1892.06.20
497 rows · 3,756 words · 35 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
τῆς 20 Ἰουνίου 1892.
(Σάββατον)
Ὥρα 10 π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Μετὰ τοῦτο προσέρχεται καὶ ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ νεωστὶ ἀφιχθεὶς βουλευτὴς Σύρου κ. Βοκοτόπουλος).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς παραπεμφθείσης εἰς αὐτὴν προτάσεως περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 81). Ὁ Εἰσαγγελεὺς Βώλου ζητεῖ διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως καταδιώξῃ τὸν βουλευτὴν κ. Ἀξελὸν ἐπὶ ἐκλογικαῖς παραβάσεσι. Κατὰ τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἄδεια τῆς Βουλῆς.
§2ΑΞΕΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§3ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ δώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς σχετικὰς πρὸς τὴν αἰτουμένην ἄδειαν πληροφορίας.
§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Ὑπουργὸς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ ἢ νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο διεβίβασεν· οὐδὲν πλέον γινώσκει ὁ Ὑπουργός.
§5ΡΑΛΛΗΣ. Θαυμάζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιούτου ἐγγράφου. Ἐπὶ τῇ ἁπλῇ μόνη ἀναγγελίᾳ μελετωμένης καταδιώξεως ἐκ μέρους οἱουδήποτε ὀργάνου εἰσαγγελικοῦ κατὰ Βουλευτοῦ, ἡ Βουλὴ δὲν ὀφείλει εὐκόλως νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν καταδίωξιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἔλαβε τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὤφειλε νὰ ζητήσῃ ἁπάσας τὰς πληροφορίας ἐκείνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασιζομένη δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐν ἐπιγνώσει περὶ τῆς ζητουμένης ἀδείας. Ὡς ὑπεβλήθη ἡ αἴτησις, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν τῷ σκότει, οὐδὲ δύναται νὰ κρίνῃ, κατὰ πόσον ἡ κατηγορία εἶναι βάσιμος, ἢ ὀφείλεται εἰς φατριαστικὴν ἐνέργειαν.
§6ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν τῷ παρελθόντι τοιαύτη ἐπεκράτησε τάξις. Ὅταν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλληται πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως, δι’ ἧς ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς καταδίωξιν Βουλευτοῦ, οὐδὲν ἄλλο πράττει ὁ Ὑπουργὸς ἢ νὰ διαβιβάζῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν, τὸ πρᾶγμα εἶναι διάφορον, δύναμαι ἀμέσως νὰ τὰ ζητήσω καὶ τὰ καταθέσω. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐὰν ἤμην ὁ Βουλευτὴς, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, πρῶτος ἤθελον ζητήσει ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν καταδίωξιν, διότι, ὡς ἠκούσατε, ὁ Εἰσαγγελεὺς ζητεῖ τὴν ἄδειαν, ὅπως ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις.
§7ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐνθυμεῖται ἀκριβῶς τὰς ποικίλας περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ κατὰ προηγουμένας συνόδους προσεκλήθη νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ἀδειῶν καταδιώξεως. Ἔχομεν παραδείγματα πλεῖστα· τοιοῦτο προσφατώτατον εἶναι τὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς κ. Μοσχοβάκη, ὅμοιον δὲ ἑτέρου Βουλευτοῦ· ἀλλ’ ὁσάκις ἐπαρουσιάσθη ὁμοία περίπτωσις, ἡ Βουλὴ ἤσκησεν αὐστηρῶς τὸ δικαίωμά της, διότι ἄλλως ἡ ἀσυλία, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν, ἤθελεν εἶσθαι τύπος κενὸς, θὰ ἐξηρτᾶτο δὲ ἐξ οἱουδήποτε Εἰσαγγελέως νὰ ὑπάρξῃ ἢ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ ἀσυλία αὕτη. Ἔχει καθῆκον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καίτοι τυπικὴ εἶναι ἡ ἐνέργειά του, νὰ ζητήσῃ νὰ πληροφορηθῇ περὶ τῆς καταγγελλομένης πράξεως, καὶ νὰ φωτίσῃ περὶ ταύτης τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνασκεῖ καθήκοντα Συμβουλίου, καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐντεῦθεν, ὅτι παραβιάζεται ἡ μυστικότης τῆς ἀνακρίσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ ἀμέσως τηλεγραφικῶς τὴν δικογραφίαν, ὅπως δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς διὰ τῆς ἐπιτροπῆς της, καὶ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ὑποβαλλομένης αἰτήσεως.
§8ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ Βουλευτὴς, κατὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς, ὤφειλε, φιλοτίμως φερόμενος, νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν αἴτησιν ταύτην. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ Βουλευτοῦ, πρόκειται περὶ τῶν προνομιῶν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸν νόμον, βεβαίως, ὁσάκις παρουσιάζωνται ἐνδείξεις, ὅτι εἷς Βουλευτὴς ὑπέπεσεν εἰς οἱανδήποτε ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἢ νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρουσιάζωνται ἐνδείξεις πείθουσαι, ὅτι πραγματικῶς ὑπάρχει περίπτωσις χορηγήσεως τοιαύτης ἀδείας. Ἐπὶ τῇ ἁπλῇ αἰτήσει ἑνὸς Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος, ἵνα ἀποκτήσῃ ἴσως δικαιώματα παρὰ τῷ νικήσαντι κόμματι, προβαίνει καὶ ζητεῖ τὴν ἄδειαν, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ ταύτην. Ἔδει νὰ ὑποβληθῇ ἡ αἴτησις εἰς μίαν βάσανον, διότι ἄνευ βασάνου ἐπισταμένης δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν, καθόσον, εἰς ἣν κατάστασιν περιῆλθε σήμερον ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ, ὑπάρχει κίνδυνος ὅλοι ἡμεῖς νὰ παραπεμφθῶμεν εἰς δίκην. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς συμπολιτευομένους, οὗτοι δύνανται νὰ ἀπαλλαχθῶσι τῆς τοιαύτης ἐνοχλήσεως, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς τοὺς ἀντιπολιτευομένους, ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι μικρός. Δὲν ἐπιτρέπεται, Κύριοι, ἀβασανίστως νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ καὶ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ ἂν εὕρῃ ἐκ τῆς μελέτης τούτων, ὅτι δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ τοιαύτη κατηγορία, τότε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν πρότασιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ἄλλως νὰ παύσῃ τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ νὰ παύσῃ αὐτὸν τηλεγραφικῶς, διότι ἐτόλμησε πρᾶξιν τοιαύτην, νὰ ζητήσῃ δηλ. τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ εἰς δίκην εἰσαγωγὴ Βουλευτοῦ, χωρὶς νὰ ὑπάρχωσι πρὸς τοῦτο σπουδαῖαι ἐνδείξεις ἐνοχῆς εἰς ἀξιόποινόν τινα πρᾶξιν.
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχω ἁρμοδιότητα νὰ ἐκφέρω γνώμην, διότι καὶ ὡς Εἰσαγγελεὺς ἐζήτησα ἄδειαν εἰσαγωγῆς Βουλευτοῦ εἰς δίκην, καὶ ὡς Βουλευτὴς ἔδωκα τὴν ψῆφόν μου ἐπὶ ζητήματος τοιούτου. Τὸ Σύνταγμα, κύριοι συνάδελφοι, προέβλεψε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν Βουλευτὴν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου ἀπὸ πάσης καταδιώξεως, ἥτις καὶ αὐτὸν ἤθελεν ἐνοχλήσει, καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων του ἤθελε παρακωλύσει. Ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ ὀφείλει, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τοιαύτην αἴτησιν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν δύο τινά: Ἐὰν πράγματι βαρεῖαι ἐνδείξεις προκύπτωσι κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ δεύτερον, ἐὰν ἦναι τοιαύτη ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ζητεῖται ἡ καταδίωξις, ὥστε τὸ δημόσιον συμφέρον νὰ παραβλάπτηται, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς καταδιώξεως κατὰ τὴν Βουλευτικὴν Σύνοδον. Αὐτὰ τὰ δύο ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖ μετ’ εὐσυνειδησίας νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ τότε νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅταν πεισθῇ, ὅτι ἡ βραδύτης δύναται νὰ βλάψῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχῃ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ εἰσάγωνται τοιαῦται αἰτήσεις, καὶ μάλιστα διὰ τοιαύτας πράξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ δώσωσι χώραν εἰς παρεξήγησιν, ἥτις δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἄλλοτε, προκειμένου νὰ ζητηθῇ ἄδεια καταδιώξεως Βουλευτοῦ, ὑπεβάλλετο δεδικαιολογημένη αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως, περιέχουσα ὅλα τὰ συστατικὰ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ αὕτη, ὁ δὲ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἐπ’ αὐτῶν βασιζόμενος, ἀπεφάσιζεν, ἐὰν πρέπῃ ἢ ὄχι νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τοιαύτην αἴτησιν. Δεύτερον δὲ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐνδεδειγμένος ὁ λόγος τοῦ κατεπείγοντος, ὥστε νὰ μὴ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς δικαιοσύνης ἄνευ ἀνάγκης, ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖ ὁ χρόνος τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου.
§10ΑΞΕΛΟΣ. Κύριοι, εὐχαριστῶ τὸν κ. Εἰσαγγελέα Βώλου, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα φωτισθῇ τὸ Ἔθνος καὶ ἡ Ἑλλὰς διὰ παρανομίας, τὰς ὁποίας ἔπραξαν ὑπάλληλοί τινες. Βεβαίως καὶ Βουλευταὶ καὶ Ὑπουργοὶ καὶ πάντες ὑπαγόμεθα ὑπὸ τὸν αὐτὸν νόμον, καὶ ὅταν πταίσωμεν, πρέπει νὰ δίδωμεν λόγον τῶν πράξεών μας. Ἔρχομαι λοιπὸν νὰ διηγηθῶ τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν μοὶ προσῆψαν εἰς Βῶλον, ἵνα σήμερον παρασταθῶ ἐνώπιόν σας ὡς κατηγορούμενος. Διαδηλώσεις συνήθως εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας γίνονται ἐκ πασῶν τῶν μερίδων, καὶ ἐκ τοῦ κόμματος τοῦ Τρικούπη καὶ ἐκ τοῦ κόμματος τοῦ Δηλιγιάννη ἢ ἄλλου. Δυστυχῶς τινες τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἔβλεπον μὲ καλὸν ὄμμα τὰς διαδηλώσεις τῆς ἡμετέρας μερίδος, ἑσπέραν δέ τινα ὁ ὑπομοίραρχος μὲ εἰδοποίησεν, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ κατορθώσω νὰ διαλυθῇ ἡ διαδήλωσις, διότι δυνατὸν νὰ συμβῶσι σκηναί. Πράγματι συνεφώνησα εἰς τοῦτο, καὶ ἀνελθὼν ἐπὶ μιᾶς τραπέζης, ὡμίλησα πρὸς τοὺς διαδηλωτὰς, καὶ παρεκάλεσα θερμῶς αὐτοὺς νὰ διαλυθῶσι, πρὸς ἀποφυγὴν δυσαρέστων σκηνῶν. Ἦτο ὥρα 10, καὶ ἡ ὁμιλία μου ἐγένετο παρόντων ὅλων τῶν πολιτῶν καὶ τῶν ἀρχῶν. Διαλυθείσης τῆς διαδηλώσεως, ἔμενον ὀλίγοι τινές, οἵτινες ἐφώναζον «φόλλα!» Εἷς ἀξιωματικὸς τῆς ἐν Βώλῳ φρουρᾶς, Παπακυριαζῆς ὀνόματι, γραμματεὺς τοῦ συντάγματος, ἐζήτησε νὰ τοῖς ἐπιβάλῃ νὰ μὴ λέγωσι «φόλλα»· οἱ ἄνθρωποι ἀπήντησαν, ὅτι δὲν ὕβριζον κανένα. Ἐκ τούτου, φαίνεται, ἐπῆλθε ῥῆξις. Ἐνῷ δὲ ἐκαθήμην εἰς τὸ καφενεῖον, εἰδοποιήθην, ὅτι κάτωθι τῆς Δημαρχίας ἐπῆλθε ῥῆξις. Μεταβαίνω λοιπὸν ἐκεῖ, καὶ βλέπω τὸν ὑπολοχαγὸν Παπακυριαζῆν κρατοῦντα εἰς χεῖρας ὅπλον, τοὺς δὲ στρατιώτας ἐπιτιθεμένους κατὰ τῶν πολιτῶν. Ἀποτείνομαι ἀμέσως πρὸς τὸν ὑπολοχαγὸν καὶ τὸν ἐρωτῶ, τί συμβαίνει. Ἀλλ’ εἰς ἀπάντησιν ἐξηκολούθει ἡ κατὰ τῶν πολιτῶν ἐπίθεσις. Τότε ἔκρινα καλὸν νὰ φωνάξω: «Ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ νόμου, εἰς τὸ καθῆκόν σας, στρατιῶται! εἰς τὸ καθῆκόν σας, κύριε ὑπολοχαγέ!» Προσεκάλεσα δὲ καὶ μάρτυρας, ἵνα γείνῃ ἡ δέουσα καταγγελία τὴν ἑπομένην κατὰ τῶν παρανομούντων. Πράγματι δὲ πρὸς στιγμὴν ὁ ὑπολοχαγὸς, ἐννοήσας τὸ καθῆκόν του, ἔθεσε τὸ ἀπόσπασμα εἰς τάξιν καὶ ἀνεχώρησεν, ἐγὼ δὲ παρεκάλεσα τοὺς πολίτας νὰ διαλυθῶσι, καὶ διελύθησαν ἡσύχως. Τὴν ἑπομένην ὅμως ὁ ὑπολοχαγὸς, φοβηθεὶς τὴν καταγγελίαν μου, ἔκαμεν ἀναφορὰν πρὸς τὸν Φρούραρχον, ἐν ᾗ τῷ ἀνέφερεν, ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν διαδήλωσιν ὁ Ἀξελὸς ἐπετέθη κατὰ τῆς περιπόλου καὶ εἶπεν ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου καὶ τοῦ Βασιλέως νὰ κτυπήσωσιν οἱ πολῖται τοὺς στρατιώτας. Τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν ὁ κ. Φρούραρχος τὴν διεβίβασε πρὸς τὸν λοχαγὸν κ. Κοψίδαν πρὸς ἀνακρίσεις, ἂν καὶ δὲν ἦτο δικαίωμά του, διότι ἡ ὑπόθεσις ἀνῆκεν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης. Ὁ λοχαγὸς ἔκραξε τοὺς στρατιώτας, τοὺς ὁποίους εἶχε σημειώσει ὡς μάρτυρας ὁ κ. ὑπολοχαγὸς, οἵτινες κατέθεσαν, ὡς φαίνεται, ὅσα ἐν τῇ ἀναφορᾷ περιείχοντο, διότι καὶ οἱ στρατιῶται εἰς ἐκείνην τὴν ταραχὴν δὲν ἠδύναντο νὰ ἀντιληφθῶσιν, ἐὰν ἐγὼ ἔλεγον: «ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ νόμου, ἀποχωρήσατε στρατιῶται», ἢ: «πολῖται, κτυπήσατε τοὺς στρατιώτας», διὰ νὰ γείνῃ αἱματοχυσία· καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται, διότι πρὸ δύο ὡρῶν εἶχον ὁμιλήσει ἀπὸ τῆς τραπέζης καὶ εἶχον παρακαλέσει νὰ διαλυθῇ ἡ διαδήλωσις. Μὲ προσεκάλεσεν ὁ λοχαγὸς, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ ἀνάκρισις, ἵνα μὲ ἐξετάσῃ· ἐγὼ ὅμως, ἐνησχολημένος μεγάλως κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, τὸν παρεκάλεσα νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐξέτασίν μου. Ὁ κ. Φρούραρχος, μὴ περαιωθείσης τῆς ἀνακρίσεως, ἀπέστειλε ταύτην πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν διὰ τὰ περαιτέρω, καὶ συνεπῶς ὁ Εἰσαγγελεὺς ζητεῖ, παρὰ τοὺς τύπους, τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, καὶ λίαν ἐσπευσμένως, ὅπως τεθῶ ὑπὸ ἀνάκρισιν. Ἡ προθυμία αὕτη δὲν προέρχεται ἐξ ἁγνοῦ καθήκοντος, καθόσον μετὰ τὸ πέρας τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς κάλλιστα ἠδύνατο ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, ὅταν ἐπανηρχόμην εἰς Βῶλον, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπολογίαν μου καὶ ἐκδώσῃ ἡ Δικαιοσύνη τὴν ἀπόφασίν της. Δυστυχῶς μᾶς κατηγόρησαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μας, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀντιβασιλικοὶ, ἐνῷ ἡμεῖς τὸν Βασιλέα τὸν θέλομεν καὶ τὸν ἀγαπῶμεν.
§11ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν διετάξατε, ἔστω κατὰ τὸν Εἰσαγγελέα, ἢ κατὰ τοὺς μάρτυρας στρατιώτας, νὰ κτυπήσωσιν οἱ πολῖται, ἐκτυπήθη τις τῶν στρατιωτῶν;
§12ΑΞΕΛΟΣ. Ὄχι. Ἐγὼ χαίρω, ὅτι ἀπολογοῦμαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν μοὶ ἀρέσκει νὰ εὑρίσκομαι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς κατηγορίας, ὅτι διατελῶ ἐκτὸς τοῦ νόμου.
§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸν προλαλήσαντα κ. συνάδελφον δὲν ἔχω τι ν’ ἀπαντήσω, διότι οὗτος ἀφηγήθη ἁπλῶς τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔδωκαν χώραν εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν αἴτησιν· μοὶ ἐπιβάλλεται ὅμως ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἕτερον προαγορεύσαντα, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι παρεγνώρισε τὸ ζήτημα. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀντιστρόφως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἢ ὅπως τὸ ἐξήτασεν ὁ κ. Βουλευτής, δηλαδὴ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν ὑπάρχωσι λόγοι, ἀφορῶντες εἰς γενικώτερα ἐθνικὰ συμφέροντα, τοσούτῳ σπουδαῖοι, ὥστε ἡ Βουλὴ ἕνεκα τούτων νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς κατὰ Βουλευτοῦ καταδιώξεως ἡ δικαστικὴ ἀρχή. Εὐθὺς ὡς τοιοῦτοι λόγοι δὲν ὑπάρχωσι, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ ἀρνῆται αἰτηθεῖσαν παρὰ δικαστικῆς ἀρχῆς ἄδειαν, καὶ οὕτω παύσῃ ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς διὰ τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς διὰ τὸν Βουλευτὴν, νὰ ἀρνῆται τὴν ἄδειαν πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν της, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ μετ’ ὀλίγον, τῆς Συνόδου ληγούσης, δύναται ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἄνευ τῆς ἀδείας ταύτης νὰ προβῇ εἰς τὴν νόμιμον καταδίωξιν. Οὐδὲ μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα παρέσχε τοιοῦτο δικαίωμα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἀνετράπησαν. Τοῦτο λοιπὸν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ· ὑπάρχει λόγος, συνδεόμενος πρὸς ἀνώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν; Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ παράσχῃ τὴν ἄδειαν ταύτην.
§14ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁσάκις ζητηθῇ ἄδεια τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος πρὸς καταδίωξιν Βουλευτοῦ τινος, παραπέμπεται ἡ αἴτησις αὕτη εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν καὶ γνωμοδότησιν. Δὲν δυνάμεθα σήμερον ν’ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν πρέπῃ ἢ ὄχι νὰ ἐπιτραπῇ ἡ κατὰ τοῦ κ. Ἀξελοῦ καταδίωξις· ἀναγκαίως ἡ αἴτησις αὕτη πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ θὰ ἐξετάσῃ, θὰ ζητήσῃ, καὶ ὀφείλει νὰ ζητήσῃ, τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦσι τὴν παραπομπὴν, καὶ μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τότε ἡμεῖς θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν.
§15ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ, ἐὰν πρέπῃ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια ἢ ὄχι, τότε θὰ εἶχε δίκαιον ὁ προλαλήσας κ. Βουλευτής· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς, χωρὶς νὰ προσβάλῃ τὰ προνόμια τῆς Βουλῆς, νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ Σῶμα πρότασιν τοιαύτην, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὸν δίκαιον καὶ πρέποντα ἔλεγχον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι διάταξις καθιεροῦσα προνόμιον ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ διάταξις, σκοπὸν ἔχουσα νὰ καθίσταται γνωστὸν μόνον τῇ Βουλῇ, ὅτι ἓν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἐμελέτησε καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἐν λόγῳ διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον καὶ μόνον περὶ μιᾶς ἁπλῆς γνωστοποιήσεως, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην Βουλευτής τις, τότε, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἤθελε τεθῆ πρὸς τοῦτο ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι. Ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη, ἵνα προφυλάσσωνται οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως Βουλευταὶ ἐκ τῶν παρεκτροπῶν καὶ καταχρήσεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅπως μὴ προσβάλληται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν ἡ ἀξιοπρέπεια τῶν μελῶν τοῦ Σώματος, ὡς καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος. Διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει νὰ γίνηται μία προεξέτασις καὶ σπουδαία ἔρευνα, πρὶν ἢ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις περὶ εἰς δίκην εἰσαγωγῆς ἑνὸς Βουλευτοῦ, διότι ἄλλως ἀδικεῖται, προσβάλλεται ὁ περιβληθεὶς τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐθνικοῦ ἀντιπροσώπου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θεωρεῖ, ὅτι εἶναι μικροῦ λόγου ἄξιον τὸ νὰ παρουσιάζηταί τις κατηγορούμενος ἐνώπιον μιᾶς ἀρχῆς· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι μικροῦ λόγου ἄξιον διὰ πάντα ἄνθρωπον τὸ νὰ εἰσάγηται εἰς δίκην, χωρὶς νὰ βασανισθῇ σπουδαίως ἡ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία, δὲν παραδέχομαι, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον, προκειμένου περὶ ἑνὸς Βουλευτοῦ. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, τὸ Σῶμα δὲν δύναται βεβαίως, ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ εἰσαγωγῆς εἰς δίκην τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπέστειλεν ἐνταῦθα ὁ λαὸς ὡς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, καὶ ὀφείλει, σεβόμενον τὰ προνόμια αὐτοῦ, ν’ ἀποκρούσῃ τὴν ἀβασανίστως εἰσαχθεῖσαν ἐνώπιον αὐτοῦ πρότασιν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος ἡ Βουλὴ, ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Εἰσαγγελέως, δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς δίκην ἑνὸς Βουλευτοῦ. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς, ὅταν δυνηθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν αἴτησιν ταύτην, ὅταν τὴν ὑποβάλῃ εἰς ἔλεγχον, ὅταν ζητήσῃ νὰ ἔλθουν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τότε μόνον δύναται νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅταν ἡ αἴτησις γίνεται τηλεγραφικῶς, ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς λῃστοῦ ἢ φυγοδίκου, μεγαλειτέρα ὕβρις πρὸς τὴν Βουλὴν δὲν δύναται νὰ γείνῃ...
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ αἴτησις δὲν ὑπεβλήθη τηλεγραφικῶς.
§17ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. .. Εἶναι προσβολὴ τῶν προνομίων τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς πρέπει νὰ παυθῇ.
§18ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὸν νὰ μὴ προβῇ εἰς ὑποβολὴν αἰτήσεως καταδιώξεως Βουλευτοῦ, τόσον ἐλαφρῶς διατυπωθείσης· διότι, ἂν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἔγγραφον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως ἤθελε πράξει ὅ,τι ἐγὼ ἔπραξα, ὡς τοιοῦτος, κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Σπάρτης, καὶ ὅ,τι ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰγιαλείας. Ἀποτελεῖ βεβαίως καταδίκην διὰ τὸν Εἰσαγγελέα Βώλου τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος εἶναι ἢ ἐντελῶς ἄξεστος καὶ ἀμαθής, ἢ ἐμπαθὴς καὶ φατριαστής. Ἐστηρίχθη τῳόντι ἐπὶ ἀνακρίσεως, ἥτις διεξήχθη ἀναρμοδίως παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ῥιζικῶς ἀκύρου. Ἐπὶ τοιαύτης δ’ ἀνακρίσεως στηριχθεὶς, λέγει, ὅτι προκύπτουσιν ἐξ αὐτῆς σπουδαῖαι ἐνδείξεις περὶ ἐνοχῆς τοῦ Βουλευτοῦ ἐπὶ ἀντιστάσει κτλ. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον διεβίβασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ἂν δὲν εὑρίσκετο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πυλίας νὰ ὑπομνήσῃ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἤθελε ζητήσει καὶ τὴν ἀπαγχόνισιν τοῦ Βουλευτοῦ, διότι ἀνήκει εἰς τὴν ἀριστεράν· ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ Βουλευτοῦ, ἀνήκοντος εἰς τὴν δεξιὰν πτέρυγα, ἤθελε διέλθει τὸ ἔγγραφον μετὰ πάσης προσοχῆς, καὶ ἤθελε κρίνει, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου ἔπρεπε νὰ ῥιφθῇ εἰς τὸ χρονοντούλαπον. Πρόκειται ἀληθῶς περὶ αἰτήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς ἀπῄτει νὰ μὴ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ τόσον ἐλαφρῶς διετυπώθη.
§19ΑΞΕΛΟΣ. Ἕν μόνον ἐχέγγυον μᾶς ἔμεινεν, ἡ δικαιοσύνη· ἂν καὶ αὐτὸ τὸ ἀφήσητε, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι σεῖς θὰ χάσητε, καὶ ὄχι ἡμεῖς.
§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν αὐτὴν ἔχω γνώμην καὶ ἐγώ· εἶναι μεγάλη ἐγγύησις ἡ ἀκριβὴς ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἀκριβῶς τοῦτο εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτε τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως ἔφερον εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα συζητηθῇ μετὰ τὴν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ προεξέτασιν. Δὲν συμφωνῶ δὲ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, νομίζοντα ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς ὑπαγορεύει ἄλλας ἐνεργείας. Ἔχω ἐναντίαν γνώμην· φρονῶ ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλει τοῦτο καὶ μόνον νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἀνώτερα τοῦ Κράτους συμφέροντα δὲν ἐπιτρέπωσι τὴν ἔκδοσιν ἀδείας διὰ τὰς περαιτέρω ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἐλάλησαν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ταύτης. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ δικάσῃ, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὑπάρχῃ λόγος, μὴ ἐπιτρέπων εἰς αὐτὴν νὰ δώσῃ τὴν αἰτουμένην ἄδειαν.
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπήν! εἰς τὴν ἐπιτροπήν!
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραπέμπεται ἡ αἴτησις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐξετάσῃ αὐτὴν καὶ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§23ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ ἀποτελοῦντα τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν μέλη, ὡς καὶ τὸ πλεῖστον τῶν Βουλευτῶν, τῶν καταγομένων ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, γνωρίζουσιν ὁποία προσγίγνεται ζημία εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, ὡς ἐκ τῆς νοθείας καὶ τῆς βλάβης, ἣν ἐπιφέρουσιν ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος Ἕλληνες κερδοσκόποι. Καὶ ὁ τύπος ἤγειρε κραυγὴν, καὶ πολλοὶ ἰδιῶται δι’ ἀναφορῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπέστησαν τὴν προσοχὴν αὐτῆς καὶ παρεκάλεσαν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἄρσεως τοῦ κακοῦ. Οἱ ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν συνάδελφοι γνωρίζουσιν, ὅτι οἱ κερδοσκόποι οὗτοι ἀναμιγνύουσι τὸ προϊόν, ἐκτὸς ἄλλων, καὶ μετ’ οὐσιῶν ἐπιβλαβῶν, καὶ θὰ ἀπορήσητε, ὅταν μάθητε, ὅτι ἀναμιγνύουσι τὸ προϊόν τοῦτο ἀκόμη καὶ μετὰ κόνεως ἀνθράκων. Ἐνῷ ὅλα τὰ ἔθνη καταγίνονται εἰς τὴν ἐξευγένισιν τῶν προϊόντων αὐτῶν, ὅπως ἐπιτύχωσι μείζονα κατανάλωσιν, ἡμεῖς, ἕνεκά τινων αἰσχρῶν κερδοσκόπων, κινδυνεύομεν ν’ ἀποκλεισθῶμεν ἐκ τῶν ἀγορῶν τῆς καταναλώσεως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἐπιβάλλωνται τιμωρίαι αὐστηραὶ κατὰ τῶν αἰσχρῶν ἐκείνων κερδοσκόπων. Ὡσαύτως θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως κάμῃ τὰς δεούσας παραστάσεις πρὸς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως αὕτη παράσχῃ εὐκολίας πρὸς τοὺς ὑπὸ τοῦ περονοσπόρου ζημιωθέντας κτηματίας, διότι, ὡς γνωρίζετε, οἱ κτηματίαι δανείζονται προκαταβολικῶς παρὰ τῆς Τραπέζης, αὕτη δὲ διέταξε τὰ ὑποκαταστήματα αὐτῆς νὰ μὴ ἀνανεώσωσι τὰς ὀφειλομένας διὰ γραμματίων ὀφειλὰς, οὕτω δὲ οἱ κτηματίαι θὰ εὑρεθῶσιν εἰς δυσχερῆ θέσιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως φροντίσῃ καὶ περὶ τούτου.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΦΟΗʹ νόμου περὶ ἀδείας πρὸς περιορισμὸν τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν ἀρχῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§27ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀπήντησεν εἰς παρατηρήσεις τινάς, ἃς ὑπέβαλον, καὶ μοὶ ἀπέδωκεν ἀνακριβείας. Ἐγὼ ἔψεξα τὴν Κυβέρνησιν, διότι προέβη εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῆς συμβάσεως διὰ συμπληρωτικῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐθεώρησα τοῦτο ὡς μίαν παραβίασιν τοῦ νόμου, ὡς μίαν παραβίασιν τοῦ δικαιώματος τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι δυνάμει τῶν νόμων εἶχε τὴν ἄδειαν διὰ συμπληρωτικῆς δηλώσεως νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν παράτασιν τῆς δικαιοδοσίας τῶν Μικτῶν Δικαστηρίων...
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§29ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅτε ἐγὼ κατέκρινα, ὅτι παρετείνετο ἡ λειτουργία τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ νόμος, ἐγκρίνων τὴν τοιαύτην παράτασιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἠδύνατο καὶ δι’ ἁπλοῦ βασιλικοῦ διατάγματος...
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον, ἐπαναλαμβάνω, τοιοῦτόν τι. Αὐτὸ τὸ λέγετε ὑμεῖς.
§31ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τότε παρήκουσα. Τότε ἐπιμένω κατακρίνων καὶ τὴν μίαν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἄλλην Κυβέρνησιν, διότι ἐπὶ δύο καὶ τρία ἔτη ἐξετελεῖτο σύμβασις διεθνὴς ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ νομοθετικοῦ σώματος.
§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δύο ἡμέραι παρῆλθον ἀφ’ ὅτου ἐλέχθησαν ἐνταῦθα καὶ οἱ λόγοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ οἱ ἐμοί· ἐγὼ ἰσχυρίσθην τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον συνωμολογήθη ἡ σύμβασις αὕτη, ἡ σκοπὸν ἔχουσα νὰ περιορίσῃ τὴν ἑτεροδικίαν ἐν Αἰγύπτῳ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη,—διότι κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος εἶχεν ἐπεκταθῆ ἡ διάρκεια ἐπὶ ἓν ἔτος,—καθ’ ὃν χρόνον ἡ σύμβασις συνωμολογήθη, ὑπῆρχεν ἄδεια νομοθετική, ἥτις ἔμελλε νὰ λήξῃ κατὰ τὴν 19 Μαρτίου 1891. Ἑπομένως ὡς πρὸς τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς πενταετίας ἐκ τῶν προτέρων ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἐγκεκριμένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν ἐκωλυόμεθα δὲ νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τὸ Παράρτημα Δ, διότι ὁ ἀρχικὸς νόμος παρεῖχεν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιορίσῃ μέχρι τοῦ σημείου, καθ’ ὃ αὐτὴ ἤθελε κρίνει ὀρθόν, τὴν ἑτεροδικίαν ἐν Αἰγύπτῳ. Κατὰ ταῦτα εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι διὰ τὸν μέχρι Μαρτίου 1891 χρόνον ὑπῆρχε προηγουμένη ἔγκρισις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ παρατάσεως ἐν νόμῳ ὁρισθείσης, διὰ δὲ τὸν μετέπειτα χρόνον δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη ἄδεια, ἀλλὰ τὴν εὐθύνην διὰ τὴν βραδύτητα περὶ τὴν χορήγησιν τῆς ἐγκρίσεως, κατὰ κανόνα ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπαιτητῆς,—διότι αἱ συμβάσεις πρῶτον συνομολογοῦνται καὶ ἔπειτα ἐγκρίνονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς,—δὲν ὑπέχομεν ἡμεῖς· εἶπον δὲ, διατὶ δὲν εὐθυνόμεθα· διότι, ὅτε ἡ σύμβασις συνωμολογήθη, κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1890, κατ’ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν μῆνα τῆς περιόδου, ἥτις κατέληξεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ Ὀκτωβρίου 1890, ἡ τότε Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν ὑπάρχῃ ἄρα ἔλλειψις καὶ εὐθύνη, αὕτη βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890, ἥτις ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναμείνῃ μέχρι τοῦ Νοεμβρίου 1891, ὅπως ζητήσῃ τὴν κύρωσιν· ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς ἔδωκεν ὡς δικαιολογίαν, ὅτι ἠγνόει τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν τῷ κατέδειξεν αὐτήν. Ταῦτα εἶπον· οὐδέποτε δὲ ἰσχυρίσθην, ὅτι δύνανται νὰ ἐφαρμόζωνται συμβάσεις ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§33ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμολογεῖ, ὅτι μοὶ ἀπέδωκεν ἀνακρίβειαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀληθής. Ὁ νόμος ἔλεγεν, ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ περιορίσῃ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν προξενικῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ δυνάμει συμβάσεως, ἡ ὁποία εἶχε συνομολογηθῆ προηγουμένως· ὥστε ὁ πρῶτος νόμος ἐκανόνισε τὸν περιορισμὸν, καὶ ὁ τρίτος νόμος ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρώτου κανονισμοῦ, ὅταν δὲ προέβησαν εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς παρατάσεως τῶν μικτῶν δικαστηρίων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τετάρτης προσθήκης, τότε ἔπραξαν βεβαίως ὑπέρβασιν. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐζητήθη ἡ ἔγκρισις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἶναι κατακριτέα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπέβαλον ἐγκαίρως τὴν πρότασιν περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἐνῷ ἐπεψηφίσθησαν τόσαι προτάσεις, παρέλειψαν ταύτην, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ φέρῃ μεγάλας ζημίας εἰς τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ ὁμογενεῖς, καὶ ἧς ὤφειλον κατὰ νόμον νὰ ζητήσωσι τὴν ἐπιψήφισιν πρὸ πάσης ἄλλης. Διὰ τοῦτο κατακρίνω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφρόντισαν ἐγκαίρως νὰ προστατεύσωσι τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, σφετερισθέντες καὶ ἐξουσίαν, ἣν δὲν εἶχον κατὰ τὸ πολίτευμα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει πρὸς συζήτησιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11 π. μ.