1892.12.11
2,709 rows · 20,521 words · 200 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
Τῆς 11 Δεκεμβρίου 1892.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)
§1ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔμαθον ὅτι ἐῤῥήθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ δὲν παρευρισκόμην ἐν αὐτῇ, ὅτι δῆθεν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ναυτικῶν, καίπερ κληθεῖσα, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τῶν ναυτικῶν νομοσχεδίων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκε τὰ νομοσχέδια τὴν Δευτέραν, 7 Δεκεμβρίου, τὴν Τρίτην ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐκαλέσατε τὴν ἐπιτροπὴν νὰ συνέλθῃ εἰς συνεδρίασιν, τὴν δὲ Τετάρτην αὕτη συνῆλθε, καὶ εἰργάσθημεν διὰ μακρῶν, εἰργάσθημεν μάλιστα μετὰ σιδηροδρομικῆς ταχύτητος. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῇ τὰ νομοσχέδιά της κατεπείγοντα, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίζῃ τὴν ἀναγραφήν των εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸ τῆς ἐπεξεργασίας αὐτῶν παρὰ τῆς οἰκείας ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τὸ νὰ λέγητε, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐγένετο διότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θέλει νὰ ἐργασθῇ, ἀποτελεῖ κατ’ αὐτῆς μομφὴν, τῆς ὁποίας ἀληθῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι ἀξία.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐζήτησε νὰ ἀναγραφῶσι τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐγὼ, πληροφορηθεὶς, ἴσως ἐσφαλμένως, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, καίπερ κληθεῖσα, δὲν συνῆλθε,—τοῦτο δὲ δὲν ἀνήρεσαν δύο μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα συνέπεσε νὰ ἦναι ἐνταῦθα...
§3Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀνήρεσα ἐγὼ, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε καὶ ἐγένετο ἀπαρτία. Ὑμεῖς ἐν τούτοις κύριε Πρόεδρε, ἠθελήσατε νὰ μὲ διαψεύσητε, εἰπὼν: «Ἔχω τὴν πληροφορίαν αὐτὴν, καὶ ἑπομένως θὰ προβῶ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν...» Ἐγὼ διεμαρτυρήθην, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθεν, ὅτι εἰργάσθη, ὅτι τινὰ μὲν νομοσχέδια παρέλαβον οἱ εἰσηγηταὶ, ἄλλα δὲ παρέμειναν ἐκκρεμῆ, διὰ νὰ συζητηθῶσι κατόπιν, εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Ἀλλ’ ὑμεῖς καὶ πάλιν εἴπετε: «Ὄχι! Ἐγὼ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν». Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμίαν πρόθεσιν εἶχον νὰ ἀποδώσω μομφὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐγὼ ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, κληθεῖσα δὶς, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποτελέσῃ ἀπαρτίαν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν περιεῖχεν, εἰμὴ 2–3 μόνον ἀντικείμενα, ἠρώτησα τὴν Βουλὴν, ἂν ἐπιτρέπῃ νὰ ἀναγραφῶσι τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ ἐργασίας.
§5ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐζήτησε τὴν ἀναγραφὴν τῶν νομοσχεδίων· ἐκ πρωτοβουλίας ἰδικῆς μου ἐγένετο ἡ ἀναγραφὴ αὐτῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ δὲν βλάπτει, ἀφοῦ συζήτησις δὲν ἐγένετο. Δὲν ἐφθάσαμεν εἰσέτι εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἐργασθῇ καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἀφοῦ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ δηλοῖ, ὅτι θέλει νὰ ἐργασθῇ, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ θὰ περιμείνωμεν νὰ ὑποβάλητε τὴν ἔκθεσιν. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι οὐδεμία πρόθεσις ὑπῆρχεν ἐν ἐμοὶ νὰ ἀποδώσω μομφὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§7ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δὲν διεφώνησε περὶ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς.
§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Πρόεδρε.
§9Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ ταμείων. Ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν μείωσιν τῶν ποσοστῶν ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων δημοσίων ἐσόδων, τῶν ἀνηκόντων κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν εἰς τοὺς ταμίας, τοὺς ὑποταμίας καὶ τοὺς εἰσπράκτορας. Ὑποβάλλω καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ χρηματικῶν καταθέσεων τοῦ Δημοσίου παρὰ ταῖς προνομιούχοις Τραπέζαις. Ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον εἰς κατάθεσιν γενομένην ἐσχάτως 8,760,000 δρ. εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς ἐγγύησιν δανείου 7,300,000 εἰς χρυσόν. Ἡ κατάθεσις αὕτη σήμερον μένει ἐκεῖ, κατὰ τὰ κείμενα περὶ καταθέσεων, ἀλλ’ εἶναι ἐπιθυμητὸν, ὅπως αὕτη, ἄνευ μεταβολῆς τοῦ ὅρου ὡς πρὸς τὴν ἐγγύησιν, ὑπὲρ ἧς ἐγένετο ἡ κατάθεσις αὕτη, καταλογισθῇ εἰς τὸν λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μειοῦσα αὐτὴν. Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη γενικώτερον, περιλαμβάνον πάσας τὰς τοιαύτης κατηγορίας ἐγγυήσεις ἐπὶ καταθέσεων.
§10ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τὰ ποσὰ τὰ κατατεθέντα διὰ τὸ δάνειον τὸ τελευταῖον;
§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὰ εἶναι.
§12Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι 8,760,000 κατατεθεῖσαι εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀπέναντι μεταλλικοῦ 7,300,000, δηλ. 20% ἐπὶ πλέον.
§13ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας λυσιτελῶς ἀναλογοῦσι;
§14Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο προτείνομεν, διότι εἶναι σήμερον ἁπλῆ κατάθεσις, ἐνῷ ζητοῦμεν, ἵνα ἐπιτραπῇ, ὅπως λογίζωνται εἰς μείωσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἄνευ ὅμως μειώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ οὕτω κατατεθειμένου χρήματος πρὸς τὴν ἐγγύησιν τοῦ δανείου· διότι, ἂν μὴ ἐψηφίζετο περὶ τούτου τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἐπετρέπετο ἡ ἀπόδοσις τῆς καταθέσεως ταύτης εἰς τοὺς συνομολογήσαντας τὸ δάνειον ἐπὶ τῇ λήξει τῆς διορίας, εἰμὴ διὰ πράξεως τοῦ κεντρικοῦ ταμίου, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἀπόδοσις τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τοὺς ἀναδόχους τοῦ δανείου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐπαυξάνον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐπὶ τῷ ποσῷ, ἐφ’ ᾧ κατὰ τὸ διάστημα τὸ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θέλει μειώσει αὐτήν.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζομεν τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 7,300,000 φράγκων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, ἂν ἀκριβῶς ἀντελήφθην τῆς καταστάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, συνωμολογήθη καὶ ἕτερον δάνειον πρὸς κάλυψιν ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Τράπεζαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Συνωμολογήθη τοιοῦτον δάνειον; Ἐπειδὴ δὲν εἴδομεν δημοσιευθεῖσαν σύμβασιν σχετικὴν πρὸς τοῦτο, ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν συνωμολογήθη καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους.
§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν συνομολογηθῇ, θὰ δημοσιευθῇ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ὅπως ἐδημοσιεύθησαν καὶ τὰ τοῦ ἄλλου δανείου. Μέχρις ὥρας οὐδὲν εἶναι δεδημοσιευμένον ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως».
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς ἐπληρώθη ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὴν Τράπεζαν ποσὸν 2 ἑκατομμυρίων; Ὠφείλετο εἰς τὴν Τράπεζαν ὁλόκληρον;
§18Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὠφείλετο.
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε δὲν συνωμολογήθη δάνειον;
§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν ψευδῶς γράφει ἡ Τράπεζα ἐν τῇ μηνιαίᾳ αὐτῆς καταστάσει, ὅτι ἔχει λαμβάνειν νεωστὶ παρὰ τοῦ Δημοσίου 2 ἑκατομμύρια δρ. περίπου;
§22ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα καὶ τὴν ὁποίαν ἐδέχθη προθύμως, ὅπως δηλ. καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον δασμολογίου, τὸ συντεταγμένον ὑπὸ τῆς ἐπὶ τούτῳ συστάσης ἐπιτροπῆς.
§23Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Σχέδιον δὲν συνετάχθη, ἀλλ’ ὑπάρχει φάκελλος τῶν παρασκευαστικῶν.
§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔστω· καταθέσατε τὸν φάκελλον αὐτόν.
§25Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸν συγκεντροῦμεν ἤδη, ἵνα τὸν καταθέσωμεν, καὶ θὰ κατατεθῇ ἴσως αὔριον, ἀλλὰ κατεστρωμένον σχέδιον μεταβολῶν τοῦ δασμολογίου δὲν ὑπάρχει. Ἡ προπαρασκευαστικὴ μόνον ἐργασία ὑπάρχει.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ φακέλλῳ παρακαλῶ νὰ περιληφθῇ καὶ εἷς πίναξ, ὅστις εἶχε συνταχθῆ τότε, περιλαμβάνων τὰ πορίσματα τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
§27Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ κατατεθῶσι πάντα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν.
§28ΔΡΟΣΙΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ὑποβρυχίου ἀμύνης» ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν: αʹ) Ἀριθμητικὴν κατάστασιν τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τῆς Σχολῆς τῶν τορπιλλητῶν, εἰς ἣν νὰ ἐμφαίνωνται ἅπαντες οἱ ἀξιωματικοί, καθηγηταί, ὑπαξιωματικοί, θερμασταί, ναῦται καὶ ἐκ τῶν συνεργείων τοῦ Ναυστάθμου ἀπεσπασμένοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῆς τεχνῖται. βʹ) Ὁμοίαν κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν τοὺς ἐκπαιδευθέντας ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικούς, μηχανικούς, θερμαστὰς, ναύτας καὶ τεχνίτας, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ Σχολὴ αὕτη ἤρξατο λειτουργοῦσα». Αἱ πληροφορίαι αὗται θὰ μᾶς χρησιμεύσωσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§29ΣΤΑΗΣ. Ὡς γνωστὸν, Κύριοι, τὸ ἄρθρον 119 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ἔχοντας ἀποφοιτήριον τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἢ ἄλλου τινὸς ὁμοταγοῦς, ἢ πτυχίον τῆς ἡμετέρας Πολυτεχνικῆς Σχολῆς, ἢ ἄλλης ὁμοταγοῦς, ἢ ἀπολυτήριον Γυμνασίου, καὶ ὑπέχοντας ὑποχρέωσιν διετοῦς θητείας, ἐπιτρέπει, λέγω, τὴν ἐθελουσίαν κατάταξιν ἐπὶ ἓν ἔτος, ἐὰν πρὸ τῆς ἐν τῷ στρατῷ κατατάξεώς των δηλώσωσι τοῦτο καὶ καταβάλωσι δραχμὰς χιλίας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου ὁρίζει ὡς τελευταῖον ὅριον τῆς τοιαύτης δηλώσεως καὶ καταβολῆς τὴν 1 Αὐγούστου πρὸ τῆς κατατάξεώς των. Ἑπομένως οἱ ἔχοντες τὰ ῥηθέντα προσόντα καὶ ὑπηρετοῦντες σήμερον ἐν τῷ στρατῷ, μὴ δηλώσαντες δὲ πρὸ τῆς τεταγμένης προθεσμίας, καὶ ἐπιθυμοῦντες νὰ καταβάλωσι τὰς χιλίας δραχμὰς, ἵνα ἀπαλλαγῶσι τῆς ἐπιλοίπου δωδεκαμήνου ὑπηρεσίας, κατὰ τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 119, βεβαίως δὲν δικαιοῦνται. Τὴν τοιαύτην ὅμως προθεσμίαν, τῆς πρώτης Αὐγούστου, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ ἡγέτης τῆς μείζονος τῶν Ἀντιπολιτεύσεων (ἱλαρότης), ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁ σεβαστός μοι Πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐθεώρησαν ὅλως τυπικὴν, καὶ ἐπέτρεψαν πολλάκις τοῖς κεκτημένοις τὰ προσόντα, περὶ ὧν ἐγένετο μνεία, καὶ μὴ δηλώσασι πρὸ τῆς κατατάξεώς των, ἵνα καὶ κατὰ τὴν ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ ἓν ἔτος ὑπηρεσίαν αὐτῶν καταβάλωσι τὰς χιλίας δραχμὰς καὶ ἀπαλλαγῶσι τῆς ἐπιλοίπου στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως αὐτῶν. Σήμερον ὅμως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, μὴ ἀποδεχόμενος τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων πρώην Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἑρμηνεύει κατὰ γράμμα τὸν νόμον καὶ οὐχὶ κατ’ οὐσίαν, καὶ δὲν ἀποδέχεται τὰς αἰτήσεις τῶν τὰ προσόντα ἐχόντων καὶ ἐπιθυμούντων νὰ καταβάλωσι τὰς 1000 δραχμὰς, ἵνα ἀπαλλαγῶσι τοῦ ἐπιλοίπου τῆς στρατιωτικῆς αὐτῶν ὑποχρεώσεως. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἀναγνωρίζει τὸ ἄδικον τὸ προσγιγνόμενον τοῖς τὰ προσόντα ἐκεῖνα κεκτημένοις, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ φέρῃ τροπολογίαν τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 119, δι’ ἧς νὰ ἐπιτρέπηται καὶ εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ καὶ κεκτημένους τὰ τοῦ πρώτου ἐδαφίου προσόντα νὰ καταβάλωσι τὰς 1000 δραχμὰς, ἵνα ἀπαλλαγῶσι τῆς ἐπιλοίπου δωδεκαμήνου διαμονῆς ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ. Καὶ οὕτως οὐ μόνον θὰ εὐεργετήσῃ πολλοὺς φοιτητὰς καὶ θὰ ὠφελήσῃ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ θὰ κυρώσῃ καὶ τὴν σχετικὴν ἐνέργειαν τῶν ἀξιοτίμων πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργῶν.
§30ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νομίζω ὅτι ἀπαιτεῖται καὶ δήλωσις. Ὥστε ἡ τροποποίησις δέον νὰ περιλάβῃ, ὅτι καὶ σήμερον δύνανται νὰ δηλώσουν.
§31ΣΤΑΗΣ. Ἡ δευτέρα ἐπερώτησίς μου ἀφορᾷ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, πρὸς ὃν θερμὰς ἀποτείνω ἱκεσίας, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ μέγα ἀδίκημα, τὸ προσγινόμενον τοῖς φοιτηταῖς τοῦ Μαθηματικοῦ τμήματος καὶ ἐν μέρει τοῦ Φιλολογικοῦ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς. Κατὰ τὸν ἄρτι ἐγκριθέντα προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Πανεπιστημίου, διεγράφησαν χορηγήματα, ἅτινα ἦσαν ἀνέκαθεν ἐγκεκριμένα διὰ τοὺς καθηγητὰς, τοὺς διδάσκοντας ἐν τοῖς φροντιστηρίοις. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, οἱ μὲν μισθοὶ τῶν καθηγητῶν καταβάλλονται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰ δὲ χορηγήματα διὰ τὴν ἐν τοῖς φροντιστηρίοις διδασκαλίαν ἐκ τῶν προσόδων τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, Ὅτε τελευταῖον ἀπεστάλη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, καὶ τότε προσωρινῶς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διεγράφησαν ἓξ μόνον καθηγητῶν, ἐκ τῶν δέκα καὶ ἐννέα, τῶν ἐν τοῖς φροντιστηρίοις διδασκόντων, τὰ ἐπιμίσθια. Διὰ τὴν πρόσθετον δὲ ταύτην ἐργασίαν ἐδίδοντο ἄλλοτε εἰς ἕκαστον τῶν καθηγητῶν 100 δραχμαὶ κατὰ μῆνα, νῦν δὲ 75 μόνον, καὶ ἡ ἐν ὅλῳ ἀναγεγραμμένη ἐτησία δαπάνη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892–1893 τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου εἶναι 12,300 δραχμῶν διὰ τὰ μὴ διαγραφέντα ἐπιμίσθια. Ἐκ τῶν δέκα καὶ ἐννέα ἐπιμισθίων διεγράφησαν, τρία τῶν καθηγητῶν τῆς Μαθηματικῆς Σχολῆς, δύο τῶν τῆς Φιλολογικῆς, καὶ ἓν τῆς Θεολογίας, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ μέτρου τούτου διεκόπη ἡ ἐν τοῖς φροντιστηρίοις διδασκαλία. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι πᾶσα θεωρητικὴ διδασκαλία εἶναι ὅλως ἄσκοπος καὶ ἄγονος, ἐὰν μὴ ἐπακολουθῆται καὶ ὑπὸ τῆς πρακτικῆς ἀσκήσεως. Σήμερον δὲ ἐν τῇ Μαθηματικῇ Σχολῇ τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου μόνον θεωρητικὴ γίνεται διδασκαλία, ἄρα οὐδεμία γίνεται. Καὶ λαμβάνουσι ταῦτα σήμερον χώραν, ὅτε εἰς ἅπαντα τὸν πεπολιτισμένον κόσμον καλλιεργοῦνται κατ’ ἐξοχὴν αἱ φυσικομαθηματικαὶ ἐπιστῆμαι! Ὁποία δὲ ἡ δαπάνη, ἧς ἕνεκα δὲν γίνεται ἤδη ἡ πρακτικὴ διδασκαλία, ἡ ἐν τοῖς φροντιστηρίοις ἄσκησις; Ἡ δαπάνη αὕτη ἐτησίως ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 5,460, δι’ ὧν ἠμείβετο ἡ πρόσθετος ἐν τοῖς φροντιστηρίοις διδασκαλία τῶν ἓξ καθηγητῶν. Εἶναι ἀληθῶς γλίσχρα ἡ μισθοδοσία τῶν καθηγητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἡ πρόσθετος ἀμοιβὴ τῶν 75 δραχμῶν κατὰ μῆνα διὰ τὴν πρόσθετον διδασκαλίαν ὅλως δικαία, κατ’ ἐμέ. Ἄλλως τε, ὡς εἶπον, τὴν μικρὰν ταύτην δαπάνην καταβάλλει οὐχὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ τὸ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ ὁποίου ὁ προϋπολογισμὸς φέρει περίσσευμα 52,418 δραχμῶν καὶ 90 λεπτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκ πνεύματος οἰκονομίας καὶ οὐχὶ ἐκ κακῶν εἰσηγήσεων, ὡς ἀδιστάκτως πιστεύω, ὡρμᾶτο ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τότε Ὑπουργὸς, ὤφειλε νὰ διαγράψῃ πάντα τὰ ἐπιμίσθια, καὶ τὰ 19, ἵνα μὴ καλλιεργήσῃ τὸν σπόρον τῆς διχονοίας, καὶ προκαλέσῃ σκάνδαλα ἐν τῇ τῶν καθηγητῶν χορείᾳ. Δικαίως δὲ, θεωρήσαντες οἱ ἓξ ἐκεῖνοι καθηγηταὶ ὡς προσβολὴν τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, τὴν μονομερῆ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, διέκοψαν τὰς ἐν τοῖς φροντιστηρίοις παραδόσεις αὐτῶν, καὶ περιωρίσθησαν εἰς τὴν θεωρητικὴν μόνον ἐπὶ τοῦ μέλανος πίνακος διδασκαλίαν. Καὶ ἀπορῶ, Κύριοι, τῇ ἀληθείᾳ, ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ τοῦ Ὑπουργείου ἐνεργείᾳ. Καὶ ἀπορῶ, πῶς σήμερον, ἀντὶ βελτιώσεων, καταστροφὴν φέρομεν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Καὶ ἀπορῶ, διότι χθὲς ἔτι ὑπεβάλομεν τοὺς φοιτητὰς εἰς τὴν καταβολὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, καὶ σήμερον λησμονοῦμεν τὰς πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, λησμονοῦμεν, ὅτι ἡ ἐκεῖ φοιτῶσα νεολαία κατέβαλεν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως 336 χιλιάδας δραχμῶν. Ἔχομεν πάντες ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ ἰδίᾳ ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς, εἴπερ ποτὲ καὶ νῦν, νὰ μεριμνήσωμεν ὑπὲρ τῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ γιγνομένης ἐπιστημονικῆς ἐργασίας. Ἔχει ὑψίστην ὑποχρέωσιν ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ στρέψῃ ἁπάσας τὰς φροντίδας αὐτοῦ εἰς τὴν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ γιγνομένην διδασκαλίαν, ἔχει καθῆκον ὕψιστον νὰ διδάξῃ τοὺς ἐκεῖ διδάσκοντας, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς παλαιὰς αὐτῶν ἕξεις, νὰ λησμονήσωσι τὰς ἔχθρας καὶ τὰς πρὸς ἀλλήλους ῥᾳδιουργίας. Ἔχει καθῆκον ἱερὸν ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς νὰ διδάξῃ τινὰς τῶν ἐν τῷ ἱερῷ ἐκείνῳ τεμένει τῆς Ἐλευθερίας διδασκόντων, ὅτι ὀφείλουσι νὰ λησμονήσωσι τὴν πολιτικὴν παλαίστραν καὶ τὰς ἐμπαθεῖς τῶν πολιτικῶν μερίδων ἐνεργείας, καὶ νὰ ἐπιδοθῶσιν ὅλαις δυνάμεσιν εἰς τὸ ἑαυτῶν ἔργον, ἵνα καὶ βελτίονες ἑαυτῶν γείνωσι, καὶ ἀληθῆ τοῖς φοιτηταῖς ἐπιστημονικὰ κέρδη παράσχωσι. Ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει μεριμνήσει περὶ τῆς διορθώσεως τοῦ ἀδικήματος, τοῦ προσγιγνομένου τοῖς φοιτηταῖς, καὶ ἐκφράζω αὐτῷ ἀπὸ τοῦδε τὰς εὐχαριστίας καὶ τὰς ἐμὰς καὶ τὰς ἐκείνων.
§32ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἰδίως ὡς πρός τινα τῶν ἀποκοπέντων χορηγημάτων καὶ ἐπιμισθίων τῶν καθηγητῶν τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, οἵτινες οὐδεμίαν ἄλλην ἔχουσιν ἀποδοχὴν, πλὴν τοῦ γλίσχρου αὐτῶν μισθοῦ. Ἀλλὰ τὸ μέτρον, ὅπερ ἐλήφθη πρὸς ἀποκοπὴν τῶν χορηγημάτων τούτων, ἐπέβαλλεν ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Πανεπιστημίου κατάστασις, τοῦ ὁποίου τὰ εἰσοδήματα δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς ἐκπλήρωσιν ὅλων τούτων τῶν ἀναγκῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διετηρήθησάν τινα τῶν ἐπιμισθίων, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου εὑρίσκεται μεταξὺ δύο γνωμῶν· ἢ νὰ ἐπαναφέρῃ καὶ τὰ ἐπιμίσθια, τὰ ὁποῖα ἀπεκόπησαν καὶ ἐκ τῶν ὁποίων τινὰ, ὡς προεῖπον, εἶναι ἀπαραίτητα, διότι οἱ καθηγηταὶ τῆς Φιλοσοφικῆς ἰδίως Σχολῆς οὐδὲν ἄλλο ἐξασκοῦσιν ἐπάγγελμα, ἢ νὰ ἀποκοπῶσι καὶ τ’ ἄλλα ἐπιμίσθια, τὰ ὁποῖα διετηρήθησαν μέχρι τοῦδε. Ἡ ἀνάγκη ἐπιβάλλει ν’ ἀποκλίνωμεν εἰς τὴν δευτέραν γνώμην, ἤτοι ν’ ἀποκόψωμεν καὶ τ’ ἄλλα ἐπιμίσθια, τὰ ὁποῖα ἐτηρήθησαν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Ὡς πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ συναδέλφου περὶ ῥαδιουργιῶν λαμβανουσῶν χώραν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ περὶ τῶν διδασκαλιῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς διδάσκοντας ἐν αὐτῷ, οὐδεμίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει γνῶσιν προσφάτου τινὸς τοιαύτης κινήσεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι συνέβησαν ἀταξίαι ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἀνωμαλίαι περὶ τὴν διδασκαλίαν, ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα δὲν προῆλθον ἐκ διαιρέσεως καὶ ῥαδιουργιῶν τῶν καθηγητῶν μεταξὺ των, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων αἰτίων, γνωστῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν. Αἱ ἀταξίαι αὗται ἐξέλιπον ἐντελῶς, καὶ ἡ λειτουργία τοῦ ἀνωτάτου τούτου ἱδρύματος ἐξακολουθεῖ ἀκριβῶς, οὐδὲν δ’ ἔχομεν σήμερον παράπονον κατὰ τῶν καθηγητῶν αὐτοῦ περὶ ἀνεπαρκοῦς διδασκαλίας, περὶ ἀπουσιῶν καὶ τῶν τοιούτων. Εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης, ὅτι τὰ εἰσοδήματα τοῦ Πανεπιστημίου δὲν παριστῶνται ἀκριβῶς εἰς τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐν τῇ προσφάτῳ λογοδοσίᾳ τοῦ τέως πρυτάνεως ἡ περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τὰ εἰσοδήματα αὐτοῦ παριστῶνται ὡς καταλείποντα περίσσευμα 50,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ πληροφορία αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβὴς, καθόσον ὁ λογοδοτήσας πρύτανις δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Πανεπιστημίου ἀφαιροῦνται τὰ ἐξέταστρα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐλάμβανον, παρέλιπε δὲ πρὸς τούτοις νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν λογοδοτικήν του ἔκθεσιν 25,000 δραχμὰς, ὑποχρέωσιν, ἣν ὤφειλε τὸ Πανεπιστήμιον ἐπὶ τῆς πρυτανείας τοῦ κ. Μιστριώτου, καθ’ ἣν ἠγοράσθησαν διάφορα πράγματα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἡ δὲ Πρυτανεία τότε ἀνέβαλε τὴν πληρωμὴν λόγῳ τῆς ὑψώσεως τοῦ συναλλάγματος, ἀναμένουσα καταλληλοτέραν εὐκαιρίαν, ὅπως πληρώσῃ τὸ χρέος τοῦτο, καὶ τὸ πληρώσῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν οἰκονομικώτερον. Σήμερον δὲ ἠναγκάσθη νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πίστωσιν ταύτην, ὅπως πληρωθῇ, διότι οἱ δικαιοῦχοι ἤγειραν ἀξιώσεις διὰ πολλῶν μέσων καὶ διὰ πολλῶν τρόπων. Ἑπομένως δὲν ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ παραταθῇ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τοῦ Πανεπιστημίου πρὸς τοὺς πιστωτάς του. Εἶναι λοιπὸν εἰς κατάστασιν τὸ Πανεπιστήμιον σήμερον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς διδασκαλίας τῆς περισσῆς τῶν καθηγητῶν τούτων, ἰδίως τῶν τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, οἱ ὁποῖοι ὁμολογουμένως μετὰ πολλῆς ἀκριβείας ἐξακολουθοῦσι διδάσκοντες οἱ πλεῖστοι καθ’ ἑκάστην οὐ μόνον εἰς τὰς ἕδρας, εἰς τὰς ὁποίας εἰσὶ διωρισμένοι, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας, εἴτε φροντιστηρίων εἴτε ἄλλων μαθημάτων. Ἐὰν βεβαιωθῇ, ὅτι ὑπάρχει περίσσευμα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ δὲν θίγεται τὸ κεφάλαιον τῆς περιουσίας του, τὸ Ὑπουργεῖον λίαν εὐχαρίστως θέλει προβῆ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῶν χορηγημάτων ἐκείνων, ὧν τὴν ἀποκοπὴν ἀνάγκαι οἰκονομικαὶ ἐπέβαλον.
§33ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἔχῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς πληροφορίας, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίσσευμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, πάντως ὀφείλει νὰ ἀποκόψῃ τὰ ἐπιμίσθια· ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸν ἐπίσημον προϋπολογισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου κατὰ τὸ Ἀκαδημαϊκὸν ἔτος 1892–1893, τὸν ἐπικεκυρωμένον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, καὶ ἐν τούτῳ ἀναγράφεται περίσσευμα δραχ. 52,418.90. Ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἦναι ἐσφαλμένος, πρέπει ν’ ἀποκοπῶσι καὶ τὰ λοιπὰ ἐπιμίσθια, ἵνα ἐκλείψῃ μία τῶν ἀφορμῶν τῆς μεταξὺ τῶν καθηγητῶν ἀντιζηλίας καὶ διαπάλης. Χαίρω δὲ, ὅτι οὐ μόνον ἔπαυσαν, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ ἐπαναληφθῶσι τὰ σκάνδαλα, ἅτινα ἔλαβον χώραν τελευταίως ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, καὶ εὔχομαι, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν δραστηριότητος, βελτιώσῃ τὴν ἔκρυθμον καθόλου κατάστασιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου.
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ ἐξόδων πληρονομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐξόδων πληρονομένων ὑπὸ τοῦ Πανεπιστημίου. Καὶ ἡ περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ἐθνικὴ, καὶ πρέπει νὰ τυγχάνῃ πάσης φειδοῦς ὄχι μόνον παρ’ ἐκείνων, εἰς χεῖρας τῶν ὁποίων εἶναι αὕτη διαπεπιστευμένη, ἀλλὰ καὶ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀσκοῦσι τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτου ἐκπαιδευτικοῦ ἡμῶν καθιδρύματος. Διὰ τοῦτο δὲν ἀποδοκιμάζω τὴν ἀποκοπὴν ἐπιδομάτων τινῶν πρὸς τοὺς καθηγητὰς, οἵτινες ἐλάμβανον αὐτὰ χάριν τοῦ φροντιστηρίου, θὰ ἐπεδοκίμαζον δὲ τὸ μέτρον τοῦτο πληρέστατα, ἐὰν ἦτο γενικόν. Τὸ φροντιστήριον, κύριε Πρόεδρε, εἶναί τι ἀναπόσπαστον τῆς διδασκαλίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, εἶναι ἡ πρακτικὴ, οὕτως εἰπεῖν, ἐφαρμογὴ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ φοιτητὴς διδάσκεται ἐν αὐτῷ θεωρητικῶς. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν πρέπει ὁ καθηγητὴς νὰ πληρόνηται ἰδιαιτέρως διά τι, ὅπερ εἶναι ἐκ τῶν πρωτίστων αὑτοῦ καθηκόντων. Ἐν Γερμανίᾳ εἶναι καθιερωμένα τὰ δίδακτρα, ἀλλὰ τὰ λαμβάνουσιν οἱ καθηγηταὶ ὡς ἰδιαιτέραν, οὕτως εἰπεῖν, ἀμοιβὴν διὰ μόνην τὴν θεωρητικὴν διδασκαλίαν, διὰ δὲ τὸ φροντιστήριον οὐδεμίαν ἀπολύτως ἀμοιβὴν λαμβάνουσι. Καὶ θέλετε ἐδῶ νὰ καθιερώσητε τὸ ἐναντίον, νὰ ἀμείβωνται δηλαδὴ οἱ καθηγηταὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὸ φροντιστήριον; Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ ἐδέχετο νὰ γείνῃ διάκρισίς τις ὡς πρὸς τοὺς καθηγητὰς τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, διότι οὗτοι δὲν ἔχουσιν ἄλλας ἀποδοχάς.
§35ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καὶ διὰ τοὺς τῆς Θεολογικῆς.
§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ μήπως μόνοι οἱ καθηγηταὶ τῆς Φιλοσοφικῆς καὶ Θεολογικῆς Σχολῆς μισθοδοτῶνται σήμερον γλίσχρως ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου; Εἶναι καλλιτέρα ἡ οἰκονομικὴ θέσις τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν; ἢ μήπως οὗτοι ἔχωσιν ἄλλας ἀποδοχάς; Ἢ νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο λόγος τοῦτο, ὅπως παραλείψωσι καὶ ἐκεῖνοι καὶ οὗτοι τὸ καθῆκόν των; Ἐὰν οἱ κύριοι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου νομίζωσιν, ὅτι ὁ μισθός των δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, εἶναι ἐλεύθεροι νὰ παραιτηθῶσι τοῦ ἀξιώματός των. Δὲν εἶναι ὅμως ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ παραμένωσιν ἐν αὐτῷ, ὀλιγωροῦντες τοῦ καθήκοντός των. Ἐγὼ δὲ νομίζω ἐπὶ πλέον, ὅτι ὄχι μόνον οἱ λαμβάνοντες μέχρι τοῦδε ἐπιχορήγημα ὀφείλουσι καὶ ἄνευ αὐτοῦ νὰ ἐπιτελῶσι τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς καθηγητὰς πάντας πρέπει νὰ ὑποδειχθῇ προσηκόντως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι τὸ καθηγητικὸν ἀξίωμα δὲν τοῖς ἐπιβάλλει μόνον δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ καθήκοντα, καὶ ὅτι ἓν τῶν πρωτίστων τούτων καθηκόντων αὐτῶν εἶναι ἡ ἐν τῷ φροντιστηρίῳ πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τῆς θεωρητικῆς διδασκαλίας τῶν φοιτητῶν. Ἐν τέλει θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως τὸ μέτρον τῆς περικοπῆς τοῦ ἐπιδόματος πρὸς τοὺς καθηγητὰς χάριν τοῦ φροντιστηρίου ἐπεκτείνῃ εἰς πάντας ἀδιακρίτως, ἐξακολουθήσῃ δὲ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐπιδεικνύων τὴν αὐτὴν φειδὼ πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου, οὐ μόνον διότι ἡ περιουσία αὕτη εἶναι ἐθνικὴ καὶ ἱερὰ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον. Ὡς βαίνουσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἀπίθανον ἐπὶ τέλους ν’ ἀναγκασθῇ αὐτὸ, ἵνα προσφύγῃ καὶ εἰς τὴν συνδρομὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ἂν ὄχι δι’ ἄλλο τι, τοὐλάχιστον διὰ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν τῶν καθηγητῶν του, ἀναπληροῦν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ὅ,τι δὲν θὰ ἐξήρκει νὰ καταβάλλῃ πρὸς τοῦτο τὸ Πανεπιστήμιον ἐκ τῆς ἰδίας του περιουσίας.
§37ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου τὸ Ὑπουργεῖον ἴσως ἀναγκασθῇ ν’ ἀποδεχθῇ ἐντελῶς, οὐχὶ ὅμως διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτής, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ ἐν τοῖς φροντιστηρίοις πρακτικὴ διδασκαλία, πρέπει νὰ γίνεται πλήρης καὶ τελεία, καὶ νὰ ἐκτελῆται μετὰ ζήλου. Διὰ νὰ ἔχητε δὲ πάντα ταῦτα, ἐννοεῖται ὅτι πρέπει ν’ ἀποζημιώσητε τοὺς καθηγητὰς τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, ὡς καὶ τοὺς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, τῆς ὁποίας παρέλιπον πρὸ ὀλίγου νὰ μνησθῶ, καὶ ἡ ὁποία ἀφομοιοῦται ἐντελῶς πρὸς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν, διότι καὶ αὐτῆς οἱ καθηγηταὶ οὐδὲν ἕτερον ἔχουσιν ὄφελος, καὶ εἶναι καὶ αὐτοὶ ἄξιοι περισσοτέρας ἀμοιβῆς διὰ τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἀνάγκη μᾶς πιέζει, καὶ ἐπειδὴ ὀφείλομεν, καθὼς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμολόγησε, νὰ θεωρῶμεν τὴν περιουσίαν τοῦ Πανεπιστημίου ὡς περιουσίαν ἱερὰν, καὶ νὰ μὴ θίξωμεν αὐτὴν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα ταῦτα, καὶ νὰ ἀποστερήσωμεν τῆς προσθέτου ἀμοιβῆς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι περισσῶς ἐργάζονται, ἐξισοῦντες ὅλους τοὺς καθηγητὰς ὡς πρὸς τὰ χορηγήματα, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχωσι παράπονα. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ μὴ εὑρισκόμην εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, νὰ ἠδυνάμην δὲ νὰ ἐξισώσω τοὺς καθηγητὰς ὡς πρὸς τὴν ἀμοιβὴν ἀντιστρόφως, ἀπονέμων εἰς ὅλους τὰ χορηγήματα ταῦτα, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη μᾶς ἐπιβάλλει τὸ ἀντίθετον.
§38ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως μὲ ἀκροασθῇ μετὰ προσοχῆς. Θὰ ἀναγνώσω δὲ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν μέρος ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν χθὲς ἔλαβον, καὶ ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν Ἅγιον Θαυμακοῦ, τὸν καὶ Συνοδικόν. Ὁ πανιερώτατος οὗτος πρὸ τριῶν μηνῶν ἐπεσκέφθη τὴν ἐπαρχίαν μου, ἔμεινε 48 ὥρας εἰς Τρίκκαλα, καὶ ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἐκδώσῃ προκήρυξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀντὶ 200 δραχμῶν ἐχειροτόνει ἱερεῖς. Ἐντὸς 48 ὡρῶν ἐχειροτόνησε 30 ἱερεῖς εἰς τὰ Τρίκκαλα! καὶ ἂν θέλητε, θὰ σᾶς διαβάσω τὰ ὀνόματα (ἱλαρότης). Δηλῶ δὲ, ὅτι δὲν λέγω ταῦτα ἐντεῦθεν, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τοῦ ἀνευθύνου, ἀλλ’ εἶμαι ἕτοιμος, ὁποτεδήποτε μὲ καταγγείλῃ ὁ ἀρχιερεὺς οὗτος, νὰ δώσω λόγον. Ἀπένειμε βαθμοὺς εἰς κηπουροὺς, εἰς γεωργοὺς, συνήθροισεν ἓν ποσὸν 4,000 δραχμῶν καὶ ἀνεχώρησε! Κατόπιν ὅμως ἦλθον οἱ ἱερεῖς αὐτοὶ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, διὰ νὰ ἐγκριθοῦν, καὶ αὕτη τοὺς ἀπέῤῥιψε, καίτοι ὁ Ἅγιος Θαυμακοῦ εἶναι Συνοδικός.
§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τοὺς ἐχειροτόνησε;
§40ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τοὺς ἐχειροτόνησε, καὶ δὲν ἐνεκρίθησαν· καὶ οἱ ἱερεῖς οὗτοι κάθηνται εἰς τὰ Τρίκκαλα ἐντὸς τῶν καφφενείων, διότι τὰ χωρία δὲν τοὺς ἐδέχθησαν.
§41ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν τοῖς ἔδωκεν ἐνορίαν;
§42ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τοῖς ἔδωκε, διότι τοὺς ἐχειροτόνησε διὰ τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα χωρίον, ἀλλὰ τὰ χωρία ταῦτα εἶχον ἀπὸ τρεῖς καὶ τέσσαρας ἱερεῖς, καὶ δὲν ἐδέχθησαν τοὺς νέους.
§43ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τοὺς ἐχειροτόνησεν ἐκκλησιαστικῶς, ἢ ἐπρότεινε μόνον;
§44ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐκκλησιαστικῶς. Ἔπραξε, Κύριοι, ὄργια, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶναι καὶ ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα, ἐὰν εὑρισκόμεθα εἰς τὸν καιρὸν τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως, ὁ Ἅγιος Θαυμακοῦ θὰ κατεδικάζετο εἰς τὸν διὰ πυρὸς θάνατον.
§45ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κατὰ τοῦ ἀρχιερέως Θαυμακοῦ οὐδεμίαν ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τοιαύτην ἢ ἄλλην καταγγελίαν, οὔτε ἔχει τὴν ἐντύπωσιν ἢ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὁ ἀρχιερεὺς οὗτος εἶναι ἱκανὸς πρὸς διάπραξιν τοιούτων ἐγκλημάτων,—διότι βεβαίως τὰ καταγγελθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Χατζηπέτρου εἶναι ἐγκλήματα καταδιωκτέα καὶ θρησκευτικῶς καὶ πολιτικῶς.—Ἀλλὰ τὴν καταγγελίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δεχόμενος, καὶ τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ λαμβάνων ὑπ’ ὄψει, θέλω ἐξετάσει μετὰ δραστηριότητος καὶ αὐστηρότητος, καὶ θέλω ἐνεργήσει πᾶν ὅ,τι μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον.
§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἐκ Τρικάλων ἀξιότιμος συνάδελφος ἐγένετο βεβαίως θῦμα οἰκτρᾶς συκοφαντίας. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα τῶν καταγγελιῶν του· ἀλλ’ ὅταν ἀκούωμεν αὐτοῦ καταγγέλλοντος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἕνα ἀρχιερέα, ὅτι ἐχειροτόνησεν ἐντὸς 48 ὡρῶν 148 ἱερεῖς...
§47ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τριάκοντα μόνον εἶπε.
§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἴδιον θὰ ἦτο, ἐὰν ἔλεγε καὶ 148, διότι ἐπίσης ἀπίθανον εἶναι καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο... Ὅταν, λέγω, ἀκούωμεν αὐτοῦ καταγγέλλοντος τοιοῦτόν τι, δυνάμεθα ἐντεῦθεν νὰ ἐννοήσωμεν, ὁπόσον ἀνυπόστατοι εἶναι καὶ αἱ λοιπαὶ καταγγελίαι του. Ἐντὸς 48 ὡρῶν δύναται νὰ χειροτονήσῃ εἷς ἀρχιερεὺς ἕνα καὶ μόνον ἱερέα· διότι ἅπαξ μόνον δυνάμενος νὰ τελέσῃ λειτουργίαν, θὰ χειροτονήσῃ κατ’ αὐτὴν ἕνα καὶ μόνον ὑποψήφιον τὴν μίαν ἡμέραν διάκονον καὶ τὴν ἄλλην ἱερέα. Νομίζω ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀρκετὰ διωρθώσαμεν μέχρι τοῦδε τὴν Πολιτείαν, βουλευόμενοι ὡς βουλευόμεθα ἐνταῦθα περὶ αὐτῆς, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν τοιαύτην μέριμναν καὶ φροντίδα ἡμῶν καὶ ἐπὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ἐπὶ τέλους, ἂν ὄχι τι ἄλλο, τοὐλάχιστον τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἡ ἀνωτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ, ἐνώπιον τῆς ὁποίας δικαιοῦταί τις νὰ ὑποβάλλῃ τοιαύτας καταγγελίας, οἷαι αἱ πρὸ μικροῦ ἀκουσθεῖσαι. Ἀνωτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ εἶναι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, καὶ ὅταν ἔχῃ τις νὰ καταγγείλῃ ἀρχιερέα τινὰ, ἢ κληρικὸν καθόλου, ἐνώπιον αὐτῆς καὶ μόνης ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ τὴν καταγγελίαν του· δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ κάμνωμεν τοιαύτας καταγγελίας κατὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὁπωσδήποτε περιβεβλημένα ἓν ἱερὸν ἀξίωμα. Ἰδοὺ διατὶ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι κακῶς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τρικάλων ἐξέλεξε τὴν ὁδὸν ταύτην. Ἐὰν αὐτὸς εἶχε πεποίθησιν εἰς τὸ ὀρθὸν καὶ δίκαιον τῶν καταγγελιῶν του, δὲν ἔπρεπε νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν τοῦ ἀνευθύνου, ὅπερ τῷ παρέχει ἡ ἀσυλία τοῦ βουλευτικοῦ βήματος· ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος, ἵνα καταγγείλῃ τὸν ἐπίσκοπον Θαυμακοῦ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὴν μόνην ἁρμοδίαν, ἵνα δικάσῃ αὐτὸν, ἀρχὴν, πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅπως ὑποστῇ καὶ τὰς νομίμους συνεπείας τοῦ διαβήματός του, ἐὰν ἡ καταγγελία αὐτοῦ ἐξηλέγχετο ἀβάσιμος καὶ ἀνυπόστατος. Λέγων ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ βεβαίως ν’ ἀναλάβω τὴν προσωπικὴν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐπισκόπου ὑπεράσπισιν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὗτος δὲν ἔχει ἀνάγκην τοιαύτης. Τὰ λέγω μᾶλλον ἐκ πόνου ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν βλέπω οὕτω ἐν τῷ προσώπῳ ἑνὸς ἀνωτέρου αὐτῆς λειτουργοῦ ἀδίκως διασυρομένην. Ἱκανὰ βέλη, ὡς μὴ ὤφειλε, βάλλονται ἀπό τινος κατ’ αὐτῆς καὶ παρ’ ἐχθρῶν καὶ παρὰ φίλων. Ἡ Ἐκκλησία βεβαίως καθυστερεῖ τὴν σήμερον ἐν πολλοῖς τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ της, καθυστερεῖ δὲ οὐ μόνον ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητος, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Πολιτείας, ἥτις, ἐπιλήσμων τῶν πολλῶν καὶ μεγάλων ἀγαθῶν, ἅτινα ὀφείλει πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐπιδεικνύει πρὸς αὐτὴν ἀσύγγνωστον ἀδιαφορίαν καὶ παντελῆ ἀστοργίαν. Ἡ Ἐκκλησία, καὶ ἐν ᾗ καταστάσει διατελεῖ τὴν σήμερον, εἶναι πάντοτε ἓν ἠθικὸν καθίδρυμα, ἐφ’ οὗ κατὰ μέγα μέρος ἑδράζεται ἡ κοινωνία. Ἀρκετὰ κλονίζεται ἡ εἰς αὐτὴν πεποίθησις διὰ τῶν καθ’ ἡμέραν δημοσιευμάτων τοῦ τύπου καὶ διὰ δυσφημήσεων ἀνὰ τὰς ἀγυιὰς καὶ τριόδους· μὴ θελήσωμεν νῦν νὰ προσθέσωμεν εἰς ταῦτα καὶ τοιαύτας ὕβρεις καὶ συκοφαντίας, οἷαι αἱ πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀκουσθεῖσαι. Τοῦτο θὰ ἦτο τὸ καίριον κατ’ αὐτῆς τραῦμα, ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ αὐτῆς τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας.
§49ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐκ πόνου ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας κινούμενος καὶ ἐγὼ, εἶπον ὅσα εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐδήλωσα, καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συνάδελφος ἤκουσεν, ὅτι ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Κατέθεσα κατάλογον καὶ σημείωσιν τῶν ἱερέων τῶν χειροτονηθέντων, συνάμα δὲ δηλῶ, ὅτι δὲν κατήγγειλα τὸν Ἅγιον Θαυμακοῦ εἰς τὴν Σύνοδον, διότι τυγχάνει Συνοδικός.
§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί σημαίνει αὐτό;
§51ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Σημαίνει πολὺ· μὲ ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ, τί σημαίνει.
§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὸν καταστατικὸν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νόμον, ὁσάκις καταγγέλληται εἰς συνοδικὸς καὶ πρόκηται νὰ δικασθῇ, ἀποχωρεῖ οὗτος προσωρινῶς ἐκ τῆς Συνόδου, καὶ καλεῖται ἄλλος κατὰ τὴν τάξιν τῶν πρεσβείων, ὅπως παρακαθήσῃ ἐν τῇ Συνόδῳ, καὶ δυνηθῇ αὕτη ἐν τῇ ὁλομελείᾳ αὐτῆς νὰ προβῇ εἰς δίκην, καὶ ἐξενέγκῃ ἀπόφασιν Τέλος πάντων ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἶναι ἡ ἀνωτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχή. Ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν κέκτηται ἐξουσίαν οὔτε ἐπὶ τῆς Συνόδου, οὔτε ἐπὶ τῶν ἐπισκόπων, οὔτε ἐπὶ τῶν κληρικῶν καθόλου. Λοιπὸν, ἂν νομίζητε, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι εἶναι βάσιμοι αἱ κατηγορίαι σας, καταφύγετε εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀκούσῃ τὰ παράπονά σας, καὶ νὰ σᾶς δώσῃ δίκαιον.
§53ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Βεβαίως· διότι ἡ ἐκδίκασις δὲν ἀπαιτεῖ τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου· δύνανται τὰ τρία μέλη τῆς Συνόδου νὰ δικάσωσι νομίμως τὸν παραβάτην ἀρχιερέα.
§54ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἀκριβὲς ἢ μὴ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὸν Ἅγιον Θαυμακοῦ κατηγορημάτων, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τῶν κατηγοριῶν τούτων, ὀφείλει νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν, διότι δὲν εἶναι μόνον ἀδίκημα σιμωνίας, τιμωρούμενον ὑπὸ τῆς Συνόδου, ἀλλὰ καὶ δωροδοκία τοῦ ἀρχιερέως διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων τάχιστα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ ὑπαλλήλου. Ὥστε παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν.
§55ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠξεύρει πολὺ καλὰ τὰ καθήκοντά του. Θὰ παραπέμψῃ τὴν καταγγελίαν εἰς τὴν Σύνοδον, ἥτις μόνη δικαιοῦται, ἂν δύναται νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις.
§56ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος ἐγένετο θῦμα, καὶ ὅτι ἀδίκως ἐπετέθη ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει κατὰ ἀρχιερέως. Νομίζω, ὅτι ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ μένῃ ἄθικτος τοὐλάχιστον ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν, ἀφοῦ οὐδὲν ἄλλο ἔμεινεν ἄθικτον. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ σκάνδαλον ἠγέρθη, θέλει τάχιστα φέρει εἰς τὴν Βουλὴν πλήρη τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀθωότητος τοῦ ἀρχιερέως καὶ τῆς ἀδίκου κατ’ αὐτοῦ ἐπιθέσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δύναται διὰ τῶν τριῶν μόνον μελῶν αὐτῆς ν’ ἀποφασίσῃ ἐγκύρως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νομίζω ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὰ τοῦ νόμου, τοῦ κανονίζοντος τὰς ἐργασίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Εἰς οὐδεμίαν ἀπόφασιν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δύναται νὰ προβῇ ἄνευ ὁλομελείας. Καταχρηστικῶς ἐπεκράτησεν εἴς τινα ζητήματα ἥττονος σημασίας νὰ ἀποφαίνηται ἐν συνεδριάσει τεσσάρων ἢ τριῶν μελῶν· εἰς ζητήματα ὅλως δικαστικὰ ἀπαιτεῖται ἀναμφισβητήτως ἡ ὁλομέλεια τοῦ σώματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμιμον καταρτισμὸν τῆς Συνόδου, ἡ ἀπαρτία ἀποτελεῖται ἐκ τῶν πέντε μελῶν αὐτῆς, καὶ ὄχι ἐκ τῶν τριῶν, ὡς ὑπέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, αἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται παρὰ τῆς ὁλομελείας τῆς Συνόδου κατὰ πλειοψηφίαν, δὲν δύναται δὲ νὰ λείψῃ οὔτε ἓν μέλος τῆς Συνόδου ἐὰν ἑπομένως καὶ ἓν μέλος τῆς Συνόδου τύχῃ ὑπὸ τὴν κατηγορίαν, θέλει ἀντικατασταθῆ, ὅπως ἡ Σύνοδος δυνηθῇ ν’ ἀποφασίσῃ νομίμως. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω καὶ εὔχομαι, ὅπως μὴ ἐν τῇ Βουλῇ ἔρχωνται τοιαῦτα ζητήματα, θίγοντα τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀνωτάτων ἀρχηγῶν τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν. Ἀρκετὰ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ὑφίσταται ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀρκετὰς συκοφαντίας καὶ ῥᾳδιουργίας ἐναντίον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ἀκούομεν καὶ ἀναγινώσκομεν καθ’ ἑκάστην· καιρὸς εἶναι πλέον νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ προσθέτωμεν, ἢ μᾶλλον ἡμεῖς νὰ δίδωμεν λαβὴν εἰς τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν καὶ συκοφάντας, ὅπως συκοφαντῶσι τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ κρηπὶς τῆς Ἑλληνικῆς ἐθνότητος ἐν τῇ μεγάλῃ Ἑλλάδι, δηλ. τῇ δούλῃ Ἑλλάδι· τοῦτο πρέπει νὰ ἐνθυμώμεθα πάντες, καὶ ἐὰν παράπτωμά τι ὑπῆρξεν ἢ ὑπάρχῃ, πρέπει τούτου σιωπηρῶς νὰ ἐπιδιώκωμεν τὴν διόρθωσιν, οὐχὶ δὲ καὶ ἀδίκως καὶ συνεπεία ἁπλῆς, συκοφαντικῆς μᾶλλον, ἐπιστολῆς νὰ ἐπιτιθέμεθα καὶ νὰ ἐξευτελίζωμεν τοὺς πρωθιεράρχας τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας. Ἔχομεν βεβαίως τὰ τρωτὰ ἡμῶν, ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς αὐτοὶ σωρεύωμεν ὕβρεις καὶ καταγγελίας κατὰ τῶν ὑψίστων λειτουργῶν τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, καθίσταται ἀναπολόγητον σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν, ὅταν οἱ προαιώνιοι ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ δημοσιεύωσι τὰς αὐτὰς ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἱεραρχῶν ἡμῶν ὕβρεις. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι βαθύτατα θέλει λυπηθῆ ὁ ἀγαπητός μοι φίλος καὶ συνάδελφος κ. Χατζηπέτρος, ὅστις ἐγένετο θῦμα ἄλλου, ἔχοντος βεβαίως προσωπικὸν πάθος, ἢ ὑποβολέων τινῶν, οἵτινες ἔχουσι συμφέρον νὰ καταῤῥίψωσιν ἕνα ἢ καὶ πλείονας, ἔχοντας οἱονδήποτε ὑψηλὸν ἀξίωμα ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Ἐκκλησίᾳ, θέλει, λέγω, λυπηθῆ, ἐὰν ἴδῃ αὔριον μεταφραζόμενα εἰς εὐρωπαϊκὰς γλώσσας καὶ εἰς τὴν Βουλγαρικὴν καὶ εἰς τὴν Ῥωμουνικὴν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ἐν ψυχικῇ ὁρμῇ λεχθέντα.
§57ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, τὸν βεβαιῶ, ὅτι οὔτε προσωπικὸν συμφέρον οὔτε πολιτικὸν μὲ ἠνάγκασε νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετά. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἑλλάδος ὑφισταμένης ἐμπορικῆς συμφωνίας τῆς 16|28 Ἰουλίου 1892. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§60ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς, πρῶτον μὲν, ἐὰν εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν ὑπεβλήθη παρόμοιος νόμος, καὶ ἐὰν ἐψηφίσθη ἢ εὑρίσκεται ὑπὸ ψήφισιν· δεύτερον δὲ, ἐὰν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς συμβάσεως ταύτης περιέχηται ἡ ἰδέα τῆς συνεχείας αὐτῆς μέχρι τῆς συντελέσεως νέας ὁριστικῆς συμβάσεως, ἐὰν δηλ. δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς διακοπὴν ἐμπορικῶν σχέσεων μετὰ τῆς Γαλλίας, ἕνεκα τῆς προσωρινότητος ταύτης καὶ ἕνεκεν ἄλλων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐνδεχόμενον νὰ μεσολαβήσωσι, πρὶν ἢ συντελεσθῇ ἡ ὁριστικὴ σύμβασις. Ἐὰν ἐνέχηται ἡ ἔννοια αὕτη, βεβαίως οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ἐὰν ὅμως δὲν ἐνέχηται, νομίζω καλὸν νὰ ληφθῇ μέριμνα, πρὸς ἀποφυγὴν ἀπευκταίων.
§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Περὶ μὲν τῆς προνοίας, ὅπως ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις αὕτη εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, βεβαίως οὐδὲν ἄλλο εἴχομεν νὰ ἐξετάσωμεν, εἰμὴ μόνον, ἂν ἀνελάμβανε ῥητὴν ὑποχρέωσιν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις. Ἐὰν ὁ κείμενος ἐν Γαλλίᾳ νόμος δὲν ἐπαρκῇ, ὅπως ἀπαλλάξῃ τῆς ἀνάγκης ἵνα ἡ σύμβασις αὕτη ὑποβληθῇ εἰς τὰς Γαλλικὰς Βουλὰς, βεβαίως ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις θέλει προνοήσει περὶ τούτου· καθ’ ὅσον ὅμως ἐγὼ γνωρίζω, ἐν Γαλλίᾳ μοὶ φαίνεται, ὅτι τοιαύτη ἀνάγκη δὲν θέλει ὑπάρξει· ἀλλ’ ὅπως δήποτε βεβαίως ἀναλαμβάνει τὴν ῥητὴν ὑποχρέωσιν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, συμβληθεῖσα, νὰ ὑποβάλῃ τὴν σύμβασιν εἰς νομοθετικὴν κύρωσιν. Περὶ δὲ τοῦ ἄλλου θέματος ἀπήντησα χθὲς, ὅτι ἡ συμφωνία ἡ προσωρινὴ, ἥτις ἐγένετο μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἑλλάδος, σκοπὸν ἔχει νὰ διευκολύνῃ τὴν συνομολόγησιν ὁριστικῆς συμφωνίας, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἐφθάσαμεν εἰς ἐντελῆ συνεννόησιν περὶ διαφόρων θεμάτων, περὶ τὰ ὁποῖα διϊστάμεθα, δηλονότι περὶ παραχωρήσεων ἀμοιβαίων, αἵτινες ζητοῦνται καὶ δὲν ἐπετεύχθησαν μέχρι τοῦδε. Ἑπομένως, ἐν ᾗ περιπτώσει, ἐξακολουθούσης τῆς συνεννοήσεως, φθάσωμεν, ὡς ἐλπίζω, εἰς συμφωνίαν, ἡ σύμβασις αὕτη θέλει κατασταθῆ ὁριστική.
§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ὁριστικὴν σύμβασιν, θὰ ἐξακολουθῇ ἰσχύουσα ἡ ὑπάρχουσα, καὶ τοῦτο τὸ εὔχομαι. Ἔκαμα τὴν ὑπόμνησιν, οὐχὶ διότι ἡ σύμβασις δὲν ἐξαρτᾶται παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως κυρωθῇ, τοῦθ’ ὅπερ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβὲς, προκειμένου περὶ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διότι, ἐὰν ἀπαιτῆται νόμος ἐν Γαλλίᾳ,—καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι ἀπαιτεῖται, διότι, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν αἱ προηγούμεναι συμβάσεις, ἐγένετο νόμος ἐν Γαλλίᾳ...
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἡμέτερος νόμος εἶχεν ὡρισμένον τέρμα, ἀλλ’ ὁ Γαλλικὸς δὲν ἔχει· ἐν Γαλλίᾳ ἄρα δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ καθεστὼς ἄνευ νέας νομοθετικῆς πράξεως.
§64ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἂν ἦναι ἀληθὲς αὐτὸ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· ἂν ὅμως δὲν ἦναι, τὰ παρελθόντα διδάγματα καλὸν εἶναι νὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν. Ἄλλοτε ἡ Ἑλλὰς εἶχε ψηφίσει εἰς νόμον τοῦ Κράτους τὴν Γαλλικὴν σύμβασιν, ἥτις ὅμως ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τῆς Γερουσίας τὴν πρώτην φοράν· κατόπιν δευτέρα σύμβασις ἀπεῤῥίφθη καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς αὐτῆς, καὶ τοῦτο ὑπῆρξε προσβολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Καλὸν εἶναι, τούτου ἕνεκεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου, ὅπως μὴ συμβῇ τὸ αὐτό. Ἡ μὴ ψήφισις νόμου ἐν Γαλλίᾳ εἰδικοῦ σημαίνει, ὅτι ἐπαναπαυόμεθα εἰς τὸ Γαλλικὸν δασμολόγιον, ὅπερ δύναται νὰ τροποποιηθῇ εἰς πᾶσαν στιγμήν.
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δύναται νὰ ἦναι βέβαιος ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ νέου ἔτους θέλει ἐξακολουθεῖ ἐφαρμοζομένη ἡ σύμβασις, παρεχομένων εἰς ἡμᾶς τῶν καὶ σήμερον παρεχομένων πλεονεκτημάτων τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἔθνους. Τοῦτο ἀρκεῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως· ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συζήτησιν).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἀναπληρωματικῶν μὲν ἐκ δραχμῶν 300,000, ἐκτάκτων δὲ ἐκ δραχμῶν 200,000.
§67ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν θὰ ἐπαρκέσῃ ἡ τελευταία αὕτη δόσις τῶν 200,000 διὰ τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου.
§68Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τινων τοῦ νόμου ᾼΨΠʹ περὶ οἰνοπνευματοποιείων πρώτης καὶ δευτέρας κατηγορίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1...
§71Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ἐδάφιον δεύτερον τῆς δευτέρας παραγράφου ἀπὸ τῶν λέξεων «καὶ ἂν τὸ σύνολον τῆς χωρητικότητος τῶν λεβήτων τῶν ἀμβύκων ὑπερβαίνῃ» κλπ. μέχρι τέλους. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§73Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ὡς εἶναι τροποποιημένον καὶ ἔχοντος ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου ὡς ἑξῆς: «ἐὰν δὲ τὸ σύνολον τῆς χωρητικότητος τῶν ἀνακαθαρτήρων ὑπερβαίνῃ τὰς χιλίας ὀκάδας, προστίθεται διὰ πᾶσαν ὀκᾶν ἐπέκεινα τῆς χωρητικότητος τῶν 1000 ὀκάδων δικαίωμα δραχμῶν 2 μὲν εἰς τοὺς ἀνακαθαρτῆρας, τοὺς διὰ πυρᾶς θερμαινομένους, 5 δὲ εἰς τοὺς δι’ ἀτμοῦ», προτείνω, ὅπως ἀντὶ 5 τεθῇ 3. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 3–6).
§74ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 7, οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ καὶ ποτοποιοὶ, οἱ ἐργαζόμενοι ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, τιμωροῦνται. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι οἰνοπνευματοποιοὶ καὶ ποτοποιοὶ, καὶ ὅμως κατασκευάζουσι ποτὰ, θὰ μένωσιν ἀκαταδίωκτοι; Ὑπάρχουσι παντοπῶλαι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ψυχρᾶς κατασκευῆς δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὸ γερμανικὸν οἰνόπνευμα εἰς ποτά· οὗτοι δὲ βλάπτουσι καὶ τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν καὶ τοὺς ποτοποιούς. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ περιληφθῇ διάταξις γενικωτέρα, δι’ ἧς νὰ προλαμβάνωνται αἱ καταχρήσεις αὗται, καθόσον βλάπτεται καὶ ἡ δημοσία ὑγεία· διότι τὰ γερμανικὰ πνευματώδη ὑγρὰ, τὰ εἰσαγόμενα ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ, εἶναι κατεσκευασμένα ἐκ φυτικῶν οὐσιῶν σεσηπυιῶν, καὶ περιέχουσι στοιχεῖα δηλητηριώδη ἄφθονα καὶ λίαν ἐπικίνδυνα.
§75Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐξασφαλίζει τὸ ζητούμενον παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τιμωροῦν τοὺς ἄνευ ἀδείας ἐργαζομένους ποτοποιούς· εἶναι δὲ οἱ περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ποτοποιοί, ἀφοῦ κατασκευάζωσι ποτὰ, ἑπομένως, ἐὰν μὴ ἔχωσιν ἄδειαν, καταδιώκονται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸ σύνολον νὰ ψηφισθῇ αὔριον, ὅπως συναρμολογηθῶσιν αἱ διάφοροι τροπολογίαι.
§77Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν αὔριον. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ΑΤΝʹ νόμου τῆς 21 Ἰανουαρίου 1886. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§80ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξηγήθη καὶ προηγουμένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ σαφέστερον ὡς πρὸς τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν. Οἱ οἰνοπαντοπῶλαι ἔχουσι δηλώσει ἤδη τὸν οἶνον αὐτῶν ἐπὶ ἀφαιρέσει 20% λόγῳ φύρας. Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἀπὸ τοῦδε, θὰ καταλογισθῇ τὸ 20% τῆς φύρας;
§81Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχουσι διατάξεις, ἀφορῶσαι εἰς τὸν δεδηλωμένον ἤδη οἶνον, καὶ ἐκεῖ κανονίζονται τὰ περὶ τούτου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§83ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τῶν οἴνων, κύριοι Βουλευταὶ, ὡς εἶναι γνωστὸν, εἶχεν εἰσαχθῆ ἀπὸ τοῦ 1883 νόμος, ὁ ὁποῖος ἀναντιῤῥήτως ἦτο πληρέστερος τοῦ σήμερον συζητουμένου, διότι ἐλαμβάνοντο μεγαλεῖτεραι προφυλάξεις πρὸς καταδίωξιν τῶν δολιοτήτων, αἱ ὁποῖαι ἐμφιλοχωροῦσι πάντοτε, προκειμένου περὶ φόρων καταναλώσεως. Καὶ ὅμως Κύριοι, εἶναι ἀνεγνωρισμένον, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀπέτυχε καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ προεκλήθη ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας αὐτοῦ ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας ἀπὸ φόρου καταναλώσεως εἰς ἔγγειον φόρον. Τώρα ἐπιχειροῦμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν πάλιν αὐτὴν τὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ἀπεδείχθη ἐπιβλαβής. Νομίζω ὅτι πρέπει τοὐλάχιστον νὰ λάβωμεν πᾶσαν πρόνοιαν, ὥστε νὰ καταρτίσωμεν ὅσον ἔνεστι πληρέστερον τὸν νόμον, ἵνα μὴ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ νόμου καὶ ἡ ἀτέλεια καὶ ἡ ἀσάφεια αὐτοῦ. Δὲν ἐπιζητοῦμεν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τὴν φορολογίαν πάντων τῶν λιανικῶς καταναλισκομένων οἴνων, ὡς ἐσκόπει ὁ νόμος τοῦ 1883. Γενομένων παρατηρήσεων, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνῄνεσε καὶ κατεχωρήθη ἐδάφιον εἰς τὸ 1 ἄρθρον, τὸ ψηφισθὲν ἤδη, ὅτι εἰς φόρον καταναλώσεως ὑποβάλλονται μόνον οἱ οἶνοι οἱ πωλούμενοι εἰς καταστήματα συστηματικῶς προσιτὰ εἰς τὸ κοινόν. Ἀλλὰ ποῖα, Κύριοι, δύνανται ἆρα νὰ θεωρηθῶσιν ὡς καταστήματα συστηματικῶς προσιτὰ εἰς τὸ κοινόν; Μία ἀποθήκη δύναται νὰ περιέχῃ μικρὰν ποσότητα οἴνου, φέρ’ εἰπεῖν, χιλίων ὀκάδων. Ἡ ἀποθήκη αὕτη καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἔτους μένει κεκλεισμένη καὶ ἀπρόσιτος εἰς τὸ κοινὸν, ἀλλ’ ἐν διαστήματι μιᾶς ἑβδομάδος ἀνοίγεται εἰς τὸ κοινὸν, καὶ ἐκποιεῖται λιανικῶς ὅλος ὁ ἐν αὐτῇ περιεχόμενος οἶνος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κάτοχος τῆς ἀποθήκης ταύτης ὑπάγεται εἰς φόρον καταναλώσεως; Ὑπάγεται βεβαίως εἰς τὸν ἔγγειον φόρον· ἀλλ’ εἰς φόρον καταναλώσεως, κατὰ τὴν προσθήκην, ἡ ὁποία ἐτέθη εἰς τὸ ἄρθρον 1, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάγεται. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι καλὸν νὰ μελετηθῇ, διότι πολλαὶ περιπτώσεις τοιαῦται δύνανται ν’ ἀναφυῶσιν· ὑπάρχουσι μάλιστα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα συστηματικῶς γίνεται ἡ λιανικὴ πώλησις τῶν οἴνων διὰ τῆς ἀνοίξεως ἀποθήκης, περιεχούσης ὀλίγον ποσὸν οἴνου καὶ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἐξαντλουμένου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου παρατηρῶ τὴν ἑξῆς διάταξιν. Ὅταν τις, λέγει τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, ἔχῃ κατάστημα λιανικῆς πωλήσεως ἐν πόλει ὑποβαλλομένῃ εἰς φόρον καταναλώσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, αὐτὸς, ὁ ἔχων τοιοῦτον κατάστημα, ὑποβάλλεται εἰς φόρον καταναλώσεως δι’ ὅλας τὰς ἀποθήκας οἴνου, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ εἰς διάφορα μέρη τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τόπους, οἱ ὁποῖοι ποσῶς δὲν ὑποβάλλονται, ἕνεκα τοῦ πληθυσμοῦ των, εἰς φόρον καταναλώσεως. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν, Κύριοι, ὁ ἐν Ἀθήναις οἰνοπώλης, ἐὰν ἤθελεν ἔχει ἀποθήκην τινὰ εἰς τὴν Κόρινθον, εἰς τὴν Τρίπολιν, εἰς τὴν Λεβαδείαν ἢ εἰς ἄλλο μέρος, ἔνθα ποσῶς δὲν πληρόνεται ὁ φόρος καταναλώσεως, ὡς π. χ. ἐν κώμῃ τῆς Ἀττικῆς, οὗτος ὀφείλει δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀποθήκας τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως, ὃν ὀφείλει νὰ πληρώσῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, διὰ τὸν οἶνον, τὸν ὁποῖον ἐνταῦθα πωλεῖ. Τοῦτο, νομίζω, εἶναι ἐντελῶς ἄδικον. Ἐὰν ὁ τοιοῦτος οἰνοπώλης μεταφέρῃ τὸν οἶνόν του καὶ τὸν εἰσαγάγῃ εἰς τὸ ἐδῶ κατάστημά του, βεβαίως ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον· ἀλλ’ ἁπλῶς, μόνον διότι ἔχει εἰς ἄλλα μέρη οἶνον, καὶ ὑπάρχει μόνον ἡ ὑπόνοια, ὅτι δύναται νὰ τὸν μεταφέρῃ ἐνταῦθα, ἁπλῶς διὰ τοῦτο νὰ ὑποβάλητε αὐτὸν εἰς φόρον καταναλώσεως, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον· διότι αὐτὸς ἐνδέχεται νὰ εὕρῃ συμφερώτερον νὰ πωλήσῃ αὐτὸν τὸν οἶνον ἐν ᾧ τόπῳ ἀπεταμιεύθη· διατὶ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ τὸν ὑποβάλωμεν εἰς τὸν φόρον καταναλώσεως; Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεδέχθη νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φόρον ἐκεῖνοι οἱ οἶνοι, οἱ ὁποῖοι πωλοῦνται εἰς καταστήματα συστηματικῶς προσιτὰ εἰς τὸ κοινὸν, πρέπει νὰ παραδεχθῇ συνεπῶς, ὅτι μόνον οἱ εἰς τὰ καταστήματα ἐκεῖνα εἰσαγόμενοι οἶνοι ὑποβάλλονται εἰς φόρον καταναλώσεως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ παρατήρησις εἶναι ὀρθὴ, καὶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀποφύγωμεν διάταξιν, ἡ ὁποία ἄλλως οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ συνέπειαν ταμιευτικὴν, διότι ὁ ἐνταῦθα οἰνοπώλης, ὁ τρέχων τοιοῦτόν τινα κίνδυνον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἔχει ἀποθήκας εἰς τὰ διάφορα αὐτὰ μέρη, ἀλλὰ θὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν ἐν ὀνόματι ἄλλων, ὥστε πάντοτε θ’ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμήν. Διατὶ λοιπὸν νὰ περιέχῃ ὁ νόμος διατάξεις, αἱ ὁποῖαι οὐ μόνον ἄδικοι, ἀλλὰ καὶ ἀνωφελεῖς εἶναι;
§84Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρέχονται ὑπὲρ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου ὀλιγώτεραι ἐγγυήσεις ἢ ὅσαι παρείχοντο διὰ τοῦ παλαιοῦ νόμου περὶ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, νομίζω ὅτι δὲν στηρίζεται ἐπὶ ὀρθῆς ἐκτιμήσεως· διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος περιεῖχε πολλῷ πλείονας διατάξεις...
§85ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶπον ὅτι περιεῖχε πολλῷ πλείονας.
§86Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος περιεῖχε πολλῷ πλείονας διατάξεις, ἀλλὰ δὲν παρεῖχε πλείονας ἐγγυήσεις. Τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ τοῦ κειμένου νόμου, παρέχοντος πλείονας ἐγγυήσεις, ὧν παρεῖχεν ὁ προηγούμενος νόμος. Αἱ πλείονες αὗται ἐγγυήσεις, ὡς παρεχόμεναι ὑπὸ τοῦ κειμένου νόμου, χρησιμεύουσι καὶ εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον φόρου, ἄνευ νεωτέρας ἀναγραφῆς. Ὁ λόγος δὲ, οὗ ἕνεκεν ἡμεῖς, οἱ εἰσαγαγόντες τὸν πρῶτον νόμον, δὲν ἐπανήλθομεν εἰς αὐτὸν, ἀλλ’ ἐμμένομεν εἰς τὸν κατόπιν ψηφισθέντα, καίτοι δὲν ἐγκρίνομεν τὰς βάσεις αὐτοῦ, εἶναι, ὅτι οὗτος παρέχει τὸ μέγα πλεονέκτημα βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως εὐχερεστέρας καὶ ἀσφαλεστέρας τῶν κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν ἐπίσης ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις διὰ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ἂν θὰ ἐλειτούργει αὐτοτελῶς. Ἤδη, προτεινομένης ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου οὐχὶ αὐτοτελοῦς, ἀλλ’ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν κείμενον νόμον καὶ πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἔχομεν πάσας τὰς ἐγγυήσεις τοῦ νεωτέρου νόμου, καὶ ἐπιπροσθέτως τὰς ἐγγυήσεις τοῦ νομοσχεδίου. Ταύτας τὰς ἐπιπροσθέτους ἐγγυήσεις ὁ κ. Βουλευτὴς θεωρεῖ οὐχὶ ἴσας πρὸς τὰς τοῦ παλαιοῦ νόμου· καὶ δὲν εἶναι ἴσαι πρὸς τὰς τοῦ παλαιοῦ νόμου, κεχωρισμένως ἐξεταζόμεναι, ἐν συνδυασμῷ ὅμως πρὸς τὰς τοῦ νόμου, ἐφ’ οὗ στηρίζονται καὶ μεθ’ οὗ συλλειτουργοῦσι, λαμβανόμεναι, εἶναι βεβαίως πολλῷ πλείονες ἐκείνων. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη προνοίας περὶ συμπληρώσεως τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἐγγυήσεων. Περὶ δὲ τῆς εἰδικῆς παρατηρήσεως, εἰς ἣν κατέληξεν ὁ κ. Βουλευτής, λέγω, ὅτι ἡ διάταξις, περὶ ἧς ὡμίλησεν, ἐτέθη εἰδικῶς εἰς πρόληψιν καταχρήσεων, καὶ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον· διότι ὑπῆρχε φόβος, μήπως, ἐὰν μὴ περιελαμβάνετο τοιαύτη διάταξις, οἱ οἰνοπῶλαι περιφερειῶν πολυανθρωποτέρων, ὑποβαλλομένων εἰς φορολογίαν οἴνου ἀνωτέραν, ἀπεθήκευον τοὺς οἴνους αὐτῶν ἐν περιφερείαις ὀλιγανθρωποτέραις, ἀλλὰ πλησίον εἰς τὴν περιφέρειαν τὴν μᾶλλον φορολογουμένην. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἤδη καὶ ἄνευ τοιούτου νόμου πολλοὶ μεγάλοι οἰνοπῶλαι ἔχουσι τὰς ἀποθήκας ἐκτὸς τῶν περιφερειῶν, ἐν αἷς πωλοῦσι τὸν οἶνον. Ἔπρεπε λοιπὸν, ἢ νὰ λάβωμεν μέτρα, ὅπως μετὰ τὴν ἐποχὴν τῆς βεβαιώσεως κατὰ τὸν κείμενον νόμον γίνηται νεωτέρα βεβαίωσις τοῦ εἰσαγομένου ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῶν ἐκτὸς τῆς περιφερείας τοῦ κεντρικοῦ οἰνοπωλείου κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἔτους, ἢ νὰ ὑπαγάγωμεν καὶ ἐκείνας εἰς τὴν φορολογίαν τῶν πολυανθρωποτέρων περιφερειῶν, καὶ ἐθεωρήθη, ὅτι σύμφωνον πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως κατὰ τὸ ἐφικτὸν πᾶς ὁ φόρος βεβαιῶται κατὰ τὸν κείμενον νόμον, εἶναι νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἡ βεβαίωσις ἡ γενομένη θέλει καταλογίζεσθαι εἰς τὴν περιφέρειαν, ἐν ᾗ ἔχει ὁ οἰνοπώλης τὸ κατάστημά του. Ὅταν ὁ οἰνοπώλης ἔχῃ κατάστημα ἐν πολυανθρωποτέρᾳ περιφερείᾳ, πᾶσαι αἱ ἐν οἱᾳδήποτε περιφερείᾳ ἀποθῆκαι αὐτοῦ θεωροῦνται ὡς παραρτήματα τοῦ καταστήματος ἐκείνου, καὶ ἡ φορολογία γίνεται κατὰ τὸ προσῆκον εἰς τὸ κατάστημα μέτρον.
§87ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν ἀντεῖπεν ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, ὅτι οἱ ἐν ὀλίγαις ἡμέραις τοῦ ἔτους, ἐν μιᾷ ἢ δύο ἑβδομάσι πωλοῦντες οἶνον ἐν τοῖς καταστήμασιν αὐτῶν, δὲν ὑπάγονται εἰς φορολογίαν. Ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἵνα τὰ οὕτω λεχθέντα συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀποφυγὴν πάσης ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ζητήματος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐγγυήσεων, νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκεται εἰς πλάνην. Ὁ ἰσχύων περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου νόμος λαμβάνει πρόνοιαν κυρίως περὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἀποταμιευθέντος οἴνου, καὶ πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ οἴνου τάσσεται καὶ προθεσμία σύντομος, μέχρι 15 Ἰανουαρίου νομίζω. Παρελθόντος τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος τοῦ ἐλέγχου, οὐδεμία πλέον λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοῦ οἴνου, ἑπομένως περὶ τῆς μεταφορᾶς τοῦ οἴνου ὁ κείμενος περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου νόμος οὐδεμίαν περιέχει διάταξιν· τοιαύτην ὅμως διάταξιν περιέχει ὁ νόμος τοῦ 1883, δίδων ῥητῶς τὸ δικαίωμα εἰς ἐπανειλημμένας καταμετρήσεις ἐν τοῖς καταστήμασι, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἐξαγωγῆς καὶ εἰσαγωγῆς ἄλλου οἴνου. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ὁ νόμος ἐκεῖνος περιέχει καὶ ποινικὰς διατάξεις πολὺ αὐστηροτέρας τοῦ νομοσχεδίου· ἑπομένως ἐν δικαίῳ ἔλεγον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον ὑπῆρχον πλείονες ἐγγυήσεις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν παρατήρησιν, νομίζω ὅτι, ἐὰν κατάστημά τι μέγα οἰνοποιητικὸν κατασκευάζῃ οἶνον ἐκτὸς τῶν φορολογουμένων κέντρων, δὲν εἶναι λόγος νὰ ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν, πρὶν ἢ μεταφέρῃ τὸν οἶνον τοῦτον εἰς τὸ κέντρον.
§88Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ ὑπέμνησεν, ὅτι δὲν εἶχον ἀπαντήσει εἰς τινα τῶν παρατηρήσεων αὐτοῦ, εἰς τὴν παρατήρησιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ ἀνεπαρκὲς τῆς δοθείσης ἐξηγήσεως, ὅτι ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν ἐπὶ λιανικῇ πωλήσει τὰ καταστήματα, ἔνθα συστηματικῶς γίνεται τοιαύτη πώλησις· καὶ ἠρώτησε, τί θὰ γείνῃ, ἐὰν ἐν τῇ ἀποθήκῃ γίνηται πώλησις οὐχὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἀλλὰ κατὰ περίοδόν τινα, δεκαπενθήμερον ἢ μηνιαίαν; Εἰς ταῦτα ἀπήντησα ὅτι, ὅ,τι ἠθελήσαμεν νὰ ἐξαιρέσωμεν ἐκ τοῦ νόμου τούτου, εἶναι ἡ παραγωγὴ τῶν ἀμπελοκτημόνων. Αὕτη, κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ὑπεβάλλετο εἰς φορολογίαν λιανικῆς πωλήσεως· ἤδη ἡ παραγωγὴ τῶν ἀμπελοκτημόνων σκοπεῖται, ὅπως μὴ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐκ τοῦ νόμου τούτου φορολογίαν. Ἐπίσης σκοπεῖται, ὅπως μὴ ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν καὶ πᾶσα ἀποθήκευσις οἴνου, γενομένη πρὸς ἰδίαν χρῆσιν τοῦ ἀποθηκεύοντος· εὐθὺς ὅμως, ὡς γίνηται ἀγορὰ οἴνου εἰς ἀποθήκευσιν αὐτοῦ πρὸς μεταπώλησιν, αὕτη ὑποβάλλεται εἰς τὸν νόμον τοῦτον, ἐὰν ἡ μεταπώλησις ἐγένετο λιανικῶς, καὶ οὐχὶ ἐπὶ διαστάσεων μεγαλειτέρων τῶν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 ὁριζομένων. Ταύτην ἔχοντες τὴν ἑρμηνείαν ὁδηγὸν, νομίζω, ὅτι δὲν θ’ ἀπαντήσωμεν δυσχέρειαν. Θὰ ἔχωμεν ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὁ ἀποθηκεύων ἦναι ἀμπελοκτήμων, ἐὰν ἀπεθήκευσε πρὸς ἰδίαν χρῆσιν ἢ πρὸς μεταπώλησιν· ἐὰν ὑπάγηται εἰς τὰς δύο πρώτας κατηγορίας, δὲν θὰ πληρώσῃ, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπώλησε τυχὸν οἶνον ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας· ἐὰν ὑπάγηται εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν, θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι γίνεται ἐν τῷ καταστήματι συστηματικὴ πώλησις.
§89ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐψηφίσθη ἤδη τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἑπομένως τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρὰ παντός, ὅστις κληθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτό, Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 1 λέγει ῥητῶς, ὅτι ἐκεῖνος ὁ λιανικῶς πωλούμενος οἶνος ὑποβάλλεται εἰς φορολογίαν, ὁ ὁποῖος πωλεῖται εἰς ἀποθήκας ἢ καταστήματα συστηματικῶς προσιτὰ εἰς τὸ κοινόν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ποτὲ δυνατὸν ὡς προσιτὸν συστηματικῶς εἰς τὸ κοινὸν νὰ χαρακτηρίσωμεν τὸ κατάστημα, ἐν ᾧ ἐπὶ πέντε ἡμέρας πωλοῦνται οἶνοι. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, μὲ ὅλην τὴν ἀντίῤῥησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φορολογίαν οἱ ἐπί τινας ἡμέρας πωλοῦντες. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι παραδέχεται τοῦτο, ἐὰν προέρχηται ἐκ τῶν ἀμπέλων τοῦ πωλοῦντος, δὲν τὸ παραδέχεται δὲ, ἐὰν δὲν προέρχηται ἐκ τῶν ἀμπέλων τοῦ πωλοῦντος, ἀλλὰ προέρχεται ἐξ ἀγορᾶς. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἐξακριβωθῇ τοῦτο; Ἔχει τις γλεῦκος, ἀλλὰ λαμβάνει ἀνάγκην νὰ ἀγοράσῃ ὀλίγον ἔτι ποσὸν πρὸς πλήρωσιν τῶν δοχείων του· πῶς θὰ ἐξακριβωθῇ ποῖος εἶναι ὁ οἶνος, ὁ ὁποῖος συμβαίνει ἐπὶ δύο ἡμέρας νὰ πωληθῇ; ὁ ἐκ τῶν ἀμπέλων του, ἢ ὁ ἀγορασθείς;
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶμαι συμπαθὴς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, διότι δι’ αὐτοῦ ἐντείνονται τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον νενομοθετημένα ἐπὶ τοῦ προϊόντος τοῦ οἴνου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι δύναται νὰ ἀντιτάξῃ τις, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν προβάλλονται αὐξήσεις τοῦ ἐγγείου φόρου, ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τοῦ προτεινομένου δι’ αὐτοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἡ τάξις τῶν παραγωγῶν, τῶν καλλιεργητῶν τῆς ἀμπέλου, ἀλλὰ τῶν καταναλωτῶν· τὴν ἀντίῤῥησιν ὅμως ταύτην δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ κρίνῃ τις ὡς σπουδαίαν. Πρῶτον, διότι, ἐὰν ἐπιβαρύνωσι καὶ τίνα ἐπιβαρύνουσιν οἱ ἔμμεσοι φόροι, οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως, ὑπάρχουσι διάφοροι γνῶμαι· ἀλλὰ καὶ αἱ γνῶμαι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἐπιβαρύνουσι μόνον τοὺς καταναλωτὰς, καὶ ἐκείνων ἡ γνώμη ἀρκεῖ νὰ μᾶς καταστήσῃ μᾶλλον ἀτόλμους· ἡ γνώμη δὲ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι οἱ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φόροι ἐπιβαρύνουσι τοὺς παραγωγούς, πρέπει νὰ μᾶς καταστήσῃ τὰ μάλιστα ἀτόλμους. Ἀλλὰ καὶ τοὺς παραγωγοὺς ἂν ἐπιβαρύνῃ ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου μᾶς ἐνδεικνύουσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἔτι μᾶλλον ἡ τάξις αὕτη. Σᾶς ἀναγινώσκω μικρὰν στατιστικὴν τῶν προϋπολογισθέντων καὶ εἰσπραχθέντων καθ’ ἕκαστον τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Δὲν ἀνέτρεξα εἰς τὸ ἔτος 1883, ὅτε τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, διότι, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας εἶπε πρὸ μικροῦ, καὶ ὡς καὶ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἀρνοῦνται, ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐπέτυχε, διότι εἰσεπράχθη ποσὸν μόλις ἀνερχόμενον εἰς τὸ τέταρτον τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ. Δὲν ἀνέδραμον οὐδ’ εἰς τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ σύστημα τῆς ἐγγείου φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προταθὲν, διότι κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, τὰς ὁποίας διήρχετο τὸ Κράτος, ὑπῆρχον καὶ πολιτικαὶ καὶ διοικητικαὶ ἀνωμαλίαι. Κατῆλθον ἑπομένως εἰς ὁμαλὰ ἔτη, τὰ ὁποῖα διανύομεν ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1890. Κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἐκ 3,168,000 προϋπολογισθέντων εἰσεπράχθησαν μόλις τὰ δύο τρίτα, ἤτοι 2,027,710· κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1888, ἐκ 3,168,000 προϋπολογισθέντων εἰσεπράχθησαν μόνον 1,990,369, καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1889, ἐκ 2,808,000 προϋπολογισθέντων εἰσεπράχθησαν μόνον τὰ ἡμίση, ἤτοι 1,520,315. Ἡ προϊοῦσα δὲ μείωσις τῶν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου εἰσπράξεων ἐνδεικνύει, ὅτι ἡ παραγωγὴ, ἡ εἰσφέρουσα τὸν φόρον, προβαίνει εἰς ἐξάντλησιν. Καὶ πράγματι κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἀπέδωκε 2,027,710, κατὰ τὸ ἔτος 1888 τὸ ἔσοδον συνίστατο εἰς 1,990,369, καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1889 τὸ ἔσοδον κατῆλθεν εἰς 1,520,315. Καὶ ἂν προσφύγωμεν εἰς τὸ ἔτος 1890, κατὰ τὸ ὁποῖον κατηργήθησαν τὰ δύο δεκατημόρια, θέλομεν εὕρει, ὅτι καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1890 δεικνύουσι τὴν πρόσοδον τοῦ Κράτους μειουμένην ἔτι μᾶλλον, διότι εἰσεπράχθησαν 1,104,451· ἂν δὲ δὲν ἤθελον καταργηθῆ τὰ καταργηθέντα δύο δεκατημόρια καὶ ἤθελον προστεθῆ τὰ ἐξ αὐτῶν εἰσπρακτέα, ἤθελον εἰσπραχθῆ 1,325,541, ἤτοι ὀλιγώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1889. Ἐὰν δὲ ὁ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενος φόρος ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἐπιβαρύνει μόνον τοὺς καταναλωτάς, νομίζω ὅτι συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς καταναλίσκοντας τὸν οἶνον, διότι ὁ οἶνος ἐν Ἑλλάδι εἶναι συμπλήρωμα τοῦ ἡμερομισθίου, τὸ δὲ ἡμερομίσθιον κατέστη ἴσως πολὺ δυσανάλογον πρὸς τὴν ἀκρίβειαν τοῦ βίου. Οἱ ἐπιβληθέντες ἔμμεσοι φόροι καὶ ἡ ἄλλη φορολογικὴ νομοθεσία κατέστησαν τὸν βίον πολὺ ἀκριβὸν, καὶ ἂν προσθέσωμεν νέον βάρος ἐπὶ τοῦ συμπληρώματος αὐτοῦ, ἐπὶ τοῦ οἴνου, θέλομεν καταστήσει ἴσως δυσχερεστέραν τὴν θέσιν τῶν καλλιεργητῶν, οἵτινες καλλιεργηταὶ ὑπόκεινται εἰς πολλὰ ἄλλα βάρη. Δὲν ποιοῦμαι ἀντίστασιν ἐῤῥωμένην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι γνωρίζω τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ πολιτικῶν φίλων μου, οἵτινες συμπράττουσι μετ’ ἐμοῦ καὶ συσκέπτονται περὶ τῶν κοινῶν τοῦ Κράτους, περιοριζόμενος εἰς μόνα τὰ εἰρημένα· ἂν δὲ κατ’ αὐτῶν ἤθελον ἀντιτάξει, ὅτι διερχόμεθα ἐκτάκτους οἰκονομικὰς περιστάσεις, καὶ ὅτι, ἀπέναντι τῶν κινδύνων ἢ τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Πολιτεία, πρέπει νὰ μὴ διστάσωμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν εἴτε τὴν παραγωγὴν εἴτε τὴν κατανάλωσιν τοῦ οἴνου· ἐὰν ὁ λόγος οὗτος ὑπηγόρευσε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, διότι ἀναγκαῖον εἶναι νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἐξετασθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, καὶ ἐκ ταύτης ἀποδειχθῆ, ἂν ἔχωμεν ἔλλειμμα ἢ περίσσευμα, ἤτοι ἂν ζητῆται ἡ προσθήκη αὕτη τοῦ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου φόρου, ἵνα μειώσωμεν τὸ ἐτήσιον ἔλλειμμα, ἢ ἂν ζητῆται αὕτη, ἵνα αὐξήσωμεν τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον προϋπελογίσθη, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς μεγάλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐπάγεται ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν. Τὰ νομοθετήματα τὰ φορολογικὰ πρέπει νὰ ἦναι ἀναγκαῖα συμπληρώματα τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν οἰκονομικὴν ταύτην περίοδον· πρὶν δ’ ἢ προβῶμεν εἰς αὐξήσεις φόρων, ἢ εἰς νομοθέτησιν νέων φόρων, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀκριβεστέραν καὶ πληρεστέραν γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ταύτην δὲ δὲν θέλομεν ἔχει, εἰμὴ μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§92Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γένηται προσθήκη τις, ἀφορῶσα εἰς τὸν οἶνον τὸν ἐκ ξηρᾶς σταφίδος, διότι χθὲς ἀξιότιμος Βουλευτὴς παρετήρησε περὶ τοῦ οἴνου τούτου, ὅστις κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν εἶναι ἀπηλλαγμένος τῆς φορολογίας, ὅτι, ἀφοῦ εἶναι ἀπηλλαγμένος τῆς ἐγγείου φορολογίας, ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένος καὶ τῆς φορολογίας τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιπροσθέτου. Τοῦτο οὕτως ἔχει, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ δεικνύει, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου ἀμφιβολία, προτείνω, ὅπως προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 3 ἐδάφιον βʹ, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐκ τῆς ξηρᾶς σταφίδος παραγόμενος οἶνος δὲν ὑποβάλλεται εἰς δικαίωμα καταναλώσεως, ἐφαρμοζομένου ὡς πρὸς τὸν οἶνον τοῦτον τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ ͵ΒΠʹ νόμου τῆς 5 Αὐγούστου 1892».
§93ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πῶς θὰ γίνεται ἡ διάκρισις;
§94Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν προτείνω νέαν διάταξιν. Ἡ διάταξις εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ νόμου τοῦ κανονίζοντος τὰ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου. Τὸ ἄρθρον 75 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐκ τῆς ξηρᾶς σταφίδος παραγόμενος οἶνος ἀπαλλάσσεται τοῦ ἐγγείου ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρου.— Οἱ παράγοντες οἶνον ἐκ ξηρᾶς σταφίδος ὀφείλουσιν ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀποταμιεύσεως αὐτοῦ κτλ.» Περιλαμβάνονται ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ διατάξεις, δι’ ὧν ἐξασφαλίζεται ἡ διάκρισις. Δὲν πρόκειται λοιπὸν ἤδη νὰ ἐξεύρωμεν νέον τι· πρόκειται τὴν τεθειμένην ἀρχὴν νὰ ἐφαρμόσωμεν, καὶ ἐπειδὴ παρετήρησα, ὅτι χθὲς εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐξέφρασε περὶ τούτου ἀμφιβολίας τινὰς, ἐνόμισα, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς. Καίτοι τὸ ἀναγραφόμενον τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὰς τοῦ νόμου περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀσφαλέστερον ὅμως νὰ ἐπαναλάβωμεν καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 μετὰ τῆς προταθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προσθήκης).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§96ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου γίνεται κατὰ τὰς διατάξεις δύο διαφόρων νόμων, τοῦ ἀρχικοῦ περὶ ἐγγείου φόρου νόμου ᾼΤΝʹ, καὶ τοῦ τελευταίου ͵ΒΠʹ νόμου, ψηφισθέντος πρὸ ὀλίγων μηνῶν, καὶ αὐταὶ αἱ διατάξεις τῶν δύο τούτων νόμων τροποποιοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ τέλους θὰ καταστῇ ζήτημα, ποῖαι εἶναι τέλος πάντων αὐταὶ αἱ ὁριστικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐφαρμόζονται εἰς τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως. Νομίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη περιπλοκὴ τῶν νόμων θὰ καταστήσῃ δυσχερεστάτην τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν. Ἀφοῦ πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς νέας θεσμοθεσίας, εἶναι καλλίτερον νὰ περιληφθῶσι πλήρεις εἰς τὸν νόμον αἱ ἀφορῶσαι αὐτὴν διατάξεις, ὥστε ὁ ἔχων τὸν νόμον νὰ βλέπῃ ὅλας αὐτὰς τὰς διατάξεις καὶ νὰ τὰς ἐφαρμόζῃ, χωρὶς νὰ ἀνατρέχῃ εἰς ἄλλον νόμον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§98ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὴν διάταξιν, Κύριοι, τοῦ ἄρθρου τούτου ἐγὼ δὲν εὑρίσκω ὀρθήν. Πραγματεύεται περί τινων ἐπαγγελματιῶν, περὶ τῶν οἰνοπωλῶν, οἰνοποιῶν, ζυθοπωλῶν, οἰνοπνευματοπωλῶν, ἐδωδιμοπωλῶν καὶ μαγείρων. Ἅπαντες οὗτοι, ἂν ἔχωσιν ἀποταμιεύσει οἶνον, ὀφείλουσι κατὰ τὸν κείμενον νόμον νὰ ποιήσωνται δήλωσιν, ἵνα ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἔγγειον φόρον. Τώρα τί λέγει τὸ προκείμενον ἄρθρον; Ἂν αὐτοὶ ἔκαμον τοιαύτην δήλωσιν, ὄχι δήλωσιν περὶ λιανικῆς πωλήσεως τοῦ οἴνου, ἀλλὰ δήλωσιν ἀποταμιεύσεως οἴνου, διὰ νὰ πληρώσωσι τὸν ἔγγειον φόρον, ὡς μέχρι τοῦδε ἐγίνετο, τότε, κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, αὐτὴ ἡ δήλωσίς των τοὺς ὑποβάλλει αὐτοδικαίως καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως. Ἐνδέχεται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι οὔτε τὰ μέσα νὰ ἔχωσιν οὔτε τὴν διάθεσιν νὰ καταναλώσωσι τὸν οἶνον εἰς λιανικὴν πώλησιν. Διατὶ τάχα, ἐπειδὴ ἁπλῶς μόνον ἐξασκοῦσιν ἓν τῶν ἄνω ἐπιτηδευμάτων, ἕπεται, ὅτι πᾶς οἶνος, τὸν ὁποῖον ἔχουσι, πρέπει νὰ πληρόνῃ φόρον καταναλώσεως; Καὶ ἔπειτα πῶς θὰ εὕρωμεν, ἂν ἔχωσι κἂν αὐτὸ τὸ ἐπιτήδευμα αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; Ὅταν ἦναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευματιῶν, τέλος πάντων ἔχομεν μίαν ἀπόδειξιν· ἀλλ’ ὅταν δὲν ἦναι ἐγγεγραμμένοι; Ἀρκεῖ νὰ ἦναι ἐγγεγραμμένοι, λέγει, εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσι πάλιν φόρον καταναλώσεως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει οὗτοι νὰ ἀπαλλαγῶσιν, ὅταν δὲν πρόκηται τὸν ἀποταμιευθέντα οἶνον νὰ τὸν μεταχειρισθῶσιν εἰς κατανάλωσιν λιανικήν. Θέλετε νὰ φορολογήσωμεν τὸν καταναλισκόμενον οἶνον; Νὰ εὕρητε αὐτὸν, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς καταναλίσκεται, καὶ ὄχι διὰ διακρίσεων νὰ ἐπιβαρύνητε τοὺς πολίτας μὲ φόρους, ἐνῷ ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐπιτρέψωσιν αἱ περιστάσεις τὴν κατανάλωσιν τοῦ οἴνου αὐτοῦ. Ἂν τις σήμερον ἐξασκῇ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ μαγείρου, ἐνδέχεται αὔριον νὰ παύσῃ· ἐν τούτοις αὐτὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως, ἐνῷ τὸν οἶνον δύναται νὰ τὸν διαθέσῃ πρὸς χρῆσιν ἰδίαν, εἴτε νὰ τὸν μεταβιβάσῃ εἰς ἄλλους κατὰ μεγάλα ποσὰ, ὄχι εἰς λιανικὴν πώλησιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅπως καὶ τὸ ἄρθρον τὸ ἐπιβάλλον φόρον καταναλώσεως, δὲν εἶναι ὀρθὰ, διότι στηρίζονται ἐπὶ εἰκασιῶν, ἐνῷ ἡ φορολογία πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς βεβαιότητα.
§99Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου. Ὅταν ὁ οἰνοπώλης ποιῆται τὴν δήλωσιν, ἣν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος περὶ ἐγγείου φορολογίας, εἶναι φυσικὸν, καὶ ἂν μὴ ἐποιήσατο τὴν δήλωσιν περὶ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως, νὰ θεωρηθῇ, ὅτι πρὸς κατανάλωσιν ἀποθηκεύει τὸν ἐπὶ τῷ ἐγγείῳ φόρῳ δηλωθέντα οἶνον, καὶ ταύτην τὴν πρόθεσιν νὰ ἀναγράψῃ ὁ νόμος. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἐνδέχεται ὁ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς δηλώσεως οἰνοπώλης νὰ παύσῃ βραδύτερον ὢν οἰνοπώλης, δὲν νομίζω, ὅτι ἐπάγεται τὰ ἐκτεθέντα ἀποτελέσματα· διότι, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ἔπαυσεν ὢν οἰνοπώλης, θέλει ἐξαιρεθῆ ἀπὸ τῆς φορολογίας, οὐχὶ ὅμως διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ὅπερ θεωρεῖται ἑνιαῖον. Ἀλλὰ κατὰ τὰ ἄλλα αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀφορῶσιν εἰς τοῦτο. Αἱ διατάξεις αἱ περὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ ὁριστικῷ καταλόγῳ τοῦ ἔτους, ἐν ᾧ γίνεται ἡ δήλωσις, ἐν ἐλλείψει δὲ ὁριστικοῦ καταλόγου, ἐν τῷ καταλόγῳ τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἢ ἂν ἐγένοντο ἤδη αἱ δηλώσεις, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο ἔτι ὁριστικὸς ὁ κατάλογος, ἡ ἀναγνώρισις τῆς δηλώσεως, πάντα ταῦτα γίνονται, ἵνα βεβαιωθῇ, ὅτι οὗτος ὑπάγεται εἰς τὰς κατηγορίας τοῦ ἄρθρου. Ἂν οὗτος δὲν ὑπάγηται εἰς αὐτὰς, ἀπαλλάσσεται, ποιούμενος ἔφεσιν.
§100ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον ποσῶς περὶ ἀπαλλαγῆς. Συνέπεια τῆς ἀναγραφῆς του εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον τοῦ προηγουμένου ἔτους εἶναι, ὅτι θὰ χρεωθῇ ἀμέσως, καὶ θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον.
§101Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§102ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μέσον ἀπαλλαγῆς δὲν ἔχει.
§103Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχει προσφυγὴν εἰς τὸν Ὑπουργόν.
§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ποῖον ἄρθρον;
§105Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατ’ ἔφεσιν κατὰ τῆς ἀποφάσεως· διότι ὁ Ὑπουργὸς δύναται πάντοτε νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν εἶναί τις ἐπιτηδευματίας, ἐπὶ παραπόνῳ περὶ τούτου. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς κατετάχθη ὁ ἐπιτηδευματίας, ἔχει ὅμως πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς κατατάξεως ὡς ἐπιτηδευματίου τοῦ μὴ ἐπιτηδευματίου.
§106ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουσι σχέσιν, Κύριοι, καμμίαν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποβάλλω. Δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ κατατάξεως τοῦ ἐπιτηδευματίου ὁριστικῆς ἢ ὄχι, ἀλλ’ ἁπλῶς μόνον, διότι εἶναί τις κατατεταγμένος εἰς τὸν προηγούμενον κατάλογον, δι’ αὐτὸν μόνον τὸν λόγον ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ ἀμέσως τὸν φόρον, ἀνεξαρτήτως ἐὰν θὰ ἐγγραφῇ ἐκ νέου ἢ ὄχι εἰς τὸν κατάλογον τὸν ἐφετεινόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§108ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι δυσεφάρμοστος, ἵνα μὴ εἴπω ἀνεφάρμοστος. Πωλεῖ τις οἶνον, καὶ πρόκειται νὰ τὸν ἀγοράσῃ ὁ καταναλίσκων λιανικῶς οἶνον. Πρέπει οὗτος νὰ ζητήσῃ ἄδειαν, ἵνα τὸν εἰσαγάγῃ εἰς τὸ κατάστημά του, πρέπει νὰ ἀποδείξῃ δηλαδὴ, ὅτι ὁ οἶνος οὗτος ὑπεβλήθη ἤδη νομίμως εἰς φόρον ἔγγειον. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὸν πωλητὴν, νὰ εὕρῃ ἢ δήλωσιν αὐτοῦ, ἢ ἄλλως πρωτόκολλον καταμετρήσεως, καὶ τότε θὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν νὰ τὸν εἰσαγάγῃ εἰς τὸ κατάστημά του. Αὐταὶ αἱ διατυπώσεις θὰ παρακωλύωσι τὰς συναλλαγάς· ὁ μεταφέρων τὸν οἶνόν του πρὸς πώλησιν θὰ φέρῃ μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὰ ἀπαιτούμενα ἔγγραφα; Καὶ ἂν πωλήσῃ εἰς πολλοὺς, τί πιστοποιητικὰ νὰ φέρῃ; Ἄν, Κύριοι, παρέλειψέ τις νὰ δηλώσῃ, ὑπάρχει πρόνοια ἐν τῷ νόμῳ νὰ ἀνευρεθῇ καὶ τιμωρηθῇ· ἀφοῦ δὲν ἐτιμωρήθη, εἶναι πρόληψις, ὅτι αὐτὸς συνεμορφώθη μὲ τὸν νόμον. Μὴ τυραννεῖτε τοὺς πολίτας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§110ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη σύγχυσις, ἐὰν ἐνοικιασθῶσιν ἰδιαιτέρως ὁ ἔγγειος φόρος καὶ ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως τοῦ μὴ δηλωθέντος οἴνου; Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἡ βεβαίωσις τοῦ πρώτου ἐνεργεῖται ἀπὸ τῆς 15 Νοεμβρίου, ἤτοι τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἴσως οὔτε μεταφορὰ οἴνου πρὸς κατανάλωσιν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἡ δὲ βεβαίωσις τοῦ μὴ δηλωθέντος περατοῦται τὴν 15 Ἰανουαρίου, καὶ διὰ τοῦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἐνοικίασις τοῦ ἐγγείου φόρου ἀπὸ τῆς 15 Νοεμβρίου, διὰ νὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ βεβαιώσῃ τὸν μὴ δηλωθέντα οἶνον. Ἀλλὰ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ ὁ ἐνοικιαστὴς τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου τοῦ ὑπαγομένου εἰς τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως καὶ μὴ δηλωθέντος καὶ τὰς γενομένας δολιότητας· ἂν δὲ μετὰ τὴν 15 Ἰανουαρίου ὑποπέσωσί τινες εἰς τοιαύτας παραβάσεις, αὗται, κατὰ τὸ ἄρτι ψηφισθὲν ἄρθρον, βεβαιοῦνται διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, ἤτοι δὲν ἐνοικιάζονται, διότι αἱ παραβάσεις αὗται εἶναι ἄγνωστοι εἰς τὸν ἐνοικιαστήν. Λοιπὸν περὶ ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως τοῦ μὴ δηλωθέντος οἴνου δὲν δύναται νὰ γείνῃ σπουδαῖος λόγος, διότι ἄγνωστον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τούτου. Διὰ τοῦτο δὲν θεωρῶ πρακτικῶς ἐφαρμόσιμον αὐτὴν τὴν διάταξιν.
§111Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 11 ὁρίζει, ὅτι διεξάγονται κατὰ τὸν αὐτὸν τόπον καὶ χρόνον αἱ δημοπρασίαι μετὰ τῶν πρὸς διάθεσιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ ἀδηλώτου οἴνου δημοπρασιῶν, ἀλλὰ διακεκριμένως ἀπὸ τούτων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει χωριστῶν προσφορῶν. Τὸ «διακεκριμένως» ὑπάρχει ὡς πρὸς τὰς δημοπρασίας, ὡς πρὸς τὸν χρόνον ὅμως, εἶναι οὗτος ὁ αὐτός. Θὰ ὑπῆρχε δὲ σύγχυσις, ἐὰν ἐπετρέπετο, ὅπως τὸ αὐτὸ πρόσωπον διὰ τῆς αὐτῆς δημοπρασίας λαμβάνῃ ἀμφότερα, διότι τὸ πρόσωπον τοῦτο θὰ εἶχε τὸ συμφέρον κατόπιν νὰ δημιουργήσῃ τὴν σύγχυσιν.
§112ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδέα μου εἶναι, ὅτι περὶ ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου καταναλώσεως τοῦ μὴ δηλωθέντος οἴνου δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ λόγος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὁ φόρος καταναλώσεως ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ προκύψῃ. Ἐν τούτοις κατὰ ποῖον χρόνον θὰ γείνῃ ἡ ἐνοικίασις τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως; Πρὶν ἀκόμη λάβουν χώραν αἱ παραβάσεις; Ὁ ἐνοικιάζων δὲν δύναται νὰ προΐδῃ ὅλας τὰς ἐνδεχομένας παραβάσεις. Ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ λόγος περὶ λυσιτελοῦς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 12–19 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).
§114Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ περιλαμβάνεται ἡ διάταξις, εἰς ἣν ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Παρακαλῶ δὲ νὰ χαρακτηρισθῇ ἐν τέλει τοῦ ἐδαφίου καὶ τὸ ἄρθρον 12 ὡς μὴ ἐφαρμοζόμενον. Θὰ ἔχῃ δὲ τὸ ἐδάφιον ὡς ἑξῆς: «ὡς πρὸς μὲν τὰς δηλώσεις ταύτας, δὲν ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον 13, ὡς πρὸς δὲ τὰ πρωτόκολλα καταμετρήσεως, τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου τούτου».
§115ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὰ περὶ καταμετρήσεως πῶς τὰ ἐννοεῖτε ὡς πρὸς τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως;
§116Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ ἔτει τούτῳ δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ἄρθρου 12, ἐπειδὴ δὲν εἶχον τὸν καιρὸν νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς ταύτας.
§117ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ γίνεται νέα καταμέτρησις πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῆς λιανικῆς πωλήσεως;
§118Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐφαρμόζονται τὰ τοῦ ἄρθρου 12.
§119ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οἱ οἰνοπῶλαι ἔχουσι δηλώσει τὸν οἶνον αὐτῶν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου. Ἤδη ἐπὶ τρεῖς μῆνας κατηνάλωσαν μέγα ποσὸν οἴνου, ἀναλόγως δὲ τῆς πελατείας, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν, ἔχουσιν ἐξαντλήσει εἴτε μέγα εἴτε μικρὸν ποσὸν τοῦ ἀποτεταμιευμένου οἴνου. Πῶς θέλετε νὰ ἔχητε ὡς βάσιν βεβαιώσεως τὰ πρωτόκολλα τὰ πρὸ τριῶν μηνῶν ἐκδεδομένα; Διά τινας ἐξ αὐτῶν τὰ πρωτόκολλα θὰ ἦναι μία πιθανὴ ἐκδήλωσις, δι’ ἄλλους ὅμως, τοὺς πλείστους, θὰ ἦναι ὅλως ἀπίθανος, διότι ὑπάρχουσι καταστηματάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τοῦ οἴνου αὐτῶν καταναλώσει, ἄλλοι ἔχουσι τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχῃ ξυνίσει, καὶ ὅμως θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ πληρώσωσι διὰ τὸν καταναλωθέντα πρὸ μηνῶν οἶνον, καὶ διὰ τὸν ὠξειδωμένον καὶ ἄχρηστον. Νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι ἀδικώτατον, νὰ ἀρκεσθῆτε εἰς τὰς ὑπαρχούσας δηλώσεις. Θὰ φορολογήσητε βαρέως ἀνθρώπους δι’ οἶνον μὴ ὑπάρχοντα πλέον.
§120Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοιαύτη κατανάλωσις ἐγένετο;
§121ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἤδη ἐξαντλήσει τὸ ἥμισυ τῶν βαρελῶν αὐτῶν, ἄλλα δὲν ἔχουσιν ἔτι μεγάλην κατανάλωσιν, εἴτε διότι οἱ οἶνοι αὐτῶν δὲν ἡτοιμάσθησαν ἔτι, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους· ὥστε εἷς καταστηματάρχης θὰ πληρώσῃ φόρον πολλαπλάσιον ἄλλου συναδέλφου του, ἐνῷ ὁ φόρος εἶναι ὁ αὐτὸς διὰ πάντας. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τὰς Ἀθήνας, τὸν Πειραιᾶ καὶ τὰς Πάτρας αὐξάνετε τὸν φόρον κατὰ τὸ διπλάσιον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἴτε ἐνταῦθα, εἴτε διὰ τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 21, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου.
§123ΚΑΪΡΗΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι ἓν ἐκ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ σκοπεῖ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου αἱ ἀνάγκαι εἶναι καταφανεῖς, ἡ δὲ θεραπεία ἐπείγουσα καὶ ἐπιβεβλημένη. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, δὲν εἶναι οὔτε κατ’ ἀρχὴν ἀποκρουστέον, οὔτε ἐν πολλοῖς τῶν καθέκαστα διατάξεων αὐτοῦ. Αἱ τροποποιήσεις, αἱ ἐπιφερόμεναι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅπως καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις αὐτοῦ δηλοῖ, ἀφορῶσιν ὁμολογουμένως εἰς δύο κυρίως κατηγορίας. Διὰ τῆς πρώτης κατηγορίας, σκοπεῖται ἡ προαγωγὴ ἀπὸ κατωτέρας εἰς ἀνωτέραν βαθμίδα κλίμακος τῶν παγίων τελῶν μέχρι διπλασιασμοῦ τῶν ὁριζομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πράξεων, διὰ δὲ τῆς δευτέρας σκοπεῖται ἡ μετατροπὴ τῶν καθαρῶς παγίων τελῶν εἰς πάγια ἀναλογικὰ ἐπὶ τῶν ὁριζομένων πράξεων. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν μετατροπὴν τῶν καθαρῶς παγίων τελῶν εἰς ἀναλογικὰ τοιαῦτα, οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω· διότι, ἀφοῦ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσι τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων αὐτοῦ, ἡ φορολογία αὕτη τῆς μετατροπῆς εἰς ἀναλογικὰ τέλη ἐπὶ τῶν συναλλακτικῶν πράξεων νομίζω ὅτι εἶναι καὶ δικαία καὶ συνάδουσα πρὸς τὴν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ὑποχρεοῖ τοὺς πολίτας νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν μετάθεσιν τῶν παγίων τελῶν εἰς κλίμακα ἀνωτέραν, μέχρι διπλασιασμοῦ αὐτῶν, καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσθήκην νέων τελῶν εἰς τὴν διαδικασίαν τῶν Εἰρηνοδικείων, διὰ τὴν τήρησιν πινακίων, σύνταξιν ἐγγράφων προτάσεων καὶ διπλασιασμὸν τοῦ τέλους τῶν ἐπιδοτηρίων τῶν δικογράφων, τῶν ὁποίων θὰ γίνηται χρῆσις ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων, ταῦτα νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν, ὡς ἀντικείμενα εἰς τὴν φορολογικὴν ἰσότητα καὶ ὡς ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν δικαιοσύνην. Πάντες, Κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι τὰ Εἰρηνοδικεῖα δὲν εἶναι τακτικὰ δικαστήρια, οὔτε ἔχουσι τὴν ἔγγραφον προδικασίαν. Ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως τῶν Εἰρηνοδικείων ὑπηγορεύθη ἐκ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς τῶν πραγμάτων, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἡ δρᾶσις τῆς τακτικῆς δικαιοσύνης δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εὐθὺς εἰς προστασίαν τῶν προσβαλλομένων δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ἐκεῖ ὁ εἰρηνοδίκης, ὡς εἰρηνοποιὸς μᾶλλον ἢ ὡς δικαστὴς, παρεμβαίνει αὐτόκλητος, ἄνευ διατυπώσεων, ἵνα διαλύσῃ τὰς μικρὰς διαφορὰς τῶν πολιτῶν, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν εἰρήνην καὶ ἀγάπην μεταξὺ τῶν πολιτῶν, κοινοτήτων ἢ χωρίων κειμένων μακρὰν τοῦ κέντρου τῆς τακτικῆς δικαιοσύνης, καὶ ἡ ἀνάγκη αὕτη κατέστησεν ἀναγκαίαν καὶ τὴν ἐξαιρετικὴν, ἀλλὰ μικρὰν δικαστικὴν ἁρμοδιότητα τοῦ εἰρηνοδίκου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔφερεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ χθὲς ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι ὀρθαί. Καὶ ἀληθῶς, ἡ τήρησις πινακίων δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀναγκαίαν ταχύτητα τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, ἡ σύνταξις ἐγγράφων προτάσεων θέλει φέρῃ δυσκολίαν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, διότι πάντες γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Εἰρηνοδικείων τοῦ Κράτους δὲν ὑπάρχουσι δικηγόροι, οὔτε ὅλοι οἱ διάδικοι εἶναι ἐγγράμματοι. Σήμερον ὁ εἰρηνοδίκης ὀφείλει νὰ συντάξῃ τὴν κλῆσιν τοῦ ἀγραμμάτου διαδίκου, ἀλλὰ πρέπει νὰ συντάξῃ καὶ τὰς ἐγγράφους προτάσεις αὐτοῦ; Ἰδοὺ τὸ ἄτοπον! Αἱ ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις διαφοραὶ εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μικρᾶς ἀξίας, ὁ διπλασιασμὸς δὲ τῶν τελῶν, ἂν δὲν πρόκηται ν’ ἀποφασισθῇ ἡ διαφορὰ διὰ μιᾶς ἀποφάσεως καὶ παραστῆ ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῶσι δύο ἢ τρεῖς τοιαῦται, ὡς συνήθως συμβαίνει, τότε τὰ τέλη θέλουσιν ἐξαντλήσει ἅπασαν τὴν ἀπαίτησιν. Τίς τότε, ἐρωτῶ, θέλει ζητήσει τὴν δικαιοσύνην τοῦ κ. εἰρηνοδίκου; Ἡ ἀποχὴ ἐκ τῆς προσφυγῆς πρὸς τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην θὰ φέρῃ τὴν ἀκουσίαν ἀρνησιδικίαν, αὕτη δὲ τὴν χειροδικίαν, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα ἔσται ἡ ἐπιδείνωσις τῆς σημερινῆς ἐγκληματικότητος. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀφήσῃ τὰ τέλη τὰ εἰρηνοδικειακὰ ὡς σήμερον ἔχουσιν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ πινακίου καὶ ἐγγράφων προτάσεων ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις. Ἄλλως τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ὑπελόγισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὰς ἐγγραφὰς τῶν πινακίων καὶ τῶν προτάσεων, εἶναι ἓν ποσὸν, ἀνερχόμενον μετὰ τῶν ἐπιδόσεων εἰς τριακοσίας χιλιάδας δραχμῶν· τὸ ποσὸν αὐτὸ βεβαίως, εἰς τὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας σήμερον εὑρίσκεται τὸ Κράτος, δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητον. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς ἄλλην φορολογίαν, ἡ ὁποία δὲν ὑφίσταται σήμερον παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ὑφίσταται ἀλλαχοῦ. Βεβαίως δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης ὅ,τι προϋπολογίζει ὅτι θέλει εἰσπράξει ἀπὸ τῶν εἰρηνοδικειακῶν τελῶν, πάντως ὅμως πιστεύω, ὅτι θέλει εἰσπράξει ποσὸν ἄξιον λόγου. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου κ. Ἐμπειρῖκος χθὲς μοὶ ὑπέβαλε μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι εἶναι σπουδαία καὶ ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ διαφύγῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Εἶναι πασίγνωστον, ὅτι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν οἱ τοῖχοι ὅλων τῶν οἰκιῶν τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς καὶ ἄλλων πολυπληθῶν πόλεων πλημμυροῦσι ἀπὸ διαφόρους ἐντύπους εἰδοποιήσεις, ἀπὸ προγράμματα θεατρικὰ καὶ παντοῖα ἄλλα, τὰ ὁποῖα πανταχοῦ ὑποβάλλονται εἰς μίαν ἐπισήμανσιν. Μία τοιαύτη ἐπισήμανσις δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν; Παρατηρεῖται ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν τοιούτων κατ’ ἑκάστην αὐξάνει, διότι ἡ μεγάλη δημοσιότης προκαλεῖ τὴν περιέργειαν καὶ συῤῥοὴν τοῦ κοινοῦ, καὶ ὑπηρετοῦνται οὕτω τὰ συμφέροντα αὐτῶν τῶν προκαλούντων· δίκαιον ἑπομένως νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς μίαν χαρτοσήμανσιν. Τὸ ποσὸν, ὅπερ τὸ Δημόσιον θέλει εἰσπράξει ἐκ τούτων, δυνατὸν σήμερον νὰ μὴ φθάσῃ τὸ ἐκ τῶν εἰρηνοδικειακῶν τελῶν ἐλπιζόμενον, πάντως ὅμως ἐλπίζω νὰ ἦναι ἄξιον λόγου, μὲ τὴν προσδοκίαν ἐν τῷ μέλλοντι ἡ εἴσπραξις νὰ αὐξήσῃ. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν ἔντιμον κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν παρατήρησίν μου ταύτην καὶ φέρῃ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἴδιον ἄρθρον ἐπὶ τῆς φορολογίας ταύτης, ν’ ἀφήσῃ δὲ τὰ εἰρηνοδικειακὰ τέλη ὡς νῦν ἔχουσιν, ἵνα μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὑπὲρ τὸ μέτρον ἡ ἄπορος τοῦ λαοῦ τάξις, ἥτις πρὸς προστασίαν τῶν μικρῶν μὲν, ἀλλὰ σπουδαίων δι’ αὐτὴν συμφερόντων, ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ διπλασιασμοῦ τῶν τελῶν δυσκόλως θ’ ἀποφασίσῃ νὰ προσφύγῃ.
§124ΙΩ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, οὐχὶ διὰ μακρὸν χρόνον, ἀλλὰ διά τινας ἡμέρας μόνον· καὶ θέλω εὐθὺς ἀμέσως ἐξηγήσει τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν νὰ προβάλω καὶ ἐπιμείνω εἰς τὴν πρότασιν ταύτην. Ἡ μέχρι τοῦδε συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀπέδειξε, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ψηφίσωμεν καὶ ἐπιβάλωμεν τὴν προσθήκην τῶν προτεινομένων τελῶν ἐπὶ τῶν διαφόρων φόρων, καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν δικαστικῶν, βεβαίως θέλομεν ὑποπέσει εἰς σφάλματα, διὰ τὰ ὁποῖα ταχέως θέλομεν μεταμεληθῆ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης χθὲς, ἀπαντῶν εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορευσάντων, προσεπάθησε δι’ ἐπιχειρημάτων νὰ ἀνασκευάσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτῶν, ἀλλὰ παρέλιπε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς πολλὰς ἐρωτήσεις ἐν τοῖς καθέκαστα, εἰπὼν ὅτι ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὰ εἰδικὰ νομοσχέδια, τὰ ἐκκρεμῆ, καὶ ὅτι ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνων τῶν νομοσχεδίων θέλει εὐρύτερον συζητήσει τὰς λεπτομερείας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ἀνήκει ἐνταῦθα, διότι ἐνταῦθα ἀνήκει ἡ οὐσία τῶν νομοσχεδίων. Τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα εἶναι ὁ τύπος, εἰς τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ ὑποτάξωμεν τὴν οὐσίαν. Θέλομεν νὰ δικαιολογήσωμεν τὸν φόρον, καὶ κρυπτόμεθα ὄπισθεν τῶν νομοσχεδίων, ὡς ἀφορώντων δῆθεν εἰς τὴν τάξιν. Νομίζω, ὅτι μόνος ὁ βουλευτὴς ἐκ Πυλίας κ. Καράπαυλος ὑπέλαβεν, ὅτι πρόκειται περὶ τάξεως, καὶ οὐχὶ περὶ φορολογίας. Πάντες οἱ λοιποὶ εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι τὰ νομοσχέδια εἶναι ταμιευτικά· διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ συνεννοηθῶμεν, τίνι τρόπῳ καὶ ποῦ πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν τὰ τέλη ταῦτα καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας; Τὰ νομοσχέδια βεβαίως, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν εἶναι λυσιτελῆ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄχρηστα καὶ ἐπιβλαβῆ, θὰ ἐξετάσωμεν δὲ, ποῖά εἰσι ταῦτα, καὶ ποῖα θὰ προσπορίσωσιν εἰς ἡμᾶς ἀγαθά. Εἶναι τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ διεκδικήσεων καὶ τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν διαδικασίαν τῶν Εἰρηνοδικείων. Τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ τῶν διεκδικήσεων εἶναι καὶ τοῦτο φορολογικὸν, διότι παραπέμπει τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην νὰ ἐγείρωσιν ἀγωγὰς ἢ ἀνακοπὰς δικαστικὰς εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Ὑποθηκοφυλακείων, ἵνα συντάξωσι πρᾶξιν ἐκεῖ, λάβωσιν ἀποδεικτικὸν, καὶ παρασταθῶσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θεραπεύει τὸν σκοπόν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι διὰ τῆς δημοσιότητος δῆθεν θὰ ὠθήσῃ τὰ κεφάλαια πρὸς τὴν ἀκίνητον κτῆσιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πλανᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον θὰ συμβῇ, διότι σήμερον θὰ ἀγοράζῃ τις ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι τὰ δημόσια βιβλία τὸν ἐξασφαλίζουν, καὶ τὴν ἑπομένην θὰ ἐγείρηται ἀγωγὴ περὶ διεκδικήσεως, καὶ θὰ δώσῃ καὶ μυρίας ἀφορμὰς βλάβης· διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν, ὡς παρ’ ὅλαις ταῖς κοινωνίαις, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες ἔχουσι μεταξὺ των ἀφορμὰς καὶ ἔριδας, ἔχουσι διαφορὰς, ὑπάρχουσι κερδοσκόποι, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς θὰ καταστήσωσι τὰ κτήματα ὅλα ἐπίδικα, διότι γνωρίζομεν ὅλοι, πῶς ἐγείρονται αἱ περισσότεραι δίκαι ἐν Ἑλλάδι. Λοιπὸν, ἐνῷ πρόκειται νὰ βελτιώσωμεν, θέλομεν ἀπ’ ἐναντίας καταστήσει ἀπρόσιτα τὰ κεφάλαια πρὸς τὰς ἀκινήτους κτήσεις. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τῆς διαδικασίας τοῦ Εἰρηνοδικείου εἶπον ἐν τῇ πρώτῃ συζητήσει τὰ δέοντα, καὶ εἶναι περιττὸν ἤδη νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἐλαττώματα τούτου. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον, ὅτι τὸ πινάκιον θὰ καταπαύσῃ τὸ κακὸν, διότι οἱ εἰρηνοδίκαι προτιμῶσι τοὺς εὐνοουμένους. Νομίζω ὅτι ἓν τοιοῦτον ἐπουσιῶδες περιστατικὸν δὲν ὤφειλε νὰ πείσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ὑποβάλῃ ἓν τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τάχα τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀληθές; Ὁ εἰρηνοδίκης, ὁ προτιμῶν ἕνα οἱονδήποτε, πράττει πρᾶξιν ἀξιόμεμπτον ἢ ἀγαθοεργόν; Ἐνίοτε, Κύριοι, παρουσιάζονται κατεπείγουσαι ἀνάγκαι, παρουσιάζονται ἄνθρωποι ὑψίστης περιωπῆς, παρουσιάζεται ἄλλοτε αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ὅρκον, καὶ πρέπει νὰ περιμένῃ τρεῖς ὥρας διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά του κατὰ τὸ πινάκιον. Ἐὰν λοιπὸν γίνηται ἐξαίρεσίς τις, γίνεται ἐπ’ ἀγαθῷ, εἴτε εἰς δικηγόρον, εἴτε εἰς διάδικον, εἰς Κυρίαν, εἴτε εἰς ἄλλον ἄνθρωπον, μὴ δυνάμενον νὰ περιμένῃ, ἄνευ βλάβης οὐδενός. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς διὰ τοῦ πινακίου; Μήπως οἱ Πρόεδροι Πρωτοδικῶν καθ’ ἑκάστην δὲν προτιμῶσιν ἄλλους, παρὰ τοὺς ἔχοντας σειρὰν κατὰ τὸ πινάκιον; Ἄς ἐρωτήσωσιν οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ τοὺς νομικοὺς συμβούλους, καὶ θέλουσι μάθει, ὅτι οὗτοι καθ’ ἑκάστην τυγχάνουσι τοιούτων προτιμήσεων. Ἡμεῖς, Κύριοι, οἱ Βουλευταὶ δικηγόροι, ὅταν λέγωμεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐκπληρώσωμεν καθήκοντα κοινοβουλευτικὰ, προθύμως προτιμώμεθα. Τοῦτο εἶναι ἀδίκημα; Τοῦτο ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἀφορμὴν, ἵνα νομοθετηθῇ πινάκιον καὶ εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖα τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα. Ὁ λόγος εἶναι ταμιευτικὸς, καὶ πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν, ποῦ πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν, ἀφοῦ θέλετε, τὰ τέλη ταῦτα ἐν δέοντι. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ ὑποβολὴ τῶν προτάσεων· καὶ ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας, ὅτι διὰ τῶν προτάσεων ἐξασφαλίζομεν τὴν δικαιοσύνην, διότι ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου δὲν συντάσσει ἀκριβῆ πρακτικά. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι τὸ Εἰρηνοδικεῖον εἶναι δικαστήριον τοῦ λαοῦ, τοῦ ἄρτου τοῦ ἐργάτου, καὶ προσέρχονται οἱ διάδικοι, καὶ οἱ εἰρηνοδίκαι συμβιβάζουσιν αὐτούς. Ἐὰν λοιπὸν τοῖς εἴπῃ ὁ εἰρηνοδίκης «πρέπει νὰ συντάξητε προτάσεις», τί θὰ κάμωσι τότε; Θὰ καταφύγουν εἰς ἓν δωμάτιον, ἢ ἀλλαχοῦ, διὰ νὰ τὰς γράψουν; Ἔχουσι τάχα τὰ μέσα πρόσφορα; ἔχουσι δικηγόρον καὶ τὰ μέσα νὰ πληρώσωσιν αὐτόν; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔχωσι τὰ μέσα, διατὶ ἐπιβάλλετε αὐτοῖς τὴν ἀνάγκην ταύτην; Δὲν εἶναι σπουδαῖα αὐτὰ, Κύριοι. Ἀφίνω δὲ καὶ τὸ δυσεφάρμοστον, ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι ἔχουσι πολλάκις ἄλλα καθήκοντα· διότι περιοδεύουσιν ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ των, λαμβάνουσι προσωρινὰ μέτρα, καὶ δικάζουσιν ἐπὶ ὅλων τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἄρθρου 490 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Λοιπὸν τὰ πινάκια θὰ ἔχωσι παρ’ ἑαυτοῖς, καὶ θὰ προβαίνωσι προκαλούμενοι, ἢ θὰ εἴπωσι «περιμείνατέ μας εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Εἰρηνοδικείου»; Ἀλλὰ τότε πλέον δὲν θὰ ὑπάρχωσι καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐν τῇ ζωῇ! Λοιπὸν αὐτοὶ οἱ λόγοι δὲν εἶναι σπουδαῖοι. Ἐγὼ ἤθελον συμβουλεύσει μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὴν διαδικασίαν τῶν Εἰρηνοδικείων νὰ σκεφθῇ νὰ τὴν μεταβιβάσῃ καὶ εἰς ἄλλα δικαστήρια, οὐχὶ νὰ τὴν καταστρέψῃ, διότι ἡ ταχύτης τῆς δικαιοσύνης εἶναι ὑπηρεσία πρὸς τὴν Πολιτείαν, εἶναι πρόοδος τοῦ Κράτους· ἀντὶ δὲ νὰ ἁπλοποιήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, θέλει νὰ τὴν ποικίλῃ διὰ διατυπώσεων τοιούτων, δυσεκπληρώτων καὶ καταπιεστικῶν, ἄνευ λόγου τινός. Ἐῤῥέθησαν δὲ καὶ πολλά· ὅτι δῆθεν τὰ πινάκια καὶ αἱ προτάσεις θὰ περιστείλωσι τοὺς εἰρηνοδίκας, ὅτι ἡ ὀλιγωρία αὐτῶν θὰ τιμωρηθῇ· μάλιστα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας μᾶς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸ 1845 ὁ εἰρηνοδίκης Φεγγαρᾶς εἶχεν ὑποθέσεις, δὲν ἠξεύρω πόσας, μὴ συζητηθείσας. Βεβαίως εἶναι συκοφαντία κατὰ τοῦ ἀνθρώπου· ὁ δικαστὴς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τόσας ἀγωγὰς μὴ συζητηθείσας, ἀλλ’ οὔτε μίαν, διότι, ὡς γινώσκετε, οἱ δικασταὶ, ἐν οἷς καὶ ὁ εἰρηνοδίκης, ἔχουσιν ἔγγραφα, καθ’ ὅσον εἰσήχθησαν ὑπὸ τῶν διαδίκων· ἑπομένως ἠπατήθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ταῦτα εἰπών. Δὲν συντελεῖ, Κύριοι, οὔτε τὸ πινάκιον οὔτε αἱ προτάσεις εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς καλῆς δικαιοσύνης. Ἐγὼ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ πάσης προσθήκης φόρου, ἀλλ’ ἡ φωνή μου βεβαίως δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ πείσῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις, φαίνεται, ἐπιθυμεῖ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ, ὅτι οὐ μόνον θὰ ζημιώσωμεν τοὺς διαδίκους, οἵτινες ἤδη θὰ πληρώνωσι διπλάσια τέλη, καὶ οἵτινες ἀρκετὰ καταβάλλουσι διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης, —καὶ δὲν παρῆλθεν ἢ ὀλίγος χρόνος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1887, ὅτε ἐπεβάλομεν αὐτοῖς δυσβάστακτα τέλη—ἀλλὰ θὰ ἐλαττώσωμεν καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἀφοῦ τέλος πάντων φαίνεται, ὅτι θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συνέλθωμεν καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν, ποῦ καὶ τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν τὰ τέλη, ἀπαλλάσσοντες τοὺς διαδίκους ἀπὸ ταλαιπωρίας. Ἐγὼ προτείνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραιτηθῇ τῶν νομοσχεδίων, καὶ νὰ ζητήσῃ τέλη διὰ τὸ Εἰρηνοδικεῖον, διά τε τὰς προτάσεις καὶ διὰ τὸ πινάκιον, μίαν δραχμὴν, ὡς ζητεῖ τὸ νομοσχέδιόν του, νὰ προστεθῇ δὲ αὕτη εἰς τὰς προκαταβολὰς, καὶ ἀντὶ τριῶν δραχμῶν νὰ ἔχωμεν 4· εἰς δὲ τὰ τῶν Πρωτοδικῶν, εἰς τὰς ἀγωγὰς, τὰς ἀνακοπὰς, τὰς ἐφέσεις, νὰ προσθέσωμεν τὸ τέλος μιᾶς δραχμῆς, οὐχὶ εἰς τὸ μένον παρὰ τῷ ἐνάγοντι δικόγραφον, ἀλλ’ εἰς τὸ κοινοποιούμενον· διότι ἡ δικονομία ἡμῶν δὲν ἔχει ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ δικηγόρος ὑποχρεοῦται νὰ φυλάττῃ· ὁ δικηγόρος μίαν ἔχει ἐξουσίαν ἀπὸ τὸν νόμον, νὰ ἐκδίδῃ καὶ ἐπικυρόνῃ ἀντίγραφα ἄλλων ἐπισήμων ἐγγράφων, ἐν χερσί του εὑρισκομένων. Ποίαν σημασίαν λοιπὸν θὰ ἔχῃ, ἐὰν ἐπισημάνῃ τὸ μένον παρ’ ἑαυτῷ ἔγγραφον, ὅπερ οὐδεμίαν ἀποδεικτικὴν ἀξίαν ἔχει; Ἡ δικονομία ἡμῶν, ὡς εἶπον, ἀναγνωρίζει δικόγραφον, δικόγραφον δὲ εἶναι τὸ κοινοποιούμενον καὶ οὐχὶ τὸ μένον. Λοιπὸν τὸ τέλος νὰ τεθῇ εἰς τὸ κοινοποιούμενον, ἡ δὲ ποινὴ εἶναι περιττὴ, διότι ἔχομεν ἤδη καὶ νόμον προβλέποντα τὴν παράβασιν μὲ τὴν ἀπειλὴν τοῦ ἀπαραδέκτου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ κανονισθῶσι τὰ τέλη αὐτὰ χωρὶς διαταράξεως τῆς διαδικασίας, ἥτις εἶναι σοφὴ, νομοθετηθεῖσα ὑπὸ τῶν Γερμανῶν. Μὴ, πρὸς Θεοῦ, θέλωμεν νὰ βλάψωμεν, ἀντὶ νὰ βελτιώσωμεν! Διότι ἡμεῖς θὰ εὑρεθῶμεν εἰς μετάνοιαν, ὅπως εὑρέθημεν εἰς μετάνοιαν εἰς τὸν νόμον περὶ δηλώσεων τῶν ἀνακοπῶν καὶ ἐφέσεων. Καὶ τότε ὕψωσα φωνὴν, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην, δὲν παρῆλθεν ὅμως πολὺς χρόνος καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην, καὶ μετέβαλε τὸ ἄκυρον τῆς διαδικασίας εἰς πρόστιμον ἁπλῶς. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δίκαιον, ὀρθὸν, σωστικὸν εἶναι νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν ἁπλῶς τοῦ φόρου, χωρὶς διατυπώσεις, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἵνα ἐν ἡσυχίᾳ σκεφθῶμεν καὶ κανονίσωμεν τὰ περὶ τῶν τελῶν αὐτῶν, ἰδίως τῶν δικαστικῶν.
§125ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅτε ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἤρξατο ἀγορεύων καὶ προέβαλε τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ὑπέλαβον, ὅτι ἤθελε στηρίξει τὴν πρότασίν του ταύτην εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι δὲν ἔλαβε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, διὰ νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον· δι’ ὅσων ὅμως εἶπεν, ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ἄριστα μεμελετημένος, διότι οὐ μόνον εἰς τὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἠσχολήθη, ἀλλὰ καὶ εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ξένα πρὸς τὸ προκείμενον· ἠσχολήθη ὅμως καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ εἰς τὸ περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὰ ὁποῖα ὄντως ἀφορῶσιν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ πινακίου καὶ τῶν προτάσεων παρὰ τοῖς Εἰρηνοδικείοις, διότι τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια σχετίζονται πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Δι’ ὅσων εἶπεν, ἔκρινε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὡς μὴ συντελοῦν εἰς τὸν σκοπὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ· ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι τοιαύτην πρότασιν δὲν ἀποδέχομαι. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅσα ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπε περὶ τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, περὶ πινακίου καὶ προτάσεων, συνεζητήθησαν ἐν ταῖς παρελθούσαις συνεδριάσεσιν ἐκτενέστερον, καὶ δὲν ὑπολείπεταί τι νὰ λεχθῇ σήμερον. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας πολλάκις ἐπανέλαβεν, ὅτι ἡμεῖς ἀπεκρύψαμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν, εἶναι φορολογικὸν, καὶ προεβάλομεν ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι κυρίως ἀφορῶμεν εἰς τακτοποίησιν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης. Δὲν εἴπομεν τοῦτο· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μόνης τῆς τακτοποιήσεως, ἠθέλομεν τότε ὑποβάλει ἓν νομοσχέδιον, περὶ μόνης τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ πινακίου καὶ τῶν προτάσεων παρὰ τῆς Εἰρηνοδικείοις ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Ὥστε βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἀπεκρύψαμεν, ὅτι συνάμα ἐπιτυγχάνεται καὶ ἡ φορολογία, ἤτοι ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, καὶ συνάμα μία τις τακτοποίησις εἰς τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅπως καὶ ὁ πρὸ αὐτοῦ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτὴς, ἐπανέλαβον ὅσα καὶ χθὲς καὶ προχθὲς ἐλέχθησαν, ὅτι δηλ. οἱ εἰρηνοδίκαι δὲν εἶναι κυρίως δικασταί, ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι εἶναι συμβιβασταὶ, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιβάλληται ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν μὲ τοιούτους τύπους· ἀλλ’ ἐγένετο εἰς αὐτοὺς ἡ παρατήρησις, ὅτι ἐξετάζουσιν ἴσως τὸν ἀρχαϊκὸν περὶ Εἰρηνοδικείων θεσμὸν, ἀλλὰ δὲν ἐξετάζουσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι σήμερον παρ’ ἡμῖν. Ὁ προλαλήσας ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς ἐν τῇ ἀγορεύσει του συνηγόρησεν ὑπὲρ τῶν εἰρηνοδικῶν, καὶ κατὰ τοῦτο ἴσως ἐξεπλήρωσε φιλικὸν καθῆκον, διότι ἰσχυρίσθη, ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι, ἐάν ποτε προέρχωνται εἰς ἐξαιρέσεις καὶ προτιμήσεις, τοῦτο πράττουσι πάντοτε ἐξ αἰτίας λίαν δεδικαιολογημένης, διὰ νὰ παράσχωσιν εὐκολίας εἰς Κυρίας ἢ εἰς δικηγόρους. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυστυχῶς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ προλαλήσας περὶ τῶν διαχειριζομένων τὰ τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, τοὐναντίον ἔχω ἀφορμὰς νὰ παραπονῶμαι κατὰ τῶν πλείστων ἐξ αὐτῶν, ὡς ἀσκούντων τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν ὑπὲρ τῶν εὐνοουμένων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐλέχθη τι ὑπὸ τοῦ ἐκ Πυλίας ἀξιοτίμου συναδέλφου, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον ὅτι ἤθελε προκαλέσει τὴν προσοχὴν τῶν εἰς τὰ δικαστήρια ἀναμιγνυομένων, ὅτι δηλ. ἐφεξῆς θὰ δυνάμεθα νὰ ἐξελέγχωμεν τὰ Εἰρηνοδικεῖα ὡς πρὸς τὴν ἀνελλιπῆ ἄσκησιν τῶν καθηκόντων τῶν εἰρηνοδικῶν. Διότι σήμερον οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ δεῖνα εἰρηνοδίκης εἶναι ἐνήμερος καὶ ὁ ἄλλος δὲν εἶναι· διότι, πινακίου μὴ ὑπάρχοντος, δὲν δύνασθε νὰ γινώσκητε, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐκκρεμεῖς παρὰ τούτῳ ἢ ἐκείνῳ τῷ Εἰρηνοδικείῳ ὑποθέσεις· ὑπάρχοντος ὅμως πινακίου, θὰ γινώσκωμεν ἀκριβῶς, ὡς γινώσκομεν σήμερον διὰ τὰ ἄλλα δικαστήρια, ἐὰν ταῦτα ἦναι ἐνήμερα εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων προτάσεις, ἐλέχθη καὶ χθὲς, ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας οἱ διάδικοι ἔχουσι σήμερον τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωσι προτάσεις, ἀλλὰ σήμερον τοῦτο εἶναι προαιρετικὸν, σήμερον δύναται εἷς τῶν διαδίκων νὰ ὑποβάλῃ προτάσεις, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ ἦναι καὶ ὁ ἄλλος ὑπόχρεως· εἶναι δὲ γεγονὸς, ὅτι ἐκ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον σήμερον κρατεῖ, δὲν ἀπονέμεται προσηκόντως ἡ δικαιοσύνη, αἱ δὲ προτάσεις θέλουσι βεβαίως συμβάλει εἰς τὴν πληρεστέραν ἀπονομὴν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης. Ταῦτα ἐλέχθησαν ἐπανειλημμένως, εἶναι δὲ περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβωμεν σήμερον. Ὁ ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι δυνάμεθα ἀλλαχοῦ νὰ εὕρωμεν τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀπομείνῃ, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἰσοζυγίου τῶν δημοσίων προσόδων πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, ἐὰν ἀφῃροῦμεν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸ ἐπιβαλλόμενον τέλος ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ πινακίου καὶ τῶν προτάσεων· ὑπέδειξε δὲ ὅ,τι καὶ ἄλλος Βουλευτὴς, ὁ ἐξ Ἄρτης νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν τέλος ἐπὶ τῶν προγραμμάτων καὶ τῶν εἰδοποιήσεων, αἵτινες τοιχοκολλῶνται εἰς τὰ διάφορα μέρη τῶν μεγαλοπόλεων. Βεβαίως ἀλλαχοῦ ἐπιβάλλεται τοιοῦτον τέλος· παρ’ ἡμῖν δὲν εἰσήχθη ἀκόμη τὸ τέλος τοῦτο, διότι αἱ εἰδοποιήσεις αἱ τοιχοκολλώμεναι καὶ τὰ προγράμματα ταῦτα εἶναι μικροῦ ἀριθμοῦ· ὅταν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν αὐξήσῃ οὐσιωδῶς, δὲν θέλει βεβαίως ἔχῃ δυσκολίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ τέλους τούτου, ἐνῷ σήμερον, ἂν ἐπιβάλωμεν τέλος 5 ἢ 10 λεπτῶν ἐπὶ τοιούτων προγραμμάτων, βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε τὸ δεκατημόριον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον προσδοκῶμεν ἐκ τῶν τελῶν, τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ ἐπιβολή· διότι, κατὰ τοὺς γενομένους ὑπολογισμούς, τὸ ἐκ τοιούτων εἰδοποιήσεων εἰσπραχθησόμενον τέλος δὲν θέλει ὑπερβῆ τὸ ποσὸν τῶν 10,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι νομίζω, ὅτι εὑρίσκονται εἰς μεγάλην ἀπόστασιν πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 300 χιλιάδων δραχμῶν· ἑπομένως προκειμένου περὶ τῶν 290 χιλιάδων ὁ ἐξ Ἄνδρου ἀξιότιμος Βουλευτὴς θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι θὰ μείνῃ ἓν κενὸν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀναπληρώσωμεν.
§126ΚΑΙΡΗΣ.....
§127ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύσατε, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων προσόδων, δὲν παρέλιπε νὰ ἐξετάσῃ πᾶν θέμα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἐξηντλημένη, καὶ δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις περαιτέρω, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ προσέξῃ εἰς πρότασιν ἀναβολῆς, ἥτις ἓν καὶ μόνον ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς ἐλησμόνησε μίαν μὲν ἰδιότητα αὐτοῦ, τὴν τοῦ δικηγόρου, διότι εἶπε πράγματα, τὰ ὁποῖα εἷς δικηγόρος δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ἐνεθυμήθη δὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀντιπολιτευομένου.
§128ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μείνῃ δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἶναι πολλοὶ βουλευταὶ, ἔγκριτοι νομικοὶ, Μπουφίδης, Ποταμιάνος, Ρικάκης κλπ., οἱ ὁποῖοι μοὶ εἶπον ὅτι θὰ ὁμιλήσουν, ἀλλὰ δὲν εἶναι σήμερον παρόντες, μὴ γνωρίζοντες ἴσως, ὅτι θὰ ἐγίνετο ἡ τρίτη συζήτησις.
§129ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ τὸ γνωρίζουν. Τοὐναντίον δὲ, διὰ τῆς ἀπουσίας των ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἀποδέχονται τὸ νομοσχέδιον.
§130ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ πείθομαι ὅτι φυγομαχοῦν, ἢ τοὺς ἐκάματε νὰ φυγομαχοῦν. Ἄς μοὶ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἀπὸ ἐπαρχίαν, τὸ ἑξῆς. Πρῶτον οἱ πλεῖστοι διάδικοι ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις εἶναι χωρικοὶ καὶ ἀγράμματοι. Μεταβαίνοντες εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον νὰ δικάσωσι τὰς ὑποθέσεις των, καὶ ὑποχρεούμενοι εἰς τὴν κατάθεσιν προτάσεων, μὴ ἔχοντες δὲ δικηγόρον, πῶς θὰ ὑπερασπίσουν τὰ δικαιώματά των; Δεύτερον, τί θὰ γείνουν αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας περὶ τῆς προφορικῆς διαδικασίας, τῆς ἀγράφου; Διότι αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον τὴν ἀποκλείει, λέγον: «δὲν δύνασαι, διάδικε, νὰ ἀκουσθῇς, ἂν δὲν ὑποβάλῃς προτάσεις». Αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ καταργεῖτε;
§131ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μοὶ ἐνεθυμήσατε, ὅτι κατάγομαι ἐξ ἐπαρχίας, διότι πράγματι εὑρέθην ἐν περιοδείᾳ ἀνὰ τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ παρέστην εἰς συζητήσεις ἐνώπιον Εἰρηνοδικείων καὶ εἶδον πολλοὺς προσελθόντας ἐνώπιον αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδένα εἶδον ἄνευ δικηγόρου. Ἀλλ’ ἂν πρόκηται περὶ χωρικῶν ἢ περὶ μὴ χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διαφοράν τινα μεταξύ των καὶ ἔχουσι καὶ οἱ δύο τὴν διάθεσιν νὰ τὴν λύσωσι συμβιβαστικῶς, τοῦτο δὲν ἀπόλλυται· δύνανται νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου, νὰ ἐξηγήσωσι τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσίν των, καὶ νὰ φροντίσῃ ὁ εἰρηνοδίκης νὰ τοὺς συμβιβάσῃ.
§132ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν τοὺς συμβιβάσῃ;
§133ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἡ ὑπηρεσία τοῦ εἰρηνοδίκου, ὡς συμβιβαστοῦ, παύει.
§134ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τότε θὰ δύναται ἄνευ δικηγόρου νὰ ὑπερασπισθῇ τὸ δικαίωμά του ὁ διάδικος;
§135ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτετε, ὅτι θὰ ἀποτραπῇ τις ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ συμφέρον αὐτοῦ, διότι πρόκειται νὰ πληρώσῃ μίαν δραχμήν;—διότι ὅλη ἡ δαπάνη, κατὰ τῆς ὁποίας ἐξεγείρονταί τινες συνίσταται εἰς μίαν δραχμήν.— Νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο.
§136ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ μετὰ τὰ ἀρτίως ἀκόμη λεχθέντα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, μολονότι τινὰ ἐξ αὐτῶν νομίζω, ὅτι δὲν ἔχουσι καὶ πολὺ στενὸν δεσμὸν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ὀλίγα, φρονῶ, ὅτι ὑπολείπεται εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω, καὶ τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι, μεθ’ ὅλα, ὅσα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν καὶ ἀρτίως ἔτι ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑπελείφθησαν κενά τινα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὁμιλήσω. Διότι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλεῖται ἤδη ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὰς δύο ὄψεις του δύναται νὰ ἐξετασθῇ· ὑπὸ τὴν ὄψιν αὐτοῦ, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει εἰς σκοποὺς ταμιευτικούς, καὶ ὑπὸ τὴν ἑτέραν αὐτοῦ ὄψιν, καθ’ ὅσον δι’ αὐτοῦ κανονίζονται αἱ συναλλαγαὶ τῶν πολιτῶν πρὸς ἀλλήλους, καὶ αἱ πράξεις ἐκεῖναι τῶν πολιτῶν, αἱ ῥυθμίζουσαι τὴν παράστασιν αὐτῶν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Οἱ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ὁμιλήσαντες ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου διηύθυναν τὴν ἐπίθεσιν αὐτῶν κυρίως κατὰ τῶν διατάξεων ἐκείνων τοῦ νομοσχεδίου, ἐν ταῖς ὁποίαις πρόκειται περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν πράξεων τῶν διαδίκων ἐν τῇ παραστάσει αὐτῶν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ ἐν ταῖς ὁποίαις αὐξάνονται τὰ σχετικὰ τοῦ χαρτοσήμου τέλη, καὶ εὗρον ἐν ταῖς περιστάσεσι ταύταις τὸ νομοσχέδιον ἄδικον καὶ καταθλιπτικόν. Φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν εἶχον ἄδικον, οὕτως ἐκφρασθέντες περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι ἀληθῶς πρέπει νὰ ἀγνοῶμεν τὸν τρόπον καὶ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διεξάγονται σήμερον αἱ δίκαι ἐν πᾶσι τοῖς δικαστηρίοις, καὶ ἰδίως ἐν τοῖς κατωτέροις, ἢ πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ἡμῶν, ἵνα λέγωμεν, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ προσθέτου φορολογίας διὰ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου δὲν θέλει παρακωλύσει τὴν προσέλευσιν τῶν διαδίκων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Βεβαίως ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θέλουσι παύσει γεννώμεναι μεταξὺ τῶν πολιτῶν αἱ διαφοραὶ ἐκεῖναι, αἱ δεόμεναι δικαστικῆς ἐπιλύσεως, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως διὰ τῆς ἐπιβολῆς μειζόνων τελῶν χαρτοσήμου θέλει μειωθῆ ὁ ἀριθμὸς τῶν ζητούντων τὴν ἀντίληψιν τῆς Δικαιοσύνης, ἰδίως δὲ διὰ τὰς ὑποθέσεις τῆς ἁρμοδιότητος τῶν εἰρηνοδικῶν. Διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ἡ σήμερον ἀκόμη γινομένη δαπάνη ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων διὰ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἡ παρακολουθοῦσα αὐτὴν λοιπὴ δαπάνη τῶν διαδίκων κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων εἶναι τόσον βαρεῖα, ὥστε πολλὰς τῶν ὑποθέσεων, ἐν ταῖς ὁποίαις τὸ ἔπαθλον τῆς νίκης εἶναι μικρὸν χρηματικὸν ποσὸν ἢ ἀντίστοιχός τις ὑποχρέωσις, ἀπωθεῖ ἐκ τῶν δικαστηρίων, ἐὰν λάβωμεν, λέγω, ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων εἰσαγόμεναι ὑποθέσεις εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τόσον μικρᾶς ἀξίας, τόσον μικροῦ ἐνδιαφέροντος, ὥστε ἡ γενομένη κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δαπάνη περὶ τὴν διαδικασίαν αὐτῶν θὰ καλύψῃ πολλαπλασίως τὴν ἀξίαν τῆς δίκης, ἡ δὲ δαπάνη αὕτη πολλάκις δὲν εἰσπράττεται ἢ δὲν δύναται νὰ εἰσπραχθῇ· ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιεροῦται ἡ μὴ αὐτοπρόσωπος παράστασις ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἀφοῦ εἰσάγομεν ἐν τῇ διαδικασίᾳ τῇ εἰρηνοδικειακῇ πινάκιον καὶ προτάσεις· ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τῶν προτάσεων αὐτῶν καὶ τῆς ἐντεῦθεν ἀναγκαίας συνδρομῆς νομικῶν προσώπων καθιεροῦται νέα δαπάνη, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν καθιστῶμεν ἀπρόσιτον τὴν δικαιοσύνην εἰς τοὺς πολίτας. Ἡ ζημία δὲ, ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ ἀπροσίτου τῆς δικαιοσύνης, θέλει βαρύνει, κατ’ ἐμὲ, τοὺς πενεστέρους καὶ τοὺς ἀσθενεστέρους τῶν πολιτῶν, διότι οὗτοι πρὸ πάντων ἔχουσι μικρᾶς ἀξίας δίκας, διότι αὐτοὶ ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἀντιλήψεως τῆς δικαιοσύνης, καὶ προσφεύγουσι πρῶτοι πρὸς αὐτήν. Οὕτω δὲ, κλείοντες τὰς πύλας τῆς δικαιοσύνης, ἀνοίγομεν ἐξ ἄλλου τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν χειροδικίαν. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς πάντα ἄνθρωπον, πόσον ζωηρὸν εἶναι τὸ αἴσθημα τοῦ καταπατουμένου δικαίου, καὶ εἰς ποῖα ἄτοπα δύναται νὰ ἐκτραπῇ ὁ μὴ εὑρίσκων τὴν νόμιμον κύρωσιν τῶν δικαίων του. Ὀρθῶς ἐλέχθη χθὲς, ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τῶν πολιτῶν ἐν εὐνομουμένῃ καὶ καλῶς διοικουμένῃ Πολιτείᾳ· ἀλλὰ τὸν ἄρτον αὐτὸν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τείνομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς πολίτας, ἀφαιροῦντες τοὺς οὐσιώδεις ὅρους τῆς δικαιοσύνης, κατὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ᾖναι προσιτὴ εἰς πάντας, ταχεῖα δὲ καὶ δημοσία ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐν τῷ μέλλοντι βεβαίως δὲν θέλει εἶσθαι προσιτὴ εἰς πάντας, βεβαίως δὲν θέλει εἶσθαι ταχεῖα ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῆς, διότι διὰ τῆς καθιερώσεως τῶν πινακίων ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις θὰ περιπίπτουν αἱ δίκαι ἀπὸ ἀναβολῆς εἰς ἀναβολὴν, θὰ ἐκλείψῃ δὲ καὶ ἡ δημοσιότης διὰ τῆς καθιερώσεως τῶν προτάσεων, ἡ κρατοῦσα σήμερον ἐν τῇ ἐνώπιον τῶν εἰρηνοδικῶν διαδικασίᾳ. Ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, καὶ ἄλλο ἄτοπον θέλει προκύψει ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον ἐν τούτῳ καθιεροῦται ἡ ὑποχρέωσις παντὸς ἐμπόρου, ὅπως χαρτοσημάνῃ τὰ βιβλία αὐτοῦ, καθιεροῦται δὲ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη καὶ διὰ τὸν πτωχὸν καὶ διὰ τὸν πλούσιον, ἡ δὲ φορολογία αὕτη εἶναι ἄδικος, διότι εἶναι προφανῶς ἄδικον νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν αὐτὴν φορολογίαν καὶ εἰς τὸν μεγαλέμπορον, τὸν ἔχοντα γῦρον ἐτήσιον ἑκατὸν, διακοσίων, πεντακοσίων ἢ καὶ πλέον χιλιάδων δραχμῶν, καὶ εἰς τὸν μικρὸν μεταπράτην, ὁ ὁποῖος μόλις κατορθόνει νὰ ἀποζῇ ἐκ τοῦ ἔργου αὐτοῦ καὶ τοῦ ὁποίου ὁ γῦρος δὲν ὑπερβαίνει τὰς 1000 ἢ 2000 δραχμάς· εἶναι δὲ τερατωδῶς ἄδικον νὰ ἐπιβληθῇ ἡ αὐτὴ ποινὴ τοῦ προστίμου 500 δραχμῶν, καὶ ἐν ὑποτροπῇ 1000, ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου, εἰς τὸν μικρέμπορον καὶ εἰς τὸν μεγαλέμπορον ἀδιακρίτως. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου ποινὴ θέλει βαρύνει τὸν μικρὸν ἔμπορον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, καὶ οὐχὶ τὸν μέγαν, διότι ὁ μικρὸς, εἴτε ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τῶν χρηματικῶν αὐτοῦ μέσων, εἴτε ἕνεκεν ἀγνοίας τοῦ νόμου, θὰ περιπίπτῃ συνήθως εἰς παράβασιν αὐτοῦ, μὴ χαρτοσημαίνων τὰ βιβλία του. Τὸ χείριστον δὲ ὅλων εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσάγομεν εἰς τὴν κοινωνίαν τὴν δεινοτέραν τῶν πληγῶν, τὴν πληγὴν τοῦ ἐλέγχου, ὅστις θὰ ἀσκῆται καθ’ ἡμέραν καὶ κατὰ πάντων ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν, καὶ δύναται ν’ ἀποβῇ εἰς χεῖρας ἀρχῶν μὴ ἐμφορουμένων ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τοῦ καθήκοντος, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς πολιτικῆς, φοβερὸν ὅπλον καταπιέσεως καὶ φατριασμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω, σχετικὴν πρὸς τὴν τροποποίησιν τὴν εἰσαγομένην διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νόμου τοῦ 1887· διὰ ταύτης καθιεροῦται ἡ καὶ πρὶν κρατοῦσα διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ αἰτίᾳ θανάτου δωρεαὶ ὑποβάλλονται εἰς τέλος χαρτοσήμου 5 δραχμῶν. Φρονῶ ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν πράξεων τούτων φόρος εἶναι ὅλως ἄδικος, διότι, ὡς γνωρίζετε ἐκ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, αἱ δωρεαὶ αὗται εἶναι πράξεις, δυνάμεναι ν’ ἀνακληθῶσι καὶ μονομερῶς παρὰ μόνου τοῦ δωρητοῦ· ὥστε ἐν περιπτώσει ἀνακλήσεως θὰ ἔχωμεν φορολογήσει δὶς ἀνθρώπους μὴ ὠφεληθέντας ἐκ τῆς δωρεᾶς. Καὶ κατὰ ταῦτα μὲν εἶμαι σύμφωνος μετὰ τῶν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἀγορευσάντων ῥητόρων κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν· ἐκεῖνο ὅμως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶμαι σύμφωνος μετ’ αὐτῶν, εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκόν τινες ἐντεῦθεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην προσθέτου φορολογίας. «Εὑρισκόμεθα, εἶπον οἱ Κύριοι οὗτοι, εἰς λίαν δυσχερεῖς περιστάσεις, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τοὺς σκοπέλους, ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων βαίνομεν· εἶναι ἀνάγκη νὰ καλέσωμεν τὸν λαὸν εἰς νέας θυσίας, ἵνα ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὰς δυσχερείας, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα.» Ἐν τοῖς λόγοις τούτοις, Κύριοι, εὑρίσκεται—ἀστόχως βεβαίως—ἡ δικαιολογία τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ φορολογικῷ αὐτῆς ἔργῳ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν τῆς Βουλῆς σύνοδον. «Ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε, σᾶς ἔλεγον, τὴν πρόσθετον ταύτην φορολογίαν ἐν τοῖς τέλεσι τοῦ χαρτοσήμου· ζητήσατε αὐτὴν ἀλλαχοῦ, καὶ οὐχὶ ἐκεῖ, ὅπου θὰ ἔχῃ τόσον ἐπιβλαβεῖς συνεπείας.» Εἰς τοὺς τοιαῦτα λέγοντας ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο εὐλογοφανῶς νὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι κατὰ προτίμησιν ἐπὶ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ φορολογικὴ αὔξησις, διότι τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου πρὸ πολλοῦ δὲν ηὐξήθησαν, ὡς εἶπε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ διότι ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου εἶναι ἁπλουστάτου μηχανισμοῦ, εἰσπραττόμενος ἅμα τῇ βεβαιώσει καὶ μὴ ἀφίνων καθυστερήσεις. Εἰς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐδόθη ἤδη ἡ ἁρμόζουσα ἀνταπάντησις. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τοὺς ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ὑποστηρίζοντας τὴν ἀνάγκην τῆς νέας φορολογίας, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς γνώμης αὐτῶν. Διότι πῶς θὰ τολμήσωμεν νὰ ἀπευθυνθῶμεν καὶ πάλιν πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτὸν «ἐλθὲ νὰ ὑποκύψῃς καὶ πάλιν εἰς νέα βάρη καὶ νέας θυσίας», ὅταν δὲν δυνάμεθα συγχρόνως νὰ ἐπιδείξωμεν εἰς αὐτὸν τὸ ἀντίῤῥοπον τῶν βαρῶν καὶ τῶν θυσιῶν του, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ μιᾶς ἤδη δεκαετίας ὁλονὲν καθ’ ἡμέραν αὐξάνουν, εἴτε πραγματοποιηθὲν ἤδη, εἴτε ἐν τῇ πραγματοποιήσει αὐτοῦ εὑρισκόμενον; Πῶς θὰ τολμήσωμεν ν’ ἀπευθυνθῶμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ νέας θυσίας, ὅταν δὲν ἀσφαλίζωμεν εἰς αὐτὸν ἀντιστοίχως τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα πᾶσα εὐνομουμένη καὶ καλῶς διοικουμένη Πολιτεία πρέπει νὰ ἀσφαλίζῃ εἰς τὰ μέλη αὐτῆς; Πῶς δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν νέους φόρους, ὅταν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιδείξωμεν εἰς τὸν λαὸν τὸ τέρμα τὸ βέβαιον, ἢ τοὐλάχιστον πιθανὸν, τῆς ἀκατασχέτου ἡμῶν τάσεως ἐπὶ μίαν ἤδη δεκαετίαν εἰς αὔξησιν τῆς φορολογίας; Πῶς θὰ τολμήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν νέα βάρη εἰς τὸν λαὸν, ὅταν διὰ τῆς διοικήσεως ἡμῶν κρατύνωμεν τὸ αἱμοχαρὲς ἐκεῖνο θηρίον, τὸ ὁποῖον καλεῖται ἔγκλημα, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἄκρου ἕως ἄκρου τῆς Ἑλλάδος τρέφεται μὲ τὰς σάρκας καὶ τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ, τοῦ δυστυχοῦς τούτου λαοῦ, ὅστις ἦτο ἄξιος καλλιτέρας τύχης καὶ εὐτυχεστέρου μέλλοντος, καὶ ὅστις μ’ ὅλα ταῦτα, ἕνεκα τοῦ σήμερον κρατοῦντος κυβερνητικοῦ συστήματος, πένεται καὶ ἀγωνιᾷ ἐν τῇ δυσπραγίᾳ, τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήσαμεν εἰς αὐτόν; Βεβαίως θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ ἡ λῆψις τοιούτων φορολογικῶν μέτρων, ἂν ἡ ὁλονὲν μέχρι τοῦδε συντελουμένη αὔξησις τῆς φορολογίας ἔτεινεν εἰς βελτίωσιν καὶ προαγωγὴν τοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ ἡμῶν βίου. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι συμβαίνει τὸ ἐναντίον τούτου, καὶ διὰ τοῦτο δηλῶ, ὅτι θέλω καταψηφίσει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§137ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐπίλογος τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος εἶχε καθαρὰν πολιτικὴν ἔννοιαν· ἴσως δὲν προσῆκεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ πάντοτε εἷς ἰσχυρισμὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἢ γνώμη πολιτική, δὲν δύναται νὰ ἀποκλεισθῇ ἐν παντὶ θέματι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας λέγει πρὸς τὴν Βουλήν: «ἔχομεν τὴν ἐγκληματικότητα προοδεύουσαν· πῶς ζητεῖτε φόρους; δὲν ὑπάρχει ἄρα τὸ προσῆκον ἀντιστάθμισμα, καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει τὴν ἀντίθετον πορείαν νὰ χαράξῃ, δηλαδὴ νὰ προβῇ εἰς ἐλάττωσιν τῶν φόρων, ὅτε θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐγκλημάτων.» Πρῶτον δὲν πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ προσῆκον ἀντιστάθμισμα καὶ ὅτι δὲν παρέχεται παρ’ ἡμῖν ὅ,τι παρέχει πᾶσα εὐνομουμένη Πολιτεία. Ἐὰν ἦναι πολλαὶ αἱ ἀνάγκαι, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ εὑρίσκηται τὸ Κράτος ἐν οἰκονομικῇ εὐεξίᾳ, ἵνα ἀνταποκρίνηται εἰς αὐτάς· διότι, ἐὰν εὑρίσκηται εἰς χρηματικὰς δυσχερείας, δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ. Τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν δέον νὰ ἐξετάζηται ἀπὸ ὑψηλοτέρας περιωπῆς, καὶ δὲν πρέπει νῦν νὰ τὸ συζητήσωμεν. Ὀφείλω ὅμως μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, διότι ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἐμπόρου πρὸς χαρτοσήμανσιν τῶν βιβλίων του εἶναί τι νέον, καθιερούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Πάντες γινώσκετε, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις αὕτη καθιεροῦται ἐν τῷ ἐμπορικῷ νόμῳ, ὁ φόρος δὲ ὁ ἐπιβαλλόμενος ἢ τὸ χαρτόσημον διὰ τὰ κατάστιχα εἶναι ἐλάχιστος, διότι ἦτο 10 λεπτῶν καὶ ηὐξήθη εἰς 20. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς θὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς μικρεμπόρους, τοὺς μὴ δυναμένους νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, καὶ ὅτι ἔπρεπεν ἴσως καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ ἀναλογικὸν τέλος,—διότι τοῦτο ἦτο ἀκριβῶς τὸ πνεῦμα τοῦ προαγορεύσαντος,—δηλαδὴ ἔπρεπεν εἰς τὰ κατάστιχα νὰ ἐπιβάλωμεν ἀνάλογον τέλος, ἀνάλογον πρὸς τὰς διεξαγομένας ὑπὸ ἑκάστου ἐμπόρου ἐμπορικὰς πράξεις. Προκειμένου δὲ περὶ φόρου ταμιευτικοῦ, τοῦτο ἐθεωρήθη ἀπανταχοῦ τὸ μόνον σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ πρακτικὴν ἐφαρμογήν. Ἔκαμεν ὅμως ἐντύπωσιν εἰς τὸν προαγορεύσαντα τὸ πρόστιμον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν τηρεῖ ὁ ἔμπορος τὰ βιβλία αὐτά, ἢ τὰ τηρεῖ κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν παρηκολούθησε τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι προεκλήθησαν ἐπὶ τούτου, διότι ἐκ τῶν συζητήσεων ἐκείνων θὰ εἶχε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐξ ἀρχῆς πρόθεσιν νὰ μὴ ἀφήσῃ τὰ τῆς τιμωρίας, ὡς εἶχον διατυπωθῆ ἐν τῷ ἀρχικῷ νομοσχεδίῳ· διότι ἐδηλώθη ἤδη ἐκ μέρους ἡμῶν, ὅτι θέλομεν τὰς μεταῤῥυθμίσει, σήμερον δὲ, ἐν τῇ προτάσει, ἡ ὁποία κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον, μεταῤῥυθμίζονται τὰ τοῦ προστίμου οὕτως: ἐν περιπτώσει παραβάσεως τοῦ νόμου ἐπιβάλλεται εἰς τὸν παραβάτην πρόστιμον ἴσον πρὸς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη κατὰ τὸν τελευταῖον ὁριστικὸν κατάλογον· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐπιτηδευμάτων; τότε καὶ μόνον θὰ ἐπιβάλληται εἰς αὐτὸν πρόστιμον ἀπὸ 100 δραχμῶν μέχρι 500. Βλέπετε, ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη, ἡ ὁποία ἐκρίθη καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐξ ὑπαρχῆς ὀρθὴ, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, καὶ προέβην εἰς πρότασιν, ἡ ὁποία θεραπεύει τὸ ἄτοπον. Ἐπὶ τῶν ἄλλων παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, νομίζω περιττὸν νὰ ἀσχοληθῶ, διότι δὲν εἶναι ἡ ἀνακεφαλαίωσις τῶν ὅσων τινὲς τῶν προαγορευσάντων ἰσχυρίσθησαν.
§138ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἔκφρασίς μου ἴσως δὲν ἦτο ἀρκετὰ σαφὴς, ὥστε νὰ μὴ συμβῇ παρεξήγησις μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐμοῦ· διότι τῷ ὄντι ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπέδωκε σκέψεις, τὰς ὁποίας οὔτε ἔκαμα καὶ πολὺ ἀπέχω τοῦ νὰ κάμω. Μοὶ ἀπέδωκε δηλ. τὴν σκέψιν, ὅτι, ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα ἐν οἰκονομικαῖς δυσχερείαις, ἐξήγαγον δῆθεν ἐντεῦθεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τὴν φορολογίαν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας νὰ τὴν ἐλαττώσωμεν. Ἐγὼ, δι’ ὅσων εἶπον περὶ φορολογίας, καὶ ἐκφράζων τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιταθῇ ἡ φορολογία αὕτη, οὔτε νὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ λοιπὴ φορολογικὴ νομοθεσία, ἡ εἰσαγομένη ἤδη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐξέφραζον ἢ ἀτομικὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις τόσον ἀστόχως μετεχειρίσθη μέχρι τοῦδε τὸ δημόσιον χρῆμα, δὲν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ αὔξησιν φορολογίας, καὶ συνεπῶς δὲν ἔχει τὴν ἐμὴν ἐμπιστοσύνην. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐγκληματικότητα, ἧς ἐμνήσθην ἐν τῷ λόγῳ μου, νομίζω ὅτι, ἀφοῦ πανταχόθεν τὰ πράγματα αὐτὰ βοῶσι, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνω περισσότερον, διότι οἱ λόγοι μου θὰ ἦσαν κατώτεροι τῶν πραγμάτων ἐπὶ τοιούτου θέματος. Ὡς πρὸς τὰ βιβλία ὅμως τῶν ἐμπόρων, ταῦτα καὶ μόνον ἔχω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Χθὲς, νομίζω, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς, ἀγορεύων, ἐφρόνει, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τῶν ἐμπόρων, ὅπως χαρτοσημάνωσι τὰ βιβλία αὐτῶν, δὲν εἶναι ὑποχρέωσις ἀπαράβατος καὶ γενικῶς ἐπιβαλλομένη εἰς πάντα ἔμπορον, ἀλλὰ πρᾶξις προαιρετικὴ, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐνεργήσει ἐκεῖνοι ἐκ τῶν ἐμπόρων, ὅσοι θὰ ἐπεθύμουν νὰ δώσωσιν εἰς τὰ βιβλία αὐτῶν τελείαν ἀποδεικτικὴν δύναμιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔδιδεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας Βουλευτὴς, οἱ ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἁρμόδιοι, ὅπως ἑρμηνεύσωσι τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐσίγων. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὡμίλουν, δὲν θὰ ἠδύναντο βεβαίως νὰ συμφωνήσωσι μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ, διότι τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ μόνον τῆς καθιερώσεως διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐλέγχου διαρκοῦς καὶ τῆς ἐπιβολῆς ποινῆς, καὶ δὴ αὐστηρᾶς, ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου, αὐτὸ καὶ μόνον, λέγω, τὸ γεγονὸς εἶναι ἡ ἀπόλυτος κύρωσις τῆς γενικῆς καὶ ἀπαραβάτου παντὸς ἐμπόρου ὑποχρεώσεως, ὅπως χαρτοσημάνῃ τὰ βιβλία αὐτοῦ. Καὶ συμφωνῶ μὲν, ὅτι εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι αὕτη ἡ ὑποχρέωσις κρατεῖ ἤδη. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἐπαγγελλόμεθα ὄχι μόνον τὴν εὕρεσιν νέων πόρων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπὶ τὸ κρεῖττον καὶ συμφερώτερον διαῤῥύθμισιν τῶν λοιπῶν ἀντικειμένων, τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀφορμὴ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ καὶ περὶ τούτου, ὥστε νὰ μὴ ὑποβάλληται εἰς τὸν αὐτὸν φόρον χαρτοσήμου ὁ μικρὸς μεταπράτης ὡς καὶ ὁ μεγαλέμπορος. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἕνα μόνον βλέπουσα σκοπὸν ἐνώπιόν της, τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας, ἀδιαφορεῖ τελείως περὶ τούτων. Ὡς πρὸς τὴν τροποποίησιν δὲ, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσεν ὅτι εἰσάγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὴν γνώμην του ταύτην ἀποδέχομαι, διότι φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπείσθη ἤδη εἰς τὰς δικαίας παραστάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§139ΣΕΡΒΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, διότι τὸ θέμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἤδη ἐξηντλήθη. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω, ἀναφέρεται ἰδίως εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε τὸ νομοσχέδιον, ἦτο ἠναγκασμένος νὰ ἐπιβάλῃ φόρον πρόσθετον εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα, ὤφειλε τοὐλάχιστον ν’ ἀποβλέψῃ εἰς ὅσα ἄλλα Κράτη ἀπέβλεψαν. Ταῦτα διῄρεσαν τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Εἰρηνοδικείων εἰς δύο κατηγορίας, ὅπως ἐξασφαλίσωσι τοὺς πτωχοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα δι’ ἐλαχίστας ὑποθέσεις, τόσον τὸν ἐνάγοντα, ὡς καὶ τὸν ἐναγόμενον. Αἱ πλεῖσται τῶν ὑποθέσεων τοῦ Εἰρηνοδικείου εἶναι μικροτάτης ἀξίας· δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 20 ἢ 30 δραχμάς. Περὶ αὐτῶν εἰς τὰ ἄλλα Κράτη ἐλήφθη ἰδιαιτέρα πρόνοια, ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως τὰ ἔξοδα φέρωσιν εἰς τὸ ἔλαττον. Ἡμεῖς ὅμως ἐπιμένομεν εἰς τὸ παρελθὸν σύστημα καὶ προσέτι ἐπαυξάνομεν τὰ τέλη εἰς τὸ ἀπέραντον. Ὑπάρχουσιν ὑποθέσεις, διὰ τὰς ὁποίας πληρόνουν δικαιώματα διπλάσια καὶ τριπλάσια τοῦ ἐπιδίκου ἀντικειμένου, καὶ τοῦτο εἶναι ἄτοπον. Τί γίνεται κατὰ τὴν δικονομίαν τὴν Ἰταλικὴν, ἡ ὁποία εἶναι μία ἀπὸ τὰς νεωτέρας; Διαιροῦσι τὰ ἀντικείμενα τὰ εἰρηνοδικειακὰ εἰς δύο κατηγορίας, καὶ εἰς μὲν τὴν πρώτην ὑποβάλλουσι τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 30 δραχμάς. Δι’ αὐτὰ καθιερώθη ἓν σύστημα ἁπλούστατον καὶ ὀλιγοδάπανον, καὶ γίνονται τὰ ἔγγραφα ὡς λέγει ἡ δικονομία· ἠξεύρετε πῶς; «in carta libera», εἰς ἄσημον χάρτην· τὰ δὲ ἄλλα ὑποβάλλει εἰς τὰς συνήθεις διατυπώσεις μὲ προδικαστικὰς καὶ τὰς ἄλλας ἀτελευτήτους πράξεις. Τὸν εἰρηνοδίκην αὐτὸν τῆς μικρᾶς ἀξίας τὸν ἐκάλεσαν κυρίως συμβιβαστὴν, τὸν ἄλλον τὸν ἐκάλεσαν πραίτορα. Ἀμφότεροι ὅμως εἶναι ὑπόχρεοι εἰς τὴν ἀπόπειραν τῆς συνδιαλλαγῆς, οὐχὶ τυχαίας, ὡς γίνεται ἐνταῦθα διὰ τὸν τύπον, ἀλλὰ πραγματικῆς συνδιαλλαγῆς, ἡ ὁποία ἐπιφέρει ἀποτελέσματα. Ἐπεθύμουν νὰ ἀναγνώσω τὰ περὶ τούτου ἄρθρα τῆς Ἰταλικῆς δικονομίας. (Ἀναγινώσκει μεταφράζων ἐκ τοῦ Ἰταλικοῦ)· «Ἄρθρ. 70. Ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν συμβιβαστῶν ὅλαι αἱ προσωπικαὶ ἀγωγαί, πολιτικαὶ ἢ ἐμπορικαί, ἐπὶ κινητῶν, ὧν ἡ ἀξία δὲν ὑπερβαίνει τὰς λίρας (δραχμὰς) τριάκοντα». «Ἄρθρ. 132. Αἱ κλίσεις γίνονται δι’ ἐπιστολῆς εἰς ἄσημον χάρτην». (Ἐν ἄλλοις λόγοις κοινοποιεῖται ἡ ἀγωγὴ εἰς ἁπλοῦν χάρτην, καὶ γίνεται ἡ συζήτησις ἄνευ διατυπώσεων). «Ἄρθρον 448. Ἐνώπιον τῶν συμβιβαστῶν αἱ ἀποφάσεις ἐκδίδονται ἄνευ διατυπώσεων. Ἡ ἀγωγὴ καὶ ἡ ὑπεράσπισις ἐκτίθενται προφορικῶς». Ἑπομένως, Κύριοι, καὶ ἂν ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιβάλῃ πρόσθετον φόρον εἰς τὰς ἄλλας δίκας τοῦ Εἰρηνοδικείου, τοὐλάχιστον τὰς μικρὰς δίκας ὤφειλε ν’ ἀποκλείσῃ ἀπὸ τὴν πρόσθετον φορολογίαν, ἀφοῦ ἡ προϋπάρχουσα εἶναι ἤδη ἀρκετὴ καὶ σπουδαία. Ὀφείλω νὰ κάμω τινὰς παρατηρήσεις καὶ περὶ ἄλλου τινὸς ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ἀντικειμένου δηλαδὴ τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἐφέσεων, τῶν ἀνακοπῶν καὶ τῶν ἀγωγῶν, ἐφέσεων καὶ ἀνακοπῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγράφησαν εἰς τὸν κατάλληλον χάρτην. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν παραπλησίαν διάταξιν εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον νόμον περὶ χαρτοσήμου. Τί γίνεται κατὰ τοῦ συμβολαιογράφου, ὁ ὁποῖος ἐγγράφει ἓν συμβόλαιον εἰς χάρτην μὴ ἀναλόγου ἀξίας;...
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Βουλευτὰ, τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν διατύπωσιν τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος»· ἀλλὰ τοῦτο ἀπὸ χθὲς ἐδήλωσα, ὅτι ἀφαιρεῖται. Ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ κάμητε λόγον περὶ τούτου, ἐκτὸς ἐὰν ἔχητε ἀκόμη νὰ εἴπητε περὶ τῆς Ἰταλικῆς δικονομίας.
§141ΣΕΡΒΟΣ. Πολὺ καλά. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.
§142ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξενίσθη, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἠθέλησε ν’ ἀναμνησθῇ τῆς ἐγκληματικότητος, τῆς ἐπιπολαζούσης νῦν παρ’ ἡμῖν· ἠρώτησε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ πολλῆς τῆς ἀφελείας: «καὶ τί θέλετε; νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους, ὅπως ἐλαττωθῇ τὸ ἔγκλημα;» Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶχε δίκαιον πληρέστατα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ν’ ἀναμνησθῇ τοῦ ἐγκλήματος, ἀκριβῶς προκειμένου περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς καὶ σήμερον πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δηλαδὴ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καθίσταται τοὐλάχιστον δυσπρόσιτος ἡ δικαιοσύνη εἰς τοὺς πολλοὺς, εἰς τὸν λαόν. Ἀπεδείχθη, χωρὶς νὰ ἀναιρεθῇ προσηκόντως ἀκόμη, οὔτε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε παρ’ ἄλλου τινὸς, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι φυσικὴ συνέπεια τούτου θὰ ἦναι ἡ αὐτοδικία. Ἀλλ’ ἡ αὐτοδικία εἶναι ἡ πρώτη πηγὴ τοῦ ἐγκλήματος ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ὅταν πρόκηται, Κύριοι, νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀκριβῶς δίδεται τροφὴ, καὶ τροφὴ μεγάλη, εἰς τὸ ἔγκλημα, ἠθέλετε ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης νὰ μὴ ἀναμνησθῇ τῆς ἐγκληματικότητος; Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης: «καὶ θέλετε νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους, ὅπως ἐξαλειφθῇ τὸ ἔγκλημα!» Τοιοῦτόν τι δὲν ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης. Ὁ κ. Μερλόπουλος εἶπεν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἐπὶ τέλους νὰ ἐρωτήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός: «πρὸς τί καθ’ ἑκάστην μοὶ ἐπιβάλλετε νέα βάρη; πρὸς τί αὐτοὶ οἱ νέοι φόροι, ὅταν δὲν μοὶ παρέχητε τὸ πρώτιστον καὶ στοιχειωδέστατον αὐτῶν ἀντάλλαγμα, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν»;» Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐὰν μέχρι τοῦδε μάτην εἰσέφερε τόσους φόρους, μάτην ἔφερε τόσα βάρη, τὴν σήμερον πρώτην φορὰν θὰ ἴδῃ, ὅτι τῷ ἐπιβάλλεται καὶ φόρος, οὐχὶ δι’ ἄλλον τινὰ σκοπὸν, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ ν’ αὐξήσῃ καὶ ἐπιπολάσῃ τὸ ἔγκλημα. Ὅσον οὔπω καλεῖσθε, Κύριοι, νὰ ἐξενέγκητε ψῆφον περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν μέλλετε νὰ ἐξενέγκητε τὴν ψῆφον ταύτην, ὀφείλετε νὰ ἔχητε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἁπλοῦ τινος φόρου, τὸν ὁποῖον ἀπαιτοῦσι παρ’ ἡμῶν νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, εἰς ἀνακούφισιν τῆς νῦν κακοδαιμονίας του· τοὐναντίον πρόκειται διὰ τοῦ μέτρου τούτου νὰ συντελέσητε εἰς τὴν κατ’ ἐξοχὴν ἐπίτασιν τοῦ κακοῦ, τοῦ κατατρύχοντος αὐτόν. Τοῦτο κατέδειξαν ἤδη ἀλλεπάλληλοι ῥήτορες, ἀγορεύσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι μόνον ἐκ τῆς ἡμετέρας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος, τοῦτο ἠθέλησε νὰ καταδείξῃ τὴν τελευταίαν ταύτην στιγμὴν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, καὶ δὲν ἔπρεπε διόλου νὰ ξενισθῇ ἐπὶ τούτῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§143ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος ὡμίλησε περὶ τῶν ἀξιώσεων καὶ τῶν ἐπιβολῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑπολαβὼν πάντας ἡμᾶς ὡς ξένους πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν...
§144ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνόσῳ εἰσάγετε τοιαῦτα νομοσχέδια, βεβαίως φαίνεσθε ξένοι.
§145ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν 3 Μαΐου ἀπεφήνατο, τίνας ἐννοεῖ ἀντιπροσώπους αὐτοῦ καὶ πῶς ἐννοεῖ νὰ διαχειρισθῶσι τὰ κοινά. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἔδωκε κατὰ τὴν 3ην Μαΐου, εἶπεν, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ὑποβληθῇ εἰς πάντα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θὰ συντελέσωσι πρῶτον εἰς τὴν περιφρούρησιν τῆς τιμῆς αὐτοῦ καὶ δεύτερον εἰς τὴν παροχὴν πασῶν τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας ἀπολαμβάνουσιν οἱ λοιποὶ λαοί. Πῶς λοιπὸν ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ;
§146ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα—καὶ ματαιοπονοῦμεν—νὰ πείσωμεν τοὺς Βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας περὶ τοῦ ἀλυσιτελοῦς καὶ καταθλιπτικοῦ τούτου νομοσχεδίου· πειθόμεθα δ’ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ πλειοψηφία θὰ τὸ ψηφίσῃ. Θὰ ὑποκύψωμεν, καὶ ὀφείλομεν νὰ ὑποκύψωμεν, εἰς τὴν ἀπόφασίν της. Ἐν τούτοις ἐγώ, ὡς μονάς, σᾶς παρακαλῶ νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἐμὴ γνώμη, ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἶναι πραξικόπημα νομοθετικὸν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μπᾶ! μπᾶ! μπᾶ!
§148ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωκεν ὀλίγον αὐθαίρετον ἑρμηνείαν τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τὴν 3ην Μαΐου. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὴν 3 Μαΐου ἀπεφάνθη ὅτι πράγματι ἐπιθυμεῖ, ὅπως ἡ Ἑλλὰς σωθῇ οἰκονομικῶς. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἐψήφισεν ὅμως κατὰ τὴν 3 Μαΐου, ὅτι πρέπει μονομερῶς νὰ ψηφίζωμεν ἐνταῦθα, καὶ νὰ βαρύνωμεν ἀποκλειστικῶς ἐκεῖνα τὰ τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη βαρέως φορολογημένα. Δὲν ἐψήφισεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν 3 Μαΐου, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους ἐπὶ φόρων, αὔξησιν κατὰ 200 καὶ 300% τῶν τελῶν τῶν δικαστικῶν· δὲν ἐπέτρεψεν εἰς ἡμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ στερήσωμεν αὐτὸν δικαιοσύνης, νὰ κλείσωμεν τὰς θύρας τῆς δικαιοσύνης εἰς τὸν πτωχὸν λαὸν, νὰ ἀφήσωμεν δὲ ἀνοικτὰς αὐτὰς μόνον ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες, ἔχοντες τὰ μέσα, δύνανται νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ δαπανήσωσιν ἀφθόνως εἰς κορεσμὸν τῆς αὐθαιρεσίας καὶ φιλοκερδείας των. Δὲν ἐψήφισε βεβαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι πρέπει νὰ νομοθετηθῇ αὔξησις τεραστία, οὐχὶ εἰλικρινής, ἀλλὰ κεκαλυμμένη, τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος. Διότι διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ὑποχρεώσεως εἰς πάντας τοὺς ἐμπόρους, δηλαδὴ καὶ τοὺς οἰνοπώλας καὶ τοὺς παντοπώλας καὶ τοὺς ἐδωδιμοπώλας, τοὺς κρεωπώλας, ξενοδόχους, μαγείρους, φανοποιούς, τοὺς μικρεμπόρους καὶ πάντας ἐν γένει τοὺς ἐπιτηδευματίας τῆς Ἑλλάδος, ἵνα τηρῶσιν ἐμπορικὰ βιβλία, θεωρημένα ὑπὸ τῆς ἀρχῆς, νομοθετεῖται νέος φόρος, πρωτοφανὴς καὶ τυραννικώτατος. Διὰ ῥητῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου οἱ ἔμποροι ὑποχρεοῦνται νὰ κρατῶσι τὰ βιβλία αὐτῶν, καὶ νὰ πληρώνωσι φόρον ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν θεώρησιν. Τοῦτο ἐπιζητοῦσα ἡ Κυβέρνησις, δὲν πράττει ἄλλο, παρὰ νὰ αὐξήσῃ κρυφίως καὶ κεκαλυμμένως τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, δηλαδὴ νὰ αὐξήσῃ τὸν φόρον τῶν ἤδη βαρέως καὶ ἐν πολλοῖς δυσαναλόγως φορολογουμένων τάξεων τῶν ἐπιτηδευματιῶν. Δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ, νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν φόρους ἐπὶ τῶν τάξεων ἐκείνων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, αἵτινες οὐδένα πληρόνουσι φόρον, καὶ ὅμως ἀκόμη δὲν εἴδομεν νὰ φέρῃ τοιαῦτα φορολογικὰ νομοσχέδια, ἅτινα δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς σωτηρίαν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος. Συγχρόνως δὲ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἰσότητος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κρατῇ παρ’ ἡμῖν, διότι καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει τὴν ἰσότητα ἐν τῇ ἀναλογίᾳ τῶν βαρῶν τῆς φορολογίας. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, οὔτε εἶχον τὴν πρόθεσιν, οὔτε εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος, ὅπως ἀναπτύξω τὰς ἐννοίας πάσας τῆς ψήφου τῆς 3 Μαΐου, καὶ ἐκθέσω ὅ,τι ἀναμένει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετ’ ἀδημονίας. Θὰ ἔλθῃ προσεχῶς ἡ ἡμέρα τῆς τοιαύτης διὰ μακρῶν ἐκθέσεως καὶ ἐρεύνης. Οὐχ ἧττον δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἡμεῖς δὲν διστάζομεν οὔτε δειλιῶμεν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, οὔτε διστάζομεν οὔτε δειλιῶμεν νὰ συστήσωμεν καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν αὐστηρὰς πραγματικὰς οἰκονομίας εἰς τὰς ὑπερόγκους δαπάνας τοῦ Κράτους. Διστάζομεν καὶ ἀδυνατοῦμεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν αὔξησιν, κατὰ 200% τῶν δικαστικῶν τελῶν, διστάζομεν καὶ ἀδυνατοῦμεν νὰ ψηφίσωμεν, τὸ κλείσιμον τῶν θυρῶν τῆς δικαιοσύνης εἰς τὸν πτωχὸν λαὸν, διστάζομεν καὶ ἀδυνατοῦμεν νὰ ὑποχρεώσωμεν πάντα τὸν ἐπιτηδευματικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, ὅπως πληρώσῃ μεγάλην αὔξησιν τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, συγχρόνως δὲ ὑποχρεώσωμεν αὐτὸν εἰς ἔλεγχον, ὅστις θέλει ἀποδειχθῆ τυραννικώτατος. Γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ ἐντεταλμένοι τὴν βεβαίωσιν καὶ ἐξακρίβωσιν τῶν παραβάσεων τῶν φορολογικῶν νόμων, ἀτυχῶς πολλάκις, χωρὶς κἂν νὰ ἔχωσι δικαίωμά τι, προβαίνουν εἰς καταπιέσεις καὶ αὐθαιρεσίας. Ἂν σήμερον παράσχητε εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα, τὸ πρωτάκουστον, νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ καταστήματα τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἵνα ἐρευνῶσι τὰ βιβλία τὰ ἐμπορικὰ, θ’ ἀκούσωμεν, κύριε Πρόεδρε, ἐντὸς ὀλίγου γοερὰ παράπονα, καὶ θὰ ἴδωμεν πολλὰς συγκρούσεις, συνεπείᾳ αὐθαιρεσιῶν τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θέλει ἀποστέλλῃ πρὸς ἔρευναν εἰς πάντα τὰ καταστήματα, ἵνα ἐξακριβώσωσιν, ἂν ταῦτα συμμορφοῦνται πρὸς τὸν νόμον καὶ τηρῶσι φορολογημένα βιβλία καὶ ὁποῖα.
§149ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς οἵαν βούληται γνώμην καὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ περὶ τῶν ἐν γένει σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραμορφόνῃ τὰ πράγματα, εἰς ὃν βαθμὸν τὰ παρεμόρφωσεν, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου αὐξάνουσι κατὰ 300%, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου εἶναι ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς μόνον τὰς πενεστέρας τάξεις· διότι πάντες γινώσκετε, ὅτι τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου δὲν ἐπιβαρύνουσι τὰς πενεστέρας τάξεις· τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ἐπιβαρύνουσι πρὸ πάντων τὰς εὐπόρους τάξεις, διότι ἀναλόγως τῶν συναλλαγῶν ἐπιβάλλεται τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς παρετήρησε καὶ ἐπανέλαβεν ὅ,τι καὶ ἕτερος ἐκ τῆς μερίδος ἐκείνης, εἰπὼν, ὅτι πρόκειται περὶ νέας τινὸς ὑποχρεώσεως τῶν ἐμπόρων, περὶ ὑποχρεώσεως προσθέτων βιβλίων. Ὁ ἐμπορικὸς νόμος, ὁ ἐκδοθεὶς κατὰ τὸ 1835, ἐν ἄρθρῳ 8 οὕτως ἀναγράφει τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἐμπόρου (ἀναγινώσκει): «Πᾶς ἔμπορος, ἐκτὸς τῶν ἄλλων βιβλίων, τὰ ὁποῖα εἶναι μὲν ἐν χρήσει εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἓν βιβλίον ὀνομαζόμενον ἡμερολόγιον, παριστάνον ἀφ’ ἡμέρας εἰς ἡμέραν...»
§150ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ Πολιτεία νὰ ἔχῃ εὐθύνην, κύριε Ὑπουργὲ, ὄχι νὰ στέλλῃ τὸν χωροφύλακα καὶ τὸν ἐνωμοτάρχην.
§151ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων)... «τὴν περιουσίαν καὶ τὰ χρέη του, τὰς ἐμπορικάς του ἐργασίας, τὰς συναλλαγματικάς του διαπραγματεύσεις, τὰς ἀποδοχὰς ἢ ὀπισθογραφήσεις καὶ ἐν γένει πᾶν ὅ,τι λαμβάνει ἢ πληρόνει ἐφ’ οἱῳδήποτε λόγῳ, καὶ φανερόνον κατὰ μῆνα τὰ τῆς οἰκιακῆς του δαπάνης Χρεωστεῖ νὰ θέτῃ εἰς φάκελλον τὰς ὁποίας λαμβάνει ἐπιστολὰς καὶ ν’ ἀντιγράφῃ εἰς βιβλίον ὅσας ἀποστέλλει.» Ἐν ἄλλαις δὲ διατάξεσι τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου ὑποβάλλεται εἰς ποινὰς αὐστηροτάτας· διότι, ἂν ἔλθῃ εἰς κατάστασιν νὰ πτωχεύσῃ καὶ δὲν ἔχῃ βιβλία, καταδιώκεται ποινικῶς ὡς δόλιος χρεωκόπος. Ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς ὁ Ἐμπορικὸς τοῦ ἐπιβάλλει ποινάς. Λοιπὸν τί γίνεται ἐνταῦθα; Αὐτὴ αὕτη ἡ ὑποχρέωσις κυροῦται, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐμπόρων καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐκ τῶν σπουδαίων ἐμπόρων, ἀποφεύγουσι νὰ κρατῶσι βιβλία, ἢ μᾶλλον, ἂν τηρῶσι βιβλία, αὐτὰ δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαφανίζωνται, ἐνῷ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ καθιστῶμεν ἀκριβῶς τὸν μηχανισμὸν ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν συναλλαγῶν εἰλικρινέστερον καὶ πληρέστερον πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ ἐμπόριον ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ποῦ ἔγκειται ἡ ἀνισότης ἡ κοινωνική.
§152ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι βέβαιος, ὅτι γνωρίζει ἄριστα καὶ τὸν ἐμπορικὸν νόμον καὶ τὰς ἄλλας διατάξεις, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε σήμερον νὰ μᾶς ἐπιδείξῃ τὰς γνώσεις ταύτας, ἀλλὰ μᾶλλον ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον ἔπραξε, προσποιούμενος ἄγνοιαν. Ἡ διάταξις τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου περὶ τηρήσεως βιβλίων ὑπάρχει ὑπὲρ τοῦ ἐμπόρου· διότι, ἐὰν ὁ ἔμπορος δὲν τηρῇ τὰ βιβλία ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος τῷ ἐπιτάσσει, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εὑρεθῇ εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια αὐτὸς ἢ οἱ δανεισταὶ αὐτοῦ, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὰ εὐεργετήματα τὰ ὑπὲρ τῶν εἰλικρινῶς καὶ ἐντίμως πτωχευόντων ἐμπόρων, ἀλλ’ ὑπέχει βαρυτάτην ποινὴν, διότι θεωρεῖται ὡς δόλιος χρεωκόπος καὶ τίθεται εἰς τὰς φυλακάς. Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ διάταξις αὕτη, ἥτις εἶναι ἐν τῷ ἐμπορικῷ νόμῳ τεθειμένη ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων, μὲ τὴν διάταξιν τὴν ὁποίαν εἰσάγει ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἐμπόρους ὑποχρεωτικῶς νὰ τηρῶσιν ἐμπορικὰ βιβλία, ἡμερολόγια, καθολικὰ, βιβλία ἀπογραφῶν, ἐπιστολῶν κλπ. οὐχὶ ὑπὲρ ἑαυτῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, μὲ ὡρισμένον τέλος καθ’ ἕκαστον φύλλον τῶν πολυφύλλων τούτων βιβλίων; Καὶ μάλιστα πρὸ ὀλίγου, ἐνθυμοῦμαι, ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς, ἀντιλέγων πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσήνης συνάδελφον, ἔλεγεν, ὅτι εἰς τοιούτους φόρους δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσι διακρίσεις ποσοστῶν φόρου.
§153ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως.
§154ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ ἔχετε μίαν διάταξιν νοστιμωτάτην.
§155ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν;
§156ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἂν τὰ φύλλα ἦναι ὡρισμένου μεγέθους, θὰ πληρόνῃ ὁ ἔμπορος 20 λεπτὰ τὸ φύλλον, ἐὰν ἦναι μεγαλύτερα, 40 λεπτὰ ἕκαστον.
§157ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλονται αὐτά;
§158ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἔχετε τὴν διάταξιν. Τὴν ἔχετε παραλάβει ἐξ ἄλλου νόμου, ἀλλὰ σεῖς, ἀφοῦ ἔχετε τὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσι διακρίσεις εἰς μικροὺς φόρους, δὲν ἔπρεπε νὰ κάμητε διάκρισιν μικρῶν καὶ μεγάλων βιβλίων, καὶ μάλιστα νὰ αὐξάνητε τὰ 10 λεπτὰ εἰς 20, καὶ τὰ 20 εἰς 40. Τοὐλάχιστον, ἀφοῦ ἑκουσίως ἢ ἀκουσίως, ὡς λέγετε, κάμνετε διάκρισιν φόρου, λάβετε ὡς βάσιν τὴν συναλλακτικὴν ἀναλογίαν· τὸν τραπεζίτην φορολογήσατε περισσότερον ἀπὸ τὸν πτωχὸν ὀψοπώλην, ὅστις καθ’ ἑκάστην ἀναγράφει 5 ἢ 10 δραχμὰς πώλησιν, ἐνῷ ὁ τραπεζίτης ἀναγράφει πολλὰς χιλιάδας. Βεβαίως δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ διαγράψωσιν ὅ τε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν διάταξιν ταύτην· ἡ πλειοψηφία ὅμως, καίτοι ἐλευθέρα νὰ ψηφίσῃ, πρέπει νὰ προσέξῃ πολύ, διότι ἡ ὑπομονὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πλησιάζει εἰς ἐξάντλησιν. Ὁπωσδήποτε πρέπον εἶναι καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ὑπάρξῃ ἐν ἀρτιότητι κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τοῦ νόμου τούτου, διότι εἶναι λίαν σοβαρὰ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται δι’ αὐτοῦ.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§160ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι· δὲν ὑποβάλλω.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν δὲν ὑποβάλλητε, ἐγὼ θὰ ζητήσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§162ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅ,τι θέλετε κάμετε, κύριε Πρόεδρε.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ νὰ καθίσητε εἰς τὰς θέσεις σας, διὰ νὰ τηρηθῇ ἡ ἀρτιότης τῆς Βουλῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὑπὸ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐγένοντο αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις. Διεγράφησαν ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη παράγραφος, μετὰ τῶν ἐδαφίων αʹ, γʹ καὶ δʹ. Ἀντὶ δὲ τῶν λέξεων «Ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 11» ἐτέθησαν αἱ λέξεις: «Τὸ ἐδάφιον βʹ τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 11». Ἐπίσης διεγράφη τὸ εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ἰσχύοντος νόμου προστιθέμενον ἐδάφιον ηʹ. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς τροποποιήσεις ταύτας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§164ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου 19 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἔγεινε χθὲς ἡ παρατήρησις, ὅτι πρέπει ν’ ἀποσβεσθῇ ἡ λέξις «καθολικόν».
§165ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑποχρεοῦται νὰ τηρήσῃ καθολικόν.
§166ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ καθολικὸν εἶναι ἀπαραίτητον, ὅταν τις τηρῇ ἡμερολόγιον· λοιπὸν εἶναι ὑποχρεωτικὸν βιβλίον.
§167ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τῷ ἐπιβάλλομεν ὑποχρέωσιν.
§168ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἂν τὸ ἔχῃ ὅμως, πρέπει νὰ τὸ ἔχῃ ἐπὶ χαρτοσήμου.
§169ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§170ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Λοιπὸν θὰ τηρήσῃ τὸ ἡμερολόγιον, θὰ τηρήσῃ τὸ καθολικὸν, τὸ βιβλίον τῶν ἐπιστολῶν, τὸ βιβλίον τῶν ἀπογραφῶν. Ἂν ἔχῃ καὶ ἄλλα, ἀλλοίμονον! Ὥστε πρέπει νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὸ ἡμερολόγιον ἡ διάταξις.
§171ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι διάταξις νέα αὐτή, εἶναι διάταξις τοῦ κρατοῦντος νόμου. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα μεταβληθῇ ἡ διάταξις αὕτη.
§172ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Βλέπετε ὅμως, ὅτι ἔχομεν τὴν ἄλλην διάταξιν τὴν νέαν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὸν, καὶ τὰς ποινάς.
§173ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς περιορισθῇ ἡ κύρωσις τοῦ νόμου εἰς τὴν ἀποδεικτικὴν δύναμιν· ἂς λείψῃ τὸ πρόστιμον.
§174ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· διότι τότε πρέπει νὰ χαρτοσημάνῃ ὅλα του τὰ βιβλία ὁ ἔμπορος. Εἶναι φοβερὸν τοῦτο!
§175ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπω, ποῦ εἶναι τὸ φοβερόν.
§176ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅμα ἀπαιτῆτε ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους νὰ χαρτοσημάνωσιν ὅλα αὐτῶν τὰ βιβλία, ἐπὶ ποινῇ προστίμου διὰ διπλασιασμοῦ τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἢ ἐπὶ πληρωμῇ προστίμου μέχρι 500 δραχμῶν, τότε βεβαίως ἀπαιτεῖτε πρᾶγμα βαρύτατον, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω.
§177ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητοῦμεν περὶ ἄρθρου, τοῦ ὁποίου ἡ σειρὰ δὲν ἦλθεν ἀκόμη. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ καθεστῶτος· εἶναι ὁ λειτουργῶν ἤδη νόμος, οὐδὲν ἄλλο προσθέτομεν. Ἡ γενομένη παρατήρησις ἀφορᾷ εἰς τοῦτο· περὶ τίνων βιβλίων πρόκειται ἐνταῦθα; Πρόκειται περὶ πάντων τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ἔμπορος, ἢ μόνον περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένος κατὰ τὸν νόμον νὰ ἔχῃ; Ἂν λοιπὸν εἴπωμεν, ὅτι ὁ ἔμπορος, ὁ μὴ τηρῶν πάντα τὰ βιβλία, ὅσα ὑποχρεοῦται νὰ τηρῇ κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον, νομίζω, ὅτι ἐπιτυγχάνομεν τοῦ σκοποῦ μας.
§178ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἡμερολόγιον καὶ τὸ βιβλίον τῶν ἀπογραφῶν εἶναι ὑποχρεωτικά.
§179ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου· ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἔχει τὸ ἡμερολόγιον καὶ τὸ βιβλίον τῶν ἐπιστολῶν· ὑπάρχουν δὲ καὶ βοηθητικὰ ἄλλα, ἀναγνωριζόμενα ὑπὸ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου.
§180ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου λέγει, ὅτι ὁ ἔμπορος ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἓν βιβλίον, ἡμερολόγιον, χρεωστεῖ νὰ θέτῃ εἰς φάκελλον τὰς ὁποίας λαμβάνει ἐπιστολὰς, καὶ νὰ ἀντιγράφῃ εἰς βιβλίον ὅλας τὰς ἀποστελλομένας ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιστολάς.
§181ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Βλέπετε λοιπόν; Δεύτερον βιβλίον.
§182ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς βιβλίον.
§183ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι ἐμπορικὸν βιβλίον, διότι λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἀντιγράφωνται αἱ ἐπιστολαὶ ἐν βιβλίῳ.
§184ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν αὐτό· διότι τὸ ἄρθρον 9 λέγει, ὅτι χρεωστεῖ νὰ κάμνῃ κατ’ ἔτος ἰδιόγραφον ἀπογραφήν· τὸ ἡμερολόγιον καὶ τὸ βιβλίον τῶν ἀπογραφῶν πρέπει νὰ μονογραφῶνται. Ὥστε δὲν εἶναι βιβλίον, εἶναι μία copia, ὡς τὴν λέγουν.
§185ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅπως θέλετε εἰπέτε το. Ὅ,τι ἐγὼ ζητῶ εἶναι, νὰ περιορισθῇ εἰς ἓν βιβλίον τὸ ὑποχρεωτικόν.
§186ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ἐὰν τεθῇ «τὸ ἓν τῷ ἄρθρῳ 9 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου ὁριζόμενον βιβλίον», λύεται τὸ ζήτημα.
§187ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τεθῇ «τὸ ἡμερολόγιον καὶ τὸ βιβλίον τῶν ἀπογραφῶν».
§188ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ λείψωσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ παρεξηγήσεις, ἂς σημειωθῇ ῥητῶς ἐν τῇ προστιθεμένῃ βʹ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ νόμου: «ὁ ἔμπορος ὁ μὴ τηρῶν τὸ ἡμερολόγιον καὶ τὸ βιβλίον τῶν ἀπογραφῶν, ἢ τηρῶν ταῦτα, κλπ.»
§189ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «καθολικὸν» ἀπὸ τὸ ἄρθρον 19, διότι τὸ καθολικὸν δὲν εἶναι ἀποδεικτικὸν βιβλίον, καὶ ἐν τούτοις τὸ ἄρθρον 19 φαίνεται λέγον τοιοῦτόν τι.
§190ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ νὰ ἔχῃ ἀποδεικτικὴν δύναμιν τὸ καθολικόν, πρέπει νὰ τὸ χαρτοσημάνῃ ὁ ἔμπορος.
§191ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἐκ τῆς συντάξεως τοῦ ἄρθρου 19 ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ καθολικὸν εἶναι ἀποδεικτικὸν μέσον, ἐνῷ δὲν εἶναι. Νὰ τὸ διαγράψητε λοιπόν.
§192ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος.
§193ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε, κύριε Ὑπουργὲ, ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 54, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἐν παντὶ καιρῷ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως ἐν τοῖς γραφείοις καὶ καταστήμασι τῶν ὑποχρέων. Πῶς θὰ ἐνασκῇ ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο;
§194ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅπως τὸ ἐνασκεῖ σήμερον, προκειμένου περὶ τῶν ἑταιριῶν· διότι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀντιγραφὴ τῆς ἐπὶ τῶν ἑταιριῶν ἰσχυούσης. Εἷς τῶν ἐπιθεωρητῶν λαμβάνει ἐντολὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς δεῖνα ἑταιρίας· ἤδη θὰ λαμβάνῃ ἐντολὴν νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐμπορικὸν γραφεῖον, ὅπως ἐξετάσῃ, ἐὰν τὰ βιβλία ἦναι χαρτοσημασμένα.
§195ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἀπαιτεῖται εἰδικὴ ἐντολὴ περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως ταύτης, καὶ δὲν θὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀπολύσῃ ὅλους τοὺς ἐφοριακοὺς ἢ ταμειακοὺς ὑπαλλήλους, ἢ τοὺς χωροφύλακας, εἰς τὰ διάφορα καταστήματα, ὅπως ἐξετάζωσι τὰ βιβλία τῶν ἐμπόρων. Νὰ σημειωθῇ, παρακαλῶ, ἡ ἐξήγησις αὕτη εἰς τὰ πρακτικά.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τοῦ τροποποιουμένου ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ νόμου διαγράφονται αἱ ἐν τῇ τελευταίᾳ γραμμῇ λέξεις «τοῖς διαδίκοις». Ἐκ δὲ τῆς παραγράφου τελευταίας, τῆς προστιθεμένης εἰς τὸ ἄρθρον 52 τοῦ αὐτοῦ νόμου, διαγράφονται αἱ ἐν τέλει αὐτῆς λέξεις «ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος». Ὡσαύτως, ὡς ἠκούσατε, ἡ πρώτη παράγραφος, ἡ προστιθεμένη εἰς τὸ ἄρθρον 54 τοῦ νόμου, ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἔμπορος ὁ μὴ τηρῶν τὸ ἡμερολόγιον καὶ τὸ βιβλίον τῶν ἀπογραφῶν, ἢ τηρῶν ταῦτα, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 19 καὶ τοῦ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 39, ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον ἴσον πρὸς τὸν τοῦ ἐπιτηδεύματός του φόρον, εἰς ὅν ὑπεβλήθη κατὰ τὸν τελευταῖον τῶν ὁριστικῶν φορολογικῶν καταλόγων, ἐὰν δὲ δὲν ἦναι τυχὸν ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κατάλογον τοῦτον, ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον μέχρι δραχμῶν πεντακοσίων». Οἱ παραδεχόμενοι τὰς τροποποιήσεις ταύτας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§197ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, δύο νομοσχέδια, ὑποβεβλημένα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἀφορῶντα τροποποίησιν διατάξεών τινων τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, συνδέονται μεγάλως μετὰ τοῦ ψηφισθέντος σήμερον νομοσχεδίου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὁμολογουμένως εἰργάσθη περισσότερον πάσης ἄλλης ἐπιτροπῆς, καὶ ὑπέβαλεν ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων τὰς ἐκθέσεις της, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἠσχολήθη εἰς τὰ ἄλλα, δὲν κατώρθωσε νὰ ἀσχοληθῇ καὶ περὶ αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ὑμᾶς, ὅπως ζητήσητε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα τὰ ἀναγράψητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον, διότι εἶναι κατεπειγόντως ἀναγκαῖα.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον τὰ δύο δικαστικὰ νομοσχέδια, ἤτοι τὸ περὶ «μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων» καὶ τὸ «περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας»;
§199ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 50′ μ. μ.