1892.12.08
2,207 rows · 17,192 words · 115 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
Τῆς 8 Δεκεμβρίου 1892.
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Ἀγνάντων, ἱκετευόντων τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἄρτης. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπίσης αἴτησιν Παναγῆ Ρουχωτᾶ, κατοίκου τοῦ χωρίου Καλάτα τοῦ δήμου Ἀνωγητῶν τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, περὶ ἀπολύσεως τοῦ συμβολαιογράφου τῆς ἐπαρχίας ταύτης Δημητρίου Καλοῦ. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὡσαύτως ἀναφορὰν ἐκ Χαλκίδος, φέρουσαν περὶ τὰς 500 ὑπογραφὰς, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι τὸν διορισμὸν τοῦ Δημητρίου Παπαναστασίου ὡς ἐφόρου τῶν ἐν τῷ νομῷ Εὐβοίας ἀρχαιοτήτων. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας.
§2ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Σικυῶνος διὰ ψηφίσματός του, ὑποβληθέντος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἐζήτησε νὰ συστηθῇ δημοτικὸν σχολεῖον θηλέων εἰς τὰ χωρία Μοῦλκι καὶ Βασιλικὸ, μὲ ἕδραν τὸ Μοῦλκι, καὶ νὰ ἀνασυστηθῶσι τρία δημοτικὰ σχολεῖα, καταργηθέντα διὰ τοῦ τελευταίου νόμου, δι’ ἃ καὶ ἐψήφισε τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην. Τὰ ἔγγραφα ἔχουσιν ὑποβληθῆ πρὸ πολλοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὅμως τὰ σχολεῖα δὲν συνεστήθησαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὰ συστήσῃ.
§3Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τριῶν βασιλικῶν διαταγμάτων, ἐκδοθέντων ἀπούσης τῆς Βουλῆς, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1892, ἀναπληρωτικαὶ μὲν ἐκ δραχμῶν 300,000, ἔκτακτοι δὲ ἐκ δραχμῶν 200,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐκ 500,000 δραχμῶν. Ἡ τῶν 300,000 πίστωσις ἀφορᾷ εἰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, λόγῳ τῶν ἐξόδων διατροφῆς ὑποδίκων καὶ καταδίκων, ἡ δαπάνη 50,000 δραχμῶν ἀνάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, λόγῳ τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐν Σικάγῳ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς παγκόσμιον ἔκθεσιν τοῦ 1893, καὶ ἡ τῶν 150,000 εἰς ἔξοδα ἐξακολουθήσεως τῆς ἀνεγέρσεως δημοσίου οἰκοδομῆς εἰς κατοικίαν τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου. Ὑποβάλλω προσέτι καὶ τὸν ζητηθέντα πίνακα περὶ τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεων τοῦ κειμένου νόμου περὶ χαρτοσήμου. Εἶναι ἔντυπος, καὶ θέλει διανεμηθῆ ἐντὸς τῆς ἡμέρας.
§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν σχετικὸν πίνακα τοῦ δασμολογίου;
§5Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐκεῖνος τυποῦται.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 47).
§7ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη εἶχε καταρτισθῆ ἐπιτροπή τις, ἀπαρτιζομένη ἐκ τοῦ κ. Ἀνδρικοπούλου, τότε τμηματάρχου τοῦ τελωνειακοῦ τμήματος, τοῦ κ. Βαλέττα καὶ ἄλλου τινὸς, ἥτις εἰργάσθη ἐπὶ μακρὸν πρὸς καταρτισμὸν νομοσχεδίου διαῤῥυθμίσεως τοῦ δασμολογίου. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἔλαβεν αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νέου νομοσχεδίου τῆς μεταῤῥυθμίσεως· ἐὰν ὅμως δὲν ἔλαβεν αὐτὸ ὑπ’ ὄψει, καὶ ἦναι δυνατὸν, θὰ παρεκάλουν νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ὅπως λάβωμεν γνῶσιν αὐτοῦ.
§8Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μεταξὺ τῶν πολλῶν, ἅτινα ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει, τῶν τε προγενεστέρων καὶ ἄλλων, ὧν προεκάλεσε τὴν σύνταξιν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἔτι, ὑπό τινων τοὐλάχιστον, τῶν προσώπων, ὧν ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι καὶ ὁ φάκελλος ὁλόκληρος, ὃν παρεσκεύασεν ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ φάκελλος εἶναι ὀγκώδης, καὶ δύναται μὲν νὰ κατατεθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, οὐχὶ ὅμως, νομίζω, καὶ νὰ δημοσιευθῇ, διότι θὰ ἦτο ἡ τύπωσις δαπανηρὰ, θ’ ἀπῄτει δὲ καὶ χρόνον.
§9ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πολλὰ καὶ διάφορα, Κύριοι, ὑπῆρξαν τὰ αἴτια τῆς σημερινῆς θλιβερᾶς ἀληθῶς καταστάσεως τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν. Μεταξὺ ὅμως τῶν πρώτων καὶ κυρίων αὐτῆς αἰτίων δύνανται νὰ καταλεγῶσι τὰ ἑξῆς δύο: ἡ ἄγνοια τοῦ παρελθόντος καὶ ἡ κατ’ ἀκολουθίαν ταύτης ἀκροσφαλὴς συνήθως πρόβλεψις περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἐπὶ μακρὰν δηλαδὴ σειρὰν ἐτῶν ἠγνοοῦμεν σχεδὸν τέλεον τ’ ἀποτελέσματα τῶν τε χρήσεων καὶ τῆς καθόλου οἰκονομικῆς διαχειρίσεως καὶ γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, διότι καθ’ ὅλα τὰ ἔτη ἐκεῖνα δὲν εἴχομεν οὔτε τῶν γενικῶν λογαριασμῶν καὶ τῆς γενικῆς ληψοδοσίας οὔτε τῶν ἀπολογισμῶν τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν χρήσεων τακτικὴν δημοσίευσιν καὶ ὑποβολὴν εἰς τὴν Βουλήν. Φυσικὸν ἐπακόλουθον τούτου ἦτο, ὅτι καὶ ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ καὶ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους, στερούμεναι ἀκριβοῦς ὁπωςδήποτε γνώσεως τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, δὲν ἠδύναντο νὰ προβλέπωσι προσηκόντως περὶ τοῦ μέλλοντος, ὁσάκις προέκειτο περὶ συντάξεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διότι ἄνευ τῆς ἀσφαλοῦς πείρας τοῦ παρελθόντος δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ὁρίσωσιν ἐκ τῶν προτέρων, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν, οὔτε τί ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος, οὔτε τί ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸ νὰ δαπανήσῃ. Ἐντεῦθεν κυρίως προέκυψεν ἡ ἐπὶ τοσαῦτα ἤδη ἔτη παρατηρουμένη διάψευσις ἐν τοῖς πράγμασιν ὅλων σχεδὸν τῶν προϋπολογισμῶν, ἐντεῦθεν τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα ἐλλείμματα αὐτῶν, ἐντεῦθεν τὸ οἰκονομικὸν χάος, τὸ χαῖνον ἤδη πρὸ τῶν ποδῶν ἡμῶν. Καὶ μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι τὸ κακὸν προῆλθεν ἐξ ἐλλείψεως ὀργανικῆς, ἐξ ἐλλείψεως νομοθετικῆς. Ὁ Λογιστικὸς ἡμῶν νόμος, ὁ καταστατικὸς, οὕτως εἰπεῖν, τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, δύναται νὰ ἔχῃ πολλὰς ἄλλας ἀτελείας, ὡς ἀπηρχαιωμένος ἤδη ἐν πολλοῖς· ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν πταίει αὐτὸς τὸ παράπαν, ἐὰν οὔτε γενικοὶ λογαριασμοί, οὔτε ἀπολογισμοὶ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐδημοσιεύθησαν, οὐδ’ ὑπεβλήθησαν τακτικῶς εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον (ἄρθρον 92) «ὁ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν συντασσόμενος γενικὸς λογαριασμὸς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως καὶ ὅλα τὰ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους συντασσόμενα ἔγγραφα δημοσιεύονται διὰ τοῦ τύπου ἐντὸς τῶν τεσσάρων μηνῶν τοῦ ἑπομένου ἔτους, καὶ παρουσιάζονται εἰς τὰς Βουλάς». Κατὰ τὸν αὐτὸν Λογιστικὸν νόμον (ἄρθρ. 54, 55 καὶ 56): «Ὁ ἀπολογισμὸς ἑκάστης χρήσεως κυροῦται δι’ ἰδιαιτέρου νόμου. Οἱ λογαριασμοὶ τῶν Ὑπουργείων ἐπισυνάπτονται εἰς τὸ σχέδιον τοῦ νόμου τούτου. Τὸ περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπολογισμοῦ ἑκάστης χρήσεως νομοσχέδιον καὶ οἱ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ λογαριασμοὶ παρουσιάζονται εἰς τὰς Βουλὰς ἐντὸς τῶν τριῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ἑπομένου ἔτους, ἐὰν αἱ Βουλαί εἰσι συνηγμέναι, εἰς ἐναντίαν δὲ περίστασιν, ἐντὸς τοῦ πρώτου τῆς νέας συνόδου μηνός. Ὁ περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως νόμος ὑποβάλλεται εἰς τὰς Βουλὰς κατὰ τὴν αὐτὴν τάξιν καὶ τὸν αὐτὸν τύπον, ὡς ὁ προϋπολογισμός». Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, εἰ καὶ τόσον σαφεῖς καὶ κατηγορηματικαί, εἰ καὶ τόσον ἐπιτακτικαὶ εἶναι αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου, οὐδὲν ἧττον ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ὠλιγωρήθησαν αὗται παντάπασιν. Ὑπῆρξε τῳόντι ἐποχὴ κατὰ τὴν ἡγουμένην ἤδη δεκαετηρίδα, ὅτε ἐγένετο σκέψις, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἅπαξ ἓν τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην ἔκρυθμον κατάστασιν· ἀλλὰ πῶς τοῦτο; Ἡ ὑπηρεσία καθυστέρει καὶ ἐν τῇ συντάξει τῶν ἀπολογισμῶν καὶ ἐν τῇ συντάξει τῆς γενικῆς ληψοδοσίας ἐπὶ πολλὰ ἔτη, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐπίσπευσιν αὐτῶν, οὕτως ὥστε ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος νὰ φθάσῃ εἰς τὴν τρέχουσαν οἰκονομικὴν διαχείρισιν καὶ χρῆσιν. Ἐδέησε λοιπὸν τότε νὰ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις, καθ’ ἣν ἡ ὑπηρεσία, λαβοῦσα ἐκ τῶν προηγουμένων διαχειρίσεων μόνον τὰ ἐν τοῖς ταμείοις ὑπόλοιπα κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1881, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ εἰς χρέωσιν ἢ πίστωσιν ὑπόλοιπα τῶν ἑτέρων λογαριασμῶν, ἤτοι τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἤρξατο ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 συντάττουσα τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν χρήσεων καὶ τὴν γενικὴν ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἔλλειψις τῶν ὑπολοίπων τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ ἑκάστης διαχειρίσεως ἐπαρουσίαζεν ἀνωμαλίαν, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ οὕτω πως σύνδεσμος τῆς ὅλης ληψοδοσίας. Ὅπωςδήποτε ὅμως, ἔκτοτε ἐδημοσιεύθησαν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν χρήσεων 1882–1889, ἐδημοσιεύθη δὲ καὶ ἡ γενικὴ ληψοδοσία τοῦ Κράτους διὰ τὰς διαχειρίσεις 1882–1887. Πλὴν μήπως καὶ οὕτως ἐτηρήθησαν ἀκριβῶς αἱ διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ νόμου; μήπως καὶ οὕτως ἐδημοσιεύθησαν ποτὲ ἐντὸς τῆς τεταγμένης προθεσμίας οἱ ἀπολογισμοί; μήπως καὶ οὕτως ὑπεβλήθησαν αὐτοὶ ποτὲ εἰς κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, προεπεξεργαζόμενοι προηγουμένως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ συζητούμενοι εἶτα καὶ ψηφιζόμενοι εἰς νόμους τοῦ Κράτους ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς; Μήπως καὶ αὐτὴ ἡ ἀπὸ τοῦ 1882 γενικὴ ληψοδοσία, ἔστω καὶ ἐλλιπὴς καὶ ἄνευ πλήρους συνδέσμου πρὸς τὴν προηγουμένην ληψοδοσίαν, ἦτο τακτικὴ καὶ διῆκε μέχρι τῆς σήμερον; Ὄχι, μυριάκις ὄχι! Τὴν τοιαύτην, Κύριοι, ἀνωμαλίαν, ἵνα μὴ εἴπω παντελῆ ἀταξίαν, φαίνεται κατανοήσας τέλος, μετὰ δεκαετῆ περίπου διαχείρισιν τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, ὁ καὶ νῦν διαχειριζόμενος αὐτὰ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο, θέλων νῦν νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν τέως ἀσύγγνωστον παράλειψίν του, θέλων νῦν νὰ ἐπιφέρῃ τάξιν τινὰ εἰς τὴν εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον κατὰ τὸ πλεῖστον ὀφειλομένην ἀπαραδειγμάτιστον ἀταξίαν, ἐπεχείρησε, διὰ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς ἡμᾶς ὀγκώδους τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὀγκώδους κατὰ τὸ διπλάσιον σχεδὸν ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς πάντα τὰ προηγούμενα τεύχη τῶν προϋπολογισμῶν, νὰ πράξῃ τοῦτο. Τοῦ προϋπολογισμοῦ προτάττει μακρὰν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, συνοδευομένην ὑπὸ πινάκων, παριστώντων τ’ ἀποτελέσματα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1881 μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου ἐνεστῶτος ἔτους, συνδεομένης πρὸς τὴν ληψοδοσίαν τῆς πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης περιόδου. Καὶ διὰ τῆς ἐργασίας ταύτης δύο τινὰ ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουργός· ζητεῖ ἔνθεν μὲν νὰ παράσχῃ ἡμῖν εἰκόνα τινὰ τῆς μέχρι τοῦδε οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἔνθεν δὲ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ περὶ τοῦ μέλλοντος προβλέψεις του, ὡς ἐρειδόμεναι εἰς τὴν ἐξηκριβωμένην πλέον πεῖραν τοῦ παρελθόντος, εἶναι ἀσφαλεῖς ἐν πᾶσιν. Ἀλλὰ πῶς κατορθοῖ τοῦτο; Ἐκθέτει ἐν συνόψει τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ πρὸ τοῦ 1882 περίοδος ἐγκατέλιπεν ἔλλειμμα ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν, ἀνερχόμενον εἰς 51,108,658.77. Εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο προσθέτει, κατὰ τὴν ἰδίαν του ὁμολογίαν, ἐκ τοῦ ἐνεργητικοῦ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1881 τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς προκαταβολὰς τοῦ Δημοσίου διὰ μισθοὺς δημοδιδασκάλων καὶ ἄλλας ὁμοίας εἰς βάρος τῶν δήμων, ἐξ ὧν οὐδὲν ἢ ἐλάχιστα εἰσπράττονται, πρὸς δὲ τὰς ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις, τὰ ἐλλείμματα τῶν ὑπολόγων καὶ ἄλλα, διότι τὸ τοιοῦτον ἐνεργητικὸν τοῦ Δημοσίου δὲν δύναται νὰ καλύψῃ τὸ παθητικὸν αὐτοῦ, δὲν δύναται δ’ ἄλλως ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Δημοσίου, εἰμὴ διὰ μεταφορᾶς του, διὰ πιστώσεων, εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ εἰς αὔξησιν τοῦ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν ἐλλείμματος. Καὶ ἐντεῦθεν ὑπολογίζει ἔλλειμμα ἐκ 33,356,808.44, ὅπερ προσθέτων εἰς τὸ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν ἔλλειμμα τῶν 51,108,658.77, μᾶς παρουσιάζει ἐν ὅλῳ ἔλλειμμα τῆς πρὸ τοῦ 1882 περιόδου ἀνερχόμενον εἰς 84,465,467.21· ὅπερ ὅμως, οἱονεὶ ἐπανορθῶν ἑαυτὸν, ὀλίγον κατωτέρω ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αὐξάνει κατὰ 1,982,558 ἔτι, ποσὸν προερχόμενον, ὡς ἰσχυρίζεται, ἐκ τόκων τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου τῆς πρὸ τοῦ 1882 ἐποχῆς, δι’ οὗ δὲν εἶχε πιστωθῆ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Οὕτω τὸ σύνολον τῶν ἐλλειμμάτων τῆς πρὸ τοῦ 1882 περιόδου συμποσοῦ εἰς 86,448,025.21. Μεταβαίνων εἶτα εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν περίοδον, παριστᾷ τὸ μὲν ἔλλειμμα τῶν ἀπολογισμῶν ἐλαττωθὲν κατ’ αὐτὴν ἐκ 51,108,658.77 εἰς 48,271,711.02, ἤτοι κατὰ 2,836,947.75. Ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ προστεθῶσι, κατ’ αὐτὸν, οὐ μόνον τὰ ὁμοῦ μετὰ τῶν προμνημονευθέντων τόκων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς 35,339,366.44 ἀνερχόμενα ἄλλα ἐλλείμματα τῆς πρὸ τοῦ 1882 περιόδου, ἀλλὰ καὶ τὰ μετ’ αὐτὴν παραπλήσια ἐλλείμματα, ἅτινα ἀνέρχονται εἰς 37,789,798.44· οὕτω δὲ τὸ σύνολον τοῦ μέχρι τοῦδε ἐλλείμματος ἀνέρχεται εἰς 119,400,875.90, εἰς ὅσον ἀκριβῶς καὶ μέχρι λεπτοῦ ἀνέρχεται καὶ τὸ κυμαῖνον ἡμῶν χρέος· ὅπερ ἔδει δεῖξαι! συναισθανόμενος τὴν συνείδησίν μου ἐξεγειρομένην κατὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσπαθεῖ νὰ ἐξογκώσῃ μὲν τὸ ἔλλειμμα τῆς πρὸ τοῦ 1882 περιόδου, ἀσεβῶν οὕτως εἰς τὴν μνήμην τῶν τότε διαχειρισαμένων τὰ κοινά, νὰ ἐλαττώσῃ δὲ τὸ ἔλλειμμα τῆς περιόδου, δι’ ἣν αὐτὸς κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν εὐθύνεται· ἐπεθύμουν, λέγω, καὶ οὕτω νὰ ἦσαν ἀληθῆ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ νῦν ἐκτιθέμενα, διότι ὁπωσδήποτε θὰ ἐξήγνιζον τὴν μέχρι τοῦδε οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν τοὐλάχιστον εἰς τὰ ὄμματα τῶν ξένων. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδὲ τοῦτο ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893. Δυστυχῶς οἱ ἀριθμοὶ, οὓς προσάγει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ἰσχυρισμῶν του, οὐδένα δύνανται νὰ ὑποστῶσιν ἔλεγχον, χωρὶς ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀνακρίβεια αὐτῶν, ἵνα μή τι ἄλλο χεῖρον εἴπω. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα ὅλων τῶν ἀριθμῶν, οὓς μετὰ τόσον ἐλαφρᾶς τῆς συνειδήσεως ἀναγράφει ὁ συντάκτης τῆς εἰσηγητικῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκθέσεως, διότι καὶ ἡ παροῦσα ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος πρὸς τοῦτο, καὶ τὰ πρὸς τοιαύτην ἀκριβῆ ἐξέτασιν ἀπαιτούμενα στοιχεῖα ἐλλείπουσι νῦν. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, σᾶς ἀποδείξω τοὺς κυριωτέρους ἀριθμοὺς, ἐφ’ ὧν στηρίζει τοὺς ἰσχυρισμούς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἑώλους καὶ ἀσυστάτους, δὲν θὰ παραδεχθῆτε κατ’ ἀνάγκην τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἀριθμῶν; Ἀναγράφεται λ. χ. ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ὅτι κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1881 τὰ ὑπόλοιπα τῶν ταμείων τοῦ Κράτους ἀνήρχοντο εἰς 12,729,351. Ἀλλὰ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, ὅστις ὤφειλε νὰ ᾖναι ὁ ἀκριβέστατος πάντων, ὡς ἀνεπίδεκτος οἱασδήποτε μεταβολῆς, διαψεύδει ἡ ἤδη δημοσιευθεῖσα «Γενικὴ ληψοδοσία τοῦ Κράτους», ὁρίζουσα τὰ ὑπόλοιπα ταμείων τοῦ Κράτους κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1881 εἰς 11,648,845.85, ἐξ οὗ συνάγεται, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅλως αὐθαιρέτως καὶ ἀδικαιολογήτως ἐξογκόνει τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ 1,080,505.15. Καὶ αὐτὴ ἔτι ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις εὕρηται ἐν οἰκτρᾷ ἀντιφάσει πρὸς ἑαυτὴν ὡς πρὸς ἀριθμοὺς κυριωτάτους. Ἐνῷ δηλαδὴ ἐν σελίδι 6 τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν ἐλλειμμάτων ὑπολογίζει εἰς 119,400,875.90, ἐν σελίδι 8 ἀναβιβάζει αὐτὸ εἰς 120,415,290.28.
§10Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῦ; πῶς;
§11ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀναγράφει ἡ ἔκθεσις τὸ ἔλλειμμα ἐν σελ. 8 ὡς ἀνερχόμενον ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἐλλείμματος τῆς χρήσεως τοῦ 1891 εἰς 132,598,465.44, ἀλλ’ ὅταν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1891, ἀνερχόμενον εἰς 12,183,175.16, ἔχομεν ὑπόλοιπον ἐξ 120,415,290.28, ὅπερ ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰ τῆς 6 σελ. 119,400,875.90 παρουσιάζει αὐθαιρέτως καὶ ἀδικαιολογήτως ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐξ 1,014,414.38. Μεταξὺ δὲ τοῦ παθητικοῦ τῆς ἀπὸ τοῦ 1882 περιόδου, παραδόξως πως, δὲν ἀναγράφει ἡ ἔκθεσις ἓν στρογγύλον ποσὸν 14,000,000, τὸ τῶν τραπεζικῶν δηλ. κερματίων. Πιθανὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προβάλῃ νῦν εἰς δικαιολογίαν, ὅτι τὰ τραπεζικὰ κερμάτια δὲν εἶναι χρέος τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας. Ἐγὼ θὰ τῷ ἀπήντων, ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι κυμαινόμενον χρέος τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν φέροντα τὰ τραπεζικὰ κερμάτια, ὅπως καὶ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια εἶναι χρέος τῆς ἐκδιδούσης αὐτὰ Τραπέζης πρὸς τὸν κομιστὴν αὐτῶν. Τί δὲ θὰ ἐλέγετο νῦν περὶ τῆς Τραπέζης ἐκείνης, ἥτις τὰ ὑπ’ αὐτῆς ἐκδεδομένα καὶ ἐν κυκλοφορίᾳ ὄντα τραπεζικὰ γραμμάτια δὲν θ’ ἀνέγραφεν ἐν τῷ παθητικῷ αὐτῆς; Ὁ χαρακτηρισμὸς εἶναι βαρὺς, Κύριοι, σᾶς ἀφίνω δὲ νὰ τὸν ἐννοήσητε μόνοι, καὶ νὰ τὸν ἀποδώσητε σεῖς εἰς τὸν συντάκτην τῆς ἐκθέσεως, τὸν ἀποκρύψαντα ἓν τόσον μέγα ποσὸν 14,000,000 ἐκ τοῦ παθητικοῦ τοῦ Κράτους! Ἀλλὰ μήπως οἱ ἄλλοι ἀριθμοὶ, οὓς ἐπιβοηθητικῶς ἐπικαλεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρισμῶν του, καὶ μεθ’ ὧν συνοδεύει τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν ὑπὸ τὸν τύπον πινάκων γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, ἔχονται τοὐλάχιστον αὐτοὶ ἀκριβείας τινὸς καὶ δύνανται νὰ ὑποστῶσιν οἱονδήποτε ἔλεγχον; Καὶ ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν τούτων δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς πάσας τὰς λεπτομερείας· πλὴν, ὅταν ἀποδείξω, ὅτι οἱ κυριώτατοι αὐτῶν διαλάμπουσιν ἐπὶ ἀνακριβείᾳ, τοῦτο δὲν δύναται ἢ νὰ ἐπαληθεύσῃ καὶ ἐπὶ τῶν ἐπουσιωδεστέρων ἐξ αὐτῶν, τῶν δευτερευούσης σημασίας. Ἐνῷ κατὰ τὴν «Γενικὴν ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους», κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1883 εἰσεπράχθησαν ἐξ ἐσόδων τοῦ ἔτους τούτου 49,639,086.19, ὁ σχετικὸς πίναξ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ἀναφέρει ὡς εἰσπραχθέντα 49,639,029.51. Ἐνῷ κατὰ τὴν «Γενικὴν ληψοδοσίαν» ἀναφέρονται ὡς εἰσπραχθέντα κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1884 ἐξ ἐσόδων τοῦ αὐτοῦ ἔτους 99,635,325 60, κατὰ τὸν σχετικὸν πίνακα τῆς ἐκθέσεως ἀναγράφονται 99,635,488.42. Ἐνῷ κατὰ τὴν «Γενικὴν ληψοδοσίαν» ἀναφέρονται ὡς πληρωθέντα κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1885 ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ αὐτοῦ ἔτους 91,321,247.84, κατὰ τὸν σχετικὸν πίνακα τῆς ἐκθέσεως ἀναγράφονται 91,321,664.50. Ἐνῷ κατὰ τὴν «Γεν. ληψοδοσίαν» ἀναφέρονται ὡς εἰσπραχθέντα κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1885 ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ αὐτοῦ ἔτους 50,851,677.47, κατὰ τὸν σχετικὸν πίνακα τῆς ἐκθέσεως ἀναβιβάζονται ταῦτα εἰς 52,299,997.54, ἤτοι ἐπὶ πλέον 1,448,340.07. Ἐνῷ κατὰ τὴν «Γενικὴν ληψοδοσίαν» ἀναφέρονται ὡς ὑπόλοιπα τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1885, μεταβιβαζόμενα εἰς χρέωσιν τοῦ 1886, δρ. 16,741,018.32, κατὰ τὸν σχετικὸν πίνακα τῆς ἐκθέσεως ταῦτα ἀναβιβάζονται εἰς 18,188,941.73, ἤτοι ἐπὶ πλέον 1,447,923.41. Ἐνῷ κατὰ τὴν «Γενικὴν Ληψοδοσίαν» ἀναφέρονται ὡς πληρωθέντα κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1886 ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1885 ἐκ 31,476,519.40, κατὰ τὸν σχετικὸν πίνακα τῆς ἐκθέσεως ὑπολογίζονται αὐτὰ εἰς 31,476,107.74. Ἐνῷ κατὰ τὴν «Γενικὴν ληψοδοσίαν» ἀναφέρονται ὡς εἰσπραχθέντα κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1886 ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους τούτου 85,460,569.15, κατὰ τὸν σχετικὸν πίνακα τῆς ἐκθέσεως παρουσιάζονται αὐτὰ ὡς 85,360,418.52, ἤτοι κατὰ 100,158.63 ἐπὶ ἔλαττον. Ἐνῷ κατὰ τὴν «Γενικὴν ληψοδοσίαν» ἀναφέρονται ὡς εἰσπραχθέντα κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1886 ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1885, ἀνερχόμενα εἰς 10,575,619.92, κατὰ τὸν σχετικὸν πίνακα τῆς ἐκθέσεως, ταῦτα ὑποβιβάζονται εἰς 9,127,037.06, ἤτοι ἐμφαίνουσιν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν ἐξ 1,448,582.86. Ἐνῷ κατὰ τὴν «Γενικὴν ληψοδοσίαν», τὰ κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1887 πληρωθέντα ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1886 ἀνέρχονται εἰς 26,535,396.35, κατὰ τὸν σχετικὸν πίνακα τῆς ἐκθέσεως ἀνέρχονται εἰς 26,535,380.85. Ἐνῷ κατὰ τὴν «Γεν. ληψοδοσίαν» τὰ πληρωθέντα κατὰ τὴν αὐτὴν διαχείρισιν τοῦ 1887 ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἀνέρχονται εἰς 161,979,937.64, κατὰ τὸν σχετικὸν πίνακα τῆς ἐκθέσεως ἀνέρχονται εἰς 161,980,018.29. Ἐνῷ κατὰ τὴν «Γεν. ληψοδοσίαν» τὰ κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1887 ἐξ ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1886 εἰσπραχθέντα ἀνέρχονται εἰς 10,207,548.86, κατὰ τὸν σχετικὸν πίνακα τῆς ἐκθέσεως ἀνέρχονται εἰς 10,207,555.81.
§12ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Τί διαφορὰ ὑπάρχει;
§13ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνταῦθα παρατηρεῖται τῷ ὄντι σχετικῶς μικρὰ διαφορὰ ἐπὶ πλέον, ἀνερχομένη εἰς μόνον 7,98. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτε, κύριε συνάδελφε. Προκειμένου περὶ δημοσίων λογαριασμῶν, ἀντλουμένων ἐκ τῶν αὐτῶν ἐπισήμων βιβλίων, δὲν ἐπιτρέπεται οὐδὲ μονάδος κἂν διαφορά. Ἐγὼ ὅμως σᾶς κατέδειξα πρὶν καὶ ἄλλας διαφορὰς, διαφορὰς ἐπὶ πλέον ἢ ἔλαττον, ἀνερχομένας εἰς χιλιάδας, ἑκατοντάδας χιλιάδων καὶ εἰς ὅλα ἑκατομμύρια. Τίνα δὲ ἐντύπωσιν θὰ κάμωσιν αἱ διαφοραὶ αὗται, ὑποπίπτουσαι εἰς τὸ ἐταστικὸν βλέμμα τῶν ξένων; Καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἴσως θ’ ἀπέδιδον καὶ αὐτοὶ τὸ φαινόμενον τοῦτο εἰς ἁπλῆν ἀνωμαλίαν ἢ ἀταξίαν τῆς ὑπηρεσίας, εἰ καὶ τοῦτο θὰ ἐθεώρουν ἀσυγχώρητον ὅλως οὐ μόνον ἐν εὐνομουμένῳ Κράτει, οἷον ἀξιοῖ, ὅτι εἶναι τὸ Ἑλληνικόν, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς μᾶλλον ἀπολυταρχικαῖς χώραις, ἔνθα, ἐὰν ἐτόλμα ποτὲ εἷς Βεζύρης νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ δεσπότου του μὲ τοιούτους ἀντιφατικοὺς καὶ ἀνακριβεῖς ἀριθμοὺς, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν διαχείρισίν του, ὑποθέτετε καὶ ὑμεῖς, πῶς θ’ ἀπεπέμπετο ὑπ’ αὐτοῦ. Μόνον ἐν Ἑλλάδι, τῇ καυχωμένῃ ἐπὶ τῷ συνταγματικῷ καὶ κοινοβουλευτικῷ αὐτῆς πολιτεύματι, δύναται ὁ τοιοῦτος νὰ παραμένῃ ἔτι ἐν τῇ ἀρχῇ. Πλὴν, ὑφ’ ἃς περιστάσεις διατελοῦμεν τὴν σήμερον, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀπίθανον οἱ ξένοι νὰ σχηματίσωσι καὶ ἄλλην χείρονα ἰδέαν, ὅταν λάβωσι γνῶσιν τῆς τοιαύτης ἀνακριβείας τῶν ὑπ’ εὐθύνην αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δημοσιευομένων ἀριθμῶν· δὲν εἶναι ἀπίθανον, καθ’ ὃν χρόνον ἤρξατο παρὰ πολλοῖς νὰ ἐπικρατῇ ἡ γνώμη, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἐπίκειται οἰκονομική τις καταστροφὴ, νὰ ὑποθέσωσιν, ὅτι αἱ τοιαῦται ἀνακρίβειαι καὶ ἀντιφάσεις τῶν ἀριθμῶν δὲν εἶναι ἁπλαῖ τινες καὶ τυχαῖαι, ἀλλ’ ὅτι ὑποκρύπτουσιν ἀληθῆ διαστροφὴν τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν, ἀληθῆ παραχάραξιν τῶν ἐπισήμων βιβλίων τοῦ Κράτους. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς εἶναι τὸ χείριστον δι’ ἡμᾶς! Καὶ πῶς θέλετε, κύριε Πρωθυπουργὲ, οἱ ξένοι νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τοιαύτην ἀπαισίαν δι’ ἡμᾶς ὑπόθεσιν, ὅταν ἴδωσιν, ὁποίας ἀνακριβείας ἐνέχει καὶ αὐτὸς ὁ πίναξ τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, ὁ συνοδεύων τὴν εἰσηγητικὴν ὑμῶν ἔκθεσιν; Ἀπεκηρύξατε πρό τινων ἡμερῶν τὸν πίνακα τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, τὸν δημοσιευθέντα χάριν τῶν ξένων ἐλεγκτῶν ὑπὸ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀνακριβῆ...
§14Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἐπιμένω, ὅτι ὅσα λέγετε εἶναι ἀνακριβῆ.
§15ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθ’ ὅσον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅ,τι ἡ ἔκθεσίς σας ἀναφέρει, εἶναι περιττὸν βεβαίως νὰ ἐπιμένητε διϊσχυριζόμενος, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀνακριβῆ· διότι ἰδοὺ, ὅτι δι’ ἐπιχειρημάτων ἀναντιλέκτων ἀποδεικνύω ἐγὼ τὴν ἀνακρίβειαν αὐτῶν. Ἂν δυνηθῆτε, ἀναλάβετε εἶτα ὑμεῖς ν’ ἀποδείξητε τοὺς ἐμοὺς ἰσχυρισμοὺς ἀνακριβεῖς. Ἀλλὰ πῶς θὰ κατορθώσητε ποτὲ τοῦτο; Πῶς θὰ κατορθώσητε λ. χ. ν’ ἀποδείξητε, ὅτι συμπεριελάβετε ἐν τῷ πίνακι τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, τῷ συνοδεύοντι τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, τοῦ συνομολογηθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Δηλιγιάννη καὶ ἀνερχομένου εἰς 15,000,000 χρυσᾶ φράγκα, ἀφοῦ οὐδόλως ἀναγράφετε αὐτό; Πῶς θὰ κατορθώσητε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι ἀκριβῶς ἀναγράφετε ἐν τῷ πίνακι ὑμῶν τὸ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιίας παγιωθὲν μέρος ὡς ἀνερχόμενον εἰς 1,498,192.81 μόνον, ἀφοῦ σᾶς διαψεύδει αὐτὴ ἡ κατ’ αὐτὰς δημοσιευθεῖσα προσωρινὴ κατάστασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις ἀναβιβάζει αὐτὸ εἰς 1,711,545, ἤτοι κατὰ 214,452.19 ἐπὶ πλέον; Ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ψεύδεται καὶ σεῖς εἶσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ; Σᾶς προκαλῶ, εἴπετέ το. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω λόγους νὰ ὑποπτεύω, ὅτι τὸ ἐν τῷ πίνακι ὑμῶν ἀναγραφόμενον χρέος καθυστερεῖ κατὰ πολλὰς ἔτι δεκάδας ἑκατομμυρίων. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς, ὅπως ὡς τάχιστα ὑποβάλητε γενικὴν κατάστασιν τοῦ τε χρεωλυτικοῦ, τοῦ τε παγίου καὶ τοῦ κυμαινομένου χρέους. Ἐν τῷ τελευταίῳ τούτῳ θὰ περιληφθῶσι βεβαίως καὶ αἱ παρακαταθῆκαι καὶ ἐγγυήσεις ἐν γένει, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν, αὗται νὰ συνοδευθῶσι καὶ ὑπὸ λεπτομεροῦς ἀναλυτικοῦ πίνακος...
§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Παρακαλῶ, ἐγγράφως νὰ ὑποβάλητε τοῦτο.
§17ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ταύτην καὶ ἄλλας πολλὰς ἐπερωτήσεις ἔχω νὰ σᾶς ὑποβάλω ἐγγράφως... Ἀπαιτεῖτε ἐπὶ παραδείγματι νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀναπόληπτα ἑκατομμύρια ἀνερχόμενα εἰς πολλὰς δεκάδας, καθ’ ὃν χρόνον ἡ χρεωκοπία κρούει τὴν θύραν ἡμῶν, καὶ θέλετε νὰ μὴ ζητήσωμεν παρ’ ὑμῶν ἐξηγήσεις, πῶς συμβαίνει τοῦτο; Ἐν ἐμοὶ τοὐλάχιστον, Κύριοι, γεννῶνται αἱ ἑξῆς ἀπορίαι: Πῶς ἐδαπανήθησαν αἱ ἐκ 4,193,080.62 δημοτικαὶ προκαταβολαὶ τῆς πρὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1881 ἐποχῆς, καὶ κατὰ ποῖα ἔτη; Πῶς ἡ τῆς αὐτῆς ἐποχῆς προκαταβολὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ 4,196,428.57 δὲν ἐτακτοποιήθη μέχρι τοῦδε; Τίνες εἶναι αἱ ἐξ 1,454,916.38 ἕτεραι προκαταβολαὶ, καὶ πῶς δὲν ἐτακτοποιήθησαν καὶ αὐταὶ μέχρι τοῦδε; Πῶς ἐπείσθη ἡ ὑπηρεσία, ὅτι «αἱ μετοχαὶ τοῦ Δημοσίου εἰς διαφόρους ἑταιρίας» εἶναι τὴν σήμερον ἄνευ οἱασδήποτε ἀξίας, ἀφοῦ ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα λ. χ. ἔχει ἔτι ἐνεργητικόν; Τίνες εἶναι «οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀνταποκριταὶ», καὶ διατὶ θεωροῦνται ἀναπόληπτα τὰ ὑπ’ αὐτῶν ὀφειλόμενα ἐξ 1,422,516.04; Τίνες αἱ ἐκ 2,291,811.94 «ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις», καὶ διατὶ θεωροῦνται τοιαῦται; Διατὶ ἐκ τῆς μερίδος «Προμήθεια ὑλικοῦ πολέμου Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν» ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς 4.632,357.16 ἔμεινεν ἔτι ἀτακτοποίητον; Διατὶ ἐκ τῆς μερίδος «Προμήθεια ὑλικοῦ πολέμου Ὑπουργείου Ναυτικῶν» ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς 5,044,234.11 ἔμεινε μέχρι τοῦδε ἀτακτοποίητον; Τίνες εἶναι οἱ «διάφοροι λογαριασμοὶ», οἱ ἀνερχόμενοι εἰς 1,895,738.61; Καὶ τὰς ἀπορίας μου ταύτας, περιλαμβανομένας εἰς τὰς ὅσον οὔπω ὑποβληθησομένας εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐγγράφους ἐπερωτήσεις μου, θὰ παρεκάλουν αὐτὸν νὰ λύσῃ προσηκόντως. Ἔχει δὲ καὶ μίαν ἄλλην μεγαλειτέραν ἀπορίαν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ λύσῃ καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ δι’ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι παρέλαβεν αὐτὸς τῷ ὄντι ἐκ τῆς πρὸ τοῦ 1882 περιόδου ἔλλειμμα, ἀνερχόμενον εἰς 86,448,025.21, ὡς ἰσχυρίζεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει, θὰ ἠρωτῶμεν αὐτόν: καὶ δὲν ἤρκεσαν ὅλα τὰ ἔκτοτε ἐπιβληθέντα ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν χώραν χρέη, τὰ ἀνερχόμενα εἰς πολλὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, δὲν ἤρκεσαν ὅλα τὰ νέα βάρη, ἅτινα ἐπέβαλεν αὐτὸς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἅτινα ὑπολογίζονται, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν δεκαετῆ διαχείρισίν του ἀνῆλθον εἰς ἑτέρας πολλὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, δὲν ἤρκεσαν, λέγω, ὅλα ταῦτα εἰς αὐτὸν, ὅπως καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἐδέησε νὰ αὐξήσῃ αὐτὸ κατὰ 37,789,798.44; Τὴν ἐρώτησιν ταύτην δικαιοῦται εἴπερ ποτὲ ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νῦν, ὅτε κινδυνεύει νὰ γονατίσῃ ὑπὸ τὸ ἄχθος τῶν βαρῶν, ἅτινα ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν, ὅτε τὸ Κράτος οἰκονομικῶς ἔχει ἀχθῆ εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ὑπῆρξεν εὐτυχέστερος ἐν τῷ δευτέρῳ μέρει τῆς εἰσηγητικῆς αὑτοῦ ἐκθέσεως. Ἐζήτησε ν’ ἀποδείξῃ ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐρειδόμενος εἰς τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, ὑπολογίζει νῦν κατὰ πάντα ἀκριβῶς τὰ ἔσοδα τοῦ προσεχοῦς οἰκονομικοῦ ἡμῶν ἔτους. Εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους τούτου, εἶπεν ὅτι ἐπὶ τῶν ἐσόδων αὐτοῦ ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸν μέσον ὅρον τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ὅπου δὲ ὁ μέσος οὗτος ὅρος ἦτο ἀνώτερος τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1891, ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸ ποσὸν τούτων. Ἐνθυμεῖσθε μάλιστα μεθ’ ὁποίου στόμφου ἐξῆρε τὴν ἀκρίβειαν τῆς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένης ἐργασίας, μεθ’ ὁποίας δὲ κομποῤῥημοσύνης προεκάλεσε τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ,—διότι, ὡς εἶπε, τοιαύτη λεπτομερὴς ἐργασία δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς,—νὰ ἐξελέγξῃ αὐτὴ μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς αὐστηρότητος τοὺς ὑπολογισμούς του. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, τί ἔγεινεν ἤδη ὡς πρὸς τοῦτο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπειδὴ ἡ μερὶς ἡμῶν δὲν ἀντιπροσωπεύεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ...
§18ΘΕΜ. Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὑπάρχει μειονοψηφία ἐν αὐτῇ.
§19ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπάρχει μειονοψηφία, ἀντιπροσωπεύουσα τὴν ἑτέραν μερίδα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν ἡμετέραν. Ὑπάρχουσι, Κύριοι, καὶ ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις πλείονες μερίδες. Σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὸ Γερμανικὸν, ἐν ᾧ ὑπάρχουσιν οἱ συντηρητικοὶ, οἱ ἐλευθεροσυντηρητικοὶ, οἱ ἐθνικοὶ φιλελεύθεροι, οἱ προοδευτικοὶ, οἱ κληρικόφρονες ἢ τὸ Κέντρον, οἱ δημοκρατικοὶ, οἱ κοινωνισταὶ καὶ οἱ Πολωνοί. Καὶ ἐν τούτοις πᾶσαι σχεδὸν αἱ μερίδες αὗται ἀντιπροσωπεύονται ἐν ταῖς κοινοβουλευτικαῖς ἐπιτροπαῖς, διότι πᾶσαι αἱ μερίδες πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν αὐταῖς, μετέχουσαι δι’ ἰδίων μελῶν ὅλων τῶν ἐν ταῖς λεπτομερείαις συζητήσεων ἐν αὐταῖς, καὶ ζητοῦσαι καὶ λαμβάνουσαι πάσας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, αἵτινες, ζητούμεναι ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς, θὰ ἐπέφερον βραδύτητα εἰς τὰς κυρίας ἐργασίας τοῦ σώματος. Ἄνευ τῶν τοιούτων ἀντιπροσώπων ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς θὰ ἦσαν ἠναγκασμέναι αἱ διάφοροι μερίδες τὴν ἐργασίαν αὑτῶν νὰ μεταφέρωσιν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο δὲ συμβαίνει νῦν καὶ εἰς ἡμᾶς, οἵτινες, μὴ μετασχόντες τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴμεθα ἠναγκασμένοι καὶ πληροφορίας νὰ ζητήσωμεν, καὶ συζητήσεις νὰ προκαλέσωμεν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς, ἐπὶ πᾶσι δὲ νὰ προβῶμεν ἐνταῦθα καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς ὃν προεκάλεσεν οὗτος τὴν ἐπιτροπήν. Εἶναι αὕτη, Κύριοι, ἐργασία ἀνιαρά πως διὰ τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ὡς παρατηρεῖτε, δὲν πταίομεν ἡμεῖς, ἐὰν ἑκόντες ἄκοντες ὀφείλωμεν νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτῆς ἐνταῦθα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγράφει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ αὑτοῦ ἐκθέσει τὰ ἀποτελέσματα τῶν βεβαιώσεων ἐφ’ ἑκάστου ἐσόδου, ἔνθεν μὲν τοῦ ἔτους 1891, ἔνθεν δὲ τοῦ ἔτους 1890, καὶ ἔνθεν τοῦ ἔτους 1889, ἅτινα προσθέτων ὁμοῦ, ἀνευρίσκει εἶτα διὰ διαιρέσεως εἰς τρία τὸν μέσον ὅρον, ὃν λαμβάνει ὡς βάσιν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ προϋπολογιζομένου ποσοῦ διὰ τὸ προσεχὲς οἰκονομικὸν ἔτος. Διὰ τὸ ἔτος 1891 ἔχει πάντως ὑπ’ ὄψιν τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τὴν μέχρι 30 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. διήκουσαν καὶ καταχωρισθεῖσαν ἐν αὐτῷ τῷ τεύχει τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, διὰ δὲ τὸ ἔτος 1890 τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, τὸν πρὸ πολλοῦ ἤδη ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τὸ 1889 τὸν ἤδη δημοσιευθέντα ὁριστικὸν αὐτοῦ ἀπολογισμὸν, ὅστις μένει ἔτι ἐν σχεδίῳ, ὡς καὶ πάντες οἱ πρὸ αὐτοῦ δημοσιευθέντες ἀπολογισμοί· διότι, ὡς προεῖπον, ἤδη οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἔχει συζητηθῆ καὶ ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς νόμον τοῦ Κράτους. Ἔχω καὶ ἐγὼ ἐνταῦθα ὑπ’ ὄψιν μου ἔνθεν μὲν τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔνθεν δὲ τὴν συνοδεύουσαν αὐτὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891, τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 καὶ τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889. Θὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ, ἐξ ἀκριβοῦς ἀντιπαραβολῆς αὐτῶν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδένα σχεδὸν ἀριθμὸν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ἀναφερόμενον εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν βεβαιώσεων τῶν ἐτῶν ἐκείνων, ἀποδίδει πιστῶς. Ὅλως αὐθαιρέτως καὶ ἀδικαιολογήτως, καθ’ ἣν ἐγὼ ἔχω γνώμην, τινὰς μὲν τῶν ἀριθμῶν μειοῖ, τοὺς πλείστους δὲ ἐξογκόνει καταπληκτικῶς· τὸ διατὶ, θὰ σᾶς ἐξηγήσω βραδύτερον. Ἐνῷ κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῆς χρήσεως τοῦ 1891 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1892 ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 2,125,476, ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναβιβάζει αὐτὰ εἰς 2,143,671, ἤτοι ἐμφαίνει διαφορὰν ἐπὶ πλέον 18,215. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1890 ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου ἀνερχόμενα ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας εἰς 2,107,404, ἡ ἔκθεσις ἀναβιβάζει αὐτὰ εἰς 2,163,938, ἐμφαίνουσα ἐπὶ πλέον διαφορὰν 56,534. Ἐνῷ κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐμφαίνονται ὡς βεβαιωθέντα ἐκ τοῦ φόρου τῶν περιβολίων καὶ βοσκῶν ἀνερχόμενα ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας εἰς 169,816, ἡ ἔκθεσις ἀναβιβάζει αὐτὰ εἰς 251,500, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ 81,684. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐβεβαιώθησαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 184,470, ἡ ἔκθεσις ἀναβιβάζει αὐτὰ εἰς 249,324, ἤτοι κατὰ 64,854 ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 219,256, ἡ ἔκθεσις ἀναβιβάζει αὐτὰ εἰς 251,018, ἤτοι κατὰ 31,762 ἐπὶ πλέον.
§20ΣΚΟΥΖΕΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ προετίμων νὰ λάβητε κατόπιν τὸν λόγον· ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένητε, δὲν ἔχω κἀμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§22ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἤθελον ἁπλῶς νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι τῆς φαινομενικῆς ταύτης ἀνακριβείας ἀντελήφθην καὶ ἐγὼ, καὶ ἔλαβον τὴν περιέργειαν νὰ ἐρωτήσω, πῶς ἠδύνατο νὰ προέλθῃ. Ἔλαβον δὲ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, ἡ ὁποία μοὶ ἐφάνη ἀρκετὰ πειστικὴ, διότι φαίνεται καὶ πραγματική. Οἱ ἀριθμοὶ οἱ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἐδόθησαν ἀπὸ τὸ τμῆμα τῶν ἀμέσων φόρων, οἱ δὲ τῆς καταστάσεως μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου...
§23ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμὴν, κύριε συνάδελφε, ὡμίλουν περὶ τοῦ 1889, ἐφ’ οὗ δὲν ἔχομεν ἁπλῆν κατάστασιν, διήκουσαν μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου, ἀλλ’ ὁριστικὸν ἀπολογισμόν.
§24ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ τοῦ 1889 καὶ τοῦ 1890.
§25ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δύνασθε νὰ προσβάλητε τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ὡς ἀνακριβῆ;
§26ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν... Οἱ ἀριθμοὶ τῆς καταστάσεως ἐδόθησαν ἀπὸ τὸ Γεν. Λογιστήριον. Ὡς γνωρίζετε ἴσως, ὅταν κλεισθῇ ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους, δηλαδὴ τὴν 31 Ὀκτωβρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, γίνονται ἐνίοτε καὶ βεβαιώσεις, πολὺ δὲ περισσότερον εἰσπράξεις. Τὸ μὲν Γενικὸν Λογιστήριον κατατάσσει τὰς βεβαιώσεις καὶ τὰς εἰσπράξεις εἰς τὰ ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων, ὑπὸ τὸν γενικὸν ὅρον κονδύλιον ἐσόδων κεκλεισμένων χρήσεων, ἐνῷ τὸ τμῆμα τῶν ἀμέσων φόρων, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰδικῶς νὰ κατατάξῃ ἓν ἕκαστον κονδύλιον, κατατάσσει αὐτὸ εἰς τὴν οἰκείαν χρῆσιν. Λόγου χάριν, τῆς χρήσεως τοῦ 1890, ληξάσης τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1891, ἐβεβαιώθη καὶ εἰσεπράχθη ἔσοδον τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1892, ἢ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1891· ἐν μὲν τῷ τμήματι τῶν ἀμέσων φόρων τὸ βεβαιωθὲν καὶ εἰσπραχθὲν ἀνεγράφη εἰς τὴν οἰκείαν χρῆσιν, δηλ. τοῦ 1890, ἐνῷ τὸ Γεν. Λογιστήριον ἀναγράφει τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὰ ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων. Καὶ εἰς ἐμὲ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ διαφορὰ αὕτη 50,000 καὶ 39,000, καὶ ἐξ ἑνὸς ἄλλου κονδυλίου ἔτι περισσότερα, ἀλλ’ ἐζήτησα πληροφορίας, καὶ μοὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις αὕτη.
§27ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον ἐφάνησαν ἱκαναὶ αἱ τοιαῦται πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα καθησυχάσωσι τὴν συνείδησίν του καὶ μὴ κινήσωσι τὴν περιεργίαν του πρὸς περαιτέρω ἔρευναν τοῦ πράγματος· ἐγὼ ὅμως λυποῦμαι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ μιμηθῶ τὸ παράδειγμά του. Ἐν πρώτοις ἔπρεπε νὰ δηλώσῃ τοῦτο καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ νὰ μὴ προκαλέσῃ ἡμᾶς εἰς ἔλεγχον τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ ἀναγραφομένων ἀριθμῶν ἐπὶ τῇ βάσει ἀριθμῶν ἀγνώστων καὶ ἀνυπάρκτων δι’ ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἡ πρόκλησις αὐτοῦ εἶναι ῥητὴ καὶ κατηγορηματικὴ, δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ ἀναφέρηται εἰς ἄλλους ἀριθμοὺς, εἰμὴ μόνον εἰς τοὺς γνωστοὺς καὶ προσιτοὺς εἰς πάντας ἡμᾶς, εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τοῦ ἔτους 1891 καὶ τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1890 καὶ 1892. Ἔπειτα δὲ, ἐλησμόνησεν, ὡς φαίνεται, ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅστις κατὰ τὴν ἡγουμένην σύνοδον τῆς Βουλῆς ἦτο εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ,—ὡς δὲ δὲν ἀμφιβάλλω, καὶ κατ’ αὐτὴν θὰ ἦναι τοιοῦτος,—ἐλησμόνησεν ὅτι ἐν κεφαλαίῳ Ηʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπάρχει ἰδιαίτερον ἄρθρον, τὸ 3ον, ὑπὸ τὸν τίτλον «Εἰσπράξεις καθυστερούντων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων». Ἐὰν λοιπὸν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ αὑτοῦ ἐκθέσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφ’ ἑκάστου ἐσόδου δὲν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν μόνα τὰ μέχρι τῆς λήξεως ἑκάστης χρήσεως, ἀλλὰ καὶ τὰ μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς βεβαιούμενα, τότε πρὸς τί νὰ κάμῃ χωριστὰ ἰδιαίτερον λόγον ἐν τῇ αὐτῇ ἐκθέσει καὶ περὶ βεβαιουμένων ἐξ εἰσπράξεων καθυστερούντων ἐσόδων παρελθουσῶν χρήσεων; Καὶ ἄλλος τις λόγος ἔπρεπε νὰ πείσῃ τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἔγεινε θῦμα πλάνης οἰκτρᾶς, ὁ ἑξῆς. Ἐὰν ἦτο ἀληθὲς ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸν ἐπληροφόρησεν ἡ ὑπηρεσία, καὶ αὐτὸς τόσον ἀβασανίστως τὸ ἐπίστευσεν, ἔπρεπε πάντα τὰ ποσὰ, τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναφερόμενα ὡς δῆθεν βεβαιωθέντα κατὰ τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1891, 1890 καὶ 1889, νὰ ἐμφαίνωσι πάντοτε διαφορὰς ἐπὶ πλέον, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἐμφαίνωσι διαφορὰς ἐπὶ ἔλαττον, ἀφοῦ, ὡς τὸν διεβεβαίωσαν, ἡ ἔκθεσις λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἐν τῷ τμήματι τῶν ἀμέσων φόρων, ἔνθα ἐξακολουθεῖ ἡ βεβαίωσις τῶν ἐσόδων καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Τί παρατηροῦμεν ὅμως ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἰδοὺ ὅτι ἐπὶ τοῦ ἐσόδου ἐκείνου, εἰς ὃ μεταβαίνω νῦν ἀμέσως, πρὸς διάψευσιν τῶν πληροφοριῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, παρατηρεῖται μείωσις ἀντὶ αὐξήσεως, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1891. Ἐνῷ δηλαδὴ ἡ προσωρινὴ κατάστασις τοῦ 1891 ἀναφέρει ὡς βεβαιωθέντα ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας, 1,059,357, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 1,058,385, ἤτοι 972 ἐπὶ ἔλαττον. Ἐνῷ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1890 ἀναφέρει ὡς βεβαιωθέντα ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 1,066,992, ἡ ἔκθεσις ἀναβιβάζει αὐτὰ εἰς 1,119,289, ἤτοι ἐνταῦθα ἐξογκόνει αὐτὰ πάλιν κατὰ 52,297. Ἐνῷ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1889 ἀναφέρει ὡς βεβαιωθέντα ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου, ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας, 1,125,237, ἡ ἔκθεσις ἀναβιβάζει αὐτὰ εἰς 1,125,365. Ἐνῷ ἡ προσωρινὴ κατάστασις τοῦ 1891 ἀναφέρει ὡς βεβαιωθέντα ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας, 2,405,282, ἡ ἔκθεσις ἀναγράφει 2,315,255, ἤτοι καὶ ἐνταῦθα, πρὸς διάψευσιν τῶν πληροφοριῶν τοῦ κ. Σκουζέ, τὰ μειοῖ κατὰ 90,027.
§28Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς ἐγένετο τοῦτο;
§29ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βλέπετε ὅτι ἔχω τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ἀναφέρω ἀκριβῶς οὐ μόνον τὰς ἐπὶ πλέον, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰς τῶν ἀριθμῶν σας. Τώρα μὲ ἐρωτᾶτε, πῶς συμβαίνει, ὥστε, ἐνῷ εἴχετε συμφέρον νὰ παρασταθῶσιν ἐξωγκωμένα τὰ ποσὰ, τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὰ τρία τελευταῖα οἰκονομικὰ ἔτη, ἐν τούτοις ἀπαντῶσιν ἐν τοῖς ἀριθμοῖς ὑμῶν καὶ ἐπὶ ἔλαττον διαφοραί. Τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐπεφυλαττόμην νὰ ἐξηγήσω ἐν τέλει· ἐπειδὴ ὅμως μὲ προκαλεῖτε, ἰδοὺ σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ἐπίτηδες ἐγκατεσπάρησαν μεταξὺ τῶν ἀριθμῶν σας ἐδῶ καὶ ἐκεῖ διαφοραὶ ἐπὶ ἔλαττον, ὅπως πᾶσαι αἱ διαφοραὶ παρασταθῶσιν ἴσως εἰς τὸν μὴ ἀκριβέστερον ἐξετάζοντα τὸ πρᾶγμα ὡς τυχαῖαι ὅλως καὶ ἀθῷαι. Ἐν τοῖς τελικοῖς ὅμως ἀποτελέσμασιν ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ εἶναι πολὺ ἀνωτέρα, διότι ἐξ αὐτῆς ἀποδεικνύεται ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιουμένων κατὰ πολὺ ἀνώτερος τοῦ προσήκοντος. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι πᾶσαν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν ἡ ἔκθεσίς σας καλύπτει πάραυτα μὲ τὸ διπλάσιον, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμβαίνει· διότι, ἐνῷ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1890 ἀναφέρει ὡς βεβαιωθέντα ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου τοῦ οἴνου μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 1,627,073, ἡ ἔκθεσις ἀναβιβάζει αὐτὰ εἰς 1,798,348, ἤτοι κατὰ 171,275 ἐπὶ πλέον, ἥτις διαφορὰ εἶναι διπλασία σχεδὸν τῆς προηγουμένης ἐπὶ ἔλαττον διαφορᾶς ἐξ 90,027. Ἐνῷ εἶτα ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1889 ἀναφέρει ὡς βεβαιωθέντα ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 2,223,693, ἡ ἔκθεσις ἀναβιβάζει αὐτὰ εἰς 2,241,117, ἤτοι κατὰ 17,424 ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 4,862,417, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 4,756,010. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου ἐβεβαιώθησαν ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 4,635,839, ἡ ἔκθεσις ἀναβιβάζει αὐτὰ εἰς 4,681,649, ἤτοι κατὰ 45,810 ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 5,245,629, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 5,229,986. Ἐνῷ κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν ἐκ τοῦ φόρου τῶν σύκων, ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας, 285,199, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 243,460. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐβεβαιώθησαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 294,666, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 247,266. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας ἐβεβαιώθησαν 407,451, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 321,300. Ἐν ᾧ ἐκ τοῦ φόρου διαφόρων προϊόντων ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891, μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας, 120,383, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 229,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον 108,617. Ἐν ᾧ ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐβεβαιώθησαν μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 114,651, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 190,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον 75,349. Ἐν ᾧ ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν ὁμοῦ μετὰ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας 132,361, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 205,000, ἤτοι 72,639 ἐπὶ πλέον. Ἐν ᾧ ἐκ τοῦ φόρου τῶν προϊόντων Ἑπτανήσου ἐβεβαιώθησαν ὁμοῦ μετὰ ποσοστῶν ὁδοποιΐας 4,889,974 κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 3,724,226. Ἐν ᾧ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου μετὰ ποσοστῶν ὁδοποιΐας ἐβεβαιώθησαν μόνον 1,812,750, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 2,529,267, ἤτοι ἐπὶ πλέον 716,517. Ἐν ᾧ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου μετὰ ποσοστῶν ὁδοποιΐας 2,555,042, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 1,583,221. Ἐν ᾧ ἐκ φόρου ἐπιτηδευμάτων κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν μετὰ ποσοστῶν ὁδοποιΐας μόνον 2,421,865, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 3,623,045, ἤτοι ἐπὶ πλέον 1,201,180.
§30ΠΑΧΥΣ. Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰ καθυστερούμενα;
§31ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τῶν Ἀθηνῶν μόνον τὰ καθυστερούμενα ἐὰν ὑπελογίζετε, δὲν θὰ ἐλέγετε αὐτά.
§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ οὔτε καθυστερούμενα οὔτε μὴ καθυστερούμενα λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, οὐδὲ λέγω τι ἀπ’ ἐμαυτοῦ. Ἐγὼ λέγω τί λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀναφέρει ἡ προσωρινὴ κατάστασις τοῦ 1891, ἡ συνοδεύουσα αὐτὴν, καὶ τί λέγει αὕτη, διαψεύδουσα τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ ἐν σχέσει τῆς αὐτῆς ἐκθέσεως πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1890 καὶ 1889. Καὶ δὴ, ἐν ᾧ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου μετὰ ποσοστῶν ὁδοποιΐας ἐβεβαιώθησαν 1,844,157 μόνον, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 2,806,590, ἤτοι ἐπὶ πλέον 962,433. Ἐν ᾧ ἐκ φόρου οἰκοδομῶν κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν μετὰ ποσοστῶν ὁδοποιΐας 2,598,294, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 2,578,858. Ἐν ᾧ ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐβεβαιώθησαν μετὰ ποσοστῶν ὁδοποιΐας 2,564,153, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 2,545,048. Ἐν ᾧ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου μετὰ ποσοστῶν ὁδοποιΐας 1,437,367 μόνον, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 2,527,435, ἤτοι 1,090,068 ἐπὶ πλέον. Ἐν ᾧ ἐκ τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν μετὰ ποσοστῶν ὁδοποιΐας 25,961,845, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 26,093,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον 131,155. Εἶναι δὲ αὕτη μία περιπλέον ἀπόδειξις, διαψεύδουσα τὰς πρὸς τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ κ. Σκουζὲν δοθείσας πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, καθ’ ἃς δῆθεν ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν βεβαιουμένων ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προέρχεται ἐκ τούτου, ὅτι αὕτη δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰ μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, ἀλλὰ καὶ τὰ μετὰ ταῦτα βεβαιούμενα ποσά· διότι, ἐρωτῶ, γινώσκει αὐτὸς τελωνειακόν τινα δασμὸν εἰσαγωγῆς, βεβαιούμενον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς οἰκείας χρήσεως; Ἐν ᾧ προσέτι ἐκ τοῦ αὐτοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐβεβαιώθησαν μετὰ ποσοστῶν ὁδοποιίας 24,403,073, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 24,393,000. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν μετὰ ποσοστῶν ὁδοποιίας 23,997,029, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 24,012,000, ἤτοι 15,971 ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ ἐκ τελῶν χαρτοσήμου κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν 9,913,469, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 9,901,154. Ἐνῷ ἐκ τῶν αὐτῶν τελῶν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐβεβαιώθησαν 9,597,390, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 9,597,393. Ἐνῷ ἐκ τῶν αὐτῶν τελῶν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν 9,754,425, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 9,745,602. Ἐνῷ ἐκ τελῶν προξενικῶν κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν 585,409, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 585,291. Ἐνῷ ἐκ τῶν αὐτῶν τελῶν ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 δρ. 546,407, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 554,479, ἤτοι ἐπὶ πλέον 9,080. Ἐνῷ ἐκ τελῶν ταχυδρομικῶν κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν 1,447,841, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 1,545,571, ἤτοι ἐπὶ πλέον 97,730. Ἐνῷ ἐκ τῶν αὐτῶν τελῶν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐβεβαιώθησαν 1,386,836, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 1,453,390, ἤτοι ἐπὶ πλέον 66,554. Ἐνῷ ἐκ τῶν αὐτῶν τελῶν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν 1,319,288, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 1,359,281, ἤτοι 39,993 ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ ἐκ τηλεγραφικῶν τελῶν κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν 762,630, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 761,854. Ἐνῷ ἐκ τῶν αὐτῶν τελῶν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν 889,246, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 880,484. Ἐνῷ ἐκ ποινικῶν τελῶν κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν 1,111,167, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 1,086,675. Ἐνῷ ἐκ τῶν αὐτῶν τελῶν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν 1,348,462, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 1,330,904. Ἐνῷ ἐκ ποινῶν λαθρεμπορίων κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν 155,446, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 155,186. Ἐνῷ ἐκ ποινῶν ἐπὶ παραβάσει φορολογικῶν νόμων κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν 424,402, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 412,628. Ἐνῷ ἐκ τῶν αὐτῶν ποινῶν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν 169,784, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 125,787. Ἐνῷ ἐκ προσθέτων τελῶν ἕνεκα καθυστερήσεως ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ τόκων ὑπερημερίας, κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891, ἐβεβαιώθησαν 786,925, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 658,128. Ἐνῷ ἐκ τῶν αὐτῶν προσθέτων τελῶν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐβεβαιώθησαν 707,357, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 707,356. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐκ τῶν αὐτῶν προσθέτων τελῶν ἐβεβαιώθησαν 743,374, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 742,045. Ἐνῷ ἐξ ἀνταλλάγματος ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891, ἐβεβαιώθησαν 619,281, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 612,142. Ἐνῷ ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἀνταλλάγματος κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν 612,429, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 614,000. Ἐνῷ ἐκ διαφόρων δικαιωμάτων, κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891, ἐβεβαιώθησαν 79,110, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 78,648. Ἐνῷ ἐκ τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν 120,021, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 119,639. Ἐνῷ ἐκ πετρελαίου κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν 4,749,979, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 4,899,621, ἤτοι 149,643 ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ ἐκ προσόδου δημοσίων κτημάτων καὶ νομημάτων κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν 288,148, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 257,588. Ἐνῷ ἐκ τῆς αὐτῆς προσόδου κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐβεβαιώθησαν 188,195, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 241,731, ἤτοι 53,536 ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐκ τῆς αὐτῆς προσόδου ἐβεβαιώθησαν 221,869, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 270,322, ἤτοι 48,453 ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ ἐξ ἐπικαρπίας ἐκκλησιαστικῶν ἀκινήτων κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν 257,405, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 250,760. Ἐνῷ ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπικαρπίας, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐβεβαιώθησαν 238,150, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 236,389. Ἐνῷ ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπικαρπίας κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν 256,032, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 255,084. Ἐνῷ ἐξ ἐσόδων ἐκ καταστημάτων καὶ ἔργων, συντηρουμένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν 278,871, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 303,026, ἤτοι 24,155 ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ ἐκ τῶν αὐτῶν ἐσόδων κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐβεβαιώθησαν 289,546, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 317,187, ἤτοι 27,641 ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ ἐκ τῶν αὐτῶν ἐσόδων κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν 353,658, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 350,309. Ἐνῷ ἐκ δασῶν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν 1,250,875, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 1,247,274. Ἐνῷ ἐξ ἰχθυοτροφείων κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν 479,277, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 477,457. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐξ ἰχθυοτροφείων ἐβεβαιώθησαν 477,122, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 472,820. Ἐνῷ ἐξ ἰχθυοτροφείων ἐπίσης κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν 473,360, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 477,360, ἤτοι ἐπὶ πλέον 4,000. Ἐνῷ ἐξ ἐκποιήσεως δημοσίων κτημάτων ἀκινήτων καὶ κινητῶν, κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891, τῇ προσθήκῃ τοῦ ἄρθρου 11, («προκαταβολαὶ δηλουμένων ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, μὴ συμπεριλαμβανόμεναι εἰς ἀπολογισμοὺς»,) ἐκ 390 ἐβεβαιώθησαν δρ. 2,963,448, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 2,985,585, ἤτοι ἐπὶ πλέον 22,133. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐκ τῆς αὐτῆς ἐκποιήσεως, τῇ προσθήκῃ τοῦ ἄρθρου 11, ἐκ 1310 ἐβεβαιώθησαν δραχ. 2,748,722 μόνον, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 3,834,814, ἤτοι ἐπὶ πλέον 1,086.92. Ἐνῷ ἐκ τῆς αὐτῆς ἐκποιήσεως, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890, τῇ προσθήκῃ τοῦ ἄρθρου 11, ἐκ 273 ἐβεβαιώθησαν μόνον δραχ. 3,320,715, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 3,834,814, ἤτοι ἐπὶ πλέον 514,099. Ἐνῷ ἐξ ἀπολήψεως προκαταβληθέντων κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐβεβαιώθησαν 136,772, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 89,811. Ἐνῷ ἐξ εἰσπράξεων καθυστερούντων ἐσόδων κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891 ἐβεβαιώθησαν δραχ. 3,937,752, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 4,012,096, ἤτοι 74,344 ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ ἐκ τῶν αὐτῶν εἰσπράξεων κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐβεβαιώθησαν 2,508,524, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 2,555,441, ἤτοι 46,917 ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 ἐκ τῶν αὐτῶν εἰσπράξεων ἐβεβαιώθησαν 3,034,435 μόνον, ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει 3,720,296, ἤτοι ἐπὶ πλέον 685,861. Ἔχετε, Κύριοι, δι’ ὀλίγων....
§33ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι δά!
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπὸν διὰ πολλῶν ἔχετε τότε ἀποδεδειγμένην τὴν πλήρη ἀνακρίβειαν, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, τῶν ἀριθμῶν, ἐφ’ ὧν στηρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοὺς ὑπολογισμούς του ὡς πρὸς τὰ μέλλοντα νὰ βεβαιωθῶσιν ἔσοδα κατὰ τὸ προσεχὲς οἰκονομικὸν ἔτος. Εἶναι ἀληθές, ὡς προεῖπον, ὅτι ἐν τοῖς ἀριθμοῖς αὐτοῦ ἀπαντᾷ ἐνιαχοῦ καὶ ἐπὶ ἔλαττον διαφορά, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς οὓς ἐπικαλεῖται ἀριθμοὺς τῶν τελευταίων τριῶν χρήσεων· ἀλλ’ ἡ ἐπὶ ἔλαττον αὕτη διαφορὰ ἐκμηδενίζεται ἀπέναντι τῆς ἐπὶ πλέον διαφορᾶς, καθ’ ἣν ὅλως αὐθαιρέτως καὶ ἀδικαιολογήτως ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιουμένων ἐξογκοῦται οὕτως, ὥστε νὰ παρουσιάσῃ καὶ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 εἰκονικὴν αὔξησιν βεβαιώσεως ἐσόδων ὑπὲρ τὰ 5½ ἑκατομμύρια, εἰς ἃ προσθέτων τις καὶ τὸ εἰκονικὸν ἔσοδον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐκ τοῦ ἀνυπάρκτου δανείου τῆς ὁδοποιΐας, ὅπερ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 ἀναγράφει ὡς τακτικὸν ἔσοδόν του, θὰ ἴδῃ ὅτι οὕτω πως ἐξατμίζεται ὅλον τὸ ἰδανικὸν περίσσευμα, ὅπερ προοιωνίζεται ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξ αὐτοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ἀληθὲς ἔλλειμμα, ὅπερ μέλλει νὰ πηγάσῃ ἐκ τοῦ ἐξωγκωμένου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἐν ἔτει 1893. Τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ θὰ ἀποδείξωμεν πολὺ ἀνώτερον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραττομένων καὶ οὐχὶ τῶν βεβαιουμένων ἐσόδων, πρὸς δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐξόδων, ἅτινα ἐν τῷ προκειμένῳ προϋπολογισμῷ ἢ δὲν ἀναγράφονται ὅλως, ἢ περικόπτονται καὶ μειοῦνται ἄνευ λόγου κατὰ τρόπον μέλλοντα νὰ προκαλέσῃ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Νῦν βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Νῦν κυρίως ἠθέλησα ν’ ἀποδείξω κατὰ πόσον ἠστόχησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῶν δύο ἐκείνων σκοπῶν, οὓς κυρίως ἐπεδίωξε, συντάττων τὴν μακρὰν αὐτοῦ εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἣν προέταξε τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893. Ἠθέλησε νὰ ἐπιφέρῃ τάξιν εἰς τὴν κρατοῦσαν ἀταξίαν ἐν τῇ μέχρι τοῦδε διοικήσει τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, παριστῶν ἑαυτὸν ἰδίᾳ ἀθῶον ὡσεὶ περιστεράν· καὶ εἴδετε, ὁπόσον ἐπέτεινεν οὕτως ἔτι μᾶλλον τὴν ἀταξίαν, ὁπόσον δ’ ἐπηύξησεν ἔτι μᾶλλον καὶ τὰς ἰδίας εὐθύνας. Ἠθέλησε νὰ πείσῃ καὶ ἡμᾶς καὶ πάντα ἄλλον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 εἶναι ὁ πραγματικώτερος καὶ ἀληθέστερος πάντων τῶν μέχρι τοῦδε προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους, ὡς στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ἀσφαλεστέρων ὑπολογισμῶν, τῶν ὑπολογισμῶν, τῶν ἀρυομένων ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος· καὶ εἴδετε, ὁπόσον ἀβάσιμοι καὶ αὐθαίρετοι ἀπεδείχθησαν πάντες οἱ ὑπολογισμοί του, ἐν ὁποίᾳ δ’ ἀντιθέσει εὕρηνται οὗτοι πρὸς τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος. Ἀντὶ τοῦ φωτὸς τῆς ἀληθείας, τὸ σκότος τῆς πλάνης ἠθέλησε νὰ ἐπιχύσῃ παντοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ πράττει τοῦτο, Κύριοι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κίνδυνος ἐπικρέμαται ὑπεράνω τῶν κεφαλῶν ἡμῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν πάντε, καὶ ἡμέτεροι καὶ ξένοι, ἔχουσι τὸ βλέμμα ἐστραμμένον πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἀγωνιῶσαν οἰκονομικῶς, ἐτάζοντες πάντα λόγον ἡμῶν καὶ διϋλίζοντες καὶ τὸν τελευταῖον ἀριθμὸν, τὸν ἀναφερόμενον εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Ὡς ἐὰν μὴ ἤρκουν αἱ τόσαι ἄλλαι ἡμῶν ἁμαρτίαι, ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ταύτῃ ὥρᾳ καὶ ἡ διαστροφὴ καὶ παραχάραξις τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ καίριον τραῦμα τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, ὅπερ μόνος ὁ ἔχθιστα διακείμενος πρὸς τὴν Ἑλλάδα θὰ ηὔχετο εἰς αὐτὴν ἐν οὕτω κρισίμῳ ὥρᾳ; Τί δὲ νὰ εἴπῃ τις, ὅταν τὸ τραῦμα αὐτὸ δὲν προέρχηται ἐξ ἄλλου τινὸς ἢ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡμῶν; Ἀγνοῶ, Κύριοι, ὁποίαν ἐντύπωσιν ἐνεποίησεν εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὁ βραχὺς οὗτος ἔλεγχος, εἰς ὃν σήμερον ὑπέβαλον τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐδημοσίευσεν ὑπὸ τὴν ἐπίσημον αὐτοῦ ἰδιότητα. Ἐλπίζω ὅτι θὰ ζητήσῃ νὰ δικαιολογηθῇ ἀπαντῶν εἰς ὅσας ἐρωτήσεις ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὸν σήμερον· διότι τοῦτο ἐπιτάττει εἰς αὐτὸν ἡ τιμὴ καὶ τὸ καθῆκον καὶ πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἧς προΐσταται, καὶ πρὸς τὴν χώραν, ἧς αἱ τύχαι εἶναι εἰς αὐτὸν διαπεπιστευμέναι. Ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος τούτου, θὰ παρεκάλουν αὐτὸν νὰ σπεύσῃ ν’ ἀπαντήσῃ.
§35Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ὑποβάλητε τοὺς ἀριθμοὺς ἐγγράφως.
§36ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν γνωρίζω πῶς, Κύριοι, τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν δύναμαι νὰ ἀπομακρύνω τῆς μνήμης μου τοὺς περιέργους ἐκείνους λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὓς ἀπήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρό τινων μηνῶν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1892. Μᾶς εἶπε τότε, ὅτι καὶ οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἄρτης καὶ ἐκ Γόρτυνος Βουλευταὶ, εἶχον ἐνώπιόν των τοὺς αὐτοὺς ἀριθμούς· ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἔμενον πρὸ αὐτῶν νεκροὶ καὶ ἄψυχοι, διότι οἱ προκάτοχοί του Ὑπουργοὶ δὲν εἶχον, ὡς αὐτὸς, τὴν ἱκανότητα, ἵνα ἐμφυσήσωσιν εἰς αὐτοὺς πνοὴν ζωῆς. Εἶναι ἆρά γε ἡ εἰς αὐτοὺς νῦν ἐμφυσωμένη πνοὴ ζωῆς ἐκείνη, ἥτις μεταβάλλει αὐτοὺς ἑκάστοτε οὕτως, ὥστε ἄλλα νὰ δηλῶσι σήμερον καὶ ἄλλα αὔριον; Ἐγώ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι τὴν τοιαύτην ἱκανότητα θὰ ἀπηυχόμην ἐκ καρδίας οὐχὶ εἰς τοὺς Πρωθυπουργοὺς καὶ Ὑπουργοὺς τῆς πατρίδος μου, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἔσχατον τῶν Ἑλλήνων.
§37Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποβάλετε ἐγγράφως τοὺς ἀριθμούς.
§38ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἰδοὺ, ὑποβάλλω αὐτοὺς, συνωψισμένους εἰς ἑκατὸν καὶ μίαν ἐπερωτήσεις.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§40ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, ὀφείλω ὅμως, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, περὶ δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτὰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΑϠΙϚʹ τοῦ 1891, τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου καὶ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἐκ τῶν ὁποίων ἐνδείκνυται σαφῶς, ὅτι ὁ νομοθέτης διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐσκόπει οὐ μόνον νὰ τροποποιήσῃ διατάξεις τινὰς τοῦ νόμου τοῦ 1833 περὶ δήμων, ἀλλὰ καὶ νὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1887 «περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων», τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῇ παραγράφῳ βʹ τοῦ ἄρθρου 1. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου, θέλει σᾶς παρουσιάσει τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου· καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους ὀχυροῦνται ὄπισθεν τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν νομικῶν συμβούλων, διαστρεβλοῦντες τοὺς νόμους, ἢ παρερμηνεύοντες τούτους κατὰ τὸ συμφέρον τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία τοῖς τὸ ἐπιβάλλει. Ἔχομεν ἄπειρα παραδείγματα, ὅτι τὰ Νομικὰ Συμβούλια ἐχρησίμευσαν ὡς κρύπται, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἦσαν κεκρυμμένοι οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ἀντλοῦντες ἐκεῖθεν τὸ θάῤῥος νὰ παραβαίνωσι τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Δὲν ἐκπλήττομαι λοιπὸν, ἂν καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπεκδυόμενος τῆς εὐθύνης, ὡς φρονεῖ, ἀφοῦ ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τολμᾷ νὰ δίδῃ ζωὴν εἰς νόμον μὴ ἰσχύοντα πλέον, μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν μηδὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νεωτέρου νόμου, μηδὲ τὸ γράμμα αὐτοῦ, μηδὲ τὴν ἑρμηνείαν τὴν δοθεῖσαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ εἰρημένου νόμου ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου, τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Δηλιγιάννη, ἰσχυρίζεται δὲ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 αἴρεται διὰ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 21 διατασσομένων. Πλανᾶται, νομίζω, οὕτω φρονῶν ὁ κ. Ὑπουργός· διότι τί ἄλλο ἠθέλησε νὰ πράξῃ ὁ νομοθέτης ἐν τῷ ἄρθρῳ 21, ἀναγράφων μεταξὺ τῶν καταργητέων ἄρθρων τοῦ δημοτικοῦ νόμου τοῦ 1833 καὶ τὴν βʹ § τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1887, παρὰ νὰ ὑποδείξῃ ἔτι ἅπαξ τὴν ἐκ τοῦ ἄρθρου 5 ἐνδεικνυομένην ἢ μᾶλλον καταφανῆ κατάργησιν τῆς εἰρημένης παραγράφου; Τί δὲ λέγει ἡ διάταξις τοῦ πέμπτου ἄρθρου; ὅτι «τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου διοικεῖται ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος». Τί λοιπὸν ἕτερον ἐνόει ὁ νομοθέτης διὰ τῶν λέξεων τούτων ἢ ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος εἰς κἀνένα ἄλλον, πλὴν αὐτοῦ, ἀνατίθενται; Κατόπιν λοιπὸν τοιαύτης ῥητῆς τοῦ ἄρθρου 5 διατάξεως, νομίζω ὅτι οὐδεὶς πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν ἡ διάταξις τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων, καθ’ ἣν ἠδύναντο νὰ ἀνατεθῶσι καθήκοντα δημοτικοῦ εἰσπράκτορος καὶ εἰς ὑποταμίας. Ἀλλ’ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι δισταγμοί τινες, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 ἦτο ἀσαφὴς, νομίζω ὅτι τὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ΑϠΙϚʹ λαβόντα χώραν ἦσαν ἀρκετὰ νὰ ἐξαλείψωσι πάντα δισταγμὸν περὶ τούτου. Εἰς τὴν ἄρσιν τοῦ δισταγμοῦ τούτου ἔδωκαν ἀφορμὴν αἱ ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ ἐκφρασθεῖσαι ἀμφιβολίαι παρά τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἰσχυριζομένου τότε, ὅτι ἡ φρασεολογία τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ ἄρθρου 5 δὲν ἦτο σαφὴς καὶ ἠδύνατο κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρερμηνείαν καὶ καταδολιεύσεις· ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε, κ. Δηλιγιάννης, ἵνα διαλύσῃ πᾶσαν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς διατάξεως ἐκείνης, ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπαντῶν, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως τῆς αʹ § τοῦ ἄρθρου 5 ἐννοεῖται καὶ ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων· καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῶν λεγομένων μου σᾶς ἀναγινώσκω αὐτὸ τὸ μέρος τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν (ἀναγινώσκει): «Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλέχθη ὅτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν συνάγεται ἀναντιῤῥήτως, ὅτι τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ περὶ ὑποταμείων νόμου, ἐφ’ ὅσον παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῇ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοτικῶν χρημάτων ἀπὸ τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, καὶ νὰ ἀναθέτῃ αὐτὰ εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ ὑποταμεῖα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐκδηλοῦται ὑπὸ τοῦ νόμου· ἐπειδὴ ὅμως τινὲς διστάζουσι, δέχομαι νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον ὡς ἐδάφιον αʹ τὰ ἑξῆς: «Τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου διοικεῖται ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος». Καὶ κατόπιν τοιαύτης δηλώσεως, γενομένης ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου, ἔρχονται οἱ κύριοι νομικοὶ σύμβουλοι δι’ ἑνὸς φετφᾶ, ὅστις καλεῖται γνωμοδότησις, καὶ σᾶς λέγουν, ὅτι ἡ βʹ § τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων δὲν κατηργήθη. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἐὰν ἀνεγίνωσκον τὰ πρακτικὰ ταῦτα, δὲν θὰ εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ γνωμοδοτήσωσιν οὕτως, ἀφοῦ δὲν ἤρκεσεν εἰς αὐτοὺς αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, οὖσα ῥητή. Ἀφοῦ δὲν ἤρκεσεν εἰς αὐτοὺς αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ δικαίου, προκειμένου περὶ ἑρμηνείας τῶν νόμων, κατὰ τὴν ὁποίαν δέον νὰ ἐξετάζηται, πλὴν τῶν ἄλλων, καὶ αὐτὸς ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, ἰσχυρίσθησαν ἐν τῇ γνωμοδοτήσει των, ὅτι ἔδει νὰ ἐπαναληφθῇ ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, δι’ ἧς νὰ καταργῆται ῥητῶς ἡ διάταξις τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 1 περὶ ὑποταμείων· νομίζω ὅμως, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου θὰ ἦτο περιττὴ ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ νόμῳ τοιαύτης διατάξεως, καὶ μετὰ τὴν προσθήκην μάλιστα, τὴν γενομένην τότε, νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ γράμμα τῆς διατάξεως καθιστᾷ τὴν διάταξιν κατάδηλον, καὶ πᾶσα ἄλλη ἑρμηνεία δὲν δύναται νὰ εἰσχωρήσῃ ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου
ΑϠΙϚʹ.
Ἀντὶ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ θέλῃ νὰ καταστρατηγήσηται τὸν νόμον, παρερμηνεύων αὐτὸν διὰ μιᾶς γνωμοδοτήσεως τῶν νομικῶν συμβούλων, καὶ ἑπομένως παραβαίνων οὕτως αὐτὸν, ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ νέον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπαναφέρῃ ἐν ἰσχύϊ τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων καὶ εἶχε τὴν πρὸς τοῦτο δύναμιν, ἀφοῦ τυγχάνει μέλος Ὑπουργείου, ὅπερ κέκτηται τοσαύτην ἐν τῇ Βουλῇ δύναμιν. Ἀφοῦ ὅμως δὲν ἔπραξε τοῦτο μέχρι σήμερον, καλὸν θὰ ἦτο, ἀναγνωρίζων τὴν πλάνην του, καὶ ἵνα μὴ ἐκληφθῇ, ὅτι ἀπὸ σκοποῦ παρέβη τὸν νόμον, νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν ὁμαλὴν αὐτῶν κατάστασιν, ἐφαρμόζων τὸν νόμον τοῦ 1891 κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ.
§41ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν εἶχον διόλου ἀνάγκην νὰ κρύπτωμαι ὑπὸ τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν νομικῶν συμβούλων, ὅπως δικαιολογήσω τὰς ἐμὰς πράξεις. Ἐγὼ ἀπ’ ἐναντίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐδήλωσα, ὅτι παραδέχομαι πληρέστατα τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν τὸ νομικὸν Συμβούλιον ἐπὶ τοῦ γεννηθέντος ζητήματος ἔδωκεν. Ἄλλως τε δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ προκαλέσας τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἡ γνωμοδότησις αὕτη φέρει ἡμερομηνίαν 31 Ὀκτωβρίου 1891. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ζαΐμης ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος ζητήματος. Ἐζήτησε δὲ νὰ μάθῃ, ἂν ὁ νόμος ΑϠΙϚʹ κατήργησε τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἀνεπίδεκτος δύο ἑρμηνειῶν. Ἐν μὲν τῷ ἄρθρῳ 5 θέτει τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου διοικεῖται ὑπὸ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην ἔθετε καὶ ὁ νόμος περὶ δήμων, διότι καὶ ἐκεῖνος ἀνεγνώριζε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ προτείνῃ τὸν εἰσπράκτορα, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ διορίζῃ τὸν εἰσπράκτορα. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι ὁ νόμος ΑϠΙϚʹ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 ὁρίζει, ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ θέλει διορίζεσθαι εἰς τὸ μέλλον παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀπ’ εὐθείας, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 21 ῥητῶς δηλοῦται, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ΑϠΙϚʹ νόμου ἐξακολουθεῖ ἰσχύουσα, καθ’ ὅσον δὲν τροποποιεῖται ὑπὸ τοῦ νέου νόμου. Ἐλέχθη ἀληθῶς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τινῶν ἀμφισβήτησις γεννᾶται περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου αὐτοῦ, περὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ψηφιζομένου τοῦ νόμου θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναθέτῃ τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσπράκτορος εἰς τὸν ὑποταμίαν, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε: «πρὸς ἄρσιν τῆς ἀμφισβητήσεως καὶ τῶν ἀμφιβολιῶν, τίθενται αἱ λέξεις: «Τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου διοικεῖται ὑπὸ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος». Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτε ἔφθασεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 21, ὅτι ὤφειλε νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο συμφώνως πρὸς τὴν τεθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ ἀρχὴν, καὶ τὸ ἄρθρον 21 ἐψηφίσθη ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἄρθρον 8 § βʹ τοῦ περὶ δήμων νόμου, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1 § βʹ τοῦ νόμου ἀπὸ 1 Ἀπριλίου 1887 περὶ ὑποταμείων, θέλουσιν ἰσχύει ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου». Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου οὐδεμίαν φέρουσι τροποποίησιν εἰς τὴν παράγραφον βʹ τοῦ ἄρθρου 1. Ἄλλως παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε: ἐὰν, ὡς διατείνεσθε, ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφ. βʹ τοῦ ἄρθρ. 1 κατηργήθη, ποῖον ἔχει λόγον ὑπάρξεως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 21, ἡ λέγουσα ὅτι ἐξακολουθεῖ ἰσχύουσα κτλ.; Ἡ διάταξις τοῦ νόμου (ἡ δευτέρα παράγραφος) ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὡσαύτως διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ἐπιτρέπεται νὰ καταργηθῶσι θέσεις δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ἀνατιθεμένων τῶν καθηκόντων αὐτῶν εἰς ἐπαρχιακὰ ταμεῖα ἢ ὑποταμεῖα». Οὐδεμίαν ἄλλην διάταξιν ἔχει ἡ παράγραφος βʹ. Ὅταν λοιπὸν ὁ νόμος ᾼϠΙϚʹ λέγῃ «ἐξακολουθεῖ ἡ ἰσχὺς τῆς παραγράφου βʹ τοῦ ἄρθρ. 1, καθ’ ὅσον δὲν ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου», τί σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἰσχύουσα καθ’ ὅσον δὲν ἐτροποποιήθη, καὶ, ὡς εἶπον, οὐδόλως ἐτροποποιήθη, διότι βεβαίως, ἂν ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου ἦτο νὰ μὴ ἰσχύῃ ἡ παράγραφος αὕτη, δηλ. νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν εἰσπράκτορας, ἤθελε γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς ὁ ὁποῖος εἶπεν: ἀφαιρέσατε ἀπὸ τοῦ ἄρθρου τὰς λέξεις «ἰσχύει ἐφ’ ὅσον», καὶ ἀντικαταστήσατε ταύτας διὰ τῶν λέξεων «καταργεῖται ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου πρώτου». Ἂν τὸ ἄρθρον 21 περιεῖχε τὴν διάταξιν «καταργεῖται ἡ δευτέρα παράγραφος», προφανῶς τὸ ζήτημα δὲν ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ νὰ ἀναθέσῃ εἰς ὑποταμεῖα τὰ καθήκοντα τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, βεβαίως δὲν ἤθελεν ἐξακολουθεῖ ὑπάρχον. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 21 οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 1 ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη, καὶ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσπράκτορος δύνανται νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς τοὺς ταμίας καὶ ὑποταμίας.
§42Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§43ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, Κύριοι, παρεδέχθη ὄχι μόνον τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ καὶ ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, αὐτὸς ὁ κ. Ζαΐμης, ὅστις ἀργότερον ἐξέδωκε τὴν ἐγκύκλιον, περὶ τῆς ὁποίας ἐκάμετε λόγον. Τοῦτο ἀποδεικνύουσι τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐξ αὐτῶν ἐξάγεται, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης συνέταξε σχέδια διατάγματος, δι’ ὧν ἀφῃρεῖτο ἡ διαχείρισις ἀπὸ τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, καὶ ἀνετίθετο εἰς ὑποταμίας. Ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τέσσαρα τοιαῦτα σχέδια διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ζαΐμης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν...
§44Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξετελέσθησαν;
§45ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ τελειώσω, καὶ θὰ ἴδητε διατὶ δὲν ἐξετελέσθησαν... Τὰ ἔστειλε λοιπὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι κατὰ τὸν νόμον τὰ διατάγματα ταῦτα πρέπει νὰ φέρωσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τότε, βλέπω ὅτι εἶχε συντάξει ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐπιστρέψω ὑμῖν, κύριε συνάδελφε, τὰ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ.... διαβιβασθέντα μοι σχέδια Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἀνατίθενται τὰ καθήκοντα τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος Σικυῶνος καὶ Στυμφαλίας εἰς τὸ ὑποταμεῖον κλπ.» Τὸ ἔγγραφον ἐξακολουθεῖ ὡς ἑξῆς: «Γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην τὰ καθήκοντα δημοτικοῦ εἰσπράκτορος δὲν δύνανται νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς ὑποταμεῖα, καθότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ᾼϠΙϚʹ τῆς 7 Μαρτίου ῥητῶς διαγράφει, ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου διοικεῖται ὑπὸ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος». Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ τότε, διώρθωσε τὴν τελευταίαν παράγραφον καὶ τὴν ἀντικατέστησε διὰ τῶν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου τῆς 7 Μαρτίου 1891 περὶ δήμων, διότι φαίνεται, ὅτι δι’ αὐτοῦ κατηργήθη ἡ χορηγουμένη διὰ νόμου ἄδεια, καθ’ ἣν ἀνετίθεντο τὰ ἔργα εἰς τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας καὶ τοὺς ὑποταμίας». Τὸ φαίνεται αὐτὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἤρκεσεν, ὅπως πείσῃ τὸν ἀξιότιμον κ. Ζαΐμην, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν γνώμην, ἣν εἶχε, καὶ τὴν ὁποίαν σαφῶς ἐκδηλοῖ ἡ ὑποβολὴ τῶν διαταγμάτων· διὸ καὶ ἐξέδωκε τότε ἐγκύκλιον, ἐν τῇ ὁποίᾳ, λησμονῶν τὴν ὑποβολὴν τῶν διαταγμάτων, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει, λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὸν ᾼϠΙϚʹ νόμον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ συστάσεως ἐπαρχιακῶν ταμείων, δὲν ἰσχύει ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ᾼΨΙΔʹ περὶ συστάσεως ἐπαρχιακῶν ταμείων, καθ’ ἣν ἠδύνατο νὰ καταργηθῇ ἡ θέσις δημοτικοῦ εἰσπράκτορος καὶ ν’ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν εἰς τὸν ἐπαρχιακὸν ταμίαν ἢ ὑποταμίαν. Τούτου ἕνεκα παραγγέλλω ὑμῖν νὰ ἐπιστείλητε τὰ χρειώδη εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν κτλ.» Ἐπαρουσιάσθησαν, Κύριοι, περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἂν ἠδυνάμεθα, χάριν τῶν συμφερόντων τῶν δήμων καὶ πρὸς προστασίαν αὐτῶν, νὰ ἀναθέσωμεν τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοτικῶν προσόδων εἰς τοὺς ὑποταμίας· ἐξητάσαμεν τὸ ζήτημα, καὶ εὕρομεν, ὅτι ἀπέναντι τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 21, τὸ ὁποῖον ῥητῶς λέγει, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἰσχύουσα ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ᾼΨΙΔʹ, καθ’ ὅσον δὲν ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νεωτέρου νόμου, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐνομίσαμεν, ὅτι, μὴ τροποποιηθείσης τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ἐδαφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου, εἴχομεν δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν. Τὸ νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ πρακτικὰ, Κύριοι, νομίζομεν ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττὸν, διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου εἶναι ῥητή, ἡ δὲ σχέσις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ εὕρῃ μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 5 καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματος, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἄρθρον 5 θέτει μίαν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἁπλῶς ἔθετε καὶ ὁ περὶ δήμων νόμος, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐκανόνιζεν ἄλλως τὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ εἰσπράκτορος. Ἀλλ’ ἡ ἀναγραφὴ τῆς ἀρχῆς δὲν ἔχει ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τὴν κατάργησιν τῆς ἐξαιρέσεως, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ἡ διάταξις τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 1, καὶ ἡ ὁποία οὐ μόνον δὲν κατηργήθη διὰ τοῦ μεταγενεστέρου νόμου, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐκηρύχθη ἰσχύουσα ἐν τῷ ἄρθρῳ 21.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε ὑπέβαλε τὰ διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων προὔτεινεν εἰς τὸν Βασιλέα τὴν κατάργησιν τῶν θέσεων τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων ἔν τισι δήμοις καὶ τὴν ἀνάθεσιν τῶν ἔργων αὐτῶν εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς ὑποταμίας, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἔκρινεν, ὅτι συνέφερεν εἰς τοὺς δήμους ἡ προτεινομένη ὑπ’ αὐτοῦ μεταβολή. Περὶ τούτου ἦτο περιττὸν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν διαβεβαιώσεις, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ ἄλλου, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, ἤτοι πῶς ἐσκέφθη, ἑρμηνεύων τὸ κείμενον τοῦ νόμου, καὶ πῶς συνήγαγεν ἐξ αὐτοῦ τὴν ἔννοιαν, ὅτι διετηρήθη ἀνέπαφον καὶ ἀκέραιον τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1887 παρέσχεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ καταργῶσι διὰ Β. Διατάγματος τὰς θέσεις τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων. Οἱ νόμοι ἑρμηνεύονται κατὰ κανόνας ὡρισμένους, οὐδεὶς δὲ κανὼν ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς ἑρμηνείαν τοιαύτην, ὁποίαν ἔδωκε. Φαίνεται δ’ ὅτι ἔπαθεν ὅ,τι εἶχε πάθει ὁ συνάδελφος καὶ φίλος μου κ. Ζαΐμης, Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Ζαΐμης δὲν εἶχε μελετήσει καλῶς τὸν νόμον τῆς 7 Μαρτίου τοῦ 1891, καὶ ὑπέλαβεν, ὅτι ὁ εἰρημένος νόμος δὲν εἶχε μεταβάλει οὐδὲ μεταῤῥυθμίσει τὸ παράπαν τὸν νόμον τοῦ 1887, ἐπέστειλεν ἑπομένως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει νὰ προσυπογράψῃ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διατάγματα περὶ καταργήσεως θέσεων δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, καὶ ἀναθέσεως τῶν ἔργων αὐτῶν εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς ὑποταμίας. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἐξεπλάγην, διότι ὁ κ. Θεοτόκης ἔπαθεν ὅ,τι εἶχε πάθει ὁ κ. Ζαΐμης, ἐξεπλάγην ὅμως, πῶς ὁ κ. Θεοτόκης ἐπεκαλέσθη εἰς ἐνίσχυσιν τῆς γνώμης του ταύτης τὴν εὔφημον φράσιν τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ ἐπέστειλα τότε εἰς τὸν συνάδελφόν μου κ. Ζαΐμην, ἵνα ὑπομνήσω αὐτῷ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τῆς 7 Μαρτίου 1891, καὶ τὴν δι’ αὐτοῦ νομοθετηθεῖσαν κατάργησιν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1887. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐν παραπλησίᾳ περιπτώσει πρέπει νὰ ὑβρίζῃ τις τὸν πλανώμενον περί τινα νόμου διάταξιν συνάδελφόν του ὡς ἀμαθῆ; ἢ δι’ ἀπροκαλύπτου καὶ ἀξέστου φράσεως νὰ ἐλέγχῃ τὴν πλάνην αὐτοῦ; Τοιαύτης ποιοῦνται χρῆσιν φράσεως καὶ γλώσσης οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ εἰς τὰ πρὸς ἀλλήλους ἔγγραφά των; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι αἱ δριμεῖαι φράσεις καὶ αἱ ἐνέχουσαι τὴν ὕβριν λέξεις δὲν ἁρμόζουσιν εἰς τοὺς καλῶς ἀνατεθραμμένους, πολλῷ δ’ ἧσσον εἰς ἀνωτάτους δημοσίους λειτουργοὺς, καὶ μάλιστα πρὸς καταστολὴν ἀπροσεξίας. Ἔγραψα λοιπὸν, ὅτι μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ διάταξις, περὶ ἧς ὁ λόγος, δὲν ἰσχύει πλέον· ἀλλὰ δὲν ὑπέθετον τότε, ὅτι ἡ φράσις μου αὕτη ἤθελε δώσει ἀφορμὴν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποπτεύσῃ, ὅτι καὶ ἐγὼ διετέλουν ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη τυγχάνῃ ἔτι ἐν ἰσχύϊ, ἢ ἐὰν κατηργήθη. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, ἀφοῦ ἐγὼ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων νόμου ἐπολέμησα τὴν διὰ τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 1 αὐτοῦ νομοθετηθεῖσαν ἀρχήν; Ὁ νόμος περὶ δήμων στηρίζεται ἰδίως ἐπὶ τῆς αὐθυπαρξίας καὶ αὐτοδιοικήσεως τῶν δήμων, καὶ ἀχώριστον τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ αὐθυπαρξίας εἶναι τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττωσι τὰ ἔσοδα αὐτῶν οἱ δῆμοι, καὶ νὰ δαπανῶσι τὰ ἔξοδα αὐτῶν δι’ ἰδίων αὐτῶν ταμιῶν, τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων. Ὅτε εἰσήχθη ὁ νόμος τοῦ 1887 εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπολέμησα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὴν ἐν αὐτῷ εἰσαχθεῖσαν ἀνατροπὴν τῆς βάσεως τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν δήμων, καὶ παρέστησα, ὅτι δι’ αὐτοῦ περιεστέλλοντο αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι· καθῆκον δ’ εἶχον, ὅτε ἐκλήθην ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προτείνω ἐν τοῖς πρώτοις τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τούτου, ὅστις τοσοῦτον ἀντιβαίνει εἰς τὰς βάσεις τοῦ νόμου περὶ δήμων. Καὶ αἱ φιλελεύθεροι αὗται βάσεις εἶχον τεθῆ καθ’ ὃν χρόνον δὲν ὑπῆρχε κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐκυβερνᾶτο δ’ ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ ἀπολύτου μοναρχίας! Καὶ ἔθηκαν τὰς βάσεις ταύτας νομοθέται ξένοι! Ὁ περὶ δήμων νόμος εἶναι τὸ πρῶτον κείμενον νόμου, δι’ οὗ ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοτικῶν ἐσόδων καὶ τὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων. Τὸν νόμον τοῦτον ἐτροποποίησεν ὁ νόμος τοῦ 1887, ὅστις διετήρησε μὲν κατὰ κανόνα τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, ἀλλ’ εἰσήγαγεν ἐξαίρεσιν, ἐπιτρέψας εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προκαλῶσι τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, καὶ τὸν ἀντ’ αὐτοῦ διορισμὸν ἐπαρχιακοῦ ὑποταμίου. Ὁ νόμος τοῦ 1891 κατήργησε τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην διὰ μιᾶς ἀπολύτου καὶ σαφοῦς διατάξεως, ἀνακηρύξας, ὅτι τὸ ταμεῖον τῶν δήμων διοικεῖται ὑπὸ τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ἀπαγορεύσας δ’ οὕτω διὰ τῆς ἀπολύτου ταύτης διατάξεως νὰ ἀνατίθηται εἰς ἄλλον τοῦ ταμείου δήμου τινὸς ἡ διοίκησις. Πῶς λοιπὸν ἰσχυρίζονται, ὅτι διάταξις τόσῳ ἀπόλυτος καὶ σαφὴς δὲν ἐπήνεγκε τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ 1887; Δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλεσθῶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου τοῦ 1891 τὴν ἰδίαν μου γνώμην· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας, σᾶς ἀνέγνω κείμενα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν, ἵνα σᾶς ὁδηγήσωσιν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, τὰ κείμενα τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Τὰ κείμενα δὲ ταῦτα ἀναφέρουσιν, ὅτι ἐγὼ, ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως τῆς εἰσαγαγούσης τὸν νόμον, ἐπρότεινα τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθεῖσαν διάταξιν, ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου διοικεῖται ὑπὸ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, διὰ νὰ ἄρω πᾶσαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Ἀλλὰ διατὶ ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 21 δὲν ἀνεγράφη ῥητῶς ἡ κατάργησις τοῦ νόμου τοῦ 1887; Σαφέστατον εἶναι τὸ πρᾶγμα. Δὲν ἀνεγράφη ἡ κατάργησις τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 1, διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ μνεία μόνον τῆς διατάξεως ταύτης, ἀλλὰ καὶ δεκάδος ἄλλων ἄρθρων τοῦ νόμου περὶ δήμων, τῶν ἄρθρων 8, 42, 50, 95–99, 101–103, 109, 110 καὶ 111. Ἂν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 21 ἤθελεν ἀναγράψει τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 1 § βʹ τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἔπρεπε νὰ ἀναγράψῃ οὐχὶ κατάργησιν, ἀλλ’ ἄλλου μὲν ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ δήμων τὴν μερικὴν τροποποίησιν, ἄλλου τὴν καθολικὴν ἀντικατάστασιν, ἄλλου τὴν ἔν τινι διατάξει αὐτοῦ μετατροπὴν, διότι τὰ πλεῖστα τούτων ἐτροποποιοῦντο εἴτε καθόλου εἴτε ἐν μέρει· διὰ τοῦτο τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 21 ἀναφέρει, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἰσχύουσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τῆς 7 Μαρτίου 1891. Ἡ διάταξις ὅμως τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1887 δὲν εἶχε τροποποιηθῆ, ἀλλ’ εἶχεν ἐκριζωθῆ διὰ τῆς ἀπολύτου διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5, ἐν ᾗ ἀνεγράφη ἀπολύτως καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως ἡ ἀρχὴ, ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου διοικεῖται ὑπὸ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. Ἐγὼ ὑπέλαβον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν προσῆκε νὰ ὁδηγηθῇ ὑπὸ τῆς γνώμης τῶν νομικῶν συμβούλων, οὐχὶ ὅπως καλύψῃ τὴν εὐθύνην του, διότι οὐδεμία γνώμη καὶ οὐδεμία σκέψις δύναται νὰ καλύψῃ τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ὅπως ῥυθμίσῃ τὰς πράξεις του. Ἂν ἄλλοι ἔχωσιν ἄλλην περὶ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ, δυστυχῶς τὴν ἐμὴν γνώμην ἐσχημάτισα ὑπὸ τῆς πείρας, ἥτις μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου πρέπει τις νὰ μελετᾷ καὶ νὰ σταθμίζῃ ἐπαρκῶς, διότι δὲν εἶναι ἀδύνατον, ἴσως δὲ τυγχάνει καὶ ἐνδεχόμενον, ἵνα μὴ εἴπω λίαν πιθανὸν, αἱ κρίσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου νὰ σφάλλωνται. Δὲν λέγω δὲ, ἵνα προσβάλω πρόσωπα, πρός τινα τῶν ὁποίων ἔχω ἀγαθὴν γνώμην, ἀλλὰ λέγω τοῦτο μετὰ τοῦ κύρους, τὸ ὁποῖον μοὶ μετέδωκεν ἡ ἐπίσημος πεῖρα, ἀφοῦ ἐν τοῖς χαρτοφυλακίοις μου ὑπάρχουσι γνωμοδοτήσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἀντίθετοι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο εἰμὶ βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐσκόπει νὰ ζητήσῃ νὰ σκεπασθῇ ὑπὸ σκέπην τοσοῦτον ἀραιὰν, δι’ ἧς διαῤῥέει ὄχι μόνον ἡ βροχὴ, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ψυχάλα. Κρίνω δὲ, ὅτι θὰ ἦτο ὀλιγώτερον ἐπικριτὸς, ἐὰν ἐπρότεινε διὰ νομοσχεδίου νὰ ἐπαναχθῇ εἰς τὴν ζωὴν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνομοθέτησαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887 ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν δήμων, ἀφοῦ μάλιστα ἔχουσι πλειονοψηφίαν τοσοῦτον ἰσχυρὰν, μηδόλως διστάζουσαν νὰ ψηφίσῃ ὅ,τι ἂν προβάλωσιν εἰς αὐτὴν, καὶ νὰ ἐπιτύχωσι τὴν διὰ νόμου κατάργησιν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1891, συμφώνως πρὸς τὰς περὶ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως θεωρίας καὶ γνώμας των, οὐχὶ δὲ νὰ τολμήσωσι νὰ παραβῶσι τὸν νόμον, στρεβλόνοντες αὐτὸν δι’ ἑρμηνειῶν ἀδικαιολογήτων καὶ πρωτοφανῶν.
§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ πρόθεσις τῶν εἰσαγαγόντων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν νόμον τοῦ 1891 ἦτο νὰ ἐπιζητήσωσι τὴν κατάργησιν τῆς προτέρας νομοθεσίας, καθ’ ἣν ἐδίδετο δικαίωμα εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ συμπληροῖ τὰς θέσεις τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων διὰ τῶν ἐπαρχιακῶν ὑποταμιῶν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ πρόθεσις αὕτη δὲν εἶναι ἀποχρῶσα, ἵνα ἐπ’ αὐτῆς στηριχθῇ ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Νομίζω μάλιστα, ὅτι οὔτε αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἠμποροῦν νὰ θεωρηθῶσιν ὁριστικῶς ἐπιβάλλουσαι τὴν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ δοθῇ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Πρὸς ὀρθὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων ἀνάγκη πρὸ πάντων νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ κείμενα αὐτῶν, καὶ νὰ συνδυάσωμεν αὐτὰ πρὸς ἄλληλα, ἵνα ἴδωμεν, ποία ἐξάγεται ἡ ἀληθὴς ἔννοια. Ἡ προηγουμένη νομοθεσία, ἣν ἐσκόπει νὰ καταργήσῃ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, εἶναι τὸ ἄρθρον 1 ἐδάφιον βʹ τοῦ νόμου τοῦ 1887· καὶ ὅμως, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸν τελευταῖον νόμον τοῦ 1891, παρατηρῶ, ὅτι παραδόξως αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ὃ ἐσκόπουν νὰ καταργήσωσι ῥητῶς, διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ. Ἀληθῶς περιέχεται ἐκεῖ ἡ φράσις, ὅτι «διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ, καθ’ ὅσον δὲν τροποποιεῖται ἀπὸ τὸν παρόντα νόμον», ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἐπιφύλαξις δὲν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου, διότι τοῦτο μίαν καὶ μόνην περιέχει διάταξιν, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίσῃ ὡς δημοτικὸν εἰσπράκτορα τὸν ὑποταμίαν. Ἂν τὸ δικαίωμα τοῦτο καταργῆται, οὐδὲν ἕτερον μένει ἰσχῦον ἐκ τοῦ ἄρθρου, καὶ ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ. Ἀφοῦ διετηρήθη ῥητῶς ἐν ἰσχύϊ, ἕπεται ὅτι οὐδόλως ἐτροποποιήθη. Πῶς θέλετε νὰ διατηρηθῇ ἐν ἰσχύϊ, καὶ συγχρόνως νὰ θεωρηθῇ ὡς τροποποιημένη ἡ περὶ διορισμοῦ τῶν ὑποταμιῶν ὡς εἰσπρακτόρων διάταξις; Ἐντεῦθεν ἕπεται, ὅτι ἡ διάταξις «ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτροποποιήθησαν» πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ἀναφερομένη εἰς τὰ λοιπὰ ἄρθρα τῶν προηγουμένων νόμων, ἅτινα ἐπίσης διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ διὰ τοῦ τελευταίου νόμου, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἐδάφ. βʹ τοῦ περὶ ὑποταμείων νόμου. Ἕνεκα τούτου, Κύριοι, εὑρεθεὶς καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἑρμηνεύσω τὸ ἄρθρον τοῦτο, παρετήρησα, ὅτι πράγματι ἡ περὶ καταργήσεως αὐτοῦ πρόθεσις, ἣν ἐπεδίωκεν ὁ νομοθέτης νὰ πραγματοποιήσῃ, δὲν ἐπραγματοποιήθη, καὶ μετὰ σύντονον μελέτην ἔκλινα εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνόμισα δ’ ὅτι ὤφειλον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου. Ἀποδεικνύεται δὲ καὶ ἐκ τῶν ἐκτεθέντων, ὅτι μετὰ μείζονος προσοχῆς πρέπει νὰ συντάσσωνται οἱ νόμοι. Φαντασθῆτε, ὅτι εἰσάγεται νόμος πρὸς κατάργησιν προηγουμένου, καὶ ὅμως οὗτος εὑρίσκεται πάλιν ἐν ἰσχύϊ.
§48ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγὼ παρετήρουν τὸ πλημμελὲς τῆς ἐκφράσεως, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἦτο Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ ἔκρουε τὸν κώδωνα, καὶ ἠδημόνει· καὶ ὅμως εἶχε σήμερον τὸ θάῤῥος νὰ ὁμιλήσῃ περὶ δεούσης προσοχῆς!
§49ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ μάθημα τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς ἐμὲ, ὡς Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀπευθύνεται καὶ εἰς ὑμᾶς. Λάβετε λοιπὸν προσοχήν. Πᾶς νόμος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν εὑρεθῆ μὴ ὢν συντεταγμένος ὡς ὤφειλεν, εὐθύνει καὶ ὑμᾶς.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, τί ἀνακατεύετε καὶ ἐμέ; (ἱλαρότης).
§51ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ μεμφθῇ καὶ ἐμὲ, διὰ τὴν μὴ προσήκουσαν σύνταξιν τοῦ νόμου, ἐπειδὴ κατὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ ἤμην Πρόεδρος, καὶ εἶχον τὸν κώδωνα ἀνὰ χεῖρας!
§52ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ὅ,τι ὁ προαγορεύσας εἶπε, δὲν εἶναι σπουδαῖον, δὲν εἶναι σοβαρόν. Τὸ γνωρίζω δὲ, διότι καὶ ἐγὼ διηύθυνα ἄλλοτε τὰς συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὑμεῖς διηυθύνατε αὐτάς. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει καθῆκον, ὅταν μάλιστα ἦναι περιβεβλημένος μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ νομικοῦ ἀνδρὸς, νὰ προσέχῃ, ὅταν κατασκευάζωνται οἱ νόμοι.
§53ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς τὸν Πρόεδρον ἀπαγορεύεται ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν συζήτησιν.
§54ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Πρόεδρος,—διότι καὶ αὐτὸς ἀναγινώσκει τὰ νομοσχέδια,— ὁσάκις βλέπῃ κενὸν ἔν τινι νομοσχεδίῳ, νὰ φέρῃ τὰς προσηκούσας παρατηρήσεις καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρώην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἠσχολεῖτο, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, περὶ ἄλλα, φαίνεται, ἴσως περὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω μετὰ δριμείας γλώσσης, διότι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Κωνσταντόπουλον ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπηύθυνε, προκειμένου περὶ αὐτοῦ.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠπόρησα, ὅταν εἶδον τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ· διαφωνῶ διὰ τοῦτο πρὸς τὸν ἀξιότιμον καὶ φίλον μου Βουλευτὴν ἐξ Ὀλυμπίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ὤφειλε νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως, ἵνα ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ ποίας ἰδέας ἢ κατὰ τίνας στιγμὰς ἔδωκεν ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον τοιαύτην, οἵαν εἶχε δώσει καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περιέπεσεν εἰς σφάλμα ἀνθρώπινον, νὰ παρερμηνεύσῃ καταφανῶς τὸν νόμον τοῦ 1891, ἠπόρησα, πῶς περιέπεσε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας εἰς τοιοῦτον σφάλμα, αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐπαγγέλλεται τὸν νομικὸν καὶ ἔτη ἐβίωσεν ἐν ταῖς μελέταις τῶν νόμων, ἰδίως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Τί εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας; ποῦ στηριζόμενος, συνήγαγε τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1887 δὲν κατηργήθη ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1891; Σᾶς τὸ εἶπε πρὸ μικροῦ. Ἐὰν ἐγὼ ἤθελον εἰπεῖ τοιοῦτόν τι περὶ αὐτοῦ, πρὶν ἢ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας εἴπῃ αὐτὸ, δὲν ἠθέλατε ἴσως πιστεύσει τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἐνδεχόμενον δ’ ἦτο καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας νὰ παρεπονεῖτο, διότι τοιαύτην ἀπέδωκα εἰς αὐτὸν σκέψιν, καίτοι τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου τοῦ 1891 δὲν περιέχει τὸν ὅρον, ὅτι καταργεῖται, ἀλλὰ τὸν ὅρον ὅτι τροποποιεῖται. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἀνέγνω τὸ ἄρθρον 21, διότι αὐτὸ δὲν ἀναφέρει μόνον τὴν § βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἀλλ’ ἀναφέρει καὶ ποιεῖται μνείαν πολλῶν διατάξεων, ἤτοι πασῶν ἐκείνων τῶν διατάξεων, τῶν ὁποίων ἐφάπτονται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1891. Καὶ ὀρθῶς· διότι ὁ νόμος τοῦ 1891 δὲν ἐκανόνισε μόνον τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοτικῶν ταμείων, ἀλλ’ ἐκανόνισε πάσας σχεδὸν τὰς σχέσεις τῶν δήμων, καὶ διὰ τοῦτο ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 21 προσῆκε νὰ ἀναδράμῃ εἰς πάσας τὰς διατάξεις τῶν νόμων περὶ δήμων. Ἐὰν ὁ νομοθέτης μετήρχετο τὴν τέχνην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ἔπρεπε ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ ἄρθρῳ 21 μακρὸν κατάλογον, λίσταν ὁλόκληρον, καὶ νὰ διατάξῃ δι’ αὐτῆς, ὅτι καταργεῖται τὸ ἄρθρον δεῖνα τοῦ ἑνὸς νόμου, τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον δεῖνα τοῦ ἑτέρου νόμου, ἀντικαθίσταται τὸ ἄρθρον δεῖνα τοῦ ἄλλου νόμου. Ἀλλ’ οὕτω δὲν συντάσσονται οἱ νόμοι· ἴσως τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ κατὰ τὴν σύνταξιν λογαριασμῶν, τοὺς ὁποίους ἰδιῶται ἔχουσι πρὸς ἀλλήλους, ἀλλ’ αἱ διὰ τοῦ νόμου καθιερούμεναι διατάξεις εἰσὶ γενικαί. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐνδεχόμενον εἶναι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ὑπόθεσιν, νὰ μὴ ἔδωκαν αὐτῷ τὴν ἀφορμὴν νὰ μελετήσῃ καλῶς τὰ κατ’ αὐτὴν, ἢ νὰ μὴ ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ ποιήσηται τοιαύτην μελέτην, διότι ἴσως ἠσχολεῖτο εἰς ἄλλας πολιτικὰς μελέτας. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι τώρα, ὅτε ἀπηλλάγη τῶν τοιούτων ἀσχολιῶν, θέλει δυνηθῆ νὰ ἀσχοληθῇ καὶ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, θέλει δὲ πεισθῆ, ὅτι κακῶς ἠρμήνευσε καὶ αὐτὸς τὸν νόμον, ὅτε εἶχεν ἀνατεθῆ αὐτῷ τὸ καθῆκον νὰ ἐκτελῇ τοὺς νόμους.
§56ΙΩ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας νὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ τῆς ἑρμηνείας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸν νόμον περὶ δήμων, διότι ἔπρεπε νὰ ἦναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτόν. Δὲν ἐγνωρίζομεν μέχρι τοῦδε, ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπέπεσεν εἰς τὸ αὐτὸ ἁμάρτημα. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, δὲν εἶναι ἁπλοῦν, ὅπως ἠθέλησαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς νὰ παραστήσωσιν ἡμῖν· τὸ ζήτημα εἶναι πολλῆς σημασίας, διότι πρόκειται περὶ ἐπικρατήσεως τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ψηφίζει ἡ Βουλή. Καὶ μᾶς εἶπε μὲν πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν πιστοποιητικῶν τῶν νομικῶν συμβούλων, ἐν τούτοις ἔρχεται ἐν πάσῃ συζητήσει καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ μὲ τὸ πιστοποιητικὸν τῶν νομικῶν συμβούλων ἀνὰ χεῖρας...
§57ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποτέ! Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ· αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Βουλευτής, οὔτε ἀκριβῆ εἶναι, οὔτε ἀληθῆ. Δὲν κρύπτομαι ὄπισθεν τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου· ἔχω τὴν γνώμην μου καὶ τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης μου. Ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτήν, πῶς ἑρμηνεύονται οἱ νόμοι.
§58ΙΩ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ συνταγματικοὶ Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ μελετῶσι τὰς γνώμας τῶν νομικῶν συμβούλων ἰδιαιτέρως, ἂν θέλωσιν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ τὰς ἀναφέρωσι κἂν εἰς τὴν Βουλήν· οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι οἱ μόνοι ἀπέναντι ἡμῶν ὑπεύθυνοι, καὶ οὐχὶ οἱ νομικοὶ σύμβουλοι.
§59ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μήπως ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω λόγον τῶν πράξεών μου;
§60ΙΩ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζομεν καὶ ἐξ ἄλλης ὑποθέσεως, λίαν σκανδαλώδους, πῶς ἀπηυθύνθητε εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, καὶ πῶς ἡ γνώμη αὐτοῦ ἀπησχόλησε τὸ Κοινοβούλιον ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας· καὶ δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε, διότι ἔχομεν τὰς ἀποδείξεις, ἔχομεν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, γνωρίζομεν δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ λάβητε οἱονδήποτε πιστοποιητικὸν τῶν νομικῶν συμβούλων.
§61ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐζήτησα ἐγὼ τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Ζαΐμης ἐζήτησε ταύτην,
§62ΙΩ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως, κύριε Ὑπουργὲ, ἀνεφέρατε τὴν γνώμην ταύτην, καὶ τὴν ἐπεκαλέσθητε, λέγετε δὲ ἤδη, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην γνώμης ἄλλων. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὐ μόνον τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου προσηγάγετε εἰς τὴν Βουλήν, ὡς μόνον δικαιολογητικὸν ἔγγραφον, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει σας ἐδηλώσατε ῥητῶς, ὅτι ἠκολουθήσατε τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῶν νομικῶν συμβούλων. Σήμερον μόνον ἀποκηρύσσετε αὐτήν. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνεξαρτήτως ἂν αὕτη ἦναι γνώμη ἰδία ἢ τῶν νομικῶν συμβούλων, ἔχει τινὰ βάσιν; ἀκολουθεῖ κἂν κανόνα νομικόν; Ὁ νόμος, Κύριοι, περὶ δήμων ἐν ἄρθρῳ 5 ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι τὰ δημοτικὰ ταμεῖα διοικοῦνται ὑπὸ δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ὁ δὲ νόμος περὶ συστάσεως ὑποταμείων, ὁ τροποποιηθεὶς ὑπὸ τοῦ νῦν ἰσχύοντος δημοτικοῦ νόμου, λέγει, ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναθέτωσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς δημόσιον εἰσπράκτορα. Ἐξεταστέον ἤδη, τίς ὁ ἰσχύων νόμος; ὁ προγενέστερος ἢ ὁ μεταγενέστερος; Βεβαίως ὁ μεταγενέστερος, καὶ ὅταν ἔχητε τὸν νεώτερον νόμον, λέγοντα κατὰ γράμμα, ὅτι τὰ δημοτικὰ ταμεῖα θὰ διοικῶνται ὑπὸ δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀνατρέχητε εἰς νόμον παρελθόντα, διότι δὲν ὑπάρχει πλέον νόμος προγενέστερος· μόνον σεῖς θέλετε ἀπὸ μηχανῆς ν’ ἀναβιώσητε αὐτόν. Ἀλλ’ ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπικαλεῖσθε, ὅτι τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου περὶ δήμων δὲν καταργεῖ ῥητῶς τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 1 περὶ συστάσεως ὑποταμείων· ἔχετε, ὡς νομίζετε, τὸ δικαίωμα, νὰ ὑποστηρίζητε, ὅτι ἰσχύει ἡ διάταξις ἐκείνη; Ἀλλ’ ἔχετε τὸν γενικὸν κανόνα, ὅτι, ὅταν ὑπάρχωσι δύο νόμοι ἐν ἰσχύϊ, κρατεῖ ὁ μεταγενέστερος αὐτῶν. Καὶ ἂν, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχητε τὰ εἰλικρινῆ αἰσθήματα, ἃ λέγετε, ἔπρεπε νὰ μὴ ἀρκεσθῆτε εἰς τὰ φῶτα ὑμῶν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ζητήσητε καὶ τὴν γνώμην νομομαθῶν, ἀφοῦ μάλιστα εὑρέθητε ἐν ἀμφιβολίᾳ...
§63ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ἐπεκρίνατε τοὺς νομομαθεῖς· τώρα ζητεῖτε τὰ φῶτα αὐτῶν.
§64Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι αὐτῶν τῶν νομομαθῶν· νομομαθῶν ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ... Ἀλλὰ δὲν σᾶς ἤρκει διὰ τὴν ἑρμηνείαν ὁ κανὼν ὁ λογικὸς καὶ ὁ τοῦ γράμματος; δὲν εἴχετε ἄλλα βοηθητικὰ μέσα, διὰ νὰ ἐρευνήσητε τὰ τοῦ νόμου καὶ ἀνεύρητε τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ; Ὅταν ὁ ἐκτελεστὴς τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ φωτισθῇ ἐκ τοῦ γράμματος καὶ τῆς λογικῆς, ἔχει ἄλλα στάδια ν’ ἀνατρέξῃ, ἔχει τὴν ἱστορίαν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου· καὶ γνωρίζετε ὑμεῖς,—διότι εἶσθε Βουλευτὴς κατὰ τὸ 1890,—γνωρίζετε τὰς αἰτίας, αἵτινες ἔφερον τὸν νόμον· γνωρίζετε τὸν σκοπὸν, ὅστις ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην νὰ φέρῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον. Καὶ τίνες ἄλλοι λόγοι, κύριε Ὑπουργὲ, ἠνάγκασαν αὐτὴν ἢ αὐτοὶ οὗτοι οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες αὐτοὶ οὗτοι οἱ δημοτικοὶ ἀστυνόμοι; Καὶ ὅταν ἔχητε τὴν αἰτίαν τοῦ νόμου καὶ τὸν σκοπὸν ἀναμφισβήτητον, σᾶς ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφιβάλλητε; Ὅταν θέλητε νὰ ἑρμηνεύσητε τοὺς νόμους, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνησθε, οὕτω πως μεθερμηνεύοντες αὐτοὺς, διότι οὕτω πως σύρετε αὐτοὺς ὄπισθεν τῶν πραγμάτων, τῶν προσώπων, τῶν συμφερόντων σας. Ἀλλ’ ἐπιμένετε, ὅτι δὲν κατηργήθη τὸ ἐδάφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου περὶ συστάσεως ὑποταμείων. Διατί; Διότι ὁ νόμος δὲν τὸ καταργεῖ ῥητῶς. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 21 λέγει ῥητῶς, ὅτι ἰσχύει καθ’ ὅσον δὲν τροποποιεῖται· δὲν εἶναι τροποποίησις τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅταν ῥητῶς ὁ ἄλλος νόμος λέγῃ, ὅτι ἐν μέλλοντι δημοτικοὶ εἰσπράκτορες δὲν διευθύνουσι τὰ δημοτικὰ ταμεῖα; Εἴχετε ἄλλως τοιαύτην ἐξουσίαν νὰ ἑρμηνεύσητε τὴν σιωπὴν τοῦ νόμου; Ἀπ’ ἐναντίας, τὸ δικαίωμα τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας ἔχει μόνη ἡ Βουλή.
§65ΦΩΤΗΛΑΣ. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 21; Ὅτι διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 1
§66Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον δὲν τροποποιεῖται· τροποποιεῖται δὲ κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ τελευταῖος νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι θὰ ἦναι δημοτικοὶ εἰσπράκτορες, καὶ ὄχι δημόσιοι εἰσπράκτορες.
§67ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, τί μένει ἐκ τῆς διατάξεως τῆς παραγράφου βʹ τοῦ ἄρθρου 1; Ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην σας τὸ ἄρθρον 5 καταργῇ τὴν διάταξιν ταύτην, μένει τίποτε ἐκ ταύτης τῆς διατάξεως; Πῶς τοῦτο συμβιβάζεται μὲ τὸ ἄρθρον 21, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ ἐν ἰσχύϊ τὴν διάταξιν τῆς παραγράφου βʹ τοῦ ἄρθρου 1, καθ’ ὅσον δὲν ἐτροποποιήθη; Ποία ἐγένετο τροποποίησις; Ἐὰν τὸ ἄρθρον 1 § βʹ εἶχε δύο διατάξεις, καὶ κατηργεῖτο διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου μία τῶν διατάξεων τούτων, βεβαίως τότε ἡ ῥῆσις τοῦ νόμου θὰ ἦτο ἀκριβεστάτη, διότι θὰ διετηρεῖτο ἐν ἰσχύϊ καὶ ἑτέρα διάταξις· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἢ μία μόνη διάταξις, τί μένει μετὰ τὴν κατάργησιν ταύτην, καὶ ποῖος ὁ λόγος τοῦ ἄρθρου 21;
§68Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι τὸ ἄρθρον 21 ἀναφέρει πολλὰ ἄρθρα ὡς μὴ καταργηθέντα, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτροποποιήθησαν· ἀλλὰ δὲν ἐτροποποιήθη τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἄρθρον, ἐφ’ οὗ στηριχθέντες προέβητε εἰς πράξεις παρανόμους; Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε διόλου αὐτὴ ἡ διάταξις, ποῖος θὰ ἦτο ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος;
§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 21, τότε ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα.
§70Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸν κανόνα, ὅτι ὁ τελευταῖος νόμος ἀντικαθιστᾷ τὸν προηγούμενον, καὶ ἂν ὑποτεθῇ μὴ καταργηθείς· καὶ δὲν δύναται ποσῶς νὰ γεννηθῇ ζήτημα περὶ τούτου, οὔτε ζήτημα, ὅτι ὡς ἄλλος Πραίτωρ ἡρμηνεύσατε τὸν νόμον, πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν προσωπικῶν σας συμφερόντων.
§71ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω καὶ ἐγὼ μίαν ἐρώτησιν; Ἐπειδὴ εἴπετε, ὅτι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε, ποῖος διώρισε τὸν δικαστικὸν σύμβουλον καὶ ἕνα τῶν νομικῶν συμβούλων, τῶν ὑπογεγραμμένων εἰς τὴν γνωμοδότησιν;
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συγχέετε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου.
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἑρμηνεύσω αὐτὸν τὸν νόμον· καθ’ ὅσον δ’ ἐνθυμοῦμαι, ἐπρόκειτο περὶ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἐπρόκειτο νὰ διορισθῇ ὡς δημοτικὸς εἰσπράκτωρ Ἀθηναίων ὑποταμίας τις· ἔφθασα δὲ ἐκ τῆς μελέτης ταύτης εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐξέθεσα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι, ἀφοῦ τοιαύτην ἔδωκα ἑρμηνείαν, ἤμην ἠναγκασμένος νὰ δώσω ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγώ, καταναλώσας ὁλόκληρον τὸν βίον μου εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, ποσῶς δὲν ἐκπλήσσομαι, ὅταν συναντῶ συναδέλφους ἔχοντας διάφορον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑποστηρίζω, διότι πολλάκις παρετήρησα, ὅτι διάσημοι νομοδιδάσκαλοι ἔχουσιν ἀντιθέτους γνώμας περὶ ἁπλουστάτων ζητημάτων, πολλάκις δὲ ἐν τοῖς συγγράμμασιν αὐτῶν ἀναγινώσκει τις γνώμας ἀντικρουομένας. Δὲν ἔχω λοιπὸν ἀφορμὴν νὰ θαυμάσω διότι ἀντίθετον πρὸς τὴν ἐμὴν ἔχει γνώμην ὁ προλαλήσας, ἔχω ὅμως ἀνάγκην νὰ προσθέσω τινὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ὑπ’ ἐμοῦ δοθείσης ἑρμηνείας. Ὁ νεώτερος νόμος καταργεῖ τοὺς προηγουμένους, εἶναι ἀρχὴ τοῦ δικαίου πασίγνωστος, ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζεται ὅταν ὁ νεώτερος ῥητῶς διατηρῇ ἐν ἰσχύϊ τὸν προηγούμενον, ἢ ὅταν ὁ εἷς νόμος ἦναι γενικὸς καὶ ὁ ἕτερος εἰδικός. Τοῦτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμβαίνει· ὁ νεώτερος νόμος διατηρεῖ ἐν ἰσχύϊ τὸν προηγούμενον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸν διατηρεῖ ἐν ἰσχύϊ, καθ’ ὅσον δὲν τὸν τροποποιεῖ, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν ἐν μέρει νὰ ἰσχύῃ καὶ ἐν μέρει νὰ τροποποιηθῇ, ἠδύνατό τις νὰ παραδεχθῇ τὴν ἐν μέρει κατάργησιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν προεκάλεσεν ἤδη τοὺς ἀντιλέγοντας νὰ ἐξηγήσωσι κατὰ τί αἱ διατάξεις τοῦ προηγουμένου νόμου ἔμειναν ἐν ἰσχύϊ καὶ κατὰ τί ἐτροποποιήθησαν, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔδωκαν ἐξήγησιν. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ κατὰ πόσον αἱ διατάξεις τοῦ νεωτέρου νόμου εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸν προηγούμενον νόμον. Ὁ νέος νόμος τίθησι τὴν γενικὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες διορίζονται ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ καὶ πρότερον τῇ προτάσει τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου διωρίζοντο οἱ εἰσπράκτορες, ὁ δὲ νόμος τοῦ 1887 κατ’ ἐξαίρεσιν ἐπέτρεψε τὸν διορισμὸν τῶν ὑποταμιῶν, ἑπομένως ὁ νόμος τοῦ 1887, ὡς εἰδικὸς καὶ ἐξαιρετικὸς, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς καταργηθεὶς ὑπὸ τοῦ γενικοῦ νόμου· καὶ μετὰ τοῦτον δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίσῃ ὑποταμίαν, ὅτε παύει τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Εἰς τὴν μελέτην ταύτην τοῦ νόμου ὁμολογῶ, ὅτι μὲ συνέδραμεν ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλὰ τοῦτον εἶχε διορίσει ὁ ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ἐγὼ δὲ διετήρησα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐκτιμήσας τὴν πεῖραν καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν ἐναντίον μου, ὡς προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐπὶ ταῖς ἀτελείαις τοῦ νόμου, ἤθελον ἀδικήσει τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἤθελον φροντίσει νὰ ὑπερασπίσω ἐμαυτὸν κατὰ τῶν αἰτιάσεων τούτων.
§74Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἐπίσης καὶ ἐγὼ ἔτυχεν, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐρωτηθῶ, διότι, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρεσκευάζετο, ἵνα προβῇ εἰς τὰ μέτρα, τὰ προκαλέσαντα τὴν συζήτησιν ταύτην, ἦτο φυσικὸν νὰ ζητήσῃ καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ προσυπογράφει καὶ οὗτος εἰς τὸ διάταγμα, καὶ ἀπήντησα τότε κατὰ τὴν ἔννοιαν, ἣν ἠκούσατε ἀναπτυσσομένην πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἣν οὗτος εἶχεν ἐκφράσει ἐν τῷ ἐγγράφῳ του πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ, μελετῶν τότε τὴν ὑπόθεσιν, εὗρον, ὅτι εἴχομεν συμφώνους πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνην οὐ μόνον ἐκείνους, οὓς ἐῤῥήθη, ὅτι ἐπεκαλέσθη ὁ συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ οὓς δὲν ἐπεκαλέσθη, διότι δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ τοὺς ἐπικαλεσθῶμεν, ἀλλ’ εἴχομεν συμφώνους καὶ αὐτοὺς τοὺς τοῦ Ὑπουργείου τοῦ προκαλέσαντος τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου. Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐπεκαλέσθη τὴν ἑρμηνείαν, ἣν αὐτὸς ἔδωκεν εἰς τὸ ἄρθρον 5, ἐφήρμοζε τὸν νόμον τοῦτον ὡς τὸν ἐφαρμόζομεν καὶ ἡμεῖς· διότι, ἐὰν τὸ ἄρθρον 5 εἶχε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, τουτέστιν ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου διοικεῖται ὑπὸ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, δηλαδὴ ὅτι δὲν δύναται νὰ διοικῆται ὑπὸ ὑποταμίου, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς καὶ ὑπεύθυνος ἐπὶ τοῖς γενομένοις, πῶς ἐδέχθη νὰ διοικῆται πληθὺς δήμων ὑπὸ ὑποταμιῶν; Ἔπαυσεν ἕνα κἂν ὑποταμίαν ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι μετὰ τὴν κύρωσιν καὶ δημοσίευσιν τοῦ νόμου τούτου ἔδει νὰ διοικῶνται τὰ τῶν δήμων ὑπὸ δημοτικῶν εἰσπρακτόρων; Ἐξηκολούθησαν οἱ ὑποταμίαι διοικοῦντες τὰ οἰκονομικὰ τῶν δήμων, καὶ οὐδεμία κἂν ἐγένετο σκέψις, ὁποίαν σήμερον ἠκούσατε. Περὶ τούτου ἦτο περιττὸν νὰ γένηται λόγος παρ’ ἡμῶν, διότι ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν γνώμας ἄλλων, ἀλλ’ ἤδη κατέστησε τοῦτο ἀναγκαῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, διότι ἐπεκαλέσθη γνώμην, ἣν ἐξέφρασε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου, ἵνα ἀνατρέψῃ τὴν σαφῆ, τὴν καθαρὰν ἔννοιαν τοῦ νόμου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐξήγησε πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὸ ἄρθρον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἔννοιαν ἄλλην, τῆς παρ’ ἡμῶν ἀποδοθείσης εἰς αὐτό· διότι οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἔννοιαν, ἂν μὴ ἔχῃ ταύτην, καθ’ ἣν ἀπεδείχθη ἔχων γνώμην καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 5, ἐξέφρασε κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν γνώμην, ἣν ἠκούσαμεν. Ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος δὲν ἡρμήνευεν οὕτω τὸν νόμον τότε, ἀποδεικνύει τοῦτο, ὅτι διετήρησε τὸ ἄρθρον 21 ὡς ἔχει. Βεβαίως δὲ ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, δὲν δύναται νὰ ἦναι αὕτη, ὅτι τὸ ἄρθρον 5, τροποποιῆσαν τὰ κείμενα ὡς πρὸς τὸν ἐκ νέου διορισμὸν, μὴ τροποποιῆσαν δὲ αὐτὰ ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 21, ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος λέγει σήμερον, ὅτι ἀπέδωκεν αὐτῷ κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ εἶναι σήμερον νόμος. Ἐὰν εἶχε τὴν ἔννοιαν ταύτην, τὴν εἶχε καὶ ὡς πρὸς τὴν διατήρησιν, ὅπως τὴν εἶχε καὶ ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν, διότι τὸ ἄρθρον 5 δὲν ἐπιτρέπει, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ἐκείνην, νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ διοικήσει τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δήμου ἄλλοι, παρὰ τοὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀπέδειξεν, ὅτι πιστεύει, ὅτι κατὰ τὸν νόμον δύνανται νὰ ὑπάρχωσι καὶ ὑποταμίαι διατηρούμενοι, βεβαίως ἄρα καὶ διοριζόμενοι.
§75ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ ἀναμνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραβολὴν, τῆς ὁποίας ἐποιήσατο χρῆσιν ὁ εὔγλωτος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Παρέβαλε τὸν Ὑπουργὸν τοῦ 1890, τὸν εἰσαγαγόντα τὸν νόμον τοῦ 1891, πρὸς τοὺς ἐν τοῖς δεσμωτηρίοις καθειργμένους, οἵτινες κλέπτουσι τοὺς σκούφους των...
§77ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔκαμα αὐτὴν τὴν παραβολήν.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀρκεῖ ἡ ἔννοια τῆς παραβολῆς ταύτης... Ἐπεθύμουν δὲ νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ἐὰν ἰσχυρίζηται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἐσφάλομεν, θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν γνώμην του ταύτην, ὅταν ἀκούσῃ τὴν ἀπόκρισιν, ἣν θέλω δώσει δι’ ἕκαστον τῶν σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα προῃρέθη νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἡμᾶς. Καὶ πρῶτον, κατ’ αὐτὸν ἐσφάλομεν, διότι δὲν ἐπαύσαμεν τοὺς νομικοὺς συμβούλους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδίστασαν νὰ ἐκφέρωσι γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ὁποίου εἶχον κληθῆ νὰ δώσωσι γνώμην. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐλησμόνησεν, ὅτι οἱ νομικοὶ σύμβουλοι ὑπάρχουσι δυνάμει νόμου, ὁ ὁποῖος ἀναγράφει διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ἐγὼ βεβαίως δὲν κρύπτομαι ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μου, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω ὑπόληψιν εἰς τὰς ἐπιστημονικὰς γνωμοδοτήσεις μελῶν τινων τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, οὐδὲ τυγχάνω πεπεισμένος, ὅτι μέλη τινὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἴσως τὰ πλεῖστα, ἑρμηνεύουσι δεόντως καὶ ὀρθῶς τοὺς νόμους. Δὲν θαῤῥῶ νὰ ἐκστομίσω, ὅτι τοῦτο πράττουσιν ἐν γνώσει, βεβαιῶ ὅμως τὸ γεγονός. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ τιμωρήσω αὐτοὺς διὰ παύσεως, διότι τοῦτο ἀπηγόρευεν ὁ νόμος, ὁ προσδιορίσας τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Καὶ ἕτερον δὲ σφάλμα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μοὶ ἀπέδωκε, ὅτι δὲν ἀπέπεμψα πάραυτα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς εἶπε, τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ζαΐμην. Διατὶ ἔπρεπε νὰ προβῶ εἰς τοιοῦτον μέτρον; Διότι ὁ κ. Ζαΐμης ὑπέλαβεν, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου δὲν ἦτο τοιαύτη, ἤτοι ὅτι δὲν εἶχε καταργηθῆ ὑπ’ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα νὰ καταργῶνται διὰ Β. Διατάγματος αἱ θέσεις τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, καὶ νὰ ἀνατίθηται ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς ὑποταμίας. Ἀλλὰ περιωρίσθην νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ κείμενον τοῦ νόμου καὶ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, μὲ τὴν ὁποίαν συνεμορφώθη, ὡς εἰκὸς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκτελέσας πιστῶς τὸν νόμον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο σφάλμα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατήγγειλεν· ὅτι δὲν ἀπεδέχθην τὴν γνώμην, ἣν ἐξήνεγκε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τῆς 7 Μαρτίου 1891, καὶ δὲν συνήνεσα νὰ ἀναγράψω ἐν τῷ νόμῳ τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἐκεῖνος εἶχε προτείνει. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦτο ἡ αἰτία τῶν μακρῶν συζητήσεων τῆς σήμερον, μεταμέλομαι, διότι κατὰ τοιοῦτον τρόπον συνετέλεσα νὰ ἀπολεσθῇ σήμερον τοσοῦτος χρόνος. Ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος συνέπραξεν εἰς τὴν παράβασιν τοῦ νόμου τῆς 7 Μαρτίου 1891, συνυπογράψας τὰ διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων κατηργήθη ἡ θέσις τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, καὶ ἀνετέθη ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς ὑποταμίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐντέχνως μάλιστα, εἶπεν, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχον τότε περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ εἶπον ὅτι ἔχω· ἐτόνισε μάλιστα τὴν φράσιν, εἰπὼν, ὅτι, «ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐφρόνει τότε, ὅτι ὁ νόμος ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν λέγει σήμερον, τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ τότε; ἔπρεπε νὰ παύσῃ ἀμέσως ὅλους τοὺς ὑποταμίας, καὶ νὰ ἀναθέσῃ τὰ ἔργα αὐτῶν εἰς τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας». Ἔχω τὴν ἕξιν νὰ λέγω σήμερον καὶ πάντοτε ὅ,τι εἶπον πρὸ τῆς σήμερον, οὐδ’ ἐσυνείθισα νὰ λέγω σήμερον ἄλλο καὶ αὔριον ἄλλο. Ἐὰν ἄλλοι ἐξέχωσι κατὰ τὴν ἱκανότητα ταύτην, ἐγὼ χαρίζω τὸν ἔπαινον εἰς αὐτούς. Βεβαιῶ ἑπομένως καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι καὶ τότε εἶχον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ τώρα. Ἀλλὰ τότε, ὅτε ἐξεδόθη ὁ νόμος, δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ παύσω ἀμέσως τοὺς ὑποταμίας, καὶ νὰ καλέσω τὰ δημοτικὰ συμβούλια νὰ διορίσωσι δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, διότι ὁ νόμος ἐξεδόθη κατὰ Μάρτιον, ἡ ἰσχὺς δ’ αὐτοῦ ἤρχετο ἀπὸ τὸν Ἰούλιον, καθ’ ὃν ἔμελλον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί. Κατὰ Μάρτιον τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἦσαν ἐν τῷ ἐκπνέειν, ἔπρεπε δὲ νὰ γένωνται αἱ νέαι ἐκλογαὶ, καὶ νὰ ἐγκαθιδρυθῶσι τὰ νέα δημοτικὰ συμβούλια, ἵνα τότε ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν δημοτικῶν ταμείων. Δὲν ἀπέδιδον λοιπὸν ἄλλην ἔννοιαν εἰς τὸν νόμον, οὐδ’ ἤθελον πράξει σωφρόνως, ἐὰν, καθ’ ἣν ὥραν ἐξέπνεον τὰ δημοτικὰ συμβούλια τοῦ Κράτους, ἐγὼ ἠσχολούμην νὰ προκαλέσω αὐτὰ ἵνα ἐκλέξωσιν αὐτὰ (τὰ ἐκπνέοντα δημοτικὰ συμβούλια) τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, καὶ ἀναθέσωσιν εἰς αὐτοὺς τὴν διοίκησιν τῶν δημοτικῶν ταμείων...
§79ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μετὰ τὰς ἐκλογάς;
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, νὰ ἀποκτήσητε τὰς κοινοβουλευτικὰς ἕξεις, καὶ νὰ ἀνέρχησθε εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἐκφέρητε τὰς γνώμας σας, νὰ μὴ διακόπτητε δὲ τοὺς ἀγορεύοντας. Ἀπορῶ μάλιστα, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος ἐπιτρέπει νὰ διακόπτητε. Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι εὐκρινεστάτη, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ προκύψῃ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1891 ἔχουσιν ἄλλην ἔννοιαν, εἰμὴ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν ζῶσι πλέον, ἀλλ’ ἐτάφησαν αἱ διατάξεις τῆς παραγράφου βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1887. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠσπάζοντο τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἴσως ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν τοιαύτην γνώμην των περὶ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἦτο προτιμότερον νὰ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλὴν διὰ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητήσωσι νὰ καταργήσωσι νομίμως τὸν νόμον τοῦ 1891, οὐδέποτε δὲ νὰ παραβῶσι τὸν νόμον, στρεβλόνοντες αὐτὸν δι’ ἑρμηνειῶν μὴ ὀρθῶν.
§81ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας λίαν ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι ὤφειλον ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ τῷ ἀπαντήσω. Νῦν, ὅτε ἐτελείωσε, λαμβάνω τὸν λόγον καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσῃ, διατὶ κατόπιν, μετὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, ὅτε εἶχεν ὅλον τὸν καιρὸν,—διότι νομίζω, ὅτι τὸν Φεβρουάριον ἀπῆλθε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αἱ ἐκλογαὶ ἐγένοντο τὸν Ἰούλιον τοῦ παρελθόντος ἔτους, τὰ δημοτικὰ δὲ συμβούλια συνῆλθον τὸν Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον,— διατὶ, λέγω, ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου δὲν ἐφήρμοζε τὸν νόμον, ἐὰν εἶχε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν σήμερον ἐκφράζει;
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ μικροῦ ἀνέγνω ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγκύκλιον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἧς ἐγνωστοποίει εἰς τὰς διοικητικὰς καὶ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1891, προσεκάλει δ’ αὐτὰς νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διατάξεις ταύτας.
§83ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ἄλλο ἔπρεπε νὰ κάμῃ;
§84ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ τοὺς ἀπολύσῃ.
§85ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅλη ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἐκ Πυλίας κ. Βουλευτοῦ, μοὶ ἐνθυμίζει περίεργον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἡ ἱστορία τῶν νόμων μᾶς διδάσκει. Πολλοὶ ὑπῆρξαν θύματα τῆς αὐστηρότητος ἢ τῆς ἀτελείας τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ οὗτοι εἰσήγαγον. Πρὸ δύο μηνῶν ἐδώσαμεν νόμον περὶ προσόντων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρέθη εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἀποκηρύξῃ τὸν νόμον, καὶ νὰ θεωρήσῃ τοῦτον ἀτελῆ...
§86ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πῶς τὸν ἐθεώρησα ἀτελῆ;
§87ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διότι δὲν τὸν ἐφηρμόσατε. Ἐννοοῦμεν τὸν νόμον τὸν εἰσαγγελικὸν τὸν ἐφηρμόσατε;
§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§89ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ποῦ εἶναι οἱ Εἰσαγγελεῖς, τοὺς ὁποίους διωρίσατε; Ὁ νόμος περὶ τῶν Εἰσαγγελέων κατὰ τὸ ἥμισυ ἦτο τέλειος, κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ δὲν ἦτο;
§90ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἐφήρμοσα πληρέστατα. Ἐὰν ἔμειναν θέσεις τινὲς Εἰσαγγελέων κεναὶ, ἔμειναν δι’ ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον, ἐὰν ἀνεγινώσκετε τὴν συνοδεύουσαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893 ἔκθεσίν μου, ἠθέλετε γινώσκει. Θὰ ἐγινώσκετε ἤδη, ὅτι ἐπρόκειτο λόγῳ οἰκονομίας νὰ μείνωσι θέσεις κεναὶ, καὶ νὰ πληρωθῶσι διὰ πρωτοδικῶν ἐκ τῶν Πρωτοδικείων, τὰ ὁποῖα καταργοῦνται διὰ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπεδείξατε ὅτι δὲν ἔχετε κἀμμίαν ἐμπιστοσύνην—καὶ ἀκριβῶς εἰς τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς—εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους προτείνετε· διότι, ἐὰν εἴχετε ἐμπιστοσύνην, τὸν νόμον ἐκεῖνον ἠθέλετε τὸν ἐφαρμόσει γενικῶς. Δὲν ἐννοῶ ὅτι ἠθέλετε νὰ καταδολιευθῆτε τὸν ἴδιόν σας νόμον,—διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠθέλετε πάθει ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὡς λεχθὲν δι’ αὐτὸν,—ἀλλ’ ἔχετε τόσην ὀλίγην πεποίθησιν εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους εἰσάγετε, ὥστε δὲν ἐδέχθητε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος εἰς ὡρισμένον ἄτομον, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτε, ὅτι ἦτο ἄξιον νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως· αὔριον δὲ καὶ τὸν νόμον περὶ προσόντων καὶ τὸν νόμον περὶ Κακουργιοδικῶν, τοὺς ὁποίους μετεῤῥυθμίσατε, καὶ αὐτοὺς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ τοὺς ἐφαρμόσητε.
§92ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ νόμος περὶ προσόντων δὲν μὲ ὑπεχρέου ν’ ἀπολύσω τοὺς ὑπάρχοντας Εἰσαγγελεῖς· αὐτὸ ἦτο μέτρον ληφθὲν πρὸς ἀπόδειξιν τῆς περισσῆς εἰλικρινείας, μετὰ τῆς ὁποίας ἠθέλησα νὰ ἐφαρμόσω τὸν νόμον. Τὸ μέτρον αὐτὸ ἔλαβον ὅτε ἤδη εἷς Εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν εἶχε μετατεθῆ, ἕνεκα συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας, εἰς θέσιν ἀντεισαγγελέως Ἐφετῶν. Ὅτε τὸ μέτρον αὐτὸ ἔλαβον, τὸ πρόσωπον, ὅπερ ὑπαινίττεσθε, κατεῖχε θέσιν ἀντεισαγγελέως Ἐφετῶν, καὶ οὐχὶ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν. Πῶς ἠθέλετε νὰ τὸ ἐφαρμόσω εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς ἢ ἀντεισαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, ἐνῷ μόνον τὸ ἐφήρμοσα ὡς πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν; Ὅτι δὲ ἐφήρμοσα εἰλικρινῶς τὸν περὶ Εἰσαγγελίας νόμον, τὸν καὶ πρωτοβουλίᾳ μου ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀνομολογεῖται ὑπὸ πάντων· ὡς ἐκ περισσοῦ μόνον ἀναφέρω, ὅτι διὰ τὴν θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως προέβαλον ὑποψηφιότητα καὶ τέσσαρες συμπολῖταί μου δικηγόροι, οὐδεὶς ὅμως ἐξ αὐτῶν διωρίσθη.
§93ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἥρμοζεν ἡ τοιαύτη δικαιολογία μήτε εἰς τὴν προσωπικότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μήτε εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχετε. Τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου προβιβάζει ὁ Ὑπουργὸς ὡρισμένον Εἰσαγγελέα, «διότι ἔπρεπε νὰ τὸν προβιβάσῃ», καὶ μετὰ πέντε ἡμέρας τὸν ὑποβιβάζει καὶ τὸν κάμνει πάλιν Εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν. Ὡραῖα τῇ ἀληθείᾳ!
§94ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅτι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς ὡς παράδειγμα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου Κορινθίαν. Ἐν τῷ δήμῳ Τρικκάλων καὶ ἐν τῷ δήμῳ Νεμέας τὰ καθήκοντα τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος εἶχον ἀνατεθῆ εἰς τὸν ἐκεῖ ὑποταμίαν, ἐζητήθη ὅμως, ἵνα δυνάμει τοῦ νόμου, οὗ ἡ ἔννοια συζητεῖται, τὰ καθήκοντα ταῦτα ἀνατεθῶσιν εἰς εἰδικὸν εἰσπράκτορα δημοτικόν· ὁ αἰτῶν ἦτο ὁ κ. Νοταρᾶς, φίλος τότε τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τότε Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ὁ ἀντιλέγων ἦτο ὁ κ. Πετρίδης, φίλτερος ἀκόμη αὐτοῦ. Ἀλλὰ τίποτε δὲν ἔγεινεν. Ἐρωτῶ λοιπὸν, καὶ παρακαλῶ τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος νὰ μοὶ εἴπῃ: διατὶ δὲν ἐφήρμοσε τότε τὴν γνώμην αὐτὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ σήμερον ὑποστηρίζει; Ἔρχομαι, βλέπετε, εἰς συμπλήρωσιν τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς, τοῦ ὁποίου τὴν ἔννοιαν δίδει σήμερον ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ἐζητήθη νὰ ἐφαρμοσθῇ οὕτω εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κορινθίας, ἐν τοῖς δήμοις Τρικκάλων καὶ Νεμέας, ὡς εἶπον, καὶ δὲν ἐφηρμόσθη. Τὸ διατὶ, γνωρίζει ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ ἤδη κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἑρμηνεύων ἄλλως τότε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον οὗτος εἰσήγαγε.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἀπορίαν αὐτὴν ἔλυσα πρὸ μικροῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει καθῆκον νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς νόμους, νὰ μὴ συντελῇ δὲ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων εἰς ζημίας, αἵτινες πολλάκις παράγονται ἐκ τῶν περιστάσεων. Τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας διορίζουσι τὰ δημοτικὰ συμβούλια κατὰ τὸν νόμον· ἐὰν ἔσπευδον κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν νὰ προκαλέσω τὸν διορισμὸν τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ἤθελον γενῇ αἴτιος νὰ παραδοθῶσι τὰ δημοτικὰ ταμεῖα εἰς τοὺς προταθησομένους ὑπὸ δημοτικῶν συμβούλων, οἵτινες ἐξέπνεον, διότι μετά τινας ἡμέρας κατελίμπανον τὴν ἀρχὴν, διότι ἔπαυον νὰ ἦναι δημοτικοὶ σύμβουλοι· τοιοῦτόν τι δὲ δὲν ἦτο ἀκίνδυνον. Διὰ τοῦτο ἀνέβαλον τοῦτο, ἕως ἂν ἐκλεχθῶσι καὶ ἐγκαταστῶσι τὰ νέα δημοτικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἤθελον συμμορφωθῆ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
§96ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπεν, ὅτι δὲν ἔσπευσε νὰ παύσῃ τοὺς ὑποταμίας, ἐκπληροῦντας χρέη εἰσπρακτόρων, διότι τότε ἐπέκειντο αἱ ἐκλογαί, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἤρχοντο οἱ νέοι δημοτικοὶ ἄρχοντες· πῶς ἔσπευσεν ὅμως νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὺς ἀστυνόμους, τοὺς ὁποίους διώρισε δι’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου νόμου; πῶς ἔσπευσε νὰ τοὺς διορίσῃ, κρατουσῶν ἀκόμη τῶν παλαιῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, καὶ παρέστημεν πρὸ τοῦ θεάματος, διατηρουμένων τῶν ἀστυνόμων τούτων, νὰ διοικῆται ὁ δῆμος ἀπὸ ἀστυνομίαν ἀρχῆς διὰ τῶν ἐκλογῶν καταδικασθείσης;
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοὺς ἀστυνόμους ἐπρότειναν τὰ δημοτικὰ συμβούλια, καὶ διώρισαν οἱ Δήμαρχοι, ἐξασκοῦντες τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τοῖς ἔδωκεν, ἀνεξαρτήτως ἐμοῦ, ἐγὼ δὲ ἔκαμα ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς Νομάρχας καὶ προσεκάλεσα αὐτοὺς νὰ ἀπέχωσιν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐγκρίνωσι πράξεις δημοτικῶν συμβουλίων, γενομένας κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῶν· διότι ἐν πολλοῖς δήμοις τὰ δημοτικὰ συμβούλια, γνωρίζοντα ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν θὰ ἐξέπιπτον τῆς ἀρχῆς, προέβαινον νὰ διαθέτωσι τὴν δημοτικὴν περιουσίαν καὶ νὰ λύωσι διαφορὰς χρηματικὰς ἐκκρεμεῖς. Τὰς τοιαύτας πράξεις προσεκάλεσα τοὺς Νομάρχας νὰ μὴ ἐγκρίνωσι.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐτελειώσαμεν.
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χωρισμοῦ ἐκ τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἀνηκόντων τοῖς δήμοις ποσοστῶν ἐκ φόρων ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ νόμων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1–4).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§102ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς ἐκφράσεως τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 5, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ ὅλη δαπάνη πρὸς πληρωμὴν τοῦ μισθοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν ὑπηρετῶν τῶν καπνοκοπτηρίων προκαταβάλλεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν ἑκάστης τριμηνίας. Κατὰ τὸ νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον ψηφισθεὶς νόμος, οἱ ἐργάται τῆς κοπῆς προσλαμβάνονται παρὰ τῶν καπνοπωλῶν. Ἐὰν λοιπὸν σήμερον μείνῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει, ἐπαναφέρεται τὸ παλαιὸν σύστημα τῶν κοπτηρίων.
§103Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἅπαν τὸ ἄλλο προσωπικὸν θὰ διορισθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου.
§104ΡΑΛΛΗΣ. Τότε πρέπει νὰ διαγράψητε ἐκ τοῦ ἄρθρου τὴν λέξιν «ἐργατῶν».
§105Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι οἱ ζυγισταί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6–8 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§107ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ἐκ πολλαπλῶν ἐργοστασίων προμήθεια τοῦ σιγαροχάρτου ἀναγκαίως θὰ φέρῃ εἰς τὴν εὐκολίαν τῆς λαθρεμπορίας· διότι, ὅσον περισσότερα θὰ ᾖναι τὰ προμηθεύοντα τὸ σιγαρόχαρτον τῇ ὑποδείξει τῶν καπνοπωλῶν καταστήματα, τοσοῦτον δυσχερέστερος θὰ ᾖναι ὁ ἔλεγχος, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνωμεν εἰς τὸ ὑπάρχον σύστημα, τοῦ νὰ προμηθεύηται τὸ Δημόσιον ἐκεῖνα τὰ εἴδη τοῦ σιγαροχάρτου, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται.
§108Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Δημόσιον θὰ προμηθεύῃ τὸ σιγαρόχαρτον, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὑπόδειξιν τοῦ ἔχοντος τὴν ἄδειαν, πρέπει δὲ νὰ ἀφήσωμεν εἰς τοῦτον νὰ ὑποδεικνύῃ τὸ κατάστημα, ὅπερ θεωρεῖ τὸ προτιμητέον, διότι πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν ἀπεδείχθη, ὅτι ἓν εἶναι τὸ ἐργοστάσιον τὸ παρέχον τὸ ἀρεστὸν σιγαρόχαρτον, ἀλλὰ τοῦτο τὸ σιγαρόχαρτον, τὸ ἀρέσκον παρ’ ἡμῖν, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ οὐδεμιᾶς ἀπολαύει προτιμήσεως· ἐκεῖ ζητοῦνται παντοῖα σιγαρόχαρτα, καὶ πλειόνων καταστημάτων ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ καὶ ἰδιόῤῥυθμα σιγαρόχαρτα. Θὰ ἦναι ἄρα ἀνάγκη νὰ γένηται χρῆσις ἐν τοῖς συστηθησομένοις κατὰ τὸ νομοσχέδιον κοπτηρίοις σιγαροχάρτων εἰδικῶς καθοριζομένων, ἂν θέλωμεν νὰ δύνανται τὰ σιγάρα τῆς ἐγχωρίου κατασκευῆς νὰ συναγωνίζωνται πρὸς τὰ σιγάρα τῆς Αἰγύπτου. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει ἐν τούτῳ νὰ τεθῇ περιορισμός τις, ἀφοῦ μάλιστα τὰ διπλᾶ σήματα, τὰ σήματα καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ καταστήματος, θὰ παρέχωσιν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐγγύησιν πληρεστέραν. Ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ τοῦ συνήθους σιγαροχάρτου ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις ἑνὸς μόνου σήματος, τοῦ σήματος τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ ἐν τοῖς ἰδιωτικοῖς κοπτηρίοις δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ σιγαρόχαρτον μὴ φέρον τὸ σῆμα τοῦ καταστήματος, δι’ οὗ θὰ καθίσταται πάντοτε εὐχερὴς ἡ ἀπόδειξις τῆς λαθραίας εἰσαγωγῆς.
§109ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς προμηθείας τοῦ σιγαροχάρτου ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, ὅπως σήμερον γίνεται· νομίζω δὲ, ὅτι προμηθεῦον τὸ Δημόσιον τοιοῦτον σιγαρόχαρτον, βλάπτει καὶ τοὺς καταναλωτὰς τοῦ καπνοῦ. Ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον τοιοῦτον καὶ τοσοῦτον τέλος εἰσπράττει ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου, ὀφείλει νὰ προμηθεύηται τὸ κατάλληλον σιγαρόχαρτον, καὶ τοῦτο δύναται νὰ πράξῃ χωρὶς νὰ πολλαπλασιάσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐργοστασίων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ προμηθεύηται τὸ σιγαρόχαρτον· διότι ἕκαστον ἐργοστάσιον δύναται νὰ προμηθεύσῃ οἱαδήποτε εἴδη σιγαροχάρτου, καὶ ἐὰν δὲν δύναται νὰ τὸ κατασκευάσῃ,—μολονότι δύναται,— δύναται νὰ τὸ προμηθευθῇ· ἐὰν ὅμως πολλαπλασιάσωμεν τοὺς προμηθευτὰς τοῦ σιγαροχάρτου, τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ διπλῆν βλάβην, πρῶτον τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς πολλαπλῆς ἐργασίας πρὸς προμήθειαν σιγαροχάρτου,—διότι θὰ ἦναι ἠναγκασμένον νὰ φέρῃ καὶ χίλια φυλλάδια, νὰ πολλαπλασιάζῃ δὲ ἐπ’ ἄπειρον καὶ τὴν γραφικὴν ἐργασίαν διὰ τὴν προμήθειαν καὶ τὰς ἀποστολὰς χρημάτων,—καὶ δεύτερον τὴν δυσκολίαν τοῦ ἐλέγχου. Σήμερον ἔχετε ἐξ ἑνὸς ἐργοστασίου σιγαρόχαρτον, ἐὰν δ’ ἐπέλθῃ κιβδηλία ὡς πρὸς τὴν σφραγῖδα, εἶναι εὔκολον νὰ ἐξελέγξῃ τις τὴν νόμιμον προμήθειαν τοῦ σιγαροχάρτου· καθ’ ὅσον ὅμως θέλετε πολλαπλασιάσει τὰς πηγὰς τοῦ σιγαροχάρτου, θέλετε πολλαπλασιάσει καὶ τὰς πηγὰς τοῦ λαθρεμπορίου.
§110ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ ἐρωτήσω, ἐὰν τὸ ἄρθρον 9 ἐνέχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι θὰ ὑποχρεῶνται οἱ κατασκευάζοντες τὰ σιγαρέττα ἐν τῇ διαμετακομίσει πρὸς ἐξαγωγὴν, νὰ μεταχειρίζωνται σιγαρόφυλλα, τὰ ὁποῖα θὰ περιέχουν τὸ σῆμα τοῦ Δημοσίου, καὶ ἑπομένως θὰ ὑπόκηνται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου.
§111Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ διαμετακομίσει εἰς οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ὑπόκεινται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§113ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ ἐν τῇ τρίτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου τούτου φράσις «τεθεωρημένης ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἀρχῆς» ἐννοεῖ τῆς ἐσωτερικῆς ἢ καὶ τῆς ἐξωτερικῆς λιμενικῆς ἀρχῆς, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξαχθῇ; Διότι δύναται νὰ ἐξάγηται καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἐπιθεώρησιν τῆς λιμενικῆς ἀρχῆς, τῆς Αἰγυπτιακῆς ἢ ἄλλης.
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· τῆς ἐγχωρίου λιμενικῆς ἀρχῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς αʹ συζήτησιν).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ.