1892.12.29
1.957 στίχοι · 14.286 λέξεις · 155 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
τῆς 29 Δεκεμβρίου 1892.
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 6 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν τις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ὑποβρυχίου ἀμύνης. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα. ἀριθ. 106). Ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ρικάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ τῆς Αἰγύπτου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 107). Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§2ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συγκατατίθεσθε νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ἢ θέλετε ἀπὸ τοῦ βήματος;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τῆς θέσεώς σας.
§4ΕΥΤΑΞΙΑΣ (πρὸς τὸν κ. Καραπάνον). Δικαίωμά σας εἶναι.
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι δικαίωμά μου.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, διὰ νὰ τηρήσωμεν ἀκριβῶς τὸν Κανονισμὸν, ἔλθετε εἰς τὸ βῆμα.
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χθὲς ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πεντελικοῦ παρεισήχθη ἓν ζήτημα ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν βεβαίως νὰ συζητηθῇ καὶ λυθῇ ἀμέσως, διακοπτομένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν δικαιοῦταί τις νὰ ὁμιλῇ τρὶς ἢ καὶ πλέον ἐπὶ συζητήσεων ἐχουσῶν διαλογικὸν χαρακτῆρα, ἢ ἂν ὀφείλῃ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅταν πρόκηται καὶ ἐπὶ τοιαύτης διαλογικῆς συζητήσεως νὰ ὁμιλήσῃ πλέον ἢ δίς. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐγὼ καὶ τὴν ὁποίαν εἶχε πάντοτε ἡ Βουλὴ, μοὶ φαίνεται, ὅτι τοιαύτην δίδει ἑρμηνείαν εἰς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει (ἀναγινώσκει): «Πᾶς Βουλευτὴς δὶς μόνον ἀγορεύει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, πλὴν ἐὰν ἡ Βουλὴ, ἐρωτηθεῖσα παρὰ τοῦ Προέδρου, ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν νὰ ἀγορεύσῃ καὶ ἐκ τρίτου». Ὅτι τοιαύτη ἑρμηνεία εἶχε δοθῆ, νομίζω, ὅτι δυσκόλως δύναταί τις νὰ ἀντείπῃ, διότι πάντες σχεδὸν, ἐπὶ τοιούτων διαλογικῶν συζητήσεων, ὅσοι ἠθέλησαν, ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δὶς καὶ τρὶς καὶ τετράκις ἔλαβον τὸν λόγον· εἶναι δὲ φυσικὴ συνέπεια, διότι ἡ διαλογικὴ συζήτησις εὐκολύνει τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, συντομεύουσα τὰς ἀγορεύσεις, τὰ ὁποίας ὁ Κανονισμὸς ἠθέλησεν ἀκριβῶς νὰ προλάβῃ. Ὅτι δὲ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ ἐννοεῖ τὰς κατ’ αὐτὸ ἀγορεύσεις, ἐξάγεται ἐκ τῆς λέξεως «ἀγορεύει». Ἂν ἡ ἑρμηνεία αὕτη δὲν ἦναι ἀκριβὴς, τότε θὰ καταντήσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ προλάβῃ ὁ Κανονισμὸς, δηλ. τὴν συντομίαν τῶν συζητήσεων, διότι ἀντὶ τῶν συντόμων διαλογικῶν συζητήσεων, ἐπιτρεπουσῶν καὶ δὶς καὶ τρὶς καὶ τετράκις τὸ ὁμιλεῖν, μέχρις ὅτου εἴτε ὁ ἀγορεύσας πείσῃ τὸν ἀντιλέγοντα, εἴτε πεισθῇ παρὰ τοῦ ἀντιλέγοντος, εἴτε πεισθῇ περὶ τοῦ ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸν πείσῃ, θὰ ἔχωμεν ἀγορεύσεις ἐκτενεῖς. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται περὶ ἑκάστου ζητήματος νὰ ἀγορεύωμεν διὰ μακρῶν, ὅπως περιλαμβάνωμεν καὶ ὅλον τὸ θέμα, βεβαίως θέλομεν καταστήσει μακροτέρας τὰς συζητήσεις, ἀντὶ νὰ συντομεύσωμεν αὐτάς. Ἐνδέχεται ὁ συντάκτης τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἔδωκεν ἑρμηνείαν εὐρυτέραν, καὶ νὰ ἠθέλησε καὶ εἰς τὴν διαλογικὴν συζήτησιν νὰ θέσῃ τὸν περιορισμὸν τοῦ μὴ ἀγορεύειν πλέον ἢ δὶς ἄνευ συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ ἡ ἑρμηνεία, ἥτις μέχρι σήμερον ἐφηρμόσθη, εἶναι ἀλλοία, καὶ χθὲς δὲ ἀκόμη τοιαύτη ἑρμηνεία ἐφηρμόσθη, διότι ὑπάρχουσιν ἄλλοι συνάδελφοι, ὁμιλήσαντες δὶς καὶ τρὶς καὶ τετράκις ἐπὶ τοῦ θέματος, τοιουτοτρόπως ἑρμηνεύοντες τὸν Κανονισμὸν, διότι οὐδεὶς βεβαίως θὰ ἠθέλησε νὰ παραβιάσῃ τὸν Κανονισμὸν, ὁμιλῶν ἐκ τρίτου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ ἑρμηνεία αὕτη δὲν γείνῃ παραδεκτὴ, ὅτι εἰς τὴν διαλογικὴν ταύτην συζήτησιν δύναταί τις νὰ ὁμιλῇ πλέον ἢ δὶς, ἀλλὰ πρέπει, ὅπως ὁμιλήσῃ τις πλέον ἢ δὶς, νὰ λαμβάνῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἑρμηνείας ταύτης πρέπει νὰ ἦναι γενική. Εἶναι βέβαιον, ὅτι πολλοὶ δὲν ἀρέσκονται νὰ ὁμιλῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐξ αὐτῶν δέ τινες δὲν ἀρέσκονται καὶ νὰ ἀκούωσιν· ἀλλὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, νομίζω, ἔχουσι καθῆκον νὰ ἐκφέρωσι γνώμην ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ νὰ γνωρίζωσι μέχρι τίνος βαθμοῦ ἐπιτρέπεται ἡ ἐλευθερία αὕτη. Ἂν δὲ ἡ ἑρμηνεία, ὡς εἶπον, ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῆς διαλογικῆς συζητήσεως, τότε νομίζω, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει ἀπόλυτον καθῆκον νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς οὐδένα τὸ ὁμιλεῖν, ἔχει δὲ καθῆκον, ὁσάκις ἄλλος τις ζητήσῃ νὰ ὁμιλήσῃ ἐκ τρίτου, νὰ ὑποβάλλῃ τὴν ἐρώτησίν του εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν τῷ ἐπιτρέπῃ τοῦτο. Δύο ἑπομένως ὑπάρχουσι τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐνόμισα καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον· πρῶτον, ἂν ἡ Βουλὴ παραδέχηται τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου εἰς δύο ἁπλᾶς ὁμιλίας καὶ ἐν τῇ διαλογικῇ συζητήσει, καὶ δεύτερον, ἂν παραδέχηται τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, τότε πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ αὕτη γενικῶς ἐπὶ ὅλων, καὶ διὰ πάντα, ὅστις θέλει νὰ ὁμιλήσῃ ἐκ τρίτου, νὰ ὑποχρεοῦται ὁ Πρόεδρος νὰ ζητῇ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε, Κύριοι, τὸν ἀγορεύσαντα. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ καθιερώσῃ διαλογικὴν συζήτησιν, ἂς περιλάβῃ ἄρθρον εἰς τὸν Κανονισμὸν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ βεβαίως ὀφείλω νὰ ἐκτελέσω. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ παράπονον τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι εἰς ἄλλον δὲν ἐγένετο ἡ παρατήρησις αὕτη, μοὶ φαίνεται ἄδικον· διότι οὐδεὶς πιστεύω, ἀντελήφθη, ὅτι ἐγὼ ἐχαρίσθην εἴς τινα. Ἐγὼ οὐδένα ἀντελήφθην χθὲς ὁμιλήσαντα τρὶς ἢ καὶ τετράκις· ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι οἱοσδήποτε τῶν κυρίων Βουλευτῶν παραβῇ τὸν Κανονισμὸν, θὰ ἦμαι αὐστηρὸς, χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσωπα. Ἄν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μεταβάλῃ τὸν Κανονισμὸν, δύναται νὰ τὸν μεταβάλῃ.
§9ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι εἰς θέσιν, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαπιστώσω τὴν ἀμεροληψίας σας ταύτην, ἀφοῦ κατὰ πρῶτον εἰς ἐμὲ ἠθελήσατε νὰ ἐφαρμόσητε τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου. Ἔχει καθιερωθῆ ἤδη σιωπηρῶς πως ἓν καθεστὼς ἐν τῇ Βουλῇ, καθ’ ὃ ἐπὶ τοιούτων συζητήσεων ἐν ταῖς λεπτομερείαις καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρὶς λαμβάνουσι τὸν λόγον οἱ δυνάμενοι νὰ ἐκφέρωσι γνώμην ἐπ’ αὐτῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε νῦν τὸ καθεστὼς τοῦτο ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ ἄθικτον. Εἴμεθα τόσον ὀλίγοι τὴν σήμερον ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὥστε, ἂν οἱ δυνάμενοι ἐξ ἡμῶν νὰ μετάσχωσι τῆς συζητήσεως δὲν λάβωσι καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρὶς τὸν λόγον ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, ὁσάκις μάλιστα πρόκηται περὶ νομοσχεδίου πολυπλόκου καὶ ἁπτομένου πολλῶν καὶ ποικίλων ζητημάτων, τοῦτο θὰ ἰσοφάριζε πρὸς περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, πρὸς περιορισμὸν τῆς συζητήσεως, ὡς ἂν νὰ μὴ ὑπάρχῃ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἤδη ἡ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς συζήτησις κατηργήθη ὅλως. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, προκειμένου περὶ λεπτομερειῶν νομοσχεδίου τινὸς, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ λάβῃ τις πολλάκις τὸν λόγον, ὅταν κατ’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἀναφύωνται πλεῖστα ζητήματα, ὡς τοῦτο συμβαίνει συνήθως· διὸ νομίζω, ὅτι, χωρὶς νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν σύνταξιν νέου ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν συμμορφούμενοι πρὸς τὸ μέχρι τοῦδε κρατῆσαν ἔθιμον ἐν τῇ Βουλῇ, πρὸ παντὸς σήμερον, ὅτε τόσον ὀλίγοι εἶναι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἐνταῦθα, καὶ τόσον ὀλίγοι ἐξ αὐτῶν λαμβάνουσι τὸν λόγον. Δὲν πιστεύω νὰ ἐγεννήθη εἰς οὐδενὸς τὴν κεφαλὴν ἡ ἰδέα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡμεῖς οἱ ὀλίγοι, οἱ λαμβάνοντες τὸν λόγον ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐσκέφθημεν ποτὲ νὰ κωλυσιεργήσωμεν· τοὐναντίον μάλιστα συμβαίνει πάντοτε. Ὁσάκις δηλαδὴ λαμβάνωμεν τὸν λόγον, τὸν λαμβάνομεν μόνον ἐπὶ ζητημάτων πραγματικῶν, καὶ τὸν λαμβάνομεν, ὁπόταν τῳόντι ἔχωμεν νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην τινὰ, χωρὶς νὰ θέλωμεν τὸ παράπαν νὰ παρεμβάλλωμεν πρόσκομμά τι εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ μέχρι τοῦδε γινόμενον, δηλαδὴ ὁσάκις πρόκηται περὶ συζητήσεως τῶν λεπτομερειῶν τῶν διαφόρων νομοσχεδίων νὰ ἦναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς ἀγορεύοντας νὰ λαμβάνωσι καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρὶς τὸν λόγον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Βουλευτὰ, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφασίσῃ ἄλλως, ἐννοῶ νὰ ἐκτελέσω ἀκριβῶς τὸν Κανονισμόν. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ τὸν μεταβάλῃ; Ἐγὼ εἶμαι εἰς τὰς διαταγάς της· σᾶς ὑπόσχομαι δὲ, ὅτι θὰ τὸν ἐφαρμόσω ἀκριβῶς, ἄνευ ἐξαιρέσεως.
§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ· πρόκειται περὶ συνεννοήσεως ἡμῶν, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν...
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑμῶν;
§13ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡμῶν καὶ τοῦ Προεδρείου καὶ τῶν Βουλευτῶν ἁπάντων... Εἴθισται ἐν τῇ Βουλῇ, ὁσάκις πρόκηται περὶ συζητήσεως ἐν ταῖς λεπτομερείαις νομοσχεδίου τινὸς, νὰ ἐπιτρέπηται ἡ συζήτησις ἡ διαλογικὴ, ὅπως φωτίζηται ἡ Βουλὴ καὶ δύνηται νὰ ψηφίζῃ ἐλευθέρως καὶ πεφωτισμένως· συζητεῖ δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ βλέπει, ἂν πρέπει νὰ δεχθῇ τὰς τροπολογίας ἢ τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι θὰ φανῶσιν ἐκ τῆς συζητήσεως ὀρθαί. Ἄν, κύριε Πρόεδρε, ὑποθέσητε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου χθὲς ἐπρόκειτο, δὲν εἶχε μόνον ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον κυροῖ πλεῖστα ὅσα ἄρθρα τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ εἶχε τόσα ἄρθρα, ὅσα εἶναι τὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως, ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως οὔτε σεῖς ἀμφισβητεῖτε καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος εἶναι σύμφωνος, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βουλευτὴς νὰ ἀγορεύσῃ δίς. Πιστεύω ὅτι περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Πάντες ἐνταῦθα συμφωνοῦμεν. Ἄν λοιπὸν ὑποθέσητε, ὅτι ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου τῆς συμβάσεως ἔχει τις τῶν Βουλευτῶν ἀπορίαν, ἢ ἔχει γνώμην ὡρισμένην, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν καὶ περὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ συζητήσῃ, ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου δύναται νὰ προκύψῃ συζήτησις, καὶ μάλιστα δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ἕκαστος καὶ δίς. Τοιουτοτρόπως δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου δὶς, εἴτε πλειστάκις διὰ τὰ νομοσχέδια τὰ περιλαμβάνοντα πλείονα τοῦ ἑνὸς ἄρθρα. Νομίζω, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Κανονισμοῦ, περιλαβόντος τὴν περιοριστικὴν διάταξιν, εἶναι πρόληψις τῆς ἀτόπου πολυλογίας καὶ τῆς διαιωνίσεως τῶν συζητήσεων δολίᾳ προαιρέσει. Ὅταν τὸ Προεδρεῖον βλέπῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει κακὴ πρόθεσις, οὔτε δολία προαίρεσις, οὔτε πρόθεσίς τις πρὸς κωλυσιεργίαν καὶ παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἁπλῶς γίνεται εἰλικρινὴς ἐργασία, τόσον σπανία δυστυχῶς ἐπ’ ἐσχάτων, πρὸς ἀμοιβαίαν διαφώτισιν καὶ γνώμην πεφωτισμένην μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, νομίζω ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔχει καθῆκον νὰ μὴ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ ξηρὸν γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν ἔννοιαν· ἂν δηλ. ὁ Βουλευτὴς ἐσκεμμένως καὶ ἐκ προθέσεως κωλυσιεργῇ, τότε βεβαίως καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι τὸ Προεδρεῖον πρέπει νὰ ἐμποδίσῃ τὸν Βουλευτὴν νὰ ἀγορεύσῃ πλέον ἢ δίς. Ἀλλὰ ἀγόρευσις λέγεται, ἄν τις ἐρωτήσῃ τὸν Ὑπουργὸν περὶ τῆς γνώμης του ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν ἢ τὴν ἔκτασιν τοῦ δεῖνος ἄρθρου, καὶ ἀπαντήσῃ ὁ Ὑπουργὸς καὶ κατόπιν παρατηρήσῃ τι ὁ Βουλευτής; Δὲν εἶναι ἀγόρευσις αὕτη· εἶναι μία φράσις, εἶναι μία σειρὰ φράσεων, εἶναι μία γνώμη, εἶναι ἔκφρασις γνωμῶν, ἀναγκαιοτάτη πολλάκις εἰς διευκρίνησιν τῆς ἐννοίας ἄρθρου τινὸς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀγόρευσις. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, —ἐπειδὴ ἀναγνωρίζω ὑμῖν, οὐχὶ κακὴν πρόθεσιν πρὸς περιορισμὸν τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἁπλῶς σπουδὴν, ἄκαιρον ἴσως, πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἀφοῦ εἴμεθα πάντες ἐν συνεννοήσει καὶ ἐν καλῇ πίστει—ἐλπίζω, λέγω, ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ ὅ,τι ἐγένετο χθὲς εἰς τὸν κ. Καραπάνον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐπαναληφθῇ, ἐνόσῳ ἡ συνενόησις αὕτη, περὶ ἧς ὁμιλεῖτε, δὲν ἐπέλθῃ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Διότι ἐγὼ ὀφείλω νὰ μεριμνήσω περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ· βεβαίως δὲ ποτὲ δὲν ἐνόησα νὰ παρακωλύσω Βουλευτὴν ἀπὸ τοῦ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ διαφόρων ἄρθρων.
§15ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ποσῶς σύμφωνος μὲ τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας. Καὶ βεβαίως δὲν ἔχω μὲν τὴν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν αὐτῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δύο συζητήσεις καθιεροῖ, τὴν κατ’ ἀρχὴν καὶ τὴν κατ’ ἄρθρον. Ἐπὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε δὶς, ἐπὶ τῆς κατ’ ἄρθρον τοσάκις, ὅσα ἄρθρα ὑπάρχουσιν. Ἡ διαλογικὴ συζήτησις πρέπει νὰ λείψῃ, διότι δι’ αὐτῆς θὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα κυκεῶνα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτω πως ἐννοῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν.
§17ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἴθισται ὅμως νὰ ἐπιτρέπηται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἡμῶν νὰ λαμβάνῃ τις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, πρὸς διευκρίνησιν διαφόρων ζητημάτων, καὶ πλειστάκις τὸν λόγον.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴθισται πολλὰ νὰ συμβαίνωσιν ἐνταῦθα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ ἦσθε ὅλοι εὐχαριστημένοι.
§19ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Κανονισμὸν, τὸ παραδέχομαι, ἀλλὰ τὸ ὅτι εἴθισται νὰ συμβαίνωσι πολλὰ, δὲν τὸ παραδέχομαι.
§20ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ εἶπον πρὶν, ὀφείλω δὲ νὰ ἐπαναλάβω καὶ νῦν, ὅτι τὸ καθεστὼς τοῦτο καθιερώθη καθ’ ὃν χρόνον ὑπῆρχε μεγαλειτέρα δύναμις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ εἴς τινος τὸν νοῦν τότε νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς ῥήτορας αὐτῆς ἀπὸ τοῦ νὰ λαμβάνωσι δὶς καὶ τρὶς τὸν λόγον· νομίζω δὲ, ὅτι κατ’ ἐξοχὴν τὴν σήμερον δὲν πρέπει τὸ καθεστὼς τοῦτο νὰ καταργηθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, ἀφοῦ εἴμεθα τόσον ὀλίγοι οἱ ἀγορεύοντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ μὴ λάβῃ ἕκαστος ἡμῶν ἐπανειλημμένως τὸν λόγον. Ἄλλοτε, ὅτε ἦσαν πλείονες οἱ ἀγορεύοντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἦτο δυνατὸν τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν νὰ συμπληρῶσι καὶ ἄλλοι. Τὴν σήμερον ὅμως, ὅτε μόλις εἷς ἢ δύο ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δύνανται νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον ἐπὶ τούτου ἢ ἐπ’ ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου, δὲν πρέπει βεβαίως νὰ τίθηται περιορισμός τις εἰς αὐτοὺς, ἰδίᾳ ὅταν πρόκηται περὶ λεπτομερειῶν, καθ’ ἃς ἡ συζήτησις καθίσταται μᾶλλον διαλογικὴ, ὡς συνέβη καὶ χθὲς, ὅτε ἐζήτησε νὰ λάβῃ ἐκ τρίτου τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, προκειμένου περὶ λεπτομερείας τινὸς τῆς συμβάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πεντελικοῦ. Βεβαίως ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν ὑπὲρ ὑμῶν, καὶ ἑπομένως ἔχετε τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐφαρμόσητε νῦν τὸ πρῶτον, ὅτε εὑρίσκετε τὴν μειονοψηφίαν ἐν τοιαύτῃ μειονότητι, τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ αὐστηρότητι· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ ἐπιτρέψητε εἰς ἡμᾶς νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι κάμνετε κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς σας.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος πρὸς τὴν τοιαύτην ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπέκτασις τῆς ἐφαρμογῆς ταύτης εἰς τὰς συζητήσεις τὰς διαλογικὰς, αἱ ὁποῖαι ἐν παντὶ Κοινοβουλίῳ θεωροῦνται χρήσιμοι, βεβαίως περιορίζει τὸν λόγον, περιορίζει τὸν λόγον ὄχι μόνον εἰς τὴν νῦν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀριθμὸν ἀρκετὸν, ὅπως διὰ πολλῶν μελῶν αὐτῆς ὑποστηρίξῃ γνώμην τινὰ, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶσαν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία ἐννοεῖ, ἐκπληροῦσα τὸ καθῆκον αὐτῆς, νὰ συμμετάσχῃ τῆς συζητήσεως τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐννοῇ, ὅτι πρέπει νὰ δεσμεύσῃ τὸν νόμον ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ τῇ διαλογικῇ, θὰ ἦμαι ἐκ τῶν πρώτων, ὅστις θὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν· νομίζω ὅμως, ὅτι ἀδικεῖ τὸν ἑαυτόν της ἡ Βουλὴ, ἐὰν προβῇ εἰς ἀπόφασιν τοιαύτην.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τότε τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ εἰδοποιῇ τὸ Προεδρεῖον, πότε ἐννοεῖ νὰ ὁμιλήσῃ διαλογικῶς, καὶ πότε ὄχι.
§23ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὸ 1889 ὑπεβλήθη παρὰ τῶν κυρίων Δραγούμη καὶ Βουλπιώτου, Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νομοσχέδιον περὶ προστασίας τῶν ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν σημάτων. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶχε παραπεμφθῆ εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, ἡ ὁποία ἐξήτασεν αὐτὸ καὶ ὑπέβαλε τροπολογίας μετ’ ἐκτενοῦς ἐκθέσεως δικαιολογητικῆς, καὶ ἐξηγούσης τὰς τροπολογίας. Τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης οἱ τότε Ὑπουργοὶ εἶχον υἱοθετήσει. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, μετὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, ὑποβάλλω σήμερον ἐπ’ ὀνόματί μου καὶ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, μὲ μίαν μόνον τροποποίησιν, σχετικὴν πρὸς τὰ ὑποχρεωτικὰ σήματα, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μετερχομένους τὸ ἐμπόριον τῶν χρυσῶν καὶ ἀργυρῶν εἰδῶν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 108).
§25Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους ἀνεκοίνωσε προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημά τι καπνοπωλῶν, παραπονουμένων ὅτι ἐφυλακίσθησαν παρανόμως. Εἶπον, ὅτι εἶχον ζητήσει τηλεγραφικῶς πληροφορίας περὶ τῶν καταγγελλομένων. Αἱ ἀπαντήσεις, αἱ ληφθεῖσαι, εἰς τὰς περὶ τούτου ἐρωτήσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν παρὰ τῆς Εἰσαγγελίας Ναυπλίας, περιλαμβάνονται ἐν δύο τηλεγραφήμασιν, ἐξ ὧν συνάγεται, ὅτι οἱ καπνοπῶλαι εἶχον καταγγελθῆ, ὅτι προσήχθησαν ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅτι οὗτος ἀνέκρινεν αὐτοὺς, καὶ ὅτι κατόπιν τούτου ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἀπαγγείλῃ κατ’ αὐτῶν κατηγορίαν, ἀφῆκεν ὅμως αὐτοὺς ἐλευθέρους. Ὥστε τὰ περὶ φυλακίσεως δὲν φαίνονται ἀκριβῆ.
§26Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλή, οὔτε ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπείσθη, ὅτι δὲν ἐπλανήθησαν οἱ ὑπάλληλοι, ἢ δὲν ἐπιέσθησαν οἱ ὑπάλληλοι νὰ πράξωσι τοῦτο, ἀφοῦ καταγγελία δὲν ὑπῆρχεν· ἂν ἐδόθη καταγγελία κατόπιν, δὲν γνωρίζω. Ἐὰν ὁ Διευθυντὴς τοῦ καπνεργοστασίου ἀνέφερέ τι εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, δὲν ἤρκει τοῦτο διὰ νὰ συλληφθῶσιν οἱ καπνοπῶλαι ἄνευ ἐντάλματος καὶ ἄνευ βουλεύματος.
§27Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τοῦ Εἰσαγγελέως, νομίζω, ὅτι πᾶσα ἐγγύησις περὶ τῆς καλῆς διεξαγωγῆς αὐτῆς εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας. Ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς ἄλλην ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ζητήσαντος πληροφορίας περὶ τῶν προσόντων τοῦ διορισθέντος οἰκονομικοῦ ἐφόρου Ὕδρας καὶ Τροιζηνίας. Παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὸ προσὸν τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου ἦτο τὸ τῆς προηγουμένης αὐτοῦ ὑπηρεσίας ὡς ἐπάρχου, εἰς ἣν θέσιν εἶχε διορισθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου. Ἀλλὰ δὲν ἦτο τοῦτο τὸ προσὸν, διότι οἱ ἔπαρχοι διωρίζοντο ἄνευ προσόντων, ἑπομένως ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν δὲν παρέχει τὸ προσὸν, ἀλλ’ οὗτος εἶχε θέσιν πρὸ τοῦ 1889 γραμματέως Πρωτοδικῶν, αὕτη δὲ ἡ θέσις εἶναι ἡ ἀποτελέσασα τὸ προσὸν, οὗ ἐπὶ τῇ βάσει ἐγένετο ὁ διορισμὸς αὐτοῦ. Ἔχω δὲ ἐνταῦθα καὶ τὴν πιστοποίησιν, ὅτι διετέλεσε γραμματεὺς Πρωτοδικῶν.
§28Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὄχι ἂν διωρίσθη γραμματεύς, ἀλλ’ ἐὰν κατέλαβε τὴν θέσιν.
§29Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἀποδεικτικὸν (ἀναγινώσκει): «Ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ βιβλίου τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους, τοῦ τηρουμένου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτω, ὁ Ἀλκιβιάδης Γεωργόπουλος διωρίσθη γραμματεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πρωτοδικῶν διὰ τοῦ ἀπὸ 13 Φεβρουαρίου 1868 Β. Διατάγματος καὶ ἔκτοτε διετέλεσε τοιοῦτος μέχρι τῆς 26 Φεβρουαρίου ἰδίου ἔτους, ὅτε ἀπελύθη τῆς θέσεως ταύτης διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν Β. Διατάγματος. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Νοεμβρίου 1890. «Ὁ Διεκπεραιωτὴς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης».
§30Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ εἰσέτι δὲν ἐχορηγήθησαν τὰ παραχωρητήρια εἰς τοὺς δηλώσαντας φυτείας καὶ λοιπὰ κτήματα, ἀφοῦ πρὸ ἐτῶν ἐξωφλήθησαν αἱ κεκανονισμέναι δόσεις, καὶ ἐξακολουθοῦσι πληρόνοντες οἱ κτηματίαι δόσεις ἐξοφληθείσας.
§31Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς γινώσκει κάλλιστα, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης εἶναι ἀνεπαρκές. Ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψει ἀκριβῶς τὴν ἀνάγκην ταύτην τῆς ταχίστης παραδόσεως τῶν παραχωρητηρίων εἰς τοὺς δικαιούχους, θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ἡ παρασκευὴ τῶν παραχωρητηρίων θὰ γίνηται ἐργολαβικῶς.
§32Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Βεβαίως τὸ ἀδίκημα θὰ ἐξακολουθῇ ὑφιστάμενον μέχρι τῆς ἐκκαθαρίσεως, τουτέστι θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ πληρόνωσι δόσεις ἐξοφληθείσας καὶ νὰ μὴ λαμβάνωσι τὰ παραχωρητήρια. Τοῦτο εἶναι μέγα ἀδίκημα, καὶ δέον νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ θεραπεία.
§33Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ πρὸς τοῦτο θὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον.
§34Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλῶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ δὲν ἐψηφίσθησαν εἰσέτι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν, ἀφοῦ εἰσήλθομεν εἰς τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1893, καὶ ἀφοῦ πλεῖστοι τῶν δημοτικῶν συμβούλων τῶν οἰκείων δήμων παρεπονέθησαν πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τίνι λόγῳ ἐπαύθη ὁ ἐν Θουρίᾳ ὑποθηκοφύλαξ Ἰωάννης Κολοκοτρώνης, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τῆς παύσεως ταύτης· πρὸς τούτοις νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνα ἐνέργειαν ἐποιήσατο ὁ ἐν Ναυπλίῳ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ τῆς καταγγελίας τοῦ δικηγόρου καὶ δημοτικοῦ συμβούλου Καλαμῶν κ. Χρυσάνθου Παγώνη κατὰ τοῦ Νομάρχου Μεσσηνίας, ὅστις διὰ τῆς ἀναμίξεώς του εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου παρεκώλυσε τὰς ἐργασίας αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου Καλαμῶν. Δὲν πιστεύω ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, μὴ ἀπαντήσας εἰς δύο ἐπερωτήσεις μου, καὶ νὰ θελήσῃ κατὰ συνέπειαν νὰ προκαλέσῃ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν ἐπὶ τούτῳ οὐχὶ εὐάρεστον δι’ αὐτόν.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐργάζηται ἡ Γεωδαισιακὴ ἐπιτροπὴ, καὶ εἰς τί συνίσταται ἡ ἐργασία αὐτῆς.
§36ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος εἰς προλαβοῦσαν συνεδρίασιν ᾐτήσατο νὰ πληροφορηθῇ, ἐὰν ἐξεποιήθησαν κτήνη τοῦ στρατοῦ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα περὶ τὰ τέλη τοῦ 1891 ἢ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1892 ἐκρίθη ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐκποιηθῶσιν ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας, πόσα κτήνη ἐξεποιήθησαν καὶ πόσον ποσὸν εἰσεπράχθη. Κατὰ τὸ 1892 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδοτο ἐγκύκλιον, φέρουσαν χρονολογίαν 8 Φεβρουαρίου, διὰ τῆς ὁποίας ὥριζε τὰ κτήνη τῶν διαφόρων σωμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ διέτασσεν, ἵνα πάντα τὰ πλεονάζοντα κτήνη ἐκποιηθῶσιν ἐπὶ δημοπρασίᾳ, ἐκανόνιζε δὲ καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκποιήσεως αὐτῶν· τουτέστι συνέστησεν ἐπιτροπὰς, αἵτινες ἀπεφήναντο ὑπὲρ τῆς ἐκποιήσεως τῶν δεῖνα κτηνῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν 20 Φεβρουαρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ὅτε δὲν διευθύνετο πλέον ἀπὸ τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν, τουτέστιν ἀπὸ τὸν ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν συνταγματάρχην κ. Μαστραπᾶν, ἐξέδοτο ἐγκύκλιον πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς πρὸ ταύτης ἐκδοθείσης ἐγκυκλίου, διατάσσουσαν ἵνα τὰ κτήνη πωληθῶσιν ἐπὶ δημοπρασίᾳ ἀπὸ τῆς 15 Μαρτίου μέχρις οὗ συμπληρωθῇ ἡ ἐκποίησις ὅλων. Τὰ κτήνη ἐξεποιήθησαν πάντα, ἤτοι 280 ἵπποι, 113 ἡμίονοι καὶ 1 ὄνος. Ἔχω δὲ καὶ κατάστασιν λεπτομερῆ τῶν κτηνῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς ἕκαστον σύνταγμα πυροβολικοῦ, ἱππικοῦ, πεζικοῦ κλπ. Τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 125,484.50, κατατεθείσας εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα. Ἐνταῦθα θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος νὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν συμπεριέλαβε τὰ κτήνη τὰ ἀνήκοντα εἰς τὰς Σχολὰς τοῦ ἱππικοῦ, τοῦ πεζικοῦ (τῶν ὑπαξιωματικῶν) καὶ τῶν Εὐελπίδων· ἑπομένως ἔπρεπε καὶ ταῦτα νὰ ἐκποιηθῶσι, διότι ἡ ἐγκύκλιος ὁμιλεῖ περὶ τῶν κτηνῶν, ἅτινα ὀφείλουσι νὰ τηρήσωσιν εἰς τὴν δύναμίν των τὰ συντάγματα (ἀναγινώσκει): «Πρῶτον σύνταγμα 8 ἡμιόνους, δεύτερον 8, καὶ οὕτω καθεξῆς. Συντάγματα πυροβολικοῦ 184 ἵπποι, 54 ἡμίονοι καὶ οὕτω καθεξῆς». Ἑπομένως, ὡς παρατηρεῖτε, δὲν ἀναγράφονται οἱ ἵπποι τῶν Σχολῶν. Ἐν τούτοις οἱ ἵπποι οὗτοι δὲν ἐξεποιήθησαν, διότι βεβαίως ἦσαν χρήσιμοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι παράλειψις, καὶ βεβαίως, ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο λόγος περὶ αὐτῶν, ὑποθέτω ὅτι δὲν προὐτίθεντο νὰ τοὺς ἐκποιήσουν· δὲν ἐξεποιήθησαν ὑπὸ τῶν προκατόχων, καὶ ἐγὼ ἐτήρησα αὐτοὺς εἰς τὴν δύναμιν τῶν σωμάτων, διότι εἰσὶν ἀναγκαῖοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Σχολῶν, διότι δι’ αὐτῶν ἐκπαιδεύονται οἱ μαθηταὶ ἀμφοτέρων τῶν Σχολῶν, ὡς καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ἱππικοῦ, οἱ προσκεκολλημένοι διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τὴν Ἱππευτικὴν Σχολήν. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐπηρώτησεν, «ἐὰν πλὴν τῆς νομοθετηθείσης ἀναβολῆς τῆς κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ τῶν διαθεσίμων καὶ πλὴν τῆς νομοθετηθείσης ἀναγραφῆς καὶ ἄλλων λόγων ἐξαιρέσεως ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, καὶ δι’ ἄλλου τινὸς μέτρου, εἴτε νομοθετικοῦ εἴτε διοικητικοῦ, ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ πόση». Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαλλάσσεται ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ζῶντος πατρός. Ἡ διάταξις αὕτη ἐπέφερε μείωσιν τῆς ἐτησίας δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατὰ 2,400 ἄνδρας, οἵτινες ἀπηλλάγησαν κατόπιν τῶν ἐργασιῶν τῆς κληρώσεως καὶ ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν πραγματικὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ· ἑπομένως κατὰ τὰς καταστάσεις τοῦ Ὑπουργείου, ἐκ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1892 κατετάχθησαν 6,023, ἀπηλλάγησαν 2,330 δυνάμει τῆς διατάξεως τοῦ πρεσβυτέρου ζῶντος πατρὸς, καθυστεροῦσιν ἕνεκεν ἀνυποταξίας 2,519, ἤτοι τὸ ὅλον 10,872· ἐζητήσαμεν 10,000, καὶ εὑρέθησαν 10,872. Οἱ 872 προέρχονται ἐκ τῶν κληρωτῶν τῶν λαβόντων κλῆρον διαθεσίμου, καὶ οἵτινες, μὴ καταβαλόντες τὸ ἀντισήκωμα, κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν κατὰ τὸν νόμον, ἐπίσης καὶ οἱ ἐγγραφέντες ἐν ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος. Ἑπομένως, ἀπαντῶν εἰς τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν, ἐὰν ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἠλαττώθη, εὑρίσκω ὅτι κατὰ τὴν 11 Δεκεμβρίου ἐνεστῶτος ἔτους ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἀνήρχετο εἰς 19,516, ἀντὶ 21,853 τῆς 11 Δεκεμβρίου 1891· ἑπομένως ἐπῆλθεν ἐλάττωσις κατὰ 2,307 ἀκριβῶς, οἵτινές εἰσιν οἱ ἀπαλλαγέντες. Καταθέτω τὰ περὶ τούτων εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε νὰ τυπωθῶσι.
§38ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς ᾐτήσατο τὰς ἀκολούθους πληροφορίας (ἀναγινώσκει): «Αʹ) Ἐὰν οἱ ἐν τῇ σημειώσει, ἣν ὑπέβαλε τῇ Βουλῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατ’ αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, ἀναγραφόμενοι 202 ὁπλῖται, οἱ χρησιμοποιούμενοι ὡς γραφεῖς, εἰσὶν ἅπαντες ἐν γραφείοις ἐργαζόμενοι, ἢ μὴ παρελείφθησαν νὰ σημειωθῶσι καὶ ἕτεροι; Ἢ ἀκριβέστερον: Πόσοι εἰσὶν ἅπαντες οἱ ὑπηρετοῦντες ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἐν τοῖς φρουραρχείοις, ἐν τοῖς στρατολογικοῖς γραφείοις, ἐν ταῖς στρατιωτικαῖς σχολαῖς πάσαις, (Σχολείῳ Εὐελπίδων, Σχολείῳ ὑπαξιωματικῶν, Σχολείῳ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, Σχολείῳ βολῆς πεζικοῦ, Σχολείῳ βολῆς πυροβολικοῦ, Σχολείῳ ἱππευτικῆς κλπ.) ἐν ταῖς ἐπιθεωρήσεσι Πυροβολικοῦ, Μηχανικοῦ καὶ Χωροφυλακῆς, ἐν τοῖς τεχνικοῖς συμβουλευτικοῖς τμήμασι Πυροβολικοῦ καὶ Μηχανικοῦ, ἐν ταῖς Διευθύνσεσι Μηχανικοῦ, ἐν τοῖς ταμείοις, ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑλικοῦ πολέμου καὶ ἱματισμοῦ, ἐν τοῖς ἀρτοποιείοις, ἐν τοῖς λόχοις πυροσβεστῶν καὶ τηλεγραφητῶν, ἐν ταῖς Μοιραρχίαις, ἐν τοῖς Στρατοδικείοις καὶ ἐν ἄλλῃ τινὶ τυχὸν ὑπηρεσίᾳ μὴ μαχίμῳ; Ἅπαντες δ’ οὗτοι νὰ σημειωθῶσι συλλήβδην ἐν τῷ ὁλικῷ ἀριθμῷ, καὶ οὐχὶ κατὰ κατηγορίας, ὡς ἀνωτέρω ἀριθμοῦνται, χάριν εὐκολίας τῆς ὑπηρεσίας». Ἡ ἀπάντησις δὲν δύναται νὰ δοθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ὑπάρχουν δύο διακεκριμέναι περιστάσεις, δηλ. ὁπλῖται γραφεῖς ἰδιῶται, ἐργαζόμενοι εἰς γραφεῖα γενικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὁπλῖται ἐργαζόμενοι εἰς γραφεῖα σωμάτων. Καὶ διὰ μὲν τοὺς γραφεῖς καὶ τοὺς ἀσχολουμένους ἐν γένει ὁπλίτας εἰς τὰ καταστήματα τῆς γενικῆς τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίας ἔχω εἰς ἀπάντησιν τὴν ἐγκύκλιον τὴν καθορίζουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν γραφέων, οἵτινες ὅλοι ἀνέρχονται εἰς 202, ὡς ἀναφέρεται καὶ ἐν τῇ ἐπερωτήσει...
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν ἔχει ἡ ἐγκύκλιος;
§40ΤΣΑΜΑΔΟΣ. 19 Ὀκτωβρίου... Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους γραφεῖς, οὗτοι ἀνήκουσιν εἰς τὰ σώματα. Ἄν, λόγου χάριν, τὸ σύνταγμα τὸ Αʹ διορίζῃ γραφεῖς εἰς τὰ γραφεῖα, τούτους διορίζει ἐκ τῆς ὀργανικῆς αὐτοῦ δυνάμεως, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὸν διορισμὸν γραφέων παρὰ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἑπομένως ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τούτους οὔτε κατ’ ἀριθμὸν οὔτε κατὰ βαθμόν, ἐκτὸς ἐὰν αἰτήσηται εἰδικὰς πληροφορίας· ἄλλως οὗτοι δὲν εἶναι καὶ μόνιμοι γραφεῖς· αὐτοὶ συναλλάσσονται. Ὅσον λοιπὸν ἀφορᾷ τοὺς γραφεῖς τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα τῶν γενικῶν ὑπηρεσιῶν, ὡς εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, αἱ Σχολαί, τὰ Φρουραρχεῖα, τὰ Ἀρτοποιεῖα, τὰ Στρατολογικὰ γραφεῖα κλπ., περὶ αὐτῶν ἐγένετο λόγος ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ, ἥτις καὶ ἐκανόνισε τοὺς γραφεῖς. Ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ ἀναγράφονται οἱ γραφεῖς πάντες, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἦτο μέγας, πρὸς οἰκονομίαν τῶν ἀνδρῶν ἡ ὑπηρεσία ὥρισε, κατόπιν μελέτης καὶ ἐξακριβώσεως τῆς δυνατῆς ἐργασίας, τοὺς δυναμένους νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν γραφείων, καὶ περιώρισε τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν ἀπὸ 320 εἰς 202. Μέχρι τοῦδε, μολονότι παρῆλθεν εἷς καὶ ἥμισυς μὴν, ἡ ὑπηρεσία ἡ κεντρικὴ δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν παραπόνων, καὶ ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι οὗτοι ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς ἐργασίας τῶν γραφείων. Δευτέρα ἐπερώτησις (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ παρελείφθησαν νὰ ἀναγραφῶσιν (ἕνεκα καταργήσεως ἢ μεταβολῆς αὐτῶν) θέσεις ἐκ τῶν διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμοῦ προβλεπομένων, καὶ ἐν τίσι σώμασιν ἢ ὑπηρεσίαις συνέβη τοῦτο. Ἐπίσης, ἐὰν ἐν τῷ αὐτῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφωνται νέαι θέσεις ἢ μεταβολαὶ ἐν τοῖς βαθμοῖς ὑπαρχουσῶν θέσεων· πόσαι δέ εἰσιν αὗται κατ’ ἀριθμὸν καὶ τίνες κατὰ σῶμα ἢ ὑπηρεσίαν καὶ κατὰ βαθμόν.» Οὐδὲν τούτων συνέβη· διότι νέαι θέσεις δὲν ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, πλὴν τῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, περὶ οὗ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐψηφίσθη νόμος. Δὲν παρελείφθησαν δὲ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρὰ ὅσαι θέσεις δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν, καὶ τοιαῦται εἶναι πολλαὶ, διότι ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ σημειοῦνται γραφεῖς ἰδιῶται, γραφεῖς ὑπαξιωματικοὶ, ὅπερ σημαίνει, ὅτι οὗτοι εἶναι ὑπὲρ τὴν δύναμιν τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν σωμάτων. Τούτους αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις δὲν ἠθέλησαν νὰ πραγματοποιήσωσι, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, περὶ ὧν θέλω ἀναφέρει κατωτέρω, διότι ὑπάρχει ἐπερώτησις περὶ τούτου. Ἑπομένως ἀναγράφονται μὲν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι εἶναι εἰς τὸν ὀργανισμὸν ἀναγεγραμμέναι αἱ θέσεις αὗται, δὲν μισθοδοτοῦνται ὅμως, διότι οἱ ὑπαξιωματικοὶ, ἐργαζόμενοι ὡς γραφεῖς, ἀποσπῶνται ἐκ τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ. Τρίτη ἐπερώτησις (ἀναγινώσκει): «Διὰ τίνα λόγον ἐκρίθη εὔλογον νὰ εἰσαχθῇ ἐπὶ μᾶλλον ἐν τῷ μισθολογίῳ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἡ διαφορὰ τῶν μισθῶν, ἤτοι διατὶ, ἀντὶ νὰ αὐξηθῇ, πρὸς πλήρη ἀφομοίωσιν τῶν ἀποδοχῶν, καὶ ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ πρὸς τὸν τῶν ἄλλων σωμάτων, τοὐναντίον προτείνεται ἡ ἐλάττωσις τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος, τῶν τοῦ οἰκονομικοῦ, τῶν τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ καὶ τῶν τῆς χωροφυλακῆς; Θὰ ὑποβληθῇ δὲ περὶ τούτου πρὸς ἐπιψήφισιν σχέδιον νόμου, ἢ θὰ ἀρκεσθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν διὰ μόνου τοῦ προϋπολογισμοῦ κατάργησιν τοῦ οἰκείου πίνακος τοῦ νόμου ΦΛϚʹ τῆς 28 Μαΐου 1859; Πόση ἔσται ἡ ἐπὶ ἔλαττον δαπάνη διὰ τῆς μειώσεως τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων ἐν συνόλῳ;» Περὶ τῶν νομοθετημάτων ἡ χθὲς γενομένη κατάθεσις εἰς τὴν Βουλὴν τῶν εἰδικῶν νομοσχεδίων εἶναι ἀρκοῦσα ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Ἀληθῶς θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν ἡ ἀφομοίωσις τῆς μισθοδοσίας ἠδύνατο νὰ γείνῃ δι’ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τοῦ πεζικοῦ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος περίστασις, ἵνα ἐπιδιώξωμεν τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ἑπομένως ἐκρίθη λυσιτελέστερον, διὰ λόγους οἰκονομικοὺς, νὰ ἀφομοιωθῶσιν οἱ μισθοὶ διὰ τῆς ἀπαλείψεως τῶν ἐπιμισθίων. Ἐν μιᾷ τῶν στηλῶν τοῦ πίνακος περὶ μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐπιγράφεται «ἐπιμίσθιον»· τὸ ἐπιμίσθιον τοῦτο δὲν δίδεται εἰς ὅλους τοὺς βαθμοφόρους τῶν σωμάτων ἐκείνων, περὶ ὧν πρόκειται νὰ γείνῃ ἀφομοίωσις· ἄρχεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἐπιμισθίου ἀπὸ τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς, δίδεται λόγου χάριν εἰς τὸν ἀνθυπολοχαγὸν τοῦ οἰκονομικοῦ σώματος, ἐπίσης εἰς τὸν ὑπολοχαγὸν καὶ εἰς τὸν λοχαγὸν βʹ τάξεως, δὲν δίδεται εἰς τὸν λοχαγὸν αʹ τάξεως, οὔτε εἰς τοὺς ἀνωτέρους. Τὸ αὐτὸ γίνεται διὰ τοὺς λοιποὺς ὑποδεεστέρους ἀξιωματικοὺς τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ. Ἡ ἐλάττωσις, ἢ μᾶλλον ἡ προερχομένη οἰκονομία ἐκ τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία δρ. 49,440, οἰκονομικὸν σῶμα 52,320, ὑλικὸν πυροβολικοῦ 15,120, τὸ ὅλον δρ. 116,880· τῆς χωροφυλακῆς 31,680. Τετάρτη ἐπερώτησις (ἀναγινώσκει): «Διὰ τίνα λόγον καταργοῦνται οἱ ἵπποι τῶν λοχαγῶν ἐπιτελῶν καὶ τῶν ἀνθυπολοχαγῶν γραμματέων τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν λοχαγῶν ἐπιτελῶν τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, ἐνῷ κρίνονται ἀναγκαῖοι καὶ διατηροῦνται διὰ τὰς ἀντιστοιχούσας θέσεις τοῦ μηχανικοῦ καὶ τοῦ λοχαγοῦ τῆς Ἐπιθεωρήσεως αὐτοῦ; Διατὶ δὲν καταργοῦνται καὶ οἱ ἵπποι τῶν ταγματαρχῶν διευθυντῶν τῶν στρατολογικῶν γραφείων;» Οἱ ἵπποι καταργοῦνται διὰ λόγους οἰκονομίας· καταργοῦνται δὲ οἱ ἵπποι οἱ ἀνήκοντες εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἔχοντας ὀλιγωτέραν ἀνάγκην τῆς χρήσεως αὐτῶν. Καταργοῦνται λοιπὸν οἱ ἵπποι τῶν λοχαγῶν ἐπιτελῶν, ὡς καὶ οἱ ἵπποι τῶν γραμματέων τῶν συνταγματαρχῶν. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἔχωσιν ὅλοι ἵππους, ἀλλ’ ἀφήσαμεν τοιούτους μόνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἐν τῇ καθημερινῇ ὑπηρεσίᾳ. Οἱ λοχαγοὶ ἐπιτελεῖς εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ ἔχωσι τοὺς ἵππους αὐτῶν, καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ λοχαγοὶ τοῦ στρατοῦ, διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι οἱ λοχαγοὶ πρέπει νὰ ἦναι ἔφιπποι. Λέγει: «Διατὶ δὲν καταργοῦνται οἱ ἀντίστοιχοι εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ Μηχανικοῦ;» Τοῦτο ἴσως εἶναι σφάλμα τῆς ἐγκυκλίου· διότι καταργοῦνται καὶ αὐτοί, καὶ ὡς ὁ συνάδελφος ἐξ Ἄργους χθὲς παρετήρησε διὰ τοὺς ἵππους τῶν ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν, οὕτως ἦτο καὶ διὰ τοὺς ἵππους τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Μηχανικοῦ, τουτέστι διὰ τοὺς ἵππους τῶν ἐπιτελῶν τοῦ συντάγματος. Ἦτο λάθος· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει διαφορά. Αὐτὸ τοῦτο θὰ εἴπω καὶ διὰ τοὺς διευθυντὰς τῶν στρατολογικῶν γραφείων, οἵτινες, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας των, μικρὰν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς συντηρήσεως ἵππων, καὶ οἱ πλεῖστοι τούτων δὲν ἔχουσιν ἴσως, διότι ἐκ τῶν 16 τέσσαρες ἢ πέντε ἔχουσιν ἵππους, οἱ λοιποὶ δὲν ἔχουσιν· ἀπόδειξις ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν τοὺς ἀναγκάζει εἰς τὴν συντήρησιν ἵππων πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των. Πέμπτη ἐπερώτησις (ἀναγινώσκει): «Διὰ τίνα λόγον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἔκρινεν εὔλογον τὴν ἵδρυσιν Ἐπιθεωρήσεως καὶ τοῦ Πεζικοῦ, ἀφοῦ κρίνεται ἀναγκαία ἡ διατήρησις Ἐπιθεωρήσεων διὰ τὰ λοιπὰ σώματα;» Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ Ἐπιθεωρήσεων τῶν σωμάτων καὶ ἐπιθεωρητῶν. Αἱ Ἐπιθεωρήσεις τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ Μηχανικοῦ ἔχουσιν ἴδιον σκοπὸν ὅλως ἐπιστημονικόν, δὲν εἶναι Ἐπιθεωρήσεις, ὡς ὁ συνάδελφος, ὑποθέτω, ἐκλαμβάνει ταύτας, διότι ἡ Ἐπιθεώρησις τοῦ Μηχανικοῦ λ. χ. ἀσχολεῖται κυρίως εἰς ἀντικείμενα ἐπιστημονικά. Τὸ Μηχανικὸν εἶναι περιβεβλημένον μὲ τὴν ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων τεχνικῶν, οἷον ἔργων ὀχυρωτικῆς, ἔργων ἀρχιτεκτονικῆς, οἰκοδομικῆς, σιδηροδρόμων, ὁδοποιΐας, γεφυροποιΐας καὶ πάντων τῶν σχετικῶν εἰς τὴν μηχανικὴν λειτουργίαν. Ἀνάγκη πᾶσα λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ ἓν σωματεῖον, ἓν συμβούλιον, μία ἐπιτροπή, ἥτις νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ ταῦτα ἔργα τοῦ Μηχανικοῦ. Τοῦτο λοιπὸν ἀποτελεῖ τὴν Ἐπιθεώρησιν αὐτήν· δὲν ἔχει τὸν σκοπὸν τοῦ ἐπιθεωρεῖν τὰ στρατεύματα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ ὑλικοῦ αὐτῶν· τοῦτο ἀνήκει εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς, ἐπιθεωρηταὶ δὲ τοῦ στρατοῦ εἶναι οἱ ἀρχηγοί, οἵτινες ἐκτελοῦσιν ἐτησίως τὰς ἐπιθεωρήσεις, καὶ οἵτινες ἀποφαίνονται ἐν γένει περὶ τῆς προόδου τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς καταστάσεως τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ. Ἑπομένως ἡ ὕπαρξις Ἐπιθεωρήσεως τοῦ Πεζικοῦ εἰς οὐδὲν ἤθελεν ὠφελήσει, ὡς καὶ εἰδικὴ Ἐπιθεώρησις τοῦ Ἱππικοῦ. Ἑπομένως ἡ Ἐπιθεώρησις τοῦ Μηχανικοῦ ἢ τοῦ Πυροβολικοῦ δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν αὐτὴν διάταξιν καὶ διὰ τὸ πεζικὸν ἢ τὸ ἱππικόν. Περαιτέρω ὁ κ. Βουλευτὴς ἐρωτᾷ: «Τίνας ἐργασίας ἐκτελεῖ τὸ τοπογραφικὸν τμῆμα τοῦ Μηχανικοῦ δι’ ὅλου τοῦ ἔτους, ἀφοῦ οἱ εἰς αὐτὸ ἀνήκοντες ἱκανώτατοι ὄντως ἀξιωματικοὶ τοῦ Μηχανικοῦ χρησιμοποιοῦνται ἀποκλειστικῶς ἐν ταῖς ἐργασίαις τῆς Γεωδαιτικῆς ἐπιτροπῆς;» Τὸ τοπογραφικὸν τμῆμα, ὅτε συνετάχθη ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, βεβαίως εἶχε λόγον ὑπάρξεως, διότι εἶχε τὸν λόγον τῆς χαρτογραφίας, τουτέστι νὰ ἐκτελῇ πᾶσαν χαρτογραφικὴν διαγραφήν, ἤτοι χάρτας τοπογραφικούς, χάρτας ἐπιπεδομετρικοὺς κλπ.· ἀφ’ ἧς ὅμως ἡ Γεωδαιτικὴ ἀποστολὴ ἀνέλαβε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς γεωδαισίας, βεβαίως τὸ τοπογραφικὸν τμῆμα δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ λειτουργήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο πάντες οἱ ἀξιωματικοί, οἱ εἰς αὐτὸ ἀνήκοντες, ἀπεσπάσθησαν εἰς τὴν Γεωδαιτικὴν ἀποστολὴν, παρ’ ᾗ καὶ ἐργάζονται· εἷς μόνον μένει, ὁ μὴ ἐργαζόμενος εἰς τὴν Γεωδαιτικὴν ἀποστολὴν, καὶ οὗτος εἶναι ὁ Διευθυντὴς τοῦ τμήματος, ὅστις εἶναι ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, καὶ ὅντινα ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖ εἰς ἄλλην γενικὴν τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίαν, ἢ καὶ τοῦ σώματος τοῦ Μηχανικοῦ, καθ’ ὅσον ὑπάρχουσι θέσεις χηρεύουσαι τοῦ βαθμοῦ.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ἡ Γεωδαιτικὴ ἀποστολὴ ἐξακολουθεῖ λειτουργοῦσα ὡς πρότερον;
§42ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα, ἐργάζεται εἰς τὸν τριγωνισμὸν τῆς χώρας, προσδιορίζουσα τὰ σημεῖα αʹ καὶ βʹ τάξεως. Ἑβδόμη ἐπερώτησις (ἀναγινώσκει): «Δὲν εἶναι ἆρά γε δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσιν οἰκονομίαι δεκάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν διὰ τῆς ἀπαλείψεως διαφόρων μισθῶν, διδομένων εἰς ἰδιώτας, καλλιγράφους, ἰχνογράφους, χημικούς, διδασκάλους ἱππασίας, μεταφραστὰς, γραφεῖς, τυπογράφους, βιβλιοδέτας καὶ ἄλλους τοιούτους, ἀφοῦ νῦν διά τινας μὲν τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων ἔχομεν ἱκανῶς μεμορφωμένους ἀξιωματικοὺς καὶ ἐπιστήμονας, οὓς παρέχει εἰς τὸν στρατὸν ἡ γενικὴ στρατολογία, ἁπάσας δὲ τὰς λοιπὰς δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται; Τίνες δ’ εἰσὶν αἱ ὑπὸ ἰδιωτῶν κατεχόμεναι ἐν ὅλῃ τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θέσεις, καὶ τίνας μισθοὺς λαμβάνουσιν οἱ ἰδιῶται οὗτοι;» Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἔχει τινὰς ἰδιώτας γραφεῖς, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, ἀλλ’ οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἀναπληρωθῶσιν ὡς οἱ λοιποὶ γραφεῖς δι’ ὁπλιτῶν τοῦ στρατοῦ. Τούτους ἐν ὅλῳ ἔχω ἐν ἰδιαιτέρᾳ καταστάσει. Δὲν εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ ἀναπληρωθῶσιν ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητός των. Καὶ πρῶτον ὑπάρχουσι δύο ἰχνογράφοι, εἷς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἕτερος ἐν τῷ Σχολείῳ τῶν Εὐελπίδων· καὶ ὁ μὲν τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἰχνογράφησιν τῶν σχεδιογραφημάτων, ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς τὰ λιθογραφούμενα κείμενα τοῦ σχολείου, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος εἶναι 18 τὸν ἀριθμὸν,—τῶν 18 τούτων κειμένων τὰ σχήματα πάντα ἐκπονεῖ ὁ ἰχνογράφος τοῦ σχολείου,—ἕτερος δὲ ἰχνογράφος εἶναι ὁ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ οὗτος ἀσχολεῖται εἰς σχέδια τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἅτινα καθ’ ἑκάστην ἐκπονεῖ ἐν τῷ γραφείῳ. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, ὅτι ὑπάρχουσι νέοι ἐκ τοῦ Πολυτεχνικοῦ Σχολείου, οἵτινες ἠδύναντο κάλλιστα νὰ ἀναπληρώσωσιν αὐτοὺς καὶ οἵτινες ἐκτελοῦσι τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν ὑποχρέωσιν ἐν τῷ στρατεύματι. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι κατὰ τὸν νόμον οἱ κατατασσόμενοι ἐκ τοῦ Σχολείου τῶν τεχνῶν ὀφείλουσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ Προπαρασκευαστικὸν Σχολεῖον τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ὅπως ἀποκτήσωσι τὸ πτυχίον τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς ἐφεδρείας· ἑπομένως οὗτοι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ στράτευμα, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς προσλάβωμεν· κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία μισθοδοτεῖ αὐτοὺς τοὺς δύο ἰχνογράφους, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ ἄλλως. Περὶ τοῦ μεταφραστοῦ, βεβαίως θὰ ἦτο καλὸν νὰ προσλάβωμεν ἕνα γινώσκοντα ξένας γλώσσας, καὶ ὅστις νὰ χρησιμεύῃ ἐν ἀνάγκῃ διὰ τὴν μετάφρασιν τῶν ξένων κειμένων· ἀλλὰ θέλει πεισθῆ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπὶ τῇ ἐμῇ βεβαιώσει, ὅτι ἀπὸ δύο μηνῶν ζητοῦμεν ἕνα, γνωρίζοντα τοὐλάχιστον δύο ξένας γλώσσας, καὶ δὲν τὸν εὑρίσκομεν, διότι καὶ οὗτοι, οἱ γινώσκοντες τουτέστι ξένας γλώσσας, μεταβαίνουσιν εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν ἐφέδρων, διότι πάντες οἱ φέροντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου ὀφείλουσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Πλὴν δύο ἢ τριῶν γραφέων καλλιγράφων, ἀσχολουμένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων, οὐδεὶς ἕτερος ἰδιώτης ὑπηρετεῖ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, πλὴν τῶν ἐν τοῖς Στρατοδικείοις ὑπηρετούντων· ἀλλ’ οὗτοι διορίζονται κατόπιν διαγωνισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἀποκλείονται οἱ στρατιωτικοί, ἑπομένως σήμερον ὡς γραφεῖς τῶν Στρατοδικείων ὑπηρετοῦσι 10, ὧν εἷς εἶναι ἐνωμοτάρχης, διότι αὐτὸς μόνον ἐπέτυχεν ἐκ τῶν διαγωνισθέντων στρατιωτικῶν, οἱ ἄλλοι δ’ ἐπιτυχόντες εἶναι ἰδιῶται καὶ ὑπηρετοῦσιν ἀντὶ ἑκατὸν δραχμῶν μηνιαίως ἕκαστος. Ἄλλη ἐρώτησις (ἀναγινώσκει): «Τὰ Φρουραρχεῖα Πειραιῶς καὶ Παλαμηδίου κατηργήθησαν;» Ἀληθῶς τὰ Φρουραρχεῖα ταῦτα κατηργήθησαν, διότι τὸ μὲν τοῦ Πειραιῶς πρὸ πολλοῦ εἶναι κατηργημένον, οὐσιαστικῶς, ἅτε μὴ διορισθέντος εἰδικοῦ φρουράρχου ἀπὸ δεκαετίας· ἐπίσης καὶ τὸ τοῦ Παλαμηδίου εἶναι πάντως περιττὸν νὰ ὑφίσταται, διότι τὸ φρουροῦν ἐν Ναυπλίῳ σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ δύναται εὐκόλως νὰ πέμψῃ ἕνα λόχον, ὡς πράττει τοῦτο πρὸς φρούρησιν τῶν φυλακισμένων ἐν Παλαμηδίῳ, ὁ δὲ διοικητὴς τοῦ λόχου τούτου εἶναι ἐν ταὐτῷ καὶ φρούραρχος. Ἄλλη ἐρώτησις (ἀναγινώσκει): «Τίς ὁ διδάσκων ἱππασίαν ἐν τῷ στρατιωτικῷ σχολείῳ τῶν Εὐελπίδων, δι’ ὃν ἀναγράφεται ἐν τῷ Κεφαλαίῳ 8 ἄρθρῳ 1 τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ δαπάνη δραχ. 3,600 ἐτησίως; Ἐδίδαξεν οὗτος κατὰ τὸ λῆγον ἔτος; Ἐμισθοδοτήθη;» Ἀληθῶς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ἀνεγράφη ἡ δαπάνη αὕτη, διότι ὁ καθηγητὴς τῆς ἱππασίας εἶναι ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων. Καὶ ἀπὸ τὰς δύο θέσεις διεγράφη ὁ καθηγητὴς τῆς ἱππασίας, διότι εἶναι ἰδανικὸν πρόσωπον· οὐδέποτε παρέδωκεν, ἢ ἐὰν παρέδωκεν εἰς παρῳχημένας ἐποχὰς, σήμερον δὲν διδάσκει, οὔτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἐδίδαξεν, οὔτε κατὰ τὸ προπαρελθόν, καὶ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου δὲν ἐδίδαξεν ἰδιώτης τὴν ἱππασίαν, διότι τὴν ἱππασίαν διδάσκει εἷς ὑπίλαρχος, ὅστις διοικεῖ καὶ τὸν οὐλαμὸν τοῦ ἱππικοῦ τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων.
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ...
§44ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διότι φέρεται εἰς ἐλάττωσιν, ὡς βεβαίως εἴδετε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅτι ἐλαττοῦται ἡ δαπάνη τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων κατὰ τόσας χιλιάδας δι’ ἐνδεχομένας κενὰς θέσεις κλπ.
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§46ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πληρόνεται. Θὰ ἴδητε κατωτέρω, ὅτι 53,000 δραχμαὶ ἀφαιροῦνται δι’ ἐνδεχομένας ἐλαττώσεις καὶ κενὰς θέσεις, ἑπομένως εἰς τὴν αὐτὴν ἀνήκει κατηγορίαν. Ἄλλη ἐρώτησις (ἀναγινώσκει): «Εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται ἡ ἐτησία δαπάνη τοῦ Βʹ ἀρτοποιείου Ναυπλίου, καὶ πόσας μερίδας ἄρτου χορηγεῖ τοῦτο ἐτησίως, ἵνα κριθῇ, ἂν παράγῃ τόσης ἀξίας ἐργασίαν, ὅση δύναται νὰ καλύψῃ τὴν δι’ αὐτὸ δαπάνην.» Τὸ στρατιωτικὸν ἀρτοποιεῖον Ναυπλίου ἐργάζεται ὡς τὸ ἐνταῦθα ἀρτοποιεῖον, καὶ ἐργάζεται ἐπιτυχῶς. Ἔχω σημείωσιν, διὰ νὰ μὴ ἀσχολῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ πλέον, ἐκ τῆς ὁποίας καταφαίνεται, ὅτι ἑκάστη μερὶς τοῦ κατασκευαζομένου ἐν Ναυπλίῳ ἄρτου στοιχίζει λεπτὰ 27½, ἄρτου πρώτης ποιότητος, ἐνῷ εἰς πλείστας ὅσας φρουρὰς, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀρτοποιεῖον, οἱ χορηγηταί, οἱ ἐπὶ δημοπρασίᾳ ἀναλαμβάνοντες τὴν χορήγησιν τοῦ ἄρτου, ἀναλαμβάνουσι ταύτην καὶ πέραν τῶν 28 καὶ 29 λεπτῶν, εἴς τινας δὲ καὶ κάτω, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἡ ποιότης τοῦ ἄρτου εἶναι πολὺ κατωτέρα τῆς παραγομένης ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς ἀρτοποιείοις.
§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δὲ δαπάνη, παρακαλῶ;
§48ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ δαπάνη ἡ μηνιαία εἶναι δραχ. 6,889. Θὰ τὰ ἴδητε ὅλα εἰς τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν καταθέτω.
§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς ἡμᾶς καὶ αἱ σήμερον προσαχθεῖσαι πληροφορίαι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς καὶ αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν παρ’ αὐτοῦ πρὸ ἡμερῶν, εἰς ἀπάντησιν διαφόρων ἐπερωτήσεών μου, περὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάσισεν ἤδη ἡ Βουλὴ πρὸ ἡμερῶν, ὅπως ἐκτυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὴς, ἀλλὰ παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἀκόμη δὲν ἐγένετο τοῦτο. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρεκάλουν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπισπεύσῃ καὶ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἀπαντήσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὰς 101 ἐπερωτήσεις μου. Νομίζω ὅτι τοῦτο πρὸ παντὸς ἐπιβάλλει αὐτὴ ἡ τιμὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς λογιστικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας. Καθ’ ὃν χρόνον τόσῳ βαρεῖαι καταγγελίαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἀνακριβείᾳ, ἂν μή τι ἄλλο, ὅλων τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν Βουλὴν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους, ἔπρεπε, νομίζω, νὰ σπεύσῃ ἡ ὑπηρεσία, ὅπως δικαιολογηθῇ ἀπέναντι τῶν καταγγελιῶν τούτων. Ἀφοῦ δὲ ἐβράδυνεν ἐπὶ ἑβδομάδας πολλὰς, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς αὐτὰς, δὲν ἐννοῶ διατὶ νῦν τοὐλάχιστον δὲν ἐπισπεύδεται ἡ δημοσίευσις τῶν ἀπαντήσεων ἐκείνων. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ τιμὴ τῆς λογιστικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἡ τιμὴ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιβάλλει, ὅπως αἱ δοθεῖσαι πληροφορίαι αὗται μὴ μείνωσιν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, ἀλλὰ δημοσιευθῶσι, πρὸς δικαιολογίαν αὐτῶν. Ἔχουσι παρέλθει ἤδη ὀκτὼ ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος πληροφορίας, καὶ ἐν τούτοις ἀκόμη δὲν παρεδόθησαν αὗται εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐνδιαφέρωνται περὶ ἱκανοποιήσεως τῆς τιμῆς των, ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς, ὅπως ὅσον οἷόν τε τάχιον λάβωμεν ἀνὰ χεῖρας τὰς δοθείσας πληροφορίας, διότι αὗται σχετίζονται ἀμέσως μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, ὅστις ἀναγράφεται ἤδη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, καὶ νῦν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν ἄνευ τῶν τοιούτων πληροφοριῶν· διὸ ἐπάναγκες νομίζω νὰ συστήσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα τὴν ἐκτύπωσιν αὐτῶν προτάξῃ πάσης ἄλλης ἐργασίας. Πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, πρόκειται περὶ τοῦ πρωτίστου καὶ κυριωτάτου ἡμῶν ἔργου, τοῦ ἐλέγχου τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, καὶ πᾶν τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὸ ἔργον ἡμῶν τοῦτο πρέπει νὰ προηγηθῇ πάσης ἄλλης ἐργασίας.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει φροντίσει τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐκτύπωσις τῶν πληροφοριῶν.
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω ἐν πρώτοις νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τὴν προθυμίαν, μεθ’ ἧς προσήγαγε πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι καὶ κόπον ἀπῄτουν πολὺν καὶ χρόνον, ἵνα προσαχθῶσι, καὶ διὰ τὴν ἀκρίβειαν, μεθ’ ἧς προσεπάθησε τοὐλάχιστον νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματά μου. Ἡ προθυμία αὕτη καὶ ἡ ἀκρίβεια δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλειπεν ἀπὸ τοῦ κ. ἐπὶ Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, στρατιώτου διακεκριμένου, ἀξιωματικοῦ ἐκ τῶν μάλα εὐπαιδεύτων τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ καὶ κατὰ τ’ ἄλλα προσώπου ἐντιμοτάτου. Δράττομαι δὲ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἵνα χορηγήσω ἐντεῦθεν τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἄλλοτε ἠναγκάσθην νὰ τὸν λυπήσω ἐν ἐξάψει κομματικῆς συζητήσεως, προκειμένου περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1890, χωρὶς νὰ εἶχον οὐδὲ ἐλάσσονα γνώμην περὶ τῆς ἀξίας αὐτοῦ, καὶ χωρὶς νὰ σκοπῶ τότε νὰ λυπήσω αὐτόν· ἀλλ’ αἱ κομματικαὶ συζητήσεις ἔχουσιν ἐνίοτε καὶ τοιαῦτα παρακολουθήματα. Τῶν πληροφοριῶν, ὅσας προσήγαγεν ἐγγράφως ὁ κύριος Ὑπουργός, θὰ λάβω γνῶσιν, καὶ αὗται θὰ χρησιμεύσωσιν, ἐλπίζω, βραδύτερον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰσαχθέντων εἴτε εἰσαχθησομένων τυχὸν ἔτι στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἐν τούτοις προχείρως νῦν ἔχω νὰ παρατηρήσω τινὰ ἐπὶ τῶν ἀπαντήσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καθόσον μάλιστα προτίθεμαι, εἴτε πρὸς συμπλήρωσιν εἴτε πρὸς ἐπεξήγησιν τῶν ἤδη ζητηθεισῶν πληροφοριῶν, νὰ ζητήσω τὴν προσαγωγὴν καὶ ἄλλων τινῶν, αἱ ὁποῖαι, ἐλπίζω, εὐκόλως θὰ προσαχθῶσιν. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας: εἰς πληροφορίας οἰκονομικὰς καὶ εἰς πληροφορίας τάξεως, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῷ στρατεύματι· οὔτε τὰς μὲν οὔτε τὰς δὲ ἐζήτησα, ἵνα εὐχαριστήσω ἁπλῆν περιέργειαν, ἢ ἵνα θέσω ἁπλῶς εἰς ἐνέργειαν τὰ γραφεῖα, τὰ χορηγοῦντα τὰς πληροφορίας ταύτας· ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, ταύτας, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἠδυνάμην νὰ συντελέσω κατά τι ἐπὶ τὸ βέλτιον εἴτε διὰ τὴν οἰκονομικωτέραν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος, εἴτε καὶ διὰ τὴν τακτικωτέραν. Ὡς πρὸς τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Αʹ ἐρωτήσεώς μου, οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω. Ἐγίνωσκον ὅτι ὑπῆρχεν ἀριθμὸς ὑπαξιωματικῶν ὀργανικῶς προσκεκολλημένων εἰς τὰ διάφορα γραφεῖα, ἀλλ’ ἤθελον νὰ μάθω, μὴ συνέβη λάθος, διότι ὑπερβολικὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους εἶχε ἀναφέρει, ὅτι ἐργάζονται εἰς τὰ γραφεῖα ἐν γένει. Ὡς πρὸς τὴν Βʹ ὅμως ἐρώτησίν μου, εἰς τὴν ὁποίαν πολλὴν ἀποδίδω σπουδαιότητα, φαίνεται ὅτι ἔσχον τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ διατυπώσω καλῶς ἐν τῷ χειρογράφῳ, τὸ ὁποῖον κατέθηκα εἰς τὸ Προεδρεῖον, τὴν ἰδέαν μου. Ἠρώτησα (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ παρελείφθησαν ν’ ἀναγραφῶσιν (ἕνεκα καταργήσεως ἢ μεταβολῆς αὐτῶν) θέσεις ἐκ τῶν διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμοῦ προβλεπομένων, καὶ ἐν τίσι σώμασιν ἢ ὑπηρεσίαις συνέβη τοῦτο. Ἐπίσης, ἂν ἐν τῷ αὐτῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφωνται νέαι θέσεις ἢ μεταβολαὶ ἐν τοῖς βαθμοῖς ὑπαρχουσῶν θέσεων· πόσαι δέ εἰσιν αὗται κατ’ ἀριθμὸν, καὶ τίνες κατὰ σῶμα ἢ ὑπηρεσίαν καὶ κατὰ βαθμόν.» Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ἀπήντησεν, ὅτι νέα μεταβολὴ ἐπῆλθε διὰ τῆς νομοθετήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι πασίγνωστον, εἶναι νόμος ψηφισθείς· ἤμην παρὼν κατὰ τὴν ψήφισίν του, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ διατελῶ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ. Ἀπήντησεν ἐπίσης, ὅτι παρελείφθησαν νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οἱ γραφεῖς· ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶδον ἐν τῇ ἀναδιφήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἀναγράφεται μὲν ἡ λέξις «γραφεῖς», ἀλλ’ ἀπέναντι οὐδὲν ποσὸν σημειοῦται· ἑπομένως θεωρεῖται, ὅτι ὁ μικρὸς οὗτος θεσμὸς τῶν γραφέων κατηργήθη. Ἐνόουν ὅμως ἄλλο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν· διὰ νὰ ἐννοηθῶ δὲ κάλλιον, ἀναφέρω συγκεκριμένα παραδείγματα. Ἐν τῷ προσωπικῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸ τμῆμα π. χ. τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἀναγράφεται καὶ ἐν τῷ ὀργανισμῷ καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ λήγοντος ἔτους, ὡς καὶ τῷ ὑποβληθέντι, ὡς διευθυντὴς «ἀνώτερος ἀξιωματικὸς», διὰ τὸν ὁποῖον χορηγεῖται πίστωσις δραχμῶν 480. Ὁ μισθὸς ὅμως τῶν δραχμῶν 480, τὸν ὁποῖον ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς, εἶναι μισθὸς ἀντισυνταγματάρχου, τὸ δὲ τμῆμα τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας διευθύνει συνταγματάρχης, λαμβάνων μισθὸν πολὺ ἀνώτερον τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δηλ. διατίθεται πίστωσις ἀνωτέρα τῆς ἐπιτρεπομένης διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ 80 δραχμάς. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγράφωμεν πίστωσιν διὰ πληρωμὴν μισθοῦ ἀντισυνταγματάρχου, νὰ πληρόνωμεν δὲ συνταγματάρχην; Τὸ αὐτὸ ἐννοῶ διὰ τὸ τμῆμα τοῦ προσωπικοῦ, ὅπου ἀκριβῶς τὸ αὐτὸ συμβαίνει· ἀναγράφεται δηλαδὴ πίστωσις διὰ μισθὸν ἀντισυνταγματάρχου, καὶ τὸ τμῆμα διευθύνεται παρὰ συνταγματάρχου. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματα τῶν διευθυντῶν τῶν τμημάτων τούτων, διότι δὲν πρόκειται περὶ προσώπων,—πολλοῦ γε καὶ δεῖ,—ἀλλὰ περὶ πραγματικῆς παραβάσεως. Ἐπίσης εἰς τὸ τμῆμα τοῦ Πεζικοῦ ἀναγράφεται πίστωσις διὰ μισθὸν ταγματάρχου τοῦ πεζικοῦ δραχ. 420, διευθύνεται δὲ τὸ τμῆμα παρὰ συνταγματάρχου, ὅστις λαμβάνει μισθὸν δραχμῶν 560. Τὸ αὐτὸ λέγω διὰ τὸ τμῆμα τοῦ Πυροβολικοῦ, διὰ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὁποίου ἀναγράφεται πίστωσις δραχμῶν 440, ἥτις ἐστὶ μισθὸς ταγματάρχου, ἐνῷ τὸ τμῆμα διευθύνει νῦν πραγματικῶς ἀντισυνταγματάρχης. Τὸ αὐτὸ διὰ τὸ τμῆμα τοῦ Μηχανικοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται μὲν πίστωσις 440 δραχμῶν, δηλ. μισθὸς ταγματάρχου, διευθύνεται δὲ παρ’ ἀντισυνταγματάρχου. Τὰς ἐρωτήσεις ταύτας θέλω καταθέσει ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον καὶ ἐγγράφως, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν τὸ πρᾶγμα ἔχῃ ὡς ἀντελήφθην αὐτὸ ἐγώ, ἢ μὴ ἐγὼ σφάλλωμαι· διότι ἄλλως πρόκειται περὶ μιᾶς προφανοῦς, δὲν θέλω νὰ εἴπω πάλιν παραβάσεως, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἀταξίας μεγάλης, ἀλλὰ καὶ παραβάσεως ἀκόμη, διότι παραβαίνεται ὁ νόμος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐρωτήσεως τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἔχω νὰ δώσω ἀκόμη τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, καὶ νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπάντησιν. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ Ηʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐψηφισμένου, καθὼς καὶ τοῦ νῦν ὑποβληθέντος Κεφ. Ηʹ ἄρθρ. 5, ἀναγράφεται διὰ τὸν κτηνιατρικὸν ἀξιωματικὸν τῆς Σχολῆς τῆς Ἱππευτικῆς μισθὸς λοχαγοῦ, κατέχει δὲ νῦν τὴν θέσιν ταγματάρχης. Τὸ αὐτὸ παρατηρῶ καὶ διὰ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Σχολείου ὑπαξιωματικῶν· διατυπῶ δὲ ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον ἐγγράφως νέαν ἐρώτησιν σήμερον, ἵνα διασαφήσω κάλλιον τὸ Βʹ κεφάλαιον τῆς ἐπερωτήσεώς μου τῆς 23 Δεκεμβρίου, ἣν, φαίνεται, δὲν διετύπωσα τότε σαφῶς. Ἐρωτῶ λοιπὸν κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον (ἀναγινώσκει): «Εἰς τίνα ἀξιωματικὸν κατὰ βαθμὸν ἀνατίθησιν ὁ ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμὸς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Σχολείου ὑπαξιωματικῶν, καὶ τίνα μισθὸν ἀναγράφει διὰ τοῦτον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892; Τίς δὲ διευθύνει νῦν τὸ Σχολεῖον τοῦτο, καὶ τίνα μισθὸν λαμβάνει;» Διότι, ἐνῷ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ὁρίζει διὰ τὴν θέσιν τοῦ διοικητοῦ τοῦ Σχολείου ὑπαξιωματικῶν βαθμὸν ἀντισυνταγματάρχου, νῦν τὸ Σχολεῖον διευθύνεται παρὰ συνταγματάρχου. Πρὸς μείζονα δὲ διευκρίνησιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης, ὑποβάλλω καὶ τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀναγινώσκω καὶ θέλω καταθέσει ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Ποῦ ὑπηρετοῦσιν ὁ συνταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ κ. Λεωνίδας Ἀποστολίδης, ὁ συνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ κ. Ἰω. Σέχος, ὁ συνταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ κ. Ξενοφῶν Βενιζέλος καὶ ὁ ἀντισυνταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ κ. Δημοσθένης Στάϊκος;» Ἐρωτῶ δὲ περαιτέρω (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπουσιν οἱ κείμενοι στρατιωτικοὶ νόμοι τοῦ Κράτους νὰ κατέχῃ ἀνώτερος βαθμοφόρος θέσιν κατωτέρου βαθμοῦ ἐπὶ μακρὸν χρόνον καὶ ἄνευ ἐκτάκτου ἀνάγκης;» Διότι τοῦτο συμβαίνει νῦν ἀκριβῶς, κατὰ παράβασιν ῥητῆς διατάξεως στρατιωτικοῦ νόμου· θέσιν νενομοθετημένην διὰ κατώτερον κατέχει ἀνώτερος, τὴν θέσιν τοῦ διοικητοῦ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἥτις εἶναι θέσις ἀντισυνταγματάρχου, κατέχει νῦν συνταγματάρχης, ὁ κ. Βασιλειάδης. Δὲν γνωρίζω δὲ ἀκριβῶς, ἂν ὁ κ. Βασιλειάδης ὑπηρετῇ ἀληθῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ ἂν ὑπηρετῇ μόνον ὡς διοικητὴς τῆς Σχολῆς. Ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεών μου τούτων θὰ λάβωμεν βεβαίως τὰς ἀπαντήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὰς ἐρωτήσεις ταύτας προτείνω πρὸς μείζονα, ὡς εἶπον, διευκρίνησιν τῆς Βʹ ἐρωτήσεώς μου ἐν τῇ παρελθούσῃ ἐπερωτήσει μου, τὴν ὁποίαν δὲν ηὐτύχησα νὰ διατυπώσω εὐκρινῶς, ὅπως ἐννοηθῶ. Ἐπὶ τῆς Γʹ ἐρωτήσεώς μου, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν μὴ αὔξησιν καὶ τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὑγειονομικῶν, τῶν τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ καὶ τῶν τῆς χωροφυλακῆς, οὐδὲν θὰ παρατηρήσω, ἐπὶ τοῦ παρόντος, εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀρκούμενος εἰς τὰ λεχθέντα καὶ εὐχαριστῶν αὐτὸν διὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν πληροφοριῶν περὶ τῆς διαφορᾶς, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν τούτων· ἐπιφυλάσσομαι εἰς ἄλλην συζήτησιν, καὶ μάλιστα εἰς ἐκείνην, πρὸς τὴν ὁποίαν μᾶς παρέχουσι τὴν εὐκαιρίαν τὰ ὑποβληθέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια περὶ μειώσεως τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, καὶ διὰ τῶν ὁποίων νομοσχεδίων θέλει τροποποιηθῆ ὁ τέως ἰσχύων νόμος τοῦ 1889, ἐπιφυλάσσομαι, ἵνα ἐκφράσω τὴν περὶ τοῦ μισθολογίου τῶν ἀξιωματικῶν γνώμην μου. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐν τῇ Δʹ ἐρωτήσει μου ἀναφερομένην κατάργησιν τῶν ἵππων τῶν ἀνθυπολοχαγῶν γραμματέων τῶν συνταγμάτων πεζικοῦ, ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι κατηργήθησαν καὶ οἱ ἵπποι τῶν ἀντιστοίχων θέσεων τοῦ μηχανικοῦ, τὸ ὁποῖον τέως ἦτο ἄγνωστον· ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καθ’ ἥν, «ὡς πᾶς ἕτερος λοχαγὸς δὲν ἔχει δικαίωμα πρὸς ἵππον, οὕτω καὶ οἱ ἐπιτελεῖς λοχαγοί», δὲν μοὶ φαίνεται ἐπαρκὴς, διότι ἡ θέσις τοῦ λοχαγοῦ ἐπιτελοῦς εἶναι διαφορετικὴ τῆς τοῦ λοχαγοῦ διοικητοῦ λόχου· διότι ἐκεῖνος καὶ τὸν διοικητὴν ὀφείλει ν’ ἀκολουθῇ ἔφιππος καὶ ἑτέρας ὑπηρεσίας ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ, τῶν ὁποίων εἶναι ἀπηλλαγμένος ὁ λοχαγὸς διοικητὴς λόχου. Ἐπίσης καταργοῦνται οἱ ἵπποι τῶν ταγματαρχῶν τῶν στρατολογικῶν γραφείων, διότι — παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς — δὲν ποιοῦνται χρῆσιν τῶν ἵππων ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἔργου των, ὅθεν καὶ ἐκ τῶν 16 διευθυντῶν τῶν στρατολογικῶν γραφείων μόνον 4 εἶχον ἵππους. Ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, ὑποχρεωθέντες ὡς ἐκ τοῦ βαθμοῦ των νὰ ἀγοράσωσιν ἵππους, ἠγόρασαν ἐπὶ πιστώσει καὶ ἐξηκολούθησαν καταβάλλοντες ἀπέναντι τοῦ ἀντιτίμου, καὶ ὑπέστησαν δαπάνας ἀσκόπως· νομίζω δὲ, ὅτι ὁ ἵππος δὲν εἶναι περιττὸς εἰς αὐτούς· διότι, ἐὰν ταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ, διευθυντὴς στρατολογικοῦ γραφείου, μετατεθῇ ὡς διοικητὴς τάγματος, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἵππου; ποῦ δὲ θὰ εὕρῃ ἵππον, τὸν ὁποῖον χθὲς ἐξεποίησεν εἰς εὐτελῆ τιμήν; Καὶ δὲν ἐμποδίζεται ἡ ὑπηρεσία νὰ μεταθέσῃ τοὺς ταγματάρχας τῶν στρατολογικῶν γραφείων εἰς ἄλλην θέσιν· ἀλλὰ, κατὰ τὸν ἡμέτερον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὁ ταγματάρχης τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου θεωρεῖται διοικητὴς ἐμπέδου τάγματος, καὶ πρέπει νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντα τοῦ διοικητοῦ τάγματος. Οἱ νόμοι πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται αὐστηρῶς, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν, ὅπου θίγεται καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῶν ἀτόμων καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῶν βαθμῶν, οὓς ταῦτα φέρουσι. Ὡς πρὸς τὴν Εʹ ἐρώτησίν μου, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὴν ἵδρυσιν Ἐπιθεωρήσεως τοῦ Πεζικοῦ, σπεύδω νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι γινώσκω ἀκριβῶς τὴν διαφορὰν τῆς «Ἐπιθεωρήσεως» καὶ τὸν χαρακτηρισμὸν, ὃν φέρει ἡ «Ἐπιθεώρησις», ἡ ἱδρυμένη εἰς τὰ σώματα πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ, ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν νομίζῃ ἀναγκαίας τὰς Ἐπιθεωρήσεις τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ τοῦ Μηχανικοῦ, διότι περιέχονται εἰς τὸν κύκλον αὐτῶν ζητήματα ἐπιστημονικὰ, ἀπαιτοῦντα τεχνικὰς γνώσεις, δὲν νομίζει, ὅτι ἐπίσης τοιαῦτα ζητήματα θὰ εἶχε πρὸς λύσιν καὶ τὸ πεζικόν; Διὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως ταύτης δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἓν ἀνώτερον κέντρον, περὶ τὸ ὁποῖον νὰ συγκεντρῶται πᾶσα ἡ γενομένη ἐργασία, πᾶσα ἡ πνευματικὴ κίνησις ἐν τοῖς στρατοῖς; Καὶ δὲν ἔχει τὸ πεζικὸν σήμερον, μὲ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἐπιστημονικὰ ζητήματα διὰ ν’ ἀσχοληθῇ; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ διεγείρωμεν τὸν ζῆλον καὶ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ ἀξιωματικῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων εὑρίσκονται ἄριστα μεμορφωμένοι ἀξιωματικοί, οἵτινες εὐτυχῶς καὶ πληθύνονται καθ’ ἡμέραν, πρέπει νὰ δίδηται εἰς αὐτοὺς ἡ εὐκαιρία τῆς ὑποβολῆς εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ βεβαίως θὰ ἔχωμεν ἐκ τούτου εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Ὑπάρχει λοιπόν, κατ’ ἐμὲ, ἀνάγκη ἰδιαιτέρας Ἐπιθεωρήσεως, ἔτι δὲ μᾶλλον ἰδίου ἐπιθεωρητοῦ. Ἡ γινομένη ἑκάστοτε κατ’ εἰδικὰς διαφόρους ἐποχὰς ἐπιθεώρησις τοῦ πεζικοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἦναι τελεία, ὁμοιόμορφος· διότι τὸν ἀξιωματικὸν, ὃν εὑρίσκει ὁ ἐπιθεωρητὴς Α ἱκανὸν, πιθανὸν ὁ ἐπιθεωρητὴς Β, αὐστηρότερος καὶ ἀπαιτητικώτερος, εὑρίσκει ἀνίκανον, καὶ οὕτω δὲν ἔχομεν ἑνότητα ἐπιθεωρήσεως καὶ ἀνωτάτης ἐκτιμήσεως καὶ κρίσεως, προκειμένου περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων τμηματικῶν κατ’ Ἀρχηγεῖα ἐπιθεωρήσεων. Ὡς πρὸς τὸ Ἱππικὸν, θὰ ἦτο πραγματικὴ πολυτέλεια ἡ Ἐπιθεώρησις, διότι τοῦτο περιεστάλη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν σήμερον, καὶ κατέστη τοσοῦτον πενιχρὸν εἰς ἄνδρας καὶ ἵππους, ὥστε ἡ Ἐπιθεώρησις θὰ ἦτο πάντη περιττή. Γνωρίζω βεβαίως, ὅτι τοῦτο, ὅπερ νῦν ἀναπτύσσω, εἶναι ζήτημα ὀργανισμοῦ, οὐχὶ δὲ ἁπλῆς ἀναγραφῆς εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Θὰ ἦτο δὲ εὐχῆς ἔργον, ἂν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οἷος ὁ νῦν, ἐπεχείρει νὰ συντάξῃ ἕνα ἑνιαῖον, ἐπὶ τέλους, ὀργανισμὸν, ἀκριβῶς νῦν, κατὰ τὰς δυσκόλους καὶ δεινὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ἃς διανύομεν, διότι ὁ ὀργανισμὸς θὰ συνετάσσετο ἐν τοῖς στενοτέροις ὁρίοις τῆς οἰκονομίας, καὶ θὰ κατηργεῖτο ἡ ἀπέραντος πολυτέλεια, ἡ κρατοῦσα ἐν τῷ ἡμετέρῳ ὀργανισμῷ, διότι — μεταβαίνω δὲ συγχρόνως εἰς τὴν Ϛʹ ἐρώτησίν μου — διότι, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει μου «τίνας ἐργασίας ἐκτελεῖ τὸ τοπογραφικὸν τμῆμα τοῦ Μηχανικοῦ;» ἀπήντησεν, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως, δὲν ἔχει ἐργασίαν.
§52ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οὐχὶ ἕνεκα ἐλλείψεως ἐργασίας, ἀλλὰ διότι ἀπαγορεύεται πᾶσα ἄλλη ἐργασία, ὑπαρχούσης τῆς γεωδαιτικῆς.
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραδέχομαι ὅ,τι λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς· εἶναι περιττὴ ἡ ὕπαρξις τοπογραφικοῦ τμήματος. Τοῦτο ἔφερον ὡς παράδειγμα τῆς πολυτελείας, ἥτις κρατεῖ ἐν τῷ ἡμετέρῳ ὀργανισμῷ. Ἐν δυσὶ λέξεσι, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ κρίνεται παρὰ τῶν ἐχόντων ἔγκυρον γνώμην ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων πολυτελέστατος καὶ πρόξενος μεγίστων δαπανῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἀποφύγῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ποιούμενον οἰκονομίαν μέχρις ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ πλέον ἴσως. Πολὺ ζημιοῦνται σήμερον πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἐργάζονται εἰς διαφόρους πολυτελικὰς ὑπηρεσίας· καὶ δύναμαι νὰ ἀναφέρω ἐπιτροχάδην τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἀρχηγείου τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τεχνικῶν συμβουλευτικῶν σωμάτων τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ τῆς Διευθύνσεως τοῦ Μηχανικοῦ· πλεῖσται τοιαῦται ὑπηρεσίαι ἀπασχολοῦσι σωρείαν ἀξιωματικῶν, οἵτινες δὲν ἔχουσιν ἐργασίαν, οἵτινες ἀδικοῦνται, διότι δὲν παρέχεται εἰς αὐτοὺς ἐπαρκὴς ἐργασία πρὸς ἐξάσκησιν καὶ πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας ἀπέκτησαν διὰ μελέτης καὶ κόπων. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, — καὶ τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἐφ’ οὗ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, — ἐπιβάλλεται ἐπειγόντως ἡ μεταβολὴ τοῦ νόμου «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ» διὰ τῆς θεσμοθετήσεως τῆς διαθεσιμότητος καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις βαθμοῖς, πλὴν τοῦ βαθμοῦ τῶν ὑποστρατήγων, ἀντιστρατήγων καὶ συνταγματαρχῶν. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ ὅλων τῶν ὅπλων, φιλότιμοι καὶ θέλοντες νὰ δράσωσι, στενοχωροῦνται, βλέποντες ὅτι ἀπασχολοῦνται καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς γραφικὴν ὑπηρεσίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ οὐδὲν πράττουσι. Μοὶ ἔλεγέ τις ἐξ αὐτῶν, ὅτι ἐντρέπεται ἑαυτὸν οὐδεμίαν παρέχων ὑπηρεσίαν. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, λαμβάνοντες τὸν μισθὸν τῆς διαθεσιμότητος, ἤθελον ἀπόσχει ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, καταγινόμενοι εἰς ἄλλας ἐργασίας.
§54ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ.....
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀξιωματικὸς, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ προσήκῃ ἡ παρατήρησις αὕτη, διότι ὁμολογουμένως ἐκ πολλῆς φιλοτιμίας καὶ ἐφέσεως ἐργασίας στρατιωτικῆς εἶπε τοῦτο, κύριε συνάδελφε. Ἵνα δὲ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου, καὶ ἀποδείξω, ὅτι δικαίως προτείνω τὴν εἰσαγωγὴν τῆς καταστάσεως τῆς διαθεσιμότητος καὶ εἰς τοὺς βαθμοὺς ἀπὸ συνταγματάρχου καὶ κατωτέρω μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ....
§56ΡΟΥΚΗΣ. Ὅπως καὶ εἰς τὸ ναυτικόν.
§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. ... θὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαχθῇ ἡ πληροφορία αὕτη (ἀναγινώσκει): «Τίνες αἱ ὑπάρχουσαι διαφοραὶ ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον μεταξὺ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων θέσεων ἀξιωματικῶν παντὸς βαθμοῦ καὶ ὅπλου καὶ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν;» Διότι, καὶ ὡς νῦν ἔχουσιν ὅλαι αὗται αἱ πολυτελεῖς, αἱ πολυτελέσταται, αἱ πολυπροσωπόταται ὑπηρεσίαι τῶν Ἐπιθεωρήσεων, τῶν τεχνικῶν συμβουλευτικῶν τμημάτων, τῶν Διευθύνσεων, τῶν Ἀρχηγείων καὶ πλείστων ἄλλων, τὰ ὁποῖα εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω λεπτομερῶς, καὶ ὡς νῦν ἔχουσιν ἐν τόσῃ πολυτελείᾳ, δὲν δύνανται νὰ συμπεριλάβωσιν ἅπαντας τοὺς ἀξιωματικούς· διότι θὰ ἴδητε πλεονάζοντας ὑπὲρ τοὺς ἑκατὸν ἀξιωματικοὺς διαφόρων ὅπλων, θὰ ἴδητε ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι καὶ ἐν ταῖς πολυπροσώποις ὑπηρεσίαις, τὰς ὁποίας ἔχει σήμερον ὁ στρατὸς ἡμῶν, δὲν ἔχουσιν ἐργασίαν. Θὰ ἦτο λοιπὸν εὐχῆς ἔργον νὰ ἐδίδετο εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς διαθεσιμότητος, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ κανονίσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ γίνεται αὕτη· ἢ νὰ ἀφίνηται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἡ αἴτησις τῆς διαθεσιμότητος, ἢ νὰ ἦναι μόνον εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτετραμμένη ἡ εἰς διαθεσιμότητα μετάθεσις, ἢ κατά τι μικτὸν σύστημα νὰ εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς οὗτος. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ βραχέων ἀπήντησεν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου, καὶ ἐγὼ οὐκ ὀλίγον ἀπασχόλησα τὴν Βουλὴν, περιορίζομαι εἰς ταῦτα μόνον, ἐπιφυλασσόμενος παρατηρήσεις μου ἄλλας νὰ φέρω ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, ἢ καὶ γενικώτερον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὡς πρὸς τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν τριῶν τελευταίων ἐπερωτήσεών μου, οὐδὲν ἔχω ν’ ἀπαντήσω, εὐχαριστῶν αὐτὸν καὶ αὖθις διὰ τὰς προσκομισθείσας πληροφορίας.
§58ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν θ’ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐπερωτήσεις σας. Ἐκ προκαταβολῆς ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι ἀποκρούω διαῤῥήδην τὸ νομοθέτημα τῆς διαθεσιμότητος τῶν ἀξιωματικῶν, διότι τοῦτο ἰσοδυναμεῖ πρὸς διάλυσιν τοῦ στρατεύματος καὶ καταστροφὴν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος.
§59ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐν τοιαύτῃ ἀκμῇ τὴν σήμερον!
§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Καλλίτερον ἀπὸ ὅ,τι φαντάζεσθε, κύριε Βουλευτά.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εὐγνωμόνως θ’ ἀκούσω τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας θὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§62ΣΤΑΗΣ. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν παράκλησίν μου περὶ καταθέσεως ἐγγράφων τινῶν ἀφορώντων τὸν δῆμον Ἀθηναίων, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§63ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀνεγράφη, κύριε Πρόεδρε ἐν φύλλῳ φίλα φρονοῦντι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἴδησις θλιβερά, θλιβερωτάτη, ἀναφερομένη εἰς τὰ ἐν Μακεδονίᾳ πράγματα. Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος φύλλον ἐδημοσίευσεν ἀντὶ κυρίου ἄρθρου ἀλληλογραφίαν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ἐξ ἧς πληροφορούμεθα, ὅτι πέντε Μητροπολῖται Ἕλληνες ἐν Μακεδονίᾳ ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποβάλωσι τὰς παραιτήσεις των, ἐγκαταλείποντες τὰς μητροπόλεις των ἕρμαιον εἰς τὰς διαφόρους προπαγάνδας, αἵτινες ὑπονομεύουσι τὴν σήμερον τὸν Ἑλληνισμὸν ἐν Μακεδονίᾳ. Ἡ εἴδησις αὕτη εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐμποιήσῃ εἰς πάντα Ἕλληνα, ἔχοντα συνείδησιν τῶν καθηκόντων τῆς μικρᾶς ταύτης γωνίας, τῆς λεγομένης ἐλευθέρας Ἑλλάδος, πρὸς ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν, εἶναι ἀδύνατον, λέγω, νὰ μὴ ἐμποιήσῃ βαθυτάτην αἴσθησιν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ μὴ παρέλθωμεν αὐτὴν ἐν σιγῇ ἐνταῦθα. Δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἴσως ἠδύναντο νὰ γείνωσι παραστάσεις περὶ ἀναμίξεως ἡμῶν εἰς ξένας ὑποθέσεις. Πρόκειται περὶ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου δύναται ἐλευθέρως νὰ γείνῃ ἐνταῦθα λόγος, χωρὶς ἡ ὅμορος ἡμῶν Δύναμις νὰ ἐγείρῃ τὸ ἐλάχιστον παράπονον. Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ζητοῦμεν ἄλλο τι τὴν σήμερον καὶ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν τῇ Ἰλλυρικῇ χερσονήσῳ καθόλου, εἰμὴ τὴν διατήρησιν τοῦ καθεστῶτος ἐν αὐτῇ, καὶ τὴν ἀπόκρουσιν τῆς ὑπονομεύσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ξένων προπαγανδῶν. Ἐν τούτῳ συμπίπτουσι τὰ συμφέροντα ἡμῶν καὶ τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, πᾶν δ’ ὅ,τι πράττομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸ πράττομεν συγχρόνως καὶ ὑπὲρ αὐτῆς, ἔχοντες ταυτότητα συμφερόντων. Οἱ Ἕλληνες Μητροπολῖται, οἱ ἀναγκασθέντες νὰ παραιτηθῶσι τῶν ἑδρῶν αὐτῶν ἐν Μακεδονίᾳ, δὲν ἦσαν μόνον πρόμαχοι τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ἦσαν πρόμαχοι καὶ αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον οὐχ ἧττον ἢ τὸ ἐκκλησιαστικὸν καὶ ἐθνολογικὸν καθεστὼς ὑποσκάπτεται καὶ ὑπονομεύεται ἐκεῖ καθ’ ἡμέραν ὑπὸ τῶν γενικῶν προπαγανδῶν. Καὶ εἶναι, Κύριοι, ἀλήθεια λυπηρὰ, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα πλέον ν’ ἀποκρύψωμεν καὶ καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν Μακεδονίᾳ, ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, ἥτις εἶναι τὸ συνεκτικὸν κέντρον ὁλοκλήρου τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, ὑφίσταται ἑκάστοτε τραύματα ἐπὶ τραυμάτων· διότι ὁ Ἑλληνισμὸς, ὁ ἐκεῖ ἀγωνιζόμενος, ἔχει ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὴν τύχην του, ἄνευ τῆς προσηκούσης συνδρομῆς. Μόνη παρηγορία ἔμεινεν εἰς αὐτὸν ἡ Ἐκκλησία, καὶ τὸ τελευταῖον τοῦτο στήριγμά του πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῇ νῦν ἀπ’ αὐτοῦ διὰ τῆς παραιτήσεως τῶν πέντε Μητροπολιτῶν. Ἐπὶ τῷ θλιβερῷ τούτῳ γεγονότι δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ῥήξωμεν κραυγὴν ὀδύνης καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ νὰ παρακαλέσωμεν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ πράγματος, καὶ, ἂν ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ, νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ, ἐὰν εὕρηται πάλιν ἐν διωγμῷ ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἐν τῇ γείτονι χώρᾳ, καὶ πόθεν κυρίως ὁ διωγμὸς οὗτος. Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην εἶχον ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θὰ σπεύσῃ ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τόσον ἐνδιαφέροντος ἐθνικοῦ ζητήματος. Συγχρόνως ἔχω ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησίν τινα καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν. Ἐγράφη χθὲς ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι ὁ Ἄγγλος μηχανικὸς, ὁ μετακληθεὶς ἐνταῦθα, ὅπως ἐπιθεωρήσῃ τὸν ὑπόγειον σιδηρόδρομον, ἐξεφράσθη δυσμενῶς, δυσμενέστατα περὶ αὐτοῦ, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ὄχι μόνον ἡ ὑπόγειος σῆραγξ διατρέχει κίνδυνον καταπτώσεως, ὡς κατεσκευάσθη, ἀλλὰ καὶ αἱ πέριξ οἰκίαι διατρέχουσι σοβαρὸν, σοβαρώτατον κίνδυνον. Τὴν εἴδησιν ταύτην ἐδημοσίευσαν καὶ ἄλλαι ἐφημερίδες σήμερον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐφημερίς τις φίλα φρονοῦσα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἀφηγήθη ὅλα τὰ περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἡ χθεσινὴ ἐφημερὶς ἀνέγραψεν, ἐν τέλει καὶ ἐν παρόδῳ μόνον παρετήρει, ὅτι ταῦτα δὲν ἔχονται ἀκριβείας, καθ’ ἃς ἔχει αὕτη πληροφορίας, ἀλλὰ σήμερον μετὰ μεσημβρίαν ἐπανῆλθεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἡ πρώτη δημοσιεύσασα τὴν εἴδησιν ἐφημερὶς, καὶ ἀντιδιαψεύδουσα τὸ ὑπουργικὸν φύλλον, ἐπαναλαμβάνει τὰς πρώτας της πληροφορίας, καὶ συμπληροῖ μάλιστα αὐτὰς, προσθέτουσα νῦν, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ Ἄγγλου μηχανικοῦ, ἡ ἔχουσα ὡς τὴν παρέστησεν αὐτὴ, μεταφράζεται ἤδη ὑπὸ τοῦ δικηγόρου τῆς ἑταιρίας, καὶ μέλλει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἴδησις τοιαύτη, Κύριοι, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἐμβάλῃ εἰς ἀνησυχίαν τὴν κοινωνίαν ἡμῶν. Δὲν ἐνδιαφέρει δὲ μόνον τοὺς περιοίκους τῆς σήραγγος, δὲν ἐνδιαφέρει μόνους τοὺς μετόχους τῆς ἀτυχοῦς αὐτῆς ἑταιρίας, οἵτινες μανθάνουσιν οὕτω, ὅτι τοσαῦτα χρήματα, δαπανηθέντα δι’ αὐτὴν τὴν σήραγγα, ἐδαπανήθησαν ματαίως, ἐνδιαφέρει ὡς ἐκ περισσοῦ καὶ πάντα Ἕλληνα, ἐνδιαφέρει ἰδίᾳ ἡμᾶς, τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἵνα μάθωμεν, ἐὰν τῳὄντι ἡ σῆραγξ κατεσκευάσθη ὡς παρεστάθη ὑπὸ τοῦ Ἄγγλου μηχανικοῦ, ἂν δηλαδὴ κατὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῆς δὲν ὑπῆρξεν ἴχνος ἐποπτείας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ μέρους τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ἐπίκηνται νῦν, πρὸς τῇ ζημίᾳ τῶν μετόχων τῆς ἑταιρίας, καὶ καταστροφαὶ μεγάλαι καὶ ἀπώλειαι συμπολιτῶν μας. Ἰδοὺ διατί νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται νῦν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔχωνται ἀληθείας τὰ δημοσιευθέντα περὶ τοῦ ὑπογείου σιδηροδρόμου.
§64ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεμίαν γνώμην ἔχω περὶ ἐκθέσεως συνταχθείσης παρ’ Ἄγγλου μηχανικοῦ, τὸν ὁποῖον μετεκαλέσατο εἰς Ἀθήνας ἡ Ἑταιρία τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν γενομένην μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀναδόχου τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου, ἅμα τῷ πέρατι τῶν ἐργασιῶν, ὁ ἀνάδοχος ὀφείλει νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τὴν παραλαβὴν τῶν ἔργων. Πρὸ ἡμερῶν ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου ἡ παραλαβὴ τῶν ἔργων. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχον πληροφορηθῆ, ὅτι ἡ Ἑταιρία τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς εἶχε προσκαλέσει Ἄγγλον, ἵνα ἔλθῃ ἐπίτηδες εἰς Ἀθήνας πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν ἔργων, ἐνόμισα πρέπον νὰ περιμείνω, ὅπως ὁ Ἄγγλος αὐτὸς ἔλθῃ καὶ ἐξετάσῃ τὰ ἔργα καὶ λάβῃ γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ἤθελε συντάξει. Τοιαύτη ἔκθεσις, ὑποθέτω, θὰ ὑποβληθῇ, ἐὰν συνετάχθη, παρὰ τῆς Ἑταιρίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ὑπεβλήθη. Ἀπευθυνθεὶς ὅμως εἰς τοὺς ἁρμοδίους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως, ἐπληροφορήθην, ὅτι ὅλα τὰ γραφέντα ἐν ἐφημερίσι περὶ τῆς ἐκθέσεως ταύτης εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμα.
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἐγὼ ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα Βουλευτὴν, ὅτι οὐδεμία εἴδησις παραπλησία ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσεν ἐνταῦθα, περὶ παραιτήσεως Μητροπολιτῶν ἐν Μακεδονίᾳ ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ τῆς Αἰγύπτου.
§67ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὡμίλησε τοσοῦτον ἐπικαίρως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχήν, καὶ κατέδειξε τὰς βάσεις αὐτοῦ τοσοῦτον σαθρὰς, ὥστε κρίνω περιττὸν ἐγὼ νὰ θίξω τὸ οἰκοδόμημα, ὅπερ ἀνήγειρε, διότι βεβαίως δὲν ἔχω τι νὰ προσθέσω πλέον. Μία ὅμως παρατήρησις δὲν πρέπει νὰ διαφύγῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἡ ἑξῆς. Στενοχωρηθεὶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν χθὲς ἐκ τῶν ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι θέλει τὸ δικαστήριον νὰ πλησιάσῃ εἰς τοὺς κατηγορουμένους καὶ μάρτυρας. Τοῦτο πραγματικῶς γράφεται καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἢ ἡ ἔκθεσις δὲν ἔγεινε διὰ τὸ νομοσχέδιον, ἢ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔγεινε διὰ τὴν ἔκθεσιν. Παρατηρῶ εἰς τὸ ἄρθρον 24 μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία ἀκριβῶς ἀναιρεῖ τὴν βάσιν αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ δευτέρα παράγραφος πραγματικῶς τοῦ ἄρθρου 24 ἀναφέρει (ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει μὴ ἐμφανίσεως τῶν κλητευθέντων μαρτύρων τῆς κατηγορίας ἢ τῆς ὑπερασπίσεως, τὸ δικαστήριον δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐνόρκως ληφθεισῶν καταθέσεων». Λοιπὸν ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Κακουργιοδικείου τοῦ δικάζοντος ἐν Ἑλλάδι ἐγκληματίας τῆς Ἀλεξανδρείας, ἢ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐν γένει, καὶ τοῦ Κακουργιοδικείου τῆς Ἀλεξανδρείας; Ὅταν τὸ δικαστήριον ἐν Αἰγύπτῳ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν δίκην, εἰς τὴν περαίωσιν τῆς ὑποθέσεως συνεπείᾳ ἐνόρκων καταθέσεων, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ ἐδίκαζε τὸ ἐν Ἀθήναις Κακουργιοδικεῖον. Ἀλλ’ ἡ συνέπεια αὕτη εἶναι ἄντικρυς ἀναίρεσις τῆς βάσεως, δι’ ἣν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἀναίρεσις τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον προτίθεται, διότι τοῦτο ἠθέλησε κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσεγγίσῃ τοὺς κατηγορουμένους εἰς τὸ δικαστήριον, νὰ προσεγγίσῃ τοὺς μάρτυρας πρὸς τὸν κατηγορούμενον καὶ ὁπωσδήποτε νὰ γείνῃ προφορικὴ ἀνάπτυξις τῆς κατηγορίας, διότι, ὅπως ἐλέχθη, οἱ μάρτυρες, οἱ ἐξεταζόμενοι ἐνόρκως, καὶ αἱ καταθέσεις αὐτῶν ἐξεταζομένων δὲν δύνανται νὰ παραστήσωσιν εἰς τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προφορικῶς γίνεται. Ἀλλ’ εἶναι ἡ αὐτὴ τοὐλάχιστον; Ὄχι. Διατί; Ἰδού. Ἄρθρον 28 (ἀναγινώσκει): «Ἡ προανάκρισις τῶν ἀθεμίτων πράξεων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Αἰγύπτῳ Κακουργιοδικῶν, ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 213 τοῦ ΧΝϚʹ νόμου τῆς 21 Δεκεμβρίου 1877 ὑπαλλήλων κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν ἄρθρων 200–205 τοῦ αὐτοῦ νόμου. Κατὰ τὴν ἐξέτασιν ὅμως τῶν μαρτύρων δὲν παρίστανται οἱ κατηγορούμενοι, ἀλλὰ δύνανται νὰ ἐξετασθῶσι μόνον κατ’ ἀντιπαράστασιν πρὸς τοὺς μάρτυρας κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 126 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Δηλαδὴ μέχρι τοῦδε, κατὰ τὰ μέχρι σήμερον κρατοῦντα, αἱ μαρτυρίαι ἐλαμβάνοντο ἐνόρκως, ἀλλὰ παρισταμένου καὶ τοῦ κατηγορουμένου ἐν τῇ ἀνακρίσει. Σήμερον αἱ μαρτυρίαι, αἵτινες δύνανται νὰ ἀναγνωσθῶσιν ἐπ’ ἀκροατηρίου, ἐν Αἰγύπτῳ δὲν θὰ γίνωνται, εἰμὴ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κατηγορουμένου. Τοῦτο χειροτερεύει βεβαίως τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλά, ὅπως παρατηρεῖ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τοιαῦται μαρτυρίαι, λαμβανόμεναι ἐνόρκως, ἀναγινωσκόμεναι ἐπὶ δικαστηρίου καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κατηγορουμένου, δύνανται νὰ ἀναγνωσθῶσι καὶ ἐν τῇ περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ κατηγορούμενοι θὰ δικασθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, διότι ὑπάρχουσι περιπτώσεις, ἀναγραφόμεναι εἰς τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ἃς τοιοῦτοι κατηγορούμενοι ἢ ὡρισμένη τάξις δύνανται νὰ δικασθῶσιν ἐν Ἑλλάδι. Τοῦτο, ὅπως εἶπον, εἶναι τὸ πρῶτον οὐσιῶδες ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπεδείχθησαν χθές. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως εἰσάγει καὶ μίαν ἄλλην καινοτομίαν. Ἡ καινοτομία εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 23. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος τῶν συνέδρων δύναται μέχρι πέρατος τῆς συζητήσεως νὰ διατάξῃ τὴν ἄμεσον ἐπ’ ἀκροατηρίου προσαγωγὴν παντὸς νέου ἐγγράφου ἢ πειστηρίου, ὅπερ ἤθελε θεωρηθῆ παρ’ αὐτοῦ ἀναγκαῖον πρὸς διαφώτισιν τῆς δικαιοσύνης. Πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν δύναται νὰ ἐξετάσῃ καὶ νέους μάρτυρας μὴ κληθέντας, ἐκδίδων πρὸς τοῦτο ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἐντάλματα βιαίας προσαγωγῆς. Οἱ οὕτω κλητευόμενοι μάρτυρες ἐξετάζονται ἀνωμοτί». Δηλαδὴ δὲν ἀρκεῖ, ὅτι τρέχομεν τὸν κίνδυνον, ἔχοντες ἐνόρκους, οἷοι χθὲς περιεγράφησαν, νὰ μὴ ἔχωμεν δικαιοσύνην ποινικήν, προκειμένου περὶ βαρυτάτων ἐγκλημάτων, παρεισάγομεν καὶ διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἐδανείσθημεν, ὡς εἶπον, ἐκ τῆς Γαλλίας, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὄχι τὸ δικαστήριον, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρεισάγῃ ἐν τῇ δίκῃ καὶ κατὰ τὴν δίκην οἱονδήποτε θέλῃ πρὸς διαφώτισιν τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ποῖος Πρόεδρος; Καὶ ποίαν γνώμην ἔχομεν ἡμεῖς διὰ τὸν Πρόεδρον; Ἔχομεν τὴν ἑξῆς. Ὅτι πρὸ μηνὸς ἐψηφίσαμεν νόμον καὶ ἐθεωρήσαμεν τοὺς Προέδρους τόσα παρέχοντας ἐχέγγυα, ὥστε ἀπηγορεύσαμεν εἰς αὐτοὺς καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακεφαλαιώσεως εἰς αὐτοὺς τοὺς Προέδρους, Κύριοι, δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ προσαγάγωσιν, εἴτε δι’ ἐνταλμάτων, ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως, καὶ νὰ ἐξετάσωσι μάρτυρας πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατηγορίας. Καὶ πῶς; ἀνωμοτί! Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὰ καθέκαστα θὰ ἐπανέλθω.
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτής, ἀπορῶ πῶς συνεδέθησαν πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα. Ἤδη ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέφρασε γνώμην καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 23, ὑποδείξασα, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ διάταξις αὕτη, ἡ καλῶς παραληφθεῖσα ἐκ τῆς Γαλλικῆς Δικονομίας, ἅτε συντελοῦσα εἰς τὴν ἀσφαλεστέραν ἀνίχνευσιν τῆς ἀληθείας, ἂν ἡ διάταξις αὕτη, λέγει, τροποποιηθῇ, καὶ ἀνατεθῇ τὸ καθῆκον, τὸ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ παραδεδομένον εἰς τὸν Πρόεδρον, εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς δύναται νὰ γείνῃ δεκτή. Ὡσαύτως ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 28 παρέστησε τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπέλθει, ἐν ᾗ περιπτώσει, ἐξαιρετικῶς ὅλως, ἤθελε παρασταθῆ ἡ ἀνάγκη νὰ διατάξῃ τὸ δικαστήριον τὴν ἀνάγνωσιν τῶν μαρτυριῶν, διὰ τὸν λόγον τῆς ἀδυναμίας τῆς εὑρέσεως τῶν μαρτύρων. Ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο παρετήρησεν, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ καταργηθῇ ἡ διάταξις ἡ ὑφισταμένη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξετάζονται οἱ μάρτυρες παρόντος τοῦ κατηγορουμένου. Πιστεύω δὲ, ὅτι καὶ ἐπὶ τούτου δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν δύνανται καθ’ ἑαυτὰς νὰ ἰσχύσωσιν εἰς ἀνατροπὴν τοῦ ὀρθοῦ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν χθὲς, οὐδόλως, νομίζω, ταραχθέντες ἐκ τῶν ἐναντίων ἐπιχειρημάτων, διότι βεβαίως οὔτε ἀπεδείχθη μέχρι τοῦδε, ὅτι μειοῦνται τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, ὅταν ἐκτείνηται τὸ δικαίωμα αὐτοῦ τοῦ δικάζειν τὰ κακουργήματα καὶ ἐπὶ ξένης χώρας, οὔτε ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι οἱ ἔνορκοι, οἱ ἐκεῖ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὡρισμένοι νὰ δικάζωσι, κατώτεροι τῆς ἀποστολῆς, ἥτις ἀνατίθεται εἰς αὐτοὺς, οὔτε ὑπὸ ἐπηρεασμὸν, οὔτε ἐξηρημένοι ἀνεξαρτησίας, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ νὰ καλῶνται οἱ πολῖται νὰ δικάζωσι τὰ ἐγκλήματα τὰ ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν διαπραττόμενα, ἔστω καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀποτελεῖ προσβολὴν πρὸς τὸ Κράτος.
§69ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προσβολῆς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ περὶ τῆς βάσεως αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος. Ἠρωτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δικαιολογήσῃ τὴν βάσιν, διατὶ προβαίνει εἰς τοῦτο, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πλησιάσωμεν τοὺς μάρτυρας, τοὺς κατηγορουμένους καὶ τοὺς ἐνόρκους. Ἀλλ’ ὅταν δύναται τὸ δικαστήριον νὰ δικάσῃ ἐκεῖ ἐπὶ τῇ βάσει μαρτυριῶν, ληφθεισῶν ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κατηγορουμένου καὶ ἐνόρκως, τότε, παρακαλῶ, ποῦ εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου; Τὸ νὰ φανῶμεν εὐχάριστοι, τὸ νὰ ἐκπληρώσωμεν μίαν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν πρὸς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν; Ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθη κατὰ τὴν ἔκθεσίν του ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔλθῃ περὶ τῶν πλημμελημάτων εἰς κἀμμίαν συνεννόησιν, νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ κακουργημάτων, ἡ συνεννόησις θὰ ἦναι δυσχερεστέρα ἀκόμη.
§70ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἐνόησα ποίαν βάσιν ἀναφέρει ὁ κ. Βουλευτής.
§71ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀναγνώσατε τὴν ἔκθεσιν.
§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι τὰ πλημμελήματα τὰ διαπραττόμενα ὑπὸ Ἑλλήνων ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει...
§73ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διὰ τὰ κακουργήματα ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς ἀνέφερεν;
§74ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀναφέρει περὶ τῆς προθέσεως τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑπαγάγῃ τὰ πλημμελήματα, τὰ ὑπὸ ξένων διαπραττόμενα, εἰς τὰ εἰδικὰ δικαστήρια, προθέσεως, ἥτις δὲν εὐωδώθη, διότι δὲν συνῄνεσαν τὰ μεγάλα Κράτη· δὲν βλέπω δὲ, κατὰ τίνα τρόπον ἡ ἵδρυσις καὶ νέων ἢ πλειόνων δικαστηρίων Ἑλληνικῶν ἐν Αἰγύπτῳ ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν πλημμελημάτων τῶν ὑπὸ Ἑλλήνων διαπραττομένων ἐνώπιον τῶν μικτῶν δικαστηρίων. Τοιαύτη εἰσαγωγὴ, ἄνευ τῆς συναινέσεως πασῶν τῶν Δυνάμεων, καὶ εἰδικώτερον ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀδύνατος, διότι εἶναι ἀνεγνωρισμένον εἰς τὰς Δυνάμεις, εἶναι δὲ ἀνεγνωρισμένον καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ δικαίωμα νὰ δικάζωσιν αὐταὶ, νὰ δικάζῃ ἡ Ἑλλὰς τοὺς πολίτας αὐτῆς, τοὺς διαπράττοντας πλημμελήματα ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς Αἰγυπτιακῆς. Ὡς πρὸς δὲ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 24, νομίζω, ὅτι ὑπερβολικὴν σημασίαν δίδει εἰς τὴν διάταξιν τὴν εἰδικὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ δικαστήριον, ἐν περιπτώσει ἀδυναμίας τῆς ἐμφανίσεως τῶν μαρτύρων, νὰ ἀναγνώσῃ τὰς μαρτυρίας αὐτῶν τὰς ἐνόρκους, διότι καὶ ἐν Ἑλλάδι ὑφίσταται ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ ἄρθρῳ 124 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καθ’ ὅ, ἐν περιπτώσει ἀπολύτου ἀδυναμίας ἐμφανίσεως τῶν μαρτύρων διὰ τοὺς λόγους τοὺς ἐνδεικτικοὺς, οὓς περιλαμβάνει τὸ ἄρθρον, ἀναγινώσκεται ἡ μαρτυρία αὐτῶν ἡ ἔνορκος.
§75ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀναγινώσκεται, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι σύνηθες. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§77ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ «ἀθέμιτοι πράξεις» εἶναί τι ἀσύνηθες ἐν τῇ νομικῇ γλώσσῃ· εἰς τὰ συγγράμματα καὶ τὰ δικαστήρια ἔχομεν τὴν λέξιν «ἀδικήματα», ἀθέμιτοι δὲ πράξεις δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὸν εὐρύτερον κύκλον τῆς ἠθικῆς, ἀλλ’ ἐδῶ ὁμιλοῦμεν περὶ κακουργημάτων. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι πρὸς ἐπαρκῆ ἀκριβολογίαν ἀνάγκη νὰ ἀφήσωμεν τὰς λέξεις ταύτας, καὶ νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν ἀκριβῆ λέξιν, νὰ εἴπωμεν ὅτι «τὰ ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ τῆς Αἰγύπτου πραττόμενα ἀδικήματα, τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐν Ἑλλάδι κακουργιοδικῶν, δικάζονται κλπ.»
§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ παρατήρησις ἐγένετο καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀλλὰ ἀντιπαρετηρήθη εἰς τὸν παρατηρήσαντα τοῦτο,—τὸ ὁποῖον βεβαίως, λαμβανομένης ἀπολύτως τῆς φράσεως «ἀθέμιτοι πράξεις», ἔχει λόγον, διότι περιλαμβάνονται ἐν τῇ ἐκφράσει καὶ αἱ πράξεις αἱ ἀντικείμεναι εἰς τὴν ἠθικὴν, οὐχὶ δὲ μόναι αἱ εἰς τὸν θετικὸν νόμον,— ἀντιπαρετηρήθη, λέγω, ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ ποινικῷ νόμῳ γίνεται χρῆσις τῆς φράσεως «ἀθέμιτοι πράξεις». Οὐχ ἧττον θέλω λάβει σημείωσιν τῆς παρατηρήσεως ταύτης, ὅπως εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐπέλθῃ διόρθωσις, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη.
§79ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὸ τὸ «αἱ ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ τῆς Αἰγύπτου πραττόμεναι πράξεις» νὰ τροποποιηθῇ, διότι, νομίζω, ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία δὲν ἀναγνωρίζει ὡς ἡγεμονίαν τὴν Αἴγυπτον. Ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἁπλῶς «αἱ ἐν Αἰγύπτῳ».
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ τὸ λάβωμεν καὶ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§82ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα βλέπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ποιεῖται χρῆσιν τῶν ὅρων «συνενόχους καὶ συναιτίους». Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὅρον «συναιτίους», βεβαίως εἶναι ἀκριβὴς ὅρος, ἀλλὰ ἡ λέξις «συνενόχους» δὲν ἀπαντᾷ πολὺ συχνὰ ἐν τῇ κοινῇ ἡμῶν ποινικῇ νομοθεσίᾳ, δὲν περιλαμβάνεται δὲ ἐνταῦθα ἡ λέξις «συνεργοὺς», ἡ ὁποία δυσκόλως δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς σύγχυσιν. Νομοθετοῦντες δικονομικὰς διατάξεις, καλὸν νὰ ἀκριβολογήσωμεν, ἀποφεύγοντες ἀμφιβόλους φράσεις τῆς ποινικῆς ἡμῶν δικονομίας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ λάβητε καὶ τὴν σημείωσιν ταύτην, καὶ ἀποφευγομένης, εἰ δυνατὸν, τῆς λέξεως «τοὺς συνενόχους», νὰ τεθῇ «τοὺς συνεργοὺς», διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀκρίβειαν συμφώνως καὶ πρὸς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§84ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐκεῖνο τὸ «ἑτέρου» εἰς τὸ μέρος «ἐκδικάζονται ὑπὸ ἑτέρου Κακουργιοδικείου κλπ.» δύναται νὰ λείψῃ.
§85ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐτέθη διότι καὶ τὸ Κακουργιοδικεῖον Ἀλεξανδρείας ὑπάγεται εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν.
§86ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§87ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐνταῦθα εἶναι ἀπαραίτητον ν’ ἀποχωρισθῇ εἰς ἰδίαν παράγραφον, ὡς ἦτο ἐν ἀρχῇ ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ τελευταῖον κῶλον.
§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο φαίνεται, ὅτι προβλέπει δύο περιπτώσεις, τὴν μίαν, καθ’ ἣν οὐδόλως ἐπιτρέπεται συγκρότησις συνόδου Κακουργιοδικείου, καὶ τὴν δευτέραν, καθ’ ἣν προβλέπεται ἡ περίπτωσις μιᾶς μεμονωμένης δίκης. Ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει εἰσάγεται μία διαδικασία, ἡ διαδικασία τῆς παραπομπῆς ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς ἄλλο Κακουργιοδικεῖον τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Ὅταν πρόκηται περὶ τῆς διαδικασίας τῆς παραπομπῆς, τότε ἡ ἐκτίμησις τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται ἡ παραπομπή, ἀνατίθεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν γνωρίζω, ἂν τοῦτο σκοπῆται διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σκοπεῖται ὁ ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου προσδιορισμὸς τοῦ δικαστηρίου· ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι ἡ ἔκφρασις ἀσαφής, ἐπιφυλάσσομαι νὰ διορθώσω αὐτήν.
§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι περιττὸν ν’ ἀποφανθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος· ἀρκεῖ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει.
§91ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μόνη, προκειμένου περὶ παραπομπῆς μιᾶς μεμονωμένης ὑποθέσεως, φοβοῦμαι, μήπως χαρακτηρισθῇ ἐπέμβασις εἰς καθαρῶς δικαστικὰ ζητήματα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διαιρεθέντος τοῦ γʹ ἐδαφίου εἰς δύο παραγράφους. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6, ὡς ἔχουσι)
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§93ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 ἐπιθυμῶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀξιώσεως τῆς περιεχομένης εἰς τὸ τέλος τῆς τρίτης παραγράφου, τουτέστι νὰ μετέχωσι τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων πολῖται ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων. Τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων εἶναι προωρισμένον νὰ λύῃ πρὸ πάντων ζητήματα νομικά, δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν οἱ πολῖται οὗτοι, ὅσον ἔγκριτοι καὶ ἂν ὑποτεθῶσι, θὰ ἔχωσι τὰς ἀπαιτουμένας νομικὰς γνώσεις, ἵνα λύωσι νομικὰ ζητήματα. Εἶναι δὲ κίνδυνος νὰ συγκροτηθῇ δικαστήριον συνέδρων ἀπὸ πρόεδρον νομικὸν καὶ δύο συνέδρους ὄχι νομικούς, καὶ ἑπομένως ὁλόκληρον τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων νὰ εὑρεθῇ εἰς χεῖρας τοῦ προέδρου μόνου.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀποφανθῶ καὶ περὶ τούτου. Τοῦτο ἐτέθη ἐκ μεγάλης προνοίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8, 9 καὶ 10 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ διορθωθῶσι τὰ ἐδάφια, εἰς ἃ ἡ παραπομπή, ἀντὶ βʹ, γʹ, δʹ, εἰς αʹ, βʹ, γʹ.
§97ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, κατὰ τίνα τρόπον θὰ γίνηται ὁ ἔλεγχος τῶν καθηγητῶν καὶ διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ περιλαμβάνωνται ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου, προκειμένου περὶ τοιούτων ἐν Αἰγύπτῳ, ὅπου ὁ πρῶτος τυχών, ὁ ἔχων ἕνα μαθητήν, θὰ παρουσιάζηται ὡς διδάσκαλος καὶ θὰ δικαιῶται νὰ ζητήσῃ τὴν ἐγγραφήν του εἰς τὸν κατάλογον.
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τῶν διδασκάλων ἔλεγχόν τινα ἔχομεν ὡς ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ προξενικοῦ νόμου περὶ διαμονητηρίων, ἐν ᾧ ἐλήφθη πρόνοια νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς διαμονητήρια οἱ διδάσκαλοι. Ἑπομένως πάντες, ὅσοι δυνάμει τῆς διαδικασίας ἐκείνης ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ἀπηλλαγμένοι διαμονητηρίου, εἶναι οἱ προσλαμβανόμενοι ὡς ἔνορκοι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 12–20, μετὰ διορθώσεις τυπογραφικῶν τινων σφαλμάτων).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται).
§100ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διατὶ νὰ γίνεται διάκρισις μεταξὺ τακτικῶν καὶ ἀναπληρωτικῶν;
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα ἐγένοντο αἱ ἑξῆς διορθώσεις. Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ ἡ λέξις «δικαιωμάτων» διωρθώθη εἰς «δικαιολογημάτων», ἐν δὲ τῇ πέμπτῃ παραγράφῳ αἱ τελευταῖαι λέξεις «τοῦ ἄρθρου τοῦ ͵ΒΚΗʹ νόμου» ἀντικατεστάθησαν διὰ τῶν λέξεων «τῶν ἄρθρων 34 καὶ 35 τοῦ ͵ΒΚΗʹ νόμου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21, ὡς διωρθώθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22, ὡς ἔχει).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 23 (ἀναγινώσκεται).
§103ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 23 νὰ τεθῇ ἡ λέξις «τὸ δικαστήριον» ἀντὶ τῆς λέξεως «ὁ Πρόεδρος», συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§104ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νὰ διαγραφῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον.
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ συζητοῦμεν κατόπιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 23, ὡς διωρθώθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 24, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 25 (ἀναγινώσκεται).
§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐνταῦθα παρακαλῶ νὰ γείνωσιν αἱ ἑπόμεναι διορθώσεις. Μετὰ τὰς λέξεις «τῶν ἄρθρων 4, 37» ὁ ἀριθμὸς 40 νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ «39»· μετὰ δὲ τὸν ἀριθμὸν 420 νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «426, 427, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ͵ΒΟΒʹ τῆς 5 Αὐγούστου 1892, 428». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται).
§109ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνταῦθα ὁ ἀριθμὸς 189 νὰ διορθωθῇ 199, νὰ διαγραφῶσι δὲ αἱ λέξεις «καὶ 186 § 2», διότι ἡ διάταξις αὕτη περιέχεται ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 26, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 27 (ἀναγινώσκεται).
§111ΚΡΟΚΙΔΑΣ. «Προστίμου μέχρι δραχμῶν 200.» Μεταλλικῶν δραχμῶν;
§112ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μεταλλικῶν.
§113ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νὰ προστεθῇ λοιπόν.
§114ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂς προστεθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 27 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 28 (ἀναγινώσκεται).
§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς αʹ παραγράφου νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ὡς ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου ᾼϠΟΕ’ τῆς 8 Μαΐου 1891». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 28, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 29 καὶ 30, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 31 (ἀναγινώσκεται).
§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀποδέχομαι τὴν τροποποίησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἴσως εἶναι καταλληλοτέρα ἡ ἔκφρασις «μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως» ἀντὶ τῆς «μετὰ τὴν τελευταίαν ἀνακριτικὴν πρᾶξιν». Πρέπει δὲ νὰ διαιρεθῇ ἡ λέξις «ἐνῷ» εἰς «ἐν ᾧ» καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «ἀναπληροῦνται» διὰ τῆς λέξεως «ἐκπληροῦνται», μετὰ δὲ τὰς λέξεις «τῆς γνώμης αὐτοῦ» νὰ προστεθῇ «ἠτιολογημένης». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 31 μετὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προταθεισῶν τροποποιήσεων).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 32 (ἀναγινώσκεται).
§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀντὶ «τὰ διαγραφόμενα» νὰ τεθῇ «τὰς διαγραφομένας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 32 μετὰ τῆς διορθώσεως).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 33 (ἀναγινώσκεται).
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τέλει νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ΑϠΟΕʹ». Ἡ αὐτὴ προσθήκη νὰ γείνῃ καὶ ἐν τέλει τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 34. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 33 καὶ 34, ὡς ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρ. 35.)
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 36 (ἀναγινώσκεται).
§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἀριθμὸς «255» νὰ γείνῃ «256». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 35 μετὰ τῆς διορθώσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 37, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 38 (ἀναγινώσκεται).
§126ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀντὶ «ὁριζομένων» νὰ τεθῇ «ὁριζομένας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 38 μετὰ τῆς διορθώσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 39, 40 καὶ τὸ «ἄρθρον τελευταῖον», ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς αʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 100,000).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχμῶν 123,525.
§128ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπευθύνω παρατήρησίν τινα ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν πιστώσεως ζητουμένης, ἵνα καταλογισθῇ εἰς κεφ. 3 ἄρθρ. 9 «διὰ πληρωμὴν δευτέρας δόσεως τῆς ἀξίας γηπέδων τῆς Μαριγὼς Α. Νιώτη». Ἐν πρώτοις ἀπορῶ, πῶς δὲν ἀνεγράφη ἡ δαπάνη αὕτη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀφοῦ εἶναι γνωστὴ ἐκ τῶν προτέρων. Δεύτερον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ πλέον τὸ Δημόσιον καταβάλλον τὰς τοιαύτας δαπάνας, ἀφοῦ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἔχει χρήματα ἐκ τοῦ λαχείου αὐτῆς.
§129Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, ὅτι πρέπει νὰ παύσωσιν αἱ δαπάναι αἱ τοιαῦται· ὁ τρόπος μάλιστα τῆς δαπάνης διὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, παριστώσης ὅτι κατέβαλε, μὴ ἐννοούσης ὅμως νὰ δαπανήσῃ ἐξ ἰδίων, εἶναι ἀντικανονικός. Ἀλλ’ ἤδη ὑπάρχει τοιαύτη ὀφειλή, ἀνεγνωρισμένη καὶ δικαστικῶς, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γένηται ἡ ἀπόδοσις.
§130ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετ’ ἀπορίας παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, κεφ. 3 ἄρθρ. 14, «ἔξοδα ἑλληνικῶν σχολείων», ζητεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις διὰ μόνα τὰ μὴ πληρωθέντα ἐνοίκια ἑλληνικῶν σχολείων. Κατὰ τὸ ἔτος, Κύριοι, 1892 δὲν ἐπληρώθησαν καὶ πολλοὶ μισθοὶ ἑλληνοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκάλων, ἐλλείψει ἐπαρκῶν πιστώσεων. Ἡμεῖς τὴν ἔλλειψιν ταύτην παρετηρήσαμεν ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πρϋπολογισμοῦ τοῦ 1892· ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθημεν τότε. Νῦν διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἐπικυροῦνται ὅλαι αἱ προῤῥήσεις ἡμῶν ἐκεῖναι. Ἀλλὰ διατὶ εἰς τὴν προκειμένην πίστωσιν νὰ μὴ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ μισθοὶ τῶν ἑλληνοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκάλων; διατὶ δὲ νὰ διαγραφῶσιν αὐτοὶ αὐθαιρέτως καὶ ἐκ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀφοῦ τοῦτο εἶχεν ἀναγράψει αὐτὰς ἐπὶ ποσῷ 364,934 δραχμῶν ἐν ἰδιαιτέρῳ κεφαλαίῳ, ὑπ’ ἀριθ. 5, ὡς γίνεται δῆλον ἐκ τῆς τελευταίας παραγράφου τῆς εἰσηγητικῆς του ἐκθέσεως;
§131ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ πίστωσις περὶ πληρωμῆς ἐνοικίων τῶν ἑλληνικῶν καὶ δημοτικῶν σχολείων ἐζητήθη διότι ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δοθεῖσα πίστωσις ἀπεδείχθη ἀνεπαρκής· διότι, θέλοντες νὰ ἐπιδείξωσιν οἱ προκάτοχοι οἰκονομίας, ἀνέγραψαν κατὰ τὸ ἥμισυ τὴν πίστωσιν, καὶ τούτου ἕνεκα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τάς τε σημερινὰς καὶ τὰς προηγουμένας. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τοὺς μισθοὺς δημοδιδασκάλων τινῶν, οὗτοι δὲν ἐπληρώθησαν ἕνεκα παραγραφῆς, τὸ δὲ Νομικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνηνέχθη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀπήντησεν, ὅτι πράγματι οἱ μισθοὶ οὗτοι εἶναι παραγεγραμμένοι, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται περὶ αὐτῶν νὰ ζητηθῇ πίστωσις.
§132ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης ζητοῦνται μόνον 43,000 δρ. δι’ ἐνοίκια ἑλληνικῶν σχολείων· διατὶ δὲ νὰ μὴ ζητηθῶσι καὶ 312,000 δρ. ἀκόμη διὰ τοὺς καθυστεροῦντας μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων καὶ ἑλληνοδιδασκάλων, καθ’ ἃ σημειοῦται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ τὸ ἔτος 1893; Ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, ἐπετελέσατε τὸ καθῆκόν σας, ἀναγράψαντες τὴν ἐκ 364,934 δρ. πίστωσιν ὑπὸ τὸ κεφ. 5 τοῦ προϋπολογισμοῦ σας· πλὴν ἀγνοεῖτε ἴσως, ὅτι καὶ ἡ πίστωσις αὕτη καὶ ὁλόκληρον τὸ κεφ. 5 διεγράφησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Διατὶ δ’ ἐγένετο τοῦτο; Διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλων νὰ παρουσιάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ὡς ἔχοντα «οὐ μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα», περιέκοψεν αὐθαιρέτως, ὡς τόσας ἄλλας ἀναγκαίας πιστώσεις, καὶ τὴν προκειμένην, ἐπιφυλαττόμενος, κατὰ τὴν συνήθειάν του, βραδύτερον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι οὐχὶ ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀλλ’ ὁ συνάδελφός σας ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας.
§133Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως περιέλαβεν ἐν τοῖς πίναξι τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ἀλλ’ ἐπειδὴ τ’ ἀποσταλέντα παρ’ αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν περιεῖχον τὰ δικαιολογητικὰ πάντα, δὲν ἠδύνατο νὰ περιληφθῇ ὁ πίναξ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Περὶ τούτου μάλιστα ἐγένετο καὶ ἔκθεσις ἐξ ἀφορμῆς ἄλλης πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐῤῥήθη, ὅτι τὰ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλουσι περιληφθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εὐθὺς ὡς ἐκκαθαρισθῶσι, διότι ἄνευ τοιαύτης ἐκκαθαρίσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκληθῇ περὶ αὐτῶν πίστωσις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν– Πεντελικοῦ.
§135ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ ἠγέρθησαν χθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 8 τῆς συμβάσεως, ἐνόμισα καλὸν νὰ προβῶ σήμερον εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ ἀναδόχου, καὶ συνετάχθη νέον συμφωνητικόν, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Δι’ αὐτοῦ κανονίζεται ἄλλως τὸ ἄρθρον ὄγδοον. Ἀφαιροῦνται αἱ πρῶται γραμμαὶ τοῦ παλαιοῦ ἄρθρου καὶ δίδεται σαφέστερον ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν εἶχον δώσει συζητῶν τὰ τοῦ ἄρθρου ὀγδόου. Ἡ παράγραφος 5 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τροποποιεῖται, προστιθεμένων ἐν τέλει αὐτῆς τῶν λέξεων «τῶν δικαστικῶν ἐξόδων ἐπιβαρυνόντων τὸν ἀνάδοχον». Τοιουτοτρόπως δ’ ἱκανοποιῶ τὸν κ. Καράπαυλον καὶ τὸν κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴν, τὸν υἱοθετήσαντα τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Καραπαύλου.
§136ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἴχετε ἀνάγκην· διότι ἡ σύμβασις λέγει, ὅτι ὁρίζεται κατ’ αἴτησιν τοῦ ἀναδόχου.
§137ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· αὐτὸ τὸ εἶπον, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος δὲν τὸ ἐδέχθη. Ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 14 τροποποιεῖται. Ὑπῆρχε πράγματι ἀντίφασις μεταξὺ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 14 καὶ τοῦ ἄρθρου 3, τὸ ὁποῖον ἔθετε προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους. Πρὸς ἄρσιν τῆς ἀντιφάσεως, λέγομεν, ὅτι ἀποδίδεται εἰς τὸν ἀνάδοχον ἡ ἐγγύησις, «ἐὰν ἐξετέλεσε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3», τουτέστιν ἐὰν προέβη εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρίας. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ἀντίῤῥησις.
§138ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ τροποποιηθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον.
§139ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· ἐτροποποιήθη καὶ τὸ νομοσχέδιον διὰ τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῆς ἑτέρας συμβάσεως ἀπὸ 29 Δεκεμβρίου 1892 μεταξὺ τῶν αὐτῶν συμβαλλομένων».
§140ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσητε τὴν ἔγκρισιν καὶ τῆς συμβάσεως, ὡς ἐτροποποιήθη ἤδη διὰ τῆς νέας συμβάσεως.
§141ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθεῖσαι τροποποιήσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 109). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη)
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμου ἀπὸ Βώλου εἰς Λεχώνια. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ τῆς τροφοδοσίας τῶν πληρωμάτων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§146ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ ἐπιφέρω διαφόρους παρατηρήσεις· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ὥρα παρῆλθεν, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΩΞΓʹ «περὶ συστάσεως σώματος μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ» καὶ ΑΡΟΓʹ «περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ΩΞΓʹ συστηθέντος σώματος μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΑΦΕʹ «περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου».
§149ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθὼς καὶ ἐπὶ τοῦ ἤδη ψηφισθέντος, ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἡ ὁποία προτείνει διαφόρους μεταβολάς. Παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ποίαν ἰδέαν ἔχει περὶ τούτων, καθ’ ὅσον ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ προτεινόμεναι παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς μεταβολαὶ ὡς πρὸς τὴν διαίρεσιν τῶν τάξεων τῶν ναυτῶν εἶναι ἀρκετὰ συντελεστικαὶ πρὸς εὐόδοσιν τοῦ Ναυτικοῦ. Συνιστῶ δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ αὐτὰς ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν.
§150ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὰς κρίσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς διαθεσιμότητος τῶν μηχανικῶν ὑπαξιωματικῶν, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς...
§151ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο θὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§152ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν... Λοιπὸν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάταξιν τῶν ναυτῶν, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ὑπάρχουσα διαίρεσις τῶν ναυτῶν εἰς διαφόρους τάξεις δὲν εἶναι συντελεστικὴ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καίτοι δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ οἰκονομία, ἐὰν τηρηθῇ ἡ ὑπ’ αὐτῆς συνιστωμένη διαίρεσις, θεωρῶ καλὸν νὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει· τοιαύτη δὲ εἶναι ἐν γένει καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἡ γνώμη. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως οἱ μαθητευόμενοι λαμβάνωσι μόνον 20 δραχμάς, ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι οἱ ναυτόπαιδες λαμβάνουσι δραχμὰς 18, ἑπομένως ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη τοῦ μισθοῦ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν διαφορὰν τῶν τάξεων, καὶ ὅτι — τοῦθ’ ὅπερ τὸ κυριώτερον — τὸ ποσὸν τῶν 20 δραχμῶν δὲν εἶναι ἐπαρκὲς εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ἀνδρῶν, ἔστω καὶ μαθητευομένων. Πλὴν ὅμως τῶν σκέψεων τούτων, οὐδὲ οἱ καθεστῶτες νόμοι τῆς χώρας ἐπιτρέπουσι νὰ ποιώμεθα διακρίσεις, οἵας ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, μεταξὺ ἀνδρῶν παρεχόντων τὴν αὐτὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὡς ἔχει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑποβρυχίου ἀμύνης.
§154ΣΑΚΚΗΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολὴν, διότι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ γείνῃ συζήτησις· ἄλλως δὲ, παρῆλθε καὶ ἡ ὥρα.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.