1892.02.13
2,176 rows · 16,286 words · 189 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
τῆς 13 Φεβρουαρίου 1892.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ἀναφορὰν τῶν καπνοπωλῶν Πύργου περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Ὡσαύτως τῶν κατοίκων Καρβασσαρᾶ περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Τηλεγράφημα τῶν καπνοπωλῶν Τριπόλεως περὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Ὁμοίως τῶν καπνοπωλῶν Καρδίτσης. Διάφοροι πολῖται Γαστούνης παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐγκριθῇ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἤλιδος περὶ μεταθέσεως τοῦ πρώτου ἐκλογικοῦ τμήματος ἀπὸ Γαστούνης εἰς Ἀμαλιάδα. Ὁ κ. Σχινᾶς κατέθηκεν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ τοὺς κ. κ, Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν τυπωθέντων κανονισμῶν, ὀργανισμῶν καὶ συλλογῶν διαφόρων ἔν τε τῷ ἐθνικῷ τυπογραφείῳ καὶ τοῖς ἰδιαιτέροις τῶν Ὑπουργείων.
§2Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἑκατὸν τεσσαράκοντα συμπολῖταί μου καπνέμποροι καὶ καπνοπῶλαι μοὶ ἀπέστειλαν ἀναφοράν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα τὴν ὑποβάλω καὶ συστήσω συνάμα τὰ δίκαια, ἅτινα κατὰ γνώμην τῶν ἔχουσι. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς των διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ· ἀναγνώσας δὲ τοὺς λόγους τῆς γνώμης των ταύτης, δὲν δύναμαι, εἰμὴ νὰ συμμερισθῶ αὐτήν, διότι καὶ λογικὴν καὶ δικαίαν εὑρίσκω αὐτήν. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ νὰ συστήσῃ αὐτὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§3ΔΑΓΡΕΣ. Τί προτείνουσιν αὐτοί;
§4Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οἱ συμπολῖταί μου οὗτοι ἔλαβον τὴν φροντίδα νὰ ἀποστείλωσι καὶ ἀντίτυπα τῆς ἀναφορᾶς των, ἵνα διανεμηθῶσι πρὸς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς. Καταθέτω τὰ ἀντίτυπα ταῦτα, καὶ ἕκαστος ἂς ἀναγνώσῃ τὴν ἀναφοράν των.
§5ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποβάλλω ὁμοίαν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν καπνοπωλῶν Τριπόλεως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσθη.
§7ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε σταλῆ καὶ εἰς ἐμέ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς των αὐτῆς ὑποβάλλουσιν οἱ καπνοπῶλαι Τριπόλεως τὰς αὐτὰς παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπεβλήθησαν. Ἰδίως ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ ὑποβάλλεται ἡ ἰδέα, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προβῆ εἰς καταρτισμὸν ὁριστικὸν τοῦ μονοπωλίου, ὀφείλει νὰ λάβῃ μέριμναν καὶ περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐπαγγελματιῶν τούτων, οἱ ὁποῖοι θὰ μείνωσιν ἄνευ ἔργου, μὲ τὰ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ τοῖς ἦναι ἐντελῶς ἄχρηστα.
§8ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν δύο δυστυχῶν γυναικῶν, τῆς Σοφίας Χρήστου Ἀγαλλοπούλου καὶ τῆς θυγατρὸς αὐτῆς Φωτεινῆς Χρ. Ἀγαλλοπούλου, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μὲν εἶναι ἡ μήτηρ, ἡ δὲ ἡ ἀδελφὴ τοῦ μακαρίτου Παναγιώτου Ἀγαλλοπούλου, τοῦ γνωστοῦ εἰς ὅλους τοὺς Βουλευτάς, ὅσοι ἦσαν τοιοῦτοι, καθ’ ὃν χρόνον ὑπηρέτει ὡς τμηματάρχης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὅσοι ἐγνώρισαν τὸν ἄνδρα τοῦτον, βεβαίως ἀνεγνώρισαν τὴν χρηστότητα, τὴν δραστηριότητα καὶ τὴν ἱκανότητα, μεθ’ ὧν ἐξετέλεσεν ἐπὶ 40 ἔτη τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, ἀπὸ τῆς κατωτάτης βαθμίδος τῆς ὑπηρεσιακῆς κλίμακος εἰς τὴν ἀνωτάτην ἀνελθὼν μόνοσιν διὰ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα. Ἀλλὰ παθὼν ἐκ καρδιακοῦ νοσήματος, ἀπέθανε πρὸ 40 ἡμερῶν, ἐγκαταλείψας αὐτὰς τὰς δύο δυστυχεῖς γυναῖκας, αἵτινες ἀπέζων ἐκ τοῦ μόνου, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς μακρᾶς αὐτοῦ ὑπηρεσίας ὁ χρηστὸς οὗτος καὶ μακαρίτης ὑπάλληλος συνεκόμισε, τουτέστιν ἐκ τῆς συντάξεως, καὶ οὕτως αἱ γυναῖκες αὗται ἐστερήθησαν καὶ τῆς μόνης προσόδου τῆς συντάξεως, καὶ μένουσιν ἐγκαταλελειμμέναι ἄνευ οὐδενὸς πόρου. Τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως δυστυχῶς, κατὰ τοὺς σχετικοὺς νόμους, δὲν περιέρχεται, ὡς γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν μητέρα καὶ τὴν ἀδελφὴν τοῦ δικαιούχου. Οἱ συντάξαντες τοὺς νόμους τούτους δὲν γνωρίζω πῶς ἐσκέφθησαν. Ἐὰν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ δεσμὸς αἵματος στενώτατος, οὗτος εἶναι βεβαίως ὁ ὑπάρχων μεταξὺ τῆς μητρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ, ἀλλ’ ὁ νομοθέτης τοῦ πρώτου περὶ συντάξεως νόμου ἐνόμισεν, ὅτι ὁ μεταξὺ συζύγων δεσμὸς εἶναι στενώτερος. Τέλος πάντων ἔχομεν μίαν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἀποκλείει τὴν μητέρα τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως· ἐπειδὴ δὲ οἱ νόμοι περὶ συντάξεως δὲν ἔρχονται ἐπίκουροι τῶν δυστυχῶν τούτων γυναικῶν, νομίζω ὅτι τὸ κενὸν τοῦτο δύναται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναπληρώσῃ, εἴτε προβάλλουσα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον εἰδικὸν περὶ συντάξεως αὐτῶν, εἴτε παρέχουσα τὴν συνδρομήν της ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος, νομίζω, νόμου περὶ βοηθημάτων μηνιαίων. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν σεβαστόν μοι φίλον καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν ταύτην, παρακαλῶ δὲ συνάμα τὴν Βουλήν, ὅπως εὐαρεστουμένη συστήσῃ θερμῶς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§9ΚΟΡΠΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, καὶ ἰδίως τὴν Κυβέρνησιν, εἰς ἣν θέλει διαβιβασθῆ ἡ ἀναφορά, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε πρὸ μικροῦ ὁ ἔντιμος συνάδελφος, νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τρία μέλη μιᾶς οἰκογενείας, ἡ ὁποία στερεῖται σήμερον τῶν πρὸς τὸ ζῆν, διότι καὶ τὰ τρία ταῦτα μέλη, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας αὐτῶν, οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν ἐργασίαν, ἑπομένως οὐδὲν δύνανται νὰ προσπορισθῶσι κέρδος, ὅπως ἀποζήσωσι, διότι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀτυχοῦς Ἀγαλλοπούλου, ἐντιμοτάτου καὶ χρηστοτάτου, ὡς δικαίως ἀπεκάλεσεν αὐτὸν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὑπαλλήλου, ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ μένει ἐντελῶς ἐν πλήρει πενίᾳ, ἐν πλήρει στερήσει. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς πρὸς τὴν δυστυχῆ ταύτην οἰκογένειαν διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἐπιτρέπονται. Ἐκ τῆς περιστάσεως δὲ ταύτης λαμβάνων ἀφορμὴν, συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν, ὅπως φέρῃ ἐν προσεχεῖ συνόδῳ τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ συντάξεως, διότι εὑρίσκω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἄδικον, ἡ σύνταξις τοῦ ἀγάμου ὑπαλλήλου νὰ μὴ μεταβαίνῃ εἰς τὴν χήραν μητέρα, ὅπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ νὰ μένῃ οὕτως ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ, ὅπως ἡ τοῦ μακαρίτου Ἀγαλλοπούλου, ἐν πληρεστάτῃ πενίᾳ, μὴ ἔχουσα οὔτε αὐτὸν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον.
§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ κύριε Πρόεδρε, καίτοι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τὴν συγκεκριμένην ταύτην περίπτωσιν, ἔσχον ὅμως ἀφορμὴν ἐκ γενικωτέρας παρατηρήσεως νὰ ἴδω τὴν ἄδικον ταύτην παράλειψιν τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο συνέταξα νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὸν περὶ συντάξεων νόμον, οὕτως ὥστε ἡ σύνταξις τοῦ ἀγάμου ἀποβιοῦντος ὑπαλλήλου ν’ ἀπονέμηται εἰς τὴν μητέρα καὶ τὰς ἀδελφὰς αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν προσεχῶς.
§11ΔΑΓΡΕΣ. Ἂς δώσῃ ἡ Κυβέρνησις οἱανδήποτε βοήθειαν, ἀλλὰ τὴν παρακαλῶ νὰ σκεφθῇ νὰ μὴ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ συντάξεων, διότι ἀρκετὰ καταβροχθίζονται ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ βοηθημάτων· δὲν πρέπει νὰ ἀνοίξωμεν νέαν πληγὴν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ κλείσωμεν. Εἶναι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν καὶ ὑπηρέτησαν τὸν τόπον, καὶ τῶν ὁποίων αἱ οἰκογένειαι δυστυχοῦν. Ἐὰν πρόκηται νὰ τροποποιήσωμεν τὸν νόμον, πρέπει νὰ περιλάβωμεν καὶ τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποθανόντες ἐγκατέλειψαν τὰς οἰκογενείας των ἐν πενίᾳ. Ἐδῶ εἶναι ἡ οἰκογένεια τοῦ Κυβερνήτου Πετιμεζᾶ, ἡ οἰκογένεια τοῦ Καλαμογδάρτου καὶ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι πένονται. Πῶς δυνάμεθα νὰ φροντίσωμεν περὶ μιᾶς οἰκογενείας, καὶ νὰ μὴ φροντίσωμεν περὶ ὅλων, ἀφοῦ μάλιστα πολλοὶ ὑπάλληλοι ἀπεβίωσαν, ἐνῷ εἶχον ἐπὶ 15 ἢ 18 καὶ 19 ἔτη εἰσφέρει εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων; Γνωρίζω ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου ἕνα τοιοῦτον, ἀποθανόντα μετὰ 19 ἔτη καὶ 7 μῆνας, ὥστε ἤθελε 5 μόνον μῆνας, ἵνα συμπληρώσῃ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως. Τούτους λοιπὸν πρέπει νὰ παραλείψωμεν;
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ παρακληθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἵνα χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν εἰς αὐτὸν νὰ δαπανήσῃ τὰ δύο δωδεκατημόρια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου. Πρὸς τοῦτο κατατίθημι τὸ ἀναγκαῖον νομοσχέδιον.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 191).
§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω προσέτι εἰς τὴν Βουλὴν δήλωσιν, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα προστεθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ἔτους 1892 τρεῖς πιστώσεις, μία ἐκ δραχμῶν 6,000 δι’ ἔξοδα κυκλοφορίας κερμάτων τραπεζικῶν γραμματίων καὶ ἐξαφανίσεως αὐτῶν διὰ πυρὸς, ἑτέρα ἐκ δραχμῶν 8,000 δι’ ἀμοιβὰς ἐκ λαθρεμπορίων, καὶ τρίτη ἐκ δραχ. 36,000 διὰ τὰς κατασκευαζομένας τρεῖς ἀτμακάτους. Αἱ ἡμέραι παρέρχονται καὶ μετ’ αὐτῶν ὁ χρόνος τῆς συνόδου. Ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι πεπληρωμένη διὰ νομοσχεδίων, καὶ, πλὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν γενικὴν συζήτησιν ἠρξάμεθα, ἀλλὰ δὲν ἐπερατώσαμεν ἔτι, ὑπάρχουσι πολλὰ ἄλλα νομοσχέδια ἀναγεγραμμένα. Ταῦτα δύνανται νὰ διακριθῶσιν εἰς τρεῖς κατηγορίας· πρῶτον, εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται ἀμέσως τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐσόδων ἢ τῶν ἐξόδων, τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892, εἴτε διότι ὀργανόνουσιν ἢ μεταβάλλουσιν ὀργανισμοὺς ὑπηρεσιῶν ἐπὶ ἐλαττώσει τῶν ἐξόδων, εἴτε διότι ἐπάγουσιν ἄλλας ἐλαττώσεις ἐξόδων καὶ οἰκονομίας· δεύτερον, εἰς νομοσχέδια περὶ πιστώσεων, καὶ τρίτον, εἰς νομοσχέδια ἀφορῶντα τὴν διοίκησιν. Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ στέρξωσι νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐργαζόμενοι καὶ τὴν ἑβδομάδα ταύτην, τὴν ὁποίαν διανύομεν, καὶ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα, νομίζω, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ τελειώσωμεν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, νὰ συζητηθῶσι δὲ καὶ ψηφισθῶσι καὶ τὰ νομοσχέδια τῶν δύο πρώτων κατηγοριῶν, δηλαδὴ τὰ ἐφαπτόμενα τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐσόδων ἢ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Οὕτω θέλουσι μείνει ἐκκρεμῆ μόνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀναγόμενα εἰς μεταβολὴν ὀργανισμῶν διοικητικῶν, τὰ ὁποῖα θέλομεν συζητήσει κατόπιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς νὰ στέρξωσι νὰ παράσχωσι τὴν συνδρομήν των εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διέλθωμεν τὸ πρῶτον τοῦτο στάδιον τῶν ἐργασιῶν μας.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§16ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βασιλικοῦ τῆς Σικυῶνος. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τούτου ἐδήλωσαν, συμφώνως πρὸς τὸν περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς νόμον, ἔκτασιν γαιῶν δύο χιλιάδων περίπου στρεμμάτων, παρὰ τὸ χωρίον των κειμένων, τὴν ἔκτασιν δὲ ταύτην, ἀγνοῶ πῶς καὶ εἰς ποίους πραγματικοὺς λόγους στηριζομένη ἡ κατὰ νόμον τινὰ τοῦ 1878 ἐπιτροπή, χαρακτηρίσασα ὡς περιλαμβάνουσαν ἀρχαιότητας, ἐθεώρησεν αὐτὴν ἐξαιρετέαν τῆς διανομῆς. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε νόμιμος, οὔτε δικαία· καὶ νόμιμος μὲν δὲν εἶναι, διότι ὤφειλεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ στηριχθῇ εἰς ἐπισήμους ἐπὶ τούτων πληροφορίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἔδει δὲ πάντως νὰ προηγηθῇ ἢ ἐπακολουθήσῃ σχετικὸν βασιλικὸν διάταγμα· δὲν εἶναι δὲ δικαία, διότι ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἡ ἐξαίρεσις εἰς τὴν ἔκτασιν τὴν προφανῶς καλυπτομένην ἀπὸ ἀρχαιότητας, ἤτοι ἐκείνην, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τὸ ἀμφιθέατρον τῆς ἀρχαίας Σικυῶνος, ἡ δ’ ἔκτασις αὕτη εἶναι πολὺ ὀλίγων στρεμμάτων, καὶ ὄχι δύο χιλιάδων, ὅση σχεδὸν εἶναι ἐκείνη, ἣν καλλιεργοῦσι, καὶ ἐξ ἧς ἀποζῶσιν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου ἐκείνου. Ἄλλως τε, ἐὰν τεθῇ ὡς ἀρχὴ νὰ χαρακτηρίζωνται τόσον μεγάλαι ἐκτάσεις ἐξαιρετέαι τῆς διανομῆς, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ὑπονοίᾳ τοῦ ὅτι περιλαμβάνουσιν ἀρχαιότητας, τρέχομεν τὸν κίνδυνον ν’ ἀποστερήσωμεν πλεῖστα μέρη τῶν δικαιωμάτων καὶ εὐεργεσιῶν τοῦ περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς νόμου, διότι εἰς πολλὰ τῆς Ἑλλάδος μέρη, καὶ εἰς ἀρκούντως μεγάλας ἐκτάσεις, παρέχεται ἡ ὑπόνοια, ὅτι περιλαμβάνονται ὁπωσδήποτε ἀντικείμενά τινα ἀρχαιότητος. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἑτέρα ἀναφορὰ εἰς παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ προκάτοχος Κυβέρνησις διέταξε τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Κορινθίας καὶ τὸν γεωμέτρην τῆς ἐπαρχίας ταύτης, ἵνα, συμπράττοντος καὶ τοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, προβῶσιν εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν γαιῶν ἐκείνων, αἵτινες πραγματικῶς περιλαμβάνουσιν ἀρχαιότητας, καὶ ὑποβάλωσιν ἁρμοδίως τὸ ἀπαιτούμενον διάγραμμα, πλὴν δυστυχῶς αἱ ἐνέργειαι τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἔμειναν ἐν μόνῳ τῷ σημείῳ τούτῳ τῶν διαπεμφθεισῶν διαταγῶν, οὐδὲν δ’ ἔκτοτε ἐνεργήθη. Εἰς ἐπίμετρον, οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τούτου καὶ δηλωταὶ τῶν ἐν λόγῳ γαιῶν καταδιώκονται, ὅπως πληρώσωσι καὶ φόρον ἐπικαρπίας διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν γαιῶν αὐτῶν, ἐνῷ ἔχουσιν ἤδη ἔκτοτε πληρώσει προκαταβολὰς καὶ δόσεις, οὐδόλως ἐπιστραφείσας ἄλλως τε εἰς αὐτούς. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα ἐκ συμφώνου μεριμνήσωσιν, ὅπως διακανονισθῶσι τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης κατὰ τρόπον μὴ παραβλάπτοντα τὰ δίκαια τῶν χωρικῶν ἐκείνων, οὔτε τὰ τοῦ Δημοσίου, περιορισθῇ δὲ συνεπῶς ἡ ἔκτασις αὕτη εἰς μόνον τὸν χῶρον, ὅστις περιλαμβάνει τὸ ἀμφιθέατρον τῆς ἀρχαίας Σικυῶνος, καὶ παύσῃ συγχρόνως πᾶσα κατὰ τῶν καλλιεργητῶν καταδίωξις πρὸς πληρωμὴν φόρου ἐπικαρπίας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, προκειμένου περὶ ὑποθέσεως, εἰς τὸν αὐτὸν δῆμον Σικυῶνος ἀναγομένης, ὑπενθυμίζω τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως παράκλησίν μου, τὴν ὁποίαν πέρυσιν ἐντεῦθεν ἀπηύθυνα αὐτῷ, Ὑπουργῷ ὄντι τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ ἐπισκευῆς τοῦ προτειχίσματος ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Κιάτου, διὰ τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ ἔκτοτε μὲ διεβεβαίωσεν ὁ κ. Πρόεδρος, μὲ διαβεβαιοῖ δὲ καὶ καθημερινῶς ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ἐγένοντο ἅπασαι αἱ προπαρασκευαστικαὶ ἐργασίαι, καὶ διετάχθησαν τὰ δέοντα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ, ἐν τούτοις ἀρχὴ ἐκτελέσεως εἰσέτι οὐδεμία ἐγένετο, καὶ ἐπαπειλοῦνται καὶ προσγίνονται ὁλοὲν ζημίαι εἴς τε τὴν κωμόπολιν Κιάτον καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ὁδὸν καὶ τὴν γέφυραν, τὴν ἐπὶ ταύτης κειμένην, ἥτις γέφυρα καὶ ἀρκετὰ ὁπωσδήποτε ἔχει κοστίσει εἰς τὸ Δημόσιον. Περαίνων, ἀπευθύνω καὶ τελευταίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν θερμὴν παράκλησιν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν κτημάτων, ἅτινα κατέλαβεν ὁ ἰσθμὸς τῆς Κορίνθου. Οἱ ἰδιοκτῆται αὐτοὶ πρὸ χρόνων ἐστερήθησαν τῶν ἰδιοκτησιῶν των, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ στερῶνται καὶ τῆς κατὰ νόμον ἀποζημιώσεως. Καθ’ ἃ δὲ πληροφοροῦμαι, ἡ ἐν τῇ Νομαρχίᾳ Ἀργολιδοκορινθίας ὑπηρεσία τυγχάνει οὖσα ὅλως ἀνεπαρκὴς πρὸς ἐκκαθάρισιν καὶ διακανόνισιν τῶν ἀποζημιώσεων αὐτῶν, καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη, ὅπως προστεθῇ ἐν αὐτῇ εἰδικὸς ὑπάλληλος ἐργοδηγὸς, ἵνα διεκπεραιώσῃ ταύτην. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ καὶ ἐπὶ τούτου ὅ,τι δέον.
§17ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Εἶχε δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὴ θέλῃ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, περὶ τοῦ Ἐφόρου τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης Κωνσταντινίδου. Ἐν τῷ φακέλλῳ τούτῳ περιέχονται ἔγγραφα, περιγράφοντα τοιαῦτα ὄργια, τὰ ὁποῖα μόνον ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν ὀπαδῶν τῆς πραγματικῆς σχολῆς δύναταί τις νὰ ἀπαντήσῃ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, διότι φρονῶ, ὅτι τοιαῦτα ἔγγραφα δὲν πρέπει νὰ ἀναγινώσκωνται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων καὶ νὰ κρίνῃ, κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε καλῶς νὰ διορίσῃ καὶ διατηρῇ τοιοῦτον ὑπάλληλον εἰς τὴν θέσιν του. Ἐλπίζω ὅτι μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τούτων ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ θελήσῃ νὰ κρατήσῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον ἐπὶ πλέον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ θὰ φροντίσῃ νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν, ἱκανοποιοῦσα οὕτω καὶ τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν κοινότητα τῆς Φιλιππουπόλεως, διότι πρέπει νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς πάντα, ὅτι οἱ ὁπωσδήποτε ἀσεβοῦντες κατὰ τῆς ἠθικῆς δὲν δύνανται νὰ καταλαμβάνωσι δημοσίας θέσεις.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ὅσα γράφονται ἔν τισι τῶν ἐγγράφων τούτων εἶναι ἀνάξια νὰ περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἤθελον συστήσει ἴσως ἢ παρακαλέσει τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀρνηθῇ νὰ καταθέσῃ τοιαῦτα ἔγγραφα, ἐὰν ἐζητοῦντο ὑπὸ Βουλευτοῦ. Ἡ γνώμη ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, εἶναι ἐντελῶς διάφορος πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας· στηρίζω δὲ τὴν γνώμην μου εἰς ἐκθέσεις τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Φιλιππουπόλει κ. Ἀλεξάνδρου Λογοθέτου, ὁ ὁποῖος ἀπέδειξεν, ὅτι πάντα τὰ καταγγελθέντα ἢ γραφέντα κατὰ τοῦ κ. Κωνσταντινίδου ἐν Φιλιππουπόλει ἦσαν ἀληθὴς σκευωρία. Ἡ Κυβέρνησις, πρὶν ἢ προκαλέσῃ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Κωνσταντινίδου, ἐμελέτησε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, προκληθεῖσα εἰς τὴν μελέτην αὐτῆς ὑπὸ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, δὲν προέβη δ’ εἰς τὸν διορισμὸν, εἰμὴ ἀφοῦ ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ λεχθέντα ἢ γραφέντα περὶ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου εἶναι ἄνευ βάσεως, ὑπηγορεύθησαν δὲ ὑπὸ ἐντοπίων ταπεινῶν διαιρέσεων.
§19ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ δι’ ἄλλους ἔτι λόγους ἢ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτήσας, δὲν ἐπετρέπετο τὰ ἔγγραφα ταῦτα νὰ κατατεθῶσι. Τὰ ἔγγραφα περιέχουσι τῷ ὄντι ἀνάπτυξιν σκανδάλου, ἥτις, γινομένη δημοσίᾳ, εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ ζημίας ἀνεπανορθώτους εἰς σωματεῖον Ἑλληνικὸν, ἐπιτυχῶς δρᾶσαν, καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ συντηρῶμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Ἀλλὰ, διότι τοιαύτην ἔχω γνώμην, δὲν ἐμποδίζομαι, ἀπαντῶν εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ εἴπω, ὅτι ἀπορῶ, πῶς τοιαύτην αὐτὸς ἐσχημάτισε γνώμην περὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ περὶ τοῦ ὑπαιτίου τοῦ σκανδάλου, ἐνῷ προκύπτει σαφῶς ἐκ πάσης τῆς ἀναπτύξεως τῆς ὑποθέσεως, τῆς γενομένης μετὰ διπλῆν ἀνάκρισιν, καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐν Φιλιππουπόλει, ὅτι τὸ σκάνδαλον ἐτελέσθη. Περὶ τούτου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία. Εὑρισκόμην εὐτυχῶς κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἰς θέσιν, ὥστε διὰ τῆς μεσολαβήσεώς μου νὰ προλάβω τὴν δημοσίαν ἀνακοίνωσιν τοῦ σκανδάλου καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς ὁριστικὴν καταστροφὴν τῶν Ζαριφείων Διδασκαλείων.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω, ποίας εἶχε πληροφορίας, ὅταν διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλ’ ἐὰν καταλήγῃ εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσε, τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα ἐκτιμήσεως τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑπ’ ὄψει. Καὶ ἡμεῖς εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ἔγγραφα ἐπίσημα, ἡ ἐκτίμησις δὲ, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμεθα, τῶν ἀνακοινώσεων, τὰς ὁποίας οἱ γράψαντες τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐποιήσαντο πρὸς ἡμᾶς, μᾶς ἄγει εἰς ἐντελῶς ἀντίθετον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως· δὲν δύναμαι νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλ’ ἡ ἐκτίμησις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐποιησάμεθα, εἶναι ἐντελῶς διάφορος πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ.
§21ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὑπάρχουσι βεβαίως ἄπειρα καὶ σοβαρὰ ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις δύναται νὰ ἀσχοληθῇ σπουδαίως καὶ σοβαρῶς, πρὸς ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων καὶ τῆς πρωτοφανοῦς κακοδιοικήσεως, ἥτις ἐκράτησεν ἐσχάτως ἐπὶ πάντων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Γνωσταί εἰσιν αἱ ἀσχημίαι καὶ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ἐπανειλημμένα σκάνδαλα, τὰ τελεσθέντα καὶ τὰ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν σχεδὸν τελούμενα ἐν αὐτῷ τῷ δικαστικῷ κλάδῳ καὶ ἐν μέσῳ τῆς πρωτευούσης τοῦ Βασιλείου, σκάνδαλα, πρὸ τῶν ὁποίων καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἐπανειλημένως ἐπερωτηθεὶς, μένει ἄναυδος καὶ ἀναπολόγητος. Οἱ Νομάρχαι καὶ οἱ Ἔπαρχοι τοῦ Κράτους εἶναι οἱ πιστοὶ ὑπηρέται τῆς φατρίας· οἱ τελευταῖοι μάλιστα τούτων, οἱ Ἔπαρχοι, μὴ ἔχοντες δημοσίαν ἐνασχόλησιν, ἕνεκα τῆς τελευταίας κατὰ νομοὺς διαιρέσεως τῆς διοικήσεως, ἥτις διαρκεῖ, ἀφαιρέσασα ἀπ’ αὐτῶν τὸ πλεῖστον μέρος τῆς ἐργασίας των, μένουσιν ἀργοῦντες, καὶ καθήμενοι ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ κινούμενοι μετὰ τῶν ὁμίλων τῶν ὑπουργικῶν, ὡς κομματάρχισκοι Βουλευτοῦ τινος συμπολιτευομένου. Οἱ δημοτικοὶ ἀστυνόμοι, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησεν ἐσχάτως τὸ σοφὸν ἐκεῖνο καὶ γνωστὸν νομοθετικὸν μέτρον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀποτελοῦσι τὸ ἕτερον στρατόπεδον τῆς ἐμπολέμου σχεδὸν καταστάσεως καὶ ἀταξίας, εἰς ἣν σήμερον διατελοῦσι τὰ δημοτικὰ πράγματα. Αὐτὸς ὁ στρατὸς συγκινεῖται καὶ συνταράσσεται ἐκ τῆς ἐν γένει καχεξίας εἰς ἣν διατελεῖ ἕνεκα τῆς ἀδίκου καὶ ἄγαν μεροληπτικῆς ἐπιθεωρήσεως, ἥτις ἐσχάτως ἐγένετο εἰς αὐτόν. Τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, τῶν ὁποίων ἡ φάσις καὶ ἡ κρίσιμος θέσις εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας ἡμᾶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαγγέλλεται τὴν ἐπανόρθωσιν διὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα σήμερον φέρει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αὔριον ἀνακαλεῖ. Ἀφοῦ ἐπὶ μακρὰν χρονικὴν περίοδον ἐμελέτησε καὶ ἔσχε πᾶσαν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσῃ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, συνεκάλεσεν αὐτὴν καὶ ὑπέβαλεν εἰς αὐτὴν τὸν προϋπολογισμόν, διανεμηθέντα ἐν τεύχει εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς καὶ περιέχοντα ἰσοζύγιον, νομίζω μάλιστα καὶ κἄποιον περίσσευμα ἔκ τινων χιλιάδων ἢ ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος εἰσήχθη εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, ἔτυχε τῆς προσηκούσης αὐτῆς βασάνου καὶ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἤρξατο δὲ ἐν τῇ Βουλῇ γινομένη διὰ μακρῶν ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου. Οἱ ἀδυσώπητοι ἀριθμοὶ τοῦ ἐκ Φθιώτιδος ἀξιοτίμου συναδέλφου περὶ τοῦ τεραστίου ἐλλείμματος ἐκλόνησαν τὴν πεποίθησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὑπηγόρευσαν εἰς αὐτὸν ἄλλας σκέψεις. Ἡμέραν τινὰ ἠκούσαμεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μέλλει νὰ ἐκπλήξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους καὶ τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔφερε πρὸς σωτηρίαν τῆς ἀγορᾶς καὶ οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Κράτους· τοῦτο μάλιστα ἐφρόντισε νὰ διαδώσῃ ἀρκούντως διὰ τοῦ Μεσημβρινοῦ λεγομένου Πρακτορείου· καὶ τῷ ὄντι τὴν ἐπιοῦσαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὁλόκληρον τὸ κοινὸν μετ’ ἀγωνίας ἀνέμενον ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὰς νέας ἀναγγελίας. Ἦλθε, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐγκατέλιπε τὸν προϋπολογισμὸν αὑτοῦ καὶ μετὰ πατριωτικοῦ ἐνθουσιασμοῦ ἐπεκαλεῖτο τὸν πατριωτισμὸν τῶν Βουλευτῶν καὶ τοῦ Πανελληνίου ὁλοκλήρου πρὸς σωτηρίαν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, καὶ ἀνεφώνει: «Θέλω φόρους, ζητῶ νέους φόρους!»· τοὺς φόρους ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων ἄλλοτε τοσοῦτον ἡρωϊκῶς ἐξεστράτευσε, περισυλλέγων τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων πρὸς ἐπιτυχίαν ἑαυτοῦ καὶ τῆς πολιτικῆς αὑτοῦ μερίδος, ὅπερ ἐπαρκῶς καὶ ὑπερεπαρκῶς ἐπέτυχε κατὰ τὴν 7ην Ἀπριλίου. Προτείνει τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ δασμολογίου, τὸν πρόσθετον φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου, προτείνει σπουδαίαν προσθήκην ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ πετρελαίου, πρόσθετον φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ τὴν ἐπάνοδον τῶν δύο δεκατημορίων ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἅτινα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατήργησεν, ἐλαττώσασα τὸν φόρον ἐκεῖνον κατὰ τὸ τρίτον σχεδόν. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶχεν ἀπασχολήσει ἄλλοτε διαρκῶς καὶ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν τῇ ὁποίᾳ διὰ μακρῶν πολλὰ τῶν μελῶν τῆς μεγάλης ἐκείνης ἐπιτροπῆς δι’ εἰκόνων ζωηροτάτων ἐξέθηκαν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς ἣν διετέλει ὁ γεωργικὸς πληθυσμός, ὅστις δὲν ὑπέφερε τὸν φόρον τοῦτον. Ἐνθυμοῦμαι τὰς ὡραίας καὶ εὐγλώττους ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Πετρίδου, βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας, ὅστις τῷ ὄντι μετὰ πόνου καὶ δυνάμεως λόγου πολλῆς ἐξέθηκεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην, πόσον ἦτο δίκαιον καὶ ἀπαραίτητον νὰ καταργηθῇ ὁ πιεστικὸς καὶ ἄδικος ἐκεῖνος φόρος· μετ’ αὐτοῦ συνεφώνουν ὅλα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος καθ’ ὅλην ἐκείνην τὴν παρελθοῦσαν περίοδον. Εἰς τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν ἐκείνας πειθομένη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ θέλουσα ν’ ἀνακουφίσῃ τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν τῆς χώρας, ὅστις, ὡς γνωστὸν κατετρύχετο ὑπὸ μεγάλης πενίας, ἠλάττωσε τὸν φόρον. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, μετὰ τῶν νέων μέτρων, τὰ ὁποῖα εἰσάγει ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, εἰσάγει καὶ τὸ μέτρον τῆς ἐπανόδου τῶν δύο δεκατημορίων τοῦ φόρου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐγγίζει εἰς βαθεῖαν πληγὴν, καὶ ἀφορᾷ εἰς τὸν μέγαν πληθυσμὸν τῶν ἐκλογέων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δηλώσῃ τὴν ἐπαύριον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ τὴν αὔξησιν ταύτην, ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτήν. Εἰσάγει τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου καὶ ἐν γένει κατὰ τοῦ συστήματος τῶν μονοπωλίων εἶχεν ἄλλοτε ἀποφανθῆ στεντορείᾳ τῇ φωνῇ, καὶ ἐπιμόνως εἰσάγει τὸ μονοπώλιον, παρ’ οὗ προσδοκᾷ καὶ μεγάλας προσόδους καὶ μεγίστην ἀνακούφισιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐξεγείρονται ὅμως κατὰ τοῦ μέτρου τούτου πάντες οἱ πληθυσμοὶ τῶν καπνοπωλῶν καὶ καπνεμπόρων, πάντες οἱ κάτοικοι τῶν καπνοφόρων ἐπαρχιῶν, οἵτινες σπουδαῖα συμφέροντα ἐκ τούτου ἀντλοῦσι, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀῤῥωδεῖ καὶ δὲν ἐπιμένει εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, διότι καὶ τὰ ἐξ αὐτοῦ προσδοκώμενα κέρδη δὲν θὰ ἦναι πολὺ σημαντικὰ, καὶ πλῆθος ἀνθρώπων καὶ ἐπιτηδευματιῶν θέλουσι καταστραφῆ, στερούμενοι τοῦ μόνου βιοποριστικοῦ αὐτῶν μέσου. Ἡ σθεναρὰ καὶ σημαντικὴ ὁμιλία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νέον ἐμπνέει εἰς αὐτὸν δισταγμὸν, καὶ ἐκ τοῦ στόματός του ἐγκολποῦται τὰς οἰκονομίας, καὶ ἔρχεται τὴν ἐπιοῦσαν μετὰ προγράμματος οἰκονομικοῦ, ἀναφωνῶν: «Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐγὼ ἐλησμόνησα ἐμαυτόν; Καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ ἀνὴρ τῶν οἰκονομιῶν; Καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρῶτος τὰς προέβαλα; Καὶ βεβαίως ἐξ αὐτῶν θ’ ἀρυσθῶ μεγάλην ἀνακούφισιν διὰ τὰς δημοσίας ἀνάγκας.» Τοιουτοτρόπως δὲ, παραπαίων καὶ μεταμορφούμενος, ἐξακολουθεῖ τὴν ὀλισθηρὰν πορείαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας φέρεται ἀκατασχέτως, καὶ οὐδεὶς γινώσκει, ποῦ θὰ σταθῇ, καὶ ποῦ θὰ σταματήσῃ. Πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν εἰδεχθῆ εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἱστοροῦσι καὶ ζωγραφίζουσιν αἱ προσφάτως ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ διαφόρων συναδέλφων σοβαραὶ καὶ σπουδαῖαι ἐπερωτήσεις περὶ διαφόρων ἀντικειμένων, πρὸ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ὀῤῥωδεῖ καὶ ὑπεκφεύγει. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐβράδυνεν ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἐδίσταζε νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐζητήθησαν ἐπὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως. Πάντα, ὅσα διὰ βραχέων ἐξέθηκα, εἶναι βεβαίως φαινόμενα λυπηρὰ, τὰ ὁποῖα ἐμβάλλουσιν ἕκαστον ἐξ ἡμῶν εἰς σοβαρὰς σκέψεις καὶ μεγάλας ἀνησυχίας περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ τόπου τούτου. Ἀλλ’ ὅ,τι ἰδιαζόντως διεγείρει αἴσθημα ἀνιαρὸν, καὶ ἐμβάλλει ἕκαστον εἰς μεγάλην ἀπορίαν, εἶναι, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς, καταγόμενος ἐκ τόπου, ὅστις ἀνέκαθεν ἦτο καὶ εἶναι μία τῶν ἑστιῶν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς παιδεύσεως, πῶς δὲν εὗρεν ἐν τῇ εὐρείᾳ Ἀρκαδίᾳ, οὔτε ἐν τῇ λοιπῇ Πελοποννήσῳ, οὔτε ἐν τῇ ἀνατολικῇ καὶ δυτικῇ Ἑλλάδι, οὔτε ἐν ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου καὶ Ἰονίου πελάγους, οὔτε ἐν ταῖς ἑλληνικαῖς χώραις τοῦ ἐξωτερικοῦ τὸν ἐκλεκτὸν αὐτοῦ, ἵνα τοποθετήσῃ εἰς τὴν ὑψηλὴν θέσιν τοῦ Ἐφόρου τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, τοῦ φρουροῦ τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου τεμένους, ἐν τῷ ὁποίῳ φυλλάσσονται αἱ γνώσεις ὅλων τῶν αἰώνων καὶ ὅλων τῶν ἐθνῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν μεγίστην πνευματικὴν περιουσίαν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους, πῶς δὲν εὗρε τοῦτον ἐν ὅλῃ ταύτῃ τῇ εὐρείᾳ περιφερείᾳ καὶ εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ καθαρῶς ἑλληνικὰ διαμερίσματα, ἀλλ’ ἐξέλεξεν αὐτὸν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Κωνσταντινίδου, ἀνθρώπου προερχομένου ἐκ Βουλγαρίας καὶ ἀποβλήτου τῶν Ζαριρείων Παρθεναγωγείων! Εἶναι τῷ ὄντι θλιβερὸν, εἶναι ὀδυνηρὸν, νὰ ἀκούῃ τις ἐπιμένοντα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὸ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξίν του ταύτην,—διότι εἰς αὐτὸν ἀνήκει ὁ διορισμὸς τοῦ Κωνσταντινίδου,—καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι τὰ κατ’ αὐτοῦ ἐν τοῖς σχετικοῖς ἐγγράφοις περιεχόμενα εἶναι ἀποκυήματα σκευωρίας καὶ προσωπικῶν παθῶν. Καὶ τίς ἤθελεν ἐγκύψει εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐν τῷ φακέλλῳ ἐκείνῳ περιεχομένων ἐγγράφων, καὶ δὲν ἤθελε στρέψει μετὰ φρίκης καὶ ἀποστροφῆς τὸ πρόσωπον αὑτοῦ καὶ τὰ βλέμματα αὑτοῦ ἀπὸ τοῦ ὀνείδους, τὸ ὁποῖον περιέχουσι; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν πάντα ταῦτα νὰ γραφῶσιν ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἐκείνοις ἕνεκα προσωπικῶν παθῶν καὶ ἕνεκα ῥᾳδιουργιῶν καὶ τῶν τοιούτων, ἀφοῦ οἱ ἐξετάσαντες τὴν ὑπόθεσιν καὶ οἱ ἐνεργήσαντες τὴν ἀνάκρισιν περὶ τῆς ὑποθέσεως εἶναι πρόσωπα ἀνώτερα πάσης ὑπονοίας; Ὁ Μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως, ὁ ὁποῖος ἐπελάβετο τῆς ὑποθέσεως καὶ τῷ ὄντι μετὰ λεπτομερείας μεγίστης ἐξετάζει αὐτὴν, ὁ ἀπεσταλμένος τῶν Πατριαρχείων, ὁ ὁποῖος ἐπίσης μετὰ πολλῆς λεπτομερείας καὶ ἐμβριθείας ἐμελέτησε τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἀκριβῶς ἐκθέτει τὰ πράγματα, δὲν εἶναι πρόσωπα, περὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἐλάχιστος δισταγμός.
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Βουλευτά· εἰς τὸν Μητροπολίτην δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοὺς κανόνας νὰ διεξαγάγῃ ἀνάκρισιν ἐπὶ τοιούτου εἴδους κατηγορίας. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι πλαστά.
§23ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὁ Μητροπολίτης, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, εἶναι πάντοτε ὁ προϊστάμενος καὶ προεδρεύει τῶν τοιούτων καθιδρυμάτων· ὁ Μητροπολίτης εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκ καθήκοντος ὀφείλει νὰ ἐφιστᾷ τὴν προσοχήν του αὐστηρῶς ἐπὶ τῶν τοιούτων ὑποθέσεων· ὁ Μητροπολίτης ἔχει ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ πατάξῃ πᾶσαν κακοήθειαν καὶ πάντα ἐργάτην αὐτῆς, καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν χρηστότητα.
§24ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε. Ἐννοεῖτε νὰ διεξαγάγητε τὴ συζήτησιν μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Διότι ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει τίποτε ἀπὸ αὐτὰ, οὔτε ἠκούσαμέν τι, οὔτε εἴδομεν ἔγγραφα.
§25ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάγνωσις αὐτῶν. Λάβετε αὐτὰ καὶ ἀναγνώσατέ τα.
§26ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἀξιότιμε συνάδελφε, ἠκούσατε παρὰ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἐπερώτησιν ταύτην συναδέλφου, ὅτι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακοινωθῶσι καὶ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν οὔτε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν.
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δεχόμενοι ἐν τούτοις, ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀναγνωσθῶσι, δὲν πρέπει νὰ κάμνητε λόγον περὶ αὐτῶν· διότι, ἐὰν ἀνεγινώσκοντο, ἴσως μεταξὺ τῶν ἀκουσόντων οἱ πλεῖστοι ἤθελον διστάσει περὶ τῶν γραφομένων. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ἀνεγινώσκοντό τινα τῶν ἐγγράφων τούτων, ἠθέλετε ἀκούσει μᾶλλον τὸν καγχασμὸν τῶν ἀκροωμένων.
§28ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸν καγχασμὸν ἀκούει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διώρισεν αὐτὸ τὸ τέρας.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἤθελον νὰ τὰ προσκομίσω, διότι ὑπάρχουσιν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ γίνωσι γνωστά, διὰ λόγους πολιτικούς.
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατὶ τὰ προσηγάγετε;
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι σεῖς ἐπεμείνατε. Ὅτε δὲ τὰ κατέθηκα, δὲν ἠθέλησα ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ συστήσω τι πρὸς ὑμᾶς, ἵνα μὴ κινήσω τὴν περιέργειαν. Ὅτε κατῆλθον τοῦ βήματος, ἐπέστησα τὴν περιέργειαν ἐπί τινος ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον κατέθηκα· δὲν ἐννοῶ ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ κατάχρησις· νὰ λέγηται δηλαδὴ ἀφ’ ἑνὸς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἐγγράφων, καὶ ὅμως νὰ ὑβρίζωνται τὰ πρόσωπα. Ὑπάρχει Κυρία ἔγγαμος, ἡ ὁποία διευθύνει σήμερον ἓν τῶν μεγαλειτέρων Παρθεναγωγείων τῆς Μακεδονίας. Ἔπρεπε νὰ ἀναγνώσητε τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἵνα ἴδητε τὴν ἀναίδειαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦσι περὶ αὐτῆς, διότι ἦτο τότε μία τῶν διδασκάλων τοῦ Παρθεναγωγείου, τὴν ὁποίαν τὸ κόμμα δὲν ἤθελε· σήμερον ἡ Κυρία αὕτη εἶναι ὑπανδρευμένη.
§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ πῶς ὑμεῖς τὰ λέγετε σήμερον;
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ἀναφέρω, διὰ νὰ δείξω τὴν ἀσέβειάν τινων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§34ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἰς ἐμὲ δὲν δύνασθε νὰ ἀποδώσητε ἀσέβειαν, δίδοντα πίστιν εἰς ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου καὶ ὑπὸ τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Πατριάρχου· ἐγὼ δὲν θ’ ἀναγνώσω οὐδὲν τῶν ἐγγράφων τούτων, διότι τὸ θεωρῶ ἄντικρυς ἀσέβειαν πρὸς τὴν ἠθικὴν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω πάντας τοὺς ἐντίμους συναδέλφους νὰ ἐγκύψωσιν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν, καὶ δὲν ἔχω τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν, ὅτι πάντες ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν θέλουσι μὲ δικαιώσει, ἴσως δὲ καὶ ὑμεῖς εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς σας.
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπατᾶσθε!
§36ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἀφήσατε νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ ἔγγραφα πρῶτον.
§37ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ τὰ ἀναγνώσητε, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλετε καταληφθῆ ὑπὸ τῆς αὐτῆς, οἵας ἐγώ, ἀγανακτήσεως, καὶ θέλετε σχηματίσει τὴν αὐτὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν περὶ τοῦ προσγενομένου ἄγους,— διότι εἶναι ἄγος διὰ τὴν Ἑλλάδα τὸ γεγονὸς τοῦτο.
§38ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὑπάρχει βούλευμα ἢ ἀπόφασίς τις, ὥστε νὰ θεωρῆται ὡς ἐγκληματίας;
§39ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πρόκειται μόνον περὶ τῶν παραπόνων τῆς ὑπηρετρίας κατὰ τοῦ Κωνσταντινίδου· ἐνῷ, ἐξ ὅσων λέγετε, νομίζει τις, ὅτι συνέβησαν τέρατα καὶ σημεῖα.
§40ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν ἐγκύψητε εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐγγράφων, θέλετε καταληφθῆ καὶ ὑμεῖς ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἀγανακτήσεως, καὶ θέλετε σχηματίσει τὴν αὐτὴν μὲ ἐμὲ πεποίθησιν περὶ τοῦ μεγάλου ἐγκληματίου, καὶ περὶ τοῦ μεγάλου ἐνόχου.
§41ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Μὰ ποῖα τέλος πάντων εἶναι αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα;
§42ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν βεβαιοῦται πάντοτε ἡ ἀνηθικότης καὶ ἡ παράβασις τῆς χρηστότητος δι’ ἀποφάσεων δικαστικῶν· πολλάκις μυστικῶς ἐκτελοῦνται τὰ ἔργα τοῦ ἐγκλήματος· ἐν τούτοις ὑπάρχει βεβαιωμένον, καὶ ἡ κοινωνία ἐσχημάτισε περὶ αὐτοῦ πεποίθησιν· πολλοὶ ὡμίλησαν περὶ τοῦ γεγονότος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐκτίθεται εἰς ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἀμφισβήτησιν. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, ἥτις καθῆκον ἔχει νὰ ἀμείβῃ μόνον τὴν χρηστότητα καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν ἠθικὴν, ἐν τῇ ἐπισήμῳ αὐτῆς δράσει, ὀφείλει νὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου τὸ σκάνδαλον τοῦτο, διότι εἶναι λίαν βαρὺ ἐπὶ τοῦ τραχήλου τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἥτις διακρίνεται διὰ τὴν χρηστότητα καὶ τὴν αὐστηρότητα τῶν ἠθῶν αὐτῆς. Θέσατε λοιπὸν ἐκποδὼν τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἐτοποθετήσατε εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεως τοῦ Ἐφόρου τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης· ἄλλως θέλετε ἀποδείξει, ὅτι ἐπιμένετε εἰς πᾶσαν κακὴν πρᾶξιν, χαρακτηρίζουσαν δυστυχῶς τὴν διοίκησίν σας.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§44ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ καταθέσω ἔγγραφον ἐπερώτησιν. Πρόκειται περὶ ὑπομνήσεως ἐπερωτήσεως, ἣν ἔκαμα, περὶ τῶν μεταλλευτῶν ἐργατῶν.
§45ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Αἱ ἐργασίαι ἐξακολουθοῦσιν, ἵνα συλλεχθῶσι τὰ πορίσματα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐπερώτησίν σας. Τὸ ἔργον εἶναι δύσκολον, ἀλλ’ ἐλπίζω πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα.
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτω ἐγγράφως καὶ δύο ἄλλας ἐπερωτήσεις. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἐνδεχομένῃ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ 1892.)
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 10 ἑ. μ. συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Συγγρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§48ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς προκειμένης συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἔχω νὰ ὁμιλήσω κατ’ οὐσίαν, ἐπειδὴ καὶ ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας μου δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν. Ἐπιθυμῶ μόνον νὰ ζητήσω μίαν ἐξήγησιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 4 τῆς παρούσης συμβάσεως (ἀναγινώσκει): «Ἅμα ἡ Κυβέρνησις ἐξοφλήσῃ πρὸς τὴν Τράπεζαν τὴν εἰς χρυσὸν ὀφειλὴν αὐτῆς ἐκ προσωρινῶν δανείων, ὡς καὶ ἂν αὕτη ἐνεργήσῃ πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπιστροφὴν μέρους ἢ τοῦ ὅλου τοῦ εἰς μεταλλικὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ Τράπεζα αὕτη ὑποχρεοῦται, ἵνα, διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ ἐπιστρεφόμενα αὐτῇ ποσὰ τηρῇ ἐν τῷ μεταλλικῷ αὐτῆς ἀποταμιεύματι μέχρι ποσοῦ δραχμῶν 20,000,000, ἐλαττουμένου ἑκάστοτε τοῦ ἀποταμιεύματος τούτου κατὰ ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τυχὸν ἀναλαμβανόμενον ἐκ τοῦ εἰς μεταλλικὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ λογαριασμοῦ. Περὶ τῆς τοιαύτης ἀναλήψεως θέλει προειδοποιεῖ τὴν Τράπεζαν ἑκάστοτε ἡ Κυβέρνησις πρὸ 15 ἡμερῶν.» Ἐβασάνισα πολὺ καὶ ἐμελέτησα τὸ ἄρθρον, καὶ συγχωρήσατέ μοι, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη, νὰ ἐννοήσω τὴν ἔννοιάν του. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀπέναντι τῶν κυμαινομένων χρεῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν, τῶν προκαταβολῶν, ἐπιστρέψῃ τὸ ὅλον, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Τράπεζα νὰ συμπληρώσῃ τὸ μεταλλικὸν 20,000,000, ἢ δὲν εἶναι;
§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§50ΣΥΓΓΡΟΣ. Ὅσοι τὸ ἀνεγνώσατε, ἐσυμφωνήσατε, νομίζω, ὅτι ἡ ἔννοια δὲν ἐκφράζεται καθαρῶς. Περὶ τοιούτου πράγματος προκειμένου, νομίζω, ὅτι ἡ ἔννοια πρέπει νὰ ἦναι σαφεστάτη. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, καθόσον ἐγκρίνῃ, νὰ τροποποιήσῃ τὸ λεκτικὸν, διὰ νὰ μὴ συμβῶσι διενέξεις. Ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι ἡ φράσις δὲν ἐξηγεῖ τὸ πρᾶγμα. Ἐρωτῶ καὶ αὖθις τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπεστράφησαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ λάβῃ ἐκ προκαταβολῶν, εἶναι ὑποχρεωμένη ἢ δὲν εἶναι νὰ συμπληρώσῃ τὰ 20,000,000; «Ὄχι, ἀποκρίνεται ἡ Κυβέρνησις—καὶ ἐγὼ λαμβάνω σημείωσιν— δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη.» Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἐκτὸς τῶν προκαταβολῶν, τὰς ὁποίας ἔχει, νὰ λαμβάνῃ, καὶ ποσὸν ἐκ τοῦ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἱκανὸν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν 20,000,000· ἂς ὑποθέσωμεν π. χ. ὅτι ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν μεταλλικοῦ μόνον δύο ἑκατομμύρια· ἡ Τράπεζα εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ συμπληρώσῃ τὸ μεταλλικὸν εἰς 20,000,000; καὶ ἂν ἦναι ὑποχρεωμένη, δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις, ὁπόταν λάβῃ ἀνάγκην καὶ αὐτῶν τῶν 20,000,000, νὰ τὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ; καὶ μέχρι ποίου ποσοῦ; Ἰδοὺ τί νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 4 δὲν διασαφηνίζει, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διασαφηνίσῃ. Δὲν προτίθεμαι νὰ πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ ζητῶ νὰ τροποποιηθῇ ἡ φράσις τοῦ ἄρθρου, ὥστε νὰ ἦναι πασίδηλον καὶ νὰ μὴ ἐπιδέχηται ἀμφιβολίαν. Πράττω τὸ καθῆκόν μου ἁπλῶς καὶ ἀμερολήπτως, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ εὑρίσκω, κατὰ τὸ λεκτικὸν τοῦ ἄρθρου, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη· δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ εἰσδύσω εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ συμπληρώσῃ, καὶ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῇ ἔδωκεν ἱκανὸν ποσὸν, ὥστε νὰ φθάσῃ εἰς 20,000,000, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κρατήσῃ· ἐπέρχεται τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα πῶς πλέον θὰ δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ λαμβάνῃ ἐξ αὐτῶν τῶν 20 ἑκατομμυρίων τὸ ἀπομεῖναν τῶν 14,000,000, ἢ ἄλλα 20,000,000; Ἐμελέτησα ἐπανειλημμένως τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξαγάγω οὐδὲν καθαρὸν συμπέρασμα· δὲν περιωρίσθην εἰς τὰ ἰδικά μου φῶτα, ἀλλὰ ἠρώτησα καὶ ἄλλους, πεπειραμένους περὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ αὐτοὶ εὑρέθησαν εἰς ἀπορίαν. Ζητῶ λοιπὸν νὰ ὁρισθῇ καθαρῶς τὸ ἄρθρον, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθωσι διαφωνίαι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν. Ἐπαναλαμβάνω· κατ’ ἐμὲ κριτὴν, τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ εἴπῃ, ὅτι, ὅταν ἐπιστρέψῃ τὸ ὅλον τοῦ μεταλλικοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τότε θὰ δύναται, ὁπόταν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἀναλαμβάνῃ ὀπίσω μέχρι τῶν 14,000,000. Αὐτὸ ἦτο τὸ πνεῦμα, ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον δὲν φαίνεται. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τι νὰ μοὶ εἴπῃ, θὰ μὲ ὑποχρεώσῃ τὰ μέγιστα.... Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλίγα ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, καὶ νὰ γνωμοδοτήσω, ὅτι ἡ Τράπεζα ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἐσκέφθησαν ὑγιῶς κατὰ τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως ταύτης. Κατ’ ἐμὲ, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶναι ὕλη φορολογήσιμος· εἶμαι εὐτυχὴς, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δύναμαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἀμερολήπτως. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἵδρυμα, ἔχον συνάφειαν ἀδιαχώριστον μετὰ τῆς ἐθνικῆς ἐν γένει καταστάσεως, οὕτως εἰπεῖν, μετὰ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ὁ προορισμὸς αὐτῆς ἦτο, εἶναι καὶ θὰ ἦναι, νὰ συντελῇ εἰς τὴν γενικὴν εὐημερίαν καὶ ἐμμέσως εἰς τὴν τοῦ Κράτους. Νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν, τοῦ νὰ ἀποδίδῃ τὸ ¼ τῶν κερδῶν, δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ προσπαθήσωμεν τίνι τρόπῳ νὰ τὴν κάμωμεν νὰ πληρώσῃ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν διὰ θυσίας βλαπτούσης αὐτὴν, μὴ ὠφελούσης δὲ τὸ Κράτος, οὐδὲ τὴν κοινωνίαν. Τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἀπολαύσεως τῶν 2,500,000 δὲν ὠφελεῖται σπουδαίως, διότι ταῦτα πρὸς 6% ἀποφέρουσιν 150,000 δραχμὰς ἐτησίως· ποσὸν, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους οὐσιωδῶς ἡ Τράπεζα ἀφ’ ἑτέρου ποιεῖ μίαν θυσίαν, ἥτις, ἀφοῦ δὲν ὠφελεῖ τὸ Κράτος, δὲν ὠφελεῖ τὴν κοινωνίαν. Ὑπάρχει ἄλλος τρόπος, νὰ μὴ ἀπαλλάξωμεν τὴν τὴν Τράπεζαν ἀπ’ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀπαλλάξωμεν πρὸς ὄφελος τῆς κοινωνίας, πρὸς ὄφελος τῆς χρηματικῆς καταστάσεως; Ἐγὼ νομίζω ναί’ καὶ τὰ μέσα εἶναι πολλά. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν περιμένει βεβαίως ἡ Βουλὴ ἀπὸ ἐμὲ νὰ κάμω, οὕτως εἰπεῖν, μίαν γνωμοδότησιν περὶ τοῦ πρακτέου, ἀλλὰ δύναμαι προχείρως νὰ ὑποδείξω, ὅτι ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν: Ἐθνικὴ Τράπεζα, λάβε αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ συμπληρώσῃς τὸ μεταλλικόν σου εἰς 20 ἑκατομμύρια ἢ εἰς 15, καὶ οὕτω νὰ ἐμπνεύσῃς πίστιν εἰς τὰ τραπεζογραμμάτια’ ἐπειδὴ δὲ τὸ Κράτος τὰ μεταχειρίζεται ὡς νόμισμα τοῦ τόπου, ὠφελεῖται ἐμμέσως ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως αὐτῶν. Ἄλλο: Ἡ Τράπεζα ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ ἐκδίδῃ τραπεζογραμμάτια μέχρι τοῦ ποσοῦ διὰ λογαριασμόν της τῶν 60,000,000. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν (καὶ εἶμαι εὐτυχής, διότι τὴν στιγμὴν ταύτην συναντῶμαι μὲ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ): ὀλιγόστευσον τὰ κυκλοφοροῦντα γραμμάτια κατὰ 10 ἢ 15 ἑκατομμύρια; Οὕτω θὰ ἐπήρχετο βελτίωσις ὡς πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χαρτονομίσματος καὶ τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, ἐξ ἧς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην χρυσοῦ, θὰ ὠφεληθῇ.
§51ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλαττούμενον τὸ ποσὸν τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ χαρτονομίσματος, θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς συναλλαγῆς;
§52ΣΥΓΓΡΟΣ. Ὑπεραρκεῖ.
§53ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ.
§54ΣΥΓΓΡΟΣ. Θὰ μὲ φωτίσητε, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ. Ἀλλ’ οἱ ἁρμόδιοι περὶ τὰ τοιαῦτα ἔχουσι γνώμην ἐναντίαν τῆς ἰδικῆς σας.
§55ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀναφέρω συγγραφεῖς.
§56ΣΥΓΓΡΟΣ. Θέλω σᾶς εὐχαριστήσει διὰ τὸ μάθημα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔῤῥιψα μόνον ἰδέας τινάς, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ἁρμόδιοι δύνανται καλλίτερον ἐμοῦ νὰ σκεφθῶσι περὶ τοῦ πρακτέου. Οἱ λόγοι μου δὲν θέλουσι φέρει βεβαίως σήμερον ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκτυποῦνται, ἴσως μελετηθῶσιν εἰς τὸ μέλλον, καίτοι καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχω πολλὴν πεποίθησιν. Δύναταί τις νὰ μοὶ ἀντείπῃ: «πολὺ καλὰ, ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς στενόχωρον θέσιν· εἶχεν ἀνάγκην τῶν 2,500,000· αἱ περιστάσεις τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσιν ἀναβολήν»· προλαμβάνων ἀντερωτῶ: «Μήπως ἡ Τράπεζα, δίδουσα τὰ 2,500,000, δὲν ἦναι δῆλον, ὅτι τὰ ἔχει, διὰ νὰ τὰ δώσῃ; Βεβαίως τὰ ἔχει...» (Θόρυβος ἐκ βηχὸς διαρκοῦς ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§57ΣΧΙΝΑΣ. Νὰ διατάξητε νὰ κενωθῶσι τὰ ἀτακτοῦντα ἀκροατήρια, κύριε Πρόεδρε.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα νὰ βγάλουν τοὺς ἀτακτοῦντας.
§59ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἀφοῦ ἡ Τράπεζα ἔχει τὸ ποσὸν καὶ δύναται νὰ τὸ διαθέσῃ, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ μέτρον αὐτό, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὰ 2,500,000 ἢ τὰ 3,000,000. Πολὺ καλῶς ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ μίαν προκαταβολήν, καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα νὰ τὸ διευθετήσῃ συγχρόνως πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους, καὶ αὐτῆς τῆς Τραπέζης, τῆς ὁποίας ἡ ὑπόληψις βεβαίως εἶναι πολυτιμοτέρα καὶ τῆς θυσίας αὐτῆς. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ ἔχει μέγα συμφέρον διὰ τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, οὐχὶ διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν μετοχῶν αὐτῆς,—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τῇ ἦναι ἀδιάφορον,—ἀλλὰ διότι ἡ ὑποτίμησις τοῦ χρυσοῦ διὰ τὴν Τράπεζαν εἶναι ζωτικὸν ζήτημα πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως, καὶ τὸ μέρισμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα διανέμει σήμερον, ἤτοι αἱ 100 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας διένειμεν ὡς μέρισμα τελευταῖον, εἶναι ἴσαι πρὸς 85 πρὸ 2 ἢ 3 ἐτῶν, καὶ 70 μόνον πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ὅθεν ἔχει τὸ συμφέρον τὸ ἄμεσον καὶ αὐτὴ, καθὼς καὶ τὸ Κράτος, τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ τραπεζογραμματίου της καὶ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι, ἂν τῇ ἐδίδετο ἀφορμὴ νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἤθελε προθυμότατα εἰσέλθει εἰς τοιούτου εἴδους συνδυασμόν. Ἀντὶ ἐξαγορᾶς τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις ἄλλως τε δὲν δύναται νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν τὰς προκαταβολὰς, πρὶν ἢ ἐπιτύχῃ δάνειον πάγιον· ὅταν δὲ ἐπιτύχῃ δάνειον τοιοῦτον, ἢ 8,000,000 ἀποδώσῃ ἐπὶ ταῖς προκαταβολαῖς, ἢ 10,500,000, τὸ πρᾶγμα εἶναι περίπου τὸ αὐτό. Ἐν τῇ σειρᾷ τοῦ λόγου μου τώρα ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶχεν εἴπει, ὅτι διεπραγματεύετο δάνειον ἐν Λονδίνῳ, τὸ ὁποῖον, δὲν ἐνθυμοῦμαι διὰ ποίαν αἰτίαν, εἶπεν ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν. Μεταξὺ τῶν σχεδίων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε κατὰ νοῦν, ἦτο καὶ ἡ ἐπιστροφὴ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῶν 14,000,000, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος τῇ ὀφείλει εἰς μεταλλικὸν ἀπέναντι τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐσκέφθην πολὺ, ἐπειδὴ συνήθως πολὺ προσέχω εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐσκέφθην πολὺ ἐπὶ τῶν λόγων αὐτῶν, καὶ ἐνόμιζα ὅτι ἡ ἰδέα δι’ ἐμὲ ἦτο νέα, καὶ ὅτι ἐγὼ δὲν ἐσκέφθην ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πιθανῶς ἤθελον ἔχει ἀποτελέσματα ἀγαθὰ ὑπὲρ τοῦ τόπου· ἐμελέτησα ἑπομένως, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν συνεφώνησα μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἐσυλλογίσθην ὅτι ἀπότισις τῶν 14,000,000 ἤθελεν ἐνισχύσει τὴν θέσιν τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἤθελε τὴν ἐνισχύσει προσωρινῶς, διότι δὲν ἐθεράπευε διαρκῶς τὸ κακόν. Ἠθέλομεν δώσει εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν τὰ 14,000,000, καὶ εἰς πρώτην ἀνάγκην θὰ τῇ ἐζητοῦμεν τὴν ἐπιστροφὴν αὐτῶν· ὁ τοιοῦτος δὲ σκοπὸς καταφαίνεται ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι ἠκολουθεῖτο τὸ αὐτὸ σύστημα, δηλ. ἐκάμνομεν μίαν παρακαταθήκην χρημάτων εἰς ἓν μέρος, ἐπιφυλαττόμενοι εἰς πρώτην ἀνάγκην νὰ τὰ ἐπαναλάβωμεν· αὐτὸ δὲν ὀνομάζεται μέτρον διαρκοῦς ἀποτελέσματος. Κατ’ ἐμὲ, τί ἤθελε συμβῆ; Ἤθελε συμβῆ ὅτι τὸ Κράτος ἤθελε πληρώσει τὸν τόκον αὐτῶν τῶν 14,000,000, ἀντὶ πρὸς 1%, πρὸς 6, πρὸς 7 ἢ πρὸς 8%, ὅπως κατὰ δυστυχίαν σήμερον πρόκειται νὰ πληρώσωμεν, ἐνῷ πρὸς 1% ἔχομεν τὴν χρῆσιν αὐτῶν τῶν χρημάτων, καὶ εἰς πρώτην ἀνάγκην ἠθέλομεν τὰ λάβει ὀπίσω, καὶ ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸν αὐτὸν παρονομαστὴν τὸν σημερινόν. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ οἰκονομήσωμεν τὸ πρᾶγμα, ἐὰν καὶ ὁπόταν δάνειον τοιοῦτον ἐπιτύχωμεν; Ἀντὶ νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ ποσὸν τῶν 14,000,000 εἰς χρυσὸν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ θέσωμεν αὐτὰ τὰ 14,000,000 φράγκα εἰς τὴν διάθεσίν μας διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Εὐρώπῃ καὶ νὰ τὰ ὠφελιμοποιήσωμεν διὰ τραβηγμάτων ἐπ’ αὐτῶν πρὸς 120 ἢ 130 ἀντὶ τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ν’ ἀποσύρωμεν τῆς κυκλοφορίας καὶ ὠφεληθῶμεν καὶ τὴν διαφορὰν συναλλάγματος, ἤτοι τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ.
§60ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τραπεζικῶν γραμματίων;
§61ΣΥΓΓΡΟΣ. Εἰς ἀπόσυρσιν τραπεζικῶν γραμματίων μάλιστα, διὰ νὰ ὀλιγοστεύσητε τὸ ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὅταν τὸ ποσὸν τῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κυκλοφορίας ὀλιγοστεύσῃ, ὁ χρυσὸς ὑποτιμᾶται· ὅταν δὲ ὑποτιμᾶται ὁ χρυσὸς, τότε τὸ γραμμάτιον εἶναι σχεδὸν χρυσός. Ἰδοὺ διατὶ δὲν θὰ ἐσύμφερε νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν τὰ 14,000,000 εἰς χρυσόν.
§62ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ χρυσὸς, διότι, ὅταν ὑπάρχῃ χρυσὸς, τότε τὸ γραμμάτιον ἀφ’ ἑαυτοῦ ἀναβιβάζεται. Διότι σήμερον δὲν ὑπάρχει χρυσὸς, διὰ τοῦτο ὑποτιμᾶται τὸ γραμμάτιον.
§63ΣΥΓΓΡΟΣ. Σᾶς εἶπον, κύριε Βουλευτὰ Εὐβοίας, καὶ πάλιν σᾶς παρακαλῶ, νὰ παρακολουθῆτε τὴν ὁμιλίαν μου. Σᾶς εἶπον, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ ἐπιστρέψητε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὰ 14,000,000 διὰ νὰ μένωσι νεκρὰ, κεκλεισμένα εἰς τὸ ταμεῖον αὐτῆς, τότε τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὸ γραμμάτιον ὑπερτιμᾶται· διότι, καθὼς εἴπετε ἡ εὐγενεία σας, ἡ ἰδέα τοῦ ὅτι ὁ χρυσὸς ὑπάρχει θὰ ὑπερτιμήσῃ τὸ γραμμάτιον. Ἀλλὰ ἂν ἔχωμεν τὸν σκοπὸν, καθὼς τὸν ἔχομεν, καὶ τὰ πράγματα οὕτω βαίνουσιν, ἂν ἔχωμεν, λέγω, τὸν σκοπὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ ζητήσωμεν ὕστερον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὰ χρήματα αὐτὰ πάλιν εἰς πρώτην ἀνάγκην, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν αὐτὸν παρονομαστήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι προτιμότερον νὰ μεταχειρισθῶμεν τὰ 14,000,000, ἵνα ἀποσύρωμεν χαρτονομίσματα καὶ νὰ μὴ χάσωμεν καὶ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν, διότι μὲ 14,000,000 χρυσοῦ θέλομεν ἀποσύρει περὶ τὰ 20,000,000 χαρτονομίσματα. Ἂν δὲ πρόκηται νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πάλιν δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου δὲν θὰ φθάσητε νὰ δώσητε τὸν χρυσὸν εἰς ἰσοτιμίαν, πάλιν αὐτὰ τὰ 5 ἢ 6 ἢ 7 ἢ 8 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπολαύσητε ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, θὰ ἦναι κέρδος εἰς τὸ Κράτος. Τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἔχω.
§64ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν; Τὴν παρακαταθήκην τοῦ χρυσοῦ νομίσματος εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν στηρίζετε εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ τραπεζογραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑποτιμῶνται ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως πίστεως τῆς κοινωνίας πρὸς τὴν Τράπεζαν· ἕνεκα τούτου φρονεῖτε, ὅτι, ἂν ἡ Τράπεζα εἶχε μεταλλικὸν ἐν τοῖς ταμείοις της, τὸ μεταλλικὸν τοῦτο, τὸ ὑπάρχον ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Τραπέζης, θὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ὑπερτιμηθῇ τὸ γραμμάτιόν της· εἶναι ἡ μία ἰδέα σας. Ἡ ἄλλη ἰδέα σας εἶναι, ὅτι ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζογραμματίου ὀφείλεται εἰς τὴν πληθώραν τῶν τραπεζογραμματίων, καὶ ὡς ἐκ τούτου συμφέρον ἔχομεν ν’ ἀγοράσωμεν τραπεζογραμμάτια.
§65ΣΥΓΓΡΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀλληλένδετον, κύριε Βουλευτά.
§66ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ν’ ἀποσύρωμεν τραπεζογραμμάτια καὶ τοιουτοτρόπως... Μὰ ἀκούσατε νὰ τελειώσω!
§67ΣΥΓΓΡΟΣ. Ναί· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ περιμείνω νὰ κάμητε ὁλόκληρον ὁμιλίαν· διακοπὴν μόνον ἐδέχθην (ἱλαρότης). Εἴχετε μίαν ἀπορίαν· σᾶς τὴν ἔλυσα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω. Κατόπιν ἀναβαίνετε τὸ βῆμα καὶ μοὶ ἀπαντᾶτε. Λοιπὸν ἔλεγον, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου, ἤτοι ἂν τὸ χρῆμα αὐτὸ κατατεθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ἀνεπιστρεπτεὶ, θὰ ἦτο ὠφέλιμον ἐν γένει· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, βλέπω εἰς τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ κατατεθῇ ἀνεπιστρεπτεὶ, ἀπ’ ἐναντίας εἰς πρώτην ἀνάγκην πᾶσα Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ λάβῃ πάλιν, καὶ τότε τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ἐπιζημιώτατον. Ἀφ’ ἑτέρου ἂν τοῦτο μεταχειρισθῶμεν εἰς ἀπόσυρσιν γραμματίων, τὸ ἀποσυρθὲν δὲν δύναται πλέον νὰ ἐπιστρέψῃ... (θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις). Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀδίκως σᾶς ἀπασχολῶ.
§68ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐξακολουθεῖτε, κύριε Συγγρέ· πάντοτε ἀληθείας λέγετε.
§69ΣΥΓΓΡΟΣ. Ὅλον μὲ ὑποθέσεις συζητοῦμεν, καὶ μὲ τὰς ὑποθέσεις καὶ τὰς θεωρίας δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα.
§70ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς τὰ πράγματα. Ἓν δάνειον νὰ μᾶς κάμητε.
§71ΣΥΓΓΡΟΣ. Νὰ εὕρωμεν δάνειον, καὶ ὅταν εὕρωμεν δάνειον...
§72ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ συντελέσητε καὶ σεῖς;
§73ΣΥΓΓΡΟΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἐκταθῶ σήμερον περισσότερον, ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ Κύριοι μὲ προκαλοῦν περὶ δανείου, ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι καὶ τὰ δάνεια αὐτὰ ἔχουσιν ἀνάγκην συστήματος, ἐγὼ δὲ σύστημα δὲν βλέπω. Βλέπω, ὅτι εἴμεθα καιροσκόποι, τὸ λεγόμενον γαλλιστὶ opportunistes, καὶ ζητοῦμεν νὰ θεραπεύσωμεν ἀνάγκας τῆς στιγμῆς, μὴ σκεπτόμενοι περὶ τῆς αὔριον. Ἀκούω δεξιόθεν, ἀριστερόθεν, πανταχόθεν: «δάνειον, εὕρομεν δάνειον, εὕρομεν προκαταβολήν!» — μὲ συγχωρεῖτε, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὴν παρέκβασιν περαιτέρω, ἀλλὰ σεῖς εἰς τοῦτο μὲ ἐξαναγκάζετε—«δάνειον εὕρομεν, προκαταβολὴν εὕρομεν· ἐσώθημεν!» Ἐγώ, ὡς ἄνθρωπος κἄπως εἰδικός, ὁσάκις ἐδέησε νὰ πείσω κεφαλαιούχους—διότι τὰ ἰδικά μου τὰ κεφάλαια βεβαίως δὲν ἐπαρκοῦσι διὰ νὰ κάμνω δάνεια εἰς τὰ Κράτη—νὰ πείσω, λέγω, κεφαλαιούχους, ἵνα δανείσωσιν ἡμῖν, πάντοτε ἤκουσα παρ’ αὐτῶν: «ποῖος, κύριε, εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ δανείου; εἰς τί θέλετε μεταχειρισθῆ τὸ δάνειον; ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι σας; ὁποῖοι οἱ πόροι σας πρὸς ὑπηρεσίαν αὐτοῦ;» Καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι, ἂν ἀπεκρινόμην εἰς τοὺς κεφαλαιούχους Α ἢ Β: «Ἄ! τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην.—Διατὶ ἔχει ἀνάγκην; —Διότι ἔχει ἀνάγκην, καὶ ὁποῖοι οἱ πόροι, δὲν εἶναι ἰδική σας δουλειά,» βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ ἤκουον ἀρνητικὴν ἀπάντησιν. Καὶ κατὰ δυστυχίαν...
§74ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Διὰ νὰ μᾶς κάμουν χάριν μᾶς δανείζουν;
§75ΣΥΓΓΡΟΣ. Καὶ κατὰ δυστυχίαν... (Διακοπαί.) Ἰδοὺ ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πνευμάτων, κύριοι! Ἔχομεν τὸ δεῖγμα! Ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν σοβαρῶς, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας μᾶς λέγει: «μᾶς δανείζουν χάρισμα!»... Οὐδεὶς σᾶς δανείζει χάρισμα, κύριε Βουλευτά. Ἀλλὰ τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι ἡ ἐρώτησίς σας εἶναι ἔξω τοῦ προκειμένου. Συζητοῦμεν σοβαρῶς· δὲν συζητοῦμεν ἂν μᾶς χαρίζουν ἢ ὄχι.
§76ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Μᾶς δανείζουν διὰ χάριν, ἢ διότι μᾶς νομίζουν φερεγγύους;
§77ΣΥΓΓΡΟΣ. Σᾶς δανείζουν, ὅταν σᾶς ἐμπιστεύωνται· δὲν σᾶς δανείζουν, ὅταν δὲν σᾶς ἐμπιστεύωνται. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι ἐμπιστοσύνης, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ δάνεια καὶ ὅρους ἀξιοπρεπεῖς. Ἐνόσῳ ὅλοι ἀναμιγνυόμεθα εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν, εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐμελετήσαμεν, εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τῆς εἰδικότητός μας, εἰς τοιαύτην κατάστασιν θὰ εὑρισκώμεθα, Κύριοι. Τὸ λέγω μετὰ παῤῥησίας. Δὲν εἶναι ἴδιον ἑκάστου νὰ ἀναμιγνύηται εἰς πάντα, καὶ ἐγὼ αὐτός, ὅταν πρόκηται περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ἀπέχω. Τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ πατριωτικόν.
§78ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Ὅ,τι λέγετε σεῖς νὰ ἀκούωμεν;
§79ΣΥΓΓΡΟΣ. Τοῦτο εἶναι τὸ πατριωτικόν. Ἕκαστος εἰς ὃ ἐκλήθη.
§80ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Ὅ,τι λέγετε σεῖς;
§81ΣΥΓΓΡΟΣ. Ὄχι, Κύριε· λίαν εὐχαρίστως συζητῶ μὲ ἀνθρώπους εἰδικούς.
§82ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν πρέπει ἡμεῖς οἱ μὴ εἰδικοὶ νὰ ἐρωτῶμεν;
§83ΣΥΓΓΡΟΣ. Ὄχι, Κύριε. Νὰ μάθητε πρίν, νὰ μελετήσητε κατ’ ἰδίαν, ὄχι νὰ διακόπτητε τὸν ἀγορεύοντα, διὰ νὰ τὸ λέγητε, ἂν σᾶς χαρίζουν τὰ δάνεια...
§84ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐπειδὴ ἄλλοτε μᾶς εἶπες, ὅτι μᾶς ἐχάρισες τὰ 135,000,000.
§85ΣΥΓΓΡΟΣ. Μάλιστα, Κύριε, διατείνομαι, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου ἐλάβομεν μέγα ποσὸν δωρεάν· καὶ εὔχομαι εἰς πάντα κυβερνήτην νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν αὐτὴν εὐάρεστον θέσιν, καὶ εὔχομαι καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παροῦσαν, καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, νὰ ἐπιτύχῃ δάνειον ὅμοιον ἐκείνῳ, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ κἄπως ἀσθενῶς κατώρθωσα νὰ συνεργήσω.
§86ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. ... (θόρυβος).
§87ΣΥΓΓΡΟΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ἐπειδὴ ἄκοντός μου ἀνεκινήθη αὖθις τοῦτο τὸ ζήτημα, ὅτι εὔχομαι καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, καὶ ὅτε ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦμαι Βουλευτὴς, εὔχομαι, λέγω, νὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη κατὰ τὸ 1887. Θὰ ἦμαι εὐτυχὴς, εὐτυχέστατος, ἂν ἴδω τοιαύτην ἐπιτυχίαν, καὶ ἐπανέρχομαι λέγων, ὅτι αἱ φράσεις «εὕρομεν δάνειον, θὰ εὕρωμεν δάνειον 20, 10, 5 ἑκατομμυρίων», εἶναι φράσεις κεναί. Ἐγὼ θὰ ἠρώτων: εὕρομεν σύστημα; εὕρομεν θεραπείαν; Τὰ δάνεια παρακολουθοῦσι τὸ σύστημα· αἱ εὐκολίαι αἱ χρηματικαὶ παρακολουθοῦσι τὸ σύστημα· ἡ διόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους παρακολουθεῖ τὸ σύστημα. Ἄνευ συστήματος οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδέν. Ἠκούομεν λεγόμενον, ὅτι δὲν θέλομεν ἀκολουθήσει τὸ σύστημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι θὰ ἀκολουθήσωμεν ἄλλο σύστημα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ποῖον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθοῦμεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐλεύσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως; Ἐζητήσαμεν προκαταβολὰς διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ τοκομερίδια. Καὶ τί ἄλλο εἶναι αὐτὸ, παρὰ ἐξακολούθησις τοῦ αὐτοῦ συστήματος, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι τώρα ὑποθηκεύομεν τοὺς τίτλους τοῦ δανείου, καὶ τότε δὲν ὑπεθηκεύομεν τίποτε; Καὶ ποίους ὅρους ἐπετύχομεν; Ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ, ὅτι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην 100,000 λιρῶν, καὶ ὅτι εὑρέθη μόνος, καὶ ὅτι δύο ἄνθρωποι εὑρέθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα σώσωσι τὸ Κράτος, παρέχοντες αὐτῷ τὰς 100,000 λίρας. Νομίζω, ὅτι δὲν λέγω ὑπερβολὴν, λέγων τὸ τοιοῦτον. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι περὶ τοῦ τοιούτου δὲν εἶχον γνῶσιν. Ἀπηυθύνθην εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ ἔμαθον, ὅτι πραγματικῶς μία Τράπεζα Γερμανικὴ ἐζήτει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν 400,000 λίρας, τὰς ὁποίας τῇ εἶχε προκαταβάλει, ἡ δὲ Κυβέρνησις εὑρέθη δικαίως λίαν ἐστενοχωρημένη, εἰς τοιαύτην ὥραν λαμβάνουσα τὴν αἴτησιν ἀποτίσεως τῶν 100,000 λιρῶν. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐγένετο μία προκαταβολὴ ἐκ λιρῶν 50,000, τὴν ὁποίαν εὗρον εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως»· τὰς δανείζεται τὸ Κράτος πρὸς 5 καὶ ¾% κατ’ ἔτος καὶ ½% προμήθειαν ἐφ’ ἅπαξ διὰ 2½ μῆνας, καὶ δίδει εἰς ἐνέχυρον τὰς ὁμολογίας τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης πρὸς 50% διὰ 2½ μῆνας· ½% διὰ 12 μῆνας πόσον γίνεται; περίπου 3%, καὶ 5 καὶ ¾%; φθάνομεν εἰς τὸ 8 καὶ ¾%.
§88ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς 2½ μῆνας γίνεται...
§89ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἔχω πεποίθησιν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας. Εἶσθε ἄριστος μαθηματικός· τὸ γνωρίζω....
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἴμεθα ὅλοι χαβιαροχανῖται!
§91ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἰδοὺ ποῦ κατηντήσαμεν, Κύριοι!....
§92ΜΑΥΡΟΣ....
§93ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τοῦ κυρίου Συγγροῦ ἐξέφυγε μία φράσις, χωρὶς νὰ ἐννοήσῃ τὴν σημασίαν αὐτῆς.
§94ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐπανέρχομαι, ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν μου. Πρὸς πόσον ἀναβαίνει ὁ τόκος, σᾶς παρακαλῶ;
§95ΣΧΙΝΑΣ. Πρὸς 2 καὶ 40.
§96ΣΥΓΓΡΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι περισσότερος.
§97ΣΧΙΝΑΣ. 20 λεπτὰ κατὰ μῆνα, κύριε συνάδελφε.
§98ΣΥΓΓΡΟΣ. Ὀρθόν. 5 καὶ ¾ καὶ 2 καὶ 40 κάμνουν σχεδὸν 8¼. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἑτέρων 50,000 λιρῶν. Αἱ 50,000 αὗται λίραι πῶς εὑρέθησαν; Εὑρέθη ἄλλος τραπεζίτης, ὁ ὁποῖος σᾶς παρεχώρησε πρὸς 6% τόκον ἄνευ προμηθείας, ἀλλ’ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπὶ καταθέσει τοῦ ἰσοτίμου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ νὰ κανονισθῇ τὸ συνάλλαγμα ἐντὸς 2½ μηνῶν. Τότε τὸ συνάλλαγμα δὲν νομίζω νὰ ἤξιζε περισσότερον τῶν 132 ἢ 133 λεπτῶν τὸ φράγκον, σήμερον ἀξίζει 140. Δὲν γνωρίζω εἰς ποίαν τιμὴν θὰ κανονίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ ἦναι εὐθηνότερον τοῦ προλαβόντος· καὶ ὅστις θέλει, ἂς κάμῃ τὸν λογαριασμὸν τοῦ τί τόκον θέλει πληρώσει τὸ Κράτος δι’ αὐτὴν τὴν δῆθεν προκαταβολήν. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν, οὐδαμῶς. Ἴσως καὶ ἐγὼ, ἄν ἤμην εἰς τὴν αὐτὴν στενόχωρον θέσιν, τὸ αὐτὸ θὰ ἔπραττον· ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὰ συμβαίνουσι διότι σύστημα δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐλεύσεως τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρχε σύστημα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ, ὅτι εἰς οὐδεμίαν στενοχωρίαν ἠθέλομεν περιέλθει· καὶ ἰδοὺ διατί· ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τοῦ νὰ μὴ λέγωμεν: «ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔπταισεν· ἡμεῖς δὲν παραδεχόμεθα τὸ σύστημά της, ἀλλὰ κάμνομεν καὶ ἡμεῖς τὰ αὐτὰ, διότι ἡ κατάστασις εἶναι στενόχωρος, διότι ἡ κατάστασις εἶναι δεινὴ, καὶ πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ γείνῃ ὅ,τι δύναται νὰ σώσῃ τὸν τόπον.» Ἡ Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα εἰς τὰ πράγματα, εὗρεν 8 ἑκατομμύρια εἰς μεταλλικόν· εὗρε δὲ ἀδιάθετον τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης ἐκ 40,000,000 πραγματικῶν. Ἐξ αὐτῶν, ἕνεκεν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους κατεπειγουσῶν, εὐλόγως ἐνέκρινεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πωλήσῃ τὸ ἓν τρίτον τοῦ ἡμίσεως. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι ἔδωκε τὸ ἓν τρίτον τοῦ ἡμίσεως σταθερῶς πωλημένον, καὶ τὰ δύο τρίτα (τοῦ ἡμίσεως πάντοτε) εἰς αἵρεσιν, ἤτοι en option. Ὥστε δὲν δύναται νὰ μοὶ ἀντιταχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε διάθεσιν νὰ πωλήσῃ τὸ ὅλον τοῦ προκειμένου δανείου, ὅτι τὸ σύστημά της δὲν ἦτο νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πορείαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ μεταχειρισθῇ τὸ δάνειον αὐτὸ ἐξαιρετικῶς εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἔχουσα τὰ χρήματα εἰς τὸ ταμεῖόν της διὰ νὰ μεταχειρισθῇ αὐτὰ ἀποκλειστικῶς· ὄχι, διότι τὸ ἐπώλει καὶ ἐκ τοῦ εἰσπραττομένου ἐπλήρονεν ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου κατεπειγούσας, ἐπαναλαμβάνω, δικαίως, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ ἐπώλει· καὶ ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν της θὰ ἔπραττον τὸ αὐτὸ, ἀλλὰ πράττων τὸ ἴδιον, ἤθελον ἀκολουθεῖ σύστημα. Ἐπώλησεν ὅθεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς 86 καὶ ½, ἀλλὰ τὰ ⅔ εἰς αἵρεσιν· δὲν ἦτο ὀρθότερον, ἀντὶ τῶν 86 καὶ ½, νὰ τὸ δώσῃ ἔστω καὶ πρὸς 85 καὶ νὰ τὸ δώσῃ ὁλόκληρον σταθερῶς, νὰ λάβῃ 40,000,000, καὶ νὰ τὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν της ἐν Εὐρώπῃ, καὶ νὰ μὴ σκέπτηται οὔτε περὶ προκαταβολῶν, οὔτε περὶ κρίσεως ἐν Εὐρώπῃ; νὰ ἔχῃ τὸ μεταλλικὸν εἰς τὴν διάθεσίν της καὶ νὰ πληρόνῃ καὶ τοκομερίδιον καὶ σιδηρόδρομον, καὶ τὸ ἰσότιμον τῶν τοκομεριδίων νὰ τὸ καταθέσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς τραπεζογραμμάτια ἀπέναντι τῆς ἀναγκαστικῆς; Τί ἁπλούστερον; Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔγεινε, διότι ἔχομεν τὴν ἀρχὴν νὰ ψέγωμεν πάντοτε τοὺς προκατόχους μας, καὶ καλὸν ἐὰν ἔκαμαν....Μάλιστα, πάντοτε ψέγομεν τοὺς προκατόχους μας, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἴδιον σύστημα. Ἐγὼ παραδέχομαι καὶ τὸ μικτὸν σύστημα. Ἔψεξαν πολλοὶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀγορὰν συναλλάγματος, καὶ ὑπῆρχεν ἡ γνώμη, ὅτι ἡ ἐξάντλησις τοῦ χρυσοῦ ἐπέφερε τὴν κρίσιν εἰς τὴν ἀγοράν. Δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς φρονοῦντας τοῦτο· φρονῶ ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ ἐνέργεια ἐξήντλησε πολὺ περισσότερα ποσὰ τῶν 14 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐγώ, ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελον πράξει τὸ αὐτό. Ἄλλως τε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλῶν μᾶς εἶπε, τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ; ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους ἀνικανοποίητον; Ὄχι βεβαίως. Ὁ τόπος, Κύριοι εἶναι πλούσιος, δύναται πολὺ καλὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, καὶ πολὺ καλὰ δύναται νὰ χορηγῇ, ἄν ὄχι τὸ ὅλον, ἱκανὸν μέρος τοῦ χρυσοῦ, τὸν ὁποῖον χρειαζόμεθα, ἵνα πληρώσωμεν τὰ τοκομερίδια. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἔχομεν ἀνάγκην συστήματος.
§99ΔΑΓΡΕΣ. Ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ σύστημα;
§100ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἄνευ συστήματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσωμεν. Ἄλλοτε εἴχομεν τὸν Leroy Beaulieu ὡς αὐθεντίαν. Δὲν ἤκουσά ποτε ζήτημα, ἀφ’ ὅτου ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, συζητούμενον, πρὸ πάντων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, χωρὶς νὰ γίνηται προσφυγὴ ἀμέσως εἰς τὸν Leroy Beaulieu. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μὲ τὸν μακαρίτην Κεχαγιᾶν εἴχομεν μίαν συζήτησιν πολὺ σπουδαίαν περὶ τῶν ὁμολογιῶν τῆς Τραπέζης, τῶν λαχειοφόρων. Ἐγὼ ἤμην τῆς ἐναντίας αὐτοῦ γνώμης (καὶ κατὰ δυστυχίαν ἐπέπρωτο νὰ ἔχω δίκαιον) καὶ μοὶ εἶπε: νὰ μᾶς λύσῃ τὸ ζήτημα ὁ Leroy Beaulieu. Μάλιστα, νὰ μᾶς τὸ λύσῃ, εἶπον ἀμέσως. Ἐνομίζομεν ὅτι ὁ Leroy Beaulieu ἦτο πάνσοφος· σήμερον ἐκ τῆς μιᾶς ὑπερβολῆς ἐστρέψαμεν εἰς τὴν ἄλλην ὑπερβολήν: ὁ Leroy Beaulieu εἶναι δι’ ἡμᾶς κοινὸς ἄνθρωπος. Τῷ εἴπομεν ὅτι ἡμεῖς ἠξεύρομεν καλλίτερα ἀπὸ αὐτὸν, καὶ γράμμα τῷ ἐγράψαμεν. Ἐν τούτοις ἐγὼ ἀμερολήπτως καὶ ἀπαθῶς ἐμελέτησα τὸ τί γράφει καὶ τί λέγει καὶ τί συμβουλεύει, καὶ εὗρον ὅτι εἶναι περισσότερον προβλεπτικὸς ἀπὸ ἡμᾶς. Εὗρον ὅτι ὁρμᾶται ἀπὸ αἰσθήματα εἰλικρινέστατα, καὶ ὅτι αἱ συμβουλαί, τὰς ὁποίας μᾶς δίδει, εἶναι σοφαί. Μᾶς λέγει: μείωσιν χαρτονομίσματος, μείωσιν δαπανῶν, αὔξησιν ἐσόδων.
§101ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§102ΣΥΓΓΡΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἔλεγε κατὰ Ἰούνιον, Ἰούλιον, Αὔγουστον, Σεπτέμβριον. Ἡμεῖς μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ ἐλέγομεν: «δὲν ἠξεύρεις τί λέγεις»· μέχρι τότε ἐκοιμώμεθα ἐπὶ ῥόδων. Ἡμεῖς κατὰ τὸν Νοέμβριον εἴχομεν συστήσει ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ εἰσήγησις αὐτῆς κατὰ Δεκέμβριον μᾶς ἔλεγε: τὰ πάντα καλὰ, καὶ λίαν καλά! Ποῦ ἡ μείωσις τοῦ χαρτονομίσματος; Ποῦ ἡ μείωσις τῶν δαπανῶν. Ποῦ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων; Ἡμεῖς τὰ ἐπιστεύαμεν ὅλα ῥόδινα, καὶ τὸν ἐβεβαιοῦμεν, ὅτι δὲν ἠξεύρει τί λέγει. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐβοίας μοῦ λέγει: «Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως». Εὐοῖ! Εὐοῖ! Ἀλλὰ δεῦτε ἴδωμεν, αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημά του; Σᾶς λέγει ὁ Leroy Beaulieu μείωσιν χαρτονομίσματος· ποῖον μέτρον ἐλάβετε περὶ τῆς μειώσεως τοῦ χαρτονομίσματος; «Μὰ ἐπεριμένομεν νὰ κάμωμεν δάνειον, καὶ τότε, ἐὰν ἐκάμνομεν...» Ἠξεύρετε, μία παροιμία Γαλλικὴ τί λέγει; «L'enfer est parsemé de si»· «ὁ Ἅδης εἶναι ἐσπαρμένος μὲ ἐάν». Λοιπὸν πρὸς τὸ παρὸν οὐδὲν μέτρον ἐλάβετε. Ἐγὼ σᾶς ὑπέδειξα τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λάβητε, ἤτοι ἀντὶ νὰ λάβητε τὰ προκείμενα 2,500,000 τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἠμπορούσατε κάλλιστα νὰ ὀλιγοστεύσητε τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ σπουδαῖον ποσόν. Ἀλλ’ ἡμεῖς περιμένομεν πάντοτε τὸν θεὸν ἐκ μηχανῆς. Αὔξησιν ἐσόδων συμβουλεύει ὁ Leroy Beaulieu. Ἡ αὔξησις ἐσόδων, κατ’ ἐμὲ, ἐγένετο ἀνεπαρκὴς, ἐγένετο καὶ κατὰ τρόπον, καθ’ ὃν δὲν ὑπηρετεῖ τὸ συμφέρον τοῦ ἀγρότου, τοῦ ἐργάτου, ἐν γένει τοῦ λαοῦ. Εἰς οὐδεμίαν θυσίαν νέαν βαρύνεται ὁ πλούσιος· ἐγὼ πρῶτος δὲν φορολογοῦμαι ἀρκετά. Τί σημαίνει ἡ φορολογία δύο δεκατημορίων διὰ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη; Ἡμεῖς ἔχομεν ἐδῶ μεγάλους ἰδιοκτήτας· διατὶ δὲν τοὺς φορολογοῦμεν; Αὐτοὺς ὅλους τοὺς φόρους τοὺς πληρόνουν οἱ γεωργοί. Φορολογοῦμεν τὸ καθαρὸν εἰσόδημα τῶν βοσκῶν, φορολογοῦμεν τὰς ἀμπέλους, διατὶ δὲν φορολογοῦμεν ἀναλόγως καὶ τὸ εἰσόδημα τοῦ ἰδιοκτήτου ἀπὸ τοὺς δημητριακοὺς καρπούς; Τὸ κύριον εἰσόδημα τοῦ μεγάλου ἰδιοκτήτου προέρχεται ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν φορολογοῦνται.
§103ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Δὲν πληρόνετε τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὡς ἰδιοκτήτης;
§104ΣΥΓΓΡΟΣ. Ὄχι.
§105ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Αὐτὸ εἶναι μία συκοφαντία! Ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται τῆς Θεσσαλίας πληρόνουν τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου.
§106ΣΥΓΓΡΟΣ. Μόνον τὸ ⅓ τοῦ ὅλου. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου τῆς φορολογίας θὰ ἐκάμνομεν ἓν βῆμα εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, διότι θὰ ἀνεγνωρίζετο ὁ φορολογούμενος ὡς ἰδιοκτήτης, ὡς θὰ ἔπαυον αἱ διαφοραὶ περὶ κατοχῆς καὶ κυριότητος ὡς γεωμόρου κλπ. Θὰ ἐσκέπτετο καὶ μία Κυβέρνησις περὶ τοῦ τρόπου τῆς πρακτικῆς ἀπελευθερώσεως τῶν γεωργῶν ἀπὸ τῆς δουλοπαροικίας, καθιστῶσα αὐτοὺς ἰδιοκτήτας. Ἀλλὰ τοιαῦται λεπτομέρειαι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος· σήμερον ἁπλῶς βεβαιῶ, ὅτι οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται δὲν φορολογοῦνται ἀναλόγως. Περαίνων, Κύριοι, τὸν λόγον, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν εὗρε τὰς παρατηρήσεις μου περὶ τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συμβάσεως ὀρθὰς, νὰ φροντίσῃ νὰ διευκρινήσῃ τὸ πρᾶγμα, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχωσιν εἰς τὸ μέλλον διενέξεις. Ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ, εἶπον τὰς ἰδέας μου· δὲν ἔχω καὶ τὴν πίστιν, ὅτι εἶμαι πάνσοφος, οὔτε ὅτι εἶμαι ἀλάθαστος, ἀλλὰ θέλω εἶσθαι εὐτυχὴς, ἂν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν τινὲς τῶν παρατηρήσεών μου.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, κατὰ μοῖραν ἀκατανόητον, ὅ,τι πράττει, τὸ πράττει βιαζόμενος, οὐδέποτε ἑκὼν καὶ προμελετημένως. Ἡ μόνη ἀφορμὴ, ἡ ὁποία ἤγαγεν αὐτὸν εἰς τὸ βῆμα, ἦτο ἀσάφειά τις εἴς τινα φράσιν τοῦ ἄρθρου 4, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀσάφεια αὕτη ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ προκαλέσῃ, κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐφαρμογῆς, διαφωνίας καὶ λογομαχίας μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις τότε ἤθελεν εἶσθαι εἰς τὰ πράγματα, καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀνὴρ πεπειραμένος, ἰδὼν τὴν ἀσάφειαν, ἔσπευσε νὰ καταδείξῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ ζητήσῃ διασάφησιν, ὅπως αἱ σχέσεις μεταξὺ Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως καθαρισθῶσιν οὕτως εὐκρινῶς, ὥστε οὐδέποτε οὐδεμία νὰ προκύψῃ ἕνεκα τούτου ἀμφισβήτησις καὶ διχοστασία. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐπιθυμίας ταύτης, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ εἴπῃ δύο λέξεις περὶ τῆς οὐσίας τῆς συμβάσεως, καὶ ἀπὸ τῆς οὐσίας τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἡρμήνευσεν, ἠναγκάσθη νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν ἔρευναν τῆς ὁποίας ἠναγκάσθη νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι, ἐὰν ἔχῃ αὕτη κακῶς, τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ αἰσιοδοξία αὐτῆς, ἡ ἔλλειψις τῆς προνοίας αὐτῆς, ἡ ἔλλειψις παντὸς συστήματος, ἡ ἕξις ἡ κακὴ νὰ μεριμνῶμεν περὶ εὑρέσεως δανείου καὶ νὰ ἐκπλησσώμεθα, ὅτι εὕρομεν δάνειον, αὐτὸ ἐγένετο αἰτία νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὰς σοφὰς καὶ φιλελληνικὰς συμβουλὰς τοῦ Leroy Beaulieu, ὁ ὁποῖος συνεβούλευε, τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλάς, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς εὐημερίαν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποστρέφεται ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι τὸ νὰ γείνῃ δυσάρεστος εἴς τινα, ἑπομένως ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ ἐπικρίνῃ τινὰ, καὶ ἀκόμη νὰ μὴ μέμφηταί τινος. Ἑπομένως, ἐὰν ἔπραξε τοιοῦτόν τι, τὸ ἔπραξε κατ’ ἀνάγκην, ὡς καὶ ὁ ἴδιος διεβεβαίωσεν. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ καθησυχάσω τὸν κ. Βουλευτὴν διὰ τὰ θλιβερὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, νὰ βεβαιώσω δὲ αὐτὸν, ὅτι ἡμεῖς, κυβερνῶντες, ἐπράξαμεν ὅ,τι ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξωμεν περισσότερα ὅσων ἐπράξαμεν, νὰ παραστήσω δὲ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τι κακὸν, αὐτὸ ἐτελέσθη ὑπὸ τὴν σημαίαν ἐκείνην, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐκρύβη, ὅταν ἐζήτει νὰ γείνῃ Βουλευτής. Ἐν πρώτοις, ὡς πρὸς τὴν ἀσάφειαν τοῦ ἄρθρου 4, πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεῦρε τὴν φράσιν ἀσαφῆ, ἴσως διότι αἱ ἐργασίαι αὐτοῦ ἀνέκαθεν δὲν ἀφῆκαν αὐτῷ καιρὸν διαθέσιμον, ἵνα ἀσχοληθῇ πολὺ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν· ἀλλ’ ἡ φράσις, ἐξεταζομένη καὶ ἀναλυομένη, οὐδεμίαν παρέχει, κατ’ ἐμὲ, ἀσάφειαν. Δύο περιπτώσεις προβλέπει τὸ ἄρθρον 4. Μίαν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐξοφλήσει τὰ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν προσωρινὰ χρέη· τὴν περίπτωσιν δὲ ταύτην θεωρεῖ θετικὴν, καὶ μετὰ λόγου θεωρεῖ αὐτὴν θετικήν. Τὴν θεωρεῖ θετικὴν, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι πεπεισμένη, καὶ πρέπει νὰ ἦναι πεπεισμένη, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει πορισθῆ τὰ ἀναγκαῖα μέσα, θέλει βεβαίως ἐξοφλήσει κατὰ πρῶτον λόγον τὰ προσωρινὰ χρέη τὰ πρὸς τὴν Τράπεζαν. Διὰ τοῦτο ἡ φράσις δὲν εἶναι διστακτική, οὐδ’ ὑποθετική, ἀλλὰ θετική. Ἡ δευτέρα περίπτωσις εἶναι, ἂν ἡ Κυβέρνησις πληρώσῃ μέρος ἢ τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς μεταλλικὸν χρέους τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Καὶ ἡ περίπτωσις αὕτη εὐλόγως εἶναι ὑποθετική· καὶ τοῦτο, διότι τὸ περιστατικὸν τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ συμβεβηκὸς ἄλλο, τὸ ὁποῖον δὲν συνδέεται οὔτε μὲ τὴν θέλησιν τῆς Τραπέζης, οὔτε μὲ τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ συμβεβηκὸς τῆς εὑρέσεως καὶ τῆς συνομολογήσεως δανείου ἐπαρκοῦς, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποτίσῃ μέρος ἢ ὅλον τοῦ ὀφειλομένου εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς μεταλλικὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Διὰ τοῦτο ἡ περίοδος αὕτη εἶναι ὑποθετική. Λοιπὸν ὁ νόμος ἀποδέχεται ὡς ὅρους: αʹ) εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις ἐξοφλήσῃ πρὸς τὴν Τράπεζαν τὴν εἰς χρυσὸν ὀφειλὴν αὐτῆς ἐκ προσωρινῶν δανείων, βʹ) ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀποτίσῃ ἀπέναντι τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς μεταλλικὸν, εἴτε τὸ ὅλον τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ, εἴτε μέρος αὐτοῦ. Τότε λοιπὸν τί γίνεται; Ἅμα ἡ Κυβέρνησις ἐξοφλήσῃ τὰ προσωρινὰ χρέη, ἤτοι κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν, τί συμβαίνει τότε; Ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται, ἵνα, διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ ἐπιστρεφόμενα αὐτῇ ποσὰ, τὰ πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν αὐτῆς, τηρῇ ἐν τῷ μεταλλικῷ αὐτῆς ἀποταμιεύματι μέχρι ποσοῦ 20 ἑκατομμυρίων. Ἡ δευτέρα περίπτωσις ποία εἶναι; Ἐὰν ἐνεργήσῃ πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μέρους ἢ τοῦ ὅλου τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ὀφειλομένου εἰς μεταλλικὸν ποσοῦ. Τότε τί γίνεται; Πάλιν ὑποχρεοῦται τὰ ἐπιστρεφόμενα ποσὰ νὰ τηρῇ ἐν τῷ μεταλλικῷ αὐτῆς ἀποταμιεύματι. Λοιπὸν θέλει πληρώσει τὰ προσωρινὰ χρέη; Ταῦτα συνίστανται εἰς 7,500,000 εἰς χρυσόν. Λοιπὸν ταῦτα θέλει καταθέσει καὶ ἀποταμιεύσει. Ἀλλ’ ἂν πληρώσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅλον τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς μεταλλικὸν ἐκ 14 ἑκατομμυρίων; Τότε τὸ ποσὸν τῶν 7,500,000 καὶ τὸ ἐκ 14 ἑκατομμυρίων, τὸ ὅλον 21,500,000, τὸ ποσὸν τοῦτο μέχρις 20 ἑκατομμυρίων θέλει καταθέσει ὡς ἀποταμίευμα. Ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν πληρώσῃ ὅλον τὸ μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἀλλὰ πληρώσῃ, φέρ’ εἰπεῖν, δύο μόνον ἑκατομμύρια; Τότε τὰ πληρωθέντα θέλουσιν εἶσθαι τὰ 7,500,000 τῶν προσωρινῶν χρεῶν, καὶ τὰ 2,000,000, τὰ ἀποδοθέντα ἐκ τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους, τὸ ὅλον 9,500,000, ταῦτα δὲ μόνα θέλει καταθέσει.
§108ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς αὐτὰ συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ ὑπάρχον μεταλλικόν;
§109ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἐπιστρεφόμενα.
§110ΣΥΓΓΡΟΣ. Κατὰ συνέπειαν τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας αὐξάνει εἰς 20,000,000, ὅταν ἐπιστραφοῦν.
§111ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παντάπασι! Μὴ συγχέετε τὰ πράγματα. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 4 σᾶς τὸ ἐξηγεῖ, καὶ σᾶς λέγει: «Ἐλαττουμένου ἑκάστοτε τοῦ ἀποταμιεύματος τούτου κατὰ ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τυχὸν ἀναλαμβανόμενον ἐκ τοῦ εἰς μεταλλικὸν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ λογαριασμοῦ.» Ποῖος εἶναι ὁ λογαριασμὸς ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς μεταλλικόν; 14,000,000...
§112ΣΥΓΓΡΟΣ. Καὶ τὰ 8 ἑκατομμύρια;
§113ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι!... Ἐγὼ δὲν ἀπήτουν ἀπὸ ὑμᾶς νὰ κατέχητε τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκετε, καὶ νὰ κατανοῆτε τὴν ἔννοιαν αὐτῶν, ἀλλ’ ὑμεῖς ἔχετε γραμματεῖς, οἱ γραμματεῖς δ’ ὑμῶν οὗτοι ὤφειλον νὰ σᾶς φωτίζωσιν, ἐξηγοῦντες ὑμῖν τῶν κειμένων τὴν ἔννοιαν. Ἡ ἀπορία λοιπὸν, ἡ ὁποία ἤγαγε τὸν Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς ἐπὶ τὸ βῆμα, δὲν εἶναι ὑπαρκτή. Ἐγὼ δὲν συνειθίζω νὰ ποιῶμαι χρῆσιν φράσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχωσί τι τὸ δυσάρεστον· ἄλλοις εἴθισται τοῦτο. Ἐγὼ ἀπέχω νὰ μεταχειρίζωμαι φράσεις τοιαύτας, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ σημειώσω, ὅτι ἡ ἀπορία, ἡ ὁποία σᾶς ἤγαγεν εἰς τὸ βῆμα, δὲν εἶναι πραγματική. Ἦτο ὅμως εὐτύχημα, ὅτι αὐτὴ ἡ ὑποτιθεμένη, ἡ ἀνύπαρκτος ἀμφιβολία, αὐτὴ σᾶς ἤγαγεν εἰς τὸ βῆμα, διότι οὕτως ἐδόθη εὐκαιρία, ἵνα ἀκούσωμεν τὰς γνώμας ὑμῶν ἐπὶ πολλῶν θεμάτων. Ἠκούσαμεν π. χ. ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἠκούσαμεν δὲ τὴν γνώμην ὑμῶν, ὅτι εἶναι ἐπιζημία καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀποκαλύψω τι, τὸ ὁποῖον ἴσως ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ τὸ ἀποκαλύψω· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐπίκρισις ἐγένετο κατὰ τῆς συμβάσεως, ὡς μειούσης τὰ συμφέροντα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἐξεβιάσθη ὑπ’ ἐμοῦ νὰ συνομολογήσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην, ἀλλ’ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐξεβίασεν ἡμᾶς, ἵνα συνομολογήσωμεν αὐτὴν, διότι ἐπὶ πέντε μῆνας, ὁσάκις ἐπεκοινώνησαν οἱ διοικοῦντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μετ’ ἐμοῦ, μίαν ἐζήτουν παρ’ ἐμοῦ χάριν, τὴν χάριν νὰ συνομολογήσω τὴν σύμβασιν ταύτην. Λοιπὸν, αὐτοὶ οἱ διοικοῦντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἶναι τοσοῦτον ἀδαεῖς, τοσοῦτον δὲν γνωρίζουσι τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης, ὥστε μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς ἐζήτουν καὶ προσελιπάρουν καὶ ἐξεβίαζον, ἵνα συνομολογήσωσι σύμβασιν οὕτω ζημιοῦσαν τῆς Τραπέζης τὰ συμφέροντα; Ἐγὼ ἄλλως εἶχον τὴν πληροφορίαν, λυποῦμαι δ’ ἐὰν δὲν ἦτο ἀκριβὴς, ὅτι ὑμεῖς προθύμως, φιλοτίμως, καὶ ἄνευ συμφέροντός τινος, μετ’ ἀληθοῦς αὐταπαρνήσεως παρέχετε πάντοτε γνώμας καὶ συμβουλὰς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὁσάκις ἐκείνη ἤθελε ζητήσει αὐτάς. Ὑπέθεσα δ’ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, πρὶν ἢ σχηματίσῃ τὴν γνώμην, ὅτι συνέφερεν αὐτῇ νὰ ἐπιθυμήσῃ τὴν ἐξαγορὰν τῆς δουλείας, ἡ ὁποία εἶχε συνομολογηθῆ ἐπὶ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα παρῆγεν ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, θὰ ὑπέβαλε τὴν γνώμην της ταύτην εἰς τὴν ὑμετέραν ἔγκρισιν. Ἀλλὰ πάντως εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ τὰ συμφέροντα αὐτῆς· διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐσταμάτησα, ἵνα ἐρευνήσω, ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐζήτει, ἀλλὰ περιωρίσθην νὰ ἐρευνήσω, ἂν συνέφερεν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὰ συμφέροντα τοῦ ὁποίου εἰμὶ κεκλημένος νὰ προστατεύω. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ ἠρνούμην νὰ ἀποδεχθῶ τὴν σύστασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ κατὰ τρεῖς κατὰ συνέχειαν συναντήσεις, γενομένας κατὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον, ἠρνήθην διαῤῥήδην νὰ ἀποδεχθῶ αὐτὴν, εἰπὼν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐν ὀνόματι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μοὶ ὡμίλουν, ὅτι δὲν στέργω νὰ ἐξαγορασθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου. Τὴν μίαν φορὰν, νομίζω κατὰ μῆνα Δεκέμβριον, ἐζήτησα παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ συντελέσῃ κατά τι εἰς τὴν ἄρσιν ἢ εἰς τὴν μείωσιν τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἥτις ἐπεξετείνετο καὶ ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ. Καὶ τότε μὲν, ὅτε ἐγὼ ἔλεγον ταῦτα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἤτοι κατὰ μῆνα Δεκέμβριον, ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία δὲν εἶχεν ἐπιταθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον ἐπετάθη ἀπὸ τοῦ δευτέρου δεκαημέρου τοῦ Ἰανουαρίου. Ἀλλὰ δὲν προέβλεπον, ὅτι ὑμεῖς ἠθέλετε καταλογίσει τοῦτο εἰς ἡμᾶς, ὡς ὁμολογῶ μετὰ θάῤῥους, ὅτι δὲν προέβλεπον ὡσαύτως, ὅτι κατὰ τὸ δεύτερον δεκαήμερον τοῦ Ἰανουαρίου ἤθελεν ἐπιταθῆ ἐπὶ τοσοῦτον ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, ἥτις κρατεῖ νῦν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ. Λέγω «τὸ ὁμολογῶ μετὰ θάῤῥους», διότι καὶ ἡ ἐπίτασις αὕτη δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς νομισματικῆς καταστάσεως τῶν ἀγορῶν, ἀλλ’ ἀποτέλεσμα ἄλλων αἰτίων, περὶ τῶν ὁποίων ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν πολλάκις, νομίζω δὲ περιττὸν νὰ τὴν ἀπασχολήσω καὶ πάλιν. Λοιπὸν ἔλεγον εἰς τὴν Τράπεζαν κατὰ μῆνα Δεκέμβριον, ὅτι δὲν ἔστεργον εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῆς δουλείας τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἔστεργον νὰ ζητήσω νομοθετικὴν ἄδειαν, ἵνα μὴ ζητήσω νὰ εἰσπράξω παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τὸ 1892 τὸ ἐτήσιον ποσὸν, τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον· ὑπισχνούμην μάλιστα εἰς αὐτὴν, ἵνα ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν νὰ μὴ εἰσπράξωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο οὐδὲ κατὰ τὸ 1893. Καὶ ἔλεγον πρὸς τοὺς διοικοῦντας τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι, ἐὰν αὐτοὶ ἤθελον κρίνει ἀναγκαῖον νὰ ἐπεκταθῇ ἡ παραχώρησις αὕτη, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐποιεῖτο εἰς τὴν Τράπεζαν κατὰ τὰ ἔτη 1892 καὶ 1893, νὰ ἐπεκταθῇ καὶ κατὰ τὸ 1894, ὅτι καὶ τοῦτο ἠδυνάμην νὰ στέρξω. Λοιπὸν ἔστεργον οὕτω νὰ συμβληθῶ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα μὴ εἰσπραχθῇ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ τὰ ἔτη 1892, 1893 καὶ 1894 τὸ καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων ἀποδοτέον εἰς τὸ ταμεῖον ποσὸν δυνάμει τῆς συμβάσεως τοῦ 1881 ἐκ τῶν κερδῶν τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων, ἐζήτουν ὅμως ἀντὶ τῆς παραχωρήσεως ταύτης ἀντάλλαγμα. Ἀφοῦ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἰσχυρίζετο, ὅτι ἡ ἀρχομένη ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1892 ὑποχρέωσις αὐτῆς νὰ ἀποδίδῃ 25% ἐπὶ τῶν κερδῶν της συνετέλει εἰς τὴν ὑποτίμησιν τῶν μετοχῶν αὐτῆς, καὶ ἐζήτει νὰ ἄρωμεν τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῆς ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔκρινεν ἐπιδρῶσαν σπουδαιότερον πασῶν τῶν ἄλλων πρὸς ὑποτίμησιν τῶν ὁμολογιῶν αὐτῆς, ἐζητοῦμεν ὡς ἀντάλλαγμα τῆς παροχῆς ἡμῶν ταύτης νὰ συντελέσῃ ἡ Τράπεζα, ἵνα ἀρθῇ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, ἢ μειωθῇ αἰσθητῶς ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἀγορᾷ ὑπὲρ τὸν ὅρον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δύναται νὰ δικαιολογήσῃ. Ἀλλὰ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἠρνήθη νὰ στέρξῃ εἰς τοιαύτην συμφωνίαν. Καὶ ὅταν μετά τινα καιρὸν προέτεινα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ δείξῃ ἐνδιαφέρον, ἵνα συντελέσῃ εἰς τὴν μείωσιν τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, καὶ ὑπεσχόμην εἰς αὐτὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἵνα ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον πᾶσαν τὴν ζημίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα ἤθελεν ὑποβληθῆ, ἂν εἰργάζετο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μείωσιν ταύτην, καὶ τότε ἠρνήθη νὰ στέρξῃ, ἵνα τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην παράσχῃ. Ἕν μόνον δ’ ἔστεργε, καὶ μετ’ ἐπιμονῆς ἐζήτει, νὰ ἐξαγοράσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἐπορίζετο ἐκ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων. Ὁμολογῶ, ὅτι ἔκρινα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρήσω μετ’ ἀδιαφορίας τὴν ἐπίμονον, ὡς εἴρηται, ἐπιθυμίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ὑπελάμβανον, ὅτι ὠφείλομεν, ὡς Κυβέρνησις, νὰ παράσχωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀφοῦ ἐπιμόνως παρίστα, ὅτι ἔχρῃζε τοιαύτης· διότι, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἀδιασπάστως ἡνωμένη μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὤφειλον νὰ συναρμολογήσω τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην καὶ μὲ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπειδὴ δὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφείλει νὰ πληρώσῃ κατὰ τὴν 20 Μαρτίου τόκους καὶ χρεωλύσια δύο δανείων, τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρ. καὶ τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν, ὀλίγον δ’ ἐμεσολάβει χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς 20 Μαρτίου, ἢ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ θέσωμεν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀνταποκριτῶν ἡμῶν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ διατεθῶσι πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν συνωμολογεῖτο ἡ σύμβασις αὕτη, ἔπρεπε νὰ μὴ παραλίπω νὰ ἀσχοληθῶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο νὰ ἀνεύρω 3,300,000 φράγκα. Ἀλλὰ ποῦ νὰ ἀνεύρω τὸ ποσὸν τοῦτο; Νὰ ζητήσω νὰ ἀγοράσω συνάλλαγμα; Ἤθελον βεβαίως συντελέσει εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας. Νὰ ζητήσω νὰ λάβω τὰ χρήματα διὰ προκαταβολῆς παρά τινος Τραπέζης; Τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο εὔκολον, διότι οὔτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἦτο πιθανὸν νὰ στέρξῃ νὰ μοὶ χορηγήσῃ τοιαύτην προκαταβολήν, ἂν ἐζήτουν παρ’ αὐτῆς τοῦτο, ἀφοῦ εἶχεν ἐπιβαρύνει τὸ ταμεῖόν της διὰ τῶν ἑπτὰ καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει τὸ Δημόσιον εἰς αὐτὴν ὡς προσωρινὸν δάνειον. Οὐδὲ παρὰ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας ἐζήτησα τοιοῦτόν τι, διότι ὑπέθετον, ὅτι καὶ αὕτη ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ στενοχωρηθῇ, ἐὰν ἤθελεν ἐνδώσει εἰς τὴν αἴτησίν μου, οὐδ’ εἶχον ἄλλως εὐλόγους πιθανότητας, ὅτι ἡ αἴτησίς μου αὕτη ἤθελε γείνῃ ἀποδεκτή. Νὰ ἀποταθῶ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἵνα ζητήσω δάνειον; Ὁμολογῶ, ὅτι πάντες οἱ περὶ τὰ τραπεζικὰ ἀσχολούμενοι ἐν Εὐρώπῃ, —καὶ δύναμαι νὰ ἀναφέρω καὶ Ἄγγλους καὶ Ἕλληνας,— πάντες οὗτοι συνεφώνουν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας της, χωρὶς νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν Εὐρώπην, ζητοῦσα δάνειον, διότι ἡ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ ζήτησις δανείου ἤθελε κρατύνει τὰς περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους καὶ τὰς περὶ τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος κυκλοφορούσας φήμας καὶ ὑπονοίας. Λοιπὸν ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ἐπλήρου μόνην τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἐπλήρου συγχρόνως καὶ τὴν ἐμὴν ἀνάγκην, διότι μοὶ παρεῖχε τὰ μέσα διὰ νὰ ἀποτίσω τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ὅσον οἷόν τε ἀβλαβῶς. Λοιπὸν συνέπεσαν δύο συμφέροντα, τὸ συμφέρον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἀποτελεῖ αὐθεντίαν, μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Τραπέζης ἄλλο τι, ἔπρεπε νὰ δωρήσω εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον ἔχει ἐπὶ τῶν 25 τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα αὕτη πορίζεται ἐκ τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων, διὰ μίαν τῶν ἑπομένων δύο ὑποχρεώσεων, ἤτοι εἴτε ἂν αὕτη συνεπλήρου τὸ μεταλλικόν της μέχρις 20 ἑκατομμυρίων, εἴτε ἂν περιώριζε τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα δικαιοῦται νὰ ἔχῃ εἰς κυκλοφορίαν. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον ἦτο ὄντως ἀκατόρθωτον· θαυμάζω δὲ, πῶς ὁ κύριος Συγγρὸς, ὁ ὁποῖος περὶ τὰ τραπεζικὰ εἶναι, ὡς εἶπον, ἐντριβὴς, πῶς ἐπίστευσεν, ὅτι, ἐὰν ἐγὼ ὑπισχνούμην εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι θέλω κατορθώσει νὰ λάβω τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ τῇ χαρίσω 3,100,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ὅτι αὕτη ἤθελε σπεύσει νὰ εὕρῃ 20 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, καὶ νὰ ἀποταμιεύσῃ αὐτὸν εἰς τὰ ταμεῖά της.
§114ΣΥΓΓΡΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Μέχρις 20,000,000.
§115ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτετε, ὅτι ἡ Τράπεζα ἤθελε στέρξει;
§116ΣΥΓΓΡΟΣ. Κατὰ τὰς καταστάσεις αὐτῆς, ἔχει ἤδη ἑπτά· τῆς χρεωστεῖ καὶ τὸ Δημόσιον ἄλλα 7 περίπου, ἰδοὺ 15 ἑκατομμύρια.
§117ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἀπὸ ποῖα χρήματα ἔμελλε νὰ πληρώσῃ εἰς αὐτὴν ταῦτα τὸ Δημόσιον;
§118ΣΥΓΓΡΟΣ. Ὁπόταν τὰ δώσῃ.
§119ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁπόταν... Ἀλλὰ σήμερον τὸ Δημόσιον ἔχει ἀνάγκην.
§120ΣΥΓΓΡΟΣ. Νὰ τὰ δώσῃ ὡς avance μὲ τόκον.
§121ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ μήπως ὁ δεύτερος ὅρος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς κοινωνίας; Ἂν ἐλέγομεν εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι, εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἵνα δωρήσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ μέρος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν κερδῶν, ἄν ἔστεργε νὰ μειώσῃ τὸ ποσὸν τῶν 60,000,000 τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ, φαντάζεσθε, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤθελε δεχθῆ τὴν πρότασιν, καὶ ἤθελεν ἀποσύρει ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν 20 ἢ 30 ἑκατομμύρια;
§122ΣΥΓΓΡΟΣ. Δέκα ἑκατομμύρια.
§123ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ 10 ἑκατομμύρια ἤθελεν ἀποσύρει ἀπὸ τοὺς ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς, ἀπὸ τὰς προεξοφλήσεις, στεροῦσα τὸ ἐμπόριον τῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας ἔμελλε νὰ παρέχῃ εἰς αὐτό. Τὴν 28 Αὐγούστου ἀνέλαβον τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ Σεπτέμβριον ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπετάθη πρός με, ζητοῦσα νὰ ἀποδώσω αὐτῇ τὰ ποσὰ, ἅτινα τὸ δημόσιον ταμεῖον τῇ ὤφειλεν εἰς μεταλλικὸν ὡς προσωρινὸν δάνειον ἐπὶ ἐνεχύρῳ· ἐπειδὴ δὲ τὸ ταμεῖον δὲν ηὐπόρει, ἵνα ἀποδώσῃ τοσοῦτον ποσὸν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐπιμένουσα νὰ ζητῇ τὰ ὀφειλόμενα, συγκατετίθετο νὰ δεχθῇ ἀντὶ χρυσοῦ τὸ ἰσότιμον αὐτοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμήν. Ἐπειδὴ δὲ οὐδὲ τοῦτο μοὶ ἦτο δυνατὸν, διότι δὲν εἶχον διαθέσιμα, ὅπως ἀποδώσω αὐτῇ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, οὐδ’ ἕξ, οὐδὲ πέντε εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι, κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ, πρὸς πληρωμὴν 3,700,000 εἰς χρυσὸν ἀπῃτοῦντο πέντε ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ, τὸ Δημόσιον δ’ ὤφειλε περισσότερα, ἔλεγον εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι, ἐὰν ἐπλήρονον αὐτῇ πέντε ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἤθελον ἐξαντλήσει τὸ ὑπολειπόμενον εἰς τὴν διάθεσίν μου ποσὸν τῆς ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πιστώσεως τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐνῷ προσεχῶς ἤθελον λάβει ἀνάγκην νὰ ἀγοράσω χρυσὸν 10,500,000, ἀντὶ τοῦ ὁποίου εἶχον μὲν νὰ διαθέσω τὰς ὑπεγγύους διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων εἰσπράξεις, ἀλλ’ αὗται δὲν ἤθελον ἀρκέσει, ἕνεκα τῆς προβαινούσης ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ἤθελον δὲ πάντως ἀναγκασθῆ νὰ λάβω τὸ ἐλλεῖπον ἐκ τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Προσέθετον μάλιστα, ὅτι, πλὴν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ὠφείλομεν καὶ εἰς τοὺς κατασκευαστὰς τοῦ σιδηροδρόμου νὰ πληρώνωμεν ἓν ἑκατομμύριον καὶ πλέον κατὰ μῆνα, ἀφοῦ δὲ τὸ δάνειον, τὸ συνομολογηθὲν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, εἶχε διατεθῆ εἰς ἄλλας ἀνάγκας, δὲν ἔμενεν ἡμῖν ἢ νὰ πορισθῶμεν καὶ τὸ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης πληρωτέον ποσὸν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἑπομένως ἀπεδείκνυον διὰ τούτων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀποδώσω αὐτῇ τὰ ὀφειλόμενα. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπέμενεν οὐχ’ ἧττον ζητοῦσα νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἐμὲ τὴν εὐθύνην τῶν συνεπειῶν· ὅταν δ’ ἠρώτησα, ποῖαι ἦσαν αἱ συνέπειαι, μοὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ ἀποσύρωσιν ἐκ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐν κυκλοφορίᾳ, διότι ταῦτα εἶχον ἀνέλθει εἰς 58 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποσύρωσιν ἐξ αὐτῶν, θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ τὰ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τοὺς ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὰς προεξοφλήσεις, ἕνεκα δὲ τούτου θέλει ἐπέλθει ἀναγκαίως στενοχωρία εἰς τὸ ἐμπόριον, τὴν ἐπὶ τούτῳ δ’ εὐθύνην ἐζήτει νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐφ’ ἡμᾶς. Δὲν εἶχον δυσκολίαν νὰ ἀπαντήσω, ὅτι ἀνελάμβανον τὴν εὐθύνην ταύτην, διότι ἡ ζημία, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει ἕνεκα τούτου εἰς τὰς συναλλαγὰς καὶ τὸ ἐμπόριον, ἤθελε πάντως εἶσθαι μικροτέρα ἀπὸ τὴν ζημίαν, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει, ἐὰν ἐγὼ διέθετον τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τῆς ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πιστώσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἐξήντλουν δ’ οὕτω τὰ ὑπάρχοντά μοι μέσα πρὸς εὕρεσιν τοῦ ἀναγκαιοῦντος χρυσοῦ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων, εἴτε διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου τῆς ἐργασίας τῶν κατασκευαζόντων τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης. Κατὰ ταῦτα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ στέρξῃ, ἵνα ἀποσύρῃ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων οὐδὲ τρία ἑκατομμύρια, πολλῷ δ’ ἧσσον δὲν ἤθελε στέρξει νὰ ἀποσύρῃ δέκα ἑκατομμύρια, ὅσα κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Συγγροῦ ἔπρεπε νὰ ζητήσω παρ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἤθελε στέρξει νὰ ἀποσύρῃ δέκα ἑκατομμύρια. Μήπως ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου μέχρι τοῦδε δὲν ἀπέσυρε δέκα ἑκατομμύρια; Ἡ Τράπεζα ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἐν κυκλοφορίᾳ δι’ ἴδιον αὑτῆς λογαριασμὸν ἑξήκοντα ἑκατομμύρια, καὶ κατὰ μὲν τὸν μῆνα Ὀκτώβριον εἶχεν ἐν κυκλοφορίᾳ 58 ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὴν κατάστασιν τοῦ Ἰανουαρίου ἔχει ἐν κυκλοφορίᾳ 49 ἑκατομ. Ὅθεν ἀπέσυρεν ἤδη 9 ἑκατομ. Ἀλλὰ ποῖον ἀποτέλεσμα ἔφερεν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ ἡ μείωσις αὕτη; Κατὰ τὰ μέσα τοῦ Νοεμβρίου ὁ χρυσὸς ἐτιμᾶτο ἀντὶ 132 λεπτῶν, σήμερον δὲ τιμᾶται ἀντὶ 140 λεπτῶν, εἰ καὶ ἐμειώθη κατὰ 9 ἢ κατὰ 10 ἑκατομμύρια τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδὲ τὸ ἕν, οὐδὲ τὸ ἕτερον τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα μοὶ συνεβούλευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἠδύνατο νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς ἀποτελέσματα εὐχάριστα. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπιδοκιμάζῃ τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχομεν, νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν. Ὑποθέτω, ὅτι ἐπιδοκιμάζει αὐτήν, διότι εἶναι τραπεζίτης, γνωρίζει δὲ, ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ μὴ ἐμπρόθεσμος ἐκπλήρωσις τῆς ὑποχρεώσεως τῶν ὀφειλετῶν’ ἀλλά, καὶ διότι εἶναι Βουλευτής, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, ἵνα τὸ Κράτος ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις του ἀκριβῶς, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ ζημία εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξελέξαντο τὸν κ. Συγγρὸν βουλευτήν. Ἴσως ἔχει τὴν γνώμην ταύτην καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Ὁ κ. Συγγρὸς εἶναι μέγας ἰδιοκτήτης, ἔχων κτήματα ἀγροτικὰ καὶ κτήματα ἀστικὰ, ἔχει δὲ καὶ πλοῦτον. Ἐὰν ἤθελεν ἐπέλθει ὑπερημερία τοῦ Κράτους περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, ἤθελον ἐπέλθει συμφοραὶ οἰκονομικαί, αἱ ὁποῖαι, κατὰ χυδαίαν τινὰ φράσιν, ἤθελον σκάσει εἰς τὰς κεφαλὰς πολλῶν, ὡς καὶ εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ κ. Συγγροῦ. Μὴ ξεσυνερίζεσθε τὸν κ. Συγγρὸν, ἐὰν, ὀργισθεὶς πρὸ μικροῦ, ἐβλασφήμησεν, ἐπιτρέψας εἰς ἑαυτὸν νὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων του λόγοι καὶ φράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν προσῆκον εἰς ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἠξιώθη νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν.
§124ΣΥΓΓΡΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἦτο παραφορὰ στιγμιαία.
§125ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Συγγρὸς, ὅταν ἦλθεν ἐνταῦθα, εἶχε περιουσίαν, ἥτις δὲν ἦτο βεβαίως περιουσία συνήθης, δὲν ἦτο περιουσία Ἕλληνος, διότι οἱ Ἕλληνες, οἱ κατοικοῦντες ἐν τῇ χώρᾳ, δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι περιουσίαν, ὅσην εἶχεν ὁ κ. Συγγρὸς, ὅταν ἦλθεν. Ἀλλ’ ἀποκατασταθεὶς ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τοῦ 1872, ἢ ἀπὸ τοῦ 1870, ἐπὶ εἴκοσι μέχρι τοῦδε ἔτη, εἰκοσαπλασίασε βεβαίως τὴν περιουσίαν του ἐκείνην...
§126ΣΥΓΓΡΟΣ. Μέγα λάθος.
§127ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τουλάχιστον δὲν τὴν ἠλαττώσατε.
§128ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἀπὸ τοῦ εἰκοσαπλασιάσατε μέχρι τοῦ δὲν ἠλαττώσατε εἶναι μεγάλη διαφορά.
§129ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὴν ἐπολλαπλασιάσατε. Ὅλοι οἱ ὁμότεχνοι ὑμῶν ἐν Ἀθήναις ἔχουσι τὴν γνώμην, ὅτι ἐν Ἀθήναις ἐπολλαπλασιάσατε τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν εἴχετε.
§130ΣΥΓΓΡΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος αὐτὸ, εἶναι παρέκβασις.
§131ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Τὴν παρέκβασιν τὴν ἐκάματε ὑμεῖς.
§132ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἐγὼ ἀνεκάλεσα τὰς φράσεις, δὲν εἶναι δὲ τῆς ὥρας ν’ ἀνακινῆτε τοιαῦτα ζητήματα.
§133ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὤφειλον νὰ διαλάβω περὶ τούτου, διότι πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας μοὶ ἔλεγον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὴν βλασφημίαν, ἣν κατὰ τῆς πατρίδος ἐτολμήσατε νὰ ἐκστομίσητε, συνεβούλευσα δὲ αὐτοὺς νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τοιαύτην πρότασιν. Ὅθεν, ἂν δὲν ἐπροτάθη πρότασίς τις δυσάρεστος κατὰ τῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν ἐξεφέρατε,—καὶ δὲν ἐπροτάθη, διότι παρεκάλεσα περὶ τούτου τοὺς φίλους μου,—ὤφειλον ὅμως νὰ δικαιολογήσω πρὸς τοὺς φίλους μου τὴν γνώμην, ἣν εἶπον αὐτοῖς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ ἄλλοτε ἐπετιμήθην ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις τυγχάνει ὁ νῦν ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι εἶχον ἀπευθύνει ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς δὲν ἐνέκρινεν’ ἀλλὰ καὶ τότε ἐστηλίτευσα τὴν πρότασιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐκείνου ὡς ἀντισυνταγματικὴν, καὶ νῦν διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἀπέτρεψα τοὺς φίλους μου ν’ ἀπευθύνωσι τοιαύτην πρότασιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Συγγρὸς ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κατέλιπε τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συνεζήτει, καὶ εἰσῆλθεν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν εἰσήλασεν εἰς τὴν συζήτησιν τὴν γενικὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἔψεξε τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἡμῶν, καὶ ἐπέκρινεν ἡμᾶς· ἑπομένως θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας μοὶ ἀπηύθυνε. Θέλω προσπαθήσω βεβαίως, — διότι τὸ ὀφείλω εἰς ἐμαυτὸν,—νὰ ἦμαι κόσμιος εἰς τὴν φράσιν καὶ τὰς ἐννοίας, καὶ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δυσαρεστήσῃ αὐτόν. Ὁ κ. Συγγρὸς εὑρίσκει, ἀγανακτῶν κατά τινος τῶν κυρίων συναδέλφων, Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, ὅστις ἐκάθητο ἐκεῖ....
§134ΣΥΓΓΡΟΣ. Πάσχω, καὶ μὲ συγχωρεῖτε νὰ ἀπέλθω.
§135ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καταλείπει τὴν ἕδραν του, καὶ ἀπέρχεται τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι πάσχει, ὡς λέγει. Ἑπομένως πρέπει νὰ διακόψω τὸν λόγον, ἵνα μὴ προκύψωσιν ἐξ αὐτοῦ ἐνοχλήσεις εἰς αὐτὸν, ἀσθενοῦντα.
§136ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάξιον νὰ ὁμιλῆτε διὰ μακρῶν περὶ τοιούτου ἀνθρώπου, ὅστις, ἀγορεύοντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ προκειμένου νὰ θίξῃ θέμα, ἀφορῶν εἰς τὸ ἄτομόν του, ἀναχωρεῖ ἐκ τῆς αἰθούσης ἐπιδεικτικῶς.
§137ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Εἶναι ἀσθενής.
§138ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἀποδέχομαι, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπῆλθε τῆς αἰθούσης, οὐχὶ ἵνα ἐκδηλώσῃ ὑβριστικήν τινα ἔννοιαν πρός τινα.
§139ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐμὲ ἐδικαιολογεῖτο διὰ πολλῶν, καὶ μοὶ ἐξέφραζε τὴν στενοχωρίαν καὶ τὴν λύπην του, ὅτι ἦτο ἠναγκασμένος ν’ ἀπέλθῃ.
§140ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἀποδέχομαι, ὅτι δὲν ἐσκόπει νὰ ἐκδηλώσῃ τοιαύτην τινὰ ἔννοιαν ὁ κ. Βουλευτὴς, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ τολμήσῃ νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἔννοιαν....
§141ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνθρωπος, ὅστις ὕβρισε πρὸ ὀλίγου καὶ τὸ Ἔθνος καὶ τὸν Πρωθυπουργόν....
§142ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν, Κύριοι, νὰ περιέχῃ τοιαύτην ἔννοιαν ἡ αἰφνιδία ἀναχώρησις τοῦ κ. Συγγροῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ ὀργὴ ὑμῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐστενοχωρήθη ἐκ τῆς συζητήσεως, εἶναι δ’ εὐπαθὴς τὴν ὑγείαν· ἡ συζήτησις ἴσως ἠρέθισεν αὐτὸν, καὶ ἑπομένως ἠναγκάσθη νὰ ἀπέλθῃ. Μὴ ἀποδίδετε ἐννοίας, τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἔχῃ, διότι οὐδ’ αὐτὸς, οὐδ’ ἄλλος τις ἔχει ἀνάστημα τοιοῦτον, ἵνα τολμᾷ νὰ ἐκδηλώσῃ διὰ τῆς ἀποχωρήσεώς του ἐννοίας ὑβριστικάς. (Εὖγε! ἐκ δεξιῶν, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Νάνοι εἰσὶ πάντες! εἶναι δὲ ὁρατὸν τὸ μέγεθος τῆς ὕβρεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἤθελον νὰ ἐκδηλώσωσιν... Εἶναι ἄδικον νὰ ἀποδίδητε τοιαύτην ἔννοιαν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, καὶ σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνητε τοῦτο. Νομίζω περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσω, ἀνασκευάζων τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ· ἦτο μάλιστα πιθανὸν, ἐὰν ἐξηκολούθουν τὸν λόγον μου, παρόντος αὐτοῦ, πρὸς ἀνασκευὴν ὅσων εἶπε, νὰ ἐλάμβανεν ἔντασιν ἡ ἐνόχλησις, ἥτις κατέλαβεν αὐτὸν, καὶ ἧς ἕνεκεν ἀπῆλθε τῆς αἰθούσης. Ἄλλως, τί νὰ εἴπω αὐτῷ, ὅταν κατηγορῇ μου, ὅτι δὲν ἔχω σύστημα; Ἐννοεῖ τάχα τί λέγει; Κατηγορεῖ ἡμῶν, διότι, ὅταν ἤλθομεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, οὐδὲν ἄλλο ἐπράξαμεν ἢ νὰ δανεισθῶμεν. Ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλεγε τοῦτο σπουδαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις τυγχάνει ἐντριβὴς εἰς τὰ χρηματιστικὰ, καὶ γνωρίζει καὶ τὴν ἀξίαν τῶν χρημάτων καὶ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ προμηθευθῇ τις ταῦτα; Ἡμεῖς ἀνήλθομεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τὴν 25 Ὀκτωβρίου 1890, ἀπὸ τῆς 25 δ’ Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς 4 Δεκεμβρίου ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια δανείων δραχμὰς 26,980,708 εἰς χρυσόν. Πῶς ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ πορισθῶμεν ταῦτα ἐντὸς 39 ἡμερῶν, καὶ πόθεν ἠδυνάμεθα νὰ τὰ πορισθῶμεν; Ἐκ τῶν ἰδίων ἡμῶν οἰκιῶν; Ἐκ τῶν πατρικῶν ἡμῶν περιουσιῶν; Βεβαίως ἔπρεπε νὰ δανεισθῶμεν, διότι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ὅσα ἤθελον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ διάστημα τῶν 39 τούτων ἡμερῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνέλθωσιν εἰς 27 ἑκατομμύρια, ἐπειδὴ δὲ δὲν εἰσπράττονται τὰ ἔσοδα εἰς χρυσὸν, ἀπῃτεῖτο νὰ πορισθῶμεν οὐχὶ 27 ἑκατομμύρια μόνον, ἀλλὰ προσέτι καὶ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ. Διὰ τοῦτο διεθέσαμεν τὰ 7,694,000, τὰ ὁποῖα ἐσώζοντο τότε ὡς ὑπόλοιπον τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, καὶ συνεπληρώσαμεν τὸ ὑπόλοιπον μέχρι τῶν 27 ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν, καὶ διὰ προκαταβολῆς, ἣν ἐλάβομεν ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ εἰρημένου δανείου· ἄλλως δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, μὴ πληρόνοντες δὲ, ὡδηγοῦμεν τὸ Κράτος εἰς στάσιν πληρωμῶν. Καὶ δὲν ἦσαν μόνον τὰ 26,980,708 χρυσᾶ φράγκα, τὰ ὁποῖα ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν, ἀλλ’ ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν προσέτι καὶ 3,340,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ἀττικῆς ἐπέκρινεν ἡμᾶς, λέγων, ὅτι δὲν ἔχομεν σύστημα, διότι δὲν ἠλαττώσαμεν τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀλλὰ πῶς νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτὸ, ἀφοῦ εἴχομεν ἀνάγκην νὰ δανεισθῶμεν χρήματα; Καὶ ὅμως ἠδυνήθημεν νὰ ἀποσύρωμεν κυκλοφοροῦντα γραμμάτια, καὶ ἐμειώσαμεν τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν αὐτῶν κατὰ δρ. 2,142,934, διότι εὕρομεν νὰ ἔχωσιν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν τεθειμένα ἐν κυκλοφορίᾳ κέρματα ἀξίας δραχμῶν 3,135,934, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὸ πῦρ, ἡμεῖς δὲ ἐκαύσαμεν ταῦτα, ὅπερ ἔπρεπε νὰ πραχθῇ ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν· ἐπειδὴ δ’ ἐλάβομεν ἀντ’ αὐτῶν νέα κέρματα, ἀξίας δραχμῶν 993 χιλιάδων, ἕπεται, ὅτι ἐξηγάγομεν ἐκ τοῦ ταμείου ἡμῶν τὴν διαφορὰν, ἤτοι γραμμάτια ἀξίας δραχμῶν 2,142,934. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπελάβετο καὶ ἄλλης συζητήσεως, ἥτις δὲν ἀφεώρα πρᾶξιν ἢ παράλειψιν ἡμῶν, ἀλλὰ περιεστρέφετο ἐπὶ τοῦ σκοποῦ ἡμῶν. Ἐγὼ εἶχον εἴπει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀγορεύων ἄλλοτε, ὅτι ἐσκοποῦμεν νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, καὶ ἐκ τοῦ δανείου τούτου νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ ποσὸν τοῦ μεταλλικοῦ, τὸ ὁποῖον ὠφείλομεν πρὸς αὐτὴν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορία. Τοῦτο δὲν ἐπραγματοποιήσαμεν, διότι δὲν ἐδανείσθημεν, ἀλλ’ εἴπομεν, ὅτι σκοπὸν εἴχομεν νὰ τὸ πράξωμεν, ἐὰν ἀνευρίσκομεν καὶ συνωμολογοῦμεν δάνειον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέλαβεν, ὅτι προσῆκε νὰ ἁρπάσῃ τὸν ἐλάχιστον χρόνον, ὁ ὁποῖος ὑπολείπεται ἡμῖν διὰ τὰς ἐργασίας μας, ἵνα ἀνασκευάσῃ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἡμῶν, καὶ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ σκοπὸς ἡμῶν ἦτο ἐπιζήμιος. Τὰ περὶ μειώσεως τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὠφείλομεν εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, δὲν ἦσαν ἄγνωστα, ἐγὼ δ’ εἶχον λάβει τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν ἀνευρίσκομεν καὶ συνωμολογοῦμεν τὸ δάνειον, θ’ ἀπεδίδομεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ Κράτους τὸ ἰσότιμον τοῦ χρυσοῦ, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν λάβει ἐκ τοῦ δανείου τούτου πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, οὕτω δ’ ἠθέλομεν μειώσει τὸ ποσὸν τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τεθειμένων ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων· οὕτω δὲ πράττοντες κατ’ ἔτος, ἠθέλομεν δυνηθῆ ἐντὸς δύο καὶ ἡμίσεως ἢ τριῶν ἐτῶν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος ἡμῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια μέχρις ἐλαχίστου ποσοῦ. Ἐφ’ ὅσον δὲ πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ συντελῇ τὸ ὑπερβολικὸν ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων, μειοῦντες τὸ ὑπερβάλλον τοῦτο ποσὸν, καὶ μειοῦντες αὐτὸ μέχρις ἐλαχίστου τινὸς ὅρου, συνετελοῦμεν πάντως εἰς τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταναλώσω περισσότερον χρόνον, ἀπαντῶν εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ὅταν ὅμως, σὺν Θεῷ, ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴν ἐνόχλησιν, ἡ ὁποία κατέλαβεν αὐτὸν πρὸ μικροῦ, καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, δὲν θέλω παραλίπει νὰ λάβω αὖθις τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω καὶ εἰς τὰς ἄλλας παρατηρήσεις, ἃς ἐξέθηκε πρὸ μικροῦ, πρὶν ἢ ἀσθενήσῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1892. βʹ) Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1892. γʹ) Περὶ ἀνυποτάκτων ἐπιστράτων τῶν ἐπιστρατειῶν 1880–1881 καὶ 1885–1886. δʹ) Περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ ἀποβιώσαντος ὑποταμίου Λετρίνων Π. Πετρακοπούλου ἐκδοθέντων καὶ μὴ ὑπογραφέντων γραμματίων παραλαβῆς, καὶ εʹ) Περὶ τακτοποιήσεως τῶν ἐξ ἐξόδων διατροφῆς τῶν προσωποκρατηθέντων καὶ προσωποκρατουμένων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου προκαταβολῶν).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 27,600 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1891. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν παρεκάλεσα χθὲς νὰ αὐξηθῇ ἀπὸ 11,000 εἰς 12,200· ἀλλὰ κατ’ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἔλαβον σήμερον, δὲν εἶναι μόνον 1200 δραχμαὶ αἱ προσθετέαι, ἀλλὰ 1500. Ἑπομένως τὸ σύνολον δέον νὰ αὐξηθῇ ἀπὸ 28,800 εἰς 29,100. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Γενικοῦ Λογιστηρίου.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε χθὲς τὴν πληροφορίαν, ἂν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν 1890 ἀναγράφηται τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891. Δίδω λοιπὸν τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1888, ὑπὸ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ κεφαλαίου 6, ἀνεγράφη πίστωσις δραχ. 13,000 δι’ ἐκτάκτους ὑπαλλήλους, ἀσχολουμένους εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἀπολογισμῶν καὶ βιβλιοδέτησιν αὐτῶν. Τὸ αὐτὸ ποσὸν ἀνεγράφη καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, τὸ αὐτὸ ποσὸν ἀνεγράφη καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890, τὸ αὐτὸ ποσὸν ἀνεγράφη καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅμως τοῦ 1892 ἠλαττώσαμεν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ 13,000 εἰς 11,000, καὶ νῦν προτείνομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν περαιτέρω ἐλάττωσιν αὐτοῦ.
§148ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κατὰ τὸν πρότερον ἰσχύοντα νόμον, ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἶχε, νομίζω, ἀνώτερον βαθμὸν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον λαμβάνει τώρα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἤτοι τοῦ βαθμοῦ Γενικοῦ Γραμματέως· ἄλλοτε εἶχε βαθμὸν ἀντιπροέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ μισθὸν ἀνώτερον. Δὲν εἶναι ἤδη ὑποβιβασμὸς τῆς ἀξίας τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου;
§149ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ μᾶλλον συναρμολογεῖται ἡ νομοθεσία αὕτη μὲ τὴν ἄλλην νομοθεσίαν, τὴν διέπουσαν τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα. Ἐπειδὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γεν. Λογιστηρίου εἶναι μὲν αὐθύπαρκτος, ἀλλ’ ἀποτελεῖ παράρτημα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέλαβον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν ὡς πρὸς τοὺς βαθμούς. Διὰ τοῦτο προτείνεται, ἵνα καὶ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἔχῃ μισθὸν καὶ βαθμὸν Γενικοῦ Γραμματέως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶχε δοθῆ βαθμὸς ἀνώτερος ἄλλοτε, ἀλλὰ τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα ἐπροκαλοῦντο ἐπὶ τῇ βάσει προσώπων γνωστῶν· ὅτε π. χ. διηύθυνε τὸ Λογιστήριον ὁ κ. Δημήτριος Λεβίδης, βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι δύσκολον νὰ στέρξῃ τὴν θέσιν, ἂν αὕτη εἶχε βαθμὸν καὶ μισθὸν Γενικοῦ Γραμματέως. Ὁ κ. Δεϊμέζης ὡσαύτως εἶχε βαθμὸν καὶ μισθὸν Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ προκάτοχός μου εἶχεν ὑποβάλει νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνύψου καθ’ ὑπερβολὴν τὸ ἀξίωμα τοῦτο, ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἦτο πρακτικὸς, οὐδ’ ἀναγκαῖος, ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὃν προὐκάλεσε, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐφηρμόσθη παντάπασι.
§150ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς μεγάλης ἀνυψώσεως περιπίπτομεν εἰς κατάπτωσιν.
§151ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι κατάπτωσις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 196 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος.
§153ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ σκοπῶ νὰ λάβω τὸν λόγον. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μείνῃ δι’ αὔριον.
§154ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. (Μετὰ τοῦτο ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχ. 24,300 καὶ περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπων ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δρ. 7,478.46).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος ἐξορύξεως ἐν Τήνῳ τοῦ ὀρυκτοῦ στεατίτου. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§157ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ κάμω ὀλίγας παρατηρήσεις.
§158ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁρίσατε.
§159ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἰς τί χρησιμεύει;
§160ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν σαπωνοποιΐαν.
§161ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Βεβαίως δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, εἶμαι ὑπὲρ αὐτῆς. Λογίζομαι δὲ εὐτυχὴς, διότι τέλος πάντων τὰ δῶρα, τὰ ὁποῖα ἡ φύσις ἐπεδαψίλευσεν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, συντελοῦσιν ὄχι μόνον πρὸς ἀνακούφισιν τῶν συμπατριωτῶν μου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συντελέσωσι καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει, μοὶ φαίνεται, ὅτι περιέχει βαρυτάτους ὅρους, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἀναπτύξεως αὐτῆς τῆς βιομηχανίας, καὶ ὡς πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου....
§162ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐννοῆτε ὡς βαρὺν ὅρον τὸν περιληφθέντα ἐν τῇ γʹ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 8, τῶν πεντακισχιλίων τόννων, πληροφορῶ ὑμᾶς, ὅτι κατὰ τυπογραφικὸν λάθος ἐγράφη «πεντακισχιλίων», ἀντὶ «δισχιλίων» τόννων.
§163ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὸ γνωρίζω. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ βαρὺς ὅρος· ὁ βαρὺς ὅρος εἶναι εἰς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τοῦ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, διότι ἐκτὸς αὐτοῦ ὁ ἀναλαμβάνων νὰ ἐξορύττῃ στεατίτην, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταθέσῃ καὶ ἐγγύησιν εἰς ποσὸν, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται πολὺ ὑπέρογκον, καὶ διότι αὐτὸς εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀποζημιώνῃ τοὺς ἰδιοκτήτας διὰ τὴν καταστροφὴν τῶν κτημάτων των, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ δίδῃ ποσοστόν τι χάριν τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ νὰ ὑποφέρῃ καὶ ἄλλα βάρη, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐξόρυξιν.... Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐννοήσωμεν τὰ πράγματα. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ὁ στεατίτης τρέχουσαν ἀξίαν δὲν ἔχει ὑπεράνω τῶν 85 δραχμῶν κατὰ τόννον· πρὸς ἐξόρυξιν αὐτοῦ, μεταποίησιν εἰς κόνιν, μεταφορὰν καὶ πώλησιν ἔχει ἀνάγκην ἐξόδων περὶ τὰς 50 τοὐλάχιστον δραχμὰς κατὰ τόννον, ἐκτὸς τοῦ φόρου τοῦ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐκτὸς τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν δικαιοῦνται νὰ λαμβάνουν οἱ ἰδιοκτῆται, ὁσάκις ἐξορύσσηται στεατίτης ἀπὸ ἰδιωτικὰς κτήσεις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπὸ τοσοῦτον ἐπαχθεῖς ὅρους δυσκόλως θέλει ἀναλάβει εἴτε μία ἑταιρία, εἴτε καὶ ἰδιώτης ἀκόμη, τὴν τοιαύτην ἐπιχείρησιν. Ἀλλ’ εἶναι βαρεῖα καὶ ἡ ἐγγύησις, διότι αὕτη ὁρίζεται εἰς 10,000 δραχμῶν δι’ ἕκαστον ἐξ ἐκείνων, οἵτινες θὰ λάβουν παραχώρησιν πρὸς ἐξόρυξιν στεατίτου. Τώρα νομίζω, ὅτι ὁ ὅρος τῶν δεκακισχιλίων δραχμῶν λόγῳ ἐγγυήσεως πρέπει νὰ ἐκλείψῃ· διότι, ἐὰν μὲν δοθῇ πρὸς μίαν ἑταιρίαν, ἀρκεῖ ὁ ὅρος τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως· ἐὰν ὅμως δοθῇ εἰς πολλοὺς, τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως εἶναι ὑπέρογκον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ὁ ὅρος οὗτος, καὶ ὅτι μᾶλλον συμφέρει νὰ ἀφεθῇ ἑκάστοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ κρίσις περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως, ἀναλόγως τοῦ χώρου, τὸν ὁποῖον θέλει παραχωρήσει πρὸς ἐξόρυξιν στεατίτου. Πλὴν τούτου τὸ νομοσχέδιον ἐπάγεται καὶ μίαν ἀδικίαν διὰ τὸν τόπον, ὁ ὁποῖος τέλος πάντων ηὐτύχησε νὰ παράγῃ αὐτὸ τὸ προϊόν, τὸ ὁποῖον θὰ συντελέσῃ καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι 10 δραχμαὶ θὰ πληρώνωνται κατὰ τόννον, ἐπάγεται διὰ τοῦ 2ου ἄρθρου, ὅτι, ὁσάκις μετατρέπηται τοῦτο εἰς κόνιν ἐν τῷ τόπῳ, τότε θὰ πληρόνῃ 11 δραχμάς. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε τὸ ἀντίστροφον νὰ κάμῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι, ὁσάκις μετατρέπηται εἰς κόνιν, ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἀναπτυχθῇ ἐν τῷ τόπῳ μία τοιαύτη βιομηχανία, καὶ τὸ ποσοστὸν τότε τὸ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἔπρεπε νὰ ἦναι κατά τι ὀλιγώτερον τῶν 10 καὶ ὄχι ἀνώτερον· διότι εἶναι δύσκολον καὶ ἄδικον ἀκόμη, οἱ μὲν μεταφέροντες ἔξω εἰς ἀκατεργάστους λίθους νὰ πληρόνουν 10%, οἱ δὲ μεταποιοῦντες αὐτὸ ἐν τῷ τόπῳ εἰς κόνιν νὰ πληρόνουν 11. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἔχω ἀκόμη νὰ ὑποβάλω μίαν ἄλλην παρατήρησιν, ἐπίσης σπουδαίαν. Τὸ νομοσχέδιον λαμβάνει δύο ὑποθέσεις· ζητεῖ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα παραχωρήσῃ εἰς ἕνα ἢ πολλοὺς δικαίωμα ἐξορύξεως. Ἐὰν παραχωρήσῃ εἰς ἕνα, βεβαίως θὰ παραχωρήσῃ τὴν ὅλην ἔκτασιν· ἐὰν παραχωρήσῃ εἰς πολλοὺς, ἐννοεῖται, ὅτι θὰ ὑπάγουν πολλοὶ ἐκεῖ νὰ κάμουν ἐργασίας. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ζήτημα: ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ὀρυκτοῦ θὰ ἦναι τοσαύτη, ὥστε νὰ ἱκανοποιῇ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβουν παραχώρησιν, ἢ καὶ αὐτὴν τὴν μίαν ἑταιρίαν, ἥτις θέλει ἀναλάβει τὴν ἐξόρυξιν; Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐν Ἑλλάδι τὰ σαπωνοποιεῖα, τὰ ὁποῖα κάμνουν χρῆσιν τοῦ ὀρυκτοῦ αὐτοῦ, διότι αὐτὸ συντελεῖ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σάπωνος, δὲν καταναλίσκουν πλέον τῶν 700 τόννων κατ’ ἔτος. Εἶναι δύσκολον λοιπὸν, ἐὰν λάβουν πολλοὶ παραχώρησιν, νὰ ἔχουν κατανάλωσιν ἀρκετὴν, ὥστε νὰ ἱκανοποιῶνται, ὁπότε θὰ ἦναι δύσκολον νὰ προοδεύσῃ αὐτὴ ἡ βιομηχανία. Ἡ μόνη ἐλπὶς, ἥτις ὑπάρχει, εἶναι νὰ εὑρεθῇ κατανάλωσις εἰς ἄλλας πόλεις, καθὼς καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ αὐτὸ πρὸς σαπωνοποιΐαν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐν Σμύρνῃ, ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἐν Κυδωνίαις, ἐν Ζακύνθῳ, ἐν Κερκύρᾳ, ἐν Ἀθήναις, ἐν Πειραιεῖ κτλ.
§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκόμη ἐν Μιτυλήνῃ, ἐν Ὀδησσῷ, ἐν Κρήτῃ.
§165ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Μάλιστα.
§166ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλαχοῦ τῆς Ἀνατολῆς δὲν ἀπαντᾶται τοιοῦτον ὀρυκτόν;
§167ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Μέχρι τοῦδε τοσοῦτον καλὸν δὲν ἐφάνη.
§168ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, καταναλίσκονται 3,905 τόννοι εἰς τὰς ἀγορὰς Ζακύνθου, Κωνσταντινουπόλεως, Μιτυλήνης, Ὀδησσοῦ, Κρήτης καὶ Σμύρνης. Ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ καταναλίσκωνται μόνον τόσοι, ἀλλὰ καὶ μεγαλείτερον ποσὸν, ἐκεῖνοι δ’ οἱ ὁποῖοι μετέδωκαν τὰς πληροφορίας εἰς ἡμᾶς, νὰ μὴ μᾶς ἔδωκαν ἀκριβεῖς ἀριθμούς. Εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι δὲν καταναλίσκονται ὀλιγώτεροι....
§169ΡΑΛΛΗΣ. Ἐτησίως;
§170ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§171ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἀπὸ ποίας ἐποχῆς;
§172ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω.... Ἔχω μάλιστα καὶ τιμάς. Οὕτω εἰς τὴν Σῦρον πωλεῖται,—διότι χρησιμεύει καὶ εἰς τὴν βυρσοδεψίαν,—πρὸς 80 δραχμάς, εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν πρὸς 85, εἰς τὴν Μιτυλήνην 100, εἰς τὴν Ὀδησσὸν 95, εἰς τὴν Κρήτην 90 καὶ εἰς τὴν Σμύρνην 100.
§173ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Βεβαίως ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐλπὶς τοῦ ποσοῦ τῆς καταναλώσεως θ’ ἀναπτύξῃ τὴν βιομηχανίαν, καὶ ἐγὼ εὔχομαι ὅσῳ τὸ δυνατὸν νὰ γείνῃ μεγάλη κατανάλωσις, διὰ νὰ γίνεται καὶ μεγάλη ἐξόρυξις καὶ προέλθουν ὠφέλειαι εἰς τὴν πατρίδα μου καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ ἔχει ἡ πατρίς μου ἓν μικρὸν παράπονον. Τὸ ποσοστὸν τὸ ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν μοὶ φαίνεται πολὺ μικρόν.
§174ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι οἱ αὐτοὶ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἔχει ὁ περὶ μεταλλείων νόμος· ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος ἐκεῖνος στηρίζεται εἰς ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐπέτυχε, τῆς καθαρᾶς προσόδου, διὰ τοῦτο τὸ δημόσιον ταμεῖον εἴτε δὲν εἰσπράττει τι, εἴτε εἰσπράττει ἐλάχιστον ποσόν. Ὅθεν ἐπρότεινα νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος. Εἶναι λοιπὸν ἡ αὐτὴ ἀναλογία.
§175ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἀλλὰ ἀναλογεῖ 40% ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι πολὺ μικρὸν τὸ ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν ποσοστόν. Ἐκτὸς τούτου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ βοηθήσωμεν καὶ τοὺς δήμους τῆς Τήνου. Ἔχουν καὶ αὐτοὶ ἓν δικαίωμα, νὰ θέσουν μίαν μικρὰν φορολογίαν 2% ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῆς καταναλώσεως.
§176ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν, ὑποθέτω ὅτι δὲν ἔχουσι.
§177ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὑπάρχει ὁ νόμος περὶ εἰσφορᾶς, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει, ὅταν οἱ πόροι τῶν δήμων δὲν ἐπαρκοῦσι, νὰ φορολογῶσιν οἱ δῆμοι οὗτοι πάντα τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα.
§178ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν τοῦ δήμου, λέγει ὁ νόμος τοῦ 1877. Ἐὰν ὑπάρχῃ ὁ νόμος, οἱ δῆμοι διὰ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων ἂς ψηφίσωσι τὸν φόρον.
§179ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τοῦτο τὸ λέγω, ὄχι διὰ νὰ ἀρυσθῶ ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ φορολογήσουν οἱ δῆμοι, ἀλλὰ τὸ λέγω διότι αἱ δαπάναι ὅσων θὰ λάβωσι παραχώρησιν θὰ ἦναι πολλαὶ, καὶ ἠμπορεῖ νὰ ἀποτύχῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐγὼ θέλω νὰ ἐπιτύχῃ.
§180ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔδιδεν ἀδείας πρὸς ἐξόρυξιν γλισσολίθου, ὑπὸ τὸν ὅρον οἱ ἐξορύσσοντες καὶ μεταφέροντες αὐτὸν ἀλλαχοῦ νὰ πληρόνωσι τὸ προσδιοριζόμενον ποσὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καθαρᾶς προσόδου, κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους ἤθελον προβάλει. Ἀλλ’ ἔπαυσα νὰ δίδω ἀδείας ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει, ἐπειδὴ δ’ ἐξηκολούθουν νὰ ζητῶσιν ἀδείας, εἶπον εἰς αὐτοὺς νὰ πληρόνωσιν ὡρισμένον ποσὸν κατὰ τόννον τοῦ ἐξαγομένου ὀρυκτοῦ, οὗτοι δὲ προσήνεγκον 10 δραχμὰς κατὰ τόννον. Καὶ ἐδέχθην τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, τὰ ἔξοδα ἐξορύξεως καὶ μεταφορᾶς ἀνέρχονται εἰς 36 δραχμὰς κατὰ τόννον· ἐπειδὴ δὲ ἕκαστος τόννος πωλεῖται κατὰ μέσον ὅρον ἀντὶ δραχμῶν 90, ὑπολείπεται κέρδος 55 δραχμῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπελογίσθη τὸ πληρονόμενον ποσὸν τῶν δραχμῶν 10 κατὰ τόννον. Οὕτω δὲ λαμβάνομεν 10 δραχμὰς, καὶ ἀφίνομεν κέρδος 45 δραχμῶν κατὰ τόννον.
§181ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐπαρουσιάσθησαν...
§182ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπαρουσιάσθησαν.
§183ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐζήτησα ἄδειαν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς πληρωμῆς λόγῳ φόρου τοῦ Δημοσίου τῶν 10 δραχμῶν. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ὅπως ἔχουν αἱ προσωριναὶ ἄδειαι, μὲ 10 δραχμὰς, εἶναι ὠφέλιμος ἡ ἐπιχείρησις· ἀλλ’ ὅταν διὰ τοῦ νομοσχεδίου δοθῇ ἡ ἄδεια, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναλάβουν, θὰ ἔχουν πολλὰ βάρη· εἶναι ὑπόχρεοι νὰ καταβάλλουν ἐγγύησιν, καὶ ἂν ἦναι αὕτη 10 χιλιάδων δραχμῶν, εἶναι βαρυτάτη ἐγγύησις.
§184ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν λάβωσι 10 χιλιάδας τόννους, θέλουσι πληρώσει 100 χιλιάδας. Δίδουσι δ’ ἀντὶ τούτου 10 χιλιάδων δραχμῶν ἐγγύησιν.
§185ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐὰν ἦναι εἰς χρεώγραφα;...
§186ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναται νὰ ἦναι καὶ εἰς χρεώγραφα ἡ ἐγγύησις.
§187ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ πρέπει τὰ καθέκαστα νὰ τὰ διαῤῥυθμίσωμεν καταλλήλως.
§188ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον, καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.) Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 150,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891. 2) Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχ. 28,300 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1891. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 171,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891. 4) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχμῶν 70,262. 5) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχμῶν 101,500. 6) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1891 τοῦ ταμείου φάρων καὶ φανῶν ἐκ δραχμῶν 646,333.33. 7) Περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 172,147 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1891, καὶ περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπου ἐκτάκτου πιστώσεως ὑπὸ κεφ. 26 τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 172,147, καὶ 8) Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1600 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891.)
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ.