Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΓ · Session Β› Sitting 8

1892.11.30

1,916 rows · 13,622 words · 1 table · 102 turns

Date
1892.11.30
Presidency
Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗ
Period
ΙΓ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8

τῆς 30 Νοεμβρίου 1892.

(Δευτέρα).

Ὥρα 4 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτροπὴ φοιτητῶν, ἀντιπροσωπευόντων πλείστους συναδέλφους των, περὶ τοὺς 500, μοὶ ἐπέδωκαν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν, δι’ ἧς ζητοῦσιν, ἵνα ἐπιτραπῇ αὐτοῖς νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Μὲ παρεκάλεσαν δὲ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀναφορᾶς.

§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται ὑπὸ τοῦ Γραμματέως ἡ ἀναφορὰ αὕτη).

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.

§4ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ θερμῆς συστάσεως· διότι οἱ μὴ ἐγγραφέντες φοιτηταὶ εἶναι ἀκριβῶς οἱ μὴ θορυβήσαντες.

§5ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὑπάρχουσι καί τινες, οἵτινες ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των δὲν ἦλθον, ὅπως εἷς φοιτητὴς ἐκ Τρικκάλων, τοῦ ὁποίου ἀπεβίωσεν ὁ πατήρ.

§6Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ συστάσεως, οὐχὶ ὅπως γένηται δεκτή, ἀλλ’ ὅπως μελετηθῇ.

§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ συστάσεως, ὅπως μελετηθῇ. Ἡ Χρυσαυγὴ χήρα Γεωργίου Π. Κάγκα ἐξαιτεῖται, ἵνα τῇ πληρωθῶσι δραχμαὶ 500 διὰ βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν τοῦ συζύγου της, χρηματίσαντος βουλευτοῦ Παξῶν καὶ μὴ λαβόντος τοιαύτην κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τῆς Ϛʹ Βουλευτικῆς Περιόδου.

§9ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν κ. Βουλευτὴς καὶ ἐγὼ συνιστῶμεν θερμῶς τὴν αἴτησιν ταύτην τῆς χήρας Κάγκα, καθόσον ὁ σύζυγός της παρευρέθη εἰς τὴν Σύνοδον ἐκείνην, ἀλλὰ δὲν ἐπληρώθη τὴν ἀποζημίωσιν.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀποσταλῆ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὰ περαιτέρω. Ὁ Μιχαὴλ Καλαμαρᾶς ἐξ Ἀνδριτσαίνης διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Θ’ ἀποσταλῇ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Δήμαρχος Ἄρτης διαβιβάζει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἄρτης παρακαλοῦντος τὴν Βουλήν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἄρτης.

§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ αἴτησις αὕτη, πρὸς μελέτην, ὅπως ἀπεφασίσθη καὶ διὰ τὰ ἐκ Κυπαρισσίας τηλεγραφήματα.

§12ΠΑΧΥΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ τυπωθῇ.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 17). Ὁ Δήμαρχος Ἐράνης διαβιβάζει τηλεγραφικῶς ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἐράνης, ἐξαιτουμένου τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου εἰς Φιλιατρὰ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας λόγῳ ἀκαταλλήλου τῆς ἕδρας· ἐὰν ὅμως προβῇ εἰς τοῦτο λόγῳ οἰκονομίας, τότε προσφέρεται ὁ δῆμος Ἐράνης νὰ παράσχῃ δωρεὰν τὰ ἀναγκαῖα οἰκήματα πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν φυλακῶν.

§14ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Φαίνεται, ὅτι ὁ δῆμος αὐτὸς εἶναι ὁ μωρότερος τῶν δήμων τῆς Ἑλλάδος· διότι γνωρίζετε, ὅτι ἐν Φιλιατροῖς ὑπάρχει δημοτικὸν Γυμνάσιον· τὸ Γυμνάσιον αὐτὸ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν προορισμόν του, ἐν τούτοις ἐπιμένει ὁ δῆμος νὰ τὸ συντηρῇ, χωρὶς ὅμως νὰ πληρώνῃ τοὺς καθηγητὰς, καὶ οὕτως ὅλοι οἱ καθηγηταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀπὸ τριετίας νὰ πληρωθῶσιν, ἤγειραν ἀγωγὴν καὶ ζητοῦσι τοὺς μισθούς των. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν πληρώνει τοὺς καθηγητάς του, δὲν πληρόνει 450,000 δραχμὰς διὰ τὰ ὕδατά του, ζητεῖ νὰ πληρώσῃ καὶ ἐνοίκια καταστημάτων δικαστικῶν! (ἱλαρότης). Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι εἶναι ὁ μωρότερος δῆμος τῆς Ἑλλάδος.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖτε νὰ τυπωθῇ τὸ ψήφισμα;

§16ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Οὔτε νὰ τυπωθῇ, οὔτε νὰ διανεμηθῇ (ἱλαρότης).

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολῖται τῆς πόλεως Τρικκάλων παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ὁ Δήμαρχος Ἀνδριτσαίνης ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, παρακαλοῦντος τὴν Βουλὴν, ὅπως μὴ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Κυπαρισσίας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Συμβουλίου ὑπὲρ τῆς μὴ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Θὰ σταλῇ καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Πολλοὶ κάτοικοι Γαργαλιάνων παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως μὴ ἐπιψηφίσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά των εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπήν. Πολλοὶ δημόται Κυπαρισσίας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Κυπαρισσίας. Θὰ σταλῇ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπήν. Ὁ Δήμαρχος Πλαταμώδους διαβιβάζει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ τοῦτο εὔχεται ὑπὲρ τῆς μὴ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Θ’ ἀποσταλῇ καὶ τὸ ψήφισμα τοῦτο εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπήν. Ὁ Ν. Παπαδήμας, κάτοικος Ἀθηνῶν, ζητεῖ νὰ ἐνοικιάσῃ τὴν ἄμμον τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν τις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ ͵ΒΚΗʹ νόμου τῆς 20 Ἰουλίου ἐ. ἔ. περὶ δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 18). Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἔχει τὸν λόγον.

§18ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἀνεπίδεκτον σπουδαίας ἀμφισβητήσεως τυγχάνει, ὡς ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, ἐγείρουσα τανῦν ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει Εὐαγγέλη Ζάππα, τὴν ὁποίαν τῇ ἐπινεύσει, τῇ συγκαταθέσει, τῇ ἐγκρίσει αὐτῆς νέμεται ἀπὸ τριακονταετίας σχεδὸν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἀδικεῖ ἰδίως ἑαυτὴν, ἀντιστρατευομένη, ἀναιροῦσα ἐπισήμους αὐτῆς πράξεις, περιεχομένας ἐντὸς τῶν κατατεθειμένων ἐγγράφων, καὶ πολιτεύεται πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τὴν μὴ δυναμένην, διὰ λόγους γνωστοὺς καὶ πασιφανεῖς, κατὰ σύστημα, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν σέβεται τὸ δίκαιον, αὐτή, ἡ καυχωμένη ἐπὶ εὐνομίᾳ, ὅτι δὲν πιστεύει εἰς αὐτὸ, λησμονοῦσα, ὅτι ἐκ τοῦ δικαίου ἀποῤῥέει ὁ ἀνθρωπισμὸς, ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζεται ὁ ἐκπολιτισμὸς, καὶ εἰς αὐτὸ ὀφείλουσι καὶ ἡ Ρωμουνία καὶ ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία καὶ ἡ Ἑλλὰς τὸ μέγα τῆς αὐτονομίας καὶ ἐλευθερίας ἀγαθόν. Κακίστην ὅμως ποιοῦσι χρῆσιν τοῦ ἀνεκτιμήτου τούτου ἀγαθοῦ οἱ βουλευόμενοι, λήγοντος τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος, καὶ πράττοντες οἷα ἡ Ρωμουνία,—ἃς προσθέσω, καὶ ἡ Βουλγαρία,— καταδεικνύοντα, ὅτι ἀπέχομεν κατὰ πολὺ τῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ἀναπτύξεως ἐκείνης, ἧς ἄνευ ἀδύνατος τυγχάνει ἡ πλήρης τῶν Κρατῶν τοῦ Αἵμου ἀπελευθέρωσις, καὶ ἡ ὕψωσις αὐτῶν διὰ τῆς συνεκτικότητος εἰς σπουδαῖον παράγοντα ἐν τῇ ἐκπολιτιστικῇ τῆς Εὐρώπης σταδιοδρομίᾳ. Καὶ ὅμως, τοῦτο ὀνειροπολοῦντες καὶ ἐπιδιώκοντες ἅπαντες οἱ περὶ τὸν Αἷμον λαοὶ, διεξάγομεν πρὸς τοῦτο, παραδόξως τασσόμενοι οὐχὶ ὑπὸ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν σημαίαν, ἀλλὰ ὑπὸ τὰς σημαίας τοῦ πανρωμουνισμοῦ, τοῦ παμβουλγαρισμοῦ, τοῦ πανσερβισμοῦ, τοῦ πανελληνισμοῦ, διεξάγομεν ἀμείλικτον ἀλλήλοις πόλεμον, ὡς εἰ τὸ μόνον πρόσκομμα εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὀνείρου ἑκάστου εἶναι τὸ τῶν ἄλλων ὅμοιον ὄνειρον· ἀλληλοκαταστρεφόμενοι δὲ οὕτω, προκαλοῦμεν τοὺς γέλωτας τῶν περὶ ἡμᾶς γιγάντων, τῶν ἐπιδιωκόντων τὴν ὡραίαν καὶ πολυπαθῆ ἡμῶν πατρίδα· δικαίως δὲ οὗτοι κινοῦνται εἰς γέλωτα, καὶ χλευάζουσιν ἡμᾶς, διότι αὐτὰ τὰ πᾶν, καὶ πᾶν καὶ πᾶν, ἄγουσιν εἰς τὴν πανωλεθρίαν μᾶλλον ἢ εἰς τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, διὰ τῆς Ἀνατολῆς, ὡς οἱ περὶ τὸν Αἷμον παγκρατισταὶ πιστεύουσιν. Ἡ δὲ διάταξις τοῦ Ρωμουνικοῦ κώδικος, ἣν, χλευάζουσα τὴν Ἑλλάδα, ἐπικαλεῖται ἡ Ρωμουνία εἰς ὑποστήριξιν τῶν ἀδίκων αὐτῆς ἀξιώσεων, ἡ ἀναξία τῶν χρόνων, ἐν οἷς ζῶμεν, ἡ ἀποδεικνύουσα τὴν σκαιότητα, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, ἐκείνων, οἵτινες ἐπίστευσαν, ὅτι, ὑψοῦντες σινικὸν τεῖχος μεταξὺ Ρωμουνίας καὶ τῶν ἄλλων λαῶν, λύουσι τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα διὰ τοῦ πανρωμουνισμοῦ, δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα ἀποβιώσαντος καὶ τῆς διαθήκης αὐτοῦ ἀνοιχθείσης πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κώδικος, ἐν ᾧ εὕρηται ἡ διάταξις αὕτη. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου τούτου, ἐὰν προσκαλούμενος ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος ὁ εὐρωπαϊκὸς Ἄρειος Πάγος, ἀδύνατον νὰ παραδεχθῇ ὡς ἰσχύουσαν ἀπέναντι τῶν Εὐρωπαίων, τῶν ἐγκατεστημένων ἐν Ρωμουνίᾳ, διάταξιν δημευτικὴν, διάταξιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἐφ’ ὧν ἐρείδεται τὸ διεθνὲς δίκαιον καὶ καθ’ ἃς κρίνονται αἱ ἐκ τῶν διεθνῶν σχέσεων προκύπτουσαι διενέξεις. Ὀρθῶς καὶ δικαίως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προέτεινε, τῆς διενέξεως διεθνοῦς οὔσης, τὴν λύσιν αὐτῆς διὰ συμβιβασμοῦ ἢ διὰ διεθνοῦς διαιτησίας, ἀλλ’ ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἀπέκρουσε καὶ ἀποκρούει τὴν λύσιν ταύτην, διϊσχυριζομένη, ὅτι δι’ αὐτῆς προσβάλλεται ἡ αὐτονομία τοῦ Ρωμουνικοῦ Βασιλείου· τοῦτο ὅμως δὲν ἔχεται ἀληθείας, διότι ἡ Ἑλλὰς, διεκδικοῦσα ἰσοτιμίαν καὶ ἰσονομίαν, καὶ ἀποκρούουσα τὴν ἀξίωσιν τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως αὕτη παρίσταται καὶ ὡς διάδικος καὶ ὡς δικαστὴς, διεξάγουσα διὰ τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων τὴν διεθνῆ διαφορὰν, δὲν προσβάλλει τὴν αὐτονομίαν τοῦ Ρωμουνικοῦ Βασιλείου, ἀλλ’ ἀμύνεται ὑπὲρ τῆς ἰσονομίας, ὑπὲρ τῆς ἰσοπολιτείας, καὶ προασπίζει ἐντὸς τοῦ δικαίου ἴδια δικαιώματα, ἴδια συμφέροντα. Μάτην δὲ κοπιᾷ ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, δι’ ὅσων ἀνέγνωσα ἐγγράφων, διαμειφθέντων μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς ἐν Ρωμουνίᾳ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, μάτην ἀγωνίζεται, προσπαθοῦσα νὰ περιβάλῃ διὰ χροιᾶς τινος νομιμότητος τὰς δημευτικὰς αὐτῆς διαθέσεις ὡς πρὸς τὴν περιουσίαν τοῦ Ζάππα· αὗται προδίδονται πανταχόθεν, καὶ εἶναι τοῦ αὐτοῦ συστήματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξετελέσθη ἡ ἀνίερος δήμευσις τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. Ὅτι δὲ τοιαύτη εἶναι ἡ διάθεσις τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἐξεγέρσεως, ἣν προεκάλεσεν ἡ ἐν τῇ Γερουσίᾳ ἀγόρευσις τοῦ γερουσιαστοῦ Βακαρέσκου, χαρακτηρίσαντος τὸ ζήτημα, τοῦ κοινοῦ τοῦ Ρωμουνικοῦ ἐπικροτοῦντος, ὡς ζήτημα ἐθνικὸν, ζήτημα ἐθνικῆς τιμῆς, ζήτημα ζωῆς ἢ θανάτου διὰ τὴν Ρωμουνίαν, διατρέχουσαν τὸν κίνδυνον, ἐὰν ἐπιδικασθῇ ἡ περιουσία τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, νὰ στερηθῇ τοῦ ἐθνικοῦ ἐδάφους, καταλαμβανομένου ὑπὸ βιομηχάνων ξένων, τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἱκανότητος τῶν Ζάππα. Ἡ τοιαύτη ἐξέγερσις, ἡ καθιστῶσα ἀδύνατον τὴν παρὰ τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων ἀμερόληπτον κρίσιν, δύναται νὰ δικαιολογήσῃ, ὡς δικαιολογεῖ πληρέστατα, τὴν ἀξίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ ζήτημα λυθῇ διὰ διαιτησίας. Καὶ καλῶς ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀπαιτοῦσα τὴν τοιαύτην λύσιν. Μέχρι τοῦ σημείου τούτου, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ Κυβέρνησις ἐβάδισε τὴν ὁδὸν, τὴν ὑποδεικνυομένην αὐτῇ ὑπὸ τοῦ δικαίου, τῆς ἐθνικῆς τιμῆς καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, καὶ διὰ τοῦτο, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, χειροκροτῶ τὴν μέχρι τοῦ σημείου τούτου πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ προεχώρησε καὶ περαιτέρω. Ἐν τῇ ἀγανακτήσει αὐτῆς ἐπὶ τῇ τροπῇ, ἣν ἔλαβεν ἐν Ρωμουνίᾳ ἡ ὑπόθεσις τῆς περιουσίας Ζάππα, προέβη εἰς τὴν διακοπὴν τῶν μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν φιλικῶν σχέσεων. Τὰ Κράτη, κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, δὲν προβαίνουσιν εἰς τὴν διακοπὴν σχέσεων ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ὅταν μάλιστα μεγάλα καὶ ποικίλα συμφέροντα ὑπηκόων ἐκτίθηνται ἐκ τούτου, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἰς κίνδυνον· ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῶν ἀδίκων ἀξιώσεων τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀποκρούσῃ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, νὰ κηρύξῃ ἄκυρον καὶ μὴ οὖσαν πᾶσαν ἀπόφασιν τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων ἐπὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως, τῇ δυνάμει δὲ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκπηγάζει τὸ διεθνὲς δίκαιον, νὰ ποιήσηται ἔκκλησιν ἐνώπιον τοῦ εὐρωπαϊκοῦ συνεδρίου, ὅπως τοῦτο λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς πράξεις τῆς αὐθαιρεσίας καὶ βίας, αἵτινες τελοῦνται ἐν λήγοντι δεκάτῳ ἐννάτῳ αἰῶνι ἐν Ρωμουνίᾳ, καὶ ἀποφασίσῃ ὅ,τι κρίνει δίκαιον, πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς Ρωμουνίας καὶ τῶν ἐγκατεστημένων ἐν Ρωμουνίᾳ Εὐρωπαίων. Προέβη, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἡ Κυβέρνησις μετὰ σπουδῆς εἰς τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων· μὲ ἐξέπληξε δὲ ἡ σπουδὴ, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Πετρουπόλεως μεταβὰς ἐκεῖσε ἐπιτετραμμένος τὰ τῆς Πρεσβείας ἔδειξεν, ὅπως τὸ ταχύτερον φθάσωμεν εἰς τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων. Τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων προῆλθεν ἐκ μόνης τῆς ὑποθέσεως τοῦ Ζάππα, ἢ καὶ ἐξ ἄλλης τινὸς αἰτίας.

§19ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ διακοπὴ τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρωμουνίας σχέσεων προῆλθεν ἐξ ἀφορμῆς τῆς γνωστῆς ὑποθέσεως, τῆς κληρονομίας Εὐαγγέλη Ζάππα καὶ τῶν συνοδευσασῶν αὐτὴν περιπλοκῶν. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς φρονῇ, ὅτι ἐπῆλθε λίαν ἐσπευσμένως, ἡ Κυβέρνησις ἀπέδειξεν, ὅτι ἔχει τὴν ἐναντίαν γνώμην· νομίζει δὲ, ὅτι ἐπελθοῦσα μετὰ ἐννέα περίπου μῆνας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς περιπλοκῆς, ἀφ’ ἧς, εὐθὺς ἀπὸ τοῦ πρώτου μηνὸς, αἱ γνῶμαι τῶν ἐν Ρωμουνίᾳ ἐπιληφθέντων τῆς ὑποθέσεως ἦσαν αὐταὶ αὗται, αἱ περὶ διακοπῆς, νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐν σπουδῇ.

§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταὶ, τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς τὴν Ρωμουνίαν εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ εἰς τὴν προηγηθεῖσαν τῆς παρούσης Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐκείνη, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει τὰς παραστάσεις, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ ὀλίγου ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, καὶ μελετήσασα τὸ ζήτημα ὑπὸ πάσας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις, ἔφθασεν εἰς ἀντίθετον πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν συμπέρασμα, ὅτι δηλ. δὲν ἐπέβαλλεν ἐθνικόν τι συμφέρον τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων ἡμῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ δηλώσω ἐν συντόμῳ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν συνεμερίσθημεν, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐνεκρίναμεν τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐτήρησεν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Βεβαίως τὴν γνώμην ἡμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἐπηρέαζεν ἡ ὑπόνοια, ὅτι εἶχον βασιμότητά τινα αἱ ἀξιώσεις τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς περιουσίας Ζάππα. Αἱ ἀξιώσεις αὗται εἶναι τόσον ἀβάσιμοι καὶ τόσον παράλογοι, ὥστε οὐδεμία περὶ τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία εἰς πάντα ἀμερόληπτον δικαστήν. Ἰσχυρίζεται ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ διαθήκη τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, δι’ ἧς κατέλιπε τὴν περιουσίαν του εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἄκυρος κατὰ τοὺς νῦν ἐν Ρωμουνίᾳ ἰσχύοντας νόμους. Ἀλλ’ ὁ διαθέτης Εὐαγγέλης Ζάππας ἀπεβίωσε κατὰ τὸ 1865, ὅτε ἄλλη ἴσχυεν ἐν Ρωμουνίᾳ νομοθεσία, καὶ κατὰ τὰς διατάξεις αὐτῆς λογικὸν ἦτο νὰ κανονισθῶσι πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διαθήκην τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα ζητήματα. Οὐδεὶς ἰσχυρίσθη ποτὲ, ὅτι κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἐκείνην περιεῖχεν ἀκυρότητά τινα ἡ διαθήκη τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα. Συμφώνως μὲ τὴν διαθήκην, ἡ περιουσία τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα περιῆλθεν ἔκτοτε εἰς τοὺς ἐκ διαθήκης κληρονόμους αὐτοῦ, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ κυριότης, καὶ εἰς τὸν Κωνσταντῖνον Ζάππαν ἡ ἰσόβιος ἐπικαρπία. Ταῦτα δὲ πάντα ἀνεγνώρισεν ἔκτοτε καὶ αὐτὴ ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, ὡς καλῶς καὶ νομίμως γενόμενα. Πῶς λοιπὸν ὑποστηρίζει τώρα ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπὶ τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ νῦν ἐν Ρωμουνίᾳ ἰσχύουσα νομοθεσία; Ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι πρὸ ὀλίγου ἀπεβίωσεν ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας, ὁ ἰσόβιος ἐπικαρπωτὴς, καὶ περιῆλθεν οὕτω πλήρης ἡ κυριότης τῶν κτημάτων εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου ἡ ὑπόθεσις ὑπάγεται εἰς τοὺς νῦν ἰσχύοντας νόμους. Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ δικαστήριον, ἀποδεχόμενον ὡς ὀρθὸν, ἰσχυρισμὸν τοσοῦτον ἀβάσιμον· διότι ὁ θάνατος τοῦ ἐπικαρπωτοῦ τροποποιεῖ ἐν μέρει τὰς μεταξὺ τῶν κληρονόμων σχέσεις, ἀλλὰ δὲν καθιστᾷ ἐκ νέου ἐκκρεμῆ τὰ ὁριστικῶς λυθέντα ζητήματα τῆς διαδοχῆς τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, οὐδὲ δύναται νὰ ὑποβάλῃ ταῦτα εἰς τὸν νῦν ἰσχύοντα νόμον. Ἄλλως ἔπρεπε νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι, καὶ ἂν μετὰ 100 ἔτη ἤθελεν ἀποβιώσει ὁ ἐπικαρπωτὴς, κατὰ τοὺς τότε νόμους ἤθελε κανονισθῆ ἡ κληρονομία τοῦ διαθέτου. Τοιοῦτος εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς, ὃν προέβαλεν ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ πρὸς στιγμὴν βάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, ἔπεται τάχα ἐντεῦθεν, ὅτι βάσιμοι εἶναι αἱ ἀξιώσεις τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα λάβῃ αὕτη τὴν περιουσίαν τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα; Ὄχι βεβαίως. Ἐὰν ἡ διαθήκη τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα ὑποτεθῇ ἄκυρος, συνέπεια τούτου εἶναι, ὅτι ἔκτοτε, ἀπὸ τοῦ 1865, περιῆλθεν ἡ κληρονομία του εἰς τοὺς ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμους του, οὐδέποτε ὅμως δύναται νὰ περιέλθῃ αὕτη εἰς τὸ Ρωμουνικὸν Δημόσιον. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τὴν ὑπεράσπισιν, τὴν ὁποίαν ὑπὲρ τῶν ἀξιώσεών του δύναται τὸ Ρωμουνικὸν Δημόσιον νὰ προβάλῃ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· ἀλλ’ ἐὰν ἤθελεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι, κατὰ τὸ νῦν ἰσχῦον Σύνταγμα, δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἀλλοδαπὸν ν’ ἀποκτήσῃ ἀγροτικὴν περιουσίαν, ὁ ἰσχυρισμὸς θὰ ἐξελεγχθῇ ἀνυπόστατος, διότι ἡ κληρονομία ἀπεκτήθη, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ τῶν ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμων κατὰ τὸ 1865, ὅτε δὲν ἴσχυε τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Ρωμουνικοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐξαιρεῖ, ὡς ἦτο ἑπόμενον, τὰ κεκτημένα ὑπὸ τῶν ἀλλοδαπῶν δικαιώματα. Ὥστε ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀνυπόστατοι εἶναι αἱ ἀξιώσεις τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἀνεγνώριζεν ἐπίσης, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ διένεξις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ρωμουνικοῦ Δημοσίου, ἡ ἀναγομένη εἰς τὴν διεκδίκησιν τῆς περιουσίας αὐτῆς, ἦτο τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων· ἐφρόνει καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις, ὡς καὶ ἡ νῦν, ὅτι τοιαῦται μεταξὺ ἐθνῶν διενέξεις, καίπερ ἀφορῶσαι εἰς χρηματικὰ συμφέροντα, εἶναι διενέξεις τοῦ διεθνοῦς δικαίου καὶ δὲν δύνανται νὰ λυθῶσιν, εἰμὴ καθ’ ὃν τρόπον τὸ διεθνὲς δίκαιον ὁρίζει. Τοιαῦτα ἐφρόνει ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις περὶ τῶν ἀξιώσεων τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐγνώριζεν, ὅτι ἐν Ρωμουνίᾳ ὑποστηρίζονται περὶ τῆς περιουσίας τῶν ἀλλοδαπῶν σκέψεις καὶ ἀξιώσεις, ἀντικείμεναι εἰς τοὺς νόμους τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν καὶ τῶν μεταξὺ αὐτῶν διεθνῶν σχέσεων. Καὶ ὅμως δὲν ἐθεώρησε συμφέρον νὰ προβῇ εἰς διάῤῥηξιν τῶν σχέσεων πρὸς τὴν Ρωμουνίαν· τοὐναντίον ἐνόμιζεν, ὅτι συμφέρον ἦτο νὰ ἀκολουθήσῃ ἄλλην ὁδόν. Δὲν ἀμφισβητεῖ, κύριοι Βουλευταί, πρὸς ἡμᾶς τὴν περιουσίαν τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα μόνη ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις· τὴν ἀμφισβητοῦν καὶ οἱ ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμοι τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, καὶ οὗτοι ἐνάγουσιν ἤδη ἡμᾶς ἐνώπιον τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, ἀξιοῦντες νὰ λάβωσιν αὐτοὶ τὴν περιουσίαν, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ἐμφανισθῶμεν ἐνώπιον τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, ἵνα ἀποκρούσωμεν τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν δικαστηρίων ἐνεφανίσθη καὶ ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐσκέφθημεν, ὅτι, ἀφοῦ εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ἐμφανισθῶμεν ἐνώπιον τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, ἵνα ἀποκρούσωμεν τὰς ἀξιώσεις τῶν συγγενῶν, οὐδεμίαν θέλομεν ὑποστῆ βλάβην, ἐὰν ἀποκρούσωμεν παρεμπιπτόντως καὶ τὰς ἀξιώσεις τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ προηγουμένην διαμαρτύρησιν, πρότασιν ἀναρμοδιότητος τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων διὰ τοιαύτας διαφορὰς, καὶ ἐπιφύλαξιν πλήρη τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον, ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι διεσώζομεν πάντα τὰ δικαιώματα ἡμῶν, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰς περαιτέρω ἐνεργείας ἡμῶν συμφώνως πρὸς τὸ ἐξαγόμενον τῆς δίκης, ἡ ὁποία ἤδη διεξάγεται. Ἐὰν κατὰ τὴν δίκην ἐκείνην ἐπεδικάζετο ἡ περιουσία τοῦ Ζάππα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἔπαυε πᾶσα ἀφορμὴ διενέξεως· ἐὰν τοὐναντίον ἐπεδικάζετο εἰς τοὺς ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμους αὐτοῦ, ἔπαυεν ἐπίσης πᾶς λόγος διπλωματικῆς διενέξεως μετὰ τῆς Ρωμουνίας. Ἐὰν ἐπὶ τέλους τὰ Ρωμουνικὰ δικαστήρια ἐπεδίκαζον τὴν περιουσίαν εἰς τὴν Ρωμουνικὴν Κυβέρνησιν, ἡ τοιαύτη ἀπόφασις ἤθελε θέσει ἐκ μέσου τοὺς ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμους καὶ περιορίσει τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων. Δὲν ἤθελε δὲ βλάψει ἡμᾶς, διότι καὶ τότε ἀκόμη εἴχομεν πλήρη καὶ ἐλευθέραν τὴν διπλωματικὴν ὁδὸν, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ ὠθήσωμεν τὰ πράγματα μέχρι τοῦ ἐσχάτου σημείου. Δὲν ἠδύνατο ν’ ἀντιταχθῇ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, διότι ἠθέλομεν ἀντιτάξει τὰς προηγουμένας ἡμῶν διαμαρτυρίας καὶ ἐπιφυλάξεις. Ἡ ἀπόφασις μάλιστα τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, παραδεχομένη ἀξιώσεις ὅσον ἀνέπτυξα σαθρὰς, ἤθελε περιέχει προφανῶς ἄρνησιν δικαιοσύνης (déni de justice), ἥτις πάντοτε ἀποτελεῖ βάσιν διπλωματικῆς διενέξεως. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, καὶ ἀποβλέποντες εἰς τὰ ποικίλα ἡμῶν ἐν Ρωμουνίᾳ συμφέροντα, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὠφείλομεν νὰ ἐξαντλήσωμεν πᾶν μέσον διασώσεως τῆς περιουσίας Ζάππα, πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς ῥῆξιν διπλωματικήν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἄλλην ἐξελέξατο ὁδόν· εὔχομαι ἐγκαρδίως, ἡ ὁδὸς αὕτη νὰ ἀπολήξῃ εἰς εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ, τὸ κατ’ ἐμὲ, φοβοῦμαι ὅτι ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως ἐξηφάνισε καὶ τὴν ἐσχάτην ἐλπίδα διασώσεως τῆς περιουσίας Ζάππα.

§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν, ἀφοῦ ἅπαξ ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, νὰ μὴ ὑπάρχῃ διαφωνία ὡς πρὸς τὰς ἐνεργείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὂχι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὀφείλει σήμερον νὰ δηλώσῃ τί φρονεῖ. Ἀπέναντι τῶν παραλόγων καὶ ἀδίκων ἀξιώσεων τοῦ Ρωμουνικοῦ Κράτους, ἀπέναντι βίας αὐθαιρέτου, ἀπέναντι παραβιάσεως ὅλων τῶν ἀρχῶν τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἀπέναντι ἁρπαγῆς ἀλλοτρίας περιουσίας, συζήτησις καὶ σκέψεις, ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν δύνανται νὰ εἰσχωρήσωσι· τοιαῦται σκέψεις δύνανται νὰ εἰσχωρήσωσιν, ὅταν ἔχωμεν ἀπέναντί μας ἀντίδικον, ὅστις σέβεται τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι διέπουσιν ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην, οἱ ὁποῖοι προστατεύουσιν ἀδιακρίτως τὴν ξένην ἰδιοκτησίαν παντὸς, καὶ δὲν συνίστανται εἰς τὸ νὰ ἁρπάζουν διὰ νομοθετημάτων ξένην περιουσίαν, ἐναντίον τῶν κανόνων, τῶν διεπόντων ὁλόκληρον τὸν Εὐρωπαϊκὸν καὶ πεπολιτισμένον κόσμον... (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὰ ἀκροατήρια). Αὐτὰ νὰ παύσουν, παρακαλῶ.

§23ΡΙΚΑΚΗΣ. .. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, οὕτω πολιτευομένη ἀπέναντι τῆς αὐθαιρεσίας, ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ λυθῇ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ ἀπασχολεῖ τὸν εὐρωπαϊκὸν κόσμον, καὶ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἐτόλμησε νὰ θίξῃ. Εἰς τὴν εὐρωπαϊκὴν οἰκογένειαν μία μόνη Δύναμις ὑπάρχει, ἡ ὁποία ἐννοεῖ νὰ καταλαμβάνῃ τὴν ξένην περιουσίαν, παραβιάζουσα τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ ἀρνουμένη τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἰδιοκτησίας εἰς ξένους ὑπηκόους, ἐνῷ οἱ ὑπήκοοι αὐτῆς εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη ἔχουσι πλήρη ἐλευθερίαν ἰδιοκτησίας. Ὂχι λοιπόν! δὲν ἀποδοκιμάζω, ἀλλ’ ἐπιδοκιμάζω πληρέστατα καὶ χειροκροτῶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν πρέπει ὁλόκληρον τὸ ἔθνος νὰ ἀσπασθῇ, καὶ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν θέλησίν του, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει ὄχι μόνον εἰς τὴν Ρωμουνίαν, ἀλλὰ εἰς ὁποιονδήποτε ἄλλο Κράτος νὰ παραβιάζῃ τοὺς κανόνας ἐκείνους, οἵτινες συνδέουσιν ὁλόκληρον τὴν εὐρωπαϊκὴν οἰκογένειαν. Ἡ Ρωμουνία, ἐὰν ἀξιοῖ, ὅτι εἶναι πεπολιτισμένον Κράτος, ὀφείλει νὰ σεβασθῇ τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων, ὅπως οἱ ἄλλοι σέβονται τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Δὲν πρόκειται νὰ πάθουν τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰγιαλείας εἶπε, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ ὑποφέρωσι τίποτε περισσότερον παρ’ ὅ,τι ὑποφέρουσιν ἤδη· ἀδιάφορον ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δίκης τῆς περιουσίας Ζάππα, διότι τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν δὲν ἐξήρτησε τὴν οἰκονομικήν του τύχη ἀπὸ τὴν περιουσίαν τοῦ Ζάππα, ἐνδιαφέρεται ὅμως καὶ θέλει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα πρὸς ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ νὰ δώσῃ ἡ Ἑλλὰς τὸ μάθημα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τὴν αὐθαίρετον καὶ παράλογον καταπάτησιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ διεθνὲς δίκαιον διέγραψεν. Ἡ ἰδέα, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ προσέλθωμεν εἰς τὸ δικαστήριον διαμαρτυρόμενοι, εἶναι ἰδέα, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω· διότι, ἀφοῦ ἅπαξ προσέλθωμεν εἰς τὰ Ρωμουνικὰ δικαστήρια, οὐδεμία διαμαρτύρησις ἤθελε μᾶς ὠφελήσει· ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐκδοθῆ, θὰ εἶχε πλῆρες κῦρος. Ὥστε δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως πληρέστατα πρέπει νὰ ἐπιδοκιμασθῇ, καὶ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐγένετο συζήτησις, πρέπει νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος.

§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς εἶχεν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, μείνει σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ, ὅτε κατέθεσα τὰ ἔγγραφα, ὅτι πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως ἤθελεν ἀπὸ κοινοῦ μεθ’ ἡμῶν προκαλέσει τὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁρισμὸν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελε γείνῃ συζήτησις. Καὶ διότι μὲν προεκάλεσε τὴν συζήτησιν ταύτην σήμερον, δὲν δύναμαι νὰ παραπονεθῶ κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ συγχωρήσῃ, ὅτι, εὑρισκόμενος ἀπέναντι τῆς ἀπροόπτου ταύτης συζητήσεως, δὲν ἔχω μετ’ ἐμοῦ τὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἀκριβῶς ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐνταῦθα περὶ τοῦ ζητήματος, διὰ νὰ ψέξῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ ληφθείσῃ ἀποφάσει, εἶναι ὁ ἔντιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς καὶ πρώην Πρωθυπουργός. Διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ὑπὸ τοιούτων, ὁποίας ἐξέθηκεν, ἰδεῶν ἐνεπνέετο, ὅτε διεδέχθη τὸν ἐξ Ἀρκαδίας τότε Βουλευτὴν, τὸν κ. Δηλιγιάννην, εἰς τὰ πράγματα ἀλλ’ ἐπιληφθεὶς ἔπειτα τῆς περαιτέρω διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως, ἔπιε τὸ πικρὸν ποτήριον ν’ ἀνακαλέσῃ τὰς γνώμας αὑτοῦ. Διότι, ἐνῷ τοιαύτας ἰδέας ἐν εἰδικῷ συμβουλίῳ ἐξέφρασεν, ἑνὸς μόνου διαφωνήσαντος καὶ διαμαρτυρηθέντος, καὶ ἑνὸς ἄλλου ἴσως ἐπιφυλάξαντος τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅπως ἐκφράσῃ αὐτὴν σαφέστερον μετὰ ταῦτα, ὑπετάχθη μετέπειτα εἰς τὴν ἄλλην γνώμην, κατιδὼν, ὅτι πάνθ’ ὅσα ἐκ Βουκουρεστίου ἐγράφησαν καὶ ὑπεβλήθησαν εἴς τε τὴν πρὸ αὐτοῦ Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν ὑπ’ αὐτὸν ὑπό τε τῆς Πρεσβείας καὶ ὑπὸ τοῦ πεμφθέντος ἐκεῖ εἰδικοῦ συμβούλου, τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Δαμασκηνοῦ, καὶ ὑπὸ τῶν δικηγόρων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Ρωμουνίᾳ, ὅτι πάντα ἐκεῖνα ἐπεβάλλοντο ὑποχρεωτικῶς, ἐπιτακτικῶς, ὑπὸ τῶν δικηγόρων τῶν ἐκλεγέντων ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Βουκουρεστίῳ, λεγόντων σαφῶς, ὅτι, ἐὰν ἡ γνώμη αὕτη δὲν ἠκολουθεῖτο, αὐτοὶ ὤφειλον ν’ ἀπέχωσι τῆς ὑπερασπίσεως. Ἡ γνώμη αὕτη, ἥτις ἐπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Βοερέσκου, ἦτο αὐτὴ ἐκείνη, ἣν ἐν τῷ συμβουλίῳ εἶχεν ὑποβάλει, μειονοψηφήσας, ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κ. Στεφάνου. Εἰς τὴν γνώμην ταύτην ὑπετάχθη ἐντελῶς ὁ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτὴς, καὶ τηλεγραφικῶς ἐντεῦθεν διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ παρήγγειλεν, ἵνα τὰ ἐκεῖθεν ὑπαγορευόμενα ἐκτελεσθῶσι. Δὲν εἶχεν ἄρα δίκαιον νὰ ὁμιλήσῃ ὡς ὡμίλησεν. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἀφοῦ προεκλήθην, νὰ φέρω τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικνύοντα τοὺς λόγους μου. Ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ἄλλου, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς, οὐδὲν θέλω νὰ εἴπω σήμερον ἄλλο ἢ ὅτι ὑπάρχει τοῦ συναδέλφου αὐτοῦ κ. Μελετοπούλου ἔγγραφον, ἀποδεικνύον, ὅτι δύο περίπου μῆνας πρὸ τῆς εἰσόδου ἡμῶν εἰς τὰ πράγματα ἠπείλησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, ἣν σήμερον οὗτος κατακρίνει.

§25ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἔχει μία Κυβέρνησις, δὲν εἶναι αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἀνταλλάσσονται εἰς τὰ συμβούλια, ἀλλὰ τὰ συμπεράσματα τῶν συμβουλίων, ἅτινα ἐκτίθενται εἰς τὰ διαμειφθέντα ἔγγραφα. Ἂν ταῦτα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, τὴν γνώμην, ἣν ἐξέθηκεν, ἠκολούθησε πάντοτε, καὶ ταύτην τὴν ἀρχὴν παρεδέχθησαν καὶ ὁ κ. Δαμασκηνὸς καὶ οἱ ἐν Ῥωμουνίᾳ δικηγόροι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Δαμασκηνὸς μάλιστα προσήγαγεν ἐνταῦθα καὶ δικόγραφον τῶν δικηγόρων, συντεταγμένον κατὰ τὴν γνώμην ταύτην.

§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ φέρω τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν θέλει πεισθῆ ἡ Βουλὴ, ὅτι, ἐὰν ἠκολουθεῖτο ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὸ συμβούλιον, περὶ οὗ εἶπον, ἠθέλομεν φθάσει εἰς τελείαν καταστροφὴν τῆς ὑποθέσεως· θέλω δ’ ἀποδείξει πρὸς ὑμᾶς, ὅτι σαφῶς ὁ κ. Βοερέσκος κατέδειξεν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἦτο δυνατὸν τοιαύτην ἁπλοϊκὴν ὑπεράσπισιν νὰ ἀναλάβῃ, ἥτις ἐδέχετο, ὥστε Κράτος, ἔχον διαφορὰν πρὸς ἄλλο Κράτος, νὰ ὑποβάλῃ τὴν διαφορὰν αὐτοῦ εἰς τὰ δικαστήρια τοῦ ἑτέρου Κράτους.

§27ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὀλίγας λέξεις ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω. Κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, Κύριοι, εἰς τὰς μετὰ τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς σχέσεις μας, καὶ ἀδικούμενοι καὶ πιεζόμενοι, χάριν ὑψίστων συμφερόντων, ὄχι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως κέντρου ἐκπολιτισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, δὲν πρέπει νὰ παύωμεν τείνοντες αὐτοῖς χεῖρα φιλίας. Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ προεκάλεσα τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ ἐξέφρασα τὴν ἐπ’ αὐτῆς γνώμην μου. Δὲν θέλω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο.

§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐπιδοκιμάσω οὐδὲ τὴν γενομένην ἐπερώτησιν, οὐδὲ τὴν ὑπεράσπισιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐποιήσατο ἐπίσημον ἀναγγελίαν εἰς τὴν Βουλὴν τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ῥωμουνίας, καὶ ὅτι ἡ ἀναγγελία αὕτη συνεπῆγε τὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔλεγχον τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ὡσαύτως ἀληθὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἀναγγελίαν ταύτην εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἡ ὑπεράσπισις τῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τὴν ὁποίαν διεχειρίσθη ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, ἐὰν διεξήχθη ἀγρύπνως, καὶ οὕτως, ὅπως μὴ ἐκτεθῶσιν εἰς κίνδυνον, οὐδὲ κἄν νὰ ζημιωθῶσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἀλλ’ ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων τῶν δύο Κρατῶν παρήγαγε ζήτημα διπλωματικὸν, ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, τὰ ὁποῖα προκύπτουσι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν σχέσεων τῶν Κρατῶν πρὸς ἄλληλα, τὸ ζήτημα δὲ, περὶ οὗ πρόκειται, ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι ἐν τῷ σταδίῳ τῆς διεξαγωγῆς καὶ τῆς ἐρεύνης, οὐδ’ ἔφθασεν ἀκόμη νὰ ἀξιωθῇ τοῦτο λύσεώς τινος οἱασδήποτε. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ προβῇ εἰς ἔλεγχόν τινα τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ ἐξασθενίσῃ τὰς ἐνεργείας τὰς ὁποίας οἱ κυβερνῶντες τὴν Ἑλλάδα διεξάγουσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων ἢ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, οὐδ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔπρεπε νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει προσαγάγει ἔγγραφα καὶ θέλει προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν εἴτε τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, εἴτε τῶν πράξεων ἢ ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας μετῆλθεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων ἢ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Τοιαύτη συζήτησις, καθ’ ἣν ἀναγκαίως θέλουσιν ἐξενεχθῆ γνῶμαι ἐπὶ τῶν γενομένων, θέλει καταστήσει τὴν παράστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀσθενεστέραν καὶ ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων, πρὸς τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπετάθη, ζητοῦσα τὴν ἵδρυσιν διαιτησίας, καὶ ἀπέναντι τῆς Ρωμουνίας, πρὸς τὴν ὁποίαν διεκδικοῦμεν ὑπερασπιζόμενοι τὰ συμφέροντα ἡμῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ἀκόμη ἡ ὥρα, ἵνα ἐξετάσωμεν τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἠκούσαμεν τὴν γενομένην ἀνακοίνωσιν, ἔπρεπε δὲ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη ἐπαρκῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν ἐπεμελήθη αὐτῶν, καὶ ἂν ὑπερησπίσθη αὐτὰ δεόντως, εἴτε αὕτη, εἴτε αἱ προκάτοχοι αὐτῆς Κυβερνήσεις. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ μὴ ἐπιδοκιμάσω οὔτε τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος μάλιστα δὲν προεκλήθη εἰς ἔλεγχον, διότι δὲν ἐπελάβετό τις τῆς ἐρεύνης τῶν πράξεων αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως ἔσπευσε νὰ προβῇ εἰς ἐπικρίσεις, τῶν ὁποίων ἡ δημοσίευσις, καὶ αὐτὴ αὕτη καὶ μόνη, δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἐξασθένισιν τῆς ἐθνικῆς παραστάσεως. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης,—καὶ ταύτην θέλω ἀκολουθήσει μετὰ τῶν φίλων μου κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην,— ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν ἐντελῶς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ζητήσῃ συνδρομήν τινα παρ’ ἡμῶν, ἵνα ὑπερασπισθῇ τὰ συμφέροντα ἢ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, θέλομεν βεβαίως ἐξετάσει, ἐὰν πρέπῃ νὰ παράσχωμεν αὐτὴν, ἢ ὄχι, ἀφίνοντες αὐτὴν νὰ διεξαγάγῃ τὸ ζήτημα. Ἐπιφυλασσόμεθα δὲ, ὅταν μᾶς ἀναγγείλῃ τὴν ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεως καὶ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, νὰ ἐπιλαβώμεθα τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς καὶ πασῶν τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν αἱ προκάτοχοι αὐτῆς. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς Βουλῆς).

§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αἰτίασις, κύριε Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν ὁ ἄρτι ἀγορεύσας ἀπηύθυνε κατ’ ἐμοῦ, νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατος. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· τὴν ἐπερώτησιν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Μεσσηνέζης. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἔλαβε τὸν λόγον, προέβη εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, καὶ οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις αὕτη δύναται τυχὸν νὰ προσβάλῃ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ προκειμένου ζητήματος· ἀγορεύσας δὲ ὁ κ. Μεσσηνέζης, ἐπέκρινε τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, ὡς ἐσπευσμένως γενομένην. Κατόπιν ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐξετάθη ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος χωρὶς νὰ δηλώσῃ τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ περαιτέρω ἐξέτασις δύναται νὰ ἀποβῇ ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τοιαύτην ἰδὼν τακτικὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ, Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ ὑπερασπίσω ἀντίθετον πορείαν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἀκολουθήσει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Νομίζω λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ αἰτίασις, ἡ κατ’ ἐμοῦ ἀπευθυνθεῖσα, εἶναι ἐντελῶς ἄδικος.

§30ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὡς ἐτέθη τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπὸ τοῦ πρώτου λαβόντος τὸν λόγον ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας, ὅτι τουτέστιν ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν εἰς τὸ ἄκρον μέτρον τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ρωμουνίας, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, διότι ἐκ τῶν πρώτων καθηκόντων μου ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐγκύψω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐπὶ τόπου, οὕτως εἰπεῖν, νὰ σπουδάσω αὐτό. Διαφωνῶ δὲ ῥιζηδὸν πρός τε τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Αἰγιαλείας καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Μαντινείας, τὸν πρώην Πρωθυπουργόν, ὅτι ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ρωμουνίας δὲν ἦτο ἐνδεδειγμένη, διότι ταύτην θεωρῶ οὐ μόνον ἐνδεδειγμένην, ἀλλὰ καὶ ἐπιβαλλομένην ἐκ τῶν περιστάσεων. Δὲν θὰ εἴπω νέα πράγματα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπομνήσω εἰς αὐτὴν τὸν χρόνον, ἀφ’ οὗ διεξάγεται ὁ ἀνταγωνισμὸς αὐτὸς, ὁ φυλετικὸς ἢ ἐθνικὸς, μεταξὺ Ρωμουνίας καὶ Ἑλλάδος. Ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος ἀνέρχεται εἰς τὴν ἡγεμονείαν τοῦ Κούζα, καὶ προσφάτους ἔχετε ἀκόμη εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν τὰς οἰμωγὰς τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν τριῶν ἄλλων πατριαρχικῶν θρόνων, ἐπὶ τῇ δημεύσει τῆς πλουσίας ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Τοῦτο ἦτο τὸ πρῶτον διάβημα, τὸ ὁποῖον ἀνέδειξε τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ὁδὸν, ἣν εἶχε διαγράψει ἡ Κυβέρνησις τῶν τότε δύο ἡγεμονιῶν ἐπὶ τῶν πρὸς τοὺς Ἕλληνας σχέσεων. Τὸ πρῶτον τοῦτο διάβημα ἐπηκολούθησεν ἡ κατάργησις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἀπὸ τῶν θρησκευτικῶν τελετῶν, καὶ ἀμείλικτος ἐκηρύχθη πόλεμος κατὰ τῶν Ἑλλήνων μοναχῶν, τῶν κατοικούντων ἐν Ρωμουνίᾳ εἰς τὰ μοναστηριακὰ κτήματα, ὁσάκις συνελαμβάνοντο ψάλλοντες τὰς ἀκολουθίας ἑλληνιστί. Ἔκτοτε ἀλλεπάλληλα ἐπηκολούθησαν μέτρα, σκοπὸν ἕνα καὶ μόνον ἔχοντα, τὴν καταδίωξιν τῶν Ἑλλήνων. Ἐὰν παρακολουθήσητε τὴν ἀνάπτυξιν τῆς φορολογικῆς, τῆς διοικητικῆς καὶ τῆς ὅλης νομοθεσίας τῆς Ρωμουνίας, τοῦτο θὰ ἴδητε ἐν αὐτῇ, τὸ πῶς νὰ καταδιώξῃ τὸν ἐν Ρωμουνίᾳ ἄλλοτε ἀκμάζοντα Ἑλληνισμὸν, ἵνα ἐξαναγκάσῃ αὐτὸν εἰς τὸν ἐκρωμουνισμόν. Καὶ τὸ κατώρθωσε, Κύριοι, ἐν μέρει· διότι πολλοὶ ἐκ τῶν ἐγκατεστημένων ἐκεῖ ὁμογενῶν ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπιδιώξωσι, νὰ παρακαλέσωσι μάλιστα, ἵνα δοθῇ αὐτοῖς ἡ ῥωμουνικὴ πολιτογράφησις. Ἔμπορος, Κύριοι, δὲν ἠδύνατο νὰ μετέλθῃ τὸ ἔργον αὑτοῦ, μεσίτης δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ δημοσίᾳ, ἰατρὸς νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ, κάπηλος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς ἀγροτικόν τι κτῆμα, πλανόδιος πωλητὴς δὲν ἠδύνατο νὰ μετέλθῃ τὸ ἔργον αὑτοῦ ἐν ταῖς παραδουναβίοις πόλεσι, χωρὶς νὰ ὑφίσταται παντὸς εἴδους δυσκολίας, ἐὰν εἶχε τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι οἱ ἀπαγορευτικοὶ, πρὸς τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον τοῦ ἐκρωμουνισμοῦ τῶν ξένων τείνοντες, εἶχον τὸν γενικὸν χαρακτῆρα τῶν νόμων, ἀλλὰ κυρίως εἰς τοὺς Ἕλληνας ἀπέβλεπον, διότι ἔπληττον ὅ,τι μακρόθεν ἢ ἐγγύθεν ἐνδιέφερεν αὐτούς. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὸ ζήτημα τῆς κατοχῆς ἀγροτικῶν κτημάτων καὶ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Ρωμουνικοῦ Συντάγματος, τὸ μεταῤῥυθμισθὲν κατὰ τὸ 1879, διότι τοῦτο θὰ μὲ ἔφερε μακράν. Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, καὶ κατ’ αὐτῶν τῶν ἐγκατεστημένων ἐν Ρωμουνίᾳ ἀπὸ παλαιοτάτων χρόνων Ἑλληνικῶν κοινοτήτων μετῆλθον μέτρα καταπιεστικά, καὶ ἀπηγόρευσαν τὴν τέλεσιν τῶν θρησκευτικῶν τελετῶν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ, ὑποχωρήσαντες κατόπιν καὶ κατ’ ἀνοχὴν ἐπιτρέψαντες τὴν χρῆσιν τῆς Ἑλληνικῆς, ἐπεμβάντες εἰς τὰ τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἐξαναγκάσαντες τοὺς ἐφόρους τῶν Ἑλληνικῶν ἐκκλησιῶν νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῶν κατὰ τόπους ἀρχιερέων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, Κύριοι, συχνότατα ἐν Ρωμουνίᾳ ἐγεννᾶτο τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῶν κληρονομιῶν τῶν ἡμετέρων ὁμοφύλων, τῶν ἐκεῖ ἀποθνησκόντων. Ὁ ἀναδιφῶν, Κύριοι, τοὺς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀποκειμένους φακέλλους, τοὺς σχετικοὺς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, θὰ ἀγανακτήσῃ, βλέπων ὁποίας στρεψοδικίας, ὁποίας δυσκολίας μετήρχετο ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ διευκολύνῃ πρὸς τοῦτο τὸ ἔργον τῆς ἡμετέρας προξενικῆς ἀρχῆς· διότι καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας οὐχὶ μικρὰς παρέχει ἐν Ρωμουνίᾳ δυσκολίας, ἰδίως ἕνεκα τῆς στριφνότητος τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως. Μία τοιαύτη ἀφορμὴ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐδόθη, καὶ ἠπειλήθη ἡ διάῤῥηξις τῶν σχέσεων, καὶ ἀνεκλήθη τότε ὁ ἡμέτερος ἐν Βουκουρεστίῳ ἀντιπρόσωπος, προκειμένου περὶ τῆς κληρονομίας τοῦ Σάῤῥου, διότι ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον θρασύτητος, ὥστε νὰ ἀπευθύνῃ αὐθαδέστατον ἔγγραφον πρὸς τὴν ἡμετέραν Πρεσβείαν, πρὸς ὃ ὁ ἡμέτερος ἐπιτετραμμένος ἀνταπήντησεν ἀναλόγως τοῦ ὕφους τοῦ Ρωμούνου Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐπέστρεψεν ὀπίσω τὸ ἔγγραφον τῆς ἡμετέρας Πρεσβείας, ὡς ἀπαράδεκτον. Καὶ ὁ ὑπογράψας τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωμουνίας ἔφερε, Κύριοι, ἑλληνικὸν ὄνομα, διότι ἦτο καὶ ἐκ καταγωγῆς καὶ ἐκ γένους Ἕλλην!

§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ἐλέγετο;

§32ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Φερεκύδης.

§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ποῖος ἦτο τότε;

§34ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ κ. Μιχαὴλ Δουρούτης. Εἴχομεν, Κύριοι, συνθήκην προξενικὴν μετὰ τῆς Ρωμουνίας, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐκανονίζοντο αἱ ἡμέτεραι σχέσεις, καὶ διηυκολύνετο τὸ ἔργον τῶν προξένων ἡμῶν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν Ἑλληνικῶν ὑποθέσεων· διότι σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ρωμουνία ἐν Ἑλλάδι οὐδὲν ἔχει νὰ ἐπιδιώξῃ, ἑπομένως ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἔχομεν ἐδῶ νὰ ἐφαρμόσωμεν κατ’ αὐτῶν τὰ ἀντίποινα, ἕνεκα δὲ τοῦ λόγου τούτου εἴμεθα χειροδέσμιοι εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς παραδεδεμένοι, ὁσάκις θέλῃ νὰ μετέλθῃ καθ’ ἡμῶν αὐθαιρεσίαν. Ἀλλ’ ἡ συνθήκη αὕτη, ἡ ὁποία ἐκανόνιζε μέχρι τοῦ ἔτους 1885 τὰς σχέσεις ἡμῶν, κατηγγέλθη ἀμφοτέρωθεν· ἔκτοτε ὅμως πᾶσαι αἱ διεξαχθεῖσαι πρὸς τὴν Ρωμουνίαν διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν νέας συνθήκης ἐναυάγησαν, καὶ ἐναυάγησαν σκοπίμως ἐκ μέρους τῆς Ρωμουνίας, ἕνεκα δὲ τούτου ἠναγκάσθημεν, συνεπείᾳ προφορικῆς συνεννοήσεως, νὰ ἐφαρμόζωμεν, ὁσάκις ἡ περίπτωσις ἐπαρουσιάζετο, τὴν ἰταλικὴν συνθήκην σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῶν κληρονομιῶν. Ἀλλὰ καὶ ταύτην, Κύριοι, καίπερ τῆς προφορικῆς ταύτης συνεννοήσεως ἐπελθούσης μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, ἡ Ρωμουνία ἐφαρμόζει ὁσάκις τὸ ἐγκρίνῃ, ὁσάκις δὲν τὸ ἐγκρίνῃ, προτάσει τὴν ἔλλειψιν συνθήκης· τοῦτο δὲ καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ ἐπεισόδειον ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἐμνήσθην. Ἦλθεν ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ ζήτημα τῆς κληρονομίας Ζάππα. Ἴσως ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀκριβῆ ἰδέαν τῆς στάσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἐὰν δὲν νομίζῃ ὅτι θὰ φανῶ φορτικὸς πρὸς αὐτὴν, ἐν συνόψει νὰ πληροφορήσω αὐτὴν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ μιᾶς μόνον περιουσίας, τῆς τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησαν οἱ δύο προαγορεύσαντες ἐξ Αἰγιαλείας καὶ Μαντινείας ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἀλλὰ πρόκειται περὶ δύο περιουσιῶν διακεκριμένων καὶ περὶ δύο διαθηκῶν διακεκριμένων, τῆς τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, τοῦ ἀποθανόντος κατὰ τὸ ἔτος 1865, καὶ τῆς τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, τοῦ πρὸ μικροῦ ἀποθανόντος, διότι ἀμφοτέρας τὰς περιουσίας ταύτας διεκδικεῖ ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον τὴν τοῦ Εὐαγγέλη, ἀλλὰ καὶ τὴν τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ Εὐαγγέλης Ζάππας, ὡς γνωστὸν, διὰ τῆς διαθήκης του ἀφῆκεν ἐπικαρπωτὴν τῆς περιουσίας του τὸν ἐξάδελφόν του Κωνσταντῖνον, τὸν πρὸ μικροῦ ἀποβιώσαντα, μετὰ δὲ τὸν θάνατον αὐτοῦ, ὥρισεν, ἵνα ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία του—διότι τὴν κινητὴν τὴν ἐκληροδότησε πρὸς τὸν ἐξάδελφόν του ἐν πλήρει κυριότητι—περιέλθη εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων. Ὁ Εὐαγγέλης ἀπεβίωσε κατὰ τὸ ἔτος 1865, τὴν περιουσίαν ταύτην τὴν ἐνέμετο ὡς ἐπικαρπωτὴς μέχρι τοῦ θανάτου του ὁ Κωνσταντῖνος, ὡς τοιοῦτος δὲ, ἤρχετο εἰς σχέσεις πρὸς τὴν Ρωμουνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰς Ρωμουνικὰς ἀρχάς. Ἀλλ’ ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἦτο ἐν πλήρει γνώσει, ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας δὲν ἦτο ἢ ἁπλοῦς ἐπικαρπωτὴς τῆς περιουσίας ταύτης, καὶ ὅτι ὁ ψιλὸς κύριος, εἰς ὃν ἐπεφυλάσσετο ἡ περιουσία μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Κωνσταντίνου, ἦτο τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, εἴτε ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων’ ἐν γνώσει τούτου ἐδέχετο κατ’ ἔτος τὴν πληρωμὴν κληροδοτήματος, καταλειφθέντος ὑπὸ τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα εἰς τὴν Ρωμουνικὴν Ἀκαδημίαν, καὶ ἔδιδε τὰς δεούσας ἀποδείξεις, διότι ἡ καταβολὴ ἐγίνετο ὑπὸ τῆς Πρεσβείας διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὴν Ρωμουνικὴν Ἀκαδημίαν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, τὸ ἔγκυρον τῆς διαθήκης καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν ὡς πρὸς τὴν κληρονομίαν τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον ἡ Κυβέρνησις τῶν δύο Ἡγεμονιῶν,—διότι ὑπὸ τοιοῦτον ὄνομα ἦτο τότε γνωστὴ ἡ ὑποτελὴς Ἡγεμονία τῆς Μολδοβλαχίας,—ἀνεγνώρισεν ἐπισήμως, καὶ εἰς τὴν συλλογὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχετε ἐκεῖ τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ περιέχον τὴν τοιαύτην ἀναγνώρισιν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὰ Ρωμουνικὰ δικαστήρια τὰ τότε, διὰ τοῦ ὁποίου ταῦτα ἐπιτάσσονται νὰ ἀπέχωσι πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, ὃν ἀναγνωρίζουσιν ὑπήκοον Ἕλληνα, καὶ δὲν ἠδύναντο, παρὰ νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν, διότι αὐτὸς ἔφερε βαθμὸν στρατιωτικὸν Ἑλληνικὸν, τὸν τοῦ ταγματάρχου, ἅτε ὑπηρετήσας κατὰ τὴν ἐπανάστασιν. Οὕτως ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε, λέγω, τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ἑλληνικῆς προξενικῆς ἀρχῆς, τῆς ἐξασκούσης τότε, δυνάμει τοῦ δικαιώματος τῆς ἑτεροδικίας, δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐν Ρωμουνίᾳ. Ὅτε ὅμως ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας ἀπεβίωσε,—καὶ ἀπεβίωσε μακρὰν τοῦ Βουκουρεστίου,—τότε ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις τὸ πρῶτον ἤγειρεν αὐτὰς τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας βλέπομεν ἐκτιθεμένας ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ δὲν ἐτόλμησε μὲν τὸ κατ’ ἀρχὰς νὰ διατυπώσῃ ἀξιώσεις ἐπὶ δικαιώματος ἀνεγνωρισμένου, ἀλλ’ ἠθέλησεν, οὕτως εἰπεῖν, ἐμμέσως νὰ παρέμβῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ὑποστηρίζουσα, τί νομίζετε; τὸ ἑξῆς. Ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπικαλεῖται, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου εἶπε, τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος αὐτῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύεται εἰς μὴ Ρωμοῦνον ἡ κατοχὴ ἀγροτικῶν κτημάτων...

§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.

§36ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὡμιλήσατε περὶ ὀπισθενεργείας τοῦ 7ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, ἀποθανόντος τῷ 1865.

§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὡμίλησα περὶ τῶν κληρονόμων τοῦ διαθέτου, ὑπέθεσα, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ τοιαύτη ἔνστασις.

§38ΣΤΕΦΑΝΟΥ. .. Ἀλλὰ μεταχειρίσθη ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις τὸν ἑξῆς τρόπον, ἵνα παρέμβῃ καὶ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῶν κτημάτων τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα. Μετὰ πάροδον 25 ἐτῶν ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ Εὐαγγέλη, ἐνεφανίσθησαν κληρονόμοι ἐξ ἀδιαθέτου, ἀπόγονοι ἑνὸς ἀδελφοῦ του, διεκδικοῦντες κατὰ τοῦ Κωνσταντίνου, τοῦ ἐπικαρπωτοῦ τότε τῆς περιουσίας, τὴν κληρονομίαν τοῦ θείου των, ἀξιοῦντες ὅτι ἡ διαθήκη ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶχε συντάξει κατὰ τὸ ἔτος 1860 ὁ Εὐαγγέλης, ἦτο ἄκυρος, ἢ μᾶλλον ἐφάνησαν, ὅτι ἠγνόουν τὴν ὕπαρξιν διαθήκης, διεξεδίκησαν δὲ, ὡς ἐξ ἀδιαθέτου συγγενεῖς, τὴν κληρονομίαν τοῦ Εὐαγγέλη, ἐπιφυλασσόμενοι, ἐὰν ἡ διαθήκη, ἣν καλῶς ἐγνώριζον, τοῖς ἀντετάσσετο, νὰ ἀποκρούσωσιν αὐτήν, ὡς ἄκυρον. Ἡ δίκη αὕτη εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1890, κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο οὐδέποτε ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἔδειξεν ἐν τῇ δίκῃ σημεῖα ζωῆς, ἢ ἀξιώσεων ἐπὶ τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα. Ὅτε ὅμως ὁ Κωνσταντῖνος ἀπέθανε, καὶ ἡ εὐκαιρία τῇ ἐφάνη πρόσφορος, ἵνα θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς περιουσίας ταύτης, τότε μετεχειρίσθη τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα· εἶπε πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἀντιπροσωπευομένην ὑπὸ τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ ἡμετέρας Πρεσβείας: «Οἱ συγγενεῖς τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα διεκδικοῦν τὴν κληρονομίαν του, ὡς ἐξ ἀδιαθέτου συγγενεῖς, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν εἶναι συγγενεῖς ἀνεγνωρισμένοι, οὔτε ἐγὼ ποτὲ τοὺς ἀνεγνώρισα, οὔτε τὰ δικαστήριά μου· λοιπὸν εἶναι πολὺ πιθανὸν, ὅτι θὰ ἀποτύχουν ἐν τῇ δίκῃ, καὶ θὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀγωγή των· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀποῤῥιπτομένης τῆς ἀγωγῆς αὐτῶν, ἡ περιουσία αὕτη θὰ θεωρηθῇ ἐκκειμένη ἄνευ κληρονόμου. Ἔρχομαι λοιπὸν ἐγὼ ὡς κληρονόμος, λόγῳ ἀκληρίας, σὺ δὲ εἶσαι ἀνίκανος νὰ κληρονομήσῃς, διότι ἀντιπροσωπεύεις ἠθικὸν πρόσωπον ξένον, μὴ ἀνεγνωρισμένον παρ’ ἐμοῦ· ἐντεῦθεν ἔχω συμφέρον νὰ παρασταθῶ εἰς τὴν δίκην αὐτὴν, διότι αὐτὴ ἡ κληρονομία, ἡ ὁποία διεκδικεῖται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κληρονόμους τοῦ Εὐαγγέλη, εἶναι πιθανὸν, ἂν ὄχι καὶ βέβαιον, ὅτι θὰ περιέλθῃ εἰς ἐμέ.» Καὶ διὰ τοῦτο ἐνεφανίσθη τὸ Ρωμουνικὸν Δημόσιον ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τοῦ Πρωτοδικείου Γιαλομίτσης, καὶ ἐζήτησε, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ρωμουνικοῦ κώδικος, νὰ θέσῃ ὁ Πρόεδρος αὐτὸ τὸ Ρωμουνικὸν Δημόσιον εἰς τὴν διακατοχὴν τῆς περιουσίας, ἰσχυριζόμενον, ὅτι, «ἀφοῦ ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας, ὁ ὁποῖος κατεῖχε τὴν περιουσίαν ὡς ἐπικαρπωτὴς, ἐξέλιπεν, ἐγὼ ἔρχομαι πλέον ὡς κληρονόμος, καὶ ἂς ἔλθουν αὐτοὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ἀξιοῦντες κληρονομικὰ δικαιώματα, νὰ ζητήσουν ἀπὸ ἐμὲ τὴν κληρονομίαν». Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀρθῶς τῇ εἶπε: «Τί ζητεῖς κατοχὴν κληρονομίας, ἀφοῦ ὑπάρχει διαθήκη, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀποθανόντος τοῦ ἐπικαρπωτοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, εἶμαι ἐγὼ κληρονόμος, ἤτοι ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, ἥτις ἀποτελεῖ ἐν τῷ Κράτει μου κλάδον δημοσίας διοικήσεως, ἑπομένως ἐγὼ τὴν ἀντιπροσωπεύω, λοιπὸν εἰς ἐμὲ θὰ περιέλθῃ ἡ περιουσία. Ἐὰν σὺ ἀξιοῖς δικαιώματα ἐπὶ τῆς περιουσίας αὐτῆς, δύνασαι μὲν νὰ τὰ ἐνασκήσῃς, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ τεθῶ ἐν τῇ διακατοχῇ τῆς περιουσίας, ὡς ἐκ διαθήκης κληρονόμος.» Ἐνταῦθα δὲ ἐγεννήθη ἡ σύγκρουσις. Τὸ ζήτημα ἐτέθη ὡς ἑξῆς: Ὑπαρχούσης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων, κληρονόμου ἐκ διαθήκης τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, διαθήκης, ἀνεγνωρισμένης ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας ὑπ’ αὐτῆς τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ἠδύνατο ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, λόγῳ ἀκληρίας τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, νὰ ἔλθῃ σήμερον καὶ νὰ διεκδικῇ τὴν περιουσίαν αὐτὴν, καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη, ἡ μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων ἐγερθεῖσα, εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ὡς προέλεγον ὑμῖν, ἀνεξαρτήτως τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, ὑπάρχει καὶ ἡ κληρονομία τοῦ Κωνσταντίνου. Ἐπ’ αὐτῆς δὲ τῆς ὑποθέσεως, Κύριοι, ἡ διαγωγὴ τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅ,τι αὐθαίρετον ὑπάρχει· διότι, ἐνῷ μέχρι τοῦδε, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν περίπτωσιν, ἣν ὑπηνίχθην πρὸ ὀλίγου, τῆς κληρονομίας τοῦ Σάῤῥου, ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἐφήρμοζε, προκειμένου περὶ ἐκκαθαρίσεως κληρονομιῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, τὰς διατάξεις τῆς Ἰταλικῆς συνθήκης, κατὰ τὴν προφορικὴν μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων συνεννόησιν, κατὰ τὰς διατάξεις δὲ τῆς συνθήκης ταύτης, ὁ πρόξενος ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς κληρονομίας, τουτέστι νὰ θέτῃ σφραγίδας, νὰ ἐκτελῇ τὴν ἀπογραφὴν, καὶ νὰ κρατῇ τὴν περιουσίαν ἐπὶ ἓξ μῆνας, μέχρις οὗ ἐξοφληθῶσιν οἱ τυχὸν δανεισταὶ ἰθαγενεῖς Ρωμοῦνοι ἐκ τῆς κληρονομίας, νὰ παραδίδῃ δὲ ταύτην εἴτε εἰς τοὺς ἐξ ἀδιαθέτου, εἴτε εἰς τοὺς ἐκ διαθήκης κληρονόμους, ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἠρνήθη πλέον ἐπὶ τῆς κληρονομίας Ζάππα νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν συνθήκην· καὶ ἐνῷ τὸ Προξενεῖον, ἀκολουθοῦν τὴν μέχρι τοῦδε πρᾶξιν, ἅμα τῷ θανάτῳ τοῦ Κωνσταντίνου ἔθεσε σφραγίδας ἐπὶ τῆς περιουσίας αὐτοῦ, ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τοὺς δικαστὰς αὐτῆς, καὶ μετέβησαν ἐπὶ τόπου, ἦραν τὰς σφραγίδας τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας καὶ ἐπέθεσαν τὰς ἰδικάς των, μόλις δὲ καὶ μετὰ βίας συγκατένευσε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος νὰ παραστῇ κατὰ τὴν ἀπογραφὴν, ὡς πρόσωπον ἄφωνον. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, Κύριοι, ἀλλὰ θέσαντες οἱ Ρωμοῦνοι δικασταὶ τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ χρηματοκιβωτίου τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, ἀφήρεσαν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ πρωτότυπον τῆς διαθήκης τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, τὸ ὁποῖον κατὰ τύχην εὑρέθη εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, διότι τοῦτο ἐφυλάσσετο ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Προξενείου, καὶ ἐξ ἁβρότητος τὸ Προξενεῖον, ἵνα κάμῃ χρῆσιν τῆς διαθήκης ταύτης ὁ Κωνσταντῖνος ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἀποκρούων τὰς ἀξιώσεις τῶν ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμων τοῦ Εὐαγγέλη, παρέδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ πρωτότυπον τῆς διαθήκης. Ἔθεσαν, λέγω, τὴν χεῖρα οὐ μόνον ἐπὶ τῆς διαθήκης τῆς πρωτοτύπου τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς πρωτοτύπου διαθήκης τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, καὶ παραλαβόντες ἀμφοτέρας τὰς διαθήκας ταύτας κατέθεσαν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ρωμουνικοῦ δικαστηρίου τοῦ Βουκουρεστίου, ὁπόθεν οὐδὲ ἀντίγραφον ἑλληνιστὶ ἐπιτρέπεται νὰ λάβωμεν, ἀλλὰ μόνον ἐκ τῆς ῥωμουνικῆς μεταφράσεως. Μετὰ τοῦτο δὲ, τὸ Ρωμουνικὸν Δημόσιον ἔρχεται καὶ διεκδικεῖ καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, ὅση εὑρίσκεται ἐν Ρωμουνίᾳ, στηριζόμενον εἰς τὸ ὅτι αὕτη ἀποτελεῖ ἓν μετὰ τῆς τοῦ Εὐαγγέλη ἀναπόσπαστον μέρος. Εἰς μάτην, Κύριοι, ἀπέβησαν πᾶσαι αἱ παραστάσεις, αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Πρεσβείας πρὸς τὴν Ρωμουνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν ἀναγνώσητε τὰ ἔγγραφα, τὰ κατατεθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἴδητε ὁποίου εἴδους ἐπιχειρήματα ἀντιτάσσει ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις κατὰ τῶν ἀκαταγωνίστων ἐπιχειρημάτων τῆς ἡμετέρας Πρεσβείας. Ἀλλ’ ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις δὲν εἶχε μόνον ὑπ’ ὄψιν ὅσα πρὸ μικροῦ ἀνέφερον ὑμῖν, ἀλλ’ εἶχε καὶ ἄλλα παραδείγματα, ἅτινα ἔπεισαν αὐτὴν, ὅτι ματαίως περιωρίζετο εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν ἐγγράφων πρὸς τὴν Ρωμουνικὴν Κυβέρνησιν· εἴχομεν προηγούμενον παράδειγμα αὐθαιρεσίας καὶ ἁρπαγῆς,—διότι αὕτη εἶναι ἡ κυριολεξία,—εἴχομεν τὸ παράδειγμα κληρονομίας πλουσίας Ἑλληνίδος μὲν τὸ γένος καὶ τὴν καταγωγὴν, ἀλλ’ ὑπηκόου Ρωμουνίδος, τῆς ἀοιδίμου Καστρισίου, τὴν ὁποίαν εἶχε κληροδοτήσει εἰς τὰς κοινότητας Θεσσαλονίκης καὶ Ἰωαννίνων, καὶ τὴν ὁποίαν ἐπὶ 25 ἔτη διεχειρίσθη ὁ γραπτὸς κληρονόμος τῆς Καστρισίου· καὶ ὅμως ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, μετὰ 25 ὅλα ἔτη, ἅμα τῷ θανάτῳ τοῦ διαχειριστοῦ καὶ ἐπικαρπωτοῦ, κατέλαβε τὴν περιουσίαν ταύτην, ὡς ἀδέσποτον, καὶ τὴν νέμεται, κατισχύσασα καὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ὡς ἦτο ἑπόμενον. Ἔσχε πρὸ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν τὸ παράδειγμα τῆς κληροδοσίας τοῦ ἀειμνήστου Δοσιθέου Ἱεραπόλεως καὶ τῶν κληροδοτημάτων, ὅσα φιλογενεῖς Ἕλληνες κατέλιπον εἰς τὴν Ριζάρειον Σχολὴν, τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ πολιτικὸν Νοσοκομεῖον, τὸ Ἀμαλίειον Ὀρφανοτροφεῖον, τὸν Σύλλογον πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων καὶ ἄλλα ἐθνωφελῆ ἱδρύματα, ὧν τὰ κληροδοτήματα ἀπώλοντο, διότι ἡ Ρωμουνικὴ νομολογία δὲν ἀναγνωρίζει ξένα νομικὰ πρόσωπα. Ἦτο δὲ αὐτόχρημα εἰρωνεία νὰ παραπέμψῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰ Ρωμουνικὰ δικαστήρια. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, Κύριοι, ἑνὸς κληροδοτήματος, τὸ ὁποῖον κατώρθωσεν εὐαγὲς ἑλληνικὸν ἵδρυμα νὰ λυτρώσῃ ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς Ρωμουνικῆς δικαιοσύνης. Ἀπέναντι λοιπὸν τῆς στάσεως ταύτης τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ρωμουνικῶν ἀρχῶν, ἀπὸ τῆς ἀνωτάτης μέχρι τῆς κατωτάτης, ποία ἦτο ἡ στάσις καὶ ἡ πορεία, ἥτις ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν; Συνεζητήθη τὸ ζήτημα διὰ μακρῶν παρ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, τῆς τε Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ τῆς ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, καὶ συνεζητήθη οὐ μόνον ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ ἐν Βουκουρεστίῳ, ζητηθείσης τῆς γνώμης καὶ τῶν ἐκεῖ δικηγόρων καὶ τοῦ ἀποσταλέντος ἐπὶ τούτῳ νομικοῦ συμβούλου εἰς Βουκουρέστιον· διότι βεβαίως τὸ διάβημα τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων δὲν ἦτο ἐκ τῶν κοινῶν, οὔτε ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τοῦτο ἐκ τοῦ προχείρου καὶ ἄνευ περισκέψεως, ἀλλ’ ἐσταθμίσθη σπουδαίως καὶ σοβαρῶς ἡ πορεία τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, αἱ φανεραὶ διαθέσεις αὐτῆς, ἐλήφθησαν δ’ ὑπ’ ὄψει καὶ αἱ γενόμεναι ἐν ταῖς Ρωμουνικαῖς Βουλαῖς συζητήσεις, ὅπου ῥήτορες καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιφρουρήσῃ τὰ δῆθεν δικαιώματα τοῦ Ρωμουνικοῦ Δημοσίου ἀπέναντι τῆς ἅρπαγος Ἑλλάδος! Ἐκ τῶν συζητήσεων δ’ ἐκείνων προκύπτουσι κατάδηλα τὰ ἀδικαιολόγητα μίση, τὰ ὁποῖα ἐμφωλεύουσιν εἰς τὰ στέρνα τῶν Ρωμούνων κατὰ τῶν Ἑλλήνων, ὡς δῆθεν ἀποῤῥοφώντων τὸ αἷμα αὐτῶν, διότι διὰ τῆς ἐργασίας των κατορθόνουσι νὰ σχηματίζωσιν οἱ Ἕλληνες περιουσίας, διότι βλέπουσιν οἱ Ρωμοῦνοι εἰς τὰ στήθη τῶν Ἑλλήνων ζωηρὰν μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς τῆς ζωῆς των τὴν ἀγάπην των πρὸς τὴν μητέρα πατρίδα, διότι βλέπουσιν αὐτοὺς ἐγκαταλείποντας τὴν περιουσίαν των εἰς τὴν Ἑλλάδα χάριν εὐεργετικῶν σκοπῶν. Συνεζητήθη, λέγω, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, καθὼς καὶ τὸ τῆς διαμαρτυρήσεως, ὁποῖον παρέστησεν ἡμῖν αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος· ἀλλ’ εἰς ποῖον πρακτικὸν συμπέρασμα ἠδυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν, ἐὰν τὸ μέτρον τοῦτο ἐτίθετο ἐν ἐνεργείᾳ; Διότι ἐνταῦθα, Κύριοι, δὲν ἐπιδιώκομεν ἁπλῶς ἐκδήλωσιν αἰσθημάτων ἀγανακτήσεως, λόγῳ τῶν παραγνωριζομένων δικαιωμάτων μας, ἀλλὰ μέτρα πρακτικὰ, δυνάμενα νὰ καταλήξωσιν, οὐ μόνον εἰς τὴν διάσωσιν τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα καὶ τῆς τοῦ Κωνσταντίνου, ἥτις βεβαίως, ὡς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν εἶπε, δὲν θὰ διορθώσῃ τὰ οἰκονομικά μας, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν μέτρα, δυνάμενα νὰ φέρωσιν εἰς συναίσθησιν τὴν Ρωμουνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ ἐκθέσωσιν αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, οὕτω πρὸς ἡμᾶς πολιτευομένην, ἵνα σώσωμεν τοὐλάχιστον εἰς τὸ μέλλον τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ἔτι ὑπάρχοντα ἐν Ρωμουνίᾳ. Εἶχον λάβει τὴν τιμὴν, Κύριοι, νὰ προσκληθῶ εἰς ἐπανειλημμένα συμβούλια ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, ὅτε προΐστατο τῆς Κυβερνήσεως, διότι, καθὼς εἶπον ὑμῖν, εἶχον λάβει ἀφορμὴν ἐκ τῶν προηγουμένων καθηκόντων μου νὰ γνωρίζω τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐκεῖ δὲ ἀνεπτύχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου ἡ θεωρία, ἣν σήμερον ὑπεστήριξε, τῆς διαμαρτυρήσεως· ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ὠφείλαμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν δικαστικὴν ὁδὸν, καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ νὰ ἐπιφυλάξωμεν εἰς ἑαυτοὺς τὴν διπλωματικὴν ἐνέργειαν, διαμαρτυρόμενοι ἀπὸ τοῦδε διὰ πᾶσαν ἐνδεχομένην παραβίασιν τῶν κανόνων τοῦ δικαίου. Ἐγὼ εἰς τοῦτο διεφώνησα, φρονῶν ὅτι, ἐὰν παρεδεχόμεθα τὴν δικαστικὴν ὁδὸν, βεβαίως ἀπεκλείετο ἡμῖν πλέον ἡ διπλωματικὴ, διότι ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀντιτάξει ἡμῖν, ὅτι ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων της, καὶ ὠφείλαμεν ἑπομένως νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀπόφασίν των.

§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ἀντίῤῥησις νὰ ἐμφανισθῶμεν εἰς τὰ δικαστήρια ὡς πρὸς τοὺς ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμους. Τὸ ζήτημα ἦτο, ἂν ἔπρεπε νὰ παρασταθῶμεν, ἐφ’ ὅσον ἠθέλομεν ἔλθει ἀντιμέτωποι πρὸς τὴν Ρωμουνικὴν Κυβέρνησιν.

§40ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παρασταθῶμεν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἂν δὲν κατεθέτομεν ἐγγύησιν πέντε χιλιάδων δραχμῶν.

§41ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία φάσις τοῦ ζητήματος· διότι μέχρι τοῦδε εἰς τὰ δικαστήρια παρίστατο ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας, διότι κατ’ αὐτοῦ διεξεδικεῖτο ὑπὸ τῶν ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμων ἡ κληρονομία τοῦ Εὐαγγέλη, καὶ δι’ αὐτὸ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ἐγγυοδοσίας καὶ ζῶντος τοῦ Κωνσταντίνου· ἀλλὰ τότε τὸ δικαστήριον ἀπήλλαξε τῆς ἐγγυοδοσίας τὸν Κωνσταντῖνον, διότι καὶ οἱ ἐνάγοντες αὐτὸν ἦσαν ἀλλοδαποί. Ὅτε ὅμως παρενέβη ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, μεταβαλὸν γνώμην τὸ δικαστήριον, τὴν ὑπεχρέωσε νὰ καταθέσῃ ἐγγύησιν πέντε χιλιάδων φράγκων.

§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατέθεσεν;

§43ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀνεβλήθη ἡ δίκη, μέχρις οὗ καταθέσῃ. Ἐὰν λοιπὸν περιωριζόμεθα εἰς ἁπλᾶς διαμαρτυρήσεις, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; ὅτι ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε τὰς λάβει ὑπ’ ὄψιν. Διότι τί ἄλλο εἶναι ὅλα τὰ ἀνταλλαχθέντα ἔγγραφα μεταξὺ τῆς Πρεσβείας ἡμῶν καὶ τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, παρὰ ἀδιάκοπος διαμαρτυρία κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἄνευ δικαιώματος παρεμβάσεως τῆς Ρωμουνικῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ κληρονομίᾳ τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα;

§44ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ κάμωμεν διαμαρτύρησιν δι’ ἰδιαιτέρου ἐγγράφου, ἀλλὰ μόνον νὰ δηλώσωμεν ἐνώπιον τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζομεν τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῶν ὡς πρὸς τὸ Ρωμουνικὸν Δημόσιον, καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν τὴν διπλωματικὴν ὁδόν. Αὐτὸ εἶναι ἡ διαμαρτύρησις.

§45ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ ἂν τὸ δικαστήριον δὲν τὴν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν; — καὶ ὀρθῶς· διότι ἐνώπιον δικαστηρίων δὲν δύναταί τις νὰ διαμαρτύρηται καὶ οὐχ ἧττον νὰ δικάζηται.

§46ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐξήτασα τὰς ἐνδεχομένας λύσεις τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ εἶπον ὅτι, ἂν οἱ ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμοι ἤθελον κερδήσει ἐνώπιον τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, ἔπαυε πᾶσα ἀφορμὴ διπλωματικῆς διενέξεως. Ἂν πάλιν ἡ περιουσία ἐπεδικάζετο εἰς τὸ Ρωμουνικὸν Δημόσιον, ἡ ἀπόφασις ἤθελεν ὠφελεῖ ἡμᾶς, ὡς ἀποῤῥίπτουσα τὰς ἀξιώσεις τῶν ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμων, καὶ περιορίζουσα τὴν ὑπόθεσιν μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων. Κατὰ δὲ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως ἠδυνάμεθα τότε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν διπλωματικὴν ὁδόν.

§47ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν ἀπεδεχόμεθα τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα, ἢ οἱανδήποτε ἀπόφασιν τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, καθὼς ὑμεῖς ὑποθέτετε, ἠθέλομεν ἀναγνωρίσει τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, καὶ ἤθελεν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἡ Ρωμουνικὴ ἓν ἐπιχείρημα διπλωματικόν· ἤθελεν ἀντιτάξει ἡμῖν ἔνστασιν ἀπαραδέκτου, ὅτι τὸ ζήτημα ἐλύθη δικαστικῶς.

§48ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τυπικαὶ ἐνστάσεις ἀπαραδέκτου ἐπὶ τῶν διπλωματικῶν ζητημάτων δὲν ὑπάρχουσι. Ταῦτα ἐξετάζονται κατ’ οὐσίαν.

§49ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τέλος, Κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, πρὸς τὴν ὁποίαν συνεφώνησε καὶ ὁ εἰδικὸς νομικὸς σύμβουλος, ὅστις εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς Ρωμουνίαν, καὶ οἱ δικηγόροι ἡμῶν, ὁ κ. Βοερέσκος καὶ ὁ κ. Βόρνεα, οἵτινες ἀπεδέχθησαν τὴν γνώμην μου ἀνεπιφυλάκτως. Λέγω λοιπόν, ἵνα μὴ κουράσω περιπλέον τὴν Βουλήν, ὅτι συνεπείᾳ τῶν διατρεξάντων καὶ ἀπέναντι τῆς στάσεως τῆς Ρωμουνίας, οὐ μόνον ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιστάσει, ἀλλὰ τῆς ἀνέκαθεν πορείας αὐτῆς, ἥτις ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν εἶχε, τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν ἐξόντωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Ρωμουνίᾳ, ἓν καὶ μόνον μέτρον ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, μέτρον ἄκρον, τὸ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων δὲν εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ προχείρου πρέπει νὰ τίθηται ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει οὐδὲν ἕτερον ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ πρὸς λύσιν καὶ καθορισμὸν τῶν ἀμοιβαίων δικαιωμάτων ἢ τοῦτο. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν γενησομένην τυχὸν ἀκολούθως συζήτησιν, ἐὰν παρασταθῇ ἀνάγκη, νὰ λάβω αὖθις τὸν λόγον.

§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πρότασις, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.

§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ζητῶ τὸν λόγον. Ἐπὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου, οἷον τὸ παρὸν, τὸ ὁποῖον δὲν σχετίζεται μὲ μόνον τὰς σχέσεις τῆς Βουλῆς καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῆς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς σχέσεις τοῦ τόπου πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, νομίζω ὅτι κἄπως σοβαρώτεροι πρέπει νὰ ἤμεθα εἰς τὰς συζητήσεις ἡμῶν. Πρὶν ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως, πρέπει νὰ ἔχωμεν θετικὸν θέμα πρὸς συζήτησιν. Δύο θέματα μέχρι τοῦδε ἐπαρουσιάσθησαν· οἱ μὲν ἐπιδοκιμάζουσι τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, οἱ δὲ προβαίνουσι καὶ πέραν αὐτῆς, ἕνεκα τῆς συμπεριφορᾶς τῆς ἐχθρικῆς τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐὰν τὸ θέμα τοῦτο νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν προηγουμένως, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιδοκιμάζῃ τοῦτο, καὶ ἂν προτίθηται νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν περαιτέρω ἐνεργείας. Δεύτερον θέμα εἶναι ἡ ἀποδοκιμασία τοῦ μέτρου, ὅπερ ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις· ἀλλὰ δὲν ἤκουσά τινα, προτείνοντα τοιοῦτόν τι, οὔτε ὑπάρχει τις. Ἓν μόνον ἤθελεν ὑπολειφθῆ θέμα πρὸς συζήτησιν, τὸ ἂν ἡ Κυβέρνησις, προβᾶσα εἰς τὸ διάβημα τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, ἔλαβε πάντα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἔχει, ἂν οὐχὶ πεποίθησιν, ἀλλὰ ἐλπίδας βασίμους περὶ τῆς ἐπιτυχίας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἔτι ἐκκρεμὲς, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ διαβήματα, ἅτινα ἔκαμε πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις, παρὰ τῶν ὁποίων ἀναμένομεν τὴν λύσιν, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, οὔτε τὰ διαβήματα, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν διακοπὴν ἐποιήσατο πρὸς τὰς Δυνάμεις ταύτας, οὔτε τὴν στάσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον τὸ ζήτημα, καὶ τὰς διαθέσεις, ἃς ἐξέφρασαν αἱ Δυνάμεις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ μὴ φέρωμεν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔχει μᾶλλον δικανικὸν ἢ πολιτικὸν χαρακτῆρα, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· διότι ἐνδέχεται τοιαῦται συζητήσεις νὰ προκαλέσουν ἐκφράσεις ἰδεῶν καὶ σκέψεις καὶ φράσεις, αἵτινες νὰ βλάψωσι τὴν πορείαν τοῦ ζητήματος, ἣν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἅπαξ προβᾶσα εἰς τὸ μέτρον τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων. Τότε δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἡμέραν συζητήσεως, ὅταν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ, ὅτι συζήτησις τοιαύτη δύναται νὰ ὠφελήσῃ, ὅτε δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, ἢ ὅταν παρουσιασθῇ τις Βουλευτής, προτείνων μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀναβάλλοντες πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ φέροντες ταύτην, ὅταν θὰ ἦναι δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν διαβημάτων αὐτῆς.

§53Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοιούτου ζητήματος ἡ Βουλὴ, μεταβαίνουσα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δύναται ν’ ἀναβάλῃ, ὅπως ἐκφράσῃ γνώμην, ἄνευ βλάβης τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐπῆλθε διακοπὴ σχέσεων, καὶ τοῦτο εἶναι γεγονὸς πλῆρες, αὐτοτελὲς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται ν’ ἀρνηθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ, ἰδίως δὲ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, οἷον παρουσιάζεται, δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ ἐν τῇ Ρωμουνικῇ Βουλῇ, τουτέστι παρὰ τῷ ἑτέρῳ τῶν διαφερομένων ἐθνῶν, ἐγένετο συζήτησις εὐρεῖα ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ μάλιστα συζήτησις ἐμπαθής. Ἀλλ’ ἐκ τούτου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠρνήθη συζήτησιν, προκαλουμένην ἐπὶ τοῦ θέματος, δὲν ἕπεται, ὅτι φέρει καὶ τὴν εὐθύνην δι’ ὅσα ἄτοπα ἐν τῇ συζητήσει ἐλέχθησαν. Παρετηρήσατε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς τοὺς ὁμιλήσαντας, ἀπέσχε νὰ δώσῃ ἔκτασιν εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἐπὶ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας περιωρίσθη εἰς ἀνακοίνωσιν, ὅτι θέμα προκαλέσαν τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων ὑπῆρξε μόνον τὸ τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα καὶ τῶν σχετιζομένων πρὸς αὐτό· οὐδὲν ἄλλο εἶπεν, οὐδὲ κἂν ἀπήντησεν εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ κατὰ τοῦ ληφθέντος μέτρου. Πρὸς τὸν Βουλευτὴν ὅμως Μαντινείας δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ἀπαντήσῃ, διότι οὗτος ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν γεγονότα μὴ ἀκριβῆ, καὶ δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως τ’ ἀνακοινωθέντα, παραβλάπτοντα τὴν ὑπόθεσιν ἐξωτερικῶς, μείνωσιν ἄνευ διαψεύσεως ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης· ὤφειλε νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶχον ὡς παρεστήθησαν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ.

§54ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖα πράγματα;

§55Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐξετάθη, οὐδὲ ἐδικαιολόγησε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διακοψάσης τὰς πρὸς τὴν Ρωμουνίαν σχέσεις, διότι τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διακόψῃ τὰς σχέσεις, δὲν ἠμφισβητήθη, τὸ συμφέρον ὅμως τοῦ Κράτους, ὅπως διακόψῃ τὰς σχέσεις, εἶναι ζήτημα διπλωματικόν, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐν ἄλλῃ ὥρᾳ. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἀδίκως ὑπεκινήθη σήμερον τὸ ζήτημα περὶ τοῦ συμφέροντος ἢ μὴ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων· ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι δικαίως ἡ Βουλὴ ἐζήτησε νὰ πληροφορηθῇ περὶ τῶν εἰς τὴν διακοπὴν ἀφορώντων, νομίζομεν ὅμως, ὅτι εὐθύνην ἀνέλαβον ἀπέναντι τῆς ὑποθέσεως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῶσιν ἐπικρίσεων περὶ εὐθύνης ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ἐὰν αἱ ἐπικρίσεις προήρχοντο ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θ’ ἀπεδίδομεν πολλὴν σημασίαν εἰς τοῦτο, καὶ θ’ ἀπεκρούομεν αὐτάς, ἀλλὰ πάντοτε μετὰ τῶν ἐπιφυλάξεων, τῶν ἐπιβαλλομένων ἐν τοιούτῳ θέματι. Εὐτυχῶς αἱ ἐπικρίσεις δὲν προῆλθον ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ παρὰ Βουλευτῶν, λίαν μὲν ἀξιοτίμων, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ γνώμη οὐδένα εὐθύνει ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἢ μόνον ἑαυτοὺς (ἱλαρότης). Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, καὶ μηδεμιᾶς γενομένης παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντιῤῥήσεως εἰς τὰ γενόμενα, οὐχὶ διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐγκρίνει ἀπὸ τοῦδε ταῦτα,—διότι δὲν δύναται νὰ τὰ ἐγκρίνῃ, ἀφοῦ δὲν γινώσκει τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ μέτρον ὡς συμφέρον,—ἀφοῦ τὸ ζήτημα οὕτως ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλήν, οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἵνα προκαλέσωμεν ἡμεῖς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· ἀλλὰ δὲν νομίζομεν, ὅτι συμφέρει εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἀξιότιμοι Βουλευταί, ἔστω καὶ δύο, ἐξέφρασαν γνώμην, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐκφράσῃ καὶ αὐτὴ γνώμην περὶ τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπεν, ὅτι οἱ Βουλευταί, οἱ ἐκφράσαντες γνώμην, δὲν προεκάλεσαν τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Εἶχον οὗτοι λόγους πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοὺς αὐτοὺς λόγους· ἡμεῖς, ἀποβλέποντες εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, ἔχομεν λόγους νὰ ζητήσωμεν, ἵνα ἀποδείξῃ διὰ τῆς ψήφου ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ἐγκρίνει τὰς γνώμας τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἀφοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ῥηθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐφάνη διχογνωμοῦσα, διότι ἐδιχογνώμησαν δύο Βουλευταί. Ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ προκαλέσωμεν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀτομικαὶ γνῶμαι ἦσαν αἱ μὴ ἐγκρίνουσαι τὴν μέχρι τοῦδε πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν Κυβέρνησιν, ἐξακολουθοῦσαν ἐν τῇ ὁδῷ, ἐν ᾗ ἐργάζεται, κατὰ τρόπον συμβιβαζόμενον πρὸς τὰ διεθνῆ νόμιμα, καί, κατὰ τὴν γνώμην αὐτῆς, ἀπολαυούσης τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ὑπαγορευόμενον ἐκ τῆς προνοίας ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους.

§56ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἐκεραυνοβόλησε καὶ συνέτριψεν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους παρέστησεν ὡς ἔχοντας ἀτομικὴν μόνον γνώμην. Ναὶ, ἀτομικὴν μόνον γνώμην ἐνδεχόμενον νὰ ἐξέφρασαν καὶ ὑπεστήριξαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ οἱ ἀντιφρονοῦντες πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ φωνὴ αὐτῶν δὲν ἀντήχησε καὶ εἰς καρδίας ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς πορείας τῶν πραγμάτων, ἴσως πολὺ πλέον ἢ ὅ,τι ἐπιδρᾷ ἡ φωνὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις διὰ τῆς συναλλαγῆς ἐπικάθεται ἐπὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας, ὁδηγῶν τὰ πράγματα ὅπου τὰ ὁδηγεῖ καὶ πάντες γνωρίζομεν. Εἶναι αὔθαδες, εἶναι ἀσυγχώρητον νὰ καθιστᾷ τὴν συζήτησιν προσωπικήν! Δύναται νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην ἑνὸς Βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ σέβηται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ τῶν Βουλευτῶν· δύναται νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ γνώμη αὐτῶν δὲν εἶναι παντάπασι λόγου ἀξία, καὶ δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, οὐχὶ ὅμως... (θόρυβος). Ἐγὼ πολλάκις ἐξέφρασα γνώμην, καὶ ἡ γνώμη μου ἴσχυσεν ἐπὶ σπουδαίων ὑποθέσεων τῆς Πολιτείας... (ἱλαρότης). Μὴ γελᾶτε! μὴ γελᾶτε! Ἐγὼ, Κύριοι, προέβην εἰς τὴν ἐπερώτησιν, διότι δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἦτο σύμφωνον μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου νὰ θεωρηθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρξε καμμία διαμαρτυρία κατὰ πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ὁμοίας μὲ τὰς πολλὰς ἄλλας ἀλογίστους πράξεις αὐτῆς, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν οὐδεμία διαμαρτυρία κατ’ αὐτῆς, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν ἐν Ρωμουνίᾳ ἄπειροι Ἕλληνες, τῶν ὁποίων τὰ πολλὰ συμφέροντα δυνατὸν πολὺ περισσότερον νὰ ζημιωθῶσιν ἐκ τῆς ἀφασίας τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ τηλικούτου ζητήματος, ἢ ἐκ φωνῆς καταδικαζούσης τὴν ἀλόγιστον αὐτὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ σιωπὴ, ἢ μᾶλλον ἡ βουβαμάρα, τὴν ὁποίαν θέλετε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου· ὅταν δὲ παρουσιάζηται μία φωνὴ, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε, διότι εἶναι ἐκ πεποιθήσεως, φωνὴ, ἡ ὁποία ἴσχυσε πολλάκις ἐν τῷ τόπῳ ἐπ’ ἀγαθῷ αὐτοῦ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ τὴν ἀκούσητε, λόγῳ ὅτι εἶναι ἐναντία πρὸς τὰς διαθέσεις ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἴσχυσεν ἐν αὐτῷ τῷ τόπῳ, ἵνα τὸν φέρῃ εἰς τὴν καταστροφήν! Ἐγὼ δὲν ἐδικαιολόγησα τὴν διαγωγὴν τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπ’ ἐναντίας κατέκρινα αὐτὴν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ προβαίνῃ τις εἰς διακοπὴν σχέσεων, ὅταν δὲν ἔχῃ προητοιμασμένον τὸ ἔδαφος πρὸς μίαν λύσιν. Εἰς ποίαν θέσιν θέτετε διὰ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων τοὺς ἐν Ρωμουνίᾳ Ἕλληνες; Διὰ μακρῶν ὁ εὔγλωττος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, τοῦ ὁποίου ἐξετίμησα τὴν δικανικὴν ἱκανότητα, παρέστησε τὸν διωγμὸν, τὸν ὁποῖον ὑφίστανται οἱ ἐν Ρωμουνίᾳ Ἕλληνες. Καὶ τίς ἠμφισβήτησε τοῦτο; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι χωρὶς νὰ ἔχητε τὰ μέσα νὰ ἐπιβληθῆτε, θὰ ἐβελτιόνατε τὴν κατάστασιν αὐτῶν διὰ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων; Τρέμετε, τὸν τοιοῦτον διωγμὸν φοβούμενοι. Ἐγὼ δὲν τρέμω· διότι τὸν Ἑλληνισμὸν δὲν τὸν ἔπνιξεν ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, δὲν τὸν ἔπνιξαν αἱ ὀρδαὶ τῶν βαρβάρων, δὲν τὸν ἔπνιξεν ἡ Τουρκία αὐτή· καὶ φοβεῖσθε τὰς παρεκτροπὰς τῶν Ρωμούνων, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ ποταπὰ συμφέροντα, φοβεῖσθε τὰς παρεκτροπὰς τῶν ἀρνησιπατρίδων! Αὐταὶ εἶναι πρόσκαιροι δοκιμασίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ πνίξωσι τὸν Ἑλληνισμὸν, δὲν δύνανται νὰ ἐπισκοτίσωσι τὴν λάμψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ φωτός. Δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ πρᾶξίς σας εἶναι ἀπερίσκεπτος, καὶ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ζητῆτε νὰ πνίξητε τὴν φωνήν μου, διότι εἶμαι μόνος. Μόνος εἶμαι, ἀλλὰ νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἡ γνώμη μου πείθει τὴν καρδίαν τῶν Ἑλλήνων πολὺ περισσότερον ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας γνώμην, ἡ ὁποία εἶναι παραίτιος τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν· καὶ θέλετε νὰ ἐπιβάλητε σιγὴν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ Ρωμουνία, ἐὰν ἴδῃ, ὅτι εἴμεθα ἅπαντες ὁμόφρονες, θέλει λύσει τὸ ζήτημα καὶ θέλει ὑποχωρήσει! Ἡ Ρωμουνία θέλει ὑποχωρήσει, ὅταν ἡ Εὐρώπη ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὴν τοῦτο. Ἐκεῖθεν λοιπὸν θέλει προέλθει ἡ σωτηρία, ἡ λύσις, ἡ σύμφωνος μὲ τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὄχι ἐκ τῆς ὁμοφωνίας, ἡ ὁποία θέλει παρουσιασθῆ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου.

§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κρίνει ἀναγκαίαν τὴν ἔκφρασιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἀντηλλάγησαν γνῶμαί τινες καὶ λέξεις κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην. Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἀφοῦ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἀνέστησαν συνάδελφοι καὶ ἐξέφεραν γνώμην οἱανδήποτε, ὅτι τοῦτο καὶ μόνον δύναται νὰ ἐξασθενίσῃ τὴν παράστασιν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν προστασίαν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖ νὰ ἐνισχυθῇ διὰ τῆς ἐκφράσεως τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν κρίνω ὀρθὴν τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νομίζω μάλιστα, ὅτι σφάλλεται, τοιαύτην προβάλλων γνώμην, καὶ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐὰν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ ταύτην, νὰ βλάψῃ καὶ οὐχὶ νὰ ὠφελήσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Δὲν γνωρίζω ποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποφήνηται γνώμην ἡ Βουλή. Ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποφήνηται γνώμην γενικὴν, δηλοῦσαν τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποφήνηται γνώμην, δηλοῦσαν ἐπιδοκιμασίαν τῶν κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, αἵτινες ἤγαγον ἡμᾶς εἰς τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου πρὸς τὸ Βασίλειον τῆς Ρωμουνίας; Καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἵνα προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ψηφοφορίαν, θέλομεν φθάσει εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ διὰ τῆς προτάσεώς του ταύτης. Τὰ ζητήματα τὰ διεθνῆ, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν διεξάγονται, οὐδὲ κρίνονται, οὐδὲ συζητοῦνται καθ’ ὃν τρόπον διεξάγονται τὰ ζητήματα τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς. Διὰ τοῦτο ἐφρόνουν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὴν πρώτην γενομένην κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην παρατήρησιν περὶ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ζητήματος τούτου, ἔπρεπε νὰ ἀντιτάξῃ τὸ λεγόμενον προκαταρκτικὸν ζήτημα, question préalable, προβάλλων τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως, καὶ ἐξηγῶν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους εἶχε προτείνει τὸ ἀπαράδεκτον εἰς τὰς παρατηρήσεις, αἵτινες ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔπραξε τοῦτο· ἔπραξέ τι μάλιστα περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἦναι ἀνεκτὸν, διότι ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν του, ὅπως ἡ Βουλὴ προσδιορίσῃ ἡμέραν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ἐπιδοκιμάζω τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἄν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσεπάθησε νὰ καλύψῃ τὴν ἄτεχνον ταύτην τακτικὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξεπλήρωσε καθῆκον συναδελφότητος, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρεστάθη πρόθυμος παλαιστὴς, ἵνα συζητήσῃ τὰς πράξεις αὐτοῦ καὶ ἐνεργείας, ἐνῷ τὸ ζήτημα τὸ Ρωμουνικὸν εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμὲς, οὐδ’ ἔχει ἔτι προχωρήσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐνδείκνηται ἡ λύσις αὐτοῦ, ἵνα λεχθῇ ὑπό τινος, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτραπῇ τοιαύτη συζήτησις. Ταῦτα προέταξα, ἵνα παραστήσω, ὅτι τὴν εὐθύνην τῶν σήμερον λεχθέντων δὲν ὑπέχουσι μόνον οἱ τὴν συζήτησιν ταύτην προαγαγόντες κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, ἀλλ’ ὑπέχει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις δὲν ἀπέσχε τῆς συζητήσεως ταύτης. Εἶπον ὅτι ἀγνοῶ ποίαν τινὰ ψῆφον ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχουσι Βουλευταὶ, οἵτινες, εἴτε παρίστανται διὰ κομμάτων, εἴτε μετέχουσι τῶν συζητήσεων ὡς ἄτομα, εἴτε ἐργάζονται ὡς ὁμάδες, δὲν ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν ἡ ψηφοφορία θέλει καταλήξει εἰς τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει διὰ παμψηφίας ἀποφήνηται, ὅτι ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὡσαύτως, ἐὰν ζητήσῃ οὐχὶ ψῆφον ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ ψῆφον ἐπιδοκιμασίας τῶν πράξεων αὐτῆς, προσδοκῶν ὅτι ἐν τῇ ἐπιδοκιμασίᾳ ταύτῃ θέλει ἀντλήσει δυνάμεις πρὸς ἰσχυρὰν καὶ προσήκουσαν παράστασιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος τούτου, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην ἢ τὴν ἐπιθυμίαν του ταύτην, διότι καὶ τότε δὲν θέλει εἶσθαι εὔκολον εἰς ἡμᾶς, οἵτινες δὲν συνεζητήσαμεν, οὐδ’ ἠκούσαμεν πάσας τὰς λεπτομερείας, νὰ ἀποφανθῶμεν ἐκ προκαταβολῆς, ὅτι ἐπιδοκιμάζομεν τὰς πράξεις καὶ τὰς ἐνεργείας αὐτῆς. Ἡ πλειονοψηφία βεβαίως θέλει τὸ πράξει, καὶ ἔχει καθῆκον νὰ τὸ πράξῃ, ἡμεῖς ὅμως θέλομεν εὑρεθῆ ἠναγκασμένοι νὰ ἀρνηθῶμεν ψῆφον, ἡ δὲ ἄρνησις τῆς ψήφου θέλει καὶ αὕτη παραστήσει τὴν Βουλὴν μὴ ἔχουσαν γνώμην ὁμόφωνον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ θέλει ἐνασκήσει ποίαν τινα ἐπιῤῥοὴν, μὴ εὐάρεστον. Ἡ Βουλή, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς αὐτῆς, ἵνα διεξαγάγῃ τὸ ζήτημα, δύναται νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν τοιαύτη ἤθελε προταθῆ αὐτῇ πρότασις, καὶ θέλει ἀποφανθῆ ὑπὲρ τῆς τοιαύτης προτάσεως, διότι αὕτη δὲν ἀντίκειται εἰς τὰ συμφέροντα ἢ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ἐκ τῶν προτέρων νὰ ζητῇ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ ἡ Βουλὴ πράξεις καὶ ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο συζήτησις καὶ δὲν πρέπει νὰ γένηται συζήτησις, ζητεῖ τι ἄτοπον. Ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλ’ ἐγὼ, ἀγορεύων, ἑρμηνεύω τὸ ἐμὸν φρόνημα καὶ τὸ φρόνημα ἐκείνων, οἵτινες μοὶ ἐπιτρέπουσι νὰ ἑρμηνεύω τὸ ἴδιόν των φρόνημα· δηλῶ ἑπομένως ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ δώσωμεν ψῆφον, οὐδὲ λευκὴν οὐδὲ μέλαιναν, διότι δὲν ἐγένετο συζήτησις. Θέλομεν λοιπὸν ἀπόσχει τῆς ψηφοφορίας, ἐπιφυλασσόμεθα δὲ, ὅταν τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ τὸ ἐπιτρέψωσι, νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ ἀποφανθῶμεν γνώμην ἐπὶ τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως.

§58Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος φρονεῖ, ὅτι ἐκφράζει μόνον τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην καὶ τὴν γνώμην τῶν μετ’ αὐτοῦ συμπραττόντων, ἐν οἷς εἶπε. Νομίζω ὅτι ἀπατᾶται, διότι βεβαίως ἐκφράζει τὴν γνώμην καὶ ἐμοῦ καὶ τὴν γνώμην τῶν μετ’ ἐμοῦ συμπραττόντων. Εἶμαι καθ’ ὅλα σύμφωνος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Δὲν χωρεῖ ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ πρότασις ζητήματος ἐμπιστοσύνης· διότι ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ δὲν θέλομεν ν’ ἀποδείξωμεν τὸ πανθομολογούμενον, ὅτι τυγχάνομεν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς· τοὐναντίον ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ὑπάρχει σχεδὸν ὁμοφωνία ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνῷ ἐν ζητήματι ἐμπιστοσύνης, Κυβέρνησις κομματικὴ, ὡς πρέπει νὰ ἦναι ἡ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ τύχῃ τῆς ψήφου ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, οὐδὲ νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ παροῦσα ὥρα κατάλληλος, ὅπως προκληθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς περὶ τῶν τελεσθέντων, καὶ τοῦτο πρὸ ὀλίγου εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν. Ἵνα προκληθῇ τοιαύτη ψῆφος, πρέπει εὐρεῖα νὰ γένηται συζήτησις, τοιαύτην δὲ συζήτησιν ἡμεῖς θεωροῦμεν ἐπιβλαβῆ· κατέκρινα δὲ τοὺς προκαλέσαντας τοιαύτην συζήτησιν καὶ ἀποφηναμένους γνώμην, καίτοι οὗτοι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῶν στοιχείων, ἅτινα ἦσαν ἀναγκαῖα, πρὸς διαμόρφωσιν γνώμης. Εἶπον λοιπὸν καὶ ἐγὼ πρότερον αὐτὰ ἐκεῖνα, ἅτινα πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ταῦτα δὲ, τὰ παρ’ ἐμοῦ πρὸ μικροῦ ῥηθέντα, νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐκφράσῃ καὶ ἡ Βουλὴ, τοὐλάχιστον νὰ ἐκφράσωσι πάντες, ὅσοι ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἀποδέχονται τὴν γνώμην. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως, μεταβαίνουσα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπιδοκιμάσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Οὐδὲν ἄλλο ζητοῦμεν ἢ ὅπως εἰς τοῦτο περιορισθῇ ἡ ὑπόθεσις. Δὲν ζητοῦμεν ψῆφον ἐπιδοκιμασίας τῶν παρ’ ἡμῶν πραχθέντων, δὲν ζητοῦμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, πρόκειται μόνον νὰ ἀποδείξῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐν αὐτῇ δὲν ὑπάρχει διαφωνία, ὅπως ἀφεθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀπολαύουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐλευθέρα, ἵνα διεξαγάγῃ ἐπὶ ἰδίᾳ αὐτῆς εὐθύνῃ τὰ ἐν τῷ ζητήματι, ἐπιφυλάττοντος ἑαυτῷ ἑκάστου ἐλευθερίαν ἐκφράσεως γνώμης καθ’ ὃν χρόνον θὰ δύναται νὰ διεξαχθῇ ἀζημίως πρὸς τὸ Κράτος πλήρης συζήτησις καὶ πλήρης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀνακοίνωσις πάντων τῶν εἰς τὸ θέμα ἀναγομένων.

§59ΡΑΛΛΗΣ. Ποία εἶναι ἡ πρότασίς σας;

§60Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). «Ἡ Βουλὴ, ἐπιδοκιμάζουσα τὰ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§61ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ἀποδοκιμάζει τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἡ Βουλὴ παρίσταται πρὸ ἐξαισίου ἀληθῶς θεάματος: Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προβαίνῃ εἰς δήλωσιν περὶ καταθέσεως ἐγγράφων καὶ προθέσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἄμεσον συζήτησιν, καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ προτείνῃ νὰ ἐπιδοκιμασθῶσιν ὅσα αὐτὸς εἶπε, καὶ ὄχι ὅσα εἶπεν ὁ συνάδελφός του Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ταῦτα ἀποδεικνύουσι πλήρη ἁρμονίαν μεταξὺ τῶν γνωμῶν τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ὅταν τοιαύτη ἀποδεικνύηται ἁρμονία μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δικαιοῦται αὕτη νὰ ζητῇ τὴν ἐπιδοκιμασίαν, καὶ ἐπιδοκιμασίαν ὄχι μόνον τῶν πράξεων αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τῶν λόγων αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι ἐξεστομίσθησαν μετὰ τόσον ἐλαφρᾶς καρδίας κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Εἶναι πρωτάκουστον ἀληθῶς, νὰ καλῆται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐπὶ λόγων οἱουδήποτε μέλους τῆς Κυβερνήσεως, ἔστω καὶ τοῦ Προέδρου αὐτῆς. Πρᾶξιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ δώσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς ἡ Βουλὴ, οὐδεμίαν ἔχει ἐνώπιόν της· καὶ ἡ πρᾶξις τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων δὲν δύναται νὰ ἐκτιμηθῇ ἀπὸ τοῦδε. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλει νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν, ἵνα δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐπὶ πράξεων, ἀλλὰ ζητεῖ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τῶν λόγων του. Ἀρχόμενος τῆς τελευταίας ὁμιλίας του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἡρμήνευσε τὰς γνώμας αὐτοῦ, ἀλλὰ τότε ἦτο εἰλικρινέστερον νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἐπιδοκιμάσῃ ἡ Βουλὴ τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, καὶ τότε ὤφειλε νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτὸν τὴν θέσιν του. Διότι, ὅταν ἀναγκάζηταί τις νὰ μεταβάλῃ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐν ἀρχῇ εἶπε, καὶ ζητῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐπιδοκιμασίαν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους μέλος τι τῆς Βουλῆς ἐξεστόμισεν ἐνταῦθα, δὲν νομίζω, ὅτι πράττει τι συνᾷδον πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα.

§62Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνεκάλυψεν, ὅτι ἐγὼ ἤμην ἐναντίος εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἐνῷ τὰ ἔγγραφα πάντα καὶ συνεκεντρώθησαν, πρὶν ἢ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ κατετέθησαν ἐνταῦθα τῇ ἐγκρίσει ἁπάσης τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ μικροῦ δὲ παρέστησα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ κατατεθῶσιν, ὡς ἀναγόμενα εἰς τετελεσμένα· παρέστησα μάλιστα, ὅτι σήμερον εὑρισκόμεθα μὲν ἐν ἐκκρεμότητι, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα καὶ πρὸ τετελεσμένων, καὶ περὶ τὰ τετελεσμένα εἴχομεν καθῆκον πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ προσκομίσωμεν πάντα τὰ πρὸς αὐτὰ σχετιζόμενα ἔγγραφα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον καὶ ἐν τῇ Ρωμουνικῇ Βουλῇ εἶχε γείνῃ περὶ αὐτῶν πλήρης συζήτησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι θὰ καταθέσῃ περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος καὶ ἄλλα ἔγγραφα, ἡ δ’ ἐπαγγελία αὐτοῦ αὕτη εἶναι σύμφωνος πρὸς τ’ ἀποφασισμένα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα ὑπ’ αὐτῆς. Ὅ,τι κατέκρινα, εἶναι ἡ πρόωρος ἔκφρασις γνώμης ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ συναδέλφου· εἶπον, ὅτι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ σπεύσῃ εἰς ἔκφρασιν γνώμης ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν πλήρης περὶ τοῦ θέματος συζήτησις δὲν δύναται νὰ γείνῃ, διότι, ὡς παρέστησα, ἐν τῷ ζητήματι ὑπάρχει καὶ τὸ τετελεσμένον, ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ ἐκκρεμὲς, ἡ δὲ συζήτησις περὶ ἐκείνου δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ τῆς συζητήσεως περὶ τούτου. Τὸ ἐπίκαιρον τοιαύτης συζητήσεως ἐθεώρησαν ἄλλοι ὡς ἐπιστὰν ἤδη, καὶ ἀπεφάνθησαν γνώμην, εἰς τοῦτο δ’ ἀφορῶν, εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχει οὐσιαστικῶς διχογνωμία ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ ὅτι, μεταβαίνοντες εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἔπρεπε νὰ διατρανώσωμεν τοῦτο, ἀποφαινόμενοι μονονοὺ ἐν ὁμοφωνίᾳ, ὅτι δὲν κρίνει ἡ Βουλὴ προσῆκον ν’ ἀνακόψῃ τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, παρεμβαίνουσα δι’ ἀποφάνσεως γνώμης εἴτε αὐτῆς εἴτε τῶν μελῶν αὐτῆς Εἰς τοῦτο ἀφεώρων αἱ παρατηρήσεις μου· ἐὰν δ’ ἡ Βουλὴ πᾶσα ἀποδέχηται αὐτὰς ὡς ὀρθὰς, θὰ τὸ ἀποδείξῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς. Ἡ ψῆφος ἑνὸς ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν δὲν ἤρτηται ἐξ ἡμῶν, ἤρτηται ὅμως ἐξ ἡμῶν ἡ πρόκλησις πάντων εἰς ψηφοφορίαν δι’ ὑποβολῆς προτάσεως, ἐφ’ ἧς ἀπεκδεχόμεθα ὁμόφωνον σχεδὸν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὡς ἔχοντες γνώμην, ὅτι συμφέρει εἰς τὴν Πολιτείαν, ἵνα διαπιστωθῇ, ὅτι, ἂν πρόωρος ἐγένετο παρὰ Βουλευτοῦ ἢ παρὰ Βουλευτῶν ἀπόφανσις περὶ τοῦ ζητήματος, πάντες οἱ λοιποὶ Βουλευταὶ φρονοῦσιν, ὅτι δὲν ἐπέστη ἡ ὥρα πρὸς ἀπόφανσιν.

§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, ὅπως διετύπωσεν αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι θέλει τύχει τῆς ψήφου τῶν φίλων αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν θέλει τύχει τῆς ψήφου τῶν μὴ φίλων αὐτοῦ. Ἑπομένως ἡ ἀπόφανσις τῆς Βουλῆς δὲν θέλει εἶναι ἀπόφανσις παμψηφεὶ γενομένη, ἀλλ’ ἀπόφανσις πλειοψηφίας πρὸς μειοψηφίαν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τοιαύτη ἔκβασις τῆς ψηφοφορίας θέλει βεβαίως βλάψει. Καὶ εἶπον δὲ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, διότι δὲν παριστᾷ τὰ πράγματα ἀκριβῶς, ὡς ἔλαβον χώραν, ἀλλὰ παριστᾷ αὐτὰ ἀλλοῖα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀξιοῖ νὰ περιλάβῃ ἐν τῇ ψηφοφορηθησομένῃ ὑπὸ τῆς Βουλῆς προτάσει, ὅτι ἡ Βουλή, ἐγκρίνουσα ἢ ἐπιδοκιμάζουσα, ἢ καὶ ἁπλῶς μετὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ποῖα εἶναι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Πρὸ μικροῦ μόνον, κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ ἀγόρευσιν, ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι πρόωρος. Ἀλλ’ ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ συζήτησις, δὲν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὸ ἐπροτείναμεν ἡμεῖς. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κήδηται τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ὡς πρέπει νὰ κήδηται αὐτῶν Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἐξασθένισις εἰς τὰς ἐνεργείας ἢ τὰς πράξεις αὐτοῦ, τὰς τεινούσας πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ νὰ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῆς προτάσεώς του τὸ ὄνομά του, καὶ νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή, κρίνουσα πρόωρον πᾶσαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης συζήτησιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Τότε δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τοὐλάχιστον ἡμεῖς, οἵτινες εἴχομεν τὴν γνώμην ταύτην.

§64ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκδηλοῖ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅσοι λαμβάνουσι μέρος εἰς τὰς συζητήσεις, ἐκτιμῶνται ἀναλόγως τῆς ὑποστηρίξεως, ἣν προσωπικῶς εἰς τοὺς ἀγορεύοντας παρέχουσιν ἕτεροι Βουλευταί. Ἐγώ, Κύριοι, βεβαίως τοιαύτην ἰδέαν δὲν παραδέχομαι. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀγόρευσις ἑκάστου Βουλευτοῦ ἐκτιμᾶται κατὰ τὴν ὀρθότητα τῶν γνωμῶν καὶ κατὰ τὴν δύναμιν τῶν ἐπιχειρημάτων, ἅτινα ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω δέ, ὅτι ἐν οὐ δέοντι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος ἐνόμισε πρέπον νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ἀπαρέσκειάν του καὶ τὴν ὀργήν του κατὰ τῆς τοιαύτης τακτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ νὰ γείνῃ γνωστὸν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοιαῦτα φρονεῖ περὶ τῶν γνωμῶν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ τοῦτο εἶναι ἀρκετὴ ἱκανοποίησις δι’ ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε δῆθεν νὰ ἐκφράσῃ μομφήν, ὅτι ὑποβάλλουσιν ἀτομικὰς μόνον γνώμας. Ἐν τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μικροῦ ἐδέησε νὰ παραστήσῃ ἐμὲ καὶ τὸν κ. Μεσσηνέζην, ἀλλ’ ἰδίως ἐμέ, ὡς τὸν μόνον παραίτιον αὐτοῦ τοῦ σκανδάλου, αὐτοῦ τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον γίνεται ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ συζητῶμεν περὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ αὕτη ἀκόμη δὲν ἔφθασεν εἰς πέρας! Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ τις ὑπεύθυνος διὰ τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἀληθῶς εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις, ἀκούων τὸν κ. Μεσσηνέζην ἀγορεύοντα καὶ ἐπικρίνοντα τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἐσπευσμένῃ ἐνεργείᾳ, οὔτε λέξιν οὔτε παρατήρησιν ἀπηύθυνεν εἰς αὐτὸν περὶ τοῦ προώρου τῆς τοιαύτης συζητήσεως, ἐνῷ, ἂν ἀπηύθυνε τοιαύτην, βεβαίως ὁ κ. Μεσσηνέζης δὲν ἤθελεν ἐξακολουθήσει τὴν ἀγόρευσίν του. Καὶ οὐ μόνον δὲν ἀπηύθυνε τοιαύτην παρατήρησιν, ἀλλ’ ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ δεχθεὶς τὴν συζήτησιν, ἀντέκρουσε τὸν κ. Μεσσηνέζην, ὑποστηρίζων, ὅτι καλῶς ἐγένετο ἡ διακοπή, καὶ ὄχι ἐσπευσμένως, ὅπως ἔλεγεν ὁ κ. Μεσσηνέζης. Ταῦτα βλέπων ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον, οὐχὶ νὰ ἐλέγξω τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ ὑπερασπισθῶ ἀντίθετον πορείαν, τὴν ὁποίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἠκολούθησε, καὶ εἰς τοῦτο περιωρίσθην, προσέθεσα δὲ ἐν τέλει, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνόμισε συμφέρον νὰ προβῇ εἰς τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων. Εὔχομαι, εἶπον, ἵνα τοῦτο παραγάγῃ τοὺς ἐπιζητουμένους καρπούς, ἀλλ’ ἔχω ἐνδοιασμόν, καὶ φοβοῦμαι, ὅτι, πᾶσαν ἐλπίδα περὶ ἀποκτήσεως τῆς περιουσίας τοῦ Ζάππα θὰ ἐξαφανίσῃ. Εἶναι τοῦτο ἀποδοκιμασία τῆς Κυβερνήσεως; Οὐχί· διότι, ὅταν τις, Κύριοι, ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἐκφράζῃ εὐχὰς καὶ ὑπονοίας περὶ αὐτοῦ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί ἄλλο κάμνει, εἰμὴ ἐπέχει νὰ ἐκφράσῃ γνώμην περὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως; Ἂν διὰ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων κατορθωθῇ πράγματι νὰ ἀνακτήσωμεν τὴν περιουσίαν Ζάππα, ἐγὼ πρῶτος θὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς εὐθύνας. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως ἐγὼ δὲν ἐξέφρασα γνώμην περὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐδικαιολόγησα ἁπλῶς τὴν τῆς προηγουμένης. Καὶ ὅμως, ἐνῷ αὐτοὶ εἶναι οἱ παραίτιοι τῆς συζητήσεως διὰ τῆς σιωπῆς, διὰ τῆς ἀνοχῆς των, διὰ τῆς ἀναμίξεως εἰς τὴν συζήτησιν ἔχουσι τὴν ἀκατανόητον τόλμην νὰ ἀποδίδωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν εὐθύνην τῆς συζητήσεως, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδέας, ὅτι ἡμεῖς ἀτόπως προέβημεν εἰς αὐτήν, νὰ προκαλῶσι ψηφοφορίαν τῆς Βουλῆς, περὶ τίνος ζητήματος; ὅτι ἐγένετο ἐσπευσμένη συζήτησις περὶ τούτου; Ἀλλὰ σεῖς εἶσθε οἱ μόνοι αἴτιοι, καὶ τολμᾶτε τὰς ἰδίας ὑμῶν πράξεις νὰ θέσητε ὑπὸ ἀποδοκιμασίαν! Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὅλοι ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν πᾶσαν δυνατὴν συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἐνόμισε καλὸν νὰ ἀκολουθήσῃ, ὅλοι δὲ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν ὁριστικῶς αὐτὴν μετὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ψηφοφορία, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ πράγματα, εἶναι ὅλως περιττή.

§65ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή, ἐπιδοκιμάζουσα τὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§66ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἂν μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκφράσω τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, παρατηρῶ, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἀτελής. Νομίζω ὅτι, μετὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε ἐγένετο, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν διαφόρων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, μετὰ τὴν πολιτικὴν τὴν πολυχρόνιον τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μετὰ τὴν δήμευσιν πρὸ χρόνων τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων καὶ τὴν καταδίωξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐρχομένου τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλήν, τοιαύτη πρότασις εἶναι ἀτελής, καὶ ἐγὼ ἤθελον προτείνει, ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἀντιπροσωπεύουσα τὸ Ἔθνος, νὰ εἴπῃ: «ἐπιδοκιμάζω τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, καὶ δὲν θέλω φιλίας, ἐν ὅσῳ τὸ Ρωμουνικὸν Κράτος παραβαίνει καὶ ἀθετεῖ τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς ἐμὲ, καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ σεβασθῇ τὰ δικαιώματά μου». Τοιαύτη πρότασις πρέπει νὰ τεθῇ.

§67ΣΑΚΚΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πρότασις (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή, κρίνουσα πρόωρον πᾶσαν συζήτησιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§68ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀρκετὰ ἔχει ὑπ’ ὄψιν.

§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι, ἂν πραγματικῶς ὑπάρχῃ ἀνάγκη, — καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη, — ἐμφαίνουσα ἔκφρασιν γνώμης παρὰ τῆς Βουλῆς, ἡ μόνη πρότασις, ἥτις δύναται νὰ συνενώσῃ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς Βουλῆς εἶναι, ὅτι «ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§70ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτὴ εἶναι, βέβαια, βεβαιότατα.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κηρύσσεται ἡ συζήτησις περαιωμένη. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς κ. Καρατζᾶς.

§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα, κύριε Πρόεδρε;

§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀπωτέρα εἶναι «ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Καρατζᾶ, καὶ αὐτὴν θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν.

§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ, μέλος τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Προεδρεῖον, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παραστήσω τὴν γνώμην μου.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαρίστως.

§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τοὺς κανόνας, οἵτινες διέπουσι τὰς ἐργασίας τῶν πολυμελῶν πολιτικῶν σωμάτων, πρότασις ἀπωτέρα θεωρεῖται πάντοτε ἡ ἄρνησις, οὐδέποτε δὲ ἡ θέσις· ἐπειδὴ δὲ ἡ πρότασις, ἡ ἐπιδοκιμάζουσα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν εἶναι πρότασις θετικὴ, καὶ οὐχὶ ἀρνητικὴ, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀπωτέρα, ἀλλ’ εἶναι ἀπωτέρα ἡ ἀρνουμένη αὐτὰ, ἡ πρότασις ἡ ἀπόλυτος, ἡ παραπέμπουσα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διὰ τὸν λόγον, ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ συζήτησις. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὑπέβαλε, καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς αὐτὴν, διότι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης, παραπέμπουσα εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ πάντων τῶν Βουλευτῶν, περιέχει ἀληθῆ σύγχυσιν. Ἡ ἀληθὴς αἰτία, δι’ ἣν πρόκειται νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι διότι δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν. Διατὶ δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν; Διότι εἶναι πρόωρος ἡ συζήτησις. Λοιπὸν, ἂν πρόκηται νὰ ψηφίσωμεν πρότασίν τινα, ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ δηλόνῃ τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διὰ τὴν ἀνικανότητα τῆς Βουλῆς σήμερον, ἵνα συζητήσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Καὶ διατὶ εἶναι ἀνίκανος ἡ Βουλὴ; Διότι κρίνει πρόωρον τὴν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ ἐκ Πυλίας βουλευτοῦ κ. Σάκκη ὑποβληθεῖσα.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ λυποῦμαι, διότι δὲν δύναται τὸ Προεδρεῖον νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν γνώμην σας. Τὸ Προεδρεῖον φρονεῖ, ὅτι ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Καρατζᾶ, καὶ ταύτην θέλει προτάξει.

§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν διάκρισιν θὰ κάμω τῆς γνώμης τοῦ Προεδρείου καὶ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Ἂν ἡ πρότασίς μου δὲν γείνῃ ἀποδεκτὴ, θέλει ἀποφανθῆ ἡ Βουλὴ, καὶ ὄχι τὸ Προεδρεῖον.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μὲ ἐπρολάβατε. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος ἡ γνώμη τοῦ Προεδρείου μὲ τὴν ἰδικήν σας, καὶ θὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.

§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ζητῶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Προεδρεῖον, ὅτι ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης κ. Καρατζᾶ, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Καρατζᾶ, ὡς ἠκούσατε, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ, ἐπιδοκιμάζουσα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Χατζηπέτρου καὶ Π. Σάκκη).

§85ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἀκαίρως καὶ προώρως ζητεῖται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ἐθνικοῦ ζητήματος...

§86Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε...

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γεωργαντᾶ, παρακαλῶ.

§88Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. κατόπιν ἂς ἐξηγήσῃ τὴν ψῆφόν του ὁ κ. Βουλευτής. Μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας δὲν δύναται. (Ὁ κ. Γεωργαντᾶς κάθηται).

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐξακολουθεῖ ἡ ψηφοφορία. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν εἰρημένων ψηφολεκτῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Μιλτ. Δάλλας ἀρν.Γεώρ. Λιδωρίκης
Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Κων. Ἀναγνωστόπουλος ἀρν.
Ἰω. Μεσσηνέζης Ο Γεώρ. Λύρας Ν
Σπυρ. Μαρκέλλος Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος ἀρν.
Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Σταμάτ. Μήτσας Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ν Δημ. Βουλπιώτης Ν
Λεων. Καρυστινάκης Ν Κων. Ζῶτος Ν
Δημ. Καΐρης Ἡλ. Μπλατσῆς Ν
Μιχ. Κωτσάκος Ν Δ. Γρανίτσας Ν
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ἀρν.Διον. Στεφάνου Ν
Ἡλ. Κανελλόπουλος Ν Κων. Ἀργασ. Λομβάρδος Ν
Γεώρ. Παχὺς Ν Διον. Ζήβας Πλακᾶς Ν
Μιχ. Π. Λάμπρος Ν Γεώργιος Κανδ. Ρῶμας Ν
Κων. Καραπάνος Γεώρ. Κρεστενίτης
Κων. Σταυρόπουλος Ν Χρ. Στεφανόπουλος Ν
Ἀλέξ. Σκουζὲς Ν Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Ν Διον. Παυλόπουλος
Δημ. Ψύλλας Ν Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
Ἀλέξ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Ἄγγ. Πετραλιᾶς ἀρν.
Ἀλέξ. Ρετσίνας Ν Ἐπαμ. Δημητρίου Ν
Δημ. Ράλλης Ο Στέφ. Σκουλούδης Ν
Α. Ζυγομαλᾶς Ν Νικ. Νομικὸς Ν
Θο. Μακρυγιάννης Ν Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν
Σ. Ζαχαρίτσας Ν Νικήτας Συνοδινὸς Ν
Μιλ. Ὀριγώνης Ν Βαρβάῤῥηγος Πήλικας Ν
Κωνστ. Βαλτινὸς Ν Ἀλέξ. Φωτήλας Ν
Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν Κων. Σταμπουλόπουλος Ν
Γεώρ. Καρτάλης Ν Λεων. Πετιμεζᾶς Ν
Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος
Νικ. Κοκωσλῆς Ν Γιαννούσης Τάκης
Νικ. Ἀξελὸς Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
Νικ. Παῤῥησιάδης Ν Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
Ἰω. Γρίβας Ν Περ. Πεῤῥωτὴς Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Κων. Φλέσσας Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ἀρν.Ἰωάννης Καζαμπάκας Ν
Θευ. Σπυρανόπουλος Ν Κων. Ζωγλοπίτης Ν
Περ. Κορομάντζος Ν Παν. Κουκορῖκος Ν
Ἰω. Ἀλεξάκης ἀρν.Γεώρ. Φραγκίδης
Κων. Ἀντωνόπουλος ἀρν.Δημ. Τερτίπης
Κωνστ. Κοσσονάκος Ν Ἀθαν. Κωστάμης Ν
Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Ο
Ἀντ. Οἰκονομίδης Ν Νικ. Μπαλάφας
Νικ. Παπανικολάου Ν Ἡλίας Ποταμιάνος Ν
Παν. Λεβέντης Ἀριστ. Ρούκης
Βαπτιστής Βάστας Ν Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος
Γεώργ. Θεοτόκης Ν Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης Ν
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
Ἡλίας Πολίτης Ἀσημάκης Χρηστόπουλος
Γουλλιέλμος Σκάρπας Ν Νικ. Παπαλέξης
Νικ. Μαρκέτης Ν Παν. Λαμπρούλιας ἀρν.
Σπυρ. Λάσκαρης Εὐάγγελος Ἀρδαβάνης
Κων. Θ. Ρωμαῖος Ν Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν
Κων. Χρηστόπουλος Σπυρ. Μακρῆς
Σωτ. Κροκιδᾶς Ο Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Πανοῦρ. Πανουργιᾶς
Γεώργ. Κούστας Θάνος Κανακάρης Ν
Ἰω. Τσιμάρας Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς
Γερ. Μουσούρης Ἀντ. Ριχάκης Ν
Α. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΝ Ἰω. Τσερτίδης Ν
Θεόφραστος Μεταξᾶς Ν Νικ. Κουμανιώτης ἀρν.
Διον. Καλούτσης Ν Ἄγγ. Ροῦφος
Σπυρ. Στάης Ν Νικ. Καράπαυλος
Μιχ. Πολίτης Ν Παν. Σάκκης ἀρν.
Θεόδ. Θερμογιάννης Ν Σπ. Γρίβας Ν
Ἰω. Καλούτσης Ἰω. Βρυώνης
Στέφ. Κοπανίτσας Ν Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Κωνστ. Σαλταφέρος Ἰω. Γεωργιάδης Ν
Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
Μελέτ. Ρουσόπουλος Ν Γεώργ. Π. Μπούμπουλης Ν
Δημοσθ. Ματάλας Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος
Νικ. Καραστέργιος Ν Ἀνδρ. Γ. Συγγρός
Ἀργ. Διδίκας Ν Δημ. Βοκοτόπουλος
Ἐδίπ Σερέφ Χασὴπ Ν Μ. Μπογιατζόγλους Ν
Ἰω. Λάππας ἀρν.Ἰω. Γκιὼν Ν
Νικ. Μπουρίδης Ν Νικ. Φώσκολος Ν
Περ. Βαλαωρίτης Ν Σωτήρ. Χατζηγάκης
Γερ. Σέρβος Κωνστ. Χατζηπέτρος Ν
Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν Χρ. Βλυτσάκης Ν
Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Γ. Κανούτας Ν
Κ. Κωνσταντόπουλος ἀρν.Εὐστ. Κοκκέβης
Παν. Μανέτας Δημ. Παπατσώρης Ν
Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Χρ. Καραβίτης Ν
Ἡλ. Ζέγγελης Ν Διον. Κατρίτσης Ν
Φίλ. Βάρβογλης Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν
Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ν Ἀριστ. Μάνεσης
Λέων Ζέρβας Ν Βασ. Δροσινός Ν
Στέφ. Δραγούμης Ν Νικ. Βαλάσης Ν
Νικ. Φιλάρετος Ν Ἐμμ. Δημητριάδης Ν
Χαρ. Τρικούπης Ν Κωνστ. Σαχτούρης
Ἰω. Τρικούπης Ν Ἐπαμ. Κριεζῆς
Παν. Μερλόπουλος Ο Νικ. Τσαμαδὸς Ν
Ἀλκ. Δεληγιάννης Ν Βησαρ. Χατζηαγγελάκης Ν
Ἀντ. Καρατζᾶς Ν Νιχ. Ζητουνιάτης Ν
Ἀθαν. Παπαχελᾶς Ν Δημ. Ζουλούμης Ν
Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν Νικ. Χατζῖσκος Ν
Ἀντ. Μάτσας Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Λορέντζος Δελλαρόκας Δημ. Κρίτσας
Ἰω. Ναυπλιώτης Ν Ἡρ. Γαζέπης
Στυλ. Βάλληνδας Β. Βουδούρης Ν
Ἰω. Ἰντζὲς Ν Νικ. Καλογερόπουλος Ν
Γεώργ. Σισμάνης Ν Θέμ. Α. Κανάρης Ν
Νικ. Καλαντζόπουλος Ν Κων. Παπανικολῆς Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 150. Ἐκ τούτων 130 εἶπον Ναί, 7 εἶπον Ὄχι, καὶ 13 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν.

§91Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου οἴνου καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ᾼΤΝʹ νόμου τῆς 21 Ἰανουαρίου 1886. Ἕτερον, περὶ πληρωμῆς τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Ἕτερον, περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ΑΨΠʹ περὶ οἰνοπνευματοποιΐων πρώτης καὶ δευτέρας κατηγορίας. Καὶ τέταρτον, περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ νόμων.

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 19–22). Ὁ κ. Δάλλας ὑποβάλλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχουσαν ὡς ἑξῆς:

§93ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Ἐὰν ἀληθὲς ᾖναι, ὅτι προσεκόλλησεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τὸν διερμηνέα παρὰ τῷ Προξενείῳ Ἀργυροκάστρου Ἠλιόπουλον. 2) Ἀπὸ ποίας ἐποχῆς προσεκόλλησεν αὐτὸν, καὶ διατὶ τὸν ἀπεμάκρυνε τῆς ὑπηρεσίας του. 3) Ἀπὸ ποίας ἐποχῆς ἀνεχώρησεν οὗτος ἐξ Ἀργυροκάστρου. 4) Ἐὰν ὁ ὑπάλληλος οὗτος κατηγγέλθη ἐπὶ ὑπεξαιρέσει δημοσίων ἐγγράφων. 5) Ἐὰν οἱ κάτοικοι Ἀργυροκάστρου ἀνηνέχθησαν κατ’ αὐτοῦ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καταγγείλαντες διαφόρους πράξεις του ἐγκληματικάς. «Συνιστῶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, ἄλλως νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν προβαίνει, καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γενομένας καταγγελίας, ἀναφορὰς καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.»

§94Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποία ἡ ἡμερησία δύναμις τοῦ στρατοῦ, ἡ ἀναγκαία διὰ τὴν φρούρησιν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους.

§95ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ταύτην τὴν στιγμὴν ἀναγγέλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ λυπηρὸν γεγονὸς τοῦ θανάτου τοῦ τέως Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Δημητρίου Βάλβη. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της, καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν κατὰ τὴν κηδείαν τοῦ μακαρίτου Βάλβη γενησομένων ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς.

§96ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, τί ἐπιθυμεῖ νὰ γείνῃ;

§98ΦΩΤΗΛΑΣ. Νὰ ἐκφράσητε τὴν λύπην τῆς Βουλῆς καὶ νὰ κατατεθῇ στέφανος ἐκ μέρους αὐτῆς εἰς τὸν νεκρόν.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται τοῦτο ἡ Βουλή;

§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§101ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ οἱ Βουλευταὶ νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν κηδείαν.

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον συνεδριάσεως διὰ τὴν αὔριον δὲν ὑπάρχει, καὶ ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπιθυμοῦσι, δύνανται νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν κηδείαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 10′ μ.μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8
2τῆς 30 Νοεμβρίου 1892.
3(Δευτέρα).
4Ὥρα 4 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦν-
6ται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτροπὴ φοιτητῶν, ἀντιπροσωπευόν-
8των πλείστους συναδέλφους των, περὶ τοὺς 500, μοὶ ἐπέ-
9δωκαν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν, δι’ ἧς ζητοῦσιν, ἵνα ἐπι-
10τραπῇ αὐτοῖς νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Μὲ
11παρεκάλεσαν δὲ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπι-
12τρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀναφορᾶς.
13§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
14(Ἀναγινώσκεται ὑπὸ τοῦ Γραμματέως ἡ ἀνα-
15φορὰ αὕτη).
16§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
17Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
18§4ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ θερμῆς συστάσεως· διότι
19οἱ μὴ ἐγγραφέντες φοιτηταὶ εἶναι ἀκριβῶς οἱ μὴ θορυβή-
20σαντες.
21§5ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὑπάρχουσι καί τινες, οἵτινες ἐκ
22λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των δὲν ἦλθον, ὅπως εἷς
23φοιτητὴς ἐκ Τρικκάλων, τοῦ ὁποίου ἀπεβίωσεν ὁ πατήρ.
24§6Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ
25Ὑπουργεῖον μετὰ συστάσεως, οὐχὶ ὅπως γένηται δεκτή, ἀλλ’
26ὅπως μελετηθῇ.
27§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
28§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ
29συστάσεως, ὅπως μελετηθῇ.
30Ἡ Χρυσαυγὴ χήρα Γεωργίου Π. Κάγκα ἐξαιτεῖται,
31ἵνα τῇ πληρωθῶσι δραχμαὶ 500 διὰ βουλευτικὴν ἀποζη-
32μίωσιν τοῦ συζύγου της, χρηματίσαντος βουλευτοῦ Παξῶν
33καὶ μὴ λαβόντος τοιαύτην κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τῆς
34Ϛʹ Βουλευτικῆς Περιόδου.
35§9ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν κ. Βουλευ-
36τὴς καὶ ἐγὼ συνιστῶμεν θερμῶς τὴν αἴτησιν ταύτην τῆς
37χήρας Κάγκα, καθόσον ὁ σύζυγός της παρευρέθη εἰς τὴν
38Σύνοδον ἐκείνην, ἀλλὰ δὲν ἐπληρώθη τὴν ἀποζημίωσιν.
39§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀποσταλῆ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ
40Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὰ περαιτέρω.
41Ὁ Μιχαὴλ Καλαμαρᾶς ἐξ Ἀνδριτσαίνης διὰ τηλε-
42γραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ ἐπιψη-
43φίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου
44Κυπαρισσίας. Θ’ ἀποσταλῇ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὴν ἐπι-
45τροπὴν τῆς Δικαιοσύνης.
46Ὁ Δήμαρχος Ἄρτης διαβιβάζει ψήφισμα τοῦ Δημο-
47τικοῦ Συμβουλίου Ἄρτης παρακαλοῦντος τὴν Βουλήν νὰ
48μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ Πρω-
49τοδικείου Ἄρτης.
50§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ
51διανεμηθῇ ἡ αἴτησις αὕτη, πρὸς μελέτην, ὅπως ἀπεφασί-
52σθη καὶ διὰ τὰ ἐκ Κυπαρισσίας τηλεγραφήματα.
53§12ΠΑΧΥΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ τυπωθῇ.
54§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
55Παράρτημα, ἀριθ. 17).
56Ὁ Δήμαρχος Ἐράνης διαβιβάζει τηλεγραφικῶς ψή-
57φισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἐράνης, ἐξαιτουμένου
58τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου εἰς Φιλιατρὰ,
59ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς τὴν κατάρ-
60γησιν τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας λόγῳ ἀκαταλλήλου
61τῆς ἕδρας· ἐὰν ὅμως προβῇ εἰς τοῦτο λόγῳ οἰκονομίας,
62τότε προσφέρεται ὁ δῆμος Ἐράνης νὰ παράσχῃ δωρεὰν
63τὰ ἀναγκαῖα οἰκήματα πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν δικαστη-
64ρίων καὶ τῶν φυλακῶν.
65§14ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Φαίνεται, ὅτι ὁ δῆμος αὐτὸς εἶναι ὁ μωρό-
66τερος τῶν δήμων τῆς Ἑλλάδος· διότι γνωρίζετε, ὅτι ἐν
67Φιλιατροῖς ὑπάρχει δημοτικὸν Γυμνάσιον· τὸ Γυμνάσιον
68αὐτὸ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν προορισμόν του, ἐν τού-
69τοις ἐπιμένει ὁ δῆμος νὰ τὸ συντηρῇ, χωρὶς ὅμως νὰ πλη-
70ρώνῃ τοὺς καθηγητὰς, καὶ οὕτως ὅλοι οἱ καθηγηταὶ, οἱ
71ὁποῖοι ἔχουσιν ἀπὸ τριετίας νὰ πληρωθῶσιν, ἤγειραν ἀγω-
72γὴν καὶ ζητοῦσι τοὺς μισθούς των. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν πλη-
73ρώνει τοὺς καθηγητάς του, δὲν πληρόνει 450,000 δραχμὰς
74διὰ τὰ ὕδατά του, ζητεῖ νὰ πληρώσῃ καὶ ἐνοίκια κατα-
75στημάτων δικαστικῶν! (ἱλαρότης). Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι
76εἶναι ὁ μωρότερος δῆμος τῆς Ἑλλάδος.
77§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖτε νὰ τυπωθῇ τὸ ψήφισμα;
78§16ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Οὔτε νὰ τυπωθῇ, οὔτε νὰ διανεμηθῇ
79(ἱλαρότης).
80§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολῖται τῆς πόλεως Τρικκάλων παρα-
81καλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον
82περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
83Ὁ Δήμαρχος Ἀνδριτσαίνης ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ
84Δημοτικοῦ Συμβουλίου, παρακαλοῦντος τὴν Βουλὴν, ὅπως
85μὴ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργή-
86σεως τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν
87ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης.
88Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Κυπαρισσίας
89ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Συμβουλίου ὑπὲρ τῆς μὴ καταρ-
90γήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Θὰ σταλῇ καὶ τοῦτο
91εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
92Πολλοὶ κάτοικοι Γαργαλιάνων παρακαλοῦσι τὴν Βου-
93λὴν, ὅπως μὴ ἐπιψηφίσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδι-
94κείου Κυπαρισσίας. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά των εἰς τὴν ἐπὶ
95τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπήν.
96Πολλοὶ δημόται Κυπαρισσίας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν
97νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Κυπαρισσίας. Θὰ σταλῇ
98καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπι-
99τροπήν.
100Ὁ Δήμαρχος Πλαταμώδους διαβιβάζει ψήφισμα τοῦ
101Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ τοῦτο εὔχεται ὑπὲρ τῆς μὴ
102καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Θ’ ἀποσταλῇ
103καὶ τὸ ψήφισμα τοῦτο εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπήν.
104Ὁ Ν. Παπαδήμας, κάτοικος Ἀθηνῶν, ζητεῖ νὰ ἐνοι-
105κιάσῃ τὴν ἄμμον τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου. Θὰ σταλῇ ἡ
106ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
107Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν τις ἐπὶ τοῦ
108νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ ͵ΒΚΗʹ
109νόμου τῆς 20 Ἰουλίου ἐ. ἔ. περὶ δικαστηρίου Κακουρ-
110γιοδικῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρ-
111τημα, ἀριθ. 18).
112Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἔχει τὸν λόγον.
113§18ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἀνεπίδεκτον σπου-
114δαίας ἀμφισβητήσεως τυγχάνει, ὡς ἐκ τῶν κατατεθέντων
115ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, ἐγεί-
116ρουσα τανῦν ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ ἐν μα-
117καρίᾳ τῇ λήξει Εὐαγγέλη Ζάππα, τὴν ὁποίαν τῇ ἐπινεύ-
118σει, τῇ συγκαταθέσει, τῇ ἐγκρίσει αὐτῆς νέμεται ἀπὸ
119τριακονταετίας σχεδὸν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἀδικεῖ
120ἰδίως ἑαυτὴν, ἀντιστρατευομένη, ἀναιροῦσα ἐπισήμους αὐ-
121τῆς πράξεις, περιεχομένας ἐντὸς τῶν κατατεθειμένων ἐγ-
122γράφων, καὶ πολιτεύεται πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τὴν μὴ δυ-
123ναμένην, διὰ λόγους γνωστοὺς καὶ πασιφανεῖς, κατὰ σύ-
124στημα, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν σέβεται τὸ δίκαιον, αὐτή,
125ἡ καυχωμένη ἐπὶ εὐνομίᾳ, ὅτι δὲν πιστεύει εἰς αὐτὸ, λη-
126σμονοῦσα, ὅτι ἐκ τοῦ δικαίου ἀποῤῥέει ὁ ἀνθρωπισμὸς, ἐπ’
127αὐτοῦ στηρίζεται ὁ ἐκπολιτισμὸς, καὶ εἰς αὐτὸ ὀφείλουσι
128καὶ ἡ Ρωμουνία καὶ ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία καὶ ἡ
129Ἑλλὰς τὸ μέγα τῆς αὐτονομίας καὶ ἐλευθερίας ἀγαθόν.
130Κακίστην ὅμως ποιοῦσι χρῆσιν τοῦ ἀνεκτιμήτου τούτου
131ἀγαθοῦ οἱ βουλευόμενοι, λήγοντος τοῦ ΙΘʹ αἰῶνος, καὶ
132πράττοντες οἷα ἡ Ρωμουνία,—ἃς προσθέσω, καὶ ἡ Βουλγα-
133ρία,— καταδεικνύοντα, ὅτι ἀπέχομεν κατὰ πολὺ τῆς πο-
134λιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ἀναπτύξεως ἐκείνης, ἧς ἄνευ ἀδύ-
135νατος τυγχάνει ἡ πλήρης τῶν Κρατῶν τοῦ Αἵμου ἀπε-
136λευθέρωσις, καὶ ἡ ὕψωσις αὐτῶν διὰ τῆς συνεκτικότητος
137εἰς σπουδαῖον παράγοντα ἐν τῇ ἐκπολιτιστικῇ τῆς Εὐρώ-
138πης σταδιοδρομίᾳ. Καὶ ὅμως, τοῦτο ὀνειροπολοῦντες καὶ ἐπι-
139διώκοντες ἅπαντες οἱ περὶ τὸν Αἷμον λαοὶ, διεξάγομεν
140πρὸς τοῦτο, παραδόξως τασσόμενοι οὐχὶ ὑπὸ μίαν καὶ τὴν
141αὐτὴν σημαίαν, ἀλλὰ ὑπὸ τὰς σημαίας τοῦ πανρωμουνι-
142σμοῦ, τοῦ παμβουλγαρισμοῦ, τοῦ πανσερβισμοῦ, τοῦ παν-
143ελληνισμοῦ, διεξάγομεν ἀμείλικτον ἀλλήλοις πόλεμον, ὡς
144εἰ τὸ μόνον πρόσκομμα εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὀνεί-
145ρου ἑκάστου εἶναι τὸ τῶν ἄλλων ὅμοιον ὄνειρον· ἀλληλο-
146καταστρεφόμενοι δὲ οὕτω, προκαλοῦμεν τοὺς γέλωτας τῶν
147περὶ ἡμᾶς γιγάντων, τῶν ἐπιδιωκόντων τὴν ὡραίαν καὶ
148πολυπαθῆ ἡμῶν πατρίδα· δικαίως δὲ οὗτοι κινοῦνται εἰς
149γέλωτα, καὶ χλευάζουσιν ἡμᾶς, διότι αὐτὰ τὰ πᾶν, καὶ
150πᾶν καὶ πᾶν, ἄγουσιν εἰς τὴν πανωλεθρίαν μᾶλλον ἢ εἰς
151τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, διὰ τῆς Ἀνατο-
152λῆς, ὡς οἱ περὶ τὸν Αἷμον παγκρατισταὶ πιστεύουσιν.
153Ἡ δὲ διάταξις τοῦ Ρωμουνικοῦ κώδικος, ἣν, χλευάζουσα
154τὴν Ἑλλάδα, ἐπικαλεῖται ἡ Ρωμουνία εἰς ὑποστήριξιν τῶν
155ἀδίκων αὐτῆς ἀξιώσεων, ἡ ἀναξία τῶν χρόνων, ἐν οἷς ζῶ-
156μεν, ἡ ἀποδεικνύουσα τὴν σκαιότητα, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο
157τι, ἐκείνων, οἵτινες ἐπίστευσαν, ὅτι, ὑψοῦντες σινικὸν τεῖ-
158χος μεταξὺ Ρωμουνίας καὶ τῶν ἄλλων λαῶν, λύουσι τὸ
159Ἀνατολικὸν ζήτημα διὰ τοῦ πανρωμουνισμοῦ, δὲν ἐφαρ-
160μόζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, τοῦ Εὐαγγέλη
161Ζάππα ἀποβιώσαντος καὶ τῆς διαθήκης αὐτοῦ ἀνοιχθεί-
162σης πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κώδικος, ἐν ᾧ εὕρηται ἡ
163διάταξις αὕτη.
164Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου τούτου, ἐὰν προσκα-
165λούμενος ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος
166ὁ εὐρωπαϊκὸς Ἄρειος Πάγος, ἀδύνατον νὰ παραδεχθῇ ὡς
167ἰσχύουσαν ἀπέναντι τῶν Εὐρωπαίων, τῶν ἐγκατεστημένων
168ἐν Ρωμουνίᾳ, διάταξιν δημευτικὴν, διάταξιν ἀντιβαί-
169νουσαν εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἐφ’ ὧν ἐρεί-
170δεται τὸ διεθνὲς δίκαιον καὶ καθ’ ἃς κρίνονται αἱ ἐκ τῶν
171διεθνῶν σχέσεων προκύπτουσαι διενέξεις. Ὀρθῶς καὶ δι-
172καίως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προέτεινε, τῆς διενέξεως
173διεθνοῦς οὔσης, τὴν λύσιν αὐτῆς διὰ συμβιβασμοῦ ἢ διὰ
174διεθνοῦς διαιτησίας, ἀλλ’ ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἀπέ-
175κρουσε καὶ ἀποκρούει τὴν λύσιν ταύτην, διϊσχυριζομένη,
176ὅτι δι’ αὐτῆς προσβάλλεται ἡ αὐτονομία τοῦ Ρωμουνικοῦ
177Βασιλείου· τοῦτο ὅμως δὲν ἔχεται ἀληθείας, διότι ἡ Ἑλλὰς,
178διεκδικοῦσα ἰσοτιμίαν καὶ ἰσονομίαν, καὶ ἀποκρούουσα τὴν
179ἀξίωσιν τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως αὕτη παρί-
180σταται καὶ ὡς διάδικος καὶ ὡς δικαστὴς, διεξάγουσα διὰ
181τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων τὴν διεθνῆ διαφορὰν, δὲν
182προσβάλλει τὴν αὐτονομίαν τοῦ Ρωμουνικοῦ Βασιλείου,
183ἀλλ’ ἀμύνεται ὑπὲρ τῆς ἰσονομίας, ὑπὲρ τῆς ἰσοπολιτείας,
184καὶ προασπίζει ἐντὸς τοῦ δικαίου ἴδια δικαιώματα, ἴδια
185συμφέροντα. Μάτην δὲ κοπιᾷ ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, δι’
186ὅσων ἀνέγνωσα ἐγγράφων, διαμειφθέντων μεταξὺ αὐτῆς
187καὶ τῆς ἐν Ρωμουνίᾳ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, μάτην ἀγω-
188νίζεται, προσπαθοῦσα νὰ περιβάλῃ διὰ χροιᾶς τινος νο-
189μιμότητος τὰς δημευτικὰς αὐτῆς διαθέσεις ὡς πρὸς τὴν
190περιουσίαν τοῦ Ζάππα· αὗται προδίδονται πανταχόθεν,
191καὶ εἶναι τοῦ αὐτοῦ συστήματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξετελέ-
192σθη ἡ ἀνίερος δήμευσις τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων.
193Ὅτι δὲ τοιαύτη εἶναι ἡ διάθεσις τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερ-
194νήσεως, ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἐξεγέρσεως, ἣν προεκάλεσεν
195ἡ ἐν τῇ Γερουσίᾳ ἀγόρευσις τοῦ γερουσιαστοῦ Βακαρέ-
196σκου, χαρακτηρίσαντος τὸ ζήτημα, τοῦ κοινοῦ τοῦ Ρω-
197μουνικοῦ ἐπικροτοῦντος, ὡς ζήτημα ἐθνικὸν, ζήτημα ἐθνι-
198κῆς τιμῆς, ζήτημα ζωῆς ἢ θανάτου διὰ τὴν Ρωμουνίαν,
199διατρέχουσαν τὸν κίνδυνον, ἐὰν ἐπιδικασθῇ ἡ περιουσία τοῦ
200Εὐαγγέλη Ζάππα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, νὰ στε-
201ρηθῇ τοῦ ἐθνικοῦ ἐδάφους, καταλαμβανομένου ὑπὸ βιομη-
202χάνων ξένων, τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἱκανότητος τῶν Ζάππα.
203Ἡ τοιαύτη ἐξέγερσις, ἡ καθιστῶσα ἀδύνατον τὴν παρὰ
204τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων ἀμερόληπτον κρίσιν, δύνα-
205ται νὰ δικαιολογήσῃ, ὡς δικαιολογεῖ πληρέστατα, τὴν
206ἀξίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ ζήτημα
207λυθῇ διὰ διαιτησίας. Καὶ καλῶς ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυ-
208βέρνησις, ἀπαιτοῦσα τὴν τοιαύτην λύσιν.
209Μέχρι τοῦ σημείου τούτου, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ Κυ-
210βέρνησις ἐβάδισε τὴν ὁδὸν, τὴν ὑποδεικνυομένην αὐτῇ ὑπὸ
211τοῦ δικαίου, τῆς ἐθνικῆς τιμῆς καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόν-
212των, καὶ διὰ τοῦτο, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, χειροκροτῶ τὴν μέχρι
213τοῦ σημείου τούτου πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ
214προεχώρησε καὶ περαιτέρω. Ἐν τῇ ἀγανακτήσει αὐτῆς
215ἐπὶ τῇ τροπῇ, ἣν ἔλαβεν ἐν Ρωμουνίᾳ ἡ ὑπόθεσις τῆς
216περιουσίας Ζάππα, προέβη εἰς τὴν διακοπὴν τῶν μεταξὺ
217τῶν δύο Κρατῶν φιλικῶν σχέσεων. Τὰ Κράτη, κύριοι
218Βουλευταὶ, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, δὲν προβαίνουσιν εἰς
219τὴν διακοπὴν σχέσεων ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ὅταν μάλι-
220στα μεγάλα καὶ ποικίλα συμφέροντα ὑπηκόων ἐκτίθηνται
221ἐκ τούτου, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἰς κίνδυνον· ἠδύ-
222νατο ἡ Κυβέρνησις νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῶν ἀδίκων
223ἀξιώσεων τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀποκρούσῃ τὴν
224ἁρμοδιότητα τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, νὰ κηρύξῃ
225ἄκυρον καὶ μὴ οὖσαν πᾶσαν ἀπόφασιν τῶν Ρωμουνικῶν
226δικαστηρίων ἐπὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως, τῇ δυνάμει δὲ
227τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκπηγά-
228ζει τὸ διεθνὲς δίκαιον, νὰ ποιήσηται ἔκκλησιν ἐνώπιον τοῦ
229εὐρωπαϊκοῦ συνεδρίου, ὅπως τοῦτο λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς πρά-
230ξεις τῆς αὐθαιρεσίας καὶ βίας, αἵτινες τελοῦνται ἐν λή-
231γοντι δεκάτῳ ἐννάτῳ αἰῶνι ἐν Ρωμουνίᾳ, καὶ ἀποφασίσῃ
232ὅ,τι κρίνει δίκαιον, πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς Ρωμουνίας
233καὶ τῶν ἐγκατεστημένων ἐν Ρωμουνίᾳ Εὐρωπαίων. Προέβη,
234κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἡ Κυβέρνησις μετὰ σπουδῆς εἰς τὴν
235διακοπὴν τῶν σχέσεων· μὲ ἐξέπληξε δὲ ἡ σπουδὴ, τὴν
236ὁποίαν ὁ ἐκ Πετρουπόλεως μεταβὰς ἐκεῖσε ἐπιτετραμμένος
237τὰ τῆς Πρεσβείας ἔδειξεν, ὅπως τὸ ταχύτερον φθάσωμεν εἰς
238τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων.
239Τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου
240τούτου ζητήματος. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξω-
241τερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν,
242ἐὰν ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων προῆλθεν ἐκ μόνης τῆς ὑπο-
243θέσεως τοῦ Ζάππα, ἢ καὶ ἐξ ἄλλης τινὸς αἰτίας.
244§19ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ
245διακοπὴ τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρωμουνίας σχέσεων
246προῆλθεν ἐξ ἀφορμῆς τῆς γνωστῆς ὑποθέσεως, τῆς κληρο-
247νομίας Εὐαγγέλη Ζάππα καὶ τῶν συνοδευσασῶν αὐτὴν
248περιπλοκῶν. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς φρονῇ, ὅτι ἐπῆλθε λίαν
249ἐσπευσμένως, ἡ Κυβέρνησις ἀπέδειξεν, ὅτι ἔχει τὴν ἐναν-
250τίαν γνώμην· νομίζει δὲ, ὅτι ἐπελθοῦσα μετὰ ἐννέα περί-
251που μῆνας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς περιπλοκῆς, ἀφ’ ἧς, εὐθὺς
252ἀπὸ τοῦ πρώτου μηνὸς, αἱ γνῶμαι τῶν ἐν Ρωμουνίᾳ ἐπι-
253ληφθέντων τῆς ὑποθέσεως ἦσαν αὐταὶ αὗται, αἱ περὶ δια-
254κοπῆς, νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐν σπουδῇ.
255§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευ-
256ταὶ, τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων ἡμῶν πρὸς τὴν Ρωμου-
257νίαν εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ εἰς τὴν προηγηθεῖσαν τῆς παρούσης
258Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐκείνη, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει τὰς
259παραστάσεις, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ ὀλίγου ἐποιήσατο λό-
260γον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, καὶ μελετήσασα
261τὸ ζήτημα ὑπὸ πάσας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις, ἔφθασεν εἰς
262ἀντίθετον πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν συμπέρασμα, ὅτι
263δηλ. δὲν ἐπέβαλλεν ἐθνικόν τι συμφέρον τὴν διακοπὴν τῶν
264σχέσεων ἡμῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο τὸ
265καθῆκον νὰ δηλώσω ἐν συντόμῳ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λό-
266γους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν συνεμερίσθημεν, ἕνεκα τῶν
267ὁποίων δὲν ἐνεκρίναμεν τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἡ παροῦσα
268Κυβέρνησις ἐτήρησεν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ.
269Βεβαίως τὴν γνώμην ἡμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἐπη-
270ρέαζεν ἡ ὑπόνοια, ὅτι εἶχον βασιμότητά τινα αἱ ἀξιώσεις
271τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς περιουσίας Ζάππα.
272Αἱ ἀξιώσεις αὗται εἶναι τόσον ἀβάσιμοι καὶ τόσον παρά-
273λογοι, ὥστε οὐδεμία περὶ τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ
274ἀμφιβολία εἰς πάντα ἀμερόληπτον δικαστήν. Ἰσχυρίζεται
275ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ διαθήκη τοῦ Εὐαγγέλη
276Ζάππα, δι’ ἧς κατέλιπε τὴν περιουσίαν του εἰς τὴν Ἑλ-
277λάδα, εἶναι ἄκυρος κατὰ τοὺς νῦν ἐν Ρωμουνίᾳ ἰσχύοντας
278νόμους. Ἀλλ’ ὁ διαθέτης Εὐαγγέλης Ζάππας ἀπεβίωσε
279κατὰ τὸ 1865, ὅτε ἄλλη ἴσχυεν ἐν Ρωμουνίᾳ νομοθεσία,
280καὶ κατὰ τὰς διατάξεις αὐτῆς λογικὸν ἦτο νὰ κανονισθῶσι
281πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διαθήκην τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα
282ζητήματα. Οὐδεὶς ἰσχυρίσθη ποτὲ, ὅτι κατὰ τὴν νομοθεσίαν
283ἐκείνην περιεῖχεν ἀκυρότητά τινα ἡ διαθήκη τοῦ Εὐαγ-
284γέλη Ζάππα. Συμφώνως μὲ τὴν διαθήκην, ἡ περιουσία τοῦ
285Εὐαγγέλη Ζάππα περιῆλθεν ἔκτοτε εἰς τοὺς ἐκ διαθήκης
286κληρονόμους αὐτοῦ, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ κυριότης, καὶ εἰς
287τὸν Κωνσταντῖνον Ζάππαν ἡ ἰσόβιος ἐπικαρπία.
288Ταῦτα δὲ πάντα ἀνεγνώρισεν ἔκτοτε καὶ αὐτὴ ἡ Ρω-
289μουνικὴ Κυβέρνησις, ὡς καλῶς καὶ νομίμως γενόμενα. Πῶς
290λοιπὸν ὑποστηρίζει τώρα ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπὶ
291τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα πρέπει νὰ ἐφαρ-
292μοσθῇ ἡ νῦν ἐν Ρωμουνίᾳ ἰσχύουσα νομοθεσία; Ἐκ τοῦ
293γεγονότος, ὅτι πρὸ ὀλίγου ἀπεβίωσεν ὁ Κωνσταντῖνος Ζάπ-
294πας, ὁ ἰσόβιος ἐπικαρπωτὴς, καὶ περιῆλθεν οὕτω πλήρης
295ἡ κυριότης τῶν κτημάτων εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι ἕνεκα
296τούτου ἡ ὑπόθεσις ὑπάγεται εἰς τοὺς νῦν ἰσχύοντας νόμους.
297Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ δικαστήριον,
298ἀποδεχόμενον ὡς ὀρθὸν, ἰσχυρισμὸν τοσοῦτον ἀβάσιμον· διότι
299ὁ θάνατος τοῦ ἐπικαρπωτοῦ τροποποιεῖ ἐν μέρει τὰς μεταξὺ
300τῶν κληρονόμων σχέσεις, ἀλλὰ δὲν καθιστᾷ ἐκ νέου ἐκκρεμῆ
301τὰ ὁριστικῶς λυθέντα ζητήματα τῆς διαδοχῆς τοῦ Εὐαγ-
302γέλη Ζάππα, οὐδὲ δύναται νὰ ὑποβάλῃ ταῦτα εἰς τὸν νῦν
303ἰσχύοντα νόμον. Ἄλλως ἔπρεπε νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι,
304καὶ ἂν μετὰ 100 ἔτη ἤθελεν ἀποβιώσει ὁ ἐπικαρπωτὴς,
305κατὰ τοὺς τότε νόμους ἤθελε κανονισθῆ ἡ κληρονομία τοῦ
306διαθέτου.
307Τοιοῦτος εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς, ὃν προέβαλεν ἡ Ρωμουνι-
308κὴ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ πρὸς στιγμὴν βά-
309σιμος ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, ἔπεται τάχα ἐντεῦθεν, ὅτι βά-
310σιμοι εἶναι αἱ ἀξιώσεις τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα
311λάβῃ αὕτη τὴν περιουσίαν τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα; Ὄχι
312βεβαίως. Ἐὰν ἡ διαθήκη τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα ὑποτεθῇ
313ἄκυρος, συνέπεια τούτου εἶναι, ὅτι ἔκτοτε, ἀπὸ τοῦ 1865,
314περιῆλθεν ἡ κληρονομία του εἰς τοὺς ἐξ ἀδιαθέτου κληρο-
315νόμους του, οὐδέποτε ὅμως δύναται νὰ περιέλθῃ αὕτη εἰς
316τὸ Ρωμουνικὸν Δημόσιον. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τὴν ὑπε-
317ράσπισιν, τὴν ὁποίαν ὑπὲρ τῶν ἀξιώσεών του δύναται τὸ
318Ρωμουνικὸν Δημόσιον νὰ προβάλῃ ἐνώπιον τῶν δικαστη-
319ρίων· ἀλλ’ ἐὰν ἤθελεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι, κατὰ τὸ νῦν ἰσχῦον
320Σύνταγμα, δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἀλλοδαπὸν ν’ ἀποκτήσῃ
321ἀγροτικὴν περιουσίαν, ὁ ἰσχυρισμὸς θὰ ἐξελεγχθῇ ἀνυπό-
322στατος, διότι ἡ κληρονομία ἀπεκτήθη, ἐπαναλαμβάνω,
323ὑπὸ τῶν ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμων κατὰ τὸ 1865, ὅτε
324δὲν ἴσχυε τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Ρωμουνικοῦ Συντάγματος.
325Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐξαιρεῖ, ὡς
326ἦτο ἑπόμενον, τὰ κεκτημένα ὑπὸ τῶν ἀλλοδαπῶν δικαιώ-
327ματα. Ὥστε ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀνυπόστατοι εἶναι αἱ ἀξιώ-
328σεις τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως.
329Ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἀνεγνώριζεν ἐπίσης, ὅτι
330δὲν ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
331ἡ διένεξις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ
332Ρωμουνικοῦ Δημοσίου, ἡ ἀναγομένη εἰς τὴν διεκδίκησιν
333τῆς περιουσίας αὐτῆς, ἦτο τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Ρωμου-
334νικῶν δικαστηρίων· ἐφρόνει καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις, ὡς
335καὶ ἡ νῦν, ὅτι τοιαῦται μεταξὺ ἐθνῶν διενέξεις, καίπερ
336ἀφορῶσαι εἰς χρηματικὰ συμφέροντα, εἶναι διενέξεις τοῦ
337διεθνοῦς δικαίου καὶ δὲν δύνανται νὰ λυθῶσιν, εἰμὴ καθ’ ὃν
338τρόπον τὸ διεθνὲς δίκαιον ὁρίζει.
339Τοιαῦτα ἐφρόνει ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις περὶ τῶν
340ἀξιώσεων τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐγνώριζεν,
341ὅτι ἐν Ρωμουνίᾳ ὑποστηρίζονται περὶ τῆς περιουσίας τῶν
342ἀλλοδαπῶν σκέψεις καὶ ἀξιώσεις, ἀντικείμεναι εἰς τοὺς
343νόμους τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν καὶ τῶν μεταξὺ αὐτῶν
344διεθνῶν σχέσεων. Καὶ ὅμως δὲν ἐθεώρησε συμφέρον νὰ προ-
345βῇ εἰς διάῤῥηξιν τῶν σχέσεων πρὸς τὴν Ρωμουνίαν· τοὐναν-
346τίον ἐνόμιζεν, ὅτι συμφέρον ἦτο νὰ ἀκολουθήσῃ ἄλλην ὁδόν.
347Δὲν ἀμφισβητεῖ, κύριοι Βουλευταί, πρὸς ἡμᾶς τὴν περιου-
348σίαν τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα μόνη ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις·
349τὴν ἀμφισβητοῦν καὶ οἱ ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμοι τοῦ
350Εὐαγγέλη Ζάππα, καὶ οὗτοι ἐνάγουσιν ἤδη ἡμᾶς ἐνώπιον
351τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, ἀξιοῦντες νὰ λάβωσιν αὐτοὶ
352τὴν περιουσίαν, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ἐμφανισθῶ-
353μεν ἐνώπιον τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, ἵνα ἀποκρού-
354σωμεν τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν δι-
355καστηρίων ἐνεφανίσθη καὶ ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις.
356Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐσκέφθημεν, ὅτι, ἀφοῦ εἴμεθα
357ὑπόχρεοι νὰ ἐμφανισθῶμεν ἐνώπιον τῶν Ρωμουνικῶν δι-
358καστηρίων, ἵνα ἀποκρούσωμεν τὰς ἀξιώσεις τῶν συγγενῶν,
359οὐδεμίαν θέλομεν ὑποστῆ βλάβην, ἐὰν ἀποκρούσωμεν πα-
360ρεμπιπτόντως καὶ τὰς ἀξιώσεις τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνή-
361σεως μετὰ προηγουμένην διαμαρτύρησιν, πρότασιν ἀναρμο-
362διότητος τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων διὰ τοιαύτας δια-
363φορὰς, καὶ ἐπιφύλαξιν πλήρη τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ.
364Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον, ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι διεσώζομεν
365πάντα τὰ δικαιώματα ἡμῶν, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ κανονί-
366σωμεν τὰς περαιτέρω ἐνεργείας ἡμῶν συμφώνως πρὸς τὸ
367ἐξαγόμενον τῆς δίκης, ἡ ὁποία ἤδη διεξάγεται. Ἐὰν κατὰ
368τὴν δίκην ἐκείνην ἐπεδικάζετο ἡ περιουσία τοῦ Ζάππα
369εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἔπαυε πᾶσα ἀφορμὴ διε-
370νέξεως· ἐὰν τοὐναντίον ἐπεδικάζετο εἰς τοὺς ἐξ ἀδιαθέτου
371κληρονόμους αὐτοῦ, ἔπαυεν ἐπίσης πᾶς λόγος διπλωματι-
372κῆς διενέξεως μετὰ τῆς Ρωμουνίας. Ἐὰν ἐπὶ τέλους τὰ
373Ρωμουνικὰ δικαστήρια ἐπεδίκαζον τὴν περιουσίαν εἰς τὴν
374Ρωμουνικὴν Κυβέρνησιν, ἡ τοιαύτη ἀπόφασις ἤθελε θέσει
375ἐκ μέσου τοὺς ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμους καὶ περιορίσει
376τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων. Δὲν ἤθελε δὲ
377βλάψει ἡμᾶς, διότι καὶ τότε ἀκόμη εἴχομεν πλήρη καὶ
378ἐλευθέραν τὴν διπλωματικὴν ὁδὸν, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ ὠθή-
379σωμεν τὰ πράγματα μέχρι τοῦ ἐσχάτου σημείου. Δὲν ἠδύ-
380νατο ν’ ἀντιταχθῇ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἁρ-
381μοδιότητα τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, διότι ἠθέλομεν
382ἀντιτάξει τὰς προηγουμένας ἡμῶν διαμαρτυρίας καὶ ἐπι-
383φυλάξεις. Ἡ ἀπόφασις μάλιστα τῶν Ρωμουνικῶν δικα-
384στηρίων, παραδεχομένη ἀξιώσεις ὅσον ἀνέπτυξα σαθρὰς,
385ἤθελε περιέχει προφανῶς ἄρνησιν δικαιοσύνης (déni de
386justice), ἥτις πάντοτε ἀποτελεῖ βάσιν διπλωματικῆς διε-
387νέξεως.
388Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, καὶ ἀποβλέποντες εἰς τὰ
389ποικίλα ἡμῶν ἐν Ρωμουνίᾳ συμφέροντα, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ
390συμπέρασμα, ὅτι ὠφείλομεν νὰ ἐξαντλήσωμεν πᾶν μέσον
391διασώσεως τῆς περιουσίας Ζάππα, πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς ῥῆ-
392ξιν διπλωματικήν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἄλλην ἐξελέ-
393ξατο ὁδόν· εὔχομαι ἐγκαρδίως, ἡ ὁδὸς αὕτη νὰ ἀπολήξῃ
394εἰς εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ, τὸ κατ’ ἐμὲ, φοβοῦμαι
395ὅτι ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως ἐξηφάνισε καὶ τὴν ἐσχάτην
396ἐλπίδα διασώσεως τῆς περιουσίας Ζάππα.
397§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν, ἀφοῦ ἅπαξ ἐδόθη
398ἀφορμὴ εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, νὰ μὴ ὑπάρχῃ δια-
399φωνία ὡς πρὸς τὰς ἐνεργείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὂχι ἡ
400Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὀφεί-
401λει σήμερον νὰ δηλώσῃ τί φρονεῖ. Ἀπέναντι τῶν παραλό-
402γων καὶ ἀδίκων ἀξιώσεων τοῦ Ρωμουνικοῦ Κράτους, ἀπέ-
403ναντι βίας αὐθαιρέτου, ἀπέναντι παραβιάσεως ὅλων τῶν
404ἀρχῶν τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἀπέναντι ἁρπαγῆς ἀλλοτρίας
405περιουσίας, συζήτησις καὶ σκέψεις, ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιό-
406τιμος συνάδελφος, δὲν δύνανται νὰ εἰσχωρήσωσι· τοιαῦται
407σκέψεις δύνανται νὰ εἰσχωρήσωσιν, ὅταν ἔχωμεν ἀπέναντί
408μας ἀντίδικον, ὅστις σέβεται τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι διέ-
409πουσιν ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην, οἱ ὁποῖοι προστατεύουσιν
410ἀδιακρίτως τὴν ξένην ἰδιοκτησίαν παντὸς, καὶ δὲν συνί-
411στανται εἰς τὸ νὰ ἁρπάζουν διὰ νομοθετημάτων ξένην
412περιουσίαν, ἐναντίον τῶν κανόνων, τῶν διεπόντων ὁλόκλη-
413ρον τὸν Εὐρωπαϊκὸν καὶ πεπολιτισμένον κόσμον... (χειρο-
414κροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
415§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὰ ἀκροατήρια). Αὐτὰ νὰ παύ-
416σουν, παρακαλῶ.
417§23ΡΙΚΑΚΗΣ... Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, οὕτω πολιτευο-
418μένη ἀπέναντι τῆς αὐθαιρεσίας, ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ λυθῇ
419ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ ἀπασχολεῖ τὸν εὐρωπαϊ-
420κὸν κόσμον, καὶ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἐτόλμησε νὰ
421θίξῃ. Εἰς τὴν εὐρωπαϊκὴν οἰκογένειαν μία μόνη Δύναμις
422ὑπάρχει, ἡ ὁποία ἐννοεῖ νὰ καταλαμβάνῃ τὴν ξένην περι-
423ουσίαν, παραβιάζουσα τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας,
424καὶ ἀρνουμένη τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἰδιοκτησίας εἰς ξέ-
425νους ὑπηκόους, ἐνῷ οἱ ὑπήκοοι αὐτῆς εἰς ὅλα τὰ ἄλλα
426Κράτη ἔχουσι πλήρη ἐλευθερίαν ἰδιοκτησίας.
427Ὂχι λοιπόν! δὲν ἀποδοκιμάζω, ἀλλ’ ἐπιδοκιμάζω
428πληρέστατα καὶ χειροκροτῶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερ-
429νήσεως, τὴν ὁποίαν πρέπει ὁλόκληρον τὸ ἔθνος νὰ ἀσπασθῇ,
430καὶ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν θέλησίν του, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει ὄχι
431μόνον εἰς τὴν Ρωμουνίαν, ἀλλὰ εἰς ὁποιονδήποτε ἄλλο
432Κράτος νὰ παραβιάζῃ τοὺς κανόνας ἐκείνους, οἵτινες συν-
433δέουσιν ὁλόκληρον τὴν εὐρωπαϊκὴν οἰκογένειαν. Ἡ Ρωμου-
434νία, ἐὰν ἀξιοῖ, ὅτι εἶναι πεπολιτισμένον Κράτος, ὀφείλει
435νὰ σεβασθῇ τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων, ὅπως οἱ ἄλλοι
436σέβονται τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Δὲν πρόκειται νὰ πάθουν
437τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰ-
438γιαλείας εἶπε, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ ὑποφέρωσι
439τίποτε περισσότερον παρ’ ὅ,τι ὑποφέρουσιν ἤδη· ἀδιάφορον
440ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δίκης τῆς περιουσίας
441Ζάππα, διότι τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν δὲν ἐξήρτησε τὴν
442οἰκονομικήν του τύχη ἀπὸ τὴν περιουσίαν τοῦ Ζάππα,
443ἐνδιαφέρεται ὅμως καὶ θέλει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα πρὸς
444ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ νὰ δώσῃ ἡ Ἑλ-
445λὰς τὸ μάθημα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τὴν αὐθαίρετον καὶ
446παράλογον καταπάτησιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ
447διεθνὲς δίκαιον διέγραψεν. Ἡ ἰδέα, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ
448προσέλθωμεν εἰς τὸ δικαστήριον διαμαρτυρόμενοι, εἶναι ἰδέα,
449τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω· διότι, ἀφοῦ ἅπαξ
450προσέλθωμεν εἰς τὰ Ρωμουνικὰ δικαστήρια, οὐδεμία δια-
451μαρτύρησις ἤθελε μᾶς ὠφελήσει· ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἤθε-
452λεν ἐκδοθῆ, θὰ εἶχε πλῆρες κῦρος.
453Ὥστε δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι ἡ ἐνέρ-
454γεια τῆς Κυβερνήσεως πληρέστατα πρέπει νὰ ἐπιδοκιμα-
455σθῇ, καὶ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐγένετο συζήτησις, πρέ-
456πει νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζη-
457τήματος.
458§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ
459ἔντιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς εἶχεν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι,
460μείνει σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ, ὅτε κατέθεσα τὰ ἔγγραφα, ὅτι
461πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως ἤθελεν
462ἀπὸ κοινοῦ μεθ’ ἡμῶν προκαλέσει τὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁρι-
463σμὸν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελε γείνῃ συζήτησις. Καὶ διότι
464μὲν προεκάλεσε τὴν συζήτησιν ταύτην σήμερον, δὲν δύνα-
465μαι νὰ παραπονεθῶ κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν
466Βουλὴν νὰ μοὶ συγχωρήσῃ, ὅτι, εὑρισκόμενος ἀπέναντι τῆς
467ἀπροόπτου ταύτης συζητήσεως, δὲν ἔχω μετ’ ἐμοῦ τὰ ἔγ-
468γραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἀκριβῶς ἐκεῖ-
469νος, ὅστις δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐνταῦθα περὶ τοῦ
470ζητήματος, διὰ νὰ ψέξῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ ληφθείσῃ
471ἀποφάσει, εἶναι ὁ ἔντιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς καὶ
472πρώην Πρωθυπουργός. Διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἔντι-
473μος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ὑπὸ τοιούτων, ὁποίας ἐξέθη-
474κεν, ἰδεῶν ἐνεπνέετο, ὅτε διεδέχθη τὸν ἐξ Ἀρκαδίας τότε
475Βουλευτὴν, τὸν κ. Δηλιγιάννην, εἰς τὰ πράγματα ἀλλ’ ἐπιλη-
476φθεὶς ἔπειτα τῆς περαιτέρω διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως,
477ἔπιε τὸ πικρὸν ποτήριον ν’ ἀνακαλέσῃ τὰς γνώμας αὑτοῦ.
478Διότι, ἐνῷ τοιαύτας ἰδέας ἐν εἰδικῷ συμβουλίῳ ἐξέφρασεν,
479ἑνὸς μόνου διαφωνήσαντος καὶ διαμαρτυρηθέντος, καὶ ἑνὸς
480ἄλλου ἴσως ἐπιφυλάξαντος τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅπως ἐκ-
481φράσῃ αὐτὴν σαφέστερον μετὰ ταῦτα, ὑπετάχθη μετέπειτα
482εἰς τὴν ἄλλην γνώμην, κατιδὼν, ὅτι πάνθ’ ὅσα ἐκ Βου-
483κουρεστίου ἐγράφησαν καὶ ὑπεβλήθησαν εἴς τε τὴν πρὸ αὐ-
484τοῦ Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν ὑπ’ αὐτὸν ὑπό τε τῆς Πρε-
485σβείας καὶ ὑπὸ τοῦ πεμφθέντος ἐκεῖ εἰδικοῦ συμβούλου,
486τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Δαμασκηνοῦ, καὶ ὑπὸ
487τῶν δικηγόρων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Ρωμουνίᾳ,
488ὅτι πάντα ἐκεῖνα ἐπεβάλλοντο ὑποχρεωτικῶς, ἐπιτακτικῶς,
489ὑπὸ τῶν δικηγόρων τῶν ἐκλεγέντων ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς
490Κυβερνήσεως ἐν Βουκουρεστίῳ, λεγόντων σαφῶς, ὅτι, ἐὰν ἡ
491γνώμη αὕτη δὲν ἠκολουθεῖτο, αὐτοὶ ὤφειλον ν’ ἀπέχωσι
492τῆς ὑπερασπίσεως. Ἡ γνώμη αὕτη, ἥτις ἐπεβλήθη ὑπὸ τοῦ
493κ. Βοερέσκου, ἦτο αὐτὴ ἐκείνη, ἣν ἐν τῷ συμβουλίῳ εἶχεν
494ὑποβάλει, μειονοψηφήσας, ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς
495κ. Στεφάνου. Εἰς τὴν γνώμην ταύτην ὑπετάχθη ἐντελῶς ὁ
496ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτὴς, καὶ τηλεγραφικῶς ἐντεῦθεν
497διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ παρήγγειλεν, ἵνα
498τὰ ἐκεῖθεν ὑπαγορευόμενα ἐκτελεσθῶσι. Δὲν εἶχεν ἄρα
499δίκαιον νὰ ὁμιλήσῃ ὡς ὡμίλησεν. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἀφοῦ
500προεκλήθην, νὰ φέρω τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικνύοντα τοὺς
501λόγους μου.
502Ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ἄλλου, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ὁ κ.
503πρώην Πρωθυπουργὸς, οὐδὲν θέλω νὰ εἴπω σήμερον ἄλλο ἢ
504ὅτι ὑπάρχει τοῦ συναδέλφου αὐτοῦ κ. Μελετοπούλου ἔγγρα-
505φον, ἀποδεικνύον, ὅτι δύο περίπου μῆνας πρὸ τῆς εἰσόδου
506ἡμῶν εἰς τὰ πράγματα ἠπείλησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ
507Μαντινείας Βουλευτοῦ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, ἣν σή-
508μερον οὗτος κατακρίνει.
509§25ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἔχει
510μία Κυβέρνησις, δὲν εἶναι αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ἰδέαι, αἱ
511ὁποῖαι ἀνταλλάσσονται εἰς τὰ συμβούλια, ἀλλὰ τὰ συμ-
512περάσματα τῶν συμβουλίων, ἅτινα ἐκτίθενται εἰς τὰ δια-
513μειφθέντα ἔγγραφα. Ἂν ταῦτα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουρ-
514γὸς, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, τὴν γνώμην,
515ἣν ἐξέθηκεν, ἠκολούθησε πάντοτε, καὶ ταύτην τὴν ἀρχὴν
516παρεδέχθησαν καὶ ὁ κ. Δαμασκηνὸς καὶ οἱ ἐν Ῥωμουνίᾳ
517δικηγόροι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Δαμασκηνὸς
518μάλιστα προσήγαγεν ἐνταῦθα καὶ δικόγραφον τῶν δικηγό-
519ρων, συντεταγμένον κατὰ τὴν γνώμην ταύτην.
520§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ
521φέρω τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν θέλει πεισθῆ ἡ Βουλὴ, ὅτι, ἐὰν
522ἠκολουθεῖτο ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς
523ὑπέβαλεν εἰς τὸ συμβούλιον, περὶ οὗ εἶπον, ἠθέλομεν φθά-
524σει εἰς τελείαν καταστροφὴν τῆς ὑποθέσεως· θέλω δ’ ἀπο-
525δείξει πρὸς ὑμᾶς, ὅτι σαφῶς ὁ κ. Βοερέσκος κατέδειξεν, ὅτι
526αὐτὸς δὲν ἦτο δυνατὸν τοιαύτην ἁπλοϊκὴν ὑπεράσπισιν νὰ
527ἀναλάβῃ, ἥτις ἐδέχετο, ὥστε Κράτος, ἔχον διαφορὰν πρὸς
528ἄλλο Κράτος, νὰ ὑποβάλῃ τὴν διαφορὰν αὐτοῦ εἰς τὰ δι-
529καστήρια τοῦ ἑτέρου Κράτους.
530§27ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὀλίγας λέξεις ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω.
531Κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, Κύριοι, εἰς τὰς μετὰ τῶν λαῶν
532τῆς Ἀνατολῆς σχέσεις μας, καὶ ἀδικούμενοι καὶ πιεζόμενοι,
533χάριν ὑψίστων συμφερόντων, ὄχι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ αὐ-
534τῆς τῆς ὑπάρξεως κέντρου ἐκπολιτισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ,
535δὲν πρέπει νὰ παύωμεν τείνοντες αὐτοῖς χεῖρα φιλίας. Ἰδοὺ,
536Κύριοι, διατὶ προεκάλεσα τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ ἐξέφρασα
537τὴν ἐπ’ αὐτῆς γνώμην μου. Δὲν θέλω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο.
538§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν
539δύναμαι νὰ ἐπιδοκιμάσω οὐδὲ τὴν γενομένην ἐπερώτησιν,
540οὐδὲ τὴν ὑπεράσπισιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ὁ κ. Ὑπουρ-
541γὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουρ-
542γὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐποιήσατο ἐπίσημον ἀναγγελίαν
543εἰς τὴν Βουλὴν τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ
544Βασιλείου μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ῥωμουνίας, καὶ ὅτι ἡ
545ἀναγγελία αὕτη συνεπῆγε τὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔλεγχον τῶν
546ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ὡσαύτως ἀληθὲς, ὅτι ἡ
547Βουλὴ μετὰ τὴν ἀναγγελίαν ταύτην εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ
548ἐξετάσῃ, ἐὰν ἡ ὑπεράσπισις τῶν συμφερόντων καὶ τῶν δι-
549καιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τὴν ὁποίαν διεχει-
550ρίσθη ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, ἐὰν διεξήχθη ἀγρύπνως,
551καὶ οὕτως, ὅπως μὴ ἐκτεθῶσιν εἰς κίνδυνον, οὐδὲ κἄν νὰ
552ζημιωθῶσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλλη-
553νικοῦ Βασιλείου. Ἀλλ’ ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων τῶν δύο
554Κρατῶν παρήγαγε ζήτημα διπλωματικὸν, ἐκ τῶν σπου-
555δαιοτέρων, τὰ ὁποῖα προκύπτουσι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν
556τῶν σχέσεων τῶν Κρατῶν πρὸς ἄλληλα, τὸ ζήτημα δὲ,
557περὶ οὗ πρόκειται, ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι ἐν τῷ σταδίῳ τῆς
558διεξαγωγῆς καὶ τῆς ἐρεύνης, οὐδ’ ἔφθασεν ἀκόμη νὰ ἀξιωθῇ
559τοῦτο λύσεώς τινος οἱασδήποτε. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται,
560ὅτι οὐδ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ προβῇ εἰς ἔλεγχόν
561τινα τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ ἐξασθενίσῃ
562τὰς ἐνεργείας τὰς ὁποίας οἱ κυβερνῶντες τὴν Ἑλλάδα
563διεξάγουσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφε-
564ρόντων ἢ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, οὐδ’
565ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔπρεπε νὰ ἀναγγείλῃ εἰς
566τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει προσαγάγει ἔγγραφα καὶ θέλει προβῆ
567εἰς τὴν συζήτησιν εἴτε τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, εἴτε τῶν
568πράξεων ἢ ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας μετῆλθεν ἡ Κυβέρνησις
569τῆς Ἑλλάδος πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων ἢ τῶν
570δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Τοιαύτη συζήτησις, καθ’ ἣν
571ἀναγκαίως θέλουσιν ἐξενεχθῆ γνῶμαι ἐπὶ τῶν γενομένων,
572θέλει καταστήσει τὴν παράστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασι-
573λείου ἀσθενεστέραν καὶ ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων, πρὸς τὰς
574ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπετάθη, ζητοῦσα τὴν
575ἵδρυσιν διαιτησίας, καὶ ἀπέναντι τῆς Ρωμουνίας, πρὸς τὴν
576ὁποίαν διεκδικοῦμεν ὑπερασπιζόμενοι τὰ συμφέροντα ἡμῶν.
577Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ἀκόμη ἡ ὥρα, ἵνα ἐξε-
578τάσωμεν τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἠκούσαμεν τὴν
579γενομένην ἀνακοίνωσιν, ἔπρεπε δὲ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν, ὅταν
580ἐπέλθῃ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι,
581νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη ἐπαρκῶς τὰ
582συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν ἐπεμελήθη αὐτῶν, καὶ ἂν
583ὑπερησπίσθη αὐτὰ δεόντως, εἴτε αὕτη, εἴτε αἱ προκάτοχοι
584αὐτῆς Κυβερνήσεις. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ μὴ ἐπιδο-
585κιμάσω οὔτε τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ κ. Βου-
586λευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὁ ὁποῖος μάλιστα δὲν προεκλήθη εἰς
587ἔλεγχον, διότι δὲν ἐπελάβετό τις τῆς ἐρεύνης τῶν πράξεων
588αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως ἔσπευσε νὰ προβῇ εἰς ἐπικρίσεις,
589τῶν ὁποίων ἡ δημοσίευσις, καὶ αὐτὴ αὕτη καὶ μόνη, δύνα-
590ται νὰ ἐπιφέρῃ ἐξασθένισιν τῆς ἐθνικῆς παραστάσεως.
591Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης,—καὶ ταύτην θέλω ἀκο-
592λουθήσει μετὰ τῶν φίλων μου κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην,—
593ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν ἐντελῶς. Ἐὰν ἡ Κυ-
594βέρνησις ζητήσῃ συνδρομήν τινα παρ’ ἡμῶν, ἵνα ὑπερασπι-
595σθῇ τὰ συμφέροντα ἢ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, θέλο-
596μεν βεβαίως ἐξετάσει, ἐὰν πρέπῃ νὰ παράσχωμεν αὐτὴν,
597ἢ ὄχι, ἀφίνοντες αὐτὴν νὰ διεξαγάγῃ τὸ ζήτημα. Ἐπιφυ-
598λασσόμεθα δὲ, ὅταν μᾶς ἀναγγείλῃ τὴν ἔκβασιν τῆς ὑπο-
599θέσεως καὶ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, νὰ ἐπιλαβώμεθα τῆς
600ἐξετάσεως τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς καὶ πασῶν τῶν Κυβερνή-
601σεων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν αἱ προκάτοχοι αὐτῆς. (Ἐπιδοκι-
602μασίαι ἐκ τῆς Βουλῆς).
603§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αἰτίασις, κύριε Πρόεδρε,
604τὴν ὁποίαν ὁ ἄρτι ἀγορεύσας ἀπηύθυνε κατ’ ἐμοῦ, νομίζω
605ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατος. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἀπηύθυνα
606ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· τὴν
607ἐπερώτησιν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Μεσσηνέζης. Ὁ κ. Μεσσηνέζης
608ἔλαβε τὸν λόγον, προέβη εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς
609του, καὶ οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Κυβερ-
610νήσεως, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις αὕτη δύναται τυχὸν νὰ προσ-
611βάλῃ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ προκειμένου ζητήματος· ἀγο-
612ρεύσας δὲ ὁ κ. Μεσσηνέζης, ἐπέκρινε τὴν διακοπὴν τῶν
613σχέσεων, ὡς ἐσπευσμένως γενομένην. Κατόπιν ἔλαβε τὸν
614λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐξετάθη ἐπὶ
615τοῦ αὐτοῦ ζητήματος χωρὶς νὰ δηλώσῃ τοὐλάχιστον, ὅτι
616ἡ περαιτέρω ἐξέτασις δύναται νὰ ἀποβῇ ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ
617συμφέροντα τοῦ Κράτους.
618Τοιαύτην ἰδὼν τακτικὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως
619καὶ τοῦ κ, Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνόμισα, ὅτι μοὶ
620ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ ὑπερασπίσω ἀντίθετον πορείαν,
621τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἀκολουθήσει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζη-
622τήματος.
623Νομίζω λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ αἰτίασις, ἡ κατ’
624ἐμοῦ ἀπευθυνθεῖσα, εἶναι ἐντελῶς ἄδικος.
625§30ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὡς ἐτέθη τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταὶ,
626ὑπὸ τοῦ πρώτου λαβόντος τὸν λόγον ἀξιοτίμου Βουλευ-
627τοῦ Αἰγιαλείας, ὅτι τουτέστιν ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν εἰς τὸ
628ἄκρον μέτρον τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ρω-
629μουνίας, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, διότι
630ἐκ τῶν πρώτων καθηκόντων μου ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐγ-
631κύψω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐπὶ τόπου, οὕτως εἰπεῖν,
632νὰ σπουδάσω αὐτό. Διαφωνῶ δὲ ῥιζηδὸν πρός τε τὸν ἀξιό-
633τιμον συνάδελφον ἐξ Αἰγιαλείας καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον
634συνάδελφον ἐκ Μαντινείας, τὸν πρώην Πρωθυπουργόν, ὅτι
635ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ρωμουνίας δὲν ἦτο ἐν-
636δεδειγμένη, διότι ταύτην θεωρῶ οὐ μόνον ἐνδεδειγμένην,
637ἀλλὰ καὶ ἐπιβαλλομένην ἐκ τῶν περιστάσεων.
638Δὲν θὰ εἴπω νέα πράγματα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπο-
639μνήσω εἰς αὐτὴν τὸν χρόνον, ἀφ’ οὗ διεξάγεται ὁ ἀνταγω-
640νισμὸς αὐτὸς, ὁ φυλετικὸς ἢ ἐθνικὸς, μεταξὺ Ρωμουνίας καὶ
641Ἑλλάδος. Ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος ἀνέρχεται εἰς τὴν ἡγε-
642μονείαν τοῦ Κούζα, καὶ προσφάτους ἔχετε ἀκόμη εἰς τὰ
643ὦτα ὑμῶν τὰς οἰμωγὰς τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινου-
644πόλεως καὶ τῶν τριῶν ἄλλων πατριαρχικῶν θρόνων, ἐπὶ
645τῇ δημεύσει τῆς πλουσίας ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας.
646Τοῦτο ἦτο τὸ πρῶτον διάβημα, τὸ ὁποῖον ἀνέδειξε τὸν σκο-
647πὸν καὶ τὴν ὁδὸν, ἣν εἶχε διαγράψει ἡ Κυβέρνησις τῶν
648τότε δύο ἡγεμονιῶν ἐπὶ τῶν πρὸς τοὺς Ἕλληνας σχέσεων.
649Τὸ πρῶτον τοῦτο διάβημα ἐπηκολούθησεν ἡ κατάργησις
650τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἀπὸ τῶν θρησκευτικῶν τελετῶν,
651καὶ ἀμείλικτος ἐκηρύχθη πόλεμος κατὰ τῶν Ἑλλήνων μο-
652ναχῶν, τῶν κατοικούντων ἐν Ρωμουνίᾳ εἰς τὰ μοναστη-
653ριακὰ κτήματα, ὁσάκις συνελαμβάνοντο ψάλλοντες τὰς
654ἀκολουθίας ἑλληνιστί. Ἔκτοτε ἀλλεπάλληλα ἐπηκολού-
655θησαν μέτρα, σκοπὸν ἕνα καὶ μόνον ἔχοντα, τὴν κατα-
656δίωξιν τῶν Ἑλλήνων. Ἐὰν παρακολουθήσητε τὴν ἀνάπτυ-
657ξιν τῆς φορολογικῆς, τῆς διοικητικῆς καὶ τῆς ὅλης νομο-
658θεσίας τῆς Ρωμουνίας, τοῦτο θὰ ἴδητε ἐν αὐτῇ, τὸ πῶς
659νὰ καταδιώξῃ τὸν ἐν Ρωμουνίᾳ ἄλλοτε ἀκμάζοντα Ἑλ-
660ληνισμὸν, ἵνα ἐξαναγκάσῃ αὐτὸν εἰς τὸν ἐκρωμουνισμόν.
661Καὶ τὸ κατώρθωσε, Κύριοι, ἐν μέρει· διότι πολλοὶ ἐκ τῶν
662ἐγκατεστημένων ἐκεῖ ὁμογενῶν ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπιδιώ-
663ξωσι, νὰ παρακαλέσωσι μάλιστα, ἵνα δοθῇ αὐτοῖς ἡ ῥω-
664μουνικὴ πολιτογράφησις.
665Ἔμπορος, Κύριοι, δὲν ἠδύνατο νὰ μετέλθῃ τὸ ἔργον
666αὑτοῦ, μεσίτης δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ δημοσίᾳ, ἰατρὸς
667νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ, κάπηλος δὲν ἠδύνατο
668νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς ἀγροτικόν τι κτῆμα, πλανόδιος πω-
669λητὴς δὲν ἠδύνατο νὰ μετέλθῃ τὸ ἔργον αὑτοῦ ἐν ταῖς
670παραδουναβίοις πόλεσι, χωρὶς νὰ ὑφίσταται παντὸς εἴδους
671δυσκολίας, ἐὰν εἶχε τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Καὶ εἶναι
672μὲν ἀληθὲς, ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι οἱ ἀπαγορευτικοὶ, πρὸς
673τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον τοῦ ἐκρωμουνισμοῦ τῶν ξένων τείνοντες,
674εἶχον τὸν γενικὸν χαρακτῆρα τῶν νόμων, ἀλλὰ κυρίως εἰς
675τοὺς Ἕλληνας ἀπέβλεπον, διότι ἔπληττον ὅ,τι μακρόθεν
676ἢ ἐγγύθεν ἐνδιέφερεν αὐτούς. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὸ ζήτημα
677τῆς κατοχῆς ἀγροτικῶν κτημάτων καὶ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ
678Ρωμουνικοῦ Συντάγματος, τὸ μεταῤῥυθμισθὲν κατὰ τὸ
6791879, διότι τοῦτο θὰ μὲ ἔφερε μακράν. Ἐπὶ τέλους, Κύ-
680ριοι, καὶ κατ’ αὐτῶν τῶν ἐγκατεστημένων ἐν Ρωμουνίᾳ
681ἀπὸ παλαιοτάτων χρόνων Ἑλληνικῶν κοινοτήτων μετῆλ-
682θον μέτρα καταπιεστικά, καὶ ἀπηγόρευσαν τὴν τέλεσιν
683τῶν θρησκευτικῶν τελετῶν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ, ὑπο-
684χωρήσαντες κατόπιν καὶ κατ’ ἀνοχὴν ἐπιτρέψαντες τὴν
685χρῆσιν τῆς Ἑλληνικῆς, ἐπεμβάντες εἰς τὰ τῆς μνημονεύ-
686σεως τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἐξαναγκάσαντες τοὺς ἐφόρους τῶν
687Ἑλληνικῶν ἐκκλησιῶν νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῶν
688κατὰ τόπους ἀρχιερέων.
689Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, Κύριοι, συχνότατα ἐν Ρωμουνίᾳ
690ἐγεννᾶτο τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῶν κληρονομιῶν τῶν
691ἡμετέρων ὁμοφύλων, τῶν ἐκεῖ ἀποθνησκόντων. Ὁ ἀναδι-
692φῶν, Κύριοι, τοὺς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν
693ἀποκειμένους φακέλλους, τοὺς σχετικοὺς πρὸς τὸ ἀντικεί-
694μενον τοῦτο, θὰ ἀγανακτήσῃ, βλέπων ὁποίας στρεψοδικίας,
695ὁποίας δυσκολίας μετήρχετο ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, ὁσά-
696κις ἐπρόκειτο νὰ διευκολύνῃ πρὸς τοῦτο τὸ ἔργον τῆς ἡμε-
697τέρας προξενικῆς ἀρχῆς· διότι καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγε-
698νείας οὐχὶ μικρὰς παρέχει ἐν Ρωμουνίᾳ δυσκολίας, ἰδίως
699ἕνεκα τῆς στριφνότητος τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως.
700Μία τοιαύτη ἀφορμὴ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐδόθη, καὶ ἠπει-
701λήθη ἡ διάῤῥηξις τῶν σχέσεων, καὶ ἀνεκλήθη τότε ὁ ἡμέ-
702τερος ἐν Βουκουρεστίῳ ἀντιπρόσωπος, προκειμένου περὶ τῆς
703κληρονομίας τοῦ Σάῤῥου, διότι ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις
704ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον θρασύτητος, ὥστε νὰ ἀπευθύνῃ αὐθα-
705δέστατον ἔγγραφον πρὸς τὴν ἡμετέραν Πρεσβείαν, πρὸς ὃ
706ὁ ἡμέτερος ἐπιτετραμμένος ἀνταπήντησεν ἀναλόγως τοῦ
707ὕφους τοῦ Ρωμούνου Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐπέστρεψεν ὀπίσω
708τὸ ἔγγραφον τῆς ἡμετέρας Πρεσβείας, ὡς ἀπαράδεκτον.
709Καὶ ὁ ὑπογράψας τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
710τερικῶν τῆς Ρωμουνίας ἔφερε, Κύριοι, ἑλληνικὸν ὄνομα,
711διότι ἦτο καὶ ἐκ καταγωγῆς καὶ ἐκ γένους Ἕλλην!
712§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ἐλέγετο;
713§32ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Φερεκύδης.
714§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος
715ποῖος ἦτο τότε;
716§34ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ κ. Μιχαὴλ Δουρούτης.
717Εἴχομεν, Κύριοι, συνθήκην προξενικὴν μετὰ τῆς Ρω-
718μουνίας, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐκανονίζοντο αἱ ἡμέτεραι σχέ-
719σεις, καὶ διηυκολύνετο τὸ ἔργον τῶν προξένων ἡμῶν κατὰ
720τὴν διεξαγωγὴν τῶν Ἑλληνικῶν ὑποθέσεων· διότι σημειώ-
721σατε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ρωμουνία ἐν Ἑλλάδι οὐδὲν ἔχει νὰ
722ἐπιδιώξῃ, ἑπομένως ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἔχομεν ἐδῶ νὰ
723ἐφαρμόσωμεν κατ’ αὐτῶν τὰ ἀντίποινα, ἕνεκα δὲ τοῦ λό-
724γου τούτου εἴμεθα χειροδέσμιοι εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς παρα-
725δεδεμένοι, ὁσάκις θέλῃ νὰ μετέλθῃ καθ’ ἡμῶν αὐθαιρεσίαν.
726Ἀλλ’ ἡ συνθήκη αὕτη, ἡ ὁποία ἐκανόνιζε μέχρι τοῦ ἔτους
7271885 τὰς σχέσεις ἡμῶν, κατηγγέλθη ἀμφοτέρωθεν· ἔκτοτε
728ὅμως πᾶσαι αἱ διεξαχθεῖσαι πρὸς τὴν Ρωμουνίαν διαπραγ-
729ματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν νέας συνθήκης ἐναυάγησαν,
730καὶ ἐναυάγησαν σκοπίμως ἐκ μέρους τῆς Ρωμουνίας, ἕνεκα
731δὲ τούτου ἠναγκάσθημεν, συνεπείᾳ προφορικῆς συνεννοή-
732σεως, νὰ ἐφαρμόζωμεν, ὁσάκις ἡ περίπτωσις ἐπαρουσιά-
733ζετο, τὴν ἰταλικὴν συνθήκην σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ
734κανονισμοῦ τῶν κληρονομιῶν. Ἀλλὰ καὶ ταύτην, Κύριοι,
735καίπερ τῆς προφορικῆς ταύτης συνεννοήσεως ἐπελθούσης
736μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, ἡ Ρωμουνία ἐφαρμόζει ὁσά-
737κις τὸ ἐγκρίνῃ, ὁσάκις δὲν τὸ ἐγκρίνῃ, προτάσει τὴν ἔλ-
738λειψιν συνθήκης· τοῦτο δὲ καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ ἐπει-
739σόδειον ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἐμνήσθην.
740Ἦλθεν ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ ζή-
741τημα τῆς κληρονομίας Ζάππα. Ἴσως ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει
742ἀκριβῆ ἰδέαν τῆς στάσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ διὰ
743τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἐὰν δὲν νομίζῃ ὅτι θὰ φανῶ φορ-
744τικὸς πρὸς αὐτὴν, ἐν συνόψει νὰ πληροφορήσω αὐτὴν περὶ
745τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
746Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ μιᾶς μόνον περιουσίας,
747τῆς τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησαν οἱ
748δύο προαγορεύσαντες ἐξ Αἰγιαλείας καὶ Μαντινείας ἀξιότι-
749μοι συνάδελφοι, ἀλλὰ πρόκειται περὶ δύο περιουσιῶν δια-
750κεκριμένων καὶ περὶ δύο διαθηκῶν διακεκριμένων, τῆς τοῦ
751Εὐαγγέλη Ζάππα, τοῦ ἀποθανόντος κατὰ τὸ ἔτος 1865,
752καὶ τῆς τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, τοῦ πρὸ μικροῦ ἀπο-
753θανόντος, διότι ἀμφοτέρας τὰς περιουσίας ταύτας διεκδικεῖ
754ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον τὴν τοῦ Εὐαγγέλη,
755ἀλλὰ καὶ τὴν τοῦ Κωνσταντίνου.
756Ὁ Εὐαγγέλης Ζάππας, ὡς γνωστὸν, διὰ τῆς διαθή-
757κης του ἀφῆκεν ἐπικαρπωτὴν τῆς περιουσίας του τὸν ἐξά-
758δελφόν του Κωνσταντῖνον, τὸν πρὸ μικροῦ ἀποβιώσαντα,
759μετὰ δὲ τὸν θάνατον αὐτοῦ, ὥρισεν, ἵνα ἡ ἀκίνητος ἰδιο-
760κτησία του—διότι τὴν κινητὴν τὴν ἐκληροδότησε πρὸς τὸν
761ἐξάδελφόν του ἐν πλήρει κυριότητι—περιέλθη εἰς τὴν ἐν
762Ἀθήναις Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων.
763Ὁ Εὐαγγέλης ἀπεβίωσε κατὰ τὸ ἔτος 1865, τὴν περιου-
764σίαν ταύτην τὴν ἐνέμετο ὡς ἐπικαρπωτὴς μέχρι τοῦ θανά-
765του του ὁ Κωνσταντῖνος, ὡς τοιοῦτος δὲ, ἤρχετο εἰς σχέσεις
766πρὸς τὴν Ρωμουνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰς Ρωμουνικὰς ἀρ-
767χάς. Ἀλλ’ ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἦτο ἐν πλήρει γνώσει,
768ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας δὲν ἦτο ἢ ἁπλοῦς ἐπικαρπω-
769τὴς τῆς περιουσίας ταύτης, καὶ ὅτι ὁ ψιλὸς κύριος, εἰς ὃν
770ἐπεφυλάσσετο ἡ περιουσία μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Κων-
771σταντίνου, ἦτο τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, εἴτε ἡ Ἐπιτροπὴ
772τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων’ ἐν γνώσει τούτου
773ἐδέχετο κατ’ ἔτος τὴν πληρωμὴν κληροδοτήματος, κατα-
774λειφθέντος ὑπὸ τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα εἰς τὴν Ρωμουνικὴν
775Ἀκαδημίαν, καὶ ἔδιδε τὰς δεούσας ἀποδείξεις, διότι ἡ κατα-
776βολὴ ἐγίνετο ὑπὸ τῆς Πρεσβείας διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
777Ἐξωτερικῶν πρὸς τὴν Ρωμουνικὴν Ἀκαδημίαν. Ἀλλὰ
778πλὴν τούτου, τὸ ἔγκυρον τῆς διαθήκης καὶ τὴν ἁρμοδιό-
779τητα τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν ὡς πρὸς τὴν κληρονομίαν τοῦ
780Εὐαγγέλη Ζάππα ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον ἡ
781Κυβέρνησις τῶν δύο Ἡγεμονιῶν,—διότι ὑπὸ τοιοῦτον ὄνομα
782ἦτο τότε γνωστὴ ἡ ὑποτελὴς Ἡγεμονία τῆς Μολδοβλα-
783χίας,—ἀνεγνώρισεν ἐπισήμως, καὶ εἰς τὴν συλλογὴν, τὴν
784ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθηκεν εἰς τὴν
785Βουλὴν, ἔχετε ἐκεῖ τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
786βουλίου, τὸ περιέχον τὴν τοιαύτην ἀναγνώρισιν, καὶ οὐ μό-
787νον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
788σύνης πρὸς τὰ Ρωμουνικὰ δικαστήρια τὰ τότε, διὰ τοῦ
789ὁποίου ταῦτα ἐπιτάσσονται νὰ ἀπέχωσι πάσης ἀναμίξεως
790εἰς τὰ τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, ὃν ἀναγνω-
791ρίζουσιν ὑπήκοον Ἕλληνα, καὶ δὲν ἠδύναντο, παρὰ νὰ τὸν
792ἀναγνωρίσουν, διότι αὐτὸς ἔφερε βαθμὸν στρατιωτικὸν Ἑλ-
793ληνικὸν, τὸν τοῦ ταγματάρχου, ἅτε ὑπηρετήσας κατὰ τὴν
794ἐπανάστασιν. Οὕτως ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε,
795λέγω, τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ἑλληνικῆς προξενικῆς ἀρχῆς,
796τῆς ἐξασκούσης τότε, δυνάμει τοῦ δικαιώματος τῆς ἑτερο-
797δικίας, δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐν Ρωμουνίᾳ.
798Ὅτε ὅμως ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας ἀπεβίωσε,—καὶ
799ἀπεβίωσε μακρὰν τοῦ Βουκουρεστίου,—τότε ἡ Ρωμουνικὴ
800Κυβέρνησις τὸ πρῶτον ἤγειρεν αὐτὰς τὰς ἀξιώσεις, τὰς
801ὁποίας βλέπομεν ἐκτιθεμένας ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα
802κατετέθησαν ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ δὲν ἐτόλμησε μὲν τὸ κατ’
803ἀρχὰς νὰ διατυπώσῃ ἀξιώσεις ἐπὶ δικαιώματος ἀνεγνω-
804ρισμένου, ἀλλ’ ἠθέλησεν, οὕτως εἰπεῖν, ἐμμέσως νὰ πα-
805ρέμβῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ὑποστηρίζουσα, τί νομίζετε;
806τὸ ἑξῆς. Ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπικαλεῖται, ὡς ὁ
807ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου εἶπε, τὸ
808ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος αὐτῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπα-
809γορεύεται εἰς μὴ Ρωμοῦνον ἡ κατοχὴ ἀγροτικῶν κτη-
810μάτων...
811§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
812§36ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὡμιλήσατε περὶ ὀπισθενεργείας τοῦ 7ου
813ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγ-
814γέλη Ζάππα, ἀποθανόντος τῷ 1865.
815§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὡμίλησα περὶ τῶν
816κληρονόμων τοῦ διαθέτου, ὑπέθεσα, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀντι-
817ταχθῇ τοιαύτη ἔνστασις.
818§38ΣΤΕΦΑΝΟΥ... Ἀλλὰ μεταχειρίσθη ἡ Ρωμουνικὴ
819Κυβέρνησις τὸν ἑξῆς τρόπον, ἵνα παρέμβῃ καὶ θέσῃ χεῖρα
820ἐπὶ τῶν κτημάτων τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα. Μετὰ πάροδον
82125 ἐτῶν ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ Εὐαγγέλη, ἐνεφανίσθησαν
822κληρονόμοι ἐξ ἀδιαθέτου, ἀπόγονοι ἑνὸς ἀδελφοῦ του,
823διεκδικοῦντες κατὰ τοῦ Κωνσταντίνου, τοῦ ἐπικαρπωτοῦ
824τότε τῆς περιουσίας, τὴν κληρονομίαν τοῦ θείου των,
825ἀξιοῦντες ὅτι ἡ διαθήκη ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶχε συντάξει
826κατὰ τὸ ἔτος 1860 ὁ Εὐαγγέλης, ἦτο ἄκυρος, ἢ μᾶλλον
827ἐφάνησαν, ὅτι ἠγνόουν τὴν ὕπαρξιν διαθήκης, διεξεδίκησαν
828δὲ, ὡς ἐξ ἀδιαθέτου συγγενεῖς, τὴν κληρονομίαν τοῦ Εὐαγ-
829γέλη, ἐπιφυλασσόμενοι, ἐὰν ἡ διαθήκη, ἣν καλῶς ἐγνώριζον,
830τοῖς ἀντετάσσετο, νὰ ἀποκρούσωσιν αὐτήν, ὡς ἄκυρον. Ἡ
831δίκη αὕτη εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν Ρωμουνικῶν δικα-
832στηρίων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1890, κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο
833οὐδέποτε ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἔδειξεν ἐν τῇ δίκῃ ση-
834μεῖα ζωῆς, ἢ ἀξιώσεων ἐπὶ τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγγέλη
835Ζάππα. Ὅτε ὅμως ὁ Κωνσταντῖνος ἀπέθανε, καὶ ἡ εὐκαιρία
836τῇ ἐφάνη πρόσφορος, ἵνα θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς περιουσίας
837ταύτης, τότε μετεχειρίσθη τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα· εἶπε πρὸς
838τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἀντιπροσωπευομένην ὑπὸ
839τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ ἡμετέρας Πρεσβείας: «Οἱ συγ-
840γενεῖς τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα διεκδικοῦν τὴν κληρονομίαν
841του, ὡς ἐξ ἀδιαθέτου συγγενεῖς, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν εἶναι συγ-
842γενεῖς ἀνεγνωρισμένοι, οὔτε ἐγὼ ποτὲ τοὺς ἀνεγνώρισα,
843οὔτε τὰ δικαστήριά μου· λοιπὸν εἶναι πολὺ πιθανὸν, ὅτι
844θὰ ἀποτύχουν ἐν τῇ δίκῃ, καὶ θὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀγωγή
845των· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀποῤῥιπτομένης τῆς ἀγωγῆς
846αὐτῶν, ἡ περιουσία αὕτη θὰ θεωρηθῇ ἐκκειμένη ἄνευ
847κληρονόμου. Ἔρχομαι λοιπὸν ἐγὼ ὡς κληρονόμος, λόγῳ
848ἀκληρίας, σὺ δὲ εἶσαι ἀνίκανος νὰ κληρονομήσῃς, διότι ἀντι-
849προσωπεύεις ἠθικὸν πρόσωπον ξένον, μὴ ἀνεγνωρισμένον
850παρ’ ἐμοῦ· ἐντεῦθεν ἔχω συμφέρον νὰ παρασταθῶ εἰς τὴν
851δίκην αὐτὴν, διότι αὐτὴ ἡ κληρονομία, ἡ ὁποία διεκδικεῖ-
852ται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κληρονόμους τοῦ Εὐαγγέλη, εἶναι
853πιθανὸν, ἂν ὄχι καὶ βέβαιον, ὅτι θὰ περιέλθῃ εἰς ἐμέ.»
854Καὶ διὰ τοῦτο ἐνεφανίσθη τὸ Ρωμουνικὸν Δημόσιον
855ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τοῦ Πρωτοδικείου Γιαλομίτσης, καὶ
856ἐζήτησε, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ρωμουνικοῦ κώδικος, νὰ
857θέσῃ ὁ Πρόεδρος αὐτὸ τὸ Ρωμουνικὸν Δημόσιον εἰς τὴν
858διακατοχὴν τῆς περιουσίας, ἰσχυριζόμενον, ὅτι, «ἀφοῦ ὁ
859Κωνσταντῖνος Ζάππας, ὁ ὁποῖος κατεῖχε τὴν περιουσίαν ὡς
860ἐπικαρπωτὴς, ἐξέλιπεν, ἐγὼ ἔρχομαι πλέον ὡς κληρονόμος,
861καὶ ἂς ἔλθουν αὐτοὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ἀξιοῦντες κληρονομικὰ
862δικαιώματα, νὰ ζητήσουν ἀπὸ ἐμὲ τὴν κληρονομίαν».
863Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀρθῶς τῇ εἶπε:
864«Τί ζητεῖς κατοχὴν κληρονομίας, ἀφοῦ ὑπάρχει διαθήκη,
865κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀποθανόντος τοῦ ἐπικαρπωτοῦ Κωνσταν-
866τίνου Ζάππα, εἶμαι ἐγὼ κληρονόμος, ἤτοι ἡ Ἐπιτροπὴ
867τῶν Ὀλυμπίων, ἥτις ἀποτελεῖ ἐν τῷ Κράτει μου κλάδον
868δημοσίας διοικήσεως, ἑπομένως ἐγὼ τὴν ἀντιπροσωπεύω,
869λοιπὸν εἰς ἐμὲ θὰ περιέλθῃ ἡ περιουσία. Ἐὰν σὺ ἀξιοῖς
870δικαιώματα ἐπὶ τῆς περιουσίας αὐτῆς, δύνασαι μὲν νὰ τὰ
871ἐνασκήσῃς, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ τεθῶ ἐν τῇ διακατοχῇ τῆς περιου-
872σίας, ὡς ἐκ διαθήκης κληρονόμος.» Ἐνταῦθα δὲ ἐγεννήθη
873ἡ σύγκρουσις. Τὸ ζήτημα ἐτέθη ὡς ἑξῆς: Ὑπαρχούσης
874τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν
875Ὀλυμπίων, κληρονόμου ἐκ διαθήκης τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα,
876διαθήκης, ἀνεγνωρισμένης ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας ὑπ’ αὐτῆς
877τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ἠδύνατο ἡ Ρωμουνικὴ Κυ-
878βέρνησις, λόγῳ ἀκληρίας τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, νὰ ἔλθῃ
879σήμερον καὶ νὰ διεκδικῇ τὴν περιουσίαν αὐτὴν, καὶ ἡ δια-
880φορὰ αὕτη, ἡ μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων ἐγερθεῖσα, εἶναι
881τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων; Τοῦτο
882εἶναι τὸ ζήτημα.
883Ἀλλ’ ὡς προέλεγον ὑμῖν, ἀνεξαρτήτως τῆς κληρονο-
884μίας τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, ὑπάρχει καὶ ἡ κληρονομία τοῦ
885Κωνσταντίνου. Ἐπ’ αὐτῆς δὲ τῆς ὑποθέσεως, Κύριοι, ἡ δια-
886γωγὴ τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅ,τι αὐθαίρετον
887ὑπάρχει· διότι, ἐνῷ μέχρι τοῦδε, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν
888περίπτωσιν, ἣν ὑπηνίχθην πρὸ ὀλίγου, τῆς κληρονομίας
889τοῦ Σάῤῥου, ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἐφήρμοζε, προκειμέ-
890νου περὶ ἐκκαθαρίσεως κληρονομιῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων,
891τὰς διατάξεις τῆς Ἰταλικῆς συνθήκης, κατὰ τὴν προφο-
892ρικὴν μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων συνεννόησιν, κατὰ τὰς
893διατάξεις δὲ τῆς συνθήκης ταύτης, ὁ πρόξενος ἔχει ἁρμο-
894διότητα νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς κληρονο-
895μίας, τουτέστι νὰ θέτῃ σφραγίδας, νὰ ἐκτελῇ τὴν ἀπογρα-
896φὴν, καὶ νὰ κρατῇ τὴν περιουσίαν ἐπὶ ἓξ μῆνας, μέχρις οὗ
897ἐξοφληθῶσιν οἱ τυχὸν δανεισταὶ ἰθαγενεῖς Ρωμοῦνοι ἐκ τῆς
898κληρονομίας, νὰ παραδίδῃ δὲ ταύτην εἴτε εἰς τοὺς ἐξ ἀδια-
899θέτου, εἴτε εἰς τοὺς ἐκ διαθήκης κληρονόμους, ἡ Ρωμου-
900νικὴ Κυβέρνησις ἠρνήθη πλέον ἐπὶ τῆς κληρονομίας Ζάππα
901νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν συνθήκην· καὶ ἐνῷ τὸ Προξενεῖον, ἀκο-
902λουθοῦν τὴν μέχρι τοῦδε πρᾶξιν, ἅμα τῷ θανάτῳ τοῦ
903Κωνσταντίνου ἔθεσε σφραγίδας ἐπὶ τῆς περιουσίας αὐτοῦ,
904ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τοὺς
905δικαστὰς αὐτῆς, καὶ μετέβησαν ἐπὶ τόπου, ἦραν τὰς σφρα-
906γίδας τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας καὶ ἐπέθεσαν τὰς ἰδικάς
907των, μόλις δὲ καὶ μετὰ βίας συγκατένευσε νὰ ἐπιτρέψῃ
908εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος νὰ παραστῇ κατὰ τὴν
909ἀπογραφὴν, ὡς πρόσωπον ἄφωνον. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο,
910Κύριοι, ἀλλὰ θέσαντες οἱ Ρωμοῦνοι δικασταὶ τὴν χεῖρα
911ἐπὶ τοῦ χρηματοκιβωτίου τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, ἀφή-
912ρεσαν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ πρωτότυπον τῆς διαθήκης τοῦ Εὐαγ-
913γέλη Ζάππα, τὸ ὁποῖον κατὰ τύχην εὑρέθη εἰς τὴν κατο-
914χὴν τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, διότι τοῦτο ἐφυλάσσετο
915ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Προξενείου, καὶ ἐξ ἁβρότητος τὸ Προ-
916ξενεῖον, ἵνα κάμῃ χρῆσιν τῆς διαθήκης ταύτης ὁ Κων-
917σταντῖνος ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἀποκρούων τὰς ἀξιώ-
918σεις τῶν ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμων τοῦ Εὐαγγέλη, παρέ-
919δωκεν εἰς αὐτὸν τὸ πρωτότυπον τῆς διαθήκης. Ἔθεσαν,
920λέγω, τὴν χεῖρα οὐ μόνον ἐπὶ τῆς διαθήκης τῆς πρωτοτύ-
921που τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς
922πρωτοτύπου διαθήκης τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα, καὶ παρα-
923λαβόντες ἀμφοτέρας τὰς διαθήκας ταύτας κατέθεσαν εἰς
924τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ρωμουνικοῦ δικαστηρίου τοῦ Βουκουρεστίου,
925ὁπόθεν οὐδὲ ἀντίγραφον ἑλληνιστὶ ἐπιτρέπεται νὰ λάβω-
926μεν, ἀλλὰ μόνον ἐκ τῆς ῥωμουνικῆς μεταφράσεως. Μετὰ
927τοῦτο δὲ, τὸ Ρωμουνικὸν Δημόσιον ἔρχεται καὶ διεκδικεῖ
928καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, ὅση εὑρίσκε-
929ται ἐν Ρωμουνίᾳ, στηριζόμενον εἰς τὸ ὅτι αὕτη ἀποτελεῖ
930ἓν μετὰ τῆς τοῦ Εὐαγγέλη ἀναπόσπαστον μέρος.
931Εἰς μάτην, Κύριοι, ἀπέβησαν πᾶσαι αἱ παραστάσεις,
932αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Πρεσβείας πρὸς τὴν Ρωμου-
933νικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν ἀναγνώσητε τὰ ἔγγραφα, τὰ
934κατατεθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἴδητε ὁποίου εἴδους ἐπι-
935χειρήματα ἀντιτάσσει ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις κατὰ
936τῶν ἀκαταγωνίστων ἐπιχειρημάτων τῆς ἡμετέρας Πρε-
937σβείας. Ἀλλ’ ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις δὲν εἶχε μόνον ὑπ’
938ὄψιν ὅσα πρὸ μικροῦ ἀνέφερον ὑμῖν, ἀλλ’ εἶχε καὶ ἄλλα
939παραδείγματα, ἅτινα ἔπεισαν αὐτὴν, ὅτι ματαίως περιω-
940ρίζετο εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν ἐγγράφων πρὸς τὴν Ρωμουνικὴν
941Κυβέρνησιν· εἴχομεν προηγούμενον παράδειγμα αὐθαιρεσίας
942καὶ ἁρπαγῆς,—διότι αὕτη εἶναι ἡ κυριολεξία,—εἴχομεν τὸ
943παράδειγμα κληρονομίας πλουσίας Ἑλληνίδος μὲν τὸ γένος
944καὶ τὴν καταγωγὴν, ἀλλ’ ὑπηκόου Ρωμουνίδος, τῆς ἀοι-
945δίμου Καστρισίου, τὴν ὁποίαν εἶχε κληροδοτήσει εἰς τὰς
946κοινότητας Θεσσαλονίκης καὶ Ἰωαννίνων, καὶ τὴν ὁποίαν
947ἐπὶ 25 ἔτη διεχειρίσθη ὁ γραπτὸς κληρονόμος τῆς Καστρι-
948σίου· καὶ ὅμως ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις, μετὰ 25 ὅλα
949ἔτη, ἅμα τῷ θανάτῳ τοῦ διαχειριστοῦ καὶ ἐπικαρπωτοῦ,
950κατέλαβε τὴν περιουσίαν ταύτην, ὡς ἀδέσποτον, καὶ τὴν
951νέμεται, κατισχύσασα καὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ὡς
952ἦτο ἑπόμενον. Ἔσχε πρὸ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν τὸ
953παράδειγμα τῆς κληροδοσίας τοῦ ἀειμνήστου Δοσιθέου Ἱε-
954ραπόλεως καὶ τῶν κληροδοτημάτων, ὅσα φιλογενεῖς Ἕλ-
955ληνες κατέλιπον εἰς τὴν Ριζάρειον Σχολὴν, τὸ Πανεπι-
956στήμιον, τὸ πολιτικὸν Νοσοκομεῖον, τὸ Ἀμαλίειον Ὀρφα-
957νοτροφεῖον, τὸν Σύλλογον πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλληνικῶν
958γραμμάτων καὶ ἄλλα ἐθνωφελῆ ἱδρύματα, ὧν τὰ κληρο-
959δοτήματα ἀπώλοντο, διότι ἡ Ρωμουνικὴ νομολογία δὲν
960ἀναγνωρίζει ξένα νομικὰ πρόσωπα. Ἦτο δὲ αὐτόχρημα
961εἰρωνεία νὰ παραπέμψῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰ Ρωμουνικὰ
962δικαστήρια. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, Κύριοι, ἑνὸς κληρο-
963δοτήματος, τὸ ὁποῖον κατώρθωσεν εὐαγὲς ἑλληνικὸν ἵδρυμα
964νὰ λυτρώσῃ ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς Ρωμουνικῆς δικαιοσύνης.
965Ἀπέναντι λοιπὸν τῆς στάσεως ταύτης τῆς Ρωμου-
966νικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ρωμουνικῶν ἀρχῶν, ἀπὸ τῆς
967ἀνωτάτης μέχρι τῆς κατωτάτης, ποία ἦτο ἡ στάσις καὶ
968ἡ πορεία, ἥτις ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν;
969Συνεζητήθη τὸ ζήτημα διὰ μακρῶν παρ’ ὅλων τῶν Κυβερ-
970νήσεων, τῆς τε Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος
971Βουλευτοῦ καὶ τῆς ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μαν-
972τινείας, καὶ συνεζητήθη οὐ μόνον ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ ἐν
973Βουκουρεστίῳ, ζητηθείσης τῆς γνώμης καὶ τῶν ἐκεῖ δικη-
974γόρων καὶ τοῦ ἀποσταλέντος ἐπὶ τούτῳ νομικοῦ συμβούλου
975εἰς Βουκουρέστιον· διότι βεβαίως τὸ διάβημα τῆς διακοπῆς
976τῶν σχέσεων δὲν ἦτο ἐκ τῶν κοινῶν, οὔτε ἠδύνατο ἡ Κυ-
977βέρνησις νὰ προβῇ εἰς τοῦτο ἐκ τοῦ προχείρου καὶ ἄνευ
978περισκέψεως, ἀλλ’ ἐσταθμίσθη σπουδαίως καὶ σοβαρῶς ἡ
979πορεία τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, αἱ φανεραὶ διαθέσεις
980αὐτῆς, ἐλήφθησαν δ’ ὑπ’ ὄψει καὶ αἱ γενόμεναι ἐν ταῖς
981Ρωμουνικαῖς Βουλαῖς συζητήσεις, ὅπου ῥήτορες καὶ τῆς
982Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προεκάλουν
983τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιφρουρήσῃ τὰ δῆθεν δικαιώματα τοῦ
984Ρωμουνικοῦ Δημοσίου ἀπέναντι τῆς ἅρπαγος Ἑλλάδος! Ἐκ
985τῶν συζητήσεων δ’ ἐκείνων προκύπτουσι κατάδηλα τὰ ἀδι-
986καιολόγητα μίση, τὰ ὁποῖα ἐμφωλεύουσιν εἰς τὰ στέρνα τῶν
987Ρωμούνων κατὰ τῶν Ἑλλήνων, ὡς δῆθεν ἀποῤῥοφώντων τὸ
988αἷμα αὐτῶν, διότι διὰ τῆς ἐργασίας των κατορθόνουσι νὰ
989σχηματίζωσιν οἱ Ἕλληνες περιουσίας, διότι βλέπουσιν οἱ Ρω-
990μοῦνοι εἰς τὰ στήθη τῶν Ἑλλήνων ζωηρὰν μέχρι τῆς τελευ-
991ταίας στιγμῆς τῆς ζωῆς των τὴν ἀγάπην των πρὸς τὴν μη-
992τέρα πατρίδα, διότι βλέπουσιν αὐτοὺς ἐγκαταλείποντας τὴν
993περιουσίαν των εἰς τὴν Ἑλλάδα χάριν εὐεργετικῶν σκοπῶν.
994Συνεζητήθη, λέγω, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς τῶν
995σχέσεων, καθὼς καὶ τὸ τῆς διαμαρτυρήσεως, ὁποῖον παρέστη-
996σεν ἡμῖν αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος· ἀλλ’ εἰς
997ποῖον πρακτικὸν συμπέρασμα ἠδυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν,
998ἐὰν τὸ μέτρον τοῦτο ἐτίθετο ἐν ἐνεργείᾳ; Διότι ἐνταῦθα,
999Κύριοι, δὲν ἐπιδιώκομεν ἁπλῶς ἐκδήλωσιν αἰσθημάτων
1000ἀγανακτήσεως, λόγῳ τῶν παραγνωριζομένων δικαιωμάτων
1001μας, ἀλλὰ μέτρα πρακτικὰ, δυνάμενα νὰ καταλήξωσιν,
1002οὐ μόνον εἰς τὴν διάσωσιν τῆς κληρονομίας τοῦ Εὐαγγέλη
1003Ζάππα καὶ τῆς τοῦ Κωνσταντίνου, ἥτις βεβαίως, ὡς ὁ
1004ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν εἶπε, δὲν θὰ διορθώσῃ τὰ
1005οἰκονομικά μας, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν μέτρα, δυνά-
1006μενα νὰ φέρωσιν εἰς συναίσθησιν τὴν Ρωμουνικὴν Κυβέρ-
1007νησιν, καὶ νὰ ἐκθέσωσιν αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, οὕτω
1008πρὸς ἡμᾶς πολιτευομένην, ἵνα σώσωμεν τοὐλάχιστον εἰς τὸ
1009μέλλον τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ἔτι ὑπάρχοντα
1010ἐν Ρωμουνίᾳ.
1011Εἶχον λάβει τὴν τιμὴν, Κύριοι, νὰ προσκληθῶ εἰς
1012ἐπανειλημμένα συμβούλια ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας
1013συναδέλφου, ὅτε προΐστατο τῆς Κυβερνήσεως, διότι, καθὼς
1014εἶπον ὑμῖν, εἶχον λάβει ἀφορμὴν ἐκ τῶν προηγουμένων
1015καθηκόντων μου νὰ γνωρίζω τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
1016Ἐκεῖ δὲ ἀνεπτύχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας
1017συναδέλφου ἡ θεωρία, ἣν σήμερον ὑπεστήριξε, τῆς διαμαρ-
1018τυρήσεως· ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ὠφεί-
1019λαμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν δικαστικὴν ὁδὸν, καὶ ἐν ἀπο-
1020τυχίᾳ νὰ ἐπιφυλάξωμεν εἰς ἑαυτοὺς τὴν διπλωματικὴν
1021ἐνέργειαν, διαμαρτυρόμενοι ἀπὸ τοῦδε διὰ πᾶσαν ἐνδεχο-
1022μένην παραβίασιν τῶν κανόνων τοῦ δικαίου. Ἐγὼ εἰς τοῦτο
1023διεφώνησα, φρονῶν ὅτι, ἐὰν παρεδεχόμεθα τὴν δικαστικὴν
1024ὁδὸν, βεβαίως ἀπεκλείετο ἡμῖν πλέον ἡ διπλωματικὴ, διότι
1025ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀντιτάξει ἡμῖν, ὅτι ἀνε-
1026γνωρίσαμεν τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων της, καὶ
1027ὠφείλαμεν ἑπομένως νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀπόφασίν των.
1028§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ἀντίῤῥησις νὰ
1029ἐμφανισθῶμεν εἰς τὰ δικαστήρια ὡς πρὸς τοὺς ἐξ ἀδιαθέτου
1030κληρονόμους. Τὸ ζήτημα ἦτο, ἂν ἔπρεπε νὰ παρασταθῶμεν,
1031ἐφ’ ὅσον ἠθέλομεν ἔλθει ἀντιμέτωποι πρὸς τὴν Ρωμουνικὴν
1032Κυβέρνησιν.
1033§40ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παρασταθῶμεν ἐνώπιον
1034τῶν δικαστηρίων, ἂν δὲν κατεθέτομεν ἐγγύησιν πέντε χι-
1035λιάδων δραχμῶν.
1036§41ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία φάσις τοῦ ζη-
1037τήματος· διότι μέχρι τοῦδε εἰς τὰ δικαστήρια παρίστατο
1038ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας, διότι κατ’ αὐτοῦ διεξεδικεῖτο
1039ὑπὸ τῶν ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμων ἡ κληρονομία τοῦ Εὐαγ-
1040γέλη, καὶ δι’ αὐτὸ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ἐγγυοδοσίας
1041καὶ ζῶντος τοῦ Κωνσταντίνου· ἀλλὰ τότε τὸ δικαστήριον
1042ἀπήλλαξε τῆς ἐγγυοδοσίας τὸν Κωνσταντῖνον, διότι καὶ
1043οἱ ἐνάγοντες αὐτὸν ἦσαν ἀλλοδαποί. Ὅτε ὅμως παρενέβη
1044ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, μεταβαλὸν γνώμην τὸ δικα-
1045στήριον, τὴν ὑπεχρέωσε νὰ καταθέσῃ ἐγγύησιν πέντε χιλιά-
1046δων φράγκων.
1047§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατέθεσεν;
1048§43ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀνεβλήθη ἡ δίκη, μέχρις οὗ καταθέσῃ.
1049Ἐὰν λοιπὸν περιωριζόμεθα εἰς ἁπλᾶς διαμαρτυρήσεις,
1050ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; ὅτι ἡ Ρωμουνικὴ Κυβέρ-
1051νησις δὲν ἤθελε τὰς λάβει ὑπ’ ὄψιν. Διότι τί ἄλλο εἶναι
1052ὅλα τὰ ἀνταλλαχθέντα ἔγγραφα μεταξὺ τῆς Πρεσβείας
1053ἡμῶν καὶ τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως, παρὰ ἀδιάκοπος
1054διαμαρτυρία κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τῆς Ρωμουνικῆς Κυ-
1055βερνήσεως καὶ τῆς ἄνευ δικαιώματος παρεμβάσεως τῆς
1056Ρωμουνικῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ κληρονομίᾳ τοῦ Κωνσταν-
1057τίνου Ζάππα;
1058§44ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ κάμωμεν
1059διαμαρτύρησιν δι’ ἰδιαιτέρου ἐγγράφου, ἀλλὰ μόνον νὰ δη-
1060λώσωμεν ἐνώπιον τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, ὅτι δὲν
1061ἀναγνωρίζομεν τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῶν ὡς πρὸς τὸ Ρωμου-
1062νικὸν Δημόσιον, καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν τὴν διπλωματι-
1063κὴν ὁδόν. Αὐτὸ εἶναι ἡ διαμαρτύρησις.
1064§45ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ ἂν τὸ δικαστήριον δὲν τὴν ἐλάμ-
1065βανεν ὑπ’ ὄψιν; — καὶ ὀρθῶς· διότι ἐνώπιον δικαστηρίων δὲν
1066δύναταί τις νὰ διαμαρτύρηται καὶ οὐχ ἧττον νὰ δικά-
1067ζηται.
1068§46ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐξήτασα τὰς ἐνδεχο-
1069μένας λύσεις τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ
1070εἶπον ὅτι, ἂν οἱ ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμοι ἤθελον κερδήσει
1071ἐνώπιον τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, ἔπαυε πᾶσα ἀφορμὴ
1072διπλωματικῆς διενέξεως. Ἂν πάλιν ἡ περιουσία ἐπεδικά-
1073ζετο εἰς τὸ Ρωμουνικὸν Δημόσιον, ἡ ἀπόφασις ἤθελεν ὠφε-
1074λεῖ ἡμᾶς, ὡς ἀποῤῥίπτουσα τὰς ἀξιώσεις τῶν ἐξ ἀδιαθέτου
1075κληρονόμων, καὶ περιορίζουσα τὴν ὑπόθεσιν μεταξὺ τῶν
1076δύο Κυβερνήσεων. Κατὰ δὲ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως ἠδυ-
1077νάμεθα τότε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν διπλωματικὴν ὁδόν.
1078§47ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν ἀπεδεχόμεθα τὸν δικαστικὸν
1079ἀγῶνα, ἢ οἱανδήποτε ἀπόφασιν τῶν Ρωμουνικῶν δικαστη-
1080ρίων, καθὼς ὑμεῖς ὑποθέτετε, ἠθέλομεν ἀναγνωρίσει τὴν
1081ἁρμοδιότητα τῶν Ρωμουνικῶν δικαστηρίων, καὶ ἤθελεν
1082ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἡ Ρωμουνικὴ ἓν ἐπιχείρημα διπλωμα-
1083τικόν· ἤθελεν ἀντιτάξει ἡμῖν ἔνστασιν ἀπαραδέκτου, ὅτι
1084τὸ ζήτημα ἐλύθη δικαστικῶς.
1085§48ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τυπικαὶ ἐνστάσεις ἀπαρα-
1086δέκτου ἐπὶ τῶν διπλωματικῶν ζητημάτων δὲν ὑπάρχουσι.
1087Ταῦτα ἐξετάζονται κατ’ οὐσίαν.
1088§49ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τέλος, Κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου,
1089πρὸς τὴν ὁποίαν συνεφώνησε καὶ ὁ εἰδικὸς νομικὸς σύμ-
1090βουλος, ὅστις εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς Ρωμουνίαν, καὶ οἱ δικη-
1091γόροι ἡμῶν, ὁ κ. Βοερέσκος καὶ ὁ κ. Βόρνεα, οἵτινες ἀπεδέ-
1092χθησαν τὴν γνώμην μου ἀνεπιφυλάκτως.
1093Λέγω λοιπόν, ἵνα μὴ κουράσω περιπλέον τὴν Βουλήν,
1094ὅτι συνεπείᾳ τῶν διατρεξάντων καὶ ἀπέναντι τῆς στάσεως
1095τῆς Ρωμουνίας, οὐ μόνον ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιστάσει,
1096ἀλλὰ τῆς ἀνέκαθεν πορείας αὐτῆς, ἥτις ἕνα καὶ μόνον
1097σκοπὸν εἶχε, τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν ἐξόντωσιν τοῦ Ἑλ-
1098ληνισμοῦ ἐν Ρωμουνίᾳ, ἓν καὶ μόνον μέτρον ἐπεβάλλετο
1099εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, μέτρον ἄκρον, τὸ τῆς δια-
1100κοπῆς τῶν σχέσεων. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ διακοπὴ
1101τῶν σχέσεων δὲν εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ προχεί-
1102ρου πρέπει νὰ τίθηται ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ
1103προκειμένῃ περιπτώσει οὐδὲν ἕτερον ἠδύνατο νὰ συντε-
1104λέσῃ πρὸς λύσιν καὶ καθορισμὸν τῶν ἀμοιβαίων δικαιωμά-
1105των ἢ τοῦτο.
1106Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν γενησομένην τυχὸν ἀκολού-
1107θως συζήτησιν, ἐὰν παρασταθῇ ἀνάγκη, νὰ λάβω αὖθις
1108τὸν λόγον.
1109§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
1110§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πρότασις, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα
1111πρὸς συζήτησιν.
1112§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ζητῶ τὸν λόγον.
1113Ἐπὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου, οἷον τὸ παρὸν, τὸ
1114ὁποῖον δὲν σχετίζεται μὲ μόνον τὰς σχέσεις τῆς Βουλῆς
1115καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῆς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀλλὰ καὶ μὲ
1116τὰς σχέσεις τοῦ τόπου πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, νομίζω ὅτι κἄ-
1117πως σοβαρώτεροι πρέπει νὰ ἤμεθα εἰς τὰς συζητήσεις ἡμῶν.
1118Πρὶν ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως, πρέπει νὰ ἔχωμεν θετικὸν
1119θέμα πρὸς συζήτησιν. Δύο θέματα μέχρι τοῦδε ἐπαρουσιά-
1120σθησαν· οἱ μὲν ἐπιδοκιμάζουσι τὴν πορείαν τῆς Κυβερνή-
1121σεως, οἱ δὲ προβαίνουσι καὶ πέραν αὐτῆς, ἕνεκα τῆς συμ-
1122περιφορᾶς τῆς ἐχθρικῆς τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς
1123τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐὰν τὸ θέμα τοῦτο νομίζητε, ὅτι πρέ-
1124πει νὰ συζητήσωμεν, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν προηγουμένως,
1125ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιδοκιμάζῃ τοῦτο, καὶ ἂν προτίθηται
1126νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν περαιτέρω ἐνεργείας. Δεύτε-
1127ρον θέμα εἶναι ἡ ἀποδοκιμασία τοῦ μέτρου, ὅπερ ἔλαβεν ἡ
1128Κυβέρνησις· ἀλλὰ δὲν ἤκουσά τινα, προτείνοντα τοιοῦτόν
1129τι, οὔτε ὑπάρχει τις. Ἓν μόνον ἤθελεν ὑπολειφθῆ θέμα
1130πρὸς συζήτησιν, τὸ ἂν ἡ Κυβέρνησις, προβᾶσα εἰς τὸ διά-
1131βημα τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, ἔλαβε πάντα τὰ ἀναγ-
1132καῖα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἔχει, ἂν οὐχὶ πεποί-
1133θησιν, ἀλλὰ ἐλπίδας βασίμους περὶ τῆς ἐπιτυχίας αὐτῶν.
1134Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, διότι τὸ
1135ζήτημα εἶναι ἔτι ἐκκρεμὲς, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται
1136νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ διαβήματα, ἅτινα ἔκαμε πρὸς τὰς ἄλ-
1137λας Δυνάμεις, παρὰ τῶν ὁποίων ἀναμένομεν τὴν λύσιν,
1138πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, οὔτε τὰ δια-
1139βήματα, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν διακοπὴν ἐποιήσατο πρὸς
1140τὰς Δυνάμεις ταύτας, οὔτε τὴν στάσιν, εἰς τὴν ὁποίαν
1141εὑρίσκεται σήμερον τὸ ζήτημα, καὶ τὰς διαθέσεις, ἃς ἐξέ-
1142φρασαν αἱ Δυνάμεις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλὸν ἤθελεν
1143εἶσθαι νὰ μὴ φέρωμεν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔχει μᾶλλον
1144δικανικὸν ἢ πολιτικὸν χαρακτῆρα, ἐπὶ τοῦ θέματος τού-
1145του· διότι ἐνδέχεται τοιαῦται συζητήσεις νὰ προκαλέσουν
1146ἐκφράσεις ἰδεῶν καὶ σκέψεις καὶ φράσεις, αἵτινες νὰ βλά-
1147ψωσι τὴν πορείαν τοῦ ζητήματος, ἣν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνη-
1148σις, ἡ ἅπαξ προβᾶσα εἰς τὸ μέτρον τῆς διακοπῆς τῶν
1149σχέσεων. Τότε δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἡμέραν συζητήσεως,
1150ὅταν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ, ὅτι συζήτησις τοιαύτη δύνα-
1151ται νὰ ὠφελήσῃ, ὅτε δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς
1152ἀπαιτουμένας πληροφορίας, ἢ ὅταν παρουσιασθῇ τις Βου-
1153λευτής, προτείνων μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
1154Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν
1155ἡμερησίαν διάταξιν, ἀναβάλλοντες πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ
1156τοῦ θέματος, καὶ φέροντες ταύτην, ὅταν θὰ ἦναι δυνατὸν
1157εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν δια-
1158βημάτων αὐτῆς.
1159§53Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοιούτου ζη-
1160τήματος ἡ Βουλὴ, μεταβαίνουσα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1161ταξιν, δύναται ν’ ἀναβάλῃ, ὅπως ἐκφράσῃ γνώμην, ἄνευ
1162βλάβης τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐπῆλθε διακοπὴ σχέ-
1163σεων, καὶ τοῦτο εἶναι γεγονὸς πλῆρες, αὐτοτελὲς, ἐπὶ τοῦ
1164ὁποίου οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται ν’ ἀρνηθῇ πρὸς τὴν Βου-
1165λὴν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ, ἰδίως δὲ ἐπὶ τοῦ θέματος
1166τούτου, οἷον παρουσιάζεται, δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ
1167ἀρνηθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ ἐν τῇ Ρω-
1168μουνικῇ Βουλῇ, τουτέστι παρὰ τῷ ἑτέρῳ τῶν διαφερομέ-
1169νων ἐθνῶν, ἐγένετο συζήτησις εὐρεῖα ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ
1170μάλιστα συζήτησις ἐμπαθής. Ἀλλ’ ἐκ τούτου, ὅτι ἡ Κυ-
1171βέρνησις δὲν ἠρνήθη συζήτησιν, προκαλουμένην ἐπὶ τοῦ θέ-
1172ματος, δὲν ἕπεται, ὅτι φέρει καὶ τὴν εὐθύνην δι’ ὅσα ἄτοπα
1173ἐν τῇ συζητήσει ἐλέχθησαν. Παρετηρήσατε, ὅτι ὁ Ὑπουρ-
1174γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς τοὺς ὁμιλήσαντας, ἀπέ-
1175σχε νὰ δώσῃ ἔκτασιν εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἐπὶ τῶν λε-
1176χθέντων παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας περιωρίσθη
1177εἰς ἀνακοίνωσιν, ὅτι θέμα προκαλέσαν τὴν διακοπὴν τῶν
1178σχέσεων ὑπῆρξε μόνον τὸ τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα καὶ τῶν
1179σχετιζομένων πρὸς αὐτό· οὐδὲν ἄλλο εἶπεν, οὐδὲ κἂν ἀπήν-
1180τησεν εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ κατὰ τοῦ
1181ληφθέντος μέτρου. Πρὸς τὸν Βουλευτὴν ὅμως Μαντινείας δὲν
1182ἠδύνατο νὰ μὴ ἀπαντήσῃ, διότι οὗτος ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν
1183Βουλὴν γεγονότα μὴ ἀκριβῆ, καὶ δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνη-
1184σις νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως τ’ ἀνακοινωθέντα, παραβλάπτοντα τὴν
1185ὑπόθεσιν ἐξωτερικῶς, μείνωσιν ἄνευ διαψεύσεως ἐντὸς τῆς
1186αἰθούσης ταύτης· ὤφειλε νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὰ πράγματα
1187δὲν εἶχον ὡς παρεστήθησαν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
1188§54ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖα πράγματα;
1189§55Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ κ. Ὑπουργὸς
1190τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐξετάθη, οὐδὲ ἐδικαιολόγησε τὴν πο-
1191λιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διακοψάσης τὰς πρὸς τὴν Ρω-
1192μουνίαν σχέσεις, διότι τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως
1193διακόψῃ τὰς σχέσεις, δὲν ἠμφισβητήθη, τὸ συμφέρον ὅμως
1194τοῦ Κράτους, ὅπως διακόψῃ τὰς σχέσεις, εἶναι ζήτημα δι-
1195πλωματικόν, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ συ-
1196ζητήσῃ ἐν ἄλλῃ ὥρᾳ.
1197Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἀδίκως ὑπεκινήθη σήμερον τὸ
1198ζήτημα περὶ τοῦ συμφέροντος ἢ μὴ τῆς διακοπῆς τῶν σχέ-
1199σεων· ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι δικαίως ἡ Βουλὴ ἐζήτησε νὰ
1200πληροφορηθῇ περὶ τῶν εἰς τὴν διακοπὴν ἀφορώντων, νομί-
1201ζομεν ὅμως, ὅτι εὐθύνην ἀνέλαβον ἀπέναντι τῆς ὑποθέσεως
1202ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῶσιν ἐπι-
1203κρίσεων περὶ εὐθύνης ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ἐὰν αἱ ἐπικρί-
1204σεις προήρχοντο ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θ’ ἀπεδίδομεν
1205πολλὴν σημασίαν εἰς τοῦτο, καὶ θ’ ἀπεκρούομεν αὐτάς,
1206ἀλλὰ πάντοτε μετὰ τῶν ἐπιφυλάξεων, τῶν ἐπιβαλλομέ-
1207νων ἐν τοιούτῳ θέματι. Εὐτυχῶς αἱ ἐπικρίσεις δὲν προῆλθον
1208ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ παρὰ Βουλευτῶν, λίαν μὲν
1209ἀξιοτίμων, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ γνώμη οὐδένα εὐθύνει ἐντὸς
1210τῆς Βουλῆς ἢ μόνον ἑαυτοὺς (ἱλαρότης). Οὕτως ἐχόντων
1211τῶν πραγμάτων, καὶ μηδεμιᾶς γενομένης παρὰ τῆς Ἀντι-
1212πολιτεύσεως ἀντιῤῥήσεως εἰς τὰ γενόμενα, οὐχὶ διότι ἡ Ἀντι-
1213πολίτευσις ἐγκρίνει ἀπὸ τοῦδε ταῦτα,—διότι δὲν δύναται
1214νὰ τὰ ἐγκρίνῃ, ἀφοῦ δὲν γινώσκει τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπη-
1215γόρευσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ μέτρον ὡς συμφέρον,—ἀφοῦ
1216τὸ ζήτημα οὕτως ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλήν, οὐδένα
1217ἔχομεν λόγον, ἵνα προκαλέσωμεν ἡμεῖς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ
1218θέματος τούτου· ἀλλὰ δὲν νομίζομεν, ὅτι συμφέρει εἰς τὴν
1219ὑπόθεσιν, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἀξιότιμοι Βουλευταί, ἔστω καὶ
1220δύο, ἐξέφρασαν γνώμην, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐκφράσῃ καὶ αὐτὴ
1221γνώμην περὶ τούτου.
1222Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπεν, ὅτι οἱ Βουλευταί, οἱ
1223ἐκφράσαντες γνώμην, δὲν προεκάλεσαν τὴν ἔκφρασιν τῆς
1224γνώμης τῆς Βουλῆς. Εἶχον οὗτοι λόγους πρὸς τοῦτο, ἀλλ’
1225ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοὺς αὐτοὺς λόγους· ἡμεῖς, ἀποβλέποντες
1226εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, ἔχομεν λόγους νὰ ζητήσωμεν,
1227ἵνα ἀποδείξῃ διὰ τῆς ψήφου ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ἐγκρίνει τὰς
1228γνώμας τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἀφοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ῥηθῇ,
1229ὅτι ἡ Βουλὴ ἐφάνη διχογνωμοῦσα, διότι ἐδιχογνώμησαν
1230δύο Βουλευταί. Ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ προκαλέσωμεν τὴν
1231ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀτομικαὶ γνῶμαι
1232ἦσαν αἱ μὴ ἐγκρίνουσαι τὴν μέχρι τοῦδε πορείαν τῆς Κυ-
1233βερνήσεως, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν
1234Κυβέρνησιν, ἐξακολουθοῦσαν ἐν τῇ ὁδῷ, ἐν ᾗ ἐργάζεται, κατὰ
1235τρόπον συμβιβαζόμενον πρὸς τὰ διεθνῆ νόμιμα, καί, κατὰ
1236τὴν γνώμην αὐτῆς, ἀπολαυούσης τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς
1237Βουλῆς, ὑπαγορευόμενον ἐκ τῆς προνοίας ὑπὲρ τῶν συμ-
1238φερόντων τοῦ Κράτους.
1239§56ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι
1240ἐκεραυνοβόλησε καὶ συνέτριψεν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους παρέ-
1241στησεν ὡς ἔχοντας ἀτομικὴν μόνον γνώμην. Ναὶ, ἀτομι-
1242κὴν μόνον γνώμην ἐνδεχόμενον νὰ ἐξέφρασαν καὶ ὑπεστή-
1243ριξαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ οἱ ἀντιφρονοῦντες πρὸς τὸν
1244κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ φωνὴ
1245αὐτῶν δὲν ἀντήχησε καὶ εἰς καρδίας ἐκτὸς τοῦ περιβόλου
1246τούτου, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς πο-
1247ρείας τῶν πραγμάτων, ἴσως πολὺ πλέον ἢ ὅ,τι ἐπιδρᾷ ἡ
1248φωνὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις διὰ τῆς συναλλαγῆς ἐπι-
1249κάθεται ἐπὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας, ὁδηγῶν τὰ
1250πράγματα ὅπου τὰ ὁδηγεῖ καὶ πάντες γνωρίζομεν. Εἶναι
1251αὔθαδες, εἶναι ἀσυγχώρητον νὰ καθιστᾷ τὴν συζήτησιν
1252προσωπικήν! Δύναται νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην
1253ἑνὸς Βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ σέβηται τὴν
1254ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ τῶν Βουλευτῶν· δύναται νὰ
1255ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ γνώμη αὐτῶν δὲν εἶναι παντάπασι λόγου
1256ἀξία, καὶ δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, οὐχὶ ὅμως... (θό-
1257ρυβος).
1258Ἐγὼ πολλάκις ἐξέφρασα γνώμην, καὶ ἡ γνώμη μου
1259ἴσχυσεν ἐπὶ σπουδαίων ὑποθέσεων τῆς Πολιτείας... (ἱλαρό-
1260της). Μὴ γελᾶτε! μὴ γελᾶτε! Ἐγὼ, Κύριοι, προέβην εἰς τὴν
1261ἐπερώτησιν, διότι δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἦτο σύμφωνον μὲ τὰ
1262συμφέροντα τοῦ τόπου νὰ θεωρηθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρξε καμ-
1263μία διαμαρτυρία κατὰ πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ὁμοίας
1264μὲ τὰς πολλὰς ἄλλας ἀλογίστους πράξεις αὐτῆς, ὅτι δὲν
1265ὑπῆρξεν οὐδεμία διαμαρτυρία κατ’ αὐτῆς, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν
1266ἐν Ρωμουνίᾳ ἄπειροι Ἕλληνες, τῶν ὁποίων τὰ πολλὰ συμφέ-
1267ροντα δυνατὸν πολὺ περισσότερον νὰ ζημιωθῶσιν ἐκ τῆς ἀφασίας
1268τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ τηλικούτου ζητήματος, ἢ ἐκ
1269φωνῆς καταδικαζούσης τὴν ἀλόγιστον αὐτὴν πρᾶξιν τῆς Κυ-
1270βερνήσεως. Ἡ σιωπὴ, ἢ μᾶλλον ἡ βουβαμάρα, τὴν ὁποίαν
1271θέλετε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, δὲν εἶναι σύμφωνος
1272μὲ τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὰ συμφέροντα
1273τοῦ τόπου· ὅταν δὲ παρουσιάζηται μία φωνὴ, τὴν ὁποίαν
1274ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε, διότι εἶναι ἐκ πεποιθήσεως, φωνὴ,
1275ἡ ὁποία ἴσχυσε πολλάκις ἐν τῷ τόπῳ ἐπ’ ἀγαθῷ αὐτοῦ,
1276δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ τὴν ἀκούσητε, λόγῳ ὅτι εἶναι ἐναντία
1277πρὸς τὰς διαθέσεις ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἴσχυσεν ἐν αὐτῷ
1278τῷ τόπῳ, ἵνα τὸν φέρῃ εἰς τὴν καταστροφήν!
1279Ἐγὼ δὲν ἐδικαιολόγησα τὴν διαγωγὴν τῆς Ρωμουνικῆς
1280Κυβερνήσεως, ἀπ’ ἐναντίας κατέκρινα αὐτὴν, ἀλλὰ νομίζω,
1281ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ προβαίνῃ τις
1282εἰς διακοπὴν σχέσεων, ὅταν δὲν ἔχῃ προητοιμασμένον τὸ
1283ἔδαφος πρὸς μίαν λύσιν. Εἰς ποίαν θέσιν θέτετε διὰ τῆς
1284διακοπῆς τῶν σχέσεων τοὺς ἐν Ρωμουνίᾳ Ἕλληνες; Διὰ
1285μακρῶν ὁ εὔγλωττος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, τοῦ ὁποίου
1286ἐξετίμησα τὴν δικανικὴν ἱκανότητα, παρέστησε τὸν διωγ-
1287μὸν, τὸν ὁποῖον ὑφίστανται οἱ ἐν Ρωμουνίᾳ Ἕλληνες. Καὶ
1288τίς ἠμφισβήτησε τοῦτο; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι χωρὶς νὰ
1289ἔχητε τὰ μέσα νὰ ἐπιβληθῆτε, θὰ ἐβελτιόνατε τὴν κατά-
1290στασιν αὐτῶν διὰ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων; Τρέμετε,
1291τὸν τοιοῦτον διωγμὸν φοβούμενοι. Ἐγὼ δὲν τρέμω· διότι
1292τὸν Ἑλληνισμὸν δὲν τὸν ἔπνιξεν ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατο-
1293ρία, δὲν τὸν ἔπνιξαν αἱ ὀρδαὶ τῶν βαρβάρων, δὲν τὸν ἔπνι-
1294ξεν ἡ Τουρκία αὐτή· καὶ φοβεῖσθε τὰς παρεκτροπὰς τῶν
1295Ρωμούνων, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ ποταπὰ συμφέ-
1296ροντα, φοβεῖσθε τὰς παρεκτροπὰς τῶν ἀρνησιπατρίδων!
1297Αὐταὶ εἶναι πρόσκαιροι δοκιμασίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται
1298νὰ πνίξωσι τὸν Ἑλληνισμὸν, δὲν δύνανται νὰ ἐπισκοτί-
1299σωσι τὴν λάμψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ φωτός. Δι’ αὐτὸ ἐπανα-
1300λαμβάνω, ὅτι ἡ πρᾶξίς σας εἶναι ἀπερίσκεπτος, καὶ δὲν
1301ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ζητῆτε νὰ πνίξητε τὴν φωνήν μου,
1302διότι εἶμαι μόνος. Μόνος εἶμαι, ἀλλὰ νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι
1303ἡ γνώμη μου πείθει τὴν καρδίαν τῶν Ἑλλήνων πολὺ περισ-
1304σότερον ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας γνώμην, ἡ ὁποία εἶναι παραί-
1305τιος τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦ-
1306μεν· καὶ θέλετε νὰ ἐπιβάλητε σιγὴν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ
1307Ρωμουνία, ἐὰν ἴδῃ, ὅτι εἴμεθα ἅπαντες ὁμόφρονες, θέλει
1308λύσει τὸ ζήτημα καὶ θέλει ὑποχωρήσει! Ἡ Ρωμουνία θέ-
1309λει ὑποχωρήσει, ὅταν ἡ Εὐρώπη ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὴν τοῦτο.
1310Ἐκεῖθεν λοιπὸν θέλει προέλθει ἡ σωτηρία, ἡ λύσις, ἡ σύμ-
1311φωνος μὲ τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὄχι ἐκ τῆς
1312ὁμοφωνίας, ἡ ὁποία θέλει παρουσιασθῆ ἐντὸς τοῦ Βουλευ-
1313τηρίου.
1314§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν
1315εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κρίνει ἀναγκαίαν τὴν ἔκφρασιν αὐτῆς
1316ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἀντηλλάγησαν γνῶμαί
1317τινες καὶ λέξεις κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην. Νομίζει ὁ κ. Πρω-
1318θυπουργὸς, ὅτι, ἀφοῦ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἀνέστησαν συνάδελ-
1319φοι καὶ ἐξέφεραν γνώμην οἱανδήποτε, ὅτι τοῦτο καὶ μόνον δύ-
1320ναται νὰ ἐξασθενίσῃ τὴν παράστασιν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν
1321προστασίαν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, καὶ διὰ τοῦτο ζη-
1322τεῖ νὰ ἐνισχυθῇ διὰ τῆς ἐκφράσεως τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν
1323κρίνω ὀρθὴν τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νο-
1324μίζω μάλιστα, ὅτι σφάλλεται, τοιαύτην προβάλλων γνώμην,
1325καὶ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐὰν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην
1326αὐτοῦ ταύτην, νὰ βλάψῃ καὶ οὐχὶ νὰ ὠφελήσῃ τὰ ἐθνικὰ
1327συμφέροντα. Δὲν γνωρίζω ποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιθυμεῖ
1328νὰ ἀποφήνηται γνώμην ἡ Βουλή. Ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποφή-
1329νηται γνώμην γενικὴν, δηλοῦσαν τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς
1330εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποφήνηται γνώμην,
1331δηλοῦσαν ἐπιδοκιμασίαν τῶν κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν ἐπὶ
1332τῆς ὑποθέσεως ταύτης, αἵτινες ἤγαγον ἡμᾶς εἰς τὴν δια-
1333κοπὴν τῶν σχέσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου πρὸς τὸ Βα-
1334σίλειον τῆς Ρωμουνίας; Καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ
1335τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμείνῃ
1336εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἵνα προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ψη-
1337φοφορίαν, θέλομεν φθάσει εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἐκεί-
1338νων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ διὰ τῆς προτάσεώς του ταύτης.
1339Τὰ ζητήματα τὰ διεθνῆ, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐξω-
1340τερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν διεξάγονται, οὐδὲ
1341κρίνονται, οὐδὲ συζητοῦνται καθ’ ὃν τρόπον διεξάγονται
1342τὰ ζητήματα τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς. Διὰ τοῦτο ἐφρό-
1343νουν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὴν πρώ-
1344την γενομένην κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην παρατήρησιν περὶ
1345τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ζητήματος τούτου, ἔπρεπε νὰ ἀντι-
1346τάξῃ τὸ λεγόμενον προκαταρκτικὸν ζήτημα, question
1347préalable, προβάλλων τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως,
1348καὶ ἐξηγῶν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους εἶχε προτείνει
1349τὸ ἀπαράδεκτον εἰς τὰς παρατηρήσεις, αἵτινες ἀνεκοινώ-
1350θησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
1351κῶν δὲν ἔπραξε τοῦτο· ἔπραξέ τι μάλιστα περισσότερον
1352ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἦναι ἀνεκτὸν, διότι ἐδή-
1353λωσε τὴν ἐπιθυμίαν του, ὅπως ἡ Βουλὴ προσδιορίσῃ ἡμέ-
1354ραν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου.
1355Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ἐπιδοκιμάζω τὴν τακτικὴν, τὴν
1356ὁποίαν μετῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἄν
1357ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσεπάθησε νὰ καλύψῃ τὴν ἄτεχνον
1358ταύτην τακτικὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξε-
1359πλήρωσε καθῆκον συναδελφότητος, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι,
1360ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρεστάθη πρόθυμος
1361παλαιστὴς, ἵνα συζητήσῃ τὰς πράξεις αὐτοῦ καὶ ἐνεργείας,
1362ἐνῷ τὸ ζήτημα τὸ Ρωμουνικὸν εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμὲς, οὐδ’
1363ἔχει ἔτι προχωρήσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐνδείκνηται ἡ
1364λύσις αὐτοῦ, ἵνα λεχθῇ ὑπό τινος, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτραπῇ
1365τοιαύτη συζήτησις.
1366Ταῦτα προέταξα, ἵνα παραστήσω, ὅτι τὴν εὐθύνην τῶν
1367σήμερον λεχθέντων δὲν ὑπέχουσι μόνον οἱ τὴν συζήτησιν
1368ταύτην προαγαγόντες κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν,
1369ἀλλ’ ὑπέχει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις
1370δὲν ἀπέσχε τῆς συζητήσεως ταύτης.
1371Εἶπον ὅτι ἀγνοῶ ποίαν τινὰ ψῆφον ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυ-
1372πουργός. Ἐὰν ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, γνωρίζει ἐκ τῶν
1373προτέρων, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχουσι Βουλευταὶ, οἵτι-
1374νες, εἴτε παρίστανται διὰ κομμάτων, εἴτε μετέχουσι τῶν
1375συζητήσεων ὡς ἄτομα, εἴτε ἐργάζονται ὡς ὁμάδες, δὲν
1376ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν ἡ ψη-
1377φοφορία θέλει καταλήξει εἰς τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα, ὅτι ἡ
1378Βουλὴ δὲν θέλει διὰ παμψηφίας ἀποφήνηται, ὅτι ἔχει ἐμπι-
1379στοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὡσαύτως, ἐὰν ζητήσῃ οὐχὶ
1380ψῆφον ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ ψῆφον ἐπιδοκιμασίας
1381τῶν πράξεων αὐτῆς, προσδοκῶν ὅτι ἐν τῇ ἐπιδοκιμασίᾳ
1382ταύτῃ θέλει ἀντλήσει δυνάμεις πρὸς ἰσχυρὰν καὶ προσή-
1383κουσαν παράστασιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν διεξαγω-
1384γὴν τοῦ ζητήματος τούτου, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ ἐπι-
1385μείνῃ εἰς τὴν γνώμην ἢ τὴν ἐπιθυμίαν του ταύτην, διότι
1386καὶ τότε δὲν θέλει εἶσθαι εὔκολον εἰς ἡμᾶς, οἵτινες δὲν συ-
1387νεζητήσαμεν, οὐδ’ ἠκούσαμεν πάσας τὰς λεπτομερείας, νὰ
1388ἀποφανθῶμεν ἐκ προκαταβολῆς, ὅτι ἐπιδοκιμάζομεν τὰς
1389πράξεις καὶ τὰς ἐνεργείας αὐτῆς. Ἡ πλειονοψηφία βεβαίως
1390θέλει τὸ πράξει, καὶ ἔχει καθῆκον νὰ τὸ πράξῃ, ἡμεῖς
1391ὅμως θέλομεν εὑρεθῆ ἠναγκασμένοι νὰ ἀρνηθῶμεν ψῆφον, ἡ
1392δὲ ἄρνησις τῆς ψήφου θέλει καὶ αὕτη παραστήσει τὴν Βου-
1393λὴν μὴ ἔχουσαν γνώμην ὁμόφωνον ἐπὶ τοῦ ζητήματος,
1394καὶ θέλει ἐνασκήσει ποίαν τινα ἐπιῤῥοὴν, μὴ εὐάρεστον.
1395Ἡ Βουλή, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς
1396αὐτῆς, ἵνα διεξαγάγῃ τὸ ζήτημα, δύναται νὰ ἀποφανθῇ,
1397ἐὰν τοιαύτη ἤθελε προταθῆ αὐτῇ πρότασις, καὶ θέλει ἀπο-
1398φανθῆ ὑπὲρ τῆς τοιαύτης προτάσεως, διότι αὕτη δὲν ἀντί-
1399κειται εἰς τὰ συμφέροντα ἢ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους.
1400Ἀλλὰ ἐκ τῶν προτέρων νὰ ζητῇ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ ἡ Βουλὴ
1401πράξεις καὶ ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῶν ὁποίων
1402δὲν ἐγένετο συζήτησις καὶ δὲν πρέπει νὰ γένηται συζήτησις,
1403ζητεῖ τι ἄτοπον. Ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ Βουλὴ δύναται
1404νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλ’ ἐγὼ, ἀγορεύων, ἑρμηνεύω τὸ ἐμὸν
1405φρόνημα καὶ τὸ φρόνημα ἐκείνων, οἵτινες μοὶ ἐπιτρέπουσι
1406νὰ ἑρμηνεύω τὸ ἴδιόν των φρόνημα· δηλῶ ἑπομένως ἀπὸ
1407τοῦδε, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ δώσωμεν ψῆ-
1408φον, οὐδὲ λευκὴν οὐδὲ μέλαιναν, διότι δὲν ἐγένετο συζήτη-
1409σις. Θέλομεν λοιπὸν ἀπόσχει τῆς ψηφοφορίας, ἐπιφυλασσό-
1410μεθα δὲ, ὅταν τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ τὸ ἐπιτρέψωσι, νὰ
1411συζητήσωμεν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ ἀποφαν-
1412θῶμεν γνώμην ἐπὶ τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυ-
1413βερνήσεως.
1414§58Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευ-
1415τὴς ἐκ Γόρτυνος φρονεῖ, ὅτι ἐκφράζει μόνον τὴν ἰδίαν αὐτοῦ
1416γνώμην καὶ τὴν γνώμην τῶν μετ’ αὐτοῦ συμπραττόντων,
1417ἐν οἷς εἶπε. Νομίζω ὅτι ἀπατᾶται, διότι βεβαίως ἐκφρά-
1418ζει τὴν γνώμην καὶ ἐμοῦ καὶ τὴν γνώμην τῶν μετ’ ἐμοῦ
1419συμπραττόντων. Εἶμαι καθ’ ὅλα σύμφωνος πρὸς ὅσα εἶπεν
1420ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Δὲν χωρεῖ ἐν τῇ παρούσῃ
1421ὥρᾳ πρότασις ζητήματος ἐμπιστοσύνης· διότι ἐν τῇ
1422παρούσῃ ὥρᾳ δὲν θέλομεν ν’ ἀποδείξωμεν τὸ πανθομολο-
1423γούμενον, ὅτι τυγχάνομεν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψη-
1424φίας τῆς Βουλῆς· τοὐναντίον ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀποδείξω-
1425μεν ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ὑπάρχει σχεδὸν ὁμοφωνία
1426ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνῷ ἐν ζητήματι ἐμπιστοσύνης, Κυβέρνησις
1427κομματικὴ, ὡς πρέπει νὰ ἦναι ἡ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρ-
1428νησις, δὲν δύναται νὰ τύχῃ τῆς ψήφου ὁλοκλήρου τῆς
1429Βουλῆς, οὐδὲ νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ παροῦσα ὥρα κατάλλη-
1430λος, ὅπως προκληθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς περὶ τῶν τελε-
1431σθέντων, καὶ τοῦτο πρὸ ὀλίγου εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν. Ἵνα
1432προκληθῇ τοιαύτη ψῆφος, πρέπει εὐρεῖα νὰ γένηται συζή-
1433τησις, τοιαύτην δὲ συζήτησιν ἡμεῖς θεωροῦμεν ἐπιβλαβῆ·
1434κατέκρινα δὲ τοὺς προκαλέσαντας τοιαύτην συζήτησιν καὶ
1435ἀποφηναμένους γνώμην, καίτοι οὗτοι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῶν
1436στοιχείων, ἅτινα ἦσαν ἀναγκαῖα, πρὸς διαμόρφωσιν γνώ-
1437μης. Εἶπον λοιπὸν καὶ ἐγὼ πρότερον αὐτὰ ἐκεῖνα, ἅτινα
1438πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ταῦτα δὲ,
1439τὰ παρ’ ἐμοῦ πρὸ μικροῦ ῥηθέντα, νομίζω ὅτι εἶναι δί-
1440καιον νὰ ἐκφράσῃ καὶ ἡ Βουλὴ, τοὐλάχιστον νὰ ἐκφράσωσι
1441πάντες, ὅσοι ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἀποδέχονται τὴν γνώ-
1442μην. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως, μεταβαί-
1443νουσα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπιδοκιμάσῃ τὰ παρ’
1444ἐμοῦ λεχθέντα. Οὐδὲν ἄλλο ζητοῦμεν ἢ ὅπως εἰς τοῦτο
1445περιορισθῇ ἡ ὑπόθεσις. Δὲν ζητοῦμεν ψῆφον ἐπιδοκιμασίας
1446τῶν παρ’ ἡμῶν πραχθέντων, δὲν ζητοῦμεν ψῆφον ἐμπιστο-
1447σύνης, πρόκειται μόνον νὰ ἀποδείξῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐν αὐτῇ
1448δὲν ὑπάρχει διαφωνία, ὅπως ἀφεθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀπο-
1449λαύουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς,
1450ἐλευθέρα, ἵνα διεξαγάγῃ ἐπὶ ἰδίᾳ αὐτῆς εὐθύνῃ τὰ ἐν τῷ ζη-
1451τήματι, ἐπιφυλάττοντος ἑαυτῷ ἑκάστου ἐλευθερίαν ἐκφρά-
1452σεως γνώμης καθ’ ὃν χρόνον θὰ δύναται νὰ διεξαχθῇ ἀζη-
1453μίως πρὸς τὸ Κράτος πλήρης συζήτησις καὶ πλήρης ὑπὸ
1454τῆς Κυβερνήσεως ἀνακοίνωσις πάντων τῶν εἰς τὸ θέμα ἀνα-
1455γομένων.
1456§59ΡΑΛΛΗΣ. Ποία εἶναι ἡ πρότασίς σας;
1457§60Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). «Ἡ Βουλὴ, ἐπι-
1458δοκιμάζουσα τὰ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λε-
1459χθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
1460§61ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν προτίθε-
1461ται νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως
1462ἀποδοκιμάζει τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
1463Ἐξωτερικῶν, καὶ ἡ Βουλὴ παρίσταται πρὸ ἐξαισίου ἀλη-
1464θῶς θεάματος: Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προ-
1465βαίνῃ εἰς δήλωσιν περὶ καταθέσεως ἐγγράφων καὶ προθέ-
1466σεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἄμεσον συζήτησιν, καὶ ὁ Πρόε-
1467δρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ προτείνῃ νὰ ἐπιδοκιμασθῶσιν
1468ὅσα αὐτὸς εἶπε, καὶ ὄχι ὅσα εἶπεν ὁ συνάδελφός του Ὑπουρ-
1469γὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ταῦτα ἀποδεικνύουσι πλήρη
1470ἁρμονίαν μεταξὺ τῶν γνωμῶν τῶν μελῶν τῆς Κυβερνή-
1471σεως, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ὅταν τοιαύτη ἀποδεικνύηται ἁρ-
1472μονία μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δικαιοῦ-
1473ται αὕτη νὰ ζητῇ τὴν ἐπιδοκιμασίαν, καὶ ἐπιδοκιμασίαν ὄχι
1474μόνον τῶν πράξεων αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τῶν λόγων αὐτῆς, οἱ
1475ὁποῖοι ἐξεστομίσθησαν μετὰ τόσον ἐλαφρᾶς καρδίας κατὰ
1476τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Εἶναι πρωτάκουστον ἀλη-
1477θῶς, νὰ καλῆται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστο-
1478σύνης ἐπὶ λόγων οἱουδήποτε μέλους τῆς Κυβερνήσεως,
1479ἔστω καὶ τοῦ Προέδρου αὐτῆς. Πρᾶξιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ
1480δώσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς ἡ Βουλὴ, οὐδεμίαν ἔχει ἐνώπιόν
1481της· καὶ ἡ πρᾶξις τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων δὲν δύναται
1482νὰ ἐκτιμηθῇ ἀπὸ τοῦδε. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1483δὲν θέλει νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν, ἵνα δώσῃ ψῆφον ἐμπι-
1484στοσύνης ἐπὶ πράξεων, ἀλλὰ ζητεῖ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐπὶ
1485τῶν λόγων του. Ἀρχόμενος τῆς τελευταίας ὁμιλίας του ὁ
1486κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
1487Γόρτυνος ἡρμήνευσε τὰς γνώμας αὐτοῦ, ἀλλὰ τότε ἦτο
1488εἰλικρινέστερον νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἐπιδοκιμάσῃ ἡ Βουλὴ
1489τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, καὶ τότε
1490ὤφειλε νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτὸν τὴν θέσιν του. Διότι,
1491ὅταν ἀναγκάζηταί τις νὰ μεταβάλῃ τοὺς λόγους, τοὺς
1492ὁποίους ἐν ἀρχῇ εἶπε, καὶ ζητῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐπιδοκι-
1493μασίαν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους μέλος τι τῆς Βουλῆς
1494ἐξεστόμισεν ἐνταῦθα, δὲν νομίζω, ὅτι πράττει τι συνᾷδον
1495πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα.
1496§62Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
1497Ἀττικῆς ἀνεκάλυψεν, ὅτι ἐγὼ ἤμην ἐναντίος εἰς τὴν κατά-
1498θεσιν τῶν ἐγγράφων, ἐνῷ τὰ ἔγγραφα πάντα καὶ συνεκεν-
1499τρώθησαν, πρὶν ἢ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ κατετέθησαν ἐν-
1500ταῦθα τῇ ἐγκρίσει ἁπάσης τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ μικροῦ
1501δὲ παρέστησα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ κατατεθῶσιν,
1502ὡς ἀναγόμενα εἰς τετελεσμένα· παρέστησα μάλιστα, ὅτι
1503σήμερον εὑρισκόμεθα μὲν ἐν ἐκκρεμότητι, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα
1504καὶ πρὸ τετελεσμένων, καὶ περὶ τὰ τετελεσμένα εἴχομεν
1505καθῆκον πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ προσκομίσωμεν πάντα τὰ
1506πρὸς αὐτὰ σχετιζόμενα ἔγγραφα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’
1507ὅσον καὶ ἐν τῇ Ρωμουνικῇ Βουλῇ εἶχε γείνῃ περὶ αὐτῶν
1508πλήρης συζήτησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
1509εἶπεν, ὅτι θὰ καταθέσῃ περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος καὶ ἄλλα
1510ἔγγραφα, ἡ δ’ ἐπαγγελία αὐτοῦ αὕτη εἶναι σύμφωνος πρὸς
1511τ’ ἀποφασισμένα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὰ μέχρι
1512τοῦδε λεχθέντα ὑπ’ αὐτῆς. Ὅ,τι κατέκρινα, εἶναι ἡ πρόω-
1513ρος ἔκφρασις γνώμης ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ συναδέλφου· εἶπον,
1514ὅτι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ σπεύσῃ
1515εἰς ἔκφρασιν γνώμης ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν πλήρης περὶ τοῦ θέ-
1516ματος συζήτησις δὲν δύναται νὰ γείνῃ, διότι, ὡς παρέστησα,
1517ἐν τῷ ζητήματι ὑπάρχει καὶ τὸ τετελεσμένον, ὑπάρχει
1518ὅμως καὶ τὸ ἐκκρεμὲς, ἡ δὲ συζήτησις περὶ ἐκείνου δὲν ἠδύ-
1519νατο ν’ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ τῆς συζητήσεως περὶ τούτου. Τὸ
1520ἐπίκαιρον τοιαύτης συζητήσεως ἐθεώρησαν ἄλλοι ὡς ἐπι-
1521στὰν ἤδη, καὶ ἀπεφάνθησαν γνώμην, εἰς τοῦτο δ’ ἀφορῶν,
1522εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ
1523ὑπάρχει οὐσιαστικῶς διχογνωμία ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ ὅτι,
1524μεταβαίνοντες εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἔπρεπε νὰ δια-
1525τρανώσωμεν τοῦτο, ἀποφαινόμενοι μονονοὺ ἐν ὁμοφωνίᾳ,
1526ὅτι δὲν κρίνει ἡ Βουλὴ προσῆκον ν’ ἀνακόψῃ τὴν ἐλευθέ-
1527ραν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, παρεμβαίνουσα δι’ ἀπο-
1528φάνσεως γνώμης εἴτε αὐτῆς εἴτε τῶν μελῶν αὐτῆς
1529Εἰς τοῦτο ἀφεώρων αἱ παρατηρήσεις μου· ἐὰν δ’ ἡ
1530Βουλὴ πᾶσα ἀποδέχηται αὐτὰς ὡς ὀρθὰς, θὰ τὸ ἀποδείξῃ
1531διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς. Ἡ ψῆφος ἑνὸς ἑκάστου τῶν Βουλευ-
1532τῶν δὲν ἤρτηται ἐξ ἡμῶν, ἤρτηται ὅμως ἐξ ἡμῶν ἡ πρό-
1533κλησις πάντων εἰς ψηφοφορίαν δι’ ὑποβολῆς προτάσεως, ἐφ’
1534ἧς ἀπεκδεχόμεθα ὁμόφωνον σχεδὸν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς,
1535ὡς ἔχοντες γνώμην, ὅτι συμφέρει εἰς τὴν Πολιτείαν, ἵνα
1536διαπιστωθῇ, ὅτι, ἂν πρόωρος ἐγένετο παρὰ Βουλευτοῦ ἢ
1537παρὰ Βουλευτῶν ἀπόφανσις περὶ τοῦ ζητήματος, πάντες οἱ
1538λοιποὶ Βουλευταὶ φρονοῦσιν, ὅτι δὲν ἐπέστη ἡ ὥρα πρὸς
1539ἀπόφανσιν.
1540§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζή-
1541τημα, ὅπως διετύπωσεν αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν
1542τελευταίαν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι θέλει
1543τύχει τῆς ψήφου τῶν φίλων αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν θέλει τύχει τῆς
1544ψήφου τῶν μὴ φίλων αὐτοῦ. Ἑπομένως ἡ ἀπόφανσις τῆς Βου-
1545λῆς δὲν θέλει εἶναι ἀπόφανσις παμψηφεὶ γενομένη, ἀλλ’ ἀπό-
1546φανσις πλειοψηφίας πρὸς μειοψηφίαν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι
1547τοιαύτη ἔκβασις τῆς ψηφοφορίας θέλει βεβαίως βλάψει.
1548Καὶ εἶπον δὲ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότα-
1549σιν ταύτην, διότι δὲν παριστᾷ τὰ πράγματα ἀκριβῶς, ὡς
1550ἔλαβον χώραν, ἀλλὰ παριστᾷ αὐτὰ ἀλλοῖα. Ὁ κ. Πρωθυ-
1551πουργὸς ἀξιοῖ νὰ περιλάβῃ ἐν τῇ ψηφοφορηθησομένῃ ὑπὸ
1552τῆς Βουλῆς προτάσει, ὅτι ἡ Βουλή, ἐγκρίνουσα ἢ ἐπιδοκι-
1553μάζουσα, ἢ καὶ ἁπλῶς μετὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ λε-
1554χθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ποῖα εἶναι
1555τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Πρὸ μικροῦ μό-
1556νον, κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ ἀγόρευσιν, ἀνεγνώρισεν, ὅτι
1557ἡ συζήτησις εἶναι πρόωρος. Ἀλλ’ ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ συ-
1558ζήτησις, δὲν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὸ ἐπροτείνα-
1559μεν ἡμεῖς. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κήδηται τῶν
1560ἐθνικῶν συμφερόντων, ὡς πρέπει νὰ κήδηται αὐτῶν Πρω-
1561θυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἐξα-
1562σθένισις εἰς τὰς ἐνεργείας ἢ τὰς πράξεις αὐτοῦ, τὰς τει-
1563νούσας πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, φρονῶ
1564ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ νὰ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῆς προτάσεώς του
1565τὸ ὄνομά του, καὶ νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις οὕτω (ἀνα-
1566γινώσκει): «Ἡ Βουλή, κρίνουσα πρόωρον πᾶσαν ἐπὶ τῆς
1567ὑποθέσεως ταύτης συζήτησιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερη-
1568σίαν διάταξιν». Τότε δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τοὐλάχιστον
1569ἡμεῖς, οἵτινες εἴχομεν τὴν γνώμην ταύτην.
1570§64ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι ἡ
1571πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκδηλοῖ
1572εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις τῶν κυρίων
1573Βουλευτῶν, ὅσοι λαμβάνουσι μέρος εἰς τὰς συζητήσεις, ἐκτι-
1574μῶνται ἀναλόγως τῆς ὑποστηρίξεως, ἣν προσωπικῶς εἰς
1575τοὺς ἀγορεύοντας παρέχουσιν ἕτεροι Βουλευταί. Ἐγώ, Κύ-
1576ριοι, βεβαίως τοιαύτην ἰδέαν δὲν παραδέχομαι. Ἐγὼ φρονῶ,
1577ὅτι ἡ ἀγόρευσις ἑκάστου Βουλευτοῦ ἐκτιμᾶται κατὰ τὴν
1578ὀρθότητα τῶν γνωμῶν καὶ κατὰ τὴν δύναμιν τῶν ἐπιχει-
1579ρημάτων, ἅτινα ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω
1580δέ, ὅτι ἐν οὐ δέοντι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος
1581ἐνόμισε πρέπον νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ἀπαρέσκειάν του καὶ τὴν
1582ὀργήν του κατὰ τῆς τοιαύτης τακτικῆς τοῦ κ. Πρωθυ-
1583πουργοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ νὰ γείνῃ γνωστὸν, ὅτι ὁ
1584κ. Πρωθυπουργὸς τοιαῦτα φρονεῖ περὶ τῶν γνωμῶν τῶν κυ-
1585ρίων Βουλευτῶν, καὶ τοῦτο εἶναι ἀρκετὴ ἱκανοποίησις δι’
1586ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε δῆθεν νὰ ἐκφράσῃ μομ-
1587φήν, ὅτι ὑποβάλλουσιν ἀτομικὰς μόνον γνώμας.
1588Ἐν τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μικροῦ ἐδέησε νὰ παρα-
1589στήσῃ ἐμὲ καὶ τὸν κ. Μεσσηνέζην, ἀλλ’ ἰδίως ἐμέ, ὡς τὸν
1590μόνον παραίτιον αὐτοῦ τοῦ σκανδάλου, αὐτοῦ τοῦ ἀτόπου,
1591τὸ ὁποῖον γίνεται ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ συζητῶμεν περὶ τῆς
1592πορείας τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ αὕτη ἀκόμη δὲν ἔφθασεν εἰς
1593πέρας! Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ τις ὑπεύθυνος διὰ τὸ ἄτοπον
1594τοῦτο, ἀληθῶς εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις, ἀκούων
1595τὸν κ. Μεσσηνέζην ἀγορεύοντα καὶ ἐπικρίνοντα τὴν Κυβέρ-
1596νησιν ἐπὶ ἐσπευσμένῃ ἐνεργείᾳ, οὔτε λέξιν οὔτε παρατή-
1597ρησιν ἀπηύθυνεν εἰς αὐτὸν περὶ τοῦ προώρου τῆς τοιαύτης
1598συζητήσεως, ἐνῷ, ἂν ἀπηύθυνε τοιαύτην, βεβαίως ὁ κ.
1599Μεσσηνέζης δὲν ἤθελεν ἐξακολουθήσει τὴν ἀγόρευσίν του.
1600Καὶ οὐ μόνον δὲν ἀπηύθυνε τοιαύτην παρατήρησιν,
1601ἀλλ’ ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν,
1602καὶ δεχθεὶς τὴν συζήτησιν, ἀντέκρουσε τὸν κ. Μεσσηνέζην,
1603ὑποστηρίζων, ὅτι καλῶς ἐγένετο ἡ διακοπή, καὶ ὄχι ἐσπευ-
1604σμένως, ὅπως ἔλεγεν ὁ κ. Μεσσηνέζης.
1605Ταῦτα βλέπων ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐνόμισα, ὅτι ὤφει-
1606λον, οὐχὶ νὰ ἐλέγξω τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ
1607νὰ ὑπερασπισθῶ ἀντίθετον πορείαν, τὴν ὁποίαν ἡ προκά-
1608τοχος Κυβέρνησις ἠκολούθησε, καὶ εἰς τοῦτο περιωρίσθην,
1609προσέθεσα δὲ ἐν τέλει, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνόμισε
1610συμφέρον νὰ προβῇ εἰς τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων. Εὔχο-
1611μαι, εἶπον, ἵνα τοῦτο παραγάγῃ τοὺς ἐπιζητουμένους
1612καρπούς, ἀλλ’ ἔχω ἐνδοιασμόν, καὶ φοβοῦμαι, ὅτι, πᾶσαν
1613ἐλπίδα περὶ ἀποκτήσεως τῆς περιουσίας τοῦ Ζάππα θὰ
1614ἐξαφανίσῃ. Εἶναι τοῦτο ἀποδοκιμασία τῆς Κυβερνήσεως;
1615Οὐχί· διότι, ὅταν τις, Κύριοι, ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον, καὶ
1616ἐκφράζῃ εὐχὰς καὶ ὑπονοίας περὶ αὐτοῦ, ἐν τοιαύτῃ περι-
1617πτώσει τί ἄλλο κάμνει, εἰμὴ ἐπέχει νὰ ἐκφράσῃ γνώμην
1618περὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως; Ἂν διὰ τῆς διακοπῆς
1619τῶν σχέσεων κατορθωθῇ πράγματι νὰ ἀνακτήσωμεν τὴν
1620περιουσίαν Ζάππα, ἐγὼ πρῶτος θὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνη-
1621σιν. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς
1622εὐθύνας. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως ἐγὼ δὲν ἐξέφρασα γνώμην περὶ
1623τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐδικαιολόγησα ἁπλῶς
1624τὴν τῆς προηγουμένης. Καὶ ὅμως, ἐνῷ αὐτοὶ εἶναι οἱ πα-
1625ραίτιοι τῆς συζητήσεως διὰ τῆς σιωπῆς, διὰ τῆς ἀνοχῆς
1626των, διὰ τῆς ἀναμίξεως εἰς τὴν συζήτησιν ἔχουσι τὴν
1627ἀκατανόητον τόλμην νὰ ἀποδίδωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν εὐθύνην
1628τῆς συζητήσεως, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδέας, ὅτι ἡμεῖς
1629ἀτόπως προέβημεν εἰς αὐτήν, νὰ προκαλῶσι ψηφοφορίαν
1630τῆς Βουλῆς, περὶ τίνος ζητήματος; ὅτι ἐγένετο ἐσπευσμένη
1631συζήτησις περὶ τούτου; Ἀλλὰ σεῖς εἶσθε οἱ μόνοι αἴτιοι,
1632καὶ τολμᾶτε τὰς ἰδίας ὑμῶν πράξεις νὰ θέσητε ὑπὸ ἀπο-
1633δοκιμασίαν!
1634Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη ψηφο-
1635φορίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὅλοι ὀφείλομεν νὰ παρά-
1636σχωμεν πᾶσαν δυνατὴν συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ
1637τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἐνόμισε καλὸν νὰ ἀκολουθήσῃ,
1638ὅλοι δὲ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν ὁριστικῶς αὐτὴν
1639μετὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ψηφοφορία, ὡς ἔχουσι νῦν
1640τὰ πράγματα, εἶναι ὅλως περιττή.
1641§65ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις ἐπὶ τῆς
1642ὑποθέσεως ταύτης, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν (ἀναγι-
1643νώσκει): «Ἡ Βουλή, ἐπιδοκιμάζουσα τὰ παρὰ τῆς Κυ-
1644βερνήσεως λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1645ταξιν».
1646§66ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἂν μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκφράσω
1647τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, παρατηρῶ, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι
1648ἀτελής. Νομίζω ὅτι, μετὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ὁπωσ-
1649δήποτε ἐγένετο, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν διαφόρων γεγο-
1650νότων, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
1651φθάσῃ μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, μετὰ τὴν πολι-
1652τικὴν τὴν πολυχρόνιον τῆς Ρωμουνικῆς Κυβερνήσεως ἐναν-
1653τίον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μετὰ τὴν δήμευσιν πρὸ χρόνων τῶν
1654μοναστηριακῶν κτημάτων καὶ τὴν καταδίωξιν τοῦ Ἑλλη-
1655νισμοῦ, ἐρχομένου τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλήν, τοιαύτη
1656πρότασις εἶναι ἀτελής, καὶ ἐγὼ ἤθελον προτείνει, ὁλόκλη-
1657ρος ἡ Βουλή, ἀντιπροσωπεύουσα τὸ Ἔθνος, νὰ εἴπῃ: «ἐπι-
1658δοκιμάζω τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, καὶ δὲν θέλω φιλίας,
1659ἐν ὅσῳ τὸ Ρωμουνικὸν Κράτος παραβαίνει καὶ ἀθετεῖ τὰς
1660ὑποχρεώσεις του πρὸς ἐμὲ, καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ σεβασθῇ τὰ
1661δικαιώματά μου». Τοιαύτη πρότασις πρέπει νὰ τεθῇ.
1662§67ΣΑΚΚΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πρότασις (ἀναγινώσκει):
1663«Ἡ Βουλή, κρίνουσα πρόωρον πᾶσαν συζήτησιν, μετα-
1664βαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
1665§68ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀρκετὰ ἔχει ὑπ’ ὄψιν.
1666§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι, ἂν πραγματικῶς ὑπάρχῃ
1667ἀνάγκη, — καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη, — ἐμφαίνουσα ἔκφρασιν γνώ-
1668μης παρὰ τῆς Βουλῆς, ἡ μόνη πρότασις, ἥτις δύναται νὰ
1669συνενώσῃ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς Βουλῆς εἶναι, ὅτι «ἡ
1670Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν
1671διάταξιν».
1672§70ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτὴ εἶναι, βέβαια, βεβαιότατα.
1673§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κηρύσσεται ἡ συζήτησις πε-
1674ραιωμένη.
1675Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέ-
1676βαλεν ὁ ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς κ. Καρατζᾶς.
1677§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα, κύ-
1678ριε Πρόεδρε;
1679§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀπωτέρα εἶναι «ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ
1680λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
1681§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρό-
1682τασις τοῦ κ. Καρατζᾶ, καὶ αὐτὴν θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν.
1683§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐξ ἐκεί-
1684νων, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βου-
1685λῆς. Ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ, μέλος τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχω τὴν γνώ-
1686μην, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Προεδρεῖον, παρακαλῶ νὰ μοὶ
1687ἐπιτρέψητε νὰ παραστήσω τὴν γνώμην μου.
1688§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαρίστως.
1689§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τοὺς κανόνας, οἵτινες
1690διέπουσι τὰς ἐργασίας τῶν πολυμελῶν πολιτικῶν σωμάτων,
1691πρότασις ἀπωτέρα θεωρεῖται πάντοτε ἡ ἄρνησις, οὐδέποτε
1692δὲ ἡ θέσις· ἐπειδὴ δὲ ἡ πρότασις, ἡ ἐπιδοκιμάζουσα τὰ λε-
1693χθέντα ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν εἶναι πρότασις θετικὴ, καὶ
1694οὐχὶ ἀρνητικὴ, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀπωτέρα, ἀλλ’ εἶναι ἀπω-
1695τέρα ἡ ἀρνουμένη αὐτὰ, ἡ πρότασις ἡ ἀπόλυτος, ἡ παρα-
1696πέμπουσα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διὰ τὸν λόγον, ὅτι
1697εἶναι πρόωρος ἡ συζήτησις. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ
1698ὑποστηριχθῇ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ
1699Ἄρτης ὑπέβαλε, καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς
1700αὐτὴν, διότι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης, παρα-
1701πέμπουσα εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ πάντων τῶν Βουλευτῶν,
1702περιέχει ἀληθῆ σύγχυσιν. Ἡ ἀληθὴς αἰτία, δι’ ἣν πρόκει-
1703ται νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι διότι
1704δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν. Διατὶ δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ
1705συζητήσωμεν; Διότι εἶναι πρόωρος ἡ συζήτησις. Λοιπὸν,
1706ἂν πρόκηται νὰ ψηφίσωμεν πρότασίν τινα, ἡ πρότασις
1707αὕτη πρέπει νὰ δηλόνῃ τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν ἡμερη-
1708σίαν διάταξιν διὰ τὴν ἀνικανότητα τῆς Βουλῆς σήμερον,
1709ἵνα συζητήσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Καὶ διατὶ εἶναι ἀνίκανος ἡ
1710Βουλὴ; Διότι κρίνει πρόωρον τὴν συζήτησιν. Διὰ τοῦτο
1711νομίζω, ὅτι ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ ἐκ Πυλίας
1712βουλευτοῦ κ. Σάκκη ὑποβληθεῖσα.
1713§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ λυποῦμαι, διότι δὲν δύναται τὸ
1714Προεδρεῖον νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν γνώμην σας. Τὸ Προε-
1715δρεῖον φρονεῖ, ὅτι ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Κα-
1716ρατζᾶ, καὶ ταύτην θέλει προτάξει.
1717§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
1718§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
1719§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν διάκρισιν θὰ κάμω
1720τῆς γνώμης τοῦ Προεδρείου καὶ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς.
1721Ἂν ἡ πρότασίς μου δὲν γείνῃ ἀποδεκτὴ, θέλει ἀποφανθῆ
1722ἡ Βουλὴ, καὶ ὄχι τὸ Προεδρεῖον.
1723§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μὲ ἐπρολάβατε. Ἐγὼ
1724εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος ἡ γνώμη τοῦ Προεδρείου μὲ
1725τὴν ἰδικήν σας, καὶ θὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
1726§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
1727§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ζητῶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Οἱ
1728παραδεχόμενοι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Προεδρεῖον,
1729ὅτι ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης κ.
1730Καρατζᾶ, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πε-
1731ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1732Ἡ πρότασις τοῦ κ. Καρατζᾶ, ὡς ἠκούσατε, ἔχει ὡς
1733ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
1734«Ἡ Βουλὴ, ἐπιδοκιμάζουσα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
1735λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
1736Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην λέγουσι Ναὶ,
1737οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1738(Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, ὑπὸ τὴν
1739ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κ. κ.
1740Κ. Χατζηπέτρου καὶ Π. Σάκκη).
1741§85ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ
1742ἀκαίρως καὶ προώρως ζητεῖται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, καὶ
1743ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ἐθνικοῦ ζητήματος...
1744§86Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε...
1745§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γεωργαντᾶ, παρακαλῶ.
1746§88Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ... κατόπιν ἂς ἐξηγήσῃ τὴν ψῆφόν
1747του ὁ κ. Βουλευτής. Μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας δὲν
1748δύναται.
1749(Ὁ κ. Γεωργαντᾶς κάθηται).
1750§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐξακολουθεῖ ἡ ψηφοφορία.
1751(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
1752ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν εἰρημένων ψηφολεκτῶν,
1753κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1754Μιλτ. Δάλλας ἀρν.Γεώρ. Λιδωρίκης
1755Ἀνδ. Παναγιωτόπουλος Κων. Ἀναγνωστόπουλος ἀρν.
1756Ἰω. Μεσσηνέζης Ο Γεώρ. Λύρας Ν
1757Σπυρ. Μαρκέλλος Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος ἀρν.
1758Ἀρ. Ἀργυρόπουλος Σταμάτ. Μήτσας Ν
1759Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Ν Δημ. Βουλπιώτης Ν
1760Λεων. Καρυστινάκης Ν Κων. Ζῶτος Ν
1761Δημ. Καΐρης Ἡλ. Μπλατσῆς Ν
1762Μιχ. Κωτσάκος Ν Δ. Γρανίτσας Ν
1763Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ἀρν.Διον. Στεφάνου Ν
1764Ἡλ. Κανελλόπουλος Ν Κων. Ἀργασ. Λομβάρδος Ν
1765Γεώρ. Παχὺς Ν Διον. Ζήβας Πλακᾶς Ν
1766Μιχ. Π. Λάμπρος Ν Γεώργιος Κανδ. Ρῶμας Ν
1767Κων. Καραπάνος Γεώρ. Κρεστενίτης
1768Κων. Σταυρόπουλος Ν Χρ. Στεφανόπουλος Ν
1769Ἀλέξ. Σκουζὲς Ν Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
1770Ἀλέξ. Σ. Σοῦτσος Ν Διον. Παυλόπουλος
1771Δημ. Ψύλλας Ν Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ν
1772Ἀλέξ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ν Ἄγγ. Πετραλιᾶς ἀρν.
1773Ἀλέξ. Ρετσίνας Ν Ἐπαμ. Δημητρίου Ν
1774Δημ. Ράλλης Ο Στέφ. Σκουλούδης Ν
1775Α. Ζυγομαλᾶς Ν Νικ. Νομικὸς Ν
1776Θο. Μακρυγιάννης Ν Θωμᾶς Μαρκεζίνης Ν
1777Σ. Ζαχαρίτσας Ν Νικήτας Συνοδινὸς Ν
1778Μιλ. Ὀριγώνης Ν Βαρβάῤῥηγος Πήλικας Ν
1779Κωνστ. Βαλτινὸς Ν Ἀλέξ. Φωτήλας Ν
1780Ὀδυσ. Μοσχοβίτης Ν Κων. Σταμπουλόπουλος Ν
1781Γεώρ. Καρτάλης Ν Λεων. Πετιμεζᾶς Ν
1782Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν Ὀδυσ. Λαμπρόπουλος
1783Νικ. Κοκωσλῆς Ν Γιαννούσης Τάκης
1784Νικ. Ἀξελὸς Ἡρ. Καλαμπάκας Ν
1785Νικ. Παῤῥησιάδης Ν Ἀντ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
1786Ἰω. Γρίβας Ν Περ. Πεῤῥωτὴς Ν
1787Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Κων. Φλέσσας Ο
1788Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ἀρν.Ἰωάννης Καζαμπάκας Ν
1789Θευ. Σπυρανόπουλος Ν Κων. Ζωγλοπίτης Ν
1790Περ. Κορομάντζος Ν Παν. Κουκορῖκος Ν
1791Ἰω. Ἀλεξάκης ἀρν.Γεώρ. Φραγκίδης
1792Κων. Ἀντωνόπουλος ἀρν.Δημ. Τερτίπης
1793Κωνστ. Κοσσονάκος Ν Ἀθαν. Κωστάμης Ν
1794Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ν Ἀριστ. Χατζηνικολῆς Ο
1795Ἀντ. Οἰκονομίδης Ν Νικ. Μπαλάφας
1796Νικ. Παπανικολάου Ν Ἡλίας Ποταμιάνος Ν
1797Παν. Λεβέντης Ἀριστ. Ρούκης
1798Βαπτιστής Βάστας Ν Σπ. Α. Κουμουνδοῦρος
1799Γεώργ. Θεοτόκης Ν Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης Ν
1800Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
1801Ἡλίας Πολίτης Ἀσημάκης Χρηστόπουλος
1802Γουλλιέλμος Σκάρπας Ν Νικ. Παπαλέξης
1803Νικ. Μαρκέτης Ν Παν. Λαμπρούλιας ἀρν.
1804Σπυρ. Λάσκαρης Εὐάγγελος Ἀρδαβάνης
1805Κων. Θ. Ρωμαῖος Ν Ἰω. Τυπάλδος Χαριτάτος Ν
1806Κων. Χρηστόπουλος Σπυρ. Μακρῆς
1807Σωτ. Κροκιδᾶς Ο Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
1808Σπυρ. Νοταρᾶς Εὐστ. Παπαδάκης Ν
1809Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Πανοῦρ. Πανουργιᾶς
1810Γεώργ. Κούστας Θάνος Κανακάρης Ν
1811Ἰω. Τσιμάρας Ν Ἀχ. Χοϊδᾶς
1812Γερ. Μουσούρης Ἀντ. Ριχάκης Ν
1813Α. Ἄννινος ΚαβαλλιεράτοςΝ Ἰω. Τσερτίδης Ν
1814Θεόφραστος Μεταξᾶς Ν Νικ. Κουμανιώτης ἀρν.
1815Διον. Καλούτσης Ν Ἄγγ. Ροῦφος
1816Σπυρ. Στάης Ν Νικ. Καράπαυλος
1817Μιχ. Πολίτης Ν Παν. Σάκκης ἀρν.
1818Θεόδ. Θερμογιάννης Ν Σπ. Γρίβας Ν
1819Ἰω. Καλούτσης Ἰω. Βρυώνης
1820Στέφ. Κοπανίτσας Ν Π. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
1821Κωνστ. Σαλταφέρος Ἰω. Γεωργιάδης Ν
1822Πέτρ. Βαρβιτσιώτης Γεώργ. Ν. Μπούμπουλης
1823Μελέτ. Ρουσόπουλος Ν Γεώργ. Π. Μπούμπουλης Ν
1824Δημοσθ. Ματάλας Ἀλέξ. Γ. Σοῦτσος
1825Νικ. Καραστέργιος Ν Ἀνδρ. Γ. Συγγρός
1826Ἀργ. Διδίκας Ν Δημ. Βοκοτόπουλος
1827Ἐδίπ Σερέφ Χασὴπ Ν Μ. Μπογιατζόγλους Ν
1828Ἰω. Λάππας ἀρν.Ἰω. Γκιὼν Ν
1829Νικ. Μπουρίδης Ν Νικ. Φώσκολος Ν
1830Περ. Βαλαωρίτης Ν Σωτήρ. Χατζηγάκης
1831Γερ. Σέρβος Κωνστ. Χατζηπέτρος Ν
1832Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν Χρ. Βλυτσάκης Ν
1833Ἀθαν. Εὐταξίας Ο Γ. Κανούτας Ν
1834Κ. Κωνσταντόπουλος ἀρν.Εὐστ. Κοκκέβης
1835Παν. Μανέτας Δημ. Παπατσώρης Ν
1836Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Χρ. Καραβίτης Ν
1837Ἡλ. Ζέγγελης Ν Διον. Κατρίτσης Ν
1838Φίλ. Βάρβογλης Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν
1839Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ν Ἀριστ. Μάνεσης
1840Λέων Ζέρβας Ν Βασ. Δροσινός Ν
1841Στέφ. Δραγούμης Ν Νικ. Βαλάσης Ν
1842Νικ. Φιλάρετος Ν Ἐμμ. Δημητριάδης Ν
1843Χαρ. Τρικούπης Ν Κωνστ. Σαχτούρης
1844Ἰω. Τρικούπης Ν Ἐπαμ. Κριεζῆς
1845Παν. Μερλόπουλος Ο Νικ. Τσαμαδὸς Ν
1846Ἀλκ. Δεληγιάννης Ν Βησαρ. Χατζηαγγελάκης Ν
1847Ἀντ. Καρατζᾶς Ν Νιχ. Ζητουνιάτης Ν
1848Ἀθαν. Παπαχελᾶς Ν Δημ. Ζουλούμης Ν
1849Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν Νικ. Χατζῖσκος Ν
1850Ἀντ. Μάτσας Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς Ν
1851Λορέντζος Δελλαρόκας Δημ. Κρίτσας
1852Ἰω. Ναυπλιώτης Ν Ἡρ. Γαζέπης
1853Στυλ. Βάλληνδας Β. Βουδούρης Ν
1854Ἰω. Ἰντζὲς Ν Νικ. Καλογερόπουλος Ν
1855Γεώργ. Σισμάνης Ν Θέμ. Α. Κανάρης Ν
1856Νικ. Καλαντζόπουλος Ν Κων. Παπανικολῆς Ν
1857Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
1858§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 150. Ἐκ τού-
1859των 130 εἶπον Ναί, 7 εἶπον Ὄχι, καὶ 13 ἠρνήθησαν ψῆ-
1860φον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν.
1861§91Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομο-
1862σχέδιον περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ
1863λιανικῶς πωλουμένου οἴνου καὶ τροποποιήσεως διατάξεών
1864τινων τοῦ περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ᾼΤΝʹ νόμου
1865τῆς 21 Ἰανουαρίου 1886. Ἕτερον, περὶ πληρωμῆς τῶν
1866φόρων ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Ἕτε-
1867ρον, περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων
1868τοῦ νόμου ΑΨΠʹ περὶ οἰνοπνευματοποιΐων πρώτης καὶ δευ-
1869τέρας κατηγορίας. Καὶ τέταρτον, περὶ τροποποιήσεως καὶ
1870συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ φορολογίας τοῦ
1871καπνοῦ νόμων.
1872§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
1873Παράρτημα, ἀριθ. 19–22).
1874Ὁ κ. Δάλλας ὑποβάλλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς
1875τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχουσαν ὡς ἑξῆς:
1876§93ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
1877«Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
1878νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Ἐὰν ἀληθὲς ᾖναι, ὅτι
1879προσεκόλλησεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τὸν
1880διερμηνέα παρὰ τῷ Προξενείῳ Ἀργυροκάστρου Ἠλιόπου-
1881λον. 2) Ἀπὸ ποίας ἐποχῆς προσεκόλλησεν αὐτὸν, καὶ διατὶ
1882τὸν ἀπεμάκρυνε τῆς ὑπηρεσίας του. 3) Ἀπὸ ποίας ἐποχῆς
1883ἀνεχώρησεν οὗτος ἐξ Ἀργυροκάστρου. 4) Ἐὰν ὁ ὑπάλλη-
1884λος οὗτος κατηγγέλθη ἐπὶ ὑπεξαιρέσει δημοσίων ἐγγράφων.
18855) Ἐὰν οἱ κάτοικοι Ἀργυροκάστρου ἀνηνέχθησαν κατ’ αὐ-
1886τοῦ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καταγγείλαντες διαφόρους πρά-
1887ξεις του ἐγκληματικάς.
1888«Συνιστῶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου
1889τούτου, ἄλλως νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν προβαί-
1890νει, καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γενομένας καταγ-
1891γελίας, ἀναφορὰς καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.»
1892§94Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
1893Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποία ἡ ἡμερη-
1894σία δύναμις τοῦ στρατοῦ, ἡ ἀναγκαία διὰ τὴν φρούρησιν
1895τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους.
1896§95ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ταύ-
1897την τὴν στιγμὴν ἀναγγέλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ λυ-
1898πηρὸν γεγονὸς τοῦ θανάτου τοῦ τέως Προέδρου τοῦ Ἀρείου
1899Πάγου κ. Δημητρίου Βάλβη. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλη-
1900μένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της, καὶ ἀπο-
1901φασίσῃ περὶ τῶν κατὰ τὴν κηδείαν τοῦ μακαρίτου Βάλβη
1902γενησομένων ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς.
1903§96ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον.
1904§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, τί ἐπιθυμεῖ νὰ
1905γείνῃ;
1906§98ΦΩΤΗΛΑΣ. Νὰ ἐκφράσητε τὴν λύπην τῆς Βουλῆς
1907καὶ νὰ κατατεθῇ στέφανος ἐκ μέρους αὐτῆς εἰς τὸν νεκρόν.
1908§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται τοῦτο ἡ Βουλή;
1909§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1910§101ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ οἱ Βουλευ-
1911ταὶ νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν κηδείαν.
1912§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον συνεδριάσεως διὰ τὴν αὔ-
1913ριον δὲν ὑπάρχει, καὶ ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπιθυ-
1914μοῦσι, δύνανται νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν κηδείαν.
1915Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1916Ὥρα 7 καὶ 10′ μ.μ.