παραπειθόμενοι ἀπὸ τοὺς
2643δημάρχους των, οἵτινες εἶχον συγκληθῆ ἐνταῦθα, ἢ καὶ ἐν-
2644θουσιῶντες ἐπὶ τῷ πανηγυρισμῷ τῆς ἐνηλικιότητος τοῦ
2645Διαδόχου, αὐτοὺς βαρύνει καὶ ὁ λογαριασμὸς οὗτος· ἂς δι-
2646δαχθῶσιν ἐκ τῶν παθημάτων νὰ ἀνοίγωσι τοὺς ὀφθαλμούς
2647των, καὶ νὰ μὴ ἀπατῶνται δι’ ἀχρήστων ἀθυρμάτων, συν-
2648τελοῦντες εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς πατρίδος των. Τὴν Κυ-
2649βέρνησιν ταύτην ὑπεστήριξεν ἐκθύμως ἡ πλειοψηφία τῆς
2650Βουλῆς, ὅτε κατὰ τὸ 1882 ἐσχηματίσθη τῇ ἐνδείξει τῆς
2651Βουλῆς· ταύτην ὑπεστήριξαν κατὰ Μάϊον τοῦ 1886, ὅτε
265260 Βουλευταὶ μετέστησαν σωρηδόν, ἁμιλλώμενοι καὶ δια-
2653γωνιζόμενοι, ποῖος νὰ δράμῃ πρῶτος εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ
2654ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ...
2655§50ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παρητήθητε, χωρὶς νὰ τοὺς ἐρωτήσητε.
2656§51ΣΑΚΚΗΣ (πρὸς τὸν Συνοδινόν). Ἀλλὰ σεῖς καὶ προ-
2657χθὲς πάλιν μετέστητε εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, (δεικνύει
2658τὴν δεξιὰν) ἂν καὶ δὲν εἶχε παραιτηθῆ ὁ κ. Δηλιγιάννης
2659καὶ σεῖς εἴχετε ἐπιδοκιμάσει τοῦτο διὰ τῆς ψήφου σας.
2660§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
2661§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ταύτην ὑπεστήριξαν κατὰ τὰς
2662ἐκλογὰς τοῦ 1887, ταύτην ἐνέδειξαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς
2663τοῦ 1892. Καὶ δὲν ὑπεστήριξε τὸν κύριον ἐκ Μεσολογ-
2664γίου Βουλευτὴν μόνη τῆς Βουλῆς ἡ πλειοψηφία· καὶ τοῦ
2665λαοῦ οἱ ἀντιπρόσωποι ὑπεστήριξαν αὐτὸν παραλλήλως, καὶ
2666ἡ ἀνοχή, ἵνα μὴ εἴπω ἡ συνδρομή, τοῦ Στέμματος. Τὸ
2667Στέμμα κατεδήλωσεν εἰς αὐτὸν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην,
2668οὐδὲν παρενέβαλεν αὐτῷ πρόσκομμα, καὶ ἐπεδείκνυτο πε-
2669πεισμένον, ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ Πρωθυπουργοῦ τείνει νὰ ἀνορ-
2670θώσῃ τὴν εὔκλειαν τῆς Ἑλλάδος.
2671Τί πταίουσι λοιπὸν τὰ πολιτικὰ κόμματα; Ἂν ἡ φι-
2672λοπρωτία συντελῇ καὶ αὕτη εἰς τὰ συμβαίνοντα νῦν, δύ-
2673ναταί τις νὰ παραβάλῃ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν ἡμῶν
2674πρὸς τὰ ἐδάφη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπικρατεῖ ἡ ὑγρασία.
2675Ἐκεῖ ἕνεκα τῆς ὑγρασίας πολλαπλασιάζονται φυόμενοι οἱ
2676μύκητες, ἀλλ’ ἐν τῇ πολιτικῇ οἱ μύκητες παρασκευάζουσι
2677τὸν ὄλεθρον τοῦ τόπου· διὰ τοῦτο δὲν ἐπιθυμῶ νὰ πολλα-
2678πλασιάζωνται οἱ μύκητες ἐν τῇ πολιτικῇ, ἀφοῦ αὐτοὶ
2679παρασκευάζουσι τὸν ὄλεθρον, εὔχομαι δὲ οἱ ἀναδεικνύμενοι
2680νὰ ἀναδεικνύωνται διὰ τῶν ὑπὲρ τοῦ τόπου ἐργασιῶν των,
2681δι’ ὧν ἠδυνήθησαν νὰ ἑλκύσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἐκ-
2682λογέων. Ἂν ἡ φιλοπρωτία ἐνισχύηται καὶ παρωθῆται ἔξω-
2683θεν, ἡ ἡλικία μου μοὶ δίδει τὴν ἄδειαν ν’ ἀπευθύνω ἀπὸ
2684τοῦ βήματος τούτου συμβουλὰς πρὸς τοὺς ἐνισχύοντας καὶ
2685παρωθοῦντας, ἂν ἦναι πολῖται, νὰ προτρέψω αὐτοὺς νὰ
2686παραιτηθῶσι τακτικῆς τοιαύτης, διότι βλάπτουσι τὸν τό-
2687πον των καὶ θέλουσιν ἐπισύρει τὰς ἀρὰς τῶν τέκνων των.
2688Εὐτυχῶς ἡ Βασιλεία δὲν μετῆλθε τοιαύτην τακτικήν,
2689διότι γνωρίζει, ὅτι τοιαύτη τακτικὴ σαλεύει τὰς βάσεις
2690τῶν θρόνων.
2691Ἀλλ’ ἠτιάθησαν ἐμοῦ, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
2692σύνοδον δὲν ἔλαβον μέρος ἐνεργὸν κατὰ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ
2693συζητήσεις. Ἀληθῶς ἐπὶ δέκα καὶ πλέον ἔτη ἀδιακόπως
2694ἐφήρμοσα τὴν τακτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ πολιτικῇ
2695ὀνομάζουσι πολεμικήν, militante, ἐπάλαισα ἐν ταῖς πρώ-
2696ταις τάξεσιν, ἠκολούθησα κατὰ βῆμα πάσας τὰς πράξεις
2697τῶν κυβερνώντων, καὶ ἠγωνιζόμην οὐχὶ διὰ νὰ μεταπείσω
2698τὰς κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς,
2699τὰς ὑποστηριζούσας τὸν κυβερνῶντα καὶ τότε κ. Βουλευτὴν
2700ἐκ Μεσολογγίου, ὡς ἔλεγον ταῦτα τότε καὶ πρὸς αὐτὰς δη-
2701μοσίᾳ, ἀλλὰ διὰ νὰ φωτίσω τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ οἱ
2702ἀγῶνες καὶ αἱ προσπάθειαι ἐκεῖναι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
2703κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους δὲν ἔμειναν ἄνευ ἀποτελέσμα-
2704τος, διότι ἐφώτισαν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ πεποιθότως
2705προσῆλθεν οὗτος κατὰ τὸ 1885 πρὸ τῶν καλπῶν, καὶ εὐσυ-
2706νειδήτως ἔδωκε τὴν ψῆφον αὐτοῦ. Ἀλλὰ μετὰ δύο ἔτη ἡ
2707εὐφροσύνη τῶν πανηγύρεων, μικραὶ παροχαὶ, φιλοφροσύναι
2708τινὲς καὶ παραχωρήσεις ἐπηρέασαν αὐτὸν, ἵνα προσμειδιάσῃ
2709αὖθις εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ἂν καὶ εἶχεν
2710ἤδη γνωρίσει αὐτόν. Κατὰ τὰ ἑπόμενα ὅμως τέσσαρα ἔτη
2711δὲν ἐπαύσαμεν οὐδὲ στιγμὴν ἀναλύοντες πάντα, καὶ παρι-
2712στῶντες αὐτὸν οἷος τυγχάνει, καὶ ἐπεκαλούμεθα τοῦ Ἡγε-
2713μόνος τὴν συνταγματικὴν δρᾶσιν, ἐφωτίζομεν δὲ ἐπὶ πάν-
2714των τὸν λαόν. Καὶ ὁ λαὸς, πεφωτισμένος καὶ πεπεισμένος,
2715ὡς χείμαῤῥος ἐπῆλθε κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου 1890. Κατὰ
2716τὸν Φεβρουάριον ὅμως ἀπεβλήθημεν τῆς ἀρχῆς, καὶ ἐκλήθη
2717κατὰ τὴν 3 Μαΐου νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Κατὰ τὴν
2718ἡμέραν ἐκείνην ἦτο ἡ δίκη τοῦ ἀνδρός. Εἶχεν ἀνυψωθῆ ἡ
2719πλάστιγξ, καὶ πάντων τὰ βλέμματα εἶχον στραφῆ πρὸς αὐ-
2720τήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπε μεταφορικῶς, ὅτι
2721τὸ βασιλικὸν σκῆπτρον ἐτέθη ἐπὶ τῆς μιᾶς στάθμης. Ἑπό-
2722μενον λοιπὸν ἦτο τὸ βάρος αὐτοῦ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν κλίσιν
2723τῆς πλάστιγγος ὑπὲρ αὑτοῦ. Καὶ ἰδοὺ αὐτὸς καὶ πάλιν ἐν
2724τῇ Κυβερνήσει. Ἀφοῦ τοιαύτη ἐπῆλθε τῆς δίκης ἡ ἔκβα-
2725σις, ἔπρεπεν ἐγὼ τὴν ἐπιοῦσαν νὰ προσπαθήσω νὰ ἀναστείλω
2726τὰς κυβερνητικὰς μελέτας καὶ ἐνεργείας αὐτοῦ; Τίνα
2727ἐσκόπει τοιαύτη ἐπιχείρησις νὰ μεταπείσῃ; Τῆς Βουλῆς τὴν
2728πλειοψηφίαν ταύτην; Τὸ ἔργον καὶ ὑπὸ τοῦ κοινοτέρου νοὸς
2729δὲν ἤθελε κριθῆ σπουδαῖον. Ἀλλ’ ἦτο τάχα ἀναγκαῖον νὰ
2730ἀγωνίζωμαι, ἐρευνῶν τὰ νομοσχέδια αὐτοῦ καὶ ἐλέγχων τὰς
2731πράξεις του; Τοιαύτη τυγχάνει νῦν ἡ κατάστασις τῶν οἰκο-
2732νομικῶν τοῦ Κράτους; Καὶ πρὸς τίνα σκοπόν; Ἵνα φωτίσω τὸν
2733λαὸν, ὅστις τὴν προτεραίαν ἐν πλήρει φωτὶ ἐψήφιζεν; ἢ τίνα
2734νὰ φωτίσω; Κατὰ τὰ δέκα ἔτη, τὰ ὁποῖα προηγήθησαν,
2735ἔβλεπον ὅτι ἔβαινον οἱ κυβερνῶντες ἐκεῖ, ὅπου νῦν ἔφθασαν,
2736ὅτι τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἡ καταστροφὴ προέβαι-
2737νεν, οὐδεὶς δ’ ἐφρόντιζε νὰ ἀναστείλῃ αὐτήν· ἠγωνιζόμην νὰ
2738προλάβω αὐτὴν, ἐκραύγαζον ἀναγγέλλων τὴν πυρκαϊὰν,
2739ἵνα ἐγείρω τοὺς πάντας νὰ δράμωσι νὰ κατασβέσωσιν αὐ-
2740τήν· ἡ καταστροφὴ ἀφέθη ἀκώλυτος, ἡ πυρκαϊὰ ἐξετέλεσε
2741τὸ ἔργον της, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ πάντες ἔδραμον νὰ
2742ἀνεύρωσι τὸν θέσαντα τὸ πῦρ, καὶ νὰ τάξωσιν αὐτὸν τοῦ-
2743τον φύλακα καὶ ἐπιστάτην. Ἦτο λοιπὸν ἀναγκαῖον, καὶ
2744ἤθελεν ὑπηρετηθῆ συμφέρον τι τοῦ Κράτους, ἂν προσηρχό-
2745μην εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα συζητήσω τὸ περὶ δικαστικῶν
2746κλητήρων νομοσχέδιον, ἢ ἵνα ἐπερωτήσω διὰ τὸν προβιβα-
2747σμὸν εἰς συνταγματάρχην τοῦ κ. Στεφάνου ἐναντίον τοῦ
2748νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ; Προσῆλθον ὅμως,
2749ὁσάκις προετάθησαν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια εἴτε ἀντι-
2750βαίνοντα εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἀναιροῦντα τοὺς φιλελευ-
2751θέρους θεσμοὺς ἡμῶν, εἴτε ζημιοῦντα μεγάλα ἐθνικὰ συμ-
2752φέροντα· καὶ τότε δὲν προσῆλθον, ἵνα πείσω τοὺς Βουλευτὰς
2753τῆς πλειοψηφίας νὰ μὴ ἐπιψηφίσωσιν αὐτὰ, ἀλλ’ ἵνα δη-
2754λώσω, ὅτι μαύρην δίδω κατ’ αὐτῶν ψῆφον, καὶ ἐξηγήσω
2755συγχρόνως διὰ ποίους λόγους τοιαύτην δίδω ψῆφον. Δὲν μοὶ
2756ἦτο ἐπιτετραμμένον, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον
2757περὶ στρατιωτικῶν ἀστυνομιῶν, νὰ μὴ σπεύσω νὰ ῥήξω
2758φωνὴν κατὰ νομοθετήματος ὑβρίζοντος τὸν Ἑλληνικὸν
2759λαὸν, ἀσεβοῦς δὲ πρὸς τὴν ἱστορίαν τῶν πατέρων ἡμῶν.
2760Δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ τὸ
2761νομοσχέδιον περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, νὰ μὴ ῥήξω ὡσαύ-
2762τως φωνὴν κατὰ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει ὀλέ-
2763θρια ἀληθῶς ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ὅτε προὐτάθη εἰς συ-
2764ζήτησιν καὶ ἔρευναν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, δὲν μοὶ
2765ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐρευνήσω αὐτὸν, διότι τοιαύτη
2766ἔρευνα ἤθελεν ἀποκαλύψει τὴν ἀλήθειαν, ἤθελε δ’ ὑπολη-
2767φθῆ, ὅτι ἡ οὕτως ἀνακαλυφθεῖσα ἀλήθεια ἐματαίωσε τὰς
2768προσπαθείας, τὰς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς κατέβαλλε, φρο-
2769νῶν, ἢ ὑποκρινόμενος ὅτι φρονεῖ, ὅτι δι’ αὐτῶν θέλει σώσει
2770τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου. Ἂν αὐτὸς μετήρχετο πᾶν μέσον
2771διὰ νὰ δυσφημήσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅπως πα-
2772ρεμβάλλῃ προσκόμματα εἰς τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας
2773ἐγὼ κατέβαλλον, ὅτε ἐτύγχανον ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἵνα βελ-
2774τιώσω τὰ οἰκονομικὰ, ἦτο ἀσυγχώρητον εἰς ἐμὲ νὰ πράξω
2775τὸ αὐτὸ, μιμούμενος αὐτὸν, καθ’ ἣν ὥραν μάλιστα δὲν
2776ἐπρόκειτο νὰ βελτιωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ, μετὰ τὰ ἀποτελέ-
2777σματα, τὰ ὁποῖα ἐπ’ αὐτῶν παρήγαγεν ἡ μεταβολὴ τῆς
277817 Φεβρουαρίου, ἀλλ’ ἔλεγον ὅτι ἐπρόκειτο νὰ σωθῶσι.
2779Καὶ ὡς Σωτῆρα εἶχον ἐκλέξει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ὁ
2780λαὸς καὶ ὁ Βασιλεύς! Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἀγορεύων
2781ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, οὐδὲν εἶπον περὶ αὐτοῦ,
2782ἐσιώπησα ὅλως καὶ περὶ τῶν προβλέψεων αὐτοῦ καὶ περὶ
2783τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπροτείνοντο· περιωρίσθην δὲ νὰ κα-
2784ταγγείλω τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ ἀνδρὸς, ὅστις εἶχεν
2785ἄρτι περιβληθῆ ὑπὸ τοῦ λαοῦ διὰ τοσαύτης πλειοψηφίας,
2786ὡς αἰτίαν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εἴχομεν φθάσει, νὰ ἀνα-
2787λύσω αὐτὴν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885 καὶ ἀπὸ τοῦ
27881886 μέχρι τοῦ 1890, νὰ ἀποκαλύψω τὰ ἐλαττώματα καὶ
2789τὰς πλημμελείας αὐτῆς, καὶ νὰ δείξω διὰ τοῦ δακτύλου
2790μου τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα αὕτη μᾶς ἐφιλοδώρησεν.
2791Ὤφειλον δὲ νὰ τὸ πράξω διὰ νὰ μὴ λησμονηθῶσι τὰ πράγ-
2792ματα, καὶ διὰ νὰ καταστήσω καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς πάντα
2793ἄλλον ἀδύνατον νὰ ζητήσῃ νὰ ἀποφύγῃ τὴν εὐθύνην, ἢ νὰ
2794ἐπιῤῥίψῃ αὐτὴν ἐπ’ ἐμέ.
2795Καὶ ἠπόρουν τινὲς, διὰ ποίαν αἰτίαν δὲν ἀποφαίνομαι
2796καὶ ἐγὼ γνώμην θετικὴν περὶ τοῦ πρακτέου! Ποῖος λόγος
2797δικαιολογεῖ τὴν ἔκπληξίν των ταύτην; Εἶναι τάχα ταπει-
2798νή τις κερδοσκοπικὴ προαίρεσις, ἢ εἶναι ἐπιθυμία πρὸς
2799ἐξεύρεσιν τρόπου, καθ’ ὃν θέλουσιν ἀποσοβηθῆ οἱ κίνδυνοι;
2800Ἡ ἀρχὴ δὲν μὲ θέλγει, οὐδὲ συναγωνίζομαι πρός τινα, ἵνα
2801ἁρπάσω αὐτήν· ὅσοι φλέγονται ὑπὸ τοῦ πόθου αὐτῆς, ἂς
2802ἐπινοῶσι συστήματα οἰκονομικὰ, καὶ ἂς προτείνωσι τρόπους
2803σωτηρίας καὶ προγράμματα οἰκονομικὰ, ἵνα δυνηθῶσι δι’ αὐ-
2804τῶν νὰ ἀναῤῥιχηθῶσιν ἐπ’ αὐτῆς. Ἔλαβον καὶ οὗτοι ὡς
2805παράδειγμα τὴν τακτικὴν, ἣν μετῆλθε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς
2806ἐκ Μεσολογγίου. Καὶ αὐτὸς προγράμματα ἐπὶ προγραμμά-
2807των ἐφιλοδώρησεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἵνα τὸν ἀποπλα-
2808νήσῃ, νὰ ἀναβῇ δι’ αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ τὸν
2809φέρῃ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἔφερεν αὐτὸν ἤδη. Καὶ πα-
2810ρεστάθη ἄλλοτε μὲν μὲ τὴν σημαίαν τῆς ὀργανώσεως τοῦ
2811στρατοῦ καὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν,
2812καὶ εἴδετε καὶ τὸν στρατὸν πῶς ὠργάνωσε, καὶ τὰς παρα-
2813σκευὰς, τὰς ὁποίας ἀπειργάσατο. Καὶ παρεστάθη ἄλλοτε
2814μὲ τὴν σημαίαν τῆς κατασκευῆς ὁδῶν καὶ τῆς στρώσεως
2815σιδηροδρόμων, καὶ εἴδετε κατὰ τίνα τρόπον κατεσκεύασε
2816τὰς ὁδοὺς καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἔστρωσε τοὺς σιδηροδρό-
2817μους. Καὶ προχθὲς ἔτι, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς κατὰ Ὀκτώβριον
2818τοῦ 1890 πτώσεώς του, νέον σᾶς ἀπήγγειλε πρόγραμμα,
2819τὴν ἀποκέντρωσιν, διότι κατὰ τὰ δέκα ἔτη, κατὰ τὰ
2820ὁποῖα ἐκυβέρνα, τὴν εἶχε λησμονήσει· ἀλλὰ καὶ προχθὲς
2821εἴδετε αὐτὸν, ὅτε ἐκλήθη αὖθις ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ
2822ἐφαρμόζῃ τὴν ἀποκέντρωσιν ἐν τοῖς νόμοις περὶ στρατιω-
2823τικῆς ἀστυνομίας καὶ ἐν τῇ νομοθετήσει ἐκπαιδευτικῶν
2824τελῶν. Δὲν ἀπήγγειλα ποτὲ προγράμματα, διότι δὲν στέργω
2825νὰ ὑποληφθῶ ὡς ἀγύρτης, οὐδὲ νῦν ἀνέγραψα ἐν προγράμ-
2826ματι, ποίαν ποιοῦμαι διάγνωσιν τῶν νόσων, αἵτινες κατα-
2827τρύχουσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· ἐκπληρῶ δὲ τὸ κα-
2828θῆκόν μου κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἐμῶν δυνάμεων, ἀλλὰ πάν-
2829τοτε εὐσυνειδήτως, διότι οὐδέποτε μὲ ἐγκατέλιπεν ἡ καλὴ
2830πίστις. Μετ’ ἀγαθῆς προαιρέσεως συμβουλεύω, μετ’ εἰλι-
2831κρινείας ἐλέγχω, καὶ ὅταν ἐν ἀνάγκῃ ἐπιτιμῶ, μετ’ ἀγα-
2832θοπιστίας τὸ πράττω· ἐν ᾗ δ’ ἂν ἡμέρᾳ ἡ πατρὶς ἤθελε
2833κρίνει, εἴτε διὰ τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων, εἴτε διὰ τῆς βου-
2834λήσεως τοῦ Στέμματος, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι μου εἰσὶ χρήσι-
2835μοι εἰς τὴν πατρίδα, οὐδὲ τότε θέλω ἀρνηθῆ αὐτὰς, ἂν
2836καὶ ἐγὼ πείθωμαι, ὅτι ὄντως δύναμαι νὰ ἐξυπηρετήσω τὰ
2837κοινὰ, καὶ ἂν ἡ λειτουργία τῶν θεσμῶν καὶ τοῦ πολιτεύ-
2838ματος τὸ ἐπιτρέπῃ. Καὶ καθ’ ὅλα τὰ διαῤῥεύσαντα δέκα
2839ἔτη δὲν ἔπαυσα συμβουλεύων, καὶ πρὸ μικροῦ ἔτι συνε-
2840βούλευσα, νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθοῦσα
2841πολιτικὴν οἰκονομικὴν τοιαύτην, ἥτις ἐξαντλεῖ τὴν χώραν,
2842ἥτις καταπονεῖ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις αὐτῆς, καὶ ἥτις
2843ἄγει εἰς βεβαίαν καταστροφήν. Ἀλλὰ ἐξακολουθοῦσι ζη-
2844τοῦντες νὰ εἴπω, τί πρέπει νὰ πράξωμεν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν
2845εἶμαι Κυβέρνησις, ἵνα εἴπω, τί πρέπει νὰ πράξωμεν, οὐδὲ
2846κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν ἐνισχύσει τὴν βιομηχανίαν, ἢ
2847τὴν γεωργίαν, οὐδὲ πῶς θέλομεν κατορθώσει νὰ ἀποκατα-
2848στήσωμεν ἰσοζύγιον ἢ περίσσευμα. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις δὲν
2849ἔχουσι τοιαῦτα καθήκοντα, ἐγὼ δ’ ἀνήκω εἰς τὴν Ἀντιπο-
2850λίτευσιν. Οἱ κυβερνῶντες ὀφείλουσι νὰ ἐξεύρωσι τὰ μέσα,
2851διὰ τῶν ὁποίων θέλουσιν ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν των, αἱ
2852Ἀντιπολιτεύσεις ἐπιτηροῦσιν, ἵνα, ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις δὲν
2853ἐξεύρωσι τὰ κατάλληλα, ἐπιτιμήσωσιν αὐτούς. Καὶ ὁμολογῶ,
2854ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ νῦν κυβερνῶντες, οἵτινές εἰσιν οἱ ἐργάται
2855τῶν κακῶν, ἂν τώρα δυνηθῶσι νὰ ἐξεύρωσι μέσα, ὅπως
2856ἀπαλλάξωσι τὸ Κράτος ἀπὸ αὐτῶν, δὲν θέλω ἐξετάσει, τί
2857θέλουσι πράξει οἱ ἄλλοι, ἐγὼ θέλω ἐπικροτήσει.
2858Πρὸ πάντων συμβουλεύω καὶ εἰς τοὺς συγχρόνους καὶ εἰς
2859τοὺς νεωτέρους νὰ μὴ στέργωσι νὰ γένωνταί ποτε ὄργανα
2860πρὸς διαφθορὰν τοῦ πολιτεύματος, νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς ἑαυ-
2861τοὺς πολιτικὴν ἐγκράτειαν, νὰ ἐπιτηρῶσιν ἀγρύπνως καὶ νὰ
2862ἐλέγχωσιν εὐσυνειδήτως, νὰ διδάξωσι δὲ καὶ τοὺς πολίτας
2863τὴν ἐγκράτειαν. Τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ οὐ μό-
2864νον νὰ συμβουλεύωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ
2865ἀναστείλωμεν τὴν ὁρμὴν, μεθ’ ἧς ἡ κοινωνία τρέπεται ἐπὶ
2866ἤθη, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τὰ ἤθη τοῦ τόπου, καὶ ἐπὶ ἕξεις
2867ξενικὰς καὶ ἀναρμόστους εἰς τὰς παραδόσεις μας. Τοιαύτας
2868διὰ τοῦτο δίδω συμβουλὰς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ
2869συνιστῶ τοῖς πᾶσιν εὐλάβειαν πρὸς τὸ πολίτευμα. (Χειρο-
2870κροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
2871§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2872Ὥρα 9 μ. μ.