1892.12.21
2,278 rows · 17,479 words · 112 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
Τῆς 21 Δεκεμβρίου 1892.
(Δευτέρα).
Ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πλεῖστοι πολῖται Ἕλληνες, διαμένοντες ἐν Σμύρνῃ καὶ τοῖς περιχώροις, ἀναφέρονται κατὰ τοῦ Ἀναστασίου Τζιβόγλου, πρώτου διερμηνέως τοῦ αὐτόθι ἑλληνικοῦ Προξενείου. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ ἐν Ἑλλάδι πράκτωρ καὶ ἐπιμελητὴς τῆς ἑταιρίας Florio-Rubatino ὑποβάλλει ἐν ἀναφορᾷ διαφόρους σκέψεις καὶ παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν, καὶ παρακαλεῖ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§3ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ. Θὰ ἀκούσωμεν ἐνταῦθα τὰς σκέψεις καὶ παρατηρήσεις ἑκάστου πράκτορος!
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο πρότασις, ὅπως ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ;
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§6Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν πρέπῃ νὰ τυπωθῇ ἡ ἀναφορά· διότι δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ μὴ δεχθῇ τὴν ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγινώσκωσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀποστελλόμενα πρὸς τὴν Βουλήν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ ἡ ἀναφορά;
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐν ταῖς στρατιωτικαῖς φυλακαῖς Ἀκροναυπλίας κρατούμενος κατάδικος Ἰωάννης Παπαϊωάννου, τέως ἀνθυπασπιστὴς, καταγγέλλει ἐπὶ διαφόροις πράξεσι τὸν διοικητὴν τοῦ λόχου τῶν στρατιωτικῶν φυλακῶν λοχαγὸν τοῦ πεζικοῦ Νικόλαον Παπανικολάου. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ βουλευτὴς Νάξου κ. Βάλληνδας ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου καὶ τοῦ γλεύκους τῶν νήσων Πάρου καὶ Ἀντιπάρου, συνοδευομένην ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 84). Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§10ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐπηρώτησε, διατὶ παρακωλύονται ἐκ τοῦ ἔργου των οἱ Πέρσαι ὑποδηματοκαθαρισταί. Οὐδεὶς παρεκωλύθη, οὐδὲ παρεπονέθη ἐνώπιον τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ὅτι παρεκωλύθη. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐπέκρινε τὴν Κυβέρνησιν, διότι δῆθεν, χαριζομένη πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν βουλευτὴν κ. Ρικάκην, ἀπεφάσισε τὴν διαπλάτυνσιν τῆς ὁδοῦ Κηφισσίας. Λυποῦμαι, ὄχι δι’ ἐμὲ, οὔτε διὰ τὸν κ. Ρικάκην, ἀλλὰ διὰ τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, διότι δὲν ἐζήτησε πληροφορίας πρὶν ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἐπίκρισιν. Ἐὰν ἤθελε πράξει τοῦτο, ἐὰν ἤθελεν ἐξετάσει τὰ πράγματα, ἤθελε μάθει, ὅτι ἡ διαπλάτυνσις τῆς ὁδοῦ Κηφισσίας ἀπὸ τῶν Ἀμπελοκήπων, ἀκριβῶς ἀπὸ τοῦ κτήματος τοῦ κ. Ρικάκη μέχρι τοῦ κτήματος τοῦ κ. Θὼν, ἐγένετο διὰ διαταγῆς ἀπὸ 21 Ὀκτωβρίου 1891. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διέταξε τὴν διαπλάτυνσιν ταύτην. Ἐγένετο δημοπρασία διὰ δραχμὰς 34,370, ἐνεκρίθη δὲ ἡ δημοπρασία παρὰ τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καὶ ἐξετελέσθησαν τὰ ἔργα. Βραδύτερον ἐξεδόθη ἑτέρα διαταγὴ, ἥτις φέρει ἡμερομηνίαν 10 Ἰανουαρίου 1892, καὶ διὰ τῆς διαταγῆς ταύτης διετάχθη ἡ διαπλάτυνσις τῆς ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ Πολυγώνου μέχρι τῆς ὁδοῦ Κηφισσίας. Ἡ δαπάνη τῆς ἐργασίας ταύτης ἀνέρχεται εἰς 180,644 δραχμάς. Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εὗρον τὴν μὲν πρώτην ἐργασίαν συντελεσθεῖσαν, τὴν δὲ δευτέραν ἐν ἐκτελέσει, διέκοψα δὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δευτέρας ἐργασίας, ὅπως ἐπέλθῃ οἰκονομία, ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν ἔργων εἶχον ἤδη ἐκτελεσθῆ. Τὸ μόνον, ὅπερ ἐγένετο παρ’ ἡμῶν, εἶναι διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεξετάθη καὶ ἐκανονίσθη τὸ σχέδιον τοῦ μέρους ἐκείνου. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἐπεβάλλετο ἐκ τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία εἶχε γείνῃ, διότι ἄνευ τοῦ διατάγματος ἐκείνου ἤθελεν ὑποβληθῆ τὸ Δημόσιον εἰς πλείστας ἀποζημιώσεις, μὴ ὑπάρχοντος σχεδίου. Διὰ τοῦ σχεδίου ἀπηλλάγη τὸ Δημόσιον ἐκ πολλῶν ἀποζημιώσεων, αἵτινες βαρύνουσι τοὺς παροδίους. Ἄλλως τε τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον φέρει ἡμερομηνίαν 6 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ., ἐγένετο συνεπείᾳ μελετῶν, εἰς ἃς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων προέβη δυνάμει διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς 14 Ἰανουαρίου 1891. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ δικαιολογοῦσα ἐπίκρισιν. Ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ οὐδεμίαν χάριν ἐγὼ ἔκαμα πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴν, ἐκτὸς ἐὰν ἐκληφθῇ ὡς χάρις ἡ προσπάθεια, τὴν ὁποίαν κατέβαλον, ὅπως παρηγορήσω τὸν κ. Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος παρεπονεῖτο, ὅτι διὰ τοῦ ἐκδοθέντος διατάγματος καὶ τοῦ νέου σχεδίου ἐβλάπτετο ἡ ἰδιοκτησία του.
§11ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἤθελον, κύριε Πρόεδρε, λάβει τὸν λόγον, καίτοι ὁ ἔντιμος συνάδελφος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἐνθυμηθῇ καὶ μὲ ἀναφέρῃ, καθόσον νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέσχεν ἐξήγησιν ἱκανήν. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἔθεσε τὸ ζήτημα, παραπονούμενος μόνον καθ’ ὅσον βλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἢ τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλὰ συνέδεσεν αὐτὸ μὲ τὸν βουλευτικὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔχω, ὡς καὶ ἄλλοι τινὲς τῆς πτέρυγος ταύτης. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ ἀπαντήσω, καθόσον ὁπωσδήποτε μία μομφὴ, οὕτως ἐκφερομένη, δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τοὺς μὴ γνωρίζοντας τὰ πράγματα, καὶ ἐμὲ προσωπικῶς, εἰς παρεξηγήσεις. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ 32 ἐτῶν εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, εἶμαι ὁ ἀρχαιότερος μεταξὺ τῶν 207 συναδέλφων, καὶ σύγχρονον ἔχω μόνον τὸν κ. Μεσσηνέζην· καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ πολιτικοῦ βίου μου ὄχι μόνον ἄμεσος αἰτίασις οὐδεμία μοὶ ἀπεδόθη, ἀλλ’ οὔτε ὑπαινιγμὸς ὑπό τινος τῶν κατὰ καιροὺς συναδέλφων ἐξηνέχθη περὶ ἐμοῦ, καὶ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πονεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου πλειότερον ὅλων τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ 1860 καὶ ἐντεῦθεν ἀπετέλεσαν μέρος τοῦ Κοινοβουλίου τούτου. Δὲν ἔλαβον ποτὲ τὴν πικρίαν νὰ λεχθῇ αἰτίασίς τις κατ’ ἐμοῦ προσωπικὴ, διότι, ἀφ’ ὅτου εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐσκέφθην, πῶς ἔπρεπε νὰ κανονίσω τὴν πορείαν μου. Ἐγνώριζον ὅτι ἤμην νέος μεταξὺ πρεσβυτέρων καὶ ἀρχαιοτέρων· ἤρχισα λοιπὸν κανονίζων τὴν πολιτείαν μου σεβόμενος πάντοτε τοὺς πρεσβυτέρους καὶ ἀρχαιοτέρους.
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐζήτησα νὰ ἐπιβληθῶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, νὰ κάμω ἐπίδειξιν κενοδοξίας, καὶ νὰ ἐπιζητήσω νὰ ἐπιδειχθῶ, ὡς εἶπον, διὰ τρόπου μὴ συμβιβαζομένου μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν, τὴν ὁποίαν ἡ θέσις μου μοὶ ἐπέβαλλε, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον δὲν ἐτόλμησα, οὐδὲ διενοήθην νὰ ἀποδώσω τὴν ἐλαχίστην μομφὴν εἰς συνάδελφον, μετὰ τοῦ ὁποίου συμπαρακάθημαι. Ἡ πολιτεία μου αὕτη ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα, ὄχι μόνον νὰ μὴ λάβω ἀφορμὴν δυσαρεσκείας παρὰ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας νὰ ἀποκτήσω τὴν ὑπόληψιν ὅλων, διότι πρὸς ὅλους ἀπέδιδον τὸν ὀφειλόμενον σεβασμόν. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀποδώσῃ μομφήν, ἡ ὁποία εἰς ἐμὲ δὲν ἀνήκει, ἡ ζημία εἶναι ἰδική του· ὁ χαρακτήρ μου εἶναι γνωστὸς, ὁ δὲ τρόπος τοῦ πολιτεύεσθαι ἀπὸ 32 ἐτῶν εἶναι ἱστορία ὁλόκληρος τοῦ βίου μου, καὶ ἑπομένως λυποῦμαι ὄχι δι’ ἐμαυτὸν, ἀλλὰ δι’ ἐκεῖνον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπέδιδον τὴν ὑπόληψιν συναδέλφου, καὶ τὸν ὁποῖον ἐσεβόμην, ὡς σέβομαι ἅπαντας τοὺς συμπαρακαθημένους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μετ’ ἐμοῦ.
§14Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχμῶν 123,525, ἤτοι 2,500 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ συνδρομὴν τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τῆς ἑταιρίας Havas, 59,000 δραχ. ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ 62,000 δραχ. ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 85).
§16ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμου ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πεντελικὸν, καὶ ἕτερον περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμου ἀπὸ Βώλου εἰς Λεχώνια.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 86–87).
§18ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα τινὰ, ἀναγόμενα εἰς ἀμφοτέρους τοὺς κλάδους τοῦ διπλοῦ Ὑπουργείου οὗτινος μοὶ εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ διεύθυνσις. Ἡ ὑποβολὴ τῶν μέτρων τούτων, σπουδαιοτάτων καθ’ ἑαυτὰ καὶ εἰς τὰς ὑψίστας τῆς διοικήσεως ὑπηρεσίας ἀφορώντων, ἐβράδυνεν ὁμολογουμένως, ἕνεκεν ἀπροόπτων καὶ δυστυχῶν περιστάσεων, αἵτινες ὑποχρεοῦσιν ἡμᾶς εἰς περαιτέρω βραδύτητα πρὸς ὑποβολὴν καὶ ἄλλων μέτρων, ἐπίσης σοβαρῶν καὶ ἀπαραιτήτων, νῦν δὲ ὑπὸ ἐμβριθῆ μελέτην διατελούντων καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑπαγομένων, ἅτινα, ὡς ἐλπίζω, λίαν προσεχῶς ὑποβληθήσονται εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ὑποβάλλω ἐν πρώτοις, ἑπόμενος εἰς τὴν γνωστὴν ῥῆσιν «ἐκ Θεοῦ ἄρχεσθαι», νομοσχέδιον περὶ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου. Τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος ἐκρίθη ἀείποτε ἐπάναγκες πρὸς θρησκευτικὴν μόρφωσιν τοῦ λαοῦ, ἐν αἷς περιστάσεσι μάλιστα διατελοῦσι τὰ τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας καὶ πίστεως· ὅτι δὲ τὸ κήρυγμα τοῦτο, ἐξασκούμενον ἐπιτυχῶς, ἐπιδρᾷ σπουδαίως καὶ βαθέως ἐπί τε τὰς καρδίας καὶ τὰς διανοίας τοῦ καθ’ ἡμᾶς χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ, ἀπόδειξις τρανὴ ἡ μεγάλη πρὸς ἀκρόασιν αὐτοῦ συῤῥοὴ εἰς τοὺς ναοὺς ἔν τε τῇ πρωτευούσῃ καὶ ταῖς ἐπαρχίαις τοῦ Βασιλείου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καταστρωθὲν ἐπὶ τῶν προκατόχων ἡμῶν, ἠμελήθη τότε κατηρτίζετο δὲ ἀρχικῶς καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους γνωστοὺς καὶ διὰ τὴν φυσικὴν αὐτοῦ καὶ ἄμεσον συνάφειαν ἐν σχέσει πρὸς τὰς προσόδους τῶν ἐν τῷ Κράτει πλουσιωτέρων Μονῶν, νῦν δὲ, μελετηθὲν προσηκόντως, καὶ καταρτισθὲν ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιτυχοῦς ἀναλογικῆς κλίμακος, ἐλάχιστα βαρυνούσης τὰς προσόδους τῶν Μονῶν τούτων, ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ἀνώτατον παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδευτήριον, τὸ Πανεπιστήμιον, λειτουργῆσαν ἀκανονίστως καὶ ὑπὸ τὸ κράτος πολλῶν ἐλλείψεων ἐπὶ ἥμισυν αἰῶνα καὶ πλέον, οὐδεμιᾶς ἔτυχε συμπληρωματικῆς προνοίας, καίτοι ὁ ἀοίδιμος ἱδρυτὴς αὐτοῦ δι’ εἰδικῆς διατάξεως προὐνόησε περὶ συμπληρώσεως τῶν οὐσιωδῶν ἐλλείψεων, αἵτινες παρηκολούθησαν τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεώς του. Τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν ἐν ἔτει 1837 περὶ συστάσεως τοῦ Πανεπιστημίου, ἀνέγραψεν ἐν ἄρθρῳ τετάρτῳ, ὅτι ἑκάστη τῶν Σχολῶν ἔχει ὡρισμένους ἀριθμοὺς καθεδρῶν· ἐν τούτοις οὔτε κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, οὔτε εἰς τοὺς μετὰ ταῦτα καιροὺς διάταξίς τις προὐνόησε περὶ συμπληρώσεως τοῦ μεγάλου τούτου κενοῦ. Τούτου ἕνεκα πολλαὶ προέκυψαν ἀτοπίαι καὶ πολλαὶ εἰσεχώρησαν πλημμέλειαι καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν τοῦτο χρονικὸν διάστημα τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προώρισται, ἵνα καθορίσῃ τὰς ἕδρας ἑκάστης τῶν Σχολῶν, καὶ ἀντικαταστήσῃ ὡς πρὸς τὴν πλήρωσιν αὐτῶν τὴν ἀτομικὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὴν προσωπικὴν συμπάθειαν διὰ τῆς θεραπείας καὶ διὰ τῆς πληρώσεως πάσης ἀνάγκης καὶ πάσης ἐλλείψεως περὶ τὴν διδασκαλίαν. Δι’ αὐτοῦ τάσσεται καὶ νομοθετεῖται ὁ χρόνος τῆς ἐν αὐτῷ ἐργασίας, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἀμεληθῇ ἄνευ τοῦ προσήκοντος ἐλέγχου· διὰ βασιλικοῦ δὲ διατάγματος κανονίζονται τὰ τῶν ἐν αὐτῷ ἐξετάσεων κατὰ τὰ ἀληθῆ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς Πολιτείας συμφέροντα. Ὁ καθορισμὸς τῶν ἑδρῶν ἐγένετο μετὰ τῆς προσηκούσης φειδοῦς, τῆς ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν περιστάσεων, ἄνευ τινὸς παραλείψεως οὐσιώδους, βλαπτούσης τὸν κατὰ πάντα ἄρτιον σχηματισμὸν τῶν ἑδρῶν τούτων. Τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως χρῄζουσιν ἀνυπερθέτου προνοίας καὶ νομοθετικῆς μερίμνης πρὸς θεραπείαν τῶν πολλῶν ἐλλείψεων, αἵτινες ἐν αὐτῇ κρατοῦσι, καὶ αἵτινες διὰ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἀνάγκης τῶν περιστάσεων ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον γίνονται ἐπαισθηταί. Ἡ περὶ τούτου μέριμνα τοῦ νομοθέτου, ἐν ἔτει 1885 μεριμνήσαντος διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, ἀπεδείχθη ὑπὸ τῆς πείρας οὐ μόνον ἐλλιπὴς, ἀλλὰ καὶ ἐν πολλοῖς πλημμελής, καθόσον αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπιτρέπουσιν, ἵνα διορίζωνται σχολάρχαι διδάκτορες καὶ τελειοδίδακτοι τῶν φυσικῶν καὶ μαθηματικῶν ἐπιστημῶν, οἵτινες ἥκιστά εἰσι παρεσκευασμένοι πρὸς διδασκαλίαν τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, καὶ οἵτινες καταλαμβάνουσι τὰς θέσεις ἐκείνας, αἵτινες ἁρμόζουσιν εἰς τοὺς τελειοδιδάκτους τοῦ φιλολογικοῦ τμήματος τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς· ὡς ἐκ τούτου δὲ πολλὴ προέκυψε σύγχυσις, καὶ πολλὴ ἀνωμαλία καὶ βλάβη περὶ τὴν καλὴν διδασκαλίαν. Διὰ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται, θεραπεύονται ἐλλείψεις τινὲς, παρατηρηθεῖσαι ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν Γυμνασίων, εἰς τὰ ὁποῖα πολλάκις εἰσεχώρησαν ὑπερβασίαι, ἐπενεγκοῦσαι πολλὴν ἀταξίαν κατὰ τὴν διδασκαλίαν, καὶ ἀφίνουσαι ἐλλείμματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀναγκάζεται ἡ ὑπηρεσία νὰ ζητῇ ἑκάστοτε πιστώσεις. Διὰ τούτου τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα ἰδίως διαῤῥυθμίζονται τελείως, ἡ δὲ ἐν αὐτοῖς διδασκαλία βελτιοῦται σπουδαίως, καὶ προάγεται ἡ αὔξησις καὶ ἡ ἐπάρκεια τοῦ ἐκλεκτοῦ προσωπικοῦ τῶν διδακτόρων καὶ τῶν τελειοδιδάκτων τῆς φιλολογίας, οἵτινες δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν τελείαν διαμόρφωσιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἀπὸ τῶν ὁποίων ἰδίως ἐξαρτᾶται πᾶσα ἡ παρ’ ἡμῖν ἐγκύκλιος παιδεία ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἐπιβολὴ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ληφθῇ ἀμέσως πρόνοια πρὸς θεραπείαν τῶν ἐλλείψεων καὶ πρὸς τὴν ἄπταιστον καὶ μᾶλλον καρποφόρον ἐν αὐτοῖς διδασκαλίαν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν τούτου προσελκύονται οἱ διδάκτορες καὶ τελειοδίδακτοι νὰ διδάξωσιν ἐν τοῖς σχολείοις μετὰ βαθμοῦ καὶ μισθοῦ τοῦ προσήκοντος, ἀπομακρύνονται δὲ τῶν σχολείων οἱ λεγόμενοι βοηθοὶ, οἵτινές εἰσι νέοι ἀπαράσκευοι ἐντελῶς εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ ἀνίκανοι πρὸς πᾶσαν ἄλλην καρποφόρον διδασκαλίαν. Ὑπάρχουσι δημοσυντήρητά τινα Γυμνάσια, ὧν οἱ πόροι ἐξηλέγχθησαν ἀνεπαρκεῖς, καὶ ἕνεκα τούτου καθίσταται ἀδύνατος ἡ περαιτέρω λειτουργία των. Ἑπομένως ἐκρίθη ἀπαραίτητος πρὸς συντήρησιν αὐτῶν ἡ ἐπιβολὴ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ἐπ’ ὠφελείᾳ αὐτῶν τῶν ἰδίων, καὶ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν τὰ τέλη ταῦτα ἐπιβάλλονται ὅπως καὶ ἐν τοῖς δημοσίοις Γυμνασίοις, δύνανται ὅμως νὰ αὐξηθῶσι διὰ πράξεως τοῦ σχετικοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὅταν ἡ ἀνάγκη τὸ ἐπιβάλλῃ, ἵνα ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἰδίας ἀνάγκας. Ὑποβάλλω προσέτι τὸ περιζήτητον καὶ ὑπὸ τῆς κοινωνίας πάσης μετ’ ἀνυπομονησίας ἀναμενόμενον νομοσχέδιον περὶ διδακτικῶν βιβλίων τῆς μέσης καὶ κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως. Ἡ γνώμη, ἥτις ἀρχικῶς ἐμελετᾶτο περὶ εἰσαγωγῆς μονοπωλίου τῶν βιβλίων τούτων, ἐγκατελείφθη, ἅτε προσκρούουσα εἰς πολλὰ πολλοῦ λόγου ἄξια δημόσια συμφέροντα, ἐπιτυγχανομένων τῶν ἐπιδιωκομένων εὐεργετικῶν σκοπῶν διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, ὅπερ ἐθεωρήθη πρὸς τοῦτο πρόσφορον καὶ ἐπαρκές. Τὸ νομοσχέδιον συμπληροῖ νόμους τινὰς, ἰσχύσαντας ἐν τῷ παρελθόντι καὶ λειτουργήσαντας ἐπιτυχῶς καὶ ὠφελίμως, ψηφισθέντας δὲ ἐν ἔτεσι 1882 καὶ 1887· οἱ νόμοι οὗτοι ἔθεντο ἐκποδὼν τὴν βιβλιοκαπηλείαν, καὶ συνετέλεσαν εἰς τὴν ἔκδοσιν πολλῶν καὶ λίαν χρησίμων βιβλίων, ἅτινα καὶ σήμερον ὠφελιμώτατα διδάσκονται· ἀλλ’ οἱ νόμοι οὗτοι ἐγκατελείφθησαν ἐν ἔτει 1890 καὶ περὶ τὰ τέλη αὐτοῦ πάλιν εἰσεπήδησεν ἐν τῷ μέσῳ ἡ βιβλιοκαπηλεία, αἰσχροκερδοῦσα παντὶ τρόπῳ εἰς βάρος τῆς κοινωνίας. Διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ νομοθετήματος τούτου ἐκλέγεται τὸ ἄριστον βιβλίον, τὸ μέλλον νὰ εἰσαχθῇ καὶ νὰ διδαχθῇ, βραβευόμενον πάντοτε, ἀποκλείεται ὁριστικῶς ἡ βιβλιοκαπηλεία, ἡ ἀσχημίζουσα τὰς τάξεις τῶν λογίων καὶ ἀδικοῦσα τὴν κοινωνίαν, εἰσάγεται τὸ ὁμοειδὲς τῶν διδασκομένων βιβλίων καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, καὶ παρέχεται, διὰ τὸ ὁμοειδὲς καὶ τὸ εὔωνον τῶν βιβλίων, πλήρης ἀποζημίωσις τοῖς μαθηταῖς ἀπὸ τοῦ βάρους τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα τυπούμενα παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, μετὰ ταῦτα δὲ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν βάσανον τῆς Βουλῆς ὅσον ἔνεστι ταχύτερον, θεωρουμένης ἀπολύτως ἀναγκαίας τῆς ταχίστης ἐφαρμογῆς αὐτῶν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 88–92).
§20ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς αἰτηθείσας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λεβαδείας πληροφορίας περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀνυποτάκτου Κωνσταντίνου Μιουστῆ τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1886.
§21ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπιστέλλουσιν ἐκ Πατρῶν, ὅτι ἡ ἐκεῖ ἀγορὰ διατελεῖ ἐν ταράχῳ, ἕνεκα διαδόσεων ψευδῶν, ἀνυποστάτων, ὡς ἐκ κακοβουλίας, πιστεύω, προερχομένων, ὅτι ἄπειρα πλαστὰ τραπεζικὰ γραμμάτια κατέκλυσαν τὴν Ἑλλάδα, ἀναφαίνονται δὲ ἐξ αὐτῶν οὐκ ὀλίγα ἰδίως κατὰ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἠλείας, περιῆλθον δὲ τοιαῦτα εἰς χεῖρας καὶ αὐτῆς τῆς σιδηροδρομικῆς ἑταιρίας. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὀνειροπολοῦσι τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, φρονῶ μάλιστα, ὅτι πολὺν χρόνον ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ περιφρουρήσῃ διὰ παντὸς ἐφικτοῦ αὐτῇ μέσου τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἐθνικοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος ἡμῶν καὶ τῶν τραπεζικῶν ἡμῶν γραμματίων, τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ διατελούντων. Βεβαίως ἡ ὕπαρξις πλαστῶν τραπεζικῶν γραμματίων βλάπτει τὴν ὑπόληψιν τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν ἱδρύματος, παραβλάπτει τὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ὑποβιβάζει τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν, καὶ φέρει οὐ μικρὰν ζημίαν εἰς τοὺς πολίτας, εἰς τὸ ἐμπόριον. Κατὰ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν πρὸ ἡμερῶν νὰ ἀποτείνω πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, εἰς ὃν ὑπάγεται τὸ ζήτημα τοῦτο, ὑπέβαλον παρατηρήσεις τινὰς καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ προλάβῃ τὴν περαιτέρω κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, ὑπαγομένων εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς παλαιᾶς ἐκδόσεως, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ μόνα, νομίζω, παραποιηθέντα. Ἵνα διευκολύνω τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἵνα διευκολύνω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προκαλέσω τὰς σκέψεις ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, καὶ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τούτου, συνέταξα μίαν πρότασιν νομοθετήματος, ἀναγομένου εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὴν ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει αὐτήν).
§22ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν τ’ ἀποσύρει ἡ Τράπεζα διὰ δηλώσεώς της; Θὰ κάμωμεν νόμον δι’ αὐτά;
§23ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ πάθῃ ἡ Ἑλλὰς ὅ,τι ἔπαθεν ἡ Τουρκία μὲ τοὺς καϋμέδες. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι νομοθετικῶς πρέπει νὰ προλάβωμεν, κύριε ἐκ Πατρῶν Βουλευτὰ, πᾶσαν κιβδηλίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἵνα ἐπιτρέψῃ τὴν τύπωσιν αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλή, νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸς συζήτησιν.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 93).
§26ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρότασιν νόμου, τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι, διότι αὕτη θὰ διατρέξῃ τὰς ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ διαγραφομένας διατυπώσεις· ὅταν δὲ αὕτη πρόκηται νὰ συζητηθῇ, τότε καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιφυλάσσεται νὰ εἴπῃ τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου γνώμην. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ πρότασις αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποληφθῇ ὡς ἐνδεικνύουσα πλημμύραν πλαστῶν γραμματίων ἐν τῷ Κράτει ὑπάρχουσαν, ὀφείλω, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς θέσεώς μου γινώσκω, νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι τοιαύτη πλημμύρα παραπεποιημένων πλαστῶν γραμματίων δὲν κατακλύζει τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ παρεσκευάσθησαν πρὸ πολλοῦ χρόνου τοιαῦτα γραμμάτια, ὅτι ἡ ἑταιρία, ἡ ἀναλαβοῦσα τὸ ἔργον τοῦτο, εὗρεν ὀπαδοὺς ἐν Ἑλλάδι, ἰδίως δὲ τὴν ἕδραν τούτων ἔστησεν ἐν Πύργῳ, ἐκ τοῦ ὁποίου διεδόθησαν εἰς Πάτρας καὶ εἰς Θεσσαλίαν τελευταῖον· ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν γραμματίων τούτων κατεσχέθησαν ὑπὸ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, εἶναι δὲ ἡ Δικαιοσύνη ἐπὶ τὰ ἴχνη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι εἰσήγαγον τὰ γραμμάτια ταῦτα τὰ παραπεποιημένα εἰς τὴν Ἑλλάδα, πολλοὶ δ’ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου χρόνου θὰ παραδοθῶσιν εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης καὶ πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν αὐτουργοὶ τοῦ ἐγκλήματος τῆς εἰσαγωγῆς τῶν πλαστῶν γραμματίων ἐν Ἑλλάδι. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα γινώσκει τὸ ποσὸν τῶν τοιούτων γραμματίων, δὲν ἀνησύχησε δὲ τὸ παράπαν, διότι τὰ ποσὰ ταῦτα εἶναι ἐλάχιστα. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει πρωτίστη τὸ συμφέρον νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τὰ γραμμάτια τῶν ἐκδόσεων ἐκείνων, πρὸς τὰς ὁποίας συνημολογήθησαν τὰ παραπεποιημένα, τίθενται δὲ ὁσημέραι εἰς κυκλοφορίαν τὰ γραμμάτια τῆς νέας ἐκδόσεως, πρὸς ἀντικατάστασιν ὅλων τῶν εἰς αὐτὴν παρουσιαζομένων παλαιοτέρων γραμματίων. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Τράπεζαν, ἵνα ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος ἀφαιρέσῃ πάντα τὰ παλαιὰ ἐκ τῆς κυκλοφορίας, διότι ἤθελεν ὑποληφθῆ ὡς ἐπιζητοῦσα τὴν δήμευσιν ἰδιωτικῆς περιουσίας. Ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἐκ τοῦ ὑλικοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχει, καὶ ἐκ τοῦ ἠθικοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται αὐτῇ, καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως τὰ γραμμάτια τῆς παλαιᾶς ἐκδόσεως ἀντικαταστήσῃ διὰ νέων, ὅσον οἷόν τε τάχιον.
§27ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ διαβεβαίωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι σύμφωνος μὲ τὰ πράγματα. Παραδέχομαι, ὅτι δὲν περιῆλθον εἰς γνῶσιν ὑμῶν εἰσέτι πολλὰ γραμμάτια κίβδηλα· ἀλλὰ τίς γινώσκει, ἂν πολλαχοῦ δὲν ὑπάρχωσιν εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι καιροφυλακτοῦσι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξαπατήσωσιν ἁπλοϊκόν τινα ἄνθρωπον, ἵνα τὰ θέσωσιν εἰς κυκλοφορίαν; Τὸ τοιοῦτον κακὸν δὲν διαπράτεται ὅλον διὰ μιᾶς· μικρὸν κατὰ μικρὸν κατακλύζει τὴν κοινωνίαν. Ὁ νόμος ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ προλάβωμεν τὸν κατακλυσμὸν τοῦτον. Καὶ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος· ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν προληπτικὰ μέτρα, ἐν ὅσῳ ἀκόμη εἴμεθα ἐν καιρῷ, πρὶν ἢ ἐπέλθῃ τὸ κακόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, χωρὶς νὰ ἦναι ἁρμόδιος, ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Τραπέζης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν κατακρίνω, τῆς ὁποίας ἐγὼ τὰ συμφέροντα ἀείποτε ἐπροστάτευσα, κακῶς μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν δύναται ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν κυκλοφορίαν, κηρύττουσα, ὅτι τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ δὲν ἔχουσι κἀμμίαν ἀξίαν. Τὸ νομοσχέδιον δὲν περιέχει τοιαύτην διάταξιν. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅπως ἐντὸς μηνὸς συγκεντρώσῃ εἰς τὸ ταμεῖόν της ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ τὰ ἐξαφανίσῃ. Μετὰ τοῦτο, διὰ νὰ γείνῃ γνωστὸν ποῖα εἶναι τὰ ἐξαφανισθέντα, καὶ ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν εἰς κυκλοφορίαν, διὰ νὰ τὰ γνωρίζῃ ὅλος ὁ κόσμος, νὰ ποιήσηται διακήρυξιν διὰ τῶν ἐφημερίδων, διὰ τῆς ὁποίας ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὸ κοινὸν, ὁποῖα τὰ ἐξαφανισθέντα γραμμάτια, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ προσκαλέσῃ τοὺς πολίτας, ἵνα ἐντὸς τριῶν ἐτῶν προσαγάγωσι τὰ γραμμάτια τῆς παλαιᾶς ἐκδόσεως, ὅσα μένουσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν. Δὲν ζητῶ ἐγὼ τὴν δήμευσιν τῆς περιουσίας τῶν ἰδιωτῶν, κύριε Ὑπουργέ. Ἐντὸς τριῶν ἐτῶν, συμφώνως πρὸς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἀπὸ 25 Ἰανουαρίου 1836 (ἄρθρ. 6) νόμου περὶ συστάσεως Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐντὸς τριῶν ἐτῶν, ἂν δὲν παρουσιασθῶσι τὰ γραμμάτια αὐτὰ, τὰ ὁποῖα θὰ περιέχωνται ἐν τῇ διακηρύξει τῆς Τραπέζης ὡς μὴ ἐξαφανισθέντα, νὰ θεωρῶνται ἄκυρα καὶ εἰς ὄφελος τῆς Τραπέζης. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ νομοσχέδιόν μου πρὸς βλάβην οὔτε τῆς κοινωνίας οὔτε τῆς Τραπέζης, καὶ κακῶς ποιῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ μὲ ἐλέγξῃ ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι.
§28ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεμίαν ἐπιτίμησιν ἐποιησάμην ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς· ἐδήλωσα μόνον τὴν ὁποίαν ἔχω γνώμην περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς ὑπέλαβεν, ὅτι ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι ἐκήρυξα τὴν πρότασιν αὐτοῦ ὡς δημευτικὴν, ὀφείλω μίαν λέξιν ἀκόμη νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ γραμμάτιον τὸ ἐκδιδόμενον παρὰ τῆς Τραπέζης εἶναι ὁμολογία μὴ ἔχουσα λῆξιν, ἑπομένως οὐδεὶς ὑποχρεοῦται ἐκ τοῦ γραμματίου τούτου εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν νὰ προσαγάγῃ αὐτὸ πρὸς ἐξαργύρωσιν. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Αἰγιαλείας, ὅτι δὲν εἶναι ἢ ὀλίγοι μῆνες, ἀφ’ ἧς εἰς τὸ κατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης προσήχθη γραμμάτιον ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1843, ἔκτοτε δὲ ἐγένοντο τρεῖς ἐκδόσεις.
§29ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ σᾶς παραπέμπω εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ Τραπέζης, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζετε, καὶ ἡ ὁποία λέγει, ὅτι, ὅταν γείνῃ μία διακήρυξις, μία πρόσκλησις πρὸς τοὺς ἔχοντας τραπεζικὰ γραμμάτια ἀορίστως νὰ ἐμφανίσωσι ταῦτα πρὸς ἐξαργύρωσιν, ἐὰν ἐντὸς τριετίας δὲν τὰ παρουσιάσωσιν, εἶναι ἄκυρα. Ἐγὼ δὲν πλάττω· ἀναφέρω ὅ,τι νόμος ῥητὸς περιέχει.
§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις.
§31ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ σᾶς τὴν δείξω ἐγὼ αὔριον.
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1891, ἢ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1892, εἶχε κριθῆ, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἄνευ ζημίας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ κτηνῶν, εἶχε μάλιστα προσδιορισθῆ ἀριθμός τις κτηνῶν, ἅτινα ἠδύναντο νὰ ἐκποιηθῶσιν, ἐὰν δὲ ἦναι ἀκριβὴς ἡ σημείωσις, ἣν ἔχω, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκποιητέων ἀνήρχετο, τῶν μὲν ἵππων εἰς 335, τῶν δὲ ἡμιόνων εἰς 124. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐξεποιήθησαν τὰ κτήνη ταῦτα, ἢ πόσα ἐξ αὐτῶν, καὶ πόσον ποσὸν εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ ἀντιτίμου. Ἐπίσης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν πλὴν τῆς νομοθετηθείσης ἀναβολῆς τῆς κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ τῶν διαθεσίμων, καὶ πλὴν τῆς νομοθετηθείσης ἀναγραφῆς καὶ ἄλλων λόγων ἐξαιρέσεως ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, ἂν καὶ δι’ ἄλλου τινὸς μέτρου νομοθετικοῦ ἢ διοικητικοῦ ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ πόση.
§33ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θέλω ζητήσει τὰς πληροφορίας ταύτας καὶ θέλω τὰς ὑποβάλει εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν.
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐζήτησα διαφόρους πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, σχετιζομένας στενότατα πρὸς τὸν προϋπολογισμόν. Παρατηρῶ, ὅτι σήμερον ὁ προϋπολογισμὸς ἀνεγράφη ἕβδομος ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ πρόκειται εἰς συζήτησιν τῆς Βουλῆς· ἐν τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων ὑπέβαλεν ἀκόμη εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ παρεκάλουν αὐτὸν νὰ δηλώσῃ, ἂν αὔριον ἢ ἄλλην ἡμέραν, ἀλλὰ πάντοτε πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§35Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι οὐδεμίαν σχεδὸν ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἀναμένει, ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, τοῦτο δὲ διότι ἤθελον νὰ τὰς ὑποβάλω ὅλας ὁμοῦ, ὅπερ θέλω πράξει αὔριον.
§36ΣΑΚΚΗΣ. Ἐξωδίκως πληροφοροῦμαι, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἐνηργήθη δημοπρασία ἐν Πειραιεῖ πρὸς χορηγίαν τῶν τροφίμων εἰς τὰ πληρώματα τοῦ στόλου καὶ τῶν διαφόρων πλοίων τῶν τε ἐν ἐφεδρείᾳ καὶ τῶν ἐν παροπλισμῷ εὑρισκομένων, ἐνηργήθη δὲ, οὐχὶ ὡς ἄλλοτε, κεχωρισμένως, ἀλλ’ ἑνωτικῶς. Ἀγνοῶ, πῶς προέβη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὸ μέτρον τοῦτο· ἴσως προέβη διότι ἡ ὑπηρεσία ἐνόμισεν, ὅτι ἡ τοιαύτη δημοπρασία θὰ ἐπέφερεν οἰκονομίας· καθ’ ἃς ὅμως ἔχω πληροφορίας, τοὐναντίον ἡ τοιαύτη ἑνοποίησις θέλει ζημιώσει ἱκανὰς χιλιάδας δραχμῶν τὸ Δημόσιον, διότι θὰ λείψῃ ὁ συναγωνισμὸς, καθόσον οἱ μικροὶ χορηγηταὶ δὲν δύναται νὰ καταθέσωσιν ἐγγύησιν 15,000 δραχμῶν, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἑνωτικὴν χορηγίαν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι εἰς τοὺς λιμένας, ἔνθα σταθμεύουσι πλοῖα μικρὰ, ἡ χορηγία εἶναι ἑνωτικὴ, διότι εἶναι μικρὰ, καὶ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὑρεθῶσι χορηγηταὶ διὰ πολὺ μικρὰ ποσὰ, ἂν ἐγίνετο κεχωρισμένως· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη χορηγία, ὡς συμβαίνει ἐν Πόρῳ, κατέστη εἰς τὰ πληρώματα λίαν αἰσθητὴ, ὡς καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι ἐξωγκώθησαν ἀρκετὰ αἱ τιμαὶ τῶν τροφίμων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τοῦ συναγωνισμοῦ. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ ἐν Πειραιεῖ, ἂν ἡ ἐπαναληπτικὴ δημοπρασία γείνῃ ἑνωτικὴ, διότι ἡ πρώτη, ὡς πληροφοροῦμαι, ἠκυρώθη. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνες λόγοι ἠνάγκασαν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἑνοποίησιν τῆς χορηγίας τῶν τροφίμων τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου κλπ., καὶ ἂν ἐκ τῆς ἑνοποιήσεως ταύτης θὰ προέλθῃ ὠφέλεια ἢ ζημία εἰς τὸ Δημόσιον· διότι, ὡς πληροφοροῦμαι, τὸ Δημόσιον θὰ ζημιωθῇ ἱκανὰς χιλιάδας δραχμῶν ἐκ τούτου.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε νὰ συγκεντρωθῶσιν αἱ πληροφορίαι αἱ ζητηθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος, καὶ ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει καταθέσει αὐτὰς αὔριον, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ διατάξῃ, ἵνα δοθῇ αὐτῷ ὑπὸ τῶν γραφείων του διασάφησις καὶ ἐπὶ ἄλλης ἀπορίας, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνεποίησεν ἡ ἀνάγνωσις τῶν καταστάσεων τούτων. Κατὰ τὸν πίνακα, ὅστις κατεχωρήθη ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1892 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἀνέρχονται εἰς 52,706,052· ἀλλὰ, κατὰ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 463 φύλλον τῆς «Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως», ἐν σελ. 2166, τὰ ἔσοδα ταῦτα ἀνῆλθον οὐχὶ εἰς 52,706,052, ἀλλ’ εἰς 50,486,000, ὑπάρχει δ’ οὕτω διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο πινάκων ἐκ 2,219,763. Πλὴν τούτου, περιέπεσα καὶ εἰς ἄλλην ἀπορίαν· κατὰ τὸν πίνακα τὸν προσαρτώμενον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἀνῆλθον εἰς 44,845,229.65, ἐνῷ κατὰ τὴν κατάστασιν τὴν δημοσιευθεῖσαν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 463 φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἐν σελ. 2168, ταῦτα ἀνῆλθον εἰς 49,207,045.31, ὑπάρχει δ’ οὕτω διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο πινάκων ἐκ δραχμῶν 4,361,815.66, ἥτις δὲν εἶναι μικρά. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη ὑπάρχει μεγαλειτέρα αὐτῆς, διότι κατὰ μὲν τὸν πίνακα τὸν δημοσιευθέντα ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκ τῶν ἐξόδων τούτων ἔκτακτά εἰσι 2,498,612, ἐνῷ κατὰ τὴν κατάστασιν τὴν διὰ τοῦ μνημονευθέντος ἀριθμοῦ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» δημοσιευθεῖσαν, τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἦσαν μόνον 508,423.
§38ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβάλλω παράπονον τῆς ἐν Ζαγαζικίῳ Ἑλληνικῆς κοινότητος. Συνεπείᾳ καταγγελίας αὐτῆς εἶχεν ἀποσταλῆ ἐκεῖσε ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν Προξενείων, καὶ συνέταξεν ἔκθεσιν κατὰ τοῦ ἐκεῖ ὑποπροξένου. Συνεπείᾳ τῆς ἐκθέσεως ταύτης ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑποπρόξενος ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις καὶ ἔγεινεν ἀποδεκτή. Ἔκτοτε ἔμεινε διευθύνων τὸ Ὑποπροξενεῖον Ζαγαζικίου εἷς ἀναπληρωτὴς τοῦ ὑποπροξένου. Ὁ ἀναπληρωτὴς οὗτος, φίλος ὢν τοῦ παραιτηθέντος ὑποπροξένου, δὲν φέρεται καλῶς πρὸς τοὺς ἐκεῖ ὑπηκόους Ἕλληνας. Οὗτοι ἠναγκάσθησαν νὰ ἀποταθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ παρακαλέσωσιν αὐτὸ, ὅπως διατάξῃ τὸν ἐκεῖσε μετατεθέντα ὑποπρόξενον Ἰόππης, ὅστις εἶναι ὁ κ. Πετρινὸς, νὰ μεταβῇ εἰς τὴν νέαν θέσιν του. Ἐπειδὴ ὅμως ἔκτοτε πολλοὶ μῆνες παρῆλθον καὶ ὁ νέος ὑποπρόξενος δὲν μετέβη εἰς τὴν θέσιν του, ὁ δὲ ἀναπληρωτὴς ἐξακολουθεῖ νὰ μὴ ἐκπληροῖ καλῶς τὰ καθήκοντά του, παρεκλήθην νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὰ δίκαια παράπονα τῶν ἐν Ζαγαζικίῳ Ἑλλήνων, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω καὶ ἐγὼ, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκεῖσε μετάβασιν τοῦ νέου ὑποπροξένου κ. Πετρινοῦ.
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ νέος ὑποπρόξενος δὲν μετέβη εἰς Ζαγαζίκιον, διότι εἶχεν ἐντολὴν νὰ παραμείνῃ ἐν Ἰόππῃ μέχρις ὅτου φθάσῃ ἐκεῖ ὁ διάδοχός του. Ἐπειδὴ ὅμως ἠκούσθησαν τοιαῦτα παράπονα ἐκ Ζαγαζικίου, ἅτινα ὑποθέτω, ὅτι ἔχουσι βάσιν τινὰ, καὶ ἔβλεπον, ὅτι βραδύνει ἡ ἔκδοσις τῶν ἐκτελεστηρίων τοῦ διορισθέντος ἐν Ἰόππῃ ὑποπροξένου, τηλεγραφικῶς παρήγγειλα εἰς τὸν κ. Πετρινὸν ν’ ἀφήσῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑποπροξενείου Ἰόππης, εἰς τὸν ἀναπληρωτὴν, καὶ νὰ μεταβῇ ἀμέσως εἰς Ζαγαζίκιον.
§40ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ πληροφορίαι αἱ κατατεθεῖσαι προχθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐτυπώθησαν εἰσέτι, κύριε Πρόεδρε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ τυπογραφεῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλα, ἕνεκα πολλῆς καὶ κατεπειγούσης ἐργασίας. Θὰ τυπωθῶσι βεβαίως καὶ αἱ πληροφορίαι αὗται, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ὑποσχεθῶ, πότε ἀκριβῶς θὰ ἦναι ἕτοιμαι, σήμερον ἢ αὔριον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκποιήσεως κινητῶν καὶ ἀκινήτων ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, κειμένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως δωρεὰν ἐθνικοῦ οἰκοπέδου εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ περιβόλου τοῦ καταστήματος τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐξωτερικῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξηγήσῃ, πῶς θὰ προμηθεύωνται οἱ θέλοντες ν’ ἀγοράσωσι γραμματόσημα ἀξίας 20 ἢ 25 λεπτῶν· διότι ἐνταῦθα δὲν ἐπιτρέπεται ἡ πληρωμὴ παρὰ μόνον 5 καὶ 15 λεπτῶν εἰς χάλκινα κερμάτια.
§45ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἀγοράσῃ περισσότερα τοῦ ἑνός· ἄλλως ὑπάρχουσι καὶ ἀργυρᾶ κέρματα τῶν 20 λεπτῶν.
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς δυσκολίας, ἣν θὰ παρουσιάσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§47Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν δυσκολίαν παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀφορᾷ μόνον εἰς τὸ ἄρθρον 1· ἀλλ’ ἐὰν συνεδύαζε τὸ ἄρθρον 1 πρὸς τὸ 2, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον λειτουργεῖ λίαν ὁμαλῶς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1, ἡ πληρωμὴ γενήσεται εἰς μεταλλικὰ νομίσματα ἀργυρᾶ ἢ χρυσᾶ, ὅπως τὸ ἄρθρον ὁρίζει ῥητῶς· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀργυρᾶ ἔχομεν μόνον μέχρις εἴκοσι λεπτῶν, ἐπιτρέπεται ἡ συμπλήρωσις καταβολῆς μὴ ὑπερβαινούσης τὰ 25 λεπτὰ διὰ χαλκίνου κέρματος 5 λεπτῶν. Προκειμένου ὅμως περὶ πληρωμῆς ἀνωτέρας, αὕτη κανονίζεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2, τὸ δὲ ἄρθρον 2 ὁρίζει, ὅτι, ὅταν ἡ πληρωμὴ γίνηται διὰ πιστωτικοῦ νομίσματος ἢ διὰ χαλκίνων κερμάτων, θέλουσι καταβάλλεσθαι διὰ τὸ γραμματόσημον 30 λεπτὰ καὶ οὐχὶ 25. Αὕτη εἶναι ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου. Ἑπομένως οὐδεμία δυσκολία ὑπάρχει. Ἔχει τις χαλκὸν μόνον πρὸς πληρωμήν; Θὰ ἀγοράσῃ ἀντὶ 30 λεπτῶν τὸ γραμματόσημον, ὅπερ θὰ τῷ στοιχίσῃ 25 λεπτά, ἂν πληρώσῃ δι’ 20 λεπτῶν ἀργυρῶν καὶ 5 λεπτῶν χαλκίνων.
§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτου· πρόκειται περὶ τῶν ταχυδρομικῶν. Εἰς τὰ ταχυδρομικὰ δὲν ἐφαρμόζεται τότε ἀπολύτως καὶ ἀποκλειστικῶς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2. Ἂν αὐτὸ ἦναι τὸ πνεῦμα, ἁπλοποιήσατε τότε τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπιβάλετε τέλη νόμιμα. Ἂν ὁ σκοπὸς ἦναι τῆς πληρωμῆς τῶν τελῶν τῶν 5 καὶ 15 λεπτῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἢ εἰς χαλκόν, τροποποιήσατε τὸ νομοσχέδιον, ἁπλοποιοῦντες αὐτὸ, ὁρίσατε τὴν πληρωμὴν τὴν ὁριστικὴν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ λάβητε παρὰ τοῦ πληρόνοντος, χωρὶς νὰ ἔχητε τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ λάβητε εἰς μεταλλικὸν νόμισμα. Νομίζω ὅτι ὀφείλετε νὰ ἁπλοποιήσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ταχυδρομικὰ, καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τηλεγραφικὰ, τὰ ὁποῖα ἀφίνετε ἀορίστως ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 2 μὲ μίαν λειτουργίαν ἐπιτροπῶν, προσδιοριζουσῶν αὐτὸ τὸ ποσόν. Εἶναι κάπως ἀόριστον.
§49Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἴμεθα δεδεσμευμένοι διὰ διεθνῶν συμβάσεων· τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ἀφορᾷ εἰς τὸν δεσμὸν τοῦτον, λύον αὐτὸν, ἡ δὲ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2, σχετιζομένη πρὸς τὴν τοῦ ἄρθρου 1, κατόπιν τῆς ἐλευθερίας, ἣν ἐκείνη ἀπέδωκεν εἰς τὸ Κράτος, κανονίζει τὰ πράγματα ἁπλῶς, ὅπως συνιστᾷ ὁ κ. Βουλευτής. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὁ τοιοῦτος συνδυασμὸς οὐδεμίαν ἐπάγεται δυσκολίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγράψωμεν τὸ ἄρθρον 2, ἂν μὴ ἀναγράψωμεν καὶ τὸ 1. Ἐδέησε μάλιστα, πρὶν ἢ ὑποβάλωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ συνεννοηθῶμεν μετὰ τῆς κεντρικῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς, τῆς ἑδρευούσης ἐν Βέρνῃ. Ἀνηγγείλαμεν πρὸς αὐτὴν, ὅτι οὕτω προτιθέμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου, ὅτι προτιθέμεθα νὰ ὁρίσωμεν πληρωμὴν ἀνωτέραν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐπιτρέποντες ὅμως πάντοτε τὴν πληρωμὴν εἰς μεταλλικὸν κατὰ τὰ κείμενα ἐν τῇ συμβάσει, καὶ ἠρωτήσαμεν, ἂν θὰ ὑπῆρχέ τις ἀντίῤῥησις ἐκ τῆς κεντρικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς τεταγμένης ὅπως ἐποπτεύῃ εἰς τὰ τῆς διεθνοῦς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως, ἀπήντησε δὲ ἡ ἐπιτροπή, ὅτι καλῶς ἐκανονίσθησαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὰ περὶ τούτου ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς διεθνεῖς ἡμῶν ὑποχρεώσεις, περὶ ὧν καὶ μόνον εἶχε δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπή· ὥστε ἡ ἁπλοποίησις, ἣν ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὑπάρχει εἰς τὸ ἔπακρον, διότι, ὡς εἶπον, τὸ ἄρθρον 2 εἶναι τὸ κανονίζον τὰ τῆς λειτουργίας τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, λειτουργία δὲ κατὰ τὴν ἄλλην διάταξιν δὲν θὰ ὑπάρξῃ, ἀφοῦ τὸ συμφέρον θὰ ὑπαγορεύῃ πάντοτε τὴν πληρωμὴν ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ ἄρθρου 2.
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν νομίζητε, ὅτι δεσμεύεσθε ....
§51ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μίαν ἀπορίαν ἔχω. Ἂν πρόκηται νὰ καταβάλῃ τις τὸ τέλος εἰς ἀργυροῦν νόμισμα καὶ ἔχῃ μόνον φράγκον ἢ πεντόφραγκον ἀργυροῦν, τί θὰ συμβῇ; Ὑποθέσατε ὅτι ζητῶ 25 λεπτῶν γραμματόσημον καὶ προσφέρω 1 πεντόφραγκον ἀργυροῦν· τὸ ὑπόλοιπον θὰ μοὶ δοθῇ εἰς ἀργυρᾶ κέρματα;
§52Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ταχυδρομικὸν γραφεῖον εἶναι ὑπόχρεων νὰ δέχηται, οὐχὶ ὅμως καὶ ν’ ἀποδίδῃ μεταλλικόν. Ἑπομένως θὰ σᾶς εἴπῃ νὰ πεταχθῆτε παρὰ τῷ κολλυβιστῇ καὶ ἀλλάξητε, διότι αὐτὸς δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐντολήν σας (γέλωτες). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε. Τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον ἐθεωρήθη παντοῦ καὶ πάντοτε ἓν τῶν σπουδαιοτάτων νομοθετημάτων καὶ δικαίως, διότι αὐτὸ ἅπτεται εἰς τὰ καίρια τόσον τῆς δημοσίας, ὅσον καὶ τῆς καθόλου ἐθνικῆς οἰκονομίας χώρας τινός. Τὰ δημόσια οἰκονομικὰ ἐκ τοῦ δασμολογίου ἀρύονται τὴν σπουδαιοτάτην τῶν προσόδων των. Καὶ παρ’ ἡμῖν αὐτοῖς τὸ τέταρτον σχεδὸν τῶν δημοσίων προσόδων προέρχεται ἐκ τοῦ δασμολογίου. Ἀλλὰ τοῦτο, ὡς προϋπεδήλωσα, ἅπτεται καὶ τῆς καθόλου ἐθνικῆς οἰκονομίας χώρας τινὸς καὶ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ ἢ ἐπὶ κακῷ τὴν ἐγχωρίαν παραγωγήν, τὸ ἐμπόριον, τὴν ναυτιλίαν καὶ πάντα ἄλλον παράγοντα τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Διὰ τοῦτο, προκειμένου οὐχὶ μόνον περὶ συντάξεως νέου δασμολογίου, ἀλλὰ καὶ περὶ ἁπλῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ τοιούτου, δὲν γίνεται αὕτη εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ μετὰ πεῖραν ἀναμφισβήτητον, μετὰ μελέτην μακρὰν καὶ περιεσκεμμένην, καθ’ ἣν πᾶσα φροντὶς καταβάλλεται, ὅπως αἱ εἰσαγόμεναι καινοτομίαι μὴ προσκρούσωσι μήτε εἰς τὴν δημοσίαν μήτε εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, ἀλλ’ εἰ δυνατὸν, ἀμφοτέρων τούτων τὰ συμφέροντα ὑποθάλψωσι καὶ προαγάγωσι. Τὸ δασμολόγιον, Κύριοι, καθίσταται οὕτως οὐχὶ ἁπλοῦν τι φορολογικὸν νομοθέτημα, ἀλλ’ ὁ γνώμων, ὁ κανονίζων τὰ διάφορα οἰκονομικὰ συμφέροντα χώρας τινὸς ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν ἀλλοδαπήν· εἶναι ἡ πιστοτέρα ἔκφανσις τῆς ἐμπορικῆς καὶ τελωνειακῆς ἑκάστου λαοῦ πολιτικῆς. Ἰδοὺ διατὶ καὶ ἐν πάσῃ ἄλλῃ χώρᾳ, ἐχούσῃ συνείδησιν τῆς τοιαύτης πολιτικῆς καὶ ἐπιδιωκούσῃ τὴν πραγμάτωσιν αὐτῆς, καὶ ἡ ἀναθεώρησις καὶ ἡ καθόλου ἢ ἐν μέρει μεταῤῥύθμισις τοῦ δασμολογίου δὲν θεωρεῖται ἔργον τυχαῖον, πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἐκεῖ πρέπει νὰ καταστῇ ἐν πρώτοις ἀνάγκη ἐπαισθητὴ ἡ τοιαύτη ἀναθεώρησις ἢ μεταῤῥύθμισις εἴτε ὑπὸ δημοσιονομικὴν εἴτε ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, τὰς ἐπενεκτέας δὲ μεταβολὰς καθορίζει τότε μετὰ μακρὰν μελέτην καὶ βάσανον ἐπιτροπὴ πολυμελὴς ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν οὐ μόνον τοῦ τελωνειακοῦ κλάδου καὶ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐπιστημόνων καὶ ἐκ παραγωγῶν καὶ ἐξ ἐμπόρων, τῶν συμφερόντων τῶν ὁποίων ἅπτονται αἱ τοιαῦται μεταβολαί. Ἀφοῦ δὲ αὗται οὕτω πως καθορισθῶσιν, ἀνακινοῦνται εἰς τὰ διάφορα παραγωγικὰ κέντρα, εἰς τὰ διάφορα ἐμπορικὰ ἐπιμελητήρια, ὅπως ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη αὐτῶν, καὶ τότε μόλις καταστρώνονται καὶ δημοσιεύονται ὡς νομοσχέδιον, πλὴν καὶ νῦν, οὐχὶ ὅπως ὑποβληθῶσι πάραυτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ὅπως συζητηθῶσι πρῶτον εὐρέως, εὐρύτατα, ἐκτὸς αὐτῆς, ἐν τῷ τύπῳ ὑπὸ τῶν ἐπιστημόνων, ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων, ὑπὸ τῶν δυναμένων ὁπωσδήποτε νὰ ἐξενέγκωσι γνώμην περὶ τοιούτων πραγμάτων. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, ἀλλαχοῦ οὔτε αἱ Κυβερνήσεις οὔτε τὰ κοινοβούλια ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν, ὅτι περικλείουσιν ἐν τοῖς κόλποις αὐτῶν πᾶσαν σοφίαν καὶ πᾶσαν πεῖραν, οὐδὲ θεωροῦσιν ἀποκλειστικόν των προνόμιον τὸ νὰ ἔχωσι γνώμην καὶ ἀποφασίζωσιν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Ἐκεῖ ἀποδέχονται, ὅτι καὶ ἐκτὸς τῶν κυβερνητικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν κύκλων ὑπάρχουσιν ἄνδρες εἰδικοί, καὶ ὑπὸ ἔποψιν μορφώσεως καὶ ὑπὸ ἔποψιν πείρας, ὧν ἡ γνώμη πρέπει νὰ ἀκούηται ἐπὶ παντὸς νομοθετήματος. Ἐκεῖ, πρὶν ἢ νομοσχέδιόν τι ὑποβληθῇ καὶ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ὑποβάλλεται πρότερον εἰς τὴν εὐρυτάτην συζήτησιν τῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου, καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην βάσανον προσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν, ἔνθα μετὰ προηγουμένην λεπτομερῆ ἐξέτασιν ἐν τῇ οἰκείᾳ ἐπιτροπῇ συζητεῖται καὶ ἐν τῇ ὁλομελείᾳ αὐτῆς καὶ ψηφίζεται καὶ καθίσταται νόμος τοῦ Κράτους, ὡς ἐκδήλωσις οὕτως εἰπεῖν τῆς κοινῆς συνειδήσεως. Ἐκεῖ οἱ νόμοι δὲν εἶναι τὸ ἀπαύγασμα τῶν στιγμιαίων ἐμπνεύσεων οὔτε τοῦ ὑποβάλλοντος αὐτοὺς ἐν σχεδίῳ Ὑπουργοῦ, οὔτε τοῦ συντάσσοντος αὐτοὺς πρώτου τυχόντος ὑπουργικοῦ ὑπαλλήλου. Ἐκεῖ οἱ νόμοι δὲν συζητοῦνται καὶ δὲν ψηφίζονται ὑπὸ μόνης τῆς ὁλομελείας, καὶ δὴ ἐν παρέργῳ καὶ ἐν μιᾷ νυκτὶ μόνον. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐκεῖ οἱ νόμοι τραγελαφικοὶ αὐτοὶ καθ’ ἑαυτοὺς, δὲν αὐξάνουσιν, ἀντὶ νὰ θεραπεύσωσι τὰς ὑφισταμένας νομοθετικὰς ἀνάγκας, δὲν δημιουργοῦσιν ἀληθῆ νομοθετικὸν κυκεῶνα· ἀλλ’ ἀπαρτίζουσιν ἕν τι ὅλον ἑνιαῖον καὶ ἁρμονικὸν, πληροῦσιν ἀληθεῖς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, καὶ πραγματοῦσι συστηματικῶς ὡρισμένην τινὰ πολιτικὴν, σύνολον ἀρχῶν, διέπον καὶ τὰ δημόσια καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν συμφέροντα. Ὁπόσον ὅμως ἄλλως ἔχουσι τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν! Ἡμεῖς, Κύριοι, καλούμεθα σήμερον νὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ μεταῤῥυθμίζον τὸ ἐν ἰσχύϊ τελωνειακὸν ἡμῶν δασμολόγιον, ὅπερ, ὡς προεῖπον, ἅπτεται εἰς τὰ καίρια καὶ τῶν δημοσίων καὶ τῶν κατ’ ἰδίαν συμφερόντων τῆς χώρας, ὅπερ, ὡς τοιοῦτον, ὤφειλε νὰ ἦναι ἡ πιστοτέρα ἔκφανσις τῆς ἐμπορικῆς καὶ τελωνειακῆς ἡμῶν πολιτικῆς· καὶ ὅμως ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἔχωμεν γνῶσιν, ἔστω καὶ ἀμυδράν, τῶν συμφερόντων, ἅτινα οὕτω πως ἐπηρεάζονται, ἐὰν ἔχωμεν ἔννοιαν κἂν τῆς οὕτω πραγματουμένης ἐμπορικῆς καὶ τελωνειακῆς πολιτικῆς ἡμῶν. Ἀλλὰ ποῦ ἴχνος πολιτικῆς παρ’ ἡμῖν καὶ ἐν οἱῳδήποτε ἄλλῳ κλάδῳ τοῦ δημοσίου καὶ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου, ὅπως ἔχωμεν τοιαύτην καὶ ἐν τῷ προκειμένῳ; Ποῦ ἴχνος πολιτικῆς ἐν τῇ δημοσίᾳ ἡμῶν οἰκονομίᾳ; Καὶ δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν τοιαύτην πολιτικὴν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, καθ’ ἣν τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐσοδεύομεν πάντοτε ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι ἐξοδεύομεν, καὶ ἐξοδεύομεν πάντοτε περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἐσοδεύομεν, καὶ ἐπισωρεύομεν οὕτως ἐλλείμματα ἐπὶ ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα καλύπτομεν εἶτα διὰ δανείων ἐπὶ δανείων, χωρὶς νὰ συλλογιζώμεθα ποτὲ, πῶς κἄν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεώλυτρα τούτων θὰ πληρώσωμεν; Καὶ δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν τοιαύτην πολιτικὴν ἐν τῇ σημερινῇ ἡμῶν καταστάσει, καθ’ ἣν οὐχὶ μόνον τὸ Κράτος κινδυνεύει νὰ χρεωκοπήσῃ, ἀλλὰ καὶ ἡ χώρα ἡμῶν, χώρα πλουσία εἰς μεταλλεῖα καὶ γόνιμος εἰς προϊόντα μοναδικὰ καὶ περιζήτητα καθ’ ὅλην τὴν ὑφήλιον, χώρα ὑπὸ τῆς φύσεως αὐτῆς προωρισμένη νὰ πρωτεύῃ ἐν τῷ ἐμπορίῳ καὶ τῇ ναυτιλίᾳ, χώρα οἰκουμένη ὑπὸ λαοῦ δραστηρίου, φιλοπόνου καὶ οἰκονόμου, οἷος ὁ Ἑλληνικὸς, καὶ ἡ χώρα αὐτὴ, λέγω, ἐξωθεῖται εἰς τὴν πτώχευσιν; Ποῦ ἴχνος πολιτικῆς ἐν τῇ καθόλου ἐθνικῇ ἡμῶν οἰκονομίᾳ; Τίνες εἶναι αἱ ἀρχαὶ, ἃς ἡ Πολιτεία ἐφήρμοσε μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν; τίνα τὰ μέτρα, τίς ἡ πρόνοια, ἣν ἔλαβε ποτὲ πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ προαγωγὴν τῶν φυσικῶν πόρων τῆς χώρας ἡμῶν; τί ἔκαμεν, ὅπως ὑποθάλψῃ καὶ ἐνισχύσῃ τὴν δραστηριότητα, τὴν φιλοπονίαν καὶ οἰκονομίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ποῦ ἴχνος προστασίας τῆς ἐγχωρίας ἡμῶν παραγωγῆς; Δὲν μένει εἰσέτι ἀνεπίλυτον ἐν μόνῃ τῇ Ἑλλάδι ἐξ ὅλων τῶν χωρῶν, τῶν ἀξιουσῶν ὅτι ἐπέδρασέ πως ὁ πολιτισμὸς ἐπ’ αὐτὰς, τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, οὗ ἕνεκα πολλαὶ μυριάδες Ἑλλήνων διατελοῦσιν ἔτι ἀληθεῖς δουλοπάροικοι, πρὸς αἶσχος τοῦ αἰῶνος, ἐν ᾧ ζῶμεν, αἱ δὲ γονιμώταται τῶν ἐπαρχιῶν ἡμῶν μένουσι κατὰ τὸ πλεῖστον χέρσοι καὶ ἀκαλλιέργητοι; Δὲν εὑρίσκεται ἔτι ἐν σπαργανώδει καταστάσει ἡ γεωργία παρ’ ἡμῖν, κατ’ οὐδὲν διαφέρουσα καὶ αὐτῆς τῆς προησιοδείου καταστάσεώς της; δὲν καλύπτονται ἔτι καὶ νῦν ὑπὸ ἑλῶν καὶ τελμάτων ἀπέραντοι γαῖαι, ἐγκλείουσαι ἀμύθητον πλοῦτον; δὲν μένουσιν ἔτι καὶ νῦν ἀδιαῤῥύθμιστοι αἱ κοῖται πλείστων ὅσων ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων, ἐπὶ καταστροφῇ καὶ ἐρημώσει συνήθως τῶν πέριξ ἀγρῶν, ἐνῷ διὰ καταλλήλων ὑδραυλικῶν ἔργων ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἄρδευσιν αὐτῶν καὶ νὰ τοὺς μεταβάλωσιν εἰς ἀληθεῖς παραδείσους; Ποῦ παρ’ ἡμῖν αἱ γεωργικαὶ σχολαὶ, αἱ ἄξιαι τοῦ ὀνόματος τούτου, ποῦ οἱ γεωργικοὶ σταθμοὶ, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ ὦσιν ἐγκατεσπαρμένοι καθ’ ὅλην τὴν χώραν καὶ νὰ χρησιμεύωσιν ὡς φυτώρια βελτιώσεως τῆς καλλιεργίας τῆς γῆς, τῆς κτηνοτροφίας, τῆς τυροκομίας, τῆς ἐλαιοπαραγωγῆς, τῆς σηροτροφίας, τῆς μελισσοκομίας καὶ τόσων ἄλλων παραγωγικῶν κλάδων, ὧν εἶναι ἐπιδεκτικὸν τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος; Ἐὰν, Κύριοι, εἴχομεν συνείδησιν τῆς ἀγροτικῆς καὶ τῆς γεωργικῆς πολιτικῆς καὶ ἐννοοῦμεν νὰ λύσωμεν ἐγκαίρως καὶ καταλλήλως ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου ὅλα τὰ σχετικὰ πρὸς αὐτὰς ζητήματα, ἔστε βέβαιοι, ὅτι πρὸς προμήθειαν τῆς πρώτης ἡμῶν τροφῆς, τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ κρέατος, δὲν θὰ ἠναγκαζόμεθα τὴν σήμερον νὰ ὦμεν φόρου ὑποτελεῖς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ νὰ ἐξάγωμεν εἰς αὐτὴν κατ’ ἔτος 30–40 ἑκατομμύρια φρ. εἰς χρυσόν. Ἡ Ἑλλὰς θ’ ἀπεδεικνύετο ἀπὸ πολλοῦ αὐτάρκης διὰ τὴν πρώτην τροφήν της, ἴσως–ἴσως μάλιστα θὰ ἦτο ἤδη εἰς θέσιν καὶ νὰ ἐξαποστέλλῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν περισσεύματα τῶν δημητριακῶν καρπῶν της καὶ νὰ εἰσάγῃ ἀντὶ νὰ ἐξάγῃ δι’ αὐτοὺς χρυσόν. Ποῦ ἴχνος πολιτικῆς καὶ ἐπὶ τῶν σπουδαιοτάτων ἡμῶν προϊόντων, ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ τῆς σταφίδος; Ἡ Ἑλλὰς εἶναι γονιμωτάτη εἰς παραγωγὴν οἴνου, δυναμένη νὰ πλημμυρίσῃ δι’ αὐτοῦ ὅλας τὰς ἀγορὰς τῆς οἰκουμένης, πάλαι δέ ποτε ἦσαν οἱ οἶνοι αὐτῆς ὀνομαστοὶ καὶ περιζήτητοι ἁπανταχοῦ. Διατὶ ὅμως νῦν τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν μυθιστοριογραφίαν μόνον, εἶναι δὲ περιζήτητοι οἱ γαλλικοί, οἱ τοῦ Ῥήνου καὶ τοῦ Μοσέλλα, οἱ ἱσπανικοί, οἱ οὑγγρικοὶ καὶ οἱ ἰταλικοὶ οἶνοι, πλὴν μόνων τῶν ἑλληνικῶν; Διότι μόνοι οὗτοι καθυστεροῦσιν ἐν τῇ σταδιοδρομίᾳ τῆς ἀναπτύξεως καὶ προόδου τῆς παγκοσμίου οἰνοπαραγωγῆς· διότι μόνη ἡ Ἑλλὰς οὐδεμίαν οὐδέποτε ἔλαβε πρόνοιαν, οὐχὶ νὰ προηγηθῇ, ἀλλὰ νὰ παρακολουθήσῃ κἂν τὰς προόδους τῶν ἄλλων χωρῶν ἐν τῇ οἰνοπαραγωγῇ· μόνη αὐτὴ οὐδέποτε ἐφρόντισε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς σημερινὰς ἀπαιτήσεις τῆς οἰνοποιΐας· καὶ ταῦτα πάντα κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἕνεκα τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως παρ’ ἡμῖν μερίμνης περὶ τοιούτων ζωτικῶν ζητημάτων. Ποῦ ἴχνος πολιτικῆς καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ πολυτιμοτάτου ἡμῶν προϊόντος, τῆς σταφίδος, δι’ ἧς αὐτὸς ὁ Θεὸς ηὐλόγησε τὴν ἀγαπητήν μας Ἑλλάδα; Τί ἔκαμεν ἡ Πολιτεία πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῆς; τί πρὸς βελτίωσιν τῆς καλλιεργίας της; τί πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀπὸ τῶν διαφόρων νόσων; τί πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀποξηράνσεώς της; τί πρὸς ἐξεύρεσιν νέων ἀγορῶν καὶ νέων χωρῶν καταναλώσεως; Ἄλλη τις Κυβέρνησις, Κύριοι, προκειμένου περὶ τοιούτου προϊόντος, ἐξ οὗ ἐξήρτηται ἡ ὅλη οἰκονομικὴ ὕπαρξις τῆς χώρας, τί δὲν θὰ ἔκαμνεν, ὅπως ἐνισχύσῃ καὶ προστατεύσῃ τὴν παραγωγήν του, πόσας προσπαθείας δὲν θὰ κατέβαλλε πρὸς διάδοσιν αὐτοῦ; Οὔτε κόπου οὔτε δαπάνης θὰ ἐφείδετο, ὅπως ἐξαποστέλλῃ μεγάλας ποσότητας εἰς πᾶσαν διεθνῆ ἢ ἐγχωρίαν ἔκθεσιν, ὅπως συστήσῃ μονίμους ἐκθέσεις αὐτοῦ εἰς ὅλας τὰς κεντρικὰς ἀγοράς, ὅπως καταρτίσῃ καὶ κινητὰς ἐκθέσεις, μεταφερομένας ἀνὰ τὰς διαφόρους μεγάλας ἐμπορικὰς πανηγύρεις, καὶ ἐκποιῇ κατ’ αὐτὰς εἰς τιμὰς μετριωτάτας τὴν σταφίδα, διὰ τὴν ἐξοικείωσιν πρὸς αὐτὴν τῶν διαφόρων λαῶν. Ὁποῖος εὐρὺς κύκλος καταναλώσεως θὰ ἠνοίγετο διὰ τὴν σταφίδα μας, ἐὰν αὐτὴ λ. χ. εἰσήγετο οὕτω πως εἰς κοινὴν χρῆσιν ἐν Ῥωσσίᾳ, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ἐχρησίμευεν ὡς στοιχεῖον πρώτης τροφῆς τοῦ ῥωσσικοῦ λαοῦ, ἰδίᾳ κατὰ τὰς μακρὰς αὐτοῦ νηστείας! Ἀλλὰ τίς ἐσκέφθη ποτὲ ἐν Ἑλλάδι περὶ τοιούτων ζητημάτων; Ποῦ ἴχνος πολιτικῆς ὡς πρὸς τὴν βιομηχανίαν ἡμῶν; Ὑπάρχουσι, Κύριοι, κλάδοι βιομηχανικοὶ παρ’ ἡμῖν, ἐπιδεκτικοὶ ἀναπτύξεως καὶ προόδου, κλάδοι βιομηχανικοί, μὴ ἔχοντες ἀνάγκην πᾶσαν τὴν πρώτην ἀκατέργαστον ἢ ἡμικατεργασμένην ὕλην, καὶ αὐτὴν τὴν πρὸς παραγωγὴν τῆς κινητηρίου δυνάμεως ἀπαιτουμένην, νὰ προμηθεύωνται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Καὶ οἱ κλάδοι οὗτοι τῆς βιομηχανίας οὐδεμιᾶς οὐδέποτε ἔτυχον προστασίας καὶ ἐνισχύσεως ἐν Ἑλλάδι, ἀντ’ αὐτῶν δ’ ἔτυχον πολλῶν καὶ μεγάλων προνομίων, ἐπιπροστεθέντων χάριν τῆς τεχνητῆς συντηρήσεως αὐτῶν, ἄλλοι κλάδοι βιομηχανίας θνησιγενοῦς παρ’ ἡμῖν, χάριν εὐαρίθμων τινῶν ἀτόμων, εὐνοουμένων τῆς ἑκάστοτε κρατούσης φατρίας. Δὲν ἦτο αὐτὴ ἡ προστασία, ἣν πάλαι ποτὲ παρέσχεν ἡ Ἀγγλία εἰς τὴν βιομηχανίαν της καὶ δι’ ἧς αὕτη προήχθη εἰς τοσοῦτον ἀναπτύξεως καὶ τελειότητος, ὥστε νὰ δύναται τὴν σήμερον καὶ ἄνευ οἱουδήποτε προστατευτικοῦ δασμοῦ νὰ ὑφίσταται νικηφόρως τὸν ἀνταγωνισμὸν τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς. Δὲν ἦτο αὐτὴ ἡ προστασία, ἣν ἀνέκαθεν παρέσχεν, ἔτι δὲ καὶ νῦν δὲν διαλείπει παρέχουσα εἰς τὴν βιομηχανίαν της ἡ Γαλλία. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ προστασία, ἣν ἐξακολουθοῦσι πάντοτε παρέχουσαι εἰς τὴν βιομηχανίαν των χῶραι ἱκανῶς ἤδη προηγμέναι ἐν αὐτῇ, ὡς ἡ Γερμανία καὶ αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Βορείου Ἀμερικῆς. Ἀλλὰ πρὸς τί ν’ ἀναζητῶμεν τόσον μακρὰν τὰ τοιαῦτα παραδείγματα; Ἔχομεν, Κύριοι, ἀξιομίμητον δι’ ἡμᾶς παράδειγμα χώρας, ἐγγύτατα ἡμῶν κειμένης, χώρας, μόλις πρὸ δεκαπενταετίας τυχούσης τῆς ἡμιανεξαρτησίας αὐτῆς, χώρας, οἰκουμένης ὑπὸ λαοῦ, ὃν μέχρι τῆς χθὲς ἔτι προσεβλέπομεν μετ’ οἴκτου καὶ περιφρονήσεως. Ἡ χώρα αὕτη εἶναι ἡ Βουλγαρία· ἀκούσατε δὲ, πῶς καὶ αὐτὴ ἡ χθεσινὴ καὶ ἡμιϋποτελὴς ἔτι ἡγεμονία ἐννοεῖ νὰ προστατεύσῃ τὴν βιομηχανίαν της. Πρὸ μικροῦ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Σοβράνιε νομοσχέδιόν τι, ὅπερ, μεταφρασθὲν ἑλληνιστὶ, ἐξετυπώθη καὶ διενεμήθη ἤδη καὶ πρὸς ἡμᾶς τοὺς Βουλευτάς. Ἀγνοῶ, Κύριοι, ἐὰν πάντες ἀνέγνωμεν αὐτὸ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς. Ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἀνέγνωσαν αὐτὸ, δὲν ἔχουσι νὰ χάσωσι τίποτε, ἀκούοντες αὐτὸ καὶ νῦν ἀναγινωσκόμενον ὑπ’ ἐμοῦ. Εἶναι ἀνάγκη καὶ ἐκ δευτέρου καὶ ἐκ τρίτου νὰ τὸ ἀναγνώσωσι καὶ νὰ τὸ ἀκούσωσιν ἀναγινωσκόμενον, ἀφοῦ κατηντήσαμεν εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ ἀρυώμεθα διδάγματα καὶ παρὰ τῶν Βουλγάρων, ὧν μέχρι τῆς χθὲς ὠλιγωροῦμεν τέλεον, ὡς ἀγροτῶν καὶ συβωτῶν. Ἀκούσατε λοιπὸν τὸ νομοσχέδιόν των (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρ. 1. Πᾶς ὁ ἐντὸς δεκαετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἱδρύσων ἐργοστάσιον πρὸς παραγωγὴν τῶν κάτωθι ἀπαριθμουμένων εἰδῶν, θὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀπολαυῆς τῶν ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου παρεχομένων εὐκολιῶν, ἐὰν τὸ ἐργοστάσιον αὐτοῦ εἶναι πεπροικισμένον δι’ ὅλων τῶν ἀναγκαίων μέσων πρὸς ἐκμετάλλευσιν, καὶ ἂν ὁ ἐργοστασιάρχης διέθεσεν 20,000 φράγκα ἢ 20 ἐργάτας τοὐλάχιστον. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἀποφασίζει, ἐὰν τὸ ἐργοστάσιον, τὸ ἀξιοῦν νὰ ἀπολαύσῃ τῶν εἰρημένων ὠφελειῶν, ἀνταποκρίνηται εἰς τοὺς ἀνωτέρω ὅρους. «Ἄρθρ. 2. Τὰ εἴδη, ἅτινα τὸ ἐργοστάσιον πρέπει νὰ παραγάγῃ, διὰ νὰ ἔχῃ δικαίωμα εἰς τὰς εὐκολίας, εἶναι τὰ ἑξῆς: «αʹ) Πάντα τὰ ἐκ δέρματος εἴδη, βʹ) ὅλα τὰ μάλλινα ὑφάσματα, ἐριοῦχα, λινᾶ, ταινιοπλεκτικὰ εἴδη, φλανέλλαι, περιπόδια, χειρίδες, τάπητες, φορέματα, γʹ) ὅλα τὰ μετάξινα ὑφάσματα, σχοινία, δʹ) ὅλα τὰ βαμβακερὰ ὑφάσματα, εʹ) ἔπιπλα, εἴδη χαρτοποιΐας, στʹ) σάπωνες, στεατοκήρια, ζʹ) πορσελάνη παντὸς εἴδους, ηʹ) ὑελουργικὰ εἴδη παντὸς εἴδους, θʹ) πνευματώδη ποτὰ, οἶνοι, ἡδύποτα, ιʹ) κονσέρβαι παντὸς εἴδους, ιαʹ) ἀντικείμενα ἐκ σιδήρου, ιβʹ) ἄλευρα καὶ ὅλα τὰ ἀλευρώδη ζυμαρικὰ, ιγʹ) χημικὰ καὶ φαρμακευτικὰ εἴδη. «Ἐπωφελοῦνται ἐπίσης τῶν αὐτῶν πλεονεκτημάτων ἡ βαφικὴ καὶ ἄλλαι βιομηχανίαι, σκοποῦσαι τὴν βελτίωσιν τῶν ὑφασμάτων, ἐὰν ἐκπληρῶσι τοὺς ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ ὅρους. «Ἄρθρ. 3. Τὰ ἐργαστάσια, ἅτινα ἱδρυθήσονται κατὰ τοὺς ἀνωτέρω ὅρους καὶ διὰ τὰ ἀπαριθμηθέντα εἴδη, ἀπαλλάσσονται: «αʹ) Ἐπὶ δέκα πέντε ἔτη ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως αὐτῶν τοῦ ἐγγείου φόρου, τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν δικαιωμάτων τῆς στρατιωτικῆς ἀπαλλαγῆς, τοῦ δικαιώματος τῶν σχολείων, ὡς καὶ τῶν προσθέτων φόρων, οἵτινες προβλέπονται ἢ ἤθελον προβλεφθῆ διὰ τὸ Κράτος, τοὺς νομοὺς ἢ τοὺς δήμους. «βʹ) Τὰ συμβόλαια τῶν ἐργοστασίων τούτων ἀπαλλάσσονται τοῦ χαρτοσήμου, συμβόλαια ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ἐργοστασίου· ἀπαλλάσσονται ὡσαύτως τοῦ χαρτοσήμου αἱ μετοχαὶ αἱ ἐκδιδόμεναι δι’ αὐτά. «γʹ) Τὰ μηχανήματα καὶ τὰ ἐξαρτήματα, ἅτινα ἤθελον εἰσαχθῆ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ ἐργοστασίου, ἀπαλλάσσονται τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, καὶ μεταφέρονται διὰ τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους ἐπὶ τῷ ἐλαχίστῳ τιμολογίῳ μεταφορᾶς. «δʹ) Αἱ εἰς τὰ ἐργοστάσια χρησιμεύουσαι πρῶται ὗλαι, αἱ μὴ εὑρισκόμεναι ἐν τῷ τόπῳ καθ’ ὁλοκληρίαν ἢ εἰς μεγάλας ποσότητας, ἀπαλλάσσονται τῶν τελωνειακῶν δασμῶν. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποφασίζει τίνες αἱ ἐν τῷ τόπῳ μὴ εὑρισκόμεναι πρῶται ὗλαι καὶ τίνες αἱ μὴ ἐπαρκεῖς. Πάντα ταῦτα τὰ εἴδη, εἴτε εἰσαχθῶσιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἴτε ἀγορασθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐργοστασίου, μεταφέρονται διὰ τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους ἐπὶ τῷ ἐλαχίστῳ τιμολογίῳ μεταφορᾶς. Ἀπαλλάσσονται ὡσαύτως τῶν διαπυλίων δικαιωμάτων κατὰ τὴν εἰς τὰς πόλεις εἴσοδον, ὡς καὶ τοῦ δικαιώματος ζυγίσεως. «εʹ) Τὰ προϊόντα τῶν ἐργοστασίων τούτων ἀπαλλάσσονται τῶν διαπυλίων καὶ ἄλλων δημοτικῶν φόρων, ὡς καὶ τῶν ζυγιστικῶν, καὶ μεταφέρονται ἐπὶ τῷ ἐλαχίστῳ τιμολογίῳ διὰ τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ταχυδρομείου. «Ἐὰν τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαχθέντα εἴδη ἐξαχθῶσιν εἶτα κατειργασμένα ἢ μεταπεποιημένα, τὰ τελωνειακὰ τέλη, ἐὰν εἰσεπράχθησαν τοιαῦτα, ἀποδίδονται. «Ἄρθρ. 4. Ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ πρῶται ὗλαι αἱ ἀκατέργαστοι, αἱ ἀναγκαιοῦσαι εἰς τὸ ἐργοστάσιον, εἶναι ὀρυκτὰ καὶ εὑρίσκονται εἰς γαίας ἀνηκούσας εἰς τὸ Κράτος ἢ εἰς τοὺς δήμους, αἱ γαῖαι αὗται θὰ παραχωρῶνται δωρεὰν εἰς τὸν ἐργοστασιάρχην, κατὰ τοὺς περὶ ὀρυχείων καὶ μεταλλείων νόμους, καὶ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον θὰ ὑφίσταται τὸ ἐργοστάσιον. Ἐὰν συμπέσῃ αἱ πρῶται αὗται ὗλαι νὰ εὑρίσκωνται ἐπὶ γαιῶν ἰδιωτικῶν, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης προβάλλῃ δυσκολίας εἰς τὸν ἐργοστασιάρχην, τότε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θὰ ὁρίζῃ τὴν ἀποζημίωσιν, ἣν θὰ λαμβάνῃ ὁ ἰδιοκτήτης παρὰ τοῦ ἐργοστασιάρχου διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν. «Ἄρθρ. 5. Τὰ προϊόντα τῶν ἐργοστασίων τούτων θὰ προτιμῶνται τῶν ξένων εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ τῶν δήμων, καὶ ὅταν ἀκόμη ἐπὶ ὁμοίας ποιότητος ἡ τιμὴ αὐτῶν θὰ ἦτο κατὰ 10% ἀνωτέρα τῆς τῶν ξένων προϊόντων. Τὸ Κράτος διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ δύναται νὰ συνάψῃ συμβόλαιον μετὰ τοιούτων ἐργοστασίων διὰ περίοδον 5 ἢ καὶ 10 ἐτῶν. Τοιαῦτα συμβόλαια γίνονται μετὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὰ συμβόλαια ταῦτα δύνανται νὰ συναφθῶσι καὶ πρὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ ἐργοστασίου, πρὸς ἐνθάῤῥυνσιν τῶν τοιούτων καταστημάτων. «Ἄρθρ. 6. Εἰς τὰ ἐργοστάσια τὰ ἀνταποκρινόμενα εἰς τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 1 τὸ Κράτος δύναται νὰ χορηγήσῃ δωρεὰν τὸ ἀπαιτούμενον γήπεδον διὰ τὴν ἀνέγερσιν αὐτῶν καὶ ἐκμετάλλευσιν τῶν κτημάτων τοῦ Κράτους, τῶν εὑρισκομένων ἐκτὸς τῶν δήμων. Ἐὰν τὰ κτήματα ταῦτα τοῦ Κράτους ἔχωσι καὶ ῥεύματα ὕδατος, δυνάμενα νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς κινητήριος δύναμις, παραχωροῦνται ὡσαύτως δωρεάν. Αἱ παραχωρήσεις αὗται διαρκοῦσιν ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται τὸ ἐργοστάσιον, μετὰ δὲ τὸ ὁλοσχερὲς κλείσιμον αὐτοῦ τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει τὴν κατοχὴν τῶν ἐκχωρηθέντων γηπέδων. «Ἄρθρ. 7. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ἐργοστασιάρχης ἤθελε νὰ συνδέσῃ τὸ ἐργοστάσιόν του δι’ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἢ σιδηροδρόμου μετ’ ἄλλης ὁδοῦ ἢ σιδηροδρόμου τοῦ Κράτους, θὰ παραχωρῶνται αὐτῷ δωρεὰν αἱ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον χρήσιμοι γαῖαι, αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὸ Κράτος ἢ τοὺς δήμους. Εἰς τὰ μέρη, ἔνθα ἡ ὁδὸς θὰ διέρχηται διὰ γαιῶν ἰδιωτικῶν, αἱ γαῖαι αὗται θὰ ἐκτιμῶνται καὶ θ’ ἀπαλλοτριῶνται ὡς πρὸς δημοσίαν ἀνάγκην διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐργοστασιάρχου. «Ἄρθρ. 8. Τὰ σήμερον ὑπάρχοντα ἐργοστάσια ἐν Βουλγαρίᾳ, τὰ ἀνταποκρινόμενα εἰς τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 1, θὰ ἀπολαύσωσι τῶν εὐκολιῶν τῶν παρεχομένων διὰ τοῦ νόμου τούτου. Ἐκεῖνα δὲ τὰ ἐργοστάσια, ἅτινα ἔχουσιν ἤδη μεγαλείτερα πλεονεκτήματα τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου, χορηγηθέντα δι’ ἀποφάσεως τῆς Σοβράνιε, θὰ διατηρήσωσιν αὐτὰ μέχρι τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας.» Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν ἰδίᾳ οἱ ἐπὶ μακρὸν κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ συγκαλύπτωσι τὸ πρόσωπον ὑπ’ αἰσχύνης πρὸ τῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ πρὸ πολλοῦ ὤφειλον νὰ ἔχωσιν ἐφαρμόσει παρ’ ἡμῖν, κατὰ τὰ διδάγματα, ἅτινα παρέχει εἰς ἡμᾶς ἡ οἰκονομικὴ ἱστορία τῶν ἄλλων χωρῶν, καὶ νὰ μὴ ἀναμείνωσι νὰ μιμηθῶσι τώρα τὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς Βουλγαρίας! Ποῦ ἴχνος πολιτικῆς ἔτι καὶ ὡς πρὸς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν ναυτιλίαν, τοὺς δύο τούτους πρωτίστους παράγοντας τῆς ἀκμῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ; Καὶ διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ διὰ τὴν ναυτιλίαν ἀπαιτοῦνται τὴν σήμερον γνώσεις, καὶ γνώσεις σπουδαιόταται. Ἐν αὐτῇ τῇ προτύπῳ διὰ τὸ ἐμπόριον χώρᾳ, τῇ Ἀγγλίᾳ, πολὺς λόγος γίνεται νῦν, διότι οἱ Γερμανοὶ ἐμποροϋπάλληλοι, τυγχάνοντες εὐρυτέρας καὶ θετικωτέρας μορφώσεως ἢ οἱ Ἄγγλοι, ὑπερτεροῦσι τούτων ἐν πολλοῖς· διὸ ἐπιζητεῖται ἐκ παντὸς τρόπου ἡ βελτίωσις τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν Ἄγγλων ἐμποροϋπαλλήλων. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τίς ἐσκέφθη ποτὲ, ὅτι τὸ ἐμπόριον ἔχει καταστῆ τὴν σήμερον ἐπιστήμη καὶ ἀπαιτεῖ πλείστας ὅσας συστηματικὰς γνώσεις, οἷον λογιστικὰς, οἰκονομολογικὰς, γεωγραφικὰς, τεχνικὰς αὐτοῦ τοῦ ἐμπορίου, γνώσεις ἀναγομένας εἰς τὴν φύσιν, τὴν προέλευσιν καὶ κατανάλωσιν τῶν διαφόρων ἐμπορευμάτων; Τίς ἐσκέφθη νὰ μεταδώσῃ τὰς τοιαύτας γνώσεις διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν καταλλήλων ἐκπαιδευτηρίων; Ποῦ παρ’ ἡμῖν καὶ αἱ ναυτικαὶ σχολαὶ καὶ ἡ διὰ τούτων μετάδοσις τῶν ἀναγκαίων τὴν σήμερον ναυτικῶν γνώσεων εἰς τὸν κατ’ ἐξοχὴν ναυτικὸν λαὸν τῆς ὑφηλίου, τὸν Ἑλληνικόν; Τίνα μέτρα ἐλάβομεν μέχρι τοῦδε πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας ἡμῶν; Ποῦ τὰ κεφάλαια, ἅτινα ὠφείλομεν νὰ προσελκύσωμεν χάριν αὐτῶν εἰς τὴν χώραν; Ποῦ ἡ ἄλλη προστασία, ἣν παρέσχομεν νομοθετικῶς εἰς τοὺς κλάδους τούτους; Ποῦ, ἐν κεφαλαίῳ εἰπεῖν, ἡ ἐμπορικὴ καὶ τελωνειακὴ ἡμῶν πολιτικὴ, ἥτις καὶ ἐπὶ τοὺς ἄλλους, μάλιστα δ’ ἐπὶ τοὺς δύο τούτους οἰκονομικοὺς κλάδους, ἠδύνατο νὰ ἐπιδράσῃ εὐεργετικώτατα; Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐθύνεται βεβαίως διὰ πολλὰ καὶ μεγάλα κακὰ, ὧν ἐγένετο πρόξενος εἰς τὸν ἀτυχῆ τοῦτον τόπον. Εὐθύνεται διὰ τὴν παντελῆ παράλυσιν τῶν πολεμικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, διὰ τὴν νῦν κατάπτωσιν τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Παιδείας, διὰ τὴν τελείαν ἀποσύνθεσιν τῆς Διοικήσεως, οὗ ἕνεκα τὸ ἔγκλημα ὑπερῆρε τὴν σήμερον τὴν κεφαλὴν ἐν Ἑλλάδι. Εὐθύνεται διὰ τὴν ὁλοσχερῆ ἀμαύρωσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν γοήτρου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ ἰδίᾳ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἔνθα λαοὶ ἐπήλυδες ἐπαπειλοῦσι νὰ ἐκβάλωσιν ἡμᾶς τῆς πατρώας μας κληρονομίας, ἔνθα ὁ Ἕλλην σήμερον κινδυνεύει ν’ ἀποβάλῃ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, καὶ νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τοὺς παρίας τῶν ἐθνῶν, τοὺς Ἑβραίους. Εὐθύνεται διὰ τὴν νῦν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, καθ’ ἣν ἀπέλπιδες σχεδὸν ἱστάμεθα πρὸ τοῦ χαίνοντος ἐνώπιον ἡμῶν βαράθρου τῆς χρεωκοπίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐθύνεται ἀπέναντι τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ δι’ ὅσα καλά, αὐτὸς μόνος δυνάμενος, παρέλιπε νὰ ἐπιτελέσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὁ κ. Τρικούπης εἶναι ἀνὴρ ὑπερόχου διανοίας, ἔτυχε παιδεύσεως ἀμφιλαφοῦς, οἵας οὐδεὶς τῶν προκατόχων του πολιτικῶν ἀνδρῶν ἐν Ἑλλάδι, διέτριψεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ, ὁπόθεν πλεῖστα ὅσα διδάγματα εἶχε νὰ ἀρυσθῇ ὡς ἐφόδια τοῦ μετὰ ταῦτα πολιτικοῦ του βίου, ἔτυχε δ’ ἐξαιρετικῶν ἀληθῶς περιστάσεων, ὅπως πολλὰ καὶ μεγάλα διαπράξῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ τόπου· διότι ἀνέλαβε τὴν κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος καθ’ ὃν χρόνον αὕτη, προκτησαμένη τὰς νέας ἐπαρχίας, εἶχε τὴν δημοσίαν πίστιν ἀκμάζουσαν, καὶ πλήρης θάῤῥους καὶ πεποιθήσεως ἐνητένιζεν εἰς τὸ μέλλον, καθ’ ὃν χρόνον, τελευτήσαντος τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἔμεινεν αὐτὸς ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα ἄνευ ἐνιαίας καὶ ἰσχυρᾶς ἀντιπολιτεύσεως, ἀπολαύων τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος καὶ τῆς τυφλῆς ἀφοσιώσεως τοῦ Κοινοβουλίου. Τῶν αὐτῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων ἔτυχε καὶ κατὰ τὴν δευτέραν μακρὰν περίοδον τῆς κυβερνήσεώς του ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1886 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890. Καὶ κατὰ τὴν μίαν δὲ καὶ κατὰ τὴν ἄλλην περίοδον ἦτο σχεδὸν δικτάτωρ κύριος, ἡ θέλησίς του ἦτο θέλησις καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως· διότι τί ἠθέλησεν αὐτὸς καὶ δὲν ἔγεινε; ποῖον νομοσχέδιον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ ταύτης; δὲν ἐπεκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ δὲν ἔγεινε νόμος τοῦ Κράτους; Καὶ ὅμως πρὸς τί ἐχρησιμοποιήθησαν ὅλα αὐτὰ τὰ προτερήματά του, ὅλαι αἱ ἐξαιρετικαὶ ἐκεῖναι περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ὁ κ. Τρικούπης ἐπὶ δεκαετίαν σχεδὸν κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὐδὲ κατ’ ὄναρ εἶδον ποτὲ οἱ λοιποὶ πολιτικοὶ ἡμῶν ἄνδρες; Τὰ πάντα ἐχρησιμοποιήθησαν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς παραλύσῃ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξευτελισθῇ ἐξωτερικῶς, ἐνῷ ἠδύνατο αὕτη καὶ ὑπὸ πολιτικὴν καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν καὶ ὑπὸ πολεμικὴν ἔποψιν ν’ ἀνορθωθῇ οὕτως ὑπὸ τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν, ὥστε τὴν σήμερον νὰ θεωρῆται ὁ πρῶτος παράγων ἐν τῷ ἀνατολικῷ ζητήματι. Ἰδού, Κύριοι, διατὶ εἶπον, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης εὐθύνεται ἀπέναντι τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ οὐ μόνον δι’ ὅσα κακὰ ἔπραξε μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσα καλά, δυνάμενος αὐτὸς ὑπὲρ πάντα ἄλλον, παρέλιπε νὰ ἐπιτελέσῃ. Τοιοῦτος ὑπῆρξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς πρὸς πᾶσαν ἄλλην πολιτικὴν, διάφορος δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι ὡς πρὸς τὴν ἐμπορικὴν καὶ τελωνειακὴν πολιτικὴν τῆς χώρας καὶ τὸ ἐγκατοπτρίζον ταύτην δασμολόγιον. Ἔχομεν ἤδη τέσσαρας γενικὰς ἢ μερικὰς μεταῤῥυθμίσεις τοῦ δασμολογίου, ὑπ’ αὐτοῦ εἰσαχθείσας. Πρώτη γενικὴ εἶναι ἡ τοῦ ἔτους 1884, δευτέρα ἡ τοῦ 1886–1887, τρίτη, μερικὴ αὕτη, ἡ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, κατὰ τὴν Αʹ σύνοδον τῆς παρούσης βουλευτικῆς περιόδου, καὶ τετάρτη ἡ προκειμένη. Καθ’ ὅλας τὰς μεταῤῥυθμίσεις ταύτας τοῦ δασμολογίου δὲν καθωδηγήθη ὑπὸ τῶν λόγων ἐκείνων, οἵτινες εἰς ἄλλας χώρας ὑπαγορεύουσιν αὐτάς. Τὸ δασμολόγιον ἐθεώρησε καὶ θεωρεῖ αὐτὸς ἁπλοῦν φορολογικὸν νομοθέτημα, ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔχον, τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων προσόδων· διὸ, ὡς εἰς πάντα ἄλλον φόρον, καὶ εἰς τοὺς δασμοὺς κατέφυγε πάντοτε, ὁσάκις ἀνάγκαι τοῦ δημοσίου ταμείου ἐπέβαλλον τοῦτο. Οὐδέποτε ἐφρόντισε πρὸς τὰς μεταῤῥυθμίσεις τοῦ δασμολογίου νὰ συνδυάσῃ γενικώτερα τῆς χώρας συμφέροντα, οὐδέποτε ἠθέλησεν ὑπ’ αὐτὰς νὰ ἐφαρμόσῃ σύνολον ἀρχῶν, ἢ πολιτικὴν ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν ἐπὶ τὸ δικαιότερον κατανομὴν τῶν δημοσίων βαρῶν, εἰς τὴν προστασίαν καὶ προαγωγὴν τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας. Ἴσως ἄλλος τις ἀνεύρῃ πρόοδόν τινα ἐν τούτῳ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρότερον μὲν ἠρκεῖτο εἰς τὸ σχεδίασμα τοῦ πρώτου τυχόντος ὑπαλλήλου, ὅπερ υἱοθετῶν καὶ ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλήν, ἀπῄτει τὴν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ αὐτῆς, ἄνευ προεπεξεργασίας ἐν ἐπιτροπῇ, συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισίν του, νῦν δὲ, ὡς ὁ ἴδιος ἰσχυρίσθη κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν σχετικὴν ἐργασίαν τῆς ὑπὸ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ κ. Καραπάνου συσταθείσης ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη, Κύριοι, ὑπῆρξε στοιχειώδης ὅλως καὶ ἀτελὴς, περιορισθεῖσα εἰς τὰς γνώμας μόνον τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς καί τινων ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων, καὶ ταύτας ἀναφερομένας οὐχὶ εἰς πάσας τὰς κλάσεις τοῦ δασμολογίου. Δὲν πρόκειται, ὡς βλέπετε, περὶ ἐργασίας πλήρους καὶ ἀρτίας, περὶ ἐργασίας ὁρμωμένης ἐξ ὡρισμένων ἀρχῶν καὶ ἐπιδιωκούσης ὡρισμένους σκοπούς. Καὶ τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐπωφελήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτοῦ, χωρὶς προηγουμένως νὰ τὴν δημοσιεύσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν μελέτην καὶ βάσανον παντὸς εἰδικοῦ ἀνδρὸς, παντὸς ἐνδιαφερομένου, ἐπωφελήθη δὲ αὐτὴν μόνον καθ’ ὅσον συνέφερεν εἰς ὃν αὐτὸς ἐπεδίωκε σκοπὸν, εἰς τὴν ἐκ παντὸς δηλαδὴ τρόπου αὔξησιν τῶν δημοσίων προσόδων. Οὕτω δ’ ἐκ τοῦ προχείρου συνταχθὲν τὸ νομοσχέδιον, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιμένει εἰς τὴν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισίν του, ἐν ἀντιθέσει ἐκ διαμέτρου πρὸς πάντα τὰ γινόμενα ἀλλαχοῦ, ὁσάκις πρόκηται περὶ δασμολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως, καθ’ ἃ ἤδη σᾶς προανέφερα. Τὸ πρῶτον καὶ κύριον γνώρισμα σώφρονος ἐμπορικῆς καὶ τελωνειακῆς πολιτικῆς θεωρεῖται τὴν σήμερον ἡ μὴ ἐπιβάρυνσις ὑπὲρ τὸ μέτρον εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, μὴ παραγομένων ἐν αὐτῇ τῇ χώρᾳ καὶ δι’ ὧν ἐπιβαρύνεται μᾶλλον ἡ ἀπορωτέρα τάξις. Ἡ ἐπιβάρυνσις τοιούτων εἰδῶν διὰ δασμοῦ ἐπαχθοῦς ὑποθάλπει καὶ προάγει τὸ λαθρεμπόριον, συνειθίζουσα οὕτω τὸν λαὸν εἰς τὴν παρανομίαν, ὅπερ πᾶς νομοθέτης ὀφείλει νὰ προλαμβάνῃ ἐκ τοῦ προτέρου. Ἐνῷ δὲ δὲν αὐξάνει τὰς προσόδους τοῦ Κράτους ἀναλόγως πρὸς τὰ ἐπιβαλλόμενα βάρη, πλήττει εἰς τὰ καίρια καὶ τὸ ἔντιμον ἐμπόριον, καθιστῶσα δύσκολον τὸν ἀνταγωνισμὸν αὐτοῦ πρὸς τὸ λαθρεμπόριον. Ἰδοὺ διατὶ ἄλλα Κράτη φροντίζουσι νὰ ἐλαττῶσι καὶ οὐχὶ νὰ αὐξάνωσι τοὺς δασμοὺς ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, τῶν μὴ παραγομένων ἐν ταῖς ἰδίαις χώραις, οὕτω δέ πως οὐ μόνον τὴν ἀπορωτέραν τάξιν ἀνακουφίζουσι κατὰ τὸ δυνατὸν, ἀλλὰ καὶ τὰς δημοσίας προσόδους ἐπαυξάνουσι, δυσχεραίνοντα τὸ λαθρεμπόριον, καὶ τὸ ἔντιμον ἐμπόριον ἐνισχύουσι καὶ προάγουσιν. Ἡμεῖς ὅμως, ἐναντίον τῶν διδαγμάτων τῆς μέχρι τοῦδε πείρας, ἀντὶ νὰ ἐλαττώσωμεν, ἐπαυξάνομεν τὸν δασμὸν τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, ὡς διὰ τῶν προηγουμένων, καὶ διὰ τῆς παρούσης δασμολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Οὕτω λ.χ. ἐπιβαρύνομεν δι’ αὐτῆς ἔτι μᾶλλον τὸν ἱκανῶς ἤδη ἐπιβεβαρημένον καφὲν, ὅστις εἶναι εἶδος γενικῆς καταναλώσεως τοῦ λαοῦ, καὶ δὲν ἐπιβαρύνομεν ἀντ’ αὐτοῦ τὸ τέϊον, τὴν σοκολάταν, τὸ κακάον καὶ ἄλλα ἀντικείμενα ἀπολαυστικὰ μᾶλλον τῶν εὐπορωτέρων τάξεων. Καὶ δὲν ἀγνοῶ μὲν, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδικαιολόγησε τὴν τοιαύτην αὔξησιν τοῦ δασμοῦ τοῦ καφὲ, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνήγγειλεν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν· εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ζάκχαρις ὑπεβάλλετο μέχρι τοῦδε εἰς δασμὸν ἀναλόγως βαρύτερον τοῦ καφὲ, ἔπρεπε καὶ οὗτος, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς τοιαύτης δυσαναλογίας, νὰ φορολογηθῇ βαρύτερον. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ τὸν ἠρώτων, διατὶ τότε πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἐπιδιωκομένης δῆθεν ἀναλογίας δὲν ἠλάττου τὸν δασμὸν τῆς ζακχάρεως; Δὲν θὰ ἦτο τοῦτο τὸ ἁπλούστερον καὶ δικαιότερον; Τὸ δεύτερον γνώρισμα ὑγιοῦς ἐμπορικῆς καὶ τελωνειακῆς πολιτικῆς εἶναι νὰ προστατεύῃ μὲν διὰ δασμῶν τὴν ἐγχωρίαν παραγωγήν, τὴν πλήρη ζωῆς καὶ ὡς τοιαύτην ἀξίαν προστασίας, ν’ ἀποφεύγῃ δὲ τὴν προστασίαν πάσης παραγωγῆς τεχνητῆς, ἐχούσης λόγον ὑπάρξεως μόνον καθ’ ὅσον ἀποζῇ ἐκ τῶν ἐπιβαλλομένων χάριν αὐτῆς κυρίως βαρυτέρων δασμῶν εἰς τὸν λαόν. Παρ’ ἡμῖν ὅμως πᾶν τοὐναντίον συμβαίνει συνήθως. Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ προστατεύσωμεν βιομηχανίας θνησιγενεῖς ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, καὶ ταύτας μόνον χάριν ἀτόμων τινῶν προνομιούχων, εἰς ἃ καθιστῶμεν σχεδὸν ὑποτελῆ τὸν λαόν. Οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι, ἀφίνομεν ὅλως ἀτελῆ τὰ διὰ πίλους προωρισμένα εἰς σχῆμα κώνου πιλήματα, δι’ ἃ ἀπαιτεῖται ὁ χρωματισμὸς μόνον καὶ τὸ σιδέρωμα ὁμοῦ μετὰ τῶν ταινιῶν, ἁπλουστάτη δηλαδὴ ἐργασία, ὅπως προστατεύσωμεν εἶτα τόσον ἀναξίαν λόγου βιομηχανίαν, ἐπιβάλλοντες νῦν γενικὸν δασμὸν ἐκ δρ. 5,29, συμβατικὸν δ’ ἐκ 3,31 ἐφ’ ἑκάστου ἔξωθεν εἰσαγομένου πίλου. Καὶ τὸν βαρὺν τοῦτον ἀναλόγως δασμὸν ἐπιβάλλομεν, ὅπως ἐξ αὐτοῦ συντηρηθῶσιν οἱ πιλοποιοί μας. Ἀφίνομεν σχεδὸν ἀτελῆ οὐχὶ τὴν ἀκατέργαστον, οὐχὶ τὴν ἡμικατειργασμένην, ἀλλὰ τὴν σχεδὸν κατειργασμένην ὕλην τῆς κηροπηγίας, τὴν κηριζίνην καὶ στεατίνην, ἥτις δὲν κάμνει ἄλλο τι ἢ, φέρουσα ἔξωθεν καὶ τὰ φυτίλια ἕτοιμα, χύνει ἁπλούστατα τὴν ὕλην ἐκείνην εἰς αὐτὰ, ἀφοῦ τὴν νοθεύσῃ μὲ καλοφώνιον, καὶ οὕτω παρασκευάζει τὰς συνήθεις λαμπάδας, δι’ ὧν καθιστᾶται ἀδύνατος ὁ συναγωνισμὸς, προβληματικὴ δὲ καὶ αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τῆς ἐγχωρίας μελισσοκομίας καὶ τοῦ ὑπ’ αὐτῆς παραγομένου καθαροῦ κηροῦ, μολύνεται δὲ καὶ ὁ ἀτμοσφαιρικὸς ἀὴρ, πρὸς βλάβην τῆς ὑγείας ἐν τοῖς ναοῖς, ὅπου γίνεται τὴν σήμερον χρῆσις τοῦ νόθου ἐκείνου κηροῦ. Καὶ ὅπως προστατεύσωμεν τόσον ἀναξίαν λόγου βιομηχανίαν, ἀφίνομεν ἐλάχιστον δασμὸν ἐκ δρ. 1,58 κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῆς κατειργασμένης ὕλης, ὑποβάλλομεν δὲ εἰς βαρὺν δασμὸν τὰς ἔξωθεν εἰσαγομένας λαμπάδας ἐκ τῆς αὐτῆς ὕλης εἰς δασμὸν ἐκ δρ. 5,29 κατ’ ὀκᾶν, ὅπως ἐντεῦθεν συντηρῶνται καὶ πλουτῶσιν οἱ κηροπηγοὶ ἡμῶν. Τοῦτο μοὶ ὑπενθυμίζει, Κύριοι, καὶ ἑτέραν τινὰ βιομηχανίαν, τὴν τῶν πυρείων, ἀναπτυχθεῖσαν πρό τινων ἐτῶν παρ’ ἡμῖν, ὅτε δὲν εἶχον ἀκόμη ὑπαχθῆ αὐτὰ εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους. Τότε ὑπῆρχεν ἐργοστάσιόν τι ἐν Πειραιεῖ, φέρον τὸν ὑπερήφανον τίτλον «Μέγα βιομηχανικὸν κατάστημα πυρείων». Ἠξεύρετε ποία ἦτο ἡ βιομηχανία τούτου; Ἔφερεν ἔξωθεν ἀτελῆ, ὡς πρώτην δῆθεν ὕλην, τὰ ξυλάρια, τὸ ἀναγκαιοῦν φωσφόρον καὶ τὰ κυτία ἕτοιμα, καὶ ἐμβάπτον τὰ ξυλάρια εἰς τὸ φωσφόρον καὶ ἐνθέτον αὐτὰ εἰς τὰ κυτία, ἐκέρδιζεν οὕτως ἀκόπως τὸν εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα πυρεῖα ἐπιβαλλόμενον δασμόν. Μὴ νομίσῃ δέ τις, ὅτι ὡς πρὸς τὴν προστασίαν τῆς βιομηχανίας, τῆς κηροπηγίας καὶ πιλοποιίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠκολούθησε τὴν γνώμην τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Καραπάνου συστηθείσης ἐπιτροπῆς ἢ ἄλλων εἰδημόνων ἀνδρῶν· πᾶν τοὐναντίον. Ἡ ἐπιτροπὴ δηλαδὴ ὑπέδειξε τὴν ἐπιβολὴν δασμοῦ ἐπὶ τῶν εἰς σχῆμα κώνου πιλημάτων, πάντες δὲ οἱ εἰδήμονες συνέστησαν τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ τῆς κηριζίνης εἰς 4–5 δρ. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης ἐκώφευσε πρὸς τὰς τοιαύτας συστάσεις, ἐπιθυμῶν νὰ προστατεύῃ οὕτω καὶ νὰ πλουτίζῃ ὡρισμένους τινὰς βιομηχάνους, φίλους ἴσως τοῦ κόμματος. Τὸ ἴδιον ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ καὶ ὡς πρὸς τὴν περίφημον βιομηχανίαν τῆς ἀλευροποιίας παρ’ ἡμῖν. Αὕτη συντηρεῖται ὡς ἐκ τοῦ ἀπαγορευτικοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἀλεύρων, χάριν τοῦ ὁποίου ἡ ἐγχωρία ἀλευροποιΐα μένει ἄνευ ἀνταγωνισμοῦ, καὶ ἔχουσα οὕτω τὸ μονοπώλιον τῶν ἀλεύρων, πωλεῖ ταῦτα ὑπερτετιμημένα ἀναλόγως, καὶ ἐπαυξάνει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν τιμὴν τοῦ ἤδη ὑπερτετιμημένου ἄρτου τοῦ λαοῦ τῶν πόλεων καὶ τῶν νήσων. Ὁ τοιοῦτος δασμὸς θὰ εἶχε λόγον ἐν χώρᾳ αὐτάρκει πρὸς διατροφὴν τῶν κατοίκων της, ὡς ἡ Βουλγαρία, παρ’ ἡμῖν ὅμως, ἔνθα μέγα ποσὸν σιτηρῶν εἰσάγεται ἔξωθεν πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, ὁ ἀπαγορευτικὸς δασμὸς τῶν ξένων ἀλεύρων εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπει ἢ εἰς τὸν πλουτισμὸν ὀλίγων ἀλευροβιομηχάνων τέλεσι καὶ δαπάναις τοῦ λαοῦ. Εἶναι πλάνη νὰ νομίσῃ τις, ὅτι οὕτω πως παρακωλύεται ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ χρυσοῦ ἐκ τῆς χώρας. Ἂν ὑπολογίσητε ἀκριβῶς, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐπὶ βιομηχανιῶν, οἷαι αἱ τῆς πιλοποιΐας, κηροπηγίας καὶ ἀλευροποιΐας, ὁ αὐτὸς σχεδὸν χρυσὸς ἐξάγεται καὶ διὰ τὴν πρώτην αὐτῶν ὕλην, ὅσος θὰ ἐξήγετο καὶ πρὸς προμήθειαν τῶν σχετικῶν προϊόντων των ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅσα δὲ περιπλέον πληρόνει ὁ λαὸς χάριν τῶν προϊόντων τούτων, εἶναι φόρος κατὰ τὸ πλεῖστον εἰσερχόμενος οὐχὶ εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλ’ εἰς τὰ ἰδιαίτερα ταμεῖα τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος βιομηχάνων. Τὸ αὐτὸ περίπου πνεῦμα διήκει δι’ ὅλου τοῦ ἐν ἰσχύϊ δασμολογίου καὶ διὰ τῶν νῦν προτεινομένων μεταῤῥυθμίσεων. Οὐδεμία παρατηρεῖται ἐλάττωσις δασμῶν ἐπὶ εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης, μὴ παραγομένων ἐν τῷ τόπῳ, οὐδεμία ἀξία λόγου ἐγχωρία παραγωγὴ τυγχάνει προστασίας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἢ διάφοροι εἰδήμονες συνέστησαν πολλὰς ἐκπτώσεις δασμῶν ἐπὶ εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης, ἰδίᾳ διὰ τὸν λαὸν, ἀλλ’ οὐδεμίαν σχεδὸν ἐξ αὐτῶν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Συνέστησαν καὶ διαφόρους αὐξήσεις δασμῶν χάριν προστασίας ἀληθοῦς ἐγχωρίας παραγωγῆς, ἀλλὰ καὶ αἱ συστάσεις αὗται τῆς αὐτῆς σχεδὸν ἔτυχον ὑποδοχῆς. Συνέστησαν ἐπὶ παραδείγματι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς μικρᾶς ἡμῶν κτηνοτροφίας αὔξησιν τοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθι εἰσαγομένων αἰγῶν καὶ προβάτων· ἀλλὰ δὲν εὗρον χάριν. Συνέστησαν χάριν τῆς ἐγχωρίας ἡμῶν σαπωνοποιΐας αὔξησιν δασμοῦ εἰς τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον σάπωνα, ἰδίᾳ τὸν εἰς τεμάχια ἐπιμήκη καὶ μὴ κεχρωματισμένον, ἄνευ ἀρώματος καὶ χρήσιμον πρὸς πλύσιμον τῶν χειρῶν καὶ τοῦ σώματος, εἰς δρ. 1 κατ’ ὀκᾶν· ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθησαν. Συνέστησαν αὔξησιν δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἔξωθι εἰσαγομένου τυροῦ κασσέρι ἢ κασκαβάλι, κεφαλοτυρίου καὶ τουλουμοτυρίου χάριν τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς· ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν εἰσηκούσθησαν. Πλὴν μήπως εἰσηκούσθησαν αἱ συστάσεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν εἰδημόνων ὡς πρὸς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα νήματα καὶ ὑφάσματα; Περιεβάλομεν, Κύριοι, τὴν ἐν Πειραιεῖ ὑφαντουργίαν καὶ νηματουργίαν διὰ προνομίων ἀληθῶν, ὑπαγαγόντες τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα προϊόντα αὐτῆς εἰς δασμὸν 50 καὶ πλέον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, καὶ ἐπιβαρύναντες οὕτω χάριν αὐτῆς τοὺς καταναλωτὰς, τὸν λαόν. Καὶ ὅμως ἀφήσαμεν ὅλως ἀπροστάτευτον τὴν ἐγχωρίαν βαμβακοπαραγωγὴν, ἐξ ἧς δὲν συντηροῦνται μόνον 5–10 βιομήχανοι, ἢ καὶ ἑκατοστύες τινὲς ἐργατῶν, ἀλλ’ ὁλόκληροι ἐπαρχίαι. Ὡς ἐὰν μὴ ἤρκει δηλαδὴ ὁ ὑπὲρ τῆς νηματουργίας καὶ ὑφαντουργίας ἐπιβληθεὶς βαρύτατος δασμὸς εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα προϊόντα των, ἀφήσαμεν ὅλως ἀτελῆ χάριν αὐτῶν καὶ τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον βάμβακα, πρὸς ὃν βεβαίως ὁ ἐγχώριος βάμβαξ δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ ἐλεύθερον ἀνταγωνισμόν. Ὡς ἐκ τούτου ἡ ἡμετέρα βαμβακοπαραγωγὴ φθίνει ὁσημέραι καὶ κινδυνεύει νὰ ἐκλίπῃ ὅλως, ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ καὶ τῶν βαμβακοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ τῆς χώρας καθόλου, ἥτις θ’ ἀποστερῆται ἐν τῷ μέλλοντι τὸν πρὸς προμήθειαν τοῦ ξένου βάμβακος χρυσόν. Ἐπιφυλάττομαι, Κύριοι, νὰ εἴπω πλείονα περὶ τῶν διαφόρων ζωτικῶν τῆς χώρας ζητημάτων, τῶν συναφῶν πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα αὐτοῦ. Τό γε νῦν ἔχον, δηλῶ, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οὐχὶ ὑπὲρ τῆς προτεινομένης, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ δασμολογίου ἡμῶν. Ἐννοοῦμεν δὲ ταύτην γινομένην μετὰ μακρὰν μελέτην καὶ βάσανον πάντων τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὸ συμφερόντων, τόσον τῶν δημοσίων, ὅσον καὶ τῶν κατ’ ἰδίαν τῆς χώρας. Ἐννοοῦμεν τὴν μεταῤῥύθμισιν ἐκδηλοῦσαν ὡρισμένην ἐμπορικὴν καὶ τελωνειακὴν πολιτικὴν, τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἥτις τὴν σήμερον διέπει τὰ δασμολόγια ὅλων τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Ἐννοοῦμεν διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ δασμολογίου νὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὸν δασμὸν πάντων τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, τῶν μὴ παραγομένων ἐν τῇ χώρᾳ, ἀνακουφίζοντες οὕτω τὸν λαὸν, νὰ καταργήσωμεν δὲ τὰ προνόμια, ἅτινα ἔχουσιν ἤδη χορηγηθῆ διὰ τοῦ δασμολογίου εἰς ὡρισμένα ἄτομα ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ προστατεύσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν ἀξίαν προστασίας καὶ πλήρη μέλλοντος ἐγχωρίαν παραγωγήν. Δὲν ἀγνοῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ ἀκολουθοῦσα αὐτὸν πλειονοψηφία, μεθ’ ὅσα ὀρθὰ καὶ δίκαια καὶ ἂν εἴπωμεν ἡμεῖς, δὲν θὰ θελήσωσι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς ἡμετέρας γνώμας. Ἀλλ’ ἂν κατ’ ἀρχὴν γείνῃ δεκτὸν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, θὰ παρεκάλουν νὰ παραπεμφθῇ αὐτὸ, ἄν ὄχι εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀπέδειξεν ἤδη, ὅτι δὲν ἔχει τὴν θέλησιν νὰ ἐργασθῇ, τοὐλάχιστον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, καταρτιζομένην ἐπὶ τούτῳ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἐκ Βουλευτῶν δυναμένων καὶ θελόντων νὰ ἐργασθῶσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ πολλὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, νὰ ἐπεξεργασθῇ δὲ καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐν τοῖς καθέκαστα κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν εἶναι προσιτὸς εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς. Τὸ νομοσχέδιον καὶ οὕτω θὰ ἔχῃ πάντως ἐλλείψεις πολλὰς, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὀλιγωτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔχει τώρα, καὶ τὰς ὁποίας θέλων νὰ ἐξελέγξῃ τις ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς, θὰ καθίστατο ἀνιαρὸς εἰς αὐτήν.
§55Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν αὐτὸς οὗτος, ὅτι, καίτοι συνεστήθη ἡ ἐπιτροπὴ ὑπὸ προκατόχου Ὑπουργείου, τὸ ἔργον αὐτῆς ὑπῆρξε στοιχειῶδες· καὶ βεβαίως δὲν ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ὑπῆρξε τυχαῖον· τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἦτο ἀναγκαῖον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν παρ’ ἡμῖν νὰ γένηται ἐργασία ἄλλη, παρὰ τὴν στοιχειώδη, ἐν τοῖς περὶ τοῦ δασμολογίου. Ἐὰν πρόκηται περὶ γενικῆς ἀναθεωρήσεως, δύναται παρ’ ἡμῖν νὰ ὑπάρχωσι πολλοὶ, ὅπως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ἀναγνόντες συγγράμματα περὶ συστημάτων φορολογικῶν, καὶ δυνάμενοι περὶ αὐτῶν νὰ ὁμιλήσωσιν, ἀλλ’ ἐν ἐπιτροπῇ αἱ ἀνταλλαγαὶ ἰδεῶν ἐπὶ τοιούτων θεμάτων εἰς οὐδὲν χρησιμεύουσι, διότι θὰ ἦναι προτιμότερον νὰ προμηθεύσῃ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς ἕκαστον τῶν μελῶν τρία ἢ τέσσαρα συγγράμματα... (ἱλαρότης).
§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι καὶ εἰς τὰ καθέκαστα θὰ ἔλθωμεν εἰς τοιαύτας συζητήσεις, κύριε Πρωθυπουργέ.
§57Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν ἐπιτροπῇ ἡ περὶ τὰ καθ’ ἕκαστον ἐργασία παρ’ ἡμῖν δὲν δύναται νὰ ᾖναι σπουδαία, διότι δὲν ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν ἡ πεῖρα, ἥτις εἶναι ἀναγκαία, ὅπως δυνάμεθα γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου νὰ διεξαγάγωμεν ἐπὶ τῇ βάσει ἐγχωρίων στοιχείων· ἀναγκαίως ἄρα ἀποτεινόμεθα εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἵνα ἀρυσθῶμεν τὰ φῶτα ἐκ τῆς πείρας ἐκείνων καὶ ἐκ τῶν θεωριῶν, αἵτινες ἀπέῤῥευσαν ἐκ τῆς πείρας ταύτης. Ἄλλως ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν πρόκειται περὶ γενικῆς ἀναθεωρήσεως.
§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατὶ τὸ ἐφέρατε;
§59Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς βεβαίως δὲν ἠπατήθη ἐξ ὧν προσεκομίσαμεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐρωτᾷ, διατὶ εἰσηγάγομεν νέον δασμολόγιον, ἀφοῦ δὲν εἴχομεν σκοπὸν νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὸ εἰς γενικὴν ἀναθεώρησιν. Κατ’ αὐτὸν, ἀφοῦ ἡ ἀναθεώρησις ἦτο περιττὴ, ἠδυνάμεθα νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ πρὸ ὀλίγου ὑποβληθὲν καὶ περιέχον πᾶν τὸ ἤδη ἐπιψηφισθησόμενον. Εἴπομεν, ὅτε ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ παρουσιαζόμενον εἰς τὴν Βουλὴν λίαν μετριοφρόνως, ὡς περιέχον ὀλίγας τροποποιήσεις εἰς τὸ δασμολόγιον, ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν τροποποιήσεων ἠθέλομεν προκαλέσει τὴν ψήφισιν ὁλοκλήρου τοῦ δασμολογίου, περιλαμβάνοντος καὶ τὰς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου τροπολογίας καὶ ἄλλας, γενομένας πρότερον, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ ὑπηρεσία περὶ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς, διότι εἶναι σπουδαῖον νὰ ἔχῃ ἡ ὑπηρεσία πρὸς ἐφαρμογὴν ἓν τεῦχος αὐθεντικὸν, ὅταν μάλιστα ὑπάρχωσιν ἐν τοῖς δασμοῖς πολλαὶ διαιρέσεις, ὡς ἐκ τοῦ διέποντος τὰ δασμολογικὰ ἡμῶν πράγματα συστήματος· διότι ἔχομεν τέλη συμβατικὰ, ἅτινα εἶναι καὶ τὰ συνήθη, ἔχομεν τέλη ἄνευ συμβάσεως, ἔχομεν τρίτην κατηγορίαν «τέλη γενικὰ δασμολογίου», ἔχομεν συνδυασμὸν τῶν τριῶν κατηγοριῶν μετὰ τελῶν πληρονομένων εἰς χρυσὸν καὶ μετὰ τελῶν πληρονομένων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὥστε ἡ διαίρεσις αὕτη, ἡ ὑφισταμένη ἐκ τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, καὶ αἱ προσθῆκαι, αἱ ἑκάστοτε γενόμεναι, ἄλλοτε μὲν ἐν τῷ συμβατικῷ δασμολογίῳ διὰ συμβάσεων, ἄλλοτε δ’ ἐν αὐτῷ ἄνευ συμβάσεων, ἄλλοτε ἐν τῷ γενικῷ δασμολογίῳ, ἄλλοτε ἐν τῇ ὑπαγωγῇ κατηγοριῶν εἰς τὰ τέλη τὰ πληρονόμενα εἰς χρυσὸν, ἐπὶ τῇ ἀδείᾳ ὅμως τῆς πληρωμῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ηὐξημένα πρῶτον μὲν κατὰ 15 ἑκατοστὰ, εἶτα δὲ κατὰ ἕτερα 15 ἑκατοστὰ τῶν 115, ἤτοι κατὰ 17 καὶ ¼ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἔχομεν δ’ ἐπὶ τῶν αὐτῶν κλάσεων καὶ τέλη γενικὰ, ὅπως ἔχομεν καὶ τέλη γενικὰ ἄνευ ἀντιστοίχων συμβατικῶν, πάντα ἄρα ταῦτα ἐπέβαλλον τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ζητήσῃ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ δασμολόγιον συμπαγιούμενον, καὶ οὐχὶ ἵνα εἰσαγάγῃ δασμολόγιον ἀνατεθεωρημένον, ὡς ὑπέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἢ ὡς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὅτι ὑπέλαβε. Τοσούτῳ μᾶλλον ἐπεβάλλετο ἡ ὑποχρέωσις αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅσῳ αἱ παρ’ αὐτῆς εἰσαγόμεναι τροπολογίαι, ἐπιπροστιθέμεναι εἰς τὰς προηγουμένως ψηφισθείσας, αἵτινες καὶ σπουδαιότεραι εἶναι πολλαὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἤδη προτεινομένων καὶ πολυαριθμότεραι, ὁπωσδήποτε θὰ ἐπηύξανον τὴν ὑφισταμένην σύγχυσιν. Τὸ συνημμένον ἄρα εἰς τὸ νομοσχέδιον δασμολόγιον οὐδὲν περιέχει νέον, εἰμὴ ὅσα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐν ἰδίῳ νομοσχεδίῳ περιελαμβάνοντο, μετὰ νεωτέρων τινῶν οὐχὶ πολλοῦ λόγου τροποποιήσεων, ἃς ὑπηγόρευσαν αἱ κατόπιν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου γενόμεναι παρατηρήσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἤδη λοιπὸν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου δύναται δεδικαιολογημένως νὰ γένηται συζήτησις ἐπὶ τοῦ συστήματος τῆς κατατάξεως τῇ προσθήκῃ στηλῶν, διότι τοῦτο εἶναι νέον, τὰ τῶν δασμῶν ὅμως εἶναι τὸ πλεῖστον τὰ τέως ἐψηφισμένα. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ἔπρεπε νὰ συστηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπή, ἥτις νὰ μελετήσῃ τὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς γινώσκει, ὅτι ἐπιτροπαὶ ἐν τῇ Βουλῇ δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσωσιν ἐπὶ ἑτέρων νομοσχεδίων, ἐφ’ ὧν θὰ ἦτο ὀλιγώτερον δυσχερὴς ἡ λειτουργία ἐπιτροπῆς· προκειμένου ἄρα περὶ ἐργασίας, ὁποία αὕτη, ἀπαιτούσης εἰδικὴν πεῖραν, βεβαίως δὲν ἠδυνάμεθα ἐκ βουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ν’ ἀπεκδεχώμεθα ὧν δὲν ἐτύχομεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐξ ἐπιτροπῆς, ἧς τὴν ἐνέργειαν καὶ ὁ προκάτοχος ἐμοῦ Ὑπουργὸς, καὶ τούτου ὁ προκάτοχος, καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ πολλάκις προεκαλέσαμεν. Μόνον λόγῳ περιποιήσεως πρὸς πρόσωπα δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι βουλευτικὴ ἐπιτροπὴ περὶ τοῦ δασμολογίου, περιλαμβάνουσα τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν συνάδελφον, πολλὰ ὑπόσχεται. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐπαγγέλλεται, ὅτι πολλὰ ἀπεκδέχεται παρ’ ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ δασμολογίου, περιλαμβανούσης τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης· ἐγὼ ὅμως ὁμολογῶ, ὅτι ἐλάχιστα ἀπεκδέχομαι παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἂν ἤθελεν ἔτι κληθῆ ἵνα μετάσχῃ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος. Τὸ νομοσχέδιον, κυροῦν ἁπλῶς τεῦχος γενικοῦ δασμολογίου, συγχωνεύοντος πάντας τοὺς προηγουμένους νόμους καὶ περιλαμβάνοντος τὰς τροπολογίας, τὰς προταθείσας κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν σύνοδον, δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, ἀρκούμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσιακὴν προεπεξεργασίαν, ἀφοῦ ἡ συζήτησις ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλεται περιωρισμένη εἰς τὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ καταρτισμοῦ τοῦ τεύχους καὶ ἐκ τῶν ἐν αὐτῇ εἰς μόνα τὰ ἀποτελοῦντα νεωτερισμόν. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ συζητήσωμεν περὶ πάντων τῶν ἐν τῷ τεύχει καὶ περὶ τῶν περιληφθέντων ἐν αὐτῷ, ὅπως ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τῶν κειμένων παρασχεθῇ εὐκολία εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ οὐχὶ ἕνεκα νεωτερισμοῦ, τὸ ἔργον δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ ὁλόκληρον βουλευτικὴν περίοδον, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται· πρόκειται περὶ ὀλίγων νεωτερισμῶν, καὶ περὶ συγχωνεύσεως τῶν κειμένων, καὶ εἰς τοῦτο, νομίζω, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, ἐπιφυλαττομένου τοῦ κ. Βουλευτοῦ νὰ φωτίσῃ ἡμᾶς ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον, ἔνθα ἡ συνδρομή, ἣν θέλει παράσχει εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἦναι τελεσφορωτέρα ἢ ἐν τοῖς γενικωτέροις, μὴ παρέχουσι τὸ ἔδαφος πρὸς συζήτησιν.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ ἐργασίας προπαρασκευαστικῆς, γενομένης ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ παρεστήθη, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη δὲν ἦτο τοσοῦτον πλήρης, ὅσον προσῆκε νὰ ἦναι ἐργασία σκοποῦσα τὴν μεταβολὴν τῶν τελωνειακῶν δασμῶν καὶ ἐπηρεάζουσα τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ τὴν κατανάλωσιν, ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐγένετο ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται πρὸς καταρτισμὸν πληρεστέρας ἐργασίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, συνάδελφος ἐμὸς τότε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε συστήσει ἐπιτροπὴν, ἥτις εἰργάσθη καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Καραπάνου, ἐγὼ, διαδεχθεὶς αὐτὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐξηκολούθησα τὴν ἐργασίαν ταύτην καὶ τὴν μελέτην τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἐργασίας προέκυψαν· ἐχρησιμοποίησα δὲ πάντα τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ συλλέξῃ τις πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἐργασίας ταύτης. Δὲν ἐγένετο βεβαίως ἀναζήτησις πληροφοριῶν ἢ φώτων ἐν τῇ Ἐθνικῇ Βιβλιοθήκῃ τοῦ Πανεπιστημίου ἢ ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς, διότι τὰ φῶτα ταῦτά εἰσιν ἤδη διαδεδομένα καὶ προσιτὰ εἰς τοὺς ἀσχολουμένους περὶ τὴν ὕλην ταύτην· ἐχρησιμοποίησα δὲ πρὸς τούτοις καὶ τὰ φῶτα τὰ ἐκ τῆς πείρας τῆς ἐφαρμογῆς τῶν μέχρι τοῦδε ἰσχυόντων τελωνειακῶν δασμῶν, τὰ ὁποῖα συνεκόμισαν οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἐκτελέσαντες τὸ δασμολόγιον ἐν τῇ τελωνειακῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ τὰ ἐκ τῆς διοικήσεως, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ἐπὶ τέσσαρας περίπου ἑβδομάδας καθ’ ἑκάστην ἐπὶ τέσσαρας καὶ πέντε ὥρας ἐγὼ αὐτὸς εἰργαζόμην μετὰ τμηματαρχῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, βασανίζων, διαῤῥυθμίζων, ἐρευνῶν καὶ ἀποφαινόμενος ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν λέγω ταῦτα διότι θέλω νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγε, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ μελετήσω αὐτό. Ἐζήτησα ἄλλοτε, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἀπηύθυνεν ἐρώτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πίνακάς τινας, τοὺς ὁποίους δὲν εἶδον ἂν κατέθηκεν ἔτι, διότι οἱ κατατεθέντες ὑπ’ αὐτοῦ εὑρίσκονται εἰς χεῖρας ἄλλων συναδέλφων. Πιστεύω δ’ ὅτι εἶναι κανονικώτερον, καὶ ἴσως τακτικώτερον, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, νὰ προβῶμεν μεθοδικῶς εἰς τὴν συζήτησιν, ἐξετάζοντες ἑκάστην τῶν προτεινομένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου μεταβολῶν, διότι οὕτω θέλομεν δυνηθῆ νὰ συντελέσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν διαφώτισιν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐκ τῶν προτέρων ὅμως κατάκρισις πάσης ἐργασίας εἶναι πρόωρος. Καὶ ἐνδέχεται μὲν ἡ ἐργασία νὰ ἦναι ἀτελὴς ἢ πλημμελὴς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ψαύσωμεν τὰς λεπτομερείας καὶ νὰ ἐρευνήσωμεν αὐτὰς, πρὶν ἢ κατακρίνωμεν ἐν ὅλῳ τὴν ἐργασίαν.
§61ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὲ παρεξήγησε τέλεον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Ἐγὼ δὲν κατηγόρησα τὸ παράπαν τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν συσταθεῖσαν ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας αὐτοῦ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου, ἀλλ’ εἶπον μόνον ὅτι ἡ ἐργασία αὐτῆς, ὡς ἐγκατελείφθη, εἶναι στοιχειώδης ὅλως καὶ ἀτελής. Ἂν ἀμφιβάλλητε περὶ τούτου, δύναμαι νὰ προσαγάγω ἐνταῦθα τὸν σχετικὸν φάκελλον, ὃν ἔλαβον χθὲς ἐκ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς, καὶ ἐξ οὗ θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἐξήνεγκον καὶ ἐσημείωσαν ὑπὸ πολλὰς κλάσεις τοῦ ἐν ἰσχύϊ δασμολογίου τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, οἱ κ. κ. Ἀνδρικόπουλος, Ρεδιάδης καὶ Βαλέττας, διαφόρους γνώμας ἰδίας, προσεσημείωσαν δὲ ὑπ’ αὐτὰς καὶ τὰς γνώμας τινῶν ἐμπόρων ἢ ἐργοστασιαρχῶν, κατ’ ἐξοχὴν τοῦ παντοπώλου κ. Θανοπούλου καὶ τοῦ ἐμπόρου κ. Ἀριστείδου Κανελλοπούλου ἐν Ἀθήναις, τοῦ κ. Σταμάτη ἐν Βώλῳ καὶ τοῦ κ. Τζάνε ἐν Καλάμαις, ἀλλὰ συστηματικὴν, πλήρη ἐργασίαν, διήκουσαν δι’ ὅλου τοῦ δασμολογίου καὶ συνηρμολογημένην εἰς ἕν τι ὅλον, δὲν παρεσκεύασαν. Τοῦτο δὲ λέγων, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ κατακρίνω τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἢ οἱ ὑπ’ αὐτῶν συμβουλευθέντες ἔμποροι καὶ ἐργοστασιάρχαι. Περὶ τούτου οὔτε πρὶν προέκειτο, οὔτε νῦν. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ἐπιβεβαιώσω μόνον ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς οὔτε ἄλλος τις δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ· ἀπορῶ δὲ, πόθεν ὁρμώμενος ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἐμέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶπον, οὐδ’ ἐσκέφθην κἄν. Ἀφοῦ ὅμως ἔλαβον ἅπαξ τὸν λόγον, ὅπως ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ὀφείλω νὰ πράξω τοῦτο καὶ ὡς πρός τινα ἄλλην παρατήρησίν του. Ἠθέλησε ν’ ἀπευθύνῃ μομφὴν κατ’ ἐμοῦ, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοθετήματος, οἷον τὸ δασμολόγιον, συνεβουλεύθην μόνα τὰ συγγράμματα τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι ἐπὶ τοιούτων θεμάτων πρέπει νὰ λαμβάνηται μᾶλλον ἡ πεῖρα ὑπ’ ὄψιν. Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι δι’ ὅσων προηγουμένως εἶπον περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀπέδειξα ὅτι εἶχον ὑπ’ ὄψιν οὐ μόνον τὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ τὰ πορίσματα τῆς πείρας καὶ ἄλλων λαῶν καὶ ἡμῶν αὐτῶν. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἡ θεωρία πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ συμβαδίσῃ πρὸς τὴν πεῖραν, τοιαύτη εἶναι ἡ σύνταξις καὶ ἡ συζήτησις νομοσχεδίου, οἷον τὸ προκείμενον. Βεβαίως ἡ ἐπιστήμη ἐπὶ τοιούτου νομοθετήματος ἄνευ τῆς ἀναγκαίας πείρας θὰ περιῆγεν εἰς πολλὰ ἀτοπήματα· ἀλλὰ καὶ ἡ πεῖρα ἄνευ τοῦ φωτὸς τῆς ἐπιστήμης θὰ προσέκρουεν ἀνὰ πᾶν βῆμα. Δὲν ἠξεύρω τίνα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐννοεῖ πεῖραν· ἴσως ἐννοεῖ τὴν πεῖραν τῆς μακρᾶς καὶ διηνεκοῦς ἐν τοῖς δημοσίοις γραφείοις ὑπηρεσίας, τὴν τῆς γραφειοκρατίας. Τοιαύτην πεῖραν ὁμολογῶ, ὅτι δὲν κέκτημαι ἐγώ. Ἂν δὲ νομίζῃ αὐτὸς, ὅτι ἡ πεῖρα αὐτὴ πρέπει νὰ μᾶς καθοδηγῇ πάντοτε ἐν τῇ νομοθετικῇ ἡμῶν ἐργασίᾳ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔχω διάφορον αὐτοῦ γνώμην καὶ ἐν τούτῳ, γνώμην ἀρυομένην πάλιν οὐ μόνον ἐκ τῶν βιβλίων, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς μέχρι τοῦδε πείρας ἡμῶν. Εἴδομεν ἤδη τὴν ἐκ τῆς γραφειοκρατίας πεῖραν χανομένην εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ μὴ δυναμένην νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰ καθόλου· εἴδομεν αὐτὴν παρασκευάζουσαν κατὰ μικρὸν τὴν σύγχυσιν, τὴν ἐπικρατοῦσαν τὴν σήμερον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, ἥτις εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἔργον αὐτῆς ἀποκλειστικόν. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω ἐγὼ, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἐπὶ παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου νὰ ἐξέλθωμεν τῆς πεπατημένης ὁδοῦ, ἥτις μᾶς ἔφερεν ἐκεῖ, ὅπου εὑρισκόμεθα νῦν, καὶ ν’ ἀρχίσωμεν νὰ συμβουλευώμεθα καὶ τὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης καὶ τὰ πορίσματα τῆς ἀληθοῦς πείρας, τῆς πείρας τῶν ἄλλων λαῶν καὶ ἡμῶν αὐτῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§63ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μίαν παρατήρησιν θ’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 2, «ἐὰν κατὰ τὸν τελωνισμὸν ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις μεταξὺ τοῦ παραλήπτου καὶ τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν ἐμπορεύματός τινος, ἀποφαίνεται ἀνεκκλήτως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσῃ τὴν γνώμην ἐπιτροπῆς συνισταμένης 1) ἐκ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ἢ τοῦ παρ’ αὐτοῦ ὑποδεικνυομένου νομικοῦ συμβούλου, 2) ἐκ τοῦ τμηματάρχου τοῦ τμήματος τῶν μεταλλείων καὶ μονοπωλίων, ἢ, τούτου κωλυομένου, ἐκ τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὀρυκτολόγου, καὶ 3) ἐξ ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ, ὁριζομένου διὰ βασιλικοῦ διατάγματος». Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀμφισβητήσεως ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν ἑνὸς ἐμπορεύματος, καλὸν θὰ ἦτο, ἐὰν προσελαμβάνετο εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἷς εἰδικὸς πραγματογνώμων ἐκ τοῦ σχετικοῦ βιομηχανικοῦ ἢ ἐμπορικοῦ κλάδου. Ἐκτιμῶ τὰ φῶτα τῶν διαφόρων νομικῶν καὶ δικαστικῶν συμβούλων, τμηματαρχῶν καὶ λοιπῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἀκριβῶς τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς ἐξῆρε τὴν ἀνάγκην τῆς πείρας καὶ ἔθεσεν ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ τὴν θεωρίαν καὶ τὴν ἐπιστήμην, πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν καὶ οἱ εἰδήμονες, καὶ νὰ μετέχῃ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπῆς καὶ εἷς τοὐλάχιστον εἰδικὸς πραγματογνώμων.
§64Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ πραγματογνώμων νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μετέχῃ τῆς διασκέψεως, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ θεωρήσῃ τὰ φῶτα αὐτοῦ ἀναγκαῖα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ν’ ἀποφαίνηται ὡς ἔχων ψῆφον. Οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν ἐπιτροπὴν εἶναι κατάλληλοι, ὅπως αὐτοὶ ἐκτιμήσωσι τὴν γνώμην τοῦ πραγματογνώμονος ἢ τῶν πραγματογνωμόνων· δὲν πρέπει δὲ ὁ πραγματογνώμων νὰ ἔχῃ ψῆφον, ἀφοῦ συνήθως εἶναι καὶ ἐνδιαφερόμενος, διότι κατὰ κανόνα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν πραγματογνώμονα, δηλ. εἰδήμονα, μὴ ἔχοντα συμφέρον ἐν τῇ λύσει τῶν ζητημάτων, διότι τὰ ζητήματα ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ συνδέονται πρὸς τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ. Τὴν καταγωγὴν τῆς διατάξεως ταύτης γινώσκει καὶ ὁ κ. Βουλευτής. Ἄλλοτε ὁ Ὑπουργὸς ἀπεφαίνετο ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπισήμου συνδρομῆς· εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐγίνετο ἡ προσφυγή, καὶ ὁ Ὑπουργός, ὁδηγούμενος ὑπὸ μόνων τῶν φώτων τοῦ τμηματάρχου, προέβαινεν εἰς τὴν ἀπόφασιν. Ἀντὶ τούτου ἐθεωρήθη πρέπον νὰ συστηθῇ ἐπιτροπή, ἡ ἐπιτροπὴ δ’ αὕτη λειτουργεῖ ἤδη ἀπὸ ἐτῶν, καίτοι δὲ κατὰ τὸν νόμον ἀκούεται μόνον ἡ ἐπιτροπή, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ἡ ἀποφασίζουσα· δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὸν νόμον, εἶναι ὅμως ὑποχρεωτικὴ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ· διότι τίς Ὑπουργὸς θ’ ἀντιτάξῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην εἰς τὴν γνώμην τῶν ἐργασθέντων ἐπὶ τοῦ θέματος, οἵτινες συνεβουλεύθησαν πραγματογνώμονας, οἵτινες ἤκουσαν τοὺς ἐξ ἀντιθέτου ἀναπτύσσοντας τὴν γνώμην αὐτῶν, τουτέστι τὴν τελωνειακὴν ἀρχὴν καὶ τὸν κύριον τῶν εἰσαγομένων; Βεβαίως ἀπέναντι τοιαύτης γνωμοδοτήσεως οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἂν γένωνται πρὸς αὐτὸν παραστάσεις, ἢ νὰ προκαλέσῃ ἀναθεώρησιν παρ’ αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τελικῶς ν’ ἀποφασίσῃ ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε γνωμοδοτήσει. Γινώσκομεν δὲ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε λειτουργίας, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, συμβουλευομένη πολλάκις ἐμπειροτέχνας καὶ ἄλλους, πάντοτε εὑρίσκει, ὅτι οὗτοι ἔχουσι γνώμην σύμφωνον πρὸς τοὺς μετερχομένους τὴν ἐμπορίαν τοῦ εἴδους, περὶ οὗ πρόκειται ν’ ἀποφανθῶσι. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ πραγματογνώμονες νὰ θεωρηθῶσιν ἀπροσωπολήπτως ψηφίζοντες, δύνανται ὅμως νὰ θεωρηθῶσι χρησίμως γνωμοδοτοῦντες ἐν ἐπιτροπῇ ἀπροσωπολήπτῳ. Ὅ,τι πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, εἶναι τὰ γενικὰ φῶτα, ἀντίληψις εὐρεῖα, ἵνα δύνηται νὰ σταθμίζῃ τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν πραγματογνωμόνων καὶ τὰς παραστάσεις τῶν ἐνδιαφερομένων· ἀλλὰ δὲν νομίζω δεδικαιολογημένην τὴν περίληψιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὡς πραγματογνωμόνων, ἢ ὑπὸ ἄλλην τινὰ ἰδιότητα, προσώπων δυναμένων νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς ἐχόντων συμφέρον ἐν ταύτῃ ἢ ἐκείνῃ τῇ λύσει τοῦ ζητήματος.
§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδίδῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν, λέγει, δὲν δύναται νὰ λαμβάνῃ μέρος ὁ πραγματογνώμων, τὸν ὁποῖον καὶ αὐτὸς παραδέχεται, ὅτι δύναται νὰ δίδῃ γνώμην. Ἀλλὰ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως...
§66Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ γράμμα, βεβαίως δὲν πρόκειται.
§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. Πρόκειται περὶ γνωμοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν, πάλιν κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, εἶναι ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς, ἂν θέλῃ, ν’ ἀκολουθήσῃ, ἢ νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ. Δὲν βλέπω δὲ, πῶς δεσμεύεται ὁ Ὑπουργὸς διὰ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, ἔστω καὶ διὰ τοῦ πνεύματος, ὅπως ἐκτελῇ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωμοδοτεῖ ἡ ἐπιτροπή. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν, ἂν θέλῃ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ νὰ προκαλέσῃ νέας μελέτας, καὶ νὰ τὴν προκαλέσῃ νὰ ὑποβάλῃ νέαν ἀπόφασιν, ἢ νὰ κάμῃ καὶ τὸ ἐναντίον. Λοιπὸν, ἀφοῦ πρόκειται ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ δίδῃ γνώμην εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διατὶ νὰ μὴ μετέχῃ αὐτῆς καὶ εἷς εἰδικὸς πραγματογνώμων, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ ἐπίσης γνώμην εἰδικήν; Διότι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς πεφωτισμένα—καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἦναι μᾶλλον πεφωτισμένα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις καὶ εὐρεῖαν παιδείαν ἔχει καὶ ἀπείρους γνώσεις, — δὲν ἠξεύρω, ὅταν προσάγηται εἰς αὐτὴν ὕφασμά τι, ἐὰν εὑρίσκηται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ὅπως κρίνῃ περὶ αὐτοῦ, εἰς ἣν εὑρίσκεται εἷς ἔμπορος. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα καὶ τὰ φῶτα ἑνὸς τοιούτου ἐμπειρογνώμονος.
§68Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ἐλευθερίαν ν’ ἀποφασίσῃ ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐμελέτησε καὶ τὰ περὶ ἐλευθεριῶν, καὶ γινώσκει, ὅτι αἱ ἐλευθερίαι ἔχουσι σημασίαν, μόνον ὅταν δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις αὐτῶν. Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις τῆς ἐλευθερίας, ἣν ὁ νόμος ἀφῆκεν εἰς τὸν Ὑπουργόν· διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην νὰ θεωρήσῃ ὡς ὑπερτέραν τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς· δύναται νὰ θεωρήσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ ὡς ἔχουσαν νόμιμον κῦρος, ὅπερ δὲν ἔχει ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ θέλει πάντοτε ὑποτάξει εἰς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, προκαλῶν ὅμως αὐτὴν εἰς ἀναθεώρησιν καὶ ἅπαξ καὶ δὶς ἴσως, ἐὰν δὲν πείθηται ἐξ ὅσων ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτόν. Ἵνα ὅμως ἔχῃ τοιοῦτον χαρακτῆρα ἡ ἐπιτροπὴ, πρέπει νὰ μὴ μετέχῃ τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς ἐνδιαφερόμενος. Ἐγὼ αὐτὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχων πλήρη ἐλευθερίαν ἵνα ἀποφαίνωμαι, ἐγὼ προεκάλεσα τὴν σύμπραξιν τῆς ἐπιτροπῆς· δὲν ἠθέλησα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ διαλαβόντι περὶ τούτου, νὰ ὁρίσω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὑποτάσσεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι τοῦτο δὲν δύναται οὕτω νὰ γραφῇ· ἀλλὰ θεὶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀποφαίνεται ἀφοῦ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, βεβαίως ἐνόουν τὸ ἀποδειχθὲν κατόπιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀκουομένη καὶ θὰ ἐπιβάλληται.
§69ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, ἀντὶ τῆς λέξεως «δύναται», νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ὀφείλει», ἵνα οὕτω προστατεύσωμεν τὸ ἐμπόριον ἀπέναντι τῆς ἐνδεχομένης δυστροπίας τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς νὰ δώσῃ τὸ ἐμπόρευμα. Δὲν ὑπάρχει λόγος, νομίζω, ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ τελώνου νὰ τὸ παραδίδῃ ἢ μή. Δύναται ὁ τελώνης νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν ἔμπορον «σοὶ τὸ παραδίδω, ἐὰν δώσῃς ἐγγύησιν». Καθισταμένης δὲ ὑποχρεωτικῆς τῆς παραδόσεως, δὲν τρέχει κἀνένα κίνδυνον οὔτε ὁ ἔμπορος οὔτε τὸ Δημόσιον· δίδομεν δὲ οὕτω περισσοτέραν εὐκαιρίαν ἀναπτύξεως τῶν ἐμπορικῶν συναλλαγῶν.
§70Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι πρέπον νὰ δοθῇ εὐρύτης τις ἐνεργείας εἰς τὴν τελωνειακὴν ἀρχὴν, διότι αὕτη ὀφείλει νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ τοῦ ἀξιοχρέου τῆς πραγματικῆς ἢ χρηματικῆς ἐγγυήσεως. Ὀφείλει προσέτι νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ τὰ τοῦ ἀξιοχρέου τοῦ προσώπου. Ἐὰν πρόκηται περὶ προσώπου, γνωστοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὡς προσπαθοῦντος νὰ δολιευθῇ, εἶναι πρέπον νὰ δύναται ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ νὰ μὴ προσφέρηται πρὸς αὐτὸ μετὰ τῆς ἁβρότητος καὶ προθυμίας, μεθ’ ἧς ἤθελεν ἀπαντήσει εἰς τὴν ἀπαίτησιν ἄλλου προσώπου, παρέχοντος πλήρη τὰ ἐχέγγυα τῆς καλῆς πίστεως. Ἡ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς προσωποληπτοῦσα καὶ διατεθειμένη νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, ὅπως αὐθαιρέτως ἐνεργήσῃ· θὰ ἐνεργήσῃ αὕτη ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐκθέσωμεν τὰ δίκαια τοῦ Δημοσίου εἰς ἀμφισβητήσεις, αἵτινες δύνανται νὰ γεννηθῶσιν ἐκ διατάξεως ἐπιτακτικώτερον κανονιζούσης τὰ τῆς ἐνεργείας τῆς ὑπηρεσίας.
§71ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς ὁρίζεται διὰ Β. Διατάγματος ἐφ’ ἅπαξ, ἢ ὁσάκις παρουσιάζηται ἀμφισβήτησις μεταξὺ παραλήπτου καὶ τελωνειακῆς ἀρχῆς;
§72Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ἅπαξ.
§73ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὄχι καθ’ ἑκάστην;
§74Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ Β. Διατάγματος καθορίζεται εἷς ἐπιθεωρητὴς ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς.
§75ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ μᾶς παραστήσῃ, ὅτι αὐτὸ τὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὴν τὴν γνώμην του· ἐγὼ τὸ πρᾶγμα θεωρῶ ἀπίθανον. Εἶμαι μᾶλλον βέβαιος, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὁ πραγματογνώμων αὐτὸς, ὁ εἷς ἀπέναντι τριῶν ἄλλων, νὰ ἴδῃ ἐπικρατοῦσαν τὴν γνώμην του. Αὐτὸς πρόκειται ἁπλῶς νὰ παράσχῃ μίαν τυπικὴν γνώμην. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἐκ Σύρου Βουλευτὴς, εἶμαι σύμφωνος καὶ ἐγώ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὁπωσδήποτε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἐμπορευομένων, χάριν τῶν ὁποίων ὑπάρχει τὸ Δημόσιον. Παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους ἡ τελωνειακὴ τὴν σήμερον εἶναι ἀμερόληπτος, καὶ ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὴν φατρίαν· ἀλλὰ διατὶ δὲν θέλετε, ἀφοῦ φροντίζετε νὰ ἐξασφαλίσητε τὸ Δημόσιον, λαμβάνοντες πᾶσαν δυνατὴν ὑπὲρ αὐτοῦ ἐγγύησιν, διατὶ νὰ μὴ παράσχητε καὶ εἰς τὸν ἐμπορευόμενον τὸ δικαίωμα νὰ παραλαμβάνῃ τὸ ἐμπόρευμά του, ἀφοῦ παράσχῃ ἐγγύησιν; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4–13 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§77ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἐδάφιον ιβʹ, ἐξαιροῦνται καὶ οἱ ὑπὸ τῶν δήμων εἰσαγόμενοι σωλῆνες πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείων. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις μόνον διὰ τοὺς ὑδραγωγοὺς σωλῆνας; Οἱ δῆμοι δύνανται νὰ εἰσάγωσι καὶ ἄλλα εἴδη διὰ δημοτικὰ ἔργα. Διατὶ νὰ μὴ δοθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἐξουσία νὰ δίδῃ ἄδειαν δι’ εἰσαγωγὴν ἀτελῆ καὶ ἄλλων εἰδῶν δι’ ἄλλα ἔργα δημοτικά;
§78Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ κειμένη νομοθεσία ἀναγράφει μόνον τὰ ἐν τῷ ιβʹ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 14, καὶ ἐνταῦθα δὲν ἠθελήσαμεν μήτε νὰ προσθέσωμεν μήτε νὰ ἀφαιρέσωμέν τι. Ἄν δ’ ἐπρόκειτο νὰ νεωτερίσωμεν, θὰ ἤμην μᾶλλον γνώμης νὰ καταργήσωμεν τὰς ἀτελείας, καὶ οὐ μόνον τὰς τῶν δήμων, ἀλλὰ καὶ τὰς τοῦ Δημοσίου. Ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ ἐντελῶς ἡ διάταξις αὕτη, καὶ ἡ δημοσία ὑπηρεσία νὰ ἐπλήρονε διὰ τὰ ὑπ’ αὐτῆς εἰσαγόμενα εἴδη. Τὸ ἀποτέλεσμα τελικῶς θὰ ἦτο τὸ αὐτὸ, διότι τὰ ἐξ αὐτοῦ πληρονόμενα ὑπὲρ αὐτοῦ θὰ εἰσεπράττοντο, ἀλλὰ θὰ προελαμβάνοντο καταχρήσεις τινές. Ἤδη, νομίζοντες τὸν χρόνον ἀκατάλληλον, ἵνα προβῶμεν εἰς γενικωτέραν ἀναθεώρησιν, δὲν προτείνομέν τι· ἀλλ’ ἐὰν προετείνομέν τι, θὰ ἔτεινε τοῦτο εἰς περιορισμὸν τῶν ἀτελειῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ δασμολογίου. Ἄν τυχόν τις τῶν κ. Βουλευτῶν θέλῃ, νὰ ἀναγνωσθῶσιν.
§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι, διότι θὰ γείνῃ συζήτησις.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ μεταβολαὶ μόνον. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρώτη κλάσις).
§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῇ πρώτῃ ταύτῃ κλάσει ἔχει εἰσαχθῆ καινοτομία τις. Ἐνῷ πρὶν κατὰ κεφαλὴν ἐδασμολογοῦντο τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα ζῶα, τώρα προτιθέμεθα νὰ ὑποβάλωμεν ταῦτα εἰς δασμὸν κατὰ τὸ βάρος. Οὕτω πως οἱ βούβαλοι, βόες καὶ ἀγελάδες μέχρι βάρους 140 ὀκάδων ὑποβάλλονται εἰς δασμὸν εἰσαγωγικὸν 47 δραχμῶν καὶ συμβατικὸν δρ. 30. Τὴν γνώμην ταύτην εἶχε τὸ ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Ἀνδρικόπουλος. Ὁ κ. Ρεδιάδης ὅμως, ὁ ὁποῖος ἦτο τελώνης ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐξέφρασεν ἐνδοιασμοὺς περὶ τοῦ πράγματος, φοβούμενος μήτοι πολὺ δυσκόλως θὰ ἐφηρμόζετο τὸ σύστημα τοῦτο, παρέχον πράγματα πολλὰ οὐ μόνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἐμπόρους. Φαντάσθητε ἕνα ἔμπορον, ὁ ὁποῖος φέρει αἴφνης 200 ἢ καὶ 300 βόας, οὓς μάλιστα ἐπείγεται νὰ παραδώσῃ τὴν ἐπαύριον, ὑποχρεούμενον νὰ ζυγίσῃ αὐτοὺς ὅλους! Καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν θὰ παρεῖχε τοῦτο οὐκ ὀλίγα πράγματα. Ἀκολούθως ἐγένοντο ἄλλαι τινὲς προτάσεις παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι παραδόξως πως δὲν περιελήφθησαν ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Λ. χ. σὺν τοῖς ἄλλοις ἐγένετο πρότασις, ὅπως οἱ ἵπποι, οἱ ὄνοι καὶ οἱ πῶλοι αὐτῶν μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν αὐτὸν δασμόν· θεωρῶ δὲ τὸ πρᾶγμα φυσικόν. Δὲν πρέπει νὰ πληρόνωσι τὸν αὐτὸν δασμὸν οἱ πῶλοι μὲ τοὺς ἵππους, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ οἱ ἡμίονοι νὰ πληρόνωσι τὸν αὐτὸν δασμὸν μὲ τοὺς ἵππους. Θὰ ὑποχρεωθῇ οὕτω πως ὁ γεωργὸς, ὁ ἐργατικὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην μιᾶς ἡμιόνου διὰ τὴν ἐργασίαν του, ἡμιόνου, ἥτις εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἀντικείμενον πρώτης ὕλης δι’ αὐτὸν, θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ τὸν αὐτὸν δασμὸν, τὸν ὁποῖον καὶ εἷς πλούσιος, ὅστις φέρει ἕνα ἵππον χάριν ἐπιδείξεως. Διὰ τοῦτο ἔπρεπε, νομίζω, νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς κατώτερον δασμὸν αἱ ἡμίονοι, ἐπίσης καὶ οἱ πῶλοι. Ἄτοπον ἐπίσης μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ μόσχοι μέχρι πεντήκοντα ὀκάδων βάρους ὑποβάλλονται εἰς δασμὸν εἰσαγωγικὸν δραχμῶν 24 καὶ συμβατικὸν δρ. 12. Ὥστε, ἂν τυχὸν εἷς μόσχος εὑρεθῇ ἔχων βάρος 51 ὀκάδων, πρέπει νὰ ὑπαχθῇ ἀμέσως εἰς τὸν δασμὸν τῶν βουβάλων, βοῶν καὶ ἀγελάδων! Τοῦτο εὑρίσκω ἄδικον. Πλὴν τούτου ἡ ἐπιτροπὴ, ἢ τὰ περισσότερα τῶν μελῶν αὐτῆς, συνεφώνησαν, ὅτι οἱ ὄνοι καὶ οἱ πῶλοι πρέπει νὰ μείνωσιν ἀτελεῖς. Ὡς πρὸς τὰ αἰγοπρόβατα, ἐγένετο πρότασις, ὅπως αὐξηθῇ ὁ δασμὸς τῶν προβάτων, καὶ ἐλαττωθῇ ὁ τῶν αἰγῶν. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ ὡς πρὸς τοῦτο. Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ καὶ τῶν δύο αὐτῶν ὁ δασμός· διότι, ἂν ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι κτηνοτροφίαν, ἔχομεν τοιαύτην αἰγῶν, καὶ ἂν θέλωμεν νὰ προστατεύσωμεν τὴν κτηνοτροφίαν, οὐ μόνον δὲν πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὀφείλομεν καὶ νὰ αὐξήσωμεν τὸν δασμὸν τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων αἰγῶν. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὴν πρώτην ταύτην κλάσιν.
§83ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν αἰγοπροβάτων, συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα συνάδελφον, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἐγχώριος κτηνοτροφία. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ὅμως, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἀκριβῶς, τῆς ὁριζομένης τιμῆς κατὰ βάρος τῶν βοῶν καὶ βουβάλων, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἐγὼ μάλιστα θὰ παρεπονούμην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλε διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, σήμερον τὰς μεταβάλλει, καὶ τὰς μεταβάλλει ἐπὶ τὰ χείρω κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐπὶ τὰ κρείσω κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ τέλους, καὶ τὸ τέλος τὸ δασμολογικὸν ὅσον ἀφορᾷ τοὺς βόας καὶ τὰ κτήνη νὰ ἦναι κατ’ ὀκᾶν, διότι τὰ εἰσαγόμενα κτήνη ἐκ διαφόρων μερῶν δὲν εἶναι τοῦ αὐτοῦ μεγέθους, ἰδίως δὲ τὰ ἐκ Ρωσσίας εἶναι παμμέγιστα καὶ βαρύτατα, καὶ τὸ κρέας αὐτῶν οὐχὶ τόσῳ καλὸν, ὅσον εἶναι τὸ ἐντόπιον, ὅπως τὰ ἐκ τῆς ξηρᾶς εἰσαγόμενα δὲν εἶναι ὅμοια πρὸς τὰ ἐκ Μακεδονίας· νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τοῦ βάρους ἀπὸ 300 ὀκάδων εἰς 200, καὶ ἡ τιμὴ μέχρι βάρους 300 ὀκ. εἰς δραχμὰς 50· οὕτω δὲ θὰ ἦναι ἐπαισθητοτέρα ἡ διαφορὰ, διότι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ὥριζε βάρος 120 ὀκάδων, ἐδῶ ἔχει 140, κατόπιν δὲ ἀνέρχεται εἰς τὰς 300 ὀκάδας. Νομίζω ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι πολὺ μεγάλη. Διὰ τοῦτο καλὸν εἶναι μέχρι 200 ὀκάδων βάρους νὰ ὁρισθῇ φόρος 40 δραχμῶν, μέχρι 300 νὰ ὁρισθῇ δραχ. 50 καὶ οὕτω καθεξῆς, τουτέστι νὰ καθορισθῶσι 2–3 κλίμακες περισσότερον.
§84Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι διὰ τοῦ δασμολογίου τοῦ νῦν προτεινομένου μεταβάλλεται οὐ μόνον ὁ ἀρχικὸς καὶ κείμενος ἤδη δασμὸς, ἀλλὰ μεταβάλλεται καὶ ὁ προταθεὶς διὰ τοῦ εἰδικωτέρου νομοσχεδίου, τοῦ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην ὑποβληθέντος, δὲν εἶναι ἀκριβής. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθὲν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ ἀντικαθιστώμενον διὰ τοῦ νῦν συζητουμένου, καταργεῖται τὸ τέως κείμενον ὁμοιόμορφον ἐν τῇ δασμολογήσει τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων κτηνῶν, διότι τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα κτήνη φορολογοῦνται ὁμοιομόρφως κατὰ κεφαλὴν ἀντὶ 30 δραχμῶν, καὶ ἤδη δι’ ἀμφοτέρων τῶν νομοσχεδίων προτείνομεν, ὅπως ἡ φορολογία διαιρεθῇ εἰς τρεῖς κατηγορίας. Δὲν προτείνομεν τὴν κατ’ ὀκᾶν φορολογίαν, ὅπως ἄλλοτε προετάθη καὶ ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἐγένετο ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι, ἐὰν μὴ ἐν τοῖς μεγάλοις τελωνείοις, δι’ ὧν γίνεται πολλὴ εἰσαγωγὴ, ἐν τοῖς μικροῖς ὅμως τελωνείοις, δι’ ὧν θὰ γίνηται πάντως εἰσαγωγή τις, εἶναι δύσκολος ἡ ζύγισις. Ἠθελήσαμεν λοιπὸν νὰ συνδυάσωμεν ἀμφότερα τὰ συστήματα, τοῦτο μὲν νὰ διακρίνωμεν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων τὰ βαρύτερα ἀπὸ τῶν ἐλαφροτέρων, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ φθάσωμεν μέχρι τῆς ἐξακριβώσεως τοῦ βάρους ἑκάστοτε διὰ ζυγίσεως. Ἡ διάκρισις γίνεται κατὰ βάρος, ἐν γενικαῖς κατηγορίαις. Τρεῖς ὁρίζονται κατηγορίαι· καὶ ἐν μὲν τῷ πρώτῳ εἰσαχθέντι νομοσχεδίῳ διεκρίνομεν τὰ βάρη μέχρις 120 ὀκάδων, μέχρι 250 ὀκάδων καὶ ἀνώτερον τῶν 250 ὀκάδων, ἀλλὰ τὰς διακρίσεις ταύτας μετεβάλομεν ἐν τῷ νῦν συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ. Ἀπὸ τῶν μέχρις 120 ὀκάδων τὴν κατωτάτην κατηγορίαν ἀνεβιβάσαμεν εἰς τὰ μέχρις 140 ὀκάδων, τὴν δευτέραν ἀπὸ τῶν μέχρι 250 ὀκάδων εἰς τὰ μέχρι 300 ὀκάδων, καὶ τὴν τρίτην ἀπὸ τῶν ἀνωτέρω τῶν 250 ὀκάδων εἰς τὰ ἀνωτέρω τῶν 300 ὀκάδων. Ἐπηνέχθη δὲ καὶ ἐν τῷ ὅρῳ τοῦ δασμοῦ μεταβολή τις οὐχὶ ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ, ἀλλ’ ἐν τῇ μέσῃ κατηγορίᾳ ἀπὸ 32 εἰς 30, καὶ ἐν τῇ κατωτάτῃ ἀπὸ 45 εἰς 40. Αἱ διακρίσεις αὗται καὶ κατὰ τὸ βάρος τῶν κατηγοριῶν καὶ κατὰ τὸν ὅρον τοῦ δασμοῦ ἀφορμὴν εἶχον τὴν γενομένην πρὸς ἡμᾶς παρατήρησιν, ὅτι, ἐὰν ἐνεμένομεν περιορίζοντες εἰς τὰ μέχρι τῶν 120 ὀκάδων κτήνη τὰ τῆς κατωτέρας κατηγορίας, θὰ ἀπεκλείοντο ἐξ αὐτῆς πολλὰ τῶν κτηνῶν τῶν γειτνιακῶν ἐπαρχιῶν, ἅτινα ἰδίως ἠθελήσαμεν νὰ εὐνοήσωμεν. Τὰ κτήνη ταῦτα κατὰ ποιότητα εἶναι πολὺ ἀνώτερα τῶν λοιπῶν· ἐνῷ δὲ ὑπῆρχε πᾶς λόγος, ἵνα εὐνοηθῶσιν, ἀπ’ ἐναντίας ταῦτα ἐπεβαρύνοντο κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, διότι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὰ, ἔχοντα βάρος 120 ἴσως καὶ ὀλιγωτέρων ὀκάδων, ἡ αὐτὴ φορολογία, ἥτις ἐπεβάλλετο εἰς τὰ κτήνη τὰ ἐκ Ρωσσίας εἰσαγόμενα καὶ ἔχοντα βάρος 450 ὀκάδων. Ἡ παρατήρησις, ὅτι 120 ὀκάδες εἶναι ἀνεπαρκὴς ὅρος, ἵνα περιλάβῃ πάντα τὰ κτήνη τῶν γειτνιακῶν ἐπαρχιῶν, ἐξητάσθη, καὶ ἐπείσθη ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναβιβασθῇ ὁ ὅρος ἕως τῶν μέχρις 140 ὀκάδων ἀκινδύνως, διότι διὰ τῆς ὑψώσεως τοῦ ὅρου ἕως τῶν μέχρις 140 ὀκάδων θὰ εἰσέρχωνται μὲν ἴσως ὅλα τὰ κτήνη τῶν γειτνιακῶν ἐπαρχιῶν ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ ὅρῳ, ἀλλὰ δὲν θὰ περιλαμβάνωνται ἐν αὐτῷ καὶ τὰ κτήνη τὰ ῥωσσικὰ, διότι κτήνη ῥωσσικὰ βάρους μεταξὺ 120 καὶ 140 ὀκάδων δὲν εἰσάγονται. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, ἐθεωρήθη δικαιότερον, νὰ διατηρηθῇ μὲν ὁ αὐτὸς δασμὸς, ἀλλὰ ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς τριακοσίας ὀκάδας ὁ ὅρος, ὁ διακρίνων τὰ βαρέα κτήνη ἀπὸ τῶν κτηνῶν συνήθους βάρους. Ἀφοῦ δὲ ὁπωσδήποτε ἡ ἀνωτάτη κατηγορία ἐπιβαρύνεται πλειότερον ἢ μέχρι τοῦδε, θὰ ἦτο πρέπον νὰ προσέξωμεν, ἵνα μὴ ὑπὲρ τὸ δέον ἐπιβαρύνωμεν αὐτὴν, καὶ καταστήσωμεν οὕτω τὴν τιμὴν τοῦ κρέατος ὑπερβολικὴν, ἐνῷ καὶ παραστάσεις παρὰ τῶν κρεωπωλῶν ἐγένοντο, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ κρέατος, ἐὰν ἐμμείνωμεν εἰς τὰ ἀρχικῶς προταθέντα, ἤθελε σπουδαίως αὐξήσει. Διὰ τῶν τροπολογιῶν, ἃς ὑποβάλλομεν, ἐλπίζεται, ὅτι ὡς ἐκ τῆς μειώσεως ὡς πρός τινα, καὶ τῆς αὐξήσεως ὡς πρὸς ἄλλα, θὰ ὑπάρξῃ μὲν ἐπιβάρυνσίς τις τοῦ κρέατος τοῦ ῥωσσικοῦ, ἀλλὰ θὰ ὑπάρξῃ ἀνακούφισις τοῦ κρέατος τοῦ καλλιτέρου τοῦ ἐκ τῶν γειτνιακῶν ἐπαρχιῶν, τὸ ὁποῖον κατόπιν τῆς τοιαύτης νομοθεσίας θὰ εἰσάγηται ἐν τῇ χώρᾳ ἐπὶ ποσῷ πολὺ μεγαλειτέρῳ. Ζύγισις δὲ σπανιώτατα θὰ γίνηται κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ μόνον πρὸς λύσιν ἀμφισβητήσεων, ἡ δὲ ἄδεια τῆς λύσεως τῶν ἀμφισβητήσεων διὰ τῆς ζυγίσεως ἀρκεῖ, ἵνα προλάβῃ τὴν ἀνάγκην αὐτῆς. Ἐπειδὴ δὲ ἡ εἰσαγωγὴ ἐκ τῶν ῥωσσικῶν ἐπαρχιῶν γίνεται διὰ τῶν μεγάλων τελωνείων, καὶ ἐπειδὴ αἱ ἀμφισβητήσεις μόνον περὶ αὐτῆς θὰ γεννῶνται, ἡ δυσκολία δὲν θὰ ἦναι μεγάλη, διότι παρὰ τοῖς μεγάλοις τελωνείοις ὑπάρχουσιν ὅλα τὰ μέσα, ὅπως γίνηται ἡ ζύγισις ἀκριβής. Ὥστε ἤδη, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὑποτίθεται, ὅτι ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς εἶναι ἀρκούντως ἠσκημένοι καὶ οἱ τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς καὶ οἱ εἰσάγοντες, ἵνα μὴ γίνωνται ἀμφισβητήσεις, ὅταν γινώσκωσιν, ὅτι ὑπάρχει ἐκεῖ καὶ ἡ πλάστιγξ.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ μέγιστον ἐλάττωμα τοῦ εἰσαγομένου διὰ νομοσχεδίου συστήματος, ὅτι δίδει ἀφορμὴν εἰς αὐθαιρεσίαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπηγγέλθη, ὅτι θὰ περιορισθῇ ἡ αὐθαιρεσία, διότι ἡ εἰσαγωγὴ τῶν κτηνῶν τῶν μεγάλων δὲν λαμβάνει χώραν ἢ δι’ ὡρισμένων τελωνείων, ἐν τοῖς ὁποίοις ὑπάρχουσι πλάστιγγες· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πλεῖστα ἐκ τῶν ῥωσσικῶν κτηνῶν εἰσέρχονται διὰ τῆς μεθορίου γραμμῆς, διότι αὐτὰ διέρχονται ὁλόκληρον τὴν Βουλγαρίαν. Ἐντεῦθεν δὲ γεννᾶται τὸ ἄτοπον πρῶτον τῆς μὴ ἰσότητος, καὶ δεύτερον τῶν καταχρήσεων· διότι, μὴ ὑπαρχούσης πλάστιγγος, ἀφίνεται πλέον εἰς τὴν τελωνειακὴν ἀρχὴν ἐλευθερία τῆς ἀποτιμήσεως τοῦ βάρους, δὲν θὰ πρόκηται δὲ περὶ σταθμίσεως, ἀλλὰ μᾶλλον περὶ ἀποτιμήσεως. Ὥστε αὐτὸ ἀκριβῶς, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ σύγχυσις μεταξὺ τῶν δύο τάξεων, δίδει ἀφορμὴν εἰς ἄλλην ζημίαν, ζημίαν, ἡ ὁποία ὁλόκληρος στρέφεται κατὰ τῶν πτωχῶν. Διότι ἔχομεν τὰ κτήνη τῆς πρώτης καὶ δευτέρας κατηγορίας, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται διὰ φόρου πολὺ ἐλάσσονος, ἀλλ’ ὡς τὸ βάρος τοῦ κτήνους φθάσῃ εἰς τριακοσίας ὀκάδας, ἄρχεται φορολογία βαρυτέρα, ἡ φορολογία δὲ αὕτη ἡ βαρυτέρα ἀκριβῶς θὰ βαρύνῃ τὴν ποιότητα ἐκείνην, ἡ ὁποία συνήθως χρησιμεύει πρὸς τροφὴν τοῦ λαοῦ. Ὁ δὲ λαὸς βεβαίως δὲν θὰ ζητῇ τὸ καλλιτέρας ποιότητος κρέας, ἀλλὰ θὰ ζητῇ τὸ εὐθηνότερον, καὶ ἐκεῖνο τὸ κρέας ἀκριβῶς ἐπιβαρύνομεν σήμερον. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ εἰσαγάγωμεν σήμερον τὸ σύστημα τοῦτο, στερούμενοι πλαστίγγων καὶ ἔχοντες τὴν σήμερον ὑπάρχουσαν νομισματικὴν διαφοράν, διότι θὰ καταστήσωμεν οὕτω τὸ κρέας ἀπρόσιτον εἰς τὸν λαόν.
§86Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 27 τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου, καθ’ ὃ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ διὰ τῆς κατὰ ξηρὰν ὁροθετικῆς ζώνης εἰδῶν μὴ παραχθέντων ἐν ταῖς γειτνιακαῖς ἐπαρχίαις.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος θὰ τὸ βεβαιώσῃ;
§88Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι εὔκολος ἡ βεβαίωσις. Τὰ ἐν ταῖς γειτνιακαῖς ἐπαρχίαις τρεφόμενα κτήνη διακρίνονται ἐκ πρώτης ὄψεως — παραλειπομένων τῶν ῥωσσικῶν, διότι ῥωσσικὰ δὲν εἰσάγονται διὰ τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, —τῶν βουλγαρικῶν καὶ σερβικῶν. Τὸ ζήτημα ὅμως, ὅπως παριστᾷ αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτής, δὲν παρουσιάζεται, ἕνεκα τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου.
§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ ἐδάφια τί λέγετε;
§90ΡΑΛΛΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαφορὰν τῶν ἀῤῥένων καὶ θηλέων;
§91Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ λόγος, δι’ ὃν περιελήφθη ἡ διάταξις αὕτη περὶ θηλέων, εἶναι, ὅτι θέλομεν νὰ εὐνοήσωμεν τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὴν χώραν πρὸς νομὴν ὡς ποίμνια ἀναπτύσσοντα τὸν κτηνοτροφικὸν αὐτῆς πλοῦτον. Τὰ ἄῤῥενα εἰσάγονται πρὸς σφαγήν· λοιπὸν, προκειμένου περὶ ποιμνίων, τίθενται αἱ διατάξεις αἱ εὐνοϊκαί, προκειμένου ὅμως περὶ ἀῤῥένων εἰσαγομένων οὐχὶ χάριν τοῦ ποιμνίου, ἀλλὰ πρὸς σφαγὴν, ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξαιρεθῶσι ταῦτα ἀπὸ τῶν εὐνοϊκῶν τοῦ νομοσχεδίου διατάξεων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος μοὶ παρατηρεῖ, ὅτι ἀνεκοίνωσε καὶ ἄλλας παρατηρήσεις, περὶ ὄνων καὶ περὶ τῶν πώλων αὐτῶν, καὶ περὶ τῶν μόσχων ἄνω τῶν 50 ὀκάδων. Ἐὰν ὁ μόσχος ἔχῃ βάρος ἄνω τῶν 50 ὀκάδων, εἶναι δίκαιον νὰ ὑποβάλληται εἰς τὸ τέλος τῶν κτηνῶν τῶν μέχρι βάρους 140 ὀκάδων· δὲν ὑποβάλλονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ὃ ὑπεβάλλοντο καὶ πρότερον τέλος τῶν 30 δραχμῶν, ὑποβάλλονται δι’ αὐτοῦ εἰς τέλος πολὺ μεμειωμένον, ἐπειδὴ δὲ τὸ κρέας αὐτῶν εἶναι πολυτιμότερον τοῦ κρέατος τῶν ἄλλων κτηνῶν, ἐὰν ἀναλόγως πρὸς τὸ βάρος πληρώσωσι περισσότερον, ἀναλόγως ὅμως πρὸς τὴν ἀξίαν πληρόνουσιν ἴσον ἢ ὀλιγώτερον, ἑπομένως δὲν εἶναι ἄδικος ἡ διάταξις. Περὶ ἵππων καὶ ἡμιόνων καὶ τῶν πώλων αὐτῶν γίνεται ἡ ἀφομοίωσις διὰ τὸ δυσχερὲς τῆς διακρίσεως παρεχούσης εὐκαιρίαν εἰς καταχρήσεις καὶ ἐπιβαρυνούσης τὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ ἀρχὴ τῆς κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἀφομοιώσεως τοῦ τέλους τῶν δυσχερῶς διακρινομένων διήκει δι’ ὁλοκλήρου τοῦ δασμολογίου. Ἐν πλείστοις ἄρθροις παρατηρεῖται ἡ ἀποχὴ ἀπὸ διακρίσεως εἰδῶν διάφορον ἐχόντων τὴν ἀξίαν πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐξασφάλισιν τῆς εἰλικρινεστέρας τοῦ δασμολογίου ἐφαρμογῆς. Εἶναι δὲ ἡ ἀρχὴ τῆς ἁπλοποιήσεως ἐκ τῶν θεμελιωδῶν ἐν τοῖς δασμολογικοῖς.
§92ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Περίεργον μοὶ φαίνεται, πῶς, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐμπιστεύεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, ὅπως μὲ τὸ ’μάτι, τὸ δὴ λεγόμενον, διακρίνῃ αὐτὴ τὸ βάρος, δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτὴν καὶ τὴν διάκρισιν μεταξὺ πώλου καὶ ἵππου· καὶ ὅμως τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ ἁπλούστερον· πᾶς ἔχων γνῶσιν τῶν ζώων, εἶναι εὔκολον ἐκ τῶν ὀδόντων ἀμέσως νὰ διακρίνῃ· μόνον ὅταν ὑπερβῇ τὸ ζῶον τὰ 10 καὶ 12 ἔτη τῆς ἡλικίας, δυσκόλως δύναται νὰ διακριθῇ αὕτη. Ἀλλὰ βεβαίως μέχρι τῆς τοιαύτης ἡλικίας εἶναι εὐκολωτάτη ἡ διάκρισις, εὐκολωτέρα τοὐλάχιστον ἢ ἡ τοῦ βάρους ἐκτίμησις. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπέστησα ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν διάκρισιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνηται μεταξὺ ἡμιόνων καὶ ἵππων. Αἱ ἡμίονοι εἶναι συνήθως ἀντικείμενον χρήσιμον εἰς γεωργοὺς, καὶ εἰς τοὺς ἐργατικοὺς καθόλου, ἐνῷ οἱ ἵπποι εἶναι ἀντικείμενον πολυτελείας. Ἰδοὺ διατὶ ἐνόμισα, ὅτι ἦτο δίκαιον νὰ γείνῃ διάκρισίς τις μεταξὺ αὐτῶν ὡς πρὸς τὸν δασμόν. Ἀκολούθως παρετήρησα καὶ ἄλλα τινά. Προσθέτω δὲ νῦν, ὅτι καὶ οἱ χοῖροι ὑποβάλλονται σχετικῶς εἰς μέγαν δασμόν. Παρετήρησε τοῦτο καὶ ἡ ἐπιτροπή, καὶ συνέστησεν ἔκπτωσιν τοῦ δασμοῦ ἐπ’ αὐτῶν, διότι εἶναι ἄλλως τε ἐντελῶς ἀνάξιον λόγου τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἐντεῦθεν. Τούτου ἕνεκεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπρότεινεν, ἐπειδὴ οἱ χοῖροι εἰσάγονται κυρίως χάριν τῆς κοινῆς τοῦ λαοῦ καταναλώσεως, νὰ καταργηθῇ ὅλως ὁ δασμὸς αὐτῶν. Τελευταῖον, ὡς πρὸς τὰ αἰγοπρόβατα, ὑπέβαλον πρότασιν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ αὐξηθῇ ὁ προτεινόμενος δασμὸς, διότι οὕτω πως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ἡ ἐγχώριος ἡμῶν κτηνοτροφία. (Γίνεται δεκτὴ ἡ κλάσις 1, ὡς ἀνεγνώσθη).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κλάσις 2 (ἀναγινώσκεται).
§94ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει συστήσει, ὅπως τὸ τέλος τῶν ἁλιπάστων κρεάτων καταβιβασθῇ, διότι ταῦτα εἰσάγονται χάριν τῆς κατωτάτης τάξεως. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σύστασις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς. (Γίνεται δεκτὴ ἡ κλάσις 2, ὡς ἀνεγνώσθη).
§95ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ἀναγινώσκωνται, κύριε Πρόεδρε, μόνον αἱ μεταβολαί· δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ἐκ νέου τὸ δασμολόγιον.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν (ἀναγινώσκει): «Κλάσις 4. Τυρὸς ἐν γένει ἡ ὀκᾶ δρ. 1.50».
§97ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ὁ τόπος παράγει ἀρκετὸν τουλουμοτύρι, καὶ ἀφοῦ ἐπιβάλλομεν εἰς αὔξησιν δασμοῦ τὸν τυρὸν ἐν γένει, καθόσον ἀπὸ 80 λεπτῶν τὸν ἀναβιβάζομεν εἰς 1½ δραχμὴν, νομίζω καλὸν νὰ αὐξήσῃ σχετικῶς καὶ ὁ δασμὸς τοῦ προκειμένου τυροῦ. Καὶ τοῦτο κατὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν καὶ πολλὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ πολλοὶ ἔμποροι καὶ παραγωγοὶ ἐνταῦθα ὑπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ κλάσις 4, ὡς ἀνεγνώσθη. Εἶτα ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως αἱ μεταῤῥυθμιζόμεναι κλάσεις 5, 7, 10, 22, 33, 42, 43, 44, 58, 62, 68, 86, 87, 91 καὶ 98).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κλάσις 99. «Κηριζίνη, παραφίνη, στεατίνη καὶ πᾶσα τεχνητὴ κηρώδης ὕλη, ἡ ὀκᾶ δρ. 1.20».
§99ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως καὶ ὅλοι οἱ ἔμποροι, καὶ οἱ ἐπὶ τούτῳ ἐρωτηθέντες, ἀπεφήναντο γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ ὁ δασμὸς οὗτος. Πρόκειται οὕτω πως νὰ προστατευθῇ καὶ μία ἐγχώριος παραγωγή, ἡ τῆς μελισσοκομίας, διότι διὰ τὸν μικρὸν δασμὸν, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται εἰς τὰ εἴδη ταῦτα, νοθεύεται ὁ κηρὸς ὁ καταναλισκόμενος καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ναοῖς, οὕτω δὲ περιορίζεται καὶ ἡ παραγωγὴ ἡ ἐγχώριος τῆς μελισσοκομίας· διὰ τοῦτο ὅλοι ἐκ συμφώνου, ὡς προεῖπον, προέτειναν τὴν αὔξησιν αὐτοῦ τοῦ δασμοῦ εἰς 5 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἐγένετο παρ’ ὅλων τῶν ἁρμοδίων.
§100Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει καὶ δὲν ἐγένετο δεκτή.
§101ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διατί; Διότι ἐννοεῖτε νὰ ὑποστηρίξητε ἓν ἢ δύο καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι συμφέρον, καὶ νὰ καταπολεμήσητε τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν, ἐνῷ εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ μελισσοκομίᾳ, ὅταν ἐνισχυθῇ αὕτη, νὰ ἔχωμεν καὶ ἐξαγωγήν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ κλάσις 99, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἡ κλάσις 103).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κλάσις 109. «Πυρῖτις κυνηγετικὴ καὶ πολεμική, δυναμῖτις καὶ πυροτεχνήματα, ἡ ὀκᾶ δρ. 1.80».
§103ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπιβάλλεται βαρύτατον τέλος, τὸ ὁποῖον ἀποβαίνει σχεδὸν ἀπαγορευτικὸν τῆς ξένης πυρίτιδος. Καὶ ὁ δασμὸς οὗτος δὲν ἐπιβάλλεται, ὅπως ὠφελῆται τὸ Δημόσιον, διότι τίποτε δὲν θὰ εἰσπράξῃ αὐτό. Ἐπιβάλλεται μόνον διὰ νὰ ὠφεληθῇ τὸ σχετικὸν ἐργοστάσιον. Ἀλλὰ τότε δὲν εἰσάγετε τοὐλάχιστον τὸ μονοπώλιον τῆς πυρίτιδος, ὅπως αὐτὰ τὰ κέρδη ἔχῃ τὸ Δημόσιον; (Γίνεται δεκτὴ ἡ κλάσις 109, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως αἱ μεταῤῥυθμιζόμεναι κλάσεις 115, 130, 133 καὶ 143).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κλάσις 149. «Ἡ ὑπὸ τὴν κλάσιν ταύτην σημείωσις διαγράφεται».
§105ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῇ κλίμακι ταύτῃ θὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως τῶν καθέκαστα ἀπηύθυνα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἐνταῦθα, ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίας βαμβακοπαραγωγῆς, καὶ ἔχοντες ἐντολὴν παρὰ τῶν ἐκλογέων των ν’ ἀπευθύνωσι τὰς αὐτὰς παραστάσεις εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ ἡ ἐγχωρία βαμβακοπαραγωγή, διότι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποστῇ τὸν συναγωνισμὸν μὲ τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον ἀτελῆ βάμβακα. Ἀφοῦ ἐδώσατε τόσα προνόμια εἰς τὰ νηματουργεῖα καὶ ὑφαντήρια, χάριν τῶν ὁποίων καθιεροῦτε τὴν ἀτέλειαν, διατὶ δὲν θέλετε νὰ ὑποβάλητε εἴς τινα δασμὸν καὶ τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον βάμβακα; Σᾶς ζητοῦμεν νὰ προστατεύσητε ἀληθῆ παραγωγὴν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀποζῶσιν ὁλόκληροι ἐπαρχίαι, ὑποβαλλομένου τοῦ βάμβακος τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου εἰς ἕνα μικρὸν δασμὸν, 30 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. (Διάλογοι).
§106Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν πρότασιν νέαν ὑποβάλλομεν περὶ βάμβακος. Τὰ περὶ τούτου εἶναι καὶ ὀρθότερον νὰ ἐπιφυλάξωμεν πρὸς γενικωτέραν συζήτησιν. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἤδη νὰ ψηφίσῃ ἄλλο, πλὴν τοῦ προτεινομένου· κατ’ οὐσίαν δὲ, φρονῶ, ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ μὴ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τούτου, ὡς ἔχοντος χαρακτῆρα γενικώτερον· διότι ἡ φορολογία τοῦ βάμβακος πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ κατὰ πόσον δασμοὶ, ὁποῖοι οἱ προτεινόμενοι περὶ βάμβακος, δὲν θέλουσι παρακωλύσει τὴν ἀνάπτυξιν σπουδαίας βιομηχανίας. Δὲν λέγω ταῦτα, ἵνα καταλήξω εἰς ὡρισμένον συμπέρασμα· νομίζω ὅμως, ὅτι πρὸς τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ συζήτησις αὕτη, καθ’ ἣν ἀφορῶμεν εἰς ὡρισμένας τροποποιήσεις, καὶ οὐχὶ εἰς γενικωτέραν τοῦ δασμολογίου μεταῤῥύθμισιν.
§107ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ μόνον σύστασιν ἔκαμα, καὶ δὲν ἐπιμένω· ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ζωτικώτατον εἰς πλείστας ἐπαρχίας, παρατηρῶ δὲ, ὅτι ἡ ἐγχώριος βιομηχανία ἔχει τόσα προνόμια, ὥστε ἔπρεπε νὰ προτιμᾷ τὸν ἐγχώριον βάμβακα, ἀλλὰ τοὐναντίον συμβαίνει· μένει ἀπὸ δύο ἐτῶν ἀπώλητος βάμβαξ, καὶ εἰσάγεται ἔξωθεν ξένος, χάριν τῆς ἀτελείας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ κλάσις 149, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως αἱ μεταῤῥυθμιζόμεναι κλάσεις 167, 175, 180,184, 186, 187, 209, 210, 213, 216, 223, 224, 233,234, 235, 236, 239, 242, 243, 246 καὶ 259).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κλάσις 262. «Τυπογραφικοὶ χαρακτῆρες καὶ τυπογραφικὰ κοσμήματα. Γενικὸς εἰσαγωγικὸς δασμὸς ἡ ὀκᾶ λεπ. 25».
§109ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τῶν τοιούτων στοιχείων ἔχει ἀνάγκην ἡ δημοσιογραφία πρὸ πάντων, διότι δὲν ἀντέχουν εἰς τὴν χρῆσιν αὐτῆς τὰ ἐγχώρια, ὅσον τὰ εὐρωπαϊκὰ στοιχεῖα. Ἡ δημοσιογραφία δὲ ἐξυπηρετεῖ τὸν τόπον, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην εἶναι καλὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ κλάσις 262, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως αἱ μεταῤῥυθμιζόμεναι κλάσεις 263, 264, 265,267, 272, 273, 275 καὶ 299).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κλάσις 300. «Χάρτης τυπογραφικός: αʹ) Κοινὸς ἀστίλβωτος, ἡ ὀκᾶ λεπ. 20».
§111ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασίν μου, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ ἐξαιρεθῇ τοῦ δασμοῦ ὁ χάρτης ὁ προωρισμένος διὰ τὴν δημοσιογραφίαν, ἡ ὁποία ἐκπληροῖ μέγαν καὶ ὑψηλὸν προορισμόν. Ἀμφιβάλλω, ἐὰν εἰς τὴν κοινωνίαν προσφέρῃ τὸ Σχολεῖον καὶ ἡ Ἐκκλησία τὴν σήμερον τοιαύτην ὑπηρεσίαν, οἵαν ὁ τύπος, ὁ ὁποῖος, ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, τὴν σήμερον οὐδὲν σχεδὸν κερδίζει. (Γίνεται δεκτὴ ἡ κλάσις 301, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως αἱ λοιπαὶ μεταῤῥυθμιζόμεναι κλάσεις 301,302, 303, 304, 321, 329, 330, 339, 340, 346 καὶ 348 τοῦ δασμολογίου καὶ τὸ σύνολον).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 30′ μ. μ.