1892.12.22
2.441 στίχοι · 18.633 λέξεις · 144 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
Τῆς 22 Δεκεμβρίου 1892.
(Τρίτη).
Ὥρα 5 καὶ 40′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἁμαξηλάται Ἀθηνῶν ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσι νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐξαγωγῆς ἐπὶ τῶν πιτύρων, διότι ἔμποροι, συνάζοντες αὐτὰ, τὰ ἀποστέλλουσιν εἰς Ἰταλίαν, ὅπου δὲν ὑπάρχει φόρος εἰσαγωγῆς, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔλαβον ταῦτα σημαντικὴν ὑπερτίμησιν, πρὸς ζημίαν τῶν ἀναφερομένων.
§2ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ συνίστων καὶ ἐγὼ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ τῶν ἁμαξηλατῶν Ἀθηνῶν. Ἡ αὔξησις αὕτη τοῦ δασμοῦ, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ οὐ μόνον δι’ ὃν λόγον ἀναφέρουσιν οἱ ἁμαξηλάται Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ συμφέροντι αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου. Διότι, ὡς γνωστόν, διὰ τὰ ἐξαγόμενα πίτυρα τὴν σήμερον ἐπιστρέφεται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἀτμομύλων τὸ ἀνάλογον μέρος τοῦ ὑπ’ αὐτῶν καταβληθέντος εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, ἐξ οὗ προέρχονται αὐτὰ, καὶ ἐν τούτοις λαθρεμπορικῶς εἰσάγονται αὐτὰ πάλιν εἰς τὴν χώραν. Τὸ κακὸν τοῦτο θὰ περισταλῇ διὰ τῆς ἐπιβολῆς δασμοῦ 5 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἰς τὰ ἐξαγόμενα ἄλευρα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀποσταλῆ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα μελετήσῃ τὰ τοῦ θέματος. Ὁ Ἰωάννης Ἠλιόπουλος, διατηρῶν ἐν Πάτραις ἀτμοκίνητον ἐργοστάσιον πρὸς κατασκευὴν λουμινίων, παρακαλεῖ δι’ ἀναφορᾶς του τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιβάλῃ φόρον εἰς τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα λουμίνια καὶ εἰς τὰ κενὰ κυτία. Παραπέμπεται καὶ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Δήμαρχος Καλλιφωνίας ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν συνδημοτῶν του, αἰτούντων τὸν διορισμὸν τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου Κερτέζης καὶ τὸν χωρισμὸν τῆς μισθοδοσίας αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ χορηγήματος Γεωργίου Στριφτόμπολα. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἐκ δραχμῶν 123,525. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 94).
§4Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως τῶν δασῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 95).
§6Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐγένετο ὑπόμνησις χθὲς, προκειμένου περὶ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δασμολογίου, ὅτι εἶχε ζητηθῆ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος πληροφορία τις, ἣν εὑρίσκω ἀναγεγραμμένην ἐν τοῖς πρακτικοῖς, διότι δὲν μοὶ ἀνεκοινώθη ἡ ἐπερώτησις. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς εὑρίσκω τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει): «Εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησεν, ἵνα μετὰ τοῦ σχεδίου τοῦ δασμολογίου εἰσαχθῶσι καί τινα ἔγγραφα, σχετιζόμενα πρὸς αὐτό. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ προσαγάγῃ ὁλόκληρον τὸν φάκελλον». Προσήγαγον τὸν φάκελλον· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν περιλαμβάνωνται ἐν αὐτῷ τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ζητηθέντες πίνακες. Ἐγὼ ἐζήτησα πίνακας, οἵτινες εἶχον συνταχθῆ, καὶ παρίστων ὑπὸ διαφόρους τίτλους τὰ ἐξ ἑκάστης κλάσεως εἰσπραττόμενα μέχρι τοῦδε τελωνειακὰ τέλη, τὰ τέλη τὰ ὁποῖα προϋπολογίζονται, ὅτι θέλουσι προεισπραχθῆ ἐκ τῆς μεταβολῆς, ἡ ὁποία ἐπέρχεται διὰ τοῦ δασμολογίου, καὶ τὰς ἐπὶ ἑκάστης τῶν μεταβολῶν τούτων γνώμας ἐμπόρων ἢ παραγωγῶν τῶν προϊόντων τῆς τέχνης ἢ τῆς φύσεως τῶν τελωνειακῶν τελῶν, τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ μεταβολή.
§8Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω, ἐπειδὴ ὑπέβαλον ὅλον τὸν φάκελλον, ὅτι θὰ εὑρίσκεται ἐν αὐτῷ.
§9ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοιοῦτος πίναξ, οἷον ἐννοεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, δὲν ὑπάρχει.
§10Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγώ, ἐννοεῖται, δὲν ἐξήλεγξα τὸν φάκελλον· ἔδωκα ἐντολὴν, ἵνα συγκεντρωθῇ καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ ζητούμενον ἐν τῷ φακέλλῳ, θὰ ἐξετάσω ἂν παρελείφθη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησε καὶ πληροφορίας ἄλλας. Ἠρώτησε, «διατὶ, ἐνῷ κατὰ τὸν πίνακα, ὅστις κατεχωρήθη ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, τὰ ἔσοδα τὰ εἰσπραχθέντα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1892 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἀνέρχονται εἰς 52,706,000, διατὶ ἐν σελίδι 2 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 463 φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τὰ ἔσοδα ταῦτα ἀνέρχονται μόνον εἰς δραχμὰς 50,486,000». Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἔσοδα, ἅτινα εἶχον σημειωθῆ ἐν ταῖς ἀνακοινωθείσαις πρὸς τὸ τμῆμα πληροφορίαις ὡς ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατελογίσθησαν εἰς τὰ ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ ὀρθοτέρᾳ ἐκτιμήσει.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. «Ἔσοδα, τὰ ὁποῖα κατελογίσθησαν εἰς τὰ ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατελογίσθησαν εἰς τὰ ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ». Τοῦτο δὲν τὸ ἐννοῶ.
§12Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει. Ὅταν οἱ ταμίαι στέλλωσι τὰς πληροφορίας περὶ τῶν εἰσπράξεων, σημειοῦσι τίνες ἀνάγονται εἰς τὴν χρῆσιν καὶ τίνες ἀνάγονται εἰς τὴν διαχείρισιν τὴν γενικὴν, τὴν ἐκτὸς τῆς χρήσεως. Εἶχον οὗτοι στείλει τὰς πληροφορίας, περιλαμβανούσας ἔσοδά τινα ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν, καὶ ταύτας περιέλαβε τὸ ταμειακὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου ἐν τῷ παρ’ αὐτοῦ καταστρωθέντι πίνακι. Οἱ ταμίαι καὶ ὑποταμίαι μόνον τὰς εἰς τὴν χρῆσιν ἀναγομένας καταστάσεις ἀποστέλλουσιν εἰς τὸ ταμειακὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἀποστέλλουσι καταστάσεις μᾶλλον μὲν συνεπτυγμένας ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν, περιλαμβανούσας ὅμως πᾶσαν τὴν ληψοδοσίαν· ἐξελέγχον ἄρα τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὰ τῆς ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ληψοδοσίας ἐν σχέσει πρὸς τὰ τῆς χρήσεως, ἐξηκρίβωσεν, ὅτι τὰ καταλογισθέντα εἰς τὴν χρῆσιν ἀνῆκον εἰς τὴν ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ διαχείρισιν, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐξ ἐκείνης.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τόσον μεγάλη ἡ διαφορά;
§14Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ἐξετάσῃ τις τὰ ἄρθρα, βλέπει, ὅτι ἦτο εὔκολον νὰ γένηται ἡ σύγχυσις. Ἔχομεν προσέτι τὰ τῶν μονοπωλίων, σημειωθέντα ἐν τῷ πίνακι τοῦ Λογιστηρίου ἐκ τῆς χρεώσεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ἐνῷ ἐν τῇ καταστάσει τῇ ταμειακῇ δὲν ἐσημειώθησαν, διότι δὲν εἶχον ἀποδοθῆ ἔτι ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Εἶχον εἰσπραχθῆ, δὲν εἶχον ὅμως ἀποδοθῆ παρὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων εἰς τὸ Ταμεῖον, ἑπομένως δὲν ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἔσοδα τοῦ Κράτους παρὰ τῷ Ταμείῳ, ἦσαν ὅμως ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον εἰσεπράχθησαν ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς εἰδικὸς ταμίας τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο μάλιστα εὕρηται ἐν τῷ γενικῷ λογαριασμῷ τοῦ Κράτους ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων χρεωμένη διὰ δραχμῶν 2,182,000. Τρίτη ἐρώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Διατὶ, ἐνῷ κατὰ τὸν πίνακα τὸν προσαρτώμενον ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔξοδα ἔκτακτα εἶναι 2,498,000, κατὰ τὴν κατάστασιν τὴν δημοσιευθεῖσαν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» εἶναι μόνον 508,000;» Ἐν τῇ ὑπὸ τοῦ τμήματος δημοσιευθείσῃ καταστάσει περιελήφθησαν μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἔξοδα τοῦ σιδηροδρόμου, προσέτι δὲ καὶ τὰ τῆς ἀποδόσεως 400,000 δραχμῶν ἐκ κερματικῶν γραμματίων. Τὰ δύο ταῦτα ποσὰ ὁμοῦ ἀποτελοῦσιν ἀκριβῶς τὸ ποσὸν, εἰς ὃ ἀφορᾷ ἡ ἐρώτησις.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 1,990,188.
§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο λοιπὸν τὸ ποσὸν συνίσταται ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης εἴτε δι’ ἔξοδα αὐτοῦ, εἴτε δι’ ἀποζημιώσεις κτημάτων καὶ ἐξ ἀποδόσεως 400,000 δραχμῶν κερματικῶν γραμματίων. Ἀκριβῶς τοῦτο τὸ ποσὸν ἐσημειώθη παρὰ μὲν τοῦ ταμειακοῦ τμήματος ὡς ἀνῆκον εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα, παρὰ δὲ τοῦ Λογιστηρίου ὡς ἀναγόμενον εἰς τὰ ἔκτακτα, ὡς καὶ πράγματι ἔχει. Εἶχεν ἀπευθύνει ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἄλλην ἐρώτησιν ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1890, ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ ὁποίου παρελείφθη νὰ σημειωθῇ ποσὸν ἐντόκων γραμματίων ἀξίας λιρῶν 600,000. Τὰ ἔντοκα γραμμάτια, εἴτε χρυσᾶ εἶναι, εἴτε χάρτινα, δὲν σημειοῦνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς λογαριασμὸν ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι, ἐὰν ἐσημειοῦντο ὡς ἔσοδα, ἔπρεπε νὰ σημειῶνται καὶ ὡς ἔξοδα ἀποδιδόμενα, καὶ εἰς ἑκάστην νέαν πρᾶξιν, διότι ταῦτα εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἑξάμηνα, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἀναγραφὴ νέου ἐσόδου καὶ νέου ἐξόδου. Ἐπειδὴ ταῦτα ἔχουσι προσωρινὸν χαρακτῆρα, οὐδέποτε ἀναγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅπως δὲν ἀναγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια τὰ εἰς τραπεζικά. Ἐν γένει τὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων ἀνάγονται εἰς τὸν λογαριασμὸν τῆς διαχειρίσεως, ὅστις δὲν εἰσέρχεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν· εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἰσέρχεται ὁ λογαριασμὸς τῶν δανείων, μόνον ὅταν ταῦτα καταστῶσιν εἴτε πάγια εἴτε χρεωλυτικά.
§17ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἀκόμη.
§18Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὁ λογαριασμὸς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς λέγει ὁ κύριος Βουλευτὴς, δὲν εἰσέρχεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι εἶναι ἀνοικτὸς λογαριασμὸς, οὗτινος δὲν εἶναι δυνατὸν ἑκάστη πρᾶξις πιστοχρεώσεως νὰ ἐπάγηται ἀναγραφὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ.
§19ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ μάθω ἀκριβῶς, ποῖα εἶναι τὰ κονδύλια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξέλαβε τὸ ταμειακὸν τμῆμα ὡς ἀναγόμενα εἰς τὴν χρῆσιν καὶ τὰ περιέλαβεν εἰς τὰ ἔσοδα, ἐνῷ ἀνάγονται εἰς τὴν διαχείρισιν, ὡς εἴπετε. Ποῖα κονδύλια εἶναι αὐτά;
§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τὰ τῶν κερματικῶν γραμματίων.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν.
§22Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα περιλαμβάνονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· διακρίνονται μὲν ὡς ἔκτακτα, ἀλλὰ πάντως ἀνάγονται εἰς τὴν χρῆσιν· τ’ ἄλλα δὲν ἀναγράφονται ἐπὶ τοιαύταις ποσότησιν. Ὡς πρὸς τ’ ἄλλα εἶναι πολὺ μικρὸν τὸ ποσὸν, περὶ οὗ πρόκειται ἐν τῇ ὑμετέρᾳ ἐπερωτήσει.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῇ πρώτῃ.
§24Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πρώτη ἐπερώτησις εἶναι ἡ ἀναγομένη εἰς τὰ τῶν μονοπωλίων.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δότε μοι τὴν ἄδειαν νὰ διασαφήσω τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐδίδετε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐφάνησαν, ὅτι πραγματεύονται περὶ δύο κεχωρισμένων ἀντικειμένων· αʹ) περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν 2,219,000, τὴν ὁποίαν ἀνεῦρον μεταξὺ τοῦ πίνακος, τοῦ ὑπάρχοντος ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, συντεταγμένου ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε συντάξει τὸ τμῆμα τὸ τελωνειακόν. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑμεῖς ἀπηντήσατε, ὅτι ἡ διαφορὰ προέρχεται, διότι εἰς μὲν τὴν κατάστασιν τοῦ τμήματος εἶχον παραλειφθῆ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ τὰ ὁποῖα τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, λαβὸν τὴν γενικὴν κατάστασιν, ἀνεῦρε καὶ προσέθηκεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας λοιπὸν ἠρώτησε, τίνα εἶναι τὰ ἔξοδα ταῦτα, τὰ ὁποῖα τὸ Γενικὸν Λογιστήριον προσέθηκε;
§26Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνόησα τὴν ἐρώτησιν. Ἴσως ἀνέγνωσα αὐτὴν πρωθυστέρως.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἐγὼ δὲν ἠρώτησα περὶ μονοπωλίων.
§28Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ περὶ μονοπωλίων ἀνάγεται εἰς τὴν πρώτην ἐρώτησιν. Ἡ ἑτέρα ἀπάντησις ἀνάγεται εἰς τὴν δευτέραν. Ἐδῶ ἔχομεν δύο ἐρωτήσεις (ἀναγινώσκει): «Διατὶ, ἐνῷ κατὰ τὸν πίνακα, τὸν προσαρτώμενον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1892 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεμπτεμβρίου ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 44,843,229, κατὰ τὴν κατάστασιν τὴν δημοσιευθεῖσαν παρὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» ἀνῆλθον εἰς 44,871,000;» Ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις εἰς μεγάλα ποσὰ, ἀλλ’ εἶναι ἡ διαφορὰ 28,000 δραχμῶν. Αὕτη προέρχεται ἐκ τούτου...
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 73,875.
§30Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι. Εἶναι 44,843,000, ἀντὶ 44,871,000· ἑπομένως ἡ διαφορὰ εἶναι μόνον 28,000 δραχμῶν.
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι μὲ αὐτὸ τόσον...
§32Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἄλλο.
§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. διότι ἐγὼ ἠθέλησα περαιτέρω πληροφορίας.
§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκείνη ἀνάγεται εἰς τὰ τῶν μονοπωλίων.
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον;
§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μόνον.
§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πῶς τὸ τῶν μονοπωλίων ἐθεωρήθη εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ ὄχι εἰς τὴν χρῆσιν;
§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ τῶν μονοπωλίων ἀνάγεται εἰς τὴν χρῆσιν· ἀλλ’ εἶχε καταλογισθῆ ἐν τῇ ἑτέρᾳ τῶν καταστάσεων, δὲν εἶχε δὲ καταλογισθῆ ἐν τῇ ἄλλῃ. Εἶχε καταλογισθῆ ἐν τῇ καταστάσει, ἥτις ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὸν λογαριασμὸν τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, δὲν εἶχε δὲ καταλογισθῆ ἐν τῇ καταστάσει τῇ μὴ λαβούσῃ ὑπ’ ὄψει τὸν λογαριασμὸν τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, ἀλλὰ τῇ λαβούσῃ ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποδοθέντα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον παρ’ αὐτῆς. Αὕτη εἶναι ἡ ἐξήγησις.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐδώκατε, σκοπῶ νὰ φέρω παρατηρήσεις.
§40Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχει καλῶς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐζήτησε, πλὴν τῶν πολλῶν πληροφοριῶν, ἃς θέλω τῷ δώσει μετ’ ὀλίγον, καὶ πίνακας τῶν εἰδικῶν λογιστηρίων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἐμφαίνοντας ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ὁμοῦ μετὰ τῶν ὀνομάτων τῶν δικαιούχων τὰς ἀνεγνωρισμένας ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων καὶ τῆς παρούσης ἔτι, ὧν δὲν ἔχει γείνῃ πληρωμὴ μέχρι τοῦδε ἐλλείψει πιστώσεων. Ἔχω ἐνταῦθα πίνακα, περιλαμβάνοντα πάντα ταῦτα. Ἑτέρα ἐπερώτησις τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος (ἀναγινώσκει): «Πίνακα λεπτομερῆ τῶν ὑπολοίπων ἐκ τῶν εἰς τοὺς δήμους ἀποδοτέων ποσοστῶν τῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐνεργουμένων εἰσπράξεων δημοτικῶν ἐσόδων μετὰ τὸν συμψηφισμὸν τῶν εἰς λογαριασμὸν τῶν δήμων καταβαλλομένων.» Ἐνταῦθα φέρω τὸν περὶ τούτου πίνακα. Ἀλλὰ ἐν τῇ πρώτῃ ἐρωτήσει ζητεῖ καὶ τὰ ὀνόματα τῶν δικαιούχων. Καὶ τῷ ὄντι τὰ ὀνόματα τῶν δικαιούχων ἐδίδοντο μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μὴ δημοσιεύωνται. Ἑπομένως πίνακα τῶν ὀνομάτων καταθέτω εἰς τὸ γραφεῖον, ἀλλ’ εἶναι ἐπιβλαβὴς ἡ δημοσίευσις, διότι οἱ δικαιοῦχοι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐπικαλοῦνται τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ὀνομάτων αὐτῶν ὡς δικαιούχων, εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ἡ ὀφειλή. Ἰσχυρίζονται οὗτοι, ὅτι ἀναγνώρισις εἶναι ἡ αἴτησις πιστώσεως, ἐν ᾧ τὴν πίστωσιν τὸ Δημόσιον ζητεῖ, ἵνα ἔχῃ τὴν ἄδειαν πρὸς πληρωμὴν, ἂν ἡ ὀφειλὴ ἀναγνωρισθῇ, περὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὅμως ἐπιφυλάσσονται πάντα τὰ δικαιώματα αὐτοῦ. Καὶ ὅμως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὑπέστη ζημίας τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ὀνομάτων ἐν σχέσει πρὸς τὰς πιστώσεις, καὶ διὰ τοῦτο τὰ ὀνόματα ἀνακοινοῦνται μὲν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἐν τῷ δημοσίῳ συμφέροντι νομίζω καλὸν νὰ μὴ δημοσιεύωνται, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ δὲν ἐπιβάλλει τὴν δημοσίευσιν. Ἐζήτησε προσέτι ὁ κ. Βουλευτὴς, «πίνακα, ἐμφαίνοντα ἔνθεν μὲν τὰ μέχρι τοῦδε πληρωθέντα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μηνιαίων καταστάσεων τῶν ἐκτελουμένων ἔργων, ἔνθεν δὲ τοὺς διαμέσους τόκους, τοὺς καταβληθέντας μέχρι τοῦδε διὰ τὸ ἤδη συνομολογηθὲν μέρος τοῦ δανείου τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος σιδηροδρόμου.» Τὰ μέχρι τοῦδε πληρωθέντα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκτελουμένων καταστάσεων ἀνέρχονται εἰς χρυσᾶ φράγκα 16,449, τὰ μέχρι τοῦδε κατατεθέντα 7240· ἐν συνόλῳ χρυσᾶ φράγκα 23,689.
§41ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἄλλα ποσὰ ἔχετε δι’ ἀποζημιώσεις.
§42Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ τῶν ἀποζημιώσεων τῶν γαιῶν εἶναι χωριστὸς λογαριασμὸς καὶ δὲν εἶναι λογαριασμὸς εἰς χρυσόν. Ἐζήτησε προσέτι ὁ κ. Βουλευτὴς πληροφορίας, πόθεν ἐλπίζομεν νὰ συμπληρώσωμεν τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς Πειραιῶς– Λαρίσσης κεφάλαια. Περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς ταύτης διεξάγονται διαπραγματεύσεις, ὅπως κατὰ σύστημά τι μετενεχθῇ εἰς ἑταιρίαν τὸ βάρος τῆς περατώσεως τῆς ἐργασίας καὶ μετενεχθῶσι καὶ τὰ δικαιώματα τὰ ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου. Διεξάγονται καὶ ἄλλαι διαπραγματεύσεις, ὀφείλει δὲ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι καὶ ὁλόκληρον τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης δὲν εἶναι διατεθειμένον. Εἶχεν ὑποβάλει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος καὶ σειρὰν ὅλην ἐρωτήσεων καὶ παρατηρήσεων, ὧν τινας ἀνέπτυξεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι ἀνέρχονται εἰς 101. Αἱ παρατηρήσεις καταλήγουσιν εἰς κατάδειξιν διαφορῶν μεταξὺ τῶν ἐκτεθειμένων συνάμα μετὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας περὶ τῶν εἰσπράξεων, ἐφ’ ὧν στηρίζονται αἱ πιθανότητες περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Λογιστηρίου, ἥτις καὶ αὐτὴ ἐδημοσιεύθη ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὰς διαφορὰς αἱ 101 ἐρωτήσεις καὶ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ παριστῶσιν ὡς ἀνερχομένας ἐπὶ πλέον μὲν εἰς 7,846,000, ἐπὶ ἔλαττον δὲ εἰς 2,124,000. Ἐπειδὴ δὲ σφάλματα εἶναι καὶ τὰ ἐπὶ πλέον, σφάλματα εἶναι καὶ τὰ ἐπὶ ἔλαττον, καίτοι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐθεώρησεν, ὅτι τὰ ἐπὶ ἔλαττον ἐγένοντο μόνον ἵνα καταστηθῶσι πιστευτὰ καὶ τὰ ἐπὶ πλέον, οὐχ ἧττον σφάλματα εἶναι, δι’ οἱονδήποτε λόγον καὶ ἂν ἐγένοντο· ἑπομένως κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν τὰ παρ’ αὐτοῦ ἀποκαλυφθέντα σφάλματα ἀνέρχονται εἰς 7,846,000 ἐπὶ πλέον καὶ 2,124,000 ἐπὶ ἔλαττον, ἤτοι ἐν συνόλῳ εἰς 9,970,000. Ἂν ὅμως ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τῶν ἐπὶ πλέον τὰ ἐπὶ ἔλαττον, ἅτινα εἶναι κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν μόνον λογιστικὰ καὶ δὲν ἔχουσι πραγματικὴν ὑπόστασιν, ἡ διαφορὰ εἶναι 5,721,000 ἐπὶ πλέον, δι’ ὧν ἠθελήσαμεν νὰ παραπλανήσωμεν τὴν Βουλήν. Τὸν ὑπολογισμόν...
§43ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐπὶ πλέον τῶν βεβαιωμένων;
§44Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰς διαφορὰς μεταξὺ δύο πινάκων ὑποβληθέντων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ Ὑπουργεῖον ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, περιλαμβάνουσαν πληροφορίας περὶ ἐσόδων. Τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ παρεβάλετε ὑμεῖς πρὸς τὰ ἐν ἄλλῃ ἐκθέσει ἐν τῷ αὐτῷ τεύχει, καὶ εὕρετε, ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει, ἥτις ὑπῆρξεν ἡ βάσις τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐσημειοῦντο ἐπὶ πλέον τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει, ἥτις πρὸς πληροφορίαν παρετίθετο ἐκ τοῦ Λογιστηρίου, 7,846,000, ἀνεγράφοντο ὅμως καὶ ἐπὶ ἔλαττον ἄλλα· καὶ ἂν μὲν προσθέσωμεν πάντα τὰ ἀνακριβῶς ἢ ἀσυμφώνως ἔχοντα, εὑρίσκομεν τὰς διαφορὰς ἀνερχομένας εἰς 9,970,000, ἂν δ’ ἀφαιρέσωμεν τὰ ἐπὶ ἔλαττον ἀπὸ τῶν ἐπὶ πλέον, εὑρίσκομεν ὅτι παριστᾷ ἡ ἔκθεσις, κατὰ τὰ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθέντα καὶ γραφέντα, τὰ ἔσοδα τὰ μέχρι τοῦδε, ἐφ’ ὧν ἐστηρίξαμεν τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν, ἐπὶ πλέον τοῦ πρέποντος κατὰ 5,721,000. Θέλω τώρα ἐξετάσει τὰς κυριωτέρας τῶν ἐρωτήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι ὀλίγα εἶναι τὰ ἄρθρα τ’ ἀπαρτίζοντα τὰ ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ὑπολειπόμενα ἀπαρτίζουσι δεκάδας ἢ ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν. Πρὶν δ’ ἢ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν, θέλω ἀνακοινώσει πρὸς ὑμᾶς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ὑπολογισμοῦ, ὃν θέλω ὑποβάλει.
§45ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ὑποβληθῶσι καὶ τὰ ἔγγραφα;
§46Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ πάντα θὰ ὑποβληθῶσιν ἐγγράφως, οὐχὶ δὲ μόνον ἐγγράφως, ἀλλὰ καὶ ἐντύπως καὶ ἐν ἀντιπαραθέσει πρὸς τὰ ὑμέτερα, διότι ἄλλως...
§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ ἡμέτερα πρέπει νὰ διορθωθῶσιν ἔτι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διότι εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ πολλοὶ ἀριθμοὶ ἐδημοσιεύθησαν ἐσφαλμένως· συμβαίνει τοῦτο πολλάκις, ὄχι μόνον ἐπὶ ἀριθμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ κειμένων.
§48Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν τὰ σφάλματα, εἰς ἃ περιεπέσετε, ἦναι ἁπλῶς τὰ δυνάμενα νὰ παραστηθῶσιν ὡς τυπογραφικὰ λάθη, πρέπει νὰ ἦσθε πολὺ εὐχαριστημένος (γέλωτες).
§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρομεν ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἰδικά σας λάθη. Σεῖς δὲν ἔχετε οὔτε αὐτὴν τὴν δικαιολογίαν τοὐλάχιστον.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ διακόπτετε!
§51Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ ὑπολογισμοὶ ἡμῶν καταλήγουσιν εἰς ἀποτελέσματα ὅλως διάφορα τῶν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, διότι ὑπάρχει τῷ ὄντι διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐκθέσεων, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, διότι αἱ ὑπηρεσίαι ἔχουσιν, ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἴδια ἑκάστη στοιχεῖα ὑπολογισμοῦ, κατὰ τὰ παρ’ ἑκάστης ἐπιδιωκόμενα τέλη. Τὸ τμῆμα, ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τοῦ ὁποίου συνετάχθη ἡ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄλλως καταρτίζει αὐτάς, καὶ ἄλλως καταρτίζει τὰς πληροφορίας αὐτοῦ τὸ Λογιστήριον. Τὸ Λογιστήριον καταρτίζει τὰς πληροφορίας αὐτοῦ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως, ἐν ᾧ τὸ τμῆμα καταρτίζει τὰς πληροφορίας αὐτοῦ παρακολουθοῦν τὴν βεβαίωσιν ἑκάστου ἐσόδου καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως, συνέπεια δὲ τούτου εἶναι, ὅτι, ἂν μὲν πρόκηται περὶ ἐσόδου χρήσεως κεκλεισμένης, αἱ τοῦ τμήματος πληροφορίαι θὰ παρέχωσιν ἀποτελέσματα ὑπέρτερα τῶν κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου’ ἂν ὅμως πρόκηται περὶ χρήσεως μὴ κεκλεισμένης, τὰ τοῦ τμήματος ἀποτελέσματα θὰ ἦναι ἐλάσσονα τῶν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, διότι τὸ τμῆμα παραδίδει τὰς πληροφορίας, ὅπως γένηται χρῆσις αὐτῶν εἰς καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς καταστρώσεως τοῦ πίνακος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅστις περιλαμβάνει καὶ τὰ μέχρι τῆς κλείσεως τῆς χρήσεως. Ἐκ τούτου τὸ φαινόμενον, ἐφ’ ᾧ τοσοῦτον ἐθαύμαζεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα τοῦ 1891 ἐπαρουσιάζοντο πάντοτε ἐπὶ ἔλαττον ἐν τῷ πίνακι τοῦ τμήματος ἢ ἐν τῷ πίνακι τοῦ Λογιστηρίου, διότι τὰ τοῦ 1891 εἶχον παρασκευασθῆ ὑπὸ τοῦ τμήματος, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὸν Ἰούλιον, τὸν Αὔγουστον, τὸν Σεπτέμβριον. Κατὰ τὸν νόμον, ὤφειλον νὰ παρουσιασθῶσι κατὰ τὸν Φεβρουάριον, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἐσχηματίσθη τὸν Ἰούνιον, ἤρχισεν ἡ ἐργασία αὕτη κατὰ Ἰούλιον, καὶ δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι διαρκούσης τῆς παρασκευῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξηκολουθοῦμεν πάντοτε λαμβάνοντες πληροφορίας παρὰ τοῦ τμήματος συμπληρωτικὰς μέχρις ἴσως Αὐγούστου ἢ Σεπτεμβρίου, τὸ Λογιστήριον ὅμως ἐξηκολούθησε καὶ περαιτέρω συμπληροῦν τὰς πληροφορίας, καὶ ἐν ᾧ εἴς τινα αἱ πληροφορίαι τοῦ τμήματος φθάνουσι μόλις μέχρις Αὐγούστου ἢ καὶ μέχρις Ἰουλίου, αἱ τοῦ Λογιστηρίου φθάνουσι σχεδὸν ὅλαι, νομίζω, μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου’ ἔχομεν ἄρα κατὰ τὸ 1891 παντοῦ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ τμήματος ἐλάσσονα,— εἶναι ταῦτα τὰ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν παριστώμενα παρ’ ἡμῶν οὕτως, ἵνα καθιστῶμεν πιστευτὰ τ’ ἄλλα. Τὰ δὲ ἄλλα ποῖα εἶναι; Εἶναι τὰ τοῦ 1890, τοῦ 1889, τοῦ 1888. Ὡς πρὸς ταῦτα, ἐπειδὴ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τὸ τμῆμα ἐξηκολούθει ἀναγράφον τὰ βεβαιούμενα μέχρι τῆς παραδόσεως τῶν ἀποτελεσμάτων εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἐν ᾧ τὸ Λογιστήριον ἔπαυσεν ἀναγράφον αὐτὰ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς οἰκείας χρήσεως, ἐννοεῖται ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ τμήματος, αἱ παραδοθεῖσαι κατὰ Ἰούλιον, Αὔγουστον ἢ Σεπτέμβριον, ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1890, τοῦ 1889, ἢ τοῦ 1888, περιεῖχον πολλὰ, μὴ περιλαμβανόμενα ἐν ταῖς πληροφορίαις τοῦ Λογιστηρίου. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, τὸ Λογιστήριον ὑπάρχει πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ἐλέγχου, ἐξελέγχον ἄρα, τακτοποιεῖ τοὺς καταλογισμούς. Οὕτω τὰ πρόστιμα τὰ ἐπιβαλλόμενα λόγῳ ὑπερημερίας περὶ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν π. χ. οἱ ταμίαι ἀναγράφουσιν ἄλλοτε μὲν εἰς τὰ ἔσοδα ἐξ ἀροτριώντων κτηνῶν, ἄλλοτε δὲ εἰς τὰ ἔσοδα ἐκ προστίμων. Τὸ Λογιστήριον, ἐξελέγχον ταῦτα, ἐφ’ ὅσον ἀνεγράφησαν εἰς τὰ ἔσοδα, εἰς ἃ κατὰ τὸ σύστημα αὐτοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσι, μεταφέρει αὐτὰ εἰς τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον τῶν ἐσόδων, ἔχομεν δὲ τότε ἐν τοῖς ἐσόδοις, ἔνθα ταῦτα μετηνέχθησαν, αὔξησιν, ἐν τοῖς ἐσόδοις δὲ, ἐξ ὧν ἀφῃρέθησαν, μείωσιν. Τοιαῦτα συμβαίνουσι συχνὰ ἐπὶ μικρῶν ποσῶν, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἔλεγε μετὰ τῆς συνήθους αὐτῷ εὐστοχίας, ὅτι εἰς τὰ μικρὰ ἰδίως ποσὰ φαίνεται ἡ ἀνακρίβεια, ἐκλαμβάνων ὡς ἔλλειψιν ἀκριβείας τὰς ἐκ τοῦ ἐλέγχου διαφορὰς. Τῷ ὄντι εἰς τὰ μικρὰ ποσὰ θὰ ἐφαίνετο ἡ ἀνακρίβεια, ἐὰν μὴ ὑπῆρχε διαφορὰ, διότι θ’ ἀπεδείκνυεν ἡ ἔλλειψις διαφορᾶς, ὅτι τὸ Λογιστήριον ὑπῆρχε μόνον διὰ τὸ μισθολόγιον, ἐνῷ τὸ Λογιστήριον, ἐξελέγχον, ἐξακριβοῦν, τακτοποιοῦν καὶ τὰ ἐλάχιστα, καταρτίζει πίνακας, πολλὰς περιέχοντας τὰς διαφορὰς πρὸς τοὺς ταμειακούς, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπὶ ποσῶν οὐχὶ ἀξίων λόγου. Ὑπάρχουσι λοιπὸν διαφοραὶ κανονικαί, προερχόμεναι ἐκ τῆς ἐξελέγξεως, ἀλλ’ ἐπὶ ποσῶν συνήθως οὐχὶ πολὺ σπουδαίων, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ διαφοραὶ τῶν ταμειακῶν καὶ τῶν τοῦ Λογιστηρίου πινάκων ἐξ ἀναγραφῶν, ὧν τὰ στοιχεῖα δὲν εἶναι τὰ αὐτά, καὶ αὗται εἶναι πολὺ σπουδαιότεραι. Τῆς τελευταίας ταύτης κατηγορίας διαφορὰς ἔχομεν ἐπὶ πλέον 512 χιλιάδων δραχμῶν, ἐπὶ ἔλαττον δὲ 496 χιλιάδων· ἐὰν ἄρα ἀφαιρέσωμεν ταύτας ἀπὸ ἐκείνων, ὑπολείπεται διαφορὰ 16 χιλιάδων δραχμῶν, ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ μέσου ὅρου τριῶν ἐτῶν, διαιροῦμεν διὰ τοῦ 3, καὶ ἔχομεν ἐτησίαν διαφορὰν 5 χιλιάδων δραχμῶν.
§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι πλεόνασμα αὐτὸ ἢ ἔλλειμμα;
§53Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ 5 χιλιάδων, ἐὰν ἦναι ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον, τὸ ζήτημα δὲν παρέχει τὸ ἐνδιαφέρον, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ καὶ ἡ ἀφαίρεσις τῶν 496 χιλιάδων δραχμῶν ἐπὶ ἔλαττον ἀπὸ τῶν 512 χιλιάδων ἐπὶ πλέον οὐδένα ἔχει λόγον, ἀφοῦ καὶ τὰ ἐπὶ πλέον καὶ τὰ ἐπὶ ἔλαττον οὐδὲν ἄλλο καταδεικνύουσιν, εἰμὴ ὅτι ἐπὶ ἄλλην χρονικὴν διάρκειαν ἐκτείνονται τ’ ἀποτελέσματα τούτου τοῦ πίνακος, καὶ ἐπὶ ἄλλην τ’ ἀποτελέσματα ἐκείνου.
§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὅλον τῶν διαφορῶν μεταξὺ τῶν δύο ὑπηρεσιῶν ἀνέρχεται εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν;
§55Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διαφοραὶ τῶν πινάκων τῶν δύο ὑπηρεσιῶν δὲν θὰ ὑφίσταντο, ἂν οἱ πίνακες δὲν ἀνέγραφον ἀποτελέσματα διαφέροντα κατὰ τὴν χρονικὴν περίοδον. Αἱ δὲ διαφοραί, ἃς παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτής, συνίστανται εἰς 10 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν τὰ 9 ἑκατομμύρια περιλαμβάνονται ἐν 8 ἢ 9 ἄρθροις· καὶ ἰδού. Ἀφίνω τὰς μικρὰς διαφορὰς τῶν 100 καὶ τῶν 50 χιλιάδων, καὶ λαμβάνω τὴν διαφορὰν ἐν τοῖς φόροις Ἑπτανήσου· ἤτοι τοῦ 1891 365 χιλιάδας δραχμῶν, τοῦ 1890 716 χιλιάδας, καὶ τοῦ 1889 971 χιλιάδας· ἤτοι ἐν συνόλῳ 2 ἑκατομμύρια. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν λοιπόν, ἡ μὲν προσωρινὴ κατάστασις τοῦ Λογιστηρίου ἀναγράφει ἐκ φόρου Ἑπτανήσου τοῦ 1891 δραχμὰς 4,089,000, ἡ δὲ ἔκθεσις ἀναγράφει δραχμὰς 3,724,000· ἑπομένως διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον ἐν τῇ ἐκθέσει—εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν ἐπὶ ἔλαττον διαφορῶν, αἵτινες ἐτέθησαν μόνον πρὸς παραπλάνησιν τῆς Βουλῆς,—διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον 365 χιλιάδων· διατί; Διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἔλαβεν ἁπλῶς ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον ὅπως ἀνεγράφετο ἐν τῇ ἐκθέσει, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸ ἐν τῇ σημειώσει περὶ νομισματικῆς διαφορᾶς τῶν 15%· ἡ νομισματικὴ ὅμως διαφορά, ἐπιπροστιθεμένη εἰς τὸ ποσὸν τὸ ἐν τῇ ἐκθέσει, δίδει ἀκριβῶς τὸ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου παριστάμενον, ὥστε ἐδῶ οὐδεμία ὑπάρχει διαφορά, ὑπάρχει μόνον ἐν τῷ σημειώματι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀπορία ἄνευ λόγου περὶ ποσοῦ 365 χιλιάδων δραχμῶν. Πάλιν ἐκ φόρου Ἑπτανήσου τοῦ 1890, ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν φέρει δραχμὰς 1,812,000, ἡ ἔκθεσις 2,529,000· διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἐν τῇ ἐκθέσει 716,000 δραχμῶν. Πόθεν αὕτη; Διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἔλαβεν ἀνὰ χεῖρας τὸν πίνακα, καὶ εὗρεν ἐν τῇ αὐτῇ στήλῃ, προκειμένου περὶ φόρου Ἑπτανήσου τοῦ 1890,—διότι εἰς τοῦτον ἀφώρα ἡ παρατήρησίς του, — εὗρεν ἐν τῇ αὐτῇ στήλῃ ἔσοδον ἐκ τῶν διαφόρων φόρων, πλὴν τοῦ ἐλαίου, δραχ. 1,586,000, ὑπ’ αὐτὸ εὗρε τὸ ἔλαιον 942,000, προσέθεσε τὰ δύο ποσὰ καὶ ἀπήρτισε τὸν ἀριθμὸν, τὸν ἐδῶ ἀναγραφόμενον, τῶν 2,529,000· ἀλλὰ δὲν παρετήρησεν, ὅτι ἄνωθεν τῶν 942,000 ἦσαν γεγραμμένοι οἱ ἀριθμοὶ 1889 καὶ ὄχι 1890. Διατὶ δὲ ἦτο ἀναγεγραμμένον τὸ 1889; Διότι, ἐνῷ ἐν τοῖς ἄλλοις φόροις λαμβάνομεν τὸν μέσον ὅρον ἐπὶ συνεχοῦς τριετίας, ἐπὶ τοῦ ἐλαίου λαμβάνομεν τὸν μέσον ὅρον ἐπὶ τριετίας ἁλματικῆς, ἑπομένως τὸ 1890 ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ 1889, καὶ περιλαμβάνεται ἐν τῇ αὐτῇ στήλῃ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ μέσου ὅρου, ὅστις θὰ ἐχρησίμευε διὰ τοὺς σκοποὺς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς τὰ εὗρεν ἐν τῇ αὐτῇ στήλῃ, τὰ ἥνωσε, καὶ ἀπήρτισε τὸν ἀριθμὸν 2,529,000, τουτέστι προσέθεσε τὰς τοῦ 1889 942,000 δραχμὰς, ἐνῷ ὤφειλε νὰ προσθέσῃ τὰς τοῦ 1890, αἵτινες δὲν εὑρίσκοντο ἐδῶ σημειωμέναι, διότι δὲν ἦτο ἔτος ἐκ τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν· ταύτας ὅμως ἐκ τοῦ Λογιστηρίου λαβὼν ἐγὼ, εὑρίσκω ὅτι δίδουν ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν, ὃν ἀναγράφει ὡς διαφορὰν ὁ κ. Βουλευτὴς, τῶν 716 χιλιάδων· εἶναι δὲ τοῦτο φυσικὸν, διότι ἡ διαφορὰ μεταξὺ καλῆς ἐσοδείας καὶ κακῆς ἐσοδείας ἐλαίου εἶναι 716 χιλιάδων δραχμῶν. Δὲν λέγω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἔπραξε τοῦτο σκοπίμως. Ἠρύσθη τὰς πληροφορίας παρὰ λογιστικοῦ μὴ γινώσκοντος τὰ τῆς Ἑπτανήσου καὶ δυναμένου ν’ ἀπατηθῇ· διότι, ἐὰν ἐλάμβανε ταύτας παρὰ προσώπου γενικωτέρας ἔχοντος γνώσεις, θὰ τῷ ἐδίδετο νύξις, ὅτι αἱ 716,000 δραχμαὶ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ καλῆς καὶ κακῆς ἐσοδείας τοῦ ἐλαίου. Ἔχομεν ὅμως καὶ τὸν φόρον Ἑπτανήσου τοῦ 1889, παρουσιάζοντα διαφορὰν κατὰ τὸν κ. Βουλευτήν. Τῷ 1889 ἀντιστρόφως τὸ αὐτὸ συμβαίνει· ἐκεῖ εἰς τὰς τοῦ 1889 δραχμὰς 1,196,000 προσέθεσε 386 χιλιάδας τοῦ 1887, καὶ ἐκ τούτου φέρει ἐνταῦθα διαφορὰν 971 χιλιάδων δραχμῶν, ἐνῷ οὐδεμία ἀπολύτως διαφορὰ ὑπάρχει, εἶναι ἐν ἄκρᾳ ἀκριβείᾳ καὶ ἀνταποκρίνονται οἱ δύο λογαριασμοί· ἰδοὺ δὲ τὰ 2 ἑκατομμύρια ἐξαφανιζόμενα ἐν λογαριασμῷ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐρχόμεθα εἰς ἄλλον φόρον, εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1891. Τοῦ ἔτους τούτου ἡ χρῆσις δὲν εἶχε κλείσει κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν συνετάσσοντο οἱ πίνακες, διότι τὸ Λογιστήριον εἶχε τοὺς πίνακας κατεστρωμένους μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1892, ἐπειδὴ ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶχεν ἔτι ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ἐργασία ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπέτρεψεν, ἵνα περιλάβωμεν ἐν τῇ ἐκθέσει πληροφορίας, μόνον κατόπιν δυναμένας νὰ ληφθῶσι· διότι, ὡς ὅλοι γινώσκομεν, ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων τῶν Ἀθηνῶν ἐγένετο μετὰ τὸν Σεπτέμβριον, προσετέθη λοιπὸν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο εἰς τὴν ἔκθεσιν, καὶ τοῦτο ἐξηγεῖ τὴν διαφορὰν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀναγράφει ἐνταῦθα, εἰς 1,201,000 δραχμῶν· ἐκλείπει ἄρα καὶ τοῦτο. Σημειωτέον προσέτι, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν περιλαμβάνει καὶ τὰ τῶν ποσοστῶν τῶν δήμων εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοῦ, ἀνερχόμενα εἰς 330 χιλιάδας δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα εἰς τὸ 1890· ἐκεῖ ἔχομεν 962 χιλιάδας δραχμῶν πάλιν ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου, διότι, ὡς γινώσκομεν, ἡ καθυστέρησις τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων δὲν ὑπῆρξε μόνον διὰ τὸ 1891, ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ διὰ τὸ 1890· συνέβη ἄρα τὸ αὐτὸ πάλιν καὶ ἐδῶ διὰ ποσὸν σχεδὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἐπίσης καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἀναγράφει ὁ κ. Βουλευτὴς διαφορὰν 1,090,000. Ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ πίνακος ἦτο κυρίως συνέπεια κανονικὴ τῆς βεβαιώσεως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως δραχμῶν 1,077,000. Ἀφοῦ αὗται ἐβεβαιώθησαν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως, ἦτο ἑπόμενον, ὅτι θ’ ἀνεγράφοντο ἐν τῇ ἐκθέσει, στηριζομένῃ ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τοῦ τμήματος, καὶ δὲν θ’ ἀνεγράφοντο ἐν τῷ πίνακι τοῦ Λογιστηρίου. Καὶ ἐκ τούτου ἄρα ἐξαφάνισις ἐκ τοῦ πίνακος τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ δραχμῶν 1,077,000. Ἐν τῇ προσόδῳ ἐξ ἐκποιήσεως δημοσίων κτημάτων ἀκινήτων καὶ κινητῶν κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς φέρει δραχμὰς 2,748,000, ἡ δὲ ἔκθεσις 3,834,000, καὶ οὕτως ὑπάρχει διαφορὰ 1,086,000. Διατὶ ἡ διαφορὰ αὕτη; Διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἤνοιξε τὴν ἔκθεσιν καὶ ἀνέγνω ἐν αὐτῇ, ὅτι εἰς 3,834,000 δραχμῶν, ὡς λέγει ἐνταῦθα, ἀνήρχοντο τ’ ἀναγεγραμμένα διὰ τὸ 1890· ἀλλὰ διὰ τὸ 1890 εἶναι ἀναγεγραμμένον ποσὸν 3,123,000, τὸ δὲ ποσὸν τῶν 3,834,000 εἶναι ἀναγεγραμμένον διὰ τὸ 1889, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο ἀνώτερον τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ προετίμησε, καὶ οὕτως ἠδυνήθη νὰ καταρτίσῃ τὴν διαφορὰν ταύτην τοῦ 1,086,000 δραχμῶν διὰ τῆς προσθήκης εἰς αὐτὰ τοῦ ποσοστοῦ τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον συστηματικῶς ἐν πᾶσι τοῖς ὑπολογισμοῖς αὐτοῦ παρέλειψεν. Ἐπὶ τῆς αὐτῆς προσόδου τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ὑπολογίζει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Λογιστηρίου ἀναγράφει 3,320,000 δραχμῶν, ἡ δὲ ἔκθεσις 3,834,000, διαφορὰ ἄρα ἐπὶ πλέον ἐν τῇ ἐκθέσει 514,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ἐνταῦθα παρέλειψε τὰ ποσοστὰ τῆς ὁδοποιΐας ἐκ δραχμῶν 423,000, ἑπομένως ὑπολείπεται διαφορὰ 97,000 δραχμῶν, ἥτις καλύπτεται ἐκ τῆς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως γενομένης βεβαιώσεως ὑπὸ τὰ ἄρθρα 3, 8 καὶ 9. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ διαφορὰ τῶν ἑκατομμυρίων ἐκλιποῦσα καὶ ὑπολειπόμενα τὰ μικρὰ ποσὰ τῶν διαφορῶν, ἐξηγουμένων καὶ τούτων εἴτε ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρὰ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ κανονικοῦ ἐλέγχου, εἴτε ἐκ τῆς διαφόρου ὑποστάσεως τῶν πληροφοριῶν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τῆς ὑπουργικῆς ἐκθέσεως, ἐκείνου μὲν ὑποβάλλοντος περὶ παντὸς ἐσόδου τὸν λογαριασμὸν αὐτοῦ ἐντὸς τῆς οἰκείας χρήσεως, ταύτης δὲ περιλαμβανούσης τὸν λογαριασμὸν τοῦ ἐσόδου ἐπεκτεινόμενον ἐπὶ πάσας τὰς χρήσεις. Αἱ διαφοραί, ὡς εἶπον, αἱ πραγματικαὶ δὲν ὑπερβαίνουσι ποσόν, ἐντελῶς δεδικαιολογημένον ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ λογιστικοῦ ἐλέγχου καὶ ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης τοῦ συστήματος τῶν λογαριασμῶν, εἶναι διαφοραὶ 496 χιλιάδων δραχμῶν προσθετέων, καὶ 512 χιλιάδων δραχμῶν ἀφαιρετέων ἐν τῷ λογαριασμῷ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· τὰ δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ προταθέντα ἐρωτήματα, ἐὰν ἐνδεικνύωσί τι, εἶναι τοῦτο ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ, ὅτι σκοπίμως συνετάχθησαν αἱ ἐκθέσεις παριστῶσαι ἐξωγκωμένας τὰς εἰσπράξεις. Ἐὰν ἠθέλομεν νὰ παραστήσωμεν ἀνωτέρας τὰς εἰσπράξεις, δὲν νομίζω ὅτι χάριν ποσοῦ 5 ἑκατομμυρίων,—διότι ἡ ἐξόγκωσις κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἰς 5 ἑκατομμύρια ἀνέρχεται, —δὲν νομίζω, ὅτι χάριν τοιούτου ποσοῦ θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ προσφύγωμεν εἰς νηπιώδεις ἐξογκώσεις, ἀνεκτὰς ἴσως ἄλλως παρὰ ἐπικρίνοντι εὐτόλμῳ πρὸς τὰ ἀστεῖα, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ παρὰ ἐπικρίνοντι ἐν τοιούτῳ θέματι ἀνεκτάς. Τοιοῦτον ποσὸν ἄνευ ἐξογκώσεων ἠδυνάμεθα νὰ παραστήσωμεν ὑπάρχον, καταρτίζοντες τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ ἐνδείξεων ἄλλων ἢ τῶν παρ’ ἡμῶν προτιμηθεισῶν. Τί ἠνάγκαζε τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραδεχθῇ περὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ὡς βάσιν—ἐξαιρέσει μόνον τῶν ὑπὸ ἰδίων λόγων ἐνδεικνυομένων περιπτώσεων—τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ὑποχωροῦντος τοῦ ὅρου τούτου εἰς τὸν ὅρον τοῦ τελευταίου ἔτους, ἐὰν οὗτος ἦναι ἐλάσσων; Ἂν μὴ παρεδεχόμεθα τὴν βάσιν ταύτην, ἠθέλομεν φθάσει εἰς ἀποτελέσματα κατὰ ἑκατομμύρια ἀνώτερα τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἠθέλομεν ἐπιτύχει οὕτω διὰ τρόπου κανονικοῦ παράστασιν τῶν εἰσπράξεων πολὺ ἀνωτέραν τῆς ἐπιδιωχθείσης κατὰ τὸν κύριον Βουλευτὴν διὰ τῆς παρ’ αὐτοῦ ὑποτεθείσης ἀτέχνου ἐξογκώσεως τῶν ἀναγραφῶν τῶν ἐν τῷ παρελθόντι εἰσπράξεων. Οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ κατακρίνῃ εὐλόγως τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἠκολούθει αὕτη ἄλλο σύστημα προσδιορισμοῦ τῶν πιθανῶν εἰσπράξεων, ἐὰν δὲν ἠκολούθει τὸ σύστημα τῆς παραβολῆς τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν πρὸς τὸν ὅρον τοῦ τελευταίου ἔτους, προτιμῶσα τὸν ἐλάσσονα. Ἐὰν ἐλάμβανεν ἡ Κυβέρνησις ὡς βάσιν τὸν ὅρον τοῦ τελευταίου ἔτους, κατὰ τὸν ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύοντα κανόνα, ἢ ἐὰν ἐλάμβανεν ὡς βάσιν τὸν ὅρον τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν ἄνευ τῆς ἀντιπαραβολῆς καὶ ὑποχωρήσεως πρὸς τὸν ὅρον τοῦ τελευταίου ἔτους, ἐκ τούτου μόνον θὰ εἴχομεν ἑκατομμυρίων ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐν τοῖς ἀποτελέσμασιν· ἀλλ’ ἡμεῖς τοὐναντίον ἐπεζητήσαμεν ἐν παντὶ νὰ παραστήσωμεν τὸν μέσον ὅρον τῶν βεβαιωθέντων ἐν τῷ παρελθόντι ἐσόδων, τὸν χρησιμεύσαντα ὡς βάσις εἰς καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1893, κατώτερον τοῦ πραγματικοῦ. Καὶ παρεστήσαμεν αὐτὸν τοσούτῳ κατώτερον τοῦ πραγματικοῦ, ὥστε, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ἔτος 1893 θὰ ἦναι ἐκ τῶν κατὰ μέσον ὅρον εὐφόρων, θὰ ἔχωμεν βεβαίως βεβαιώσεις ἐσόδων τοὐλάχιστον κατὰ 5 ἑκατομμύρια ἀνωτέρας τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφεισῶν, ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν λίαν εὐφόρων, ὡς ἦτο τὸ ἔτος 1891, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν βεβαιώσεις καὶ 7 καὶ 8 ἑκατομμυρίων πλέον τῶν ἀναγραφεισῶν. Καταθέτω ἀπάντησιν ἐκ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἰς τὰ ἐρωτήματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καταθέτω δὲ καὶ τοὺς πίνακας τοὺς συνοψίζοντας τὰ ἀποτελέσματα τὰ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὰ κατὰ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ πίνακάς τινας ἄλλους σχετικούς.
§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ τυπωθῶσιν αὐτοὶ οἱ πίνακες;
§57Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 96).
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα διὰ τῆς χθὲς γενομένης ἐπερωτήσεώς μου. Χθὲς ἀληθῶς ἐπηρώτησα αὐτὸν, ζητήσας πληροφορίας περὶ διαφορῶν, τὰς ὁποίας εὗρον ἐν τοῖς πίναξι καὶ ἐν ταῖς καταστάσεσι ταῖς δηλούσαις τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα τοῦ 1892 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1892, ἀλλὰ προσέτι καὶ ἐν τῷ πίνακι καὶ ταῖς καταστάσεσι ταῖς δηλούσαις τὰ γενόμενα ἔξοδα κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἐξόδων εἶχον εὕρει διαφορὰν, δι’ ἣν ἐζήτησα διασάφησιν, μεταξὺ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἔκτακτα ἔξοδα, διότι ἡ μὲν κατάστασις ἡ δημοσιευθεῖσα διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» ἀνέφερεν, ὅτι ἐκ τῶν γενομένων ἐξόδων κατὰ τὸ διάστημα τὸ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1892 τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἀνήρχοντο εἰς δρ. 508,423.43, ἐνῷ ἡ κατάστασις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐβεβαίου, ὅτι ταῦτα ἀνήρχοντο εἰς 2,498,612.09. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἦτο ἀξία ἐρεύνης, καὶ ἡ ἐπερώτησίς μου ἦτο διὰ τοῦτο δεδικαιολογημένη. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς μοὶ ἔδωκε τὴν ζητηθεῖσαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν κρίνω ἀρκοῦσαν, διότι ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ δημοσιευθεῖσα διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» δὲν περιεῖχεν ἀκριβεῖς χαρακτηρισμοὺς τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων ἕνεκεν ἐσφαλμένης ἐκτιμήσεως τοῦ τμήματος, τὸ ὁποῖον εἶχε συντάξει αὐτὴν, καὶ ὅτι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον συνέταξε τὸν πίνακα, τὸν δηλοῦντα ὅτι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 2,498,612.09, ἐποιήσατο τοὺς ὀρθοὺς καὶ εὐλόγους χαρακτηρισμοὺς τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων. Ἑπομένως οὐδεμίαν ἔχω νὰ φέρω παρατήρησιν ἐπὶ τούτου. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, εἶχον ζητήσει πληροφορίας καὶ ἐπὶ διαφορῶν, τὰς ὁποίας ἀνεῦρον ἐν ταῖς περὶ τῶν πραγματοποιηθέντων ἐσόδων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1892 ἐπισήμοις καταστάσεσιν. Αἱ διαφοραὶ, τὰς ὁποίας εὗρον καὶ ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν, ἦσαν αὗται· ὁ μὲν πίναξ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχεν ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁ ὁποῖος παριστᾷ τὰ πραγματοποιηθέντα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1892 ἔσοδα, παρίστα ταῦτα ἀνελθόντα εἰς 52,706,052.06, ἐνῷ ἡ κατάστασις ἡ δημοσιευθεῖσα διὰ τῆς «Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως» παρίστα, ὅτι τὰ ἔσοδα ταῦτα ἀνῆλθον εἰς 50,486,288, ἑπομένως μεταξὺ αὐτῶν ὑπῆρχε διαφορὰ 2,219,763.85. Ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, εἶναι, ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ἐκ τοῦ καταλογισμοῦ τῶν ἐσόδων τῶν Μονοπωλίων, διότι τὸ μὲν Γενικὸν Λογιστήριον περιέλαβεν ἐν τῷ πίνακι, ὁ ὁποῖος ἀνεβίβασε τὰ ἔσοδα εἰς 52,706,052, τὰ ἀναγγελθέντα ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ὡς βεβαιωθέντα ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, ἐνῷ ἡ κατάστασις ἡ δημοσιευθεῖσα διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» δὲν περιελάμβανε πάντα τὰ ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ἀναγγελθέντα, ἀλλὰ περιελάμβανεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐξελεγχθῆ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὸ ταμεῖον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα τάξεως, ἢ ζήτημα ἕξεως συστήματος, ἑπομένως οἱ ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ ἐσυνείθισαν νὰ μὴ πράττωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττει τὸ ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐσόδων τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου, τὸ βεβαιοῦν ὡς ἔσοδα τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸ ταμεῖον, ἀλλ’ ἀναγράφουσιν ὡς ἔσοδα καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἔτι εἰσαχθῆ εἰς τὸ ταμεῖον, ἀλλ’ ἔχουσιν ἀναγγελθῆ μόνον ἀπὸ τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων ὡς βεβαιωθέντα ὑπ’ αὐτῆς. Τὸ ζήτημα, ἂν ἦναι μόνον ζήτημα τάξεως, οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω, ὀφείλω ὅμως νὰ ποιήσωμαι παρατήρησιν κατὰ τῆς τάξεως ταύτης, ὅτι αὕτη δὲν ἄγει εἰς καθαροὺς λογαριασμοὺς, ἐξ ἐναντίας ἄγει εἰς σύγχυσιν. Τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται ἐντὸς τοῦ μηνὸς ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, δὲν εἰσάγονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσι κατὰ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς, ἀλλ’ εἰσάγονται μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν, καὶ τότε ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων εἰσάγει αὐτὰ εἰς τὸ ταμεῖον· οὕτω πως τὰ ἔσοδα τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου εἰσάγονται μόνον κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον, διότι τὸ ἀπὸ 31 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 1 Μαρτίου μηνιαῖον διάστημα χρησιμεύει εἰς ἐξέλεγξιν τῶν ἐσόδων, εἰς ἐκκαθαρισμὸν αὐτῶν καὶ εἰς πραγματοποίησιν τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων. Διὰ τοῦτο κρίνω ὀρθότερον τὸ σύστημα νὰ ἀναγράφωνται τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους τὰ πράγματι εἰσαχθέντα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ὄχι τὰ βεβαιούμενα, δι’ ὃν λόγον σημειοῦνται ὡς εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἐσόδων οὐχὶ τὰ βεβαιούμενα ἔσοδα κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ τὰ εἰσπραττόμενα. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔσοδα, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται συγχρόνως, ὡς τὰ ἔσοδα τῶν τελωνείων, τὰ τῶν καπνοκοπτηρίων καὶ ἄλλα· ταῦτα ὅμως βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ὑπὸ λειτουργῶν τοῦ Κράτους, ἡ δὲ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων δὲν εἶναι λειτουργὸς τοῦ Κράτους, διαχειρίζεται δὲ μόνον ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος μετέδωκεν εἰς αὐτήν. Εἶναι ἑταιρία αὐτοτελής, τῆς ὁποίας αἱ πράξεις ἐξελέγχονται, καὶ τότε θεωροῦνται ὀρθαί, ὅταν ἐξελεγχθεῖσαι εὑρεθῶσιν ὀρθαί. Ἐὰν ἡ ἐξέλεγξις παραγάγῃ διαφορὰν μεταξὺ τῶν πραγματικῶν ἐσόδων καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία ἀναγγέλλει, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀναγράψῃ ὡς ἔσοδα, οὐχὶ τὰ ὑπὸ τῆς ἑταιρίας ἀναγγελθέντα ὡς βεβαιωθέντα, ἀλλὰ τὰ παραχθέντα ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐξελέγξεως. Δύναται δὲ τὸ σύστημα τοῦτο νὰ φέρῃ εἰς σύγχυσιν, διότι κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους θέλουσιν εἶσθαι ἀναγεγραμμένα ὡς ἔσοδα, οὐχὶ τὰ ἐξεληλεγμένα καὶ βέβαια,—τοιαῦτα δὲ δὲν δύνανται νὰ ἦναι, εἰμὴ τὰ ἔσοδα τῶν πρώτων δέκα μηνῶν τοῦ ἔτους, ἀφοῦ τὰ ἀναγγελθέντα ὡς βεβαιωθέντα κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας εἰσὶν ἔτι ἀνεξέλεγκτα,—ἀλλὰ πάντα τά τε ἐξεληλεγμένα καὶ τὰ μὴ τοιαῦτα. Ἀλλ’ ἀφοῦ, ὡς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, οὕτω συνειθίζουσιν ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, ἐγὼ διατηρῶ τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἐπερωτήσεων τούτων, εἶχον ἀπευθύνει καὶ ἑτέραν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀναγομένην εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1890. Ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τούτῳ, ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐξόδων ἀνεγράφησαν δαπάναι ἐκ φράγκων 15,531,314.50, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσεν ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν ὀφειλομένων ἐκ τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825, τοῦ λεγομένου δανείου τῆς Ἀνεξαρτησίας. Μεταξὺ δὲ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐσόδων τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἐσημειώθησαν ὡς ἔκτακτα ἔσοδα, εἰσπραχθέντα ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, 40,050,000 φράγκων, ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ὁποίων τὰ 7,694,637 ὑπῆρχον παρὰ τῷ τραπεζίτῃ κ. Hambro, καὶ 3,173,529, εἰσπραχθέντα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε κατατεθῆ ἐν τῇ Τραπέζῃ τοῦ Comptoir d’ Escompte National, χρησιμεύουσι διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν πλοίων. Φυσικὸν ἦτο νὰ ἐπιθυμήσω νὰ πληροφορηθῶ ἐκ τίνων χρημάτων ἐπλήρωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ 15,431,314, ὅπως ἀποσβέσῃ τὰ ὀφειλόμενα ἐκ τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825. Ἀλλ’ ἐπληροφορήθην, ὅτι δὲν ἐπλήρωσεν αὐτὰ οὐδ’ ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης τῶν 40,050,000, οὐδ’ ἐκ τῶν 3,173,529 τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων· μὲ ἐβεβαίωσε δὲ τοῦτο πίναξ συνταχθεὶς ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο τότε εἰσηγητὴς καὶ πρόεδρος τῶν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν ἐκείνων ἐπιτροπῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον πίνακα ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης εἶχον πληρωθῆ μόνον 1,832,587 εἰς τὸν ἐργολάβον τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσσης, καὶ 5,427,078 εἰς ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐντόκων γραμματίων· δὲν ἀναφέρει δὲ, ὅτι ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης ἐξωφλήθησαν καὶ τὰ ὀφειλόμενα ἐκ τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825. Ἀλλὰ καὶ πίναξ τις, τὸν ὁποῖον ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1890, βεβαιοῖ, ὅτι τὰ ὀφειλόμενα ἐκ τοῦ χρέους τοῦ 1824 καὶ 1825 ἐπληρώθησαν διὰ δανείου προσωρινοῦ 600 χιλιάδων λιρῶν ἀγγλικῶν, γενομένου δι’ ἐντόκων γραμματίων, ἐκδοθέντων τὴν 5 Δεκεμβρίου 1889 ἐπὶ ἐτησίᾳ προθεσμίᾳ καὶ τόκῳ 5% καὶ ἐπὶ προμηθείᾳ ¼%. Λοιπὸν τὸ δάνειον τοῦ 1824 καὶ 1825 δὲν ἀπεσβέσθη διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 40,050,000, οὐδὲ διὰ τῶν χρημάτων τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 3,173,529, οὐδὲ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἐκ τοῦ δανείου τοῦ προσωρινοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν, ὅτι συνήθεια ἐπεκράτησε νὰ μὴ ἀναγράφωνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ προσωρινὰ χρέη, προσέθηκε δ’ εἰς τὸ κῦρος τῆς γνώμης αὑτοῦ καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας τὸ κῦρος τῆς γνώμης του, διότι καὶ οὗτος ἐβεβαίωσε τὴν συνήθειαν ταύτην. Ἡ συνήθεια ὅμως αὕτη καταλήγει εἰς πλαστογράφησιν τῶν πραγμάτων· διότι, ἀφοῦ δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1890 τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ τοῦ προσωρινοῦ δανείου, τοῦ δι’ ἐντόκου γραμματίου γενομένου, προϊὸν αὐτοῦ ἐκ λιρῶν ἀγγλικῶν 600 χιλιάδων, θέλει πιστευθῆ, ὅτι τὸ χρέος τῶν 1824 καὶ 1825 ἐξωφλήθη ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων. Ἀφοῦ δὲ τὸ ἔντοκον γραμμάτιον ἐξεδόθη τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1890, ἔπρεπε δὲ νὰ ἐξοφληθῇ κατὰ τὸ 1891, ὡς συνομολογηθὲν ἐπὶ διαρκείᾳ ἑνὸς ἔτους, ἡμεῖς, οἱ διαδεχθέντες τὸν Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐξωφλήσαμεν τὸ ἔντοκον γραμμάτιον μὴ ἔχοντες δὲ χρήματα ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἵνα διαθέσωμεν πρὸς τοῦτο, ἐπωλήσαμεν ὁμολογίας τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, καὶ ἐπορίσθημεν 12,900,000 φράγκα, τὰ ὁποῖα διεθέσαμεν πρὸς τοῦτο. Οὕτω θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1891, ὅτι ἡμεῖς, πωλήσαντες ὁμολογίας τοῦ εἰρημένου δανείου, εἰσεπράξαμεν 12,900,000 φράγκα, ἐπειδὴ δὲ δὲν θέλει σημειωθῆ ἐν αὐτῷ, ὅτι δι’ αὐτῶν ἐξωφλήσαμεν τὸ προσωρινὸν χρέος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θέλει ὑποληφθῆ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπανήσαμεν εἰς τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Τοιαύτη ἔσεται τῶν πραγμάτων ἡ παραποίησις· ὁ μὲν Πρωθυπουργὸς θέλει παρασταθῆ πληρώσας 15,531,314 πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου τῶν 1824 καὶ 1825 ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἡμεῖς δὲ, οἱ διαδεχθέντες αὐτὸν, ὡς πορισθέντες ἐκ δανείου 12,900,000 φράγκα καὶ δαπανήσαντες ταῦτα εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἕνεκα τῆς τοιαύτης τάξεως, ἣν ἀκολουθεῖ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὑπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, περιέπεσα καὶ ἐγὼ εἰς λάθος, στηριχθεὶς εἰς τὰς δημοσιευομένας ἑκάστοτε καταστάσεις, καὶ ὅτε, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούλιον, ἐξήλεγχον τὴν διαχείρισιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, κατήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 κατέλιπεν ἔλλειμμα 18 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, ἐνῷ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ εἰρημένου ἔτους εἶχεν ἀνέλθει εἰς 33 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, διότι ἔπρεπεν εἰς τὰ 18 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναφέρει, νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ 15,531,314, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰσπράξει ἐκ τοῦ προσωρινοῦ δανείου, ὅπερ εἶχε συνομολογήσει δι’ ἐντόκων γραμματίων. Ἡ τάξις, ἣν ἀκολουθεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἄγει εἰς τὴν ἀλήθειαν· διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἀνεκτή. Ἄλλως, κατὰ τὸ Σύνταγμα, πάντα τὰ ἔσοδα καὶ πάντα τὰ ἔξοδα ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ μάλιστα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ δανείων συνομολογηθέντων ἐπὶ διαρκείᾳ ἑνὸς ἔτους, ὅτε πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ὁ τόκος αὐτῶν. Τοιοῦτον σύστημα ἐπάγει πορίσματα ψευδῆ, τοιαῦτα δ’ ἦσαν πάντα τὰ πορίσματα τῶν λογαριασμῶν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Καὶ δὲν περιέπεσα μόνον ἐγὼ εἰς τὸ λάθος, προσδιορίσας τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1890 εἰς 18 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ παρέσυρα εἰς τοῦτο καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος, ὅστις, ὅτε ἐγὼ ἀνέφερον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ εἰρημένου ἔτους ἦτο ἐκ 18 ἑκατομμυρίων, ἔσπευσε νὰ ἐπικυρώσῃ τοὺς λόγους μου, βεβαιῶν, ὅτι καὶ οὗτος τοσοῦτον ἀνεῦρε τὸ ἔλλειμμα τοῦ εἰρημένου ἔτους.
§60Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὡμίλησε περὶ τοῦ θέματος ὡσανεὶ ἐπίστευεν, ὅτι εἶχε διάφορον γνώμην τῆς ἐμῆς καὶ τῆς τοῦ προκατόχου, ὡσανεὶ αὐτὸς, ἐν τοῖς πράγμασι διατελῶν, μὴ εἶχεν ἐφαρμόσει ἀπαρεγκλίτως τὸ σύστημα, ὅπερ καὶ ἡμεῖς ἐφαρμόζομεν, ἐν ἐπικρίσεσι μόνον ἐξαγγέλλων τὸ φρόνημα, ὅτι πᾶσα εἴσπραξις ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου πρέπει νὰ ἐγγράφηται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ὅτι ἡ μὴ ἐγγραφὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοιαύτης εἰσπράξεως δικαιολογεῖ πλάνην, περὶ μὴ ὑπάρξεως αὐτῆς, ὁποία ἦτο ἡ εἰς ἣν αὐτὸς ὑπέπεσε καὶ εἰς ἣν παρέσυρε, διὰ τὴν πολλὴν αὐτοῦ ἀγαθότητα, καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος, περὶ ποσοῦ 15,000,000. Ἐνόμιζον, ὅτι ἡ πλάνη, ἣν πρὸ ὀλίγου κατέδειξα, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, περὶ ποσοῦ 10,000,000, ἦτο ἡ ἀνωτάτη, εἰς ἣν ἠδύνατο νὰ παρασυρθῇ τις ἐν προϋπολογισμῷ, οἷος ὁ ἡμέτερος· ἰδοὺ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐξ ἀγαθότητος, ἐξ εὐπιστίας, ἐξ εὐγενῶν προαιρέσεων περιπίπτων εἰς πλάνην, καὶ τὸ ποσὸν μεγαλειτέραν, καὶ τὸ ποιὸν ἐπίσης ἀσύγγνωστον, καὶ θεωρῶν, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ 15,000,000 ἐκεῖ, ὅπου οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς ἐπὶ ἔτη, γινώσκει ὅτι τὸ σήμερον γινόμενον, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἀπαντῶν εἰς αὐτὸν, ἐπὶ τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 15,000,000, τοῦτο ἐγένετο πάντοτε, καὶ οὕτω πρέπει νὰ γίνηται, καὶ δὲν δύναται νὰ γένηται ἄλλως. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἰσήγαγε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ἐδανείσθη ἐπὶ ταύτῃ, καὶ οὐδὲν ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· εὗρεν ἔντοκα γραμμάτια ὑπάρχοντα, καὶ τὰ ἐτήρησεν ἐν κυκλοφορίᾳ, ἀπέδωκεν ἔντοκα γραμμάτια, ἀνενέωσεν ἄλλα, ἐξέδωκε νέα, οὐδὲν ὅμως ὡς ἐξ ἀποτελέσματος τῶν πράξεων τούτων ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἴτε εἰς ἔσοδον, εἴτε εἰς ἔξοδον. Καὶ οὐ μόνον περὶ ἐντόκων γραμματίων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τοῦτο ἔπραξεν, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ἔπραξε πάντοτε καὶ περὶ ἐντόκων γραμματίων εἰς χρυσὸν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ ἐξ αὐτῶν εἰσπραττόμενα ὡς ἔσοδα, οὐδὲ τὰ ἐξ αὐτῶν ἀποδιδόμενα ὡς ἔξοδα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγράφωνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δοσοληψίαι προσωριναὶ ἢ ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ· ἐὰν ἐκ τούτων ἐπέρχωνται συνέπειαι παραπλανήσεως τῶν ἀπειροτέρων, ἐὰν διὰ τὴν μὴ ἀναγραφὴν τῶν δοσοληψιῶν τούτων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ φαντάζωνται οὗτοι ὑφισταμένην ἐν τοῖς λογαριασμοῖς ἀνισοῤῥοπίαν, μόνη πρόνοια κατὰ τοιούτων παραπλανήσεων εἶναι ἡ μελέτη τῶν πραγμάτων. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ μελετῶν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ὅτι πλὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑφίσταται καὶ γενικὸς λογαριασμὸς τοῦ Κράτους, ὅστις δημοσιεύεται ἐν τῷ αὐτῷ τεύχει μετὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ἄνευ τοιαύτης ἐκ παραλλήλου μελέτης τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ Κράτους πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι ἀδύνατον νὰ συναγάγῃ τις συμπεράσματα ἀσφαλῆ, διότι ὁ γενικὸς λογαριασμὸς τοῦ Κράτους ὑφίσταται καὶ θὰ ὑφίσταται· δὲν εἶναι δὲ μόνον τὰ προσωρινὰ ταῦτα δάνεια εἰς χρυσὸν, ὁ ἀνοικτὸς λογαριασμὸς ἐπὶ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐπὶ χαρτίνῳ νομίσματι, ἅτινα ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποδίδουσιν εἰσπράξεις εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ πολλὰ ἐπάγονται ἔξοδα εἰς αὐτό· ὑπάρχει καὶ πληθὺς ἄλλων λογαριασμῶν ἐπαγομένων δαπάνας καὶ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ· εἶναι οἱ ἐξ ἐγγυοδοσιῶν, ἐκ παρακαταθηκῶν, ἐκ τῶν λιμενικῶν ταμείων· πάντες οἱ λογαριασμοὶ οὗτοι διεξάγονται ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ εὑρεθῇ ὑπόχρεως εἰς ἀπόδοσιν ἑκατομμυρίων ἐκ τοιούτων λογαριασμῶν, καὶ πολλάκις παρετηρήθη, ὅτι ἡ συνύπαρξις τῶν δύο λογαριασμῶν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀποδίδει εἰς ἀπροβλεψίαν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἣν αὐτός, ὅτε διηύθυνε τὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἀπεδέχετο ὡς τὸν κανόνα, ὑπῆρξε παραίτιος παραπλανήσεως αὐτοῦ ἐν πολλοῖς. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὸν ἐν συζητήσεσι περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀναζητοῦντα ποσόν, ὅπερ εἰσεπράξαμεν ἐπὶ ἐντόκοις γραμματίοις ἐκ κεφαλαίου τῆς Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης, καὶ λέγοντα πρὸς ἡμᾶς: «τὰ χρήματα ταῦτα τῆς Βιβλιοθήκης τὰ εἰσεπράξατε, καὶ ὅμως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν τὰ ἐσημειώσατε, ἀναπληρώσαντες ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ἀνισοῤῥοπίαν αὐτοῦ». Τὰ χρήματα εἶχον κατατεθῆ εἰς τὸ ταμεῖον, ἐκδοθέντων ἐπὶ τῷ ποσῷ αὐτῶν ἐντόκων γραμματίων, ἀνελαμβάνοντο δὲ κατὰ λόγον τῆς προόδου τῆς οἰκοδομῆς, ἐπὶ τῇ ἐκπνεύσει τῶν διοριῶν τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ ἄνευ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀφοῦ ὁ λογαριασμὸς τῶν ἐντόκων γραμματίων διεξάγεται ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅπως δὲν ἀνεγράψαμεν ὡς ἔσοδον ὅ,τι εἰσεπράχθη ἐπὶ ἐκδόσει ἐντόκων γραμματίων, οὕτω δὲν ἀνεγράψαμεν καὶ ὅ,τι ἐξωδεύετο ἐπὶ ἐξοφλήσει ἐντόκων γραμματίων μὴ ἀνανεουμένων. Οὗτος εἶναι ὁ κανὼν τῆς παρ’ ἡμῖν λογιστικῆς ὑπηρεσίας. Ὀρθῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἔκρινε πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὸ ἑνιαῖον τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀπηγόρευε τὰς ἐν αὐτῷ διακρίσεις ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν κατὰ τὰς κατατάξεις, εἴτε τῆς ὑπηρεσίας τοῦ τμήματος, εἴτε τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἡ διάφορος παρ’ ἑκατέρας τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων κατάταξις, προκειμένου περὶ διακρίσεως μὴ παραγγελλομένης ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἀλλὰ πρὸς μόνον τὸ εὐμέθοδον σχετιζομένης, οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Ἐκ παραγγελίας τοῦ λογιστικοῦ νόμου ἀποῤῥέει ἡ διάκρισις τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων· ἀλλ’ ἡ ἔκτακτος πίστωσις δύναται νὰ ἀφορᾷ εἰς τακτικὴν δαπάνην, καὶ ἡ τακτικὴ πίστωσις δύναται νὰ ἀφορᾷ εἰς ἔκτακτον δαπάνην, ὥστε, καίτοι χρήσιμος εἶναι ἡ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς συγκέντρωσις τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων καὶ δαπανῶν διακεκριμένως ἀπὸ τῶν τακτικῶν, ἀφοῦ ἡ διάκρισις δὲν γίνεται πρὸς ἐκτέλεσιν νόμου, ἡ ἐπίκρισις λόγῳ τῆς διαφόρου κατατάξεως ὑπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, ὡς ἀφορῶσα εἰς ἐπιστημονικὴν ἐκτίμησιν, οὐδαμῶς δὲ εἰς νομικὴν ὑποχρέωσιν. Ἡ διάκρισις ὅμως τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸν γενικὸν λογαριασμὸν τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν χρῆσιν ἔχει ὑπόστασιν ἐκ τοῦ νόμου, καὶ περὶ ταύτην δὲν χωροῦσιν ἰδιόῤῥυθμοι ἐκτιμήσεις. Εἰς τὴν χρῆσιν ἀνήκουσι τὰ ὁριστικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους, τὰ προσωρινῶς δὲ μόνον εἰσπραττόμενα καὶ δαπανώμενα ἀνήκουσιν εἰς τὸν ἐκτὸς τῆς χρήσεως λογαριασμόν. Τὰ ἐπὶ παρακαταθήκῃ εἰσπραττόμενα καὶ ἀποδιδόμενα παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν δύνανται νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ἢ τῶν ἐξόδων, τὰ εἰσπραττόμενα καὶ ἀποδιδόμενα ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ ἐπίσης· ἄλλως καθ’ ἕκαστον ἔτος θὰ εἴχομεν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἀπειροπληθεῖς ἐγγραφὰς λόγῳ τοῦ αὐτοῦ χρήματος. Οὕτως, ἐν παραδείγματι, ὁ ἀνοικτὸς λογαριασμὸς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δύναται ἐν διαστήματι ἔτους νὰ περιορισθῇ ἐν τῇ δοσοληψίᾳ κατὰ 10,000,000 ἢ κατὰ 15,000,000, ἀλλ’ ὁ περιορισμὸς κατὰ τοσαῦτα ἑκατομμύρια ἐν τῷ διαστήματι τοῦ ἔτους δὲν εἶναι τὸ πόρισμα συνεχῶν ἀποδόσεων παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ περιλαμβάνει καὶ τὰς ἐν διαστήματι τοῦ ἔτους ἀναλήψεις· ἂν δὲ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους πᾶσαι αἱ ἀναλήψεις καὶ πᾶσαι αἱ ἀποδόσεις, αἱ ἀναγραφαὶ δὲν θὰ περιορίζωνται εἰς 15 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ θὰ ἀθροίζωνται εἰς ἑκατομμύρια πολλαπλάσια τῶν 15. Ὅταν τὸ ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ δάνειον ἢ τὸ προσωρινὸν δάνειον καταστῇ πάγιον ἢ χρεωλυτικὸν, τότε μόνον ἀναγράφεται τὸ κεφάλαιον αὐτοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἕως τότε ἀναγράφεται τὸ κεφάλαιον αὐτοῦ ἐκτὸς τῆς χρήσεως, ἐν τῷ γενικῷ λογαριασμῷ τοῦ Κράτους, ἐν τῇ χρήσει δὲ, ἤτοι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, περιλαμβάνονται μόνον τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τῆς ὑποθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν, ἤτοι ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῆς δαπάνης τῶν 15,531,314.50, μετέστη εἰς ἄλλην ὑπόθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον τοῦ 1887. Τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀνάγκην νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἔμελλε νὰ καταλίπῃ περίσσευμα, εἰσάγων δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, μᾶς παρέστησεν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1887 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου κατέλιπον μέγα περίσσευμα ἐσόδων, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι ἤθελεν ἐπαρκέσει εἰς τὴν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως ἐκπλήρωσιν πασῶν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ οἱ λογαριασμοὶ, τοὺς ὁποίους πρὸς βεβαίωσιν τῆς εἰκασίας του ταύτης προσήγαγε τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ἦσαν συντεταγμένοι συγκεχυμένως, ἐλάττωμα, εἰς τὸ ὁποῖον περιπίπτει συνήθως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι εἶχε περιλάβει ἐν αὐτοῖς ὡς πληρωθέντα ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶχε πληρώσει ἐκ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον τότε εἶχε συνομολογήσει. Ὅτε ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλε τότε τὸ περίσσευμα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἐξεπλάγη ἡ Βουλή. Δὲν γνωρίζω ἀληθῶς ποῖον αἴσθημα ἐγεννήθη ἐν ταῖς καρδίαις τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸ αἴσθημα ἦτο ἀλγεινὸν, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ προϋπολογισμὸς νὰ καταλήξῃ εἰς περίσσευμα. Καὶ ὄντως, ἐξελέγχων τότε τὸν προϋπολογισμὸν, εἶδον, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, ἔλαβον δὲ τὸν λόγον καὶ ἀνῄρεσα τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀπέδειξα, ὅτι εἶχε πληρώσει τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἐκ χρημάτων τοῦ δανείου. Μεταξὺ δὲ τῶν τοιούτων χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε τότε πορισθῆ ὁ Πρωθυπουργὸς, ἦτο καὶ τὸ χρῆμα τῆς δωρεᾶς τοῦ Βαλλιάνου, τῆς δοθείσης πρὸς οἰκοδομὴν τῆς Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης. Ὁ κ. Βαλλιάνος προσήνεγκεν 1,000,000 φράγκων χρυσῶν πρὸς οἰκοδόμησιν Βιβλιοθήκης, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς ἔλαβε τὰ χρήματα καὶ ἐδαπάνησεν αὐτὰ εἰς τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ὅπερ δὲν ἐφαίνετο ἐν τῷ κατατεθέντι εἰς τὴν Βουλὴν λογαριασμῷ. Ἀριθμῶν δ’ ἀνὰ ἓν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχε τότε λάβει ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων, ἀπέδειξα τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον δι’ αὐτῶν εἶχε καλυφθῆ, καὶ προσδιώρισα αὐτὸ εἰς 15 περίπου ἑκατομμύρια. Ἰσχυρίζετο δὲ τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπορίζετο ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων καὶ ἐδαπάνα πρὸς πληρωμὴν τακτικῶν ἐξόδων, ἐλάμβανεν ὡς προσωρινὰ δάνεια, καὶ ἔμελλε νὰ ἀποδώσῃ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων· ἀλλὰ διὰ τῆς τακτικῆς ταύτης ἐδαπάνα κατὰ τὸ 1887 ἔσοδα ἑπομένων ἐτῶν, ἐπεβαρύνοντο δὲ οὕτως αἱ χρήσεις τοῦ 1890, 1891 καὶ 1892, διότι τὰ ἔσοδα αὐτῶν κατεβάλλοντο εἰς ἔξοδα τοῦ 1887. Ὁ Πρωθυπουργὸς προσεπάθησε νὰ περικαλύψῃ τὴν σύγχυσιν, τὴν ὁποίαν κατήγγειλα διαπραχθεῖσαν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, καὶ ἐπεκαλέσθη ὡς παράδειγμα τὴν τακτικὴν, ἣν ἐτήρησα ἐγὼ κατὰ τὸ 1890 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ μετὰ τῆς Τραπέζης ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ τὸ 1890 καὶ ἐδαπάνων εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, δὲν ἀνέγραφον ἀληθῶς εἰς τὸν ἀπολογισμὸν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγράψω αὐτὰ, ἀφοῦ τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, κατὰ πᾶσαν στιγμὴν μεταβάλλεται, ὁσάκις τὸ ταμεῖον ἀποδίδῃ εἰς τὴν Τράπεζαν ὅσα περισσεύουσιν αὐτῷ χρήματα, πρὸς περιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἶναι δάνειον ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, ὅστις ῥυθμίζεται μόνον κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα λαμβάνει τις δι’ ἐντόκων γραμματίων, εἶναι διαφόρου κατηγορίας, δὲν εἶναι δάνειον ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, ἀλλὰ δάνειον προσωρινὸν μὲν, συμπεφωνημένον ὅμως ἐπὶ ὡρισμένῃ προθεσμίᾳ. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ διαθέσεως ἐντόκων γραμματίων, ὡς ἐννοοῦσιν ἐν Εὐρώπῃ, θὰ εἶχεν ἄλλως τὸ πρᾶγμα· ἐκεῖ, ἐπειδὴ τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους δὲν εἰσπράττονται καθ’ ἕκαστον μῆνα ἐν ποσῷ ἀναλόγῳ, ὑπάρχουσι δὲ μῆνες ἄγονοι, καθ’ οὓς εἰσπράττονται ὀλιγώτερα, τὰ ἔντοκα γραμμάτια χρησιμεύουσιν, ἵνα συμπληρώνωσι τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἐσόδων τῶν ἀγόνων μηνῶν, καὶ ἐξοφλοῦνται ἀπὸ τὰ περισσεύοντα ἔσοδα τῶν ἄλλων μηνῶν τοῦ ἔτους· ἀλλὰ καθὼς μεταχειρίζεται τὰ ἔντοκα γραμμάτια ὁ Πρωθυπουργὸς, ταῦτα χρησιμεύουσιν ὡς προσωρινὰ δάνεια, καὶ δανείζεται δι’ αὐτῶν χρήματα καὶ πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν τοῦ Κράτους, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἀλλ’ ἀνέγραψεν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1890 τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα δι’ αὐτῶν τῶν ἐντόκων ἐξώφλησε, δὲν ἀνέγραψε δὲ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν ἐντόκων τούτων ἐπορίσθη. Καὶ ἰσχυρίζεται ὅτι, ἐπειδὴ τὰ δι’ ἐντόκων γραμματίων συνομολογούμενα δάνειά εἰσι προσωρινὰ, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγράψῃ τὰ ἐξ αὐτῶν εἰσπραχθέντα. Ἀλλὰ πῶς ἀνέγραψε τὰ ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν προσωρινῶν τούτων δανείων πληρωθέντα; Πῶς ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1891 θέλει ἀναγράφει, ὅτι ἡμεῖς εἰσεπράξαμεν 12,000,000 ἐξ ἐκποιήσεως ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσσης, δὲν θέλει δ’ ἀναγράφει, ὅτι ἐδαπανήσαμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐξοφλήσαντες τὰ 15,531,314.50, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς εἴχετε δανεισθῆ δι’ ἐντόκου γραμματίου; Θέλει ἐρωτήσει τις εὐλόγως, ποῦ διεθέσαμεν τὸ προϊὸν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ εἰρημένου δανείου, τὰς ὁποίας ἐξεποιήσαμεν; Δὲν βλέπετε εἰς ποῖα συμπεράσματα ψευδῆ ἄγετε τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων διὰ τοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ;
§62Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὰ προσωρινὰ δάνεια εἰς χρυσὸν, τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δάνειον τῶν ἐντόκων γραμματίων, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ μείνωσιν ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἰσχυρίζεται, ὅτι τοῦτο εἰδικῶς τὸ δάνειον, ὡς καὶ τὸ δάνειον τῆς Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης, ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. «Διατὶ, λέγει, δὲν ἀναγράφετε τὸ δάνειον τοῦτο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀναγράφετε δὲ τὴν δαπάνην;» οἱ λογιστικοὶ κανόνες δὲν εἶναι τῆς ἐκλογῆς ἡμῶν· ἡμεῖς δανειζόμενοι κανονίζομεν λογιστικῶς τὰ τοῦ δανείου, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁ λογιστικὸς ὁρίζει. Ἐδανείσθημεν ἐν τῇ περιστάσει, εἰς ἣν ἀφορᾷ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, κατὰ τρόπον, ὅστις ἐν τῷ λογιστικῷ ἡμῶν νόμῳ δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀναγραφὴν τοῦ εἰσπραχθέντος κεφαλαίου ἐν τοῖς ἐσόδοις· ἐκ τοῦ χρήματος, ὅπερ ἐλάβομεν, οὕτω δανεισθέντες, ἐξετελέσαμεν πληρωμὴν, ἥτις, κατὰ τοὺς λογιστικοὺς ἡμῶν κανόνας, ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐκ τούτου ἀνισοῤῥοπία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι τὸ ἔσοδον δὲν ἀνεγράφη, τὸ ἔξοδον ὅμως ἀνεγράφη. Ἡ ἐκ τούτου ἀνισοῤῥοπία παρουσιάζεται, ὅταν ἐξετάζηται ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοτελῶς· ἀλλ’ ὁ λογαριασμὸς τῆς χρήσεως πρέπει ν’ ἀναγινώσκηται πάντοτε μετὰ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς διαχειρίσεως, τὸ δὲ πόρισμα τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο λογαριασμῶν ἀποκαθιστᾷ ἐν τούτῳ τὴν ἰσοῤῥοπίαν.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ἐν τῇ ἀναγραφῇ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ Δημοσίου ἐπικρατεῖ ἐν τῇ λογιστικῇ ἡμῶν ἡ αὐτὴ σύγχυσις, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ καὶ ἐν τῇ ἀναγραφῇ τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, παρουσιάζεταί τι αὐθαίρετον, τὸ ὁποῖον νοθεύει τὰ ἀποτελέσματα. Τὸ Κράτος ἐν τῇ διαχειρίσει παρίσταται ὑπὸ διττὸν πρόσωπον, τὸ πρόσωπον τὸ διαχειριζόμενον τὸν προϋπολογισμόν του καὶ τὸ πρόσωπον τὸ ἀποτελοῦν ἓν εἶδος ταμείου διαφόρων λογαριασμῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχει καὶ ὁ λογαριασμὸς ὁ ταμειακὸς, εἰς τὸν ὁποῖον δύο μόνον κεφάλαια ὑπάρχουσι, σχετιζόμενα πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸ κεφάλαιον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν ἐντόκων γραμματίων, προστίθενται δὲ καὶ ξένοι λογαριασμοὶ, τοὺς ὁποίους διαχειρίζεται τὸ Κράτος ὡς ἁπλοῦν ταμεῖον. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, χωρὶς νὰ νοθεύσωμεν τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Δημοσίου, νὰ κατατάξωμεν μεταξὺ τῶν ἐργασιῶν τούτων τῶν ταμειακῶν τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνομολογοῦνται ἐπὶ βραχείᾳ προθεσμίᾳ, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους ὡς ἔσοδα ἔκτακτα.
§64Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἀνεγράφετε ὑμεῖς, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν;
§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως καὶ ταύτην τὴν τροποποίησιν ἤθελον νὰ εἰσαγάγω εἰς τὸν λογιστικὸν ἡμῶν νόμον. Ὅπως εἰσήγαγον τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων ἐν ἰδιαιτέρῳ κεφαλαίῳ, οὕτω καὶ τὴν διόρθωσιν ταύτην ἤθελον ἐπιδιώξει· ἀλλ’ ἦτο δύσκολον ἐντὸς τόσον βραχέος διαστήματος νὰ διορθωθῶσιν ὅλα.
§66Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποία δυσκολία ὑπῆρχε;
§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει δυσκολία, διατὶ δὲν τὸ πράττετε σεῖς;
§68Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας ὑμῶν. Ἐγὼ εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι τὰ παρ’ ὑμῶν προτεινόμενα ἀποτελοῦσι σύγχυσιν.
§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, δὲν φαίνεται ἀναγραφόμενον ὡς προσπορίσαν εἰς τὰ Δημόσια χρήματα· καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν σύγχυσιν, διότι τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι χρήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε, καὶ εἰσέπραξεν ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ εἰς ὡρισμένην προθεσμίαν· δὲν ἀποτελοῦσι πρᾶξιν ταμειακὴν, ἀποτελοῦσι δάνειον. Ὥστε βεβαίως νομίζω, ὅτι ἡ γενομένη ἀναγραφὴ προέρχεται ἐκ κακῆς ἑρμηνείας καὶ τοῦ λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου καὶ τῶν κανόνων τῆς λογιστικῆς τάξεως. Ἔχομεν δὲ καθῆκον, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς συγχύσεως καὶ πρὸς ἀποφυγὴν κακῆς ἀντιλήψεως τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, νὰ τὴν μεταῤῥυθμίσωμεν εἰσάγοντες τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος εἰσπράττει ἐκ τῶν διαφόρων λογαριασμῶν.
§70ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεδέχθην τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν οὔτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οὔτε ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἀναγράφεται οὐδὲν εἶδος κυμαίνοντος χρέους. Ἐπειδὴ ἐπεκρίθην διὰ τὴν γνώμην ταύτην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτοῦ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις πρὸς ὑποστήρηξιν αὐτῆς. Καὶ πρῶτον οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅτι εἰς οὐδένα προϋπολογισμὸν ἢ ἀπολογισμὸν τοῦ ἡμετέρου Κράτους περιελήφθησαν, ἢ ἐν τοῖς ἐσόδοις ἢ ἐν τοῖς ἐξόδοις, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ κυμαῖνον χρέος. Ἐν αὐτοῖς ἀναγράφονται μόνον οἱ τόκοι τῶν παγίων δανείων, οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν χρεωλυτικῶν δανείων καὶ οἱ τόκοι τοῦ κυμαίνοντος χρέους. Οὐδέποτε ἐν τοῖς ἡμετέροις προϋπολογισμοῖς ἐσημειώθη ἡ εἴσπραξις ἢ ἡ πληρωμὴ τοῦ κυμαίνοντος χρέους. Κατ’ ἐμὲ δὲ, τοῦτο εἶναι ὀρθότατον. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν προτίθεται νὰ βεβαιώσῃ τὴν γενικὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου· ἀποστολὴν ἔχει νὰ βεβαιώσῃ τὰ ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν τὰ ἔξοδα ἦναι ἀνώτερα τῶν ἐσόδων, θὰ πληρωθῶσι καὶ ταῦτα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσῃ τὸ Κράτος τὰς ὑποχρεώσεις του ἀνεξοφλήτους· καὶ εἰ μὲν πληρωθῶσι διὰ παγίου ἢ χρεωλυτικοῦ δανείου, θὰ σημειωθῇ καὶ τοῦτο ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ὡς ἔκτακτον ἔσοδον τοῦ Κράτους, ἂν ὅμως τοιοῦτον δάνειον δὲν ἐγένετο, θὰ πληρωθῇ καὶ τότε τὸ ἔλλειμμα, ἀλλὰ θὰ πληρωθῇ διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ διαφόρων πηγῶν συγκεντροῦνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐξ ὧν μία εἶναι καὶ τὰ προσωρινὰ δάνεια, ἤτοι τὸ κυμαῖνον χρέος. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ κυμαῖνον τοῦτο χρέος, ἐνῷ ὅλως ἄγνωστον εἶναι, ἂν θὰ ἀναφανῇ τοιαύτη ἀνάγκη καὶ ποῖον τὸ ποσὸν αὐτῆς, καὶ ἂν ἡ ἀνάγκη θὰ ἦναι διαρκὴς ἢ πρόσκαιρος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιστρέψωμεν τὸ δάνειον ἐντὸς τῆς χρήσεως; Ἀλλ’ οὐδὲ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἢ ἀπολογισμοῖς ἑτέρου Κράτους σημειοῦται, καθ’ ὅσον γνωρίζω, τὸ κυμαῖνον χρέος, τὸ dette flottante, ἐν τῷ ὁποίῳ περιέχονται οὐ μόνον τὰ ἔντοκα γραμμάτια, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ χρήματα, ὅσα κατατίθενται ἐν Γαλλίᾳ παρὰ τοῖς ταμείοις ἐπὶ τόκῳ, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται ἐκεῖ εἰς 800 καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ δὲν προέρχεται σύγχυσις ἐκ τούτου; Οὐχὶ, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι αἱ περὶ τούτων πληροφορίαι δίδονται διὰ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἐδημοσιεύοντο παρ’ ἡμῖν γενικοὶ λογαριασμοὶ ἄξιοι τοῦ ὀνόματος, οὐδεμία ἀληθῶς ἤθελεν ἐπέλθει ἐντεῦθεν σύγχυσις· ἀλλὰ ποῦ εἶναι, ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, αὐτοὶ οἱ γενικοὶ λογαριασμοὶ, τοὺς ὁποίους θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἵνα γνωρίσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου; Ὑπάρχει εἷς μόνον, ὁ τοῦ 1878, συνταχθεὶς μὲ σχετικήν τινα ἀκρίβειαν. Διὰ τὰ ἔτη 1882–1887 ἐδημοσιεύθησαν σύντομοί τινες καταστάσεις, ἀνάξιαι τοῦ ὀνόματος τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ. Ἐν δὲ τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ περιελήφθησαν κατὰ πρῶτον ἕτεραι ὅμοιαι καταστάσεις, περιέχουσαι συγχρόνως τὴν ληψοδοσίαν τῶν ἐτῶν 1879–1881 καὶ 1888 μέχρι σήμερον. Ἀλλ’ ἐκ τούτων, εἶναι ἀδύνατον νὰ φωτισθῇ ὁ Βουλευτὴς περὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξετάσω καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ συναχθῇ ἀσφαλές τι πόρισμα ἐκ τοιούτων ἐγγράφων.
§71ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διϊσχυρίσθη, ὅτι πρὸς μελέτην τῶν ἀριθμῶν ἔχω ἀνάγκην τῆς χειραγωγήσεως λογιστοῦ τινος καὶ εἶπε τοῦτο πάντως, ἐναβρυνόμενος αὐτὸς ἐπὶ τῇ λογιστικῇ του ἐμπειρίᾳ. Καὶ ἐν τούτοις, κύριε Πρόεδρε, αὐτός, ὁ δεινὸς περὶ τὰ λογιστικά, ὁ ἔχων ἄλλως τε ἐπίκουρον εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀριθμῶν ὅλην τὴν σωρείαν ἐκείνην τῶν ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων λογιστικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐχρειάσθη ἑβδομάδας ὁλοκλήρους, ὅπως μελετήσῃ τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς περιεῖχον αἱ πρὸς αὐτὸν ἔκτοτε ἀπευθυνθεῖσαι ἐπερωτήσεις μου, καὶ μόλις σήμερον ὑποβάλῃ τὴν πρὸς ταύτας ἀπάντησιν. Ἐγὼ ὅμως, ὁ ἔχων ἀνάγκην τῆς χειραγωγήσεως λογιστοῦ τινος, καὶ ὅμως στερούμενος τοιούτου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως ἁπλοῦς Βουλευτὴς, οἷος ἐγὼ, νὰ περιστοιχίζωμαι ὑπὸ λογιστικῶν ὑπαλλήλων, ἰδοὺ ὅτι ἀνταπαντῶ πάραυτα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Δὲν ἠξεύρω, τί περιέχουσιν αἱ εἰς τὸ Προεδρεῖον κατατεθεῖσαι ἔγγραφοι αὐτοῦ ἀπαντήσεις πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις μου. Ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀνταπαντήσω καὶ πρὸς αὐτὰς, ὅταν τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, καὶ λάβω οὕτως αὐτῶν γνῶσιν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως ὀφείλω νὰ πράξω τοῦτο ὡς πρὸς ὅσα προφορικῶς ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν προφορικὴν ταύτην ἀνάπτυξιν ἀπεπειράθη, παραδόξως πως, νὰ ἀνασκευάσῃ τὸ δεύτερον μόνον μέρος τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῆς συνοδευσάσης αὐτὰς ἀγορεύσεώς μου. Ἐκ τῶν ἐπερωτήσεών μου τούτων, ἀνερχομένων ἐν ὅλῳ εἰς 75, τρεῖς ἢ τέσσαρας μόνον ἐθεώρησεν ἀξίας ἰδιαιτέρου λόγου, περὶ δὲ τῶν ἄλλων ἠρκέσθη νὰ εἴπῃ γενικῶς μόνον τὰ ἑξῆς. Ἡ διαφορὰ ἡ ἐπὶ πλέον, ἡ παρατηρουμένη ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὰ σχετικὰ ἀποτελέσματα τῶν χρήσεων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν 1891, 1890 καὶ 1889, προέρχεται ἐκ τούτου. Ἐνῷ δηλαδὴ οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν χρήσεων τούτων ἀναφέρουσι τ’ ἀποτελέσματα τὰ βεβαιωθέντα ἐντὸς τῶν χρήσεων αὐτῶν καὶ ὡς τοιαῦτα συγκεντρωθέντα ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, αὐτὸς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ συγκεντρούμενα ἐν τῷ οἰκείῳ τμήματι τῶν ἀμέσων φόρων, ἔνθα ἐξακολουθοῦσιν αἱ ἐκ τούτων πρόσοδοι βεβαιούμεναι καὶ μετὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως, ἐξ οὗ καὶ ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν βεβαιώσεων τούτων ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς βεβαιώσεις, τὰς γενομένας ἐντὸς ἑκάστης χρήσεως καὶ ἀναγραφομένας ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐν ἑκάστῳ ἀπολογισμῷ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσεῖχεν εἰς ὅσα ἐγὼ ἀπήντησα ἤδη πρὸς παραπλήσιον ἰσχυρισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Σκουζὲ, ὅτε προφορικῶς ἀνέπτυξα τὰς ἐπερωτήσεις μου, οὔτε αὐτὸς θὰ ἐπανελάμβανε σήμερον τὸν ἰσχυρισμὸν ἐκεῖνον, οὔτε ἐγὼ θὰ ἤμην ἠναγκασμένος ν’ ἀπαντήσω ἐκ νέου πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ὀφείλω πρὸς χάριν του νὰ ἐπαναλάβω νῦν τὰ αὐτὰ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι νῦν τοὐλάχιστον θὰ κατανοήσῃ, ὁπόσον ἀβάσιμος, ὁπόσον ἀνυπόστατος εἶναι ὁ ἰσχυρισμός του. Ἐν πρώτοις, ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις εἶχεν ὑπ’ ὄψιν μόνα τ’ ἀποτελέσματα τοῦ τμήματος τῶν ἀμέσων φόρων, τὰ βεβαιούμενα καὶ μετὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως, ἔπρεπε νὰ ἐμφαίνωσιν αὐτὰ πάντοτε ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τοῖς οἰκείοις ἀπολογισμοῖς καὶ μὴ διήκοντα πέραν τῆς λήξεως ἑκάστης χρήσεως. Τί συμβαίνει ὅμως; Ἡ ἔκθεσις δὲν ἐνέχει μόνον ἐπὶ πλέον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἔλαττον διαφοράν, τοῦτο δὲ ἀνατρέπει ἄρδην τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἔπειτα δέ, ἐπὶ πλέον διαφοραὶ δὲν ἀπαντῶσιν ἐπὶ μόνων τῶν ἀμέσων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἐμμέσων φόρων, τῶν βεβαιουμένων ἐντὸς τοῦ οἰκείου ἔτους. Γινώσκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τελωνειακόν τινα δασμὸν εἰσαγωγῆς, βεβαιούμενον πέραν οὐχὶ τῆς χρήσεως τῆς περιλαμβανούσης 22 μῆνας, ἀλλὰ τοῦ ἔτους αὐτοῦ τῶν 12 μηνῶν; Ἄς μοὶ ὀνομάσῃ ἕνα τοιοῦτον. Ἄς μοὶ ὀνομάσῃ ἐπίσης τέλη χαρτοσήμου καὶ τέλη προξενικά, βεβαιούμενα πέραν οὐχὶ τῆς χρήσεως, ἀλλὰ τῶν 12 μηνῶν τοῦ ἔτους. Πλὴν μάτην θὰ κοπιάσῃ πρὸς τοῦτο. Καὶ ὅμως, Κύριοι, καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων αὐτῶν ὑπάρχουσι διαφοραὶ ἐπὶ πλέον. Τρίτον, δὲν ἦτο δυνατὸν, Κύριοι, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ ἐκθέσει ἐφ’ ἑκάστου ἐσόδου χωριστὰ τὰ βεβαιούμενα καὶ μετὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως. Διότι τότε πρὸς τί νὰ ἔχωμεν ἰδιαίτερον ἄρθρον, τὸ 3 τοῦ κεφαλαίου Ηʹ, ὑπὸ τὸν τίτλον «εἰσπράξεις καθυστερούντων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων»;
§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ποῦ εἶναι αὐτά;
§73ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἐν σελ. 28 αὐτῆς. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε, ὅτι ἀναγράφονται τὰ βεβαιωθέντα ἐκ προηγουμένων κεκλεισμένων χρήσεων τῶν ἐτῶν 1891, 1890 καὶ 1889, ἐννοεῖται μὲ διαφορὰς ἐπὶ πλέον ἐκ πολλῶν μυριάδων καὶ ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν ἐκείνων. Ἐὰν λοιπὸν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον ἔσοδα τῆς ἐκθέσεώς σας, κύριε Πρωθυπουργὲ, συμπεριελαμβάνοντο καὶ τὰ μετὰ τὸ κλείσιμον ἑκάστης χρήσεως βεβαιούμενα, διατὶ νὰ ὑπολογίσητε καὶ ἰδιαιτέρως ὡς βεβαιούμενα καθ’ ἑκάστην χρῆσιν ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων κατὰ μέσον ὅρον 3,429,278, καὶ νὰ προϋπολογίσητε ὡς βεβαιωθησόμενα καὶ διὰ τὸ ἔτος 1893 ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων 4,770,000; Δὲν θὰ ἦτο τοῦτο ὡς ἐὰν προϋπελογίζετε δὶς τὸ αὐτὸ ποσὸν, ὅπως ἐξογκώσητε τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ προσεχοῦς ἔτους κατὰ 5 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμύρια, παρουσιάζων οὕτω πλαστὸν περίσσευμα δι’ αὐτὸν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν βεβαιουμένων; Διότι, Κύριοι, ὡς καὶ ἄλλοτε παρετήρησα, καὶ ἀκριβὴς ἐὰν ἦτο ὁ ὑπολογισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιουμένων, καὶ πάλιν ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἦτο εἰκονικὸς, καθόσον μεταξὺ βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων ὑπάρχει διαφορὰ ἑκατομμυρίων πολλῶν, ἣν ὡς ἀντιπολιτευόμενος κατήγγελλε καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς τὴν κυρίαν πηγὴν τῆς πλαστότητος τῶν προϋπολογισμῶν μας, καὶ ἐπηγγέλλετο, ὅτι ἐρχόμενος αὐτὸς εἰς τὰ πράγματα θὰ ἐλάμβανεν ὡς βάσιν τὰ εἰσπραττόμενα καὶ οὐχὶ τὰ βεβαιούμενα. Ἀλλὰ τώρα ἐλησμόνησεν, ὡς τόσας ἄλλας, καὶ ταύτην τὴν ἐπαγγελίαν του, καὶ λαμβάνει ὡς βάσιν καὶ πάλιν οὐχὶ τὰ εἰσπραττόμενα, ἀλλὰ τὰ βεβαιούμενα, καὶ ταῦτα ἐξωγκωμένα καὶ εἰκονικὰ ὅλως! Ἀλλ’ ἐγὼ ὑπέβαλον καὶ ἄλλας πολλὰς ἐπερωτήσεις, ἀναγομένας εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἐξαγνίσῃ ὅλην τὴν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν διαχείρισίν του, ζητῶν νὰ ἐπιῤῥίψῃ ὅλας τὰς ἁμαρτίας αὐτῆς εἰς τὴν πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διαχείρισιν καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 1885–1886, καὶ νὰ παραστήσῃ ἑαυτὸν ἀθῶον, ὡσεὶ περιστεράν. Διὰ τῶν ἐπερωτήσεών μου ἐκείνων ἀπεδείκνυον, ὅτι οἱ πλεῖστοι καὶ κυριώτατοι τῶν ἀριθμῶν, οὓς ἐπεκαλεῖτο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐξάγνισιν τῆς δεκαετοῦς διαχειρίσεώς του, ἦσαν παρακεχαραγμένοι κατὰ τρόπον ἐμποιοῦντα ὄνειδος μέγα οὐχὶ μόνον εἰς ἐπίσημον τοῦ Κράτους ἀρχὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἔσχατον τῶν πολιτῶν. Τί ἀπήντησε καὶ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου ἐκείνας, καὶ εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον, ἀναπτύσσων αὐτὰς προφορικῶς; Οὐδὲν ἀπολύτως.
§74ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπήντησε.
§75ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διόλου δὲν ἀπήντησε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν· διότι, ἐὰν εἶχε ν’ ἀπαντήσῃ τι ἄξιον λόγου, ἔσο βέβαιος, ὅτι θὰ ἔκαμνε τοῦτο μετὰ τοῦ στόμφου ἐκείνου, μεθ’ οὗ τὸν ἠκούσαμεν ἐξελέγχοντα τὴν ἀνακρίβειαν μιᾶς ἢ δύο μόνον ἐκ τῶν 101 ἐπερωτήσεών μου. Τί δὲ εἶχε νὰ εἴπῃ, προκειμένου περὶ διαφορᾶς οὐχὶ πλέον μονάδων, δεκάδων, ἑκατοντάδων καὶ χιλιάδων, ἀλλ’ ἑκατομμυρίων ὅλων; Ἀπέδειξα ἐγὼ, ὅτι, ἐνῷ ἐν τῇ ἐκθέσει του ἀναγράφει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ὑπόλοιπα ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1881 12,729,351, τὸν διαψεύδει ἡ δημοσιευθεῖσα ἤδη «Γενικὴ Ληψοδοσία τοῦ Κράτους τῶν διαχειρίσεων 1882–1887», ἡ ὑποβιβάζουσα αὐτὰ εἰς 11,648,845,85, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 1,080,505.15. Ἀπέδειξα ὡσαύτως, ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει του ἀποκρύπτει ἐπίτηδες 14,000,000 δρ. κερματικὰ γραμμάτια ἐκ τοῦ παθητικοῦ τῆς ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἐποχῆς, ὅπως παραστήσῃ αὐτὸ κατ’ ἴσον ποσὸν κατώτερον. Ἀπέδειξα, ὅτι, ὅπως τὸ αὐτὸ παθητικὸν παρουσιάσῃ ὀλιγώτερον, ὑποβιβάζει τὰ προσωρινὰ δάνεια καὶ προκαταβολὰς εἰς 13,260,960.42 ἐκ 15,308,733, εἰς ὅσον ὑπολογίζει αὐτὰ ὁ σχετικὸς πίναξ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν, ἤτοι κατὰ 2,047,772.58 ὀλιγώτερα. Ἀπέδειξα, ὅτι ἐν μὲν σελ. 6 τῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἔλλειμμα τῆς μέχρι τοῦδε διαχειρίσεως ὑπολογίζεται εἰς 119,400,875.90, ἐνῷ ἐν σελ. 8 τῆς αὐτῆς ἐκθέσεως ἀναβιβάζεται εἰς 120,415,290.28, ἤτοι ἐπὶ πλέον 1,014,414.38. Ἀπέδειξα, ὅτι κακῶς δὲν καταλογίζει εἰς πίστωσιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας τὰ ἐκ τοῦ εἰδικῶς δι’ αὐτὴν συνομολογηθέντος δανείου εἰσπραχθέντα 16,934,187, ἀφοῦ τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἐχρεώθη μὲ τὰ ἔξοδα διὰ τὰ σχετικὰ δημόσια ἔργα. Ἀπέδειξα, ὅτι πάντα τ’ ἀποτελέσματα τῶν διαχειρίσεων τῶν ἐτῶν 1882–1887, τὰ δημοσιευόμενα ἐκ τοῖς σχετικοῖς πίναξι, τοῖς συνοδεύουσι τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, διαφέρουσι κατὰ μονάδας, χιλιάδας καὶ ἑκατομμύρια τῶν τῆς «Γενικῆς Ληψοδοσίας τοῦ Κράτους», ἐνῷ τοὐναντίον δὲν ἔπρεπεν οὐδὲ μονάδος διαφορὰ νὰ ὑπάρχῃ. Ἀπέδειξα, ὅτι τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ πάγιον, τὸ ἀνεπίδεκτον πλέον οἱασδήποτε αὐξομειώσεως, ὑποβιβάζει ἐπίτηδες ἐν τῷ σχετικῷ πίνακι τῆς ἐκθέσεώς του εἰς δραχ. 1,498,192.81, ἐνῷ ἡ τελευταία μηνιαία κατάστασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁρίζει αὐτὸ εἰς 1,711,545, ἤτοι κατὰ 214,452.19 ἐπὶ πλέον. Ἀπέδειξα ὅτι, ὅπως τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος παραστήσῃ ὀλιγώτερον, πλὴν ἄλλων αὐθαιρέτων μειώσεων αὐτοῦ, ἀποκρύπτει καὶ ὁλόκληρον τὸ ἐκ 15,000,000 συνομολογηθὲν μέρος τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Καὶ ἀπέναντι ὅλων τούτων τῶν ἀποδείξεων οὐδὲν ἠδυνήθη, οὐδ’ ἀπεπειράθη κἄν νὰ ἀντιτάξῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγώ, Κύριοι, τὸ ὁμολογῶ, ἐπίστευσα ἐν ἀρχῇ, πρὸς τιμήν του, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ του συνετελέσθη ἡ τοιαύτη ἀνήκουστος παραχάραξις τῶν ἐπισήμων λογαριασμῶν, τῶν ἐπισήμων βιβλίων τοῦ Κράτους, ὅτι δὲ αὐτὸς ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀνακριβεῖς, τοὺς αὐτόχρημα πλαστοὺς ἀριθμοὺς, οὓς ἐνέχει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἡ φέρουσα τὴν ὑπογραφήν του. Διὰ τοῦτο ἤλπιζον τότε, ὅτι, ἅμα πληροφορηθεὶς ἐκ τῶν ἐπερωτήσεών μου τὸ συντελεσθὲν ἔγκλημα, θὰ ἔσπευδε πάραυτα ν’ ἀποκηρύξῃ αὐτὸ, καὶ νὰ τιμωρήσῃ παραδειγματικῶς τοὺς πρωτεργάτας του. Δυστυχῶς ὅμως ἐπλανήθην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ ἐπὶ ἑβδομάδας ἤδη ἐτήρησε σιγὴν ἀπέναντι τῶν τόσων βαρειῶν, τόσων σαφῶν καὶ ἀνεπιδέκτων ἀμφισβητήσεως καταγγελιῶν μου, παρῆλθε σήμερον ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως καλύψῃ διὰ τοῦ ἀξιώματός του τὴν εὐθύνην τῆς ὑπηρεσίας του, καὶ ἀπολογηθῇ κατὰ τρόπον, ὅστις οὐδεμίαν πλέον ἀμφιβολίαν ἐγκαταλείπει περὶ τῆς διαπραχθείσης παραχαράξεως.
§76Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι δὲν ἀπήντησα εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῶν ἐρωτήσεών του, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν γενικὴν ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους· ἐνῷ ἐδήλωσα πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπέβαλον ἔγγραφον ἀπάντησιν εἰς ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐρωτήσεις, ἐθεώρησα δὲ χρήσιμον νὰ ἐνδείξω ἐν ταῖς σχετιζομέναις πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅτι τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα περὶ δεκάδος ἑκατομμυρίων ἀποδεικνύονται, πλὴν δραχμῶν νομίζω 5,000, ἀνακριβῆ, τουτέστιν, ὅτι, ἐνῷ εἰς 10,000,000 παρέστησεν ἀνερχομένην τὴν ἀνακρίβειαν ἐν τοῖς πίναξι τοῖς ὑποβληθεῖσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τὰ 10,000,000 ἐξελεγχθέντα περιωρίσθησαν εἰς 5,000 δραχμὰς, καὶ ταύτας δικαιολογουμένας καθ’ ὃν τρόπον ἐξέθηκα. Δὲν εἶχον σκοπὸν, ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα ἵνα καταθέσω πληροφορίας, αἵτινες θὰ δημοσιευθῶσι, νὰ ἀναλύσω τὰ περὶ αὐτῶν, διότι συζήτησις περὶ ἑκατὸν καὶ ἑνὸς θεμάτων θὰ ἀπῄτει πολλῶν συνεδριάσεων κατανάλωσιν, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος πρὸς τὴν θυσίαν τοῦ χρόνου. Ἦτο ἀναγκαῖον νὰ δείξω, ὅτι τὰ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν σχετιζόμενα ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἦσαν ἐντελῶς ἀνυπόστατα. Καὶ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀρκούντως ἔπραξα. Ἀπέδειξα, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, οὓς παρέστησεν ὡς ἀνακριβεῖς, αἱ διαφοραὶ τῶν ἑκατομμυρίων καὶ τῶν ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν δὲν ὑφίστανται, ὅτι οἱ πίνακες δὲν περιελάμβανον τὰ πορίσματα τῶν αὐτῶν στοιχείων. Ἤδη ὁ κ. Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν ἐκτεθεῖσαν δικαιολογίαν ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ κεφαλαίου τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Ἀλλὰ τὸ ἐναντίον συμβαίνει, διότι τὰ βεβαιωτέα ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ἀναπληροῦσι τὴν ὑστέρησιν τῶν εἰσπράξεων ἐπὶ τῶν βεβαιώσεων τῆς τρεχούσης χρήσεως. Τὰ βεβαιωτέα ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων στηρίζονται ἐπὶ τῶν πινάκων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐνῷ τὰ βεβαιωτέα τῆς τρεχούσης χρήσεως στηρίζονται ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τοῦ τμήματος, περιλαμβανουσῶν τὰ ἀποτελέσματα τῆς βεβαιώσεως καὶ μετὰ τὴν κλεῖσιν τῆς χρήσεως. Τὸ τμῆμα ἐπιτελεῖ διπλοῦν ἔργον, τοῦτο μὲν ἐπιμελεῖται τὴν βεβαίωσιν ἕως τοῦ ἐσχάτου, τοῦτο δὲ διαφωτίζει τὸν διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῶν ἐκ τῆς βεβαιώσεως ἀποδοθέντων ἐν τῷ παρελθόντι. Τὰ ποσὰ, τὰ ἐκ τῆς βεβαιώσεως ἀποδιδόμενα, ἀποτελοῦνται ἐκ δύο στοιχείων, ἐκ τῶν περιλαμβανομένων ἐκ τῷ οἰκείῳ Κεφαλαίῳ καὶ ἄρθρῳ, καὶ ἐκ τῶν περιλαμβανομένων ἐν ταῖς κεκλεισμέναις χρήσεσι. Τὸ τμῆμα ὀφείλει νὰ ἀποχωρίζῃ ἐκ τῶν ἐν ταῖς κεκλεισμέναις χρήσεσι τὰ ἀφορῶντα εἰς ἑκάστην τῶν εἰς αὐτὸ ἀναγομένων προσόδων καὶ νὰ προσθέτῃ αὐτὰ εἰς τὴν πρόσοδον τὴν ἐντὸς τῆς χρήσεως βεβαιουμένην, ἵνα παρέχῃ τὴν βάσιν τῆς ὅλης πιθανῆς βεβαιώσεως ἐκ τοῦ φόρου. Ἐὰν ἡ βεβαίωσις αὕτη θὰ γείνῃ ἐντὸς τῆς χρήσεως ἢ ἐν μέρει καὶ μετὰ τὴν χρῆσιν, τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, διότι ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἔσοδα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων περιλαμβάνοντα καὶ πρόσοδον ἐκ τοῦ οὕτω βεβαιωθέντος φόρου· δὲν περιλαμβάνει ἔσοδα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ μέλλοντος, περιλαμβάνει ἔσοδα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ παρελθόντος. Ἐν τῷ παρελθόντι ἔκλεισαν αἱ χρήσεις, ἀφήσασαι ἀνείσπρακτα τὰ ἀποτελοῦντα τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893 ἡ βεβαιωτέα πρόσοδος τῆς τρεχούσης χρήσεως πρέπει νὰ ἐγγραφῇ ὁλόκληρος ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ ἐσόδου τούτου, ἐὰν δὲ ὑπολειφθῶσι καθυστερήματα, ταῦτα θὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τοῖς ἐσόδοις ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων προϋπολογισμῶν μεταγενεστέρων. Τίνα δὲ τὰ καθυστερήματα ταῦτα; Ἀπαντῶσι ταῦτα ἐν τῷ ποσῷ, ὅπερ ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς περίσσευμα, τουτέστιν ὡς διαφορὰ τῶν βεβαιώσεων ὑπὲρ τὰς εἰσπράξεις. Ὑπάρχει λοιπὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλ’ ὑπάρχει ἀλλαχοῦ, δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ, ὅπου ἐζήτει αὐτὸ ὁ κύριος Βουλευτής· διότι ἐκεῖ, ὅπου τὸ ἐζήτει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀναγράφονται τὰ τοῦ παρελθόντος, οὐχὶ τὰ τοῦ μέλλοντος· ἐκεῖ, ὅπου ἀναγράφονται τὰ τοῦ μέλλοντος, ἐκεῖ θὰ τὸ εὕρισκεν ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ τὸ εὕρισκεν ἐν τῷ ἀναγεγραμμένῳ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περισσεύματι 6,000,000 τῶν βεβαιώσεων ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ ἐνόησεν, ἀλλὰ προκρίνει νὰ παραστήσῃ ἑαυτὸν ἁπλοϊκώτερον καὶ μὴ ἐννοήσαντα μᾶλλον ἢ νὰ ἀπολέσῃ εὐκαιρίαν μιᾶς ἔτι προσθήκης εἰς τὰς ἀβασανίστους αὐτοῦ ἐπικρίσεις τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Περὶ δὲ τῶν διαφόρων θεμάτων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν διαχείρισιν, νομίζω ὅτι εἶναι ὅλως περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐνταῦθα εὑρίσκονται ἀναγεγραμμένα. Εἶναι ὀρθότερον ν’ ἀναμείνῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν δημοσίευσιν· θὰ ἔχωσι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ ἀνὰ χεῖρας τὰς ἀπαντήσεις εἰς τὰ παρ’ αὐτοῦ προβληθέντα θέματα, καὶ τότε δύναται ἐπὶ θετικῶν δεδομένων νὰ προέλθῃ εἰς συζήτησιν, ἐὰν μὴ προτιμήσῃ τὴν σιωπὴν, μόνην πρόσφορον κρίνων τὴν συζήτησιν ἐπὶ δεδομένων μὴ θετικῶν καὶ ἐπὶ ὑπολογισμῶν μὴ παρεχομένων ἐγγράφως εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἀκροωμένων.
§77ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν μοὶ κάμνετε τὴν χάριν ν’ ἀναγνώσητε καὶ τὰς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τῶν ἐπερωτήσεών μου, καὶ ν’ ἀναπτύξητε καὶ αὐτὰς προφορικῶς, ἐὰν νομίζητε, ὅτι μὲ ἀφίνουσιν ἀναπολόγητον; Λέγετε ὅτι ἀπεδείξατε, ὅτι ἡ ὅλη διαφορὰ περιορίζεται εἰς 5,000 μόνον. Ἀλλὰ περιμένω νὰ ἴδω, πῶς ἀποδεικνύετε αὐτὸ διὰ τῶν ἐγγράφων ἀπαντήσεών σας, ὅταν τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς ἡμᾶς, ὁπότε, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι θὰ σπεύσω νὰ δώσω καὶ πρὸς αὐτὰς τὴν προσήκουσαν ἀνταπάντησιν. Προφορικῶς βεβαίως διόλου δὲν ἀπεδείξατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε ὅτι ἀπεδείξατε.
§78ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπαύθη ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ τοῦ δήμου Λεβαδέων, καὶ διὰ ποῖον λόγον. Ἐπειδὴ δὲ προηγουμένως ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἐξήλεγξε τὸν εἰσπράκτορα αὐτὸν, παρακαλῶ δεύτερον τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐνεργηθείσης τοῦ ταμείου αὐτοῦ καὶ τῆς ἐν γένει διαχειρίσεώς του.
§79ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἑνόνω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος εἰσπράκτορος καὶ τὴν ἐνεργηθεῖσαν τυχὸν ἐξέλεγξιν, ἐὰν ἐνεργήθη· διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ δημοτικὴ περιουσία κινδυνεύει, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον δὲν λάβῃ πρόνοιαν ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν διαχείρισιν ἀπὸ τοιούτους εἰσπράκτορας.
§80ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς ῥυμοτομίας τῆς παραπλεύρως τῆς λεωφόρου Κηφισσίας, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐνηργήθη ἐν τῷ χώρῳ ἐκείνῳ ἐνηργήθη ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἀνέφερε δὲ διάφορα ἔγγραφα, καὶ κατέληξεν, ὅτι τὸ τμῆμα τῆς ὑπηρεσίας εἰργάσθη ἐπὶ τῆς ἐργασίας ταύτης μέχρι τῆς ἐκδόσεως ἑνὸς διατάγματος, διὰ δὲ τῶν ἐπιχειρημάτων του αὐτῶν καὶ τῶν βεβαιώσεων ἐχαρακτήριζεν ἀνυπόστατον τὴν αἰτίασιν, τὴν ὁποίαν περιεῖχεν ἡ ἐπερώτησίς μου· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν τοιούτων πληροφοριῶν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς κ. Ρικάκης θαῤῥήσας ἐξεφράσθη ἐναντίον μου, ὑπονοήσας, ὅτι ἐγὼ ἦρα τὸν πρὸς αὐτὸν ὀφειλόμενον κοινωνικὸν σεβασμόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Ρικάκην, ὁμολογῶ ὅτι μὲ συνδέει μετ’ αὐτοῦ μακρὰ γνωριμία καὶ φιλία πρὸ ἐτῶν, καὶ ἐξηκολούθουν καὶ ἐξακολουθῶ καὶ ὀφείλω νὰ τὸν σέβωμαι· ἀλλ’ ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης τῆς κοινωνικῆς δὲν ἕπεται, ὅτι μοὶ ἀπαγορεύεται ὡς Βουλευτῇ, ἔχοντι ἐντολὴν, ὁσάκις ἀνεύρω ἔκτροπόν τι, σχετιζόμενον πρὸς τὴν Πολιτείαν, νὰ τὸ ἐλέγξω. Δὲν γνωρίζω, τί περιέχει ἡ πολυετὴς πολιτικὴ ὑπηρεσία τοῦ κ. Ρικάκη, καὶ δὲν δικαιοῦμαι νὰ τὸν ἐλέγξω διὰ τὸν παρελθόντα πολιτικὸν αὐτοῦ βίον, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον γνωρίζω τι ἀναγόμενον εἰς τὸν δημόσιον βίον του κατὰ τὴν περίοδον τῆς παρούσης Βουλῆς, ὀφείλω ἐκ καθήκοντος νὰ τὸ ἐλέγξω, καὶ μάλιστα ἐὰν αἱ σχέσεις τοῦ ἀξιώματός του παραβλάπτωσι τὴν Πολιτείαν, συνδυαζόμεναι πρὸς τὰς σχέσεις του μετὰ τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Ρικάκης ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲν ἀπήντησεν, ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν παρέστησεν ἀκριβῆ· διὰ τῶν λεχθέντων αὑτοῦ ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα εἶναι ἀνακριβής. Σᾶς εἶπε, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν ἐξετέλεσεν. Ἐγὼ προσάγω τὸν κ. Θεοτόκην ὑπογεγραμμένον εἰς τὸ ἀπὸ 6 Ὀκτωβρίου Β. Διάταγμα, ὅπερ ἐπιδεικνύω καὶ ἀναγινώσκω...
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ εἶπεν αὐτό.
§82ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπεν ὡς ἔχει· ἔχω καὶ τὸ σχεδιάγραμμα· εἶπεν ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐνήργησεν ἐγγράφως ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1891 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ἐξεδόθη καὶ βασιλικὸν διάταγμα, χωρὶς ν’ ἀναφέρῃ καὶ τί λέγει τὸ διάταγμα.
§83ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ εἶπον, καὶ ἀνέφερα καὶ τὴν ἡμερομηνίαν.
§84ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκω εἰς ἐπήκοον τῶν συναδέλφων.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄς ἀκούσωμεν.
§86ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Προτάσει τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἐγκρίνομεν τὸ ὑποβληθὲν καὶ διὰ τῆς ἡμετέρας ὑπογραφῆς περιβληθὲν ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ ἐγκεκριμένου σχεδίου Ἀθηνῶν, ἐπεκτεῖνον καὶ τροποποιοῦν αὐτὸ πρὸς τοὺς Ἀμπελοκήπους, ὡς δι’ ἐρυθρῶν γραμμῶν ἐμφαίνεται.» Ἔχω καὶ τὸ σχεδιάγραμμα, καὶ τὸ καταθέτω. Εἶναι γνωστὴ ἡ οἰκία τοῦ κ. Ρικάκη. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας Δηλιγιάννη ἐξετελέσθη ἡ ὁδὸς τῆς προσόψεως· ἀπέναντι τῆς ὁδοῦ εἶναι ἰδιοκτησίαι τῶν Ἀνδρέα Γιαννέτσου, Ἐλευθερίας Καρβελᾶ, Βασιλείου Ταμπάτσικου καὶ τῆς Μονῆς Ἀσωμάτων Πετράκη ἐκ πήχεων ἑκατὸν χιλιάδων καὶ πλέον. Ἡ πλευρὰ πρὸς τοὺς Ἀμπελοκήπους ἐῤῥυμοτόμησε τὰ μέρη αὐτὰ, καὶ ἀφῆκε τὸ ὑπόλοιπον, τὸ συνιστάμενον ἐκ πήχεων 100 χιλιάδων περίπου, ἀνῆκον εἰς αὐτοὺς τοὺς τέσσαρας καὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν Μονὴν Πετράκη, καὶ ὁλόκληρον τοῦτο διὰ τοῦ ἄνω διατάγματος, ἔναντι τῆς οἰκίας Ρικάκη κείμενον, προωρίσθη ἄνευ ἀνάγκης τινὸς, καὶ εἰς τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν κρίσιν, ὡς δημόσιος κῆπος καὶ πλατεῖα. Τὸ διάταγμα τὸ προκληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει, ὅτι θὰ γείνῃ δημόσιος κῆπος, ἤτοι τὸ διάταγμα αὐτὸ ὑποβάλλει τὸ Δημόσιον εἰς δαπάνην τοὐλάχιστον ὀκτακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἂν πραγματωθῇ καὶ ἐκτελεσθῇ καὶ ἡ ὁρισθεῖσα πλατεῖα μετὰ τοῦ κήπου, θὰ διπλασιασθῇ ἡ δαπάνη. Αὕτη εἶναι ἡ ἀνακρίβεια, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός. Τοῦτο λοιπὸν πρὸς τί ἐγένετο; Κρίνατε σεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη δημοσίου κήπου εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ρικάκη.
§87ΡΙΚΑΚΗΣ. Τί ἔχει νὰ κάμῃ ὁ Ρικάκης εἰς αὐτά; Τί ἤθελες νὰ κάμω; νὰ φύγω ἀπ’ ἐκεῖ; (ἱλαρότης). Τί ὠφελοῦμαι ἐγὼ ἀπὸ τὸν κῆπον;
§88ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔτι δὲ χεῖρον· ἠδύνατο ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐὰν ἐνόμιζεν ἀναγκαῖον τὸν δημόσιον κῆπον, νὰ προκαλέσῃ γνωμοδότησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἔγκρισιν τοῦ Νομάρχου, ἵνα ἀποφανθῶσι περὶ τούτου, ὅπως μὴ δύνανται οἱ γείτονες νὰ ἐγείρωσι κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀξιώσεις· διότι, ἐν ἐλλείψει τῶν γνωμοδοτήσεων τούτων, τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπόχρεον νὰ πληρώσῃ ὑπερόγκους ἀποζημιώσεις. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐκ τούτων ὅλων προκύπτει κἄτι τι τὸ ὕποπτον. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε· ὅ,τι θέλετε σεῖς κρίνατε· ἐγὼ τὸ θεωρῶ ὡς ὕποπτον, τὸ θεωρῶ ὅτι ἐγένετο χάριν τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ οὐχὶ χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος.
§89ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς εὐχαριστῶ.
§90ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω ἀκόμη, διότι τὸν δημόσιόν μου βίον θέλω νὰ ἔχω ἐλεύθερον πάσης ὑπονοίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, γενόμενος ὄργανον τῶν πολιτικῶν μου ἐχθρῶν, ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του χθὲς, ἐλέγχων με ἐπὶ ἀνακριβείᾳ ὡς πρὸς τὰ προεκτεθέντα, εἶπε τὴν ἑξῆς φράσιν: «Σὺ ποῦ ἔχεις τὰ Κοροβέσια ὕδατα!». Ἡ φράσις αὕτη δύναται νὰ δώσῃ εἴς τινα νὰ ὑπονοήσῃ, ὅτι ἔκαμα κἀμμίαν κλοπήν. Ἰδοὺ τί λέγω εἰς τὸν συνάδελφόν μου· καὶ παρακαλῶ αὐτὸν διὰ τελευταίαν φορὰν—διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ διατελῶ ἐν φιλίᾳ μετ’ αὐτοῦ—νὰ προσέχῃ, ἵνα μὴ ἀπατᾶται ἀπὸ ἀνθρώπους δολίους καὶ πολιτικούς μου ἐχθροὺς, γινόμενος θῦμα. Θὰ ἀποδείξω δ’ αὐτὸν τοιοῦτον καὶ ἀνακριβῆ εἰπόντα. Ἡ ὑπόθεσις τῶν Κοροβεσίων ὑδάτων, κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι Βουλευταὶ, ἔχει ὡς ἑξῆς. Εἰς τὰ 1876 ὑπῆρχεν ὕδωρ παραπλεύρως τοῦ ὑδραγωγείου μας, τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς τὸν Κωνσταντῖνον Κοροβέσην κλπ. Τότε ὁ δήμαρχος Σοῦτσος, πιεζόμενος ὑπὸ τῆς λειψυδρίας, ἠναγκάσθη νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸ τὸ ὕδωρ εἰς τὸ ὑδραγωγεῖον ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης, διότι ἦτο εὐκολωτάτη ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ. Ἀφοῦ ἔκαμε τοῦτο, ἐγὼ ἤγειρα ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημάρχου καὶ ἐζήτησα τὴν ἐπαναφορὰν τῆς καταστάσεως, ὡς δικηγόρος τοῦ Κοροβέση καὶ τῶν λοιπῶν συνιδιοκτητῶν. (Ταῦτα λέγω διὰ νὰ τ’ ἀκούσῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε ἀπεφάνθη ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως). Ἐπὶ τῆς ἀγωγῆς ταύτης τοῦ Κοροβέση, κύριε Πρόεδρε, ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Εἰρηνοδικείου ὑπ’ ἀριθ. 636 τοῦ 1881, καὶ κατ’ ἔφεσιν ταύτης ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου ὑπ’ ἀριθ. 2184 τοῦ ἔτους 1882, καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 184 τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐπικυροῦσα τὰς προηγουμένας ἀποφάσεις καὶ ἀποδίδουσα τὸ δίκαιον εἰς τὸν Κοροβέσην. Κακόβουλοι καὶ τότε ἐχθροί μου, οἷοι οἱ παραστήσαντες τὰ πράγματα σήμερον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Κυθήρων, παρέστησαν τότε, ὅτι ἐγὼ, ὡς δημοτικὸς σύμβουλος, ἠδυνήθην νὰ ὠφεληθῶ, μὴ ἀναφέροντες τὰς ἀποφάσεις αὐτάς. Τότε δὲ εἷς νομικὸς σύμβουλος ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου παρέσυρε καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, θέλων νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, διέταξε τὸν δῆμον νὰ κινήσῃ ἀγωγήν. Βλέπων ἐγὼ τὴν κατάστασιν αὐτήν, — διότι καὶ ἡ δημοσιογραφία ἔγραφεν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι δημοτικὸς σύμβουλος καὶ ἀδικῶ τὸν δῆμον, — εἶπον εἰς τοὺς πελάτας μου νὰ κινήσωσιν οὗτοι πρόκλησιν κατὰ τοῦ δήμου, ὅπως ἐκκαθαρισθῶσι τὰ πράγματα. Συνεπείᾳ αὐτῶν, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἤγειραν πρόκλησιν εἰς ἀγωγὴν κατὰ τοῦ δήμου Ἀθηναίων...
§91ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ ποίαν ἐποχήν;
§92ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1886, ὅτε ἦτο προσωρινὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Δραγούμης.
§93ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἤμην κατόπιν, ὅτε ἠρνήθην νὰ ἐπικυρώσω τὴν πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§94ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε λοιπὸν ἤγειραν τὴν πρόκλησιν εἰς ἀγωγήν, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἐξεδόθη ἡ προσαγομένη ἀπόφασις τελεσίδικος, ἡ ὁποία κηρύσσει ἀπεσβεσμένην πᾶσαν πραγματικὴν ἀγωγὴν τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ λοιπῶν περὶ τῶν ἐν λόγῳ ὑδάτων. Ἀποφασισμένα πράγματα. Οἱ ἐχθροί μου ὅμως ἐξηκολούθουν ὑβρίζοντες, ἀσεβοῦντες πρὸς τὸ δεδικασμένον. Τί ἔκαμεν ὁ Σταυρόπουλος; ὑπερησπίζετο τὸν πελάτην του. Μετὰ τὸ συμβὰν τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἐξηκολούθουν οἱ συκοφάνται καὶ οἱ ὑποβολεῖς τοῦ κ. Στάη ἐκφέροντες τὰς ἰδίας μομφὰς ἐναντίον μου· διέδωκαν, ὅτι, καίτοι ἐνδιαφερόμενος, ἔλαβον μέρος καὶ ὡς σύμβουλος εἰς τὰς συζητήσεις τῆς ὑποθέσεως ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ. Ἔχω ἐδῶ τὰ πρακτικὰ τοῦ Συμβουλίου, ἵνα ἀποκρούσω τοὺς διασύροντας τὴν ὑπόληψιν τῶν ἄλλων ἀδίκως. (Εἶναι τὰ πρακτικὰ τῆς 17 Μαρτίου 1890, ὑπογεγραμμένα ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κ. Δ. Μ. Καλλιφρονᾶν). Μετέβην εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ τοῖς λέγω: «Κύριοι Σύμβουλοι, λέγουν ὅτι εἶμαι κλέπτης!» Ἀκούσατε τί λέγει ὁ δῆμος· καὶ ἀκούσατε πρὸ πάντων σεῖς, κύριε Στάη, ἵνα ἐννοήσητε ποῖοι ἄνθρωποι ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν διανοητικὴν ἀδυναμίαν σου καὶ τὴν ἄγνοιάν σου, ἵνα μὲ συκοφαντήσῃς χωρὶς νὰ θέλῃς (ἀναγινώσκει ἐκ τῶν πρακτικῶν): «Κ. Σταυρόπουλος. Πρώτην φορὰν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καλεῖται εἰς τὴν ἐξάσκησιν ὑψίστου δικαιώματος, εἰς τὴν ἐκτίμησιν συμπεριφορᾶς συναδέλφου ἀπέναντι τοῦ Σώματος καὶ ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου. Ὁ συνάδελφος αὐτός εἰμι ἐγώ. Ἐν ἐγγράφῳ τοῦ Νομάρχου κατηγοροῦμαι, ὅτι παρέβην τὸ καθῆκόν μου, ὡς ἀποκρύψας τὴν συμμετοχήν μου εἰς τὸ ὕδωρ Κοροβέση κλπ., ὡς μετασχὼν εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου περὶ ἀγορᾶς τοῦ ὕδατος τούτου, ὡς ἀποκρύψας τὰ πραγματικὰ γεγονότα καὶ ἀποπλανήσας τὸ Συμβούλιον εἰς ἀπόφασιν ζημιοῦσαν τὸν Δῆμον. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἔχει καθῆκον, ἐὰν δέχηται τὰς ἀποδιδομένας μοι κατηγορίας, ν’ ἀποφασίσῃ τὴν καταδίωξίν μου, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἐξορκίζω τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐξασκήσῃ ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως...» Σημειώσατε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὴν ἀγορὰν τῶν ὑδάτων τούτων εἶχεν ἀποφασίσει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1919 καὶ 1932 τοῦ 1887 ψηφισμάτων του ἀντὶ δραχμῶν 33,150, ὅτε ἐγὼ δὲν ἤμην δημοτικὸς σύμβουλος, οὔτε συγκύριος. Βλέπετε ποία εἶναι ἡ θέσις μου καὶ ἡ συμπεριφορά μου ὡς δημοτικοῦ συμβούλου. Τοῦτον τὸν τίτλον ἀπέκτησα μέχρι τοῦδε νὰ μὲ καλέσουν κλέπτην! Μετὰ τοῦτο τί ἔκαμα;
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ...
§96ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς Βουλευτοῦ. Ἀδιαφορῶ τί θὰ γείνῃ· ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω εἰς τοὺς συναδέλφους, ὅτι, ὅπως μ’ ἐμέμφθη ὁ κ. Ρικάκης, ἐν ἀδίκῳ εὑρισκόμενος, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διασύρηται ἡ ὑπόληψίς του, οὕτω καὶ ἐγὼ, ἐν δικαίῳ εὑρισκόμενος, δύναμαι ἀληθῶς νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν αὐτήν, ὅτι δὲν πρέπει ἀβασανίστως νὰ υἱοθετῶνται συκοφαντίαι ἀνυπόστατοι κατὰ συναδέλφων. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων ἐκ τῶν πρακτικῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου): «Δὲν σημειοῦται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἐκ παραλείψεως τοῦ γραφείου, οἱ σήμερον ὅμως παριστάμενοι ἐνταῦθα 15 δημοτικοὶ σύμβουλοι θὰ ἐνθυμοῦνται, ἐὰν ἐγώ, ὁσάκις ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς ἀγορᾶς τοῦ ὕδατος Κοροβέση, δὲν ἐδήλωσα, παρόντος καὶ τοῦ Τιμολέοντος Φιλήμονος, ὅτι κωλυόμενος δὲν μετέχω εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, καὶ ἂν δὲν ἀπεσύρθην ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Θὰ ἐνθυμοῦνται, ἂν ἐγὼ δὲν ἐδήλωσα τελευταῖον, παρόντος καὶ τοῦ Φιλήμονος, ὅτι δὲν πωλῶ τὸ ὕδωρ τοῦτο εἰς τὸν δῆμον, ὁ δὲ Πρόεδρος θὰ ὁμολογήσῃ, πιστεύω, ἐὰν καὶ δι’ ἐπιστολῆς μου ἀκόμη δὲν παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἐνεργήσῃ παρὰ τῷ Νομάρχῃ ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τῆς τελευταίας πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀγορᾶς τοῦ ὕδατος τούτου. Ἂς ἀναμνησθῶσι τούτων οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι καὶ ὁ Πρόεδρος, καὶ ἂν ταῦτα δὲν ἦναι ἀληθῆ, ἂς μὴ διστάσωσι, παρακαλῶ, νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν...»
§97ΡΟΥΚΗΣ. Τὸ ἐπῆρες ἀπὸ τὸν Κοροβέση;
§98ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἐδῶ τὸ πωλητήριον, δι’ οὗ μεταγενεστέρως ἐγενόμην συγκύριος κατὰ τὸ ¼. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Πρόεδρος (Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς). Ὁμολογῶ ὅτι, ὁσάκις προήδρευον καὶ ἦλθε τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὕδατος Κοροβέση, ὁ Σταυρόπουλος ἐδήλωσε, παρόντος καὶ τοῦ Δημάρχου, ὅτι ἐκωλύετο, ὁμολογῶν ὅτι εἶναι ἐνδιαφερόμενος, καὶ ἀπεσύρετο εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον. Ἀληθῶς ὁ Κοροβέσης μοὶ ἐπέδωκεν ἀναφοράν, δηλῶν ὅτι δὲν παραχωρεῖ τὸ ὕδωρ, ἀλλ’ ἐγώ, φρονῶν ὅτι ἐνεργῶ ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τῆς προεκτάσεως τοῦ ὕδατος, ἔπεισα αὐτὸν νὰ ἀποσύρῃ τὴν ἀναφοράν του, καὶ μεταβὰς εἰς τὸν Νομάρχην, συνέστησα τὴν ἔγκρισιν τῆς πράξεως τοῦ Συμβουλίου περὶ ἀγορᾶς τοῦ ὕδατος. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ Σταυροπούλου, ὅτι ἐκ παραλείψεως τοῦ γραφείου δὲν ἐσημειώθησαν αἱ δηλώσεις του ὅτι ἀπεσύρετο, τοῦτο προῆλθε διότι ὁ Σταυρόπουλος ἐκαλεῖτο καὶ ἔδιδε πληροφορίας, καὶ δὲν ἐσημειώθησαν πάντα ταῦτα. «Α. Ψύλλας. Καὶ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ὕδατος τούτου, ὁ Σταυρόπουλος ἀπεσύρετο τῶν συνεδριάσεων.» Αὐτὰ εἶναι τὰ λαβόντα χώραν, καὶ αἱ συκοφαντίαι εἶναι τὰ κέρδη μου. Τί ἔγεινε δὲ, κύριε Πρόεδρε; Ἀφοῦ, ἠκυρώθησαν τὰ ψηφίσματα περὶ ἀγορᾶς τοῦ ὕδατος, καὶ ὁ κατήγορός μου δήμαρχος Φιλήμων καὶ ὁ νῦν δήμαρχος Μελᾶς ἐζήτησαν καὶ ἐξεμίσθωσαν τὴν χρῆσιν τῶν ὑδάτων τούτων, καὶ μάλιστα ἐσχάτως μοὶ λέγει ὁ νῦν δήμαρχος κ. Μελᾶς: «Σᾶς δίδομεν 20 δραχμὰς ὡς μίσθωμα τὴν ἡμέραν»· τοῦ λέγω: «δὲν δέχομαι». Πλὴν μετὰ πολλὰς παρακλήσεις συνήνεσα εἰς τοῦτο, καὶ ἐλάμβανον μίσθωμα εἴκοσι δραχμῶν καθ’ ἡμέραν ἐπὶ ἀντικειμένου εἴκοσι χιλιάδων δραχμῶν, διότι ἀντὶ τῶν 33,150, τῇ παρακλήσει τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Συμβουλίου καὶ νῦν μέλους τῆς δεξιᾶς πτέρυγος τῆς Βουλῆς κ. Δ. Μ. Καλλιφρονᾶ, πονοῦντος τῷ ὄντι τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, ἐχάρισα εἰς τὸν δῆμον δραχμὰς 11,150, καὶ συνήνεσα ν’ ἀγορασθῇ μόνον διὰ δραχμὰς εἴκοσι χιλιάδας ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος μοὶ ἔδιδεν εἰσόδημα δραχ. 7,200 περίπου. Ἐπὶ τέλους εὑρίσκω τὸν Ὑπουργὸν τὸν Ἐσωτερικῶν κ. Θεοτόκην πρὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τῷ λέγω: «τοῦτο καὶ τοῦτο ἀποφαίνεται ὁ Νομάρχης, καὶ σὲ παρακαλῶ νὰ δώσῃς μίαν λύσιν, νὰ ἀκυρώσῃς τὴν πώλησιν, διὰ νὰ γλυτώσω ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις καὶ τὰς δυσφημίας». Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ λέγει «Μάλιστα». Καὶ τῷ ὄντι ἠκύρωσε τὸ ψήφισμα περὶ ἀγορᾶς τοῦ πολυθρυλήτου τούτου ὕδατος. Σημειωτέον δὲ, ὅτι καὶ ὁ Νομάρχης ἠκύρωσε τὸ ψήφισμα, μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ δήμου, ὅστις ἔπρεπε νὰ μὲ παρακαλέσῃ, ὅπως τῷ πωλήσω τὸ ὕδωρ τοῦτο, ἐκπροσωποῦν κεφάλαιον 20,000 δραχμῶν, καὶ οὐχὶ νὰ μοὶ δίδῃ μίσθωμα 7,200 δραχμὰς κατ’ ἔτος, καὶ ἔπρεπε διὰ τριῶν μισθωμάτων νὰ γείνῃ κύριος τοῦ ὕδατος. Πλὴν αὐτὴ εἶναι ἡ σημερινὴ διοίκησις καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ κ. Νομάρχης! Αὐτὴ εἶναι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, ἡ ὁποία οὕτω πως διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν τοῦ δήμου, καὶ ἀντὶ νὰ σκέπτηται πῶς ν’ ἀποκτήσῃ ἀντὶ εὐτελοῦς τιμήματος ὕδωρ, σκέπτεται πῶς νὰ συκοφαντήσῃ! Ταῦτα ἔκρινα καλὸν νὰ εἴπω χάριν τῆς τιμῆς μου καὶ χάριν τοῦ κ. Στάη, τὸν ὁποῖον κατ’ ἐπανάληψιν συμβουλεύω νὰ μὴ γίνεται ὄργανον ἄλλων, συκοφαντῶν εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ εἴτε ἐκ διανοητικῆς ἀδυναμίας, τῇ εἰσηγήσει κακοβούλων ἀνθρώπων.
§99ΣΤΑΗΣ. Εὐχαριστῶ πολὺ τὸν κύριον συνάδελφον, ὅτι ἠθέλησε νὰ μᾶς φωτίσῃ. Καὶ ἀληθῶς ἔπρεπε νὰ μᾶς φωτίσῃ ἐπὶ τόσον σπουδαίου ἀντικειμένου. Πρὶν ἢ ὅμως προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο ἡ ἀγορὰ τῶν Κοροβεσίων ὑδάτων· δεύτερον, νὰ καταθέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἐκύρου τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου· τρίτον, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν πράγματι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Σταυρόπουλος ἦτο ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην καὶ ταὐτοχρόνως ἦτο καὶ δικηγόρος τοῦ Κοροβέση. Καὶ παρακαλῶ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔκαμεν ἐνέργειάν τινα διὰ πρᾶξιν προβλεπομένην καὶ τιμωρουμένην ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου....
§100ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου; (Ἰλαρότης).
§101ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης,—διότι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος, ἵνα κρίνω εἰς τίνα τῶν δύο ἀνήκει,—νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἐδικάσθη δὶς ἐρήμην ἐπὶ τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως,— καὶ γνωρίζετε, Κύριοι, καλλίτερον ἐμοῦ ὁποίας σπουδαιότητος εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ὑδάτων διὰ τὰς Ἀθήνας,—ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἐδικάσθη δὶς ἐρήμην ὁ δῆμος καὶ ἐγένετο ἡ ἀπόφασις τελεσίδικος δυνάμει τῆς ἐρημοδικίας ταύτης. Κατόπιν δὲ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἐπιφυλάσσομαι νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα ἐν λεπτομερείᾳ, καὶ τότε θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος μὲ ἐμέμφθη καὶ εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐξ ἀδυναμίας πνεύματος ἐνήργησα. Ἐγὼ τῇ ἀληθείᾳ προτιμῶ τὴν ἐξ ἀδυναμίας πνεύματος ἐνέργειαν ἢ τὴν ἐξ ἀδυναμίας συνειδήσεως, δι’ ἣν κατηγορεῖται ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος.
§102ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι πολὺ, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπιμένει εἰς πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐδικαιοῦτο ἴσως νὰ ἐπιμείνῃ, μόνον ἐὰν δὲν ἤκουε τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Σταυροπούλου γενομένην ἀνάπτυξιν. Ὁ κ. Σταυρόπουλος ἐὰν δὲν ἐδήλου ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ, ὅτι εἶναι ἐνδιαφερόμενος διὰ τὰ ὕδατα Κοροβέση, καὶ μετεῖχε τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀγορᾶς τοῦ ὕδατος τούτου, βεβαίως θὰ ἦτο ἀξιοκατάκριτος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἔχομεν ἀναμφισβήτητον μαρτυρίαν τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κ. Δ. Μ. Καλλιφρονᾶ, ὅστις, ἐρωτηθεὶς, ὡς ἀναφέρουσι τὰ πρακτικὰ τοῦ Συμβουλίου, ἐὰν ὁ κ. Σταυρόπουλος ἐδήλου ἑκάστοτε, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ὕδατος τοῦ Κοροβέση, ὅτι αὐτὸς, ὡς ἐνδιαφερόμενος, δὲν μετέχει τοῦ συμβουλίου, καὶ ἀπέχει τῆς ψηφοφορίας, ἐβεβαίωσεν, ὅτι πράγματι ὁ κ. Σταυρόπουλος δὲν ἐλάμβανε μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν, δηλῶν ὅτι ἐκωλύετο, ὡς ἐνδιαφερόμενος· καὶ ἠκούσατε περὶ τούτου τὰ πρακτικὰ, ἀναγνωσθέντα πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ κ. Σταυροπούλου. Τί ἄλλο ἠθέλετε νὰ πράξῃ; Ἐντίμως φερόμενος, ἐδήλου πάντοτε, ὅτι ἦτο ἐνδιαφερόμενος, ἐνῷ εὐκολώτατα θὰ ἠδύνατο, ὡς δημοτικὸς σύμβουλος, νὰ λάβῃ μέρος. Καὶ ὁ κ. Ψύλλας καὶ πάντες οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι βεβαιοῦσι τοῦτο, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τί ἄλλο θὰ ἔπραττε πᾶς ἔντιμος ἄνθρωπος, οἷος ὁ κ. Σταυρόπουλος; Ἐὰν ἐρήμην ἐδικάσθη ὁ δῆμος, πταίει ὁ δικηγόρος τοῦ δήμου. Ἐὰν εἶχεν ἄδικον ὁ δῆμος καὶ ἤγειρεν ἀγωγὴν, πταίει ὁ δῆμος, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ εἶχε ἄδικον, προσέφευγεν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν ὑδάτων διὰ τοῦ συμφερωτέρου τρόπου. Δὲν βλέπω δὲ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ποία δύναται ν’ ἀποδοθῇ μομφὴ κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Λυποῦμαι δὲ διὰ τὴν ἄδικον κατ’ αὐτοῦ ἐπίθεσιν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυθήρων, μαθὼν ἤδη τὰς λεπτομερείας ταύτας, θὰ πεισθῇ καὶ αὐτὸς, ὅτι ὅλως διόλου συκοφαντικὴ ἦτο ἡ διάδοσις ἐναντίον τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἡμῶν.
§103ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ἔπραξε καλῶς ἢ κακῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων καὶ κατόπιν αὐτοῦ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, δὲν εἶμαι ἐγὼ, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνω. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα καὶ ἐπὶ τῶν ἐγγράφων τούτων δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις. Ἐγὼ περιορίζομαι νὰ εἴπω, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀποδοὺς εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν Πατρῶν τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν εἰς αὐτὸν ἀπέδωκεν ἄνευ οὐδενὸς λόγου, ἄνευ οὐδεμιᾶς προτάσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτίας. Καὶ πρῶτον, ἀνακριβεῖς δὲν εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἦτο ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τῶν μηχανικῶν καὶ τὸ βασιλικὸν διάταγμα, δι’ οὗ διεπλατύνθη ἡ λεωφόρος Κηφισσίας, διότι διὰ τῆς διαπλατύνσεως ταύτης τὸ Δημόσιον θέλει ὑποβληθῆ εἰς ἀποζημιώσεις». Παρέστησα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδεμίαν ἔπραξα ἐνέργειαν σχετιζομένην μὲ τὴν διαπλάτυνσιν τῆς ὁδοῦ Κηφισσίας· εἶπον διὰ ποίας πράξεως ἀπεφασίσθη ἡ διαπλάτυνσις τοῦ πρώτου μέρους διὰ δαπάνης, τὴν ὁποίαν ὥρισα, διὰ τίνος ἑτέρας πράξεως τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὸ 1891 ἀπεφασίσθη ἡ διαπλάτυνσις τοῦ δευτέρου μέρους, καὶ εἶπον ἀντὶ τίνος ποσοῦ τὸ ἔργον ἐνεκρίθη. Προσέθηκα, ὅτι συνέπεια τῶν διαπλατύνσεων τῶν ἀποφασισθεισῶν παρὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ἦτο ἡ ὑποβολὴ τοῦ σχεδίου καὶ ὑποβολὴ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐκανόνιζε τὰ τοῦ χώρου ἐκείνου, πρὸς ἀποφυγὴν ἀκριβῶς τῶν ἀποζημιώσεων τῶν πολλῶν, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ἤθελε καταβάλει, μὴ ὑπάρχοντος σχεδίου καὶ μὴ ἐπιβαρυνομένων τῶν παροδίων, ὡς ἐκ τῆς ὑπάρξεως τοῦ σχεδίου. Ἀνέφερον δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ διατάγματος, καὶ εἶπον, ὅτι τὸ διάταγμα φέρει ἡμερομηνίαν 6 Ὀκτωβρίου 1892, γινώσκει δὲ ἡ Βουλὴ ἅπασα, ὅτι κατὰ τὴν 6 Ὀκτωβρίου 1892 ἤμην ἐγὼ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· προσέθηκα δὲ, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ χώρου ἐκείνου εἶχεν ἐκπονηθῆ συνεπείᾳ διαταγῆς δοθείσης κατὰ τὰς 14 Ἰανουαρίου 1891. Τὰ γεγονότα ταῦτα πάντα ἀνέφερον, καὶ προσέθηκα, ὅτι οὐδεμίαν ἀπολύτως χάριν εἰς τὸν κύριον Ρικάκην ἔκαμα.
§104ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπείᾳ ποίας διαταγῆς, κύριε Ὑπουργέ;
§105ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Συνεπείᾳ διαταγῆς τῆς 14 Ἰανουαρίου 1891 διετάχθη ὁ κύριος Ματὼν, ἵνα ἐκπονήσῃ τὸ σχέδιον τὸ ὁριζόμενον ὑπὸ τῆς διαταγῆς ἐκείνης.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ ἀναγνώσητε τὴν διαταγὴν, ἂν δὲν ἦναι μακρά;
§107ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν ἐπὶ τοῦ ἐξωραϊσμοῦ τῶν πόλεων μηχανικὸν κ. Ματών. «Σὺν τῇ παρούσῃ διευθύνομεν ὑμῖν δύο τοπογραφικὰ διαγράμματα, ἀφορῶντα τὸ μὲν τὸ Δʹ τμῆμα τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, τὸ δὲ τὸ προάστειον τῶν Ἀμπελοκήπων, καὶ σᾶς παραγγέλλομεν, ὅπως συμπληρώσητε ἀμφότερα ταῦτα καὶ τὰ ὑποβάλητε ἡμῖν διὰ τὰ περαιτέρω.»
§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν πρόκηται περὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἐπάγει ἡ ἔκδοσις τοῦ Β. Διατάγματος περὶ σχηματισμοῦ δημοσίου κήπου κατὰ τὸν χῶρον ἐκεῖνον, τὴν εὐθύνην ταύτην σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ προσαρτήσητε εἰς τὴν διαταγὴν ἐκείνην· διότι δι’ αὐτῆς δὲν παρήγγειλα τὸν σχηματισμὸν τοῦ κήπου, περὶ οὗ πρόκειται, οὐδ’ ἀνέγραψα προσδιορισμοὺς εὔρους καὶ ἐκτάσεως αὐτοῦ, οὐδ’ ἐκοινοποίησα δι’ αὐτῆς ἀπόφασίν τινα τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διαγράμματα περὶ καλλωπισμοῦ τῆς πόλεως, ἐπειδὴ ὑπῆρχε μηχανικὸς ὁ κ. Ματὼν, ὁ ὁποῖος εἶχε σχεδιάσει τοὺς κήπους τοῦ Ζαππείου καὶ ἠσχολεῖτο εἰς ἄλλας παραπλησίας ἐργασίας καλλωπισμοῦ, ἔπεμψα δὲ τὰ διαγράμματα ταῦτα πρὸς τὸν κ. Ματὼν, ἵνα μοὶ ὑποβάλῃ ἐπ’ αὐτῶν γνώμην. Δὲν διέταξα αὐτὸν νὰ μοὶ ὑποβάλῃ σχέδιον τοσούτου εὔρους καὶ τοσαύτης ἐκτάσεως. Δὲν λέγω ταῦτα διότι ἐπικρίνω τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος προὐκάλεσε τὸ διάταγμα περὶ σχηματισμοῦ τοῦ κήπου· λέγω ὅμως ταῦτα διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην αὐτοῦ, ἀφοῦ οὐδ’ ἐμελέτησα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, οὐδ’ ἐκανόνισα ἐγὼ αὐτήν.
§109ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς νὰ ἐξακολουθήσω, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι δὲν ἐσκόπουν ποσῶς νὰ ἐπιῤῥίψω εἰς αὐτὸν τὴν εὐθύνην τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔγεινε. Φέρω ἀπόλυτον τὴν εὐθύνην τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔγεινε, διότι διὰ διατάγματος, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφήν μου, τὸ σχέδιον αὐτὸ ἰσχύει. Λέγω ὅμως, ἀπέναντι τῆς ἐπικρίσεως, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐμοῦ ἀπηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, λέγω, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι σκοπὸς τοῦ σχεδίου ἦτο ἡ παραχώρησις δὲν ἠξεύρω ποίας ὠφελείας εἰς τὸν κ. Ρικάκην· διότι ἡ ἰδέα τοῦ σχεδίου ἐκείνου εἶχε γεννηθῆ κατὰ τὸ 1891, 14 Ἰανουαρίου, καὶ συνεπείᾳ τῶν μελετῶν, τῶν τῇ βάσει τῆς διαταγῆς ἐκείνης γενομένων, εἶχε παρασκευασθῆ τὸ σχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ σχέδιον ἐκεῖνο ἐξετάσας, καὶ λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία, εὗρον ὅτι ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐκεῖ χώρου, καὶ ἐνέκρινα αὐτό. Τίποτε δὲ ἀπὸ ἐμὲ δὲν ἐζήτησεν ὁ κ. Ρικάκης σχετικὸν πρὸς τὸ σχέδιον. Παρεπονέθη μάλιστα ὁ κ. Ρικάκης, ὅτι διὰ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ σχεδίου ἐκείνου παραβλάπτεται ἡ ἰδιοκτησία αὐτοῦ, καὶ ἠναγκάσθην νὰ τὸν παρακαλέσω, ὅπως τὰ παράπονα ταῦτα ἐγκαταλείψῃ· δὲν ὑπέθετον δὲ ποτὲ, ὅτι ἤθελεν ἐναχθῆ διὰ τὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποβληθέντα παράπονα, κατηγορούμενος, ὅτι παρ’ ἐμοῦ ἐδωροδοκήθη διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ σχεδίου.
§110ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δὲν ἔκαμε καὶ ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως!
§111ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ εἰς ποίαν ἀποζημίωσιν θὰ ὑποβληθῇ τὸ Δημόσιον;
§112ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμολογῶ, ὅτι τὰ περὶ τοῦ κήπου, περὶ οὗ ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, δὲν ἐνθυμοῦμαι. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν, ὅπως ἐξετάσω τὸ σχέδιον, καὶ σᾶς πληροφορήσω περὶ τοῦ κήπου καὶ περὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ κήπου. Διὸ σήμερον ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ἔκτασιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐγείρῃ τὰ παράπονα τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ μελετήσω, καὶ νὰ ὑποβάλω πληροφορίας.
§113ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Βεβαίως θὰ ὀφείλωμεν χάριτας.
§114ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἠξεύρω ὅτι ἐν τῷ σχεδίῳ πρόκειται περὶ σχηματισμοῦ τετραγώνων πρὸς οἰκοδομήν· ἐννοεῖται ὅτι ἐν τοσούτῳ ἐκτεταμένῳ χώρῳ πάντοτε ὁρίζεται χῶρος διὰ κῆπον, καὶ πιστεύω, ὅτι οὐδεὶς θὰ μᾶς ἐπικρίνῃ διὰ τοῦτο, οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἡ μεγάλη ἔλλειψις τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἀρκεταὶ πλατεῖαι, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τὰ squares, τὰ ὁποῖα εἰς ὅλα τὰ μέρη ὑπάρχουσιν. Ἑπομένως οὐδεὶς εὑρίσκεται, ὑποθέτω, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ καθιερωθῇ τὸ ἴδιον σύστημα παρ’ ἡμῖν, καὶ εἰς τὰ μέρη τοὐλάχιστον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μελετῶνται σήμερον, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων γίνονται νέα σχέδια. Θέλω μελετήσει τὸ σχέδιον, θέλω τὸ ἐξετάσει, καὶ τότε βεβαίως ἡ Βουλὴ θέλει κρίνει, ἂν ὁ κῆπος, ὁ κατὰ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἔχων τοσαύτας τεραστίας διαστάσεις, ἔχῃ πράγματι τοιαύτας ἢ ἀπ’ ἐναντίας πρέπῃ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνταποκρινόμενος εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως.
§115ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἂν ὅμως ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ Δημόσιον πρόκειται, εἰς τὰς σημερινὰς λυπηρὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, νὰ ὑποβληθῇ εἰς μεγάλας ἀποζημιώσεις χάριν τοῦ κήπου αὐτοῦ, θὰ παραδεχθῆτε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ, ὅπως συγχαρῶμεν ὑμᾶς;
§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι μοναστηριακά.
§117ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ μὲ συγχαρῆτε μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ ἴδητε τὸ σχέδιον.
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι πρόωρον νὰ ἐξενεχθῇ γνώμη, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τοῦ Διατάγματος, περὶ οὗ ἐγένετο μνεία, ὡς καὶ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τῆς ἐπεκτάσεως τῆς λεωφόρου Κηφισσίας, ἀπὸ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εὗρον αὐτὴν, ἤτοι τοῦ τέλους τῶν παραπηγμάτων, μέχρι τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως. Ἀλλὰ τί εἶναι κῆπος, τί ἐστὶν ἐπέκτασις τῆς λεωφόρου, οὐδὲν τούτων εἶναι γνωστόν· ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε τώρα γνώμην τινὰ ἐπὶ τούτων. Ὅθεν ζητήσατε τὰ ἔγγραφα, καὶ τότε κρίνατε (ἱλαρότης).
§119ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ μετὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν, ἡ συζήτησις εἶναι περιττὴ ἐντελῶς. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ δὲν ὀφείλει νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, ὅπως καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν, διότι τοῦτο εἰς οὐδὲν ἄλλο θέλει τείνῃ, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ δώσῃ ὤθησιν καὶ τροφὴν μεγαλειτέραν εἰς τὰς ἀντεγκλήσεις, τὰς ἐν τῇ Βουλῇ. Ἂν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μετέστη ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, εἴτε παρασυρόμενος, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ἀπὸ τὰ Κοροβέσια ὕδατα, εἴτε χάριν ὑψηλοτέρων λόγων, χάριν πιστοτέρας ἐκτελέσεως τῆς ἐντολῆς αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν τῷ ἀνέθεσαν οἱ συνεπαρχιῶταί του, τοῦτο εἶναι ζήτημα καθαρῶς προσωπικὸν, ζήτημα συνειδήσεως, οὐδόλως δὲ εἶναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ καὶ τὸ ἐξετάσῃ, καὶ ἀσκόπως, φρονῶ, ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἐζήτησεν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς καταθέσῃ ἔγγραφα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πᾶσα περαιτέρω συζήτησις εἶναι περιττὴ, διότι ἐξάπτει τὰ προσωπικὰ πάθη. Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐθεωρεῖτο εὐϋπόληπτος, ἐνόσῳ ἐκάθητο εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς μετέστη εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) δὲν εἶναι εὐϋπόληπτος! Τοῦτο δὲν τὸ ἐννοῶ.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ θεωρῶ καλὸν νὰ λείψουν αὐτὰ τὰ προσωπικὰ εἰς τὸ μέλλον, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας.
§121ΣΤΑΗΣ. Ἐπιμένω ζητῶν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, διότι δι’ αὐτῶν θὰ δειχθῇ, ἂν νόμιμος ἦναι ἡ ἐνέργεια ἐκ μέρους τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου καὶ δικηγόρου ταὐτοχρόνως τοῦ ἀντιδίκου τοῦ δήμου. Θέλει δειχθῆ, ἂν δὶς ἐδικάσθη ὁ δῆμος ἐρήμην εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ μέγιστον τῶν ζητημάτων ἦτο τὸ τῶν ὑδάτων. Ἐπιμένω, διότι ἡ πρᾶξις εἶναι ἀξιόποινος ἐκ μέρους τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ψηφίζοντος ὑπὲρ πράξεως, διὰ τὴν ὁποίαν... (θόρυβος).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αἱ ἀντεγκλήσεις αἱ προσωπικαὶ δὲν ὠφελοῦσιν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§123ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν δέχηται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπειδὴ τὰ δύο νομοσχέδια, τὸ περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐξωτερικῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν καὶ τὸ περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου, εἶναι εἰς δευτέραν συζήτησιν, τὰ δὲ ἕτερα προηγούμενα εἶναι εἰς τρίτην, νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ δύο, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς δευτέραν συζήτησιν, πρὸς ἀφομοίωσιν μετὰ τῶν εἰς γʹ, διότι μικρὰ συζήτησις θὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτῶν.
§124Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς γείνῃ οὕτω.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐξωτερικῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου.
§127ΦΩΤΗΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθεῖσαν ἀναφορὰν τοῦ ἐν Πάτραις ἐργοστασιάρχου κ. Ἰωάννου Ἠλιοπούλου, διότι ἐργάζονται πλέον τῶν 150 ἀνθρώπων πτωχῶν εἰς τὸ κατάστημα αὐτό. Ἐπὶ τούτῳ δὲ ὑποβάλλω τροπολογίαν.
§128ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§129ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὄχι· τὴν δίδω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§131ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ μεταβολῶν τινων ἐν τῷ δασμολογίῳ εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὴν πολιτικὴν ταύτην εὑρίσκομεν καὶ ἐνταῦθα ἐφαρμοζομένην κατὰ δύο ἐκ τῶν κυριωτέρων αὐτῆς βάσεων, τὴν ταμιευτικήν, ἧς σκοπὸς εἶναι ἡ ἐπίτευξις τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὴν νομισματικήν, ἥτις ἐν μὲν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρίσταται ὡς σκοποῦσα τὴν προστασίαν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἐν τῇ εἰσηγήσει δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἣν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἐπιδιώκουσα τὴν διὰ τῆς στενοχωρίας τῆς κοινωνίας εὕρεσιν ἐν τῷ τόπῳ τοῦ εἰς μεταλλικὸν χρηματικοῦ ποσοῦ, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην τὸ Δημόσιον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Δὲν προτίθεμαι νὰ συζητήσω σήμερον τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι νομίζω, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀφορμὴν νὰ συζητήσωμεν αὐτὴν προσεχῶς. Θεωρῶ ὅμως καθῆκόν μου νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν τελῶν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς ταύτης διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιδιώκων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῆς εἰσαγωγῆς ἀφ’ ἑτέρου, ἐπιδιώκει δύο σκοποὺς, ἀντιτιθεμένους πρὸς ἀλλήλους, καὶ ὧν ὁ εἷς ἀναιρεῖ τὸν ἕτερον. Ἂν θὰ ἐπιτύχῃ αὔξησιν ἐσόδων, ὡς ὑπολογίζει, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, βεβαίως δὲν θὰ ἐπιτύχῃ ἐλάττωσιν εἰσαγωγῆς καὶ ἐλάττωσιν καταναλώσεως τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν τοιαύτην, ὥστε νὰ μείνῃ ἐν τῷ τόπῳ μεταλλικὸν νόμισμα, ἀρκοῦν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου· ἢ θὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει, καὶ τότε ἐλαχίστη ἔσεται ἡ ἐλάττωσις τῆς εἰσαγωγῆς, ἢ θέλει ἐπέλθει σπουδαία αὐτῆς ἐλάττωσις, καὶ τότε φυσικῶς δὲν θέλει εἰσπράξει τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπολογίζει. Πρὸς ἐξήγησιν τούτου θέλω ἐξετάσει τινὰς μόνον ἐκ τῶν κλάσεων τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων, ὧν αὐξάνει τὸ τελωνειακὸν τέλος. Τὰς ἐπὶ τοῦ δασμολογίου προτεινομένας τροποποιήσεις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατατάσσει εἰς τρεῖς κατηγορίας, ὧν ἡ μὲν σκοπεῖ τὴν προστασίαν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἡ δὲ ἔχει ταμιευτικὸν σκοπὸν, καὶ ἡ τρίτη ἀφορᾷ ἁπλῆν διαῤῥύθμισιν τῶν ἰσχυόντων δασμῶν. Ἐκ τῶν τῆς πρώτης κατηγορίας, δηλ. τῶν ἐχουσῶν προστατευτικὸν σκοπὸν, κυριωτέρα εἶναι ἡ προτεινομένη μεταβολὴ εἰς τὴν κλάσιν 184 τοῦ δασμολογίου, τὴν ἀφορῶσαν τὰ ὑφάσματα ἐκ μαλλίνου ἢ ἄλλου ζωϊκοῦ νήματος. Διὰ τῆς ἐπιβολῆς ἐπὶ τῶν βαρυτέρων τοιούτων ὑφασμάτων τοῦ σήμερον ἐπιβαλλομένου μεγαλειτέρου τέλους ἐπὶ τῶν ἐλαφροτέρων αὐξάνουσι σπουδαίως οἱ ὅροι τῶν ἐπ’ αὐτῶν τελῶν, ὑπολογίζεται δὲ εἴσπραξις 500,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον. Τοιαύτην δ’ ὑπολογίζων ἀνωτέραν εἴσπραξιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, χαρακτηρίζει οὐχ ἧττον τὴν μεταβολὴν ταύτην ὡς σκοποῦσαν τὴν προστασίαν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ὡς μέλλουσαν δηλαδὴ νὰ φέρῃ ἐλάττωσιν εἰσαγωγῆς καὶ αὔξησιν καταναλώσεως τῶν προϊόντων τῆς βιομηχανίας ταύτης. Ἡ τοιαῦτα ὑφάσματα παράγουσα ἐγχώριος βιομηχανία σύγκειται ἐκ δύο ἐργοστασίων, τοῦ τοῦ Πυῤῥῆ ἐν Ἀθήναις καὶ τοῦ τοῦ Σελᾶ ἐν Πειραιεῖ. Ἀμφότερά εἰσιν ἄξια πάσης προστασίας ἀναντιῤῥήτως, πᾶσα δὲ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν. Διὰ μόνης ὅμως τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν εἰσαγωγῆς δὲν θέλει δοθῆ πᾶσα ἡ ὑποστήριξις καὶ ἡ προστασία, ὧν ἔχουσιν ἀνάγκην τὰ ἐργοστάσια ταῦτα, ὅπως παραγάγωσι τὰ εἴδη, τῶν ὁποίων αὐξάνομεν τὴν φορολογίαν, καὶ ὧν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ἡ κοινωνία. Κύριος ἑπομένως σκοπὸς καὶ τῆς αὐξήσεως ταύτης εἶναι ὁ ταμιευτικός· πιθανώτερα δ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἔσονται κατ’ ἐλάχιστον ἡ προστασία τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ ἡ καὶ ἐν τῇ χρήσει τῶν ὑφασμάτων τούτων στενοχωρία τῶν τε καταναλωτῶν καὶ τῶν κατεργαζομένων αὐτά. Οὐχ ἧττον δὲ πιθανὸν ἀποτέλεσμα ἔσεται καὶ ἡ αὔξησις τοῦ λαθρεμπορίου. Τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα φέρει ὡσαύτως καὶ ἡ προτεινομένη αὔξησις ἐπὶ τῆς κλάσεως 210, τῆς ἀφορώσης τοὺς πίλους ἐν γένει, καὶ ἰδίως τοῦ ἐδαφίου βʹ, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς κοινοὺς χαμηλοὺς πίλους, ἐκ τῶν ὁποίων ὑπολογίζεται εἴσπραξις δραχ. 150,000, ἀντὶ τῶν σήμερον εἰσπραττομένων 80,000. Τὰ ὑπάρχοντα παρ’ ἡμῖν ἐργοστάσια πίλων δὲν θέλουσι παραγάγει ἁπάσας τὰς ποιότητας καὶ ἅπαν τὸ ποσὸν τῶν χαμηλῶν πίλων, τῶν ἀναγκαίων εἰς τὴν κοινωνίαν. Καὶ ἐν τῇ κλάσει ταύτῃ ἑπομένως, ὡς καὶ εἰς τὰς πλείστας ἄλλας, ταμιευτικὸς εἶναι κυρίως ὁ σκοπὸς, ὃν ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον. Ὁμολογουμένως δὲ τοιοῦτος εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους τῆς κλάσεως 33, δηλαδὴ τοῦ ἐπὶ τοῦ καφέ. Ἐκ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλπίζει, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ 25% περιπλέον ἀφ’ ὅ,τι εἰσέπραττε μέχρι τοῦδε, δηλ. δραχμὰς 1,250,000, ἀντὶ δραχμῶν 1,000,000 περίπου κατὰ μέσον ὅρον, εἰσπραχθεισῶν κατὰ τὰ 1889 καὶ 1890. Τίς ἄρά γε ἐκ τῶν δύο σκοπῶν, οὓς ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ πραγματοποιηθῇ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου; Θὰ ἐλαττώσῃ ἡ κοινωνία τὴν κατανάλωσιν τοῦ καφὲ, ὅπως ἐλαττωθῇ καὶ ὁ πρὸς ἀγορὰν αὐτοῦ ἐξερχόμενος τῆς χώρας χρυσός; Ἀλλὰ τότε πῶς θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον τὸ ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ καφὲ ὑπολογιζόμενον ποσὸν τῶν δραχμῶν 1,250,000; Ἡ αὐτὴ ἀπορία δύναται νὰ ἐκφρασθῇ καὶ ἐπὶ τῶν αὐξήσεων τῶν ἀφορωσῶν τὸν τυρὸν, τοὺς ὑελοπίνακας, τὰς σιδηρᾶς δοκοὺς, τὸν χάρτην καὶ τὰ μέρη ὅπλων, ὧν τὸ τέλος αὐξάνει χάριν ἁπλῆς διαῤῥυθμίσεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δασμοῦ. Τοιαῦται δὲ φυσικῶς γεννῶνται ἀπορίαι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ πάσης πολιτικῆς, ἧς αἱ βάσεις ἀλληλαναιροῦνται, ὡς μὴ στηριζόμεναι ἐπὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων. Τὸ δασμολόγιον ἡμῶν ἔχει βεβαίως ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως καὶ βελτιώσεως. Ἀναθεωροῦντες ὅμως αὐτὸ, ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν καταπολέμησιν τοῦ λαθρεμπορίου, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ παρὰ τοῦ Δημοσίου προσόδους καὶ παραβλάπτει τὸ τίμιον ἐμπόριον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εὐκολίας μὲν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν πάντων τῶν εἰδῶν, ἅτινα συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν πάσης ἐγχωρίου παραγωγῆς, μέχρι καὶ τῆς μικροτέρας, δυσκολίας δὲ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν εἰδῶν, ἅτινα διὰ τῆς ὑποστηρίξεως καὶ τῆς καθοδηγήσεως τῶν παραγωγῶν δύνανται νὰ παραχθῶσιν ἐν τῇ χώρᾳ. Ὑπὸ τοιούτων ἰδεῶν ἐμφορούμενος, ὅτε διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐσχημάτισα τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἦτο ἡ μελέτη μιᾶς πρὸς μίαν ἑκάστης κλάσεως τοῦ δασμολογίου, ἐπὶ τῷ τέλει τῆς καταπολεμήσεως τοῦ λαθρεμπορίου, καὶ τῆς προστασίας τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς, ὑπὸ τὰς δύο αὐτῆς ἐπόψεις τῆς εὐκόλου εἰσαγωγῆς τῶν πρώτων ὑλῶν, καὶ τῆς δυσκόλου εἰσαγωγῆς τῶν εἰδῶν, ἅτινα δύναται νὰ παραγάγῃ ἡ χώρα. Ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθεν ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου ἅπαξ ἢ δὶς, καὶ μετὰ συζήτησιν τῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν ἔδει νὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ δασμολόγιον, ἀπεφάσισε τὸν σχηματισμὸν ὑποεπιτροπῆς, ἥτις νὰ ἐπεξεργασθῇ καὶ προμελετήσῃ τὰ πληροφορίας, αἵτινες δι’ ἐγκυκλίων ἐζητήθησαν παρὰ τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν καὶ παρὰ διαφόρων ἐμπορικῶν κέντρων, καὶ νὰ συλλέξῃ τὰ διάφορα στοιχεῖα, ἅτινα ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τὴν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς μελέτην τοῦ ζητήματος. Ἡ ὑποεπιτροπὴ αὕτη ἀπετελεῖτο ἐκ τριῶν προσώπων, τοῦ διευθύνοντος τὸ τελωνειακὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ τελώνου Πειραιῶς, καὶ ἑνὸς πρώην συναδέλφου ἡμῶν, ἔχοντος καὶ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν καλὴν θέλησιν νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ ὑποεπιτροπὴ αὕτη, ὅτε ἀφῆκα τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε σχεδὸν συμπληρώσει τὴν προκαταρκτικὴν αὐτῆς ἐργασίαν, ἥτις ἔδει νὰ μελετηθῇ ὑπὸ εὐρυτέρας καὶ πληρεστέρας ἐπιτροπῆς. Λόγοι ὅμως καὶ περιστάσεις, ἃς δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον, ἠνάγκασαν τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ σύστημα, καθ’ ὃ ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἔδει ν’ ἀναθεωρηθῇ τὸ δασμολόγιον. Ὑπεβλήθη δὲ εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, Προέδρου τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ κατὰ ποσοστὸν ἀθρόα αὔξησις τῶν πλείστων τελωνειακῶν τελῶν, συνεληρώθη δὲ αὕτη ὑπὸ τοῦ σήμερον ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
§133ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀνάγκη, ἥτις εἶχε τότε ἐπισκήψει, τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, δὲν μὲ ἐπηρέασεν ὡς πρὸς τὰ πορίσματα τῆς μελετησάσης τὸ δασμολόγιον ἐπιτροπῆς. Τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἔσπευσα νὰ πληρώσω ἐκ τοῦ προχείρου, προτείνας εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ηὐξάνοντο συλλήβδην τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ 15%, ἀφῆκα δὲ ἐκκρεμῆ τὴν ἐργασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ μελέτης τοῦ δασμολογίου. Ἑπομένως μὴ ὑπολαμβάνετε, ὅτι ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε τὸ δασμολόγιον τὸ ὑποβληθησόμενον νὰ κανονισθῇ ὑπὸ μόνου τοῦ ταμιευτικοῦ πνεύματος, καὶ νὰ ἐγκαταλειφθῶσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει, πρὸς προστασίαν τῆς ἐγχωρίου ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἐνόμισα χθὲς, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταδείξω, ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν αἱ γενικαὶ γνῶμαι καὶ ἡ γενικὴ ἄποψις, ὅταν πρόκηται συζήτησις καὶ βάσανος νομοθετημάτων, μεταβαλλόντων τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον. Αἱ γενικαὶ θεωρίαι καὶ γνῶμαι εἰς οὐδένα εἰσὶν ἄγνωστοι, οὐδ’ ὑπάρχει τις ὁ διαφωνῶν, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ κανονισθῶσι τὰ τελωνειακὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, πρέπει κατὰ πρῶτον λόγον νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς, καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν προϊόντων, τὴν ὁποίαν διεξάγει τὸ ἐμπόριον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὅλοι συμφωνοῦμεν εἰς ταῦτα, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπικαλώμεθα ἐκ τῶν προτέρων θεωρίας καὶ γνώμας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐφαρμόζωμεν ἐπὶ ὡρισμένων περιπτώσεων. Ἡ ἐφαρμογὴ τῶν γνωμῶν τούτων καὶ τῶν θεωριῶν πρέπει νὰ ἐπιζητηθῇ διὰ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς ἐρεύνης ἑκάστης προτάσεως τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ ἑκάστης τῶν κλάσεων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου. Ταύτην τὴν ἔννοιαν εἶχον οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους εἶπον χθές.
§135ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χαίρω, διότι, ἂν καλῶς ἀντελήφθην τὰ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ λεχθέντα, καὶ ἡ γνώμη του εἶναι, ὅτι δὲν εἶχεν ἐγκαταλειφθῆ ἡ ἰδέα τῆς εὐρυτέρας μελέτης τοῦ δασμολογίου, καὶ ὅτι ἡ ἀθρόα αὔξησις τῶν τελωνειακῶν τελῶν προῆλθεν ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ταχυτέρας ἐπιβολῆς φόρων.
§136ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ δὲν ἔπαυσεν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἐργασίαν της.
§137ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτροπὴ δὲν συνῆλθεν, ὅπως μελετήσῃ τὴν προκαταρκτικὴν ἐργασίαν τῆς ὑποεπιτροπῆς.
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συνῆλθε παρ’ ἐμοὶ ἡ τριμελὴς ἐπιτροπή, καὶ μεγάλως ἐβασάνισε τὰ πορίσματα αὐτῆς.
§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπή, ἥτις ἤθελε μελετήσει τὰς ἀναγκαίας μεταῤῥυθμίσεις τοῦ δασμολογίου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προκαταρκτικῆς ἐργασίας τῆς ὑποεπιτροπῆς, ἤθελεν ἀποτελεσθῆ ἔκ τε τῶν τριῶν μελῶν τῆς ὑποεπιτροπῆς καὶ ἐξ ἄλλων προσώπων, εἰδικὰς ἐχόντων γνώσεις καὶ δυναμένων νὰ φωτίσωσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ τρόπου τῆς μεταῤῥυθμίσεως ἑκάστης κλάσεως, οὕτως ὥστε νὰ ἐπιτευχθῶσιν οἱ τρεῖς σκοποί, οὓς ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, ἡ παρεμπόδισις δηλ. τοῦ λαθρεμπορίου καὶ ἡ ἔμμεσος καὶ ἄμεσος προστασία τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀθρόας αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν τελῶν διὰ τῆς προσθήκης 17% περίπου ἐπὶ πασῶν τῶν κλάσεων τοῦ δασμολογίου ἔφερεν ὡς ἀποτέλεσμα οὐχὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὰς γενομένας προσθήκας, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν. Συνετέλεσε δὲ συγχρόνως καὶ εἰς ἐπίτασιν τῆς ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς ἐν γένει καὶ τῆς νομισματικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου στενοχωρίας τοῦ τιμίου ἐμπορίου καὶ εἰς τὴν ἐπέκτασιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸ 1891 εἰσεπράχθησαν ἐξ ἠλαττωμένων τελωνειακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς δραχμαὶ 25,962,000, καὶ κατὰ τοὺς πρώτους 9 μῆνας τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἤτοι μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, δραχ. 18,639,000, κατὰ τοὺς αὐτοὺς πρώτους 9 μῆνας τοῦ 1892, καθ’ οὓς ἐφηρμόσθη τὸ πλεῖστον μέρος τῶν γενομένων προσθηκῶν εἰς τὰ τελωνειακὰ τέλη, καὶ ὧν γνωρίζομεν ἐπισήμως τὰ ἀποτελέσματα, εἰσεπράχθησαν μόνον 17,487,000, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον δραχ. 1,152,000. Ἀντὶ νὰ εἰσπραχθῶσι 17% περίπου ἐπὶ πλέον τῶν κατὰ τὸ 1891 εἰσπραχθεισῶν δραχ. 18,639,000, εἰσεπράχθησαν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 6% περίπου. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ ἄλλοι λόγοι, προκαλέσαντες τὴν ἐλάττωσιν ταύτην, ὑπάρχει ἡ ἐν γένει κατάστασις τῆς χώρας· ἀναμφισβητήτως ὅμως εἰς τοὺς λόγους τούτους προσετέθη καὶ ἡ ἀθρόα αὔξησις τῶν τελωνειακῶν τελῶν. Δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη ἐπισήμως τὰ ἀποτελέσματα τῶν τριῶν τελευταίων μηνῶν τοῦ 1892. Ἀλλ’ ἂν οἱ μῆνες οὗτοι παρουσιάσωσιν αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν εἰσαγωγῆς, καὶ ἂν ἡ αὔξησις αὕτη καλύψῃ τὴν κατὰ τοὺς πρώτους 9 μῆνας παρουσιαζομένην ἐλάττωσιν, τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα, διότι ἡ αὔξησις αὕτη δὲν θέλει προέλθει ἐκ τῆς ὁμαλῆς πορείας τοῦ ἐμπορίου, ἀλλ’ ἐκ πορείας ἀνωμάλου, προκληθείσης ἐκ τῆς συντάξεως καὶ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ συζητοῦμεν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐχρησίμευσε καὶ ὡς εἶδος ταμιευτικοῦ τεχνάσματος, ἐξαναγκάσαντος τοὺς ἐμπόρους νὰ φέρωσι καὶ τελωνίσωσιν ἐσπευσμένως μὲ τὰ ἰσχύοντα ἐλαφρότερα τέλη ἐμπορεύματα, πολὺ πλειότερα ἐκείνων, ἅτινα ἤθελον εἰσαγάγει, ἂν δὲν ἐμάνθανον, ὅτι πρόκειται ν’ αὐξήσωσι τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς. Ἡ ἐπελθοῦσα ἐλάττωσις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν πρέπει νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ταῦτα ὑπερέβησαν τὸ ἀνώτερον ὅριον τῆς ταμιευτικῆς αὐτῶν παραγωγικότητος, ἐν σχέσει πρὸς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας. Ἂν δὲ τοῦτο ἦναι βέβαιον, ἕπεται ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ταμιευτικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου δὲν θέλουσι πραγματοποιηθῆ. Δὲν θέλει εἰσπράξει τὸ Δημόσιον 1,285,000 δραχ., ὡς ὑπολογίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ πλέον τοῦ κατὰ μέσον ὅρον εἰσπραχθέντος ποσοῦ ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν εἰδῶν, ἐφ’ ὧν προτείνεται ἡ αὔξησις τοῦ τέλους. Ἡ μὴ πραγματοποίησις δὲ τῶν ὑπολογισμῶν τούτων ἔσεται εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς διαταράξεως τοῦ δῆθεν ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893. Ἀλλὰ καὶ τὸν ἄλλον σκοπὸν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν τῆς ἐλαττώσεως δηλ. τῆς εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων καὶ τῆς ἐξαγωγῆς χρυσοῦ, δὲν θέλει σπουδαίως ἐξυπηρετήσει ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι τὰ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα, ὧν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ἡ κοινωνία, καὶ ἅτινα δὲν θὰ εὕρῃ συμφέρον νὰ εἰσαγάγῃ τὸ τίμιον ἐμπόριον, δὲν θὰ τὰ παρέξῃ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία, ἀλλὰ θὰ τὰ εἰσάξῃ τὸ λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον θέλει εὕρει ἐπιπρόσθετον ἀμοιβὴν ἐν τῇ νέᾳ αὐξήσει τῶν τελῶν. Ὀφείλομεν δὲ τοσούτῳ μᾶλλον νὰ φοβηθῶμεν τὴν ἐπίτασιν τοῦ λαθρεμπορίου, καθ’ ὅσον, ἂν παραδεχθῶμεν ὡς σοβαρὰς τὰς ἀναγραφομένας πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τὸ 1893 θὰ ἔχωμεν ἀτελεστάτην ἀκτοπλοϊκὴν ἀστυνομίαν, καὶ ἑπομένως ἐλάττωσιν καταδιώξεως τῶν λαθρεμπορικῶν πλοίων, διότι τὰ δημόσια πλοῖα, τὰ διὰ τὴν ἀστυνομίαν ταύτην ἀναγκαῖα, τίθενται εἰς κατάστασιν παροπλισμοῦ. Δὲν θέλω νὰ παρατείνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ δασμολογίου ἡμῶν, ὅπερ συνδέεται μετὰ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ἤθελεν εἶναι βεβαίως καὶ λογικώτερον καὶ ὠφελιμώτερον, ἄν, ἀντὶ νὰ συζητῶμεν μεμονωμένα καὶ πρωθυστέρως τὰ νομοσχέδια, ἅτινα ἀποῤῥέουσιν ἐκ τῶν γενικωτέρων ἰδεῶν, ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλομεν συζητήσει τὸ σύστημα τοῦτο καὶ τὰς βάσεις αὐτοῦ. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ γείνῃ πλέον λόγος, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθησαν ἤδη τὴν τακτικὴν τῆς πρωθυστέρου συζητήσεως τῶν συνεπειῶν τοῦ συστήματος τούτου, καὶ διὰ τοῦτο περιωρίσθην νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν μόνον τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα θέλει φέρῃ ἡ ἐπιψήφισις νομοσχεδίου, ἐπιδιώκοντος δύο σκοποὺς, τὸν ταμιευτικὸν καὶ τὸν νομισματικὸν, κατὰ τρόπον ἀναιροῦντα ἀλλήλους.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.
§141ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἀργὰ, κύριε Πρόεδρε, καὶ διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλὴν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω αὔριον, κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταὶ αἱ μεταῤῥυθμιζόμεναι κλάσεις τοῦ δασμολογίου 1–41).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κλάσις 42 (ἀναγινώσκει): «Ἔλαια, ἐδώδιμα ἐν φιάλαις ἢ ἑτέροις δοχείοις, ἐκτὸς βαρελῶν, ἡ ὀκὰ δρ. 1».
§143Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι, μετὰ τὰς λέξεις «ἐκτὸς βαρελῶν», αἱ λέξεις «ἀσκῶν καὶ τῶν παρεμφερῶν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ κλάσις 42 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταὶ αἱ λοιπαὶ μεταῤῥυθμιζόμεναι κλάσεις τοῦ δασμολογίου καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.