1892.07.14
3,871 rows · 28,841 words · 271 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
Τῆς 14 Ἰουλίου 1892.
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 10 καὶ 30′ π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βυζικίου τῆς Γορτυνίας δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς αὐτούς, διότι κατεστράφησαν τὰ σιτηρά των ἐκ πυρκαϊᾶς. Ὁ Διονύσιος Κολυβᾶς, ἐργοστασιάρχης ἐν Πάτραις, ὑποβάλλει ἀναφοράν, δι’ ἧς παρακαλεῖ νὰ ἐπιβληθῇ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τοῦ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένου θείου 2½ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ὡσαύτως ὁ Θεοφάνης Μεντεβελᾶς, κάτοικος Πατρῶν, παρακαλεῖ νὰ ἐπιβληθῇ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου θείου. Αἱ ἀναφοραὶ αὗται παραπέμπονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§2Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐξεταστικοῦ δικαιώματος τῶν καθηγητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰσπράττεται ἤδη ὑπὸ τῶν καθηγητῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι κεκανονισμένον, τὸ δὲ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν περὶ τούτου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος εἶχεν ἀπευθύνει ἐπερώτησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ κατασχέσεως, ἐνεργηθείσης δικαστικῶς ἐν Λοκρίδι παρὰ τῷ ταμείῳ, λόγῳ ἀξιώσεων κατὰ τῶν δήμων, ἐπὶ τῶν χρημάτων τῶν δήμων, τῶν ἐν τῷ ταμείῳ Λοκρίδος. Εἶχε παραστήσει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ὤφειλε νὰ διαταχθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὁ ταμίας ν’ ἀποδώσῃ, καὶ παρὰ τὴν δικαστικὴν κατάσχεσιν, εἰς τοὺς δήμους τὰ 4 πεμπτημόρια, διότι κατὰ τὴν γνώμην του μόνον ἐπὶ τοῦ πεμπτημορίου δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἡ κατάσχεσις. Περὶ τούτου ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ὡς καὶ ἔκθεσιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου περὶ τῶν κατὰ τὴν ὑπόθεσιν.
§3ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ δικαιωμάτων ἐξεταστικῶν συνοδεύεται μὲ ἔκθεσιν αἰτιολογικήν;
§4Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 224). Ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ρικάκης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§6ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: 1) Πόσοι οἱ ἐν Τουρκίᾳ, Αἰγύπτῳ καὶ Βουλγαρίᾳ ὑπήκοοι Ἕλληνες. 2) Πόσα τὰ κατ’ ἔτος ἐκ τῶν διαμονητηρίων εἰσπραττόμενα. 3) Πόσα τὰ ἐκ τελῶν χαρτοσήμου.»
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία μετ’ ὀλίγον θὰ κατατεθῇ, νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινῶν τῶν προξενικῶν νόμων, ἱδρύσεως μεταβολῶν καὶ καταργήσεων προξενικῶν ἀρχῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ μὲν, ὡς ἀναπτύσσεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, συμπληροῦνται διατάξεις τινὲς τῶν παγίων νόμων, τὸ δὲ ἐπάγονται μεταβολαὶ, συνεπαγόμεναι οἰκονομίας.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 225).
§9ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω, Κύριοι, τροπολογίας τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν, ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Ἐπιφυλάττομαι δὲ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀναπτύξω αὐτάς.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 226).
§11ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἷς συμπολίτης μας, Γ. Ἀντωνόπουλος, ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ Ἀσσιοὺτ τῆς ἄνω Αἰγύπτου, κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ἀραβῆ, κατηγορήθη, ὅτι καὶ αὐτὸς εἶχε μέρος μετὰ τοῦ Ἀραβῆ. Τότε αἱ ἐκεῖ ἀρχαὶ τὸν συνέλαβον, ὡς συναίτιον, καὶ τοῦ ἀφήρεσαν καὶ τὴν περιουσίαν του· ἀλλὰ κατόπιν, γενομένων ἀνακρίσεων, ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦτο ἐντελῶς ἀθῶος. Προσέφυγεν εἰς τὰ δικαστήρια τοῦ τόπου πρὸς ἀπόδοσιν τῆς περιουσίας του, ἡ ὁποία βεβαιοῦται, ὅτι ἀφῃρέθη, διὰ πρωτοκόλλου τῆς τοπικῆς ἀρχῆς· δυστυχῶς ὅμως καὶ τὸ Μικτὸν Δικαστήριον καὶ τὸ Ἐφετεῖον δι’ αὐθαιρέτου σκέψεως τῷ εἶπον, ὅτι δὲν τῷ ἀποδίδεται ἡ περιουσία του, καὶ ὅτι δύναται τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ μόνον διὰ διπλωματικῆς ἐνεργείας. Προσέρχεται λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἀναφορᾶς του, καὶ ζητεῖ, ὅπως παρακληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα ἐνεργήσῃ ὅ,τι νομίζει δίκαιον καὶ νόμιμον παρὰ ταῖς Αἰγυπτιακαῖς ἀρχαῖς, ὅπως τῷ ἀποδοθῇ ἡ περιουσία του. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§12ΔΑΛΛΑΣ. Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Ρετσιάνης καὶ ὁ εἰσπράκτωρ αὐτῆς διὰ τηλεγραφήματος μοὶ ἀνακοινοῦσιν, ὅτι ὁ ἐπαρχεύων Ἀγυιᾶς Εὐάγγελος Κερμπεσιώτης, παραλαβὼν καὶ τὸν ὑπομοίραρχον Σκουταρίδην, ἔχοντες δὲ ἐν τῇ συνοδείᾳ αὐτῶν καὶ δικολάβον τινὰ Ποταμιάνον, μετέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ εἰσπράκτορος, ἀφῄρεσαν ἀπ’ αὐτῆς ὅλα τὰ ἀρχεῖα τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰ λογιστικὰ βιβλία, καὶ ἠπείλησαν αὐτοὺς, ἵνα ὑπογράψωσι πρᾶξιν, ὅτι ἑκουσίως παρέδωκαν τὰ βιβλία αὐτῶν. Περὶ τῆς καταγγελλομένης ταύτης πράξεως ὑποβάλλω ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἔλαβε χώραν πρὸς ἐξασφάλισιν καταχρήσεών τινων, ἴσως καταγγελθεισῶν, ὅτι συνέβησαν ὑπὸ τοῦ κοινοτικοῦ εἰσπράκτορος, διότι τότε δὲν θὰ εἶχον κανένα λόγον, ὅπως παραλάβωσιν ὅλα τὰ ἀρχεῖα καὶ τὰ ἔγγραφα τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος. Γνωρίζω δὲ ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὅτι ὑπῆρχε συμφέρον ὑπὸ μερίδος τινὸς, καὶ ἰδίως ὑπὸ τῶν προκατόχων τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου, νὰ καλυφθῶσιν ἔγγραφά τινα. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἐξετάσῃ, καὶ προλάβῃ, εἰ δυνατὸν, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Περὶ τοῦ διευθύνοντος τὸ Ἐπαρχεῖον Ἀγυιᾶς ἔλαβον πολλάκις ἀφορμὴν ἐκ παραπόνων πολιτῶν νὰ κάμω παραστάσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλὰ παρώτρυνα τούτους νὰ ἀπευθυνθῶσι διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν. Ἡ πρᾶξις ὅμως αὕτη ἔχει σπουδαῖον χαρακτῆρα, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Ὅσοι δὲν γνωρίζετε τὸν κοινοτικὸν νόμον, μὴ ἔχοντες κοινότητας εἰς τὰς ἐπαρχίας σας, πρέπει νὰ πληροφορηθῆτε, ὅτι αἱ κοινότητες ἔχουσιν αὐτοδιοίκησιν, καὶ ὅτι δὲν δύναται, εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἡ προϊσταμένη διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ ἀφαιρῇ ἀπὸ αὐτὰς τὰ βιβλία τῆς ὑπηρεσίας των. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν προσοχὴν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ ὅτι δὲν θὰ λάβῃ καὶ αὐτὴ τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν ἔλαβον αἱ λοιπαὶ ἐπερωτήσεις μου ἀπὸ τῆς 28 Ἰουνίου.
§13ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπί τινας στιγμὰς περὶ ζητήματος ἐνδιαφέροντος μεγάλως τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος, ἰδίᾳ δὲ τὴν πόλιν Λαμίας, ἐκκρεμοῦς ἀπὸ τόσου καιροῦ. Ὅσοι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κατὰ τὴν προηγουμένην Περίοδον, ἤκουόν με ἀγωνιζόμενον καὶ κοπτόμενον ὑπὲρ τοῦ μεγάλου ζητήματος τῆς πόλεως Λαμίας, τῆς διελεύσεως τουτέστι τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν–Λαρίσσης ἐκ τῆς πόλεως Λαμίας· ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκώφευεν εἰς τὰς τόσας ἐπερωτήσεις μου, ἐκώφευεν εἰς τὰς αἰτήσεις, τὰς ὁποίας τότε προέβαλλον, ἵνα ἀνακοινώσῃ τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιστοποιεῖτο, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ διέλθῃ ἐκεῖθεν ἡ γραμμὴ αὕτη, ἀντὶ μικρᾶς δαπάνης καὶ ἄνευ μεγάλης ἀναπτύξεως αὐτῆς διὰ τῆς πόλεως ταύτης. Γνωρίζω ὅτι εἶχον διαταχθῆ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου μελέται. Δὲν γνωρίζω ἐπισήμως, ὁποῖον εἶναι τὸ πόρισμα αὐτῶν· διὰ τοῦτο θὰ συστήσω εἰς τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, ἵνα πιστοποιηθῇ, ἂν ἐγὼ τῷ ὄντι, οὐχὶ ἕνεκα κομματικῶν λόγων, ἀλλ’ ἐκ χρηστοῦ συνειδότος ἠγωνιζόμην ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τούτου, συνάμα δὲ, ἂν δὲν ἦναι δυνατὴ ἡ διέλευσις τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς διὰ τῆς πόλεως ἐκείνης, νὰ βεβαιωθῇ τοῦτο ἐπισήμως, ὅπως μὴ ἔχωσι δίκαια παράπονα οἱ συμπολῖταί μου, καθόσον εἶναι ζήτημα μεγάλως ἐνδιαφέρον τὴν πόλιν τῆς Λαμίας. Σχετικῶς δὲ πρὸς τὴν διέλευσιν ταύτην τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς διὰ τῆς πόλεως Λαμίας, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ,— καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἔγγραφον, —τὸ σχέδιον περὶ τῆς δυνατῆς τροποποιήσεως τῆς ἤδη κατασκευαζομένης γραμμῆς ἀντὶ μικρᾶς δαπάνης καὶ ἐλαχίστης ἀναπτύξεως σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, συνεννοηθεὶς τότε μεθ’ ἁρμοδίων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Προσέτι ἐνδιαφέρει μεγάλως τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος ἡ ἐπέκτασις τῆς γραμμῆς ἀπὸ τῆς Ἁγίας Μαρίνης εἰς τὴν πόλιν τῆς Στυλίδος. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἀφετηρία τῆς διακλαδώσεως ταύτης εἶναι ἡ Στυλὶς, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ ἀβαθοῦς τοῦ λιμένος ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ τῆς Ἁγίας Μαρίνης πρὸς ἐκφόρτωσιν τῶν ὑλικῶν, μέχρις οὗ περατωθῇ τὸ τμῆμα τοῦτο καὶ ἐπεκταθῇ ἡ γραμμὴ αὕτη μέχρι τῆς πόλεως Στυλίδος, καθόσον, προκειμένου κατ’ αὐτὰς νὰ περατωθῇ τὸ τμῆμα τοῦτο, ἂν δὲν ἐπεκταθῇ μέχρι τῆς Στυλίδος, εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστον, ὡς μὴ οὔσης δυνατῆς τῆς μεταφορᾶς ἐμπορευμάτων καὶ τῆς συγκοινωνίας τῶν ἐπιβατῶν διὰ τῆς Ἁγίας Μαρίνης, ἕνεκα τοῦ ἀνοικτοῦ πελάγους. Ἄλλως θὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ πόλις τῆς Στυλίδος, ἡ ὁποία ἀπὸ τόσου καιροῦ ἀκμάζει, ἰδίως εἰς τὴν ναυτιλίαν, καθισταμένη ἁπλοῦν ἐπίνειον τῆς Ἁγίας Μαρίνης. Συναφὲς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς συγκοινωνίας τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος Στυλίδος. Εἶδον δὲ μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς τοῦ λιμένος Λευκάδος. Διὰ μείζονα ἔτι λόγον δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ λιμένος τῆς Στυλίδος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ πόλις αὕτη κέκτηται ἰδίαν περιουσίαν 800,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, κατ’ ἔτος αὐξανομένου τοῦ ποσοῦ τούτου. Ὀφείλει ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ καθοδηγήσῃ εἰς τοῦτο τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις, εἴτε ἐξ ἀπειρίας, εἴτε ἐξ ὀλιγωρίας, εἴτε ἕνεκεν ἄλλων λόγων, δὲν προβαίνει εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐπὶ τῶν διαφόρων τούτων ζητημάτων, ζητημάτων συναφῶν, ζητημάτων ἀφορώντων μεγάλως εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πόλεως καὶ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μεριμνήσωσι δεόντως.
§14ΣΠΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγου ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βυζικίου. Ἀληθῶς οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Βυζικίου, Σπαθαρίου καὶ Ἀλβανίτσης τοῦ δήμου Τροπαίων ὑπέστησαν πολλὰς ζημίας ἐκ πυρκαϊᾶς. Ἡ πυρκαϊὰ αὕτη κατέστρεψεν ἐντελῶς τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν, καὶ οἱ ἄνθρωποι περιέστησαν εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τῆς ἀπογνώσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ἀνάλογος βοήθεια.
§15ΚΟΡΟΜΑΝΤΖΟΣ. Προσθέτω καὶ ἐγὼ τὴν συνηγορίαν μου εἰς τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου. Ἀληθῶς οἱ κάτοικοι Βυζικίου ὑπέστησαν καταστροφήν. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι πτωχοί· εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ συντηρηθῶσι, διότι τὸ προϊὸν τοῦ θερισμοῦ των κατεστράφη ἐντελῶς. Καὶ ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις, πρὸ διετίας, εἰς παρομοίαν περίστασιν, ἐπῆλθεν ἀρωγὸς εἰς τὴν Εὐρυτανίαν καὶ τὴν Τριχωνίαν καὶ εἴς τινα μέρη τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς ἀτυχεῖς αὐτοὺς ἀνθρώπους.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ παραποιήσεως γραμματοσήμων κλπ. ξένων Κρατῶν. Περὶ συμβάσεως μετὰ σιδηροδρομικῶν ἑταιριῶν πρὸς τηλεγραφικὴν συνεννόησιν. Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βιέννῃ τὴν 4 Ἰουλίου 1891 συνομολογηθείσης συμφωνίας περὶ ἐγγραφῆς συνδρομῶν εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ τὰ περιοδικὰ συγγράμματα διὰ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ κανονισμοῦ λεπτομερείας καὶ τάξεως πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμφωνίας ταύτης. Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βιέννῃ τὴν 4 Ἰουλίου 1891 συνομολογηθείσης διεθνοῦς συμφωνίας περὶ τῆς χρήσεως βιβλιαρίων ταυτότητος ἐν τῇ διεθνεῖ ταχυδρομικῇ ὑπηρεσίᾳ. Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βιέννῃ τὴν 4 Ἰουλίου 1891 συνομολογηθείσης παγκοσμίου ταχυδρομικῆς συμβάσεως. Περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Παρισίοις τῇ 9)12 Ἰουνίου 1890 ἀναθεωρηθέντος Κανονισμοῦ τῆς διεθνοῦς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1–5).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνει τὰς ἑπομένας τροποποιήσεις. Ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου αἱ λέξεις «Τὸ ποσὸν τῆς ἐνιαυσίου συνδρομῆς» ἀντικαθίστανται διὰ τῶν λέξεων «Ἡ ἐνιαύσιος συνδρομή». Εἰς τὸ ὄγδοον ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἡ λέξις «θαμῶνας» ἀντικαθίσταται διὰ τῆς λέξεως «πελάτας», ἐν τέλει δὲ τοῦ ἐδαφίου ἀπαλείφονται αἱ λέξεις «παρὰ τῶν τηλεφωνούντων θαμώνων οἱονδήποτε τέλος», καὶ ἀντικαθιστῶνται διὰ τῶν λέξεων «ἐπὶ τούτῳ οἱονδήποτε τέλος, ἐπὶ ποινῇ ἀφαιρέσεως τῶν ἐργαλείων καὶ διακοπῆς τῆς συγκοινωνίας, μὴ ἐπιστρεφομένης καὶ τῆς καταβληθείσης συνδρομῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 7–12).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνει ἐνταῦθα νὰ προστεθῇ δεύτερον ἐδάφιον, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει παραβάσεως τῆς ἀνωτέρω διατάξεως, αἱ συνδιαλέξεις διακόπτονται, εἰσπραττομένου τοῦ δι’ αὐτὰς ὡρισμένου τέλους, ἂν οἱ συνδιαλεγόμενοι δὲν ἦναι συνδρομηταί. Τὰ δὲ τηλεφωνήματα δὲν γίνονται δεκτά». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατασκευῆς λιμένος ἐν Λευκάδι.
§21ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μὴ ὑπαγωγῆς τῶν Διευθυντῶν τοῦ Ναυστάθμου εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ.)
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§24ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ἐγένετο ἡ ἐξαίρεσις ὡς πρὸς τοὺς γενικοὺς ἀξιωματικούς.
§25ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κατὰ τὸν περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ νόμον, ὑπάρχουσι δύο ὑποναύαρχοι, ἐξ ὧν ὁ εἷς εἶναι Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου καὶ ὁ ἕτερος ἐπιθεωρητὴς τοῦ στόλου, καὶ οἱ δύο δὲ ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 ὁ εἷς τῶν ὑποναυάρχων διωρίσθη ὑπὸ τῆς ὑποβαλούσης τὸν προϋπολογισμὸν Κυβερνήσεως ἀρχηγὸς τῆς θωρηκτῆς μοίρας, μετατεθεὶς ἐκ τῆς Διευθύνσεως τοῦ Ναυστάθμου, ἥτις κατ’ ἀνάγκην ἀνετέθη εἰς πλοίαρχον. Ἀλλὰ καὶ καὶ οἱ δύο οὗτοι ὑποναύαρχοι, ὡς γινώσκετε, δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας. Μετὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τὸ Ἀρχηγεῖον τοῦ Ναυστάθμου εἶναι ἡ ἀνωτάτη ναυτικὴ ἀρχή, ἐνασκοῦσα διοικητικὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐπὶ τῶν λοιπῶν ναυτικῶν ἀρχῶν, τινὲς τῶν ὁποίων διευθύνονται παρὰ ὑποναυάρχων. Ἀναγκαῖον λοιπὸν ἦτο, τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ναυστάθμου νὰ κατέχῃ ὑποναύαρχος, καὶ δι’ αὐτὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 ἀνεγράφη μισθὸς ὑποναυάρχου διὰ τὴν θέσιν ταύτην, ἐνῷ ὁ μισθὸς πλοιάρχου Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου εἶναι μόνον δραχμαὶ 600. Ἑπομένως, ἐὰν κατὰ τὸν κανονισμὸν διορισθῇ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου ὑποναύαρχος, οὐδεμία θὰ πραγματοποιηθῇ οἰκονομία. Διὰ δὲ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σήμερον νομοσχεδίου ζητοῦμεν νὰ μὴ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ, τηροῦντες ὅμως τὴν εὐκολίαν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰ πράγματα, ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ κανονισμὸς, τουτέστι νὰ θέσωμεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ναυστάθμου ἕνα ὑποναύαρχον, ὅταν μᾶς ἐπιτρέψωσι τοῦτο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἢ μᾶς τὸ ἐπιβάλῃ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας.
§26ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς παρενόησε τὴν ἐρώτησίν μου. Ἐγὼ δὲν ἠρώτησα περὶ τοῦ ἄρθρου 1, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἄρθρου 2. Ὁ ὑποναύαρχος δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας;
§27ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ὁρίζεται, ὅτι, ὅταν ὑποναύαρχος διορισθῇ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, παύει ἡ ἐξαίρεσις περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἥτις ἰσχύει μόνον, ὅταν διευθυντὴς ἦναι πλοίαρχος.
§28ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, ὅταν ἦναι πλοίαρχος, δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας νόμου. Ὅταν μετὰ ταῦτα μετατεθῇ ἀπὸ τῆς Διευθύνσεως εἰς ἄλλην θέσιν, τί γίνεται;
§29ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἀμέσως παύει ἡ ἐξαίρεσις.
§30ΡΑΛΛΗΣ. Δηλαδή, ἐὰν ὁ πλοίαρχος παύσῃ ὢν Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, καταλαμβάνεται ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ καταλάβει αὐτὸν πρότερον. Ἀναστέλλεται οὕτως ἡ ἐκτέλεσις τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ ἀποστρατεύσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶναι Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου. Οὕτω λοιπὸν ὡς πλοίαρχος καὶ μάχιμος ἀξιωματικὸς θὰ ἔχῃ καταληφθῇ ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ὡς Διευθυντὴς δὲ τοῦ Ναυστάθμου δὲν ὑπόκειται εἰς αὐτό.
§31ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ὁ νῦν Διευθυντὴς δὲν ἔχει καταληφθῇ ἀκόμη ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας.
§32ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἐγὼ ὑπέλαβον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἀπηύθυνα τὴν ἐρώτησιν· ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι πρόκειται προσωπικῶς περὶ τοῦ σήμερον Διευθυντοῦ, θὰ ἐζήτουν, ὅπως ἡ Βουλή, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἀποφανθῇ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἐγὼ ὑπέθετον, ὅτι πρόκειται περὶ γενικοῦ νομοσχεδίου, ἀφορῶντος τὸν ἑκάστοτε πλοίαρχον Διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου, καὶ παρετήρουν, ὅτι κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ὑπὸ τὴν πρώτην ἰδιότητά του, τὴν τοῦ πλοιάρχου, εἶναι κατειλημμένος ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ὑπὸ τὴν ἑτέραν ὅμως, τὴν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, ὄχι.
§33ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς Γενικῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ συστάσεως Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς.
§35ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, σήμερον ἢ αὔριον νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Ὡς παρατηρῶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ἡ αἰτία, ἡ ἀναγκάσασα τὴν Κυβέρνησιν νὰ προκαλέσῃ τὸν νόμον τοῦτον, εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐξ ἧς πηγάζει αἰσθητὴ βλάβη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Εἰς τὴν αὐτὴν ἀνεπάρκειαν ὑπάγεται καὶ ἡ ἔκθεσις περὶ τῆς ἐσχάτως γενομένης ἐπιθεωρήσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀντιστρατήγου κ. Σαπουντζάκη; Ἐν καταφατικῇ ἀπαντήσει, τί γενήσεται διὰ τοὺς ἕνεκα ἀνεπαρκοῦς ἐκθέσεως ἀδικηθέντας ἀξιωματικούς; Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου μοὶ παράσχῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην.
§36ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀληθῶς ὤφειλον νὰ παράσχω πληροφορίας πλειοτέρας τῶν ὅσων ἡ ἔκθεσις περιλαμβάνει. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος προὐκάλεσε τὴν κατάργησιν τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως, εἶναι λόγος σπουδαῖος, λόγος προερχόμενος ἐξ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τοῦτο διὰ μακρῶν, ἢ μᾶλλον διὰ βραχέων, ὅσον εἶναι δυνατὸν, θέλω ἐκθέσει τοὺς λόγους τούτους, ἵνα ἡ Βουλὴ κατανοήσῃ, διατί ἡ ἐπιθεώρησις, ἡ τελεσθεῖσα ἐσχάτως ὑπὸ τοῦ ἀντιστρατήγου, ὑπῆρξεν ἀφορμὴ τῆς καταργήσεως τῆς διατάξεως. Καθ’ ἕκαστον ἔτος, λέγουσιν οἱ κανονισμοὶ ἡμῶν, ἐκτελεῖται ἡ γενικὴ τοῦ στρατοῦ ἐπιθεώρησις, ἐκτελεῖται δὲ αὕτη εἴτε ὑπὸ ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ, εἴτε ὑπὸ πλειόνων· καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἀναλόγως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων κανονίζεται ἑκάστοτε ὁ τρόπος. Πάλαι ποτὲ ὑπῆρξεν εἷς καὶ μόνος ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπαρκὴς, καὶ ἐπλήρου τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπιθεωρήσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ στράτευμα τὸ Ἑλληνικὸν ἦτο πολὺ περιωρισμένον κατὰ τὸν ἀριθμὸν, διότι δὲν ἠρίθμει πλειοτέρους τῶν 10 χιλιάδων ἀνδρῶν ἐν εἰρήνῃ, ἑπομένως καὶ ἡ ἐπιθεώρησις ὑφ’ ἑνὸς καὶ μόνου ἐπιθεωρητοῦ ἐξετελεῖτο καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν. Κατόπιν ὅμως αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐπιθεωρήσεως ὑπηγόρευσαν τὴν παραδοχὴν πλειόνων ἐπιθεωρητῶν, καὶ ὡς τοιούτους ἡ Κυβέρνησις παρεδέχθη τοὺς τρεῖς στρατηγοὺς τῶν στρατευμάτων, διορίσασα ἕκαστον ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ δικαιοδοσίᾳ. Αἱ ἐπιθεωρήσεις τῶν στρατηγῶν ἐξετελοῦντο κανονικῶς, αἱ δὲ ἐκθέσεις αὐτῶν ἐγκαίρως ὑπεβάλλοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τὸ σύστημα ὅμως τοῦτο ἐκρίθη πλημμελὲς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890, καὶ ἀντὶ τῶν τριῶν ἐπιθεωρητῶν παρεδέχθη τὸ σύστημα τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου ἐπιθεωρητοῦ, καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῶν πλειόνων ἐπιθεωρητῶν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ συστήματος τούτου ἐνηργήθη ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ 1891. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐπιθεωρήσεως ταύτης τοῦ 1891, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἴδωμεν ποῖον τῶν δύο συστημάτων εἶναι τὸ καταλληλότερον, τὸ σύστημα τῶν πλειόνων ἐπιθεωρητῶν, ἢ τὸ τοῦ ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ; Τοῦτο δὲν παρέχει μεγάλην δυσκολίαν. Βεβαίως τὸ σύστημα τοῦ ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ παρουσιάζεται ὡς τὸ παρέχον τὰς περισσοτέρας ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῆς ὁμοιομόρφου καὶ ἑνιαίας ἐπιθεωρήσεως· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι κατορθωτόν; Βεβαίως ὄχι. Ὡς σᾶς εἶπον πρότερον, αὐτὸ ἦτο κατορθωτὸν καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ στράτευμα ἠρίθμει ἔλαττον τῶν 10,000 ἀνδρῶν, ἤδη ὅμως εἶναι ἀκατόρθωτον, διότι ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατεύματος ὑπερβαίνει τὰς 20.000. Ἑπομένως, ἂν εἷς ἐπιθεωρητὴς θελήσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐπιθεώρησίν του συμφώνως πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐπιθεωρήσεως, δὲν ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο ἔτος, διότι ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἀξιωματικῶν θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς ἐν ἀσκήσεσι, θὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ὁπλιτῶν, ἴσως ἐπεκτείνῃ τὴν ἐξέτασίν του καὶ ἐπὶ τῶν στελεχῶν, πάντως ὅμως πρακτικῶς δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους θὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐνοίκησιν τῶν στρατιωτῶν, τουτέστι τοὺς στρατῶνας, τοὺς θαλάμους, τὴν καθαριότητα, τὴν συσσίτησιν, καὶ πάντα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν εὐμάρειαν τοῦ στρατεύματος. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ἐπιθεωρητὴς οὗτος ἦναι ἄνθρωπος εὐσυνείδητος,—καὶ ὀφείλει νὰ ἦναι τοιοῦτος,—καὶ θελήσῃ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀληθῆ τοῦ στρατοῦ ἐπιθεώρησιν, πρέπει ἀναγκαίως νὰ ἐκτελέσῃ ταύτην μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας, διότι ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως ταύτης θέλουσι προέλθει τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῆς ἀπεκδεχόμεθα, οἷον ἡ προαγωγὴ τῶν ἀξιωματικῶν, ἢ ἡ στασιμότης αὐτῶν, ἢ ἡ ἀποβολὴ τῶν ἀνικάνων κλπ. Τὸ διάστημα τοῦ ἔτους, δυνάμεθα εἰπεῖν ἄνευ δισταγμοῦ, εἶναι ἀνεπαρκές. Δι’ αὐτὸ αἱ Κυβερνήσεις παρεδέχθησαν τὸ σύστημα τῶν πλειόνων ἐπιθεωρητῶν, καὶ τοῦτο γίνεται εἰς ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου. Εἰς τοιαύτην θέσιν λοιπὸν εὑρέθη σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ἀναγκασθεῖσα ν’ ἀποκρούσῃ ὡς ἀπραγματοποίητον καὶ ὡς ἀκατάδηλον τὸ σύστημα τῆς ὑπὸ ἑνὸς ἐπιθεωρητοῦ ἐκτελουμένης ἐπιθεωρήσεως, καὶ παραδεχθῇ τὴν ἐπιθεώρησιν ὑπὸ πλειόνων ἐπιθεωρητῶν. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν παρεδέχθη τοῦτο κατὰ θεωρίαν· ἐξήτασε τὴν τελευταίαν ἐπιθεώρησιν τοῦ ἀντιστρατήγου, καὶ εὗρεν, ὅτι αὕτη ὑπῆρξε πλημμελεστάτη, ὅτι δὲν εἶχε σκοπὸν ἀληθοῦς ἐπιθεωρήσεως, ἀλλ’ εἶχεν ἄλλον σκοπὸν, εἶχε σκοπὸν νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἀνικάνους ἀξιωματικοὺς, ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἦσαν ἀνίκανοι· καὶ ἂν ἦσαν τινὲς τούτων ἀνίκανοι, ὑπῆρξαν ὅμως ἄλλοι ἀνικανώτεροι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκηρύχθησαν τοιοῦτοι. Τοῦτο δὲ διὰ πραγμάτων ἐκυρώθη, διότι ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ἀξιωματικοὺς, κριθέντας στασίμους ἐπὶ ἀνικανότητι, προήγαγεν, ἀτόπως μὲν, παραβᾶσα τὰς διατάξεις τοῦ περὶ προβιβασμοῦ νόμου, ὑπείκουσα ὅμως εἰς τὸ δίκαιον, διότι ἀληθῶς ἔκρινεν, ὅτι ἠδικήθησαν.
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ δημιουργία ὑπ’ αὐτῆς θέσεως συνταγματάρχου ἐν τῇ χωροφυλακῇ συμβιβάζεται πρὸς τὸν νόμον;
§38ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἕτερον θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω, διότι ἔρχεται εἰς τὴν σειράν.
§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνήργησε τοὺς προβιβασμοὺς, διὰ νὰ προσθέσῃ νέας δαπάνας 200,000 δραχμῶν.
§40ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα τῶν προβιβασμῶν· πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ συμπληροῦν τὰς κενὰς θέσεις. Ἀληθῶς τὸ ζήτημα τῶν ἐπιθεωρήσεων εἰς τοῦτο ἀφορᾷ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, μέλλων νὰ ἐνεργήσῃ προβιβασμοὺς, ὀφείλει νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς αὐτοὺς κατὰ τὰς ἰδίας αὑτοῦ κρίσεις καὶ σκέψεις, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ στηρίζηται εἰς τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἔχοντες λοιπὸν ὑπ’ ὄψει τοιαύτην ἔκθεσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο οὐχὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἐξακριβώσεως τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, οὐχὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ἐξακριβώσεως τῆς καταστάσεως τῶν στελεχῶν, ἀλλὰ δι’ ἄλλους σκοποὺς, διὰ σκοποὺς κομματικοὺς,—καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, ἔπρεπε νὰ φέρητε τὸν λόγον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαφθορὰν τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐχὶ ἂν 50 ἢ 100 ἀξιωματικοὶ θὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους· διότι αἱ ἐπιθεωρήσεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ γεννήσωσι δίκαια παράπονα, θὰ καταστρέψωσι τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ,—ἔχοντες λοιπὸν ὑπ’ ὄψει τὴν τελευταίαν ταύτην ἐπιθεώρησιν, ἐπείσθημεν, ὅτι ἡ ἑνιαία ἐπιθεώρησις δὲν εἶναι τελεσφόρος, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ, καὶ νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐπιθεώρησις εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὸ στράτευμα καὶ εἶναι ἐν γνώσει τῆς ἱκανότητος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὁπλιτῶν. Ἔχομεν παραδείγματα ἐκ τῆς ἐκθέσεως, ὅτι ἐκρίθησαν στάσιμοι ἀξιωματικοὶ ἀπόντες κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ ἑπομένως μὴ ὑποβληθέντες ποσῶς εἰς αὐτὴν, οὔτε ἐμφανισθέντες ἐνώπιον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Καὶ ἐν τούτοις οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι φέρονται ἐν τῇ ἐκθέσει ὡς ἀνίκανοι, ὡς μὴ κεκτημένοι τὰ προσόντα πρὸς προαγωγὴν εἰς ἀνώτερον βαθμόν. Νομίζετε, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἑνιαίαν ἐπιθεώρησιν;
§41ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζετε, ὅτι ἡ πολλαπλῆ ἐπιθεώρησις θὰ κατορθώσῃ νὰ φέρῃ καλλίτερα ἀποτελέσματα;
§42ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς ἑνιαίας ἐπιθεωρήσεως. Παρεπονέθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ὅτι ὁ συνταγματάρχης Στεφάνου προήχθη ἀτόπως, ὅτι προήχθη ἄνευ θέσεως, καταπατήσας τὴν ἀρχαιότητα τῶν συναδέλφων του.
§43ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν παρεπονέθην· κατήγγειλα μόνον μίαν πρᾶξιν παράνομον.
§44ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐκαλέσατε τὴν πρᾶξιν παράνομον. Ἐγὼ δὲν θέλω βεβαίως νὰ δικαιολογήσω τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐγὼ ὁμιλῶ ἁπλῶς περὶ τῶν τετελεσμένων. Δὲν εὑρίσκω παράνομον τὸν προβιβασμὸν τοῦ συνταγματάρχου Στεφάνου, διότι εἶχε τὰ προσόντα τοῦ προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογὴν, καθόσον, κατὰ τὸν νόμον περὶ προβιβασμοῦ, πάντες οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ προάγονται εἰς τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμὸν κατ’ ἐκλογήν. Ἑπομένως, ἂν εἶχε τὰ προσόντα, προεβιβάσθη νομίμως.
§45ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιθεωρήσεως τί λέγει;
§46ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐγνωμοδότησε περὶ αὐτοῦ, ὅτι κέκτηται τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογήν· ὁ συνταγματάρχης λοιπὸν κύριος Στεφάνου νομίμως ἐπροβιβάσθη. Ἐξεταστέον ἤδη, ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐπεθεώρησεν αὐτόν; Ὄχι. Ἐν τούτοις εὑρέθη ἐν τῷ πίνακι ὡς κεκτημένος τὰ προσόντα τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶχε τὰ προσόντα ὁ κ. Στεφάνου· τοὐλάχιστον ἐκ κοινῆς φήμης καὶ ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν του εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι εἶχε κεκτημένα τὰ προσόντα· ἄλλως οὗτος παρέσχεν ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος οὐ τὰς συνήθεις, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ ἔθνος ἠγωνίζετο οὐχὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς μεγάλης ἰδέας, ὁ Στεφάνου ἠγωνίσατο καλῶς, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§47ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ σᾶς δώσω πληροφορίαν τινὰ σχετικήν. Ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν παρέσχεν ὁ κ. Στεφάνου εἰς τὴν πατρίδα κατὰ τὸ 1878, εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λοκρίδος, ὅτι παρέσχε κατὰ τὴν Μεταπολίτευσιν τοῦ 1862 καὶ ἄλλην μεγάλην ὑπηρεσίαν πολύτιμον, διότι, ὑπομοίραρχος ὢν τότε ἐκεῖ, ἐτήρησε τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν, κινδυνεύουσαν, καὶ αὐτὸς διέσωσε τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον περιεῖχε 240,000 δραχμῶν, ἀπὸ τὴν διαρπαγὴν, ἣν ἀπεπειράθησαν ἀντεπαναστάται τότε. Πρὸς τούτοις γνωρίζει ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία Λοκρίδος καὶ ὁ νομὸς τῆς Φθιώτιδος, ὅτι μεγάλας καὶ πολλὰς ἄλλας ὑπηρεσίας παρέσχεν ὁ κ. Στεφάνου, ὡς στρατιώτης ἔντιμος καὶ γενναῖος, ἐκπληρώσας τὸ καθῆκόν του καὶ κατὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, πολλὰς συμμορίας ληστῶν καταστρέψας καὶ πολλοὺς ληστὰς συλλαβών. Ὀφείλει λοιπὸν ἡ πατρὶς χάριτας πρὸς τὸν κ. Στεφάνου, τὸν ἔντιμον αὐτὸν καὶ ἀνδρεῖον στρατιώτην, ὅστις ἐπαξίως προήχθη ἐσχάτως.
§48ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον, διότι συνεπλήρωσε τὴν περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ κ. Στεφάνου ὁμιλίαν μου.
§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα, ἂν προήχθη νομίμως.
§50ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Λέγω ὅτι εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν προήχθη νομίμως.
§51ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπῆρχε θέσις συνταγματάρχου εἰς τὴν χωροφυλακή;
§52ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἤδη θὰ ἐκθέσω καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν προβιβασμὸν τρία ζητήματα. Καὶ πρῶτον ἀρκετὰ ἐλέχθησαν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς νομίμου προαγωγῆς. Ὅσον δὲ περὶ τῆς θέσεως, ἣν κατέλαβε, τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὁ Στεφάνου ἦτο ὁ ἀρχαιότερος τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν τῆς χωροφυλακῆς, — περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφιβολία, — θέσις συνταγματάρχου ἐν τῷ σώματι τῆς χωροφυλακῆς βεβαίως δὲν ὑπῆρχεν, ἀλλ’ ὑπῆρχεν εἰς τὸ τμῆμα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, τοῦ ὁποίου προϊστάμενος εἶναι ἀνώτερος ἀξιωματικός, καὶ δὴ συνταγματάρχης, ἑπομένως προήχθη εἰς τὴν θέσιν ταύτην εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου. Εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ὑπάρχει βαθμὸς συνταγματάρχου, διότι εἰς τὴν χωροφυλακὴν ὑπάρχουσιν ἐπιθεωρηταὶ τῆς χωροφυλακῆς ἀντισυνταγματάρχαι· ἀλλ’ ὑπάρχει ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματος τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, ὅπου ἠδύνατο νὰ ἦναι συνταγματάρχης· ἀπέκειτο δὲ εἰς τὴν εὐσυνείδητον ἐκτίμησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι ὤφειλε νὰ προαγάγῃ τὸν Στεφάνου εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, εἰς θέσιν νομιμοποιημένην, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἔπραξεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον ζήτημα, τῆς καταπατήσεως τῆς ἀρχαιότητος τῶν συναδέλφων, βεβαίως ὁ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸς συνεπάγεται τὴν καταπάτησιν τῆς ἀρχαιότητος τῶν ὁμοιοβάθμων, ἀλλ’ ὄχι ἐν τῷ σώματί του, διότι δὲν κατεπάτησεν ἀρχαιότητα ἐν τῷ σώματί του, καθόσον ἐτύγχανε πάντων ἀρχαιότερος, κατεπάτησε τὴν ἀρχαιότητα τῶν ὁμοιοβάθμων του τῶν λοιπῶν σωμάτων.
§53ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ ἰσχυρίσθην καὶ ἐγώ.
§54ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τοῦτο, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, κακῶς ἐγένετο, ἐγένετο ὅμως ὄχι παρανόμως, ἀλλὰ ἀδίκως, διότι ἡ γενικὴ ἀρχαιότης τῶν ἀξιωματικῶν, κατ’ ἐμὲ, ὀφείλει νὰ καταλαμβάνῃ τὰς γενικὰς θέσεις, καὶ ἐπειδὴ ἡ θέσις τοῦ τμήματος τῆς δημοσίου ἀσφαλείας εἶναι θέσις γενικὴ, ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἀρχαιότητα τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὄχι κατ’ ἐκλογήν. Τοῦτο ἤθελον πράξει ἐγώ· δὲν ἠξεύρω τί φρονεῖ ὁ ἄλλος κόσμος. Λοιπὸν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν προβιβασμὸν, ὑπῆρξεν ἄδικος, σχετικῶς πρὸς τοὺς ὁμοιοβάθμους του, ὑπῆρξεν ὅμως νόμιμος, καὶ καθεῖξεν ὁ προβιβασθεὶς θέσιν νομοθετημένην. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, τὴν σύστασιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, αὐτὸ εἶναι συνέπεια τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος· περὶ αὐτοῦ οὐδεμίαν ἔχω νὰ δώσω πληροφορίαν ἄλλην, διότι αὐτὸ ἔγεινε συμφώνως πρὸς τὸν ψηφισθέντα περὶ ἀστυνομίας νόμον. Ὅσον δὲ περὶ τῶν τριῶν ἀντισυνταγματαρχῶν τῆς χωροφυλακῆς, οἵτινες φέρονται ἐν τῷ πίνακι, οὗτοι εἶναι οἱ τρεῖς ἀντισυνταγματάρχαι τῆς χωροφυλακῆς, οἱ ὑπάρχοντες σήμερον, οἱ ὁποῖοι ἐφέροντο εἰς τὰ Ἀρχηγεῖα τοῦ στρατοῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι σήμερον μεταφέρονται εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ νόμιμος αὐτῶν θέσις. Ὅσον δὲ περὶ τῶν ἐπιθεωρήσεων τοῦ στρατοῦ, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τὸ νομοσχέδιόν μας νὰ προνοήσῃ περὶ αὐτῶν, διότι ὁ νόμος τοῦ 1887 ἐν ἄρθρῳ 30 ἀναγράφει τὰ περὶ τούτου. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Ἑπομένως καταργουμένης τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐπανέρχεται ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ νόμου τοῦ 1887, καθ’ ἣν οἱ ἀρχηγοὶ εἶναι καὶ ἐπιθεωρηταὶ τοῦ στρατοῦ.
§55ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπηντήσατε καὶ ἐπὶ τοῦ ἑτέρου, ἐὰν ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κατὰ τὸ ἐκτελεσθὲν αὐτῆς μέρος θὰ ἔχῃ ἔννομα ἀποτελέσματα.
§56ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅσα ἐξετελέσθησαν μέχρι τοῦδε εἶναι καλῶς τετελεσμένα· ἡμεῖς οὐδὲν ἔχομεν νὰ διατάξωμεν.
§57ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λοιπὸν πλημμελής;
§58ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι πλημμελής, πλημμελεστάτη, ἀλλ’ εἰς ἄλλην ἀρχὴν ἀπόκειται νὰ φέρῃ τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν ἀδικημάτων. Ἡμεῖς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ πράξωμεν σήμερον, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τούτου, εἶναι νὰ διατάξωμεν νέαν ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ, ἥτις βεβαίως θέλει δώσει τὰ ἀποτελέσματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις θέλει στηριχθῆ ἐν τῷ μέλλοντι.
§59ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι φρονῶ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν περιέχει τὰ νόμιμα στοιχεῖα, δὲν ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν.
§60ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡμεῖς οὐδὲν ἐνεργοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ταύτης, οὔτε προβιβασμούς, οὔτε παραπομπὰς εἰς ἀνακριτικὰ συμβούλια.
§61ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ διὰ τὸ μέλλον, ἀλλ’ ἐὰν ἐξετελέσθη ἄκυρος πρᾶξις, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ νόμιμα ἀποτελέσματα.
§62ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν εἶναι ἄκυρος ἡ πρᾶξις, ἐγένετο κατὰ τὸν νόμον. Ἐὰν δὲν ἦναι δικαία, τοῦτο δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς παρεδέχθητε νὰ θέσητε εἰς ἀποστρατείαν δυνάμει τῆς ἀτελοῦς καὶ πλημμελοῦς, ὅπως τὴν χαρακτηρίζετε, ἐκθέσεως;
§64ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν ἐθέσαμεν κἀνένα.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ οὐδένα ἔχω λόγον νὰ προτιμήσω τὴν ἑνιαίαν ἐπιθεώρησιν τῆς πολλαπλῆς ἢ τἀνάπαλιν, διότι φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον σύστημα θὰ δώσουν πάντοτε παρ’ ἡμῖν, ὅταν λειτουργοῦν οἱ θεσμοὶ ὅπως λειτουργοῦν, τὰ αὐτὰ ἄτοπα ἀποτελέσματα. Ἂν ἀνατρέξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ παρελθόν, θὰ εὕρῃ πολλὰ τοιαῦτα ἄτοπα ἀποτελέσματα τῆς πολλαπλῆς ἐπιθεωρήσεως· θὰ εὕρῃ ἀξιωματικοὺς προαχθέντας κατ’ ἐκλογὴν παρὰ τοῦ προκατόχου του, παρὰ τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους ὑπῆρχε πρώτη ἔκθεσις ἐπιθεωρητοῦ, δι’ ἧς ἐκηρύσσοντο ἀνίκανοι, δευτέρα ἔκθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, κηρύττουσα αὐτοὺς ἐπίσης ἀνικάνους, τρίτη δὲ ἔκθεσις τοῦ αὐτοῦ ἐπιθεωρητοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἐκηρύσσοντο ἱκανοὶ, καὶ προὐβιβάζοντο. Λοιπὸν μὴ ἐλπίσητε ἐκ τοῦ ὅτι ἤθελε γείνῃ πολλαπλῆ ἡ ἐπιθεώρησις, ὅτι τὰ ἄτοπα θὰ ἐκλείψουν· τὰ ἄτοπα θὰ ὑφίστανται, ἐφ’ ὅσον ὁ στρατὸς διοικεῖται φατριαστικῶς, ἐφ’ ὅσον διαιρεῖται εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ εὐνοουμένους. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα φέρετε, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἰσάγεται σήμερον καὶ εἰς τὸ ναυτικόν. Εἰς τὸ ναυτικὸν μέχρι τοῦδε, ὡς καὶ εἰς ὡρισμένα τεχνικὰ ὅπλα, εἶχον τὴν εὐγενῆ ὑπερηφάνειαν νὰ μὴ δέχωνται κἄν προαγωγὴν διὰ καταπατήσεως ἀρχαιοτέρου. Ἀλλὰ περὶ ἄλλου τινὸς ἤθελον νὰ παρατηρήσω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἤλεγξε τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς Βουλευτὰς, διότι δὲν ἐζήτησαν καὶ δὲν ἐπέστησαν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἥτις τελευταῖον διεξήχθη, ὡς ἂν τὴν ἐπιθεώρησιν ταύτην καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τὴν ἔχωμεν ἡμεῖς εἰς χεῖράς μας. Πότε μᾶς ἐδόθη ἡ ἔκθεσις αὕτη; Ὁσάκις ἐζητήσαμεν τοιαύτας ἐκθέσεις, μᾶς τὰς ἠρνήθησαν. Μάλιστα θαυμάζω, πῶς ἔκαμε λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅταν δὲν δύναται αὕτη νὰ λάβῃ ὑπόστασιν, οὐδὲ δημοσιότητα, εἰμὴ μόνον καθ’ ὅσον ἤθελον στηριχθῆ ἐπ’ αὐτὴν κυβερνητικαὶ πράξεις προαγωγῆς ἢ ἀποστρατεύσεως. Ἐὰν εὑρίσκητε, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ εἶναι πλημμελὴς, καλῶς πράττετε, μὴ ἐκτελοῦντες αὐτήν· ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλητε οἱανδήποτε ἐπιθεώρησιν, πρὶν ἢ ἐκτελεσθῶσιν αἱ προτάσεις αὐτῆς. Κατὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὰ διέποντα τὰ τοῦ στρατοῦ ἡ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καταγγελία τῆς τελευταίας ἐπιθεωρήσεως, οὐδ’ ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς Βουλευτὰς, ὡς μὴ ἐλέγχοντας τὰ συμπεράσματα τῆς ἐπιθεωρήσεως, δικαιολογεῖται.
§66ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οὐδεμίαν ἀπηύθυνα μομφὴν πρὸς τὴν Βουλήν.
§67ΡΑΛΛΗΣ. Ἠρωτήσατε: διατὶ ζητεῖτε τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ;
§68ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ μόνον ἐδικαιολογήθην διατὶ συνέταξα νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς ἑνιαίας ἐπιθεωρήσεως καὶ παραδοχῆς τῶν τριῶν διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις αὕτη δὲν ἐξετελέσθη ὡς ἔδει νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι ἐπείσθην, ὅτι ἀξιωματικοὶ μὴ παρουσιασθέντες, — καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσι, καθόσον δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, — ἐκρίθησαν ἐν τῇ ἐκθέσει, χωρὶς νὰ ἐξετασθῶσιν, εἴτε ἱκανοὶ, εἴτε ἀνίκανοι. Αὐτὸ ἔφερον ὡς ἰσχυρισμὸν, καὶ ἕνεκα τούτου παρεδέχθην τὸ σύστημα τῶν πλειόνων ἐπιθεωρήσεων, καὶ αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ λόγος εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, ὅστις προὐκάλεσε τὴν κατάργησιν τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως. Ὅτι δὲ συνέβησαν ἀδικήματα, τοῦτο εἶναι πανθομολογούμενον· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προήγαγεν ἀξιωματικὸν, ὅστις ὁμολογουμένως εἶχε κηρυχθῆ μὲν ἀνίκανος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, πράγματι δὲ ἦτο ἱκανώτατος, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔκαμε καλῶς· ἀπ’ ἐναντίας εἶπον, ὅτι καλῶς ἔπραξεν, ἀλλὰ τὸ ἔπραξε παρατύπως, διότι δὲν ἐτήρησε τοὺς τύπους τοῦ νόμου. Δὲν ἤλεγξα λοιπὸν οὐδένα, οὐδ’ ἐπρόκειτο νὰ φέρω τὴν ἔκθεσιν ἐνταῦθα.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Οὔτε ἔπρεπε νὰ τὴν φέρητε, οὔτε νὰ τὴν ἐξελέγξητε.
§70Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐμέμφθη τοῦ ἀντιστρατήγου· περὶ αὐτοῦ ἁπλῶς διηγήθη τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσι, καὶ ἔπρεπε νὰ συγχαρῶμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι εἶπε τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν. Ἀληθῶς ἡ ἐπιθεώρησις δὲν ἔγεινε κατὰ τοὺς κανόνας καὶ τοὺς τύπους τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατεύματος, διότι ἐπιθεώρησις ἐντὸς 20 λεπτῶν εἰς τὴν φρουρὰν τῆς Ζακύνθου δὲν εἶναι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ. Ὑποστηρίζω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη πλειόνων ἐπιθεωρητῶν, καὶ ὄχι ἑνός, διότι ἐκ τῆς ἑνιαίας ἐπιθεωρήσεως ἀπεδείχθη βλάβη, καὶ βλάβη μεγίστη, εἰς ὅλον τὸ στράτευμα· ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ κατὰ τοῦτο, ὅτι τὸ στράτευμα σύγκειται ἐκ τριῶν ὅπλων καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ πρέπει νὰ ἦναι τρεῖς, ἑκάστου δὲ ὅπλου εἷς. Ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἄλλου ὅπλου. Δὲν εἶναι δυνατόν, φέρ’ εἰπεῖν, ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ἐπιθεωρητὴς νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ πυροβολικόν, διότι δὲν γνωρίζει τὴν πυροβολικὴν τέχνην καὶ ἐπιστήμην, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἱππεὺς νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ μηχανικόν, οὔτε ὁ μηχανικὸς τὸ ἱππικόν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ τὸν παρακαλῶ κατὰ τὴν ἐφαρμομὴν νὰ διορίσῃ μὲν τοὺς τρεῖς ἐπιθεωρητάς, ἀλλ’ ἕκαστος τούτων νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιθεωρήσῃ. Σᾶς εἶπε μάλιστα μίαν ἀλήθειαν ὁ κ. Ὑπουργός, — καὶ δὲν ἦτο μομφή, — ὅτι ἔπρεπε νὰ προβιβασθῇ συνταγματάρχης κατὰ τὴν γενικὴν ἀρχαιότητα ὁ ἀρχαιότερος· πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς παρ’ οὐδενός, καὶ πρέπει νὰ παραδεχθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ἢ κατ’ ἀρχαιότητα νὰ προβιβάζηται ὁ ἀξιωματικὸς εἰς τὰς γενικὰς θέσεις, ἢ τοὐλάχιστον ἐξ ἀναλογίας εἰς ὅλα τὰ ὅπλα. Ἤλεγξε τὴν ἔκθεσιν, καὶ βεβαίως εἶχε δίκαιον νὰ τὴν ἐλέγξῃ. Ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως προέκυψαν πολλὰ τὰ κακά, καὶ ἐγένοντο πολλὰ θύματα. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα· τί μέτρον θὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπὲρ τῶν θυμάτων τῆς τοιαύτης ἐκθέσεως τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως; Εἶπεν, ἐρωτηθείς, ὅτι τοῦτο ἀνήκει εἰς ἄλλας ἀρχάς, ἤτοι εἰς τὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν διοικητικῶς τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ; Κατ’ ἐμέ, εἶναι δυνατόν. Ἀλλὰ διὰ τίνος τρόπου; Διὰ συστάσεως μιᾶς ἐπιτροπῆς ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία νὰ ἀναψηλαφήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ὅπου εὕρῃ τὸ δίκαιον, νὰ τὸ ἀποδώσῃ· ἀλλὰ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους δὲν εἶναι δυνατόν, καὶ τοιαύτην εὐθύνην βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε ὁ κ. Τσαμαδός, οὔτε ἄλλος τις, δὲν ἀναλαμβάνει· αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναλάβῃ ἡ Βουλὴ διὰ μιᾶς εἰδικῆς διατάξεως ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Διότι, Κύριοι, ὅταν τὰ δικαστήρια ἀποφασίσουν,—καὶ θὰ ἀποφασίσουν βεβαίως,—ἡ ζημία θὰ ἦναι μεγάλη διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐνῷ εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβωμεν τὰς ζημίας καὶ δικαιώσωμεν τοὺς ἀδικηθέντας ἀξιωματικούς· καὶ περὶ τούτου ἂς σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ πάλιν τὸ κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του νὰ κανονίσῃ, ὥστε ἕκαστος ἐπιθεωρητὴς νὰ ἦναι ἐπιθεωρητὴς τοῦ ὅπλου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς ἀνήκει, διότι ἄλλως θὰ καταντήσωμεν νὰ στείλωμεν ἱππέα ἐπιθεωρητὴν τοῦ ναυτικοῦ καὶ ὑποναύαρχον ἐπιθεωρητὴν τοῦ ἱππικοῦ.
§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄργους συναδέλφου περὶ τῶν ἀδικηθέντων ἀξιωματικῶν νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Κατόπιν τῶν ὅσων ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, φαίνεται ὅτι ἐγένοντο ἀδικίαι, φαίνεται ὅτι θὰ γείνωσιν ἀποστρατεύσεις ἐπιβλαβεῖς εἰς τὸν στρατόν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ κρίνω περὶ τούτου, μήτε ἔρχομαι εἰς ὑποστήριξιν τῆς τοιαύτης ἰδέας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, νομίζω, ὅτι ἔχει καὶ τὸ καθῆκον, εἴτε ἐκ λάθους, εἴτε ἐκ κακῆς προθέσεως ἐγένοντο αἱ ἀδικίαι αὗται, νὰ φροντίσῃ ὅπως διὰ νομοθετικῆς πράξεως ἐπιτύχῃ διόρθωσίν τινα τῶν γενομένων ἀδικημάτων.
§72ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅτι ἐγένοντο ἀδικήματα, τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διώρθωσεν ἓν τοιοῦτον ἀδίκημα, — καὶ τοιαῦτα εἶναι πολλά, — ἀλλ’ οἱ μὲν ἀποστρατευθέντες ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν ἀπεστρατεύθησαν δυνάμει τῶν νόμων, διότι ὁ ἐπιθεωρητὴς ἔκρινεν ἀνίκανον τὸν ἀξιωματικόν, ἡ Κυβέρνησις παρέπεμψε τοῦτον εἰς ἀνακριτικὸν συμβούλιον, τὸ ἀνακριτικὸν συμβούλιον τὸν ἀνεκήρυξεν ἀνίκανον διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ βεβαίως αὐτὸς νομίμως ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν ἢ ἀπόταξιν· ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐκρίθησαν ὡς ἀνίκανοι οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα ἢ μᾶλλον τὸ δικαίωμα πρὸς ἀποστράτευσιν, καὶ ἑπομένως ἐτάχθησαν ὑποχρεωτικῶς εἰς ἀποστρατείαν. Τώρα ἴσως ἦτο πρόβλεψις τῆς Κυβερνήσεως νὰ τάξῃ εἰς ἀποστρατείαν τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα, διότι ἄλλως θὰ μετέβαινον εἰς τὴν ἀπόταξιν· ἐν τούτοις αὐτοὶ ἐτράπησαν δικαστικῶς κατὰ τῶν τοιούτων ἀποφάσεων, καὶ δύο ἢ τρεῖς ἐξ αὐτῶν ἐκέρδησαν, ὑπάρχει δὲ πιθανότης, ὅτι θὰ κερδήσουν ὅλοι. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ προκαλέσωμεν εἰδικὸν νομοθέτημα, διὰ νὰ τοὺς ἀπαλλάξωμεν τῆς τοιαύτης καταστάσεως.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἀφήσῃ νὰ λυθῶσι δικαστικῶς ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας προβλέπει, ὅτι θὰ χάσῃ.
§74ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πιθανὸν, νὰ μὴ ἠδικήθησαν ὅλοι, διότι πιθανὸν ἐξ αὐτῶν πολλοὶ νὰ ἦναι ἀνίκανοι.
§75ΡΑΛΛΗΣ. Ποῦ ἐστηρίχθησαν τὰ δικαστήρια, διὰ νὰ ἀκυρώσουν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου;
§76ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐστηρίχθησαν εἰς τοὺς τύπους, δὲν ἔκριναν κατ’ οὐσίαν.
§77ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἐστηρίχθησαν εἰς τοὺς τύπους, καὶ ἐβεβαιώθη, ὅτι παρωράθησαν τύποι, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος διατεταγμένοι, τότε φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις προνοίας νομοθετικῆς, οὐδ’ ἐννοῶ, διατὶ τὸ Δημόσιον θὰ ἐκτίθηται ἐπ’ ἄπειρον εἰς τοιαύτας δίκας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, διατὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες παρανόμως ἀπεστρατεύθησαν, θὰ ὑποστῶσιν αὐτὸν τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§78ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην περὶ τοῦ ποῖοι εἶναι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ δικαίως ἀποστρατευθέντες ὡς ἀνίκανοι, καὶ ποῖοι οἱ ἀδίκως.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς τυπικῆς ἐξετάσεως.
§80ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Περὶ τῶν τύπων μάλιστα, νὰ καταθέσω τὰ σχετικά.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἡ ἐξέτασις ἡ τυπικὴ ὑπῆρξε παράνομος, ἔχετε τὸ καθῆκον νὰ λάβητε πρόνοιαν νομοθετικὴν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει τὴν ἐκ νέου παραπομπὴν τῶν ἀποστρατευθέντων εἰς τὰ κατὰ νόμον Συμβούλια, ἅτινα θέλουσι κληθῆ ν’ ἀποφανθῶσιν ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ νόμου.
§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριε Πρόεδρε, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, νὰ ἐπανέλθω εἰς ζήτημα προσωπικὸν, περὶ οὗ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐπεθύμουν νὰ φέρω αὖθις τὸν λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πρὸ ἡμερῶν ἤδη, ἀγορεύων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ θέλων ν’ ἀποδείξω, ὅτι οἱ μέλλοντες ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι θὰ προθυμοποιῶνται νὰ ἐξυπηρετῶσι μᾶλλον τὰ συμφέροντα τῆς ἑκάστοτε κρατούσης φατρίας, ὅπως τῇ συνδρομῇ ταύτης προάγωνται εἰς ἀνωτέρους βαθμοὺς, ἐμνημόνευσα, εἰς ἐπίῤῥωσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου ἐκείνου, τοῦ παραδείγματος ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ὅστις, καταταχθεὶς τὸ πρῶτον ὡς ἁπλοῦς στρατιώτης ἐν αὐτῇ, κατώρθωσε νὰ προαχθῇ κατὰ μικρὸν, τῇ συνδρομῇ τῆς ἑκάστοτε κρατούσης φατρίας, ἧς τὰ συμφέροντα πάντοτε ἐξυπηρέτει, εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου καὶ τελευταῖον εἰς τὸν τοῦ συνταγματάρχου, ἐπὶ προφανεῖ καταστρατηγήσει τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπὶ προφανεῖ καταπατήσει τῆς ἀρχαιότητος ἄλλων συναδέλφων του ἐν τῷ στρατῷ, ἱκανωτέρων θεωρουμένων αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ ἀθετήσει τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅστις δὲν ἀναγνωρίζει θέσιν συνταγματάρχου ἐν τῇ χωροφυλακῇ. Τότε δὲν ἐνόμισεν ἐπάναγκες ὁ κ. Τσαμαδὸς νὰ ἀντείπῃ τι, ἀντ’ αὐτοῦ δὲ λαβὼν τὸν λόγον ὁ ἀμεσώτερον εὐθυνόμενος ἐκ τῶν ἐνταῦθα παρόντων διὰ τὸν προβιβασμὸν ἐκεῖνον ἀξιότιμος βουλευτὴς Μαντινείας καὶ πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Κωνσταντόπουλος, εἶχε τὴν ἀφέλειαν νὰ ὁμολογήσῃ, ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ, ὅτι ὁ κ. Στεφάνου προὐβιβάσθη μόνον καὶ μόνον, ὅπως ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας τοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας νόμου. Ἔκτοτε παρῆλθον ἡμέραι πολλαὶ, καὶ ἰδοὺ μόλις σήμερον ἐμφανίζεται εἰς τὸ μέσον μεμελετημένος συνήγορος τοῦ προβιβασμοῦ ἐκείνου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐξήντλησεν ὁμολογουμένως ὑπὲρ τοῦ πελάτου αὐτοῦ πᾶν ὅ,τι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ ἐπινοήσῃ τις πρὸς δικαιολόγησιν τῶν ἀδικαιολογήτων. Ὁ κ. Τσαμαδὸς, θέλων νὰ καταστήσῃ εὐχερέστερον εἰς ἑαυτὸν τὸν ἀγῶνα, ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ ἰσχυρισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ οὐδὲ κατὰ διάνοιαν ἐφαντάσθην· εἶπεν, ὅτι ἐγὼ δῆθεν προσέβαλον τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Στεφάνου ὡς παρανόμως γενόμενον κατ’ ἐκλογὴν, ἐνῷ ὁ τοιοῦτος προβιβασμὸς εἶναι νομιμώτατος ἐπὶ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν εἶπον, ὅτι ὁ προβιβασμὸς τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικοῦ ἦτο παράνομος κατὰ τοῦτο, καθ’ ὅσον ἐγένετο κατ’ ἐκλογὴν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἐδημιουργήθη δι’ αὐτοῦ θέσις συνταγματάρχου ἐν τῇ χωροφυλακῇ, μὴ ἀνεγνωρισμένη ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ. Ὡς πρὸς τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν, παρετήρησα μόνον, ὅτι οὕτω πως κατεπατήθη ἡ ἀρχαιότης πολλῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ἱκανωτέρων τοῦ κ. Στεφάνου καὶ ὑπὸ ἔποψιν παιδεύσεως καὶ ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικῆς ἀρετῆς, μεταξὺ δὲ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων ὁμολογῶ, ὅτι κατέλεγον καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχαιότης ἐπίσης κατεπατήθη ὑπὸ τοῦ κ. Στεφάνου, καὶ τόσων ἄλλων διαπρεπῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Τσαμαδὸς ἠθέλησε καὶ κατὰ τοῦτο νὰ δικαιολογήσῃ τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος προβιβασμὸν, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ὁ κ. Στεφάνου ἐκέκτητο ὅλα τὰ προσόντα τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ, ὡς ἀξιωματικὸς ἔντιμος,—ὡς ἐὰν ἐγὼ δὲν ἐθεώρουν αὐτὸν ἔντιμον!— καὶ διακριθεὶς καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ. Δὲν νομίζετε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ οὕτως αὐτὸν ὡς ἱκανώτερον τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, ὧν ἡ ἀρχαιότης κατεπατήθη διὰ τοῦ προβιβασμοῦ του, νὰ ἐλέγξῃ δὲ ἐμὲ ὡς διατελοῦντα ἐν πλάνῃ, καθόσον εἶχον τὴν ἐναντίαν γνώμην; Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργὲ, ἦτο δικαίωμά σας βεβαίως ν’ ἀνακηρύξητε τὸν κ. Στεφάνου ἱκανώτερον ὑμῶν αὐτῶν, καὶ νὰ εὕρητε οὕτω δικαίαν τὴν ὑπ’ αὐτοῦ γενομένην καταπάτησιν τῆς ἀρχαιότητός σας. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι σᾶς ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ παραστήσητε αὐτὸν ὡς ἱκανώτερον καὶ ἄλλων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, οἵτινες διακρίνονται ἐπὶ παιδείᾳ καὶ ἀρετῇ στρατιωτικῇ, ὡς οἱ κύριοι Κόρπας καὶ Βότσαρης, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἀρχαιότητα ἐπίσης κατεπάτησεν ὁ κ. Στεφάνου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι ἢ νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως ἐν ὀνόματι αὐτῶν, ἀπόντων ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, κατὰ τοῦ τοιούτου ἰσχυρισμοῦ σας. Εἰς τὸν κ. Τσαμαδὸν ἐπῆλθε παραδόξως πως ἐπίκουρος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Χαλκιόπουλος, εἰπὼν, ὅτι ὁ κ. Στεφάνου παρέσχεν ἐκδουλεύσεις ἐν ἔτει 1862 εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, διότι ἐν καιρῷ τῆς τότε Μεταπολιτεύσεως κατώρθωσεν, ὡς ὑπενωμοτάρχης ἢ ἐνωμοτάρχης ἐν Ἀταλάντῃ...
§83ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο ὑπομοίραρχος.
§84ΡΟΥΚΗΣ. Εἶχε γείνῃ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ὄθωνος ὑπομοίραρχος.
§85ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔστω καὶ ὡς ὑπομοίραρχος... κατώρθωσε, λέγω, ὡς τοιοῦτος, νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριε Πρόεδρε, ἦτο λόγος οὗτος ἀποχρῶν, ἵνα ὁ κ. Στεφάνου μετὰ τριακονταετίαν προβιβασθῇ εἰς συνταγματάρχην, ἐπὶ καταργήσει τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἐπὶ καταπατήσει τῆς ἀρχαιότητος τόσων ἄλλων διαπρεπῶν τοῦ στρατοῦ μας ἀξιωματικῶν, ἐπὶ ἀθετήσει τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ; Ἐγὼ δὲ, καὶ μεθ’ ὅσα ὁ κ. Τσαμαδὸς εἶπεν ὑπὸ τὴν τελευταίαν ταύτην ἔποψιν τοῦ ζητήματος, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν ἠθετήθη, καθόσον ὁ κ. Στεφάνου δὲν προὐβιβάσθη διὰ τὴν χωροφυλακὴν, ἀλλὰ διὰ τὸ τμῆμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, — ὅπου, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, δὲν ἐγκαθιδρύθη ἀκόμη, οὔτε θὰ ἐγκαθιδρυθῇ ἴσως, διότι οὐδέποτε μέχρι τοῦδε προέστη τοῦ τμήματος αὐτοῦ συνταγματάρχης, — ὁμολογῶ, ὅτι δὲν μετεπείσθην ὑπ’ αὐτοῦ. Τὸ πολὺ–πολὺ θὰ ἐδεχόμην, ὅτι ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς τοποθετήσεως ἐν τῷ τμήματι τῆς δημοσίας ἀσφαλείας κατεστρατηγήθη καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὅστις δὲν ἀναγνωρίζει θέσιν συνταγματάρχου ἐν τῇ χωροφυλακῇ. Τί δὲ νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὰ κατορθώματα τοῦ κ. Στεφάνου κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισεν ἐπίκαιρον νὰ ἐξάρῃ σήμερον πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ προβιβασμοῦ του; Ἀγνοῶ ἐὰν τὰ 9/10 τῶν ἐνταῦθα παρισταμένων εἶχον ἀκούσει τι μέχρι τοῦδε περὶ τῶν κατορθωμάτων τοῦ κ. Στεφάνου, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἔνδοξον ἐποχὴν τῶν πετσωματικῶν. Δὲν εὐηρεστεῖτο τοὐλάχιστον ὁ κ. Τσαμαδὸς νὰ μᾶς ἀναφέρῃ καὶ τὰς μάχας, τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ ἥρωός του τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; Ἀλλ’ ἐδέησε, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀναφέρῃ ἐνταῦθα ἄγνωστα εἰς τοὺς πολλοὺς κατορθώματα τοῦ κ. Στεφάνου, ὅπως δικαιολογήσῃ τὸν ἄδικον καὶ παράνομον προβιβασμόν του. Καὶ ἐλησμόνησεν, ὡς φαίνεται, ὁ κ. Τσαμαδὸς, ὅτι εἶναι μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις ἄλλοτε ὑπεβίβασεν ἀντισυνταγματικῶς εἰς λοχαγὸν καὶ ὑπολοχαγὸν τὸν ἥρωα τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης, τὸν Δημήτριον Τερτίπην, τὸν κλείσαντα τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα ἐν τοῖς Θεσσαλικοῖς πεδίοις!
§86ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐννοεῖ νὰ πραγματεύηται τὰ ζητήματα κατ’ ἴδιον ὅλως αὐτῷ τρόπον. Οὕτω κατηγόρησεν ἐμοῦ, ὅτι παρεδέχθην δίκαιον τὸν προβιβασμὸν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου κατεπατήθη ἡ ἀρχαιότης ἐμοῦ τε καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων, καὶ ὅτι ἔκρινα τὸν κ. Στεφάνου ἀνώτερον ἐμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀγογγύστως ἐδέχθην τὸν προβιβασμὸν τοῦτον. Πάντα ταῦτα εἶναι τῆς φαντασίας του πλάσματα· διότι ἐγὼ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον εἶπον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· εἶπον, ὅτι ὁ προβιβασμὸς τοῦ κ. Στεφάνου ὑπῆρξε νόμιμος, καὶ ὅτι ὁ κ. Στεφάνου εἶχεν ὑπηρεσίας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τοῦ προβιβασμοῦ του κατ’ ἐκλογήν, εἶπον ὅμως, ὅτι ἦτο κατάδικος, διότι κατεπατήθη ἡ ἀρχαιότης τῶν πρὸ αὐτοῦ ἀξιωματικῶν καὶ διότι εἰς τὰς γενικὰς θέσεις, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ προτιμῶνται οἱ ἀρχαιότεροι τῆς ὑπηρεσίας. Ταῦτα εἶπον ἐγώ, κύριε ἐκ Λοκρίδος συνάδελφε, καὶ ὄχι ὅτι ὁ κ. Στεφάνου εἶναι ἱκανώτερος ἐμοῦ, καὶ ὅτι ἑπομένως δικαίως ἐπροβιβάσθη πρὸ ἐμοῦ. Ὁ ἰσχυρισμὸς δὲ, ὅτι ὁ κ. Στεφάνου παρασκευάζεται δι’ ὑποστράτηγον, μαρτυρεῖ τὴν ἄγνοιαν τοῦ κ. συναδέλφου πρὸς τοὺς νόμους, διότι ὁ κ. Στεφάνου ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται νὰ γείνῃ ὑποστράτηγος, διότι μετὰ δύο ἔτη θὰ τὸν εὕρῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας...
§87ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀκριβῶς πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ ὁρίου.
§88ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διὰ νὰ προβιβασθῇ εἰς ὑποστράτηγον, ἀπαιτεῖται τριετὴς ὑπηρεσία εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ κ. Στεφάνου, βεβαίως ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ ἀνεύρω ταύτας, διότι εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι ὁ κ. Στεφάνου προσέφερεν ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατεύματι, ἐκτὸς τῶν ἐκτάκτων ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν θέλω νὰ διαφιλονεικήσω, οὔτε τὰς τοῦ κ. Τερτίπη θέλω νὰ διαφιλονεικήσω· ἄλλως τοῦτο εἶναι ζήτημα ἄσχετον πρὸς τὸ προκείμενον. Ἐὰν ὁ κ. Τερτίπης ἐξέπεσεν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ του, ἦσαν λόγοι νομικοί, καὶ ὄχι ὑπηρεσίας, διότι αἱ ὑπηρεσίαι του εἶναι ἀνεγνωρισμέναι καὶ πανθομολογούμεναι. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ προκάτοχός μου ἐπροβίβασε τὸν Στεφάνου, ἵνα μὴ τὸν ἀφαρπάσῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ βεβαίως δι’ ἐμὲ ὕλην κατηγορίας, οὔτε θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω· ἐπὶ τούτῳ εὐθύνεται ἕτερος Ὑπουργός. Ἐγώ, προκειμένου περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἀφίνω τὸν ἀξιωματικὸν νὰ τὸν ἀφαρπάσῃ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, καθόσον ἄλλως ἤθελε ματαιωθῆ ὁ περὶ ὁρίου ἡλικίας νόμος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1 καὶ 2).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§91ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ τέλος τοῦ αʹ ἐδαφίου, μετὰ τὰς λέξεις «καὶ καλῶν τεχνῶν», νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «τὸ ἀρχεῖον, ἡ διεκπεραίωσις καὶ πᾶσα ὑπηρεσία, ἀναγομένη εἰς τὰς δικαστικὰς διενέξεις.»
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 4).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§94ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ, μετὰ τὰς λέξεις «Προκειμένου ὅμως περὶ ζητημάτων ἀφορώντων εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν δημοσίων ἔργων», ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις: «δύναται νὰ λαμβάνῃ μέρος ἐν τῷ Συμβουλίῳ καὶ ὁ Διευθυντὴς, ἀναλαμβάνων τότε καὶ τὴν προεδρείαν αὐτοῦ», καὶ νὰ τεθῶσιν ἀντ’ αὐτῶν τὰ ἑξῆς: «τὸ Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἐξ ἐπιθεωρητῶν ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων».
§95ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, ὅπως καταστήσωμεν τὸ Συμβούλιον ἐντελῶς ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὴν Διεύθυνσιν διὰ πᾶσαν γνωμοδότησιν αὐτοῦ.
§96ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐξήγησα κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τὸν λόγον, δι’ ὃν γίνεται ἡ καινοτομία αὕτη. Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἰσχυούσης διατάξεως καταργεῖ τὴν ἐπιθεώρησιν, τῶν ἐπιθεωρητῶν ὄντων ἠναγκασμένων νὰ εὑρίσκωνται ἐνταῦθα, ὅπως λαμβάνωσι μέρος εἰς τὰ συμβούλια. Ἀκριβῶς δὲ ἐτέθη ἡ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως μὴ ἐμποδίζηται ἡ ἐπιθεώρησις νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν της. Ἄνευ πραγματικῆς ἐπιθεωρήσεως δὲν θὰ ἔχωμεν καλὴν λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι ὀρθὸν κατ’ ἀρχὴν, ἐθεώρησα, ὅτι, προκειμένου περὶ ζητημάτων προσωπικῶν, δὲν ἦτο ὀρθὸν, τὸ Συμβούλιον νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ νομομηχανικοὺς, ἀφοῦ μάλιστα τὰ ζητήματα ταῦτα δύνανται ν’ ἀφορῶσιν εἰς ἐπιθεωρητάς. Ἄλλως τε κατ’ ἔτος καταρτίζεται ὁ πίναξ τῆς προαγωγῆς, πρέπει δὲ νὰ λαμβάνωσι μέρος οἱ ἐπιθεωρηταὶ εἰς τὴν σπουδαίαν ταύτην ἐργασίαν.
§97ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε διὰ τῆς τροπολογίας του εἰς τὸ ἄρθρον 5 νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ προσωπικὸν τῶν δημοσίων ἔργων ἀπὸ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ὑποστῇ συνεπείᾳ τοῦ κακοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ὀρθῶς ἔπραξε. Διατὶ ὅμως νὰ φροντίσωμεν μᾶλλον ν’ ἀσφαλίσωμεν τὰ πρόσωπα, παρὰ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου; Τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων ἔχει σπουδαιότερα δικαιώματα καὶ καθήκοντα, ὅταν πρόκηται ἐν γένει ν’ ἀποφασίσῃ περὶ δημοσίων ἔργων, ἢ περὶ τῆς προαγωγῆς ὡρισμένων προσώπων. Τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἀναγκαίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν καλὴν συγκρότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, δὲν θέλει οὐχ ἧττον νὰ τὰς ἐπεκτείνῃ, ὅταν πρόκηται περὶ ἀποφάσεως περὶ δημοσίων ἔργων, ὅταν πρόκηται τὸ Δημόσιον νὰ ἐκτεθῇ εἰς δαπάνας ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν. Προέβαλε τὸν λόγον, ὅτι θέλει καταργήσει τὴν ἐπιθεώρησιν, ἂν συγκροτηθῇ ἄλλως τὸ Συμβούλιον. Δὲν φρονῶ τοῦτο, διότι δύναται νὰ καταρτίσῃ τὸ Συμβούλιον οὕτως, ὥστε καὶ ἡ πλειονοψηφία αὐτοῦ νὰ παρέχῃ ἐχέγγυα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, καὶ αἱ ἐπιθεωρήσεις νὰ μὴ καθυστερῶσιν. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ εἶναι πέντε· ἂν περιλάβητε ὡς ἀναγκαίους πρὸς τὴν συγκρότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων δύο ἢ τρεῖς, θὰ ἔχητε καὶ ἱκανοὺς διὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§99ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου Εʹ τοῦ ἄρθρου 6 εἶναι, νομίζω, περιττή· τοῦ νὰ ζητῆται δηλαδὴ ἡ συγκατάθεσις τοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῆς μεταθέσεως ἑνὸς ἐργοδηγοῦ, καὶ ὁ Ὑπουργὸς οὕτω νὰ δεσμεύηται. Καλλίτερον εἶναι νὰ μείνῃ ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὸ ζήτημα τῆς μεταθέσεως τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν καὶ ἐργοδηγῶν.
§100ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§101ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ παραστήσω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῇ τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ὅπως καταρτίζεται τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5, ὑπάγεται εἰς τὴν ἐπήρειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ὑπάγεται εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῶν δημοσίων ἔργων, ἡ ὁποία καταρτίζεται κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν ὑπάρχῃ Συμβούλιον, αὐτὸ πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ καὶ χορηγήσῃ ἀσφάλειαν ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων καὶ τὴν προαγωγὴν τοῦ προσωπικοῦ κτλ. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται ν’ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον καταρτίζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὰς ἐμπνεύσεις του,—διότι οἱ εἰσηγηταὶ τῶν τμημάτων ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,—βεβαίως τὸ Συμβούλιον οὐδεμίαν παρέχει ἐγγύησιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς διατάξεως ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Συμβουλίου.
§102ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Καλαβρύτων, ὅτι τὸ ἐδάφιον Εʹ τοῦ ἄρθρου 6 εἶναι περιττὸν, διότι εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ χρησιμεύσῃ ἢ εἰς τὸ νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁσάκις μηχανικός τις παραβῇ τὸ καθῆκόν του. Τὸ Συμβούλιον συνιστᾶται ἐξ ἁπλῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ Ὑπουργὸς δὲ διορίζει τοὺς διευθύνοντας τὰ δημόσια ἔργα, καὶ δύναται νὰ τοὺς διατηρήσῃ ἢ νὰ τοὺς πέμψῃ ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν. Εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν Συμβούλιον ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον πρέπει νὰ γνωμοδοτῇ περὶ ἐργασιῶν καὶ πράξεων, εἰς τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συνήθως δὲν εἶναι ἁρμόδιος ἢ δὲν ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν πρὸς μελέτην. Ἀλλ’ εἰς τὰς μεταθέσεις τῶν ὑπαλλήλων τὸ Συμβούλιον οὐδὲν θὰ πράττῃ ἢ μόνον νὰ καλύπτῃ τὴν εὐθύνην τῶν θελήσεων καὶ τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρατηρῶ δὲ προσέτι, ὅτι εἰς τὸ ἐδάφιον Ϛʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, ἐν τῷ ὁποίῳ σημειοῦται, ὅτι διὰ μελέτας ἔργων, ἀξίας κατωτέρας τῶν 5,000 δραχμῶν, δὲν θεωρεῖται ἀπαραίτητος ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου, καλὸν θὰ ἦτο, ἀντὶ 5,000, νὰ τεθῇ 3,000.
§103ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀνέπτυξα ἤδη προηγουμένως τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην ταύτην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§105Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διδομένη ἄδεια τῶν πέντε ἐτῶν ὑπηρεσίας εἶναι πολὺ μακρά. Ἐνῷ κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον ἐχορηγεῖτο ἄδεια ἄνευ ὁρίου τινὸς, ἤδη τάσσεται προθεσμία πενταετής. Καὶ ὡς πρὸς μὲν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἀσχοληθῶσιν ὡς μηχανικοὶ ἑταιριῶν ἐκτελέσεως μεγάλων δημοσίων ἔργων, πιθανὸν ὁ χρόνος νὰ ἦναι ἀρκετὸς, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς μεταβαίνοντας εἰς Εὐρώπην πρὸς καλλιτέραν ἐκπαίδευσιν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν προθεσμίαν ταύτην, ἀλλὰ νὰ δύναται νὰ χορηγῆται ἡ ἄδεια μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν. Τοῦτο θὰ ὠφελήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι μετὰ τὴν ἐπάνοδόν των οἱ νέοι αὐτοὶ θὰ ἦναι χρησιμώτεροι καὶ καλλίτεροι, διότι πιθανὸν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν πέντε ἐτῶν πολλὰ περιστατικὰ νὰ συντρέξωσιν, ὥστε ν’ ἀποτρέψωσι τοὺς μηχανικοὺς νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἐντεῦθεν ἐπέρχεται ζημία εἰς τὴν μόρφωσιν τοῦ σώματος τῶν μηχανικῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν πᾶσαν εὐκολίαν. Συνάμα δὲ προσθέτω, ὅτι δίκαιον εἶναι, ἐπανερχόμενοι ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ἔνθα μετέβησαν πρὸς μόρφωσιν, νὰ δύνανται νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· διότι, ἐὰν μένωσι διαθέσιμοι, ἴσως ἐκ τοῦ φόβου, μήπως ἀπολέσωσι τὴν σειράν των, δὲν θὰ ἀπέρχωνται εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἡ ζημία τότε θὰ ἦναι μεγάλη εἰς τὸ σῶμα αὐτό.
§106ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου εἶναι ὁ ἑξῆς: Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, δύνανται οἱ πολιτικοὶ μηχανικοὶ ἢ ἐργοδηγοὶ τὴν ἐπαύριον τοῦ διορισμοῦ των νὰ ζητήσωσιν ἄδειαν, εἴτε ὅπως καταταχθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἑταιρίας τινὸς, ἢ ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ὑπῆρχε δὲ καὶ ἕτερον ἄτοπον, ὅτι ἠδύναντο οὗτοι, ὁπότ’ ἂν ἤθελον, νὰ ζητήσωσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε δὲ θέσις, εἰργάζοντο ὡς διαθέσιμοι, καὶ ἐλάμβανον τὰ ⅔ τοῦ μισθοῦ, καὶ οὕτω τὸ Δημόσιον ἐπλήρονε χιλίας περίπου δραχμὰς κατὰ μῆνα. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι πολὺ ὀρθαὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος, ὅσον ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσι πρὸς ἐπιστημονικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ παραδέχομαι διὰ τούτους τὴν τριετῆ προθεσμίαν. Διὰ τοῦτο νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «καὶ», ἡ μετὰ τὰς λέξεις «ἐν τῷ σώματι», μετὰ δὲ τὰς λέξεις «μεγάλων δημοσίων ἔργων» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις: «μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν, ὁσάκις μεταβῶσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν», διαγραφομένων τῶν λέξεων «ἢ ὅπως».
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 8).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§109ΦΩΤΗΛΑΣ. Οἱ ἐργοδηγοὶ καὶ οἱ βοηθοὶ τῶν δημοσίων ἔργων δὲν ἔχουν νὰ ἐξασκήσουν κἀμμίαν ἐπιῤῥοήν. Διατὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμον; Αὐτοὶ λαμβάνουν 100 δραχμάς· ἂν ἐκτοπίζωνται ἀπὸ τὴν πατρίδα των, πῶς θὰ ζήσουν;
§110ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παραδέχομαι νὰ τελειώσῃ τὸ ἄρθρον εἰς τὴν λέξιν «ἐργοδηγὸν», νὰ διαγραφῶσι δὲ αἱ λέξεις «καὶ τοῦ τῶν βοηθῶν τῶν δημοσίων ἔργων».
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§112ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἐνταῦθα ἄρθρον 10, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καταργεῖται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ νόμου, ΑΥΛΒʹ τῆς 26 Μαΐου 1887 παρὰ ἀναδιοργανισμοῦ τοῦ σώματος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν τοῦ Κράτους.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ πρόσθετον ἄρθρον 10, ὡς ἀνεγνώσθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου, λαβὸν τὴν θέσιν ἄρθρου 11, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1 καὶ 2).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§115ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 3 πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου οὐδὲν παρέχουσι δικαίωμα ἀποζημιώσεως.
§116ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἁρμοδία θέσις τῆς προσθήκης αὐτῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ. Καλλίτερον εἶναι νὰ τεθῇ εἰς τὸ περὶ ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων τούτων ἄρθρον.
§117ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ προσθέσωμεν καὶ ἴδιον ἄρθρον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§119ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει, κύριε Ὑπουργὲ, εἰς τὸ ἐδάφιον τρίτον, νὰ μοὶ εἴπητε, εἰς ποίας ὁδοὺς πρέπει νὰ ἔχουν ἐργασθῆ, εἰς δημοσίας, δημοτικὰς ἢ ἰδιωτικάς; καὶ πόθεν θὰ προκύπτῃ τοῦτο;
§120ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τὸ ἐδάφιον 1, πρέπει νὰ ἔχουν ἐκπληρώσει τὴν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν καὶ νὰ μὴ ἔχουν ἡλικίαν ἀνωτέραν τῶν 50 ἐτῶν. Ἐὰν δὲν ὑπηρέτησαν ἐν τῷ στρατῷ, διότι τυχὸν ἀπηλλάγησαν ἢ ἐξηρέθησαν, ἢ διότι, καθ’ ὃν χρόνον ἐφηρμόσθη ὁ στρατολογικὸς νόμος, εἶχον ἡλικίαν μὴ ὑπαγομένην εἰς στράτευσιν, τί θὰ γείνῃ δι’ αὐτούς; Δὲν θὰ δύνανται αὐτοὶ νὰ διορισθῶσι, διότι δὲν θὰ προσάγωσιν ἀπόδειξιν, ὅτι ὑπηρέτησαν ἐν τῷ στρατῷ;
§121ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτοὶ θεωροῦνται ὡς ἐκπληρώσαντες τὴν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν καὶ δύνανται νὰ διορισθῶσι.
§122ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εὑρίσκω δὲ καὶ λόγον, διατὶ νὰ τεθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου 4, νὰ μὴ ἔχουν καταδικασθῆ. Οἱ ὁδοστάται εἶναι ἐργάται· δὲν πρόκειται νὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτοὺς διαχείρισίν τινα. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον εἶναι, τὸ νὰ ἔχῃ πιστοποιητικὸν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς καλῆς διαγωγῆς. Ἐὰν ὁ Δήμαρχος ἦναι ἀντίθετος, δὲν θὰ τὸ δώσῃ βεβαίως.
§123ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ περὶ πιστοποιητικοῦ.
§124ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ προσόντα, ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ μόνον προσὸν εἶναι νὰ ὦσιν ἀκμαῖοι καὶ νὰ ἔχουν στιβαροὺς βραχίονας.
§125ΔΡΟΣΙΝΟΣ. Ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, δὲν θὰ εὕρητε ἐργάτας εἰς τὰς μικρὰς περιφερείας. Τὰ ἔργα τῆς ἐπισκευῆς τῶν ὁδῶν καὶ τῆς συντηρήσεως εἶναι ἁπλᾶ ἔργα· δὲν πρόκειται νὰ κάμῃ τεχνητὰ ἔργα ὁ ὁδοστάτης· θὰ μεταφέρῃ καὶ θὰ στρώσῃ τοὺς χάλκιας, καὶ θὰ φροντίσῃ περὶ τῆς καλύψεως τῶν χανδάκων.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ὑπεβλήθη τροπολογία τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, ἔχουσα ὡς ἑξῆς.
§127ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τοῦ ἄρθρου 4 ἡ § 1 νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς ἑξῆς: «1ον) Νὰ ἔχῃ ἀπολυτήριον τοῦ Συντάγματος τοῦ Μηχανικοῦ, ἐξ οὗ νὰ ἐμφαίνηται, ὅτι ἔχει ἐκπληρώσει τὴν στρατιωτικὴν αὐτοῦ ὑποχρέωσιν, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἡλικίαν οὔτε κατωτέραν τῶν 20 ἐτῶν οὔτε ἀνωτέραν τῶν 50 ἐτῶν, ἢ νὰ ἔχῃ προϋπηρετήσει ὡς ὁδοστάτης ἐπὶ δύο συνεχῆ ἔτη.» «Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἵνα δέ τις διορισθῇ ἀρχιοδοστάτης, πρὸς τοῖς ἀνωτέρω, δέον νὰ ἔχῃ ὑπηρετήσει ὡς ὑπαξιωματικὸς τοὐλάχιστον ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος καὶ νὰ φέρῃ ἄφεσιν μὲ διαγωγὴν ἄμεμπτον ἢ ἐξαίρετον, προτιμωμένων τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ συντάγματος τοῦ Μηχανικοῦ.»
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§129ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ ἰδική μου τροπολογία τί γίνεται;
§130ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὴν ἀπεδέχθην. Ἀφῃρέθησαν αἱ λέξεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸ πιστοποιητικόν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§132ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ εὕρητε ἐργάτην ὅστις θὰ δεχθῇ νὰ ἐργασθῇ μακρὰν τῆς κατοικίας του, διότι δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ συντηρηθῇ.
§133ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τότε κινδυνεύομεν νὰ μὴ προφθάνῃ νὰ ἐργασθῇ ποσῶς.
§134ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας νὰ ἐργασθῇ, διότι θὰ ἐργασθῇ μᾶλλον εἰς τὸν ἀγρόν του, ἐὰν οὗτος συμπίπτῃ πλησίον τῆς ὁδοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§136ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Χθὲς εἶχον ὑποβάλει πρότασιν, ὅπως οἱ ὁδοστάται τῆς αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως κατασταθῶσιν ὁμοιόβαθμοι, καὶ ὁ μισθός των ὁρισθῇ εἰς μόνον 30 δραχμὰς κατὰ μῆνα, διότι τὸ ἴδιον θὰ ἦναι, καθόσον πρόκειται περὶ ἀργομίσθων, καὶ τοιούτους εὑρίσκετε καὶ μὲ 30 δραχμάς. (Διάλογοι). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 10–12).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§138ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνταῦθα, νομίζω, πρέπει νὰ τεθῇ ἡ διάταξις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ ὅτι δὲν ἔχουν δικαίωμα ἀποζημιώσεως οἱ ὁδοστάται ἐκ τῆς πενταετοῦς θητείας.
§139ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καλλίτερον νὰ γείνῃ χωριστὸν ἄρθρον ἡ διάταξις αὕτη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 14–17).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§141ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν καταλαμβάνω, διατὶ τὸ Δημόσιον νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ μὴ ἀποδίδοντος τὰ ἐργαλεῖα τὸ τριπλάσιον τῆς ἀξίας αὐτῶν. Ἐννοῶ νὰ ζητῇ τὴν ἀξίαν των, νομίζω μάλιστα ὅτι ἔχει συμφέρον τὸ Δημόσιον, ἀντὶ τῶν τετριμμένων καὶ ἐφθαρμένων ἐργαλείων του, νὰ λαμβάνῃ τὴν ἀξίαν των, ἀλλ’ οὐχὶ τὸ τριπλάσιον.
§142ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Σκοπὸς τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι, ὅπως ἐκ τοῦ φόβου, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὁ ὁδοστάτης, ὅτι θὰ πληρώσῃ ἀνώτερον ποσὸν, καταγείνῃ εἰς τὴν συντήρησιν τῶν ἐργαλείων. Δὲν βλέπω δὲ, πῶς εἶναι ποινὴ τοῦτο, ἀφοῦ ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ ὁδοστάτου ἐξαρτᾶται νὰ ἀποφύγῃ αὐτήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§143ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐνταῦθα παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἄρθρον 19, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐδὲν ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου περὶ προσόντων διαρκείας, ὑπηρεσίας, τοποθετήσεως, προαγωγῆς καὶ παύσεως δύναται νὰ στηριχθῇ δικαίωμα ἀποζημιώσεως».
§144ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρὸς τίνα σκοπὸν ὁρίζεται ἡ θητεία δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὑποβάλλονται εἰς προσόντα, ὅταν διὰ μιᾶς διατάξεως καταστρέφωνται ὅλα αὐτὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα χορηγεῖτε; Ἀφοῦ ἅπαξ νομίζωμεν ὅτι παρέχομεν εἰς αὐτοὺς δικαιώματα, ὀφείλομεν νὰ τὰ τηρήσωμεν. Τοῦτο ἀπαιτεῖ καὶ ἡ καλὴ πίστις.
§145ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἀγωγὴ δὲν κινεῖται μόνον ἐν περιπτώσει παύσεως παρὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου· δύναται νὰ κινηθῇ ἀγωγὴ καὶ ἐξ ἄλλων αἰτίων. Ἡ πενταετὴς θητεία ἐξασφαλίζει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§146ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν.
§147ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ λέγωμεν ῥητῶς εἰς ὅλους, ὅσοι θ’ ἀναλάβουν ὑπηρεσίαν, ὅτι οὐδὲν πηγάζει ἐκ τοῦ διορισμοῦ δικαίωμα, νομίζω ὅτι δὲν παραχωροῦμεν δικαιώματα. Ἔπρεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἔχῃ πλείονα ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐξουσίαν.
§148ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα συμφωνότατοι.
§149ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ τὴν θεωρίαν, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη, εἶναι μάταιον νὰ καταγείνωμεν κατὰ τὴν μίαν ὥραν μετὰ μεσημβρίαν εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῶν προσόντων. Διὰ τῆς διατάξεως, τῆς ὁποίας τὴν προσθήκην προτείνει ὁ κ. Ὑπουργός, ἀπαλείφονται τὰ προσόντα. Ἐὰν ἀναγράφωνται εἰς τὰ νομοθετήματα προσόντα, ἀναγράφονται χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, διότι διὰ τῶν προσόντων αὐτῶν καὶ τῆς θητείας εἶναι δυνατὸν τὸ Δημόσιον ν’ ἀποκτήσῃ ἐργάτας καλλιτέρους. Διὰ νὰ κατορθώσητε δὲ νὰ φθάσητε εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε, πρέπει τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀποκτῶνται ἐκ τῶν προσόντων καὶ ἐκ τῆς θητείας, νὰ τὰ ἐξασφαλίσητε διὰ μιᾶς κυρώσεως. Ἡ κύρωσις δὲν ὑπάρχει, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔπρεπε νὰ προλάβῃ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὅπως δήποτε ἤθελεν ἀποβάλει τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις μετὰ δεκαετίαν ἢ μετὰ εἰκοσαετίαν,— διότι τοιοῦτον, φαίνεται, ἔχει σκοπὸν, καθ’ ἃ ἐξεφράσθη πρὶν ὁ κ. Ὑπουργὸς, — νὰ δύναται τότε τὸ Δημόσιον νὰ ἀπαλλαγῇ ἑνὸς συστήματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, χωρὶς νὰ ὑπόκηται εἰς ἀποζημιώσεις.
§150ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μόλις τεθῇ ἡ διάταξις, ἣν προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος παραδέχεται ὀλιγοχρόνιον τὴν διάρκειαν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀφαιρεῖται πᾶν δικαίωμα τοῦ ὁδοστάτου, διότι ὑποθέτει, ὅτι ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου θὰ ἐπέλθῃ ἡ μεταβολή.
§151ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως· διότι ἡ ἀνατροπὴ τῆς νομοθεσίας εἶναι ἀσφαλὴς ἐπὶ τοιούτων ἀντικειμένων, θὰ ἐπέλθῃ, διότι καταστρέφει δικαιώματα κεκτημένα δυνάμει τῶν προηγουμένων νόμων, καὶ κατὰ τοῦτο ἐκτίθεται τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Μὴ ἔχετε κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι, ψηφίζοντες τοιούτους νόμους, ἀφαιρεῖτε ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς λίθους τῆς οἰκοδομῆς τῆς 3 Μαΐου. Θὰ τὸ ἴδητε δὲ πολὺ ταχέως, μετὰ 3 ἢ 6 μῆνας.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον 19 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τοιουτοτρόπως τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νομοσχεδίου γίνεται ἄρθρον 20. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 20).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...
§154ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἀπευθύνω, κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Νομίζω ὅτι ἔχουσιν ἐκδοθῆ ἤδη εἰς συντήρησιν δι’ ἐργολαβίας διάφοροι ὁδοὶ τοῦ Κράτους. Δὲν ἠξεύρω ὁποῖαι ὑποχρεώσεις ἔχουσιν ἀναληφθῆ παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι τῶν ἐργολάβων· καθ’ ἃ ὅμως ἤκουσα, ἔχουσιν ἀναληφθῆ τοιαῦται διὰ μικρότερον χρόνον. Ἔλαβεν ὅμως αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου; Δὲν νομίζει, ὅτι δύνανται ἄλλως νὰ ἀναφυῶσι δικαστικαὶ ἔριδες μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἐργολάβων, καὶ ν’ ἀναγκασθῇ οὕτω τὸ Κράτος νὰ ὑποβληθῇ μίαν ἡμέραν εἰς ἀποζημιώσεις;
§155ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἔχῃ ἀναλάβει ὑποχρεώσεις, δὲν δύναται ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἀναλάβει, καὶ πρέπει νὰ τὰς ἐκτελέσῃ. Ἑπομένως ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὁδοὺς, τῶν ὁποίων ἡ συντήρησις ἐκτελεῖται δι’ ἐργολαβίας, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα αὐτὸ ἢ μόλις λήξῃ ὁ χρόνος τῆς ἐργολαβίας. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν 5ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 3,263,633.36. Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 72,147. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχμῶν 126,874. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχ. 46,800. Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 22,443.94. Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 100,000. Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 9,446,825.50. Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 98,990. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων «περὶ μεταβολῆς διατάξεων τοῦ ᾼΧΚΕʹ νόμου περὶ τελῶν χαρτοσήμου» καὶ «περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ χρεωλυτικοῦ δανείου ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου φράγκων χρυσῶν 16,500,000». Ἡ δὲ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπὴ δι’ ἐκθέσεώς της, ἣν ὑπέβαλεν, ἀποφαίνεται παμψηφεὶ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς παραπεμφθείσης αὐτῇ προτάσεως περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς πρὸς διάθεσιν 120,000 φράγκων ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ ἀοιδίμου Κωνστ. Ξενοκράτους ὑπὲρ τῆς ἐκτελεσθησομένης κατασκευῆς παραπληρωματικῶν πλοίων τῆς θωρηκτῆς μοίρας. Ἅπασαι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 227–236). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μ. μ.) (Περὶ ὥραν 6 μ. μ. ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται δὲ καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς τρίτην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ τῆς ἐν τῇ δικαστικικῇ νομοθεσίᾳ ἐξισώσεως τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 171 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἀπὸ 13 Ἀπριλίου 1867 ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΣΗʹ περὶ λιπομαρτύρων ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν Κακουργιοδικῶν νόμου. Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἀπὸ 28 Μαΐου 1887 ΑΨΞΔʹ νόμου περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 361 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας)
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν.
§159ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ Κακουργιοδικεῖα, κύριοι Βουλευταί, λειτουργοῦσι παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων, κατὰ τὸ μακρὸν δὲ τοῦτο διάστημα ἡ περὶ αὐτῶν ἰσχύουσα νομοθεσία ὀλίγας ὑπέστη μεταβολὰς, ἀφορώσας κυρίως εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐνόρκων. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς λειτουργίας τῶν Κακουργιοδικείων κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο διάστημα ἐν γένει δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι δυσάρεστα. Ἄν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ εἰς πάντα ἐπικρατοῦσα παρ’ ἡμῖν ἔκλυσις, καὶ ἡ προϊοῦσα ἀνάμιξις τῆς πολιτικῆς εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, περὶ ἧς ὡμίλησεν ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ρικάκης, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ Κακουργιοδικεῖα καλῶς ἐλειτούργησαν, τοὐλάχιστον ἡ ἀποτυχία αὐτῶν σπανίως ἔφθανεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ σκανδάλου. Ἠδύνατό τις λοιπὸν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὴν λειτουργίαν τῶν Κακουργιοδικείων ὅπως μέχρι τοῦδε γίνεται, καὶ νὰ ἐνασχοληθῶμεν εἰς βελτίωσιν ἄλλων θεσμῶν, ὧν τὴν τροποποίησιν ἐπιβάλλουσι σπουδαιότεραι ἀνάγκαι τῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ καὶ ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, καὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ μάλιστα κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο τῶν ἐργασιῶν της, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει βεβαίως πολὺν διαθέσιμον χρόνον, εἰς νέαν μελέτην περὶ τῶν Κακουργιοδικείων τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἐπιζητεῖται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ τροποποίησις τῶν κειμένων νόμων περὶ συγκροτήσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ τροποποίησις τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς πρώτας τροποποιήσεις, ἠδυνάμην νὰ περιορισθῶ λέγων, ὅτι δὲν βλέπω τὴν κατεπείγουσαν ἀνάγκην, ἥτις ἐπιβάλλει τὴν μεταβολὴν ταύτην, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε λειτουργία τῶν δικαστηρίων τῶν συνέδρων δὲν παρέσχεν ἀποτελέσματα, ἐνδεικνύοντα τὴν ἀνάγκην μεταβολῆς τινος, ἀμφίβολον δὲ εἶναι, καὶ ἄν τινες τῶν ζητουμένων τροποποιήσεων δύνανται νὰ θεωρηθῶσι βελτιοῦσαι τὴν ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ περὶ αὐτῶν θὰ ὁμιλήσω ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, αἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμεναι μεταβολαὶ εἶναι τοσοῦτον ῥιζικαὶ καὶ τοσοῦτον σπουδαῖαι, ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῶν, καθόσον μάλιστα θεωρῶ ταύτας ἐπὶ τοσοῦτον ἐπιβλαβεῖς, ὥστε καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀγορεύων πρὸς ὑμᾶς, δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου θὰ ἦναι καίριον τραῦμα κατὰ τῆς ἀνωτάτης ποινικῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας. Τίς δὲ ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτεινομένη μεταβολή; Ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν θὰ δικάζωσι τὰς ἀξιοποίνους πράξεις ἅπαντες οἱ ἐν τῷ Κράτει πολῖται, οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου, ἀλλὰ μόνοι ἐκεῖνοι, οἵτινες κατοικοῦσιν εἰς τὰς πόλεις, ἐν αἷς συγκροτεῖται τὸ Κακουργιοδικεῖον. Τὴν τροποποίησιν ταύτην ἐγὼ πρὸ πάντων τὴν θεωρῶ ἀναιροῦσαν τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ σύστημα τὸ ὁρκωτικόν. Ἡ θεμελιώδης ἔννοια τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος εἶναι, ὅτι καλεῖται σύμπας ὁ λαὸς εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ἀνωτάτης δικαιοσύνης, εἰς τρόπον ὥστε αἱ κατ’ αὐτὴν ἐκδιδόμεναι ἐτυμηγορίαι θεωροῦνται ὡσεὶ ἀπόφασις αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ὡσεὶ ἔκφρασις τῆς κοινῆς συνειδήσεως τῆς κοινωνίας. Ἡ θεμελιώδης ὅμως αὕτη ἔννοια ὑφίσταται τότε μόνον, ὅταν οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα λαμβάνωνται ἀπὸ ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας. Τότε μόνον αὐτοὶ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς γνήσιοι ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ἐκφράζοντες τὰς ἰδέας αὐτοῦ καὶ τὰς ἀποφάσεις. Ὅταν ὅμως τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα δὲν πηγάζῃ ἐξ ὅλων τῶν τάξεων τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐξ ὡρισμένης μερίδος αὐτοῦ, δὲν δύναται πλέον νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντιπροσωπεῦον τὸν λαὸν, οὐδὲ δύνανται αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἔκφρασις τῆς κοινῆς συνειδήσεως· δύνανται νὰ ἦναι ἔκφρασις μιᾶς τάξεως, μιᾶς πόλεως, ἀλλ’ ἀποβάλλουσι τὸν γενικὸν ἐκεῖνον χαρακτῆρα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ἐπὶ τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα ἐμπιστοσύνη. Καὶ εἶναι μὲν βεβαίως δυνατὸν καὶ θεμιτὸν νὰ ὁρισθῶσι διὰ νόμου προσόντα, ἐνδεικνύοντα ἐκείνους ἐκ τῶν πολιτῶν, ὅσοι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἱκανώτεροι πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑψηλῆς ταύτης λειτουργίας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ στερῶμεν τοῦ δικαιώματος νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκον τοῦ ἐνόρκου πολῖται ἔχοντες τὰ προσόντα ἐκεῖνα. Τοῦτο μάλιστα, κύριοι Βουλευταὶ, δύναται, νομίζω, νὰ θεωρηθῇ καὶ ὡς παραβίασις συνταγματικῆς διατάξεως. Τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἐμερίμνησε νὰ διατηρήσῃ ἐν ἰσχύϊ ἐν τῇ Πολιτείᾳ τὸν θεσμὸν τῶν ἐνόρκων. Ἀλλ’ ὅταν τὸ Σύνταγμα ἀναγράφῃ θεσμὸν ἐνόρκων, ἐννοεῖ βεβαίως θεσμὸν τοιοῦτον, ὁποῖον ἡ ἐπιστήμη καὶ αἱ νομοθεσίαι πάντων τῶν ἐθνῶν καθιεροῦσι, δηλαδὴ θεσμὸν ἐνόρκων, ἀρυόμενον τὰ πρόσωπα ἀπὸ ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας. Ὅταν ἑπομένως περιορίσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐνόρκων, ὅταν ἀποκλείητε τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἔργων τῶν ἐνόρκων τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ χορηγῆτε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς μόνους τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων, ἐν αἷς συγκροτοῦνται Κακουργιοδικεῖα, παραβιάζετε, νομίζω, τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, διότι ἄλλως τί ἐμποδίζει νὰ στενεύσητε ἔτι μᾶλλον τὸν κύκλον, καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι τὰ κακουργήματα θέλουσι δικάζει ὡς ἔνορκοι μόνοι οἱ δικηγόροι μιᾶς πόλεως, ἢ οἱ ἔμποροι μιᾶς πόλεως, ἀποκλειομένων ὅλων τῶν λοιπῶν πολιτῶν; Ἀλλ’ ἴσως ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζουσιν ὡς ματαιοπονίαν τὴν θεωρητικὴν ἐξέτασιν ἢ τὴν συνταγματικὴν σημασίαν τοιούτων ζητημάτων, ἀποβλέποντες ἰδίως εἰς τὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα τῆς λύσεως αὐτῶν. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τὸ νομοσχέδιον. Θὰ συντελέσῃ ἆρά γε πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ὁ περιορισμὸς τῶν ἐνόρκων μόνον εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων, ἔνθα συγκροτοῦνται τὰ Κακουργιοδικεῖα; Πάντες, Κύριοι, οἱ λαβόντες ἀφορμὴν νὰ προέλθωσιν εἰς ἐξέτασιν τῆς λειτουργίας τῶν Κακουργιοδικείων, ὁμοφώνως, δὲν ἀμφιβάλλω, θ’ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτήδειοι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου πάντες οἱ ἐν τοῖς καταλόγοις σημειούμενοι ὡς ἔχοντες τὰ προσόντα. Πρὸς ὀρθὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου εἶναι ἀναγκαῖον πρὸ πάντων νὰ ἐμπνέηται ὁ ἔνορκος ἀπὸ τὸ βαθὺ ἐκεῖνο αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης, νὰ ἔχῃ τὸν αὐστηρὸν καὶ ἀδιάφθορον ἐκεῖνον χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἱκανὸς νὰ ἀποκρούσῃ τοὺς πολλοὺς καὶ ποικίλους πειρασμοὺς, ὅσοι ἀδιακόπως καταβάλλονται, ἵνα παρεκτρέψωσιν αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος. Τοιαῦτα δὲ πρόσωπα, δύναμαι νὰ εἴπω ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη ἐνησχολήθην εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ τούτου, τοιαῦτα πρόσωπα εἶναι λίαν σπάνια. Καὶ πόθεν ἐλπίζομεν τὴν προσήκουσαν λειτουργίαν τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος; Τὴν ἐλπίζομεν ἐκ μόνης τῆς προσεκτικῆς καὶ ἐπιμελοῦς ἐκλογῆς τοιούτων προσώπων. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον πρό τινος χρόνου ἐτροποποιήθη ὁ πρότερον ἰσχύων τρόπος τῆς ἐκλογῆς, καθ’ ὃν τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια καὶ ὁ Νομάρχης ἐξέλεγον τοὺς ἐνόρκους, καὶ ἀνετέθη ἡ ἐκλογὴ εἰς δικαστικὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ ἵνα δυνηθῇ καὶ αὕτη νὰ ἐκπληρώσῃ δεόντως τὸ δύσκολον αὐτὸ καθῆκον, ἔχει ἀνάγκην τοὐλάχιστον κύκλου εὐρέος, ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀναζητήσῃ πανταχοῦ, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ, τὰ πρόσωπα τὰ δυνάμενα νὰ ἐκπληρώσωσι προσηκόντως τὴν τοιαύτην λειτουργίαν. Ὅταν ἑπομένως περιορίζητε τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης μεταξὺ τῶν ὀλίγων κατοίκων τῶν πόλεων, πῶς δὲν φοβεῖσθε, ὅτι εἶναι πιθανώτατον νὰ ἀποτύχωσιν ἐντελῶς εἰς τὴν ἐκλογὴν; Καὶ διατὶ, Κύριοι, αὐτὸς ὁ περιορισμὸς τέλος πάντων; διατὶ μόνον οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων, ἐν αἷς τὰ Κακουργιοδικεῖα, θεωροῦνται ἱκανοὶ νὰ ἐκπληρῶσι καθήκοντα ἐνόρκου, καὶ δὲν θεωροῦνται τοιοῦτοι ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας; Νομίζετε τάχα, ὅτι εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων θέλετε εὕρει μείζονα πρὸς τοῦτο προσόντα; Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἰδίως εἰς τὰς πόλεις ἐπικρατεῖ μείζων φατριασμός....
§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ διαφθορά.
§161ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διαφθορά, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μοὶ ὑποδεικνύει, ἢ εἰς τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ νομοῦ ἢ τῆς ἐπαρχίας... Εἰς τὰς πόλεις οἱ ἄνθρωποι διαιροῦνται εἰς δύο–τρεῖς φατρίας, φανατικῶς πρὸς ἀλλήλας ἐριζούσας περὶ παντὸς ἀναφυομένου ἀντικειμένου, καὶ ὡς τοιαῦτα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι καὶ αἱ δίκαι τοῦ Κακουργιοδικείου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, πρὸς ὀρθὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων συντελεῖ μεγάλως ἡ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων ἀκριβὴς γνῶσις τοῦ βίου καὶ τῶν ἕξεων τῶν κατηγορουμένων, ὡς δυναμένη νὰ συντελέσῃ πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας· ἀλλ’ οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων δὲν ἔχουσιν ἐπαρκῆ γνῶσιν τοῦ ἀγροτικοῦ βίου, ἐν ᾧ τελοῦνται πλεῖστα ἐγκλήματα, ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς πρὸς ὀρθὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων. Ποῖος λοιπὸν ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου διενοήθητε νὰ προβῆτε εἰς τοιαύτην μεταβολήν; Νὰ ὑποθέσω, ὅτι οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ἐντεῦθεν ἐλπίζετε, εἶναι τὸ αἴτιον; Ἀλλ’ ἡ ἀπονομὴ τῆς ἀνωτάτης δικαιοσύνης εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ μόνον οἰκονομικῶν λόγων; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς ποιότητος τῶν ἐνόρκων, εἶναι ἆρά γε φυσικῶς δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ Κακουργιοδικεῖον διὰ μόνων τῶν κατοίκων τῆς πόλεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ συνιστᾶται; Ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι εἰς πολλὰς πόλεις τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Πάντες οἱ προσελθόντες εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα θέλουσιν ὁμολογήσει, ὅτι τὰ Κακουργιοδικεῖα λειτουργοῦσιν ἰδίως διὰ τῶν ἔξωθεν ἐρχομένων ἐνόρκων· οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, μὴ ἔχοντες ἄλλο ἔργον ἐκεῖ, ἔνθα μεταβαίνουσι, πλὴν τοῦ τοῦ ἐνόρκου, λαμβάνοντες δὲ καὶ ποιάν τινα ἀποζημίωσιν, προσέρχονται τακτικῶς κατὰ πᾶσαν πρωΐαν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Κακουργιοδικείου, καὶ οὕτως ἐξ αὐτῶν καταρτίζεται συνήθως τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων. Δὲν ἐπαρκοῦσιν ἀληθῶς οὗτοι, διότι σπανίως ἀνέρχονται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 24. Τί γίνεται τότε; Ἀναζητοῦνται καὶ ἐκ τῶν προτέρων καὶ κατὰ τὰς ὥρας τῶν συνεδριάσεων οἱ ἐκ τῶν πόλεων ἔνορκοι, καὶ ἀποστέλλονται πρὸς τοῦτο οἱ κλητῆρες, καὶ ἐπιβάλλονται κατὰ τῶν μὴ προσερχομένων αὐστηραὶ ποιναί, καὶ πάλιν μόλις μετὰ παρέλευσιν πολλοῦ χρόνου κατορθοῦσι νὰ προσέλθωσί τινες τοιοῦτοι καὶ συμπληρωθῇ τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων. Καὶ εἶναι φυσικὸν τοῦτο, διότι οἱ ἔνορκοι τῶν πόλεων, ἐν αἷς ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἔχουσι τὰς ἰδιαιτέρας αὑτῶν ὑποθέσεις· ὁ ἰατρὸς ἔχει τὴν πελατείαν του, ὁ ἔμπορος τὸ κατάστημά του, ὁ δικηγόρος τὰς ὑποθέσεις του, οἱ κτηματίαι ἀπουσιάζουσιν εἰς τὰ κτήματά των, καὶ μόνον μετὰ μακρὰ διαλείμματα εἶναι δυνατὸν νὰ προσέρχωνται ἐκ περιτροπῆς πρὸς συγκρότησιν τοῦ Κακουργιοδικείου. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀδύνατον εἰς τὸν κάτοικον τῶν πόλεων νὰ μεταβαίνῃ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος ἢ τῶν δύο ἑβδομάδων εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ ἀπαιτήσητε παρ’ αὐτοῦ νὰ μεταβαίνῃ καθ’ ἑκάστην, πολλάκις δὲ νὰ παραμένῃ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν τὴν πρωΐαν. Οὐδὲ εἶναι πάντες οἱ ἐκ τῶν πόλεων προσερχόμενοι κατάλληλοι, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔρχονται ἐνδίδοντες εἰς παρακλήσεις τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ κατηγορουμένου, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀναγκάζεται ἡ Εἰσαγγελία νὰ τοὺς ἐξαιρέσῃ. Εἶναι ἀδύνατον, οἱανδήποτε ποινὴν καὶ ἂν ἐπιβάλητε, νὰ κατορθώσητε νὰ συγκεντρώσητε οὐχὶ τριάκοντα, ἀλλὰ καὶ δέκα τοιούτους ἐνόρκους καθ’ ἑκάστην πρωΐαν. Ἂν μάλιστα ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐνόρκων, τοὺς ὁποίους ἔχουσιν αἱ πόλεις, ἔνθα συγκροτοῦνται Κακουργιοδικεῖα, θέλετε ἴδει, ὅτι εἰς πολλὰς ἐξ αὐτῶν δὲν ἀνέρχονται οὗτοι εἰς ἑκατόν. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἔχω, συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταλόγων τῆς παρελθούσης τριετίας, ἐν αὐτῷ δὲ θέλετε ἴδει, ὅτι ὑπάρχουσι πόλεις, ἐν ταῖς ὁποίαις μόλις περὶ τοὺς 100 εἶναι οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα. Ἐὰν λοιπὸν θελήσητε νὰ ἐφαρμόσητε τὸ σύστημα, οἷον εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ σταματήσωσιν αἱ ἐργασίαι πολλῶν ἐκ τῶν Κακουργιοδικείων τοῦ Κράτους. Αἱ ποιναί, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλετε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρκέσωσιν, ὅπως ἐξαναγκάσωσιν ἕνα πολίτην νὰ θυσιάσῃ ἑαυτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του, τὰς ὑποθέσεις του, ἵνα μεταβαίνῃ καθ’ ἑκάστην καὶ ὑπηρετῇ δωρεὰν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Θέλει εὕρει τὸν τρόπον νὰ ἀπαλλαχθῇ, νὰ ἀποφύγῃ. Εἶναι δὲ οἱ τοιοῦτοι ἐκ τῶν πόλεων ἔνορκοι γνωστοὶ καὶ συγκεντρωμένοι, καὶ ὁ θέλων νὰ ἐπηρεάσῃ αὐτοὺς δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς αὐτοὺς, εἰς τοὺς συγγενεῖς των, εἰς τοὺς πολιτικοὺς των φίλους. Πῶς δὲν φοβεῖσθε τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν τούτων; Ἀπαντῶσιν, ὅτι δὲν θὰ ἀφήσωσιν ἐντοπίους ὑποθέσεις, καὶ εἰς τοῦτο στηρίζουσιν ἐλπίδας ἀμεροληψίας· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εὑρίσκονται εἰς πλάνην. Ὅταν αἱ πόλεις διαιρῶνται εἰς φατρίας, ἑκάστη τῶν φατριῶν θέλει υἱοθετήσει τὰς ὑποθέσεις ἐκείνας, περὶ ὧν ἐνδιαφέρονται ὁμόφρονες πολιτευόμενοι τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς ἔρχεται ἡ δίκη, ἑπομένως, καίπερ μὴ οὐσῶν τῶν ὑποθέσεων ἐντοπίων, θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ὑπάρχῃ τὸ κομματικὸν συμφέρον, ὁ φατριασμὸς καὶ ἡ προσπάθεια, ὅπως ἡ ὑπόθεσις λάβῃ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν οἱ ὁμόφρονες ἐν ἄλλῃ ἐπαρχίᾳ ἢ ἐν ἄλλῳ νομῷ ἐπιθυμοῦσιν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ μέτρον, νὰ μὴ ἐκδικάζωνται αἱ ὑποθέσεις ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ ἀνεφύησαν, δὲν εἶναι πάντοτε πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης, διότι ἐν τῶν προσόντων τῆς ὀρθῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης εἶναι νὰ δικάζωνται αἱ ὑποθέσεις ἐκεῖ, ἔνθα ἐτελέσθησαν, πρὸς ἀσφαλεστέραν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας, πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς κοινῆς συνειδήσεως καὶ διὰ τὸν δέοντα παραδειγματισμόν. Ἕνεκα τούτων τῶν λόγων, ἐγὼ κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, φρονῶν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ οὐδὲν θέλει συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἀπονομῆς τῆς ἀνωτάτης ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ θὰ ἀποτελέσῃ καίριον τραῦμα κατ’ αὐτῆς, καὶ εἰς τρόπον ὥστε θὰ σπεύσωσιν αὐτοὶ οἱ εἰσαγαγόντες αὐτὸ νὰ ζητήσωσι τὴν κατάργησίν του. Περὶ τῶν λεπτομερειῶν ἐπιφυλάττομαι νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας.
§162ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐνέτεινα πᾶσαν τὴν προσοχήν μου εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος λεχθέντα, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, ὡς ὑπέμνησεν ἡμῖν πρὸ ὀλίγου, ἐπὶ εἰκοσαετίαν εἰργάσθη εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐνόρκων. Ὑπελάμβανον, ὅτι παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ ἤθελον ἀκούσει πρακτικὰς ἰδέας, ἤθελον ἀκούσει ἐπιχειρήματα ἰσχυρὰ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας κυρίως συνηγόρησε, δηλαδὴ τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, δὲν θὰ ὠφελήσῃ, ἢ μᾶλλον θ’ ἀναιρέσῃ τὴν ἀνωτάτην ποινικὴν δικαιοσύνην. Τὸ πρῶτον καὶ ἰσχυρότερον τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος ἀνάγεται εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἀναιρεῖ οὐσιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ὄντως ἀναγράφει, ὅτι τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα διατηρεῖται· ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα οὐδέποτε ἐνόησεν, ὅτι ἤθελε θέσει φραγμὸν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πρὸς ῥύθμισιν, πρὸς προσδιορισμὸν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου προσόντων. Τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν μετὰ τὸ Σύνταγμα ἐκδοθέντων νόμων καὶ τῶν πρὸ τούτου ἐκδοθέντων, διὰ τῶν ὁποίων ὡρίσθησαν τὰ προσόντα, ὅσα πρέπει νὰ ἑνόνῃ ὁ ἐκπληρώσων τὴν λειτουργίαν τῶν ἐνόρκων. Ἡ Πολιτεία ὑπέλαβεν, ὅτι παρὰ τοῦ καλουμένου νὰ ἐκπληρώσῃ τοσούτῳ σοβαρὰν ἐντολὴν πρέπει νὰ αἰτήσηται προσόντα διανοητικῆς μορφώσεως, προσόντα ἠθικῆς καὶ προσόντα ἰδιοκτησίας, διότι δι’ αὐτῶν τῶν προσόντων ἀσφαλίζεται ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Ὡς ἐκ τούτου ὁ νόμος, ὁ μέχρι τοῦδε λειτουργῶν, ἐκανόνισε τὰ προσόντα, τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἐνόρκου. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ παρέσχεν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν ὠνόμασεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας δικαστικὴν, τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς ἐνόρκους καὶ συντάσσῃ τοὺς γενικοὺς καταλόγους τῶν ἐνόρκων, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ νόμῳ ἀνεγράφησαν, ἔρχεται ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη καὶ ἐκ τῶν ἐν τοῖς γενικοῖς καταλόγοις ἀναγραφομένων ἐκλέγει 120 πρόσωπα αὐθαιρέτως ὅλως. Τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, ὡς προσὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου ὑπολαμβάνον τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι κάτοικος τῆς πόλεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἀποκλείει ὄντως τοὺς κατοικοῦντας ἐντὸς τῆς πόλεως ταύτης, ὅπως πρότερον ἀπέκλειεν ἡ ἐπιτροπὴ τοὺς πλέον τῶν 120 ἐνόρκων. Συνέβαινεν ἐν τοῖς γενικοῖς καταλόγοις νὰ ἀναγράφωνται 2,000 πολῖται, ὡς ἔχοντες τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου, καὶ ἤρχετο ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία διέγραφε τοὺς ὑπολοίπους, καὶ ἐξέλεγε μόνον 120. Ἀλλὰ ποῦ κυρίως, κατὰ τὸν προλαλήσαντα, συνίσταται τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος ἡ ἀρετή; Εἰς τὸ νὰ μετέχωσιν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ἀνωτάτης ποινικῆς δικαιοσύνης πάντες οἱ πολῖται. Αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον βραδύτερον οὗτος εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ καὶ πρέπει νὰ φροντίζῃ νὰ ἐκλέγῃ τοὺς κρείσσονας μεταξὺ τῶν ἀναγραφέντων ἐν τοῖς καταλόγοις τῶν ἐνόρκων, δὲν περιορίζει ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον νομίζει, ὅτι προκύπτει ἐκ συνταγματικῆς διατάξεως; Σήμερον ὁ νόμος οὗτος δὲν δίδει εἰς κἀμμίαν ἐπιτροπὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαιρέσῃ ἢ ν’ ἀπαλλάξῃ ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων ὅσους ἂν ἐγκρίνῃ. Καὶ ἀκριβῶς τὸ ἐλάττωμα τοῦ μέχρι τοῦδε λειτουργοῦντος συστήματος ἐν τούτῳ ἔγκειται· διότι οἱ μὴ θέλοντες νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου ἐφρόντιζον διὰ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης καὶ ἐξηροῦντο, ἀπέμενον δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μετήρχοντο τὸ ἔργον τοῦ ἐνόρκου ὡς οἱονεὶ ἐπάγγελμα, διότι ἐπρόκειτο ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου νὰ ἔχωσι τὴν ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν τῶν ἓξ δραχμῶν, καὶ ἀκόμη τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων πρὸς μετάβασιν εἰς τὸν τόπον, ἔνθα λειτουργεῖ τὸ Κακουργιοδικεῖον, καὶ ἐπάνοδον εἰς τὸν τόπον τῆς κατοικίας των.
§163ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τὰ τυχηρά.
§164ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα γινώσκομεν ὅσοι ἐκ τῆς ἐπὶ ἔτη πολλὰ λειτουργίας τοῦ συστήματος τούτου παρεστάθημεν ἀπέναντι τοῦ θεάματος νὰ βλέπωμεν καθ’ ἑκάστην εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα τοὺς αὐτοὺς πάντοτε ἐνόρκους, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀπορίαν, πῶς συνέβαινεν, ὥστε ὁ αὐτὸς ἔνορκος, ὁ ὁποῖος ἦτο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, νὰ ᾖναι καὶ κατὰ τὸ παρὸν καὶ κατὰ τὸ προπαρελθόν. Βεβαίως τοῦτο συνέβαινεν ἐκ τούτου, ὅτι ἐφρόντιζον, ὥστε νὰ διορίζῃ αὐτοὺς ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ μεταξὺ τῶν ἐν τοῖς καταλόγοις ἐγγεγραμμένων τοὺς 120. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας προέβη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος οὐσιαστικῶς, καὶ εὗρεν, ὅτι ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη λειτουργεῖ κρεῖσσον διὰ τῶν ἐνόρκων, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν ἄλλων μερῶν ἐκτὸς τῆς ἕδρας τῶν Κακουργιοδικείων μεταβαίνουσιν εἰς αὐτήν. Εἶναι ὅμως γνωστόν, ὅτι οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἐκ τῶν χωρίων καταγόμενοι ἔνορκοι εἰς ἓν ἐκ τῶν δύο ἀτοπημάτων θὰ περιπέσωσιν: ἢ, πρὸς διατήρησιν τῆς ἡμερησίας ἀποζημιώσεώς των, θὰ γείνωσι τυφλὰ ὄργανα τῶν Εἰσαγγελέων, ἢ θὰ περιπέσωσιν εἰς ἄλλο ἀτόπημα, νὰ μὴ ἐκπληρόνωσιν εὐσυνειδήτως τὸ ἑαυτῶν καθῆκον. Ἔχομεν ἄπειρα παραδείγματα ἐν τῷ παρελθόντι πράξεων καὶ ἐνεργειῶν τῶν Εἰσαγγελέων, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ φέρωσι τὸν τύπον ἐνεργειῶν εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς πεπολιτισμένων ἐθνῶν. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, καὶ ἐγὼ γινώσκω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι εἰς δίκην τινὰ ὡρισμένην εἷς Εἰσαγγελεύς, ὑπολαμβάνων, ὅτι οἱ τακτικοὶ ἔνορκοι ἠδύναντο νὰ μὴ ἐκπληρώσωσιν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν των, παρήγγειλε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν συνεδρίαζε τὸ Κακουργιοδικεῖον, νὰ τοὺς καλέσῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ τοὺς κρατήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, προφυλακισμένους, μέχρις ὅτου καταρτισθῇ τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ἀλλὰ τί γινώσκομεν ἐκ πείρας; Ἐκ πείρας γινώσκομεν, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ Κακουργιοδικεῖα καταρτίζονται ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων, ἐν ταῖς ὁποίαις ἑδρεύουσι τὰ Κακουργιοδικεῖα· ἀλλὰ δὲν καταρτίζονται ὡς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναγράφει, καταρτίζονται ὡς ὁ Εἰσαγγελεὺς κυρίως εἰς ὡρισμένας περιστάσεις φρονεῖ ἀναγκαῖον νὰ τὰ καταρτίσῃ· διότι, μὴ προσερχομένου τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ τῶν τακτικῶν ἐνόρκων, διὰ τοῦ ἑαυτοῦ κλητῆρος μετακαλεῖ εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Κακουργιοδικείου ἐκείνους ἐκ τῶν ἀναπληρωματικῶν ἐνόρκων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν κρίσιν του ἤθελον εἶσθαι ὑπὲρ τῆς αὐστηρᾶς, οὕτως εἰπεῖν, ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Εὑρίσκω κατ’ ἀκολουθίαν, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναιρεῖ θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀβάσιμον· διότι, διδομένου εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαιώματος νὰ ὁρίσῃ τὰ προσόντα τῶν ἐνόρκων, δύναται αὕτη μεταξὺ τῶν προσόντων νὰ ζητήσῃ καὶ τοῦτο, νὰ κατοικῇ ὁ ἔνορκος εἰς τὴν πόλιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον. Οὐσιαστικῶς ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ Κακουργιοδικεῖα θὰ λειτουργήσωσι σκοπιμώτερον πρὸς τὴν ἀκριβῆ τῆς δικαιοσύνης ἀπονομὴν ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἢ ὑπὸ τὸ μέχρι τοῦδε κρατοῦν. Διὰ ποῖον λόγον οἱ περισσοτέρας μορφώσεως τυχόντες, οἱ περισσότερας παρέχοντες ἐγγυήσεις συμπολῖται ἡμῶν ἀπέφευγον νὰ ἐκπληρώσουν τὰ καθήκοντα τῶν ἐνόρκων; Διότι αἱ Σύνοδοι τῶν Κακουργιοδικείων ἦσαν διαρκεῖς· διότι ἔχομεν Σύνοδον Κακουργιοδικείου διαρκέσασαν ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας μῆνας. Ἦτο φυσικὸν διὰ τὸν ἔχοντα ἐργασίαν, διὰ τὸν ἔχοντα ἐπιτήδευμα, ἐπιβάλλον εἰς αὐτὸν τὴν παρουσίαν του ἐν ταῖς ὑποθέσεσιν αὐτοῦ, νὰ προκαλῇ διὰ παντὸς τρόπου τὴν ἐξαίρεσίν του ἐκ τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου. Κατὰ τὸ σύστημα ὅμως, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὰ Κακουργιοδικεῖα θὰ ἦναι σχεδὸν διαρκῆ θὰ ἔχῃ δὲ τὴν ὑποχρέωσιν ἕκαστος τῶν πολιτῶν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, καὶ οὐχὶ μάλιστα ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς τὸ διάστημα τῆς Συνόδου τῶν εἴκοσιν ἡμερῶν νὰ ἐξαιρεθῇ πλέον ἢ ἅπαξ, καὶ οὕτως ἡ ὑπηρεσία ἑκάστου τῶν πολιτῶν, ὡς ὑπηρεσία ἐνόρκου, δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ πλέον τῶν δεκαπέντε ἡμερῶν. Εἶναι λοιπὸν λίαν εὔλογον, εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς πάντα πολίτην ἐπὶ δεκαπέντε ἡμέρας τὸ ἔτος νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου, ὅπως παρέχῃ εἰς τὴν Πολιτείαν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, τὴν πολύτιμον. Παρετήρησε συνάμα ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον εἴς τινας πόλεις νὰ μὴ εὑρεθῇ ἀριθμὸς ἐνόρκων ἐπαρκής. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τοὺς δημότας, ἀλλ’ εἰς τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως, ἔστω ἂν προσωρινῶς κατοικῇ τις ἐν ᾗ πόλει ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἑπομένως θὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν τοῖς γενικοῖς καταλόγοις σήμερον ἀναγραφομένων. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει πόλις τις, ἐν ᾗ ἑδρεύει Πρωτοδικεῖον, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ ἀριθμὸς ἀνάλογος, δὲν θὰ λειτουργήσῃ εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην Κακουργιοδικεῖον. Μήπως σήμερον εἰς πάσας τὰς ἕδρας τῶν Πρωτοδικείων λειτουργοῦσι Κακουργιοδικεῖα; Βεβαίως ὄχι. Ὑπάρχουσιν ἕδραι Πρωτοδικείων, εἰς τὰς ὁποίας ἴσως μέχρι σήμερον οὐδὲν συνεστήθη Κακουργιοδικεῖον. Πρότερον ἡ ἐκλογὴ περιωρίζετο μεταξὺ 120, διότι 120 ἐξέλεγεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν γενικῶν καταλόγων, τοὺς ἀνέγραφεν εἰς τὸν γενικὸν κατάλογον, καὶ μεταξὺ τῶν 120 ἐξελέγοντο οἱ ἔνορκοι. Σήμερον 120 θὰ τοὺς ἔχητε πάντοτε εἰς τοὺς γενικοὺς καταλόγους, καὶ δὲν θὰ τοὺς ἔχητε ἐξ ἐκλογῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ θὰ τοὺς ἔχητε ἐξ ὑποχρεώσεως, ἣν ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς ἕκαστον πολίτην, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας παρετήρησεν, ὅτι δὲν νομίζει, ὅτι ἡ οἰκονομία, ἡ ἐπιτυγχανομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι ἀξία τοῦ ὀνόματος, διὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει πρὸς μεταβολὴν θεσμοῦ, λειτουργοῦντος ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη. Βεβαίως, ἐὰν μόνον λόγος οἰκονομίας ὑπηγόρευε τὴν μεταῤῥύθμισιν ταύτην, δὲν θὰ ἦτο οὗτος ἀποχρῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, ἡ ἀκριβεστέρα τῆς ἀνωτέρας ποινικῆς δικαιοσύνης ἀπονομὴ θὰ ἐπιτευχθῇ, καὶ συνάμα θὰ ἐπιτευχθῇ καὶ ἡ οἰκονομία 300,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ εὗρε καὶ μίαν ἄλλην τοῦ νομοσχεδίου διάταξιν, ἀναιροῦσαν ἐπίσης ἀρχὴν θεμελιώδη. Ὡς παρετήρησε, κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν δύνανται τὰ Κακουργιοδικεῖα νὰ δικάσωσι τοὺς κατηγορουμένους, οἵτινες κατάγονται ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον. Βεβαίως αὐτὴ εἶναι ἀρχή, τὴν ὁποίαν ἔχομεν παραδεχθῆ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν λειτουργίαν ἐν γένει τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας· ἴσως μάλιστα, ἐὰν ἡ ἀρχὴ αὕτη ἦτο παραδεδεγμένη, καθ’ ὃν χρόνον ἐπρόκειτο τὸ πρῶτον νὰ νομοθετηθῇ τὸ σύστημα τὸ ὁρκωτικόν, ἤθελε καὶ ἐκεῖ ἀναγραφῆ. Ἀλλὰ μήπως σήμερον, — ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, — μήπως σήμερον προσδιορίζωνται αἱ δίκαι τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ κακουργήματι εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ ὁποίου αὐτοὶ ἀνήκουσι; Κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα προσδιορίζονται πάντοτε εἰς ἄλλα Κακουργιοδικεῖα, καὶ μόνον ἓν δέκατον, ἴσως καὶ ὀλιγώτερον ἀκόμη, ὁρίζονται εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα, εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν ὁποίων κατοικοῦσιν οἱ κατηγορούμενοι. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπει, ὥστε κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ δύναται νὰ προσδιορισθῇ μία δίκη, ὁσάκις πρόκηται περὶ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ἐτελέσθη εἰς ὡρισμένην τινὰ πόλιν, καὶ τοῦ ὁποίου αἱ ἐντυπώσεις δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν πληρεστέραν τῆς ἀνωτάτης ποινικῆς δικαιοσύνης ἀπονομὴν, δὲν κωλύει τὸν προσδιορισμὸν τῆς δίκης ταύτης εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὁποίου κατῴκει πρότερον ὁ κατηγορούμενος. Ἀλλὰ, Κύριοι, διατὶ νὰ μὴ ὁμολογῶμεν τὴν ἀλήθειαν; Βεβαίως, ἐὰν πᾶσαι αἱ δίκαι ἤθελον δικάζεσθαι παρὰ Κακουργιοδικείων, ἑδρευόντων εἰς τὴν ἕδραν τῆς ἐπαρχίας, ἐκ τῆς ὁποίας κατάγεται ὁ κατηγορούμενος, θὰ ἦτο ἐλάσσων ἐγγύησις περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὸ τοῦτο γίνεται σήμερον, ἀλλὰ γίνεται ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν δικῶν. Σήμερον ἀναγράφεται τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ. Ἡ τελευταία παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος ἀνάγεται εἰς τοῦτο, ὅτι, ὡς μέχρι τοῦδε λειτουργεῖ τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα, ἴσως ἡ πολιτικὴ δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς ἐκπληροῦντας τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου, ἐνῷ διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἡ πολιτικὴ πίεσις δύναται νὰ παραβλάψῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἔχω ἀκριβῶς τὴν ἀντίθετον γνώμην· διότι νομίζω, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ὁ φατριασμὸς προκεχωρημένος ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καλυφθῇ καὶ ἡ συνείδησις τοῦ στοιχειώδους καθήκοντος τοῦ πολίτου, τοῦτο γίνεται οὐχὶ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων, ἀλλὰ γίνεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀνάλογον διανοητικὴν μόρφωσιν, δὲν ἔχουσι πλήρη τὴν συναίσθησιν τῆς ἐπιβαρυνούσης αὐτοὺς ἠθικῆς εὐθύνης ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ βιοῦσιν. Ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν μεγαλοπόλεων, ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου, θὰ ἦναι πολὺ περισσότερον εὐσυνείδητοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρουν μέχρι τοῦδε ὡς ἐξ ἐπαγγέλματος, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἐπὶ τῇ ἀποζημιώσει τῶν ἓξ δραχμῶν, καὶ ἐπὶ τοῖς τυχηροῖς, ὥς τινες τῶν συναδέλφων εἶπον, τὰ καθήκοντα τῶν ἐνόρκων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι αἱ ἀντιῤῥήσεις αἱ προβληθεῖσαι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως μεταπείσωσιν ἡμᾶς περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται.
§165ΡΑΛΛΗΣ. Κηρύσσομαι ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ, ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα, ὅπερ εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, θέλει κανονικώτερον καὶ ὁμαλώτερον λειτουργήσει ὁ θεσμὸς τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων. Ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου, προέβαλον δύο συνταγματικὰς διατάξεις, ὡς ἀντικειμένας δῆθεν εἰς τὸ σύστημα τοῦτο· προέβαλον τὴν συνταγματικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 94, καθ’ ὃ τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα διατηρεῖται, προέβαλον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ ἐκ τοῦ νόμου ὡρισμένου αὐτῷ δικαστοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι οἱ στηριχθέντες ἐπὶ τῶν διατάξεων τούτων, ὅπως χαρακτηρίσωσι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀντισυνταγματικὴν, παρηρμήνευσαν αὐτάς. Τί ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα, ὅταν ὁρίζῃ ὅτι τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα διατηρεῖται; Ἐννοεῖ, ὅτι τὰ ἐγκλήματα, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προβλέπονται ὑπὸ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου 95, τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου καὶ τὰ ἐγκλήματα τὰ πολιτικὰ, ὡς καὶ πάντα τὰ λοιπὰ ἐγκλήματα, ἐκτὸς τῶν τῆς ναυταπάτης καὶ τῶν δικαζομένων ἀναγκαίως ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δικαστηρίων, θέλουσι δικάζεσθαι οὐχὶ παρὰ τακτικῶν δικαστῶν, παρ’ ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, ἔστω καὶ ἀνεξαρτήτων ἔστω καὶ ἰσοβίων, ἀλλὰ θέλουσι δικάζεσθαι παρὰ πολιτῶν. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 94 τοῦ Συντάγματος. Βεβαίως οὐδέποτε ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν τοῦ συντάκτου τοῦ Συντάγματος ἡ σκέψις τοῦ ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ, ὅτι ἔπρεπεν ὁλόκληρος ὁ λαὸς νὰ συνέλθῃ εἰς comitia, διὰ νὰ δικάσῃ οἱονδήποτε κατηγορούμενον ἐπὶ οἱᾳδήποτε ἐγκληματικῇ πράξει. Τοῦτο θὰ ἦτο φυσικῶς ἀδύνατον. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖο ἀπέβλεψεν ὁ συντάκτης τοῦ Συντάγματος, ἦτο νὰ καταστήσῃ δικαστήρια ἐκ πολιτῶν ἐντελῶς ἀνεξαρτήτων ἀπὸ τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς αὐτὸ ἀπέβλεψε, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγραψε τὴν ῥήτραν, ὅτι τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα διατηρεῖται. Ἀλλὰ προβάλλουν, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἰς τὸ ἑξῆς θέλουσιν ἐκλέγεσθαι οἱ ἔνορκοι, δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι παραβιάζεται ἡ ἑτέρα συνταγματικὴ διάταξις, καθ’ ἣν οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ δικαστοῦ, τὸν ὁποῖον ὁρίζει αὐτῷ ὁ νόμος. Ποσῶς!...
§166ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην τοιοῦτόν τι, καὶ ἑπομένως εἰς μάτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἀντικρούει τοιοῦτον ἐπιχείρημα, ἐὰν ἀποτείνηται εἰς ἐμέ.
§167ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ εἰς σᾶς, τὸ δεύτερον δὲν ἀφορᾷ εἰς σᾶς εἶναι καὶ ἄλλοι ἐδῶ, οἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσι γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§168ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα κἀνένα, ἀγορεύσαντα περὶ τούτου.
§169ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἤκουσα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐνταῦθα... Ὅπως δ’ ἀντικρούσωμεν τὴν γνώμην ταύτην, δέον νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἔννοιαν καὶ τῆς συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Συντάγματος καθορίζεται ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης. Ἐννοεῖ τοῦτο, ὅτι δὲν δύνανται νὰ καθορισθῶσιν ἴδιοι δικασταὶ δι’ ἴδια πρόσωπα καὶ δι’ ἴδια ἀδικήματα, ἐννοεῖ, ὅτι ἐνώπιον τοῦ νόμου πάντες εἶναι ἴσοι, καὶ ὅτι πρέπει νὰ δικάζωνται πάντες διὰ τῶν δικαστηρίων τῶν ὑφισταμένων. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὅπως χαρακτηρίσωσι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀντισυνταγματικήν, προστρέχουσιν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, προσθέτουσιν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποκλείονται πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν κατοικοῦσιν εἰς πόλεις. Μήπως δὲν ἀποκλείονται, ἅμα ὡς δεχθῇ τις τὸ σύστημα τῶν προσόντων, πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὰ προσόντα; Ἀναμφισβητήτως. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπέβλεψεν ὁ συντάκτης τοῦ Συντάγματος, εἶναι, ὡς εἶπον ἤδη, τὸ νὰ καταστήσῃ ἓν δικαστήριον ἐντελῶς ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῆς ὑπηρείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς ἐπηρείας τῆς ἐξουσίας, διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐγκλημάτων. Φρονῶ, ὅτι διὰ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, ἐρχόμεθα νὰ δώσωμεν νέον κῦρος εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν ταύτην· διότι γνωρίζομεν, πῶς λειτουργεῖ τὸ σύστημα τὸ ὁρκωτικὸν ὑπὸ τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν, καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας τόσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Τὸ σύστημα τὸ ὁρκωτικὸν ὑπὸ τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν βεβαίως ἦτο ἐμπαιγμὸς εἰς χεῖρας τῶν Εἰσαγγελέων· οἱ ἔνορκοι ἐξηρτῶντο ἐκ τῶν Εἰσαγγελέων, διωρίζοντο παρ’ αὐτῶν ἐπὶ μισθῷ· ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὸν ἐπαρχιώτην ἔνορκον, ὅστις ἤθελε τολμήσει νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα! Ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τὸ μέσον, δι’ οὗ δύναται νὰ τὸν πιέζῃ· τὸν ἀποστερεῖ τῶν ὁδοιπορικῶν του δικαιωμάτων. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν εἰσαγγελικῶν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν ὁρκωτικῶν δικαστηρίων κακῶς ἐτέθη καὶ κακῶς καθιερώθη παρ’ ἡμῖν, βεβαίως ὀρθῶς ἐλάλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν φιλελευθέρων ἰδεῶν, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἐκείνης, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀποβλέπει πᾶς ἐλεύθερος πολίτης πρὸς τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα, βεβαίως κρινόμενον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶναι μᾶλλον σύμφωνον πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 94 τοῦ Συντάγματος. Τὰ ἄτοπα τοῦ ὑφισταμένου νόμου εἶναι πολλὰ καὶ ποικίλα. Δύο ὑπέμνησαν ἡμῖν· ὅτι ἄνθρωποι, οἵτινες ἀληθῶς οὐδὲν εἶχον ἔργον, — καὶ εἰς τοῦτο εὑρίσκει ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας ἓν προσὸν, — ἐτίθεντο ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁρκωτικῶν δικαστηρίων, καὶ ἐτάσσοντο νὰ δικάσωσι, καὶ δικάζουσι μέχρι σήμερον, τοὺς συμπολίτας των. Δι’ αὐτοὺς τὰ ὁρκωτικὰ δικαστήρια εἶναι ἐπάγγελμα βιοποριστικόν. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι προσὸν τὸ νὰ ἔχῃ τις ἐπάγγελμα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, φρονῶ ὅτι μόνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐργάζονται ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ οἵτινες κέκτηνται κοινωνικὴν θέσιν, δύναταί τις νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ἀπονομὴν τῆς ὑπερτάτης ποινικῆς δικαιοσύνης, ἠθέλομεν δ’ ἀληθῶς ἐκλαμβάνει ἀντιθέτως πρὸς τὴν λογικὴν τὰ πράγματα, ἐν ᾗ περιπτώσει εἰς τοὺς ἀέργους, τοὺς ἐξαρτωμένους ἐκ τῆς τριδράχμου ἢ τετραδράχμου ἀποζημιώσεως, ἠθέλομεν παραδώσει τὴν λειτουργίαν τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος.
§170ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπέ τις περὶ ἀέργων. Δὲν μὲ ἐνοήσατε.
§171ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ἄεργοι κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες, κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα, προσέρχονται ἐξ ἀπωτάτων δήμων, ὅπως ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντα τῶν ἐνόρκων. Πάντες, ὅσοι ἔχουσι καὶ τὴν ἐλαχίστην πεῖραν τῆς μέχρι τοῦδε λειτουργίας τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, βεβαίως θὰ δικαιώσωσιν ἐμὲ, δι’ ὅσα λέγω, καὶ θὰ εὕρωσιν ὅτι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἀπεμακρύνθην ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Τί ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Ἀναλογιζόμενος τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, λυποῦμαι, διότι ἐκ τοῦ ὅτι δὲν εἶχεν ὡριμάσει εἰσέτι ἡ ἰδέα ἀπὸ τοῦ 1882, ὅτε τὸ πρῶτον ὑπ’ ἐμοῦ συνετάχθη τοιοῦτο νομοσχέδιον, δὲν ἐλειτούργησεν ὁ θεσμὸς τῶν ὁρκωτῶν ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα· διότι ὅλως διάφορος θὰ ἦτο καὶ ἡ θέσις τῆς κοινωνίας καὶ ἡ θέσις τῶν ὁρκωτικῶν δικαστηρίων. Ἐπιδιώκεται ἡ ἐλευθερία τῆς κρίσεως τῶν ἐνόρκων, ἡ ἀνεξαρτησία αὐτῶν καὶ ἡ ἀμερόληπτος κρίσις, ἐπιδιώκεται ἡ ταχίστη ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἐπιδιώκεται τέλος ἡ οἰκονομία. Νομίζω ὅτι, ὅταν ἓν σχέδιον νομοθετικὸν παρέχῃ τοιαύτας ὠφελείας, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ πρόσφορον αὐτοῦ. Φρονῶ δὲ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, ἐκεῖνος, ὅστις ἀναγινώσκων ἐννοεῖ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, νὰ ἀνεύρῃ ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἀντίκειται εἰς αὐτάς. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελε νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον του, — καὶ ἴσως θὰ ἦναι τὸ μόνον μεταξὺ τῶν σπουδαίων, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιζήσῃ ἐξ ὅσων ὑποβάλλει καθ’ ἡμέραν εἰς τὴν Βουλὴν, — ὤφειλε νὰ ἀποβλέψῃ καὶ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἀνακεφαλαιώσεως τῶν Προέδρων. Ἐὰν ἔχωμεν πεποίθησιν ἐπὶ τὸν θεσμὸν τῶν ὁρκωτικῶν δικαστηρίων, πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ λειτουργήσῃ πλήρης καὶ ἀνεξάρτητος πάσης ἐπηρείας. Γνωρίζομεν δὲ πάντες, ὅτι ἡ ἀνακεφαλαίωσις τῶν Προέδρων οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ δευτέρα κατηγορία, στρεβλοῦσα τὰ πραγματικὰ γεγονότα, στρεβλοῦσα ἐντεῦθεν καὶ τὴν διάνοιαν καὶ τὴν κρίσιν τῶν ἐνόρκων. Διὰ τοῦτο θὰ τὸν παρακαλέσω, ὅπως διὰ προσθέτου διατάξεως καταργήσῃ τὴν ἀνακεφαλαίωσιν τοῦ Προέδρου.
§172ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σέβομαι, κύριοι Βουλευταὶ, τὰς γνώμας καὶ πεποιθήσεις ἑκάστου, ἀλλὰ τόσην ἔχω καὶ ἐγὼ ἐνδόμυχον πεποίθησιν, ὅτι τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον θ’ ἀποτελέσῃ ἀνατροπὴν πλήρη τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι, ὥστε νομίζω καθῆκόν μου νὰ ἀποκρούσω ὅλα τὰ κατὰ τῆς γνώμης μου λεχθέντα. Καὶ δίδεται σήμερον κατὰ πρῶτον ἀφορμὴ νὰ ἐκφράσω τὴν ὁποίαν ἔχω γνώμην καὶ πεποίθησιν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1883 αὐτὸς ὁ προαγορεύσας Βουλευτὴς, τῇ αἰτήσει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶ, προσεκάλεσε Συμβούλιόν τι, ἐν ᾧ συνεζητήθη αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον τῆς δι’ ἐντοπίων ἐνόρκων λειτουργίας τοῦ Κακουργιοδικείου, καὶ τότε δὲ αὐτὴν τὴν γνώμην ὑπεστήριξα, τὴν ὁποίαν τώρα ὑποστηρίζω. Ἐσχημάτισα δὲ τὴν γνώμην ταύτην μετὰ εἰκοσαετεῖς ἀγῶνας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον ἤδη πρόκειται νὰ μεταβάλητε. Δὲν ἐσχημάτισα αὐτὴν ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων ἢ ἐξ ἁπλῶν ἀναγνώσεων, ἀλλ’ ἐξ ἰδίας μακρᾶς πείρας, καὶ ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, — καὶ παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ τὸ ἐνθυμηθῆτε ἅπαντες, — ὅτι μετά τινα χρόνον αὐτοὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες θὰ ἔλθωσιν, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, νὰ προτείνουν τὴν κατάργησιν τῶν μεταβολῶν, ἣν νῦν ἐπιζητοῦσι. Εἶπον ὅτι ἡ προτεινομένη μεταβολὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποτελοῦσα παράβασιν τοῦ Συντάγματος· τί δὲ ἀντέταξαν κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης; Ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς, ὅτι καὶ κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκλέγουσι, δὲν προσέρχεται ὁλόκληρος ὁ λαὸς, ἵνα λάβῃ μέρος! Βεβαίως ἐκλέγουσιν αἱ ἐπιτροπαὶ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθῃ ὁλόκληρος ὁ λαὸς εἰς ἑκάστην δίκην. Ἀλλ’ αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται, αἱ συνιστάμεναι ἀπὸ τὸν Νομάρχην, τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τὸν ἀρχαιότερον δικαστὴν, δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ ἐκλέξωσιν ἐντὸς ὡρισμένου κύκλου, ἐντὸς τῶν κατοίκων τῶν πόλεων, ὅπως θέλετε ἤδη νὰ ὑποχρεωθῶσιν, ἀλλὰ ἐξ ὅλης τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἀνεύρωσι τὰ πρόσωπα, τὰ θεωρούμενα ὡς ἐπιτηδειότερα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑψηλῶν καθηκόντων τοῦ ἐνόρκου. Καὶ ἡ ἐκλογὴ δὲν γίνεται ἐξ ἑνὸς μόνου νομοῦ, ἀλλ’ ἐξ ὅλων τῶν νομῶν τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου, ὑπὸ τῆς οἰκείας ἐν ἑκάστῳ ἐπιτροπῆς τοῦ νομοῦ· ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συνόλου τῶν ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν ἐκλεχθέντων γίνεται ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου ἡ κλήρωσις, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξ ὅλων τῶν νομῶν, ἐξ ὅλων τῶν τάξεων τοῦ λαοῦ δύνανται νὰ κληρωθῶσιν ἔνορκοι πρὸς λειτουργίαν ἑκάστου τῶν Κακουργιοδικείων. Δύνασθε νὰ συγκρίνητε τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἐξ ὅλων τῶν νομῶν ἐκλογῆς τῶν ἐνόρκων μὲ τὸ ὑμέτερον σύστημα, τῆς ἐξ ὡρισμένης πόλεως ἐκλογῆς τῶν ἐνόρκων; Οὐδὲ πρόκειται μάλιστα πάντοτε περὶ ἐκλογῆς ἐνόρκων, κατὰ τὸ ὑμέτερον σύστημα· διότι πολλαχοῦ, ἕνεκα μὴ ὑπάρξεως ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ ἐνόρκων, ὅλοι οἱ πολῖται τῆς πόλεως λαμβάνουσι μέρος. Καὶ δὲν ἐννοεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἴσα–ἴσα τὸ μέγα λάθος τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προτείνετε; Ὅταν πρόκηται νὰ ἐκλέξωσι τοὺς ἐνόρκους τρεῖς ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, δὲν θ’ ἀποβλέψωσιν εἰς τὰ γενικὰ προσόντα τῶν ἐνόρκων, ἀλλὰ θὰ ἀποβλέψωσιν εἰς τὰ ἠθικὰ στοιχεῖα τῆς κοινωνίας, ὁπουδήποτε καὶ ἂν εὑρίσκωνται ταῦτα, ἐν πόλεσιν, ἐν παντὶ χωρίῳ, ἐν πάσῃ κωμοπόλει. Καὶ ταῦτα μὲν ὁ κ. Ὑπουργός. Τί δὲ ἀντιτάσσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πρὸς ἀντίκρουσιν τῆς ἰδέας, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ νῦν εἰσαγόμενον σύστημα τῶν ἐνόρκων; Τὸ ἄρθρον 93 τοῦ Συντάγματος, λέγει, ἕνα μόνον ἔχει σκοπὸν, νὰ καταρτίσῃ ἀνεξάρτητον δικαστήριον τῆς ἐπιδράσεως τῆς ἐξουσίας, ἤτοι συγκείμενον ἐξ ἁπλῶν πολιτῶν, οὐχὶ δὲ νὰ ὁρίσῃ τίνες οὗτοι. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐπιβάλλει τὴν διατήρησιν τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, ὅπερ ἔχει πλείστους λόγους ὑπάρξεως, καὶ οὐχὶ δυσπιστίαν πρὸς τοὺς ἰσοβίους δικαστάς. Τοιαύτην δυσπιστίαν ἐνδεικνύει μόνον τὸ ἑπόμενον ἄρθρον, καθ’ ὃ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα ὑπάγονται εἰς τοὺς ἐνόρκους. Τὸ σύστημα λοιπὸν τὸ ὁρκωτικὸν διετήρησεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα, τὸ σύστημα τὸ ὁρκωτικὸν, ὡς ἀναγνωρίζεται ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ ὡς καθιεροῦται ἐν ταῖς νομοθεσίαις ὅλου τοῦ κόσμου, διότι οὐδαμοῦ διενοήθησαν κἂν νὰ περιορίσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐνόρκων εἰς τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ πόλει τοῦ Κακουργιοδικείου. Λάβετε ὅλας τὰς νομοθεσίας τοῦ κόσμου, οὐδαμοῦ θὰ εὕρητε τοιαύτην διάταξιν. Ἄν δὲ παραδεχθῆτε ὡς θεμιτὴν τοιαύτην στενὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 94, δύνασθε νὰ ἐφαρμόσητε αὐτὴν καὶ εἰς ἄλλην διάταξιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 66, ἥτις καθιεροῖ τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν. Δύνασθε νὰ ψηφίσητε διὰ νόμου, ὅτι ἀναγκαῖον προσὸν τῶν ἐκλογέων εἶναι νὰ ἦναι κάτοικοι τῆς πόλεως ἢ κωμοπόλεως....
§173ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οἱ ἐκλογεῖς δὲν ἔχουσι προσόντα.
§174ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι προσόντα, διότι ὑπάρχουσιν ἀνικανότητες· ἀναγράφεται ὡς προσὸν ἡ ἡλικία.... Ἐὰν λοιπὸν ἤθελέ τις νόμος εἴπει, ὅτι διατηρεῖται πλήρης ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, ἀλλ’ ἐκεῖνοι μόνον νὰ ψηφίζωσιν, ὅσοι κατοικοῦσιν εἰς τὰς πόλεις καὶ κωμοπόλεις, νομίζετε ὅτι ἤθελεν ἰσχύει ἡ καθολικὴ ψηφοφορία; Ὅταν λοιπὸν καὶ ἐνταῦθα διατηρῆται τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα, ἀλλ’ ἔνορκοι δὲν δύνανται νὰ ἦναι, παρὰ οἱ δικηγόροι τῶν πόλεων, ἔνθα τὰ Κακουργιοδικεῖα, εἶναι τοῦτο διατήρησις τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος; Ἀλλ’ ἀντιτάσσει ὁ κ. Βουλευτὴς, πρὸς ἀντίκρουσιν τοῦ ἰσχύοντος συστήματος, ὅτι, καθ’ ἣν ἔχει πεῖραν, εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα ἔρχονται ὡς τακτικοὶ ἔνορκοι τὰ σκύβαλα τῆς κοινωνίας, οἱ ἄεργοι καὶ οἱ ἐπιζητοῦντες ἀθέμιτα κέρδη. Ἀποκρούω μετ’ ἀγανακτήσεως τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτὸν, διότι ἀποτελεῖ προσβολὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγουσι τοὺς ἐνόρκους. Ὅταν τοὺς ἐκλέγῃ ὁ Νομάρχης, ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ ἀρχαιότερος τῶν Πρωτοδικῶν, πῶς αὐτοὶ εἶναι τόσον ἀσυνείδητοι, ὥστε νὰ ἐκλέγουν τὰ σκύβαλα τῆς κοινωνίας;
§175ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶναι ὄχι μόνον ἀσυνείδητοι, ἀλλὰ καὶ κακοήθεις.
§176ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν τοιαύτην ἰδιότητα εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ εἰς τὸν ἀρχαιότερον Πρωτοδίκην, τότε εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν περὶ συντάξεως νόμων· τοῦτο σημαίνει, ὅτι αὐτὴ ἡ κοινωνία περιῆλθεν εἰς πλήρη παραλυσίαν καὶ ἀποσύνθεσιν. Ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι τὸ τοιοῦτον, καὶ φρονῶ, ὅτι αὐτοὶ ἐπιμελῶς ἐκλέγουσι, καὶ ἂν συμβαίνουν λάθη ἐξ ἀγνοίας τῶν προσώπων, ταῦτα ἀνακαλύπτονται διὰ τῆς πείρας καὶ διορθόνονται. Οἱ ἐκλεγόμενοι λοιπὸν παρὰ τῶν ἀνωτάτων αὐτῶν λειτουργῶν εἶναι οἱ ἠθικώτεροι ἑκάστης περιφερείας, καὶ οὐχὶ ἄεργοι καὶ κηφῆνες· ἐρχόμενοι δὲ ἐνταῦθα, δὲν ἔχουν ἄλλην ἐργασίαν, παρὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Αὐτοὶ λοιπὸν εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται διὰ νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου, αὐτοί, οὓς ἐκλέγουσιν οἱ ἀνώτατοι οὗτοι ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν προσέρχονται πάντες οἱ ἐκλεγόμενοι, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν δύνανται ν’ ἀφήσωσι τὰς ὑποθέσεις των· ἔρχονται ὅμως οἱ δυνάμενοι ὁπωσδήποτε ν’ ἀπουσιάσωσιν ἀπὸ τὴν πατρίδα των ἄνευ βλάβης τῶν ὑποθέσεών των· εἶναι δὲ οἱ ἐκλεκτότεροι τῆς κοινωνίας. Καὶ ἂν, Κύριοι, λαμβάνουν μικράν τινα ἀποζημίωσιν, εἶναι τοῦτο λόγος, ἵνα θεωρηθῶσιν ὡς ἄνθρωποι κερδοσκοποῦντες καὶ μὴ ἔχοντες οὐδεμίαν συνείδησιν τῆς δικαιοσύνης; Καὶ μήπως οἱ διοριζόμενοι Εἰρηνοδίκαι δὲν διορίζονται, ἵνα λάβουν μισθὸν ἀπὸ τὴν Πολιτείαν; Ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι εἶναι αὐτοὶ ἄνθρωποι κακοήθεις; Οὐδὲν λοιπὸν σημαίνει ἡ ἀποζημίωσις, ἥτις εἶναι ὀφειλομένη ἀμοιβὴ ἐντίμου ἐργασίας, χορηγουμένης πρὸς τὴν Πολιτείαν. Καὶ εἶπον, Κύριοι, πολλὰ κατὰ τῆς ἐπιδράσεως τῆς Εἰσαγγελίας καὶ τοῦ Προέδρου τῶν Συνέδρων ἐπὶ τῶν ἐνόρκων· τὰ πλεῖστα τῶν ὅσων εἶπον εἶναι ἄδικα καὶ ἀνυπόστατα. Ἐγώ, ὅστις, χωρὶς νὰ περιαυτολογήσω, εἶμαι ὁ ἁρμοδιώτατος πάντων, ἵνα γνωμοδοτήσω ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν λαμβάνῃ χώραν ἠθική τις ἐπίδρασις τῆς Εἰσαγγελίας καὶ τοῦ Προέδρου τῶν Συνέδρων ἐπὶ τῶν ἐνόρκων, ἐνασκεῖται αὕτη πάντοτε ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, ὑπὲρ τοῦ νόμου, διότι οὐδὲν συμφέρον ἔχει οὔτε ὁ Εἰσαγγελεὺς οὔτε ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων, ἵνα ἐξωθήσῃ τοὺς ἐνόρκους εἰς καταδίκην ἀθώων ἀνθρώπων. Εἰς αὐτὴν δὲ τὴν ἐπίδρασιν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ, ὅτι ὑφίσταται εἰσέτι ἀπονομὴ δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι. Ἂς λείψῃ καὶ αὕτη, καὶ θέλετε ἴδει τὸ βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλομεν περιπέσει.
§177ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν ἠκούσατε τὸν θιασώτην τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, ὅστις ἐζήτει, ὁλόκληρος ὁ λαὸς νὰ συνέλθῃ, ἵνα ἐκλέξῃ τοὺς 24 ἐνόρκους διὰ τὴν ἐκδίκασιν πάσης κατηγορίας. Ὁ λαὸς, κατ’ αὐτὸν, θὰ εἶχεν ὡς σκοπὸν νὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὴν θέλησιν τῶν Εἰσαγγελέων, εἰς τὴν θέλησιν τῶν Προέδρων, εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἀπόφασιν αὐτῶν τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφον τῶν ὁρκωτῶν, οἵτινες δὲν ὀφείλουν νὰ ἔχουν ἄλλην γνώμην ἀπὸ ἐκείνην τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ τοῦ Προέδρου. Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις κατηγορεῖ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀντισυνταγματικῆς, διότι εἰς τὸ ἑξῆς οἱ ἔνορκοι θὰ λαμβάνωνται ἐκ τῶν πόλεων· αὐτὸς εὑρίσκει, ὅτι καταστρέφεται ἐντεῦθεν τὸ ἄρθρον 94 τοῦ Συντάγματος. Βεβαίως, ὅταν τοιαύτας ἔχῃ τις ἰδέας περὶ τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, ὅταν ἔχῃ τοσαύτην πεποίθησιν ἐπὶ τὴν κρίσιν του, καὶ ὅταν φρονῇ, ὅτι δικαιοῦται, παρὰ τοὺς θεσμοὺς, καίτοι δὲν ἔχει ψῆφον ἐπὶ τὴν ἀπόφασιν, νὰ κρίνῃ καὶ ν’ ἀποφασίζῃ καὶ νὰ πιέζῃ τοὺς ἐνόρκους, βεβαίως δὲν δύναται, παρὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὰ παρακρούσματα, εἰς ἃ ἔφθασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Ἐκεῖνοι ὅμως, οἵτινες ἔχουσι πεποίθησιν ἐπὶ τὸ σύστημα τὸ ὁρκωτικὸν, θέλουν νὰ τὸ ἀφήσουν νὰ λειτουργήσῃ ἐντελῶς ἐλεύθερον ἀπὸ πάσης ἐπηρείας ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀπὸ πάσης ἐπηρείας ἐκ μέρους τοῦ δικαστηρίου. Τὰς τοιαύτας ἐνεργείας, αἵτινες δύνανται ἄλλως ν’ ἀποβοῦν καὶ ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, καθ’ ὅσον ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι ἔντιμος, ἢ καθ’ ὅσον ἡ κρίσις αὐτοῦ εἶναι ἀσφαλὴς, τὰς τοιαύτας ἐνεργείας ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, βεβαίως ὁ θεσμὸς τῶν ὁρκωτῶν δὲν τὰς ἐννοεῖ. Ὁ θεσμὸς τῶν ὁρκωτῶν τίθησιν ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του, τὸν Εἰσαγγελέα διὰ νὰ κατηγορῇ, τὸν ὑπερασπιστὴν διὰ νὰ ὑπερασπίζηται, τὸν ὁρκωτὸν διὰ νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῆς ἐνοχῆς, καὶ τὸν δικαστὴν διὰ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ποινήν. Ἐκεῖνος δὲ, ὅστις τολμᾷ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς δικαιοδοσίας, ἣν διέγραψεν αὐτῷ ὁ νόμος, βεβαίως παραβαίνει τὰ καθήκοντά του· καὶ δύναται νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι παραβαίνει αὐτὰ ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ βεβαίως πράττει παράβασιν, ἥτις ὑπόκειται εἰς τὴν καταστολὴν τοῦ νόμου. Οὐδεὶς δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι εἶναι ὑπέρτερος τῶν θεσμῶν, ἐκεῖνος δὲ, ὅστις τοιοῦτόν τι ἐπαγγέλλεται, βεβαίως ἀποδεικνύει ἔσχατον ἐγωϊσμὸν καὶ ἔλλειψιν κρίσεως. Οἱ θεσμοὶ ἡμῶν εἶναι πλήρεις, ἀρκεῖ δὲ νὰ τοὺς ἀφήσωμεν νὰ λειτουργήσωσι, διὰ νὰ ὀρθοποδήσῃ ἡ Πολιτεία· ἐνόσῳ ὅμως ἐξαρτῶμεν τὴν ἀπόφασιν τῶν ἐνόρκων ἐκ τῆς κρίσεως τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκ τῆς κρίσεως τῶν Συνέδρων, δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ φθάνωμεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφθάσαμεν. Ὅταν τὸ Σύνταγμα ἀναγράφῃ, ὅτι τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα διατηρεῖται, διὰ τούτου δὲ ἐπιδιώκει νὰ καταστήσῃ ἐντελῶς ἀνεξάρτητα τὰ δικαστήρια ἀπὸ πάσης ἐπηρείας τῆς ἐξουσίας, ἔρχεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας νὰ καυχηθῇ, ὅτι συνετέλεσεν εἰς τὴν δικαίαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐπηρεάζων τοὺς ἐνόρκους, καὶ ὑποστηρίζει, ὅτι συντελοῦσιν εἰς τὴν καλὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης οἱ Εἰσαγγελεῖς, ἢ οἱ Σύνεδροι καὶ οἱ Πρόεδροι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τὸ πνεῦμα τῶν ἐνόρκων. Ὑπάρχει εἷς τρόπος νόμιμος ἐπιδράσεως ἐπὶ τὸ πνεῦμα τῶν ἐνόρκων, ὁ ἐκ τῆς συζητήσεως· ὅλα ὅμως ἐκεῖνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετέρχονται οἱ Εἰσαγγελεῖς, ὅπως ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τοὺς ἐνόρκους, τὰ μέσα τῆς μὴ καταβολῆς τῶν ὁδοιπορικῶν, τῆς μὴ πληρωμῆς τῆς ἀποζημιώσεως, ὅλα ταῦτα ἀποτελοῦσι παραβάσεις, συντελοῦσι δὲ μόνον εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ θεσμοῦ. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, παρερμηνεύομεν τὸ ἄρθρον 94 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐπεκαλέσθη πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἄλλο ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ περὶ καθολικῆς ψηφοφορίας. Καὶ ἠρώτησεν, ἐὰν ἐτίθεντο προσόντα εἰς τοὺς ψηφοφόρους, δὲν θὰ παρεβιάζετο τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; Βεβαίως, διότι καθολικὴ ψηφοφορία καὶ προσόντα τοῦ ψηφοφόρου εἶναι πράγματα, ἅτινα δὲν συμβιβάζονται, συμβιβάζονται μόνον εἰς τὸ πνεῦμα ἐκείνων, οἵτινες συμβιβάζουσι καὶ τὰ ἀσυμβίβαστα, τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ κρίνειν καὶ ἀποφασίζειν. Ἀναμφισβητήτως μία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 94 τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἠθέλησε τὸ Σύνταγμα νὰ ἀφήσῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, τὴν κρίσιν ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων, ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων καὶ τοῦ τύπου, τῶν μὴ ἀφορώντων εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, δὲν ἠθέλησε, λέγω, νὰ ἀφήσῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν ὡρισμένων τούτων πράξεων εἰς τακτικοὺς δικαστὰς, ἐξαρτωμένους ὁπωσδήποτε. Καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι ἓν περιπλέον προσὸν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι ἀφαιρεῖ καὶ τὴν ἀποζημίωσιν. Ἀληθῶς ὁ Εἰρηνοδίκης πληρόνεται· ἀκριβῶς ὅμως διότι πληρόνετε, δὲν ἐμπιστεύεται αὐτῷ ὁ νόμος τὴν ἀπονομὴν τῆς ὑπερτάτης δικαιοσύνης. Ὅταν πρόκηται περὶ ὁρκωτικοῦ συστήματος, πᾶν ὅ,τι δίδεται εἰς τὸν ἔνορκον, καὶ πᾶν ὅ,τι, διδόμενον ἢ μὴ διδόμενον, δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφόν του, καθιστᾷ αὐτὸν ἐξαρτώμενον· καὶ ἐξαρτώμενον ἐκ τίνος; Ἐκ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅστις, ὡς εἶπον, δύναται νὰ ἦναι ἄνθρωπος κρίσεως, ἄνθρωπος εὐθὺς, ἀλλ’ ὅστις δύναται νὰ ἦναι καὶ ἄνθρωπος ἄδικος καὶ ἄνθρωπος ἄκριτος. Βεβαίως δὲ εἰς Εἰσαγγελεῖς, ὅταν τοιαῦτα δύνανται νὰ ἔχωσι προσόντα ἢ τοιαῦτα ἐλαττώματα, δὲν ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ τὸ Σύνταγμα τὴν κρίσιν ἐπὶ οἱασδήποτε ἐγκληματικῆς πράξεως. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ τις τὴν ἔννοιαν τῆς συνταγματικῆς ἐκείνης ῥήτρας, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, ἀποτελεῖ ἀληθῆ πρόοδον, ἀποτελεῖ νέαν καθιέρωσιν τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος. Μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἔχουσι πεποίθησιν ἐπὶ τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα, δύνανται νὰ πολεμήσωσι τοιοῦτο νομοσχέδιον.
§178ΡΙΚΑΚΗΣ. Δικαιόνω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας, διότι ὑπὸ τὴν θεωρητικὴν ἔποψιν πραγματικῶς εὑρίσκει κἄτι τι νεώτερον εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· ἔχει δίκαιον, ὅτι τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα πρέπει νὰ λειτουργῇ ὅπως μέχρι τοῦδε, διότι ἡ θεωρία τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος πανταχοῦ εἶναι τοιαύτη· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, προκειμένου νὰ ἐκτιμηθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ οἱ μᾶλλον προκεχωρημένοι εἰς τὰς νομικὰς θεωρίας συμφέρει μᾶλλον νὰ τὸ ἐξετάσωσιν ὑπὸ τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν ἔποψιν. Ἐτάχθην ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζω, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἡ πολιτικὴ χωρίζεται ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἐκεῖνα δὲ τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἀνέφερεν ὑπὲρ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει, ἀπ’ ἐναντίας εἶναι τόσα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν ἀμφίβολον τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Πῶς θέλει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας νὰ προετοιμάζηται καὶ νὰ σχηματίζηται ὁ κατάλογος πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἐνόρκων; Οἱ Δήμαρχοι συντάσσουσι τοὺς καταλόγους, καὶ τοὺς ὑποβάλλουσιν εἰς τὸν Νομάρχην, ὅτε προκαταβολικῶς πάντες οἱ πολιτευόμενοι τιθέμεθα εἰς κίνησιν, καὶ δίδομεν σημείωσιν τῶν ὀνομάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦμεν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει καὶ ἐκλεχθῶσιν ἔνορκοι· αὐτὰ δὲ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προσέρχονται εἰς τοὺς πολιτευομένους καὶ ζητοῦσι νὰ τεθῶσιν εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐνόρκων, ἀναλαμβάνουσιν ὑποχρεώσεις, καὶ ἰδοὺ ἀμέσως τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον κλείεται μεταξὺ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ὁ Νομάρχης εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζῃ τὰ πρόσωπα τῆς περιφερείας τῶν Ἐφετῶν, ὥστε συμβαίνει νὰ προτιμήσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους οἱ πολιτευόμενοι συνιστῶσι, πιστεύων ἴσως, ὅτι πραγματικῶς αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐκλεκτότεροι. Τοιουτοτρόπως δυστυχῶς συντάσσονται οἱ κατάλογοι, καὶ ἀφοῦ τοιουτοτρόπως συνταχθῇ ὁ κατάλογος, τότε γίνεται ἡ δευτέρα ἐκλογή. Ἡ βάσις λοιπὸν τοῦ συστήματος εἶναι πλημμελής, τὸ μόλυσμα ὑπάρχει ἐν τῇ γεννήσει τοῦ καταλόγου καὶ τῇ συστάσει τοῦ ὁρκωτικοῦ δικαστηρίου. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ θεωρίαι, πρῶτος ἐγὼ ἤθελον ταχθῆ ὑπὲρ αὐτῶν, διότι πραγματικῶς, ὅσῳ εὐρύτερος εἶναι ὁ κύκλος, τόσῳ μεγαλείτεραι εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, τόσῳ μεγαλείτερον τὸ δικαίωμα· τίποτε μᾶλλον εὐχάριστον, παρὰ νὰ συντρέχῃ ὁ λαὸς ὁλοκλήρου τῆς περιφερείας εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δικάσῃ ἕνα τῶν συμπολιτῶν του· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἔχητε ἐνόρκους, οἱ ὁποῖοι νὰ αἰσθάνωνται αὐτὴν τὴν εὐχαρίστησιν ὡς δικαίωμα καὶ ὄχι ὡς ἐπάγγελμα. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔλαβον μίαν ἐπιστολὴν ἀπὸ ἕνα γνώριμόν μου, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔγραφε: «σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ διορίσῃς ἔνορκον, εἰς τὸ Μεσολόγγι» (γέλως). Ἐννοεῖτε λοιπόν, ποῦ εὑρισκόμεθα, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ χανώμεθα εἰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἦναι ὀρθόταται ἐπιστημονικῶς, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ὄχι μόνον ναυαγοῦσιν, ἀλλὰ καθίστανται καὶ ἐπιβλαβεῖς. Τί θὰ συμβῇ τώρα; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, νομίζω ὅτι θὰ ὠφελήσῃ καὶ θὰ περιορίσῃ τὸ κακὸν, εἶναι τὸ ἑξῆς· πρῶτον, δὲν θὰ ἐπιζητῆται τὸ ἔργον τοῦ ἐνόρκου, διότι δὲν ὑπάρχει κἀμμία ὠφέλεια· δεύτερον, θὰ ἦναι συχνοτέρα ἡ σύνοδος τῶν Κακουργιοδικείων ἐν τῇ αὐτῇ πόλει, καὶ ἑπομένως οἱ ἔνορκοι περισσότερον θὰ ἀσχολῶνται, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ βάρος θὰ ἦναι μεγαλείτερον· τρίτον καὶ μεγαλείτερον, αἱ ἐντυπώσεις τῆς κακῆς ἢ τῆς καλῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης θὰ μένωσιν εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον αὐτοὶ οἱ ἔνορκοι κατοικοῦσι, καὶ ἑπομένως θὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὴν κοινὴν κατάκρισιν κατόπιν μιᾶς ἐτυμηγορίας ἀδίκου καὶ σκανδαλώδους, ὑποχρεούμενοι νὰ ζήσωσιν ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ὅπου ἡ γενικὴ κατακραυγὴ θὰ ὑψωθῇ κατὰ τῆς ἀδικίας καὶ τοῦ σκανδάλου, ἐνῷ σήμερον ὁ ἔνορκος λαμβάνει τὰ ὁδοιπορικά του τὴν ἐπιοῦσαν, καὶ ἀναχωρεῖ, ἀποφεύγων τὰς κατακρίσεις τῆς κοινῆς γνώμης. Εἶναι μία μεγάλη ἐγγύησις τὸ νὰ συναισθάνηται ὁ ἔνορκος τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν του, τοὺς ὁποίους καθ’ ἑκάστην θὰ βλέπῃ, καὶ νὰ ζῇ ἐκεῖ, ὅπου αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις θὰ μένῃ πάντοτε ἀνεξάλειπτος καὶ ζωηρά. Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἂν καὶ συνδέηται μετ’ αὐτοῦ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν πραγματικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος, σᾶς λέγω, ὅτι δυστυχῶς πρέπει νὰ προτιμήσωμεν τὸ προκείμενον σύστημα. Θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἓν ἐκ τῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσι καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογῶμεν τὴν ἀλήθειαν, ὅτι, ἀφοῦ τὰ πάντα παρεξετράπησαν καὶ μετετοπίσθησαν, ἂς ζητήσωμεν τὸ ὀλιγώτερον κακὸν καὶ τὸ μᾶλλον ἀσφαλές. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§180ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Τὸ τμῆμα τῆς ἐπιτροπῆς προέτεινεν, ἐκτὸς τῶν μηνῶν Ἰουλίου καὶ Αὐγούστου, νὰ ἐξαιρεθῇ καὶ ὁ Σεπτέμβριος, διότι ὁ Σεπτέμβριος μὴν εἶναι μὴν, κατὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι μεταβαίνουν εἰς τοὺς ἀγρούς των, ὡς ἐκ τοῦ τρυγητοῦ, καὶ δὲν εἶναι ποσῶς δίκαιον, πολῖται, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ προσφέρωσιν ἄμισθον ὑπηρεσίαν, νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰ συμφέροντά των.
§181ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ πολλὰ Κακουργιοδικεῖα εἶναι ὁ καλλίτερος μήν.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν τροπολογίαν σας, κύριε Μαρκέτη;
§183ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Βεβαίως.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἂν τὴν παραδέχηται.
§185ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· ἂς ὑποβάλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν τροπολογίαν γραπτὴν, ὅπως τυπωθῇ καὶ μελετηθῇ, καὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ περὶ αὐτῆς.
§186ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Τὴν ὑποβάλλω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν ἀποδεχθῇ.
§187ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§188ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως, διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο, προσαπαιτεῖται ὑπέρτερος λόγος· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀναπόδραστος. Ἐπὶ παραδείγματι, προσδιωρίσθη ἓν Κακουργιοδικεῖον εἰς μίαν τινὰ πόλιν, ἀλλ’ ἐκεῖ ἀνεφάνη μία ἐπιδημικὴ νόσος· πῶς θέλετε νὰ λειτουργήσῃ τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἀφοῦ ἐκ τῆς συγκεντρώσεως μείζονος ἀριθμοῦ κατοίκων εἶναι κίνδυνος νὰ παραβλαφθῇ ἡ δημόσιος ὑγεία; Ἐκ τοιούτων μόνον λόγων δύναται νὰ ὑπαγορευθῇ ἡ ἀνάκλησις τοῦ διατάγματος περὶ συστάσεως τοῦ Κακουργιοδικείου.
§189ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησις εἶναι ὀρθὴ, καὶ ἡ ἀντίῤῥησις, ὅπως προβάλλεται, ἐπίσης δύναται νὰ θεωρηθῇ ὀρθὴ, διότι τὰ πράγματα κρίνονται στιγμιαίως ὑπὸ τὴν ὁμαλὴν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑποτίθεται ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν· ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ὑπάρχει εἷς πολιτικὸς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον συμφέρει νὰ μὴ συστηθῇ Κακουργιοδικεῖον ἐν τῇ μιᾷ πόλει, ἀλλ’ ἐν τῇ ἑτέρᾳ, αἱ προσδιορισθεῖσαι δίκαι πρέπει νὰ ἐκδικασθῶσιν ἐν τῇ ἄλλῃ αὐτῇ πόλει; Ὅταν νομοθετῶμεν, πρέπει νὰ προβλέπωνται ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις· διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγῃ ὁ Ὑπουργὸς, μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει: «ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν ἰδέαν, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ Ὑπουργὸς νὰ πράξῃ τὸ ἐναντίον», καθότι οὕτω δὲν ἐξασφαλίζεται ὁ πολίτης. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καλὸν εἶναι καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ὁρισθῇ ὅ,τι ὑπάρχει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας, δηλ. ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προκαλῆται ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ ἐπιτρέπῃ δι’ ἀποφάσεώς του τὴν μεταβολὴν ταύτην.
§190ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου 2· ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὅπως μέχρι τοῦδε καταρτίζονται τὰ Κακουργιοδικεῖα, οὕτω δέον νὰ γίνηται καὶ εἰς τὸ μέλλον. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μεταβληθῇ ὁ τρόπος ὁ ἰσχύων. Κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα, ἀρχομένης τῆς τριμηνίας, γίνονται αἱ δέουσαι προτάσεις περὶ τῶν Κακουργιοδικείων εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν γνωρίζει ἡ Εἰσαγγελία καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας ἔχει, καὶ τὸν τόπον, ὅπου δύνανται αὗται μᾶλλον ἐπιτυχῶς νὰ διεξαχθῶσι, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν ὑποβάλλει τὰς δεούσας προτάσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τώρα ἡμεῖς θέλομεν, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προσδιορίζῃ Κακουργιοδικεῖα διὰ τὸν Μάϊον καὶ Ἰούνιον, εἰς ἐποχὴν δηλαδή, καθ’ ἣν εἶναι ἄγνωστον ἀκόμη, ποῖαι ὑποθέσεις θέλουσιν ὡριμάσει δι’ ἕκαστον Κακουργιοδικεῖον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον νὰ ἀπαλειφθῇ, καὶ νὰ λειτουργῇ τὸ ἰσχῦον σύστημα, τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲ ἔδωκεν ἀφορμὰς εἰς ἀτοπήματα. Διατὶ νὰ μεταβάλωμεν τὰ καλῶς ἔχοντα ἄνευ λόγου; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§192ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ ἐπεξεργασία τοῦ νομοσχεδίου περὶ Δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν· ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ ἄρθρου τούτου ἐδιχογνώμησα πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ὑπολαμβάνω καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς. Τρεῖς, Κύριοι, σκοποὶ ἐπιδιώκονται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου: ἡ ταχεῖα ἐκδίκασις τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, τῶν παραπεμπομένων εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἡ μείωσις τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ ἡ εὐστοχωτέρα καὶ εὐσυνειδητοτέρα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἐν τοῖς Κακουργιοδικείοις· ἀλλὰ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 ματαιοῦται ὁ τρίτος σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Καὶ οἱ τρεῖς σκοποὶ εἶναι ἄξιοι πάσης ὑποστηρίξεως, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ τρίτου σκοποῦ, τουτέστι τῆς εὐστόχου καὶ σκοπίμου ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ματαιοῖ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀφοῦ ἐτέθη ὁ κανὼν, ὅτι εἰς Κακουργιοδικεῖόν τι δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν ὑποθέσεις κατηγορουμένων, γεννηθέντων ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτοῦ ἢ ἀσκούντων τὰ πολιτικά των δικαιώματα ἐν τῇ περιφερείᾳ ταύτῃ, ἐπέρχεται κατόπιν ἡ ἐξαίρεσις, «ἐκτὸς ἐὰν τῇ αἰτήσει τοῦ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέως ἐπιτρέψῃ τοῦτο τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν.» Οὕτω τὸ Συμβούλιον δύναται διὰ βουλεύματος νὰ παραπέμψῃ ὑπόθεσιν καὶ ἐνώπιον Κακουργιοδικείου ἐν τῇ περιφερείᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ κατοικεῖ ὁ κατηγορούμενος ἢ ἀσκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως καθιερώσωμεν τοιαύτην ἐξαίρεσιν. Ἤκουσα συναδέλφων τινῶν, παραπονουμένων ὅτι σκοπίμως ἐτέθη ἡ ἐξαιρετικὴ διάταξις ἐν τῷ ἄρθρῳ, ἵνα ἱκανοποιηθῶσι πολιτικαὶ ἀπαιτήσεις. Ἀπέχω τοῦ νὰ δώσω τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου, διότι ὑποθέτω, ὅτι ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον, καθὼς καὶ ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ὡρμήθησαν ἐξ ἄλλου λόγου, καὶ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἔπεισε τὸν εἰσαγαγόντα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως παρεμβάλῃ τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην διάταξιν, εἶναι, ὅτι ἐνίοτε ἐνδέχεται ὁ κατηγορούμενος νὰ ἦναι πτωχὸς, καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ μεταφέρῃ μάρτυρας ὑπερασπίσεως εἰς ἕτερον τόπον, καὶ ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον, ἕνεκα τούτου, νὰ στερηθῇ τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ λόγος, — ἐὰν ἦναι οὗτος, ὅστις ἔπεισε τὸν συντάξαντα τὸ νομοσχέδιον, ὅπως λάβῃ τοιαύτην ἀπόφασιν, — δύναται νὰ ἐκλείψῃ, ἂν ὑποχρεωθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ἅμα τῇ κοινοποιήσει τοῦ ὁριστικοῦ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, ἢ ἅμα τῇ κοινοποιήσει τοῦ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, μὴ γενομένης ἀνακοπῆς, νὰ καλῇ εἰς τὴν δίκην τοὺς μάρτυρας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δι’ ἀναφορᾶς του ὁ κατηγορούμενος θὰ ἐπρότεινεν, ὥστε, ἐὰν μὲν ἀποδειχθῇ ἀθῶος ὁ κατηγορούμενος, τὰ ἔξοδα θὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον, ἂν δὲ καταδικασθῇ, θὰ τὰ ὑποστῇ αὐτός. Διὰ τοῦτο ἡ ἐξαιρετικὴ αὕτη διάταξις, ἀπὸ τῆς λέξεως «ἐκτὸς» μέχρι τῆς λέξεως «Ἐφετῶν», πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἐπιτροπὴ πράγματι ἐφάνη ἐπιεικεστέρα τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον πρὸς τοὺς κατηγορουμένους, καὶ καθιέρωσεν ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀσκοῦντες τὰ πολιτικὰ αὑτῶν δικαιώματα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον, δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον τοῦτο, οἱ δὲ γεννηθέντες ἢ ἀσκοῦντες τὰ πολιτικὰ δικαιώματα ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις, ὑπαγομέναις εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτό. Ἀλλὰ οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν τὸν συντάξαντα τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἐξαιρέσῃ ὁλόκληρον τὴν περιφέρειαν τοῦ Κακουργιοδικείου, ὡς καὶ τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ἐξαιρέσῃ μίαν μόνον ἐπαρχίαν, ἰσχύουσι, προκειμένου καὶ περὶ ἑτέρων ἐπαρχιῶν, διότι ἐπαρχίαι ὑπαγόμεναι εἰς τὴν αὐτὴν περιφέρειαν γειτονεύουσι, καὶ τὰ πρόσωπα, συνδεόμενα διὰ συγγενειῶν καὶ γνωριμιῶν, δύνανται νὰ ἐπιδράσωσι πρὸς ἄλληλα· ὥστε, ἂν δὲν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου, θὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τὴν ἐκπεφρασμένην διὰ τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ ὑποβάλω ἔγγραφον τροπολογίαν.
§193ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ προαγορεύσας, νομίζω, παρενόησε τὸν σκοπὸν, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην.
§194ΡΑΛΛΗΣ. Τοιαύτη ἔννοια ἐδόθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§195ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς παρατηρεῖτε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πρόκειται περὶ τῆς ἐξαιρετικῆς περιστάσεως, καθ’ ἣν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν. Διὰ ταύτης, εἶναι βέβαιον, ὅτι θέλει ἀπονεμηθῆ πληρεστέρα δικαιοσύνη, διότι πολλάκις αἱ ἐντυπώσεις ἐκ τῆς ἀξιοποίνου πράξεως εἰς τὸν τόπον, εἰς ὃν ἐγένοντο, εἶναι τοσοῦτον ζωηραὶ, ὥστε εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ δικαιοσύνη θ’ ἀπονεμηθῇ εὐστοχώτερον, ἐνῷ εἰς ἕτερον τόπον αἱ ἐντυπώσεις δὲν εἶναι αἱ αὐταί. Γινώσκω τι, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθην ἐν Ἀμφίσσῃ. Ἐκεῖ εἶχε φονεύσει τις τὸν ἀδελφόν του, καὶ ἡ δίκη προσδιωρίσθη εἰς τὸ ἐν τῇ αὐτῇ πόλει Κακουργιοδικεῖον· ἡ καταδίκη ὑπῆρξεν ὁμόθυμος, ἅπαντες δὲ οἱ ἔνορκοι ἦσαν ἐκ τῆς ἐπαρχίας εἰλημμένοι. Τοιαύτη περίπτωσις δύναται νὰ πείσῃ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν νὰ προσδιορίσῃ τὴν δίκην εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Κακουργιοδικείου, εἰς ἣν ἀνῆκεν ὁ κατηγορούμενος· οὐδεμία οὕτω μεταβολὴ ἐπέρχεται εἰς τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα. Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἔχῃ δικαίωμα νὰ καλέσῃ μάρτυρας, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἦναι, δύναται νὰ τοὺς καλέσῃ. Τοῦτο γίνεται καὶ μέχρι σήμερον, ὅτε κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα προσδιορίζονται αἱ δίκαι εἰς τὴν ἕδραν τῆς γεννήσεως τῶν κατηγορουμένων, ἔνθα συνέρχεται τὸ Κακουργιοδικεῖον.
§196ΡΙΚΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν, καὶ πολὺ περισσότερον, διότι ἐξετέθησαν γνῶμαι καὶ ἰδέαι, ἃς δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ. Δὲν νομοθετοῦμεν σήμερον, ὅπως δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν καταφανεστέραν καὶ ἐπιτυχεστέραν τὴν καταδίκην τοῦ κατηγορουμένου, ὥστε νὰ προβλέψωμεν πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς καταδίκης. Αὐτὴ ἡ ἰδέα ἐξετέθη, ὅπως ὁ κατηγορούμενος μὴ δικασθῇ ἐκεῖ, ὅπου ἐξασκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα, διότι δύναται νὰ ἔχῃ συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας. Ἀλλὰ δὲν νομοθετοῦμεν τοῦτο. Τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἓν καὶ μόνον, νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ ἡ δικαιοσύνη οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατὰ τοῦ κατηγορουμένου. Διὰ τοῦτο οὗτος ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν τόπον, ὅπου ἐνασκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα. Ἐν τούτοις τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐὰν γνωρίζωμεν, ὅτι ὁ κόσμος εἶναι ἠγανακτημένος, καὶ βλέπωμεν, ὅτι θέλει νὰ καταδικάσῃ τὸν κατηγορούμενον, τὸν πέμπομεν ἐκεῖ. Αὐτὸ λέγεται δικαιοσύνη; Καὶ θὰ νομοθετήσωμεν τοιοῦτόν τι; Ἀπ’ ἐναντίας, διότι ὑπάρχει ἀγανάκτησις ἐκεῖ, ὁ εὐσυνείδητος Εἰσαγγελεὺς πρέπει νὰ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὴν πόλιν ἐκείνην τὸν κατηγορούμενον καὶ νὰ τὸν δικάσῃ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει οὔτε συμπάθεια οὔτε ἀντιπάθεια, ὅπου ἡ δικαιοσύνη θὰ ἦναι ψυχρά. Καὶ ἐν τούτοις καλούμεθα νὰ νομοθετήσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τοιαύτῃ αἰτιολογίᾳ. Μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν μάλιστα καὶ τὴν αἰτιολογίαν, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν πρέπει νὰ διστάσωμεν, ὅπως διαγράψωμεν τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην.
§197ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη ἡ διάταξις, καθ’ ἣν δὲν δύναταί τις νὰ δικάζηται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐν ᾗ ἐνασκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα, εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ σύστημα περὶ ἐκλογῆς ἐνόρκων, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ προκείμενον νομοθέτημα. Εὐθὺς ὡς ἐγένετο δεκτὸν, ὅτι οἱ ἔνορκοι λαμβάνονται ἅπαντες ἐκ τῆς πόλεως, εἰς ἣν ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον, πρέπει νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν δικῶν, ἵνα μὴ εἰσάγωνται εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν ἐντόπιοι εἰς τὸ δικαστήριον, τὸ ἑδρεῦον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας των, ὅπου πολλὰ συμφέροντα δύνανται νὰ ὑπάρχωσι καὶ πολλοὶ δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου. Πρέπει ἀληθῶς ἡ δικαιοσύνη νὰ ἀσφαλισθῇ καὶ ἀπέναντι τοῦ συμφέροντος τῶν παθόντων, πνεόντων ἐκδίκησιν, καὶ ἀπέναντι τοῦ συμφέροντος τῶν κατηγορουμένων, ζητούντων τὴν σωτηρίαν. Ἀλλ’ ἵνα φθάσωμεν εἰς τὴν τελείαν ἀπαγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Μερλόπουλος, πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὰς συνεπείας τοῦ προτεινομένου ἀντισηκώματος, δηλαδὴ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ καλῇ τοὺς μάρτυρας τῆς ὑπερασπίσεως. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ματαιώσῃ τὴν ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν πρόνοιαν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ τρία τέταρτα τῶν δικῶν ἀφορῶσιν εἰς ἀνθρώπους στερουμένους προστασίας, εἰς ἀνθρώπους, ὧν ἡ ὕπαρξις ἢ ἡ θέσις ἐν τῇ κοινωνίᾳ οὐδενὸς κινεῖ τὸ ἐνδιαφέρον. Διὰ τοιούτους ἀνθρώπους, εἴτε ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Κακουργιοδικείου, ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ὁποίου ἐγεννήθησαν ἢ ἀσκοῦσι τὰ πολιτικὰ αὑτῶν δικαιώματα, γίνεται ἡ δίκη, εἴτε ἐν ἄλλῃ περιφερείᾳ, δὲν πιστεύω νὰ ὑφίσταται κίνδυνος, ὅπως παραπλανηθῇ ἡ δικαιοσύνη καὶ οἱ ἔνορκοι ἀποφανθῶσιν ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, λησμονοῦντες τὸ καθῆκόν των. Ἀλλὰ διὰ τὸ ἕτερον τέταρτον τῶν δικῶν, γινώσκομεν πάντες, ὅτι πολλαὶ ἐνέργειαι καταβάλλονται ὑπὲρ τῆς ἀθωώσεως τῶν κατηγορουμένων, ἢ ὅπως ὁ κατηγορούμενος, πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ μίσους καὶ τῆς ἐκδικήσεως τῶν παθόντων, τιμωρηθῇ αὐστηρῶς καὶ πέραν τοῦ δικαίου. Διὰ τοιαύτας ὑποθέσεις πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς δικαιοσύνης ἐτέθη ἡ διάκρισις ἐν ἄρθρῳ 2 καὶ ἀπηγορεύθη ἡ εἰσαγωγή των εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, τὸ ἑδρεῦον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ ὁ κατηγορούμενος ἐγεννήθη ἢ ἀσκεῖ τὰ πολιτικὰ αὑτοῦ δικαιώματα. Ἐὰν ἐν τούτοις ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν φρονῇ, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, τὸ ἑδρεῦον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ ἐνασκοῦσι τὰ πολιτικὰ αὐτῶν δικαιώματα, δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ Ἐφετείου, ἔχομεν δὲ οὕτως ἓν ἀντίῤῥοπον εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἔχομεν δικαστικὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν ἀνεπηρεάστως καὶ ἐν ἐπιγνώσει. Ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ βραδύτερον πεισθῇ, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατὰ τοῦ κατηγορουμένου ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς δοθείσης ἀδείας, τὸ δικαίωμα αὐτοῦ ὑπολείπεται πλῆρες καὶ ἀκέραιον, ἵνα προσδιορίσῃ τὴν δίκην ὅπου ἀλλοῦ νομίζει καταλληλότερον. Ἰδοὺ ἡ ἐξήγησις ὅλων τῶν διατάξεων, ὡς ἡ ἐπιτροπὴ τὰς ἐτροποποίησεν. Ἡ ἐπιτροπὴ μετέβαλε τὴν λέξιν «περιφέρεια» τοῦ Πλημμελειοδικείου διὰ τῆς λέξεως «ἐπαρχία», διότι ὑπάρχουσι Πλημμελειοδικεῖα, εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται πολλαὶ ἐπαρχίαι. Διατὶ ὁ ἐκ Καρυστίας κατηγορούμενος νὰ μὴ εἰσαχθῇ εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Χαλκίδος, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐκ τῶν τριάκοντα ἐνόρκων, ὧν τὰ ὀνόματα θὰ τεθῶσιν ἐν τῇ κληρωτίδι, οἱ εἰκοσιεννέα θὰ ἦναι τοὐλάχιστον ἐκ Χαλκίδος, ὁ εἷς δὲ ἔνορκος, συμπολίτης τυχὸν τοῦ κατηγορουμένου, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀποπλανήσῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ τοὺς εἴκοσιν ἐννέα μὴ συνεπαρχιώτας του; Κατὰ ταῦτα πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξερευνήσῃ, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἦναι ἄνθρωπος σημασίας καὶ δύναται, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του δικαζόμενος, νὰ καταβάλῃ ἐνεργείας, δυναμένας νὰ ἔχωσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης· καὶ ἐὰν μὲν αἱ πληροφορίαι ἀποκρούωσι τὴν τοιαύτην εἰσαγωγήν, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπαγορευτικὴ διάταξις τοῦ νόμου, ἐὰν δὲ ἦναι τοὐναντίον τοιαῦται, ὥστε οὐδεὶς κίνδυνος ὑφίσταται διὰ τὴν δικαιοσύνην, νὰ ἦναι δυνατὸν, ὅπως διὰ μιᾶς προτάσεως τοῦ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέως ἐπιτραπῇ ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου νὰ γείνῃ ἡ δίκη ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Τοιουτοτρόπως οὔτε τὸ Δημόσιον θὰ ὑφίσταται δαπάνας διὰ τὴν εἰς μεμακρυσμένα σημεῖα κλήτευσιν μαρτύρων κατηγορίας, οὔτε ὁ κατηγορούμενος διὰ τὴν κλήτευσιν μαρτύρων τῆς ὑπερασπίσεως. Τὸ νὰ ζητῆται δὲ ἡ καθιέρωσις ὑποχρεώσεως διὰ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ καλῇ μάρτυρας ὑπερασπίσεως, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ἐκ τῶν προτέρων σοβαρῶς, διότι οἱ πάντες σχεδὸν θὰ ἐπικαλεσθῶσι τὸ τοιοῦτον εὐεργέτημα τοῦ νόμου, ἵνα εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου καλῶνται ἑκάστοτε ὅλοι οἱ μάρτυρες τῆς ὑπερασπίσεως, καὶ ὅταν δὲ τοιοῦτοι δὲν ὑπάρχωσιν, οἱ κατηγορούμενοι θὰ προτείνωσιν ὡς μάρτυρας φίλους των, ἱκανοὺς ὅπως τοῖς παράσχωσιν ἀντίληψιν, πᾶν ἄλλο ἢ μαρτυρικήν, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων.
§198ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποστηρίζει τὰ ἀντίθετα τῶν ὅσων ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ἄρθρον 3 καθιεροῖ ὡς ἀρχὴν τὸν μὴ προσδιορισμὸν τῶν δικῶν κατ’ ἐπαρχίας, εἰς ἃς οἱ κατηγορούμενοι ἐνασκοῦσι τὰ πολιτικά των δικαιώματα· σεῖς θέλετε ἀρχὴν ἀντίθετον, καὶ τότε ὁ νόμος δὲν χρησιμεύει εἰς τίποτε. Ἡμεῖς ἀποβλέπομεν εἰς τὴν ἀμερόληπτον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, θεωροῦμεν δὲ, ὅτι, ἐὰν ἔβλαψέ τι τὴν ἀνωτέραν δικαιοσύνην, τὴν ἔβλαψεν ἡ ἐπίδρασις ἐπὶ τοὺς ἐνόρκους, ὅταν ἡ δίκη διεξάγεται ἐντὸς τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ ἐνασκοῦσι τὰ πολιτικά των δικαιώματα, ἢ ἀφ’ ἧς κατάγονται. Ἐὰν σήμερον δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἑκάστοτε νὰ κρίνῃ ὅτι ὁ κατηγορούμενος εἶναι πένης, ὅτι δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ τὰ δικαιώματα τῶν μαρτύρων, ὅτι δὲν δύναται νὰ εὕρῃ δικηγόρον καὶ νὰ προσδιορίσῃ τὴν δίκην εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνασκεῖ τὰ δικαιώματά του, θὰ καθιερώσητε μίαν περιπλέον παροχὴν ὑπὲρ ὡρισμένων δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀνήκουν εἰς τὴν ἑκάστοτε διοικοῦσαν φατρίαν· θέλετε ἐμπνεύσει τὴν ἰδέαν εἰς πάντα πολίτην, ὅτι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης δὲν εἶναι ἀμερόληπτος, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῶν δικῶν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς φατρίας, ὅτι ἡ δίκη, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ προσδιορισθῇ ἐνταῦθα, διότι παρίσταται δικηγόρος ὁ Α, φίλος τῆς ἰσχυούσης φατρίας, δὲν δύναται νὰ προσδιορισθῇ ἀλλαχοῦ, διότι εἶναι δικηγόρος ὁ Β, ἀντίθετος αὐτῆς. Πρόκειται οὕτω νὰ καταστήσωμεν τὴν δικαιοσύνην ὕποπτον εἰς τὰ ὄμματα τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ κάμωμεν, ὥστε νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς φατρίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ὁ ἑκάστοτε συνήγορος.
§199ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι προφανὲς, ὅτι ὁ κανὼν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι, ὅτι αἱ δίκαι πρέπει νὰ προσδιορίζωνται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Κακουργιοδικείου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάγεται ὁ κατηγορούμενος· ἐξαίρεσις εἶναι ὁ προσδιορισμὸς τῆς δίκης ἐν τῷ τόπῳ, ὅθεν κατάγεται ὁ κατηγορούμενος, περὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν. Παρεξήγησε τὴν ἔννοιαν τοῦ κειμένου ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος Βουλευτὴς, διότι ὑπέλαβεν, ὅτι τὸ Συμβούλιον παραπέμπει τὴν δίκην εἰς Κακουργιοδικεῖον ἑδρεῦον ἐν τῇ πόλει, ὅθεν κατάγεται ὁ κατηγορούμενος. Τοιαύτην ἔννοιαν δὲν ἔχει ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου. Πολλάκις ὑπάρχουσι τοιαῦται ἐντυπώσεις ἐκ τῆς ἀξιοποίνου πράξεως, ὥστε ἡ ἀνακάλυψις τῆς ἀληθείας εὐστοχώτερον δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν ᾧ τόπῳ διαπράχθη τὸ ἔγκλημα. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ ἀποφανθῇ, ὅπως γείνῃ ἡ δίκη ἐν τῷ τόπῳ, ἐξ οὗ κατάγεται ὁ κατηγορούμενος.
§200ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠδυνάμην νὰ μαντεύσω τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη, ὡς ὑπαγορεύσαντα τὴν ἐξαιρετικὴν διάταξιν τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3, διότι οὔτε ἐν τῇ ἐκθέσει τοιοῦτος λόγος φέρεται, οὔτε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ κατὰ τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς προεβλήθη τοιοῦτος λόγος. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ἀποχρῶντα λόγον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς διατάξεως, ἐπεκαλέσθη τὸν λόγον, ὅτι εὐτελεῖς τινες δίκαι εἶναι δίκαιον νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ ἐντόπιον Κακουργιοδικεῖον, ἤτοι τραύματα ἢ μικραὶ κλοπαὶ, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐνδιαφέρονται οἱ κατηγορούμενοι, ἢ ὑποθέσεις, ἐν ταῖς ὁποίαις εὑρίσκονται κατηγορούμενοι ἄνθρωποι πένητες, οἵτινες θὰ ἐστεροῦντο τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως,—ὅπερ δὲν εἶναι δίκαιον,—ἂν ἐδικάζοντο εἰς Κακουργιοδικεῖον ἄλλο ἢ τὸ τῆς κατοικίας των. Αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπεκαλέσθη ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, αὐτῶν δὲ τούτων ἐμνήσθη ὁ εἰσηγητής. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ καθιεροῦται μία γενικὴ διάταξις ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, ἀφοῦ τίθεται κανὼν καὶ ἐγείρεται φραγμὸς περὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, πρέπει ὁ φραγμὸς οὗτος νὰ ἦναι πραγματικὸς, καὶ οὐδεμία θύρα νὰ μείνῃ ἀνοικτὴ εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς. Ἐπεκαλέσθησαν ὡς ἐγγύησιν τῆς καλῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τὴν σύμπραξιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι αὕτη εἰς τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις οὐδεμίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπιῤῥοὴν, διότι τὸ Συμβούλιον τυφλοῖς ὄμμασι πολλάκις ὑπείκει εἰς τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως, διότι δὲν ἔχει τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα, ὅπως αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἐκτιμήσῃ τὴν περίστασιν· εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, ὅτι οὐχὶ μία, ὡς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ πολλαὶ δίκαι προσδιωρίσθησαν εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον οἱ κατηγορούμενοι ἐξήσκουν τὰ πολιτικά των δικαιώματα. Πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Ρικάκης ἔῤῥηξε κραυγὴν πόνου, μαρτυροῦσαν ἀληθῶς βαθὺ συναίσθημα περὶ τῶν κακῶς ἐχόντων πραγμάτων τῆς δικαιοσύνης. «Χωρίσατε, εἶπε, τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, ἐὰν θέλητε ἡ δικαιοσύνη νὰ λειτουργήσῃ κοσμίως καὶ τιμίως»· καὶ ἡ Βουλὴ μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἠκροάσατο τοὺς λόγους τούτους. Ἵνα λοιπὸν μὴ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς πολιτευομένους, ὅπως εἰσέρχωνται εἰς τὰ εἰσαγγελικὰ γραφεῖα καὶ ἐπικαλῶνται τὴν ἐνέργειαν τῶν Εἰσαγγελέων, πρέπει νὰ κλείσωμεν τὴν θύραν τῆς ὑπεκφυγῆς, διὰ τῆς ὁποίας πολλαὶ δίκαι θὰ διαφεύγωσι τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ νόμου καὶ θὰ γεννῶσι παράπονα ἐν τῇ κοινωνίᾳ.
§201ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ποίαν ἰδέαν ἔχει ὁ προλαλήσας περὶ τῶν εἰς τὰ εἰσαγγελικὰ γραφεῖα εἰσερχομένων καὶ ἐξερχομένων, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν θελήσῃ τις νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, δὲν θὰ δυνηθῇ διὰ τῆς πολιτικῆς του θέσεως νὰ ἐπηρεάσῃ παντάπασι τὸν Εἰσαγγελέα. Ἐγώ, Κύριοι, εἶμαι οὐ μόνον ἐναντίον τῆς ἐξαιρέσεως, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ τὸ ἄρθρον 3, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου. Καὶ ἰδοὺ διὰ τίνας λόγους. Πρῶτον, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 3 καθιεροῖ ὡς κανόνα τὰς ἐν τοῖς κειμένοις κρατούσας ἐξαιρέσεις, δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένην τὴν ἐξαίρεσιν· διότι, καὶ ἂν αὕτη δὲν προσκρούῃ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς δικαιοσύνης ἐκ τῆς ἐπιδράσεως τῆς πολιτικῆς, — ὅπερ ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι, — θὰ γείνῃ πρόξενος ἑτέρων μεγίστων κακῶν, καὶ ἰδίως θέλει προκαλέσει τοσαύτην πίεσιν ἐπὶ τῶν πολιτευομένων, οὐδὲν δυναμένων νὰ πράξωσιν, ὥστε πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, τίνι τρόπῳ δυνάμεθα ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ βάρους τούτου, τοῦ νὰ προκαλῶνται καθ’ ἑκάστην ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων, ἵνα ἐργασθῶσιν, ὅπως τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν προσδιορίσῃ τὴν δεῖνα δίκην εἰς τὸ δεῖνα μέρος καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ἄλλο. Ἀλλὰ διὰ τίνας λόγους νομοθετεῖται ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἀναγράφει ὡς κανόνα τὴν μέχρι τοῦδε κρατοῦσαν ἐξαίρεσιν; Μέχρι τοῦδε αἱ δίκαι προσδιωρίζοντο ἀδιακρίτως τῆς καταγωγῆς ἢ τῆς ἀσκήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τοῦ κατηγορουμένου, κατὰ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν σήμερον, ἔχει σκοπὸν πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὴν οἰκονομίαν· ἀλλὰ διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως ταύτης ὁ σκοπὸς οὗτος ματαιοῦται, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἐκ τῆς ἀναγραφῆς ταύτης προελευσομένη δαπάνη θὰ ὑπερβαίνῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα καταβάλλονται μέχρι τοῦδε εἰς ἀποζημιώσεις τῶν ἐνόρκων. Ἵνα δὲ ἀποδείξω, ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, θέλει ἐπέλθει, λέγω, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Ἀττικῆς, τῶν Πατρῶν, τῆς Λαρίσσης, τῆς Κερκύρας, ἔχουσαι μεγαλείτερον πληθυσμὸν ἐν σχέσει πρὸς τὰς λοιπὰς πόλεις, θὰ ἔχωσι καὶ περισσοτέρους κατηγορουμένους, καὶ ἑπομένως περισσοτέρας δίκας. Ἐὰν γείνῃ ἀνάγκη νὰ προσδιορισθῶσι 10, 15, 20 δίκαι Ἀθηναίων ἢ Πατρέων ἢ Κερκυραίων εἰς ἄλλα Κακουργιοδικεῖα, τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ μαρτυρικὰ δικαιώματα διπλάσια τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἐνόρκων. Ἡ καταβολὴ τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς διατάξεως ταύτης, καίτοι εἰς ἐκ τῶν σκοπῶν, καὶ ἴσως ὁ κυριώτερος, δι’ ὃν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἡ οἰκονομία. Ὅταν μάλιστα πρόκηται νὰ κλητεύωνται πραγματογνώμονες ἰατροί, ὅπερ συνήθως συμβαίνει, καθόσον κατὰ τὸ πλεῖστον πρόκειται περὶ τραυμάτων, βιασμῶν καὶ ἀνθρωποκτονιῶν, δηλ. πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦσι τὴν παρουσίαν εἰδικῶν πραγματογνωμόνων, ὅταν πρόκηται νὰ καλῶνται λοιπὸν τοιοῦτοι πραγματογνώμονες, γνωρίζετε πόσα θὰ καταβάλλῃ τὸ Δημόσιον εἰς ἀποζημιώσεις; Δὲν θὰ καταβάλλῃ μόνον τὰ συνήθη μαρτυρικὰ ἔξοδα, ἀλλὰ τὴν ἰδιαιτέραν ἀποζημίωσιν, τὴν ὑπὸ τῆς ποινικῆς διατιμήσεως προβλεπομένην ἀποζημίωσιν. Δὲν βλέπω δὲ ἐξυπηρετούμενον ὑπὸ τῆς διατάξεως ταύτης καὶ τὸν σκοπὸν τῆς αὐστηρᾶς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον σκοπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς προέθετο, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον μεταβάλλομεν τὸ σύστημα τῶν ἐνόρκων. Καὶ πρὸ ὀλίγου ἠκούομεν ἐντεῦθεν τοὺς ἀγορεύοντας, ὑποστηρίζοντας, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἐπέρχεται πλήρης ἡ ἀνεξαρτησία τῶν ἐνόρκων, οἱ ἔνορκοι θὰ ἦναι ἐκ τῶν ἀνεξαρτήτων καὶ καλλιτέρων οἰκοκυραίων τοῦ τόπου, ἔνθα ἑδρεύει τὸ δικαστήριον, καὶ ἡ δικαιοσύνη θὰ ἀπονέμηται μετ’ εὐθυδικίας καὶ ἀμεροληψίας· τοῦτο τὸ ἀποδέχομαι, διότι ἀληθῶς ἡ ἀνεξαρτησία τῶν ἐνόρκων, οὓς δημιουργεῖ τὸ νομοσχέδιον, — διότι δι’ αὐτοῦ καθιεροῦται σύστημα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην θὰ περιλάβῃ ἀνεξαρτήτους ἐνόρκους, — παρέχει ὅλας τὰς ἐγγυήσεις περὶ τῆς αὐστηρᾶς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν ἔχητε πεποίθησιν εἰς τὸ σύστημα, ἐὰν ἀληθῶς οἱ ἔνορκοι, τοὺς ὁποίους καλεῖτε διὰ τοῦ συστήματος τούτου, ἦναι οἱ καλλίτεροι τῶν πολιτῶν, τότε διατὶ αὐτὴ ἡ δυσπιστία, νὰ μεταφέρητε τὰς δίκας ἀπὸ τοῦ ἑνὸς τόπου εἰς ἄλλον, ἵνα ἐπιβαρύνητε τὸ Δημόσιον διὰ δαπάνης πολὺ μεγαλειτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον κατέβαλλε πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου; Ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, οἱ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐκλεγόμενοι ἔνορκοι, ὡς ἄνθρωποι εὐϋπόληπτοι, ὡς ἄνθρωποι ἔχοντες συνείδησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, θὰ αἰσχύνωνται νὰ ἐξέρχωνται τῆς θύρας τοῦ δικαστηρίου τῶν Κακουργιοδικῶν, ἐν ᾗ ὑποθέσει προέβησαν εἰς ἔκδοσιν ἐτυμηγορίας σκανδαλώδους καὶ ἀδίκου. Καὶ βεβαίως εἶναι ἀληθὲς αὐτό· τοιοῦτοι ἔνορκοι, ὁποίους ὑποθέτει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, θὰ αἰσχύνονται νὰ ἐξέρχωνται τῆς θύρας τοῦ Κακουργιοδικείου, ὅταν ἐξέδωκαν τυχὸν σκανδαλώδη ἐτυμηγορίαν. Ἐν δὲ τοῦτο ἦναι ἀληθές, τίνα φόβον ἔχετε περὶ σκανδαλώδους ἐτυμηγορίας, καὶ δὲν ἀφίνετε νὰ προσδιορίζωνται αἱ δίκαι καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν, ἢ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνασκοῦσι τὰ πολιτικά των δικαιώματα ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Κακουργοδικείου; Διότι ὁ κανὼν οὗτος, τὸν ὁποῖον δημιουργεῖ τὸ ἄρθρον, ἐκτὸς τοῦ ὅτι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀδικαιολόγητος, μεθ’ ὅλα, ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τῆς ἀμεροληψίας καὶ τῆς κοσμιότητος τῶν ἐνόρκων, οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι καταστρεπτικὸς διὰ τὴν πλήρη καὶ καλὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ὄχι μόνον ὑπὸ πνεῦμα εἰσαγγελικὸν ἐξεταζομένην, ἀλλ’ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐξεταζομένην ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ αὐστηροῦ δικαίου. Ὁ κατηγορούμενος ὁ δυστυχής, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου δὲν ἐγείρεται μία φωνὴ ἐνταῦθα, ὅταν ἦναι πτωχὸς καὶ δὲν ἔχῃ τὰ μέσα νὰ προσκαλέσῃ μάρτυρας τῆς ὑπερασπίσεως, πῶς νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ δικαιοσύνην, ἀποπεμπόμενος εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς περιφερείας τῶν Ἐφετῶν; Πῶς θὰ δυνηθῇ αὐτὸς νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν συνηγόρου, ἵνα τὸν ὑπερασπίσῃ, ὅταν δὲν ἔχῃ τὰ μέσα νὰ καταβάλῃ; Ἐνῷ, ἐὰν ἦναι εἰς τὸν τόπον του, δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν φίλου, συγγενοῦς, ἢ φίλου τοῦ συγγενοῦς, ὅπως παρασχεθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν δὲν ὀφείλετε νὰ ἀρνηθῆτε πρὸς τὸν κατηγορούμενον, διότι, ὅσῳ καὶ ἂν ᾖναι ἔνοχος, εἶναι δυστυχὴς, καὶ πρὸ τῆς καταδίκης του τεκμαίρεται ἀθῶος. Πάντες λοιπὸν ὀφείλουν νὰ μεριμνήσωσι περὶ αὐτοῦ, ἵνα οὕτω, παρεχομένης αὐτῷ πλήρους τῆς ὑπερασπίσεως, ἐπέλθῃ καὶ πλήρης ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, καταδικαζομένων τῶν ἀληθῶς ἐνόχων, ἀθωουμένων δὲ τῶν ἀθώων. Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 δημιουργεῖτε ἄρνησιν δικαιοσύνης, διότι καταργεῖτε διὰ τοὺς πλείστους τῶν κατηγορουμένων τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως, τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ κατηγορουμένου διὰ τῆς προσλήψεως ἀντιλήπτορος κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου, τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως διὰ τῆς στερήσεως αὐτοῦ τῶν μέσων τοῦ νὰ προσκαλέσῃ μάρτυρας, ἵνα καταθέσωσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ὅ,τι δύναται νὰ συντελέσῃ ὑπὲρ τῆς ἀθωώσεως αὐτοῦ, ἢ ὑπὲρ τοῦ ἐπιεικεστέρου χαρακτηρισμοῦ τῆς πράξεως, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται. Μέχρι τοῦδε τὸ δικαίωμα τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν δικῶν ἀφίετο εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν· διατὶ νὰ μὴ τὸ ἀφήσωμεν εἰς αὐτὸν καὶ ἤδη; διατὶ νὰ μὴ ἀφεθῇ εἰς αὐτὸν, ἐὰν νομίσῃ, ὅτι μία δίκη σκανδαλώδης — καὶ τοιαῦται δὲν θὰ ᾖναι πολλαὶ καὶ συχναὶ — δύναται νὰ προσδιορισθῇ εἰς ἄλλον τόπον, νὰ τὸ πράττῃ, ἀλλὰ νὰ μεταφέρωμεν τὸν κανόνα εἰς ἐξαίρεσιν, καὶ νὰ ἐπιτρέψωμεν ἐξαιρετικῶς, ἵνα τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἀποφασίζῃ, ἐὰν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ὁ προσδιορισμὸς τῆς δίκης εἰς τὸν τόπον, ἔνθα ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον, ὅταν ὁ κατηγορούμενος ἐνασκῇ τὰ πολιτικά του δικαιώματα ἢ ἐγεννήθη ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ; Καὶ τί γνωρίζει τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν, ἵνα κρίνῃ, ἐὰν πρέπῃ ἐνταῦθα ἢ ἀλλαχοῦ νὰ προσδιορισθῇ ἡ δίκη; Τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν εἶναι ἐκτελεστικὴ ἐξουσία; Δύναται νὰ γνωρίζῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἢ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐν γένει, περὶ τοῦ σκανδάλου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προκαλέσῃ ὁ προσδιορισμὸς τῆς δίκης, ἢ περὶ τῆς μὴ ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἐν πρέποντι κατὰ τὴν ἐκδίκασιν ὡρισμένης ὑποθέσεως; Οὐδὲν δύναται νὰ γινώσκῃ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν. Διατὶ λοιπὸν τὸ παρεμβάλετε; Διὰ νὰ ἀναγράψητε μίαν διατύπωσιν, χωρὶς λόγον καὶ χωρὶς κἀνὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα; διὰ νὰ αὐξήσητε τὴν ἐργασίαν τῶν δικαστηρίων, ἢ διὰ νὰ δώσητε ἀφορμὴν εἰς τὸν λαὸν νὰ πιστεύῃ, ὅτι δύναται ἡ πολιτικὴ νὰ ἐπιδράσῃ, νὰ σπεύδωσι δ’ οἱ πολῖται πρὸς τοὺς πολιτευομένους, νὰ ἐνοχλῶσιν αὐτοὺς, νὰ τοὺς καταπιέσωσι, διὰ νὰ ὁμιλήσωσιν εἰς τὸν δεῖνα Ἐφέτην, εἰς τὸν δεῖνα Πρόεδρον; Διότι δὲν γνωρίζουσιν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν καὶ ὁ Ἐφέτης καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἥκιστα προσέχουσιν εἰς τὰς τοιαύτας παραστάσεις τῶν πολιτευομένων· ὅσοι δὲ ἔχουν τὴν συνείδησιν, ὅτι ἥκιστα θὰ προσέξωσιν οἱ κύριοι οὗτοι πρὸς αὐτοὺς, βεβαίως δὲν θὰ ἀποταθῶσιν, ἵνα θελήσωσι νὰ τοὺς πιέσωσιν· οἱ μὴ γνωρίζοντες ὅμως τοῦτο καὶ νομίζοντες, ὅτι δύνανται, διότι ἀπέκτησαν τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, θὰ σπεύδωσι νὰ ὁμιλῶσι πρὸς τοὺς Ἐφέτας καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ἐξευτελιζόμενοι καὶ ταπεινούμενοι, ἐξευτελίζοντες καὶ ταπεινοῦντες καὶ τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἀξίωμα αὐτῶν. Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα τῆς διατάξεως! Διατὶ λοιπὸν νὰ ἐξευτελιζώμεθα πάντες, καὶ νὰ δίδωμεν εἰς τὸν κόσμον νὰ πιστεύῃ, ὅτι δυνάμεθα καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῆς ἀνωτάτης μάλιστα Δικαιοσύνης, νὰ ἐπιδράσωμεν; Δὲν εὑρίσκω ἑπομένως οὐδένα λόγον, δικαιολογοῦντα τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς ἡ διάταξις. Ἐὰν ὅμως δὲν συναινῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη, βεβαίως συντάσσομαι μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ τελευταία σειρὰ τῆς πρώτης παραγράφου, δι’ ἧς ἐπιτρέπεται ὁ ἐξαιρετικὸς προσδιορισμὸς τῆς δίκης διὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεως τοῦ κατηγορουμένου, ἢ εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἐνασκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα, διότι τοῦτο θὰ δώσῃ ἀφορμὰς εἰς ὅλα τὰ κακά, ἅτινα ἀνέφερον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι.
§202ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξήγησε τὴν ἐξαίρεσιν, τὴν καθιερουμένην εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 3· ἡ ἐξαίρεσις θὰ γίνηται μόνον προκειμένου περὶ ἐκδικάσεως ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς σπουδαιότητος αὐτοῦ, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐκδικασθῇ εἰς τὸν τόπον, εἰς ὃν ἐξετελέσθη...
§203ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον μίαν περίπτωσιν, δὲν καθώρισα τὰς περιστάσεις.
§204ΧΟΪΔΑΣ. Μάλιστα, μίαν ἐκ τῶν περιπτώσεων, αἵτινες πάντοτε τοιοῦτόν τινα λόγον θὰ ἔχωσι... Μόνον λοιπὸν εἰς τοιαύτας περιστάσεις ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ εἰσάγῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν τὴν αἴτησιν ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ ἐκδίκασις τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, συνεδριάζοντος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς ὁποίας ἐγεννήθη ἢ ἀσκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα ὁ κατηγορούμενος.
§205ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου ἡ ἀνακάλυψις τῆς ἀληθείας εἶναι εὐχερεστέρα.
§206ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ κανὼν θὰ ἦναι, ὅτι ἐν γένει αἱ ὑποθέσεις δὲν προσδιορίζονται ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγεννήθη ὁ κατηγορούμενος καὶ ἐνασκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα.
§207ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς ἐπαρχίας, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ὁποίας ἑδρεύει τὸ Κακουργιοδικεῖον.
§208ΧΟΪΔΑΣ. Μάλιστα. Π. χ. τὰ ἐγκλήματα τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν θὰ δικάζωνται εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λευκάδος. Ὅπως λοιπὸν καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Καλογερόπουλος σᾶς εἶπε καὶ ὅλοι ὑμεῖς γνωρίζετε, οἱ περιπίπτοντες εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις, καὶ ἐν γένει οἱ κατηγορούμενοι, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων, εἶναι ἄνθρωποι πενέστατοι, ἄνθρωποι μὴ δυνάμενοι νὰ διαθέσωσιν οὐδὲ λεπτόν, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ἱκανοί, ἵνα ὑποστῶσι τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ μία δίκη ἐνώπιον Κακουργιοδικείου· διὰ τοιούτους κατηγορουμένους, οἷοί εἰσιν οἱ πλεῖστοι, τοιαύτη διάταξις εἶναι στέρησις τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως, τὴν ὁποίαν νομοθετοῦμεν ἡμεῖς. Φαντασθῆτε κατηγορούμενον τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν δικαζόμενον ἐν Λευκάδι. Πῶς θὰ κομίσῃ ἐκεῖ μάρτυρας ὑπερασπίσεως;
§209ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ φροντίζῃ, κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει τώρα.
§210ΧΟΪΔΑΣ. Ἀφοῦ καταβάλῃ ὁ κατηγορούμενος τὰ ὁδοιπορικά.
§211ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν καταβάλλει ὁ κατηγορούμενος.
§212ΧΟΪΔΑΣ. Ὅπως σήμερον γίνεται, οὐδέποτε ὁ Εἰσαγγελεὺς δέχεται αἴτησιν κατηγορουμένου, ἵνα κλητεύσῃ μάρτυρας ὑπερασπίσεως, ἄνευ καταβολῆς ἐξόδων. Καὶ πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν: οὐδέποτε ὁ Εἰσαγγελεὺς φροντίζει περὶ τοῦ κατηγορουμένου. Γνωρίζομεν πῶς γίνεται· ἀναγινώσκεται ἡ δικογραφία, καὶ ἐκλέγονται ἐξ αὐτῆς ὅσοι μάρτυρες κριθῶσιν ἀναγκαῖοι πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατηγορίας. Δὲν ζαλίζεται ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ τοὺς μάρτυρας, οἵτινες θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ κατηγορουμένου· αὐτοὺς ἔχει ἀνάγκην νὰ τοὺς καλέσῃ ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς, ὅστις, στερούμενος χρημάτων, θὰ στερηθῇ καὶ τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι σκληρόν· καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συναινέσῃ, ἵνα περιληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον ἡ προσθήκη τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, ἵνα καλῇ καὶ τοὺς παρὰ τοῦ κατηγορουμένου προτεινομένους μάρτυρας, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον θὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Ἐλέχθη, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς προστίθεται δαπάνη· ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὴν δαπάνην αὐτὴν ἀποτίει ἐπὶ τέλους ὁ κατηγορούμενος, νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου, ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ὑψίστης δικαιοσύνης, δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ οἰκονομολογικὸν αὐτοῦ μέρος.
§213ΡΑΛΛΗΣ. Μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ καθιστῶσα τὴν ἐξαίρεσιν διάταξις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέφερον οἱ προλαλήσαντες, ὅτι θέλουσιν ἀπαλλαγῆ οἱ πολιτευόμενοι τῶν ἐνοχλήσεων, περὶ προσδιορισμοῦ τῆς δίκης εἰς τὸν τόπον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατάγεται ὁ κατηγορούμενος, θὰ ἦναι μέγιστον κέρδος οὐ μόνον διὰ τοὺς πολιτευομένους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν Δικαιοσύνην, διότι θὰ ἐκλείψῃ πλέον ἡ ὑπόνοια, ὅτι δύνανται οἱ πολιτευόμενοι, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν δύνανται, νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς δίκης· αὐτὸ τὸ κέρδος θὰ ἦναι μέγιστον, ἀλλ’ οὐχ ἧττον πρέπει τουλάχιστον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησαν οἱ συνάδελφοι, ὅτι ἐντεῦθεν καὶ χάριν τῆς ἀμερολήπτου ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης δὲν πρέπει νὰ στερηθῇ ὁ κατηγορούμενος τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως. Νομίζω, ὅτι ἤδη ἡ Ποινικὴ Δικονομία ἡμῶν χορηγεῖ τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ ὑπεράσπισις, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ὀφείλει νὰ προσκαλῇ μόνον τοὺς μάρτυρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συντελοῦσιν εἰς τὴν κατηγορίαν, ὀφείλει νὰ προσκαλέσῃ πάντας τοὺς μάρτυρας, οἱ ὁποῖοι συντελοῦσιν εἰς τὴν διαφώτισιν τῆς ὑποθέσεως· ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν οἱοσδήποτε κατηγορούμενος ἤθελεν αἰτήσει παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τὴν κλήτευσιν μαρτύρων δι’ ἐξόδων τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα δὲν καταβάλλονται ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς ἰδίους κατηγορουμένους, ὅταν, λέγω, αἰτήσηται τὴν κλήτευσιν μαρτύρων, βεβαίως ὁ Εἰσαγγελεὺς — καὶ ἐννοῶ Εἰσαγγελέα εὐσυνείδητον — δὲν θέλει ἀρνηθῇ νὰ χορηγήσῃ αὐτὸ τὸ μέσον τῆς ὑπερασπίσεως εἰς τὸν κατηγορούμενον. Ἀλλὰ δύνανται νὰ παρατηρήσωσιν οἱ ἀντιλέγοντες, ὅτι οὕτω πως χορηγοῦμεν ἕτερον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ πολιτικὴ δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἢ τουλάχιστον νὰ φαίνηται ἐπιδρῶσα, ἀφοῦ θὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ Εἰσαγγελέως ἡ κλήτευσις ἢ μὴ κλήτευσις μαρτύρων ὑπερασπίσεως. Βεβαίως ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι πολὺ μικρότερον ἐκείνου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγοροῦσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, θέλοντες τὴν ἐξαίρεσιν νὰ τὴν καταστήσουν κανόνα, δὲν εὑρίσκω δὲ, ὅτι ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν δύναται νὰ ἦναι σπουδαία, διότι πρόκειται περὶ διοικητικοῦ ζητήματος, πρόκειται περὶ προσδιορισμοῦ δίκης, καὶ ἀναγκαίως τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν θέλει ἀποφανθῆ συμφώνως μὲ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐπεθύμουν δὲ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὅπως ἔχει, νὰ ὁρισθῇ διὰ μιᾶς φράσεως, ὅτι πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῆς περιπτώσεως, περὶ ἐξαιρέσεως· τοῦτο δὲ δύναται νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς· ὅτι, ἐν περιπτώσει ὑπερτέρων λόγων, δύναται ὁ Εἰσαγγελεὺς, τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, νὰ προσδιορίσῃ κλπ.
§214ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν εὑρίσκω δικαιολογικὴν τὴν βάσιν τοῦ ὅτι δὲν πρέπει νὰ δικάζωνται οἱ κατηγορούμενοι εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ ἐγεννήθησαν ἢ ἐν ᾗ ἐνασκοῦσι τὰ δικαιώματά των, δὲν εὑρίσκω δικαιολογικὴν τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἰπὼν ὅτι εἶναι ἀρκετὸν τὸ κέρδος, ἐὰν μὴ ὑποληφθῇ, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι ἐπηρεάζουν τὴν δικαιοσύνην, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν διάταξιν. Εἷς τοιοῦτος λόγος δὲν δικαιολογεῖ τὴν μεταγωγὴν τῶν κατηγορουμένων, τὴν μεταγωγὴν τόσων μαρτύρων, τόσου κόσμου. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλην δικαιολογικὴν βάσιν, τὸ νὰ μὴ δικάζηται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐξ ἧς κατάγεται, ἢ ἐν ᾗ ἐγεννήθη, ὁ κατηγορούμενος. Καὶ διατὶ νὰ μὴ δικάζηται ἐκεῖ, ἀφοῦ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μπουφίδης, λαμβάνονται τόσαι ἐγγυήσεις διὰ τοῦ νέου συστήματος; Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ λόγου αὐτοῦ, ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος. Ὅλοι λέγομεν, ὅτι προσπαθοῦμεν, ὡς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, νὰ ἀποφύγωμεν τὰς δαπάνας· ἀλλ’ ἔρχονται οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Πατρῶν καὶ λέγουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποχρεόνωμεν τὴν Εἰσαγγελίαν νὰ κλητεύῃ μάρτυρας ὑπερασπίσεως· ἔχομεν μίαν μεγίστην δαπάνην τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων, ὡς ἐκ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων τῶν κατηγορουμένων εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν ἢ εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεως καὶ καταγωγῆς αὐτῶν, ἔχομεν τὴν δαπάνην τῆς κλητεύσεως μαρτύρων ὑπερασπίσεως ὑποχρεωτικὴν ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγελέως, καὶ τότε ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ λόγος οἰκονομίας; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τάσσομαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Μπουφίδου, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη, διότι οὐδένα ἔχει λόγον.
§215ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτής, εἶναι, ὅτι κατὰ κανόνα θὰ δικάζωνται τὰ κακουργήματα εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Κακουργιοδικείου, ἐξ ἧς δὲν κατάγεται ἢ ἐν ᾗ δὲν ἐνασκεῖ τὰ δικαιώματά του ὁ κατηγορούμενος· καὶ τοῦτο εἶναι ὀρθότατον. Διότι μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰς Ἀθήνας, ἢ τὴν Κέρκυραν, ἢ τὴν Σῦρον, ὅπου δύνανται νὰ ἦναι πολλοὶ οἱ πολῖται, οἱ ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐνόρκων, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἡ καταγωγὴ τοῦ κατηγορουμένου ἀπὸ τὸν τόπον αὐτόν, ἀλλὰ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς μικρὰς περιφερείας, ἔνθα θὰ ἑδρεύουν τὰ Κακουργιοδικεῖα, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν Κυπαρισσίαν, τὴν Ἄμφισσαν, τὴν Σπάρτην, καί, ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ἐν αὐταῖς θὰ εὕρητε ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐνόρκων μόλις 90. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τοὺς ἐνόρκους ἐκείνους θὰ τοὺς στενοχωρήσητε πολύ, ὅταν πρόκηται νὰ δικάσουν κατηγορούμενον ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας καταγόμενον. Ἄλλως τε ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, σπουδαιότατος· πολλάκις οἱ ἔνορκοι ἐκεῖνοι θὰ ἀποφύγουν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των, ὅταν πρόκηται περὶ κατηγορουμένου, ὁ ὁποῖος ἔχει συγγενεῖς πολλοὺς καὶ σχέσεις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ. Λοιπὸν βεβαίως πρέπει νὰ δικάζωνται τὰ κακουργήματα ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους περιφερείας ἄλλης, καὶ ὄχι ἐκείνης, ἐξ ἧς κατάγεται ἢ ἐν ᾗ ἐνασκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα ὁ κατηγορούμενος. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐξαίρεσιν, αὕτη εἶναι λογική.
§216ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν ἀφίνετε αὐτὴν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν;
§217ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διότι θὰ ἔχωμεν ῥουσφέτι. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αἱ Εἰσαγγελίαι,—δὲν γνωρίζω τί εἶπεν ὁ κ. Μπουφίδης.—ὅταν πρόκηται νὰ συγκροτηθῶσι τὰ Κακουργιοδικεῖα, εἶναι πλήρεις πολιτευτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ζητοῦν τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν δικῶν εἰς τὸ Α ἢ Β Κακουργιοδικεῖον. Δὲν θέλω λοιπὸν νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ὁ προσδιορισμὸς τῶν δικῶν. Ἡ ἐξαίρεσις λοιπὸν εἶναι λογικὴ, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ ἐκ Μεσσήνης συνάδελφός μου θέλει τὴν δεχθῆ· διότι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων περιπτώσεων, τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐρωτῶ, δὲν ὑπάρχουσι πολλάκις λόγοι δημοσίας τάξεως, οἱ ὁποῖοι ὑπαγορεύουν νὰ μὴ γείνῃ μία δίκη ἐν ὡρισμένῳ τόπῳ; Ὑπάρχουν πολλαὶ περιπτώσεις τοιαῦται. Δὲν ἔχω δὲ κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, νὰ τεθῇ περιορισμὸς εἰς τὴν ἐξαίρεσιν, διότι βεβαίως τὸ Ἐφετεῖον δὲν εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν εἷς κατηγορούμενος ἦναι πλούσιος ἢ πτωχός. Ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν τὴν ἐξαίρεσιν, λόγοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν· καὶ ὑπάρχουσι τοιοῦτοι λόγοι. Κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ μείνῃ ἡ ἐξαίρεσις, καὶ δύναται νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Ἐφετείου εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις.
§218ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ γενομένη συζήτησις γεννᾷ ἰδέαν λυπηρὰν καὶ ἥκιστα τιμῶσαν τοὺς καθ’ ἡμᾶς ἄνδρας. Παρατηρῶ γενικὴν φυγὴν εὐθύνης πάντων, γενικὴν δυσπιστίαν πρὸς πάντας καὶ διὰ πάντα, γενικὴν πτοίαν πρὸς ἔκφρασιν γνώμης περὶ προσώπων. Καθιεροῦμεν δικαστήριον ἐνόρκων, συγκροτοῦντες αὐτὸ ἐκ τῶν ἀρίστων πολιτῶν, ἀλλὰ πάλιν δυσπιστοῦμεν πρὸς αὐτοὺς καὶ δὲν θέλομεν νὰ δικάζωσι συμπολίτας των. Ἡ Εἰσαγγελία τῶν Ἐφετῶν εἶναι ἀνωτάτη δικαστικὴ ἀρχὴ, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὴν δυσπιστοῦμεν, καὶ δὲν ἀφίνομεν αὐτὴν νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς περιστάσεις, αἵτινες καθιστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν ἐκδίκασιν δίκης τινὸς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐξ ἧς κατάγεται, ἢ ὅπου γέγραπται πολίτης ὁ κατηγορούμενος, καὶ τὸ νομοσχέδιον θέλει περὶ τούτου νὰ ἀποφαίνηται τὸ Ἐφετεῖον, ὅπερ οὕτως ἐκτίθεμεν εἰς τὰς ἐπικρίσεις, διότι αὐτὸ δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ κάλλιον τὰς περιστάσεις ἐκείνας. Οὕτως ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καθίσταται ἀδρανὴς, ἡ δὲ καθιέρωσις τοιούτου κανόνος δύναται νὰ παραλύσῃ ὁλόκληρον τὸ σύστημα τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ὅστις εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ἀφῆκε πολλὰ καθήκοντα περὶ προσώπων. Ἡ τοιαύτη μετατόπισις τῆς εὐθύνης εἰς ἀρχὴν, μηδεμίαν εἰδικότητα ἔχουσαν νὰ κρίνῃ, ἐπεζητήθη βεβαίως ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων, ἵνα ὦσιν ἡσυχώτεροι, ἢ ἵνα ἀποδώσωσιν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐνεργείας, εἰς ἃς ἠδύναντο βεβαίως νὰ ἀντιστῶσιν, ἀφοῦ μάλιστα ἐξησφαλίσθησαν διὰ νόμου. Νομίζετε, ὅτι διὰ τοιούτων νομοθετημάτων μορφοῦται ἡ κοινωνία; Ἐγὼ φρονῶ τὸ ἄντικρυς ἐναντίον. Οἱ νόμοι θέλουσιν ἄνδρας, ἵνα ἐφαρμοσθῶσιν· ἂν δὲν ἔχητε τοιούτους, μάτην νομοθετεῖτε, διότι οἱ νόμοι, ἤθους πολιτικοῦ καὶ θάῤῥους καὶ σθένους ἀπόντων ἀπὸ τῶν ἐφαρμοζόντων αὐτοὺς, διαστρέφονται καὶ κακοῦ μᾶλλον δύνανται νὰ γείνωσι πρόξενοι. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ ῥῆσις «εἰς οὐδὲν οἱ νόμοι ἄνευ ἠθῶν», ἣν εἶπε πρὸ δισχιλίων ἐτῶν ὁ Κικέρων, εἶναι ἀρχὴ διὰ πάντας τοὺς αἰῶνας καὶ διὰ πάντας τοὺς λαοὺς ἰσχυρά. Διὰ τοιούτων νόμων προστατεύετε τὴν φυγὴν τῆς εὐθύνης, τὴν ἀτολμίαν, τὴν δολιότητα, τουτέστιν ἰδιότητας παραλυούσας τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς. Διατὶ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τὸν ὁρισμὸν τοῦ δικαστηρίου, τοῦ δικάσοντος τὴν δίκην; Τίνα κίνδυνον διατρέχει οὗτος, ἂν ὁρίσῃ τὴν δίκην ὅπου κρίνει τοῦτο ἀναγκαῖον; Δὲν ἔχομεν πληροφορίας ἢ παραδείγματα, ἐξ ὧν νὰ κρίνω, ἂν ἡ ἀνωτάτη ποινικὴ δικαιοσύνη, ἕνεκα ἀτόπων προσδιορισμῶν δικῶν, περιέπεσεν εἰς σκανδαλώδεις ἀθωώσεις, καὶ παρέσχεν ἀφορμὴν νὰ γένηται τόση περὶ τούτου μέριμνα. Ἐὰν εἴχομεν τοιαύτας, ἤθελον προκαλέσει τοὺς ἁρμοδίους νὰ συγκρίνωσι τὰς ἀποφάσεις ταύτας πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐπανορθωτικῆς δικαιοσύνης (τῶν Πλημμελειοδικείων), καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς μέσης ποινικῆς δικαιοσύνης πρὸς τὰ τῆς ἀνωτάτης, δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ἐφθάνομεν εἰς συμπέρασμα, ὁποῖον φαίνεται τὸ ὑπαγορεῦσαν τοιαύτας περὶ ὁρκωτικῶν δικαστηρίων καὶ ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν προνοίας. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀθωώσεων τῶν ὁρκωτικῶν δικαστηρίων, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ τῶν Πλημμελειοδικείων, μᾶλλον ἄλλας σκέψεις ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ. Ἂν δὲ καὶ εἰς συγκρίσεις διεθνεῖς ἠθέλομεν νὰ προβῶμεν, θὰ ἠδυνάμεθα ἐν πολλοῖς νὰ μετριάσωμεν τὸ σκιερὸν χρῶμα, δι’ οὗ τὰ καθ’ ἡμᾶς εἰκονίζονται. Ποῖος λόγος ὑπαγορεύει νὰ μακρύνωμεν τοὺς κατηγορουμένους ἀπὸ τῶν συμπολιτῶν των, ἀπὸ τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας, ἐν ᾗ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπράχθη τὸ ἔγκλημα, τῶν μόνων ἁρμοδίων νὰ ἐκτιμήσωσιν αὐτό; Τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος ἡ ἐναντία ἰδέα εἶναι ἡ βάσις, τουτέστι νὰ δικάζῃ τὰ ἐγκλήματα ἡ κοινωνία, ἐν ᾗ ταῦτα κατεπράχθησαν, ἥτις δι’ αὐτῶν ἐβλάβη, καὶ ἥτις τὴν ἀξίαν αὐτῶν κάλλιον δύναται νὰ κρίνῃ. Τοῦ συστήματος αὐτοῦ συνέπεια εἶναι νὰ καταρτίζηται τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ἐκ πολιτῶν πάσης τάξεως καὶ παντὸς ἐπαγγέλματος, διότι οὗτοι, ἀναστρεφόμενοι μετὰ λαοῦ τῆς τάξεως τῶν κατηγορουμένων ἢ τῶν παθόντων, ἠξεύρουσι νὰ σταθμίζωσι τὰ κατ’ αὐτούς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποκλείετε τὴν πολυπληθεστάτην τάξιν, τὴν φιλησυχωτάτην καὶ συντηρητικωτάτην καὶ τὴν τὰ μάλα ἐχθαίρουσαν τὸ ἔγκλημα, τὴν τῶν γεωργῶν. Νομίζετε, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐπιβλαβές; Νομίζετε, ὅτι δύναται ὁ ἐπιστήμων ἢ ὁ ἔμπορος τῆς πόλεως νὰ ἐκτιμήσῃ περιστάσεις τοῦ ἀγροτικοῦ βίου καὶ τοῦ ποιμενικοῦ; Ἐγὼ φρονῶ τὸ ἐναντίον· ἡ δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβανομένη ἀντίθετος ἀφετηρία ἀφαιρεῖ τὴν βάσιν τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος. Πλὴν τούτου, ὁ κατηγορούμενος δὲν εἶναι πολίτης, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ λάβῃ ἡ Πολιτεία μέριμναν; Ἐκ τῶν κατηγορουμένων οἱ πλεῖστοι στεροῦνται τῶν μέσων, ὅπως φέρωσιν ἀλλαχοῦ τοὺς μάρτυράς των, ἤτοι τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως αὐτῶν, καὶ προμηθευθῶσιν ὑπερασπιστὴν πρόσφορον, ὃν ἐν τῷ τόπῳ των εὐκόλως εὑρίσκουσι. Διατὶ περὶ αὐτῶν τόση ἀστοργία; Διατὶ τοῦ μὲν πτωχοῦ κατηγορουμένου δυσκολεύετε τὴν ὑπεράσπισιν, ἐν ᾧ τοῦ πλουσίου ὄχι; Θέτοντες δὲ ὡς κανόνα, ὅτι οὐδεμία δίκη πρέπει νὰ δικάζηται ἐν ᾧ τόπῳ ἐγεννήθη ὁ κατηγορούμενος ἢ εἶναι ἐγγεγραμμένος, ἐν ᾧ τόπῳ, ὡς εἶπον, συνήθως ἐτελέσθη ἡ παράνομος πρᾶξις, ἐλάβετε ὑπὸ σκέψιν, ὅτι διὰ πᾶσαν δίκην πρέπει νὰ γίγνηται μεταφορὰ τῶν κατηγορουμένων καὶ τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας, ἡ δὲ ἐκ τούτου δαπάνη καλύπτει τὸ ποσὸν τῶν 60,000 δραχμῶν, αἵτινες διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡρίζοντο ὡς ἀποζημίωσις τῶν ἐνόρκων, ὅτι δ’ οὕτω οὐδεμίαν οἰκονομίαν θὰ ἔχητε; Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν ῥηθὲν, ὅτι εἰς τινας πόλεις δὲν θὰ εὑρεθῇ ἀριθμὸς ἐνόρκων, εἶναι δυστυχῶς τοσοῦτον ἀληθές, ὥστε τὸ συμπληρῶ, προσθέτων, ὅτι εἰς τὰς πλείστας ἕδρας Πρωτοδικῶν δὲν εὑρίσκεται τοιοῦτος ἀριθμὸς, ταχέως δὲ θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην, ἢ νὰ τροποποιήσητε τὸν νόμον, ἢ νὰ ἀποκλείσητε τὰς πλείστας πόλεις (ἕδρας Πρωτοδικῶν) ἀπὸ τοῦ νὰ γίγνωνται ἕδραι Κακουργιοδικῶν. Τὸ νῦν κρατοῦν σύστημα νομίζω ἀσυγκρίτως ὑπέρτερον. Ἄν που προσέκοψε, φρονῶ, ὅτι ἡ ἐφορεύουσα τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς ἀρχὴ ἠδύνατο νὰ ἐπιστήσῃ τὴν ἰδίαν αὑτῆς προσοχὴν, καὶ διὰ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν νὰ ἄρῃ τὰς ἀνωμαλίας, καὶ διακανονίσῃ αὐτὸ κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς δικαιοσύνης, οὕτω δὲ ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ἐδίδετο ἀφορμὴ νὰ σκεπτώμεθα περὶ τοιούτων ἀνατροπῶν καὶ ἀδικιῶν, ὁποίας φρονῶ, ὅτι ἐπάγεται τὸ νομοσχέδιον. Ἀκόμη τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ νὰ ὁρίζωνται δικαστήρια μακρὰν τοῦ τόπου τῆς διαπράξεως τοῦ ἀδικήματος, πολὺ βλάπτει καὶ τὴν καλὴν καὶ πλήρη διευκρίνησιν τῆς ὑποθέσεως. Ἐν ᾧ τόπῳ διεπράχθη τὸ ἔγκλημα, δύναται νὰ ἀνελιχθῇ ἐπαρκῶς ἡ ἀποδεικτικὴ ὕλη ἑκατέρωθεν, ὑπό τε τῆς κατηγορίας καὶ τῆς ὑπερασπίσεως. Ὅταν τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, τοὺς μάρτυρας, πρέπῃ νὰ φέρωμεν μακρὰν καὶ διὰ δαπάνης αἰσθητῆς, θὰ γίγνηται ἑκατέρωθεν φειδωλὴ μαρτύρων χρῆσις, ὅπερ ἔσται ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν διαφώτισιν τῆς ὑποθέσεως, ἐξ οὗ καὶ δικαστικαὶ πλάναι καὶ σφάλματα πολλὰ δύνανται νὰ συμβῶσι. Κατὰ τοῦ κανόνος τούτου ἀντιτάσσομαι, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὗτος γενήσεται ἀφορμή, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ σύστημα εἶναι ἔκτροπον. Προσθέτω, ὅτι δικαστικοὶ νόμοι, οἷος ὁ ὑπὸ συζήτησιν, οὔτε εὔκολον οὔτε πρέπον εἶναι νὰ μεταβάλλωνται συνεχῶς. Ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης, τὸ σύστημα τῶν ἐνόρκων καταδεικνύει ἐλλείψεις καὶ ἐλαττώματα. Ἐν πολλοῖς Κράτεσι γίγνεται συζήτησις περὶ τῶν ἐλαττωμάτων, ὅσα τὸ ἴδιον αὐτῶν ὁρκωτικὸν σύστημα παρουσιάζει. Ἐν Γαλλίᾳ π. χ. ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἰδίως ὁ τύπος δρᾷ ὄχι καλῶς ἐπὶ τῆς κρίσεως τῶν ἐνόρκων· ἐκεῖ τὰς προξενούσας αἴσθησιν παρανόμους πράξεις κρίνει ἑκάστοτε ὁ τύπος κατ’ ἰδέας καὶ ἀρχὰς ἰδιοῤῥύθμους, καὶ προδικάζει πολλάκις τὴν ἔκβασιν, διότι ἡ ὁρκωτικὴ δικαιοσύνη παρακολουθεῖ αὐτῷ εἴτε ἐκ πεποιθήσεως, εἴτε ἵνα ἐπισπάσηται τὸν ἔπαινον τοῦ τύπου, εἴτε ἵνα μὴ κατὰ τῶν ἐνόρκων γείνωσι παρ’ αὐτοῦ ἐπικρίσεις. Οὕτω δὲ παρατηρεῖ τις ἐκεῖ τὰ ὁρκωτικὰ δικαστήρια ἀθωοῦντα σκανδαλωδῶς ἀποδεδειγμένους ἐνόχους, τοῦ ἀκροατηρίου χειροκροτοῦντος. Νέαι θεωρίαι φιλοσοφικαὶ περὶ τοῦ ἀγῶνος τῆς ζωῆς, περὶ δεσμῶν κοινωνικῶν ἀναπτύσσονται ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν νεαρῶν συνηγόρων, καὶ ἐπάγονται ἐτυμηγορίας παραλογωτάτας· καὶ ὅμως καὶ ἐκεῖ καὶ ἁπανταχοῦ πᾶσα τροποποίησις γίγνεται μετ’ ἄκρας μετριότητος καὶ προσοχῆς, πρὸ πάντων δὲ καὶ ἐκεῖ καὶ ἁπανταχοῦ οὐδέποτε παρωράθη ἡ ἀρχὴ τοῦ παρέχειν εἰς τὴν ὑπεράσπισιν πάντα τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως. Διὰ τῆς διατάξεως, περὶ ἧς ἡ συζήτησις, τοῦτο κυρίως καταστρέφεται. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἦναι μεταβολὴ τῶν ἰδεῶν, αἵτινες κρατοῦσι σήμερον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐὰν τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα ἦναι ἓν τῶν προϊόντων τῶν αἰσιοδόξων ὀνειροπόλων τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τῆς τότε φιλοσοφικῆς ἀρχῆς, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι φύσει καλὸς, ἣν σήμερον ἡ φιλοσοφία ἀνέτρεψεν ὁλοσχερῶς. Δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ψηφίζομεν σήμερον, ἦναι προϊὸν τῆς ἐναντίας εἰς τὴν ἀνωτέρω ἀρχὴν, ὅτι περὶ πάντων πρέπει νὰ δυσπιστῶμεν, ἂν ἦναι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐπιτυγχάνηται ὅσον οἷόν τε μείζων ἀριθμὸς καταδικῶν, ἡ δὲ δυσπιστία αὕτη διήκῃ μέχρι τοῦ νὰ θεωρῶμεν καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ἀνάξιον ἐμπιστοσύνης. Ἄν ἀπὸ τοιαύτης ἀφετηρίας ὁρμᾶται τὸ νομοσχέδιον, μάταια καὶ κενὰ ζητεῖ, καὶ πρὸ πάντων προκειμένου νὰ εὕρῃ ἀληθῆ δικαιοσύνης ἀπονομὴν, καὶ θ’ ἀποτύχῃ ἀπὸ τοῦ διαφωτίζειν τὴν πρᾶξιν μέχρι τῆς ἐσχάτης αὐτῆς λεπτομερείας ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων. Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3, ἐπαναλαμβάνω, καίριον κατάγεται τραῦμα κατὰ τῆς πλήρους τῶν κατηγορουμένων ὑπερασπίσεως καὶ κατὰ τῆς διαφωτίσεως τῶν δικῶν. Ἂς ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μάθῃ, πόσοι τῶν ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν ἐρχομένων στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ὑπερασπιστοῦ, ὅτε διορίζει ὁ Πρόεδρος ἐξ ἐπαγγέλματός τινα καὶ ἄπειρον, πόσοι δὲ ἔχουσιν ὑπερασπιστὴν δωρεὰν προσερχόμενον. Τὴν στοιχειώδη ταύτην ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου εὐκολίαν τοῦ νόμου, τοῦ νῦν ἰσχύοντος, ἀφαιρεῖ τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω τὸ ἀδίκημα οὐσιῶδες. Τελειώνω δὲ, ἐπιλέγων, ὅτι νέος νόμος δὲν πρέπει νὰ μακρύνεται τόσον πολὺ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἰδεῶν, ἃς οἱ κείμενοι ἔχουσι βάσιν. Τοιαῦται νομοθετικαὶ διασαλεύσεις ἥκιστα συντελοῦσιν εἰς τῆς νομοθεσίας τὴν κοινωνικὴν ἀποστολήν.
§219ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξ ὅσων τελευταῖον εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ἀπέδειξεν, ὅτι πρέπει νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν 2000 ἔτη, μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Κικέρωνος, ὅπως νομοθετήσωμεν. Νομίζω ὅτι τοιοῦτον ἔργον νομοθέτου θὰ ἦτο ἔργον ἄγονον. Ὅταν νομοθετῇ τις, πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν θέσιν τῆς κοινωνίας· ἐὰν δ’ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τοῦτο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, βεβαίως ἤθελεν ἀποφανθῆ ὑπὲρ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν· διότι, τίνες εἶναι ἐκεῖνοι οἱ κατηγορούμενοι, τῶν ὁποίων ἡ δίκη προσδιορίζεται εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, παρὰ ἐκεῖ, ὅπου ἀσκοῦν τὰ πολιτικά των δικαιώματα; Εἶναι ἀκριβῶς οἱ πένητες. Εἶναι περιττὸν νὰ ψευδώμεθα πρὸς ἑαυτοὺς, λέγοντες ὅτι θέλομεν συντελέσει εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς δικαιοσύνης, ὅταν περιορίζωμεν τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐνόρκων ἐντὸς τῶν πόλεων, καθιστῶμεν δὲ ἁρμόδια τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων νὰ ἐκδικάζουν τὰς δίκας, τὰς ἀφορώσας εἰς κατηγορουμένους, οἵτινες ἀσκοῦσι τὰ δικαιώματά των ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ δικάσοντος δικαστηρίου. Ἀκριβῶς, διὰ νὰ κατορθώσῃ τις νὰ συμβιβάσῃ τὰς δύο ταύτας ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἀμεροληπτοτέραν καὶ οἰκονομικωτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, πρέπει ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ δεχθῇ, ὅτι ἐν ταῖς πόλεσι δέον νὰ γίνηται ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐνόρκων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ μετατίθηται αἱ δίκαι πέραν τῶν ἐπαρχιῶν, ἐν ταῖς ὁποίαις ἀσκοῦσι τὰ δικαιώματά των οἱ κατηγορούμενοι. Δὲν φοβοῦμαι, ὅτι αὔριον θέλομεν μετανοήσει, τοιαῦτα νομοθετοῦντες, καὶ ἐπιμένω θεωρῶν, ὅτι μέγα κέρδος θὰ ἦναι τὸ νὰ μὴ ἐνοχλῶνται οἱ πολιτευόμενοι, καὶ νὰ μὴ ὑποτίθηται, ὅτι οὗτοι δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν ἐν τῷ προσδιορισμῷ τῶν δικῶν. Διότι τὸ κέρδος αὐτὸ ὑπὲρ τῶν πολιτευομένων εἶναι κέρδος ὑπὲρ τῆς Πολιτείας καὶ ὑπὲρ τῆς κοινωνίας. Θέλετε, ἵνα ἡ Πολιτεία ἡμῶν ἀπεκδυθῇ ὅλων τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῆς; Καταστήσατε τὸν πολιτευόμενον ἀνεξάρτητον, φροντίσατε, ὅπως μὴ ἐνοχλῆται· καὶ διὰ νὰ μὴ ἐνοχλῆται ὁ πολιτευόμενος, μὴ δίδετε τὸ μέσον εἰς τὸν πολίτην νὰ τον πιέζῃ, εἰς δὲ τὸν πολιτευόμενον νὰ πιέζηται. Ὅ,τι πράττετε ὑπὲρ τοῦ πολιτευομένου, τὸ πράττετε ὑπὲρ τῆς κοινωνίας, ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης· ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦν τὴν ἀλήθειαν ταύτην, βεβαίως ἀπὸ ἄλλας σκέψεις ἄγονται.
§220ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι γίνονται ἀφορμὴ τόσων κακῶν, τότε δὲν ἠξεύρω, ἐὰν οἱ πονοῦντες τὸν τόπον δὲν πρέπῃ νὰ κάμωσιν ἄλλας σκέψεις περὶ τοῦ πολιτεύματος. Δὲν υἱοθετῶ τὴν κατηγορίαν αὐτήν· τοὐλάχιστον, τὸ ἐπ’ ἐμοί, δύναμαι νὰ τὴν ἀναιρέσω μετὰ πλήρους θάῤῥους, ὅτι παρ’ οὐδενὸς θὰ διαψευσθῶ. Ἐὰν δυσπιστῶμεν πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, νομοθετήσατε τὴν ἰσοβιότητα τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν καὶ τὸ ἀμετάθετον αὐτῶν. Διατὶ ὅλος αὐτὸς ὁ κυκεών, ὅλη αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ πλοκή; Ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ καθῆκον περὶ τῶν πτωχῶν πολιτῶν νὰ μεριμνᾷ, ὅπως μὴ ἀνυπεράσπιστοι δικάζωνται. Διατὶ τὸ λησμονεῖ; Κηρύττοντες δὲ, ὅτι δυσπιστοῦμεν εἰς πάντας τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ποίαν ἰδέαν φωρώμεθα ἔχοντες περὶ τοῦ δικαστικοῦ σώματος; Ποίαν ἐλπίδα σώζομεν, ὅτι θὰ μορφώσωμεν καλοὺς δικαστικοὺς ἄρχοντας ἐν τῷ μέλλοντι; Ἐγὼ, ἐν ὀνόματι τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἐναντίον τῶν Εἰσαγγελέων ὕβρεως. Ὁ κ. Ράλλης δύναται νὰ μαρτυρήσῃ, πόσους κατ’ ἔτος ὑπερασπίζει δωρεὰν αὐτός. Ποῦ θὰ εὕρωσιν οἱ τοιοῦτοι ἀλλαχοῦ ὑπερασπιστάς; Διατὶ περὶ τῶν πτωχῶν συμπολιτῶν του δὲν δεικνύει τὴν συμπαθῆ μέριμναν νὰ μὴ στερηθῶσιν ὑπερασπίσεως; Δὲν εἶναι ἐγωϊσμὸς του τοῦτο; Διαφέρει τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ὑπόθεσις θὰ τύχῃ καλῆς καὶ δικαίας κρίσεως ἐν ἄλλῳ τόπῳ, παρὰ ἐν ᾧ ἐπράχθη. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι κρείσσονος τυγχάνει ἐκτιμήσεως ὑπὸ δικαστῶν τῆς κοινωνίας, ἐν ᾗ διεπράχθη τὸ ἀδίκημα· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐφρόνουν τὸ ἐναντίον, πάλιν δὲν ἤθελον διστάσει νὰ ἀφῶ τὴν περὶ τούτου κρίσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Εἰσαγγελέως· διότι μετὰ τὴν μελέτην τῆς δικογραφίας οὗτος θὰ κρίνῃ ἀσφαλέστερον, ἐὰν ἡ ὑπόθεσις τρέχῃ κίνδυνον ἐδῶ μᾶλλον ἢ ἐκεῖ. Τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ χιλιάδες παραδειγμάτων ἄλλων δύνανται νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι εἰς τὰς πόλεις δύνανται νὰ δικάζωνται αἱ δίκαι ὀρθῶς, καὶ ὅταν ἀκόμη πρόκηται οἱ ἔνορκοι νὰ ἀποφανθῶσι περὶ συμπολίτου των. Οἱ πολιτευταὶ, καὶ ἂν θελήσωσι νὰ λάβωσι μέρος, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπιτύχωσιν ὅ,τι ζητοῦν, ἐὰν δὲ ἡ δίκη ἦναι διὰ τὴν πολιτικὴν κρίσιμος, οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ παρεμποδίσῃ τὴν τοιαύτην παρέμβασιν τῆς πολιτικῆς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ διάταξις πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ὁ προσδιορισμὸς τῶν δικῶν, καὶ γνωμοδοτῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 3. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ προσδιορίζωνται αἱ δίκαι ὅπου ὁ κατηγορούμενος θέλει, ὅπου αὐτὸς φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ πλήρη τὴν ὑπεράσπισίν του· διότι καὶ σήμερον δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ λειτουργία τῶν ὁρκωτικῶν δικαστηρίων ἔδωκεν ἀφορμὴν τοιούτων φόβων, καὶ διότι ἔχω τὴν πεῖραν μάρτυρα, ὅτι, ὅταν ὁ Πρόεδρος τῶν Συνέδρων καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἠθέλησαν, οὐδέποτε ἐγένετο ἀθώωσις σκανδαλώδης παρ’ ἐνόρκων. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν πρόκηται νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι δύναται νὰ προσδιορισθῇ ἡ δίκη ἐν ᾧ τόπῳ διεπράχθη τὸ ἔγκλημα κυρίως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5).
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§222ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸν τὸν νεωτερισμὸν δὲν θεωρῶ συντελοῦντα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν δύναται νὰ λάβῃ μέρος, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον θελήσῃ νὰ τὸν διορίσῃ. Νὰ τῷ παραχωρήσωμεν ὅμως τὸ δικαίωμα, ὁσάκις θέλῃ, νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἵνα προεδρεύῃ τοῦ Κακουργιοδικείου, τοῦτο δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς καταχρήσεις ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐφετείου.
§223ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ παρουσία τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐφετείου κρίνεται ἀναγκαία.
§224ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα δυνάμει τοῦ νόμου νὰ τὸν διορίσητε.
§225ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θέλω νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ὁσάκις τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 7).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§227ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδέχεται ὁ ἀρχαιότερος πλημμελειοδίκης νὰ ἦναι αὐτὸς ὁ σύνεδρος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ποῖος θὰ ἦναι ὁ ἀναπληρώσων; Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἰσχύουσα τώρα νομοθεσία τροποποιεῖται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 9–12).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§229ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Προχθὲς, ὅτε συνεζητεῖτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16, ἀφορῶσαν ὅμως τὰ ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 13 πρόσωπα. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης ἐσκόπουν νὰ προκαλέσω μίαν εἰδικὴν ἀνικανότητα τῶν ἐν τῷ ἐδαφίῳ τούτῳ ἀναφερομένων προσώπων τοῦ νὰ ἐκτελέσουν τὰ καθήκοντα τοῦ ἐνόρκου, διότι εἰσὶν ὑπάλληλοι ἐν ἐνεργείᾳ. Ὡς γνωστὸν, τὸ ἄρθρον 95 τοῦ Συντάγματος ὑπήγαγε τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ὡς καὶ τὰ τοῦ τύπου, ὅσα δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, εἰς τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων. Ὁ λόγος δὲ εἶναι διττός· πρῶτον, διότι ὁ νομοθέτης ἐδυσπίστει εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐξάρτησίν τινα ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας,—καὶ τοιαῦτα πρόσωπα εἶναι βεβαίως καὶ οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ,— δεύτερος λόγος εἶναι, διότι ἠθέλησεν, ὥστε ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων νὰ λαμβάνηται ἐκ δικαστῶν ἐκ τοῦ λαοῦ, διότι ἡ γνώμη τῶν τοιούτων δικαστῶν ἐμφαίνει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ κοινωνία περὶ τοῦ ἀδικήματος, ἡ δὲ γνώμη αὕτη δύναται πολλάκις νὰ ἀναστείλῃ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τραπῆ οἱ πολιτικοὶ, ἢ ἄλλοτε νὰ τοὺς ἐνισχύσῃ. Ἐὰν ὅμως ἀφήσωμεν τὴν ἐκδίκασιν τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων εἰς ὑπαλλήλους, ἐξαρτωμένους ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀναιροῦμεν τοὺς λόγους αὐτοὺς, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριχθεῖσα ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ὑπήγαγε τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα εἰς τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων; Καὶ ἀφοῦ οἱ ἀποτελέσαντες τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ἀφῄρεσαν τὸ δικαίωμα τοῦ δικάζειν τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα ἀπὸ τοὺς τακτικοὺς δικαστὰς, τοὺς ὁποίους συγχρόνως ἐξησφάλισαν διὰ τῆς ἰσοβιότητος, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐσκέφθησαν κἂν νὰ ἐμπιστευθῶσιν αὐτὰ εἰς τὸν ἑλληνοδιδάσκαλον ἢ τὸν καθηγητὴν, ἐξαρτωμένους ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ὑποτίθεται, ὅτι ἔχει ἐνδιαφέρον εἰς τὴν ἔκβασιν τῆς δίκης κατὰ τοῦ κατηγορουμένου; Τούτων ἕνεκα ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ τροπολογία της, σκοποῦσα νὰ ὁρίσῃ εἰδικὴν ἀνικανότητα τῶν προσώπων, τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 13, εἰς τὸ δικάζειν τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα. Ἤδη ὅμως προσθέτω, ὅτι τὰ ἐν τῷ ἐδαφίῳ τούτῳ ἀναφερόμενα πρόσωπα, ἀντὶ νὰ ὠφελήσουν, λαμβάνοντα μέρος εἰς τὰ ὁρκωτικὰ δικαστήρια, θέλουσι βλάψει μᾶλλον, διότι ἴσως τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν προσώπων τούτων, μόνον ἐν τῷ Κακουργιοδικείῳ τῷ ἐν Ἀθήναις δύνανται νὰ παράσχωσι τὰ φῶτά των, καθὼς π. χ. οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ οἱ καθηγηταὶ τῆς Σχολῆς τοῦ Πολυτεχνείου· ὥστε ἡ ὠφέλεια εἶναι ἐλαχίστη. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τοὺς καθηγητὰς τῶν Γυμνασίων ἢ τοὺς διδασκάλους τῶν σχολείων, νομίζω ὅτι τὴν ἀμέλειαν, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, θέλομεν τὴν ἐνισχύσει, θέλομεν δὲ στερήσει τοὐλάχιστον ἐπὶ ἕνα μῆνα τοὺς μαθητὰς τῶν παραδόσεων τῶν διδασκάλων τούτων, διότι οὗτοι θὰ προσέρχωνται εἰς τὰ δικαστήρια καὶ οὐχὶ εἰς τὰς παραδόσεις. Λοιπὸν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, τουτέστιν, ὅτι οὐδεμίαν μὲν ὠφέλειαν θὰ ἔχωμεν παρὰ τῶν προσώπων τούτων, βλάβην δὲ τοὐναντίον, παρακαλῶ ν’ ἀπαλειφθῇ ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ ἐδάφιον. Ἐὰν ὅμως δὲν στέρξῃ ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ τοῦτο, τότε ἐξάπαντος—διότι θεωρῶ τὴν διάταξιν ἀντισυνταγματικωτάτην—πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον προχθές· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη ἤλλαξεν ἡ σειρὰ τῶν ἄρθρων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὑποβάλλω νέαν τροπολογίαν, ἥτις πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 18, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὡσαύτως προκειμένου περὶ ἐκδικάσεως πολιτικοῦ ἐγκλήματος, δὲν τίθενται ἐν τῇ κληρωτίδι, εἴτε τῇ αἰτήσει τοῦ Εἰσαγγελέως, εἴτε τοῦ κατηγορουμένου, ἢ καὶ αὐτεπαγγέλτως ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων καὶ κατ’ ἀπόφασιν αὐτοῦ, τὰ ὀνόματα τῶν ἐνόρκων, οἵτινές εἰσιν ἐκ τῶν ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 13 ἀναφερομένων προσώπων». Νομίζω ὅτι ἐκεῖ πρέπει νὰ τεθῇ ἡ τροπολογία, ἐὰν δὲν ἀπαλειφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἐδάφιον αὐτό.
§230ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἔννατον ἐδάφιον ὁ κείμενος νόμος, ἀντὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἀκινήτου περιουσίας, εἶχε τὸ ὅλον τῆς περιουσίας, νομίζω 15,000 δραχ. τοὐλάχιστον. Τώρα ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅταν λέγῃ ἀκίνητον περιουσίαν, ἧς ἕνεκα ὑποβάλλεται εἰς φόρον ἀνώτερον τῶν δραχμῶν 100, τίνα ἀκίνητον περιουσίαν ἐννοεῖ; Ἐὰν πρόκηται περὶ οἰκιῶν, δύναμαι νὰ ἐννοήσω αὐτὴν τὴν περίστασιν, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ σταφιδαμπέλων, ἀμπέλων ἢ ἀγρῶν, τότε πῶς θὰ ἔχῃ ὁ ἰδιοκτήτης ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον, ἀφοῦ οὗτος πληρόνεται εἰς τὰ τελωνεῖα, καὶ πολλάκις ὑπὸ τρίτων προσώπων;
§231ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἄργους. Ἀληθῶς δὲν ἐννοῶ, πῶς εἰς τὸ μέσον τοῦ νομοθετήματος παρεισέφρησαν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς μεγαλειτέραν ἐξάρτησιν ἀπέναντι τῆς ἐξουσίας, παρὰ οἱ δικασταί, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ Σύνταγμα τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων. Ἀναμφισβητήτως πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 13, ἀλλὰ συγχρόνως νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ τέταρτον ἐδάφιον, δηλ. νὰ ἀφαιρεθῶσιν οἱ συμβολαιογράφοι. Οἱ συμβολαιογράφοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπήρειαν τῆς ἐξουσίας. Ἐὰν δεχθῶμεν ν’ ἀφήσωμεν τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην εἰς τοὺς ὁρκωτοὺς δικαστάς, βεβαίως πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς οἱανδήποτε ἐξάρτησιν. Ἡ ἐπιβοηθητικὴ δὲ τροπολογία, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄργους συναδέλφου, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ ὡρισμένων ἐγκλημάτων νὰ συγκροτῶμεν τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων καθ’ ἕνα τρόπον, καὶ ἐπὶ ἄλλων κατ’ ἄλλον τρόπον. Τοῦτο θὰ ἦτο μία μεγάλη παραβίασις τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό.
§232ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ καθιερώσητε, γείνῃ δεκτὴ, τότε ἡ καλλιτέρα διατύπωσις θὰ ἦναι νὰ ἀπαλειφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἄρθρον 14, καὶ νὰ εἴπητε: «Ἔνορκοι δὲν δύνανται νὰ ὦσιν ἰσοβίως μὲν οἱ ἱερωμένοι καὶ μοναχοί, προσκαίρως δὲ οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ Βουλευταὶ, οἱ Πρέσβεις καὶ ἅπαντες οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι».
§233ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινα ἄλλην διατύπωσιν· τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 13 νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, μὲ τὴν προσθήκην τῶν λέξεων «διατελέσαντες καὶ μὴ διατελοῦντες».
§234ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 14–15, ὡς ἔχουσι).
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§236ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διασαφήσῃ αὐτὸ τὸ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 16. Τί ἐννοεῖ διὰ τῶν λέξεων «οἱ ἐστερημένοι τῆς ἐλευθέρας διαχειρίσεως τῆς περιουσίας αὑτῶν»; Διότι ὑπάρχει ἀμφιβολία τις ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς τοιαύτης ῥήτρας· ἄλλοι μὲν ἀποδίδουσιν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀποβλέπει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ὑπὸ κηδεμονίαν, ἄλλοι συμπεριλαμβάνουσιν εἰς αὐτὴν καὶ τοὺς πτωχεύσαντας, καὶ ἄλλοι ἐπεκτείνουσιν αὐτὴν περισσότερον, περιλαμβάνοντες καὶ ἅπαντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε ἀπηλλοτριώθησαν τῆς περιουσίας των.
§237ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι καὶ ἡ διάταξις τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 15, πρέπει νὰ μελετηθῇ. Διότι εἰς τοῦτο περιλαμβάνονται οἱ ἐπὶ δωροδοκίᾳ, ἐκβιάσει, ἢ καταπιέσει καταδικασθέντες καὶ εἰς βαθμὸν πλημμελήματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, ὑπάρχουσι καὶ ἐκεῖνοι, καθ’ ὧν ἐφηρμόσθησαν τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀναφερόμενα, καὶ ἄλλα, συνεπάγοντα ποινὴν διετοῦς φυλακίσεως. Διατὶ νὰ γένηται ἡ παραπομπὴ μόνον διὰ τὰ ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ, καὶ νὰ μὴ περιλαμβάνωνται ὅλα;
§238ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ τὸ λάβω ὑπ’ ὄψιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 17 καὶ 18).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).
§240ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 19 πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ ἀρίθμησις τῶν ἄρθρων, ἤτοι ἀντὶ «14–16» νὰ τεθῇ «15–17». Ἕνεκα δὲ τῆς διατάξεως τῆς δευτέρας παραγράφου δύναται νὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς· οἱ ὑπάρχοντες δύο εἰρηνοδίκαι νὰ ἔχωσι διορισθῆ ἀμφότεροι συγχρόνως καὶ νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν ἀρχαιότητα ἐν τῇ πόλει, ἢ νὰ ὑπάρχωσι τρεῖς εἰρηνοδίκαι, καὶ οἱ δύο νὰ ἦναι ἐπίσης ἀρχαιότεροι τοῦ τρίτου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο δύσκολος ἡ συγκρότησις τῆς ἐπιτροπῆς.
§241ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ σήμερον ὑπάρχουσι δικασταὶ, διοριζόμενοι διὰ τοῦ αὐτοῦ διατάγματος, καὶ τὸ ζήτημα λύεται ἁπλούστατα, θεωρουμένου ὡς ἀρχαιοτέρου τοῦ πρώτου ἐν τῷ διατάγματι ἀναγραφομένου. — ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι τοῦτο θὰ γίνεται καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τοῦ ἄρθρου 19.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἄργους κ. Κωτσάκου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
§243ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐν τοῖς καταλόγοις τούτοις ἐγγράφονται ἐπίσης οἱ συμπληρώσαντες τὸ 70 ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ οἱ κατοικοῦντες ἢ μονίμως διαμένοντες ἐκτὸς μὲν τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς περιφερείας αὐτοῦ, πολῖται Ἕλληνες, ἔχοντες τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου καὶ μὴ ὑπαγόμενοι εἴς τινα τῶν ἐξαιρέσεων τῶν ἄρθρων 14 καὶ 16, ἐὰν ζητήσωσι τοῦτο ἐγγράφως δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν ἀνωτέρω ἐπιτροπήν, ἐπιδιδομένης ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος μέχρι τῆς 20 Φεβρουαρίου».
§244ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐννοεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν φέρω, εἶναι εἷς τρόπος συμβιβασμοῦ μεταξὺ τῶν δύο γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι συνεζητήθησαν προηγουμένως. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἐθεώρησεν ἀντισυνταγματικόν, τὸ νὰ περιορισθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐνόρκων μεταξὺ τῶν ἐν τῇ αὐτῇ πόλει πολιτῶν· ἐγὼ δὲν θεωρῶ αὐτὸ ἀντισυνταγματικόν, ἀλλὰ δὲν θεωρῶ καὶ ὡς δυνάμενον νὰ ἀποτελέσῃ προσὸν ἑνὸς ἐνόρκου ἡ κατοικία αὐτοῦ ἐν τῇ πόλει· τοὐναντίον θεωρῶ αὐτὸ ἀντικείμενον εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, ὅτι οἱ ἔνορκοι πρέπει νὰ λαμβάνωνται ἐκ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, καὶ πολῖται Ἕλληνες εἶναι καὶ οἱ ἐκτὸς τῶν πόλεων κατοικοῦντες. Ἐκ τούτου λέγω, ὅτι οὔτε ἡ μία θεωρία εἶναι ὀρθή, οὔτε ἡ ἑτέρα, καὶ ἂς εἴπωμεν, ὅτι ὁ ἀληθὴς λόγος τῆς μεταῤῥυθμίσεως ταύτης τῶν περὶ ἐνόρκων διατάξεων εἶναι οἰκονομία ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν. Διὰ τοῦτο, καὶ ἵνα συμβιβάσω πάντα, ἔφερον τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται, ὅτι δύνανται νὰ ἦναι ἔνορκοι καὶ ὅσοι, ἔχοντες τὰ προσόντα τοῦ ἐνόρκου καὶ μὴ ὑπαγόμενοι εἰς ἐξαίρεσιν, ζητήσωσιν ἐγγράφως τοῦτο δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν ἐπιτροπήν.
§245ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄργους Βουλευτοῦ ἐπαναφέρει τὸ ἄτοπον, εἰς ἄρσιν τοῦ ὁποίου ἰδίως ἀφορᾷ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ εἰς μείζονας μάλιστα διαστάσεις· διότι κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ θὰ δικαιῶνται νὰ ἦναι ἔνορκοι οἱ ἐκτὸς τῶν πόλεων κατοικοῦντες, ὅσοι θέλουσιν· αὐτοὶ δὲ θὰ ἦναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, μεταβαίνοντες εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου, δὲν θὰ μεταβαίνωσιν ἐξ αἰσθημάτων καθήκοντος, ἀλλὰ βεβαίως ἐκ λόγων ἄλλων, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Δικαιοσύνη δὲν θὰ ὠφεληθῇ.
§246ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Τὸ συνδικάζειν τινὰ μετὰ τῶν συμπολιτῶν του ἑτέρους συμπολίτας των ἦτο παρὰ τοῖς ἀρχαίοις ὁ ὁρισμὸς τοῦ πολίτου κατὰ τὸν Πλάτωνα. Ὁ δὲ Ἀριστοτέλης εἶπεν: «τὸ μετέχειν κρίσεως καὶ ἀρχῆς σημαίνει πολίτην». Εἶναι λοιπὸν τοῦτο μία ἀρχή, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ μὴ ἀναγνωρίσητε.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κωτσάκου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19 μετὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Καλογεροπούλου προταθείσης μεταβολῆς τῶν ἀριθμῶν «14–16» εἰς «15–17». Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 20–25).
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται).
§249ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐνταῦθα πρέπει νὰ μεταβληθῶσιν οἱ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου ἀριθμοὶ «15 καὶ 16» εἰς «15–17». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 26 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 27–42).
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 43 (ἀναγινώσκεται).
§251ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ προτείνουσα ὡς λόγον ἀπαλλαγῆς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν, πρέπει βεβαίως νὰ γείνῃ δεκτή, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ αὐτῆς.
§252ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τὴν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 43, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 44–48).
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 49 (ἀναγινώσκεται).
§254ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἐξαιρέσεως, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται ἐπὶ πλειόνων κατηγορουμένων διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, δὲν εἶναι τὸ δικαιότερον. Ὅταν ἦναι δύο κατηγορούμενοι, ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαιρέσῃ τρεῖς ἐνόρκους, δὲν εἶναι δὲ δίκαιον, ἐπειδὴ προηγήθη διὰ κλήρου εἰς τὴν σειρὰν ὁ εἷς τῶν κατηγορουμένων, νὰ ἐξαιρέσῃ οὗτος καὶ τοὺς ἕξ, ὁ δὲ ἕτερος οὐδένα. Ἡ πρακτικὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἐδέχθη πάντοτε αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ θεωρῶ δικαιότερον, ὅπως ἡ ἐξαίρεσις, ὑπαρχόντων πλειόνων κατηγορουμένων, κανονισθῇ κατὰ τὴν ἄλλην ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος πολλάκις παρεδέχθη, καὶ ἥτις δύναται νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄν κατὰ τὴν συζήτησιν παρευρίσκωνται πλείονες κατηγορούμενοι, θὰ ἐξασκήσωσιν ἀπὸ κοινοῦ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαιρέσεως. Ἄν δὲν συμφωνῶσι πρὸς τοῦτο, αἱ ἐξαιρέσεις διανέμονται ἐξ ἴσου μεταξὺ τῶν κατηγορουμένων. Ἡ ἐνέργεια τῶν μὴ δεκτικῶν τοιαύτης διανομῆς ἐξαιρέσεων καὶ ἡ σειρὰ τῶν περὶ ἐξαιρέσεως δηλώσεων, κανονίζονται διὰ κλήρου.»
§255ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι γνωστὸν ὅτι δύο ἐπεκράτησαν ἀρχαὶ ὡς πρὸς τὰς ἐξαιρέσεις τῶν ἐνόρκων, ὅταν ὑπάρχωσι πλείονες κατηγορούμενοι· ἀλλὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἡ τελευταία νομολογία εἶναι ὑπὲρ τοῦ τρόπου τῆς ἐξαιρέσεως, τὸν ὁποῖον καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον. Αὐτὸς ἐθεωρήθη ὡς δικαιότερος, διότι κατὰ τὸ ἄλλο σύστημα, ἐὰν ἦναι πλείονες κατηγορούμενοι, καὶ ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαιρέσεως, θὰ ἐπέλθῃ ἀνισότης.
§256ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία καθιεροῖ τὸν τρόπον τῆς ἐξαιρέσεως, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀνέφερον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 49, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 50–56.)
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 57 (ἀναγινώσκεται).
§258ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ ἀντικατασταθῶσιν αἱ λέξεις «κατὰ τὸ ἄρθρον 24» διὰ τῶν λέξεων «κατὰ τὸ ἄρθρον 28». Εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ ἄρθρου νὰ τεθῇ ἡ λέξις «πόλει».
§259ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 57 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 58).
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 59 (ἀναγινώσκεται).
§261ΡΑΛΛΗΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει πλήρης ὁμοφωνία. Ὅλαι αἱ νεώτεραι ποινικαὶ νομοθεσίαι κατήργησαν τὴν ἀνακεφαλαίωσιν τοῦ Προέδρου, ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν συντελεῖ.
§262ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι.
§263ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει νεωτέρα νομοθεσία, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ ἀναμιγνύηται καὶ στρεβλοῖ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ἐκ τῆς ὑπερασπίσεως καὶ τῆς κατηγορίας. Λοιπὸν μεταξὺ τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα καταργοῦνται, πρέπει νὰ καταργηθῇ καὶ τὸ ἄρθρον τὸ σχετικὸν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§264ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄλλως θὰ προκαλέσωμεν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§265ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὐδεὶς ἀντιλέγει.
§266ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§267ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι τόσον μικρὰ ἡ προσθήκη, ὥστε δύναται νὰ γείνῃ ἀπόψε.
§268ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρέπῃ νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα διὰ μακρῶν, εἴμεθα ἕτοιμοι.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 59, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§270ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 59 κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν πρέπει νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «οἱ διὰ τούτων καταργηθέντες νόμοι», διότι ἄλλως, τηρουμένης τῆς θεωρίας, ἥν ζητεῖ ἡ τοιαύτη ἀναγραφὴ νὰ καθιερώσῃ, θὰ ἐπέλθῃ ὡς συμπέρασμα εἰς τὴν λοιπὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, ὁσάκις καταργῆται νόμος τις καὶ ὁ καταργητικὸς νόμος καταργηθῇ, νὰ ἀναβιοῖ ὁ δι’ αὐτοῦ καταργηθεὶς, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ ἐναντία διάταξις, ὅπως ἐκείνην, ἧς ζητῶ τὴν ἀπάλειψιν. Τοῦτο θεωρῶ δυνάμενον νὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα διὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, διότι τὸ πρῶτον νῦν εἰσάγεται ἐν νομοθετήματι παρ’ ἡμῖν ἡ τοιαύτη θεωρία.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 μ. μ.