1892.12.28
1,792 rows · 13,683 words · 140 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28.
τῆς 28 Δεκεμβρίου 1892.
(Δευτέρα).
Ὥρᾳ 5 καὶ 40′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 100,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1892. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 101).
§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ γείνῃ μία συνεννόησις, διὰ νὰ προσδιορισθῇ τέλος πάντων μία ὥρα συνεδριάσεως τακτική.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσδιωρισμένη εἶναι ἡ τρίτη ὥρα μετὰ μεσημβρίαν.
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ φαίνεται ὅτι δὲν θέλει αὐτὴν τὴν ὥραν, καὶ διὰ τοῦτο προτιμότερον εἶναι νὰ προσδιορισθῇ ἄλλη. Σήμερον ἐγένετο ἔγγραφος πρόσκλησις, ὅπως συνέλθωμεν εἰς τὰς 3, καὶ ἐνόμιζον, ὅτι πράγματι θὰ ἠρχόμεθα εἰς τὰς 3, διὰ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων μας· ἀλλὰ τώρα εἶναι 6. Ἕως εἰς τὰς 5 δὲν ἦτο κἀνεὶς ἐδῶ· εἰς τὰς 5 ἦλθον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ τότε ἦλθον καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ σωρηδόν. Ὥστε καλλίτερον εἶναι νὰ προσδιορίσωμεν τὴν 6ην ὥραν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἔρχωνται πολλοὶ συνάδελφοι εἰς τὰς 3 καὶ νὰ περιμένουν μέχρι τῶν 5. Ὥστε νὰ προσδιορίσωμεν τὴν 5ην ὥραν.
§6ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι.
§7ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σιωπηρῶς ἂς ὑποτεθῇ, ὅτι προσδιωρίσθη ἡ πέμπτη ὥρα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ σιωπηρῶς; Νὰ τὸ προσδιορίσωμεν δι’ ἀποφάσεως.
§9ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς ὥρα ἐνάρξεως ἔχει ὁρισθῆ ἡ 3 μ. μ. Διὰ νὰ τηρηθῇ δὲ, πρέπει, ἐὰν μέχρι τῆς 3½ τὸ πολὺ δὲν ὑπάρξῃ ἀπαρτία, νὰ διαλύηται ἡ συνεδρίασις.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§11ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι οὕτω καὶ κέρδος θὰ ἔχῃ ἡ Βουλή· διότι, ἐὰν διαλυθῇ ἅπαξ ἡ συνεδρίασις, τὴν δευτέραν ἡμέραν θὰ ἔλθωμεν ἐνωρίς (Διάλογοι).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν 4ην ὥραν θὰ ἀρχίζῃ εἰς τὸ ἑξῆς ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησε τὸν λόγον.
§13ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1893. Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς. Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν νόμου. Νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως ἀντιμισθίας ἀξιωματικῶν καθηγητῶν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς τυπώσεως καὶ παραπομπῆς αὐτῶν εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπήν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 102–105).
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς κατέθηκε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν πληροφορίας σχετικὰς περὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεώς μου. Ἀλλ’ ἐν τῷ πίνακι τῷ κατατεθέντι λείπει ἀκριβῶς ἡ πληροφορία, ἥτις ἀφορᾷ τὰς κατασκευασθείσας καὶ παραδοθείσας ὁδοὺς καὶ τὰ ποσὰ, ἅτινα ἐξ αὐτῶν καθυστερεῖ τὸ Κράτος πρὸς τοὺς διαφόρους ἐργολάβους. Ἐν τῷ πίνακι ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ὀφειλόμενα παρὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἐργολάβους διὰ τὰ τοιαῦτα ἔργα, δὲν ἀναφέρει ὅμως τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς αὐτοὺς διὰ τὰ κατασκευασθέντα ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον ἀνεγνώρισε τὰς ἐν τῷ πίνακι σημειουμένας ὀφειλάς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπληρώσῃ τὸ πίνακα τοῦτον διὰ μιᾶς τετάρτης στήλης, ἥτις ν’ ἀναφέρῃ τὰ ποσὰ ταῦτα. Τὴν ἐρώτησίν μου ταύτην, ὅπως ἐξακριβωθῇ, καταθέτω καὶ ἐγγράφως.
§16ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ἵνα συμπληρώσῃ τὰς μελέτας του ἐκ τοῦ πίνακος, διότι τότε θέλει ἴδει, ὅτι ἐκεῖ σημειοῦνται ὅλα τὰ παρ’ αὐτοῦ αἰτούμενα. Σημειοῦνται ὅλαι αἱ ἐγκριθεῖσαι διαταγαὶ ἔργων ἐν ἐκτελέσει, ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις. Σημειοῦται τὸ ποσὸν τὸ ὁλικὸν, σημειοῦται τὸ ποσὸν τὸ μέχρι τοῦδε πληρωθὲν, καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον. Νομίζω ὅτι αἱ τρεῖς αὗται στῆλαι ἀνταποκρίνονται εἰς ὅλας τὰς ἐρωτήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε εἶναι κακῶς συντεταγμένος ὁ πίναξ, διότι ἡ πρώτη στήλη ἀναφέρει τὰς ἀναγνωρισθείσας δαπάνας δι’ ἐκτελεσθέντα ἔργα.
§18ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ πρώτη στήλη σημειώνει τὰς ἐγκρίσεις τῶν διαφόρων πρακτικῶν δημοπρασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς συντάξεως τοῦ πίνακος, ἄρα σημειώνει ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ἀνέλαβε μέχρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς. Ἡ δευτέρα στήλη σημειώνει ὅλας τὰς πληρωμὰς τὰς γενομένας, καὶ ἡ τρίτη ὅλα τὰ ὀφειλόμενα ποσά. Σημειοῦνται δὲ, ὅτι εἰς τὴν στήλην, ἐν ᾗ σημειοῦνται τὰ ποσὰ τῶν ἐγκριτικῶν διαταγῶν, περιελήφθησαν καὶ ὅλα τὰ ποσὰ τὰ διὰ συμπληρωματικῶν προϋπολογισμῶν ἐγκεκριμένα. Ἑπομένως ἔχετε εἰκόνα ἀκριβῆ ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ἀνέλαβε, τοῦ μέρους τοῦ ἐκτελεσθέντος μέχρι τοῦδε καὶ τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον πρόκειται ἀκόμη νὰ ἐκτελεσθῇ.
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ πίναξ ὁ κατατεθεὶς βεβαίως δὲν λέγει ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ἀναφέρει ὀφειλὰς ἀνεγνωρισμένας. Τοιαῦτά εἰσι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀνεγνωρίσθησαν κατόπιν ἐξελέγξεως, ὄχι ὅμως κατόπιν συμβάσεως. Ἐὰν θεωρῆτε ταῦτα ἀνεγνωρισμένα ἔξοδα, τότε εἶναι βεβαίως ζήτημα φράσεως.
§20ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο εἶναι. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ φράσις, τῆς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία ἔκαμε χρῆσιν, εἶναι ἀκριβής· διότι, ὅταν ὁμιλῇ περὶ ἐγκριτικῆς διαταγῆς, ὁμιλεῖ περὶ ἐγκρίσεως τῆς ὅλης δαπάνης. Ἄλλως ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὀφειλαὶ ἐπὶ παραληφθέντων ἔργων ἀνέρχονται εἰς 3½ ἑκατομμύρια.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσω καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ἐγκριθέντων ἔργων ἐπληρώθη μέχρι λεπτοῦ.
§22ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶχον δίκαιον λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην νὰ συμπληρώσητε τὰς ἐπὶ τοῦ πίνακος μελέτας σας. Ἀφοῦ τοῦτο πράξητε, θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ πίναξ εἶναι ἀκριβὴς, καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ καὶ ἐν αὐτῷ ἔχετε ὅλας τὰς πληροφορίας, ἃς ζητεῖτε. Ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν πρώτην στήλην εἶναι τὰ ἐγκριθέντα, εἰς τὴν δευτέραν τὰ πληρωθέντα καὶ εἰς τὴν τρίτην τὰ ὀφειλόμενα.
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν τὸ ποσὸν, ὅπερ εἶναι ἐν τῇ στήλῃ τῶν πληρωθέντων, ἀποτελεῖ καθ’ ὑμᾶς τὸ ποσὸν τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων;
§24ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μία ἐργολαβία ἐνεκρίθη διὰ 50,000 δραχμὰς, ἐπληρώθησαν δὲ 40,000· αὗται αἱ 40,000 δραχμαὶ περιλαμβάνονται εἰς τὴν δευτέραν στήλην.
§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποθέσατε ἔργον ἀξίας 100 χιλιάδων· ἐξετελέσθησαν ἔργα 80 χιλιάδων, ἐξ αὐτῶν τῶν 80 χιλιάδων ἐπληρώθησαν 70,000· ὀφείλονται ἄρα ἐκ μὲν τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων 10,000, ἐκ δὲ τῶν ἐγκριθέντων 30,000. Ἕπεται λοιπὸν, ὅτι ὁ πίναξ δὲν εἶναι πλήρης· πρέπει νὰ ἔχῃ 4 στήλας, τῶν ἐγκριθέντων, τῶν ἐκτελεσθέντων, τῶν πληρωθέντων καὶ τῶν ὀφειλομένων. Μόνον ἐν μιᾷ περιπτώσει αἱ τρεῖς στῆλαι συμπληροῦσι τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, ἂν τὸ ὅλον τῶν παραδοθέντων ἔργων ἐπληρώθη καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ οὐδὲν μένῃ ὑπόλοιπον νὰ πληρωθῇ· ἀλλ’ ἐξ ἐγκριθέντων καὶ μὴ ἐκτελεσθέντων ἔργων δὲν ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι ὁλόκληρα τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα ἐπληρώθησαν, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐπληροφόρησεν ὑμᾶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲ μία δραχμὴ καθυστερουμένη εἰς ἐργολάβους δι’ ἐκτελεσθέντα ἔργα. Τὴν συμπλήρωσιν ταύτην ἐζήτησα, ἵνα γνωρίζωμεν εἰς τί ποσὸν ἀνέρχεται τὸ ὅλον τῶν ἐγκριθέντων καὶ ἐκτελεσθέντων ἔργων καὶ τί ποσὸν ὀφείλεται.
§26ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί ἠδύνατο ἡ ὑπηρεσία νὰ ἀναγράψῃ; Δὲν ἠδύνατο ἄλλο νὰ ἀναγράψῃ ἢ τὸ ποσὸν τῆς ἐγκριτικῆς διαταγῆς, καὶ δεύτερον τὰ πληρωθέντα μέχρι τοῦδε, δηλαδὴ ποῖα ἐντάλματα ἐδόθησαν κατόπιν πιστοποιήσεων περὶ ἐκτελεσθέντων ἔργων, καὶ τί ποσὸν ὀφείλεται ἐν σχέσει τῶν δύο πρώτων ποσῶν. Ὅταν ἀφαιρέσητε τὸ δεύτερον ποσὸν ἀπὸ τὸ πρῶτον, ἔχετε τὸ τρίτον ποσόν. Λοιπὸν ἡ τρίτη στήλη περιέχει τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸν ἐργολάβον. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ τρίτη στήλη ἀνταποκρίνεται πρὸς ἐκεῖνο, ὅπερ θέλει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐν ἄλλαις λέξεσι, ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καθ’ ἣν στιγμὴν συνετάχθη ὁ πίναξ. Τοῦτο εἶναι τὸ ποσὸν, ὅπερ σημειοῦται ἐν τῇ τρίτῃ στήλῃ.
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους εἶναι διτταί· εἶναι ὑποχρεώσεις πρὸς ἐργολάβους ἐκτελέσαντας ἔργα, ὧν ἀνεγνωρίσθη τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν, καὶ δεύτερον ὑποχρεώσεις δι’ ἔργα μὴ ἀναγνωρισθέντα μὲν, ἀλλ’ ἐκτελεσθέντα. Ἐκ τῶν ἀναγνωρισθέντων ἔργων τί ποσὸν ἐπληρώθη καὶ τί ποσὸν ὀφείλεται;
§28ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ πληροφορία αὕτη δὲν δύναται νὰ δοθῇ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τοῦτο ἐκδίδει μόνον ἐντάλματα. Τὸ μόνον, ὅπερ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι ὅλα τὰ ἐντάλματα πληρόνονται ἑτοίμως ὑπὸ τοῦ ταμείου. Ἑπομένως οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι τὰ ἐντάλματα τὰ ἐκδοθέντα ἐπληρώθησαν.
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε δὲν ὀφείλεται τίποτε;
§30ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὀφείλονται μόνον ἐκεῖνα, ἅτινα δὲν ἐπρόφθασεν ἀκόμη ὁ ταῦτα λαβὼν ἐργολάβος νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸ οἰκεῖον ταμεῖον, ὅπως λάβῃ τὸ ἐν αὐτοῖς σημειούμενον ποσόν.
§31ΙΩ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ ἄρτι διορισθεὶς δεύτερος γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας Ἀργολιδοκορινθίας κ. Δημάδης εἶχε τὰ προσόντα διὰ τὴν θέσιν ταύτην, καὶ τίνι τρόπῳ ἀπέκτησεν αὐτά· διότι ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος δὲν εἶχε τὰ προσόντα. Καὶ εἶχε μὲν διορισθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ἔπαρχος ἐν Γορτυνίᾳ διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἡ θέσις αὕτη δὲν χορηγεῖ προσόντα διὰ τὴν θέσιν διοικητικοῦ ὑπαλλήλου. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ διορισθεὶς οἰκονομικὸς ἔφορος Ὕδρας καὶ Τροιζηνίας κ. Γεωργόπουλος εἶχε τὰ προσόντα νὰ διορισθῇ εἰς τὴν θέσιν ταύτην, καὶ τίνι τρόπῳ ἀπέκτησεν αὐτά· διότι καὶ οὗτος εἶχε διορισθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου ἔπαρχος, ἀλλ’ ἡ θέσις αὕτη δὲν χορηγεῖ προσόντα διὰ τὴν θέσιν οἰκονομικοῦ ἐφόρου.
§32Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δύο μόνον λέξεις θὰ εἴπω καὶ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν. Ἀληθῶς ἡ ἐγκύκλιος, ἡ ἐκδοθεῖσα πρό τινων ἡμερῶν καὶ ἀφορῶσα εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν δικαιουμένων εἰς ἱππονομὴν, παρέλειψε τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ὑπεραρίθμους, καθόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι εἰς τὸ πυροβολικὸν ὡς καὶ εἰς τὸ ἱππικὸν ὑπάρχουσιν ἀνθυπολοχαγοὶ ὑπὲρ τὴν δύναμιν τοῦ ὀργανισμοῦ, διὰ νόμου ὅμως κατατεταγμένοι· περὶ τούτου βεβαίως ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἠδύνατο εἰδικῶς νὰ προνοήσῃ, οὐχ ἧττον ἡ ὑπόθεσις οἰκονομεῖται ἄλλως πως· καὶ ἰδοὺ πῶς. Εἰς τὸ ἱππικὸν ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπηρετούντων ἐν τοῖς συντάγμασι καὶ τῶν δικαιουμένων εἰς ἵππον, 27 δὲν ἔχουσιν ἵππον ἰδιόκτητον ὑπηρεσίας, ἀλλὰ ποιοῦνται χρῆσιν ἵππου ὑπηρεσίας· ἑπομένως εἰς τὴν νομὴν τῶν ἵππων τούτων δύνανται νὰ ὑποκατασταθῶσιν οἱ ἵπποι τῶν ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πλείονες τῶν 27, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἰσοῤῥοπία τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν μεταβάλλεται. Ὅσον περὶ τῆς παραλείψεως ταύτης ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ, ταύτην εἶδον ἀληθῶς πρὸ δύο ἡμερῶν, καὶ διέταξα ἀπὸ χθὲς νὰ συνταχθῇ καὶ συνετάχθη ἑτέρα ἐγκύκλιος, περιλαμβάνουσα τοὺς παραλειφθέντας ἀξιωματικοὺς τοὺς ὑπεραρίθμους τοῦ τε ἱππικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ· ἑπομένως οὐδεμία ὑπάρχει σήμερον ἀμφιβολία, ὅτι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, οἱ δικαιούμενοι εἰς ἵππον, θὰ ἔχωσι τὴν νομὴν, τὴν ἀνήκουσαν εἰς αὐτούς. Ὡς πρὸς τὰ περὶ συνταγματαρχῶν ἢ ἀντισυνταγματαρχῶν, τοῦτο δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ἦναι ἀνωμαλία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ οὕτω φέρει τοὺς διοικητὰς, συνταγματάρχας ἢ ἀντισυνταγματάρχας, καὶ οὕτως ἔπρεπε νὰ προνοήσῃ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, διότι, ἐὰν ἐκ περιστάσεως, ὡς νῦν συμβαίνει εἰς τὸ ἱππικὸν στράτευμα, δὲν ὑπάρχει συνταγματάρχης, ἵνα διοικήσῃ τὸ σύνταγμα, βεβαίως ὁ ἀντισυνταγματάρχης ὤφειλε νὰ διορισθῇ διοικητὴς τοῦ συντάγματος· ἐὰν τοῦτο δὲν προενοεῖτο ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διορισθῇ ὡς διοικητής, θὰ διωρίζετο ὡς ὑποδιοικητής, ἐκπληρῶν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ διοικητοῦ, ἐνῷ σήμερον δύναται νὰ διορισθῇ ὡς διοικητὴς, καὶ ἑπομένως τοῦτο οὐδεμίαν φέρει ἀνωμαλίαν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ἱππικῶν συνταγμάτων. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὰ συντάγματα τοῦ πυροβολικοῦ. Ἐὰν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ἀνεγράφη ἡ λέξις «ἢ ἀντισυνταγματάρχης», τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ παρουσιάζῃ κἀμμίαν ἀνωμαλίαν. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς αἰτίασίν τινα, ὅτι δῆθεν τὸ ἱππικὸν παρορᾶται σήμερον, ὁμολογῶ ὅτι παρορᾶται, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀνήκει εἰς ἡμᾶς· ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελε πληροφορηθῆ τὰ καθέκαστα, ἐὰν ἐνταῦθα παρίστατο ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς, ὁ ποιησάμενος τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς ἐκποιήσεως τῶν κτηνῶν· ἤθελε πληροφορηθῆ, ποῖος διέταξε τὴν ἐκποίησιν καὶ διατί· διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι εἰς τὰς 15 Μαρτίου ἐξεποιήθησαν ἵπποι τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ.
§34ΣΑΚΚΗΣ. Ποῖος ἦτο Ὑπουργὸς τὸν Μάρτιον;
§35ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κ. Μαστραπᾶς· ἀλλ’ ἡ ἐγκύκλιος περὶ ἐκποιήσεως τῶν κτηνῶν ἐγένετο τὴν 8 Φεβρουαρίου, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Τὰς πληροφορίας ἤθελον καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον, ἂν δὲν ἀπουσίαζεν ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτής.
§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι.
§37ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὰς ἀφῆκα, διότι ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔλθῃ αὔριον ὁ κ. Βουλευτής, ὁπότε θὰ λάβω τὴν εὐκαιρίαν νὰ καταθέσω καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας διὰ τῆς προχθεσινῆς ἐπερωτήσεώς του ᾐτήσατο ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Βουλευτής.
§38Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχμῶν 123,525. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν.
§41ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, ἵνα τύχῃ τῆς βασάνου τῆς δεούσης, διότι εἰσάγει τοσούτους νεωτερισμοὺς καὶ ἐπιβάλλει τηλικαῦτα βάρη, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι πρέπον εἶναι νὰ κριθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως δυνηθῶμεν κατόπιν νὰ συζητήσωμεν.
§42Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀντιλέγομεν κατὰ τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου πρὸς ἐπεξεργασίαν, ὅπως ἤθελε θεωρηθῇ σκοπιμώτερον, ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ συνέλθῃ ἐν ἀπαρτίᾳ· ἑπομένως θὰ ἦτο πρέπον νὰ ληφθῇ εἰδική τις ἀπόφασις, ἐὰν θέλωμεν νὰ γένηται ἐπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἐπιτροπῇ, ἤτοι νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως συστήσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπήν, εἰς ἣν νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου, μετ’ εἰδικῆς ἐντολῆς περὶ ταχείας διεκπεραιώσεως τοῦ ἔργου.
§43ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ πόσων μελῶν ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποτελεσθῇ ἡ ἐπιτροπή;
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κάμητε ὅ,τι καὶ πέρυσιν, ὅτε συνέστη ἑτέρα εἰδικὴ ἐπιτροπή· νὰ καλέσητε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν προτέρων θὰ δηλώσουν, ὅτι ἔχουν τὴν διάθεσιν νὰ ἐργασθῶσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δωδεκαμελὴς λοιπὸν θὰ ἦναι ἡ ἐπιτροπή. Θὰ φροντίσω τάχιστα νὰ καταρτίσω ταύτην, θ’ ἀνακοινώσω τὰ ὀνόματα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὅσοι δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ λάβωσι μέρος, παρακαλῶ νὰ τὰ δηλώσουν, ὅπως περιληφθῶσι μόνοι οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἐργασθῶσιν. Ἐπὶ τούτῳ λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πεντελικοῦ.
§47ΣΑΚΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ ὑπῆρξε πρότασις ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ ἀναδοχῆς τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς ταύτης, καὶ ἐκ τίνος σημείου.
§48ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπῆρχε τοιαύτη πρότασις, μᾶλλον αἴτησις, ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου, ὅπως ποιήσηται χρῆσιν δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρεχώρει ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἐζήτησε δὲ, ὅπως συνδέσῃ τὴν Κηφισσίαν μὲ τὸ Πεντελικὸν εἰς θέσιν Κοκκιναρᾶ. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἀπεφάνθη εἰσέτι. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ σιδηροδρόμου, περὶ οὗ πρόκειται. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ σύμβασις κυρίαν βάσιν δὲν ἔχει τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ἀλλὰ τὸν συνοικισμὸν ἐν Πεντέλῃ διὰ τῆς ἀγορᾶς γαιῶν παρὰ τῆς Μονῆς Πεντέλης. Τὸ ἄρθρον 8 τῆς συμβάσεως περιέχει τὴν ἑξῆς διάταξιν (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὰς Μονάς, ὧν καταληφθήσονται κτήματα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς γραμμῆς καὶ τῶν παραρτημάτων αὐτῆς, νὰ παραχωρήσωσι ταῦτα δωρεὰν τῷ ἀναδόχῳ, πρὸς δὲ νὰ πωλήσωσιν εἰς τὸν ἀνάδοχον γαίας πρὸς σχηματισμὸν συνοικισμοῦ». Νομίζω ὅτι ὁ κύριος σκοπὸς τῆς συμβάσεως εἶναι ἡ ἀγορὰ γαιῶν παρὰ τῆς Μονῆς ἄνευ διατυπώσεων, ἄνευ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας ὁ λογιστικὸς νόμος καὶ οἱ διάφοροι ἄλλοι νόμοι διαγράφουσι διὰ τὴν ἐκποίησιν μοναστηριακῶν κτημάτων· διότι, ἂν δὲν ἐπιτευχθῇ ἡ ἀγορὰ ὑπὸ συμφέροντας ὅρους, ὁ ἀναδεχόμενος τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου δύναται, ἄνευ οὐδεμιᾶς θυσίας καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας τοῦ Δημοσίου, νὰ ἀπαλλαγῇ πάσης ὑποχρεώσεως πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, διότι κατὰ τὴν προτελευταίαν παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, ἂν τὸ ποσὸν τῶν πληρωτέων ἀποζημιώσεων ὑπερβαίνῃ τὰς 100 χιλιάδας, ἡ παροῦσα σύμβασις λογίζεται διαλελυμένη· δηλαδὴ, ἐὰν φανῇ ὅτι ὁ ἐργολάβος δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 100,000 εἰς ἀποζημιώσεις γαιῶν ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Πεντελικοῦ, εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν σύμβασιν, χωρὶς νὰ χάσῃ τίποτε, καὶ νὰ ἐπιστραφῇ εἰς αὐτὸν ἡ ἐγγύησις τῶν 50,000. Δὲν εἶναι δὲ διόλου δύσκολον εἰς τὸν ἐργολάβον νὰ προσδιορίσῃ τὴν διάβασιν τῆς γραμμῆς κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε αἱ ἀποζημιώσεις διὰ τὰς καταληφθείσας γαίας νὰ ὑπερβαίνωσι τὰς 100 χιλιάδας. Εἶναι ἑπομένως ἐπιλογὴ χορηγουμένη εἰς τὸν ἀνάδοχον, ἐὰν θέλῃ, νὰ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον, ἢ νὰ ἐγκαταλείψῃ αὐτόν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν παρουσιάζεταί τι ἀσφαλὲς ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ἐξεφράσθη καὶ κατ’ ἀρχὴν οὐδεὶς εἶναι ἐναντίος. Οὐδεμία ἐξασφάλισις περὶ κατασκευῆς παρουσιάζεται εἰς πράξεις ἐνεχούσας κερδοσκοπικήν τινα ἐπιχείρησιν. Τοιαῦται πράξεις κατὰ πρῶτον ἴσως παρουσιάζονται παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ εἰς ἄλλα μέρη ἐπαρουσιάσθησαν καὶ ἐγένοντο ἀφορμὴ, ὅπου μὲν ἡ κερδοσκοπία εὗρε κέρδος, ἐνίοτε καὶ σκανδαλῶδες, ἐπὶ τῶν ἀγοραζομένων γαιῶν, νὰ κατασκευασθῶσι τὰ δημόσια ἔργα, ὅπου δὲ ἀπέτυχεν ἡ κερδοσκοπία, νὰ μείνωσιν ἀνεκτέλεστα. Εἶναι καλὸν καὶ εὐχῆς ἔργον νὰ σχηματισθῇ συνοικισμὸς καὶ ἐξοχὴ ἐν Πεντέλῃ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ ἰδέα αὕτη νὰ ἀφεθῇ ἄνευ ἐγγυήσεων καὶ ἀσφαλείας τινός· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προηγηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας ἡμῶν ἡ ἐπίτευξις πάσης τῆς ἀπαιτουμένης ἐγγυήσεως καὶ πᾶσα ἡ ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ λάβῃ διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ συνοικισμοῦ. Τοῦτο δὲ εἶναι δίκαιον καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπὲρ τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν. Ὅταν δὲ προηγουμένως ἐξασφαλισθῇ τοῦτο, τότε νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, εἴτε συνδεδεμένως θελήσωμεν νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ συνοικισμοῦ μετὰ τοῦ σιδηροδρόμου, εἴτε κεχωρισμένως. Δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν ἀνάδοχον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς, νὰ ἐκτελέσῃ ἢ νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὸν σιδηρόδρομον. Εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§51ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελεν ἐξετάσει ἐπισταμένως τὸ ἄρθρον, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι αἱ παρατηρήσεις του στεροῦνται βάσεως. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐσύγχυσε δύο πράγματα, ἐντελῶς χωριστὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ· τὸ ἄρθρον ποιεῖται διάκρισιν μεταξὺ γαιῶν, αἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει διὰ τὴν γραμμὴν τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ γαιῶν, αἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς συνοικισμόν. Τὸ ἓν δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ἕτερον. Ἡ δωρεὰ γαιῶν δύναται νὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς Μονῆς, ἀλλὰ μόνον γαιῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν γραμμὴν καὶ τὰ παραρτήματα αὐτῆς, καὶ ὁ ἀνάδοχος ὑποχρεοῦται εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις δὲν ἤθελον ὑπερβῆ τὰς 100,000 δραχμάς. Ποίαν ἔχει σχέσιν τοῦτο μὲ τὸ ζήτημα τοῦ συνοικισμοῦ; Εἶναι ζήτημα ἐντελῶς χωριστόν· δὲν δύνασθε δὲ νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις ἢ μὴ τοῦ ἔργου ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ ἀναδόχου, διότι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν ἀποζημιώσεων δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ ἀναδόχου, ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγματογνωμόνων καὶ τοῦ δικαστηρίου. Ἐὰν αἱ ἀποζημιώσεις δὲν ὑπερβαίνωσι τὰς 100,000 δραχμὰς, δὲν δύναται ὁ ἀνάδοχος νὰ εἴπῃ «δὲν ἐκτελῶ τὸ ἔργον». Πρόκειται περὶ σιδηροδρόμου, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος δὲν δαπανᾷ, καὶ ὁ ἐργολάβος ἀναλαμβάνει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον, ἐὰν αἱ ἀποζημιώσεις δὲν ὑπερβῶσι τὰς 100,000 δραχμάς. Τί ἔχει νὰ κάμῃ ὁ συνοικισμός; Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐγγυήσεις, ἃς ζητεῖτε διὰ τὰς δωρεὰν παραχωρουμένας γαίας διὰ τὴν στρῶσιν τῆς ὁδοῦ, ταύτας ἀνευρίσκεται ἐν ταῖς διατυπώσεσιν, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ δωρεὰ δὲν δύναται νὰ γείνῃ, ἐν τῇ ἐγκρίσει τῆς δωρεᾶς παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν νόμων.
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς διότι εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι οὕτως ἑρμηνεύει τὸ ἄρθρον, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ σύνδεσμος μεταξὺ τῆς ἀγορᾶς γαιῶν καὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου προκύπτει καθαρῶς ἐκ τοῦ σκοποῦ τοῦ ἀναδόχου. Ὁ σύνδεσμος οὗτος βεβαίως, ἐὰν ἦτο καθαρὸς ἐν τῷ ἄρθρῳ, δὲν ἤθελε διαφύγει τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τί σκοπεῖ ὁ ἀνάδοχος; Ὁ ἀνάδοχος ἐπιθυμεῖ νὰ ἀγοράσῃ γαίας ἐπὶ τῆς Πεντέλης καὶ τὰς μεταβάλῃ εἰς συνοικισμόν, ὅπως τὰς πωλήσῃ εἰς τιμὰς ἀνωτέρας ἐκείνων, εἰς ἃς ἤθελε τὰς ἀγοράσει. Οὗτος εἶναι ὁ κύριος σκοπὸς, δι’ ὃν ἀναδέχεται τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Βεβαίως, ἐὰν τοιαύτην ἔδιδεν ἑρμηνείαν καὶ τοιαύτην ἔδιδεν ἀνάπτυξιν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου 8 τῆς συμβάσεως, ἤθελε παρουσιασθῆ καθαρώτερος ὁ σκοπὸς αὐτοῦ, καὶ ἤθελεν ἀσφαλέστερον κανονισθῆ ἐκ τῶν προτέρων· ἀλλὰ δὲν ἔδωκεν ἑρμηνείαν τοιαύτην, ἡ ὁποία ἐξάγεται ἐκ τοῦ περιεχομένου τοῦ ἄρθρου 8. Ἰδοὺ ὁ σύνδεσμος ὁ οὐσιαστικὸς, ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου ἐξάγεται. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων, βεβαίως οὐδόλως ἐσύγχισα τοῦτο μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀγορᾶς γαιῶν πρὸς συνοικισμόν. Τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων διὰ τὰς γαίας, τὰς ὁποίας θὰ καταλάβῃ ὁ σιδηρόδρομος χάριν τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀνάγκης, εἶναι βεβαίως ἀνεξάρτητον τοῦ ζητήματος τῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἀγοράσῃ ὁ ἐργολάβος πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ συνοικισμοῦ· ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ ἐργολάβος ἀφίνει τὴν θύραν ὁλάνοικτον, ὅπως ἐξέλθῃ πάσης ὑποχρεώσεως, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ κύριος καὶ πρῶτος σκοπὸς τῆς κερδοσκοπίας ἐπὶ τῶν γαιῶν δὲν ἐπιτύχῃ. Ποία δὲ εἶναι ἡ θύρα, τὴν ὁποίαν ἀφίνει ὁλάνοικτον; Ἂν ἀναγνώσητε ὁλόκληρον τὴν σύμβασιν καὶ τὴν συγγραφήν, θέλετε ἴδει, ὅτι ὁ ἐργολάβος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ὁρίζει τὴν διεύθυνσιν τῆς ὁδοῦ, ὁ ἐργολάβος θὰ ὁρίσῃ πόθεν ἡ γραμμὴ αὕτη θὰ διέλθῃ· τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο τοῦ ἐργολάβου, τοῦ νὰ ὁρίσῃ αὐτὸς τὴν διεύθυνσιν τοῦ σιδηροδρόμου, εἶναι εἰς αὐτὸν ἡ θύρα, διὰ τῆς ὁποίας θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξέλθῃ, ἐὰν δὲν ἐπιτύχῃ ὁ κύριος σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ἐξερχόμενος δὲ τῆς θύρας ταύτης, θὰ ἀφήσῃ τὴν σύμβασιν καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνεκτέλεστον, καὶ τὸν σκοπὸν τῆς συμβάσεως, δηλ. τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ἀπραγματοποίητον. Ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις τῶν γαιῶν θὰ προσδιορισθῶσι παρὰ τοῦ δικαστηρίου, τοῦτο οὐδόλως μεταβάλλει τὰ πράγματα, διότι ὑπάρχουσι γαῖαι, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ διέλθῃ ὁ σιδηρόδρομος, ἀξίας καθ’ ὅλον τὸ μῆκος τοῦ σιδηροδρόμου πολὺ ἀνωτέρας τῶν 100,000 δραχμῶν, ἐκτιμηθησομένης παρὰ τοῦ δικαστηρίου. Ὑπάρχει δηλ. διεύθυνσις διὰ γαιῶν τοιούτων, καὶ ἄλλη διὰ γαιῶν ἄλλων, διὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἀρκέσει ἴσως 100,000. Τὸ ζήτημα περιορίζεται εἰς τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης παρέχεται ἐπιλογὴ εἰς τὸν ἐργολάβον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐπιχείρησιν. Πότε δὲ θὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐπιχείρησιν; Ἐὰν δὲν ἐπιτύχῃ τὴν ἀγορὰν τῶν γαιῶν. Τοῦτο εἶναι καθαρῶς, καθαρώτατα συνδεδεμένον ἐν τῷ πνεύματι τοῦ ἐργολάβου καὶ ἐν τῷ πνεύματι τῆς ὅλης ἐπιχειρήσεως. Χωρὶς νὰ αἰσθάνωμαί τι ἐναντίον τοῦ ἐργολάβου ὡς πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἐπιθυμίᾳ, τὴν ὁποίαν ὀφείλει καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ ἀσπασθῇ, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις πρέπει νὰ ἀποβῇ σοβαρὰ, καὶ ἐπὶ τῇ ἐπιθυμίᾳ, ὅπως ἐκτελεσθῇ πράγματι, εἶναι καλὸν νὰ κανονισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων οἱ ὅροι οὗτοι, εἶναι καλὸν νὰ ἀναληφθῇ ὑποχρέωσις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ἵνα κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος, ἐὰν πράγματι τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον τὸν θέλωμεν. Ἐὰν ὅμως πρόκηται νὰ δώσωμεν μίαν ἐπιλογὴν εἰς ἓν πρόσωπον οἱονδήποτε, ὅπως κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον, ἐὰν θέλῃ καὶ ἐὰν εὕρῃ ἀργότερον συμφέρον, τότε δὲν εἶναι πλέον σοβαρὰ ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει, δὲν ὑπόσχεται εἰς ἡμᾶς τὴν πραγματικήν της ἐκτέλεσιν, ἢ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐπιτύχει ὁ ἄλλος σκοπὸς, ὁ σκοπὸς τῆς ἐπὶ τῶν γαιῶν κερδοσκοπίας. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον, τὸν ὁποῖον βεβαίως δὲν ἀποκρούω, ὀφείλομεν νὰ τὸν ἐξασφαλίσωμεν, ὀφείλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν, ὅτι αἱ γαῖαι αὗται θὰ πωληθῶσιν εἰς τὸν ἐργολάβον καὶ θὰ χρησιμεύσουν εἰς τὸν συνοικισμὸν, ἀλλ’ ὀφείλομεν τότε, ἐξασφαλίζοντες τὴν παραχώρησιν τῶν γαιῶν εἰς τὸν ἐργολάβον, νὰ ἐξασφαλίσωμεν πρῶτον, ὅτι θὰ πωληθῶσιν εἰς τιμὴν δικαίαν, καὶ δεύτερον, ὅτι ὁ συνοικισμὸς θὰ γείνῃ ὑπὸ ὅρους ἀσφαλεῖς, ὑπὸ ὅρους ἐπωφελεῖς καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν, καὶ ἀφοῦ ἐξασφαλίσωμεν τοῦτο, νὰ ἐξασφαλίσωμεν κατόπιν καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶπον, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν βλέπει σύνδεσμον μεταξὺ τῆς ἀγορᾶς γαιῶν καὶ τῆς ἐπιλογῆς, ἡ ὁποία ἀφίνεται εἰς τὸν ἐργολάβον, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ μὴ ὑπερβῶσι τὰς 100,000 δραχμὰς αἱ ἀποζημιώσεις, ἀπορῶ, πῶς δὲν βλέπει τὸν σύνδεσμον τοῦτον, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει καὶ τὸν ὁποῖον πᾶς ἀσχοληθεὶς εἰς τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήσεις βεβαίως βλέπει.
§53ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν ἔβλεπον τὸν σύνδεσμον, διότι δὲν τὸν εἴχετε ἴδει καὶ ὑμεῖς. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν τὸν εἴχετε ἴδει, εἶναι ὅτι ἐπεκαλέσθητε τὸ ἄρθρον 8 ὡς περιλαμβάνον τὴν σύγχυσιν δύο πραγμάτων...
§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον σύγχυσιν.
§55ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Ἀφοῦ δὲ σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι ἄλλα εἶναι τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς στρῶσιν τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν παραρτημάτων αὐτοῦ, ἄλλα δὲ τὰ πρὸς πώλησιν, τότε προσετρέξατε εἰς νέας ἰδέας, καὶ εἴπετε: ἐπειδὴ ὁ ἀνάδοχος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὸ tracé κατὰ βούλησιν, δύναται, μόλις ἴδῃ, ὅτι, δὲν ἐπιτυγχάνει τὴν ἀγορὰν τῶν γαιῶν εἰς τιμὴν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς θέλει, νὰ κάμῃ νὰ διέλθῃ ἡ γραμμὴ διὰ τοιούτων γαιῶν, ὥστε αἱ ἀποζημιώσεις νὰ ὑπερβῶσι τὰς 100,000 δραχμὰς, καὶ τοῦτο, ὅπως ματαιώσῃ τὸ ἔργον. Αὐτὰ εἶναι τὰ τελευταῖα ἐπιχειρήματα...
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ πρῶτα.
§57ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· τὰ πρῶτα εἶναι, ὅτι τὸ ἄρθρον 8 περιλαμβάνει σύγχυσιν δύο πραγμάτων, σύγχυσιν μεταξὺ σιδηροδρόμου καὶ συνοικισμοῦ. Τώρα ἔχομεν δευτέραν ἔκδοσιν· ἔχομεν τὸ tracé διερχόμενον διὰ γαιῶν τοιούτων, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ὑπέρβασις τοῦ ποσοῦ τῶν 100,000 δραχμῶν, πρὸς ματαίωσιν τοῦ ἔργου. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· διότι τὸ tracé ὁ ἀνάδοχος θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ ὑποβάλῃ tracé καθιστῶν ἀδύνατον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, διότι ἐννοεῖται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ εἴπῃ τῷ ἀναδόχῳ: ἀντὶ τοῦ tracé τούτου, τοῦ καθιστῶντος ἀδύνατον τὸ ἔργον, παραδέχομαι τὸ tracé τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὸ ἔργον δυνατόν. Ἐν τῇ συμβάσει βλέπω δύο πράγματα χωριστὰ, βλέπω γαίας παρεχομένας ὑπὸ τῆς Μονῆς διὰ τὸν σιδηρόδρομον δωρεὰν, καὶ γαίας, εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν ὁποίων ὑποβάλλεται ὁ ἀνάδοχος, ὑπὸ τὸν ὅρον αἱ ἀποζημιώσεις νὰ μὴ ὑπερβῶσι τὰς 100,000 δραχμὰς, ὅτε ὁ ἀνάδοχος δύναται νὰ μὴ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, παραιτούμενος τούτου. Ἐὰν ὅμως αἱ ἐκτιμήσεις, αἱ γενησόμεναι παρὰ τῶν πραγματογνωμόνων καὶ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου ὁρισθησόμεναι, φθάσωσιν εἰς ποσὸν κατώτερον τῶν 100,000 δραχμῶν, τότε εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον, ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος, ἐὰν ἡ Μονὴ θέλῃ νὰ τῷ πωλήσῃ γαίας πρὸς συνοικισμόν· καὶ ἂν δὲν ἐπέλθῃ συμφωνία ὡς πρὸς τὴν πώλησιν τῶν γαιῶν τούτων, ὑποχρεοῦται ὁ ἀνάδοχος εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ποῦ ὑπάρχει ἡ σύγχυσις, ἣν ἀνεκάλυψεν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτής· δὲν βλέπω, διατὶ πρέπει νὰ συγχίσωμεν τὸν σιδηρόδρομον μὲ τὸν συνοικισμὸν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἐὰν ὁ ἀνάδοχος δὲν ἐπιτύχῃ τὴν ἀγορὰν τῶν πρὸς συνοικισμὸν γαιῶν, δὲν θὰ ἐκτελέσῃ τὸν σιδηρόδρομον. Βλέπω δύο πράγματα ἐντελῶς χωριστά· ἐπίσης βλέπω, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς εἶναι ἓν πραγματικὸν ἔργον, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἡ ἀξία τῶν γαιῶν, εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς ὁποίας ἀναγκαίως θὰ προβῇ ὁ ἐργολάβος, δὲν θὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναντιῤῥήτως δὲν πρέπει τις νὰ συγχέῃ τὰς δύο περιπτώσεις, τὴν περίπτωσιν τῆς ἀγορᾶς γαιῶν τῶν Μονῶν διὰ τὸν συνοικισμὸν, καὶ τὴν παραχώρησιν δωρεὰν τῶν γαιῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς γραμμῆς. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀποχὴ ἐκ μέρους τοῦ ἀναδόχου εἰς δύο περιπτώσεις δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Πρώτη περίπτωσις εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ Μοναὶ δὲν ἤθελον παραχωρήσει δωρεὰν τὰς γαίας τὰς ἀναγκαίας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς γραμμῆς, καὶ δευτέρα περίπτωσις, τοὐλάχιστον ὅπως διατυποῦται τὸ ἄρθρον 8 ἐν τῷ προτελευταίῳ ἐδαφίῳ, ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν, εἴτε παραχωρήσωσιν εἴτε δὲν παραχωρήσωσι δωρεὰν τὰς γαίας, τὰς ἀναγκαίας πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς γραμμῆς, τὸ σύνολον τῶν ἀποζημιώσεων ἤθελεν ὑπερβῆ τὰς 100,000 δραχμάς. Τοῦτο λέγει τοὐλάχιστον τὸ προτελευταῖον ἐδάφιον. Λοιπὸν, κατὰ τὸ προτελευταῖον ἐδάφιον, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἐργολάβος νὰ ἀπόσχῃ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, αʹ) ἐὰν αἱ Μοναὶ δὲν παραχωρήσωσι δωρεὰν τὰς γαίας τὰς ἀναγκαίας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς γραμμῆς, καὶ βʹ) ἐὰν, καίτοι παρεχώρησαν δωρεὰν τὰς γαίας ταύτας αἱ Μοναὶ, τὸ σύνολον τῶν ἀποζημιώσεων ἤθελεν ὑπερβῆ τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν.
§59ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αἱ δύο ὅμως περιπτώσεις ἀνάγονται εἰς μίαν μόνην· διότι δύνασθε νὰ ὑποθέσητε, ὅτι αἱ Μοναὶ ἀρνοῦνται νὰ παραχωρήσωσι δωρεὰν τὰς γαίας, καὶ ὅτι προβαίνουσιν εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν ἀναγκαίων γαιῶν διὰ τὴν στρῶσιν τοῦ σιδηροδρόμου, ὅτι δὲ τὸ σύνολον καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ δὲν ὑπερβαίνει τὰς 100,000 δραχμὰς, καὶ πάλιν τότε εἴμεθα εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν δευτέραν.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§61ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατί;
§62ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι δύο ἀνεξάρτητοι περιπτώσεις. Ἡ μία περίπτωσις εἶναι αὐτή· αἱ Μοναὶ δὲν παραχωροῦσι δωρεὰν τὰς γαίας τὰς ἀναγκαίας πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς γραμμῆς, ἢ αἱ Μοναὶ παραχωροῦσι δωρεὰν τὰς γαίας, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν ἀποζημιώσεων τῶν γαιῶν τῶν ἰδιωτικῶν ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν. Δευτέρα περίπτωσις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀνάδοχος λύεται πάσης ὑποχρεώσεως. Τοῦτο προκύπτει ἀναμφισβητήτως ἐκ τοῦ γράμματος τῆς συμβάσεως, καὶ ἂν ἀλλοίαν ἔχῃ γνώμην ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τότε ἀναγκαίως πρέπει νὰ προηγηθῇ μία συνεννόησις μετὰ τοῦ ἀναδόχου πρὸς τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου. Ἀλλ’ εὑρίσκω ἄλλο τι ἐλάττωμα εἰς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον κατηρτίσθη ἡ σύμβασις, ἰδίως δὲ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8, καὶ τὸ ἐλάττωμα ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι βλέπω μίαν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, στηριζομένην εἰς δημοσίαν ἀνάγκην. Δι’ αὐτὸ καὶ μόνον ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν· ἀλλὰ παραδόξως, ἀφοῦ ἐκτελεσθῇ ἡ ὅλη ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, δύναται νὰ ἐκλείψῃ ὁ λόγος τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἡ δημοσία ἀνάγκη, ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ ἀναδόχου καὶ ἐκ τοῦ ὅτι εἴτε αἱ Μοναὶ δὲν ἤθελον παραχωρήσει δωρεὰν τὰς γαίας τὰς ἀναγκαίας πρὸς κατασκευὴν τῆς γραμμῆς, εἴτε αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ὁριστικῶς καταληφθῆ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς γραμμῆς, ἤθελον ὑπερβῆ κατ’ ἀξίαν τὰς 100,000 δραχμάς. Καὶ σημειώσατε, ὅτι ὁρίζει τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 8, πότε θὰ λειτουργήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ ἀναδόχου, τοῦ νὰ ἀπόσχῃ, τὴν στιγμὴν τῆς ἐκδόσεως τῆς τελευταίας ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου περὶ ἀπαλλοτριώσεως. Ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐφετείου περὶ ὁριστικῆς ἀπαλλοτριώσεως πῶς δικαιολογοῦνται; Ποῦ ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀνάδοχος θὰ ἀναλάβῃ ὁριστικῶς καὶ ὑποχρεωτικῶς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου; Πῶς εἶναι δὲ δυνατὸν τὴν τοιαύτην ῥήτραν τοῦ ἄρθρου 8, τὴν τῆς ἀποφάσεως, νὰ τὴν θέσητε εἰς ἁρμονίαν μὲ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Ὁ λόγος τῆς δημοσίας ἀνάγκης θὰ ἐκλείψῃ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συμπληρωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν δυνάμει τῆς τελευταίας ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀποζημιώσεων τῶν ὀφειλομένων. Ἐνοήσατε;
§63ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§64ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν συμπληροῦται τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν, ἐκ τῆς θελήσεως πλέον τοῦ ἀναδόχου ἐξαρτᾶται ἡ μὴ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου, καὶ ἑπομένως ἡ μὴ ὕπαρξις δημοσίας ἀνάγκης.
§65ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 8. Τὸ ἄρθρον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «...Ἐὰν δὲν γείνῃ ἡ παραχώρησις αὕτη μέχρι τοῦ πέρατος τῆς περὶ ὁρισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον διαδικασίας, καὶ ἐὰν, γενομένης ἢ μὴ τῆς παραχωρήσεως ταύτης, τὸ σύνολον τῶν ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου πληρωτέων ἀποζημιώσεων ὑπερβῇ τὰς δραχμὰς 100,000, ὁ ἀνάδοχος δικαιοῦται ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς περὶ τῶν ἀποζημιώσεων τελευταίας ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου νὰ δηλώσῃ τῇ Κυβερνήσει, ὅτι ἀφίσταται τῆς ἐκτελέσεως». Τὸ ἄρθρον λέγει «γενομένης ἢ μή». Δὲν θὰ εἶχε κἀμμίαν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ «γενομένης ἢ μή», ἐὰν δὲν προέβλεπε καὶ τὴν πιθανὴν αὐτὴν περίστασιν, ἄρνησιν ἐκ μέρους τῶν Μονῶν νὰ παραχωρήσωσι δωρεὰν γαίας, καὶ σύνολον ἀποζημιώσεων γαιῶν εἰς τρίτους καὶ εἰς τὰς Μονὰς ἀνηκουσῶν, μὴ ὑπερβαῖνον τὰς 100,000 δραχμάς. Αὕτη νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ἔννοια.
§66ΡΑΛΛΗΣ. Τότε παρέλκει ἡ πρώτη παράγραφος.
§67ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν συνδυάσητε τὸ πρῶτον μέρος μὲ τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον λέγει, «ἐὰν, γενομένης ἢ μὴ τῆς παραχωρήσεως, τὸ σύνολον ὑπερβῇ τὰς 100,000 δραχμὰς κλπ.», ἐὰν συνδυάσητε τὰ δύο ταῦτα, ἐξάγετε ὅτι, ἐὰν γένηται ἢ μὴ ἡ παραχώρησις καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἀποζημιώσεων ὑπερβαίνῃ τὰς 100,000 δραχμὰς, τότε ὁ ἐργολάβος δικαιοῦται νὰ παραιτηθῇ. Ἄρα, ὅπως ὁ ἀνάδοχος ἔχῃ ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον, ἀρκεῖ, εἴτε γείνῃ ἡ παραχώρησις εἴτε μή, τὸ σύνολον τῶν ἀποζημιώσεων νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰς 100,000 δραχμάς. Τὸ ἄρθρον ὑποθέτει ἀφ’ ἑνός, ὅτι γίνεται παραχώρησις καὶ ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 100,000, δεύτερον, ὅτι δὲν γίνεται παραχώρησις, ἀλλ’ ὅτι τὸ σύνολον τῶν ἀποζημιώσεων, καὶ μὴ γενομένης τῆς παραχωρήσεως, δὲν ὑπερβαίνει τὰς 100,000. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν δίδω ἐγὼ εἰς τὸ ἄρθρον. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής, τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τῆς διατάξεως τῆς συμβάσεως, φρονῶ, ὅτι τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀπαλλοτρίωσις, εἰμὴ ἐν περιπτώσει δημοσίας ἀνάγκης καὶ μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν· ἐννοεῖται δ’ ὅτι ἐδῶ ἡ δημοσία ἀνάγκη παρίσταται ὑπὸ ὅρον. Ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ σιδηρόδρομος, εἶναι λόγος δημοσίας ἀνάγκης, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν ἀπαλλοτρίωσιν.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν.
§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις. Ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι ὁ ἀνάδοχος δὲν θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ ἑπομένως εἰς τὴν καταβολὴν τῶν ἀποζημιώσεων, ἢ ἀφοῦ ἀποδειχθῇ, γενομένης τῆς ἐκτιμήσεως ὅλων τῶν ἀναγκαίων γαιῶν, ὅτι ἡ ἀξία αὐτῶν δὲν ὑπερβαίνει τὰς 100,000 δραχμάς. Ὑποθέσατε ὅτι ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως ἀποδεικνύεται, ὅτι αἱ γαῖαι ἔχουσιν ἀξίαν ἀνωτέραν τῶν 100,000· ὁ ἀνάδοχος δύναται νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, παραιτούμενος τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου. Ὑποθέσατε ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι ἀποδεικνύεται, ὅτι αἱ γαῖαι ἔχουσι τιμὴν κατωτέραν τῶν 100,000· εἶναι ὑπόχρεως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἑπομένως δὲν εὑρίσκω ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου ἕτερόν τι ἢ ἀπαλλοτρίωσιν ὑπὸ ὅρον τῆς ἐκτελέσεως τῆς γραμμῆς, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ποσῶς ἀντισυνταγματικόν.
§70ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λησμονεῖ, ὅτι συνεπείᾳ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐκδοθησομένων ἐπὶ τῶν αἰτήσεων τῆς ἀποζημιώσεως θὰ ὑφίσταται ἓν συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον κάλλιστα γνωρίζει, ὅτι καλεῖται δικαστικὸν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις ἐκεῖναι θ’ ἀποβῶσιν ὁριστικαὶ καὶ τελεσίδικοι, ὅτι ἑπομένως ἀπέναντι τῶν ἰδιοκτητῶν ὁ ἐνάγων τὸ Δημόσιον θὰ ἦναι ὀφειλέτης τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει ὁρισθῆ παρὰ τῶν ἐφετῶν συνεπείᾳ τῆς διαδικασίας τῆς διαγραφομένης ἐν τοῖς ἄρθροις 7 καὶ 8, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἀκυρώσητε αὐτὸ τὸ δεδικασμένον. Τὸ συνάλλαγμα τὸ δικαστικὸν θὰ ὑφίσταται, καὶ θὰ ὑφίσταται, ὁριστικὸν καὶ τελεσίδικον δι’ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἰδιοκτήτας, τῶν ὁποίων ἡ ἀποζημίωσις θέλει καθορισθῆ ὑπὸ τῆς τελευταίας ἀποφάσεως τῶν ἐφετῶν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας θὰ ὑπερβῇ ἡ ἀποζημίωσις τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν. Αὐτὸ εἶναι ἁπλούστατον, καὶ ἀναμφισβητήτως δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἐδῶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως· ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ προτελευταίου ἐδαφίου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, διότι πρόκειται περὶ συμβάσεως, δὲν πρέπει δὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι οὕτω πῶς ἑρμηνεύει καὶ τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, τί ἐκ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τῆς συμβάσεως προκύπτει. Θὰ εὑρεθῆτε αὔριον πρὸ ἑνὸς ἀπροόπτου, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν κυρωθῇ ἡ σύμβασις ὡς ἔχει, διότι ὁ ἀνάδοχος θὰ ἠδύνατο, ἐκ τοῦ ὅτι αἱ Μοναὶ δὲν ἤθελον παραχωρήσει τὰς γαίας τὰς καταληφθησομένας ὑπὸ τῆς γραμμῆς, ἀνεξαρτήτως δὲ τῆς ὑπερβάσεως τῶν ἀποζημιώσεων κατὰ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 100,000, νὰ ἀπόσχῃ. Αὐτὴ τοὐλάχιστον εἶναι ἡ ἔννοια, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου, καὶ ἂν ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν νομίζῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀνάδοχος δύναται νὰ ἀπόσχῃ τῆς ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως, δηλαδὴ εἴτε παραχωρηθῶσιν εἴτε δὲν παραχωρηθῶσι δωρεὰν αἱ γαῖαι παρὰ τῶν Μονῶν, καὶ θέλουσιν ὑπερβῆ αἱ ἀποζημιώσεις τὸ ποσὸν, ἂν ἔχῃ τοιαύτην ἰδέαν καὶ τοιαύτην γνώμην, τότε ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ γράμμα τῆς συμβάσεως. Ἄν ὅμως ἀφήσῃ τὸ γράμμα τῆς συμβάσεως ὅπως ἔχει, ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία εἶναι αὕτη, ὅτι ὑπάρχουσι δύο περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἀπόσχῃ ὁ ἀνάδοχος: αʹ) παραχώρησις ἢ μὴ παραχώρησις δωρεάν· βʹ) ὑπέρβασις διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν 100,000 δραχμῶν.
§71ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἀπόσχῃ ὁ ἐργολάβος, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν δίδω πολλὴν προσοχὴν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ γράμματος τοῦ διατετυπωμένου. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ προσοχὴ, καὶ τὸ ὁποῖον παρατηρῶ ὅτι δὲν εἶναι καθαρῶς σαφηνισμένον, προσβάλλει δὲ δικαιώματα καὶ συμφέροντα τῆς Μονῆς, εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς πωλήσεως γαιῶν πρὸς συνοικισμόν. Ἄν δὲν ὑπῆρχε τὸ συμφέρον τοῦ ἐργολάβου, ὁ ὁποῖος—ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καὶ ὀφείλομεν πάντες νὰ ἀναγνωρίσωμεν— ἔχει συμφέρον νὰ γείνῃ συνοικισμὸς εἰς τὴν Πεντέλην, διὰ νὰ ἐργάζηται ὁ σιδηρόδρομος, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ κατασκευάσῃ, αὐτὴ ἡ περίοδος, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς τὴν Μονὴν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκποιῇ γαίας, δὲν ἔχει χώραν ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ. Ἀλλὰ ὁ ἐργολάβος θέλει νὰ ἐξασφαλισθῇ, καὶ δικαίως, πρὶν ἢ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον, θέλει νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι θὰ κατορθωθῇ συνοικισμὸς ἐκεῖ, ὅπου ὁ σιδηρόδρομος θέλει φθάσει. Διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν σιδηρόδρομον, πρέπει νὰ γείνῃ συνοικισμὸς, καὶ ἑπομένως θέλει νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι ἡ Μονὴ θὰ ἐκποιήσῃ γαίας καὶ θὰ διευκολύνῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ συνοικισμοῦ. Ἐννοῶ καλῶς, ὅτι ὀρθῶς καὶ δικαίως ὁ ἐργολάβος ἀπῄτησε νὰ γείνῃ μνεία ἐν τῇ συμβάσει περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὅπως διετυπώθη, παραβιάζονται τὰ συμφέροντα τῆς Μονῆς καὶ αἱ γενικαὶ διατάξεις περὶ ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων τῶν ἐθνικῶν καὶ τῶν μοναστηριακῶν. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Μονὴν νὰ ἐκποιήσῃ γαίας πρὸς συνοικισμὸν, τηρουμένων τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ἀλλ’ οὐχὶ πρὸς ἐργολάβον ὡρισμένον νὰ δύναται νὰ ἐκποιήσῃ γαίας. Θὰ γείνῃ συνοικισμός. Ἐπιτρέπω εἰς τὴν Μονὴν νὰ ἐκποιήσῃ, διευκολύνων τὴν σύστασιν τοῦ συνοικισμοῦ, ἀλλ’ ἀφίνω τὸ δικαίωμα τῆς ἀγορᾶς εἰς πάντα, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἦναι ἀγοραστής. Διατὶ θὰ καταστήσω τὸν ἐργολάβον ἀποκλειστικῶς μόνον ἀγοραστὴν τῶν γαιῶν καὶ μεταπωλητὴν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰς θέλουν; Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν τοῦτο, διότι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τῷ δίδομεν, οὐχὶ πλέον δικαίωμα ἐκ τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ μεγάλας ὠφελείας, ἀφίνοντες αὐτὸν ἐλεύθερον νὰ ἐκποιῇ τὰς γαίας τῆς Μονῆς εἰς πολὺ μεγαλειτέρας τιμὰς, ἐνῷ πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ συνοικισμοῦ πρέπει νὰ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία περὶ τὴν ἀγορὰν τῶν μοναστηριακῶν γαιῶν· ἀλλὰ κατὰ τὴν σύμβασιν θὰ συγκεντρώσῃ ὁ ἀνάδοχος εἰς χεῖράς του ὅλας τὰς γαίας, ἐγὼ δὲ ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος θέλω νὰ συνοικισθῶ, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀγοράσω ἀπὸ τὴν Μονὴν, διότι δὲν τῇ ἐπετράπη νὰ πωλήσῃ εἰς ἐμέ. Αὐτὸ λοιπὸν πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, καὶ πιστεύω ὅτι οὔτε εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ ὑπογράψαντος τὴν σύμβασιν κ. Ὑπουργοῦ ἦτο ὁ τοιοῦτος ἀποκλεισμός. Καὶ ὅμως τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ γράμματος τῆς συμβάσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω δίκαιον ἐπίσης, εἶναι τὸ ἑξῆς· νὰ δοθῇ μία ὡρισμένη ἔκτασις εἰς τὸν ἐργολάβον διὰ τὴν ἐγκατάστασίν του· θέλει π. χ. νὰ οἰκοδομήσῃ ξενοδοχεῖον ἢ νὰ κατασκευάσῃ ἄλλα ἔργα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σιδηροδρόμου; ἀναγνωρίζω ὅτι πρέπει νὰ τῷ χορηγηθῇ πᾶσα εὐκολία· ἀλλὰ διὰ τὸν συνοικισμὸν, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ γείνῃ, ὁ ἰδιώτης πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν δημοπρασίαν καὶ ν’ ἀγοράσῃ τὰς ἀναγκαίας γαίας, χωρὶς νὰ ἦναι ὑποχρεωμένος νὰ προσφεύγῃ εἰς τὸν ἀνάδοχον. Τοῦτο πλέον δὲν ὑπηρετεῖ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ ἐπιχείρησις τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, ἀλλὰ παραχωροῦμεν μίαν ἄλλην ἐπιχείρησιν, ξένην ἐντελῶς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ ἡ σύμβασις νὰ χορηγήσῃ. Ἐπὶ τούτου προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ ἐργολάβου· ἄλλως, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ.
§72ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εὑρίσκω εἰς τὸ ἄρθρον διάταξιν ἀπαγορευτικὴν πωλήσεως εἰς ἄλλον, διότι τὸ ἄρθρον λέγει μόνον: «πρὸς δὲ νὰ πωλήσωσιν εἰς τὸν ἀνάδοχον γαίας πρὸς σχηματισμὸν συνοικισμοῦ». Μήπως αἱ Μοναί, ὑποβαλλόμεναι εἰς τὰς διατυπώσεις τὰς σχετικὰς πρὸς τὰς πωλήσεις κτημάτων τῶν Μονῶν, δὲν δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς πώλησιν πρὸς τρίτους; Ἕν μόνον τὸ ἄρθρον ὁρίζει· ὁρίζει ὅτι πώλησις πρὸς τὸν ἀνάδοχον γίνεται μὲ τὴν ἔγκρισιν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἀποκλειομένης τῆς δημοπρασίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου...
§73ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ αὐτὸ κακόν.
§74ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ εἴπω ἄλλα, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πραγματικῶς λέγει τὸ ἄρθρον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις δὲν δύναται νὰ γείνῃ, καθόσον γίνεται διὰ τῆς ἀποφάσεως συμβόλαιον, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἀπόφασις, προκειμένου περὶ ἀπαλλοτριώσεως, οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ νὰ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταβάλῃ ὁ προβαίνων εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, πρὶν ἢ καταλάβῃ τὸν χῶρον. Λοιπὸν προσδιωρίσθη αὐτὸ τὸ ποσόν. Ἄν δὲ, ἀφοῦ προσδιορισθῶσι τὰ διάφορα ποσὰ, ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, θὰ προβῇ εἰς τὴν καταβολὴν τῶν ἀποζημιώσεων καὶ εἰς τὴν κατάληψιν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ προβῇ ἄνευ τῆς καταβολῆς τοῦ ποσοῦ τοῦ ὑπὸ τῆς ἀποφάσεως ὡρισμένου. Δὲν βλέπω οὐδεμίαν ἔννοιαν ἐν τῇ πράξει ταύτῃ εἴτε ἐναντίαν πρὸς τὸ Σύνταγμα, εἴτε ἐναντίαν πρὸς τὴν ἀπόφασιν καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ δεδικασμένου. Ἡ ἀπόφασις οὐδὲν ἕτερον λέγει ἢ τὸ ἑξῆς: «δὲν δύνασαι νὰ προβῇς εἰς τὴν ἐκποίησιν τοῦ τεμαχίου τούτου», ἢ «κατάβαλε τὸ ποσὸν τὸ ἐν τῇ ἀποφάσει ὁριζόμενον».
§75ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν λέγει αὐτό.
§76ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ λέγει ἀκριβῶς· διότι περὶ τούτου γεννᾶται ζήτημα μεταξὺ τοῦ ζητοῦντος τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ τοῦ κυρίου τοῦ κτήματος· ὁρίζεται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταβάλῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Δὲν θέλει προβῇ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ἐὰν τὸ σύνολον τῶν διαφόρων ποσῶν ὑπερβαίνῃ τὰς 100,000. Γινώσκουσι δὲ οἱ κτηματίαι, οἱ ὀφείλοντες νὰ ἔχωσι γνῶσιν τοῦ νόμου, ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις δὲν θέλει τελεσθῆ ἢ ὑπὸ τὸν ὅρον τὸ σύνολον τῆς ἀξίας τῶν ἐκποιουμένων γηπέδων νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰς 100,000.
§77ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὰς δαπάνας τῆς διαδικασίας ποῖος θὰ τὰς καταβάλῃ;...
§78ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄλλο ζήτημα αὐτό. Θὰ τὰς καταβάλῃ ὁ ἀνάδοχος.
§79ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. Διότι ἐγὼ θὰ ὑποστῶ δαπάνας καὶ ἀγῶνας ἀπέναντι τοῦ ἐργολάβου· ἄλλως τε ὁ ἐργολάβος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀποχῆς. Τὰς δαπάνας ἑπομένως, τὰς ὁποίας θὰ καταβάλω ἐγὼ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλης τῆς διαδικασίας, ποῖος θὰ τὰς πληρώσῃ;
§80ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ὁ ἀνάδοχος. Διότι ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία θὰ ἐκδοθῇ, αὐτὸν θὰ καταδικάσῃ εἰς τὰς δαπάνας.
§81ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι δά.
§82ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως· διότι αὐτὸς εἶναι, ὁ ὁποῖος θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν.
§83ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτός.
§84ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατί;
§85ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διότι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέτρον τῆς ἀποζημιώσεως, κερδίζει ὁ ἐργολάβος· θὰ καταδικασθῇ λοιπὸν ὁ κύριος τοῦ γηπέδου. Ἔπειτα ὁ ἐργολάβος ἀφίσταται· ποῖος θὰ καταβάλῃ τὰς δαπάνας;
§86ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄλλως τε ἡ ῥήτρα αὕτη τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐγέννησε τόσην συζήτησιν, δὲν τίθεται σήμερον πρώτην φορὰν ἐν συμβάσει.
§87Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρώτην φοράν.
§88ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πληροφοροῦμαι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀκριβῶς, ὅτι ἐν τῇ συμβάσει περὶ τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν ὑπάρχει ἡ ῥήτρα, ὅτι, ἂν αἱ ἀποζημιώσεις ὑπερβῶσιν ὡρισμένον ποσὸν, τότε ὁ ἀνάδοχος ἀπαλλάσσεται τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον. Ἡ ῥήτρα αὕτη ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ δὲν ἐθεωρήθη οὔτε ἀντισυνταγματικὴ, οὔτε προσβάλλουσα τὸ δεδικασμένον, οὔτε προσβάλλουσα τῶν διαδίκων τὰ συμφέροντα ὡς ἐκ τῆς καταβολῆς τῶν δικαστικῶν δαπανῶν.
§89Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης καθιερόνομεν ἐν τῇ δικονομίᾳ ἡμῶν δίκην μέχρι τοῦδε ἄγνωστον, δίκην ὑπὸ αἵρεσιν· διότι, ἂν ὁ ἐργολάβος δὲν θελήσῃ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον, λόγῳ ὅτι τὸ ποσὸν θέλει ὑπερβῆ τὰς 100,000 δραχμὰς, αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων εἶναι ὡς νὰ μὴ ὑπάρχουν. Λοιπὸν δικαζόμεθα ἐν τοῖς δικαστηρίοις ὑπὸ τὴν αἵρεσιν, ἂν ὁ ἐργολάβος θὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον. Ὥστε δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ καθιερώσωμεν ἓν εἶδος νέων δικῶν, δίκην ὑπὸ αἵρεσιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅταν διὰ τοῦ νόμου ἀναγκάζωμεν τὸν δικαιοῦχον, τοῦ ὁποίου καταλαμβάνομεν τὸ κτῆμα, νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ δαπανᾷ, καὶ ἐπὶ τέλους ἀποκτᾷ μίαν ἀπόφασιν τῶν ἐφετῶν, ἐρωτῶ, ἂν μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῶν ἐφετῶν τὴν ὁριστικὴν, τὴν προσδιορίζουσαν τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματός του, ὁ ἐργολάβος εἴπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ποσὸν τῶν ἀποζημιώσεων ὑπερβαίνει τὰς 100,000 δραχμὰς, δὲν ἀναλαμβάνει τὸ ἔργον, τί θὰ γείνωσιν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐφετείου;
§90ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅ,τι ἤθελον γείνῃ αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ἐὰν ἤθελον ἀπολήξει εἰς ἀποζημιώσεις ὑπερβαινούσας τὸ ἐν αὐτοῖς μνημονευόμενον ποσὸν, καὶ ὁ ἀνάδοχος παρῃτεῖτο τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου. Νομίζω, ὅτι δύναται κάλλιστα νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις, καθ’ ἣν διατάσσεται ἀπαλλοτρίωσις λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καὶ ἐπὶ ὡρισμένῃ ἀποζημιώσει, νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ δὲ ἡ ἀπαλλοτρίωσις, ὅταν ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ ἔργον δὲν ἐκτελεῖται. Καὶ σᾶς παρακαλῶ, λύσατέ μοι τὴν ἑξῆς ἀπορίαν· ὑποθέσατε, ὅτι παραχωρεῖται ἔργον σιδηροδρομικὸν, ὅτι ὁ ἐργολάβος ζητεῖ ἀπαλλοτριώσεις γηπέδων, καὶ ἐνῷ εἶναι εἰς τὸ στάδιον τῶν ἀπαλλοτριώσεων καὶ ἐξεδόθησαν αἱ ἀποφάσεις, ἐπέρχεται πτώχευσις εἰς τὸν ἀναλαβόντα τὸ ἔργον· τί γενήσεται τότε;
§91ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ ὑπὲρ ὧν αἱ ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν ἰδιοκτῆται εἶναι ὀφειλέται τοῦ πτωχεύσαντος.
§92ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὁ κύριος τοῦ κτήματος δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ πτωχεύσαντος νὰ λάβωσι τὸ γήπεδον, ὅταν ὁ σιδηρόδρομος δὲν γείνῃ.
§93ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ μεταξὺ ἐκπτώσεως, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ τὸ ἄρθρον τοῦτο, καὶ ἐκπτώσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἐν παραδείγματι ὁ κ. Ὑπουργός. Διότι, ἐὰν τοῦ ἔργου ἡ ἐκτέλεσις παύσῃ ἕνεκα λόγου πτωχεύσεως, θὰ μεταβιβασθῇ τὸ ἔργον εἰς τοὺς δανειστὰς, καὶ αἱ ἀποφάσεις θὰ ἐκτελεσθῶσι κατ’ αὐτοῦ· ἐὰν κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος δι’ ἕτερον λόγον, τὸ ἔργον θὰ περιέλθῃ εἰς τὸ Δημόσιον, καθ’ οὗ θὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἀποφάσεις. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου τούτου, καίτοι αἱ ἀποφάσεις ὑφίστανται, καίτοι ἀναγνωρίζομεν αὐτὰς ὁριστικὰς καὶ τελεσιδίκους, χαρακτηρίζομεν αὐτὰς ὡς μὴ ὑπαρχούσας διὰ τοῦ ὅρου τῆς ὑπερβάσεως τῶν 100,000 δραχμῶν...
§94ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑφίστανται ὑπὸ ὅρον.
§95ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δικαστικὴ ἀπόφασις ὑπὸ ὅρον... Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι, ἂν θελήσῃ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον, θὰ πληρώσῃ, ἂν δὲν θελήσῃ, δὲν θὰ πληρώσῃ. Αἱ ἀποφάσεις ὅμως δὲν λέγουσι τοῦτο, αἱ ἀποφάσεις ὑποχρεοῦσι μόνον τὸν ἀνάδοχον εἰς τὸ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ δίδουσι τὸ δικαίωμα καὶ εἰς ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου τὸ κτῆμα ἐξετιμήθη, νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀποζημίωσιν, καὶ θ’ ἀπαιτήσῃ αὐτήν, καὶ θὰ εὑρεθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἀπέναντι μιᾶς καταστάσεως περιέργου, διότι θὰ ἔχωσι μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θὰ ὁρίζῃ τὴν ἀποζημίωσιν, ἡ δὲ ἀποζημίωσις δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν προέκτασιν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν, καὶ περιελήφθη καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ συμβάσει ὁμοία διάταξις. Ἀφοῦ ψηφίζονται αἱ συμβάσεις ὡς ψηφίζονται, πολὺ πιθανὸν νὰ παρείδαμεν τὴν διάταξιν ταύτην· ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ἐδόθη προσοχὴ εἰς αὐτὴν, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐκάμαμεν ἄλλοτε μίαν στραβομάραν, νὰ κάμωμεν σήμερον καὶ ἄλλην.
§96ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔκαμε μίαν στραβομάραν· ἐγὼ λέγω, ὅτι πολὺ ὀρθῶς ἐβουλεύθη καὶ ἀπεφάσισεν. Ἐπρόκειτο τότε περὶ ποσοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, καὶ ἐπρόκειτο περὶ οἰκιῶν κειμένων ἐντὸς τῆς πόλεως, ἐνῷ ἤδη πρόκειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων ἀξίας 100,000 δραχμῶν. Δὲν βλέπω δὲ τίποτε περίεργον εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, ἀφοῦ ἀναχωροῦμεν ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ὁ νόμος εἶναι γνωστὸς εἰς ὅλους, καὶ ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν κτημάτων αὐτῶν γινώσκουσιν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἡ τιμὴ ὁρίζεται ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς πραγματικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ὁλικὴ ἀξία τῶν οἰκοπέδων δὲν ὑπερβαίνει τὰς 100 χιλιάδας δραχμῶν.
§97ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπορεῖ, πῶς γίνεται τόσος λόγος περὶ τοῦ ἄρθρου 8 τῆς συμβάσεως, ἐν ᾧ αὐτὸς οὐδὲν τὸ περίεργον ἀνευρίσκει. Καὶ ἐν τούτοις πολλὰ τὰ περίεργα ἀνευρέθησαν ἤδη ἐν τῷ προκειμένῳ ἄρθρῳ, καὶ κατεδείχθησαν εἰς αὐτόν. Καὶ πρῶτον περίεργον εἶναι, ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης προσποιεῖται, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ὑπ’ αὐτὸ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάντες οἱ ἄλλοι ἐννοοῦσι καὶ τὸ ὁποῖον πᾶς ἀπροκαταλύπτως ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον συνάγει ἐξ αὐτοῦ. Καὶ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου εἶναι σαφές, καὶ τὸ πνεῦμα πρόδηλον εἰς πάντας. Ἐν ἐδαφίῳ αὐτοῦ γʹ ἀναφέρεται, ὅτι «ἐπιτρέπεται εἰς τὰς Μονὰς, ὧν καταληφθήσονται κτήματα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς γραμμῆς καὶ τῶν παραρτημάτων αὐτῆς, νὰ παραχωρήσωσι ταῦτα δωρεὰν τῷ ἀναδόχῳ»· καὶ ἐν τῷ ἑπομένῳ ἐδαφίῳ ὁρίζεται: «Ἐὰν δὲν γείνῃ ἡ παραχώρησις αὕτη μέχρι τοῦ πέρατος τῆς περὶ ὁρισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον διαδικασίας, καὶ ἐὰν, γενομένης ἢ μὴ τῆς παραχωρήσεως ταύτης, τὸ σύνολον τῶν ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου πληρωτέων ἀποζημιώσεων ὑπερβῇ τὰς δραχμὰς 100,000, ὁ ἀνάδοχος δικαιοῦται ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς περὶ τῶν ἀποζημιώσεων τελευταίας ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου νὰ δηλώσῃ τῇ Κυβερνήσει, ὅτι ἀφίσταται τῆς ἐκτελέσεως». Ἡ ἐκτέλεσις ἄρα ἢ μὴ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου ἐπαφίεται ὅλως εἰς τὸν ἀνάδοχον, ὅστις δικαιοῦται, ὑπὸ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην αἵρεσιν, εἴτε δηλαδὴ ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς μὴ δωρεὰν παραχωρήσεως εἰς αὐτὸν τῶν καταληφθησομένων ὑπὸ τῆς γραμμῆς κτημάτων τῶν Μονῶν, εἴτε ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ὑπερβάσεως τοῦ ποσοῦ τῶν 100,000 δραχμῶν ἐπὶ τῶν πληρωτέων ἀποζημιώσεων διὰ τὰς καταληφθησομένας τῶν ἰδιωτῶν γαίας, νὰ παραιτηθῇ τοῦ ἔργου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι διὰ τῆς φράσεως «γενομένης ἢ μὴ τῆς παραχωρήσεως ταύτης» αἴρεται ἡ πρώτη, καὶ ὑπολείπεται μόνη ἡ δευτέρα αἵρεσις· ἀλλὰ τότε δὲν περιττεύει, δὲν παρέλκει ὅλως ἡ ἀρχὴ τοῦ δʹ ἐδαφίου «ἐὰν δὲν γείνῃ ἡ παραχώρησις αὕτη μέχρι τοῦ πέρατος τῆς περὶ ὁρισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον διαδικασίας», καὶ δὲν εὑρίσκει τοῦτο τοὐλάχιστον ὁ κ. Θεοτόκης ἀρκετὰ περίεργον; Δὲν εἶναι οὐχ ἧττον περίεργον τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ, ἐγειρομένης δίκης μετὰ διαφωνίαν περὶ τῆς πληρωτέας ἀποζημιώσεως εἴς τινα ἰδιώτην καὶ ἐκδοθείσης τελεσιδίκου ἐπ’ αὐτῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου, ἐπιδικαζούσης εἰς αὐτὸν τὴν ζητηθεῖσαν ἀποζημίωσιν, θὰ ἤρκει ἡ μετὰ τρεῖς μῆνας δήλωσις τοῦ ἀναδόχου περὶ παραιτήσεως ἐκ τοῦ ἔργου, ὅπως ἡ ἀπόφασις ἐκείνη μείνῃ χάρτης ἄγραφος; Ἀλλὰ πρὸς τί τότε ὅλαι αἱ ἐνοχλήσεις τοῦ ἰδιώτου, οὗ μέλλουσι νὰ καταληφθῶσιν ὑπὸ τῆς γραμμῆς αἱ γαῖαι; πρὸς τί οἱ δικαστικοὶ ἀγῶνες καὶ δαπάναι αὐτοῦ; Πρὸς ὃν σκοπὸν καὶ ἡ παροῦσα σύμβασις ἐγένετο, καὶ ἡμεῖς σήμερον ματαιοσχολοῦμεν περὶ τὴν συζήτησιν αὐτῆς. Πρόκειται δηλαδὴ, Κύριοι, διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἀνάδοχον ἓν δικαίωμα ἢ προνόμιον μὲ τὸ ἀζημίωτόν του. Τῷ παραχωρεῖται ἡ κατασκευὴ καὶ ἐκμετάλλευσις τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πεντελικοῦ· διὰ δὲ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου τῷ δίδεται ὁ καιρὸς, ὅπως ἐξεύρῃ ἄλλους κεφαλαιούχους, ἢ καὶ ἑταιρίαν, καὶ μεταβιβάσῃ μὲ ἓν καλὸν κέρδος τὸ δικαίωμα, τὸ προνόμιόν του αὐτό. Ἂν μὲν εὕρῃ τὴν ἑταιρίαν ἢ τοὺς κεφαλαιούχους καὶ μεταβιβάσῃ τὸ δικαίωμά του μὲ ἓν καλὸν κέρδος, ἔχει καλῶς· ἂν ὄχι, ἔχει τὰς δύο ἐκείνας θυρίδας ἀνοικτὰς τὰς πρότερον μνημονευθείσας αἱρέσεις, δι’ ὧν δύναται νὰ ὑπεκφύγῃ πᾶσαν ὑποχρέωσιν. Πρόκειται ἐν ἄλλαις λέξεσι νὰ κερδήσῃ, χωρὶς οὗτος νὰ διακυβεύσῃ τίποτε. Τὰ ἔξοδα διὰ τὴν τοιαύτην κερδοσκοπικήν του πρᾶξιν ἐπλήρωσεν ἤδη ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς συνομολογήσεως τῆς παρούσης συμβάσεως, πληρόνομεν νῦν ἡμεῖς διὰ τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως αὐτῆς, θὰ πληρώσωσιν εἶτα αἱ Μοναὶ καὶ οἱ ἰδιῶται, ὧν αἱ γαῖαι θὰ καταληφθῶσιν ὑπὸ τῆς γραμμῆς. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ περιεργότατον πάντων, τὸ ὁποῖον ἀπορῶ, πῶς ἐν τῇ ἐγνωσμένῃ αὑτοῦ ὀξυδερκείᾳ δὲν κατώρθωσε νὰ διἴδῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός.
§98ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται γίνονται ὅτε πρώτην φορὰν ἐπαρουσιάσθη ἀνάδοχος, προσφερόμενος νὰ κατασκευάσῃ σιδηρόδρομον ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως, ἐνῷ πρὸ δύο ἐτῶν ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς ὁμοία ῥήτρα, μηδενὸς ἀντιλέγοντος. Σήμερον ἡ αὐτὴ ῥήτρα ἔχει ὅλα αὐτὰ τὰ τρωτὰ μέρη. Ἀλλὰ σκεφθῆτε, ὅτι εἶναι πλέον καιρὸς, ὅτι συμφέρει ἡμῖν νὰ εὐκολύνωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἀναλάβωσιν ἔργα ἐν Ἑλλάδι ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως. Ἐὰν σεῖς δὲν θέλητε τοῦτο, καταψηφίσατε τὴν σύμβασιν.
§99ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ σύμβασις εἶναι...
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε Βουλευτὰ, διότι συνεχῶς λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ σᾶς ὑπομιμνήσκω τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κάμνητε κατάχρησιν τοῦ λόγου, ὁμιλοῦντες ἀπειράκις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ὀφείλετε τέλος πάντων νὰ ἐννοήσητε, ὅτι, ἐφ’ ὅσον κάθημαι ἐπὶ τῆς ἕδρας αὐτῆς, ἐγὼ εἰς ἣν μὲ ἀνεβίβασεν ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς, θὰ τηρῶ σεβαστὸν τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς, καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψω εἰς οὐδένα νὰ παραβιάσῃ αὐτόν. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν μεταβάλλῃ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς, τοῦτο παρ’ οὐδενὸς θὰ παραβιασθῇ. Ἄλλως τε, ἐὰν πᾶς Βουλευτὴς ὁμιλῇ δεκάκις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, εἶναι ἀδύνατον νὰ περατωθῶσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ νομοθετικοῦ σώματος.
§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρῆτε, κύριε Πρόεδρε, δὲν ὡμίλησα τρὶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ἐγὼ ἐγρηγορῶ, καθήμενος ἐπὶ τῆς ἕδρας μου, καὶ κάλλιστα ἀντιλαμβάνομαι τῶν ὁμιλιῶν σας. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ ὁμιλήσητε, δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ πάλιν. Λυποῦμαι, ἐὰν σᾶς φαίνωμαι δυσάρεστος, ἀλλ’ ἐννοῶ νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου.
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ καλά.
§104ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν δύναμαι νὰ μαντεύσω, τί ἤθελε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Καραπάνος, ἀλλ’ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διασαφηνίσῃ, εἰ δυνατόν, καὶ εἰς ἐμὲ τὸ ἄρθρον 8 τῆς συμβάσεως. Κατὰ τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐπιτρέπεται εἰς τὰς Μονὰς νὰ παραχωρήσωσι κτήματα δωρεὰν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς γραμμῆς, καὶ δεύτερον νὰ πωλήσωσιν εἰς τὸν ἀνάδοχον γαίας πρὸς σχηματισμὸν συνοικισμοῦ. Τὸ δὲ ἀμέσως ἑπόμενον ἐδάφιον λέγει: «Ἐὰν δὲν γείνῃ ἡ παραχώρησις αὕτη...» Ποία παραχώρησις; ἡ δωρεὰν παραχώρησις τῶν γαιῶν, ἢ ἡ πρὸς συνοικισμὸν;
§105ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ δωρεάν· διότι παραχώρησις καὶ πώλησις εἶναι δύο πράγματα διαφορετικά. Ἡ ἔννοια βεβαίως ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψα τὴν σύμβασιν, ἦτο, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ δωρεὰν παραχωρήσεως.
§106ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ διασάφησις αὕτη ἦτο ἀναγκαιοτάτη, καὶ παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§107ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει αὕτη.
§108ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ διασαφηνισθῇ, ἐὰν ἐν τῷ ποσῷ τῶν 100,000 δραχμῶν περιλαμβάνωνται αἱ ἀποζημιώσεις τῶν καταληφθησομένων γαιῶν κατὰ τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν Πεντέλην μόνον, ἢ καὶ ἡ ἀποζημίωσις διὰ τὸν συνοικισμόν.
§109ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Περὶ συνοικισμοῦ δὲν πρόκειται, ὅσον ἀφορᾷ τὰς 100,000· πρόκειται περὶ τῶν ἀποζημιώσεων τῶν γαιῶν τῶν ἀναγκαίων πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου.
§110ΣΤΑΗΣ...
§111ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἀπαντῶ εἰς τὸν συνάδελφον, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι ὁ μόνος σκοπὸς τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου εἶναι ὁ συνοικισμὸς καὶ ἡ δι’ αὐτοῦ ὠφέλεια. Ὁ ἀνάδοχος εἶναι ἄνθρωπος εὐφυής, δραστήριος, καὶ ἱκανὸς, καὶ βασίζεται κυρίως ἐπὶ τοῦ συνοικισμοῦ. Ὁ συνοικισμὸς καὶ ἡ ἀπ’ αὐτοῦ ὠφέλεια εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ἐπιδόρπιον τῆς ἐπιχειρήσεως· κυρίως ὁ σιδηρόδρομος οὗτος ἐπιδιώκει τὴν συγκέντρωσιν τῆς μεταφορᾶς τῶν μαρμάρων τῆς Πεντέλης καὶ τῆς ἄλλης οἰκοδομησίμου ὕλης, ἡ ὁποία κεῖται εἰς μεγάλα ποσὰ εἰς τὸ Πεντελικὸν, ἄλλως δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ἀνόητος νὰ προβῇ εἰς μεγάλας δαπάνας, ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἴσως, διὰ νὰ ἐλπίζῃ εἰς τὸν συνοικισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀμφίβολον, ἂν δύναται ἐκεῖ νὰ καταρτισθῇ, διότι ἐγὼ δὲν θεωρῶ ὡς διαμονὴν διαρκῆ λίαν εὐάρεστον τὴν Πεντέλην. Βεβαίως ὁ συνάδελφός μου ὁ κ. Σκουζὲς δύναται νὰ τὴν θεωρῇ τοιαύτην, διότι ἔχει μέγα κτῆμα ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι προτιμῶ οἱανδήποτε ἄλλην ἐξοχὴν ἀπὸ τὴν Πεντέλην, ὡς μόνιμον θερινὴν διαμονήν.
§112ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀπορία, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς περὶ καταλήψεως γαιῶν, δὲν ἔχει λόγον. Τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 8 πραγματεύεται περὶ δύο πραγμάτων, περὶ παραχωρήσεως δωρεὰν καὶ περὶ πωλήσεως κτημάτων εἰς τὸν ἀνάδοχον. Ἐν τῷ ἑπομένῳ ἐδαφίῳ γίνεται μνεία μόνον περὶ τῆς παραχωρήσεως τῆς δωρεάν. Ἑπομένως ἐδικαιούμην νὰ παρατηρήσω τῷ ἀξιοτίμῳ Βουλευτῇ, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς παραχωρήσεως δὲν περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἔννοια τῆς πωλήσεως.
§113ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἀποδέχομαι ὡς θετικὰ μόνον ὅσα λέγει τὸ ἄρθρον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰδικότητα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τὴν περιορίζω μόνον εἰς τὰ μαθηματικὰ (ἱλαρότης). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμου ἀπὸ Βώλου εἰς Λεχώνια).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατήρτισα τὴν δωδεκαμελῆ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δασῶν, ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων Βουλευτῶν: Ν. Καλογεροπούλου, Δ. Στεφάνου, Α. Σκουζὲ, Μ. Λάμπρου, Ν. Σπυρακοπούλου, Ν. Παπαλέξη, Κ. Βαλτινοῦ, Ν. Παῤῥησιάδου, Α. Ζυγομαλᾶ, Κ. Παπαμιχαλοπούλου, Π. Σάκκη καὶ Σωτ. Κροκιδᾶ. Παρακαλῶ δὲ, ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὧν τὰ ὀνόματα ἠκούσατε, δὲν ἔχουσι διάθεσιν νὰ ἐργασθῶσι, νὰ δηλώσωσι τοῦτο ἀπὸ τοῦδε, ὅπως ἀντικατασταθῶσιν. Αὔριον θὰ προσκληθῶσι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἰς πρώτην συνεδρίασιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ τῆς Αἰγύπτου.
§115ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χωρὶς νὰ ἀντείπω εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ῥηθῶσι, προκειμένου περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται ὅλως διόλου ἐκτάκτως, ὅπως οὕτω δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐκθέσῃ λεπτομερέστερον τοὺς λόγους, οἵτινες προὐκάλεσαν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐν τῇ ἐκθέσει δυστυχῶς δὲν ἀναφέρονται οἱ λόγοι, εἰμὴ ὑποσχέσεις, δοθεῖσαι πρὸς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν, καὶ συμφέροντα ἐπιβαλλόμενα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, προκειμένου νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον τοιοῦτον ἔκτακτον, νὰ ἐπεκταθῇ δηλαδὴ τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, νὰ παραδεχθῶμεν ἐν Αἰγύπτῳ σύστημα, τὸ ὁποῖον οὐδεμία ἄλλη Δύναμις ἔχει ἐφαρμόσει ἐκεῖ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐκτεθῶσι λεπτομερέστερον καὶ μακρότερον οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τὸ τοιοῦτον μέτρον, διὰ νὰ ἦναι οὕτω καὶ οἱ ὑποβαλόντες τὸ νομοσχέδιον δεδικαιολογημένοι, καὶ ἡ Βουλὴ ἐν πεποιθήσει νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον ἔκτακτον μέτρον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἀπείρους κινδύνους, ὡς ἐν συνόψει θέλω ἐκθέσει, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰς σχετικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιφρουροῦσι τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα ἐν Ἑλλάδι. Τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα, κύριε Πρόεδρε, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἓν σύστημα φιλελεύθερον, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατὰ πρῶτον ἐφεῦρον τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ ἐκεῖνα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα τὸ ἐφήρμοσαν, ἀνεγνώρισαν ὅτι εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περιβάλληται μὲ πολλὰς ἐγγυήσεις, καὶ ὄχι μόνον νὰ ἐξασφαλίζηται δι’ αὐτοῦ ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου νὰ ἦναι ἀρκούντως ἐξησφαλισμένα. Εἶναι νομοθετημένον ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ὁ ἐγκληματῶν δικάζεται ὑπὸ συμπολιτῶν του. Μακρὰν τῶν κανόνων τοῦ δικαίου, ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν καὶ μόνην τῆς συνειδήσεως τοῦ δικαστοῦ, ἄνευ αἰτιολογίας, κρίνεται ἡ τύχη ἑνὸς πολίτου, καὶ ἀποφασίζεται εἴτε περὶ τῆς ἐνοχῆς εἴτε περὶ τῆς ἀθωότητος αὐτοῦ. Τὸ σύστημα λοιπὸν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε παρετηρήσατε, ὅτι, ἀρχίζοντες ἀπὸ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος πρῶτος προέβλεψε περὶ τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος ἐν Ἑλλάδι, καὶ τελειόνοντες εἰς τὸν τελευταῖον νόμον, τὸν ὁποῖον προσφάτως ἐψηφίσαμεν, ὅλοι οἱ νόμοι προσεπάθησαν νὰ ἐξασφαλίσωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Οἱ ἔνορκοι ἔχουσι προσόντα, καὶ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἐν Ἑλλάδι ἔνορκοι, ἐφαρμόζονται καὶ ἐν Αἰγύπτω κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι θὰ δικάσουν τὸν κατηγορούμενον, κατὰ μὲν τὴν παλαιὰν νομοθεσίαν, ἔπρεπε νὰ καλῶνται ἐξ ὅλης τῆς περιφερείας τῶν ἐφετῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐπρόκειτο ὁ κατηγορούμενος νὰ δικασθῇ. Ὁ νόμος ἀπῄτησε τὴν συνδρομὴν ὅλων τῶν τάξεων τῶν πολιτῶν, τῆς πείρας αὐτῶν, τῶν τοπικῶν ἐθίμων καὶ διαφόρων ἄλλων λεπτομερειῶν, μὲ τὰς ὁποίας ὁ πολίτης εἶναι ἐφωδιασμένος ὡς ἐκ τῆς πείρας τοῦ βίου, καὶ ὅλους αὐτοὺς ἠθέλησε νὰ συλλέξῃ, διὰ νὰ δικάσουν τὸν ὅμοιόν των, ἐξ αὐτῶν δὲ ὅλων νὰ ἐκλέγηται ἓν δικαστήριον 12 ἐνόρκων. Αὐτοὺς, ὁ τελευταῖος νόμος ἐνόμιζεν, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσῃ εἰς μόνον τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων. Τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ, δὲν θὰ σύγκηται ἐκ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως, ὅπου ὁ κατηγορούμενος διῆγεν, ἢ ὅπου διεπράχθη τὸ ἔγκλημα, ἀλλὰ παραπέμπεται ἡ δίκη εἰς ἄλλο Κακουργιοδικεῖον, καὶ μόνον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις συμβαίνει τὸ ἐναντίον. Ἠθέλησεν ὁ νόμος νὰ ἦναι ὁ ἔνορκος ξένος τῆς ὑποθέσεως, ξένος πάσης προκαταλήψεως, ὁ δικαστὴς νὰ μὴ σχετίζηται ποσῶς πρὸς τὸν κατηγορούμενον, νὰ ἦναι ἀπροκατάληπτος. Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν καταρτίσωμεν Κακουργιοδικεῖον ἐκ πολιτῶν τῆς Ἑλληνικῆς παροικίας, ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ περὶ ἐνόρκων ἐν Ἑλλάδι νόμου; Ὁ κατηγορούμενος, καὶ δικαζόμενος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, θὰ δικασθῇ ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι συνδέονται πρὸς αὐτὸν ποικιλοτρόπως διὰ συμφερόντων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ διατελῶσιν ὑπὸ ἐπιῤῥοὴν οἱανδήποτε. Ὁ νόμος περὶ ἐνόρκων λέγει, ὅτι ὁ ἐξασκῶν ἐπιτήδευμα καὶ πληρόνων φόρον ἑξήκοντα δραχμῶν δύναται νὰ γείνῃ ἔνορκος· ἐν τῇ παροικίᾳ τῆς Ἀλεξανδρείας, ὅπου οἱ περισσότεροι εἶναι μικροὶ ἐπιτηδευματίαι, θὰ εὕρητε πολλοὺς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν αὐτὴν τὴν ἰδιότητα· νομίζετε λοιπὸν, ὅτι θὰ ἔχητε τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀπῄτησεν ὁ νόμος, καὶ ὅτι οἱ κατοικοῦντες ἐν τῷ αὐτῷ μετὰ τοῦ κατηγορουμένου τόπῳ θὰ ἦναι ἐλεύθεροι προκαταλήψεως καὶ ἄλλου τινὸς συμφέροντος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ τοὺς ἐπηρεάσῃ; Ἡ δικαιοσύνη τῆς Ἑλλάδος νομίζετε ὅτι δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, οὕτως ἐφαρμοζομένη; Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι θὰ συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τροποποιηθῶσι τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ἀναμιγνύουσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν ἔκθεσιν, πείθονται, ὅτι δύναται ἐν Αἰγύπτῳ νὰ λειτουργήσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη ἀσφαλῶς καὶ ἀπροσκόπτως; Ἐγὼ ἔχω ἀμφιβολίας, καὶ ὀφείλω νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην μου, καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησίν μου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου, ὅτε θ’ ἀναγινώσκωνται τὰ ἄρθρα, θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μερικὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀπονεμομένη δικαιοσύνη ὑπὸ τῶν προξένων, ὡς δικαστῶν, ὑπεβλήθη ἤδη ἐξ ἀρχῆς, ἀφ’ ὅτου ὑπῆρξαν προξενικοὶ νόμοι, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ οἱ πρόξενοι, ὡς δικασταὶ, καὶ τὰ προξενικὰ δικαστήρια, τὰ ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ χώρᾳ ὑφιστάμενα, ἐξαρτῶνται ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ μόνη δὲ ἀνάμιξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὰ τῶν δικαστηρίων τούτων, ἀφ’ ὅτου ἐνομοθετήθη ἡ εἰς ἰσοβίους δικαστὰς ἀνάθεσις τῶν καθηκόντων τῶν προξενικῶν δικαστηρίων, ἡ μόνη ἀνάμιξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης συνίσταται εἰς τὴν συνυπογραφὴν τοῦ διατάγματος, τοῦ ἀποσπῶντος τοὺς δικαστὰς ἀπὸ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας καὶ διορίζοντος αὐτοὺς παρὰ τοῖς προξενικοῖς δικαστηρίοις. Ἑπομένως οὐδὲν τὸ ἀνατρέπον τὰ κείμενα ἔχουσιν αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας ὑπηνίξατο ὁ κ. συνάδελφος, αἱ ὑπάγουσαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὰς πράξεις ἐκείνας, αἵτινες κανονικῶς ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς προξενικῆς δικαιοσύνης. Ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ἠπόρησε, διὰ τίνας λόγους εἰσάγεται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἰπὼν, ὅτι μόνον λόγον προσήγαγεν ἐνταῦθα ἡ Κυβέρνησις τὸ ὅτι ἐζητήθη ὑπὸ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, ἐν διαπραγματεύσεσι γενομέναις κατὰ τὸ 1890, ὅπως εἰσαχθῇ εἰς Αἴγυπτον ἡ δικαιοσύνη ἡ Ἑλληνικὴ, προκειμένου περὶ ἀδικημάτων γινομένων ἐν Αἰγύπτῳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς, φαίνεται, δὲν ἦτο παρὼν ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἄλλως θὰ ἤκουεν ὅ,τι διὰ βραχείας προεισαγωγῆς εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ναὶ μὲν εἶναι καὶ οὗτος λόγος, καὶ σπουδαῖος λόγος, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις αἱ πρὸς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν περιελάμβανον τοιαύτην ὑποχρέωσιν πρὸς αὐτὴν, ἀλλ’ ὅτι ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἐκ τούτου ἀνελάμβανεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἄγει ἀκριβῶς εἰς ἐπέκτασιν τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤδη ἔχομεν δικαίωμα νὰ δικάζωμεν. Καὶ δικάζομεν διὰ τῶν ἡμετέρων δικαστηρίων μέχρι τοῦδε ἐπὶ τόπου τὰ πταίσματα καὶ τὰ πλημμελήματα. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς βιοῖ ὁ ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλληνισμὸς, ὑπαγορεύουσι τὴν αὐτόθι σύστασιν καὶ Κακουργιοδικείου, διότι τοῦτο ἐπὶ τόπου θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἀποδίδηται ἀσφαλεστέρα καὶ ἀκριβεστέρα ἡ δικαιοσύνη πρὸς τοὺς Ἕλληνας πολίτας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἔχομεν καθῆκον ἰδίως νὰ μεριμνήσωμεν. Οὐδὲν νέον θὰ ἐκθέσω, ἂν εἴπω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ παροικία ἐν Αἰγύπτῳ εἶναι πολυπληθεστέρα ὅλων ὁμοῦ τῶν ἄλλων παροικιῶν, συλλήβδην λαμβανομένων· εἶναι φυσικὸν, τοιαύτη παροικία πολυπληθὴς νὰ ἔχῃ πληθυσμὸν καὶ τῆς κατωτέρας ἠθικῆς ἀναπτύξεως, καὶ ἑπομένως ἐν τῷ πληθυσμῷ τούτῳ νὰ φαίνηται δυσανάλογος πρὸς τοὺς τῶν ἄλλων ξένων, κατ’ ἰδίαν λαμβανομένων, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀδικημάτων· καὶ εἰς τοῦτο κεῖται τὸ τρωτὸν μέρος τῆς ἡμετέρας παροικίας ἐν Αἰγύπτῳ· τοῦτο προσήφθη εἰς ἡμᾶς πολλάκις, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμὸς παρουσιάζει ἀδικήματα ἀρκετὰ πολυάριθμα, ὥστε νὰ ἔχῃ καθῆκον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ ἰδιαιτέρως περὶ αὐτῶν. Εἶναι λοιπὸν συμφέρον νὰ ὑπάρχῃ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον νὰ δικάζῃ πλησιέστερον εἰς τὸν τόπον, ἔνθα διαπράττονται τὰ ἀδικήματα, ὄχι, ὅπως συμβαίνει μέχρι τοῦδε, στηριζόμενον ἐπὶ νεκρῶν ἐκθέσεων, ἐπὶ ἐγγράφων, ἀλλὰ κατόπιν ἀκροάσεως τῶν μαρτύρων, ἐπὶ ἀντιπαραστάσεων τῶν μαρτύρων πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τὸν κατηγορούμενον, ἐπὶ τῇ ἀπολογίᾳ τοῦ κατηγορουμένου ἀπέναντι τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοιαύτης διαδικασίας νὰ ἐκφέρῃ τὸ δικαστήριον ἀληθῶς πεφωτισμένην καὶ προσεγγίζουσαν εἰς τὴν ἀληθῆ δικαιοσύνην ἀπόφασιν. Οἱ λόγοι οὗτοι νομίζω ὅτι ἔπρεπε, λαμβανόμενοι ὑπ’ ὄψιν, νὰ πείσωσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἂν εἶχε πρώτην ἀφετηρίαν τὴν συνεννόησιν μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν πρὸς αὐτὴν ὑπόσχεσιν, ὅπως εἰσαχθῇ τοιοῦτος νόμος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἄνευ τῆς ὑποσχέσεως ταύτης, εἶναι ὠφέλιμον καὶ δὲν πρέπει νὰ συναντήσῃ ἀντίδρασιν ἐν τῇ Βουλῇ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κυροῦμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ δικάζωμεν τοὺς ἡμετέρους πολίτας ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ ἐπεκτείνομεν τὸν δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τῶν πλημμελημάτων καὶ πταισμάτων μέχρι καὶ τῶν κακουργημάτων, ἔχοντες οὕτως ἄρτιον τὸ δικαστικὸν ἡμῶν σύστημα ἐν Αἰγύπτῳ, ὡς εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν, λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τῆς παροικίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐκεῖ, καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐγκλημάτων, ὁ ὁποῖος εἶναι φυσικὸν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ παροικίᾳ παρουσιάζεται τοσοῦτος. Ἔχομεν ἐξ Αἰγύπτου πλήρη στατιστικὴν περὶ τῶν ἐγκλημάτων, ἅτινα τελοῦνται ἐκεῖ, καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων προκύπτει, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη 1883, 1884, 1885, 1886, 1887, 1888 καὶ 1889 ἐτελέσθησαν ἐν συνόλῳ ἐγκληματικαὶ πράξεις 159, ἔφθασαν δηλαδὴ τοσαῦται πράξεις, χαρακτηρισθεῖσαι ὡς κακουργήματα, εἰς χεῖρας τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Ἐν ἄλλοις λόγοις ἔχομεν μέσον ὅρον περίπου 23 ἐγκληματικῶν δικῶν κατ’ ἔτος ἐν Αἰγύπτῳ. Ἀπὸ δὲ τοῦ ἔτους 1890 μέχρι τῆς 31 Νοεμβρίου τρέχοντος ἔτους ἔχομεν 101 πράξεις ἐγκληματικὰς, 40 κατὰ τὸ 1890, 22 κατὰ τὸ 1891, καὶ 39 κατὰ τὸ 1892, δηλ. ἔχομεν 33 δίκας ἐγκληματικὰς ἐτησίως.
§117ΡΑΛΛΗΣ. Χαρακτηρισθείσας διὰ βουλευμάτων;
§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχομεν τὴν παραπομπὴν τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς τῆς προξενικῆς εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς Ἑλλάδος.
§119ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἔχωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν δικῶν, δὲν ἀρκεῖ νὰ γνωρίζωμεν πόσαι δίκαι ἀπεστάλησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ πόσαι ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον.
§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰς πληροφορίας ταύτας δὲν δύναμαι νὰ φέρω, διότι ἔπρεπε νὰ γίνεται τοιαύτη διάκρισις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, οὕτως ὥστε νὰ ἔχωμεν πίνακας...
§121ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Εἰσαγγελεῖς, εἰς οὓς παρεπέμφθησαν αἱ δίκαι, ἤθελον δώσει εἰς ὑμᾶς πᾶσαν πληροφορίαν.
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ λάβωμεν τοιαύτας πληροφορίας, ἂν καὶ τὸ ἔργον ἤθελεν εἶναι δυσχερὲς, διότι εἶναι πολλοὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς, πρὸς οὓς ἀπεστάλησαν αἱ δίκαι. Ὁπωσδήποτε αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας τελευταῖον ζητηθείσας ἔλαβον ἐξ Αἰγύπτου, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι, ἀντὶ ἐλαττώσεως, ἔχομεν τὰ τελευταῖα ἔτη ἀπ’ ἐναντίας αὔξησιν τῶν ἐγκλημάτων, διότι, ἐνῷ εἴχομεν μέσον ὅρον κατὰ τὰ πρῶτα ἑπτὰ ἔτη 23 περίπου δίκας κατ’ ἔτος, κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη, καὶ ταῦτα οὐχὶ πλήρη, ἔχομεν 33 δίκας· καὶ εἶναι ἡ αὔξησις ἴσως φυσικὴ, διότι ἴσως ἐπῆλθεν ἐν τῷ μεταξὺ καί τις αὔξησις εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν πολιτῶν τῆς παροικίας τῆς Ἑλληνικῆς ἐν Αἰγύπτῳ. Εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγκλημάτων τούτων συχνὰ ἐκθέτει τὰς ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλληνικὰς ἀρχὰς εἰς παράπονα περὶ τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ἡ προσήκουσα ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις τῶν ἡμετέρων πολιτῶν, οὔτε καὶ ἡ πρέπουσα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, διότι ἀναγνωρίζουσι καὶ οἱ οὕτω παραπονούμενοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδοθῇ ἡ προσήκουσα δικαιοσύνη, ὅταν τὰ ἐν Ἑλλάδι δικαστήρια δικάζωσι μακρὰν τοῦ τόπου τῆς τελέσεως τῆς πράξεως, μακρὰν τῆς κοινωνίας, ἐν ᾗ ἐτελέσθη ἡ πρᾶξις, καὶ μακρὰν πάσης ἄλλης, πλὴν τῆς ἐγγράφου, μαρτυρίας· ὑμεῖς δὲ, κύριε Βουλευτὰ Μαντινείας, γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἔγγραφος μαρτυρία εἶναι μαρτυρία νεκρά. Θεωρῶ λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλεται ὄχι μόνον ἐκ τῆς συμφωνίας, τὴν ὁποίαν μετὰ τῆς Αἰγύπτου συνήψαμεν, ὑποσχεθέντες, ὅτι θὰ ὑποβάλωμεν τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τῆς δικαιοσύνης, ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐπιβάλλεται σήμερον ἡ σύστασις Κακουργιοδικείου ἐν Αἰγύπτῳ.
§123ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχετε εἰδικὴν συνεννόησιν περὶ τούτου μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως;
§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτε συνεζητήσαμεν τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἰθαγενείας, τοιοῦτον ὅρον μόνον ἔθηκεν ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, νὰ βελτιωθῶσι τὰ τῆς ἡμετέρας δικαιοσύνης ἀπέναντι τῶν ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλλήνων. Τὴν βελτίωσιν τῆς ἡμετέρας δικαιοσύνης βεβαίως οὐδένα λόγον ἔχομεν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς οὐδένα, διότι ἔχομεν καθῆκον ἡμεῖς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ τὴν ἐπιδιώξωμεν. Εἶναι δὲ ἀνεγνωρισμένον ἐνταῦθα, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἡ ἐγκληματικὴ δὲν λειτουργεῖ ὡς ἔδει, λόγῳ τῶν δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι παρεμβάλλονται, προκειμένου νὰ δικασθῶσι κατηγορούμενοι, ἐν Αἰγύπτῳ ἐγκληματήσαντες, ἐν Ἑλλάδι, ὅπου οὔτε οἱ μάρτυρες, οὔτε τὰ ἄλλα μέσα τῆς ἀποδείξεως εἶναι πρόχειρα. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸν λόγον, δι’ ὃν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, καὶ δι’ ὃν νομίζω, ὅτι καλῶς ὑπεβλήθη, καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἑτέρας παρατηρήσεις. Παρετήρησεν, ὅτι, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι ἐλήφθη πρόνοια, μεταῤῥυθμισθέντος τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος τελευταῖον, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ τελοῦνται αἱ πράξεις, τοὐναντίον ἐν Αἰγύπτῳ τὴν σοφὴν αὐτὴν πρόνοιαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἰσάγομεν, ἀλλ’ ἐκεῖ τὰ ἐγκλήματα, τὰ τελούμενα ἐν αὐτῇ τῇ πόλει τῆς Ἀλεξανδρείας, δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ. Παρεῖδεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δὲν δικάζονται μόνον ἐγκλήματα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τελούμενα, ἀλλὰ πάντα τὰ ἐν Αἰγύπτῳ τελούμενα, ἑπομένως ἡ παρατήρησις αὐτοῦ, καὶ ἂν ἦναι ὀρθὴ, θέλει ἐφαρμοσθῆ ἐπὶ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ τῶν τελουμένων ἐγκλημάτων, καθόσον οἱ πλείονες τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ἐγκληματούντων δὲν ἐγκληματοῦσιν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ· ὁ μείζων ἀριθμὸς τῆς παροικίας εὑρίσκεται ἔξω τῆς Ἀλεξανδρείας. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐνταῦθα, προκειμένου περὶ ἐγκλημάτων ἐν Ἑλλάδι τελουμένων, ἐνομοθετήθη νὰ μὴ δικάζωνται αἱ δίκαι τῶν ἐγκλημάτων τούτων ἐν τῇ ἕδρᾳ τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ ἐτελέσθησαν, εἶναι λόγος παντελῶς μὴ ὑφιστάμενος ἐν Αἰγύπτῳ· διότι ἐνταῦθα ἔπρεπε βεβαίως νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὁ νομοθέτης νὰ μὴ δικάζωσιν οἱ συμπολῖται τοῦ δικαζομένου τὸ ἔγκλημα αὐτοῦ, νὰ μὴ δικάζωσιν οἱ Ἀθηναῖοι τὸν Ἀθηναῖον καὶ οἱ Πατρεῖς τὸν Πατρέα, νὰ μὴ δικάζωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἐκτὸς τοῦ συνδέσμου τοῦ ἐκ τῆς καταγωγῆς ὑπάρχοντος, ἔχουσι καὶ ἕτερον σύνδεσμον, τὸν εἰς ἡμᾶς πάντας γνωστὸν, τὸν σύνδεσμον τὸν πολιτικόν· ἔπρεπεν ἐκτὸς πάσης ἐπιδράσεως, εἴτε λόγῳ τῆς συγγενείας, εἴτε λόγῳ τῆς καταγωγῆς, εἴτε τοῦ πολιτικοῦ συνδέσμου, ἔπρεπε, λέγω, ἐκτὸς πάσης ἐπιδράσεως νὰ γίνωνται αἱ δίκαι ἐνταῦθα, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Ἀθηναῖος ὡρίσθη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δικάζηται ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ κατὰ κανόνα ἐν ἑτέρᾳ ἐπαρχίᾳ, ὅπου ἑδρεύει Κακουργιοδικεῖον ἐξαρτώμενον ἐκ τοῦ Ἐφετείου τοῦ ἐν Ἀθήναις. Ἐν Αἰγύπτῳ ὅμως τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει. Ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ὑπάρχουσι δημόται πάντων τῶν δήμων τῆς Ἑλλάδος, ὑπάρχουσιν Ἕλληνες, καταγόμενοι ἀπὸ πάντων τῶν περάτων τῆς Ἑλλάδος, καὶ τῆς ἔσω καὶ τῆς ἔξω, ἀνήκοντες δὲ, διότι ὀφείλουσι νὰ ἀνήκωσιν, εἰς ἕνα τῶν δήμων τῆς Ἑλλάδος· οὗτοι ὑπάρχουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἔξω πάσης σχέσεως πρὸς τοὺς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ πολίτας, τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου, ἔξω πάσης σχέσεως εἴτε τοπικῆς, εἴτε πολιτικῆς, ἑπομένως ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ἐνταῦθα παρίστατο, ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχε, καὶ διὰ τοῦτο ἡ πρόνοια, ἥτις ἐνταῦθα ἐλήφθη, ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ληφθῇ. Οὕτω νομίζω, ὅτι ἀποκρούεται ἡ πρώτη ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν. Παρετήρησεν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν, ὅτι τὰ προσόντα τῶν ἐνόρκων δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, διότι ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡμεῖς ἐνταῦθα εἰσάγομεν αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ, τῷ τελευταῖον ψηφισθέντι, διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς ἐγκληματικῆς δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελεν ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11, καὶ ἤθελεν ἀντιπαραβάλει τὰ ἐκεῖ λεγόμενα πρὸς τὸν νόμον τὸν προξενικὸν, εἰς ὃν παραπέμπει τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἤθελεν ἴδει, ὅτι τὰ προσόντα εἶναι ἐπαρκέστατα, προκειμένου περὶ ἐνόρκων ἔξω τῆς Ἑλλάδος μελλόντων νὰ δικάσωσι· διότι τὸ ἄρθρον 11 παραπέμπει εἰς τὸ ἄρθρον 234 τοῦ νόμου τοῦ προξενικοῦ καὶ εἰς τὰς κατηγορίας, ὄχι βʹ, γʹ καὶ δʹ, ὅπως κατὰ τυπογραφικὸν σφάλμα εἶναι ἐνταῦθα ἀναγεγραμμένον, ἀλλ’ εἰς τὰς κατηγορίας αʹ, βʹ καὶ γʹ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου, αἱ δὲ κατηγορίαι αὗται παρουσιάζουσι τοὺς ἔξω πολίτας ὡς ἔχοντας τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου. Κατηγορία αʹ (ἀναγινώσκει): «Οἱ τραπεζῖται, οἱ μεγαλέμποροι, οἱ μεγαλοκτηματίαι καὶ οἱ εἰσοδηματοῦχοι ἐν μὲν Κωνσταντινουπόλει, Ἀλεξανδρείᾳ...» Ἐδῶ ὁρίζεται τὸ τέλος τὸν ὁποῖον πληρόνουσι διὰ τὸ διαμονητήριον. Ἀλλ’ ἡμεῖς, παραπέμποντες εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, λέγομεν, ὅτι ἔχουσι τὰ προσόντα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 234 φορολογοῦνται ἐν τῇ πρώτῃ τάξει. Κατηγορία βʹ (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἔμποροι, οἱ ἐργοστασιάρχαι, οἱ κτηματίαι καὶ οἱ μεσῖται». Κατηγορία γʹ (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐπιστήμονες ἰατροὶ, μηχανικοὶ, ἀρχιτέκτονες, οἱ δικηγόροι καὶ οἱ φαρμακοποιοί». Ἔχομεν δὲ καὶ ἰδιαίτερον ἐδάφιον ἐν τῷ νόμῳ, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, ἀναφέρον τοὺς καθηγητὰς καὶ τοὺς διδασκάλους, ἀποκλείομεν δὲ ἐντελῶς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς ὀνομάσας ἐθεώρησεν ἀνεπαρκεῖς, ἀποκλείομεν τοὺς ἐμπορικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς μικρεμπόρους κλπ.
§125ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ λάθος δὲν εἶναι ἰδικόν μου, εἶναι τοῦ νομοσχεδίου.
§126ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι λοιπὸν βέβαιον, ὅτι ἔχομεν ἐνταῦθα ἐνόρκους τοὺς ἀρίστους τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, καὶ ἔχομεν πλῆθος τοιούτων πολιτῶν ἐν Αἰγύπτῳ καὶ Ἀλεξανδρείᾳ ἰδιαιτέρως, διότι ἐκεῖ, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ οἱ τραπεζῖται καὶ οἱ μεγαλέμποροι καὶ οἱ μεγαλοκτηματίαι εἶναι ἐν μεγίστῳ ἀριθμῷ, ἔχομεν δὲ βεβαιωμένον ἐκ τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες εἶναι δεδομέναι ἐξ Αἰγύπτου, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς τρεῖς ταύτας τάξεις Ἑλλήνων πολιτῶν στρέφεται περὶ τοὺς 500. Ὥστε ἔχομεν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ 500 πολίτας ἀνήκοντας εἰς τὰς τρεῖς ταύτας τάξεις τὰς πρωτευούσας, αἵτινες δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι τὴν βάσιν τοῦ ὁρκωτικοῦ πληθυσμοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἐκλέγεσθαι καὶ πληροῦσθαι ἑκάστοτε οἱ μέλλοντες νὰ δικάσωσιν’ ἔχομεν ἀριθμὸν πολὺ μεγαλείτερον παρ’ ὅ,τι αἱ πλεῖσται τῶν ἐνταῦθα πόλεων παρουσιάζουσι σήμερον, ὅτε λειτουργεῖ τὸ νέον σύστημα τὸ ὁρκωτικόν, καθ’ ὃ λαμβάνονται οἱ ἔνορκοι ἐκ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως, ἐν ᾗ ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐν ἀρχῇ καλῶς ἔχει καὶ αἱ ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν, δὲν εἶναι ἱκαναὶ, ὅπως ἀποτρέψωσιν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ.
§127ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θέλω ὑποβάλει μερικὰς παρατηρήσεις.
§128ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως δὲν ἀντιλέγω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν βεβαίωσίν του, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κυρούμενον καὶ γινόμενον νόμος, θέλει κυρώσει, οὕτως εἰπεῖν, τὸ δικαίωμα τῆς ἑτεροδικίας ἐν Αἰγύπτῳ. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀνάγκη συστάσεως Κακουργιοδικείου δὲν παρίσταται μόνον ἐν Αἰγύπτῳ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας μεγάλας πόλεις τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου ὑπάρχουσιν Ἑλληνικαὶ παροικίαι, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο μεῖζον κύρωσις τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ ἐξασφάλισις καὶ μὴ παρεξήγησις, ἐὰν τὸ Κακουργιοδικεῖον συνιστᾶτο οὐ μόνον ἐν Αἰγύπτῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐν Σμύρνῃ καὶ εἰς ἄλλας πόλεις τῆς Τουρκίας, ὅπου πολυαριθμοτέρα εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ παροικία. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ ἑνιαίως, περιέχον τὴν ἄδειαν συστάσεως Κακουργιοδικείων ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ· οὕτως ἠδύνατο νὰ ἐξηγηθῇ πλήρης ἡ κύρωσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἑτεροδικίας ἄνευ οὐδεμιᾶς παρεξηγήσεως. Ἐπίσης συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν δὲν ἔχῃ ῥητὴν συνεννόησιν μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν Κακουργιοδικείου ἐν Αἰγύπτῳ, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς δυσχερείας τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου, διότι ἐκεῖ, ὅπου προσέκρουσε καὶ προσκρούει πάντοτε ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ, ἑπομένως καὶ ἐν Αἰγύπτῳ, ἡ ἐνέργεια τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων, τῶν ἐνταλμάτων συλλήψεως ἢ βιαίας προσαγωγῆς, κοινοποιήσεως κλήσεων κλπ. διότι δὲν ἔχει τὸ δικαστήριον, οὔτε ὁ Εἰσαγγελεὺς, οὔτε ὁ Πρόξενος τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων τοῦ δικαστηρίου κλπ. Ὑποθέσατε, ὅτι τὸ συνιστώμενον ἤδη Κακουργιοδικεῖον ἐν Αἰγύπτῳ ἐκδίδει ἀπόφασιν καταδικαστικὴν περὶ συλλήψεως καὶ βιαίας προσαγωγῆς ὡρισμένων προσώπων εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Αἰγύπτου· πῶς θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη; Εἶναι βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ ἐξουσία ἡ ἐπιτόπιος θέλει παράσχει τὴν συνδρομήν της εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τούτων; Νομίζω ὅτι ἐκεῖ ἔγκειται ἡ ἀδυναμία τοῦ νομοσχεδίου τούτου, γινομένου νόμου. Ἐὰν ὑπάρχῃ συνεννόησις τοιαύτη, καὶ εἶναι ἀσφαλὴς καὶ βέβαιος, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου δὲν θὰ ματαιῶνται, καὶ δὲν θὰ μένωσιν ἀνεκτέλεστοι, οὐδὲ θὰ διαιωνίζωνται αἱ δίκαι, ἐλλείψει μὴ προσαγομένων μαρτύρων, ἕνεκα μὴ ἐγκαίρου συνδρομῆς τῆς ἐπιτοπίου ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τότε βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν συνῄνει μάλιστα νὰ τὸ ὑποβάλῃ ἑνιαῖον δι’ ὅλην τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν.
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰ τῆς ἐκτελέσεως κεῖνται ἤδη ἐν Αἰγύπτῳ, διότι ἤδη λειτουργεῖ δικαστήριον εἰδικὸν ἐκεῖ, καὶ ὁ νόμος ὁ προξενικὸς προὐνόησε κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ ἐκτέλεσις. Βεβαίως πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως ἐν ξένῳ τόπῳ, ἥτις προσκρούει ἐνίοτε εἰς ἀντιδράσεις, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἔχομεν παράδειγμα ὑποθέσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρξαν ἀνυπέρβλητα τὰ προσκόμματα πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου· ἐνταῦθα μάλιστα εἴμεθα εἰς καλλιτέραν θέσιν, προκειμένου περὶ ἐγκλημάτων, διότι ἐνταῦθα τὸν κατηγορούμενον τὸν ἔχομεν εἰς χεῖρας, ἐν Αἰγύπτῳ δὲ οὐδέποτε, προκειμένου περὶ ἀναμφισβητήτου ἢ ἀναγνωρισθέντος πολίτου Ἕλληνος, οὐδέποτε ἡ Αἰγυπτιακὴ ἀρχὴ ἐδίστασε νὰ παράσχῃ συνδρομὴν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην. Ἐὰν ἔχωμεν παράπονον ἐξ Αἰγύπτου, τοῦτο εἶναι, ὅτι δὲν ἀποτεινόμεθα ἱκανῶς συχνὰ πρὸς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν πρὸς τοιαύτας ἐκτελέσεις, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἂν πολλάκις ἦναι ὑπερβολικαὶ αἱ ἀξιώσεις τῆς ἐπιτοπίου ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, προκειμένου περὶ Ἑλλήνων καὶ Ἰταλῶν, αἱ πράξεις ὅμως αἱ ἀντιβαίνουσαι πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν εἶναι τοιαῦται ἐν Αἰγύπτῳ, ὥστε πρέπει βεβαίως ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ δεικνύωσι μείζονα πάσης ἄλλης Δυνάμεως δραστηριότητα περὶ τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων, αἵτινες ἐκεῖ τελοῦνται.
§130ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ προνοήσῃ οὐχὶ περὶ καταδιώξεως τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἀλλὰ περὶ προστασίας αὐτῶν. Καὶ οἱ εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον δὲν δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν βάσιν αὐτὴν ἀπέναντι τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἀπέναντι τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν τὰ ξένα Κράτη ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης διὰ τὰ διαπραττόμενα ἐγκλήματα. Ὡς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ξένου Κράτους, ἔχοντος τὸ δικαίωμα τῆς ἑτεροδικίας καὶ ἔχοντος πολυπληθεστάτην ἀποικίαν, τὸ ὁποῖον ἐζήτησε νὰ πράξῃ ὅ,τι πράττομεν ἡμεῖς...
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς λέγει, ὅτι ὑπάρχει ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἀμερική.
§132ΡΑΛΛΗΣ. Μήτε ἡ Ἀγγλία, μήτε ἡ Γαλλία... Τὸ νομοσχέδιον ὀφείλομεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς δῶρον, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἢ μᾶλλον ἡ Ἀγγλικὴ διοίκησις, διότι πρόκειται καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ὑποστῶμεν τὴν πίεσιν τῆς Ἀγγλικῆς διοικήσεως, καὶ εἰς τὰ νεύματα αὐτῆς νὰ ἐνδώσῃ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, καὶ νὰ ἔλθῃ διὰ νομοθετήματος ἐκτρόπου νὰ ὑποτάξῃ τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην εἰς τὰ νεύματα τῆς ἐκεῖ διοικήσεως. Διότι ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ ἄτοπον τοῦ τοιούτου νομοθετήματος· νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας τοὺς ἐν Καΐρῳ νὰ ἐμπιστευθῆτε τὴν τύχην τῶν συμπολιτῶν σας, νὰ ἀνεύρητε ἐν τῇ θέσει, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκονται, τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ὁποίαν εὑρίσκετε ἐνταῦθα, ὑπὸ τοὺς θεσμοὺς τοὺς ἐλευθέρους. Ἀλλὰ καὶ ἂν δύνασθε νὰ ἀνεύρητε τὰς τοιαύτας ἐγγυήσεις περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς ὑψίστης δικαιοσύνης, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκθέσητε τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἰς τὰς ἐπικρίσεις ὅλων ἐκείνων τῶν παροικιῶν; Καὶ ὅταν πρόκηται περὶ Ἀλεξανδρείας, γνωρίζετε τί σημαίνει νὰ τὴν ἐκθέσητε εἰς τὰς ἐπικρίσεις τῆς Αἰγυπτιακῆς διοικήσεως διὰ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ἀναγκαίως συνεπάγεται οἱαδήποτε δίκη ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν. Ἐὰν ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἐθεώρει, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐπεκτάσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς ἑτεροδικίας, δὲν θὰ ἐπέβαλλε, καθ’ ἣν περίστασιν ἐζήτει νέας παραχωρήσεις παρ’ ἡμῶν, ἄλλας, τὰς ὁποίας ἐθεώρει ὡς δῶρον. Κατὰ τὴν περίπτωσιν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος περὶ ἑτεροδικίας ἐπρόκειτο περὶ ὅρου, ὁ ὁποῖος ζημιοῖ ἡμᾶς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἐπρόκειτο περὶ ἐπιβολῆς ὅρου, ζημιοῦντος ἡμᾶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀνεξαρτησίας περὶ ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης πρὸς τοὺς ὑπηκόους ἡμῶν, καὶ περὶ ὅρου προσβάλλοντος τὸ γόητρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικόν· διότι πᾶσα δίκη, ἐκτυλισσομένη ὑπὸ τὰ ὄμματα τῶν ξένων παροίκων, θὰ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὸ γόητρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θίγει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ ἐπὶ τούτου οὐδὲν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Νομίζει, ὅτι δύναται νὰ ἀνεύρῃ εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας εὑρίσκει ἐν τῷ παρ’ ἡμῖν· νομίζει, ὅτι οἱ ἔνορκοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἐκλεχθῆ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ὅπως ἐκλέγονται, ἔστω καὶ μεταξὺ τῶν πρώτης τάξεως ἐμπόρων, δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ ἔνορκοι παρ’ ἡμῖν. Καὶ ἐνῷ οὕτω δὲν ἔχομεν τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις, παραδίδομεν τὴν ὑψίστην δικαιοσύνην, τὴν ἀφορῶσαν τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις, εἰς χεῖρας τῆς ξένης διοικήσεως. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται· πρόκειται ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ παραδοθῇ εἰς χεῖρας τῶν ξένων. Ἐὰν ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ μοὶ ἐγίνετο ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν, βεβαίως δὲν ἤθελον ἀπαντήσει ὅπως ἀπήντησεν αὐτὸς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰγύπτου· διότι δὲν ὑπάρχει μεγαλειτέρα προσβολὴ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰγύπτου, θέλων νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν μομφήν, ὅτι ἀτελῶς λειτουργεῖ ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη· καὶ οὐ μόνον ἠνέχθη τὴν ὕβριν ταύτην ὁ ἡμέτερος Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις διὰ τὴν ὕβριν ταύτην πρὸς τὸν ξένον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς δικαιοσύνης, κακῶς λειτουργούσης παρ’ ἡμῖν, εἰσάγεται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὅταν τελῶνται ἐγκλήματα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, βεβαίως ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδικάσωμεν αὐτά. Ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἓν μόνον καθῆκον ἔχει, καθῆκον προληπτικόν· ὅταν δὲ παραπονῆται περὶ τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀντιτάσσει τὴν ἀτέλειαν τῆς λειτουργίας τῆς ἐκεῖ ἀστυνομικῆς ἀρχῆς; Ἡ ἀτέλεια τῆς διοικήσεως, ἡ ἀτέλεια τῆς λειτουργίας τῆς ἀστυνομίας ἄγει εἰς τὰ ἐγκλήματα, καὶ τοῦτο βλέπομεν ἐνταῦθα. Ἐὰν ἦτο τελειοτέρα ἡ διοίκησίς μας, βεβαίως δὲν θὰ εἴχομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Θὰ ἐθεώρουν δὲ καὶ προσβλητικὸν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην νὰ θελήσω νὰ παραβάλω αὐτὴν πρὸς τὴν Αἰγυπτιακήν. Ἀλλὰ κατὰ τί θὰ βελτιωθῇ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἐν Αἰγύπτῳ; Πρόκειται περὶ τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα τελοῦνται οὐ μόνον ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἀλλὰ καθ’ ὅλην τὴν Αἴγυπτον, ἡ ὁποία εἶναι εἰκοσάκις μεγαλειτέρα τῆς Ἑλλάδος. Θὰ γίνεται δὲ ἡ ἐκδίκασις παρόντων τῶν μαρτύρων. Καὶ ποῦ θὰ εὕρητε τοὺς μάρτυρας; Καὶ μήπως δίδῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται τὸ δικαστήριον καὶ ἄνευ μαρτύρων, καὶ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταθέσεων αὐτῶν, ληφθεισῶν κατὰ τὴν ἀνάκρισιν, νὰ δικάζῃ; Ποῦ ἡ βελτίωσις; Ἡ βελτίωσις εἶναι αὕτη· ὅτι ἀντὶ νὰ ἔχητε δικαστήριον τελείως κατηρτισμένον, οἷα εἶναι τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια, μεθ’ ὅλας τὰς ἀτελείας των, θὰ ἔχητε προξενικὸν δικαστήριον μὲ ὑπηκόους Ἕλληνας, εὑρισκομένους ὑπὸ τὴν πίεσιν ξένης διοικήσεως, καὶ ὑπ’ αὐτὴν ἀπονέμοντας τὴν ὑψίστην δικαιοσύνην. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐμελετήθη, μήτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιψηφισθῇ, καὶ συνεπῶς παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§133ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ διαμαρτυρηθῇ τις πρὸς τὴν ξένην ἀρχήν, παραπονουμένην διὰ τὴν ἀτέλειαν τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, προκειμένου περὶ πράξεων τελουμένων ἐν Αἰγύπτῳ, ὅτε αὐτὸς ὁ παραπονούμενος εἶναι πεπεισμένος περὶ τῆς ἀτελείας ταύτης· διότι ἡ παρατήρησις δὲν ἐγένετο περὶ ἀτελοῦς ἐν γένει λειτουργίας τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ εἰδικῶς περὶ τῆς ἀτελείας αὐτῆς, προκειμένης δίκης ἐγκλημάτων μακρὰν τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἐτελέσθησαν, καὶ δίκης ἐπὶ ἀποδείξεων, αἱ ὁποῖαι συνηθροίσθησαν ἀτελέστατα, ὅπως κατ’ ἀνάγκην συμβαίνει ἐπὶ ἐγγράφων ἐκθέσεων· ἀλλ’ οὐδένα προσβάλλει τις, ἂν εἴπῃ, ὅτι ἀτελῶς δικάζεται ἡ ὑπόθεσις, τῆς ὁποίας τὰ στοιχεῖα παρουσιάζονται μόνον ἐγγράφως, ἄνευ μαρτύρων παρόντων, ἄνευ ἀντιπαραστάσεως μαρτύρων πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τὸν κατηγορούμενον. Ἐπαναλαμβάνω λέγων, ὅτι τοιαύτη δικαιοσύνη μόλις εἶναι ἀξία τοῦ ὀνόματος τῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ πρᾶγμα ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, εἶχε καλῶς, ὅτε ὅμως ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπονεμηθῇ κρείσσων δικαιοσύνη, διότι δυνάμεθα νὰ πλησιάσωμεν τὸ δικαστήριον πρὸς τὸν δικαζόμενον καὶ πρὸς τοὺς μάρτυρας, καθιστῶντες εἰς τὸ δικαστήριον δυνατὸν νὰ ἀκούσῃ αὐτὸ τοὺς μάρτυρας, νὰ παραβάλῃ καὶ ἐξελέγξῃ τὰς μαρτυρίας, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἁμαρτάνει ὁ μὴ θέλων νὰ πράξῃ τοῦτο, καίτοι γνωρίζει, ὅτι οὕτω θέλει ἐπέλθει βελτίωσις τῆς θέσεως τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν ἐν τῇ ξένῃ χώρᾳ. Διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἐὰν λειτουργήσωσι δικαστήρια Ἑλληνικὰ ἐν Αἰγύπτῳ, ἡ ὅλη θέσις τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν θέλει βελτιωθῆ· διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἐὰν προσεκρούσαμεν ἐνίοτε εἰς ἀρνήσεις περὶ τὴν ἰθαγένειαν τῶν πολιτῶν ἡμῶν ἐν Αἰγύπτῳ, κυριωτάτη ἀφορμὴ πολλάκις ὑπῆρξεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε βεβαιότης, ὅτι οὗτοι, συλλαμβανόμενοι καὶ εἰσαγόμενοι εἰς τὸ δικαστήριον, ἤθελον λάβει τὴν πρέπουσαν κατὰ τὸ δίκαιον ἀνταπόδοσιν...
§134ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην νὰ τὴν καταστήσητε ὑποχείριον.
§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόκειται τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην νὰ τὴν εἰσαγάγωμεν ἐκ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Αἴγυπτον, νὰ πλησιάσωμεν αὐτήν εἰς τοὺς Ἕλληνας τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ, νὰ τὴν πλησιάσωμεν μεθ’ ὅλης αὐτῆς τῆς πανοπλίας, μεθ’ ὅλης αὐτῆς τῆς ἀκεραιότητος, μεθ’ ὅλης αὐτῆς τῆς ἀνεξαρτησίας, νὰ τὴν πλησιάσῃ ὁ νόμος, προσκολλῶν εἰς αὐτὴν ἐνόρκους ἀξίους πάσης ἐμπιστοσύνης, ἐπίσης ἀνεξαρτήτους, ὅσον οἱ ἐν Ἑλλάδι, ἐνόρκους ἐπίσης μακρὰν πάσης ἐπιδράσεως ἐξωτερικῆς οἱασδήποτε, ὅπως οἱ ἐν Ἑλλάδι ἔνορκοι. Διότι πρέπει νὰ ἀγνοῇ τις παντελῶς τὰ ἐν Αἰγύπτῳ ὑπάρχοντα, ὅπως νομίζῃ, ὅτι οἱ Ἕλληνες πολῖται ἐκεῖ ὑφίστανται πιέσεις. Δὲν ὑπάρχει τόπος, ὅπου ὁ Ἕλλην πολίτης νὰ ἦναι τοσοῦτον ἐλεύθερος, τοσοῦτον ἀνεξάρτητος, ὅσον εἶναι οἱ ἐν Αἰγύπτῳ, μάλιστα ἐκεῖνοι, οἵτινες κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἔχουσι τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου ἐν Αἰγύπτῳ. Ἐὰν ἡ Αἰγυπτιακὴ διοίκησις δὲν ἐθεωρήθη ἀκόμη ἀξία, ὥστε νὰ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τῶν περιορισμῶν, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δεσμευμένη ὁλόκληρος ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι ἡ διοίκησις ἐν Αἰγύπτῳ σήμερον δὲν λειτουργεῖ ὅπως λειτουργεῖ ἡ διοίκησις εἰς τὰς ἄλλας χώρας, τὰς μὴ χριστιανικάς. Ὑπάρχει σήμερον καθεστηκυῖα πεπολιτισμένη διοίκησις ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ πρὶν ἢ εἰσέλθωσιν ἐκεῖ ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ὑποχειρίους ἀρέσκεται νὰ θεωρῇ ἡμᾶς ὁ κύριος Βουλευτής. Τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας ἀπέναντι τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν εἶναι λίαν περιωρισμένα, ὡς ἐκ τῶν ἀνεγνωρισμένων προνομίων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν· ἡ δὲ ἀστυνομικὴ διοίκησις ἵσταται ἐγκαίρως πρὸ τῶν δικαιωμάτων τούτων, μὴ ἐπεμβαίνουσα καὶ μὴ παραβιάζουσα τὰ πρὸς αὐτοὺς καθήκοντα.
§136ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶχον καὶ ἀστυνομικοὺς κανονισμούς.
§137ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχον, ναί, καὶ ἀστυνομικοὺς κανονισμούς, τοὺς ὁποίους ὅμως πάντοτε ὑπέβαλλον εἰς τὴν ἔγκρισιν τῶν Δυνάμεων, τῶν ἐχουσῶν δικαίωμα ἐκ τῶν συνθηκῶν, καὶ τοὺς ὁποίους οὐδέποτε ἐφήρμοσαν, εὐθὺς ὡς ἀντετάχθη ἀντίῤῥησις παρὰ τῶν ἐχόντων δικαίωμα νὰ ἀντιτάξωσι τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην. Εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ Ἕλληνες πολῖται ἐν Αἰγύπτῳ ἐν πάσῃ ἀνεξαρτησίᾳ θὰ ἀσκήσωσι τὸ δικαίωμα αὑτῶν τοῦ δικάζειν, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι κατ’ οὐδὲν θὰ ἦναι ἐλάσσονες ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν πολιτῶν τῶν ἐνταῦθα δικαζόντων. Οὐδεὶς ἄρα ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι εἰσάγοντες τὴν ἑλληνικὴν δικαιοσύνην ἐν Αἰγύπτῳ, μειοῦμεν τὸ κῦρος αὐτῆς, μειοῦμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῆς, μειοῦμεν τὴν δύναμιν αὐτῆς. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη καὶ ἄλλο τι, νομίζω· ἰσχυρίσθη ὅτι ἐπεβλήθη ἡμῖν ὑπὸ τῆς διοικούσης τὴν σήμερον τὰ ἐν Αἰγύπτῳ πράγματα Κυβερνήσεως ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θεωρεῖται ὡς διευθύνουσα κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν τὰ πράγματα, ὅτι ἐπεβλήθη ἡμῖν ὑπ’ αὐτῆς ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νεωτερισμοῦ τούτου. Ἐπανειλημμένως καὶ πρὶν ἢ καταληφθῇ ἡ Αἴγυπτος ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς δυνάμεως, ἐπανειλημμένως ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις παρέστησε τὴν ἀνάγκην, ὅπως τὰ τῆς δικαιοσύνης τῆς Ἑλληνικῆς ἐν Αἰγύπτῳ λειτουργήσωσι τελεσφορώτερον, ἐπανειλημμένως αἱ αὐταὶ παραστάσεις γίνονται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1869 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ἐπανειλημμένως ἐγένετο σκέψις περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ παράσχωμεν ἐγγυήσεις μείζονας περὶ τελειοτέρας ἀπονομῆς τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης ἐν Αἰγύπτῳ, πρὸς τὸ συμφέρον ἡμῶν αὐτῶν, ἐπαναλαμβάνω. Οὐδὲν ἕτερον ἐπράχθη. Τελευταῖον, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ζητήματος τῆς ἰθαγενείας ἐν Αἰγύπτῳ, ἠκούσαμεν τὰς παραστάσεις ταύτας ἐκ νέου, ἀκούσαντες δὲ αὐτὰς καὶ ἰδόντες ὅτι ἔχομεν ἤδη δικαστήρια ἀρτίως λειτουργοῦντα ἐν Αἰγύπτῳ ἐπὶ πταισμάτων καὶ πλημμελημάτων, ἀπεδέχθημεν τὴν γενομένην εἰς ἡμᾶς πρότασιν, ἐμελετήσαμεν τὸ θέμα, καὶ πεισθέντες ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν τοιοῦτον νομοθέτημα, εἰσηγάγομεν τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως διστάσῃ ἡ Βουλὴ πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος, ὅπως διστάζουσα προβῇ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεως.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Πρὸς τὸν κ. Ράλλην). Ἐπιμένετε εἰς τὴν ἀναβολήν, κύριε Βουλευτά;
§139ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως. Καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.