1892.06.29
2,066 rows · 15,817 words · 110 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
τῆς 29 Ἰουνίου 1892.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 10 π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καράπαυλος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ διαλύσεως τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας θεωρεῖται ὡς καθαρὰ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται ἐκ τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας εἰς τοὺς διαφόρους δήμους καὶ ἐπαρχίας ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ γίνεται χωριστὰ ἡ διαχείρισις τοῦ ποσοστοῦ αὐτοῦ, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς ὄφελος τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλεται τὸ ποσὸν τοῦτο· εἴτε δ’ ἔλλειμα παρουσιάσῃ ἡ γενικὴ ἐκκαθάρισις, εἴτε περίσευμα, πάντοτε τοῦτο εἶναι ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ μάθωμεν, πόσον ποσὸν εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν ὀφείλεται ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τούτου τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐννοεῖται, κατὰ τὸ ἰσχῦον νομοσχέδιον, θέλει γείνῃ ἡ ὁδοποιΐα, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν· ἐὰν π.χ. ἔχωμεν νὰ λάβωμεν 200,000 δραχμῶν ἐν Πυλίᾳ, τόσας θὰ δαπανήσωμεν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν πίνακα, τὸν δεικνύοντα, τί ποσὸν ὀφείλεται εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν· εἰδικῶς δὲ τὸ ζητῶ, διότι, προκειμένου περὶ τῆς ἐπαρχίας Πυλίας, οὔτε 10 χιλιομέτρων ὁδὸς ἐπαρχιακὴ δὲν ἐγένετο, καὶ ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἦναι πλέον τῶν 100,000 δραχμῶν αἱ ὀφειλόμεναι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πυλίας, καὶ θὰ ἔχωμεν δικαίωμα μείζονα νὰ δαπανήσωμεν.
§3ΣΑΚΚΗΣ. Νομίζω ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐγένετο μακρὸς λόγος περὶ ὁδοποιΐας, κατετέθησαν δὲ οἱ σχετικοὶ πίνακες, καὶ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας τῆς Πυλίας ὀφείλεται ποσὸν ἄνω τῶν 700,000 δραχμῶν.
§4ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐξακριβωθῶσι.
§5ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρετήρησα ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τῇ συσταθείσῃ πρὸς ἐξέτασιν τῶν ἀπολυομένων τὸ ἔτος τοῦτο ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων, δὲν συμπεριελήφθη, ὡς ἔδει, εἷς ναυπηγικὸς ἀξιωματικός. Τοῦτο ἐγένετο κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τῆς Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων, ὁρίζοντος, ὅτι αἱ διὰ τὰς ἐνιαυσίους καὶ ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις τῶν δοκίμων ἐπιτροπαὶ ἀποτελοῦνται ἐκ τριῶν ἀνωτέρων καὶ μαχίμων ἀξιωματικῶν, ἑνὸς ναυπηγικοῦ καὶ ἑνὸς μηχανικοῦ, καὶ ὅτι μόνον εἰς τὰς τάξεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχουσι ναυπηγικὰ ἢ μηχανικὰ μαθήματα, αἱ ἐπιτροπαὶ ἀποτελοῦνται ἐκ πέντε μαχίμων ἀξιωματικῶν. Φαίνεται ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἡ εἰσηγησαμένη τὴν τοιαύτην κατάρτισιν τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπλανήθη, διότι κακῇ μοίρᾳ τὸ παρελθὸν σχολικὸν ἔτος δὲν ἐδιδάχθη ἐν τῇ τετάρτῃ τάξει τῆς Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων τὸ μάθημα τῆς ναυπηγίας. Ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τούτου διαρκεῖ ἐπὶ δύο ἔτη, διδάσκεται τουτέστι τὸ μάθημα ἐν τῇ τρίτῃ καὶ τετάρτῃ τάξει, ἐδιδάχθη δὲ κανονικῶς καὶ ἀνελλιπῶς ἐν τῇ τρίτῃ τὸ προπαρελθὸν ἔτος, κατὰ δὲ τὸν νόμον, οἱ ἀπολυόμενοι δόκιμοι ὑποβάλλονται εἰς ἐξέτασιν τῶν μαθημάτων, τῶν διδαχθέντων ἐν τῇ τρίτῃ καὶ τετάρτῃ τάξει. Ἑπομένως διὰ μόνον τὸν λόγον τοῦτον ἔδει νὰ προστεθῇ ὁ ναυπηγικὸς ἀξιωματικὸς εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, εἰς τὴν τετάρτην τάξιν διδάσκεται καὶ ἐδιδάχθη τὸ μάθημα τῆς ἱστοποιίας, τὸ ὁποῖον εἶναι καθαρῶς ναυπηγικὸν καὶ οἱονεὶ ἓν μέγα κεφάλαιον τῆς ναυπηγίας, ἑπομένως καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔδει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἷς ναυπηγικὸς ἀξιωματικός. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν μου ταύτην, καὶ νὰ τροποποιήσῃ τὴν ἐπιτροπήν, ἀντικαθιστῶν ἕνα τῶν μαχίμων ἀξιωματικῶν δι’ ἑνὸς ναυπηγικοῦ. Ἕτερον. Παρατηρῶ, ὅτι ἀπό τινος χρόνου σταθμεύει ἐν Φαλήρῳ ὁ πάρων «Ἄρης», ἀνακληθεὶς ἐκ Πόρου ὑπὸ τοῦ προκατόχου τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Δὲν γνωρίζω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τὴν μετάκλησιν τοῦ «Ἄρεως» ἐκ Πόρου, καὶ πολὺ ἐπεθύμουν νὰ παρίστατο ἐνταῦθα, διὰ νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τὴν σπουδαίαν ὑπηρεσιακὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία τὸν ἐξηνάγκασε νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Ἔχω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι τοῦτο ἐγένετο κατὰ παράβασιν Β. Διατάγματος τοῦ 1888, νομίζω, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη πρὸς ἐκτέλεσιν πέντε νόμων, τοῦ νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας, τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων, τοῦ νόμου περὶ κατωτέρας ναυτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ δύο ἔτι ἄλλων νόμων. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ταχίστην μετάβασιν τοῦ «Ἄρεως» εἰς Πόρον, ἀποδίδων οὕτω εἰς τὸ Ναυτικὸν Προγυμναστήριον τὸν δεξιόν του ἀληθῶς βραχίονα, καθόσον ὁ «Ἄρης» τυγχάνει σχολεῖον τῶν οἰακιστῶν καὶ θωρακιτῶν, κατὰ δὲ τὸν νόμον, τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ «Ἄρεως» ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς παρεχούσης πτυχία εἰς τὰς εἰδικότητας ταύτας, σήμερον δέ, ἕνεκα τῆς διαμονῆς τοῦ «Ἄρεως» ἐν Φαλήρῳ, ὁ νόμος ἀργεῖ ὡς πρὸς τοῦτο. Παρακαλῶ προσέτι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν τῷ ᾖναι δυνατὸν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποίαν ἀπόφασιν ἔλαβε περὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ διάπλου τῶν δοκίμων, ὅστις κατὰ νόμον ἄρχεται μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐνιαυσίων ἐξετάσεων καὶ διαρκεῖ ἕως τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου. Θὰ τῷ ὑπομνήσω δὲ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν κυβερνήτης τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ πλοίου δέον νὰ ἦναι ὁ διοικητὴς τῆς Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων, ὕπαρχος δὲ ὁ ὑποδιοικητὴς τῆς Σχολῆς ταύτης. Ἡ διάταξις αὕτη ἐτηρήθη ἀπαρεγκλίτως κατὰ τὰ 3 ἢ 4 πρῶτα ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων, καθ’ ἃ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διοικῶ ταύτην, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ τήρησις αὐτῆς συνετέλεσεν εἰς τὸ ν’ ἀποφέρῃ ἡ Σχολὴ τοὺς προσδοκωμένους καρπούς. Ἔκτοτε ἐγένετο παράβασις τῆς διατάξεως, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω διὰ ποίους λόγους, διότι σκοπός μου δὲν εἶναι νὰ κατακρίνω οὐδένα. Τὸ πνεῦμα ὅμως τοῦ νομοθέτου, ὁρίσαντος, ὅτι ὁ διοικητὴς τῆς Σχολῆς δέον νὰ ἦναι καὶ κυβερνήτης τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ πλοίου, ὁ δὲ ὑποδιοικητὴς ὕπαρχος αὐτοῦ, εἶναι βεβαίως νὰ συνεχίσῃ τὴν πρακτικὴν ἐκπαίδευσιν τῶν δοκίμων ὑπὸ πρόσωπα, ὑφ’ ἃ ἔτυχον τῆς θεωρητικῆς αὐτῶν παιδεύσεως, θεωρῶν, καὶ εἰκότως, τὰ πρόσωπα ταῦτα ὡς τὰ ἁρμοδιώτερα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ πλέον ἡ παράβασις αὕτη τῆς οὐσιωδεστάτης ταύτης διατάξεως τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τῆς Σχολῆς τῶν Ναυτικῶν δοκίμων, νὰ εὐαρεστηθῇ δὲ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἐνεργειῶν του ἐπὶ ἑκάστης τῶν παρατηρήσεών μου.
§6ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θέλω ζητήσει πληροφορίας καὶ θέλω τὰς ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν.
§7ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ δικαστικῶν ἐγγυήσεων καὶ καταθέσεων. Αἱ γενόμεναι καταχρήσεις εἰς τὰς καταθέσεις παρὰ γραμματεῦσι καὶ ἄλλοις ὑπαλλήλοις δικαστικοῖς, πρὸ παντὸς δὲ αἱ γενόμεναι τελευταῖον εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, αἵτινες εἶναι γνωσταὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα Ἀχόλειοι, μοὶ ἐπέβαλον τὸ καθῆκον νὰ μελετήσω κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ προλαμβάνωνται αἱ τοιαῦται καταχρήσεις. Διὰ τοῦ νόμου τῆς 30 Μαΐου πάντες οἱ ὑπάλληλοι, παρ’ οἷς ἐμπιστεύονται χρήματα, συμβολαιογράφοι, γραμματεῖς Πρωτοδικῶν καὶ εἰρηνοδίκαι, εἶναι ὑποχρεωμένοι, ἵνα ἐντὸς 24 ὡρῶν τὰ παρ’ αὐτοῖς κατατιθέμενα χρήματα παραδίδωσιν εἰς τὸν ἁρμόδιον δημόσιον ταμίαν. Ἀλλ’ ὁ νομοθέτης ἐνόμισεν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἄλλων παρακαταθηκῶν, προκειμένου πρὸ πάντων περὶ τίτλων παραστατικῶν χρηματικῆς ἀξίας, ἦτο εὔκολος ὁ κανονισμὸς τῆς παρὰ ταμίαις παρακαταθέσεως αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμίαν περιέλαβε διάταξιν περὶ τῆς εἰς τοὺς ταμίας παραδόσεως τῶν τίτλων τούτων. Μελετήσας τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπείσθην ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ κατατίθηνται εἴτε χρήματα, ἔστω καὶ δι’ 24 ὥρας, εἴτε τίτλοι παραστατικοὶ χρηματικῆς ἀξίας, παρ’ ὑπαλλήλοις δικαστικοῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ὠργανισμένοι, οὔτε γραφεῖα κατάλληλα ἔχουσι πρὸς προφύλαξιν τοῦ ἀποτιθεμένου εἰς αὐτοὺς χρήματος. Συμβουλευθεὶς δὲ καὶ πεπειραμένους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἀνωτέρους, εὗρον, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸν κανόνα, ὅτι, προκειμένου περὶ παρακαταθέσεως ἢ ἐγγυήσεως δικαστικῆς, εἴτε εἰς χρήματα, εἴτε εἰς τίτλους παραστατικοὺς χρηματικῆς ἀξίας, οἱ ὁποῖοι δὲν διαφέρουσι τῶν χρημάτων, πρέπει νὰ κατατίθηνται παρὰ τῷ ἁρμοδίῳ δημοσίῳ ταμίᾳ, προκειμένου δὲ περὶ τίτλων, ἐνόμισα, ὅτι μόνον ὡς πρὸς τὰς Ἀθήνας δύναται νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις, νὰ ἐπιτραπῇ δηλ. εἰς τοὺς ὑποχρέους πρὸς κατάθεσιν νὰ παραδίδωσι τοὺς τίτλους τούτους εἰς τὸ κατάστημα τὸ κεντρικὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι μόνον εἰς τὸ κατάστημα τὸ ἐν Ἀθήναις εἶναι ὠργανισμένη ὑπηρεσία παρακαταθηκῶν, ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ δὲ τοῦ γραμματίου τοῦ ἁρμοδίου ταμία ἢ τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης περὶ καταθέσεως τίτλων νὰ συντάσσηται ἡ προσήκουσα ἔκθεσις παρὰ τοῦ γραμματέως τοῦ Πρωτοδικείου ἢ τοῦ εἰρηνοδίκου, ἢ παρ’ ἄλλου ὑπαλλήλου, παρὰ τῷ ὁποίῳ κατὰ νόμον ἐπιτρέπεται ἡ τοιαύτη κατάθεσις, ὅπως ἐνεργηθῶσι τὰ περαιτέρω. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀνέγραψα καὶ εἰς τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ μεταβολῆς τῶν διατάξεων περὶ ἐκτελέσεως, διότι καὶ ἐκεῖ ὑποχρεοῦνται οἱ ἔχοντες νὰ καταθέσωσι παρὰ τῷ συμβολαιογράφῳ, ὅπως καταθέσωσι τὸ ἐκπλειστηρίασμα παρὰ τῷ ἁρμοδίῳ ταμίᾳ. Νομίζω, ὅτι καὶ τὸ σήμερον ὑφιστάμενον, ὅτι δηλ. οἱ συμβολαιογράφοι ὑποχρεοῦνται ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ καταθέτωσι τὰ χρήματα, τὰ ἐκ πλειστηριάσματος προερχόμενα, εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν, καὶ τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον· μοὶ διηγήθη ἀνώτερος δικαστικὸς, ὅτι, γενομένου δικαστικοῦ πλειστηριασμοῦ ἐν Ἀθήναις παρὰ συμβολαιογράφῳ δευτερευούσης φερεγγυότητος, κατετέθησαν εἰς αὐτὸν 950,000 δραχμῶν, καὶ κατεβλήθη μεγάλη προσπάθεια καὶ προσοχὴ παρὰ τῶν ἁρμοδίων, ὥστε τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ μεταφερθῇ ἐντὸς 24 ὡρῶν εἰς τὸ κατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνωνται καταθέσεις τίτλων παρὰ συμβολαιογράφοις, ἢ παρ’ ἄλλοις ὑπαλλήλοις· αἱ καταθέσεις αὗται δύνανται νὰ γίνωνται παρὰ τοῖς ταμίαις, ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ δὲ τοῦ γραμματίου, νὰ ἐνεργῶνται τὰ παραιτέρω παρὰ τῶν ὑπαλλήλων, ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος, χωρὶς νὰ μεταβάλληται ἡ νομοθεσία τὸ παράπαν ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τούτων. Παρακαλῶ, τὸ νομοσχέδιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία παρακαλεῖται νὰ τὸ προεπεξεργασθῇ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς αὐτὴν νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ᾼϠΜΒʹ νόμου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 110).
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν. Νὰ ὑποβάλῃ πίνακα λεπτομερέστερον τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θέλει ἐπιφέρει ἡ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν τελῶν διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν. Ἐν συνόλῳ, νομίζω, ἀνέφερε τὸ ποσὸν 2,500,000, ἀλλὰ θὰ ἦτο καλὸν νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ καὶ πόθεν προέρχεται τὸ ποσὸν τοῦτο· νὰ ὑποβάλῃ δηλ. πίνακα λεπτομερέστερον τῶν εἰδῶν καὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποφέρουσι κατὰ τὰ σήμερον ἰσχύοντα τέλη, καὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφέρωσι κατὰ τὸ νομοσχέδιον.
§10Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁμιλῶν χθὲς, παρέστησα καὶ διακεκριμένως τὰ ποσὰ, ἅτινα ἀπεκδεχόμεθα, ὡς προσαυξήσεις ἐκ τῆς ζακχάρεως, ἐκ τοῦ σίτου καὶ ἐκ τῶν λοιπῶν· ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ ὑποβάλω καὶ τοὺς ἀπογραφικοὺς πίνακας περὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἑνὸς ἑκάστου τῶν εἰδῶν τούτων κατὰ τὸ παρελθὸν, ἐπὶ τοῖς ὁποίοις στηριζόμενοι ὑπολογίζομεν τὰς ἐν τῷ μέλλοντι προσαυξήσεις. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Βουλευτὴν, ὡς καὶ πάντας, ὅσοι ζητοῦσι πληροφορίας, νὰ εὐαρεστῶνται νὰ ὑποβάλλωσι τὰς αἰτήσεις αὐτῶν ἐγγράφως, διότι ἄλλως δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ τὰς ἐνθυμῶμαι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου περὶ ἀδείας πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Βώλου κ. Ν. Ἀξελοῦ. Ὁ κ. Σταυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§12ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρόκειται σήμερον νὰ κρίνητε περὶ σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀσυλίαν τοῦ Βουλευτοῦ, πρόκειται, λέγω, νὰ κρίνητε, ἂν πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια πρὸς καταδίωξιν μέλους τοῦ Κοινοβουλίου. Ἤμην μέλος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς, καὶ κατέληξα νὰ μειοψηφήσω, παρὰ τὴν θέλησιν τῶν ἓξ ἄλλων μελῶν, νομίζων ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἄδεια αὕτη. Τετάρτην φορὰν εἰσάγεται τοιοῦτον ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ἀφ’ ὅτου ἡ Ἑλλὰς διοικεῖται συνταγματικῶς. Τὴν πρώτην φορὰν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 ἐπέτρεψε τὴν καταδίωξιν μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, παρὰ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς κρινάσης, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξετάζῃ τὸ βάσιμον ἢ τὸ κακόβουλον τῆς κατηγορίας· ἀλλ’ ἡ ἄδεια ἐκείνη δὲν ἐξετελέσθη, διότι ἡ τότε ἐπιζητήσασα τὴν ἄδειαν Κυβέρνησις, κατανοήσασα τὸ ἄδικον τῆς ἀποφάσεως, δὲν ἠθέλησε νὰ προβῇ περαιτέρω, καὶ ὁ πληρεξούσιος Μαστραπᾶς ἐξηκολούθησε μέχρι τέλους ἐκπληρῶν τὰ ἔργα τοῦ πληρεξουσίου. Δευτέραν φορὰν ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψε τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως τοῦ βουλευτοῦ Μοσχοβάκη. Παρεστάθη τότε ἀδίκημα σπουδαῖον, γενόμενον εἰς τὸν δημόσιον θησαυρὸν, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ παμψηφεὶ ἔδωκαν τὴν ἄδειαν πρὸς καταδίωξιν. Τὴν τρίτην φορὰν ἐπέτρεψεν ἡ Βουλή, ὄχι γνωμοδοτήσει τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τῇ αἰτήσει τοῦ κατηγορουμένου Βουλευτοῦ, διότι οὗτος δὲν ἤθελε νὰ διατελῇ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς κατηγορίας, καὶ τῷ ὄντι, ἐπιτραπείσης τῆς καταδιώξεως, ἀπηλλάγη ὑπὸ τῶν Ἐφετῶν ὁ βουλευτὴς Κοσσονάκος τῆς ἀποδοθείσης εἰς αὐτὸν κατηγορίας. Τετάρτην ἤδη φορὰν εἰσάγεται τοιαύτη αἴτησις πρὸς καταδίωξιν μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσητε, νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς περὶ τοῦ ἐναντίου γνώμης μου. Ἐν ταῖς συζητήσεσι, ταῖς γενομέναις κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων ἐκείνων, ἀνεπτύχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀείποτε, ὑπείκουσα εἰς τὰς αἰτήσεις τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας, ὀφείλει νὰ δίδῃ τὴν ἄδειαν· ἀλλ’ οἱ τότε Γερουσιασταὶ ἔκαμαν ἐξαιρέσεις, μὴ προκυπτούσας ἐκ τοῦ νόμου, ὑποστηρίξαντες, ὅτι τότε μόνον δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ τὴν ἄδειαν, ὅταν ὕψιστα συμφέροντα τῆς Πολιτείας κινδυνεύωσι διὰ τῆς χορηγήσεως ἀδείας, ἢ ὅταν ὑποκρύπτηται κακοβουλία τῆς Κυβερνήσεως πρὸς καταδίωξιν τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ μόνον τότε, εἶπον, εἶναι περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου μὲ ἠρώτησεν ἐν τῇ διασκέψει ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν συντρέχουν τοιαῦται περιπτώσεις, καὶ ἐγὼ ἀπήντησα ἀρνητικῶς, καθόσον οὔτε ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους κινδυνεύουσιν, ἐὰν παραδοθῇ ὁ κατηγορούμενος Ἀξελὸς εἰς τὴν δικαιοσύνην, οὔτε κακοβουλία τῆς Κυβερνήσεως ὑπεμφαίνεται ἐν τῇ προκειμένῃ αἰτήσει.
§13ΡΑΛΛΗΣ. Ποῦ ἐστηρίχθητε καὶ ἐξηγάγετε αὐτὸ τὸ συμπέρασμα;
§14ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Εἶπον εἰς τὴν πλειοψηφίαν: Δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ βάσιμον ἢ μὴ τῆς κατηγορίας; δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κακοβουλίαν ὀργάνου τινὸς τῆς Πολιτείας, ἂν ὄχι τῆς Κυβερνήσεως; Πρέπει νὰ τὰ ἀφήσωμεν ἀνεξέταστα; Ἡ πλειοψηφία ἀπεφάνθη ἀπολύτως, ὅτι ἡ ἄδεια πρέπει νὰ δίδεται, αἰτούσης τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς· ἡ πλειοψηφία, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ ζητήματος, ὑποστηρίξαντος καὶ διὰ ξένου συγγραφέως τὸ ἀπόλυτον τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Σώματος πρὸς καταδίωξιν, εἶπε: «Δὲν ἐξετάζω, δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐγὼ θὰ ἐξετάσω, ἂν ὑπάρχῃ αἴτησις πρὸς καταδίωξιν δι’ ἀδίκημα προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ δώσω τὴν ἄδειαν». Κατὰ τῆς τοιαύτης γνώμης ἀντιτάσσω ἐγὼ τὴν γνώμην τῶν τότε μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς Σαριπόλου, Διομήδους καὶ ἄλλων διακεκριμένων καθηγητῶν τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, οἱ ὁποῖοι ῥητοῖς γράμμασι λέγουσιν ἐν τοῖς συγγράμμασιν αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς συγγράμμασί των διδάσκουσιν, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεως ἡ Βουλὴ ἀνεξετάστως νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν ἅμα τῇ αἰτήσει τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἀπὸ κυριαρχιακοῦ δικαιώματος προστατεύουσα τὰ προνόμια καὶ τὴν ἀσυλίαν τοῦ μέλους της κατηγορουμένου, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, μὴ τυχὸν ἡ κατηγορία δὲν ἦναι βάσιμος, ἢ μὴ ἦναι πλαστή. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπεστήριξεν ἡ μειοψηφία, ὅτι συντρέχουσι δύο τινά. Πρῶτον, ὅτι ἡ κατηγορία εἶναι ἀβάσιμος, καὶ δεύτερον, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς εἶναι προϊὸν κακοβουλίας τοῦ καταδιωκτικοῦ ὀργάνου. Τὸ πρῶτον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν ὁ Εἰσαγγελεὺς Βώλου, ζητῶν τὴν καταδίωξιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει).... Ὅτε συνεζητήσαμεν μετὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ προέτεινα, ὅτι γενικῶς ἡ λέξις «ἀντίστασις» εἶναι ἀόριστος καὶ δὲν ἀναφέρονται στοιχεῖα τοῦ ποινικοῦ νόμου, τοὺς παρεκάλεσα νὰ ζητήσωμεν τὴν δικογραφίαν, ὅπως φωτισθῶμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀδίκημα· καὶ τῷ ὄντι ἐπείσθη ἡ πλειοψηφία, καὶ ἐζητήσαμεν ἔκθεσιν τῶν διατρεξάντων παρὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς. Τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν, μεταβάλλει τὴν βάσιν τῆς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ Εἰσαγγελεύς, καὶ ἐνῷ ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ Εἰσαγγελέως ἀναφέρεται «κατηγορία ἐπὶ ἀντιστάσει κτλ.», ἐν τῷ τηλεγραφήματι λέγεται, ὅτι ἐξύβρισε καὶ ἐξηυτέλισε τὸν ἀνθυπολοχαγὸν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Βώλου.
§15ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔχωμεν τὸ τηλεγράφημα αὐτό.
§16ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος ὑπέδειξα εἰς τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τὴν κακοβουλίαν τῆς καταδιωκούσης ἀρχῆς, ὡς ἐκ τῆς ἀντιφάσεως. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὑπέβαλον καὶ ἄλλους λόγους, ἀποδεικνύοντος τὸ κακόβουλον τοῦ Εἰσαγγελέως.
§17ΑΞΕΛΟΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς ἐμπαίζει τὴν Δικαιοσύνην!
§18ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Εἰσαγγελεὺς (ἀναγινώσκει).... Ὁ Εἰσαγγελεὺς λοιπὸν ἦτο τοιοῦτος πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ κατὰ τὴν διάπραξιν τοῦ ἀδικήματος, ὅτε ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ ἄνευ ἀδείας, ἐν Βώλῳ διατελῶν, δὲν ἠδυνήθη νὰ μάθῃ, ἐὰν διεταράχθη ἡ κοινὴ τάξις ἐκ τῆς ἀντιστάσεως τοῦ Ἀξελοῦ! παρὰ πότε τὸ ἔμαθε; Τὸ ἔμαθε διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν! Πιστεύετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτος Εἰσαγγελεύς, ἀγνοῶν τὴν συμβᾶσαν διατάραξιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν ᾧ τόπῳ ἐξασκεῖ τὰ καθήκοντά του, καὶ νὰ περιμένῃ νὰ μάθῃ ταύτην ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Δὲν εἶναι ψηλαφητὴ ἡ κακοβουλία του; Κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὁ Εἰσαγγελεύς, δὲν δύναται νὰ γείνῃ κἀμμία καταδίωξις ὑπὸ τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ τοῦ ἐκλεγέντος καὶ οὗτινος ἡ ἐκλογὴ ἐπεκυρώθη, ἀνατρεχούσης τῆς ἐγκρίσεως εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκλογῆς. Καὶ ἐν τούτοις, διὰ νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς καταδιώξεως τοῦ Ἀξελοῦ, παρέλειψε νὰ καταδιώξῃ διὰ τῆς ὑπερτάτης καταδιωκτικῆς ἀρχῆς, τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, τὴν παρανόμως ἐνεργήσασαν ἀνακρίσεις κατὰ Βουλευτοῦ μετὰ τὴν 3ην Μαΐου στρατιωτικὴν καταδιωκτικὴν ἀρχὴν, ἧς παρανομίας, ὡς βεβαιοῖ ἐν τῷ ἐγγράφῳ του, ἔλαβεν ἀμέσως γνῶσιν. Δεύτερον, Κύριοι, νομίζων, ὅτι θέλει εὕρει πρόσκομμα ἐκ τῶν νόμων ἡ ἐνέργειά του, δὲν κατέφυγεν ἱεραρχικῶς διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν αἴτησιν περὶ χορηγήσεως ἀδείας. Δὲν ἔχομεν παράδειγμα, ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν δύνανται οὕτω πως νὰ ἐνεργήσωσιν· ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἐκεῖνος ἦτο, ὁ ὁποῖος ἤθελε στείλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἔγγραφα, μετὰ ἐπισταμένην μελέτην, διὰ νὰ κριθῇ, ἂν ἦναι πρέπον νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια ἢ ὄχι. Εἶναι καταδιωκτικὴ ἀρχὴ ἡ Εἰσαγγελία Βώλου, ἀλλ’ ὤφειλεν, ἰδίως ἐν τῇ προκειμένῃ διακεκριμένῃ περιπτώσει, νὰ ἀποταθῇ ἱεραρχικῶς διὰ τοῦ προϊσταμένου της ἀνωτέρου ἐπόπτου τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ἕτερος λόγος, Κύριοι, δεικνύων τὴν κακοβουλίαν τοῦ αὐτοῦ Εἰσαγγελέως, εἶναι ὁ ἑξῆς. Ἡ καταγορουμένη πρᾶξις εἶναι ἀναξία συζητήσεως, εἴτε ὡς ἐξύβρισις, εἴτε ὡς ἀντίστασις κριθῇ. Πείθεσθε, ὅτι ὑπάρχει εἰλικρινὴς αἴτησις πρὸς καταδίωξιν τοῦ Βουλευτοῦ διὰ τοιαύτην μηδαμινὴν πρᾶξιν, ὥστε νὰ τύχῃ τῆς ἀδείας τῆς πλειοψηφίας, τῆς Βουλῆς; Δὲν γνωρίζει ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Βώλου, ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Βουλῆς μετ’ ὀλίγον χρόνον λήγει, καὶ ἠδύνατο τότε νὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμά του;
§19ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἡ Σύνοδος λήγει μετὰ 6 μῆνας.
§20ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μετὰ 6 μῆνας ὀλίγος χρόνος εἶναι. Μήπως πρόκηται, Κύριοι, περὶ κακούργου ἢ κακουργήματος, διαταράξαντος τὴν δημοσίαν τάξιν; Μήπως πρόκηται περὶ κακούργου, ὁ ὁποῖος θὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ὁ ὁποῖος, διὰ νὰ μὴ δώσῃ λόγον διὰ τοιαύτην πρᾶξιν, θὰ θελήσῃ νὰ πετάξῃ τὰ γαλόνια του εἰς τὸν δρόμον; Ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγετε, κύριοι Βουλευταὶ, τί ἀναφέρει ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅτι ἔπραξεν ὁ Βουλευτὴς Βώλου; Μόνον διὰ νὰ ἐξευτελίσῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ, τὸ ἄσυλον καὶ τὸ προνόμιον, καὶ διὰ νὰ φθάσῃ—ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω—εἰς εὐχαρίστησιν τῶν ἀντιθέτων τοῦ κ. Ἀξελοῦ, προέβη εἰς τὴν συζητουμένην αἴτησιν περὶ ἀδείας πρὸς καταδίωξιν αὐτοῦ. Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἰδίως πρὸς τοὺς νομικοὺς συναδέλφους, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν ἡ φράσις «ἐπὶ ἀντιστάσει», ἂν ἡ φράσις «ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἐξευτελίσει τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ» ἀποτελῶσι βάσιν νομίμου κατηγορίας, ἀποτελῶσιν ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ὡρισμένως νὰ προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν. Αὐτὰ τὰ πράγματα ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ τὰ ἐξετάσῃ μετὰ μεγίστης περισκέψεως, καὶ ἐκ τούτων, πιστεύω, θὰ κρίνῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἡ περίπτωσις νὰ δώσῃ ἄδειαν, ὅτι πρέπει νὰ εἴπῃ τῇ καταδιωκούσῃ ἀρχῇ Βώλου: «Εἰσαγγελεῦ! ἔσο προσεκτικώτερος ἄλλοτε!» Ταῦτα Κύριοι, ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὡς μέλος τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Εἰς σᾶς ἀπόκειται νὰ κρίνητε, ἂν πρέπῃ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια, ἢ ὄχι. Σᾶς ὑπομιμνήσκω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τιθέμεθα ὑπεράνω τῶν νόμων. Βεβαίως, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ προσβάλλων τοὺς νόμους, ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον κατὰ τοὺς νόμους· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν ἀρχὴν, διὰ τῆς ὁποίας οἱονδήποτε καταδιωκτικὸν ὄργανον δύναται νὰ θέσῃ ἐκποδὼν τοῦ Κοινοβουλίου πάντας ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς διὰ τοιούτων κακοβούλων ἐνεργειῶν. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι σήμερον ἔχω παράπονον κατὰ τοῦ καταδιωκτικοῦ ὀργάνου. Δὲν θὰ τολμήσω νὰ κάμω λόγον περὶ τούτου εἰς τοὺς ἁρμοδίους, διότι θέλει πάλιν εὑρεθῆ εἴτε τὸ ὄργανον τοῦτο, εἴτε τῇ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ ἄνθρωπός τις, ὁ ὁποῖος νὰ μὲ καταγγείλῃ, καὶ οὕτω, ἀντὶ νὰ καταδιώξω ἐγὼ τὸ καταδιωκτικὸν τοῦτο ὄργανον, τοὐναντίον τοῦτο, προλαμβάνον, θὰ ζητήσῃ νὰ καταδιώξῃ τὸν Σταυρόπουλον δι’ ἀνύπαρκτον ἢ ἀβάσιμον ἀδίκημα, ἢ καὶ διὰ μίαν ἁπλῆν ἐξύβρισιν, καὶ τότε ἑκὼν ἄκων θ’ ἀνακόψω τὰς ἐνεργείας μου. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐξετάζουσα τοὺς λόγους τούτους, θέλει ἀρνηθῆ τὴν ἄδειαν. Ὡς Βουλευτὴς δὲ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ τὰ δικόγραφα, καὶ ἂν εὕρῃ, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις καταδιώξεως τοῦ Εἰσαγγελέως, οἱαδήποτε, νὰ τὸν καταδιώξῃ, διὰ νὰ τηρηθῇ ὁ νόμος. Ἐπὶ πλέον, Κύριοι, σᾶς ἀναγινώσκω καὶ τὴν διατριβὴν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ μακαρίτης Σαρίπολος ἐν τῇ ἐκθέσει του, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς πλειοψηφίας ἐφρόνει τὴν χορήγησιν τῆς ἀδείας ἀπόλυτον. Ὁ μακαρίτης Σαρίπολος, καὶ ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐκθέσεως κατὰ Μαστραπᾶ, καὶ ὡς καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, ἰδοὺ τί ἔγραψε· καὶ μάλιστα τότε ἐπρόκειτο περὶ κατηγορίας ἐπὶ στάσει κατὰ τῶν καθεστώτων, καθ’ ἣν ἀνεκαλύφθησαν καὶ τηλεγραφήματα, διὰ τῶν ὁποίων παρηγγέλθησαν ἀξιωματικοὶ νὰ δεχθῶσι τοὺς ἐπαναστάτας, ἐναντίον τῶν διαταγῶν τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἐν δὲ τῇ διατριβῇ ταύτῃ ῥητῶς γνωμοδοτεῖ ὁ Σαρίπολος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρνεῖται τὴν ἄδειαν ἐπὶ ἀβασίμου κατηγορίας ἢ κακοβούλου ἐνεργείας τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς. Μὲ τὸν Σαρίπολον συμφωνεῖ καὶ ὁ Στούπης, εἰς τὴν σελίδα 357 (ἀναγινώσκει): «.... Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἔρευνα τῆς Βουλῆς θέλει περιορισθῆ περὶ τοῦ ἂν ἡ κατηγορία, δι’ ἣν αἰτεῖται ἡ ἄδεια, ἦναι βάσιμος ἢ πλαστὴ, ὅτε δίδει ἡ Βουλὴ ἢ δὲν δίδει τὴν ἄδειαν ταύτην.» Ἐναντίον δὲ τῶν ἄνω ἐκτεθέντων ἡ πλειοψηφία φρονεῖ, ὅτι οὔτε αὐτὸ δύνασθε νὰ ἐξετάσητε, καὶ ὅτι ἀπ’ ἐναντίας, αἰτουμένης τῆς ἀδείας, ὀφείλετε, ὡς ἑτεροκίνητος μηχανὴ, νὰ χορηγήσητε τὴν ἄδειαν! Ἂν ἀναγνώσατε τὴν ἔκθεσιν, δι’ ἧς ἐζήτησε τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς αἰτήσεως ἡ τότε ἐπιτροπεία τῆς Συνελεύσεως, θέλετε ἴδει, ὅτι καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις ἦτο κατ’ οὐσίαν σύμφωνος μὲ τὰ προεκταθέντα, καὶ κατιδοῦσα τὸ παράνομον τῆς ἀποφάσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως, δὲν ἠθέλησε νὰ καταδιώξῃ τὸν κ. Μαστραπᾶν. Νομίζω ὅθεν, Κύριοι, ὅτι θέλει ἀποῤῥιφθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ αἴτησις ἀδείας περὶ ποινικῆς καταδιώξεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βώλου.
§21ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος καὶ ἐγὼ εἴχομεν τὴν ἀτυχίαν νὰ παρέλθωμεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο διὰ πρώτην φορὰν ἐπὶ ζητήματος προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐξετασθῇ, θίγει τὴν προσωπικὴν φιλοτιμίαν τοῦ συναδέλφου. Διαβεβαιῶ λοιπὸν τὸν συνάδελφον, ἐξ ὀνόματος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ κρίσις αὐτῆς, οὖσα καθαρῶς ἑρμηνευτικὴ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, δὲν ἀφορᾷ οὔτε εἰς τὸ πρόσωπον αὐτὸ, οὔτε εἰς τὴν ἐνοχὴν ἢ ἀθωότητα αὐτοῦ.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Πρῶτον σφάλμα εἶναι αὐτό.
§23ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας καθιεροῦται ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία, σκοπὸν ἔχει τὴν ἐξασφάλισιν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, καὶ δὲν συνδέεται ποσῶς μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ Βουλευτοῦ. Ὅτι δὲ τοιαύτην ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις, προκύπτει ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἀσυλία αὕτη εἶναι ἐνεργὸς μόνον διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, καὶ ἐξ ἄλλου, ὅτι οὐδεμία ἄδεια ἀπαιτεῖται πρὸς ἔγερσιν ποινικῆς ἀγωγῆς κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ διὰ τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματα. Ἂν θελήσωμεν νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν ἱστορίαν τοῦ θεσμοῦ, βεβαίως θέλομεν ὁμιλήσει περὶ γνωστῶν πραγμάτων, ἠθέλομεν δὲ κουράσει εἰς ἄκρον τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπόν, ἂν καὶ ἐκ τῶν προτέρων ἦτο πεπεισμένη, ὅτι, ὅπως ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν κρίσιν οἱουδήποτε νὰ γεννηθῇ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως προήρχετο ἐκ λόγων ὑπηρεσιακῶν, οὐχ ἧττον, ὅπως προσαγάγῃ ἐνώπιόν σας ἔκθεσιν ὁπωσδήποτε μᾶλλον ἠτιολογημένην, ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως περὶ τοῦ πῶς ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν περὶ χορηγήσεως ἀδείας, διότι προσαγωγὴ ἐγγράφων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσῃ, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Εἰσαγγελικὴ ἐξουσία, προκειμένου περὶ Βουλευτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ προβῆ εἰς ἀνακριτικὴν πρᾶξιν ἄνευ προηγουμένης ἀδείας τῆς Βουλῆς· ἐν τούτοις εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν ἐξαιρετικῶς, ἐπειδὴ δὲν ἦτο Βουλευτὴς κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς διαπράξεως τοῦ ἀποδιδομένου αὐτῷ ἀδικήματος ὁ κ. Ἀξελός, εἶχεν ὑποβληθῆ, ἔστω καὶ ἀκύρως, ἔστω καὶ ἀναρμοδίως, εἰς ἀνάκρισιν ἐκ μέρους τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως ἔκθεσιν περὶ τῶν πραγμάτων. Ἐλάβομεν λοιπὸν μακρὸν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη. Ἐξ αὐτοῦ προκύπτει, ὅτι ἡ Εἰσαγγελικὴ ἐξουσία ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της, ζητοῦσα τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἔλαβεν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως ἐκ μέρους τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Πρὶν εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλή, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν προδικάζει τὸ ζήτημα τῆς ἐνοχῆς ἢ ἀθωότητος, οὔτε ἑπομένως ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ βασίμου ἢ μὴ τῆς κατηγορίας. Ἂν ἡ Βουλὴ πεισθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ἐξαιρετικοὶ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν νομοθέτησιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, τουτέστιν ἡ προστασία τοῦ Βουλευτοῦ κυρίως κατὰ κυβερνητικῆς κακοβουλίας, ἔχει καθῆκον, φρονῶ, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Εἰσαγγελικὴν ἐξουσίαν, ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει μὲν ὑπάρχῃ ἀδίκημα, ἱκανοποιηθῇ ὁ προσβληθεὶς νόμος, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲ δὲν ὑπάρχῃ τοιοῦτον, ἱκανοποιηθῇ ἡ προσβληθεῖσα φιλοτιμία τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Τοιουτοτρόπως δὲ πάντοτε ἡ Βουλή, οὐ μόνον ἡ Ἑλληνική, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι Βουλαί, σχεδὸν πάντοτε ἀπεφάνθησαν. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν πολλάκις ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα, καὶ εἰς τὴν πρώτην κοινοβουλευτικὴν περίοδον, ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1863, καὶ εἰς τὴν μετὰ ταῦτα· οὐ μόνον δὲ δὲν εὑρίσκω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, ἡ Βουλὴ ἠρνήθη τὴν ἄδειαν, ἢ ἂν ἠρνήθη, ἠρνήθη ἕνεκα λόγων σπουδαίων, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας εὑρίσκω, ὅτι αὐτοὶ οἱ Βουλευταὶ ἐζήτουν τὴν ἄδειαν καὶ συνήνουν εἰς τὴν ἔγερσιν τῆς δημοσίας ἀγωγῆς. Εἰς τὴν προκειμένην δὲ περίπτωσιν, ἂν καὶ τὸ ἀδίκημα βεβαίως δὲν διετυπώθη ἐν ὅλῃ τῇ λεπτομερείᾳ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ ἁπλῶς διὰ τῆς φράσεως τοῦ νομικοῦ ὅρου «ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ εἰσαχθῇ ὁ Βουλευτὴς ἐπὶ ἀντιστάσει ἢ ἐπὶ ἐξυβρίσει», ἡ ἐπιτροπὴ ἐφρόνει, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς οὐδὲν ἄλλο εἶχε νὰ πράξῃ, ἀπευθυνόμενος εἰς τὴν Βουλήν, εἰμὴ τοῦτο, νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν, ὅπως ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν· διετύπου δὲ μόνον τὸν ἐπιστημονικὸν ὅρον, διότι βεβαίως πρὸς τὴν Βουλὴν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἀπευθύνῃ κατηγορητήριον κατὰ Βουλευτοῦ· ὁ δὲ ὅρος «ἀντίστασις» εἶναι νομικὸς ὅρος, χαρακτηρίζων ὡρισμένον ἀδίκημα, καὶ μάλιστα ὡρισμένον ἀδίκημα κατὰ τῆς ἀρχῆς· ἂν δὲ ἀπέβλεπε καὶ εἰς τὴν φύσιν τοῦ ἀδικήματος, νομίζομεν, ὅτι εἰς τὸν συνάδελφον ἦτο ἐπιβεβλημένον αὐτὸς οὗτος νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν ἄνευ ἀντιλογίας.
§24ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἰδική του δουλιά.
§25ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ φρονοῦμεν ἡμεῖς, κύριε Ράλλη· ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ἀδικήματος ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὸν, στρατιωτικὸν ὄντα, οὔτε ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ἀνεχθῇ ἀναβολήν.
§26ΑΞΕΛΟΣ. Ὑπὸ τοιοῦτον Εἰσαγγελέα βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ὑπάγω.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§28ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἄλλην προνομίαν δὲν ἔχει ὁ Βουλευτὴς, παρὰ αὐτήν.
§29ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν βεβαίωσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι οὐδόλως εἰσήλθομεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, οὔτε προδικάζομεν, τοὐναντίον μάλιστα κατὰ πλειονοψηφίαν ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς, ἂν ὄχι τι ἄλλο, ἐνήργησε τοὐλάχιστον μετ’ ἐπιπολαιότητος. Ἡμεῖς ἐξετάζομεν τοῦτο: ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἅπαξ εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις ἐνταῦθα; Τὸ καθῆκον εἶναι, καθ’ ἡμᾶς, νὰ μὴ διστάσῃ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ δώσῃ τὴν αἰτουμένην ἄδειαν· διότι, ἐφ’ ὅσον ἐπείσθημεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἐξαιρετικὴν διάταξιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, ἔχομεν ἐπιβεβλημένον καθῆκον, ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ δεικνύωμεν πρῶτοι τὸ σέβας πρὸς τοὺς νόμους· λέγω δὲ, ὅτι ἔχει ἰδιαίτερον καθῆκον καὶ ὁ κ. Ἀξελὸς, τὸν ὁποῖον ὑπολήπτομαι, νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν αὐτὸς οὗτος, διότι ἡ φύσις τοῦ ἀξιώματός του εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὀφείλει μετὰ θάῤῥους νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ζητεῖ τὴν ἄδειαν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ κατηγορήσῃ τὸν κ. Ἀξελὸν ἐπὶ ἀντιστάσει ὡς στρατιωτικόν. Ὡς στρατιωτικὸς, ἀλλὰ καὶ ὡς πολίτης, ὀφείλει εὐπείθειαν πρὸς τοὺς νόμους. Λοιπὸν τὸ συμφέρον τὸ προσωπικὸν τοῦ κ. Ἀξελοῦ ἐπιβάλλει τοῦτο, Κύριοι, ἡ δ’ ἐναντία γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Σταυρόπουλος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα, προτοῦ δώσῃ τὴν ἄδειαν πρὸς ἔγερσιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, νὰ ἐξετάζῃ τὸ ὑποστατὸν ἢ μὴ τῆς κατηγορίας, εἶναι κατὰ βάσιν ἐσφαλμένη. Τοιαύτην γνώμην ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀπέῤῥιψε, καὶ πολὺ δικαίως· διότι, ἂν εἰς ἑκάστην ὑπόθεσιν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ κατόπιν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τοὺς οὐσιαστικοὺς λόγους, ἡ Βουλὴ ἤθελε προδικάζει περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ ἀθωότητος· τί δὲ ἤθελε συμβῆ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Εἰσαγγελικὴ ἐξουσία, μετὰ τὴν ἄρνησιν τῆς ἀδείας, ἤθελε, ληγούσης τῆς Συνόδου, προβῆ εἰς καταδίωξιν, καὶ ἀποδειχθῇ κατόπιν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος εἶναι ἔνοχος, ἢ εἶναι ἀθῶος, ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς; Θὰ ἔχωμεν ἀντίφασιν μιᾶς ἐπισήμου ἀποφάσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος πρὸς δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἐνῷ τοὐναντίον, ὡς εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ Συντάγματος, ἐὰν ἡ Βουλὴ περιορισθῇ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὑπάρχῃ πολιτικὸς λόγος πρὸς ἄρνησιν τῆς ἀδείας, καὶ ἐπιτρέψῃ κατὰ κανόνα τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης, οὐδεμία σύγκρουσις θὰ ἐπέλθῃ μεταξὺ δικαστικῆς καὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ἡ μόνη ἐγγύησις τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία· ἡ πεποίθησις τῆς κοινωνίας ἐν τούτοις πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν θὰ σαλευθῇ, ἐν ᾗ περιπτώσει δοθῇ ἐπίσημον κτύπημα ἐντεῦθεν κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας· τοῦτο δὲ πράττομεν, ἐὰν δὲν δώσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης ἓν τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς,
§30ΑΞΕΛΟΣ. Ἐγὼ κατήγγειλα τὸν Εἰσαγγελέα.
§31ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἔχετε πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ποσῶς ἀναμεμιγμένη εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἔχει καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης,—καὶ θὰ τὸ ἐκπληρώσῃ μετ’ εὐσυνειδησίας,—ἐὰν πεισθῇ, ὅτι κακοβούλως ἐνήργησεν ὁ Εἰσαγγελεύς, νὰ τιμωρήσῃ αὐτόν.
§32ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀποτείνω τὸν λόγον πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις προτείνει νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ Βουλευτοῦ Βώλου. Λοιπὸν ἐκ ζήλου ὑπερμέτρου, ἐκ φατριασμοῦ ἢ ἐκ κομματικῆς ἐντάσεως, ἀνωτέρας ἐκείνης, ἡ ὁποία κατέχει τὸν ἡγέτην τῆς πλειοψηφίας, ζητεῖτε νὰ ὑποβάλητε τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ζητεῖτε νὰ ἐγκαθιδρύσητε βουλευτικὴν ἀπολυταρχίαν, ἄγουσαν εἰς τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, ἄγουσαν εἰς τὴν πολυτυραννίαν, εἰς τὴν ἀναρχίαν; Κύριοι Βουλευταὶ, ἡ μόνη προνομία, ἥτις παρεχωρήθη εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἡ καθιερωθεῖσα διὰ τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἐξουσία ἔχει ὅλας τὰς προνομίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας· διορίζει καὶ παύει, κηρύττει τὸν πόλεμον, κλείει εἰρήνην, συγκαλεῖ τὴν Βουλὴν, διακόπτει τὴν Βουλὴν, ἢ διαλύει αὐτὴν κατὰ βούλησιν. Μία δὲ προνομία παρεχωρήθη εἰς τὸν Βουλευτὴν, ἡ τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος, παρεχωρήθη δὲ διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ φρονήματός του καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας καὶ ὅπως διατηρηθῶσιν αἱ ἐλευθερίαι, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως. Λυποῦμαι, διότι νέοι ἄνθρωποι ἀνέρχονται εἰς τὸ βῆμα καὶ ἀναλαμβάνουσι νὰ ὑποστηρίξωσι θέματα, ἀναγόμενα εἰς τὸν δημόσιον τῆς Ἑλλάδος βίον, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰ προηγούμενα, τὴν σύγχρονον ἱστορίαν. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὅτε ἐψηφίζετο ἐν τῇ Συνελεύσει, ὑπέστη σπουδαίαν συζήτησιν, καὶ ἔχει περίεργον ἱστορίαν· ὅτε συνεζητεῖτο, ὁ μακαρία τῇ λήξει Σαρίπολος, σοφὸς ἀνὴρ, ἀλλὰ πάσχων ὀλίγον ἐξ ἀκρισίας, ἐζήτησε τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν οὐδεὶς Βουλευτὴς φυλακίζεται διὰ χρέη, καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, εἶπεν, ὅτι ἡ εἰρημένη διάταξις παρελήφθη ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843 καὶ εἶναι ἔργον χρεωκόπων· ἀλλὰ τότε ἐν θορύβῳ κατεβιβάσθη ἐκ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ πρότασίς του ἀπεῤῥίφθη. Μετὰ τοῦτο παρουσιάζεται ὁ μακαρίτης Καλὸς, ἀνὴρ ῥέκτης καὶ φιλελευθέρων ἰδεῶν, ἀλλὰ προτρέχων ὀλίγον εἰς τὰς σκέψεις, καὶ ὑποβάλλει πρότασιν, λέγουσαν, ὅτι «ζητεῖται ἡ ἄδεια, καὶ ἐὰν δὲν δοθῇ ἡ ἄδεια, ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάκρισις». Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης τοῦ Καλοῦ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, καὶ μετὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν ἐπ’ αὐτῆς ψῆφον τῆς Βουλῆς. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας μοὶ ἐφάνη ἀμφίβολον, ἐρωτήσας δ’ ἀντιθέτως, διέκρινα τὴν πλειοψηφίαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ Καλοῦ, καὶ κηρύττω τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ μόλις ἀπήγγειλα τὸ ἀποτέλεσμα, ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις. «Τοῦτ’ αὐτὸ, εἶπον, φρονῶ καὶ ἐγὼ, καὶ ἔδει νὰ λάβητε τὸν λόγον, ὅπως φωτίσητε τὴν Συνέλευσιν», Ἄρχεται συζήτησις καὶ προχωρεῖ, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ ἀνακληθῇ ἡ ληφθεῖσα ἀπόφασις. Κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν ὁ μακαρίτης Σαράβας, ὁ ὁποῖος διεκρίνετο διὰ τὴν μεγάλην εὐκρίνειαν καὶ διὰ τὴν διατύπωσιν τῶν ἰδεῶν του κατὰ τρόπον πλήρη, ἔλαβε τὸν λόγον καὶ εἶπε τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει).... Λοιπὸν σκοπὸς τῆς διατάξεως εἶναι νὰ περιφρουρηθῇ ὁ Βουλευτὴς ἀπέναντι τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἐνδεχόμενον, κινουμένη ἐκ πλαγίων σκοπῶν, νὰ προβῇ εἰς παρεκτροπὰς· ἕτερος σκοπὸς εἶναι νὰ προφυλάξῃ τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν καταχρήσεων τῆς πλειονοψηφούσης μερίδος. Κύριοι, δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι εἶσθε πλειοψηφία, καὶ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ δώσητε τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς, οὐχὶ τοῦ κ. Ἀξελοῦ, ἀλλ’ ὅλων ἡμῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸν τέως διεξαχθέντα ἐκλογικὸν ἀγῶνα τίς δὲν εὑρέθη εἰς θέσιν νὰ ἀντιταχθῇ εὐτόλμως κατὰ τῶν μέσων τῆς ἐπεμβάσεως, τὰ ὁποῖα μετῆλθεν ἡ ἐξουσία, νομίζουσα, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιφρουρήσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βασιλείας; Τίς ἐξ ἡμῶν δὲν εὑρέθη εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἀγωνιζόμενος, ὅπως ἐπιτύχῃ τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν του, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του; τίς δὲν μετῆλθε γλῶσσαν, ὁποίαν μετῆλθεν ὁ κ. Ἀξελός; Ἐγὼ αὐτὸς, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, εἰς τὰς 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἤκουσα μπάμ–μποὺμ «σκοτόνονται!» Ἔτρεξα νὰ ἴδω· εἶχον συγκρουσθῆ δύο διαδηλώσεις. Μετὰ τοιοῦτον λοιπὸν ἀγῶνα, τοσοῦτον πεισματώδη, νὰ παρουσιάζηται εἷς Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος, καθ’ ἃ μανθάνω, ἦτο πρότερον κορδονιστής, καὶ νὰ ζητῇ, ὅπως ἀποκτήσῃ δικαιώματα παρὰ τῇ νέᾳ Κυβερνήσει, τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ καταδιωχθῇ, τὴν ἐπιοῦσαν αὐτὴν τοῦ ἀγῶνος, ὁ κ. Ἀξελὸς, εἶναί τι, ὅπερ ἐκδηλοῖ περιφρόνησιν πρὸς τὰς ἐλευθερίας τῆς Βουλῆς, εἶναι μία διαγωγή, κατὰ τῆς ὁποίας πᾶς, σεβόμενος τὸ δίκαιον, ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἐξεγερθῇ, εἶναι πρᾶξις ἀξία πάσης καταδίκης καὶ περιφρονήσεως, καὶ τὴν ἐκ τοιούτου Εἰσαγγελέως προερχομένην πρότασιν δὲν πιστεύω νὰ ἐγκρίνῃ ποτὲ ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία, φρονῶ, ὅτι σέβεται τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου, διότι δι’ αὐτῶν ὑπάρχει. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι, ἐὰν τσαλαπατῆτε ὅλας τὰς προνομίας τοῦ τόπου, τοῦ λαοῦ, τῶν Βουλευτῶν, ὅτι δύνασθε νὰ ὑπάρξητε, καὶ ὅτι δὲν θὰ λάβητε τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἔλαβον, οἱ ὁποῖοι κατέσχον τὴν ἐξουσίαν! Διὰ τοῦτο, ὡς πολλάκις ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, πρέπει τὰς ὀλίγας προνομίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, νὰ τὰς ὑπερασπιζώμεθα ἰσχυρῶς καὶ ἐπιμόνως, ἵνα σώσωμεν αὐτὰς, ἄνευ τῶν ὁποίων ὁ τόπος δὲν δύναται, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ὑπάρξῃ. Ὁ προλαλήσας κατῆλθεν εἰς δικανικὰς παρατηρήσεις καὶ κατέφυγεν εἰς παρατηρήσεις, ἀναξίας νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, προκειμένου λόγου, ἐπαναλαμβάνω, περὶ τῆς μόνης προνομίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Βουλευτής. Σεβασθῆτε τὴν προνομίαν αὐτὴν, Κύριοι! Ἡ πρᾶξις διὰ τὴν ὁποίαν καταγγέλλεται ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν, εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία λαμβάνει χώραν πολλάκις ἐνταῦθα, ἐν τῇ παραφορᾷ. Εἶναι δὲ πρωτοφανὲς, τὸ Κοινοβούλιον ν’ ἀπασχολῆται, ἂν πρέπῃ νὰ δοθῇ ἄδεια πρὸς καταδίωξιν διὰ τοιαύτην πρᾶξιν ἑνὸς ἐξ ἡμῶν· καὶ ποίου, Κύριοι; Ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος προσέφερεν ὑπηρεσίας πραγματικὰς, ὁ ὁποῖος ἐπολέμησεν ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἔχει ἀγῶνας πραγματικοὺς ὑπὲρ τοῦ τόπου! Ἐὰν ζητῆται διὰ τοιαύτην πρᾶξιν ἡ ἄδεια, τί ὑπολείπεται πλέον εἰς ἡμᾶς; Δύναται αὔριον οἱοσδήποτε Εἰσαγγελεὺς νὰ ζητήσῃ ἄδειαν καταδιώξεως, ὅτι ὁ Μεσσηνέζης ἐξύβρισε τὸν Βασιλέα! Ἐννοῶ νὰ λειτουργῇ ἡ Δικαιοσύνη, ἀλλὰ νὰ μὴ παραπονῆται ἡ Δικαιοσύνη, ὅταν ζητῶμεν νὰ σεβασθῇ τὸ προνόμιον τοῦ Βουλευτοῦ. Ὑπάρχουν περιπτώσεις βεβαίως, καθ’ ἃς πρέπει νὰ δίδεται ἡ ἄδεια, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος διέπραξεν ἔγκλημα ἀτιμωτικὸν, ἢ ἂν ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ φυγοδικήσῃ, ἢ νὰ διαπράξῃ καὶ ἄλλο ἔγκλημα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη περίπτωσις ἐνταῦθα. Διὰ τοῦτο ἐγὼ μετὰ πολλῆς ἀγανακτήσεως ἀντέκρουσα τὴν πρότασιν, ἣν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ, συνέπραξα δὲ μετ’ αὐτοῦ καὶ εἰς ἄλλο στάδιον, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἐπιπολαίως πως, ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ δείξῃ, ὅτι θέλει νὰ ἦναι σεβαστὰ τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, εἰσήγαγε τοιαύτην πρότασιν. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον, ὅτι Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος δὲν σέβεται τὴν ἀποστολήν του καὶ τὴν κοινωνίαν, ὁ ὁποῖος, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ δικαιώματα εἰς τὴν νέαν τάξιν τῶν πραγμάτων, προβαίνει εἰς τοιαύτην αἴτησιν, αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔπρεπε νὰ παυθῇ τηλεγραφικῶς, ὅπως ὁ μακαρίτης ἐκεῖνος, ὁ συνετὸς ἐκεῖνος, ὁ σεβόμενος ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὁ Κουμουνδοῦρος, ἔκαμε πρὸς ἕνα Εἰσαγγελέα, συγγενῆ τῆς δεξιᾶς χειρός του, τοῦ μακαρίτου Ζηνοπούλου, τὸν Ζηνόπουλον. Παρακαλῶ θερμῶς τὴν Βουλὴν, ἰδίως τοὺς νέους Βουλευτὰς,—καὶ λυποῦμαι, διότι εἷς ἐξ αὐτῶν, δὲν ἠξεύρω τί ζητῶν, ἀνῆλθε τὸ βῆμα, ἵνα ὑποστηρίξῃ τοιαύτην πρότασιν,—παρακαλῶ τοὺς νέους Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἐβαπτίσθησαν εἰς τὰ πάθη, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ μακροχρόνιος καὶ κυματώδης ἡμῶν βίος ἡμᾶς τοὺς γέροντας ἐβάπτισε, νὰ ἀπέχωσιν ἀπὸ τῆς παραδοχῆς τοιαύτης προτάσεως, ἡ ὁποία καθιεροῖ ὀλέθριον προηγούμενον διὰ τὸ Βουλευτικὸν ἀξίωμα, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι σήμερον ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν τὴν πλευρὰν (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἀλλ’ αὔριον δυνατὸν νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν ἄλλην, καὶ θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν πρῶτον τυχόντα Εἰσαγγελέα νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν εἰσαγωγῆς εἰς δίκην. Ὅποιος δὲν ἔχει αἴσθημα ἀξιοπρεπείας καὶ δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀποστολήν του ἠμπορεῖ νὰ θεωρῇ μικροῦ λόγου ἀξίαν τοιαύτην πρότασιν, ἀλλ’ οἱ ἔχοντες τὴν ὑπερηφάνειαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχουν οἱ ἄνδρες, οἱ μαχόμενοι ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, βεβαίως δὲν ὑποκύπτουν, ἀλλ’ ἀμύνονται παντὶ σθένει ὑπὲρ τῆς μόνης προνομίας, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Βουλευτής· διότι, ἐὰν δὲν ἦτο τόσον ἀτελὲς τὸ πολίτευμα, βεβαίως δὲν θὰ εἴχομεν τοιοῦτον ἀγῶνα ἐκλογικὸν, ὁποῖος ὁ τέως διεξαχθείς. Ἐγὼ,— εἶναι σύγχρονος ἡ ἱστορία, καὶ πρέπει νὰ λέγηται,— ἐγὼ εὑρέθην εἰς τὴν θέσιν νὰ γνωματεύσω ἐνώπιον Συμβουλίου, προεδρευομένου ἀπὸ τὸν Βασιλέα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπῃ νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βασιλείας, μετερχόμενοι τὸ σύστημα τῶν ἐπεμβάσεων, εὑρέθην, λέγω, εἰς θέσιν τότε νὰ γνωματεύσω, ὅτι τὸ σύστημα τῶν ἐπεμβάσεων ἀπεδείχθη ὀλέθριον, ἐπενεγκὸν τὴν καταστροφὴν μιᾶς δυναστείας, καὶ εἰς ἕνα μικρὸν τόπον, ὁποία ἡ Ἑλλὰς, αἱ ἐπεμβάσεις βαθμηδὸν γεννοῦν πάθη καὶ καταστροφάς. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν δὲν ἴσχυσεν ἡ γνώμη μου, ἀντιταχθέντων εἰς αὐτὴν τῶν κ.κ. Σπ. Μήλιου καὶ Π. Δηλιγιάννη, ἀνδρῶν τοῦ παρελθόντος. «Περὶ ἑνὸς μόνον, εἶπον, ὑποστηρίζων τὴν γνώμην μου, ἐγγυῶμαι, ὅτι θὰ τηρηθῇ ἡ τάξις καὶ ἡσυχία, καὶ θὰ διεξαχθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐν ἄκρᾳ νομιμότητι, ἀποκρουομένης πάσης παρ’ οἱουδήποτε ἐπεμβάσεως· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο διεξαγομένων τῶν ἐκλογῶν, οἱ ἀναδειχθησόμενοι ὡς Βουλευταὶ θὰ ταχθῶσι παρὰ τῇ Βασιλείᾳ, ὅπως ἐνισχύσωσιν αὐτὴν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν γενικῶν τοῦ τόπου συμφερόντων, ἀποκρουομένου τοῦ τὰ πάντα καταστρέφοντος φατριασμοῦ.» Ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Ὁ Βασιλεὺς μοὶ εἶπε νὰ σκεφθῶ. «Δὲν ἔχω, ἀπήντησα, νὰ σκεφθῶ! Πολιτεύομαι 40 ἔτη, καθ’ ἃ τὰ ζητήματα ταῦτα ἐλύθησαν.» Τότε, παραιτηθέντος ἐμοῦ, διελύθη τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο. Λοιπὸν καὶ πάλιν σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ παραδεχθῆτε αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἐπερχομένην μετὰ ἐκλογικὸν ἀγῶνα, καθ’ ὃν ἴσχυσε τὸ σύστημα τῶν ἐπεμβάσεων, διότι θὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα διὰ τὸν τόπον ἡ παραδοχὴ αὐτῆς.
§33ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀφοῦ, Κύριοι, ἐτέθη ἐκτὸς πάσης διαμφισβητήσεως, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ὑπάρχει ἐνέργεια Εἰσαγγελέως κατὰ κυβερνητικὴν παραγγελίαν, μοὶ φαίνεται, ὅτι πᾶσα συζήτησις εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπος· συνετέλεσε δὲ μόνον νὰ δώσῃ εὐχάριστον ἀφορμὴν εἰς τὸν ἐξ Αἰγίου ἔντιμον συνάδελφον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἤθελον μεταχειρισθῆ τραχυτέραν γλῶσσαν, ἐὰν δὲν ἤμην συνειθισμένος νὰ σέβωμαι τὸ γῆρας καὶ δὲν ἤθελον ἐνθυμηθῆ τὴν εὔκλειάν του, ὡς Προέδρου τῆς Συνελεύσεως...
§34ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ μεταχειρισθῆτε πᾶσαν γλῶσσαν.
§35ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι! διότι εἶπον, ὅτι ἐσυνείθισα νὰ σέβωμαι τὸ γῆρας. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἀμελέτητος παρῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα. Δὲν ἦλθον ἀμελέτητος, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ μόνη ὀρθή. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος ἐλήφθη ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ πολιτεύματος· καθ’ ὅλους δὲ τοὺς ἑρμηνευτάς, ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ, περὶ χορηγήσεως τῆς ἀδείας προκειμένου, μόνον ἐὰν πρόκηται νὰ θέσῃ τὴν μειονοψηφίαν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς βουλευτικῆς ἀπορίας κατὰ φατριαστικῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας...
§36ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν σᾶς εἶπον ὅτι...
§37ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε!
§38ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Βεβαίως, ὅταν κατὰ πρώτην φορὰν συνῆλθον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, δὲν θὰ εἶχον τὴν τόλμην νὰ ἐκφράσουν τὴν γνώμην των, ἐὰν δὲν ἦσαν ἐξησφαλισμένοι κατὰ τῆς ἀτιμωρησίας τοὐλάχιστον. Ἐντεῦθεν ἡ διάταξις, ὅτι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἄν εἴπωσιν οἱ Βουλευταὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶναι ἀκαταδίωκτοι. Ἰδοὺ ἡ πρώτη ἀπόλυτος βουλευτικὴ ἀσυλία. Δευτέρα, ὅτι διαρκούσης τῆς Συνόδου Βουλευτὴς δὲν προσωποκρατεῖται μὲν διὰ τὰ πολιτικὰ χρέη, ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ ἐγκλήματος, ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς. Καὶ διὰ μὲν τὰ χρέη δὲν φυλακίζεται, διότι ἡ Πολιτεία — καὶ ἂν ὁ κ. Μεσσηνέζης ἀνεγίνωσκε καλλίτερα τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως...
§39ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ναὶ, θὰ μὲ μάθητε σεῖς!
§40ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Διὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν παρεδέχθησαν τὰ πολιτεύματα, ὅτι, ἐπειδὴ ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν τὸ ἀτομικὸν συμφέρον ἑνὸς πολίτου πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὴν παρουσίαν τοῦ Βουλευτοῦ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, τὸ ἀτομικὸν συμφέρον ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ, καὶ ὁ Βουλευτὴς δὲν συλλαμβάνεται διὰ τὰ πολιτικὰ χρέη. Ὑπάρχουσι καὶ Συντάγματα, ὅπως τὸ Βελγικὸν, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν ὑπάγει εἰς τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς. Ὅταν ὅμως ἔρχηται εἰς σύγκρουσιν τὸ πολιτικὸν συμφέρον τῆς παρουσίας τοῦ Βουλευτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς συμφέρον ἐπίσης ἄξιον σεβασμοῦ καὶ ἐπίσης πολιτειακὸν, τὸ συμφέρον τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὡς κανὼν ἐθεωρήθη, ὅτι οἱ Βουλευταί, ὡς Βουλευταὶ καὶ ὡς πολῖται, εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου. Καὶ θὰ ἦτο πικρὰ εἰρωνεία κατὰ τοῦ πολιτεύματος, ἐὰν τὸ ἐναντίον ἐκράτει· διότι ὁ Βουλευτὴς πρῶτος πρέπει νὰ δίδῃ τὸ παράδειγμα τῆς πρὸς τοὺς νόμους εὐπειθείας, τότε δὲ μόνον ἡ Βουλὴ δύναται, ὡς προεῖπον, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν, ὅταν πεισθῇ, ὅτι τὸ πολιτικὸν συμφέρον τοῦ νὰ παρίσταται ὁ Βουλευτὴς ἐνταῦθα, εἶναι ἀνώτερον τοῦ ἑτέρου συμφέροντος, τῆς ταχίστης λειτουργίας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ὅταν λοιπὸν ἤμεθα πάντες σύμφωνοι, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις οὐδαμῶς ἐνέχεται...
§41ΑΞΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὑπεύθυνος συντάκτης ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰς ἀνοησίας ἑνὸς Εἰσαγγελέως.
§42ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. ... ἐν ὅσῳ ἔχομεν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν περιβάλλομεν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν, ἔχομεν ἓν καὶ μόνον καθῆκον, εἰς αὐτὴν νὰ ἀναθέσωμεν τὴν φροντίδα νὰ ἐξακριβώσῃ, ἐὰν ἡ Εἰσαγγελικὴ ἐξουσία ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της, ἢ ἐὰν ὑπέκυψεν εἰς πλαγίας σκέψεις. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀκολουθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἧς προΐσταται ὁ ἔντιμος Πρόεδρος, ἔχομεν καθῆκον, ὄχι ἐκ τυφλῆς ἀφοσιώσεως—πρῶτος ἐγὼ θὰ ἤμην ἐναντίος, ἐὰν ἐπειθόμην, ὅτι πολιτικὴ ἐνέργεια ὑπαγορεύει τοιαύτην καταδίωξιν,—ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι κοινὴ ἡ γνώμη καὶ αὐτῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη πολιτικὴ ἐνέργεια, θεωροῦμεν δὲ ἀνώτερον πάσης τοιαύτης μομφῆς τὸν ἰθύνοντα σήμερον τὰς τύχας τῆς πατρίδος, ἔχομεν καθῆκον, ὅπως σεβασθῶμεν ἡμεῖς πρῶτοι τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους. Ἔχω λοιπὸν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν προδικάζομεν τὸ ζήτημα τῆς ἐνοχῆς ἢ τῆς ἀθωότητος.
§43ΑΞΕΛΟΣ. Ἀνεγνώσατε τὸ τηλεγράφημα; Φάσκει καὶ ἀντιφάσκει αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεύς.
§44ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα, Κύριοι. Δὲν ἤθελον ν’ ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα ἐκ μόνου τοῦ λόγου τούτου· ἤθελον νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν τοῦ βασίμου ἢ μὴ τῆς κατηγορίας. Ἀλλ’ ἂν ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλή, θὰ ἀναγνώσω καὶ τὸ τηλεγράφημα.
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§46ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα)... Ἐγὼ λοιπὸν φρονῶ, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ 63 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς ἐνταῦθα, πλὴν τοῦ κ. Μεσσηνέζη, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν γνώμην μου, καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα πεποιθήσεως ἀκραδάντου.
§47Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐν πρώτοις ἐθεώρησεν ἀπαραίτητον, ὅτι ὤφειλε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ φθάσῃ δὲ καὶ μέχρι τῶν σκοπῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ξέναι πάσης πολιτικῆς ἐννοίας, πάσης ἄλλης αἰτίας. Παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν τοῦτο· ἀδιαφοροῦμεν, τίνες εἶναι αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ποῖαι ἄλλαι αἱ σκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν ὤφειλε μάλιστα ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ νὰ σπεύσῃ ἐπὶ τοσοῦτον καὶ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προκειμένην αἴτησιν, ἀφοῦ οὔτε κίνδυνόν τινα ἀναφέρει ἐπικείμενον, ὡς ἐκ τῆς ἀναβολῆς, οὔτε ἐξεβιάσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἢ ὑπό τινος ἔστω τῶν κ. Βουλευτῶν· ἀλλ’ ἀφοῦ τὴν εἰσήγαγεν, εἰς ἄλλα ἔδει νὰ ἠσχολεῖτο. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, εἶναι τοῦτο: τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι δικαίωμα τυπικὸν ἢ οὐσιαστικόν; Ἐὰν ᾖναι δικαίωμα τυπικὸν, πρέπει νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι μηχανὴ, καὶ μηχανὴ κινουμένη εἰς τὴν πρώτην αἴτησιν παντὸς ἀνακριτοῦ, καὶ ὀφείλει νὰ ἐνδίδῃ εἰς τὸ πρῶτον κροῦσμα παντὸς Εἰσαγγελέως καὶ πάσης αἰτήσεως. Ἐὰν δὲ τὸ ζήτημα ᾖναι οὐσιαστικὸν, πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν μέχρι τίνος σημείου ἐπεκτείνεται ἡ ἐξουσία τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἔρευναν. Ὑπεστήριξαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι τότε καὶ μόνον δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τὴν παράδοσιν ἑνὸς Βουλευτοῦ, ὅταν ἀποδείξωσιν οἱ ἐνιστάμενοι, ὅτι μεγάλα συμφέροντα, ἐξαιρετικοὶ λόγοι ἐμποδίζουσι τὴν παράδοσιν ἑνὸς Βουλευτοῦ εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ διατὶ ἀναχωρεῖτε ἐκ τῆς ἀρχῆς ταύτης; Τότε ποῦ εὑρίσκεται ἡ ἀσυλία τοῦ Βουλευτοῦ; Δὲν σᾶς ὡδήγησεν ἡ σκέψις, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσητε σεῖς, ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐξουσία, τίς ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἀναγκάζει τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐξαιτῆται τὴν παράδοσιν τοῦ Βουλευτοῦ; Κινδυνεύει τάχα ἡ τάξις; Εἶναι ὁ λόγος τῆς δικαιοσύνης ὑπέρτερος τῆς ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Βουλευτοῦ, ὥστε πρέπει νὰ παραδοθῇ ὁ Βουλευτὴς ἀμέσως; Τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐξετάσητε’ νὰ ἐξετάσητε, τί κινδυνεύει τάχα, ἐὰν μετὰ παρέλευσιν δύο ἢ τριῶν ἢ πέντε μηνῶν ὁ Βουλευτής, ὁ μὴ δίδων ἀφορμὴν εἰς τοιοῦτον κίνδυνον, παραδοθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν; Ἀλλὰ μᾶς λέγετε: ποῖον λόγον ἔχετε νὰ ἀρνηθῆτε εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τὸν Βουλευτήν; Ἔχομεν νὰ ἀντιτάξωμεν τὴν ἀσυλίαν, ἔχομεν νὰ ἀντιτάξωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι μηχανή· πρέπει νὰ ἐρευνήσῃ, νὰ μάθῃ, ἐὰν ὁ λόγος ᾖναι ἄξιος τῷ ὄντι τῆς περιωπῆς ἐκείνης τῆς δικαστικῆς, ἢ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐνδίδῃ εἰς πᾶσαν αἴτησιν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, Κύριοι, ἐὰν ἐξετάσωμεν τὰς λεπτομερείας τῆς κατηγορίας αὐτῆς, πρέπει νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς, νὰ φράξωμεν τὰ ὦτα καὶ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὑπάρχει πρᾶξις. Οὐδεμία πρᾶξις ὑπάρχει κατὰ τοῦ κ. Ἀξελοῦ· εἶναι ἡ ὁμολογία τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος ἐν πρώτοις μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι ἀντίστασις κατὰ τῆς ἀρχῆς, εἶτα δὲ, ἐρωτώμενος, ἀπαντᾷ τηλεγραφικῶς, ὅτι ἐγένετο καταγγελία, ὅτι ὁ κ. Ἀξελὸς ἀπηύθυνεν ὕβρεις κατὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Ἢ δὲν ἔλαβε λοιπὸν χώραν πρᾶξις, ἢ ἔλαβε χώραν πρᾶξις ἐπὶ ἐξυβρίσει εἰς βαθμὸν πταίσματος. Διὰ τοιαύτην πρᾶξιν πρέπει νὰ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἐνδίδῃ εἰς αἰτήσεις ἀνακριτικάς; Ἰδοὺ ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάζῃ οὐσιαστικῶς, νὰ ἐρευνᾷ μέχρι τίνος σημείου πρέπει νὰ προχωρῇ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Δὲν συμφωνῶ ποσῶς μὲ τοὺς λέγοντας, ὅτι δέον νὰ ἔλθωσι καὶ τὰ φῶτα τῆς ἀνακρίσεως· διότι ἡ ποινικὴ δικονομία εἶναι ἐν ἰσχύϊ. Δὲν δύναται λοιπὸν ἡ Βουλὴ, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ εἴπῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν: «δός μοι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνακρίσεως», διότι δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα, οὔτε νὰ κρίνῃ, ἂν ᾖ ἔνοχος ἢ ἀθῶος ὁ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις Βουλευτής. Ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται ἡ ἄδεια, εἶναι τοιαύτη, ἐκτὸς τοῦ κοινωνικοῦ λόγου, ἐκτὸς τῆς τάξεως, ὥστε ν’ ἀποτελῇ ἔγκλημα; Δὲν δύναται νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ αἴτησις αὕτη ἔχῃ τι τὸ κατεπεῖγον, ἢ τὸ σπουδαῖον, χάριν τῆς τάξεως, ἢ τὴν σωτηρίαν τῆς τιμῆς αὐτῆς τῆς Δικαιοσύνης, ἢ τὸν κίνδυνον, ὡς ἐκ τῆς ἀναβολῆς, τῆς μὴ ἀνακαλύψεως τῶν ἰχνῶν τοῦ ἐγκλήματος; Ταῦτα πάντα δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάζῃ καὶ νὰ κρίνῃ, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδεμίαν τοιαύτην περίπτωσιν μᾶς προβάλλει ἡ αἴτησις τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, διότι δὲν ἔχει τοιαύτην. Ἡμεῖς εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν ἐνώπιόν μας οὐδεμίαν πρᾶξιν, δὲν ἔχομεν οὐδ’ ἐπὶ ἐξυβρίσει πρᾶξιν· ἀπ’ ἐναντίας, ἔχομεν τὸν κ. Ἀξελὸν παθόντα καὶ καταγγέλλοντα ἐπεμβάσεις τῆς ἐξουσίας. Ὅτε δ’ ἐπῆλθεν ἡ στιγμὴ τῆς ἐνεργείας κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου, τότε ἐσυλλογίσθησαν νὰ ἀπευθύνωσι καὶ αὐτοὶ καταγγελίαν κατὰ τοῦ Ἀξελοῦ. Νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρέπει νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ φράξωμεν τὰ ὦτα, καὶ τότε νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ παραδώσωμεν τὸν κ. Ἀξελὸν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν πρέπει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀναβάλωμεν νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἀποῤῥίψωμεν τὴν αἴτησιν αὐτὴν τοῦ Εἰσαγγελέως, ὡς ὅλως ἄδικον καὶ παράλογον· ἐκτὸς δὲ τούτου, ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς πρέπει νὰ ἐπιτιμηθῇ παρὰ τῆς προϊσταμένης του ἀρχῆς, διότι ἠθέλησε ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐν τοιαύταις στιγμαῖς μὲ ἐπουσιῶδες καὶ ἀνάξιον λόγου ἀντικείμενον.
§48ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, ἀναβαίνων τὸ βῆμα. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο μὲ φέρει πεποίθησις ἑδραία, ἣν ἐσχημάτισα μετὰ μελέτην τοῦ ζητήματος. Ἡ πεποίθησις δὲ αὕτη μοὶ ἐνδεικνύει, ὅτι τὸ ζήτημα, ὡς ζητεῖται νὰ τεθῇ, παρατρέπεται ἐκ τῆς κυρίας αὐτοῦ βάσεως. Βεβαίως πολλὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ περὶ τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας· ἀλλ’ εἰς τοὺς παραγνωρίζοντας τοὺς κανόνας, οἵτινες ἤγαγον οὐχὶ τὰς ἡμετέρας Ἐθνοσυνελεύσεις, ἀλλὰ τὰς Ἐθνοσυνελεύσεις ἐκείνας, αἵτινες κατὰ πρῶτον καθιέρωσαν τὸ προνόμιον τοῦτο, εἰς τοὺς παραγνωρίζοντας, λέγω, τοὺς κανόνας ἐκείνους τί δύναται ν’ ἀντιτάξῃ τις; Νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι ἐν τοῖς συγγράμμασι κατὰ καιροὺς ἐλέχθη; Ἠδυνάμην βεβαίως τοῦτο νὰ πράξω δι’ ἁπλῆς παραπομπῆς, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἔρχεται πλέον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ συζήτησις εὐρύνεται, αἰσθάνεταί τις τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὴν ἐντὸς τῶν ἀληθῶν καὶ νομίμων αὐτῆς ὁρίων. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, τὸ ἀξίωμα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, τὸ ἀξίωμα δὲ τοῦτο κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὑπὸ τῶν ἀντιθέτως ἀγορευόντων παραγνωρίζεται, διότι, ἐνῷ ἡ Βουλὴ εἶναι σῶμα νομοθετικὸν καὶ πολιτικὸν ἰδίως, ζητοῦσι νὰ μετατρέψωσιν αὐτὴν εἰς σῶμα διοικητικὸν, σῶμα ἐξασκοῦν ἔλεγχον ἐπὶ ὑπαλλήλων ἀρχῶν, λησμονοῦντες, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς ἐνασκεῖται πρὸς τοὺς Ὑπουργούς. Ζητοῦσι δὲ σήμερον κυρίως νὰ καταστήσωσιν ἡμᾶς ἐλεγκτὰς τῶν πράξεων τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ζητοῦσι νὰ μετατρέψωσιν ἡμᾶς εἰς Συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν, καὶ Συμβούλιον Ἐφετῶν. Ζητοῦσι νὰ ἐξελέγξητε τὴν διαγωγὴν τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου, ζητοῦσι νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς κατηγορίας καὶ ἐξετάσητε, ἂν πράγματι ἡ κατηγορία αὕτη ἦναι βάσιμος ἢ μὴ, καὶ ζητοῦσι παρ’ ὑμῶν νὰ ἐκδώσητε προβούλευμα, ἄγνωστον ἐν τῇ ποινικῇ δικονομίᾳ. Γνωστὸς ἐπίσης εἶναι ὁ κανὼν, ὅτι πάντες οἱ πολῖται εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, καὶ ὅτι πάντες ὑπέχουσιν εὐθύνην ἀπέναντι τῶν ἁρμοδίων ποινικῶν ἀρχῶν. Ὁ νόμος ἡμῶν οὐδεμίαν καθιεροῖ ὡς πρὸς τοῦτο ἐξαίρεσιν, ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἐνεργεῖ καὶ ἐξασκεῖται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ἀνεξαρτήτως, ἐλευθέρως καὶ ἀπροσκόπτως, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ παρεμβάλῃ εἰς αὐτὴν ἐμπόδια. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἔρχηται ἀντιμέτωπος πρὸς Βουλευτὴν, ἄλλο πλέον συμφέρον παρίσταται, τὸ συμφέρον τὸ πολιτικὸν, διότι ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἔρχεται ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ζητεῖ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη τότε νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἓν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, καὶ τότε ἔρχεται τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία λέγει πρὸς τὴν Δικαιοσύνην: «Στῆθι πρὸ τῶν θυρῶν μου! διότι πρόκειται ν’ ἀποσπάσῃς ἀπ’ ἐμοῦ ἓν μέλος, καὶ ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὸν λόγον, ὅστις ὑπαγορεύει τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν».
§49ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν πολιτικὸν συμφέρον, ἀμυνόμενοι σήμερον;
§50ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἀμφισβητῶ, κύριε Μεσσηνέζη, τὴν καλὴν πίστιν καὶ πεποίθησιν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν. Ἀλλὰ τί ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην; Ὀφείλει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τῆς οὐσίας, νὰ ἴδῃ, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς κατηγορῆται ὁ Βουλευτὴς, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ μήνυσις, ἐὰν ἡ πρᾶξις ὑπὸ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐχαρακτηρίσθη καλῶς ἢ κακῶς; Ἐὰν τοῦτο δικαιοῦται νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ, τότε μεταβάλλει ἐντελῶς τὸν χαρακτῆρα αὑτῆς, καὶ ἀπὸ σώματος πολιτικοῦ μεταβάλλεται εἰς σῶμα διοικητικὸν, εἰς σῶμα δικαστικόν. Ποῖον εἶναι λοιπὸν μόνον τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον κινεῖ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην τὸ Κοινοβούλιον, ἵνα ἐξετάσῃ; Ἐὰν μὴ ἡ αἴτησις περὶ ἀδείας πρὸς καταδίωξιν Βουλευτοῦ ἐνέχῃ πολιτικὴν κερδοσκοπίαν, — τοῦτο καὶ μόνον ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, — ἢ ἂν ἀνώτερά τινα ἄλλα συμφέροντα τοῦ Κράτους κωλύωσιν, ὥστε νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια πρὸς καταδίωξιν. Ἀλλὰ δυνάμει τίνος δικαιώματος ἡ Βουλὴ θὰ σταματήσῃ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην καὶ θὰ τῇ εἴπῃ: «δὲν πρέπει νὰ λειτουργήσῃς»; Ἐὰν τοιοῦτον εἶχε δικαίωμα, ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν ἐκλείπει αὐτοστιγμεί. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, νὰ εἰσέλθῃ καὶ ἰδιοποιηθῇ ἀλλότρια καθήκοντα καὶ ἀλλοτρίαν ἁρμοδιότητα, ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν ἐξαφανίζεται. Τὴν θεωρίαν ταύτην, Κύριοι, πάντες οἱ συνταγματολόγοι ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ φωνῇ ὑποστηρίζουσιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ὁσάκις τοιαύτη αἴτησις ἐγένετο ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, προεκάλεσε συζητήσεις πολλὰς, διότι περιπλέκεται ἐν ταῖς συζητήσεσι ταύταις τὸ πολιτικὸν συμφέρον. Καὶ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἑλλάδος, ὁσάκις τὸ ζήτημα ἐπαρουσιάσθη, τοιαύτην προεκάλεσε συζήτησιν, τὸ πρῶτον δὲ ἀπὸ τῆς δευτέρας ἡμῶν συνταγματικῆς περιόδου, ἐπὶ τῆς δευτέρας δυναστείας, ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα, προκειμένου περὶ καταδιώξεως τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Μαστραπᾶ, λοχαγοῦ τότε ὄντος ἐν Τριπόλει καὶ κατηγορουμένου ἐπὶ στάσει. Τῆς Συνελεύσεως τότε προήδρευεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος, καὶ ἀνεπτύχθησαν τότε γνῶμαι παντοῖαι, γνῶμαι ἀλλοπρόσαλλοι, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τότε ἐντὸς τῶν νομίμων αὐτοῦ ὁρίων καὶ ἐν τῇ ἀληθεῖ αὐτοῦ βάσει ἔθηκεν ὁ τότε ἐκ Γόρτυνος πληρεξούσιος κ. Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τεμάχιά τινα ἐκ τοῦ λόγου ἐκείνου, ὅπου ἀναπτύσσεται ἡ θεωρία τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, Κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἡ εἰδικῶς ἐκλεχθεῖσα πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ἀπηρτίζετο ἐκ νομομαθῶν ἀνεγνωρισμένου κύρους· μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἦσαν ὁ μακαρίτης Σαρίπολος, ὁ Διομήδης Κυριακὸς, ὁ Ἀριστείδης Μωραϊτίνης, ὁ Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, παραγνωρίζουσα τὴν ἔννοιαν τῆς ἀντιστοίχου διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τῆς οὐσίας, καὶ ἠναγκάσθησαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὡς αὐτὰ ὡμολόγησαν, ἀδοκήτως ὑπέγραψαν τὴν ἔκθεσιν, τὴν συνταχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Σαριπόλου, ἠναγκάσθησαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος καὶ προκαλέσωσιν ἐνώπιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως συζητήσεις περὶ ἑρμηνείας τῶν ἄρθρων 56 καὶ 57 τοῦ Ποινικοῦ νόμου, περὶ τοῦ τί δηλ. ἐστὶ συνέργεια, συναυτουργία ἢ αὐτουργία, ὁ δὲ μακαρίτης Δεληγεώργης προέβη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἀναγνώσῃ ὁλόκληρα χωρία Γάλλων ἑρμηνευτῶν, καὶ ἰδίως τοῦ Faustin Helie, καὶ μετεβλήθη, ὡς πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, ἡ Συνέλευσις ἀπὸ σώματος πολιτικοῦ καὶ νομοθετικοῦ εἰς σῶμα δικαστικόν.
§51ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτὰ εἶναι προηγούμενα τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου.
§52ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶδον τὸ ἄτοπον ἐκεῖνο οἱ ἀντιδοξοῦντες πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, ὑπεστήριζον τὴν γνώμην ἐκείνην, καὶ μεταξὺ τῶν ἀντιφρονούντων ἐκείνων ὁ κ. Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης ἀναστὰς ἔθηκεν ἀληθῶς τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ ζήτημα ὤφειλε νὰ ἐξετασθῇ. Ἰδοὺ τί εἶπε τότε ὁ κ. Δηλιγιάννης (ἀναγινώσκει): «Ἐπεθύμουν νὰ μὴ μοὶ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι ἔχω τὴν συνείδησιν δύο μεγάλων δυσχερειῶν, αἵτινες ἀπὸ ταύτης μὲ ἀποτρέπουσιν· αἱ δυσχέρειαι δ’ αὗται εἶναι τοσοῦτον μεγαλείτεραι εἰς ἐμὲ, ἐφ’ ὅσον ἦτο πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ἐπικρατήσωσι, καὶ νὰ μὲ ἀναγκάσωσι νὰ ὑποχωρήσω ἀπέναντι αὐτῶν, ἂν δὲν εἶχον ἐντελῆ συνείδησιν, ὅτι ὑποχωρῶν ἤθελον παραλίπει οὐσιῶδες καθῆκον.» Ἀφοῦ δὲ οὕτω προοιμιάζεται ὁ ἐκ Γόρτυνος πληρεξούσιος, προβαίνει εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ ποῖον τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον περιβάλλει τὰ μέλη τῶν Κοινοβουλίων; τί πρέπει τὰ μέλη αὐτῶν νὰ ἐξετάσωσιν, ὅταν πρόκηται ν’ ἀποφανθῶσιν, ἂν δίδωσιν ἢ οὒ τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς; Τοῦτο μέλλω νὰ ἐκθέσω νῦν. Ἕκαστον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, Κύριοι,—καὶ ἡμεῖς σήμερον ἐνταῦθα ἀποτελοῦμεν νομοθετικὸν σῶμα,—εἴτε Βουλὴ εἶναι, εἴτε Γερουσία, ἔχει ἓν δικαίωμα, τοσοῦτον θεμελιῶδες, ὥστε ἄνευ αὐτοῦ ἤθελε καταστραφῆ ἡ αὐθυπαρξία αὐτοῦ. Τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι, ἡ μὲν Γερουσία νὰ ἐξετάζῃ τὰ προσόντα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Γερουσιασταὶ, καὶ νὰ εἰσάγῃ αὐτοὺς ἐν τῷ περιβόλῳ αὑτῆς μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν προσόντων, ἡ δὲ Βουλὴ, τὰ πληρεξούσια ἔγγραφα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον μέχρι τῆς θύρας τοῦ Βουλευτηρίου, διατεινόμενοι, ὅτι ἐξελέχθησαν Βουλευταί. Ἂν τὸ δικαίωμα τοῦτο παρεχωρεῖτο εἰς ἑτέραν ἀρχὴν, καὶ δὲν παρεχωρεῖτο εἰς αὐτὰ τὰ σώματα, ἡ ἀρχὴ ἐκείνη ἤθελεν ἐπηρεάζει τὸν καταρτισμὸν τῶν σωμάτων αὐτῶν, καὶ ἤθελε σχηματίζει αὐτὰ κατ’ ἰδίαν θέλησιν, εἰσάγουσα τούτους, κωλύουσα δὲ ἐκείνους ἀπὸ τοῦ νὰ εἰσέλθωσι· τοῦτο δὲ ἤθελε καταστρέψει τὴν αὐθυπαρξίαν τῶν σωμάτων αὐτῶν. «Ἀλλὰ, καθὼς ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συντελῶσιν αὐτὰ καὶ μόνα τὰ σώματα εἰς τὸν καταρτισμόν των, ἀποκρούοντα πᾶσαν ἐξωτερικὴν ἐφ’ ἑαυτῶν ἐπίδρασιν, οὕτω, Κύριοι, ἔπρεπε ν’ ἀποκρουσθῇ καὶ πᾶσα ἐξωτερικὴ ἐπίδρασις, ἡ ὁποία ἤθελεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὸ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον νὰ συνεδριάζωσι τὰ Βουλευτικὰ σώματα· ἤθελε συμβῆ, Βουλὴ ἢ Γερουσία, ἐνῷ κατηρτίσθησαν πρὸς ἐργασίαν, ν’ ἀκρωτηριάζωνται, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἰσάγει εἰς δίκην σήμερον πέντε, αὔριον ὀκτὼ μέλη αὐτῶν, δὲν μένει δ’ ὁ νόμιμος ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρτίαν τῶν σωμάτων τούτων. Τὸ προνόμιον τοῦτο ἔχει τὴν ῥίζαν του εἰς τὸ δικαίωμα τῆς συντηρήσεως, τὸ ὁποῖον ἔχουσι τὰ Κοινοβούλια, τὸ δὲ δικαίωμα τῆς συντηρήσεως ταύτης ἐξασκεῖται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ἡ παράβασις ὡρισμένου νόμου ἀποτελεῖ ἀδίκημα πρὸς ἄτομον ἢ πρὸς τὴν Πολιτείαν, αὕτη δὲ ἔχει συμφέρον νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ προσβληθὲν δικαίωμα, νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν ἀθετηθέντα νόμον. Ἀλλὰ πολλάκις συμβαίνει τὸ συμφέρον τοῦτο νὰ ἦναι μικρότερον ἀπὸ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἔχει, ἵνα συντηρηθῇ τὸ Κοινοβούλιον, ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ νὰ διατηρηθῇ ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ζητεῖται νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ δικαστήρια, διότι ἡ εὔγλωτος γλῶσσα αὐτοῦ ἢ ἡ πολιτικὴ βαρύτης του δύναται ν’ ἀποθαῤῥύνῃ ἢ νὰ ἐνισχύῃ τοὺς κυβερνῶντας. Τὰ Κοινοβούλια, ὅταν δίδωσι τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς, δὲν ἔχουσι νὰ σκεφθῶσιν, ἂν ἐγένετο παράβασις νόμου, ἂν ἦναι ἔνοχος ὁ ζητούμενος, δὲν ὀφείλουσι νὰ ἐξετάσωσιν, ἂν ἡ πρᾶξις προβλέπηται ὑπὸ τοῦ νόμου, ἂν αὕτη ἀποτελῇ συνέργειαν ἢ αὐτουργίαν· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχουσι νὰ ἐξετάσωσιν, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὑπάρχει συμφέρον τῆς Πολιτείας νὰ καταδιωχθῇ, καὶ τιμωρηθῇ ἀμέσως ἡ πρᾶξις αὕτη, ἡ ὁποία παριστᾶται ὑπὸ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅτι ἐπράχθη ὑπό τινος μέλους τοῦ Κοινοβουλίου; Εἶναι τὸ συμφέρον τοῦτο ἀνώτερον ἀπὸ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον παρέχει ἡ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ παρουσία τοῦ πληρεξουσίου αὐτοῦ; Τοῦτο εἶναι τὸ ἔργον τῶν Κοινοβουλίων. «Ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, Κύριοι, δὲν εἶναι, ὡς παρεστάθη ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος, ταχυδρομεῖον, διὰ νὰ διαβιβάζῃ εἰς τὰ Κοινοβούλια ἀνεξετάστως τὰς αἰτήσεις τῶν εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν· ἔχει τὸ καθῆκον νὰ μὴ εἰσαγάγῃ εἰς αὐτὰ, εἰμὴ μόνας τὰς αἰτήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι σκοποῦσι τὴν καταδίωξιν ἐγκλημάτων, τῶν ὁποίων ἡ τιμωρία πρέπει νὰ γένηται ἀμέσως· ἄλλως ὀφείλει νὰ μὴ εἰσαγάγῃ αὐτὰς, καὶ ν’ ἀφήσῃ ν’ ἀναβληθῇ ἡ καταδίωξις τοῦ ἐγκλήματος, ἕως ἂν τελειώσῃ ἡ ἐργασία τῶν κοινοβουλευτικῶν σωμάτων, ὅτε ἔρχεται αὖθις ἡ δικαιοσύνη, καὶ ἁρπάζει ἀπὸ τῆς ἑστίας του ἐκεῖνον, ὁποῖος τώρα, ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως, ἔχει τὸ προνόμιον, ἀλλ’ ὅστις τότε οὐδὲν τοιοῦτον ἔχει. Ὅτι δὲ ἡ γνώμη μου αὕτη εἶναι ἀληθὴς, σᾶς φέρω τὴν γνώμην καὶ τὴν μαρτυρίαν Πρωθυπουργοῦ μεγάλου Κράτους, ὅστις κατὰ τὴν 1 Αὐγούστου τοῦ 1822, ἐπερωτηθεὶς, διατὶ δὲν ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς πέντε Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναμιχθῆ εἴς τινα συνωμοσίαν τοῦ στρατηγοῦ Berton, κατὰ ἓν κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλων τῶν συνωμοτῶν ἐξέδωκεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ δικαστηρίου τοῦ Poitiers, ὁ Πρωθυπουργὸς Villèle, ἐπερωτηθεὶς, λέγω, τότε ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Λαφαγὲτ, ἐν συνεννοήσει διατελοῦντος μετὰ τῶν Benjamin Constant καὶ Casimir Périer, «δὲν ἐζήτησα, εἶπε, τὴν ἄδειαν, διότι ἐπείσθην, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο ἀναπόφευκτον δι’ ἡμᾶς καθῆκον, οὐδὲ ἀναπόδραστος διὰ τὴν πατρίδα ἀνάγκη». Διὰ τοῦτο ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ὑποβάλλει τότε αἴτησιν, ὅταν βλέπῃ, ὅτι αὕτη συνδέεται στενῶς μετὰ τῆς κοινῆς ἀσφαλείας· ἄλλως ἀναβάλλει τὴν αἴτησιν, ὅταν πείθηται, ὅτι δὲν παραβλάπτονται μεγάλα συμφέροντα τῆς Πολιτείας.»
§53ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο ἰσχυριζόμεθα.
§54Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο καὶ ἡμεῖς διατεινόμεθα.
§55ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἂν οὗτος δὲν ἔχῃ λόγον, κατὰ τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ, νὰ ἀναστείλῃ τὴν αἴτησιν, τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς, ὀφείλει νὰ τὴν διαβιβάσῃ.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἡ Βουλὴ ἐλέγχει τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ οὕτω γεννᾶται τὸ πολιτικὸν συμφέρον.
§57ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀκριβῶς τοῦτο καὶ μόνον ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή· ὑπάρχει ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ πρόθεσις, διαβιβάζοντος τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου, ὥστε νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου ἕνα Βουλευτὴν ἐκ πολιτικοῦ σκοποῦ; Τοῦτο ἀκριβῶς ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή, καὶ εἰς τοῦτο καὶ μόνον περιορίζεται τὸ δικαίωμα αὐτῆς. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο ἐξητάσθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐγὼ ἐπέμεινα νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Βώλου, ἀκριβῶς, ἵνα ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οὕτως ἀνεπτυγμένον, ὥστε νὰ ᾖναι ἐν καταστάσει ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ θέματος· ἤτοι ἐὰν ὑπῆρχε πρόθεσις πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Συνεπείᾳ δὲ αἰτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐξετέθησαν τὰ πράγματα ἐν τῷ τηλεγραφήματι τούτῳ τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ὡς ἀνέγνωσεν αὐτὸ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδὲν ἐμφαίνει σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν· πᾶσαι αἱ ἐνέργειαι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, κατ’ οὐδὲν ἀνεμίχθη ἡ παροῦσα· πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἀποδοθῇ τοιαύτη ἔννοια εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διαβιβάζοντος τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου; Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἀφοῦ οὐδὲν τεκμήριον ὑπάρχει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰσαγαγοῦσα τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου, σκοπεῖ νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τούτου πολιτικῶς, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν, ἀφοῦ οὐδὲν ἕτερον συμφέρον φέρεται, ἀπαγορεῦον τὴν παροχὴν τῆς ἀδείας. Τώρα, οἱ ἀντιθέτως ἀγορεύσαντες εἰσῆλθον εἰς τὴν οὐσίαν, εἰσῆλθον εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἠμπορεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ προσηνέχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐπιπολαίως, ὡς εἶπεν ὁ συνάδελφος, ἀλλὰ τοῦτο ἀπόκειται εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ προϊσταμένου τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ συντελέσῃ, ὥστε νὰ ἀνασταλῇ ἡ παροχὴ τῆς ἀδείας, διότι ὁ εἰσαγαγὼν Εἰσαγγελεύς, ἐὰν κακοβούλως ἢ ἐπιπολαίως ἐνήργησε, δύναται νὰ ᾖναι ἄξιος πειθαρχικῆς τιμωρίας, ἢ καὶ τιμωρίας μείζονος· τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν, οὐδὲ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν ἐκτίμησιν ταύτην, ὥστε νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἀρνήσεως τῆς ἀδείας. Οἱ λόγοι οὗτοι, Κύριοι, μὲ ἔφερον εἰς τὸ βῆμα, ἀλλὰ μὲ ἔφερε καὶ ἕτερος λόγος, τὸν ὁποῖον, ὡς τελευταῖον ἀφῆκα. Ἠσθάνθην τὴν ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ ἀποκρούσω μομφήν, ῥιφθεῖσαν ὑπὸ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ συναδέλφου κατὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τῶν κατὰ πλειονοψηφίαν ἀποφανθέντων ὑπὲρ τῆς παροχῆς τῆς ἀδείας...
§58ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εἶσθε ὑπογεγραμμένος εἰς τὴν ἔκθεσιν.
§59ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἤμην κατὰ τὰς διασκέψεις, ἀλλὰ δὲν ὑπέγραψα τὴν ἔκθεσιν, διότι ἤμην ἀσθενής, ὅτε κατηρτίσθη.... Ἐὰν λοιπὸν ἡ δριμεῖα ἐκείνη ἐπίκρισις κατὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐχρησίμευσε παρὰ ὡς ῥητορικὸν σχῆμα, βεβαίως ἐγὼ οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἕκαστος ἡμῶν, ἀδιακρίτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως, αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῷ ἀρκούντως τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ καὶ τὸν αὐτοσεβασμόν, ὥστε νὰ μὴ ὑποτάσσῃ τὰς γνώμας αὑτοῦ εἰς ἄλλας ἰδέας ἢ τὰς προερχομένας ἐκ τῆς κρίσεως αὑτοῦ καὶ τῶν πεποιθήσεών του.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι εὐτυχὴς ἐγὼ, κατ’ ἀντίθεσιν, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου, καίτοι λυπούμενος, ἔλαβε τὸν λόγον. Ἔχομεν τῷ ὄντι, χάρις εἰς αὐτὸν, ἐνώπιον ἡμῶν ἀκεραίαν τὴν θεωρίαν, ἣν ἀφελῶς ἀνέπτυξεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, μὲ ὅλα τὰ ἄτοπα, ἅτινα συνεπάγεται. Ἀδιάφορον ἂν καὶ ἡμεῖς, οἵτινες ἀμυνόμεθα ἀληθῶς ὑπὲρ τῶν προνομιῶν τῆς Βουλῆς, ὡς συνέβη καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Ἀξελὸν, ἀπὸ καταγγελέων κατέστημεν κατηγορούμενοι παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ζακύνθου. Ἡμεῖς, οἱ διηνεκῶς ὑπὲρ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ προμαχήσαντες καὶ ἀγωνισθέντες, κατηγορούμεθα ἀπὸ ἐκείνους (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ὅτι τείνομεν εἰς τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, ὅτι θέλομεν νὰ πιέσωμεν τὴν Δικαιοσύνην, καὶ νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν ἀκώλυτον λειτουργίαν αὐτῆς, ὅτε μακρὰ δικαστικὴ ἱστορία ἀποδεικνύει, τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες καὶ ἐπίεσαν καὶ ἐξεβίασαν τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, καὶ κατεβίβασαν αὐτὴν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἐκθέσεις ἀντιπροσώπων ξένων Δυνάμεων νὰ ἀποφαίνωνται περὶ αὐτῆς ὡς ἀναξίας πάσης ἐμπιστοσύνης. Αἱ ἐκθέσεις εἶναι πολλαπλαῖ· τελευταία εἶναι ἡ τοῦ προξένου τῆς Αὐστρίας ἐν Σύρῳ. Ἡμεῖς λοιπὸν συνετελέσαμεν τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ἡμεῖς προσεπαθήσαμεν νὰ παρακωλύσωμεν τὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης! ἐνῷ ἡμεῖς ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῆς ἀκεραιότητος καὶ ἀμεροληψίας τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐζητήσαμεν πάντοτε ἀνυψοῦντες αὐτὴν νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἔκθεσμον ἐνέργειάν τινων τῶν ὀργάνων αὐτῆς, εἴτε ἐκ κακοβουλίας προήρχετο αὕτη, εἴτε ἐξ ἐπιπολαιότητος, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ σεῖς ἠναγκάσθητε νὰ ὁμολογήσητε. Ἀλλ’ ἔστω. Ὅταν ὅμως ἔχωμεν τοιούτους μάρτυρας περὶ τοῦ ποιοῦ τῆς ἐνεργείας τοῦ καταδιωκτικοῦ ὀργάνου, ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ διστάσῃ περὶ τῆς ψήφου, ἣν ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Δὲν ἀγωνιζόμεθα δ’ ἡμεῖς χάριν ἑταίρου· ὁ ἑταῖρος ἐκεῖνος, εἴτε δώσητε τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, εἴτε μὴ, θὰ μείνῃ εἰς τὰς τάξεις του, διότι εἶναι ἀληθὴς στρατιώτης. Καὶ ἂν κατορθώσητε σεῖς, οἱ ὑπὲρ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, καὶ οἱ ἐκ Βώλου συνάδελφοί του νὰ τὸν στερήσητε προσωρινῶς τῆς θέσεώς του, στηριζόμενοι εἰς ἀχρείαν καταγγελίαν, θὰ τὸν ἴδητε μετ’ ὀλίγον ἐπανερχόμενον εἰς αὐτὴν, οὔτε θὰ δειλιάσῃ, ὡς ἄλλοι, ἐκ τῆς καταδιώξεως. Ἡ θεωρία των δὲ τίς εἶναι; Σᾶς εἶπον, ὅτι ἓν πρέπει, πρὶν ψηφίσητε, νὰ ἐξετάσητε, χάριν τῆς διακρίσεως πάντοτε τῶν ἐξουσιῶν: ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὐδὲν γνωρίζει, ἐὰν εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ καταδιώξῃ φατριαστικῶς τὸν κ. Ἀξελόν. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἐνεργείας ὀργάνου τῆς Διοικήσεως, ἢ ὀργάνου δικαστικοῦ, ὑποκειμένης καὶ ταύτης εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς· καὶ δύνανται ὁ κ. Σιμόπουλος καὶ ὁ κ. Τσαμαδὸς νὰ μὴ φέρωσι προσωπικὴν εὐθύνην τῆς ἐνεργείας των, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, πρὶν ἢ χορηγήσῃ τὴν αἰτουμένην ἄδειαν, μὴ ἡ καταδίωξις ὀφείληται εἰς κακοβουλίαν. Εἴμεθα σύμφωνοι ὡς πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ καθ’ ἓν διϊστάμεθα· σεῖς νομίζετε, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἀναγράφεταί που προβούλευμα, διότι ζητεῖτε αὐτὸ ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ, ἡμεῖς δὲ φρονοῦμεν, ὅτι ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος ὅλοις γράμμασι. Σεῖς θεωρεῖτε, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει τυφλῶς νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν αἴτησιν οιουδήποτε καταδιωκτικοῦ ὀργάνου, καὶ ἐὰν τοῦτο παραβιάζῃ τὴν ἱεραρχίαν καὶ ἀσεβῇ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Βουλήν, ἀπευθῦνον ἔγγραφόν του ἀπ’ εὐθείας καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Κατὰ τοῦτο ἀκριβῶς διαφέρομεν. Σεῖς θέλετε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς τυπικήν, ἡμεῖς θέλομεν αὐτὴν οὐσιαστικήν· διότι ἡμεῖς ἀνευρίσκομεν τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, τοῦ ἐνεργεῖν ὡς Συμβούλιον καὶ ἐκδίδειν προβούλευμα, εἰς τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος. Σεῖς ζητεῖτε τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ, καὶ δὲν τὸ ἀνευρίσκετε, μήτε θὰ τὸ ἀνεύρητε ποτέ. Θὰ ἦτο ὅμως ἁπλούστερον, ἐὰν, ἀντὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας τοῦ 1834, ἀνεζητεῖτε τοῦτο ἐν τῷ Συντάγματι, ἐν ᾧ ἀναγράφονται αἱ βουλευτικαὶ προνομίαι. Καὶ τί θὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν; τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις εἶπεν, ὅτι οὐδὲν γινώσκει, διὰ ν’ ἀνεύρητε, ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ κακοβουλία, ἣν, ὡς δέχεται καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, δέον ν’ ἀναζητήσητε, ἵνα ἀποῤῥίψητε τὴν αἴτησιν περὶ καταδιώξεως, ἢ τὸ ὄνομα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ τὸ ὄνομα τοῦ κ. Εἰσαγγελέως; Ἐὰν εἰς τὸ ὄνομα τούτου δέον νὰ στηριχθῆτε, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι ἕτερον ὄργανον, προθυμότερον εἰς θεραπείαν τῆς φατριαστικῆς ἐμπαθείας. Ἠδύνατο ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη πάντας ὑμᾶς νὰ ἀπαγχονίσῃ, ὡς ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη πάντας τοὺς ἀντιθέτους...
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω, τί σᾶς συνδέει μὲ τὸν Εἰσαγγελέα Βώλου, ἀλλ’ ἐγὼ τὸν γνωρίζω ἐξ ἰδίας πείρας... Ἀλλὰ βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ σταματήσῃ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Εἰσαγγελέως, διὰ νὰ ἀνεύρῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ κακοβουλία· ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ σταθμίσῃ τὰ γεγονότα. Διότι δὲν ὑπάρχει τις, ἐκτὸς τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ζακύνθου, ὅστις νὰ δέχηται, ὅτι διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος, εἴτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε ἡ πλειονοψηφία, θ’ ἀποφανθῶσι περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς καταδιώξεως. Διότι, καὶ ὅταν πρόκηται ἐκ μόνου τοῦ συμφέροντος τοῦ καθαρῶς κοινοβουλευτικοῦ νὰ καθοδηγηθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ἀναγκαίως θὰ ἐξετασθῇ κατ’ οὐσίαν καὶ ἐν προβουλεύματι ἡ ὑπόθεσις. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας παρετήρησεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἐπὶ τῆς οὐσίας, καὶ ἑπομένως ἡ ἀπόφασίς της θὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὴν Δικαιοσύνην. Ποσῶς! Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται περὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν διαρκεῖ ἡ Βουλευτικὴ Σύνοδος, καὶ ἡ καταδίωξις, ἥτις δὲν δύναται νὰ γείνῃ, δι’ ἔλλειψιν ἀδείας τῆς Βουλῆς, ὑφισταμένης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, δύναται κάλλιστα νὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ ὀφείλει νὰ ἐξακολουθήσῃ, μετὰ τὸ πέρας τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου. Ἐὰν σταματᾷ ἡ Δικαιοσύνη πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ Βουλευτηρίου, σταματᾷ χάριν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, ὡς γράφει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας, τίνες εἰσὶν οἱ θεσμοὶ οἱ κοινοβουλευτικοί, οἱ ἄϋλοι, οἵτινες δύνανται νὰ λειτουργήσουν ἀνεξαρτήτως τῶν προσώπων ἡμῶν; Ἐὰν, ὡς δέχεσθε, χάριν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν ἀνεγράφη ἡ ἀσυλία, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσωσιν οὗτοι, εἰμὴ διὰ τῶν προσώπων ἡμῶν, καὶ ὅστις θίγει τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, θίγει τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς...
§63ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ ἀκαταδίωκτον τοῦ Βουλευτοῦ τὸ θεωρεῖτε ἀπόλυτον, ὅταν ἦναι ἐπ’ αὐτοφώρῳ;
§64ΡΑΛΛΗΣ. Τότε δὲν σᾶς ζητοῦν τὴν ἄδειαν. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἐξήλθετε τοῦ κύκλου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἄλλοτε ἐπραγματεύεσθε τοιαῦτα ζητήματα· τώρα ὁ κύκλος σας εἶναι εὐρύτερος, καὶ τοῦτο σᾶς ἐσύγχυσε, καίτοι ἔχετε μεγάλην ἕξιν τοῦ λόγου, καὶ τόσον, ὥστε, θέλων νὰ ἀποκρούσητε διδαχὴν, τὴν ὁποίαν μετὰ πολλοῦ κύρους ἐποιήσατο ὑμῖν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰγιαλείας, ἀπεδείξατε, ὅτι εἴχετε ἀνάγκην τοιαύτης, διότι τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν σᾶς ἐκάλει νὰ ὑψωθῆτε εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον σᾶς ἔθηκε τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ ἐντολὴ τῶν συμπολιτῶν σας, σεῖς κατεπέσατε πρὸ τῆς Σεβαστῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡμολογήσατε, ὅτι, ἔχοντες ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἠμπορεῖτε παρὰ νὰ ψηφίσητε τὴν αἰτουμένην ἄδειαν καταδιώξεως....
§65ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα....
§66ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ.... Ἐν τούτοις τὰ δικαιώματα τῶν Βουλευτῶν καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπέρτερα πάσης ἀφοσιώσεως πρὸς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν· αὔριον δὲ, ὅταν θὰ εὑρεθῆτε εἰς ἣν θέσιν ἀπὸ εἰκοσαετίας ἡμεῖς εὑρισκόμεθα, τότε θὰ ἐννοήσητε τὸ πολύτιμον τῶν βουλευτικῶν προνομιῶν, καὶ τίνα ἀξίαν ἔχουσιν αὐταί· τότε θὰ ἐννοήσητε καὶ σεῖς καὶ πάντες οἱ νεώτεροι, τίνα ἀξίαν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν, δι’ οὗ ἐνασκεῖται ὁ ἔλεγχος παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, τίνα ἀξίαν ἔχει ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία, καὶ τίνα ἀξίαν ἔχει ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ παρεμποδίσητε διὰ τῶν διακοπῶν σας.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, σᾶς δηλῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψω διακοπὴν, ἐὰν ὁ ἀγορεύων δὲν τὴν ἐπιτρέπῃ.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται, εἶπον, Κύριοι, νὰ κρίνωμεν ἐκ τῶν ὀνομάτων τῶν Ὑπουργῶν, ἢ ἐκ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Εἰσαγγελέως, περὶ τοῦ ἐὰν ὀφείλωμεν νὰ χορηγήσωμεν τὴν ἄδειαν, ἡ ὁποία μᾶς ζητεῖται. Θὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ πόσον πρέπει νὰ πράξωμεν τοῦτο, χάριν τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἀληθῶς ὀφείλουν πάντες νὰ ἦναι ἴσοι, καίτοι δὲν εἶναι πράγματι παρ’ ἡμῖν ἴσοι· καὶ διὰ νὰ κρίνωμεν περὶ τούτου, ἀναγκαίως πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων. Τὰ πραγματικὰ γεγονότα βεβαίως, τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν εἰσῆγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου, δὲν τὰ ἐγνώριζεν, οὐδὲ πρόκειται διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν νὰ κριθῇ ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὡς ἀπὸ τῆς πρώτης εἰσαγωγῆς τῆς προκειμένης ὑποθέσεως εἶπον, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοιαύτης φύσεως ὑποθέσεων εἶναι εἰσηγητὴς ἁπλοῦς· ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἰδιότητός του ταύτης ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ, κατὰ πόσον ὑφίστατο ἡ περίπτωσις τῆς χορηγήσεως τῆς ἀδείας καταδιώξεως, καὶ νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλοίαν ἐν τούτοις μετῆλθε πολιτείαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐδὲ συνεκόμισεν ὅμως ἐντεῦθεν ἀναγκαίως τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων τοῦ ἐπιπολαίου Εἰσαγγελέως, ὡς ἐχαρακτηρίσθη παρὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδὲ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων τοῦ προκατόχου του· ἀλλ’ ὅ,τι παρέλειψε νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μήτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου θ’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ, παρ’ ἧς ζητεῖται ἡ ἄδεια καταδιώξεως. Λοιπὸν τί ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν; Ἔχομεν ἓν ἔγγραφον, κατὰ παράβασιν τῆς ἱεραρχίας εἰσαχθὲν ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας· τοῦτο δὲ μόνον θὰ ἤρκει, καὶ ἀρκεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀπόσχῃ νὰ φέρῃ γνώμην ἐπὶ τῆς αἰτουμένης ἀδείας, διότι δὲν ἐπιλαμβάνεται ἁρμοδίως. Δὲν δύναται τῷ ὄντι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν, εὑρισκόμενος ἱεραρχικῶς ὑπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐκπορεύεται πᾶσα καταδιωκτικὴ ἐξουσία, καὶ μάλιστα ἐπὶ ἐγκλήματος, νὰ προσέρχηται εἰς συνάφειαν καὶ συνεννόησιν πρὸς ἑτέραν ἐν τῷ Κράτει ἐξουσίαν. Δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν νὰ ζητήσῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν ἄδειαν· ὤφειλε νὰ ἀνενεχθῇ πρὸς τὸν προϊστάμενόν του. Ἐὰν δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε πεῖραν τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως τοῦ Εἰσαγγελέως, βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν ἀπολέσει τρεῖς ὁλοκλήρους ὥρας, συζητοῦσα ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἤθελε σταθμίσει ἐπακριβῶς τὰ γεγονότα, καὶ δι’ αὐτοῦ θὰ περιήρχετο ἡ ὑπόθεσις εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν Βουλὴν πλήρης καὶ ἀκεραία. Ἀλλ’ αὐτὸ καὶ μόνον, αὐτὴ ἡ σπουδὴ καὶ ἡ καταπάτησις πάσης ἱεραρχίας, δὲν ἀποδεικνύει ἤδη ὑμῖν τὴν κακοβουλίαν, δὲν ἀποδεικνύει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ ἡ δικαιοσύνη, ἀλλ’ ἡ αὐθαίρετος γνώμη τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου; Σᾶς ὡμίλησαν περὶ ἀνεξαρτησίας τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν προσομοιάζῃ πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου! Πρώτη λοιπὸν ἀπόδειξις, ὄχι πλέον ἐπιπολαίου, ἀλλὰ τῆς κακοβούλου προθέσεως, εἶναι ἡ ἐσπευσμένη εἰσαγωγὴ, κατὰ παραδρομὴν τῆς ἱεραρχίας τῆς εἰσαγγελικῆς, καὶ ἡ παραδρομὴ αὕτη καθιστᾷ πράγματι προσβολὴν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, τί φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀπέναντι τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκείνου, δὲν θέλω νὰ εἴπω, τί θὰ ἐγίνετο εἰς ἄλλην Βουλήν· θέλω νὰ ἐξετάσω περαιτέρω, πῶς διατυποῦται κατ’ οὐσίαν ἡ αἴτησις, ἀφοῦ διετυπώθη ἀναρμοδίως καὶ κατὰ παραδρομὴν τῶν ἁπλουστέρων καὶ στοιχειωδεστέρων κανόνων τῆς ἱεραρχίας. Ἡ διατύπωσις τῆς αἰτήσεως ἐν τῷ πρώτῳ ἐγγράφῳ ἀποτελεῖ νέαν ἐξύβρισιν καὶ κατὰ τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ σήμερον, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου περὶ τῆς ἀδείας καταδιώξεως, δὲν θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ἐπὶ τίνι ἀδικήματι πρόκειται νὰ κατηγορηθῇ καὶ νὰ καταδιωχθῇ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βώλου. Καὶ ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν χορήγησιν τῆς ἀδείας, χάριν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, περὶ καταδιώξεως τοῦ Βουλευτοῦ Βώλου «ἐπὶ ἀντιστάσει κτλ.» Δὲν πρόκειται περὶ δικαιώματος οὐσιαστικοῦ· τυπικῶς ἐρωτᾶσθε, καὶ ὀφείλετε νὰ ὑπακούσητε εἰς τὰ νεύματα τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου. Λοιπὸν ἀποφανθῆτε, χωρὶς νὰ γνωρίζητε περὶ τίνος πρόκειται. Τοῦτο σημαίνει ἐκεῖνο τὸ «κτλ.» Δὲν ἠξεύρω τίνα γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ ἔχει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου, ἂν ἀρκῆται εἰς τὸ «κτλ.» Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, τὸ ἕτερον μέλος τῆς πλειονοψηφίας, ὁ συμπολίτης μου, τὸν ὁποῖον ἀληθῶς συγχαίρω καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς διατυπώσεως τῶν ἰδεῶν του, καὶ διὰ τὸ ἐλεύθερον τῶν φρονημάτων του, τὸν συγχαίρω δὲ, διότι εἰς τὰ πρῶτα βήματα πρέπει νὰ μὴ προσκόψῃ ὁ Βουλευτὴς, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ εὐσυνειδήτως καὶ ἐλευθέρως τὴν ἐντολήν του, ἔχει τὴν αὐτὴν μὲ ἐμὲ γνώμην. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἀνήκει εἰς τὴν Συμπολίτευσιν καὶ εἶναι διαπρύσιος κήρυξ αὐτῆς, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐθεώρησεν, ὅτι ἦτο ἐξευτελιστικὸν δι’ αὐτὸν, ὅταν ἐπρόκειτο ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἀσυλίας τῆς βουλευτικῆς, νὰ πωλήσῃ ἀφοσίωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Κυβέρνησιν· ἔκρινε καὶ ἐστάθμισε,— καὶ βεβαίως ἡ κρίσις αὐτοῦ ἐκ πεποιθήσεως προῆλθεν,— ἔκρινε καὶ ἐστάθμισε περὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου, καὶ ἀπεφήνατο, ὅτι ὄχι μόνον ἐπιπολαιότητα, ὅπως ἀποφαίνεται ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἀνευρίσκει ἐν αὐτῇ, ἀλλὰ καὶ κακοβουλίαν. Καὶ διατὶ, Κύριοι; Διότι βλέπει τις τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς κοινωνίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὸν διώκτην τοῦ ἀδικήματος, ἐκεῖνον, ὅστις ἀντιπροσωπεύει τὴν δημοσίαν τάξιν, νὰ γίνηται εὐτελὲς ὄργανον προσωπικῶν ἀντιπαθειῶν καὶ προσωπικῶν ἀντεγκλήσεων· διότι μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, τὴν ἀρχὴν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Καταγγελεὺς ἦτο ὁ κ. Ἀξελός, ὁ βουλευτὴς Βώλου, καταγγελεὺς ἦτο ὁ κ. Γιωργιάδης, ὁ μετ’ αὐτοῦ συναγωνισθεὶς, καὶ ὅστις ἀπεκλείσθη τῆς ἐκλογῆς διὰ 43 ψήφων· καὶ τίνα πρᾶξιν οἱ ὑποψήφιοι ἐκεῖνοι κατήγγειλαν; Ἐπεμβάσεις τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ἐπεμβάσεις, ἃς ἀπέδειξαν ἀκριβῶς, ὅσα παριστᾷ τὸ τηλεγράφημα, ὅτι προέκυψαν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως· διότι βεβαίως δὲν ὑποθέτω, ὅτι τις ἐξ ὑμῶν, ἔστω καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ συμπολίτης τοῦ κ. Ἀξελοῦ, ὁ κ. Κανταρτζῆς, φρονεῖ ὅτι οἱ κ.κ. Γεωργιάδης καὶ Ἀξελὸς ἦσαν τοσοῦτον παράφρονες, ὥστε νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῆς περιπόλου, ὅταν αὕτη οὐδὲν κατ’ αὐτῶν ἔπραττεν. Οἱ ὑποψήφιοι μετὰ τῶν φίλων των ἐνήσκουν ἓν δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἠθέλησε νὰ καταστείλῃ εἷς ἀνθυπολοχαγὸς, ὅστις ἄλλοτε, εὑρισκόμενος ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ταγματάρχου Βουλευτοῦ Βώλου, ἐτιμωρήθη παρ’ αὐτοῦ. Ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ εἶχε καθῆκον ὁ Βουλευτὴς Βώλου νὰ ἀμυνθῇ, καὶ ἀμυνόμενος ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος ἐκείνου, οὐδὲν ἀξιόποινον ἔπραττεν· ἀλλὰ δὲν ἐπῆλθεν ἡ περίστασις νὰ ἀμυνθῇ, διότι, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σᾶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὡς τελεσθέντα τὸ τηλεγράφημα. Κατηγγέλθη τηλεγραφικῶς ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ παρὰ τῶν δύο τότε ὑποψηφίων, «ὅτι ἀντίθετοι, ἐπὶ κεφαλῆς ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἐπετέθησαν κατὰ πολιτῶν, ἐκδηλούντων φρονήματά των, καὶ ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ὑπεβοήθει τὰς ἐκθέσμους ἐνεργείας τῶν ἀντιθέτων.» Αὕτη εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ὑποθέσεως. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, ἀλλ’ ἤδη εἷς λοχαγὸς ἐνήργησε, κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ, ἀνάκρισιν, ἐξ ἧς ἀπεδείχθησαν μὴ βάσιμα τὰ παράπονα τῶν ὑποψηφίων, μάλιστα ὅτι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς ἐξηυτελίσθη παρὰ τοῦ Ἀξελοῦ. Ἰδοὺ τὸ ἔγκλημα τοῦ κ. Ἀξελοῦ, ὡς περιγράφεται κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ὑποθέσεως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, αὐθωρεὶ μετὰ τὰ ἐν Βώλῳ τελεσθέντα. Δὲν πρόκειται, βλέπετε, τότε περὶ ἀδικήματος τελεσθέντος παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Βώλου· κατὰ τὸ πρῶτον αὐτὸ στάδιον τῆς ὑποθέσεως πρόκειται νὰ καλυφθῇ ἡ ἔκθεσμος ἐνέργεια τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, τοῦ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ὅστις καταγγέλλεται. Καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τοιαύτης ἐνεργείας, ἔχομεν ἱκανὴν πεῖραν, διὰ νὰ κρίνωμεν εἰς τίνα ἀποτελέσματα ἡ ἀνάκρισις ἤθελε φθάσει. Καὶ φαίνεται ἐντεῦθεν ὁ μὲν Βουλευτὴς Βώλου ἐξευτελίζων τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ὁ δὲ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως μὴ παρανομήσας. Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ὑποθέσεως. Μετὰ ταῦτα ὅμως ἀρχίζει πλέον ἡ ἐνέργεια τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. «Τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ.... ἐγγράφου του ὑπέβαλε πρὸς Ἀρχηγεῖον ἀναφορὰν τοῦ καταγγελθέντος ἀνθυπολοχαγοῦ.» Ἔπρεπε νὰ καλύψῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ὁ ἀνθυπολοχαγὸς, καὶ ὑπέβαλε μίαν ἀναφοράν. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ἐνεργεῖται ἀνάκρισις παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς· ἐνεργεῖται δὲ ἀνάκρισις κατὰ τίνος; Ἐνεργεῖται ἀνάκρισις κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ ἤδη Βώλου, ἢ κατὰ τοῦ ἐν συνταγματικῇ ἀδείᾳ διατελοῦντος ἀξιωματικοῦ, ὡς πρὸς τὸν ὁποῖον οὐδεμίαν εἶχεν ἁρμοδιότητα ἡ στρατιωτικὴ ἀρχή· ἡ ἀνάκρισις δ’ αὕτη ἀρκεῖ νὰ πείσῃ τὸν Εἰσαγγελέα Βώλου, ὅτι πρέπει νὰ καταδιωχθῇ ὁ Βουλευτὴς Βώλου. Ἀλλά, Κύριοι, ἂν δὲν ἔχητε περὶ τῶν προνομίων σας, ἣν ἔχει ἰδέαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου, ἂν δὲν ἔχητε τὴν ἰδέαν, ὅτι ὀφείλετε νὰ ὑπακούσητε τυφλῶς εἰς τὴν αἴτησιν οἱουδήποτε Εἰσαγγελίσκου, ἐκ τῆς αὐθαιρέτου καὶ ἐπιπολαίου θελήσεως τοῦ ὁποίου ἐξαρτῶνται αἱ προνομίαι σας, βεβαίως θέλετε ἀνεύρει εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου, θέλετε ἀνεύρει τὴν κακοβουλίαν. Μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν πρώτην εἰσαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως, καὶ τὰ ὁποῖα βεβαίως περιῆλθον εἰς γνῶσιν αὐτοῦ, ὤφειλε τέλος πάντων νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ στηριχθῇ εἰς ἀνάκρισιν, ὅλως ἀναρμοδίως διεξαχθεῖσαν, ἡ ὁποία, ἴση τῷ μηδενί, εἶναι ἀσημοτέρα πάσης ἀνακρίσεως, διεξαγομένης παρ’ οἱουδήποτε ἰδιώτου, διότι ἡ ἀνάκρισις ἐκείνη, ἂν ἐκ προθέσεως διεξήχθη, καταπατεῖ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα, καθ’ ὃ οὐδεὶς ἀφαιρεῖται τοῦ οἰκείου δικαστοῦ, καὶ ἀποτελεῖ ἀδίκημα· ἐπὶ τοιαύτης δὲ ἀνακρίσεως, ἀποτελούσης ἀληθὲς ἀδίκημα, στηρίζεται ὁ Εἰσαγγελεὺς Βώλου, ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας ἀνευρίσκει εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ἐπιπολαιότητα, δὲν ἀνευρίσκει ὅμως κακοβουλίαν. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὑπὸ τίνας περιστάσεις διεξήχθη ἡ ὅλη ὑπόθεσις...
§69ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν διακοπήν, κ. Ράλλη; Ἐπιπολαιότητα ἀποδίδω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Βώλου, διότι ἠθέλησε ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τῆς αἰτήσεώς του ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς.
§70ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ διατὶ ἀποδίδετε αὐτῷ ἐπιπολαιότητα.
§71ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κατ’ οὐσίαν δὲν ἔχω καμμίαν γνώμην.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω γνώμην κατ’ οὐσίαν, ἔχω γνώμην ἐπὶ παντὸς ζητήματος. Σεῖς δύνασθε νὰ παραιτῆσθε τοῦ δικαιώματος τοῦ κρίνειν καὶ ἀποφαίνεσθαι· ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ κρίνειν καὶ ἀποφαίνεσθαι ἀποτελεῖ ἀνθρωπίνην προνομίαν· ἀληθῶς δὲ, θὰ ἔκρινα ἐμαυτὸν ἄξιον ἐλέους, ἐὰν ἀπέβαλλον τὴν πρώτην αὐτὴν ἀνθρωπίνην προνομίαν. Λοιπὸν ὄχι πλέον ἐπιπολαιότης, ἀλλὰ κακοβουλία ἐνέπνευσε τὴν ἐνέργειαν, καὶ κακοβουλία ἐσχάτη, ἥτις ὤφειλε νὰ ἐξυπνήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μὴ ἀφήσῃ, ὡς ἄλλοτε ἐλέχθη, τοὺς Εἰσαγγελεῖς, τοὺς τοιούτους Εἰσαγγελεῖς, ἀκαπιστρώτους... (Θόρυβος).
§73ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ κακοβουλία ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως, βεβαίως δὲν ὑπάρχει ὑπὲρ τοῦ νῦν, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις τὸν προήγαγεν εἰς Εἰσαγγελέα.
§74ΣΤΑΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε Ράλλη, μίαν διακοπήν, διὰ νὰ ξεκουρασθῆτε καὶ σεῖς;... Γνωρίζετε, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχῃ προσωπικὴν ἀφορμὴν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Ἀντωνιάδου;
§75ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὰ εἶναι οἰκογενειακὰ τῆς πλειονοψηφίας.
§76ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἂν ἐπιθυμῇ ὁ κ. Βουλευτής, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἐκθέσω καὶ τὰς κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐδῶ διαμονῆς τοῦ ἐν λόγῳ Εἰσαγγελέως πράξεις, καὶ τὰς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ἐκείνου προσωπικὰς ἀφορμὰς, ἃς καὶ δι’ ἐπισήμων συμβολαίων ν’ ἀποδείξω, ὅπως δύναμαι καὶ ἰδιαιτέρως νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ἂν μοῦ ζητῇ τοιοῦτον.
§77ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἡ ἐχεμύθεια δὲν μοὶ ἐπέβαλλε νὰ ἀποσιωπήσω ἀνακοίνωσίν τινα, γενομένην μοι, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου μάρτυρα, περὶ τῆς ἀξιοπιστίας τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ὑμῶν δικαιοῦται ν’ ἀμφιβάλλῃ. Ἀλλ’ ἀρκεσθῆτε. Κύριοι, δὲν εὑρίσκω βεβαίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε μόνον ν’ ἀναζητήσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας, δὲν εὑρίσκω φατριαστικὴν ἐνέργειαν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως οἱανδήποτε, διότι σᾶς ἐβεβαίωσεν ἤδη, ὅτι, ἂν ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐνήργησεν ἐν ἀγνοίᾳ, ἐν ἀγνοίᾳ ὅμως τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα κέκτηται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπέναντι τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ φατριαστικῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι, ἂν σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα τὸ Σύνταγμα νὰ μὴ ἀφήσητε ἐκτεθειμένον τὸν Βουλευτὴν εἰς τὴν φατριαστικὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ τὸν ἀφήσητε ἐκτεθειμένον εἰς τὴν ἐνέργειαν τὴν κακόβουλον, τὴν ἐπιπόλαιον, ἢ τὴν φατριαστικήν, τοῦ Εἰσαγγελέως; Τοῦτο μᾶς χωρίζει ἀπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τοῦτο μᾶς χωρίζει ἀπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ζακύνθου. Νομίζουσιν, ὅτι πρέπει ὁ Βουλευτὴς νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἐκτεθειμένος εἰς οἱανδήποτε καταδίωξιν ἐκ μέρους οἱουδήποτε κατωτέρου ὀργάνου, ὅταν δὲν πρέπῃ νὰ ἀφεθῇ ἐκτεθειμένος εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν σᾶς ἐπιβάλλῃ τὸ καθῆκον τὸ Σύνταγμα νὰ ἀμυνθῆτε ὑπὲρ τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου σας κατὰ τοῦ φατριασμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἀναμφισβητήτως σᾶς ἐπιβάλλει νὰ ἀμυνθῆτε κατὰ τοῦ φατριασμοῦ τῶν κατωτέρων ὀργάνων. Ἤθελε δὲ εἶσθαι ἀληθὴς ἀλογιστία ἡ ἀντίθετος γνώμη· διότι δὲν ὑπάρχει πρᾶξίς τις, ἐκπορευομένη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπ’ εὐθείας, ἡ ὁποία δύναται νὰ πιέσῃ τὸν Βουλευτήν. Σεῖς, οἱ ὁποῖοι θέλετε νὰ προασπίσητε τὸν Βουλευτήν, ἢ μᾶλλον τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, νομίζετε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελεν ἐκστρατεύσει προσωπικῶς, διὰ νὰ πιέσῃ κατὰ τὴν βουλευτικὴν ἐκλογὴν τὸν κ. Ἀξελόν;
§78ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι κατὰ παραγγελίαν αὐτοῦ, διὰ τῶν ὀργάνων του. Ἐὰν πεισθῶμεν, ὅτι ἐγένετο κατὰ παραγγελίαν....
§79ΡΑΛΛΗΣ. Ὅλαι αἱ πράξεις τῶν ὀργάνων δὲν ἀνέρχονται μέχρι τοῦ Ὑπουργοῦ· δὲν δύνασθε δὲ νὰ ζητήσητε νὰ καταστήσητε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης συνεργὸν πράξεων, ὧν δὲν ἔλαβε γνῶσιν. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι βεβαίως, ἂν συζητῶμεν καὶ ἂν ἀμυνώμεθα, ἀμυνόμεθα οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Ἀξελοῦ, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ, ὑπὲρ τῆς ἀσυλίας σας, διὰ τοῦτο σᾶς εἴπομεν, ὅτι, ἂν θέλητε τὴν ἀσυλίαν αὐτὴν νὰ τὴν διατηρήσητε ἀκεραίαν, προασπίσατέ την καὶ κατὰ τῆς κακοβούλου ἐνεργείας τῶν κατωτέρων ὀργάνων, ἀποῤῥίπτοντες ἀμέσως τὴν αἴτησιν καταδιώξεως, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν σπεύσῃ ν’ ἀποσύρῃ τὸ ἔγγραφον, διότι δὲν ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ἔχω μάλιστα τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ἐξ οὐδενὸς ἡμῶν ἐξαρτῶνται αἱ προνομίαι αἱ βουλευτικαί, καὶ δύνανται ἐπί τινας στιγμὰς νὰ κατασταλῶσιν. Ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν, πελιδνοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, αὐθάδεις σήμερον, τολμῶσι νὰ θέσωσιν αὐθάδη χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν, πελιδνοὶ προσφεύγουσιν ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτῶν. Τὰ μαθήματα τῆς κοινοβουλευτικῆς ἡμῶν ἱστορίας εἶναι πολλὰ καὶ πρόσφατα, συνιστῶ δὲ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν σκιὰν τῶν προνομιῶν τῶν βουλευτικῶν τόσον προσφάτως, νὰ μὴ τολμῶσι νὰ θέτωσι χεῖρα ἀσεβῆ ἐπ’ αὐτῶν. Ἐγὼ δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι, καθ’ ὅσον θέλουσι μοὶ τὸ ἐπιτρέψει οἱ συμπολῖταί μου, ὡς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔπραξα, οὕτω θέλω πράξει καὶ κατὰ τὸ μέλλον, καὶ ἡ φωνή μου πάλιν θέλει ἠχήσει καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἀδικουμένων. Ἀλλ’ οἱ τυχὸν μέλλοντες ν’ ἀδικηθῶσι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν, ὅτι δύναται νὰ τοῖς ἀντιταχθῇ, ὅτι ἠδίκησαν. Εἰς τοὺς νεωτέρους δὲ, καίτοι ἐκ τούτων καὶ ἐγὼ, ὡς οὐδὲν ὑπὲρ τοῦ τόπου μου ἔτι διαπράξας, εἰς τοὺς νεωτέρους, λέγω, θέλω ἀναμνήσει ἓν παράδειγμα κοινοβουλευτικῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Βουλῆς τοῦ Ὄθωνος. Εἶχε ζητηθῆ, ἀκριβῶς δι’ ὁμοίαν τινὰ πρᾶξιν, ἡ καταδίωξις τοῦ βουλευτοῦ Ἠλείας Ἀναγνωστοπούλου κατὰ τὴν Γʹ Σύνοδον τῆς Αʹ Βουλευτικῆς Περιόδου, τὸ 1846. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὑπέβαλε τὴν αἴτησιν, περιελαμβάνετο ὁ Κωλέτης καὶ τὰ ἄλλα ἐκεῖνα ἐπίσημα πρόσωπα τοῦ ἀγῶνος. Ἡ Βουλὴ ὅμως τοῦ Ὄθωνος, ἀμυνομένη ὑπὲρ τῶν ἰδίων της προνομιῶν, ἐξήτασε κατὰ πόσον εἶναι βάσιμος ἡ κατηγορία κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἠλείας, τοῦ Ἀναγνωστοπούλου, καὶ διὰ ψήφων 75 ἀπέῤῥιψε τὴν αἴτησιν. Δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἐνεργοῦντα ἐπιπολαίως, νὰ ἀποσπάσῃ ἐξ ἑνὸς τῶν ἑδωλίων τῆς Βουλῆς ἕνα Βουλευτὴν, ἔστω καὶ ἀντιπολιτευόμενον. Ἰδοὺ τί εὑρίσκω ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῖς ἐπισήμοις τῆς 5 Φεβρουαρίου 1847 (ἀναγινώσκει): «Ἐγένετο ἀκολούθως μυστικὴ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς, μὴ ἐπιτρεπούσης τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν τοῦ βουλευτοῦ Ἠλείας Γ. Ἀναγνωστοπούλου, ἐξ ἧς συνήχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ ψήφων 75 πρὸς 4 παρεδέχθη τὴν ῥηθεῖσαν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχουσαν οὕτω.» Καὶ ἕπεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἀποφαίνεται αὕτη (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ δὲ, διὰ νὰ δοθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἄδεια πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν Βουλευτοῦ τινος, πρέπει προηγουμένως νὰ ἐκτιμηθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς αἱ ἐκ τούτου γενόμεναι ἐνοχοποιήσεις, ἐὰν, οὖσαι βάσιμοι, ἔχωσι καὶ τοιοῦτον σπουδαῖον χαρακτῆρα, ὥστε ν’ ἀπαιτῆται πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς κοινωνίας ἡ ταχεῖα αὐτῶν ἐκδίκασις, καὶ δὲν ἐπενοήθησαν τυχὸν αὗται διὰ ν’ ἀπομακρύνωσι τὸν Βουλευτὴν ἀπὸ τὴν ἀνεξάρτητον ἐκπλήρωσιν τῶν νομοθετικῶν καθηκόντων του. Διότι, διὰ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸ ἄσυλον καὶ τὸ ἀνεξάρτητον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια αὐτῆς, ὁ θεμελιώδης νόμος διὰ τοῦ 56 ἄρθρου ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκτιμήσῃ, ἐὰν πρέπῃ νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν, πρὸς καταδίωξιν ἑνὸς τῶν μελῶν της, καθόσον διὰ τοῦ εἰρημένου ἄρθρου προστακτικῶς διατάσσεται νὰ μὴ καταδιώκηται διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου ὁ Βουλευτὴς, πρὶν ἢ δοθῇ, ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ πρὸς τοῦτο ἄδεια...» Οὕτω, Κύριοι, ἀπεφαίνοντο κατὰ τὸ παρελθὸν αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι, αἵτινες ἐγνώριζον νὰ ἐκτιμῶσι τὸ πολύτιμον τῶν βουλευτικῶν προνομιῶν καὶ τὸ πολυτιμότατον τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς παρακαλέσω, ἀντὶ νὰ μελετᾶτε τὰ Συντάγματα τὰ ξένα, νὰ μελετήσητε τὴν κοινοβουλευτικὴν ἡμῶν ἱστορίαν. Θέλετε εὕρει ἐν αὐτῇ πάντες, κύριοι Βουλευταὶ, μνημεῖα ζηλευτὰ καὶ ἀξιομίμητα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ Βουλὴ θέλει μιμηθῆ, ὑψηλοφροσύνης καὶ ἀνεξαρτησίας φρονήματα, ἀπέναντι οἱασδήποτε ἐξουσίας.
§80ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Βουλὴ, Κύριοι, εἶναι ἐξηντλημένη, θέλω δὲ προσπαθήσει δι’ ὀλίγων νὰ μεταδώσω τὴν ὁποίαν ἔχω γνώμην ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὡς καὶ οἱ ὁμοφρονοῦντες αὐτῷ, ὑπέλαβον τὸ ἔδαφος πρόσφορον πρὸς πολιτικὴν συζήτησιν. Κατηνάλωσαν ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ πᾶσαν αὐτῶν τὴν ῥητορικὴν δεινότητα καὶ εὐγλωττίαν, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰσαγαγὼν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Βώλῳ Πλημμελειοδικῶν περὶ αἰτήσεως ἀδείας πρὸς ἀνάκρισιν καθ’ ἑνὸς Βουλευτοῦ, ἢ δὲν ἐγίνωσκε τί ἐποίει, ἢ ὡδηγεῖτο ὑπὸ πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Τίνα πολιτικὴν κερδοσκοπίαν θέλει ἐπιδιώξει ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν; Ὁποῖον πολιτικὸν κέρδος ἤθελε πορισθῆ ἡ Κυβέρνησις, ἂν εἷς Βουλευτὴς, ἔστω καὶ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀνήκων, ἤθελε πρὸς ὥραν ἐξέλθῃ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀφοῦ ἐκ τῆς ὑποθέσεως τῆς ὑπὸ συζήτησιν εἶναι ἀποδεδειγμένον μᾶλλον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κακουργήματος, δὲν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ στερηθῇ τῆς παρουσίας αὐτοῦ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἀκόμη ἤθελεν ἐξακολουθεῖ ἡ κατ’ αὐτοῦ ἀνάκρισις; Διότι, προκειμένου περὶ ἀντιστάσεως, δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαιον, ἂν ἤθελεν ἀποδοθῇ εἰς αὐτὴν ὁ χαρακτὴρ τοῦ κακουργήματος. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο περὶ Βουλευτοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, καὶ ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρεκράτει παρ’ ἑαυτῷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, αἰτοῦντος τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπιληφθῇ ἡ ποινικὴ Δικαιοσύνη τῆς κατ’ αὐτοῦ ἀνακρίσεως, ἀλλοίαν θὰ εἶχε γνώμην ὁ πρὸ ὀλίγου λαλήσας. Τότε, Κύριοι, ἤθελε μεμφθῆ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐκ πολιτικῆς κερδοσκοπίας παρακρατεῖ παρ’ ἑαυτῷ τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ δὲν ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ ποινικὴ Δικαιοσύνη μὴ ἀνακοπῇ ἐν τῷ ἑαυτῆς ὑψηλῷ ἔργῳ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας — νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ἀπατῶμαι, — ἀπετέλει μέρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1881· ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν 20 Ἀπριλίου τοῦ 1882, ὅτε εἰς τὴν Βουλὴν εἰσήχθη ἡ πρότασις περὶ αἰτήσεως ἀδείας τῆς Βουλῆς πρὸς καταδίωξιν κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Μοσχοβάκη, βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς. Ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέρος, εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω...
§81ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὰ 1881;
§82ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 20 Ἀπριλίου 1882.
§83ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὰ 1884.
§84ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τῇ 20 Ἀπριλίου 1882 ἦσθε μέλος τῆς Κυβερνήσεως; Περὶ τούτου πρόκειται.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§86ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν τὴν 20 Ἀπριλίου 1882 ἐδόθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἄδεια πρὸς ἀνάκρισιν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Μοσχοβάκη. Ἐννοεῖται, ὅτι εἰσηγεῖσθε ὑμεῖς τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι ἦσθε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Διότι ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἐβεβαιοῦτο νομίμως. (Γέλωτες).
§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἰσχυρίσθη σήμερον, ὅτι οὔτε πρὸς τοὺς κανόνας τῆς ἱεραρχίας δὲν συνεμορφώθην, ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν, ἐνῷ ὤφειλον νὰ προκαλέσω τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως· τότε δὲ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ πρότασιν Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐζήτει τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν ἀνακριτήν. Καὶ οὐδεὶς τότε παρεπονέθη, ὅτι δὲν προηγήθη ἡ γνώμη τοῦ Εἰσαγγελέως, δὲν προηγήθη ἡ γνώμη τοῦ Ἀντεισαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἀλλὰ πάντες συνεφώνησαν. Ἓν καὶ μόνον εἶχον δικαίωμα, νὰ ἐξετάσω, ἂν δὲν ὑπάρχωσι λόγοι, ἀφορῶντες εἰς γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἵνα ἀρνηθῶ τὴν ἄδειαν πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην...
§89ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§90ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ εἴπω μόνον αὐτὸ, ὅτι τότε ἐπρόκειτο περὶ πράξεως πραχθείσης ὑπὸ στρατιωτικοῦ κατὰ στρατιωτικοῦ διατελοῦντος ἐν ἀδείᾳ.
§92ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ αὐτὸ ἔχομεν σήμερον· πρᾶξιν στρατιωτικοῦ κατὰ στρατιωτικοῦ, γενομένην ὅμως κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη διαφορά. Ἄλλως, στρατιωτικὸς κατὰ στρατιωτικοῦ καὶ τότε καὶ νῦν. Καὶ ἐννοεῖται, εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην ἐγένετο συζήτησις, ἀλλ’ ἐγένετο συζήτησις ὑπὸ πολλῶν ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οὐχὶ ὅπως ὑποστηριχθῇ ἡ ἀρχή, ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγόρησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν, ὁσάκις πρόκηται περὶ πράξεως φερούσης ἀξιόποινον χαρακτῆρα, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἵνα καὶ πάλιν πιστοποιηθῇ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, οὔτε εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Βουλευτοῦ, καθ’ οὗ ἐζητεῖτο ἡ ἄδεια, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν ταύτην ἡ Βουλή, εἰμὴ ὅταν ὑπάρχῃ ἀνώτερον πολιτικὸν συμφέρον, ἢ ὅταν ὑπάρχῃ ἀκόμη καὶ λόγος κακοβουλίας ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ τοῦτο τὸ δέχομαι ἀκόμη, ἂν ἠδύνατο νὰ πιστοποιηθῇ. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ποία εἶναι ἡ κακοβουλία τοῦ Εἰσαγγελέως; Ὑποθέσατε, ὅτι εἷς Εἰσαγγελεὺς λέγει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ δεῖνα Βουλευτὴς ὕβρισεν αὐτὸν, ἢ προσεφέρθη πρὸς αὐτὸν ἀτόπως, καὶ ζητεῖ τὴν ἄδειαν, ἵνα τὸν εἰσαγάγῃ ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου. Δύναται τότε ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἴσως μία κακοβουλία τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ πῶς εὑρίσκετε σήμερον κακοβουλίαν εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Βόλῳ Πλημμελειοδικῶν; Οὐδένα ἔχω λόγον, οὔτε προσωπικῶς γινώσκω τὸν Εἰσαγγελέα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος εὑρέθη ἐν Βόλῳ, ὅτε ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν ἀρχήν. Ἂν θέλητε μάλιστα, οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ἀτόπως ᾐτιάθητε αὐτοῦ ὡς ἐνεργήσαντος ὑπὸ πολιτικὴν πίεσιν. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας...
§93ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀπ’ ἐκείνους...
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§95ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. .. ὁ περὶ οὗ πρόκειται Εἰσαγγελεὺς εἶναι ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῶν δικαστικῶν, οἵτινες προήχθησαν ἀφ’ ἑαυτῶν. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διετέλεσεν ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν, τὸ δὲ προκάτοχον Ὑπουργεῖον προήγαγεν αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Βόλῳ Πλημμελειοδικῶν. Εἰς τὸν Εἰσαγγελέα αὐτὸν ἀποστέλλεται δικογραφία, καὶ διατάσσεται νὰ προβῇ εἰς περαιτέρω ἐνέργειαν. Ἐκ τῆς δικογραφίας αὐτῆς ὁ Εἰσαγγελεὺς βλέπει, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ Βουλευτοῦ, κατηγορουμένου εἴτε ἐπὶ ἀντιστάσει εἴτε ἐπὶ ἐξυβρίσει· ὤφειλεν ὁπωσδήποτε νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῷ τὸ καθῆκον νὰ μὴ προβῇ, πρὶν ἢ αἰτήσηται τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει πληροφορίαν περὶ τοῦ βασίμου ἢ μὴ τῆς κατηγορίας, οὔτε ἐνδιαφέρει αὐτήν, ὁποία ἔσεται ἡ ἔκβασις τῆς περὶ ἧς πρόκειται ποινικῆς δίκης· ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας, δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἦναι, ἢ οὔ, ἔνοχος ὁ περὶ οὗ πρόκειται συνάδελφος ἡμῶν. Τοὐναντίον ἴσως, ἡμεῖς εὐχόμεθα, ὅπως ἀποδειχθῇ ἐνώπιον τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης ἀθῶος τῆς ἀποδιδομένης αὐτῷ πράξεως. Ἀλλὰ περὶ τούτου σήμερον δὲν πρόκειται. Δὲν δύναται σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὴν οὐσίαν. Ὀφείλει ἓν καὶ μόνον νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ πρᾶξις, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς ἑνὸς Βουλευτοῦ, φέρῃ, ἀξιόποινον χαρακτῆρα· τοῦτο δὲ οὐδεὶς τῶν προλαλησάντων ἠρνήθη. Εἶναι πρᾶξις ἔχουσα ἐν ἑαυτῇ ἀξιόποινον χαρακτῆρα. Τοῦτο καὶ μόνον ἀρκεῖ, ἵνα ἡ Βουλὴ μὴ ἔχουσα ἄλλον λόγον, ἐπιτρέψῃ τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ περὶ οὗ πρόκειται σήμερον Βουλευτοῦ. Εἰς ποίας περιστάσεις ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἑαυτῆς συγκατάθεσιν, ὅπως προβῇ ἡ ποινικὴ Δικαιοσύνη, ἐλέχθη ὑπὸ τῶν προκατόχων. Ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ τῆς ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου ἐξόδου ἑνὸς Βουλευτοῦ νὰ μεταβληθῶσιν αἱ συνθῆκαι τῆς πλειονοψηφίας, ἐὰν ἐπρόκειτο ἕτερόν τι πολιτικὸν συμφέρον νὰ πάθῃ ζημίαν, ἐὰν ἐπρόκειτο συμφέρον τοῦ Κράτους νὰ παραβλαβῇ, τότε καὶ μόνον ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα: «δὲν σοὶ ἐπιτρέπω νὰ προβῇς εἰς κἀμμίαν πρᾶξιν, εἰς κἀμμίαν ἀνάκρισιν κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ, πρὶν ἢ κηρυχθῇ λήξασα ἡ Σύνοδος». Ἐγένετο πρὸ ὀλίγου λόγος περὶ Βουλευτικῆς ἀσυλίας. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι πᾶν ἄλλο εὑρίσκω ἢ πολιτικὴν ἀσυλίαν. Τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ ποινικὴ Δικαιοσύνη ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, διαρκούσης τῆς Συνόδου, δὲν εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἀσυλία· εἶναι τῷ ὄντι ἓν δικαίωμα, χορηγηθὲν ὑπὸ τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, πρὸς ματαίωσιν προτάσεως Εἰσαγγελέως τινὸς, ἐνεχούσης ἐν ἑαυτῇ καθαρῶς πολιτικὸν συμφέρον, ἢ σκοπούσης εἰς διατάραξιν τῶν συνθηκῶν περὶ πλειονοψηφίας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Μηδεμιᾶς ἐκ τῶν περιστάσεων τούτων ἤδη ὑφισταμένης, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον περαιτέρω συζητήσεως τὸ θέμα τοῦτο. Πᾶσαι αἱ μέχρι τοῦδε ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἐλθοῦσαι τοιαῦται αἰτήσεις Εἰσαγγελέων ἐγένοντο δεκταὶ, καὶ πᾶσαι ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἐξητάσθησαν. Δὲν εὑρίσκω δὲ σήμερον, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν, ἄλλην νὰ παραδεχθῇ ἀρχὴν, καὶ ὑπὸ ἄλλο πνεῦμα νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν.
§96ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προνομίων. Φαίνεται, ὅτι δὲν ἐμελέτησε τὰ Συντάγματα, δὲν ἐμελέτησε τὰς μάχας, αἵτινες ἔγειναν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἀγγλίας δι’ αὐτὴν τὴν προνομίαν, ἥτις πράγματι εἶναι ἡ μόνη, ἡ ὁποία παραχωρεῖται εἰς τὸν Βουλευτήν. Διότι ποίας ἄλλας προνομίας ἔχομεν; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ποίας ἄλλας προνομίας ἔχομεν; Δὲν ἔχομεν, παρ’ αὐτὴν καὶ μόνην, καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς μαχόμεθα ὑπὲρ αὐτῆς χάριν τοῦ συμφέροντος καὶ αὐτῆς τῆς Συμπολιτεύσεως· παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Συμπολίτευσιν, τὸ ζήτημα νὰ μὴ τὸ θεωρήσῃ ὡς πολιτικόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι εἰσήγαγε τὴν πρότασιν, διότι ἀνεξετάστως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔπεμψε τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς αὐτὸν, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελεν ἐκπληρώσει καθῆκον, ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν, νὰ εἰσαγάγῃ χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς βάσανον, τὴν πρότασιν ταύτην· δὲν ἀπέβλεψε βεβαίως εἰς τὸ νὰ προσβάλῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Βουλευτοῦ, εἰς τὸ νὰ προσβάλῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἰς τὸ νὰ προσβάλῃ τὴν προνομίαν. Ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθη ἡ ὑπόθεσις, καθ’ ὃν τρόπον συνεζητήθη ἡ ὑπόθεσις ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραπέμψῃ τὴν σήμερον τὸν κ. Ἀξελὸν, παραβιάζει, καταστρέφει ἀνεπιστρεπτεὶ τὴν προνομίαν αὐτὴν τοῦ Βουλευτοῦ. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ Εἰσαγγελεῖς, οἱ γνωρίζοντες νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των, οὐδέποτε ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῆς μηνύσεως προβαίνουσιν εἰς ἀνακρίσεις. Ὤφειλεν ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἐξέλεγξιν τὴν καταγγελίαν, καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς, οἱ γνωρίζοντες τὸ καθῆκόν των, κάμνουσιν ἓν προβούλευμα καὶ λέγουσι· «δὲν προβαίνω εἰς ἀνάκρισιν, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ αἴτησις εἶναι ἀβάσιμος.» Λοιπὸν, ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς δὲν ἤθελε τὴν σήμερον νὰ ἐξυπηρετήσῃ κακῶς ἐννοούμενον πολιτικὸν συμφέρον, δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐνεργείας τῆς ἐκλογῆς, ἐπὶ τῇ βάσει καταγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἔχουσι κἀμμίαν σπουδαιότητα, κἀμμίαν σοβαρότητα, νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην αἴτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ κάμνω μίαν παρατήρησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἴσως διότι πρόκειται περὶ στρατιωτικοῦ, ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ τὴν Βουλὴν εἰς αὐτὸν τὸν ἀγῶνα τὸν τρίωρον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ παραταθῇ καὶ διὰ τὴν αὔριον, διότι ἡμεῖς βεβαίως δὲν θέλομεν, οἱ ἀξιωματικοὶ, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιτρέπεται νὰ ἐξασκῶσι τὰ πολιτικά των δικαιώματα, νὰ καταδιώκωνται ἀπηνῶς, ὅπως καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ κατεδιώχθησαν· διότι ἐν τούτῳ δὲν βλέπομεν μόνον, κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι Βουλευταὶ, δὲν βλέπομεν μόνον καὶ μόνον τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα γίνονται κατὰ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ βλέπομεν καὶ μεγαλειτέρους κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἀγωνιζόμεθα ταύτην τὴν στιγμήν, ἵνα προλάβωμεν. Ἰδοὺ, ποῦ κεῖται ἡ σπουδαιότης. Τὴν σήμερον πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ, καὶ ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος προσέφερεν ὑπηρεσίας, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ ἀντιταχθῇ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐμάχοντο δῆθεν ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βασιλείας, ἐτόλμησε, λέγω, νὰ εἴπῃ: «Ἆ! Κύριοι, μὴ προχωρεῖτε· διότι, ἄν προχωρῆτε, εὑρίσκεσθε ἀπέναντι ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος δὲν θυσιάζει τὰ δικαιώματά του, δὲν θυσιάζει τὰ δικαιώματα τῆς πατρίδος»... «Ἆ! ἆ! Μέγα ἔγκλημα! Νὰ καθήσῃ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ κατηγορουμένου! νὰ χαρακτηρισθῇ, ὅτι ἔπραξεν ἀντίστασιν! ὄχι ἀντίστασιν, ἀλλ’ ὅτι προεκάλεσεν ἐπανάστασιν, καὶ ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ τοῦ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰ γαλόνια!» Ἰδοὺ, Κύριοι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι πολιτικὴ, ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, παρακαλῶ καὶ Συμπολίτευσιν καὶ Ἀντιπολίτευσιν, νὰ μὴ προβῶσιν ἐπιπολαίως εἰς τὴν λύσιν τοιούτου ζητήματος, διότι αἱ συνέπειαι δύνανται νὰ ὦσιν ὀλέθριαι.
§97ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὸ στάδιον, Κύριοι, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσῆλθεν ἡ συζήτησις αὕτη, ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον, τὸ μὲν διότι ἀποτελῶ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὑποβαλούσης τὴν σχετικὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ δὲ, διότι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐξεδήλωσα τὴν γνώμην, ὅτι, προκειμένου ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, δὲν δύναται νὰ ἐξετάσῃ οὐδὲ πόῤῥωθεν, οὐδὲ ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων, οὐδ’ ἐξ ἄλλων πληροφοριῶν, τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἐφ’ ὅσον ἡ οὐσία αὕτη στρέφεται περὶ τὴν κατηγορίαν, τὴν ἀποδιδομένην εἰς τὸν καθ’ οὗ ζητεῖται ἡ ἄδεια...
§98Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτὰ, βλέπω, ὅτι θὰ ὁμιλήσητε διὰ μακρῶν, ἑπομένως πρέπει ἢ νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν συζήτησιν σήμερον, ἢ νὰ τὴν ἀναβάλωμεν εἰς τὴν αὔριον.
§99ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἂς ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον.
§100Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ περὶ τούτου, ἵνα κανονίσωμεν συνάμα γενικώτερον καὶ τὰ περὶ τῆς μελλούσης πορείας. Νομίζω, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ συνεδριάζωμεν δὶς τῆς ἡμέρας· διότι, ἂν τοῦτο μὴ γείνῃ, θὰ ἦναι ἀδύνατον ἐντὸς τοῦ χρόνου, ὅστις πρόκειται ἐνώπιον ἡμῶν, νὰ διεξαχθῶσι καὶ τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα τῶν ἔργων, ὧν θὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλή...
§101ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν δὲν εἰσήγοντο ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε τοιαῦται προτάσεις...
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§103Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης παρεπονεῖτο πρότερον, ὅτι ἦσαν νέοι οἱ διακόπτοντες αὐτὸν ὁμιλοῦντα· ἀλλ’ ἐγὼ ἐν ταῖς διακοπαῖς δὲν ἀπήντησα ἐνταῦθα νεώτερον τοῦ κ. Μεσσηνέζη.... (γέλωτες).
§104ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀπεφάσισα νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἶμαι νεώτερος, ἀφοῦ δὲν μὲ ἐδέχθητε διὰ γεροντότερον.
§105ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Εἰς τὰς γνώμας εἶσθε πολὺ νέος, κύριε Μεσσηνέζη.
§106Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν συνεδριάζομεν δὶς τῆς ἡμέρας, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γένηται ἔναρξις τῶν τοῦ θέματος τούτου σήμερον, διότι καὶ ἑορτὴ εἶναι σήμερον, καὶ πρέπει νὰ προειδοποιηθῶσι καὶ οἱ Βουλευταί. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν, ἐὰν συναινῇ ὁ ἀγορεύων νὰ συνεχίσῃ τὴν ὁμιλίαν του αὔριον, καὶ ἀπὸ τῆς αὔριον νὰ συνεδριάζωμεν δὶς τῆς ἡμέρας.
§107ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἑορτὴ αὔριον.
§108Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔστω, ἀπὸ τῆς μεθαύριον· δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς ἡμέρας. Λοιπὸν ἀπὸ τῆς μεθαύριον θὰ συνεδριάζωμεν δὶς τῆς ἡμέρας.
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἰουνίου ἐ. ἔτους. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 111). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 μ. μ.