1892.12.14
2.551 στίχοι · 19.481 λέξεις · 147 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
τῆς 14 Δεκεμβρίου 1892.
(Δευτέρα).
Ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Ζερδεβᾶς, ἐξ Ἀχαΐας, διὰ τηλεγραφήματός του παραπονεῖται κατὰ διαταγῆς τῆς Νομαρχίας, καταστρεφούσης περιτείχισμα τοῦ οἰκοπέδου του. Παραπέμπεται τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Οἱ ἐν Σύρῳ βιβλιοπῶλαι δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ ὑποβληθησόμενον νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τῶν διδακτικῶν βιβλίων. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Ὁ ἐν Σύρῳ Δημήτριος Χαρατζῆς ὑποβάλλει διαφόρους σκέψεις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ τῆς Αἰγύπτου, προτείνει δὲ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἀπόφασιν λοιπὸν τῆς Βουλῆς παραπέμπεται τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία παρακαλεῖται νὰ ἐργάζηται δραστηρίως. Ἡ δὲ ὑποβληθεῖσα ἔκθεσις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 60). Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Μερλόπουλος ὑποβάλλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀναγνωσθῇ;
§4ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§5ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ἐξετάσῃ, διατὶ, παρὰ τὴν διαταγήν του τῆς 31 Αὐγούστου ἐ. ἔ., δι’ ἧς ἱδρύθη δημοτικὸν σχολεῖον ἀῤῥένων ἐν τῷ δήμῳ Ἀνδανείας διὰ τὰ χωρία Μπούγα καὶ Μαντζάριον, μὲ ἕδραν τὸ τελευταῖον τοῦτο χωρίον, δὲν λειτουργεῖ ἐν Μαντζαρίῳ, ἀλλ’ ἐν Μπούγᾳ, διαμένοντος διαρκῶς καὶ διδάσκοντος ἐκεῖ τοῦ δημοδιδασκάλου ἱερέως Τζετζενέκου, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἑτέρου χωρίου καὶ τῶν γειτονικῶν αὐτῶν χωρίων, διατάξῃ δὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀνωτέρω διαταγῆς του ὡς πρὸς τοῦτο.»
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Λεβαδείας κ. Μπουφίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§7ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μὲ πληροφορήσῃ, δυνάμει τίνος νόμου συνελήφθη καὶ κατετάχθη εἰς τὸν στρατὸν ὁ ἐκ τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ τῆς Λεβαδείας Κωνσταντῖνος Μουστῆς, ἐνῷ οὗτος ὑπηρέτησεν ἐν ἔτει 1886 εἰς τὸ Αʹ σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, καὶ ἔλαβε τὴν 6 Νοεμβρίου 1886 τὸ ἀπολυτήριόν του.»
§8ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ζητηθείσας πρό τινων ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Τροιζηνίας.
§9ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ τυπωθῶσι, κύριε Πρόεδρε, αἱ πληροφορίαι αὗται καὶ νὰ διανεμηθῶσι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 61).
§11ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς κ. Ζῶτος δι’ ἐπερωτήσεώς του ἠτήσατο νὰ τὸν πληροφορήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, «ἐὰν αἱ ἐγκύκλιοι, αἱ ἀφορῶσαι τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐκ τοῦ Προπαρασκευαστικοῦ Σχολείου ἀποφοιτήσαντας μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ περὶ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, τῶν καθηκόντων των, τῆς ποινικῆς δικαιοδοσίας, ἣν ἔχουσιν ἐπ’ αὐτῶν αἱ διάφοροι στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ, ἐξετελέσθησαν καὶ παρὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Αʹ πεζικοῦ συντάγματος διὰ τοὺς εἰς αὐτὸ ὑπηρετοῦντας ἐφέδρους ἀξιωματικούς». Τὰς πληροφορίας ταύτας καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν.
§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ ὑπ’ ἐμοῦ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, κύριε Ὑπουργέ;
§13ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὴ βιάζεσθε, διότι ἀπαιτεῖται χρόνος. Θέλετε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπηρετούντων παρ’ ἅπασι τοῖς ἀξιωματικοῖς στρατιωτῶν.
§14ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ βεβαίως πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§15ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐλπίζω.
§16ΚΑΪΡΗΣ. Πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν ποιοῦμαι καταγγελίαν κατὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ὑπαστυνόμου τοῦ τμήματος Νεαπόλεως, ὀνόματι Γεωργίου Μαρούλη. Ὁ κύριος οὗτος ἀξιωματικὸς παρήγγειλεν εἰς ἕνα ῥάπτην συμπολίτην μου μίαν ἐνδυμασίαν, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ καὶ τὸ ὕφασμα. Ὁ ῥάπτης τὴν εἰργάσθη ὅσον ἦτο δυνατὸν ἐπιμελῶς· τὴν ἐδοκίμασεν ὁ κ. ἀξιωματικὸς, τὴν εὗρε τῆς ἀρεσκείας του, καὶ τὴν ἐδέχθη. Τὴν ἐπιοῦσαν ὅμως ἐπέστρεψε τὴν στολὴν, λέγων, ὅτι δὲν τοῦ ἤρεσκε, καὶ ἐζήτησε νὰ τῷ ἐπιστραφῶσι τὰ ῥαπτικὰ, νὰ τῷ πληρωθῇ δὲ καὶ ἡ ἀξία τοῦ ὑφάσματος...
§17ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὤ! ὤ!
§18ΚΑΪΡΗΣ. .. Δι’ ἀπειλῶν δὲ ἠνάγκασε τὸν ῥάπτην νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ ῥαπτικὰ καὶ νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ ὕφασμα. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη ὁ κ. ὑπαστυνόμος εἰς αὐτό. Ἀφοῦ ἀπεζημιώθη, ὡς εἴρηται, οὐδὲν δικαίωμα εἶχε πλέον ἐπὶ τῆς στολῆς· ἐν τούτοις ἐξέσχισεν αὐτὴν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύναται πλέον νὰ γείνῃ χρῆσις αὐτῆς.
§19ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς προσφύγῃ εἰς τὸ δικαστήριον ν’ ἀποζημιωθῇ.
§20ΚΑΪΡΗΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτου, ἀλλὰ πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἐν λόγῳ ἀξιωματικός, διότι ἡ διαγωγή του αὕτη, νομίζω, εἶναι ἀσυμβίβαστος καὶ πρὸς τὸ ἀξίωμά του καὶ πρὸς τὸν βαθμὸν αὐτοῦ· παρακαλῶ δὲ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ἐνεργήσωσι τὰ κατὰ νόμον.
§21ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, καὶ νὰ προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, περὶ τῶν παρανομησάντων ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου 1892 μέχρι τοῦδε, τὰς μηνύσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ὡς πρὸς ἐκεῖνα δὲ, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κύριος Καΐρης, δὲν εἶναι ἀνάξια λόγου, ὡς θεωροῦσί τινες τῶν συναδέλφων. Οἱ ἐλεύθεροι πολῖται δὲν πρέπει νὰ θεωρῶνται κτήνη. Σχετικόν τι ἀναφέρω καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος Κυπριώτης διὰ μίαν κότταν, κλαπεῖσαν, ἑνὸς ὑπολοχαγοῦ, συνέλαβε καὶ κρατεῖ ἐπὶ 5 ἡμέρας πέντε ἀνθρώπους. Τὰς παρανομίας ταύτας ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ τὰς διορθώνῃ. Δὲν εἶναι, κύριε Κανελλόπουλε, αὐτὰ μικρὰ πράγματα. Ἀποστολὴν ἔχετε νὰ στιγματίζητε τὰ ἀδικήματα τῆς ἐξουσίας κατὰ τῶν ἀτόμων.
§22ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο φέρει σπουδαιότερον χαρακτῆρα ἀπὸ τὸ σουρτοῦκο.
§23ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρει σπουδαιότατον χαρακτῆρα· διότι ἄλλοτε καυχησιολογῶν ὁ Ἕλλην ἔψαλλε «τοῦ Ἕλληνος ὁ τράχηλος ζυγὸν δὲν ὑποφέρει» (ἱλαρότης), ἐνῷ σήμερον ὁ Ἕλλην κατέστη κτῆνος, δερόμενος ἀτιμωρητεὶ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας, τὰ ὁποῖα τρέφει ὁ δυστυχὴς διὰ τοῦ ἱδρῶτός του.
§24ΜΑΝΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κατηγορῶνται ἀξιωματικοί, διακρινόμενοι ἐπὶ τῇ θρησκευτικῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων των. Τὸν ἀνθυπολοχαγὸν, περὶ οὗ ἀνέφερεν ὁ κ. Καΐρης, τὸν γνωρίζω ἀπὸ ἐτῶν. Μάθετε δὲ, ὅτι αὐτὸς ἠνδραγάθησε καὶ ἐπὶ ἀνδραγαθίᾳ ἐπροβιβάσθη. Εἶναι εἷς τῶν δοκιμωτέρων ἀξιωματικῶν. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κατηγορῶνται πρόσωπα ἀπόντα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τέλους ἠδύναντο νὰ καταγγελθῶσιν ἀλλαχοῦ, ἐὰν πράγματι παρεξετράπησαν. Ἐὰν ἔσφαλε πράγματι ὁ ὑπαστυνόμος αὐτὸς, ὑπάρχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ ἀδικηθεὶς ἠδύνατο νὰ τὸν καταγγείλῃ. Δὲν εἶναι δίκαιον ἐδῶ ἐρήμην νὰ κατηγορῶμεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται ν’ ἀπολογηθῶσιν.
§25ΚΑΪΡΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀμφισβητῶ τὰ ἀνδραγαθήματα τοῦ ἀξιωματικοῦ· δύναται νὰ ἦναι ἀξιόλογος, νὰ ὑπηρέτησε τὸ Κράτος καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ αὐτό· λέγω ὅμως, ὅτι, τὸ νὰ σχίσῃ στολὴν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπεζημιώθη, εἶναι διαγωγὴ μὴ συμβιβαζομένη μὲ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρει, καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἀξιόμεμπτος καὶ τιμωρητέος.
§26ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε συνάδελφε, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κατάλληλος τόπος, ἵνα γίνωνται τοιαῦται καταγγελίαι. Αἱ πράξεις αὗται εἶναι παρεκτροπαὶ ὑπηρεσιακαί. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς παρέβη τὰς διατάξεις τοῦ καταστατικοῦ νόμου, καὶ εἶναι ἄξιος νὰ τεθῇ εἰς ἀπόταξιν, ἢ εἰς ἀργίαν, ἢ νὰ ὑποστῇ ἄλλην τινὰ πειθαρχικὴν ποινὴν βαρεῖαν, πρέπει νὰ καταγγείλητε τοῦτον, ἀλλὰ νὰ τὸν καταγγείλητε ἁρμοδίως.
§27ΚΑΪΡΗΣ. Ποῦ;
§28ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἰς τὰς ἀρχάς· διότι δὲν ἔχετε παράδειγμα, ὅτι καταγγελία τις ἔμεινεν ἀνεκτέλεστος. Πᾶσαι αἱ καταγγελίαι, αἱ ἀπευθυνθεῖσαι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐβάδισαν τὴν κανονικὴν ὁδόν· ἑπομένως δὲν ἔχετε κἀνὲν διδόμενον, ἵνα πιστεύσητε, ὅτι ἡμεῖς ἀρνούμεθα τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.
§29ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφέρον ἔχετε νὰ ἀπονέμητε δικαιοσύνην. Ἀλλά...
§30ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Συμφέρον ἔχομεν καὶ ἡμεῖς καὶ σεῖς· ἀλλὰ τοιαῦται καταγγελίαι ἐνταῦθα εἶναι ἄσκοποι.
§31ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς φέρῃ σημείωσιν τῶν μετατεθέντων ἀξιωματικῶν ἀπὸ τῆς ἀνόδου του ἐν τῇ ἐξουσίᾳ μέχρι τοῦδε καὶ βεβαίωσιν περὶ τοῦ ποσάκις μετετέθησαν, διότι οὗτοι κατήντησαν, οἱ δυστυχεῖς, χειρότεροι ἀπὸ τοὺς δημοδιδασκάλους! Πληροφορῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι πρὸ 10 ἡμερῶν μετετέθησαν 14 ἀξιωματικοὶ μόνον ἐκ τοῦ στρατοῦ τῆς Χαλκίδος, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα, ἐὰν θέλητε, θὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ὁ καλὸς ἀξιωματικὸς εἶναι καλὸς καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ. Διατὶ μετατίθεται; Ἡμεῖς ζητοῦμεν οἰκονομίας, καὶ ἐν τούτοις οἱ ἀξιωματικοὶ μετατίθενται ἀδιακόπως καὶ δαπανᾷ τὸ Δημόσιον ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ. Ἰδού, κύριε Πρόεδρε, οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ μετατεθέντες ἀπὸ τὴν Χαλκίδα, ὅθεν ἐξελέγητε: Γ. Σταμάτης, Νικόλαος Κουκούλης, Ἰωάννης Ἀγγελινίδης, Βασίλ. Ἰωαννίδης, Ξενοφῶν Κλεομένης, Γεώργιος Βλασσόπουλος, Γεώργιος Καψαλόπουλος, Δημ. Μπαμπιώτης, Γρηγόριος Πολίτης, Περικλῆς Μάϊχος, Κωνστ. Χριστοφίλης, Κωνστ. Τσιριγώτης, Ἰω. Περλεπὲς, Γεώργ. Τριχᾶς καὶ Κωνστ. Ἀβέλιος.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε μετετέθησαν;
§33ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν Νοέμβριον, κατ’ ἐπιστολὴν τῆς 26 Νοεμβρίου 1892.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ λάθος ἔχετε.
§35ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω λάθος, κύριε Πρόεδρε. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ ἀπαντήσῃ, ἐὰν ἔχω λάθος.
§36ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἀνεφέρατε 15 ἀξιωματικούς. Πλανᾶσθε· εἶναι περισσότεροι, εἶναι 200, εἶναι 250.
§37ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ἐκ Χαλκίδος μόνον μετατεθέντας ἀνέφερα.
§38ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Εἶναι λόγοι ὑπηρεσιακοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦσι τὴν μετάθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν· διότι ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἔχει συμβόλαιον μετὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ μένῃ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν πάντοτε. Εἶναι λόγοι ὑπηρεσιακοὶ, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσι τὰς μεταθέσεις.
§39ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ, ποῖοι εἶναι οἱ ὑπηρεσιακοὶ αὐτοὶ λόγοι... (ἱλαρότης).
§40ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι λόγοι ὑπηρεσιακοὶ, οἱ ὁποῖοι προὐκάλεσαν τὴν μετάθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν, ὄχι μόνον ἐκ Χαλκίδος, ἀλλὰ ἐξ ὅλων τῶν συνταγμάτων καὶ ἐξ ὅλων τῶν ταγμάτων τῶν εὐζωνικῶν.
§41ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν παράδες· ἂς τοὺς ἐξοδεύσωμεν, κύριε Ὑπουργὲ, εἰς τὰς μεταθέσεις.
§42ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅταν ἦναι λόγοι ὑπηρεσίας, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι.
§43ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς παρελθούσης πρωθυπουργίας τοῦ κυρίου Τρικούπη εἶχε διαταχθῆ ἡ κατασκευὴ μιᾶς γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Συκιᾶς, τοῦ χωρίζοντος τὸν δῆμον Συκεῶνος ἀπὸ τοῦ δήμου Τρικκάλων τῆς Κορινθίας. Ἐπελθούσης τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, ἀπεφασίσθη ἡ κατασκευὴ τῆς γεφύρας, καὶ ὁ τότε ἀναλαβὼν τὴν κατασκευὴν αὐτῆς ἀπεζημιώθη, χωρὶς νὰ ἐνεργήσῃ τι, διότι ὁ χείμαῤῥος ἐπελθὼν παρέσυρε τὰ ὑλικά. Ἔκτοτε παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος, καὶ ἡ γέφυρα δὲν συντελεῖται. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ ἢ νὰ γείνῃ ἡ γέφυρα, ἢ νὰ κατεδαφισθῇ καὶ ἐκεῖνο τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἔγεινε, διότι δυσκολεύεται ἡ συγκοινωνία, καθόσον ἡ γέφυρα εἶναι πολὺ πλησίον τῆς θαλάσσης, εἰς τρόπον ὥστε ἕνεκα τῶν τοίχων δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ διάβασις. Τοῦτο δὲ εἶναι μᾶλλον ἐπαισθητὸν ἤδη ἕνεκα τοῦ χειμῶνος.
§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀρχομένου τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, εἶχε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκηρύσσετο ἔκπτωτος ἡ ἑταιρία τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων τῶν δικαιωμάτων της ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἐκυροῦτο δὲ σύμβασις ἑτέρα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, ὤφειλεν ἡ νέα ἑταιρία νὰ ἀναλάβῃ τὰς διακοπείσας ἐργασίας τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, καὶ ν’ ἀποπερατώσῃ ταύτας ὡς τάχιστα. Μετ’ ἀπορίας ὅμως παρατηρῶ, ὅτι, μολονότι παρῆλθον ἔκτοτε μῆνες, καὶ ὅσον οὔπω συμπληροῦται ἔτος, ἐν τούτοις οὐδεμία ἔναρξις ἐγένετο τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν ἐργασιῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συγχρόνως, νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν: 1) Εἰς πόσον ἀνέρχεται τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὸ προωρισμένον εἰς ἀποπεράτωσιν τούτου, κατὰ τὴν σχετικὴν σύμβασιν πρὸς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου; 2) Ποῦ εἶναι τὸ ὑπόλοιπον αὐτὸ παρακατατεθειμένον; 3) Διατὶ δὲν ἀνέλαβεν ἀκόμη ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν;
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως πιστώσεων τῆς χρήσεως 1892, ἀναπληρωτικῶν μὲν ἐκ δραχμῶν 300,000, ἐκτάκτων δὲ ἐκ 200,000.
§46ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναβάλωσι τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως προσαγάγῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς κατάλογον τῶν δαπανῶν καὶ ἔκθεσιν περὶ τῆς ἀνάγκης αὐτῶν· διότι, ὡς παρατηρῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸ σχετικὸν κεφάλαιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, εἶναι 50,000 δραχμῶν. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς, παρούσης τῆς Βουλῆς, δαπανᾷ διὰ διαταγμάτων 300,000. Ἡ ἀνάγκη ὑπῆρχε καὶ πρὸ τῆς παροχῆς τῆς πιστώσεως τῶν 50,000 δραχμῶν, πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα. Ἐν τούτοις κακὸς ὑπολογισμὸς φέρει τοσαύτην δαπάνην. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη· διότι ἄλλως, κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα περιττοὶ πάντες ἐδῶ. Ὅταν προϋπολογίζωμεν, πρέπει νὰ ὑπολογίζωμεν εἰς τὸ πλησιέστατον σημεῖον· ἀλλ’ ὅταν δίδωμεν ψῆφον διὰ 50,000 δραχμὰς, καὶ αἴφνης ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητῇ τὸ ἑξαπλάσιον τούτου, σημαίνει, ὅτι γίνεται κακὸς ὑπολογισμός. Δὲν πρέπει λοιπὸν ὁ ἀφανὴς προϋπολογισμὸς, ὁ σάραξ αὐτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, νὰ νομιμοποιῆται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρέπει ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἦναι ἐν γνώσει τῶν διαφόρων κονδυλίων καὶ τῶν σχετικῶν δαπανῶν· διότι, ὅταν οὕτω ζητῶνται αἱ πιστώσεις, ὅλα τὰ ἄλλα νομιμοποιοῦνται καὶ καλύπτονται ὑπὸ τὸν τύπον ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, διὰ νὰ μὴ φαίνηται ποτὲ ἀλλοῖος ὁ προϋπολογισμὸς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου πολλὰ κακὰ ἐπέρχονται, ὑπάρχει, λέγω, περίπτωσις ν’ ἀποφασίσωμεν ἅπαξ, ὅπως βεβαιῶται τὸ σύνολον, τὸ βεβαιωμένως δαπανηθησόμενον ποσόν. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ ἔκτακτος αὕτη περίστασις τῆς κατὰ τὸ ἑξαπλάσιον αὐξήσεως τοῦ κονδυλίου δεικνύει κἄτι τι ἔκτροπον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, χάριν τῆς τιμῆς του, μέχρις οὗ φέρῃ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα καὶ τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις. Ἐκτὸς δὲ τούτου, κύριε Πρόεδρε, ζητεῖται πίστωσις διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὸ ἕτερον κονδύλιον, τῆς κατασκευῆς τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἀπεφασίσθη νὰ κατασκευασθῇ αὐτὸ τὸ ἀνάκτορον. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν αὐτὸ, πλὴν κακῶς ὑπελόγισαν τὸ δαπανητέον ποσὸν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι, καὶ οὕτω προκαλούμεθα νὰ κυρώσωμεν πάλιν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, χάριν τῆς τιμῆς των καὶ ὅπως μὴ ὑπάρχῃ τι ὕποπτον, νὰ φέρωσιν ἐκθέσεις, δικαιολογούσας ὅλα τὰ κονδύλια ταῦτα, νὰ δεχθῶσι δὲ, ὅπως, χάριν τῆς ἐξελέγξεως αὐτῶν, ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἡ ἀρχικῶς ἀναγραφεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δι’ ἔξοδα διατροφῆς καταδίκων καὶ ὑποδίκων πίστωσις ἦτο 50,000 δραχμῶν, ἐζητοῦντο δὲ ἤδη 300,000, θὰ εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ ζητήσῃ ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τῆς πιστώσεως, προσαγωγὴν ἐγγράφων καὶ ἄλλας πληροφορίας. Ἀλλ’ ὡς ἡ Βουλὴ γινώσκει, ἡ πίστωσις, ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀνέρχεται εἰς 970,000 δραχμὰς, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλως, διότι οὕτως ἔχει ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς σειρᾶς παρελθόντων ἐτῶν. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1891 εἶχε δοθῆ πίστωσις 970,000 δραχμῶν, ἐζητήθη ἐν τούτοις ἀναπληρωματικὴ ἐξ 150,000 δραχμῶν. Τὰ ἔξοδα διατροφῆς καταδίκων καὶ ὑποδίκων, ὡς γινώσκει ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν δύνανται ποτὲ ἀκριβῶς νὰ καθορισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων· δι’ αὐτὸ ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ, ὁ ὁποῖος ψηφίζεται σὺν τῷ προϋπολογισμῷ καθ’ ἕκαστον ἔτος, δίδεται ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δαπανᾷ καὶ δι’ ἐκδόσεως Β. Διαταγμάτων δι’ ὡρισμένα κεφάλαια, εἰς αὐτὰ δὲ τὰ κεφάλαια περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἔξοδα διατροφῆς καταδίκων καὶ ὑποδίκων. Ἤδη ζητεῖται ἡ κύρωσις Β. Διατάγματος, ἐκδοθέντος ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς δυνάμει τοῦ μνησθέντος νόμου. Νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ἐν γνώσει ὁ κ. Βουλευτὴς τῶν λεπτομερειῶν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησε τὰς πληροφορίας καὶ τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§48ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι ὅτι εἶναι ἓν ἑκατομμύριον τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κονδύλιον. Δὲν πρόκειται περὶ συμπληρώσεως δι’ ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πιστώσεως 300 χιλιάδων, αἱ ὁποῖαι ἐλλείπουσιν ἀπὸ τὸ προϋπολογισθὲν ποσόν. Ἐκ τούτου δὲ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐν γνώσει περιορίζεται τὸ κονδύλιον τοῦτο, ἵνα φαίνωνται τὰ ἔσοδα μεγαλείτερα τῶν ἐξόδων, νὰ συντάσσωνται εἰκονικοὶ προϋπολογισμοὶ, εἰς τοὺς ὁποίους φαίνεται ὄχι μόνον ἡ ἐπάρκεια τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἔτος περίσσευμα. Καὶ ἐν τούτοις δανειζόμεθα πάντοτε, ἵνα πληρόνωμεν τοὺς τόκους. Καὶ τοῦτο πράττουσι δυστυχῶς πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις. Ἐγὼ δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω, ὅτι ταῦτα ἐδαπανήθησαν χάριν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ λέγω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τακτικὸν, δὲν εἶναι νόμιμον.
§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὸν νόμον ἐδαπανήθησαν.
§50ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο γίνεται κατ’ ἀνάγκην, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ παρούσης ταύτης, διὰ διαταγμάτων.
§51ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ διάταγμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, φέρει ἡμερομηνίαν 25 Ὀκτωβρίου, ὅτε ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο παροῦσα. Ἤδη θὰ δώσω πληροφορίας ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ δαπάνης δύο ἑκατομμυρίων διὰ τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου. Δὲν πρόκειται περὶ δύο ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐγκριθείσης ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς δαπάνης 540,000 δραχμῶν. Ἐκ τῆς ἐγκριθείσης ταύτης δαπάνης ἐχορηγήθη πίστωσις κατὰ τὸ ἔτος 1889 δραχμῶν 200,000. Ἡ πίστωσις αὕτη ἔμεινεν ἀδιάθετος. Ἐχορηγήθη κατὰ τὸ 1890 πίστωσις 149,000 δραχμῶν, καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἐχορηγήθη πίστωσις 250,000 δραχμῶν. Ἐπληρώθησαν μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῆς ἐγκριθείσης δαπάνης ἐκ 540,000 δραχμῶν δραχμαὶ 374,249. Ἐὰν εἰς ταύτας προσθέσωμεν καὶ τὸ ποσὸν τῆς σήμερον ζητουμένης πιστώσεως τῶν 150,000, βλέπετε ὅτι δὲν φθάνομεν ἀκόμη εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐγκριθὲν, τῶν 540,000 δραχμῶν. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ ἀταξίας, ἀλλὰ περὶ νομίμου πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν διὰ τῆς κυρώσεως βασιλικοῦ διατάγματος, περὶ δαπάνης ἀποφασισθείσης ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§52ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς πόσον θὰ ἀνέλθῃ ἡ δαπάνη;
§53ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὡς εἶπον, καὶ πρὸς ἕτερον τῶν κυρίων συναδέλφων ἀπαντῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσωμεν ἀπὸ τοῦδε ἀκριβῶς τὸ δαπανηθησόμενον ποσόν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς, μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν πρότασίν του περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§55ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ καὶ μάταιον νὰ ἐπιμείνω.
§56ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν διεσάφησε τοῦτο. Πραγματικῶς καὶ κατὰ τὸ 1891 ἐξωδεύθησαν αἱ 970,000 τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς διατροφὴν καταδίκων καὶ ὑποδίκων, καὶ ἐχρειάσθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 150,000 δραχμῶν. Κατὰ τὸ 1892 εἶχεν ἀναγραφῆ ἡ αὐτὴ πίστωσις 970,000 δραχμῶν, καὶ ζητοῦνται ἀκόμη 300,000· δέχομαι δ’ ὅτι πρέπει νὰ χορηγηθῶσιν. Ἀλλὰ διατὶ εἰς τὸν ἐφετεινὸν προϋπολογισμὸν ἀναγράφονται πάλιν μόνον 970,000; Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην τὴν εἶχεν ὑποπτεύσει καὶ γράφει, ὅτι τὰ σιτηρὰ θὰ ἦναι εὐθηνὰ, καὶ ὅτι ἐγένετο ὁπωσδήποτε οἰκονομία, διότι ἀπεκόπησαν οἱ μισθοὶ τῶν ἰατρῶν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ πρόβλεψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦναι ἀκριβὴς ὡς πρὸς τὰ σιτηρὰ, καὶ ποῦ στηρίζεται· ἀλλ’ οἱ μισθοὶ τῶν ἰατρῶν δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 11,000 δραχμῶν. Καὶ γνωρίζομεν μὲν, ὅτι μὲ 5 ἄρτους ἐτράφησαν ἄλλοτε διὰ θαύματος πεντακισχίλιοι, ἄνθρωποι ἀλλὰ πῶς μὲ 11,000 θὰ ἀναπληρωθῇ ἔλλειμμα 300,000 δραχμῶν, δὲν ἐπιστοποιήθη εἰσέτι.
§57ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κορινθίας, ὅτι μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ παράσχω πληροφορίας τινὰς ἀναγκαίας. Ὄντως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ἀνεγράφη δι’ ἔξοδα διατροφῆς ὑποδίκων καὶ καταδίκων τὸ ποσὸν μόνον 970,000 δραχμῶν, εἶπον, δὲ ὅτι ἐλπίζω νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰς δαπάνας τοῦ 1893, διότι κατὰ πρῶτον κατηργήθησαν αἱ θέσεις τῶν ἰατρῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ τὰ χρέη αὐτῶν ἀνετέθησαν εἰς ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικοὺς, κατηργήθη ἐπίσης ἡ χορηγία φαρμάκων παρὰ τῶν ἰδιωτικῶν φαρμακείων, τὴν χορηγίαν δ’ αὐτὴν ἀνέλαβον τὰ στρατιωτικὰ φαρμακεῖα. Ἔχομεν δ’ οὕτως οἰκονομίαν ἐκ τῶν μισθῶν τῶν ἰατρῶν περὶ τὰς 200,000 δραχμῶν, ἐκ δὲ τοῦ μέτρου τῆς παροχῆς φαρμάκων ἡ οἰκονομία εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρα, διότι πάντες γινώσκουσιν, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ φαρμακεῖα χορηγοῦσι τὰ φάρμακα ἐφ’ αἷς τιμαῖς ἀποκτᾷ αὐτὰ τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ, πλὴν τούτων, ὅτε ὑπέβαλον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὰς διεξαχθείσας δημοπρασίας διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ἄρτου τοῦ ἐν ταῖς φυλακαῖς, διὰ τῶν δημοπρασιῶν δὲ τούτων ἐπέτυχον ἀποτελέσματα συμφερώτερα τῶν τοῦ 1892. Ὑπελόγισα λοιπὸν, ὅτι καὶ ἐκ τούτου θὰ ἔχωμεν σπουδαίαν οἰκονομίαν. Καὶ πολλὰ ἄλλα μέτρα οἰκονομικὰ ἐλήφθησαν, διότι καὶ προσωπικὸν κατηργήθη καὶ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἐν πνεύματι αὐστηρᾶς οἰκονομίας ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ὥστε ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἐπαρκέσει ἡ πίστωσις τῶν 970,000 δραχμῶν.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λεπτομερείας τινάς;
§59ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατάργησις ἐπιστατῶν, φυλάκων, ὑπηρετῶν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ θὰ τὰ ἴδητε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ταμείων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§62Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τὸ αʹ ἐδάφιον παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ἐν τέλει, μετὰ τὰς λέξεις «ἀσβέστου καὶ ἀνθράκων», ὡς ἑξῆς: «τέταρτον δραχμῆς ἢ λεπτὰ 25 ἐπὶ ταῖς ἑκατὸν δραχμαῖς», ἐπειδὴ ἐγείρεται ἀμφιβολία. Ἐπίσης νὰ τεθῶσιν ὡς ἐπικεφαλίδες αἱ λέξεις «δραχμαὶ καὶ λεπτὰ» ἐπὶ τῶν στηλῶν τῶν πληρονομένων ποσοστῶν. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ δύο τυπογραφικὰ σφάλματα ἐν τῷ τρίτῳ ἐδαφίῳ, τουτέστιν εἰς τὸν πρῶτον ἐν τῇ στήλῃ ἀριθμὸν 5 ἔπεται ἓν μηδενικὸν, ἀντὶ δύο· ἐν δὲ τῷ τρίτῳ ἀριθμῷ ἀναδρομικῶς ἀπὸ τοῦ τελευταίου τῆς αὐτῆς στήλης ὑπάρχει μηδενικὸν ἀντὶ 5. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§64Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 4, παρατηρῶ ὅτι ἐν τῷ πρώτῳ καὶ δευτέρῳ ἐδαφίῳ δέον νὰ γείνῃ διόρθωσίς τις. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ἂν τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον θέλει λαμβάνῃ ὁ ταμίας, ὁ ὑποταμίας ἢ ὁ εἰσπράκτωρ διὰ δημοτικὴν εἴσπραξιν, θέλῃ ληφθῆ αὐτοτελῶς ἢ ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ δημοσίου φόρου. Ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι θέλει λαμβάνει τὸ κατώτερον ποσὸν, καὶ προτείνω τροπολογίαν, ἥτις ἐκφράζει τοῦτο σαφῶς. Ἐν ταῖς περιστάσεσιν, ἐν αἷς εἰσπράττει φόρον ὁ ταμίας ὡς δημοτικὸς ταμίας, ἀνεξαρτήτως, λαμβάνει τὸ ποσοστὸν αὐτοτελῶς, ὅταν ὅμως ὁ φόρος ἑνῶται μετὰ τοῦ δημοσίου φόρου, λαμβάνει μόνον τὸ ποσοστὸν, τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων 8, 9 καὶ 10 ἐγένοντο χθὲς διάφοροι παρατηρήσεις, καὶ συνεπείᾳ τούτων ἐθεώρησα πρέπον νὰ ἐπιφέρω εἰς αὐτὰ τροποποιήσεις τινάς. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8, ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ γινώσκῃ γραφὴν ὁ πληρόνων, καὶ ἑπομένως ἡ ἀπαίτησις, ὅπως ὑπογράφῃ οὗτος τὸ στέλεχος, ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἀπραγματοποίητος· ἐγένετο προσέτι καὶ παρατήρησις, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐπιβάλληται τοιαύτη ὑποχρέωσις εἰς τὸν φορολογούμενον, διότι ἠμπορεῖ οὗτος νὰ δυσκολεύηται νὰ ὑπογράψῃ, καίπερ γινώσκων γραφήν. Καὶ τῷ ὄντι ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς φορολογουμένους περισσαὶ ὑποχρεώσεις, ἐνῷ αἱ ὑποχρεώσεις πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἐν τῷ πνεύματι τῆς διακρίσεως ταύτης ἐτροποποίησα τὴν διάταξιν, ὑποβάλλω δὲ ἔντυπον τὴν τροπολογίαν, παρακαλῶν ὅπως κατὰ ταύτην ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἂν περιῆλθον εἰς τὸ γραφεῖον τὰ ἀντίτυπα τῆς τροπολογίας...
§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ διανεμηθῇ καὶ εἰς ἡμᾶς.
§66Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἐλήφθη, νὰ διανεμηθῇ... Κατὰ τὴν τροπολογίαν, ὁ εἰσπράκτωρ ὑποχρεοῦται, ἂν μὴ θέσῃ τὴν ὑπογραφὴν αὑτοῦ ὁ φορολογούμενος, νὰ θέσῃ αὐτὸς μετὰ μάρτυρός τινος τὴν ὑπογραφὴν αὑτοῦ, βεβαιῶν ὅτι ὁ φορολογούμενος ἠγνόει γραφὴν, ἢ δὲν ἤθελε νὰ ὑπογράψῃ· ἂν δὲ ἀποδειχθῇ κατόπιν, ὅτι κακῶς ἐβεβαίωσε ταῦτα, ὑπέχει εὐθύνην αὐτὸς καὶ οὐχὶ ὁ φορολογούμενος. Ἐπίσης ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ θεωρῆται ἄκυρον τὸ διπλότυπον τὸ μὴ κανονικῶς ἐκδιδόμενον. Ἡ διάταξις αὕτη περὶ τοῦ μὴ κανονικοῦ τοῦ διπλοτύπου δὲν εἶναι νέα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Αὕτη εὕρηται ἐν τῷ νόμῳ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀλλ’ εἶναι πρέπον νὰ μὴ ἐντείνωμεν τὰ τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ θεωρῶ καλὸν νὰ ἀπαλειφθῶσι τὰ περὶ τούτου ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ κείμενα, ἑρμηνευόμενα ὡς μέχρι τοῦδε. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶναι ὑποβεβλημένον, ἐπεβάλλετο εἰς τὸν φορολογούμενον καὶ ἡ ὑποχρέωσις, ἵνα ἐντὸς 10 ἡμερῶν ποιήσηται δήλωσιν πρὸς τὸν Δήμαρχον περὶ τῆς πληρωμῆς, καὶ παρουσιάσῃ τὸ δοθὲν εἰς αὐτὸν διπλότυπον. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη εἶναι βαρεῖα, ἴσως, ὡς ἐγένετο ἡ παρατήρησις, καὶ ἀδικαιολόγητος, διότι ἀρκεῖ, ὅτι πληρόνει ὁ φορολογούμενος τὸν φόρον, ἡ δ’ ἐπιβολὴ εἰς αὐτὸν ὑποχρεώσεως, ὅπως ἐντὸς 10 ἡμερῶν μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δήμου καὶ ποιήσηται τὴν κατὰ νόμον δήλωσιν, εἶναι ἐπιβάρυνσις ἐπαχθὴς καὶ δυσανάλογος πρὸς τὴν ἐξ αὐτῆς ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου. Προτείνομεν ἄρα ἄλλην ἐγγύησιν, ἥτις θὰ ἀποδειχθῇ, ὡς ἐλπίζω, ἀποχρῶσα, τουτέστιν ἐπίσης ἀποτελεσματικὴ, ὡς ἡ παρὰ τῷ Δημάρχῳ δήλωσις, αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ προσθήκη εἰς τὸ διπλότυπον δευτέρου στελέχους, ὅπερ θὰ ἀποκόπτηται ὑπὸ τοῦ λαμβάνοντος αὐτὸ, καὶ θὰ παραδίδωται εἰς τὸν πάρεδρον τοῦ χωρίου, ὀφείλοντα νὰ τὸ ἀποστέλλῃ εἰς τὸν ταμίαν, ὅπως διὰ τοῦ στελέχους τούτου γίνηται ὁ ἔλεγχος. Ὁ δι’ ἀποκοπτομένου στελέχους ἔλεγχος δὲν ἀπαιτεῖ τὴν γνῶσιν γραφῆς παρὰ τοῦ ἀποστέλλοντος αὐτό. Περὶ δὲ τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐφαρμογῆς ἀναγράφεται διάταξις, καθ’ ἣν διὰ Β. Διατάγματος θὰ κανονισθῶσιν αὗται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5–7, ὡς ἔχουσι, καὶ τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 9 διαγράφεται, κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Οὕτω δὲ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου γίνεται 9. (Ἀναγινώσκεται ὡς ἄρθρον 9 τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 10 πρόσθετον (ἀναγινώσκεται).
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερε περὶ δηλώσεων τοῦ διπλοτύπου.
§69Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον, ὅτι τὸ διπλότυπον θὰ ἔχῃ προσηρτημένον στέλεχος, τὸ ὁποῖον ἀποκοπτόμενον θὰ ἀποστέλληται εἰς τὸν ταμίαν πρὸς ἔλεγχον.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ τριπλοτύπου;
§71Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ὑπάρχῃ τὸ στέλεχος, ὅπερ κρατεῖ ὁ παραδίδων τὸ διπλότυπον· θὰ ὑπάρχῃ τὸ διπλότυπον, τὸ παραδιδόμενον εἰς τὸν φορολογούμενον, τοῦτο δὲ θὰ φέρῃ προσηρτημένον ἕτερον στέλεχος, ὅπερ θὰ παραδίδηται εἰς τὸν πάρεδρον. Ἄλλως τε κατὰ τὸ νομοσχέδιον ταῦτα θὰ κανονίζωνται διὰ Β. Διατάγματος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ πρόσθετον ἄρθρον 10, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Προξενικῆς ὑπηρεσίας παρὰ τῇ ἐν Παρισίοις Πρεσβείᾳ.
§73ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, εἶναι γνωστὰ τὰ ἔσοδα τοῦ Προξενείου;
§74ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰ ἔσοδα τοῦ Προξενείου ἀκριβῶς δὲν εἶναι γνωστά. Βεβαίως ὅμως ἀπέχουσι πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ καλύψωσι τὰς προτεινομένας δαπάνας. Ὑποτίθεται ὅτι τὰ ἔξοδα ἐξικνοῦνται μέχρι διακοσίων φράγκων κατὰ μῆνα. Ἀλλ’ ἡ θέσις τῶν πραγμάτων ἐν Παρισίοις εἶναι ἀπό τινος μεταβεβλημένη κατὰ πολύ. Ἄλλοτε ἐν Παρισίοις ὑπῆρχον μόνον μαθηταὶ εὐάριθμοι καί τινες διαβατικοὶ Ἕλληνες, ὁ ἀριθμὸς δ’ αὐτῶν δὲν ἦτο τοσοῦτος, ὥστε νὰ γεννᾷ τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Προξενείου πράγματα, ὡς σήμερον. Ἀλλὰ σήμερον ἐν Παρισίοις ἔχομεν παροικίαν Ἑλληνικὴν σπουδαιοτάτην, καὶ λόγῳ ἀριθμοῦ, καὶ λόγῳ περιουσιῶν, ἔχομεν δὲ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν σπουδαστῶν εἰς μέγιστον βαθμὸν ηὐξημένον. Ἔχομεν δὲ καὶ τὸ ἕτερον τοῦτο, τὸ κακὸν, ὅτι ἐν Παρισίοις, πρὸς τοῖς ἀρίστοις στοιχείοις, ἅτινα ἐν μεγίστῳ ἀριθμῷ συμπίπτουσιν, εἴτε μεταξὺ τῶν σπουδαστῶν, εἴτε μεταξὺ τῶν πλουσίων, τῶν ἐγκατεστημένων ἐκεῖ, ἢ τῶν ἁπλῶς διερχομένων, ἔχομεν πυρῆνά τινα ἀποβλήτων τοῦ τε ἔσω καὶ τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ, ὅστις δυστυχῶς, περιστοιχίζων τὸ Προξενεῖον, συντελεῖ εἰς τὸ νὰ περιπλέκωνται αἱ ἐργασίαι αὐτοῦ. Ἡ κατάστασις αὕτη τῶν πραγμάτων ἀπὸ ἱκανοῦ χρόνου κατέδειξεν, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, ἅτινα κατ’ ἀνάγκην ἀνήκουσιν εἰς ἄμισθον Γενικὸν Προξενεῖον, ἀντιπροσωπευόμενον ὑπὸ ἀνδρῶν πρὸς πᾶν ἄλλο παρεσκευασμένων ἢ πρὸς περίπλοκον ὑπηρεσίαν συμβολαιογραφικὴν, δικαστικὴν ἐν μέρει καὶ ἄλλην, τὰ πράγματα, λέγω, ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ τοιαύτη ὑπηρεσία εἶναι ἀνάγκη νὰ μετατεθῇ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Πρεσβείας, ὅπως γίνηται ἐκεῖ δι’ ἐμμίσθου ὑπαλλήλου, ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπιτήρησιν καὶ τὴν εὐθύνην τῆς Πρεσβείας, εἰς δὲ τὸ Γενικὸν Προξενεῖον, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται, νὰ μείνῃ μόνη ἡ ἁπλῆ παράστασις, καὶ τὸ γραφεῖον τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες κατὰ νόμον, ὡς ἀναγκαῖαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παρέχονται ὑπὸ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν. Ὅμοιον γραφεῖον, ἐν εὐρείᾳ ὅμως ἀναπτύξει, ἔχομεν ἐν Κωνσταντινουπόλει, τὸ Γενικὸν Προξενεῖον, ἐξηρτημένον ἀμέσως ἀπὸ τῆς Πρεσβείας. Ἡ διαφορὰ ἐνταῦθα εἶναι, διότι καὶ ἡ ἀνάγκη εἶναι μικροτέρα, ὅτι ὁρίζομεν μόνον γραμματέα προξενικὸν παρὰ τῇ Πρεσβείᾳ, ἐνῷ ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπου ἡ ὑπηρεσία εἶναι πολὺ σημαντικωτέρα καὶ εὐρυτέρα, αὐτὸς ὁ γενικὸς πρόξενος, ἐπὶ κεφαλῆς πολυαρίθμου προξενικοῦ γραφείου, εἶναι προσηρτημένος εἰς τὴν Πρεσβείαν. Οἱ λόγοι, οὓς ἐξέθηκα, καὶ οἵτινες στηρίζονται ἐπὶ ἐκθέσεων ὑποβληθεισῶν τελευταῖον, βεβαίως ἐπιβάλλουσι νὰ δαπανήσωμεν καὶ ἱκανὸν ἐπὶ πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅπως ἅπαξ διὰ παντὸς τακτοποιήσωμεν τὰ τῆς προξενικῆς διαχειρίσεως ἐν Παρισίοις. Τὸ καλὸν ἔσεται μέγα καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικὰ καὶ διὰ τὴν ὑπόληψιν τὴν Ἑλληνικήν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσωσι βαίνοντα τὰ πράγματα ὅπως σήμερον βαίνουσιν, αὐξανομένης δηλαδὴ τῆς ἐν Παρισίοις Ἑλληνικῆς παροικίας, δὲν εἶναι μακρὰν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἡ δαπάνη, ἡ βαρύνουσα τὸ δημόσιον ταμεῖον, τακτοποιουμένων τῶν πραγμάτων καὶ αὐξανομένων τῶν εἰσπράξεων, θὰ ἦναι πολὺ μικροτέρα ἢ ἡ σήμερον προβλεπομένη.
§75ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, εὑρίσκω αὐτὴν ὀρθοτάτην· ἀλλ’ ὅπως ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέθηκε, σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου κυρίως εἶναι νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἐν Παρισίοις Ἑλλήνων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε δὲν ἠσφαλίζοντο ὡς ἔδει, διότι, ὅπως ἠκούσατε, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποκατεστημένων ἐν Παρισίοις Ἑλλήνων εἶναι μέγας, τὰ δὲ συμφέροντα εἶναι πολλὰ, διότι ἐκτὸς τῶν μαθητῶν οἱ λοιποὶ ἀποκατεστημένοι εἶναι πλούσιοι, καὶ ἑπομένως τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ φροντίσῃ περὶ τῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ μὴ ὑποστῇ τὴν δαπάνην τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ νὰ αὐξηθῶσι τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα τὸ Προξενεῖον θὰ εἰσπράττῃ. Δὲν ἐννοῶ, διατὶ νὰ μὴ πληρόνωσι τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα πληρόνονται ἐν Ἑλλάδι, οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πλούσιοι, περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ὁποίων λαμβάνεται ἰδιαιτέρα πρόνοια. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ οἱ ὀφείλοντες νὰ πληρόνωσιν οὐδεμίαν θὰ ἔχωσι δυσκολίαν πρὸς τοῦτο.
§76ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πρόνοια δὲν λαμβάνεται ὑπὲρ τῶν πλουσίων, πρόνοια λαμβάνεται ὑπὲρ ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλληνικῆς ἀρχῆς ἐν Παρισίοις καὶ ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας τῆς περὶ τὰς ὑποθέσεις τῶν Ἑλλήνων ἐν γένει. Θὰ ἦτο καλὸν, ἂν ἠδυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὰ τέλη πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ καλύψωμεν μέρος τοὐλάχιστον τῆς ἐπὶ πλέον τῶν εἰσπράξεων δαπάνης· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γείνῃ. Θ’ ἀναγκασθῶμεν ἄρα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν φορολογίαν τὴν ἀναγεγραμμένην εἰς τοὺς σήμερον κειμένους νόμους. Παρατηρῶ ὅμως, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῶν λεχθέντων πρὸ μικροῦ, ὅτι ἤδη, ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, τὸν ὁποῖον τελευταῖον ἐψηφίσαμεν, θέλομεν ἔχει αὔξησιν τῶν ἐκ τελῶν εἰσπράξεων ἐν ἁπάσαις ταῖς προξενικαῖς περιφερείαις, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ ἐν Παρισίοις.
§77Α. Γ. ΣΟΥΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω λέξεις τινὰς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ὑπὸ συζήτησιν δύο προξενικῶν νομοσχεδίων. Τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ τοῦ 1867 ἐξέλεγον οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ, ἡ δὲ εὐθύνη ἐπέπιπτεν ὡς πρὸς τοῦτο εἰς αὐτούς. Κατὰ δὲ τὸ 1867 ἐξεδόθη τὸ πρῶτον διάταγμα, τὸ κανονίζον τὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀκολούθων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τῇ προτάσει τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ νῦν ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ διάταγμα τοῦτο κατήργει ὁ διαδεξάμενος αὐτὸν Ὑπουργὸς, καθιστῶν δι’ ἑτέρου διατάγματος τὰς περὶ εἰσόδου διατάξεις εὐκολωτέρας, καὶ τοῦτο χάριν ὡρισμένου προσώπου. Κατὰ τὸ 1869 ἐπανήρχοντο καὶ πάλιν αἱ διατάξεις τοῦ 1867. Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα συστηματικῆς μορφώσεως ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Μετὰ μελέτην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κατὰ τὸ 1872, ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς κατήρτισεν ἐπιτροπὴν ἐκ τοῦ τότε γενικοῦ προξένου ἐν Κωνσταντινουπόλει, τοῦ ἀρχαιοτέρου τμηματάρχου τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου καὶ τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου κ. Ψαῤῥᾶ. Κατὰ δὲ τὸ 1875 εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην προσελαμβάνοντο ὡς μέλη οἱ καθηγηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου κ.κ. Παπαῤῥηγόπουλος καὶ Οἰκονομίδης καὶ ὁ κ. Ψύλλας, ἀρχαῖος διπλωματικὸς ὑπάλληλος. Τὰ ὀνόματα καὶ μόνα τῶν ἀνδρῶν τούτων εἶναι ἱκανά, ὅπως καταδείξωσι τὴν σπουδαιότητα τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἐχέγγυον ἀληθὲς ὑπὲρ τοῦ ἔργου, ὅπερ αὕτη ἐξεπόνησεν, ὑπὸ τὴν προεδρείαν τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ 1877, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπέβαλε καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Οἱ ψηφισθέντες κατὰ τὸ 1877 νόμοι ΧΝΖʹ καὶ ΧΝϚʹ εἶναι δύο κατὰ τὸ φαινόμενον, εἷς ὅμως κατ’ οὐσίαν, διότι μία ἡ ἀρχή, ἐφ’ ἧς ἀμφότεροι ἐστηρίζοντο, πατριωτικὴ ἀρχή: τὰ ἐν Ἀνατολῇ συμφέροντα ἡμῶν. Καὶ δὲν ἠδύνατο πλέον ἐκ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου νὰ μεταβάλῃ τις οὐσιῶδές τι, εἰμὴ ἐκεῖνος, ὅστις δὲν εἶχε κατανοήσει τὸν ἐν συνόλῳ εἱρμὸν αὐτοῦ· δὲν ἠδύνατό τις νὰ μεταβάλῃ διάταξιν τοῦ ἑνὸς τῶν νόμων τούτων, χωρὶς νὰ γεννηθῇ κενὸν ἐν τῷ ἑτέρῳ. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, καὶ μακρᾷ ἐφαρμογῇ, πιθανὸν νὰ ἀνεφαίνετο ἀνάγκη μεταῤῥυθμίσεών τινων, τὰς ὁποίας ἡ πρᾶξις ἤθελεν ὑποδείξει, οὐχὶ ὅμως ὅπως τοῦτο διηνεκῶς πράττομεν, ἐκ τῶν θεωριῶν τὰς θεωρίας, οὐδέποτε δ’ ἐφαρμόζοντες αὐτάς, ὅπως ἐκ τῆς πράξεως καὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου νεωτέρας χρησίμους ἀντλήσωμεν. Τὸ σοβαρὸν δ’ ἐκεῖνο ἔργον δὲν ἔζησε περισσότερον τῶν ῥόδων τοῦ ποιητοῦ, — μίαν πρωΐαν μόνην, μίαν σύνοδον. Καὶ ὁ μὲν ΧΝϚʹ νόμος ἀνεστέλλετο ἐπὶ διετίαν, μεθ’ ὃ καὶ ἐπὶ ἄλλην διετίαν, ἀφίνων τὸν ΧΝΖʹ, μεθ’ οὗ ἦτο ἀναπόσπαστος, ἐν μετεώρῳ καταστάσει, καὶ ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦ 1887 ἀπὸ τοῦ 1881 ἔπαθε τὰς ἑξῆς μεταβολὰς, ἀληθὲς μαρτυρολόγιον. Νόμοι τροποποιοῦντες ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1887 τὸν νόμον ΧΝΖʹ: ΠΓʹ, ϠϞΗʹ, ΑΡϞΔʹ, ΑΣΙΓʹ, ᾼΣΛΔʹ κλπ., πληθὺς δὲ διαταγμάτων καὶ ἐγκυκλίων συνοδὸς τούτων. Αἱ μεταβολαὶ αὗται ἔφερον τοιαύτην σύγχυσιν, ὥστε κατὰ τὸ 1887 ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς συνησθάνθη τὴν ἀνάγκην τῆς κωδικοποιήσεως ὅλων αὐτῶν τῶν νόμων, διαταγμάτων καὶ ἐγκυκλίων, ὅπως οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου δύνανται νὰ ὁδηγῶνται εἰς τὸ ἔργον αὐτῶν. Ἦσαν δ’ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι τὸ πλεῖστον, εἰμὴ πάντες, προσωπικοί· ἀνεστέλλετο ὁ νόμος, ὅπως μὴ συμπεριληφθῶσιν εἰς τοῦτον ὑπάλληλοί τινες, ἢ μετέπειτα, ὅπως ὁ πρωτοκολλητὴς γείνῃ γραμματεύς, ἢ ὅπως ὁ μετὰ τοῦτον, ὅπως ὁ ἀκόλουθος μὴ μεταβῇ εἰς Ἀνατολήν, ἢ ὁ καλλιγράφος ἔχῃ τὰ αὐτὰ προσόντα μὲ τοὺς γραμματεῖς κτλ. Καὶ ταῦτα, ἐνῷ ὑπῆρχον νόμοι, δι’ ὧν ἐῤῥυθμίσθησαν πάντα ταῦτα. Ἀλλὰ μήπως τὸ κακὸν ἔμεινεν ἐκεῖ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Ἀπνευστὶ καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ ἔργον, τὴν κατεδάφισιν. Καὶ ἐπειδὴ οὐδόλως εὐσυνείδητον τὸ γενικῶς ἐκφράζεσθαι, ἰδού, πρὸς ἀπόδειξιν, νόμοι μεταβάλλοντες τὸν ΧΝΖʹ καὶ ΧΝϚʹ ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν: ΑΦΛΔʹ,
ΑΧΚΒʹ, ΑΧΚΓʹ, ΑΧΚΕʹ, ΑΨΚΒʹ, ΑϠΛΔʹ, ΑϠΟΕʹ,
κλπ. κλπ. Αἱ μεταβολαὶ δὲ αὗται μέχρι τοῦ 1891, ἐποχήν, καθ’ ἣν ἡ φορὰ αὕτη τοῦ νομοθετεῖν, εἰς βάρος πάντοτε τῶν ταλαιπώρων νόμων ΧΝΖʹ καὶ ΧΝϚʹ, ἦτο τοιαύτη, ὥστε, ἐὰν ἐπεσκέπτετό τις τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ἤθελεν εὑρεθῆ πρὸ ἀνθρώπων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οἵτινες εἶχον καταληφθῆ ὑπὸ τῆς θέρμης τοῦ νομοθετεῖν. Ὁ κλητὴρ συνέτασσε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ προαχθῇ εἰς βοηθὸν ἀρχειοφύλακος· ὁ ἀρχειοφύλαξ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἠδύνατο ν’ ἀποκτήσῃ τὰ προσόντα γραμματέως ὑπουργικοῦ ἢ Πρεσβείας· ὁ γραφεὺς νομοσχέδιον, ὅπως γείνῃ ἀκόλουθος ἄνευ ἐξετάσεων, ὡς καὶ ἄλλοτε τοῦτο ἐγένετο· ὁ γραμματεὺς βʹ τάξεως, ὅπως δύναται νὰ προαχθῇ μετὰ διετίαν καὶ οὐχὶ τριετίαν· νομοσχέδια συνετάσσοντο, δι’ ὧν οἱ τμηματάρχαι ἠδύναντο νὰ γείνωσιν αὐθωρεὶ γενικοὶ πρόξενοι, καὶ οὕτω καθεξῆς. Εἷς ἀνώτερος ὑπάλληλος, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἡμίσεως τῶν ἀξιούντων, ἕτερος ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἐπιλοίπων! Μὴ δυνηθείσης νὰ κατισχύσῃ τῆς μιᾶς μερίδος ἀπέναντι τῆς ἑτέρας, ἐπῆλθεν ἀνακωχή, μετὰ ἀμοιβαίας δὲ παραχωρήσεις συνετάχθη νομοσχέδιον, εἰς ὃ περιελαμβάνοντο αἱ ἀξιώσεις ἁπάντων. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καίπερ ὠθηθὲν ὑπὸ τῶν ἐχόντων τὸ συμφέρον μέχρι τῆς θύρας τοῦ περιβόλου τούτου, δὲν ἐψηφίσθη, ὡς ἐκ τῆς ἐπελθούσης μεταβολῆς τῆς 18 Φεβρουαρίου. Ἀλλὰ μήπως τὸ κακὸν ἔπαυσε; μήπως ἔμεινεν ἕως ἐκεῖ; Ἰδοὺ τὴν σήμερον, οὐχὶ τὸ σύνολον, ἀλλὰ τμηματικῶς βλέπομεν ψηφιζόμενον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὑφ’ ἡμῶν. Ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅπως οἱ τμηματάρχαι δύνανται νὰ προάγωνται εἰς γενικοὺς προξένους ἀμέσως, ἐπίσης καὶ ἄλλα συνετάμομεν τὸν χρόνον κατὰ τὴν ἀξίωσιν τῶν γραμματέων, ὅπως προάγωνται οὗτοι μετὰ διετίαν καὶ οὐχὶ τριετίαν κτλ. Καὶ ταῦτα πάντα κατὰ περίεργον ἀληθῶς τρόπον. Διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ὅπως συνετάχθη, προήχθησαν ἐκεῖνοι τῶν γραμματέων, οἵτινες οὐδέποτε ὑπηρέτησαν εἰς τὰς θέσεις των, μεθ’ ὃ μᾶς ἔμεινεν ὁ νόμος· ποῖος νόμος; Οἱ γραμματεῖς Προξενείων, ἐκτὸς τῶν ἤδη ὑπηρετούντων, προάγονται εἰς ὑποπροξένους μετὰ διετῆ πραγματικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐξ ἀντιδιαστολῆς, οἱ ἀκόλουθοι ὑποπρόξενοι, πρόξενοι κλπ. προάγονται καὶ μετὰ μὴ πραγματικὴν ὑπηρεσίαν. Ἰδού, Κύριοι, τί ψηφίζομεν. Ἰδοὺ ἡ ἀνάλυσις ἑνὸς τεμαχίου τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐξ οὗ κρίνατε καὶ τὸ ἐπίλοιπον. Τοιοῦτοι καὶ οἱ τὴν σήμερον πρὸς ἐπιψήφισιν νόμοι· ὁ ἀρχειοφύλαξ λαμβάνει τὸ δικαίωμα, ὅπως προαχθῇ εἰς γραμματέα Πρεσβείας κτλ. Καὶ λέγων ταῦτα, βεβαιώθητε, ὅτι οὐδὲν ἔχω κατὰ τῶν προσώπων, καὶ μάλιστα, εἰς ὃ σημεῖον περιήλθομεν τὴν σήμερον, ἔγκλημα καταντᾷ νὰ μὴ προαχθῇ, ἔστω καὶ διὰ προσωπικοῦ νόμου, ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀρχειοφύλαξ, ἀφοῦ καὶ οἱ λοιποὶ σύγχρονοι αὐτοῦ διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου προήχθησαν. Ἀφαιρέσατε τὴν προσωπικὴν ταύτην διάταξιν ἐκ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου, καὶ θέλετε ἴδει, τί εἶναι τὸ ἐπίλοιπον· διηνεκὴς προσπάθεια εἰς ἅπαντα τὰ ἄρθρα, ὅπως προστεθῶσι τὰ προξενικὰ ἔτη εἰς τὰ διπλωματικά. Ἀλλὰ τοῦτο, ἐναντίον καὶ αὐτῆς τῆς πρώτης πράξεως τῆς ἀριθμητικῆς, καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ θέλει μείνει ἀπραγματοποίητον, ὅσον καὶ ἂν τὸ ψηφίσωμεν ἡμεῖς, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, δι’ ὃν καὶ τὰ 5 μῆλα καὶ τὰ 6 κάρυα δὲν προστίθενται. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, ἕτερα περίεργα! Δημιουργοῦμεν θέσιν 1000 δραχμῶν ἐν Παρισίοις, τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως τοῦ Γενικοῦ Προξενείου, ἐνῷ οἱ γραμματεῖς τῶν Πρεσβειῶν μόλις 800 λαμβάνουσιν, οἱ δ’ ὁμοιόβαθμοι αὐτοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ, Χανίοις, Μασσαλίᾳ, Ἰωαννίνοις κλπ. μόλις 250, 300 καὶ 350, καὶ τοῦτο, διότι, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλοία ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις καὶ ἀλλοία ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἄλλη ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἐν Ἰωαννίνοις καὶ ἄλλη διὰ τοὺς ἐν Παρισίοις. Καταντᾷ δὲ τὸ νομοσχέδιον προσωπικὸν δι’ ὃν θέλει καθέξει τὴν θέσιν ταύτην ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ὁμοιοβάθμους αὐτῷ. Ἐκτὸς τούτου, θέλομεν ἔχει τρεῖς καὶ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ πόλει, ὅπερ ἄτοπον. Φρονῶ, ὅτι ἀντὶ τοιούτων νομοσχεδίων ὤφειλον νὰ παρουσιάσωσιν ἡμῖν νομοσχέδιον ἐφάμιλλον τοῦ 1877, ὤφειλον νὰ παρουσιάσωσιν ἡμῖν νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἐδεσμεύοντο καὶ αὐτοὶ οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοί, οἵτινες οὐδέποτε ἀπένειμαν δικαιοσύνην εἰς τοὺς εὐόρκους ὑπαλλήλους χάριν τῶν ἐγκληματιῶν... Ἀλλ’ ὅταν τις λέγῃ τι, ὀφείλει νὰ εἴπῃ καὶ τὸ διατί. Διὸ προβαίνω εἰς τὴν ἀπόδειξιν. Κατὰ τὸ 1882 διεγιγνώσκετο ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ μᾶλλον τῶν φίλων του, ὅτι ὁ ἐν Καΐρῳ γραμματεύς, πρὸ ἔτους διορισθείς, θὰ διέλαμπεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἑπομένως πᾶσα πρὸς αὐτὸν προστασία. Τὸ αὐτὸ ἔτος, ὁ ὑπάλληλος οὗτος ὑπεξήρεσε τὰ ἐν τῷ χρηματοκιβωτίῳ τοῦ Προξενείου εὑρισκόμενα χρεωστικὰ γραμμάτια, ἐπιῤῥίπτων τὴν πρᾶξιν εἰς τὸν προϊστάμενον αὐτοῦ· ἡ μικρὰ αὕτη πρᾶξις, συνοδευομένη ὑπὸ πλείστων ἄλλων, αἵτινες καθίστων ἀσυμβίβαστον τὴν διατήρησιν τοῦ νέου ἐκείνου ἐν τῷ σταδίῳ, καὶ δι’ ἃς ὁ ἐπιθεωρητὴς κατήγγειλε τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, ἔδιδον ἀφορμὴν νὰ παυθῇ. Ἐπαύθη; Οὐ μόνον δὲν ἐπαύθη, ἀλλὰ καὶ προήχθη εἰς ἀνωτέραν θέσιν! Ἐν τῇ νέᾳ του θέσει εὑρίσκει καθηγητήν τινα, Κυριατσίδην τὸ ὄνομα, ὅστις ἐζήτει πρόσωπον, ὅπως ἀσφαλῶς καταθέσῃ παρά τινι τῶν ἐνταῦθα τραπεζικῶν καταστημάτων μετοχάς τινας· ὁ ὑπάλληλος οὗτος προσφέρεται νὰ παράσχῃ τὴν ἐκδούλευσιν ταύτην τῷ Κυριατσίδῃ, λαμβάνει τὰς μετοχὰς, τὰς ἐνεχυριάζει παρά τινι ἑτέρῳ ὁμογενεῖ ἐπ’ ὀνόματί του διὰ 50 λίρας, εἶτα πείθει διὰ τρόπου τυχοδιωκτικοῦ, ὅπως τῷ ἐπιστρέψῃ ὁ ὁμογενὴς οὗτος τὰς μετοχὰς, ἃς λαβὼν, καθὼς καὶ τὰς 50 λίρας, ἀπέρχεται ἐπ’ ἀδείᾳ, ἐκτελέσας ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἑτέρας πράξεις, ἃς ἀδύνατον νὰ ἀναφέρῃ τις· ὥστε δύνασθε νὰ φαντασθῆτε τὸ μέγεθος αὐτῶν. Ταῦτα ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀναφέρει τῷ Ὑπουργῷ, ὅστις ἀντὶ πάσης ἄλλης ἀπαντήσεως ἀναγγέλλει τῷ προστατευομένῳ αὐτοῦ τὴν προαγωγήν του ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς. Τὴν νέαν θέσιν του ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐγκαινίζει δι’ ὑπεξαιρέσεως τῶν ἐν τῷ Διπλωματικῷ Πρακτορείῳ παρακαταθηκῶν, διὰ τῆς νοσφίσεως περιουσίας ἀποθανούσης, καὶ ἀφίνει ἔνδοξον ἐποχήν. Μεταβαίνει χάριν ὑποθέσεων αὐτοῦ εἰς Ἀλεξάνδρειαν, ἔνθα πείσας δυστυχῆ τινα ὁμογενῆ, ὅτι ἐκεῖ που εὑρίσκεται κεκρυμμένος θησαυρός, λαμβάνει παρ’ αὐτοῦ 100 αἰγυπτιακὰς λίρας, ὅπως ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας· ἀναμιχθεὶς δὲ ἐπὶ ποδὸς καὶ εἰς ἑτέρας τινὰς τοιαύτης φύσεως ἐπιχειρήσεις, μετέβαινε δι’ Ἀθηνῶν εἰς τὴν θέσιν του, ἀφαιμάξας, ὡς λέγουσι, καὶ αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις πρὸς τιμωρίαν τὸν μετέθεσεν εἰς ἑτέραν ὁμοιόβαθμον θέσιν. Τοῦτο δὲ θεωρήσας ὡς καίριον κατὰ τῆς φιλοτιμίας του τραῦμα ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ἠκολούθησεν, ὑπάλληλος ὢν, Ῥωσσίδα τινὰ, ὡς ὑπηρέτης αὐτῆς καὶ ἐπιτετραμμένος τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατέληξεν ὑπάλληλος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀλφόνσος ἐν Παρισίοις. Ἡ κατάστασις αὕτη καὶ ἡ στενοχωρία τοῦ κατὰ τὸ 1891 Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἐκ τοῦ ὁρμαθοῦ τῶν χρεωστικῶν ἀπαιτήσεων, αἵτινες καθ’ ἑκάστην ἔφθανον, καθὼς καὶ αἱ διάφοροι ἀναφοραὶ δι’ ἑτέρας ὑποθέσεις, νομίζετε ὅτι ἔπεισαν τὸν Ὑπουργὸν, ὅπως τὸν παύσῃ; Οὐχί! Παρῃτήθη ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος ὅταν ἠθέλησεν. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ τις ἴσως: πιθανὸν νὰ ἠπατήθη ὁ Ὑπουργὸς ὡς πρὸς ἓν πρόσωπον. Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ ἄλλο. Προσελήφθη νέος τις, τελειόφοιτος Γυμνασίου, ὡς γραφεὺς ἐν τῷ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείῳ. Ἀστὴρ διάττων ὁ γραφεὺς οὗτος! γραμματεὺς ἀμέσως νὰ προαχθῇ! Ἔκτακτος νομοθέτης καὶ λογιστὴς πρὸ πάντων! νὰ τῷ ἀνατεθῇ τὸ λογιστικὸν τμῆμα. Καὶ ἅμ’ ἔπος, ἅμ’ ἔργον. Ἅμα ὡς ἐγκατεστάθη ὁ κύριος οὗτος ἐν τῇ νέᾳ αὐτοῦ θέσει, εἰδοποιεῖ τινας τῶν ἔξω συναδέλφων του, ὅτι κατὰ χάριν δέχεται νὰ γείνῃ ἀντιπρόσωπος αὐτῶν διὰ τὰς μετὰ τοῦ Δημοσίου δοσοληψίας των ἐπ’ ἀμοιβῇ 4%, ὑποδεικνύων αὐτοῖς τὰς ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ εὐκολίας. Εἷς ἐκ τῶν λαβόντων τὴν εἰδοποίησιν ταύτην ἦτο καὶ ὁ ἐν Σόφιᾳ διερμηνεὺς, ὅστις ἀναθεὶς αὐτῷ διὰ πληρεξουσίου τὰς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ αὐτοῦ δοσοληψίας, ἔπαθεν ἁπλούστατα τὰ ἑξῆς· 5, 6, 7, 8, 10 μῆνας ἄνευ μισθοῦ· διεμαρτύρετο ὁ δύστηνος, ἀλλ’ εἰς μάτην· ἐξαντλήσας δὲ πᾶν χρηματικὸν ἐφόδιον, παρακαλεῖ δι’ ἑτέρου αὐτοῦ πληρεξουσίου νὰ ἴδῃ τί συμβαίνει ἐν Ἀθήναις· ἁπλούστατον: εἶχε λάβει ὁ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάλληλος τὰ ἐντάλματα, καὶ ἐξοφλήσας αὐτὰ, ἐξώδευσε τὸ χρῆμα! Ὁ νέος πληρεξούσιος, ὅπως ἀσφαλίσῃ τὸν δυστυχῆ διερμηνέα, δέχεται παρὰ τοῦ καταχραστοῦ ὑπαλλήλου γραμμάτιον εἰς διαταγὴν, συνέπεια δὲ τούτου ἦτο δικαστικὴ ἀπόφασις, ἥτις καὶ μόνη ἔπεισε τὸν ἔντιμον τοῦτον ὑπάλληλον, ὅπως πληρώσῃ τὰ πρὸς τὸν διερμηνέα ὀφειλόμενα. Αὐτὰ ἔπραξεν, ὡς ἔμαθον, καὶ εἰς ἄλλους, οἵτινες ὅμως, φοβούμενοι τοὺς προστάτας αὐτοῦ, ἀπέφυγον νὰ τὸν καταγγείλωσι. Ταῦτα πάντα ἐγένοντο γνωστὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ ὅμως, ἀμεῖβον αὐτὸν, προάγει ἀμέσως εἰς γραμματέα αʹ τάξεως ἐν Σμύρνῃ. Ἐνταῦθα κατὰ περιοδείαν του ὁ ἐπιθεωρητὴς καταγγέλλει αὐτὸν διὰ πράξεις, δι’ ἃς τὸ Ὑπουργεῖον ὤφειλε νὰ στείλῃ ἐντεῦθεν Εἰσαγγελέα, διὰ πράξεις, αἵτινες συνεκίνησαν καὶ αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις, πεισθεὶς εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν, καλεῖ τὸν ὑπάλληλον μετὰ δισταγμοῦ εἰς ἀπολογίαν. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἰς ἀπάντησιν λαμβάνει κανονικὴν ἄδειαν, ἔρχεται εἰς Ἀθήνας, καὶ ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ τμηματάρχου αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς γραφίδος αὐτοῦ συντάσσει τὴν ἀπολογίαν του! Πρωτότυπος ἀληθῶς κατάστασις! Καὶ φυσικὰ... προάγεται εἰς πρόξενον, καταπατήσας ἑτέρων, ἀληθῶς πολυτίμων ὑπαλλήλων, τὴν ἀρχαιότητα. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος διατηρεῖται εἰσέτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ! Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις: ἔσφαλεν ὁ Ὑπουργὸς διὰ δύο πρόσωπα· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ νόμος; Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ τρίτον. Εἶχον ποτὲ συνάδελφον, ἐξ ἁπλοῦ γραφέως προαχθέντα, ὅστις εὕρισκεν ἄπορον, πῶς εἰσπράττω τὰ τέλη, ὥς εἰσι ταῦτα ἐν τῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένα, ἐνῷ αὐτὸς εἶχεν ἐξεύρει μέθοδον, δι’ ἧς ἐτριπλασίαζε τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα, κρατῶν τὰ ⅔ ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Μὴν δὲν παρῆλθεν, ἀφ’ ὅτου μᾶς ἐξήγει τὰς θεωρίας του ταύτας, καὶ προάγεται καὶ οὗτος, καταπατήσας τὴν ἀρχαιότητα πολὺ ἱκανωτέρων καὶ ἐντίμου χαρακτῆρος συναδέλφων αὐτοῦ! Καὶ ταῦτα πάντα ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ πάντοτε Ὑπουργοῦ! Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ τις: ἐπειδὴ ἔσφαλεν ὡς πρὸς τρία πρόσωπα, τί πρὸς τοῦτο; Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ τέταρτον. Πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἐπαγγέλλεται τὸν γλωσσομαθῆ, τὸν ἔξοχον ἑλληνιστὴν κτλ. Καὶ ἐνόσῳ μὲν εἰργάζετο ὑπὸ ἄλλους, μὴ ἐργαζόμενος, καὶ ἔχων τὴν αἴγλην τοῦ χρήματος, ἐκρύπτετο· μόλις ὅμως ἐντὸς 6 ἐτῶν, ἐξ ὧν τὰ 3 ἐν ἀδείᾳ, καὶ δυνάμει, ἐννοεῖται, πάντοτε τοῦ περὶ προσόντων νόμου, προήχθη εἰς ἐπιτετραμμένον, ἰδοὺ οἱ πρῶτοι αὐτοῦ στίχοι (ἀναγινώσκει): «Κύριε Ὑπουργέ! Μᾶς ἐποιφιλλάτετο...» Μάλιστα κύριοι συνάδελφοι, μᾶς ἐπεφυλάττετο τῷ ὄντι νὰ ἴδωμεν ἐκτὸς τοῦ ἀντιπροσώπου τούτου καὶ ἕτερον, ἐντὸς τοῦ οἴκου τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἄλλη φράσις ἠκούετο εἴτε ἐξ αὐτοῦ, εἴτε ἐκ τῶν χειλέων τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, ἢ ἡ ἑξῆς: «salle Grèce, sals Grecs» («βρωμερὰ Ἑλλάς! βρωμεροὶ Ἕλληνες!»). Μᾶς ἐπέπρωτο νὰ ἴδωμεν οὑτωσὶ δολοφονουμένην τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ! Ἀλλὰ τέσσαρα πρόσωπα, ἴσως εἴπῃ τις, δὲν καθιστῶσι κανόνα. Πέμπτη ἐκλογή. Ἦλθεν εἰς Ἀθήνας ἄγνωστός τις, ὡμίλει περὶ τῶν χρημάτων καὶ τῶν ἀναξυρίδων αὐτοῦ, μὲ τρόπους προσπεποιημένους· τὸν ἐξέλαβον ὡς ἄνθρωπον τοῦ μεγάλου κόσμου· νὰ διορισθῇ ἀμέσως. Τὰ τέκνα τόσων ἐντίμων ἐνταῦθα οἰκογενειῶν τί ἦσαν ἔμπροσθεν αὐτοῦ! Διωρίσθη. Ὁ ἀστὴρ οὗτος ἦτο ὁ τέως γραμματεὺς τοῦ ἐν Παρισίοις Γενικοῦ Προξενείου. Ἡ ἀνάμνησίς του μόνον δύναται νὰ φέρῃ ἀνατριχίασιν. Πρὶν ἔτι ἀναχωρήσῃ ἐκ Παρισίων, τὸ τελευταῖόν του ἔργον ἦτο, ὅπως παραγγείλῃ κηδείαν πρώτης τάξεως, ἣν ἐπώλησε, θάψας οὕτω τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος μὲ κηδείαν πρώτης τάξεως Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπητε: ταῦτα ἐγένοντο ὑφ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ· ἐπειδὴ εἷς Ὑπουργὸς εἶχε τὸ ἀτύχημα τῆς κακῆς ἐκλογῆς, πρέπει νὰ δεσμεύσωμεν τὰς χεῖρας τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν; Ὁ μετ’ αὐτὸν Ὑπουργὸς πενταετῆ μόνον ὑπηρεσίαν ἔχοντα ὑπάλληλον διορίζει πρόξενον βʹ τάξεως, διευθύνοντα τὸ ἐν Βηρυττῷ Προξενεῖον αʹ τάξεως, τοῦ ἁρμοδίου προξένου καλουμένου εἰς Ἀθήνας διὰ λόγους ὑπηρεσίας. Τὸν ἐν Καΐρῳ πρόξενον καλεῖ εἰς Ἀθήνας διὰ λόγους δῆθεν ὑπηρεσίας ἐπὶ ἔτος, ὅπως διευθύνῃ τὸ Προξενεῖον τοῦτο πρόξενός τις βʹ τάξεως, ὀκταετῆ μόλις ἀριθμῶν ὑπηρεσίαν, μετὰ τὸ ἔτος δὲ καλεῖ τὸν διπλωματικὸν πράκτορα εἰς Ἀθήνας μέχρι τῆς πτώσεως αὐτοῦ, ὃν ἀντικαθιστᾷ διὰ τοῦ προξένου τούτου βʹ τάξεως, καὶ οὕτω καθεξῆς. Εἰς τοῦτο συνετέλεσε καὶ ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου ΧΝϚʹ διὰ τῆς προσθέτου διατάξεως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται δι’ οἱουδήποτε ὑπαλλήλου ν’ ἀντικαταστήσῃ ἕτερον, ἐὰν ἡ ἀνάγκη τὸ καλέσῃ. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς ἡρμηνεύθη, μετὰ τῆς καταπατήσεως τῆς ἀρχαιότητος, καὶ ἡ διάταξις αὕτη. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ τις: ἐπειδὴ ἔτυχον δύο τοιοῦτοι Ὑπουργοὶ, πρέπει νὰ ψηφισθῇ νόμος, δεσμεύων οὕτω τὴν ἐλευθέραν ἐκλογήν; Τρίτος Ὑπουργός. Εἶναι δ’ οὗτος ὁ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἅμα ὡς ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, νομοθετικὸν σῶμα δὲν ὑπῆρχεν, ὅπως ψηφίσῃ νόμον περὶ ἰσοβίου ἐγκαταστάσεως αὐτοῦ ὡς πρεσβευτοῦ ἐν Ῥώμῃ. Προάξωμεν λοιπὸν (εἶπε καὶ ἔπραξε) τὸν ἀδελφὸν ἡμῶν εἰς γενικὸν πρόξενον ἐν Μασσαλίᾳ, ὅπως παραμένωμεν παρὰ τούτῳ τοὐλάχιστον, ἀδιάφορον, ἐὰν καταπατῆται ἡ ἀρχαιότης ἑτέρου. Ἀλλὰ χρεωστεῖ καὶ τὰ προγεύματά του εἰς ἔντιμον συνάδελφον· προαχθήτω λοιπὸν καὶ ὁ υἱὸς τούτου εἰς γραμματέα Πρεσβείας, ἀδιάφορον ἂν καταπατῇ ἑτέρου ἀρχαιότητα. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη φέρει ἀναστάτωσιν εἰς πλείστας κοινότητας. Καλέσωμεν τὸν κ. Νικολάου, καλέσωμεν τὸν Δάτσικαν, καλέσωμεν ἄλλους τινάς. Καὶ καλοῦνται τῷ ὄντι, καὶ ἐπαναφέρουσιν εἰς τάξιν οἱ εὔορκοι οὗτοι ὑπάλληλοι τὰς ἐν ἐκρύθμῳ καταστάσει κοινότητας, καὶ εὐδοκιμοῦσιν, ὅπως πάντοτε. Τίνες δ’ οὗτοι; Ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ ἀρχαιότης κατεπατήθη ὑπὸ τῶν ἐκλεκτῶν τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν· ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπὶ 10, 12, 14 ἔτη ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, ἔχοντες καὶ ἐν συνόλῳ ἀσυγκρίτως ἀνωτέραν χρονικὴν ὑπηρεσίαν! Καὶ ὅμως δὲν μεμψιμοιροῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἐργάζονται, διότι πρὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ ὑπαλλήλου ὑπάρχει ἐν αὐτοῖς ὁ τίμιος ἀνήρ· καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ὑψῶ τὴν φωνὴν, διότι, ὑπὲρ αὐτῶν φροντίζων, ἀποβλέπω συγχρόνως καὶ εἰς τοὺς ἔξω ἀδελφοὺς ἡμῶν, οἵτινες, μὴ ἀναμιγνυόμενοι εἰς τὰς τοπικὰς ἡμῶν ἔριδας, ἕνα μόνον κοινὸν πόθον ἔχουσι μεθ’ ἡμῶν: τὴν εὐημερίαν τῆς φιλτάτης πατρίδος.
§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται λοιπὸν καὶ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ συνεχίσωμεν τὰ προσωπικὰ ἐκεῖνα νομοθετήματα, ἅτινα πρὸ μικροῦ μᾶς ἀπηρίθμησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σύρου· πρόκειται καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ συνεχίσωμεν τὴν προσωπικὴν ἐκείνην νομοθεσίαν, δι’ ἧς δημιουργοῦμεν μόνον θέσεις σπατάλης, ἄνευ πραγματικῆς τινος ἀνάγκης. Καὶ θὰ εὑρίσκομεν, Κύριοι, εὐεξήγητόν πως τὸ πρᾶγμα, πάλαι ποτὲ γινόμενον, ὅτε διεβουκολούμεθα ὑπὸ τῆς ἀπατηλῆς γνώμης, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν διετέλουν ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει· εἶναι ὅμως ὅλως ἀνεξήγητον, εἶναι αὐτὸ τοῦτο ἀσύγγνωστον, νὰ ἐξακολουθῶμεν τὴν τοιαύτην νομοθεσίαν καὶ καθ’ ὃν χρόνον τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἔχουσι περιστῆ εἰς ἣν τὴν σήμερον κρίσιμον εὑρίσκονται θέσιν. Δὲν σκοπεῖται, Κύριοι, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ τακτοποίησις τῆς ἐν Παρισίοις προξενικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδ’ ἡ πρόληψις ἐν τῷ μέλλοντι τῶν θλιβερῶν ἐκείνων συμβάντων, ἅτινα τοσοῦτον ἠμαύρωσαν τελευταῖον τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν γόητρον ἐν τῇ μητροπόλει τῆς Γαλλίας. Τοῦτο εἶναι ἁπλοῦν πρόσχημα, ὑφ’ ὃ ζητοῦσι νὰ συγκαλύψωσι τὸν κύριον σκοπόν των. Θέλουσι νὰ δημιουργήσωσι θέσιν περιζήτητον, τίς οἶδε χάριν τίνος εὐνοουμένου των, καὶ ὅπως ἐπιτύχωσι τοῦ τοιούτου σκοποῦ, δὲν ὀκνοῦσι νὰ προτείνωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου, δι’ οὗ, χωρὶς νὰ προλαμβάνωνται τὰ ἄτοπα τοῦ παρελθόντος, θὰ ἐπιταθῶσιν ἴσως ἔτι μᾶλλον αὐτὰ ἐφεξῆς, ἀντὶ δὲ τακτοποιήσεως ἀταξία καὶ σύγχυσις πλήρης θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν ἐν Παρισίοις προξενικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν, θ’ ἀδικηθῶσι δὲ οἱ πολλοὶ τῶν ἱκανῶν καὶ χρηστῶν προξενικῶν μας ὑπαλλήλων, ψυχραινομένου οὕτω τοῦ ζήλου των, καὶ θὰ δώσωμεν μίαν ἐπὶ πλέον ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ἔχομεν κἂν συνείδησιν τῆς σημερινῆς ἡμῶν καταστάσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἀνεύρῃ ἓν προηγούμενον ἐν τῇ μέχρι τοῦδε ἐξωτερικῇ ἡμῶν ὑπηρεσίᾳ, δικαιολογοῦν τὴν καινοτομίαν, ἣν ζητεῖ νὰ εἰσαγάγῃ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐνόμισε δὲ, ὅτι ἀνεκάλυψεν αὐτὸ ἐν τῇ ὑπαγωγῇ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει προξενικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐκεῖ Πρεσβείας. Ἀλλ’ ἐν Κωνσταντινουπόλει, Κύριοι, ἡ προξενικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία ἔχει ὑπαχθῆ πλήρης καὶ ἀκεραία, δηλαδὴ καὶ ὁ προϊστάμενος τοῦ προξενικοῦ ἢ ἐμπορικοῦ λεγομένου γραφείου καὶ τὸ γραφεῖον τοῦτο, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Πρεσβείας, διασωζομένης οὕτω τῆς ἑνότητος καὶ πειθαρχίας ἐν αὐτῇ. Τί δὲ προτείνεται ἡμῖν διὰ τὴν ἐν Παρισίοις προξενικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν; Προτείνεται ὁ διχασμὸς αὐτῆς εἰς προϊστάμενον γενικὸν πρόξενον ἄνευ ὑφισταμένου τινὸς, καὶ εἰς γραφεῖον αὐτῆς, ἐν οὐδεμιᾷ διατελοῦν σχέσει πρὸς τὸν φυσικὸν προϊστάμενον, ἀλλὰ διευθυνόμενον ὑπὸ γραμματέως, δεχομένου διαταγὰς παρὰ μόνης τῆς Πρεσβείας. Τὸ προξενικὸν τοῦτο γραφεῖον θὰ ἐνασκῇ ἀνεξαρτήτως ὅλως τοῦ γενικοῦ προξένου πάντα τὰ προξενικὰ τούτου καθήκοντα, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν Κεφ. Αʹ τοῦ Βʹ μέρους τοῦ ΧΝϚʹ νόμου. Αὐτὸ θὰ προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, καὶ θὰ ἔχῃ ἀστυνομικὴν καὶ διοικητικὴν ἐπ’ αὐτῶν ἐξουσίαν· αὐτὸ θὰ τηρῇ τὸ μητρῷον, θὰ ἐνεργῇ πᾶσαν ληξιαρχικὴν καὶ συμβολαιογραφικὴν πρᾶξιν, θὰ συντάττῃ καὶ ἐπικυρόνῃ πᾶν ἔγγραφον, ὑπαγόμενον εἰς τὴν προξενικὴν δικαιοδοσίαν, θὰ ἐκδίδῃ καὶ ἐπιθεωρῇ ὑγειονομικὰς πιστοποιήσεις καὶ διαβατήρια, θὰ ἐνασκῇ τὴν διαιτησίαν, ὁσάκις οἱ ἐνδιαφερόμενοι Ἕλληνες θὰ ἐπικαλῶνται αὐτὴν διὰ συνυποσχετικοῦ ἐγγράφου, θὰ δικάζῃ ἐπὶ τῶν εἰς τὴν προξενικὴν δικαιοδοσίαν ὑπαγομένων περιπτώσεων, θὰ ἐνεργῇ πᾶσαν αἴτησιν τῶν ἐν Ἑλλάδι δικαστικῶν ἀρχῶν, θὰ διεξάγῃ ἀποδείξεις συναινέσει τῶν διαδίκων, καὶ θὰ δέχηται ὁρκοδοσίας. Ἐξ ὅλων τούτων τῶν προξενικῶν καθηκόντων οὐδὲν ἀπολύτως ἐναπολείπεται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὸν ἐν Παρισίοις γενικὸν ἡμῶν πρόξενον.
§79ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τότε τί μένει εἰς αὐτόν;
§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρ. 1 τοῦ νομοσχεδίου ἐναπολείπονται εἰς αὐτὸν τὰ ἐν τοῖς ἐδαφίοις αʹ καὶ βʹ τοῦ ἄρθρου 117 τοῦ ΧΝϚʹ νόμου τοῦ 1877, ὡς ἐτροποποιήθη οὗτος ὑπὸ τοῦ ᾼΦΛΔʹ νόμου τοῦ 1887, ἀναγραφόμενα καθήκοντα. Ἠξεύρετε δὲ τίνα εἶναι ταῦτα; Ἀκούσατε αὐτὸ τὸ κείμενον τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «αʹ) Ἐπαγρυπνοῦσιν αἱ προξενικαὶ ἀρχαὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τῆς χώρας, ἐν ᾗ ἑδρεύουσιν, ὑφισταμένων συνθηκῶν καὶ συμβάσεων καὶ εἰς τὴν τήρησιν τοῦ πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν σημαίαν ὀφειλομένου σεβασμοῦ. βʹ) Ἀνακοινοῦσιν ἑκάστοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὰς ἀρχὰς πᾶν ἀντικείμενον χρήσιμον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἰδίως δὲ εἰς τὴν ναυτιλίαν, τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν δημοσίαν ὑγείαν». Ἐν ἄλλαις λέξεσι, Κύριοι, πρόκειται περὶ καθηκόντων, ἅτινα ἢ οὐδέποτε ἐνησκήθησαν ὑπὸ τῶν προξενικῶν ἡμῶν ἀρχῶν, ὡς τὰ ἐν ἐδαφίῳ βʹ, ἢ ἐνασκοῦνται ὑπ’ αὐτῶν ὅπου δὲν ὑπάρχει διπλωματικὴ ἀντιπροσωπεία, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ὁποίας κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὑπάγονται τὰ ἐν ἐδαφίῳ αʹ καθοριζόμενα. Ἀλλ’ ἐν Παρισίοις ἔχομεν Πρεσβείαν, ἧς τὸ πρώτιστον τῶν καθηκόντων εἶναι βεβαίως ἡ ἐπαγρύπνησις ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας ὑφισταμένων συνθηκῶν καὶ συμβάσεων καὶ ἐπὶ τῆς τηρήσεως αὐτῶν. Φαντασθῆτε δὲ τώρα, τί θὰ συνέβαινεν, ἐὰν ὁ ἐν Παρισίοις γενικὸς ἡμῶν πρόξενος ἐνόμιζεν ὅτι ἔχει καὶ αὐτὸς μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ ἐνασκήσῃ δικαιώματα καὶ καθήκοντα. Ἄν θελήσῃ ν’ ἀπευθύνῃ διαταγήν τινα πρὸς τὸν γραμματέα, οὗτος θὰ τῷ ἀπαντήσῃ: «Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριε· εἶσθε μὲν γενικὸς πρόξενος, ἀλλὰ πάσης Ξηροκαμπίας, χωρὶς δηλαδὴ νὰ ἔχητε δικαιοδοσίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ προξενικοῦ γραφείου, τὸ ὁποῖον διευθύνω ἐγὼ καὶ τὸ ὁποῖον ὑπάγεται εἰς τὴν ἄμεσον δικαιοδοσίαν τῆς Πρεσβείας». Αἱ Γαλλικαὶ ἀρχαὶ, ἀκολουθοῦσαι τὰ διεθνῆ νόμιμα, τὰ κρατοῦντα πανταχοῦ, διὰ πᾶσαν ὑπόθεσιν, ἀναγομένην εἰς τὴν προξενικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν, θ’ ἀπευθύνωσι καὶ θὰ δέχωνται ἔγγραφα παρὰ τοῦ γενικοῦ προξένου, ὅστις πανταχοῦ καὶ πάντοτε θεωρεῖται ὁ προϊστάμενος αὐτῆς· ἀλλ’ ὁ μὲν γενικὸς πρόξενος οὐδὲν θὰ δύναται νὰ ἐνεργήσῃ, ὡς ἀπαλλοτριούμενος διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου πάσης προξενικῆς ἐνεργείας, ὁ δὲ γραμματεὺς, θέλων νὰ ἐνεργήσῃ τι ἄνευ τοῦ φυσικοῦ του προϊσταμένου, δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον θὰ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν Γαλλικῶν ἀρχῶν. Ὑποθέσατε πρὸς τούτοις, ὅτι θὰ ἐπαρουσιάζετο τῳόντι περίπτωσις ἐν Παρισίοις, καθ’ ἣν θὰ ἐπεβάλλετο εἰς τὴν ἐκεῖ ἀντιπροσωπείαν ἡμῶν νὰ καταστήσῃ σεβαστὰς ἀπέναντι τῶν Γαλλικῶν ἀρχῶν τὰς τυχὸν ἀθετουμένας ὑπ’ αὐτῶν συνθήκας καὶ συμβάσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας· ἐὰν τότε εἶχε τὴν ἀφέλειαν ὁ γενικὸς πρόξενος νὰ νομίσῃ, ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἀνατίθεται πράγματι εἰς αὐτὸν ἡ ἐνάσκησις τοῦ τοιούτου καθήκοντος, καὶ ἐμφανιζόμενος ἐνώπιον τῶν Γαλλικῶν ἀρχῶν συνήντα ἐκεῖ τὸν πρέσβυν ἡμῶν, διεκδικοῦντα τὸ αὐτὸ καθῆκον, ὡς τὸ πρώτιστον καὶ κυριώτατον τοῦ ἀξιώματός του, τί θὰ συνέβαινε τότε;... Καὶ εἶναι αὐτὴ, κύριε Ὑπουργὲ, ἡ τακτοποίησις καὶ βελτίωσις τῆς ἐν Παρισίοις προξενικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἣν ἐπαγγέλλεσθε διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ἤδη, ὅτι τὸν γενικὸν ἡμῶν πρόξενον διατηρεῖ ἐν Παρισίοις διὰ μόνην τὴν ἐξωτερικὴν αὐτοῦ παράστασιν, οὐδὲν δὲ θὰ ἐκώλυεν αὐτὸν ἴσως νὰ προβῇ νῦν περαιτέρω καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι καὶ εἰς αὐτὸν τὸν γενικὸν πρόξενον καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν θὰ ὑποδειχθῇ προσηκόντως, ὅτι ἡμεῖς, κατὰ τρόπον ἀνήκουστον καὶ πρωτοφανῆ ἐν τοῖς προξενικοῖς χρονικοῖς πάντων τῶν Κρατῶν, θὰ ἔχωμεν ἐκεῖ προξενικὸν γραφεῖον, ἐνεργοῦν ὅλως ἀνεξαρτήτως τοῦ προϊσταμένου του, καὶ γενικὸν πρόξενον ἄνευ οἱασδήποτε δικαιοδοσίας, μόνον καὶ ἀποκλειστικὸν προορισμὸν ἔχοντα νὰ ἐπιδεικνύῃ τὰς ὡραίας ἁμάξας, τοὺς λαμπροὺς ἵππους καὶ τὰ μεγάλα πλούτη του, ὁσάκις πρόκηται περὶ ἐξωτερικῆς παραστάσεως. Θὰ δεχθῇ ὅμως ὑπὸ τοὺς ἐξευτελιστικοὺς τούτους ὅρους νὰ διατηρήσῃ τόσον ἀμφίβολον καὶ προβληματῶδες ἀξίωμα ὁ μέχρι τοῦδε γενικὸς ἡμῶν πρόξενος ἐν Παρισίοις; Δὲν θὰ ἦτο τότε προτιμότερον καὶ ἐντιμότερον καὶ δι’ αὐτὸν, καὶ διὰ τὴν προξενικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν ἐν Παρισίοις, καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ καταργήσωμεν ἁπλούστατα τὸ Γενικὸν ἡμῶν Προξενεῖον ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ καὶ νὰ ἱδρύσωμεν ἓν προξενικὸν γραφεῖον ἐν τῇ Πρεσβείᾳ, ὡς παράρτημα αὐτῆς, καθ’ ἃ ἤδη συμβαίνει τοῦτο καὶ ἐν τῇ ἐν Βουκουρεστίῳ Πρεσβείᾳ ἡμῶν; Δὲν ἠξεύρω, ὁποίας σκέψεις καὶ ἀποφάσεις θὰ ὑπηγόρευεν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἰς τὸν ἐν Παρισίοις γενικὸν ἡμῶν πρόξενον. Εἶμαι ὅμως τῆς γνώμης, ὅτι, ἐὰν αὐτὸς ἐδέχετο τῳόντι νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἀξιώματι αὐτοῦ ὑπὸ τόσον ἐξευτελιστικοὺς δι’ αὐτὴν τὴν προσωπικήν του φιλοτιμίαν ὅρους, οἷοι οἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δημιουργούμενοι, τότε καθῆκον, καὶ καθῆκον ἀπαραίτητον, ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν διὰ Β. Διατάγματος ἀπόλυσίν του ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἄνθρωπος, ἀνεχόμενος νὰ προσβάλληται εἰς τὰ καίρια αὐτὴ ἡ προσωπική του φιλοτιμία, εἶναι ἀνίκανος πάντη ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν τιμὴν ἀπέναντι τῶν ξένων, ἔστω καὶ διὰ μόνων τῶν ὡραίων ἁμαξῶν, τῶν λαμπρῶν ἵππων καὶ τοῦ μυθώδους αὐτοῦ πλούτου! Μὴ δὲ πιστεύσητε, Κύριοι, τὸ παράπαν εἰς ὅσα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου δημιουργουμένην θέσιν σπατάλης, χάριν ἀργομίσθου τινὸς, εὐνοουμένου ὑπὸ τοῦ κόμματος. Ὄχι, δὲν βελτιοῦται ἡ ὑπηρεσία δι’ ἁπλῆς μετατροπῆς θέσεώς τινος ἐξ ἀμίσθου εἰς ἔμμισθον, οὐδὲ προλαμβάνονται οὕτως αἱ ἀσχημίαι ἐκεῖναι, αἵτινες κατεῤῥύπαναν τελευταῖον τὴν ἐν Παρισίοις προξενικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν. Μήπως παραπλήσια αἴσχη δὲν ἐπαρουσίασε μέχρι τοῦδε καὶ ἡ ἔμμισθος προξενικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία; Ἔχομεν ἓν παράδειγμα καταχρήσεων ἀμίσθου προξενικοῦ ὑπαλλήλου, τοῦ τέως γραμματέως τοῦ ἐν Παρισίοις Γενικοῦ ἡμῶν Προξενείου, καὶ εἰς αὐτὸ δυνάμεθα ν’ ἀντιτάξωμεν πέντε ἢ ἓξ ἄλλα παραδείγματα καταχραστῶν ἐμμίσθων προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἅτινα πρὸ μικροῦ μόλις τόσον εὐγλώττως διετραγῴδησεν, ἐξεγείρων ἀληθῆ ἀγανάκτησιν καὶ βδελυγμίαν κατ’ αὐτῶν, ὁ τέως προξενικὸς ὑπάλληλος ἀξιότιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος. Δὲν εἶναι λοιπὸν, κύριε Ὑπουργέ, τὸ ἔμμισθον ἢ ἄμισθον θέσεώς τινος τὸ ἐξωθοῦν τὸν ὑπάλληλον εἰς ὀλιγωρίαν καὶ ἀθέτησιν τοῦ καθήκοντός του. Εἶναι ἡ ἀσύγγνωστος ὀλιγωρία, ἣν ἐπιδεικνύει ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων· εἶναι ἡ ἀσύγγνωστος ὀλιγωρία, ἣν ἐπιδεικνύει αὕτη πρὸς πᾶσαν καταγγελλομένην παρεκτροπήν των· εἶναι ἡ ἔνοχος ὑπ’ αὐτῆς συγκάλυψις τῶν ἀσχημιῶν των, καὶ ὅταν ἔτι αὗται διαπιστῶνται ὑπ’ ἐκθέσεων αὐτοῦ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων· εἶναι ἡ ἔνοχος ὑπ’ αὐτῆς ἀμοιβὴ καὶ προαγωγὴ ἀκριβῶς τῶν ἀναξίων ἐκείνων ὑπαλλήλων, οἵτινες εἶναι ἡ ἀληθὴς λύπη τῆς ὑπηρεσίας, ἐπὶ ἀθετήσει τῆς ἀρχαιότητος ἱκανῶν καὶ χρηστῶν ὑπαλλήλων, ὡς σᾶς ἀπέδειξε πρὸ μικροῦ διὰ παραδειγμάτων ἀναντιλέκτων αὐτὸς ὁ φίλος καὶ πιστὸς τοῦ κόμματός σας ὀπαδὸς, βουλευτὴς Σύρου, κ. Σοῦτσος. Καὶ τίς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι δὲν πρόκειται καὶ νῦν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ ἱκανοποιηθῶσι, τίς οἶδε, ποῖαι ἀξιώσεις εὐνοουμένου τινὸς τοῦ κόμματος, δημιουργουμένης ἐπίτηδες χάριν αὐτοῦ τόσον περιβλέπτου θέσεως, καὶ ν’ ἀδικηθῶσι καὶ πάλιν τόσοι ἄλλοι ἱκανοὶ καὶ χρηστοὶ προξενικοὶ ὑπάλληλοι, ψυχραινομένου οὕτω τοῦ ζήλου αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας; Ἀπονέμεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἰς τὴν νῦν τὸ πρῶτον συνισταμένην θέσιν ἐμμίσθου γραμματέως Γενικοῦ Προξενείου ἐν Παρισίοις μισθὸς ἐξ 800 δραχμῶν τὸν μῆνα, μισθὸς, ὃν δὲν λαμβάνει καὶ αὐτὸς ὁ ἐν Τεργέστῃ γενικὸς ἡμῶν πρόξενος, ὁ ἔχων μόλις 700 δραχμὰς κατὰ μῆνα· καὶ τί θέλετε νὰ εἴπωσι τότε οἱ γραμματεῖς τῶν ἄλλων Γενικῶν ἡμῶν Προξενείων; Μισθοδοτοῦνται νῦν κατὰ μῆνα οἱ γραμματεῖς Γενικῶν Προξενείων, ἐν μὲν Ἰωαννίνοις, Χανίοις, Φιλιππουπόλει, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Μασσαλίᾳ, ὅπου ὁ βίος δὲν εἶναι βεβαίως πολὺ εὐθηνότερος τοῦ ἐν Παρισίοις, πρὸς δρ. 300, ἐν δὲ Θεσσαλονίκῃ πρὸς 350, καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει, Σμύρνῃ καὶ Ἀλεξανδρείᾳ πρὸς 450· καὶ πῶς δὲν ἠρκεῖσθε καὶ διὰ τὸν ἐν Παρισίοις γραμματέα Γενικοῦ Προξενείου τοὐλάχιστον εἰς τὸν ἀνώτατον τοῦτον ὅρον τῶν ὁμοιοβάθμων του, εἰς τὰς 450 δραχμὰς, ἀλλ’ ἠθελήσατε νὰ διπλασιάσητε σχεδὸν δι’ αὐτὸν τὸ ποσὸν τοῦτο; Καὶ θέλετε οὕτω νὰ σᾶς πιστεύσωμεν, ὅτι χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας προβαίνετε εἰς τὴν τοιαύτην σπατάλην καὶ οὐχὶ πρὸς ἱκανοποίησιν εὐνοουμένου τινὸς τοῦ κόμματος, ἥτις μέλλει νὰ προκαλέσῃ ἀληθὲς σκάνδαλον ἐν τῷ προξενικῷ ἡμῶν κλάδῳ καὶ νὰ ἀπονεκρώσῃ τὸν ζῆλον πάντων τῶν ὁμοιοβάθμων, καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν ἀνωτέρων του ὑπαλλήλων, οἵτινες θὰ ἔβλεπον οὕτως ἀμειβόμενον διὰ τοῦ ὑπερόγκου ἐκείνου μισθοῦ χθεσινόν τινα ἴσως ὑπάλληλον, ἐνῷ αὐτοὶ ἐπὶ δεκαετίαν καὶ εἰκοσαετίαν πολλάκις πιστῶς καὶ εὐόρκως ἐπιτελοῦντες τὸ καθῆκόν των θὰ ὑστέρουν τῆς μισθοδοσίας του κατὰ πολύ! Καὶ πότε ἀποτολμᾶτε τὴν τοιαύτην σπατάλην; Ἀκριβῶς καθ’ ὃν χρόνον τὸ Κράτος ἡμῶν διατελεῖ ἐν τῇ ἐσχάτῃ οἰκονομικῇ ἀγωνίᾳ, καὶ ἐπιβάλλονται ἡμῖν οἰκονομίαι παντοῦ, οἰκονομίαι μέχρις ὀβολοῦ. Ἀλλ’ εἶναι αὐταὶ αἱ ὡραῖαι περὶ οἰκονομιῶν ἐπαγγελίαι σας, κύριε Πρωθυπουργὲ καὶ Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἃς πρὸ μικροῦ ἔτι διετυμπανίσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893; Καὶ ἐλησμονήσατε τόσον ταχέως, τί διεκηρύττετε τότε, ἐπαγγελλόμενος ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν ἀπεφασίσατε νὰ φανῆτε ἀμείλικτος ἐν ταῖς οἰκονομίαις, καὶ ἐπιδεικνύων φειδὼ ἄκραν τῶν δημοσίων χρημάτων καὶ μέχρις αὐτῶν τῶν ἐλαχίστων δαπανῶν; Ἀλλ’ ὁπόσας ἄλλας ἔτι ὡραίας ἐπαγγελίας τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠκούσαμεν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὁπόσας δ’ ἐξ αὐτῶν δὲν εἴδομεν μέχρι τοῦδε διαψευδομένας ἐν τοῖς πράγμασι! Μᾶς ἐπηγγέλθη τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολλὰς καὶ διαφόρους οἰκονομίας· μᾶς ἐπηγγέλθη σὺν ἄλλοις οἰκονομίας διὰ τῆς καταργήσεως Πρωτοδικείων, διὰ τῆς καταργήσεως Εἰρηνοδικείων, διὰ τῆς περικοπῆς πάσης περιττῆς δαπάνης καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· καὶ τί ἔχομεν σήμερον ἐξ ὅλων τούτων; Περὶ καταργήσεως Πρωτοδικείων καὶ Εἰρηνοδικείων οὐδὲ λόγος γίνεται πλέον, ὅπως μὴ προσκρούσωμεν ἴσως εἰς τὰ συμφέροντα τῆς φατρίας. Εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, φιλοτίμως πάνυ ἐργασθεῖσα, προτείνει εἰς ἡμᾶς οἰκονομίας, ἀνερχομένας εἰς δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἠπατήθη, νομίσασα ὅτι αἱ περὶ οἰκονομιῶν ἐπαγγελίαι τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔμελλον τῳόντι νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Αἱ οἰκονομίαι, Κύριοι, ἐπηγγέλθησαν μόνον, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὅπως τὰς ἀκούσωσιν οἱ ξένοι καὶ ἀνοίξωσι τὰ βαλάντιά των διὰ νέα δάνεια, ὧν ἄνευ οὔτε μίαν ἡμέραν δύναται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς χώρας· δὲν ἐπηγγέλθησαν δὲ, ὅπως τῳόντι πραγματοποιηθῶσι. Διὰ τοῦτο, μόλις προταθείσας εἰς τὴν Βουλὴν, εἴδομεν αὐτὰς ἐξατμιζομένας, τῇ ἐπινεύσει τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ αἰθούσῃ, καὶ μεταβαλλομένας αἴφνης εἰς αὔξησιν δαπανῶν. Ἐπηγγέλθη καὶ περικοπὴ ἐξόδων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἀντ’ αὐτῆς ἔχομεν νῦν τὴν δημιουργίαν νέας θέσεως σπατάλης ἐν αὐτῷ. Μᾶς ἐπηγγέλθη πρὸς τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αὔξησιν τῶν δημοσίων προσόδων, δι’ ὧν, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς οἰκονομίας, θ’ ἀποκαθίστα ἐπὶ τέλους τὸ περιπόθητον ἰσοζύγιον, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἀπὸ δεκαετίας ἤδη τρέχει αὐτὸς, καὶ ἐν τούτοις τὸ βλέπει πάντοτε διαφεῦγον τὰς χεῖράς του καὶ ἀπομακρυνόμενον αὐτοῦ ἐπὶ μᾶλλον· καὶ ὄχι μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα πολλῶν ἑκατομμυρίων! Μᾶς ἐπηγγέλθη νὰ ἐπιτύχῃ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως διὰ διαφόρων φορολογικῶν νομοσχεδίων. Πόσα ὅμως ἐκ τούτων ὑπέβαλεν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, πόσα δὲ ὑποβαλὼν ἄφησε μέχρι τέλους ἄθικτα, ὡς εἶχον αὐτὰ ἐν ἀρχῇ; Σᾶς ἀναφέρω, Κύριοι, τὸ περὶ οἰνοπνευματοποιείων νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μόνος του ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ προκληθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὔτε ὑπό τινος τῶν φίλων του, οὔτε ὑπό τινος τῶν ἀντιθέτων, προέτεινε καὶ ἡ εἰς τὰ νεύματα αὐτοῦ ὑπείκουσα πλειονοψηφία παρεδέχθη ἐλάττωσιν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ προταθέντος φορολογικοῦ ὅρου, ἐξ ἧς ἐπέρχεται σπουδαία μείωσις τῆς ἐντεῦθεν προϋπολογισθείσης αὐξήσεως τῆς σχετικῆς προσόδου. Ἀλλὰ ποῦ νὰ ἀναγραφῇ ἀκόμη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ ἡμῶν διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν; ποῦ νὰ ὑποβληθῶσι κἂν μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια περὶ εἰσπράξεως εἰς χρυσὸν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, ἥτις εἶναι ἡ κυριωτάτη βάσις τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς του, περὶ ἐξωτερικῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν καὶ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐξ ὧν προσεδόκα αὔξησιν τῶν δημοσίων προσόδων κατὰ ἑκατομμύρια ὅλα; Μὴ λησμονεῖτε δὲ, Κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα νῦν εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ ἔτους 1893, ὁπότε ἔπρεπε νὰ ἔχωσι ψηφισθῆ ἤδη τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπίστευσεν ἴσως, ὅτι διὰ τοιούτων μέτρων θὰ κατέπληττε τοὺς πάντας καὶ θὰ τοὺς ἔπειθεν, ὅτι δὲν ἀστεΐζεται πλέον, ἀλλ’ ἐννοεῖ πράγματι νὰ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν καὶ ν’ ἀποκαταστήσῃ πλῆρες καὶ εὐρὺ ἰσοζύγιον ἐν αὐτοῖς. Τὰ μέτρα καὶ ἡ συνοδεύουσα αὐτὰ αἰσιοδοξία του ἔγειναν ἤδη παντοῦ γνωστά· ποία ὅμως ἦτο ἡ ἐξ αὐτῶν ἐντύπωσις; Ἡ ἔλλειψις πεποιθήσεως εἰς αὐτὰ, ἣν τρανῶς μηνύει ἤδη ἡ ἔκτοτε παρατηρηθεῖσα καταπληκτικὴ ἔκπτωσις τῶν δημοσίων ἡμῶν χρεωγράφων καὶ ἡ ὕψωσις τῆς ἐπικαταλλαγῆς, ἐπιβεβαιοῖ δὲ καὶ ἐν τῷ χθὲς ἀφικουμένῳ τεύχει τοῦ «Γάλλου Οἰκονομολόγου» ὁ πολὺς Paul Leroy-Beaulieu, γράφων ἐν αὐτῷ ἐπὶ λέξει: «Les obligations Helléniques sont restées faibles comme précédemment. On se défie généralement de l'optimisme de M. Tricoupis». Ἡ δυσπιστία αὕτη, Κύριοι, εἰς τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ εἰς τὰ προκαλοῦντα ταύτην οἰκονομικά του μέτρα θὰ μεταβληθῇ βεβαίως εἰς ἀληθῆ ἀπελπισμόν, ὅταν πάντες μάθωσιν, ὅτι οὐδ’ αὐτὰ τὰ ἀνεπαρκῆ θεωρούμενα οἰκονομικά του μέτρα ἐννοοῦμεν νὰ θέσωμεν εἰς ἐνέργειαν, ὅτι, ἐνῷ δὲν ἐπισπεύδομεν τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἐξ ὧν ὁ εἰσηγητὴς αὐτῶν προσδοκᾷ αὔξησιν τῶν δημοσίων προσόδων, ἐνῷ δὲν πραγματοποιοῦμεν τὰς ἐπηγγελμένας ἤδη οἰκονομίας, τοὐναντίον προβαίνομεν καὶ εἰς δημιουργίαν νέων δαπανῶν, ὅλως ἀδικαιολογήτων. Μὴ πλανώμεθα, Κύριοι· ἡ ἐπιψήφισις νομοσχεδίου, οἷον τὸ προκείμενον, θὰ ἔπειθε τοὺς πάντας, ὅτι δὲν ἐμφορούμεθα εἰλικρινῶν διαθέσεων περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς μας, ὅτι δὲν ἔχομεν κἂν συνείδησιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, ὅπερ βεβαίως εἶναι τὸ πάντων χείριστον!
§81ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μικρὸν θέμα ἐξέλεξεν ὁ κ. Βουλευτής, ἵνα ἀναπτύξῃ τὰς μεγάλας αὐτοῦ θεωρίας, δὲν μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἦτο ἄξιον τὸ μικρὸν τοῦτο Προξενικὸν γραφεῖον νὰ γεννήσῃ τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν καὶ εἴδομεν νὰ φθάσῃ ἐνταῦθα καὶ μέχρις ἐπικλήσεως τῶν γνωμῶν τοῦ Γάλλου οἰκονομολόγου, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὰς προθέσεις τοῦ Ὑπουργείου, τὰς περὶ δαπανῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, θέλομεν ἴδει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους τούτου παρουσιάζει ἐλάττωσιν δαπανῶν, ἐπὶ Ὑπουργείου ἔχοντος λίαν περιεσταλμένα ἔξοδα, 220,000 δραχμῶν. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην ἐλάττωσιν δαπανῶν παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ πρότασις πρὸς δαπάνην 12,000 δραχμῶν ἐξήγειρε τὸν χόλον καὶ τὴν ῥητορικὴν δεινότητα τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος συναδέλφου. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπαγορεύει μόνη ἡ ἀνάγκη, πιστεύσατε δὲ, ὅτι οὐδεμίαν διάθεσιν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προτείνῃ οὐδὲ ἑνὸς λεπτοῦ δαπάνην, ἐὰν ἡ ἀνάγκη δὲν ἐπεβάλλετο. Λυποῦμαι, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ θέσω τὸν δάκτυλον ὑμῶν ἐπὶ τοῦ τύπου τῶν ἥλων, διὰ νὰ σᾶς καταστήσω γνωστόν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον οὐδὲ βῆμα νὰ προχωρήσωμεν πρὸς προστασίαν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων ἐν Παρισίοις ἄνευ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω τί γράφει ὁ γενικὸς πρόξενος, ὁ ξένος, ὁ ἐν Παρισίοις ὑπηρετῶν ἀπὸ τριακονταετίας; Γράφει: «Μοὶ λέγετε ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἐγὼ ὀφείλω νὰ προτείνω τὸ πρόσωπον τοῦ διοριστέου γραμματέως. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω οὐδένα, ἂν καὶ ἐπὶ τρεῖς μῆνας αὐτὸν ἀναζητῶ». Ἀρκεῖ τοῦτο· μὴ ἐπιμένετε δὲ νὰ ἀναγνώσω περισσότερον, μήτε τοῦτο μήτε ἄλλο ἔγγραφον.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ὄχι.
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος ἐξ Ἄρτης, συχνάκις μεταβαίνων εἰς Παρισίους, ἀποτελῶν, οὕτως εἰπεῖν, μέλος τῆς παροικίας ἐν Παρισίοις κατὰ τμῆμά τι τοῦ ἔτους, δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅσα λέγω. Εἶναι ἀπόλυτος λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ ἡ ἀπόλυτος αὕτη ἀνάγκη ἐπεβλήθη καὶ εἰς ἡμᾶς, οἵτινες δὲν ἐπεθυμοῦμεν οὐδὲ λεπτὸν νὰ δαπανήσωμεν, ἀλλ’ εὑρισκόμενοι ἐν τῇ ἀδιεξόδῳ δυσκολίᾳ, προτείνομεν τὴν ἀπαραίτητον ταύτην δαπάνην. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλω εὕρει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου ἄλλο ἔδαφος, ἐξ οὗ νὰ ἀποκόψωμέν τι, οὕτως ὥστε νὰ μὴ αὐξηθῶσιν ἐν συνόλῳ αἱ δαπάναι, ἔστω καὶ ἕνεκα τοιαύτης ἀνυπερβλήτου ἀνάγκης. Ὁ κ. συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ προξενήσῃ ἐντύπωσιν ἡ ἐπίκλησις τοῦ μεγάλου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς μισθὸς τοῦ γραμματέως. Ἡ πρώτη ἐντύπωσις παντὸς ἐξετάζοντος τὰ τῶν μισθῶν τῆς Ἑλλάδος εἶναι βεβαίως, ὅτι 800 δραχμαὶ κατὰ μῆνα εἶναι μισθὸς μέγας, παραβαλλόμενος πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ὑπηρετούντων ὑπαλλήλων, καὶ παραβαλλόμενος ἔτι καὶ πρὸς μισθοὺς ἰσοβάθμους προξενικῶν ὑπαλλήλων. Βεβαίως ὁ μισθὸς εἶναι μέγας, δὲν ἤθελον δ’ ἔχει οὐδεμίαν δυσκολίαν, ὑποχωρῶν εἰς τὰς παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐξετασάσης τὸ νομοσχέδιον, νὰ συναινέσω εἰς ἐλάττωσίν τινα τοῦ ποσοῦ· διότι, ἂν φαίνηται ὑπερβολικὸν τὸ ποσὸν τῶν 800 δραχμῶν, νομίζω ὅτι ἄνευ μεγάλης ζημίας δυνάμεθα νὰ καταβιβάσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 700 δραχμάς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιζητῶ, εἶναι νὰ δώσω εἰς τὸν γραμματέα ἐν Παρισίοις τοὐλάχιστον 500 φράγκα μεταλλικά. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ, δέχομαι νὰ καταβιβασθῇ ὁ μισθὸς εἰς 700 δραχμάς. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, διότι πάντες γνωρίζουσι τὰ συμβαίνοντα, ὅτι δὲν ὑπάρχει πόλις, ἐν ᾗ αἱ δαπάναι εἶναι προηγμέναι, ὅσον ἐν Παρισίοις, ὅπου πᾶσα, ἡ παραμικροτέρα κίνησις, (καὶ ὁ γραμματεὺς τοῦ Προξενείου ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ κινῆται ἀπαύστως, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς μεγάλης πόλεως,) πᾶσα κίνησις, λέγω, ἀπαιτεῖ δαπάνην οὐκ εὐκαταφρόνητον. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς θὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι 700 δραχμὰς δὲν λαμβάνει ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν λαμβάνει ὁ πρόξενος ὁ ἐν Ἐλασσῶνι, δὲν λαμβάνει ὁ γραμματεὺς τοῦ Γεν. Προξενείου ἐν Χανίοις. Μάλιστα· μόλις λαμβάνει 700 δραχμὰς ὁ πρόξενος πρώτης τάξεως ἐν Ταϊγανίῳ. Ἀλλὰ μήπως τὰ τῶν μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων ἐκανονίσθησαν πάντα ἐπὶ μιᾶς βάσεως; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραβάλλωμεν τὰς δαπάνας τὰς ἐν Χανίοις πρὸς τὰς δαπάνας τὰς ἐν Παρισίοις; Ἐὰν δὲ ὁ κ. συνάδελφος ἤθελε νὰ ἦναι ἀκριβὴς,—ἂς εἴπω, ἐν τάξει,—τοὐλάχιστον περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερε, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποκρύψῃ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὁ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γραμματεὺς, ἔχων τὸν αὐτὸν βαθμὸν, λαμβάνει ἤδη κατὰ νόμον 600 δραχμάς. Ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ὁ ἐν Σμύρνῃ λαμβάνουσιν, ὡς εἶπε, 450 δραχμὰς, ἀλλ’ ὁ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ λαμβάνει 600 δραχμὰς, ἐν Ἀλεξανδρείᾳ δὲ, οὕτω μισθοδοτούμενος, μόλις ἀποζῇ. Ἡ δὲ διαφορὰ μεταξὺ Ἀλεξανδρείας καὶ Παρισίων εἶναι διαφορὰ ὡς ἀπ’ ἀνατολῶν πρὸς δυσμάς. Ὁ κ. συνάδελφος ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ τί λαμβάνει ὁ ἐν Σόφιᾳ γραμματεὺς Γενικοῦ Προξενείου· ἐν Σόφιᾳ, τόπῳ, ὅπου αἱ δαπάναι δὲν εἶναι πολὺ ἀνεπτυγμέναι, ὁ μισθὸς εἶναι 500 δραχμῶν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπεβλέψαμεν εἰς τὸ νὰ δώσωμεν εἰς τὸν ἐν Παρισίοις ὑπάλληλον τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν ἁπλῶς ἀξιοπρέπειαν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος αὐστηρὰν, ποσὸν ἀνάλογον, ὅπως διὰ τούτου, ἐπαρκῶν εἰς τὰς κυριωτάτας ἀνάγκας, δυνηθῇ νὰ κατορθώσῃ ὅσα ζητοῦμεν παρ’ αὐτοῦ. Ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ δώσωμεν τὰ 500 μεταλλικὰ φράγκα, περὶ ὧν εἶπον, εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ ἱδρύσωμεν τὸ Προξενικὸν τοῦτο γραφεῖον, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ἀκολουθοῦντα τὴν ὁδὸν, ἣν σήμερον ἀκολουθοῦσι. Ταῦτα εἶναι τὰ πράγματα. Ἐὰν λέγητε, ὅτι ἐνεργοῦμεν σπατάλην καὶ προτείνομεν ζήτημα προσωπικὸν, βεβαίως δὲν εἶναι δύσκολον νὰ καταδειχθῇ, ὅτι ἔδωσε καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορμὴν εἰς τοὺς θέλοντας πάντοτε καὶ ἐν παντὶ ζητήματι ν’ ἀντιπολιτεύωνται, νὰ πράξωσι τὰ αὐτὰ καὶ ἐνταῦθα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν... Προσωπικόν! Ἀλλὰ κατὰ τί εἶναι προσωπικόν; Πόθεν θὰ προσλάβωμεν τὸν γραμματέα τοῦ Προξενείου; Ἆρα θὰ τὸν προσλάβωμεν ἐκ τῶν περὶ ἡμᾶς φίλων, ἐκλέγοντες οἱονδήποτε; Θέλομεν παραλάβει αὐτὸν ἐκ τῶν ἤδη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐκλέγοντες αὐτὸν μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἀνῆλθον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ γραμματέως Γενικοῦ Προξενείου διὰ τῆς κλίμακος τῶν προσόντων, καὶ οἱ ὁποῖοι μετροῦνται ἐπὶ τῶν δακτύλων· εἶναι γνωστοί· δύνασθε νὰ ἐξετάσητε, ποῖοι εἶναι γραμματεῖς Γενικῶν Προξενείων· εἶναι ἐν ὅλῳ ἑπτά· ἐξ αὐτῶν τῶν ἑπτὰ θὰ ἐκλέξωμεν καὶ προσέτι μεταξὺ τῶν εἴκοσιν ὑποπροξένων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσι τὴν Ἑλλάδα. Δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ παραλάβωμεν νέον τινὰ, προστατευόμενον, ἵνα ἀναβιβάσωμεν εἰς θέσιν γραμματέως Γενικοῦ Προξενείου ἐν Παρισίοις, ὅπου ἄλλως, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, μετὰ μισθοῦ 500 φράγκων μεταλλικῶν μόλις δύναται νὰ ζήσῃ. Τοῦτο εἶναι τὸ προτεινόμενον πρὸς ὑμᾶς, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως διστάσητε πρὸς ψήφισιν αὐτοῦ. Εἶπεν ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτής: ποίαν ἐγγύησιν εὑρίσκετε εἰς τὸ ὅτι θέλετε παραλάβει τὸν ὑπάλληλον τοῦτον ἐκ τῆς ἐμμίσθου ὑπηρεσίας καὶ οὐχὶ ἄμισθον; Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελε νὰ ἦναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν, δὲν ἔπρεπε νὰ παρορμήσῃ ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ παραλάβωμεν γραμματέα ἔξω τῶν προσόντων τῆς ἐμμίσθου ὑπηρεσίας, διότι τότε βεβαίως ἠθέλομεν ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἀποκλείσωμεν, κατὰ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ, τὸν κατάλληλον, ἵνα προλάβωμεν τὸν συμφέροντα εἰς ἡμᾶς, τὸν φίλον μας. Κακῶς κατέκρινεν ἡμᾶς, ὅτι ἠθέλομεν παραλάβει ἐκ τῆς ἐμμίσθου ὑπηρεσίας, διότι εἰς τὴν ἔμμισθον ὑπηρεσίαν εὑρίσκονται ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν ὁ διαγωνισμός. Εὐτυχῶς δὲ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν,—εἶναι δικαιοσύνη ἀποδοτέα εἰς τοὺς ἐξεταστὰς καὶ εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ὑφ’ ἃς οἱ ἐξετασταὶ ἐλειτούργησαν,—εὐτυχῶς, λέγω, ὁ διαγωνισμὸς πάντοτε αὐστηρῶς διεξήχθη καὶ πάντοτε δι’ αὐτοῦ οἱ σχετικῶς κρείττονες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν εἰσῆλθον. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐμμίσθου καὶ ἀμίσθου· τὸν μὲν ἄμισθον ἠθέλομεν παραλάβει ὁποθενδήποτε, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν τὸν καλλίτερον, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἔχωμεν δείγματα τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ τὸν ἔμμισθον, τὸν εἰς τὸν βαθμὸν γραμματέως Γεν. Προξενείου ἀφικόμενον, ἔχομεν ἤδη δεδοκιμασμένον ἐπὶ ἔτη κατὰ χρηστότητα, ἔχομεν δεδοκιμασμένον καθ’ ἱκανότητα· διότι, ἵνα φθάσῃ τις, ἐπαναλέγω, εἰς τὸν βαθμὸν γραμματέως Γεν. Προξενείου, τὸ ὅριον τὸ χρονικὸν, τὸ ὁριζόμενον ἐν τῷ νόμῳ, εἶναι πράγματι μακρότερον, ἀπαιτεῖται δηλαδὴ πολὺ περισσότερος τοῦ ἐν τῷ νόμῳ πρὸς προαγωγὴν τεταγμένου χρόνος, 6, 7 καὶ πολλάκις 8 ἔτη, εἰς τὸ μέλλον δὲ θὰ ἦναι ἔτι βραδυτέρα ἡ προαγωγή, ἐπὶ 7 δὲ καὶ 8 ἔτη ἡ ὑπηρεσία εἶναι εἰς θέσιν νὰ δοκιμάσῃ τὴν ἱκανότητα, νὰ δοκιμάσῃ τὴν χρηστότητα τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ ἐκ τούτου τρέχομεν ὀλιγώτερον κίνδυνον ν’ ἀποτύχωμεν ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ γραμματέως τοῦ ἐν Παρισίοις Γεν. Προξενείου μεταξὺ τῶν ἤδη δεδοκιμασμένων. Βεβαίως δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὁ τῆς ἀμίσθου ὑπηρεσίας εἶναι ἀναγκαίως κακὸς, ὁ δὲ τῆς ἐμμίσθου δι’ αὐτὸ τοῦτο καλός. Βεβαίως, μὲ ὅλην τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν πεῖραν τὴν ἀποκτηθεῖσαν περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ χρηστότητος τοῦ ὑπαλλήλου, δυνατὸν εἶναι νὰ πλανηθῇ ἐν τῇ ἐκτιμήσει ἡ ὑπηρεσία· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ὅλως ἔκτακτον καὶ ἐξαιρετικόν· ἐνῷ, ὅταν ἐκλέγῃ τις ἄνευ τοιαύτης δοκιμασίας προγενεστέρας, ἄνευ γνώσεως, ἄνευ πείρας, κινδυνεύει εὐχερῶς ν’ ἀπατηθῇ· τὰ δὲ γενόμενα ἤδη ἐν Παρισίοις, Κύριοι, εἶναι ἀκριβῶς αὐτὰ ταῦτα ἱκανὰ, ἵνα μᾶς πείσωσι περὶ τούτου· διότι κατὰ συνέχειαν, ἀφ’ οὗ ὁ γέρων γραμματεὺς τοῦ ἐν Παρισίοις Γεν. Προξενείου κ. Βοῦρος ἀπεσύρθη, κατὰ συνέχειαν ἀπετύχομεν ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν ἀμίσθων ἐκεῖ γραμματέων, καίτοι πᾶσα κατεβλήθη εἰς αὐτὴν προσοχὴ, καὶ πᾶσα ἐλήφθη περὶ τῶν διορισθέντων βεβαίωσις, ὅτι ἦσαν χρηστοὶ καὶ ἱκανοί.
§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεπειράθη ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον, κατακρίνων τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ τὸ σπουδαιότατον αὐτοῦ ἐπιχείρημα ἦτο, ὅτι καταφέρομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου του ἐκ πνεύματος ἀντιλογίας, ἐκ πνεύματος συστηματικῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ εἶσθε μάρτυρες ὑμεῖς, Κύριοι, πάντες, ἐὰν ἢ ἐγὼ αὐτὸς, ἢ ἡ μερὶς, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωμαι, ἀντεπεξήλθομεν μέχρι τοῦδε καθ’ ὅλων ἀδιακρίτως τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπῆρξαν καὶ νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν δὲν ἐλάβομεν τὸν λόγον, ἢ, καὶ λαβόντες αὐτὸν, εἴχομεν τὸ θάῤῥος νὰ κηρυχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ αὐτῶν· καὶ εἶναι τοῦτο συστηματικὴ ἀντιπολίτευσις; Ἀλλ’ ἂν ὄχι τις ἄλλος, δύναται νὰ μαρτυρήσῃ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἐὰν ἡμεῖς ἐκ πνεύματος μόνον ἀντιλογίας ἢ ἐκ συστηματικῆς ἀντιπολιτεύσεως λαμβάνωμεν πάντοτε τὸν λόγον καὶ καταφερώμεθα κατὰ τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸς, ὅστις ἠξεύρει κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐδίστασα νὰ κηρυχθῶ κατ’ ἀρχὴν καὶ συνηγορήσω ὑπὲρ ἑτέρου νομοσχεδίου του, εἰσαχθέντος εἰς τὴν ἡγουμένην σύνοδον τῆς Βουλῆς, αὐτὸς, τὸν ὁποῖον διαβεβαιῶ νῦν, ὅτι θὰ μὲ εὕρῃ ἐν πολλοῖς συνηγοροῦντα καὶ ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου του, τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ ἡμῶν διατάξει. Εἴδετε, ὁπόσον σαθρὸν ἀπεδείχθη αὐτὸ τὸ σπουδαιότατον ἐπιχείρημα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ κατὰ τῆς προτέρας ἀγορεύσεώς μου· ἐντεῦθεν ἐννοεῖτε εὐκόλως, ὁποῖά τινα εἶναι καὶ τὰ λοιπὰ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα, τὰ ἧττον σπουδαῖα. Μᾶς εἶπεν, ὅτι τὴν ἀνάγκην δημιουργίας θέσεως ἐμμίσθου προξενικοῦ γραμματέως ἐν Παρισίοις χάριν αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἐπενόησεν αὐτὸς, ἀλλὰ τῷ ὑπεδείχθη αὕτη παρὰ τοῦ μόνου ἁρμοδίου εἰς τοῦτο, τοῦ ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ γενικοῦ ἡμῶν προξένου. Εἶναι οὗτος ὁ κ. Erlanger, ὅστις, ἐνόσῳ ἡ θέσις τοῦ γραμματέως ἦτο ἄμισθος, ἀνεπλήρου αὐτὸς ἐξ ἰδίων τὸν μισθὸν τοῦ γραμματέως, δίδων εἰς αὐτὸν 500 φρ. χρυσᾶ κατὰ μῆνα. Καὶ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οὕτω πως μᾶς ἔπεισε περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα δημιουργηθῇ θέσις ἐμμίσθου προξενικοῦ γραμματέως ἐν Παρισίοις, ἢ περὶ τῆς ἀνάγκης μᾶλλον, ἣν ᾐσθάνετο ὁ κ. Erlanger, ἵνα ἀπαλλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ καταβάλλῃ ἐξ ἰδίων τὸν πεντακοσιόφραγκον κατὰ μῆνα μισθὸν τοῦ γραμματέως του! Ὑπηνίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς καταχρήσεις τοῦ τελευταίου ἀμίσθου γραμματέως τοῦ ἐν Παρισίοις Γενικοῦ ἡμῶν Προξενείου, οἱονεὶ θέλων ν’ ἀποδείξῃ οὕτως, ὅτι αἱ τοιαῦται καταχρήσεις θὰ ἐξέλειπον ἅμα τῇ μετατροπῇ τῆς θέσεως ἐκείνης ἐξ ἀμίσθου εἰς ἔμμισθον. Ἀπέναντι τῶν ἐπιχειρημάτων, ἅτινα ἐγὼ ἐπεκαλέσθην κατὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, οὐδὲν ἀπολύτως ἀντέταξεν ὁ κ. Ὑπουργός· πλὴν καὶ τί εἶχε νὰ εἴπῃ; Τί νὰ εἴπῃ λ. χ. ἀφοῦ ἐγὼ πρὸς τὸ μεμονωμένον τοῦτο παράδειγμα τοῦ τέως γραμματέως τοῦ ἐν Παρισίοις Γενικοῦ Προξενείου τῷ ἀντέταξα τόσα ἄλλα παραδείγματα παραπλησίων ἀσχημιῶν ἐμμίσθων προξενικῶν ὑπαλλήλων; Τί νὰ εἴπῃ πρὸς διάψευσιν γεγονότων ἀναντιλέκτων, γεγονότων, τὰ ὁποῖα ταύτην τὴν ἑσπέραν μετὰ τοσαύτης αὐθεντίας κατήγγειλεν εἰς ἡμᾶς ἀνὴρ, εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἁρμόδιος εἰς τοῦτο, ὁ πρώην ὑποπρόξενος καὶ νῦν βουλευτὴς Σύρου κ. Σοῦτσος μετ’ εἰλικρινείας, τιμώσης βεβαίως καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος, εἰς ἣν ἀνήκει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής; Τί νὰ εἴπῃ, ἀφοῦ ἐγὼ τῷ ἀπέδειξα, ὅτι ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ ἔγκειται ἐν αὐτῇ τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἥτις δὲν ἀσκεῖ τὸν ἀπαιτούμενον ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῆς διατελούντων ὑπαλλήλων, ἄν τε ἔμμισθοι, ἄν τε ἄμισθοι ὦσιν οὗτοι; Τί νὰ εἴπῃ, ἀφοῦ Βουλευτὴς, οὐχὶ ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλὰ φίλα φρονῶν αὐτῷ, ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία πολλοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους, καθ’ ὧν ὑποβάλλονται καταγγελίαι καὶ ἐκθέσεις ἔτι τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων, οὐ μόνον δὲν τιμωρεῖ, ὡς ὤφειλεν, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἀμείβει καὶ προάγει, ἐπιβραβεύουσα οὕτω τὴν κατάχρησιν καὶ παραγκωνίζουσα τὴν πιστὴν καὶ εὔορκον ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι θὰ μὲ ἄφινεν ἀναπολόγητον, διατεινόμενος ὅτι θὰ προέκειτο τῷ ὄντι περὶ ἱκανοποιήσεως ἀργομίσθου τινὸς, εὐνοουμένου τοῦ κόμματος, ἐὰν ἔμενεν ἄμισθος ἡ θέσις τοῦ ἐν Παρισίοις προξενικοῦ γραμματέως, ἀφοῦ ὅμως αὕτη καθίσταται ἔμμισθος, τοῦτο σημαίνει, ὅτι αὐτὸς δεσμεύεται πλέον ὑπὸ τῶν προσόντων καὶ δὲν δύναται νὰ διορίσῃ τινὰ κατὰ προτίμησιν. Ὁποία ἀφέλεια τῷ ὄντι, ἐὰν καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς πιστεύῃ εἰς τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμόν του! Ἀλλὰ μήπως καὶ μεταξὺ τῶν ἐμμίσθων προξενικῶν ὑπαλλήλων, τῶν τῆς καῤῥιέρας λεγομένων, τῶν κεκτημένων τὰ νόμιμα προσόντα, δὲν πρόκηται ἐκλογὴ καὶ προτίμησις; μήπως καὶ μεταξὺ αὐτῶν δὲν ἔχῃ παρεισκωμάσει ἀπὸ πολλοῦ ἤδη ὁ φατριασμὸς, ὁ διακρίνων αὐτοὺς εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ εὐνοουμένους; Καὶ τί ἄλλο ἀπεδείξαμεν πρὶν καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Σοῦτσος ἢ ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη διάκρισις ἐν τῷ προξενικῷ ἡμῶν κλάδῳ, καθ’ ἣν οἱ μὲν εὐνοούμενοι, καὶ ἀνίκανοι καὶ νεώτεροι ὄντες, καὶ εἰς καταχρήσεις ὑποπίπτοντες, καὶ ἀληθῆ ὄργια διαπράττοντες, δὲν τιμωροῦνται, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀμείβονται καὶ προάγονται, ἐνῷ οἱ μὴ εὐνοούμενοι, καὶ ἱκανοὶ καὶ χρηστοὶ καὶ ἀρχαιότεροι ὄντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὡς οἱ κ.κ. Νικολάου καὶ Δάτσικας, παραγκωνίζονται πάντοτε; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ δημιουργήσῃ ἓν ἐπιχείρημα ἐκ μιᾶς ἁπλῆς παραδρομῆς τῆς γλώσσης μου, διότι ἐγὼ μεταξὺ τῶν γραμματέων Γενικῶν Προξενείων, τῶν μισθοδοτουμένων πρὸς 450 δραχμὰς τὸν μῆνα, κατέλεξα καὶ τὸν τῆς Ἀλεξανδρείας, ἐζήτησε δ’ ἐπὶ τούτῳ νὰ μοὶ ἐπιῤῥίψῃ ἄγνοιαν τῶν πραγμάτων, ἀφοῦ ὁ τελευταῖος οὗτος ἔχει μισθὸν 600 δραχμῶν, ἐντεῦθεν δ’ ἐνθαῤῥυνθεὶς, εἶπε: «Καὶ πῶς θέλετε νὰ μὴ ἀπονείμωμεν ἀνώτερον μισθὸν εἰς τὸν γραμματέα τοῦ ἐν Παρισίοις Γενικοῦ Προξενείου ἐκείνου, ὃν λαμβάνει ὁ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἀφοῦ ὁ βίος εἶναι μᾶλλον ὑπερτετιμημένος ἐν ἐκείνῃ ἢ ἐν ταύτῃ τῇ πόλει;» Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν γραμματέων τῶν ἄλλων Γενικῶν Προξενείων καὶ τῶν τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ Σόφιας ὑπάρχει μικρά τις διαφορά...
§85ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὐδεμία.
§86ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπάρχει, κύριε Ὑπουργὲ, οἵα διαφορὰ ὑπάρχει καὶ μεταξὺ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν· διότι, ἐνῷ οἱ ἄλλοι μισθοδοτοῦνται πρὸς 700–1000 δραχμὰς, οἱ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Σόφιᾳ λαμβάνουσιν ἀνὰ 1750 δραχμὰς τὸν μῆνα, καθὸ ὄντες ἐν ταὐτῷ καὶ διπλωματικοὶ πράκτορες· διὸ καὶ οἱ γραμματεῖς αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν ἀναλόγως ἀνώτερον μισθὸν τῶν ἄλλων γραμματέων Γενικῶν Προξενείων, ὡς ὄντες κυρίως γραμματεῖς διπλωματικῶν Πρακτορείων, λαμβάνουσι δὲ τῷ ὄντι ὁ μὲν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ 600, ὁ δ’ ἐν Σόφιᾳ 500 δραχμάς. Πῶς ὅμως ζητεῖτε σεῖς νῦν εἰς τὸν γραμματέα τοῦ ἐν Παρισίοις Γενικοῦ Προξενείου νὰ δώσητε ἀνώτερον μισθὸν καὶ ἐκείνου, ὃν λαμβάνουσιν οἱ γραμματεῖς τῶν διπλωματικῶν Πρακτορείων; Ἀλλ’ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ὁ ἐν Παρισίοις γραμματεὺς ἔχει πλείονα ἔξοδα ἢ οἱ ἐν τῇ Ἀνατολῇ· καὶ πόθεν συνάγετε τοῦτο; Καὶ ἀγνοεῖτε, ὅτι οἱ ἐν τῇ Ἀνατολῇ προξενικοὶ ἡμῶν ὑπάλληλοι ὑποβάλλονται εἰς ἔξοδα παραστάσεως, ὧν οὐδεμίαν ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἐν Παρισίοις γραμματεύς; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως δὲν παρέλιπε νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν οἰκονομικήν του ἔποψιν, ἐνόμισε δὲ, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην θὰ μὲ ἀπεστόμονε, δηλῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπέναντι οἰκονομιῶν ἐκ 220,000 δραχμῶν, εἰς ἃς προέβη ἤδη ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἐθεώρησε σπατάλην τὴν δαπάνην 10–12 χιλιάδων δρ. χάριν τοῦ ἐμμίσθου γραμματέως τοῦ ἐν Παρισίοις Γενικοῦ ἡμῶν Προξενείου. Ἐγὼ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι, καίπερ δυνάμενος νὰ ἀντλήσω σπουδαῖον ἐπιχείρημα ἐκ τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων, οὐδὲν ἧττον, χάριν λόγων ἀνωτέρων, ἀπέφυγα νὰ πράξω τοῦτο, ἀπέφυγα νὰ φέρω κἂν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, τοῦ ἀνακινηθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὗτος μὲ προκαλεῖ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τῷ ἀπαντήσω καὶ ὡς πρὸς τοῦτο. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ποῦ ἔχουσιν ἐπενεχθῆ κυρίως αἱ οἰκονομίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐφ’ αἷς τόσον ἐναβρύνεται νῦν ὁ προϊστάμενος τούτου; Ἐν τῇ δαπάνῃ ἐκείνῃ διὰ τὰς δούλας Ἑλληνικὰς χώρας, ἣν ἀγογγύστως συνεισέφερε μέχρι τοῦδε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκ τοῦ ὑστερήματός του καὶ ἣν ἀσυζητητεὶ πάντοτε ἐψήφιζον οἱ ἀντιπρόσωποί του. Τὸ κονδύλιον τοῦτο ἐθεωρήθη πάντοτε ἱερὸν καὶ ἔμεινεν ἄθικτον ὑφ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὁποία ἱερὰ ἀγανάκτησις εἶχε καταλάβει πρὸ ἐτῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τότε ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ὄντα, ὅτε ἄλλη τις Κυβέρνησις ἐτόλμησε νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπ’ αὐτοῦ. Τότε ἐξανέστη οὗτος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἐχαρακτήρισε τὴν πρᾶξίν της ὡς ἀσέβειαν. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ τότε ἁπλοῦς Βουλευτὴς Μεγαρίδος, οὕτω πως χαρακτηρίσας τὴν περικοπὴν τῆς δαπάνης, τῆς προωρισμένης ὑπὲρ τῶν δούλων Ἑλληνικῶν χωρῶν. Δι’ αὐτῆς, Κύριοι, ἀποδίδει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐλάχιστον φόρος εὐγνωμοσύνης δι’ ὅσα συνετέλεσαν καὶ αὐταὶ ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ εὐημερίας τῆς μικρᾶς ταύτης γωνίας, τῆς καλουμένης ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Τέκνα μεγάθυμα τῶν χωρῶν ἐκείνων, τῆς Ἠπείρου, τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης συνηγωνίσθησαν μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ ἐπότισαν τὸ πάτριον ἡμῶν ἔδαφος μὲ τὸ αἷμά των, ὅπως ἀποκτήσωμεν τὴν νῦν ἐλευθερίαν. Τέκνα μεγάθυμα τῶν χωρῶν ἐκείνων διέθεσαν ἑκατομμύρια ὅλα ὑπὲρ διαφόρων ἐκπαιδευτικῶν καὶ φιλανθρωπικῶν καθιδρυμάτων, ὑπὲρ τῆς καθόλου εὐημερίας τῆς ἐλευθέρας ἤδη Ἑλλάδος. Καὶ ἠθέλετε ἀπέναντι τοιούτων ἀγαθῶν νὰ μὴ εἰσφέρῃ νῦν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὀλίγας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν ὑπὲρ αὐτῶν τῶν χωρῶν, αἵτινες τὴν σήμερον διατρέχουσι τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων, ὅπως ἀποβάλωσι τὸν Ἑλληνικὸν αὐτῶν χαρακτῆρα καὶ γείνωσι λεία ἄλλων περιοίκων λαῶν! Καὶ τί θὰ ἦτο ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ἀπέβαλλεν οὕτως ἐς ἀεὶ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνακτήσεως τῶν χωρῶν ἐκείνων; Θὰ ἦτο κεφαλὴ ἄνευ κορμοῦ, θὰ ἦτο χώρα ἄνευ μέλλοντος, καταδεδικασμένη εἰς ἐθνικὸν μαρασμόν. Ἀλλ’ ὅταν πρὸς ἀποσόβησιν τοιούτου κινδύνου εἰσφέρῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὰς ὀλίγας ἐκείνας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν, δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι πράττει τοῦτο, κυρίως εἰπεῖν, χάριν τῆς ἰδίας σωτηρίας του; Καὶ ἔχετε ὡς ἐκ περισσοῦ τὴν τόλμην νὰ καυχᾶσθε νῦν διὰ τὴν περικοπὴν τοιούτου ἱεροῦ κονδυλίου, καὶ νὰ δικαιολογῆτε δι’ αὐτῆς τὴν δαπάνην διὰ μίαν θέσιν ἀληθοῦς σπατάλης, οἷα ἡ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ προτεινομένη!
§87ΡΑΛΛΗΣ. Τίνα ἐπεβάρυνεν ἡ μισθοδοσία τοῦ γραμματέως τοῦ Γενικοῦ Προξενείου ἐν Παρισίοις;
§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸν γενικὸν πρόξενον, ἂν οὗτος ἤθελε.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Ἕνεκα τούτου εἶναι προσωπικὸν τὸ νομοσχέδιον· καὶ δύναται μὲν νὰ μὴ ἦναι ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν εἶναι προσωπικόν. Πρόκειται ν’ ἀπαλλάξητε τὸν γενικὸν πρόξενον ἀπὸ τῆς πληρωμῆς 500 χρυσῶν φράγκων κατὰ μῆνα. Ἐὰν πραγματικῶς εἴχετε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνεπτύξατε, ἦτο ἁπλούστατον νὰ ἀναθέσητε τὰ ἔργα τοῦ γραμματέως εἰς τὸν πρόξενον, καὶ οὕτω θ’ ἀπεφεύγετε τὴν δαπάνην.
§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον ὅτι ἡ μισθοδοσία ἐβάρυνε τὸν πρόξενον, ἂν ἤθελε· διότι, ἂν δὲν ἤθελε, δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ προσλαμβάνῃ γραμματέα, τὸν ὁποῖον νὰ πληρόνῃ. Ἀλλ’ ἐπλήρονε, διότι εἰσέπραττε· διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως τούτου ἀφαιροῦμεν τὰς εἰσπράξεις ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὥστε μένει μετέωρος ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· διότι αἱ εἰσπράξεις τοῦ Προξενείου ἐν Παρισίοις εἶναι τόσον μικραὶ, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρήσῃ τις, ὅτι καλύπτεται δι’ αὐτῶν ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν ἤθελε δημιουργήσει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ δικαιολογῆσθε, διαψεύδοντες ὑμᾶς αὐτοὺς,—διότι βεβαίως διαψεύδετε ὑμᾶς αὐτοὺς, λέγοντες ὅτι εἰσεπράττετε ἀνύπαρκτα.— Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τῆς δαπάνης ὁ εὐνοούμενος, ἀπὸ τῆς καταβολῆς 500 χρυσῶν φράγκων, νὰ ἐπιβληθῇ δὲ ἡ δαπάνη αὕτη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον εὔρωστον! Μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι θὰ μᾶς ἐπιδείξῃ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων μίαν ἄλλην περικοπὴν δαπάνης, δι’ ἧς θὰ ἐξοικονομήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν καὶ τὴν οἰκονομίαν ἐκείνην, καὶ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν τοιαύτην δαπάνην, ἥτις μόνον ἀπὸ προσωπικὸν λόγον ὑπαγορεύεται. Ὅταν ὁμιλῇ τις περὶ τοιούτου γραφείου ἐν Κωνσταντινουπόλει, τὸ ἐννοῶ· διότι ἡ Κωνσταντινούπολις, εἶναι ἡ ἑλληνικωτάτη τῶν πόλεων, καὶ τὸ πλεῖστον τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς εἶναι ἑλληνικὸν, καὶ αἱ ἐργασίαι ἐκεῖ εἶναι ἄπειροι· ἀλλ’ ἐν Παρισίοις; Τί ἔπραξε μέχρι τοῦδε ὁ πρόξενος, καὶ τί πρόκειται νὰ πράξῃ τὸ Προξενεῖον; Ὅταν δὲν ἔχητε εἰς ἄλλο Προξενεῖον, ἐκτὸς τοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ ἐν Καΐρῳ, ὅταν δὲν ἔχητε τοιοῦτον γραφεῖον, τί τὸ θέλετε ἐν Παρισίοις; Διὰ τὴν ἐπίδειξιν; Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε, καὶ νὰ ἀπαλλάξητε πρὸς τούτοις τὸν εὐνοούμενόν σας ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῶν 500 χρυσῶν φράγκων.
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ γενικὸς πρόξενος δὲν ἀπαλλάσσεται δαπάνης 500 φράγκων, διότι ἐδαπάνα διὰ τὸν γραμματέα μόνον 200 φράγκα κατὰ μῆνα.
§93ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ τελευταῖος γραμματεὺς κ. Γεωργαντόπουλος λαμβάνει 500 φράγκα.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτε διωρίσθη ὁ κ. Γεωργαντόπουλος, ὁ γενικὸς πρόξενος ἐδήλωσε πρὸς αὐτὸν, ὡς ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι θέλει δίδει αὐτῷ 200 φράγκα κατὰ μῆνα. Τί τῷ ἔδιδε τελευταῖον, ἐγὼ δὲν γνωρίζω,—ἴσως ὑμεῖς ἔχετε καλλιτέρας πληροφορίας,—οὐδὲ θέλω νὰ συζητήσω περὶ τούτου. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὁ γενικὸς πρόξενος, ὅστις δὲν ἦτο ὑπόχρεως νὰ πληρόνῃ, ἐπλήρονε 200 φράγκα κατὰ μῆνα εἰς τὸν γραμματέα τοῦ Προξενείου. Ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠθέλησε ν’ ἀντιπαραβάλῃ τὸ Γενικὸν Προξενικὸν γραφεῖον τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρὸς τὸ ἐν Παρισίοις καὶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ πρώτου πρὸς τὴν τοῦ δευτέρου, διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ γινόμενον Παρισίοις εἶναί τι ἀνήκουστον, ὅτι δὲ μόνον ἐν Κωνσταντινουπόλει δύναται τοιοῦτόν τι νὰ ἐπιτραπῇ. Ἀλλ’ ἐὰν ἔβλεπεν ὁ συνάδελφος, πόσα δαπανῶνται ὑπὲρ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Προξενικοῦ γραφείου, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι εἶναι ἄστοχος ἡ ἐκλογὴ τοῦ παραδείγματος, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι γίνεται σπατάλη πρὸς ἵδρυσιν τοῦ ἐν Παρισίοις Προξενικοῦ γραφείου. Ἐν Κωνσταντινουπόλει δαπανῶνται ἐννεαπλάσια καὶ δεκαπλάσια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλουσι δαπανηθῆ ἐν Παρισίοις. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λέγει: πῶς δὲν πράττετε τὸ αὐτὸ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἐν Καΐρῳ; Ἐκεῖ ἔχομεν ἔμμισθα Προξενεῖα, καὶ παρὰ Προξενείοις εἶναι πρωτάκουστον νὰ γίνηται λόγος περὶ ἱδρύσεως προξενικοῦ γραφείου. Αὐτὰ ταῦτα τὰ Προξενεῖα εἶναι ἔμμισθα Προξενικὰ γραφεῖα, εἰς πάντα δὲ ταῦτα τὰ γραφεῖα δαπανῶνται ἀσυγκρίτως πλείονα τῶν ὅσα πρόκειται νὰ δαπανηθῶσιν ἐνταῦθα.
§95ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ ἐν Παρισίοις δὲν ἔχομεν γραφεῖον εἰδικὸν, οἷον τὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ δημιούργησις τοῦ Προξενικοῦ αὐτοῦ γραφείου, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖτε σήμερον διὰ προσωπικοὺς λόγους.
§96ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι γνωρίζει ἐπισήμως, ὅτι ὁ γραμματεὺς τοῦ ἐν Παρισίοις Προξενείου ἐλάμβανε 200 φράγκα, καὶ ὄχι 500, ὡς ἐγὼ εἶπον. Ἐξάγεται, νομίζω, οὕτω πως τὸ ἐλατήριον τῆς τοιαύτης ἐκθέσεως τοῦ κ. γενικοῦ προξένου, ἣν ὡς πρῶτον καὶ σπουδαιότατον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς συστάσεως ἐμμίσθου γραμματέως ἐν Παρισίοις ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§97ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ συζητήσω κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν. Παρακαλῶ μόνον ἀπὸ τοῦδε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς παράσχῃ πληροφορίας τινὰς, σήμερον ἢ αὔριον, περὶ τοῦ πόσοι ὑπάλληλοι σήμερον ἐργάζονται ἐν τῇ Πρεσβείᾳ τῇ Ἑλληνικῇ ἐν Παρισίοις, εἴτε ὡς ὑπάλληλοι τῆς Πρεσβείας, εἴτε ὡς προσκεκολλημένοι. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τρόπον λύσεως πολὺ οἰκονομικώτερον ἀπὸ τὸν ἤδη προτεινόμενον. Νομίζω δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῷ παραλληλισμῷ τῆς ὑπηρεσίας ἐν Παρισίοις πρὸς τὴν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἠστόχησεν. Εἶναι παρεμφερὴς, οὐχὶ ἡ αὐτὴ, διότι ἐν Κωνσταντινουπόλει καλεῖται ἐμπορικὸν γραφεῖον τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, οὐχὶ δὲ Προξενεῖον ἀνεξάρτητον. Ἐὰν ἐζήτει παρομοίωσιν πλήρη καὶ ἀκριβῆ, ἴσως θὰ εὕρισκεν αὐτὴν ἐν νόμῳ, ὅστις ἀνέθηκε τὰ προξενικὰ καθήκοντα εἰς τὴν ἐν Βουκουρεστίῳ Πρεσβείαν. Ἐκεῖ ἐγένετο ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ πράξῃ σήμερον ἐν Παρισίοις, ἐγένετο ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον, διότι τὰ καθήκοντα τοῦ γραμματέως τοῦ Προξενείου Βουκουρεστίου ἀνετέθησαν εἰς τὸν γραμματέα τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ Πρεσβείας, οὕτω δὲ καὶ ἡ ὑπηρεσία γίνεται πλήρως καὶ εὐπρεπῶς, ἄνευ ἄλλης δαπάνης. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς θελήσῃ νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, νομίζω, ὅτι θὰ εὕρῃ τὸν οἰκονομικώτερον τρόπον.
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐπὶ τῶν δύο θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔθιξε. Καὶ πρῶτον λέγω, ὅτι εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὸ γινόμενον ἐν ταῖς Πρεσβείαις Βουκουρεστίου καὶ Βελιγραδίου, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἀπέφυγον καὶ νὰ πράξω τι ὅμοιον. Διότι ἐκεῖ τὰ προξενικὰ καθήκοντα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς τοὺς γραμματεῖς τῶν Πρεσβειῶν, οἵτινες οὕτως ἐν ταὐτῷ εἶναι καὶ διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι καὶ πρόξενοι. Τοῦτο δὲ ἄγει εἰς τὸ ἄτοπον, ὅτι, ἐνῷ ὡς διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι χαίρουσιν ἑτεροδικίαν, ἐνεργοῦντες ὡς προξενικοὶ ὑπάλληλοι, εὑρίσκονται ἐκτεθειμένοι νὰ βλέπωσι καθ’ ἡμέραν προσβαλλόμενα τὰ διπλωματικὰ αὑτῶν προνόμια. Τοιοῦτόν τι τελευταῖον συνέβη ἐν Ρωμουνίᾳ. Εἰς τὸν γραμματέα τῆς Πρεσβείας καὶ ἐπιτετραμμένον ἐν ταὐτῷ ἐπεδίδοντο ἀπ’ εὐθείας, ὡς εἰς τὸν προξενικὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, δικαστικαὶ κλήσεις, ὅτε δὲ παρεπονεῖτο ἐπὶ τούτῳ ὁ ἡμέτερος ἐπιτετραμμένος εἰς τὸ Ρωμουνικὸν Ὑπουργεῖον, τὸ Ὑπουργεῖον ἀπήντα: «Τί θέλετε νὰ πράξωμεν; ὑμεῖς αὐτὸς εἶσθε καὶ ὁ πρόξενος». Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, καὶ ἂν ἔτι ἐπήρκει ἐν Παρισίοις ὁ γραμματεὺς τῆς Πρεσβείας εἰς ἀμφότερα τὰ ἔργα, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ κανονισθὲν διὰ τὰς ἐν Βουκουρεστίῳ καὶ Βελιγραδίῳ Πρεσβείας. Ὡς πρὸς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ἀφορῶσαν τὸ προσωπικὸν τῆς Πρεσβείας ἐν Παρισίοις, ἀπαντῶ, ὅτι τὸ προσωπικὸν τοῦτο συνίσταται εἰς μηδέν. Δὲν ὑπάρχει οὐδὲν πρόσωπον προσκεκολλημένον εἰς τὴν ἐν Παρισίοις Πρεσβείαν· ὑπάρχει μόνος ὁ γραμματεύς, ὁ ἐκπληρῶν καθήκοντα ἐπιτετραμμένου, οὐδεὶς δὲ πλησίον αὐτοῦ παραμένει ἀκόλουθος. Ὑπῆρχεν ὁ ἀκόλουθος κ. Μητσόπουλος, ὅστις τελευταῖον, προαχθεὶς εἰς Βʹ γραμματέα τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Προξενείου, ἀπῆλθε, καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν διέρχεται κάθαρσιν εἰς τὰ σύνορα τῆς Μακεδονίας. Δὲν εἶναι δὲ καὶ δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐν Παρισίοις ἀκόλουθος, διότι τοὺς μὲν παρὰ Πρεσβείαις ἀκολούθους ἀπεκόψαμεν ἐφέτος ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, λόγῳ οἰκονομίας, ἄμισθοι δὲ ὑπάλληλοι ἀπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ καλῶς ἀπαγορεύεται, νὰ προσκολλῶνται εἰς τὰς Πρεσβείας.
§99ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ πρῶτον, ὅτι ἤθελον ἀπαντηθῆ δυσχέρειαί τινες, ὅτι θὰ ἐκοινοποίουν εἰς τὸν γραμματέα τῆς Πρεσβείας ὡς εἰς πρόξενον, ἦτο προτιμότερον νὰ τὰς ὑποστῶμεν, ἀπέναντι μεγάλης δαπάνης, τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ οἰκονομήσωμεν. Ἀλλ’ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς γνωρίζει, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ Πρεσβείας, συνεπείᾳ τῶν μεγάλων συμφερόντων, καὶ τῶν ἐμπορικῶν καὶ τῶν ναυτιλιακῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν πλεῖστα ὅσα ἐν ἐνεργείᾳ ἐκεῖ, καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἐν Παρισίοις. Καθ’ ὅσον δ’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ παράπονα τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν προξενικῶν αὐτῶν ὑπαλλήλων, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἀποτείνονται ταῦτα εἰς καταχρήσεις ἕνεκα προσωπικοῦ χαρακτῆρος κακοήθους, ἢ ἕνεκα ἄλλων λόγων ὑπηρεσιακῶν. Ἐπρόκειτο καὶ πρόκειται μόνον περὶ καλῆς ἐκλογῆς προσώπου· ἀλλὰ διότι δὲν δύνασθε νὰ ἐκλέξητε καθ’ ὅλα ἔντιμον καὶ ἄξιον ἐμπιστοσύνης πρόσωπον, νὰ πληρόνῃ τὸ πτωχὸν Δημόσιον μέγαν μισθόν, δὲν τὸ εὑρίσκω ὀρθόν· καὶ τίς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι διὰ τοῦ μεγάλου μισθοῦ θὰ ἐκλέξητε καλλίτερον πρόσωπον; Διότι δὲν ἔτυχε νὰ ἐκλεχθῇ καλὸν πρόσωπον, σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀντὶ νὰ φροντίσῃ νὰ ἐκλέξῃ καλὸν πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἀνατεθῇ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία, προτείνει νόμον δαπανηρόν. Παραδέχομαι δὲ καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἀνισότης τῶν μισθῶν φέρει χαλάρωσιν τοῦ ζήλου τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐν τοῖς λοιποῖς Προξενείοις, ὑπηρετοῦντες καὶ προστατεύοντες πολὺ σοβαρώτερα ἐθνικὰ συμφέροντα. Νομίζω δὲ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, ὅτι ἐν τῇ Πρεσβείᾳ τῶν Παρισίων οὐδέποτε μέχρι σήμερον ἀπὸ δέκα ἐτῶν ὑπηρέτησαν ἥττονες τῶν δύο ἢ τριῶν διπλωματικῶν ὑπαλλήλων· ἐγὼ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ, ἐπανειλημένως ἐπισκεφθεὶς τὴν Πρεσβείαν, εὗρον δύο καὶ τρεῖς ὑπαλλήλους ἐργαζομένους, ἐκτὸς τοῦ πρέσβεως· ὥστε τὴν στιγμὴν ταύτην μόνον παρίσταται τὸ φαινόμενον, νὰ μὴ ὑπάρχουν ἄλλοι ὑπάλληλοι, πλὴν τοῦ γραμματέως, ὅστις ἐκτελεῖ καὶ χρέη ἐπιτετραμμένου. Ἐὰν ὁ δεύτερος ὑπάλληλος τῆς Πρεσβείας ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντα τοῦ προξενικοῦ γραμματέως, οὔτε τὸ ἄλλο ἄτοπον θὰ παραχθῇ, νὰ κοινοποιῶνται αἴφνης εἰς τὸν γραμματέα τῆς Πρεσβείας, ἐπιτετραμμένον ὄντα, ὡς εἰς γραμματέα Προξενείου, δικογραφίαι. Νομίζω ὅτι, ἀνατιθεμένων τῶν καθηκόντων τοῦ γραμματέως τοῦ Προξενείου εἴς τινα τῶν δευτερευόντων ὑπαλλήλων τῆς Πρεσβείας, βεβαίως τὸ ζήτημα λύεται, διότι δὲν θὰ ἔχωμεν δαπάνας, καὶ θὰ ἔχωμεν μεγίστας ἐγγυήσεις, διότι ὁμολογουμένως οἱ διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι τῆς Ἑλλάδος δύνανται νὰ παραβληθῶσι πρὸς τοὺς ἀρίστους διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους εὐρωπαϊκῶν Κυβερνήσεων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἐξωτερικῶν προτείνει, ὅπως ὁ μισθὸς τοῦ γραμματέως, ἀντὶ 800 δραχμῶν, ὁρισθῇ εἰς 500.
§101ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ διὰ τὰ σκάνδαλα, ἅτινα ἐγένοντο ἐσχάτως ἐν Παρισίοις, ἡ ἐπιτροπὴ εὗρε τὴν σύστασιν τοῦ Προξενικοῦ γραφείου ἀναγκαιοτάτην καὶ κατεπείγουσαν. Τὴν μισθοδοσίαν ὅμως τοῦ γραμματέως τοῦ Προξενείου εὗρεν ὑπερβολικήν. Δὲν ἠγνόει δὲ βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἕνεκα τῆς σημερινῆς ἐπικαταλλαγῆς αἱ παρεχόμεναι εἰς τὸν γραμματέα 800 κατὰ μῆνα δραχμαὶ καταντοῦν εἰς χεῖράς του περὶ τὰς 500, δὲν ἠγνόει πρὸς τούτοις καὶ τὸ πολυδάπανον τοῦ βίου ἐν Παρισίοις. Ἀλλὰ διὰ διαφόρους ἄλλους λόγους ἐπέμενε καὶ ἐπιμένει φρονοῦσα, ὅτι ὁ μισθὸς οὗτος εἶναι ὑπερβολικός· πρῶτον ἡ ἐπικαταλλαγὴ αὕτη δὲν ἐπιβαρύνει μόνον τὸν γραμματέα ἐν Παρισίοις, ἀλλ’ ἅπαντας τοὺς προξενικοὺς καὶ διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡ ἐπικαταλλαγὴ αὕτη θὰ ᾖναι παροδική. Ἄλλως καὶ εἰς πολλὰ τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ Προξενείων ὁ βίος εἶναι ἐπίσης πολυδάπανος, ὡς π. χ. ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἐν Καΐρῳ, ἐν Κωνσταντινουπόλει· καὶ ἕνεκα τῆς ἰσότητος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τὰ τῶν ὑπαλλήλων, φρονεῖ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ὁ μισθὸς τοῦ ἐν Παρισίοις προξενικοῦ γραφέως πρέπει νὰ ᾖναι ἀνάλογος πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν λοιπῶν γραμματέων τῶν Γενικῶν Προξενείων. Ὡς ἐκ τῆς θέσεως δὲ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων ἐν τῇ Ἀνατολῇ, οἱ γραμματεῖς τῶν ἐκεῖ Προξενείων ὑπόκεινται εἰς ἔξοδα παραστάσεως, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπόκειται ὁ ἐν Παρισίοις, διότι καθ’ ἁπάσας τὰς ἐν Ἀνατολῇ μεγάλας Ἑλληνικὰς κοινότητας ὁ γραμματεὺς τοῦ Προξενείου ἐπιφανῆ κατέχει θέσιν, καὶ εἰς πολλὰς ἐκτάκτους δαπάνας ὑπόκειται, ἐνῷ ἐν Παρισίοις διατελεῖ περίπου ἄγνωστος. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονεῖ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ὁ ἐν τῇ ἐκθέσει της ἀναγραφεὶς μισθὸς τῶν δραχμῶν 500 εἶναι ἀρκετός· ἀφοῦ δὲ συγκατετέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤδη νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 700 δραχμὰς, φρονῶ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 600 τὸ πολὺ, διὰ νὰ ὑπάρξῃ τοὐλάχιστον ἀναλογία μεταξὺ τοῦ μισθοῦ τοῦ γραμματέως τοῦ διπλωματικοῦ Πρακτορείου τῆς Ἀλεξανδρείας, τοῦ λαμβάνοντος τὸν μείζονα μισθὸν μεταξὺ τῶν γραμματέων τῶν Γενικῶν Προξενείων, καὶ τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐν Παρισίοις γραμματέως.
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐδήλωσα ἤδη, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀποδέχομαι τὴν εἰς 700 δραχμὰς ἐλάττωσιν, θὰ παρακαλέσω δὲ τὰ ἔντιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς περαιτέρω ἐλάττωσιν, δι’ οὓς λόγους προεῖπον. Μοὶ φαίνεται ὅτι, ὅτε ἐν Ἀλεξανδρείᾳ παρέχομεν πρὸς ἐπάρκειαν εἰς τὰς δαπάνας 600 δραχμὰς, αἵτινες καὶ ἐκεῖ μόλις ἐπαρκοῦσι, δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ μισθοδοσία 700 δραχμῶν ἐν Παρισίοις.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως ἐλαττωθῇ ὁ μισθὸς τοῦ γραμματέως τοῦ ἐν Παρισίοις Προξενικοῦ γραφείου εἰς δραχμὰς 700, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως)
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§105ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἔρχεται νὰ δικαιώσῃ ὅλας ἐκείνας τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἀπηυθύναμεν πρὸς αὐτόν. Τὸν ἠρωτήσαμεν προχθὲς, ὑποβαλόντα τὸ νομοθέτημα περὶ χαρτοσήμου, διατὶ θίγει τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας; Μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν τὰς θίγει. Ἀλλὰ τοῦτο πράττει προφανῶς, καὶ κατεδείξαμεν, ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ θίγωμεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταμιευτικοῦ νόμου οὐσιώδεις διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἤκουσεν, ἀλλὰ καὶ ἀπροπαράσκευον ἐντελῶς ἐπαρουσίασε τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ σήμερον πρόκειται. Ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀπροπαράσκευον, προκύπτει ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς πρώτης γραμμῆς. Δὲν ὑπῆρξεν ἀκόμη ἐν τῷ νῷ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἢ τῶν συνταξάντων τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἀκριβὴς ἔννοια, τί εἶναι τὸ νομοσχέδιον αὐτό. «Τὰ ἄρθρα 498 καὶ 499 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, συμπληροῦνται ἢ μεταῤῥυθμίζονται ὡς ἕπεται.» Τί σημαίνει τοῦτο; Βεβαίως οὐδὲν ἄλλο ἢ ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀκριβῆ ἔννοιαν τοῦ τί προτείνουσιν εἰς τὴν Βουλήν: συμπλήρωσιν ἢ μεταῤῥύθμισιν; Τώρα ποίας διατάξεις παρεισάγει ὁ κ. Ὑπουργός; (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς κλήσεως ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου, τῇ ἐπιμελείᾳ ἑνὸς τῶν διαδίκων, ἐγγράφει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ πινάκιον...» Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἅμα τῇ ἐπιδόσει θὰ γίνεται ἡ ἐγγραφή; Διότι, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ δικάσιμος τοῦ Εἰρηνοδικείου εἶναι ἡ ἑπομένη τῆς ἐπιδόσεως καὶ ἑπομένως τῆς ἐγγραφῆς, θὰ ἐκφωνηθῇ καὶ θὰ δικασθῇ ἡ ὑπόθεσις κατὰ παραβίασιν τῶν ἄρθρων 497 καὶ 498, καθ’ ἃ δικάσιμος εἶναι ἡ τρίτη μετὰ τὴν ἐπίδοσιν, ἐπεκτεινομένη λόγῳ ἀποστάσεως. Παρακαλῶ νὰ δώσητε μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τούτου. Ἔπειτα, ὁμιλοῦντες περὶ πινακίου, ἐφροντίσατε νὰ περιλάβητε εἰς τὸ ἐδάφιον τοῦτο πᾶν ὅ,τι διαλαμβάνει τὸ ἄλλο νομοσχέδιόν σας, περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ἓν ἄρθρον 263. Διαγράφετε ἐντελῶς τὴν προφορικὴν ἀνάπτυξιν, καὶ ἐρωτῶμεν: ἐπιτρέπεται προφορικὴ ἀνάπτυξις; Ἐπὶ πλέον ὁρίζετε, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης δύναται νὰ ἀναβάλλῃ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ κατατίθηνται προτάσεις. Δι’ ὄνομα Θεοῦ! πρὸς τί ὅλα αὐτά; Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἠθελήσατε πρῶτον νὰ ἐπιβάλητε φόρον ἐγγραφῆς, ἐπὶ πλέον ἠθελήσατε, αἱ προτάσεις νὰ ὑποβάλλωνται ἐγγράφως· αὐτὰ ἡμεῖς τὰ θεωροῦμεν ἐκβιαστικά, ἀντικείμενα εἰς τὴν οὐσίαν τῶν Εἰρηνοδικείων. Ὑμεῖς λέγετε, ὅτι θέλετε νὰ τακτοποιήσητε τὴν νομοθεσίαν, καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τέλους κατ’ ἀνάγκην τὸ δεχόμεθα· ἀλλὰ πρὸς τί αἱ ἀναβολαὶ καὶ αἱ ἄλλαι ὅλαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι καταστρέφουν τὰ ἄρθρα 497, 498 καὶ 499, καὶ δὲν δικαιολογοῦσι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις ἐστὶ ταμιευτική; Διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸ συνέταξε, δὲν γνωρίζει, ἂν τροποποιῇ τὸ ἄρθρον ἢ τὸ μεταβάλῃ ἢ τὸ συμπληροῖ. Εἶναι καλὸν λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, ἀφοῦ ἐπιμένετε, νὰ τεθῇ μόνον τοῦτο εἰς τὸ ἄρθρον 499, ἤτοι, ὅτι ἡ συζήτησις γίνεται προφορικῶς, αἱ προτάσεις δὲ ἀναπτύσσονται καὶ ὑποβάλλονται καὶ ἐγγράφως. Δὲν σᾶς ἀρκεῖ; Εἰς τὴν διάταξιν, ὅτι μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς κλήσεως ἐγγράφεται ἡ ὑπόθεσις, πρέπει νὰ προστεθῇ «καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς πρὸς ἐμφάνισιν προθεσμίας ἐγγράφεται κλπ.» Αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐπουσιῶδες. Φαίνεται, ὅτι ἠρύσθητε τὰς ἐντυπώσεις σας ἐκ τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἀθηνῶν ἢ ἐκ τῶν μεγάλων Εἰρηνοδικείων, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν Εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα δικάζουν μίαν, δύο, ἢ τρεῖς τὸ πολὺ δίκας, καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν. Μίαν ἄλλην ἔλλειψιν παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον, τὴν ἑξῆς. Ἀποκόπτεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 498· ἐν ἄλλαις λέξεσι δὲν ἐπιτρέπονται κατεπείγουσαι ὑποθέσεις εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον. Εἶναι δυνατὸν αὐτό; Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «... Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 575–578 καὶ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 579 δὲν ἐφαρμόζονται ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις.» Ἠξεύρετε τί λέγουν αὐταὶ αἱ διατάξεις; ὅτι ἐκ τοῦ πινακίου ἐκφωνουμένων τῶν ὑποθέσεων γίνεται ἡ συζήτησις, ἀλλ’ αἱ προτετιμημέναι δὲν ἀναγράφονται εἰς δελτίον, ἀλλὰ συζητοῦνται πρὸ πάσης ἄλλης. Λοιπὸν αἱ διατάξεις αὗται δὲν ἐφαρμόζονται, ἄρα δὲν ὑπάρχουν διόλου εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον ὑποθέσεις κατεπείγουσαι. Ἠθέλησα, Κύριοι, ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ σᾶς ὑποδείξω αὐτὰς τὰς ἐλλείψεις, διὰ νὰ διορθωθοῦν· ἀφοῦ ἐπιτυγχάνετε τὸ ἀποτέλεσμα, ἤτοι καὶ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὸ πινάκιον καὶ τὸν ταμιευτικὸν σκοπὸν, πρὸς τί νὰ θίξητε αὐτὰς τὰς διατάξεις; πρὸς τί αἱ ἀναβολαί; διατὶ νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν εἰρηνοδίκην νὰ ποιήσηται ἀναβολάς; Ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ πινακίου μίαν μόνον τροποποίησιν ἔχετε νὰ κάμητε, ὅτι μονογραφεῖται ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ὑποβάλω, διὰ νὰ γείνῃ ἡ διόρθωσις, ἂν θέλητε νὰ μὴ φθάσωμεν καὶ εἰς λαβύρινθον δικονομικόν.
§106ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, παρετήρησεν, ὅτι ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον δὲν ἤξευρε τί εἶχεν ἐν τῷ νῷ· καὶ τοῦτο τὸ εὑρῆκεν εἰς τὰς πρώτας δύο γραμμὰς τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὰς ὁποίας «τὰ ἄρθρα 498 καὶ 499 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας συμπληροῦνται ἢ μεταῤῥυθμίζονται ὡς ἕπεται», ὡσανεὶ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἑπόμενον δὲν δίδει ἀκριβῶς τὴν ἐξήγησιν τῶν δύο πρώτων γραμμῶν, διότι τὸ μὲν 498 συμπληροῦται, τὸ δὲ 499 μεταῤῥυθμίζεται. Ἀλλὰ παρετήρησεν, ἂν καταργῆται ἡ προφορικὴ διαδικασία ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἢ δὲν καταργῆται. Καὶ βεβαίως ἠδύνατό τις, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του μόνον τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἔχῃ τινὰς ἀμφιβολίας· ἐὰν ὅμως ὁ προαγορεύσας εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τελευταίαν παράγραφον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 496, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ διάδικοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐμφανισθοῦν ἄνευ κλήσεως ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τούτου, ἤθελεν ἴδει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, οὐδεμίαν μεταβολὴν εἰς τοῦτο ἐπάγεται, καὶ ἤθελεν ἀμέσως κατανοήσει, ὅτι δὲν καταργεῖται ἡ ἄνευ κλήσεως ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου ἐμφάνισις τῶν διαδίκων, ὅταν οὗτοι προτιμήσωσι τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον ἕνα μόνον ἔχει σκοπόν· εὐθὺς ὡς πρόκειται νὰ γένηται κλῆσις καὶ συνεπείᾳ κλήσεως πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ δίκη, πρέπει ἀμέσως μετὰ τὴν κλῆσιν νὰ γείνῃ ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὸ πινάκιον. Ἄσκοπος λοιπὸν ἀποβαίνει ἡ προβαλλομένη δῆθεν ὡς ἀπορία, ἂν γίνηται μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς κλήσεως, ἐπὶ τῇ ἐπιδόσει τῆς κλήσεως, πρὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς κλήσεως. Ἂν δὲν κρίνηται σαφὴς ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ φράσις, δύνασθε νὰ εἴπητε «πρὸ πάσης συζητήσεως», ὅλα δὲ τὰ ἄλλα μένουν ὡς ἔχουσι. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς κλήσεως πρέπει πάντοτε νὰ ἐγγραφῇ ὁ εἷς τῶν διαδίκων εἰς τὸ πινάκιον, κατὰ τὴν σειρὰν δὲ τοῦ πινακίου γίνονται αἱ συζητήσεις· δὲν μεταβάλλονται δὲ αἱ λοιπαὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων συζήτησιν τῶν ὑποθέσεων. Οὐδεμίαν βλέπω ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προελευσομένην σύγχυσιν. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην εἰδικῶν ἀνδρῶν,—διότι προκειμένου βεβαίως περὶ μιᾶς μεταβολῆς τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἐζητήθησαν αἱ γνῶμαι ἁρμοδιωτάτων προσώπων,— δὲν θέλω νὰ τὴν ἐπικαλεσθῶ, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι διεξάγουσιν αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν, ἕτεροι, οἵτινες διετέλεσαν πρωτοδίκαι καὶ Πρόεδροι Πρωτοδικῶν, καὶ ἐγήρασαν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ἔχουσι τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδεμία ἐπέρχεται σύγχυσις, καὶ δι’ αὐτὸ ἐξηρέθησαν αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων, δηλ. αἱ τῶν ἄρθρων 575–578 καὶ ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 579, διότι δὲν ἐφηρμόζοντο μέχρι τοῦδε ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἠθελήσαμεν αὐτὰς τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται κατόπιν τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸ πινάκιον καὶ αἱ ὁποῖαι ἐφαρμόζονται εἰς τὰ πολυμελῆ δικαστήρια, νὰ τὰς ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα· μόνον ἴσως μία τις διάταξις ἐξ αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι παραλείπονται, ἡ τοῦ ἄρθρου 575, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἄρχονται αἱ παραγραφαὶ καὶ παραλείψεις δικαιωμάτων, ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ, καὶ ἠδύνασθε νὰ προτείνητε, ὅπως μεταῤῥυθμισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἄρθρων εἰς 576–578, καὶ ἑπομένως τὰ ἐκ μιᾶς συζητήσεως ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐπαγόμενα δικαιώματα νὰ μὴ παραγράφωνται. Δικολάβοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἀδιαλείπτως ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων, εἶδον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ οὐδεὶς εὗρεν, ὅτι ἠδύνατο ἐξ αὐτοῦ νὰ ἐπέλθῃ σύγχυσίς τις.
§107ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ μόνον ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀκούσῃ τις, ὅτι δικολάβοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμπνέουν τοιαῦτα νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς οὐσιώδεις διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας...
§108ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δικολάβος ἦναι ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος τὸ συνέταξεν...
§109ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, τίνες συνέταξαν τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ ἤκουσα, τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεθεώρησαν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἠκούσαμεν, ὅτι δικολάβοι, ἐπιθεωρήσαντες τὸ ἔργον του, τὸ εὗρον καλόν. Λοιπὸν ἂς τὸ ἐξετάσωμεν τὸ ἔργον αὐτὸ (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς κλήσεως ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου, τῇ ἐπιμελείᾳ ἑνὸς τῶν διαδίκων, ἐγγράφει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν πινάκιον, ὅπερ εἶναι βιβλίον ἠριθμημένον κλπ». Εἰς δὲ τὸ ἄρθρον τὸ κατόπιν ἀναγινώσκομεν: «Ἡ συζήτησις γίνεται δημοσίᾳ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐν τῷ πινακίῳ ἐγγραφῆς τῶν ὑποθέσεων». Ὑπάρχουν ὑποθέσεις καὶ κλήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συζητηθῶσι τὴν τρίτην ἡμέραν ἐνώπιον ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ Εἰρηνοδικείου, ἢ τὴν πέμπτην, ἢ τὴν δεκάτην πέμπτην ἡμέραν, λόγῳ τῆς ἀποστάσεως τῆς κατοικίας τοῦ ἐναγομένου...
§110ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μετεβλήθησαν αὐτά.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν μεταβάλλονται, ἀφοῦ ἀναγράφονται κατὰ τὴν σειράν των, ἀφοῦ ἐκ τῆς σειρᾶς ἐκφωνοῦνται καὶ κατὰ τὴν σειρὰν δικάζονται; Ἀλλὰ βεβαίως, ὅταν καταφεύγητε εἰς τὴν σοφίαν τῶν δικολάβων, διὰ νὰ διαψεύσητε τὴν σοφίαν τοῦ Μάουρερ, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ διαπράξητε αὐτά. Οἱ διαδικαστικοὶ νόμοι, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἑρμηνεύονται στενῶς, διότι ὁ δικαστὴς ἐξετάζει, τίνες εἶναι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται εἰς οἱονδήποτε διαδικαστικὸν νόμον· δι’ αὐτὸ βεβαίως δὲν εἶναι διαδικαστικαὶ αἱ διατάξεις αὗται, καὶ ἀποδεικνύουσι πλήρη ἄγνοιαν τῆς λειτουργίας τῶν Εἰρηνοδικείων, διότι τὴν ἐλαχίστην πεῖραν τῶν λαμβανόντων χώραν ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις δὲν εἶχεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο. Καὶ βεβαίως ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἠρώτησε τοὺς δικολάβους, ἐνόμιζον ὅτι θὰ μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας ἢ εἰς τὰ Συμβούλια τῶν Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν, καὶ ὅτι ταῦτα ἀπεφήναντο γνώμην· ἀλλ’ ὅπως κατηρτίσθη τὸ ἔργον, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ τὰς ἐλλείψεις ταύτας. Περιελάβετε μίαν διάταξιν εἰς τὸν νόμον, τὸν τροποποιοῦντα τὸν περὶ χαρτοσήμου νόμον, καὶ διὰ νὰ κυρώσητε πλέον τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, συνετάξατε ἓν νομοσχέδιον ὅπως ὅπως, καὶ τὸ ἐῤῥίψατε ἐνταῦθα. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις καὶ ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον καταρτίζονται τοιαῦτα νομοσχέδια. Ἀλλὰ δὲν νομοθετοῦνται οὕτω πως οἱ νόμοι οἱ δικονομικοί. Μὴ θίγετε τὸ καθεστὼς τὸ δικονομικὸν, διότι μόνον καταστροφὰς θὰ φέρητε.
§112ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Ὑπουργὲ, ἤμην ἀρκετὰ σαφής· σᾶς ἠρώτησα, ἐὰν ἡ συζήτησις γίνεται προφορικῶς ἢ ἐὰν ἀπαγορεύηται, καὶ μοὶ ἀπηντήσατε: «ἐὰν οἱ διάδικοι ὑπάγουν μόνοι των...» Αὐτὸ εἶναι μία περίπτωσις. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: διεγράφη ἡ διάταξις τοῦ 499 ἄρθρου, καθ’ ἣν «ἡ συζήτησις γίνεται δημοσίᾳ καὶ διὰ ζώσης φωνῆς»; Τώρα οὔτε διαγράφεται, δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, οὔτε δὲν διαγράφεται, διότι οὔτε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸ νομοσχέδιον, ἠξεύρει. Συμπληροῦται ἢ μεταῤῥυθμίζεται; Ἐὰν μὲν συμπληρῶται, σημαίνει, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ προφορικὴ διαδικασία, ἄλλως σημαίνει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον νομίζω, ὅτι μεταῤῥυθμίζεται, διότι εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου 499 κανονίζεται πῶς θὰ γίνηται ἡ διαδικασία (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν συζήτησιν ἕκαστος διάδικος ἄρχεται τῆς ὑπερασπίσεως αὐτοῦ, ὑποβάλλων ἔγγραφον πρότασιν, ἣν ἀναγινώσκει...» Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, ὁ ὁποῖος εἶναι αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ ἐπιούσιος ἄρτος, νὰ τῷ εἴπητε τὰ παράπονά σας: «Κύριε Εἰρηνοδίκα, μοὶ συνέβη αὐτὸ καὶ αὐτὸ», ἢ θὰ ἀρχίσητε νὰ μουρμουρίζητε τὰς προτάσεις σας ἀπὸ τὴν ἀρχὴν μέχρι τέλους; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ αὐτὰ τὰ ἄτοπα ἐπάγεται ἡ σύνταξις τοιούτου νομοσχεδίου παρ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι—πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ἢ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου—φαίνεται ὅτι δὲν ἐπάτησαν ποτὲ εἰς Εἰρηνοδικεῖα, δὲν κατέγειναν νὰ μάθουν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν διαφόρων δικαστηρίων,—καὶ τὸ λέγω ἐδῶ, ἵνα τὸ ἀκούσουν. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐγένετο θῦμα· δὲν εἶχεν ἢ νὰ τοῖς εἴπῃ: «δύο ζητήματα θέλω· πρῶτον νὰ ἀσφαλίσω τινὰς διατάξεις, καὶ δεύτερον θέλω χρῆμα, ἑπομένως ὅλα νὰ γίνωνται ἐπὶ χαρτοσήμου». Ὡς πρὸς τὰς κατεπειγούσας ὑποθέσεις, ἐρωτῶ: ἔχομεν ἢ δὲν ἔχομεν κατεπειγούσας ὑποθέσεις ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικῶν; Τί θὰ γείνῃ; Θὰ τὰς ἐγγράψητε εἰς τὸ πινάκιον; Βλέπετε ὅτι, διὰ νὰ θελήσητε νὰ μεταβάλητε τὸ ἄρθρον, ἐχαλάσατε τὸ πᾶν. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν χρειάζονται ὅλα αὐτά· ἀρκεῖ νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ διαδικασία γίνεται προφορικῶς καὶ ἐγγράφως. Τί τὰ θέλετε τὰ ἄλλα; Δεύτερον, ὅσα λέγονται προφορικῶς θὰ ὑποβάλλωνται καὶ ἐγγράφως. Ἐγὼ σᾶς κάμω καὶ ἄλλην τροποποίησιν· ἐπὶ ὑποθέσεων μέχρι τεσσαράκοντα δραχμῶν νὰ μὴ γίνωνται προτάσεις. Ὅλον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς φαίνεται ἀριστούργημα, οὔτε αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι τὸ ἔκαμαν, δὲν τὸ ἐνόησαν, διότι δὲν γνωρίζουν καὶ αὐτοί, ἂν συνεπλήρωσαν ἢ ἐτροποποίησαν τὸ ἄρθρον. Σημειώσατε δὲ, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ἐδῶ 150 ἄνθρωποι, θὰ τὸ συζητῶσιν ἔξω 2000, καὶ ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν ἐδῶ, φαντασθῆτε, τί θὰ γείνῃ ἀλλαχοῦ!
§113ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ αἱ δύο πρῶται γραμμαὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς ἄσκοπον συζήτησιν, προτείνω τὴν ἀπάλειψιν αὐτῶν, καθόσον, καὶ ἂν λείψωσιν, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι μὲ ἐνέπνευσαν δικολάβοι, ὁ δὲ Βουλευτὴς Κορινθίας, ὅτι ἐζήτησα πληροφορίας παρ’ ἀνθρώπων ἀκαταλλήλων, οὓς ἐθεώρησεν ἀπολύτως θεωρητικούς. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἴπω εἰλικρινῶς τὰ περὶ τούτου. Ὅτε τὸ πρῶτον ἀπεφασίσθη νὰ συνταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατηρτίσθη μία ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν μέλη ἐξελέγησαν δικαστικοὶ καὶ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, διότι ἐπρόκειτο καὶ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν νόμων περὶ χαρτοσήμου. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἦσαν ὁ Πρόεδρος τῶν πρωτοδικῶν, εἷς ἐφέτης ἐκ τῶν δοκιμωτέρων, ὁ καλλίτερος τῶν εἰρηνοδικῶν ἐν Ἀθήναις, καί τινες δικηγόροι ἐκ τῶν κρινομένων ὡς πρακτικῶν. Ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον κατηρτίσθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ζητήσω τὴν γνώμην καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου παρὰ Εἰρηνοδικείοις, μήπως ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ δύναται νὰ προκύψῃ σύγχυσις· πάντες δὲ μόνον μίαν ἀπορίαν μοὶ ἐξέφρασαν, μὴ τυχὸν τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ τροποποιημένου ἄρθρου 499 δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀναβολάς· κατὰ τὰ ἄλλα, μοὶ εἶπον, ὅτι θὰ λειτουργήσῃ ὡς ἄριστα ὁ νόμος, διότι τίποτε δὲν παραλείπεται· ἂν μὲν οἱ διάδικοι προσέλθωσιν εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἄνευ κλήσεως, δὲν θὰ χρειασθῇ οὔτε πινάκιον, οὔτε προτάσεις· ἐὰν προσέλθωσι μετὰ κλήσεως, ἡ κλῆσις πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ πινάκιον. (Διαλογικαὶ συζητήσεις).
§114ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον—ἀδιαφορῶ τίς τὸ ἔκαμε—τὸ εὑρίσκω τέλειον καὶ πλῆρες. Εἰς δύο μέρη μόνον δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐσφαλμένον· πρῶτον, ὡς μὴ καταργοῦν τὴν ἐν τέλει διάταξιν τοῦ ἄρθρου 496, τουτέστι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ἑκουσίως καὶ ἄνευ κλήσεως ἐμφάνισιν τῶν διαδίκων ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου· διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν καταργῆται αὕτη, ἢ διατηρῆται ἐν ἰσχύϊ μόνον δι’ ὡρισμένας ὑποθέσεις, θὰ φέρῃ σύγχυσιν...
§115ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ κατάργησις θὰ ἐπιφέρῃ σύγχυσιν.
§116ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Δὲν ἐπιφέρει σύγχυσίν τινα, ἀλλ’ αἴρει πρόδηλον ἀντινομίαν καὶ ἀντίφασιν· καθόσον ἐκ τῶν ὑπὸ συζήτησιν διατάξεων καὶ ἐκ τοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ψηφισθέντος νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐξάγεται, ὅτι ἡ ἐμφάνισις ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου ἑκουσίως καὶ ἄνευ κλήσεως καταργεῖται, διότι, ἵνα δικασθῇ μία ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου, ἀπαιτεῖται ἐξάπαντος νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ πινάκιον. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ διάταξις αὕτη πρέπει ῥητῶς, νὰ καταργηθῇ, ἤτοι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 496, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ἄνευ κλήσεως ἐμφάνισιν ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου· διότι δὲν ἐννοῶ, πῶς δύνανται νὰ συμβιβασθῶσι μετ’ αὐτοῦ αἱ διατάξεις περὶ ἐγγραφῆς τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ πινάκιον καὶ ἡ διατύπωσις τῶν ἰσχυρισμῶν ἐν προτάσεσι· δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς δύνανται νὰ κρατηθῶσι πρακτικὰ μόνον διὰ τὴν μίαν ὑπόθεσιν, διὰ δὲ τὴν ἑτέραν νὰ μὴ ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ κρατηθῶσι, Θὰ ἔχωμεν δύο τρόπους εἰσαγωγῆς καὶ συζητήσεως τῶν εἰρηνοδικειακῶν ὑποθέσεων. Ἕτερον σφάλμα παρατηρῶ ἐπίσης, ὅτι τὸ ἄρθρον 575 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὰς συνεπείας τῆς ἐν τῷ πινακίῳ ἐγγραφῆς, τοῦτο ἐπίσης ἀναφέρεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται. Τοῦτο ἦτο σφάλμα, ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὸ παρετήρησε, καὶ διέγραψε τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐκ τοῦ νομοσχεδίου σήμερον, ὥστε μένει ἐν ἰσχύϊ καὶ ἐφαρμογῇ. Θὰ ἀπαντήσω δὲ ἐν ὀλίγοις εἰς τὰς ἀπορίας, ἢ μᾶλλον εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Κορινθίας. Ἐρωτῶσι: «Τί ἐννοεῖτε; Ὑπάρχει προφορικὴ συζήτησις ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ, ἢ δὲν ὑπάρχει;» Ἐγὼ τοῖς ἀπαντῶ· Κατὰ τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ὑπάρχει ἀκριβῶς ὅ,τι ὑπάρχει καὶ παρὰ Πρωτοδικείοις καὶ παρ’ Ἐφετείοις. Αὐτὸ τὸ λέγει ὁ νόμος εἰς τὸ ἄρθρον 580, ὅτι ἐμφανίζονται οἱ διάδικοι καὶ ἀναγινώσκουσι τὰς προτάσεις αὐτῶν. Αὐτὸ τοῦτο θὰ γίνηται καὶ ἐδῶ. Ὅταν λοιπὸν αἱ προτάσεις ἀναγινώσκωνται, μία ἑκάστη τῶν προτάσεων αὐτῶν συζητεῖται καὶ ἀναπτύσσεται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Αὐτὸ τοῦτο γίνεται παρ’ ὅλοις τοῖς δικαστηρίοις καὶ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Οἱ λόγοι τῆς ἀναιρέσεως ἀναπτύσσονται.
§117ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὰ πολυμελῆ δικαστήρια, γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχουσι δικηγόροι, εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα δὲ, εἰς τὰ πλεῖστα, δὲν ὑπάρχουσιν.
§118ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀνεξάρτητον. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις, δυνάμενοι νὰ διατυπώσωσι προτάσεις ἢ ὄχι, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὴν διαγραφομένην διαδικασίαν. Περὶ τούτου ὁμιλῶ, καὶ περὶ ταύτης ἤδη πρόκειται. Ἀφοῦ παραδέχεσθε κατ’ ἀρχὴν τὸ πρᾶγμα, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἢ δὲν ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι ἱκανοὶ νὰ συντάξωσι προτάσεις. Καταργεῖται ἡ προφορικὴ διαδικασία· λέγει δ’ ὁ νόμος, ὅτι θέλει νὰ ἐμφανίζωνται οἱ διάδικοι μετὰ κλῆσιν, καὶ νὰ ὑποβάλλωσιν ἐγγράφως τοὺς ἰσχυρισμούς των εἰς τὸν εἰρηνοδίκην. Λέγετε, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἱκανοί· εἰπέτε, ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν δέχεσθε τοῦτο, καὶ τότε μεταβάλλεται τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ δὲν συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἤδη ἂς ἐξετάσωμεν, ἐὰν τῷ ὄντι διασαλεύηται ἡ τάξις τῶν δικονομικῶν διατάξεων, ἐὰν ἐπέρχωνται τόσα ἄτοπα, ὅσα εἴπετε, ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τί θὰ γείνωσιν, εἴπετε πρὸ ὀλίγου, αἱ κατεπείγουσαι ὑποθέσεις; Θὰ δύνανται αὗται νὰ συζητῶνται ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων, ἄνευ ἐγγραφῆς εἰς τὸ πινάκιον, ὡς γίνεται παρὰ πολυμελέσι δικαστηρίοις; Καὶ τοῦτο τὸ ἐξάγετε ἐκ τοῦ ἄρθρου 578. Ἀλλὰ πλανᾶσθε προδήλως. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἐκθέματος, ὡς τὸ ὀνομάζομεν ἐν τοῖς δικαστηρίοις, τοιχοκόλλητον δὲ ἔκθεσιν, νομίζω, τὴν ὀνομάζει ὁ νόμος. Τοιαύτη λοιπὸν τοιχοκόλλητος ἔκθεσις βεβαίως δὲν θὰ ὑπάρχῃ, δὲν θὰ ἐξάγηται τουτέστιν ἐκ τοῦ πινακίου ὡρισμένος ἀριθμὸς ὑποθέσεων, περὶ τοῦ ὁποίου μεριμνᾷ ὁ Πρόεδρος καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦσιν ὡσαύτως τὸ ἄρθρον 263 καὶ ἑπόμενα τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Ἐξ αὐτῶν τῶν ὑποθέσεων τῶν ἐν τῷ πινακίῳ ἐξάγει ὁ Πρόεδρος ὡρισμένον ἀριθμὸν ὑποθέσεων καὶ τὰς ἐκθέτει πρὸς συζήτησιν ἐν ὡρισμένῃ ἡμέρᾳ. Πάντα ταῦτα δὲν θὰ γίνωνται παρ’ Εἰρηνοδικείοις, διότι ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι τὴν τρίτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς κλήσεως ὅλαι αἱ ὑποθέσεις τῶν Εἰρηνοδικείων δικάζονται ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ὁ λόγος τῶν ἐκθεμάτων, ὁ λόγος τῆς πολυτελείας, ἡ ὁποία ὑπάρχει παρὰ τοῖς πολυμελέσι δικαστηρίοις, οὐδ’ ἀναγράφονται τοιαῦται διατάξεις. Ἄλλη ἀντίῤῥησις ἐγένετο: «καὶ πότε θὰ ἐγγράφωνται αἱ ὑποθέσεις; ἔχομεν καὶ ἀποστάσεις». Ἀλλὰ μήπως μεταβάλλονται τὰ κείμενα ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου; Οὐδαμῶς.
§119ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς κλήσεως, λέγει.
§120ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν μείνῃ ἡ διάταξις ὅπως ἔχει, μεταβάλλονται.
§121ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Τὸ ἄρθρον 497, τὸ ὁποῖον δὲν καταργεῖται, λέγει: «Ἐὰν ἐν τῇ κλήσει δὲν ὡρίσθη ἀκριβῶς ἢ ὀρθῶς, ἢ δὲν ὡρίσθη παντάπασιν ἡ ἡμέρα καὶ ὥρα τῆς συζητήσεως, θεωρεῖται κατὰ νόμον ὡς ἡμέρα ἐμφανίσεως ἡ μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς κλήσεως τρίτη ἡμέρα· ἀλλ’ ἡ προθεσμία αὕτη ἐπεκτείνεται, ἐὰν τὸ ἀπόστημα ἦναι μεγαλύτερον, κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 195 καὶ 196 ὡρισμένα.» Λοιπὸν κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος τις λόγος παρατάσεως τῆς προθεσμίας ταύτης, κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα θὰ προσέρχησθε, θὰ ἐγγράφητε τὴν ὑπόθεσιν, καὶ θὰ τὴν συζητῆτε· ὁ νόμος δὲν ἐπιβάλλει τὴν αὐθωρεὶ μετὰ τὴν κλῆσιν ἐγγραφὴν, ἀλλ’ ἀφίεται ἡ ἔγκαιρος μέχρι τῆς συζητήσεως ἐγγραφὴ εἰς τὴν μέριμναν τοῦ διαδίκου. Δὲν ἐννοῶ δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον οἱ Κύριοι καὶ τὸ ὁποῖον ἐφάνη ὁμολογουμένως καὶ εἰς ἐμὲ κατ’ ἀρχὰς ὥς τι σπουδαῖον. «Τί γίνεται, εἶπον, ὅταν ὑπάρχῃ κατεπείγουσα ὑπόθεσις καὶ πρόκηται νὰ δικασθῇ μετὰ μίαν ἢ δύο ὥρας;» Τοῦτ’ αὐτὸ, Κύριοι, γίνεται καὶ εἰς τὰ πολυμελῆ δικαστήρια. Διατὶ τὸ λησμονεῖτε; Δὲν ἔχομεν ὑποθέσεις τοσοῦτον κατεπειγούσας, ὥστε ὁ Πρόεδρος διατάσσει τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἢ μετὰ ὥρας τινὰς νὰ συζητηθῶσι; Καὶ ἐν τούτοις κατορθόνομεν καὶ τὰς ἐγγράφομεν εἰς τὸ πινάκιον, κατόπιν τὰς μεταφέρομεν εἰς τὸ δελτίον καὶ τὰς συζητοῦμεν τὴν αὐτὴν ἡμέραν. Θέλετε νὰ σᾶς ἀριθμήσω τοιαύτας ὑποθέσεις ἀπείρους; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη, διότι καὶ σεῖς ὅλοι τὰς ἔχετε ἤδη ἐν νῷ καὶ τὰς γνωρίζετε. Λοιπὸν πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τὰ θεωρῶ οὐχὶ βεβαίως ἀπὸ πνεύματος ἀντιλογίας λεχθέντα, ἀλλὰ βεβαίως ἐκ πλάνης. Δὲν ἰσχυρίζομαι ἐπίσης, ὅτι ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι κατὰ πάντα ὀρθή. Τὸ ἀλάθητον οὐδέποτε τὸ ἐδέχθην ὑπὲρ ἐμοῦ. Τὸ ἀπεχθάνομαι δὲ καὶ ὁσάκις τὸ βλέπω οἰκειοποιούμενον παρ’ ἄλλου. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι αἱ ἀντιῤῥήσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι βάσιμοι, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι πλῆρες, καὶ δὲν θὰ διαταράξῃ ποσῶς τὴν ἁρμονίαν τῶν διατάξεων τῶν δικονομικῶν.
§122ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἄνευ προφορικῆς διαδικασίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ. Καὶ παράδειγμα σᾶς φέρω τὸ ἑξῆς. Οἱ εἰρηνοδίκαι ὁρίζουσι προσωρινὰ μέτρα μετὰ μίαν ὥραν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀγωγῆς καὶ πράξεώς των, καὶ κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ὥραν μεταβαίνουσιν ἐπὶ τοῦ τόπου πρὸς ἐκδίκασιν αὐτῶν. Ὁ ἐναγόμενος ἐργάζεται ἐν τῷ ἐπιδίκῳ, εὑρίσκει δ’ αὐτὸν ὁ εἰρηνοδίκης ἐργαζόμενον καὶ μὴ δυνηθέντα νὰ προσλάβῃ δικηγόρον, ὡς ἐκ τοῦ ὀλίγου χρόνου, διότι πολλάκις τὸ ἐπίδικον εἶναι δύο καὶ τρεῖς καὶ πέντε ὥρας μακρὰν τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἔνθα κατοικοῦσιν οἱ δικηγόροι, δι’ ὧν πρέπει νὰ κάμῃ ἐγγράφους προτάσεις. Ὅταν ἡ προφορικὴ αὐτοῦ ἀνάπτυξις ἦναι ἀπαράδεκτος, τότε τί θὰ γείνῃ; Θὰ δικασθῇ ἐρήμην, ἄνευ λόγου, ἐνῷ προφορικῶς δύναται νὰ ἐκθέσῃ τοὺς ἰσχυρισμούς του. Ἰδοὺ ἀμέσως ἔχομεν ἓν πρόσκομμα. Διὰ τοῦτο λοιπὸν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ προφορικὴ ἀνάπτυξις εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι θὰ γεννηθῶσι πλεῖστα ὅσα προσκόμματα, καὶ ὁ νόμος θὰ μείνῃ ἀνεφάρμοστος.
§123ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κύριος συνάδελφος, δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι ἐπίσης περὶ προσωρινῶν μέτρων δικάζει ὁ Πρόεδρος, καὶ ἐν τούτοις ἐνώπιον τοῦ Προέδρου γίνεται ἔγγραφος ἡ διαδικασία.
§124ΑΛΚΙΒ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ ἡμίσειαν ὥραν ὁρίζει ὁ εἰρηνοδίκης νὰ γείνῃ ἡ διαδικασία.
§125ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Διὰ νὰ ὁρίσῃ ὥραν, πρέπει νὰ γείνῃ πρᾶξις προτιμήσεως. Δὲν εἶναι κατακλεισμὸς αὐτό. Ὅταν θὰ λάβητε τὴν πρᾶξιν τῆς προτιμήσεως, ἐγγράψατε καὶ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ πινάκιον.
§126ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι κατακλεισμὸς δι’ ἄλλον λόγον· διότι ὁ ἐνάγων δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔφεσιν καὶ νὰ προπαρασκευάσῃ τὰς προτάσεις του, ὁ αἰτῶν δηλ. τὰ συντηρητικὰ μέτρα· ἀλλ’ ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου τὰ συντηρητικὰ μέτρα προβάλλονται, δὲν εἶναι εἰς θέσιν τοιαύτην. Πρόκειται λ. χ. περὶ μιᾶς οἰκοδομῆς. Ὁ αἰτῶν ζητεῖ νὰ παρεμποδίσῃ τὴν οἰκοδομήν· οὗτος βεβαίως προστρέχει εἰς δικηγόρον, διατυποῖ τὴν αἴτησιν, καὶ προπαρασκευάζει τὰς προτάσεις του. Ὁ ἄλλος, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποχρεώσητε νὰ παύσῃ οἰκοδομῶν, ποῦ θὰ εὕρῃ τὸν δικηγόρον; Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς δυσχερείας ταύτης, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμβάλλονται ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι ἐναγόμενοι ἐπὶ τοιούτων αἰτήσεων, ἔχομεν τὴν γενικὴν δυσχέρειαν, ὅτι ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν ὑπάρχουσι παρὰ δικολάβοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διατυπῶσι προτάσεις, ὑποβάλλετε δὲ εἰς μίαν ὑποχρέωσιν τοὺς διαδίκους, ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ὁποίας καθίσταται ἀδύνατος, διότι οἱ δικολάβοι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ διατυπῶσι προτάσεις. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄργους ἠθέλησε ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἔχει, δὲν θὰ ἐπέλθῃ πλήρης σύγχυσις εἰς τὴν διαδικασίαν. Σᾶς λέγει δὲ, ὅτι δὲν τροποποιοῦνται διὰ τῶν δύο διατάξεων αὐτῶν αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν παράτασιν τῶν προθεσμιῶν λόγῳ τῆς ἀποστάσεως. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσω πάλιν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄργους, οἱονδήποτε λόγον καὶ ἂν ἔχῃ νὰ συνηγορῇ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει καὶ αὐτὸς νὰ ἀναγνώσῃ. Δὲν δυνάμεθα ἐδῶ ἐκ μόνης ποιητικῆς ἀδείας νὰ λέγωμεν λόγους. Τί λέγει τὸ εἰς τὸ ἄρθρον 498 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας διὰ τοῦ νομοσχεδίου προστιθέμενον ἐδάφιον; (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς κλήσεως, ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου, τῇ ἐπιμελείᾳ ἑνὸς τῶν διαδίκων, ἐγγράφει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ πινάκιον κλπ.» Ἐπέδωκα τὴν κλῆσιν· παρουσιάζομαι εἰς τὸν γραμματέα τοῦ Εἰρηνοδικείου καὶ λέγω νὰ ἐγγράψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ πινάκιον. Θὰ τὴν ἐγγράψῃ, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀναμφισβητήτως. Καὶ μετὰ ταῦτα τὸ ἐδάφιον τὸ κατόπιν λέγει: «Ἡ συζήτησις γίνεται δημοσίᾳ, κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐν τῷ πινακίῳ ἐγγραφῆς τῶν ὑποθέσεων». Λοιπὸν τὴν ἐνέγραψεν· ἔρχεται ἡ δικάσιμος, ἐκφωνεῖται τὸ πινάκιον· θὰ δικασθῇ, ναὶ, ἢ ὄχι;
§127ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐὰν ἦναι μωρὸς αὐτὸς πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας νὰ ἐγγράψῃ τὴν ὑπόθεσιν...
§128ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν θὰ ἦναι μωρός. Τῷ χορηγεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ νόμος.
§129ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγράψητε. Σᾶς ἐπιβάλλεται μετὰ 10 ἡμέρας. Ἐὰν τὴν ἐγγράψητε καὶ θέλητε νὰ τὴν συζητήσητε πρὸ τῆς προθεσμίας, τί θὰ κάμητε; Θὰ χάσητε καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἐγγραφῆς καὶ τὰ ἔξοδα τῆς συζητήσεως.
§130ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Χορηγεῖ ἓν δικαίωμα ὁ νόμος αὐτὸς, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγορεῖτε, τὸ δικαίωμα τῆς ἀμέσου ἐγγραφῆς, καὶ δὲν προβλέπει τὰ περαιτέρω. (Ἴσως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιῤῥίψῃ τὸ σφάλμα εἰς τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου). Ἀμέσως μετὰ ταῦτα, κύριε Κωτσάκε, θὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ὑποθέσεως καὶ θὰ δικασθῇ. Οἱ νόμοι οἱ δικαστικοὶ δὲν καταρτίζονται οὕτω πως, οὐδὲ ψηφίζονται οὕτως. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀργολίδος ἔχῃ λόγους ἄλλους, ἵνα συνηγορῇ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἠξεύρω....
§131ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Τὴν πεποίθησίν μου μόνον, καὶ οὐδὲν ἄλλο.
§132ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν βλέπω, ἐὰν ἡ πεποίθησίς σας δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐν συμφωνίᾳ κἄπως μὲ τὰς γνώσεις σας τὰς νομικάς· διότι καταλαμβάνετε, τί σημαίνει τὸ κείμενον αὐτό. Τὸ κείμενον αὐτὸ σημαίνει, ὅτι καταργοῦνται ὅλαι αἱ διατάξεις αἱ σχετικαὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ὅτι ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸ πινάκιον καὶ ἐκ τῆς ἐκφωνήσεως. Τί φαντάζεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸ νομοσχέδιον, τί φαντάζεται ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του ὑπ’ αὐτὸ, δὲν γνωρίζω· ἐγὼ ἐξετάζω τὸ νομοσχέδιον ὅπως τὸ βλέπω.
§133ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ μεταβληθῇ τὸ ἄρθρον. Ὅσα παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι ὀρθά. Διατὶ νὰ ἐπιμένωμεν εἰς μίαν κακὴν ἐκδοχήν; Ὅταν θέσωμεν: «Τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ὁ γραμματεὺς ἐγγράφει κλπ.» ἐκλείπουσι πᾶσαι αἱ ἀντιῤῥήσεις καὶ τὰ ἄτοπα. Ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διορθωθῇ, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ διορθωθῇ.
§134ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει κἀμμία δυσκολία εἰς τοῦτο.
§135ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, προτείνω ῥητῶς τὴν ἀναβολήν. Αὔριον θὰ ἔχωμεν τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν· ἐκ τοῦ προχείρου δὲν γίνονται τροπολογίαι, τὰς ὁποίας δύναταί τις νὰ ἴδῃ ἢ καὶ νὰ μὴ ἴδῃ.
§136ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ πρῶται δύο γραμμαὶ τοῦ ἄρθρου, αἱ ὁποῖαι δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς τόσας συζητήσεις.
§137ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ἐκπλήσσομαι, κ. Πρόεδρε, καὶ λυποῦμαι ἐπὶ τῷ τρόπῳ, καθ’ ὃν διεξάγεται ἡ συζήτησις ἐπὶ νομοσχεδίου τοσοῦτον σπουδαίου. Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀπαρτιζομένη ἐξ ἀνδρῶν διακρινομένων καὶ διὰ τὰς ὑπηρεσίας των καὶ διὰ τὴν εὐφυΐαν των, παρεκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, θεωρῶν τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα φιλοτιμίας, ἐπέμεινε χθές. Ἡ σημερινὴ συζήτησις ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι παρεσκευασμένος, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δεχθῇ ἀμέσως τὴν συζήτησιν καὶ προβῇ εἰς τὰς μεταῤῥυθμίσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ καταστήσωσι τὸν νόμον ἐφαρμοστέον, καὶ ὅμως ἐπιμένει εἰς τὴν συζήτησιν! Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! κύριε Ὑπουργέ, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀφαιρέσῃ τις τὸ χαρτοφυλάκιον· σᾶς ζητοῦμεν νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἄρτος τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον, οὕτως ἀπρομελετήτως ψηφιζόμενον, δύναται νὰ φέρῃ τὴν παραλυσίαν εἰς τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην. Τὸ δίκαιον ἦτο, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ἐμβρίθειαν τῆς ὁποίας καὶ τὴν ἐπιμονήν, μεθ’ ἧς ἐξετάζει τὰ ἄλλα νομοσχέδια τὰ δικαστικά, ἀντελήφθην ἐγὼ αὐτὸς σήμερον, καὶ βεβαίως, ἐὰν παρεπέμπετο εἰς αὐτὴν τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἤθελε μᾶς φέρῃ αὕτη κἄτι τι πλῆρες. Λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, σᾶς παρακαλῶ, σᾶς ἐξορκίζω, παραπέμψατε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπήν σας, ἥτις εἶναι πολὺ καταλληλοτέρα ἀπὸ ὑμᾶς, ἵνα σᾶς φωτίσῃ ἐπὶ νομικῶν ζητημάτων. Ἐπιμένω, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶν τὴν Βουλὴν νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοθέτημα αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ μετὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δι’ ὅσων εἶπεν, ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἦτο παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν χθεσινὴν, οὔτε κατὰ τὴν σημερινήν· διότι, ἂν ἦτο παρών, ἤθελεν ἐνθυμηθῆ, ὅτι δὲν ἐγένετο λόγος τοσοῦτος περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τοὐναντίον μάλιστα δύο μέλη τῆς ἐπιτροπῆς συνηγόρησαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ ἐκ Ζακύνθου κ. Βουλευτὴς καὶ ὁ ἐξ Ἄνδρου. Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς δὲν ἐγένετο ὑπὸ μέλους τῆς ἐπιτροπῆς.
§139ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, κύριε Ὑπουργέ, ἔκαμε λόγον μὲ τὴν λεπτότητα, ἡ ὁποία τὸν χαρακτηρίζει, ἀλλ’ ἔκαμε λόγον, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ· ἐπίσης δὲ καὶ ὁ ἐκ Ζακύνθου κ. Βουλευτής, ὁ εὐφυέστατος ἄνθρωπος.
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον, κύριε Βουλευτά, ὅτι δὲν ἦσθε παρών. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς οὐδεμίαν πρότασιν ὑπέβαλε περὶ παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἁπλῶς καὶ μόνον ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἔχουσα πολλὰς ἄλλας ἐργασίας, ὡς ἀσχολουμένη περὶ τὰ ἄλλα δικαστικὰ νομοσχέδια, δὲν θέλει δυνηθῆ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας νὰ ἐπιληφθῇ καὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§141ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶπεν ὅτι χρήζει μελέτης τὸ νομοσχέδιον.
§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν χρήζει μελέτης μείζονος ἐκείνης, μεθ’ ἧς ἐμελετήθη, ἡ δὲ πρότασις περὶ ἀναβολῆς δὲν ὑποβάλλεται ἐκ τοῦ λόγου, ἵνα πλειότερον μελετηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὑποβάλλεται ἐκ τῶν λόγων, δι’ οὓς ὑποβάλλονται αἱ ἐνστάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν πρόκειται, κύριε Βουλευτὰ, οὔτε περὶ χαρτοφυλακίου, οὔτε περὶ ζητήματος προσωπικῆς φιλοτιμίας· τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνεζητήθη ἀρκούντως, συνεζητήθη καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται περισσοτέρα συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος.
§143ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔφερον πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπ’ αὐτῆς.
§144ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἦσθε 15, διὰ νὰ ζητήσητε τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖται ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις ὑπὸ δεκαπέντε;
§146ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν δὲν ἤμεθα ἡμεῖς 15, γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶσθε καὶ ὑμεῖς 107.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.