1892.12.15
1,391 rows · 10,364 words · 111 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
τῆς 15 Δεκεμβρίου 1892.
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκτελῶν τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, διεβίβασα ἐγγράφως τὰ συλλυπητήρια τῆς Βουλῆς πρὸς τὰς ἀδελφὰς τοῦ ἀποβιώσαντος πρώην βουλευτοῦ Περικλέους Πετράκη ἐπὶ τῷ θανάτῳ αὐτοῦ. Αἱ δὲ ἀδελφαὶ τοῦ μακαρίτου πρώην συναδέλφου ἀπήντησαν ἐπίσης ἐγγράφως, ἐκφράζουσαι τὴν εὐγνωμοσύνην καὶ τὰς εὐχαριστίας αὐτῶν πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ τιμῇ ταύτῃ.
§2ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε, Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν....
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπεκυρώθησαν, καὶ δὲν δύνασθε νὰ ζητήσητε τροποποίησιν αὐτῶν.
§4ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω τότε σχετικῶς πρὸς τὴν παρατήρησιν, ἣν εἶχον νὰ κάμω, διὰ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ αὐριανὰ πρακτικά. Λοιπὸν ἐν τοῖς σημερινοῖς πρακτικοῖς ἀναγράφεται, ὅτι ὁ βουλευτὴς κ. Ράλλης ἔφερεν ἔνστασιν περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές...
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ὁ κ. Ράλλης ἐζήτησε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, διὰ νὰ βεβαιωθῇ, ἐὰν ἦσαν παρόντες 107 Βουλευταί. Τοῦτο δὲν εἶναι ἔνστασις ἀπαρτίας; δὲν εἶναι, διότι δὲν εἶπε τὴν λέξιν «ἀπαρτία»; Μὲ τὰς λέξεις θὰ παίζωμεν ἐδῶ! Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ Χρήστου Ράπτου ἐκ Τυρνάβου, καταγγέλλοντος τὸν ἀποσπασματάρχην ὑπολοχαγὸν Νικολόπουλον. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὡσαύτως τηλεγράφημα τοῦ Δημητρίου Ἀντωνίου, κρατουμένου ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀμφίσσης ἐπὶ ὑποθάλψει τοῦ φυγοδίκου Βέλλου. Ὁ τηλεγραφῶν καταγγέλλει τὸν αὐτόθι φρούραρχον, ὡς ἐπιτεθέντα κατ’ αὐτοῦ ἐν ταῖς φυλακαῖς. Παραμπέμπεται καὶ τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Κωνσταντῖνος Ἰωαννίδης, πρώην πρόξενος τῆς Τουρκίας ἐν Κραβασσαρᾷ, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν, παρακαλεῖ, ὅπως ὑπόθεσίς τού τις χρηματικὴ μετὰ τοῦ Δημοσίου λυθῇ διαιτητικῶς, διότι κατακρατεῖται ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἡ περιουσία του, καὶ οὗτος δυστυχεῖ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ ἐν Ξηροχωρίῳ ἰδιοκτῆται καὶ καλλιεργηταὶ ἀμπέλων δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐλαττωθῇ ὁ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων φόρος. Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν ἑπομένων νομοσχεδίων: 1) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΦΕʹ. 2) Περὶ τροφοδοσίας τῶν πληρωμάτων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. 3) Περὶ νομοθετικῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων ΦΑʹ, ᾼΡΟΗʹ, ᾼΥΝΒʹ καὶ ᾼΥΠΘʹ περὶ συστάσεως ναυτικῶν ταμείων. 4) Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ͵ΩΞΓʹ καὶ ᾼΡΟϚʹ. 5) Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1893. 6) Περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ ΦΑʹ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1874 περὶ συστάσεως ταμείου τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ βασιλικοῦ ναυτικοῦ. 7) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΡΠΖʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 62–68).
§6ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ δοθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κωπαΐδος ἡ ἀπαιτουμένη ἀνάπτυξις, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων καὶ τῆς ἑταιρίας καὶ τῶν μετόχων καὶ τῶν παραλιμνίων ἰδιοκτητῶν, νὰ καταθέσῃ τὸ συμβόλαιον, δι’ οὗ παρεχωρήθησαν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις, ὅσας εἶχεν ἀναλάβει ἡ προηγουμένη ἑταιρία ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου. Συγχρόνως τὸν παρακαλῶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἕδραν τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας, τὴν Διεύθυνσιν αὐτῆς, καὶ ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα, τ’ ἀποτελοῦντα τὸ Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας ταύτης. Μέτοχος μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι οἱ μέτοχοι τῆς ἑταιρίας δὲν γνωρίζουν οὔτε ποῦ ἑδρεύει ἡ ἑταιρία, ἂν ἐδῶ ἢ ἐν Λονδίνῳ, οὔτε τὴν Διεύθυνσιν τῆς ἑταιρίας, οὐδὲ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου αὐτῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶναι ἐν γνώσει ὅλων αὐτῶν, νὰ γνωρίσῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν, ἥτις θὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§7Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν. Ἔκτοτε ὑπεβλήθησαν διάφοροι παρατηρήσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ἐθεωρήθη τινῶν ἐξ αὐτῶν λυσιτελὴς ἡ ἀποδοχὴ, ἐπιτρέψασα, ὅπως συμπτυχθῇ ἐν πολλοῖς τὸ νομοσχέδιον. Ἡ σύμπτυξις αὕτη ὑπαγορεύει, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν νέαν αὐτοῦ μορφὴν ληφθῇ ἐξ ὑπαρχῆς ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δι’ ὃ ἀποσύρω τὸ ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν, καὶ εἰσάγω πάλιν αὐτὸ ἀνεσκευασμένον, μετὰ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 69).
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν, ὅπως γίνεται δι’ ὅλας τὰς ὑποβαλλομένας πληροφορίας. Συνάμα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, ἃς πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐζήτησα, περὶ τοῦ καταργηθέντος ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἐζήτησα πληροφορίας σχετικὰς μὲ προϋπολογισμούς, ἀπολογισμοὺς καὶ διαφόρους ἄλλας πράξεις τοῦ ταμείου τούτου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ πληροφορίαι, ὧν τὴν τύπωσιν ζητεῖτε, εἶναι κατατεθειμέναι εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ δύνασθε νὰ λάβητε γνῶσιν αὐτῶν. Ἡ τύπωσις ὅλων αὐτῶν τῶν ἐγγράφων εἶναι ἀδύνατος, διότι τὸ τυπογραφεῖον δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ. Ἤδη ἀσχολεῖται εἰς τὴν τύπωσιν τῶν ἐγγράφων περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κωπαΐδος, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσωσιν 20 τυπογραφικὰ φύλλα. Ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ.
§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ πληροφορίαι, ἃς κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εἶναι σημειώσεις συντομώταται, εἶναι δὲ σημειώσεις σχετιζόμεναι ἀπ’ εὐθείας μὲ τὸν προϋπολογισμόν. Νομίζω ὅτι κατὰ προτίμησιν πολλῶν ἄλλων ἐγγράφων πρέπει νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, ὡς σχετιζόμεναι μὲ τὸν προϋπολογισμόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ τυπογραφεῖον.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι συντομώταται.
§14ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ ἀπάντησις ἡ δοθεῖσα εἰς τὴν ὑμετέραν ἐπερώτησιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκής, ἀλλὰ δὲν εἶναι παντάπασι σύντομος· διότι, ἵνα ἀπαντήσῃ ἀκριβῶς εἰς τὰ ὑμέτερα ἐρωτήματα, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἦναι σύντομος. Ἡ ἐπερώτησις ὑμῶν εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ἐγγράφων, εἰς τὰ ὁποῖα δίδονται αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι· ἐλπίζω δ’ ὅτι ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων θὰ εὐχαριστηθῆτε. Ὀφείλω δὲ νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην τῆς ἀπαντήσεως ηὐκολύνθημεν ἐκ προηγουμένης τινὸς περιστάσεως, καθ’ ἣν εἴχετε ἀπευθύνει εἰς τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν τὴν αὐτὴν ἐπερώτησιν, καὶ οὕτως ἠδυνήθημεν εὐχερῶς νὰ συλλέξωμεν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὧν ἔχετε ἀνάγκην, ἀνατρέξαντες εἰς Λογιστήρια καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας, αἵτινες ἔπρεπε νὰ μᾶς δώσουν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Ὥστε ἐλπίζω, ὅτι εἶναι λίαν ἐπαρκὴς ἡ ἀπάντησίς μας, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ σύντομος· συνίσταται ἐκ πολλῶν φύλλων.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐξήνεγκον παρατήρησίν τινα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν, ἀνέφερον μόνον, ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀπαντήσεων ἐκείνων, τῶν λίαν ἐκτεταμένων, αἵτινες δύνανται νὰ φέρουν δυσκολίαν εἰς τὴν τύπωσιν.
§16ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν δικαιοῦται νὰ παραπονῆται, ἐὰν εἰσέτι δὲν κατέθηκα τὰς ζητηθείσας παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας. Ἀμέσως τὴν ἐπαύριον ἔδωκα παραγγελίαν νὰ παρασκευασθῶσιν, ἀλλ’ εἶναι τοσαῦτα τὰ ζητηθέντα, ὥστε ἀπαιτεῖται χρόνος, ὅπως παρασκευασθῶσιν· ἄλλως τε ὁ κ. Βουλευτὴς ᾐτήσατο, ἵνα κατατεθῶσι πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πρὸ ταύτης βεβαίως θὰ κατατεθῶσιν, ἑπομένως τὰ παράπονα τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν εἶναι δίκαια.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐξήνεγκον παράπονα· εὐχαριστῶ μάλιστα, διότι ἐφροντίσατε περὶ ἐκπληρώσεως τῆς αἰτήσεώς μου.
§18ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ αἰτήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ συνδέονται στενότατα πρὸς τὸν προϋπολογισμόν, ἡ ἐξέτασις τοῦ ὁποίου εἶναι, νομίζω, τὸ κύριον μέλημα τῆς Βουλῆς· διὰ τοῦτο ἔπρεπε πᾶσα πληροφορία, σχετιζομένη πρὸς αὐτὸν, νὰ προηγῆται πάσης ἄλλης, καὶ νὰ παραπέμπηται εἰς τὸ τυπογραφεῖον πρὸς τύπωσιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μεσσηνέζη, συγκατατίθεσθε νὰ ἀναβληθῇ ἡ τύπωσις τῶν περὶ Κωπαΐδος ἐγγράφων;
§20ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι.
§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ παραμεληθῶσιν αἱ ἄλλαι ἐργασίαι.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι θὰ στείλω εἰς τὸ τυπογραφεῖον τὰς πληροφορίας πρὸς τύπωσιν· ἐὰν ὅμως τὸ τυπογραφεῖον δὲν δύναται νὰ κάμῃ ὑπεράνθρωπον ἐργασίαν, μὴ παραπονεῖσθε.
§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὸν νόμον ΩΠΗʹ περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Παρισίοις συνομολογηθείσης συμβάσεως περὶ προκαταβολῆς ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας ὑποχρεοῦται «εἰς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ τεταρτημορίου τῆς προκυπτούσης ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ὠφελείας ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1892». Κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς 2 Ὀκτωβρίου 1880, εἰς ἣν ἀναφέρεται ὁ νόμος ΩΠΗʹ, ἡ ἐκκαθάῤῥισις τοῦ ἀποδοτέου εἰς τὸ Κράτος ποσοῦ καὶ ἡ ἀπόδοσις αὐτὴ γίνεται καθ’ ἑξαμηνίαν. Θὰ παρεκάλουν νῦν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ δὲν εἰσεπράχθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τὸ ὀφειλόμενον εἰς αὐτὸ τεταρτημόριον ἐκ τῶν κερδῶν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας. Δὲν θέλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ εἰσπράξεως ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον, ἐφαρμόζει μέτρα δύο καὶ σταθμὰ δύο, ἤτοι, ἐνῷ φαίνεται ἀμείλικτος πρὸς τοὺς μικροὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, ἐξ ὧν ἔχει νὰ εἰσπράξῃ πολλάκις ἀνάξια λόγου ποσὰ, μόλις εἰς δεκάδας δραχμῶν ἀνερχόμενα, καὶ οὓς δὲν διστάζει διὰ τοῦτο νὰ ῥίπτῃ εἰς τὰς φυλακὰς καὶ νὰ τοὺς ἀφίνῃ ἐκεῖ σηπομένους, πρὸς τοὺς μεγάλους ὅμως ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, οἷος εἶναι καὶ ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας, ἐπιδεικνύεται ἐπιεικὴς ὑπεράγαν.
§24Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας προσεκλήθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα δώσῃ τὰς πληροφορίας, ἐφ’ ὧν θὰ ἐστηρίζετο ἡ εἴσπραξις τῆς ὀφειλῆς, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας ὑπέβαλεν ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς πληρωμῆς· τὰς δὲ ἀντιῤῥήσεις ὑπέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τοὺς ἁρμοδίους, ἵνα οὗτοι ἀποφανθῶσιν, ἐὰν στηρίζωνται ἐπὶ τοῦ δικαίου ἢ οὔ. Εὐθὺς ὡς ληφθῇ ἐπὶ τούτου ὁριστικὴ ἀπόφασις, θέλω τὴν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν.
§25ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπορῶ, κύριε Πρόεδρε, πῶς ἐπῆλθε τοσαύτη βραδύτης περὶ τὴν διεκπεραίωσιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Καὶ ἐὰν ἐδικαιοῦτο ἡ Τράπεζα νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ὀφειλομένου εἰς τὸ Δημόσιον τεταρτημορίου ἐκ τῶν κερδῶν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν της γραμματίων, ἐγείρουσα ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς προκλήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συμμορφωθῇ πρὸς τὸ σαφὲς γράμμα τοῦ ΩΠΗʹ νόμου, καὶ πάλιν μοὶ φαίνεται ἀνεξήγητος ἡ τοσαύτη βραδύτης τῆς ὑποθέσεως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἷς μήν, ἢ τὸ πολὺ δύο μῆνες θὰ ἤρκουν, ὅπως γείνωσιν αἱ ἀντιῤῥήσεις τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον καὶ ἐκδώσῃ τοῦτο τὴν ἀπόφασίν του. Συμπληροῦται ὅμως ἤδη ἑξάμηνον ἔκτοτε, καὶ ἀκόμη ἡ ὑπόθεσις δὲν ἤχθη εἰς πέρας. Ὁπωσδήποτε ὅμως θὰ συνίστων νῦν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐπισπεύσῃ αὐτὴν, καθόσον ἤρξατο ἤδη προσλαμβάνουσα σκανδαλώδη χαρακτῆρα καὶ ἐμβάλλουσα εἰς πολλοὺς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι μιᾶς Τραπέζης, οἵα ἡ τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, δὲν ἐπιδεικνύει πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὑπ’ αὐτῆς ὀφειλομένων τὸν αὐτὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον ἐπιδεικνύει πρὸς τοὺς πολίτας χάριν ἐλαχίστων πολλάκις ποσῶν.
§26ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς καταγγελίας, τὴν ὁποίαν χθὲς ἀπηύθυνεν ἐξ Ἀχαΐας τηλεγραφικῶς καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ Ἰωάννης Ζερδεβᾶς, διὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἑνὸς γηπέδου του, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ σχεδιόγραμμα τοῦ νομομηχανικοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ φαίνηται τὸ ἀφαιρεθὲν γήπεδον.
§27ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν ἀκόμη δὲν συνεκεντρώθη ὅλος ὁ φάκελλος τῆς προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίου περὶ δασμολογίου, τῆς συσταθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καραπάνου.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ταμείων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεταξὺ τῶν ταμιῶν περιλαμβάνονται καὶ οἱ προξενικοὶ ταμίαι; Διότι ὑπάρχουν 2 ἢ 3, οἱ ὁποῖοι ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους.
§31Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα πραγματεύεται ὁ νόμος περὶ ταμιῶν, περὶ ὑποταμιῶν καὶ περὶ εἰσπρακτόρων· ἑπομένως καὶ περὶ τῶν ἀφομοιουμένων πρὸς αὐτούς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως)
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χρηματικῶν καταθέσεων τοῦ Δημοσίου παρὰ ταῖς προνομιούχοις Τραπέζαις.
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπεῖ, ἐξ ὅσων δύναταί τις νὰ ἀντιληφθῇ, ὅπως αἱ καταθέσεις, αἱ γενόμεναι πρὸς ἐξασφάλισιν πληρωμῆς δανείων, ἀντὶ νὰ μένωσι καταθέσεις αὐτούσιοι, οὐδεμίαν ἀποφέρουσαι ὠφέλειαν εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ κατατίθηνται εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ λογαριασμῷ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπως ἀποφέρωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ τὸν τόκον πρὸς 1%. Νομίζω ὅτι οὗτος εἶναι ὁ οὐσιαστικὸς σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη κατάθεσις ἐμπεριέχει δύο συνεπείας. Ἡ πρώτη συνέπεια εἶναι, ὅτι, κατατιθεμένων τῶν χρημάτων τούτων εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου, τίθενται καὶ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ· δύναται δηλ. τὸ Δημόσιον, τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπάρχωσιν εἰς πίστωσίν του παρὰ τῇ Τραπέζῃ, νὰ τὰ διαθέσῃ δι’ ἐπιταγῶν, δι’ ἐνταλμάτων, ὅπως διαθέτει πᾶν χρῆμα, ἀνῆκον εἰς αὐτὸ καὶ εὑρισκόμενον εἰς τὴν διάθεσίν του. Ἑτέραν συνέπειαν ἐμπεριέχει τὸ νὰ ἦναι εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Δημοσίου, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπέλθῃ ἡ ἀνάγκη, ὅπως τὰ χρήματα ταῦτα χρησιμοποιηθῶσι παρὰ τῶν δανειστῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, κατὰ τὴν περίστασιν δὲ ταύτην τὸ Δημόσιον ἐνδέχεται νὰ παρεμβάλῃ δυσκολίας εἰς τὴν παράδοσιν αὐτῶν. Τὰς δύο ταύτας συνεπείας ἐμπεριέχει ἡ κατάθεσις τῶν χρημάτων τούτων εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ παρὰ τῇ Τραπέζῃ. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν δευτέραν συνέπειαν, τὴν δυσκολίαν, τὴν ὁποίαν ἐνδέχεται τὸ Δημόσιον νὰ παρουσιάσῃ εἰς τοὺς δανειστὰς, τὴν προλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὴν λύει· διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἡ Τράπεζα, εἰς ἣν ἤθελον παρακατατεθῆ τὰ χρήματα, θέλει τὰ ἐγχειρίσει εἰς τοὺς δανειστὰς συμφώνως μὲ τοὺς ὅρους τοῦ δανειστικοῦ συμβολαίου, ὅπως ποιήσωνται χρῆσιν αὐτῶν συμφώνως μὲ τὸ συμβόλαιον τοῦτο. Τὸ ἕτερον ὅμως ἄτοπον τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων παρὰ τοῦ Δημοσίου διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν τὸ προλαμβάνει, διότι, ὅπως εἶναι συντεταγμένη ἡ σχετικὴ διάταξις, ἀφίνει τὸ Δημόσιον ἐλεύθερον νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματα ταῦτα. Νομίζω ὅτι ἀκριβῶς ἐκ τῶν δύο συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἐμπεριέχει ἡ τοιαύτη κατάθεσις, ἡ πρώτη συνέπεια ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου, καὶ ὄχι ἡ δευτέρα. Ἔπρεπε διὰ νόμου ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν χρημάτων τούτων, τὰ ὁποῖα καταθέτει εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, τὸ δὲ ἕτερον, τὸ δίδον δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν δανειστῶν τὰ χρήματα ταῦτα ἄνευ τῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας καθορίζει ὁ λογιστικὸς ἡμῶν νόμος, τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐδέποτε πρέπει ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ. Δὲν πρέπει ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοῦτο, διότι δεικνύει ἐκ τῶν προτέρων ὑπόνοιαν κακῆς πίστεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἔχων διαθέσιμα χρήματα ἀνήκοντα εἰς ἄλλον, καὶ τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν, καὶ ἀρνούμενος νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διατυπώσεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὅπως τὰ παραδώσῃ. Τοιαύτην κακὴν πίστιν καὶ τοιαύτην ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ· δὲν εἶναι δυνατὸν, ὡς εἶπον, νὰ ὑποθέσωμεν τοῦτο· μὴ δυνάμενοι δὲ ποτὲ νὰ ὑποπτεύσωμεν τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ ἀναστείλωμεν ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιπτώσει τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, αἵτινες διατάξεις ἐξασφαλίζουσι τὴν τακτικὴν ἐκτέλεσιν τῶν πληρωμῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τὴν ἔγκαιρον ἐγγραφὴν πάσης τοιαύτης πράξεως ἐν τοῖς σχετικοῖς βιβλίοις τοῦ τε Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Δὲν πρέπει νὰ καταργήσωμεν ταύτας, δεικνύοντες ὅτι ἐκ τῶν προτέρων δυσπιστοῦμεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει παραδώσει τὰ χρήματα ταῦτα, ἐνῷ πρέπει βεβαίως νὰ δυσπιστήσωμεν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ νὰ διαθέσῃ χρήματα ἐκ τῶν προτέρων προωρισμένα ὡς ἐνέχυρον δανείων, καὶ τὰ ὁποῖα, χάριν ἀποφυγῆς ζημίας τοῦ Δημοσίου, κατατίθενται εἰς τὴν Τράπεζαν, διὰ ν’ ἀποφέρωσι τὸν τόκον 1%. Λέγω ὅτι πρέπει νὰ παρεμποδισθῇ τοῦτο, καὶ ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑπονοίας κακῆς πίστεως, νὰ διαθέσῃ ποσόν τι ἐκ τῶν χρημάτων τούτων εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἐξ ἄλλων πόρων τοῦ Δημοσίου θέλει δυνηθῆ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ χρήματα ταῦτα· τοιαύτας δ’ ἐνεργείας ἐμπεριέχει ἡ κίνησις τοῦ τρεχομένου λογαριασμοῦ τοῦ Δημοσίου μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ· τὸ Δημόσιον, ὁσάκις ἔχῃ χρήματα διαθέσιμα, καταθέτει ταῦτα εἰς τὴν Τράπεζαν, ὁσάκις δ’ ἔχῃ ἀνάγκην χρημάτων, δι’ ἐπιταγῶν λαμβάνει χρήματα εἰς πίστωσιν τῆς Τραπέζης καὶ χρέωσιν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ λογαριασμοῦ. Ἐὰν εἰς τὴν λειτουργίαν ταύτην τοῦ τρεχομένου λογαριασμοῦ, εἰς τὴν κίνησιν ταύτην ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δεσμεύηται διὰ νόμου νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατετέθη, καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐγγύησις τοῦ δανείου, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπερβῇ τὸ κατατεθὲν ποσὸν εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ νὰ εὑρεθῇ ἡμέραν τινὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἴσως θὰ ἦναι ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ τὸ ἐνέχυρον τοῦτο εἰς τοὺς δανειστὰς, νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ τὸ δώσῃ, διότι ἴσως τὸ ἔχει διαθέσει εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου· τοῦτο δυνάμεθα ἄνευ οὐδεμιᾶς προσβολῆς νὰ τὸ κάμωμεν, διότι δὲν σημαίνει ἄλλο τι, εἰμὴ προσωρινὸν περιορισμὸν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ μέχρι τῆς λήξεως τῶν δανείων, χάριν τῶν ὁποίων ἐνεχυριάσθησαν τὰ γραμμάτια, καὶ τοῦτο δυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν, διότι ἄλλως ἤθελε φανῆ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἐν τῇ ἐνδεχομένῃ ταύτῃ περιπτώσει ὡς κακῆς πίστεως, ἐὰν διαθέσῃ ἄλλως τὰ χρήματα ταῦτα, καὶ ἔλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην δι’ ἄλλων πόρων νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἡ τελευταία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν κατάργησιν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου τῶν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ εἰς τὴν ἀπόλυτον ἄδειαν τῆς Τραπέζης ν’ ἀποδώσῃ τὰ χρήματα ταῦτα ἄνευ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τούτων, πρέπει νὰ λείψῃ, νὰ τεθῇ δὲ ἑτέρα διάταξις, ἀπαγορεύουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ ποσοῦ τούτου ὑπὲρ ἄλλων ἀναγκῶν.
§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐπλανήθη περὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν τελευταίαν διάταξιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, αἵτινες κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἰσχύωσι πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἐνόμισε καταργοῦσαν τὰς διατυπώσεις ταύτας ἀπολύτως....
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐφαρμόζονται.
§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐφαρμόζονται ἐπὶ τῆς Τραπέζης, ἐφαρμόζονται ὅμως πᾶσαι αὗται αἱ περὶ διατυπώσεων διατάξεις ἐπὶ τοῦ Δημοσίου. Ἡ Τράπεζα θὰ ἦναι ἐλευθέρα, ὅπως ἄνευ τῶν διατυπώσεων προβῇ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ χρήματος· τὴν Τράπεζαν θὰ καταστήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐλευθέραν ἀπὸ τῶν διατυπώσεων, ἀλλ’ αἱ διατυπώσεις θέλουσιν ἐκπληρωθῆ πᾶσαι, χάριν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς, ὅτι τὰ περὶ τούτου θὰ ἔχωσιν ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ὀρθῶς παρέστησεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσιν. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος πρὸς κατάργησιν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ, ἐὰν αἱ διατάξεις αὗται τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἰσχύωσιν ἀπέναντι τῆς Τραπέζης, ἡ Τράπεζα δὲν θὰ δύνηται νὰ ὑποσχεθῇ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν εἰς αὐτὴν καὶ μόνην ἀνήκει νὰ ἀποδώσῃ τὴν παρακαταθήκην εἰς τοὺς δανειστὰς ἐν ὡρισμένῃ περιπτώσει, ἔπρεπε νὰ γένηται κανονισμὸς, ἀπαλλάττων τὴν Τράπεζαν ἐκ τῶν διατυπώσεων. Κατὰ τὰ κείμενα, ἄνευ ἀδείας τοῦ ταμίου δὲν θὰ ἠδύνατο ἡ Τράπεζα νὰ ἐκπληρώσῃ ἃς ἤθελεν ἀναλάβει πρὸς τοὺς δανειστὰς ὑποχρεώσεις· ἀπὸ τοῦ περιορισμοῦ τούτου ἀπαλλάττομεν τὴν Τράπεζαν, ὥστε νὰ δύνηται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς περὶ παρακαταθήκης ὑποχρεώσεις καὶ μετὰ τὸν καταλογισμὸν αὐτῆς εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς παρακαταθήκης, δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ ἡ Τράπεζα τὰς παρ’ αὐτῆς ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις, δὲν θὰ ἠδύνατο ὅμως νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὰς ἀφ’ ἧς ἤθελον τὰ τῆς παρακαταθήκης καταλογισθῆ εἰς πίστωσιν τοῦ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ἐπὶ ἑτέρου θέματος ἐπίσης ἐπλανήθη ὁ κ. Βουλευτής, διότι ἀναγνοὺς τὸ νομοσχέδιον, ἐπέστησε τὴν προσοχὴν εἰς κατὰ μέρος διάταξιν αὐτοῦ, μὴ προσέξας εἰς τὴν ἐκ τοῦ συνόλου ἔννοιαν· ἐνῷ, ἐὰν μὴ περιωρίζετο εἰς μόνην τὴν παράγραφον, τὴν κανονίζουσαν τὰ τοῦ καταλογισμοῦ τῶν χρηματικῶν καταθέσεων εἰς πίστωσιν τοῦ παρὰ ταῖς Τραπέζαις ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐφίστα τὴν προσοχὴν καὶ εἰς τὴν πρώτην παράγραφον, καθ’ ἣν τὰ χρήματα ταῦτα εἶναι παραδεδομένα ἐπὶ παρακαταθήκῃ, θὰ ἐνόει, ὅτι πάνθ’ ὅσα ἐπιζητεῖ ὑφίστανται. Τὰ τῆς παρακαταθήκης δὲν θὰ κανονισθῶσιν ἤδη ὑπὸ τοῦ ψηφισθησομένου νόμου· ἡ παρακαταθήκη ὑφίσταται ἐκ συμβάσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν, καὶ ταύτην τὴν σύμβασιν δὲν δύναται νὰ παραβιάσῃ ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲ ὁ νόμος αὐτὸς δύναται νὰ ἄρῃ τὰς συνεπείας τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης περὶ τὰ τῆς παρακαταθήκης, διότι ἡ παρακαταθήκη ἐγένετο διὰ συμβάσεως, στηριζομένης ἐπὶ νόμου, εἶναι καθ’ ὅλα νόμιμος, δὲν δύνανται δὲ διὰ νόμου νὰ καταργηθῶσιν αἱ ἐπὶ νομίμῳ συμβάσει ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις. Ὑφισταμένης ἄρα τῆς παρακαταθήκης, δὲν δύναται ὁ καταλογισμὸς τῶν κεφαλαίων αὐτῆς εἰς τὸν ἀνοικτὸν λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ νὰ μεταβάλῃ τὰς συνεπείας τῆς περὶ αὐτῆς συμβάσεως. Συνέπεια τῆς συμβάσεως εἶναι ὅτι, εἴτε ἐν τῷ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐκτὸς τοῦ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ λογίζονται τὰ τῆς παρακαταθήκης, ὑποχρεοῦται ἡ Τράπεζα νὰ μὴ ἀποδίδῃ τὸ χρῆμα εἰς τὸν παρακαταθέσαντα, ἀλλὰ νὰ διαθέτῃ αὐτὸ συμφώνως πρὸς τὰ τῆς συμβάσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέθεσεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου, ἐνῷ ταῦτα ἐκανονίσθησαν διὰ συμβάσεως, καὶ παρέστησεν, ὅτι θὰ ᾖναι προσβλητικὸν πρὸς τὸ Κράτος νὰ ψηφισθῇ νόμος, ἐνδεικνύων ὡς ἐνδεχομένην τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μὴ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς, καὶ παρέχων εἰς πρόληψιν τούτου ὡρισμένα δικαιώματα πρὸς τοὺς παρακαταθέσαντας τὸ χρῆμα. Ἤθελέ τις ὑποθέσει, ἀκούων ταῦτα, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς οὐδέποτε ὑπέγραψε σύμβασιν περὶ ἐνεχύρου τοῦ Δημοσίου. Τί σημαίνει σύμβασις περὶ ἐνεχύρου ἢ ὅτι ὁ εἰς ὃν ἐδόθη τὸ ἐνέχυρον δὲν εἶχεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν δόντα, ἤτοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, περὶ τῆς ἐκπληρώσεως ὑποχρεώσεων, καὶ ἀπῄτησεν, ὅπως τεθῇ ἐν κατοχῇ ἀξιῶν, ὅπως, ἐὰν μὴ ἐκπληρώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ ὑπεσχημένα, πληρωθῇ ἐκ τῶν ἐν τῇ κατοχῇ του ἀξιῶν; Καλὸν θὰ ἦτο νὰ δανείζηται τὸ Κράτος ἄνευ ἐγγυήσεως καὶ ἐνεχύρων, καὶ εἶχεν ἀνυψωθῆ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δανείζηται τὸ Δημόσιον ἄνευ ἐγγυήσεων, ἀλλὰ κατέπεσε πάλιν ἡ πίστις τοῦ Κράτους καὶ διατελοῦμεν ὡς πρὸς ταῦτα ἐν ᾗ καὶ πρότερον καταστάσει. Ἐφ’ ὅσον δὲ παρὰ τοῦ Κράτους δανειζομένου παρέχονται ἐγγυήσεις, ὁ κύριος Βουλευτής, ὁ συνομολογήσας ἐν ὀνόματι τοῦ Δημοσίου τοιαῦτα δάνεια, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένος, ὁμιλῶν ὡς ὡμίλησεν. Ἐν ὅσῳ ἡ Ἑλλὰς δανειζομένη δίδει ἐγγυήσεις, δίδει παρακαταθήκας, ἐκδηλοῖ ὑφισταμένην δυσπιστίαν πρὸς αὐτήν. Ἄλλως δὲν πρόκειται τὰ περὶ τούτου ἤδη νὰ κανονισθῶσιν· ἐνέχυρα ἐδίδοντο παρὰ τῶν Κυβερνήσεων ἀνέκαθεν, τοῦτο δὲ τὸ ἐνέχυρον, τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, δίδεται ἀδείᾳ νομοθετικῇ, καὶ δὲν γίνεται πρότασις, ὅπως νομοθετήσωμεν περὶ αὐτοῦ.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν προβαίνω νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα τοῦ ἐνεχύρου, μηδὲ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Εἰς ἣν δυστυχῶς θέσιν εὑρίσκεται ὁ τόπος, μυωπάζει πᾶς ὁ μὴ ἀναγνωρίζων τὰς τοιαύτας δυσχερείας. Ὅ,τι ἤθελον νὰ ἀναφέρω, εἶναι ἀκριβῶς τὸ περιεχόμενον τῆς συμβάσεως. Δὲν εἶναι τακτικὴ ἡ συνύπαρξις τῆς παρακαταθήκης μὲ τὴν πίστωσιν εἰς τρεχούμενον λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ νὰ παραστήσῃ καθαρὰ τὰ πράγματα, πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον, διότι χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς πίστωσιν ἀτόμου ἢ Δημοσίου, εἰς πίστωσιν ἀνοικτὴν καὶ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀτόμου ἢ τοῦ Δημοσίου, παύουσιν ἀποτελοῦντα παρακαταθήκην, ἀποτελοῦσι χρήματα εἰς πίστωσιν τοῦ πιστουμένου ἐν τῷ τρεχουμένῳ τούτῳ λογαριασμῷ. Ἑπομένως θὰ ἤμεθα σύμφωνοι κατ’ οὐσίαν, ἐὰν μεταβάλῃ τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἐγγραφῆς τῶν μὴ κυκλοφορούντων τούτων γραμματίων εἰς τὸν τρεχούμενον λογαριασμὸν κατὰ τρόπον ἀποφέροντα μὲν τόκον 1% ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ μὴ ἀφίνοντα αὐτὰ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ ἐν τρεχουμένῳ λογαριασμῷ. Ὑπάρχει ἀντίφασις ἰδεῶν καὶ ἀντίφασις λέξεων, ἀλλ’ εἰς τὴν οὐσίαν δὲν ὑπάρχει διαφωνία. Τοιαύτη ἐξήγησις ἂν δοθῇ, εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποπτεύσῃ ὁ δανειστὴς, εἶναι ἡ κακὴ πίστις ἑνὸς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἀρνηθῇ νὰ δώσῃ ἐπιταγήν· τοῦτο ὑπερβαίνει τὸ ἐνέχυρον. Τὸ ἐνέχυρον εἶναί τι, ἔχον ἀξίαν, τὸ ὁποῖον εἰς χεῖρας τοῦ δανειστοῦ ἐξασφαλίζει τὴν ἀπόληψιν τῶν χρημάτων, ἀλλὰ τὸ ἐνέχυρον τοῦτο δὲν ταὐτίζεται μὲ τὴν ἐπιταγὴν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδώσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τότε δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐπιταγὴν, ὅταν ἦναι κακῆς πίστεως, διότι δὲν πρόκειται νὰ ἀρνηθῇ χρήματα.
§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἐπιταγὴν δὲν θὰ ἐκδώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὁ κεντρικὸς ταμίας, καὶ δὲν δύνανται αἱ Τράπεζαι νὰ ἐξαρτῶσι τὴν ἰδίαν αὑτῶν ἐνέργειαν ἐκ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐπιταγῆς παρ’ ἀρχῆς αὐτοτελοῦς, ὅταν αὗται ἀνέλαβον ὑποχρεώσεις ἐνεργείας ἀπολύτου, τουτέστιν ἀσχέτως πρὸς πρᾶξιν ἄλλην. Ὑφίσταται ἄρα ἀνάγκη, ὅπως διατελῇ ἡ Τράπεζα ἐλευθέρα ἀπὸ πάσης ἐνεργείας ἄλλου, οὗτινος τὴν ἐνέργειαν δὲν κανονίζει αὐτὴ, χρήσιμος δὲ εἶναι ὁ συνδυασμὸς τῆς παρακαταθήκης μετὰ τοῦ καταλογισμοῦ τοῦ χρήματος εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὅπως ὠφελῆται τὸ Δημόσιον 1% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς παρακαταθήκης καὶ ἡ δημοσίᾳ μεμαρτυρημένη ἢ ἐπὶ τῷ ποσῷ τῆς παρακαταθήκης μείωσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὁ συνδυασμὸς τῶν ὅρων τούτων, ἐκείνου μὲν ἀναγκαίου, τούτου δὲ χρησίμου, δὲν ἐπιτυγχάνεται ἄνευ νόμου. Πρὸς τὴν σύστασιν παρακαταθήκης δὲν ἀπαιτεῖται νόμος, ἐπίσης καὶ πρὸς τὴν ἐπὶ τῷ ποσῷ τῆς παρακαταθήκης μείωσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ πρὸς τὸν συνδυασμὸν ἀμφοτέρων διὰ τοῦ καταλογισμοῦ τῆς παρακαταθήκης εἰς μείωσιν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀπαιτεῖται νόμος, καὶ διὰ τοῦτο προσήλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ζητοῦντες ἵνα ἐπιτραπῇ, ὅπως τὸ ποσὸν, ὅπερ θὰ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μειουμένης κατὰ τοσοῦτον, λογίζηται ὡς παρακαταθήκη. Κέκτηται ἤδη ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐκ τοῦ ἀνοικτοῦ αὐτῆς λογαριασμοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ποιῆται αὔξησιν ἢ μείωσιν ἐντὸς τοῦ ὁρίου τοῦ ἀρχῆθεν ἐπιτρεπομένου, δὲν κέκτηται ὅμως τὸ δικαίωμα, ὅπως παρακαταθήκην καταλογίζῃ εἰς μείωσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἤδη κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπεται ὁ καταλογισμὸς οὗτος, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ὠφελῆται ἐπὶ τοσοῦτον ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ τόκου ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθῇ τὸ οὕτω καταλογισθὲν ποσὸν διατελοῦν ἐν παρακαταθήκῃ· τοῦτο δὲ ὁρίζει τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· δὲν γνωρίζω ὅμως κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὸν νόμον περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν ὁ νόμος ἄνευ ἰδίας συμβάσεως νὰ ἐπιβληθῇ.
§40Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει σύμβασις τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Τράπεζαν.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τὴν προσαγάγητε· διότι αὕτη, ἐφ’ ἧς δύναται νὰ στηριχθῇ τὸ νομοσχέδιον, τροποποιεῖ τὸν νόμον περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δηλ. τὸ καθεστὼς τὸ ὑφιστάμενον μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀντιφατικὰς ἐννοίας· ἔχομεν τὴν σύστασιν παρακαταθήκης, καὶ ἐν τούτοις ἔχομεν καταλογισμὸν ταύτης ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ὅπως δύνηται τὸ Δημόσιον νὰ ἀπολαμβάνῃ τὸ 1%. Ἀλλ’ ἡ παρακαταθήκη αὕτη ἐξακολουθεῖ μένουσα, καὶ τὸ ποσὸν δὲν δύναται νὰ ἀποδοθῇ, ὡς ὁριστικῶς ἀποδοθὲν εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς μείωσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· διότι, ἐὰν τὸ Δημόσιον δὲν ἦναι εἰς θέσιν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας διὰ τῆς ἑτέρας συμβάσεως τοῦ δανείου τῶν 8,500,000 νὰ ἀποδώσῃ τὸ χρῆμα, οἱ δανεισταὶ δικαιοῦνται, δυνάμει τῆς δευτέρας παραγράφου, νὰ ἀναλάβουν αὐτὸ τὸ ποσὸν καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ ἐπιτύχωσι τὴν πληρωμὴν, ἂν οὐχὶ τοῦ ὅλου, μέρους τοὐλάχιστον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατέβαλον· τὸ περιπλέον θὰ συντηρῆται διὰ τῆς ἀξίας τῶν ὁμολογιῶν τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Αὐταὶ εἶναι αἱ δύο ἔννοιαι τοῦ νομοσχεδίου, ἔννοιαι ἀντιφατικαί· ὄπισθεν ὅμως τούτων κρύπτεται ἄλλο τι· ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνεπὴς πρὸς τὸ σύστημά του καὶ πρὸς τὰς ἐπαγγελίας του, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης συμβάσεως μειοῦται ἀληθῶς τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ γραμμάτιον, ἀλλ’ ὅστις πιστεύει τοῦτο, εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ, διότι ἡ παρακαταθήκη ὑφίσταται καὶ θὰ ὑφίσταται μέχρι τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τοῦ προσωρινοῦ χρέους. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῶν δυσχερειῶν, πρέπει νὰ πραγματοποιηθῇ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπαγγέλλεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ, δηλαδὴ μείωσις τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ γραμματίου. Ἀλλὰ μὲ τοιοῦτο νομοσχέδιον, πλανώμεθα, θέλοντες νὰ πλανήσωμεν· διότι πλανώμεθα, ὑποθέτοντες ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τοῦ νομοσχεδίου μειοῦται τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ γραμμάτιον. Μόνον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε κατασταθῆ τὸ Δημόσιον εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ τὸ δάνειον, ἠδύνατο νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἰδιότης τῶν γραμματίων ὡς παρακαταθήκης· ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ὁ ὅρος οὗτος καὶ ἤθελε πληρωθῆ τὸ δάνειον τῶν 8,500,000 ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον θέλει μειωθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἴσως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν βάσιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ τὴν ἐκδήλωσιν αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει σπουδαιότητα· ἐξακολουθεῖ δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις, πλανῶσα καὶ πλανωμένη, νὰ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ ἐξέλθῃ ὁ τόπος ἐκ τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας περιῆλθεν ἀκριβῶς ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε παθήματα ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μαθήματα εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν, ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν ὁποία εἶναι καὶ ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ κύκλου, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται. Ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ὤφειλε νὰ περιορίσῃ τὰς δαπάνας εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ δύναται οὐ μόνον νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς εἰκονικὸν, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ καὶ περίσσευμα πράγματι, πρὸς μείωσιν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ γραμματίου. Τοιοῦτο μέτρον δὲν εὑρίσκω ἐδῶ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ βεβαίως δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἐνόησε πλέον τὴν πλάνην της ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι θέλει νὰ ἐξέλθῃ ἐξ αὐτῆς. Βλέπω μόνον τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ αὐτοῦ συστήματος, ἡ ὁποία ἀναγκαίως θὰ συνεπαγάγῃ τὴν αὔξησιν τῶν δυσχερειῶν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου, ἴσως δὲ καὶ τὴν καταστροφὴν, πρὸς τὴν ὁποίαν τείνουσι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως.
§42Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι βέβαιον, ὅτι αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ πολὺ ἀφίστανται τῶν ἐμῶν· καὶ ἀπόδειξις τούτου, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι ἐπὶ μέτρου προσωρινοῦ δύνανται νὰ στηριχθῶσι σκέψεις περὶ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ μέτρου ἔχοντος διάρκειαν ἓξ μηνῶν, πρόκειται περὶ περιορισμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπὶ ἓξ μῆνας, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς θεωρεῖ, ὅτι ἐπὶ τοιούτου μέτρου εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔχῃ ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐν σχέσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τὰ ἔχοντα διάρκειαν. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ προσωρινῆς εὐκολίας, γιγνομένης πρὸς τὸ Δημόσιον, ἕως οὗ ἐπέλθῃ ἡ ὁριστική. Ἐν τῷ μεταξὺ τούτου χρόνῳ γενομένης παρακαταθήκης, ζητεῖται ὅπως αὕτη χρησιμοποιηθῇ εἰς μείωσιν τοῦ ποσοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὐχὶ πρὸς πραγματοποίησιν τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, διότι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν τὴν μείωσιν θέλει ὁριστικὴν, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅπως μὴ ἀποτίνῃ τὸ Δημόσιον 1% ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῆς παρακαταθήκης, καὶ διότι ἦτο καὶ ὀρθὸν νὰ ἦναι γνωστὸν τὸ ποσὸν τὸ ἐν τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἀφοῦ ἐκεῖθεν αἴρεται τὸ ποσὸν τοῦτο, οὐχὶ ὅμως διαρκῶς, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησε διὰ τῶν σκέψεων, ἃς ἐπὶ τοῦ μέτρου τούτου ἐστήριξεν, ἀλλὰ ὑπὸ ὅρον, κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο τὸ προσωρινὸν, τὸ διαῤῥυθμιζόμενον ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ βλέπετε, ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι προσκρούει εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Τραπέζης· καὶ βεβαίως θὰ προσέκρουεν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Τραπέζης, ἐὰν δι’ αὐτοῦ ἐκανονίζομέν τι ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῆς Τραπέζης· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει, ὡς θὰ ὑπέθετε πᾶς ὁ μὴ ἀναγινώσκων αὐτὸ καὶ ἀκούων μόνον τοῦ κ. Βουλευτοῦ· θὰ ὑπέθετεν ὁ ἀκούων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον κανονίζει, ὅτι τὸ χρῆμα τοῦτο αἴρεται ἀπὸ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι ἐπιτρέπεται, ὅπως γένηται ἡ ἄρσις μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐπέλθει συμφωνία πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν περὶ καταλογισμοῦ τοῦ χρήματος εἰς τὸν ἀνοικτὸν λογαριασμὸν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορία. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐκ συμφωνίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς· ταύτην δὲ τὴν ἔγκρισιν ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὁρίζοντες ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα ἢ ἐπελευσομένη μετὰ τῆς Τραπέζης συνεννόησις τῆς Κυβερνήσεως ἔχει κῦρος. Περὶ τούτου καὶ μόνου πρόκειται· πρόκειται περὶ κύρους συμφωνίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν, περὶ κύρους συμφωνίας ὑπαρχούσης ἢ ἐπελευσομένης. Δὲν δύναται λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ ἐννοίᾳ νὰ ὑπάρχῃ παραγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τῆς Τραπέζης, δὲν δύναται νὰ προσκρούῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Τραπέζης, ἀφοῦ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ θὰ ἐφαρμοσθῶσι μόνον ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ συναίνεσις τῆς Τραπέζης, ἐὰν ὑπάρχῃ συμφωνία πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ὅλαι αἱ παρατηρήσεις περὶ τούτου τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐγένοντο, διότι δὲν παρετήρησεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν λέγει «καταλογίζονται», ἀλλὰ λέγει «ἐπιτρέπεται, ὅπως καταλογισθῶσιν». Ἐπιτρέπεται ὁ καταλογισμός, δὲν ἐπιβάλλεται, διότι ἀπαιτεῖται καὶ ἄλλων ἡ συναίνεσις, ἡ δὲ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου θέλει λειτουργήσει μόνον ἂν ἡ συναίνεσις αὕτη ἀποκτηθῆ. Αὕτη λοιπὸν εἶναι ἡ ἔννοια· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις συμφωνήσῃ ἢ συνεφώνησεν ἤδη μετὰ τῆς Τραπέζης περὶ τούτου, θὰ γένηται ὁ καταλογισμός. Ὁ καταλογισμὸς οὗτος ἐπάγεται τὴν μείωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορία δανείου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προσωρινῶς, ὑπὸ ὅρον· δὲν ἐπέρχεται μείωσις διαρκής, οὐδὲ δύναται περὶ διαρκοῦς μειώσεως νὰ γένηται λόγος ἐν σχέσει πρὸς δάνειον διάρκειαν ἔχον ἕξ μηνῶν.
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εὐκολώτερον ἤθελον ἐπιτύχει τὸν σκοπὸν τοῦτον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐὰν πράγματι σκοπῆ μέτρον ὅλως διόλου μεμονωμένον διὰ τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως ἐνταῦθα. Δὲν βλέπομεν ἐνώπιόν μας σύμβασιν, τὴν ὁποίαν νὰ κυρώσωμεν, καὶ νὰ ἐπηρεαζώμεθα ὑπὸ ἑνὸς μόνου γεγονότος. Ἐνταῦθα ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ γενικῶς. Καὶ ὁ νόμος οὗτος καθιεροῖ δύο ἀντίθετα καὶ ἐν τῇ γλώσσῃ καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ, καθιεροῖ τὴν παρακαταθήκην μὲ πίστωσιν εἰς λογαριασμόν. Ἔχει τι τὸ ἀνώμαλον, καὶ ἂς μὴ ἀπορῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐὰν τὸ ἀνώμαλον τοῦτο μᾶς ἤγειρε καὶ τὴν ὑπόνοιαν ἰδεῶν ἄλλων ἴσως, αἱ ὁποῖαι δὲν φαίνονται ἐκ τοῦ ἀνωμάλου τούτου τῆς συντάξεως.
§44ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἀκριβῶς, πρὶν ἢ λάβω τὸν λόγον, ἠρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὑπάρχῃ σύμβασις μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Δημοσίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ στηρίζηται τὸ νομοσχέδιον. Λοιπὸν δὲν ἀποδεικνύουσιν αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν ἐνόησα τὸ γράμμα αὐτοῦ· ἐξ ἐναντίας, ἐπειδὴ ἐνόησα τὸ γράμμα αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἢ καθ’ ὅσον ἤθελον ἐπέλθῃ σύμβασις μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Δημοσίου, τροποποιοῦσα τὸ καθεστὼς ὡς πρὸς τὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, νομίζω ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι ἐνόουν τὸν μηχανισμὸν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ ὡς ἀποτελοῦν μέρος τῆς ὅλης οἰκονομικῆς του πολιτικῆς, ὅτι πρόκειται περὶ μέτρου καθαρῶς προσωρινοῦ, καὶ ἐπὶ μέτρου ἐντελῶς προσωρινοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα πρὸς τοιαύτην συζήτησιν· ἀλλ’ εἶπον κατὰ τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν, ὅτι θίγει ἀκριβῶς εἰς τὰ καίρια τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· διότι ὡς κύριον σκοπὸν τῆς οἰκονομικῆς του πολιτικῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νῦν καὶ ἀπὸ τοῦ 1887 ἔθηκε τὸν περιορισμὸν τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφορούντων γραμματίων, ἀνεξαρτήτως ἄλλων μέτρων. Καὶ κατὰ πόσον μὲν κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπραγματοποίησε τὴν ἐπαγγελίαν ἐκείνην τοῦ οἰκονομικοῦ του προγράμματος, γνωρίζομεν· ἀλλὰ βλέπομεν καὶ ἤδη, ὅτι ἐπαναλαμβάνονται αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν ἐπὶ τετραετίαν ὁλόκληρον, ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1890, καὶ πρὸς δικαιολογίαν τοῦ ὅτι ἐπαναλαμβάνονται τὰ αὐτὰ, λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ μέτρων προσωρινῶν. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ποῖα εἶναι τὰ ὁριστικὰ μέτρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηρίξῃ καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ πραγματοποιήσῃ τὴν οἰκονομικήν του πολιτικήν; Διότι μέχρι τοῦδε οὐδὲν τοιοῦτον εἴδομεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν, εἶναι, ὅτι τὸ Δημόσιον ζῇ, ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ δανειζόμενον, καὶ μετὰ ἕξ μῆνας ἐπιπροστίθενται εἰς τὰ ὑφιστάμενα βάρη οἱ τόκοι καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῆς πληρωμῆς τῶν νέων βαρῶν, τὰ ὁποῖα συνομολογοῦμεν διὰ τοιούτων συμβάσεων. Τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι εἰς θέσιν ὁριστικῶς ν’ ἀποδώσῃ τὰ 8,500,000, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν ὡς παρακαταθήκη διὰ τὸ δάνειον τοῦτο; Ἕπεται ὅτι τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ ὑπολογίσῃ ὅτι ἔχει περιπλέον ἔλλειμμα 8,500,000, ἕπεται ὅτι εἶναι ἀδύνατον, ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖ αὐτὸ τὸ σύστημα τῶν προσωρινῶν μέτρων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς καταστάσεως, ἐν τῇ ὁποία εὑρισκόμεθα, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλπίσῃ ἡ Ἑλλὰς, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλπίσωσιν αἱ ἀγοραὶ ἡμῶν, ὅτι θ’ ἀναπνεύσωσιν. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν εἴδομεν τὰ ὁριστικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀληθῶς οὐδὲν τοιοῦτο μέτρον εἴδομεν· αἱ ἐπαγγελίαι περὶ φορολογίας, οὐδὲ κἂν ἐκεῖναι ἐπραγματοποιήθησαν. Δὲν ἠξεύρω διατὶ δὲν ἐτόλμησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῶς τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριζε τὸ ὅλον του οἰκονομικὸν πρόγραμμα καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπηγγέλθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον. Ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου ἄρχεται ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους 1893, καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἐκείνης στιγμῆς ἔπρεπε νὰ λειτουργήσωσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια. Ἐν τούτοις ἀκόμη δὲν τὰ εἴδομεν. Ὁριστικὸν μέτρον δὲ, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καθιερωθῇ νομοθετικῶς καὶ ὁριστικῶς πλέον ὁ περιορισμὸς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὐδὲν ἔλαβεν, οὐδὲν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Λέγει ὅτι πρόκειται περὶ προσωρινοῦ μέτρου· ἀναγνωρίζω ὅτι πρόκειται περὶ προσωρινοῦ μέτρου, πρόκειται ὅμως περὶ προσωρινοῦ μέτρου, ὁποῖα εἶναι ὅλα τὰ μέτρα, ἅτινα ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ τὰ ὁποῖα θέλομεν ἴδει ἐπαναλαμβανόμενα καθ’ ἑξαμηνίαν, ἢ κατὰ τριμηνίαν, καὶ ἐν ὅσῳ ἔχομεν τὴν τύχην νὰ βλέπωμεν διευθυνόμενα τὰ πράγματα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§45ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ προσωρινοῦ μέτρου, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται τὸ ἐναντίον. Ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ νομοσχέδιον: «Ἐν ᾗ περιπτώσει κατὰ τοὺς ὅρους συνομολογηθέντος ἢ συνομολογηθησομένου...» ἄρα πρόκειται νὰ γείνῃ καὶ ἄλλο δάνειον. Ὥστε δὲν εἶναι προσωρινὸν μέτρον. Ἀλλὰ παρεκτὸς τούτου, τοῦτο ἐξάγεται καὶ ἐκ τῆς ἀμέσως κατωτέρω φράσεως «... εἰς βάρος τοῦ Κράτους δανείου, κατετέθησαν γραμμάτια ἢ κατατεθήσονται» ἄρα σκέπτεται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον καὶ κατόπιν. Ἐὰν λοιπὸν φρονῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε, πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν οἱ μέλλοντες ἐκ τοῦ νομοσχεδίου· ἄλλως ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ράλλης.
§46ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, θὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς, ἀφορώσας ὡρισμένως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν. Συνωμολογήθη δάνειον, πρὸς ἐγγύησιν δ’ αὐτοῦ συνεφωνήθη νὰ καταθέσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν ὡρισμένον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων. Ὅλοι οἱ ὅροι τῆς συμφωνίας αὐτῆς τοῦ δανείου ἐπὶ παρακαταθήκῃ ἢ ἐπὶ ἐνεχύρῳ, ὅλοι οἱ ὅροι περιέχονται εἰς τὴν σύμβασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν συνωμολογήσαμεν ἤδη. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ζητεῖται μία τροποποίησις τῶν ὅρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι περιέχονται ἐν τῇ συμβάσει. Ἡ πρώτη τροποποίησις συνίσταται εἰς τοῦτο, νὰ συναινέσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὥστε τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς αὐτὴν ὡς παρακαταθήκη, νὰ καταλογισθῇ εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὑποχρέωσιν τοιαύτην ἡ Τράπεζα βεβαίως δὲν ἔχει. Ἐκεῖνα μόνον τὰ ποσὰ ὀφείλει νὰ καταλογίσῃ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὰ ὁποῖα ἀποδίδονται εἰς τὴν πλήρη αὐτῆς διάθεσιν. Ἐν ὅσῳ πλήρη διάθεσιν τοῦ διδομένου ποσοῦ δὲν ἔχει ἡ Τράπεζα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ καταλογίσῃ τὸ ποσὸν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ κατατεθὲν ποσὸν δὲν δίδεται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· δίδεται ὡς παρακαταθήκη. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐξακολουθεῖ νὰ χρησιμεύῃ καὶ νὰ ὑπηρετῇ τοὺς σκοποὺς τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει κἀμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ καταλογίζῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἑπομένως νὰ ἐλαττώσῃ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν ὅμως ἡ Τράπεζα συμφωνῇ, τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὡς παρακαταθήκην, νὰ τὸ καταλογίσῃ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἤτοι νὰ μὴ ζητῇ δι’ αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸν τόκον τοῦ 1%, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη τις συμφωνία τῆς Τραπέζης, νομίζω ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου, ἵνα τὴν κυρώσωμεν. Ὅταν ὁ δανειστὴς συμφωνῇ νὰ λαμβάνῃ ὀλιγώτερον τόκον, οὐδεμία ἀνάγκη νόμου ὑπάρχει. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, διὰ ποῖον λόγον εἰσήχθη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ὁ καταλογισμὸς εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὅταν ἡ Τράπεζα παραδέχηται τοῦτο. Ἐὰν ὅμως ἡ Τράπεζα δὲν τὸ παραδέχηται, τότε οὐδὲ δυνάμει νόμου δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ, διότι δὲν εἶναι προσῆκον νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν δανειστὴν ὅρους βαρυτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους συνεφώνησε. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ νομοσχεδίου. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ δεύτερον μέρος αὐτοῦ. Εἶπον, ὅτι ὅλαι αἱ σχέσεις μεταξὺ δανειστοῦ, ὀφειλέτου καὶ θεματοφύλακος ἐκανονίσθησαν ἐν τῇ συμβάσει, καὶ οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ πλέον τι ἐκείνου, ὅπερ ἐν τῇ συμβάσει περιέχεται. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἠδύνατο ἡ Τράπεζα ν’ ἀποδώσῃ τὰ χρήματα εἰς τοὺς δανειστὰς ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ Δημοσίου; Δὲν ἠδύνατο, καὶ δι’ αὐτὸ ζητεῖται ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ τῇ παραχωρήσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἀποδίδῃ ἄνευ τῆς γνώσεως τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι μία προσβολὴ τοῦ Κράτους; Δὲν τίθεται οὕτως ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ καλὴ αὐτοῦ πίστις ἀπέναντι τῶν δανειστῶν αὐτοῦ; Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι προφανές· διότι, ὅταν τὸ Κράτος παρέχῃ πλήρη ἐμπιστοσύνην, δὲν εἶναι δυσχερὲς νὰ ἑτοιμάσῃ καὶ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα τὰ λογιστικὰ, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐξόφλησιν μιᾶς ὑποχρεώσεως. Ὅταν δίδητε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἐν ἀγνοίᾳ ἡμῶν νὰ τὰ ἀποδίδῃ, ἀποδεικνύετε, ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἤμεθα ἐν δόλῳ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ μὲν πρῶτον μέρος τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐντελῶς περιττὸν, τὸ δὲ δεύτερον, εἶναι πρόδηλον, ὅτι περιέχει ἔννοιάν τινα προσβλητικὴν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους. Διατὶ τάχα νὰ ἀφήσωμεν ἐντελῶς ἐλευθέραν τὴν Τράπεζαν ν’ ἀποδίδῃ ὁπόταν ἂν θέλῃ, καὶ οὐχὶ ὅταν ἡμεῖς ἐκδίδωμεν τὰ ἀπαιτούμενα ἔγγραφα;
§47Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποδώσῃ τὴν παρακαταθήκην εἰς τοὺς δανειστὰς, ἐκπνεούσης τῆς διορίας καὶ πληρουμένων τῶν ὅρων, ἐφ’ οἷς γίνεται τοιαύτη ἀπόδοσις, ἄνευ ψηφίσεως νόμου περὶ τούτου, καὶ ὑπέθεσεν, ὅτι ἡμεῖς ὑποβάλλομεν τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Τράπεζα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὡς νομικὸς τοὐλάχιστον, ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, ὅτι, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον συνέστησε παρακαταθήκην παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς ἀποδόσεως τοῦ χρήματος τῆς παρακαταθήκης εἰς τοὺς δανειστὰς, ἡ Τράπεζα ἠδύνατο ν’ ἀποδώσῃ τὸ χρῆμα τοῦτο ἄνευ τῆς ψηφίσεως εἰδικοῦ περὶ τούτου νόμου. Ἀλλὰ τότε διατὶ ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον; Τὸ ὑποβάλλομεν δι’ οὓς λόγους περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον· τὸ νομοσχέδιον διατρανοῖ, ὅτι ὑπεβλήθη, ὅπως ἐπιτραπῇ ὁ καταλογισμὸς εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τοῦ χρήματος τούτου ἄνευ ἐξαρτήσεως ἀπὸ τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου τῆς ἀποδόσεως αὐτοῦ εἰς τοὺς δανειστάς. Τοῦτο, λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι προσβλητικὸν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ προέλθῃ εἰς τοιαύτην λύσιν ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης πρὸς τὸν κεντρικὸν ταμίαν ἄνευ προσβολῆς τῆς ἰδίας ἀξιοπρεπείας. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλει γενικώτερον περὶ ζητήματος ἀξιοπρεπείας ἐν τῷ δανείζεσθαι ἐπὶ ἐγγυήσει, θὰ ἐνόουν τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ περὶ κακοῦ, ὅπερ καὶ ἐγὼ παρέστησα κατὰ τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν μου ἐπὶ τοῦ θέματος· ἀλλ’ ὁ χαρακτηρισμὸς ὡς προσβλητικῆς τοῦ Κράτους τῆς λύσεως τῆς Τραπέζης ἀπὸ ὑποχρεώσεως πρὸς τὸν κεντρικὸν ταμίαν, διότι ἄνευ ταύτης δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποσχεθῇ ἡ Τράπεζα πρὸς τοὺς καταβαλόντας τὸ χρῆμα ἐπὶ παρακαταθήκῃ τὴν ἀπόδοσιν αὐτοῦ μετὰ ὡρισμένον χρόνον, εἶναι νομίζω, κἄπως παράδοξος, προερχόμενος παρὰ ἀρχαίου λειτουργοῦ τοῦ Κράτους, ὅστις ἐσχάτως ἔτι, διευθύνων τὰ τοῦ Κράτους, ὑπέγραψε σύμβασιν, ἀλλοίαν ὅλως ἐκδηλοῦσαν ἐκτίμησιν τῶν τῆς ἀξιοπρεπείας. Τὸ νομοσχέδιον ἁπλῶς θὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα ἡ σύμβασις, ἡ γενομένη καὶ ἐφαρμοζομένη ἄνευ ἀνάγκης οὐδεμιᾶς νομοθετικῆς διατάξεως, συμπληρωθῇ διὰ νέας τινὸς πράξεως, ἥτις δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ συντελεσθῇ ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας· εἶναι δὲ ἡ νέα πρᾶξις ὁ καταλογισμὸς τῶν παρακατατεθειμένων ἐν τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ὁ τοιοῦτος καταλογισμὸς, ἂν γείνῃ ἄνευ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς παρακαταθήκην. Τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦτο αἴρεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιτρέποντος ὅπως διατηρηθῇ καὶ ἡ παρακαταθήκη, γένηται δὲ καὶ ὁ κατὰ τὰ εἰρημένα καταλογισμός.
§48ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν μόνον παράκλησιν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐψηφίζετο, ἐρωτῶ, δύναται ἡ Τράπεζα ν’ ἀποδώσῃ ἐν καιρῷ εἰς τοὺς δανειστὰς τὴν παρακαταθήκην αὐτὴν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως;
§49Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλει· ὄχι δύναται.
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται ἡ Τράπεζα νὰ γείνῃ ὁ δικαστὴς, ὅστις θὰ δικάσῃ τὰς μεταξὺ τῶν διαδίκων ἀμφισβητήσεις περὶ τῆς ἀποδόσεως ἢ μή. Ἡ Τράπεζα ὀφείλει νὰ λάβῃ τὴν διαταγὴν, καὶ τότε θὰ καταβάλῃ. Αὐτὴν τὴν κατάστασιν πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν τώρα, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν Τράπεζαν ἐλευθέραν πάσης ἀπὸ τοῦ Δημοσίου ἐπιτηρήσεως εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποδόσεως τῶν χρημάτων.
§51Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Τράπεζα ὀφείλει ν’ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς δανειστὰς τὰ παρακατατεθέντα, ἔχει δὲ καὶ δικαίωμα ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, ὅπως ἀποδώσῃ αὐτὰ, συνεπείᾳ τῆς συμβάσεως. Ἡ σύμβασις ἐχορήγησεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα, ἐφ’ οὗ στηριζομένη αὕτη ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν. Ἐχορήγησε τὸ δικαίωμα ἡ σύμβασις ἐπὶ τῇ βάσει νόμου. Ὁ νόμος, ὁ ἐπιτρέψας τοιαύτης συμβάσεως τὴν διάπραξιν, ὑφίσταται σήμερον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐγένετο σύμβασις, τοιαῦτα ἐπιτρέψασα εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ τοιαῦτα ἐπιβαλοῦσα εἰς αὐτήν. Ἀναντιῤῥήτως, ἂν μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἡ Τράπεζα θέλει εἶσθαι ὑπόχρεως ν’ ἀποδώσῃ τὴν παρακαταθήκην κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, καὶ οὐδεμίαν ἔχει ἀνάγκην οἱασδήποτε ἀδείας, ἵνα ἀποδώσῃ ἐν καιρῷ τὴν παρακαταθήκην, ἂν τὰ κατ’ αὐτὴν μείνωσιν ὡς σήμερον ἔχουσιν, ἂν ὅμως ἡ παρακαταθήκη καταλογισθῇ ἐν τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἀπαιτεῖται νομοθετικὴ διάταξις, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Τράπεζαν ἡ ἐκπλήρωσις περὶ τὰ τῆς παρακαταθήκης, οὕτω, διατεθείσης τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ περὶ τοῦ ἐνεχύρου ἐπιβάλλουσιν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν. Τοῦτο καὶ οἱ ἐγκρίνοντες τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως παραδέχονται, καὶ οἱ κατηγοροῦντες αὐτὸ δὲν δύνανται νὰ τὸ ἀρνηθῶσιν. Οὔτε τὸ νομοσχέδιον εἶναι προσβλητικόν. Τί λέγει τὸ νομοσχέδιον; Λέγει, ὅτι θέτει εἰς τὴν διάθεσιν τῶν δανειστῶν τὸ ἐνέχυρον, τὸ ὁποῖον τοῖς ἔδωκεν ἐν παρακαταθήκῃ. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦτο ἡ σύμβασις εἶναι ἐπωφελὴς εἰς τὸ Δημόσιον· ἀλλὰ πρόκειται ἐν συνδυασμῷ τῶν γενικῶν ἀρχῶν περὶ παρακαταθήκης καὶ ἐνεχύρου, μὲ τὴν ἰδέαν νὰ μὴ καταλογίζηται τόκος εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου δι’ αὐτὸ τὸ ποσόν. Διὰ τὸν συνδυασμὸν τοῦτον οἱ ἐγκρίνοντες τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλουν νὰ συγχαρῶσι τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ οἱ πραγματοποιήσαντες δάνεια ὑπὸ χειροτέρους ὅρους δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνωσιν αὐτήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας παρὰ τῆς ἐν Παρισίοις Β. Πρεσβείᾳ).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τινων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§54ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν αἱ διατάξεις, αἵτινες περιέχονται εἰς εἰδικοὺς φορολογικοὺς νόμους, κατὰ τοὺς ὁποίους οἱ ἀνακόπτοντες ἐνώπιον τῶν εἰρηνοδικῶν, εἴτε διὰ πρωτόκολλα ἀροτριώντων κτηνῶν, εἴτε δι’ ἄλλα τινὰ, φορολογικὰ ἢ στρατολογικὰ, ἂν αὐτοὶ κατὰ τὸν νόμον ἀπαλλάσσωνται πάσης πληρωμῆς, διότι ἡ διαδικασία γίνεται ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου. Σήμερον θὰ ὑποχρεωθῶσι, συνεπείᾳ τῶν διατάξεων τούτων, νὰ πληρώνωσιν εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἢ ἀλλαχοῦ, εἴτε δι’ ἐγγραφὴν εἰς πινάκιον, εἴτε διὰ προτάσεις, εἴτε δι’ ἄλλο τι;
§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πάντες οἱ εἰδικοὶ νόμοι διατηροῦνται· δὲν μεταβάλλονται τὸ παράπαν.
§56ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὥστε δὲν θὰ πληρόνουν διὰ τίποτε ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Βλέπω ὅτι δὲν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, τί σημαίνει εἰδικὸς νόμος· διότι εἰδικὸς νόμος εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος πραγματεύεται περὶ πινακίου, καὶ αὔριον ὁ εἰδικὸς αὐτὸς νόμος θὰ θεωρηθῇ κατισχύων τοῦ γενικοῦ· ὁ ἄλλος νόμος, ὁ ἀφορῶν εἰς τὰς ἀνακοπὰς, εἶναι γενικὸς, ὁ δὲ εἰδικὸς εἶναι ὁ ἀφορῶν εἰς τὸ πινάκιον. Τὸ ζήτημα ἔρχεται οὕτω πως: Ἀνακοπὴ κατὰ πρωτοκόλλου εἴτε περὶ μὴ ἐγκαίρου δηλώσεως, εἴτε περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν, πρέπει νὰ ἐγγραφῇ ἢ δὲν πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ πινάκιον; καὶ ἐγγραφομένη, πληρόνει ἢ δὲν πληρόνει τέλος; Ἀναντιῤῥήτως, ἐὰν μείνῃ ἡ διάταξις τοῦ νόμου ὡς ἔχει, πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ πινάκιον. Ἐν τούτοις, ἐξ ἄλλων ἰδεῶν ἀναχωρῶν ὁ νομοθέτης, ὥρισεν, ὅτι πᾶσα ἡ διαδικασία τῶν ἀνακοπῶν τούτων πρέπει νὰ γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.
§58ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εὑρίσκεται εἰς πλάνην· διότι ὁ νόμος, ὁ ψηφιζόμενος ἤδη, κανονίζει τὴν εἰδικὴν διαδικασίαν ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικῶν δι’ ὅλας τὰς ὑποθέσεις, εἶναι νόμος γενικός. Ἐὰν ἔχωμεν, ἔστω καὶ πρὸ τοῦ νόμου τούτου, ἄλλον νόμον, ὁ ὁποῖος ἐξαιρεῖ εἰδικὰς ὑποθέσεις, καὶ τὰς ἐξαιρεῖ ὡς ἀτελεῖς, καὶ μὴ ὑποχρεουμένων τῶν διαδίκων νὰ πληρώσωσι δι’ αὐτὰς τέλη, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν θὰ πληρώσωσι καὶ κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν, πολὺ περισσότερον μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§59ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐδήλωσέ τι περὶ τούτου.
§60ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δηλῶ, ὅτι αἱ τοιαῦται ἀνακοπαὶ δὲν θὰ πληρόνωσι τέλος.
§61ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν. Ἐὰν συμβῇ νὰ ἐγγραφῶσιν 100 π. χ. ὑποθέσεις εἰς τὸ πινάκιον τοῦ Εἰρηνοδικείου, καὶ ὁ εἰρηνοδίκης δὲν προλάβῃ νὰ ἐκδικάσῃ ὅλας, καὶ μείνωσιν αἱ 50, θὰ συζητηθῶσιν αὗται κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, ὅπως εἰς τὰ πολυμελῆ δικαστήρια, ἢ πρέπει νὰ γείνῃ νέα κλῆσις, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι δικάζονται ἀφεύκτως τὴν τρίτην ἡμέραν;
§62ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ περὶ πινακίων ἐν πολυμελέσι δικαστηρίοις κεκανονισμένα, ἐννοεῖται, ὅτι ἐφαρμόζονται καὶ ἐνταῦθα. Κατὰ κανόνα, δικάζονται τὴν τρίτην ἡμέραν, ἐὰν δ’ ὁ εἰρηνοδίκης δὲν προλάβῃ νὰ συζητήσῃ ὅλας, δὲν θέλει διαγράψει ἢ μόνον ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐξεφωνήθησαν, διότι οἱ διάδικοι δὲν εὑρέθησαν παρόντες, τὰς λοιπὰς δὲν θὰ διαγράψῃ, ἀλλὰ θὰ συζητήσῃ κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§63ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι προχθὲς ἐψηφίσθη εἰς τρίτην καὶ τελευταίαν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο περιλαμβάνει διατάξεις, ἀφορώσας ἀκριβῶς εἰς τὰ πινάκια παρὰ τοῖς Εἰρηνοδικείοις, διατάσσει δὲ τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον, ὅτι μόνον αἱ ὑποθέσεις τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ἀπαλλάσσονται τῶν ὑποχρεώσεων τῆς καταβολῆς τελῶν. Σήμερον ἔχομεν ἕτερον νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὸν τρόπον τοῦ καταρτισμοῦ τῶν πινακίων, τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο οὐδεμίαν ποιεῖται μνείαν περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ τέλους τῶν ἀνακοπῶν κατὰ πρωτοκόλλων. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ῥηθῇ, ὅτι δυνάμει τοῦ γενικοῦ νόμου ἀπαλλάσσονται τῆς καταβολῆς τέλους κατὰ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὸ πινάκιον; Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ περιλάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ὑπέμνησεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἀτέλειαν τῆς διαδικασίας τῆς ἐπ’ ἀνακοπῇ κατὰ πρωτοκόλλου. Πρόκειται περὶ νόμου εἰδικοῦ, ὁποῖος εἶναι ὁ περὶ χαρτοσήμου, ὁ δὲ ἀφορῶν εἰς τὰ πρωτόκολλα εἶναι εἰδικός, ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἤθελε μείνῃ τὸ κείμενον τοῦ νόμου ὡς ἔχει, ἀναγκαίως αἱ ἀνακοπαὶ κατὰ πρωτοκόλλων ἤθελον ὑποβάλλεσθαι εἰς πληρωμὴν τέλους κατὰ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὰ πινάκια.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἑξῆς. Διεγράφη ὁλόκληρος ἡ ἐκ δύο στίχων πρώτη παράγραφος αὐτοῦ· ἐν δὲ τῷ αʹ στίχῳ τῆς τρίτης παραγράφου, μετὰ τὰς λέξεις «τῆς κλήσεως», προσετέθησαν αἱ λέξεις «καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον μετὰ τῶν τροποποιήσεων τούτων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικῶν κλητήρων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1.
§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ κυριωτέρα τῶν προτάσεων τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἦτο νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου ἡ διάταξις μεταξὺ κλητήρων, διοριζομένων παρὰ Πρωτοδικείοις καὶ κλητήρων διοριζομένων παρ’ Εἰρηνοδικείοις. Ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς διακρίσεως ταύτης ἐπέρχονται μεταβολαὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, συμφώνως δὲ μὲ ταύτας τροποποιεῖται τοῦτο.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, ὡς ἠκούσατε, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποδέχεται τὰς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προτεινομένας τροποποιήσεις, καὶ συμφώνως πρὸς αὐτὰς θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ἄρθρον 1 τροποποιεῖται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἑξῆς.
§69ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Δικαστικὸς κλητὴρ διορίζεται παρὰ δικαστηρίῳ Πρωτοδικῶν ὁ συμπληρώσας τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας του, βεβαιουμένης διὰ ληξιαρχικῆς πράξεως ἢ διὰ τοῦ μητρῴου τῶν ἀῤῥένων, καὶ ἔχων ἓν τῶν ἑπομένων προσόντων: 1) Πτυχίον εἰρηνοδίκου. 2) Διετῆ ὑπηρεσίαν γραμματέως Εἰρηνοδικείου, ἢ τριετῆ ὑπηρεσίαν ἐμμίσθου ὑπογραμματέως ἢ γραφέως πολυμελοῦς δικαστηρίου. 3) Πενταετῆ ὑπηρεσίαν δικαστικοῦ κλητῆρος. 4) Ἐνδεικτικὸν τῆς αʹ τάξεως τοῦ Γυμνασίου, μετὰ προηγουμένην ἐξέτασιν, συμφώνως πρὸς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 2.»
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§71ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ τὴν τελευταίαν παράγραφον. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις ὑπὲρ τῶν ἐφετῶν; Οἱ ἐφέται εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ οὐδέποτέ τις τῶν δικαστῶν ἐσκέφθη, ὅτι δύναται νὰ ζητήσῃ ἀμοιβήν. Βλέπω μόνον, ὅτι κατ’ ἀπομίμησιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπράξατε καὶ πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον, εἰσάγομεν ἐξαίρεσιν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι νέα· εἶναι δὲ καθιερωμένον, ὁσάκις πρόκηται περὶ ἐξετάσεων, νὰ πληρόνωσιν οἱ ἐξεταζόμενοι. Οὐχ ἧττον θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησιν ταύτην.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ἵνα μετὰ τὰς λέξεις «εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ κλητῆρος» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς περὶ τὸ καθαρῶς γράφειν ἱκανότητος τοῦ ἐξεταζομένου», διαγραφῶσι δὲ τὰ λοιπὰ, ἀπὸ τῆς λέξεως «ἰδίᾳ δὲ» μέχρι τέλους. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῶν τροποποιήσεων τούτων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§74ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τι τὸ ἄτοπον· διότι μετὰ ἐξετάσεις, διδομένας ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐφετῶν, ὑποβάλλεται ἔπειτα ὁ ὑποψήφιος εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν πρωτοδικῶν, δηλ. ἔρχεται τὸ συμβούλιον τῶν πρωτοδικῶν νὰ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐφετῶν· διότι ἐκ τοῦ veto, ἐκ τῆς ἀρνησικυρίας τοῦ Συμβουλίου τῶν πρωτοδικῶν, καταστρέφεται τὸ ἔργον τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐφετῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἡ τοιαύτη διάταξις, διότι ἀναστρέφεται ἡ ἱεραρχία.
§75ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ Συμβούλιον τῶν ἐφετῶν ἐξετάζει τὴν ἱκανότητα, τὸ δὲ Συμβούλιον τῶν πρωτοδικῶν γνωμοδοτεῖ περὶ τῶν ἠθικῶν προσόντων τῶν ἐξετασθέντων. Ἄλλο ἡ ἐξέτασις, καὶ ἄλλο ἡ γνωμοδότησις.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ἵνα ἐν τέλει τοῦ πρώτου ἐδαφίου καὶ μετὰ τὰς λέξεις «ὑπὸ τοῦ ἐξετασθέντος ἐκθέσεις» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «μονογραφημέναι ὑπὸ τοῦ προεδρεύοντος τῆς ἐπιτροπῆς»· νὰ τελειώσῃ δὲ τὸ ἄρθρον μέχρι τῶν λέξεων «πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον», ἀπαλειφομένων τῶν λοιπῶν μέχρι τέλους. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς τροποποιεῖται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4–7 τῆς ἐπιτροπῆς).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὴν θέσιν ἄρθρου 8. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ὡς ἔχει). Τὸ ἄρθρον 8 λαμβάνει τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 9. (Ἀναγινώσκεται).
§78ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἑκατὸν ἑξήκοντα κλητῆρες δὲν ἐπαρκοῦσι διὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν.
§79ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πόσοι εἶναι τώρα;
§80ΦΩΤΗΛΑΣ. 180· διότι ἡ περιφέρεια τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν εἶναι μεγαλειτέρα τῆς τῶν Ἀθηνῶν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν διαγραφὴν τῶν ἐν τῇ δευτέρᾳ γραμμῇ λέξεων «συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν παρὰ Εἰρηνοδικείοις», ὡς ἀσκόπων μετὰ τὴν γενομένην δεκτὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 1. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου, λαμβάνον τὴν θέσιν ἄρθρου 10 τοῦ ψηφιζομένου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συζήτησιν).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου καὶ προσόντων τοῦ προσωπικοῦ τῆς τε κεντρικῆς καὶ τῆς πρεσβευτικῆς ὑπηρεσίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§84ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπέρχεται οἰκονομία τις ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου;
§85ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἄρθρον διεσκευάσθη εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ αὔξησις δαπάνης, ἐκ περιστάσεως δ’ ἐπέρχεται καὶ μικρά τις οἰκονομία, ἀναξία λόγου, 150 ἢ 140 δραχμῶν κατ’ ἔτος, διότι, διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ μετατρέψωμεν τοὺς γραφεῖς εἰς ἀκολούθους, ἠλαττώσαμεν τὸν μισθὸν τῶν ἀκολούθων, τῶν μὲν τῆς πρώτης τάξεως ἀπὸ 150 εἰς 140 δραχμὰς κατὰ μῆνα, τῶν δὲ τῆς δευτέρας ἀπὸ 130 εἰς 120, ἔχομεν δὲ ἐκ τούτου τὸ κέρδος, ὅτι, ἐν ᾧ κατ’ ἔτος ηὐξάνετο ὁ μισθὸς τοῦ πρωτοκολλητοῦ καὶ τοῦ ἀρχειοφύλακος, σήμερον δὲν ὑπάρχει τοιαύτη αὔξησις· ἐκ τούτου ἐπέρχεται ὡσαύτως μικρά τις οἰκονομία, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο χάριν οἰκονομίας ἡ διάταξις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ ἐθεώρουν καλὸν νὰ προστεθῇ εἰς τὰ προσόντα ἐνταῦθα καὶ τὸ νὰ ἔχῃ τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν. Κατὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4, δύναται ὁ οὕτω πως διορισθεὶς ἀκόλουθος ἐντὸς ἓξ μηνῶν νὰ προαχθῇ εἰς γραμματέα Προξενείου, καὶ νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς αὐτὸν δικαστικὰ καθήκοντα. Πῶς λοιπὸν νὰ μὴ ἀπαιτήσωμεν παρ’ αὐτοῦ τὸ προσὸν τοῦ νὰ ἔχῃ τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν; Τὸ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ ἂν νομίζῃ καλὸν καὶ αὐτὸς, ἂς τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν μοὶ φαίνεται ἀναγκαῖον, διότι ηὐξήθη ὁ ὅρος τῆς ἡλικίας. Ἐν ᾧ κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον δὲν ἐπετρέπετο νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχων ἡλικίαν ἥττονα τοῦ εἰκοστοῦ ἔτους, σήμερον ὁρίζομεν ἡλικίαν τὸ 21 ἔτος, ἔχομεν δὲ καὶ τοῦτο τὸ πρόσθετον κώλυμα, ὅτι μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 21 ἔτους ὁ πολίτης εἶναι ὑπόχρεως εἰς στράτευσιν· ὥστε ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ οἱ μέλλοντες νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς ἀκόλουθοι θέλουσιν ἔχει ἤδη συμπεπληρωμένον τὸ 23 ἔτος, ἐκτὸς τῶν ἀπηλλαγμένων ἢ ἐξῃρημένων διὰ νομίμους λόγους τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, εἶναι δὲ, νομίζω, ἡ ἡλικία αὕτη ἡ ἀνωτέρα, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ μέλλοντος νὰ εἰσέλθῃ ὡς ἁπλοῦς ἀκόλουθος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον, ὁ μέλλων νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἔχῃ καὶ τὴν πρακτικὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν. Ἡ πρόσθετος ἐνίσχυσις τῆς γνώμης αὐτοῦ, ἣν ἠρύσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ τοῦ ἄρθρου 4, καθ’ ὃ δυνατὸν ἐνίοτε νὰ προάγωνται ἀκόλουθοι εἰς θέσιν γραμματέως Προξενείου μετὰ ἓξ μόνον μηνῶν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, στηρίζεται ἐπὶ περιστάσεως ἅπαξ ἢ δὶς, σπανιώτατα, μελλούσης νὰ παρουσιασθῇ. Ἀλλὰ καὶ συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐθεώρησεν, ὅτι εἶναι βραχὺ τὸ διάστημα τῶν ἓξ μηνῶν, θέλω προτείνῃ ἐν ἑπομένῳ ἄρθρῳ, ὥστε νὰ ἀναβιβασθῇ ὁ ὅρος οὗτος τῆς ἐν ἐξαιρετικῇ περιστάσει προαγωγῆς εἰς ἓν ἔτος.
§89ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν σημαίνει τίποτε, ἂν ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἢ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους προαχθῇ ὁ ἀκόλουθος εἰς γραμματέα Προξενείου. Ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι αὐτὸς ὁ ἀκόλουθος, ὁ μετὰ ἓξ μῆνας ἢ μετὰ ἓν ἔτος προαγόμενος εἰς γραμματέα Προξενείου, δύναται ν’ ἀναλάβῃ καθήκοντα δικαστοῦ. Πῶς λοιπὸν νὰ μὴ ἀπαιτήσωμεν παρ’ αὐτοῦ νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ τῷ ἀνατεθῶσι δικαστικὰ καθήκοντα; Διότι πολλοὶ δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὸ πτυχίον διδάκτορος ἢ προλύτου τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ἀλλὰ μετέπειτα, τραπέντες ἐπὶ ἄλλα ἔργα, νὰ μὴ ἦναι ἱκανοὶ εἰς διεξαγωγὴν δικαστικῆς ὑπηρεσίας.
§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ ἄδεια;
§91ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁπωσδήποτε παρέχει μίαν ἐγγύησιν, ὅτι αὐτὸς ἐπανέλαβε τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἐδιδάχθη ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, καὶ ἐφρόντισε ν’ ἀποκτήσῃ τὰς ἀναγκαίας πρακτικὰς γνώσεις διὰ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν.
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν δίδεται καιρὸς εἰς τὸν μέλλοντα νὰ διαγωνισθῇ, ἵνα διακόψῃ καὶ ἐπαναλάβῃ αὐτὸς, μόλις ἐξέλθῃ τοῦ Πανεπιστημίου, θέλει παρουσιασθῆ ὡς ἀκόλουθος, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις, ὥστε νὰ μὴ προσέρχωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἡλικιωμένοι, ἀλλὰ νεώτατοι ἄνθρωποι· οὕτω δὲ ὁ μέλλων νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀκολούθου, καὶ κατόπιν νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς ἀνωτέραν θέσιν γραμματέως Προξενείου, ἀφοῦ ὑποστῇ τὰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἀποκτήσῃ τὸ δίπλωμα τῆς νομικῆς, ὑφίσταται πρακτικὰς ἐξετάσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἡ ἐξέτασις, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται κατὰ τὰ ἤδη κεκανονισμένα καὶ κατὰ τὰ ὁπωσδήποτε κανονισθησόμενα, γίνεται ὄχι μόνον ἐπὶ εἰδικῶν θεμάτων, σχετιζομένων πρὸς τὴν διπλωματικὴν καὶ τὴν συνήθη προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ θεμάτων δικαστικῶν, ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον τιθεμένων· ὥστε ἐκείνην τὴν δοκιμασίαν, ἣν ἤθελεν ὑποστῆ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ὁ ὑποψήφιος, διὰ ν’ ἀποκτήσῃ τὴν δικηγορικὴν ἄδειαν, ἐκείνην περίπου ὑφίσταται καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς καταρτιζομένης ἐκ νομομαθῶν, πρὸς τὸν διαγωνισμὸν, τὸν ὁποῖον διέρχεται, διὰ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§93ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀπαιτεῖ μόνον θεωρητικὰς γνώσεις, οὐδὲν δ’ ἐχέγγυον διὰ τὴν πρακτικὴν ἄσκησιν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐξετάζουσα τοὺς μέλλοντας νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ στάδιον τοῦ δικηγόρου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ περὶ τούτου. Ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἐξησφαλίσαμεν τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους μὲ μισθοὺς ἀσυγκρίτως ἀνωτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους λαμβάνουσιν οἱ ἐνταῦθα ὑπάλληλοι, ἀφοῦ τοὺς ἐξησφαλίσαμεν καὶ μὲ τὴν ἰσοβιότητα, καλὸν εἶναι ν’ ἀπαιτήσωμεν καί τινα προσόντα περιπλέον παρ’ αὐτῶν. Οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι τῆς Αὐστρίας, πρὶν ἢ ἀποσταλῶσιν οὐχὶ ὡς γραμματεῖς, ἀλλ’ ὡς ἀκόλουθοι Προξενείου, δὲν ὑφίστανται μόνον τὸν διαγωνισμὸν, δὲν ἔχουσι μόνον νὰ ἐπιδείξωσι πρὸ τοῦ διαγωνισμοῦ ἁπλοῦν μόνον πτυχίον διδάκτορος ἢ προλύτου, ἀλλ’ ὀφείλουσι καὶ νὰ διανύσωσιν ἓν τοὐλάχιστον ἔτος ὡς πάρεδροι δικαστηρίου, καὶ ὄχι μόνον δικαστηρίου Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ καὶ Ναυτοδικείου. Διότι θέλει νὰ τοὺς παρασκευάσῃ ἡ Κυβέρνησίς των τῷ ὄντι ἐπαξίους τῆς ἀποστολῆς των ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὅπου τὰ Προξενεῖα ἔχουσι καὶ δικαστικὴν δικαιοδοσίαν. Καὶ δὲν ἔχουσι τοσαῦτα συμφέροντα οἱ Αὐστριακοί, ὅσα ἔχομεν ἡμεῖς. Ἔχομεν Ἕλληνας ὑπηκόους, διεκδικοῦντας ἐνώπιον τῶν προξενικῶν ἡμῶν δικαστηρίων σοβαρωτάτας δικαστικὰς ὑποθέσεις, καὶ δὲν θέλετε νὰ λάβητε τὴν πρόνοιαν, ὅπως ἔχητε ὁπωσδήποτε ἐξησφαλισμένην τὴν προξενικὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν διὰ νέων, παρὰ τῶν ὁποίων τίποτε ἄλλο δὲν ζητοῦμεν ἢ μίαν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν, ὥστε νὰ ᾖναι ἱκανοὶ διὰ τὴν θέσιν αὐτήν, ὅπως οὕτως ἐξασφαλίσωμεν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, εἰς τοὺς ὁποίους, ἵνα βελτιώσωμεν τὴν θέσιν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἐπανειλημμένως ἐπεβάλομεν αὔξησιν προξενικῶν τελῶν! (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀντὶ τῆς φράσεως «ἓξ μηνῶν ὑπηρεσίαν», νὰ τεθῇ «ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν».
§96ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου λέγει, ὅτι ὁ συμπληρώσας διετίαν ὡς ἀκόλουθος προβιβάζεται γραμματεὺς Προξενείου κλπ. Ἐρωτῶ, εἴτε πρώτης τάξεως ἀκόλουθος εἴτε δευτέρας τάξεως εἶναι, προβιβάζεται;
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔχει τὴν διάκρισιν αὐτὴν καὶ ὁ παλαιὸς νόμος, διότι οἱ βαθμοὶ τῶν ἀκολούθων οὐδεμίαν ἄλλην ἔχουσι σημασίαν παρὰ τὴν τῆς διαφορᾶς τοῦ μισθοῦ· εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετήσῃ τις ἐπὶ δύο ἔτη ὡς ἀκόλουθος βʹ τάξεως, διότι δὲν ἐκενώθη θέσις ἀκολούθου αʹ τάξεως. Τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν ἐκτελοῦσιν οἱ ἀκόλουθοι καὶ τῆς βʹ καὶ τῆς αʹ τάξεως. Τὸ μόνον κώλυμα, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου, εἶναι, ὅτι ὁ διοριζόμενος ἀκόλουθος πρέπει πάντως νὰ ὑπηρετήσῃ ἓν ἔτος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, πρὶν ἢ διορισθῇ παρὰ Πρεσβείᾳ· τοῦτο δὲ προκύπτει ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου, τῆς ἐχούσης ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ὑπηρετήσας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπὶ ἓν ἔτος ὡς ἀκόλουθος βʹ τάξεως προβιβάζεται ἀκόλουθος αʹ τάξεως», καὶ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ πρὸς τὰ ἑπόμενα.
§98ΡΑΛΛΗΣ. Ἤθελον παρατηρήσει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐξομοίωσις τῶν ἀκολούθων αʹ καὶ βʹ τάξεως ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ὁ ὑπηρετήσας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπὶ ἓν ἔτος ὡς ἀκόλουθος βʹ τάξεως προβιβάζεται ἀκόλουθος αʹ τάξεως, καὶ μετὰ ταῦτα ὁ συμπληρώσας διετίαν ὡς ἀκόλουθος προβιβάζεται γραμματεὺς Προξενείου. Οὕτω ὁ αʹ τάξεως ἀκόλουθος διήνυσεν ἤδη τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ προαχθῇ ἀπὸ βʹ τάξεως εἰς αʹ τάξεως ἀκόλουθον, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ ἀκόλουθος βʹ τάξεως, χωρὶς νὰ διανύσῃ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς εἰς γραμματέα Προξενείου.
§99ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πρακτικὴ τοῦ Ὑπουργείου δεικνύει, ὅτι σχεδὸν οὐδέποτε ἀκόλουθος ἔμεινεν ἐπὶ δύο ἔτη ἀκόλουθος βʹ τάξεως, διότι εὐθὺς ὡς κενωθῇ θέσις, ἀμέσως προάγεται εἰς ἀκόλουθον αʹ τάξεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ κείμενος νόμος οὕτως ὥρισεν, ὅτι ὁ ἀκόλουθος βʹ τάξεως, ὁ ὁποῖος τὰ αὐτὰ καθήκοντα ἐκπληροῖ, οἷα καὶ ὁ αʹ τάξεως, μόνην δὲ διαφορὰν ἔχει τὴν τοῦ μισθοῦ, προβιβάζεται μετὰ δύο ἔτη εἰς ἀνωτέραν θέσιν.
§100ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ διαγωνισμὸς πρὶν ἦτο μικτός, τώρα καθιστᾶται ἑνιαῖος.
§101ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλουσι συγχωνευθῆ τὰ δύο διατάγματα, τὰ περὶ διαγωνισμοῦ τῶν διπλωματικῶν καὶ διαγωνισμοῦ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ κανονισθῶσι δι’ ἑνὸς διατάγματος ἅπαντα τὰ τῶν προσόντων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§103ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπὴ παρετήρησεν ὀρθῶς, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία πρέπει νὰ ᾖναι πραγματικὴ, δηλαδὴ ὑπηρεσία ἐν τῇ θέσει, καὶ τοῦτο ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ τελευταῖον ψηφισθέντα ἐν τῷ Προξενικῷ νόμῳ· ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἐνταῦθα, ἀντὶ διετοῦς πραγματικῆς ὑπηρεσίας, ὅσην ἔχομεν ἐκεῖ ἐψηφισμένην, θέλομεν παραδεχθῆ τριετίαν· ἀλλὰ, προκειμένου νὰ ἔλθῃ τις ἐκ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν κεντρικὴν, εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀπαιτήσωμεν μείζονα χρόνον. Ὥστε προτείνω νὰ προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «ἐπὶ τριετίαν» ἡ φράσις «πραγματικὴν ἐν τῇ θέσει». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§105ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρέπει νὰ ἐπαναληφθῶσι καὶ ἐδῶ τὰ τῆς πραγματικῆς ὑπηρεσίας.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως. Ἑπομένως δέχομαι νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου αἱ λέξεις «πραγματικῶς ἐν τῇ θέσει ὑπηρετήσας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ, ὅτι εἶναι κίνδυνος, μὴ λόγῳ τῆς γενικότητος τῆς λέξεως «ὑπηρεσία» εἰσαχθῶσιν εἰς τὸν κλάδον τοῦτον τῆς ὑπηρεσίας ἄνδρες μὴ ὑπηρετήσαντες ἐν αὐτῷ. Πρὸς ἀποφυγὴν τοιαύτης παρεξηγήσεως δηλῶ, ὅτι διὰ τῆς λέξεως «ὑπηρεσία» ἐννοεῖται πάντοτε ὑπηρεσία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 8–21).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 22 (ἀναγινώσκεται).
§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐνταῦθα καὶ ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τροπολογίαν τινὰ, καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, διότι ἐδόθη ἀφορμὴ πρὸς συμπαγίωσιν τῶν νόμων τῶν κειμένων καὶ ἀνακάθαρσιν, νὰ ἄρωμεν τοὺς ἤδη τεθειμένους φραγμούς· οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ὡς πρωτοκολληταὶ καὶ γραφεῖς, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, εἶναι ὑπόχρεοι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πρὸς εἴσοδον εἰς θέσιν ἀκολούθου ὅρων, ὧν ἦσαν ἐν γνώσει, ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι δίκαιον ν’ ἀποδεχθῶ, εἶναι ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας ἀπὸ ἑνὸς ἔτους εἰς δύο ἔτη, ἵνα ἔχωσι καιρὸν νὰ παρασκευασθῶσι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.