1892.07.27
2,459 rows · 18,276 words · 58 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52
τῆς 27 Ἰουλίου 1892.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 11 π. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Περικλέους Βαλαωρίτου). (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Χθὲς, κύριοι Βουλευταί, κατέθεσα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀναφορὰν τοῦ καταδίκου Παπαδόγκωνα. Ὁ κατάδικος οὗτος ἐπὶ πέντε ἔτη σήπεται εἰς τὰς φυλακὰς, χωρὶς νὰ διαπράξῃ τὸ ἐλάχιστον ἔγκλημα. Εἰς τὰ 1888 ἐγένετο εἷς φόνος εἰς τὸν δῆμον Μέσης· οἱ συγγενεῖς τοῦ φονευθέντος ἔκαμον καταγγελίαν καθ’ ὅλων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὑπωπτεύοντο καὶ τοὺς ὁποίους εἶχον ἐχθροὺς, μεταξὺ δὲ τῶν καταγγελθέντων ἦτο καὶ ὁ Παπαδόγκωνας, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν νύκτα τοῦ φόνου δὲν ἦτο εἰς τὸν δῆμον τῆς Μέσης, ἀλλ’ εὑρίσκετο εἰς Πεταλίδιον τοῦ δήμου Κορώνης, τριάκοντα ὥρας ἀπέχον ἐκ τοῦ τόπου τοῦ ἐγκλήματος. Τὸ δικαστήριον ὅμως τῶν ἐνόρκων, στηριχθὲν εἰς τὰς ψευδεῖς καταθέσεις μαρτύρων τινῶν τῆς κατηγορίας, ἐκήρυξεν ἔνοχον τὸν Παπαδόγκωνα, καὶ ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν ποινὴν 13 ἐτῶν πρόσκαιρα δεσμά. Τὸ πρᾶγμα ἦτο φρικτὸν διὰ τὸν δυστυχῆ τοῦτον οἰκογενειάρχην, ὁ ὁποῖος ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἦτο ἀπών, δι’ ἐκθέσεων τοῦ τε εἰρηνοδίκου καὶ τοῦ ὑγειονόμου Κορώνης, διὰ τοῦ ἱερέως καὶ δι’ ὅλων τῶν μαρτυριῶν ὁλοκλήρου τῆς κοινότητος Πεταλιδίου, ὅτι κατὰ τὴν νύκτα τοῦ φόνου καὶ τὴν πρωΐαν εὑρίσκετο εἰς τὸ Πεταλίδιον μετὰ τοῦ πλοιαρίου του. Συνελήφθη ὡς κατηγορούμενος ἕτερός τις, ὁ ὁποῖος ἦτο μετ’ αὐτοῦ εἰς Πεταλίδιον μετὰ τοῦ αὐτοῦ πλοίου, καὶ ἀπηλλάγη, ἕνεκα τῆς πεπλανημένης κατὰ τοῦ Παπαδόγκωνα ἐτυμηγορίας τῶν ἐνόρκων. Τότε ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Τριπόλει Πλημμελειοδικῶν, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων ἔκαμον σύστασιν, παρακαλοῦντες τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ πρὸς τὸν Βασιλέα πρότασιν χάριτος διὰ τὸν Παπαδόγκωνα· ἀλλ’ ἡ χάρις δὲν ἐδόθη δυστυχῶς. Ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐν γνώσει τῆς ὑποθέσεως καὶ τῆς δικογραφίας. Ὁ κ. Βουλπιώτης, πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐγνώρισε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ καταδίκου, καὶ ἐσκέπτετο νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ χάριτος, ἀλλὰ κατόπιν, ἕνεκα τῶν γενομένων ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων περὶ χαρίτων, ἐσταμάτησε τὴν πρότασιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν, νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, καὶ ἂν πεισθῇ περὶ τοῦ πεπλανημένου τῆς ἐτυμηγορίας τῶν ἐνόρκων, ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν οἰκογενειάρχην διὰ διὰ τῆς χάριτος δικαιοσύνην· διότι εἶναι λυπηρὸν καὶ ἄδικον, οἰκογενειάρχης ἄνθρωπος, καὶ μάλιστα πολυμελοῦς οἰκογενείας, νὰ σήπηται εἰς τὰς φυλακὰς, ἀφοῦ δὲν ἔπραξε τὸ ἐλάχιστον ἔγκλημα.
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως πρέπει ν’ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικοῦ Λογιστηρίου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων, μετονομαζομένου Ὀφθαλμιατρείου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§6ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν διασάφησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐμέμφθη τῆς διευθυνούσης νῦν τὸ κατάστημα ἐπιτροπῆς, διότι (εἶπεν) ἐξέφρασεν ἄδικον μομφὴν κατὰ τῆς προηγουμένης διαχειρίσεως, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν 86 λαχειοφόρων ὁμολογιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε παρατηρήσει, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία βεβαίωσις τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ ἀποκρούσῃ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ μᾶλλον διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν σημασίαν τούτου, ἀντέταξεν, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας εἶχον ἀγορασθῆ αἱ ὁμολογίαι ἐκεῖναι. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ διοικοῦσα τὸ κατάστημα, οὐδεμίαν ἔχει ἀφορμὴν ἢ ἐπιθυμίαν νὰ ἐκφράσῃ δυσπιστίαν κατ’ οὐδενός. Περιωρίσθη ἁπλῶς νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθη, καὶ ὡς τὸ ἀντελήφθη. Ὁ ἰσχυρισμὸς ὅμως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐσχάτως ἠγοράσθησαν αἱ ὁμολογίαι ἐκεῖναι, εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβής. Ἐκ τῶν λογοδοσιῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι 20 ὁμολογίαι ἠγοράσθησαν τῷ 1882, 4 τῷ 1886, 6 τῷ 1888 καὶ 46 τῷ 1890, ἑπομένως ἐντὸς τοῦ 1891 (διότι τὸν Ἰούνιον τοῦ 1891 ἐγένετο ἡ παράδοσις) μόνον 10 ὁμολογίαι ἠγοράσθησαν. Ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω ταύτην τὴν πληροφορίαν, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε σκοπὸν νὰ δυσφημήσῃ τινά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος ὑπὲρ τοῦ δήμου Λετρίνων.
§8ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διὰ δύο λόγους σοβαρωτάτους. Εὐχαρίστως, κύριοι Βουλευταὶ, ἤθελον συνηγορήσει ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προλειμένου νομοσχεδίου, καὶ θὰ παρεκάλουν μάλιστα τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐνισχύσῃ δι’ ὅλων τῶν μέσων τὸν ῥέκτην καὶ ζηλωτὴν Δήμαρχον Λετρίνων πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ· δυστυχῶς ὅμως ὅλως ἔκτακτος οἰκονομικὴ δυσπραγία, ἐπελθοῦσα ἐφέτος εἰς τὸν δῆμον Λετρίνων, ἕνεκα τοῦ ἐνσκήψαντος περονοσπόρου, τῶν τελευταίων βροχῶν καὶ ἄλλων ἀκόμη λόγων, ἐπιβάλλει τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου τούτου· καὶ ἂν παρατηρήσητε καὶ ἤδη τὴν ἀτμοσφαῖραν, θέλετε πεισθῆ, ὅτι καὶ ἄλλα δεινὰ ἐπικρέμανται κατὰ τῶν ἀτυχῶν δημοτῶν τοῦ δήμου Λετρίνων, ἅτινα καθιστῶσι τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς εἰς μεγάλην ἀδυναμίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν προσθέτων ὑποχρεώσεων, καὶ εἶναι ὅλως ἄδικος καὶ καταπιεστικὴ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ προσθέτου τούτου φόρου, καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ δημόται λιμώττουσιν, ἴσως δὲ καὶ φυγοδικοῦσι, μὴ δυνάμενοι νὰ πληρώσωσι τοὺς πρὸς τὸ Δημόσιον φόρους των. Ἵνα δὲ πεισθῆτε περὶ τούτου, σᾶς ἀναγινώσκω τηλεγραφήματα ἐκεῖθεν (ἀναγινώσκει): «Κύριον Χαρίλαον Τρικούπην καὶ Σύνταξιν «Ἐπιθεωρήσεως». Ἀθήνας. «Μετὰ ἀξίαν ἐλέους καταστροφὴν ἐφετεινῆς ἐσοδείας σταφιδοκάρπου δήμου Λετρίνων, περὶ ἧς ἐλάβετε βεβαίως γνῶσιν ἀκριβῆ, πᾶσα ἐπιβολὴ προσθέτου δημοτικοῦ φόρου πρὸς ἐξωραϊστικὰ ἔργα εἶναι ἀπανθρωπία. Ἐκτὸς δὲ τούτου, θὰ προσκρούσωμεν ἴσως εἰς ὀφειλομένην ἁβρότητα τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα καταργήσεως δασμοῦ, καὶ φυσικῶς θὰ προκαλέσωμεν ἀντίποινα. Παραιτηθῆτε, ἱκετεύομεν, ἀπὸ νέας ταύτης φορολογίας, ἥτις ἕξει θλιβερὰ δι’ ὅλους μας ἀποτελέσματα». (Ἔπονται 100 ὑπογραφαί). Ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Πύργου (ἀναγινώσκει: «Κύριον Πρόεδρον Βουλῆς, Σύνταξιν «Ἐπιθεωρήσεως». Ἀθήνας. «Ἐπιβαλλόμενος νέος δημοτικὸς φόρος εἰς σταφιδόκαρπον Λετρίνων εἰς ἄκρον καταθλιπτικός, ἕνεκα φοβερᾶς καταστροφῆς τῆς ἐσοδείας, ἥτις καὶ ἄνευ τοῦ φόρου δὲν ἀρκεῖ οὔτε διὰ τὸν ἄρτον τῶν δημοτῶν Λετρίνων, δέον νὰ ἀποκρουσθῇ παρὰ Βουλῆς, ἀφοῦ ἀποβλέπει εἰς ἐξωραϊστικὰ ἔργα τόπου μας εἰς ἐποχήν, ὅπου πενία φοβερὰ μᾶς ἀπειλεῖ». (Ἔπονται αἱ ὑπογραφαί). Ἵνα δὲ, κύριοι Βουλευταί, μὴ ὑπολάβητε τοὺς τηλεγραφοῦντας ὡς ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως ὁρμωμένους, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω δύο λέξεις ἐκ τῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 2 λήγοντος Ἰουλίου ἀγορεύσεως ἑνὸς τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, καὶ ἀντιπροσώπου τοῦ δημαρχικοῦ κόμματος, τοῦ κ. Σπηλιάδου (ἀναγινώσκει): «... Ἤδη στρεφόμενος πρὸς τὴν νῦν Κυβέρνησιν, παρακαλῶ αὐτὴν θερμῶς νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς πρὸς τὴν παθοῦσαν ἐπαρχίαν. Αἱ ζημίαι, ἃς ὑπέστη αὕτη, εἶναι μεγάλαι, καὶ ἱκαναὶ ἑπομένως, ἵνα ἐπισύρωσι τὴν προσοχὴν καὶ μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐννοῶ νὰ γείνῃ δωρεά τις εἰς τὴν Ἠλείαν, παρακαλῶ ὅμως τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεσιτεύσῃ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ὅπως μὴ αὕτη ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐξόφλησιν τῶν πρὸς αὐτὴν χρεῶν, ἀλλ’ ἀνανεώσῃ ταῦτα κατὰ τὸ τρέγον ἔτος, καὶ μάλιστα χορηγήσῃ ἐπὶ πλέον καὶ μικρά τινα βοηθήματα διὰ τὴν μέλλουσαν καλλιέργειαν· νὰ δώσῃ δὲ ἡ ἰδία Κυβέρνησις τὸ παράδειγμα, ἐπιεικῶς εἰσπράττουσα τοὺς φόρους...» Δηλαδὴ αὗται εἶναι αἱ δημόσιαι παραστάσεις, αἵτινες ἐγένοντο καὶ παρὰ Βουλευτῶν καὶ παρὰ πολλῶν ἰδιωτῶν· ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέρας παραστάσεις ἐποιήσαντο οἱ Βουλευταὶ Ἠλείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς τοιαύτης ἀξιοθρηνήτου καταστάσεως. Λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ἡ τοιαύτη κατάστασις φρονῶ, ὅτι δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ συζητήσωμεν περὶ ἐπιβολῆς ἐπιπροσθέτου φόρου, διότι ὑπάρχει ἤδη πρὸ πολλοῦ πρόσθετος τοιοῦτος· τοὐλάχιστον εἰς αὑτὴν τὴν Σύνοδον δὲν πρέπει νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλὰ δεύτερος ἄλλος λόγος, ὡσαύτως σπουδαῖος, εἶναι, ὅτι δὲν ἠδυνήθημεν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λετρίνων, δι’ ὧν προτείνεται τὸ περὶ οὗ πρόκειται δάνειον, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν εἴδομεν κατατεθέντα. Κατὰ συνέπειαν, κύριε Πρόεδρε, ἵνα μὴ μακρηγορῶ, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀναβάλωσι τὴν εἰς τρίτην συζήτησιν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου διὰ τὴν μέλλουσαν Σύνοδον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§10ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἀνέπτυξα τὸν ἀληθῆ χαρακτῆρα καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν διαφόρων οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐκείνων, ἃς ἀνέγραψεν ἐν τῷ παρ’ αὐτοῦ μεταῤῥυθμισθέντι προϋπολογισμῷ τοῦ 1892. Ἀνέπτυξα ὡσαύτως τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα τῶν παρ’ αὐτοῦ ἀναγγελθεισῶν αὐξήσεων ἐσόδων καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφεισῶν τοιούτων. Εὗρον δὲ, ὅτι καὶ αἱ οἰκονομίαι καὶ αἱ αὐξήσεις ἐσόδων, αἱ ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἰσὶ πολὺ κατώτεραι ἐκείνων, ἃς ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, εἰσηγούμενος αὐτοῦ. Ἐκάλυψεν ὅμως τὸ παρ’ αὐτοῦ ὑπολογισθὲν ἔλλειμμα τοῦ κατὰ Νοέμβριον ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ δι’ ἄλλης οἰκονομίας, εἰκονικῆς, καὶ δι’ ἄλλων αὐξήσεων ἐσόδων, ἀνυποστάτων ἢ μὴ ἀνηκουσῶν εἰς τοὺς τακτικοὺς πόρους τοῦ Κράτους. Τοιαύτη δ’ οἰκονομία εἰκονικὴ εἶναι κυρίως ἡ ἐπὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μολονότι κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπελόγισεν ὡς συμπεριλαμβανομένην ἐν ταῖς δαπάναις τοῦ Δημοσίου καὶ τὴν ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἣν ἐθεώρησεν ὡς μέλλουσαν νὰ καλύψῃ τοὺς τόκους τῶν παρ’ αὐτοῦ συνομολογηθησομένων δανείων πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὐχ ἧττον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ἀνέγραψεν αὐτὴν, ἐπανελθὼν εἰς τὴν προτέραν πεπλανημένην αὑτοῦ γνώμην, καὶ ἐλαττώσας τὸ διὰ τοιαύτην δαπάνην ἀναγραφὲν ἐν τῷ πρώτῳ προϋπολογισμῷ ποσὸν τῶν δραχμῶν 6,700,000 εἰς δραχ. 2,200,000. Τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης ταύτης συνεζητήθη πολλάκις. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ νομισματικὴ διαφορὰ βαρύνει πάντοτε τὸ Δημόσιον, εἴτε ἀγοράζει τοῦτο τὸ ἀναγκαῖον εἰς αὐτὸ μεταλλικὸν νόμισμα, εἴτε δανείζεται αὐτὸ, αὐξάνον οὕτω τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν βαρείας αὐτοῦ ὑποχρεώσεις. Ὅπωςδήποτε καὶ ἂν προσπορισθῶμεν τὸ τοιοῦτο νόμισμα, δαπανῶντες αὐτὸ, ὀφείλομεν νὰ τὸ ἐκτιμήσωμεν μὲ τὸ παρ’ ἡμῖν κυκλοφοροῦν νόμισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνεργοῦνται πᾶσαι αἱ εἰσπράξεις καὶ αἱ πληρωμαὶ τῆς τε κοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου. Ἄνευ τῆς ἀναγραφῆς τῆς δαπάνης ταύτης ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἄρτιος καὶ ἐπαρκὴς, ἀλλ’ ἔσεται προϋπολογισμὸς στενὸς καὶ εἰκονικός. Ἔσοδα δ’ ἀνύπαρκτα καὶ εἰκονικὰ, δι’ ὧν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκάλυψε καὶ ὑπερέβη τὰς παρ’ αὐτοῦ ἀναγγελθείσας αὐξήσεις, εἰσὶ τὰ ἐκ τῶν ὑπερτιμήσεων τῆς ἀποδόσεως διαφόρων φόρων, ἃς ἀνέπτυξα χθὲς καὶ αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 2,700,000 δραχμὰς, καὶ τὸ ἐκ τοῦ δανείου τοῦ καταργηθέντος ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 1,280,000. Πρὸς τὸν αὐτὸν δὲ σκοπὸν ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς τακτικὸν ἔσοδον τὸ ἔκτακτον ἔσοδον, ὅπερ εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον διὰ τῆς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκχωρήσεως τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ὅπως συμμετέχῃ εἰς τὰ κέρδη τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων αὐτῆς. Τὸν ἀναμφισβήτητον δ’ ἔκτακτον χαρακτῆρα τοῦ ἐσόδου τούτου ὁμολογεῖ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναγράφων αὐτὸ μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ Κράτους ἐν τῷ ἀστείῳ ἰσολογισμῷ τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, ὃν προσήρτησεν εἰς τὸν παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν. Ἐπιτρέψατέ μοι δ’ ἐν παρόδῳ νὰ εἴπω, διατὶ ἐκάλεσα ἀστεῖον τὸν ἰσολογισμὸν τοῦτον. Οὗτος παριστᾷ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ἀπερχόμενος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφῆκεν εἰς ἐμὲ, ὅστις διεδέχθην αὐτὸν, ἐνεργητικὸν μὲν ἐκ δραχ. 54,698,000, χαρακτηρίζων ὡς χρήματα διαθέσιμα παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου τὰ ὑπόλοιπα τῶν διαφόρων ταμείων, τὰ συνιστάμενα κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς μὴ τακτοποιηθείσας πληρωμὰς, τὰ χρήματα τῆς ἑταιρίας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ἄλλα τοιαῦτα, παθητικὸν δὲ, δηλ. ἀπαιτητὰς πληρωμὰς, ἐκ δραχ. 22,631,000. Τοιαῦτα δὲ παριστᾷ ὁ ἰσολογισμὸς οὗτος, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν καὶ ἐπισήμως βεβαιωμένον, ὅτι τὸ μὲν ἐνεργητικὸν, ὅπερ ἀφῆκε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀνήρχετο εἰς 7,694,000 φράγκων εἰς χρυσὸν καὶ εἰς 12,436,000 δραχμῶν εἰς τραπεζογραμμάτια, ἅτινα ὑπῆρχον εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ λογαριασμῷ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ δὲ παθητικὸν, οὗτινος τὸ ὅλον σχεδὸν εἰς χρυσὸν, ἀνήρχετο εἰς 35 περίπου ἑκατομμύρια. Δὲν εἶναι δὲ βάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ θελήσωσιν ἴσως νὰ δικαιολογήσωσι τὰς ἀναπτυχθείσας ἀντιφάσεις μεταξὺ τῶν ἀναγραφῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ, ὅτι δῆθεν ἀναφέρονται εἰς τὸν πάγιον προϋπολογισμὸν αἱ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναγγελθεῖσαι οἰκονομίαι καὶ αὐξήσεις ἐσόδων πρὸς κάλυψιν ἐλλείμματος 17,000,000 δραχμῶν, ὑπάρχοντος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892. Βεβαίως πᾶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ τὴν ἐπίτευξιν παγίου προϋπολογισμοῦ ἐν ἰσοζυγίῳ. Ἐνταῦθα ὅμως πρόκειται περὶ ἐλλείμματος 17,000,000, ὑπάρχοντος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892, καὶ περὶ τῆς καλύψεως αὐτοῦ διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναγγελθεισῶν οἰκονομιῶν ἐκ δραχ. 7,150,000 καὶ αὐξήσεων ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 9,842,000. Αἱ πρὸς πάγιον προϋπολογισμὸν προσπάθειαι τότε εἶναι σοβαραὶ, ὅταν ἐφαρμόζωνται καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ δὲν ἀφίνωνται εἰς ἀόριστον μόνον μέλλον. Ἄλλως ἡ ἰδέα τοῦ παγίου προϋπολογισμοῦ ἀποβαίνει καὶ αὕτη ἁπλῆ πρόφασις καὶ δικαιολογία τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ φέρωσι τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Δημοσίου. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐσόδων καὶ ἐξόδων μεταβάλλουσιν αἱ προχθὲς ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις διαφόρων Ὑπουργείων. Δι’ αὐτῶν ἐπέρχεται αὔξησις ἐκ δραχ. 716,128 εἰς τὰ τρέχοντα ἔξοδα τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἀντὶ δὲ ἡ αὔξησις αὕτη νὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐλάττωσιν τοῦ περισσεύματος τῶν 2,762,000, ἀναβιβάζει ἀπ’ ἐναντίας αὐτὸ εἰς δραχ. 3,578,009 διὰ τῆς μεθόδου τῆς στενώσεως τῶν ἰσοζυγίων, διότι ἀναγράφεται μὲν τὸ ὅλον τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων τοῦ καταργηθέντος ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἀναγράφεται ὅμως καὶ τὸ ὅλον τῶν ἐξόδων αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον τὸ μέρος αὐτῶν, ὅπερ θέλει πληρωθῆ ἐντὸς τῶν τελευταίων πέντε μηνῶν τοῦ ἔτους. Τὰ πληρωθέντα δὲ ἤδη ἔξοδα κατὰ τοὺς ἑπτὰ παρελθόντας μῆνας, ἀνερχόμενα εἰς 1,672,560 δραχμὰς, παραλείπονται καθ’ ὁλοκληρίαν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ αὔξησις τοῦ εἰκονικοῦ περισσεύματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐξέτασις, ἣν ἐποιησάμην, τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ τῶν διαφόρων αὐτῶν αὐξομειώσεων ἀπολήγει δυστυχῶς εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 δὲν παρουσιάζει περίσσευμα, μήτε ἰσοζύγιον μεταξὺ βεβαιώσεων καὶ ἐξόδων, καὶ δὲν δικαιοῖ τὰς ἐλπίδας, ἃς ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐσόδου τοῦ καπνοῦ καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν εἰσπράξεων θέλομεν εὑρεθῆ προσεχῶς ἐνώπιον περισσεύματος μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν, καὶ τῆς εὐχαριστήσεως νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς πολιτικῆς, ὑπὲρ ἧς θὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸ τοιοῦτον περίσσευμα. Ἐκ τῶν ἐσόδων, ἀναβιβαζομένων εἰς δραχμὰς 103,550,000 κατὰ τὴν τελευταίαν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν δρ. 2,700,000 ἐξ ὑπερβολικῶν ἐκτιμήσεων διαφόρων φόρων, δρ. 1,280,000 ἐκ τοῦ ἀνυπάρκτου δανείου τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ δρ. 2,560,000 ἐκ τοῦ ἐκτάκτου ἐσόδου τῆς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς συμμετοχῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη αὐτῆς· οὕτω δὲ τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα κατέρχονται εἰς δρ. 97,010,000. Παραδεχόμενοι δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ λάβῃ πραγματικῶς μέτρα σπουδαιότερα περὶ τῶν εἰσπράξεων, δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν εἰς 7,000,000 τὸ ποσὸν τῶν καθυστερήσεων, ἀντὶ τῶν 8½ ἢ 9 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἅτινα ἐνδεικνύονται ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος. Οὕτω δὲ τὰ εἰσπραχθησόμενα ἔσοδα θέλουσι κατέλθει εἰς δραχ. 90,000,000 περίπου. Εἰς τὰς δαπάνας δὲ, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς, πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ ἐκείνας, περὶ ὧν γνωρίζομεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι θὰ πληρωθῶσιν ἐντὸς τοῦ 1892 ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Τοιαῦται δ’ εἰσὶν αἱ ἑξῆς: Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους δρ. 456,665, ἤτοι 256,665 διὰ τὸ ποσὸν, ὅπερ θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν, καὶ ὅπερ δὲν ἀνέγραψεν, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἤθελε λάβει τοῦτο παρὰ τῆς πτωχευσάσης ἑταιρίας τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ 200,000 δρ. διὰ τοὺς τόκους τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους τοῦ Δημοσίου εἰς χρυσὸν καὶ εἰς τραπεζογραμμάτια, ὅπερ ἀνέρχεται εἰς 90 περίπου ἑκατομμύρια καὶ οὐχὶ εἰς 70, ὡς ὑπολογίζεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἀποδόσεων δρ. 441,000 διὰ τὰ ὑπὲρ τῶν δήμων εἰσπραττόμενα ποσοστὰ, διὰ τὰ ὁποῖα ἀναγράφεται ἔσοδον μὲν δρ. 941,000, ἀπόδοσις δ’ εἰς αὐτοὺς μόνον δραχ. 500,000. Διὰ τὰς τελευταῖον ψηφισθείσας ἐκτάκτους πιστώσεις, τὰς χορηγηθείσας διὰ Β. Διαταγμάτων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, δι’ ἀποζημιώσεις ἐνόρκων καὶ συνέδρων, δι’ ἐκλογικὰ ἔξοδα καὶ δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας κοπῆς κλπ. καπνοῦ, δρ. 526,842. Διὰ τὸ μὴ ἀναγραφόμενον ποσὸν τῆς προϋπολογισθείσης δαπάνης διὰ τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν δρ. 1,672,560. Τὸ σύνολον δὲ τῶν προσθηκῶν τούτων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 3,097,067. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, καὶ τὸ ὅλον τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τὴν ἐκτελουμένην διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δὲ ταύτην τοῦ δημοσίου χρέους ἀπαιτοῦνται περίπου 27,500,000 φράγκα χρυσᾶ, χωρὶς νὰ συνυπολογισθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ ἡ μὴ ἀναγραφομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Τὰ 27,500,000 φρ. χρυσᾶ, ὑπολογιζόμενα εἰς τὴν τιμὴν τῶν δρ. 1,40, ἥτις εἶναι περίπου ὁ μέσος ὅρος τῆς κατὰ τὸ 1892 ἀξίας τοῦ συναλλάγματος, φέρουσι νομισματικὴν διαφοράν, ἀνερχομένην εἰς 11 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως, ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μεταῤῥυθμισθεὶς, ἀναγράφει τοιαύτην μόνον ἐκ δρ. 2,200,000. Ὑπολείπονται ἑπομένως δρ. 8,800,000, αἵτινες πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰς ἐν αὐτῷ ὑπολογιζομένας δαπάνας. Οὕτω δὲ τὸ σύνολον τῶν προστεθησομένων ἐξόδων, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς παρασταθῇ ὡς ἐπαρκὴς, ἀνέρχεται εἰς δρ. 11,897,000. Μετὰ τὴν προσθήκην δ’ αὐτῶν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 99,972,310 δραχμῶν, ἃς ὑπολογίζει ἡ τελευταία δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν ἀνέρχεται εἰς δρ. 111,897,000. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, παρουσιάζει βελτίωσιν, ἔχουσαν τὴν ἀξίαν αὐτῆς, ἕνεκα τῆς ἐν αὐτῷ συγχωνεύσεως τοῦ ὅλου τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐν αὐτῷ ἀναγραφῆς τῶν ἐξόδων τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, καὶ τῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν τῶν ταμείων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ὁδοποιΐας. Ἔχομεν οὕτω ἐνώπιον ἡμῶν εἰκόνα πληρεστέραν τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν τοῦ Δημοσίου. Δυστυχῶς ὅμως δὲν καταλήγει εἰς τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα τοῦ θετικοῦ ἰσοζυγίου μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν τούτων, ἀλλὰ μεταξὺ μὲν βεβαιώσεων καὶ ἐξόδων παρουσιάζει ἔλλειμμα ἐκ δρ. 14,856,000, μεταξὺ δ’ εἰσπράξεων καὶ ἐξόδων ἔλλειμμα δραχ. 21,856,000. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, κατὰ τὸ ἥμισυ περίπου, δηλ. κατὰ 10,856,000 δραχμάς, προκύπτει ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν τακτικῶν αὐτοῦ δαπανῶν, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ, ἤτοι δρ. 11,000,000, ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἥτις ἀποτελεῖ ζημίαν, ὑφισταμένην ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ βαρύνουσαν τὰς δαπάνας αὐτοῦ. Ἡ τοιαύτη ἀνισότης μεταξὺ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐσόδων καὶ ἐξόδων δεικνύει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καίπερ βεβαιῶν τὴν ἐπάρκειαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπιμένει εἰς τὴν ἰδέαν αὐτοῦ τῆς στενῆς αὐτοῦ συντάξεως καὶ τῶν στενῶν ἰσοζυγίων. Δὲν θέλει νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἰσοζύγια δὲν δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Δύνανται ἴσως νὰ φέρωσι στιγμιαίαν τινὰ ἀνακούφισιν διὰ τῆς ἐπιτεύξεως δανείου τινὸς, καταλήγουσαν ὅμως πάντοτε εἰς τὴν χειροτέρευσιν καὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς πίστεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὰ στενὰ ἰσοζύγια, καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν τοιοῦτο θετικὸν καὶ ἄρτιον; Δὲν νομίζω τοῦτο ἀδύνατον. Δὲν θεωρῶ τὴν ταμιευτικὴν ἀσθένειαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ὡς ἀθεράπευτον. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα δι’ οἰκονομιῶν καὶ δι’ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων νὰ καλύψωμεν τὴν μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διαφορὰν, τὴν ἀνερχομένην εἰς δρ. 10,856,000, καὶ ὅτι διὰ τῶν αὐτῶν καὶ ἄλλων καταλλήλων μέτρων δυνάμεθα νὰ περιστείλωμεν τὴν ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς δαπάνην, τὴν ἀνερχομένην σήμερον εἰς 11,000,000. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ τόπῳ πόροι, οὓς δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν πρὸς ἐπίτευξιν θετικοῦ καὶ ἀρτίου ἰσοζυγίου, ὑπάρχουσιν ὡσαύτως δαπάναι, μὴ ἐπιτακτικῶς ἐπιβαλλόμεναι, καὶ ἃς, πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, δυνάμεθα νὰ περιστείλωμεν, ἄνευ πραγματικῆς βλάβης τῶν σχετικῶν πρὸς αὐτὰς ὑπηρεσιῶν. Καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐν τῷ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐν τῷ τῶν Ἐσωτερικῶν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ἀξίας λόγου τοιαύτας οἰκονομίας. Δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν πόρους θετικοὺς καὶ πραγματικοὺς πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ὡς τοιούτους δὲ ἀναφέρω τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, τὴν διὰ στρεμματικῆς φορολογίας ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀμέσου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου δι’ ὁμοίας φορολογίας καὶ διὰ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐν τοῖς οἰνοπωλείοις καταναλισκομένου οἴνου. Δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, βελτιοῦντες τὸν νόμον περὶ μεταλλείων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθω τὴν στιγμὴν αὐτὴν εἰς λεπτομερείας περὶ τῶν δυνατῶν ἐλαττώσεων τῶν δαπανῶν καὶ αὐξήσεων τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων ὡμίλησα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν, ὁμιλῶν δὲ περὶ αὐτῶν, δὲν πράττω τοῦτο θεωρητικῶς, ἀλλὰ στηριζόμενος ἐπὶ μελετῶν, ἃς ἐποιησάμην ὑπευθύνως καὶ μὲ τὴν συναίσθησιν τῆς πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῶν ὑποχρεώσεως. Πλεῖστοι ἐδίσταζον νὰ παραδεχθῶσι τὴν ἐπιβαλλομένην ἀνάγκην καὶ τὸ δυνατὸν τῶν τοιούτων μέτρων. Σήμερον ὅμως πολλοί εἰσιν οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο. Μετ’ εὐχαριστήσεως δ’ ἤκουσα χθὲς καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λοκρίδος συνάδελφον, ἐρχόμενον εἰς ὑποστήριξιν τῶν ἰδεῶν τούτων, ἃς πολλάκις ἀνέπτυξα ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι καὶ πολλοὶ ἄλλοι θὰ παραδεχθῶσι τὰ μέτρα ταῦτα, καὶ ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, πιεζομένη ἐκ τῶν πραγμάτων, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ καταφύγῃ εἰς αὐτὰ, ὅταν θὰ ἐννοήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιτεύξεως θετικοῦ καὶ ἀρτίου ἰσοζυγίου, καὶ πεισθῇ, ὅτι διὰ τῶν στενῶν ἰσοζυγίων δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ διόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Τὴν ταμιευτικὴν ἀσθένειαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δὲν θεωρῶ ἀθεράπευτον. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι δύναται νὰ θεραπευθῇ αὕτη δι’ ἁλμάτων· δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν κάλυψιν ὁλοκλήρου τοῦ ἐλλείμματος, καὶ νὰ ἐπιδείξωμεν ἰσοζύγιον καὶ περισσεύματα. Τοῦτο πράττοντες, ἐγείρομεν τὴν δικαίαν δυσπιστίαν ἐκείνων, ὧν ἡ πρὸς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνη εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ, μήτε νὰ πιστευθῇ, ὅτι προϋπολογισμὸς, παρουσιάζων ἔλλειμμα ἀνερχόμενον εἰς τὸ πέμπτον τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένων δαπανῶν, ἀμέσως καὶ διὰ μιᾶς μόνον προσωπικῆς μεταβολῆς ἐν τῇ Κυβερνήσει μετεβλήθη εἰς προϋπολογισμὸν παρουσιάζοντα ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα. Τοῦτο δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ βαθμηδὸν, δι’ ἐργασίας ἐκτελουμένης μετὰ θάῤῥους, ἀλλὰ καὶ μετὰ περισκέψεως συνάμα. Ἀλλὰ, ἐπιτυγχάνοντες τοιουτοτρόπως τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπιτυγχάνομεν συνάμα καὶ τὴν ὁριστικὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν; Ὄχι. Τὸ τοιοῦτον ἰσοζύγιον δὲν διορθόνει ὁριστικῶς αὐτά· θὰ χρησιμεύσῃ ὅμως ὡς ἡ πρώτη καὶ ἡ κυριωτέρα βάσις καὶ ἀφετηρία τῆς ἀνορθώσεώς των. Τὸ ἰσοζύγιον τοῦτο ἔσεται ἰσοζύγιον χάρτινον, καὶ ἀβέβαιον. Θὰ εἰσπράττωμεν εἰς τραπεζογραμμάτια ὑποτετιμημένα, καὶ θὰ δαπανῶμεν ποσὸν, ἀνερχόμενον εἰς τὰ δύο πέμπτα περίπου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, εἰς χρυσόν. Ἡ ἐκ τῆς νομισματικῆς δὲ διαφορᾶς ζημία ἔσεται πάντοτε ἀόριστος, αἱ δὲ αὐξομειώσεις αὐτῆς θὰ καθιστῶσιν ἀβέβαιον τὸ ἰσοζύγιον. Πᾶσα αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος θὰ ἐπιφέρῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔλλειμμα, πᾶσα δ’ ἐλάττωσις αὐτῆς περίσσευμα. Ὅπως ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὀφείλομεν βεβαίως νὰ λάβωμεν ὡς πρώτην ἀφετηρίαν τὴν πραγματοποίησιν θετικοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλ’ ὀφείλομεν συνάμα νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν θεραπείαν τῆς ἑτέρας ἀσθενείας αὐτῶν, τῆς προερχομένης ἐκ τῆς νομισματικῆς ἀνισοῤῥοπίας. Ἡ ἐμπορικὴ ἐξαγωγὴ τῆς χώρας μόλις καλύπτει τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῆς. Ἐξάγομεν προϊόντα ἀξίας περίπου 100,000,000 δραχμῶν, καὶ εἰσάγομεν ἐμπορεύματα, ἐκτιμώμενα εἰς 130,000,000 δραχμῶν περίπου. Τὴν ἐκ 30,000,000 δραχμῶν διαφορὰν καλύπτομεν ἐξ ἄλλων πόρων. Καὶ ἡ ναυτιλία ἡμῶν καὶ αἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ περιουσίαι πολλῶν κατοίκων τοῦ βασιλείου, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ξένοι, οἵτινες, εὐτυχῶς δι’ ἡμᾶς, εἰσὶ πλειότεροι τῶν ἀποδημούντων Ἑλλήνων, καὶ ἄλλοι ἄδηλοι πόροι, φέρουσιν εἰς τὸν τόπον χρήματα, καλύπτοντα τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς ἐξαγωγῆς ἡμῶν, καὶ ἀφίνοντα ἴσως καὶ μικρόν τι περίσσευμα. Τὸ περίσσευμα ὅμως τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ, εἰμὴ κατ’ ἐλάχιστον τὰς νομισματικὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, αἵτινες ἀνέρχονται περίπου εἰς 30,000,000 φράγκων χρυσῶν κατ’ ἔτος διὰ τὸ δημόσιον χρέος, καὶ εἰς 10,000,000 διὰ τὰς διαφόρους αὐτοῦ προμηθείας. Ἡ κοινωνία παρέχει ἴσως αὐτῷ μέρος τοῦ διὰ τὰς προμηθείας αὐτοῦ ἀναγκαίου μεταλλικοῦ, ἀλλ’ οὐδὲν σχεδὸν δύναται νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐκ τῆς ἀδυναμίας δὲ ταύτης τῆς κοινωνίας γεννᾶται ἡ σπουδαιοτέρα ἀσθένεια τῶν οἰκονομικῶν οὐ μόνον τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ἐντεῦθεν δὲ ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου, ἣν ὑπολογίζομεν σήμερον εἰς 11,000,000 δραχμὰς, καὶ αἱ ζημίαι τῆς κοινωνίας, ἃς δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν. Ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ τοιαύτη νομισματικὴ ἀνισοῤῥοπία, δὲν εἶναι δυνατὸν μήτε πάγιον ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπιτύχωμεν, μήτε ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἑπομένως πρέπει νὰ στραφῇ πᾶσα ἡ προσοχὴ ἡμῶν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέπτυξεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὁποίων νομίζει δυνατὴν τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου. Ταῦτα δ’ εἰσὶν ἡ ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ τῆς βαθμιαίας ἐλαττώσεως τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων, ἐπιτυγχανομένης διὰ συνομολογήσεως δανείων, καὶ ὁ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν τῆς κοινωνίας διὰ τῆς στενοχωρίας, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ κυκλοφοροῦντος νομίσματος καὶ διὰ τῆς ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν τελῶν ὑπερτιμήσεως τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων. Διὰ τῶν μέτρων τούτων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλπίζει, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἰσοτιμηθῇ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον μὲ τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ μείνῃ ἐν τῷ τόπῳ, ὡς ἀποταμίευμα τῆς κοινωνίας, νόμισμα ἀρκετὸν πρὸς θεραπείαν τῶν νομισματικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Τοιαῦτα προβάλλων μέτρα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δεικνύει ὅτι ἔχει πεπλανημένας ἰδέας περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Νομίζει ὅτι αὕτη εἶναι τὸ αἴτιον τοῦ ὑφισταμένου νομισματικοῦ κακοῦ. Ὄχι, Κύριοι, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν εἶναι τὸ αἴτιον, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς νομισματικῆς καὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Πεπλανημένην ἔχων περὶ αὐτῆς ἰδέαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπεδίωξε πάντοτε τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πιστεύων ὅτι, αἰρομένης αὐτῆς, αἴρεται συνάμα καὶ ἡ νομισματικὴ ἀνισοῤῥοπία. Ἐπεδίωξε καὶ ἐπραγματοποίησεν αὐτὴν κατὰ τὸ 1884. Ἐπεδίωξεν αὐτὴν ὡσαύτως καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν αὑτοῦ πρωθυπουργίαν, ἂν δὲ δὲν τὴν ἐπραγματοποίησε καὶ τότε, τοῦτο προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι τὰ ἀντικρύσματα τῶν δανείων, ἅτινα συνωμολόγει πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξοφλήσεως ἐσωτερικῶν χρεῶν καὶ τοῦ χρέους ἐπὶ τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, κατηναλώθησαν ἐκ τῶν ὑπολανθανόντων ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Καὶ σήμερον, ἂν, ὡς ἀνήγγειλεν, ἐπιδιώξῃ τὴν διὰ δανείων ἐκ 30,000,000 φράγκων κατ’ ἔτος ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ ὑπολανθάνοντα ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν καὶ αἱ διάφοροι ἔκτακτοι δαπάναι θέλουσι καὶ πάλιν ἀποῤῥοφήσει τὰ ἀντικρύσματα τῶν δανείων τούτων, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ πιθανότης, οὐ μόνον ἄρσεως αὐτῆς, ἀλλ’ οὔτε σπουδαίας ἐλαττώσεως τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ γραμματίων. Ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι δι’ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν δανείων ἤθελεν ἐπιτευχθῆ δι’ αὐτῶν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἐπιτευχθῇ δι’ αὐτῆς καὶ ἡ θεραπεία τῆς νομισματικῆς ἀσθενείας, ἥτις κατατρύχει τὸν τόπον, καὶ ἥτις εἶναι ἡ κυριωτέρα ἀφορμὴ τῆς κακῆς τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καταστάσεως; Βεβαίως ὄχι. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι ἡ ὑποτίμησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐν ὑπερβολικῷ ποσῷ κυκλοφορίας αὐτῶν, καὶ ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ποσοῦ τούτου, ἣν θέλει φέρει ἡ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐνέργεια αὐτοῦ, θὰ θεραπεύσῃ ὁριστικῶς τὴν ἀσθένειαν ταύτην, καὶ θὰ παγιώσῃ τὴν πρὸς τὸ μεταλλικὸν νόμισμα ἰσοτίμησιν τῶν γραμματίων. Πλανᾶται, τοιαῦτα πιστεύων ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὸ κυκλοφοροῦν παρ’ ἡμῖν ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ἀνερχόμενον εἰς 145 ἑκατομμύρια δραχμῶν περίπου καὶ ἀντιστοιχοῦν εἰς 67 περίπου δραχμὰς κατ’ ἄτομον, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πολὺ ὑπερβολικὸν διὰ τὰς ἀνταλλακτικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Ὑπάρχουσι χῶραι, ἐν αἷς πράγματι ἡ πληθώρα τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀποβαίνει ἡ κυρία αἰτία τῆς ὑποτιμήσεως αὐτῶν. Ἐν ταῖς χώραις ταύταις κυκλοφοροῦσι γραμμάτια, τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν εἶναι σχεδὸν ἄγνωστον, καὶ ὧν ἡ ἀναλογία ὑπολογίζεται ὡς ἀντιστοιχοῦσα πρὸς 500 καὶ 600 φράγκα κατ’ ἄτομον. Τοιαῦται χῶραί εἰσιν ἡ Ἀργεντινὴ Δημοκρατία, ἡ Βραζιλία καὶ ἐν μέρει καὶ ἡ Ρωσσία. Ἐν ταῖς χώραις ταύταις ἡ ὑποτίμησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ὑπερβολικὸν ποσὸν τῆς κυκλοφορίας αὐτῶν. Τοῦτο δὲ εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀληθὲς, καθ’ ὅσον αὗται δὲν στεροῦνται μεταλλικοῦ νομίσματος, διότι ἐξάγουσιν ἴδια αὐτῶν προϊόντα, ἀξίας πολὺ ἀνωτέρας τῶν ἐν αὐταῖς ἐξ ἄλλων χωρῶν εἰσαγομένων. Ἡ Βραζιλία π. χ., τῆς ὁποίας τὰ γραμμάτια σήμερον ὑποτιμῶνται κατὰ 150 καὶ 160%, ἐξάγει κατ’ ἔτος μόνον καφὲν ἀξίας κατὰ μέσον ὅρον 800 μέχρις 900 ἑκατομμυρίων φράγκων. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἡ σχέσις τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων πρὸς τὰς ἀνταλλακτικὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας πολὺ ἀπέχει τῆς ἐν ἄλλαις χώραις παρουσιαζομένης δυσαναλογίας. Καὶ ἂν ἀκόμη ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι 67 περίπου δραχμαὶ κατ’ ἄτομον διὰ τὰς ἀνταλλακτικὰς τῆς κοινωνίας ἀνάγκας, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ἀρκοῦν δι’ αὐτὰς ποσὸν κατώτερον τῶν 60 δραχμῶν, ἀφοῦ στερούμεθα πολλῶν ἄλλων πιστωτικῶν μέσων, ἅτινα εἰς ἔθνη ἔχοντα κυκλοφορίαν πολὺ ἀνωτέραν τῶν 67 δραχμῶν κατ’ ἄτομον ἀντικαθιστῶσι τὸ νόμισμα ἐν ταῖς συναλλαγαῖς, καὶ ἰδίως ταῖς ἐμπορικαῖς. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ἑπομένως, ὅτι κυκλοφοροῦσι παρ’ ἡμῖν 10 ἢ 15 ἑκατομμύρια δραχμῶν πλειότερα τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὰς συναλλαγὰς τῆς κοινωνίας, πάλιν δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ τοιαύτη ὑπέρβασις εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ νομίσματος καὶ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν μματίων, ἥτις σήμερον ἀνέρχεται εἰς 45% περίπου. Ἡ διαφορὰ αὕτη μεταξὺ τοῦ νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγματος ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν γραμματίων ἀφ’ ἑτέρου δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ὑπερβολῆς τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσοῦ τούτων, ἀλλὰ τῆς ἐλλείψεως μεταλλικοῦ νομίσματος. Ὡς ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, ἕνεκα τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πληρωμῶν τοῦ Δημοσίου ἔχομεν ἀνάγκην περίπου 40,000,000 φράγκων περιπλέον ἐκείνων, ἅτινα ἡ χώρα δύναται νὰ διαθέσῃ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς. Τὸ ἐλλεῖπον τοῦτο ποσὸν μεταλλικοῦ νομίσματος δύναται ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νὰ φέρῃ κατ’ ἔτος εἰς τὸν τόπον; Θὰ φέρῃ νόμισμα καὶ ἄνεσίν τινα, ἐφ’ ὅσον πραγματοποιοῦνται τὰ δάνεια καὶ διατίθεται τὸ προϊὸν αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ νόμισμα τοῦτο ἐντὸς βραχέος διαστήματος θὰ ἐξέρχηται πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὁποίου θὰ ἀπαιτῇ 45 ἀντὶ 40 ἑκατομμυρίων, ἕνεκα τῶν τόκων τῶν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας συνομολογηθησομένων δανείων. Θὰ ἐπισπευσθῇ δ’ ἔτι μᾶλλον ἡ ἔξοδος τοῦ μεταλλικοῦ τούτου νομίσματος καὶ ὑπὸ τῆς αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς εἰσαγωγῆς ξένων ἐμπορευμάτων, ὧν ἡ τιμὴ θέλει ἐκπέσει ἀναλόγως τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος καὶ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Θὰ εὑρεθῇ δ’ οὕτως ἡ κοινωνία ἐνώπιον τῆς ἕνεκεν ἐλλείψεως νομίσματος ἀδυναμίας νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀνταλλακτικὰς αὐτῆς ἀνάγκας. Παράδειγμα τῶν τοιούτων ἀποτελεσμάτων τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔχομεν τὰ συμβάντα κατὰ τὸ 1884, ὅτε ἤρθη αὕτη. Τὸ πρὸς ἄρσιν αὐτῆς συνομολογηθὲν δάνειον ἔφερεν εἰς τὸν τόπον ἐπὶ ἓν περίπου ἔτος ἀφθονίαν μεταλλικοῦ νομίσματος. Μόλις ὅμως παρῆλθεν ἔτος, καὶ τὸ νόμισμα τοῦτο ἤρχισε νὰ ἐκλείπῃ. Τὰ ἀποθέματα τῶν Τραπεζῶν ἀφῃροῦντο καθημερινῶς, εὑρέθησαν δ’ αὗται ἀπέναντι τοῦ κινδύνου νὰ ἴδωσιν ἐξαντλούμενον τὸ ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν νόμισμα, καὶ νὰ σταματήσωσι τὰς ἐργασίας των. Ἡ ἐπιστρατεία ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφορμὴ καὶ ὡς δικαιολογία διὰ τὴν ἐπάνοδον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ αὐτῆς ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἤθελεν ἐπανέλθει, ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τῶν νομισματικῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας καὶ τῶν Τραπεζῶν. Καὶ σήμερον ἂν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, πρὶν εὕρωμεν τὸν τρόπον τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἐκ 40,000,000 περίπου φράγκων νομισματικοῦ ἐλλείμματος τῆς Πολιτείας, καὶ θεραπεύσωμεν τὴν παρ’ ἡμῖν ὑφισταμένην νομισματικὴν ἀνισοῤῥοπίαν, θ’ ἀναγκασθῶμεν καὶ πάλιν νὰ ἐπαναφέρωμεν αὐτήν, ἀφοῦ προηγουμένως ὑποστῶμεν τὰς θυσίας καὶ τὰς ζημίας, ἃς θέλει συνεπιφέρει ἡ ἄρσις αὐτῆς, καὶ καταστήσωμεν δεινοτέραν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν θέσιν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι ἡ αἰτία τοῦ παρ’ ἡμῖν κακοῦ τῆς νομισματικῆς ἀνισοῤῥοπίας, ἀλλ’ εἶναι ἀποτέλεσμα αὐτοῦ. Δὲν ἔχομεν τὸ κατ’ ἔτος ἀναγκαιοῦν εἰς ἡμᾶς νόμισμα, ὅπως ἐκπληρώσωμεν τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου, διότι ἡ ἐμπορικὴ ἡμῶν ἐξαγωγὴ δὲν μᾶς χορηγεῖ ἀξίας ἴσας μὲ τὰς ἀπαιτουμένας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων. Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως διαρκεῖ ἡ κατάστασις αὕτη, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἔχωμεν κυκλοφορίαν νομίσματος μὴ ἔχοντος ἀξίαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ μὴ δυναμένου νὰ ἐξέλθῃ τοῦ τόπου. Τοιοῦτο δ’ εἶναι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν. Ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ, πρὸ τῆς θεραπείας τῆς νομισματικῆς ἀνισοῤῥοπίας, διὰ νομίσματος δυναμένου νὰ ἐξέλθῃ τῆς χώρας, δὲν εἶναι δυνατὴ ἄνευ σπουδαίων οἰκονομικῶν κινδύνων. Καὶ περὶ τῆς θεραπείας τῆς οἰκονομικῆς ταύτης ἀσθενείας τῆς χώρας, τῆς νομισματικῆς τουτέστιν ἀνισοῤῥοπίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέφερε γνώμην, εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ γνώμη του δ’ αὕτη, ἣν μετά τινος δειλίας καὶ δισταγμοῦ ἐξέθηκεν, εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς ἐκείνην, ἣν ὑπεστήριξε κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ πρωθυπουργίαν. Κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ πρωθυπουργίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεδίωκε τὴν ἐπίτευξιν τῆς νομισματικῆς ἰσοῤῥοπίας καὶ τὴν ἐν τῇ χώρᾳ εὕρεσιν τοῦ εἰς τὸ Κράτος ἀναγκαίου νομίσματος διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ τόπου. Σήμερον, ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ τιθέμενος τὴν ἰδέαν ταύτην, ζητεῖ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο διὰ τῆς στενοχωρίας τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν αὐτῆς. Πιστεύων ὅτι ὑπάρχει πληθώρα τραπεζικῶν γραμματίων ἐν κυκλοφορίᾳ, καὶ ὅτι ἐκ τῆς πληθώρας ταύτης ἐγεννήθη νόθον τι αἴσθημα εὐεξίας ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ αὔξησις δαπανῶν καὶ εἰσαγωγῆς ξένων ἐμπορευμάτων, νομίζει ὅτι, αἴρων τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ στενοχωρῶν οὕτω τὴν κοινωνίαν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ κυκλοφοροῦντος νομίσματος ἀφ’ ἑνὸς, καὶ αὐξάνων ἀφ’ ἑτέρου τὰ τελωνειακὰ τέλη εἰσαγωγῆς ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσερχομένων εἰδῶν, θὰ ἀναγκάσῃ τὴν κοινωνίαν νὰ μὴ δαπανᾷ καὶ νὰ μὴ ἀγοράζῃ ἐκ τῶν εἰδῶν τούτων, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ μείνῃ ἐν τῷ τόπῳ νομισματικὸν ἀποταμίευμα, ἐκ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος θέλει προσπορισθῆ τὸ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς αὐτοῦ πληρωμὰς ἀναγκαῖον μεταλλικὸν νόμισμα. Ἐπὶ τοιαύτης ἰδέας ἐστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ ἐπάρκειαν τοῦ Δημοσίου ἄνευ ἐξωτερικοῦ δανείου. Ἐξέφρασε δὲ καὶ τὴν εὐχαρίστησίν του διὰ τὴν τελευταίαν ἐλάττωσιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ἥτις ἀφῆκεν εἰς τὸν τόπον ἀποταμίευμα 22,000,000 δραχμῶν περίπου. Ἡ ἰδέα αὕτη, Κύριοι, εἶναι πεπλανημένη. Ἂν στενοχωρουμένη ἡ κοινωνία δὲν καταναλώσῃ ὅ,τι καταναλίσκει σήμερον, δὲν ἕπεται ὅτι αὕτη θὰ μεταβάλῃ εἰς ἀποταμίευμα τὴν ἀξίαν τῶν μὴ καταναλισκομένων εἰδῶν. Ἀπ’ ἐναντίας ἕπεται, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν ταύτην, μήτε ὅπως τὴν καταναλώσῃ, μήτε ὅπως τὴν ἀποταμιεύσῃ. Δὲν χρειάζεται πολλὴ σκέψις, ὅπως κατανοηθῇ τοῦτο. Ἡ στενοχωρία τῆς κοινωνίας καὶ ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως δὲν θέλει ἐπιφέρει μόνον ἐλάττωσιν εἰσαγωγῆς, ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐλάττωσιν παραγωγῆς. Στενοχωροῦντες τὴν κοινωνίαν, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποχρεώσωμεν ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτῆς νὰ ἐλαττώσῃ ἐκείνας μόνον ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, αἵτινες θεραπεύονται δι’ εἰδῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων. Πᾶς πολίτης θὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας αὐτοῦ, μὴ θεραπεύων τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ ἐκείνας, ἃς αὐτὸς θεωρεῖ ὡς ὀλιγώτερον ἐπιβαλλομένας· πλεῖσται δὲ τῶν ἀναγκῶν τούτων θεραπεύονται ὑπὸ τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς. Ἡ στενοχωρία τῆς κοινωνίας θὰ ἐπιφέρῃ ἀναμφιβόλως ὀλιγωτέραν ἐλάττωσιν τῆς εἰσαγωγῆς, πλειοτέραν δὲ τῆς παραγωγῆς. Δὲν ἔχομεν ἢ νὰ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν κυριωτέρων εἰσαγομένων εἰδῶν, διὰ νὰ πεισθῶμεν περὶ τούτου. Τὰ κυριώτερα εἰσαγόμενα εἴδη εἰσὶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πρώτης ἀνάγκης. Τοιαῦτά εἰσιν οἱ δημητριακοὶ καρποὶ, τὰ ζῶα, οἱ ἰχθῦς παρεσκευασμένοι, ὁ καφὲς, ἡ ζάκχαρις καὶ διάφορα κοινὰ ὑφάσματα. Τὰ εἴδη ταῦτα, ἐφ’ ὅσον δὲν τὰ παράγομεν ἡμεῖς, θὰ ἐξακολουθῶσιν εἰσερχόμενα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἐλάττωσις εἰσαγωγῆς ἔσεται πιθανὴ εἰς τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας καὶ εἰς ἕτερα εἴδη, τὰ ὁποῖα δὲν χρησιμεύουσιν ἀμέσως εἰς τὴν θεραπείαν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, ἀλλ’ εἰς τὰ ἔργα τῶν μικρῶν τοῦ τόπου βιομηχανιῶν καὶ εἰς τὴν παραγωγὴν αὐτοῦ, ἥτις θὰ πάθῃ καὶ ἐκ τούτου.
§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐλάττωσις εἰσαγωγικῶν τελῶν εἶναι δυνατή, ἀλλὰ ἐλάττωσις παραγωγῆς πῶς θὰ ἐπέλθῃ;
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀνάπτυξις τοῦ ζητήματος τούτου ἤθελεν εἶσθαι μακρὰ, ὅπως δυνηθῆτε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως ἐπιφέρει καὶ ἐλάττωσιν παραγωγῆς. Διὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ, περιορίζομαι νὰ φέρω ὑμῖν ἓν παράδειγμα. Ἐὰν ἀναγκασθῆτε νὰ κατασκευάσητε δύο ζεύγη ὑποδημάτων, ἀντὶ τεσσάρων ἴσως, ἅτινα κατασκευάζετε σήμερον, τὰ δύο μὴ κατασκευαζόμενα ζεύγη ἀποτελοῦσιν ἐλάττωσιν παραγωγῆς, διότι δὲν θὰ κατασκευάσῃ αὐτὰ ὁ ὑποδηματοποιὸς ἡμῶν.
§13ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἶναι παραγωγὴ αὐτὴ, εἶναι ἐργασία.
§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἡ ἐργασία τί ἀποφέρει, ἂν ὄχι παραγωγήν; Ἀναγνώσατε οἱονδήποτε θέλετε σύγγραμμα πολιτικῆς οἰκονομίας, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως ἐπιφέρει καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς. Παραγωγὴ δὲ δὲν εἶναι ἐκείνη, ἐξ ἧς προκύπτει προϊὸν μὴ ὑπάρχον προηγουμένως, ἀλλὰ καὶ ἐκείνη, ἥτις μεταβάλλει ὑπάρχοντα προϊόντα, καὶ ἀποδίδει εἰς αὐτὰ χρησιμότητα. Παραγωγὴν ἐνεργεῖ καὶ ὁ γεωργὸς, καὶ ὁ ἐμποροῤῥάπτης καὶ ὁ ὑποδηματοποιὸς, καὶ πᾶς ὁ μεταβάλλων οἱαδήποτε εἴδη καὶ ἀποδίδων εἰς αὐτὰ νέαν χρησιμότητα.
§15ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἤθελον ὅμως νὰ μάθω εἰς ποῖον σύγγραμμα ὁ κ. συνάδελφος ἀνέγνωσε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει.
§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ὅλα, ἐκτὸς τῶν τῆς φυσιοκρατικῆς σχολῆς, ἥτις σήμερον δὲν ἔχει ὀπαδούς.
§17ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν μοὶ ἀναφέρετε ἕν;
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ σᾶς ἀναφέρω ὅλα, εἶναι περιττὸν νὰ ποιήσωμαι ἀπὸ τοῦ βήματος βιβλιογραφίαν τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας. Εἶναι, Κύριοι, ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς, ὁ καὶ ἄκρῳ δακτύλῳ ἁψάμενος οἰκονομικῶν μελετῶν, ἀμφισβητεῖ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως ἐπιφέρει ἐλάττωσιν παραγωγῆς, καὶ ὅτι παραγωγὴ δὲν εἶναι μόνον ἡ παράγουσα νέα χρήσιμα εἴδη, ἀλλὰ καὶ ἡ μεταβάλλουσα τὰ παραχθέντα καὶ δίδουσα εἰς αὐτὰ νέαν χρησιμότητα. Μόνον ἡ σχολὴ τῶν φυσιοκρατῶν, ἥτις ἤκμασε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος, καὶ ἥτις σήμερον δὲν ἔχει ὀπαδοὺς, πρεσβεύει, ὅτι παραγωγὴν ἀποδίδει μόνον ἡ γῆ καὶ οὐχὶ ἡ ἐργασία. Οὐδεὶς δύναται σπουδαίως ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ ἐπιδιώξῃ, θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα πρῶτον τὴν ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς καὶ δεύτερον τὴν τῆς εἰσαγωγῆς.
§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπιφέρῃ ἐλάττωσιν τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν, ὄχι τῶν ἐν τῷ τόπῳ παραγομένων.
§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ὥρα αὕτη δὲν ἐπιτρέπει τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἣν ἄλλως τε θεωρῶ καὶ περιττήν. Διὰ νὰ μὴ παρατείνηται δὲ ἡ συζήτησις, παρακαλῶ καὶ ὑμᾶς καὶ πάντα ἄλλον συνάδελφον νὰ μὴ διακόπτωσι.
§21Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς θέλετε τὸ μονοπώλιον τῶν διακοπῶν, ὅπως θέλετε καὶ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ.
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸν συνδυασμὸν τῶν δύο μονοπωλίων. Τὸ ἓν παράγει, καὶ διὰ τοῦτο τὸ θέλω· τὸ ἕτερον καταναλίσκει, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν κατάργησίν του.
§23ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνόησα τὰς θεωρίας ὑμῶν.
§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πταίω ἐγώ, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θέλῃ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως ἐπιφέρει καὶ ἐλάττωσιν παραγωγῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πείσῃ τις τὸν μὴ θέλοντα νὰ πεισθῇ, μήτε κἂν ἐπὶ ἁπλουστέρων ζητημάτων, μήτε ἐπὶ τοῦ ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμέρας καὶ νυκτὸς εἶναι, ὅτι τὴν ἡμέραν ὑπάρχει φῶς καὶ τὴν νύκτα σκότος.
§25ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὑπάρχει εἰς τὰς ἰδέας σας σκότος.
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα εἶναι πλήρης μεσημβρία, καὶ οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει νὰ ἀνάψωμεν τὸ ἠλεκτρικὸν φῶς. Σύστημα, Κύριοι, σκοποῦν τὴν στενοχωρίαν τῆς κοινωνίας καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως, δὲν δύναται ἢ νὰ φέρῃ τὴν ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τὴν οἰκονομικὴν ὀπισθοδρόμησιν τῆς χώρας. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον, δευτερεῦον μὲν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον σπουδαῖον ἀποτέλεσμα, θὰ φέρῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοιαύτης οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Ἐλαττόνουσα, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν εἰσαγωγήν, τὸ ἐκ τελωνειακῶν τελῶν ἔσοδον τοῦ Δημοσίου, θέλει παρακωλύσει τὰς περὶ ἐπιτεύξεως ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους προσπαθείας ἡμῶν, καὶ θέλει ἀναγκάσει ἡμᾶς νὰ προσφύγωμεν εἰς νέους φόρους, ἐπιβαρύνοντας τὸν τόπον καὶ τὴν παραγωγὴν αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ πρωθυπουργίαν ἐπρέσβευεν ὑγιεστέραν ἀρχὴν, παραδεχόμενος ὅτι ἡ κοινωνία τότε μόνον θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ποσὸν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, οὗτινος τοῦτο ἔχει ἀνάγκην, ὅταν αὐξήσῃ τὴν παραγωγὴν αὐτῆς. Ἦτο ἀναντιῤῥήτως τότε ἐν τῇ ἀληθείᾳ, καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε διεφωνήσαμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης. Διεφωνήσαμεν ὅμως ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπίστευε τότε, ὅτι τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ διὰ τῆς ἐκτελέσεως μεγάλων ἔργων, καὶ ἰδίως ἔργων συγκοινωνίας. Δὲν ἠθέλησε ποτὲ νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ἔλεγον αὐτῷ, ὅτι ἡ ὑποστήριξις τῆς θετικῆς παραγωγῆς πρέπει νὰ προηγηθῇ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, καὶ ὅτι ταῦτα δὲν πρέπει νὰ προπορεύωνται πολὺ αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ συμβαδίζωσι μετ’ αὐτῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔδιδε προσοχὴν εἰς τὴν τοιαύτην γνώμην, διότι ἡ κατασκευὴ τῶν σχετικῶς διὰ τὸν τόπον ἡμῶν μεγάλων ἔργων συγκοινωνίας συνετέλει καὶ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ συνδυασμῶν, ἐκείνων, οὓς ἡμεῖς κυρίως ἐπεκρίνομεν. Ὅταν εἰς τὴν θετικὴν παραγωγὴν δίδηται πᾶσα ἡ δυνατὴ ὑποστήριξις καὶ καθοδήγησις, ὅταν τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας καὶ ἰδίως οἱ σιδηρόδρομοι, συμβαδίζωσι μετ’ αὐτῆς, τότε συντελοῦσι καὶ ταῦτα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς, χωρὶς νὰ βαρύνωσιν ὑπερβαλλόντως τὴν χώραν. Ὅταν ὅμως τὰ μέσα ταῦτα τῆς συγκοινωνίας προτρέχωσι κατὰ πολὺ τῆς παραγωγῆς, τότε ἡ ὑποστήριξις, ἣν παρέχουσιν εἰς αὐτὴν, ἀποβαίνει λίαν δυσανάλογος πρὸς τὰ βάρη, ἅτινα ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν χώραν, καὶ τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἃς γεννῶσιν ἐν αὐτῇ. Ὑπάρχει κοινὴ παροιμία, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τίθηται ἡ ἅμαξα πρὸ τῶν ἵππων, ἀλλ’ οἱ ἵπποι πρὸ τῆς ἁμάξης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐφαρμόζων τὴν ὑγιᾶ ἀρχὴν τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς, ἔθεσε τὴν ἅμαξαν πρὸ τῶν ἵππων, ἐπιδιώξας τὴν κατασκευὴν μεγάλων ἔργων, καὶ παραμελήσας τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὴν καθοδήγησιν τῆς θετικῆς παραγωγῆς τοῦ τόπου. Τοιαύτην θετικὴν παραγωγὴν παρουσιάζουσιν εἰδικώτερον παρ’ ἡμῖν ἡ γεωργία, αἱ μικραὶ βιομηχανίαι, ἡ ναυτιλία καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς ἐξαγωγῆς τῶν ἐν τῷ τόπῳ παραγομένων προϊόντων. Ἡ γεωργία ἡμῶν, ὑποστηριζομένη καὶ καθοδηγουμένη, δύναται σπουδαίως νὰ αὐξήσῃ τὴν παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν προϊόντων, ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ὁποίων ἀναγκάζει ἡμᾶς νὰ ἐξαγάγωμεν 30 ὅλα ἑκατομμύρια φρ. εἰς χρυσόν. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ γεωργία ἡμῶν δύναται νὰ παραγάγῃ τοὺς πρὸς τροφὴν τῆς Ἑλλάδος δημητριακοὺς καρπούς. Βεβαίως δὲ ἀναπτυσσομένη θὰ ἐλαττώσῃ εἰς τὸ ἥμισυ ἢ καὶ τὸ τρίτον τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγῆς τοιούτων καρπῶν. Αἱ μικραὶ ἡμῶν βιομηχανίαι βελτιούμεναι καὶ ὑποστηριζόμεναι, δύνανται νὰ παραγάγωσι πλεῖστα ἐκ τῶν εἰδῶν τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐλαττώσωσι κατὰ ἑκατομμύρια τὴν διὰ τὴν ἔξωθεν προμήθειαν τῶν εἰδῶν τούτων ἐξαγωγὴν χρυσοῦ. Ποία δὲ ἐλήφθη φροντὶς καὶ σήμερον ἀκόμη, ὅτε ὑπὸ τοιαύτην εὑρισκόμεθα οἰκονομικὴν πίεσιν, περὶ τῆς ὑποστηρίξεως τῶν μικρῶν ἡμῶν βιομηχανιῶν, ὧν ἑκάστη μὲν δύναται νὰ ᾖ μικρὰ, ὧν ὅμως τὸ σύνολον ἀποτελεῖ σπουδαιοτάτην ἐθνικὴν παραγωγήν; Ἐν τῷ ὠκεανῷ τῶν πολυειδῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν βραχεῖαν ταύτην σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἓν μόνον εἴδομεν τοιοῦτον, τὸ σκοποῦν τὴν ἀπαλλαγὴν τελωνειακοῦ τέλους ἐπὶ τῆς πρώτης ὕλης, τῆς ἀναγκαίας πρὸς κατασκευὴν στιλβώματος τῶν ὑποδημάτων. Ἀντὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν διὰ παντὸς μέσου τὴν ναυτιλίαν ἡμῶν, ἥτις δύναται νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῷ τόπῳ πολλὰ ἑκατομμύρια χρυσοῦ καὶ ἐμποδίσῃ τὴν ἐξαγωγὴν πολλῶν ἑτέρων, χαρακτηρίζομεν ὡς οἰκονομίαν καὶ καταργοῦμεν τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν πρὸς ὑποστήριξιν καὶ ἀνάπτυξιν αὐτῆς. Οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, Κύριοι, ὅτι οὐχὶ ἡ στενοχωρία καὶ ἡ ἀδράνεια τῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ἡ δρᾶσις καὶ ἡ ἐνέργεια αὐτῆς, οὐχὶ ἡ στενοχωρία καὶ ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως, ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὐτῆς καὶ τῆς μετ’ αὐτῆς συμβαδιζούσης παραγωγῆς δύνανται ν’ ἀνορθώσωσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, καὶ ὅτι πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς πρέπει νὰ τείνωσι πᾶσαι αἱ φροντίδες ἡμῶν. Ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς θέλει φέρει φυσικῶς καὶ ἄνευ διαταράξεων τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ τὴν ἐπάνοδον ἐν Ἑλλάδι τῆς νομισματικῆς ἰσοῤῥοπίας, καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ ἄλλων δημοσίων ἔργων, καὶ τὴν προμήθειαν θωρηκτῶν. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ζήτημα. Ζήτημα εἶναι μόνον, ἐὰν ἔχωμεν σήμερον τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὅπως ἐφαρμόσωμεν τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἥτις ἀπαιτεῖ καὶ ἐργασίαν καὶ χρόνον οὐκ ὀλίγον. Θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, ἵνα ζήσωμεν οἰκονομικῶς κατὰ τὸν χρόνον, ὃν ἀπαιτεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, ὅπως φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ἡ ὕπαρξις ὅμως τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἀναιρεῖ τὸ ὑγιὲς τῆς πολιτικῆς ταύτης, καὶ δὲν δικαιολογεῖ τὴν πολιτικὴν τῆς ἀμέσου ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς καταναλώσεως διὰ τῆς στενοχωρίας τῆς κοινωνίας. Πρὸ πέντε ἐτῶν ὑπῆρχε βεβαίως ὁ ἀναγκαῖος καιρὸς πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς ταύτης. Δὲν εἴχομεν καὶ τότε προϋπολογισμὸν ἐπαρκῆ, ἀλλ’ ἠδυνάμεθα εὐκολώτερον νὰ μορφώσωμεν τοιοῦτον, ἐπιτρέποντα τὴν θεραπείαν καὶ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Αἱ ἐξωτερικαὶ ἡμῶν ἀνάγκαι ἦσαν τότε πολὺ μικρότεραι ἢ σήμερον. Τὸ ἐξωτερικὸν δημόσιον χρέος ἦτο κατὰ τὸ τρίτον σχεδὸν μικρότερον, ἡ ὑπηρεσία δ’ αὐτοῦ ἐμπεριεῖχε σπουδαῖον σχετικῶς ποσὸν χρεωλυσίων. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν πρὸ πέντε ἐτῶν, δυνάμεθα ἆρά γε νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν καὶ σήμερον; Ἤθελον εἶσθαι τολμηρὸν νὰ ἀποφανθῇ τις κατηγορηματικῶς. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ μετὰ πεποιθήσεως δύναμαι νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι βεβαίως δὲν θὰ εὕρωμεν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὅπως ἐν οἰκονομικῇ ἀρτιότητι δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τοιαύτην πολιτικὴν, ἂν ὡς βάσιν αὐτῆς θέσωμεν τὰ στενὰ καὶ εἰκονικὰ ἰσοζύγια καὶ τὴν στενοχωρίαν τῆς κοινωνίας. Δυνάμεθα ὅμως μετὰ πολλῆς πιθανότητος νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ἡ εἰλικρινὴς παράστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἡ ἐπιδίωξις ἀρτίου καὶ θετικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, καὶ ἡ θεμελίωσις πολιτικῆς, σκοπούσης ἀληθῶς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, θέλουσιν ἐμπνεύσει εἴς τε τοὺς δανειστὰς ἡμῶν καὶ εἰς τοὺς κεφαλαιούχους τῆς Εὐρώπης τὴν ἀπαιτουμένην ἐμπιστοσύνην, ὅπως μᾶς παρέξωσι, καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον, τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἐν οἰκονομικῇ ἀρτιότητι νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν μόνην ὑγιᾶ πολιτικήν. Ἐλπίζω δὲ νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο, οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως δανείων, ὅπερ ἐψηφίσαμεν προχθὲς, καὶ ὅπερ, ἀναιροῦν πᾶσαν ἰδέαν ἐμπιστοσύνης πρὸς ἡμᾶς τῶν κεφαλαίων τῆς Εὐρώπης, καὶ καταῤῥίπτον τὴν πίστιν ἡμῶν, δὲν δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπωφελῆ ἐφαρμογὴν οὐδεμιᾶς ὑγιοῦς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἀλλ’ ἐπὶ βάσεων καὶ ὑπὸ ὅρους συντελοῦντας καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας διὰ τῆς παραγωγῆς αὐτῆς, καὶ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς πίστεώς της. Καὶ ἂν εὕρωμεν ὅμως τὸν καιρὸν πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς ταύτης, ὁ καιρὸς οὗτος ἔσεται βεβαίως βραχύς. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ἐπ’ ἄπειρον θὰ εὑρίσκωμεν τὰ ἀναγκαῖα μέσα καὶ ὅτι τὰ κεφάλαια ἀδιακόπως θὰ δανείζωνται εἰς ἡμᾶς, ὅπως θεραπεύωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας, καὶ ἐπιδιώκωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας. Τὸν βραχὺν δὲ τοῦτον καιρὸν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ καταναλώσωμεν, ἐξακολουθοῦντες τὴν ἐφαρμογὴν ἰδεῶν ἀποτυχουσῶν, καὶ θεωριῶν ἀβασίμων καὶ ἐπιβλαβῶν, οἷαί εἰσιν ἡ ἰδέα τῶν στενῶν ἰσοζυγίων καὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἡ θεωρία τῆς στενοχωρίας τῆς κοινωνίας. Δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο ἰδίως εἰς Κυβέρνησιν, ὑποσχεθεῖσαν ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι δύναται νὰ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, καὶ ἥτις ἐπὶ τῇ ἐπαγγελίᾳ ταύτῃ ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Διερχόμεθα μίαν τῶν κρισίμων στιγμῶν τῆς ἱστορίας τοῦ ἔθνους ἡμῶν. Κατὰ τὴν στιγμὴν δὲ ταύτην ἐπιβάλλεται εἰς πάντας ἡμᾶς τὸ καθῆκον, νὰ μὴ καταναλώσωμεν ἀνωφελῶς τὸν καιρὸν, ὃν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν πρὸς ἐφαρμογὴν ὑγιοῦς καὶ ἀποτελεσματικῆς πολιτικῆς. Τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§28ΜΑΝΕΤΑΣ. Δὲν θὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε;
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ζητεῖ τις τὸν λόγον, θὰ κηρύξω περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Λοιπὸν, οὐδενὸς ἔχοντος τὸν λόγον, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πρὶν ἢ προβῶμεν περαιτέρω, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν σημείωμα, τὸ ὁποῖον καταθέτω, ἐνδεικτικὸν τῶν μεταβολῶν τῶν ἐπιφερομένων εἰς τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, ὡς ἐκ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα τελευταῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, ἄνευ μεταβολῆς τῶν ἀθροισμάτων τοῦ πίνακος, τοῦ ψηφιζομένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 331). Προβαίνομεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. (Ἀναγινώσκεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1892, καὶ γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, μετὰ τοῦ διὰ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ προστεθέντος ἰδίου κεφαλαίου, ὑπὸ τὸν τίτλον: «ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒʹ δίς. Ἔξοδα ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως», ἐκ δραχ.3,041,200.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1892 δραχμαὶ 103,550,792. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1892.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων θὰ ψηφισθῇ μετὰ μεσημβρίαν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μ. μ.) (Περὶ ὥραν 7 μ. μ. γενομένης ἀπαρτίας, ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§37ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔλαβον, Κύριοι, τὸν λόγον κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἀφ’ ἑνὸς ἤλπιζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὰς λεπτομερεῖς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Λοκρίδος καὶ ἐξ Ἄρτης Βουλευτῶν, εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ποικίλας παρατηρήσεις, δι’ ὧν ἀπέδειξαν οὗτοι τὸ ἔργον της ἐντελῶς πλημμελὲς, ἀλλὰ καὶ διότι ἀφ’ ἑτέρου αἱ παρατηρήσεις, ἃς ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω, ἀπέβλεπον κυρίως εἰς ἐγγραφὰς ἐν τῇ στήλῃ τῶν ἐξόδων. Ἡ Κυβέρνησις προετίμησε νὰ σιγήσῃ, ἴσως ὁμολογοῦσα οὕτω, ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀδυναμίᾳ ν’ ἀνασκευάσῃ τὰς παρατηρήσεις ἐκείνας, ἐξ ὧν ἀπεδείχθη τὸ ἔργον αὐτῆς ὅλως πλημμελὲς, ἴσως ὅμως καὶ διότι, σπεύδουσα νὰ περαιώσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπιθυμεῖ νὰ περιορίσῃ αὐτήν. Περιορίζει δὲ ἀληθῶς τὴν συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις, καταδικάζουσα ἡμᾶς εἰς μονολόγους. Τὸ ἔργον εἶναι ἀληθῶς ἀηδές. Ὀφείλομεν οὐχ ἧττον νὰ τὸ ἐξακολουθήσωμεν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι, ἐξακολουθοῦντες τὸν ἔλεγχον, ἐκπληροῦμεν ἐπιτακτικὸν πρὸς τὸν τόπον καθῆκον, εἰς ὃν ὀφείλομεν νὰ καταδείξωμεν καὶ τὰς πλημμελείας τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὰ ὀλέθρια δι’ αὐτὸν ἀποτελέσματα, εἰς ἃ ἀναμφιβόλως θέλει ἀγάγει. Καὶ πρὸ τῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἀναῤῥήσεώς του, ἀλλὰ καὶ μετ’ αὐτὴν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολλὰ ἐπηγγέλθη πρὸς τὴν χώραν καὶ τὴν κοινωνίαν ἡμῶν. Ἤδη τελεῖ αὕτη τὰ τέλη τῆς εὐπιστίας της. Μεταξὺ τῶν ποικίλων ἐκείνων ἐπαγγελιῶν, δι’ ὧν ἐπληροῦντο κατὰ πρωΐαν τὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων, τῶν ὑποστηριζουσῶν τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑπῆρξαν καὶ αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ κοινωνικοῦ καὶ τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Τὴν ἐπαγγελίαν μάλιστα τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ κοινωνικοῦ, ἤδη τελείως ἐγκαταλειφθεῖσαν, ἐπανέλαβεν ἐνώπιον ὑμῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνέγνωσαν τὴν δημοσιευθεῖσαν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, ἐξεπλάγησαν, μὴ δυνηθέντες νὰ ἀνεύρωσι τὰς ἐπαγγελίας, ἃς προφορικῶς ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ὑμῶν περὶ τοῦ ἐπιδιωχθησομένου κοινωνικοῦ ἰσοζυγίου. Πράγματι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφρόντισε ν’ ἀπαλείψῃ μέχρι τῆς τελευταίας λέξεως πάνθ’ ὅσα ἐξεστόμισε περὶ αὐτοῦ, διότι φαίνεται, ὅτι ἔπαυσε πλέον μεριμνῶν περὶ τοῦ κοινωνικοῦ ἰσοζυγίου, περὶ οὗ ἐμερίμνα καθ’ ἣν ἐποχὴν εὑρίσκετο ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ περὶ οὗ τόσα ἔλεγεν ἐντεῦθεν. Δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης ὑπέλαβεν, ὅτι ἡ ὑπὲρ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ κοινωνικοῦ μέριμνα προκύπτει ἐκ τῶν ἀριθμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων ἀριθμῶν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ κοινωνικὸν ἰσοζύγιον, ὡς διεγράφετο ἀρχικῶς. Ἐψηφίσθησαν ἀληθῶς πολλὰ καὶ ποικίλα νομοθετήματα, πολλαὶ καὶ ποικίλαι προτάσεις, ἀφορῶσαι εἰς ἐπιβολὴν φόρων. Ἐψηφίσθη πρόσθετος φόρος ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου· ἐψηφίσθησαν δύο πρόσθετα δεκατημόρια ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἐψηφίσθη πρόσθετον τέλος λεπτῶν δέκα κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως· ἐψηφίσθησαν τέλη ἐκπαιδευτικά· ἐψηφίσθη ἡ εἰς χρυσὸν καταβολὴ τῶν συμβατικῶν τελῶν, ὁρισθείσης τῆς διαφορᾶς τοῦ χρυσοῦ μέχρι τῶν 32%, ἀλλ’ ἅπασαι αἱ ψηφισθεῖσαι ἤδη παρ’ ὑμῶν προτάσεις αὗται οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ κοινωνικὸν ἰσοζύγιον· διότι ὑποθέτω, ὅτι δὲν θέλει ἐπιδιώξει αὐτὸ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, στερῶν τοὺς Ἕλληνας τῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης, τοῦ σίτου, τοῦ οἴνου, τῆς ζακχάρεως, ἢ στερῶν αὐτοὺς τῶν μέσων τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς καὶ τοῦ πνεύματος. Λοιπὸν περὶ κοινωνικοῦ ἰσοζυγίου οὔτε λέξις πλέον λέγεται. Ἀλλ’ ἐπεδίωξε τάχα τὸ ἰσοζύγιον τὸ τοῦ Κράτους, τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ἂν ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς στήλης τῶν ἐξόδων, θέλει ἐκπλαγῆ, συναντῶν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 2,200,000 διὰ συναλλαγματικὴν διαφοράν. Ἡ πίστωσις αὕτη ἀνήρχετο εἰς δραχ. 6,700,000 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τῷ ἀρχικῶς ὑποβληθέντι, τῷ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες διετέλουν Βουλευταὶ κατὰ τὴν τελευταίαν βουλευτικὴν περίοδον, ἐνθυμοῦνται τίνας κατακρίσεις διετύπωσαν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τότε εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τίνας, λέγω, κατακρίσεις διετύπωσαν κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἀνέγραψεν οὐχὶ ὡς ὤφειλε τὴν σχετικὴν πίστωσιν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τρεχούσης τότε ἀξίας τοῦ χρυσοῦ τῶν 138 ἢ 140 λεπτῶν κατὰ φράγκον ὑπελόγιζον τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν, καὶ ἀπεδείκνυον, ὅτι ἀντὶ τῶν 6,700,000 δραχ. ὤφειλε ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ στήλῃ τῶν ἐξόδων διὰ συναλλαγματικὴν διαφορὰν ποσὸν 12,000,000, ἐξ οὗ προέκυπτε καθαρὸν ἔλλειμμα ἐν τῷ ἀρχικῷ προϋπολογισμῷ δραχμῶν 5,000,000. Παραδόξως ὅλαι ἐκεῖναι αἱ κατακρίσεις ἐλησμονήθησαν· παραδόξως ἡ πίστωσις, ἡ ἀρχικῶς ἐκ δραχμῶν 6,700,000, ἥτις εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προηγουμένῳ προϋπολογισμῷ, καὶ ἣν, εἰσηγούμενος τοῦ ἰδίου του προϋπολογισμοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐχαρακτήριζεν ὡς ἐπαρκῆ, λόγῳ τῶν προηγουμένων καταβολῶν ἀπέναντι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ πίστωσις αὕτη μετὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐμειώθη ἀπὸ δρ. 6,700,000 εἰς δραχ. 2,200,000, ἐκεῖνος δ’ ὅστις δὲν γνωρίζει τὴν σημασίαν τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκπλήσσεται ἀληθῶς διὰ τὴν μείωσιν τῆς πιστώσεως ταύτης. Τὴν ἐξήγησιν τοῦ αἰνίγματος ἀνευρίσκει τις ἐν τῷ ἐν γένει οἰκονομικῷ συστήματι τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ὑμῶν κατὰ τὴν εἰσήγησίν του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔλεγε τότε ὑμῖν (ἀναγινώσκει): «Ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ βαίνωμεν βαθμιαίως διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος, ἐπαγομένου τὴν ὑποτίμησιν τοῦ συναλλάγματος, εἰς τὴν ὁλοσχερῆ τοῦ πλεονάσματος ἐξαφάνισιν καὶ εἰς τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ βαίνωμεν εἰς τοῦτο διὰ τροπῶν δανείων χαρτίνων εἰς δάνεια μεταλλικὰ, οὕτως ὥστε καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου τὰς εἰς μεταλλικὸν νὰ πληρῶμεν διὰ τῶν τροπῶν τούτων, αἵτινες, ἐκκαθαριζόμεναι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας παντὸς τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος, θὰ εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ Κράτους ἀπὸ πληρωμῆς οἱασδήποτε ὑπερτιμήσεως διὰ τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἀπεκτήθη διὰ τοιούτων τροπῶν. Ὅταν ἦναι γνωστὸν, ὅτι μετὰ χρόνον τινὰ ὡρισμένον, ἂν οὐχὶ καθ’ ἡμέραν, ἀλλὰ κατὰ περίοδον, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θὰ ἀρθῇ καὶ ἡ ἰσοτιμία θὰ ἐπέλθῃ μεταξὺ χαρτίνου νομίσματος καὶ μεταλλικοῦ νομίσματος, πρᾶξις γινομένη σήμερον ἐν ἰσοτιμίᾳ χαρτίνου καὶ μεταλλικοῦ νομίσματος, ὅπως ἐκκαθαρισθῇ ἐν τῇ ὥρᾳ, καθ’ ἣν ὡς ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἡ ἰσοτιμία αὕτη θέλει ὑφίστασθαι ἐν τοῖς πράγμασιν, εἰς τί ἄλλο ἀφορᾷ ἢ εἰς τὴν σημερινὴν ἀπόκτησιν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος ἄνευ ὑπερτιμήσεως;» Ἐπὶ τῇ ἐλπίδι τῆς ἐπιτεύξεως τῶν ἐκ τῆς θεωρίας ταύτης ἐπαγγελλομένων ἀποτελεσμάτων ἐπῆλθεν ἡ μείωσις τῆς σχετικῆς πιστώσεως ἀπὸ 6,700,000 εἰς 2,200,000. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε οὕτως ἀνέπτυσσεν ἡμῖν τὴν θεωρίαν τῶν οἰκονομικῶν του συνδυασμῶν, ὑπεδείκνυεν ὅτι προετίθετο νὰ συνομολογήσῃ ἓν δάνειον εἰς μεταλλικόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελε πραγματοποιηθῆ ὁ οἰκονομικὸς συνδυασμὸς, ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐκ τῶν ἐπικειμένων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, διότι εἶχεν ἐγκαταλείψει ἤδη καὶ ἑτέραν ἐπαγγελίαν του, διακωδωνισθεῖσαν διὰ τῶν εὐνοϊκῶν αὐτῷ φύλλων, τῆς μειώσεως, ἀρχικῶς, τῆς καταργήσεως δὲ κατόπιν, τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου διὰ δανείου ἐσωτερικοῦ. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδιδεν ὑμῖν, διατυπῶν τὸν μηχανισμὸν τοῦ οἰκονομικοῦ του συνδυασμοῦ, ἄφινεν ἓν κενὸν, δὲν ὥριζε τὸν χρόνον καθ’ ὃν θέλει τέλος ἐπέλθῃ ἡ εὐτυχὴς ὥρα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὁριζομένη οὐχὶ εἰς τακτὴν ἡμέραν, ἀλλ’ εἰς περίοδον τοὐλάχιστον χρόνου· ἀλλ’ οὔτε ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ ὑμῖν, ἀνατρέχων εἰς τὴν προηγουμένην περίοδον, καθ’ ἣν ἐφήρμοσε τὸ αὐτὸ σύστημα, ν’ ἀποδείξῃ ὑμῖν ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἀληθῶς εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα, εἰς τόσον αἴσια ἀποτελέσματα δύναται ἡ οἰκονομική του αὕτη πολιτικὴ, οἱ οἰκονομικοί του συνδυασμοὶ νὰ καταλήξωσιν. Ἵνα ἀναπληρώσω τὴν παράλειψιν ταύτην ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀνέτρεξα εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν, παρ’ ὧν ἤντλησε τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δάνειον ἡ Κυβέρνησις· ὀφείλω δὲ νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐξήγαγον ἐκ τῶν ἀριθμῶν, τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς ἐκείνους, δὲν εἶναι διόλου ἐνθαῤῥυντικά. Κατὰ τοὺς ἰσολογισμοὺς τούτους, τὴν 30 Ἰουνίου 1886 ὠφείλοντο ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πρὸς τὰς τρεῖς προνομιούχους Τραπέζας, πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὴν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας καὶ τὴν Ἰονικὴν, δραχμαὶ 58,176,728. Τὴν 31 Δεκεμβρίου 1886 δραχ. 53,733,647. Ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ τοὺς ἓξ τελευταίους μῆνας εἶχεν ἐπέλθει μείωσις τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ γραμματίου ἐκ δρ. 4,500,000 περίπου. Ἐντεῦθεν εἰσερχόμεθα πλέον εἰς τὴν περίοδον τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τῆς πληρωμῆς τῶν τοκοχρεωλυσίων διὰ δανείων ἐξωτερικῶν, καὶ τῆς ἀποδόσεως εἰς τὰς Τραπέζας τοῦ σχετικοῦ ποσοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὅπερ ὤφειλε ν’ ἀποδίδῃ εἰς τὰς Τραπέζας, ἀφοῦ διὰ δανείων εἰς μεταλλικὸν ἐξεπλήρου τὸ Κράτος τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς δανειστάς του. Τὴν 30 Ἰουνίου 1887 ἐν τούτοις εἴχομεν ὀφειλὴν πρὸς τὰς Τραπέζας ἐξ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δρ. 60,925,337, ἔχομεν δ’ οὕτως αὔξησιν δρ. 7,200,000 περίπου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1886 μέχρι τῆς 30 Ἰουνίου 1887. Τὴν 31 Δεκεμβρίου 1887 τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος κατῆλθεν ἐκ νέου εἰς δρ. 56,889,697. Ἀλλὰ τὴν 30 Ἰουνίου 1888 ἀνῆλθε πάλιν εἰς δραχ. 59,645,822. Τὴν 31 Δεκεμβρίου 1888 κατῆλθεν εἰς δρ. 47,189,696, διότι συνέπεσε πρὸς τὴν ἐποχὴν ταύτην ἡ συνομολόγησις νέου δανείου· ἀλλὰ τὴν 30 Ἰουνίου 1889 τὸ χρέος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀνῆλθεν ἐκ νέου εἰς δρ. 52,778,444, τὴν 31 Δεκεμβρίου 1889 εἰς δρ. 55,127,943. Τὴν δὲ 30 Ἰουνίου 1890, —εἶναι ὁ τελευταῖος ἰσολογισμὸς, ὁ πρὸ τῆς πτώσεως τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, — τὸ χρέος τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἀνῆλθεν εἰς δρ. 71,405,401. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πλανηθεὶς ἀνέκοψε κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1890 τὸ σωτήριον πρόγραμμα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τοῦ κ. Τρικούπη. Τοιαῦτα ὑπῆρξαν, Κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν προηγουμένην κυβερνητικὴν περίοδον, καθ’ ἣν ἐκράτησε τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ὠφείλαμεν πρὸς τὰς Τραπέζας ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δραχμὰς 53,733,647, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἤρξαντο νὰ λειτουργῶσιν οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, κατὰ τὴν ἐποχὴν δὲ, καθ’ ἣν διεκόπη ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἤδη, ὠφείλαμεν πρὸς αὐτὰς δραχμὰς 71,405,401. Ἂν οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι πείθωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι προέβαινεν εἰς τὸ ἔργον τῆς καταργήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τῆς ἀποδόσεως εἰς γραμμάτια ἀπέναντι τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅσα κατέβαλε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους δανειζόμενος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ εἰς μεταλλικὸν, βεβαίως δι’ ἡμᾶς πάντας, Κύριοι, οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι δὲν εἶναι διόλου ἐνθαῤῥυντικοὶ περὶ τῶν τελικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τοιαύτης πολιτικῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Οὕτως ἐπραγματοποιήθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπόσχεται διὰ τὸ μέλλον. «Ἐθεώρησεν, ἔλεγεν ὑμῖν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταρτισθῇ σύστημα ἄρτιον, ἀφορῶν εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ εἰς τὸ τέρμα, εἰς ὃ ἠθέλομεν φθάσει, τὸ δὲ τέρμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν φθάσει, ἦτο ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας παντὸς τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος, τότε δὲ φυσικῶς δι’ ἁπλοῦ νομοθετικοῦ μέτρου ἐπετυγχάνετο ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας». Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης, ἀνεξαρτήτως τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἐπέβαλλεν αὐτῷ ἡ ἄνω θεωρία του, ἐφρόνει, φαίνεται, ὅτι τὸ τραπεζογραμμάτιον τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦν ἠδύνατο ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ χρυσοῦ τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, ὅστις οὐδέποτε ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ἔλθῃ μέχρις Ἀθηνῶν. Ὁ χρυσὸς ἐκεῖνος ἀληθῶς ἀνεγράφετο ὡς χρέος τοῦ Κράτους εἰς τὰ βιβλία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ ηὔξανον ἐντεῦθεν τὰ βάρη τοῦ Κράτους τὰ εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἦλθεν εἰς Ἀθήνας, ἀπορεῖ δέ τις, πῶς δὲν διεῖδεν ἔκτοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου συστήματός του, καὶ ἂν εἰλικρινῶς ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ νὰ ἐκτελεσθῇ, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ κοινωνία ἡμῶν, εὑρισκομένη ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἀπὸ 14 ἐτῶν, δὲν ἔχει πλέον τὰς ἀνάγκας τὰς νομισματικὰς, ἃς εἶχε πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αἱ ἀνάγκαι αὐτῆς ηὔξησαν κατὰ 30 ἢ 40%. Καὶ ἐν μὴ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ αὐξάνουσι κατὰ δεκαετίαν εἰς 10%, ὡς ἀποδεικνύουσιν οἱ ἰσολογισμοὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οἱ πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἀπὸ τῆς συστάσεώς της. Ἡ κοινωνία ἡμῶν προάγεται εἰς ἐπιχειρήσεις καὶ εἰς πράξεις, ἀπαιτούσας ἀνταλλακτικὸν νόμισμα, ἐκεῖνος δὲ, ὅστις ἤθελε τολμήσει ὑπὸ τοιούτους ὅρους, οἷοι οἱ ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν δημιουργούμενοι, νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θέλει πικρῶς μεταμεληθῆ, ὡς μετεμελήθη πικρῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν διὰ τοῦ ἀποτυχόντος δανείου τῶν 170,000,000 καὶ δι’ ἄλλων προσκαίρων δανείων, συνομολογηθέντων δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, προσεπάθησε νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν κατὰ τὸ 1884. Ἡ τότε ἐπελθοῦσα κρίσις συνέτριψε τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας. Τὸ σύστημα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐξωτερικῶν δανείων, ἠρώτα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν καὶ ὑπὸ τοὺς σημερινοὺς ὅρους δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ. Καὶ ἀπήντα ἀμέσως, ὅτι βεβαίως ἄνευ ἀποτόμου τινὸς μέτρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ τοῦτο. Ἔλεγεν ὑμῖν αὐταῖς λέξεσι κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Τούτῳ τῷ τρόπῳ ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ βαθμιαίως ἡ Πολιτεία εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος, ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν διὰ τρόπου, τοῦτο μὲν, ἐπιτρέποντος, ἵνα αἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὀφειλαὶ τῆς χώρας ἀποτίνωνται ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν, ἄνευ ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς χώρας ἡμῶν τῆς ἰκμάδος αὐτῆς, δι’ ἧς ἐπιτυγχάνεται ἡ ζωηρότης τῶν συναλλαγῶν, τοῦτο δὲ, ἀφαιροῦντος ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τὸ ἀπότομον, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἐπαισθητὴ στενοχωρία. Ἀλλὰ σήμερον εἶναι τοιοῦτος τρόπος ἐνεργείας ἐφικτός; ὅ,τι τότε ἦτο ἐφικτὸν, καὶ ὅ,τι οἱ διάδοχοι ἡμῶν ἠδύναντο νὰ συνεχίσωσιν εὐκόλως, δύναται σήμερον, μετὰ παρέλευσιν δύο σχεδὸν ἐτῶν, δύναται σήμερον νὰ πραγματοποιηθῇ, ἢ σήμερον ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη ἀποτόμου μέτρου; Βεβαίως σήμερον ἄνευ ἀποτόμου μέτρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πείσωμεν τὰς ἀγορὰς, ὅτι εἰσήλθομεν πάλιν εἰς τὴν παλαιὰν ὁδόν· δὲν εἶναι δυνατὸν, ἂν μὴ ἀπαλλάξωμεν τὴν ἀγορὰν ἀπὸ μέρους τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος καὶ μὴ ἐπιδράσωμεν ἀμέσως ἐπὶ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσωμεν ἐνεργὰ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐκ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ». Διέγραφε δὲ ἀμέσως καὶ τὸ ἀπότομον μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει κατορθώσει νὰ πείσῃ τὰς ἀγοράς, ὅτι εἰσήλθομεν πάλιν εἰς τὴν παλαιὰν ὁδὸν, ὅτι ἐβελτιώθη ἡ οἰκονομικὴ θέσις ἡμῶν εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δύνανται νὰ ἐμπιστευθῶσι, προσφέρουσαι ἡμῖν νέα κεφάλαια (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν, καθ’ ὑπόθεσιν, πραγματοποιηθῇ τροπὴ ἤδη ἐπὶ ποσῷ ὑποθετέον 30,000,000, τουτέστιν, ἂν τὸ Δημόσιον ἀρυσθῇ 30,000,000 εἰς μέταλλον, ὑποθέτω, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀποσύρῃ τῆς κυκλοφορίας τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ κατέλθῃ φέρον τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν ἀγορὰν, ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς αἰτήσεως αὐτοῦ, ὅπως προσαχθῇ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἀντὶ τοῦ οὕτως εἰς συνάλλαγμα ἢ εἰς χρυσὸν προσφερομένου ποσοῦ 30,000,000; Ἀναντιῤῥήτως ἐκ τοῦ Δημοσίου θὰ ἐξαρτᾶται νὰ προσδιορίσῃ αὐτὸ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος· διότι ζήτησις τοσούτου ποσοῦ δὲν θὰ παρουσιασθῇ, καὶ ὅταν ἦναι γνωστὸν, ὅτι ὄπισθεν τῆς πρώτης ταύτης πράξεως ὑπάρχει παρεσκευασμένη ἑτέρα πρᾶξις ὁμοίας φύσεως, κατόπιν αὐτῆς ἄλλη, φέρουσα εἰς τὴν ὁλοσχερῆ ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος τραπεζικοῦ γραμματίου. Διὰ τῶν πράξεων τούτων εἶναι θετικὸν, ὅτι τὸ συνάλλαγμα θέλει ἐκπέσει· εὐθὺς δὲ, ὡς γένηται ἔναρξις αὐτοῦ, ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἦναι, πῶς νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ ἢ τοῦ συναλλάγματος, ἀλλὰ πῶς νὰ μὴ ἐπέλθῃ ῥαγδαία ἡ ὑποτίμησις αὕτη, ἵνα μὴ ἡ ἀπότομος μεταβολὴ φέρῃ ζημίας ἐν ταῖς συναλλαγαῖς.» Καὶ προδιέγραφε, βλέπετε, ὑμῖν καὶ τὴν χρῆσιν, ἣν ἤθελε κάμει τῶν χρημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπετέλουν τὸ ἀπότομον μέτρον, τὸ τεῖνον εἰς ἀνύψωσιν τῆς πίστεως ἡμῶν· σᾶς ἔλεγεν, ὅτι θ’ ἀποσύρῃ δι’ αὐτῶν τὰ 30 ἑκατομμύρια πιστωτικοῦ νομίσματος, ἀποδίδων ἴσον ποσὸν πρὸς τὰς Τραπέζας, πρὸς δὲ, ὅτι θέλει καταστήσει τὸ Δημόσιον μὲ τὰ 30,000,000 εἰς χρυσὸν κύριον τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, καθορίζον αὐτὸ αὐτὴν κατ’ ἰδίαν βούλησιν. Ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπε συγχρόνως καὶ πόθεν θὰ ἐπορίζετο τὰ 30,000,000 εἰς χαρτὶ, εἰς πιστωτικὸν νόμισμα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπέδιδεν εἰς τὰς Τραπέζας· διότι, καὶ ἂν τὰ πλεονάσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ του ἠδύναντο νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἀμέσως, βεβαίως ἐκ τῶν πλεονασμάτων αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ προσπορισθῇ τὰ 30 ἑκατομμύρια. Ἂν δὲ τὰ 30 ἑκατομμύρια τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος ἐπρόκειτο νὰ τὰ προσπορισθῇ διὰ τοῦ χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν της συνεπείᾳ τοῦ δανείου, βεβαίως δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸν χρυσὸν αὐτὸν παρὰ ταῖς ἀγοραῖς ἡμῶν, ὅπως γείνῃ κυρία ἡ Κυβέρνησις τοῦ καθορισμοῦ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ἀλλ’ οὐδ’ αἱ Τράπεζαι, αἵτινες θὰ ἐνέκλειον ἐπιμελῶς ἐν τοῖς ταμείοις των τὸν χρυσὸν, διὰ τὸν κίνδυνον μὴ ἴδωσιν αὐτὸν ἐξατμιζόμενον ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον ἔχει ὑποχρεώσεις ἀφεύκτους, δι’ ἃς ἔχει ἀνάγκην χρυσοῦ. Ἀλλ’ ἄλλως τὰ 30 ἑκατομμύρια αὐτὰ, κατὰ τὰς δηλώσεις τὰς ἐπανειλημμένας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖα διὰ τὰς μέχρι τῆς λήξεως τοῦ ἔτους ἀναποδράστους ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Καὶ τότε; Καὶ τότε ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ὅλη θεωρία μετὰ τῶν δι’ αὐτῆς ἐπιδιωκομένων ἀποτελεσμάτων εἶναι λόγοι κενοὶ, σωρείτης ἀκατάληπτος. Οὐδὲν τὸ σπουδαῖον καὶ οὐδὲν τὸ σοβαρὸν ἐνέχουσιν. Εἶναι ἐκ τῶν θεωριῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας εὐκόλως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διατυπόνει, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ τὸν κόπον νὰ τὰς ὑποστηρίζῃ κατόπιν διὰ τῶν πραγμάτων. Ἡ περὶ βαθμιαίας ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς ἄνω διατυπωθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θεωρία συνδέεται στενῶς μὲ τὸ σύστημά του περὶ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν· διὰ νὰ διΐδῃ δέ τις τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τοῦ συστήματός του τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, πρέπει ν’ ἀνατρέξῃ εἰς τὸ παρελθόν. Ἵνα δὲ μὴ ἀνατρέξωμεν εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ δάνεια, ἅτινα ὁ κ. Τρικούπης συνῆψεν ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν. Κατὰ τὸ 1887 συνωμολόγησεν ἓν πρῶτον δάνειον 15,000,000, κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἓν δεύτερον δάνειον 135,000,000, κατὰ τὸ 1888 ἓν δάνειον 30,000,000, κατὰ τὸ 1889 δάνειον 125 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὸ 1890 ἓν δάνειον 45 ἑκατομμυρίων· ἐν ὅλῳ δάνεια ἐκ δραχ. 350,000,000 εἰς χρυσόν. Τὰ δάνεια ταῦτα συνωμολογήθησαν πάντα πρὸς τὴν τροπὴν δανείων προγενεστέρων, ἢ πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων, ἢ πρὸς τὴν ναυπήγησιν θωρηκτῶν, ἐν μέρει δὲ καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καλύψεως προγενεστέρων ἐλλειμμάτων. Ἀκριβῆ λογαριασμὸν τῶν δανείων τούτων ἀνευρίσκετε εἰς τὰς ἀγορεύσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1891 καὶ 1892. Ἐπὶ τοῦ λογαριασμοῦ τούτου πολλὰ ἐλέχθησαν, καὶ πολλὰ θὰ λεχθῶσιν εἰς τὸ μέλλον· εἶναι δύσκολον νὰ ἐξακριβώσῃ τις τὴν ἀλήθειαν τῶν λογαριασμῶν ἐκείνων, ἀλλὰ πρὸς τὸ θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀσχολούμεθα, δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν ἡ διάθεσις τῶν χρημάτων ἐκείνων. Κυρίως θέλομεν ν’ ἀποδείξωμεν τὸ ὀλέθριον τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν· θέλομεν δὲ ἀποδείξει τοῦτο, μὴ ἀποβλέποντες ποσῶς εἰς τὴν χρῆσιν, ἥτις ἐγένετο, τῶν χρημάτων τῶν ληφθέντων ἐκ τῶν δανείων. Κατὰ πίνακα τῶν ποσῶν, εἰς ἃ ἀνήρχετο ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἀπὸ τοῦ 1881–1892, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφοντο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ συστήματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἤδη, ἀφοῦ ἤρξατο ἐκτελούμενον τὸ σχέδιόν του, τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, εἶναι μεγίστη. Γνωρίζομεν ὅτι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἀπαιτοῦνται ἤδη 29,815,593 φράγκα χρυσᾶ. Ἐὰν ὑπολογίσῃ τις τὴν ἀξίαν αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σημερινῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, θὰ εὕρῃ, ὅτι ἀπαιτοῦνται ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων δραχμαὶ περὶ τὰ 42,000,000. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ 1883 ἀνεγράφετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ— διότι δυστυχῶς δὲν ἔχομεν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν πρὸ τοῦ 1886 ἐτῶν—ἓν ποσὸν 20,641,000 δραχμῶν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 ἀνεγράφετο ποσὸν δραχμῶν 24,000,000, καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ἀνεγράφετο ποσὸν δραχμῶν 29,000,000. Οὕτω, καὶ ἂν λάβωμεν τὸ ἔτος 1885, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει ἐν μέρει τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐβάρυνον τόκοι ὑπέρογκοι προσωρινῶν δανείων, ἔχομεν τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν δραχμῶν 29,000,000 καὶ τῶν δραχμῶν 42,000,000, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Καὶ τὴν διαφορὰν ταύτην τὴν ἔχομεν, ὅταν ἦναι γνωστόν, ὅτι ἐκ τῆς τροπῆς διαφόρων δανείων ἐπῆλθεν οἰκονομία εἰς χρεωλύσια καὶ εἰς ὑποβιβασμὸν τόκου δραχ. 5,759,000. Καὶ ὅταν τοιαῦτα ἐπῆλθον ἀποτελέσματα κατὰ τὸ παρελθόν, ἐξακολουθοῦμεν τὸ αὐτὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, οὐδὲ βλέπομεν τὴν καταστροφήν, πρὸς ἣν μοιραίως φερόμεθα, διότι, τρέποντες τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν χρέη εἰς ἐξωτερικά, ὡς κατὰ τὸ παρελθόν, καθιστῶμεν ἐπαχθεστέραν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, καὶ λόγῳ διαφορᾶς τοῦ τόκου, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι ἠναγκασμένον νὰ πληρόνῃ εἰς χρυσόν, τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ προμηθευθῶμεν ἐκ χρυσορυχείων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν. Εἶπον ὅτι δὲν σκοπῶ νὰ ἐξετάσω εἰς τί ἐχρησίμευσαν τὰ χρήματα τῶν δανείων· καὶ ἀληθῶς εἰς τὸν σκοπὸν ἡμῶν δὲν συνετέλει ἡ ἐξέτασις αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲν ἀνέφερα ὑμῖν περὶ πλείστων ἄλλων ἀδειῶν δανείων, ψηφισθεισῶν τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων, ἀνερχομένων κατὰ ποσὸν εἰς δεκάδας ἑκατομμυρίων. Κατὰ τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς περίοδον τῆς συνομολογήσεως τῶν μεγάλων δανείων ἐζητοῦντο ἄδειαι πρὸς συνομολόγησιν δανείων: αʹ) ἐκ δραχμῶν 540,690 πραγματικοῦ κεφαλαίου διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου (νόμος ΑΨΙΒʹ τοῦ 1889)· βʹ) ἐκ δραχ. 500,000 πραγματικῶν διὰ τὴν οἰκοδομὴν Ἐθνικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου (νόμος ΑΨΟΓʹ τοῦ 1889)· γʹ) ἐκ δραχ. 450,000 πρὸς ἀνέγερσιν λουτρῶν ἐν Μεθάνοις καὶ Ὑπάτῃ (νόμος ΑΩΝϚʹ τῆς 5 Ἰουνίου 1890)· τελευταῖον ἐψηφίσατε δι’ αὐτὰ πρόσθετον πίστωσιν δραχμῶν 100,000· δʹ) δραχ., 1,000,000 διὰ σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ εἰς Καλάβρυτα, οὗ αἱ δαπάναι ἀνῆλθον εἰς δραχ. 2,500,000 (νόμοι ΑΨΝΓʹ καὶ ΑϠΜΔʹ)· εʹ) δρ. 3,900,000 διὰ κατασκευὴν σιδηροδρόμου ἀπὸ Καλαβρύτων εἰς Τρίπολιν (νόμος ΑΩΜΑʹ 30 Μαΐου 1890)· Ϛʹ) δρ. 4,500,000 πραγματικοῦ κεφαλαίου διὰ σιδηροδρομικὴν γραμμὴν ἀπὸ Ὀλυμπίων εἰς Καρύταιναν (νόμος ΑΩΜΓʹ τῆς 30 Μαΐου 1890)· ζʹ) δρ. 4,800,000 δι’ ἐπιχορήγησιν τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν ἀπὸ Πύργου εἰς Πύλον καὶ τὴν μέχρι Μελιγαλᾶ διακλάδωσιν (νόμος ΑΩΜΗʹ τῆς 30 Μαΐου 1890)· ηʹ) δρ. 420,000 δι’ ἐπιχορήγησιν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πύργου–Ὀλυμπίων (νόμος ΑΩΜΘʹ)· θʹ) δραχμῶν 400,000 διὰ γραμμὴν σιδηροδρομικὴν ἀπὸ Καρυταίνης εἰς Λεοντάρι· ιʹ) δραχ. 320,000 διὰ γραμμὴν ἀπὸ Μεσολογγίου εἰς Κρυονέρι (νόμος ΑΨϞΘʹ τῆς 4 Ἰανουαρίου 1890)· ιαʹ) δραχμῶν 1,300,000 διὰ τὴν διαπλάτυνσιν τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου εἰς βάρος τῶν πόρων τοῦ εἰδικοῦ ταμείου (νόμος ΑΧΙΖʹ τῆς 29 Δεκεμβρίου 1887)· ιβʹ) δραχ. 1,500,000 δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Παμίσου (νόμος ΑΧΜΖʹ τῆς 14 Ἰανουαρίου 1888)· ιγʹ) δραχ. 14,000,000 δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα ἐν Θεσσαλίᾳ (νόμος ΑΧϞΓʹ τῆς 3 Φεβρουαρίου 1889)· ιδʹ) δραχ. 600,000 πραγματικῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Νέδοντι (νόμος ΑΩΝΕʹ τῆς 6 Ἰουνίου 1890). Ἡ Ἀντιπολίτευσις κωλυσιεργοῦσα παρημπόδισε δύο ἔτι ἀδείας μεγάλων δανείων, διὰ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν ἐκ δραχ. 25,000,000, καὶ διὰ τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας ἐκ δραχ. 35,000,000. Οἱ μεταγενέστεροι, μελετῶντες τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς περιόδου ταύτης καὶ τὴν σειρὰν ταύτην τῶν δανείων καὶ τῶν ἀδειῶν δανείων, βεβαίως θέλουν ὑποθέσει, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνωμολογοῦντο τὰ ἀλλεπάλληλα ἐκεῖνα δάνεια καὶ ἐζητοῦντο αἱ ἀλλεπάλληλοι αὗται ἄδειαι, ἡ Ἑλλὰς ἔπλεεν εἰς τὸν χρυσὸν, ἢ θέλουν ὑποθέσει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς παρεφρόνει καὶ ἐμαίνετο, διότι μόνον παραφρονοῦσα ἠδύνατο νὰ ῥιφθῇ κατακέφαλα εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν πολιτικήν. Τὴν οἰκονομικὴν δὲ πολιτικὴν ἐκείνην πρόκειται σήμερον ν’ ἀνακαινίσωμεν...
§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν συνωμολογήθησαν δάνεια, ἐδόθησαν ἄδειαι δανείων.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπραγματοποιήθησαν ὅμως τὰ ἔργα.
§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξετελέσθησαν ἔργα.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μὲ διέφυγεν, ἀποδεικνύει ἀκριβῶς ἐναργέστερον τὴν παραφροσύνην τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι ἐζητοῦντο καὶ ἐψηφίζοντο ἄδειαι ἐπανειλημμένων δανείων, καίτοι δὲ τὸ Κράτος εὑρίσκετο ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀδείας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐζήτουν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐξετελοῦντο ἤδη τὰ ἔργα, περὶ ὧν αἱ ψηφιζόμεναι ἄδειαι. Νομίζω ὅτι συνετελέσατε εἰς τὸ ν’ ἀποδείξω ἐναργέστερον τὴν παραφροσύνην τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην... Δὲν συνωμολογήθησαν τὰ δάνεια, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ τὰ συνομολογήσωσι. Συνωμολόγησαν τελευταῖον τὸ δάνειον τῶν φράγκων 45,000,000 διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, καὶ ἐκεῖ ἠναγκάσθησαν νὰ σταματήσωσι· κατόπιν δὲ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1891, ἥνωσεν ὅλας αὐτὰς τὰς ἀδείας, τὰς πολυαρίθμους καὶ ποικίλας, καὶ ἐζήτησε μίαν ἄδειαν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συνομολογήσεως ἑνιαίου δανείου διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα, καίτοι μὴ ἔχοντες τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, εἴχομεν ἀρχίσει νὰ ἐκτελῶμεν. Δὲν κατωρθώθη δὲ ἡ συνομολόγησις τῶν δανείων ἐκείνων, διότι εἶχον ἐξαντλήσει διὰ τῶν προηγουμένων ἐπανειλημμένων δανείων τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Καὶ ἀληθῶς ἡ Ἑλλὰς ἔπλεε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν ὠκεανῷ χρυσοῦ, διότι μήτε μετὰ 100 ἔτη, μήτε μετὰ αἰῶνας, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν πλέον νὰ συνομολογήσῃ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολόγησεν ὁ κ. Τρικούπης ἐντὸς τριετίας· ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθη τότε οὗτος περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὸ σύστημα, Κύριοι, τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, δὲν εἶναι, βλέπετε, νέον. Εἴδομεν ὅτι ἐφηρμόσθη ἀπὸ πενταετίας, καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἐξετιμήθη καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ κατὰ θεωρίαν. Ὅτε ὁ κ. Τρικούπης, μετὰ τὴν ἔνδοξον ἐκείνην, τριετῆ Κυβέρνησιν καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890, διεσκέδαζε τὴν μελαγχολίαν του, ποιούμενος τὰς διατριβὰς ἐν Μαριενβὰδ τῆς Βοημίας, συνηντήθη μετὰ τοῦ ἐπιφανοῦς Γάλλου οἰκονομολόγου Léon Say, εἰς ὅν, φαίνεται, ὅτι ἐξέθηκε τὰς οἰκονομολογικάς του θεωρίας. Δύο ἐπιφανεῖς οἰκονομολόγοι περὶ τίνος ἄλλου θέματος ἠδύναντο νὰ διαλεχθῶσι; Διὰ τοῦτο, ὅτε πάλιν συνηντήθησαν ἐκ νέου ἐν Παρισίοις, ὁ Léon Say, παρεκάλεσε τὸν κ. Τρικούπην νὰ ἐκθέσῃ ἐν συνεδριάσει τῆς Ἑταιρίας τῶν Οἰκονομολόγων τὰς θεωρίας του. Ὁ τρόπος ὅμως ἤδη, καθ’ ὃν διετυπώθη ἡ πρόσκλησις, ἀποδεικνύει τίνα πεποίθησιν ἐνέπνευσαν τῷ οἰκονομολόγῳ ἐκείνῳ αἱ θεωρίαι τοῦ κ. Τρικούπη. Τὸ πρακτικὸν τῆς ἀξιομνημονεύτου συνεδριάσεως ἐκείνης τῆς 5 Σεπτεμβρίου 1891 ἐδημοσιεύθη ἐν τῷ περιοδικῷ τῶν οἰκονομολόγων (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Λέων Σαΐϋ προτείνει, ὅπως ἐπωφεληθῶσι τῆς παρουσίας τοῦ κ. Τρικούπη, ἵνα συλλέξωσι πολυτίμους πληροφορίας ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Λέων Σαΐϋ λέγει, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος παριστᾷ ἤδη ἀπώλειαν 25% κατὰ μέσον ὅρον, καὶ ἐν τούτοις δὲν φαίνεται πάσχουσα ἐκ τούτου ἡ Ἑλλάς. Ὑπάρχει ἐνταῦθα φαινόμενόν τι, ἀνατρέπον ὀλίγον» (ἐνταῦθα ἄρχεται ἡ εἰρωνεία) «τὰς ἰδέας, ἃς κοινῶς ἔχομεν ἐν Γαλλίᾳ, διότι ὑπολαμβάνομεν πράγματι, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος καθιστᾷ ἀληθῆ φόρον καταναλώσεως, ὅστις βαρύνει πάντας. Ὁ κ. Τρικούπης θὰ εὐαρεστηθῇ βεβαίως νὰ ἐξηγήσῃ ἡμῖν, διατὶ ἄλλως ὑπολαμβάνεται τοῦτο εἰς τὴν πατρίδα του». Ὁ κ. Τρικούπης λαμβάνει τὸν λόγον, καὶ ἀναπτύσσει τὴν θεωρίαν του. Τὰ πρακτικὰ ἀφηγοῦνται ὡς ἑξῆς τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα (ἀναγινώσκει): «Ὅτε ὁ κ. Τρικούπης ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀρχικῶς ἠγόραζε συναλλαγματικὰς ἐπὶ τοῦ ἐξωτεκοῦ, ὅπως καταβάλῃ τὰ 25 ἢ 28 ἑκατομμύρια, τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων εἰς χρυσόν. Κατόπιν ἐπεχείρησε νὰ προμηθευθῇ τὸ μεταλλικὸν ποσὸν, τὸ ἀναγκαιοῦν αὐτῷ, μετατρέπων εἰς δάνειον εἰς χρυσὸν τὸ δάνειον εἰς χαρτονόμισμα, τὸ δάνειον τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. «Οὕτως ἡ Ἑλλὰς ἤρξατο δανειζομένη κατ’ ἔτος εἰς μεταλλικὸν 28 ἑκατομμύρια, ἅτινα ἐχρησιμοποίει εἰς τὴν ἀπόσβεσιν μέρους τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ γραμματίων, δανειζομένη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν παγίως πρὸς 4% καὶ εἰς τὰ 72½ λ. χ. Τὸ προϊὸν τοῦ δανείου ἐχρησιμοποιεῖτο ἀμέσως εἰς τὴν ἀπόσβεσιν ἴσου χρέους ὀνομαστικῆς ἀξίας, ἀποφέροντος τόκον μεγαλείτερον καὶ χρεωλυτικοῦ. Ἐξακολουθοῦντες τὸ σύστημα τοῦτο, δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ θέλει ἀντικατασταθῆ δι’ ὑπηρεσίας ἐξ ὁλοκλήρου εἰς μεταλλικόν. Τότε θὰ ἐπιστῇ ὁ καιρὸς νὰ καταργηθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ νὰ καταστῇ ἡ μεταλλικὴ κυκλοφορία γενική.» Ὁ κ. Τρικούπης ἐν Παρισίοις εἶχε λησμονήσει τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀναγράφουν οἱ ἰσολογισμοὶ τῶν Τραπεζῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐβεβαίωσε τὴν Ἑταιρίαν τῶν Οἰκονομολόγων, ὅτι μετ’ ὀλίγον, συνεχιζομένης τῆς πολιτικῆς του, θὰ ἐπήρχετο ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀφοῦ ἐδανείζετο κατ’ ἔτος 28,000,000, καὶ ἀπέδιδεν εἰς χαρτίον ἴσον ποσὸν εἰς τὰς Τραπέζας. Πόσον ἀπέδωκε, τὸ εἴδετε. Ἀλλ’ ἀδιάφορον· δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας αἱ θεωρίαι τοῦ κ. Τρικούπη προὐξένησαν εἰς τοὺς ξένους οἰκονομολόγους. Μετὰ τὸν κ. Τρικούπην λαμβάνει τὸν λόγον ὁ κ. Λέων Σαΐϋ, καὶ ἀφοῦ ηὐχαρίστησε τὸν κ. Τρικούπην διὰ τὰς ἀνακοινώσεις του, ἐπήνεγκε τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τὴν γενικὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἐκπλήσσεται βλέπων λαὸν, ὅστις δύναται νὰ καταργήσῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, νὰ μὴ τὸ πράττῃ, νὰ μὴ ἐπιθυμῇ μάλιστα νὰ τὴν ξεφορτωθῇ. Παρ’ ἡμῖν ὑπολαμβάνεται αὕτη ὡς φόρος καταναλώσεως, λειτουργῶν διὰ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος· ἡμεῖς δοξάζομεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ τὸν κάμωμεν νὰ ἐκλείψῃ τὸ ταχύτερον, καὶ εἶναι ἄξιον θαυμασμοῦ νὰ βλέπῃ τις ἔθνος, τὸ ὁποῖον, δυνάμενον, νὰ μὴ τὸ πράττῃ». Ὁ Léon Say ἔλεγε ταῦτα, διότι ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ δὲν τὸ πράττομεν, διότι εὑρίσκομεν συμφέρον νὰ τὴν διατηρήσωμεν (ἀναγινώσκει): «Ἑτέρα παρατήρησις. Παρετηρήθη γενικῶς ὅτι χώρα, ἥτις προάγεται εἰς πλοῦτον,—καὶ ἡ Ἑλλὰς, εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, εὑρίσκεται ἐν τοιαύτῃ ἀκμῇ,—ἐπανεισάγει, οὕτως εἰπεῖν, τὰ ἐξωτερικά της δάνεια, ἐξαγοράζουσα τοὺς τίτλους τῶν δανείων της. Καὶ ἐν τούτοις ἰδοὺ ἡ Ἑλλὰς, ἀντιθέτως ἀντικαθιστῶσα τὰ ἐσωτερικά της δάνεια δι’ ἐξωτερικῶν εἰς μέταλλον. Τέλος ὁ ῥήτωρ καταπλήσσεται μὲ τὴν ἁπλότητα, μεθ’ ἧς ἡ Ἑλλὰς ἀνέχεται τὴν κατάστασιν ταύτην, καθ’ ἣν ἐξάγει τὴν ἀξίαν τῶν τοκομεριδίων της, χωρὶς νὰ ἀνησυχῇ, ὅταν ἡ ἀξία αὕτη δὲν ὑπερβαίνῃ τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς της.» Ἔμειναν κατάπληκτοι οἱ Γάλλοι οἰκονομολόγοι μὲ τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας τόσον ἐχειροκροτήσατε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑμεῖς, διότι ἐσκέπτοντο, ὡς συνήθως σκέπτονται οἱ ἄνθρωποι, ὅτι ἓν ἔθνος βαίνει καλῶς ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικά του, ὅταν ἐξαγοράζῃ τὰ ἐξωτερικά του δάνεια. Ὁ κ. Τρικούπης ἐβεβαίου τὴν Ἑταιρίαν τῶν Οἰκονομολόγων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς προάγεται εἰς πλοῦτον, καὶ ἐθαύμαζον οὗτοι, διότι, ἀντὶ νὰ φροντίζῃ νὰ ἐξαγοράζῃ τὰ ἐξωτερικά της δάνεια, ἐφρόντιζε νὰ τρέπῃ τὰ ἐσωτερικὰ εἰς τραπεζογραμμάτια δάνεια εἰς ἐξωτερικὰ μεταλλικά. Οὕτως ἐκρίθη τὸ σύστημα τοῦ κ. Τρικούπη παρὰ τῶν Γάλλων οἰκονομολόγων ἐν τῇ συνεδριάσει ἐκείνῃ τῆς 5 Σεπτεμβρίου 1891. Ὑπάρχουν ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν μεθ’ ἡμῶν θέσιν, καὶ προσφάτως ἕτερος ἐπιφανὴς Γάλλος οἰκονομολόγος, ὁ Paul Leroy-Beaulieu, ἠσχολήθη περὶ τῶν Κρατῶν ἐκείνων, καὶ ἠσχολήθη καὶ περὶ ἡμῶν· καὶ ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται ἐν τῷ «Γάλλῳ Οἰκονομολόγῳ» τῆς 30 Ἰουλίου ἐ. ἔ. ἐπὶ μέτρου ἀκριβῶς ὁμοίου πρὸς τὸ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν σχεδιαζόμενον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τῆς Βραζιλίας, ἔλαβε τελευταῖον (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Βραζιλίας ἄλλως μέχρι τοῦδε διώκει τὰς πλέον παραδόξους χιμαίρας. Εἴδομεν τῳόντι τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν, συνεπείᾳ ἀληθοῦς παραφροσύνης, νὰ τρέπῃ ὑποχρεώσεις ἐσωτερικὰς, πληρωτέας εἰς χαρτονόμισμα, εἰς ὑποχρεώσεις πληρωτέας εἰς χρυσόν...» Καὶ κατωτέρω, πραγματευόμενος περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἱσπανίας προστίθησιν (ἀναγινώσκει): «Ὡς πρὸς δὲ τ’ ἀποταμιεύματα εἰς μεταλλικὸν τῆς Τραπέζης τῆς Ἱσπανίας, εἶναι παιδαριῶδες τὸ νὰ προσπαθῇ τις νὰ τὰ αὐξήσῃ εἴτε δι’ ἀγορᾶς μετάλλου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἴτε ἀποσύρων τὸ ὑφιστάμενον ἔτι ἐν τῇ χώρᾳ.» Οὕτω κρίνονται, Κύριοι, τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσατε ἤδη,—διότι ἐψηφίσατε πρὸ δύο ἡμερῶν τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συνομολογήσῃ δάνεια ἐπὶ τόκῳ 8% καὶ ἐπὶ ἐγγυήσεσιν ἀναλόγοις ἐκ τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, καὶ ἐπὶ τῇ διαχειρίσει τῶν προσόδων τούτων παρὰ τῶν δανειστῶν, διὰ τὴν τροπὴν μέρους τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου. Τὴν παραχώρησιν ὅμως τοιούτων ἐγγυήσεων καὶ τὴν τοιαύτην ἐκχώρησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν προσόδων τοῦ Κράτους οὐ μόνον θεωροῦσιν ὡς ἀληθῆ παραφροσύνην οἱ ξένοι οἰκονομολόγοι, οἱ οἰκονομολόγοι τῶν λαῶν ἐκείνων, πρὸς οὓς ἀπευθυνόμεθα, ὅπως μᾶς δανείσουν, ἀλλὰ θεωροῦσιν ἔτι πλέον ὡς ἄγουσαν εὐθὺ πρὸς τὴν ὁδὸν τῆς χρεωκοπίας. Ἰδοὺ τί ἔγραφε τὴν 26 Σεπτεμβρίου 1891 ὁ αὐτὸς Leroy-Beaulieu ἀκριβῶς ἐπὶ ὁμοίου θέματος (ἀναγινώσκει): «Πρέπει νὰ καταδικάσωμεν, ὡς ἄγουσαν εἰς τὴν ὁδὸν τὴν χωροῦσαν πρὸς τὴν χρεωκοπίαν καὶ ὡς καθιστῶσαν ἐπαχθεστέραν τὴν μέλλουσαν χρεωκοπίαν, τὴν ἐκ μέρους Κράτους βεβαρημένου ἤδη διὰ μεγάλου γενικοῦ χρέους ἔκδοσιν δανείων μὲ εἰδικὰς ἐγγυήσεις.» Μὲ τοιαῦτα μέτρα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ προσελκύσῃ τὴν πίστιν τῶν εὐρωπαϊκῶν κεφαλαίων, καὶ νὰ κατορθώσῃ νὰ περιορίσῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, νὰ ἐλαφρώσῃ δὲ τὴν κοινωνίαν τῶν ἐξ αὐτῆς ἐπαχθῶν βαρῶν. Ὤφειλε τέλος νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναποδράστως θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ τοιαύτη οἰκονομικὴ τακτικὴ, καὶ ὤφειλε ν’ ἀντιμετωπίσῃ εἰλικρινέστερον καὶ γενναιότερον τὴν κατάστασιν. Σήμερον πλέον τὴν κατάστασιν ἡμῶν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀποκρύψῃ. Ἀποκρύπτων αὐτὴν, οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ νὰ τὴν χειροτερεύῃ. Καὶ ταῦτα κυρίως ὡς πρὸς τὴν πίστωσιν τῶν δραχμῶν 2,200,000 τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς. Κατερχόμενός τις τὴν στήλην τῶν ἐξόδων καὶ διερχόμενος αὐτὴν ὁλόκληρον, εἰς μάτην θ’ ἀναζητήσῃ ἑτέραν πίστωσιν, ἥτις ἐν τούτοις ἐπιβάλλεται ἐξ ἐπιτακτικῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε τὸ Κράτος, ἡ μὴ ἀναγραφὴ τῆς ὁποίας ἔγεινεν ἀντικείμενον πικρῶν κατακρίσεων κατὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῆς. Ἡ πίστωσις αὕτη, ἐννοεῖτε πάντες, εἶναι ἡ ἀναγκαία πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Ὁ κ. Σιμόπουλος, νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ πρῶτον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸ πλεῖστον τοῦ πραγματοποιηθέντος μέρους ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ἐχρησιμοποιήθη εἰς ἐκπλήρωσιν ἀναγκῶν τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ· κατ’ ἀκολουθίαν δέον ἡ πίστωσις, ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου, νὰ ἀναγράφηται εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν, ὅπως οὕτως ᾖναι γνωστὴ ἡ διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἐτησία δαπάνη. Κατ’ ἀκολουθίαν πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου φρ. 3,051,318.» Ὑπέθετον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ κ. Σιμόπουλος τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελεν ἐφαρμόσει τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας τότε, ὄχι ὡς ἰδίας, ἀλλ’ ὡς γνώμας τοῦ ἡγέτου τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, ὁ κ. Σιμόπουλος ἐδίδασκε τότε, καὶ πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Παραδόξως ὅμως, ὡς εἶπον, εἰς μάτην θ’ ἀναζητήσῃ τις ἐν τῇ στήλῃ τῶν ἐξόδων τὴν πίστωσιν ταύτην, διότι δὲν ἀνεγράφη. Ἡ ἔκθεσις δὲ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔρχεται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, διατὶ ἡ πίστωσις αὕτη δὲν ἀνεγράφη. Προτάσσεται πίναξ, ὅστις καταδεικνύει, πῶς διετέθη τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, καὶ μετὰ τὸν πίνακα τοῦτον προβάλλονται τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὥστε μέχρι τέλους τοῦ 1892 ἔσεται διατεθειμένον ὑπὲρ τοῦ σιδηροδρόμου ποσὸν δραχ. 33,104,433, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται, κατὰ τὴν κρατήσασαν περὶ διαιρέσεως τῶν τακτικῶν ἀπὸ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας ἀρχὴν, νὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ ἀπαιτουμένη πρόβλεψις διὰ τόκον,—ἀρχὴ, ἣν ἠκολούθησε καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ τὸ αὐτὸ δάνειον εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν 1891 καὶ 1892, ἐνεργοῦσα δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων τὰς σχετικὰς πληρωμάς,—καὶ ἀπομένουσιν ἐκ τοῦ ὡς ἄνω εἰσπραχθέντος ποσοῦ τῶν 51 ἑκατομμυρίων 18 ἑκατομμύρια, ἅτινά εἰσι κατατεθειμένα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων κατασκευῆς τοῦ ἐν λόγῳ σιδηροδρόμου. Ἡ τοιαύτη κατάθεσις δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, ἀφοῦ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐξακολουθεῖ καὶ θέλει ἐξακολουθήσει νὰ πληρόνῃ τὰς διὰ τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον δαπάνας κατὰ τὸ ποσὸν τῶν ἐκτελουμένων ἔργων. Συνεπῶς δέχονται (τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς) ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ σήμερον τόκος εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμόν.» Παραδόξως ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1892 μέχρι τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1892 μετεβλήθησαν ἐπαισθητῶς τὰ κατὰ τὸ δάνειον τοῦτο, καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶχον καταναλωθῆ, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους τὰ χρήματα τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίτσης, ἀλλὰ καὶ εὑρέθησαν κατατεθειμένα εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον. Βεβαίως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη, δὲν κατέθηκε ταῦτα, ἀλλ’ οὐδ’ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, κατηγορηθεῖσα ὅτι μετέτρεψε τὴν χρῆσιν αὐτῶν, δὲν πιστεύω νὰ τὰ ἐπέστρεψεν· ὑποθέτω ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου τὰ εὗρε καὶ τὰ κατέθηκε. Δὲν εἶναι σπουδαῖον ὅ,τι ἀναγράφεται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θαυμάζω ὅμως, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐφρόντισε νὰ προλάβῃ τὴν ὑποβολὴν τοιαύτης ἐκθέσεως, ὅπως μὴ γινώμεθα καταγέλαστοι, τοιαῦτα παιδαριώδη ἀναγράφοντες εἰς ἐκθέσεις ἐπισήμους. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ 18 ἑκατομμύριά εἰσι κατατεθειμένα εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον, εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι ὁλόκληρον τὸ δάνειον κατηναλώθη, τὰ δὲ ⅔ αὐτοῦ εἰς ἄλλας ἀνάγκας παρὰ τὸν προορισμόν του, ὀφείλομεν ν’ ἀναγράψωμεν τὴν σχετικὴν πίστωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἢ ὄχι; Ἀλλ’ ἐνταῦθα συμπίπτει ἡ θεωρία τοῦ στενοῦ καὶ τοῦ εὐρέος ἰσοζυγίου. Ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις διὰ στόματος τοῦ κ. Σιμοπούλου, καὶ αὐτὸς δ’ ἄλλως ὁ ἴδιος ἔλεγε τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1892, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις ἐν τῇ στήλῃ τῶν ἐξόδων, λέγει σήμερον, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναγραφῇ. Διατί; Διότι εἶναι ἔκτακτος δαπάνη. Πῶς εἶναι ἔκτακτος δαπάνη; Διότι ἀφορᾷ εἰς καταβολὴν τόκων δανείου συνομολογηθέντος δι’ ἐκτάκτους δαπάνας, οἱ τόκοι δ’ οὗτοι οἱ διάμεσοι, οἱ μέχρι πέρατος τοῦ ἔργου, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ δανείου, ὤφειλον νὰ καταβληθῶσιν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐπεραιώθη τὸ ἔργον, ὀφείλομεν νὰ καταλογίσωμεν εἰς βάρος τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου τοὺς τόκους τοὺς διαμέσους. Ἀλλ’ ὅταν τοιαῦτά τινα ἀνέγραφεν ἡ σύμβασις τοῦ δανείου ἐκείνου, ὑπέθετεν ὅτι τὰ χρήματα θὰ ἔμενον ἄθικτα, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου ἐκ τῶν χρημάτων αὐτοῦ τοῦ δανείου. Σήμερον ὅμως γνωρίζομεν, ὅτι τὰ χρήματα δὲν εἶναι κατατεθειμένα ἐν τῷ Κεντρικῷ ταμείῳ ἢ ἀλλαχοῦ· γνωρίζομεν, ὅτι βεβαίως κατηναλώθησαν δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους· πόθεν θὰ ληφθῶσιν οἱ τόκοι, πόθεν θὰ ληφθῇ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 3,051,318 διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων; Θὰ ληφθῇ ἐκ νέου δανείου; Ἀλλὰ καὶ ἂν πρόκηται νὰ ληφθῇ ἐκ νέου δανείου, ἀναγκαίως πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν στήλην τῶν ἐξόδων τοῦ 1892, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλογισθῇ πλέον ὡς ἔκτακτος δαπάνη καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήσαμεν μὲν δι’ ἐκτάκτους δαπάνας, κατηναλώσαμεν δὲ κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Τότε δὲν ἔχομεν οὐδένα λόγον ν’ ἀναγράφωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοὺς τόκους τῶν δανείων· ἂς ἀπαλείψωμεν τὰ 29 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, καὶ οὕτως ἡσυχάζομεν ἅπαξ διὰ παντός. Ἀλλ’ εἰς τὸν πίνακα, ὃν παραθέτει ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐκθέσει της, εὑρίσκομεν, ὅτι ζητοῦνται πιστώσεις διὰ σιδηροδρομικὰς ἐργασίας εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἐκ δραχμῶν 9,446,825· καὶ ἂν διέλθητε δὲ πάλιν τὴν στήλην τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ εὕρητε οὐδὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐγγεγραμμένον. Καὶ ἐνταῦθα φαίνεται κἄπως δικαιολογουμένη ἡ παράλειψις τῆς πιστώσεως ταύτης, διότι πρόκειται ἀληθῶς περὶ ἐκτάκτου δαπάνης, κατὰ τὴν πρᾶξιν δὲ, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε δυστυχῶς εἰς τὰ λογιστικὰ ἡμῶν, δὲν πρέπει νὰ ἀναγράφωνται ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις δι’ ἐκτάκτους δαπάνας. Ἀλλὰ πάλιν ἐνταῦθα ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρόνοιαν διὰ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1892 ἐκ δρ. 9,446,825, αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλε τὴν πρόνοιαν τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῇ στήλῃ τῶν ἐξόδων τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων· ὅτι δηλ. κατηναλώθησαν τὰ χρήματα τοῦ δανείου, δι’ ὧν θὰ κατεσκευάζετο τὸ ἔργον. Τὰ χρήματα ταῦτα εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἐχρησιμοποιήθησαν πρὸς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀναγκαίως δὲ τὸ Κράτος, ἀφοῦ εἰσεκόμισε τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἔχει δ’ ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πιστώσεως τοῦ ἔργου, ὀφείλει νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῇ στήλῃ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ ἔργου. Θὰ σᾶς εἴπωσιν, —ἐὰν λάβωσι τὸν κόπον, μολονότι δὲν τὸ πιστεύω, νὰ ἀπαντήσωσι,— θὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι «δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ἀναγράψωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ὁλόκληρον τὸ δάνειον, δὲν ἦτο προωρισμένον διὰ τὸν σιδηρόδρομον, ὑπολείπεται δ’ ἓν μέρος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπραγματοποιήθη, καὶ ἑπομένως ἀπέναντι τοῦ μέρους τούτου καταλογίζομεν τὴν δαπάνην τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ ἔργου». Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα εἶναι λόγοι κενοὶ, διότι σήμερον βεβαίως δὲν δυνάμεθα οὐδὲ λεπτὸν νὰ δανεισθῶμεν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου, δὲν δυνάμεθα οὔτε μίαν ὁμολογίαν νὰ ἐκποιήσωμεν· καὶ ἐνῷ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκποιήσωμεν οὐδεμίαν ὁμολογίαν ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν οὐδ’ ἕτερον δάνειον, καίτοι τοσαύτας προσεφέραμεν ἐγγυήσεις. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς πάσας ἐκείνας τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας μετὰ τόσης ἐπιμελείας ἐξέθηκαν καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Θὰ ἦτο ματαιοπονία τὸ νὰ ἐπιμένῃ τις ν’ ἀποδείξῃ τὰ κατάδηλα, ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι κακῶς δὲν ἀνεγράφησαν πιστώσεις, ἀναπόφευκτοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἄλλων δανείων, διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν κτλ. Ἐκ τῶν τριῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα ὑμῖν, ἀποδεικνύεται προφανῶς τὸ εἰκονικὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Καὶ ἐν τούτοις ἡ περίστασις εἶναι τοιαύτη, Κύριοι, ὥστε ἐπεβάλλετο ἡμῖν, ἀντὶ νὰ προσπαθῶμεν διὰ τῆς θεωρίας τοῦ στενοῦ καὶ εὐρέος ἰσοζυγίου νὰ καταστήσωμεν ἓν λογιστικὸν ἰσοζύγιον, ἐπεβάλλετο νὰ προσπαθήσωμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ καταστήσωμεν ἰσοζύγιον τέλειον, ἀληθὲς καὶ πραγματικὸν, καὶ οὐχὶ λογιστικὸν καὶ εἰκονικόν. Παραδόξως, καίτοι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τίνες εἶναι αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, παραδόξως ἡ Κυβέρνησις περιορίζεται εἰς τὴν ἐπιδίωξιν ἑνὸς οἱουδήποτε ἰσοζυγίου, καθαρῶς λογιστικοῦ, νομίζει δὲ, ὅτι τοῦτο πράττουσα καὶ τοῦτο ἐπιτυγχάνουσα, καλύπτει τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς δεινὰς περιστάσεις. Ὠφείλαμεν, Κύριοι, νὰ πράξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ ὑπαγορεύουσιν αἱ περιστάσεις, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλεν ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀφροσύνη ἡμῶν, ἡ πολιτικὴ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ὠφείλαμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἄμεσον ἀποκοπὴν πάσης δαπάνης, οὐχὶ μόνον περιττῆς, ἀλλὰ καὶ πάσης δαπάνης, ἥτις δὲν εἶναι ἀναποδράστως καὶ ἀναποφεύκτως ἀναγκαία. Ἡμεῖς ἐν τούτοις τί πράττομεν; Ἀρκούμεθα εἰς εἰκονικὰς οἰκονομίας, μειοῦμεν τὴν πίστωσιν τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, δὲν ἀναγράφομεν πιστώσεις, τὰς ὁποίας ὠφείλαμεν ν’ ἀναγράψωμεν, περικόπτομεν μικρά τινα ἔξοδα, καὶ φρονοῦμεν, ὅτι οὕτως ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὸ δεινὸν τῶν περιστάσεων. Διατηροῦμεν ἐν τούτοις τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, τῆς ὁποίας ἀνενεώσαμεν τὴν σύμβασιν, χωρὶς νὰ κατορθωθῇ, καίτοι λήγουσι σήμερον αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ κατορθωθῇ νὰ μᾶς ὑποβληθῇ αὕτη. Διατηροῦμεν τὰς Πρεσβείας, θέσεις καθαρῶς ἀργομίσθους, συνιστῶμεν σῶμα ἀστυφυλακῆς, εἰς ὃ θέλουσι καταταχθῆ χίλιοι ἀστυφύλακες, μισθοδοτοῦμεν δ’ αὐτοὺς κατὰ μέσον ὅρον πρὸς δραχμὰς 80 κατὰ μῆνα, ἐνῷ ἠδυνάμεθα, ἀφοῦ ἀπεφασίσαμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ βάρβαρον καὶ ἀποτρόπαιον σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, νὰ μεταχειρισθῶμεν παντοῦ τὴν χωροφυλακὴν, αὐξάνοντες τὴν δύναμιν αὐτῆς, καὶ ἐλαττοῦντες ἀναλόγως τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ἵνα μὴ δαπανῶμεν ἑκατομμύρια δωρεάν. Διαλύομεν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ νομίζομεν ὅτι πράττομεν οἰκονομίαν, δημιουργοῦντες ἄλλας θέσεις ἀργομισθίας, καθ’ ἑκατοντάδας, θέσεις ὁδοστατῶν καὶ θέσεις ἀρχιοδοστατῶν. Ταῦτα, Κύριοι, ἐν συντόμῳ ἠθέλησα νὰ ἐκθέσω ὑμῖν ἐπὶ τῆς στήλης τῶν ἐξόδων. Ἐὰν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν παρατηρήσεών μου ἐπιτρέψητε νὰ ῥίψω ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς στήλης τῶν ἐσόδων, ψηφισθέντων ἤδη, θέλω παρατηρήσει ἀμέσως, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἐπιβάλλεται νὰ προσδιορισθῶσι μέχρι λεπτοῦ τὰ ἔσοδα ἡμῶν, διὰ νὰ γνωρίζωμεν ἐπακριβῶς, τί δυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν, βλέπω ἀναγραφόμενα τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σφαλερῶν ὑπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος, τῶν σφαλερῶν ὑπολογισμῶν, οὓς αὐτοὶ οἱ συγκροτοῦντες τὴν νῦν Κυβέρνησιν κατέκριναν κατὰ τὸ παρελθόν. Διότι σᾶς εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῶν ἐσόδων γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν βεβαιωθέντων, καὶ ὅτι μεταξὺ τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ὑπάρχει μεγίστη διαφορά. Κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1892 ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξ ὀνόματος τοῦ κρατοῦντος ἤδη κόμματος, κατακρίνων πικρότατα τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν βεβαιωθέντων, ἀνεβίβαζε τὴν διαφορὰν ταύτην εἰς 8, ἢ 9%. Ἔλεγε τότε ὁ κ. Σιμόπουλος (ἀναγινώσκει): «Ἐννοεῖται, ὅτι πρόκειται περὶ ἐλλείμματος προκύπτοντος ἐκ τῆς συγκρίσεως βεβαιωθέντων ἐσόδων καὶ οὐχὶ εἰσπραχθέντων, πρὸς τὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ τίς ἔσεται ἡ ἐπὶ τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων καθυστέρησις;... Κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη αἱ καθυστερήσεις ἐπὶ τῶν βεβαιωθέντων, ἤτοι ἐπὶ τῶν εἰσπρακτέων, ἀνῆλθον εἰς 8–9 ἑκατομμύρια εἰς ἑκάστην χρῆσιν. Οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος, ἀναιρῶν τὴν βάσιμον πιθανότητα, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1892 θὰ καταλίπῃ παραπλήσιον ποσὸν καθυστερήσεως.» Τὴν διαφορὰν ταύτην μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθησομένων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν εἰσήγησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπεβίβαζεν εἰς 5 ἢ 6%. Οἱαδήποτε ὅμως καὶ ἂν ἦναι ἡ διαφορὰ αὕτη μεταξὺ βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων, ἡ μὴ ἀναγραφὴ τῶν ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν εἰσπραχθέντων ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν μεριμνῶμεν εἰς τὸ νὰ ἐξακριβώσωμεν, ποῖα ἔσονται κατὰ τὸ μέλλον τὰ ἔσοδα ἡμῶν. Εἰς τὴν στήλην τῶν ἐσόδων θέλετε εὕρει ἐπίσης ἀναγραφόμενον ποσὸν ἐκ δραχμῶν 1,280,000 ἐκ δανείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἡ ἄδεια ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον θέλει πραγματοποιηθῆ ὡς ἐπραγματοποιήθησαν πάντα ἐκεῖνα τὰ προηγούμενα δάνεια, ὡς πρὸς ἃ ἡ προηγουμένη Βουλὴ ἐχορήγησε τὰς ἤδη γνωστὰς ὑμῖν ἀδείας. Καὶ ἀφοῦ οὕτω καὶ τοιαῦτα ἀναγράφομεν τὰ ἔσοδα ἡμῶν, ὑπολογίζομεν περιπλέον καὶ ἐπὶ τὴν αὔξησιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, συνεπείᾳ τῆς τελευταίως ψηφισθείσης ἐπιβαρύνσεως αὐτῶν, καὶ τοῦτο, ὅταν τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα ἀποδεικνύωσι μείωσιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, μείωσιν, διὰ τὴν ὁποίαν μάλιστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐχαίρετο, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ἀποδεικνύει ἡ μείωσις αὕτη, οὐχὶ τὴν ἐπίτασιν τῆς λαθρεμπορίας, οὐχὶ τὴν ἀπορίαν τῆς χώρας, ἀλλ’ ἀποδεικνύει ἀποθησαύρισιν χρυσοῦ, καὶ χρυσοῦ δεκάδων ἑκατομμυρίων, διότι σᾶς ὑπελόγιζε τότε ὅτι τὰ 4½ ἑκατομμύρια, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβιβασθῶσι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τοῦ 1892, ἀντιστοιχοῦσι πρὸς εἰσαγωγὴν 22 ἑκατομμυρίων, ὅπερ ἀπεδείκνυε κατ’ αὐτὸν, ὅτι ἀποθησαυρίζει ἡ χώρα 22 ὅλα ἑκατομμύρια. Ὑπολογίζομεν ἐπίσης ἐπὶ τὴν εἴσπραξιν ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, ὅταν ἀκριβῶς ἐδικαιολογεῖτο τὸ σχετικὸν νομοθέτημα ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς περιστολῆς τῆς ἐκπαιδεύσεως· διότι ἡ Κυβέρνησις χαρακτηρίζει ὡς ἀντικείμενον ἐπιβλαβὲς τὴν ἐκπαίδευσιν, τοιαῦτα δ’ ἐπέβαλε τέλη, ὥστε δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀπαγορευτικά. Οὕτω, Κύριοι, φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι κατέστησε τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἀφοῦ ἐγκατέλιπε πλέον τὴν ἰδέαν νὰ καταστήσῃ αὐτὸ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτιμήσῃ ἀκριβέστερον τὰς περιστάσεις, νὰ λησμονήσῃ τὸ παρελθὸν, νὰ λησμονήσῃ τὴν ἱστορίαν τῶν μελῶν αὐτῆς, νὰ προσπαθήσῃ δὲ διὰ παντὸς τρόπου καὶ διὰ πάσης οἰκονομίας νὰ καταστήσῃ ἰσοζύγιον πραγματικὸν, διὰ νὰ δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ δεινὸν τῶν περιστάσεων. Μόνον οὕτω θὰ ἦν δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ἐπὶ αἰσιώτερον μέλλον, μόνον οὕτω θὰ ἦν δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλει κατορθώσει ν’ ἀνακύψῃ ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Ὁ Paul Leroy-Beaulieu ἐν τῷ φύλλῳ τοῦ «Economiste Français» τῆς 23 Ἰουλίου λέγει περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει). «Ὁ κ. Τρικούπης ὑπέβαλε προϋπολογισμὸν, ὅστις καταλήγει εἰς περίσσευμα. Τοῦτο εἶναι παρὰ πολὺ ὡραῖον. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ εἶναι ἀναγκαῖον, εἶναι νὰ μὴ ἐμπιστεύηται τόσον ἑαυτὸν, καὶ νὰ μὴ προσπαθῇ ν’ ἀπατήσῃ τινά. (Ce qui est nécessaire c'est qu'il ne s'en fasse pas accroire et ne cherche pas à en faire accroire aux autres). Ἁπλῆ ὑπουργικὴ μεταβολὴ, καὶ ὅταν συνεπάγεται αὔξησιν ἱκανότητος ἐν τῇ Κυβερνήσει, δὲν ἀρκεῖ ὅπως βελτιώσῃ οἰκονομικὰ ἠρειπωμένα. Ὁ κ. Τρικούπης, ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, ὡς καὶ τὸ κοινὸν ἐν γένει, δὲν πρέπει νὰ πλανῶνται ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.» Οὕτως ἐκτιμᾷ τὰ καθ’ ἡμᾶς ὁ Paul Leroy-Beaulieu, καὶ τοιαύτας σκληρὰς ἀπευθύνει ἡμῖν συμβουλάς. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις, καὶ μεθ’ ὅλα αὐτὰ, φαίνεται ἐπιμένουσα εἰς τὸ σκολιόν της σύστημα, καὶ ἀφοῦ ἐπιμένει εἰς τὸ σκολιὸν σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν καὶ τῶν ψευδῶν ἰσοζυγίων, οὐδὲν ἀναγράφει ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς ἐν τῇ χώρᾳ, οὐδὲ δίδει ἐλπίδα τινὰ αὐξήσεως αὐτῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς οὐδεμίαν περὶ αὐτῆς λαμβάνει φροντίδα, διότι οὐδεμίαν θέλετε εὕρει ἐν αὐτῷ ἀναγραφὴν δαπάνης, τεινούσης πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὤφειλε κυρίως νὰ ἀποβλέψῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ διέγραψε τὴν πίστωσιν διὰ τὴν ἐπιχορήγησιν εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν,— καὶ καλῶς ἔπραξε νὰ διαγράψῃ αὐτὴν,— ἦν ἡ σύστασις μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, διὰ τῆς ὁποίας θὰ κατωρθοῦτο ἡ ναυτιλία ἡμῶν ἡ ἀτμήρης νὰ γείνῃ ἰσόπαλος πρὸς τὴν ναυτιλίαν τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ἤδη, μεθ’ ὅλας τὰς πιέσεις, ἃς ὑπέστη ἡ ἀτμήρης ναυτιλία ἡμῶν ἐκ τῆς ἐπιχορηγήσεως πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, ἀποδειχθεῖσαν ἀναξίαν πάσης ὑπὲρ αὐτῆς προνοίας, ἤδη, λέγω, μὲ τὰ γλίσχρα αὐτῆς μέσα, συναγωνίζεται τελεσφόρως καὶ πρὸς τὰς γαλλικὰς καὶ πρὸς τὰς ἰταλικὰς καὶ τὰς αὐστριακὰς ἀτμοπλοΐας· ἀπόδειξις, ὅτι κατέχει ὁλόκληρον τὴν Μαύρην Θάλασσαν, ἀπόδειξις ὅτι ἐν τῷ συνεταιρισμῷ, εἰς ὃν προῆλθον αἱ ξέναι ἑταιρίαι μετὰ τῆς Πανελληνίου διὰ τοὺς πλόας τῆς Μαύρης θαλάσσης, κατὰ τὴν διανομὴν τῶν ἐκ τοῦ συνεταιρισμοῦ κερδῶν λαμβάνει αὕτη τὸ μεγαλείτερον μέρισμα. Διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἀτμήρους ναυτιλίας ἡμῶν ἠδυνάμεθα πολλὰ νὰ πράξωμεν, καὶ νὰ προαχθῶμεν εἰς πλοῦτον, διότι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν τὸ μονοπώλιον τῆς μεταφορᾶς τῆς σταφίδος, διότι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μεταφέρωμεν ὅλον τὸ ποσὸν τῶν γαιανθράκων, τῶν ἀναγκαίων καὶ διὰ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν τὸ πολεμικὸν καὶ διὰ τὰ βιομηχανικά μας καταστήματα, μεταφορά, δι’ ἣν καταβάλλομεν ἑκατομμύρια εἰς ξένας ἀτμοπλοΐας. Ἐν τούτοις οὐδὲν πράττομεν, καὶ οὐδόλως μεριμνῶμεν, ὅταν τὸ μέλλον ἡμῶν εἰς τὴν θάλασσαν ὀφείλωμεν ν’ ἀναζητήσωμεν. Σχετικὸν πρὸς τὴν ἐν γένει ναυτιλίαν εἶναι ἓν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο, πραγματοποιούμενον, νὰ φέρῃ ἄμεσον καὶ πραγματικὴν οἰκονομίαν διὰ τὸ Κράτος, τὸ σχέδιον τῆς κτιστῆς δεξαμενῆς. Ἀλλὰ καὶ τοῦ σχεδίου τούτου τὴν ἐκτέλεσιν, ἅμα τῇ ἀναῤῥήσει της εἰς τὴν ἀρχὴν, ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ σταματήσῃ. Ὁ δῆμος Πειραιῶς εἶναι δῆμος πλούσιος, τὸ λιμενικὸν ταμεῖον αὐτοῦ εἶναι ταμεῖον πλουσιώτατον, ἐσχεδίασε τὴν κατασκευὴν δι’ ἰδίας δαπάνης κτιστῆς δεξαμενῆς, δι’ ἧς τὸ Δημόσιον θὰ ἀπηλλάσσετο τῆς ὑποχρεώσεως κατὰ διμηνίαν ἢ τριμηνίαν νὰ ἀποστέλλῃ τὰ θωρηκτὰ εἰς Τουλὼν καὶ ἄλλους λιμένας, ὅπως καθαρισθῶσιν, ἁδρότατα δαπανῶσα. Ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐσταμάτησε τὸ ἔργον, διότι τὸν τόπον, εἰς ὃν ἐπρόκειτο νὰ οἰκοδομηθῇ ἡ κτιστὴ δεξαμενὴ, καὶ ὅστις εἶχε προσδιορισθῆ διὰ Β. Διατάγματος, ἡ Κυβέρνησις ἡ νῦν δὲν ἐγκρίνει. Ἀλλὰ ἠδύνατο νὰ ἐγκρίνῃ ἄλλον οἱονδήποτε, διότι πρόκειται περὶ ἔργου, τοῦ ὁποίου τὸ ἐπεῖγον πάντες ἀναγνωρίζομεν, περὶ ἔργου, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὁποίου δὲν ἤθελε δανεισθῆ τὸ Δημόσιον καὶ οὐδὲν ἤθελε δαπανήσει, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐν τούτοις ἤθελε προσπορισθῆ μεγάλην οἰκονομίαν. Περὶ πλείστων κλάδων τῆς βιομηχανίας ἡμῶν ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ἄμεσος πρόνοια καὶ ἐνθάῤῥυνσις, ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄρτης, μόνον περὶ τῆς κατασκευῆς στιλβώματος τῶν ὑποδημάτων ἐμερίμνησε κατὰ τὴν λήγουσαν ἤδη σύνοδον ταύτην τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις. Τὸ ἐν γένει σύστημά της τὸ οἰκονομικὸν ἐξέχει, καθ’ ἡμᾶς, εἰς πλάνας καὶ ὀλιγωρίαν· τοιαύτην δ’ ἔχοντες γνώμην περὶ αὐτοῦ, ἀναγκαίως ὠφείλαμεν μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς ἐπιμονῆς καὶ ὑπομονῆς ν’ ἀντιταχθῶμεν εἰς αὐτό. Ἡμεῖς ἐπετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας. Ἐὰν δὲν ἐπιτευχθῶσι τ’ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπεβλέπομεν, τὸ σφάλμα δὲν εἶναι ἡμέτερον, τὸ σφάλμα εἶναι ἐκείνων, οἵτινες δὲν εἰσήκουσαν τῆς φωνῆς μας, ἃς ἐλπίσωμεν δ’ ὅτι δὲν θέλουσιν οὗτοι ταχέως ἀναμνησθῆ τῶν λόγων ἡμῶν. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ δώσω ὑμῖν μίαν ἐξήγησιν, πρὶν ἢ περάνω τὸν λόγον. Διὰ τῆς ἀναδρομῆς, ἣν ἐποιησάμην, εἰς τὸ παρελθόν, οὐδόλως ἐσκόπουν νὰ ἐλέγξω τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν πορείαν τοῦ κ. Τρικούπη. Ἡ πορεία ἐκείνη ἐκρίθη, καὶ ἀπέτισεν ἤδη δι’ αὐτὴν ὁ κ. Τρικούπης καὶ τὴν νομικὴν καὶ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην. Τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως τῆς μέχρι τοῦ Ἀπριλίου 1885 κατηνάλωσαν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1885, τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως τῆς μέχρι τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1890 κατηνάλωσαν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890, καὶ οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τὴν κρίσιν, τὴν ἐξενεχθεῖσαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας. Δυνατὸν σήμερον ν’ ἀνακύπτῃ ἐκ τῆς τέφρας του καὶ ν’ ἀνακαινίζηται τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως καὶ τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὡς ἐκαυχήθη, ὅτι ἐνέκρινέ ποτε αὐτὰ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἁπλῶς ὑποτροπήν, καὶ ἀποδεικνύει μόνον ἐπιμονὴν εἰς τὰς πλάνας τοῦ παρελθόντος, ἐξ ἧς ἐπιμονῆς θὰ ἐπέλθουν καὶ ἀποτελέσματα χείρονα ἢ κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἃ καὶ ἡ καταδίκη ἔσεται αὐστηροτέρα ἢ κατὰ τὸ παρελθόν. Δὲν ἐπρόκειτο κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 3 Μαΐου νὰ κριθῇ ἡ πολιτικὴ ἢ οἰκονομικὴ τοῦ κ. Τρικούπη. Ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ κ. Τρικούπη ἐκρίθη δὶς κατ’ ἐπανάληψιν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ κατεδικάσθη παρ’ αὐτοῦ ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως. Οὐδὲ ἠδύνατο, εἴτε Ἡγεμών, εἴτε ἀρχηγὸς κόμματος, νὰ θέσῃ ὡς θέμα τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν 3 Μαΐου πολιτικὴν καταδικασθεῖσαν ἤδη δὶς προηγουμένως. Ἐὰν σήμερον βλέπωμεν ἀνακαινιζομένην τὴν πολιτικήν, τὴν καταδικασθεῖσαν ἤδη δίς, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὀφείλεται ἀτυχῶς εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐπολέμησαν ἐπὶ ὀκταετίαν ὅλην τὴν ὀλεθρίαν ἐκείνην πολιτικὴν, ἀλλ’ οἵτινες, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ἐπαγγελίας των πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τὰς ἐπὶ μακρὸν, ἐπὶ ὀκταετίαν ὅλην διατυπωθείσας, ἐλειποψύχησαν. Οὐδεὶς δύναται, Κύριοι, νὰ ἀξιώσῃ, ὅπως ἐπιλάθωμαι τῆς θέσεως, ἣν ἐτήρησα ἐν τῇ πολιτείᾳ μου ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890. Τὰ ἀποτελέσματα δὲ, εἰς ἃ προῆλθεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, δικαιοῦσιν ἐντελῶς τὴν ἀπέναντι αὐτῆς στάσιν μου, καὶ ἀποδεικνύουσι τὸ σφαλερὸν τῆς πορείας της. Καὶ ὑφισταμένης ἔτι τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ προχθὲς ἀκόμη, ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν ὑμῖν, ὅτι δὲν ἐτόλμησε νὰ προβῇ εἰς τὰς μεταῤῥυθμίσεις ἐκείνας, αἵτινες ἐπεβάλλοντο ἐκ τοῦ δεινοῦ τῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ σφάλμα ἐνέκειτο ἐν τούτῳ, ὅτι δὲν ἐτόλμησεν, ὅτε ὤφειλεν ἀκριβῶς νὰ τολμήσῃ, καὶ ὅτε τὸ δεινὸν τῶν περιστάσεων ἐπέβαλλεν αὐτῷ νὰ τολμήσῃ. Ἀντὶ τούτου ἠκολούθησε τὴν πεπατημένην ὁδὸν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐκείνην ἀκριβῶς, ἣν ἐπολέμει, χαρακτηρίζων ὡς ὀλεθρίαν. Καὶ ἦλθε στιγμή, καθ’ ἣν ἠθέλησε νὰ χειραφετηθῇ ἀπὸ τῆς ἐπηρείας τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, ἣν διεδέχθη, ἀλλὰ τότε ἦτο λίαν ἀργά· οὐδ’ εἶχεν ἐπιτελέσει πάνθ’ ὅσα ὤφειλε νὰ ἐπιτελέσῃ, ὅπως παρασκευάσῃ τὸν τόπον πρὸς τὴν νέαν ὁδὸν, πρὸς τὴν ὁδὸν τῆς σωτηρίας. Ἐν τῇ διοικήσει, δυστυχῶς, μεθ’ ὅλην τὴν ἐγνωσμένην ἐντιμότητα καὶ ἐμπειρίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Γόρτυνος, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα αἰσιώτερα ἢ κατὰ τὴν διοίκησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου. Προσωπικὸν σύστημα ἐφαίνετο διαδεχθὲν ἕτερον προσωπικὸν σύστημα, καὶ τὸ σύστημα ἐκεῖνο δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀγάγῃ εἰς τὰ ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα, εἰς ἃ κατὰ τὸ παρελθὸν ἤγαγε. Τὸ σύστημα, ὅπερ διεῖπε τὰ τῆς πολιτείας ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890 μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου 1892, αὐτὰ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης διὰ τῶν ἰδίων των λόγων ἐχαρακτήρισαν ὡς σύστημα προσωπικόν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καταγγελλόμενος διότι ἐζήτει νὰ καταργήσῃ τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὰ ὁποῖα ὁ τόπος ἀπῄτει εἰλικρινῆ καὶ σκέποντα οὐχὶ τοὺς φατριαστὰς, ἀλλὰ τὴν ἀμερόληπτον δικαιοσύνην, ἐκήρυσσεν ἐντεῦθεν, ὅτι εἶχε πεποίθησιν εἰς ἑαυτόν. Ὑπὸ τοιοῦτο σύστημα, συγκεντρωτικὸν καὶ προσωπικὸν, δὲν ἠδύναντο ἢ νὰ παραχθῶσι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν, αἱ ἔριδες μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀρχῶν καὶ τὰ σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μακρὸν ἀφηγοῦντο αἱ ἐφημερίδες τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν. Ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην τὴν Ἑλληνικὴν, ἐντεῦθεν δὲ καὶ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος ἐπλήσσοντο εἰς τὰ καίρια, καὶ κατηγγελλόμεθα ἐνώπιον τοῦ κριτηρίου τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Εὐρώπης ὡς κακῆς πίστεως, χάριν τῆς χρεωκοπημένης Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Ἀπεσπᾶτο ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Δημάρχου ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία, καὶ ἡ συγκέντρωσις ἐξικνεῖτο καὶ μέχρι τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων. Ἀληθῶς θλίβομαι, ἐπανερχόμενος εἰς τὰς ἀναμνήσεις ἐκείνας· διότι βεβαίως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος ἦτο ἄξιος καλλιτέρας τύχης. Ὑπὲρ τῆς οἰκονομίας πάλιν τοῦ τόπου οὐδὲν εἶχε πραχθῆ, καὶ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τῆς μετὰ τὴν 23 Ὀκτωβρίου 1890 καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς πρὸ τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1890 ἠμφισβητεῖτο ἡ πατρότης τῶν προϋπολογισμῶν. Ἐν τούτοις, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε πρῶτον νὰ προπαρασκευάσῃ αὐτόν· ἤθελε δὲ προπαρασκευάσει αὐτὸν, περικόπτουσα μὲν πᾶσαν δαπάνην, ὡς ἀπεπειράθη νὰ πράξῃ ὀλίγον ἀργὰ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος, κατὰ Φεβρουάριον ἐνεστῶτος ἔτους, πᾶσαν δαπάνην, ἥτις δὲν ἦτο ἀναποδράστως ἀναγκαία, ἐμπεδοῦσα δὲ τὴν κανονικὴν ἀνάπτυξιν τῶν πόρων διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Ἀντὶ τούτου, εἴδομεν τὸ ἀτελὲς σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ καταδικασθὲν, βιοῦν καὶ μετὰ τὴν καταδίκην του, πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ ἐντίμου ἐμπορίου. Ἄνευ λοιπὸν τῆς δεούσης παρασκευῆς ἀπετάθη πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος, καὶ αἱ δυνάμεις αὐτοῦ, μολονότι ἐκ τῆς ἐντίμου διαχειρίσεως ἀπεδείχθησαν πολλαπλάσιαι, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀποδώσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητεῖτο παρ’ αὐτῶν. Ραγδαία ἐπῆλθεν ἡ ὕψωσις τοῦ χρυσοῦ, καὶ ῥαγδαία ἡ ὑποτίμησις τῶν χρεωγράφων. Ὑπὸ τοιαύτας δὲ οἰκονομικὰς δυσχερείας εἴδομεν ἐξεγειρομένην τὴν κοινὴν γνώμην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1890, ἣν εἶχον ἤδη ὑπονομεύσει τὰ σκάνδαλα τὰ διοικητικά. Καὶ ἐπῆλθεν ἐκεῖνο, ὅπερ προεβλέπετο, ἐπῆλθεν ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως· διότι ἡ πτῶσις αὐτῆς ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐπεδιώκετο. Ἀπετάθησαν τότε πρὸς ἀντικατάστασιν Κυβερνήσεως, ἥτις ὑπεστηρίζετο ὑπὸ πλειονοψηφίας ἐπίσης κραταιᾶς ὡς ἐκείνη, ἥτις ὑποστηρίζει τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, πρὸς ἀνθρώπους οὐδεμίαν ἔχοντας ὑπόστασιν πολιτικὴν, ἀπετάθησαν δὲ πρὸς αὐτοὺς ἀπὸ σκοποῦ, διότι προετίθεντο νὰ ὠθήσωσιν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὁμοία πολιτικὴ ἤγαγε κατὰ τὸ 1886. Καὶ εἴδομεν οὕτω σχηματισθεῖσαν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὰ μέλη συνελέγησαν ἐκ τῶν τεσσάρων περάτων τῆς Ἑλλάδος· εἰς τὴν Κυβέρνησιν δ’ ἐκείνην, τὴν οὕτω σχηματισθεῖσαν, ἐπεβλήθη τὸ ὑπὲρ τὰς δυνάμεις της βάρος τῆς διεξαγωγῆς γενικῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν προσεπάθησε νὰ δημιουργήσῃ τὴν πολιτικὴν ὑπόστασιν, ἣν οὐδέποτε τὰ μέλη αὐτῆς ἔσχον. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐκάθητο ἐκεῖ, ἐλλοχεύων, καὶ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐκμεταλλευθῇ, ὡς ἐξεμεταλλεύθη, τὰ σφάλματα, ἐπανῆλθε δὲ μὲ πλειονοψηφίαν, ἥτις ἀληθῶς δὲν ἦτο οἵα παρίσταται σήμερον, διότι κατὰ 50 ἢ 60 Βουλευτὰς ηὔξησεν ἀπὸ τῆς 3 Μαΐου. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ ἀληθὴς ἱστορία τῶν τελευταίων πέντε μηνῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους παρεστάθημεν εἰς ἀληθῶς ἔκτροπα γεγονότα, ἢ τουλάχιστον ὅλως ἀπρόοπτα, διότι ἀπὸ δεκαπενταετίας ἢ δεκαεπταετίας εἴχομεν ἐθισθῆ εἰς πολιτείαν ὁμαλωτέραν. Τὸ γέρας τῆς νίκης διεξεδικεῖτο καὶ ἠμφισβητεῖτο μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου καὶ τοῦ Βουλευτοῦ Μαντινείας. Καὶ ὁ μὲν ἤθελε τὴν νίκην ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς του πολιτικῆς, ὁ ἄλλος ὑπὲρ τῆς Βασιλείας. Κατήγγελλε δ’ ἐκεῖνος, εἰς ὃν εἶχεν ἀνατεθῆ τὸ καθῆκον νὰ προφυλάξῃ τὸν ἀνεύθυνον, κατήγγελλεν, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς πάλης ἡ Βασιλεία ἔῤῥιψεν ἐπὶ τὴν πλάστιγγα τὸ σκῆπτρόν της. Τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἠδύναντο νὰ ὦσι διάφορα. Εὔχομαι, ὅπως μὴ μεταμεληθῶμεν δι’ αὐτά.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἠρκέσθη νὰ ἐπικρίνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, νὰ μνησθῇ τῶν αἰτίων, ἅτινα παρήγαγον τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐνέσκηψαν ἐπὶ τὴν χώραν ἡμῶν, ἀλλ’ ἐνέκρινε νὰ προσθέσῃ εἰς ταῦτα καὶ ἰδίαν αὑτοῦ ἀπολογίαν. Ἐὰν ἡ ἀπολογία αὕτη ἐσκόπει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τὰς δύο συνόδους τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, τὰς βουλευτικὰς συνόδους τοῦ 1890 καὶ τοῦ 1891, ἡ δικαιολογία ἤθελε πείθει τοὺς ἀκούοντας, ἂν οὗτοι δὲν ἐνεθυμοῦντο τὰς χρονολογίας. Ἀλλ’ ἂν ἐνεθυμοῦντο, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐχωρίσθη ἀπὸ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγούμην, οὐχὶ μετὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν τῆς 14 Ὀκτωβρίου τοῦ 1890, διότι τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκήρυξεν ἑαυτὸν ἀρχηγὸν νέου κόμματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ὠνόμασε κόμμα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπολιτεύσεως, πρὶν ἢ τὸ ἔθνος ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα αἱ ἐκλογαὶ τῆς 14 Ὀκτωβρίου ἔθεντο ἐπὶ τῆς τραπέζης, οἱ ἀκούοντες δὲν θέλουσι πιστεύσει, ὅτι ἐχωρίσθη ἀπὸ ἡμᾶς διὰ τὰ ἐλαττώματα τῆς διοικήσεως, ἣν ἐγκατεστήσαμεν, ὅτε ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· διότι ἐκλήθημεν εἰς αὐτὴν καὶ ἀνελάβομεν αὐτὴν οὐχὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 14 Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ κατὰ τὴν 24 Ὀκτωβρίου, ἤτοι μετὰ τὰς ἐκλογάς. Οἱ ἀκούοντες θέλουσιν ἴσως ἀπορήσει, διατὶ τοιαύτην ἀνύπαρκτον ἐπρόβαλεν αἰτίαν, ἵνα δικαιολογηθῇ, καὶ θέλουσιν ὑπολάβει μᾶλλον, ὅτι, χωρισθεὶς ἀπὸ ἡμᾶς πρὶν ἢ ἔλθωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, θὰ ἐχωρίσθη, ἐλπίσας ὅτι, ἐὰν ἐπαρουσιάζετο κεχωρισμένος καὶ ὡς ἀρχηγὸς ἰδίου κόμματος, καὶ μάλιστα κόμματος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἤθελε περιβάλει αὐτὸν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἔθνους. Δυστυχῶς ἐπλανήθη τότε εἰς τὰς προσδοκίας, ὧν ἕνεκεν ἐχωρίσθη ἀπὸ ἡμᾶς. Ἂν δ’ ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε καθ’ ἡμῶν, ὅτε ἐκυβερνῶμεν, συντελέσας, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῇ, εἰς τὸ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Τρικούπης, δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ δικαιολογηθῇ, διότι ἐπλάνησεν αὐτὸν ἡ ἐλπὶς, ὅτι ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ εὐκαιρία, ἵνα προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του, ἡ δὲ ἐλπὶς, νομίζω, δὲν ἐπιβαρύνει αὐτὸν, ἀλλ’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐθεώρει ὀπαδούς του, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν ἐθεώρουν ἑαυτοὺς ὀπαδοὺς τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ. Ἀληθῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπετέλεσε τότε ἰδίαν πολιτικὴν δύναμιν, καὶ ἐνῷ ἔκρινεν ἑαυτὸν ἡγέτην κόμματος, τὰ μέλη τοῦ κόμματος, τὰ ὁποῖα, κατά τινας ψηφοφορίας εἶχον δώσει τὴν αὐτὴν ψῆφον, προσήνεγκον αὐτὰ τὰς ὑπηρεσίας των πρὸς διάλυσιν τῆς ὁμίχλης, ἥτις ἐπέσκηψε κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου· ἓν μάλιστα αὐτῶν ἔστερξε καὶ ἀντὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς νὰ δεχθῇ αὐτὸ τὴν προεδρίαν τοῦ σχηματισθέντος κατὰ τὴν 18 Φεβρουαρίου Ὑπουργείου, οἱ δ’ ἄλλοι ὀπαδοὶ τοῦ κόμματος ἐγένοντο Ὑπουργοὶ τῆς 18 Φεβρουαρίου. Ἴσως ἔπρεπε νὰ παραπονεθῇ κατ’ αὐτῶν, δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ ζητήσῃ εὐθύνην παρ’ ἐμοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι εἶχε διαφόρους λόγους ἐκ τῆς διοικήσεως ἐμοῦ, διὰ νὰ κηρυχθῇ ἀντιπολιτευόμενος, ἂν καὶ εἶχε χωρισθῆ ἀπ’ ἐμοῦ πρὶν ἢ ἐγὼ ἀναλάβω τὴν διοίκησιν· ἀνέφερε δὲ μεταξὺ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους εἶχε, καὶ τὰ σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν ἐν τῇ διοικήσει, ἕνεκα διαφωνιῶν ἢ διαστάσεων μεταξὺ ὑπαλλήλων. Ἐὰν ὡς σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον διεπράχθη ἐν τῇ διοικήσει, χαρακτηρίζῃ τὴν διάστασιν, ἡ ὁποία ἐνεφιλοχώρησε μεταξὺ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, — διότι νεφελωδῶς παρῄνειρε τὰ περὶ τούτου, — δὲν ἐννοῶ, πῶς μὲ τὴν διάστασιν ταύτην συνέδεσε τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ τροποποίησις τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι τῇ εἰσηγήσει τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη εἶχον ψηφισθῆ· ζητῶ τῇ ἀληθείᾳ τὴν συγγένειαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν συμβεβηκότων τούτων, διότι μοὶ εἶναι ἀκατάληπτος. Ἐν τῇ διοικήσει δὲν ἐνθυμοῦμαι σκάνδαλα τελεσθέντα· ἐνθυμοῦμαι ἀτελείας, τῶν ὁποίων ἀντελήφθην. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἀτέλειαι ἐμαρτυρήθησαν ἐν τῇ διοικήσει, ἀλλ’ εὔχομαι εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ μὴ καταφανῶσι μείζονες ἀτέλειαι, ἐὰν ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων, ἐν ἄλλῃ 17 Φεβρουαρίου, ἤθελε παράσχει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, καὶ ἐγκαταστήσῃ διοίκησιν. Ἀπορῶ, πῶς ἡ σύγχρονος πολιτικὴ ἱστορία δὲν ἠμπόδισε τὸν κ. Βουλευτὴν, ἵνα περιβληθῇ διὰ τοιούτου θάῤῥους, μὴ ἐνθυμηθεὶς, ὅτι αἱ πλάναι, εἰς τὰς ὁποίας περιέπεσε, δὲν ἦσαν μόναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀφηγήθην. Διατὶ δὲν ἐνεθυμήθη, ὅτι καὶ ἄλλοτε, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι εἶδε κινδυνεύουσαν τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν, καὶ ἔσπευσεν, ὡς ἔλεγε, νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἐγκατέλειψε τὰς τάξεις του, αὐτομολήσας μετὰ ἑξήκοντα ἄλλων Βουλευτῶν καὶ τραπεὶς πρὸς τοὺς ἀντιθέτους, ἵνα ἀναδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου; Προσεδόκα, ὅτι κατόπιν ἤθελε καὶ τοῦτον ἀνατρέψει καὶ διαδεχθῆ, ἀλλ’ ἐπλανήθη καὶ τότε, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, πρὶν ἢ ἀνατραπῆ, ἀνέτρεψε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ τοὺς ἄλλους αὐτομόλους. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ὁμολογεῖ, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον, καθ’ ἣν ἤμην ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἀμείλικτον ἀντέτασσε πρὸς ἡμᾶς ἀντίδρασιν· θὰ ἐσώζετο βεβαίως ἡ Ἑλλὰς, ἂν τὴν θέσιν τοῦ κυρίου Κωνσταντοπούλου ἐλάμβανεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς· ἀλλὰ καὶ ἂν αὐτὸς ἐλάμβανε τὴν θέσιν ταύτην, ἣν ἔλαβεν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, καὶ αὐτὸς ἤθελε χρησιμεύσει ὡς γέφυρα, δι’ ἧς ἤθελε πορευθῆ πρὸς τὴν πρωθυπουργίαν ὁ κ. Τρικούπης. Ἂς εὐχηθῇ νὰ μὴ πλανηθῇ καὶ ἄλλην φορὰν, διότι θέλει ἀναγκάζεσθαι νὰ ἐξοδεύῃ ὅλον τὸν καιρόν του εἰς δικαιολογίας. Ἐγὼ δὲν ἐκπλήσσομαι, οὐδὲ δυσαρεστοῦμαι, διότι διαβλέπω ἐπιφαινομένην φιλοδοξίαν, ἥτις πρὸ πολλοῦ ὑπέβοσκεν εἰς τὰ στήθη τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει προσόντα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὤφειλε νὰ δεικνύῃ πεποίθησιν, μὴ προβάλλων δικαιολογίας παραπλησίας, ἀλλὰ δηλόνων, τί περὶ τοῦ ἐνεστῶτος φρονεῖ καὶ τί περὶ τοῦ μέλλοντος σκέπτεται. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶπεν ὁ ἄνθρωπος τί σκέπτεται περὶ τοῦ μέλλοντος διὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος, ἡ δικαιολογία δὲν προσέθηκέ τι εἰς τὴν στάσιν αὐτοῦ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Προβαίνομεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. (Ἀναγινώσκεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, μετὰ τῶν διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν γενομένων προσθηκῶν καὶ ἐλαττώσεων).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1892 δραχμαὶ 57,562,386.77. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. (Ἀναγινώσκεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, μετὰ τῶν διὰ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπενεχθεισῶν ἐν τῷ ἀναλυτικῷ πίνακι διορθώσεων).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1892 δραχμαὶ 2,135,134.78. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης.
§46ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου 1 νὰ προστεθῶσιν, ἐν μὲν τῷ ἄρθρῳ 1, «Προσωπικὸν Ὑπουργείου», δραχμαὶ 760 διὰ συμπλήρωσιν μισθοδοσίας ἑνὸς ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως ἐπὶ τέσσαρας μῆνας, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 8, «Μισθοὶ γραμματέων, ὑπογραμματέων καὶ γραφέων Πρωτοδικῶν», νὰ προστεθῶσι δραχ. 680 διὰ μισθὸν ἑνὸς ἑρμηνέως εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἄρτης ἐπὶ τέσσαρας μῆνας, πρὸς δραχ. 170 κατὰ μῆνα. Ἐπὶ δὲ τοῦ κεφαλαίου 4, ἄρθρ. 6, «Ἀποζημιώσεις μαρτύρων», νὰ ἐλαττωθῇ ἡ πίστωσις κατὰ δραχμὰς 1440. (Ἀναγινώσκεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, μετὰ τῶν ὡς ἀνωτέρω προταθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μεταβολῶν, ὡς καὶ τῶν διὰ τῆς προηγουμένης δηλώσεώς του γενομένων προσθηκῶν).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δρ. 4,833,533.74. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν.
§48ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν τῷ κεφαλαίῳ 5, ἄρθρ. 13, «Ὑγειονομικὰ ἔξοδα», προτείνω νὰ προστεθῶσι δραχμαὶ 20,000, ἕνεκα τῶν ληφθέντων καὶ ληφθησομένων πιθανῶς μέτρων ὑγειονομικῶν ἐκτάκτων κατὰ τῆς χολέρας. Ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 8, ἐν μὲν τῷ ἄρθρῳ 1, «Προσωπικὸν Διευθύνσεως δημοσίων ἔργων», νὰ προστεθῶσι δραχ. 6,178, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 3, «Προσωπικὸν πολιτικῶν μηχανικῶν», ν’ ἀφαιρεθῶσι δραχ. 9,840, κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον κατέθηκα εἰς τὴν Βουλήν. (Ἀναγινώσκεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, μετὰ τῶν ὡς ἀνωτέρω προταθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ἐν τῷ ἀναλυτικῷ πίνακι προσθαφαιρέσεων).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δρ. 7,482,957.71. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. (Ἀναγινώσκεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, μετὰ τῶν διὰ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν γενομένων μεταβολῶν.)
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δραχμαὶ 4,888,088. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν. (Ἀναγινώσκεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δραχ. 16,638,374.54. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν,
§52ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κεφαλαίου Αʹ, «Προσωπικὸν Ὑπουργείου δραχ. 98,280», ν’ ἀφαιρεθῶσι δρ. 2,400· αὐταὶ ἀποτελοῦσι τὸν μισθὸν τῆς ἑξαμηνίας τοῦ πολιτικοῦ τμηματάρχου τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Διορισθέντος ἀξιωματικοῦ εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ὁ μισθὸς ἀπαλείφεται. Ὡσαύτως ἐκ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, «Προσωπικὸν Διευθυντηρίου Ναυστάθμου» ν’ ἀφαιρεθῶσιν 120 δραχμαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ μισθοῦ τοῦ ὑποναυάρχου καὶ τοῦ μισθοῦ τοῦ πλοιάρχου Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου. (Ἀναγινώσκεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, μετὰ τῶν ὡς ἀνωτέρω προταθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐλαττώσεων, ἀποῤῥιφθεισῶν τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ προταθεισῶν μεταβολῶν).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δρ. 6,455,653.07. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1892 δραχ. 99,986,128.61. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτός, κατὰ κεφάλαιον, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1892, ἀνερχόμενος εἰς δραχμὰς 592,970, ὡς καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων αὐτοῦ, ἀνερχόμενος εἰς τὸ αὐτὸ ποσόν).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§55ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, φρονῶ ὅτι ἡ σημερινὴ συνεδρίασις εἶναι ἡ τελευταία τῆς παρούσης Συνόδου· νομίζω δὲ, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐκφράσωμεν τὰς εὐχαριστίας μας πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίως πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον, διὰ τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐκοσμίαν τὴν παραδειγματικὴν, ἥτις ἐτηρήθη κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, καὶ διὰ τὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων τῆς τε πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας. Πιστεύω ὅτι ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες τῆς Βουλῆς, ἄνευ διακρίσεως κόμματος, θέλουσι συμφωνήσει.
§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§57ΡΑΛΛΗΣ (πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον). Ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω δι’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, Κύριοι, ἀμφοτέρους καὶ τὴν Βουλὴν ἅπασαν. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. Μεθ’ ὃ λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 9 μ. μ.)
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, κηρύττομεν τὴν λῆξιν τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙΓʹ Βουλευτικῆς Περιόδου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ διάταγμα τοῦτο. Ἐν Τατοΐῳ, τῇ 19 Ὀκτωβρίου 1892.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ.