1893.01.12
1,962 rows · 14,902 words · 113 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
Τῆς 12 Ἰανουαρίου 1893.
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ἀναβάλλεται δὲ ἡ ἐπικύρωσις αὐτῶν διὰ τὴν αὔριον, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Στεφ. Δραγούμη, πρὸς διόρθωσιν πολλῶν ἀνακριβειῶν αὐτῶν, ὑποδειχθεισῶν παρ’ αὐτοῦ, σχετικῶς πρὸς τὰς λεπτομερείας τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ τῆς Αἰγύπτου).
§1ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπειδὴ δὲ ἓν τῶν σφαλμάτων τῶν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐπανελήφθη καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ τυπωθέντι ὡς ἐψηφίσθη, ὅπως γείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ συνόλου, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ καὶ τοῦτο δι’ αὔριον.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτικοι Ἀραχώβης τοῦ δήμου Αἰγίου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια κατὰ τῶν φυγοδίκων τῶν ἑδρευόντων ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ.
§4ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἰς τὸ χωρίον Ἀράχωβα καὶ ἐν τοῖς πέριξ αὐτοῦ ὑπάρχει ἑστία ζωοκλοπῆς λίαν ἀνεπτυγμένη, ζωοκλοπῆς, ἡ ὁποία διενεργεῖται μεταξὺ Πελοποννήσου καὶ Ἠπείρου· ἀπό τινος δὲ καιροῦ ἡ ζωοκλοπὴ ἔλαβε χαρακτῆρα ληστείας, διότι οἱ ζωοκλέπται, ὅταν εὑρίσκωνται στενοχωρημένοι, διαπράττουσι καὶ ληστείας, συλλαμβάνοντες τοὺς διερχομένους καὶ ἀφαιροῦντες ἀπ’ αὐτῶν ὅ, τι ἔχουσι καὶ τὰ ζῶα αὐτῶν διὰ τῆς βίας, ὅπερ εἶναι καθαρὰ ληστεία. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ὑπομοίραρχος Αἰγίου κ. Δυοβουνιώτης ἐκπληροῖ φιλοτίμως τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀρκοῦσαν δύναμιν, ὅπως περιορίσῃ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἔλαβε μεγάλην ἀνάπτυξιν. Ἐκ Πατρῶν παρὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς δὲν λαμβάνεται κἀμμία πρόνοια, οὔτε δύναμις στέλλεται στρατιωτική. Ἀνεπτύχθη δὲ τὸ κακὸν οὐ μόνον ἐν Ἀραχώβῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ δήμῳ Ἐρινεῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της καὶ ἐνισχύσῃ τὴν ἐν Αἰγίῳ στρατιωτικὴν δύναμιν· διότι οἱ κάτοικοι δὲν ἔχουσιν ἀσφάλειαν, δὲν δύναται νὰ ἐξέλθωσι τὴν νύκτα, κυνδυνεύει καὶ ἡ ζωή των καὶ τὰ ζῶά των, τὸ δὲ κακὸν, μὴ περιστελλόμενον, θὰ φέρῃ μεγάλας ζημίας εἰς τὸν τόπον.
§5ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἀτακτημάτων ἐν Πύλῳ. Ἀνέγνωσα ὅμως τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, κηδόμενος τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν, θέλει διατάξει τὰ εἰκότα. Ἔχω πληροφορίας ἐκ Πύλου, ὅτι, ἐνόσῳ διαμένουσιν ἐκεῖ οἱ ἀτακτήσαντες στρατιῶται, ἀπειλεῖται νέα διατάραξις τῆς δημοσίας τάξεως· οἱ πολῖται εἶναι περίφοβοι, καὶ πιθανὸν νὰ συμβῶσι νέα ἀτακτήματα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία δὲν ἦναι ἐναντία, νὰ διατάξῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν ἀτακτησάντων.
§6ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κατόπιν τῆς τηλεγραφικῆς ἀγγελίας τοῦ γεγονότος, διετάχθη ἡ ἀποστολὴ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ὅστις καὶ μετέβη ἐκεῖ πρὸ πολλοῦ πρὸς ἐνέργειαν τῶν ἀπαιτουμένων ἀνακρίσεων. Βεβαίως, ἐὰν ὁ ἀνακριτὴς οὗτος ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη μετασταθμεύσεως τῶν ἐκεῖ στρατιωτῶν, ἡ Κυβέρνησις θέλει τὸ πράξει ἀμέσως.
§7ΣΑΚΚΗΣ. Ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἀνακριτοῦ ἀφορᾷ τὴν τιμωρίαν τῶν ἀτακτησάντων στρατιωτῶν, ἥτις δὲν ἀρκεῖ νὰ προλάβῃ ἐνδεχομένας σκηνὰς, διότι τὰ πάθη ἐξηγέρθησαν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε καθ’ ἑκάστην ὅμιλοι πολιτῶν ἀναμένουσι τὴν κάθοδον τῶν εὐζώνων, ἵνα ἀποδώσωσιν αὐτοῖς τὰ ἴδια.
§8ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦτο θέλω νὰ μάθω.
§9ΣΑΚΚΗΣ. Διὰ τοῦτο δέον νὰ φροντίσητε περὶ τῆς ταχείας ἐκεῖθεν ἐκτοπίσεως τῶν στρατιωτῶν.
§10ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐψηφίσθη νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας καὶ ἐγένοντο αἱ προκαταρκτικαὶ πράξεις, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου· δυστυχῶς ὅμως, ὡς ἐκ τῆς αὐστηρότητος τῶν προσόντων τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς κατάταξιν ἀστυφυλάκων, δὲν εὑρέθη ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς αὐτῶν πρὸς λειτουργίαν τοῦ νόμου· ἕνεκα δὲ τούτου ἀνεστάλη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐπειδὴ δὲ κατόπιν νέας μελέτης τοῦ κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον ψηφισθέντος νόμου ἀπεδείχθη ἡ ἀνάγκη μεταῤῥυθμίσεως καὶ ἄλλων διατάξεων αὐτοῦ, ὑποβάλλω νέον νομοσχέδιον, περιλαμβάνον πάσας τὰς μεταῤῥυθμίσεις ταύτας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν αὐτοῦ καὶ διανομήν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 132).
§12ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Μελιγαλᾶ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκτίθενται ζημίαι προξενηθεῖσαι ὑπὸ πλημμυρῶν. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν ἔλαβε μέτρα ἢ πρόκηται νὰ λάβῃ, ὅπως ἀπαλλαγῇ ὁ τόπος ἐκεῖνος ἐκ τῶν κινδύνων καὶ τῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας ἐπιφέρουσι συνήθως αἱ πλημμύραι.
§13ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλήφθη τηλεγράφημα περὶ τούτου καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἀμέσως διετάχθη ὁ ἁρμόδιος νομομηχανικὸς νὰ ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις του πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀναγκαίων ἔργων διὰ τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει καλῶς.
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐπερώτησιν περὶ τῆς ἐσφαλμένης ἀναγραφῆς ποσῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ἐδόθη ἀφορμὴ ἐξ ἐπερωτήσεως καὶ ἐκ παρεμβάσεως ἑτέρου συναδέλφου εἴς τι μέρος τῆς ἐπερωτήσεώς μου, καὶ δὴ εἰς τὸ ζήτημα τῆς εἰς διαθεσιμότητα μεταθέσεως συνταγματάρχου τινὸς, ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν παρὰ τοῦ προκατόχου αὑτοῦ Ὑπουργοῦ μετάθεσιν εἰς τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος τοῦ συνταγματάρχου ἐκείνου ὡς αὐθαίρετον πρᾶξιν τοῦ ἐνεργήσαντος αὐτὴν Ὑπουργοῦ. Ἠγέρθην τότε, ἵνα ἀπαντήσω, ἀλλὰ παρενέπεσεν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν ἔκρινα πρόσφορον τὴν στιγμὴν, ἵνα ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα. Ἤδη δὲ νομίζω καλὸν νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεων τὸν χαρακτηρισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ προκατόχου αὑτοῦ, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ μεταθέσῃ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος ἀξιωματικὸν, καὶ ἂν χηρεύῃ ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν οὗτος θὰ ἠδύνατο νὰ καταλάβῃ. Ἀλλὰ τὴν γνώμην ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔχω, ἔχει καὶ ὁλόκληρον τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐρωτηθὲν ἀπήντησε καταφατικῶς, δηλαδὴ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ θέσῃ εἰς διαθεσιμότητα ἀξιωματικόν τινα, ἂν χηρεύῃ θέσις δι’ αὐτὸν ἐν τῷ στρατῷ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ (διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἐπίδρασιν ἐπὶ προσώπου, ἀλλὰ περὶ νομικῆς γνώμης,) νὰ προσαγάγῃ τὴν γνωμοδότησιν ἐκείνην, ἐξ ἧς θὰ φανῇ, ὅτι οὐχὶ αὐθαιρέτως ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως ἐκείνης.
§16ΣΑΚΚΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἵνα συμπληρώσω αὐτὴν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπάρχωσι συνταγματάρχαι ἀρκετοὶ πρὸς πλήρωσιν τῶν θέσεων, διὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται βαθμὸς συνταγματάρχου, καὶ ἂν ὁ συνταγματάρχης Ἀποστολίδης, ὁ τεθεὶς εἰς διαθεσιμότητα, ἦναι ἀρχαιότερος, ποία δὲ τάξις συνήθως τηρεῖται, ὅταν πρόκηται νὰ τεθῶσι συνταγματάρχαι εἰς διαθεσιμότητα, ὡς πλεονάζοντες· ἐὰν δηλ. τίθηται ὁ νεώτερος ἢ ὁ ἀρχαιότερος εἰς διαθεσιμότητα.
§17ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θέλω ἀπαντήσει ἀμέσως. Ὁ συνταγματάρχης Ἀποστολίδης ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα, ὑπαρχούσης θέσεως ἐν τῷ στρατῷ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς ζητεῖ νὰ μάθῃ, ἂν νομίμως ἐτάχθη εἰς διαθεσιμότητα, ὑπηρετῶν ἐν τῷ στρατῷ ἐν νομίμῳ θέσει. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἀπεφάνθην ἤδη, ὅτι δὲν ἐτάχθη νομίμως εἰς τὴν διαθεσιμότητα, διότι οὐδαμοῦ εὕρηται, ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τάξῃ εἰς διαθεσιμότητα συνταγματάρχην ἢ στρατηγὸν, ὑπαρχούσης ἢ χηρευσάσης θέσεως, διότι ἄλλως δύναται ὁ Ὑπουργὸς τότε νὰ τάξῃ πάντας τούτους εἰς τὴν διαθεσιμότητα καὶ ἀφήσῃ τοὺς ὑποδεεστέρους νὰ διοικῶσι τὸ στράτευμα. Ἐν τούτοις θέλω προσαγάγει αὔριον τὴν γνωμοδότησιν, ἥτις ὑπάρχει, νομίζω, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ δυνάμει τῆς ὁποίας ἐτάχθησαν οἱ συνταγματάρχαι εἰς διαθεσιμότητα, ὑπαρχουσῶν θέσεων ὀργανικῶν κενῶν.
§18ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ τὸ διάταγμα.
§19ΣΑΚΚΗΣ. Παρακαλῶ ὡσαύτως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν, ἐνῷ ὑπῆρχον συνταγματάρχαι ἐν διαθεσιμότητι, ἐγένοντο προβιβασμοὶ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ.
§20ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν, φρονοῦσα, ὅτι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ νομοσχεδίου χρῄζει περαιτέρω ἐρεύνης, ἐνόμισεν ὅτι εἶναι πρέπον, ἵνα ἀποσπάσῃ ἐξ αὐτοῦ ὅ,τι μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ σχετίζεται, ἤτοι τὰ περὶ δικαιωμάτων καὶ προσωπικοῦ τῶν δασῶν κεφάλαια καὶ μέ τινας τροπολογίας προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, προτείνουσα τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον μέρος, ἐπιφυλάσσεται μετὰ ὥριμον μελέτην νὰ ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις αὐτῆς, τροποποιοῦσα τὸ περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν δασῶν κεφάλαιον ἐν δέοντι, ἀφοῦ εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι τὸ κεφάλαιον τοῦτο θίγει οὐσιωδέστατα ζητήματα μὴ δυνάμενα νὰ ἐπιλυθῶσιν ἐν βραχυτάτῳ χρονικῷ διαστήματι.
§21ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου τοῦ χαρτοσήμου, τινὲς τῶν συναδέλφων ἐκάγχασαν, χωρὶς νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου πράγματος, διακινδυνεύοντος καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων δικαιώματα. Ἀναγγέλλω, ὅτι σήμερον τὸ Ἐφετεῖον δὲν ἐδέχθη δικόγραφα ἐπὶ χαρτοσήμου κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὁποίου ἐκοινοποιήθησαν, ἀποφανθέντος τοῦ Προέδρου, ὅτι δὲν τὸν ὑποχρεοῖ οὔτε ἑρμηνεία τῆς Βουλῆς, οὔτε γνωμοδότησις καὶ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ μόνον νόμος. Οὕτω πως βλέπετε, ὅτι τὰ δικαστήρια καὶ οἱ διάδικοι εὑρίσκονται εἰς διαμάχην, καὶ ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος τῶν ἐφετῶν νὰ μὴ ὑποκύψῃ εἰς ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργοῦ. Πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἑρμηνεία τις, διότι ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, οἱ δὲ δικηγόροι δὲν γνωρίζουσι, τί νὰ πράξωσι πρὸς τακτικὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἐντολέων των κατὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ νόμου.
§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐγνώρισεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἠξίωσεν, ὅπως ὅλα τὰ εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην παρουσιαζόμενα δικόγραφα ὦσιν ἐγγεγραμμένα ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου τοῦ ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ νέου νόμου. Ἐπεφυλάχθην, ὡς ἦτο ἑπόμενον, νὰ ζητήσω τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Σήμερον μετεκαλεσάμην τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐζήτησα πληροφορίας· οὗτος δὲ μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ δικογράφων λαβόντων νόμιμον ὕπαρξιν ὑπὸ τὸν προηγούμενον νόμον, ἑπομένως ταῦτα δέον νὰ φέρωσι τὸ χαρτόσημον τὸ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ νέου νόμου· προκειμένου δὲ περὶ προσθέτων λόγων ἀναιρέσεως, περὶ προτάσεων δηλαδὴ, αἱ ὁποῖαι σήμερον ὑποβάλλονται, αὗται πρέπει νὰ γράφωνται ἐπὶ χαρτοσήμου ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ νέου νόμου. Ὡς πρὸς τὰ ἐν τῷ Ἐφετείῳ γενόμενα, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ζητήσω πληροφορίας, καὶ ἂν πληροφορηθῶ, ὅτι εὑρέθησαν δικασταὶ δίδοντες ἄλλην ἑρμηνείαν, θέλω ὑποβάλει νόμον ἑρμηνευτικόν.
§23ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἰδοὺ τί συνέβη. Προσήγαγε δικηγόρος ἀντίγραφον ἀναιρετηρίου ἐπὶ χαρτοσήμου μιᾶς δραχμῆς, ἀναιρετηρίου κοινοποιηθέντος πρὸ 7 ἐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δεκτὸν, καὶ οὕτως ἀνεβλήθη ἡ ὑπόθεσις, ἵνα τακτοποιηθῇ. Ὁ Σπυρίδων Βλάχος, ὡς δικηγόρος, ὑπέδειξε τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ἔδωκε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκλήθην καὶ ἐγώ. Πάντες ἢ οἱ πλεῖστοι ἀρεοπαγῖται εἶχον ἀντίθετον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἦτο ἐν τῷ δωματίῳ τῶν διασκέψεων, ὥστε δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῶν λεχθέντων, ἦτο ὅμως εἰς τὴν συνεδρίασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δικηγόρος Καββαδίας προσήγαγε τὸ δικόγραφον, καὶ ὁ Πρόεδρος δὲν τὸ ἐδέχθη.
§24ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα πότε λαμβάνει νόμιμον ὕπαρξιν τὸ δικόγραφον, εἶναι τὸ διαιροῦν τὰς γνώμας τῶν δικαστῶν. Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ χρόνος τῆς προσαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὸ δικαστήριον, ἢ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐπεδόθη τὸ δικόγραφον; Ἀλλὰ καὶ ἄλλη ὑπάρχει ἀπορία· δικόγραφον ἐφέσεως, ἀνακοπῆς ἢ ἀγωγῆς, εἰσαχθεισῶν εἰς τὸ δικαστήριον, ἐφ’ ὧν ἐγένετο ἡ αʹ συζήτησις, ὅταν πρόκηται πάλιν νὰ εἰσαχθῇ πρὸς συζήτησιν, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ νέον τέλος;
§25ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου λύει τὴν ἀπορίαν σας.
§26ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οἱ κύριοι ἀρεοπαγῖται ἀπεφάνθησαν ἀνεπισήμως· διότι ἔδωκαν γνώμην μόνον προφορικὴν εἰς τὸν δικηγόρον, ὅτι, ἐὰν τὸ πρωτότυπον δικόγραφον ἔχῃ κατατεθῆ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, ὁπότε ἤρχισεν ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου, καὶ ἂν βεβαιῶται ἡ τοιαύτη κατάθεσις ὑπὸ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου τοῦ Ἀρείου Πάγου, τότε δὲν εἶναι ἀνάγκη τὸ πρωτότυπον νὰ ᾖ γεγραμμένον ἐπὶ χαρτοσήμου τριδράχμου. Ἐὰν ὅμως τὸ δικόγραφον δὲν ἔχῃ κατατεθῆ καὶ πρόκηται νὰ συναφθῇ εἰς τὴν δικογραφίαν ἤδη, πρέπει νὰ πληρώσῃ τὸ τρίδραχμον, καὶ ἐὰν ἐκοινοποιήθη πρὸ πολλοῦ. Τοιαύτην δὲ φαίνονται ἔχοντα γνώμην καὶ ἄλλα δικαστήρια καὶ τὰ Ἐφετεῖα, ὡς οἱ συνάδελφοι πληροφοροῦσι τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο ἔφεσις, δοθεῖσα πρὸ πολλοῦ χρόνου, ἐγγραφεῖσα πρὸ ἔτους καὶ πλέον καὶ ἐρχομένη σήμερον εἰς συζήτησιν, ἀξιοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ προσαχθῇ ἐπὶ χαρτοσήμου τριδράχμου, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐφετῶν. Ἡ διαφωνία αὕτη ἀπειλεῖ συμφέροντα, διότι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδώκατε διὰ τῆς ἐγκυκλίου ἑρμηνείαν, περὶ τῆς ὁποίας ἐγὼ ἔχω ἀμφιβολίαν, εἴπετε, ὅτι ὀφείλει νὰ δικάσῃ ἐρήμην τὸ δικαστήριον, ἐὰν δὲν προσαχθῇ τὸ δικόγραφον ἐπὶ τριδράχμου χαρτοσήμου. Ἀλλ’ οὕτω διατρέχει τὸν κίνδυνον ὁ εἰσάγων ἀνακοπὴν νὰ δικασθῇ τὸ δεύτερον ἐρήμην καὶ νὰ χάσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Διὰ τοῦτο τὴν γνώμην ταύτην δὲν δέχομαι, καὶ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἄλλη κύρωσις εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ τέλους, ἤτοι ἡ ἐπιβολὴ προστίμου διὰ τὴν παράβασιν. Ἀδιάφορον· μετὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε, τῷ ὄντι δύνανται νὰ κινδυνεύσωσι συμφέροντα. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἔχομεν μίαν κύρωσιν, ἥτις χρησιμεύει, ὅπως ἀρθῶσιν αἱ ἀνωμαλίαι αἱ γινόμεναι κατὰ τὴν διαδικασίαν.
§27ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως, ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἰσχυρίζεται, ὅτι οἱ δικασταὶ ἔχουσιν ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νέου περὶ χαρτοσήμου νόμου, εἶναι τὸ πρᾶγμα ἄξιον συζητήσεως· ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἑρμηνεύσῃ τις τὸν νόμον ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ κείμενον, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, διότι τὸ ἄρθρον 67 τοῦ κειμένου νόμου περὶ χαρτοσήμου λύει τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ τὸ λύει, ὅπως καὶ ἐγὼ ἔλυσα αὐτὸ, καὶ ὅπως πρὸ ὀλίγου ἐδήλωσα, ἐκφράζων τὴν ἐμὴν γνώμην. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι, προκειμένου περὶ δικογράφου, τὸ ὁποῖον ἐκοινοποιήθη πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου, τὸ δικόγραφον τοῦτο πρέπει νὰ γραφῇ ἐπὶ χαρτοσήμου ἐπιβαλλομένου κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἢ ὁ χρόνος τῆς ἐπιδόσεως· ἐὰν ἐκοινοποιήθη πρὸ τοῦ νέου νόμου, βεβαίως καὶ τὸ ἀντίγραφον δέον νὰ ἦναι γεγραμμένον ἐπὶ χαρτοσήμου ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ παλαιοῦ νόμου, διότι τοῦτο, ὅπως ἐχαρακτηρίσθη κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὅπως καὶ ἡ Πολιτικὴ Δικονομία τὸ χαρακτηρίζει, εἶναι πρωτότυπον· αὐτὸ λοιπὸν ὑποτίθεται ὅτι συνετάχθη ἐπὶ χαρτοσήμου, πρὶν ἢ ἀκόμη κοινοποιηθῇ εἰς τὸν ἐναγόμενον, εἰς τὸν καθ’ οὗ ἡ ἀνακοπὴ, ἢ εἰς τὸν ἐφεσίβλητον. Βεβαίως, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα, θὰ μετακαλέσω τοὺς ἁρμοδίους δικαστικοὺς, καὶ ἂν ἴδω, ὅτι ἐξακολουθοῦσι νὰ ἔχωσι τοιαύτας ἀμφιβολίας, θὰ ὑποβάλω ἑρμηνευτικὸν νόμον, λύοντα τὸ ζήτημα τοῦτο.
§28ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐζήτησα πληροφορίας τινὰς ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Μέχρι τοῦδε δὲν εὐηρεστήθησαν νὰ φέρωσι τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ διὰ τοῦτο θὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ μὴ βραδύνωσιν ἐπὶ πλέον. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν νὰ λάβωσι μέτρα περὶ τῆς καταστολῆς τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπέσκηψεν ἀρτίως εἰς τὴν ἀγορὰν, τουτέστι διὰ τὴν ὑποτίμησιν τῶν χαρτονομισμάτων ἀπέναντι τῶν κερμάτων τῶν χαλκίνων. Ἡ ὑποτίμησις ἔφθασε μέχρι τοῦδε μέχρι 10%, φρονῶ δὲ, ὅτι ἀρκετὰ εἶναι ἐπιβεβαρημένη ἡ τάξις τῶν καταναλωτῶν, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ καὶ αὐτὸ τὸ μεγαλείτερον δεινόν. Ὑπάρχουσι, φρονῶ, μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ κατασταλῇ ἡ κατάχρησις αὕτη, ἀπόκειται δὲ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ἐφαρμόσωσι τὰ μέσα ταῦτα.
§29Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περί τινος στενοχωρίας ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς πρωτευούσης καὶ ἐν ἄλλαις ἀγοραῖς τῆς χώρας ἐξ ἐλλείψεως χαλκοῦ, τουτέστι τῶν κερματικῶν νομισμάτων τῶν ἐκ χαλκοῦ, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω τινὰ περὶ τῆς ἐκφραζομένης εὐχῆς, ὅπως ληφθῶσι μέτρα πρὸς παρακώλυσιν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ χαλκοῦ ἐκ τῆς χώρας. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι γίνεται ἐκτάκτως ἤδη ἐξαγωγὴ χαλκοῦ ἐκ τῆς χώρας. Ἐξαγωγὴ πάντοτε ἐλάμβανε χώραν, ἀλλ’ οὐχὶ ἐν μεγάλαις διαστάσεσι. Γινώσκομεν ὅτι κέρματα χάλκινα ἑλληνικὰ κυκλοφοροῦσι καὶ ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἐν Ῥωμουνίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλ’ οὐχὶ ἐν ποσῷ σπουδαίῳ, διότι τὰ Κράτη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον λαμβάνουσι πρόνοιαν, ὅπως παρακωλύηται παρ’ αὐτοῖς κυκλοφορία ξένων χαλκίνων νομισμάτων, ὡς τελουμένη κατ’ οὐσίαν πρὸς ζημίαν ἐκείνων τῶν Κρατῶν καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους, οὗτινος τὰ κερματικὰ νομίσματα οὕτω κυκλοφοροῦσιν ἐν τῇ ξένῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις νὰ μὴ λαμβάνωσι πρόνοιαν πρὸς περιστολὴν, ἂν μὴ ἐπιτυγχάνωσι καὶ τὴν ὁλοσχερῆ πρόληψιν τῆς κυκλοφορίας ξένων χαλκίνων κερμάτων ἐντὸς τῆς χώρας αὑτῶν. Οὐχ ἧττον εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐξαγωγή τις χαλκοῦ ἑλληνικοῦ καὶ εἰς Γαλλίαν καὶ εἰς Ἰταλίαν λαμβάνει χώραν, ἀλλὰ τοῦτο ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἐφ’ ᾧ μέτρῳ καὶ ἤδη ὅ,τι δὲ ἤδη παρουσιάζεται νέον, εἶναι, ὅτι πρὸ δεκαπενθημέρου περίπου διεδόθη, ὅτι ὁ χαλκὸς ἐκλείπει ἐκ τῆς χώρας, καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ πιστεύσαντες εἰς τὴν φήμην κάτοχοι χαλκοῦ φυλάττουσιν αὐτὸν, τινὲς δὲ νομίζουσιν, ὅτι δύνανται καὶ νὰ κερδοσκοπήσωσι, συλλέγοντες χάλκινα κέρματα, οὐχὶ πρὸς ἐξαγωγὴν, ἀλλ’ ἐλπίζοντες ἐντὸς τῆς χώρας τὴν πραγματοποίησιν τοῦ κέρδους, ὅπερ φαίνεται ὑποσχομένη τοιαύτη ἐνέργεια. Ἐὰν ὁ χαλκὸς τῳόντι ἐξήγετο, ἐὰν τὰ ξένα Κράτη μὴ ἐλάμβανον πρόνοιαν, ὅπως ταῦτα ἐμποδίσωσι τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ἑλληνικοῦ χαλκοῦ ὡς νομίσματος ἐν τῇ χώρᾳ αὐτῶν, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐζημιοῦτο μόνον ἐκ στενοχωρίας ἐν ταῖς συναλλαγαῖς αὐτῆς τοῦ ἐσωτερικοῦ μέχρις ἀναπληρώσεως τοῦ ἐλλείποντος διὰ νομισματοποιΐας, κατ’ οὐσίαν ὅμως θὰ ἐκέρδιζεν. Ὅλοι γινώσκετε, ὅτι τὸ δεκάλεπτον χάλκινον νόμισμα κυκλοφορεῖ ἀντὶ 10 λεπτῶν, στοιχίζει δὲ 3 λεπτὰ περίπου, ἑπομένως, ἐὰν ἐξέρχηται ἐκ τῆς χώρας χάλκινον κέρμα, στοιχίζον 3 λεπτὰ, καὶ ἀνταλλάσσηται ἐν τῇ ξένῃ ἀντὶ 10 λεπτῶν χρυσῶν, ἐννοεῖται ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ζημιοῦται, καίτοι ὑφίσταται στενοχωρίαν ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ. Ἐὰν συνέβαινε τοῦτο, ἔπρεπε πάντως νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ χαλκοῦ τοῦ οὕτως ἐξερχομένου. Εἶμαι πεπεισμένος ὅμως, ὅτι δὲν γίνεται ἔκτακτος ἐξαγωγὴ χαλκίνων κερμάτων, καὶ ὅτι, ἐὰν ἐλαμβάνετο τοιαύτη πρόνοια, εὐθὺς ἤθελεν ἀναφανῆ ὁ χαλκὸς, ὅστις ἁπλῶς σήμερον συγκεντροῦται παρὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ κερδοσκοπήσωσι δι’ αὐτοῦ, ἢ παρακρατεῖται παρὰ προσώπων μὴ ἀποβλεπόντων μὲν εἰς κερδοσκοπίαν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ φήμῃ περὶ ἐλλείψεως τοῦ χαλκοῦ τηρούντων τὸν χαλκὸν, ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ κατοχῇ αὐτῶν. Ἐν τούτοις, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἐπειδὴ ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Δημόσιον, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, νὰ ἐκτυπώσῃ καὶ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν νέα κέρματα, ἐμελετήθη τὸ ζήτημα, καὶ θεωροῦμεν, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἐπιζήμιον τὸ μέτρον, ἐπαγόμενον τὴν ἄρσιν τῆς ἀνωμαλίας κανονικῶς, ἐνῷ τὰ ὑποδειχθέντα μέτρα εἰς πρόληψιν τῆς δῆθεν γινομένης ἐκτάκτου ἐξαγωγῆς χαλκοῦ, τὰ μέτρα πάντα, τὰ εἰς τὰς ἀκοάς μου περιελθόντα, εἶναι ἔκνομα. Ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐκ τῆς χώρας ἐξαγωγῆς χαλκίνων κερμάτων, οὐδὲ τιμωρεῖ τὴν ἄρνησιν κατόχου χαλκοῦ, ὅπως παραδώσῃ αὐτὸν εἰς ἀνταλλαγὴν ἀντὶ νομίσματος. Οὐδεμίαν δικαιολογίαν ἔχει ἡ Πολιτεία, ἵνα παρεμβαίνῃ εἰς τὰ περὶ τούτου· ἡ Πολιτεία καθώρισεν, ὅτι μέχρι ποσοῦ 5 δραχμῶν δύναται ἕκαστος ν’ ἀπαλλάσσηται ὀφειλῆς διὰ πληρωμῆς εἰς χαλκόν· ἐὰν ἡ ὀφειλὴ ἦναι ἀνωτέρα τῶν 5 δραχμῶν, ἵνα ἀπαλλαγῇ τις αὐτῆς, πρέπει νὰ δώσῃ χρυσὸν ἢ ἄργυρον ἐν ἀκεραίοις νομίσμασιν, ἢ καὶ κερματικὸν ἄργυρον, ἀλλὰ μόνον μέχρι ποσοῦ 50 δραχμῶν. Ταῦτα εἶναι τὰ κελεύσματα τοῦ νόμου. Εἶπον ὅμως, ὅτι καὶ κατ’ οὐσίαν ζημία εἰς τὴν χώραν δὲν προσγίνεται ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς, ἐὰν οὕτω λαμβάνῃ χώραν. Οὐχ ἧττον ὅμως, ἐπειδὴ πλὴν τῆς ἐξαγωγῆς, ἥτις φαίνεται παρουσιαζομένη ὡς αἰτία τῆς σημερινῆς ἐλλείψεως τοῦ χαλκοῦ ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἀληθὴς κατ’ ἐμὲ αἰτία εἶναι ἡ ὑπάρχουσα γνώμη, ὅτι ἐκλείπει ὁ χαλκὸς καὶ ὅτι θὰ καταστῇ ἐκ τούτου πολυτιμότερος, εὔλογον θὰ ἦναι νὰ φροντίσωμεν περὶ εἰσαγωγῆς προσθέτων κερμάτων εἰς τὴν κυκλοφορίαν, καίτοι μετὰ πολλῆς προσοχῆς, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εὐθὺς ὡς ληφθῇ νομοθετικὸν μέτρον καὶ πρὶν ἢ ἔτι ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τοῦτο, θὰ ἀναφανῇ ὁ χαλκὸς, ὅστις σήμερον κρύπτεται. Ἀλλ’ ἐνῷ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μέτρου, δὲν θεωρῶ, ὅτι θὰ ἦτο πρέπον νὰ ἐπωφεληθῶμεν ἐκ τῆς ὑπαρχούσης νομοθετικῆς ἀδείας, ὅπως ἐκτυπώσωμεν τὰ κέρματα χάλκινα. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον — καὶ περὶ τούτου ἀσχολούμεθα ἤδη, κατόπιν μελέτης, εἰς ἣν ἐλάβομεν ἀφορμὴν ἀπὸ ἐτῶν νὰ ἐπιδοθῶμεν, ἐν τῇ Κυβερνήσει διατελοῦντες, — νομίζω λυσιτελὲς, τὰ κέρματα ταῦτα νὰ κατασκευασθῶσιν ἐκ μίγματος νικελίου, διὰ τὸ εὐχρηστότερον καὶ τὸ οἰκονομικώτερον. Τὰ κέρματα ἐκ μίγματος νικελίου κυκλοφοροῦσιν ἤδη παρὰ πολλοῖς Κράτεσι, καὶ εὐρωπαϊκοῖς,—ἡ Γερμανία, ἡ Ἑλβετία, τὸ Βέλγιον, ἡ Σερβία ἔχουσι κέρματα ἐκ νικελίου,—καὶ ἐκτὸς τῆς Εὐρώπης, ἰδίως δὲ τοῖς Ἀμερικανικοῖς, ἅτινα σχεδὸν πάντα ποιοῦνται χρῆσιν κερμάτων ἐκ μίγματος νικελίου. Περὶ τούτου ἄρα εἶναι πιθανὸν, ὅτι θέλω προσεχῶς ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καὶ τότε θέλω ἀναπτύξει εὐρύτερον τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα θεωρῶ, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ κατασκευάσωμεν τὰ κέρματα ταῦτα ἐκ μίγματος νικελίου, παρεχομένης πρὸς τοῦτο ἀδείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ ὅμως λίαν εὐρείας, καὶ ἐπιφυλαττομένης τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ βαθμηδὸν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μέτρου· διότι, ὡς εἶπον, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εὐθὺς, ὡς γένηται ἔναρξις τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτου μέτρου, θ’ ἀναφανῇ τὸ κερματικὸν νόμισμα ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ.
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ σύμβασις τῆς Λατινικῆς ἑνώσεως ἐπιβάλλει, νομίζω, περιορισμόν τινα.
§31Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδένα. Ἡ σύμβασις τῆς Λατινικῆς ἑνώσεως πραγματεύεται περὶ τῶν χρυσῶν καὶ τῶν ἀργυρῶν νομισμάτων, καὶ περὶ τῶν ἀργυρῶν κερμάτων. Περὶ χαλκίνων κερμάτων οὐδὲν αἱ συμβάσεις περὶ Λατινικῆς ἑνώσεως διέλαβον, διέλαβον ὅμως περὶ τούτων, ὁρίζοντες καὶ τὸ ποσὸν κατὰ κεφαλὴν, οὗτινος ἐπιτρέπεται ἡ ἐκτύπωσις, οἱ ἐσωτερικοὶ ἡμῶν νόμοι. Ἀλλ’ οἱ ἐσωτερικοὶ νόμοι, ὡς εἶπον, παρέχουσι καὶ ἤδη εἰς τὴν Κυβέρνησιν δικαίωμα πρὸς ἐκτύπωσιν χαλκίνων κερμάτων. Ἐπιτρέπεται ὅμως τῶν διατάξεων τούτων ἡ νομοθετικὴ τροποποίησις καὶ συμπλήρωσις, τοιαύτην δὲ τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν θέλομεν προτείνει, ὅπως ἐπιτραπῇ κοπὴ κερμάτων ἐκ μίγματος νικελίου.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐπιψήφισις εἰς τρίτην συζήτησιν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ τῆς Αἰγύπτου. Ἀλλ’ ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον, ὅτε θ’ ἀναγνωσθῶσι καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, ἀφοῦ διορθωθῶσιν, ὡς ἤδη ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου.
§33ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, ὁ τοσοῦτον ἐνθουσιωδῶς καὶ μετὰ φράσεως ὄντως θρησκευτικῆς ὁμιλήσας ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, ἐξέτεινε τὴν φιλοκατήγορον αὑτοῦ τακτικὴν καὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κακίσας αὐτὸ ὡς προερχόμενον ἐκ τῆς ἀσεβείας τῶν ὑποβαλόντων κατὰ τῶν προσόδων τῶν ἱερῶν Μονῶν τοῦ Κράτους. «Ἀσεβῆ, εἶπε, χεῖρα ἔτεινεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὰς προσόδους τῶν Μονῶν, ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο». Ἡ Κυβέρνησις νομίζω ὅτι δὲν ἐπέβαλε χεῖρα ἀσεβῆ, συντάξασα ὅπως συνέταξε τὸ νομοσχέδιον· ἡ Κυβέρνησις ἐπέθηκε χεῖρα εὐλαβῆ, εὐλαβῶς δὲ κανονίσασα τὰ τοῦ θείου κηρύγματος, ὡς ἐκανόνισεν αὐτὰ, ὥρισε ποσοστὸν ἐλάχιστον 1–3% ἐπὶ τῶν προσόδων τῶν Μονῶν ἐκείνων, αἵτινες ἔχουσιν εἰσόδημα πλέον τῶν 5,000 δραχμῶν, ἀφήσασα τὰς προσόδους τῶν Μονῶν τὰς ἔλαττον τῶν 5,000 δραχμῶν ἐντελῶς ἀθίκτους. Τί εἶναι λοιπὸν τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τῶν προσόδων τῶν Μονῶν, τοῦ 1% ἐπὶ τῶν ἐχουσῶν πρόσοδον 5,000 μέχρι 10,000, 2% ἐπὶ τῶν ἐχουσῶν πρόσοδον 10,000 μέχρι 30,000 καὶ 3% ἐπὶ τῶν ἐχουσῶν πρόσοδον ὑπὲρ τὰς 30,000 δραχμῶν; Νομίζω ὅτι ὁ κανονισμὸς οὗτος λίαν εὐλαβῶς ἐγένετο πρὸς τὰς προσόδους τῶν Μονῶν, καὶ ἐδικαιοῦτο νὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος, ὠφελούμενος ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης, ἠθέλησε νὰ παρενείρῃ καὶ ἄλλας τινὰς σκέψεις περὶ διαιρέσεως Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας. Νομίζω ὅτι τοιαῦται σκέψεις δὲν πρέπει νὰ ἐκτίθηνται δημοσίᾳ, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ὑπηρετοῦσι τὰ συμφέροντα τὰ γενικά. Ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Ἐκκλησία παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσιν ἡνωμέναι, ἐὰν δὲ θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ποίας θυσίας ἐποιήσατο ἡ Πολιτεία ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τἀνάπαλιν, βεβαίως θέλομεν περιπέσει εἰς λαβυρινθώδη σύγχυσιν, ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ. Λυποῦμαι ἐκ καρδίας, διότι δὲν δύναμαι ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν εὐχὴν καὶ εἰς τὴν σύστασιν τοῦ ἑτέρου ἀξιοτίμου ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συναδέλφου, ὅπως ζητήσωμεν διπλάσιον ποσὸν παρὰ τῶν Μονῶν, διὰ νὰ διορίσωμεν διπλασίους ἱεροκήρυκας ἐν τῷ Κράτει, χάριν τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου, λυποῦμαι, λέγω, διότι δὲν ἐπιτρέπει ἡμῖν τοῦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν νὰ διορίσωμεν εἰς τὰς θέσεις ταύτας. Δυστυχῶς οἱ 16, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον δημιουργεῖ πρὸς κήρυξιν τοῦ θείου λόγου, μόλις εὑρίσκονται, δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν περισσοτέρους· πολὺ δὲ ὀλιγώτερον θὰ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν διπλασίους, ὅπως ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν ὀρθὴν καὶ εὐλαβεστάτην εὐχὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Διὰ τοῦτο ἀναγκαζόμεθα νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 16, καὶ μόνον διὰ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν ἐξεζητήσαμεν τοὺς ἀπαιτουμένους πόρους μετὰ πολλῆς εὐλαβείας καὶ φειδοῦς ἐκ τῶν προσόδων τῶν Μονῶν, καὶ εἰς τούτους καὶ μόνους θέλομεν περιορισθῆ ἐπὶ τοῦ παρόντος.
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρεξηγεῖ τελείως ὄχι μόνον ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ τὸ ἴδιον αὑτοῦ νομοσχέδιον. Ἐγὼ, μεθ’ ὅλας τὰς περὶ τοῦ ἐναντίου διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου. Τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου ἐχρησίμευσεν ἁπλῶς ὡς πρόσχημα, ὅπως ἐπιβληθῇ μία νέα φορολογία εἰς τὰς Μονὰς, χάριν καθαρῶς ταμιευτικῶν λόγων. Ἱεροκήρυκες 16 τὸν ἀριθμὸν ἀνέκαθεν ὑπῆρχον ἐν τῇ Κράτει, εἷς δι’ ἕκαστον νομὸν, οἱ ἱεροκήρυκες δὲ οὗτοι ἐμισθοδοτοῦντο μὲν παρὰ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐξ ἐσόδων, τὰ ὁποῖα αὐτὸ εἰσπράττει ἐξ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, ἐκλαϊκευθέντων ἄλλοτε ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ χρησιμεύσωσι τὰ εἰσοδήματά των ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐγὼ ἀπέδειξα ἤδη, ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς σκανδαλώδεις καταχρήσεις, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν τότε ἐκλαΐκευσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, μεθ’ ὅλην τὴν διαρπαγὴν, ἥτις συνετελέσθη, ὑπελείφθησαν ὅμως ἄξια λόγου ἐκκλησιαστικὰ κτήματα, τῶν ὁποίων τὴν ἐπικαρπίαν ἔχει τὴν σήμερον τὸ Δημόσιον, εἰσπράττον ἐξ αὐτῶν περὶ τὰς 250,000 δραχμῶν. Ἐξ αὐτῶν τῶν 250,000 δραχμῶν μόλις καὶ μετὰ βίας δαπανᾷ περὶ τὰς 202,000 χάριν τῆς Ἐκκλησίας· ὑπολείπονται ἀκόμη 48 χιλιάδες δραχμαὶ, τὰς ὁποίας ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ δαπανήσῃ ἐπὶ πλέον χάριν τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου, χωρὶς νὰ προσφύγῃ εἰς νέαν φορολογίαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤδη κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου εἶπον, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν φαίνεται ὅτι δὲν ἔλαβε διόλου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δηλαδὴ ἡ περιουσία ἡ μοναστηριακὴ δὲν εἶναι περιουσία ἀφιερωμένη εἴς τινας μοναχούς. Εἶναι περιουσία ἀφιερωμένη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον, καὶ τὴν ἔχουσιν ἀφιερώσει διαθέται, τῶν ὁποίων τὴν θέλησιν πρέπει νὰ σεβασθῶμεν ἡμεῖς τὴν σήμερον, πρέπει δὲ συγχρόνως νὰ μὴ ἀδικήσωμεν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν αὐτήν. Τὴν περιουσίαν ταύτην δύνασθε, ἂν θέλητε, νὰ ὑπαγάγητε εἰς αὐστηρότερον ἔλεγχον· δύνασθε νὰ τὴν διαθέσητε ἀποτελεσματικώτερον ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν σκοπῶν, οὓς ἔχει αὕτη νὰ πραγματοποιήσῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Δὲν δύνασθε ὅμως νὰ τὴν ἀφαιρέσητε ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ νὰ τὴν διαθέσητε χάριν σκοπῶν καθαρῶς πολιτικῶν, χάριν ταμιευτικῶν λόγων. Λυποῦμαι δὲ πολύ, ὅτι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἤκουσα τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία παρ’ ἡμῖν εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, καὶ ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπ’ αὐτῶν τὸ λόγιον: «Τὰ σὰ ἐμὰ καὶ τὰ ἐμὰ σά». Δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐπέτρεπε ποτὲ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ θέσῃ χεῖρα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ νὰ λάβῃ ὅσα τῇ χρειάζονται. Πρόκειται περὶ δύο ἠθικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλως διακεκριμένα ἀλλήλων· βεβαίως ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδεμία ταυτότης, οὐδεμία σύγχυσις δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὡς φαντάζεται αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐὰν ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὸν καταστατικὸν νόμον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ Πολιτεία ἀναγνωρίζει τὴν Ἐκκλησίαν ὡς αὐτοτελῆ ἀρχὴν, καὶ ἡ Ἐκκλησία, ὡς νομικὸν πρόσωπον, δύναται νὰ ἔχῃ ἰδίαν περιουσίαν, ἴδιον ταμεῖον.
§35ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Εἶναι αὐτοκέφαλος ἀπέναντι τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἀλλ’ ὑπόκειται εἰς τὴν Πολιτείαν.
§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἄλλα νομικὰ πρόσωπα ἔχουσιν ἰδίαν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται βεβαίως εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτῶν. Ἐκεῖνο λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποστηρίζω, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ φεισθῶμεν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, νὰ διαθέσωμεν αὐτὴν χάριν τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὴν Ἐκκλησίαν πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ ὑψηλοῦ αὐτῆς προορισμοῦ. Πρέπει δὲ ἡ Πολιτεία νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἐπίκουρος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, χάριν τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ σκοποῦ τούτου, καὶ νὰ μὴ ἀποστερῇ αὐτὴν καὶ τῶν ὀλίγων ὑπολειπομένων εἰς αὐτὴν μέσων. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ τονίσω, καταπαύων τὸν λόγον, εἶναι, ὅτι δὲν πρόκειται διόλου, Κύριοι, περὶ νέας φορολογίας τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, ἥτις εἶναι ἐκκλησιαστικὴ περιουσία· πρόκειται, χάριν ταμιευτικῶν λόγων, ν’ ἀφαιρέσωμεν ἓν μέσον ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, τὸ μέσον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο αὕτη καὶ τὸν κλῆρον αὐτῆς νὰ μορφώσῃ καὶ ἀποκαταστήσῃ ὑλικῶς, καὶ νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς κοινωνίας ἡμῶν εὐεργετικῶς, ἐνῷ τὴν σήμερον, ὡς ἔχει, οὐδόλως δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ τὸν προορισμόν της.
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, εἶπον προχθὲς ὀλίγας λέξεις ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε, καὶ δὴ ἐν εἰδικωτέρᾳ σφαίρᾳ, ὁ προλαλήσας. Προχθὲς συνέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν, τὸν διπλασιασμὸν τοὐλάχιστον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἱεροκηρύκων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀπαντῶν σήμερον εἰς ὅσα εἶπον, ἀπεκρίθη ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως προσώπων ἱκανῶν νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας. Δὲν φρονῶ τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχουσι πλείονες τῶν 16 καὶ τῶν 32 ἀκόμη, οἵτινές εἰσιν ἱκανοὶ νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν ἱεροκήρυκος. Ἀλλ’ ἡ σύστασίς μου εἶχεν ἄλλην ἔννοιαν, βαθυτέραν. Διὰ τῆς νομιμοποιήσεως θέσεων πλειόνων ὑπὲρ τῶν ἱεροκηρύκων θὰ ἐδίδετο ὤθησις εἰς τὰς θεολογικὰς σπουδὰς, αἵτινες ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἀποβάλλουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ὀπαδῶν των. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς συνέπεσε νὰ μάθω, ἐκκλησιάζεται ἐν τῷ ναῷ τῆς Ριζαρείου Σχολῆς, δύναται δὲ νὰ γνωρίζῃ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι οὐδὲ τὸ δέκατον τῶν φοιτώντων ἐν τῇ Ριζαρείῳ Σχολῇ καὶ εἰς τὰ ἱερὰ ἐκπαιδευομένων ἀσπάζεται μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν σπουδῶν τὸ ἱερατικὸν στάδιον, καὶ τοῦτο διότι οὐδεμία ὑπάρχει θέσις, ἐπὶ τὴν ὁποίαν νὰ ἐλπίζωσι. Τί θὰ ἤλπιζον οἱ ἀπόφοιτοι τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ διπλώματος αὐτῶν; Ποῦ θὰ ἀπέβλεπον; Αἱ θέσεις τῶν καθηγητῶν καὶ διδασκάλων τῶν ἱερῶν μαθημάτων περιεστάλησαν πολὺ, καὶ δὴ μετά τινος ἐπιμονῆς, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλην λέξιν, ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς ἐκπαιδευτηρίοις. Αἱ θέσεις τῶν ἱεροκηρύκων εἶναι ὀλίγισται, ὑπολείπονται αἱ θέσεις τῶν ἐπισκόπων καὶ ἀρχιεπισκόπων κατὰ μακρὰ χρονικὰ διαστήματα, εἰς ἃς ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀποβλέπωσιν. Ἂν ὅμως τάξωμεν μεγαλείτερον ἀριθμὸν θέσεων, πρὸς ἃς νὰ ἀποβλέπωσιν οἱ ἐπιδιδόμενοι εἰς τὰς ἱερατικὰς σπουδὰς, βεβαίως θὰ ἔχωμεν πλείονας τοὺς θέλοντας νὰ φοιτήσωσιν ἐν τῇ Ἱερατικῇ σχολῇ καὶ κατόπιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, διότι θὰ ἔχωσι στάδιον καὶ θὰ δυνηθῶσι νὰ ζήσωσι· διότι, μεθ’ ὅλας τὰς ἀσχολίας αὐτῶν, αἵτινες πρέπει νὰ ἦναι πνευματικαὶ, οἱ ἄνθρωποι ἔχουσιν ὑλικὰς ἀνάγκας καὶ δὲν θὰ ζήσωσιν, ὡς ἔζη ὁ ἅγιος Ἀντώνιος καὶ ὁ ἅγιος Σάββας, ἐν τῇ ἐρήμῳ. Οὕτως ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου, διότι θὰ ἐνισχύσῃ τὴν σπουδὴν τῶν ἱερατικῶν ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ θὰ ἐλπίζωμεν καλλιτέρους καρποὺς ἐν τῷ μέλλοντι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§38ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου, παρατηρῶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι διὰ τῶν τοιούτων μερικῶν νομοσχεδίων οὐδὲν ἕτερον πράττομεν ἢ νὰ κανονίζωμεν ἐν μέρει τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν, καὶ δὲν εἶναι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καθορίζει ὡρισμένον ποσὸν ἐκ τῆς προσόδου τῶν Μονῶν πρὸς ὡρισμένον σκοπόν. Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς, ἕνεκα τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἡμέραν καταγγέλλονται περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων καὶ περιουσιῶν, εἶναι, λέγω, καιρὸς νὰ προέλθωμεν εἰς γενικώτερον μέτρον, δι’ οὗ νὰ καθορίσωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν καὶ νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν μᾶλλον εὔκοσμον. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου τρόπου τῆς διαχειρίσεως.
§39ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Προσεχῶς θέλει ὑποβάλει μέτρον, ὅπερ μέλλει νὰ κανονίσῃ τελείως τὰ τῶν εἰσοδημάτων τῶν Μονῶν σχετικῶς πρὸς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν, καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ θέλει ἱκανοποιήσει τελείως πᾶσαν προσδοκίαν καὶ πᾶσαν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας ἐπιθυμίαν τῶν κυρίων προλαλησάντων.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων.
§41Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐῤῥήθη κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτι μόνον τὰ νομοσχέδια, τὰ πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τεταγμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅσα δὲν προκαλοῦσι συζήτησιν, θέλουσι ληφθῆ σήμερον ὑπ’ ὄψει· ἑπομένως, ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς θὰ ἦτο πρέπον κατόπιν τῶν ῥηθέντων χθὲς συζητουμένου αὐτοῦ, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ ἐπιληφθῶμεν ἀμέσως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1893.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη, ὅπως προέλθωμεν τέλος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ὡς ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, οὐδεὶς ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν προσεδόκα, ὅτι σήμερον ἤθελεν ἀρχίσει. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἱ χθὲς γενόμεναι, βεβαίως δὲν ἔδωσαν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι σήμερον πρόκειται νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς περιωρίσθη μόνον νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις καὶ ἀπὸ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ σήμερον ἐλάβομεν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ ὁποία περιλαμβάνει ἓξ ὅλα ἀντικείμενα πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τούτου νομίζω, ὅτι ἀσφαλέστερον θὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν καθορίσωμεν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὡς πρῶτον ἀντικείμενον θὰ ἦναι ὁ προϋπολογισμός.
§44Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς οὐδέποτε ἠρνήθημεν συνεννόησιν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν περὶ καθορισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀλλὰ καίτοι τρανῶς ἐῤῥήθη χθὲς, ὅτι σήμερον ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐῤῥήθη μάλιστα, ὅτι θὰ εἰσηρχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ καὶ χθὲς, ἂν ἦτο δυνατὸν, καίτοι ταῦτα ἐλέχθησαν, ἡμεῖς δὲν θ’ ἀρνηθῶμεν τὴν ἀναβολὴν, ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν θεωρῇ ἑαυτὴν ἱκανῶς προειδοποιηθεῖσαν, εἰς τὴν αὔριον. Ἡμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι πρὸς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Χθὲς εἴπομεν, ὅτι μόνον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείου ἐν Αἰγύπτῳ θέλομεν ἐπιμείνει, ὅπως ψηφισθῇ πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὡς πρὸς τἆλλα, εὐθὺς ὡς ἀπεδεικνύετο, ὅτι ταῦτα ἤθελον προκαλέσει συζήτησιν, ἠθέλομεν προκαλέσει ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως αὐτῶν, ἵνα εἰσέλθωμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐξεφράσαμεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν χθὲς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δηλοῦντες, ὅτι, ἂν μὴ ἐπελαμβανόμεθα αὐτῆς χθὲς, πάντως θὰ ἐπελαμβανόμεθα αὐτῆς σήμερον. Ἂν τώρα ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλῃ καὶ πάλιν νὰ ἀναβάλωμεν εἰς τὴν αὔριον, ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἀποκρούσει τὴν πρότασιν, ὄχι διότι θεωροῦμεν συμφέρουσαν τὴν ἀναβολὴν καθ’ ἑαυτὴν, ἀλλὰ διότι δὲν νομίζομεν, ὅτι εἶναι πρέπον ἐπὶ τοιούτων θεμάτων ἡ Συμπολίτευσις νὰ ἀρνῆται μιᾶς ἡμέρας ἀναβολὴν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐπαγγελλομένην ὅτι θὰ τῇ ἐπιτρέψῃ αὕτη νὰ ἔλθῃ φέρουσα τὰ ἀναγκαῖα ἐφόδια πρὸς τὴν συζήτησιν. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ἀφοῦ δὲν θ’ ἀρχίσῃ ἤδη ἡ συζήτησις αὕτη, δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν ἄλλων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει θεμάτων. Ἂν ὅμως ἦναι διατεθειμένοι οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡμεῖς δηλοῦμεν, ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι, ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς αὐτήν.
§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρέπει ὅμως ὁπωσδήποτε νὰ διασαφηνισθῶσι τὰ λεχθέντα χθές. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπισπεύσωμεν τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπέδειξε δὲ μόνον, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτῆς· ὁ Πρωθυπουργὸς ὅμως, ἀπαντήσας, ἐδήλωσεν ὅτι, ἀφοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει διάθεσιν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δυνάμεθα εὐθὺς ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ ἀρχίσωμεν· ἀλλ’ ὁ κ. Δηλιγιάννης, μὴ ἔχων τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ μεθ’ ἑαυτοῦ, ἠναγκάσθη νὰ ἀπέλθῃ, ὁ δὲ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐνέμενεν εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως, ἐγὼ δὲ ἐδήλωσα εἰς αὐτὸν, ὅτι ἤμην πρόθυμος νὰ ἐπιληφθῶ καὶ χθὲς τὴν ἑσπέραν τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ τῇ συναινέσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπρόκειτο ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, πρῶτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐτράπη εἰς φυγήν...
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι σᾶς ἐμιμήθην.
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. καὶ ὕστερον οἱ λοιποὶ Ὑπουργοί. Ἀλλὰ σήμερον εἴδομεν πάλιν ἀναγραφόμενα πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπὸ τῆς χθὲς ἤρξατο ἡ συζήτησις.
§48Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἦσθε ἕτοιμος καὶ χθὲς νὰ ὁμιλήσητε, λάβετε τὸν λόγον τώρα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διατὶ δὲν ὁμιλεῖτε;
§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι δὲν ἔχω σήμερον τὸν προϋπολογισμὸν μαζή μου, νομίσας ἐκ τῆς προτάξεως πολλῶν ἄλλων νομοσχεδίων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ἐκ τῆς χθεσινῆς φυγομαχίας, ὅτι δὲν θὰ εἰσηρχόμεθα σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
§50ΡΑΛΛΗΣ. Εἷς τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπιθυμεῖ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ, εἶναι τόσον σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν, ὥστε ἀναγκαίως πρέπει προσηκόντως νὰ εἰδοποιηθῇ ἡ Βουλή, ὥστε νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι πρὸς τὴν ἕναρξιν τῆς συζητήσεως. Βεβαίως σήμερον δυνάμεθα νὰ ἀνταλλάσσωμεν χάριν παιδιᾶς προκλήσεις, ἀλλὰ σπουδαίως δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν μόνον νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα πρὸς ἕναρξιν τῆς συζητήσεως.
§51Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι καὶ σήμερον· ἐπίσης ὅμως εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἀποδεχθῶμεν πρότασιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ ἀναβολῆς.
§52ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Χθὲς προεκάλεσε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἶπε δὲ μάλιστα, ὅτι ἡ τοιαύτη βραδύτης, ἀσυνήθης καὶ πρὸς τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἀσύμφορος, ἔπρεπε νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτε λαβὼν τὸν λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρετήρησεν, ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι, ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν παρενέβαλλε κωλύματά τινα κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἐγκαίρως αὕτη θὰ ἐπελαμβάνετο τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο διεμαρτυρήθησαν τινες ἐκ τῶν τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι αἱ ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐγένοντο ἀπὸ ὅλων τῶν μερίδων, τῶν ἀποτελουσῶν τὴν πτέρυγα ἐκείνην, διότι καὶ ἡ μείζων καὶ ἡ ἐλάσσων καὶ ἡ μέση καὶ ἡ μακροτάτη, ὅλαι ἐπρότειναν ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας...
§53ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πλὴν τῶν ἐλευθέρων σκοπευτῶν.
§54ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. .. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἐδήλωσε διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ χθὲς ἀκόμη, ἀλλ’ ὅτι, ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν θέλῃ νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως τῆς συζητήσεως, τότε αὔριον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ ψηφίσῃ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείου ἐν Αἰγύπτῳ. Λοιπὸν ἀπὸ χθὲς ὡρίσθη ἡ σημερινή· καὶ τόσον εἶναι τοῦτο βέβαιον, ὥστε ἀνηγγέλθη τοῦτο ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων ὅλων τῶν ἀποχρώσεων. Ἂν σήμερον, ὅπως ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, θέλῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ μὴ ἄρξηται ἡ συζήτησις σήμερον, ἀλλ’ αὔριον, μιᾶς ἡμέρας ἀναβολὴ χορηγεῖται εὐχαρίστως ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας· μὴ λέγετε ὅμως, ὅτι πταίομεν ἡμεῖς· διότι, ἐὰν ἦσθε ὥριμοι πρὸς συζήτησιν, δύνασθε νὰ ἀρχίσητε, ἐὰν δὲ δὲν ἦσθε ὥριμοι, τότε διατὶ ῥίπτετε τὴν εὐθύνην ἐφ’ ἡμᾶς; Εἶναι ἴσως καιρὸς ὑπὸ σπουδαιοτέραν ἔποψιν νὰ ἐκτιμῶνται τὰ καθήκοντα τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς ἡμᾶς εἴτε ὡς Βουλευτὰς, εἴτε ὡς ὁμάδας, ἀποτελούσας μερίδας, εἴτε διὰ τὰς σχέσεις αὐτῶν πρὸς ἀλλήλους.
§55ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀναμένομεν ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ναυπλίας νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, εἰς οἱανδήποτε ἀπόχρωσιν καὶ ἂν ἀνήκωσιν οὗτοι, νὰ ὑπομνήσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ καθήκοντά των. Ἡμεῖς παρευρισκόμεθα ἐνταῦθα πάντοτε, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας θέλει νὰ ἐξακολουθήσωμεν συνεδριάζοντες καὶ ὅταν ἀπουσιάζῃ· ἡμεῖς τοῦτο δὲν τὸ θέλομεν. Ἂν τοῦτο ἀποτελῇ κωλυσιεργίαν, θέλομεν τὴν ἐξασκεῖ πάντοτε, διότι θεωροῦμεν τοῦτο καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἡμεῖς ἀπεδώκαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπροθυμίαν πρὸς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ τοῦ ὅτι προέτασσεν αὐτοῦ πάντοτε ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐπουσιώδη νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ προεκάλουν πάντως συζητήσεις, καὶ σήμερον εἴδομεν τὰ αὐτὰ νομοσχέδια προτασσόμενα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κωλυσιεργεῖ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν οὕτω τίθηνται τὰ πράγματα; ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἕτερον ἐπράξαμεν ἢ ἐπὶ τῇ εἰδοποιήσει, τὴν ὁποίαν μᾶς ὥρισεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὴν ὁποίαν αὕτη κανονίζει, προήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἢ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία, θέτουσα ἐν Καρὸς μοίρᾳ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, προτάσσει νομοσχέδια ἐντελῶς ἄσκοπα καὶ μὴ ἔχοντά τι τὸ κατεπεῖγον; Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Σήμερον δὲ ἔρχεσθε πάλιν μὲ ἡμερησίαν διάταξιν ἔχουσαν πέντε ἀντικείμενα πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τὸ πρῶτον τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν, διότι πρόκειται νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα διὰ τὸν ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλληνισμὸν, εἶναι δὲ καὶ ἀντισυνταγματικόν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παραδόξως ἀνεβλήθη διὰ τὴν αὔριον, καὶ ἐντεῦθεν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς σπουδαία, τοῦ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν οὔτε αὐτὸς οὗτος οὔτε οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχῃ τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐνώπιόν του. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀναβολῆς, πρόκειται μᾶλλον νὰ σπουδάζωμεν ἐν οὐ παικτοῖς, καὶ νὰ μὴ κάμνωμεν προκλήσεις μὴ σπουδαίας, λόγῳ παιδιᾶς.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τίς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δέχεται ἀναβολήν.
§58Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις ζητῇ τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον, θέλομεν τὴν ἀποδεχθῆ· ἂν ὅμως δὲν γίνηται τοιαύτη πρότασις, ἡμεῖς προτιμῶμεν τὴν συζήτησιν, συμφώνως πρὸς τὰ χθὲς καθορισθέντα.
§59ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μετὰ τὰ χθὲς λεχθέντα ἐφαίνετο ἀκόμη ἀμφίβολον, ἂν ἡ Βουλὴ θὰ προέβαινε σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἐλέγετο ἀπὸ χθές, ὅτι θὰ προταχθῶσιν αὐτοῦ διάφορα νομοσχέδια, καὶ ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ ἐγὼ ἐδηλώσαμεν, ὅτι θὰ ὁμιλήσωμεν διὰ μακρῶν ἐπὶ νομοσχεδίου σπουδαιοτάτου. Σήμερον δ’ ἔτι, ὅτε διενεμήθη εἰς ἡμᾶς ἡ ἡμερησία διάταξις, ἐσχηματίσαμεν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι προετάχθησαν αὐτοῦ πέντε νομοσχέδια. Εἶχε δηλώσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπὶ δύο ἐξ αὐτῶν, ἕνεκα προηγουμένης ὁμιλίας μου, ὅτι θὰ ἀπαντήσῃ. Βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῶσι σπουδαίως σπουδαῖα νομοσχέδια, ἔπρεπε νὰ ἀκούσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὁμιλοῦντα. Εἴχομεν λοιπὸν τρία νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων προσεδοκῶμεν συζήτησιν. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Παμίσου ἐπίσης εἴδομεν ἀπὸ χθὲς ἀρξαμένην συζήτησιν, ἡ ὁποία καὶ σήμερον θὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἐνταῦθα δὲ οἱ προτείνοντες τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ οὐδὲ αὐτὸ τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχουσιν ἐνώπιόν των, ἀλλ’ οὐδὲ τὰς ἐλαχίστας σημειώσεις. Πῶς δύναται λοιπὸν ἡ πλειοψηφία, ἢ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος, ἐν τῇ εὐθύτητι αὐτοῦ, νὰ προκαλέσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ποῖος θὰ ἄρξηται; Ἂς ἀρχίσῃ λοιπὸν τότε ὁ εἰσηγητὴς ἀγορεύων πρῶτος.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ λυποῦμαι, ἀκούων αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἰπὼν ὅσα εἶπεν, ἔχει δίκαιον, διότι τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἐγίνετο ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἦτο ἀπών, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἐγνώριζε, τί ἐλέχθη χθές. Χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀρχίσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπεφασίσθη δέ, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Κακουργιοδικείου ἐν Αἰγύπτῳ τὰ ἄλλα νομοσχέδια θὰ παρελείποντο, εὐθὺς ὡς εἷς Βουλευτὴς ἤθελε δηλώσει, ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ, καὶ οὕτω θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν ἦτο παρὼν χθές, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν ἀδικήσω, ἀλλ’ ὑμεῖς ἦσθε παρών.
§61ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἰδική μου ἀντίληψις ἦτο, ὅτι θὰ εἰσηρχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν προετάσσετο αὐτοῦ μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείου ἐν Αἰγύπτῳ.
§62ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§63ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπόδειξις προφανὴς τούτου εἶναι, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν προσῆλθε φέρων μεθ’ ἑαυτοῦ τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ εἶδεν ἀκριβῶς, ὅτι ἤλθομεν ἐνταῦθα ὅλοι ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, ἐδήλωσεν ὅτι ἦτο πρόθυμος νὰ παραλίπωμεν πάντα τὰ προταχθέντα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια καὶ νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διὰ νὰ φανῇ, ὅτι δῆθεν προκαλεῖ τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ αὕτη τὴν ἀποφεύγει. Δύνασθε, ἂν θέλητε, νὰ προβῆτε καὶ τώρα ἀμέσως, οὐχὶ εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡμεῖς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δὲν θὰ σᾶς ζητήσωμεν ὡς χάριν· διότι δυνάμεθα ν’ ἀρχίσωμεν ἐν οἱᾳδήποτε ὥρᾳ θελήσωμεν ἡμεῖς τὴν οἰκονομικὴν συζήτησιν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε τὴν ἀναβολήν;
§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ θέμα, ὅπερ συζητεῖται, δὲν μοὶ φαίνεται τοσοῦτον σπουδαῖον, ὅσον σπουδαία εἶναι ἡ ὑπόθεσις, ἥτις θέλει ὑποβληθῆ μετ’ ὀλίγον εἰς τὴν ἔρευναν τῆς Βουλῆς. Ἂν κατὰ πᾶν ἔτος ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῶν ἔργων τοῦ Κοινοβουλίου, κατὰ τὸ 1893 εἶναι σπουδαιότατον, διότι ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς ἐκβάσεως αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἡ τιμὴ καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ· δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἐν Κοινοβουλίῳ ἐκ τῶν προηγηθέντων θέμα τοσαύτης σπουδαιότητος καὶ σημαντικότητος. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ θέμα, ὅπερ συζητοῦμεν, ἤτοι ἐὰν θὰ ἀρχίσωμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἢ αὔριον τὴν συζήτησιν ταύτην, δὲν εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὴν σπουδαιότητα τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν. Χθὲς παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἔχομεν ἐκκρεμῆ ἔτι τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλληται ἐπὶ πλέον ἡ συζήτησις αὐτοῦ· ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι χαίρει, ἀκούων ὅτι ἡμεῖς ἐνεθυμήθημεν τὸν προϋπολογισμὸν, διότι, ὡς εἶπεν, ἡμεῖς ἀπωθοῦμεν τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου μέχρι τοῦδε. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ἐπανέλαβον ἀγορεύων χθὲς, καὶ εἶπον ὅτι προσήκει νὰ γνωσθῇ ἀπὸ τῆς προτεραίας, πότε θέλει ἀρχίσει ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔστερξε χθὲς νὰ προσδιορισθῇ ἡ αὔριον, ἤτοι ἡ σήμερον, ὡς ἡμέρα ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐπέμεινε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἤθελον διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως προταχθῆ.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἂν ἐπὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων δὲν ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησίς τις...
§69ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. (Θόρυβος).
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σπεύδετε, Κύριοι, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μὴ σπεύδητε... Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἂν ἐπὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων δὲν γένηται συζήτησις, τότε νὰ προηγηθῇ ἡ ἐπιψήφισις αὐτῶν· ἂν ὅμως γένηται συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν, τότε δὲν θέλομεν ψηφίσει καὶ συζητήσει ἐπ’ αὐτῶν, θέλομεν ὑπερβῆ αὐτὰ καὶ προβῆ εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Γνωστὸν ὅμως οὕτως ἐγένετο, ὅτι ἐμέλλομεν νὰ συζητήσωμεν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, καὶ γνωστὸν ἦτο, ὅτι εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων, ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, εἶχε προαγγείλει, ὅτι ἔμελλε νὰ ἀγορεύσῃ ἐπὶ τούτου· δὲν ἦτο δὲ μόνη ἡ προαγγελία αὕτη, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τούτου· διότι, ἂν δὲν φοιτῶ τακτικῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, εἶχον ἐκ τῶν ἐφημερίδων μάθει, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε ζητήσει τὸν λόγον, καὶ εἶχεν ἀναβληθῆ ἡ συνεδρίασις, διότι ἔμελλε προηγουμένως νὰ συναρμολογηθῇ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν περιεμένετο σήμερον, διὰ νὰ γένηται ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, ὁμολογῶ δ’ ὅτι καὶ ἐγὼ, ὅστις δὲν μετέσχον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν καθ’ ἕκαστον τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ συνόλου, διότι ἡ ὑπόθεσις ἡ κανονιζομένη διὰ τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου μοὶ φαίνεται ἔχουσα μεγάλην σημασίαν. Ὅτε διετέλουν πρὸ μικροῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἡ ὑπόθεσις αὕτη προυτάθη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ εἶχε τεθῆ ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἠρνήθημεν δὲ τότε νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἐκρίναμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προταθῇ τοιοῦτον νομοθέτημα, οὐδὲ νὰ ψηφισθῇ· ἑπομένως καθῆκον εἶχον νὰ δικαιολογήσω, διατὶ ἡμεῖς δὲν εἰσηγάγομεν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνόμιζον, λοιπὸν, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἤθελεν εἶσθαι μακρὰ, καὶ ὅτι ἤθελε καταναλωθῆ ἡ συνεδρίασις τὴν σήμερον, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι αἱ συνεδριάσεις ἄρχονται περὶ τὴν 5½ ὥραν, γνωστὸν δ’ ὡσαύτως εἶναι, ὅτι τὴν 8½ ἀπέρχονται οἱ κύριοι Βουλευταὶ διὰ νὰ γευθῶσιν. Ὅθεν δὲν ὑπετίθετο, ὅτι θέλει γείνῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ σήμερον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος λόγος πρέπει νὰ ἐνισχύσῃ τὴν πλειοψηφίαν νὰ μὴ ἀρνηθῇ νὰ προσδιορίσῃ τὴν αὔριον πρὸς ἕναρξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ πολιτικὴ σύστασις, ἡ κατανομὴ τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἐφέτος ὁποία ἦτο κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἡ πλειοψηφία, τῆς ὁποίας φυσικῶς εἰσηγεῖτο ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέστελλεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ 14 ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι διηρμήνευον τὸ φρόνημα τῆς πλειοψηφίας. Ἡ μειοψηφία, τῆς ὁποίας τὰ μέλη πάντα εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην, ἀπέστελλε καὶ ἐκείνη ἑπτὰ ἀντιπροσώπους εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πάντες δ’ οὗτοι ἐμελέτων τὸν προϋπολογισμὸν καὶ εἰσῆγον εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις των, περιλαμβανούσας τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας καὶ τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας. Πλὴν τῶν γνωμῶν, αἵτινες περιείχοντο ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειοψηφίας τότε, καὶ τῶν γνωμῶν, αἵτινες περιείχοντο ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειοψηφίας, δὲν ὑπῆρχε τότε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἄλλη γνώμη, διότι ἡ Βουλὴ ἦτο κατατετμημένη εἰς δύο τμήματα, τὸ τῆς πλειοψηφίας καὶ τὸ τῆς μειοψηφίας. Ἀλλὰ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, ἢ καὶ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν αὐτῆς, δὲν ἔχει οὕτως ἡ κατάταξις τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Πλὴν τῆς γνώμης τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς γνώμης τῆς μειοψηφίας, ὑπάρχει καὶ ἄλλη γνώμη, καὶ ἴσως οὐχὶ μία, οὐχὶ δύο, ἐνδέχεται δὲ νὰ ἦναι τρεῖς ἢ καὶ πλείονες.
§71ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἑπτά.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ παρέπεμψε τὸν προϋπολογισμὸν, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾗ ἀντεπροσωπεύθη μία τῶν πολλῶν μειοψηφιῶν, ἐκείνη, ἡ ὁποία μετέσχε τῆς ψηφοφορίας καὶ ἐψηφοφόρησεν ἀντιπροσώπους αὑτῆς, διὰ ν’ ἀποτελέσῃ τὴν μειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς αὑτῆς. Ὅθεν ἡ μειοψηφία αὕτη ἀντεπροσωπεύθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἔχομεν δ’ οὕτω δύο γνώμας γνωστὰς εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν γνώμην τῆς μιᾶς τῶν μειοψηφιῶν. Ἀλλὰ πλὴν αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι γνῶμαι. Ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ γνωσθῶσι καὶ αἱ γνῶμαι αὗται· ἵνα δὲ γνωσθῶσιν αὗται, ἔπρεπε νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ οἱ ἔχοντες τὰς γνώμας ταύτας, οὐχὶ δηλ. οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, οὔτε οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας, ἀλλὰ οἱ ἔχοντες γνώμας ἰδίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ κύριοι συνάδελφοι οὗτοι εἶπον, ὅτι προσεδόκων ὅτι σήμερον ἔμελλε νὰ γένηται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔφερον μεθ’ ἑαυτῶν οὔτε τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐζήτησαν δὲ, ἵνα ἄρξηται ἡ συζήτησις αὔριον, νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ὁμαλώτατον, οὐδὲ δύναμαι νὰ εἰκάσω, πῶς δύναται νὰ προταθῇ ἀντίῤῥησις. Ὅτι ἡ πλειοψηφία σπεύδει ἀνυπομόνως νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν σήμερον, καὶ ὅτι ζητοῦμεν ἡμεῖς ἀφορμὴν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ταῦτά εἰσιν αἰτιάσεις βεβαίως γελοῖαι, ἂν μὴ παιδικαί. Διὰ ποῖον λόγον νὰ φανῇ ἡ πλειοψηφία, ὅτι δῆθεν σπεύδει τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι τάχα ἡ μειοψηφία μηχανᾶται νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν καὶ νὰ παραλύσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου ἢ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Δύνανται νὰ ἦναι σπουδαῖαι αἰτιάσεις τοιαῦται; Καὶ δύνανται τοιαῦται σκέψεις νὰ ὑπαγορεύωσι τὰς ἀντιῤῥήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο; Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι προσήκει νὰ ἄρξηται ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ αὔριον· διότι, καὶ ἂν δὲν ἤθελεν ἡ πλειοψηφία στέρξει, ἵνα ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄρξηται αὔριον, πρέπει νὰ μὴ λησμονηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς, πάνυ ὀρθῶς, ὅτι εἴμεθα εἰς καιρὸν νὰ φέρωμεν τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ αὔριον, καὶ ἂν σήμερον ἤθελεν ἀρχίσει αὐτὴν ἡ πλειοψηφία μόνη· οὐδὲν δὲ θέλει συγκομίσει ἡ πλειοψηφία κέρδος, ἀφοῦ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλει ἐπαναχθῆ αὔριον, καὶ ἂν ἡ πλειοψηφία ἀρχίσῃ σήμερον καὶ προβῇ εἰς αὐτήν.
§73Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ἡμᾶς δὲν ἀνήκει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἦναι σπουδαῖοι ἢ μὴ οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡ Ἀντιπολίτευσις ζητεῖ τὴν ἀναβολήν. Ἄν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἰσχυρίζηται, ὅτι εἶναι ἀνέτοιμος ἀπόψε, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ, διατὶ νὰ ἦναι ἀνέτοιμος; Τὸ μὴ πρόχειρον τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν συζήτησιν ἐντύπων καὶ σημειώσεων, νομίζω ὅτι ἠδύνατο τρὶς ν’ ἀναπληρωθῇ, ἀφ’ ὅτου συζητοῦμεν περὶ τούτου. Θὰ ἦτο ἁπλούστερον νὰ ζητηθῇ παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκ τοῦ οἴκου των ὁ φάκελλος τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ νὰ προβάλλωνται τοιοῦτοι λόγοι ἀναβολῆς. Εἰς ἡμᾶς ὅμως δὲν ἀνήκει ἡ ἐξέτασις τῶν περὶ τούτου. Ἄν ζητῆται ἡ ἀναβολὴ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴπομεν ἐξ ὑπαρχῆς, ὅτι τὴν ἀποδεχόμεθα. Ἤδη φαίνεται ζητουμένη ἡ ἀναβολή, διότι ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν φοβεῖται τὴν ἰδίαν γνώμην. Οἱ ἕτεροι κύριοι Βουλευταὶ, ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὁ ἐκ Λοκρίδος, ὡμίλησαν ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνουσι τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης αὐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπεν, ὅτι ἔχει γνώμην ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, καὶ ὑποστηρίζει αὐτὴν, καὶ προτείνει τὴν ἀναβολὴν, ἔχει δὲ καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ἡ Συμπολίτευσις δὲν ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν του, δύναται αὐτὸς νὰ τὴν ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν· καὶ ὅμως δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα οὕτω σκληρῶς προσενεχθῇ, ἀφοῦ ἐξ ὑπαρχῆς ἡ Συμπολίτευσις ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι ἑτοίμη, ἵνα παράσχῃ τὴν εὐκολίαν ταύτην εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅπως εἶναι ἑτοίμη νὰ παράσχῃ αὐτῇ πᾶσαν εὐκολίαν, ἥτις δύναται νὰ κριθῇ παρ’ ἀμερολήπτου κριτοῦ ὡς εὔλογος. Τὴν εὐκολίαν ταύτην, ἣν ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως εἶπον ὅτι παρέχομεν, καὶ τώρα λέγω, ὅτι παρέχομεν, ἀλλὰ πρέπει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης αὐτῆς, πρέπει αὐτὴ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν, πρέπει αὐτὴ νὰ εἴπῃ, εἴτε δι’ ἰσχυροὺς λόγους, εἴτε διὰ μὴ ἰσχυροὺς λόγους, ὅτι εἶναι ἀνέτοιμος πρὸς τὴν συζήτησιν ἀπόψε, ὅτι θὰ ἦναι ἕτοιμος αὔριον, καὶ ἑπομένως, ὅτι προτείνει, ὅπως ἀναβληθῇ εἰς τὴν αὔριον, ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εὐθὺς ὡς τοῦτο γένηται, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει ἢ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἀποδέχηται τὴν γενομένην πρότασιν περὶ ἀναβολῆς εἰς τὴν αὔριον, καὶ περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς αὔριον ὡς ἡμέρας πρὸς ἔναρξιν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ἐπίσης ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐπινεύσῃ εἰς τὴν γνώμην ταύτην.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν πρόκηται περὶ εὐθύνης διὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον, βεβαιωθῆτε, ὅτι εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ τὴν ἀναλάβω, ἀφοῦ εἶδον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσχε μεγαλύτερον θάῤῥος, νὰ στέργῃ νὰ συζητῇ νομοσχέδια περὶ δικαστικῶν κλητήρων, περὶ τροποποιήσεως ἄρθρου τινὸς τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἢ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις, νὰ ἀφίνῃ δὲ κατὰ μέρος τὴν ἐξέτασιν καὶ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐγώ, ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ πάντα τὰ συναφῆ μὲ τοῦτον ἔγγραφα, διότι ἦλθον μετὰ σκοποῦ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂν δὲ ζητήσω ταῦτα παρὰ τοῦ ὑπηρέτου μου, ὅστις μοὶ ἐκόμισε ταῦτα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως, θέλει μοὶ φέρει αὐτὰ ἐπὶ τῆς τραπέζης μου ταύτης· ἀλλὰ δὲν προσήκει εἰς ἐμὲ νὰ ἄρξωμαι πρῶτος τῆς συζητήσεως, διότι οἱ πολιτικοὶ φίλοι μου, οἱ ἀντιπροσωπεύοντες ἡμᾶς ἐν τῇ μειοψηφίᾳ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς διηρμήνευσαν ἤδη τὴν γνώμην ἐμοῦ καὶ τῶν πολιτικῶν φίλων μου, καὶ ταύτην περιέχει ἡ ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις αὕτη τῆς μειοψηφίας δὲν παριστᾷ καὶ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων, τῶν ὁποίων τὸ φρόνημα δὲν ἀντεπροσωπεύθη διὰ τῆς μειοψηφίας, οὔτε διὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅταν δὲ οἱ συνάδελφοι οὗτοι προβάλλωσιν, ὅτι δὲν ἔφερον μεθ’ ἑαυτῶν τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα διὰ τὴν συζήτησιν, — κρίνω δὲ, ὅτι εἶχον λόγον βάσιμον νὰ μὴ φέρωσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀφοῦ οὕτως ἐῤῥυθμίσθησαν τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, — καθῆκον ἔχω ἐγὼ νὰ ὑποχωρήσω, καὶ νὰ δηλώσω, ὅτι ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ τὴν αὔριον τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, προτείνεται ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν Αἰγύπτῳ... Νὰ ἤμεθα ἐξηγημένοι, πρὸς ἀποφυγὴν νέων παραπόνων καὶ παρεξηγήσεων.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν Αἰγύπτῳ θὰ ἦναι μακρά.
§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν βλάπτει, ὅση καὶ ἂν ἦναι.
§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν πρόκηται νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ κουράσεως τῆς Βουλῆς ἢ δι’ ἐκβιάσεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, βεβαίως δὲν εἶναι ἡ συζήτησις σοβαρά. Ἂν πρόκηται νὰ ἀρχίσωμεν σπουδαίως τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν σπουδαίως τῆς συζητήσεως ταύτης, καὶ ἂν πράγματι σήμερον πρόκηται νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν Αἰγύπτῳ, τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ διὰ μακρῶν, ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ συζήτησις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, τοιαύτη, ὁποία εἶναι πράγματι, σήμερον, μετὰ μακρὰν τοιαύτην συζήτησιν, δὲν εἶναι σπουδαία. Ἑπομένως, ἂν ἀπαιτῆτε νὰ συζητηθῇ προηγουμένως τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν Αἰγύπτῳ, τότε πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ἄλλην ἡμέραν, ἢ τὴν αὔριον, ὅπως μεταβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις πράγματι εἶναι ἄξιος νὰ τεθῇ ὡς πρῶτον θέμα τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ἄλλως ἀναβάλετε καὶ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Κακουργιοδικῶν ἐν Αἰγύπτῳ, ὅπως καὶ τοῦτο συζητηθῇ μετὰ πολλῶν ἄλλων νομοσχεδίων, ἅτινα συνδέονται μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ βεβαίως θὰ περατωθῶσι πρὶν ἢ λάβωσι τέλος αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, προκειμένου νὰ καταρτισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς αὔριον, ἐγὼ ὀφείλω νὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον θὰ θέσω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ὡς δεύτερον τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ, ἂν ἀποδέχηται τοῦτο.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως αὔριον θὰ ἦναι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ δεύτερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἤδη προχωροῦμεν εἰς τὰ κατόπιν ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων.
§82ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως αὐτοῦ, ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως θὰ ἐθεώρει κἄπως ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὸν νὰ ἀπαντήσῃ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἀστήρικτον, λίαν κακῶς καὶ ἀτελῶς συντεταγμένον καὶ προωρισμένον οὐδὲν καλὸν νὰ ἐπιφέρῃ ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ Κράτει. Ἔψεξα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πολλὰς ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσιν αὐτὸ οὐ μόνον ἀλυσιτελὲς, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὲς, δύναμαι εἰπεῖν, εἰς τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα. Εὗρον ἐν αὐτῷ ἀόριστον τὸν ἀριθμὸν τῶν διδασκόντων· εὗρον ἐν αὐτῷ ἐλλείπουσαν τὴν ἐγγύησιν τῶν πρακτικῶν ἐξετάσεων· ἐχαρακτήρισα ὡς κακῶς ἀναγραφομένην τὴν χορήγησιν δικαιώματος πρὸς διορισμὸν τῶν ἐξ Εὐρώπης δῆθεν εἰσκομιζομένων διπλωμάτων τῆς θεολογίας· παρετήρησά τινα ὡς πρὸς τὰς ὥρας τῆς διδασκαλίας· ὅλα δὲ ταῦτα εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μου, τοιαῦτα, ὧν ἕνεκεν ἀπορῶ, οὔτε δύναμαι ποσῶς νὰ ἐννοήσω, διατὶ εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ κατὰ τί καινοτομεῖ ἐν τῇ ὑπαρχούσῃ μέχρι τοῦδε νομοθεσίᾳ, τῇ διεπούσῃ τὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων. Ὅτι δὲ εἶχον δίκαιον εἰς τὰς παρατηρήσεις μου ἐκείνας, ἀπεδείχθη ἐπισήμως, οὕτως εἰπεῖν, διότι κατὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἀπὸ τῆς συζητήσεως ἐκείνης διενεμήθη εἰς τὴν Βουλὴν—ἐνταῦθα μάλιστα, ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἐγένετο ἡ διανομή,—ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει νέας διατάξεις καὶ μεταβολὴν ἐπὶ τῶν διατάξεων τῶν πλείστων ἄρθρων, σχεδὸν ὅλων τῶν ἄρθρων τοῦ κατ’ ἀρχὰς εἰσαχθέντος. Τὸ διττῶς, οὕτως εἰπεῖν, εἰσαχθὲν νομοσχέδιον τροποποιεῖ τὴν αʹ παράγραφον τοῦ 1 ἄρθρου, τὸ ϛʹ ἐδάφιον τοῦ 2 ἄρθρου, τὸ ζʹ ἐδάφιον τοῦ 2 ἄρθρου, τροποποιεῖ τὸ 5 ἄρθρον διὰ προσθηκῶν καὶ μεταβολῶν διαφόρων. Ἐπί τινων ἐξ αὐτῶν δὲν εἶχον φέρει παρατήρησίν τινα. Ἡ ὑπηρεσία πῶς ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἀρχικῶς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον; Τοῦτο δηλοῖ, ὅτι καὶ αὐτὴ εὗρεν ἀμέσως μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν, μετὰ τὴν πρώτην βάσανον, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐντεῦθεν, (ἐγένετο δ’ ἐπ’ αὐτοῦ εὐρεῖά πως συζήτησις) μετὰ τὴν πρώτην βάσανον, λέγω, τὴν ἐντεῦθεν γενομένην, καὶ τὴν ἐν τῷ τύπῳ ἐπακολουθήσασαν, ἀπεκαλύφθησαν τόσαι ἐλλείψεις, ὥστε ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ καὶ αἱ μεταῤῥυθμίσεις, αἱ ἐπελθοῦσαι εἰς αὐτὸ, κατ’ οὐδὲν κατέστησαν αὐτὸ κρεῖσσον τοῦ πρώτου, διότι δὲν συνεπληρώθησαν τὰ μεγάλα κενὰ, τὰ ὁποῖα ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφοῦ ἅπαξ λαμβάνεται νῦν πρόνοια περὶ τοιαύτης νομοθετήσεως, εἶναι προωρισμένον νὰ πληρώσῃ. Δὲν γνωρίζω, κατὰ τί τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βελτιοῖ παρ’ ἡμῖν τὸ ποιὸν τῆς διδασκαλίας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ κάμω χρῆσιν αὐτῆς τῆς παρατηρήσεως μετά τινος ἐπιμονῆς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν σήμερον, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον πλεῖστα καὶ μεγαληγόρα ἐπηγγέλθη ἐντεῦθεν περὶ βελτιώσεως τοῦ ποιοῦ τῆς διδασκαλίας ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ μαθητιῶσα νεολαία καταβάλῃ δίδακτρα δι’ αὐτήν. Τὸ νομοσχέδιον νεωτερίζει κατὰ τοῦτο, ὅτι εἰσάγει τὴν τάξιν δευτεροβαθμίων καθηγητῶν ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, ὅτι εἰσάγει τὸν τίτλον τοῦ Γυμνασιάρχου, ὅστις ὑφίσταται μὲν καὶ νῦν ἐν τῇ πράξει, ἀλλὰ δὲν ἐφαίνετο, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, ἀναγεγραμμένος ἐν τῇ μέχρι τοῦδε κειμένῃ νομοθεσίᾳ, καὶ μεταβάλλει καὶ ὁρίζει τὰ τοῦ μισθοῦ τοῦ προσωπικοῦ. Εἶναι αὗται μεταβολαὶ, Κύριοι, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἐπιδράσωσι σπουδαίως ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ; Βλέπετε ἐν τούτῳ τῷ νομοσχεδίῳ, κύριοι συνάδελφοι, λαμβανομένην πρόνοιάν τινα περὶ βελτιώσεως τῆς Παιδείας; Βλέπετέ που ἐνταῦθα ὡρισμένα τὰ μαθήματα, ἢ προαγόμενα ἐκεῖνα, ὧν ἔχει ἀνάγκην περισσότερον ἡ ἑλληνικὴ νεότης, διὰ νὰ καταρτισθῇ κάλλιον καὶ ἀρτιώτερον; Βλέπετε, ὅτι ἐλήφθη πρόνοια ἀκριβὴς καὶ αὐστηρὰ περὶ τῆς διευθύνσεως τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, περὶ διευθύνσεως τῶν Γυμνασίων, ὅτι καλοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν σχολείων οἱ ἱκανώτατοι, οἱ δεδοκιμασμένοι, οἱ δυνάμενοι νὰ ὑποσχεθῶσι βελτίωσιν τῆς διδασκαλίας; Οὐδέν! Βλέπω μόνον ἔν τισιν ἄρθροις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἀπονομῆς τῶν διὰ τοῦ ἄρθρου 2 ἰδίως κανονιζομένων προσόντων εἰς διάφορα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔτυχον νὰ ὑπηρετήσωσιν οὐχὶ ἐν Γυμνασίοις καὶ ἑλληνικοῖς σχολείοις μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ εἴτε ἐν Διδασκαλείῳ, εἴτε ἐν ἄλλαις εἰδικαῖς θέσεσι καὶ εἰδικαῖς σχολαῖς, διὰ ν’ ἀποκτήσωσι καὶ αὐτοὶ τὰ προσόντα. Περὶ τούτων δὲ μόνον λαμβάνεται πρόνοια. Δὲν θέλω, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, νὰ χαρακτηρίσω τὸ νομοσχέδιον ὡς προωρισμένον νὰ θεραπεύσῃ προσωπικὰς ἀξιώσεις, ἢ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοιαύτην εὐκολίαν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸ μέλλον εἴς τινα πρόσωπα τὰ προσόντα πρὸς ἀπόκτησιν τῶν θέσεων τούτων, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου, διότι οὐδὲν τὸ σπουδαιότερον βλέπω ἐν αὐτῷ. Ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ εἶχον παρατηρήσει καὶ προχθὲς, εἶμαι δ’ ἠναγκασμένος νὰ ἐπιμείνω καὶ σήμερον, σπουδαίαν ἔλλειψιν, τὸν μὴ προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκόντων. Τὸ ἄρθρον λέγει, ἐν μεγάλῃ γενικότητι καὶ ἀοριστίᾳ: «Ἐν ἑκάστῳ Γυμνασίῳ ὑπάρχει ἀνάλογος πρὸς τὰς κεκανονισμένας ὑπὸ τοῦ προγράμματος ὥρας ἀριθμὸς καθηγητῶν». Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ὁ ἀριθμὸς τῶν καθηγητῶν, οὕτω πως ἀναγραφόμενος, ἀορίστως. Τίνα μαθήματα θὰ διδάσκωσιν οὗτοι; Τίνες καὶ τίνων διπλωμάτων κάτοχοι δέον νὰ ὦσιν οἱ διορισθησόμενοι εἰς τὰς θέσεις ταύτας; Διατὶ δὲν ὁρίζεται, ὅτι μετὰ τοῦ Γυμνασιάρχου ἐν ἑκάστῳ Γυμνασίῳ ἀνάγκη νὰ διδάσκωσι τέσσαρες καθηγηταὶ τῶν Ἑλληνικῶν, ὄντες ἐφωδιασμένοι διὰ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται εἰς τοιούτους καθηγητὰς, ὅτι ἐν ἑκάστῳ Γυμνασίῳ διδάσκει εἷς μαθηματικὸς, εἷς φυσικὸς, (ἂν παραδέχηται ἡ ὑπηρεσία τὴν ἀνάγκην ὅλων τῶν μαθημάτων τούτων) εἷς θεολόγος, εἷς εἰδικὸς διὰ τὰ φιλοσοφικὰ μαθήματα, εἷς δι’ ἄλλα τινὰ, διὰ τὰς ξένας γλώσσας, διὰ τὴν Γαλλικὴν, ἢ ἄλλας ξένας γλώσσας, οἵα ἡ Γερμανικὴ καὶ ἡ Ἀγγλικὴ, τῆς ὁποίας ἡ διδασκαλία εἰσήχθη εἴς τινα Γυμνάσια; Διατὶ ἀφίνεται καθ’ ὁλοκληρίαν ἀόριστον τὸ ποιὸν, οὕτως εἰπεῖν, ἑκάστου ἐκ τῶν διδασκόντων; Πρὸς τί ἡ τοιαύτη νομοθέτησις ἐκ νέου, ἀφοῦ οὐδὲν τοιοῦτον ἐξασφαλίζεται ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς νεολαίας; Ὑπουργός τις δύναται νὰ διορίσῃ δύο καθηγητὰς τῶν ἑλληνικῶν μαθημάτων, ἕτερον τῶν φιλοσοφικῶν, ἐπιφορτισμένον, νὰ διδάσκῃ ἑλληνικὰ, ἕτερον μαθηματικὸν, ἐπιφορτισμένον νὰ διδάσκῃ φυσικὰ, ἢ φυσικόν τινα, κάτοχον τοῦ διπλώματος τοῦ φυσικοῦ τμήματος, προωρισμένον νὰ διδάσκῃ μαθηματικὰ, ἢ γεωγράφον τινὰ, ἐπιφορτιζόμενον νὰ διδάσκῃ ἱστορίαν, ἢ ἱστορικόν τινα, ἐπιφορτιζόμενον νὰ διδάσκῃ φιλοσοφικὰ μαθήματα, καὶ οὕτω καθεξῆς ἐπ’ ἄπειρον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῶσι ταῦτα ἀκριβῶς, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ποιὸν τῆς διδασκαλίας· τοῦτο δὲ, καθὼς καὶ ἡ ἐγγύησις τῶν πρακτικῶν ἐξετάσεων, τὴν ὁποίαν συνέστησα προχθὲς, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ σήμερον ἐπιμένω, θέλουσιν ἐξασφαλίσει καὶ βελτιώσει τὸ ποιὸν τῆς διδασκαλίας. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ,—καὶ βεβαίως ἡ ὑπηρεσία αἰσθάνεται, πρώτη αὐτὴ, διότι αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς λήψεως νέου μέτρου,—οὐδεὶς, λέγω, ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ παιδεία δὲν εὑρίσκεται εἰς ὃ σημεῖον ἔδει νὰ εὑρίσκηται, εἶναι συγκεχυμένη, δὲν ἔχει καθωρισμένα ὅρια μεταξὺ τῶν ἐφιεμένων νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν σπουδὴν τῆς κλασικότητος καὶ τῶν ἐπιστημῶν, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ μορφωθῶσιν ἐγκυκλοπαιδικῶς ἔν τινι κύκλῳ, ἵνα μετὰ ταῦτα ἐπιδοθῶσιν εἰς πρακτικὰ ἔργα, εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν βιομηχανίαν, εἰς πολλὰ ἄλλα στάδια, τὰ ὁποῖα ἔχει τις νὰ ἐπιδιώξῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ τῶν ὁποίων ὄντως ἔχομεν ἀνάγκην· ἐν τῇ συγχύσει δὲ ταύτῃ καὶ ἐν τῇ ἐλλείψει καθορισμοῦ ποιοῦ παιδεύσεως, ἐπέρχεται καὶ παρομαρτεῖ ἡ ἡμιμάθεια, τῆς ἡμιμαθείας δὲ ὅλοι ἔχομεν ἁπτὰ δείγματα καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, διότι βλέπομεν μαθητὰς τοῦ Γυμνασίου τελειοφοίτους, εἴτε καὶ φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, εἴτε δυστυχῶς,—εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸ εἴπω ἐντεῦθεν,— διδασκάλους τοῦ Πανεπιστημίου ἀνορθογραφοῦντας, καταρτιζομένους ἐν τῇ ἑλληνικῇ γλώσσῃ ἀτελέστατα καὶ ἀθλιέστατα. Περιήλθομεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἐν τῇ ἐλλείψει τῆς σπουδῆς, τῆς βαθείας καὶ τῆς ἐμβριθοῦς σπουδῆς τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, νὰ παύσωμεν αἰσθανόμενοι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐμβάλλει ἡ γλῶσσα, νὰ παύσωμεν αἰσθανόμενοι ἐθνισμόν. Αἰσθάνονται ὅλοι ὅμως, καὶ ἀρκούμεθα εἰς τὸ νὰ ἀντιγράφωμεν κακοζήλως συντεθειμένα διάφορα θέματα, καὶ νὰ νομίζωμεν ταῦτα ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Νομίζω, ὅτι ἡ βαθεῖα καὶ ἐμβριθὴς σπουδὴ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἡ βαθεῖα καὶ καθαρὰ ἑλληνομάθεια ἤθελεν ἐπιδράσει σπουδαίως ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος. Κατοικοῦντες τὴν χώραν ταύτην, τὴν κειμένην ἐν τῷ μεταιχμίῳ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, εὑρισκόμεθα ἐντελῶς ἐν ἐπαμφοτερισμῷ καὶ ἀμφιβολίᾳ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ταχθῶμεν ἐντεῦθεν, πρὸς τὴν Δύσιν, πρὸς τοὺς ἐντελῶς μεμορφωμένους καὶ πεπολιτισμένους λαοὺς, ἢ ἐντεῦθεν, πρὸς τὴν Ἀνατολὴν, πρὸς τοὺς λαοὺς, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν αὐτὴν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων γίνεται χρῆσις τοῦ ὀνόματος τοῦ συνήθους τοῦ κατοίκου τῆς Ἀνατολῆς, τοῦ Ἀνατολίτου. Δὲν ἔχομεν στερεὸν τὸ ἔδαφος ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν περὶ τῆς ἐθνικότητος καὶ τοῦ προορισμοῦ ἡμῶν, ἀλλὰ γνωρίζοντες λέξεις τινὰς ἐκ ξένων γλωσσῶν, ψελλίζομεν αὐτάς, ἢ φερόμεθα τῇδε κἀκεῖσε πρὸς τὰς ἀκτὰς καὶ τὰς παραλίας τῆς Ἀνατολῆς, ὡς Ἀνατολικὸς λαὸς, ἀφιέμενοι εἰς μοιραίαν τινὰ φοράν. Ἐὰν δὲν ἐμβληθῇ ἡ μόρφωσις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν μόνη ἡ σπουδὴ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων καὶ τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, ἐμβριθῶς ὅμως γιγνομένη, ἐμβάλλει εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἀνθρώπου,— ἐπιβάλλεται δὲ τοῦτο περισσότερον εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας, τοὺς νομιζομένους καὶ ὄντας βεβαίως ἀπογόνους τῶν ἀρχαίων,—μὴ περιμένετε, ὅτι θ’ ἀποκτήσωμεν ποτὲ φρόνημα καὶ σθένος ἐθνικὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ποδηγετήσῃ τὸ ἔθνος εἰς τὸν ἀγῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι παραδεδομένον, καὶ τὸν ὁποῖον ὑποχρεοῦται νὰ ἐνασκήσῃ εἰς τὸ μέλλον. Ποίαν ἐγγύησιν περὶ τῆς ἐμβριθείας καὶ τῆς σπουδῆς καὶ τῆς μορφώσεως δίδετε διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου; Οὐδὲν ὁρίζετε περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκόντων καὶ τοῦ μαθήματος, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἕκαστος νὰ διδάσκῃ. Μετὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν περὶ τῶν ὡρῶν τῆς διδασκαλίας. Ὁρίζεται ὑποχρέωσις διδασκαλίας παρ’ ἑκάστου προσώπου εἰς 20 ὥρας καθ’ ἑβδομάδα τοὐλάχιστον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἐὰν αἱ 20 ὧραι θεωρῶνται ὡς ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς διδασκαλίας, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἕκαστον πρόσωπον νὰ παράσχῃ, τίς εἶναι ὁ μέγιστος ὅρος, τί δὲ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιτάξῃ, στηριζόμενος εἰς τὸν νέον νόμον, καθηγητής τις, εἰς ὃν οἱ συνάδελφοί του καὶ ὁ Γυμνασιάρχης ἤθελον ἐπιβάλει τριακοντάωρον διδασκαλίαν; Ἐγὼ ἐδήλωσα ὅτι καὶ τὰς 20 ὥρας εὑρίσκω πολλάς, ἀλλὰ καὶ ἐπιπόνους διὰ τὸν διδάσκαλον καὶ τοὺς διδασκομένους εὑρίσκω αὐτάς, ὅταν θεωρῶνται ὡς ὁ ἐλάχιστος ὅρος. Τὸ αὐτὸ ἐδάφιον τοῦ πρώτου ἄρθρου ὁμιλεῖ περὶ διορισμοῦ κοινῶν καθηγητῶν ἐν πόλεσιν ἐχούσαις πλέον τοῦ ἑνὸς Γυμνασίου πρὸς διδασκαλίαν εἰδικοῦ τινος μαθήματος ἐν αὐτοῖς. Ἡ διάταξις αὕτη βεβαίως εἶναι ὀρθή. Ἐν ἑκάστῳ ἑλληνικῷ σχολείῳ διδάσκουσι τόσοι καθηγηταὶ ἢ διδάσκαλοι, ὅσαι ὑπάρχουσι τάξεις καὶ τμήματα αὐτῶν. Καὶ ἐνταῦθα παρατηρῶ τὴν αὐτὴν ἀοριστίαν, ἡ ὁποία παρέχει ἀφορμὴν εἰς οἱανδήποτε παράβασιν καὶ ὑπέρβασιν, διότι δύναται ὁ Ὑπουργὸς καὶ νὰ διαιρῇ καὶ νὰ συμπτύσσῃ τάξεις διαφόρους κλπ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, καὶ ἰδίως τοῦ ἐδαφίου αʹ, ἔχω νὰ ὑποβάλω ῥιζικωτέραν τινὰ παρατήρησιν. Ἐὰν πρόκηται νὰ βελτιώσωμεν τὴν Παιδείαν, ἔπρεπε ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀτέλειαν, τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν προτέρων ἐγγυᾶται ἡμῖν ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου τούτου, ἀτέλειαν, τῆς ὁποίας ἔχομεν πεῖραν ἐκ τοῦ παρελθόντος. Τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἐνισχύσῃ, ὡς φαίνεται καὶ ὡς ἀναφέρει καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν Ἑλλήνων, ἥτις «διὰ θυσιῶν καὶ βαρείας δαπάνης παρεσκευάσθη εἰς τὸ ἀνιαρὸν καὶ ἄχαρι ἔργον τῆς παιδευτικῆς τέχνης», ἔπρεπε σπουδαίως νὰ λάβῃ τοιοῦτον μέτρον, καὶ οὐχὶ νὰ καταλίπῃ πάλιν τὴν τάξιν αὐτὴν ἐκτεθειμένην εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἔπρεπεν, ἀφοῦ θεσμοθετεῖται ὁ τίτλος τοῦ δευτεροβαθμίου καθηγητοῦ,—ἂν καὶ εὑρίσκω τὸν τίτλον πολυτελῆ καὶ βαρὺν διὰ τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα,— τοιούτους νὰ ὁρίσῃ πάντας τοὺς διδάσκοντας ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς σχολείοις, καὶ νὰ μὴ ἀναθέσῃ τὴν διδασκαλίαν τῶν εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα φοιτώντων ἑλληνοπαίδων εἰς τοὺς μετὰ διετῆ φοίτησιν ἐν τῇ Φιλοσοφικῇ Σχολῇ κριθέντας ἱκανοὺς ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπείας τοῦ φιλολογικοῦ φροντιστηρίου νὰ διδάσκωσιν. Ἔχομεν πάλιν τὸν θεσμὸν τῶν ἑλληνοδιδασκάλων, ὡς εἴχομεν ἄλλοτε, καὶ ἔτι χεῖρον τούτου, τὸν θεσμὸν τῶν βοηθῶν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων. Ἕκαστος φοιτητής, μετὰ διετῆ φοίτησιν, ἢ τοὐλάχιστον μετὰ παρέλευσιν διετίας, ἀφ’ ἧς ἐνεγράφη εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, — διότι πολλοὶ οὐδόλως φοιτῶσιν, — ἠδύνατο νὰ διορισθῇ βοηθὸς ἑλληνικοῦ σχολείου. Φαντάσθητε εἰς τίνας χεῖρας ἀνετίθετο ἡ διδασκαλία τῶν φοιτώντων εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα! Φαντάσθητε παῖδα 17 ἐτῶν ἡλικίας ἢ 20 ἐτῶν, διδάσκοντα ἄλλους παῖδας! Τί ἠδύνασθε ν’ ἀπαιτήσητε παρὰ τοιούτου διδασκάλου; Μόρφωσιν ἐν τῇ γλώσσῃ παρ’ ἀγραμμάτου καὶ ἀνορθογράφου; μόρφωσιν ἐν φιλοσοφικῷ τινι μαθήματι; μόρφωσιν σοβαρότητος; ἐπιβολὴν ἐν τῇ ἠθικῇ; χριστιανικὴν μόρφωσιν; Τί ἠδύνασθε νὰ περιμένητε παρὰ τοιούτων διδασκάλων; τί δύνασθε δὲ νὰ περιμένητε καὶ παρὰ τούτων τῶν διὰ τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 2 θεσμοθετουμένων νῦν; Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἡ φοίτησις ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, μάλιστα κατὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη, εἶναι ὑποθετική, εἶναι θεωρητική. Ἔρχεται φοιτητής τις ἐνταῦθα, ἢ καὶ δὲν λαμβάνει τὸν κόπον νὰ ἔλθῃ κἂν μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ Γυμνασίου, διότι στέλλει τὸ ἀπολυτήριόν του καὶ ἐγγράφεται δι’ ἀντιπροσώπου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, λαμβάνει μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ δι’ αὐτὸν ἔτους ἀπόδειξιν δι’ ἀντιπροσώπου ἐν Ἀθήναις, αὐτὸς μένων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον διέρχεται καὶ τὰ τοῦ δευτέρου ἔτους, καὶ εἶτα ἔρχεται εἰς ἐξεταστικήν τινα ἐπιτροπήν, καὶ οὕτω λαμβάνει τὴν ἄδειαν νὰ διορισθῇ διδάσκαλος, νὰ παράσχῃ βελτίονα ἢ πρότερον κατὰ ποιὸν παίδευσιν εἰς τοὺς μαθητὰς τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου! Θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπεία θὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῶν γνώσεις. Βεβαίως. Ἀλλὰ — χωρὶς νὰ θέλω νὰ προσβάλω οὐδένα ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐπιτροπείαν ταύτην ἀξιοτίμων καθηγητῶν — διατὶ νὰ ζητῶμεν παρ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ὑπεράνθρωπα; Διατὶ νὰ μὴ χαρακτηρίσωμεν καὶ αὐτοὺς ὡς κοινοὺς ἀνθρώπους, ὡς οἱ πλεῖστοι ἡμῶν, ὑποκειμένους εἰς πιέσεις, εἰς ὑποχωρήσεις διὰ παρακλήσεων, ἢ εἰς εὐσπλαγχνίαν, εἰς φιλίαν, ἢ καὶ φόβον; Ἄλλως οἱ προσερχόμενοι εἰς τὰς ἐξετάσεις ταύτας ἔρχονται κἄπως παρεσκευασμένοι, διότι ἐπανέλαβον τοὺς τύπους τῆς γραμματικῆς, ἐπανέλαβον τοὺς στοιχειωδεστέρους κανόνας τοῦ συντακτικοῦ, παρουσιάζονται ἐν διώρῳ ἢ τριώρῳ ἐξετάσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται βεβαίως νὰ φανῇ, ἐὰν ὦσι ῥιζικῶς καὶ ἐπαρκῶς μεμορφωμένοι. Ἡ διάταξις αὕτη περὶ τῶν ἑλληνοδιδασκάλων πρέπει, κατ’ ἐμὲ, νὰ λείψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν κεκτημένων δίπλωμα τοῦ φιλολογικοῦ τμήματος τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου εἶναι περίπου ὁ αὐτὸς πρὸς τὸν ἀριθμὸν, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα δέον νὰ διατηρηθῶσι, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἑλληνικῶν σχολείων εἶναι δυσαναλόγως μέγας καὶ πολυτελέστατος πρός τε τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν ἔφεσιν πρὸς μάθησιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν, ὅτε τὰ δημοτικὰ σχολεῖα δὲν ἦσαν τόσον τέλεια, ὅσον εἶναι ὁμολογούμενον ὅτι εἶναι σήμερον, εἴχομεν καὶ τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα ὀλιγώτερα, εἴχομεν ἓν σχολαρχεῖον εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν, εἴς τινας δὲ ἐπαρχίας, εἰς τὰς μεγαλειτέρας αὐτῶν κώμας, ὑπῆρχε καὶ δεύτερον ἑλληνικὸν σχολεῖον· νῦν, κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα, ἵνα ἡ ἵδρυσις ἑλληνικῶν σχολείων εἰς Γουρζούμιζαν, καὶ δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον ἄλλο ἄσημον χωρίον, γίνεται μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας, μεθ’ ἧς συνιστᾶται τὸ πρῶτον τυχὸν γραμματοδιδασκαλεῖον. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς—καὶ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ τὸ εἴπω ἐντεῦθεν—ὁ ἀριθμὸς τῶν ἑλληνικῶν σχολείων εἶναι μέγας. Ὅτε μοὶ παρεσχέθη ἡ τιμὴ νὰ διευθύνω ἐπί τινα καιρὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εἶχον ἀπόφασιν ἀμετάθετον νὰ ἐλαττώσω τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα κατὰ 96· δὲν ἔπραξα τοῦτο, διότι εὑρισκόμεθα τότε κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας τοῦ σχολικοῦ ἔτους καὶ ἔκρινα ἄδικον νὰ ἐφαρμόσω τὸ μέτρον πρὸ τῆς λήξεως αὐτοῦ, ἀνέβαλον δὲ νὰ πράξω τοῦτο μετὰ τὴν λῆξιν τῶν μαθημάτων· ἀλλὰ τότε πλέον δὲν εἶχον τὴν εὐκαιρίαν ταύτην. Δηλῶ ὅμως σήμερον ἐντεῦθεν, ὅτι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς πολλῷ ὀλιγώτερα ἑλληνικὰ σχολεῖα, εἰς ἓν δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν, ἢ δύο εἰς τὰς πολυανθρωποτέρας τούτων· νὰ καταργήσωμεν δὲ τὰ σήμερον ὑπερπλεονάζοντα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ τῆς περιφερείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ κεῖνται, δὲν εἶναι προωρισμένα πρὸς διάδοσιν τῶν φώτων καὶ τῆς παιδείας, ἧς ἔχει ἀνάγκην ὁ λαός.
§83ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀφοῦ νομίζετε ὀρθὴν τὴν κατάργησίν τινων σχολείων, δὲν δύνασθε συνάμα νὰ τὴν θεωρῆτε καὶ ἄδικον· διότι, ἀφοῦ εἶναι ὀρθὴ, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄδικος.
§84ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν, ὅτι τὴν ἐθεώρει ὀρθὴν κατὰ τὸ τέλος τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἄδικον δὲ κατὰ τὸ μέσον τῶν μαθημάτων.
§85ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Τί σημαίνει, ἂν ἦναι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἢ εἰς τὴν ἀρχήν; Ἔπρεπεν, ἀφοῦ ἐθεωρεῖτε ὀρθὸν τὸ μέτρον τῆς καταργήσεως αὐτῶν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, νὰ τὸ ἐκτελέσητε.
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρόκειτο περὶ διαλύσεως σχολείων περὶ τὸ τέλος τοῦ σχολικοῦ ἔτους· τί θὰ ἐγίνοντο οἱ μαθηταὶ αὐτῶν; Εὔχομαι εἰς ὑμᾶς νὰ τὸ πράξητε.
§87ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ θεωρῶ ὀρθὸν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ τὸ πράξω· ἕκαστος πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος τῆς γνώμης αὐτοῦ, καὶ νὰ τὴν ἐκτελῇ.
§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοσοῦτον ἔχω τὸ θάῤῥος τῆς γνώμης μου, ὥστε καὶ μὴ προκαλούμενος καὶ ἄνευ ἀνάγκης κηρύττω αὐτὴν ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Συνιστῶ καὶ αὖθις εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας περὶ διαγραφῆς τοῦ δευτέρου μέρους αὐτοῦ τοῦ ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ τὸν θεσμὸν τῶν ἑλληνοδιδασκάλων, καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτόν. Ἐὰν ὅμως θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τοῦτο, τότε νομίζω, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ συμπεριλάβῃ ἐν αὐτῷ καὶ τοὺς φοιτητὰς τῆς Θεολογίας, διότι καὶ αὐτοὶ καθ’ ὑποχρέωσιν ἀκροῶνται τῶν διὰ τοὺς ἑλληνοδιδασκάλους ἀναγκαίων μαθημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ὑποχρεωτικῶς ὑφίστανται ἐξετάσεις αὐστηρὰς, δύνανται δὲ οἱ φοιτηταὶ τῆς Θεολογίας, καὶ ὡς ἐκ τοῦ συνόλου τῆς μορφώσεως αὐτῶν καὶ ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον γενικώτερον ἔχουσι, νὰ ἐπιδράσωσι μεγάλως καὶ λίαν ὠφελίμως ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς νεότητος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου περὶ διπλωμάτων εἰσκομιζομένων ἐκ τῶν ἄλλων Πανεπιστημίων, τῶν ἰσοτίμων τῷ ἡμετέρῳ, καὶ δὴ τῶν γερμανικῶν, διὰ μακρῶν προχθὲς ἐξέθηκα τὴν γνώμην μου· θεωρῶ αὐτὰ τὰ διπλώματα μηδεμίαν ἐγγύησιν παρέχοντα ἄνευ τοῦ θεσμοῦ τῶν πρακτικῶν ἐξετάσεων, ἐν ταῖς ὁποίαις θὰ δοκιμασθῶσιν, ἐὰν ἦναι ἐπαρκῶς παρεσκευασμένοι, ἵνα δεχθῶσι τὴν μόρφωσιν τῆς ἑλληνικῆς νεολαίας, ἢ ἂν ἀπέκτησαν τὸ δίπλωμα ἐν τῇ ξένῃ καθ’ ὃν τρόπον κατὰ τὰ 9/10 ἀποκτῶνται τὰ διπλώματα. Νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασιν περὶ τοῦ τρίτου ἐδαφίου, προκειμένου περὶ τῶν προλυτῶν τῆς Θεολογίας ξένων Κρατῶν, καθόσον τὰ Πανεπιστήμια ταῦτα χωρῶν καθολικῶν ἢ διαμαρτυρομένων, μὴ ἀναγνωρίζοντα τὸ ὀρθόδοξον δόγμα, δὲν χορηγοῦσι διπλώματα εἰς ὀρθοδόξους, ἐκτὸς ἐὰν ἐννοῆτε τὰ Πανεπιστήμια τῆς Ρωσσικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἀλλὰ μετὰ τὸν καταρτισμὸν ὁπωσδήποτε τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται λόγος ἐν τοῖς τέσσαρσιν ἐδαφίοις τοῦ ἄρθρου 2, ἐρχόμεθα εἰς τὸ πέμπτον ἐδάφιον, ὡς πρὸς τοὺς προβιβασμούς. Τίνα ἐγγύησιν πάλιν λαμβάνει ἡ Πολιτεία, ὅτι ὁ ἐπὶ δύο ἔτη διδάξας ἔν τινι ἀπομεμακρυσμένῳ σχολείῳ, ἐν τῇ Γουρζουμίζῃ, ἢ ἐν Κατούνᾳ, ὅτι ἐδίδαξεν εὐδοκίμως, ὅτι παρέσχε δείγματα καὶ πειστήρια, ὅτι εἶναι ἄξιος νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτὸν τὴν μόρφωσιν καὶ τῶν μαθητῶν τῶν Γυμνασίων; Θὰ ἐνοοῦμεν τὴν διάταξιν ταύτην μετὰ χρόνον ὄχι διετῆ, ἀλλὰ τριετῆ, ἀλλὰ καὶ πάλιν μετὰ τὴν ἐπιβολὴν ἐξετάσεων, τὰς ὁποίας νὰ ὑφίσταται ὁ διδάσκαλος, ἵνα ἀποδειχθῇ, ἐὰν κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἔγεινε βελτίων καὶ κρείσσων, ἢ ἄν, ἀρκούμενος εἰς τὴν μισθοδοσίαν, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανεν, ἔμεινεν ὁ ἴδιος ἢ ἀπέβη χείρων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐὰν ζητῆτε τὴν ἐγγύησιν αὐτὴν παρ’ ὅλων τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν ὑψηλὴν ταύτην ὑπηρεσίαν, βεβαίως θὰ λάβητε πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν προβιβαζομένων ἐκ διδασκάλων εἰς δευτεροβαθμίους καθηγητὰς καὶ ἀπὸ δευτεροβαθμίων εἰς πρωτοβαθμίους, διότι δὲν θέλω νὰ εἴπω περὶ τοῦ γυμνασιάρχου, παρ’ οὗ ζητοῦνται ἄλλα προσόντα· ἡ διδασκαλία ἐπὶ διετίαν, καὶ μόνον αὕτη, οὐδεμίαν βεβαίως παρέχει ἐγγύησιν, ὅτι δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν αὐτὸν ἄξιον προβιβασμοῦ καὶ ἄξιον ν’ ἀνατεθῇ αὐτῷ ὑψηλοτέρα ὑπηρεσία. Ἔχει τὸ καλὸν τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2, τὸ κατὰ τὴν ἐμὴν ἀρίθμησιν ὄγδοον, ὅτι μεριμνᾷ περὶ τοῦ διορισμοῦ εἰς τὴν θέσιν τοῦ σχολάρχου ἐπαρκῶς, διότι ζητεῖ δι’ αὐτὴν δευτεροβάθμιον καθηγητὴν, κεκτημένον δίπλωμα τοῦ φιλολογικοῦ τμήματος, διότι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἀληθῶς θέλει ἀποκλεισθῆ ἐν τῷ μέλλοντι κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο, διοριζομένου διδάκτορος τοῦ φυσικοῦ τμήματος ἢ τῆς Θεολογίας εἰς τὴν θέσιν τοῦ σχολάρχου, δηλ. τοποθετουμένων ἐν αὐτῇ ἀνθρώπων ἀνεπαρκῶς μεμορφωμένων, ὅπως διδάσκωσιν ἑλληνικὰ καὶ συντείνωσιν εἰς τὸ σύνολον τῆς μορφώσεως τῆς νεολαίας. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἄλλα ἄρθρα, οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω νῦν, ἀφίνων τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ, ἐν τῇ σπουδῇ μάλιστα, ἐν ᾗ σήμερον εὑρίσκεται, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ εἴπω ἴσως ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῶν καθέκαστα ἐν τοῖς ἄρθροις, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν στέρξῃ νὰ θεωρήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς οὐχὶ κατεπεῖγον· διότι δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον θεσμοθετεῖται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον νῦν, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους, διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχύς του, κατὰ μὲν τὸ κατὰ πρῶτον διανεμηθὲν ἡμῖν σχέδιον, ἀπὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου 1893, κατὰ δὲ τὸ νεωστὶ διανεμηθὲν σχέδιον, ἀπὸ τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1894–1895! Δὲν βλέπω τὴν σπουδὴν, ἥτις μᾶς φέρει εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἐὰν πρόκηται νὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1894, ἤτοι μετὰ μῆνας εἴκοσι. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ ἔτους. Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ βασανισθῇ καὶ μελετηθῇ· ἃς παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν τινα, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἀρκεσθῇ νὰ προσκομίσῃ εἰς ἡμᾶς ἔκθεσιν περιέχουσαν κατὰ λέξιν τὰ ἑξῆς, καταλαμβάνοντα ἐν ὅλῳ τέσσαρας καὶ ἥμισυν στίχους, πλὴν τῆς ἐπιγραφῆς καὶ τῶν ὑπογραφῶν. Ἰδοὺ τί περιέχει αὕτη (ἀναγινώσκει): «Ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπιτροπείας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων. «Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπιτροπεία, ὑποβάλλουσα τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, γνωμοδοτεῖ ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς ἐπιφυλαχθέντος νὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν τὰς τροπολογίας αὐτοῦ. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Ἰανουαρίου 1893. «Ὁ Πρόεδρος Ὁ εἰσηγητὴς «Ν. Συνοδινός. Σ. Στάης. «Τὰ μέλη «Σ. Κοπανίτσας, Χ. Προβελέγγιος.» Κατὰ τί ἡ ἔκθεσις αὕτη βοηθεῖ τὴν κρίσιν ἡμῶν; Διατὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν κρίνει ἀναγκαῖον, κοπιάζουσα ἐπὶ πλέον καὶ ἐργαζομένη ἐμβριθέστερον, νὰ καταρτίσῃ ἔκθεσιν πλήρη, ἀξίαν τοῦ τοιούτου ὀνόματος, νὰ ἀναλύσῃ τὰ ἄρθρα, νὰ πείσῃ ἡμᾶς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ ποιὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλλάδι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ καταστήσῃ ἡμᾶς ἐνημερωτέρους ἐν γένει ὡς πρὸς τὸ σύνολον τῶν περιεχομένων ἐν αὐτῷ διατάξεων; Προτείνω λοιπὸν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ προσαγάγῃ ἡμῖν μακρὰν ἔκθεσιν, ἀναγράφουσαν πλείονας λόγους. Βλέπω εἰσηγητὴν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἄνδρα εἰδικὸν, καθηγητὴν εὐδόκιμον, ἐπὶ πολὺ δοκιμασθέντα εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς νεότητος, τὸν κ. Στάην. Καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν ἐπέμεινε νὰ ζητήσῃ νὰ συζητηθῇ εὐρύτερον τὸ θέμα, ὡς ἐγένετο καὶ ἄλλοτε ἐπὶ νομοσχεδίων ἐκπαιδευτικῶν, τὰ ὁποῖα ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τότε ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε παρεπέμφθησαν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλήθησαν πολλοὶ εἰδικοὶ νὰ γνωματεύσωσι, καθηγηταί, γυμνασιάρχαι, καὶ αὐτὸς ὁ Διδασκαλικὸς Σύλλογος. Ἐκ τῶν συζητήσεων ἀπεδείχθη τότε, ὅτι ἡ ἐργασία ἐκείνη ἦτο πρόωρος, καὶ τὰ νομοσχέδια ἀπεσύρθησαν. Τὸ αὐτὸ προτείνω νὰ γείνῃ καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ κληθῶσι διδάσκαλοι, γυμνασιάρχαι, καθηγηταὶ τῆς παιδαγωγικῆς, ἵνα δώσωσι γνώμην, καὶ τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν μετὰ θάῤῥους εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἐλπίζοντες, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις τοῦ ποιοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν Ἑλληνοπαίδων, ἵνα ἀποκτήσωμεν πολίτας, ὁποίους πρέπει νὰ καθιστᾷ ἡ μόρφωσις ἐν τῇ κλασικῇ γλώσσῃ τῶν Ἑλλήνων, ἡ ὁποία ἔχει τόσην διαπλαστικὴν δύναμιν, τόσην ἐπιβολὴν καὶ φρόνημα, ὅσον κἀμμία ἄλλη μόρφωσις καὶ σπουδή. Ἐπιμένω δὲ μᾶλλον εἰς τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι μόνον διὰ τῆς ἐμβριθοῦς ἑλληνομαθείας θὰ δυνηθῶμεν νὰ καταστῶμεν λαὸς ἄξιος τοῦ μεγάλου προορισμοῦ του.
§89ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς τετραμήνου αὐτοῦ ὑπουργίας δὲν ἐταράσσετο ὑπὸ τοῦ τότε ἐκλογικοῦ σάλου, βεβαίως ἤθελε προτείνει τὴν κατάργησιν οὐ μόνον τοῦ 96 ἑλληνικῶν σχολείων, ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγεν, ἀλλὰ πάντων συλλήβδην. Ἐὰν ὁ σάλος ἐκεῖνος δὲν κατετάραττεν αὐτὸν, ἤθελε μελετήσει μᾶλλον ἐπισταμένως τὰ τῆς παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἤθελε πεισθῆ, ὅτι, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, πρόξενα μᾶλλον βλάβης ἢ ὠφελείας γίνονται, καὶ ὅτι αἱ προταθεῖσαι παρ’ αὐτοῦ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου βεβαίως οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὴν ἐπιζητουμένην βελτίωσιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ὑπὲρ τοῦ παρ’ ἡμῖν ἐν χρήσει συστήματος τῆς κλασικῆς ἐκπαιδεύσεως νομίζω ὅτι συμβάλλει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· δι’ ὃ καὶ κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, ἐν τοῖς καθέκαστα ὅμως διαφωνῶ που πρὸς τὸν συντάκτην αὐτοῦ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δύο τινὰ κυρίως σκοπεῖ· πρῶτον παρέχει ἀμοιβήν τινα, ἠθικὴν καὶ ὑλικήν, εἰς τοὺς διδάκτορας ἢ τελειοδιδάκτους τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι θὰ διορίζωνται δευτεροβάθμιοι καθηγηταὶ ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς σχολείοις, καὶ δεύτερον καταργεῖ τὸν θεσμὸν τῶν βοηθῶν. Πρὸ μικροῦ δὲ ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἐζωγράφησε διὰ ζοφερῶν χρωμάτων τὴν διδασκαλίαν τῶν βοηθῶν. Ἐν τούτοις ὑπάρχουσι καί τινες αὐτῶν, ὧν ἡ δεκαετὴς καὶ δεκαπενταετὴς πεῖρα κατέστησεν αὐτοὺς ὠφελίμους τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ περὶ τῶν ὁποίων δυστυχῶς δὲν λαμβάνει πρόνοιαν τὸ νομοσχέδιον. Ἐν τοῖς καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου τρία τινὰ εὑρίσκω μὴ ὀρθά, καὶ τὸ πρῶτον τούτων παρετήρησε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Θεωρῶ ἄδικον καὶ ἐπιβλαβὲς τὸ δικαίωμα τὸ παρεχόμενον εἰς τοὺς ἐκ τῶν ἄλλων ἰσοτίμων Πανεπιστημίων ἐρχομένους διδάκτορας, νὰ γίνωνται ἄνευ δοκιμασίας τινὸς καθηγηταί. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐν Μονάχῳ, ἐν Γοτίγγῃ, ἐν Ἐρλάγγῃ, ἐν Ἰένῃ καὶ ἀλλαχοῦ τὰ διπλώματα ἐξαγοράζονται ἀντὶ ὡρισμένου ποσοῦ μαρκῶν.
§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ αὕτη.
§91ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον. Γνωρίζομεν καθηγητὰς καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ τοῦ Κράτους, ἀποκτήσαντας τὸ δίπλωμα ἐν Γερμανίᾳ ἐπὶ ἁπλῇ διατριβῇ, γραφείσῃ μάλιστα καὶ παρ’ ἄλλων. Γνωρίζομεν, ὅτι πρό τινος ἀπεῤῥίφθησάν τινες ἐνταῦθα ἐν τῷ θέματι τῆς Ἑλληνικῆς, καὶ ἀνεχώρησαν πάραυτα εἰς Γερμανίαν, ἵνα κάμωσι τὴν προμήθειαν τῶν διπλωμάτων καὶ ἐπιστρέψωσι διδάκτορες, εἰς τὸ πεῖσμα τῶν ἀποῤῥιψάντων αὐτούς. Τὴν ἀσέβειαν ταύτην κατὰ τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου καὶ τὸ ἀδίκημα τοῦτο κατὰ τῶν διδακτόρων αὐτοῦ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑποβοηθήσῃ ἡ Πολιτεία ἡμῶν.
§92ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τί προτείνετε περὶ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐκ Γερμανίας;
§93ΣΤΑΗΣ. Νὰ ὑποβάλλωνται ἐνταῦθα εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις.
§94ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ διπλώματα τῶν Πανεπιστημίων ἀναγνωρίζονται πάντοτε μεταξὺ των· μόνον δὲ ὅταν ὑπάρχῃ ὑπόνοιά τις, ὅτι ἄλλος ἀντ’ ἄλλου ἐξητάσθη, καὶ ἡ ὑπόνοια αὕτη ἀποδεικνύηται βάσιμος, ἀνακαλεῖται τὸ πτυχίον παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐκδόντος αὐτὸ Πανεπιστημίου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ Staats-cxamen, τὰς πρακτικὰς ἐξετάσεις, δι’ ὧν ἐξασφαλίζεται περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν διδακτόρων· εἰς αὐτὰς πρέπει νὰ ὑποβάλλωμεν τοὺς ἡμετέρους διδάκτορας.
§95ΣΤΑΗΣ. Ἡ δευτέρα παρατήρησίς μου ἀποβλέπει εἰς διάταξίν τινα τοῦ νομοσχεδίου, γεγραμμένην χάριν ὡρισμένου προσώπου. Τὸ πρόσωπον, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι τὸ ἐκτιμῶ, ὡς ἱκανὸν μαθηματικόν· ἀλλ’ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη θὰ ἔχῃ δυσαρέστους συνεπείας, διότι θὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς διδάκτορας, τοὺς καταλαμβάνοντας ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος τὴν θέσιν, περὶ ἧς μνείαν ποιεῖται τὸ νομοσχέδιον, νὰ γίνωνται πρωτοβάθμιοι καθηγηταὶ, ἐνῷ οἱ λοιποὶ διδάκτορες πρέπει νὰ ὑπηρετήσωσι τριετίαν ὡς δευτεροβάθμιοι, καὶ ἐντεῦθεν ἀνταγωνισμὸς μέγας θὰ γεννᾶται μεταξὺ τῶν διδακτόρων, τῶν ἱκανῶν, τοῦ Μαθηματικοῦ τμήματος, τίς νὰ καταλάβῃ τὴν προνομιοῦχον ἐκείνην θέσιν. Ἡ τρίτη ἀφορᾷ τὴν προσγινομένην ἀδικίαν εἰς τοὺς διδάκτορας τοῦ Μαθηματικοῦ τμήματος, τιθεμένους ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μετὰ τῶν τοῦ Φυσικοῦ τμήματος. Οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον ἀγνοοῦσι, φαίνεται, ὁποία διαφορὰ χωρίζει ἐκείνους τούτων. Εἰς πάντα τὰ μαθήματα, πλὴν τῆς χημείας, εἰς ἃ ἐξετάζονται οἱ τοῦ Φυσικοῦ τμήματος, ἐξετάζονται καὶ οἱ τοῦ Μαθηματικοῦ, καὶ πλὴν τούτων, ἔχουσι καὶ τὰ ἀνώτερα μαθηματικὰ, ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι τῶν φοιτητῶν τοῦ Μαθηματικοῦ τμήματος μεταγράφονται εἰς τὸ Φυσικὸν, καὶ ὅμως διορίζονται οἱ φυσικοὶ εἰς τὰς τῶν μαθηματικῶν θέσεις, καὶ ὑποσκελίζουσιν αὐτοὺς συνήθως καὶ ἐν μέσαις Ἀθήναις!
§96ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀληθέστατον.
§97ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὰ λοιπὰ, τὸ νομοσχέδιον συντελεῖ βεβαίως ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς κλασικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου αὐτοῦ εἶπεν, ὅτι οὐδὲν ἔχει καλὸν, καὶ ἐν τέλει, λησμονήσας τοῦτο, προσέθηκεν, ὅτι ἔχει καί τινα καλά.
§98ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἔψεξα ὅλας τὰς διατάξεις.
§99ΣΤΑΗΣ. Διὰ ταῦτα νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ὀφείλω νὰ δηλώσω ἀπροκαλύπτως, ὅτι δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς κλασικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ ὁποίου τοὺς ἀτυχεῖς καρποὺς πάντες γινώσκετε. Τὸ στρεβλὸν τοῦ συστήματος ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸ στρεβλὸν τῆς διδασκαλίας ἀφ’ ἑτέρου ἐξηχρείωσαν τέλεον τὴν σπουδάζουσαν νεότητα. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι μόνον ἐν Ἑλλάδι πυροβολοῦνται καθηγηταὶ καὶ γυμνασιάρχαι ὑπὸ τῶν μαθητῶν αὐτῶν, μόνον ἐν Ἑλλάδι μαθηταὶ ἀνέρχονται ἐπὶ τὸ ἰκρίον τῆς λαιμητόμου, καὶ μαθηταὶ Γυμνασίου κηρύσσονται φυγόδικοι! Τὴν κυρίαν αἰτίαν τῶν ἀπαισίων τούτων γεγονότων ἀναζητήσατε ἐν τῷ πλημμελεῖ ἡμῶν ἐκπαιδευτικῷ συστήματι, διότι ἐν τῷ σχολείῳ μορφοῦται ἡ ψυχὴ, τὸ ἦθος, ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι καιρὸς νὰ ἐπιδιώξωμεν ἐκ βάθρων τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἀναμόρφωσιν ἡμῶν. Ἐν Γερμανίᾳ ἡ ἀναμόρφωσις αὕτη ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1830, καὶ διήρκεσεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἀπέφερε δὲ τὰ γνωστὰ γεγονότα τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου,—διότι εἶναι ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον πάντες ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος ὁ Γερμανὸς ἐνίκησε τὸν Γάλλον στρατιώτην,—μετὰ δὲ τὴν καταστροφὴν ἐκείνην ἐφωτίσθησαν οἱ Γάλλοι, καὶ ἀπέστειλαν εἰς Γερμανίαν μεγάλους ἄνδρας, ἐν οἷς καὶ τὸν Κουζὲν, ἵνα μελετήσωσι τὸ ἐκεῖ ἰσχῦον ἐκπαιδευτικὸν σύστημα, ὅπερ μετεφύτευσαν ἐν Γαλλίᾳ, καὶ τοῦ ὁποίου τοὺς ἀγλαοὺς καρποὺς πάντες ἀνομολογοῦσι. Καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἐπανάστασις ἐπὶ μακρὸν χρόνον διήρκεσε, καὶ τέλος κατίσχυσε καὶ ἐκεῖ τὸ νέον ἐκπαιδευτικὸν πνεῦμα, τὸ τῆς πρακτικῆς διδασκαλίας. Αὐτὸ τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔνθα τὰ πάτρια δὲν ὑποχωροῦσιν εὐκόλως πρὸ τῶν νέων ἰδεῶν. Τανῦν δὲ πανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἡ ἐμπορικὴ διδασκαλία ἔλαβε τεραστίαν ἀνάπτυξιν. Ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχουσι σήμερον 85 ἐμπορικαὶ σχολαί, πλὴν τῶν πολυπληθῶν πρακτικῶν σχολείων, ἐν οἷς ἡ διδασκαλία εἶναι γενικὴ καὶ οὐχὶ εἰδική, καὶ στηρίζεται ἐπὶ τὴν διδασκαλίαν τῶν νέων γλωσσῶν, τῶν φυσικῶν καὶ μαθηματικῶν ἐπιστημῶν, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἀρχαίων γλωσσῶν, ὡς συμβαίνει ἐν τῇ παρ’ ἡμῖν μέσῃ ἐκπαιδεύσει, τῆς ὁποίας τὰ φῶτα μετεδόθησαν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Δομβραίνῃ, ἔνθα ὑπάρχει ἑλληνικὸν κλασικὸν σχολεῖον, ἔχον 7 μαθητάς, ἱδρύθησαν δὲ τοιαῦτα παρ’ ἡμῖν πανταχοῦ ἑλληνικὰ κλασικὰ σχολεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξέρχονται μαθηταὶ ὅλως διεστραμμένον ἔχοντες τὸ ἦθος καὶ τὸν νοῦν, καὶ ἀγνοοῦντες καὶ αὐτὰ τὰ ἐπὶ τριετίαν ἐν αὐτοῖς διδασκόμενα μαθήματα. Καὶ τούτου ἕνεκεν ἔλεγον, ὅτι ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ καταργήσῃ οὐ μόνον 96 ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἀλλ’ ἅπαντα, ἐὰν δὲν ἐσκόπει νὰ ζητήσῃ τὴν ῥιζικὴν ἀναδιοργάνωσιν αὐτῶν. Δὲν θὰ πιστεύσητε, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἑλληνικὰ σχολεῖα: ἐν Νέᾳ Ἐπιδαύρῳ, ἐν ᾧ 7 μόνον μαθηταὶ φοιτῶσιν, ἐν Ἁγίῳ Γεωργίῳ τῆς Νεμέας, μὲ 17 μαθητάς, ἐν Ἀραχώβῃ τῆς Λακωνίας, μὲ 11 μαθητάς, ἐν Γραβιᾷ, μὲ 13 μαθητάς, καὶ ἀλλαχοῦ περὶ τὰ τεσσαράκοντα μονοτάξια καὶ διτάξια, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιβολὴν τῶν διδακτικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα μικρὰν ἐπήνεγκον ἐλάττωσιν τοῦ πλήθους τῶν μαθητῶν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων. Ἐκ τῶν τελῶν τούτων εἰσεπράχθησαν ἤδη περὶ τὰς 800 χιλιάδας δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσιν ἰσαρίθμους ὑποχρεώσεις τῇ Κυβερνήσει ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς παρ’ ἡμῖν καθόλου ἐκπαιδεύσεως. Οὐ μόνον ἐν Γερμανίᾳ, ὡς ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὑπάρχουσιν 85 ἐμπορικαὶ σχολαί, ἀλλ’ ἁπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Ἐν Αὐστρίᾳ ὑφίστανται 302 τοιαῦται, ἐν Ἀμερικῇ 269, πλὴν τῶν ἀπείρων πρακτικῶν σχολείων, ἐν Ἰταλίᾳ 498 τεχνικαὶ σχολαί, ἐν αἷς διδάσκονται καὶ ἐμπορικὰ μαθήματα, διπλογραφία λογιστική, ἐμπορικὸν δίκαιον, πολιτικὴ οἰκονομία, ἐμπορικὴ γεωγραφία, ἐμπορικὴ ἀριθμητική, καὶ πλεῖστα ἄλλα συναφῆ μαθήματα, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν καὶ αὐτοὶ οἱ διδάσκοντες τὰ μαθηματικὰ φυσικοὶ οὐχὶ σπανίως ἀγνοοῦσι καὶ τὴν στοιχειώδη πρακτικὴν ἀριθμητικήν. Καὶ τῶν κακῶν τούτων τὴν κυρίαν ἀφορμὴν δέον νὰ ἀναζητήσωμεν ἐν τῇ βουλευτικῇ ἐπεμβάσει, τῇ παρ’ ἡμῖν καλουμένῃ πολιτικῇ. Ἐγὼ αὐτὸς ἤκουσα πολλάκις Βουλευτῶν ζητούντων τὴν ἀπόλυσιν ἱκανῶν σχολαρχῶν καὶ καθηγητῶν, ὡς ἀντιθέτων τῇ ἰσχυούσῃ πολιτικῇ· ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ ὑπηρεσία δὲν ὑποχωρεῖ συνήθως.
§100ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο. Ἀδύνατον εἷς Βουλευτὴς νὰ αἰτήσηται τοιοῦτόν τι· ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο συμβῇ, ὑποχωρεῖ ἅμα τῷ γείνῃ ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπολυθῇ καθηγητὴς ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους.
§101ΣΤΑΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τὸ ζήτημα. Ἐν ἁπάσῃ τῇ πεπολιτισμένῃ Ἑσπερίᾳ ἡ διδασκαλία στρέφεται κυρίως περὶ τὴν πρακτικὴν παίδευσιν· αἱ ἐμπορικαὶ σχολαὶ κατέκλυσαν τὸν κόσμον, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ρωμουνίᾳ ὑπάρχουσιν ἕξ εἰδικαὶ ἐμπορικαὶ σχολαί, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ρωσσίᾳ ἓξ μεγάλαι τοιαῦται σχολαί, καὶ ἐν Σουηδίᾳ καὶ Νορβηγίᾳ καὶ ἐν Ἐλβετίᾳ πᾶν σχολεῖον εἶναι καὶ ἐμπορικὴ σχολή, καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἔτι δὲν ὑπάρχει σχολή, ἐν ᾗ νὰ μὴ διδάσκωνται ἐμπορικὰ μαθήματα καὶ ξέναι γλῶσσαι, ἰδίᾳ γαλλική, γερμανικὴ καὶ ἱσπανικὴ, μετὰ τὴν ἐπιδρομὴν μάλιστα τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Γερμανῶν καὶ Ἐλβετῶν, οἱ ὁποῖοι κατέκλυσαν τὰ ἐμπορικὰ ἀγγλικὰ γραφεῖα καὶ ἠνάγκασαν τοὺς ἀλαζόνας Ἄγγλους νὰ σκεφθῶσι πρακτικώτερον κατὰ τῆς ἐπιδρομῆς ταύτης. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοηθῇ τὸ νέον ἐκπαιδευτικὸν πνεῦμα· εἶναι ἀδύνατον νὰ νοηθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλειτέρα ζημία τῆς ἱδρύσεως ἑλληνικοῦ κλασικοῦ σχολείου ἢ Γυμνασίου. Ὀφείλομεν ἡμεῖς πρὸ πάντων, οἱ Βουλευταὶ, νὰ γνωρίσωμεν εἰς τοὺς αἰτοῦντας τὴν ἵδρυσιν αὐτῶν, ὅτι ἐπιζητοῦσιν ἑστίαν μολύσματος, διαφθορᾶς καὶ ἀεργίας ἐν τῷ τόπῳ αὐτῶν, καὶ οὕτω θὰ παύσωσιν αἱ πιέσεις, ἃς βεβαίως πάντες ὑφιστάμεθα, καὶ ἡ ἵδρυσις ἑλληνικοῦ σχολείου εἰς Τσιπιανὰ καὶ Βερζοβὰν, ὧν ἕκαστον δὲν ἔχει πλέον τῶν δέκα μαθητῶν, διδασκομένων τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικὴν καὶ τὴν Λατινικὴν φιλολογίαν. Σπουδαῖον, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον κατὰ τοῦ ἀναφυομένου κοινωνικοῦ ζητήματος ἐκ τῆς πληθύος τῶν ἀποφοίτων ἐκ τῶν τοιούτων σχολείων· οἱ ἄεργοι, οἱ ἀνίκανοι, οἱ θεσιθῆραι κατέκλυσαν τὴν Ἑλλάδα. Τοιαῦτα τὰ ἀποτελέσματα τῶν καρπῶν τῆς ἐπικρατούσης ἐκπαιδευτικῆς μεθόδου! Δὲν εἶναι δὲ δυσχερὲς νὰ μετατραπῶσι τὰ πλεῖστα τῶν σχολείων τούτων ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον, καὶ ἡ ἐν αὐτοῖς διδασκαλία νὰ γίνηται σκοπιμωτέρα, ὠφελιμωτέρα, καὶ ἀληθῶς συμπληρωματικὴ τῆς ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις διδασκαλίας. Ἀλλ’ ἵνα τὸ σύστημα τῆς παρ’ ἡμῖν κλασικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς θὰ ὑφίσταται ἐπὶ πολὺ ἔτι, βελτιωθῇ, πάντως ἐπάναγκες εἶναι, μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν τεσσάρων τούτων: Πρῶτον, νὰ δημιουργηθῇ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ ὁ θεσμὸς τῆς πρακτικῆς ἀσκήσεως καὶ ἐξετάσεως τῶν διδακτόρων τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, ὡς γίνεται καὶ δι’ ἁπάσας τὰς λοιπὰς ἐπιστήμας, τὰς ἐχούσας πρακτικὴν ἐφαρμογήν. Δεύτερον, νὰ νομοθετηθῇ ἡ μονιμότης πάντων τῶν λειτουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἄνευ τῆς ὁποίας καὶ ἡ πρακτικὴ ἄσκησις εἶναι ἀνωφελὴς, διότι ἔχομεν πλεῖστα παραδείγματα, ὅτι ἀπελύθησαν ἱκανοὶ διδάσκαλοι μόνον διότι δὲν προήγαγον τὸν υἱὸν τοῦ κομματάρχου ἢ τοῦ Βουλευτοῦ ἢ τοῦ εὐνοουμένου τῆς καμαρίλλας.
§102ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Συνηθέστατον δυστυχῶς.
§103ΣΤΑΗΣ. Τρίτον, νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν προγραμμάτων, ἤτοι τῆς διδακτέας ὕλης· διότι τὰ διδασκόμενα νῦν δὲν ἱκανοποιοῦσι τὰς προόδους τῶν ἐπιστημῶν. Καὶ τέταρτον, νὰ διορισθῶσι μόνιμοι ἐπιθεωρηταὶ, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον πάλιν νὰ ἀμειφθῇ ὁ ἱκανὸς καὶ νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἀνίκανος καὶ παραβάτης τοῦ καθήκοντος. Ἐὰν περὶ τῶν τεσσάρων τούτων δὲν ληφθῇ πρόνοια εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, βεβαίως ἡ ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου προσδοκωμένη ὠφέλεια ἔσται μικρά. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, θὰ ηὐχόμην τὴν κατάργησιν τῶν δύο τρίτων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ τριακοσίων κλασικῶν σχολείων, καὶ τὴν ἵδρυσιν ἰσαρίθμων πρακτικῶν καὶ ἐμπορικῶν σχολῶν. Ἐνήργησα δὲ περὶ τούτου παρὰ τοῖς ἁρμοδίοις, ἀλλ’ ἡ ἐμὴ γνώμη δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή. Θεωροῦσιν ἀνέφικτον τὴν ὕπαρξιν καὶ μιᾶς ἔστω ἐμπορικῆς σχολῆς, ἐνῷ ἐγὼ τοὐναντίον δοξάζω, ὅτι πλῆθος μαθητῶν ἤθελε σπεύσει εἰς τὰ νέα σχολεῖα, καὶ μάλιστα ἐὰν ἡ Κυβέρνησις παρεχώρει προνόμιά τινα εἰς τοὺς ἐξ αὐτῶν ἀποφοιτῶντας, ὡς γίνεται ἐν τῇ λοιπῇ Εὐρώπῃ· ὄντως ἐν Γερμανίᾳ, Ρωμουνίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ οἱ ἀπόφοιτοι τῶν ἐμπορικῶν σχολῶν ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος ἐν τῷ στρατῷ. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἤρκει τὸ προνόμιον τοῦτο, ἵνα πληρωθῶσιν αἱ ἐμπορικαὶ σχολαὶ μαθητῶν· ἀλλ’ ἐπίσης οὐδεὶς ἔπρεπε νὰ διορίζηται ὑπάλληλος ἐν τῷ ἐφοριακῷ, τῷ τελωνειακῷ καὶ τῷ ταμειακῷ κλάδῳ, ἐὰν μὴ ἀπεφοίτησεν ἐμπορικῆς ἢ πρακτικῆς σχολῆς. Ἡ τοιαύτη ἀνάπτυξις τοῦ ἐμπορικοῦ πνεύματος εἰς τὰς ξένας ἐπικρατείας ἀφήρπασεν ἐκ τῶν ἑλληνικῶν χειρῶν τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἦτο σχεδὸν προνομία ἡμῶν ἐν Βλαχίᾳ καὶ ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Σχεδὸν ἐξεδιώχθησαν ἐκ τῶν παραδουναβίων πόλεων οἱ ἄλλοτε κύριοι τοῦ ἐμπορίου Ἕλληνες. Τὸ ἐμπόριον σήμερον εἶναι ἐπιστήμη, καὶ ἡ ἐπιστήμη ὑπεσκέλισε τοὺς πρακτικοὺς καὶ τὴν ῥουτίναν· ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ Γάλλοι, Ἄγγλοι, Γερμανοὶ διεξάγουσι τὸ πλεῖστον τοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε σχεδὸν μόνον Ἕλληνες διεξῆγον. Μόνον διὰ τῆς ἐμπορικῆς ἐπιστήμης θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ ἐμπορικὸν καὶ ἐπιχειρηματικὸν ἡμῶν πνεῦμα, ἵνα ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν ξένων ἐκείνων ἐμπόρων, τῶν κεκοσμημένων ὑπὸ τῆς ἀπαραιτήτου τανῦν ἐμπορικῆς μαθήσεως. Τὸ ἐμπόριον εἶναι ἐπιστήμη, καὶ ὡς τοιαύτη, ἵνα διδαχθῇ, ἀνάγκη σχολείων ἐμπορικῶν ἀρτίων. Ἐὰν δὲ τοιαῦτα κατηρτίζοντο καὶ παρ’ ἡμῖν, οὐ μόνον ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος πλεῖστοι ὅσοι θὰ ἐφοίτων ἐν αὐτοῖς, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς δούλης, καὶ θὰ μεταβάλλετο ἡ πρωτεύουσα τοῦ Βασιλείου ἡμῶν εἰς ἐπιστημονικὸν ἐμπορικὸν κέντρον, θ’ ἀνεχαιτίζετο δὲ καὶ τὸ ὀλέθριον ῥεῦμα πρὸς τὴν κλασικὴν ἐκπαίδευσιν. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, παρ’ ὑμῶν ἐλπίζω τὴν πρώτην ὤθησιν πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τῆς παιδείας, παρ’ ἡμῶν, τῶν δοξαζόντων, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἀκμαίας τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, παρ’ ὑμῶν, τῶν δοξαζόντων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ, ἐλπίζω τὴν ἀνόρθωσιν τῆς καθόλου ἐκπαιδεύσεως, δι’ ἧς καὶ μόνης τὸ ἐθνικὸν φρόνημα θ’ ἀνακτήσῃ τὸ πάλαι μεγαλεῖον αὐτοῦ, καὶ θὰ κατακτήσῃ τὰς ἄλλοτέ ποτε εὐκλεεῖς ἑλληνικὰς χώρας καὶ νῦν ὑποδούλους.
§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίξατε, κατὰ τί βελτιοῖ τὴν νῦν ὑπάρχουσαν κακοδαιμονίαν ἐν τῇ παιδείᾳ;
§105ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔχετε ὦτα, ἵνα ἀκούητε, ὅταν ὁμιλῶ. Ἐγὼ εἶπον δύο τινά· ἀλλὰ δὲν ἠκούσατε. Παρατηρήσατε τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα, καὶ ἀπαντᾶτε μεθαύριον.
§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰπέτε, τί καλὸν ἔχει· τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ψηφισθῇ.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ὑπεβάλετε πρότασιν;
§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατέληξα εἰς εὐχήν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιμένετε;
§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1...
§112ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μάτην ἀναζητῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ναυπλίας ἐνταῦθα, ὅστις πρὸ μικροῦ μᾶς ἤλεγξεν, ὅτι παρακωλύομεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι κάμνομεν κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος ἡμῶν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἐγείροντες ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Οὐδέποτε κάμνομεν ἡμεῖς ματαίας ἐνστάσεις. Παραμένομεν ἐνταῦθα, πιστοὶ στρατιῶται τοῦ καθήκοντος, καθ’ ὃν χρόνον οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως Βουλευταί, καὶ ἐν τοῖς πρώτοις ὁ κ. Ποταμιάνος, ἀναχωροῦσι τῆς αἰθούσης ταύτης, ματαιοῦντες οὕτω τὴν ἀπαρτίαν. Ὅπως δὲ πιστωθῇ τοῦτο διὰ μυριοστὴν φοράν, ἐγείρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἐκ δὲ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι οὐχὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι οἱ ματαιοῦντες τὴν ἀπαρτίαν διὰ τῆς ἀπουσίας των.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.