1892.06.30
1,949 rows · 15,040 words · 102 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
τῆς 30 Ἰουνίου 1892.
(Τρίτη)
Ὥρα 10 π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰς ἐπιτροπὰς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, Ἐσωτερικῶν καὶ Δικαιοσύνης νὰ συνέλθωσι καὶ συντάξωσι τὰς ἐκθέσεις των ἐπὶ τῶν παραπεμφθέντων εἰς αὐτὰς νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶναι καιρὸς ἤδη νὰ συζητηθῶσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἐκθέσεις.
§2ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνοδεύεται ὑπὸ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσίν του.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 112). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Ἰουνίου 1892. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου περὶ ἀδείας πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Βώλου κ. Ν. Ἀξελοῦ. Ὁ κ. Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι παρὼν, κύριε Πρόεδρε.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος τις ζητεῖ τὸν λόγον;
§7ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, καθόσον ἡ ἐπιτροπὴ ἐκθέτει τοὺς λόγους, διὰ τῶν ὁποίων ἐξηγεῖ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος, ἡ δὲ ἐξήγησις αὕτη ἀντίκειται εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐκείνην τὴν συνεδρίασιν ἐγὼ ἐξέφερα. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, δὲν μὲ πείθουσι νὰ μεταβάλω γνώμην, ὁποίαν τότε ἐξέφρασα· καὶ τὴν γνώμην μου τὴν ἐκφράζω, κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ τὴν αὐστηροτάτην τήρησιν τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὡς Βουλευτὴς, τοῦ νὰ δώσω τὴν ἑρμηνείαν εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, νομίζων ὅτι εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην πρέπει νὰ ἀπέχωμεν πάσης κομματικῆς ἰδέας καὶ σκέψεως, καθόσον πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει προσωπικῶς τὸ σῶμα ὁλόκληρον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν σήμερον, θὰ καθιερώσῃ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὸ μέλλον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς πάντα Βουλευτὴν, εἴτε ἐξ ἡμῶν, εἴτε ἐξ ἄλλων, διαδόχων ἡμῶν· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν ἐν ἄκρᾳ αὐστηρότητι καὶ ἀμεροληψίᾳ, μακρὰν πάσης πολιτικῆς ἰδέας, νὰ ἑρμηνεύσωμεν ἕκαστος κατὰ τὴν ἰδίαν γνώμην, καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον, εἰ δυνατὸν, νὰ ἦναι τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἡ ἐπιτροπὴ δύο λόγους προτείνει καὶ δύο σκέψεις ἀποδίδει εἰς τὸν συντάκτην τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος. Ἡ μία σκέψις εἶναι, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δίδῃ τὴν ἄδειαν· ἐγὼ νομίζω, ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου εἶναι νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν καταδίωξιν, κατ’ ἀρχὴν, τοῦ Βουλευτοῦ· τὸν Βουλευτὴν τὸν προασπίζει πάσης πολιτικῆς ἢ ποινικῆς καταδιώξεως, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀνωτέρα καὶ σπουδαιοτέρα πάσης ἄλλης. Αὕτη εἶναι ἡ βάσις καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου ἐκείνου. Ὑπάρχουσι δὲ ἰδιαίτεροι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ, κατ’ ἐξαίρεσιν, ἵνα παραδοθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ὁ Βουλευτὴς καὶ ἀπομακρινθῇ ἀπὸ τὰ σπουδαῖά του ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἐπαρχία του τὸν παρέπεμψεν· ἑπομένως δὲν συμφωνῶ, ὅτι κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐπιτρέπεται, ἐνῷ ἐγὼ λέγω, ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐπιτρέπεται· καὶ πρέπει νὰ ζητήσωμεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἄδεια πρὸς καταδίωξιν ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ὡς λόγους φέρει ἡ ἐπιτροπὴ δύο. Ἐὰν πεισθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι προέρχεται ἡ καταδίωξις ἀπὸ φατριαστικῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν, ἢ ἂν σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους προσβάλλωνται καὶ ἐπαπειλῶνται, τότε πάλιν πρέπει νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν. Δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι εἰς παρομοίας ὑποθέσεις ἐνεργεῖ τὸ πνεῦμα τὸ πολιτικὸν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐν Ἑλλάδι ἐνεργεῖ καθ’ ὑπαγόρευσιν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ὑποτίθεται, ὅτι ἐνεργεῖ κατ’ ἰδίας πεποιθήσεις καὶ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους· ὥστε ἤθελεν εἶναι βλάσφημον νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ αἴτησις προέρχεται ἀπὸ φατριαστικῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὀφείλω νὰ τὴν ἀποῤῥίψω. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶ τοῦτο, ποῖον θὰ ἦναι τὸ συμπέρασμα τῆς τοιαύτης σκέψεως; Ὅτι καὶ οἱ 170, οἱ ὁποῖοι παρακαθήμεθα εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, εἴμεθα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ πρώτου Εἰσαγγελέως· διότι, ἅμα εἰσαχθῇ αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ αὐτὸς ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεώς τινος ἐξ ἡμῶν, πρέπει νὰ δοθῇ αὕτη, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀνήκει ὁ καταγγελλόμενος εἰς τὴν πλειοψηφίαν, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως κατ’ αὐτοῦ. Δεύτερος λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ, εἶναι, ἐὰν προσβάλλωνται συμφέροντα τοῦ Κράτους σπουδαῖα. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν ἥρμοζε νὰ τεθῇ εἰς παρομοίας περιπτώσεις, διότι ποτὲ δὲν πιστεύω, χάριν ἑνὸς προσώπου, τοῦ Βουλευτοῦ, νὰ ἐπαπειλῶνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ εἰς σπανιωτάτας περιστάσεις, ἐὰν π. χ. πρόσωπόν τι πολιτικὸν ἦναι ἀρχηγὸς πολιτικῆς συνωμοσίας, ὁ ὁποῖος ἔχει ἔξω τόσους συντρόφους, οἱ ὁποῖοι ἐπαπειλοῦσι τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ἐὰν συλληφθῇ, δύναται νὰ κλονισθῇ ἡ δημοσία τάξις· ἀλλ’ εὐτυχῶς τοιοῦτόν τινα δὲν βλέπω ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ὥστε εὑρίσκω, ὅτι καὶ οἱ δύο λόγοι δὲν μὲ πείθουσιν, ὅπως μεταβάλω τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐξήγησα. Ἡ γνώμη μου λοιπὸν εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι, ὅταν εἰσάγηται αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως, τὸ πρῶτον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐρωτήσωμεν, εἶναι: ποία εἶναι ἡ πρᾶξις, ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν Βουλευτήν; εἶναι πρᾶξις σπουδαία; εἶναι ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον πραγματικῶς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἀνώτερον παντὸς ἄλλου συμφέροντος καὶ πρέπει ἀμέσως νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν; εἶναι πρᾶξις ἀτιμωτικὴ, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ ἀνεχώμεθα νὰ ἐξακολουθῇ νὰ παρακάθηται πλησίον ἡμῶν ἓν πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπεδόθη ἡ ἀτιμωτικὴ αὕτη πρᾶξις; Αὐτὰ πρέπει νὰ ἐξετάσω. Ἀλλ’ ὅταν μοὶ λέγωσιν, ὅτι εἷς Βουλευτὴς ἐπὶ κεφαλῆς διαδηλώσεως, τὴν ὁποίαν κάμνομεν ὅλοι ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, εἶπε δύο λόγους ἀπρεπεῖς πρὸς ἕνα ἀνθυπολοχαγὸν, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν, θὰ σεβασθῶ τὸν ἑαυτόν μου, νὰ μὴ ὑποχωρήσω εἰς τοιαύτην αἴτησιν. Ἀκολούθως θὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης ἀπαιτῇ, ὅπως ἡ μήνυσις, ἡ ὁποία ἐδόθη, καὶ ἡ καταδίωξις τοῦ Βουλευτοῦ ἐνεργηθῶσιν ἀμέσως, καὶ ἐὰν ἐκ τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ ἕνα ἢ δύο μῆνας, καθ’ οὓς διαρκεῖ ἡ Σύνοδος ἡμῶν, παραβλάπτηται ἡ δικαιοσύνη, ἐὰν δύνανται νὰ ἐξαφανισθῶσι τὰ ἴχνη τοῦ ἐγκλήματος, ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνος, ὅπως ἄλλοι συναίτιοι ὑπεκφύγωσι τὰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐκ τῆς ἀναβολῆς καὶ βραδύτητος. Ἐὰν τοιοῦτοι λόγοι ὑπάρχωσιν, ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν. Καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐπὶ τέλους, ἐὰν μεγαλείτερον συμφέρον ἔχῃ ἡ κοινωνία νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς Δικαιοσύνης, ἢ νὰ παρακάθηται ἐνταῦθα ὁ Βουλευτὴς καὶ νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος καὶ ἡ ἐπαρχία του τῷ ἀνέθηκαν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν τῶν σκέψεων πρέπει νὰ προβαίνωμεν ἐπὶ ἑκάστης παρομοίας αἰτήσεως, ἡ ὁποία εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἀπ’ εὐθείας παρὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας· ποτὲ ἡ πολιτικὴ δὲν ἔχει νὰ ἀναμιχθῇ, ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ φαίνηται, ὅτι ἔχει ἐνδιαφέρον τι· τίποτε δὲν ἐνεργεῖ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐνεργῇ, οὔτε δύναται νὰ ἐνεργῇ. Δὲν ἐξετάζω, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐξεπλήρωσεν ἓν καθῆκόν του. Ὁ Εἰσαγγελεύς, ἀντιπροσωπεύων τὴν δημοσίαν κατηγορίαν, ἐνόμισεν, ἴσως ἀπὸ ὑπερβολικὸν ζῆλον τοῦ νὰ ἦναι ἀκριβὴς καὶ ἐνήμερος εἰς τὴν ἐργασίαν του, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς αἰτήσεως, καὶ οἱ ἰσχυρισθέντες ὅτι ἠδύνατο, νομίζω ὅτι σφάλλουσι. Δὲν ἠδύνατο ὁ Ὑπουργός· ὤφειλε νὰ τὴν εἰσάξῃ εἰς τὴν Βουλήν, διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει τὴν δημοσίαν κατηγορίαν, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς ἀπὸ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίμως τὴν εἰσήγαγε, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ Εἰσαγγελεύς. Ὤφειλε λοιπὸν νὰ εἰσαγάγῃ τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὴν Βουλήν. Αὕτη δὲ μόνη δικαιοῦται ν’ ἀποφασίσῃ, ὅπως ἤθελε σκεφθῆ, σχετικῶς πρὸς τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐξακολουθῶ νὰ ἀποδίδω εἰς τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§9ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος γνώμην οὐχὶ ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς τὰς γνώμας, αἵτινες ἑκατέρωθεν ἐξετέθησαν πρὸς ὑμᾶς, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην ταύτην, πρὸς δικαιολογίαν καὶ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ θέματος θέλω δώσει. Ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπιτρέπει τὴν ποινικὴν καταδίωξιν Βουλευτοῦ, διαρκούσης τῆς Συνόδου, ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος. Πῶς ὅμως θέλει ζητηθῆ ἡ ἄδεια, καὶ εἰς ποίας περιστάσεις πρέπει νὰ χορηγῆται αὕτη ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Περὶ τῶν ζητημάτων τούτων τὸ Σύνταγμα ἐσιώπησεν, ἀλλὰ τὴν σιωπήν του ἀνεπλήρωσεν ἡ ἐπιστημονικὴ καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἑρμηνεία τῆς διατάξεώς του. Τὰ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ὑποβολῆς τῆς περὶ ἀδείας αἰτήσεως δὲν θεωρῶ ἐνδιαφέροντα εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου κυρίως ἡ Βουλὴ συζητεῖ. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, ζητούσης τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, ἡ Βουλὴ τὸ κατ’ οὐσίαν μόνον βάσιμον τῆς αἰτήσεως δικαιοῦται νὰ ἐξετάσῃ, καὶ οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ἢ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον περιῆλθε νομίμως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἡ αἴτησις τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς. Τὸ δεύτερον ὅμως ζήτημα, εἰς ποίας περιστάσεις πρέπει νὰ χορηγῇ ἡ Βουλὴ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, εἶναι βεβαίως ζήτημα, μείζονος ἀναπτύξεως δεόμενον. Τί ἀληθῶς ὀφείλει νὰ πράττῃ ἡ Βουλὴ, λαμβάνουσα τοιαύτην αἴτησιν; Ὀφείλει ἆρά γε νὰ ἀρνῆται πάντοτε τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, ἵνα διαφυλάξῃ τὸ γόητρον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος; Ἀλλ’ ἂν τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος, ἦτο περιττὸν νὰ ἀναθέσῃ ἡ Συνέλευσις τὴν χορήγησιν τῆς ἀδείας εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἤθελεν ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπαγορεύσει τὴν ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ὀφείλει ἆρά γε ἡ Βουλὴ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ χορηγῇ τὴν ἄδειαν ταύτην; Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι καθιερώθη ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν ἀσυλία, συνισταμένη εἰς τὴν τήρησιν μιᾶς ἁπλουστάτης διατυπώσεως. Προδήλως λοιπὸν, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, ὑπάρχουσι περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, καὶ ὑπάρχουσιν ἕτεραι περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀρνῆται τὴν ἄδειαν ταύτην. Τίνα ὅμως τὰ γνωρίσματα ἑκατέρας τῶν κατηγοριῶν τούτων; καὶ τίνα τὰ ὅρια τὰ διαχωρίζοντα αὐτάς; Πρέπει ἆρά γε πρὸς τοῦτο νὰ ἐξετάζηται τὸ βάσιμον ἢ μὴ τῆς εἰς τὸν Βουλευτὴν ἀποδιδομένης κατηγορίας; Βεβαίως, Κύριοι, ὄχι· διότι περὶ τοῦ βασίμου τῆς κατηγορίας ἁρμοδία νὰ ἀποφανθῇ εἶναι μόνον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, οὐδαμόθεν δὲ προκύπτει, ὅτι δικαίωμα τοιαύτης ἐξετάσεως ἐδόθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ οὔτε τὰ μέσα ἔχει ἡ Βουλὴ, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τοῦ βασίμου τῆς κατηγορίας. Ἂν διαρκούσης τῆς Συνόδου δοθῇ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν μήνυσις κατὰ τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ἡ Εἰσαγγελία; Νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως παρὰ τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ προβῇ εἰς κἀμμίαν ἀνάκρισιν. Ἠκούσατε χθὲς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴν, ἀναγινώσκοντα εἰς τὴν Βουλὴν πρακτικὰ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, κατὰ τὰ ὁποῖα ἀνεκάλεσεν ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἀπόφασίν της προηγουμένην, ἐπιτρέπουσαν τὴν ἔναρξιν τῆς ἀνακρίσεως. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν ἁπλῆς καταγγελίας θέλει ζητήσει ἡ Εἰσαγγελία παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως. Πῶς δύναται νὰ σχηματίσῃ ἡ Βουλὴ γνώμην περὶ τοῦ βασίμου τῆς κατηγορίας ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἁπλῆς αἰτήσεως; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελον προηγηθῆ πράξεις ἀνακριτικαὶ, αὗται, κατὰ τὴν νομοθεσίαν, διατηροῦνται μυστικαὶ, καὶ οὐδεμία διάταξις ἐπιτρέπει τὴν προσαγωγὴν αὐτῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐν οὐδεμιᾷ λοιπὸν περιπτώσει δύναται αὕτη νὰ ἔχῃ τὰ μέσα, ἵνα κρίνῃ περὶ τοῦ βασίμου ἢ μὴ τῆς εἰς τὸν Βουλευτὴν ἀποδιδομένης κατηγορίας. Ἀλλαχοῦ λοιπὸν, Κύριοι, πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν τὰ στοιχεῖα, τὰ χαρακτηρίζοντα τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ χορήγησις ἀδείας ἐκείνων, καθ’ ἃς ἐπιβάλλεται ἡ ἄρνησις αὐτῶν. Τίς, Κύριοι, ὁ λόγος, δι’ ὃν ἀνεγράφη ἐν τῷ Συντάγματι ἡ ἀνάγκη τῆς ἀδείας τοῦ Σώματος πρὸς καταδίωξιν τοῦ Βουλευτοῦ; Ἀνεγράφη ἆρά γε χάριν τῆς προσωπικῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Βουλευτοῦ, ἢ χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος; Οὐχὶ βεβαίως· καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἀδείας ὑφίσταται μόνον ἐφ’ ὅσον χρόνον ἐργάζεται ἡ Βουλὴ, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Συνόδου, ταύτης δὲ ληξάσης, ὁ Βουλευτὴς, ὅπως πᾶς πολίτης, τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐν γένει. Προδήλως λοιπὸν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς πρὸς καταδίωξιν τῶν Βουλευτῶν καθιερώθη χάριν τῆς ἐξασκήσεως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, χάριν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν ὡς Βουλευτῶν, χάριν τῆς ἐν γένει κανονικῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐσκέφθησαν αἱ Συνελεύσεις, ὅτι, ἂν σπουδαῖον συμφέρον τῆς Πολιτείας ἀπαιτῇ νὰ βαίνῃ ἀπροσκόπτως καὶ κατὰ πάντων ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, ἀλλὰ σπουδαῖον ἐπίσης συμφέρον τῆς Πολιτείας ἀπαιτεῖ νὰ λειτουργῇ ἀπροσκόπτως τὸ Κοινοβούλιον τῆς πατρίδος. Ὅταν τὰ δύο ταῦτα συμφέροντα εὑρεθῶσιν ἐν ἀντιθέσει, εὔλογον ἐθεωρήθη, νὰ ὑποχωρήσῃ πρὸς καιρὸν τὸ συμφέρον τῆς κανονικῆς πορείας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας χάριν τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ συμφέροντος. Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ πρέπει νὰ στραφῶσιν αἱ ἔρευναι τῆς Βουλῆς, προκειμένου νὰ χορηγήσῃ, ἢ μὴ, τὴν αἰτουμένην ἄδειαν τῆς καταδιώξεως· ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, μήπως ἡ ἄμεσος καταδίωξις τοῦ Βουλευτοῦ δύναται νὰ παραβλάψῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, μήπως ἡ ἐκ τῆς Βουλῆς ἀπουσία τοῦ καταδιωκομένου Βουλευτοῦ καὶ ἡ μὴ ἐκπλήρωσις τῶν βουλευτικῶν αὐτοῦ καθηκόντων δύναται νὰ παραβλάψῃ τὴν προσήκουσαν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἂν τοιοῦτος κίνδυνος ὑπάρχῃ, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν· ἂν τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπάρχῃ, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν. Καὶ σημειώσατε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ τοιοῦτος κίνδυνος, ὅταν δύναται νὰ παρακωλυθῇ ἡ προσήκουσα λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου, ἕνεκα ποινικῆς τινος καταδιώξεως Βουλευτοῦ, ἐντελῶς ἀδιάφορον εἶναι, ἂν τὴν καταδίωξιν ταύτην προεκάλεσαν ἐπίτηδες πλάγιαι ἢ κακόβουλοι σκέψεις, ἢ ἂν ἄνευ τοιούτων λόγων προεκλήθη αὕτη. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐξετέλεσεν ἀξιόποινον πρᾶξιν Βουλευτής τις, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἄνευ πλαγίων σκέψεων ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ καταδίωξις αὐτοῦ, ἂν ὁ Βουλευτὴς οὗτος ἦναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς, ἕνεκα τῆς εὐγλωττίας, τῆς πολυμαθείας ἢ τῆς πολιτικῆς αὐτῶν περιωπῆς, δύναται καὶ τότε ἡ Βουλὴ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, διότι ἡ ἐπί τινα χρόνον ἀναστολὴ τῆς δικαιοσύνης προξενεῖ ζημίαν πολὺ κατωτέραν ἐκείνης, ἥτις δύναται νὰ προκύψῃ ὡς ἐκ τῆς ἀπουσίας τοῦ Βουλευτοῦ. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἡ ἄρνησις τῆς ἀδείας καθίσταται ἐπιτακτικωτέρα, ὅταν τὴν κατηγορίαν κατὰ Βουλευτοῦ προκαλῶσι τοιαῦται πλάγιαι καὶ κακόβουλοι σκέψεις, πνεῦμα ἐκφοβίσεως τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Βουλευτοῦ, σκοπὸς ἐξευτελισμοῦ αὐτοῦ ἀπέναντι τῆς κοινωνίας καὶ ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων. Πρὸς ἐπιτυχῆ ἐκπλήρωσιν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐντολῆς συντελεῖ καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι ἐκ ταύτης οὐδεμία δύναται νὰ προκύψῃ ἐπιζήμιος εἰς τὸν Βουλευτὴν συνέπεια. Ἑπομένως καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ, καὶ χάριν τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς βουλευτικῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ἀξιοπρεπείας, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τοιαύτας ἐμπαθεῖς κατηγορίας. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἀδιάφορον πάλιν εἶναι, ἂν αἱ τοιαῦται κατηγορίαι προκαλῶνται ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἐξ ἄλλου τινὸς ἐν τῇ Βουλῇ κόμματος, ἢ ἐκ πολιτικῶν ἁπλῶς ἀντιπάλων, ἢ ἐξ ὀργάνων ἀκόμη τῆς Διοικήσεως. Εἰς πᾶσαν περίστασιν, καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ προστατεύσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἀξιοπρέπειαν τοῦ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις καταδιωκομένου Βουλευτοῦ. Τοιοῦτοι εἶναι, κατ’ ἐμὲ, οἱ κανόνες, οἱ κανονίζοντες τὴν πορείαν καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ὁσάκις ὑποβάλλονται αὐτῇ αἰτήσεις περὶ ποινικῆς καταδιώξεως Βουλευτοῦ. Καὶ τοὺς κανόνας τούτους δὲν ἐμόρφωσα κατ’ ἰδίαν κρίσιν, ἤντλησα αὐτοὺς ἐκ τῆς γνώμης τῶν συγγραφέων, τοὺς ἤντλησα ἐκ τῆς τακτικῆς, ἣν ἐπὶ ὁμοίων περιστάσεων ἐτήρησαν ἀλλοδαπὰ Κοινοβούλια. Χθὲς εἶχον πρόχειρον σύγγραμμα περὶ κοινοβουλευτικοῦ δικαίου, ὅπερ ἐθεώρησα περιττὸν νὰ προμηθευθῶ σήμερον. Ἐν αὐτῷ ἀνευρίσκει τις τὰς γνώμας, αἵτινες ἐξεδηλώθησαν εἰς Γαλλικὰς Βουλὰς, ἀναφυέντος τοιούτου ζητήματος. Ὑπεστήριξαν οἱ ἀγορεύοντες, ὅτι ὀφείλει τὸ Σῶμα νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ κατηγορία ἦναι εἰλικρινὴς (loyale et sincère), καὶ δὲν προέρχηται ἀπὸ πνεῦμα καταδιώξεως, ἢ ἐξευτελισμοῦ τοῦ Βουλευτοῦ, ὡς καὶ ἂν δὲν ἐπιβάλλῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς καταδιώξεως κοινοβουλευτικὸν συμφέρον. Μὴ ὑπαρχόντων τούτων, πρέπει νὰ χορηγῆται ἡ ἄδεια, ἄνευ ἐξετάσεως τῆς οὐσίας τῆς κατηγορίας. «Εἴμεθα πολιτικοὶ ἄνδρες», ἔλεγεν ἐκεῖ ὁ ἀγορεύων, «καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπεμβαίνωμεν εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης». Τοιαῦται ἰδέαι, Κύριοι, ἐπικρατοῦσιν εἰς τὰ ἀλλοδαπὰ Κοινοβούλια, καὶ κανονίζουσι τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν. Τώρα, ἐὰν ζητήσωμεν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς ἰδέας ταύτας εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, εἰς ποῖον θέλομεν φθάσει συμπέρασμα; Ὑπάρχει ἆρά γε πολιτικόν τι συμφέρον, ἀφορῶν εἰς τὴν προσήκουσαν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐπιβάλλον τὴν ἐν τῇ Βουλῇ παρουσίαν τοῦ ἐκ Βώλου συναδέλφου; Φρονῶ ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον συμφέρον· αἱ τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς βλέπετε, κατέστησαν ἀραιόταται, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσι κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς παρόντες Βουλευταὶ, ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἵνα ὑποστηρίζωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀγορεύουσι κατὰ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλλομένων μέτρων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσι παρόντες Βουλευταὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν ἀριθμῷ ἐπαρκεῖ, ἵνα ἐπιβάλλωσι τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, διότι εἶναι σπουδαῖον συμφέρον τῆς Πολιτείας νὰ γίνηται γνωστὴ ἡ ψῆφος ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ πάντων τῶν σπουδαίων ἀντικειμένων. Ἀφ’ ἑτέρου ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δύναται καὶ θεωρητικὰς καὶ πρακτικὰς, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ἡμᾶς ἰδιαιτέρως, νὰ δώσῃ γνώμας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐξεταστέον, εἶναι ἆρά γε ἡ κατὰ τοῦ συναδέλφου κατηγορία ἀποτέλεσμα εἰλικρινοῦς ἐνεργείας εἴτε τῶν ἐγκαλούντων εἴτε τῶν αἰτούντων τὴν ἄδειαν, ἢ μήπως ἀφορᾷ εἰς ἐκδίκησιν ἢ ἱκανοποίησιν ἄλλων πολιτικῶν παθῶν; Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δύναταί τις νὰ συλλάβῃ τοιαύτας ὑπονοίας. Τέλος τὸ συμφέρον τῆς ἀπροσκόπτου κατὰ πάντων λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης εἶναι σπουδαῖον, ἰδίως εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, ἔνθα ἐνήμερος εἶναι ἡ Δικαιοσύνη, ὅτε καὶ δυσάρεστοι ἐντυπώσεις γεννῶνται ἐκ τῆς ἀναστολῆς αὐτῆς ὑπὲρ οἱουδήποτε. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἀπροσκόπτου καὶ ταχείας ἐνεργείας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης συμφέρον εἶναι τοσούτῳ σπουδαῖον, ὥστε νὰ παροραθῇ πᾶν ἀντίθετον συμφέρον; Παρ’ ἡμῖν, λέγω, παρ’ οἷς ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη κατήντησε βαθμηδὸν νὰ ἔχῃ ἀριθμὸν ἐκκρεμῆ ἀνακρίσεων ὑπερβαίνοντα τὰς 100 χιλιάδας, δύναταί τις, ἐρωτῶ, νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς καταδιώξεως ἐπ’ ὀλίγους μῆνας τοῦ ἡμετέρου συναδέλφου δύναται νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα δυσάρεστόν τινα εἰς τὴν κοινωνίαν ἐντύπωσιν, ἢ βλάβην τινὰ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην; Ὑπὸ πᾶσαν λοιπὸν ἔποψιν ἐξεταζομένης τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, φρονῶ, ὅτι καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν περὶ ἀδείας αἴτησιν, καὶ οὕτως ἐνεργοῦσα θέλει ἀποδείξει οὐ μόνον τὸν πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ σεβασμὸν, ἀλλὰ καὶ τὴν πρὸς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου ὀφειλομένην εὐλάβειαν.
§10ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θεωρῶν, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπὸ συζήσιν θέμα ἐξηντλημένον ἤδη ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ δὴ ἐξηντλημένον ὑπὲρ τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς αἰτήσεως περὶ ἀδείας ποινικῆς καταδιώξεως τοῦ βουλευτοῦ Βώλου κ. Ἀξελοῦ, περιττὸν νομίζω νὰ προσθέσω τι ἐγὼ εἰς ἐνίσχυσιν τῆς γνώμης, ἣν τόσοι ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ ἐκ ταύτης καὶ ἐξ ἐκείνης τῆς πτέρυγος ὑπεστήριξαν δι’ ἐπιχειρημάτων ἀληθῶς ἀκαταμαχήτων. Ὀφείλω ὅμως, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ μέλλει νὰ προβῇ εἰς ψηφοφορίαν, νὰ κάμω δήλωσίν τινα, τὴν ἑξῆς. Διεδόθη καὶ ἐπιστεύθη δυστυχῶς παρά τινων, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἐννοεῖ νὰ ἐγείρῃ ζήτημα πολιτικόν· ἀλλ’ οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον, οὐδὲν ἀναληθέστερον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀνέλαβεν ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι νὰ ὑποστηρίξῃ ὅ,τι ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κοινοβουλίου ἐπιβάλλει, νὰ ὑποστηρίξῃ δηλαδή, ὅτι ἡ ἀσυλία τοῦ Βουλευτοῦ, ἡ καθιερωθεῖσα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ εἰς κενὸν γράμμα· νομίζομεν δὲ, ὅτι ὑπ’ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν ἔποψιν πρέπει νὰ προκληθῇ καὶ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Καὶ ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, καλούμενα νῦν νὰ ἐξενέγκωσι ψῆφον, οὐδὲν ἕτερον θέλουσι λάβει ὑπ’ ὄψιν ἢ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἥτις ἐπιβάλλει εἰς αὐτὰ, ἵνα, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ αἰτήσει ἑνὸς Εἰσαγγελέως, μὴ ἀποστερήσωσιν εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν ἕνα συνάδελφόν των τῆς προνομίας τῆς ἀσυλίας, μεθ’ ἧς περιέβαλεν αὐτὸν ὁ συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης. Οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος συνάδελφοι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωσιν, ὅτι, ἂν σήμερον ἀνήκωσιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, μίαν ἡμέραν θὰ εὑρεθῶσι καὶ αὐτοὶ ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ, καὶ ὅτι διὰ τῆς σημερινῆς ψήφου των δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωσιν ἓν προηγούμενον, δι’ οὗ ἡ Βουλὴ θὰ ἀπέβαλλε τὴν ἑτέραν τῶν προνομιῶν της, τὴν τῆς ἀσυλίας τῶν μελῶν αὐτῆς.
§11ΚΩΤΣΑΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω διατὶ τὰς ἐπικλήσεις ταύτας τὰς ἀπευθύνετε μόνον πρὸς τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας.
§12ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι ἐκ τῆς ψήφου αὐτῶν κυρίως ἐξήρτηται ν’ ἀποδειχθῇ σήμερον, ἐὰν ἡ Βουλὴ κήδηται τῆς τιμῆς καὶ ἀξιοπρεπείας της.
§13Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ διατὶ μετὰ τοσαύτης σπουδῆς καὶ ταχύτητος ζητεῖται ἡ ψῆφος σήμερον τῆς Βουλῆς, ἵνα χορηγηθῇ ἡ ἄδεια περὶ ποινικῆς καταδιώξεως ἑνὸς τῶν συναδέλφων μας. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δὲν χορηγηθῇ ἡ ἄδεια, νὰ παραβλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ τῆς χώρας; πρόκειται νὰ παρακωλυθῇ ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν μετὰ ἕνα μῆνα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος παρουσιασθῇ καὶ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του; Τῷ ὄντι ἡ σπουδὴ καὶ ἡ ταχύτης τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς ὑποκρύπτει τι, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἐγὼ, ἴσως τὸ ὑποπτεύουσι πάντες οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Πρόκειται τέλος πάντων ν’ ἀποδράσῃ ὁ κατηγορούμενος; πρόκειται νὰ βλαφθῶσι συμφέροντα τρίτων, οἱ ὁποῖοι κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακάς; Δὲν πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ φρονῇ, ὅτι δύναται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅστις τυγχάνει καὶ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ν’ ἀποδράσῃ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες παντοῦ καὶ πάντοτε μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἐξετέλεσαν τὸ ἑαυτὸν καθῆκον, εἶναι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ὅστις κατὰ τὸ 1866, ὅτε ὁ ἡρωϊκὸς λαὸς τῆς Κρήτης ἠγωνίζετο ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ καὶ τῆς ἑνώσεώς του μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, ἔτρεξε πρῶτος εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν καὶ ἐκεῖ ἐπὶ δύο ἔτη ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτοῦ, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ὡς ἔπρεπεν, ἐκεῖ ἠρίστευσεν, ἐκεῖ ἐστεφανώθη. Ὁ συνάδελφος οὗτος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις τὴν 7 Ἰανουαρίου τοῦ 1878—τοῦτο βεβαίως δὲν διαφεύγει τῆς μνήμης τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως—μετέβη εἰς Θεσσαλίαν, καὶ ἐπολέμησεν ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ πατρίδος· τὴν ἑσπέραν τῆς 7 Ἰανουαρίου συνήντησα ἐγὼ αὐτὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, μεταβαίνοντα εἰς Θεσσαλίαν διὰ τῆς «Καρτερίας». Ὅταν λοιπὸν πρόκηται περὶ συναδέλφου, ὁ ὁποῖος τοσαῦτα ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ, πρὸς τί αὐτὴ ἡ σπουδή; τί τρέχει; Μὴ τυχὸν τὸ δυσειδέστατον φάσμα πολιτικοῦ τινος ἐξωθῇ τὴν Βουλήν, ἢ ἐξωθῇ τὴν ψῆφον αὐτῆς, ἵνα χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως καταδιώξῃ τὸν κ. συνάδελφον; Μὴ τυχὸν δυσειδές τι πάθος τοπικὸν ἐξωθῇ τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, καὶ προεκάλεσεν ὅλους τοὺς ῥήτορας καὶ λογάδας τῆς Βουλῆς νὰ λάβωσι τὸν λόγον, οἱ μὲν ὑπὲρ, οἱ δὲ κατά;
§14ΛΑΜΠΡΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἐδηλώθη, ὅτι παρῃτήθητε τῆς ἰδέας ταύτης.
§15Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐὰν σπουδαῖόν τι συμφέρον δὲν παραβλάπτηται ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῆς ὑποθέσεως, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ψήφισιν τοῦ ζητήματος καὶ μεταβῇ εἰς τὸ κατόπιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀντικείμενον, καὶ οὕτω παύσωσι καὶ αἱ συζητήσεις καὶ αἱ φιλονεικίαι καὶ αἱ νομικαὶ γνῶμαι, τὰς ὁποίας καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἀνέπτυξαν. Πιστεύω καὶ πέπεισμαι, ὅτι τοῦτο ἔγκειται καὶ εἰς τὴν μεγαλοφροσύνην καὶ γενναιότητα τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ γνωρίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης συζήτησιν.
§16ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἶναι ἀληθῶς εὐχάριστον, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δι’ ἑνὸς τῶν διαπρεπῶν αὐτῆς μελῶν, τοῦ ἐντίμου ἐκ Λοκρίδος Βουλευτοῦ, μεταγνοῦσα, ἀπεδοκίμασε σήμερον τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον χθὲς διεξήχθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀληθῶς δικαιουμένης νὰ σταθῇ ὑπεράνω τῆς πολιτικῆς διαμάχης καὶ τῶν κομματικῶν διαπληκτισμῶν ὑποθέσεως ταύτης. Καὶ ἦτο ἀνάγκη, πρὶν ἢ θεωρηθῇ ἐξηντλημένη ἡ συζήτησις, νὰ γείνῃ ἡ δήλωσις αὕτη, διότι μετὰ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἡ χθεσινὴ περὶ τῆς ὑποθέσεως συζήτησις ἐγέννησεν, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξήχθη, δὲν θὰ ἐπέκειτο τόσον ταχέως τὸ πέρας αὐτῆς. Ἴσως ἡ τοιαύτη ἀποδοκιμασία τοῦ συστήματος, καθ’ ὃ τοῦ ζητήματος τούτου ἥψατο χθὲς ἡ Ἀντιπολίτευσις, θὰ ἦτο ἀρκοῦσα ἀναίρεσις τῶν χθὲς λεχθέντων, καὶ τοῦ τρόπου ἰδίως, κατὰ τὸν ὁποῖον ταῦτα ἐλέχθησαν, ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἐπειδὴ καὶ σήμερον, καὶ μεθ’ ὅσα χθὲς περὶ τοῦ ζητήματος ὅ τε ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς καὶ τὸ διαπρεπὲς αὐτῆς μέλος, ὁ κ. Στεφάνου, εἶπον, ἠκούσθησαν πάλιν ἐν τῇ Βουλῇ γνῶμαι ἀντίθετοι καὶ δεικνύουσαι ἐντελῶς ἐστερημένας ὑποστάσεως καὶ βάσεως τὰς θεωρίας καὶ γνώμας, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς παρεδέχθη, θεωρῶ καθῆκον, πρὶν ἢ κλείσῃ ἡ συζήτησις καὶ κληθῇ ἡ Βουλὴ πρὸς ψηφοφορίαν, νὰ δώσω ἀκόμη ἐξηγήσεις τινάς. Ἐλέχθησαν πολλὰ καὶ ἀπροσδόκητα ἐπὶ ὑποθέσεως, κατὰ τὴν γνώμην μου, λίαν ἁπλῆς, ἐνδεικνύοντα μόνον δίψαν ἀκάθεκτον ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιθέσεως κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς· ἀνεπτύχθησαν θεωρίαι περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Συντάγματος τοσοῦτον σαθραὶ καὶ τοσοῦτον παράβολοι, ὥστε δὲν θέλει εἶσθαι ματαιοπονία, ἐὰν ὀλίγας τινὰς λέξεις, ὡς ἐκ περισσοῦ, καίτοι περιττὰς μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτοῦ, προσθέσω. Δὲν ἐδίστασαν, Κύριοι, χθὲς τὴν μὲν ὑποβολὴν τῆς αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς πρᾶξιν καλύπτουσαν πολιτικῆς κερδοσκοπίας σχέδιον, τὴν δὲ ἐπιτροπὴν ὡς ὅμιλον Βουλευτῶν καὶ ἐπιστημόνων ἀπαρνηθέντων ἑαυτοὺς καὶ τὰς πεποιθήσεις αὐτῶν, ὑποταξάντων δὲ καὶ ἐξαρτησάντων τὰς γνώμας αὐτῶν ἀπὸ τοῦ συμφέροντος καὶ τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν ὀνόματι καὶ τῶν συναδέλφων μου, Κύριοι, κατὰ τῆς εὐκολίας, μετὰ τῆς ὁποίας τοιαῦται κατακρίσεις ἐξηνέχθησαν, αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ ἐγείρω φωνὴν διαμαρτυρίας, καὶ νὰ δηλώσω πρὸς τοὺς κυρίους ἐκείνους καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔχουσι, καὶ ἀπέδειξαν ὅτι ἔχουσι, τὴν δύναμιν νὰ διακρίνωσι σαφῶς τὰ πολιτικὰ αὐτῶν φρονήματα ἀπὸ τῶν ἐπιστημονικῶν αὐτῶν γνωμῶν καὶ ἀπὸ τῶν νομοθετικῶν αὐτῶν ἰδεῶν. Μικρὰ ἐπισκόπησις τῶν ὀλίγων ἔργων μέχρι τοῦδε τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης κυροῖ ἀπροσμαχήτως τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Ἡ ἐπιτροπὴ δὶς μέχρι τοῦδε συνηντήθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἰδίως, ὁ ὁποῖος εἰς ἄμεσον, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, ὀφείλει νὰ ἦναι μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς συνάφειαν, προκληθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ ἐξενέγκῃ τὴν γνώμην αὐτῆς πρῶτον μὲν ἐπὶ νομοθετήματός τινος, συμπληροῦντος ἢ μεταῤῥυθμίζοντος τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐνόρκων, δεύτερον δὲ περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς χθὲς ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Ἡ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς χθὲς ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, δὲν ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ οὔτε γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε φιλοτιμίας κυβερνητικῆς ἴχνος. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τῷ καθήκοντι, τὸ ὁποῖον εἶχε, διεβίβασε πρὸς τὴν Βουλὴν αἴτησιν ἑνὸς Εἰσαγγελέως, παρακαλοῦντος αὐτὸν, ἵνα διαβιβάσῃ αὐτὴν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφήνηται, ἂν χορηγῇ ἢ δὲν χορηγῇ ἄδειαν περὶ καταδιώξεως Βουλευτοῦ. Τὴν αἴτησιν ταύτην διὰ ξηρῶς τυπικοῦ ἐγγράφου ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διεβίβασε πρὸς τὴν Βουλὴν, χωρὶς ποσῶς νὰ ἐκδηλώσῃ γνώμην. Τοιοῦτον εἶναι τὸ θέμα, θέμα ἐντελῶς ἄσχετον καὶ πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὴν φιλοτιμίαν αὐτῆς. Τὸ ἕτερον θέμα ἦτο θέμα περιέχον γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ μετὰ τοσαύτης εὐκολίας χαρακτηρισθεῖσα χθὲς ὡς ἐντελῶς ἀπαρνησαμένη καὶ τὴν συνείδησιν αὐτῆς καὶ τὰς ἐπιστημονικὰς αὐτῆς πεποιθήσεις, ἐν τῷ δευτέρῳ τούτῳ καὶ μόνῳ θέματι, εἰς τὸ ὁποῖον προεκλήθη νὰ ἐκφράσῃ τίνα γνώμην ἔχει αὕτη ὡς πρὸς τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, ὁμοφώνως ἀπεφάνθη, ὅτι ἔχει ἀντιθέτους γνώμας, διότι ποτὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης οὔτε ἐπίστευσεν, οὔτε θέλει πιστεύσει, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν ἐπιστήμονες, καλούμενοι ὡς μέλη αὐτῆς νὰ ἀποφήνωνται γνώμας, πρέπει νὰ κανονίζωσι ταύτας ἀναλόγως καὶ συμφώνως πρὸς τὰς πολιτικὰς αὐτῶν πεποιθήσεις. Βεβαιότατα ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ παμψηφίαν, κατὰ πλειονοψηφίαν δηλ. μεγίστην, ὀκτὼ πρὸς ἕνα, ἀποτελεῖται ἐκ φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐνόησεν, ὅτι τὰς γνώμας αὐτῆς τὰς ἐπιστημονικὰς θὰ κανονίζῃ ἢ δύναται νὰ κανονίζῃ τὸ πολιτικὸν αὐτῆς φρόνημα, ἡ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν σχέσις. Καίτοι τούτων ἁπάντων ἀκριβῆ ἔχει γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν ᾐσθάνθη αὕτη ἐν τούτοις χθὲς οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ὡς ἐντελῶς ἐστερημένην τοῦ τοιούτου στοιχειώδους σθένους, καὶ ὡς προβαίνουσαν εἰς ἔκφρασιν γνώμης ἐν σχέσει μόνον πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἦσαν λοιπὸν ἀδικώταται αἱ κατακρίσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ὁποθενδήποτε γενόμεναι, ὅπως θεωρῶ, ὅτι ἦτο ἀδικωτάτη καὶ ἡ κατάκρισις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἐντελῶς παρεμόρφουν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως οἱ ὑποδειχθέντες χθὲς φόβοι, ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἴδιον συμφέρον καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ καταδιωχθῇ ὁ Βουλευτὴς, διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ἐξ αὐτοῦ ἐνοχλήσεως, ἢ διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀντιπάλων της. Τὸν φόβον τοῦτον θεωρῶ ἀδικαιολόγητον, τὴν ὑπόνοιαν δὲ ταύτην, ἐὰν ὑπῆρξε, τὴν θεωρῶ ἐντελῶς αὐθαίρετον, διότι ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κόσμος ὅλος, καὶ ἐξ ἀπωτέρου παρελθόντος, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐγγὺς παρελθόντος, ἔχουσιν ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας οὐδέποτε ἐσκέφθη περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀντιπάλων αὑτοῦ, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐσκέφθη, καίτοι πολλὰ εἶχε καὶ ἔχει τοιαῦτα προηγούμενα ἐκ μέρους τῶν ἀντιπάλων αὑτοῦ, πολὺ ὀλιγώτερον ἐσκέφθη νὰ ἐλαττώσῃ δι’ ἀδικιῶν ἢ ἐπινοιῶν τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν. Τὰ πράγματα, μονονουχὶ φωνὴν ἀφιέντα, μαρτυροῦσι τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Ἴσως μάλιστα, Κύριοι, εὐλογώτερον θὰ ἠδύναντο οἱ φίλοι αὐτοῦ νὰ παραπονεθῶσιν, ὅτι δὲν φροντίζει, ὅσον πρέπει, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, οὐδὲ περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀντιπάλων του. Ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ καὶ ἐν τῇ πτέρυγι ἰδίως ἐκείνῃ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ὑπάρχουσι Βουλευταί, ὀφείλοντες ἐν τῇ συνειδήσει αὑτῶν νὰ αἰσθάνωνται τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Δὲν ὑπῆρξε λοιπὸν ἐνταῦθα οὔτε κυβερνητικὴ πρόθεσις μειώσεως τῆς δυνάμεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὔτε τῆς ἐπιτροπῆς ἐγκατάλειψις τῶν ἐπιστημονικῶν αὑτῆς πεποιθήσεων καὶ ἐπιθυμία ἐπιδείξεως ἀφοσιώσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δὲν ἠδίκησαν οἱ χθὲς διεξελθόντες τὰ τῆς συζητήσεως τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡμᾶς, ἠδίκησαν καὶ τὴν Βουλήν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, διότι οὐχὶ ἐξ ἀγνοίας τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, (τοιοῦτόν τι δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω εἰς τοὺς χθὲς λαλήσαντας, οὓς ἀμφοτέρους θεωρῶ καὶ ἐπιστήμονας καὶ πολιτικοὺς ἐκ τῶν ἀρίστων,) οὐχὶ λοιπὸν ἐξ ἐσφαλμένης ἐννοίας τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἐκ ζήλου ἀκαθέκτου νὰ ὑποστηρίξωσιν ὑπονοίας περὶ τῶν γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἠδίκησαν τὴν Βουλὴν, καταβιβάσαντες αὐτὴν πολὺ κάτω διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν γνώμην αὐτῶν. Καὶ θεωρῶ ἀληθῶς ἀνευλάβειαν πρὸς τὴν Βουλὴν, τὴν πρόκλησιν αὐτῶν χθὲς εἰς ἀντιμετώπισιν δῆθεν ἑνὸς ὀργάνου τῆς καταδιωκτικῆς τῶν ἐγκλημάτων ἀρχῆς, καὶ τὴν φροντίδα των, ἵνα ἐξεγείρωσι τὸ αἴσθημα τῆς ὑπερηφανείας, τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐπανάληψιν ὑποδείξαντες εἰς αὐτὴν, ὅτι οἱ γνωμοδοτοῦντες ὑπὲρ τῆς χορηγήσεως ἀδείας οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκουσιν ἢ νὰ καταστήσωσι τὴν Βουλὴν πειθήνιον ὄργανον τῆς κακοβούλου θελήσεως ἢ τῆς ἰδιοτροπίας ἢ τοῦ φατριασμοῦ τοῦ τελευταίου Εἰσαγγελίσκου. Ἐγίνωσκον οἱ λέγοντες ταῦτα, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια τῆς ψήφου, ἣν συνιστᾷ ὑμῖν ἡ ἐπιτροπὴ, ἐγίνωσκον, ὅτι δὲν καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιμετωπίσῃ Εἰσαγγελέα τινὰ, ἐγίνωσκον ὅτι ἐν ζητήμασιν, οἷον τὸ ἀπὸ χθὲς ἀπασχολοῦν τὴν Βουλήν, αὕτη συναντᾶται πρὸς ἐξουσίαν ἄλλην, ἰσότιμον καὶ ὁμοταγῆ αὐτῆς καὶ ἐντελῶς ἀνεξάρτητον, τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, τὴν ἔχουσαν ἀποστολὴν διηνεκῶς νὰ ὁδεύῃ, (ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν χθεσινὴν φράσιν τοῦ ἐκ Μαντινείας ἀξιοτίμου συναδέλφου) καὶ ἥτις, διηνεκῶς ὁδεύουσα, συναντᾷ ἐνίοτε τὴν ἄλλην ὁμοταγῆ καὶ ἰσότιμον αὐτῇ ἐξουσίαν, τὴν νομοθετικήν, ὁσάκις πρόκηται περὶ καταδιώξεως Ὑπουργοῦ ἢ Βουλευτοῦ, διότι ὁ καταστατικὸς ἡμῶν νόμος ὡς πρὸς ἀμφότερα ταῦτα τὰ πρόσωπα ἠθέλησε νὰ δημιουργήσῃ ἐγγυήσεις ἐξαιρετικάς, ἀσφαλιζούσας, ὡς πρὸς τοὺς Βουλευτὰς ἰδίως, τὴν ἐντελῶς ἐλευθέραν καὶ ἀνεπηρέαστον ἐκπλήρωσιν τῶν ὑψηλῶν αὐτῶν καθηκόντων. Ἐν τῇ συναντήσει δὲ ταύτῃ ἡ ἐγγύησις καὶ ἡ ἀσφάλεια, ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος πρὸς τὰ μέλη τῆς Βουλῆς κεχορηγημένη, δὲν εἶναι βεβαίως ἐγγύησις καὶ ἀσφάλεια κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἀσφάλεια κατὰ τῆς ὑπονοίας, μὴ τυχὸν ὑπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καλύπτηται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Αὕτη ὑπῆρξε μέχρι σήμερον ἡ ἱστορία τῆς ἐπινοίας καὶ τῆς νομοθετήσεως τῶν διατάξεων τούτων. Εὐθὺς δέ, ὡς τὸ Κοινοβούλιον ἐν τῇ συναντήσει του πρὸς τὴν ὁμοταγῆ αὐτῷ δικαστικὴν ἐξουσίαν πεισθῇ, ὅτι αὕτη εἰλικρινῶς καὶ ἀνεπηρεάστως ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐνεργεῖ, καθῆκον ἔχει νὰ ὑποχωρήσῃ, ἵνα ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐξακολουθήσῃ τὸν δρόμον αὐτῆς· ὅταν δὲ, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἴδῃ, ὅτι ὄπισθεν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας κρύπτεται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐπιδιώκουσα τὸν ἐπηρεασμὸν αὐτῆς, τότε τὸ Σύνταγμα ἔδωκεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὴν ἄδειαν καὶ τὴν δύναμιν νὰ σταματᾷ τὴν Δικαιοσύνην. Ἡ δικαστικὴ λοιπὸν ἐξουσία ἀπετάθη ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ πρέπει νὰ αἰσθάνωνται ἐντελῆ ἔνδειαν ἐπιχειρημάτων ἄλλων, σπουδαιότερον δυναμένων νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς γνώμας αὐτῶν, οἱ χθὲς ἀγορεύσαντες, διὰ νὰ καταδεχθῶσιν, ἐπιστήμονες καὶ πολιτευταί, νὰ καταναλώσωσιν ὅλην αὐτῶν τὴν εὐγλωττίαν εἰς παράταξιν ἐπιχειρημάτων τοιούτων, ἀναξίων αὐτῶν καὶ ἐναντίων πρὸς τὴν συνείδησίν των. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἔχω λόγον νὰ κρύψω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως, οὐχὶ ὡς πρὸς τὴν ὤθησιν τῆς ἀγωγῆς, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἠδύνατο ἐντελῶς ἀζημίως διὰ τὴν Δικαιοσύνην νὰ μὴ προβῇ εἰς αἴτησιν ἀδείας τοιαύτης, ὅτε καὶ δὲν θὰ ἠσχολεῖτο ἐπὶ τοσοῦτον εἰς τοιοῦτον θέμα ἡ Βουλή. Δὲν ἔχω ὅμως ἔνδειξίν τινα, ὅτι ὁ οὕτω παρὰ τὴν γνώμην μου ἐνεργήσας Εἰσαγγελεὺς ὡρμήθη ἐξ ὑπολογισμῶν καὶ κακοβουλίας, ἢ ἐξ ἑτέρων πλαγίων λόγων. Ἐὰν συνέπιπτε νὰ ἤμην Εἰσαγγελεύς, δὲν θὰ ἐζήτουν τὴν περὶ ἧς πρόκειται ἄδειαν· ἡ δήλωσις δὲ αὕτη μὲ προφυλάσσει ἀπὸ πάσης ὑπονοίας, ὅτι ἐννοῶ νὰ ὑπερασπίσω τὸν Εἰσαγγελέα· ἐννοῶ μόνον ἀπαθῶς καὶ ψυχρῶς νὰ ἐκθέσω τὰ ζητήματα, καὶ θεωρῶ, ὅτι εἶναι λίαν παρακεκινδυνευμένον τὸ κατακρίνειν αὐτὸν, ἁπλῶς διότι ἀπηύθυνε τὴν αἴτησιν. Ἄς ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι πάντες εἴδομεν βροχὴν ὑπουργικῶν ἐγκυκλίων περὶ ταχίστης καταδιώξεως τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκτελεσθεισῶν ἀξιοποίνων πράξεων, ἃς σκεφθῶμεν δέ, μήπως καὶ ἄλλη ἀνάγκη ὑπηρεσιακὴ ἠνάγκαζε τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐξέτασιν καὶ ἐξακρίβωσιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Δὲν γνωρίζω τί ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμβαίνει, πλειστάκις ὅμως ἡ ἐκκρεμότης ὑποθέσεως, ἁπλουστάτης ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτῆς φαινομένης, δύναται νὰ ἔχῃ σχέσιν πρὸς τὴν ἀσφαλῆ ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας ἐπὶ ἄλλων ὑποθέσεων, ὅταν ἰδίως πρόκηται περὶ ἀμοιβαίων ἀντεγκλήσεων, (καὶ περὶ τούτων νῦν πρόκειται) περὶ καταγγελλόντων καὶ καταγγελλομένων, καὶ τίς οἶδεν, ἂν ἡ διαφώτισις τῆς ὑποθέσεως ταύτης δὲν πρόκηται νὰ διαφωτίσῃ τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας ἐπὶ ὑποθέσεως ἄλλης. Ὁπωσδήποτε δὲ, καὶ ἄν τις τυχὸν ἔχῃ λόγους νὰ διάκηται δυσπίστως πρὸς τὸν ὑποβαλόντα τὴν αἴτησιν Εἰσαγγελέα, ὅστις δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἀφήσῃ τὴν ἀπόφασιν εἰς τοὺς ἰσοβίους δικαστὰς, ὑπάρχει τις, ὁ δυνάμενος νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ δυσπιστία αὕτη δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἐπιχείρημα, δικαιολογοῦν τοιαύτην καὶ οὐχὶ τοιαύτην ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος; Ἐπιτρέπονται περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐπιχειρήματα, ἀντλούμενα ἐξ ἧς ἕκαστος ἔχει γνώμης περὶ τοῦ προσώπου Εἰσαγγελέως τινός; Ἀλλὰ τότε αὐτὸ τὸ Σύνταγμα θὰ ἦναι δεκτικὸν διαφορετικῆς ἑκάστοτε ἑρμηνείας. Ἐν τούτοις χθὲς ἀνεπιφυλάκτως οἱ Κύριοι αὐτοὶ ἐδήλουν, ὅτι ὁ πρώτιστος λόγος, ὁ πείθων αὐτοὺς, ὅτι τοιαύτη πρέπει νὰ δοθῇ ἑρμηνεία, εἶναι προσωπικὸς λόγος, διότι ἔλαβον ὡς ἐπιχείρημα τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Στεφάνου, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπιπολαίως ἐνήργησε· καὶ διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἔλεγον, ὅτι οὐδεὶς πρέπει νὰ δώσῃ ψῆφον ὑπὲρ τῆς ἀδείας καὶ ὑπὲρ τῆς τοιαύτης κατὰ πρόσωπα καὶ κατὰ τύπους ἴσως ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ὑπετίθετο, ὅτι σήμερον αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀντικατεστάθη δι’ ἄλλου, ἂν χθὲς ἐδημοσιεύετο διάταγμα μεταθέσεως αὐτοῦ καὶ τοποθετήσεως ἑτέρου, ἐμπνέοντος μείζονα πρὸς τοὺς Κυρίους ἐμπιστοσύνην, ἀναγκαίως τότε θὰ ἦτο διαφορετικὴ ἡ γνώμη τῶν Κυρίων αὐτῶν! Εἰς τοιαῦτα ἀτοπήματα ἄγει ὁ βεβιασμένος καταρτισμὸς γνωμῶν οὐχὶ ἐξ ἀπροσωπολήπτου μελέτης τῆς ἐννοίας καὶ ἱστορίας τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἐξ ἀπορίας τῆς πολιτικῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συμπίπτει νὰ ἔχωσιν οἱ Κύριοι ἐκεῖνοι. Ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, ἁγνὴ καὶ ἀμιγὴς πάσης πολιτικῆς σκέψεως, εἶναι ὁποίαν ἐξέθηκα ὑμῖν, ὅτι ἐν ταῖς περιστάσεσι ταύταις ἡ Βουλὴ συναντᾶται πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τότε μόνον ἔχει καθῆκον νὰ ὑποχωρήσῃ, ὅταν διαβλέπῃ, ὅτι εἰλικρινῶς ἐνεργεῖ ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ ἀνεξαρτησίας της. Ἔχει δὲ καθῆκον νὰ ἀντιταχθῇ πρὸς αὐτὴν, ὅταν διαβλέπῃ ὄπισθεν αὐτῆς τὸν δάκτυλον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἢ οἱανδήποτε αἰτίαν, δυναμένην νὰ ἔχῃ σχέσιν πρὸς τὴν ἐλευθέραν καὶ ἀνεξάρτητον ἐκτέλεσιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων τοῦ Βουλευτοῦ. Ἐλέχθη χθὲς προσέτι, ὅτι ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ βάσιμον ἢ μὴ τῆς κατηγορίας, καὶ ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ἐπιτρεπούσης ἢ ἀρνουμένης τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, εἶναι προβούλευμα, τουτέστιν εἶναι καθαρὰ δικαστικὴ πρᾶξις! Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ πεποίθησις τῶν λεγόντων αὐτά. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπιστήμονες καὶ πολιτευταὶ νὰ φρονῶσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἐφ’ ἑκάστης τοιαύτης ὑποθέσεως τὸ δικαίωμα καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς οὐσιαστικῆς αὐτῆς ἐκτιμήσεως, ἀφοῦ μάλιστα, ὅταν ἡ Βουλὴ καλῆται νὰ ἐπιτρέψῃ ἢ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως δὲν δύναται νὰ ἦναι ἐξηκριβωμένη, οὐδὲ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία διατελεῖ ὑπὸ ἀπαγόρευσιν πάσης οἱασδήποτε ἐρεύνης καὶ ἐνεργείας ἐπὶ τῇ κατὰ Βουλευτοῦ καταγγελίᾳ, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ αὐτῇ τὴν ἄδειαν. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ δὲν δύναται, ὅταν ζητῇ τὴν ἄδειαν, νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ γνώμην περὶ τοῦ βασίμου ἢ ἀνυποστάτου τῆς καταγγελίας, ἀφοῦ οὐδόλως δύναται πρὸ τῆς ἀδείας νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν περὶ αὐτῆς ἔρευναν. Ἀλλὰ καὶ ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποβαλλομένη περὶ ἀδείας αἴτησις δὲν εἶναι αἴτησις πρὸς καταδίωξιν, ὑπὸ τὴν στενὴν τῆς λέξεως σημασίαν, πρὸς εἰσαγωγὴν δηλαδὴ εἰς δίκην, πρὸς φυλάκισιν, πρὸς καταδίωξιν, ἀλλ’ εἶναι αἴτησις, ὅπως χορηγηθῇ ἁπλῶς ἡ ἄδεια, ἵνα φροντίσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν τῆς γενομένης καταγγελίας καὶ ὁδηγηθῇ εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς πεποιθήσεως, ἂν ἔχῃ ἢ μὴ ὑπόστασιν ἡ κατηγορία· καὶ ἂν μὲν δὲν ἔχῃ ὑπόστασιν, νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ καταδιώξεως, καθιστωμένης οὕτως ἀργῆς καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος τῆς παρὰ τῆς Βουλῆς δοθείσης ἀδείας, ἂν δὲ ὑπάρχῃ ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, νὰ ἐκτελέσῃ τὰ περαιτέρω. Καὶ σημειώσατε, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς γίνεται λόγος, πρόκειται περὶ πράξεως, ἥτις καὶ ὑπὸ τὴν δυσμενεστέραν πρόγνωσιν, τουτέστιν ὑπὸ τὴν πρόγνωσιν ὅτι θὰ ἐξακριβωθῶσιν ὡς ἀληθῆ τὰ γενόμενα, δὲν πρόκειται νὰ στερήσῃ τὴν Βουλὴν τῆς παρουσίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὐδ’ αὐτὸν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ μετέχῃ τῶν συζητήσεων καὶ νὰ ψηφίζῃ, διότι ἡ πρᾶξις, ὡς εἶναι χαρακτηρισμένη, ἀποτελεῖ πλημμέλημα, τὸ ὁποῖον ἢ δὲν θὰ ἀποδειχθῇ, καὶ θὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ κατηγορία, ἢ θὰ ἀποδειχθῇ, καὶ τότε ποία ἡ συνέπεια; Ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφανθῇ, ἂν ἦναι ἔνοχος ἢ ἀθῶος. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι καὶ ἀπηγορευμένον εἶναι ἐκ τῆς ἐννοίας τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, νὰ ἐπιλάβηται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς ἐρεύνης περὶ τοῦ ἀληθοῦς ἢ μὴ τῶν καταγγελλομένων πράξεων, ἀλλὰ καὶ ἀδύνατον εἶναι εἰς τὴν Βουλὴν τοῦτο, διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἀντλήσῃ φῶς πρὸς ἐκτίμησιν οὐσιαστικὴν τῶν πραγμάτων, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλή, μὴ ἔχουσα οὐδενὸς μάρτυρος κατάθεσιν, (διότι δὲν δύναται ἡ ἐξουσία ἡ δικαστικὴ νὰ ἐξετάσῃ τοιούτους πρὸ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται δὲ καὶ μετὰ τὴν ἐξέτασιν νὰ ἀνακοινώσῃ τὰς καταθέσεις, ἕνεκα τῆς μυστικότητος τῶν ἀνακρίσεων,) πῶς δύναται, λέγω, ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀπὸ τῶν τάξεων ἐκείνων, ἀπὸ τῶν ὁποίων τοιαῦται ἐγείρονται κραυγαὶ, πρὸ δύο ἐτῶν μοὶ ἐγένετο ἐπερώτησις, ἂν ἔχω γνῶσιν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Λευκάδος ἐνήργει ἀνακρίσεις κατά τινος Βουλευτοῦ ἀπόντος, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς. Μὴ ἔχων γνῶσιν, ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι εἶχεν ἀρχίσει ἐνέργειαν ἀνακρίσεων ἐπὶ ῥηταῖς καταγγελίαις δύο μῆνας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, εἶχε δὲ τὴν γνώμην, ὅτι, ἀρξαμένη οὕτω νομίμως ἡ καταδίωξις, δὲν διεκόπτετο ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης Βουλευτικῆς Συνόδου, εἰς τοῦτο δὲ εἶχε σύμφωνον τὴν γνώμην καί τινων ἑρμηνευτῶν τοῦ Συντάγματος. Ἔσπευσα νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι ἡ γνώμη του δὲν ἦτο ὀρθή, καὶ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνάκρισις, ἐπελθούσης τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Τοσοῦτον στερεῶς λοιπὸν εἶναι δεδεμέναι αἱ χεῖρες τῆς Δικαιοσύνης, προκειμένου περὶ καταγγελίας κατὰ Βουλευτοῦ, καὶ τοσοῦτον αὐστηρῶς εἶναι ἀπηγορευμένον νὰ προβαίνῃ εἰς ἐξέτασιν ἄνευ ἀδείας αὐτῆς. Ἡ πεποίθησις τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι οὐδὲν ἔχει ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ βάσιμον ἢ μὴ τῆς κατηγορίας, ἡ περὶ τούτου ὁμόφωνος γνώμη ὅλων τῶν ἑρμηνευσάντων τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τὰς ἀντιστοίχους διατάξεις ξένων Συνταγμάτων, ἔπεισεν αὐτὴν, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀπηγορευμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Ἡ ἱστορία δὲ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐγγυήσεων τούτων καὶ ἡ ἔννοια καὶ ἡ διατύπωσις αὐτῶν ἔπεισε τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις αὗται ἐδημιουργήθησαν, ὅπως ἀσφαλίσωσι τὸν Βουλευτὴν οὐχὶ ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐπιδράσεως τῆς ἐκτελεστικῆς, καὶ ὅτι, ὁσάκις ἐκ τῶν συγκεκριμένων περιπτώσεων ἠδύνατό τις νὰ ἦναι πεπεισμένος, ὅτι οὐδὲν ἐμφιλοχωρεῖ πολιτικὸν συμφέρον, ὀφείλει νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν· ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ, πεπεισμένη ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς εἶναι ἀπηλλαγμένη πάσης παρεξηγήσεως, ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ἐπιβεβλημένον αὑτῇ καὶ ἐκ τῆς ἐννοίας τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐκ τῆς συναισθήσεως τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκ τῆς συναισθήσεως τῆς ὀφειλομένης εὐλαβείας πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, νὰ ἀποφήνηται γνώμην, ὅτι οὐδὲν εἶναι τὸ κωλῦον νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἄδεια. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀδίκως κατεκρίθη, καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ταῦτα πρὸς τὴν Βουλήν.
§17ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡμεῖς ἀντετάχθημεν, στηριζόμενοι ἐπὶ ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διότι παρεστήσαμεν, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχεν, ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀξελοῦ. Οὐδένα διατρέχει κίνδυνον ἡ δικαιοσύνη, οὐδεμία προνομία προσβάλλεται, μόνον ἀδικεῖται ἡ ἐν ἐλαχίστῃ μειονοψηφίᾳ διατελοῦσα Ἀντιπολίτευσις· καὶ διότι εἴπομεν αὐτὰ, ἤλθετε σήμερον νὰ μᾶς εἴπητε, ὅσα εἴπετε, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω καιρὸν νὰ ἀποκρούσω, καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν στηρίζονται οὔτε ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, οὔτε ἐπὶ τῆς λογικῆς.
§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προαγορεύσας κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ χορήγησις τῆς ἀδείας πρὸς καταδίωξιν οὐδόλως παρακωλύει τὴν παρουσίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ὡς πρὸς τοῦτο, εὑρίσκεται εἰς πλάνην. Μετὰ τὴν χορήγησιν τῆς ἀδείας μένει ἐλευθέρα καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ, ὡς καὶ κατὰ παντὸς ἄλλου πολίτου, ὅλα τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Δύναται ἑπομένως νὰ τὸν καλέσῃ εἰς Βῶλον, ἵνα λάβῃ τὴν ἀπολογίαν του, ἢ ἵνα ἐξετάσῃ αὐτὸν κατ’ ἀντιπαράστασιν μετὰ τῶν μαρτύρων. Δύναται ἐπίσης νὰ καλέσῃ αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως. Ἐν τοιαύταις περιπτώσεσιν ὀφείλει ὁ Βουλευτὴς νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς προσκλήσεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας· ἄλλως δύναται νὰ ἐκβιασθῇ πρὸς τοῦτο. Οὐδὲ ὑπάρχει ἀνάγκη νέας ἀδείας τῆς Βουλῆς, ὡς ὑπέθεσεν ὁ προαγορεύσας· διότι αἱ περὶ ἀδειῶν ἀπουσίας τῶν Βουλευτῶν διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐφαρμόζονται περὶ τῶν λοιπῶν Βουλευτῶν, οὐχὶ ὅμως περὶ ἐκείνων, δι’ οὓς ἐδόθη ἄδεια καταδιώξεως, μεθ’ ἣν μένει ἐλεύθερος ὁ Βουλευτής, ἵνα φροντίσῃ περὶ τῆς ὑπερασπίσεώς του. Ἑπομένως εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἡ ἄδεια τῆς καταδιώξεως δύναται νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς παρουσίαν τοῦ Βουλευτοῦ τούτου.
§19ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τῆς δηλώσεως, ἣν ἔκαμα πρότερον, δὲν ἐσκόπουν βεβαίως ν’ ἀποδοκιμάσω τὴν χθεσινὴν στάσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι. Ἐγὼ ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ καταστήσω γνωστὸν, ὅτι οὔτε χθὲς οὔτε σήμερον ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐννοεῖ νὰ μεταβάλῃ εἰς πολιτικὸν ζήτημα τὸ ζήτημα τῆς ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν, ὅπερ ἔχει καθιερώσει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα· τὴν δήλωσιν δὲ ταύτην ἔκαμα ἐναντίον παρεξηγήσεων τῶν λόγων τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, εἰς τὰς ὁποίας παρεξηγήσεις μετὰ λύπης παρετήρησα, ὅτι ὑπέπεσε καὶ αὐτὸς ὁ προαγορεύσας Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας.
§20ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί εἶπον ἐγὼ κατὰ τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως: «Τὸ ζήτημα νὰ μὴ θεωρήσητε ὡς πολιτικόν».
§21ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως, Κύριοι, θὰ ἦτο περιττὸν καὶ νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀποκρούσω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας· διότι ὡς πρὸς μὲν τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν ζήτημα οὐδὲν προσέθηκεν εἰς τὰ χθὲς λεχθέντα, εἰς τὴν προσωπικὴν δ’ αὐτοῦ ἐπίθεσιν καὶ τὴν διαστροφὴν τῶν λόγων μου ἀπαξιῶ ν’ ἀπαντήσω. Θὰ ἠδυνάμην ἴσως νὰ διατυπώσω ἓν παράπονον, διὰ τὴν ὑπόνοιαν, ἣν προσεπάθησε νὰ ῥίψῃ, ὡς πρὸς τὸ ἐλατήριον, ὅπερ μὲ κινεῖ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς αἰτουμένης ἀδείας καταδιώξεως τοῦ Βουλευτοῦ Βώλου, καὶ τὸ παράπονόν μου θὰ τὸ ἤντλουν ἐκ τῆς πορείας καὶ τῆς στάσεως, ἣν ἀπέναντι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας ἄλλοτε ἐτήρησα. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσύρετο ὡς κατηγορούμενος....
§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὐδέποτε!
§23ΡΑΛΛΗΣ. .. ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις κατηγόρει αὐτοῦ διὰ πράξεις, αἵτινες, ἂν ἦσαν ἀληθεῖς, ἤθελον καιρίως ζημιώσει τὴν ὑπόληψιν τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι αἱ μομφαὶ ἐκεῖναι δὲν ἦσαν ἀποδεδειγμέναι, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐδίστασα ν’ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ὑπερασπίσω τὸν Βουλευτὴν Εὐρυτανίας, διαῤῥηγνύων τοὺς κομματικοὺς δεσμούς. Τοῦτο ἔπραξα, ὅτε κατηγορεῖτο διὰ τὸν Τάκην. Καὶ ἀληθῶς ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦλθον εἰς πλήρη ῥῆξιν πρὸς τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καυχῶμαι διὰ τὴν στάσιν μου ἐκείνην, διότι ἀπέδειξα, ὅτι ὑπὲρ πᾶν συμφέρον πολιτικὸν τίθημι τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς μου. Αὐτὸ εἶναι τὸ παράπονον, ὅπερ ἤθελα νὰ διατυπώσω κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας, ὅστις, ἀναμιμνησκόμενος τῆς περιστάσεως ἐκείνης, δὲν ὤφειλε ν’ ἀποδώσῃ εἰς πολιτικὸν συμφέρον τῆς ὑπὲρ τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας γνώμην μου. Ὡς πρὸς τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν Βουλὴν, θὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐλησμόνησαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἐντολὴν αὐτῶν, ἣν ἐκ τῆς Βουλῆς ἤντλουν. Ἐνόμισαν οἱ Κύριοι, ὅτι εἶχον ἐντολὴν νὰ ἑρμηνεύσωσι συνταγματικὰς διατάξεις, καὶ ὑπέλαβον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἑρμηνεύσωσι τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 63 διὰ παραδόξων θεωριῶν. Οὐδὲν σφαλερώτερον τούτου. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διετυπώθη ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν δὲν ἀποδεικνύῃ ἕτερόν τι, ἀποδεικνύει ὅμως, ὅτι παρεῖδον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔλαβον παρὰ τῆς Βουλῆς. Διότι δὲν ἔλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ ἑρμηνεύσωσι διατάξεις συνταγματικὰς, οὐδὲ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ τοιαύτην ἐντολὴν, ἀφοῦ καὶ αὕτη δὲν κέκτηται τοιοῦτο δικαίωμα, ἀλλ’ ἔλαβον ὡρισμένην ἐντολὴν νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ χορηγηθῇ ἡ αἰτουμένη ἄδεια καταδιώξεως τοῦ Βουλευτοῦ Βώλου. Καὶ ὅταν τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐντολή των, ὤφειλον ἀκριβῶς περιοριζόμενοι εἰς τὸ θέμα αὐτὸ ν’ ἀπαντήσωσιν, ἢ ὤφειλον νὰ ἀπαντήσωσιν, ὡς ἔπραξαν, προσπαθοῦντες νὰ περιορίσωσι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς; Διότι πρόκειται περὶ περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς ἐν τῇ γνώμῃ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ Βουλὴ, εἶναι γνωστὸν, δύναται νὰ πράξῃ τὰ πάντα, εἶπον μάλιστα, ὅτι ἓν μόνον δὲν δύναται νὰ πράξῃ, τὴν γυναῖκα νὰ μεταβάλῃ εἰς ἄνδρα, ἀλλὰ σήμερον ἡ Βουλὴ, κατὰ τοὺς Κυρίους αὐτοὺς, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια καταδιώξεως Βουλευτοῦ, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βουλευτὴς νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ δοθῇ ἡ αἰτουμένη ἄδεια. Δύναται ὁ Βουλευτὴς ἐπὶ παντὸς ζητήματος νὰ κρίνῃ καὶ νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, καὶ κατὰ τὰς σκέψεις του ἢ γνώμας του ν’ ἀποφασίζῃ, ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ ἀσυλίας τοῦ Βουλευτοῦ, σᾶς λέγουν «ὄχι! τὰς σκέψεις σας πρέπει νὰ περιορίσητε ἐντὸς ὡρισμένων ὁρίων»· καὶ τοῦτο, ἐνῷ ῥητὴ συνταγματικὴ διάταξις ἀφίνει πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἐπιτρέψῃ ἢ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν καταδίωξιν. Ποῦ ἐστηρίχθησαν, ἵνα εὕρωσιν ὅλους ἐκείνους τοὺς σοφοὺς περιορισμοὺς τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, προκειμένου ζητήματος βουλευτικῆς ἀσυλίας; Ἐστηρίχθησαν εἰς τὸ 63 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι γενικόν· λέγει ἁπλῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἐπὶ πάσης αἰτήσεως καταδιώξεως· καὶ ἵνα ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, θὰ σκεφθῇ· ἔχει δὲ καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 63 ἐλευθέραν τὴν σκέψιν της, ὡς ἔχει ἐλευθέραν τὴν ψῆφόν της· καὶ εἷς Βουλευτὴς δύναται, ἐξ οἱασδήποτε σκέψεως ἀναχωρῶν, νὰ καταψηφίσῃ τὴν αἴτησιν, ἕτερος δὲ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἵνα καταψηφίσῃ αὐτήν. Θὰ ἦτο θλιβερόν, ἄν, ἔχοντες ὑπὲρ τῆς ἀσυλίας ἡμῶν τοιαύτην συνταγματικὴν διάταξιν, χορηγοῦσαν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν, ἂν ἠθέλομεν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν ταύτην νὰ τὴν διαστρέψωμεν, περιορίζοντες καὶ ἀπαλλοτριοῦντες οὕτω τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς.
§24ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅπως σεμνυνόμενος ἐκαυχήθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἐν παρελθούσῃ Περιόδῳ ὑπῆρξαν στιγμαί τινες, κατὰ τὰς ὁποίας ἠδυνήθη νὰ σώσῃ ἑαυτὸν ἀπὸ τοῦ βορβόρου καὶ τοῦ ῥύπου, εἰς τὸν ὁποῖον ἄλλα μέλη τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως ἐκυλίσθησαν ἐπὶ ἡμέρας ἐνταῦθα, ἀνακυκῶντα βόρβορον καὶ ῥύπον, τὸν ὁποῖον κατεσκεύασε καὶ ἐκόμισε πρὸς τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἡ βδελυρωτέρα τῶν συκοφαντιῶν, ὅσας ποτὲ τυφλὴ καὶ ἀγρία πολιτικὴ ἐμπάθεια ἐβυσσοδόμησε καὶ ἐξύφανε. Τονίζω τὰς λέξεις ταύτας, διότι γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι τονίζων αὐτὰς στηρίζομαι ἐπὶ ἀποφάσεων δικαστικῶν, διότι ἐξεδόθη κατὰ τῶν ὑβριστῶν καὶ συκοφαντῶν ἡμῶν βούλευμα, μετὰ μακρὰν ἀνάκρισιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἀποφαινόμενον τὴν παραπομπὴν αὐτῶν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ἐπὶ συκοφαντίᾳ βδελυρᾷ καὶ βαναύσῳ ἐξυβρίσει· ὅτι κατὰ τοῦ βουλεύματος ἐκείνου ἐγένετο παρ’ αὐτῶν ἀνακοπή, ἣν τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἀπέῤῥιψεν, ἐπικυρῶσαν ὁλόκληρον τὸ βούλευμα, τοῦ ὁποίου καὶ ἀναίρεσιν ἐπὶ τέλους οἱ συκοφάνται ἐζήτησαν, ἣν ὅμως ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπίσης ἀπέῤῥιψεν, ἐπικυρώσας ἀμφότερα τὰ βουλεύματα. Εἶναι ἄρα καὶ δικαστικῶς ἤδη βεβαιωμένον, ὅτι πάνθ’ ὅσα τότε ἡ ἀγριωτέρα πολιτικὴ ἐμπάθεια καὶ ἡ εὐτελεστέρα τῶν χαρακτήρων ποταπότης κατεσκεύασε καὶ ἐξήμεσεν ἐν τῇ πτέρυγι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦσαν ῥύπος καὶ βόρβορος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλῶς ἔπραξε πᾶς ὁ δυνηθεὶς νὰ σώσῃ ἑαυτὸν, τοῦτο δὲ ἠδυνήθη ἀληθῶς νὰ πράξῃ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅπως τὸ ἔπραξαν καὶ ἄλλοι πολλοὶ, ἀντιπολιτευόμενοι μὲν, μὴ τετυφλωμένοι δὲ ὑπὸ πάθους ἀγρίου. Ἴσως παρά τινων δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ὡς ἀξιέπαινος ὁ ἀπὸ τοιούτων βορβόρων σώζων ἑαυτὸν, ἐνίοτε δὲ, ἀναλόγως τῆς ἰδιοφυΐας του, δύναται οὗτος καὶ νὰ χαρακτηρίζῃ τοῦτο ὡς κατόρθωμα, καὶ νὰ σεμνύνηται ἐπ’ αὐτῷ. Ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ὀλιγαρκεῖ περὶ ἑαυτοῦ κρίσει δὲν ζηλεύω μὲν, ἀλλὰ καὶ δὲν κατακρίνω τὸν Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Εἶναι τοιαύτη ἡ ἰδοφυΐα του. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐννοήσω, πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον καὶ διὰ τίνος συνειρμοῦ ἰδεῶν ἐθεώρησε πρέπον νὰ ἀναμνησθῇ τῆς περιστάσεως ἐκείνης, διὰ νὰ ἀποκρούσῃ τὰς διαφορετικὰς πρὸς τὰς ἰδέας του γνώμας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔχω ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, καλουμένης νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προκειμένη ὑποθέσεως. Ἴσως τοῦτο ἐπέτρεψαν αὐτῷ ἄγνωστοι εἰς ἡμᾶς τοὺς ἄλλους κανόνες ἱπποτικῆς συμπεριφορᾶς, —διότι θεωρεῖται ἱπποτικοῦ χαρακτῆρος ἄνθρωπος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ εἰς αὐτὸν τὴν ἰδιότητα ταύτην, —ἀλλὰ βεβαίως μένει εἰς ἐμὲ αἴνιγμα δύσλυτον, ἢ δεκτικὸν λύσεως, ὄχι πολὺ κολακευτικὸν δι’ αὐτὸν, τὸ ὅτι ἐν συζητήσει περὶ τῆς ἐννοίας διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὑπῆρξε περίστασις, καθ’ ἣν κατεσκευάσθη καὶ ἐῤῥίφθη ἐνταῦθα ὑπὸ ἐμπαθῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων βόρβορος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Βουλευτὴς ἔσωσε τὸν ἑαυτόν του. Ἐὰν λοιπὸν ἔσωσε ποτέ τινα ὁ κ. Βουλευτής, ἔσωσε βεβαίως ἑαυτὸν, καὶ μόνον ἑαυτὸν, εἶναι δὲ ἐλεύθερος νὰ χαρακτηρίζῃ τοῦτο ὡς κατόρθωμα καὶ νὰ σεμνύνηται ἐπ’ αὐτῷ, παρέχων οὕτως ἡμῖν τὸ μέτρον τῆς ἀξίας, ἣν αὐτὸς ἐφ’ ἑαυτὸν ἀποδίδει. Ἐγὼ οὐδέποτε ἐθεώρησα κατόρθωμα, οὐδ’ ἐσεμνύνθην, διότι ἄλλοτε οὐδεμιᾶς ἠξίωσα προσοχῆς συκοφαντίας καὶ ὕβρεις δεινοτέρας, ἃς ἄλλοι ἀπέδωκαν εἰς αὐτὸν, Ὑπουργὸν ὄντα, οὐδ’ ἐμνήσθην, οὐδὲ θὰ μνησθῶ ποτε αὐτῶν.
§25ΡΑΛΛΗΣ. Ἐχάρην πληροφορηθεὶς, ὅτι μετὰ τὰς μακρὰς ἐκείνας συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ 1887 καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος προέβη...
§26ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι πρὸ τῶν συζητήσεων προέβην.
§27ΡΑΛΛΗΣ. .. εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν καταγγελιῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀφῆκε νὰ ἀργοῦν, καθ’ ὃν χρόνον διετέλει Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐὰν ἐχάρην διὰ τοῦτο, δὲν ἐχάρην καὶ διὰ τὰς ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν. Ἀληθῶς ἐπρόκειτο τότε περὶ βορβόρου, τὸν βόρβορον ὅμως ἄλλος παρὰ τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν συνεκόμισεν, ἐγὼ δὲ τὸν ἄλλον αὐτὸν διὰ τῆς στάσεώς μου ἐκείνης προσεπάθησα νὰ σώσω καὶ ἔσωσα ἐκ τοῦ βορβόρου, καὶ οὐχὶ ἐμέ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει προβῆ εἰς ψηφοφορίαν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος προσωπικοῦ, ἡ ψηφοφορία θὰ γείνῃ μυστικὴ διὰ σφαιριδίων. Εἰς ψηφοφορίαν τίθεται τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις προτείνει, ὅπως ἡ Βουλὴ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν, ἵνα ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Βώλῳ Πρωτοδικῶν ἐπιληφθῇ ἀνακρίσεων κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Βώλου κ. Ν. Ἀξελοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ψηφοφορήσωσιν εἰς τὸ λευκὸν, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι εἰς τὸ μέλαν. (Γίνεται μυστικὴ ψηφοφορία διὰ σφαιριδίων, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Περ. Βαλαωρίτου καὶ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Παπαχελᾶ καὶ Μερλοπούλου, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 142. Ἡ Βουλὴ διὰ ψήφων 81 κατὰ 61 παρεδέχθη τὴν πρότασιν, ὅπως χορηγηθῇ ἡ παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Βώλῳ Πρωτοδικῶν ζητουμένη ἄδεια πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Βώλου κ. Ἀξελοῦ. Προβαίνομεν εἰς τὸ δεύτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τελωνειακῶν θέσεων.
§30ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ πρόκειται νὰ συνεδριάζωμεν δὶς τῆς ἡμέρας, περιττὸν, νομίζω, εἶναι νὰ προχωρήσωμεν περισσότερον τώρα, μεσημβρίας μάλιστα ἤδη οὔσης.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πρώτη συζήτησις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἶναι κακῶς ἐσχηματισμένη. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὡς ἔργον αὐτῆς μόνον ἔχει τὴν κατάταξιν τῶν ἐμπορευμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων παρουσιάζεται φιλονεικία μεταξὺ τοῦ παραλήπτου καὶ τοῦ τελώνου, ἀλλὰ τὴν τοιαύτην γνῶσιν οὐδὲν ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης κέκτηται. Γνωρίζω τοῦτο ἐξ ἰδίας πείρας. Πᾶσα γνώμη ἐξ ἐπιτροπῆς, τοιουτοτρόπως σχηματιζομένης, εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν αὐθαίρετος. Ἤθελεν εἶσθαι καλλίτερον καὶ ἐπωφελέστερον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδημόνων, ἐκ προσώπων γνωριζόντων τὰ διάφορα ἐμπορεύματα.
§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται τώρα περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι συνεστημένη, καὶ μετ’ αὐτῆς εἰργάσθη καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅτε ἦτο Ὑπουργός. Τώρα, ἐπειδὴ καταργεῖται τὸ τελωνεῖον Ἀθηνῶν, οὗτινος ὁ προϊστάμενος ἦτο μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἐδέησεν, ὅπως ἀντικαταστηθῇ οὗτος δι’ ἄλλου προσώπου, καὶ πρὸς τοῦτο ὡρίσθη πρόσωπον ὅμοιον τὰς γνώσεις ἐκείνου, οὗτινος ἡ θέσις κατηργήθη· ἐτέθη εἷς ἐπιθεωρητής, διότι μεταξὺ τῶν ἐπιθεωρητῶν ἔχομεν καὶ τοὺς ἐκ τοῦ τελωνειακοῦ κλάδου, ὅπως ἔχομεν καὶ τοὺς ἐκ τοῦ ἐφοριακοῦ καὶ τοὺς ἐκ τοῦ ταμειακοῦ. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς οὗτος θὰ ἦναι ἐκ τοῦ τελωνειακοῦ κλάδου καὶ θ’ ἀντικαταστήσῃ τὸν τελώνην Ἀθηνῶν, ὡς ἐκλειπούσης τῆς θέσεως. Ἠδυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὸν τελώνην Πειραιῶς, ἀλλ’ ὁ τελώνης Πειραιῶς διαμένει μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ θὰ ἦτο δύσκολος ἡ λειτουργία τῆς ἐπιτροπῆς. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἤδη προτείνομεν ἁπλῶς τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ, τοῦ ἐκ τῆς καταργήσεως δι’ ἄλλου νομοσχεδίου τῆς θέσεως τοῦ προϊσταμένου τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς διότι ἡ ἀντικατάστασις ἑνὸς προσώπου, τοῦ μόνου ἴσως εἰδικοῦ, γίνεται δι’ ἑτέρου προσώπου ὀλιγώτερον εἰδικοῦ, ἔκαμα τὴν παρατήρησιν. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ καὶ ἐξ ἐμπόρων καὶ ἑνὸς ἐκ τῶν ἐλεγκτῶν. Δύνανται νὰ εὑρεθῶσι πρόσωπα ἄλλα, ἁρμοδιώτερα ἀφ’ ὅ,τι εἶναι ὁ δικαστικὸς σύμβουλος καὶ ὁ τμηματάρχης τοῦ τμήματος τῶν Μεταλλείων. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἤκουσα πολλοὺς, λέγοντας, ὅτι δὲν γνωρίζουν τίποτε, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῆς διατάξεως, εἶναι καλὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ ἐπιτροπή, ἡ σήμερον μεταῤῥυθμιζομένη, ἀντὶ νὰ κατασταθῇ ὀλιγώτερον ἁρμοδία καὶ κατάλληλος ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑφίστατο.
§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ τμηματάρχης τοῦ τμήματος τῶν Μεταλλείων εἶναι εἰδικώτατον πρόσωπον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, διότι συμπίπτει μάλιστα τώρα, ὡς προσήκει, νὰ ἦναι καὶ καθηγητὴς τῆς Χημείας. Ἀφοῦ εἶναι καθηγητὴς τῆς Χημείας, βεβαίως ἔχει τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις καὶ τὸν καταρτισμὸν, ἵνα ᾖ χρήσιμος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἐπίσης καὶ τελωνειακὸς ὑπάλληλος ἄριστος εἶναι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς. Ἦτο οὗτος μέχρι τοῦδε ὁ προϊστάμενος τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν θὰ ᾖναι εἰς τὸ ἑξῆς ἐπιθεωρητής, προαχθεὶς ἀπὸ προϊσταμένου τελωνείου πρώτης τάξεως. Ὁ δὲ δικαστικὸς σύμβουλος, πλὴν τῶν ἄλλων αὐτοῦ προσόντων, εἶναι, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἀποφαινομένης περὶ τῶν λαθρεμπορίων, εἰδικὸς εἰς τὰ τῆς τελωνειακῆς νομοθεσίας. Τῶν ἐμπόρων ἡ γνώμη πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ὡς εἰσήγησις πραγματογνωμόνων· δὲν πρέπει οἱ ἔμποροι νὰ ἀποφασίζωσιν αὐτοί, ἀλλὰ πρέπει ἄνδρες ἱκανοὶ, ἵνα ἀντιλαμβάνωνται τῶν εἰσηγήσεων, νὰ συμβουλεύωνται τοὺς ἐμπόρους, καὶ ἐκ τῆς γνώμης ἐκείνων ὁδηγούμενοι, νὰ κανονίζωσι τὰ τοῦ θέματος. Νομίζω ἄρα, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ καλῶς ἔχει, καὶ ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τοῦ προϊσταμένου τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν καλῶς γίνεται ὑπὸ ἐπιθεωρητοῦ, διοριζομένου δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιμένω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κακῶς νομίζει, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει ἀποφασιστικὴν ψῆφον· ἔχει γνωμοδοτικὴν ψῆφον· ὁ Ὑπουργὸς ἀποφασίζει.
§38Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε ὁ Ὑπουργὸς μεταβάλλει τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Αὕτη συμβουλεύεται τοὺς πραγματογνώμονας, καὶ ἀποφαίνεται γνώμην, ἥτις διὰ πάντα Ὑπουργὸν εἶναι ἀποφασιστική. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. προλαλήσας οὐδέποτε ἀνέτρεψε γνώμην τοιαύτην, καὶ ἂν τὸ ἔπραξε, νομίζω, ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν δύναται νὰ ἐπαινεθῇ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐφήρμοσα τὴν διάταξιν, ἀφ’ ἧς εἰσήχθη, καὶ οὐδέποτε ἀνέτρεψα γνώμην τοιαύτην.
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κακῶς νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐγὼ δὲν προεκάλεσα μεταβολὴν γνώμης· διότι εἶχον τὴν συνήθειαν καὶ ταύτην τὴν ἐργασίαν νὰ τὴν βλέπω. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἴσως, ἕνεκεν ἐλλείψεως χρόνου, δὲν δίδει προσοχὴν, ἐγὼ ὅμως πολλάκις προεκάλεσα ἐπιθεώρησιν γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς, καὶ κατόπιν ἐρευνῶν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ προκαλέσω τελειοτέρας μελέτας, καὶ τὰς μελέτας ταύτας προεκάλεσα οὐχὶ διὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ δι’ ἄλλων προσώπων εἰδικωτέρων.
§40Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμολόγησεν, ὅτι πάντοτε κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεφάσισεν, ἀλλὰ πολλάκις κατὰ δευτέραν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, κατόπιν ἀναθεωρήσεως, παρ’ αὐτοῦ προκληθείσης. Ἐγὼ μάλιστα νομίζω, ὅτι ἀπεφάσισα καὶ κατὰ τρίτην γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, κατόπιν ἐπαναληπτικῆς ἀναθεωρήσεως· ἀλλὰ πάντοτε κατὰ γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεφάσισαν καὶ ἀποφασίζουσι καὶ θ’ ἀποφασίζωσιν οἱ Ὑπουργοί, ἐν ὅσῳ τὰ τοῦ θέματος κανονίζονται κατὰ τὰ νῦν κείμενα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῶν τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου.
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζητήσαμεν χθὲς πληροφορίας τινὰς, ὅπως δυνηθῶμεν ἐν γνώσει ν’ ἀποφανθῶμεν.
§43Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤλπιζον, ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ τὰς ὑποβάλω σήμερον, ἀλλὰ δὲν τὰς ἔλαβον εἰσέτι. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἐν τῇ ἀγορεύσει μου μνημονεύονται διακεκριμένως αἱ πιθαναὶ προσαυξήσεις ἐκ τοῦ σίτου, ἐκ τῆς ζακχάρεως, καὶ ἐκ τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὰ συμβατικὰ τέλη, οὐ μόνον δὲ αἱ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐκ τῶν προσθέτων τελῶν, τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον. Ὥστε ἐν συνόλῳ ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν πληροφορίαν, ἣν λεπτομερέστερον προέκειτο νὰ ὑποβάλω σήμερον. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς ἀνακοινώσεως τῶν πληροφοριῶν ἐν πλήρει λεπτομερείᾳ δὲν κωλύει τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου· βεβαίως δὲ αὔριον γενήσεται ἡ ἀνακοίνωσις.
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἀντισταθῶ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀρκεῖ ἡ δευτέρα νὰ γείνῃ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν πληροφοριῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, πρέπει νὰ ἦναι πληρέστεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· διότι ναὶ μὲν διακρίνεται ἐκεῖ τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως τοῦ συνόλου τῶν τελῶν ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, καὶ τὸ σύνολον τῆς αὐξήσεως τῶν συμβατικῶν τελῶν, καὶ τὸ σύνολον τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ τῆς σακχάρεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ· ἐκεῖ παρουσιάζεται τι ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ὁμολογούμενον παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς πλήρη ἀντίθεσιν μὲ τὰς αὐξήσεις, τὰς ὁποίας ὑπολογίζει. Τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων, μετὰ τὴν γενομένην αὔξησιν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῶν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, εἰσὶ διάφορα τῶν παραδεχθέντων ὡς βάσεις τῆς αὐξήσεως, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῶν νέων προσθηκῶν. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ σχηματίσωμεν γνώμην πληρεστέραν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν, τί οἱ δασμοὶ οὗτοι ἀποφέρουν ἐπὶ τῆς προσόδου ταύτης ποία ἀναλογία ὑπολογίζεται, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῶν γενομένων καὶ ἐκ τῶν γενησομένων αὐξήσεων. Πρόκειται περὶ πίνακος, τὸν ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἕτοιμον, καὶ τὸν πίνακα τοῦτον ἐν λεπτομερείᾳ ἐπεθύμουν νὰ ἔχωμεν ἐνώπιόν μας.
§45Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εὐτυχῶς, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν αἴτησίν του ἐγγράφως, τὰ δὲ ὑποβληθέντα ἐγγράφως δὲν περιέχουσιν ὅσα ἤδη λέγει. Τὰ ἤδη λεγόμενα εἶναι πολλῷ πλέον περίπλοκα τῶν ἐγγράφως ζητηθέντων. Τὰ ζητηθέντα εἶναι τὰ περιλαμβανόμενα ἐν σημειώματι, ὅπερ εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅτε ἠγόρευον, τουτέστιν ἐν ἀναγραφῇ τῶν κατὰ μέσον ὅρον ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος, προσηυξημένων ἐκ τῶν μεταῤῥυθμίσεων, τῶν εἰσαχθεισῶν κατὰ τὴν τελευταίαν Βουλὴν καὶ τῶν εἰσαγομένων ἤδη. Ταῦτα ἦσαν τὰ ζητηθέντα· ἀλλὰ σήμερον, ὡς ἐννοῶ, ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ πληροφορηθῇ, ποία εἶναι ἡ ἐπήρεια τῶν φόρων τούτων ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν εἰδῶν.
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι δικαιολογία τῆς αἰτήσεώς μου· δὲν ζητῶ ἤδη νεώτερόν τι.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ ἐψήφισε πρόσθετον τέλος 15% ἐφ’ ἁπάντων τῶν εἰσαγομένων, πλὴν ὡρισμένων κατηγοριῶν. Ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν ἐν συνόλῳ ἀνέρχεται εἰς 24,822,000 δραχμῶν. Ἐκ τούτων ἀφαιρετέον, ἵνα εὕρωμεν τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς θὰ λειτουργήσῃ ἡ προσθήκη τῶν 15% πρῶτον τὰ συμβατικὰ τέλη, ἅτινα δὲν περιελαμβάνοντο ἐν τῷ μέτρῳ τῷ ψηφισθέντι ἤδη. Ταῦτα ἀνέρχονται εἰς δρ. 4,300,000. Ἀφαιρετέον δεύτερον τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ τῆς σμιγοῦ, δραχμαὶ 3,417,000· τρίτον, τὰ τέλη ἐξ εἰσαγωγῆς σακχάρεως, δρ. 4,220,000, καὶ τέταρτον τὰ τέλη ἐπὶ τῶν δρυλίων, ῥιγαδίων κτλ. δραχμαὶ 125,000. Μένει ἄρα ὑπόλοιπον, ἐφ’ οὗ ὑπολογίζεται ἡ αὔξησις 15%, ἐκ δραχμῶν 12,162,000. Ἔχομεν ἄρα ἐκ τούτου πιθανὴν προσαύξησιν δραχμῶν 2,824,000. Εἰς ταῦτα προσθετέον προσαύξησιν ἐκ σίτου καὶ σμιγοῦ 1,265,000 καὶ ἐκ φόρου εἰσαγωγῆς κατὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν 600,000. Τὸ σύνολον ἄρα τῶν προσαυξήσεων ἐκ τῶν ψηφισθέντων νόμων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 3,689,000. Κατὰ δὲ τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια ἔχομεν προσαυξήσεις ἐν συνόλῳ δραχμῶν 2,463,000.
§48ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ σημείωμα δύναται νὰ τυπωθῇ;
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ὑποβάλω πληρέστερον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι θὰ μοὶ ἀποσταλῇ ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως καὶ θὰ τὸ ἔχωμεν πρὸ τῆς δευτέρας συζητήσεως.
§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸ τῆς δευτέρας συζητήσεως νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰ δυνατόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΨΚʹ τῆς 12 Ἀπριλίου 1887 καὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ᾼϠΠΓʹ τῆς 11 Ἰανουαρίου 1892 περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ.
§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κατόπιν τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν, ὅτι θέλει κατορθώσει νὰ βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ ἔθνους, θὰ ἔπραττεν ἴσως ῥιζικωτέρας καὶ οὐσιωδεστέρας μεταβολὰς εἰς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν περὶ τοῦ σπουδαίου τούτου φόρου. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς σκέψεις καὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εὔχομαι νὰ κατορθώσῃ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐλπίδων του, ὅτι θὰ προλάβῃ τὰ ἄτοπα καὶ ἰδίως τὰ λαθρεμπόρια, τὰ ὁποῖα ἐνεργοῦνται ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, νὰ ἐπιτύχῃ βελτίωσιν τῆς λειτουργίας τοῦ φόρου τούτου. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὅμως νομίζω καθῆκόν μου νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μὴ καταργηθῇ πᾶς ἔλεγχος ἐπὶ τῆς συσκευῆς τοῦ καπνοῦ, ὅπως καταργεῖται διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ὅταν ὁ ἔμπορος καπνοῦ, ὁ καπνοπώλης, ἦναι ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει ὁλόκληρον τὴν συσκευὴν, ἀπὸ τῆς κοπῆς μέχρι τῆς ἐπικολλήσεως τῶν ταινιῶν, καταντᾷ νὰ ἦναι ὁ κύριος τῆς ὅλης διαχειρίσεως τῆς συσκευῆς καὶ κοπῆς τοῦ καπνοῦ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχουσι διευθυνταὶ καπνοκοπτηρίων καὶ ἐπιθεωρηταὶ, οἵτινες ὑποτίθεται, ὅτι θὰ παρεμποδίζωσιν αὐτοὺς νὰ ποιήσωνται κατάχρησίν τινα, νομίζω ὅμως, ὅτι γνωρίζομεν πάντες τὸ προσωπικὸν τοῦ Δημοσίου, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐπιτήρησιν τοῦ προσωπικοῦ. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἴδωμεν ταινίας, ἀντιπροσωπευούσας ποσότητα καπνοῦ πολὺ μικροτέραν, τιθεμένας εἰς δοχεῖα, ἐμπεριέχοντα καπνὸν πολὺ ἀνώτερον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ παρεμποδίσῃ τὸν καπνοπώλην νὰ πωλήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει ἡ ταινία. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶναι συμφερώτερον νὰ περιορισθῇ ἡ ἐργασία τοῦ καπνοπώλου εἰς τὴν συσκευὴν καὶ τοποθέτησιν τοῦ καπνοῦ εἰς τὰ δοχεῖα, νὰ ἀνατεθῇ δὲ εἰς ἰδιαίτερον ὑπάλληλον τοῦ καπνοκοπτηρίου ἡ ἐπικόλλησις τῶν ταινιῶν, ὅπως τοιουτοτρόπως διὰ τῆς ἐπικολλήσεως, ἥτις φυσικῶς θὰ ἐπέρχηται κατόπιν τῆς ζυγίσεως τῶν δοχείων, γίνηται εἷς ἄμεσος ἔλεγχος, οὐχὶ πλέον ἁπλῆ ἐπιτήρησις, ἀλλ’ ἄμεσος ἔλεγχος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τοῦ κοπτομένου καπνοῦ· δύναται δὲ τοῦτο νὰ αὐξήσῃ καὶ κατὰ τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν 20 λεπτῶν, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 2, ὅπως καλυφθῇ ἡ δαπάνη τοῦ φόρου τούτου.
§54Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτής, φαίνεται, ἔχει πολλὴν πεποίθησιν εἰς τὸ ἐργατικόν, τὸ προσλαμβανόμενον ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, δὲν νομίζω ὅμως νὰ ἔχῃ δίκαιον, στηρίζων τοιαύτας πεποιθήσεις ἐπ’ αὐτοῦ.
§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἀντίθετον πεποίθησιν ἐξέφρασα.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ προσωπικὸν τὸ προσλαμβανόμενον ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας δὲν παρουσιάζει τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν παρουσιαζομένας, ἵνα θεωρήσωμεν τὸ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου καταργούμενον σύστημα ὡς μὴ ἐκτιθὲν τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς κινδύνους, εἰς οὓς ὁ κ. Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι ἐκθέτει τὸ σύστημα, τὸ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον. Τὸ νομοσχέδιον προτείνει, ὅπως τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀσχολῶνται ἐντὸς τῶν καπνεργοστασίων εἰς τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ, εἰς τὴν συσκευήν, εἰς τὴν ἐπικόλλησιν τῶν ταινιῶν, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὴν ζύγισιν, ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα θὰ διορίζωνται ὑπ’ αὐτῶν τῶν καπνοπωλῶν, θὰ ἐργάζωνται ὅμως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὀργάνων τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τῆς ἐπιτηρήσεως ταύτης ἐξαρτᾶται ὁ ἔλεγχος καὶ σήμερον, ὅτε οἱ ἐργάται διορίζονται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ θὰ ἐξαρτᾶται καὶ τότε, ὅταν οἱ ἐργάται θὰ διορίζωνται ὑπὸ τῶν καπνοπωλῶν. Ἐκεῖ πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν· ὑπὸ δὲ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιφυλάσσεται ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας πᾶς ἔλεγχος, διότι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος θέλουσι κανονισθῆ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῶν καπνοπωλῶν καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῶν, καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἐπιτηρούντων, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ ἀσκῆται ἡ ἐπιτήρησις· ἀφοῦ δὲ διὰ διατάγματος πάντα ταῦτα θέλουσι κανονίζεσθαι, ἡ ἐξασφάλισις τῶν δικαιωμάτων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εἶναι πλήρης.
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι μικρὰ διαφορά γνώμης. Τὴν ἐπιτήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐμπεριέχει τὸ νομοσχέδιον, δὲν τὴν ἐνόμισα ἀρκοῦσαν· εἶναι παθητική, οὕτως εἰπεῖν, ἐπιτήρησις. Ἠθέλησα, ὅπως εἰς τὴν ἐπιτήρησιν ταύτην προστεθῇ καὶ ἐνέργειά τις ἁπλουστάτη, ἥτις δύναται νὰ γείνῃ παρὰ ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου, καὶ ἥτις θὰ συμπληρώσῃ τὴν ἐπιτήρησιν· εἶναι ἡ ἐπικόλλησις τῶν ταινιῶν. Ἡ ἐπικόλλησις τῶν ταινιῶν δὲν εἶναι ἁπλῆ ἐπίβλεψις, θεωρητικὴ καταντῶσα ἐνίοτε, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐνέργειά τις, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ πράξῃ ὁ διορισθησόμενος ὑπάλληλος. Δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ᾖναι ἁπλοῦς ἐργάτης, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξελέγχῃ· ὥστε ἡ ζύγισις εἶναι καλὸν νὰ γείνῃ μετὰ τῆς κολλήσεως τῶν ταινιῶν. Τώρα, ἂν νομίζητε, ὅτι ὁ ἔλεγχος οὗτος εἶναι ἀρκετός, κρατήσατέ τον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον οὗτος ὁ ἔλεγχος, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα ἀπαιτοῦνται, διὰ νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος οὗτος. Ἀλλὰ καὶ τὴν ἐλάττωσιν αὐτοῦ τοῦ ἐλέγχου δὲν τὴν θεωρῶ ἐν γένει καλήν, ὄχι διότι ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ προσωπικόν, τὸ προσλαμβανόμενον εἰς τὰ καπνοκοπτήρια, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι ἀτελὲς καὶ χρειάζονται πολλὰ ἄλλα μέτρα ἐλέγχου καὶ ἐπιτηρήσεως, διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ σύστημα τῶν καπνοκοπτηρίων, καί, ὡς εἶπον, ἐπαναλαμβάνω τὴν εὐχήν μου, ὅπως αἱ ἐλπίδες σας πραγματοποιηθῶσι. Δὲν τὸ πιστεύω ὅμως, ἄνευ ῥιζικωτέρων μεταῤῥυθμίσεων τοῦ συστήματός σας.
§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέφυγε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς μίαν, πολὺ δικαίαν κατ’ ἐμὲ, ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὸν ὁ ἐξ Ἄρτης συνάδελφος. Ἀπὸ πολλοῦ κύριε Πρόεδρε, ἐπεκράτησε κοινὴ πεποίθησις παρ’ ἡμῖν, ὅτι ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἔχει πολλὰ τὰ κενά, δι’ ὧν συγχωρεῖται ἢ μᾶλλον ὑποθάλπεται καὶ προάγεται τὸ λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ. Ἐγένετο ἤδη μακρὰ συζήτησις περὶ τούτου, ὅτε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην, εἶχεν ὑποβάλει ἴδιον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Τότε οὐ μόνον ἐκ τῆς συμπολιτευομένης, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀντιπολιτευομένης πτέρυγος ἀνωμολογήθη, ὅτι τὸ ὑφιστάμενον σύστημα φορολογίας τοῦ καπνοῦ παρέχει ἀφορμὴν εἰς παντοίας καταχρήσεις, ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ τιμίου ἐμπορίου τοῦ καπνοῦ. Ἀφοῦ δὲ τοιαύτη κοινὴ πεποίθησις ἐπεκράτησε, δικαίως περιεμένομεν νῦν πάντες, ἵνα ἡ νέα Κυβέρνησις ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ περιεστέλλετο, κατὰ τὸ ἐφικτὸν, τὸ λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀντὶ ὅμως τοιούτου νομοσχεδίου, εἴδομεν αἴφνης ὑποβαλλόμενον τὸ παρὸν, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τοὺς καπνοπώλας, ἵνα δι’ ἰδίων ἐργατῶν κόπτωσι καὶ συσκευάζωσι τὸν καπνὸν, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον ἑνὸς μόνον διευθυντοῦ ἐν ἑκάστῳ καπνοκοπτηρίῳ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι καὶ τὸ μέχρι τοῦδε προσωπικόν, τὸ διοριζόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, δὲν παρέχει πολλὰ τὰ ἐχέγγυα περὶ τῆς τιμίας διαχειρίσεως τῆς εἰς αὐτὸν ἀνατεθειμένης ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ὁπωςδήποτε, τὸ Δημόσιον, ἐφ’ ὅσον αὐτὸ διορίζει καὶ ἀπολύει τοὺς ἐργάτας τῶν καπνοκοπτηρίων, κέκτηται ἓν πρόχειρον μέσον, δι’ οὗ δύναται νὰ τιμωρῇ πᾶσαν αὐτῶν κατάχρησιν. Ὅταν ὅμως τὸ Δημόσιον δὲν δύναται νὰ παύῃ καὶ διορίζῃ αὐτὸ ἀμέσως τοὺς ἐργάτας, ὅταν οὗτοι ἐξαρτῶνται ἀπ’ εὐθείας ἐκ τῶν καπνοπωλῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ κόπτωσι καὶ συσκευάζωσι δι’ αὑτῶν τὸν καπνόν των, τότε βεβαίως, ἀντὶ νὰ κλείσωμεν τὰς ἤδη ἀνοικτὰς θυρίδας εἰς τὸ λαθρεμπόριον, κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ζητοῦμεν ν’ ἀνοίξωμεν νέαν τοιαύτην διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τὴν γνώμην μου ταύτην ἐνισχύει ἔτι μᾶλλον δυστυχῶς τὸ γεγονὸς, καθ’ ὃ τὴν ἐπιτήρησιν πάσης τῆς γινομένης ἐργασίας ἐν ἑκάστῳ καπνοκοπτηρίῳ ἔχει εἷς μόνος Διευθυντής, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ 1ῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τίνα ἐπιτήρησιν, τίνα ἔλεγχον δύναται εἷς μόνος Διευθυντὴς νὰ ἐξασκῇ; Φαντασθῆτε, ἐπὶ παραδείγματι, ὁποίαν ἐπιτήρησιν, ὁποῖον ἔλεγχον δύναται νὰ ἐνασκήσῃ εἷς καὶ μόνος Διευθυντὴς ἐν τῷ καπνοκοπτηρίῳ Ἀθηνῶν, ἔνθα δυνατὸν πολλάκις πλείονες καπνοπῶλαι, δέκα, εἴκοσι καὶ τριάκοντα τοιοῦτοι, ν’ ἀπασχολῶσιν ἑκατοντάδα ὅλων ἐργατῶν εἰς κοπὴν καὶ συσκευὴν καπνοῦ! Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θ’ ἀπηύθυνον παρατήρησίν τινα καὶ ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου. Κατ’ αὐτὸ, (ἀναγινώσκει) «ἡ προσθήκη νέων μηχανημάτων, ἡ ἐπισκευὴ καὶ συντήρησις τῶν ὑπαρχόντων τοιούτων γίνεται δαπάναις τῶν κυρίων τοῦ καπνοῦ». Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ παράσχῃ ἀφορμὴν εἰς πολλὰ παράπονα, ἂν ὄχι καὶ εἰς καταχρήσεις. Διότι ἐπὶ τῇ βάσει τίνος ἀναλογίας θὰ γίνηται ἡ δαπάνη, ἡ ἀπαιτουμένη εἰς προσθήκην νέων μηχανημάτων, ἢ εἰς ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν ὑπαρχόντων τοιούτων; Ἄν τὸ πρᾶγμα μείνῃ οὕτως ἀόριστον, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἰδοὺ τί δύναται νὰ συμβῇ. Ὑποθέσατε ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις μηχανήματός τινος, ἢ ἀνάγκη ἐπισκευῆς τινος ἐκ τῶν ὑπαρχόντων τοιούτων, ὁ δὲ θέλων νὰ κάμῃ πρῶτος αὐτοῦ χρῆσιν καπνοπώλης, ὑποβάλλεται εἰς τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην· πῶς ὅμως θ’ ἀποζημιωθῇ αὐτὸς ὕστερον; Θὰ μετάσχωσι τῆς δαπάνης καὶ οἱ μετ’ αὐτὸν μέλλοντες νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ μηχανήματος καπνοπῶλαι; Πλὴν ἐπὶ τῇ βάσει τίνος ἀναλογίας; Περὶ ὅλων τούτων οὐδὲν ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἕκαστος δ’ ἐννοεῖ εὐκόλως εἰς ὁποῖα παράπονα καὶ εἰς ὁποίας καταχρήσεις δύναται νὰ παράχῃ ἀφορμὴν ἡ τοιαύτη ἀοριστία.
§59Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰσάγων τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶχον εἰπεῖ, ὅτι περὶ τῶν τοῦ καπνοῦ θέλω ὑποβάλει καὶ ταύτην τὴν πρότασιν, θέλω ὑποβάλει καὶ ἄλλας προτάσεις. Ὑπέβαλον ταύτην τὴν πρότασιν πρώτην, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἐπείγει ἡ ῥύθμισις τῶν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐργοστασίων κοπῆς καπνοῦ. Ἀναλαμβανούσης τὴν διοίκησιν νέας Κυβερνήσεως καὶ εὑρισκούσης προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον νομίζει κακῶς κατηρτισμένον, θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ καταρτίσῃ ἡ ὑπηρεσία ἴδιον νέον προσωπικόν. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι τὰ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ ἔπρεπε νὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει νέου συστήματος. Ἐπείγει ἄρα ἡ διαῤῥύθμισις τοῦ συστήματος τούτου, τούτου δ’ ἕνεκα τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ ἐργατικὸν προσωπικὸν, εἰσήχθη εὐθύς. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο νομοσχέδιον ἕτοιμον, τὸ ὁποῖον ὅμως ἔχω ἤδη ὑπὸ ἐπεξεργασίαν, κανονίζον διάφορα μέτρα, ἀφορῶντα εἰς τὴν πληρεστέραν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ κοπῆς καπνοῦ. Τοῦτο ἐλπίζω νὰ δυνηθῶ νὰ εἰσαγάγω μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Περὶ τῶν ἄλλων ἀντιῤῥήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἐπισκευὴν τῶν μηχανημάτων, παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἔχουσι τὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅπως τὰ ὑποθέτει. Δὲν θ’ ἀνήκωσι τὰ μηχανήματα εἰς ὅλους τοὺς καπνοπώλας· ἕκαστος καπνοπώλης θὰ ἔχῃ τὰ ἴδια μηχανήματα, δὲν θὰ ἔχῃ δὲ ὑποχρέωσιν νὰ παρέχῃ εἰς ἄλλους τὴν χρῆσιν τῶν ἰδίων μηχανημάτων. Ἄλλως τε γινώσκετε, ὅτι δὲν πρόκειται καὶ περὶ μηχανημάτων λίαν δαπανηρῶν, ὥστε νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ συνεταιρισθῶσιν οἱ καπνοπῶλαι, ἵνα ποιῶνται χρῆσιν πολλοὶ ἑνὸς μηχανήματος. Ἕκαστος θὰ ἔχῃ τὸ ἴδιον μηχάνημα. Θὰ ὑπάρχωσι καὶ καπνοπῶλαι, οἵτινες θὰ ἔχωσι πλείονα τοῦ ἑνὸς μηχανήματα.
§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂν ἔχωμεν ἐν Ἀθήναις 200 ἢ 300 καπνοπώλας, καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ διατηρῶσι 2 καὶ 3 καὶ 4 καὶ 5 μηχανήματα, θὰ ἐξευρεθῇ χῶρος δι’ αὐτά;
§61Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν εἴχομεν 300, θ’ ἀπῃτεῖτο εἰδικὴ πρόνοια· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν 300, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐξευρέσεως χώρου ἐκτάκτων διαστάσεων. Εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ σήμερον ἡ ἐργασία γίνεται διὰ μηχανημάτων παλαιοῦ συστήματος, καὶ διὰ μηχανημάτων τοῦ αὐτοῦ συστήματος θέλει γίνεσθαι ἡ κοπὴ κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου· ἀμφιβάλλω δὲ, ἂν θὰ αὐξήσῃ κατὰ πολὺ ὁ ἀριθμὸς τῶν μηχανημάτων κατόπιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι οἱ μικροὶ καπνοπῶλαι βεβαίως θὰ ποιῶνται χρῆσιν τῶν μηχανημάτων τῶν μεγάλων καπνοπωλῶν, ἀλλὰ τοῦτο ἐκ συμφωνίας ἰδιαιτέρας. Μὴ ἔχοντες οὗτοι τὰ μέσα, ἵνα προνοῶσι περὶ κανονικῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ δι’ ἴδιον λογαριασμὸν, θέλουσι τυγχάνει τῆς συνδρομῆς τῶν συστηματικώτερον ἐργαζομένων, διότι τὰ μικρότερα καταστήματα συνήθως εἶναι ὑποκαταστήματα τῶν μεγαλειτέρων καπνοπωλῶν. Ἄλλην παρατήρησιν ἐποιήσατο ὁ κ. Βουλευτής...
§62ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅτι εἷς Διευθυντὴς δὲν ἐπαρκεῖ, νομίζω.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. ὅτι εἷς Διευθυντὴς δὲν ἐπαρκεῖ. Ἀλλὰ τὸ ἑνιαῖον τοῦ ἐπιτηροῦντος προσωπικοῦ δὲν προκύπτει ἐκ τοῦ νομοσχεδίου· τοὐναντίον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ Διευθυντὴς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτηρήσεως, εἶναι ἡ ἀνωτέρα ἀρχή· ἀλλὰ μόνον τὸ ἐργατικὸν προσωπικὸν καταργεῖται, ἀντικαθιστάμενον διὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ νομοσχεδίου· τὸ προσωπικὸν ὅμως τῆς Διευθύνσεως, τὸ ὁποῖον καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένον ἐν ἰδίῳ κεφαλαίῳ, ἐκεῖνο θὰ διατηρηθῇ, διότι εἶναι προσωπικὸν ἐπιτηρήσεως, καὶ πιθανὸν μάλιστα ὀλίγον τι νὰ αὐξηθῇ ἐν τοῖς μεγάλοις κέντροις. Ἐν τοῖς μικροῖς κοπτηρίοις εἷς Διευθυντὴς ἀρκεῖ, ἐνίοτε μάλιστα δὲν διορίζεται Διευθυντὴς, ἀλλ’ ἀνατίθεται ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ἢ εἰς ἄλλην τινὰ ἀρχήν· ἀλλ’ ἐν τοῖς μεγάλοις κέντροις ὑπάρχει προσωπικὸν βοηθητικὸν τοῦ Διευθυντοῦ. Τοῦτο οὐδαμοῦ εἴρηται, ὅτι καταργεῖται, καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ δεήσῃ ἴσως νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ εἰδικωτέρας προτάσεις.
§64ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς δοθείσας παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν δὲν πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθη, ὅτι θὰ θεραπεύσῃ. Καὶ ἀληθῶς κατὰ τὴν πρώτην στιγμὴν ἐσχημάτισεν ἡ Βουλὴ τὴν παρήγορον πεποίθησιν, ὅτι θὰ λείψῃ ὅλον ἐκεῖνο τὸ ποικίλον προσωπικὸν τῶν καπνοκοπτηρίων, τὸ συλλεγόμενον καὶ στρατολογούμενον εἰς τὰς τάξεις τῆς φατρίας, καὶ τὸ ὁποῖον περὶ πᾶν ἄλλο ἠσχολεῖτο ἢ περὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις. Ἀλλ’ ὅπως περιώρισε τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐπαγγελία αὕτη ἀποδεικνύεται ὅλως ἀπατηλή. Ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν ἐκεῖνο, τὸ ποικίλον, τὸ ὁποῖον μὲ τόσον ζοφερὰ χρώματα εἰκόνισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις τοσαύτην ἔχει πεῖραν τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον διώρισε καὶ ἀντικατέστησεν ἐπὶ ὀκτὼ ὁλόκληρα ἔτη, ὁλόκληρον, λέγω, ἐκεῖνο τὸ προσωπικὸν τί θὰ γείνῃ, δυνάμει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Θὰ μείνῃ ἀκέραιον, πρὸς δόξαν τῆς φατρίας, καὶ θὰ λείψωσιν οἱ ἐργάται τῆς κοπῆς.
§65Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τῆς συσκευῆς.
§66ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ λείψωσι δηλαδὴ οἱ τεχνῖται.
§67Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§68ΡΑΛΛΗΣ. .. Ὅλοι οἱ ἄλλοι, οἱ κοινῶς ἀποκαλούμενοι καπνοφάνται, οἵτινες τὴν ὕπαρξίν των ὀφείλουσιν εἰς τὸ σύστημα τὸ λειτουργοῦν, θέλουσιν ἐξακολουθήσει τὸ ἐπάγγελμά των ἀκωλύτως. Οὐδεμία δὲ πραγματικὴ οἰκονομία θέλει προκύψει ἐκ τῆς σχεδιαζομένης μεταῤῥυθμίσεως διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ προσωπικὸν αὐτὸ θὰ μείνῃ ἀκέραιον....
§69Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§70ΡΑΛΛΗΣ. ... Ἡ μείωσις δὲ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, ἡ μείωσις αὕτη ἀναλογεῖ πρὸς τὴν μείωσιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐργατικοῦ. Εἰς αὐτὸ καὶ μόνον περιορίζεται τὸ νομοσχέδιον. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀπαλλάσσει τὸ Δημόσιον τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ προσλαμβάνῃ αὐτὸ τοὺς ἐργάτας τῆς κοπῆς καὶ τῆς συσκευῆς τοῦ καπνοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μειοῖ τὸ δικαίωμα, τὸ καταβαλλόμενον διὰ τὴν κοπὴν, εἰς λεπτὰ 20, ἀντὶ λεπτῶν 50, τὰ ὁποῖα, νομίζω, εἰσπράττει νῦν τὸ Δημόσιον. Λοιπὸν οἰκονομία πραγματικὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ, δὲν θέλουσι δὲ ἐκλείψει ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρετηρήθησαν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ ὑφισταμένου συστήματος. Θέλουσι μείνει τὰ ἄτοπα ἀκέραια. Τί θέλει ὅμως προκύψει ἐκ τοῦ νέου συστήματος, ὅπερ εἰσάγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Θέλει προκύψει μία νέα βιομηχανία, εἰς βάρος ἀκριβῶς τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς ὄφελος τῶν διευθυντῶν καὶ ἐπιτηρητῶν ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἔχωσι τὴν τιμὴν νὰ διορισθῶσιν εἰς τὰ καπνοκοπτήρια. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ καπνοπώλης κατὰ πᾶσαν στιγμήν, ἔχων ἀνάγκην νὰ συσκευάσῃ καὶ κόψῃ καπνὸν, νὰ ἔχῃ μισθωμένον καὶ νὰ φέρῃ μεθ’ ἑαυτοῦ ἐργάτην· οἱ ἐργάται αὐτοὶ θὰ εὑρίσκωνται πρόχειροι ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις, καὶ οἱ ἐργάται αὐτοὶ θὰ καταστήσωσι μίαν ἐργολαβίαν ὑπὲρ τῶν διευθυντῶν καὶ τῶν ἐπιτηρητῶν τῶν καπνοκοπτηρίων καὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου χορηγεῖται τὸ μέσον τῆς διαφθορᾶς τῶν διευθυντῶν τῶν καπνοκοπτηρίων. Ἀσφαλῶς δὲ θέλομεν φθάσει διὰ τῆς συστάσεως τῆς νέας ταύτης βιομηχανίας εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι θέλομεν ῥίψει πρὸ τῶν διευθυντῶν τῶν καπνοκοπτηρίων καὶ πρὸ τῶν ἐπιτηρητῶν τὸ δέλεαρ τοῦ κέρδους. Τοῦτο δὲ λέγων, δὲν συνηγορῶ μόνον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου κατακρίνων τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, συνηγορῶ καὶ ὑπὲρ τοῦ τιμίου ἐμπορίου, διότι τὸ λαθρεμπόριον βλάπτει βεβαίως τὸ ἔντιμον ἐμπόριον, εἰς τὴν διάταξιν δὲ, τὴν ἤδη ψηφιζομένην, θέλει εὕρει νέαν πληγὴν τὸ ἔντιμον ἐμπόριον. Αἱ ἐξηγήσεις, αἵτινες ἐδόθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1, ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τῆς ἀγορᾶς τῶν νέων μηχανημάτων καὶ ὡς πρὸς τὴν τῆς ἐπιδιορθώσεως τῶν παλαιῶν, δὲν μὲ πείθουσιν, ὅτι ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς σχετικῆς διατάξεως. Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλησμόνησεν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει εἰς τὰ καπνοκοπτήρια ἴδια μηχανήματα, καὶ οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται περὶ τῶν μηχανημάτων τούτων διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Λέγει μὲν τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δαπάναις τῶν καπνοπωλῶν θέλουσι προκτᾶσθαι νέα μηχανήματα, λέγει ὅμως πρὸς τούτοις, ὅτι τὰ μηχανήματα, τὰ χρησιμεύοντα πρὸς κοπὴν, θέλουσιν ἐπιδιορθοῦσθαι δαπάναις τῶν ἰδίων καπνοπωλῶν. Καὶ ἐρωτῶ: οἱ καπνοπῶλαι, οἱ θέλοντες νὰ συσκευάσωσι καὶ κόψωσι καπνὸν, ἔχουσιν ἢ δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κάμωσι χρῆσιν τῶν μηχανημάτων, τῶν ἤδη εὑρισκομένων ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις; Καὶ ἂν ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ κάμωσι χρῆσιν τῶν μηχανημάτων αὐτῶν, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Δημόσιον, αὐτοὶ εἶναι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι καταβάλει τὰ ἔξοδα τῆς ἐπισκευῆς; Ἂν δὲ αὐτοὶ θὰ καταβάλωσι τὰ ἔξοδα τῆς ἐπισκευῆς, ἐπὶ τίσιν ἀναλογίαις θέλουσι καταβάλει τὰ ἔξοδα ταῦτα; Δὲν ἀφίνεται ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν ἐπιτηρητῶν ἢ τῶν διευθυντῶν τῶν καπνοκοπτηρίων, νὰ ἐπιβάλλωσι πρόστιμον εἰς τοὺς καπνοπώλας, πρὸς οὓς θὰ διάκηνται δυσμενῶς καὶ νὰ μὴ ἐπιβάλλωσι καὶ νὰ σώζωσιν ἀπὸ τοιαῦτα τοὺς καπνοπώλας, τοὺς ὁποίους εὐνοοῦσι; Μεταβαίνει ὁ καπνοπώλης πρὸς κοπὴν καὶ συσκευὴν καπνοῦ, καὶ εὑρίσκει τὸ μηχάνημα κατεστραμμένον καὶ μὴ λειτουργοῦν,—δὲν ἔχει ἴδιον μηχάνημα. Ὁ διευθυντὴς τοῦ καπνοκοπτηρίου θὰ τῷ εἴπῃ «διόρθωσέ το», καὶ ὁ καπνοπώλης θέλει καταβάλει τὴν δαπάνην· ἀλλὰ παρὰ τίνος θέλει τῷ ἀποδοθῆ αὕτη, ἀφοῦ καὶ ὑπὲρ ἄλλων θὰ χρησιμεύσῃ; Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ διάταξις αὕτη δίδει ἀφορμὴν εἰς ἄλλας καταχρήσεις. Ἡ διάταξις δὲ αὕτη δὲν δύναται ἢ νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, ἣν ἐγὼ ἀποδίδω εἰς αὐτήν, καὶ ἣν τῇ ἀπέδωκε πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, διότι εἶναι σύμφωνος ἡ ἔννοια αὕτη πρὸς τὴν ἑτέραν διάταξιν, τὴν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον δὲν καταργεῖ πᾶν δικαίωμα τοῦ Δημοσίου ὡς πρὸς τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ, τὸ μειοῖ κατὰ λόγον τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία πλέον δὲν θὰ χορηγῆται ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου. Ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἐχορηγεῖτο ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς καπνοπώλας, ἦτο διπλῆ, ὑπηρεσία προσωπικοῦ, καὶ ὑπηρεσία ὑλικοῦ, τῶν μηχανημάτων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ προσωπικοῦ, ἀφοῦ ἀποβάλῃ τὴν εὐθύνην αὐτῆς τὸ Δημόσιον, δὲν κρατεῖ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε δι’ αὐτήν· ἀφίησιν εἰς τὸν καπνοπώλην νὰ καταβάλλῃ ἑκάστοτε διὰ τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ τὴν ἀμοιβὴν τοῦ ἐργάτου τῆς συσκευῆς καὶ τῆς κοπῆς. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει ἕνεκα τῆς χορηγίας ὑλικοῦ, τῆς χορηγίας τῶν ἰδίων του μηχανημάτων, τὸ διατηρεῖ τὸ Δημόσιον, καὶ βλέπω ὅτι διατηρεῖ 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν κοπτομένου καπνοῦ, τὰ 20 δὲ αὐτὰ λεπτὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσι καταβάλλεσθαι ἀπέναντι τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, κατὰ τὸ ἄρθρον 2, βεβαίως θέλουσιν ἀναλογεῖ ἐν μέρει πρὸς τὸ ἐπιτηρητικὸν προσωπικὸν καὶ ἐν μέρει πρὸς τοὺς τόκους τοῦ καταβληθέντος κεφαλαίου ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ὑφισταμένων μηχανημάτων. Ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς μελετημένον τὸ σχέδιον, ἂν δ’ ἐπετρέπετο, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ κατατμήσῃ τὴν ἐπεξεργασίαν του ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀντικειμένου. Ἀντὶ τμηματικῶς νὰ φέρῃ διάφορα σχέδια περὶ τῶν μεταῤῥυθμίσεων τῶν ἀναγκαίων, τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὸν ὑφιστάμενον νόμον περὶ δικαιώματος καταναλώσεως τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, θὰ παρεκάλουν νὰ φέρῃ ἓν πλῆρες σχέδιον, μετὰ μελέτην ἀκριβῆ ὅλων τῶν ἐλαττωμάτων τῶν ὑφισταμένων, διότι τὸ ὑφιστάμενον νομοθέτημα ἀναμφισβητήτως ζημιοῖ καὶ τὸ Δημόσιον, ζημιοῖ καὶ τὸ ἔντιμον ἐμπόριον, ζημιοῖ τὸ Δημόσιον ἕνεκα τῆς ἀναπτύξεως τῆς λαθρεμπορίας, καὶ ἕνεκεν αὐτῆς τῆς λαθρεμπορίας ζημιοῖ καὶ τὸ ἔντιμον ἐμπόριον.
§71Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀμελέτητον· νομίζω ὅμως, ὅτι ἀπέδειξε μόνον, ὅτι δὲν ἐμελέτησε τὸ νομοσχέδιον...
§72ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα σας.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. Δὲν τὸ ἐμελέτησεν ἐν οὐδεμιᾷ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ. Δὲν ἐνόησε τὰ τῶν 20 λεπτῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιφυλάττονται ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ ὁποῖα παρέστησεν ὡς ἀφορῶντα εἰς τὸ ὑλικόν. Οὐδαμῶς ἀφορῶσι τὰ εἴκοσι λεπτὰ εἰς τὸ ὑλικόν, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐξηγήσω πρὸς ὑμᾶς, τί εἶναι ταῦτα τὰ 20 λεπτά. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον, τὸ Δημόσιον ἀπολαμβάνει 50 λεπτὰ διὰ κοπὴν καὶ συσκευὴν καὶ λοιπὰ ἔξοδα. Ἐνῷ ἀπελάμβανε 50 λεπτὰ, ἐδαπάνα, ὡς γινώσκομεν ἐκ τῶν πινάκων, 72 λεπτὰ κατὰ 1891, διότι τῶν προηγουμένων ἐτῶν αἱ δαπάναι ἦσαν μικρότεραι. Κατὰ τὸ 1888 ἡ ἀναλογία τῆς δαπάνης εἰς ἐργατικὸν προσωπικὸν ἦτο 52 λεπτῶν καὶ ¾ κατ’ ὀκᾶν, τῷ 1889 58 λεπτῶν, τῷ 1890 67½, καὶ τῷ 1891 72½ λεπτῶν, ἐνῷ ἀπελάμβανε τὸ Δημόσιον μόνον 50 λεπτὰ διὰ τὸ ὅλον. Τὸ δὲ ὅλον ἀντιπροσωπεύει τὰ ἐργατικὰ ἔξοδα, τὸ ἔξοδα τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ τὰ ἔξοδα τῶν καταστημάτων. Τὰ ἔξοδα τοῦ ὑλικοῦ εἶναι ὅλως ἀσήμαντα, καὶ οὐδὲ κἂν μνημονεύονται. Ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐν τῇ βαθείᾳ μελέτῃ τοῦ ζητήματος, ἐκεῖ ἀνεγνώρισε τὴν μεγάλην δαπάνην. Ὑποθέτω ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη ἐν τῷ συνόλῳ τῶν 50 λεπτῶν δύναται ν’ ἀντιπροσωπεύηται ἴσως δι’ ἡμίσεως λεπτοῦ. Ἤδη εἰς τί συνίσταται ἡ μεταῤῥύθμισις; Συνίσταται αὕτη εἰς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ ἐργατικὸν πρόσωπον. Ἡ δαπάνη τῶν 72½ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως περιορισθῇ εἰς 30 λεπτά. Αὕτη εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχομεν ἄρα ὠφέλειαν 42 λεπτῶν καὶ ἡμίσεως κατ’ ὀκᾶν ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Τὰ 30 λεπτὰ θέλουσιν ἀφαιρεῖσθαι ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ καπνοπῶλαι ὀφείλουσι ν’ ἀποτίνωσιν εἰς τὸ Δημόσιον δι’ ἔξοδα κοπῆς, καὶ ἀντὶ 50 λεπτῶν, θ’ ἀποτίνωσι οὗτοι 20 λεπτά. Ταῦτα εἶναι τὰ 20 λεπτὰ, τὰ ὁποῖα ὀλίγον τι ἐσύγχυσαν τὸν κ. Βουλευτήν. Καὶ ἰδοὺ, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὸ 1891, βλέπομεν ὅτι ἐγένετο εἰσαγωγὴ πρὸς κοπὴν εἰς τὰ κοπτήρια 707,000 ὀκάδων καὶ εἰσεπράχθη ποσὸν, δυνάμει τοῦ νόμου ΑΥΚʹ, 353,278 δραχμῶν, πρὸς πεντήκοντα λεπτά, ἐδαπανήθησαν δὲ 514,000. Σήμερον τί θέλει δαπανηθῆ διὰ τῶν 30 λεπτῶν; Θέλουσι δαπανηθῆ 210,000 δραχμαὶ, τουτέστι θέλει ἐπέλθει οἰκονομία, ἂν ἐπὶ ταῖς αὐταῖς ἀναλογίαις ἐξακολουθήσῃ ἡ δαπάνη, 300,000 δραχμῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ οἰκονομικὸν ἀποτέλεσμα τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ διαφορὰ ὅμως εἶναι ἡ τῶν 210,000 πρὸς 514,000 δραχμῶν, ἄν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ εἰσαγόμενον πρὸς κοπὴν, εἶναι 707,000· ἀλλ’ ἐὰν αὐξηθῇ τὸ εἰσαγόμενον πρὸς κοπὴν ποσὸν, ὡς εἶναι πιθανὸν, εἰς 1,00,000, ἡ οἰκονομία ἔσται πολλῷ μεγαλειτέρα· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἀναλογίας τῆς δαπάνης τοῦ 1888, τουτέστιν, ἂν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, γινομένη πάλιν παρ’ ἡμῶν, ἤθελε καταλήξει εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἐπὶ τῆς ἡμετέρας διαχειρίσεως, ὅτε ἀνελόγει ἡ δαπάνη εἰς 53 καὶ ¾ τοῦ λεπτοῦ, ἢ εἰς 58 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, πάλιν ἔχομεν οἰκονομίαν σπουδαίαν. Ὁπωσδήποτε ἡ μεταῤῥύθμισις συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι θέλουσι πληρόνεσθαι οἱ καπνοπῶλαι 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν καπνοῦ, ἵνα ἐκτελῶσιν ὑπηρεσίαν, δι’ ἣν κατὰ τὸ 1891 τὸ Δημόσιον ἐπλήρονε 72½ λεπτά. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὅμως λέγει, ὅτι, πλὴν τῆς οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν δὲν διαβλέπει, δὲν ἔχομεν τὴν ἄλλην ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ἐπαγγελλόμεθα, διότι τὸ προσωπικὸν, κατὰ τοῦ ὁποίου ἰδίως αὐτὸς παραπονεῖται, εἶναι οὐχὶ τὸ ἐργατικὸν προσωπικὸν, οὗτινος ἡμεῖς προτείνομεν τὴν κατάργησιν, ἀλλὰ τὸ ἀνώτερον προσωπικόν. Τὸ ἀνώτερον προσωπικὸν, λέγει, ἀποτελεῖ τοὺς καλουμένους καπνοφάντας...
§74ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἐπιτηρητικόν.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐπιτηρητικὸν προσωπικὸν εἶναι ὁ Διευθυντὴς, εἶναι οἱ ἐλεγκταί· ἐκεῖνοι δὲ, τοὺς ὁποίους ὑποθέτει ἐκτελοῦντας λειτουργίαν ὀνομασθεῖσαν καπνοφαντικὴν, ἐκεῖνοι ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ ἐπληρόνοντο, δὲν ἐπληρόνοντο ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐπιτηρήσεως. Τὸ προσωπικὸν τῆς ἐπιτηρήσεως εἶναι καθωρισμένον διὰ νόμου, ἐνῷ τὸ ἐργατικὸν προσωπικὸν μένει εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ διευθύνοντος, ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ ὁποίου γίνονται οἱ διορισμοὶ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξελέγχῃ τὰς προτάσεις τοῦ Διευθυντοῦ, καὶ ὅτι τούτου ἕνεκα καὶ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἡμετέρας δὲν ἦτο πάντοτε κατάλληλος ἡ ἐκλογὴ τοῦ προσωπικοῦ· νομίζω ὅμως, ὅτι πολὺ ὀλιγώτερον κατάλληλος ἦτο ἡ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς κατόπιν, ὡς ἀποδεικνύουσι καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέπτυξα.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλάχιστον ἔλεγχον ἐξήσκησεν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐργατικοῦ τῶν κοπτηρίων, ὅπως ἐλάχιστον ἔλεγχον ἠδυνήθην νὰ ἀσκήσω καὶ ἐγώ. Τὰ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ ἀποτελέσματα, τὰ σχετικῶς μᾶλλον δυσάρεστα, θὰ ἐπῆλθον ἐξ ἄλλων λόγων, δὲν ἐπῆλθον ἐξ ἐλλείψεως ἐπιθυμίας αὐτοῦ, ὅπως δυνηθῇ νὰ θέση φραγμὸν εἰς τὸ κακόν. Ἐγὼ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὸ κακὸν, ἐλέγχων αὐτὸς τὰς προτάσεις τῶν διευθυνόντων τὰ ἐργοστάσια, ὥστε ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν τὴν θεραπείαν ἐν μεταβολῇ τοῦ συστήματος. Διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης τοῦ συστήματος καταργεῖται ἐντελῶς τὸ προσωπικόν, καθ’ οὗ ἐνίσταται ὁ κ. Βουλευτής, μένει μόνον τὸ προσωπικόν, περὶ οὗ προνοεῖ ὁ νόμος ΑΥΚʹ, τὸ προσωπικὸν δὲ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἀποδειχθῇ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπαρκὲς καὶ κατὰ τὸ νέον σύστημα, θ’ ἀπαιτηθῇ δ’ ἴσως μόνον εἰς τὰ μεγάλα κέντρα προσθήκη τριῶν ἢ τεσσάρων προσώπων ἐν συνόλῳ, ἐν οἷς δὲν καταριθμοῦνται τὰ πρόσωπα, εἰς ἃ, καὶ δικαίως ἴσως, προσῆψε τὰς μομφὰς ὁ κ. Βουλευτής. Σήμερον διὰ τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου καταργεῖται ἅπαν τὸ προσωπικόν, κατὰ τοῦ ὁποίου ἔχομεν δικαίωμα νὰ παραπονώμεθα, ἀντὶ δὲ τοῦ ἐξοβελιζομένου τούτου προσωπικοῦ, οἱ καπνοπῶλαι εἰσάγουσιν ἴδιον προσωπικόν· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι οὗτοι ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ εἰσαγάγωσι προσωπικόν, ἐργαζόμενον εἰς τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ ἐντέχνως καὶ οἰκονομικῶς. Ὡς πρὸς δὲ τὰ μηχανήματα, τὸ νομοσχέδιον καθαρῶς ὁρίζει, ὅτι τὰ νέα μηχανήματα θέλουσι πληρόνεσθαι παρὰ τῶν ποιουμένων χρῆσιν αὐτῶν. Ἡ εἰσαγωγὴ νέων μηχανημάτων, ἡ ἐπισκευὴ καὶ συντήρησις τῶν ὑπαρχόντων γίνεται δαπάνῃ τῶν κυρίων τοῦ καπνοῦ. Ὅστις ἄρα θέλει νέα μηχανήματα θὰ πληρώσῃ διὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐκ τούτου θὰ ἀσκηθῇ πίεσις. Τὰ μηχανήματα ἔχουσι γνωστὴν τιμὴν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἡ πληρωμή, εἰμὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατιμήσεως, ἥτις θὰ ἦναι κεκανονισμένη καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ περιληφθῇ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τί θὰ γείνωσι τὰ ὑπάρχοντα μηχανήματα τοῦ Δημοσίου; Θὰ τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν καπνοπωλῶν;
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ὑπάρχοντα ἀπαιτοῦσιν ἐπισκευὴν, διότι, ὡς γινώσκετε, ἡ μεγάλη δαπάνη τῶν κοπτικῶν μηχανῶν, εἶναι ἡ τρόχισις τῶν μαχαιρῶν, αὕτη δὲ ἐπαναλαμβάνεται κανονικῶς. Ὁ θέλων νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν μηχανημάτων τούτων πρέπει νὰ προνοήσῃ ἰδίᾳ δαπάνῃ περὶ τῶν μαχαιρῶν καὶ τῆς τροχίσεως αὐτῶν, ὧν ἄνευ τὸ μηχάνημα πολὺ μικρὰν ἔχει ἀξίαν. Ἐκ τῆς δαπάνης ταύτης δὲν δύναται νὰ προέλθῃ οὐδὲ πίεσις, οὐδ’ ἐπιβάρυνσις· ὁρίζονται δὲ τὰ κατ’ αὐτὴν εἰς βάρος τῶν καπνοπωλῶν, ὅπως περιορίζωσιν οὗτοι τὰς ἀπαιτήσεις των ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀνάγκης.
§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θὰ ἦτο ἁπλούστερον τότε, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαγραφῇ τὸ ἐδάφιον αὐτὸ ὅλως διόλου, νὰ προστεθῶσι δὲ εἰς τὴν αʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 1, μετὰ τὰς λέξεις «ἐκτελεῖται δὲ ἐν δημοσίοις ἐργοστασίοις δαπάναις τῶν κυρίων τοῦ καπνοῦ, δι’ ἐργατῶν τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν», αἱ λέξεις «καὶ δι’ ἰδίων μηχανημάτων», καὶ τὰ μηχανήματα τοῦ Δημοσίου νὰ ἐκποιηθῶσι πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου;
§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν εὐθύνην τὴν θεωρεῖ κοινὴν, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε· ἀλλὰ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγήσω, ἵνα δώσω νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀλήθειαν, μίαν ἄλλην παρατήρησίν του, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς κοπῆς καὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἐπῆλθε μετὰ τὴν ἔξοδόν του ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο. Ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἐπῆλθε βαθμιαίως ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἔτους τῆς ἀνασυστάσεως τῶν καπνοκοπτηρίων· κατὰ τὸ 1889 δὲ παρουσίασε διαφορὰν 100,000 ὀκάδων.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποσῶς! Τῷ 1889, τῷ 1888 καὶ τῷ 1887 εἶναι τὰ αὐτὰ ποσά.
§83ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ δημοσιευθῶσιν οἱ πίνακες, διότι εἶναι καὶ πολλοὶ νέοι Βουλευταί, ἀγνοοῦντες τὰ περὶ τούτου.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι δημοσιευμένοι.
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω προχείρους τοὺς πίνακας. Ἀλλ’ ἀπὸ τότε ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις βαθμιαία. Ὥστε τὸ 1890 παρουσιάζει ἐλάττωσιν σπουδαίαν κατὰ τοὺς πρώτους 9 μῆνας, πολὺ σπουδαιοτέραν, ὅτε διώκει τὰ οἰκονομικὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφ’ ὅ,τι παρουσιάζει κατὰ τοὺς τρεῖς τελευταίους μῆνας.
§86ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε συνάδελφε, εὑρίσκεσθε εἰς μεγάλην ἀπάτην. Τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον εἶναι ἡ μεγάλη ἔκπτωσις.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθ.). Θὰ καταθέσω τοὺς πίνακας.
§88ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν εἶχεν ἐπιτραπῆ πλῆρες τὸ λαθρεμπόριον!
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοὐναντίον.
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω τοὺς πίνακας ἐνταῦθα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τούτου. Ἡ ἐλάττωσις εἶναι ἐλάττωσις βαθμιαίως ἐπελθοῦσα ἀπὸ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· δὲν ἐπῆλθε κἀμμία διαφορά. Αἱ ἐλαττώσεις ἀκολουθοῦσι κατὰ τὰς αὐτὰς ἀναλογίας. Διατί; Διότι ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ὤθησε τοὺς λαθρεμπόρους νὰ ὀργανωθῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ νὰ λειτουργήσωσι μετὰ τοιαύτης πείρας καὶ κανονικότητος, ὥστε οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠδυνήθη νὰ καταπολεμήσῃ τὸ λαθρεμπόριον, ὅτε ὁ ἴδιος διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδ’ οἱ διάδοχοι αὐτοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ καταπολεμήσωσι. Χρειάζεται ὁλόκληρος στρατὸς, καὶ θὰ χρειασθῇ, ἂν δὲν ἐπέλθῃ μεταῤῥύθμισις θετικὴ καὶ πραγματικὴ, θὰ χρειασθῇ ὁλόκληρος στρατὸς, ἵνα δυνηθῇ νὰ καταδιώξῃ τὸ οὕτως ὀργανωθὲν ἐντὸς τοῦ 1890 λαθρεμπόριον, καὶ τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος ἐξακολουθεῖ νὰ ὀργανῶται καὶ τελειοποιῆται. Αὕτη εἶναι ἡ ἀφορμὴ, καὶ οὐχὶ ἡ μεταβολὴ τῶν προσώπων. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν μετὰ τὴν ἀλλαγὴν τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἦσαν μέτρα πολὺ δραστηριώτερα, ἦσαν μέτρα πολὺ τελειότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλειτούργουν, ὅτε ὁ ἴδιος διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ λοιπὸν δὲν ἐμειώθη τὸ λαθρεμπόριον;
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προελήφθη ἡ κατάῤῥευσις ἡ πλήρης τοῦ φορολογικοῦ συστήματος.
§93ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ πίνακες, οἱ κατατεθέντες εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τὴν Βουλευτικὴν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὴν πρώτην ἔντασιν τὸ λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ ἔλαβε κατὰ μῆνας Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον τοῦ 1890, ἀκριβῶς δηλαδὴ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Κυβέρνησις ἀπέβλεπεν εἰς ἄλλα, παρὰ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· κατόπιν ἀναγκαίως ἡ λαθρεμπορία ἀνεπτύχθη, καὶ δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνάπτυξίς της, διότι πᾶς τις ἐγνώριζεν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ ὡς πρὸς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ὅπερ παρέλυσε τὴν λειτουργίαν τοῦ ὑφισταμένου νόμου. Τοῦτο ὅμως εἶναι ζήτημα, ὅπερ δέον νὰ πραγματευθῇ τις γενικώτερον, ἀναγκαίως δὲ πρέπει νὰ μείνωμεν σήμερον ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν παρατηρήσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει περίεργον τρόπον ὑποστηρίξεως τῶν νομοσχεδίων του· ἔχει προχείρους πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, ἀναγραφομένας εἰς στρογγύλους ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ὅμως τηρεῖ ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ δὲν μεταδίδει εἰς τὴν Βουλήν. Σκώπτει δ’ ἐντεῦθεν εὐκόλως, διότι, ἔχων τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, αἵτινες δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς, δύναται ἐκ τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν νὰ ἀντλῇ ἐπιχειρήματα. Αὕτη εἶναι ἡ συνήθης του τακτική. Θὰ ἦτο ἴσως ἐπιθυμητὸν καὶ εὔλογον, τὰς πληροφορίας ταύτας τῆς ὑπηρεσίας νὰ μεταδίδῃ ἑκάστοτε, καὶ ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ τοιούτων θεμάτων καὶ τοιούτων ἀντικειμένων, οἷον τὸ προκείμενον, νὰ τὰς μεταδίδῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ σκῶμμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἔχει λόγον τινὰ, μόνον δὲ διὰ νὰ καλύψῃ τὴν ἀτέλειαν τοῦ νομοσχεδίου του μετεχειρίσθη αὐτὸ ὡς σχῆμα ῥητορικόν. Ἐγὼ δὲν ἐπεκαλέσθην τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν πραγματοποιεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου οἰκονομία, μήτε εἶναι ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται, ὅτι θὰ πραγματοποιήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνεπείᾳ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2, τοιαύτη, ὥστε νὰ τὸν συγχαρῇ τις. Τὴν οἰκονομίαν αὐτὴν ἠδύνατο νὰ τὴν ἐπιτύχῃ διπλασίως καὶ τριπλασίως καὶ δεκαπλασίως, διότι, ἀντὶ νὰ ζητῇ 20 μόνον λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν κοπτομένου καπνοῦ ὡς δικαίωμα κοπῆς, ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ 40 καὶ 80 καὶ καὶ 100 λεπτά, καὶ νὰ ἀναβιβασθῇ οὕτω τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τοῦ κοπτομένου καπνοῦ κατ’ ὀκᾶν εἰς τὸ διπλάσιον τοῦ ἤδη καταβαλλομένου. Δὲν εἶναι λοιπὸν πραγματικὴ οἰκονομία ἡ ἐπιτυγχανομένη διὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης· εἶναι μία φορολογία νέα, πρόσθετος φορολογία, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τὴν παραστήσῃ ὡς τοιαύτην, τὴν καλύπτει δὲ διὰ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους πάντοτε ἔχει προχείρους, καὶ διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων, τῶν ἀντλουμένων ἐκ τῶν σχεδίων περὶ οἰκονομίας, ἀλλὰ πραγματικὴ οἰκονομία βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα, ὑπάρχει νέα φορολογία, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν καταναλωτὴν, ἀλλ’ ἐπιβαρύνουσα ἡ φορολογία αὕτη ἡ νέα τὸν καταναλωτήν, θὰ ζημιώσῃ καὶ τὸ Δημόσιον, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῆς λαθρεμπορίας γίνεται μεγαλείτερον, καὶ ἐντεῦθεν ἡ πρὸς ταύτην ἐνθάῤῥυνσις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὑπάρχουσαι ἐκ τοῦ ὑφισταμένου συστήματος, αἱ ἀτελεῖς ἐκεῖναι ἐγγυήσεις, ἐκλείπουσιν ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Τὸ ὑφιστάμενον νομοθέτημα ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ εἰς χεῖρας Κυβερνήσεως κηδομένης τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, εἰς χεῖρας Κυβερνήσεως μὴ ἐκλεγούσης τὸ προσωπικὸν τὸ ἐπιτηρητικὸν καὶ τὸ προσωπικὸν τὸ βοηθητικὸν ἐκ τῶν τάξεων τῆς φατρίας, ἀλλὰ τὸ σχεδιαζόμενον νομοθέτημα βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ. Ἂν ἀπέτυχε τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο, τοῦτο ὀφείλεται κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὰς ἀτελείας του, κατὰ τὸ πλεῖστον ὅμως εἰς τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ παρὰ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, καὶ εἰς τοὺς σκοποὺς τοὺς ἰδιοτελεῖς, τοὺς ὁποίους ἐπεδίωξαν ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν διατάξεων τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου. Ἀλλ’ ὅταν θὰ λειτουργήσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, θὰ ἴδῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ καταχρήσεις πλέον δὲν θὰ περιορισθῶσιν ἐντὸς ὡρισμένου προσωπικοῦ, εὐνοουμένου παρὰ τῆς φατρίας, ἀλλ’ αἱ καταχρήσεις αὗται θὰ γενικευθῶσι, καὶ θ’ ἀποβῇ μὲν ἡ μελετωμένη μεταῤῥύθμισις πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου καὶ καταστροφὴν τελείαν τοῦ δικαιώματός του, ἀλλὰ θ’ ἀποβῇ ἐπίσης καὶ πρὸς καταστροφὴν τοῦ ἐντίμου ἐμπορίου· ἐὰν δέ τινες ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου, εἰς οὓς ἀνετέθη ἡ διεύθυνσις τῶν καπνοκοπτηρίων, ἦναι τίμιοι, — καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι τίμιοι,—βεβαίως εἰς αὐτοὺς ῥίπτεται ὡς πειρασμὸς τὸ νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ περὶ Ναξίας σμύριδος νομοσχέδιον παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, διότι εἶναι πολὺ ἀργά.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1892. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 113).
§97ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ 10 τοὐλάχιστον ἡμερῶν κατέθηκε τοὺς πίνακας τῶν δηλώσεων, τῶν τροποποιουσῶν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892. Τοὺς πίνακας τούτους δὲν τοὺς ἐλάβομεν μέχρι σήμερον.
§98ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπερατώθη ἡ τύπωσις αὐτῶν εἰσέτι.
§99ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς παραπονούμεθα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι, ὅτι δὲν ἐτυπώθησαν εἰσέτι, καὶ εἶναι ἡ μᾶλλον ἐπείγουσα ἐργασία, διότι αὔριον θὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· δὲν θέλομεν δὲ νὰ εὑρεθῶμεν ἐντελῶς ἀνέτοιμοι.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοιουτοτρόπως ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§101ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπόψε ἢ αὔριον θὰ τὰ ἔχητε.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 καὶ 20′ μ. μ.