1892.07.07
1.186 στίχοι · 8.707 λέξεις · 99 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
τῆς 7 Ἰουλίου 1892.
(Τρίτη)
Ὥρα 10 π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐν Ἀθήναις Φιλαρμονικὴ Ἑταιρία ζητεῖ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθήσῃ παρέχουσα αὐτῇ, ὡς ἄλλοτε, ἐτησίαν συνδρομὴν ἐκ δραχμῶν 1500. Παραπέμπεται ἡ αἴτησίς της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ χήρα τοῦ αὐτοκτονήσαντος πρώην ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς Ξενοφῶντος Γραμματικοπούλου ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν, δι’ ἧς ζητεῖ βοήθημα, καὶ ἄλλοτε χορηγηθὲν αὐτῇ.
§2Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅσοι διετέλεσαν Βουλευταὶ κατὰ τὰς παρελθούσας Βουλὰς ἐνθυμοῦνται τὸν Ξενοφῶντα Γραμματικόπουλον, τὸν φιλοπόνως ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐργασθέντα. Ὁ δυστυχὴς αὐτός, ἐπιβαρυνθεὶς μὲ δαπάνας, ἕνεκα τῆς μεγάλης οἰκογενείας του, καὶ καταδιωκόμενος ἀπὸ τοὺς δανειστάς, ἐγένετο αὐτόχειρ, ἀφῆκε δὲ δέκα τέκνα ἀνήλικα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν ἄνευ ἐλεημοσύνης· ἐπειδὴ δὲ ὁ μακαρίτης οὗτος δὲν εἶχε συμπληρώσει τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, διὰ τοῦτο ἡ χήρα ἀναφέρεται πρὸς τὴν Βουλήν, αἰτουμένη βοήθημά τι. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συστήσῃ εἰς τὴν φιλανθρωπίαν καὶ ἐλεημοσύνην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως χορηγήσῃ βοήθημά τι πρὸς τὴν οἰκογένειαν ταύτην· παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ πράξῃ ὡσαύτως, διότι ἡ ἐλεημοσύνη πρὸς δυστυχεῖς εἶναι τὸ πρώτιστον καθῆκον τῆς χριστιανωσύνης ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ.
§3ΤΣΑΜΑΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἐκ Καλαμῶν βουλευτὴς κ. Φλέσσας ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησε κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ παρασταθέντος εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἐλλειμματίου ὑπολοχαγοῦ τῆς οἰκονομίας Γρηγορίου Μπεχράκη, τοῦ μὴ δεχθέντος, ὡς ἐπληροφορήθην, τὸ ὑπὸ τοῦ ὑπολοχαγοῦ τούτου καταβληθὲν ἔλλειμμα, καὶ ἐντεῦθεν τὸ Δημόσιον βλάψαντος.» Ἡ ὑπόθεσις δὲν ἔχει ὡς παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτής. Ὁ ὑπολοχαγὸς τῆς οἰκονομίας Μπεχράκης ἐξηργύρωσε παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου ἐντάλματα πλαστογραφημένα, μετὰ δὲ τὴν καταγγελίαν, τὴν ἐνεργηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρήσαντος τὴν διαχείρισίν του ἀξιωματικοῦ, ὁ Μπεχράκης προσῆλθεν αὐτοπροσώπως, ἀλλὰ καὶ ἕτεροι ἀξιωματικοὶ προσῆλθον εἰς τὸν Κεντρικὸν ταμίαν καὶ ἐζήτησαν νὰ καταθέσωσι τὸ τίμημα τῶν ἐξαργυρωθέντων ὑπὸ τοῦ Μπεχράκη ἐνταλμάτων, ἐπὶ τῷ λόγῳ ἢ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι νὰ ἀναλάβῃ ὁ εἰρημένος ἀξιωματικὸς καὶ τὰ ἐντάλματα τὰ πλαστογραφημένα. Ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο ἦτο ἀδύνατον νὰ παραδεχθῇ ὁ ταμίας, χωρὶς νὰ διατρέξῃ τὸν κίνδυνον τῆς συνενοχῆς· ἑπομένως ὁ ταμίας ἠρνήθη νὰ παραδώσῃ τὰ πλαστογραφημένα ἐντάλματα, τῶν ὁποίων ἡ πλαστογράφησις ἐβεβαιώθη ἐπισήμως. Αὐτὴ ἦτο ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Καλαμῶν κ. Βουλευτής, ἐκ κακῶν βεβαίως πληροφοριῶν, ἄλλως ἐξέθηκε.
§4ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν Βουλήν, ἐὰν πρόκηται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ σημάτων τῶν κιβωτίων τοῦ σταφιδοκάρπου;
§5ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀσχολούμεθα περὶ τούτου.
§6Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐκόμισε, καθόσον γνωρίζω, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι ὁ ὑπολοχαγὸς Μπεχράκης δι’ ἑτέρων ἀξιωματικῶν ἐζήτησε νὰ καταθέσῃ τὸ ἔλλειμμά του, ἐπειδὴ ὑπέθετεν, ὅτι ἤθελε φανῆ ἡ Δικαιοσύνη ἐπιεικής. Τοῦτο μὲ διεβεβαίωσαν ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, καὶ ὅτι ὁ ἐνεργήσας τὴν ἐξέλεγξιν ἀξιωματικὸς δὲν ἐδέχθη τὸ ἔλλειμμα, διϊσχυρισθεὶς, ὅτι κατεβλήθη κατόπιν ἑορτῆς. Δὲν ἔγεινε λόγος περὶ ἐνταλμάτων, διότι δὲν εἶχε σχέσιν ἡ πλαστογραφία μὲ τὸ ἔλλειμμα. Ὁ ἐξελέγξας ἀξιωματικὸς ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὰ χρήματα, διὰ νὰ μὴ ζημιώσῃ τὸ ταμεῖον, καὶ κατόπιν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του ὡς πρὸς τὰ πλαστογραφημένα ἐντάλματα. Τοῦτο μὴ πράξας, ἐζημίωσε σπουδαίως τὸ Δημόσιον, καὶ τὸν κατηγορούμενον ἀξιωματικὸν ἔβλαψε, διότι, ἀφοῦ τὸ ἔλλειμμα κατετίθετο πρὸ πάσης ἀνακρίσεως, ἠδύνατο νὰ τύχῃ ὁ κατηγορούμενος τῆς ἐπιεικείας τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν τῶν ὀνομάτων τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν διατελούντων ἐν γνώσει τῆς καταβολῆς τοῦ ἐλλείμματος, ἂν ἐπιτρέψωσι τοῦτο οἱ πληροφορήσαντές με κύριοι ἀξιωματικοί.
§7ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ συναδέλφου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ παραποιήσεως γραμματοσήμων κλπ. ξένων Κρατῶν. Περὶ συμβάσεως μετὰ σιδηροδρομικῶν ἑταιριῶν πρὸς τηλεγραφικὴν συνεννόησιν. Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βιέννῃ τὴν 4 Ἰουλίου 1891 συνομολογηθείσης συμφωνίας περὶ ἐγγραφῆς συνδρομῶν εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ τὰ περιοδικὰ συγγράμματα διὰ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ κανονισμοῦ λεπτομερείας καὶ τάξεως πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμφωνίας ταύτης. Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βιέννῃ τὴν 4 Ἰουλίου 1891 συνομολογηθείσης διεθνοῦς συμφωνίας περὶ τῆς χρήσεως βιβλιαρίων ταὐτότητος ἐν τῇ διεθνεῖ ταχυδρομικῇ ὑπηρεσίᾳ. Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Βιέννῃ τὴν 4 Ἰουλίου 1891 συνομολογηθείσης παγκοσμίου ταχυδρομικῆς συμβάσεως. Περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Παρισίοις τῇ 9)21 Ἰουνίου 1890 ἀναθεωρηθέντος κανονισμοῦ τῆς διεθνοῦς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Περὶ τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας. Ὡσαύτως ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἕτερον περὶ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 154–162).
§9Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀσθενοῦντος τοῦ συναδέλφου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὑποβάλλω, ἐν ὀνόματι αὐτοῦ καὶ ἀπὸ κοινοῦ μετ’ αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ τελῶν τοῦ χαρτοσήμου. Πρόκειται περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 163).
§11ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ περὶ Δικαστηρίου τῶν Κακουργιοδικῶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἤδη εἰς τὴν ὑμετέραν κρίσιν καὶ ἐπιψήφισιν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, καθιεροῖ, ὡς βεβαίως παρετηρήσατε, τὴν καινοφανῆ ἀρχὴν τοῦ ἀμίσθου τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐνόρκων δικαστῶν. Προκειμένου δὲ νὰ φέρω τροπολογίαν καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης, παρακαλῶ ἀπὸ τοῦδε τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, εἰ δυνατόν, πίνακα τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου: αʹ) διὰ τὴν ἀποζημίωσιν καὶ βʹ) δι’ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα τῶν ἐνόρκων κατ’ ἀμφοτέρας τὰς τοῦ 1889 ἔτους Συνόδους τῶν Κακουργιοδικείων τῆς περιφερείας τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν. Καθ’ ὅσον δὲ ἡ παράκλησίς μου αὕτη ἀφορᾷ εἰς ἀντικείμενον, ἐνδιαφέρον τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην, δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ εἴπω ὀλίγας συνάμα λέξεις περὶ ἀντικειμένου, ἀφορῶντος ἐπίσης εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν λειτουργῶν αὐτῆς. Ἐκ συμπτώσεως, Κύριοι, περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου πρὸ μικροῦ τὸ προχθεσινὸν φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος», ἐκ τούτου δ’ ἔμαθον, ὅτι κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν ὅμως δὲν παρευρέθην ἀτυχῶς, ὁ ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος κ. Καΐρης διὰ φράσεως τραχυτάτης διέσειρεν ἐντεῦθεν τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἐν Σύρῳ κκ. Πλημμελειοδικῶν, ὀνειδίσας αὐτοὺς ἀτόπως καὶ ἀπρεπῶς, ὡς προσωποληπτοῦντας δῆθεν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν δικαστικῶν των χρεῶν, χάριν εὐτελῶν περιποιήσεων, χάριν γευμάτων καὶ δείπνων! Ἰδιαιτέρας δ’ ἠξίωσε μνείας τὸν Πρόεδρον κ. Μελετόπουλον, φιλοδωρήσας αὐτῷ ἐλευθερίως τοὺς μαργαρίτας τούτους τῆς εὐγλωττίας του (ἀναγιγνώσκει): «... Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως, πρὸς τί ὅλα αὐτὰ λέγονται ἐνταῦθα; Δὲν τὰ εἶπον διὰ νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἔχει καμμίαν εὐθύνην ἐπ’ αὐτοῖς· τὰ εἶπον μόνον, διὰ νὰ ἐλέγξω τὴν ἀκρισίαν, τὴν ἐπιπολαιότητα, τὴν μεροληψίαν τοῦ Δικαστηρίου, προεδρευομένου ἀπὸ κἄποιον Μελετόπουλον, ὃν δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ὅστις, κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν καὶ ἄλλων δικαστικῶν, εἶναι μία μεγάλη δικαστικὴ ἀνικανότης, κρυπτομένη ὄπισθεν ἀκαταλογίστου αὐστηρότητος καὶ ἀπέναντι ἀθώων, καὶ ὁ ὁποῖος βεβαίως τοὺς κατηγορουμένους δὲν ἐγνώριζεν· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐγνώριζε τοὺς κατηγορουμένους, γνωρίζει ὅμως ἄλλο πρόσωπον ἐν Σύρῳ, τὸ ὁποῖον προστατεύει τὸν Δήμαρχον Κορθίου καὶ τοὺς ἀνθρώπους του...» Δὲν κακίζω, κύριοι συνάδελφοι, τὸν ἐξ Ἄνδρου κ. Βουλευτὴν, ὅτι, ἠναγκασμένος νὰ φανῇ εὐάρεστος εἰς τοὺς πολιτικοὺς φίλους καὶ συμπολίτας αὐτοῦ, τοὺς ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου Σύρου καταδικασθέντας, Κόδρους ἢ Κούδρους του, προέβη μέχρι τοῦ νὰ θέσῃ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος τὸ κῦρος καὶ τὴν ὀρθότητα μιᾶς δικαστικῆς ἀποφάσεως, εἰς οὐδὲν λογισάμενος οὔτε τὰς περὶ διακρίσεως τῶν μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους καθιερωμένας ὑπὸ τοῦ πολιτεύματός μας ἀρχάς, οὔτε τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει κατὰ τῆς κοινωνίας ἐκεῖνος, ὅστις ἐνσπείρει ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῆς τὴν δυσπιστίαν ἐναντίον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν τῆς πατρίδος του. Ἔχω ὅμως τὸ καθῆκον, καθῆκον τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπιβάλλει ἡ στενοτάτη συγγένεια, ἥτις μὲ συνδέει μετὰ τοῦ τόσον ἀλόγως καὶ ἀνοικείως ὑβρισθέντος Προέδρου κ. Μελετοπούλου, νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἐξ Ἄνδρου κ. συνάδελφον, ὅτι, καὶ ἂν ἔτι ἐφρόνει, ὅτι ἡ εὐγένεια καὶ ὁ ἱπποτισμὸς τῷ ἐπέτρεπον νὰ ἐξυβρίσῃ ἐντεῦθεν, ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς τουτέστιν, ἀνώτερον δικαστικὸν λειτουργὸν, ὤφειλεν οὐχ ἧττον πρωτίστως νὰ ἀρυσθῇ περὶ τῆς ἠθικῆς αὐτοῦ ἀξίας μᾶλλον βασίμους καὶ ἀσφαλεῖς πληροφορίας, ἀφοῦ μάλιστα οὔτε ἐγνώριζε κἂν τὸν κ. Μελετόπουλον, ὡς ὁ ἴδιος διομολογεῖ ἐν τῇ ἀγορεύσει του. Ἀναγκάζομαι ἕνεκα τούτου νὰ πληροφορήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἐπικαλούμενος πρὸς τοῦτο τὴν μαρτυρίαν οὐ μόνον τῶν ἐκ Λακεδαίμονος ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν καλῶς γνωριζόντων τὸν κ. Μελετόπουλον, ὅτι οὗτος διεκρίθη ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ, καὶ διακρίνεται, διά τε τὴν εὐρεῖαν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν του, τὴν ἄκραν χρυστότητα τοῦ χαρακτῆρος καὶ ἱκανότητά του, πρὸς δὲ καὶ διὰ τὴν ἀπαράμιλλον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Δικαιοσύνης πίστιν καὶ ἀφοσίωσίν του. Δὲν πρέπει δὲ ὁ ἐξ Ἄνδρου συνάδελφος νὰ ἀγνοῇ ἐπὶ πλέον, ὅτι ὁ κ. Μελετόπουλος ἀνήκει εἰς μίαν τῶν ἐπιφανεστέρων οἰκογενειῶν τῆς Πελοποννήσου, κέκτηται δὲ ἱκανὴν ὑπερηφάνειαν, μὴ ἐπιτρέπουσαν αὐτῷ νὰ ἀθετήσῃ οὔτε τὸ πρὸς τὴν Πολιτείαν καθῆκόν του, οὔτε τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς τὰς οἰκογενειακὰς αὐτοῦ παραδόσεις. Ἀδικεῖ δὲ ἀνυπολογίστως ἑαυτὸν ἰδίως ἐκεῖνος, ὅστις κατέρχεται μέχρι τοῦ σταδίου τῶν ὕβρεων κατὰ τοιούτων λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῶν μάλιστα.
§12Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποίαν συγγένειαν ἔχετε;
§13ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πρῶτος ἐξάδελφός μου.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξωτερικῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ προτείνει τὴν παραδοχὴν αὐτοῦ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 164). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ κατὰ τὸν νόμον ᾼΦΜΖʹ προσθέτου προσωπικοῦ. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ διαλύσεως τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου 1845 νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους.
§16ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα, διότι προβλέπω, ὅτι θὰ παραλύσῃ ἡ διοίκησις, καὶ ἐκ τούτου θὰ ὑποφέρωσι πολλὰ αἱ ἐπαρχίαι, ὡς ὑπέφερον καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογήν, ὅτε ἡ διοίκησις εἶχε παραλύσει εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον. Διέμενον τότε ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, καὶ εἶδον πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐξήγειραν τὴν συνείδησίν μου καὶ μὲ ἔπεισαν, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ ἔχει ἀποτελέσματα πολὺ δυσάρεστα εἰς τὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ τὴν πρόληψιν τῶν ἐγκλημάτων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ εἰς τὴν οἰκονομίαν δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνδυάσῃ τὸ σύστημα αὐτὸ διὰ τῆς προσλήψεως εἰς τὰ Ἐπαρχεῖα ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ; Θὰ εἶχε τότε τὴν βεβαιότητα τῆς ἐξοικονομήσεως τοῦ ἑνὸς μισθοῦ, καὶ ἤθελε θέσει τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς πολὺ ἁρμόζουσαν θέσιν, ἐν ᾗ ἤθελον συντελέσει οὐκ ὀλίγον εἰς τὴν καλὴν διαῤῥύθμισιν τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου. Τὸ μέτρον τοῦ νὰ καταργήσωσι τὴν δημοτικὴν καὶ εἰσαγάγωσι τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν θὰ φέρῃ τὴν ἐσχάτην παραλυσίαν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, διότι θὰ μαράνῃ τὸν ζῆλον τοῦ Δημάρχου, μὴ δυναμένου νὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς συνδημότας του καὶ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην, μεθ’ ἧς περιέβαλον αὐτόν· ἐξ ἄλλου δὲ ἐγκαθιδρύεται ἐν τῷ δήμῳ κράτος ἐν κράτει, διότι ὁ ἀστυνόμος δὲν θὰ ὑπακούῃ εἰς τὸν Δήμαρχον, θὰ ἦναι ἓν ὄργανον ἀντιπράξεως κατ’ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις εἰς γʹ συζήτησιν, ὅπως σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἂν δύναται νὰ τοποθετήσῃ ἀξιωματικοὺς εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ διατηρήσῃ τὸ ὑφιστάμενον σύστημα τῆς διοικήσεως, μὲ τὸ ὁποῖον ἀνετράφημεν. Τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως ἐπέφερε τὴν πρώτην ἀποτυχίαν τοῦ κ. Τρικούπη. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ὑπάρχοντος, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ ἐπανέφερεν ἡ πρώην Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἔτι δύναται νὰ ἐκλέξῃ καὶ ἀξιωματικούς, εἰς οὓς νὰ δώσῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν τελωνείων, διὰ νὰ ἔχωμεν καὶ ἐκεῖθεν οἰκονομίας. Οἱ περισσότεροι τῶν τελωνῶν εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι περιουσίαν, εἶναι ἄνθρωποι οἰκοκυραῖοι, καὶ ἠμποροῦν πολὺ καλὰ καὶ παυόμενοι νὰ ζήσουν, ἐνῷ ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἔχει κἀμμίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν ἢ τὴν μισθοδοσίαν αὑτοῦ. Ἂν λοιπὸν, ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων, εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποσπάσωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὸ ἔργον των, ἂς τοὺς τοποθετήσωμεν τοὐλάχιστον εἰς μίαν θέσιν ἀξιοπρεπῆ, εἰς μίαν θέσιν, ὅπου νὰ μὴ ἀποβάλλουν τὴν ὑψηλοφροσύνην καὶ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ἀξιωματικός, τοῦ νὰ μὴ ἀποβάλλῃ τὴν ἕξιν τοῦ νὰ διοικῇ εὐπρεπῶς καὶ ἀξιοπρεπῶς, καὶ ὄχι νὰ τὸν θέσωμεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀστυνόμου, ἵνα συλλαμβάνῃ τοὺς μεθύσους καὶ τοὺς ταραξίας τῶν πόλεων. Δὲν εἶναι ἡ θέσις αὐτὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ὅταν τὸν θέσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, τὸν καθιστῶμεν ἐντελῶς ἄχρηστον, ἂν πρόκηται πάλιν νὰ τὸν ἐπαναφέρωμεν μίαν ἡμέραν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ· ἐνῷ, ἐὰν τὸν τοποθετήσωμεν εἰς τὴν διοίκησιν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ἐπαναλαμβάνω, σῴζομεν τὸν τόπον ἀπὸ τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα τὸν ἀπειλοῦσι διὰ τῆς καταργήσεως τῆς διοικήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θέτομεν τὸν ἀξιωματικὸν εἰς μίαν θέσιν, ὅθεν ἠμπορεῖ νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίας σπουδαίας εἰς τὸν τόπον, διατηροῦμεν δὲ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀξιωματικοῦ, δυναμένου κατὰ συνέπειαν εἰς πᾶσαν στιγμήν, ἂν κληθῇ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, νὰ παρασταθῇ μὲ τὴν εὐπρέπειαν, μὲ τὸ ἦθος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει πάντοτε νὰ συνοδεύῃ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Σᾶς βεβαιῶ, μὲ λύπην μου βλέπω τὰ μέτρα αὐτὰ, ὅπως μὲ λύπην μου εἶδον ἄλλοτε τὴν ἀφομοίωσιν τὴν νομισματικὴν, ὅπως μὲ λύπην μου εἶδον τὴν ἐσπευσμένην ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπως μὲ λύπην μου εἶδον τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔφερον τὴν κρίσιν τὴν οἰκονομικήν· μὲ τὴν αὐτὴν λύπην βλέπω καὶ αὐτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ὁδηγήσει εἰς τὴν ἐσχάτην παραλυσίαν, θέλουσι παραδώσει τὸν τόπον εἰς τὴν ληστείαν καὶ τὴν φυγοδικίαν, εἰς τὴν ἐντελῆ ἀναρχίαν. Διὰ τοῦτο νὰ μὴ ἤμεθα ἄβουλοι, νὰ μὴ ἤμεθα ἀσύμβουλοι, νὰ μὴ ἀποκρούωμεν τὴν φωνὴν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πονοῦσι τὸν τόπον· διότι τί μὲ ὁδηγεῖ ἐμὲ εἰς τὸ νὰ ἀντιτάσσωμαι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Ἔχω ἄλλον λόγον; ἔχω ἄλλο πάθος; Ὄχι· ἀλλὰ βλέπω τὸ χάος ἀπειλοῦν τὸν τόπον, βλέπω ὅτι ἡ ὠφέλεια εἶναι μικρὰ, ἀπέναντι τῆς ζημίας, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ. Τὰ περισσότερα Ἐπαρχεῖα ἔχουν ἤδη τὰ καταστήματά των, ὥστε ἐκεῖθεν δὲν ἐπέρχεται οἰκονομία· ἐὰν δὲ κληθῶσιν εἰς τὰ Ἐπαρχεῖα ἀξιωματικοὶ, θὰ ἔχωμεν τοὺς διευθύνοντας καὶ καλῶς, ὑποθέτω τοὐλάχιστον, διοικοῦντας τὰς ἐπαρχίας, ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δι’ ἕνα γραμματέα ἡ δαπάνη εἶναι μηδὲν, ἀλλ’ ἡ ζημία, ἡ ὁποία ἐπέρχεται ἐκ τῆς συγκεντρώσεως τῆς τοιαύτης, εἶναι ἀνυπολόγιστος. Ὅταν ἡ διοίκησις συγκεντροῦται εἰς τὴν Νομαρχίαν, τί ἐπέρχεται; Ὁ μὲν Νομάρχης πολιτικίζει, οἱ δὲ γραμματεῖς δὲν κάμνουσι τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ καπνίζωσι, νὰ διασκεδάζωσιν εἰς τὰ ᾠδικὰ καφενεῖα, νὰ χαριεντίζωνται, τὰ δὲ γραφεῖα τῆς ὑπηρεσίας ἀργοῦσι, καὶ πρέπει νὰ τρέχῃ ὁ ἐπαρχιώτης διηνεκῶς εἰς τὴν πρωτεύουσαν, διὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔγγραφόν του καὶ δοθῇ ἀπάντησις. Οὐδέποτε δίδεται ἀπάντησις εἰς τὰ ἔγγραφα τῶν ἐπαρχιωτῶν, χωρὶς ὁ ἐπαρχιώτης νὰ τρέξῃ καὶ ζητήσῃ καὶ πάλιν νὰ ζητήσῃ. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Δήμαρχος τῶν Αἰγιέων εἶχε δανεισθῆ 400,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν διαφόρων δημοτικῶν ἔργων, καὶ ἐπεβάλετο αὐτῷ ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τούτου ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς χρήσεως, ἔστω καὶ μέρους αὐτοῦ. Ἀποφασίζεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων, καὶ ἐγκρίνεται ὑπὸ τῆς Νομαρχίας, καὶ γίνεται ἔναρξις τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Αἴφνης ἡ Νομαρχία ἀπαγορεύει τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων· ἐρωτᾶται, διατί; δὲν δίδει ἀπάντησιν· ζητεῖται ἡ ἄδεια, ὅπως πληρωθῇ ἡ γενομένη ἐργασία, δὲν δίδεται. Μάταια ἀπέβησαν ὅλα τὰ εἰς Πάτρας τρεξίματα, ἡ ἄδεια πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων δὲν ἐδόθη, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης πολιτείας τῆς Νομαρχίας ὑπῆρξεν, ὅτι τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ δανείου ἀπεῤῥοφήθη ἀπὸ τοὺς τόκους! Ἡ τοιαύτη συγκέντρωσις, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρισκόμεθα, θὰ ἐπιφέρῃ τὸν ὄλεθρον. Ἀφίνω κατὰ μέρος, ὅτι παραδίδει τὰς ἐπαρχίας εἰς τὴν διάκρισιν τῶν Δημάρχων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς κόμμα, καὶ τὸ κόμμα τοῦ Δημάρχου εἶναι στενοτάτου τοπικισμοῦ κόμμα, ἐνῷ τὸ κόμμα τῆς διοικήσεως εἶναι βέβαια καὶ αὐτὸ κόμμα, ἀλλὰ εἰς ἕνα κύκλον εὐρύτερον, ἔχον βλέψεις εὐρυτέρας, καὶ διὰ τοῦτο θεραπεύει ἐν μέρει τὰ ἐλαττώματα τοῦ στενοῦ τοπικοῦ πνεύματος. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, καλὸν εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ μου, ἐν τῷ ζήλῳ, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπὲρ τῶν κοινῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1–7).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔγεινε τροπολογία ἐπ’ αὐτοῦ;
§19ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ (γραμματεύς). Μάλιστα, τῇ προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀντὶ τοῦ «Διορίζεται Διευθυντὴς Νομαρχίας ὁ ἔχων δωδεκαετῆ διοικητικὴν ὑπηρεσίαν (ἐν ᾗ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν) ἐν συνόλῳ καὶ διατελέσας», ἐτέθη: «Διορίζεται Διευθυντὴς Νομαρχίας ὁ ἔχων δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν ἐν συνόλῳ, (ἐν ᾗ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν), ἧς τὰ δύο τρίτα διοικητική, καὶ διατελέσας».
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. «Εἰς τὸ ἄρθρον 8, μετὰ τὴν παράγραφον 5, νὰ προστεθῇ: «ἢ ὁ ἔχων δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ γραμματέως Αʹ τάξεως, ἐξ ὧν ἑνεαετῆ ἐν τῇ διοικητικῇ ὑπηρεσίᾳ».
§21ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐπιτρέπει τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Οἰτύλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 9.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ὁ ἐκ Σπετσῶν βουλευτὴς κ. Γ. Π. Μπούμπουλης ὑπέβαλε τὴν ἀκόλουθον τροπολογίαν: «Νὰ προστεθῇ, σχετικῶς μὲ τὰς παραγράφους γʹ καὶ δʹ τοῦ ἄρθρου 10, καὶ εʹ παράγραφος, ἔχουσα οὕτω: «ἢ γραφεὺς αʹ καὶ βʹ τάξεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὑπογραμματεὺς Νομαρχίας ἐπὶ τετραετίαν τοὐλάχιστον, ἔχων δὲ ὀκταετῆ ἐν ὅλῳ διοικητικὴν ὑπηρεσίαν συμπεπληρωμένην».
§24ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ ἐγερθὲν καὶ συζητηθὲν κατὰ τὰς δύο πρώτας συζητήσεις, δηλ. ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντίφασιν, ἡ ὁποία φαίνεται ὑπάρχουσα ἐν τῷ ἄρθρῳ 13, νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἀρθῇ διὰ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 13. Ὁ νόμος περὶ προσόντων τοῦ 1884 εἶχε καθιερώσει τὴν ἑξῆς ἀρχήν. Ἐγένετο δεκτὴ ἡ ὑπηρεσία, ἢ τὸ προσὸν διδάκτορος καὶ ἐπιτυγχάνοντος εἰς τὰς ἐξετάσεις. Ὁ νόμος τοῦ 1890 κατήργησε τὴν διάταξιν ταύτην. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ δώσωμεν σήμερον τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ὑπαλλήλων, διότι εἶναι ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους. Δὲν εἶναι δὲ καλὸν νὰ φέρωμεν αὐτὸ ἐν τῷ νόμῳ τῷ εἰδικῷ· ἐπιφυλασσόμεθα, ὅταν φέρωμεν νόμον γενικὸν, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν παλαιὰν διάταξιν, ἐν ὅσῳ δὲ ὁ νέος νόμος κανονίζει αὐτὰ, ἀφίνομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 10 ὡς ἔχει, καὶ μεταῤῥυθμίζομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 13. Ἐπιφυλάσσομαι ἀργότερον ἐν νόμῳ νὰ κανονίσω τὸν ὅρον, διότι, βλέπετε, ὁ παλαιὸς νόμος εἶχε δύο ὅρους, πρῶτον ἀπῄτει ὑπηρεσίαν, ἔλεγεν ὅμως, ὅτι οἱ διδάκτορες δύνανται καὶ ἄνευ ὑπηρεσίας νὰ εἰσέλθωσιν εἰς ὡρισμένους βαθμοὺς, ἀλλὰ κατόπιν διαγωνισμοῦ. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου, δὲν ὑπάρχει τοιοῦτόν τι. Δὲν εἶναι πρέπον ἐν εἰδικῷ νομοσχεδίῳ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν διάταξιν ταύτην. Ὅταν ψηφισθῇ γενικὸς νόμος περὶ προσόντων, βεβαίως θὰ γείνῃ μεταῤῥύθμισις τοῦ ἄρθρου 10, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ τοῦτο δὲν γείνῃ, ὅπως ἐπέλθῃ συμφωνία μεταξὺ τῶν ἄρθρων 10 καὶ 13, ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τοῦ 13 τὴν τριετῆ ὑπηρεσίαν, καὶ ἑπομένως δύναταί τις νὰ διορισθῇ, ἐὰν ἦναι διδάκτωρ ἢ προλύτης, καὶ ἄνευ ὑπηρεσίας. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν).
§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτιμοτέρα εἶναι ἡ πρώτη.
§26ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· διότι ἐγένετο μία παρατήρησις πολὺ ὀρθὴ ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ὅτι εἶναι δύσκολον ν’ ἀποκτήσῃ τις τὰ προσόντα αὐτὰ, καὶ εἶναι δύσκολον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ διδάκτορες θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μὲ τὸν βαθμὸν γραφέως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη δὲν ὠφελεῖ, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν θὰ βραδύνωμεν νὰ ὑποβάλωμεν νόμον περὶ προσόντων, ὅπου θὰ περιλάβωμεν ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τῆς ὑπηρεσίας.
§27Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δύναται νὰ θεραπευθῇ ἡ ἀπαίτησις τῆς πέμπτης παραγράφου, τὴν ὁποίαν προτείνω ὡς προσθήκην, διὰ τῆς προσθήκης, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κάμητε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13;
§28ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀνθρώπου ἔχοντος δίπλωμα διδάκτορος τοῦ ἐθνικοῦ ἢ ἄλλου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου, τότε βεβαίως θεραπεύεται.
§29Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λοιπὸν τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα προτείνω διὰ τῆς προτάσεώς μου, νομίζετε, ὅτι δὲν συμπληροῦσι τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου;
§30ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἑξῆς· ὁ γραφεὺς πρώτης τάξεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τριετίαν ὑπηρετήσας, δύναται νὰ προαχθῇ εἰς γραμματέα δευτέρας τάξεως· ὁ γραφεὺς δευτέρας τάξεως βεβαίως δὲν δύναται, ἐὰν δὲν διέλθῃ ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ γραφέως πρώτης τάξεως, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ δίπλωμα διδάκτορος τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου ἢ ἄλλου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου, καὶ τότε βεβαίως δύναται νὰ διορισθῇ δυνάμει τῆς ἑτέρας διατάξεως, καὶ ὄχι τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει.
§31Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§32ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετ’ ἀπορίας παρατηρῶ, ὅτι, προκειμένου περὶ προσόντων τῶν μελλόντων νὰ διορισθῶσιν εἰς τὰς θέσεις νομαρχιακοῦ γραμματέως αʹ καὶ βʹ τάξεως, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ πτυχίον μόνης τῆς Νομικῆς Σχολῆς, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ τῆς Σχολῆς τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν. Τὴν σήμερον πολλὰ Πανεπιστήμια τῆς ἑσπερίας Εὐρώπης κέκτηνται τοιαύτην Σχολήν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἤδη πρόνοια, ὅπως καὶ παρ’ ἡμῖν ἱδρυθῇ Σχολὴ πολιτικῶν ἐπιστημῶν· διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει κατ’ ἐξοχὴν ἀνάγκην ἡ Πολιτεία νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου περὶ προσόντων τῶν μελλόντων νὰ ὑπηρετήσωσιν αὐτὴν ὑπαλλήλων, εἶναι ἀκριβῶς αἱ πολιτικαὶ, οἰκονομολογικαὶ καὶ κοινωνιολογικαὶ γνώσεις, ἃς δύνανται νὰ προσκτήσωσιν αὐτοὶ, φοιτῶντες οὐχὶ τόσον εἰς τὴν Νομικὴν, ὅσον εἰς τὴν Σχολὴν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν. Ἐὰν καθιεροῦμεν ὡς ἓν τῶν πρώτων καὶ κυρίων προσόντων ἀπὸ τοῦδε καὶ τὸ πτυχίον τῆς τοιαύτης Σχολῆς, ἐλπὶς θὰ ἦτο οὕτω πως νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν καὶ πολλοὺς νέους Ἕλληνας εἰς τὴν σπουδὴν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, ἔνθα τὴν σήμερον ἀσχολοῦνται περὶ ἄλλας ἐπιστήμας· διότι αἱ πολιτικαὶ Σχολαὶ δὲν ἀνοίγουσιν εἰς αὐτοὺς στάδιον, ἐπανερχομένους ἐνταῦθα.
§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοιαύτη Σχολὴ δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν· ὅταν ὑπάρξῃ, τότε θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ παρ’ αὐτῆς χορηγούμενον πτυχίον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ σπουδάζοντας, συνήθως οἱ σπουδάζοντες πολιτικὰς ἐπιστήμας λαμβάνουσι καὶ τὸ δίπλωμα τῆς Νομικῆς. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν πρέπει νὰ προνοήσωμεν ἀπὸ τοῦδε περὶ τούτου. (Διάλογοι).
§34Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν μοὶ λέγετε, ποῖον πτυχίον πρέπει νὰ ἔχῃ τις, ὅπως καταταχθῇ εἰς τὴν Σχολὴν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν;
§35ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸν νεαρὸν ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν ἀπαντῶ, ὅτι ὁ τοιοῦτος οὐδενὸς πτυχίου ἔχει ἀνάγκην, ἐκτὸς μόνου τοῦ ἀπολυτηρίου Γυμνασίου· διότι ἐπὶ τῇ βάσει τούτου δύναται νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν Σχολὴν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, ὡς καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε τροπολογίαν περὶ τούτου;
§37ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θεωρεῖ περιττὸν τὸ προσὸν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, διατὶ νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν; Μήπως ἀγνοῶ, ὅτι ἡ ἰδική μου γνώμη, ὅσον ὀρθὴ καὶ ἂν ἦναι αὕτη, θ’ ἀποῤῥιφθῇ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἐνόσῳ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἀποδέχεται αὐτήν;
§38Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοῦτο· ἐγὼ εἶπον, ὅτι παρ’ ἡμῖν τοιαύτη Σχολὴ δὲν ὑπάρχει, ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ὑπάρχουσιν αἱ λεγόμεναι «écoles libres», καὶ εἰσέρχονται εἰς τὴν Σχολὴν ταύτην οἱ ἔχοντες δίπλωμα Νομικῆς. Εἶπον ὅτι, μέχρις οὗ Σχολὴ τοιαύτη ὑπάρξῃ παρ’ ἡμῖν, καὶ μέχρις οὗ καθορισθῶσι τὰ τοῦ διπλώματος τῶν Σχολῶν τούτων, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προσθέσωμεν τὴν προτεινομένην διάταξιν. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι τὸ πτυχίον Σχολῆς πολιτικῶν ἐπιστημῶν ἀποτελεῖ μειονέκτημα διὰ τὸν ἐν ταῖς Σχολαῖς ταύταις σπουδάσαντα.
§39ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε διατὶ δὲν δέχεσθε νὰ προστεθῇ ὡς προσὸν καὶ τὸ πτυχίον τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν;
§40Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διότι νομίζω, ὅτι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῶν Σχολῶν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν ἐν τοῖς πλείστοις τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, δὲν εἶναι ἀρκούντως ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ ἔχων δίπλωμα τῶν Σχολῶν τούτων κέκτηται τὰ προσόντα, ἅπερ πρέπει ν’ ἀπαιτηθῶσιν, ὅπως δυνηθῇ νὰ διορισθῇ ἀμέσως, ἄνευ προηγουμένης ὑπηρεσίας.
§41ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὸ πτυχίον καὶ ξένων Νομικῶν Σχολῶν, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἐπίσης καὶ τὰ πτυχία ξένων Σχολῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν. Ἀφοῦ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ἐπὶ παραδείγματι, τὰ πτυχία τῶν Νομικῶν Σχολῶν πολλῶν Πανεπιστημίων τῆς Γερμανίας, εἰς ἃ φοιτῶσι τὴν σήμερον πλεῖστοι ὅσοι νέοι Ἕλληνες, διατὶ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ πτυχία τῶν Σχολῶν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν τῶν αὐτῶν Πανεπιστημίων, ἀφοῦ αἱ Σχολαὶ αὗται λειτουργοῦσιν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς καὶ αἱ Νομικαὶ Σχολαὶ, τὰ δὲ διπλώματά των ἔχουσι τὸ αὐτὸ κῦρος πρὸς τὰ διπλώματα τῶν Νομικῶν Σχολῶν; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐτροποποίησε τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς νομαρχιακὸν γραμματέα βʹ τάξεως πᾶς ὁ ἔχων δίπλωμα διδάκτορος ἢ προλύτου τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ ἢ ἄλλου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου, καὶ ὁ ἐπὶ τριετίαν τοὐλάχιστον ὑπηρετῶν εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοκολλητοῦ Νομαρχίας ἢ γραφέως αʹ τάξεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εὐδοκιμήσας εἰς ἐξετάσεις ἐνεργηθείσας κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἀπὸ 25 Αὐγούστου 1884 Β. Διατάγματος περὶ ἐκτελέσεως κλπ. τοῦ νόμου περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§43ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἐννοῶ, διατὶ οἱ γραμματεῖς τῆς Νομαρχίας αʹ τάξεως ὑπάγονται εἰς τὰς ἀπαγορευτικὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1875 ΦΜʹ νόμου περὶ μὴ διορισμοῦ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, καὶ οἱ γραμματεῖς βʹ τάξεως δὲν ὑπάγονται.
§44ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διότι ὁ γραμματεὺς αʹ τάξεως ἀντιπροσωπεύει τὸν Νομάρχην καὶ ἔχει θέσιν σπουδαίαν, καὶ καλὸν εἶναι νὰ μὴ κατάγηται ἐκ τοῦ τόπου, ἔνθα ὑπηρετεῖ, ἐνῷ ὁ γραμματεὺς βʹ τάξεως δὲν ἔχει τόσῳ σπουδαίαν θέσιν, δὲν ἔχει ἐξουσίαν ἰδίαν, τὴν ὁποίαν νὰ ἐξασκῇ, ὡς ὁ γραμματεὺς αʹ τάξεως.
§45ΦΩΤΗΛΑΣ. Μᾶλλον ἐπικίνδυνος εἶναι ὁ διεξάγων τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Νομαρχίᾳ, παρὰ ὁ ἐκπληρῶν τὰ ἔργα τοῦ Νομάρχου. Δι’ αὐτὸν μόνον τὸν λόγον πρέπει νὰ ἀποκλείηται ὁ γραμματεὺς τῆς δευτέρας τάξεως, διότι διεξάγει ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Νομαρχίᾳ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν;
§47ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ Νομάρχης εἶναι προϊστάμενος...
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργός.
§49ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. .. Καὶ ὁ γραμματεὺς πρώτης τάξεως δύναται νὰ ᾖναι προϊστάμενος, ἀλλὰ ὁ γραμματεὺς δευτέρας τάξεως δὲν δύναται ποτὲ νὰ ᾖναι προϊστάμενος.
§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰς διοικητικὰς πράξεις ἀντιπροσωπεύει ὁ γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, εἶναι περιττὴ ἡ διάλεξις... (Θόρυβος). Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Κύριοι Βουλευταί, ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ὑποβάλλει πρότασιν, ὅπως καὶ οἱ νομαρχιακοὶ γραμματεῖς δευτέρας τάξεως ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμον.
§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν, παρακαλῶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι οἱ γραμματεῖς πρώτης τάξεως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀναπληρώσωσι τὸν Νομάρχην, κωλυόμενον, ὅταν καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Νομαρχίας κωλύηται, οἱ γραμματεῖς ὅμως δευτέρας τάξεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἀναπληρώσωσιν. Εἰς τὰς Νομαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχει γραμματεὺς πρώτης τάξεως, οὐδεμία, ὑποθέτω, θὰ παρουσιασθῇ δυσκολία πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ Νομάρχου, κωλυομένου, διὰ τοῦ γραμματέως πρώτης τάξεως. Ἀλλὰ εἰς τὰς Νομαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχει γραμματεὺς πρώτης τάξεως, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ ἐκεῖ καὶ ἡ ὑπὸ γραμματέως δευτέρας τάξεως ἀναπλήρωσις, διότι ἐνδέχεται πολλάκις νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ μὴ ὑπάρχῃ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ Νομάρχου.
§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ προχθὲς ἐποιησάμην τὴν ἰδίαν παρατήρησιν. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἄνευ σκοπιμότητος ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ γραμματεῖς πάσης τάξεως ἀπεκλείοντο τοῦ νὰ ὦσιν ἐντόπιοι, εἶναι λόγος ἀρκετὰ ἰσχυρὸς, καὶ ἐφηρμόζετο ἡ διάταξις αὕτη ἐφ’ ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ εἰς τὰς οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὰς διοικητικὰς, καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἀκόμη, καὶ εἰς τὰς δικαστικάς. Οὐδεὶς γραμματεὺς ἐφορίας ἢ ταμείου δύναται νὰ ἦναι ἐντόπιος.
§54Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι ὁ ἀναπληρωτής...
§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν γένει ὁ γραμματεύς.
§56Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀναπληρωτής.
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ δύναται κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ὁ γραμματεύς....
§58Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ γραμματέως, ὁμιλεῖ περὶ ἀναπληρωτοῦ.
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁμιλεῖ περὶ γραμματέως.
§60Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ περὶ γραμματέως, ἀλλὰ περὶ ἀναπληρωτοῦ.
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην πρέπει πλειότερον νὰ τὴν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, διότι δύναται νὰ γείνῃ ἀφορμὴ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἐπεκταθῇ αὕτη καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, πρὸς βλάβην αὐτῶν.
§62ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον νὰ ὑπαγάγωμεν καὶ τοὺς γραμματεῖς τῆς δευτέρας τάξεως εἰς τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Ὡς εἶπον, αὐτοὶ δὲν ἀντιπροσωπεύουσι, δὲν ἐξασκοῦσιν ἐξουσίαν. Παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ὅτι διεξάγουσι τὴν ὑπηρεσίαν. Τότε διατὶ δὲν ἐφαρμόζει τὴν αὐτὴν διάταξιν διὰ τὸν πρωτοκολλητὴν, τοὺς γραφεῖς καὶ δι’ ὁλόκληρον τὸ προσωπικόν; Πρέπει δὲ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦ ἐντελοῦς ἀποκλεισμοῦ τῶν ἐντοπίων, δὲν πράττομέν τι καλὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν· διότι εὐκόλως ἴσως δύναταί τις νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας του, κατοικῶν μετὰ τῆς οἰκογενείας του, πολὺ δὲ δυσκόλως θὰ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ταύτας, ἂν πρόκηται νὰ μεταβῇ μακρὰν τῆς οἰκογενείας του. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι καλῶς ἔχει ἡ διάταξις. Ἡ ὑπηρεσία δὲν βλάπτεται, διότι ὁ ὑπάλληλος, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν ἐξασκεῖ ἰδίαν ἐξουσίαν. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας, ὅπου ὑπάρχει γραμματεὺς δευτέρας τάξεως, δέον νὰ ἀναπληροῖ τὸν Νομάρχην, ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν πρέπει ὁ γραμματεὺς βʹ τάξεως ν’ ἀναπληροῖ τὸν Νομάρχην. Ἐκεῖ θὰ σταλῇ γραμματεὺς πρώτης τάξεως, ὅπως ἀναπληρώσῃ τὸν Νομάρχην, διότι μόνον οὗτος ἀναπληροῖ τὸν Νομάρχην ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν καθηκόντων αὐτοῦ.
§63ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂν δὲν ἀναπληροῖ τὸν Νομάρχην, τὸν ἀντιπροσωπεύει ὅμως εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας, καθ’ ἃς δύναται νὰ ἐνεργήσῃ φατριαστικῶς, φατριαστικώτατα, ὅταν ἦναι ἐντόπιος ὁ νομαρχιακὸς γραμματεὺς βʹ τάξεως. Τὸν ἀντιπροσωπεύει εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον, ὅταν τοῦτο περιοδεύῃ, εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐπιτηδευμάτων, εἰς τὸν διαχωρισμὸν τῶν ἐθνικῶν λειβαδίων, ὅπου τοιαῦτα ὑπάρχουσιν, ὡς παρ’ ἡμῖν, καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας ὑπηρεσίας, καθ’ ἃς δύναται νὰ ἐνεργήσῃ φατριαστικώτερον ἔτι ἢ ἐὰν ἀνεπλήρου τὸν Νομάρχην ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν κυρίως διοικητικῶν του καθηκόντων.
§64ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ εὐχαρίστως θὰ ἐδεχόμην, ἵνα ὄχι μόνον οἱ γραμματεῖς δευτέρας τάξεως, ἀλλὰ καὶ οἱ γραμματεῖς ὅλοι καὶ οἱ πρωτοκολληταὶ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμον... (θόρυβος).
§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὸ σημείωσιν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίσαμεν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ περὶ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδιον, καθ’ ὃ δὲν ἐπιτρέπεται ἐφεξῆς νὰ τοποθετῶνται εἰς τὰς Ἐφορίας τῶν ἐπαρχιῶν των οἱ ἐπὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν δόσεων τῶν ἐθνικῶν γαιῶν κατώτεροι λογιστικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ἔχοντες βαθμὸν βʹ ἢ καὶ γʹ τάξεως γραφέως, συγχωροῦμεν ἐν τούτοις διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ διορίζωνται εἰς τὰς Νομαρχίας ἐντόπιοι γραμματεῖς βʹ τάξεως, ὡς ἐὰν ἦτό ποτε δυνατὸν νὰ ἐπιδράσωσι κομματικῶς περισσότερον οἱ κατώτεροι ἐκεῖνοι λογιστικοὶ ὑπάλληλοι ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς τούτους.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ὅπως καὶ οἱ γραμματεῖς Νομαρχιῶν δευτέρας τάξεως ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμον, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως). Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 15).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχει ὑποβάλει τροπολογίαν ὁ κ. Καρυστινάκης.
§68ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Μετὰ τὰς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δοθείσας χθὲς ἐξηγήσεις τὴν ἀποσύρω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς ἑξῆς.
§70ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἅμα τῇ ἰσχύϊ τοῦ παρόντος νόμου παύονται οἱ διατελοῦντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ γραμματεῖς Νομαρχιῶν, ἔπαρχοι, γραμματεῖς Ἐπαρχείων, ὑπογραμματεῖς Νομαρχιῶν, πρωτοκολληταί, γραφεῖς καὶ κλητῆρες Νομαρχιῶν καὶ Ἐπαρχείων».
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ὡσαύτως γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 18, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς γʹ συζήτησιν).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐν τῇ καταγινωσκομένῃ ποινῇ.
§73ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναγνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, τὰς φιλανθρώπους διαθέσεις, αἵτινες καθωδήγησαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὅπως ἐπιτύχῃ οὗτος πληρέστερον τοῦ σκοποῦ του, ὀφείλει, ὡς ἐγὼ νομίζω, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ καταργήσεως τῆς προφυλακίσεως τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ πλημμελήματι, οἵτινες ἔχουσι ἤδη καταδικασθῆ πρότερον ἐπὶ πλημμελήματι, ἢ καὶ ἐπὶ κακουργήματι. Διότι τί θὰ ὠφελήσῃ τούτους ἡ εὐεργετικὴ διάταξις, ἡ καθιερουμένη διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου; Ὑποθέσατε ὅτι ἔσχε τις τὸ ἀτύχημα νὰ καταδικασθῇ ἅπαξ ἐπὶ πλημμελήματι, ἢ καὶ ἐπὶ κακουργήματι· ἐὰν αὐτὸς κατηγορηθῇ ἐπὶ πλημμελήματι, ἐπὶ ἐξυβρίσει λ. χ., δύναται νὰ παραμείνῃ, κατὰ τὴν ἐν ἰσχύϊ διάταξιν τῆς Ποινικῆς ἡμῶν Δικονομίας, ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς μῆνας ἐν προφυλακίσει, ὅταν δὲ δικασθῇ, νὰ καταγνωσθῇ εἰς αὐτὸν ποινὴ φυλακίσεως μιᾶς ἢ δύο ἑβδομάδων· ἐρωτῶ τώρα, εἰς τί δύναται νὰ χρησιμεύσῃ δι’ αὐτὸν ἡ προκειμένη διάταξις περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐν τῇ καταγνωστέᾳ ποινῇ; Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦτο νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν διάταξίν του μόνους τοὺς διὰ κακουργήματα ἢ βαρέα πλημμελήματα κατηγορουμένους, καὶ νὰ ἐξαιρέσῃ αὐτῆς τοὺς δι’ ἐλαφρὰ πλημμελήματα κατηγορουμένους. Ἀλλ’ ἂν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ κάμῃ σωστὸν τὸ καλὸν, πρέπει νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδειχθὲν νομοσχέδιον, καθ’ ὃ δὲν θὰ ὑπάγωνται πλέον εἰς προφυλάκισιν, ὅσοι, καταδικασθέντες ἅπαξ διὰ πλημμέλημα, ἢ καὶ κακούργημα, θὰ κατηγοροῦντο αὖθις διὰ πλημμέλημά τι. Ἡ τοιαύτη προφυλάκισις εἶναι βεβαίως ἄτοπος, οὐδὲ δύναται νὰ δικαιολογηθῇ προσηκόντως. Δὲν πρόκειται κατ’ αὐτὴν περὶ προληπτικοῦ μέτρου, ἀλλὰ περὶ ἁπλῆς ποινῆς, ἐκ τοῦ προτέρου καταγινωσκομένης, κατὰ τὸ στάδιον τῆς προανακρίσεως, διὰ τὴν ὑποτιθεμένην ὑποτροπήν. Ἡ τοιαύτη προφυλάκισις εἶναι ὅλως ἄδικος καὶ ἐξωθεῖ πολλοὺς πολλάκις εἰς τὴν φυγοδικίαν, καθ’ ἧς σύμπασα ἡ κοινωνία ἔχει ἐξεγερθῆ ἤδη, καὶ εἰς περιστολὴν τῆς ὁποίας καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔχει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ἰδιαίτερον νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὅπως τὴν φυγοδικίαν περιορίσωμεν ἀποτελεσματικῶς, ὀφείλομεν νὰ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου πάντα τὰ παραγωγὰ αὐτῆς αἴτια, ὧν ἓν, καὶ ἐκ τῶν κυριωτέρων μάλιστα, τυγχάνει καὶ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος προφυλάκισις, ἧς τὴν κατάργησιν προτείνω νῦν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ νομίσῃ τις, ὅτι ἡ πρότασίς μου αὕτη ἐνέχει καινοτομίαν ἀνήκουστον καὶ πρωτοφανῆ. Οὐδεμία νεωτέρα νομοθεσία, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γινώσκω, ἐπιτρέπει τὴν προφυλάκισιν διὰ πλημμέλημα, ἐπὶ μόνῳ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ δι’ αὐτὸ κατηγορούμενος ἔτυχε νὰ ἔχῃ καταδικασθῆ πρότερον ἐπὶ πλημμελήματι, ἢ καὶ κακουργήματι. Ἀναφέρω πρὸς τοῦτο τὴν νεωτέραν καὶ τελειοτέραν Ποινικὴν Δικονομίαν, τὴν εἰσαχθεῖσαν ἐν Γερμανίᾳ τῷ ἔτει 1876. Κατ’ αὐτὴν, προφυλακίζεται τις μόνον ὅταν κατηγορῆται ἐπὶ κακουργήματι, ἐπὶ δὲ πλημμελημάτων ἡ προφυλάκισις χωρεῖ, ὅταν ὁ κατηγορούμενος, ἀλήτης ὢν ἢ γνωστὸς λωποδύτης, ἢ διατελῶν καθόλου ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, παρέχῃ ὑπονοίας ἀποδράσεως, ὅταν ἦναι ἀλλοδαπὸς, περὶ οὗ δύναταί τις νὰ ἀμφιβάλλῃ, ἐὰν θὰ ἐμφανισθῇ πρὸ τοῦ Δικαστηρίου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δίκης του, καὶ ὅστις ἀπαλλάσσεται τῆς προφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, οὐχὶ δὲ καὶ ὅστις ἔχει καταδικασθῆ ἅπαξ ἐπὶ πλημμελήματι, ἢ καὶ ἐπὶ κακουργήματι, ὡς παρ’ ἡμῖν. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν θὰ συνίστων νὰ μελετήσῃ τὴν σχετικὴν διάταξιν τῆς γερμανικῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καὶ ταύτην νὰ ζητήσῃ νὰ εἰσαγάγῃ καὶ παρ’ ἡμῖν δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου, ὅπως οὕτω συμπληρώσῃ τὸ ἔργον, ὅπερ προέθετο διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§75ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καίτοι ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ἠδύνατο νὰ ἐξευρεθῇ καὶ κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, οὐχ ἧττον εὑρίσκω, ὅτι ἡ παρατήρησις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα προστεθῇ δεύτερον ἄρθρον, κανονίζον τὸν τρόπον πρὸς ἐξακρίβωσιν καὶ πρὸς βεβαίωσιν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, εἶναι ὀρθὴ, καὶ προτείνω νὰ προστεθῇ ὡς δεύτερον ἄρθρον, τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινόμενον.
§76ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκράτει, κύριοι Βουλευταὶ, ἄλλοτε ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ ταῖς νομοθεσίαις τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ προφυλάκισις, ὡς μέτρον καθαρῶς προφυλακτικὸν, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἐπιβαλλομένην ποινὴν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ποινὴ ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ πλήρης, ἀδιακρίτως τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἄλλοι οἱ κανόνες τῆς ἐκτελέσεως τῆς προφυλακίσεως καὶ ἄλλοι οἱ κανόνες, καθ’ οὓς ἐκτελεῖται ἡ ποινή. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἠκολούθησεν ὁ ἡμέτερος νομοθέτης ἐν μέρει μόνον, διότι ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος περιέχει ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται ἢ μᾶλλον ἐπιβάλλεται ὁ ὑπολογισμὸς τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ποινήν, ἀλλ’ εἰς μίαν καὶ μόνην περίστασιν, τὴν τοῦ ἄρθρου 518 τοῦ ἡμετέρου ποιν. νόμου, ἔχοντος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸν φυλακισθέντα ὡς ὕποπτον κακουργήματος ἢ πλημμελήματος, μετέπειτα δὲ καταδικασθέντα ἕνεκα τῆς αὐτῆς πράξεως μόνον ὡς πταίστην, εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν καταγινώσκεται ὡς μόνη ποινὴ ἡ φυλάκισις, τὴν ὁποίαν ὑπέφερεν, ἂν ἡ διάρκειά της ἔφθασεν ἢ ὑπερέβη τὸ μέτρον τῆς ποινῆς, ἄλλως ἡ φυλάκισις πρέπει νὰ ἐκπεσθῇ ἐκ τῆς ποινῆς.» Βραδύτερον, κύριοι Βουλευταί, ἐκράτησαν ἄλλαι ἀρχαί, μᾶλλον συνάδουσαι πρὸς τὴν οὐσιαστικὴν καὶ οὐχὶ τυπικὴν δικαιοσύνην καὶ μᾶλλον συνάδουσαι πρὸς τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν· ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχή, ὅτι δύναται ἡ προφυλάκισις νὰ ὑπολογίζηται εἰς τὴν ποινήν, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε στέρησιν ἐλευθερίας καὶ τιμωρίαν ἀποτελεῖ καὶ ἡ προφυλάκισις, καὶ ἴσως μάλιστα βαρυτέραν, ὡς ἐκ τῆς ἀδιακόπου προσδοκίας τῆς ἀπολύσεως ἢ ἀθωώσεως τοῦ κατηγορουμένου. Καὶ ἄλλαι μὲν νομοθεσίαι, οἷον ἡ γερμανική, ἐπαφῆκαν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν Δικαστηρίων τὸ ζήτημα, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ συμψηφισθῇ ἡ προφυλάκισις πρὸς τὴν ποινήν, ἢ ἂν δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη περίπτωσις. Ἕτεραι ὅμως νομοθεσίαι, ἐν αἷς αἱ νεώτεραι, ἡ βελγικὴ νομοθεσία καὶ ἡ ἰταλικὴ νομοθεσία, ἐπιβάλλουσι τὴν συγχώνευσιν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως πρὸς τὴν ποινήν. Καὶ φρονῶ, ὅτι αἱ νεώτεραι αὗται νομοθεσίαι, αἱ μᾶλλον ἐπιεικεῖς καὶ φιλάνθρωποι, αἱ μᾶλλον ἀφορῶσαι πρὸς τὴν κατ’ οὐσίαν δικαιοσύνην, πρέπει νὰ χρησιμεύσωσι καὶ εἰς ἡμᾶς ὡς παράδειγμα ἀπομιμήσεως, καὶ διὰ τοῦτο οὐδόλως ἔλαβον τὸν λόγον, προκειμένου περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Συμφωνῶ λοιπόν, ὅτι τὴν ἀρχὴν τοῦ συμψηφισμοῦ τῆς προφυλακίσεως πρὸς τὴν ποινὴν πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς ταύτης εἶναι ἁπλουστάτη, ἡ διατύπωσις αὐτῆς ἐν τῇ νομοθεσίᾳ περιέχει δυσχερείας τινάς, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν. Ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ ἀξιοποίνῳ τινὶ πράξει δύναται νὰ διαμείνῃ φυλακισμένος ἐν ταῖς φυλακαῖς ὑπὸ περιστάσεις, αἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσι τὸ γενικὸν ὄνομα τῆς προφυλακίσεως, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχει καὶ οὐσιώδης διαφορά, διότι ἐκτὸς τοῦ δι’ ἐντάλματος προφυλακίσεως προφυλακισθέντος, καὶ αὐτὸς ὁ μὴ προφυλακισθείς, καταδικασθεὶς δὲ ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου εἰς φυλάκισιν καὶ θέλων νὰ προσβάλῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου δι’ ἀναιρέσεως, ὀφείλει νὰ τεθῇ ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἵνα γείνῃ τυπικῶς δεκτὴ ἡ ἀναίρεσίς του. Οὕτω δὲ θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ποινῆς του, ἐνῷ αὐτὸς ἔχει τὴν ὑπόθεσιν ἀκόμη ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἂν δὲ τυχὸν ἀναιρεθῇ ἡ ἀπόφασις, καὶ παραπεμφθῇ εἰς ἕτερον Δικαστήριον νὰ δικασθῇ, πρὶν ἢ ἀποτίσῃ ὅλην τὴν ποινήν του, τότε γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἂν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῆς παραπομπῆς ἐπιβληθεῖσαν τυχὸν νέαν ποινὴν θὰ ὑπολογισθῇ καὶ αὐτὸς ὁ χρόνος, ὃν διήνυσεν ἐν ταῖς φυλακαῖς ὁ καταδικασθείς, καὶ ὅστις δὲν εἶναι καθαρὸς χρόνος προφυλακίσεως, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἰδιαιτέραν τινὰ περίπτωσιν. Ὅταν λοιπὸν συντάσσωμεν νόμον εἰσάγοντα τὰς περὶ προφυλακίσεως νέας ἀρχάς, πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, ἵνα συνταχθῇ οὕτως, ὥστε νὰ περιλαμβάνῃ ὅλας αὐτὰς τὰς περιπτώσεις. Δεύτερον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, εἶναι, ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιτρέψωμεν τὸν συμψηφισμὸν τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ποινὴν, οἱονδήποτε ἂν ᾖναι τὸ ἀδίκημα, δι’ ὃ ἡ προφυλάκισις διετάχθη, ἢ μόνον ὅταν ἡ προφυλάκισις ἐπεβλήθη εἰς τὸν κατηγορούμενον δι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν πρᾶξιν, δι’ ἣν κατεδικάσθη. Ἠκούσατε, ὅτι τὸ ἄρθρον 518 τοῦ ἡμετέρου ποινικοῦ νόμου ἔλαβε πρόνοιαν νὰ διατάξῃ ῥητῶς: «καταδικασθέντα δὲ ἕνεκα τῆς αὐτῆς πράξεως». Τοιαύτην πρόνοιαν, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἔλαβεν ὁ Γερμανικὸς ποινικὸς νόμος τοῦ 1877, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν νεωτάτων. Λέγει ἁπλῶς μόνον ὁ Γερμανικὸς νόμος ἐν ἄρθρῳ 60 (ἀναγινώσκει): «Ἡ προφυλάκισις, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὁ κατηγορούμενος, δύναται κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως εἰς τὴν καταγνωσθεῖσαν ποινὴν ἐν μέρει ἢ καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ συνυπολογισθῇ». Καὶ ἐγεννήθη ζήτημα εἰς τὰ γερμανικὰ δικαστήρια, ἂν ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως θὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὴν ποινὴν, ὅταν δι’ ἄλλην πρᾶξιν προεφυλακίσθη τις καὶ δι’ ἄλλην κατεδικάσθη. Βεβαίως τὸ ζήτημα ἐλύθη ἀποφατικῶς, διότι προφανῶς ἡ ἔννοια τῶν νόμων εἶναι, ὅτι ἡ προφυλάκισις διετάχθη δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, δι’ ἣν ἐπῆλθεν ἡ καταδίκη. Οὐχ ἧττον καὶ περὶ τούτου πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νόμου, ἀκριβολογία τις, ἵνα μὴ γεννῶνται τοιαῦτα ζητήματα. Ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν, Κύριοι, ὑπ’ ὄψιν, εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς. Ἐπιτρέπομεν τὸν συμψηφισμὸν τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ποινὴν, ὅταν πρόκηται ποινὴ κατὰ τῆς ἐλευθερίας. Ἀλλ’ ἂν ἡ ποινὴ ᾖναι ποινὴ χρηματική; Δὲν πρέπει τότε ἡ προηγουμένη αὕτη προφυλάκισις νὰ ὑπολογισθῇ κατὰ τρόπον τινὰ ὑπὲρ τοῦ καταδικασθέντος καὶ εἰς χρηματικὴν ἀκόμη ποινήν; Περὶ αὐτῆς τῆς περιπτώσεως προβλέπει ῥητῶς, Κύριοι, ὁ τελευταῖος ἰταλικὸς νόμος, καὶ συμψηφίζει τὴν προφυλάκισιν πρὸς αὐτὴν ἀκόμη τὴν χρηματικὴν ποινήν. Καὶ νομίζω δικαίως· διότι δύναται νὰ κατηγορηθῇ τις ἐπὶ βαρεῖ τινι ἐγκλήματι, νὰ λάβῃ δὲ ἡ πρᾶξις κατόπιν ἐλαφρότερον χαρακτῆρα, καὶ νὰ τιμωρῆται μὲ ἁπλῆν φυλάκισιν ἢ μὲ χρηματικὴν ποινήν. Ἄν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελεν ἐπιβληθῆ ἑνὸς μηνὸς ἢ δύο μηνῶν φυλάκισις, οὐδεμίαν ὁ καταδικασθεὶς θὰ ὑποστῇ ποινὴν, ἕνεκα τοῦ συμψηφισμοῦ τῆς προφυλακίσεως· ἂν ὅμως ἐπιβληθῇ χρηματικὴ ποινὴ, ὁ κατηγορούμενος πρέπει νὰ τὴν πληρώσῃ. Πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἀδικίας ταύτης ὁ Ἰταλικὸς νόμος ὑπελόγισε πᾶσαν ἡμέραν προφυλακίσεως πρὸς ὡρισμένον χρηματικὸν ποσὸν, καὶ διέταξε τὸν τοιοῦτον συμψηφισμὸν τῶν προφυλακίσεων εἰς τὴν χρηματικὴν ἀκόμη ποινήν. Ἄν ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ σύστημα τοῦτο, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα διατυπωθῇ δεόντως τὸ νομοσχέδιον. Τέταρτον, Κύριοι τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὑπὸ τίνος θὰ γείνῃ αὐτὸς ὁ ὑπολογισμὸς τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ποινήν; Βλέπω καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐν ταῖς τροπολογίαις τῶν ἐπιτροπῶν, ὧν μίαν εὐηρεστήθη πρὸ ὀλίγου νὰ ἀποδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι λαμβάνεται πρόνοια περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, καὶ καταλογισμοῦ αὐτοῦ εἰς τὴν ποινὴν, ἀνατίθεται τὸ καθῆκον εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ διαγράφεται καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θέλει ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον τοῦτο. Θεωρῶ περιττὴν ὅλην αὐτὴν τὴν πρόνοιαν, διότι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὁ προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως καὶ ἡ ἔκπτωσις αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ποινῆς πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν ἀρχὴν, ἥτις ἐκτελεῖ τὴν ἀπόφασιν τῶν Δικαστηρίων, ἤγουν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, κατὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς ὁποίας ὁ κατηγορούμενος δύναται ἑκάστοτε νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὡς προσφεύγει καὶ διὰ πᾶσαν ἄλλην πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν ἀμφισβήτησιν. Μάλιστα, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν περίπτωσιν, περὶ ἧς πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα, καθ’ ἣν τίθεταί τις εἰς τὰς φυλακὰς πρὸς τὴν παραδοχὴν τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἀναιρέσεως, θὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δύναται τὸ Δικαστήριον νὰ προβῇ εἰς πλήρη ὑπολογισμὸν τῆς προφυλακίσεως, διότι δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ μείνῃ ἐν ταῖς φυλακαῖς ὁ κατηγορούμενος μέχρις ἐκδικάσεως τῆς ἀναιρέσεως. Ἂν π.χ. ἐπιβάλῃ διετῆ φυλάκισιν καὶ ἐκπέσῃ ἐξ αὐτῆς τὴν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐνιαύσιον προφυλάκισιν, θὰ τὴν περιορίσῃ εἰς ἓν ἔτος. Ἀλλ’ ἂν ὁ καταδικασθεὶς ζητήσῃ ἀναίρεσιν καὶ διαμείνῃ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐπὶ τρεῖς μῆνας, μέχρις ὅτου ἐκδικασθῇ ἡ ἀναίρεσίς του, τί γενήσεται ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ Δικαστηρίου, ἀποῤῥιφθείσης τῆς ἀναιρέσεως; Θὰ ὑπολογισθῇ ἡ ἐπελθοῦσα τρίμηνος φυλάκισις; Ἕνεκα τούτου φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρόνοιά τις περὶ ὑπολογισμοῦ τῆς προφυλακίσεως εἰς τὴν ποινήν. Δὲν λαμβάνει τοιαύτην οὔτε ὁ Βελγικὸς νόμος, κατὰ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ ὁποίου (ἀναγινώσκει): «πᾶσα φυλάκισις, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τις, πρὶν ἢ κατασταθῇ ἀμετάκλητος ἡ καταδίκη, θέλει ὑπολογισθῆ καὶ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς διαρκείας τῶν κατὰ τὴν ἐλευθερίαν ποινῶν». Συντομώτερος ἀκόμη εἶναι ὁ Ἰταλικὸς νόμος, ὡς καὶ ὁ Γερμανικὸς νόμος. Οὐδεὶς ἔλαβε τὴν πρόνοιαν αὐτὴν περὶ τοῦ τρόπου καὶ τῶν διατυπώσεων τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, διότι αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα ἐν πάσῃ περιπτώσει δύνανται νὰ ἦναι ἀντικείμενα ἐγκυκλίων, δύνανται νὰ ἦναι ἀντικείμενα διαταγμάτων, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀντικείμενα κανονιζόμενα διὰ τοῦ νόμου, ἐν ᾧ μόναι αἱ οὐσιώδεις ποινικαὶ διατάξεις πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται μετὰ πάσης δυνατῆς ἀκριβείας καὶ συντομίας. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρατηρήσεων τούτων,—ἂν γείνωσι δεκταί,—πρέπει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νὰ συνταχθῇ τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 228 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου προτίθεται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς παρόμοιον φιλάνθρωπον σκοπὸν πρὸς ἐκεῖνον, ὃν ἐπιδιώκει διὰ τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου. Πλὴν πολὺ φοβοῦμαι, μήπως ἀποτύχῃ αὐτοῦ τέλεον, ἂν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ἔχει. Ὅπως τοῦτο καταστῇ λυσιτελέστερον, ἀνάγκη, κατ’ ἐμὲ, νὰ τροποποιηθῇ. Τὴν προσήκουσαν τροπολογίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐγὼ σήμερον, αἰτιολογῶν αὐτὴν δι’ ὀλίγων λέξεων. Εὑρίσκω ἐν πρώτοις πολὺ περιωρισμένον τὸ δικαίωμα, καθ’ ὃ ἐπιτρέπεται εἰς μόνον τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν ἀνακριτὴν, καὶ εἰς τούτους ἐν συμφωνίᾳ εὑρισκομένους, οὐχὶ δ’ ἐν διαφωνίᾳ, νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν αἴτησιν περὶ προσωρινῆς ἀποφυλακίσεως τοῦ κατηγορουμένου, ὅταν πεισθῶσιν, ὅτι ὑπάρχουσι λόγοι, συνηγοροῦντες ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς διαφωνήσῃ περὶ τοῦ πράγματος πρὸς τὸν ἀνακριτὴν,—καὶ δὲν εἶναι μάλιστα πολὺ δύσκολον νὰ συμβῇ τοῦτο,—ὅταν ἰδίᾳ ὁ κατηγορούμενος τύχῃ νὰ ἦναι ἀντιπολιτευόμενος καὶ καταδιώκηται ὑπὸ τῆς κρατούσης μερίδος, ἧς οὐχὶ σπανίως οἱ Εἰσαγγελεῖς καθίστανται πειθήνια ὄργανα, τί θὰ γείνῃ τότε; Δὲν θ’ ἀποκλεισθῇ ὁ κατηγορούμενος τοῦ εὐεργετήματος τῆς προκειμένης διατάξεως; δὲν θὰ ἔχῃ τὸ ἀτύχημα νὰ παραμείνῃ ἴσως ἐπὶ μῆνας ἐν προφυλακίσει, ἄνευ λόγου ἀποχρῶντος, μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ἀνήκει εἰς τὴν κρατοῦσαν μερίδα; Δὲν θὰ προτιμήσωσι τότε πολλοὶ κατηγορούμενοι, ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διὰ τοιοῦτον δεδικαιολογημένον φόβον νὰ τραπῶσιν εἰς φυγοδικίαν, ἕως οὗ ἔλθῃ ἡ μερίς των εἰς τὰ πράγματα, ὁπότε θὰ ἐλπίζωσι νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπ’ αὐτοὺς ἡ εὐεργετικὴ διάταξις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου; Ἰδοὺ διατὶ, κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ εἰς τὸν ἀνακριτὴν χωριστὰ, καὶ ἐν διαφωνίᾳ δηλαδὴ πρὸς τὸν ἄλλον, νὰ ὑποβάλλῃ εἷς ἕκαστος αὐτῶν αἴτησιν περὶ ἀποφυλακίσεως εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὁσάκις πείθηται, ὅτι ὑπάρχουσι λόγοι ἀποχρῶντες ὑπὲρ τῆς διακοπῆς τῆς προφυλακίσεως. Ἐν περιπτώσει διαφωνίας μάλιστα, τὸ Συμβούλιον θὰ διαφωτίζηται κάλλιον περὶ τοῦ πρακτέου, διότι θὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς λόγους τοῦ διαφωνοῦντος, καὶ θὰ σταθμίζῃ κάλλιον τὰ πράγματα. Ἡ συμφωνία μεταξὺ Εἰσαγγελέως καὶ ἀνακριτοῦ ἀπαιτεῖται κατ’ ἄλλας νομοθεσίας, ἀλλὰ συνέπεια τῆς τοιαύτης συμφωνίας δὲν εἶναι ἡ αἴτησις πρὸς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἀλλ’ ἡ ἀπ’ εὐθείας ἀποφυλάκισις τοῦ κατηγορουμένου, ὅταν δηλαδὴ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς πεισθῶσιν ἀπὸ κοινοῦ, ὅτι ὑπάρχουσι λόγοι, συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς διακοπῆς τῆς ἀποφυλακίσεως. Παρ’ ἡμῖν ὅμως, ἔνθα τοιοῦτό τι δὲν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ, διὰ λόγους εὐνοήτους, ἀνάγκη νὰ καθιερώσωμεν τὸ δικαίωμα, καθ’ ὃ καὶ ἐν διαφωνίᾳ πρὸς ἀλλήλους θὰ ἠδύναντο νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον αἴτησιν περὶ διακοπῆς τῆς ἀποφυλακίσεως τοῦ κατηγορουμένου καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτής. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, εἶναι νὰ καθιερώσωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ ἀλλαχοῦ ἀπαντῶν δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου, ὅπως καὶ αὐτὸς ὑποβάλλῃ αἴτησιν περὶ διακοπῆς τῆς φυλακίσεώς του εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὁσάκις νομίζῃ, ὅτι ἔχει λόγους νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτήν. Παρ’ ἡμῖν, ἔνθα οὐ μόνον ὑπὸ τὸ κράτος τῶν πρώτων ἐντυπώσεων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν κομματικὴν πίεσιν δύνανται πολλάκις ὁ ἀνακριτὴς μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ προβῶσιν εἰς τὴν προφυλάκισιν ὅλως ἀθώου, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἐπιτραπῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον, ἵνα προσφεύγῃ καὶ μόνος εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἐξαιτούμενος τὴν διακοπὴν τῆς ἀποφυλακίσεώς του, ὁσάκις νομίζῃ, ὅτι αὕτη δὲν δικαιολογεῖται ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς, καθ’ ἣν οὐδὲν ἔνδικον μέσον ἐπιτρέπεται κατὰ τοῦ βουλεύματος τῶν Πλημμελειοδικῶν, τοῦ διατάττοντος τὴν διακοπὴν τῆς προφυλακίσεως. Οὐδένα ὅμως λόγον εὑρίσκω, δικαιολογοῦντα τὴν ἀπαγόρευσιν ἐνδίκων μέσων κατὰ τοῦ βουλεύματος, τοῦ ἀποῤῥίπτοντος τὴν αἴτησιν περὶ καταργήσεως τῆς προφυλακίσεως. Διατὶ τὸ ζήτημα νὰ μὴ ὑποβληθῇ καὶ εἰς τὴν πεφωτισμένην κρίσιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, μετὰ μεμελετημένην πρότασιν καὶ τοῦ παρ’ αὐτοῖς Εἰσαγγελέως; Ἐπὶ ζητημάτων τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἥτις πολλάκις ἀποδεικνύεται, ὅτι προσεβλήθη δωρεὰν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀντιτάξῃ τις, εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἀντιθέτου γνώμης, τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἐργασιῶν καὶ τὴν ἐπιβάρυνσιν τῶν δικαστικῶν συμβουλίων. Τοιοῦτοι εἶναι, κύριε Πρόεδρε, οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν σύνταξιν τῆς τροπολογίας μου, ἣν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ προφυλακισθεὶς δικαιοῦται νὰ ἀνακόψῃ τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, τοῦτο δὲ δικαιοῦται καὶ κατ’ οὐσίαν νὰ σταθμίσῃ τὰς περιστάσεις, ὅπως ἀποφανθῇ, ἐὰν πρέπῃ αὐτὸς νὰ διατελῇ ἐν προφυλακίσει, ἀφοῦ ἀκούσῃ πρότερον τὸν Εἰσαγγελέα καὶ ἀναγνώσῃ τὴν περὶ τούτου ἔκθεσιν τοῦ ἀνακριτοῦ, ἂν οὗτος δὲν ἦναι μέλος τοῦ Συμβουλίου. «Διαρκούσης τῆς ἀνακρίσεως, ἂν ὁ ἀνακριτὴς ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς πεισθῇ, ὅτι δὲν ὑφίσταται λόγος διαρκείας τῆς προφυλακίσεως, δύναται δι’ αἰτήσεως νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται, ἀφοῦ ἀκούσῃ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἂν ὁ ἀνακριτὴς προτείνῃ τὴν κατάργησιν τῆς προφυλακίσεως. Ἑκάτερος αὐτῶν δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀνωτέρω γνώμην του εἰς τὸ Συμβούλιον, καὶ ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸν ἕτερον. «Ἄν τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου καταργῇ τὴν προφυλάκισιν, οὐδὲν ἔνδικον μέσον χωρεῖ κατ’ αὐτοῦ· ἄλλως δικαιοῦται ὁ κατηγορούμενος δι’ ἀνακοπῆς νὰ προσβάλῃ τὸ βούλευμα ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν.»
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 165).
§80ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ τυπωθῇ πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως, διὰ νὰ γείνῃ ἡ δέουσα παρατήρησις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικῶν ἐγγυήσεων καὶ καταθέσεων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἑξῆς. Εἰς τὸν ἕβδομον στίχον μετὰ τὰς λέξεις «κατατιθέντος ἀπ’ εὐθείας», ἀπηλείφθησαν αἱ λέξεις «εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα», καὶ ἀντικατεστάθησαν διὰ τῶν λέξεων «εἰς τὸ ἁρμόδιον ἐπαρχιακὸν ταμεῖον». Εἰς τὸν ὄγδοον δὲ στίχον, μετὰ τὰς λέξεις «ἐν τῷ ὁποίῳ», προσετέθησαν αἱ λέξεις «ἀναγράφονται τὰ κατατιθέμενα ἐν λεπτομερείᾳ, καὶ». Εἰς δὲ τὸν ἑνδέκατον στίχον, μετὰ τὰς λέξεις «κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 30 Μαΐου 1882 ϠΠΖʹ νόμου, προσετέθησαν αἱ λέξεις «τῇ ἐγγράφῳ ἐπιταγῇ τοῦ ἁρμοδίου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, συναπτομένῃ εἰς τὸ οἰκεῖον γραμμάτιον».
§83ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἐννοῶ διατί ἡ κατάθεσις τῶν τίτλων, τῶν παραστατικῶν χρημάτων, νὰ μὴ γίνεται καὶ εἰς τὰ ὑποκαταστήματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§84ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι μόνον τὸ Κεντρικὸν κατάστημα εἶναι ὠργανωμένον πρὸς παραδοχὴν παρακαταθηκῶν.
§85ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ εὐκολία, ἵνα δέχωνται καὶ τὰ ὑποκαταστήματα. Δύνασθε νὰ συνεννοηθῆτε μὲ τὴν Τράπεζαν περὶ τούτου.
§86ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συνενοήθην μετὰ τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ αὕτη ἀδυνατεῖ νὰ συστήσῃ γραφεῖα παρακαταθηκῶν ἐκτὸς τοῦ Κεντρικοῦ καταστήματος.
§87ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 842 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, «ἡ ἐγγύησις δίδεται παρὰ τῷ γραμματεῖ τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου· οἱ διάδικοι ἐμφανίζονται ἐν τῷ δικαστικῷ γραφείῳ κατά τινα παρὰ τοῦ γραμματέως προσδιοριστέαν ἡμέραν, διὰ νὰ ἐξετάσωσι τὸ ἀξιόχρεον καὶ τὸ ἱκανὸν τῆς ἐγγυήσεως». Ἡ διάταξις αὕτη καταργεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου;
§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι, παντάπασι.
§89ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τότε πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία γίνεται ἐνώπιον τοῦ δικαστικοῦ γραφείου, θὰ γίνηται καὶ εἰς τὴν ἐνώπιον τοῦ ταμία κατάθεσιν.
§90ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μεταβάλλονται τὸ παράπαν πᾶσαι αἱ ἄλλαι νόμιμοι διατάξεις, εἰμὴ κατὰ τοῦτο καὶ μόνον· ἀντὶ νὰ γίνηται ἡ κατάθεσις τῶν τίτλων, τῶν παραστατικῶν ἀξίας, εἰς τὸν δικαστικὸν γραμματέα, θὰ γίνηται εἰς τὸν ἐπαρχιακὸν ταμίαν· τὸ γραμμάτιον τοῦ ἐπαρχιακοῦ ταμίου θὰ ἀναφέρῃ, τίνες εἶναι οἱ κατατεθέντες τίτλοι, ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ δ’ αὐτοῦ θὰ γίνηται ἡ περαιτέρω διαδικασία, ὡς ἂν εἶχον κατατεθῆ εἰς τὸν γραμματέα.
§91ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 842.
§92ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε ἕνα ὑπόχρεων νὰ κάμῃ μίαν κατάθεσιν ἐξ 100 χιλιάδων δραχμῶν· ἀντὶ νὰ καταθέσῃ τοὺς τίτλους, τοὺς παραστατικοὺς αὐτῆς τῆς ἀξίας, εἰς τὸν δικαστικὸν γραμματέα, ἵνα προκληθῇ ἡ περαιτέρω διαδικασία, ὀφείλει νὰ ἐνεργῇ τὴν κατάθεσιν εἰς τὸν ἐπαρχιακὸν ταμίαν, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναγράφῃ εἰς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκδιδόμενον γραμμάτιον τίνες τίτλοι κατετέθησαν, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτοῦ ὁ ἀντίδικος, λαμβάνων γνῶσιν τίνες τίτλοι κατετέθησαν, δύναται νὰ ὑποβάλλῃ τὰς ἐνστάσεις του, ἐφ’ ὧν γενήσεται ἡ περαιτέρω διαδικασία.
§93ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πρέπει νὰ τηρῶνται αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξασφαλίζουσι τὸ ἀξιόχρεον τῆς ἐγγυήσεως πρὶν ἢ γείνῃ ἡ κατάθεσις· κατὰ δὲ τὸν νόμον, ἡ τοιαύτη πρᾶξις γίνεται ἐνώπιον τοῦ γραμματέως, ὅπου ἐμφανίζονται οἱ διάδικοι καὶ συζητοῦν, ἂν τὰ διδόμενα λόγῳ ἐγγυήσεως ἦναι ἢ ὄχι ἀξιόχρεα, καὶ ἀφοῦ ἀναγνωρισθῇ τὸ ἀξιόχρεον, τότε γίνεται ἡ κατάθεσις.
§94ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀποκλείεται αὐτό.
§95ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Λέγετε, ὅτι ἡ κατάθεσις γίνεται εἰς τὸν ταμίαν· ἀλλὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα τῶν δήμων θὰ τρέχουν εἰς τὸν ταμίαν νὰ κάμουν τὰς καταθέσεις;
§96ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τώρα, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, εἶναι ὑπόχρεως εἰς τοιαύτην παρὰ τῷ ταμίᾳ κατάθεσιν ὁ εἰρηνοδίκης ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν· ὥστε, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν τὸ βάρος αὐτὸ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, τὸ δίδομεν εἰς τὸν διάδικον, ὁ ὁποῖος ἀσφαλέστατα δύναται νὰ ἐνεργῇ τὴν κατάθεσιν. Ἐν τῷ παρελθόντι συνέβη καὶ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, νὰ γένηται κατάθεσις παρά τινι εἰρηνοδίκῃ, ἔχοντι τὴν ἕδραν του μακρὰν τῆς ἕδρας τοῦ ταμείου, καὶ ὅτε ἐχρειάσθη ἡ κατάθεσις, ὁ εἰρηνοδίκης εἶχεν ἀπολυθῆ καὶ εἶχε παραλάβει μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὴν ἐγγύησιν, διεξάγεται δὲ εἰσέτι δίκη διὰ τὴν κατάθεσιν ταύτην.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§98ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον ἓν τηλεγράφημα ἐξ Ἄρτης, ἀφορῶν ὑπόθεσίν τινα, καὶ τὸ καταθέτω, ὅπως λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργός.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 166). Ὡσαύτως ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: Περὶ κυρώσεως πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1891, ἀναπληρωματικῶν μὲν ἐκ δραχμῶν 1,259,517.81, ἐκτάκτων δὲ 1,129,301.46. Περὶ κυρώσεως πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1890, ἀναπληρωματικῶν μὲν ἐκ δραχ. 622,957, ἐκτάκτων δὲ ἐκ δραχ. 16,743,380. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἐκ δραχ. 59,060. Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἐκ δραχ. 703,000. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 8,290 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1891 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 1500. Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 414,780. Περὶ κυρώσεως πιστώσεων τῆς χρήσεως 1889, ἀναπληρωματικῶν μὲν ἐκ δραχμῶν 1,085,500, ἐκτάκτων δὲ ἐκ δραχμῶν 306,830.07. Περὶ κυρώσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 400,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1892. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 77,287.51 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1891 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 989,623.30 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1891 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 167–178). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 12 τῆς Μεσημβρίας.