1892.11.18
1,762 rows · 13,670 words · 10 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5
τῆς 18 Νοεμβρίου 1892.
(Τετάρτη).
Ὥρᾳ 3½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ τμήματα τῆς Βουλῆς, τὰ προεξελέγξαντα τὰς ἀναπληρωτικὰς ἐκλογὰς Ζακύνθου, Σύρου καὶ Καρδίτσης, ὑπέβαλον τὰς ἐκθέσεις των. Τὸ Βʹ τμῆμα προτείνει παμψηφεὶ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμου βουλευτοῦ τοῦ Γεωργίου Κανδιάνου Ρώμα. Τὸ Αʹ τμῆμα προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Σύρου καὶ νόμιμον αὐτῆς βουλευτὴν τὸν κ. Μίνωα Μπογιατζόγλου. Τὸ Δʹ τμῆμα προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Καρδίτσης καὶ νόμιμον αὐτῆς βουλευτὴν τὸν κ. Ἰωάννην Καζαμπάκαν. Ἅπασαι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 1–3). Ὁ ἐκ Τριπόλεως Κ. Δρὲς διὰ τηλεγραφήματός του παραπονεῖται κατὰ τοῦ δημάρχου Τριπόλεως Ι. Χρηστοπούλου, ὡς πιέζοντος τοὺς πολίτας. Παραπέμπεται τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ Ζαχαρένια Γραμματικοπούλου ζητεῖ αὔξησιν τοῦ χορηγουμένου αὐτῇ βοηθήματος. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορά της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ ἐκ Νησίου Μαντάλω χήρα Γκρίτσα διὰ τηλεγραφήματός της ζητεῖ τὴν ἔγκαιρον καταδίωξιν τῶν ἀδελφῶν Μακρυγιανναίων, ἐπιτεθέντων κατ’ αὐτῆς. Θ’ ἀποσταλῇ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Οἱ κάτοικοι Διακοφτοῦ δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι τὸν διορισμὸν δημοδιδασκάλου ἔν τινι τῶν σχολείων τοῦ δήμου Βουρῶν. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ Δημήτριος Οἰκονομόπουλος, κάτοικος τοῦ χωρίου Λιμνῶν τοῦ Ἄργους, συνηγορεῖ δι’ ἀναφορᾶς του ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κατάδικος Νικόλαος Τριαντογιάννης δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς του, ὡς πάσχων ἐκ τυφλώσεως. Θ’ ἀποσταλῇ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Ν. Κόπολας δι’ ἀναφορᾶς του πραγματεύεται περὶ τετραγωνισμοῦ τοῦ κύκλου. (Γέλωτες).
§2ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Διερμηνεύω, πιστεύω, ἀξίωσιν τῆς κοινῆς γνώμης, παρακαλῶν ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως τοῦ σώματος τούτου τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως καταθέσῃ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸ λυπηρὸν καὶ ἀπροσδόκητον γεγονὸς τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρωμουνίας, καὶ νὰ γνωρίσῃ συγχρόνως εἰς τὴν Βουλὴν τὸν κύριον λόγον, ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν διακοπὴν ταύτην, συγχρόνως δὲ νὰ καταστήσῃ, εἰ δυνατόν, γνωστὴν τὴν στάσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ διεθνὲς ζήτημα, τὸ προκῦψαν, ὡς ὑπολαμβάνω, ἐκ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρωμουνίας. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ δὲν εἶδον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀκόμη νὰ ἀνέλθῃ καὶ κάμῃ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ καταστήσῃ γνωστὴν τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται παρ’ ἡμῖν τὴν σήμερον καὶ ὑποβάλλουσι τὸ Κράτος εἰς ἔλεγχον δύο ξένοι ἐλεγκταί, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, εἴτε κατὰ τὴν εἰσήγησίν του, εἴτε εἴς τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ κοινόν, ἐὰν ἐκλήθησαν ἢ ἐπεβλήθησαν οἱ ἐλεγκταὶ οὗτοι. Ἡ περὶ τούτου ἐξήγησις ἀφορᾷ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διεξάγει ἡ Κυβέρνησις τὰ ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἢ ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἑλλάδος. Περὶ ὅλων τούτων θὰ λεχθῶσι τὰ δέοντα, ὄχι μόνον παρ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ παρ’ ἄλλων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μελῶν, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προβῇ εἰς τὰς περὶ τούτου ἐξηγήσεις. (Ἐνταῦθα προσέρχεται καὶ ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Ἀνδρέας Συγγρός).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§4Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπαντῶ εὐθὺς εἰς ἐπερώτησιν. Οὐδεὶς ἐλεγκτὴς ἐκλήθη, οὐδεὶς ἐλεγκτὴς ἐπεβλήθη, οὐδεὶς διεξάγεται ἔλεγχος. Ταῦτα, νομίζω, ἀρκοῦσιν. Ἐρχόμενος δὲ, ἵνα ὁμιλήσω περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, παρατηρῶ εὐθὺς, ὅτι πρῶτον ἴσως ἤδη τοσοῦτον προσεχὴς εἶναι ἡ εἰσήγησις νέου προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προηγουμένου, διότι μόλις τρεῖς παρῆλθον μῆνες, ἀφ’ ὅτου ἡ Βουλὴ διὰ μακρῶν συνεζήτησεν ἐν γένει τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας καὶ προέβη εἰς ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους, τὸ ὁποῖον ἤδη διανύομεν. Ἡ τοιαύτη ψήφισις προϋπολογισμοῦ, ἐν χρόνῳ λίαν ἐγγίζοντι πρὸς τὸν νῦν, μὲ ἀπαλλάττει ἀπὸ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ παρελθόντος πάντα τὰ συνήθως θεωρούμενα ὡς παρεπόμενα τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ὡς ἀναγκαῖα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοιαύτης συζητήσεως, διότι πάνθ’ ὅσα ὑπεβλήθησαν κατὰ τὴν πρὸ τριμηνίας συζήτησιν, πάντα ἐκεῖνα χρησιμεύουσι καὶ ἤδη, καὶ θὰ ἦτο ἐπανάληψις, οἱαδήποτε ἀνακοίνωσις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ αὐτῶν. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δράττομαι τῆς εὐκαιρίας, ἵνα μὴ ἐπανέλθω εἰς ὅσα ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ παρελθόντος κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι συμφέρον τὴν παροῦσαν συζήτησιν νὰ διεξαγάγωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἀσχέτως πρὸς τὴν πολιτικὴν διαίρεσιν, ἥτις πρέπει νὰ ἐπικρατῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κατὰ τὴν ἐν γένει διεξαγωγὴν τῶν ἔργων αὐτοῦ, ἀλλ’ ἥτις περί τινα εἰδικώτερον, καὶ ἰδίᾳ περὶ τὰ οἰκονομικὰ, κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ. Οὐδεμίαν βλέπω χρησιμότητα σήμερον, ὅπως συνδυάσωμεν τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν. Καίτοι ἐνίοτε τὸ πολιτικὸν ζήτημα εἶναι κυρίως οἰκονομικὸν, καὶ τὸ οἰκονομικὸν ἀποῤῥέει ἀπὸ τοῦ πολιτικοῦ, ἐν τῇ παρούσῃ ὅμως περιστάσει φρονῶ, ὅτι τὰ θέματα, περὶ ἃ στρέφεται ἡ οἰκονομικὴ συζήτησις, δὲν ἔχουσι πολιτικὸν χαρακτῆρα. Ὅ,τι ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ, εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἀσχέτως πρὸς τὴν πολιτικὴν κατάστασιν, ἀσχέτως πρὸς τὰς εὐθύνας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προεκάλεσαν ἢ νὰ μὴ παρημπόδισαν τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Ἡ συζήτησις περὶ εὐθυνῶν σήμερον, περὶ πολιτικῶν ἐννοῶ εὐθυνῶν, τουτέστι περὶ τῶν κομμάτων ἢ τῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνάγεται ἡ αἰτία τῶν νῦν συμβαινόντων, ἡ συζήτησις αὕτη, κατ’ ἐμὲ, εἰς οὐδὲν ἤθελεν ὠφελήσει, ἤθελε μᾶλλον ἐπισκοτίσει καὶ ἤθελε συντελέσει, ὅπως μὴ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ ἐν πνεύματι ἱκανῶς ἐλευθέρῳ ζητήματος, ἀπαιτοῦντος πᾶσαν τὴν ἐλευθερίαν τῆς κρίσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἀποκλειστικὴν εἰς τὸ θέμα προσήλωσιν. Τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, οἷον παρουσιάζεται παρ’ ἡμῖν σήμερον, εἶναι μὲν σπουδαιότατον ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ δυσχερὲς, ὅσον ὑποτίθεται· δὲν παρουσιάζονται περὶ αὐτὸ παρ’ ἡμῖν αἱ δυσχέρειαι, αἵτινες ἐμφανίζονται εἰς ἄλλα Κράτη, ἐν δυσχερείαις σήμερον οἰκονομικαῖς διατελοῦντα, εἰς Κράτη, ἅτινα, καὶ μεθ’ ὅσα ἔκτακτα μέτρα ἠναγκάσθησαν νὰ λάβωσι πρὸς θεραπείαν τῶν παρ’ αὐτοῖς ἀνωμάλως ἐχόντων, δὲν ἠδυνήθησαν μέχρις ὥρας νὰ ἀνορθώσωσι τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν. Παρ’ ἡμῖν τοιοῦτόν τι οὐδόλως συμβαίνει, παρ’ ἡμῖν ἡ κατάστασις τῆς χώρας ἡ νῦν κατ’ οὐδὲν εἶναι χείρων ἢ κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν οὐδεμία ἐφαίνετο ἐν αὐτῇ οἰκονομικὴ ἀνωμαλία· διότι δὲν ἀπέχει πολὺ ἀφ’ ἡμῶν ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἐθεωρεῖτο χώρα εὐδοκιμοῦσα, οὐ μόνον περὶ τὴν κοινωνικὴν αὑτῆς οἰκονομίαν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου· ἡ ὥρα ἐκείνη ἀπέχει ἀφ’ ἡμῶν τοσοῦτον ὀλίγον, ὥστε θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς μικρά τις ἀνάπαυλα, ἂν μὴ ἐπήρχοντο κατ’ αὐτὴν πάνθ’ ὅσα προκαλοῦσι τὰς ὑφισταμένας δυσχερείας. Πρὸ τῆς ἀναπαύλης ταύτης ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ διεξάγῃ τὰ οἰκονομικὰ αὑτῆς, δεόμενα μὲν προνοίας σπουδαίας, ἀλλ’ οὐδὲν παρουσιάζοντα τὸ ἀδιέξοδον, ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ διεξάγῃ τὰ οἰκονομικὰ αὑτῆς ἐν πάσῃ ἀνέσει· οὐδὲν ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὴν τὴν σπουδὴν, διότι βραδέως καὶ ἀσφαλῶς βαίνουσα ἠδύνατο νὰ θεωρῇ ὡς οὐχὶ πόῤῥω ἀπέχοντα τὸν χρόνον, καθ’ ὃν πλήρης ἡ οἰκονομικὴ ἐργασία, ἣν εἶχεν ἀναλάβει, θὰ ἦτο διεκπεραιωμένη. Ποίαν ἐργασίαν εἶχεν ἀναλάβει τότε τὸ Κράτος; Εἶχεν ἀναλάβει τὸ ἔργον, ὅπως ἀνακουφίσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τῶν βαρῶν, ἅτινα ὑπερβολικῶς ἐπίεζον αὐτὸ, διότι, ἀναληφθέντα ἐν ὥραις ἐκτάκτοις, εἶχον ἐπιβάλει εἰς τὴν χώραν καὶ ἐκτάκτους ὑποχρεώσεις. Ἀπὸ τῶν ὑποχρεώσεων τούτων τῶν ἐκτάκτων βαθμηδὸν ἀπηλλάσσετο τότε ἡ χώρα, καὶ διὰ τροπῶν δανείων εἶχεν ἐπιτευχθῆ, ὅπως βάρος ἐτήσιον 6,500,000 δραχμῶν ἐκλείψῃ, καὶ ὅπως παρασκευασθῶσι καὶ ἄλλα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἔτι μᾶλλον ἤθελεν ἀνακουφισθῆ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἴχομεν προσέτι εἰσέλθει εἰς ὁδὸν, ἥτις καθίστα βέβαιον ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος ὄχι πολὺ μακροῦ τὸν περιορισμὸν τῆς κυκλοφορίας τοῦ νομίσματος τοῦ πιστωτικοῦ ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ πρέποντος, τουτέστιν εἶχεν ἐξασφαλίσει τὴν ἐν μέλλοντι, οὐχὶ πολὺ ἀπέχοντι, ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας παντὸς τοῦ πιστωτικοῦ ἐκείνου νομίσματος, τὸ ὁποῖον προεκάλει ἀνωμαλίας ἐν τῇ ἀγορᾷ, καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ παραίτιον τῆς δυσχερείας περὶ τὴν τροπὴν τῶν χαρτίνων προσόδων τοῦ Δημοσίου εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, ἀναγκαῖον πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Εἴχομεν φθάσει τότε εἰς σταθμὸν ἀπὸ τοῦ ὁποίου, ἀντὶ νὰ ὑπαγορεύηται εἰς ἡμᾶς ἡ ἐπίσπευσις ἐν τῇ περαιτέρω προόδῳ, ὑπηγορεύετο τοὐναντίον εἰς ἡμᾶς ἡ ἐπιβράδυνσις, ἵνα μὴ ἀπότομοι ἐπέρχωνται αἱ μεταβολαὶ ἀπὸ τῆς χείρονος εἰς τὴν βελτίονα κατάστασιν, διότι καὶ ἡ μετάβασις ἀπὸ τῆς χείρονος εἰς τὴν βελτίονα κατάστασιν, ὅταν γίνηται ἀποτόμως, φέρει καὶ αὕτη ζημίαν. Οὐδὲν τὸ ἐπιζημιώτερον ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς κοινωνίας τῶν ἀποτόμων μεταβάσεων, καὶ ἐὰν τότε δὲν ἔβαινε τὸ Κράτος ταχύτερον πρὸς τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ πλεονάζοντος τραπεζικοῦ γραμματίου ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας, ἐγίνετο τοῦτο, διότι ἐθεώρει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὤφειλε νὰ προβαίνῃ εἰς τὸ ἔργον μετὰ περισκέψεως, παρέχουσα εἰς τὰς συναλλαγὰς τὸν χρόνον τῆς παρασκευῆς πρὸς τὰς μεταβολὰς τοῦ νομισματικοῦ καθεστῶτος. Τί ὅμως ἐπῆλθεν ἔκτοτε, ὥστε σήμερον μηδὲν τῶν τότε διεξαγομένων νὰ δύνηται νὰ συντελεσθῇ, τοὐναντίον δὲ μάλιστα νὰ διατελῶμεν ἐν δυσχερείαις περὶ τὴν διεξαγωγὴν συνήθους οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους; Ὡς εἶπον, δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο πολιτικῶς, θὰ ἐξετάσω μόνον τὰ τῆς γενικῆς καταστάσεως, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν ἡμῶν ἱστορίαν, ἀναζητῶν τὰ προκαλέσαντα τὴν σημερινὴν δυσχέρειαν, ὅπως, ἀνευρισκομένων αὐτῶν, κρίνωμεν, ἂν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν αὐτὰ ἐκποδών. Τὸ συμβὰν ἐκτὸς ἡμῶν κατὰ τὸ διάλειμμα τὸ ἀμέσως προηγηθὲν τῆς σημερινῆς καταστάσεως, ὑπῆρξεν ἡ ἐν ταῖς ξέναις ἀγοραῖς ἐπελθοῦσα ἀνωμαλία, ὑπῆρξεν ἡ δυσχέρεια πολλῶν Κρατῶν, ὧν ἡ πίστις δὲν ἦτο παγία περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν πραγμάτων, δυσχέρεια, ἥτις κατέστησε τὰ κεφάλαια μᾶλλον δύσπιστα, ἥτις προεκάλεσε καὶ τὴν ἀποχὴν αὐτῶν ἀπὸ σχέσεων πρὸς Κράτη τινὰ, ἅτινα δὲν ἐπαρουσίαζον πρὸς τοὺς κατόχους τῶν κεφαλαίων ἔδαφος πρόσφορον εἰς ἀσφαλῆ πιστωτικὴν ἐργασίαν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐνέσκηψεν ἡ κρίσις αὕτη εἰς τὰς ἐκτὸς ἡμῶν ἀγορὰς, ἡ Ἑλλὰς ἦτο εἰς θέσιν, ὅπως προνοοῦσα προλάβῃ πολλὰ τῶν σήμερον συμβαινόντων, διότι ἐπὶ τοιαύτῃ κρίσει, πρὸ τρικυμίας οἰκονομικῆς ἀπειλουμένης, ἐπεβάλλετο εἰς τὸ Κράτος ἡ πτύξις τῶν ἱστίων, ἤτοι ὁ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν εἰς μόνας τὰς τακτικὰς καὶ τὰς ἀπολύτως ἀναγκαίας, καὶ ἡ ἐσπευσμένη διαῤῥύθμισις τῶν τῆς κυκλοφορίας, ἔστω καὶ δι’ ἀποτομωτέρας μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος, ἵνα μὴ ἕνεκα τῶν τῆς κυκλοφορίας σχηματισθῇ γνώμη περὶ τῶν τοῦ Δημοσίου, ἥτις ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν ἐδικαιολογεῖτο. Ἐὰν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Ἑλλὰς ἐσπευσμένως ἔβαινεν ἐπὶ τὸ ἔργον, οὗτινος εἶχεν ἐπιληφθῆ ἡ Πολιτεία πρὸ χρόνων, τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ διαταράττοντος τὰς συναλλαγὰς παρ’ ἡμῖν πλεονάζοντος γραμματίου,— ὑφισταμένης δὲ τότε τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, εὔκολος ἦτο ἡ ἀπόκτησις συνδρομῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πρὸς τὴν τοιαύτην οἰκονομικὴν ἐργασίαν,—ἐὰν εἰς τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ τοιούτου ἔργου ἐτρέπετο τότε ἡ Πολιτεία, θὰ διετήρει ἐν τῇ ἐνσκηψάσῃ γενικῇ οἰκονομικῇ κρίσει ἡ Ἑλλὰς ἀμείωτον τὸ παράστημα αὑτῆς, καὶ θὰ ἦτο εὐπρόσδεκτος ἐν ταῖς συναλλαγαῖς τῶν ξένων ἀγορῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐνοήθη ἡ σημασία τῶν τότε πραγμάτων· τοὐναντίον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ἐπέλθει τροπὴ τῆς πολιτικῆς παρ’ ἡμῖν, καὶ ἐθεωρήθη πρόσφορος ἡ ὥρα ἐκείνη εἰς ἐπίδειξιν οἰκονομικῆς εὐρωστίας τῆς χώρας διὰ τοῦ περιορισμοῦ εἰς μόνας τὰς ἰδίας δυνάμεις πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν μεταλλικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Τότε ἐθεωρήθη, ὅτι ὑγιοῦς πολιτικῆς ἦτο, τὸ Κράτος, ἀντὶ νὰ ἐπιζητήσῃ ἐν τῇ ἐξωτερικῇ πίστει τὰ μέσα, ὅπως ἑδραιώσῃ παρ’ ἡμῖν τὰ τοῦ μεταλλικοῦ καθεστῶτος, τοὐναντίον νὰ ἐξασθενίσῃ τὸ μεταλλικὸν τοῦτο καθεστὼς, ἀποστέλλον μέταλλον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐκ τοῦ ἐν τῇ χώρᾳ εὑρισκομένου. Τοῦτο, συνδυαζόμενον πρὸς τὰς περιστάσεις τὰς ἐξωτερικὰς τῆς ἐποχῆς, ἐπήνεγκε παρ’ ἡμῖν νομισματικὴν στενοχωρίαν καὶ τὰς παρεπομένας δυσχερείας, ἡ δὲ ὄψις τῆς Ἑλλάδος ἐν δυσχερείαις κατὰ τὴν κρίσιν ἐκείνην ἀπεμάκρυνεν ἀφ’ ἡμῶν τὰ κεφάλαια. Σήμερον δὲ ἡ Ἑλλὰς ἐξ οὐδενὸς ἄλλου πάσχει ἢ ἐκ τούτου, ὅτι τὰ κεφάλαια, δυσπιστοῦντα, δὲν τῇ παρέχουσι τὰ μέσα πρὸς τὴν διευθέτησιν τῶν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας. Ἡ Ἑλλὰς σήμερον δὲν ἔχει ἀνάγκην ξένων κεφαλαίων ἐπὶ σκοπῷ συμπληρώσεως ἐλλειμμάτων τοῦ γενικοῦ αὐτῆς προϋπολογισμοῦ· ἡ Ἑλλὰς δύναται, διαῤῥυθμίζουσα τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ οὐχὶ δυσαναλόγως πρὸς τὰς δυνάμεις αὐτῆς, διὰ περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν, μὴ παραλύοντος τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, δι’ αὐξήσεως τῶν προσόδων, μὴ ἐπιβαρυνούσης ὑπερμέτρως τὴν κοινωνίαν καὶ μὴ παρεμποδιζούσης τὴν παραγωγήν, δύναται ἡ Ἑλλὰς πάντα τὰ μέσα νὰ πορισθῇ καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ πρὸς τὴν παροχὴν εἰς τοὺς πιστωτὰς αὐτῆς ἐπαρκῶν ἀσφαλειῶν περὶ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὴν ἐμπιστεύονται. Ταῦτα δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ πράξῃ ἄνευ συνδρομῆς ἔξωθεν οἱασδήποτε. Καὶ ἐὰν εἰς τοῦτο περιωρίζοντο αἱ οἰκονομικαὶ ἡμῶν ἀνάγκαι, οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀφορμὴ, ἵνα συζητῶμεν σήμερον περὶ οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, οὐδ’ ἵνα ζητῶμεν τὸν τρόπον, δι’ οὗ θέλομεν προσελκύσει τὴν ἐξωτερικὴν πίστιν· διότι, καίτοι ἡ ἐξωτερικὴ πίστις εἶναι πάντοτε ἀναγκαία, ἰδίως εἰς χώραν διανύουσαν ἤδη τοὺς πρώτους σταθμοὺς τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως καὶ ἄνευ ὅμως τῆς συνδρομῆς τῆς πίστεως ταύτης θὰ ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ διάστημά τι νὰ προχωρήσῃ καὶ προκόπτουσα καὶ ἀναπτυσσομένη, ἐὰν μὴ ὑπῆρχεν ἀνωμαλία τις ἐν τοῖς πράγμασι τῆς κοινωνίας, ἐπιβάλλουσα πρόνοιαν, πρὸς ἣν ἡ ἐπίκλησις τῆς ἐξωτερικῆς πίστεως εἶναι ἀπαραίτητος. Ἡ ἐπίκλησις τῆς ἐξωτερικῆς πίστεως δὲν ἐπιβάλλεται πρὸς σκοποὺς ἀφορῶντας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους· ὅταν δὲ μετ’ ὀλίγον ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς τὰ τοῦ ἄρτι ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ, καὶ τὰ τοῦ προτεινομένου ἤδη διὰ τὴν προσεχῆ χρῆσιν, θέλετε πεισθῆ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει αἰτία, ἵνα ζητήσωμεν ἐκτὸς ἡμῶν ἀντίληψιν πρὸς διεξαγωγὴν τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ δεόμεθα τῆς συνδρομῆς τῆς πίστεως τῆς ἐξωτερικῆς πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν τοῦ νομίσματος, ἧς ἄνευ αἱ πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἐπαρκεῖς παρεχόμεναι ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρόσοδοι δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσι. Φυγαδευθεῖσα ἡ πίστις, βραδέως ἐπανέρχεται, καὶ ἂν συντρέχωσι τὰ πρὸς ἐπάνοδον αὐτῆς. Ἐπέχει αὕτη ἔτι ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἐβελτιώθη ἀπό τινος χρόνου καὶ κατὰ τοῦτο ἡ κατάστασις, καὶ ἐνῷ πρὸ μικροῦ δυσχερὴς ἦτο ἡ προσέλκυσις τῆς ἐξωτερικῆς πίστεως εἰς σύμπραξιν μεθ’ ἡμῶν ἐπὶ ἐλαχίστῳ, σήμερον δὲν ὑπάρχει τοιαύτη πρὸς τὰ καθ’ ἡμᾶς ἀδιαφορία. Ἐνῷ πρὸ μικροῦ ἔτι χρόνου, προκειμένου περὶ τροπῆς ποσοῦ ἐλαχίστου τραπεζικῶν γραμματίων εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, χάριν πληρωμῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑποχρεώσεων, ἀπήντα δυσχερείας ἡ Κυβέρνησις περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῆς πράξεως, ἐνῷ, λέγω, πρὸ μικροῦ 3 ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ νομίσματος δυσχερῶς προὐμηθεύοντο, σήμερον, ἐν ταῖς παραμοναῖς ἑτέρας ἀνάγκης ὁμοίας φύσεως, οὐχὶ ὅμως τριῶν, ἀλλὰ 13 ἑκατομμυρίων, δὲν ἀπαντῶμεν δυσκαταγωνίστους δυσχερείας περὶ τὴν προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος· καίτοι δὲ δὲν ἐπέστη ἔτι ἡ διορία, συνεπληρώθησαν αἱ πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης συνεννοήσεις. Τοῦτο δὲν δεικνύει, ὅτι παρῆλθεν ἡ δυσχέρεια, ἀλλὰ δεικνύει, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ὁδὸν, τὴν ἄγουσαν εἰς τὴν διέξοδον ἀπὸ τῆς δυσχερείας. Ποία δὲ εἶναι ἡ ὁδὸς αὕτη; Ἵνα διανοιχθῇ διέξοδος ἀσφαλὴς καὶ ταχεῖα, ἀπαιτεῖται μόνον νὰ γνωσθῇ ἡ ἀληθὴς τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν κατάστασις, ἰδίᾳ δὲ νὰ ἀντιληφθῇ ὁ κόσμος, ὁ περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολούμενος, ὅτι δὲν ἀποτεινόμεθα πρὸς αὐτὸν χάριν ἀναπληρώσεως τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων, ἀνεπαρκῶν ἀποδεικνυομένων, ἀλλὰ χάριν συνδρομῆς, ἣν μόνη ἡ ἐξωτερικὴ πίστις δύναται νὰ παράσχῃ, καὶ ἥτις οὐδόλως σχετίζεται πρὸς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν καὶ πρὸς ἐλλείμματα αὐτοῦ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν οὐδὲν περιέχει ἔλλειμμα, περιέχει περισσεύματα, ἐπαρκῆ πρὸς πάσας τὰς ἀνάγκας, καταλείποντα δὲ καὶ μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τούτων ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα. Τούτου ἕνεκα τὴν ἐξέτασιν τῶν καθ’ ἡμᾶς περὶ τῶν ξένων ἀγορῶν οὐ μόνον δὲν θεωρῶ τι ἐπιβλαβὲς, ἀλλὰ τοὐναντίον θεωρῶ αὐτὴν ἀπαραίτητον καὶ εἰς τὰ συμφέροντα καὶ εἰς τὴν τιμὴν τῆς χώρας, διότι ἡ τιμὴ τῆς χώρας τίθεται ἐν ἀμφιβολίᾳ διὰ τῶν σπερμολογιῶν περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς δῆθεν διατελεῖ τὸ Κράτος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίσωσιν οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολούμενοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν διατελεῖ ἐν δυσχερείᾳ οἰκονομικῇ ἐξ ἀνεπαρκείας προσόδων πρὸς τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν καὶ πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῆς, καὶ ὅτι αἱ ἀπαντῶσαι παρ’ ἡμῖν δυσχέρειαι ἔχουσι τὸν γενικὸν χαρακτῆρα, ὅστις θὰ ἀπήντα καὶ παρ’ αὐτοῖς τοῖς Κράτεσι, τοῖς μᾶλλον ἰσχυροῖς οἰκονομικῶς, ἐὰν, ὅ,τι εἰς ἡμᾶς συμβαίνει, συνέβαινε καὶ εἰς αὐτά. Ἤθελον καὶ ταῦτα κλονισθῆ, κλειομένων εἰς αὐτὰ τῶν θυρῶν τῆς δημοσίας πίστεως· καὶ ἀπόδειξιν λίαν εὐαρέστου οἰκονομικῆς καταστάσεως θὰ παρεῖχε τὸ Κράτος, τὸ δυνάμενον νὰ ἀντίσχῃ εἰς τοιαύτην τῶν κεφαλαίων κατ’ αὐτοῦ καταδρομήν. Ἀποκλεισμὸς ἐκηρύχθη κατὰ τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῶν κεφαλαίων. Δὲν ἐξετάζω τοὺς λόγους, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι πανθομολογούμενον. Ἐνῷ δὲ ἀπεκλείσθη ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τῶν κεφαλαίων, ἠδυνήθη νὰ ζήσῃ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον, ἀναπτυσσομένη ἐν τῷ αὐτῷ καὶ πρότερον μέτρῳ. Σήμερον δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι διατελεῖ ἡ χώρα ἡμῶν ἐν οἰκονομικῇ κρίσει; Ποῦ τὰ σημεῖα οἰκονομικῆς κρίσεως; Τίνα εἴδομεν ἐν τῇ χώρᾳ καταστήματα πιστωτικὰ, ἢ ἐμπορικὰ, ἢ βιομηχανικὰ, κλονιζόμενα; Τουναντίον εἴδομεν καταστήματα πρότερον κλονιζόμενα, ἤδη παγιοῦντα τὴν πίστιν αὑτῶν, εἴδομεν ἀνορθώσεις καταστημάτων, δὲν εἴδομεν καταπτώσεις. Ἀναμφηρίστως ὑπάρχει οἰκονομικὴ εὐεξία ἐν τῇ χώρᾳ, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ ἐξωτερικὴ πίστις ἔκλεισε πρὸς αὐτὴν τὰς πύλας, καθ’ ἣν ἐποχὴν οὐδεὶς τείνει ἡμῖν τὴν χεῖρα, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ ἀπότισις τῶν ὑποχρεώσεων τῆς χώρας πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν γίνεται ἐπὶ βαρυτάτῃ ζημίᾳ. Ἡ τοιαύτη τῆς χώρας κατάστασις ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ τί δεικνύει ἢ τὴν μεγάλην αὐτῆς οἰκονομικὴν ῥώμην; Τί δεικνύει ἡ κατάστασις ἡ σήμερον βελτίων τῆς χθὲς, καὶ ἡ χθὲς βελτίων τῆς προχθὲς, τί ἄλλο δεικνύει ἢ ὅτι ὁ τόπος δύναται νὰ ζήσῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ, καὶ ὅτι εἰς τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πίστιν προστρέχει χάριν εὐρυτέρας ἀναπτύξεως, οὐχὶ λόγῳ ἀναγκῶν τῆς ὑπάρξεως, προστρέχει εἰς αὐτὴν χάριν διακανονισμοῦ θεμάτων, ἅτινα ἁπανταχοῦ διὰ τῆς πίστεως διεξάγονται, οὐχὶ δὲ πρὸς στήριξιν τοῦ ἐσωτερικοῦ καθεστῶτος; Ἄνευ οὐδεμιᾶς παρὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ συνδρομῆς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔχει πλείονα χρήματα, ὅσων εἶχε πρὸ ἑνὸς μηνὸς, καὶ πρὸ ἑνὸς μηνὸς πλείονα, ὅσων εἶχε πρὸ δύο μηνῶν. Καὶ ταῦτα πόθεν ἀρύεται; Ἀρύεται αὐτὰ ἐκ μόνων τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, διότι ἔξωθεν οὐδεὶς μέχρι σήμερον παρεῖχεν εἰς τὴν χώραν χρηματικὴν συνδρομήν. Ἦτο ἀνάγκη νὰ δοθῇ καὶ ἡ ἀπόδειξις αὕτη, ἡ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, ὅπως θέλει δοθῆ καὶ ἡ ἀπόδειξις ἡ ἐκ τῆς μελέτης τῶν στοιχείων, ἵνα πεισθῇ ἕκαστος, ὅτι, ἀποτεινόμενοι πρὸς τὴν δημοσίαν πίστιν, δὲν προστρέχομεν εἰς αὐτὴν, ζητοῦντες ἔλεος, ἀποτεινόμεθα πρὸς αὐτὴν φερέγγυοι, προσφέροντες τὰς ὠφελείας τὰς ἀντιστοίχους τῆς παρεχομένης συνδρομῆς, καὶ ζητοῦντες ὅ,τι πᾶς ὁ προσφέρων ἐγγυήσεις καὶ ὠφελείας δύναται εὐπροσώπως νὰ ἀπεκδέχηται. Ἐὰν δὲ ἐν τῇ συγκυρίᾳ ταύτῃ συνέπεσε ξένα Κράτη νὰ δείξωσιν ἐνδιαφέρον εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ ἐξ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ ἡμῶν νὰ ἐξετάσωσι περὶ αὐτῶν διὰ τρόπου τοῦ συνήθους ἐν ταῖς διεθνέσι σχέσεσιν, ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ παραπονεθῶμεν ἐπὶ τούτῳ; ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ δικαιολογῶμεν παρεξηγήσεις; Ἦλθε παρά τινι τῶν ἐνταῦθα πρεσβειῶν, παρὰ τῇ πρεσβείᾳ τῇ Ἀγγλικῇ, εἰδικὸς περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀνὴρ, ἦλθεν ὁ τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας ὑπάλληλος, ὅστις μετέβη καὶ παρὰ τῇ ἐν Ῥωσσίᾳ πρεσβείᾳ ἐπὶ τῆς πείνης, ἥτις ἐμάστισε κυβερνεῖά τινα τῆς Αὐτοκρατορίας, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν Αὐτοκρατορίαν ἐκείνην οἰκονομικῶς, ἦλθεν οὗτος παρὰ τῇ ἐνταῦθα πρεσβείᾳ, ὡς ἀκόλουθος, ἵνα διεξαγάγῃ μελέτας, ὁποίας καὶ ἐν Ῥωσσίᾳ. Καθ’ ἣν ἡμέραν ἔφθανεν ἐνταῦθα, ἔφθανε συνάμα καὶ φύλλον τῆς μεγαλειτέρας ἐφημερίδος τῆς Ἀγγλίας, διαλαμβάνον ἐν κυρίῳ ἄρθρῳ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξήγαγε τὰ τῆς ἐν Ῥωσσίᾳ ἀποστολῆς του καὶ σχολιάζον τὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ. Ὁμοίαν ἐντολὴν διεξάγει ὁ συνάδελφος αὐτοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας,—διότι δύο εἶναι οἱ περὶ τὰ ἐμπορικὰ καὶ οἰκονομικὰ εἰδικοὶ ὑπάλληλοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκείνῳ,—ὁμοίαν ἐντολὴν καὶ ὁ συνάδελφος αὐτοῦ διεξάγει, ἐν Παρισίοις ἤδη διατελῶν, ὡς ἀκόλουθος παρὰ τῇ αὐτόθι Ἀγγλικῇ πρεσβείᾳ. Ἡ ἔλευσις αὐτοῦ, τὴν αὐτὴν ἐντολὴν ἔχοντος ἐνταῦθα, ὁποίαν ἐν Παρισίοις ἔχει ὁ συνάδελφος αὐτοῦ, ὁποίαν αὐτὸς εἶχεν ἐν Ῥωσσίᾳ, κατὰ τί ἐδικαιολόγει τὴν παράστασιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διατελεῖ ἐν καταστάσει, ἐπιτρεπούσῃ ὅ,τι μόνον παρὰ Κράτεσιν ἐν ἀνωμάλῳ διεθνεῖ θέσει διατελοῦσιν ἐπιτρέπεται; Ἆρα ἐν ἀνωμαλίᾳ διεθνεῖ διατελεῖ ἡ Ῥωσσία, ἐν ἀνωμαλίᾳ διεθνεῖ διατελεῖ ἡ Γαλλία, ἔνθα οὐδὲν ἠκούσθη σχόλιον ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ τοῦ αὐτοῦ ὑπαλλήλου ἢ τοῦ συναδέλφου αὐτοῦ; Βεβαίως εὐχαρίστως εἴδομεν διεξαγομένας τοιαύτας μελέτας περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων, τὰς εἴδομεν δὲ τοσούτῳ μᾶλλον εὐχαρίστως, ὅσῳ αἱ καταγγελίαι κατὰ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος ἐξεπέμποντο εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξ αὐτῆς τῆς χώρας, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ περιβληθῇ διὰ παντὸς τοῦ κύρους ἡ διάψευσις τῶν ἀσεβῶν ἐκείνων λόγων, (χειροκροτήματα ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν) τῶν παριστώντων τὴν Ἑλλάδα ὡς ἱκανὴν ἵνα ἀθετήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς. Εἶναι εὐτύχημα, ὅτι θέλει ἀντιληφθῆ ὁ ξένος οἰκονομικὸς κόσμος ἰδίαις αἰσθήσεσι τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἵνα πεισθῇ πόσον ὑψηλὰ φέρει τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς ὁ Ἕλλην, ἵνα πεισθῇ, παρακολουθῶν τὰς συζητήσεις ἐν τῷ σώματι τούτῳ, ὁποῖον ἐνθουσιασμὸν γεννᾷ παρὰ τῷ Ἕλληνι, παρὰ τοῖς ἀντιπροσώποις τῆς χώρας, ἡ ἰδέα, ὅτι, ἐπιδιώκοντες τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους ἀποκατάστασιν, ἐκπληροῦσι καθῆκον, ἐπὶ ἰδίᾳ θυσίᾳ, διότι θυσίας θέλει ψηφίσει ἡ Βουλὴ, καὶ προσωπικὰς καὶ τοπικὰς τῶν βουλευτῶν, διὰ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας τῇ προτείνομεν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, θυσίας ἐψήφισε διὰ τῶν οἰκονομιῶν τῆς παρελθούσης συνόδου· θυσίας προσφέρει εἰς τὸν βωμὸν τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους ἡ Ἑλλὰς διὰ τῶν φορολογιῶν, τὰς ὁποίας θέλει ψηφίσει καὶ τὰς ὁποίας ἐψήφισε μέχρι τοῦδε. Ὑπῆρξαν οἱ θελήσαντες νὰ ἐκμεταλλευθῶσι ταῦτα, παριστῶντες τοὺς οὕτως ἐργαζομένους ὡς διατελοῦντας ὑπὸ τὸ κράτος ἀπεριορίστου πρὸς τὴν φορολογίαν καὶ πρὸς τὴν πίεσιν τοῦ λαοῦ ὁρμῆς· καὶ τῷ ὄντι μεγάλη εἶναι ἡ ὁρμὴ πρὸς τὴν φορολογίαν, ὅταν αὕτη ἔχῃ σκοπὸν τὴν ἐξασφάλισιν τῶν μέσων, ὅπως δυνηθῇ ἡ χώρα νὰ προασπίσῃ τὴν τιμὴν αὐτῆς· τοῦτο πᾶς τις, ἐξετάζων τὰ καθ’ ἡμᾶς, θέλει ἀντιληφθῆ ἐν οἷς ἐπράξατε καὶ ἐν οἷς πράττετε, δὲν θέλει μάθει αὐτὸ ἐν τῇ ἀναγνώσει τῶν δημοσιογραφικῶν ἐκείνων ὀργάνων, ἅτινα, ἂν διέφυγον τὴν καταδίωξιν τῆς δικαιοσύνης, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ διαφύγουν τὴν καταδίκην τῆς ἰδίας αὐτῶν συνειδήσεως, ἐὰν τοιαῦτα ὄργανα ἔχωσι συνείδησιν. (Χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§5ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ κενωθῶσι, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἀκροατήρια.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξαχθῶσιν οἱ χειροκροτήσαντες, τότε πρέπει νὰ κενώσωμεν τὴν αἴθουσαν, διότι πάντες οἱ Βουλευταὶ ἐχειροκρότησαν.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐν τούτοις, κύριε Πρόεδρε, ἄλλοτε.....
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς δίδω τὸν λόγον μου, κύριε Βουλευτὰ, νὰ μὴ κενώσω τὰ ἀκροατήρια, ἐὰν ποτὲ τυχὸν λάβητε τὴν τιμὴν νὰ χειροκροτηθῆτε παρὰ τῆς Βουλῆς. (Γέλωτες).
§9Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συνεπληρώθη λοιπὸν τὸ προσωπικὸν τῆς Ἀγγλικῆς πρεσβείας, ἵνα δυνηθῇ νὰ μελετήσῃ τὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐν Ἑλλάδι ζητήματος, συνεπληρώθη δὲ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν καὶ τὸ προσωπικὸν τῆς Γαλλικῆς πρεσβείας, ὅπως εἶναι συμπεπληρωμένον τὸ προσωπικὸν αὐτῶν δι’ ἀκολούθου στρατιωτικοῦ. Γινώσκετε, ὅτι συνήθης εἶναι παρὰ ταῖς πρεσβείαις ὁ διορισμὸς εἰδικῶν ἀκολούθων πρὸς μελέτην, εἴτε ἔκτακτον, εἴτε διαρκῆ, θεμάτων ἐνδιαφερόντων εἰς τὰ Κράτη εἴτε ἐκ λόγων συμφέροντος, εἴτε ἐκ λόγων συμπαθείας. Εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς οἰκονομικὰ τὰ δύο Κράτη, περὶ ὧν ὡμίλησα, ἐνδιαφέρονται ἴσως ἐκ λόγων συμφέροντος, ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἐκ λόγων συμπαθείας, τὰ δὲ περὶ τούτων γενόμενα παρὰ ταῖς ἐνταῦθα πρεσβείαις αὐτῶν εἶχον τὸν χαρακτῆρα, τὸν γενικῶς παραδεδεγμένον ὑπὸ τῶν διεθνῶν νομίμων. Τὴν τοιαύτην ἄρα διεξαγωγὴν τῆς μελέτης τῶν καθ’ ἡμᾶς εἴδομεν ἐπιχειρουμένην μετὰ μεγίστης εὐχαριστήσεως, ἰδίως δὲ χαίρομεν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις θέλει διεξαχθῆ ἐνώπιον ὑμῶν, θέλουσι δυνηθῆ τὰ ξένα Κράτη ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ πληροφορηθῶσι καὶ πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ πῶς ἔχουσιν αἱ διαθέσεις τῶν ἐκπροσωπούντων τὸ Ἔθνος, πῶς ἔχουσιν αἱ πεποιθήσεις καὶ τὰ φρονήματα, πόθεν ἀποῤῥέουσιν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, προκειμένου περὶ ζητημάτων τοιαύτης φύσεως, ζητημάτων, ἐν οἷς δὲν ἐνδιαφερόμεθα μόνον ἡμεῖς, ἀλλ’ ἐνδιαφέρονται καὶ πάντες οἱ πρὸς οὓς ἔχομεν ὑποχρεώσεις· ἔχομεν δ’ ἡμεῖς τὸ ἐνδιαφέρον, ἵνα ἐκεῖνοι μὴ διατελῶσιν ἐν ἀμφιβολίᾳ οὐδὲ περὶ τῶν δυνάμεων ἡμῶν, οὐδὲ περὶ τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν, ὅπως μὴ ἀφήσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν ἀνεκπληρώτους. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐξετάσω τὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ διαῤῥυθμισθῶσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ παράσχωμεν πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν πάντα τὰ ἐχέγγυα τῆς κανονικῆς, ὡς μέχρι τοῦδε, ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, καὶ διαλάβω περὶ τῶν μέτρων, δι’ ὧν ἐλπίζω, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ προσοικειωθῶμεν τὰς πεποιθήσεις τῶν ἐκτὸς ἡμῶν περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολουμένων, καὶ τῶν δυναμένων νὰ παράσχωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν μόνην συνδρομὴν, ἧς ἔχει ἀνάγκην ἡ χώρα, πρέπει νὰ ἐκθέσω τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι εἶναι οὗτος καὶ τὸ θέμα, εἰς ὃ σήμερον καλούμεθα ν’ ἀσχοληθῶμεν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ βάσις πάσης περὶ τῶν οἰκονομικῶν συζητήσεως. Δὲν λύει τὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος ὁ προϋπολογισμὸς καὶ, ὡς εἶπον, εἰς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν χρήζομεν τῆς συνδρομῆς τῆς δημοσίας πίστεως, ἀλλ’ ἄνευ προϋπολογισμοῦ καλῶς ἐῤῥυθμισμένου οὐδὲν δυνάμεθα νὰ συντελέσωμεν ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἀσφαλὲς, ματαίως δὲ θέλομεν σκεφθῆ περὶ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν τῆς δημοσίας πίστεως, ἂν μὴ πρότερον καταρτισθῇ παγίως προϋπολογισμὸς, προνοῶν περὶ πάσης ὑφισταμένης ἀνάγκης τοῦ Κράτους καὶ παρέχων τὰ μέσα πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν παντὸς, ὅ,τι ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀναγκαῖον πρὸς τὴν ἀναστήλωσιν τῆς πίστεως. Ἰδίᾳ δ’ ἐν τῇ μελέτῃ τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ δέον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ νῦν ἐφαρμοζόμενος, ψηφισθεὶς διὰ τὸ ἔτος 1892, τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔννοιαν δὲν δύναται νὰ παραστήσῃ, εἰμὴ κατὰ τὸ ἔτος 1893, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ἤδη νὰ νομοθετήσωμεν· διότι ψηφίσαντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 κατὰ τὰ μέσα τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἐψηφίσαμεν αὐτὸν μόνον διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἔτους, ἢ διὰ μέρος τοῦ ὑπολοίπου, ἀφοῦ ἐν πολλοῖς ἤμεθα δεδεσμευμένοι καὶ ἐν τῷ ὑπολοίπῳ τοῦ ἔτους ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἑτέρου προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ πρῶτον αὐτοῦ ἥμισυ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἄρα τοῦ 1892 ἐν ταῖς μεταῤῥυθμίσεσιν, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν προσιδιάζουσαν εἰς αὐτὸν ἔννοιαν, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δὲν θέλει παραστήσει, εἰμὴ κατὰ τὸ ἥμισυ, ἢ καὶ ὀλιγώτερον τοῦ ἡμίσεως, τὰ ἴδια αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Ὅτε εἰσήγομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, παρετηροῦμεν πρὸς αὐτὴν, ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ ἔτους διετέλεσε καὶ διετέλει ἔτι, καθ’ ἣν ὥραν εἰσήγομεν τὸν προϋπολογισμὸν, ὑπὸ τὸ κράτος προϋπολογισμοῦ ἄλλου, ἀφοῦ, κατὰ τὰ κανονικὰ παρ’ ἡμῖν, ἐν ἐλλείψει προϋπολογισμοῦ ἐψηφισμένου, ἐφαρμόζεται ὁ ὑποβεβλημένος προϋπολογισμὸς μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀντικαταστήσει αὐτὸν ὁριστικός. Ἑπομένως ἐν τοῖς ἀποτελέσμασι τοῦ 1892 δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἔννοιαν τῶν μέτρων, ἅτινα ὡς βάσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 ἐψηφίσθησαν, εἰμὴ μόνον ἐν μέρει. Δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ ἐπιβληθεῖσα πρόσθετος φορολογία παρημπόδισε τὴν ἀνάπτυξιν τῶν προσόδων ἐκ τῶν κλάδων, εἰς οὓς προσετέθη ἡ φορολογία αὕτη, δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον αἱ προῤῥήσεις τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὑποβαλλούσης τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ψηφισθέντα, ἀποδεικνύονται ἀκριβεῖς καὶ διὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ἔτους ἢ τὸ τρίτον τοῦ ἔτους, ἵνα ἐκ τούτου κρίνωμεν, τίνα καὶ διὰ τὸ πρῶτον ἥμισυ, ἐφ’ ᾧ θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ κατὰ τὸ 1893, δυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὰς σημασίαν· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναζητήσωμεν τελεσφόρως ἐν τοῖς ἀποτελέσμασι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 ἀρτίαν τὴν ἔννοιαν τῶν μέτρων, ἅτινα ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἅτινα σήμερον εἶναι νόμοι τοῦ Κράτους. Τὰ μέτρα ταῦτα ἦσαν οἰκονομίαι, ἦσαν καὶ φορολογίαι, καὶ εἴχομεν εἴπει, ὅτε ὑπεβάλομεν αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπεξεδεχόμεθα ἐκ μὲν τῶν οἰκονομιῶν ποσὸν ἐννέα ἑκατομμυρίων καὶ ἑπτακοσίων χιλιάδων δραχμῶν περίπου, ἐκ δὲ τῶν φορολογιῶν ποσὸν ἐπέκεινα τῶν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων, τουτέστιν ἐν ὅλῳ 17 ἑκατομμύρια, ἅτινα καὶ ἐθεωροῦμεν ἀποτελοῦντα τὸν ὅρον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ὑποβεβλημένου καὶ ἕως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐφαρμοζομένου προϋπολογισμοῦ. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἂν τὰ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντα μέτρα θὰ εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μείωσιν τῶν ἐτησίων δαπανῶν καὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐτησίων προσόδων ἐπὶ ποσῷ καταλήγοντι ἐν συνόλῳ εἰς διαφορὰν ὑπὲρ τῶν ἐσόδων 17 ἑκατομμυρίων, ἀφοῦ τὰ μέτρα ταῦτα δὲν θὰ ἐφηρμόζοντο, εἰμὴ ἐπὶ τὸ ἥμισυ τοῦ ἔτους, θὰ ὑπελείποντο πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἱκανὰ ἑκατομμύρια. Καὶ ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθεὶς τότε, ἐπαρουσίαζεν ἀναγεγραμμένον περίσσευμα τριῶν περίπου ἑκατομμυρίων. Ἐξηγήσαμεν τότε διατράνως πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ περίσσευμα τοῦτο ἦτο τυπικὸν, διότι ἦτο περίσσευμα βεβαιώσεων πρὸς ἀναγεγραμμένας δαπάνας· εἴπομεν, ὅτι πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ ἀληθοῦς ἀποτελέσματος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει πάντως νὰ γένηται ἡ ἀφαίρεσις τῆς συνήθους ἀναλογίας τῆς καθυστερήσεως τῶν εἰσπράξεων, καὶ ὅτι ἑπομένως ἀναγραφὴ περισσεύματος βεβαιώσεων τριῶν ἑκατομμυρίων ἀπετέλει ἔλλειμμα ἑτέρων τριῶν ἢ τριῶν καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καὶ πάλιν μεγαλείτερον ἔπρεπε νὰ ἦναι τὸ ἔλλειμμα, ἂν κατὰ τὰς παραστάσεις ἡμῶν τὸ ἐν τῷ ὑποβεβλημένῳ προϋπολογισμῷ ἔλλειμμα ἦτο 17 ἑκατομμυρίων. Παρουσιάζεται ὅμως ἕτερόν τι, μειοῦν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1892, καὶ οὗ ἕνεκα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, κρίνοντες ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς μέχρι τοῦδε προόδου αὐτῆς, ὅτι τὸ ἔλλειμμα δὲν θὰ ἦναι ἀνώτερον τοῦ ἤδη παρ’ ἐμοῦ παραστηθέντος. Τοῦτο δὲ, τὸ παρουσιαζόμενον ἐκτάκτως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892, δὲν ἐπιτρέπει, ἵνα ἐκληφθῇ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ὡς τύπος τοῦ σταθεροῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διότι πρὸς ἀναπλήρωσιν μεγαλειτέρου ἐλλείμματος συνετέλεσαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 πρόσοδοι, αἵτινες δὲν θέλουσι παρουσιασθῆ ἐκ νέου ἐν τῷ σταθερῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, δὲν θέλουσι παρουσιασθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, περὶ οὗ καλεῖσθε σήμερον, ἵνα συζητήσητε. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 εὕρηται ἀναγεγραμμένον ποσὸν 2,560,000 ἐξ ἐξαγορᾶς ὑποχρεώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως παρέχῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ τεταρτημόριον τῶν ὠφελειῶν αὐτῆς ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Αὕτη ἡ ἐξαγορὰ ἐπληρώθη ἅπαξ κατὰ τὸ 1892, συνετέλεσε δὲ εἰς τὴν μείωσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1892, ἀλλὰ δὲν θέλει παρουσιασθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893, ἢ ἐν ἄλλῳ προϋπολογισμῷ, τοὐναντίον θέλει ἀντιπροσωπευθῆ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τούτοις διὰ τῆς ἐλλείψεως ἀπ’ αὐτῶν τοῦ κατὰ τὰ πρότερον συμπεφωνημένα ἀνήκοντος εἰς τὸν σταθερὸν προϋπολογισμὸν, τουτέστι τῆς προσόδου ἐκ τῆς συμμετοχῆς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ τερτατημόριον εἰς τὰς ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ὠφελείας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὥστε ἡμεῖς, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 καὶ τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ τὸ πραγματικὸν τῶν 3,500,000, πρέπει, προνοοῦντες περὶ τοῦ 1893, νὰ καταλέξωμεν εἰς τὰ ποσὰ, περὶ ὧν ἀπαιτεῖται πρόνοια εἰς ἀναπλήρωσιν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 2,560,000 δραχμῶν. Πρέπει προσέτι νὰ προνοήσωμεν περὶ ἀναπληρώσεως καὶ ἄλλων, ἅτινα ἐκ τυχαίων περιστάσεων ἐπαρουσιάζοντο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892, αὐξάνοντα τὴν ἀναλογίαν τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, δὲν θέλουσι δὲ παρουσιασθῆ εἰς τὸ μετέπειτα. Ἡ συγχώνευσις τῶν ταμείων τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, γενομένη κατὰ τὸ μέσον τοῦ ἔτους, ὅτε τὰ μὲν ἔξοδα πάντα τῶν ταμείων τούτων εἶχον καταβληθῆ, διότι οἱ δικαιοῦχοι δὲν ἀφίνουσι νὰ παρέλθῃ χρόνος πρὸς ἀπαίτησιν τῆς καταβολῆς, τὰ ἔσοδα ὅμως δὲν εἶχον ἔτι καταλογισθῆ, ἐπήνεγκεν ἀποτέλεσμα, ὅτι τὸ 1892 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, τῷ περιλαβόντι τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δύο τούτων ταμείων, ἐξ ἀφετηρίας τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ ταῦτα διετέλουν κατὰ τὴν ὥραν τῆς συγχωνεύσεως, ἀναγράφονται ὁλόκληρα τοῦ ἔτους τὰ ἔσοδα αὐτῶν, ἔξοδα δὲ μόνον τὰ τοῦ ὑπολειπομένου μέρους τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1893 ὁ προϋπολογισμὸς θέλει ἐπιβαρυνθῆ, λόγῳ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο ταμείων, διὰ τῶν ἐξόδων αὐτῶν ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους, θέλει δὲ εἰσπράξει ὅ,τι εἰσέπραξε καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, ἑπομένως καὶ ἐκ τούτου ποσὰ, ὧν ἡ ἀναπλήρωσις ἀπαιτεῖ πρόσθετον πρόνοιαν. Ταῦτα δεικνύουσιν, ὅτι ἐν τῇ προνοίᾳ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893 δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ὅσα ἐκανονίσθησαν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ κανονισθέντα, διότι, πλὴν τῶν ποσῶν τούτων, ἅτινα ἀνεκοίνωσα καὶ περὶ ὧν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ λάβωμεν πρόνοιαν, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ποσά, σπουδαίως ἐπιβαρύνοντα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, καίτοι δὲν ἐπεβάρυνον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ἐνῷ ἐπεβάρυνον τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐκκαθαριζόμενα ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ· εἶναι δὲ ταῦτα τὰ τοῦ δημοσίου χρέους, ἐφ’ ὅσον εἶχον σχέσιν πρὸς τὸ πραγματοποιηθὲν ἤδη μέρος τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, τὸ διατεθὲν ἐν μέρει μὲν εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ἐν μέρει δὲ εἰς γενικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἤδη θεωροῦμεν, ὅτι περὶ τὴν ἀναγραφὴν τῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν διατεθέντων ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ τῶν διατεθέντων ὑπὲρ τοῦ σιδηροδρόμου οὐδένα ἔχει λόγον· ταῦτα πάντα ἐπιβαρύνουσι τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ πρέπει νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ἑνιαίῳ τοῦ Κράτους. Ἡ προσθήκη δὲ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀναγομένου εἰς τὰ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἐπαυξάνει τὰ πρὸς ἀναπλήρωσιν κατὰ τρία ἑκατομμύρια καὶ πλέον. Ἐπίσης καὶ ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ὑπάρχει προσθήκη εἰς τὰ ἀναπληρωτέα ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλὰ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἀναπληρωτέα, λόγῳ τῆς μὴ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 ἑκατομμυρίου περίπου, ἀναγομένου εἰς ὑπηρεσίαν δανείων, συνωμολογημένων ὅτε ἐψηφίζετο ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος. Τούτων πάντων ἕνεκα θὰ δεήσῃ, ὅπως ἡ Βουλὴ λάβῃ πρόνοιαν περὶ σπουδαίων μεταῤῥυθμίσεων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅπως ἀναπληρωθῇ ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ καὶ διὰ τούτων δὲν θὰ ἀπεκτῶμεν πᾶν τὸ ἀναγκαιοῦν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 προνοεῖ διὰ διαφορὰν συναλλάγματος περὶ δαπάνης μόνον 2,200,000 δραχμῶν, βεβαίως δὲ αὕτη εἶναι ἀνεπαρκής. Πρέπει ἄρα καὶ περὶ τούτου προσθέτως νὰ προνοήσωμεν, πρέπει οὕτω νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ περίσσευμα τῶν εἰσπράξεων, κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὰς βεβαιώσεις, ἀποχρῶν εἰς ἀπάντησιν πασῶν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας θὰ δεήσῃ νὰ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος πρὸς κανονισμὸν τῶν τῆς δημοσίας πίστεως διὰ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν τῆς κυκλοφορίας καὶ πρὸς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς κανονικῆς προμηθείας τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, δι’ οὗ ἐκτελεῖται ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν ὑποχρεώσεων. Θέλω ἄρα καλέσει ὑμᾶς, ὅπως συσκεφθῆτε μετ’ ἐμοῦ ἐπὶ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας θέλω παραστήσει ὡς τὰς μᾶλλον συντελούσας πρὸς τὴν ἀναπλήρωσιν ἀνάγκης, ἧς ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς τὴν ἔκτασιν. Ἐπιλαμβανόμενοι τῆς μελέτης ταύτης, ἔχετε ἤδη ὑπ’ ὄψει, οὐχὶ, ὡς συνήθως συμβαίνει, ἀποτελέσματα ἐτησίας τῶν κειμένων ἐφαρμογῆς, ἐπαρκῶς διαφωτιζούσης τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν, ἔχετε ὑπ’ ὄψει ἀποτελέσματα δύο ἢ τριῶν μηνῶν. Ταῦτα, καίτοι ἀνεπαρκῆ, θέλουσιν ὅμως σᾶς ἐνθαῤῥύνει πρὸς τὸ ἔργον, εἰς ὃ θὰ ἀποδυθῆτε μετ’ ὀλίγον. Τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα πείθουσιν, ὅτι τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶχον ὡς παριστῶντο, ὅτι τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἄγουσιν εἰς τὸ ἀδιέξοδον, ὅτι ὑπῆρχε μόνον ἀνάγκη καὶ ὑπάρχει πρὸς θυσίας μεγάλας μὲν, ἀλλὰ μὴ ὑπερβαινούσας τὸ μέτρον, διότι καὶ μετ’ αὐτὰς αἱ δυνάμεις τῆς χώρας μένουσιν ἀποχρῶσαι εἰς ἐξακολούθησιν τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς, καὶ ἡ δημοσία ὑπηρεσία δὲν παραλύει. Καὶ δὴ ἐνθυμεῖσθε πάντες τὰς συζητήσεις περὶ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ κατὰ τὴν κοπὴν, καὶ τὰς δῆθεν ἀποτυχίας αὐτοῦ· ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, καταργουμένου τοῦ συστήματος, τοῦ ἔτι καὶ νῦν διέποντος τὰ τοῦ φόρου, προεκαλεῖτο πρῶτον μὲν ἡ ψήφισις ἑτέρου νόμου, εἶτα δὲ ἡ ὑποβολὴ ἄλλου, ἀντιθέτως ὅλως ἔχοντος πρὸς τὸν ψηφισθέντα καὶ μήπω ἐφαρμοσθέντα, στηριζομένου δὲ ἐπὶ ἀρχῶν, τὰς ὁποίας αὐτοὶ οἱ προτείναντες τέως κατεδίκαζον· ταῦτα δὲ πάντα διατί; Διότι ἐπείθοντο οὗτοι, ὅτι ὁ νόμος ὁ κείμενος ἀπετύγχανε· διότι, κατὰ ἀναπτύξεις, ἃς ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκφερομένας, ὁ νόμος οὗτος ἀπεδεικνύετο ἀποφέρων ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα ὀλιγώτερα, καὶ μοιραία ἦτο ἡ κατάπτωσις τῆς προσόδου μέχρι περιορισμοῦ αὐτῆς εἰς ποσὸν ὅλως ἀσήμαντον. Καὶ τῷ ὄντι, ἐνῷ ἡ συνήθης ἀπόδοσις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἐκανονίζετο κατὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος ἐπὶ τῇ βάσει κοπῆς 75 ἢ 80 χιλιάδων ὀκάδων κατὰ μῆνα, κατέπιπτεν ὁ ὅρος τῆς κοπῆς ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου μέχρι 37 χιλιάδων ὀκάδων κατὰ μῆνα. Τοῦτο δὲ ἐπεκαλοῦντο οἱ τότε κυβερνῶντες εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ σύστημα ἦτο πλημμελὲς, καὶ ὅτι ἦτο ἀδύνατον, ὁσηδήποτε καὶ ἂν κατεβάλλετο ἐπιμέλεια, — ἐβεβαίουν δὲ, ὅτι κατεβάλλετο πᾶσα ἐπιμέλεια, — ὅτι ἦτο ἀδύνατον τὸ σύστημα νὰ ἀποφέρῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ὅτι ἡ πρὸς τὰ κάτω φορὰ ἀδύνατον ἦτο ν’ ἀνασταλῇ καὶ θὰ καθίστατο ὁσημέραι ἐπὶ μᾶλλον ἐπαισθητή· καὶ ὅμως τί βλέπομεν σήμερον; ὅτι ἀπὸ τῶν 37 χιλιάδων ὀκάδων κοπῆς καπνοῦ κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1891, ἐν διαστήματι τριῶν μηνῶν ἐφθάσαμεν οὐ μόνον εἰς κοπὴν τοῦ ποσοῦ τῶν 75 ἢ 80 χιλιάδων ὀκάδων, εἰς ὃ ἀνήρχετο αὕτη πρίν, ἀλλ’ εἰς ποσὸν κοπῆς 84 χιλιάδων ὀκάδων κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, κατὰ δὲ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Νοεμβρίου εἰς κοπὴν, ἀναλογοῦσαν μηνιαίως εἰς ποσὸν ἀνώτερον. Δύναταί τις μετὰ τοῦτο νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ δημοσία ὑπηρεσία ἐχαλαρώθη, κατόπιν τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες καὶ εἰς τὸν κλάδον τοῦτον ἐπεξετάθησαν; Σπουδαῖαι ὑπῆρξαν αἱ οἰκονομίαι, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τοιαῦται, ὥστε νὰ χαλαρώσωσι τὴν ὑπηρεσίαν· τοὐναντίον βλέπομεν ἐν τοῖς ἀποτελέσμασι τὴν ὑπηρεσίαν ἀκμαιοτέραν ἢ τὸ πρόσθεν. Ἀλλὰ βλέπομεν καὶ ἕτερόν τι, ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι δύνανται ν’ ἀποδώσωσι πολὺ πλείονα ὅσων ἀποδίδουσι, καὶ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων, δι’ ἐπιμελεστέρας αὐτῶν ἐφαρμογῆς, δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν σπουδαιότατα ποσὰ, καὶ κατὰ τοσοῦτον ν’ ἀνακουφίσωμεν τὸν λαὸν περὶ τὴν ἄλλην φορολογίαν· διότι, ἂν εἰς τὰ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ὧν ἤδη ἐμνήσθην, ἀπέδειξεν ἡ ἐπὶ δίμηνον ἢ τρίμηνον ἐφαρμογὴ, ὅτι ἀπὸ κοπῆς 440,000 ὀκάδων θέλει ἀφεύκτως ἡ ἐτησία κοπὴ ὑπερβῇ τὸ ἑκατομμύριον ὀκάδων, θὰ ἔχωμεν ἐπὶ 560,000 ὀκάδων, ἐπὶ πλέον κοπτομένων, πρόσοδον πρόσθετον δραχμῶν 4,600,900 ἐκ μόνης τῆς βελτίονος ἐφαρμογῆς τοῦ κειμένου νόμου. Τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν στηρίζομεν τὰς σκέψεις ταύτας, θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν ἐξ ἐφαρμογῆς ἑνὸς ἔτους, ὡς συνήθως συμβαίνει, ἔχω δὲ καὶ τὴν γνώμην, ὅτι, ἂν ἠρυόμεθα αὐτὰ ἐν ἐφαρμογῇ ἑνὸς ἔτους, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν ἐπὶ κοπῆς καὶ διακοσίων ἴσως ἐπὶ πλέον χιλιάδων ὀκάδων· τοιαύτη δὲ εἶναι ἡ γνώμη τῶν εἰδημονεστέρων περὶ τὰ τοιαῦτα· ἤδη ὅμως ὀφείλομεν νὰ στηρίξωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν ἐπὶ ταῦτα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ μέχρι τοῦδε ἀποκτηθέντα, ταῦτα δὲ δεικνύουσιν ὑπέρβασιν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἰσεπράττετο ἐκ τῆς κοπῆς καπνοῦ, ἱκανῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τοῦτο πολὺ διευκολύνει τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἀλλὰ δὲν ἀπαλλάττει ἡμᾶς καὶ ἀπὸ τῆς ἀνάγκης, ὅπως προνοήσωμεν καὶ δι’ οἰκονομιῶν καὶ διὰ προσθέτων φόρων περὶ ἀναπληρώσεως παντὸς τοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων παρουσιαζομένου ἐλλείμματος, καὶ περὶ ἐξασφαλίσεως περισσεύματος, ὅπερ θὰ ἦναι τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ θὰ ἐργασθῶμεν πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν τῆς δημοσίας πίστεως. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1893 πρέπει νὰ ὁρμηθῇ ἐξ ἀφετηρίας τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 μετὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν ποσῶν, ἅτινα πρὸ μικροῦ ἀνέφερα, ὡς συντελοῦντα εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1892, παρουσιαζόμενα δὲ ἐν μόνῳ τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους τούτου. Ἐκ τῆς ἀφετηρίας ταύτης ὁρμώμενοι, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν πρώτιστα, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἀναπληρώσωμεν τὴν ἀνάγκην δι’ οἰκονομιῶν μόνον· διότι, καίτοι αἱ οἰκονομίαι εἶναι καὶ αὐταὶ ἐπιβάρυνσις τοῦ λαοῦ, ὅταν ἐφαρμόζωνται πέραν ὁρίου τινὸς, οὐχ ἧττον ὅμως εἶναι πάντως προτιμότεραι τῶν ἐπιβαρύνσεων τῆς φορολογίας, γινόμεναι ἐντὸς μέτρου μὴ ἐπηρεάζοντος τὴν λειτουργίαν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ὅτε προέτεινα ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῷ αὐτῷ συστήματι ἐργαζόμενος, τὴν ἐπίληψιν τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ἠδύναντο νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἰδίως περὶ τὰς οἰκονομίας πρέπει νὰ ἀφορῶμεν εἰς δύο κλάδους, εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὰ δημόσια ἔργα, κλάδους ὠφελίμους, ὅσον εἴπερ τις καὶ ἄλλος, εἰς τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ καὶ τοὺς μᾶλλον περὶ τὰς δαπάνας ἀνεπτυγμένους, ἴσως καὶ διὰ τοῦτο, ὅτι μεγάλαι εἶναι αἱ παρ’ αὐτῶν προσφερόμεναι εἰς τὴν Πολιτείαν ὠφέλειαι. Ἡ ἐκ τοῦ στρατοῦ ὠφέλεια ἔχει ἐν Ἑλλάδι σημασίαν μείζονα ἢ ἀλλαχοῦ, διότι ὁ στρατὸς ἀλλαχοῦ μίαν μόνον ἀνάγκην ἐκπληροῖ, τὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην τῆς φρουρήσεως τῆς χώρας καὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων αὐτῆς ἐν ταῖς διεθνέσι τῆς Πολιτείας σχέσεσιν. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ὁ στρατὸς εἶναι καὶ ἀστυνομία, καὶ αἱ ὑπηρεσίαι, ἃς ὁ στρατὸς προσφέρει εἰς τὸ Κράτος, εἶναι οὐ μόνον μεγάλαι, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀπαραίτητοι εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν νόμων, ἐν τῇ ἐλλείψει ἐπαρκοῦς τοπικῆς ἀστυνομίας. Τούτου ἕνεκεν αἱ οἰκονομίαι ἐν τῷ στρατῷ παρ’ ἡμῖν εἶναι δυσχερέστεραι ἢ ἀλλαχοῦ, καὶ ὅμως πάλιν ἐν τῷ στρατῷ εὑρίσκομεν στάδιον πρὸς οἰκονομίας, διότι καὶ αἱ δαπάναι ἐκεῖ εἶναι σχετικῶς μεγαλεῖτεραι ἢ ἐν τοῖς ἄλλοις κλάδοις. Ἐπίσης καὶ ἐν τοῖς δημοσίοις ἔργοις· οὐδὲν ὠφελιμώτερον εἰς τὴν χώραν, οὐδὲν μᾶλλον ἀπαραίτητον ἐν χώρᾳ ἀρτιπαγεῖ, ὡς ἡ Ἑλλὰς, τῶν δημοσίων ἔργων· καὶ ἡ ὤθησις, ἡ δοθεῖσα ἐπ’ ἐσχάτων εἰς τὰ δημόσια ἔργα, εἶναι ἴσως τὸ μᾶλλον συντελέσαν σήμερον πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πίστεως, καὶ πρὸς τὴν παροχὴν εἰς τὸ Κράτος τῶν μέσων, ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀπαντήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ, τὰς εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλὰ, καίτοι τοιαύτης ὠφελείας πάροχα εἶναι τὰ δημόσια ἔργα, πάλιν ἐκεῖ δυνάμεθα ν’ ἀναζητήσωμεν σπουδαίας οἰκονομίας· ἐκεῖ ἐξεύρομεν αὐτὰς καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892, ἐκεῖ δὲ πάλιν τὰ συμπληρώματα πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893. Θὰ ἀναζητήσωμεν τὰς οἰκονομίας καὶ ἀλλαχοῦ, θὰ τὰς ἀναζητήσωμεν καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἐλαχίστοις, διότι πρέπει τὸ σύστημα νὰ ἦναι ἄρτιον· καίτοι δὲ ἡ παράλειψίς τινων, ἀσημάντων καθ’ ἑαυτὰς, περικοπῶν δὲν θὰ παρέβλαπτεν ἴσως τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν οἰκονομίαν, θὰ ἐπηρέαζεν ὅμως τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐφαρμοζομένου συστήματος, καὶ θὰ ἐξησθένει τὴν δικαιολογίαν τῶν γενικωτέρων πρὸς περιστολὴν τῶν δαπανῶν μέτρων. Οὕτως ἐξετάζοντες τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εὕρομεν ὅτι, καίτοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν εἶχον ἐπενεχθῆ οἰκονομίαι ὑπὲρ τὸ 1,500,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, ἠδυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν οἰκονομίας ἄλλας ἐκ δύο ἑκατομμυρίων καὶ τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Εὕρομεν καὶ ἐν τοῖς δημοσίοις ἔργοις, πρὸς ταῖς οἰκονομίαις ταῖς ψηφισθείσαις κατὰ τὸ 1892, νέον στάδιον οἰκονομιῶν ἀναζητοῦντες ὅμως αὐτὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δέον νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐν τούτῳ αἱ ἀναγραφόμεναι οἰκονομίαι εἶναι αἱ ἐλάσσονες, καὶ ὅτι σπουδαιότεραι εἶναι αἱ ἀφανεῖς, τουτέστιν αἱ ἀναγόμεναι εἰς δαπάνας τοῦ ταμείου τοῦ καταργηθέντος, αἵτινες, ὡς ἐκ τῶν ἐπενεχθεισῶν οἰκονομιῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, δὲν παρουσιάζονται ἐν αὐτῷ, ἐνῷ ἦσαν ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου καθ’ ὑπέρβασιν τῶν προσόδων αὐτοῦ. Πρὸ τῆς συγχωνεύσεως τῶν εἰδικῶν ταμείων ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ δὲν εἴχομεν μόνον προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, οὗτινος ἡ ἀρτιότης ἠμφισβητεῖτο, δὲν εἴχομεν μόνον ἐλλείμματα ἐν τῷ γενικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἴχομεν καὶ ἐλλείμματα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὰ δύο ταῦτα ταμεῖα, οἱ δύο οὗτοι προϋπολογισμοί, συνεχωνεύθησαν ἤδη ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, ἐν τῷ γενικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, καὶ τὰ ἐλλείμματα αὐτῶν ἐπιπροσετέθησαν εἰς τὰ τέως ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους· ἀπὸ τῆς συγχωνεύσεως ἄρα τῶν δύο εἰδικῶν ταμείων αἱ οἰκονομίαι πρέπει νὰ ἀφορῶσιν οὐ μόνον εἰς τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὡς οὗτος εἰσήγετο μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν δύο εἰδικῶν προϋπολογισμῶν, τῶν συγχωνευθέντων ἐν τῷ γενικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ἐξετάζοντες ἄρα τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, ὡς ἀπαρτιζομένου ἐκ τριῶν προϋπολογισμῶν, καὶ ἀθροίζοντες τὴν ὑστέρησιν τῶν ἐσόδων ἑκάστου τῶν προϋπολογισμῶν τούτων πρὸς τὰ ἔξοδα, ἔχομεν τὸν πραγματικὸν ὅρον συγκρίσεως περὶ τοῦ μέτρου τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ἐπηνέχθησαν εἰς τὰς δαπάνας ἰδίως μὲν τῶν δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι καὶ ἐν τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει εἴχομεν ἐτησίας δαπάνας καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ἐσόδων περὶ τὰς ἑπτακοσίας χιλιάδας δραχμῶν. Αὗται αἱ ὑπὲρ τὰ ἔσοδα δαπάναι ἀμφοτέρων τῶν ταμείων ἐκλείπουσιν ἐπὶ τῇ συγχωνεύσει αὐτῶν ἐν τῷ γενικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, χάρις εἰς τὰς ἐπιφερομένας οἰκονομίας. Αἱ οἰκονομίαι αὗται δὲν καταφαίνονται ἐν τῷ γενικῷ προϋπολογισμῷ, διότι πραγματοποιοῦνται ἐπὶ τῶν τέως ἐξόδων τῶν εἰδικῶν ταμείων, ἡ μὴ ἀναγραφὴ ὅμως τῶν ἐξόδων τούτων ἐν τῷ γενικῷ προϋπολογισμῷ μετὰ τὴν συγχώνευσιν τῶν ταμείων ἀποτελεῖ οἰκονομίαν θετικὴν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ἑπτακοσίων μὲν χιλιάδων δραχμῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, περὶ τὰ δύο δὲ ἑκατομμύρια ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπιπροσθετέα εἰς τὸ ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑπτακοσίας χιλιάδας, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ἀναγραφομένην οἰκονομίαν ἐν τοῖς δημοσίοις ἔργοις. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς οἰκονομίας ταύτας, τὰς οὕτω γενναίας, ἐν κλάδοις, οἵτινες, ὡς εἶπον, δὲν ἐπιδέχονται ὑπερβολὴν οἰκονομιῶν, διότι εἶναι πρωτίστης ἀνάγκης, ἐν Ἑλλάδι ἰδίως, καὶ μετὰ τὰς οἰκονομίας τὰς ἐν πᾶσι τοῖς ἄλλοις, μέχρι καὶ τῶν ἐλαχίστων, θὰ δεήσῃ νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ προσθέτων προσόδων ἐκ φορολογίας· ταύτας τὰς προσόδους ἀνεζητήσαμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, διὰ τρόπου μὴ ἐπιβαρύνοντος ἐπὶ πλέον τοὺς ἤδη πλέον ἢ ἅπαξ ἐπιβαρυνθέντας. Ἀνατρέχομεν εἰς τὸ δασμολόγιον, ἀλλ’ οὐχὶ ἵνα κατὰ κανόνα ἐπιβαρύνωμεν ἐπιπροσθέτως τοὺς εἰδικῶς καὶ ἐπανειλημμένως ἐπιβαρυνθέντας, ἀλλ’ ἵνα διὰ γενικῆς ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ καὶ διαῤῥυθμίσεως καταλληλοτέρας δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν πρόσοδον μεγαλειτέραν ἐκ τῶν εἰδῶν, ἅτινα τέως ἔμενον ὀλιγώτερον φορολογημένα. Ἀπεκδεχόμεθα ἐντεῦθεν πρόσοδον περὶ τὸ ἑκατομμύριον καὶ διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, μετ’ ἀναθεώρησιν γενικωτέραν, προέβημεν εἰς σύνταξιν μέτρου, ἐξ οὗ ἀπεκδεχόμεθα πρόσθετον πρόσοδον ἀνωτέραν τοῦ ἑκατομμυρίου. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα δὲν φαίνονται ἐπαρκῆ, τούτου δ’ ἕνεκα ἐν τῇ ἄλλῃ νομοθεσίᾳ ἐξητάσαμεν, τί ἠδύνατο νὰ ἐπιπροστεθῇ ἔτι, ἄνευ χαλαρώσεως τῆς ἐνεργείας τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν παραγωγήν. Εἴχομεν ἄλλοτε φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ὅστις ἀντικατεστάθη διὰ φόρου ἐγγείου· καὶ εἶναι μὲν ὁ φόρος καταναλώσεως ὁ μᾶλλον σύμφωνος πρὸς τὰς περιστάσεις ἡμῶν, ἀλλ’ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ μέτρῳ βαρεῖ, δυσκόλως εἰσπράττεται. Τούτου ἕνεκα δὲν προτείνομεν ἀντικατάστασιν φόρου καταναλώσεως εἰς τὸν κείμενον φόρον, ἀλλὰ προτείνομεν ἐπιπρόσθετον φόρον καταναλώσεως ἀπὸ ἡμίσεως λεπτοῦ μέχρι δύο λεπτῶν, ἀπαλλασσομένων ἀπὸ τῆς προσθέτου φορολογίας τῶν κατοίκων χωρίων κάτω ὡρισμένου πληθυσμοῦ, βαθμιζομένης δὲ ταύτης κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ. Ἡ φορολογία αὕτη, ἐπὶ κατωτάτῳ ὅρῳ ἡμίσεως λεπτοῦ καὶ μέσῳ ὅρῳ ἑνὸς λεπτοῦ, δὲν εἶναι βαρεῖα, ἀλλὰ δὲν θ’ ἀποφέρῃ καὶ μεγάλην πρόσοδον. Περὶ τὰς τριακοσίας καὶ πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν ἀπεκδεχόμεθα ἐξ αὐτῆς. Ἐπίσης καὶ εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, διατηρουμένου τοῦ συστήματος τοῦ κειμένου, προτείνομεν μεταῤῥυθμίσεις, αἵτινες ὑπόσχονται αὔξησιν προσόδου περὶ τὰς διακοσίας καὶ ἑξήκοντα χιλιάδας δραχμῶν. Προτείνομεν προσέτι, ὅπως ἐκ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ἀλληλογραφίας μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐξασφαλισθῇ ἡ πληρωμὴ ἀρτιωτέρα τοῦ κατὰ τὰς διεθνεῖς συμβάσεις τέλους, διότι σήμερον, ἐνῷ ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐπιβάλωμεν τέλος ἐπὶ τῶν ἐπιστολῶν εἴκοσι πέντε λεπτῶν μεταλλικῶν, ἐπιβάλλομεν τέλος εἴκοσι πέντε λεπτῶν κατ’ ἐπιστολὴν χαρτίνων, ζημιούμενοι ἡμεῖς, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ξένων Κρατῶν· διότι δὲν κρατεῖται ὑπὸ τῶν Κρατῶν λογαριασμὸς ἀποστολῆς καὶ παραλαβῆς, ἀλλ’ ἕκαστον Κράτος κρατεῖ ὅ,τι λαμβάνει· οἱ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπιστέλλοντες εἰς Ἑλλάδα πληρόνουσιν εἰς χρυσὸν, χρυσὸν ἄρα εἰσπράττουσι τὰ ξένα Κράτη, οἱ δ’ ἐξ Ἑλλάδος ἐπιστέλλοντες εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καταβάλλουσι τὸ τέλος εἰς χάρτινον νόμισμα, καὶ τοῦτο συγκομίζει τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἐθεωρήσαμεν ἄρα πρέποντα τὸν κανονισμὸν τοῦ τέλους εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, ἐπιτρεπομένης τῆς πληρωμῆς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ αὐξήσει τοῦ τέλους τῆς ἐπιστολῆς κατὰ πέντε λεπτά. Ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν τηλεγραφικῶν ἀποδίδομεν εἰς τὰς ξένας τηλεγραφικὰς ἑταιρίας πεντακοσίας χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐνταῦθα εἰσπράττομεν χαρτίνους ἐπὶ διατιμήσει τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἐπιζημίῳ εἰς τὸ Δημόσιον. Νομίζομεν ἄρα, ὅτι καὶ τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστελλομένων τηλεγραφημάτων πρέπει νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου ἡ πληρωμὴ εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, ἐπιτρεπομένης τῆς καταβολῆς τοῦ τέλους εἰς γραμμάτια ἐπὶ τῇ ἀγοραίᾳ διατιμήσει τοῦ χρυσοῦ. Ἐκ τούτων αὔξησις προσόδων ἑκατὸν ἑξήκοντα χιλιάδων δραχμῶν, ἑκατὸν χιλιάδων ἐκ ταχυδρομικῶν, καὶ ἑξήκοντα χιλιάδων ἐκ τηλεγραφικῶν τελῶν. Καὶ εἰς τὰ δασικὰ δὲ θὰ ἔχωμεν αὔξησίν τινα προσόδων ἐκ βελτίονος διαῤῥυθμίσεως, διότι θὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον περὶ δασῶν, κανονίζοντα ἐν ἄλλοις καὶ τὰ τῶν δικαιωμάτων· ἐκ τοῦ κανονισμοῦ δὲ τούτου ἀπεκδεχόμεθα πρόσοδον περὶ τὰς διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν ἐπὶ πλέον τῆς νῦν εἰσπραττομένης. Τῶν λιμενικῶν ταμείων νομίζομεν, ὅτι διὰ πολλοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξω, διότι ἡ κατάλληλος ὥρα θὰ ἦναι ἡ ἐπὶ τῇ συζητήσει τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τῶν λιμενικῶν ταμείων διὰ πολλοὺς λόγους εἶναι συμφέρον εἰς τὴν Πολιτείαν ν’ ἀφομοιωθῇ ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τῆς χωρητικότητος τῶν πλοίων, νὰ εἰσπράττηται δὲ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ὡς τέλος ἀγκυροβολίας, ἐπιτρεπομένης εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα φορολογίας μόνον ἐπὶ τῇ εἰσαγωγῇ καὶ ἐξαγωγῇ. Ἐκ τῶν τελῶν ἀγκυροβολίας ἀπεκδεχόμεθα πρόσοδον περὶ τὰς τριακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν, πρόσοδον ἀφορῶσαν κατὰ πολὺ εἰς τὴν ξένην ναυτιλίαν, ἥτις σήμερον, ὡς ἐκ τοῦ πλημμελοῦς κανονισμοῦ τῶν περὶ τούτου, κατώρθου ν’ ἀποφεύγῃ τὴν πληρωμὴν τέλους, καταβαλλομένου ἐν τοῖς λιμέσι τῶν ξένων Κρατῶν παρὰ πάντων τῶν ξένων πλοίων. Οὕτως ἐπιτυγχάνεται ἀναπλήρωσις τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπαρκὴς πρὸς πάντας τοὺς σκοποὺς τοὺς ἐπιδιωκομένους, καὶ τοσοῦτον ἐπαρκὴς ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν οἰκονομιῶν πρὸς τὰς προσθέτους προσόδους, ὥστε ὑπολείπεται περίσσευμα ἀποχρῶν πρὸς τὴν οἰκονομικὴν διαῤῥύθμισιν, τὴν προωρισμένην εἰς ἐπίτευξιν τῆς εὐχεροῦς προμηθείας τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, τοῦ ἀναγκαίου πρὸς ἀπότισιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ποσὸν τοιοῦτον ἀναγράφομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων καὶ ἑπτακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες θὰ χρησιμεύσωσι καὶ εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας δανείου πρὸς ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ εἰς ἀγορὰν συναλλάγματος, ἐφ’ ὅσον τοῦτο θὰ ἦναι ἀναγκαῖον, καὶ εἰς ἄλλα σχετιζόμενα πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν μέτρα. Ἀλλὰ πρὸς τοῖς ἀναγραφομένοις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διατίθενται καὶ ἄλλα ἐκ τοῦ περισσεύματος εἰς ἀπόκτησιν ἄμεσον χρυσοῦ ἐξ αὐτῶν τῶν προσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι, ἐνῷ φρονοῦμεν, ὅτι κυρία βάσις τῆς ἐνεργείας ἡμῶν, ἐπιδιωκόντων τὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς πίστεως, πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος γραμματίου, δὲν φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ ἐργασία τοῦ Δημοσίου εἰς μόνον τοῦτο. Θέλω προέλθει ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἰς εὐρυτέραν ἀνάπτυξιν, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε παρατηρῶ, ἐν σχέσει πρὸς τὰ μέτρα τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅτι θεωροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον ἐτησίως ποσόν τι εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, ἵνα μὴ ἔχῃ ἐντελῶς κενὰς τὰς χεῖρας πρὸ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι περὶ τούτου ἐγένοντο πολλάκις σκέψεις, καὶ ὅτι ὑπῆρχε καὶ γνώμη, ὅτι δύναται τὸ ζήτημα ὁλόκληρον τῆς πληρωμῆς τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους νὰ λυθῇ διὰ τῆς εἰσπράξεως εἰς μεταλλικὸν νόμισμα τῶν τελῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων. Εἰσπραττομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐκ τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς εἴκοσιν ἑπτὰ περίπου ἑκατομμυρίων, ἐὰν ταῦτα κατεβάλλοντο εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, ἰδοὺ λελυμένον τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς τῶν εἰς μεταλλικὸν νόμισμα ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους αὐτουσίων. Δὲν θὰ ἐνδιατρίψω σήμερον εἰς τὰ τοῦ θέματος τούτου, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ κατάλληλος ὥρα πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν περὶ τούτου θὰ ἦναι ἡ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν μέτρων πρὸς ἀπόκτησιν μεταλλικοῦ νομίσματος, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ὑποβάλλομεν, ὅτε θὰ εἴπω τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα θεωρῶ, ὅτι ἰδίᾳ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ πληρωμὴ τελῶν εἰς μεταλλικὸν νόμισμα. Ἀλλ’ ἐξετάζων τὸ θέμα ἐν σχέσει πρὸς τὰς προτάσεις ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, λέγω ὅτι ἡ ἀρχὴ, ἐφ’ ἧς ἐν τούτῳ εἰργάσθημεν, εἶναι, ὅτι πρέπει ὁ χρυσὸς νὰ ζητηθῇ παρ’ ἐκείνων ἐκ τῶν φορολογουμένων, οἵτινες δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν ἀγορὰν, ἵνα ἀποκτήσωσιν αὐτὸν, πρέπει ζητηθῇ παρ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὐτοῦ τῇ παραγωγικῇ ἀποκτᾷ χρυσὸν μᾶλλον ἢ τραπεζικὰ γραμμάτια, ὥστε φορολογοῦντες τὴν παραγωγὴν αὐτοῦ νὰ λαμβάνωμεν μέρος τοῦ ἀντὶ ταύτης εἰσκομισθέντος χρυσοῦ καὶ μὴ ἐξαναγκάζωμεν τὸν φορολογούμενον, τὸν εἰσκομίσαντα τὸ προϊὸν τῆς παραγωγῆς αὐτοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, νὰ συναγωνίζηται ἐν τῇ ἀγορᾷ, ὅπως ἀποκτήσῃ μεταλλικὸν νόμισμα πρὸς πληρωμὴν τοῦ τέλους. Ἐν τοιαύτῃ ἐννοίᾳ παρουσιάζονται φορολογίαι διάφοροι εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, ἐπιπίπτουσαι ἐπὶ ἐκείνων, οἵτινες τὴν πρόσοδον αὐτῶν πορίζονται εἰς χρυσόν. Εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ἀνήκουσιν οἱ ἐξάγοντες ἐκ τῆς χώρας προϊόντα γεωργικὰ, ἢ μεταλλευτικὰ, πρὸς δὲ καὶ οἱ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ναυτιλλόμενοι. Ἀλλ’ εἰς τὴν ὑποβολὴν ὡρισμένων παραγωγῶν, ὡρισμένων φορολογουμένων, εἰς τὴν ὑποχρέωσιν πληρωμῆς τοῦ τέλους εἰς μεταλλικὸν νόμισμα δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, ἂν μὴ δώσωμεν διὰ τὴν ἐπιβάρυνσιν ταύτην εἰς αὐτοὺς ἀντιστάθμισμα· ἑπομένως ἔπρεπεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ ἔχωμεν περίσσευμα, οὐ μόνον παρέχον ὅ,τι ἀναγκαῖον πρὸς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν τῆς κυκλοφορίας καὶ πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ἀλλὰ καὶ ἐπιτρέπον τὴν εἴσπραξιν μεταλλικοῦ νομίσματος, ἐπὶ μειώσει τοῦ φορολογικοῦ ὅρου. Ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις φορολογουμένων γεωργικῶν προϊόντων ἡ μείωσις τοῦ ὅρου γενήσεται ἐπὶ τῇ βάσει εἴκοσι τοῖς ἑκατὸν, ἡ δὲ ὅλη μείωσις τῶν προσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς εἰς μεταλλικὸν νόμισμα εἰσπράξεως 7½ περίπου ἑκατομμυρίων εἶναι περὶ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου ἔχομεν πάλιν διαθέσιμον περίσσευμα ὀκτὼ ἑκατομμυρίων καὶ ἑπτακοσίων χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πληρωμῆς εἰς μεταλλικὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ χρέους. Ἔχομεν προσέτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἕτερον περίσσευμα, ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον ὡς ἀντισήκωμα τῆς καθυστερήσεως τῶν εἰσπράξεων· διότι τὸν προϋπολογισμὸν ὑποβάλλομεν πρὸς ὑμᾶς μετὰ περισσεύματος ἀναγεγραμμένου 6,000,000, ἀλλὰ περισσεύματος ἐσόδων βεβαιωτέων πρὸς τὰς δαπάνας, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, κατὰ τὰ κείμενα, πρέπει νὰ ἀναγράφῃ τὰ βεβαιωτέα· ἐπειδὴ ὅμως θεωροῦμεν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις, τουτέστιν ὁ πραγματικὸς προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, θέλουσιν ὑπολειφθῆ κατὰ ἓξ περίπου ἑκατομμύρια τῶν βεβαιωτέων, ἀναγράφοντες περίσσευμα 6,000,000, περιλαμβάνομεν ἐν τῷ περισσεύματι τούτῳ τὸ ἰσοζύγιον. Τὰ ἓξ ταῦτα ἑκατομμύρια τυπικὴν μόνον ἔχουσι σημασίαν, ἀναγραφόμενα ὡς ἐξ ὑποχρεώσεως ἀποῤῥεούσης ἐκ τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ τυπικὸν τοῦτο περίσσευμα ἔχομεν ἐξησφαλισμένον τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον, ἐὰν οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ περὶ τῶν βεβαιωτέων ἐσόδων ἦναι ἀληθεῖς. Καὶ ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, πῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καθωρίσθησαν τὰ βεβαιωτέα, καὶ νὰ παραστήσω τὴν ἐξασφάλισιν, ἣν παρέχουσιν οἱ ἐφαρμοσθέντες κανόνες, ὅτι τὰ ὡς βεβαιωτέα ἀναγεγραμμένα δὲν θέλουσιν ἀποδειχθῆ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀνώτερα τῶν πραγματικῶν, καὶ ὅτι δὲν θέλομεν ἔχει πλὴν τῆς καθυστερήσεως τῶν εἰσπράξεων ἐπὶ τῶν βεβαιωθησομένων καὶ καθυστέρησιν τῶν βεβαιωθησομένων ἐπὶ τῶν προϋπολογιζομένων. Δηλῶ ἄρα,—καὶ ἐπὶ τούτου προκαλῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, καὶ ἰδίως τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐξελέγξωσι τὰ τῆς δηλώσεως, —δηλῶ, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ πρὸς καθορισμὸν τῶν βεβαιωτέων ἐγένοντο ἁπανταχοῦ, ἐκτὸς ὅπου ὑπῆρχεν εἰδικὸς λόγος, ἐξηγούμενος ἑκάστοτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν βεβαιώσεων τῆς τελευταίας τριετίας, παραβαλλομένου πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ τελευταίου ἔτους τῆς τριετίας, καὶ ὑποχωροῦντος εἰς αὐτὸ, ἐὰν τοῦτο ἦναι κατώτερον· τουτέστιν ὁ κατώτερος ὅρος μεταξὺ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ τελευταίου ἔτους καὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν ἀποτελεῖ τὸν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅρον, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχωσιν εἰδικοὶ λόγοι παρεκκλίσεως ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης, λόγοι παρατιθέμενοι ἑκάστοτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Εἰς τούτου τὸν ἔλεγχον ἰδίως προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ οὗτος ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν συζητήσει ἀπὸ τοῦ βήματος· μόνον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, προσαγομένων ἐκεῖ πάντων τῶν ἐγγράφων, προσκαλουμένων τῶν διευθυντῶν τῶν ὑπηρεσιῶν, ἵνα ἐξακριβωθῶσι τὰ περὶ τούτου· διότι, ἐὰν ἔχωσιν ὅπως τὰ παριστῶ, ἡ δὲ πρόσοδος τῆς χώρας ἦναι ἡ τοῦ μέσου ὅρου, βεβαίως ἐπὶ προϋπολογισμοῦ, οὕτω συνταχθέντος, θὰ ἔχωμεν πλεόνασμα βεβαιώσεων ἑκατομμυρίων τινῶν. Ἐὰν ὅμως καὶ κατωτέρα τοῦ μέσου ὅρου ἀποδειχθῇ ἡ πρόσοδος τῆς χώρας, πάλιν αἱ βεβαιώσεις θέλουσιν ἐξισωθῆ πρὸς τὰς προβλέψεις, διότι, ὡς εἶπον, δὲν ἐστηρίχθημεν εἰς μόνον τὸν μέσον ὅρον τῶν τριῶν ἐτῶν, ἀλλὰ τοῦ μέσου τούτου ὅρου προτιμᾶται ὁ ὅρος τοῦ τελευταίου ἔτους, ἂν οὗτος ἦναι ὁ κατώτερος. Ἐπὶ τοιούτου συστήματος καταρτισθέντος τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς βεβαιώσεως τῶν προϋπολογιζομένων. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν βεβαίωσιν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα προβλέπομεν ὡς εἰσπρακτέα, τουτέστι ποσῶν κατὰ 6,000,000 ἐπὶ ἔλαττον. Ἀνεγράψαμεν δὲ τὸ ποσὸν τῶν 6,000,000 ἐπὶ ἔλαττον κατόπιν ἐπισταμένης ἐξετάσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐν τῷ παρελθόντι καθυστερήσεων. Ὡς πρὸς ταῦτα, πολλαὶ ἐγένοντο παρεννοήσεις, καὶ πολλάκις ἠκούσθη, ὅτι, αὐξηθέντος ἤδη τοῦ προϋπολογισμοῦ, συναυξάνεται καὶ τὸ καθυστέρημα. Δὲν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψει οἱ τοιαῦτα λέγοντες, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν αὐξάνεται ἐν τοῖς κεφαλαίοις καὶ ἄρθροις, τοῖς καταλείπουσι καθυστερήματα. Ταῦτα ἀπὸ ἐτῶν μένουσι σχεδὸν ἀναλλοίωτα, περιλαμβάνοντος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔσοδα 28 ἢ 29 ἑκατομμυρίων ἐκ φόρων μὴ συνεισπραττομένων μετὰ τῆς βεβαιώσεως. Τὸ ἐπίλοιπον τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι τὸ αὐξανόμενον· τοῦτο δὲ, κατὰ τὰς περιστάσεις, ἀποτελεῖται ἐξ ἐσόδων 60 ἢ 70 ἑκατομμυρίων, ἀναγομένων εἰς φόρους, οἵτινες εἰσπράττονται σὺν τῇ βεβαιώσει, καὶ ἐν οἷς ἡ καθυστέρησις εἶναι μαθηματικῶς ἀδύνατος. Ἡ καθυστέρησις ἄρα εἶναι ποσὸν σχεδὸν ἀναλλοίωτον, καὶ αἱ αὐξήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ἐφ’ ὅσον γίνονται ἐπὶ τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, ἐν οἷς ἡ εἴσπραξις συμπίπτει μετὰ τῆς βεβαιώσεως, κατ’ οὐδὲν μεταβάλλουσι τὰ τῆς πιθανότητος τῆς αὐξήσεως τῆς καθυστερήσεως, διότι ἡ καθυστέρησις ἀφορᾷ μόνον εἰς κεφάλαια καὶ ἄρθρα, ἅτινα μένουσιν ἀναλλοίωτα, ἢ ὀλίγον μόνον μεταβάλλονται. Πλὴν τούτου, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, οἱ κρίνοντες περὶ τῶν καθυστερημάτων ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος ἐκλαμβάνουσι πᾶν τὸ βεβαιούμενον ὡς καὶ πράγματι ὀφειλόμενον, καὶ καθορίζουσι τὰς ἀναλογίας ἐπὶ εἰκονικῶν βεβαιώσεων. Αἱ βεβαιώσεις ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχουσι σημασίαν μόνον ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ προϋπολογιζόμενα ποσά· πρὸς τὰς βεβαιώσεις δὲ, οὕτω περιοριζομένας, γινομένης τῆς μελέτης περὶ τῶν καθυστερημάτων ἐν τῷ παρελθόντι, ἐξακριβοῦται, ὅτι δὲν ὑπερβαίνει ἡ καθυστέρησις τὰ 7 ἑκατομμύρια, συνήθως δὲ οὐδὲ τὰ 6 ἑκατομμύρια. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅμως, τῷ νῦν ὑποβαλλομένῳ, ἡ ἀναλογία θὰ ἦναι κατωτέρα, διότι δὲν περιλαμβάνει ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος κατηγορίαν ἐσόδων ἐκ τῶν καταλειπόντων καθυστέρημα περίπου 400,000 δραχμῶν, τὴν κατηγορίαν τῶν ἀποδοτέων εἰς τοὺς δήμους ἐσόδων. Ἐθεωρήθη πρέπον ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ ἀναγραφὴ τῶν εἰς τοὺς δήμους ἀποδιδομένων ἐσόδων, καὶ χάριν ταχυτέρας εἰς αὐτοὺς ἀποδόσεως τῶν εἰς αὐτοὺς ἀνηκόντων, καὶ ἵνα μὴ παριστᾶται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐξωγκωμένος ἐπὶ προσόδοις μὴ ἀνηκούσαις εἰς αὐτὸν, ἐπὶ ταῖς προσόδοις ἐκ τοῦ δεκατημορίου τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, αἵτινες, ἀναγραφόμεναι ὡς δημόσιον ἔσοδον ἐπὶ τῷ βεβαιωτέῳ ποσῷ, ἀναγράφονται καὶ εἰς ἀπόδοσιν ἐπὶ τῷ εἰσπραττομένῳ, ἤτοι μετὰ διαφορᾶς ἐπὶ ἔλαττον 400 χιλιάδων δραχμῶν. Αὕτη ἄρα ἡ ἐκ καθυστερήσεως διαφορὰ θὰ ἐκλείψῃ ἤδη, ὅτε ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διαγράφεται καὶ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ ἀπόδοσις τοῦ δημοτικοῦ τούτου ἐσόδου, διεξαγομένων τῶν περὶ τούτου ἀμέσως μεταξὺ τοῦ εἰσπράττοντος καὶ τοῦ δήμου. Ἔχοντες ἄρα 6 ἑκατομμύρια, ἤτοι ποσὸν ἀνώτερον τοῦ μέσου ὅρου τῶν καθυστερήσεων, ἀναγεγραμμένον ὡς πλεόνασμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἔχομεν ἐξησφαλισμένον τὸ ἰσοζύγιον τῶν εἰσπραττομένων πρὸς τὰ δαπανώμενα, ἐὰν τὰ βεβαιωτέα καλῶς ὑπελογίσθησαν. Τὰ βεβαιωτέα ὅμως ἐπὶ παραγωγῆς συνήθους ἐν τῷ Κράτει, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ παραγωγῆς μετριωτάτης, βεβαίως ὑπελογίσθησαν διὰ τρόπου, ἐγγυωμένου πλεόνασμα βεβαιώσεων ἐπὶ τῶν ἀναγεγραμμένων. Οὕτω δὲ κατηρτισμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔχομεν ἐν αὐτῷ ποσὸν 8,700,000 δραχμῶν διὰ τὰ τῆς διευθετήσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους εἰς μεταλλικὸν, τῶν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν τῶν 7½ ἑκατομμυρίων, ἅτινα, εἰσπραττόμενα εἰς χρυσὸν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, θὰ διατίθηνται ἀμέσως πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἐκείνων. Ἐλαττοῦμεν τὸ ποσὸν τῶν ὑποχρεώσεων εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, ἐφ’ αἷς τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἀποκτᾷ τὸν χρυσὸν ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἢ ἄλλως, διὰ τῆς προνοίας, ὅπως ἔχῃ ἐν τῷ ταμείῳ αὑτοῦ τὸ Δημόσιον ἐτησίως 7½ ἑκατομμύρια, ἀμέσως ἀπὸ τῶν φορολογουμένων εἰσπραττόμενα· περὶ δὲ τοῦ ἠλαττωμένου οὕτω ποσοῦ τῶν ἐτησίων εἰς μεταλλικὸν νόμισμα ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, περὶ οὗ δέον νὰ λαμβάνηται εἰδικὴ πρόνοια, ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν 8,700,000 δραχμῶν, ἐπαρκὲς εἰς ὑπηρεσίαν δανείου, προοριζομένου εἰς τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος γραμματίου, καὶ ἀφίνοντος τὸ Δημόσιον πάλιν ἐν κατοχῇ ἱκανοῦ χρήματος πρὸς διεξαγωγὴν τῶν πράξεων, αἵτινες θὰ ἦναι τυχὸν ἀναγκαῖαι πρὸς προμήθειαν χρυσοῦ ἐν τῇ χώρᾳ. Τίνος ποσοῦ ἀπαιτεῖται δάνειον πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν τῆς κυκλοφορίας, ἐγγυωμένην ὁμαλὴν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους τῶν μεταλλικῶν; Περὶ τούτου ἔχομεν ἐνδείξεις. Ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ ὑπάρχουσι γραμμάτια εἰς λογαριασμὸν τῶν Τραπεζῶν ἐκδεδομένα, καὶ ὑπάρχουσι γραμμάτια ἐκδεδομένα εἰς λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Ἡ ἀναλογία τῶν ἐκδεδομένων ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν γραμματίων καθωρίσθη ἐπὶ ταῖς ἰδέαις, αἵτινες ἐπεκράτουν καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγίνετο ὁ καθορισμὸς περὶ τῆς ἀνάγκης πιστωτικοῦ νομίσματος ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ τοῦ Κράτους. Ἐθεωρήθη τότε, ὅτι τὸ ποσὸν, οὗτινος καὶ σήμερον ἔτι ἐπιτρέπεται εἰς τὰς Τραπέζας ἡ κυκλοφορία, εἶναι ἐπαρκές· τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο εἶναι 60 ἑκατομμύρια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ 7 ἑκατομμύρια τῆς Ἰονικῆς, καὶ 5, νομίζω, τῆς Ἠπειροθεσσαλίας· ὥστε περίπου 72 ἑκατομμυρίων ἐπιτρέπεται ἡ κυκλοφορία εἰς τὰς Τραπέζας. Οἱ δὲ ταῦτα ἀποφασίσαντες τότε ἐστηρίχθησαν εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος, εἰς τὴν πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ 1877 ἀνωτάτην κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων τῶν δύο προνομιούχων Τραπεζῶν ἐκ 43 ἑκατομμυρίων καὶ εἰς τὴν συνήθη τῶν 35 ἑκατομμυρίων. Εἶχον προσέτι οὗτοι ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εἶχε κατέλθει ἡ κυκλοφορία κατὰ τὴν περίοδον, ἐφ’ ἣν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία διετέλει κατηργημένη, τουτέστιν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ Σ)βρίου 1885, ὅτε ἐπεβλήθη ἐκ νέου, εἶχε δὲ τότε περιορισθῆ ἡ κυκλοφορία ἐκ τῆς ἐλευθέρας λειτουργίας τῶν συναλλαγῶν εἰς τὰ 56 ἢ 57 ἑκατομμύρια τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ἐν συνόλῳ δὲ εἰς 63 ἕως 65 ἑκατομμύρια. Ἐπὶ τοιούτων δεδομένων ἐστηρίχθη ὁ καθορισμὸς τῆς κυκλοφορίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς 60 ἑκατομμύρια, συμπληρουμένης ὑπὸ τῆς τῶν ἄλλων προνομιούχων Τραπεζῶν. Σήμερον εἶναι πιθανὸν, ὅτι, παρελθόντων ἐτῶν τινων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὑπάρχει ηὐξημένη ζήτησις τραπεζικῶν γραμματίων, ἡ δὲ αὔξησις θὰ ἦναι, ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν παρατηρηθεῖσαν καὶ πρότερον, οὐχὶ ἀνωτέρα τῶν 10 ἑκατομμυρίων. Ἀποσύροντες ἄρα τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ κυκλοφοροῦντα εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, περιορίζομεν τὴν κυκλοφορίαν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ἐνδεικνύμενον καὶ ἐκ τῶν ἄλλων περιστάσεων ὡς τὸ ἐπαρκὲς πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ποῖον δὲ τὸ ποσὸν, τὸ εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου κυκλοφοροῦν; 74 ἑκατομμύρια εἰς ἀκέραια τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ 14 ἑκατομμύρια εἰς κερματικά. Καὶ περὶ μὲν τῶν κερματικῶν ἄλλη δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ταῦτα εἶναι ἀναγκαῖα εἰς τὰς συναλλαγὰς, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρον περιοριστικὸν, ὅτι ἡ ἀνταλλακτικὴ αὐτῶν δύναμις δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 50 δραχμὰς ἐπὶ ἑκάστης ἀποτίσεως, ἤτοι τὸν αὐτὸν ὅρον τῶν ἀργυρῶν κερματικῶν νομισμάτων. Μένουσιν ὅμως τραπεζικὰ γραμμάτια 74 ἑκατομμυρίων, ἅτινα πρέπει νὰ ἐξαγορασθῶσι, καὶ ὅπως τὸ Κράτος ἀνακτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν πρὸς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, ἀφοῦ ἐξοφλήσῃ καὶ τὴν μεταλλικὴ ὀφειλὴν πρὸς τὰς Τραπέζας. Ἑβδομήκοντα καὶ τεσσάρων ἄρα ἑκατομμυρίων τραπεζικῶν γραμματίων, κατ’ ἀνώτατον ὅρον, δέον νὰ ζητηθῇ ἡ διὰ δανείων ἀφαίρεσις, καὶ δάνειον δὲν θὰ ζητηθῇ, εἰμὴ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἐὰν τὸ δάνειον πραγματοποιηθῇ, ὡς ἐλπίζομεν, καὶ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τὸ ποσὸν τῶν 74 ἑκατομμυρίων, ποία θὰ ἦναι ἡ κατάστασις ἡμῶν ἡ νομισματική; Ἡ δυσχέρεια, ἡ νῦν ὑφισταμένη περὶ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ μεταλλικοῦ, θὰ ὑπάρχῃ τότε, ὁποία παρουσιάζεται σήμερον; Πόθεν ἡ σημερινὴ δυσχέρεια; Τὸ Δημόσιον σήμερον εἰσπράττει ἐτησίως τραπεζικὰ γραμμάτια, ὅσα ἀπαιτοῦνται ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, καὶ πλείονα ἔτι, πρὸς τὴν ἀπότισιν τῶν ἐτησίων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑποχρεώσεων εἰς μεταλλικὸν νόμισμα· ἀλλὰ δύναται σήμερον τὸ Δημόσιον, δι’ ὧν διαθέτει ἐτησίως τραπεζικῶν γραμματίων, ν’ ἀποκτήσῃ τὸ μεταλλικὸν τοῦτο νόμισμα, ἔστω καὶ ἂν περιλάβῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οἰκονομίας καὶ φορολογίας, αὐξανούσας τὸ διαθέσιμον ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς 40 καὶ 45% ἐπὶ πλέον τοῦ ἀναγκαίου ποσοῦ ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ; Ἡ μεταλλικὴ τοῦ Κράτους ὀφειλή, ἡ ἐτησία, σήμερον εἶναι 31 ἑκατομμυρίων· ἐπὶ ὑπερτιμήσει ἄρα 40 ἢ 45% θὰ ἠδύνατο τὸ Κράτος διὰ καταβολῆς 13 ἢ 14 ἑκατομμυρίων ἐπὶ πλέον τοῦ ἀρτίου νὰ ἀπαντήσῃ τὴν ἀνάγκην, ἐὰν ἐξεύρωμεν τὸ μεταλλικὸν χρῆμα ἐπὶ τοιούτῳ ὅρῳ. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τὸ χρῆμα ἐπὶ τοιούτῳ ὅρῳ; Ἐὰν σήμερον τὸ Δημόσιον παρουσιασθῇ εἰς τὴν ἀγορὰν, ζητοῦν τὰ 31 ταῦτα ἑκατομμύρια, ἡ ζήτησις τοσούτου χρυσοῦ ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους, θὰ ὑπερτιμήσῃ αὐτὸν ἀνυπολογίστως, διότι δὲν ἔχει ὁ χρυσὸς ἀντίῤῥοπον τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀνταποκρινόμενα πρὸς μόνην τὴν ἀνάγκην τῆς ἐσωτερικῆς κυκλοφορίας καὶ ἀρυόμενα ἐκ ταύτης τὸ ἄρτιον τῆς ἀξίας αὑτῶν. Σήμερον ὑπὲρ τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ἀρκοῦν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς συναλλαγῆς, κυκλοφορεῖ ποσὸν σπουδαῖον, ζητοῦν ἐπὶ πάσῃ θυσίᾳ ἀντάλλαγμα, ἵνα μὴ διατελῇ ἀπρόσοδον, οἱ δὲ διαχειριζόμενοι τὸν χρυσὸν, οὐχὶ ἐκ πολιτικῶν ὑπολογισμῶν μηχανοῤῥαφοῦντες, ἀλλὰ ἐξ οἰκονομικῶν ὑπολογισμῶν μηχανοῤῥαφοῦντες, κύριοι αὐτοὶ τοῦ πεδίου, ὡς διαθέτοντες ὡργανωμένην δύναμιν κατὰ τῶν ἀνοργανώτως προστρεχόντων πρὸς αὐτοὺς, ἵνα χρησιμοποιήσωσι τὸ μὴ δυνάμενον ἄλλως νὰ χρησιμοποιηθῇ πιστωτικὸν νόμισμα, κανονίζουσιν αὐτοὶ τοὺς ὅρους τῆς ἀνταλλαγῆς. Μόνον ὅταν ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ μὴ ἀνταποκρινόμενον εἰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς συναλλαγῆς τῆς χώρας, μόνον τότε ὁ χρυσὸς, εὑρίσκων ἀπέναντι αὑτοῦ ἀπησχολημένον τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον ζημιοῦται, ἐγκαταλεῖπον τὴν ὑφισταμένην ἐπασχόλησιν αὐτοῦ, ἵνα τραπῇ ἐπὶ ἄλλην, τὴν τῆς ἀνταλλαγῆς πρὸς τὸν χρυσὸν, μόνον τότε ἔχει βάσιν σταθερὰν ἡ ἀξία τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ αὕτη πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ. Δυνάμεθα ἴσως ν’ ἀπατηθῶμεν περὶ τὸν καθορισμὸν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας πρὸς περιορισμὸν ταύτης ἐν τῷ πρέποντι, ἀλλ’ ἡ πλάνη ἡμῶν περὶ τὸν ὅρον, καταδεικνυομένη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς, ἐπανορθοῦται· ὅ,τι ὅμως ἐπείγει εἶναι ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος τραπεζικοῦ γραμματίου, διότι τὸ πλεονάζον τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἐπιζητοῦν ἐπωφελῆ ἐπασχόλησιν, καὶ μὴ ἀπαντῶν αὐτὴν, γεννᾷ ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ ἄλλα δεινὰ, ἀλλὰ καὶ τοῦτο, ὅτι δὲν ὑπάρχει τιμὴ ἀσφαλὴς τοῦ νομίσματος, καὶ ἑπομένως εἰς τοὺς ἔχοντας ἢ ἀναλαμβάνοντας ὑποχρεώσεις νομισματικὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ οὐδεμία ἀσφάλεια ἐργασίας. Τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ὅταν κυκλοφορῇ πέραν τοῦ ὅρου ὑφισταμένης ἀνάγκης ἐπὶ μικρῷ ποσῷ, δύναται νὰ προκαλέσῃ εὐεξίαν τινὰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, παρορμοῦν πρὸς νέας ἐπιχειρήσεις· ἀλλ’ ὅταν τὸ πιστωτικὸν χρῆμα πολλαπλασιασθῇ, μὴ εὑρίσκον πλέον ἐπιχειρήσεις ἐπωφελεῖς, εἰς ἃς νὰ διατεθῇ, τρέπεται πρὸς τὰς ἐστερημένας θετικῆς βάσεως, καὶ ὑπερτιμῶν τὰς ἀξίας, ἀναπτύσσει κατάστασιν νοσηράν. Ἐνθυμεῖσθε ἐπὶ τῆς προηγουμένης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τῆς πρὸ τοῦ 1885, ὅτι οἱ ἀγροὶ, οἱ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, εἶχον μετατραπῆ εἰς οἰκόπεδα· καὶ διατί τοῦτο; Διότι ἐπιζητοῦν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἐπασχόλησιν, ἀνέπτυξε συναγωνισμὸν περὶ τὴν ἀπόκτησιν τῶν γηπέδων, μετατρέψαν οὕτως αὐτὰ εἰς κερδοσκοπικὴν ἀξίαν. Εἴχομεν ἄρα τότε κερδοσκοπικὰς ἀξίας, ἐστερημένας ἀξίας πραγματικῆς, ἀλλὰ πλὴν τούτου εἴχομεν καὶ τὴν ἀβεβαιότητα περὶ τὴν διατίμησιν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, αὕτη δὲ ἡ ἀβεβαιότης, ἐνῷ παρεκώλυε τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου, περιῆγε καὶ τὸ Δημόσιον εἰς ἀμηχανίαν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἰδίων αὑτοῦ ὑποχρεώσεων. Ἐδέησεν ἐπὶ τούτοις νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· ἐπεβλήθη δὲ ἐκ νέου, οὐχὶ ἕνεκεν ἀνάγκης ἐν τῷ τόπῳ ὑφισταμένης, ἀλλ’ ἐκ λόγων γενικωτέρας πολιτικῆς καὶ ἐκτάκτων περιστάσεων. Ὑφίστατο μὲν τότε κρίσις ἐμπορικὴ παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ, καίτοι οἱ ἔχοντες τὸ συμφέρον αἰτίαν αὐτῆς παρίστων τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ κρίσις ὑπῆρχε πολλῷ σπουδαιοτέρα ὅτε ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Χάριν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰσήχθησαν τότε ἐν τῷ Κράτει, ἀποδοθέντα εἰς τὰς Τραπέζας, 72 ἑκατομμύρια εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, ἀποσυρθέντων ἐκ τῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἀξίας 44 ἑκατομμυρίων περίπου· καὶ ὅμως ὑπῆρξαν οἱ ἰσχυρισθέντες, ὅτι αἰτία τῆς τότε στενοχωρίας ἦτο ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις εἶχε φέρει πληθώραν χρυσοῦ ἐν τῇ χώρᾳ. Ἀλλὰ τὰ τότε δὲν πρόκειται νὰ ἐξετασθῶσιν ἤδη. Σήμερον προκαλοῦσι τὴν μέριμναν ἡμῶν τὰ νῦν. Καὶ βεβαίως σήμερον, ἂν συνωμολογεῖτο δάνειον πρὸς ἀπόδοσιν παντὸς τοῦ ὀφειλομένου, εἴτε εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἴτε εἰς μεταλλικὸν, πρὸς τὰ πιστωτικὰ καταστήματα, καὶ ἤρετο εὐθὺς ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, προδήλως τὸ ζήτημα τῆς ἀποτίσεως τῶν εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ταμειακὴν, λύεται. Ἀλλὰ γεννῶνται ἄλλα ζητήματα. Σήμερον, ἂν ἀποτόμως ἠθέλομεν προβῆ εἰς τοιαύτην πρᾶξιν, ἠθέλομεν φέρει ἀναστάτωσιν ἐν ταῖς συναλλαγαῖς τῆς χώρας. Αἱ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς λειτουργεῖ σήμερον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἶναι ὅλως διάφοροι τῶν τοῦ 1884, διάφοροι δὲ ὅλως οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς θὰ ἐπετελεῖτο ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀναβάλλοντες ὅμως τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τούτου, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς προκαταρκτικὰ διαβήματα. Θὰ ἤρκει ἄνευ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ν’ ἀποσύρωμεν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ἐκδοθὲν εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, ἵνα ἐπαναφέρωμεν εἰς τὸ ἄρτιον, ἢ σχεδὸν εἰς τὸ ἄρτιον, τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, καὶ ἵνα οὕτως ἐπιλύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας τοῦ χρυσοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦτο ὑπολείπεται πρὸς λύσιν ἕτερον ζήτημα, ἂν ἡ ἀπὸ τῆς χώρας ἀφαίρεσις 31,000,000 χρυσοῦ κατ’ ἔτος δὲν θέλῃ ἐξαντλήσει αὐτήν. Ἔχει ἡ χώρα δυνάμεις, ἵνα ἀποδίδῃ ἐτησίως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τριάκοντα καὶ ἓν ἑκατομμύρια, ὅσα σήμερον ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς μεταλλικόν; Μετὰ ἐπαναληπτικὴν τοιαύτην ἀπόδοσιν δὲν θέλει αὕτη αἰσθανθῆ ἐπερχομένην τὴν ἐξάντλησιν, ἣν ἀπειλεῖ τοσαύτη ἐξαγωγὴ χρυσοῦ ἄνευ ἀνταλλάγματος; Ἐν τούτῳ τῷ ζητήματι περιλαμβάνεται ἡ κλεὶς τοῦ προβλήματος. Ὑποτιθεμένου, ὅτι ἡ χώρα δὲν ἔχει δυνάμεις πρὸς ἐξαγωγὴν ἄνευ ἐξαντλήσεως τοσούτου χρυσοῦ ἀνανταποδότου, βεβαίως συνέπεια τούτου δὲν εἶναι ἡ καταδίκη τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, δι’ ὧν ἐπεδιώκετο ἕως πρὸ ὀλίγου ἡ ἀναβολὴ τῆς τοιαύτης ἐξαγωγῆς χρυσοῦ καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους, ὅπως καταστῶσιν ἐπαρκέστεραι πρὸς τὴν ἐπίληψιν τοιαύτης ἐνεργείας. Ἀλλὰ σήμερον οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ὡς ἑδραζόμενοι ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πίστεως, ἥτις ἐξέλιπε, καὶ εἰς τὰς ἰδίας δυνάμεις ὀφείλει νὰ στηριχθῇ ἡ χώρα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑποχρεώσεων αὐτῆς. Ἀλλ’ ἔχει ἡ χώρα ἐπαρκεῖς τὰς πρὸς ταύτην δυνάμεις; Τὸ ζήτημα περὶ τῶν δυνάμεων τῆς χώρας δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀναπλήρωσιν ἐλλειμμάτων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὡς πολλοὶ φρονοῦσι, βλέποντες τὰς δεδικαιολογημένας φροντίδας τῶν Κυβερνήσεων πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἰσοζυγίου. Αἱ Κυβερνήσεις φροντίζουσι περὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι ἄνευ αὐτοῦ οὐδέν ἐστὶ γενέσθαι, δὲν λύεται ὅμως διὰ μόνης τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου τὸ οἰκονομικὸν τῆς χώρας ζήτημα. Αἱ φροντίδες, αἵτινες λαμβάνονται περὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, περὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῇ κοινωνίᾳ, περὶ μέτρων, διακανονιζόντων τὰ τῆς προμηθείας τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, εἴτε διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴτε διὰ τῆς διευθετήσεως τῶν τῆς κυκλοφορίας, πάντα ταῦτα εἶναι μέσον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξευρέσεως τοῦ προωρισμένου εἰς τὴν ἀπότισιν τῶν μεταλλικῶν τοῦ Δημοσίου χρεῶν χρήματος, ἀλλὰ δὲν ἐπιλύουσι τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐπαρκείας τῶν δυνάμεων τῆς χώρας πρὸς τὴν τοιαύτην ἀποστράγγισιν 31,000,000 μεταλλικῶν δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἡ μελέτη τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἦτο ἁπλῆ, ἂν εἴχομεν στατιστικὴν ἀκριβῆ, τοὐλάχιστον ὅσον ἀκριβῆ ἔχουσιν αὐτὴν ἄλλα ξένη Κράτη, — διότι ἡ στατιστικὴ σπανίως εἶναι ἐντελῶς ἐπαρκής, — περὶ τοῦ προσοδευομένου εἰς τὴν χώραν χρυσοῦ κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ὑπαρχουσῶν πληροφοριῶν καὶ ἐκ τῆς γνώσεως, ἣν ἔχομεν ὅλοι, διὰ τὸ περιωρισμένον τῆς χώρας, τῶν ἐν αὐτῇ συμβαινόντων, δυνάμεθα κατὰ προσέγγισιν νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ ἐτησίως εἰσκομιζομένου εἰς αὐτὴν χρυσοῦ. Γινώσκομεν, πόσος εἰσάγεται χρυσὸς κατὰ μέσον ὅρον, ὡς ἀντίτιμον τῆς ἐξαγομένης σταφίδος, τοῦ ἐλαίου, τῶν σύκων, τοῦ οἴνου, τῶν βαλανιδίων, τῶν μεταλλευμάτων· ταῦτα καὶ ἐκ τῶν πινάκων τῶν ἐπισήμων εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον γνωστά, εἶναι δὲ γνωστὰ καὶ ἀμέσως εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, ὡς βιοῦντας ἐν τῇ χώρᾳ καὶ ἀναστρεφομένους πρὸς τοὺς παράγοντας καὶ τοὺς ἐξάγοντας. Εἶναι δὲ γενικὴ γνώμη, ὅτι εἰσάγει ἡ Ἑλλὰς χρυσὸν περίπου 100,000,000 ἢ 110,000,000, ὡς ἀντίτιμον τῆς γεωργικῆς καὶ τῆς μεταλλευτικῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, γινώσκομεν, ὅτι ὑπάρχει ναυτιλία παρ’ ἡμῖν, γινώσκομεν, ὅτι ἐπισκέπτονται τὴν χώραν ξένοι, γινώσκομεν, ὅτι εἶναι ἐγκατεστημένοι παρ’ ἡμῖν πολλοὶ, ἀρυόμενοι χρῆμα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅτι εἶναι ἐγκατεστημένοι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ χιλιάδες Ἑλλήνων, οἵτινες ἀποστέλλουσι χρῆμα εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν· πάντα ταῦτα εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον καὶ ποσοτικῶς γνωστὰ εἰς ἡμᾶς, καὶ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ διστάσῃ, ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 110,000,000 τοῦ ἐκ τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας εἰσαγομένου χρυσοῦ δύναται νὰ προστεθῇ ἡ εἰσαγωγὴ χρυσοῦ ἑτέρων 40,000,000 τοὐλάχιστον, καὶ νὰ καθορισθῇ ἡ εἰς τὴν χώραν ἐτησία εἰσαγωγὴ τοῦ χρυσοῦ τοὐλάχιστον εἰς 150,000,000. Τοῦτο, νομίζω, δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ἀδιστάκτως, ἀφορῶν εἰς ὅσα κεῖνται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἑκάστου. Ἀδιστάκτως ἐπίσης δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι καὶ τὰ 150 ἑκατομμύρια χρυσοῦ, ἐτησίως εἰσαγομένου, πάντα ἀνεξαιρέτως ἐξέρχονται ἐκ τῆς χώρας, δ’ ὅτι τὸν χρυσὸν φυγαδεύει τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν γραμμάτιον. Ταύτην τὴν ἐξαγωγὴν παντὸς τοῦ ἐσοδευομένου χρυσοῦ παριστῶσί τινες ὡς ἀποδεικνύουσαν τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς χώρας πρὸς τὴν ἀπόδοσιν 31 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν ἄνευ ἀνταλλάγματος. Ἀλλὰ καὶ πολλαπλάσια τῶν 150 ἑκατομμυρίων χρυσοῦ ἂν ἐσώδευεν ἡ χώρα, πάλιν ὁλόκληρον τὸ ἐσοδευόμενον ποσὸν θὰ ἐξήγετο, διότι ἐν χώρᾳ, ἐν ᾗ λειτουργεῖ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀδύνατον νὰ μένῃ χρυσός. Πᾶς ὁ εἰσερχόμενος εἰς τὴν χώραν χρυσὸς θὰ ἐξέρχηται, ἀλλὰ μόνος αὐτὸς, οὐχὶ δὲ καὶ πλειότερος, διότι, ἵνα ἐξέλθῃ πλειότερος τοῦ εἰσαγομένου, ἀπαιτεῖται πίστις, ἐπὶ μηδενὸς στηριζομένη, τοιαύτη δὲ πίστις δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ κατὰ κανόνα παρεχομένη. Ἡ Ἑλλὰς ἐκ τοῦ μηδενὸς οἰκονομικῶς ἔφθασεν εἰς τὸν βαθμὸν τῆς οἰκονομικῆς προόδου, ἐν ᾧ σήμερον εὑρίσκεται. Καὶ ὅμως ἰσχυρίζονταί τινες, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἔτος ἐζημιοῦτο ἐν τῇ συναλλαγῇ πρὸς τὸ ἐξωτερικόν. Τὰ πράγματα μαρτυροῦσιν, ὅτι κατ’ ἔτος αὐξάνει ἡ εἰσαγωγὴ χρυσοῦ εἰς τὴν χώραν, καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ Δημόσιον δὲν ἀντλεῖ τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς αὐτὸ μεταλλικὸν χρῆμα ἐν τῷ εἰσαγομένῳ τούτῳ χρυσῷ, ἀποκτῶν αὐτὸν ἐν τῇ ἀγορᾷ ἢ διὰ τῆς αὐτουσίου εἰσπράξεως, ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως, θέλει ἐξαχθῆ ὁ χρυσὸς οὗτος εἰς λογαριασμὸν τῶν εἰς οὓς ἀνήκει. Ἂν ἐξαχθῇ εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ὁ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀπαιτούμενος χρυσὸς, θὰ περιορισθῇ ὁ ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν ἐξαχθησόμενος χρυσὸς κατὰ ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐξαχθησόμενον. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἄρα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου 31 ἑκατομμυρίων, ἡ χώρα, ἀντὶ νὰ δαπανήσῃ, ὡς δαπανᾷ σήμερον, ἐτησίως 150,000,000 εἰς χρυσὸν, θέλει δαπανήσει 119,000,000, μὴ δυναμένη νὰ δαπανήσῃ πλειότερα ὅσων ἔχει. Εἰσπράττουσα 150,000,000, καὶ στερουμένη 31,000,000, ἐπὶ τῇ ἀποδόσει εἰς τὸ Δημόσιον διὰ φορολογίας, ἢ ἄλλως, τοῦ ποσοῦ τούτου, θέλει συναλλαγῆ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν οὐχὶ ἐπὶ ποσῷ 150,000,000, ἀλλ’ ἐπὶ ποσῷ 119,000,000. Ἐκ τούτου ἐπέρχεται ἐξάντλησις τῆς χώρας; Ἂν τὰ 31 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν ἀπεδίδοντο ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς χώρας εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως παρ’ αὐτοῦ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἄνευ ἀνταλλάγματος, θὰ ἠπειλεῖτο ἐξάντλησις τῆς χώρας· ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ἀποδοθῇ ὁ χρυσὸς εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς χώρας, πρόκειται νὰ ἀποδοθῇ ἐκ τῆς μεταλλικῆς προσόδου αὐτῆς, ὑπερβαινούσης τὰ 150,000,000. Ἂν ἡ μεταλλικὴ αὕτη πρόσοδος τῆς χώρας ἐξήγετο ἐκ τῆς χώρας ὑπὸ τῶν ἐσοδευόντων αὐτὴν, δαπανωμένη τὸ πλεῖστον χάριν ἐπιχειρήσεων ἢ προμηθειῶν, προωρισμένων εἰς παραγωγικὰ ἔργα, ἢ χάριν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου, μείωσις ἐπὶ ποσῷ 31 ἑκατομμυρίων τῆς οὕτω διατιθεμένης προσόδου ταύτης θὰ παρεκώλυε τὴν πρόοδον τῆς παραγωγῆς, καὶ ἴσως θὰ ἔφερε πρὸς τὴν ἐξάντλησιν τῆς χώρας. Παρ’ ἡμῖν ὅμως δυστυχῶς οὐδὲ τοῦτο συμβαίνει, παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς τὸ πλεῖστον τοῦ χρήματος, ὅπερ πορίζεται ὁ λαὸς ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτοῦ, ἐργασίας ἐπὶ τῆς γῆς, ἐργασίας ὑπὸ τὴν γῆν, ἢ ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν ἐκτὸς τοῦ Κράτους Ἑλλήνων, τῶν ἀποστελλόντων τὸ προϊὸν αὐτῆς πρὸς τὰς ἐν τῷ Κράτει οἰκογενείας των, ἢ ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν ναυτιλλομένων, τῆς ἐπεκτεινομένης ἕως τῶν ἀντιπόδων, τὸ οὕτω συγκομιζόμενον χρῆμα, ἐξαγόμενον ἐκ τῆς χώρας, δαπανᾶται κατὰ τὸ πλεῖστον οὐχὶ παραγωγικῶς. Δὲν δαπανᾶται τὸ ἐξαγόμενον τοῦτο χρῆμα εἰς ἀπόκτησιν πρώτων ὑλῶν, πρὸς ἀνάπτυξιν βιομηχανίας, εἰμὴ ἐξαιρετικῶς, δὲν δαπανᾶται εἰς ἐπιχειρήσεις συνδεούσας ἡμᾶς μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλαγὴ τῶν ἐξαγόντων τὸν χρυσὸν ἀφορᾷ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν εἰδῶν ἀπολαύσεως. Ὁ ἔχων χρυσὸν δαπανᾷ αὐτὸν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἵνα ἐνδυθῇ καλλίτερον, ἵνα τραφῇ καλλίτερον, δαπανᾷ ἀκόμη, ἵνα καταστήσῃ ἀνετώτερον τὸν ἐν τῷ οἴκῳ βίον. Τὸ πλεῖστον τῆς ἀπολαυστικῆς συναλλαγῆς τῆς χώρας ἡμῶν εἶναι δαπάνη πρὸς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ τοιαύτη συναλλαγὴ θέλει περιορισθῆ ἐπὶ ποσῷ 31 ἑκατομμυρίων ἐτησίως, ἂν τὸ Δημόσιον ἀρύηται ἐν τῇ χώρᾳ τὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀπαιτούμενον χρυσόν. Ἐκ τούτου βεβαίως θὰ προκληθῇ στενοχωρία. Ἀλλ’ ἄνευ ταύτης δὲν θὰ κατενοεῖτο ἡ ἀνάγκη τῆς ῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας διὰ τρόπου ἐγγυωμένου τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς. Προκειμένου περὶ ἐκπληρώσεως ὑποχρεώσεων, δὲν λέγει ἄξια προσοχῆς ὁ ἐπικαλούμενος τὰς παρεπομένας στερήσεις εἰς ὑποστήριξιν γνώμης περὶ ἀνεπαρκείας τῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος στερήσεις, ὡς εἶπον, δὲν ἅπτονται σπουδαίως τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, ἐπιπίπτουσαι δὲ εἰς τὰς ἀπολαύσεις, δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ ἀνεκτὰ ὅρια· εἶναι αἱ στερήσεις τοῦ συνειθίσαντος εἰς βιωτικὰς δαπάνας, ἀνωτέρας τῶν προσόδων αὐτοῦ, καὶ ἀναγκαζομένου νὰ περιορίσῃ αὐτὰς εἰς ὅσα πράγματι τῷ ἀνήκουσι· διότι ἐφ’ ὅσον τὰ 31,000,000, τὰ ὀφειλόμενα ἐτησίως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐδαπανῶντο ὑπὸ τῆς χώρας ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἀπολαύσεων, ἐδαπανῶντο μὴ ἀνήκοντα εἰς τὸν δαπανῶντα, ἀλλ’ ἀνήκοντα εἰς τὸν πιστωτὴν τοῦ ἐξωτερικοῦ. Οὐδὲν προσάγεται σπουδαῖον εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις δυνάμεως ἐν τῇ χώρᾳ εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων αὐτῆς· ἀφοῦ δὲ ὑπάρχει πᾶσα ἡ δύναμις ἐν τῇ χώρᾳ πρὸς τὴν ἀνελλιπῆ ἐπιτέλεσιν τῶν εἰς αὐτὴν ἠθικῶς ἐπιβαλλομένων, ἀφοῦ ἡ ἐτησία πληρωμὴ 31 ἑκατομμυρίων δὲν μειοῖ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, τί τὸ κωλῦον, ὅπως ἀποδεχθῶμεν τὰ μέτρα, δι’ ὧν θέλει ἐπιτευχθῆ ὁ σκοπὸς τῆς πληρωμῆς ἐκ τῶν ἰδίων ἡμῶν πόρων τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὀφειλομένων; Ἀλλὰ, καίτοι πρέπει εἰς τοῦτο νὰ καταλήξωμεν, εἰς τὴν ἐκ τῶν ἰδίων ἡμῶν προσόδων ἐκτέλεσιν τῆς ὑποχρεώσεως τῆς πληρωμῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τῶν τοῦ δημοσίου χρέους, ἵνα καταστῶμεν πράγματι αὐτοτελεῖς, δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν ὑπερμέτρως, διότι εἰς τὴν στέρησιν 31,000,000 ἐτησίως πρέπει ἡ κοινωνία νὰ παρασκευασθῇ, πρέπει νὰ παρασκευασθῇ καὶ ἡ χρηματικὴ ἡμῶν ἀγορὰ, πρὶν ἢ εἰς αὐτὴν κατέλθωμεν, ζητοῦντες ἐν αὐτῇ τοσοῦτον μεταλλικὸν νόμισμα. Ταῦτα ἀπαιτοῦσι χρόνον καὶ τὴν συνδρομὴν τῆς πίστεως πρὸς μόνην τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τῶν πλεοναζόντων τραπεζογραμματίων. Ἀποκτῶντες διὰ δανείου μεταλλικοῦ τὸ ἰσότιμον τῶν ἑκάστοτε ἀποσυρομένων ἐκ τῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, ἔχομεν οὕτω τὸν ἀναγκαῖον χρυσὸν πρὸς τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου μέχρις ἐξαντλήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου καὶ τῆς συμπιπτούσης μετ’ αὐτῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας παντὸς τοῦ πλεονάζοντος πιστωτικοῦ νομίσματος, τουτέστι μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν γενήσεται ἔναρξις τῆς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἀγορᾷ προμηθείας τοῦ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐξωτερικῶν δανείων ἀναγκαίου χρυσοῦ, ἥτις οὕτω θέλει ἀναβληθῆ ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη, ἂν μὴ καὶ πλειότερα. Ὑπολείπεται ἄρα τοῦτο τὸ ζήτημα· ἀφοῦ ἔχομεν τὰς δυνάμεις, ἵνα ἐκ τῶν ἰδίων προσόδων πληρόνωμεν ἀνελλιπεῖς τὰς ὀφειλὰς ἡμῶν, ἀφοῦ πρὸς παρασκευὴν τῆς ἐπιχειρήσεως τοιαύτης πληρωμῆς ἀπαιτεῖται δάνειον μηδαμῶς σχετιζόμενον πρὸς τὰ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ προωρισμένον εἰς τοιαύτην τῶν τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς διευθέτησιν, ὑπάρχει τὸ ἐνδόσιμον, ὅτι ἡ πίστις, ἥτις ἀπό τινος ἀρνεῖται τὴν συνδρομὴν αὐτῆς εἰς τὰ ἡμέτερα, θέλει ἐπανέλθει εἰς τὰς πρὸ διετίας εὐνοϊκὰς αὐτῆς διαθέσεις; Οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἵνα ὑποθέτωμεν τὸ ἐναντίον, ἀλλ’ οὐδὲ πρέπει νὰ ὑποθέτωμεν, ὅτι δύναται ἡ τροπὴ αὕτη νὰ ἐπέλθῃ ἐν ἀκαρεῖ. Δὲν πρέπει νὰ ὑποθέτωμεν, ὅτι ἀρκεῖ μεταβολὴ ἐν τῇ χώρᾳ προσώπων ἢ κομμάτων εἰς ἐπίτευξιν τοιούτου ἀποτελέσματος. Τοιοῦτον ἀποτέλεσμα συντελεῖται μόνον ἐκ τῶν πραγμάτων, συντελεῖται μόνον, ὅταν ἀποδειχθῇ ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῆς χώρας, τὸ ἄλλως πανθομολόγητον, ὅτι ὅλα τὰ κόμματα καὶ ὅλα τὰ σπουδαίως πολιτευόμενα πρόσωπα θέλουσι νὰ ἐκπληροῖ ἡ Ἑλλὰς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς, ὅτι ἡ χώρα ἔχει τὴν δύναμιν, ἵνα τὰς ἐκπληροῖ, καὶ ὅτι τὸ λεχθὲν καὶ πιστευθὲν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ περὶ τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, ὡς παρομοίων πρὸς τὰ δημόσια οἰκονομικὰ ἄλλων Κρατῶν, ἅτινα καὶ μετὰ τὴν πτώχευσιν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀνορθωθῶσιν, εἶναι διάδοσις ὅλως φαντασιώδης. Πρὸς τὴν ἀπόδειξιν ταύτην ἐγένετο πρῶτον καὶ γενναῖον βῆμα ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ διὰ τῆς ψηφίσεως τῶν μέτρων, τῶν ἀπαρτιζόντων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892. Τότε ἐτέθη ἡ ἀρχή, ὅτι ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι, καίτοι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην δημοσίων ἔργων, συντελουμένων διὰ πόρων ἐκτάκτων, διότι εἰσέτι δὲν ἔφθασε κατὰ ταῦτα εἰς τὸ ὕψος τῶν ἄλλων συγχρόνων ἐθνῶν, καὶ πρέπει νὰ προσπαθήσῃ, ὅπως ταχεῖ βήματι φθάσῃ εἰς αὐτό, καίτοι δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸ, εἰμὴ δι’ ἐκτάκτων δαπανῶν, πρέπει ὅμως πρὸς τὸ παρὸν νὰ παραιτήσῃ πᾶσαν ἔκτακτον δαπάνην. Ἀνεγνώρισεν ἄρα τὸ Κράτος ἐν τῷ ἐφαρμοζομένῳ νῦν προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 τὴν ἀνάγκην, ὅπως παύσῃ ἀπεκδεχόμενον ἐν τῷ παρόντι τὴν ἐπέκτασιν τῶν μεγάλων ἐκείνων ἔργων, ὧν τὰ τέως ἐκτελεσθέντα συντελοῦσιν ὡς εἴπερ τι καὶ ἄλλο εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ εἰς τὴν ἐπάρκειαν αὐτῶν πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν ἁπασῶν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς. Τότε ἐλήφθη τὸ μέτρον, ὅπως αἱ ἔκτακτοι δαπάναι καὶ οἱ εἰδικοὶ προϋπολογισμοὶ, ὧν ἡ ὕπαρξις ἦτο δεδικαιολογημένη, ἐφ’ ὅσον ἡ πίστις παρεῖχεν εἰς τὸ Δημόσιον τὴν συνδρομήν της, ἐπήρκουν δὲ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας νέων δανείων, ἐφ’ ὧν αἱ ἔκτακτοι δαπάναι ἐστηρίζοντο, τότε ἐλήφθη τὸ μέτρον, ὅπως ἔκτακτοι δαπάναι καὶ εἰδικοὶ προϋπολογισμοὶ συγχωνευθῶσιν ἐν τῷ ἑνιαίῳ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, οὗτος δὲ ὁ ἑνιαῖος προϋπολογισμὸς φέρῃ ἐν ἑαυτῷ ἀσφαλῆ τὴν ἐγγύησιν, ὅτι ἐκ τοῦ Δημοσίου οὐδεμία θέλει ἐπέλθει ἐπιπλοκὴ εἰς τὴν ἀνωμαλίαν τὴν οἰκονομικὴν, τὴν ὑπάρχουσαν ἐν τῇ χώρᾳ. Ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἀποδεικνύηται ὢν ἑνιαῖος, ὡς περιλαμβάνων πάσας τὰς ἐκτάκτους δαπάνας καὶ τοὺς εἰδικοὺς προϋπολογισμοὺς, τοὺς τέως κεχωρισμένως λειτουργοῦντας, ἑνιαῖος δὲ ὤν, στηρίζεται ἐπὶ συστήματος νηφαλίου, ἐπὶ ὑπολογισμῶν, οἵτινες ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δὲν δύνανται ἢ νὰ ἀποδειχθῶσιν ὡς κατώτεροι τῶν εἰσπραχθησομένων καὶ ἀνώτεροι τῶν δαπανηθησομένων, ὅταν προϋπολογισμὸς, οὕτω κατηρτισμένος, παρέχῃ ἄφθονα τὰ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Πολιτείας, τί ὑπολείπεται, ἵνα τὰ κεφάλαια, τὰ ἐπιζητοῦντα ἐπιχειρήσεις, στραφῶσι πρὸς ἡμᾶς καὶ χορηγήσωσι τὸ μόνον, ἐν ᾧ δεόμεθα τῆς συνδρομῆς αὐτῶν, τὰ πρὸς τὴν διευθέτησιν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας; Ὑπολείπεται μόνον, ὅπως τῆς καταστάσεως ἀνεπιφύλακτον λάβωσι γνῶσιν τὰ κεφάλαια. Εἶπον, ὅτι περιελάβομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πάσας τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, πρέπει ὅμως τοῦτο ἀκριβέστερον νὰ καθορισθῇ, διότι ἐν τῷ γράμματι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβές. Ἐπαύσαμεν πᾶσαν νέαν ἐργασίαν ἐκ τῆς κατηγορίας τῶν ἐκτάκτων, ἀνεστείλαμεν δὲ τὰς ὑφισταμένας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπεβάλλετο, ὡς ἐκ τῆς τέως προόδου, ἡ συμπλήρωσις αὐτῶν. Καὶ μικροῦ λόγου εἶναι κατὰ τἆλλα αἱ διὰ τοιοῦτον λόγον συμπληρωθησόμεναι ἔκτακτοι ἐργασίαι, ἀλλὰ διατελεῖ ἐν κατασκευῇ τὸ μέγα ἔργον τοῦ σιδηροδρόμου τῶν συνόρων, ἐπαγόμενον δαπάνας ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀξίας λόγου. Ὑπάρχει ἐλπὶς, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐκχωρήσωμεν τὴν συντέλεσιν τοῦ ἔργου εἰς ἑταιρίαν, μεταβιβάζοντες εἰς αὐτὴν καὶ τὰ βάρη ὅλα καὶ τὰς ὠφελείας τῆς ἐπιχειρήσεως· ἀλλὰ, καὶ ἂν μὴ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο ἐπὶ ὅροις συμφέρουσι, δὲν θ’ ἀπαντήσωμεν δυσχερείας ἀνυπερβλήτους εἰς ἐξοικονόμησιν τῶν πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου. Ἐκ τούτου ἄρα δὲν θὰ ἐπηρεασθῇ ἡ αὐτάρκεια τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν, μελετώμενος ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος παρὰ τῶν διαθετόντων τὰ κεφάλαια, νὰ μὴ πείσῃ αὐτοὺς, ὅτι παρέχει ἑδραίαν τὴν βάσιν πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν, ἐφ’ ᾗ ζητεῖται ἡ συνδρομὴ αὐτῶν. Τὰς βάσεις ἀσφαλοῦς σχέσεως τῶν κεφαλαίων πρὸς τὴν Πολιτείαν παρέσχε πάντοτε ἡ Ἑλλὰς, ἥτις, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει ὡς βασίλειον, οὐδέποτε ἠθέτησε χρηματικὴν αὐτῆς ὑποχρέωσιν. Τοῦτο εἶναι σπουδαῖον ἔρεισμα τῆς χώρας ἐν τῇ σημερινῇ αὐτῆς δυσχερείᾳ. Ἐνῷ ἀλλαχοῦ ἐπιζητοῦνται αἱ ἐγγυήσεις, ὅσον ἔνεστι πραγματικώτεραι, παρ’ ἡμῖν ἡ χρησιμότης τοιαύτης ἀπαιτήσεως εἶναι ὀλιγώτερον αἰσθητὴ, θαυμαζομένης μάλιστα τῆς φιλοτιμίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν τοιούτοις θέμασιν. Οἱ καταγινόμενοι εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἡμῶν, οἱ ἀναλαμβάνοντες ἐπιχειρήσεις ἐνταῦθα, γινώσκουσιν, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει ἀσφαλέστερον ἐν Ἑλλάδι τῆς φιλοτιμίας τοῦ Ἕλληνος περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὑτοῦ, καὶ ὅτι αἱ πραγματικαὶ ἐγγυήσεις ὀλιγωτέραν ἔχουσι σημασίαν τῆς ἀποκλειστικῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν εὐλάβειαν τῆς χώρας πρὸς τὰς ἠθικὰς αὑτῆς ὑποχρεώσεις. Ἡ φιλοτιμία τοῦ Ἕλληνος εἶναι ἐχέγγυον ἐπαρκὲς εἰς τὸν ἐμπιστευόμενον τὸ κεφάλαιον εἰς τὸ Δημόσιον, ἂν μόνον ἀποδειχθῇ, ὅτι ἔχει ἡ χώρα τὴν δύναμιν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς. Ἀφετηρίαν τῆς ἀποδείξεως ταύτης παρέσχεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892. Ψηφισθεὶς οὗτος μετὰ τῶν μέτρων, δι’ ὧν ἐπιδιώκεται ἡ διαῤῥύθμισις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, ἐφηρμόσθη ὅμως ἱκανὸν, ἵνα ἐνδείξῃ ἐν τοῖς πράγμασι, τίνα ὑπόσχεται ἀποτελέσματα ἐν ἀρτίῳ ἔτει. Οὐ μόνον τὰ ἐπηγγελμένα ἐπιβεβαιοῦνται, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἱ φόροι, ἐφ’ ὧν ὑπελογίζετο, ὅτι θὰ ὑπῆρχε μείωσις εἰσπράξεων, αὐτοὶ ἀποφέρουσι πλείονα. Τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892, τῷ ψηφισθέντι κατὰ Ἰούλιον, ἀνεγράφησαν ὡς ἀποδώσοντα ἐπὶ τοῦ ὅλου ἔτους ποσὸν, ἀποδεικνυόμενον ἤδη κατώτερον τοῦ εἰσπραχθησομένου κατὰ 900 χιλιάδας περίπου δραχμῶν. Γενικῶς ὑπετίθετο τότε, ὅτι ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν θὰ εἴχομεν μείωσιν εἰσπράξεων, τὰ πράγματα ὅμως ἀπέδειξαν τὸ ἐναντίον· τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι αἱ δυνάμεις τῆς χώρας εἶναι ὑπέρτεραι ἢ ὅσον ὑπελογίζομεν· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, οἷος διεσκευάσθη καὶ ἐψηφίσθη ἐντὸς τοῦ βραχέος ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ χρονικοῦ διαστήματος, ἀπεδείχθη ὑποτιμήσας τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου. Ἐκ ταύτης τῆς ἀφετηρίας προβαίνοντες ἤδη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ἀφοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ περιελάβομεν πάνθ’ ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα, εἰς ἀπόδειξιν πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δυναμένους νὰ παράσχωσιν τὴν χρηματικὴν αὐτῶν συνδρομὴν, ὅτι ὑπάρχει ἐν αὐτῷ ἐπαρκὴς πρόνοια περὶ ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος θέλει ἀναλάβει ἐπὶ τοιαύτῃ παροχῇ, βεβαίως θὰ ἴδωμεν τὴν πίστιν προσέχουσαν εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ καθιστῶσαν πιθανὰ, ὅσα τέως ἐθεωροῦντο ἀνεπίτευκτα, παρέχουσαν δὲ διὰ τῆς νέας αὑτῆς στάσεως τὴν ἐξήγησιν, διατὶ σήμερον δυνάμεθα νὰ ἐπιλαμβανώμεθα διαπραγματεύσεων ἐπὶ τοιούτων θεμάτων μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας. Ὅ,τι κυρίως ἐπιδιώκεται, εἶναι, ὅπως καταστῇ καταληπτὸν, ὅτι οὐδὲν ζητοῦμεν χάριν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὐ μόνον δὲν ἔχει ἀνάγκην συνδρομῆς τῆς ἐξωτερικῆς πίστεως, ἀλλὰ τοὐναντίον παρέχει αὐτὸς ἔδαφος ἀσφαλὲς πρὸς τὴν πλήρωσιν πασῶν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Δὲν πρόκειται διὰ δανείου ἐξωτερικοῦ νὰ ἀποτίσωμεν ὀφειλὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἢ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, πρόκειται διὰ χρημάτων, παρεχομένων ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ἀποκτήσωμεν τὸ μεταλλικὸν νόμισμα πρὸς τὴν ἀπότισιν καὶ τῶν ὑφισταμένων ὀφειλῶν, τὰς ὁποίας θέλει ἤδη ἀναλάβει τὸ Δημόσιον χάριν τῆς διαῤῥυθμίσεως ζητήματος γενικωτέρου, διαφέροντος ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τῆς χώρας. Ταῦτα ὁ ὑποβαλλόμενος προϋπολογισμὸς ἀποδεικνύει τρανῶς, περιλαμβάνων πᾶν τὸ ἀναγκαῖον πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἐπάγεται ἡ ζητουμένη παρὰ τῆς πίστεως συνδρομή. Ἀλλ’ ὅ,τι ἰδίως προκαλεῖ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐκτὸς ἡμῶν, εἶναι ἡ ὑμετέρα προθυμία εἰς ψήφισιν μέτρων, ἐπηρεαζόντων τὰ συμφέροντα ἁπάντων ὑμῶν καὶ προσωπικῶς καὶ τοπικῶς καὶ γενικώτερον. Ἐνῷ πάντα ταῦτα ἔχετε ὑπ’ ὄψει, ἀνενδοιάστως σπεύδετε εἰς ψήφισιν τῶν προτεινομένων, χάριν τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ νὰ ἐκτελῇ ἀνελλιπῶς, εἴτε εἶναι δεδεσμευμένον, εἴτε δὲν εἶναι δεδεσμευμένον διὰ πραγματικῶν ἐγγυήσεων, ὅτι ἀῤῥήκτως εἶναι συνδεδεμένα τὰ τῆς προόδου τοῦ Κράτους τῆς ἐθνικῆς πρὸς τὰ τῆς προόδου αὑτοῦ τῆς οἰκονομικῆς, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ πρόοδος στηρίζεται ἐπὶ ἠθικῶν μᾶλλον ἢ ἐπὶ πραγματικῶν κεφαλαίων, καὶ ὅτι τὸ ἠθικὸν κεφάλαιον οὐδέποτε θέλει διακυβεύσει Ἑλληνικὴ Βουλή. Ὅταν οἱ διαχειριζόμενοι τὰ τῆς πίστεως ἴδωσι τὴν Βουλὴν, τὴν προθύμως ψηφίσασαν τοιαῦτα μέτρα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892, ἐντείνουσαν αὐτὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1893, ἐν αὐτῷ τῷ φρονήματι τῆς Βουλῆς θέλουσιν ἀναγνωρίσει ἐγγυήσεις πολλῷ ἀσφαλεστέρας τῶν ἐπιδιωκομένων ἐν διατάξεσι συμβάσεως ἐξαιρετικαῖς, καὶ θέλουσιν ἐννοήσει, ὅτι ἐν χώρᾳ, ἔνθα τοιαύτη ὑπάρχει συναίσθησις τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, ἐν χώρᾳ, ἔνθα μόνη ἡ ἰδέα τῆς μὴ πλήρους ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἀρκεῖ νὰ στιγματίσῃ τὸν ἐκστομίζοντα αὐτὴν, τὸ ξένον χρῆμα, ἐν χώρᾳ τοιαῦτα αἰσθανομένῃ καὶ οὕτω πολιτευομένῃ, οὐδένα διατρέχει κίνδυνον. Ὅταν καὶ πάλιν οἱ Βουλευταὶ, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1893, ὅπως ἄρτι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, παραστῶσιν ἐνώπιον τοῦ ἔξω κόσμου, ψηφίζοντες μέτρα, ἐπαχθῆ εἰς ἑαυτοὺς καὶ εἰς τοὺς ἐντολεῖς αὐτῶν, οὐχὶ προκαλούμενοι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ αὐτοὶ προκαλοῦντες τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν διὰ τοιούτων μέτρων ἑρμηνείαν τοῦ φρονήματος αὐτῶν, τότε τῷ ὄντι δὲν θ’ ἀπαντῶμεν δυσχερείας εἰς διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον καὶ ἤδη φαίνεται ἐν καλῇ εἰσελθὸν ὁδῷ. Ναὶ, Κύριοι. Δὲν προκαλοῦμεν ὑμᾶς εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ὑποβαλλομένων μέτρων, ὑμεῖς προκαλεῖτε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν. Ἐκτελεσταὶ τῶν θελήσεων ὑμῶν εἴμεθα, ὑποβάλλοντες εἰς ὑμᾶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον. Δὲν ἐρχόμεθα ἡμεῖς, συνιστῶντες πρὸς ὑμᾶς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Τοὐναντίον ἡμεῖς παρουσιάζομεν αὐτὸν ἐν ὅλῳ αὐτοῦ τῷ βάρει καὶ ἐπὶ τὴν χώραν καὶ ἐπὶ τὰς τοπικὰς ὑμῶν περιφερείας καὶ ἐφ’ ὑμᾶς προσωπικῶς· τὸν παρουσιάζομεν ἐν ὅλῃ τῇ ἀληθείᾳ, παρατηροῦντες μόνον, ὅτι αἱ ἐπιβαρύνσεις δὲν εἶναι ἀνώτεραι τοῦ ὅρου, οὗτινος ἡ ὑπέρβασις καταστρέφει τὸν σκοπὸν, δὲν ἐξασθενίζουσι τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ὅτι αἱ οἰκονομίαι δὲν παραλύουσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Τῶν δύο τούτων ἐπιτυγχανομένων, ὑμεῖς ἀπαιτεῖτε, ἵνα ἐντείνωμεν καὶ τὰς οἰκονομίας καὶ τὰς ἐπιβαρύνσεις ἕως τοῦ ἐσχάτου ὁρίου, ὑμεῖς ἐπιβάλλετε τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ψηφίζετε ὑμεῖς τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, ἀλλ’ ἡμεῖς ὑπηρετοῦμεν τὴν πολιτικὴν ὑμῶν, τοιαῦτα προτείνοντες. Τοιαῦτα προτείνοντες, ὑπηρετοῦμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Βουλῆς, τὴν πολιτικὴν τοῦ Ἔθνους, διότι ἑνιαία ἐν τούτῳ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ πολιτικὴ τοῦ Ἔθνους. Δὲν εἶναι μόνον πολιτικὴ τοῦ νοῦ· εἶναι πολιτικὴ τῆς καρδίας. Δὲν εἶναι μόνον πολιτικὴ τῆς καρδίας τοῦ Κράτους, εἶναι πολιτικὴ τῆς καρδίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 π. μ.