1892.12.10
2.274 στίχοι · 16.971 λέξεις · 194 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
τῆς 10 Δεκεμβρίου 1892.
(Πέμπτη).
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκαπενταμελὴς ἐπιτροπὴ τῶν ἐν Πάτραις οἰνοπνευματοπωλῶν καὶ ποτοποιῶν ὑποβάλλει διαφόρους κρίσεις αὐτῆς εἰς τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ οἰνοπνευματοποιείων πρώτης καὶ δευτέρας κατηγορίας. Ὁ Νικόλαος Τριαντογιάννης, κατάδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Κερκύρας, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξαιτεῖται νὰ ἀπαλλαχθῇ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς του, ὡς παθὼν τύφλωσιν. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ ἐν ταῖς ἐν Ἀθήναις φυλακαῖς τοῦ Παλαιοῦ Στρατῶνος κρατούμενοι κατάδικοι παραπονοῦνται κατὰ τοῦ παντοπώλου τῶν φυλακῶν. Ὡσαύτως οἱ ἐν ταῖς αὐταῖς φυλακαῖς ὑπόδικοι παραπονοῦνται κατὰ τοῦ αὐτοῦ παντοπώλου. Παραπέμπονται ἀμφότεραι αἱ ἀναφοραὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Λεωνίδας Νικητόπουλος ἢ Πανόπουλος τηλεγραφεῖ ἐκ Καλαμῶν, παρακαλῶν, ὅπως ἡ δίκη τοῦ φονέως τοῦ ἀδελφοῦ του ὁρισθῇ ἀλλαχοῦ, καὶ οὐχὶ ἐν Ναυπλίῳ, ἔνθα ὡρίσθη. Παραπέμπεται τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Πολλοὶ γονεῖς καὶ κηδεμόνες τῶν μαθητῶν τοῦ ἐν Πύργῳ Γυμνασίου διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθῇ ὅσον τάχιον ἡ ὑπὸ τῶν λιμενικῶν ἐπιτροπῶν Κυλλήνης καὶ Κατακώλου ψηφισθεῖσα πρόσθετος ὑπὲρ τοῦ Γυμνασίου εἰσφορά. Παραπέμπεται τὸ τηλεγράφημά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1892, ἀναπληρωτικῶν μὲν ἐκ δραχμῶν 300,000, ἐκτάκτων δὲ ἐκ δραχ. 200,000. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 52). Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ναυτικῶν, καίτοι ἐπανειλημμένως ἐκλήθη εἰς συνεδρίασιν, δὲν κατώρθωσε νὰ συνέλθῃ καὶ ἐπεξεργασθῇ τὰ εἰς αὐτὴν παραπεμφθέντα νομοσχέδια. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐγγραφῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἄνευ ἐκθέσεων;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι λοιπὸν ἐγγραφῆ.
§4ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθεν, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκετο ἐν ἀπαρτίᾳ.
§5Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ναυτικῶν, τῆς ὁποίας εἶμαι μέλος, ἐκλήθη τὸ πρῶτον χθές. Ἐγώ, ἐργαζόμενος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προσεκλήθην καὶ μετέβην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ναυτικῶν, ὅπου εὗρον μόνον τέσσαρα μέλη, καὶ ἐγὼ πέμπτος· μετ’ ὀλίγον ἦλθε καὶ ἕκτον μέλος, καὶ οὕτως ἀπετελέσθη ἀπαρτία, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διατὶ δὲν προέβη ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν εἰσηγητῶν, πρὸς ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων καὶ σύνταξιν τῶν σχετικῶν ἐκθέσεων. Ἂν ἡ ἐπιτροπὴ χθὲς δὲν συνῆλθε, δὲν ἕπεται ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ ἐργασθῇ. Διὰ τοῦτο, πρὶν ἀναγραφῶσι τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, πρέπει νὰ γείνῃ νέα ἀπόπειρα προσκλήσεως εἰς συνεδρίασιν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προσεκλήθη προχθές, χθὲς καὶ σήμερον, καὶ δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποτελέσῃ ἀπαρτίαν. Διὰ τοῦτο ἠρώτησα τὴν Βουλήν, ἂν δέχηται νὰ ἀναγραφῶσιν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ εἰς αὐτὴν παραπεμφθέντα νομοσχέδια, διότι ἄλλως θὰ μείνωμεν ἄνευ ἐργασίας.
§7ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας δι’ ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης. Ἐπίσης ὑποβάλλω πληροφορίας ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ὡσαύτως δὲ λεπτομερῆ ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ.
§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας παρὰ τῇ ἐν Παρισίοις Πρεσβείᾳ. Ἐν Παρισίοις ὑφίσταται ἄμισθον Γενικὸν Προξενεῖον, ἀλλ’ ἕνεκα περιστάσεων ἀναφυεισῶν ἐσχάτως, καὶ ἐξ ὅσων προέκυψαν ἀφ’ οὗ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσωμεν μετὰ πλείονος προσοχῆς τὰ τῶν ἀναγκῶν τῆς περιφερείας ἐκείνης, ἐκρίθη ἀπαραίτητον σήμερον, ὅτε ἀνεπτύχθησαν τὰ τῆς Ἑλληνικῆς παροικίας ἐν Παρισίοις, νὰ καταρτισθῇ παρὰ τῇ Πρεσβείᾳ γραφεῖον Προξενικὸν ἔμμισθον.
§9ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἐκ Καλαμῶν συνάδελφος κ. Φλέσσας ᾐτήσατο νὰ μάθῃ, πόσοι εἶναι οἱ φρουροί, οἱ διοριζόμενοι καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους. Τὰς πληροφορίας ταύτας συνέταξα ἐν καταστάσει, ἐν ᾗ ἐμφαίνονται τὰ εἴδη τῶν φυλακῶν καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν φρουρῶν ἑκάστης, καὶ ἣν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§10ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ὀλυμπίας ἐπηρώτησε περὶ ψηφίσματός τινος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πειραιῶς, ἀφορῶντος εἰς ἐκλογὴν μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς. Τὰ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Κατ’ ἐπανάληψιν ἐκλήθησαν τὰ μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς συνεδρίασιν πρὸς ἐκλογὴν δύο μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, τουτέστι πρὸς ἀντικατάστασιν ἑνὸς παραιτηθέντος καὶ ἐκλογὴν ἑτέρου μέλους. Ἡ μειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καίπερ προσκληθεῖσα, δὲν προσῆλθεν, ὅπως γείνῃ ἡ ἐκλογή· ἐπρόκειτο περὶ σπουδαίου ζητήματος, καθόσον, ὡς ἐκ τῆς παραιτήσεως ἑνὸς τῶν μελῶν, δὲν ὑπῆρχεν ἀριθμὸς ἀρκετός, ὅπως τὰ ἔργα τῆς ἐπιτροπῆς κανονισθῶσι πρεπόντως· μετὰ τρίτην πρόσκλησιν συνῆλθον τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου εἰς συνεδρίασιν, καὶ ἀφοῦ ἐκανονίσθησαν ἄλλαι τινὲς ὑποθέσεις, ἐγγεγραμέναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, προέβη τὸ Συμβούλιον εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ μειονοψηφία ὑπεστήριξεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ παραιτηθέντος μέλους τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἀναβληθῇ δὲ τὸ ζήτημα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον μέλος. Ἡ πλειονοψηφία ἐπέμενεν εἰς τὴν γνώμην της, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τῶν δύο μελῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ μειονοψηφία ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι θὰ ἐλάμβανε μέρος εἰς τὴν ἐκλογήν, ἂν ἀνεβάλλετο ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν ἑπομένην. Ἐπέμενε λοιπὸν ἡ πλειονοψηφία, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τῶν δύο μελῶν· τοῦτο βλέπουσα ἡ μειονοψηφία, ἀπεχώρησε τῆς συνεδριάσεως. Ἡ πλειονοψηφία, ἀποτελουμένη ἐξ ὀκτὼ μελῶν, προέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ ἐξέδωκε ψήφισμα. Ὁ κ. Δήμαρχος Πειραιῶς, βασιζόμενος εἰς ἐγκύκλιον, ἡ ὁποία εἶχεν ἐκδοθῆ κατὰ τὰ 1852 παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἡ ὁποία, κατ’ αὐτὸν, προέβλεπε τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν μέλη τινὰ τοῦ Συμβουλίου ἤθελον ἀποχωρήσει, ἐθεώρησε νόμιμον τὴν ἐκλογὴν, τὴν παρ’ ὀκτὼ συμβούλων γενομένην, καὶ ὑπέβαλε τὴν πρᾶξιν τοῦ Συμβουλίου εἰς τὸν Νομάρχην Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος, βασιζόμενος, ὅπως λέγει ἐν τῇ ἐγκριτικῇ αὐτοῦ πράξει, φερούσῃ ἡμερομηνίαν 5 Δεκεμβρίου (ἄρα εἶναι προγενεστέρα τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὁ κύριος Βουλευτὴς ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν,) βασιζόμενος εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ περὶ συστάσεως τῶν δήμων νόμου καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐγκυκλίου τοῦ 1852, ἐνέκρινε τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἦλθεν ἔτι ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ὑπουργείου, διότι ἔφεσις κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου δὲν ἐγένετο· ἀλλ’ ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἐνεργειῶν τούτων κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως, ὅτε κατὰ καθῆκον ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τοῦ πράγματος. Ὑπεβλήθησαν τῇ αἰτήσει μου τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀπέναντι τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ περὶ δήμων νόμου, δυνάμει τῆς ὁποίας, διὰ νὰ ἔχῃ κῦρος ἡ ἀπόφασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοὐλάχιστον τῶν δύο τρίτων τῶν μελῶν καὶ ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία τῶν παρόντων, εὑρίσκω ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν προέβη νομίμως εἰς τὴν ἐκλογὴν, καὶ ὅτι ὁ Νομάρχης δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πραγματευομένη περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀποχωρήσεως μελῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ζητήματος λίαν σπουδαίου,—διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἀτοπήματα πολλάκις συμβαίνουσιν, ὡς ἐκ τῆς συνηθείας, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ, τοῦ νὰ ἀποχωρῇ ἡ μειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὁσάκις βλέπῃ, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας δὲν συνάδουσι πρὸς τὰς ἰδέας αὐτῆς,—ἀλλ’ ἡ ἐγκύκλιος ἀφορᾷ εἰς τὸ ἑξῆς γεγονὸς, εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς μειονοψηφίας νὰ ὑπογράψῃ πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἤδη, καὶ ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου· ἐν ἄλλαις λέξεσι, προβλέπει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ Συμβούλιον προβαίνει εἰς ἀπόφασίν τινα, ἡ δὲ μειονοψηφία, βλέπουσα ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν συνᾴδει πρὸς τὰς ἰδέας αὐτῆς καὶ τὰ συμφέροντα, ἀρνεῖται τὴν ὑπογραφὴν τῶν πρακτικῶν, τῶν πιστοποιούντων τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν, καὶ ἀποχωρεῖ. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ἡ ἐγκύκλιος λέγει, ὅτι δύνανται τὰ μέλη τὰ ἀποχωρήσαντα νὰ θεωρηθῶσιν ὡς παρόντα, καὶ δύναται ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου, πιστοποιῶν τὴν παρουσίαν αὐτῶν, νὰ δώσῃ κῦρος εἰς τὴν πρᾶξιν. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη δὲν φαίνεται ἐφαρμοζομένη εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, διότι, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ, δὲν ἦσαν παρόντα ἢ ὀκτὼ μέλη, ἄρα δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμιμος ἀριθμὸς, ὁ ἀπαιτούμενος ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 56, πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας, διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἀπὸ 18 μέλη, ἄρα ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία δώδεκα συμβούλων, ὅπως αἱ πράξεις αὐτοῦ ἔχωσι κῦρος. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων ὁρμώμενος, παρήγγειλα εἰς τὸν κύριον Νομάρχην, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἀνάκλησιν τῆς ἐγκρίσεως. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, πρὸς γνῶσιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ.
§11ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι οὕτως ἠθέλατε κρίνει.
§12ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προβαίνων εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, σχετιζομένην πρὸς ἐνέργειαν τῆς Ἀστυνομίας, καταθέτω τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων, θέλει εὕρει, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Ἀστυνομίας ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ χώραν εἰς παράπονα.
§13ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δίδεται εἰς τὸν Γραμματέα νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀστυνόμου;
§14ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς τὸ ἀναγινώσκω ἐγώ: Συνελήφθησαν καὶ ἐκρατήθησαν ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ κ. Διευθυντής, λαβὼν παρὰ τοῦ ἀστυνόμου τὴν ἀναφορὰν περὶ τῶν συμβάντων, διέταξε τὴν ἀπόλυσιν τῶν κυρίων αὐτῶν, τῶν ὁποίων ἡ κράτησις ὀλίγας ὥρας διήρκεσε, καὶ οἵτινες ἑπομένως δὲν ἔχουσι καὶ πολὺ δίκαιον νὰ ἐγείρωσι τοιαῦτα παράπονα.
§15ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσύγχυσεν ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ πράγματα. Οὐδεὶς ἠρνήθη, οὔτε δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Ἀστυνομία ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅπου τελεῖται ἀδίκημα, νὰ λαμβάνῃ μέρος πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν στοιχείων καὶ σύλληψιν τῶν ἐγκληματούντων. Ἐπίσης καλῶς ἔπραξεν ὁ Εἰσαγγελεύς, κληθεὶς καὶ μεταβὰς πρὸς διάῤῥηξιν τῆς θύρας τῆς οἰκίας ἐν καιρῷ νυκτός. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ τούτων. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, μετὰ τὴν νόμιμον σύλληψιν τῶν χαρτοπαικτῶν ἡ Ἀστυνομία ἀπήγαγε τοὺς συλληφθέντας εἰς τὸ κρατητήριον, τοὺς ἔδειρε καὶ τοὺς ἠνάγκασε, πρὸς στιγματισμὸν, νὰ φωτογραφηθῶσιν. Εἷς μάλιστα τούτων, ὁ Κωνσταντῖνος Πύῤῥος, ἐλιποθύμησε. Δὲν ἔχετε τὸ θάῤῥος, κύριε Ὑπουργὲ, οὔτε δύνασθε νὰ σωφρονίσητε αὐτὸν τὸν τύραννον τῶν Ἀθηνῶν, τὸν Διευθυντὴν Μπαϊρακτάρην!
§16ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μὴ ὑβρίζετε ἀπόντας!
§17ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ διαστρέφετε τὰ πράγματα. Ἐξ αἰτίας ὑμῶν, δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει. Σεῖς ὑποθάλπετε τὸ κακὸν, προστατεύοντες καὶ συγχωροῦντες τοὺς παρανομοῦντας. Σεῖς εἶσθε οἱ παραίτιοι τῆς κακοδαιμονίας τοῦ ἔθνους. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἀνάγκην τοῦ Μπαϊρακτάρη, οὔτε περιμένω κἀμμίαν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ παρ’ ὑμῶν, καὶ μόνον ἐκ τοῦ Θεοῦ περιμένω διόρθωσιν τούτου! Ἀρκοῦσιν ἤδη ταῦτα. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ λύπης, ὅτι εἷς συμπολίτης μας διάσημος, πρώην Ὑπουργὸς, πρώην Βουλευτὴς καὶ τελευταῖον ἀνώτατος τοῦ Κράτους ὑπάλληλος, ὁ Περικλῆς Πετράκης, ἐν ἄκρᾳ πενίᾳ, ἥτις εἶναι ὁ καρπὸς παντὸς πολιτευομένου, ἀπεβίωσε. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συντρέξῃ εἰς τὰ τῆς κηδείας. Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀναθέσῃ εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκφράσῃ τὰ συλλυπητήρια αὑτῆς εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος ἐγκρίτου ἀνδρός.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§19ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ ἀναγραφῇ ἡ ἀπόφασις εἰς τὰ πρακτικά, διότι πρόκειται περὶ συμπολίτου ἡμῶν, ὅστις ἀντεπροσώπευσε τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς πολλάκις. Πάντες ἐνθυμούμεθα τὴν γλυκύτητα τοῦ χαρακτῆρος καὶ τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἐκόσμουν τὸν ἀποθανόντα πρώην συνάδελφον. Ἐλπίζω δὲ ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ὑποστηρίζων ὅπως ἐκφράσῃ τὴν λύπην της διὰ τὸν θάνατον τοῦ διακεκριμένου συμπολίτου.
§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων νομίζω, ὅτι πολλοὶ ὑποστηρίζουσιν· ἀλλ’ ἐὰν τὸ Προεδρεῖον νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἂς θέσῃ τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν.
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει νὰ ἐκφρασθῶσι τὰ συλλυπητήρια αὐτῆς πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποθανόντος Περικλέους Πετράκη.
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§24ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔν τινι ἀπαντήσει του πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν κ. Κροκιδᾶν, εἶπεν ὅτι δὲν συνεπλήρωσε τὰς ὑπολοίπους κενὰς θέσεις τῶν Εἰσαγγελέων, διότι ηὐλαβήθη τὸν νόμον...
§25ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἕνεκεν οἰκονομίας.
§26ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. καὶ ἐσκόπει νὰ συμπληρώσῃ τὰς θέσεις ἐκείνας κατόπιν ἐκ τῶν θέσεων τῶν δικαστῶν τῶν καταργουμένων Πρωτοδικείων. Εἰς ἐπίῤῥωσιν τῶν λεχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ, διεπίστωσεν, ὅτι δὲν προέβη εἰς τοῦτο, ἐνῷ εἶχε τέσσαρας ἢ πέντε συμπολίτας του, ἵνα καθέξωσι τὰς θέσεις τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἕνεκα τῆς εὐλαβείας ταύτης πρὸς τὸν νόμον δὲν τοὺς διώρισε.
§27ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον τοῦτο. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου, εἶπον. Ἀφοῦ δὲν ἐγνωμοδότησε τὸ Ἐφετεῖον, πῶς νὰ τοὺς διορίσω; Ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου.
§28ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ποῖοι εἶναι οἱ συμπολῖται τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§29ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Δὲν ἦσθε ἐδῶ, ὅτε ἀπήντησα εἰς τὴν ἐπερώτησιν, καὶ δὲν ἠκούσατε.
§30ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς διέταξεν, ὡς εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, τὸν παρανομήσαντα Νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅπως ἀνακαλέσῃ τὴν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ περιβοήτου ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πειραιῶς, καὶ ἀναντίῤῥητον εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὁ περὶ δήμων νόμος ἐπέβαλλεν εἰς αὐτόν. Ἐγὼ δὲν θ’ ἀποκρύψω τὴν χαράν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην ἐπὶ τῷ ἀγγέλματι, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Θεοτόκης ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλήν, καίτοι τὸ ἄγγελμα τοῦτο σχετίζεται πρὸς τὸ καθῆκον αὐτοῦ. Τούτου δ’ ἕνεκεν ἐπαινῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι τὸν θαυμάζω διὰ τὴν ἀντοχὴν τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ ἀπέναντι τοῦ πειρασμοῦ ἐκ τῶν σκανδάλων, τὰ ὁποῖα οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι κατέκλυσαν τὸ γραφεῖον αὐτοῦ κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει αὐτὸν, ὅπως μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἐκδοθεῖσαν διαταγὴν περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ψηφίσματος. Ὁ νόμος ἐπιβάλλει καὶ ἑτέραν ὑποχρέωσιν πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην,—καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ποιήσωμαι πρὸς αὐτὸν τὴν παρατήρησιν ταύτην,— ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ὁ Νομάρχης τιμωρηθῇ, διότι ἔσπευσεν ἐντὸς δώδεκα ἢ εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν νὰ ἐπικυρώσῃ ἀμελετήτως καὶ — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις — μὲ ἐλαφρὰν συνείδησιν, ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ περὶ δήμων νόμου, τὸν ὁποῖον εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναγνώσῃ. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ἐπιβάλλεται, νομίζω, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ἑτέρα ὑποχρέωσις, ὅπως λάβῃ μέτρα κατὰ τῶν δημοτικῶν συμβούλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἐναντίον τοῦ νόμου, συνῆλθον εἰς συναγωγήν, καὶ ἐξέδοντο ψήφισμα, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο ἀποτελεῖ ἢ πραξικόπημα, ὡς καὶ προχθὲς εἶπον. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς εὐσυνειδήτως καὶ ἀξιοπρεπῶς ἐνήργησε πρὸς ἀκύρωσιν τοῦ ψηφίσματος, θὰ ἐνεργήσῃ καὶ πρὸς τιμωρίαν τοῦ τε Νομάρχου καὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων.
§31ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ὀλυμπίας· διότι κατὰ τὴν ἰδέαν μου δὲν ὑπάρχει οὐδόλως περίπτωσις, ὅπως τιμωρηθῇ ὁ Νομάρχης, ἀκόμη δ’ ὀλιγώτερον ὑπάρχει περίπτωσις, ὅπως τιμωρηθῶσιν οἱ σύμβουλοι, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν. Ὁ κ. Νομάρχης καὶ οἱ σύμβουλοι οὗτοι οὐδὲν ἕτερον ἔπραξαν ἢ νὰ δώσωσιν εἰς τὸν νόμον κακὴν ἑρμηνείαν, ἔχουσιν ὅμως ὑπὲρ ἑαυτῶν δυστυχῶς προηγούμενά τινα, τὰ ὁποῖα ἐνίσχυον αὐτοὺς εἰς τὴν κακὴν ταύτην ἑρμηνείαν, διότι, ὡς εἶπον ὑμῖν, ὑπάρχει τοῦ 1852 μία ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω, ὅτι πολλάκις ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἡρμηνεύθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καθ’ ἣν ἔννοιαν ἡρμήνευσε καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πειραιῶς καὶ ὁ Νομάρχης Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας· εἶχον μάλιστα ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον συνέβη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸ ἑνὸς ἔτους ἢ πρὸ 18 μηνῶν, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἔφεσιν, ἡ ὁποία εἶχε γείνῃ ἐν συνεδριάσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμιμος ἀριθμὸς δημοτικῶν συμβούλων, δὲν ἐθεώρησε δὲ τὴν ἔφεσιν ταύτην παράτυπον, ἀλλ’ ἠσχολήθη ἐπὶ ταύτης, καὶ ἐξέδοτο ἀπόφασιν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ Νομάρχης καὶ τὸ Ὑπουργεῖον πολλάκις ἐφήρμοσαν, δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον, καὶ δι’ αὐτὸ προέβην εἰς τὸ διάβημα, εἰς τὸ ὁποῖον προέβην. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει λόγος οὐδὲ πρὸς τιμωρίαν τοῦ Νομάρχου, οὐδὲ πρὸς τιμωρίαν τῶν ὀκτὼ μελῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Δημάρχου, ἕνεκα τῆς κακῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν εἰς τὸν νόμον. Ὑπάρχει ὅμως λόγος τιμωρίας τῶν μελῶν ἐκείνων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἔβλεπον, ὅτι ἡ γνώμη αὐτῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ἰσχύσῃ, ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην των διὰ τῆς ἀποχωρήσεως. Καὶ βεβαίως, ἐὰν διέταξα τὸν Νομάρχην, ἵνα ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, ὁμολογῶ ὅτι ἐν ταὐτῷ διέταξα αὐτὸν νὰ προβῇ αὐστηρῶς κατὰ τῶν μελῶν ἐκείνων τοῦ Συμβουλίου, τὰ ὁποῖα ἐνόμισαν, ὅτι διὰ τῆς ἀποχωρήσεως ἠδύναντο νὰ ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην αὐτῶν.
§32ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει δίκαιον. Ἐὰν ἐπείσθη, ὅτι ὁ ὑπάλληλός του παρηνόμησεν, ὀφείλει νὰ τὸν τιμωρήσῃ καὶ ἴσως νὰ τὸν ἀπολύσῃ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρηρμήνευσε τὸν νόμον, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§34ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Νομάρχης Ἀττικῆς κ. Δρακόπουλος, ἀρχαῖος διοικητικὸς ὑπάλληλος, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἀνώτερος ὑπάλληλος ἐπὶ τῶν στηλιτικῶν, ὅτε τὸ ἔθνος ὁλόκληρον συνεταράχθη διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας, νομίζετε ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ ἔπραξεν αὐτά; ὅτι παρηρμήνευσε; Κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς πεισθῇ, ὅτι ἐν γνώσει ὁ Νομάρχης ἐνήργησεν οὕτω, πρέπει νὰ τὸν τιμωρήσῃ.
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἰς προηγουμένην τινὰ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπον ἀκριβῆ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτε ἔλεγον πρὸς αὐτήν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν ἐσκόπει νὰ προβῇ εἰς διακοπὴν τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς τὴν Ρωμουνίαν, εἰμὴ μετὰ τὸ πέρας τῆς δικαστικῆς διαφορᾶς καὶ ἀναλόγως τοῦ ἀποτελέσματος τῆς διαφορᾶς ταύτης. Ἐνθυμεῖσθε ἐπίσης, ὅτι προκληθεὶς παρ’ ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων του, ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἀνέγνωσε μετὰ στόμφου τινὸς περικοπὰς δημοσίων ἐγγράφων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐνόμισεν, ὅτι ἀποδεικνύεται ὁ ἰσχυρισμός του. Ἐπεφυλάχθην, Κύριοι, τότε νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ νὰ ἀποδείξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἶπον πρὸς αὐτὴν ἢ μόνην τὴν ἀλήθειαν. Τοῦτο προτίθεμαι νὰ πράξω νῦν. Εἶναι ἐν τούτοις βέβαιον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πολλαχόθεν ἠκούσθησαν γνῶμαι, ὅτι καὶ ἡ διεξαχθεῖσα καὶ ἴσως καὶ ἡ μέλλουσα περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συζήτησις ἠδύνατο νὰ ἀποβῇ ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐὰν ἡ γνώμη αὕτη ἦναι ὀρθὴ, πᾶσαν τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην ὑπέχει βεβαίως αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐδέχθη τοιαύτην συζήτησιν, καὶ ἀνεμίχθη εἰς αὐτήν. Οὐχ ἧττον, θέλων ἐγὼ νὰ ἀπαλλαχθῶ πάσης τοιαύτης εὐθύνης, δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι ἡ συζήτησις, εἰς τὴν ὁποίαν θέλω προβῆ, δύναται νὰ ἀποβῇ ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀναβάλω αὐτὴν καὶ ν’ ἀποδείξω βραδύτερον πρᾶγμα, περὶ τοῦ ὁποίου δύναταί τις καὶ ἄνευ τῶν ἐμῶν παρατηρήσεων νὰ λάβῃ πληροφορίας παρὰ τῶν πολλῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἤθελον νὰ λάβωσι καὶ ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε δήλωσιν, κύριε Βουλευτὰ, διὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ῥήξεως τῶν σχέσεων ἔχομεν τετελεσμένον γεγονὸς, καὶ δέχεται πᾶσαν συζήτησιν.
§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Βουλευτὰ, ἐνόμισα καλὸν νὰ προκαλέσω τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις σιωπᾷ.
§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δὲν σιωπᾷ. Ἵνα δύνηται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφανθῇ περὶ ὅσων θὰ εἴπητε, πρέπει νὰ ἠξεύρῃ, τί θὰ εἴπητε· διότι, ἐὰν μὲν ὁμιλήσητε σωφρόνως, ἡ ὁμιλία δύναται νὰ ὠφελήσῃ, ἐὰν ὅμως δὲν ὁμιλήσητε σωφρόνως, ἡ ὁμιλία δύναται νὰ βλάψῃ· ἕνεκα τούτου ἐγὼ ἀναμφηρίστως δὲν ἐπιθυμῶ τὴν συζήτησιν, διότι, μεθ’ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, ἣν ἔχω πρὸς ὑμᾶς, δὲν εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλετε ὁμιλήσει διὰ τρόπου, ὅστις δὲν θὰ βλάψῃ. Εἰς τὴν ἐρώτησιν λοιπὸν ὑμῶν ἀπαντῶ, ὅτι θεωρῶ προτιμότερον ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἤθελε δηλώσει, ὅτι θεωρεῖ συμφερώτερον ν’ ἀναβληθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἐγὼ προθύμως ἤθελον συναινέσει...
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἐδήλωσε.
§41ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἠκούσατε, ὅτι ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ τὴν δήλωσιν ταύτην εἰς τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἔχει τὴν δέουσαν ἐμπιστοσύνην, ὅτι ἐγὼ ἤθελον διεξαγάγει τὰ τῆς συζητήσεως διὰ τρόπου μὴ ἐπιβλαβοῦς. Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ φύσις τῆς ὑποθέσεως προσδιορίζει, ἂν ἡ περὶ αὐτῆς συζήτησις δύναται νὰ προξενήσῃ βλάβην εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ οὐχὶ αἱ ἰδιότητες τῶν περὶ αὐτῆς ἀγορευσόντων. Ὅθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀφείλει νὰ δηλώσῃ, ἂν ἡ συζήτησις δύναται νὰ ἀποβῇ ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα.
§42Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δηλῶ.
§43ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἁπλῶς δηλοῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ συζήτησις δύναται νὰ ἦναι ἐπιβλαβὴς, ἐγὼ, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ παύσω. Παρακαλῶ μόνον τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ν’ ἀναζητήσῃ πληροφορίας περὶ ὅσων εἶπε παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται καὶ ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι γνῶσιν.
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰς ἔχω πλήρεις καὶ ἐγγράφους, καὶ ἐκείνας τὰς ὁποίας κατέθηκα, καὶ ἐκείνας τὰς ὁποίας δὲν κατέθηκα, καὶ αἱ ὁποῖαι σᾶς περιμένουσιν, ἐὰν ἐξακολουθήσητε.
§45ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἐξακολουθήσω, ἀλλὰ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καταπαύω εὐχαρίστως, διότι δὲν ἐπιθυμῶ ἐγὼ νὰ δυσχεράνω οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος.
§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ παρουσιάζοντα πολλὰ τὰ περίεργα, καὶ ἓν εἶναι, ὅτι αἱ ἀποθῆκαι τῶν μονοπωλίων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εὑρίσκονται πολλάκις κεναὶ, ὄχι μόνον ἐκ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἔξωθεν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἅλατος, ὅπερ δὲν σπανίζει ἐν Ἑλλάδι βεβαίως. Καὶ ἐνῷ αἱ ἀποθῆκαι τοῦ μονοπωλίου εἶναι κεναὶ, παραπλεύρως, ἐν παντοπωλείοις ἢ ἄλλοις καταστήμασιν, ὑπάρχουσι τοιαῦτα εἴδη, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζεται πλέον ὁ λαὸς νὰ προμηθεύηται ἀντὶ τιμῆς ὑπερόγκου. Ἡ Κυβέρνησις κατέφυγεν εἰς ἑταιρίαν, ἵνα παρέχῃ εἰς τὸν λαὸν τὰ ἀντικείμενα τῶν μονοπωλίων, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ ἑταιρία θὰ διεχειρίζετο τὴν πώλησιν μετὰ μείζονος τάξεως καὶ μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς καὶ ἀκριβείας ἢ ὅπως συνήθως συμβαίνει διὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δυστυχῶς συνέβη ὅλως τὸ ἐναντίον, διότι πολλάκις, ὡς προεῖπον, αἱ ἀποθῆκαι εἰς τὰς ἐπαρχίας εὑρίσκονται κεναὶ, καὶ ἅλας δὲν εὑρίσκουν ἐν αὐταῖς, καὶ τρέχουν οἱ πολῖται καὶ ζητοῦσιν ἅλας ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, πληρόνοντες αὐτὸ ἀκριβώτερα. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ, πόθεν καὶ πῶς συμβαίνει αὐτό· εἶναι ἔργον αἰσχροκερδείας; εἶναι ἔργον ἀνθρώπων, οἵτινες θέλουν νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὸν λαὸν, μέχρις ὅτου τὸν ἀγάγωσιν εἰς τὴν ἐσχάτην πενίαν; Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ πρόστιμον εἰς τὴν ἑταιρίαν, ὅπως μὴ γίνηται τοῦτο εἴτε ἐν γνώσει εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἑταιρίας. Δέον νὰ παύσῃ ἡ τοιαύτη κερδοσκοπία, ἥτις πιέζει τοσοῦτον τὸν λαὸν καὶ τὸν ἀπελπίζει.
§47Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸν νόμον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ πρόστιμον μέχρι 500 δραχμῶν διὰ πᾶσαν παράβασιν τῆς ἑταιρίας, εἰς ἣν πολλάκις ἐπεβλήθη τὸ πρόστιμον τοῦτο. Ἤδη ἐδόθη τις ἐκ τοῦ προχείρου ἐξήγησις, ὅτι αἱ διαδόσεις περὶ προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως αὐξήσῃ τοὺς φόρους, προεκάλεσαν ἀγορὰς ἀνωτέρας τῶν ποσῶν, περὶ ὧν εἶναι ὑπόχρεως ἡ ἑταιρία νὰ προνοῇ, ἀλλὰ ταῦτα εἶναι σήμερον ὑπὸ ἐξέτασιν, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως θέλει μᾶς ὁδηγήσει περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, αἵτινες καθωρίσθησαν ἀκριβῶς εἰς πρόληψιν τοιούτων ἀνωμαλιῶν.
§48ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πολὺ σᾶς παρακαλῶ· διότι τὸ πετρέλαιον ἐν Πάτραις ἔφθασεν εἰς δραχ. 2,50 κατ’ ὀκᾶν, ἐν Αἰγίῳ εἰς 2,25, καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας ἴσως εἰς ἀνωτέραν τιμήν.
§49ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 55). Ὁ βουλευτὴς Πυλίας κ. Σάκκης ὑποβάλλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς.
§51ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ εἰσέτι δὲν ἀπεφάνθη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀποβληθέντος μαθητοῦ τοῦ Γυμνασίου Φιλιατρῶν Ἀθανασίου Σκλαβοῦνου. Συγχρόνως δέ, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· ἤτοι: 1) τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συλλόγου τῶν καθηγητῶν· 2) τὴν κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης γενομένην ἔφεσιν· 3) τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἀπόφασιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς· 4) τὴν κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου προσφυγὴν τοῦ Συλλόγου τῶν καθηγητῶν· 5) τὰς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπευθυνθείσας ἀναφορὰς τοῦ πατρὸς Λ. Σκλαβοῦνου, καὶ 6) τὴν τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Γυμνασίου.»
§52ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπιδιώκεται, Κύριοι, ἡ ἀπόλυσις τοῦ ἀστυνόμου τοῦ δήμου Δύμης. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι οὔτε περίεργον, οὔτε σπάνιον· ὁ τρόπος ὅμως, καθ’ ὃν ἐπιζητεῖται ἡ ἀπόλυσις τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις, ἐὰν δὲν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅσα θὰ ἀναφέρω, θὰ γείνῃ ἀκουσίως ἐργάτης σκανδάλου πρωτοφανοῦς. Ὁ Νομάρχης Ἀχαΐας ἐζήτησε παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν ἀποσπάσματα τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι κατὰ τοῦ Παναγιώτου Γαλανοπούλου, ἀστυνόμου τοῦ δήμου Δύμης. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ γραφεῖον τοῦ δικαστηρίου καὶ ὑπέβαλε πρὸς τὸν Νομάρχην τρία ἀποσπάσματα, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι ὁ Π. Γαλανόπουλος κατεδικάσθη κατὰ τρεῖς διαφόρους περιστάσεις εἰς φυλάκισιν διὰ διαφόρους πράξεις...
§53ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἦτο ἀστυνόμος;
§54ΧΟΪΔΑΣ. Οὔτε κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἦτο ἀστυνόμος, οὔτε πρίν, διότι ὁ ἀστυνόμος, περὶ οὗ πρόκειται, ἐπὶ 17 ἔτη ὑπηρέτησεν ὡς δικαστικὸς κλητὴρ, καὶ οὐδέποτε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο κατηγορήθη, οὔτε κατεδικάσθη, ἐπίσης δὲ ἀφ’ ὅτου εἶναι ἀστυνόμος... Ὁ Γαλανόπουλος ἐπληροφορήθη τὴν ἐνέργειαν ταύτην, καὶ βέβαιος ὤν, ὅτι οὐδεμία καταδικαστικὴ ἀπόφασις ὑπάρχει ἐναντίον του, ἐζήτησε νὰ ἴδῃ, ποῖαι εἶναι αἱ ἀποφάσεις, καὶ εὗρεν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις ἀφεώρων ἄλλον Π. Γαλανόπουλον, δὲν εἶχε δὲ τεθῇ μεταξὺ τοῦ ὀνόματος καὶ τοῦ ἐπωνύμου τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς, διότι ὁ μὲν καταδικασθεὶς εἶναι Π. Α. Γαλανόπουλος, ὁ δὲ ἀστυνόμος εἶναι Π. Γ. Γαλανόπουλος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν τῷ ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ἀπολύσεως τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν διὰ τῶν δικογραφιῶν τῶν ὑποθέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν αἱ ἀποφάσεις, ἀποσπάσματα τῶν ὁποίων ὑπεβλήθησαν, ἵνα χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἀστυνόμου, ἐκ τούτων δὲ θὰ προκύψῃ καὶ ἡ κατοικία καὶ τὸ ὄνομα τοῦ καταδικασθέντος, ὅτε θὰ πεισθῇ, ὅτι ὁ Π. Γ. Γαλανόπουλος, νῦν ἀστυνόμος, οὐδέποτε κατεδικάσθη.
§55ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα ἐκ Καλαμῶν, τοῦ Λεωνίδα Νικητοπούλου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεγνώσθη καὶ τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Δίκη δολοφόνων ἀδελφοῦ μου Κωνσταντίνου, ἐκ Χασάμπασα δήμου Ἰθώμης, ἐναντίον νόμου, ὡρίσθη ἐκδικασθῆναι ἐν Ναυπλίῳ 14 μεσοῦντος, τῇ ἀπαιτήσει νομάρχου Μπούτου, οὗτινος δολοφόνοι τυγχάνουσι φίλοι. Διέδωσαν μάλιστα ἐνταῦθα, ὅτι θριαμβευτικῶς ἀπαλλάσσονται. Παρακαλῶ, χάριν ἀνεπηρεάστου δικαιοσύνης, ἐκδίκασις ὑποθέσεως ταύτης ὁρισθῆναι ἀλλαχοῦ.» Ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου λαμβάνων ἀφορμὴν, συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὸν παρακαλῶ, ὅπως ἡ δίκη αὕτη ὁρισθῇ καὶ γείνῃ ἀλλαχοῦ, οὐχὶ δὲ ἐν Ναυπλίῳ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αἱ ὑπόνοιαι, αἱ ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἐκτιθέμεναι, ἦναι βάσιμοι, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀρθῇ πᾶσα ὑπόνοια, ὅτι ἡ δικαιοσύνη δύναται νὰ ἐνεργήσῃ μεροληπτικῶς, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως προσδιορισθῇ ἡ δίκη ἀλλαχοῦ.
§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅμοιον τηλεγράφημα ἐλήφθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἀμέσως ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ἀλλ’ ὡς γινώσκετε, ἐκ τοῦ νόμου ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ποῦ νὰ προσδιορίζῃ τὰς δίκας.
§57ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συστήσητε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τὸν ἀλλαχοῦ προδιορισμὸν τῆς δίκης.
§58ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ λάβω τὰς πληροφορίας, τότε θὰ ἴδω, ἂν πρέπῃ νὰ τῷ συστήσω, ἵνα ὁρίσῃ ἀλλαχοῦ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας ὑφισταμένης ἐμπορικῆς συμφωνίας τῆς 16/18 Ἰουλίου 1892.
§60ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δηλώσῃ τὸν λόγον, διατὶ δὲν περιέχεται ὡρισμένη προθεσμία εἰς τὴν σύμβασιν.
§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐδήλωσα προχθές, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκονται σήμερον τὰ δασμολογικὰ ἐν Γαλλίᾳ, δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως.
§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ πληροφορία τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ εἶναι πολύτιμος, ἐπιφυλάσσομαι δὲ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐκ τῶν περιεχομένων εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ δημοσιευθέντα ἐν τῇ Κιτρίνῃ Βίβλῳ, ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμος ἡ ἀοριστία αὕτη. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας, θὰ εὕρῃ δύο ἔγγραφα, ἀφορῶντα τὴν ἄνευ προθεσμίας σύμβασιν ταύτην, καὶ αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ συζητήσωμεν. Δὲν εἶναι αἱ περιπέτειαι τῆς Γαλλίας ἡ αἰτία τῆς ἀοριστίας ταύτης, ἀλλὰ σύστημα προδιαγεγραμμένον, λίαν ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον καὶ τὴν ἑλληνικὴν παραγωγὴν, καὶ τὴν ἀοριστίαν ταύτην δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποδεχθῇ κατ’ οὐδένα λόγον ἡ Κυβέρνησις.
§63ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συμβάσεως ταύτης, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰ δυνατὸν, ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προβαίνῃ εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως ὑπὸ ὅρους καλλιτέρους, πρὸ πάντων διὰ τὴν σταφίδα.
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτων. Ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ ἐργαζομένη.
§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν ζητῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Θεωρῶ τὴν σύμβασιν ταύτην ὡς ἔνδειξιν πραγματικὴν αἰσθημάτων φιλίων ἐκ μέρους τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, πῶς ἡ σύμβασις αὕτη θέλει λήξει. Ἂν πρόκηται νὰ λήξῃ διὰ συνομολογήσεως ὁριστικῆς συμβάσεως, ἡ λῆξις εἶναι ὡρισμένη· ἂν ὅμως ἄνευ συμβάσεως, δὲν βλέπω πῶς θὰ λήξῃ· θὰ λήξῃ διὰ προηγουμένης εἰδοποιήσεως τῶν δύο Κυβερνήσεων; Πότε θὰ γείνῃ ἡ εἰδοποίησις αὕτη, καὶ ἐντὸς πόσου χρονικοῦ διαστήματος ἀπ’ αὐτῆς θέλει λήξει; Διότι βεβαίως λῆξις ἀπότομος δύναται νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Ὑπάρχει σύμβασίς τις, συνεννόησίς τις, ὁρίζουσα τὴν λῆξιν τῆς συμβάσεως;
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ ἀνταλλαγαὶ τῶν σκέψεων, αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι καὶ διὰ τῆς ἐν Παρισίοις Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, ἀμέσως συνεννοουμένης μετὰ τοῦ ἐκεῖ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐνταῦθα διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλίας, αἱ ἀνταλλαγαὶ, λέγω, τῶν σκέψεων αἱ ἐπανειλημμένως γενόμεναι καὶ διαρκῶς ἐπαναλαμβανόμεναι, παρέχουσιν εἰς ἡμᾶς πᾶσαν ἐλπίδα, ὅτι θέλει λήξει ἡ σύμβασις αὕτη διὰ συνομολογήσεως ὁριστικῆς.
§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ συμβάσεων, ἡ ἐλπὶς δὲν εἶναι ἐπαρκής. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ΑΨΠʹ περὶ οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τροπολογίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν ὑποβληθείσης).
§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐβελτίωσε βεβαίως τὸ ἄρθρον, συμφώνως μὲ τὰς συστάσεις καὶ τὰς εὐχὰς, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον οἱ οἰνοπνευματοπῶλαι Πατρῶν· ἑπομένως ὁπωσδήποτε ἐπῆλθε μία ὠφέλεια ἀρκετὰ οὐσιώδης. Ἀλλὰ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐν τῷ ὑπομνήματι ἐκτιθέμενα ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 2, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπόῤῥοια πείρας καὶ πρακτικῶν παρατηρήσεων, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ διαφορὰ, ἡ ὁποία παρουσιάζεται μεταξὺ τῶν παραγωγῶν δευτέρας καὶ τρίτης κατηγορίας, εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον προβλέπει. Καθὼς παρετηρήσατε ἐν τῷ ὑπομνήματι ἐκείνῳ, οἱ ἀναφερόμενοι ἰσχυρίζονται,—καὶ ἰσχυρίζονται βεβαίως ἐκ μακρᾶς πείρας,—ὅτι ἡ παραγωγὴ τῆς τρίτης κατηγορίας διὰ συνεχοῦς ἐργασίας καὶ διὰ τῶν ἀνακαθαρτήρων, τῶν δι’ ἀτμοῦ ἐργαζομένων, εἶναι τόσον μεγαλειτέρα, ὥστε ἡ διαφορὰ τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται, εἶναι ἐντελῶς δυσανάλογος. Ἐπὶ μὲν τῆς δευτέρας κατηγορίας ἐπιβάλλονται τέσσαρες χιλιάδες δραχμῶν, ἐπὶ δὲ τῆς τρίτης κατηγορίας ἓξ χιλιάδες δραχμῶν, ἐνῷ ἰσχυρίζονται διὰ πραγμάτων καὶ παραδειγμάτων, ὅτι εἶναι εἰκοσαπλασία καὶ τριακονταπλασία ἡ παραγωγὴ τῶν τῆς τρίτης κατηγορίας ἀπὸ τῶν τῆς δευτέρας, καὶ παραπονοῦνται, λέγοντες, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ δὲν θὰ δυνηθῶσιν οἱ τῆς δευτέρας κατηγορίας νὰ συναγωνισθῶσι μετὰ τῶν παραγωγῶν τῆς τρίτης κατηγορίας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, ἐπὶ μὲν τῆς δευτέρας κατηγορίας νὰ ὁρισθῇ εἰς τέσσαρας χιλιάδας δραχμῶν ὁ φόρος, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς τρίτης νὰ ὁρισθῇ εἰς δέκα χιλιάδας.
§71Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ἐπράξαμέν τι πλέον, διότι ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 2 λέγομεν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐτήσιον δικαίωμα τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν ἀνακαθαρτήρων καὶ στηλῶν τῶν ὑπαχθέντων εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν οἰνοπνευματοποιείων τρίτης κατηγορίας δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ κατώτερον τῶν τριάκοντα χιλιάδων δραχμῶν».
§72ΡΙΚΑΚΗΣ. Δι’ ἕκαστον;
§73Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς πληροφορήσητε, πόσα εἶναι τὰ καταστήματα ταῦτα τῆς τρίτης κατηγορίας;
§75Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τρία τὸ ὅλον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν).
§77ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅπως θέλετε παρατηρήσει, διὰ τοῦ αὐτοῦ ὑπομνήματος τῶν ἐν Πάτραις οἰνοπνευματοποιῶν καὶ ποτοποιῶν ὑποβάλλεται μία παρατήρησις ἀρκετὰ σπουδαία, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἰσχυρίζονται οἱ ἀναφερόμενοι, ὅτι πολλοὶ ποτοποιοὶ δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι μὲ τοὺς πωλητὰς τῶν ποτῶν τῶν εἰσερχομένων ἔξωθεν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον λαθραίως, καὶ ἑπομένως ζητοῦσιν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐξελέγξεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ γείνῃ δυνάμει τῶν περὶ λαθρεμπορίου νόμων, νὰ ληφθῇ μία πρόνοια, ὥστε οἱ πωληταὶ ἡδυπότων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν προέλευσιν τῶν τοιούτων ποτῶν, νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ὡρισμένην ποινήν· καὶ ζητοῦσι μὲν αὐτοὶ νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο περιττὸν, ἐὰν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐτίθετο ἡ διάταξις, ὅτι οἱ ὁπωσδήποτε πωλοῦντες ποτὰ, τῶν ὁποίων δὲν δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν προέλευσιν, θεωροῦνται ὡς λαθρέμποροι.
§78Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὡς ὀρθὴν τὴν παρατήρησιν ταύτην τῶν ποτοποιῶν Πατρῶν, διότι δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς πωλήσεως τῶν ποτῶν, πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ποτῶν· ὁ ποτοποιὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραπονῆται, ἐὰν ἄλλος, κατασκευάσας ποτὰ, ἀποφεύγῃ τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθῶνται τὰ ποτὰ εἰς τὰ καταστήματα τῆς πωλήσεως. Ὁ κατασκευαστὴς, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι λαθραίως κατεσκεύασε, θὰ τιμωρηθῇ, ἀλλὰ τὸ ποτὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατάσχηται ἐν ταῖς χερσὶν ἄλλου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἀπαίτησις καὶ τῶν ἐκ Πατρῶν ποτοποιῶν, ὡς καὶ τῶν ἐνταῦθα, ἦτο ἄλλη. Οὗτοι παραπονοῦνται κατὰ τῶν λαθραίως κατασκευαζόντων ποτὰ, λέγουσι δ’ ὅτι τὰ ποτοπωλεῖα εἶναι καὶ ποτοποιεῖα, καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἀσκεῖται ἐπαρκὴς ἔλεγχος ἐπὶ τὴν κατασκευήν· ἀλλ’ ἡ νομοθεσία παρέχει δικαιώματα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως αὕτη ἐπιτηρῇ τὴν κατασκευὴν τῶν ποτῶν. Οἱ ποτοποιοὶ ἔχουσι καὶ ἄλλην ἀξίωσιν· νὰ γένηται ἐλάττωσις καὶ διαβάθμισις τῆς φορολογίας. Ἀμφότερα ταῦτα ἐγένοντο, οὐχὶ ἐφ’ ᾧ μέτρῳ ἐζητήθησαν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ληφθέντων ὑπ’ ὄψει τῶν παραπόνων τῶν ποτοποιῶν.
§79ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται ἡ παρατήρησις ἐν τῷ ὑπομνήματι τῶν οἰνοπνευματοποιῶν (ἀναγινώσκει): «Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τῆς δευτέρας κατηγορίας, ἔχοντες ἄμεσον συμφέρον, τὸ τῆς καταναλώσεως δηλονότι τοῦ οἰνοπνεύματος, θὰ ἐνισχύσωσιν εἰς τὴν καταδολίευσιν τοῦ νόμου τοὺς ἐμπόρους ἀποικιακῶν καὶ πνευματοπώλας, οἵτινες κλπ. θὰ κατασκευάζωσι ῥούμια, κονιὰκ καὶ διάφορα ἡδύποτα, πρὸ βλάβην τῶν ποτοποιῶν κλπ.» Λοιπὸν οὗτοι, ὁποθενδήποτε καὶ ἂν προέρχωνται τὰ ποτὰ, ἅμα δὲν δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν προέλευσίν των, νὰ θεωρῶνται ὡς λαθρέμποροι.
§80Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἔννοια τῆς παραστάσεως. Ἡ ἔννοια αὐτῆς εἶναι, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ποτοποιοὶ εὐκόλως προμηθεύονται τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα χρήσιμα πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος, προμηθευόμενοι ἐνταῦθα ὀλίγον οἰνόπνευμα παρὰ τῶν ἐκ συστήματος ποτοποιῶν, δύνανται νὰ πολλαπλασιάζωσι τὸ φορολογημένον τοῦτο οἰνόπνευμα διὰ τῶν ἀφορολογήτων ἐκείνων ὑλικῶν. Ζητοῦσι λοιπὸν νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅπως οἱ οὕτω κατασκευάζοντες ποτὰ, ἄνευ δηλώσεως ὅτι εἶναι ποτοποιοὶ, καταδιώκωνται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἀνεγνώσθη, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 4).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§82ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν νὰ προσέξῃ εἰς τὸ τέταρτον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον προβλέπει, ὅτι ὁ ἔφορος χορηγεῖ εἰς τοὺς δηλοῦντας «τὴν ἄδειαν τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος, ἰσχύουσαν ἐπὶ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν, συμφώνως τῇ δηλώσει, ποιήσονται ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν». Καθὼς γνωρίζετε ἡ ἀπόσταξις ἰδίως τῶν τῆς πρώτης κατηγορίας ἄρχεται μόλις κατὰ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, μετὰ τὸν τρυγητὸν, ἐνίοτε δὲ τὸν Ὀκτώβριον ἢ τὸν Νοέμβριον. Τινὰ ἐκ τούτων τελειόνουν τὴν 30 Δεκεμβρίου, ἄλλα ὅμως, καθυστερήσαντα, δὲν ἔχουν τελειώσει, ἑπομένως τοῖς ὑπολείπεται 20 ἢ 30 ἡμερῶν ἐργασία κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1893, διὰ νὰ τελειώσουν τὴν ἐργασίαν τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας. Αὐτοὶ θὰ εὑρεθῶσιν εἰς δίλημμα, διὰ 20 ἢ 30 ἡμερῶν ἐργασίαν κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1893, ὅταν θ’ ἀρχίσῃ ἐφαρμοζόμενος ὁ νόμος, νὰ πληρώσουν δικαίωμα πολὺ μεγαλείτερον παρὰ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔχουσι προπωλήσει τὴν σοῦμαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τῆς σήμερον, ἡ ὁποία εἶναι μικροτέρα, διότι δὲν ἐπιβαρύνεται μὲ πέντε ἢ δέκα λεπτὰ περισσότερον κατ’ ὀκᾶν ὡς ἐκ τοῦ φόρου. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι διὰ τὰς 15 ἡμέρας θὰ πληρώσουν 250 δραχμὰς διὰ 500 ὀκάδας, καὶ ἂν οἱ λέβητές των ἔχωσι μείζονα χωρητικότητα, τότε πολὺ πλέον. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν ἐπιεικέστερον διὰ τοὺς ἔχοντας ἀκόμη ἡμιτελῆ τὴν ἐργασίαν των, ἡ ὁποία θὰ τελειώσῃ ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου, νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος παρὰ ἀπὸ τῆς νέας ἐσοδείας.
§83Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν βλέπω λόγον τοιαύτης διακρίσεως. Ὡς πρὸς μὲν τὴν πρώτην παρατήρησιν, εἴτε τὸ ἔτος ἄρχεται τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1893 καὶ λήγει τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1894, εἴτε ἄρχεται τὸν Νοέμβριον τοῦ 1892 καὶ λήγει τὸν Νοέμβριον τοῦ 1893, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφορὰ, διότι ὁ αὐτὸς ἀριθμὸς τῶν μηνῶν περιλαμβάνεται, ἀλλ’ ἐν ταύτῃ τῇ περιπτώσει Νοέμβριος εἶναι ὁ τοῦ 1892, ἐν ἐκείνῃ δὲ ὁ τοῦ 1893. Ἡ ἄλλη διάκρισις δὲν βλέπω πῶς δύναται νὰ γείνῃ, διότι πάλιν ἡ πληρωμὴ θὰ καταλογισθῇ ἐπὶ ἓν ἔτος. Ὁ πληρόνων τὸν Ἰανουάριον θὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ζημίαν τὸν ἑπόμενον Νοέμβριον, ὅτε δὲν θὰ πληρώσῃ· ἡ πληρωμὴ εἶναι ἡ αὐτὴ ἐν ἀμφοτέραις ταῖς περιπτώσεσιν· ἂν δ’ ἐν ταύτῃ τῇ περιπτώσει καταλογίζηται τὸ κέρδος εἰς τὸν Νοέμβριον τὸν παρελθόντα, ἐν τῇ ἄλλῃ δὲ εἰς τὸν Νοέμβριον, τὸν μέλλοντα, μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ περιπτώσει καταβάλλει ὀλίγους μῆνας πρότερον τὸ ποσὸν, ὅπερ πάντως ἤθελε καταβληθῆ.
§84ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ εἶναι τόσον σαφὴς, ὥστε ἀπορῶ, πῶς ἠγέρθη ἀντίῤῥησις. Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἔχοντες τὸ ἔργον τοῦτο, ὑπελόγισαν τὰς δαπάνας των καὶ τὰς πληρωμάς των, τοῖς ὑπολείπεται δὲ ὀλίγος καιρὸς διὰ νὰ τελειώσουν τὰς ἐργασίας των, καὶ ὅμως ὑμεῖς τοῖς λέγετε: «πληρώσατε ἀπὸ τοῦδε διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος». Ἐνδέχεται αὐτοὶ νὰ μὴ ἔχουν διάθεσιν ἢ συμφέρον νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν ἐργασίαν των καὶ τὸν ἑπόμενον Νοέμβριον, ὑπολογίζοντες καὶ τὰ μεγάλα βάρη, τὰ ὁποῖα νῦν τοῖς ἐπιβάλλετε. Λοιπὸν καὶ δίκαιον καὶ ὀρθὸν εἶναι ν’ ἀφήσητε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ν’ ἀποπερατώσωσι τὰς ἐργασίας των ὑπὸ τὸν ἰσχύοντα νόμον, καὶ κατόπιν δύνασθε νὰ λάβητε ἕτερα μέτρα, καὶ νὰ ἐπιβάλητε αὐτοῖς μεγαλείτερα βάρη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ΑΤΝʹ νόμου τῆς 21 Ἰανουαρίου 1886.
§86ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρήσας τὸν προϋπολογισμὸν εἶδον, ὅτι ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ φόρου τούτου, εἶναι 350 χιλιάδων δραχμῶν· ἀλλ’ ἵνα αἱ 350 αὗται χιλιάδες δραχμαὶ εἰσπραχθῶσι, δέον νὰ μετέλθῃ ἡ Κυβέρνησις σύστημα καταθλιπτικώτατον, τὸ ὁποῖον θὰ βλάψῃ περισσότερον τὴν οἰνοπαραγωγὴν, τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν, ἡ ὁποία ὁσημέραι ἀναπτύσσεται, ἢ ὅσον θὰ ὠφελήσῃ τὸ Δημόσιον. Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι φόρος λελογισμένος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἐνῷ δὲ εἶναι τοιοῦτος ὁ φόρος, πρόκειται νὰ εἰσπραχθῇ διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐνοικιάσεως, τοῦ ὀλεθρίου αὐτοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατεπολέμησεν ἄλλοτε, καταργήσας ἐν οὐ δέοντι τὸν φόρον τῆς δεκάτης· καὶ ἐνῷ τότε ἦτο ἐχθρὸς ἀμείλικτος τοῦ συστήματος αὐτοῦ, σήμερον τὸ ἐπαναφέρει, καὶ τὸ ἐπαναφέρει διὰ προϊόν, τὸ ὁποῖον τὴν σήμερον εἶναι προϊὸν παραγόμενον εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὥστε ἡ καταπίεσις εἶναι γενική. Εἶναι προτιμότερον τὰ καταφύγῃ εἰς ἄλλον τινὰ φόρον, ὅπως πορισθῇ τὴν τοιαύτην πρόσοδον ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἂς ἐπιβάλῃ ἀκόμη καὶ προσωπικὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀτόμων εἰς τὰς πόλεις 1 ἢ 1½ δραχμὴν κατὰ κεφαλήν, ἀλλὰ ἂς μὴ καταφύγῃ εἰς φόρους καταθλιπτικούς, οἱ ὁποῖοι εἰς μὲν τὸ Δημόσιον δίδουσιν ἐλαχίστην ὠφέλειαν, εἰς δὲ τὰ ὄργανα αὐτοῦ παρέχουσι τὰ μέσα τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς ἐσχάτης καταπιέσεως. Ἐὰν τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ 350 χιλιάδας, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας θὰ ἐκμυζήσωσιν ἀπὸ τὸν πτωχὸν λαὸν περισσότερον ἀπὸ 500 καὶ 600 χιλιάδας. Ἡ καταπίεσις, ἡ ὁποία ἐξασκεῖται ἐπὶ τοῦ λαοῦ, κύριε Πρόεδρε, εἶναι κἄτι τι τερατῶδες, καὶ λυποῦμαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐπασχολουμένη εἰς τὴν πολιτικήν, δὲν στρέφει τὴν προσοχήν της πρὸς τὴν διοίκησιν, ἵνα ἴδῃ ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, καὶ μετέλθῃ πᾶν μέσον, ὅπως σώσῃ αὐτὸν ἀπὸ τὴν μεγάλην καταπίεσιν, ἀπὸ τὴν λῃστείαν, τὴν ὁποίαν μετέρχονται διάφοροι τάξεις ἀνθρώπων τὴν σήμερον. Πρὸ μικροῦ ἔκαμα λόγον περὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Τί πράττει αὐτὴ ἡ ἑταιρία, εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ ὀδυνηρόν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔχομεν τόσα, τὰ ὁποῖα καταπιέζουσι τὸν λαὸν, νὰ καταφύγωμεν καὶ εἰς τοιούτους φόρους, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καλὸν, δὲν εἶναι συνετὸν, δὲν εἶναι κυβερνητικῆς πατρικῆς προνοίας ἴδιον.
§87Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τούτου θέλει ἀποδειχθῆ λίαν καταθλιπτικόν· καὶ τῷ ὄντι, ἂν ἐπεβάλλετο τὸ σύστημα τοῦτο μόνον χάριν τῆς φορολογίας τῆς νῦν, ἐξ ἧς ἀνηγγέλθη προσδοκία προσόδου 350 χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως, δὲν θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ προσφυγὴ εἰς αὐτό· ἀλλὰ τὸ σύστημα ὑφίσταται, καὶ δὲν ἐπινοεῖται νέον· τὸ σύστημα ὑφίσταται πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ κειμένου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ συστήματος τούτου θὰ ἐπιπροστεθῇ καὶ ἡ φορολογία ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Σήμερον ὑφίσταται τὸ σύστημα τοῦτο, ὅπερ οὐδόλως ἐγκρίνω, ἀλλ’ ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι κεῖται ἀποδίδον φόρον ἑνιαῖον καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, φόρον παραγωγῆς· ἐπὶ τῷ αὐτῷ συστήματι βεβαιώσεως προσθέτομεν καὶ φόρον καταναλώσεως, ὅστις ἐπὶ τοῦ οἴνου εἶναι δίκαιος. Ἀποτέλεσμα τοῦ μέτρου εἶναι, ὅτι θὰ βεβαιῶται ἐπὶ τῷ συστήματι φόρος ἐπὶ ἑνιαίῳ μέτρῳ δύο λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν καὶ τῶν προσθέτων ποσοστῶν, καὶ φόρος ἀναλογικὸς πρὸς τὸν πληθυσμὸν ὁ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθοριζόμενος τοῦ ἡμίσεως λεπτοῦ μέχρι τῶν δύο λεπτῶν. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ χαρακτηρίσωμεν τὸν νόμον τοῦτον πιεστικὸν ἐν τῇ βεβαιώσει, διότι ἡ βεβαίωσις εἶναι αὐτὴ ἡ νῦν κειμένη, μόνη δὲ πίεσις ἐκ τοῦ νόμου τούτου εἶναι ἡ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐπὶ τῇ βεβαιώσει ἀποδοτέου φόρου, ἀλλ’ ἡ αὔξησις γίνεται κατὰ τρόπον, τὸν ἥκιστα πιεστικὸν, ὡς παρακολουθοῦσα τὴν κατανάλωσιν καὶ οὐχὶ τὴν παραγωγήν· ὅταν δὲ ἐπὶ κέντρου πληθυσμοῦ μεγαλειτέρου ἐπιβάλληται βαρύτερον τὸ τέλος, ὡς προσήκει εἰς φόρον καταναλώσεως, ἡ ἐπίπτωσις τῆς φορολογίας ἐν τῷ συνόλῳ εἶναι πολὺ ἐλαφροτέρα. Αὕτη ἦτο ἡ ἰδέα, ἡ ὑπαγορεύσασα τὴν διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως. Ἴσως προϊόντος τοῦ χρόνου ἐπιτευχθῇ μετὰ τὴν τοιαύτην ἀρχὴν νὰ καταργηθῇ ὄχι αὐτὸς ὁ νῦν εἰσαγόμενος φόρος, ἀλλ’ ὁ φόρος ὁ ἀρχικὸς, ἐπεκτεινομένου τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως, τουτέστιν ἐπανερχομένης τῆς νομοθεσίας εἰς τὸ σύστημα τὸ ἀντικαταστηθὲν διὰ τοῦ νῦν κειμένου τῆς ἐγγείου φορολογίας ἐπὶ τοῦ οἴνου.
§88ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπιδεινοῦται, Κύριοι, τὸ ἄθλιον καὶ βάρβαρον σύστημα τῆς διὰ τῆς ἐνοικιάσεως εἰσπράξεως τοῦ φόρου διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ ἐπιδεινοῦται κατὰ τρόπον λίαν καταθλιπτικόν· διότι, ἀφοῦ γίνεται ἡ πρώτη βεβαίωσις τοῦ οἴνου καὶ γίνονται καταμετρήσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραγωγὴν, δὲν ἀρκούμεθα εἰς αὐτὰς, ἀλλὰ χάριν ἐλαχίστου φόρου προερχόμεθα εἰς ἄλλας καταμετρήσεις καὶ ἄλλας πιέσεις· προσθέτομεν λοιπὸν ἐπὶ τοῦ κακοῦ καὶ ἄλλο κακόν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ κακὸν, Κύριοι· ἐὰν ὁ φόρος αὐτὸς ἐπεβάλλετο εἰς τοὺς πραγματικοὺς οἰνοπώλας, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετέρχονται τὸ ἔργον τῆς πωλήσεως τοῦ οἴνου, ὑποφερτὸν, ἀλλὰ ἐπιβάλλεται καὶ εἰς πάντα, ὅστις πωλεῖ λιανικῶς οἶνον, δηλ. καὶ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην...
§89Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν περιλαμβάνεται ὁ ἰδιοκτήτης ἐνταῦθα.
§90ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Περιλαμβάνεται καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος ἔχει ἓν περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἐκράτησε πρὸς χρῆσίν του· ἐγὼ ὁ ἴδιος τώρα πωλῶ τὸ γλεῦκος, ἄλλοτε ὅμως ἀπεθήκευον τὸ κρασί μου καὶ τὸ μετεχειριζόμην πρὸς χρῆσίν μου καὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων, ὅ,τι δ’ ἐπερίσσευε τὸ ἐπώλουν· λοιπὸν καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι οἱ κτηματίαι καὶ οἱ χωρικοὶ θὰ ὑποβάλλωνται εἰς αὐτὴν τὴν καταπίεσιν, καὶ τοιουτοτρόπως γίνεται μία καταπίεσις ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρέχουν εἰς τὸν τόπον τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως, καὶ ἀσκεῖται μία καταπίεσις, ἡ ὁποία ἐξευτελίζει τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔρχωνται εἰς διαπραγματεύσεις μὲ τὰ ἔσχατα ὄντα τῆς κοινωνίας, διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ ἀποφύγουν τὴν καταπίεσιν καὶ τὴν ἄδικον φορολογίαν. Λοιπὸν δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθόν. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι διὰ 350,000 δραχμὰς δὲν νομίζω ὅτι ἦτο δίκαιον, ἀφοῦ ἔχομεν τὸ κακὸν, νὰ τὸ ἐπιδεινώσωμεν ἀκόμη. Καταφύγετε καὶ εἰς ἄλλους φόρους, ἐὰν θέλητε νὰ αὐξήσουν τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους φόρους νὰ τοὺς διπλασιάζητε καὶ τριπλασιάζητε, καὶ νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν καὶ εἰς ἄλλα ἀντικείμενα φορολογίας, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι κυβερνητικῆς προνοίας ἴδιον.
§91Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι τὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐφαρμόζονται εἰς τοὺς παραγωγούς· εἶπε μάλιστα, ὅτι, ἐὰν ἐφηρμόζοντο εἰς τοὺς οἰνοπώλας μόνον, δὲν θὰ εἶχεν ἀντίῤῥησιν. Ἀλλὰ μόνον εἰς τοὺς οἰνοπώλας ἐφαρμόζονται. Κατὰ τὸ σύστημα τὸ πρὸ τοῦ σήμερον ἐν ἰσχύϊ, ὑπῆρχον καὶ εἰδικαὶ διατάξεις περὶ τοῦ οἴνου τοῦ πωλουμένου ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν· πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ διατάξεις ἤδη δὲν ἐπανέρχονται ἐν ἰσχύϊ, ἀποδίδεται δὲ ἡ ἰσχὺς ἐκ τοῦ παλαιοῦ ἐκείνου συστήματος μόνον εἰς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ καταστήματα τῆς λιανικῆς πωλήσεως. Μόνον ἐν καταστήμασι λιανικῆς πωλήσεως ἀποθηκευομένου τοῦ οἴνου, ὑποβάλλεται οὗτος εἰς τὴν φορολογίαν τὴν κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ δὲ οἶνος ὁ παραγόμενος ὑπὸ τοῦ πωλοῦντος δὲν ὑποβάλλεται εἰς φόρον καταναλώσεως· τοῦτο δὲ εἶναι ἄξιον λόγου, διότι ἐν ταῖς περιφερείαις τῆς παραγωγῆς εἴθισται, καὶ ἐν αὐταῖς ἔτι ταῖς μεγάλαις πόλεσι, ταῖς ἐν τοιαύταις περιφερείαις, νὰ γίνηται πώλησις λιανικὴ ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου· εἴθισται ἐν ταῖς πόλεσι ταύταις κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀποθηκεύσεως τοῦ οἴνου νὰ γίνηται εἰδοποίησις παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν διὰ σημείων γνωστῶν εἰς τὸν τόπον, ὅτι ἐντὸς τῆς οἰκίας αὐτῶν ἠνοίχθη βαρέλιον οἴνου, καὶ θέλει καταναλωθῆ ἐν διαστήματι 24 ἢ 48 ὡρῶν. Ἡ τοιαύτη λιανικὴ πώλησις οὐδόλως ὑποβάλλεται εἰς τὴν φορολογίαν· εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ νόμου τούτου ὑποβάλλεται μόνον ἡ λιανικὴ πώλησις ἐν καταστήμασι συστηματικῶν πωλητῶν οἴνου. Ἡ δὲ ἔννοια αὕτη τοῦ νόμου προκύπτει ἐκ τούτου, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου εἶναι αἱ τοῦ προϋπάρχοντος νόμου, τοῦ ἀντικαταστηθέντος ὑπὸ τοῦ νῦν κειμένου, ἄνευ τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν λιανικὴν πώλησιν, τὴν γιγνομένην ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἄλλως, ἐὰν περὶ τούτου ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ τις ἀμφιβολία, αἱ διδόμεναι ἤδη ἐξηγήσεις, ἀναγραφόμεναι ἐν τοῖς πρακτικοῖς, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς εἰς ἄρσιν αὐτῆς.
§92ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ προέβην εἰς τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι «λιανικὴ πώλησις θεωρεῖται ἡ κατὰ ποσὸν κατώτερον τῶν 100 ὀκάδων». Λοιπὸν ἐγὼ, ὅταν εἶχον εἰς τὴν ἀποθήκην μου οἶνον, ἤρχετο ὁ παντοπώλης καὶ ἠγόραζε 30, 40 ἢ 50 ὀκάδας, —καὶ 10 ὀκάδας ἠδύνατο νὰ ἀγοράσῃ, —ἀλλὰ δὲν εἶμαι οἰνοπώλης, δὲν ἔχω κατάστημα, οὐχ ἧττον πωλῶ λιανικῶς τὸν οἶνόν μου, ὅταν μοὶ περισσεύῃ. Βεβαίως λοιπὸν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι, ὅταν οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι δὲν μετέρχονται τὸ ἔργον τοῦ οἰνοπώλου, πωλοῦν καὶ τὸν οἶνόν των τὸν περισσεύοντα, δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν φορολογίαν.
§93ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἓν πρόσφατον παράδειγμα πρέπει νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς καταχώρησις τῆς γνώμης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ δυνάμεθα νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὸ γράμμα τοῦ νόμου οὕτως, ὥστε νὰ δίδῃ τὴν ἔννοιαν ταύτην· τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἀκριβῶς δίδει τὴν ἀντίθετον ἔννοιαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι τὸ γράμμα τοῦ νόμου δὲν ἐξαιρεῖ τοὺς ἰδιοκτήτας, τοὺς ἔχοντας ἀποθήκας καὶ πωλοῦντας οἶνον λιανικῶς· ἀπ’ ἐναντίας τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι γενικὸν καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπιβάλλεται δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ἀποταμιευομένου οἴνου πρὸς λιανικὴν πώλησιν ἐν ἀποθήκαις καὶ καταστήμασι, προσιτοῖς εἰς τὸ κοινὸν, κλπ.» Πρόκειται περὶ ἀποθηκῶν καὶ περὶ καταστημάτων. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὰ καταστήματα καὶ τὰς ἀποθήκας ταύτας, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι προσιτὰ εἰς τὸ κοινὸν, ἀλλὰ προσιταὶ εἰς τὸ κοινὸν εἶναι καὶ αἱ οἰκίαι τῶν ἰδιοκτητῶν, εἰς τὰς ὁποίας προσκαλεῖται τὸ κοινὸν νὰ ἀγοράσῃ οἶνον. Νομοθετοῦντες σήμερον, νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ νομοθετῶμεν σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἔχῃ ὁ νόμος, καὶ ὄχι διὰ δηλώσεως ἐν τοῖς πρακτικοῖς, δηλώσεως ἀντιφατικῆς πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ νὰ περιορίσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου· διότι καὶ προχθὲς ἀκόμη, προκειμένου λόγου περὶ νόμου ἀφορῶντος τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, οὐ μόνον ἐδήλωσεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου τούτου, τί ἐννοεῖ ἐπὶ ὡρισμένου ἄρθρου, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα ἀνέπτυξε τοῦτο· ἀλλὰ καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν ἀλλοίαν γνώμην, καὶ ἐφαρμόζεται σήμερον γνώμη ἀντίθετος τῶν γενομένων δηλώσεων.
§94Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τοῦ νομοσχεδίου διάταξις εἶναι αὐτὴ ἡ τῆς πρότερον κειμένης νομοθεσίας, ἐν ἐκείνῃ δὲ ταύτην εἶχε τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἀποθῆκαι καὶ καταστήματα προσιτὰ εἰς τὸ Δημόσιον θεωροῦνται τὰ οἰνοπωλεῖα· δυνάμεθα ὅμως, ἐὰν νομίζητε ὅτι ἡ φράσις «προσιτὰ εἰς τὸ κοινὸν» δὲν εἶναι ἀποχρῶσα ἐξήγησις, δὲν χαρακτηρίζει ἀποχρώντως τὸ οἰνοπωλεῖον, νὰ θέσωμεν «συστηματικῶς προσιτὰ εἰς τὸ κοινόν».
§95ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἐξαιρέσωμεν τοὺς ἰδιοκτήτας.
§96Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις ἐξαιροῦσα τοὺς ἰδιοκτήτας, διότι δύναται ὁ οἰνοπώλης νὰ ἔχῃ ἴδιον οἶνον, καὶ θὰ ὑπάρξῃ δυσχέρεια πρὸς διάκρισιν τοῦ οἴνου τῆς ἰδίας αὑτοῦ παραγωγῆς, καὶ τοῦ ἄλλου, ὃν ἠγόρασεν, ἐνῷ, ὅταν ᾖναι οἰνοπώλης, πρέπει πᾶς ὁ οἶνος αὐτοῦ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν φορολογίαν. Ἀλλ’ ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας τῶν «προσιτῶν εἰς τὸ κοινὸν», ἂς ὁρισθῇ «συστηματικῶς προσιτὰ εἰς τὸ κοινόν».
§97ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατ’ ἐπάγγελμα.
§98Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ῥηθῇ «κατ’ ἐπάγγελμα», διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἀναγνωρίζεται πώλησις οἴνου παρὰ οἰνοπωλῶν, ἀναγνωρίζεται πώλησις οἴνου καὶ παρὰ ἐπιτηδευματιῶν ἄλλων, οἵτινες, ἐπειδὴ πωλοῦσι καὶ οἶνον, ὑποβάλλονται εἰς ἀνωτέραν κλάσιν τοῦ τιμολογίου τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ἀλλὰ δὲν ὀνομάζονται οἰνοπῶλαι, δὲν χαρακτηρίζονται ὡς τὸ ἐπάγγελμα οἰνοπῶλαι. Ἡ προσθήκη εἶναι ἐντελῶς περιττὴ, ὅταν ὁρισθῇ τὸ «συστηματικῶς».
§99ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. «Ἐν καταστήματι ἐμπορικῷ» νὰ τεθῇ, κύριε Πρόεδρε. Ὅσοι εἶναι μπακάληδες, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ οἶνον.
§100Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ «συστηματικῶς» ἀρκεῖ· «συστηματικῶς προσιτοῖς εἰς τὸ κοινόν».
§101Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφοῦ, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐξαιροῦνται οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ πωλοῦντες λιανικῶς τὸν οἶνον, νομίζω συμφωνότερον νὰ εἴπωμεν: «Ἐπιβάλλεται δικαίωμα καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ἐξ ἀγορᾶς πρὸς μεταπώλησιν οἴνου».
§102Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν πρέπει νὰ τεθῇ οὕτω· διότι ὁ οἰνοπώλης, ὁ ἔχων καὶ ἴδιον οἶνον ἐν τῇ ἀποθήκῃ, θὰ γεννᾷ πράγματα τῇ ὑπηρεσίᾳ, δὲν εἶναι δὲ δίκαιον, ὁ συστηματικὸς οἰνοπώλης νὰ μὴ ὑποβάλληται καὶ διὰ τὸν ἴδιον οἶνον εἰς τὴν φορολογίαν τῆς καταναλώσεως. Ἡ φορολογία ἐπὶ τῆς καταναλώσεως πρέπει νὰ ἐπιβάλληται εἰς πάντα τὸν οἶνον, τὸν ἀποθηκευόμενον εἰς κατάστημα, ἢ εἰς ἀποθήκην οἰνοπώλου.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὰς λέξεις «ἀποθήκαις καὶ καταστήμασι» προστίθεται ἡ λέξις «συστηματικῶς». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 2–4).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§105ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἄρθρον 5 παρέλκει· διότι ἔρχεται τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει, τίνες εἶναι οἱ ὑπόχρεοι εἰς πληρωμὴν φόρου, οἱ οἰνοπῶλαι, οἰνοποιοὶ, ζυθοπῶλαι κλπ. Ποίους ἀναφέρει πλέον τὸ ἄρθρον 5, ἀφοῦ οἱ ἰδιοκτῆται ἐξαιροῦνται; Δὲν μένει ἄλλη κατηγορία.
§106ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ προστεθῇ καὶ ἐνταῦθα ἡ λέξις «συστηματικῶς».
§107Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς τεθῇ.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 προστίθεται πρὸ τῆς λέξεως «προσιτὰ» ἡ λέξις «συστηματικῶς», Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 6–15).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§110ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὰς λέξεις «εἴτε ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου» πρέπει νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «εἴτε ὡς πρὸς τὴν ποιότητα»· διότι ἰδοὺ τί συμβαίνει ἐν Κορινθίᾳ. Ἐκεῖ πολλοὶ ἰδιοκτῆται κατεσκεύασαν οἶνον ἐκ σταφίδος νωπῆς, καὶ ἐδήλωσαν αὐτὸν ὡς ἐκ ξηρᾶς σταφίδος οἶνον· οἱ ἀπαριθμηταὶ ἠθέλησαν νὰ κάμουν πρωτόκολλα, καὶ ἔκαμαν, ἀλλὰ τὸ δικαστήριον ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου ᾼΤΝʹ. Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὴν ποιότητα, ἂς γείνῃ λόγος, ἂν θέλητε. Ἐπίσης καὶ περὶ τοῦ ἐκ ξηρᾶς σταφίδος οἴνου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 17–20).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται).
§112Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνεται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου εἰδικὸν μέτρον διὰ τὸν οἶνον Θήρας καὶ Θηρασίας, ὅπως καὶ ἐπὶ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὡρίσθη δὲ ὁ εἰδικὸς φόρος εἰς ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν· ἐξ ἀκριβεστέρας ὅμως ἐξετάσεως ἐπείσθημεν, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὸς ὁ ὅρος οὗτος. Τὸ ἐπιζητούμενον εἶναι, ὅπως ἐπὶ τοῦ μεταφερομένου οἴνου τῶν νήσων τούτων ἐπιβληθῇ φόρος, ἀποδίδων περίπου ὅσα θ’ ἀπέδιδεν ὁ ἐπιτοπίως καταναλισκόμενος, ἂν ἐκεῖ ἐκράτει τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως ἐν ταῖς ἀποθήκαις· ἀλλὰ, καθ’ ἃς ἐλάβομεν πληροφορίας, ὁ μεταφερόμενος οἶνος παραλλάσσει μεταξὺ 593 χιλιάδων ὀκάδων κατὰ τὸ 1890 καὶ 707 χιλιάδων κατὰ τὸ 1891. Ἥμισυ λεπτὸν ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν ποσῶν τούτων ἀποδίδει τρεῖς χιλιάδας καὶ πεντακοσίας δραχμὰς περίπου, ἡ δὲ ἀπόδοσις τοῦ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τοῦ φόρου πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῶν χωρίων τῶν νήσων Θήρας καὶ Θηρασίας, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐκεῖ πάντα τὰ χωρία ἔχουσι πληθυσμὸν τάσσοντα αὐτὰ ἐν τῇ κατηγορίᾳ τῶν τελούντων ἥμισυ μόνον λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν, ἡ ἀπόδοσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ ταύτῃ θὰ ἦτο ἴσως περὶ τὰς 1500 δραχμάς· ὥστε εἰς ἥμισυ λεπτὸν ἐὰν ὁρισθῇ ὁ φόρος, πάλιν ὑπερβαίνει τὴν ἀναλογίαν· εἰς ἓν ἄρα λεπτὸν ὁριζόμενος, εἶναι ὑπερβολικὸς ὁ φόρος, τούτου δ’ ἕνεκα προτείνω, ὅπως ἀντὶ φόρου ἑνὸς λεπτοῦ ἀναγραφῇ φόρος ἡμίσεως λεπτοῦ.
§113ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις διὰ τὸ Οἴτυλον, τὴν Θήραν καὶ τὴν Ἑπτάνησον; Δὲν εἶναι Ἕλληνες ἐκεῖνοι;
§114Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ δὲν κανονίζονται τὰ τῶν φορολογικῶν διακρίσεων τῶν Ἰονίων νήσων καὶ τοῦ Οἰτύλου καὶ τῶν νήσων Θήρας καὶ Θηρασίας, διότι ταῦτα εἶναι κεκανονισμένα ἐν ἄλλῃ νομοθεσίᾳ, εἰσάγοντες δὲ ἤδη φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, κανονιζόμενον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἤδη κειμένου νόμου περὶ φορολογίας ἀμέσου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀναγκαίως παρακολουθοῦμεν τὰ νῦν κείμενα. Ἂν ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀφώρα εἰς τὴν ἐν γένει νομοθεσίαν ἡμῶν, ἂν ἠρώτα ὁ κ. Βουλευτὴς, διατὶ ὑφίσταται ἰδία φορολογικὴ νομοθεσία, ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, ἐν Οἰτύλῳ καὶ ἐν ταῖς νήσοις Θήρας καὶ Θηρασίας, θὰ ἥπτετο θέματος ἀξίου σπουδαίας μελέτης καὶ ἀναπτύξεως. Περὶ τούτου πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς θελήσῃ νὰ προκαλέσῃ περὶ αὐτοῦ συζήτησιν, εἴτε ἐξ ἀφορμῆς συζητήσεως περὶ γενικωτέρου θέματος, εἴτε αὐτοτελῶς ἐπὶ εἰδικῇ νομοθετικῇ προτάσει, ἣν ἤθελεν ὑποβάλει, ἢ ἔστω καὶ ἄνευ τοιαύτης προτάσεως, ἀλλὰ προπαρασκευαστικῶς πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν περὶ τούτου κρατούντων ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ, προθύμως θέλομεν μετάσχει τῆς συζητήσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου.
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§117ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης.
§118ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου γενικωτέρα ἐπικρατεῖ πλάνη εἰς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ὅπως καὶ ἐν ἄλλῳ ἐμμέσῳ φόρῳ, ἡ Κυβέρνησις πλανωμένη ἐπίστευσεν, ὅτι αὐξάνουσα ἁπλοϊκῶς τὰ ποσοστὰ τοῦ φόρου τούτου, ἤθελε φθάσει καὶ εἰς ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα σπουδαῖα, οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου. Τοιοῦτον ἐπίστευσεν ἀποτέλεσμα, ὅτι θέλει ἐπιτύχει ἡ Κυβέρνησις, αὐξάνουσα τὰ τελωνειακὰ τέλη, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς αὐξήσεως ταύτης εἶναι, ὄχι αὔξησις ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ ἐλάττωσις. Τοιοῦτόν τι ἀποτέλεσμα ἐνδεικνύει, ὅτι θέλει ἔχῃ καὶ τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐμμέσων φόρων νὰ πιστευθῇ, ὅτι καὶ ἡ φορολογήσιμος ὕλη δὲν θέλει ἐπηρεασθῆ ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς πλάνης, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας αὐτῆς, ἂν δηλ. ἀντὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράξῃ 1,400,000, ὡς ὑπολογίζει, ἤθελεν εἰσπράξει πολὺ ὀλιγώτερα τούτων, ἴσως δὲν ἤθελον λάβῃ κἂν τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τῆς διαταράξεως τῆς πορείας μιᾶς φορολογικῆς νομοθεσίας, ἥτις βαδίζει σήμερον ὁμαλῶς, καὶ ἥτις φέρει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἀποτελέσματα λίαν εὐχάριστα δι’ ἐξακολουθητικῆς ἀναπτύξεως τῆς ἀποδόσεως αὐτοῦ. Τὸ χαρτόσημον ὑπὸ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν φέρει εἰσόδημα ἀρκετὰ σπουδαῖον εἰς τὸ Δημόσιον, βλέπομεν δὲ, ὅτι τὸ εἰσόδημα τοῦτο κατ’ ἔτος παρουσιάζει οὐχὶ μὲν σπουδαίας, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἀξίας προσοχῆς αὐξήσεις. Τοῦτο δεικνύει, ὅτι αἱ πράξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου, καίτοι κἄπως ἐπιβαρυνόμεναι, οὐχ ἧττον δὲν πιέζονται εἰς βαθμὸν, ὥστε νὰ σταματήσωσι καὶ ἐπιφέρωσιν ἐλάττωσιν, ἐξακολουθοῦσι δὲ φέρουσαι αὐξήσεις. Σήμερον ὅμως ἐρχόμεθα νὰ πράξωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου ὅ,τι καὶ ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν, ζητοῦμεν διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, ὅπως εἰσπράξωμεν 1,400,000 δραχμὰς περιπλέον, ἤτοι νὰ εἰσπράξωμεν τρία περίπου ἑκατομμύρια διὰ πράξεις, ἐκ τῶν ὁποίων σήμερον εἰσπράττομεν 1,517,000 δραχ. Αἱ πράξεις ἐκεῖναι, αἵτινες ὤφειλον νὰ τελεσθῶσιν, ὑποβαλλόμεναι εἰς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, ἀποφέρουσι σήμερον εἰς τὸ Δημόσιον, κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον κατέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, 1,517,000, καὶ σήμερον ἐκ τῶν πράξεων τούτων ζητοῦμεν νὰ εἰσπράξωμεν 3,000,000 περίπου, δηλ. διπλασιάζομεν ἐπὶ τοῦ συνόλου τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον τέως εἰσεπράττομεν. Ζητοῦμεν νὰ διπλασιάσωμεν τὸν φόρον τὸν ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ πολλῶν ἐκ τῶν πράξεων τούτων, καὶ ἐπὶ ἄλλων νὰ τὸν τριπλασιάσωμεν, καὶ οὕτω νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν κατὰ μέσον ὅρον ὑπερδιπλασιασμὸν τῆς ἀποδόσεως τοῦ φόρου τούτου. Ὑπάρχουσιν ἐδάφιά τινα, τὰ ὁποῖα δύνανται πράγματι τὰ τύχωσιν αὐξήσεως ἄνευ κινδύνου ἐλαττώσεως τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, ὡς π. χ. αἱ μεταγραφαί· εἰς τὰς μεταγραφὰς δύναται νὰ αὐξήσῃ τὸ τέλος, καὶ νὰ ὁρισθῇ ἀναλογικὸν, ὡς ὁρίζεται, διότι διὰ τῶν μεταγραφῶν θέλουσι φορολογηθῆ οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται, οὗτοι δὲ εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώνωσι περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πληρόνουσι σήμερον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ κεφαλαίου τούτου, ὑπάρχει διπλασιασμὸς καὶ τριπλασιασμὸς φορολογίας ἐπὶ πράξεων, καὶ ἰδίως τῶν δικαστικῶν. Δὲν εἶμαι ἴσως ἁρμόδιος νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας ἐπὶ ἑκάστης τῶν πράξεων τούτων, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν ἀρωγὴν τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νομικῶν ὡς πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως κρίνων τὰ πράγματα, βλέπω, ὅτι ὁ διπλασιασμὸς καὶ τριπλασιασμὸς τῆς φορολογίας ἐπὶ διαφόρων δικαστικῶν πράξεων δὲν δύναται ἢ νὰ ᾖναι βαρύτατος διὰ τοὺς ὑποβληθησομένους εἰς τὸν διπλασιασμὸν καὶ τριπλασιασμὸν τοῦτον. Ἐξ ὅσων ἤκουσα, τὰ δικαστικὰ τέλη θεωροῦνται βαρέα, ἐὰν δὲ τὰ διπλασιάσωμεν καὶ τὰ τριπλασιάσωμεν, θέλομεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὸ νὰ καταστήσωμεν ἀπρόσιτον τὴν δικαιοσύνην οὐχὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τὰ μέσα νὰ ὑποστῶσι τὰς αὐξήσεις τῆς φορολογίας, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν αὐτά. Θὰ καταστήσωμεν ἀδύνατον εἰς τὸν πτωχὸν λαὸν, εἰς τὸν ἔχοντα μικρὰς ὑποθέσεις, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἔχοντα ἀνάγκην τῆς δικαιοσύνης, εἰς τὸν λαὸν, λέγω, κλείομεν τὰς θύρας τῆς δικαιοσύνης, καὶ οὕτω διττὸν θὰ ἔχωμεν ἐπιβλαβὲς ἀποτέλεσμα, τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἠθικὸν διὰ τὸν λαὸν τοῦτον, καὶ τὸ οἰκονομικὸν, ὅτι, ἀντὶ αὐξήσεως ἐσόδων, κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν καὶ διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴδομεν εἰς τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον, δηλ. ἐλάττωσιν εἰσπράξεων. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι, καθ’ ὃν τρόπον νομοθετοῦμεν σήμερον, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ λογικὴ καὶ τὸ ὀρθὸν νὰ γείνουν δεκτά· ἐνόμισα ὅμως, ὅτι εἶχον καθῆκον τὰς γενικὰς ταύτας παρατηρήσεις νὰ ὑποβάλω, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραδειγματισθῇ ἐξ ἄλλων ἀναλόγων νομοθετημάτων, ὅπως, ἐπιδιώκουσα μὴ ἀσφαλεῖς αὐξήσεις ἐσόδων, μὴ ἐπιφέρῃ ἀποτελέσματα λίαν ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§120ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὴν Βουλὴν ἤθελεν ἀπασχολήσει νομοθετικὴ ἐργασία, εἰσαγομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τείνουσα εἰς τὴν ἀποσόβησιν τοῦ ἐπικειμένου οἰκονομικοῦ κινδύνου, ἀλλ’ εἶμαι ἐν πλάνῃ. Ἡ Κυβέρνησις εἰσάγει νομοσχέδια, ἁπλῶς τείνοντα εἰς ὑποστήριξιν τῶν εἰκονικῶν—τῶν καὶ παρὰ πασῶν τῶν Κυβερνήσεων ὑποβαλλομένων — προϋπολογισμῶν, νομοσχέδια καταθλιπτικὰ, νομοσχέδια διαφωνοῦντα πρὸς τὴν λοιπὴν νομοθεσίαν. Καὶ ὅτι τείνουσι πρὸς ὑποστήριξιν τῶν εἰκονικῶν προϋπολογισμῶν, οἵτινες οὐδέποτε ἀναφέρουν τὴν ἀληθῆ δαπάνην, μᾶλλον δὲ τὴν μειόνουν, οὐδέποτε ἀναφέρουσι τὸ ἀληθὲς ἔσοδον, ἀπόδειξις, Κύριοι, εἶναι, ὅτι σήμερον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται συμπληρωματικὴ πίστωσις δαπανηθέντων ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐκ 500,000 δραχμῶν.
§121ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τριακοσίων χιλιάδων μόνον.
§122ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιοῦτος εἶναι ὁ προϋπολογισμός. Ὑποβάλλεται ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ μετὰ δύο ἡμέρας ζητεῖται ἡ νομοθετικὴ κύρωσις διαταγμάτων, παρεχόντων τῷ κ. Ὑπουργῷ τῆς Δικαιοσύνης ἄδειαν πρὸς δαπάνην 300,000 δραχμῶν. Καὶ τοῦτο προέρχεται, διότι οἱ προϋπολογισμοὶ εἶναι εἰκονικοὶ, δαπανῶσι δὲ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ παρούσης τῆς Βουλῆς διὰ διαταγμάτων, καὶ ἔπειτα καλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τῇ λέγουσι: «Κύρωσε αὐτὰ τὰ διατάγματα!!» Πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν τείνει καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶναι δὲ καὶ καταθλιπτικόν. Ἴσως εἶμαι ὁ ἔχων τὰς πλείονας ὑποθέσεις δικηγόρος ἐν Ἑλλάδι· ἀριθμῶ ὅτι ὑπερησπίσθην περὶ τὰς 30,000 δίκας, καὶ συνεπῶς γνωρίζω τί τρέχει. Ἔφριξαν μικροί τε καὶ μεγάλοι ἐπὶ τῷ ἀναγνώσματι τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποκλείει τοὺς πτωχοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ δικαστήρια· θὰ γεννήσῃ ἀδικήματα. Συλλογισθῆτε, κύριοι Βουλευταί, σεῖς οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, τὰ ἑξῆς. Ὁ πτωχὸς ἔχει ἀνάγκην, ὅπως προσφύγῃ εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον. Τῷ ὀφείλει τις π.χ. δύο ἡμεροδούλια· πηγαίνει εἰς τὸν εἰρηνοδίκην καὶ τῷ λέγει: «μὲ ἀδικεῖ ὁ Α, μοῦ τρώγει δύο ἡμερομίσθια»· ὁ εἰρηνοδίκης ἀποφασίζει συντόμως, καὶ ἄνευ μεγάλης δαπάνης ἀποδίδει σχετικὸν δίκαιον. Τώρα ὑποχρεοῦτε αὐτὸν τὸν δυστυχῆ, τὸν ἔχοντα λαμβάνειν 6 δραχμὰς, νὰ κάμνῃ προτάσεις, νὰ σηκωθῇ ἀπὸ τὴν Ἀράχωβαν καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Λεβαδείαν, νὰ διορίσῃ δικηγόρον, ὅπως συντάξῃ προτάσεις καὶ ἐγγράψῃ τὴν ὑπόθεσιν του εἰς τὸ πινάκιον, ἄλλως θὰ καταδικασθῇ, θὰ χάσῃ, Τί ἄλλο πράττομεν ἢ καταστρέφομεν τὸν λαόν; Ὁ εἰρηνοδίκης ὑποχρεοῦται νὰ δικάζῃ ἄνευ προδικασίας κατὰ τὸ ἰσχῦον ἄρθρον 496 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καὶ δυνάμει τούτου μεταβαίνουσιν οἱ διάδικοι ἄνευ προδικασίας εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, πρὸς ὃν ὁ Α λέγει: «Μοῦ χρεωστεῖ ὁ Β δύο δραχμάς»· ὁ Β ἀπαντᾷ: «Ὄχι, δὲν ὀφείλω». Ὁ εἰρηνοδίκης δικάζει ἀμέσως καὶ ἀποφαίνεται, λύων τὴν εὐτελῆ ταύτην διαφοράν. Εἶναι δικαίωμα τῶν διαδίκων, ὡς λέγει ἡ δικονομία, νὰ κάμωσιν ἁπλῆν προφορικὴν ἀγωγὴν, καὶ ὡς δικαίωμα κανονίζει καὶ τὴν προφορικὴν ἀπαίτησιν τοῦ ἐναγομένου. Τίνας προτάσεις, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ὑποβάλωσι; ποῦ νὰ τὴν ἐγγράψωσι; Προχωρήσατε περαιτέρω. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ἱερὸς καὶ προληπτικὸς πολλῶν κακῶν· διότι, ἐὰν δὲν εὕρῃ ὁ δυστυχὴς χωρικὸς διάδικος ἀνοικτὴν τὴν δικαιοσύνην, ἵνα τῷ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιόν του, θὰ φονεύσῃ τὸν ἀντίδικόν του, μὴ δυνάμενος νὰ ὑπάγῃ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματος εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ὁ εἰρηνοδίκης εἶναι ἁρμόδιος νὰ δικάσῃ περὶ ἐρίδων οἰκογενειακῶν. Διέρχεται πρὸ οἰκίας καὶ βλέπει ὅτι ὑβρίζεται τὸ τέκνον μὲ τὴν μητέρα του· εἰσέρχεται καὶ λέγει: «Σᾶς δικάζω!» Καὶ ἐκεῖ ὁ εἰρηνοδίκης ἐπεμβαίνει, δικάζει ἐν προφορικῇ διαδικασίᾳ, καὶ λύει τὴν διαφοράν. Θέλετε προτάσεις; θέλετε νὰ εἴπῃ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην ἡ συζυγός μου: «δὲν δύνασαι νὰ δικάσῃς, δὲν ἔχεις πινάκιον», ἵνα ὁ εἰρηνοδίκης φύγῃ ἄπρακτος καὶ ν’ ἀλληλοκτονῶσι τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας, διότι δὲν ἐπρονόησαν οἱ ἐρίζοντες νὰ ἐγγράψωσι τὴν τοιαύτην ἔριδα εἰς τὸ πινάκιον, ἀφοῦ ὁ εἰρηνοδίκης δὲν δύναται παρὰ νὰ σταματήσῃ πρὸ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς εἰσαγωγῆς; Ἀλλὰ ταῦτα, Κύριοι, δὲν στηρίζονται εἰς τὴν λογικὴν, οὔτε γνωρίζουσιν οἱ συντάκται ἢ ἀντιγραφεῖς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τὴν νομοθεσίας μας. Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ ἄλλο. Ὁ εἰρηνοδίκης δικάζει περὶ προσωρινῶν μέτρων. Διέρχεται ἀπὸ τὸν ποταμὸν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ποτίζετε, καὶ βλέπει ὅτι ἐρίζετε πρὸς τὸν γείτονά σας περὶ τοῦ ῥέοντος ὕδατος, ἐπικειμένων δὲ κινδύνων, τῷ λέγετε: «Κύριε εἰρηνοδίκα, λάβετε προσωρινὰ μέτρα, διότι θὰ σκοτωθοῦμε». Ὁ εἰρηνοδίκης ἄνευ προδικασίας δικάζει τάχιστα καὶ ἀποφαίνεται. Καὶ ἂν δὲν ἔχῃ γραμματέα, καλεῖ ἕνα γνωρίζοντα γράμματα, τὸν ὁρκίζει παραχρῆμα, δικάζει καὶ λύει τὰς διαφοράς. Ἀλλ’ ἐὰν ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, θὰ τῷ εἴπῃ ὁ ἄλλος: «Στάσου! Δὲν δύνασαι νὰ δικάσῃς, διότι δὲν ἔχεις εἰς τὸ πινάκιον ἐγγεγραμμένην τὴν ὑπόθεσιν.» Καὶ ἕως οὗ ἐγγραφῇ εἰς τὸ πινάκιον ἡ ὑπόθεσις, οἱ διάδικοι ἀλληλοκτονοῦσι! Τοιαῦτα νομοσχέδια δὲν πρέπει νὰ εἰσάγωνται· δὲν πρέπει νὰ μεταφράζωνται ἁπλῶς καὶ νὰ εἰσάγωνται δι’ ἀντιγραφῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ μελετῶνται ὑπ’ ἀνθρώπων εἰδημόνων καὶ τοῦ τόπου καὶ τῆς νομοθεσίας μας. Ὅ,τι θέλετε, κάμετε. Εἰς τὸ κεφάλι μου καὶ εἰς τὸ ἰδικόν σας θὰ πέσῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο· πλὴν θὰ γείνωσι δυστυχεῖς ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἐκ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, καὶ θὰ σκοτωθοῦν ἄνθρωποι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπικαλῶνται ἐκ τῶν τύπων τὴν ἀντίληψιν τῆς δικαιοσύνης. Ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησίν σας. Γνωρίζω ὅτι ματαιοπονῶ ἀπέναντι τοῦ ὄγκου τῆς κυβερνητικῆς πλειονοψηφίας· ἀλλὰ σᾶς συμβουλεύω νὰ σκεφθῆτε καὶ νὰ εἴπητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διὰ τὸ καλὸν τοῦ τόπου.
§123ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συνείδησις, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὑπαγορεύει ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι συντελεστικὰ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν· ἀκριβῶς δ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις, ἣν μέμφεται ὁ προλαλήσας, εἰς τοῦτο τείνουσι, καὶ ἓν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν, εἶναι καὶ τὸ παρόν. Ὀλίγας παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω, ἀναφερομένας εἰς τὸ λεκτικὸν καὶ τὸ οὐσιαστικὸν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου.
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὰς λεπτομερείας δηλαδή.
§125ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῶν ἄρθρων.
§126ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴμεθα ὅμως εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§127ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν σημαίνει. Ὅ,τι ἔχετε νὰ εἴπητε, δύνασθε νὰ τὸ εἴπητε.
§128ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 19, ὡς τροποποιεῖται, ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Τὰ κατάστιχα, ἅτινα κατὰ τὸ ἄρθρ. 8 καὶ ἑπόμενα τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, 408, 417 καὶ ἑπόμενα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἔχουσι δύναμιν ἀποδεικτικὴν ὑπὲρ τῶν ἀναιρούντων αὐτὰ, ἤτοι τὸ ἡμερολόγιον, τὸ καθολικὸν, τὰ ταμειακὰ βιβλία τῶν δικηγόρων καὶ κλητήρων κλπ.» Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ ὅλη ἡ φράσις «ἤτοι τὸ ἡμερολόγιον, τὸ καθολικὸν», διότι δημιουργοῦμεν δι’ αὐτῆς ὑποχρέωσιν εἰς τήρησιν καθολικοῦ, ἣν δὲν ἐπιβάλλει οὔτε ὁ Ἐμπορικὸς Νόμος, οὔτε αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Καὶ ἂν ἦτο αὐτὸ μόνον, θὰ ἦτο μικρὸν τὸ κακόν· ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις τηρήσεως καθολικοῦ θὰ ἔχῃ μεγάλας συνεπείας, διότι ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν πτωχεύσῃ ὁ ἔμπορος, πίπτομεν εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ποινῆς τῆς χρεωκοπίας καὶ εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ προστίμου, ἥτις ὁρίζεται διὰ τοῦ ἄρθρου 52. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, ὡς εἶναι γνωστὸν, δὲν ὑποχρεοῖ τὸν ἔμπορον ἢ εἰς τήρησιν ἡμερολογίου, καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 9 βιβλίου ἀπογραφῆς, εἰς τὸ ὁποῖον καταχωροῦνται οἱ ἰσολογισμοί. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ἀφαιροῦντες μόνον τὴν φράσιν, «ἤτοι τὸ ἡμερολόγιον, τὸ καθολικὸν», ἔχομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων. Τὰ βιβλία, περὶ τῶν ὁποίων ποιοῦνται μνείαν τὰ ἄρθρα 408 καὶ 417 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, δὲν ὁρίζουσι τίνα εἶναι ταῦτα, ἀλλ’ ὁρίζουσι τίνα ἀποδεικτικὴν ἀξίαν θὰ ἔχωσιν, ἐὰν ἦναι οὕτως ἢ οὕτω συντεταγμένα, ὅσα κρατεῖ ὁ ἔμπορος.
§129ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑποχρεοῦμεν ποσῶς τὸν ἔμπορον νὰ κρατήσῃ τοιαῦτα βιβλία· ἀλλ’ ἐὰν τὰ κρατῇ, θὰ τὰ κρατῇ ἐπὶ χαρτοσήμου.
§130ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑποχρέωσις διαφέρει ἀπὸ τὴν ἑκουσίαν τήρησιν. Λέγω δὲ, ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κρατῇ ὡρισμένα βιβλία ὁ ἔμπορος.
§131ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἵνα ἔχωσιν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν τὰ βιβλία, πρέπει νὰ ἦναι ἐπὶ χαρτοσήμου.
§132ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ ἐμπόρου νὰ τὰ κρατῇ.
§133ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐδῶ δὲν ἀναγράφεται ὑποχρέωσις παρὰ τὴν ἤδη τεθειμένην.
§134ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Περαιτέρω: Διὰ τὴν τροποποίησιν τῶν ἐδαφ. αʹ καὶ βʹ τοῦ ἄρθρου 21, ἡ ὁποία ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Αἱ αἰτήσεις θεραπείας, πᾶσαι αἱ πρὸς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς αἰτήσεις... κλπ.», νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ: «ἀπευθυνόμεναι ἐνώπιον πολυμελοῦς δικαστηρίου», ἵνα ἀποφύγωμεν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου. Εἰς τὸ προηγούμενον ἐδάφιον γίνεται μνεία περὶ κλήσεων, ἀνακοπῶν κλπ. Εἰρηνοδικείων μὴ ὑποκειμένων εἰς τέλος κατώτερον, ἀλλὰ πρέπει νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ ῥηθεῖσα διάκρισις.
§135ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως, ἐπειδὴ ἐδῶ λέγει «αἱ μὴ εἰδικῶς ὑποβεβλημέναι εἰς τέλος κατώτερον», εἶναι ἐξηρημέναι.
§136ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν σαφήνειαν ταύτην, ὅτι πρόκειται περὶ ἀγωγῶν κλπ. ἀπευθυνομένων ἐνώπιον πολυμελῶν δικαστηρίων; Τοιουτοτρόπως ἀποφεύγομεν καὶ ἀπὸ τὴν κακὴν ἑρμηνείαν τῶν ἀνακοπῶν, ἀγωγῶν ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων κλπ.
§137ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ παλαιὸν κείμενον δὲν ὑπῆρχε, καὶ προσετέθη τώρα, ἵνα λείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία.
§138ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περαιτέρω τὸ ἐδάφιον βʹ τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἑπόμενα φύλλα κτλ. καὶ πάντα τὰ ἀντίγραφα τῶν ὑπ’ αὐτῶν τοῖς διαδίκοις κοινοποιούμενα.» Νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ διαγραφῇ, διότι ἡ κοινοποίησις δὲν γίνεται μόνον εἰς τοὺς διαδίκους, ἀλλὰ γίνεται εἰς τὸν συμβολαιογράφον, εἰς τὸν Δήμαρχον καὶ τὸν μεσεγγυοῦχον, καὶ νὰ τεθῇ μόνον «τὰ ἐξ αὐτῶν κοινοποιούμενα ἀντίγραφα.»
§139ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαγραφῇ τὸ «τοῖς διαδίκοις».
§140ΡΑΛΛΗΣ. Θέλετε νὰ ἐπιβαρύνητε τὴν φορολογίαν;
§141ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· θέλω νὰ προκαλέσω σαφὲς κείμενον, πρὸς ἀποφυγὴν ἀκυρωτικῶν ἐνστάσεων.
§142ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἦναι πρᾶξις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ μένῃ ἀτελὴς, εἶναι ἡ αἴτησις κατασχέσεως, διότι πρόκειται περὶ ὀφειλετῶν ἀπόρων· τοὐναντίον δὲ σήμερον ἐπιβαρύνομεν τὴν φορολογίαν ταύτην.
§143ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀντιγράφου, τὸ ὁποῖον πάντοτε γίνεται ἐπὶ χαρτοσήμου μιᾶς δραχμῆς, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν ἐπιδόσεων ἀντιγράφων ἐπὶ διαφόρων χαρτοσήμων συντεταγμένων. Τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ ἄρθρου 23 ἀντικαθίσταται ὡς ἑξῆς, λέγει τὸ νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει): «Τὰ παρὰ τῷ προκαλοῦντι τὴν πρᾶξιν διαδίκῳ μένοντα δικόγραφα τῶν ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικείων, Ἐφετείων καὶ Ἀρείου Πάγου ἀγωγῶν, ἐφέσεων, ἀνακοπῶν, αἰτήσεων ἀναιρέσεως ἢ ἀναψηλαφήσεως...» Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ «κυρίων» πρὸ τῆς λέξεως «ἀγωγῶν.» Καὶ περαιτέρω: «Ὡσαύτως δὲ καὶ τὰ εἰσαγωγικὰ τῶν πολιτικῶν ἀπαιτήσεων ἔγγραφα ἐνώπιον παντὸς εἴδους ποινικῶν δικαστηρίων» Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν «τὸ ἔγγραφον τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς», διότι ἄλλο ἔγγραφον εἰσαγωγικὸν πολιτικῶν ἀπαιτήσεων ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου δὲν γνωρίζω ἐγώ· νὰ ἐξαιρέσωμεν δὲ τὰ Πταισματοδικεῖα, καὶ νὰ μὴ περιλάβωμεν αὐτὰ εἰς τὰ ἐνώπιον παντὸς εἴδους ποινικὰ δικαστήρια. Καὶ πρέπει νὰ θέσωμεν τὴν ἐξαίρεσιν, διότι εἰς προηγούμενον ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου λέγομεν, ὅτι ὑπόκεινται εἰς πεντήκοντα λεπτῶν χαρτόσημον μόνον πρακτικὰ καὶ οὐχὶ ἀποφάσεις τῶν Πταισματοδικείων. «Καὶ τὰ πρακτικὰ τῶν Πταισματοδικείων» λέγει τὸ ἐδάφιον. Κατωτέρω, ἐδάφ. δʹ καὶ εʹ (ἀναγινώσκει): «Τὰ παντὸς εἴδους πρακτικὰ καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν Πρωτοδικείων, τῶν ποινικῶν καὶ ἀνωτέρων δικαστηρίων ἐπὶ οἱασδήποτε ὑποθέσεως» κτλ. Δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν πρακτικῶν διεξαγωγῆς ἀποδείξεων αὐτοψίας κτλ. ἐνώπιον τῶν προξενικῶν δικαστηρίων.
§144ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Προνοεῖ ὁ προξενικὸς νόμος.
§145ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 24 ἐδαφίου γʹ ἔχω μίαν ἐρώτησιν. Τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ ἄρθρου 24 τροποποιεῖται οὕτω (ἀναγινώσκει): «Πάντα τὰ συμβολαιογραφικὰ ἔγγραφα, τὰ μὴ ὑποκείμενα εἰς τέλος ἀναλογικὸν, τὰ ἰδιωτικὰ ἢ ὑπὸ τῶν συμβολαιογράφων συντασσόμενα πληρεξούσια...» Ποῖα ἐννοεῖτε ἰδιωτικὰ πληρεξούσια, ἀφοῦ κατὰ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν μόνον οἱ συμβολαιογράφοι συντάσσουσι τοιαῦτα;
§146ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ φράσις «ἰδιωτικὰ πληρεξούσια» ἐλήφθη ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1836.
§147ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις δὲν ὑπάρχει πρακτικὴ αὐτῆς ἐφαρμογή· ἐνώπιον τῶν συμβολαιογράφων γίνονται πάντοτε, καὶ ἀφοῦ ἤδη συζητοῦμεν, τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ διορθωθῇ ἢ σαφηνισθῇ.
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀπαγορεύονται τὰ ἰδιωτικά.
§149ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλα εἶναι ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ. Εἶναι μόνον ἐπαύξησις τῆς φορολογίας.
§150ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 52, ἔνθα λέγετε «τὰ δικόγραφα ἀγωγῶν, ἐφέσεων κλπ. καὶ τὰ ἐνώπιον παντὸς εἴδους ποινικῶν δικαστηρίων εἰσαγωγικὰ ἀπαιτήσεων δικόγραφα...», καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἁπλῶς «ἡ πολιτικὴ ἀγωγή», ἀντὶ εἰσαγωγικὰ δίκης· «...προσάγονται ὑπ’ αὐτοῦ ὑποχρεωτικῶς ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων δικαστηρίων κατὰ τὴν συζήτησιν», Ποίαν, παρακαλῶ, συζήτησιν; Τὴν πρώτην ἢ ὅλας τὰς ἑπομένας; Ἐπειδὴ ὁ νόμος εἶναι ταμιευτικὸς, παρακαλῶ νὰ τεθῇ, ἐὰν συναινῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ φράσις «κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν», οὕτω δ’ ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, ἤτοι ἡ φορολογία τῶν περὶ ὧν πρόκειται δικογράφων.
§151ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἐννοεῖ.
§152ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς ἀκυρότητος. Χθὲς, νομίζω, ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη νὰ τεθῇ πρόστιμον ἀντὶ τῆς ἀκυρότητος, καὶ αὐτὸ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι τὸ ὀρθότερον. Εἰς τὸ ἄρθρον 54 προστίθενται παράγραφοι βʹ καὶ γʹ, ἔχουσαι οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἔμπορος, ὁ μὴ τηρῶν πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα βιβλία ἢ κατάστιχα, ἢ τηρῶν ταῦτα ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, κατὰ παράβασιν κλπ., ὑποβάλλεται εἰς πρόστιμον δραχμῶν πεντακοσίων καὶ ἐν ὑποτροπῇ εἰς τὸ διπλάσιον». Ἐρχόμεθα οὕτω πάλιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑποχρεώσεως τῆς τηρήσεως ἐμπορικῶν βιβλίων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ νόμος ὁρίζει ἓν, ἤτοι τὸ ἡμερολόγιον, πρέπει νὰ λείψωσιν αἱ λέξεις «πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα βιβλία ἢ κατάστιχα κλπ.» Νομίζω προσέτι, ὅτι εἶναι καὶ ἄδικος καὶ ὑπερβολικὴ ἡ ποινὴ τῶν πεντακοσίων δραχμῶν, ὀρθότερον δὲ εἶναι νὰ τεθῇ, ἐὰν μείνῃ τὸ πρόστιμον, ὅριον ἀπὸ 50 μέχρι 500 δραχμῶν· τοῦτο θὰ ἦναι τὸ δικαιότερον. Διότι πῶς θὰ τιμωρήσητε πτωχὸν ὀψοπώλην, μὴ ἔχοντα ἡμερολόγιον, μὲ τὴν αὐτὴν ποινὴν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ τιμωρήσητε τὸν πλούσιον ἔμπορον, ὁ ὁποῖος κάμνει γῦρον ἑνὸς ἑκατομμυρίου; Γνωστὸν δὲ, ὅτι ὑπάρχει ἀπειρία μικρεμπόρων, ὧν τὰ κεφάλαια εἶναι μόλις χιλίων ἢ δύο χιλιάδων δραχμῶν.
§153ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ὁ ἰσχύων νόμος ἐξετελεῖτο, τὸ Δημόσιον ἤθελεν εἰσπράττει τὸ διπλάσιον ἀφ’ ὅ,τι εἰσπράττει. Ἀλλὰ καταδολιεύονται τὸν νόμον καὶ οἱ συμβολαιογράφοι, οἱ πολῖται, οἱ δικηγόροι, οἱ πάντες, διότι νομοθετοῦμεν μὲν, ἀλλὰ περὶ αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων οὐ φροντὶς ἡμῖν! Ἐκ πείρας γνωρίζω, ὅτι οἱ πλεῖστοι, πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου, δὲν ἐνοικιάζουσι διὰ συμβολαίου τὰ κτήματά των. Ἐγὼ αὐτὸς ἐπρόκειτο νὰ ἐκμισθώσω ἀποθήκην τινὰ ἐν Πάτραις, καὶ ἔμποροι φίλοι μου μὲ συνεβούλευσαν, διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο εἰς τριακοσίας δραχμὰς, νὰ μὴ συντάξω συμβόλαιον, ἀλλὰ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμφωνίας νὰ λάβω τὰ ἐνοίκια εἰς συναλλαγματικὰς ὑπὸ προθεσμίαν. Καὶ ἐγὼ μὲν δὲν τὸ ἔπραξα, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι, ὅλοι σχεδὸν, καταφεύγουσιν εἰς τὰ μέσα ταῦτα, διὰ νὰ ἀποφεύγωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος, καὶ ὡς ἔχει σήμερον, εἶναι πολὺ βαρύς. Καὶ διὰ τοῦτο, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς εἰσπράξεως δὲν θὰ ἦναι πολὺ μεγαλείτερον ἀπὸ τὸ σημερινόν. Ἡ κυρία πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ ἂν οἱ νόμοι ἐξετελοῦντο, μὴ ἔχετε κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου θὰ ἦτο ἀνθηρά. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα ὑπὸ οἰκονομικὴν κρίσιν, περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων δὲν δυνάμεθα νὰ μεριμνήσωμεν· καταφεύγομεν λοιπὸν εἰς τὸ σύνηθες φάρμακον, εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ὑπαρχόντων φόρων. Πράξατε ὅ,τι νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ πράξητε διὰ τὰς ἄλλας κατηγορίας, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀποβλέπει εἰς τὰ δικαστικὰ, μὴ προβῆτε εἰς αὐξήσεις, διότι ἀποτέλεσμα αὐτῶν θὰ ἦναι νὰ καταστήσητε τὴν δικαιοσύνην ἀπρόσιτον εἰς τὸν ἔχοντα ἀνάγκην τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἀνάγκην τῆς δικαιοσύνης ἔχει ὁ ἀδύνατος, ὁ πτωχὸς, τὸν ὁποῖον πρὸ πάντων ὀφείλετε, ὡς κυβερνῆται, νὰ προστατεύητε. Θὰ πράξητε λοιπὸν ἔγκλημα, ἐὰν θελήσητε νὰ προβῆτε εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δικαστικῶν τελῶν. Τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα πληρόνομεν σήμερον, εἶναι βαρύτερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλλεν ἡ Βαυαροκρατία· ἡ Βαυαροκρατία ἦτο πλέον φιλάνθρωπος ἀπὸ ἡμᾶς. Διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης φέρομεν τὸν τόπον εἰς τὴν ἐσχάτην ἀπελπισίαν, ἀφοῦ μάλιστα δὲν παρέχομεν εἰς αὐτὸν τὴν δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παρέχωμεν, ὅπως δὲν παρέχομεν τὴν ἐκπαίδευσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παρέχωμεν. Ἐν τούτοις καταφεύγομεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν τελῶν αὐτῶν τῶν δικαστικῶν, καὶ ἀποτέλεσμα τούτου ἔσται νὰ καταστῇ ἡ δικαιοσύνη ἀπρόσιτος εἰς τὸν λαὸν τὸν πτωχὸν, καὶ ἀντὶ νὰ καταφεύγῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἐὰν ἔχῃ καρδίαν καὶ χεῖρα στιβαρὰν, θὰ καταφεύγῃ εἰς τὴν αὐτοδικίαν. Λοιπὸν προσέξατε! Μὴ προβῆτε περαιτέρω· διότι ἐπιβάλλοντες τοιαῦτα τέλη, κλείετε τὰς θύρας τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς δικαιοσύνης εἰς τὸν λαὸν, καὶ παραδίδετε τὸν τόπον εἰς τὸ ἔγκλημα!
§154ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἀφορμὴν νὰ μελετήσω, ἐπισταμένως μάλιστα, τὸ νομοσχέδιον, καὶ εὗρον, ὅτι πολλαὶ διατάξεις ἐμελετήθησαν καὶ ἐπὶ τὸ βέλτιον ἐῤῥυθμίσθησαν. Ὑπάρχουσι βεβαίως ἐλλείψεις ἄλλαι, περὶ τῶν ὁποίων ἐπιφυλασσόμεθα εἰς τὰ καθέκαστα νὰ ὁμιλήσωμεν, ἀλλ’ ἐν γένει παρατηρῶ, ὅτι εἰς τρία κεφάλαια καθόλου πρέπει νὰ καταβληθῇ μείζων προσοχή. Διὰ τῆς καθιερώσεως τῶν πινακίων, ὅπως πολὺ εὐφυῶς καὶ πρακτικῶς ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς παρετήρησεν, ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις, μᾶλλον θόρυβος γίνεται, παρὰ ὠφέλεια, διὰ τῆς διατάξεως δὲ ταύτης ἐπέρχεται μία ἔμμεσος ἀπαγόρευσις τοῦ δικαιώματος τοῦ αὐτοπροσώπως ὑπερασπίζεσθαι ἐν τοῖς δικαστηρίοις. Γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἡμέτερον, εἰς πᾶν δικαστήριον παντὸς βαθμοῦ ἐπιτρέπεται νὰ παρουσιασθῇ τις καὶ ὑπερασπίσῃ τὰ δίκαιά του. Τοῦτο εἰς ἄλλα ἔθνη δὲν συμβαίνει καὶ ἰδίως ἐν Γαλλίᾳ· ἐκεῖ εἶσθε ὑπόχρεως νὰ διορίσητε avouè. Λοιπὸν τοῦτο περιορίζει ἓν δικαίωμα, καὶ ἰδίως ὁ περιορισμὸς οὗτος θὰ ἦναι καταφανέστατος εἰς τὴν δικαιοσύνην τὴν κατωτάτην, τῶν Εἰρηνοδικείων. Τὸ δεύτερον ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ αὔξησις τῶν δικαστικῶν ἰδίως τελῶν, καὶ ἀποτέλεσμα τούτου θὰ ἦναι ἡ ἀνάπτυξις μιᾶς τάξεως, ἡ ὁποία κερδοσκοπεῖ ἐπὶ τῶν δικῶν. Δὲν πιστεύω, ὅτι κλείονται αἱ θύραι τῆς δικαιοσύνης, διότι αὐξάνουσι τὰ τέλη, ἀλλὰ πολὺ πιθανὸν τὸ δυσανάλογον τῶν δικαστικῶν τελῶν νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀνάπτυξιν μιᾶς τάξεως, περὶ τῆς ὁποίας ἠσχολήθησαν ἤδη οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες. Θὰ ἔχωμεν τοὺς ἐργολάβους τῶν δικῶν. Εἶσθε πτωχὸς, δὲν δύνασθε νὰ προσέλθητε εἰς τὸ δικαστήριον, ἵνα ἀναλάβητε τὸν ἀγῶνα; θὰ ἔλθω ἐγὼ, ὁ ὁποῖος θὰ κερδοσκοπήσω ἐπὶ τῆς δίκης σας. Τοῦτο ἀναμείνατέ το. Μίαν ἄλλην παρατήρησιν, γενικὴν ἐπίσης, ἔχω νὰ ἀποτείνω, καὶ αὕτη εἶναι ἡ κύρωσις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἥτις νομίζω ὅτι εἶναι λίαν αὐστηρά. Δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε πρόστιμον, ἀλλ’ ὄχι ἀκυρότητα. Πᾶς τις δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς μίαν πλάνην, καὶ καθὼς ἔχει σήμερον ἡ νομοθεσία μας, ἡ πλάνη καὶ περὶ τὸ δίκαιον ἀκόμη νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀδικαιολόγητος. Καλὸν εἶναι λοιπὸν, ὅπως ἔχει ἀσφαλισθῆ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τοῦ περὶ χαρτοσήμου, νὰ ἀσφαλισθῇ καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ἀφορῶν τὰς δικαστικὰς πράξεις. Ἐῤῥήθη χθὲς, ὅτι ἡ μὴ ἐγγραφὴ τῆς ἀγωγῆς ἢ τοῦ δικογράφου ἐπὶ τοῦ ἀναλόγου χαρτοσήμου εἶναι λόγος ἀκυρότητος. Τοῦτο ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μελετήσω, πιστεύσας εἰς ἀβλεψίαν, εἶδον δὲ, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε· ὁ νόμος ἐξησφάλισε τὴν διάταξιν ταύτην, ἐπιβάλλων ποινὴν εἰς τὸν δικαστὴν ἢ τὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἤθελε δεχθῆ τοιοῦτον δικόγραφον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπιβάλλων τὰ πρόστιμα, τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς τοὺς παραβάτας τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου. Αὐταὶ αἱ τρεῖς γενικαὶ καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς παρατηρήσεις νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ μελετηθῶσιν ἀκριβέστερον. Ἀλλ’ ὅ,τι ἰδίως πρέπει νὰ χωρισθῇ καὶ πρέπει καλῶς νὰ ἐννοηθῇ, εἶναι τὸ ταμιευτικὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπερ θίγει τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐν τοῖς καθέκαστα.
§155ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ γενόμεναι παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀνάγονται εἰς δύο κατηγορίας. Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν ἀνάγονται αἱ παρατηρήσεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐπιβολὴν νέων τελῶν. Ἐλέχθη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ αὐξηθῶσι τὰ τέλη, διότι εἶναι δυνατὸν ἡ αὔξησις νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν, ὅπως ἡ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπάγεται συνήθως τὴν ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως. Ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἠναγκασμένη νὰ προβάλῃ καὶ ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ, ὅπως ἔπραξε καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ, προτάσεις περὶ αὐξήσεως τῶν δημοσίων προσόδων, διότι τοῦτο ἐπιβάλλεται ὑπὸ ἐθνικῆς ἀνάγκης. Εἶναι βεβαίως συζητήσιμον, ποῦ πρέπει νὰ γείνῃ ἡ αὔξησις τῶν δημοσίων προσόδων, καὶ ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ εἶναι τῷ ὄντι ἀξία προσοχῆς. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημά του, ὅτι θὰ ἐλαττωθῇ ἡ κατανάλωσις, δὲν εἶναι βάσιμον, διότι δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ αὔξησις, ὥστε νὰ ἀποτρέψῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, ἢ νὰ συναλλαχθῶσι. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς δευτέρας παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, ἰσχυρισθέντος, ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον μεταβληθῇ εἰς νόμον, κλείονται αἱ θύραι τῆς δικαιοσύνης, καὶ ὅτι θὰ προβῶσιν εἰς αὐτοδικίαν. Ἐὰν μελετήσωμεν τὰ δικαστικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι, θέλομεν πεισθῆ, ὅτι τὰ παρ’ ἡμῖν εἶναι τὰ κατώτερα, καὶ βεβαίως δὲν θὰ κλείσουν αἱ θύραι τῆς δικαιοσύνης ἐκ τῆς μικρᾶς αὐξήσεως, ἡ ὁποία νῦν προβάλλεται. Ἰσχυρίσθη προσέτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι οἱ πτωχοὶ θὰ στερηθῶσι τῶν μέσων τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλὰ πρῶτον πάντες γινώσκομεν, ὅτι τὰ δικαστικὰ τέλη δὲν πληρόνονται ἅμα τῇ ἀγωγῇ, ἑπομένως δὲν πρόκειται ὁ ἐνάγων νὰ καταβάλῃ τὰ τέλη. Ἀλλ’ ἀπὸ ἄλλον συνάδελφον προεβλήθη, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποθάλψωμεν μίαν ἄλλην τάξιν δικηγόρων, ἐργολαβικῶς ἐργαζομένων. Δὲν νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τοῦτο, ἐὰν τοιοῦτόν τι ὑπάρχῃ ἐκ λόγων ἄλλων, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι καιρὸς νὰ συζητήσωμεν ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ἀλλ’ αἱ πλεῖσται τῶν ἀντιῤῥήσεων προεβλήθησαν ὡς πρὸς τὰ τέλη τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην, εἰς τὴν εἰσαγωγὴν πινακίων καὶ προτάσεων. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω, ὅτι εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συνεβουλεύθη καὶ δικηγόρους καὶ δικαστὰς καὶ εἰρηνοδίκας καὶ ἄλλους ἁρμοδίους. Ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῶν Εἰρηνοδικείων, ὅτε ὁ χρόνος δὲν ἐπιτρέπει νὰ συζητηθῶσι πᾶσαι αἱ ὑποθέσεις κατὰ μίαν συνεδρίασιν, ὁ εἰρηνοδίκης πάντοτε προτιμᾷ ἐκείνας τὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται παρὰ τῶν φίλων αὐτοῦ. Ἐὰν ὑπάρχῃ πινάκιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ προτίμησις, διότι κατὰ τὸ πινάκιον θὰ συζητηθῶσι κατὰ σειράν. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς εἰσαγωγῆς προτάσεων, βεβαίως, ὅτε ὁ θεσμὸς τῆς συστάσεως τῶν Εἰρηνοδικείων ἐγένετο ἀποδεκτὸς, ὑπῆρχεν ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ νομοθέτου, ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι μᾶλλον ἐπαγγέλλονται τὸν συμβιβασμὸν, ἀλλὰ σήμερον πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων βεβαίως μεταξὺ χιλίων οἱ 999 προσέρχονται μετὰ δικολάβου ἢ δικηγόρου, οὐδὲ γίνεται συζήτησις λόγῳ συμβιβασμοῦ, ἀλλὰ, προκειμένου καὶ περὶ συμβιβασμοῦ, αἱ προτάσεις ἔχουσιν ἰδίως τὸν λόγον τῆς ἀπονομῆς πλήρους τῆς δικαιοσύνης, διότι σήμερον ἐπὶ τῆς συζητήσεως οἱασδήποτε ὑποθέσεως, πολλάκις ἐκ πλάνης ἢ καὶ ἐκ κακῆς ἀντιλήψεως, ὁ γραμματεὺς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγράφῃ πάντα, ὅσα ἕκαστος τῶν ἀντιδίκων ἰσχυρίσθη, τὰ ἀναγράφει ἐλαττωματικῶς, καὶ ἐπειδὴ τὴν ἑπομένην, ὅτε ὁ εἰρηνοδίκης πρόκειται νὰ συντάξῃ τὴν ἀπόφασιν, θὰ συμβουλευθῇ τὰ πρακτικὰ, θ’ ἀποφανθῇ πολλάκις ἐπὶ βλάβῃ ἑνὸς τῶν διαδίκων. Ὅταν ὅμως ὑπάρχωσι προτάσεις, τοῦτο δὲν δύναται νὰ συμβῇ, διότι εἰς τὰς προτάσεις θ’ ἀναγραφῶσι τὰ ἐπιχειρήματα ἑκατέρου τῶν διαδίκων, ὁ δὲ εἰρηνοδίκης θὰ ἐκτιμήσῃ προσηκόντως αὐτά. Ἀλλὰ προεβλήθη ὑπό τινος τῶν συναδέλφων τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης καλεῖται νὰ λαμβάνῃ προσωρινὰ μέτρα, ὅτε θέλει ὑφίστασθαι ἀνάγκη ἀναγραφῆς εἰς τὸ πινάκιον. Περὶ προσωρινῶν μέτρων προκειμένου, πάντες γινώσκετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐκδίδηται πινάκιον. Περὶ προσωρινῶν μέτρων θὰ ἦναι ἀνάγκη προτάσεων, τοιαῦται δὲ ὑποβάλλονται καὶ σήμερον. Καὶ σήμερον εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν διάδικον νὰ ὑποβάλλῃ προτάσεις· τοῦτο δὲ πράττουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ οἱ ἐπιμελεῖς δικηγόροι, ὅπως ἀσφαλίσωσι τὸ δίκαιον τῶν πελατῶν των, τὸ παραλείπουσι δὲ ἴσως ἐκεῖνοι τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ὠφεληθῶσιν ἀπὸ τὴν ἐλαττωματικὴν κράτησιν τῶν πρακτικῶν. Δὲν βλέπω λοιπὸν, κατὰ τί ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη πρόκειται νὰ πάθῃ ἐκ τοῦ πινακίου καὶ ἐκ τῶν προτάσεων, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τελῶν κατὰ μίαν δραχμὴν δὲν θὰ κλείσῃ τὴν θύραν τῆς δικαιοσύνης εἰς τοὺς πτωχούς. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα καλῶς μελετηθῇ, θὰ πεισθῶσι πάντες, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ αὐξηθῇ, εἶναι ἀκριβῶς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι θὰ ἐλαττωθῶσιν ἐκ τούτου αἱ συναλλαγαὶ καὶ αἱ δίκαι. Εἶναι πιθανὸν ἴσως νὰ ἐπέλθῃ καί τις μικρὰ ἐλάττωσις τῆς προσδοκωμένης αὐξήσεως, ἀλλὰ οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προσκομισθεὶς πίναξ, εἶναι ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ ὅρῳ, καὶ κατ’ ἐμὲ θὰ ἔχῃ μάλιστα τὸ Δημόσιον πρόσοδον μεγαλειτέραν.
§156ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠθέλομεν μείνει σύμφωνοι μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν πράγματι ἐπρόκειτο τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σημειούμενα τέλη νὰ αὐξηθῶσιν ἁπλῶς κατά τι, δηλ. κατὰ μικρὸν ποσόν· ἀλλὰ πρόκειται νὰ διπλασιασθῶσι καὶ νὰ τριπλασιασθῶσιν. Ὅτι δὲ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι οὐχὶ ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ ὅρῳ, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ, δὲν ἔχω ἢ νὰ ἀναγνώσω τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον πάντες ἔχουσιν ἐνώπιόν των, καὶ τὸν ὁποῖον ἐὰν ἀνεγίνωσκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι τὰς αὐξήσεις τὰς βασίζει ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν πράξεων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθόν. Μόνον μία ἐκ τῶν πράξεων ὑπολογίζεται κατά τι ὀλιγώτερον τοῦ ἀνωτέρου ὅρου, ἡ ἀφορῶσα τὰ ἐπιδοτήρια τῶν δικαστικῶν κλητήρων· ὅλαι αἱ ἄλλαι πράξεις ὑπολογίζονται, ὅτι θὰ ἐξακολουθῶσιν ἐκτελούμεναι καθ’ ὃν ἀριθμὸν καὶ εἰς τὸ παρελθόν.
§157Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βέβαιον τοῦτο, ἀλλὰ τὸ σύνολον εἶναι 1,405,000 δραχμαὶ, ἐν δὲ τῷ προϋπολογισμῷ ἀνεγράψαμεν 1 ἑκατομμύριον.
§158ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συζητοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν.
§159Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ πίνακι ἀναγράφονται ἁπλῶς αἱ ἀναλογίαι ἐπὶ τῶν κειμένων, εἶτα δὲ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ τὰ δύο τριτημόρια τῶν ἐπὶ τοιαύτῃ ἀναλογίᾳ ὑπολογιζομένων, καὶ ταῦτα ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§160ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δυοῖν θάτερον· ἢ οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι θέλει παρεμποδισθῆ ἡ προσφυγὴ μεγάλου μέρους τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν εἰς τὰ δικαστήρια ἔχουσι δίκαιον, καὶ τότε ὄχι τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ πίνακι, ὄχι τὸ ἀναγραφόμενον καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγώτερον τούτου θέλει εἰσπράξει τὸ Δημόσιον, ἢ ἔχουσι δίκαιον ἐκεῖνοι, μεθ’ ὧν συντάσσεται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι οὐδεμία ἐλάττωσις εἰς τὰς πράξεις θέλει ἐπέλθει, καὶ τότε βεβαίως θὰ εἰσπράξητε τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἀλλὰ, Κύριοι, συζητοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς λογικῆς, συζητοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει, τὴν ὁποίαν μᾶς δεικνύει ἡ πεῖρα ὅλων τῶν ἐθνῶν, ἢ συζητοῦμεν κατὰ τὰς αὐθαιρέτους ἡμῶν ἰδέας; Ἐὰν συζητῶμεν κατὰ τὰς αὐθαιρέτους ἡμῶν ἰδέας, εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν· ἔχετε μίαν ἰδέαν, εἶσθε πλειότεροι, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλ’ ἡ λογικὴ, Κύριοι, καὶ ἡ πεῖρα ὅλων τῶν ἐθνῶν μᾶς δεικνύουσι τὸ ἐναντίον. Αἱ πράξεις αὗται, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλετε τὰ ἔμμεσα τέλη, αἱ πράξεις αὗται ἐλαττοῦνται, ὅταν τὰ τέλη ταῦτα αὐξάνωσιν, εἰς τοῦτο δὲ δὲν διαφωνεῖ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι εἶπεν, ὅτι τὰ δύο τριτημόρια μόνον ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§161Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοῦτο· εἶπον ὅ,τι ὑμεῖς εἴχετε εἴπει πρότερον, ὅτι ἀναγράφω τὰ ἀποτελέσματα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ, οὐχὶ διότι ἀπεκδέχομαι, ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι μόνον ταῦτα, —τοὐναντίον ἐλπίζω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ πρόσοδος ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ ἢ καὶ ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ,—ἀλλὰ διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ καθ’ ἡμᾶς, δέον νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει πᾶσα ἐνδεχομένη ὑστέρησις, ἵνα ἐκ προοιμίων ἀναπληρῶται.
§162ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ἄφησε κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον, ἅμα εὗρε τὴν παραμικρὰν δικαιολογίαν, νὰ μὴ ἀναγράψῃ ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ ὅρῳ. Ἐγὼ λαμβάνω σήμερον τὸ σχετιζόμενον μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· τὸ τί θὰ εἴπωμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ τὸ εἴπωμεν τότε. Ἐνταῦθα ἢ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προβλέπει εἴσπραξιν, ὑπερβαίνουσαν τὴν σημερινὴν εἴσπραξιν ἐκ τῶν πράξεων, ἐφ’ ὧν ἀναφέρεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἢ δὲν ἐλπίζει εἰς τοιαύτην εἴσπραξιν· ἐγὼ πιστεύω, ὅτι δὲν ἐλπίζει, διότι, ἐὰν ἤλπιζεν εἰς τοιαύτην εἴσπραξιν, δὲν εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις δὲν θὰ τὴν ἀνέγραφε μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προθυμίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· δὲν παραδέχεται τοιαύτας συγκαταβάσεις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν πρόκηται περὶ αὐξήσεως, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον δεδικαιολογημένης, ἐσόδων. Τοιαύτην αὔξησιν δὲν παραβλέπει, ὅπως δὲν παραβλέπει καὶ πᾶσαν διαγραφὴν ἐξόδου, ἔστω καὶ τὸ ἰδανικώτερον ἐπιχείρημα ἐὰν ἔχῃ δι’ αὐτήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ἀναγράφων ἔσοδον ἀνύπαρκτον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διὰ νὰ αὐξήσῃ κατὰ ἓν ἑκατομμύριον τὰ ἔσοδα, ἀπὸ τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας, θέλετε νὰ μᾶς χαρίσῃ 400,000 δραχμῶν; Ἀλλὰ ἂς μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν· ἐνταῦθα πρόκειται δυοῖν θάτερον· θὰ εἰσπράξητε τὸ 1,400,000, ἢ δὲν θὰ τὸ εἰσπράξητε; Δὲν θὰ τὸ εἰσπράξητε, —εἶσθε σύμφωνος καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρωθυπουργὲ,—ἀλλὰ θὰ εἰσπράξητε ὀλιγώτερον τοῦ σημειουμένου ποσοῦ ἐν τῷ σημειώματι· διατί δέ; Διότι βεβαίως θὰ περιορίσητε τὴν δικαιοσύνην, διότι βεβαίως θὰ καταστήσητε ἀδύνατον τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ δικαστήρια τῶν πτωχῶν ἐκείνων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν νὰ πληρώσουν τὸν τριπλασιαζόμενον φόρον. Ἠκούσατε ὅλους τοὺς συναδέλφους, οἵτινες ὡμίλησαν πρὸ ὀλίγου καὶ οἵτινες ἀσχολοῦνται ἰδίως περὶ τὰ δικαστικά· πάντες εἶναι σύμφωνοι περὶ τῶν δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ γεννηθῶσιν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, ἐναντίος τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου· περιήλθομεν εἰς τοιαύτην θέσιν σήμερον, ὥστε εὑρισκόμεθα εἰς τὴν δεινὴν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου· ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ὁ τόπος, μᾶς ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον τοῦτο, ἀλλ’ ὀφείλομεν, αὐξάνοντες τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, νὰ μὴ καταστρέψωμεν τὴν πορείαν τοῦ Ἔθνους· διότι, ὅταν καταστρέψωμεν ταύτην, τὸ Δημόσιον δὲν θὰ λάβῃ τίποτε. Δὲν στηρίζεται τὸ Ἔθνος ἐπὶ τοῦ Δημοσίου, Κύριοι, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοῦ Ἔθνους, δὲν συντηρεῖ τὸ Δημόσιον τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ τὸ Ἔθνος συντηρεῖ τὸ Δημόσιον· πάντες δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ τραφῶσι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πλανῶνται, νομίζοντες ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ πραγματοποιηθῇ ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Πᾶσα ἑπομένως φορολογία, ἥτις, ὅπως δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον δέκα, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ Ἔθνους χίλια, δὲν εἶναι φορολογία πλουτίζουσα τὸ Δημόσιον, εἶναι φορολογία καταστρέφουσα αὐτὸ, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ ἐν προσεχεῖ μέλλοντι δεκαπλασίαν βλάβην τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν θὰ φέρῃ σήμερον. Ἐὰν σήμερον τὸ Δημόσιον ὠφεληθῇ δέκα ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης, μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν θὰ ζημιωθῇ ἑκατόν· τοιαύτη δὲ εἶναι ἡ πορεία, ἡ ὁποία ἀπό τινων ἐτῶν ἔφερε τὸν τόπον εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν· διότι μόνον περὶ τοῦ ἀμέσως παρόντος συσκεπτόμεθα, ἐνῷ ὀφείλομεν νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἀπώτερον μέλλον. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἐκτελοῦσι καθῆκον, ζητοῦντες τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς πολλαπλασίονος βλάβης τῶν ἐσόδων τοῦ Ἔθνους, καὶ ὅτι ἐξυπηρετοῦσιν οὕτω τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, πλανῶνται. Ἐκεῖνοι μόνον τὰ ἐξυπηρετοῦσιν, οἵτινες φροντίζουσι περὶ τῆς μὴ παρεμποδίσεως καὶ περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐνεργητικότητος τῶν πόρων τοῦ Ἔθνους...
§163Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ.
§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι ὅμως διὰ τῆς εἰκονικότητος. Διὰ τοῦτο, Κύριοι,—καὶ λυποῦμαι, διότι προκληθεὶς ἠναγκάσθην νὰ ἐξέλθω τοῦ στενοῦ κύκλου τοῦ νομοσχεδίου τούτου,—μόνον προβλέπων τὰ ἔμμεσα ἀποτελέσματα, τὰ ἀπωτέρω ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐκηρύχθην ὄχι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος αὐτοῦ,—διότι εὗρον ἐν αὐτῷ καὶ διατάξεις, καὶ ὑπάρχουσι διατάξεις, δυνάμεναι νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἄνευ βλάβης τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τοῦ Δημοσίου ἑπομένως,—ἀλλὰ κατὰ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θὰ βλάψωσι καίρια συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, καὶ βλάπτουσαι καίρια συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, θὰ βλάψωσι σπουδαιότερον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀφ’ ὅ,τι θὰ τὸ ὠφελήσῃ ἡ εἴσπραξις, τὴν ὁποίαν προβλέπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§165ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶχε δίκαιον μέχρι τοσούτου ὕψους νὰ ἀναγάγῃ τὴν συζήτησιν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, καὶ εὐτυχῶς ὅτι αὐτὸς οὗτος μετενόησε καὶ ἐξέφρασε λύπην...
§166ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν μετανοῶ ποτὲ, ὅταν λέγω τὴν γνώμην μου· μετενόησα, διότι προεκλήθην σήμερον νὰ τὴν εἴπω.
§167ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. καὶ ἐξέφρασε λύπην, ὅτι προκληθεὶς καὶ προδραμὼν εἶπε σήμερον ὅ,τι δυστυχῶς μεθαύριον θέλομεν ἀκούσει πολὺ ἐκτενέστερον λεγόμενον. Τὸ βέβαιον εἶναι, Κύριοι, ὅτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν σήμερον ὑπ’ ὄψιν, οὐδένα τῶν κινδύνων ἐκείνων τρέχομεν, τοὺς ὁποίους προλέγουσιν οἱ προαγορεύσαντες, ὅσοι ἀκολουθοῦσι τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας πρεσβεύει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, διότι σχεδὸν οὐδεμία ἐκ τῶν αὐξήσεων, αἵτινες περιλαμβάνονται ἐν τῷ σήμερον ὑποβαλλομένῳ νομοσχεδίῳ, ἐγγίζει κεφάλαιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπῆλθεν αὔξησις κατὰ τὴν τελευταίαν ἀναθεώρησιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Ἡ τελευταία εὐρεῖα καὶ γενικὴ ἀναθεώρησις τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐγένετο ἐν ἔτει 1887, καὶ τότε ἠκούσαμεν αὐτὰς ταύτας τὰς ἱερεμιάδας, καὶ εἰς πολὺ μείζονα βαθμὸν, τὰς ὁποίας καὶ σήμερον ἠκούσαμεν, αὐτὰς ταύτας τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας πρεσβεύει καὶ διακηρύττει ἐνταῦθα σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἀναπτυσσομένας καὶ διὰ μακρῶν ὑπὸ διαφόρων Βουλευτῶν, ἀνηκόντων εἰς τὴν πτέρυγα, εἰς ἣν καὶ αὐτὸς ἀνήκει σήμερον...
§168ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι παρ’ ἐμοῦ.
§169ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι παρ’ ὑμῶν, διότι συνέπιπτε τότε νὰ μὴ ἀνήκετε εἰς αὐτὴν τὴν πτέρυγα... τὰς ἠκούσαμεν, καὶ ἀντετάχθη τότε εἰς τοὺς τὰ τοιαῦτα λέγοντας, ὅτι, ἀναπτυσσομένου τοῦ τόπου, ἀναπτυσσομένων τῶν συναλλαγῶν, εἶναι φυσικὸν, ὅτι ὄχι μόνον παρακολουθεῖ τὴν ἀνάπτυξιν τὸ ἔσοδον τοῦ χαρτοσήμου, ἀλλὰ καὶ ὅτι προτρέχει μάλιστα τῆς ἀναπτύξεως ταύτης, διότι τοῦτο ἔχει τὸ ἰδιάζον τὸ ἔσοδον τοῦ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη πανταχοῦ καὶ σημειοῦται ὑπὸ τῶν εἰδικῶς εἰς ταῦτα ἀσχολουμένων, ὅτι πρὶν ἢ ἐκφανθῇ ἡ ἀνάπτυξις τῶν συναλλαγῶν τελουμένη εὐρέως, ἐμφανίζεται ἡ ἀνάπτυξις τοῦ εἰσοδήματος τοῦ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου. Καὶ εἰς τὰ τότε λεγόμενα καθ’ ἡμῶν εἴπομεν πρὸς τοὺς ἀντιλέγοντας: «περιμείνατε, καὶ θέλετε ἴδει». Καὶ σήμερον εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ εἴπωμεν, ὅτι προσετέθησαν ἐξ ἐκείνου τοῦ νομοθετήματος 3–4 ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι ἔχομεν οὕτω σήμερον τὸ πλεόνασμα, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐγγυᾶται περισσότερον περὶ τῆς διορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἐπανερχόμενος δέ, λέγω τοῦτο, ὅτι οὐδὲν, σχεδὸν οὐδὲν ἐκ τῶν κεφαλαίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων σήμερον συζητοῦμεν, ὑπέστη αὔξησιν ἀπὸ τοῦ 1887, οὔτε κατόπιν. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅτι διὰ μικράν τινα προσθήκην ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν κεφαλαίων τούτων, κεφαλαίων ἐχόντων ἀναγεγραμμένον τέλος τὸ ἐν ἔτει 1836 ὡρισμένον, θὰ ἐπέλθῃ ἀναστολὴ τῶν πράξεων καὶ ἑπομένως ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων...
§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ λέγουν οἱ ἁρμόδιοι.
§171ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἠξεύρω ποῖοι εἶναι οἱ ἁρμόδιοι, οἱ ἀποφαινόμενοι· ἀλλ’ ἐὰν ἀναδράμητε εἰς τὸν πίνακα, θέλετε ἴδει, ὅτι αἱ ὑπὸ τῶν συμβολαιογράφων συντασσόμεναι διανομαὶ δὲν ὑπεβλήθησαν προηγουμένως εἰς αὔξησιν, καὶ ὄχι μόνον δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς αὔξησιν, ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1887 εἶχεν ἐπιφέρει καὶ ἐλάττωσιν· διότι, ἐνῷ κατὰ τὰ 1836 ἦτο ὡρισμένον τέλος 10 δρ. ἐν ἔτει 1887 ὑπεβιβάσθη εἰς 5 δρ. σήμερον δὲ, θίγοντες τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ἐπανερχόμεθα ἢ εἰς τὰς δέκα δραχμὰς ἢ εἰς τὸ ἀναλογικὸν, τὸ ὁποῖον καὶ σεῖς δὲν ἐψέξατε. Ἐὰν ἔλθητε εἰς τὰς μεταγραφὰς, εὑρίσκεσθε σύμφωνοι μὲ ἡμᾶς, ἑπομένως καὶ ἐκ τούτου δὲν φοβεῖσθε ἐλάττωσιν τέλους. Ποῦ ἐγένετο κατὰ τὸ 1887 αὔξησις ἐπὶ τῶν εἰρηνοδικειακῶν; Ἔμειναν ὅλα ἄθικτα. Προσθήκη 50 λεπτῶν θέλει φέρει ἐλάττωσιν, τὴν ὁποίαν φοβεῖσθε; Τὰ κλητορικὰ ἔμειναν ἄθικτα κατὰ τὸ 1887· προσθέτοντες μίαν δραχμὴν, δὲν ἐπιβάλλομεν βάρος δυσβάστακτον. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ σημερινὴ κοινωνία ἔμεινε τόσον ὀπίσω, ὥστε εἶναι δύσκολον νὰ καταβάλῃ προσθέτως σήμερον τόσον εὐτελὲς ποσόν. Καὶ ταῦτα περὶ πάντων τῶν δικαστικῶν· διότι οὔτε τῶν πρακτικῶν τὸ τέλος εἶχεν αὔξησιν, οὔτε τῶν ἐκθέσεων τῶν κλητήρων, οὔτε τῶν ἀγωγῶν. Ἑπομένως πάντα τὰ δικαστικὰ, ὅσα ἔμειναν ἄθικτα ἀπὸ τοῦ 1887, σήμερον αὐξάνουσι κατὰ μίαν δραχμήν· τὸ βάρος δὲν εἶναι δυσβάστακτον καὶ δὲν θέλει ἐπιφέρῃ ἀναστολὴν εἰς τὰς εἰσπράξεις, ἀλλὰ αὔξησιν. Τὰ πληρεξούσια. Ὅτε ἐν ἔτει 1887 συνεζητοῦμεν ἐπὶ αὐτῶν, ἠκούσαμεν φωνὴν Βουλευτοῦ, ἄριστα γινώσκοντος τὰ τῶν δικαστηρίων, προτείνοντος νὰ ἐπιβάλωμεν τὸ τέλος τῶν ἐν Γαλλίᾳ εἰσπραττομένων, ὅπου εἰσπράττονται 20 δραχμαί. Ἑπομένως, ἐὰν προσθέσητε 2 δραχμὰς εἰς τὰ πληρεξούσια, δὲν διατρέχετε κίνδυνον. Ὁ κύριος Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μὴ εἰσπράξωμεν οὔτε ἑκατομμύριον, ἀλλὰ δὲν παρετήρησεν, ὅτι ἐν τῷ πίνακι δὲν περιλαμβάνονται πᾶσαι αἱ προβλέψεις. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν γάμων ἐὰν παρατηρήσῃ, θέλει πεισθῆ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι μόνον ἐκ τῆς προσθήκης τῶν πέντε δραχμῶν ἐπὶ τῶν ἀδειῶν γάμων θὰ ἔχωμεν ἀσφαλὲς κέρδος 60,000, διότι οἱ γάμοι, κατὰ τὰ κοινῶς γνωστὰ, ὑπερβαίνουσι τοὺς 15,000 ἐτησίως ἐν Ἑλλάδι. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι θὰ ἀναστείλῃ τις τὸν γάμον του, διὰ νὰ μὴ πληρώσῃ τὰς 10 δραχμάς. Ὑπάρχει ἕτερον ἐδάφιον, ἐκ τοῦ ὁποίου προσδοκῶμεν αὔξησιν ἐσόδων, μὴ ἀναφερομένων ἐνταῦθα, τὸ τῶν ἐξωτερικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα θέλουσι διπλασιασθῆ, ὁ δὲ διπλασιασμὸς οὗτος θὰ φέρῃ προσθήκην εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα χρήματα εἰς τὸν τόπον, προσθήκην ἀξίαν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἐν γένει δὲ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι αἱ ἐκ τῆς μεταβολῆς εἰσπράξεις θὰ ὑπερβῶσι κατὰ ἥμισυ ἑκατομμύριον περίπου ἐκεῖνα, ἅτινα ὑπελογίσαμεν ἐν τῷ πίνακι.
§172ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§173ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὑπὸ ταμιευτικὴν ἔποψιν, ἐὰν δηλ. αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἐπιβάλωσι τὰ τέλη· αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν τελῶν, καὶ ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ δικαζώμεθα ἄνευ τελῶν, ἡμεῖς θὰ ἐπινεύσωμεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὀφείλομεν ἡμεῖς, οἵτινες θὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἀναιρέσωμεν τὴν αἰτίασιν, ὅτι διὰ τούτου ἀναιροῦνται αἱ βάσεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας· διότι, ἂν ἀναιρῶνται, ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ καταδικάσωμεν. Καὶ χθὲς μᾶς εἶπον, ὅτι ἀναιροῦνται αἱ βάσεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας, καὶ ἰδίως τῆς διαδικασίας ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικῶν· τοὐναντίον ὅμως, διὰ τῶν πινακίων καὶ τῶν προτάσεων θὰ συμβάλωμεν εἰς τὴν λυσιτελεστέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικῶν. Δὲν γνωρίζω τί γίνεται ἐν Ἀθήναις, ἔνθα ὑπάρχουσιν Εἰρηνοδικεῖα δικάζοντα ἐν μιᾷ συνεδριάσει ὅλας τὰς ὑποθέσεις, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής· ὅ,τι γνωρίζω εἶναι, — καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ μὲ πιστεύσῃ, — ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν εἰρηνοδικῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις οὐ μόνον δὲν ἐξαντλοῦσιν ὅλας τὰς ὑποθέσεις, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀναβάλλουσιν ἀπὸ συνεδριάσεως εἰς συνεδρίασιν. Εἶδον πολλάκις χωρικούς, οἵτινες ἤρχοντο νὰ δικάσουν ὑποθέσεις των, καὶ ἠναγκάζοντο νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ χωρία των ἄπρακτοι, διότι ὁ εἰρηνοδίκης δὲν ἤθελε νὰ τὰς δικάσῃ. Πῶς δὲ ἀναβάλλονται αἱ δίκαι αὗται; Διὰ πρακτικοῦ. Ὁ εἰρηνοδίκης ἔχει ἐκκρεμεῖς ἑκατὸν ὑποθέσεις, δικάζει τὰς δέκα, καὶ συντάσσει πρακτικόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναβάλλονται αἱ 90. Ἔρχεται ἡ δευτέρα συνεδρίασις, τὸ αὐτό· καὶ ἐχρειάσθη πολλάκις, ὁ πτωχὸς χωρικὸς, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κόπτεσθε, νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν ἰσχυρὸν τῆς ἡμέρας, διὰ νὰ παρακαλέσῃ τὸν εἰρηνοδίκην νὰ δικάσῃ...
§174ΡΑΛΛΗΣ. Διότι εἶναι ἰδικός σας.
§175ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ ἐνταῦθα περὶ τῆς πολιτικῆς... «Καὶ κατὰ τί, ἐρωτᾶται, θὰ σώσῃ τὸ πινάκιον»; Πρῶτον, τὸ πινάκιον θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν εἰρηνοδικῶν· σήμερον κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου, ὅστις δι’ ὀκνηρίαν ἢ διὰ ῥαθυμίαν δὲν θέλει νὰ δικάσῃ, δὲν ἔχετε ἔλεγχον. Ὑπῆρξα Εἰσαγγελεύς, καὶ ἠρώτησα τὸν εἰρηνοδίκην Σπάρτης, πόσαι ὑποθέσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς. Μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εἶχε κἀμμίαν, οἱ δὲ δικηγόροι μοὶ ἔλεγον, ὅτι ἔχει ἑκατοστύας ἐκκρεμεῖς. Τῷ εἶπον ὅτι οἱ δικηγόροι μοὶ λέγουν τοῦτο. «Καὶ τοὺς δικηγόρους πιστεύεις!» Ἐὰν εἶχε πινάκιον, θὰ ἐφαίνετο πόσας ὑποθέσεις εἶχεν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιόν του. Ἰδοὺ διατὶ θέλω τὸ πινάκιον. Τὸ ζήτημα εἶναι περὶ πεντήκοντα λεπτῶν, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ πτωχότερος τῶν διαδίκων ἔχει νὰ καταβάλῃ, ἵνα ἀσφαλίσῃ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεώς του. Ἔρχομαι τώρα, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῶν προτάσεων. Περὶ τούτου ἐλέχθησαν πολλὰ τῷ ὄντι. Δὲν ἐννοῶ κατὰ τί ἀνατρέπομεν τὰς βάσεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας, ἀπαιτοῦντες προτάσεις ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου. Ἀληθῶς ἡ πολιτικὴ δικονομία ἀναγράφει τὴν διάταξιν, ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης ὀφείλει νὰ προσπαθήσῃ νὰ συμβιβάσῃ τοὺς διαδίκους...
§176ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ ἓν ἄλλο· ὅτι εἶναι προφορικὴ ἡ διαδικασία.
§177ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. καὶ ἂν δὲν συμβιβάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, προβαίνει εἰς τὴν δίκην. Συνάμα δὲ, ὁ νομοθέτης τοῦ 1835, διότι ἐνόησεν, ὅτι ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων θὰ περιορίζητε ἡ συζήτησις εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πραγματικοῦ μέρους τῆς ὑποθέσεως, εἶπεν, ὅτι οὐδ’ ἡ παρουσία νομομαθοῦς ἀνθρώπου εἶναι ἀναγκαία, ἀλλὰ δύναται πᾶς τις νὰ ὑπερασπίζηται μόνος. Σήμερον ὅμως, Κύριοι, ὁπότε ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων ἐξαντλεῖται ὁλόκληρος ἡ φαρέτρα τῶν ἐνστάσεων, τὰς ὁποίας δύναται νὰ πλάσῃ ἡ νοημονεστέρα φαντασία παντὸς νομομαθοῦς, σήμερον, ὅτε δὲν τολμᾷ, Κύριοι, ὁ διάδικος νὰ ὑπερασπισθῇ μόνος του τὴν ὑπόθεσιν,—καὶ εἶναι μία ἀλήθεια, ὅτι ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων δὲν παρουσιάζονται οἱ διάδικοι αὐτοπροσώπως, διότι θὰ ἦναι ἀτυχεῖς, ἐπειδὴ, ἐὰν παρουσιασθῇ τις μὴ ἔχων τὰ ἐφόδια τῆς νομικῆς στρεψοδικίας, ἀλλοίμονον εἰς αὐτὸν, Κύριοι,—σήμερον λοιπὸν, ὅτε ἔχετε ταύτην τὴν διαδικασίαν ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων, ὅτε ἔχετε ὅλον αὐτὸ τὸ σμῆνος τῶν ἐνστάσεων καὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου καὶ τῆς πολιτικῆς δικονομίας, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον ὁ εἰρηνοδίκης σημείωσιν τῶν προταθέντων ἐνώπιον αὐτοῦ; Καὶ ἂν ὑποθέσητε ὅσον θέλετε νοήμονα τὸν εἰρηνοδίκην καὶ δυνάμενον νὰ ἀντιληφθῇ ὅλων τῶν λεχθέντων ὑπὸ τῶν διαδίκων, ὅταν ἔχητε ἐν αὐτῇ τῇ πολιτικῇ δικονομίᾳ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως καὶ προκαλῆτε ἄλλον δικαστὴν νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῶν λεχθέντων ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου, ὑποχρεοῦτε αὐτὸν ν’ ἀποφασίσῃ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λεχθέντων, τί κάμνετε τὸν διάδικον, τοῦ ὁποίου τὰς ἐνστάσεις δὲν ἀνέγραψεν ὁ γραμματεὺς ἐν τοῖς πρακτικοῖς, εἴτε ἐκ πλάνης, εἴτε ἐκ κακῆς θελήσεως; Καὶ λοιπὸν ἡ δαπάνη μόνον τῶν 50 λεπτῶν, ἥτις ἐξασφαλίζει τὸ δίκαιον τοῦ διαδίκου εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, εἶναι τοσοῦτον μεγάλη, ὥστε νὰ μείνῃ ἐκτεθειμένος ὁ διάδικος, ὡς σήμερον, εἰς ὅλα τὰ ἀπαράδεκτα, τὰ ὁποῖα προτείνονται ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων; Ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν τῶν κινδύνων ἐξασφαλίζομεν τὸν διάδικον, ἐὰν δεχθῶμεν τὰς προτάσεις. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς προχθὲς, ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ διαδίκου τοῦτο· ἂν θέλῃ, δίδει προτάσεις· τίς τὸν ἐμποδίζει; Ναί, Κύριοι· δὲν θέλω ὅμως ἐγὼ νὰ δώσω μόνον προτάσεις, θέλω νὰ ἐξασφαλισθῶ καὶ ἀπέναντι τοῦ ἀντιδίκου μου, διότι ἔρχεται τὸ πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον μᾶς λέγει, ὅτι ἔκαμεν ὁ ἐνάγων αὐτὸν τὸν πραγματικὸν ἰσχυρισμὸν, καὶ ὅμως δὲν τὸν ἔκαμε, καὶ ἐγὼ ἑπομένως δὲν τὸν ἀντέκρουσα, καὶ ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν θὰ μοὶ εἴπωσι «δὲν ἀντέκρουσες τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτόν». Τί ὠφελεῖ, ἐὰν ἐγὼ ἔκαμα προτάσεις; Πρέπει καὶ ἐκεῖνος νὰ κάμῃ, ἵνα τὰς ἴδω καὶ ἐγὼ καὶ τὰς ἀντικρούσω. Αἱ προτάσεις λοιπὸν πρέπει νὰ ἦναι ἀμοιβαῖαι. Ἐλέχθη, ποῖον εἶναι τὸ πρωτότυπον τῆς ἀγωγῆς καὶ ποῖον τὸ ἀντίγραφον; Ἐγὼ μόνον ὑπενθυμίζω, χωρὶς νὰ προβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 397, ἔνθα εὑρίσκω, ὅτι «πρωτότυπον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ὁ ἐνάγων. Τὸ πρωτότυπον τῆς ἀγωγῆς κατατίθεται ὑπὸ τοῦ ἐνάγοντος εἰς τὴν δικογραφίαν». Τοῦτο ὀνομάζει ἡ πολιτικὴ δικονομία πρωτότυπον. Εὑρίσκω ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν διάταξιν ἄλλην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντίγραφον τοῦ ἐγγράφου τῆς ἀγωγῆς, τοῦ πρωτοτύπου δηλαδὴ, ἐπιδίδεται εἰς ἕκαστον ἐναγόμενον. Ταύτας τὰς διατάξεις εὑρίσκω ἐγὼ ἐν τῇ πολιτικῇ δικονομίᾳ, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπονοεῖται πάντοτε, ὅτι ὑπάρχει πρωτότυπον εἰς χεῖρας τοῦ ἐνάγοντος, τοῦ ἐκκαλοῦντος, τοῦ ἀναιρεσείοντος. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐπιβληθῇ μιᾶς ἢ τριῶν δραχμῶν χαρτόσημον, νομίζω ὅμως, ὅτι πάντοτε πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ πρωτότυπον. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου μεταβάλλονται καὶ ἀνατρέπονται αἱ διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Ὄσον ἀφορᾷ μόνον τὸν φόρον ἐπὶ τῶν βιβλίων τῶν ἐμπόρων, βεβαίως καί ἐγὼ εὑρίσκω,—ἐὰν νομίζῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς θὰ ἐπιβληθῇ ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως τοῦ ἐμπόρου, εἴτε ἐπικαλεσθῇ τὰ βιβλία, εἴτε τὰ θέλει, εἴτε δὲν τὰ θέλει,—εὑρίσκω, ὅτι τότε βεβαίως ὁ φόρος εἶναι βαρύς. Ἀλλ’ ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκε σήμερον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μὲ ἀπαλλάσσει τῆς συζητήσεως ταύτης· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε,— καὶ σημειῶ τὴν γνώμην του,—ὅτι «δὲν ἐννοοῦμεν νὰ μεταβάλωμεν τὰ κείμενα, δὲν ὑποχρεοῦμεν, θέλοντα καὶ μὴ θέλοντα, τὸν ἔμπορον νὰ τηρῇ βιβλία». Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον σεῖς ἐπικαλεῖσθε, θέλει μεταῤῥυθμισθῆ εἰς τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ συνάδῃ μὲ τὰς ἀρχὰς τὰς ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἐφαρμοζομένας, καὶ νὰ μὴ ἦναι ὑποχρεωτικὸς ὁ φόρος εἰς τὸν ἔμπορον ἐκεῖνον, ὅστις θέλει νὰ ἐπικαλῆται τὰ βιβλία...
§178ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§179ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πυλίας Βουλευτοῦ, ὅτι τὰ μένοντα παρὰ τῷ διαδίκῳ δικόγραφα εἶναι τὰ πρωτότυπα. Θὰ ἦναι λίαν ἐπικίνδυνον διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων δίκας, ἐὰν θεωρηθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα νόμον ταμιευτικὸν, δίδει ἑρμηνείαν, ὅτι τὰ μένοντα παρὰ τῷ διαδίκῳ εἶναι τὰ πρωτότυπα· διότι τὸ πρωτότυπον εἶναι οὐχὶ τὸ διατηρούμενον, ἀλλὰ τὸ κοινοποιούμενον· περὶ αὐτὸ στρέφεται ὁ ἀγὼν, τὸ κῦρος αὐτοῦ ἐξετάζεται δικονομικῶς, τὸ βάσιμον αὐτοῦ ἐξετάζεται οὐσιαστικῶς. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τούτου μεταξὺ τῶν ἑρμηνευτῶν. Πρὸ ὀλίγου παρετήρησα τὸν Οἰκονομίδην, τὸν σοφόν μας καθηγητὴν, καὶ εἶδον, ὅτι λέγει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὑπάρχει δὲ καὶ νομολογία, λέγουσα τὸ ἴδιον. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ πρωτότυπον εἰς χεῖρας τοῦ προκαλοῦντος τὴν πρᾶξιν διαδίκου, τότε θὰ ἔχωμεν ἐπὶ ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν ἀμφισβητήσεις. Καὶ θὰ ἦναι λίαν ἐπικίνδυνον τὸ πρᾶγμα, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον αἱ ἐπιδόσεις δὲν γίνονται παρ’ ἡμῖν ὡς γίνονται ἐν Γαλλίᾳ, ἀντιγραφομένων τῶν δικογράφων, ἀλλ’ ἁπλῶς σημειοῦται ἡ χρονολογία καὶ τὸ ἀντικείμενον. Ἐγὼ ἔχω ἀγωγὴν ἐκκρεμῆ, προσφάτως συζητηθεῖσαν ἐνώπιον τοῦ ἐνταῦθα Ἐφετείου, ὑφ’ οὗ ἐξεδόθη ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦται ὁ ἀντίδικος νὰ προσαγάγῃ τὸ πρωτότυπον, τὸ κοινοποιηθὲν εἰς αὐτόν· καὶ ὀρθῶς, διότι πρόκειται περὶ αἰτήσεως τοῦ ἐνάγοντος, ἡ ὁποία, ὁ ἐναγόμενος λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ κοινοποιηθὲν δικόγραφον τῆς ἀγωγῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ κείμενον τοῦ νόμου ὡς ἔχει, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἑρμηνείας περὶ τοῦ τί εἶναι πρωτότυπον κτλ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. Τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου 11 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὡς ἠκούσατε, μετεῤῥυθμίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «βʹ) Ὑπὲρ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, ἐπὶ μὲν τῶν πράξεων τῶν γραφομένων ὑπ’ αὐτῶν ἐπὶ ἐπισήμου χάρτου μιᾶς δραχμῆς τὸ ½, ἐπὶ ἐπισήμου χάρτου δραχμῶν δύο τὰ ⅜, καὶ ἐπὶ ἐπισήμου χάρτου δραχμῶν πέντε τὸ ¼ τῆς τιμῆς.» Τὸ δὲ ἐδάφιον δʹ διαγράφεται. Οὕτω τροποποιημένον θ’ ἀναγνωσθῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου.
§181ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 1. Ὁ νόμος ᾼΧΚΕ’ περὶ τελῶν χαρτοσήμου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1887 μεταῤῥυθμίζεται ὡς ἕπεται. «...... Εἰς τὸ ἄρθρον 15 προστίθενται ἐδάφια ηʹ καὶ θʹ, ἔχοντα οὕτω· «ηʹ) Αἱ ὑπὸ τῶν συμβολαιογράφων συντασσόμεναι κληρονομίας ἢ κληροδοτημάτων διανομαὶ, αἱ μὴ ὑπαγόμεναι εἰς τέλος κατὰ τὸ ἄρθρον 27, ἀφορῶσαι δὲ εἰς περιουσίαν ἄνω τῶν δραχμῶν δέκα χιλιάδων. «θʹ) Αἱ μεταγραφαί. Ἀλλ’ ἐπὶ μεταγραφῆς πράξεως ἀξίας 4,000 δραχμῶν καὶ κατωτέρω, εἰσπράττεται πάντοτε τέλος τεσσάρων δραχμῶν.»
§182ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν. Ἄλλοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤλεγχε τὸν πρώην Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅτι, διότι τὸν ἠδίκουν οἱ χρηματισταὶ, ἀντὶ πάσης ποινῆς κατ’ αὐτῶν, ἐπέβαλλε φόρους εἰς τὸν λαόν. Σήμερον, διότι ἀδικοῦσιν οἱ εἰρηνοδίκαι, τοὺς ὁποίους δὲν διορίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιβάλλει φόρους εἰς τοὺς διαδίκους.
§183ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «.... Τὰ ἐδάφια αʹ καὶ βʹ τοῦ ἄρθρου 21 τροποποιοῦνται οὕτω· «αʹ) Αἱ αἰτήσεις θεραπείας, πᾶσαι αἱ πρὸς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς αἰτήσεις αἱ μὴ εἰδικῶς ὑποβεβλημέναι εἰς τέλος κατώτερον ἢ ἀνώτερον, καὶ τὰ εἰς τοὺς διαδίκους κοινοποιούμενα δικόγραφα ἀγωγῶν, ἀνακοπῶν, ἐφέσεων καὶ αἰτήσεων ἀναιρέσεως ἢ ἀναψηλαφήσεως. «βʹ) Τὰ ἑπόμενα φύλλα μετὰ τὸ πρῶτον ἐπὶ πράξεων τῶν δικαστικῶν κλητήρων, ἀφορωσῶν εἰς κατασχέσεις περιουσιῶν ὀφειλετῶν, καὶ πάντα τὰ ἀντίγραφα τὰ ὑπ’ αὐτῶν κοινοποιούμενα.»
§184ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ βʹ ἐδάφιον ἀναφέρει τὰς κατασχέσεις περιουσιῶν ὀφειλετῶν. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς πράξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία συντελεῖ τὴν καταστροφὴν τοῦ ὀφειλέτου· καὶ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς κατασχέσεως εἶναι τοσαῦτα, ὥστε σχεδὸν μένει ἐντελῶς πένης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔσχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ὑποστῇ μίαν ἐκτέλεσιν, καὶ ἑπομένως πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποφύγωμεν πᾶσαν αὔξησιν τῶν βαρῶν αὐτῶν σχετικῶς πρὸς τὸν ὀφειλέτην, ἀτυχήσαντα καὶ μὴ δυνάμενον ἑπομένως νὰ πληρώσῃ.
§185ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «.... Τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 24 τροποποιεῖται οὕτω: «βʹ) Πᾶσαι ἐν γένει αἱ εἰς ἰδιώτας ἀναφερόμεναι ἀποφάσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, πλὴν τῶν εἰδικῶς εἰς ἀνώτερον τέλος ὑποβεβλημένων».
§186ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ. Τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 24 καὶ τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ ἄρθρου 25 δὲν ἐξηγοῦνται. Τί σημαίνει τὸ ἓν καὶ τί σημαίνει τὸ ἄλλο;
§187ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ὁ χωρισμὸς εἰς δύο τμήματα τῆς ἀρχαίας διατάξεως. Ἡ ἀρχαία διάταξις ὑπέβαλλε πάσας τὰς πράξεις ταύτας εἰς ἓν τέλος. Σήμερον διῃρέθη, καὶ τὸ μὲν πρῶτον τμῆμα ἔμεινεν ὑποβεβλημένον εἰς τὸ ἀρχικὸν τέλος, τὸ δὲ ἄλλο, αἱ περὶ γάμου καὶ διαζυγίου πράξεις, προήχθη εἰς ἀνώτερον, δέκα δραχμῶν.
§188ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, ἀναφερόμεναι εἰς ἰδιώτας, δὲν εἶναι, παρὰ αἱ ἄδειαι γάμου, διαζυγίου καὶ χωρισμοῦ ἀπὸ τραπέζης καὶ κοίτης.
§189ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι τὸ μόνον θέμα τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιβάρυνσιν θὰ ζητήσω ἄνευ ὁρίων· διότι ὁ νυμφευόμενος εὐκόλως καταβάλλει, ἀλλὰ καὶ ὁ ζητῶν τὸ διαζύγιον εὐκόλως θὰ καταβάλῃ. Θὰ παρεκάλουν δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλῃ καὶ εἰς τοὺς ζητοῦντας τὴν σύναψιν γάμου καὶ εἰς τοὺς ζητοῦντας τὴν λύσιν τοῦ γάμου διπλάσιον καὶ τετραπλάσιον τέλος (ἱλαρότης). (Ἐξακολουθεῖ καὶ περατοῦται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. Ἐνταῦθα, κατὰ πρότασιν ὡσαύτως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀφῃρέθη ὁ πρῶτος στίχος μετὰ τοῦ συνδέσμου «καὶ» τοῦ δευτέρου στίχου. Οὕτω δὲ τὸ ἄρθρον ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς.
§191ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πᾶσα διάταξις, ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον τοῦτον, καταργεῖται».
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§193ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ αὔριον θὰ ἔχωμεν τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ ἤδη ψηφισθέντος νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν χαρτοσήμανσιν τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων. Δὲν ὑπάρχει διάταξις μεταβατική. Πρέπει ὁπωσδήποτε, ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε δὲν ὑπῆρχε ποινὴ ὡρισμένη καὶ ἀμέσως ἐπιβαλλομένη διὰ τὴν μὴ τήρησιν τῶν βιβλίων, πρέπει νὰ προβλέψητε, ἵνα χορηγήσητε προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ συμμορφωθῶσιν οἱ ἔμποροι πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου καὶ προσόντων τοῦ προσωπικοῦ τῆς τε κεντρικῆς καὶ τῆς πρεσβευτικῆς ὑπηρεσίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 56). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 25′ μ.μ.