1893.01.08
1.771 στίχοι · 13.654 λέξεις · 84 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
τῆς 8 Ἰανουαρίου 1893.
(Παρασκευή).
Ὥρα 6 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ἀλεξ.
Ἀντωνοπούλου). (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἄργους κ. Γεωργαντᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ γενικὴν κατάστασιν τῆς ὅλης δυνάμεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1893. Πρὸς δὲ, κατάστασιν ἐμφαίνουσαν, ἐὰν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ π. ἔ. 1892 ὅλαι αἱ προϋπολογισθεῖσαι δαπάναι, ἢ ἔμειναν ὑπόλοιπα ἢ ὑπερβάσεις, καὶ ἀπὸ ποῖα κεφάλαια καὶ ἄρθρα.» Ἑτέραν ἐπερώτησιν ὑποβάλλει ὁ βουλευτὴς Καλαμῶν κ. Φλέσσας.
§3ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τίνι λόγῳ δὲν λειτουργεῖ τὸ ἐν Τσερνίτσῃ τῆς Ἀλαγωνίας ἑλληνικὸν σχολεῖον, τὸ συντηρούμενον ὑπὸ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Δημάκη, καὶ τίνες οἱ διαχειριζόμενοι τὸ κληροδότημα αὐτό· διότι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ θὰ προκαλέσω συζήτησιν.»
§4ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς τῆς τελευταίας ἡμῶν συνεδριάσεως ἀνέγνωσα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι «εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἐποιήσατο τὴν ἑξῆς σύστασιν: Παρακαλῶ — εἶπε — τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν τοῦ ἐν Σπάρτῃ δικαστηρίου εἰς ὀκτὼ, διότι οἱ ὑπάρχοντες ἕξ εἰσιν ἀνεπαρκεῖς πρὸς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς ποινικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης, καθόσον νῦν τά τε πινάκια τοῦ 1892, ἐν μέρει δὲ καὶ τὰ τοῦ 1891, εἰσὶ πλήρη, καὶ ἡ Εἰσαγγελία καὶ τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα περιλαμβάνουσιν ὑπὲρ τὰς 2800 μηνύσεις ἐκκρεμεῖς. Ἐπικαλοῦμαι δ’ ὑπὲρ τῆς συστάσεώς μου καὶ τὰς παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ δικαστηρίου καὶ τοῦ αὐτόθι δικηγορικοῦ συλλόγου γενομένας παραστάσεις περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.» Γινώσκων κάλλιον τοῦ συναδέλφου τὰ τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης, ὡς μέλος τοῦ ἐκεῖσε δικηγορικοῦ συλλόγου, ὀφείλω πρωτίστως νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι μὲν ἀκριβὴς ἡ πληροφορία του, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ πινάκια τοῦ 1891, καθόσον ταῦτά εἰσιν ἤδη ἐντελῶς ἐξηντλημένα, εἶναι ὅμως βέβαιον ἀτυχῶς, ὅτι ἐκ τῶν ὑπερδισχιλίων περίπου ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαί εἰσιν ἐγεγραμμέναι ἐν τῷ πινακίῳ τῶν συνοπτικῶν δικῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους οὐδεμία ἐξεφωνήθη μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης· συζητοῦνται δὲ μόνον αἱ προτετιμημέναι ὑποθέσεις, καὶ τοῦτο, διότι εἶναι ἀπολύτως, εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωσιν οἱ παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Σπάρτης διωρισμένοι ἓξ μόνον δικασταὶ εἰς ἁπάσας τὰς ἀνάγκας τῆς τε πολιτικῆς καὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ ἂν ἔτι δὲν ἤθελον ἀπομακρύνεσθαι ἑκάστοτε τῆς ἕδρας αὐτῶν. Διὰ νὰ καταστῇ δὲ ἐπὶ μᾶλλον καταληπτὴ ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ προσωπικοῦ τοῦ δικαστηρίου τούτου, ἀρκεῖ νὰ παρατηρήσω ἐπίσης, ὅτι ἐκ τῶν ἕξ ὑπαρχόντων δικαστῶν οἱ μὲν δύο εἶναι προσηλωμένοι ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀνακρίσεων, τρεῖς ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ ὁρκωτικοῦ θεσμοῦ, λειτουργίαν σχεδὸν διηνεκῆ, κατὰ τὸν ἤδη ἰσχύοντα νέον νόμον, τρεῖς δ’ ἐπίσης διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Πλημμελειοδικείου, τοῦ ὁποίου αἱ συνεδριάσεις παρατείνονται πλειστάκις ἐπὶ τετραήμερον κατὰ πᾶσαν ἑβδομάδα, ὡς ἐκ τῆς πληθύος τῶν εἰσαγομένων ἐνώπιον αὐτοῦ πλημμελημάτων, δὲν μένει δὲ οὔτε εἷς δικαστὴς, ὁ ὁποῖος νὰ δύναται νὰ ἀσχολῆται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς πολιτικὰς δίκας. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη προσκόπτει ὡσαύτως ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτῆς, ἐνῷ ἄλλως τε, διὰ λόγους λίαν εὐνοήτους, ἔδει νὰ μὴ παρίσταται ἐπὶ τοσοῦτον ἀδρανὴς εἰς νομὸν, οἷος ὁ νομὸς Λακωνίας. Ἡ κυριωδεστέρα δὲ αἰτία τῆς καταστάσεως ταύτης θεωρεῖται καὶ εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἡ χηρεία τῆς ἕδρας τοῦ εἰσαγγελέως Σπάρτης· διότι, ὅσον δραστήριος, ὅσον φιλόπονος, καὶ νοήμων τυγχάνει ὢν ὁ διαχειριζόμενος ἤδη τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν ἀντεισαγγελεὺς κύριος Μπακόπουλος, δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς ἀπαιτήσεις οὐδὲ τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας, καθόσον περισπᾶται διηνεκῶς καὶ ἐκ τῶν ἐγκληματικῶν δικῶν τοῦ Κακουργιοδικείου, διὰ τοῦτο δὲ εὕρηνται ἤδη ἐπὶ τῆς εἰσαγγελικῆς τραπέζης πολυάριθμοι ποινικαὶ δικογραφίαι ἐκκρεμεῖς, ἀφορῶσαι εἰς τὴν τύχην καὶ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν πλείστων συμπολιτῶν ἡμῶν. Συμπληρῶν δὲ τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συναδέλφου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ σπεύσῃ ὄχι μόνον εἰς τὴν τοποθέτησιν δύο εἰσέτι δικαστῶν παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Σπάρτης, ἀλλὰ καὶ εἰς πλήρωσιν τῆς χηρευούσης εἰσαγγελικῆς ἕδρας, βέβαιος ὅτι θέλει προσφέρει σοβαρωτάτην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ὑπὲρ ἧς ἐπιδείκνυσιν ὑπέρτατον ὁμολογουμένως ἐνδιαφέρον. Τὴν παράκλησιν δὲ ταύτην ὑποβάλλω καὶ ἐκ μέρους τῶν λοιπῶν ἐκ Λακεδαίμονος κυρίων συναδέλφων μου, οἵτινες θεωροῦσι μὲν ὅλως ἄσκοπον νὰ τὴν ἐπαναλάβωσι, καὶ ἰδίᾳ ἐντεῦθεν, αἰσθάνονται ὅμως ἴσον μετ’ ἐμοῦ ἐνδιαφέρον εἰς τὴν πλήρη ἀποδοχήν της.
§5ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν πρότασιν ταύτην καὶ τὴν σχετικὴν παράκλησιν, ἣν διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ρουσόπουλος, ὡς προφανῶς εὔλογον καὶ δικαίαν.
§6ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτοῦ, προετιθέμην νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὀλίγας λέξεις ἐν σχέσει πρὸς τὰ τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης. Βεβαίως μετά τινος ὑπερβολῆς παρεστάθησαν τὰ κατὰ τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦτο, διότι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτοῦ, ὅτι ἀπομένουσιν ἀσυζήτητοι ὑποθέσεις ἐκ τοῦ πινακίου τοῦ 1891. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη καὶ ἕτερόν τι, ὅτι ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Σπάρτης ὑπηρέτουν ὀκτὼ πρωτοδίκαι, νῦν δὲ ὑπηρετοῦσι μόνον ἕξ. Πράγματι μέχρι πρὸ τριῶν μηνῶν, κατὰ τὸ Β. Διάταγμα, τὸ προσδιορίζον τὸν ἀριθμὸν τῶν παρ’ ἑκάστῳ Πρωτοδικείῳ δικαστῶν, ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Σπάρτης ἠδύναντο νὰ ἦναι ἑπτὰ πρωτοδίκαι, ἡ κατάστασις ὅμως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Θεσσαλίᾳ ἀπῄτησε τὴν αὔξησιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δικαστῶν· ὡς ἐκ τούτου προεκάλεσα τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ ἐφετῶν καὶ τοὺς ἄλλους εἰσαγγελεῖς νὰ μοὶ ἀναφέρωσιν, ἐὰν δύναται νὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν παρά τινι Πρωτοδικείῳ, ἵνα προστεθῶσιν εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα τῆς Θεσσαλίας. Καὶ ὄντως ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ ἐφετῶν ὑπέβαλε τὴν γνώμην, ὅτι ἠδύνατο νὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Σπάρτῃ πρωτοδικῶν ἀπὸ ἑπτὰ εἰς ἕξ, καὶ οὕτως εἷς τῶν πρωτοδικῶν τῶν ἐν Σπάρτῃ προσετέθη εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα τῆς Θεσσαλίας. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δικαστῶν, ἐξέλιπε, προετιθέμην κατ’ αὐτὰς νὰ προκαλέσω νεωτέραν γνώμην καὶ ν’ αὐξήσω τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν Σπάρτῃ πρωτοδικῶν καθ’ ἕνα ἀκόμη δικαστήν. Ἡ Εἰσαγγελία ἐν Σπάρτῃ διευθύνεται κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἀπὸ ἕνα ἀντεισαγγελέα· κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον γνώμην παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, ὁ ἀντεισαγγελεὺς οὗτος ἐκρίνετο ὡς ἐπαρκής· ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, ἀναλόγως τῆς ἐπιβαρυνούσης τὴν Εἰσαγγελίαν ἐκείνην ἐργασίας, ἑπομένως πρόκειται νὰ διορίσω καὶ ἐκεῖ εἰσαγγελέα, ἢ νὰ μεταθέσω ἐξ ἄλλου Πρωτοδικείου, καὶ οὕτω νὰ πληρωθῇ καὶ ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως. Νομίζω δ’ ὅτι διὰ τοῦ διορισμοῦ εἰσαγγελέως καὶ τῆς προσθήκης ἑνὸς ἔτι δικαστοῦ θὰ καταστῇ ἐνήμερον τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης, ἀφοῦ μάλιστα ἐλήφθη καὶ ἕτερόν τι μέτρον, ὅτι κατὰ τοὺς ἑπομένους μῆνας δὲν θὰ λειτουργῇ ἐν Σπάρτῃ Κακουργιοδικεῖον, ὥστε οἱ δύο τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἠσχολοῦντο εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Σπάρτης, θὰ ἐνασχολῶνται εἰς τὴν ποινικὴν ἢ πολιτικὴν ὑπηρεσίαν, οὕτω δ’ ἐλπίζω ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν νὰ καταστῇ ἐνήμερον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πυλίας κ. Σάκκης ὑποβάλλει τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις.
§8ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί, ἐπὶ προφανεῖ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, τηροῦνται ἔτι ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ οἱ ἀρχιμουσικοὶ Σάϊλερ καὶ Γαϊδεμβέργερ, πρὸ μακροῦ χρόνου συμπληρώσαντες τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τοῦ βαθμοῦ, ὃν φέρουσι; «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐάν, συμφώνως τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἀρξαμένου ἔτους, ἐξέδοτο διαταγὴ περὶ διαλύσεως τῶν ἐν τῷ Κράτει μουσικῶν, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, ἐκ τίνος κονδυλίου θὰ πληρωθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν μουσικῶν κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον;»
§9ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἐπιψήφισιν τῆς ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, ἧς μέρος ἀπέβλεπεν εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, εἶχον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ὑποβάλῃ σχετικάς τινας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἔσπευσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ ἤδη· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ παράκλησίς μου ἐκείνη ἦτο προφορική, δὲν τῷ ἦτο δυνατόν, ὡς φαίνεται, νὰ τὴν ἐνθυμηθῇ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πλήρεις τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας. Μᾶς ὑπέβαλε μόνον πίνακα τῶν ἐκτάκτων ἐργατῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κατὰ τοὺς διαφόρους μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐνῷ ἐγὼ τὸν εἶχον παρακαλέσει νὰ μᾶς ὑποβάλῃ κυρίως ἀντίγραφα τῶν μισθοδοτικῶν καταστάσεων τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐργατῶν κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Εἶμαι ἠναγκασμένος νῦν νὰ ὑποβάλω ἐκ νέου τὴν αἴτησίν μου ἐγγράφως, συμπληρῶν μάλιστα αὐτήν, ὡς ἑξῆς: Τὸν παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν· 1) Ἀντίγραφον τῶν μισθοδοτικῶν καταστάσεων διὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1892 τῶν ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν ἐργατῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, μετὰ σημειώματος, ἐμφαίνοντος τὸ ἔργον, εἰς ὃ ἦτο ἀπησχολημένος εἷς ἕκαστος τούτων. 2) Κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν πόσα ἐπληρώθησαν τὴν αʹ καὶ πόσα τὴν βʹ ἑξαμηνίαν τοῦ ἔτους 1892, ἔνθεν μὲν εἰς μισθοὺς τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐργατῶν, ἔνθεν δὲ εἰς ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. 3) Πίνακα, ἐμφαίνοντα πόσαι δεσμίδες χάρτου κατηναλώθησαν διὰ τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» κατὰ τὴν αʹ καὶ πόσαι κατὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν τοῦ ἔτους 1892, πόσαι δὲ κατὰ τὰ ἔτη 1888, 1889 καὶ 1890, καὶ τίνες ἦσαν οἱ προμηθευταὶ αὐτοῦ. 4) Πίνακα, ἐμφαίνοντα πόσος μόλυβδος καὶ πόσον ἀντιμόνιον ἐχρειάσθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν στοιχείων, ἔνθεν μὲν κατὰ τὴν αʹ, ἔνθεν δὲ κατὰ τὴν βʹ ἑξαμηνίαν τοῦ ἔτους 1892, καὶ πόσος μόλυβδος καὶ πόσον ἀντιμόνιον ἐχρειάσθησαν διὰ τὸν αὐτὸν σκοπὸν τὸ ἔτος 1889, τίνες δὲ ὑπῆρξαν οἱ χορηγηταὶ αὐτοῦ. 5) Πίνακα, ἐμφαίνοντα πόσος μόλυβδος καὶ πόσον ἀντιμόνιον ἐχρειάσθησαν διὰ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1880 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1892. 6) Σημείωμα δηλοῦν, πόσαι κάσσαι στοιχείων ὑπάρχουσι νῦν ἐστημέναι καὶ ἐν χρήσει ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ κατὰ μεγέθη στοιχείων, ὑπολογιζόμενα κατὰ στιγμάς. Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ συνυποβάλῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, τοὐλάχιστον ὁμοῦ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ὅπερ προανήγγειλεν ἤδη εἰς ἡμᾶς.
§10ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἀλλὰ καὶ ἐγώ, εἴχομεν παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων, τὰς ἀφορώσας διαφόρους προξενικοὺς ὑπαλλήλους. Ὑπομιμνήσκω λοιπὸν καὶ αὖθις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν παράκλησιν ταύτην τῶν συναδέλφων καὶ τὴν ἐμήν, καὶ τὸν παρακαλῶ καὶ αὖθις, ὅπως προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις, περὶ ὧν ὡμιλήσαμεν καὶ ἄλλοτε, καὶ τὰς ὁποίας ὑπεσχέθη νὰ προσαγάγῃ.
§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε, καὶ θέλω ἐξετάσει. Ἐὰν ἦναι ὅμως ἐκθέσεις, ἀπευθυνόμεναι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, περὶ προσώπων, βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ τὰς προσαγάγω. Ἐπὶ ταῖς τοιαύταις ἐκθέσεσιν ὁ Ὑπουργὸς ἐκτελεῖ τὸ εἰς αὐτὸν ἐπιβαλλόμενον καθῆκον. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρξῃ ἀφορμὴ ἐκθέσεως τῆς εὐθύνης αὐτοῦ ἐνταῦθα καὶ συζητήσεως ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ, θέλω βεβαίως εὑρεθῆ πρόθυμος νὰ ἀπαντήσω· ἀλλὰ νὰ καταθέσω ἐκθέσεις ἀφορώσας εἰς τὰ πρόσωπα τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐκφερούσας γνώμας περὶ αὐτῶν καὶ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτῶν, νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὰ καθήκοντά μου.
§12ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως προσαγάγῃ τὰς ἐκθέσεις ἐκείνας, ἐν ταῖς ὁποίαις δὲν γίνεται λόγος περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν προσώπων, οὐδ’ ἐκτίθεται ἡ εὐθύνη τῶν προσώπων αὐτῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὰς ἐκθέσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι, προσαγόμεναι εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδεμίαν ζημίαν θὰ προξενήσωσιν εἰς τὴν προξενικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου.
§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πάντες, Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, μεθ’ ὁποίου πάθους τῷ ὄντι λυρικοῦ, μεθ’ ὁποίας εὐλαβείας θρησκευτικῆς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Μᾶς ὡμίλησε τότε περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου, καὶ εἶπεν, ὅτι πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ αὐτὸς μὲν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, αὕτη δὲ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς τις ἄλλος ἴσως θὰ ἐνόμισε τότε, ὅτι πρόκειτο περὶ διαδόσεως τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου, περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαρχόντων ἱεροκηρύκων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Ἀλλ’ ὅτε ἐλάβομεν ἀνὰ χεῖρας αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, εἴδομεν μετ’ ἐκπλήξεως, ὅτι περὶ παντὸς ἄλλου προέκειτο ἐν αὐτῷ ἢ περὶ διαδόσεως τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου. Εἴδομεν ὅτι πρόκειτο μόνον περὶ νέας ἐπιβαρύνσεως τῶν μοναστηριακῶν, περὶ νέας ἐπιβαρύνσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑπηρεσίας ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Κατὰ τὸ ἔτος 1833 ἀπεφασίσθη νὰ διαλυθῶσι πολλαὶ Μοναὶ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ἡ δὲ περιουσία αὐτῶν νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ λεγομένου Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου. Τὸ τότε δημοσιευθὲν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπέχει θέσιν νόμου, ὅπως παραστήσῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην γενομένην οὐχὶ ἐπὶ ζημίᾳ, ἀλλ’ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας, προέθετο ὡς σκοπὸν αὐτῆς κύριον τὴν διάθεσιν τῶν ἐκ τῆς τοιαύτης ἐκλαϊκεύσεως εἰσπραχθησομένων χρημάτων κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ὑπὲρ αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατὰ δεύτερον ὑπὲρ τῆς Παιδείας. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω, πῶς ἐγένετο ἡ διάλυσις τῶν Μονῶν ἐκείνων, πῶς ἐξεποιήθησαν πλεῖστα ὅσα κτήματα αὐτῶν, πῶς διηρπάγη ἐν πολλοῖς ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὑπελείφθησαν καί τινα κτήματα ἐκ τῆς ἐκλαϊκεύσεως ἐκείνης, τὴν ἐπικαρπίαν τῶν ὁποίων νέμεται τὴν σήμερον τὸ Δημόσιον, οὐχὶ τὸ ὅλον, ἀλλὰ μέρος μόνον αὐτῆς διαθέτον ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται ἔσοδον «ἐξ ἐπικαρπίας ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων», ἀνερχόμενον εἰς 247,000, ἀπέναντι δ’ αὐτοῦ ἀναγράφονται δι’ ἔξοδα ἐκκλησιαστικὰ ὑπὲρ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου 32,160, ἔξοδα τῆς αὐτῆς Ἱερᾶς Συνόδου 5,856, ἐπίδομα τῶν ἐπισκόπων 122,000, μισθὸς ἱεροκηρύκων 41,400. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀναγράφονται καὶ ἐκκλησιαστικαὶ καὶ ἐκπαιδευτικαὶ δαπάναι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀλλὰ ταύτας δὲν περιλαμβάνω ἐνταῦθα, διότι νομίζω, ὅτι αὐταὶ δὲν ἀφορῶσι τόσον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅσον εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ὡς ἐκ τούτου πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ δημόσιον ταμεῖον. Περιλαμβάνω μόνον τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἐσωτερικὰς δαπάνας ἐκ δρ. 930, καὶ οὕτως ἔχομεν ἐν ὅλῳ ἐκκλησιαστικὰ ἔξοδα δρ. 202,346. Ὡς παρατηρεῖτε, μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ τοῦ ἐκ 247,000 δρ. ἐσόδου ὑπολείπεται περίσσευμα ἐκ δρ. 45,000, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ δαπανήσῃ καί τι πλέον τὸ Δημόσιον ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, ἠδύνατο δηλαδὴ ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἱεροκηρύκων. Ἐνῷ λοιπὸν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα διατίθενται, ὡς εἶπον, ἐξ ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, ὑπεραρκοῦσιν, ἀφίνοντα καὶ πλεόνασμα εἰς τὸ Δημόσιον, ἔρχεται νῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ δηλοῖ, ὅτι δὲν ἀρκεῖ αὐτὸ μόνον τὸ πλεόνασμα ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀνάγκη καὶ ἄλλου. Ζητεῖ ἐν ἄλλαις λέξεσι νὰ θέσῃ ἐκ νέου χεῖρα ἐπὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, μεταχειριζόμενος πρὸς τοῦτο ὡς πρόσχημα τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου, χωρὶς βεβαίως νὰ ἔχῃ τοῦτο κἀμμίαν σχέσιν, ὡς ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου πείθει ἡμᾶς, πρὸς τὴν διὰ τούτου ἀπαιτουμένην φορολογίαν τῶν Μονῶν ἐκ 45,000 δρ. ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐγώ, Κύριοι, εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος πάσης διαθέσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ὑπὲρ ἀλλοτρίων τῆς Ἐκκλησίας σκοπῶν. Ἡ περιουσία αὕτη ἀπαρτίζεται ἐξ ἀφιερωμάτων, γενομένων ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ θέλων δὲ νῦν ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν περιουσίαν αὐτὴν, εἴτε ἐν ὅλῳ, εἴτε ἐν μέρει, ἀθετεῖ τὴν θέλησιν τῶν ἀφιερωτῶν, καὶ οὕτω πως οὐ μόνον ἀσεβεῖ εἰς τὴν μνήμην αὐτῶν, ἀλλ’ ἀδικεῖ μεγάλως καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀποστερῶν αὐτὴν τῶν μέσων, δι’ ὧν δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ τὸν ὑψηλὸν αὐτῆς προορισμὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ βεβαίως τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν προωρισμένην ἵνα τὴν νέμωνται ἀποκλειστικῶς μοναχοί τινες μόνον, ὧν οὐκ ὀλίγοι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ μοναστηριακὴ περιουσία εἶναι κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν περιουσία ἐκκλησιαστική, προωρισμένη εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν σκοπῶν τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἔχει ἡ Ἐκκλησία τόσῳ μεγάλους καὶ ὑψηλοὺς σκοποὺς νὰ ἐκπληρώσῃ. Αὕτη κέκληται ν’ ἀναῤῥιπίσῃ ἐν ἡμῖν τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα, καὶ νὰ ποδηγετήσῃ τὸν λαὸν εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἀρετῆς. Ἀλλὰ τοὺς σκοποὺς αὐτῆς ἀδυνατεῖ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν σήμερον ἡ Ἐκκλησία μὲ τοὺς ὀλίγους ἀρχιερεῖς καὶ ἱεροκήρυκας μόνον. Ἔχει ἀνάγκην πρὸ πάντων κατωτέρου κλήρου εὐπαιδεύτου καὶ ἐναρέτου, ἀνταποκρινομένου εἰς τὰς σημερινὰς θρησκευτικὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Ὁ κατώτερος κλῆρος εἶναι ὁ εἰς ἄμεσον συνάφειαν εὑρισκόμενος πρὸς τὸν λαόν, ὁ ἑκάστοτε ἀναστρεφόμενος πρὸς τοῦτον, ὁ δυνάμενος νὰ διδάσκῃ αὐτὸν πάντοτε διὰ τοῦ λόγου καὶ τοῦ παραδείγματος, ὁ ὢν εἰς θέσιν νὰ καλλιεργήσῃ ἐν αὐτῷ τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα καὶ νὰ τὸν διαπαιδαγωγήσῃ ἐν τῇ διαπράξει τοῦ ἀγαθοῦ. Ἄνευ τοιούτου κατωτέρου κλήρου οὐδὲν δύναται νὰ ἀπεργάσηται ἡ Ἐκκλησία. Ἀπόδειξιν τρανὴν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου παρέχει ἡ σημερινὴ κατάστασις ἡμῶν. Ἡ Ἐκκλησία, μείνασα ἐν Ἑλλάδι ἄνευ κατωτέρου κλήρου, ἔχοντος συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς του καὶ ἐκπληροῦντος αὐτὴν προσηκόντως, εἶναι ὡς ἂν μὴ ὑπάρχῃ διόλου. Ἄνευ δ’ Ἐκκλησίας καὶ τῆς εὐεργετικῆς αὐτῆς ἐπιδράσεως ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔπρεπε νὰ καταντήσῃ οὗτος ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκεται σήμερον. Ἔπρεπε νὰ νεκρωθῇ τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα ἐν αὐτῷ, ἔπρεπε κατ’ ἀκολουθίαν νὰ πλεονάσῃ ἡ κακία ἐν ἡμῖν καὶ νὰ ὑπεράρῃ τὸ ἔγκλημα τὴν κεφαλήν, νὰ σαλεύηται δὲ τὴν σήμερον ἐκ θεμελίων ἡ κοινωνία ἡμῶν. Ἡ θλιβερὰ αὕτη κατάστασις, Κύριοι, ὤφειλε νὰ μᾶς πείσῃ πρὸ πολλοῦ, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὰ μέσα, δι’ ὧν αὕτη ἠδύνατο νὰ ἐπιτελέσῃ καὶ ἐν ἡμῖν τὸν ὑψηλὸν αὐτῆς προορισμόν. Καὶ τὸ πρώτιστον καὶ κύριον τῶν μέσων τούτων εἶναι ἡ μόρφωσις καὶ ἡ ἀποκατάστασις τοῦ κατωτέρου κλήρου. Εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ ἀποκατάστασιν τοῦ κατωτέρου κλήρου πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ πρὸ παντὸς ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία, ταύτης δὲ μὴ ἐπαρκούσης, νὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρος καὶ ἡ Πολιτεία. Ἀντὶ τούτου ὅμως τί συμβαίνει; Ἡ Πολιτεία οὐ μόνον δὲν ἐννοεῖ νὰ διαθέσῃ τι ἐξ ἰδίων ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἔρχεται διὰ νομοσχεδίων, οἷον τὸ προκείμενον, καὶ ἀποστερεῖ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τῶν ἐναπολειπομένων αὐτῇ ὀλίγων μέσων πρὸς βελτίωσιν τῶν κατ’ αὐτήν. Καὶ ὑπὸ ἄλλην τινὰ ἔποψιν θεωρῶ ἐπιζήμιον τὰ μάλιστα τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Καθ’ ὃν χρόνον ἁρπακτικαὶ ἐκδηλοῦνται διαθέσεις πολλαχοῦ τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν, πρὸς τὴν περιουσίαν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν· καθ’ ὃν χρόνον ἡ Ἑλλὰς κέκληται νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς ὁμοδόξους καὶ ὁμοφύλους ἡμῶν ἐν τῇ ἀμύνῃ αὐτῶν πρὸς τὰς ἀλλοφύλους καὶ ἀλλοθρήσκους Κυβερνήσεις ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῆς ἐθνικῆς ἐκείνης περιουσίας, εἶναι ἐπιζήμιον, εἶναι αὐτόχρημα ὀλέθριον νὰ δίδῃ πρώτη τὸ σύνθημα εἰς τὴν τοιαύτην διαρπαγὴν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ νομοσχεδίων, οἷον τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Ἰδού, Κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡμεῖς εἴμεθα ἐναντίοι τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἐγὼ μάλιστα, εἰδὼς ὁποίων αἰσθημάτων, ὁποίων ἀγαθῶν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας διαθέσεων ἐμφορεῖται ὁ νῦν προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι οὗτος, ἀναλογιζόμενος κάλλιον, ὁπόσον ἄδικον καὶ ἐπιζήμιον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἶναι τὸ παρὸν νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἐπιμείνῃ μέχρι τέλους εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θ’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς προτείνει ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, εἶναι βέβαιον. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει πάντοτε εἰς τὰ παρ’ αὐτῆς εἰσαγόμενα νομοσχέδια, καὶ μάλιστα εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὰς οἰκονομικὰς βλέψεις αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰ δυνατόν, καὶ δι’ ἐπιβολῆς μείζονος ἔτι ἐράνου ἐπὶ τῶν Μονῶν νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἱεροκηρύκων τοὐλάχιστον εἰς τὸ διπλάσιον. Θὰ ἐπεθύμουν, εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν νὰ ἐδίδασκεν εἷς ἱεροκήρυξ, διότι ἀποδίδω μεγίστην ἐπίδρασιν εἰς τὴν διδασκαλίαν τῶν ἱεροκηρύκων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ἠθικοποίησιν, τὴν διοίκησιν ἔτι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ 70 ἱεροκήρυκες θὰ ἦναι πολλοὶ εἰς αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἰς αὐτὰς τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις. Διπλάσιοι λοιπὸν τοὐλάχιστον θὰ ἦσαν ἀναγκαῖοι, ἐπιβαλλομένου ἐν ἀνάγκῃ μεγαλειτέρου ἐράνου εἰς τὰς Μονάς· διότι ἡ μοναστηριακὴ περιουσία, ὡς διαχειρίζεται, δὲν χρησιμεύει εἰς τίποτε. Ἄς χρησιμοποιηθῇ τοὐλάχιστον ἓν μέρος αὐτῆς ὑπὲρ τῆς ἠθικοποιήσεως καὶ ὑπὲρ τῆς ἐν τῷ θρησκευτικῷ αἰσθήματι ἐνισχύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τοῦτο συνιστῶ θερμῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι εἶναι σπουδαιότατον· γνωρίζει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ποίαν ἐπίδρασιν ἔχει ἡ θρησκευτικὴ διδασκαλία εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ νομοῦ, τὸν ὁποῖον ἀμφότεροι ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύωμεν κατ’ ἐπαρχίας, καὶ ὁπόσον ἐπιδρᾷ τὸ κήρυγμα τοῦ Θείου λόγου εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις καὶ τὸν βίον τῶν κατοίκων. Τοῦτο συνιστῶ θερμῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν Μονῶν καὶ τῶν εἰσοδημάτων ἑκάστης αὐτῶν;
§18ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ ὀφειλομένου τιμήματος δηλωθεισῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῆς σπουδαίας ταύτης ὑπηρεσίας καὶ θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης εἶχεν ἀρχίσει ἐφαρμογὴ ἐργασίας τινὸς διὰ συνενώσεως λογιστικῶν ὑπαλλήλων ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ, ὅπως ἐπιτευχθῇ ταχυτέρα ἐκκαθάρισις. Δὲν ἠξεύρω, τίνα ἀποτελέσματα θὰ φέρῃ τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον, διότι οὐδεμίαν βεβαιότητα μᾶς παρέχει, ὅτι διὰ τῆς ἀμοιβῆς τῶν 25 ἢ 30 λεπτῶν θὰ ἱκανοποιηθῶσιν ἀρκούντως οἱ ἔφοροι, ὥστε νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην· διότι ἡ ἐργασία πολλῶν παραχωρητηρίων εἶναι πολύπλοκος καὶ βαρεῖα. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω, ἐὰν ἀπέτυχε τὸ σύστημα τῆς ἑνωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπαλλήλων, ὡς ἐν εἴδει συνεργείων, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἔφερεν εὐάρεστα ἀποτελέσματα.
§22Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ σύστημα τοῦτο ἐπέτυχε σχετικῶς πρὸς τὸ προηγούμενον, ἀλλ’ οὐχὶ ἀπολύτως, διότι τὸ προηγούμενον σύστημα εἶχεν ἀποφέρει 30,000 ἐκκαθαρίσεις μέχρι τέλους τοῦ 1886, γενομένης ἀρχῆς ἀπὸ τοῦ 1879, καὶ 80,000 ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι σήμερον. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νεωτέρου συστήματος. Τὸ νεώτερον σύστημα ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ γείνωσιν ἐκκαθαρίσεις 80,000 ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι σήμερον, ἐνῷ κατὰ τὸ προηγούμενον μόνον 30,000 εἶχον ἐκκαθαρισθῆ ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦ 1886. Ἀλλὰ, καίτοι τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἀνώτερα τῶν τοῦ παρελθόντος, εἶναι ἀσυγκρίτως κατώτερα τῶν ἀπαιτουμένων, διότι, ὡς παρέστησα καθ’ ἣν ἡμέραν εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον, 300 χιλιάδες παραχωρητηρίων ἐξεδόθησαν ἐν ὅλῳ· ἑπομένως αἱ 80 χιλιάδες καὶ 30 χιλιάδες ὁμοῦ, αἱ ἐκκαθαρισθεῖσαι μέχρι τοῦδε, ἀνέρχονται εἰς 110 χιλιάδας. Ἀφαιρούμεναι αὗται ἀπὸ τῶν 300 χιλιάδων, ἀφίνουσιν 190 χιλιάδας ἔτι ἐκδοτέας. Ἂν ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐκκαθάρισις, ὑπολογίζεται ὅτι ἀπαιτοῦνται 15 ἔτη πρὸς περάτωσιν. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ τοιαύτη κατάστασις δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ· διὰ τοῦτο ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσφύγωμεν εἰς ἄλλο μέτρον, καὶ τὸ καταλληλότερον βεβαίως εἶναι τὸ τῆς ἐργολαβίας, τουτέστιν ὁ ἔφορος νὰ πληρόνηται κατὰ λόγον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκκαθαρίσεων, ἐπὶ ἀντιτίμῳ καθορισθέντι κατόπιν γνωμῶν δοθεισῶν παρ’ αὐτῶν τούτων τῶν παλαιοτέρων ἐφόρων, οἵτινες γινώσκουσι, τί δύναται νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ· ἀφέθη μάλιστα καὶ ἄδεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅπως δίδῃ ὀλιγώτερον ἢ πλειότερον, τουτέστιν ἀπὸ 25 ἕως 30 λεπτῶν δι’ ἑκάστην ἐκκαθάρισιν, ὥστε ὁδηγούμενος ἐξ εἰδικῶν περιστάσεων, ὅταν βλέπῃ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα εἶναι εὐάρεστα, νὰ δύναται νὰ ἀμείβῃ γενναιότερον. Ὑποτίθεται ἑπομένως, ὅτι κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἐντὸς τριῶν ἐτῶν θέλει τελειώσει ἡ ἐκκαθάρισις. Τοῦτο κατόπιν τῶν γνωμῶν, αἵτινες παρὰ τῶν μᾶλλον πεπειραμένων ἐκ τῶν ἐφόρων ἐδόθησαν. Οἱ ἔφοροι οὗτοι θεωροῦσιν, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ συμφέρον εἰς τοὺς ἐφόρους, ὅπως ἀντὶ τῶν 25 ἢ 30 λεπτῶν προμηθεύωνται γραφεῖς, οἵτινες νὰ διεξάγωσι ταύτην τὴν ἐργασίαν, καὶ ἐννοεῖται ὅτι, ὅσῳ πλείονας προμηθεύονται, τόσῳ μεγαλείτερον θὰ ᾖναι τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῆς ἐργολαβικῆς ταύτης ἐργασίας. Ὑπολογίζουσι δὲ, ὅτι δύνανται οὕτω νὰ διαῤῥυθμίσωσι τὰ τῆς ἐργολαβίας, ὥστε νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον ἐν τῷ πεμπτημορίῳ τοῦ χρόνου, ὅστις ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ ὑπάρχον σύστημα. Ὅσον δὲ διὰ τὴν δαπάνην τοῦ Δημοσίου κατὰ τὰ τρία ἔτη, καθ’ ἃ θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐκκαθάρισις, ἴσως θὰ ᾖναι αὕτη κατὰ ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, τρεῖς ἢ τέσσαρας, ἀνωτέρα τῆς μέχρι τοῦδε διὰ τὸ διαρκὲς προσωπικόν. Ἂν θὰ διαρκέσῃ περισσότερον τῶν τριῶν ἐτῶν, τότε δὲν θὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῆς μέχρι τοῦδε ἐτησίας. Ἀλλὰ καὶ ἀνωτέρα ἂν θὰ ᾖναι διὰ τὰ τρία ἔτη, πραγματοποιεῖται πάλιν μεγίστη οἰκονομία, καὶ διότι δὲν ἐξακολουθεῖ ἡ δαπάνη ἐπὶ τὰ 15 ἔτη, καὶ διότι ἐκκαθαριζομένης τῆς ὀφειλῆς ταχύτερον, κανονίζονται τὰ τῆς πληρωμῆς· διότι, ὡς γινώσκετε, ἐφ’ ὅσον αἱ προσωριναὶ δόσεις δὲν μετατρέπονται εἰς παγίας, ἡ καθυστέρησις εἶναι μεγάλη. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καὶ εἰς παγίας μετατρέποντες τὰς δόσεις, πάλιν καθυστερήσεις μεγάλας παρατηροῦμεν ἐν τῇ φορολογίᾳ, καὶ πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο προσοχὴν πολλὴν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε μεγαλείτεραι εἶναι αἱ καθυστερήσεις τῶν προσωρινῶν δόσεων, καὶ μάλιστα ἐφ’ ὅσον ἔχει τὴν ἐλπίδα ὁ εἰς αὐτὰς ὑποβαλλόμενος, ὅτι θέλουσι βραδύνει νὰ μετατραπῶσιν αὗται εἰς παγίας, ὅτε καὶ μόνον, κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, εἶναι ἐπιδεκτικαὶ εἰσπράξεως καταναγκαστικῆς, διότι τότε καὶ μόνον ἀναγράφεται ἡ ὑποθήκη. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ μὴ πληρόνων ἐκτίθεται ἤδη εἰς ὑποχρέωσιν πληρωμῆς τόκου καὶ προστίμου, ἀλλὰ τὰ μέσα πρὸς ἐπιδίωξιν τῆς πληρωμῆς δὲν ὑπάρχουσιν, ἐνόσῳ δὲν ἐπιδοθῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ τακτικὰ παραχωρητήρια καὶ δὲν ἐκκαθαρισθῇ ἡ ὀφειλή. Νομίζω δὲ, ὅτι ταχέως θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ φέρωμεν καὶ ἄλλον νόμον καὶ περὶ αὐτῶν ἔτι τῶν παγίων δόσεων, καὶ περὶ ἄλλων θεμάτων, ἀναγομένων εἰς τὰ τῶν προσωρινῶν καὶ παγίων δόσεων, καὶ ἐν γένει εἰς τὰ τῆς διαθέσεως τῶν ὀφειλομένων ἐκ γαιῶν καὶ φυτειῶν. Ἀλλ’ ἤδη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ περιωρίσθημεν εἰς τὸ θέμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὡς τὸ μᾶλλον κατεπεῖγον.
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠρώτησα ἀκριβῶς περὶ τοῦ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Βεβαίως τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦ 1886, ὡς καὶ τὸ ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τοῦ 1891, ἀπεδείχθη ἀτυχές· ἰδίως τὸ τελευταῖον σύστημα, τὸ ἐφαρμοσθὲν ἀπὸ τοῦ 1886 καὶ ἐντεῦθεν, ἀπεδείχθη ἀτυχές, ὄχι διότι κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τὰς βάσεις αὐτοῦ ἦτο ἐσφαλμένον, ἀλλὰ διότι τὸ προσωπικὸν τὸ διορισθὲν δὲν ἠσχολήθη. Ὅπως ἐπέλθῃ διόρθωσις εἰς τὴν ἔλλειψιν ταύτην τῆς μὴ τακτικῆς ἀσχολίας τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς ἀνεπαρκείας, ἐκρίθη καλὸν κατὰ τὸ 1891 νὰ τροποποιηθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐργασίας τοῦ προσωπικοῦ, ἤτοι, ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ εἰς ἑκάστην ἐφορίαν εἷς λογιστής, ὅστις νὰ ἐξελέγχῃ καὶ νὰ ἐκκαθαρίζῃ τὰ παραχωρητήρια,—τὸ ὁποῖον ἀπέβαινε δύσκολον καὶ ἀνεπαρκές,—ἐθεωρήθη τότε καλὸν νὰ σχηματισθῶσιν ὁμάδες λογιστῶν, συνεργεῖα, καὶ τὰ συνεργεῖα ταῦτα, αἱ ὁμάδες αὗται τῶν λογιστῶν ν’ ἀρχίσωσιν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπῆρχεν ἀνάγκη, δηλ. πλειότερα παραχωρητήρια νὰ ἐκδοθῶσιν, ὅπως ἐν συνεργασίᾳ 6–7 λογισταὶ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν παραχωρητηρίων τούτων. Γνωρίζω, ὅτι ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τούτου, καὶ ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἔφερεν εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Νομίζω ὅτι ἐν Τριφυλίᾳ ἐξεκαθαρίσθησαν παραχωρητήρια πολὺ πλειότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ αὐτὸς ἀριθμὸς λογιστῶν ἐξεκαθάρισαν, ἐργαζόμενοι κεχωρισμένως. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοιαύτη ἐργασία τῶν συνεργείων ἤθελεν ἐπιφέρει τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πάντες ποθοῦμεν, τῆς ταχείας ἐκκαθαρίσεως τῶν παραχωρητηρίων πολὺ ἀσφαλέστερον καὶ ταχύτερον ἀφ’ ὅ,τι θὰ ἐπιφέρῃ τὸ προτεινόμενον μέσον· διότι, ὅταν ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, ἔχοντες ὡρισμένην ἐντολὴν καὶ εὐθύνην, ἀπὸ κοινοῦ ἐργάζωνται, βεβαίως ταχύτερον θέλουσι διεκπεραιώσει αὐτήν, ὅταν πρόκηται νὰ ᾖναι ἀνάλογος τῶν δυνάμεών των· ἐνῷ, ἐὰν ἀναθέσωμεν εἰς τοὺς ἐφόρους, νομίζω, ὅτι δυσκολώτερον θὰ εὕρωσιν οὗτοι πρόσωπα κατάλληλα, γνωρίζοντα ἀρκετὴν λογιστικὴν ἐργασίαν, τὰ ὁποῖα ν’ ἀσχοληθῶσιν εἰς τοῦτο. Περὶ τούτου ἠρώτησα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὄχι ἐὰν ἐπέτυχε τὸ πρῶτον ἢ τὸ δεύτερον σύστημα, ἀλλ’ ἐὰν ἐπέτυχε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρὸς τελειοτέραν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τοῦ 1886 ἤρξατο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐφαρμόζῃ, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀπέτυχε τὸ σύστημα τοῦτο, τότε βεβαίως θὰ ἐξακολουθήσωμεν ἕτερον σύστημα, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης.
§24Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ σχετικαὶ ἐπιτυχίαι δὲν ἀρκοῦσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι, ὡς παρετήρησα καὶ πρότερον, σχετικὴ ἐπιτυχία ἦτο καὶ τὸ σύστημα τὸ ἀπὸ τοῦ 1886, παραβαλλόμενον πρὸς τὸ σύστημα τὸ πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Κατὰ τὸ σύστημα τὸ πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐδαπανήθησαν διὰ 30 χιλιάδας παραχωρητηρίων 128,000 δραχμῶν, δηλαδὴ ἀντὶ 25 ἕως 30 λεπτῶν, ὡς προτείνομεν ἤδη, ἐπληρώθησαν 4 δραχμαὶ δι’ ἕκαστον παραχωρητήριον. Τὸ κατόπιν σύστημα, τὸ ἀπὸ τοῦ 1886, ἐπήνεγκε δαπάνην 214,000 διὰ 80,000 παραχωρητηρίων, δηλαδὴ δύο καὶ ἡμίσειαν δραχμὰς περίπου δι’ ἕκαστον. Ἤδη, προκειμένου νὰ ὑποβληθῇ νομοθετικὸν μέτρον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς σύστημα περιορίζον τὴν δαπάνην ἀπὸ δύο καὶ ἡμισείας εἰς δύο ἢ εἰς μίαν καὶ ἡμίσειαν, καὶ τὸν χρόνον ἀπὸ 15 ἐτῶν εἰς 14 ἢ 12 ἢ 11, διὰ τῶν συνεργείων. Ἐμελετήθη τὸ σύστημα αὐτῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἀνεγνωρίσθη ἀνεπαρκές. Πιθανὸν τὰ συνεργεῖα νὰ ἀπέδιδον καλλίτερα ἀποτελέσματα τῶν τοῦ μονίμου προσωπικοῦ παρὰ ταῖς ἐφορίαις, διότι καὶ τὸ προσωπικὸν, ὡς ξένον πρὸς τὴν ἐπαρχίαν, ὡς μετακινούμενον ἀπὸ ἐπαρχίας εἰς ἐπαρχίαν, θὰ ἦτο μᾶλλον ὑπηρεσιακὸν ἢ τοπικὸν, καίτοι δύσκολον θὰ ἦτο νὰ εὑρεθῇ τοιοῦτον προσωπικὸν, βεβαίως δὲ καὶ ἡ δαπάνη αὐτοῦ θὰ ἦτο μεγαλειτέρα, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἠθέλομεν ἐλπίζει τελικὸν ἀποτέλεσμα, εἰμὴ μετὰ 12 ἔτη. Ἐθεωρήθη τοῦτο ἀνεπαρκὲς, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεφασίσαμεν νὰ προσφύγωμεν εἰς σύστημα ἐπιτρέπον ἔντασιν τῆς ἐργασίας ἐπ’ ἀόριστον, διότι ἔφορος δραστήριος, ἔχων ἐκ τοῦ νόμου τὴν ἄδειαν νὰ δαπανᾷ ἀπεριορίστως περὶ τὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκκαθαρίσεων, ὡρισμένης οὔσης μόνης τῆς δαπάνης ἑκάστης ἐκκαθαρίσεως, δύναται νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐργασίαν εἰς τὸ ἔπακρον, δύναται νὰ μεταχειρισθῇ πάντα ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτοῦ δυνάμενον νὰ ἐργασθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀφοῦ ὁ νόμος τῷ παρέχῃ τὰ πρὸς ἀμοιβὴν, δὲν ὑπάρχει δὲ καὶ κίνδυνος, μήπως προσλάβῃ προσωπικὸν ἐκ συστάσεων, διότι ἤθελεν αὐτὸς φέρει τὸ βάρος ἀστόχου ἐκλογῆς.
§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν ὀκτὼ συνόδων, κατὰ τὰς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα, κατὰ τὰς πέντε ἔφερα πάντοτε σύστασιν πρὸς τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ὑπὲρ τῆς νομοθετήσεως μέτρου τινὸς, δι’ οὗ θὰ ἐξήγετο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τῆς μεγάλης δυσχερείας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ἕνεκα τῆς συγχύσεως, ἡ ὁποία ἐπῆλθε δι’ αὐτῆς τῆς διαθέσεως τῶν γαιῶν. Πλὴν τῶν δύο εὐεργετικῶν νόμων τοῦ 1871 ἐξεδόθησαν μετὰ ταῦτα πολλοὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι διαφόρως καὶ ἀντιφατικῶς πρὸς ἀλλήλους ἐθέσπισαν τὰ τῆς πληρωμῆς. Καὶ ὑπόμνημα ἄλλοτε κατὰ τὸ 1889 ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἴδιον νομοσχέδιον εἰσήγαγον, καὶ ἐπανειλημμένως ἔκτοτε συνέστησα τὴν νομοθέτησιν τρόπου οἱουδήποτε πρὸς διευκόλυνσιν τῶν δηλωτῶν. Σήμερον μετ’ εὐχαριστήσεως βλέπω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι τέλος πάντων κατά τινα τρόπον ἔρχεται νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἀβεβαιότητα, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ μέχρι τοῦδε, καὶ ἐν διαστήματι τεσσάρων ἐτῶν τέλος πάντων θὰ ἀπαλλαγῇ ὁ δηλωτὴς τῆς θέσεως τῆς δεινῆς, εἰς ἣν εὑρίσκεται. Ἀλλ’ οἱ καθυστερήσαντες μέχρι τοῦδε τὴν πληρωμὴν νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὑπαίτιοι τῆς καθυστερήσεως, διότι οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἐνήργησαν, δὲν ἔδωσαν εἰς τοὺς δηλωτὰς τὸ ποσὸν τοῦ χρέους των εἰς παγίας δόσεις, ὡς ἐκανόνισαν αὐτὴν οἱ νόμοι, διὰ νὰ προβῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν, ἀλλ’ ἐκανόνισαν προσωρινὰς δόσεις, τὰς ὁποίας ἐκεῖνοι ὡς προσωρινὰς δὲν κατέβαλον, καὶ διότι αἱ προσωριναὶ δόσεις θὰ ἦσαν ἀνώτεραι ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑπεβάλλοντο, ἐὰν ἦσαν πάγιαι, καὶ διότι πολλοὶ ἐπλήρωσαν ἤδη διὰ προσωρινῶν δόσεων ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ τιμήματος, καὶ ὑπερέβησαν μάλιστα τὸ ὀφειλόμενον παρ’ αὐτῶν τίμημα. Σήμερον διὰ τοὺς καθυστερήσαντας ἐξ αὐτῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα «εὐεργετικοῦ» νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα τοῦτον· ἀλλὰ δὲν πταίουσιν οἱ δηλωταὶ, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν καθυστέρησαν· πταίει ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἐγκαίρως δὲν ἔδωσεν εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν τὴν ἐκκαθάρισιν, ἵνα ζητήσῃ παρ’ ἑκάστου τὸ χρέος του. Προτείνω λοιπὸν νὰ μὴ ὑποχρεωθῶσιν εἰς πληρωμὴν τόκου διὰ τὰς ἀπὸ τοῦ 1885 καὶ ἐφεξῆς ὀφειλομένας δόσεις, ἀλλὰ νὰ καταβάλωσιν αὐτὰς ἀτόκως.
§26Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς φέρει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου θέματος, φέρει τὸν λόγον εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλουσι καταλογισθῆ καὶ ἀπαιτηθῆ τὰ καθυστεροῦντα· διότι, ἂν οὐδὲν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιελαμβάνετο περὶ καθυστερούντων, θὰ ἐγίνετο ἡ πληρωμὴ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1885, καὶ θὰ ἠδυνάμεθα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἐκκαθαρίσεως διὰ τῆς ὑποκαταστάσεως τῆς ἐργολαβικῆς ἐκκαθαρίσεως εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν διὰ μονίμων ὑπαλλήλων· ἀλλὰ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι θὰ ἦτο βαρὺ καὶ δυσεκτέλεστον εἰς τὸν ὀφειλέτην ἐκ καθυστερήσεως νὰ ὑποχρεωθῇ οὗτος εἰς τὰς πληρωμὰς, ἃς ἐπάγεται ὁ νόμος τοῦ 1885. Τὰ εὐεργετικὰ μέτρα, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ υἱοθετήσωμεν, διότι ὀλέθριον εἶναι νὰ ἐθίζωμεν τὸν λαὸν, ὅπως ἀπεκδεχόμενος εὐεργετικὰ νομοσχέδια ἀποφεύγῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο, τροποποιοῦντες τὰ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἀποῤῥεουσῶν ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1885, πρέπει νὰ φροντίσωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν νὰ διευκολύνωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἀποδειχθῶμεν ἑτοίμως εὐεργετικοί· διότι, ἂν εὐεργετήσωμεν τὸν καθυστερήσαντα, ἀδικοῦμεν τὸν μὴ καθυστερήσαντα.
§27ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον δὲν πταίει ὁ καθυστερήσας.
§28Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος περὶ τοῦ καθυστερήσαντος δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, διότι ὁ καθυστερήσας ὤφειλεν ἐκ προσωρινῶν δόσεων, ἡ δὲ μὴ τροπὴ αὐτῶν εἰς παγίας δὲν δικαιολογεῖ τὴν μὴ ἀπότισιν, ἐκτὸς μόνον τῆς περιπτώσεως, ἣν παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τῆς διὰ τῶν προσωρινῶν δόσεων ἀποτίσεως τοῦ ὅλου κεφαλαίου. Ἀλλὰ καὶ ὁ οὕτως ἀποτίσας ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον ἀπέτισεν αὐτὸ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ διὰ καθυστερήσεως, τὸ δ’ ἐπιχείρημα πολὺ ἀπόλλυσι τῆς σπουδαιότητος αὐτοῦ ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης.
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς διὰ καθυστερήσεως;
§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι ὀλίγιστοι ἐπλήρωσαν.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσοι ἐπλήρωσαν ὅμως ἐπλήρωσαν.
§32Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δηλαδὴ ὑπολογίζουσι τὴν καθυστέρησιν τῶν προσωρινῶν δόσεων ὡς ἀπότισιν, διότι τὰς προσωρινὰς δόσεις ἐλάχιστοι ἀπέτισαν, οἱ δὲ μὴ ἀποτίνοντες, καταλογίζοντες τὰ ἑκάστοτε μεταφερόμενα εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν καθυστερήσεων εἰς μείωσιν τῶν ὀφειλομένων ἐκ προσωρινῶν δόσεων, θεωροῦσιν ἑαυτοὺς ἀπηλλαγμένους τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς καταβολὴν τῆς προσωρινῆς δόσεως, ὅταν τὸ ὀφειλόμενον κεφάλαιον μετηνέχθη ὁλόκληρον εἰς τὰς καθυστερήσεις. Κατὰ τὸ 1885, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ὁ κανονίζων τὰ τῶν καθυστερήσεων, καὶ διακρίνων τὰς καθυστερήσεις τὰς ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦ 1885, καὶ τὰς ἀπὸ τοῦ 1885 καὶ περαιτέρω, οὐδεὶς ἔτι εἶχεν ἀποτίσει τὴν ὀφειλὴν αὐτοῦ, ἀλλὰ καίτοι ὁ νόμος τοῦ 1885 ἦτο εὐεργετικὸς, διότι τὰς ὀφειλὰς τὰς ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦ 1884 ἐκήρυσσεν ἀτόκους, τὰς δὲ ἀπὸ 1885 καὶ περαιτέρω ἐκήρυσσεν ἐντόκους, καίτοι ἦτο ὁ νόμος εὐεργετικὸς εἰς τοὺς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καθυστερήσαντας, οὐχ ἧττον δὲν προεκάλεσε τὴν ἄμεσον ἀπότισιν. Ἐλάχιστοι εἶναι οἱ ἀποτίσαντες τὰ ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦ 1884 καθυστεροῦντα, καὶ ὅμως κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου διατηρεῖται καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου τοῦ 1885. Ἂν δὲ οὐδὲν ἀνεγράφετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τί θὰ συνέβαινε περὶ τῶν καθυστερούντων; Σήμερον, εὐθὺς ἐπὶ τῇ ἐκκαθαρίσει, θὰ ἦσαν ὑπόχρεοι νὰ ἀποτίσωσι τὰ καθυστεροῦντα ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦ 1884 ἀτόκως μέχρι τοῦ 1885, θὰ ἦσαν ὑπόχρεοι νὰ ἀποτίσωσιν ἐντόκως τὰ ἀπὸ τοῦ 1885 καθυστεροῦντα καὶ τοὺς τόκους ἀπὸ τοῦ 1885 τῶν ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦ 1884 καθυστερούντων· ἂν ἄρα ὑποθέσωμεν κατὰ τὸ 1893 γινομένην τὴν ἐκκαθάρισιν, θὰ ἦσαν οὗτοι ὑπόχρεοι νὰ ἀποτίσωσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου διὰ μιᾶς καταβολῆς εὐθὺς ἐπὶ τῇ ἀνακοινώσει τῶν τῆς ἐκκαθαρίσεως πᾶσαν αὐτῶν τὴν ὀφειλὴν τὴν ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦ 1893, ἐξαιρέσει δὲ μόνον τῆς ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦ 1884, ἐντόκως. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις, ἣν παραλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, σκοποῦν νὰ κανονίσῃ αὐτὴν ἀνακουφιστικῶς ἐν μέρει πρὸς τὸν ὀφειλέτην, ἀλλὰ καὶ μὴ ὑπερβαλλόντως εὐεργετικῶς, διὰ τὴν ἀρχὴν, ὡς εἶπον, τῆς κατὰ τὸ ἐφικτὸν μὴ ἀποδοχῆς συστήματος εὐεργετικῆς νομοθεσίας. Ποῖον λοιπὸν σύστημα ἀπεδέχθημεν; Ἀντὶ τῆς ὀφειλῆς ταύτης, ἥτις δυσκόλως δύναται νὰ ἀποτιθῇ παρὰ τῶν πλείστων, διότι εἶναι μέγας ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐτῶν ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦ 1893, ἀντὶ τῆς ὀφειλῆς ταύτης καὶ πλὴν τῆς παγίας δόσεως, εἰς ἣν ὑποχρεοῦται ὁ μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν λαμβάνων τὸ παραχωρητήριον, θὰ ὑποχρεῶται οὗτος νὰ πληρόνῃ καὶ ἀνὰ μίαν δόσιν ἐκ τῶν ὀφειλομένων ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦ 1884, ταύτην δὲ ἀτόκως. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1885, ὤφειλε νὰ ἀποτίνῃ τὸ καθυστέρημα τῶν ἐτῶν τούτων κατὰ τεταρτημόρια τοῦ ὅλου ἐτησίως· κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον, ἀντὶ νὰ ἀποτίνῃ ἐτησίως τεταρτημόριον τοῦ ὅλου, ἀποτίνει μόνον μίαν δόσιν, ἥτις εἶναι μικροτέρα τοῦ τεταρτημορίου, ὥστε κατὰ τοῦτο ὑπάρχει μείωσις τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Περὶ δὲ τῶν ἀπὸ τοῦ 1885, ταῦτα κανονίζονται διὰ τρόπου ἁπλοποιοῦντος τὴν ἐργασίαν τῆς ἐκκαθαρίσεως. Κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἐφαρμοζόμενα, ἐγίνετο καταλογισμὸς εἰς τὰς παγίας δόσεις τῶν τριῶν πεμπτημορίων τῶν ἐκ προσωρινῶν δόσεων καθυστερήσεων, προκειμένου περὶ γαιῶν, ἢ τοῦ ἡμίσεως, προκειμένου περὶ φυτειῶν. Ἀλλ’ ἐκ τούτου ἐπέρχεται μεγίστη σύγχυσις, διότι ὁ καθυστερήσας ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ ἐκ τοῦ βιβλίου τῶν προσωρινῶν δόσεων, ἐγγραφομένης εἰς τὰς δόσεις τὰς παγίας τῆς ἐκ χρεωλυσίου ὀφειλῆς αὐτοῦ, τοῦτο δ’ ἔφερε μεγίστην σύγχυσιν περὶ τὴν ἐκκαθάρισιν, καὶ ἐπολλαπλασίαζε τὸν χρόνον, τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ποιώμεθα τὴν διάκρισιν ταύτην, καὶ νὰ μὴ περιλάβωμεν εἰς τὰς παγίας δόσεις τὰ καθυστερούμενα ἐκ τῶν χρεωλυσίων τῶν προσωρινῶν δόσεων, ἀλλὰ νὰ θεωρήσωμεν τὰς μέχρι τοῦδε βεβαιωθείσας προσωρινὰς δόσεις ὡς παγίας καὶ ἐξοφληθείσας μὲν, ἐὰν μὴ ὑπάρχῃ καθυστέρησις, ὑφισταμένας δὲ, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ καθυστέρησις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, ἐὰν περιελαμβάνετο τὸ χρεωλύσιον τῆς προσωρινῆς δόσεως ἐν τῇ παγίᾳ δόσει, θ’ ἀπετίνετο κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1875 ἐντὸς 26 ἐτῶν, ἐνῷ ἤδη, ἐὰν μὴ ληφθῇ μέτρον ὑπὲρ τοῦ ὑποχρέου εἰς τὴν πληρωμὴν καθυστερουσῶν προσωρινῶν δόσεων, ἀναγνωριζομένων ὡς παγίων, ὀφείλει οὗτος νὰ καταβάλῃ αὐτὰς ἐν συνόλῳ ἐφ’ ἅπαξ, τὸ νομοσχέδιον παρέχει αὐτῷ τὴν εὐκολίαν, ὅπως, ἀντὶ τῆς ἐφ’ ἅπαξ καταβολῆς, ἀποτίνῃ ἐτησίως ἀνὰ μίαν ἐκ τῶν δόσεων τούτων συγχρόνως μετὰ τῶν παγίων. Τοῦτο ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1875 ὑποχρέωσιν εἶναι ἐπιβάρυνσις, διότι θὰ πληρόνῃ ἐτησίως τὸ ⅐ τῶν καθυστερουμένων, ἀντὶ τοῦ 1/26, ἐν συγκρίσει ὅμως πρὸς τὰ τῆς ἐφ’ ἅπαξ πληρωμῆς τοῦ ὅλου καθυστερήματος μετὰ τοῦ τόκου εἶναι διευκόλυνσις, ἐπιτρέπουσα ἵνα χαρακτηρισθῇ τὸ νομοσχέδιον κατά τι ὡς εὐεργετικὸν, οὐχὶ ὅμως καὶ ὡς ὑπερβαλλόντως εὐεργετικόν.
§33ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατά τι ἀνακουφιστικὸν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν δηλωτῶν. Οὐδὲν ἧττον νομίζω, ὅτι ὁ νόμος ἀρχῆθεν ἐπέβαλε καθήκοντα οὐ μόνον εἰς τοὺς δηλωτὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον. Εἰς τοὺς δηλωτὰς ἐπέβαλε τὴν τακτικὴν πληρωμὴν τῶν δόσεων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν δόσεων καὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν παραχωρητηρίων πρὸς τοὺς δηλωτάς. Ἐν ὅσῳ ὅμως τὸ Δημόσιον ἐπὶ τόσα ἔτη δὲν ἐπισπεύδῃ τὴν ἐκκαθάρισιν, ἐξακολουθῇ δὲ ὑποχρεοῦν τοὺς δηλωτὰς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν πληρωμὴν μεγαλειτέρου τοῦ προσήκοντος ποσοῦ διὰ τῶν προσωρινῶν δόσεων, βεβαίως δὲν ἐκτελεῖ τὰς ἐπιβεβλημένας εἰς αὐτὸ ὑποχρεώσεις, οὕτω δὲ παρέχει τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τοὺς δηλωτὰς, ὅπως ἀπαιτήσωσι παρ’ αὐτοῦ ἀνακούφισίν τινα τῶν ὑποχρεώσεών των. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐδοκιμάσθησαν διάφορα συστήματα διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, καὶ εὑρέθησαν τὰ μὲν παλαιότερα ἀτελέστερα, τὰ δὲ νεώτερα τελειότερα, νῦν δὲ νομίζει ὅτι ἀνεὗρεν αὐτὸς τὸ τελειότατον πάντων σχετικῶς, διότι διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἐλπίζει καὶ εὐθηνότερον νὰ γείνῃ ἡ ἐκκαθάρισις, καὶ ταχύτερον νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸν ποθούμενον σκοπόν. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἀπέδειξεν ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν ἀπέδειξε δηλαδὴ, ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου συστήματος θὰ ἦναι δυνατὸν πρὸ παντὸς νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ἐκκαθάρισις. Τὸ σύστημα, τὸ μέχρι τοῦδε τελειότερον ἀποδειχθὲν, εἶναι, ὡς ὡμολόγησε καὶ αὐτὸς, τὸ τῶν συνεργείων, καθ’ ὃ συγκεντροῦνται τέσσαρες ἢ πέντε ὑπάλληλοι, ἐντριβεῖς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐκ ξένων ἐπαρχιῶν ὁρμώμενοι, ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ οἰκονομικῇ ἐφορίᾳ. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, ἀπὸ κοινοῦ ἐργαζόμενοι, τελεσφορώτερον ἐπιτυγχάνουσι τοῦ σκοποῦ. Τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ἅπαξ εὐδοκιμῆσαν, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζόμενον καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ δὴ ἐν εὐρυτέρῳ κύκλῳ...
§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως ἀρχίσωμεν ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος (ἱλαρότης).
§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι καὶ σεῖς, ἐὰν εἴχετε ἐθνικὰς γαίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ὑμῶν, θὰ ἠρχίζετε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου κατὰ πρῶτον ἐν Μεσολογγίῳ... Ἀλλὰ πρὸ πάντων ὤφειλε ν’ ἀποδείξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἐργολάβοι, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐκκαθάρισις, καὶ θὰ ἐκτελέσωσιν αὐτήν.
§36ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ τὴν ἐκτελέσουν οἱ ἔφοροι.
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἐὰν ἠδύναντο οἱ ἔφοροι, θὰ τὴν εἶχον ἐκτελέσει πρὸ πολλοῦ, καὶ δὲν θ’ ἀνέμενον τὴν ἀμοιβὴν τῶν 25–30 λεπτῶν κατὰ παραχωρητήριον. Οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι εἶναι τοσοῦτον ἐπιβεβαρημένοι διὰ τῶν ἄλλων κυρίων ἀσχολιῶν των, ὥστε ἀδυνατοῦσιν ἀπολύτως νὰ ἀναλάβωσιν αὐτοὶ τὴν ἐκκαθάρισιν. Θ’ ἀναθέσωσι λοιπὸν τὴν ἐργασίαν εἰς ἄλλους ὑπεργολάβους. Δὲν μᾶς λέγει ὅμως, παρακαλῶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς πόσας ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, δυνάμενοι νὰ ἐκτελέσωσι τὸ ἔργον; Ἀγνοεῖ ὅτι εἰς τὰς πλείστας ἕδρας τῶν οἰκονομικῶν ἐφοριῶν ἀδύνατον νὰ ἐξευρεθῇ ἱκανὸς ἀριθμὸς ἀνθρώπων, κεκτημένων τὰς ἀπαιτουμένας λογιστικὰς γνώσεις διὰ τὴν τοιαύτην ἐργασίαν; Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἔχῃ τὴν ἀφέλειαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὥστε νὰ νομίζῃ, ὅτι θὰ εὑρεθῶσι πρόθυμοι νὰ προσδράμωσιν εἰς τοιαύτην ἐργασίαν ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν ἐπ’ ἀμοιβῇ 25–30 λεπτῶν δι’ ἑκάστην ἐκκαθάρισιν. Ἰδοὺ διατὶ, Κύριοι, ἐγὼ τουλάχιστον, νομίζω ὅτι διὰ τοῦ νῦν προτεινομένου μέτρου οὐ μόνον δὲν θὰ εὐκολύνωμεν καὶ δὲν θὰ ἐπιταχύνωμεν, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ θὰ δυσχεράνωμεν καὶ θ’ ἀναβάλωμεν ἐπ’ ἄπειρον τὴν ἐκκαθάρισιν ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ τῶν δηλωτῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τίνας θὰ δίδωνται 25 λεπτὰ καὶ εἰς τίνας 30 λεπτὰ πρὸς ἀμοιβήν;
§40Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἀφίεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις κατὰ τὰς περιστάσεις θὰ κανονίζῃ τὸν ὅρον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς βʹ συζήτησιν).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ τῆς Αἰγύπτου.
§42ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς, χωρὶς νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ δὲν ἀντετάχθην κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβαλε, καὶ οἱ ὁποῖοι, ὡς εἶπεν, ἐπέδρασαν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν ἔπαυσα καὶ δὲν παύω νὰ ἔχω πολλὰς τὰς ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τούτου ἕνεκα νομίζω καλὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ληφθῶσιν ὅλαι αἱ ἀναγκαῖαι προφυλάξεις, καὶ νὰ τηρηθῶσιν ὅλαι αἱ ἰσχύουσαι μέχρι τοῦδε διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιφρουροῦσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος. Εἰς τὴν Αἴγυπτον, καθὼς καὶ εἰς πᾶν μέρος τῆς Τουρκίας, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος ἔπρεπε νὰ περιβληθῇ, εἰ δυνατὸν, μὲ μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις ἐκείνων, μὲ τὰς ὁποίας περιφρουρεῖται ἐν Ἑλλάδι. Εἰς τὸν τόπον αὐτὸν δύνασθε νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος θέλει διατρέξει ἀπείρους κινδύνους, καὶ ὁ ἔνορκος καὶ ἐκ μέρους τοῦ κατηγορουμένου καὶ διὰ τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ δὲν θὰ ἦναι πολλάκις ἀνεξάρτητος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ ἐκ μέρους τοῦ παθόντος, ἐὰν μάλιστα ὁ παθὼν τυγχάνῃ ὢν ἰθαγενής. Εἰς τόπον τοιοῦτον νομίζω, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ ἐνόρκου θὰ ἦναι λίαν δυσχερὲς, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιμένω, ὅτι δέον τὸ σύστημα τοῦτο νὰ περιβληθῇ μὲ ὅλας τὰς δυνατὰς ἐγγυήσεις, ἔτι μεγαλειτέρας, εἰ δυνατὸν, ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας περιβάλλεται ἐν Ἑλλάδι. Δυστυχῶς παρετήρησα, ὅτι οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πᾶν ἕτερον πράττουσιν ἢ τοῦτο· ἐνόμισαν, ὅτι πρόκειται περὶ προξενικοῦ νόμου, ἐνόμισαν ὅτι πᾶν ὅ,τι προέβλεψεν ὁ προξενικὸς νόμος διὰ τὰ πταίσματα καὶ πλημμελήματα δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῶν κακουργημάτων, τῶν ὁποίων ἡ ποινὴ δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς ἐσχάτης. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι λυποῦμαι ὅτι δὲν ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσῃ εἰς τοὺς συντάξαντας τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εἶναι προωρισμένον νὰ λειτουργήσῃ ἐν χώρᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οὐδεμίαν ἐγγύησιν. Αἱ τροπολογίαι, ἃς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, σκοπὸν ἔχουσι πρῶτον νὰ συμμορφώσωσι τὸ νομοθέτημα τοῦτο πρὸς τὰς γενικὰς περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας διατάξεις, δεύτερον νὰ συμμορφώσωσιν αὐτὰς πρὸς τὰς διατάξεις τῆς ποινικῆς δικονομίας, καὶ τρίτον νὰ περιφρουρήσωσι μὲ τὰς δυνατὰς ἐγγυήσεις τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον κατὰ πρῶτον θὰ λειτουργήσῃ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ὁποίου, λέγω, δὲν πρέπει νὰ παύσωμεν ἔχοντες πολλὰς τὰς ἀμφιβολίας. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς παρατηρεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ἔχον ὡς ἀρχὴν, ὅτι τὸ συνιστάμενον Κακουργιοδικεῖον ἀποτελεῖ μέρος τοῦ προξενικοῦ δικαστηρίου, συγχέει τὰς διατάξεις αὐτοῦ μὲ τὸν προξενικὸν ὀργανισμὸν, ἐνῷ κατὰ τὴν γνώμην μου τίποτε κοινὸν δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τοῦ δικαστηρίου τούτου καὶ τοῦ προξενικοῦ ὀργανισμοῦ, καθόσον καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον προλαμβάνει νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δικαστήριον τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ἀνάγεται. Τὸ προξενικὸν δικαστήριον οὐδεμίαν σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· πρέπει, εἰ δυνατὸν, ἅπασα ἡ ὑπηρεσία ἡ δικαστικὴ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τακτικοὺς δικαστὰς, καὶ μόνον ἐν ἀνάγκῃ νὰ προστρέχωμεν εἰς τοὺς δικαστὰς τοῦ προξενικοῦ δικαστηρίου. Ἡ πρώτη διάταξις, ἥτις ὑπῆρχεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἦναι πρόεδρος τῶν συνέδρων ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν Προξενείων καὶ ὁ νομικὸς σύμβουλος, εὐτυχῶς ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ἦτο λίαν ἀκαταλλήλως τεθειμένη, καὶ διεγράφη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ· ἀλλὰ μένουσιν ἄλλαι διατάξεις, αἵτινες ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν ποινικὴν δικονομίαν, παραβιάζουσαι τὰς γενικὰς ἀρχάς. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ δοθῇ προσοχὴ, ὥστε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ τροπολογίαι, ἃς ὑπέβαλον, καὶ ὡς πρὸς ἑκάστην τῶν ὁποίων θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, οἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν παραδοχὴν τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου προβλέπει τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, εἴτε διὰ διεθνεῖς λόγους, εἴτε διὰ λόγους δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν πρέπει νὰ συστηθῇ Κακουργιοδικεῖον εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἢ μία δίκη πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἕτερον δικαστήριον. Τὴν περίπτωσιν ταύτην τῆς παραπομπῆς τὴν προβλέπει ἡ ἡμετέρα νομοθεσία· ἀλλ’ ἐνῷ τὸ ἔργον τοῦτο εἶναι καθῆκον δικαστικὸν, ἐνῷ, προκειμένου περὶ παραπομπῆς ἀπὸ δικαστηρίου εἰς δικαστήριον, δηλαδὴ περὶ στερήσεως τοῦ κατηγορουμένου ἀπὸ τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ, μόνη ἁρμοδία εἶναι ἡ ἀνωτάτη δικαστικὴ ἐξουσία νὰ τὸ ἀποφασίσῃ, τὸ νομοσχέδιον ἀφίνει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ Σύνταγμα, εἶναι ὅλως ἀνεξάρτητος, ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται κατὰ τὸ ἄρθρον 87 τοῦ Συντάγματος ὑπὸ δικαστῶν διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, οὐδεὶς δύναται ἑπομένως νὰ ἐκτελῇ δικαστικὰ καθήκοντα, οὐδεὶς δύναται νὰ ἐκτελῇ πράξεις σχετιζομένας μὲ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, οὐδεὶς δύναται νὰ κανονίσῃ τὴν τύχην τοῦ κατηγορουμένου, εἰμὴ μόνον ὁ δικαστὴς, οὐδὲν δικαίωμα δ’ ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας· ἑπομένως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι ἁρμόδιον ν’ ἀποφασίζῃ, ἐὰν πρέπῃ ὁ κατηγορούμενος νὰ δικασθῇ ἀπὸ τὸ δικαστήριον Α ἢ ἀπὸ τὸ δικαστήριον Β. Ἀφοῦ ἔχομεν νομοθεσίαν ῥητὴν, τὰ ἄρθρα 63 καὶ 64 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὰ ὁποῖα ὁρίζουσι ῥητῶς, ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τῆς παραπομπῆς ὑποβάλλεται αἴτησις περὶ τούτου εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀποφασίζει περὶ παραπομπῆς, διατὶ ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τῆς διατάξεως ταύτης καὶ ἀναμιγνύομεν ἐξουσίαν ἐντελῶς ξένην, τῆς ὁποίας ἡ ἐνέργεια δὲν παρέχει τὰς δεούσας ἐγγυήσεις; Ἴσως μᾶς εἴπωσιν, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δύναται νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ κάλλιον τοὺς διεθνεῖς λόγους, ἀλλὰ τούτους δύναται νὰ ὑποβάλῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅστις εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτοὺς καὶ ὅστις, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θέλει πράξει τι ἐναντίον ἐκείνου, ὅπερ εἶναι συμφέρον εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν Πολιτείαν. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 4, ὡς διετύπωσα αὐτὸ, καὶ ἀνατεθῇ ἡ παραπομπὴ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὡς ὁ νόμος προβλέπει. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 6 τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν Προξενείων καὶ τοὺς νομικοὺς συμβούλους, ἀναγνωρίσας καὶ πεισθεὶς, ὅτι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἐκτελῶσι δικαστικὰ καθήκοντα, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἔχουσι τοιαύτην ἐντολὴν, ἐπιμένει νὰ διατηρήσῃ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς συνέδρους. Οἱ σύνεδροι ἐκπληροῦσι καθήκοντα καθαρῶς δικαστικά· οἱ σύνεδροι πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐπίσης τὴν ἐντολὴν, ἥτις, ὡς προεῖπον, δίδεται διὰ Β. Διατάγματος. Κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, οὐδεὶς δύναται νὰ ἐκτελέσῃ καθήκοντα δικαστικὰ, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀναμιχθῇ εἰς δικαστικὰς πράξεις ἄνευ τῆς εἰδικῆς ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν ὀφείλει πρὸς τοῦτο νὰ ἔχῃ. Ἑπομένως παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον, ὅτι οἱ δύο πάρεδροι τοῦ προξενικοῦ δικαστηρίου δύνανται νὰ ὦσι σύνεδροι, ἀλλὰ παραδέχεται συγχρόνως, ὅτι, κωλυομένων τούτων, ἀναπληροῦσιν αὐτοὺς δικηγόροι ἐκ τῶν παρὰ τοῖς προξενικοῖς δικαστηρίοις καὶ οἱ εὐυπόληπτοι πολῖται. Ἀλλὰ καὶ οἱ δικηγόροι ἐν Αἰγύπτῳ καὶ οἱ εὐυπόληπτοι πολῖται δὲν ἔχουσιν ἐντολὴν ἀπὸ κἀνένα, διότι οὔτε οἱ δικηγόροι ἐν Αἰγύπτῳ εἶναι διωρισμένοι διὰ Β. Διατάγματος. Πῶς δύναται λοιπὸν τὸ δικαστήριον νὰ συγκροτηθῇ ἀπὸ πολίτας, καὶ αὐτοὶ οἱ πολῖται νὰ ἐκδώσωσιν ἀπόφασιν ἐκτελεστὴν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, χωρὶς ὁ Βασιλεὺς νὰ τοῖς δώσῃ τοιαύτην ἐντολήν; Ἐὰν ὁ προξενικὸς νόμος περιέχῃ τοιαύτην διάταξιν, δὲν δικαιολογεῖ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· διότι, προκειμένου περὶ ποινικῆς δικαιοσύνης, οὐδεμία πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις, σχέσιν ἔχουσα πρὸς τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι ἰσχύει καὶ αὐτή. Ἀλλ’ ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἴπῃ: ἀφοῦ ὁ δικηγόρος προσλαμβάνεται ὡς πλημμελειοδίκης, ὅπου πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν φυλακίσεως καὶ μέχρι 5 ἐτῶν, διατὶ δὲν τὸν δέχεσθε καὶ εἰς τὰ κακουργήματα; Πρῶτον θὰ τῷ ἀπαντήσω, ὅτι κακῶς δικάζουσι καὶ εἰς τὰ πλημμελήματα οἱ δικηγόροι· ἀλλ’ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ὁ προξενικὸς ὀργανισμὸς ὁρίζει ὅτι, ἐὰν ἐπιβληθῇ ποινὴ φυλακίσεως πλέον τῶν 30 ἡμερῶν, ἐπιτρέπεται τὸ μέσον τῆς ἐφέσεως, θέλετε πεισθῆ, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐν Αἰγύπτῳ, ὁ νομοθέτης δὲν ἔδωκεν εἰς αὐτὸ τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, ἣν ἔδωκεν εἰς τὰ ἐν Ἑλλάδι Πλημμελειοδικεῖα, κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν ὁποίων οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ἔφεσις. Καὶ ὅμως ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ συστήσωμεν ἐν Αἰγύπτῳ Κακουργιοδικεῖον καὶ νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸ μεγαλειτέραν ἐξουσίαν ἀπὸ ἐκείνην, ἣν ἔχουσι τὰ ἐν Ἑλλάδι Κακουργιοδικεῖα. Τί προτείνω λοιπὸν διὰ τῆς τροπολογίας μου; Ἐκτὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων νὰ διορισθῶσιν ἐν Αἰγύπτῳ καὶ 4 πάρεδροι ἄμισθοι, διὰ νὰ λάβωσι δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ αὐτοὶ ν’ ἀναπληρῶσι τοὺς συνέδρους, τυχὸν κωλυομένους. Νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία δυσκολία, ἵνα γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, διότι οὔτε τὸ Δημόσιον ἐπιβαρύνεται μὲ δαπάνην τινὰ, οὔτε ὁ προξενικὸς ὀργανισμὸς ἀντίκειται εἰς τοῦτο· διότι καὶ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ προξενικοῦ ὀργανισμοῦ, προκειμένου ν’ ἀναθέσῃ ἀνακριτικὰ καθήκοντα εἴς τινα τῶν ἐν Αἰγύπτῳ πολιτῶν Ἑλλήνων, ὁρίζει, ὅτι διορίζεται διὰ Β. Διατάγματος προσωρινὸς ἀνακριτὴς, ὅπως ἀναπληρώσῃ τὸν κωλυόμενον πάρεδρον δικαστήν. Λοιπὸν διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προσωρινοῦ καθήκοντος τοῦ ἀνακριτοῦ ἀπαιτεῖται κατὰ τὸν προξενικὸν ὀργανισμὸν Β. Διάταγμα, διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ συνέδρου δὲν θεωρεῖτε, ὅτι ἀπαιτεῖται Β. Διάταγμα, προκειμένου οὗτος νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν καὶ εἰς θάνατον καταδικάζουσαν, ἀλλὰ φρονεῖτε, ὅτι ἀρκεῖ νὰ λάβητε ἕνα τῶν εὐϋπολήπτων πολιτῶν τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ ἀναθέσητε εἰς αὐτὸν νὰ δικάζῃ, ν’ ἀποφαίνηται, ἂν πρέπῃ ν’ ἀναβληθῇ ἢ νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ ὑπόθεσις, ν’ ἀποφασίζῃ ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐξετασθῶσιν ἕτεροι μάρτυρες ἢ ὄχι, καὶ ἐν γένει ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ ὅλων ἐκείνων τῶν προδικαστικῶν καὶ τῶν παρεμπιπτόντων ζητημάτων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλάκις ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τοῦ κατηγορουμένου; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ὄχι μόνον δὲν ἀντίκειται εἰς τὸν προξενικὸν ὀργανισμὸν, ἀλλ’ ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 87 τοῦ Συντάγματος, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἄλλη διάταξις δύναται νὰ ἰσχύσῃ. Ἐπειδὴ δὲ ἐκράτησεν ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ δικαστήριον τοῦτο ἀποτελεῖ μέρος τοῦ προξενικοῦ δικαστηρίου, ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι δύνανται οἱ αὐτοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦσι καθήκοντα εἰσαγγελικὰ ἐνώπιον τῶν προξενικῶν ἐκείνων δικαστηρίων, νὰ ἐκπληρῶσι ταῦτα καὶ ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν... Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι εἰσαγγελεὺς κατηγορῶν καὶ ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου εἶναι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν ἢ ὁ ὑποκατασταθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ εἰσαγγελεὺς τῶν πρωτοδικῶν, ἢ ἐν ἐλλείψει αὐτοῦ ὁ γενικὸς πρόξενος, καὶ ἐν ἐλλείψει τούτου, ὁ γραμματεὺς τοῦ Γεν. Προξενείου, καὶ ἐν ἐλλείψει αὐτοῦ ὁ γραμματεὺς τοῦ ἐν Καΐρῳ Προξενείου. Θέλετε νὰ συστήσητε Κακουργιοδικεῖα εἰς τὴν Αἴγυπτον; Ὑποβληθῆτε εἰς τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται, ὅπως περιφρουρηθῇ ἡ δικαιοσύνη καὶ ὁ κατηγορούμενος μὲ ὅλας τὰς δυνατὰς ἐγγυήσεις, ἢ μὴ ἀπομακρύνεσθε ἀπὸ τὰς γενικὰς διατάξεις, καὶ παρουσιάζετε νομοσχέδιον πρωτότυπον,— ἵνα εἴπω οὕτω,— τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαντᾶται ἐν οὐδεμιᾷ νομοθεσίᾳ, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν θὰ ἀναθέσῃ τὰ καθήκοντά του εἰς τὸν γραμματέα τοῦ Προξενείου Καΐρου· καὶ ποῦ; Ἐν Τουρκίᾳ, ὅπου εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος ἡ κατάστασις καὶ λίαν δύσκολον νὰ προστατεύσῃ ὁ εἰσαγγελεὺς τὴν δικαιοσύνην διὰ τῶν γνώσεών του καὶ διὰ τῆς δικαστικῆς πείρας του. Μοὶ ἀντιτάττουσιν, ὅτι ἔχουσι δίπλωμα νομικῆς, ὅπερ ἀπαιτεῖται, ὅπως διορισθῶσι γραμματεῖς Προξενείων. Καὶ νομίζετε, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀρκοῦν προσόν; Ἐν Ἑλλάδι, ὅπως διορισθῇ τις δικηγόρος, πρέπει νὰ ὑποστῇ ἑνὸς ἔτους πρακτικὴν ἄσκησιν, καὶ μετὰ διετῆ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης πρᾶξιν, ἀφοῦ δώσῃ ἐξετάσεις, νὰ διορισθῇ ἀντεισαγγελεύς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, προκειμένου, Κύριοι, περὶ τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς καὶ προκειμένου περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ὅλοι γνωρίζομεν ἐξ ἰδίας πείρας, ἤτοι πόσον σπουδαία εἶναι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος τοῦ παρὰ κακουργιοδίκαις εἰσαγγελέως, θέλετε νὰ παραδεχθῶμεν, χωρὶς νὰ παραβιάσωμεν ὅλας τὰς γενικὰς διατάξεις περὶ ποινικῆς δικαιοσύνης, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναθέσωμεν τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσαγγελέως εἰς τὸν πρῶτον προξενικὸν ὑπάλληλον, εἰς ὃν ὁ προξενικὸς νόμος ἀνέθεσε τοιαῦτα καθήκοντα παρὰ τῷ Πλημμελειοδικείῳ τοῦ Καΐρου ἢ τῆς Ἀλεξανδρείας, καὶ ἐνώπιον ὁρκωτοῦ δικαστηρίου; Ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὸν, ὅτι πρέπει τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσαγγελέως νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς τὸν εἰσαγγελέα ἢ ἀντεισαγγελέα τῶν ἐφετῶν, ἢ εἰς τὸν εἰσαγγελέα ἢ ἀντεισαγγελέα τῶν πρωτοδικῶν, καὶ οὕτω νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὰ ἁρμόδια πρόσωπα, τὰ ὁποῖα περιεβλήθησαν μὲ τὴν ἐξουσίαν τῆς δημοσίου κατηγορίας. Τὸ ἄρθρον 8, ἐπειδὴ εἶναι συνεπὲς τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἑαυτὸ ὁλόκληρον, ἔχει μίαν ἄλλην διάταξιν. Τοὺς συνέδρους, ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὴν νομοθεσίαν, τοὺς διορίζει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ νομοσχέδιον ἀναθέτει τὸν διορισμὸν τοῦτον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ συνέδρου εἶναι μία ἰδιαιτέρα δικαστικὴ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐπέτρεψεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναθέτῃ εἰς οὓς ἂν ἐγκρίνῃ ἐκ τῶν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν αὐτοῦ δικαστῶν· ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα δύναται νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων; Νομίζω ἑπομένως, ὅτι κακῶς ἐτέθη ἡ φράσις «ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν», καὶ πρέπει νὰ τεθῇ ἀντ’ αὐτῆς «ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης». Τελευταία παρατήρησίς μου εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 23. Κατὰ τὴν νομοθεσίαν μας, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν κατὰ τὴν δίοδον τῆς δίκης παρουσιασθῶσι νέοι λόγοι καὶ προκύψῃ ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῶσι μάρτυρες νέοι, ἢ νὰ προσαχθῶσι νέα ἔγγραφα, τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων ἀναβάλλει τὴν δίκην, καὶ διατάσσει τὴν προσαγωγὴν τῶν κρεισσόνων τούτων ἀποδείξεων. Καὶ ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι σοφωτάτη. Εἰς τὸν κατηγορούμενον δίδει ὅλα τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως, ἀπαιτεῖ νὰ γνωστοποιῶνται τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, καὶ ἑπομένως δύναται ὁ κατηγορούμενος ἐν πλήρει γνώσει τῶν πραγμάτων νὰ κανονίσῃ τὴν ὑπεράσπισίν του· ἀλλὰ, ἐὰν παρουσιασθῶσι νέαι ἀποδείξεις, ὁ νομοθέτης δὲν θέλει νὰ στερήσῃ τὴν δικαιοσύνην τῶν νέων τούτων ἀποδείξεων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπέτρεψεν εἰς τὸ δικαστήριον νὰ ἀναβάλῃ τὴν δίκην καὶ διατάξῃ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἀποδείξεων τούτων. Τὸ νομοσχέδιον μεταβάλλει τὸ σύστημα· θεωρεῖ ὅτι ὁ πρόεδρος τῶν συνέδρων ἢ τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων δύνανται κατὰ τὴν δίοδον τῆς δίκης νὰ διατάξωσι τὴν προσαγωγὴν ἀμέσως εἰς τὸ ἀκροατήριον τῶν νέων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῆς συζητήσεως ἀναγκαῖα, καὶ τὴν προσαγωγὴν τῶν μαρτύρων τῶν νέων, οἱ ὁποῖοι ἤδη τὸ πρῶτον γίνονται γνωστοὶ εἰς τὸν κατηγορούμενον, καὶ οἵτινες ἐξετάζονται ἀνωμοτί. Οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον ἤκουσα ὅτι ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν διάταξίν τινα τῆς Γερμανικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Πρόεδρον τὸ τοιοῦτον δικαίωμα· ἀλλ’ ἐλησμόνησαν, ὅτι τοιαῦται διατάξεις, αἱ ὁποῖαι λίαν βραδέως εἰσήχθησαν εἰς τὴν νομοθεσίαν ἄλλων ἐθνῶν, ἐγένοντο δεκταὶ, ἀφοῦ καὶ ἡ ἐπιστήμη εἰς τὰ ἔθνη ἐκεῖνα προώδευσε, καὶ ἡ λειτουργία τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐντελῶς ἐξησφαλίσθη. Ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔγεινε δεκτὸς ὁ τοιοῦτος νεωτερισμός· εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπιμένομεν ἀπαιτοῦντες, ἵνα γίνωνται προηγουμένως γνωστὰ εἰς τὸν κατηγορούμενον ὅλα τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, ἐὰν δὲ παρουσιασθῇ ἀνάγκη νέων μαρτύρων, καὶ αὐτοὺς πρέπει νὰ τοὺς γνωστοποιήσῃ ἡ κατηγορία καὶ νὰ παρέλθῃ ἡ νόμιμος ἀπὸ τῆς γνωστοποιήσεως προθεσμία. Διατί; Διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀναγνωρίζομεν ἀκόμη, ὅτι ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸν βαθμὸν ἐκεῖνον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη τῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνέκαθεν ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖαι πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ κατηγορουμένου. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι τρὶς, τετράκις μετεβάλομεν τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα· ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν εἰσέτι εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐλευθέρως καὶ ἀπροσκόπτως δύναται νὰ λειτουργήσῃ τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα, καὶ ἑπομένως πᾶσα διαδικασία δύναται νὰ εἰσαχθῇ, καθόσον ὁ ἔνορκος εἶναι ἀνεπτυγμένος εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ οἱονδήποτε μέσον ἀποδείξεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελε θεωρηθῆ ἀποχρῶν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς πεποιθήσεώς του, δυνάμενος νὰ διακρίνῃ τὰ μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ δώσῃ ἰδιαιτέραν προσοχὴν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὕποπτα καὶ ἀμφίβολα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἀποῤῥίψῃ. Καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅπου κατὰ πρῶτον θὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα, ὅπου τὸ πρῶτον οἱ πολῖται, καλούμενοι εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐνόρκου, θὰ ἀκούσωσιν, ὅτι εἰς αὐτοὺς ἀφίνεται ἡ ἐκτίμησις ὅλης τῆς διαδικασίας καὶ ὅλων τῶν πραγματικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναπτυχθῶσιν ἐνώπιόν των, καὶ ἐκ τούτων θὰ σχηματίσωσι πεποίθησιν περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ τῆς ἀθωότητος τοῦ κατηγορουμένου, θέλετε νὰ παραδεχθῆτε τοιαύτας διατάξεις καὶ νὰ ἐφαρμόσητε νομοθεσίαν, ἡ ὁποία εἰς τὴν Γαλλίαν μόλις τελευταῖον εἰσήχθη, καὶ ἡ ὁποία ἀκόμη εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐγένετο δεκτή; Καὶ ἐὰν ὁ μάρτυς, τὸν ὁποῖον θὰ καλέσητε τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἦναι φελλάχος; Ὁ φελλάχος, ὁ ἰθαγενὴς, ὁ ὁποῖος δὲν δίδει προσοχὴν οὔτε εἰς τὸν ὅρκον, οὔτε εἰς οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ εἰς μόνον τὸ πάθος, τὸ ὁποῖον ἔχει κατὰ τοῦ χριστιανοῦ, ποίαν ἐγγύησιν παρέχει, καὶ ποία βεβαιότης δύναται νὰ ὑπάρχῃ, ὅτι ἐξ ἐλλείψεως τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως δὲν θέλει ἀποπλανηθῆ ἡ πεποίθησις τῶν ἐνόρκων καὶ κηρυχθῆ ἔνοχος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἴσως δὲν εἶναι τοιοῦτος; Συλλογισθῆτε, ἐὰν ὁ φονευθεὶς ἦναι ἰθαγενὴς, ὁ δὲ κατηγορούμενος χριστιανὸς, καὶ ἔρχωνται μάρτυρες ἰθαγενεῖς, φελλάχοι, ἵνα μαρτυρήσωσι, ποίαν ἐγγύησιν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ δικαιοσύνη ἐκ τῶν νεωτέρων τούτων θεσμῶν, οἵτινες ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπέτρεψεν εἰσέτι ὁ νομοθέτης νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιμένω ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν προκύψωσι νέα περιστατικὰ καὶ θεωρηθῇ ἀναγκαία ἡ προσαγωγὴ νέων ἐγγράφων ἢ νέων μαρτύρων, πρέπει νὰ ἀναβάλληται ἡ δίκη καὶ νὰ διατάσσηται ἡ προσαγωγὴ τῶν ἀποδείξεων τούτων εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Τοιουτοτρόπως ὁ κατηγορούμενος θέλει τεθῆ εἰς θέσιν νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν ἀπέναντι τῶν νέων ἀποδείξεων, αἱ ὁποῖαι θέλουσι προσαχθῆ, καὶ ἡ δικαιοσύνη θέλει εὑρεθῆ εἰς θέσιν νὰ λειτουργήσῃ ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ καὶ ἐλευθέρα παντὸς κινδύνου, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ διατρέξῃ, ἐν περιπτώσει ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ποῖα μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπηγόρευσαν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι πρώτη ἡ Ἑλλὰς θέλει παρουσιάσει αὐτὸ τὸ παράδοξον, νὰ ἐφαρμόσῃ ὁρκωτικὸν σύστημα ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτον διὰ κἀνένα ἄλλον ὑπήκοον ξένον. Μεταβάλλομεν τὴν κοινὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐξετέλεσαν ἐγκλήματα, ὑπάγονται εἰς τὰ ἐντόπια δικαστήρια, εἰσαγομένου νέου συστήματος, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, θέλει διατρέξει μεγάλους κινδύνους, ἡ δὲ δικαιοσύνη, κατ’ ἐμὲ, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐξησφαλισμένη. Τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, καὶ εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ἀφοῦ ἀποφασίζομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦτο, ἂς φροντίσωμεν, πρὸς Θεοῦ, νὰ τὸ περιφρουρήσωμεν μὲ ὅλας τὰς δυνατὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερον νὰ ἐγγυηθῶσι τὴν δικαίαν καὶ ἀσφαλῆ ἐφαρμογήν του.
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐδήλωσεν ἀρχόμενος, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ...
§44ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὄχι· ἔχω ὑποψίαν.
§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ἀναιρεῖ ἐντελῶς τὴν ἀρχὴν, διότι τὰς ὑποψίας εἶχε καὶ ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἐξέτεινεν αὐτὰς μέχρι τοιούτου σημείου ἐν τῷ τέλει τοῦ λόγου του, ὥστε νὰ χαρακτηρίσῃ καὶ ὡς πρωτοφανὲς τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι πρώτη ἡ Ἑλλὰς ἐν Αἰγύπτῳ εἰσάγει τὸ σύστημα τὸ σήμερον προτεινόμενον, τὸ ὁρκωτικόν. Καὶ ἂν πρώτη ἡ Ἑλλὰς εἰσάγῃ ἐν Αἰγύπτῳ τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα, ἐκ τούτου οὐδὲν ἄτοπον θέλει βεβαίως προκύψει, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐν Αἰγύπτῳ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην δύναμιν ἐγκατεστημένη· ἡ Ἑλλὰς ἔχει τελείαν ἐγκατάστασιν ἐν Αἰγύπτῳ· ἡ Ἑλλὰς ἐν Αἰγύπτῳ παριστᾷ τὴν πρωτεύουσαν ἐκείνην θέσιν, κοινωνικῶς, τὴν ὁποίαν, τηρουμένης τῆς ἀναλογίας, καὶ πρὸ 2000 ἐτῶν ἐκεῖ εἶχεν, ὅτε καὶ πολιτικῶς ἐκυβερνᾶτο ὑπὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ Αἴγυπτος· ἡ Ἑλλὰς ἐν Αἰγύπτῳ ἔχει πληθυσμὸν συμπαγῆ, ὅταν δὲ Κράτος τι ἔχῃ ἐν χώρᾳ, ἐν ᾗ χαίρει δικαίωμα ἑτεροδικίας, πληθυσμὸν συμπαγῆ, δύναται εὐλόγως νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ νὰ ἐφαρμόσῃ ἐκεῖ πάντας τοὺς νόμους, τοὺς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἰσχύοντας. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων τούτων ἐν Αἰγύπτῳ ἀνάπτυξις προνομίων ὑπάρχει πράγματι διὰ τὴν Ἑλλάδα· ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων τούτων ἐν Αἰγύπτῳ κέρδος ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης ὑπάρχει διὰ τὴν Ἑλλάδα· διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων τούτων ἐν Αἰγύπτῳ πολὺ ἀπέχομεν τοῦ νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς ὅ,τι δήποτε, διότι θέλομεν δείξει ἐν Αἰγύπτῳ, ὅπως ἐδείξαμεν καὶ διὰ τῶν λοιπῶν ἡμῶν δικαστηρίων καὶ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων ἡμῶν εἰς τὰ μικτὰ δικαστήρια, ὅτι ἡ ἐν Ἑλλάδι δικαιοσύνη δικαιοῦται νὰ ἔχῃ ὑψηλὰ τὸ μέτωπον, διότι εἶναι ἐπίσης προηγμένη, ὅπως καὶ ἡ τῶν μᾶλλον προηγμένων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης. Οὐδὲν ἄρα ἔχει τὸ κακὸν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι πρῶτοι ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες εἰσάγομεν εἰς τὴν Αἴγυπτον τὸ σύστημα τοῦτο. Ἐν Αἰγύπτῳ θέλομεν εὕρει ἔδαφος ἐκλογῆς ἐνόρκων ἐπίσης ἀνεπτυγμένον, ἴσως δὲ καὶ ἔν τισι μᾶλλον ἀνεπτυγμένον ἢ τὸ ἐν ταῖς πόλεσι τῆς Ἑλλάδος. Ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ὅπου καὶ μόνον πρόκειται νὰ ἑδρεύῃ καὶ ἐκ τῶν πολιτῶν τῆς ὁποίας καὶ μόνον πρόκειται νὰ ἀρύηται τὸ δικαστήριον τοὺς ἐνόρκους αὐτοῦ, ὑπάρχει πληθυσμὸς Ἑλλήνων ἐξ ἐκείνων, διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἦναι ὑπερήφανος ἡ Ἑλλὰς, ἀπαρτιζόμενος ἐν ἁπάσαις ταῖς τάξεσιν ἐκ παντὸς ὅ,τι ἔχει μᾶλλον ἀνεπτυγμένον καὶ μᾶλλον ἠθικὸν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία. Ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, κατὰ πίνακας, τοὺς ὁποίους ἔχω ἐνταῦθα, θέλομεν ἔχει περὶ τοὺς 400 ἐνόρκους λαμβανομένους ἐκ τῶν τριῶν τάξεων, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ὡς φυτώριον πρὸς ἀπαρτισμὸν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων. Οἱ ἀποτελοῦντες τὰς τάξεις ταύτας, περὶ τοὺς 400, διαιροῦνται οὕτω· τραπεζῖται, μεγαλέμποροι, μεγαλοκτηματίαι καὶ εἰσοδηματίαι ἔμποροι,—οὐχὶ μικρέμποροι,—ἐργοστασιάρχαι, μεσῖται,—μεγαλομεσῖται, —ἰατροὶ, δικηγόροι, φαρμακοποιοί. Ἐρωτῶ, ποῦ ἐνταῦθα εὑρίσκει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅπως διστάσῃ, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐνόρκους φέροντας τὰ ἐφόδια τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς ἀναπτύξεως, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἐν Ἑλλάδι ἔνορκοι; Ἄν δὲ θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ περαιτέρω τὸ πρᾶγμα, εἶναι εὔκολον, διότι γνωρίζομεν τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ ἕνα πρὸς ἕνα, γνωρίζομεν πάντας ἐκείνους, οἵτινες ἐν ταῖς κατηγορίαις ταύταις περιλαμβάνονται. Τίς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν αὐτοῖς δὲν ὑπάρχει ὅ,τι ἐκλεκτότερον ἔχει νὰ δείξῃ ἐν ἑκάστῃ τάξει ἡ Ἑλληνικὴ φυλή; Ποῖος δὲ εἶναι ὁ ἄλλος κίνδυνος, τὸν ὁποῖον φοβεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ τὸν ὁποῖον ἤκουσα καὶ παρ’ ἄλλων ἀναφερόμενον προχθές; Ὁ περὶ ἀνεξαρτησίας τῶν ἐνόρκων. Ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἐν πόλει κυρίως εὐρωπαϊκῇ, ἐν πόλει, ἐν ᾗ τὸ στοιχεῖον τὸ ἰθαγενὲς ἐξαφανίζεται ἐνώπιον τῆς δυνάμεως τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων, ἐν πόλει τοιαύτῃ φοβεῖται κίνδυνον τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, τῶν ἐνόρκων, ὁ κ. Βουλευτής; ἐν πόλει, ἐν ᾗ μόνον ἐν τῇ διευθύνσει τῶν δημοτικῶν πραγμάτων 200 Ἕλληνες ἀντιπροσωπεύουσιν, ἐπὶ 600, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ ὅλον σῶμα, ἀντιπροσωπεύουσι, λέγω, τὸν Ἑλληνισμόν; ἐν τοιαύτῃ πόλει φοβεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἔλλειψιν ἀνεξαρτησίας τῶν ἡμετέρων; Καὶ πότε καὶ ποῦ ἀπεδείχθη ἡ τοιαύτη ἔλλειψις ἀνεξαρτησίας; Μήπως ἐν Ἀλεξανδρείᾳ δὲν συνεδριάζῃ καθ’ ἡμέραν τὸ ἑλληνικὸν δικαστήριον; μήπως καθ’ ἡμέραν δὲν ἀθωόνῃ καὶ δὲν καταδικάζῃ; Μήπως προχθὲς ἐν δίκῃ, ἥτις ἐκίνει τὸ ἐνδιαφέρον ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, δὲν ἐδικάσθη καὶ ἠθωώθη κατηγορούμενος ἐκ Πὸρτ– Σαΐδ, ἀχθεὶς εἰς δίκην ἐκεῖ καὶ καταδιωκόμενος ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας τῆς Αἰγύπτου, πανηγυρικῶς καὶ ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ; Καὶ μήπως ἐτόλμησέ τις ποτὲ νὰ ἐπεμβῇ ἐκεῖ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης τὴν ἀπὸ ἐτῶν ἐξακολουθοῦσαν; Οὐδεὶς ἄρα κίνδυνος περὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν ἐνόρκων, ἐνόρκων ἀρίστων, ἐξ ὅσων ἔχει ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ τάξει ταύτῃ. Ἀνεξαρτησία τελεία, ἔδαφος εὐρωπαϊκὸν, καὶ οὐδὲν τὸ ἐπικίνδυνον ἐκ μέρους τοῦ ἐπικρατοῦντος ἐκεῖ εὐρωπαϊκοῦ στοιχείου. Τί λοιπὸν ἔχει τις νὰ φοβηθῇ, ὅπως μὴ εἰσαγάγῃ τὸ σύστημα τοῦτο; Ἀλλὰ, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι καὶ πρωτοφανὲς τὸ πρᾶγμα. Δὲν εἶναι πρωτοφανές· λειτουργεῖ ἀπὸ ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1843, ἀλλὰ μετεῤῥυθμισμένον ἀπὸ τοῦ 1873, δικαστήριον ἐνόρκων εὐρωπαϊκὸν ἐν Αἰγύπτῳ, λειτουργεῖ δικαστήριον ἐνόρκων Ἀγγλικόν.
§46ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἔνορκον;
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§48ΡΑΛΛΗΣ......
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄν ἤθελεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀναγνώσει, ὡς ἐγὼ, τὸν νόμον τὸν Ἀγγλικὸν, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι δὲν λειτουργεῖ μόνον ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, λειτουργεῖ καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἡ Ἀγγλία ἁπανταχοῦ ἔχει τὸ σύστημα τῶν ἐνόρκων, ἀλλὰ τὸ σύστημα τῶν ἐνόρκων οὐχὶ βεβαίως κατηρτισμένον ὡς ἡμεῖς παρέχομεν δι’ αὐτοῦ τὴν δικαιοσύνην.
§50ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἡ μόνη δικαιοσύνη, ἡ ὁποία ἀπονέμεται.
§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περιττὸν νὰ σχετλιάζητε, διότι θέλετε ἴδει, ὅτι, ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν 12 ἐνόρκους, οἱ Ἄγγλοι ἔχουσι πέντε· ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ μεταβάλλουσι τὰ πράγματα.
§52ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὅμως δὲν ἔχουσι πέντε.
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τόσον τὸ χειρότερον διὰ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε· διότι ἂν, ἐν Ἀγγλίᾳ ἔχοντες περισσοτέρους, ἀρκῶνται εἰς ὀλιγωτέρους ἐν Αἰγύπτῳ καὶ Κωνσταντινουπόλει, ἀποδεικνύεται, ὅτι τὰ ἐν Αἰγύπτῳ πράγματα ἐπιτρέπουσι τοιαύτην μεταβολήν. Ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι, ἂν τὸ εἰσαγόμενον σύστημα εὐοδωθῇ ἐν Αἰγύπτῳ, ὅπως ἔχω πλήρη πεποίθησιν, αἱ δὲ περιστάσεις ὑποδείξωσι μελέτην τοῦ ζητήματος καὶ διὰ τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, θέλω βεβαίως ἀποδεχθῆ τὴν ὑπόδειξιν, τὴν ὁποίαν λίαν πεφωτισμένως ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν ἐνταῦθα ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ζυγομαλᾶς. Ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐν Αἰγύπτῳ ἐλειτούργησε καλῶς ὁ θεσμὸς ἐπί τινα χρόνον, ἂν πεισθῶμεν, ὅτι ἐν τοῖς ἄλλοις μέρεσι τῆς Τουρκίας τὰ προσκόμματα, τὰ σήμερον ὑπάρχοντα καὶ παρουσιάζοντα ἐκεῖ ἄλλο ἔδαφος, ἂν, λέγω, ταῦτα τὰ προσκόμματα ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ ἀρθῶσι, βεβαίως ὀφείλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ ἐκεῖ, τοῦ χρόνου προϊόντος, τὸ σύστημα· διότι καὶ πάλιν λέγω, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ πλήρει αὐτῆς πανοπλίᾳ τῇ δικαστικῇ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν. Ὅταν δὲ τοιαύτην ἐπέκτασιν τῆς δικαιοδοσίας ἡμῶν εἰσάγωμεν ἐνταῦθα, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψέξῃ ἡμᾶς, ὅτι ταπεινοῦμεν τὴν πατρίδα, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι θεσμὸς τοιοῦτος, εἰσαγόμενος ἐν ἐδάφει, ὁποῖον τὸ τῆς Ἀλεξανδρείας, δύναται νὰ φέρῃ κίνδυνον εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι ὁ Ἀγγλικὸς νόμος εἰσήγαγεν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὸν θεσμὸν εἰς τὴν Αἴγυπτον, εἰς τὴν Τουρκίαν. Καὶ ἐκεῖ λειτουργεῖ ἔνορκον δικαστήριον, κατὰ τὸν τρόπον τὸν Ἀγγλικὸν βεβαίως, οὐχὶ ὡς τὰ ἡμέτερα...
§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι γενικὸν τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα.
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ποία ἡ διαφορά; Ὡς πρὸς τὸ εἰδικὸν θέμα....
§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ.....
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῖον συμπέρασμα ἐξάγετε ἐκ τούτου; Διότι οἱ Ἄγγλοι δικάζονται ἁπανταχοῦ καὶ πάντοτε δι’ ἐνόρκων, καὶ ἑπομένως δικάζονται δι’ ἐνόρκων καὶ ἐν Τουρκίᾳ, δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ σύστημα τῶν ἐνόρκων εἰς τὴν Αἴγυπτον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ἔχομεν; Ὁ συλλογισμὸς οὗτος εἶναι παράδοξος.
§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδὲν Κράτος ἔχει εἰσαγάγει τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ὅπως ἡμεῖς· οὐδὲν Κράτος ἔχει συστήσει τοιοῦτον.
§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἀφοῦ ἡμεῖς τὸ εἰσαγάγωμεν καὶ ἀποδειχθῇ ὅτι λειτουργεῖ καλῶς, θὰ ἔχωμεν τὴν εὐχαρίστησιν τότε νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν Αἴγυπτον πρῶτοι διὰ τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, καὶ μᾶς παρηκολούθησαν ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἰταλία.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀκούσωμεν τὴν ἐξόντωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου.
§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε τὴν εὐχαρίστησιν ὑμεῖς νὰ βλέπητε, ὅπου δὲν εὑρίσκεσθε σεῖς, ἐξόντωσιν καὶ προδότας· τὸ εἴπετε καὶ προχθές· εἴπετε, ὅτι ἐργαζόμεθα προδοτικῶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριος οἶδε, παρὰ τίνων ἐπεβλήθη. Ἀλλὰ παρ’ ὑμῶν τοιαῦτα λεγόμενα, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ὑβριστικὰ, δὲν ἔχουσι κἀμμίαν ἀξίαν.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς τὸ εἴπετε, καὶ ὅτι εἶναι ἐπαγγελία, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε.
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τίποτε δὲν εἶπον τοιοῦτον, διότι ὅλα ταῦτα ὑμεῖς ἐνοήσατε ἀνεστραμμένως, ἢ καὶ τὰ ἀναστρέφετε. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· εἶπον, ὅτι, διεξαγομένων τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἰθαγενείας, ἐγένετο παράπονον περὶ τῆς ἀτελοῦς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης τῆς Ἑλληνικῆς λόγῳ τῆς μακρᾶς ἀποστάσεως...
§64ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὅτι ἀνελάβετε τὴν ὑποχρέωσιν...
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως· ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἐπεβλήθη τι εἰς ἡμᾶς. Ἀληθῶς τοῦτο ὑμεῖς θέλετε νὰ λέγητε, ἐγὼ ὅμως βεβαίως δὲν τὸ εἶπον... Λοιπὸν ὁ θεσμὸς λειτουργεῖ καὶ παρ’ ἄλλοις, καὶ οὐχὶ τὸ πρῶτον παρ’ ἡμῶν εἰσάγεται. Ἀλλὰ, καὶ πάλιν λέγω, ἂν οἱ πρῶτοι εἰσάγωμεν ἡμεῖς αὐτὸν ἐν Αἰγύπτῳ, καλῶς εἰσάγομεν αὐτὸν, διότι καὶ τὸ ἔδαφος εἶναι παρεσκευασμένον πρὸς τοῦτο εἰς ἡμᾶς, καὶ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ αὐξάνουσι βεβαίως τὰ ἐκεῖ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν, ὁ οὕτω καὶ πολεμήσας καὶ μὴ πολεμήσας τὴν ἀρχὴν, κατῆλθε κατόπιν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἴσως θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ παρακολουθήσω αὐτὸν εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τὰς λεπτομερείας, ἀναμένων ἕκαστον ἄρθρον, ὅπως ἐπ’ αὐτῶν ἀναπτύξω τὰ διάφορα θέματα, καὶ ἀποκρούσω τὰς ἀντιῤῥήσεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε συνεζήτησε καὶ περὶ αὐτῶν, θέλω ἀπαντήσει διὰ βραχέων εἰς ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι κακῶς τὰ τῶν ἐνόρκων εἶναι διεῤῥυθμισμένα ἐν Ἑλλάδι, ὅτι διὰ τοῦτο βλέπομεν ἐν Ἑλλάδι 4–5 νόμους διαδεχομένους ἀλλήλους, καὶ ὅτι δὲν εὕρομεν ἔτι τὸ τέλειον. Βεβαίως δὲν εὕρομεν τὸ τέλειον, καὶ ὅσην καὶ ἂν ἔχω ἐλπίδα, ὅτι ἡ τελευταία νομοθεσία θέλει δώσει κρείττονα τῆς προηγουμένης ἀποτελέσματα, δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ ἀσφαλίσω, ὅπως οὐδεὶς ἡμῶν δύναται νὰ ἀσφαλίσῃ, ὅτι ἡ ἔνορκος δικαιοσύνη, καίτοι κατὰ τὸ νέον σύστημα ἡ λειτουργία αὐτῆς ἔσται κρείττων, θέλει παράσχει ὅλα ἐκεῖνα τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀπεκδεχόμεθα ἢ εὐχόμεθα. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ μὴ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὑπερμέτρως καταφερόμεθα κατὰ τῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐνόρκων ἐνταῦθα· ἡ πεῖρα, ἡ μέχρι τοῦδε κτηθεῖσα, πᾶν ἄλλο δεικνύει ἢ ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν ἐνόρκων δὲν ἐῤῥιζοβόλησεν ἐν Ἑλλάδι καὶ δὲν ηὐδοκίμησε. Παρὰ πάσας τὰς πλάνας καὶ τὰς παρεκτροπὰς, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁ θεσμὸς γενικῶς ηὐδοκίμησε καὶ εὐδοκιμεῖ· ἂν δὲ βαθμηδὸν τροποποιουμένου τοῦ νόμου κατορθωθῇ, ὥστε νὰ ἀποβάλλωνται ἀπὸ τοῦ περιβόλου τῶν ἐνόρκων οἱ μὴ ἔχοντες τὰ ἀληθῆ προσόντα πρὸς ἐπαρκῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ δικαστικοῦ καθήκοντος πολῖται, βεβαίως σὺν τῷ χρόνῳ ὁ θεσμὸς οὗτος τελειότερον θέλει λειτουργήσει ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ μήπως αἱ μεταβολαὶ, αἵτινες ἀλλεπαλλήλως κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἐπηνέχθησαν εἰς τὸ σύστημα, λόγῳ ζημιῶν τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ, μήπως αὗται μόνον ἐν Ἑλλάδι παρατηροῦνται; Μήπως ἡ Γαλλία δὲν μετεῤῥύθμισε πολλάκις τοὺς νόμους τοὺς περὶ τῶν ἐνόρκων; Μήπως ἡ Ἰταλία δὲν ἔπραξεν αὐτὸ τοῦτο; Μήπως αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ ἐλαττώματα, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ πολὺ μείζονα, δὲν ἀπεδείχθησαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ; Τοῦτο οὐδὲν σημαίνει. Διότι ζητοῦμεν νὰ βελτιώσωμεν τὸ σύστημα καὶ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ, τὰς παρατηρηθείσας ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, διὰ τοῦτο δὲν ἀπέτυχεν ὁ θεσμός. Ὁ θεσμὸς ἐπέτυχεν ἐν συνόλῳ· ὁ θεσμὸς εἶναι σήμερον καιρὸς νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ πέραν τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, ἐκεῖ, ὅπου ἔχομεν ἔδαφος, ὅπως ἐφαρμόσωμεν αὐτόν. Ἂν δὲ οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, δὲν βλέπω διατί, ἰδίως ἐν Αἰγύπτῳ, ὁ κ. Βουλευτὴς φοβεῖται τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 23, ὅπως περιέχεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Οἱ ἐν Αἰγύπτῳ ἔνορκοι, ὡς πρὸ ὀλίγου, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀπέδειξα, δὲν θέλουσι φανῆ ἥττονες τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐνόρκων· ἐν πολλοῖς οἱ ἐν Αἰγύπτῳ θέλουσιν ὑπερβάλει τοὺς ἐνταῦθα. Δὲν βλέπω λοιπὸν καθαρῶς, πόθεν ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον ἐξεδήλωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, κατακρίνας ὅτι, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι δὲν εἰσηγάγομεν τὸν νεωτερισμὸν τοῦτον, τὸν ἐκ Γαλλίας παραλαμβανόμενον, εἰσάγομεν αὐτὸν ἐν Αἰγύπτῳ.
§66ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι εἶναι ἡ πρώτη ἐφαρμογή.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ποία εἶναι ἡ δυσχέρεια; Ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἰδιαιτέρως δὲν ἐπιμένω, ἥτις ὅμως εἰσήχθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπὸ ἀνδρῶν πεπειραμένων ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ἀπὸ ἐτῶν εἰδικῶς ἀσχολουμένων εἰς τὰ τοῦ Κακουργοδικείου, ἐὰν, λέγω, ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὄντως ὑπὸ εἰδικῶν ἀνδρῶν παρεισαχθεῖσα, καὶ βεβαίως ὀρθὴ, ἐφαρμοσθῇ, τί θέλομεν ἔχει ἐν Αἰγύπτῳ, τὸ καθιστῶν τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων μᾶλλον ἐπικίνδυνον; Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν παρετήρησεν ἴσως, ὅτι οἱ μάρτυρες, οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 23 προσαγόμενοι, δὲν ἐξετάζονται ἐνόρκως, ὅτι αὐτοὶ προσέρχονται εἰς τὸ δικαστήριον, ὅπως ἁπλῶς ἐξετασθῶσι πρὸς πληροφορίαν, πρὸς διάλυσιν ἀμφιβολιῶν, αἵτινες, τυχὸν ἐπικρατοῦσαι, προκαλοῦσιν ἀναβολὰς πρὸς νέας ἐξετάσεις. Τοιαύτη πρόχειρος ἐξέτασις μαρτύρων καὶ ἄλλων ἀποδείξεων συντελεῖ καὶ εἰς τὴν ταχεῖαν περαίωσιν τῶν δικῶν καὶ εἰς τὴν διαλεύκανσιν τῶν πραγμάτων. Ποῖος ὁ κίνδυνος; Μήπως ἐπιβάλλωνται εἰς τὸν δικαστὴν, ὑποχρεούμενον νὰ ἀποδεχθῇ αὐτάς; Ἀλλὰ καὶ πάλιν λέγω, ὅτι, ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη, ἥτις ἀποτελεῖ καινοτομίαν, δὲν ἀρέσκῃ εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδένα ἔχω λόγον, ὅπως ἐπιμείνω. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ἐν ἄρθρῳ 4 γίνεται τι πρωτοφανές· ὅτι, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφαίνετο περὶ τῆς παραπομπῆς τῶν δικῶν ἀπὸ ἑνὸς δικαστηρίου εἰς ἄλλο, ἐνταῦθα γίνεται τὸ πρωτοφανὲς ἐντελῶς, ὅτι ἀνατίθεται ἡ περὶ παραπομπῆς τῆς δίκης κρίσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ κατὰ τοῦτο προτείνει τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου καὶ ἐν ἐδαφίῳ αʹ καὶ ἐν ἐδαφίῳ γʹ. Διότι φρονεῖ, ὅτι, καὶ ὅταν πρόκηται γενικῶς ν’ ἀποφασισθῇ περὶ τῆς μὴ συγκροτήσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν, δὲν εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἁρμοδία, ἀλλὰ τὸ δικαστήριον, ὅτι δὲ τὸ ἐναντίον ἀποτελεῖ ἐπέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς καθήκοντα τῆς δικαστικῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν ἀμφοτέροις τοῖς θέμασιν ὁ κ. Βουλευτὴς παρενόησε τὴν σημασίαν τῶν διατάξεων. Καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, δὲν παρετήρησεν, ὅτι, ὁσάκις πρόκηται ὡρισμένη δίκη νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἄλλο δικαστήριον ἔξω τῆς Αἰγύπτου, ἡ δίκη δὲν παραπέμπεται εἰς δικαστήριον ἄλλης περιφερείας, ἀλλὰ μόνης τῆς τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν, δηλ. παραπέμπεται εἰς δικαστήριον τῆς περιφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει καὶ τὸ δικαστήριον τῆς Ἀλεξανδρείας. Ἐνταῦθα ἡ ἀνάμιξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας οὐδένα ἄλλον λόγον ἔχει, εἰμὴ μόνον, ὅτι αὕτη εἶναι μόνη ἐπαρκῶς εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους δημοσίας τάξεως, δι’ οὓς ὡρισμένη δίκη δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διεξαχθῇ ἐν Αἰγύπτῳ. Τοῦτο ἀποφαινομένη ἡ Κυβέρνησις, εἰς ποίαν θέσιν φέρει τὸν κατηγορούμενον; Ἐπαναφέρει αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἤθελεν εὑρίσκεσθαι, ἐὰν δὲν ἐψηφίζετο ὁ νόμος οὗτος, ἐπαναφέρει αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς τῶν Κακουργιοδικείων τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ νὰ διεξαχθῇ ἡ δίκη ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον; Βεβαίως ὄχι ὁ λόγος τῶν ἄρθρων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, διότι ἐκεῖνα ἀφορῶσιν εἰς περιπτώσεις παραπομπῆς εἰς δικαστήριον ἄλλης περιφερείας. Καὶ ἰδοὺ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα· εἶναι τὰ ἄρθρα 60–64 (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 60. Παραπομπὴ ἀπὸ δικαστηρίου εἰς δικαστήριον ἰσόβαθμον καὶ ὁμοειδὲς δύναται νὰ γείνῃ ὅταν... 3) ᾖναι ὑποψία, ὅτι κινδυνεύει ἡ δημόσιος ἀσφάλεια ἐκ τῆς εἰς ὡρισμένον τινὰ τόπον συζητήσεως τῆς δίκης.—62. Πᾶς κατηγορούμενος κλπ. ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν παραπομπὴν, ἐξαιρουμένης τῆς διὰ λόγους δημοσίας ἀσφαλείας παραπομπῆς, ἥτις δὲν δύναται νὰ γείνῃ, εἰμὴ μόνον κατὰ διαταγὴν τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Γραμματείας διὰ τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως.—63. Εἰς τὴν σοφὴν κρίσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀνατίθεται ἡ ἐκτίμησις τῶν εἰς τὸ ἄρθρον 60, ἀριθ. 2 καὶ 3, διαλαμβανομένων λόγων τῆς παραπομπῆς κλπ.» Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ παραπομπῆς ἀπὸ δικαστηρίου μιᾶς περιφερείας εἰς δικαστήριον ἄλλης περιφερείας, καὶ εἰδικώτερον ἐν παραδείγματι ἀπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήναις Κακουργιοδικῶν εἰς τὸ δικαστήριον τῶν ἐν Πάτραις Κακουργιοδικῶν. Ἀλλ’ ἐν τῷ θέματι, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, πρόκειται περὶ παραπομπῆς ἀπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Κακουργιοδικῶν, ἐξαρτωμένου ἀπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, εἰς δικαστήριον ἄλλο Κακουργιοδικῶν, ἐξαρτώμενον ὡσαύτως ἀπὸ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἀνεῦρεν ὁ κ. Βουλευτής· εἶπον δὲ διὰ τίνα λόγον δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ ἡ κρίσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν δικαστικὴν, προκειμένου περὶ ζητήματος πολιτικῆς τάξεως· ὡς πρὸς τοῦτο δὲ τὸ ζήτημα τῆς ὑποχωρήσεως τῆς κρίσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν πολιτικὴν, ἔχομεν ῥητὸν ἄρθρον τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἔχομεν τὸ ἄρθρον 410, τὸ ὁποῖον ἐπὶ θέματος ὁμοίου πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν σήμερον ὑπ’ ὄψιν, δηλ. τῆς παραπομπῆς ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου, ἀναθέτει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν κρίσιν τοῦ ζητήματος, διότι λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαστήριον τῶν Κακουργιοδικῶν συνέρχεται εἰς τὴν καθέδραν δικαστηρίου τινὸς Πλημμελειοδικῶν, προσδιοριστέου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κλπ. — Δύναται δὲ ἡ Κυβέρνησις διὰ σπουδαίους λόγους νὰ προσδιορίσῃ ἄλλον τόπον συνεδριάσεως καὶ νὰ τὸν δηλοποιήσῃ δημοσίως.»
§68ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ τόπου.
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δηλαδὴ, ἀντὶ νὰ ἑδρεύσῃ τὸ δικαστήριον τῶν Κακουργιοδικῶν ἐν Ἀθήναις, νὰ ἑδρεύσῃ ἐν Πειραιεῖ. Ταύτην δὲ τὴν ἐξουσίαν ἔχει ἐκ τοῦ νόμου ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὄχι ὁ Ἄρειος Πάγος. Ὥστε οὐδὲν τὸ ἔκτροπον ἐπράξαμεν ἐνταῦθα, οὐδὲν τὸ μὴ περιεχόμενον ἤδη ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ. Τὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπεδέχθην, ὄχι διότι ἐνόμισα, ὅτι ἦσαν ἀναρμόδια τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον ἐπιτροπῆς παρέχουσι τελείαν ἀσφάλειαν, ἀλλὰ διότι πραγματικῶς φρονῶ, ὅτι ἐπαρκοῦσιν οἱ ἐφέται. Διὰ τοῦτο παρέρχομαι τὸ ἄρθρον 6. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 ἐξέπληξε τὸν κ. Βουλευτὴν τὸ ὅτι πρόκειται νὰ δικάσουν ἄνθρωποι μὴ διωρισμένοι ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ ἐνταῦθα ἐπέκρινε τὸ νομοσχέδιον, ὅπως καὶ ἐπὶ ἄλλου θέματος, ὅτι ἐνεκεντρίσθη ἐπὶ τοῦ προξενικοῦ ὀργανισμοῦ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐγκεντρισθῇ ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τὴν διάταξιν ταύτην ἐνεκεντρίζομεν ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ παρεδίδομεν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς Δικαιοσύνης, ἠθέλομεν τότε πράξει τι τὸ ἀνώμαλον· διότι ὁ προξενικὸς ὀργανισμὸς εἶναι νόμος κείμενος, κῶδιξ ὑπάρχων, κῶδιξ αὐτοτελής, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κώδικος τούτου γίνεται ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὑφίσταται ἱεραρχία, ἀπολήγουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπάρχουσι δικασταὶ ἰσόβιοι, ἀπ’ αὐτοῦ ἐξαρτώμενοι καὶ ὑπ’ αὐτοῦ διοριζόμενοι, τῇ συμπράξει νῦν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης (διότι σήμερον, ὅτε, κατὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου ἐν ἔτει 1887, λαμβάνονται οἱ δικασταὶ ἐκ τῶν ἰσοβίων, βεβαίως εἶναι ἀναγκαία ἡ σύμπραξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῶν ἐν ἄλλῃ θέσει· ἀλλὰ πρότερον δὲν συνέπραττε παντελῶς). Εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν λοιπὸν συγκεντροῦται ἡ ὅλη ἱεραρχία, τὰ προξενικὰ δικαστήρια εἶναι τεθειμένα ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν αὐτοῦ, καὶ οἱ ἐν αὐτοῖς δικασταὶ ὑπ’ αὐτοῦ διορίζονται, οἱ δὲ πάρεδροι, οἵτινες καὶ πρὶν ἢ ὁ ὑφιστάμενος ὀργανισμὸς ὑπάρξῃ ὑπῆρχον κατὰ τὸν παλαιὸν ὀργανισμὸν, —καὶ τοῦτο κατὰ μίμησιν τῶν ξένων νομοθεσιῶν,—οἱ πάρεδροι ἀπὸ ἑξήκοντα ἐτῶν περίπου οὕτω διορίζονται, καὶ ὑπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ ὑπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, εἰς οὐδενὸς δὲ τὸν νοῦν διῆλθε ποτὲ ἡ ἰδέα, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ πάρεδροι λαμβάνονται ἐκ τῶν ἐν ταῖς παροικίαις προκρίτων, κατὰ σύστημά τι ἐν τῷ νόμῳ διαγραφόμενον, διὰ τοῦτο καταχρηστικῶς λειτουργοῦσι, διὰ τοῦτο πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἀπὸ τοῦ 1882 ἰδίως ἐκδεδομέναι, εἶναι ἄκυροι, διότι οἱ πάρεδροι δὲν διορίζονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἐκλέγονται ἐκ καταλόγου ἐπὶ τούτῳ κατηρτισμένου. Τοῦτο εἶναι πρωτάκουστον. Ἐὰν δὲ ἐνταῦθα πρέπῃ ν’ ἀποκρούσωμεν τοὺς παρέδρους, διότι δὲν διορίζονται διὰ Β. Διατάγματος, τότε τί πρέπει νὰ πράξωμεν διὰ τὰ ἐν τῷ προξενικῷ ὀργανισμῷ, ὅστις ἐλειτούργησε καὶ λειτουργεῖ ἐπὶ μακρὰ ἔτη μετὰ τοιούτων παρέδρων; Ἢ πρέπει νὰ ἔχωμεν σύστημα ὁμοιόμορφον, καὶ τὸ δικαστήριον τῶν Κακουργιοδικῶν, τὸ ὁποῖον θέλει συστηθῆ, δέον νὰ ἐξαρτᾶται ἐξ ἧς καὶ τὸ προξενικὸν δικαστήριον ἐξαρτᾶται ἀρχῆς, καὶ νὰ διαχειρίζηται ὑπ’ αὐτῶν ἐκείνων τῶν δικαστῶν, ἐξ ὧν συγκροτεῖται τὸ δικαστήριον τὸ τὴν ἐν γένει προξενικὴν δικαιοσύνην διαχειριζόμενον, ἢ πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὸ ὅλον σύστημα τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐνόσῳ ὑφίσταται ὁ νόμος οὗτος...
§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Διὰ τὸν ἀνακριτὴν ἀπαιτεῖται βασιλικὸν διάταγμα.
§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν ἀνάγκῃ ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῇ εἰδικῶς ἄλλος πρὸς ἐκπλήρωσιν ἀνακριτικῶν καθηκόντων, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἀναιρεῖται, μένει ἄθικτος, οὐδ’ ἀναιρεῖ καὶ αὕτη τὴν ὕπαρξιν τῶν παρέδρων, οὐδὲ τὴν ἄλλην διάταξιν τοῦ προξενικοῦ νόμου, καθ’ ἣν, ἀντιθέτως πρὸς τὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ συνήθως γινόμενα, δὲν δικάζει πάντοτε πλειοψηφία τακτικῶν δικαστῶν καὶ μειοψηφία παρέδρων δικαστῶν, ἀλλὰ δικάζει συχνότατα πλειοψηφία παρέδρων δικαστῶν καὶ μειοψηφία τακτικῶν δικαστῶν. Διότι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης βεβαίως δὲν εὐμοιρεῖ τῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἐνταῦθα, καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ εἶναι δυνατὸν πολλάκις νὰ μὴ ὑπάρχωσι παρόντες ἢ ἐλεύθεροι ἀμφότεροι οἱ τακτικοὶ δικασταί, προσλαμβάνονται καθ’ ἡμέραν εἰς συγκρότησιν τοῦ τριμελοῦς δικαστηρίου δύο πάρεδροι δικασταὶ ἐκ τῶν προκρίτων πολιτῶν, τὸ δὲ δικαστήριον εἶναι οὕτω νομίμως κατηρτισμένον κατὰ τὸν κείμενον νόμον. Τὰ πράγματα τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσιν ὡς ἐνταῦθα, ἐκανονίσθησαν δὲ διὰ τοῦτο διαφόρως κατά τι· ἡ δὲ λειτουργία τῶν δικαστηρίων ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, Σμύρνῃ καὶ Κωνσταντινουπόλει δὲν ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι πλημμελὴς ὁ θεσμός. Δὲν ἀναφέρω δὲ τὴν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων τῶν ὑπὸ τοὺς προξένους ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουσι τακτικὰ προξενικὰ δικαστήρια· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν ἀπεδείχθη πλημμελὴς ὁ θεσμός. Ἐν τῇ συζητήσει περὶ τοῦ θέματος ἤκουσα φωνὴν λέγουσαν, ὅτι ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα νὰ ἦναι ἰσόβιοι οἱ δικασταί. Τοιοῦτόν τι δὲν ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα διατάσσει, ὅτι ὡρισμένοι δικασταὶ, οἱ ἀρεοπαγῖται, οἱ ἐφέται, οἱ πρωτοδίκαι, μετὰ ὡρισμένον χρόνον γίνονται ἰσόβιοι, καὶ δὲν ὁρίζει τὴν ἰσοβιότητα ὡς ἀποτελοῦσαν οὐσιῶδες προσὸν τοῦ δικάζειν, ἀλλ’ ἁπλῶς, ἵνα ἀσφαλίσῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης διὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ δικαστοῦ, ὅστις δὲν ἀφίνεται ὑποχείριος τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ διότι δὲν εἶναί τις ἰσόβιος, δὲν ἕπεται, ὅτι στερεῖται συνταγματικῶς τῆς πρὸς τὸ δικάζειν ἱκανότητος· καὶ ἀπόδειξις αἱ περὶ παρέδρων διατάξεις τῶν δικαστικῶν νόμων. Δὲν ἀναφέρω τοὺς εἰρηνοδίκας, διότι θὰ μοὶ ἀντείπωσιν, ὅτι τούτους ἐξαιρεῖ τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἀναφέρω τοὺς παρέδρους, δικαστὰς ἀμίσθους καὶ μετακλητοὺς, οἵτινες δικάζουσιν ἀνέκαθεν καὶ δικάζουσι πάντοτε νομίμως.
§72ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀνακριτικὰ καθήκοντα ἔχουν οἱ πάρεδροι;
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠθέλησεν ὁ νόμος νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τοιαῦτα καθήκοντα, ἀλλ’ ἂν ἔκρινε τοῦτο σκόπιμον, ἠδύνατο βεβαίως νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς καὶ ἀνακριτικὰ καθήκοντα. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἐκεῖ ὅπου ἠθέλησε τοῖς τὰ ἔδωκε· τοῖς τὰ ἔδωκεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὁ δὲ νόμος, ὅστις τοῖς τὰ ἀπένειμεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, οὐδὲν ἔχει τὸ ἀντισυνταγματικὸν, οὐδ’ ἐφαντάσθη ποτέ τις νὰ προτείνῃ κατ’ αὐτοῦ ἀντισυνταγματικότητα. Ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν, ὑπὸ τοιούτων ἰδεῶν ἐμπνεόμενος, προτείνει ῥιζικὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 7· ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις αὐτοῦ. Ἐὰν νομίζῃ, ὅτι διορισμὸς δι’ ἐκδόσεως βασιλικοῦ διατάγματος δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα καὶ ἄρῃ τὸν κίνδυνον, ὃν φοβεῖται, ἴσως δυνάμεθα ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ νὰ παρεμβάλωμεν φράσιν, καθ’ ἣν οἱ σύνεδροι διορίζονται διὰ Β. Διατάγματος. Ἴσως τοιοῦτος διορισμὸς παρέχει τινὰ δυσχέρειαν, λόγῳ τῆς βραχύτητος τοῦ χρόνου τοῦ μεταξὺ τῆς γενέσεως τῆς ἀνάγκης τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς ἡμέρας τῆς λειτουργίας τοῦ δικαστηρίου, ἀλλ’ ἴσως καὶ δὲν εἶναι ὅλως ἀδύνατον νὰ ἐξευρεθῇ οἰκονομία τις τοῦ πράγματος. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ μεταβολὴ δὲν ἔχει σπουδαίαν σημασίαν. Ὁ δικαστής, διοριζόμενος, ὅπως λέγει τὸ Σύνταγμα, κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου, διορίζεται ἀληθῶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Διότι ἐκεῖνο κυρίως ἠθέλησε τὸ Σύνταγμα νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἡ ἐξουσία ἡ δικαστικὴ δὲν πηγάζει μὲν ἀπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ λειτουργεῖ κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Βασιλέως· ὅταν δ’ ἔχωμεν νόμον ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅστις ὁρίζει κατὰ τίνα τρόπον διορίζεται ὁ δικαστὴς, ὁ κατ’ ἐπιταγὴν αὐτοῦ μέλλων νὰ δικάσῃ, ἔχομεν ἀληθῶς ὅ,τι τὸ Σύνταγμα ἀπῄτησε. Μένει μία παρατήρησις. Ὁ κ. Βουλευτὴς φοβεῖται, ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὴν δικαιοσύνην ἡ ἀνάθεσις τῶν εἰσαγγελικῶν καθηκόντων, ἀναπληρωτικῶν ἢ καθ’ ὑποκατάστασιν, εἰς τὸν γενικὸν πρόξενον, ἢ τὸν γραμματέα ὑποπρόξενον ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἢ τὸν ἐν Καΐρῳ γραμματέα, καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, διαγράφει τὴν περὶ τοιαύτης ἀναπληρώσεως διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νομοσχεδίου. Προτείνει δὲ καὶ τὴν τροποποίησιν τῆς πρώτης διατάξεως τοῦ ἄρθρου, ἣν εὑρίσκει πλημμελῆ, καὶ ζητεῖ νὰ προστεθῇ, ὅτι καὶ ὁ παρὰ πλημμελειοδίκαις ἀντεισαγγελεὺς ὑποκαθίσταται ὑπὸ τοῦ παρ’ ἐφέταις εἰσαγγελέως πρὸς ἐκπλήρωσιν καθηκόντων δημοσίου κατηγόρου. Ἐπὶ τούτου θὰ ὑποβάλω τὴν παρατήρησιν, ὅτι διέφυγε τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ πρώτου μέρους τοῦ ἄρθρου, ὅπως ἔχει, εἶναι καθαρὰ ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ͵ΒΚΗʹ τῆς 20 Ἰουλίου 1892. Ἐν δὲ τοῖς ἀντιγραφομένοις ἄρθροις δὲν ἀναφέρεται παντάπασιν ὁ ἀντεισαγγελεύς.
§74ΡΙΚΑΚΗΣ...
§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ παράλειψις τοῦ παρὰ πρωτοδίκαις ἀντεισαγγελέως λόγον ἔχει, ὅτι παραλείπεται καὶ ἐν τοῖς ἄρθροις τῆς κειμένης νομοθεσίας· ἐπράξαμεν δ’ ἐνταῦθα οὐδὲν ἄλλο ἢ νὰ ἀντιγράψωμεν. Ὅπου δὲν εἴχομέν τι νέον νὰ προσθέσωμεν, ἀντεγράψαμεν τὰ τῆς κειμένης νομοθεσίας. Ἀλλὰ δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον ἐφοβήθη ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἀντιπροσώπευσιν τῆς Εἰσαγγελίας ὑπὸ τῶν προξενικῶν λειτουργῶν. Οὗτοι τότε μόνον κατὰ τὸ νομοσχέδιον μετέχουσι τῆς δίκης, ὅταν ἐλλείπῃ ἢ κωλύηται ὁ παρ’ ἐφέταις εἰσαγγελεὺς ἢ ὁ ὑποκατάστατος αὐτοῦ. Ὥστε εἰς τὴν κρίσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν ἀφίεται, ἐὰν ἐπαρκῶσιν ὁ γενικὸς πρόξενος καὶ οἱ ἀναπληρωταὶ αὐτοῦ, ἢ ἐὰν ἐπαρκῇ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν πλημμελειοδικῶν εἰς διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων τῶν ἐκκρεμῶν ἐνώπιον τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ δικαστηρίου, νὰ ὑποκαταστήσῃ τὸν παρὰ πλημμελειοδίκαις εἰσαγγελέα, ἢ νὰ μὴ πέμψῃ μηδ’ αὐτόν· ἐὰν δὲ φρονῇ τοὐναντίον ἀναγκαίαν τὴν ἰδίαν αὐτοῦ παρουσίαν, δύναται νὰ μεταβῇ αὐτὸς εἰς Ἀλεξάνδρειαν. Ὅταν δὲ εἰς τοιοῦτον ἀνώτατον λειτουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πεπειραμένον εἰς τὰ τῆς διεξαγωγῆς τῶν ποινικῶν δικῶν, ἦναι ἀνατεθειμένη ἡ περὶ τούτου κρίσις, μοὶ φαίνεται, ὅτι πᾶσαν ἐγγύησιν ἐδώκαμεν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ἀλλὰ μήπως οἱ μέλλοντες ἐκεῖ νὰ παρασταθῶσι καὶ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν δημοσίαν κατηγορίαν προξενικοὶ λειτουργοί, μήπως δὲν ἦναι παρεσκευασμένοι πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου; Αὐτοὶ οἱ σήμερον ἐκεῖ διωρισμένοι εἶναι εἴπερ τινὲς καὶ ἄλλοι παρεσκευασμένοι, ὅπως ὑποστηρίξωσι τὴν δημοσίαν ἀγωγὴν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου· ὁ γενικὸς πρόξενος, ὁ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ σήμερον ὑπηρετῶν, ὑπῆρξεν ἐκ τῶν διακεκριμένων λειτουργῶν τῆς δικαιοσύνης.
§76ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ φύγῃ αὐτός.
§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, μήπως ἐπιβάλλεται ἡ ὑποκατάστασις τοῦ γενικοῦ προξένου; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν, βλέπων ὅτι ὁ γενικὸς πρόξενος δὲν εἶναι ἐκ τῶν πεπειραμένων νομομαθῶν, ἢ θέλει μεταβῆ αὐτὸς αὐτοπροσώπως, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν κατηγορίαν, ἢ θ’ ἀποστείλῃ ὑποκατάστατον τὸν εἰσαγγελέα τῶν πλημμελειοδικῶν, ἢ ἄλλον ἀναπληρωτήν. Ἐγὼ γινώσκω, ὅτι ἐν τῷ ἀρχικῷ σχεδίῳ δὲν εἴχομεν θέσει τὸν γενικὸν πρόξενον ὡς ὑποκατάστατον τοῦ εἰσαγγελέως· παρατήρησις δὲ τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γενικοῦ προξένου, ὑποβληθεῖσα ἐγκαίρως, ἔπεισεν ἡμᾶς, ὅτι συμφέρει νὰ περιληφθῇ, διότι ἔχει μέγα κῦρος ὁ γενικὸς πρόξενος ἐκεῖ, καὶ ἐκ τούτου ἡ παρουσία αὐτοῦ ἐν τῷ δικαστηρίῳ ἔχει πολλὴν σημασίαν, ἀσφαλίζουσαν τὴν τελειοτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.
§78ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν αὐθαίρετον· διότι εἰς τὴν διοίκησιν ἀνατίθεται καὶ ἡ δικαιοσύνη· εἶναι ὡς νὰ λέγητε, ὅτι ὁ νομάρχης πρέπει νὰ ἦναι καὶ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν.
§79ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπὸ τοῦ γενικοῦ προξένου οὐδὲν πιεστικὸν ἔχουσι νὰ περιμένωσι. Ταῦτα ἦσαν τὰ λεχθέντα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐν γένει καὶ κατὰ μέρος. Μοὶ φαίνεται δὲ, μεθ’ ὅσα ἐξέθηκα, ὅτι αἱ κατ’ αὐτοῦ ἀντιῤῥήσεις δὲν ἔπεισαν τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ μὴ ψηφισθῇ, ἢ ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ.
§80ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ψηφισθῇ, τῆς Βουλῆς εὑρισκομένης ἐν ἀπαρτίᾳ. Διὸ καλέσατε τοὺς Βουλευτὰς νὰ προσέλθωσι.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλετε ἔνστασιν περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας;
§82ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ, ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου νὰ γείνῃ, τῆς Βουλῆς εὑρισκομένης ἐν ἀπαρτίᾳ· ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, διὰ νὰ παρέλθῃ ὥρα, τότε καλλίτερον νὰ διακόψωμεν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος ...
§84ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ λοιπόν. Ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου καὶ μὴ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 9 μ. μ.).