| 1294 | αʹ) | εἰς μεταλλικὸν παρὰ τῷ κεντρικῷ κατα- | |||
| 1295 | στήματι | φρ. | 2,805,264 | ||
| 1296 | βʹ) | εἰς μεταλλικὸν παρὰ τοῖς ὑποκατα- | |||
| 1297 | στήμασι | » | 173,267 | ||
| 1298 | Ἤτοι ἐν ὅλῳ | φρ. μεταλ. | 2,978,531 |
1892.02.12
2.585 στίχοι · 19.702 λέξεις · 1 πίνακας · 75 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
Τῆς 12 Φεβρουαρίου 1892.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν Μάϊον τελοῦνται ἑορταὶ ἐν Κοπεγχάγῃ, διότι συμπληροῦται ὡρισμένος χρόνος ἀπὸ τῶν γάμων τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῆς Δανίας. Ἕνεκα τῶν ἑορτῶν αὐτῶν δὲν εἶναι μὲν ἀποφασισμένον, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀπίθανον νὰ ἀποδημήσῃ ἐκεῖσε ὁ Βασιλεύς. Διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος εἰσάγεται, περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀπουσίας τοῦ Βασιλέως. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιελήφθησαν μὲν πιστώσεις διὰ τὰ ἀναγκαιοῦντα ἔξοδα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προταθέντος παρ’ ἡμῶν καὶ ψηφισθέντος ἤδη νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν κοπτηρίων κατὰ τὸ λειτουργοῦν ἔτι σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ τὸ ἐπιψηφισθὲν ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον ἐπεψηφίσθη κατὰ τὰ τέλη Δεκεμβρίου, δὲν εἰσήχθη δ’ εἰσέτι ἐν ἐφαρμογῇ, καὶ ἐξακολουθοῦσι λειτουργοῦντα τὰ κοπτήρια· τούτου ἕνεκα ἔπρεπε νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσιν διὰ τὰ ἔξοδα τῶν κοπτηρίων. Δὲν γνωρίζω, κατὰ ποίαν ἐποχὴν θέλομεν δυνηθῆ νὰ τακτοποιήσωμεν μονίμως τὰ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς προτάσεις, αἵτινες θέλουσι προταθῆ, καὶ τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας θέλομεν διαπράξει πρὸς μίσθωσιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐνδέχεται νὰ ἦναι προσεχής, ἐνδέχεται νὰ ἦναι καὶ μετὰ τέσσαρας μῆνας, ἢ καὶ μετὰ τρεῖς μῆνας, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ Δεκέμβριον. Δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, πρὶν ἢ ἴδωμεν ποῖον τέλος θέλουσι λάβει τὰ τῆς μισθώσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθημεν νὰ διατηρῶμεν ἀκόμη ἐν χρήσει τὰ κοπτήρια, καὶ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ Δεκέμβριον. Κατὰ συνέπειαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω πίστωσιν διὰ τὰ ἔξοδα τῶν τριῶν μηνῶν διὰ τὰ κοπτήρια.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντιβασιλείας θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 175). Ἐλήφθησαν διάφορα τηλεγραφήματα ἐκ Ζακύνθου, Λαμίας καὶ Πατρῶν, διαφόρων καπνοπωλῶν, ζητούντων, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Ὡσαύτως ἀναφορὰ διαφόρων κτηματιῶν Πειραιῶς, παρακαλούντων, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίψῃ τὴν ἀναφορὰν ἄλλων πολιτῶν, ζητούντων, ὅπως ἐπιτραπῇ νὰ διατηρῶσι ποίμνια ἐντὸς καὶ πέριξ τῆς πόλεως Πειραιῶς. Ἐπίσης ἀναφορὰ τῶν καπνοπαραγωγῶν τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας, φέρουσα 243 ὑπογραφὰς, ζητούντων, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ.
§3ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα, προερχόμενον ἐκ τῶν καπνοπαραγωγῶν καὶ καπνοπωλῶν τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ἀπεστάλη καὶ εἰς ἐμὲ, ἀπευθυνόμενον καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους.
§4ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Παρόμοιον τηλεγράφημα, κύριε Πρόεδρε, ἔχω καὶ ἐγὼ ἐκ Γυθείου. Βεβαίως ἡ Λακωνία δὲν εἶναι τόπος μεγάλης παραγωγῆς καπνοῦ, ὅπως εἶναι τὸ Ναύπλιον. Τὸ Ναύπλιον εἶναι τόπος μεγάλης παραγωγῆς καπνοῦ, καὶ ἐν γένει ἡ Ἀργολίς, ἑπομένως οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου ἐκείνου ἔχουσι μεῖζον δικαίωμα νὰ παραπονεθῶσι, διότι σπουδαίως παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀκουσθῶσι τὰ παράπονα αὐτῶν. Τοῦτ’ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Ἐκ Γυθείου πλῆθος καπνοπωλῶν καὶ καπνεμπόρων, οἱ ὁποῖοι ἑδρεύουσιν ἐκεῖ, καὶ οἵτινες ἀποστέλλουσι καπνὸν καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τῆς Λακωνίας, διότι εἰς Γύθειον μεταφέρεται καὶ συγκεντροῦται ὅλο τὸ παραγόμενον εἶδος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ νομοῦ, καὶ ἰδίως ἐκ τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὁπόθεν ἐξάγεται ὀλίγον μὲν, ἀλλ’ ἐκλεκτὸν εἶδος, ὅλοι οἱ καπνοπῶλαι καὶ οἱ καπνέμποροι οὗτοι παραπονοῦνται κατὰ τοῦ εἰσαχθέντος μέτρου τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, καὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ τὸ ἐγκρίνῃ. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ὅπερ μετὰ τῶν ἄλλων θὰ ἀποτελέσῃ φάκελλον ὀγκώδη.
§5ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω τὰ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Κοπανίτσα ζητηθέντα ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὸν ἄλλοτε Διευθυντὴν τῶν ἐν Φιλιππουπόλει Ζαριφείων Διδασκαλείων.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§7ΣΕΧΟΣ. Ὁ ἡγούμενος τοῦ πλείστου μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν ἐπιτηδειοτάτην ἀγόρευσιν αὐτοῦ τῆς 3ης ἐνεστῶτος μηνὸς σὺν τοῖς ἄλλοις ἀπεφήνατο καὶ περὶ οἰκονομιῶν. Οὐδεὶς ἀντιλέγει, καὶ πάντες ἐννοοῦμεν καὶ παραδεχόμεθα τὰς οἰκονομίας, διότι καὶ νῦν καὶ πάντοτε, καὶ οἱ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ οἱ πλούσιοι καὶ κατὰ πλείονα λόγον οἱ πένητες, ἐν ἑνὶ στόματι, ἦσαν καὶ εἶναι ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν. Οἱ κατὰ τὰς ἡμέρας δὲ ταύτας καὶ ἐν ἀγυιαῖς συνδιαλεγόμενοι ὁμοφώνως ὑποστηρίζουσιν οἰκονομίας πρῶτον, ἐν ἀνάγκῃ δ’ αὔξησιν φόρων, καὶ κατόπιν ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκη δάνεια. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομία ἔχει δύο ὅρια, τὸ μὲν ἄνωθεν, ὅπερ ὑπερβαίνουσιν ἱπτάμενοι οἱ σπάταλοι, οἱ ἄσωτοι καὶ οἱ μὴ αἰσθανόμενοι τὴν ἀξίαν τοῦ χρήματος, τὸ δὲ κάτωθεν, ὅπερ διαπερῶσιν οἱ ἱπτάμενοι φιλάργυροι. Ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτῶν ἐννοοῦμεν πάντες τὰς οἰκονομίας. Οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ νὰ ἀνέλθῃ τὴν ὁδὸν τὴν εὐθεῖαν, τὴν ὁμαλὴν, τὴν ὀλισθηρὰν, τῆς σπατάλης, τὴν πρὸς τὴν ἄβυσσον τείνουσαν, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ὡσαύτως ἐπιθυμεῖ νὰ κατέλθῃ τὴν ὁδὸν τὴν σκολιὰν καὶ δύσβατον, τὴν γέμουσαν ἀκανθῶν καὶ τριβόλων, ἣν οἱ φιλάργυροι διατρέχουσιν ἐν στενοχωρίαις καὶ βασάνοις. Πρὸς τοὺς ὁμιλοῦντας διὰ τὴν οἰκονομίαν οἱ πάντες τείνουσι τὸ οὖς, ἀλλὰ πρὸς ἐκείνους ἰδίως, οἵτινες διὰ παραδειγμάτων, ἅτινα οὗτοι ἐφήρμοσαν, δεικνύουσι τὰς ὡς ἐκ τῆς οἰκονομίας ὠφελείας, καὶ βεβαίως ἀκροῶνται περισσότερον καὶ πείθονται εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἀφηγουμένου· π. χ. ὅτι ὁ μὴ καπνίζων πλέον κερδίζει 50 λεπτὰ τὴν ἡμέραν, 15 δραχμὰς τὸν μῆνα, ἤτοι 180 δραχμὰς τὸν χρόνον, δι’ ὧν ἐνδύεται δωρεὰν διὰ τῆς στερήσεως τοῦ καπνοῦ, ἕξεως περιττῆς ἅμα τε καὶ ἐπιβλαβοῦς. Ὅπως ἐννοῶ καὶ ἐννοοῦμεν ὅλοι τὰς οἰκονομίας, οὕτως ἐννοοῦμεν καὶ τὰ δάνεια, τὰ ἐξ ἀνάγκης ἐπιβαλλόμενα, πρὸς ἐξοικονόμησιν ἀπροόπτων ἐκτάκτων περιστάσεων ἢ ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἐπιχειρήσεων παραγωγικῶν. Ἐννοοῦμεν νὰ ἐπιβαρυνθῶμεν μὲ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων ἀλλὰ σιδηροδρόμων ἐπωφελῶν, οὐχὶ τόσον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀνέτου ταξειδίου, ὅσον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀνοίξεως κεκρυμμένων πηγῶν πλούτου καὶ τῆς ἰσοῤῥόπου διανομῆς τῶν προϊόντων. Ἐὰν ὅμως πρόκηται νὰ ἐπιβαρυνθῶμεν μὲ θυσίας οἱασδήποτε πρὸς κατασκευὴν σιδηρᾶς ὁδοῦ διὰ τὸν λόγον μόνον, ὅτι σήμερον ὁ βαθμὸς τοῦ πολιτισμοῦ ἑκάστου ἔθνους καταμετρεῖται διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χιλιομέτρων τῶν σιδηρῶν ὁδῶν, ἃς τὸ ἔθνος ἔχει, ἐὰν ἐσκέφθημεν καὶ ὑπεβλήθημεν εἰς ὑποχρεώσεις πρὸς κατασκευὴν σήραγγος ὑπογείου σιδηροδρόμου, διότι ὑπάρχουν καὶ ἀλλαχοῦ τοιαῦται ἐν ταῖς πόλεσιν, αἱ ἐκ τοιούτων σκέψεων ἀποφάσεις εἶναι ζημίαι καὶ ματαιότητες, ὅμοιαι πρὸς τὰς τοῦ ἀγροδιαίτου, τοῦ διὰ θυσιῶν ἀνωτέρων τῶν δυνάμεών του προσπαθοῦντος νὰ ἀπομιμηθῇ τὸν κάτοικον τῶν πόλεων, τὸν φέροντα πῖλον claque καὶ λευκὸν λαιμοδέτην. Οὕτω σκεπτόμενοι, εὐκόλως ἀπὸ τοῦ σοβαροῦ εἰς τὸ γελοῖον μεταβαίνομεν. Τῇ ἀληθείᾳ, δὲν γνωρίζω καὶ δὲν δύναμαι νὰ πείσω ἐμαυτόν, διατὶ κατασκευάζεται σήραγξ ἀπὸ τῆς πλατείας Ὁμονοίας, ὑπὸ τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς, πρὸς τὸν ἤδη ὑπάρχοντα σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς. Κατασκευάζεται μόνον ἴσως διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ εἰς εὐρωπαϊκὰς πόλεις ὑπόγειοι σιδηρόδρομοι. Γινώσκομεν δὲ πάντες, ὅτι οἱ μεταβαίνοντες ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ καὶ τἀνάπαλιν θὰ ὑποβάλλωνται εἰς πληρωμὴν 15 λεπτῶν ἐπὶ πλέον, καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι καὶ ὁδὸς τέρψεως, δὲν εἶναι μόνον ὁδὸς ἀνάγκης, διότι δι’ αὐτῆς μεταβαίνομεν εἰς Φάληρον πρὸς τέρψιν. Ἀληθῶς ὡραία τέρψις ἡ ὑπόγειος διάβασις τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς! Ἡ δαπάνη αὕτη ἡ περιπλέον εἶναι βεβαίως ὑποχρέωσις ἄδικος.
§8ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπλήρωσε τίποτε τὸ Κράτος;
§9ΣΕΧΟΣ. Θὰ πληρόνῃ ὁ ταξειδεύων ἐπὶ πλέον τῶν ὅσων ἐπλήρονε, καὶ εἶναι τὸ ἔξοδον ἀρκετόν. Πάντες προτείνουσιν οἰκονομίας καὶ ἄρχονται ἀπὸ τοῦ στρατοῦ. Εἶναι δρῦς, μὴ εἰσέτι πεσοῦσα, καὶ ὅμως πάντες θέλουσι νὰ ξυλευθῶσιν ἐκ ταύτης οἰκονομίας. Ὁ συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς ἠθέλησε χθές, ἐκ πεπλανημένης βεβαίως πεποιθήσεως, προκειμένου περί τινος νομοσχεδίου στρατιωτικοῦ, νὰ προτείνῃ οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ στρατοῦ. «Πρέπει νὰ περιορίσωμεν, εἶπε, τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς προβιβασμούς.» Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς δαπανᾷ πολλὰ ἢ οὔ, κατόπιν θὰ δείξω δι’ ἀριθμῶν, ἀλλὰ δύναμαι ἐκ τοῦ προχείρου νὰ ἐπικαλεσθῶ πρὸς τοῦτο τὰ ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἡγούμενος τοῦ πλείστου μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ ἀγορεύσει του, «ὅτι διὰ νὰ ᾖναι ὁ στρατὸς ὡς ἔδει νὰ ᾖναι, πρέπει νὰ δαπανῶμεν 30,000,000 δραχ. καὶ ἐν τούτοις δαπανῶμεν 16,000,000 κατὰ τὸν ἀπολογισμόν», ἤτοι δαπανῶμεν ὀλιγώτερα τοῦ δέοντος 14,000,000. Τίνα μεγαλειτέραν οἰκονομίαν θέλετε; Ἐνταῦθα δύναμαι νὰ κάμω παρατήρησίν τινα, ὅτι ὁ ἡγούμενος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν δαπανῶμεν 16,000,000, ἐνῷ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἡ δαπάνη ἀνέρχεται περὶ τὰ 18,000,000. Ποῖος ὁ λόγος νὰ προϋπολογίζωνται 18,000,000, ἀφοῦ δαπανῶνται 16,000,000 κατὰ τὸν ἀπολογισμόν; Ἐγὼ δὲν τὸ ἐννοῶ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνωσι προβιβασμοί, διότι εἴμεθα εἰς τὴν παραμονὴν οἰκονομιῶν. Δὲν πρέπει λοιπὸν π. χ. ὁ λοχαγὸς τοῦ μηχανικοῦ Ἰωάννης Τσαβέλλας, ὁ ὑπηρετῶν 20 ἔτη ἐν τῷ στρατῷ, ὁ ἔχων 11 ἔτη λοχαγός, ὁ διοικῶν τάγμα ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ πλέον, νὰ προβιβασθῇ, οὐχὶ διὰ τὸ ὄνομα τὸ ὁποῖον φέρει, ἀλλὰ διὰ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας ἔχει. Πρέπει λοιπὸν νὰ διοικῇ τὸ τάγμα τοῦ μηχανικοῦ ὁ λοχαγὸς Τσαβέλλας, καὶ οὐχὶ ὁ ταγματάρχης. Δηλαδὴ τὸ ἀδίκημα τοῦτο τὸ ἐκλαμβάνει ὁ ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος ὡς οἰκονομίαν. Ἀλλ’ ἐὰν θεωρήσωμεν δίκαιον, τὸ τάγμα νὰ διοικῆται παρὰ λοχαγοῦ, διατὶ νὰ μὴ δεχθῶμεν νὰ διοικῇ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον τὴν Νομαρχίαν ὁ γραμματεὺς ἀντὶ τοῦ νομάρχου, καὶ τὴν ἐφορείαν ὁ γραμματεὺς ἀντὶ τοῦ ἐφόρου καὶ τὸ ταμεῖον νὰ διαχειρίζηται ὁ γραμματεὺς ἀντὶ τοῦ ταμίου. Οὕτω δὲ καθ’ ἕνα βαθμὸν ὑποβιβάζοντες τοὺς προϊσταμένους τῶν ὑπηρεσιῶν, δὲν νομίζετε, ὅτι ἀντὶ οἰκονομίας θὰ ἔχωμεν παραλυσίαν τοῦ μηχανισμοῦ τῆς διοικήσεως; Πρέπει νὰ οἰκονομῇ τις τὴν καύσιμον ὕλην, τὴν χρήσιμον εἰς τὴν κίνησιν μηχανῆς τινος, ἀλλὰ μέχρις ἑνὸς ὁρίου, ὅπερ ἐὰν ὑπερβῶμεν, ἡ μηχανὴ σταματᾷ. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς πρώην Κυβερνήσεως: «θέλετε νὰ κάμητε οἰκονομίας; μὴ θίγετε τὰ στελέχη, οὔτε τὰ ἀνώτερα οὔτε τὰ κατώτερα· περιορίσατε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν.» Ἠξεύρετε, τί σημασίαν ἔχει ἡ ἀπόφασις αὕτη; Εἶναι ἀπόφασις, δι’ ἧς καταδικάζονται τὰ στελέχη εἰς ἀδράνειαν, καὶ κατόπιν εἰς βεβαίαν νέκρωσιν, μὴ ἔχοντα οὐδὲν νὰ πράξωσιν ἄνευ ἀνδρῶν. Ἂς διατηρήσωμεν λοιπόν, ὡς λέγουσι, 200 δεκανεῖς βοηθοὺς σιτιστῶν, μηδὲν πράττοντας, διὰ δαπάνης 100 χιλ. δραχμῶν κατ’ ἔτος, διὰ νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν ἔστω κατὰ 200 καὶ οἰκονομήσωμεν 80 χιλ. δραχμῶν, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ἄνδρας πρὸς φύλαξιν τῶν φυλακῶν· ἐνῷ δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν τὴν θέσιν τῶν 200 τούτων σιτιστῶν, καὶ νὰ προσθέσωμεν οὕτω 200 στρατιώτας φρουρούς, οἰκονομοῦντες καὶ 20 χιλιάδες δραχμὰς κατ’ ἔτος. Θὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ κατωτέρω, ἐὰν δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας διὰ τοῦ στρατοῦ, ὅπως ὑπάρχει. Τὸ πρόχειρον τοῦτο σύστημα τῶν οἰκονομιῶν θέλει, ὡς φαίνεται, νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς κατατάξεως τῶν διαθεσίμων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπερ χθὲς ἐψηφίσθη, δὲν ἀντελήφθην καλῶς αὐτοῦ, διότι οὐδεμίαν σημασίαν δίδω καὶ προσοχὴν εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην τῶν στρατευσίμων, ἣν θεωρῶ περιττὴν καὶ ἐπιβλαβῆ· διότι ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, νομίζοντες ὅτι γυμνάζομεν ἄνδρας μὲ ζημίαν αὐτῶν, οἵτινες, ἀπερχόμενοι ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, πληρόνουσιν 100 δραχμὰς ὡς ἀντισήκωμα, πρὸς δὲ 15 περίπου εἰσέτι δραχμὰς διὰ τοὺς ἄνδρας τοῦ πεζικοῦ, ἢ κάτι περισσότερον διὰ τοὺς ἄνδρας τῶν ἄλλων ὅπλων, εἰς ἃ τὰ ἐνδύματα, τὰ ὁποῖα φέρουσι μεθ’ ἑαυτῶν, ἔχουσιν ἀξίαν ἀνωτέραν. Ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, καὶ μετ’ ἐμοῦ, νομίζω, πάντες οἱ στρατιωτικοὶ συνάδελφοι, ὅτι εἰς οὐδὲν χρησιμεύει ἡ προσέλευσις τῶν διαθεσίμων, διότι οὐδὲν μανθάνουσι, καὶ μάλιστα εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν, καθ’ ἣν οὗτοι προσήρχοντο εἰς τὸν στρατὸν κατὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον, δηλ. εἰς ἐποχὴν χιόνων καὶ βροχῶν, ἐπανήρχοντο δὲ εἰς τὰς ἑστίας των, μὴ γνωρίζοντες οὔτε κἄν πῶς πρέπει νὰ φέρωσι τὸ ἀμπέχονον καὶ τὴν περισκελίδα, καὶ αἰσθανόμενοι τὴν στενοχωρίαν τῶν ἀρβυλῶν καὶ τὴν τοῦ γείσου τοῦ πιλικίου τριβὴν ἐπὶ τοῦ μετώπου, ἠστειεύοντο περὶ τὴν ὀνοματολογίαν τῶν εἰδῶν, ἅτινα ἠγνόουν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς κατατάξεως τῶν διαθεσίμων θὰ ἔχῃ κέρδος περίπου 400,000 δραχμῶν καὶ ἐπέκεινα. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ παρατηρήσω, ὅτι διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς κατατάξεως τῶν διαθεσίμων, ὄχι μόνον δὲν θὰ ὑπάρξῃ κέρδος χρηματικόν, ἀλλὰ τοὐναντίον ζημία· δηλ. ἐὰν οὗτοι κατετάσσοντο νὰ ὑπηρετήσωσι τρεῖς μῆνας, τὸ Δημόσιον ἤθελεν ἔχει κέρδος 50 ἕως 60 χιλιάδων δραχμῶν. Διότι ἡ δαπάνη ἑκάστου στρατιώτου καθ’ ἡμέραν ὑπολογίζεται πρὸς δραχ. 1,25, ἤτοι περίπου 457 κατ’ ἔτος. Ἄλλοτε ὑπολογίζετο πρὸς 1,05, ἤτοι κατ’ ἔτος 383 δραχμὰς περίπου, παραδέχομαι δὲ τὴν κατ’ ἔτος δαπάνην δι’ ἕκαστον στρατιώτην, καὶ κατὰ μέσον περίπου ὅρον, μὴ ἀνερχομένην πλέον τοῦ στρογγύλου ἀριθμοῦ τῶν 400 δραχμῶν. Ὅθεν διὰ μίαν τριμηνίαν ἔχομεν δαπάνην δι’ ἕκαστον στρατιώτην διαθέσιμον δραχμὰς 100, ἐνῷ οὗτος, προσερχόμενος εἰς τὰς τάξεις του, κατὰ τὴν ἀποχώρησιν ἐξ αὐτῶν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ 115 δραχμάς, ἐξ ὧν τὰς 15 παραδέχομαι ὡς ἀντίτιμον τοῦ ὑποδύτου, τῆς σκελέας, τῶν ἀρβυλῶν καὶ τοῦ πιλικίου, ἅτινα παραλαμβάνει μεθ’ ἑαυτοῦ ἀπερχόμενος ὁ διαθέσιμος τοῦ πεζικοῦ στρατιώτης. Ἐὰν ὑπολογίσητε 15 δραχμὰς ὠφέλειαν κατ’ ἄτομον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διαθεσίμων, θὰ εὕρητε κέρδος 50 ἕως 60 χιλιάδων δραχμῶν, διότι οἱ διαθέσιμοι τοῦ 1891, οἵτινες ἐπρόκειτο νὰ καταταχθῶσι κατὰ τὰς ἀρχὰς Μαρτίου, εἶναι 3,826, ὅθεν τὸ κέρδος ἀνέρχεται ἀκριβῶς εἰς 49,890 δραχμὰς, ὑπολογιζομένου τοῦ κέρδους πρὸς 15 δραχμὰς κατ’ ἄτομον. Κατόπιν θὰ δείξω, ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῶν προσερχομένων διαθεσίμων κατ’ ἔτος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταστατικῶν πινάκων τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, οὓς ἔχω ἀνὰ χεῖρας· ἀλλ’ ἐὰν λάβητε 4 χιλιάδας ὡς μέσον ὅρον τῶν προσερχομένων διαθεσίμων, εὑρίσκετε κέρδος 60 χιλιάδων. Ὥστε διὰ τῆς μὴ κατατάξεως τῶν διαθεσίμων θὰ ἐπέλθῃ οὐχὶ ὠφέλεια, ἀλλὰ ζημία 50 ἕως 60 χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ ζημία αὕτη πιθανὸν νὰ μὴ ἐπέλθῃ καὶ νὰ ἐκμηδενισθῇ, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν κατ’ ἔτος κατ’ ἄτομον δαπάνην εἰς 445 δραχμὰς, ἢ καὶ νὰ ἐπέλθῃ ὠφέλειά τις ἐλαχίστη. Ἀλλ’ ἡ αἰσθητὴ ὠφέλεια θὰ ἐπέλθῃ οὐχὶ ἐκ τῶν διαθεσίμων, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως διετῶν, καὶ ἔσεται ἀνωτέρα τῶν 400 χιλιάδων καὶ ἐπέκεινα, ἃς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τῶν 10 χιλιάδων στρατευσίμων διετῶν ὁ ἀριθμὸς δὲν εἶναι πλήρης, ἐλλείπουσι δὲ 1726, οἵτινες ἤθελον συμπληρωθῆ διὰ τῶν διαθεσίμων, ἐὰν οὗτοι κατετάσσοντο. Διὰ τῆς ἀναβολῆς ὅθεν τῆς κατατάξεως τῶν διαθεσίμων θὰ μείνωσι κεναὶ θέσεις διετῶν 1726, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὠφέλεια, πρὸς 400 δραχμὰς κατ’ ἄτομον ὑπολογιζομένη, ἐν ὅλῳ 689,400, ἢ 776,700, ἐὰν ἡ κατ’ ἄτομον δαπάνη ὑπολογισθῇ πρὸς 450 δραχμάς. Ἀλλ’ αἱ ὠφέλειαι αὗται εἶναι ὠφέλειαι, ἐκ στερήσεως προερχόμεναι. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως τῶν διαθεσίμων εἶναι προεόρτιον, οὕτως εἰπεῖν, τῆς δικαίας καταργήσεως τῶν τριμήνων τούτων στρατευσίμων· διότι, ἐὰν κύριος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἦτο ἁπλῶς ἡ ἀναβολὴ τῆς κατατάξεως τῶν διαθεσίμων τοῦ ἔτους 1891, τότε τί θὰ γείνωσιν οἱ διαθέσιμοι τοῦ 1892, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἔλθωσι τὴν 4 Μαρτίου 1893; Θὰ καταταχθῶσι πρὸ τῶν διαθεσίμων τοῦ 1891; Δὲν εἶναι δυνατόν!
§10ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀντισήκωμα κατηργήθη διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ἀναβολῆς;
§11ΣΕΧΟΣ. Ὅταν δὲν ἔρχωνται, δὲν θὰ πληρώσουν.
§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθουν τὸ ἑπόμενον ἔτος, καὶ θὰ πληρώσουν.
§13ΣΕΧΟΣ. Ἐγὼ λογαριάζω, τί θὰ γείνῃ ἐφέτος.
§14ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἰσπραχθῇ πάντως τὸ ἀντισήκωμα· δὲν κατηργήθη. Πολλῷ περισσότερον, ἀφοῦ δὲν κατατάσσονται ἐπὶ τρεῖς μῆνας, θὰ πληρώσουν τὸ ἀντισήκωμα.
§15ΣΕΧΟΣ. Ὁ διαθέσιμος ἔρχεται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὑπηρετεῖ, καὶ ἀπερχόμενος πληρόνει τὸ ἀντισήκωμα. Λοιπόν, ἀφοῦ δὲν θὰ ἔλθῃ καὶ δὲν θὰ ἀπέλθῃ, δὲν θὰ πληρώσῃ. Οἱ πίνακες οἱ καταστατικοὶ τοῦ 1890 καὶ 1891 ἀναγράφουσι ποίους περιεῖχεν ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, ποῖοι ἐξ αὐτῶν κατετάχθησαν ἐκ τῶν διετῶν καὶ διαθεσίμων, καὶ ποῖοι ἐξ αὐτῶν καθυστεροῦσιν. Ὁ καταστατικὸς πίναξ τοῦ 1891 ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὡς ἀνήκοντας εἰς τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1887, 1888, 1889 καὶ 1890 τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν, ὃν ἐνδιαλαμβάνει διὰ τὰ ἔτη ταῦτα καὶ ὁ καταστατικὸς πίναξ τοῦ 1890. Οἱ καταστατικοὶ οὗτοι πίνακες δὲν συμφωνοῦσι, καὶ εἷς ἐκ τῶν δύο εἶναι ἐσφαλμένος. Οἱ ἀριθμοὶ τῶν διετῶν καὶ διαθεσίμων ἑκάστου ἔτους, τῶν σημειουμένων ἐν τῷ καταστατικῷ πίνακι τοῦ ἔτους 1891, ἔπρεπε νὰ ἦναι μικρότεροι τῶν ἀριθμῶν, τῶν σημειουμένων διὰ τὰ αὐτὰ ἔτη εἰς τὸν καταστατικὸν πίνακα τοῦ ἔτους 1890, ἐὰν ὑπολογισθῶσιν οἱ ἀποβιώσαντες, οἱ ἀνίκανοι κλπ., ἀλλ’ εἰς τοῦτο τὸ μέτρον δὲν περιέρχεται ἡ ὑπηρεσία τῶν ἡμετέρων στρατιωτικῶν γραφείων. Εἰς ἄλλας χώρας, ὡς ἐν Γαλλίᾳ π.χ., ὑπολογίζουσιν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρατευσίμων 4% διὰ τὸ πρῶτον ἔτος, 3% διὰ τὸ δεύτερον, καὶ 2% διὰ τὰ ἐπίλοιπα ἔτη. Ἐν Γερμανίᾳ μειοῦσι τοὺς ἀριθμοὺς κατὰ 4% διὰ τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ 3% δι’ ὅλα τὰ κατόπιν ἔτη. Οὕτω προσδιορίζουσιν ἑκάστοτε τῶν ἀριθμὸν τῶν στρατευσίμων. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ὁ καταστατικὸς πίναξ τοῦ 1890, ἐνδιαλαμβάνει π. χ. ὅτι εἰς τὰ 1890 περιεῖχεν ἡ ἀπογραφὴ διετεῖς 9,815, ἐνῷ ὁ καταστατικὸς πίναξ τοῦ 1891 ἐνδιαλαμβάνει, ὅτι ἡ ἀπογραφὴ τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1890, ἀντὶ ὀλιγωτέρων, εἶναι 10,071, ἤτοι 256 περιπλέον, ὅπερ ἐσφαλμένον. Ἐν τούτοις ἐγώ, θέλων νὰ ἐξαγάγω ἓν συμπέρασμα ἐκ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου, καὶ λαβὼν τὸν μέσον ὅρον ἐκ τῶν δύο καταστατικῶν πινάκων, εὑρίσκω, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον καὶ εἰς στρογγύλους ἀριθμοὺς, κατ’ ἔτος ἡ ἀπογραφὴ περιέχει διετεῖς 9,300, διαθεσίμους 4,900. Ἐξ αὐτῶν προσέρχονται κατὰ μέσον ὅρον διετεῖς 7,600 καὶ διαθέσιμοι 4 χιλιάδες. Ἀπουσιάζουσι δὲ 1700 διετεῖς καὶ 900 διαθέσιμοι. Ἐκ τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν ἐξάγεται, ὅτι οἱ διαθέσιμοι εἶναι περισσότεροι τοῦ ἡμίσεως τῶν διετῶν, ἤτοι διαθέσιμοι εἶναι περισσότεροι τοῦ τρίτου τῶν στρατευσίμων. Κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἤδη ἐν χρήσει στρατολογικοῦ νόμου, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, τὸ περισσότερον τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν ὅλων στρατευσίμων ἐγυμνάσθησαν—ἂν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγυμνάσθησαν—τρεῖς μῆνας μόνον, δηλαδὴ δὲν ἐγυμνάσθησαν περισσότεροι τοῦ ⅓ τῶν στρατευσίμων. Αὕτη εἶναι ἡ κατηγορία τῶν διαθεσίμων. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ μέσου ὅρου τῶν στρατευσίμων, ἠθέλησα νὰ πείσω ἐμαυτὸν, διατὶ ἐγένετο παραδεκτὸν τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ ἠθέλησα νὰ ἀνεύρω κατὰ μέσον ὅρον, πόσοι τῶν ἀπουσιαζόντων καὶ καθυστερούντων κατατάσσονται προσερχόμενοι τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ἀλλ’ ἀτυχῶς, ὡς εἶπον, οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἐσφαλμένοι ἐν τούτοις, ἐκ τῶν ἐσφαλμένων αὐτῶν ἀριθμῶν ἔλαβον τὸν μέσον ὅρον, καὶ εὗρον ὅτι ἐκ τῶν καθυστερούντων διετῶν προσέρχονται κατ’ ἔτος καὶ κατὰ μέσον ὅρον 250, ἐκ δὲ τῶν διαθεσίμων 100· ὥστε, ἐὰν εἰς τοὺς κατὰ μέσον ὅρον 7,600 διετεῖς κατ’ ἔτος προστεθῶσι καὶ οἱ ἐκ τούτων προσερχόμενοι κατόπιν 250, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἐτησίως ἀνέρχεται εἰς 7,850. Ἐν τῇ ἐνάρξει τοῦ στρατολογικοῦ τούτου συστήματος τῆς διετοῦς ὑπηρεσίας καὶ κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος καὶ τὰ κατόπιν διὰ τὸ πεντάμηνον χρονικὸν διάστημα τῆς πρώτης στρατιωτικῆς περιόδου ἑκάστου ἔτους, δηλαδὴ κατὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον, Δεκέμβριον, Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατευσίμων ἀνέρχεται εἰς τὸ διπλάσιον τῶν 7,850· ἤτοι διὰ τοὺς πέντε τούτους μῆνας ἡ δύναμις τῶν στρατιωτῶν θὰ ἀνέρχηται εἰς 15,700· κατὰ τὴν δευτέραν τρίμηνον περίοδον, τὴν ἐνδιαλαμβάνουσαν τοὺς μῆνας Μάρτιον, Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον, προστίθενται οἱ κατὰ μέσον ὅρον καὶ κατ’ ἔτος διαθέσιμοι ἐκ 4,000 πλέον τῶν 100 καθυστερούντων καὶ προσερχομένων, ἤτοι, ἐν ὅλῳ 4,100· ὥστε κατὰ τὸ τρίμηνον τοῦτο διάστημα ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν τῷ στρατῷ κατατασσομένων ἀνέρχεται εἰς 19,800. Ἅμα ἐπέλθῃ ἡ 1 Ἰουνίου, ἀπέρχονται καὶ οἱ ἐκ 4,000 διαθέσιμοι τοῦ τρέχοντος ἔτους, καὶ οἱ ἐξ 7,600 διετεῖς τοῦ προγενεστέρου ἔτους, ὥστε μένουσιν 8,200 διὰ τὴν τρίτην περίοδον ἑκάστου ἔτους, τὴν ἀρχομένην ἀπὸ 1 Ἰουνίου καὶ λήγουσαν εἰς τὸ τέλος Σεπτεμβρίου. Οὕτω, κατὰ μὲν τὴν πρώτην περίοδον, τὴν πεντάμηνον, θὰ ἔχωμεν 15,700 στρατιώτας, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν, τὴν τρίμηνον, 19,800, καὶ κατὰ τὸ τρίτον χρονικὸν διάστημα, τὸ τετράμηνον, 8,200. Ἵνα μὴ γείνῃ ἀντίῤῥησίς τις, ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι μικρὸς, προσθέτω εἰς τοῦτον ὅ,τι ἐκ προγενεστέρων ἀπουσιῶν ἀνυποτάκτων καὶ λοιπῶν προέρχεται, καὶ προσθέτω εἰς τούτους εἰσέτι 1200 ἢ 1300 προσελθόντας. Ὥστε κατὰ τὸ πρῶτον πεντάμηνον διάστημα τοῦ ἔτους ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατιωτῶν ἀνέρχεται εἰς 17,000, κατὰ τὸ δεύτερον τρίμηνον διάστημα εἰς 21,000, καὶ κατὰ τὸ τελευταῖον τετράμηνον διάστημα εἰς 9,500. Οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν τελευταίων τούτων ἐτῶν διαλαμβάνουσι 4,800 ὑπαξιωματικούς, 1038 μουσικοὺς καὶ σαλπιγκτὰς, στρατιώτας δὲ 20,131, δηλαδὴ τὸ ὅλον τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἐκτὸς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ μαθητῶν τινων κλπ. εἶναι 25,969, ἤτοι 26,000. Τοῦτο ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμός. Ἐὰν δὲ ἀπὸ τὰς 26,000 ἀφαιρεθῶσι 3 ἕως 4 χιλιάδες ὑπαξιωματικοί, μουσικοὶ κλπ., οἵτινες δὲν ἀπομακρύνονται ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, μένουσι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν στρατιῶται 22 ἕως 23 χιλιάδες. Οἱ προϋπολογισμοὶ ὅθεν ἀναγράφουσι δαπάνην διὰ 22 ἕως 23 χιλιάδας στρατιωτῶν. Πρέπει νὰ ἀναγράφωσι ταύτην; Τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν ἀπευθύνω, διότι ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ὅτι ὁ στρατὸς ἔχει δύναμιν 28 χιλιάδας πλέον τῶν διαθεσίμων, οὓς ἐγὼ ὑπολογίζω εἰς 4,000. Κατ’ ἐμὲ, οὔτε εἰς 28 χιλιάδας δὲν ἀνέρχεται ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν πρέπει νὰ προϋπολογίζηται δαπάνη δι’ 28 χιλιάδας στρατοῦ, διότι ὡς προεῤῥέθη: αʹ) 17 χιλιάδες στρατιῶται εἶναι οἱ συντηρηθησόμενοι διὰ πεντάμηνον χρονικὸν διάστημα, δι’ οὓς ἀπαιτηθήσεται δαπάνη, οἵα ἀπαιτεῖται διὰ τὴν συντήρησιν 7,083 δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος· βʹ) 21,000 εἶναι οἱ συντηρηθησόμενοι διὰ μῆνας 3, δι’ οὓς ἀπαιτεῖται δαπάνη, οἵα διὰ 5,250 καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, καὶ γʹ) 9,500 εἶναι οἱ συντηρηθησόμενοι ἐπὶ μῆνας 4, δι’ οὓς ἀπαιτεῖται δαπάνη, οἵα διὰ 3,166 καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Δηλαδὴ διὰ νὰ συντηρηθῇ ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς τρεῖς ταύτας περιόδους, θὰ ἀπαιτηθῇ ἐν ὅλῳ δαπάνη, οἵα ἀπαιτεῖται διὰ τὴν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος συντήρησιν 15,500. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν αὐτῶν τῶν δεδομένων πρέπει νὰ ὑπολογίζωμεν στρατὸν ὡς διαρκῶς διαμένοντα ἐπὶ δώδεκα μῆνας ἐκ 15,500 κατατασσομένων στρατευσίμων πολιτῶν, πλέον 3,500 παλαιῶν ὑπαξιωματικῶν, μουσικῶν καὶ τεχνιτῶν, ἐν ὅλῳ 19,000. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσων παρέχει ὁ στρατολογικὸς νόμος στρατευσίμων διετῶν καὶ τριμήνων, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, μουσικῶν καὶ τεχνιτῶν, οἵτινες μένουσιν ἐν τῷ στρατῷ διαρκῶς, ἡ δαπάνη πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ διὰ 19 χιλιάδας καὶ οὐχὶ δι’ 26 χιλιάδας, εἰς ἃς ἐὰν προστεθῶσι 2,000 ἀξιωματικοὶ καὶ λοιποὶ περίπου, εὑρίσκεται ἡ εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν δύναμις τοῦ στρατοῦ ἐξ 28,000. Διὰ τῶν ἀριθμῶν τούτων ἐπείσθην, καὶ πιστεύω νὰ πείσω καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ κατηγορία τῶν διαθεσίμων εἶναι περιττή. Διότι οἱ κατὰ μέσον ὅρον προσερχόμενοι διετεῖς εἶναι 7,600, εἰς οὓς, ἐὰν προστεθῶσι καὶ 4,000 διαθέσιμοι, οἱ ἐν ὅλῳ προσερχόμενοι κατ’ ἔτος ἀνέρχονται εἰς 11,600. Ἐὰν δὲ σὺν τούτοις προστεθῶσι καὶ οἱ προσερχόμενοι κατ’ ἔτος 350 ἐκ τῶν καθυστερούντων, ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν κατ’ ἔτος προσερχομένων στρατευσίμων αὐξάνει εἰς 11,950, καὶ ἡ ἐκ τούτων δύναμις τοῦ στρατοῦ διὰ διετῆ θητείαν ἀνέρχεται εἰς 23,900, ἔστω 24 χιλιάδας, μὴ συμπεριλαμβανομένων βεβαίως τῶν ἀξιωματικῶν κλπ. Ἂν ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἦναι ἀνώτερος τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν δυνάμεως, ὑπάρχει μέσον ἐπιτηδειότερον τοῦ συστήματος τῶν διαθεσίμων, ἵνα περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν κατ’ ἔτος διατηρουμένων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Δηλαδὴ αἱ 24 χιλιάδες στρατιωτῶν διετῶν, διαιρούμεναι εἰς ἓξ μέρη· ἕκαστον μέρος ἀνὰ 4 χιλιάδας δύναται νὰ μεταβαίνῃ εἰς ἄδειαν δίμηνον κατ’ ἔτος ἢ τετράμηνον κατὰ διετίαν. Οὕτως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ θὰ διαμένωσι διαρκῶς 20,000 μόνον, καὶ ἡ διετὴς ὑπηρεσία αὐτῶν θὰ περιορίζηται εἰς ὑπηρεσίαν 20 μηνῶν. Ἐὰν εἰς τὴν δύναμιν ταύτην προστεθῶσι 2,000 ἀξιωματικοὶ καὶ 3,500 ὑπαξιωματικοί, μουσικοὶ καὶ τεχνῖται διαρκῶς διαμένοντες, ἡ παροῦσα δύναμις ἀνέρχεται εἰς 25,500. Λαμβανομένων δ’ ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν ἐν ἀδείᾳ 4,000 ἀνδρῶν, ἡ φαινομένη δύναμις τοῦ στρατοῦ δύναται νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 29,500. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος δὲν εἶναι ὑπερβολικός, πρῶτον διότι ὁ νῦν προϋπολογισμὸς ἀναγράφει 20 χιλιάδας στρατιώτας, οὓς ἐγὼ παραδέχομαι διατηρουμένους εἰς τὰς τάξεις των, καὶ δεύτερον διότι ἀντὶ τῆς δυνάμεως, τῆς παρ’ ἐμοῦ ἐξαγομένης εἰς 29,500, οἱ καταστατικοὶ πίνακες ἐνδιαλαμβάνουσι τὴν δύναμιν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου τοῦ 1889 μέχρι 1 Ὀκτωβρίου 1890, ἥτις διὰ τὴν τρίτην δεκαημερίαν τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 1889 ἀνέρχεται εἰς 30,535, καὶ ἡ δύναμις τῶν 30,000 περίπου ἐξακολουθεῖ διὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1889· κατόπιν διὰ τοὺς ἀκολούθους μῆνας τοῦ ἔτους 1890 ἡ δύναμις ἐλαττοῦται εἰς 23, 22 καὶ 21 χιλιάδας, κατὰ δὲ τὴν 1 Ὀκτωβρίου 1890 ἡ δύναμις ἀνέρχεται εἰς 26,540 καὶ αὐξάνει εἰς 27,178, κατόπιν δὲ πάλιν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1891 ἐλαττοῦται ἡ δύναμις εἰς 22 καὶ 21 χιλιάδας καὶ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1891 περιορίζεται εἰς 19,952. Ὅθεν ἡ δύναμις αὕτη τὴν ὁποίαν ὑπολογίζω διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύω, δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ, καὶ ἅπαντες οἱ στρατεύσιμοι θὰ ὑπόκηνται εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν τῆς διετοῦς θητείας· ἐξ αὐτῶν δ’ ὁ στρατὸς θὰ ἔχῃ 20 μὲν χιλιάδας παρόντας, 4 δὲ χιλιάδας ἐν ἀδείᾳ. Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις δὲν μᾶς ἐπιτρέπουσιν οὔτε τὰς 20 χιλιάδας στρατευσίμων νὰ διατηρήσωμεν. Ἐν τοιαύτῃ ὑποθέσει τὰς 24,000 διαιροῦμεν εἰς 4 μέρη, καὶ ἀποστέλλομεν εἰς ἄδειαν ἀνὰ 6,000 κατὰ τριμηνίαν καὶ κατ’ ἔτος, ἢ καθ’ ἑξαμηνίαν καὶ κατὰ διετῆ διάρκειαν τῆς θητείας. Οὕτως ἐν ταῖς τάξεσι θὰ ἔχωμεν 18,000, θὰ ὑπηρετῶσι δὲ οἱ διετεῖς αὐτοὶ ὄχι 20 μῆνας, ἀλλὰ 18. Τὸ χρονικὸν δὲ τοῦτο διάστημα εἶναι τὸ ἐλάχιστον διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατιώτου, ἀλλὰ οὐχὶ καὶ διὰ τὴν ἐντελῆ μόρφωσιν αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ προτιμηθῇ πᾶν ἄλλο σύστημα, καὶ οὐχὶ τὸ τῶν διαθεσίμων, οἵτινες κάλλιον εἶναι νὰ μὴ προσκαλῶνται οὐδόλως. Καὶ ἐν Γερμανίᾳ, Κύριοι, μέχρι τοῦ 1880 οἱ ἔφεδροι νεοσύλλεκτοι δὲν προσεκαλοῦντο εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ πρὸς ἐκγύμνασιν. Ὁ γερμανικὸς στρατὸς, ὁ πρῶτος ἐφαρμόσας κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον τὸ ἀρχαῖον παρ’ ἡμῖν τῆς γενικῆς στρατολογίας σύστημα, τὸ ὁποῖον κατόπιν ὅλα σχεδὸν τὰ ἔθνη παρεδέχθησαν, ἤρξατο νὰ προσκαλῇ τοὺς στρατευσίμους ἐφέδρους πρὸς ἐκγύμνασιν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1881, διὰ νόμου δὲ τῆς 11 Φεβρουαρίου 1888 ἐκανονίσθη, ὅπως αἱ ἀσκήσεις αὗται διαρκῶσιν εἴκοσιν ἑβδομάδας, αἵτινες ὑποδιαιροῦνται εἰς δέκα ἑβδομάδας διὰ τὰς πρώτας ἀσκήσεις, ἓξ ἑβδομάδας διὰ τὰς δευτέρας, καὶ εἰς τέσσαρας ἑβδομάδας διὰ τὰς τελευταίας ἀσκήσεις. Ἡμεῖς φαίνεται, ὅτι ἔχομεν καὶ γυμναστὰς ἐπιτηδειοτέρους, καὶ ἄνδρας νοημονεστέρους, καὶ μέσα περισσότερα καὶ τόσας ἄλλας εὐκολίας, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ ἐξασκήσωμεν τοὺς διαθεσίμους στρατιώτας εἰς τρεῖς μῆνας, ἐνῷ οἱ Γερμανοί, ὡς προεῤῥέθη, ἔχουν ἀνάγκην 5 μηνῶν. Ἰδοὺ τί μᾶς ἀπατᾷ. Πιθανὸν νὰ σφάλλω, ἀλλ’ ἤκουσα συναδέλφους, οἵτινες μὲ ἠρώτησαν ἰδιαιτέρως: διατὶ ἐν Ἑλβετίᾳ προσκαλούμενος ὁ στρατιώτης ἐξασκεῖται μόνον εἰς 45 ἡμέρας ὁ τοῦ πεζικοῦ, 50 ὁ τοῦ μηχανικοῦ, 55 ὁ πυροβολητὴς, καὶ 80 ὁ ἱππεύς; Ἀλλ’ ὁ Ἑλβετὸς ἔχει καὶ ἐν τῷ οἴκῳ αὑτοῦ καὶ ἐν τῷ σχολείῳ ἀνατροφὴν καὶ ἐκπαίδευσιν στρατιωτικήν. Αὕτη δὲ ἡ ἄσκησις δὲν χρησιμεύει διὰ νὰ διδάξῃ αὐτὸν στρατιωτικὰς ἀσκήσεις, ἀλλὰ διὰ νὰ συστηματοποιήσῃ τὰς ἀσκήσεις, ἃς γινώσκει. Ὁ Ἑλβετὸς ἔχει ἄσκησιν τὸ ῥίμμα, τὴν βολὴν, τὴν σκοποβολήν. Διασκεδάζει τὰς Κυριακὰς, ῥίπτων καὶ κερδίζων στοιχήματα, ὥσπερ οἱ παρ’ ἡμῖν ἀγροδίαιτοι διασκεδάζουσι νῦν, ῥίπτοντες τὸ λιθάρι, καὶ ἄλλοτε εἰς πολὺ προγενεστέραν ἐποχὴν διεσκέδαζον εἰς χώρας τινὰς ῥίπτοντες εἰς τὸ σημάδι. Ἀφοῦ τὰς ἀσκήσεις ταύτας διέλθωσι, κατόπιν διορίζονται εἰς ἓν σῶμα, καὶ ἐπανέρχονται εἰς τὰς ἑστίας των, φέροντες τὴν πανοπλίαν των καὶ οἱ ἱππεῖς τοὺς ἵππους των, μένουσι δὲ 12 ἔτη εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν τῶν στρατευσίμων καὶ τούτους καλοῦσιν ἐπιλέκτους (l’ élite). Οἱ ἐπίλεκτοι οὗτοι ὑποχρεοῦνται νὰ προσέρχωνται κατὰ διετίαν εἰς ἀσκήσεις, αἵτινες διαρκοῦσι 16 ἡμέρας διὰ τὸ πεζικὸν, τὸ πυροβολικὸν τοῦ πεδίου καὶ τὸ μηχανικὸν, καὶ 18 ἡμέρας διὰ τὸ τοπομαχικὸν πυροβολικόν. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ἱππικὸν, ἡ διάρκεια τῆς κατηγορίας ταύτης περιορίζεται εἰς 10 ἔτη καὶ ὑποχρεοῦται εἰς ἀσκήσεις 10 ἡμερῶν κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ἵνα μὴ διὰ μιᾶς ἀπασχολῶνται τόσαι χεῖρες, προσκαλεῖται τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιλέκτων κατ’ ἔτος εἰς ἀσκήσεις, διαρκούσας 8 μόνον ἡμέρας. Ὥστε αἱ ἀσκήσεις αὗται εἶναι ἓν εἶδος ἐπιστρατείας. Κατόπιν τῶν ἀσκήσεων αὐτῶν, τῶν ἐπὶ 12 ἔτη διαρκουσῶν, μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν (Landwehr), εἰς ἣν διαμένουσιν πρὸς τούτοις ἔτη 12. Ἡ ἐθνοφρουρὰ προσκαλεῖται εἰς ἀσκήσεις ἀνὰ τετραετίαν, καὶ αἱ μὲν ἀσκήσεις τοῦ πεζικοῦ διαρκοῦσιν ἡμέρας 5, αἱ δὲ τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ ἡμέρας 6. Μετὰ τὴν ἐθνοφρουρὰν μεταβαίνουσιν εἰς τὴν πανστρατιὰν (Landsturm), εἰς ἣν διαμένουσιν ἔτη 6. Οὕτως ὁ Ἑλβετὸς ἐν ἡλικίᾳ 50 ἐτῶν εἶναι ἐλεύθερος πάσης στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως. Ἐκγυμνάζεται δὲ ὡς νεοσύλλεκτος ἐπὶ 45 ἕως 80 ἡμέρας, καὶ ὡς στρατιώτης τέλειος ἐπὶ 156 ἕως 180 ἡμέρας, κατὰ τὸ ὅπλον, εἰς ὃ ἀνήκει. Ἀλλὰ δυνάμεθα ἡμεῖς τὸ σύστημα τοῦτο νὰ ἐφαρμόσωμεν ὑπὸ τὴν πρακτικὴν ἔποψιν; Δυνάμεθα νὰ προσκαλῶμεν διὰ ὀκταήμερον ἢ καὶ δεκαήμερον ἄσκησιν; Ἀλλὰ καὶ οἰκονομικῶς συμφέρει; Τί δαπανᾷ ἡ Ἑλβετία διὰ τὸ σύστημα αὐτό; Ἡ Ἑλβετία ἔχει πληθυσμὸν 3 ἑκατομμύρια, καὶ, κατὰ τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1889, ἡ Ὁμοσπονδία δαπανᾷ 66 ἑκατομμύρια φράγκα· τί δὲ νομίζετε ὅτι δαπανᾶται ἐξ αὐτῶν διὰ τὸν στρατόν; 24 ἑκατομμύρια. Ὁ προϋπολογισμὸς δ’ οὗτος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι συντεταγμένος παρὰ τοῦ ἤδη Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν συνταγματάρχου Φρέϋ (Frey.)
§16ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ πόσου ἀριθμοῦ στρατιωτῶν;
§17ΣΕΧΟΣ. Ἔχουσιν ἓν Ὑπουργεῖον, διῃρημένον εἰς τμήματα, διευθυνόμενα παρὰ συνταγματαρχῶν, οἵτινες θεωροῦνται ὡς ἀρχηγοὶ τῶν σωμάτων. Ἔχουν ὡσαύτως καὶ 130 προγυμναστὰς, καὶ σχολεῖα λειτουργοῦντα περιοδικῶς. Διὰ τὴν διατήρησιν αὐτῶν, τὴν ἄσκησιν τῶν νεοσυλλέκτων καὶ τῶν ἐπιλέκτων καὶ ἐφέδρων δαπανῶσι τὰ 24 ταῦτα ἑκατομμύρια.
§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξασκοῦνται κατ’ ἔτος.
§19ΣΕΧΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τοιαύτας λεπτομερείας, ἃς δὲν ἔχω προχείρους, διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, αἵτινες δαπανῶσι χρόνον.
§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 75,000 ἀποτελοῦσι τὴν πρώτην σειράν.
§21ΣΕΧΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἡ Ἑλβετία, ἡ ἔχουσα 3 ἑκατομμύρια πληθυσμόν, διὰ τοῦ συστήματος τούτου δύναται νὰ ὁπλίσῃ ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης 300,000 στρατιωτῶν γεγυμνασμένων, καὶ 50,000 ἀγυμνάστων· ἀλλ’ ἡ δαπάνη τοῦ στρατοῦ εἶναι 36 καὶ 35% ἐπὶ τῶν γενικῶν προϋπολογισμῶν τῆς Ὁμοσπονδίας, ἐνῷ ἡμεῖς δαπανῶμεν 17 καὶ 50% ἐπὶ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δαπανῶμεν περισσότερα.
§23ΣΕΧΟΣ. Ὄχι. Οὐδὲν ἔθνος δαπανᾷ ὀλιγώτερον ἡμῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς πρώην Κυβερνήσεως εἶπεν εἰς τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶναι στρατιωτικώτερον ἡμῶν ἔθνος.
§24ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὀπτικὴ ἀπάτη.
§25ΣΕΧΟΣ. Καὶ διὰ 35,000 στρατὸν δαπανᾷ 20 ἑκατομμύρια, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον καὶ κατ’ ἄτομον δαπανᾷ ἐτησίως 571–572 δραχμάς. Ἡμεῖς δὲ, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν, διὰ 28,000 στρατοῦ δαπανῶμεν 16 ἑκατομμύρια, ἤτοι δαπανῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐτησίως κατὰ μέσον ὅρον καὶ κατ’ ἄτομον 571 ἕως 572 δραχμάς. Ὥστε ἡ Βουλγαρία δὲν δαπανᾷ ὀλιγώτερον ἡμῶν. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον, περὶ τοῦ ὁποίου κἄτι εἴπετε, κ. συνάδελφε ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω. Δὲν φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶναι στρατιωτικωτέρα ἡμῶν· φαίνεται ὅτι εἶναι στρατιωτικωτέρα ἡμῶν, διότι ἡμεῖς καταγινόμεθα περισσότερον εἰς τὴν πλουτολογίαν, ἐνῷ ἐκεῖνοι ἀσχολοῦνται περισσότερον εἰς τὴν στρατολογίαν. Ἡμεῖς φροντίζομεν, πῶς νὰ χειρισθῶμεν ἐπωφελέστερον τὸν χρυσόν· ἐκεῖνοι πῶς νὰ χειρισθῶσιν ἐπιτηδειότερον τὸν σίδηρον. Μεταξὺ ἡμῶν ὀλίγοι ἴσως ὑπάρχουσιν, οἵτινες πρεσβεύουσιν, ὅτι τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ἔργον δὲν ἐπερατώθη εἰσέτι ἐντελῶς. Ἐκείνων οἱ πλεῖστοι καὶ σχεδὸν πάντες νομίζουσιν, ὅτι εἶναι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτῶν ἔργου. Αὐτοὶ οἱ Βούλγαροι εὑρίσκονται εἰς ὀργασμὸν ἐθνικῶν ἰδεῶν, ἐνῷ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς νάρκην, ἥτις δὲν ἔχει ἀφήσει, παρὰ τὴν γλῶσσαν ἐλευθέραν, διὰ νὰ λέγωμεν λόγους, καὶ τὰς χεῖρας, διὰ νὰ γράφουν ἔπη. Οὕτως ἡ Βουλγαρία φαίνεται στρατιωτικωτέρα ἡμῶν, ἐνῷ πράγματι δὲν εἶναι. Καὶ ὡς Ἕλλην καὶ ὡς ἀξιωματικὸς δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τοῦτο. Πταίουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες κατήντησαν τὸν στρατόν, ὅπως τὸν κατήντησαν, διότι ἔχομεν τὸ καύχημα, ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί, οἵτινες δύνανται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων νὰ παραλληλισθῶσι μὲ ἀξιωματικοὺς τῶν καλλιτέρων στρατιωτικῶν Κρατῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὸν περιορισμὸν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, δυστυχῶς ὁ καταστατικὸς πίναξ τοῦ 1891 δὲν εἶναι τόσον ἀκριβής, ὅσον ὁ πίναξ τοῦ 1890, καὶ ἀνατρέξας εἰς αὐτὸν, ἰδοὺ τί ἀνεῦρον. Ἀνεῦρον τοὺς ἀναγκαίους ἀριθμοὺς, οἵτινες θὰ μοὶ χρησιμεύσωσιν, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν ἀρκετὸν διὰ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν. Κατὰ τὴν 1 Ὀκτωβρίου 1890 ὑπῆρχε δύναμις στρατιωτῶν καὶ ὑποδεκανέων, οἵτινες κάμνουσι φρουρὰν 20,674. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχητε ὀλίγην ὑπομονήν· θὰ σᾶς ζαλίσω μὲ ἀριθμοὺς, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν θὰ ἐξάξωμεν τὸ οὐσιῶδες συμπέρασμα, ὅτι δὲν δυνάμεθα καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν δύναμιν τῶν ὑποδεκανέων καὶ στρατιωτῶν. Ὑπῆρχον τότε ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιῶται εἰς λόχους 80 τοῦ πεζικοῦ 10,658, εἰς λόχους 24 εὐζώνων 2,314, εἰς πυροβολαρχίας 20 πυροβοληταὶ 2,287, εἰς ἴλας 12 ἱππεῖς 1223, εἰς λόχους μηχανικοῦ 9 σκαπανεῖς 867 καὶ εἰς λόχους 2 νοσοκόμοι 376. Παραδέχομαι, ὅτι ὅλα τὰ σώματα ταῦτα, ὧν τὸ ὅλον ἀνέρχεται εἰς 17,725, ἐκτελοῦσι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς φρουρᾶς. Δὲν ἐκτελοῦσι δὲ βεβαίως ὑπηρεσίαν τοιαύτην. Ὁ λόχος τῶν τεχνιτῶν τοῦ ὁπλοστασίου, ἐξ ὑποδεκανέων καὶ στρατιωτῶν 105, ἡ διεύθυνσις ὑλικοῦ πολέμου ἐξ 177, ἡ χωροφυλακὴ ἐκ 2,371, αἱ εἰδικαὶ ὑπηρεσίαι καταστημάτων ἐκ 50, ὁ λόχος τῶν πυροσβεστῶν ἐξ 63, ὁ λόχος τῶν τηλεγραφητῶν ἐξ 82 καὶ τὰ στρατιωτικὰ σχολεῖα ἐξ 101, ἤτοι ἐν ὅλῳ δὲν ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν φρουρᾶς 2,949. Ἐκ τῆς ὁλικῆς ὅθεν δυνάμεως ὑποδεκανέων καὶ στρατιωτῶν τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1890 ἐξ 20,674 ἐξετέλουν ὑπηρεσίαν αἱ 17,725, καὶ αἱ 2,949 δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν, ἐξωτερικὴν λεγομένην. Κατ’ ἐκείνην δὲ τὴν ἐποχὴν ὁ καταστατικὸς πίναξ διελάμβανεν, ὅτι ἀπητοῦντο δι’ ὑπηρεσίαν ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιῶται: αʹ) Μεταβατικοί, εἰς σταθμούς, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς ἐκ τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων 958, καὶ βʹ) φρουροὶ, ἀγγελιοφόροι, περίπολοι, καὶ νυκτοφύλακες 1872 καθ’ ἑκάστην. Ὥστε ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν τυραννικὴν διὰ τὸν στρατιώτην διάταξιν τῆς ἡμέρας παρ’ ἡμέραν μεταβάσεως εἰς ὑπηρεσίαν, ὁ ἀριθμὸς τῶν διὰ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας ἀπαιτουμένων εἶναι τὸ διπλάσιον τοῦ 1872, ἤτοι 3,744. — Κατὰ τὸν κανονισμὸν, ἑκάστην τετάρτην ἡμέραν πρέπει νὰ μεταβαίνῃ ὁ στρατιώτης εἰς φρουρὰν, ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης, ἀνερχόμεθα εἰς ἀριθμὸν μέγαν, καὶ τούτου ἕνεκα περιορίζομαι νὰ ἀποδείξω, ὅτι καὶ ἐν τοιαύτῃ βασανιστικῇ ὑπηρεσίᾳ ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ σχετικῶς μὲ τὰς ὑπηρεσίας ἃς ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ, δὲν ἐξαρκεῖ· διότι διὰ τὰς ἀναφερθείσας ὑπηρεσίας ἀπαιτοῦνται ἐν ὅλῳ ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιῶται 4,702. Ἀλλὰ σὺν τούτοις τὰ σώματα, ἅτινα ἐκτελοῦσι τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, ἔχουσι καὶ τὰς ἀκολούθους ὑπηρεσίας: 1) Μάγειροι καὶ θαλαμοφύλακες 147 λόχων, πυροβολαρχιῶν καὶ ἰλῶν, πρὸς 4, ἐν ὅλῳ 588, 2) ἡμιονηγοὶ 479, 3) ἱπποκόμοι ἵππων ἀξιωματικῶν 672, οὓς περιορίζω εἰς 533, 4) τρία τάγματα εὐζώνων ἐπὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς 1158, πρὸς δὲ πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσιν οἱ ἀσθενεῖς καὶ ὅπως δήποτε ἀπόντες 4% ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ 17,725, ἤτοι 700 περίπου· ὥστε ἐκτὸς τῶν 4,702 δι’ ὑπηρεσίαν ἀπαιτοῦνται εἰσέτι 3,458, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἀπαιτοῦνται 8,160 ἄνδρες καθ’ ἑκάστην. Κατὰ τὴν 1 Ὀκτωβρίου 1890 ἡ ἐκ 17,725 δύναμις διαλαμβάνει κατὰ τοὺς καταστατικοὺς πίνακας νεοσυλλέκτους διετεῖς 7,572 καὶ διαθεσίμους 5,007, ἤτοι ἐν ὅλῳ νεοσυλλέκτους 12,579· τούτων δ’ ἀφαιρουμένων ἀπὸ τοὺς 17,725, μένουσι 5,146 στρατιῶται δι’ ὑπηρεσίαν, δι’ ἣν ἀπαιτοῦνται 8,160. Δηλαδὴ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀνυποφόρου ταύτης ὑπηρεσίας ἀπαιτοῦνται εἰσέτι 3,000· ἔστω ὅτι ἀπαιτοῦνται μόνον 1,500. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ὑπηρεσία; Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ ἀληθῶς, πῶς κατορθοῦται ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἐὰν ἐλαττωθῇ σήμερον ἡ δύναμις τῶν ὑποδεκανέων καὶ στρατιωτῶν, θὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ ὑπαξιωματικοὶ νὰ ἐκτελέσωσιν ὑπηρεσίαν σκοποῦ. Ἴσως φαίνεται παράδοξον, ἐν τούτοις πῶς γίνεται ἡ ὑπηρεσία; Ἡ ἐξήγησις τοῦ παραδόξου εἶναι εὔκολος, διότι ὅλους τοὺς νεοσυλλέκτους καὶ αὐτοὺς τοὺς τριμήνους ἀντὶ πάσης ἀσκήσεως, τοὺς ἐπασχολοῦσι μὲ τὴν ὑπηρεσίαν, τῶν ἱπποκόμων, ἡμιονοδηγῶν, θαλαμοφυλάκων, μαγείρων κτλ., ἀπογυμνοῦται ἡ ὁροθετικὴ γραμμὴ ἐνίοτε, καὶ εἶναι ἐντροπὴ νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι συμβαίνει εἰς σταθμὸν νὰ εὑρίσκηται εἷς μόνον στρατιώτης. Οἱ συνάδελφοί μου στρατιωτικοὶ γνωρίζουσι κάλλιστα, ὅτι ἐπέρχεται ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὁλόκληρον σύνταγμα ἔχει δύναμιν παροῦσαν δι’ ὑπηρεσίαν 17 ἄνδρας. Κατόπιν τῆς καταστάσεως ταύτης σκέπτεσθε περὶ ἐλαττώσεως τῆς δυνάμεως τῶν ὑποδεκανέων καὶ στρατιωτῶν; Προτιμήσατε — σᾶς τὸ λέγω ἐν πεποιθήσει — νὰ διαλύσητε τὸν στρατὸν, παρὰ νὰ προβῆτε εἰς μέτρα τοιαῦτα. — Μᾶς λέγουσιν ὅτι πολλὰ δαπανῶμεν διὰ τὸν στρατόν. Ἠθέλησα νὰ πεισθῶ περὶ τούτου, καὶ ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν κυριωτέρων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης.
§26ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Κύριε συνταγματάρχα, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ζητήσω μίαν διασάφησιν; (Συζήτησις διαλογική).
§27ΣΕΧΟΣ. Σήμερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ διαβεβαιώσω, εἶναι ὅτι, κατ’ ἐμὲ, δὲν ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον νὰ δαπανᾷ ὀλιγώτερα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα διὰ τὸν στρατόν του. Ὁ κατὰ τὸ 1890 ἐν Ρωσσίᾳ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπουργοῦντος τοῦ στρατηγοῦ Vannovski, ἀνήρχετο εἰς 968 ἑκατομμύρια φράγκα, ὑπολογιζομένου τοῦ ῥουβλίου εἰς 4 φράγκα, καὶ διαλαμβάνει δύναμιν στρατοῦ 775,000, εἰς πληθυσμὸν 115 ἑκατομμυρίων καὶ γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους 3,846,000,000. Οὕτως ὁ στρατὸς ὁ ῥωσσικὸς δαπανᾷ ἐκ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ 25,17%, ἡ δὲ ἐτησία κατ’ ἄτομον δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 1249,03 φράγκα. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους τούτου (1892) τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γαλλίας, ὑπουργοῦντος τῆς Α. Ε. τοῦ κ. Φραισινὲ, ἀνέρχεται εἰς 603 ἑκατομμύρια καὶ διαλαμβάνει δύναμιν 545,000 εἰς πληθυσμὸν 39 ἑκατομμυρίων, καὶ ἡ ἐτησία δαπάνη κατ’ ἄτομον ἀνέρχεται εἰς 1106,42 φράγκα. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐν Γερμανίᾳ τοῦ 1890 πρὸς τὸ 1891, ὑπουργοῦντος τοῦ στρατηγοῦ Caltenborne-Stachau, ἀνήρχετο εἰς 850 ἑκατομμύρια, τῆς μάρκας ὑπολογιζομένης εἰς 1,25 τοῦ φράγκου, καὶ διαλαμβάνει δύναμιν στρατοῦ 517,500, εἰς πληθυσμὸν 49½ ἑκατομμυρίων, καὶ γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀνερχόμενον εἰς 4,150,000,000 φράγκων· ὥστε ὁ Γερμανικὸς στρατὸς δαπανᾷ ἐκ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ 20,48%, ἡ δὲ ἐτησία κατ’ ἄτομον δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 1642,51 φράγκα. Ἡ Αὐστρία, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1890, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ στρατηγοῦ Baron V. Bauer, δαπανᾷ 350 ἑκατομμύρια, ὑπολογιζομένου τοῦ φιορινίου εἰς 2½ φράγκα, διὰ δύναμιν στρατοῦ 354,000 ἐπὶ πληθυσμοῦ 42½ ἑκατομμυρίων, καὶ γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἐκ 2,287 ἑκατομμυρίων· ἤτοι δαπανᾷ διὰ τὸν στρατὸν 15,30% ἐπὶ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἡ δὲ κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἄτομον δαπάνη περιορίζεται εἰς 988,70 φρ. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὸ ἔτος 1889 πρὸς τὸ 1890, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τῆς Α. Ε. τοῦ κ. E. Stanhope, δαπανᾷ 433 ἑκατομμύρια φράγκα, ὑπολογιζομένης τῆς λίρας πρὸς 25 φράγκα, διὰ στρατὸν ἐκ 221,000, ἐπὶ πληθυσμοῦ 39½ ἑκατομμυρίων, καὶ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐκ 3,750 ἑκατομμυρίων, ἤτοι ἡ διὰ τὸν στρατὸν δαπάνη εἶναι 11,54% ἐπὶ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ δὲ κατ’ ἄτομον δαπάνη καὶ κατ’ ἔτος ἀνέρχεται εἰς 1957,28 φράγκα. Κατὰ τὸ 1890 πρὸς τὸ 1891 ἡ Ἰταλία εἶχε προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ στρατηγοῦ Pellaux, διαλαμβάνοντα δαπάνην, τῆς λίρας ἰσοδυναμούσης πρὸς τὸ φράγκον, ἐκ 264 ἑκατομμυρίων φράγκων, διὰ δύναμιν στρατοῦ 255,000 ἐπὶ πληθυσμοῦ 31 ἑκατομμυρίου, καὶ γενικῆς δαπάνης τοῦ Κράτους ἐκ 1872 ἑκατομμυρίων, ἤτοι δαπάνην διὰ τὸν στρατὸν 14,10% ἐπὶ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐτησίαν κατ’ ἄτομον ἐξ 1035,13. Ἡ Ἱσπανία, πρὸς τὴν ὁποίαν πολὺ ὁμοιάζομεν κατὰ τὴν γενικὴν διαίρεσιν τοῦ στρατοῦ,—καὶ διὰ νὰ ξεκουράσω καὶ ἐμὲ αὐτὸν ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς, παραβάλλω τὸν ἱσπανικὸν στρατὸν μὲ τὸν ἡμέτερον. Ὁ ἱσπανικὸς στρατὸς ἔχει τὸ τοῦ πεζικοῦ σύνταγμα ἐκ 2 ταγμάτων, τὸ τρίτον δὲ τάγμα ἔχει ἓν στέλεχος ἐν εἰρήνῃ καὶ συμπληροῦται ἐν ὥρᾳ πολέμου· τοῦτ’ αὐτὸ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς. Εἶναι τὸ μόνον, ἔθνος, ὅπερ δὲν ἔχει σῶμα μεταγωγικὸν, ὅπως καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιοῦτον. Ἐκεῖ στηρίζονται εἰς τοὺς καῤῥαγωγεῖς, τοὺς ὁποίους ἐν ὥρᾳ στρατεύσεως στρατεύουσι μετὰ τῶν φορτηγῶν ἁμαξῶν των· ἡμεῖς διὰ τὴν μεταφορὰν στηριζόμεθα εἰς τοὺς καραγκούνιδες καὶ εἰς τοὺς Βλάχους. Δηλαδὴ ἔχομεν τὸ αὐτὸ σύστημα, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἐκεῖ μὲν τοὺς στρατεύουσιν, ἐνῷ ἡμεῖς τοὺς μισθόνομεν, καὶ δι’ αὐτῶν μεταφέρομεν τὰ πολεμεφόδιά μας, τὰς τροφάς μας, καὶ πᾶν ὅ,τι χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον, ἂν δ’ οὗτοι μᾶς λείψωσιν, ἡμεῖς καταστρεφόμεθα. Ἅπαντα τὰ Κράτη ἔχουσι διαίρεσιν στρατολογικὴν τῆς χώρας, διαίρεσιν στρατιωτικὴν ἐν ὥρᾳ εἰρήνης τῆς διαμονῆς τῶν στρατευμάτων, ὀργάνωσιν ἀμυντικὴν τῆς χώρας, καὶ διαίρεσιν στρατιωτικὴν ἐν ὥρᾳ ἐκστρατείας. Ἡ Ἰσπανία δὲν ἔχει, ὡς καὶ ἡμεῖς, κεκανονισμένην στρατιωτικὴν διαίρεσιν διαμονῆς ἐν εἰρήνῃ, ἀλλ’ ὑπάρχει στρατὸς ἔνθα εὑρίσκονται στρατῶνες, καὶ εἷς ἀρχηγὸς ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγάς του τοὺς στρατηγοὺς καὶ τὰ στρατεύματα τὰ ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς δικαιοδοσίας του ἀνήκοντα, καλοῦνται δὲ τὰ ἀρχηγεῖα ταῦτα Capitaineries Générales, ὅπως τὰ ἡμέτερα εἶναι τρία μεγάλα καπετανάτα, κατὰ τοῦτο δὲ μόνον ἡμεῖς πλεονεκτοῦμεν αὐτῶν, ὅτι εἷς ἀξιωματικὸς ἐξ ἡμῶν ἀνταποκρίνεται εἰς 13,83 ἄνδρας, ἐνῷ παρ’ Ἰσπανοῖς εἷς ἀξιωματικὸς ἀνταποκρίνεται εἰς 5,11 ἄνδρας. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1890–1891 ἐν Ἰσπανίᾳ, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ στρατηγοῦ Azcarrága, ἡ διὰ τὸν στρατὸν δαπάνη ὑπολογίζεται εἰς 146 ἑκατομμύρια φράγκα, τῆς πετζέτας ἰσοδυναμούσης πρὸς τὸ φράγκον, διὰ στρατὸν ἐξ 110,000 ἐπὶ πληθυσμοῦ 17½ ἑκατομμυρίων καὶ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἀνερχομένου εἰς 811 ἑκατομμύρια· ἤτοι ὁ στρατὸς δαπανᾷ περίπου 18% ἐπὶ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ ἡ κατ’ ἄτομον δαπάνη ἐτησίως ἀνήρχετο εἰς 1327,27 φράγκα. Ἐν Βελγίῳ, ὑπουργοῦντος τοῦ στρατηγοῦ Pontus, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνήρχετο εἰς 47 ἑκατομμύρια διὰ δύναμιν στρατοῦ 48,000, ἐπὶ πληθυσμοῦ 6 ἑκατομμυρίων καὶ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους 334 ἑκατομμυρίων, ἤτοι ὁ Βελγικὸς στρατὸς δαπανᾷ 14,47% ἐπὶ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐτησίως κατ’ ἄτομον 979,17. Εἰς τὰς ἀναφερθείσας δαπάνας δὲν συμπεριλαμβάνεται εἰς τὰ Κράτη ταῦτα δαπάνη διὰ τὴν χωροφυλακήν. Παρ’ ἡμῖν μετὰ τῆς χωροφυλακῆς ἡ ἐτησία δαπάνη κατ’ ἄτομον ἀνέρχεται εἰς 500 φράγκα, ὑπολογιζομένης τῆς δραχμῆς εἰς 0,80 φρ., ἤτοι ὑπολογιζομένου τοῦ φράγκου πρὸς 1,25, καὶ οὐχὶ ὅπως ἔχει σήμερον, διότι οὕτω περιορίζεται ἐπὶ πολὺ ἡ κατ’ ἄτομον δαπάνη. Οὕτως ἡμεῖς δαπανῶμεν ἐτησίως κατ’ ἄτομον τὸ ¼ περίπου τοῦ περισσότερον δαπανῶντος Ἀγγλικοῦ Κράτους, καὶ τὸ ἥμισυ περίπου τῶν ὀλιγώτερον δαπανώντων Κρατῶν Αὐστρίας καὶ Βελγίου. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι προκειμένου περὶ οἰκονομιῶν ἐν τῷ στρατῷ, αὗται δύνανται νὰ γείνωσι διὰ τῆς παραδοχῆς ὀργανισμοῦ οἰκονομικοῦ καὶ ἐπιτηδειοτέρου τοῦ ὑπάρχοντος, καὶ ὄχι διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς δυνάμεως τῶν διὰ φρουρὰν ἀνδρῶν. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρὰ, ἴσως καὶ δι’ ἐμὲ αὐτὸν τὸν ἀγορεύοντα, ἀλλ’ εἶναι ἀλήθεια. Βεβαίως, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τοὺς τῆς ἱππασίας ἵππους ἀπὸ τοὺς ὑγειονομικοὺς καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, οὓς ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδέποτε εἶδον ἐφίππους, ἀλλὰ πάντοτε ἐπόχους, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν εἰσέτι καί τινας ἵππους ἀξιωματικῶν τινων καὶ ἄλλων, ἐντελῶς ἤδη περιττοὺς, δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν 70,000 δραχμῶν· εἶναι δὲ προτιμότερον νὰ οἰκονομήσωμεν 70,000 δραχμὰς ἀπὸ κτήνη ἤδη περιττὰ διὰ νὰ ἀμείψωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ἀνθυπολοχαγῶν 25 ἕως 30 τοῦ πεζικοῦ, οἵτινες ἐπὶ 7 καὶ 8 ἔτη μένουσιν ὡς ἀνθυπολοχαγοὶ, διὰ δαπάνης μόνον 7,000. Τὴν μὴ προαγωγὴν τῶν ἀνθυπολοχαγῶν τούτων, ἵνα οἰκονομηθῶσιν 7,000 δραχμαὶ, δὲν θεωρῶ οἰκονομίαν, ἀλλὰ ἀδίκημα, διότι οὗτοι θὰ ἀπολέσωσι τὸν ζῆλον τῆς ἀχαρίστου δι’ αὐτοὺς ὑπηρεσίας καὶ ἀπελπίζονται, σκεπτόμενοι, ὅτι σὺν τοῖς ἄλλοις ἔχουσι καὶ τὴν ἀπειλὴν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ταῦτα ἐν παρόδῳ. Ἂς εἰσέλθωμεν ἤδη εἰς τὸ σύστημα τοῦ κατ’ ἐμὲ ἐπιτηδειοτέρου καὶ σχετικῶς οἰκονομικωτέρου ὀργανισμοῦ. Πρῶτον πρέπει νὰ συμπτυχθῶσιν ὑπηρεσίαι τινὲς, ὧν ὁ χωρισμὸς ἀπαιτεῖ ἴδιον προσωπικὸν καὶ χωριστὴν διοίκησιν ἢ διεύθυνσιν, καὶ δεύτερον πρέπει νὰ καταργηθῶσιν ἄλλαι τινὲς θέσεις περιτταί. Περὶ αὐτῶν παραλείπω λεπτομερείας, ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλὴν, καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν στρατευμάτων, ἰδίᾳ δι’ ἕκαστον ὅπλον ἢ σῶμα. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι μὲ τὰς αὐτὰς μονάδας τὰς μικροτέρας, αἵτινες ὑπάρχουσι, δηλαδὴ, μὲ τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν τῶν λόχων, τῶν πυροβολαρχιῶν τῶν ἰλῶν, πρέπει νὰ σχηματίσωμεν ἀνωτέρας μονάδας, ἤτοι τάγματα καὶ συντάγματα μικροτέρου ἀριθμοῦ τῶν ὑπαρχόντων. Ἐξηγοῦμαι, ἀρχόμενος ἀπὸ τοῦ πεζικοῦ καὶ καταλήγων εἰς τὸ μηχανικόν. Τὸ ἡμέτερον πεζικὸν συνίσταται ἐκ 10 συνταγμάτων, ὧν ἕκαστον ἐμπεριέχει 3 τάγματα, ἤτοι ἔχομεν 30 τάγματα τοῦ πεζικοῦ, ἐκ τεσσάρων λόγων ἕκαστον, ἐν ὅλῳ λόχους πεζικοῦ 120· ἔχομεν σὺν τούτοις 8 τάγματα εὐζώνων ἐκ 4 λόγων, ἤτοι λόχους 32· ὥστε ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν λόγων τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων εἶναι 152. Ἄνευ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν λόγων αὐτῶν καὶ διὰ τῶν 152 τούτων λόγων, δυνάμεθα, ἀντὶ 10 συνταγμάτων, νὰ σχηματίσωμεν: αʹ) 8 συντάγματα ἐκ 4 ταγμάτων ἕκαστον, διὰ 32 ταγμάτων ἐκ 4 λόγων, ἤτοι διὰ λόγων 128, καὶ βʹ) 4 τάγματα εὐζώνων, οὐχὶ ἐκ 4 λόγων ἕκαστον, ἀλλ’ ἐξ 6 λόγων, ἤτοι διὰ 24 λόγων. Οὕτω διὰ τῶν ὑπαρχόντων 152 λόγων θὰ ἀποτελέσωμεν, ὡς ἐῤῥέθη, 8 συντάγματα πεζικοῦ καὶ 4 εὐζωνικὰ τάγματα, ἀντὶ τῶν ὑπαρχόντων 10 συνταγμάτων πεζικοῦ καὶ 8 εὐζωνικῶν ταγμάτων.
§28ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Περικόπτετε τὰ στελέχη ἄρα.
§29ΣΕΧΟΣ. Τὰ στελέχη βεβαίως τῆς διοικήσεως 2 συνταγμάτων καὶ 4 εὐζωνικῶν ταγμάτων. Δύναταί τις νὰ φέρῃ τὴν ἀντίῤῥησιν, διατὶ προτείνω νὰ σχηματισθῶσι τὰ ἡμέτερα συντάγματα ἀνὰ 4 τάγματα ἕκαστον, ἐνῷ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον 3 τάγματα σχηματίζουσι τὸ ἐν τοῖς στρατοῖς σύνταγμα, καὶ ἐν γραμμῇ παρατάξεως μάχης ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῶν ταγμάτων δι’ ἕκαστον σύνταγμα φαίνεται ὁ ἐπιτηδειότερος, ὡς ὑποστηρίζεται παρ’ ἁπάντων σχεδὸν, καὶ ἅπασαι αἱ θεωρίαι στρατιωτικαὶ τὴν διάταξιν ταύτην προτιμῶσιν. Ἐν τούτοις ἂς ἐξετάσωμεν, τί πράττουσι τὰ Κράτη, ἅτινα γνωρίζουσι πάντα ταῦτα, καὶ τί ἐξ αὐτῶν ἐφαρμόζουσι πρακτικῶς. Ἡ Ρωσσία ἔχει 851 τάγματα, καὶ τὰ συντάγματα αὐτῆς εἰσι συντεταγμένα ἐκ 4 ταγμάτων. Ἡ Αὐστρία ὡσαύτως ἐκ 4 ταγμάτων σχηματίζει τὰ ἑαυτῆς συντάγματα, ἔχουσα ἐν ὅλῳ 458 τάγματα. Εἰς ἕκαστον δὲ σύνταγμα ὑπάρχει ἔμπεδος δύναμις διὰ τὸν σχηματισμὸν 2 εἰσέτι ταγμάτων, ἵνα ἐν πολέμῳ ἕκαστον σύνταγμα διαιρῆται εἰς 2 συντάγματα ἐκ 3 ταγμάτων. Ἡ Γαλλία ἔχει τάγματα ἐν ὅλῳ 561, καὶ ἐξ αὐτῶν ἔχει 162 συντάγματα ἐκ 3 ταγμάτων, 10 συντάγματα ἐκ 4 ταγμάτων, καὶ 35 τάγματα ἀνεξάρτητα ἐκ 4 λόχων, διὰ νόμου δὲ τῆς 24 Ἰουνίου 1888 ἀρκετὰ τάγματα ἀνεξάρτητα ἐσχηματίσθησαν ἐξ 6 λόχων ἀντὶ 4. Ἡ Γερμανία ἔχει τάγματα ἐν ὅλῳ 538, καὶ τὰ συντάγματα αὐτῆς διαλαμβάνουσι 3 τάγματα, ἐν τούτοις εἶχεν ἀπὸ τῆς 1 Ἀπριλίου 1887 μέχρι 1 Ἀπριλίου 1890 συντάγματα ἐκ 4 ταγμάτων. Ἡ Ἰταλία ἔχει τάγματα 346, καὶ ἐκ τῶν 115 συνταγμάτων αὐτῆς τὰ 111 ἔχουσι 3 τάγματα, 1 σύνταγμα διαλαμβάνει 4 τάγματα ἐκ 3 λόχων καὶ 3 συντάγματα ἐκ 3 ταγμάτων, ἕκαστον δὲ τάγμα ἐκ 3 λόχων. Τὸ Βέλγιον ἔχει τάγματα 58, ἐξ ὧν σχηματίζονται 18 συντάγματα ἐκ 3 ταγμάτων καὶ 1 σύνταγμα ἐκ 4 ταγμάτων, ἔχει δὲ σὺν τούτοις ἔφεδρα τάγματα 35, ἐξ ὧν ἕκαστον ἔχει ὡς στέλεχος 10 ἕως 12 ἀξιωματικοὺς καὶ 26 ἕως 28 ὑπαξιωματικούς. Ἡ Ἑλβετία ἔχει τάγματα 104 ἐπιλέκτων, ἐξ ὧν σχηματίζονται 32 συντάγματα ἐκ 3 ταγμάτων καὶ 8 τάγματα ἀνεξάρτητα, πρὸς δὲ 104 τάγματα ἐθνοφρουρᾶς (Landwehr) συντεταγμένα, ὡς τὰ τῶν ἐπιλέκτων. Ἡ Ἀγγλία ἔχει 148 τάγματα· ἕκαστον δὲ τάγμα ἔχει 8 λόγους καὶ τὰ συντάγματα διαλαμβάνουσι δύο τάγματα. Ἡ Ἱσπανία ἔχει τάγματα 61, καὶ, ὡς προεῤῥέθη, τὰ συντάγματα αὐτῆς ἐνδιαλαμβάνουσιν ἐν εἰρήνῃ 2 τάγματα, σχηματιζομένου τοῦ τρίτου ἐν πολέμῳ. Ἐκ τῶν προαναφερθέντων Κρατῶν τὰ περισσότερα ἔχουσι συντάγματα ἐκ 3 ταγμάτων, ἀλλ’ ἅπαντα σχεδὸν ἔχουσι καὶ συντάγματα ἐκ 4 ταγμάτων, δύο δὲ Κράτη μεγάλα, ἡ Ρωσσία καὶ ἡ Αὐστρία, ἔχουσιν ἅπαντα τὰ συντάγματα αὐτῶν ἐκ 4 ταγμάτων, ἡ δὲ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἱσπανία ἔχουσι συντάγματα ἐκ ταγμάτων 2. Ἡ ἰδέα τοῦ σχηματισμοῦ συνταγμάτων ἐκ 4 ταγμάτων ὑπάρχει καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς Γάλλοις· διότι τινὲς ἐξέφρασαν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ Γερμανοὶ, ὧν ὁ Κανονισμὸς ἐνδιαλαμβάνει 3 τάγματα δι’ ἕκαστον σύνταγμα, πιθανὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἔχοντες 4 τάγματα εἰς ἕκαστον σύνταγμα, ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν συμφέρει νὰ παρουσιάσωσι δύναμιν μεγάλην ἑκάστου συντάγματος, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἀντιθέτων αὐτῶν. Τὰ συντάγματα παρ’ ἡμῖν ἐκ 4 ταγμάτων εἶναι διαίρεσις οἰκονομικὴ, καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα συνεπιφέρουσα· ἀλλὰ πρὶν ἢ προχωρήσω νὰ καταδείξω ταῦτα, πρέπει νὰ δικαιολογήσω, διατὶ τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων δύνανται νὰ σχηματισθῶσιν ἐξ 6 λόχων καὶ οὐχὶ ἐκ 4, ἐνῷ ἡ ἐκ 4 λόχων διαίρεσις τοῦ τάγματος εἶναι ἡ καλλιτέρα. Παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἥτις βεβαίως εἶναι γνωστὴ καὶ παρὰ Γάλλοις, καὶ ἐν τούτοις οὗτοι ἐσχάτως, κατὰ τὸ 1888, ὡς προεῤῥέθη, μετέβαλον ἐλαφρά τινα τάγματα ἀνεξάρτητα, ἔχοντα 4 λόχους, εἰς τάγματα ἐξ 6 λόχων. Ὑπάρχει ὁ ἐνδοιασμὸς περὶ τῶν στελεχῶν τῆς διοικήσεως 2 συνταγμάτων ἐκ 4 εὐζωνικῶν ταγμάτων καταργουμένων. Τί ταῦτα θὰ γείνωσιν; Ὁ τρόπος τῆς οἰκονομίας αὐτῶν δὲν εἶναι δύσκολος· ἀλλ’ ἐν τούτοις διὰ τῆς προτεινομένης ὀργανώσεως τοῦ πεζικοῦ, σὺν τοῖς ἄλλοις, ἡ στρατιωτικὴ διαίρεσις θὰ συμφωνῇ μὲ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν, διότι τὰ 8 συντάγματα ἀνταποκρίνονται εἰς τοὺς 16 νομοὺς τοῦ Κράτους, ἀνὰ ἓν σύνταγμα εἰς δύο νομοὺς, μέ τινας προσθήκας. Ἐν ὥρᾳ δὲ ἐπιστρατείας εὐκόλως διὰ τοῦ συστήματος τούτου δυνάμεθα νὰ διπλασιάσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν συνταγμάτων, καὶ οὕτω τετραπλασιάζομεν τὴν δύναμιν τῶν ὁπλιτῶν τῆς πρώτης γραμμῆς. Εἰς ἕκαστον νομὸν ὑπάρχει ἓν στρατολογικὸν γραφεῖον, ἀντιπροσωπεῦον, οὕτως εἰπεῖν, ἓν τάγμα, διότι τὰ γραφεῖα ταῦτα ἔχουσι διευθυντὴν ταγματάρχην, καί τινας ἀξιωματικούς, οὓς δυνάμεθα νὰ συμπληρώσωμεν διὰ τῶν ὑπαρχόντων ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν καὶ διὰ τῶν ἐφέδρων. Σχηματίζοντες ἐκ τῶν γραφείων τούτων 16 τάγματα, καὶ παραλαμβάνοντες ἀνὰ ἓν τάγμα ἐξ ἑκάστου συντάγματος, δυνάμεθα, ἐκτὸς τῶν 8 συνταγμάτων, ἅτινα θὰ μείνωσι μὲ 3 τάγματα ἕκαστον, νὰ σχηματίσωμεν 8 εἰσέτι συντάγματα ἐκ 3 ὡσαύτως ταγμάτων, ἅτινα θὰ ἔχωσιν ὡς διοικητὰς τοὺς ἀντισυνταγματάρχας, ὑποδιοικητὰς τῶν συνταγμάτων ἐν ὥρᾳ εἰρήνης. Οὕτω καὶ τὰ ἐξ 6 λόχων 4 τάγματα τῶν εὐζώνων εὐκόλως δύνανται νὰ μετασχηματισθῶσιν ἐν ἐπιστρατείᾳ εἰς 8 τάγματα ἀνὰ 4 λόχους, διοικούμενα τὰ 4 νεοσχηματιζόμενα τάγματα παρὰ τῶν ὑποδιοικητῶν τῶν 4 ἐν εἰρήνῃ ταγμάτων. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ ἐνεργήσῃ μεμονωμένον τὸ σύνταγμα ἐκ 4 ταγμάτων, ἢ τὸ τάγμα ἐξ 6 λόχων, ἡ ἐπιχείρησις ἔσεται ἐπιτυχεστέρα καὶ ἡ διαίρεσις αὕτη ἐπωφελεστέρα διὰ τοὺς μικροὺς πολέμους. Τὴν οὕτω διαίρεσιν καὶ ὀργάνωσιν τοῦ πεζικοῦ ἐννοῶ παρακολουθουμένην ἐκ τῆς εἰς ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας διαιρέσεως τοῦ στρατοῦ, ἀντὶ τῶν ὑπαρχόντων τριῶν μεγάλων καπετανάτων ἄνευ συνδέσμου καὶ ἑνότητος· ἵνα δὲ ὑπάρξῃ δεσμὸς διοικήσεως, στρατηγικός, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν εἰς ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας διαίρεσιν τοῦ στρατοῦ, διότι δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς, Κύριοι, νὰ σχηματίσωμεν πρωτότυπον στρατὸν καὶ ἰδιόῤῥυθμον. Εἷς γνωστὸς εἰς τὸν στρατιωτικὸν κόσμον συγγραφεὺς, ὁ συνταγματάρχης Fix, λέγει, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ ὁμοιάζουσι πρὸς κρύσταλλά τινα, ἅτινα, ὑποδιαιρούμενα ἀπείρως εἰς πρίσματα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον σμικρὰ, ἔχουσι πάντοτε τὸ αὐτὸ σχῆμα, τὴν αὐτὴν μορφήν. Ὅλοι λοιπὸν οἱ στρατοὶ ἔχουσιν ἕνα τύπον ὅμοιον, εἶναι μία μεγάλη μηχανὴ, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα καὶ ὅλους τοὺς δεσμοὺς τῆς διοικήσεως, ἄλλως ἡ μηχανὴ αὐτὴ παραλύει. Ὑπάρχουσι διαφοραί τινες εἰς τοὺς στρατοὺς, ἀλλ’ αὗται εἶναι ἐλάχισται καὶ ἐξ ἐκτάκτου ἀνάγκης ἐπιβαλλόμεναι, ὡς π. χ. εἰς τὸν ἀγγλικὸν στρατὸν ὑπάρχει ἔφιππον πεζικὸν, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει διὰ νὰ ἀκολουθῇ τὰς μεραρχίας τοῦ ἱππικοῦ καὶ ἐν δέοντι ἀφιππεῦον νὰ μάχηται. Ἔχει τὸ ἰδιόῤῥυθμον ὁ στρατὸς οὗτος, εἰς ἕκαστον τάγμα νὰ ἔχῃ καὶ μίαν ἢ δύο μυδραλιοβόλους, ἄνευ ἐν τούτοις προσθήκης πυροβολητῶν, διότι οἱ πεζοὶ ἐξασκοῦνται εἰς τὸν χειρισμὸν αὐτῶν. Τοιαῦται ἰδιοῤῥυθμίαι μικραὶ ὑπάρχουσιν, ἀλλ’ ὁ στρατὸς πανταχοῦ ἔχει τὴν αὐτὴν διαίρεσιν, ἁπανταχοῦ ὑπάρχουσι τάγματα, συντάγματα, ταξιαρχίαι, μεραρχίαι κτλ. Ὥστε καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τοὺς γενικοὺς τούτους κανόνας, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ οὐχὶ καπετανάτα. Τὸ ἡμέτερον ἱππικὸν ἔχει δώδεκα ἴλας, δι’ ὧν σχηματίζονται τρία συντάγματα, ἐκ 4 ἰλῶν ἕκαστον. Τὴν οὕτω διαίρεσιν τοῦ ἱππικοῦ ἐπροκάλεσεν ἡ εἰς 3 ἀρχηγεῖα διαίρεσις τοῦ στρατοῦ, ἵνα εἰς ἕκαστον ἀρχηγεῖον ἀνταποκρίνηται ἓν σύνταγμα ἱππικοῦ. Εἶναι δ’ ἀπορίας ἄξιον, πῶς δὲν κατέφυγον οἱ ὑπερασπιζόμενοι τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν συνταγμάτων νὰ ὑποδείξωσι διαίρεσιν ὡς ἐν Ἑλβετίᾳ, εἰς ἣν ἕκαστον σύνταγμα ἔχει 3 ἴλας, καὶ οὕτω τὸ ἐκ 12 ἰλῶν ἡμέτερον ἱππικὸν ἠδύνατο νὰ ἀπαρτίσῃ τέσσαρα συντάγματα, ἐκ 3 ἰλῶν ἕκαστον. Κατ’ ἐμὲ, τὸ ἱππικὸν, ἔχον 12 ἴλας, πρέπει νὰ ἀπαρτίσῃ δύο συντάγματα, ἐξ 6 ἰλῶν ἕκαστον· ἀλλ’ ἐννοῶ σὺν τούτοις, ὅτι ἡ οὕτω σχηματιζομένη ἐκ δύο συνταγμάτων μία ταξιαρχία νὰ ἔχῃ ἕνα ταξιάρχην. Ἴσως μοὶ γείνῃ ἡ ἀντίῤῥησις, καὶ τὴν ἀντικρούω ἀπὸ τοῦδε, διατὶ προτιμῶ τὸν ἐξ 6 ἰλῶν σχηματισμὸν τῶν συνταγμάτων, ἀφοῦ ἰδίως τὸ ἱππικὸν μάχεται μὲ 4 ἴλας; Ἐπαναλαμβάνω τὴν αὐτὴν σκέψιν, οἵαν ἀνέφερα καὶ διὰ τὸ πεζικὸν, ὅτι πάσας ταύτας τὰς στρατιωτικὰς καλὰς γνώμας γνωρίζουσιν ἅπαντα τὰ Κράτη, καὶ ἐν τούτοις ἐξετάζοντες τὴν τῶν διαφόρων Κρατῶν διαίρεσιν τοῦ ἱππικοῦ εὑρίσκομεν, ὅτι ἡ Ρωσσία ἔχει ἱππικὸν ἐξ 623 ἰλῶν, διῃρημένων εἰς συντάγματα, ἐξ 6 ἰλῶν κυρίως, ὅπερ μάχεται μὲ 6 ἴλας· ἡ Αὐστρία ἔχει 252 ἴλας καὶ συντάγματα ἐξ 6 ἰλῶν καὶ μίαν ἔμπεδον, ἥτις ἐν πολέμῳ ἐπιπροστίθεται ὡς ἑβδόμη ἴλη, διαιρεῖται δὲ τὸ σύνταγμα εἰς δύο μέρη, ὧν τὸ μὲν, ἐκ 3 ἰλῶν, προσκολλᾶται εἰς μίαν πεζικοῦ μεραρχίαν, τὸ δ’ ἕτερον, ἐκ 4 ἰλῶν, εἰς ἑτέραν μεραρχίαν πεζικοῦ. Ἡ Ἰταλία ἔχει 144 ἴλας ἱππικοῦ, διῃρημένου εἰς 24 συντάγματα ἐξ 6 ἰλῶν, ἅτινα ἐν πολέμῳ διαιροῦνται εἰς δύο μέρη ἀνὰ 3 ἴλας, προσκολλωμένας εἰς μίαν μεραρχίαν πεζικοῦ. Ἡ Γερμανία καὶ ἡ Γαλλία ἔχουσι τὰ συντάγματα τοῦ ἱππικοῦ ἐκ 5 ἰλῶν· καὶ ἡ μὲν Γαλλία ἔχει 439 ἴλας, ἡ δὲ Γερμανία 465, μάχονται δὲ τὰ συντάγματα μὲ 4 ἴλας, καὶ εἰς ἑκάστην μεραρχίαν πεζικοῦ προσκολλᾶται ἓν σύνταγμα ἱππικοῦ ἐκ 4 ἰλῶν. Ὡσαύτως τὸ Βέλγιον ἔχει 8 συντάγματα ἐκ 5 ἰλῶν ἐν εἰρήνῃ, μάχεται δὲ μὲ 4 ἴλας, καὶ ἀποσπᾷ εἰς ἑκάστην μεραρχίαν πεζικοῦ 2 ἴλας. Ἡ Ἀγγλία ἔχει λόχους ἱππικοῦ 241, ἕκαστον σύνταγμα ἱππικοῦ ἔχει 8 λόχους, δύο δὲ λόχοι σχηματίζουσι μίαν ἴλην, προσκολλωμένην εἰς μίαν μεραρχίαν πεζικοῦ. Ἡ Ἱσπανία ἔχει 112 ἴλας, εἰς συντάγματα 28, ἀνὰ 4 ἴλας ἕκαστον σύνταγμα, ὡς ἡμεῖς, ἐν πολέμῳ δὲ προσκολλῶνται 2 ἴλαι εἰς ἑκάστην μεραρχίαν πεζικοῦ. Ἡ Ἑλβετία, ὡς προεῤῥέθη, ἔχει συντάγματα, ἀνὰ 3 ἴλας, 8, ἤτοι ἴλας 24. Ἕκαστον δὲ σύνταγμα ἀνήκει εἰς μίαν μεραρχίαν πεζικοῦ. Ἐκ τούτων παρατηροῦμεν, ὅτι ἐν εἰρήνῃ τρία μὲν Κράτη ἔχουσι συντάγματα ἱππικοῦ ἐξ 6 ἰλῶν, τρία ἐκ 5 ἰλῶν, καὶ τὰ ἕτερα τρία ἀνὰ 8 λόχους, τέσσαρας ἴλας καὶ 3 ἴλας. Πρέπει ὅθεν καὶ ἡμεῖς νὰ σχηματίσωμεν τὰ ἡμέτερα συντάγματα ἐν εἰρήνῃ ἐξ 6 ἰλῶν, διότι ἐκτὸς τῆς οἰκονομίας τοῦ στελέχους μιᾶς διοικήσεως συντάγματος, ἐν ὥρᾳ μὲν ἐπιστρατείας εὐκόλως θὰ δυνάμεθα νὰ διπλασιάσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν συνταγμάτων, ἐν ὥρᾳ δὲ εἰρήνης, ἐὰν ἐξ ἑκάστου συντάγματος ἀποσπῶνται δύο ἴλαι δι’ ὑπηρεσίαν, θὰ μένωσι πάντοτε εἰς τὴν ἕδραν τοῦ συντάγματος αἱ 4 ἴλαι δι’ ἀσκήσεις. Τὸ πυροβολικὸν παρ’ ἡμῖν ἔχει 20 πυροβολαρχίας, ἐξ 6 πυροβόλων ἑκάστη, ἤτοι ἐν ὅλῳ πυροβόλα 120, διαιρεῖται δὲ εἰς 3 συντάγματα, καὶ τὰ μὲν 2 συντάγματα διαλαμβάνουσι 7 πυροβολαρχίας, τὸ δὲ τρίτον σύνταγμα 6. Οἱ γείτονές μας ἔχουσιν εἰς ἕκαστον σύνταγμα 14 πυροβολαρχίας, ἡμεῖς δὲ διὰ μόνον 20 πυροβολαρχιῶν ἔχομεν τρία συντάγματα, διότι εἰς τρία ἀρχηγεῖα εἶναι διῃρημένος ὁ ἡμέτερος στρατὸς, ἵνα εἰς ἕκαστον ἀρχηγεῖον ἀνταποκρίνηται ἓν σύνταγμα. Αἱ πυροβολαρχίαι αὗται, ἐξ 6 πυροβόλων ἑκάστη, περιλαμβάνουσι 54 ὀρεινὰ πυροβόλα καὶ 66 πεδινά. Ἔχομεν δὲ καὶ ἐξαίρετα τοπομαχικὰ πυροβόλα 22, διαφόρου διαμετρήματος, καὶ 6 ὅλμους, ἀλλὰ στερούμεθα πυροβολητῶν πεζοπόρων, καὶ τὰ πυροβόλα ταῦτα δὲν διαχειρίζεται οὐδείς. Ταῦτα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρ’ ἡμῖν πυροβολικόν. Ἂν ἐπισκοπήσωμεν τὴν διαίρεσιν τοῦ πυροβολικοῦ εἰς τὰ σπουδαιότερα Κράτη τῆς Εὐρώπης, εὑρίσκομεν ὅτι ἡ Ρωσσία ἔχει τὸ ἐκ 1974 πυροβόλων πυροβολικόν της ἐν ὥρᾳ εἰρήνης διῃρημένον εἰς μοίρας, ἀνὰ 6 πυροβολαρχίας ἑκάστη· ἡ δὲ πυροβολαρχία περιλαμβάνει 4, 6 ἢ 8 πυροβόλα. Ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἀριθμεῖ 3814 πυροβόλα, δι’ ὧν σχηματίζονται 81 πυροβολαρχίαι ἐξ 6 πυροβόλων καὶ 416 ἐξ 8 πυροβόλων. Ἡ Γαλλία ἔχει ἐν εἰρήνῃ 2868 πυροβόλα εἰς πυροβολαρχίας 478, ἀνὰ 6 πυροβόλα ἑκάστη· 12 δὲ πυροβολαρχίαι ἀποτελοῦσιν ἓν σύνταγμα. Ἡ Γερμανία ἔχει συντάγματα ἀνὰ 9 ἢ 11 πυροβολαρχίας ἕκαστον. Ἑκάστη πυροβολαρχία περιλαμβάνει 6 πυροβόλα, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν πυροβόλων εἶναι 2296 ἐν εἰρήνῃ καὶ 4404 ἐν πολέμῳ. Ἡ Αὐστρία ἔχει συντάγματα ἀνὰ 9, 10 ἢ 12 πυροβολαρχίας, καὶ τὰ ἐν εἰρήνῃ 994 πυροβόλα, ἃ ἔχει, διαιροῦνται εἰς πυροβολαρχίας τὸ πλεῖστον ἐκ 4 πυροβόλων, ἐνῷ ἐν πολέμῳ τὰ 1836 πυροβόλα αὐτῆς διαιροῦνται εἰς πυροβολαρχίας ἐξ 8 πυροβόλων τὸ πλεῖστον. Ἡ Ἀγγλία ἔχει εἰς πυροβολαρχίας τὸ πυροβολικόν της ἐκ 4 ἢ 6 πυροβόλων ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, ἐν πολέμῳ δὲ τὰ 1794 πυροβόλα αὐτῆς περιλαμβάνονται εἰς 299 πυροβολαρχίας ἀνὰ 6 πυροβόλα ἑκάστη. Ἡ Ἰταλία ἔχει συντάγματα ἐξ 6, 8 ἢ 9 πυροβολαρχιῶν. Ἑκάστη πυροβολαρχία ἔχει ἐν εἰρήνῃ 4 πυροβόλα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐν πολέμῳ δὲ ἀνὰ 6, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν πυροβόλων εἶναι ἐν εἰρήνῃ 858, ἐν πολέμῳ 1608. Ἡ Ἱσπανία εἰς μὲν τὸ σύνταγμα ἔχει ἀνὰ 5 ἢ 6 πυροβολαρχίας, εἰς δὲ τὰς πυροβολαρχίας ἀνὰ 6 πυροβόλα καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, ἐλάχιστον δὲ ἀριθμὸν πυροβολαρχιῶν ἐν εἰρήνῃ ἀνὰ 4 πυροβόλα. Ὁ ἀριθμὸς τῶν πυροβόλων ἐν εἰρήνῃ εἶναι 460 καὶ ἐν πολέμῳ 384. Τὸ Βέλγιον ἔχει συντάγματα ἀνὰ 8 ἢ 9 πυροβολαρχίας, ὧν ἑκάστη ἔχει πυροβόλα 6, καὶ ἐν εἰρήνῃ μὲν ὁ ἀριθμὸς τῶν πυροβόλων εἶναι 204, ἐν πολέμῳ δὲ 240. Ἡ Ἑλβετία ἔχει μοίρας ἀνὰ 6 πυροβολαρχίας, ἑκάστη δὲ πυροβολαρχία ἔχει 6 πυροβόλα· ἐν ὅλῳ πυροβόλα ἐν εἰρήνῃ μὲν 300, ἐν πολέμῳ δὲ 348. Τὸ ἡμέτερον πυροβολικὸν πρέπει νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο συντάγματα, ἕκαστον σύνταγμα ἐκ δύο ταγμάτων, καὶ ἕκαστον τάγμα ἐκ 4 πυροβολαρχιῶν, ἑκάστη δὲ πυροβολαρχία ἐν εἰρήνῃ μὲν ἐξ 8 πυροβόλων, ἐν πολέμῳ δὲ ἐξ 6 πυροβόλων· σὺν τούτοις δέον νὰ προστεθῇ ἓν τάγμα πεζοπόρων ἐκ 4 πυροβολαρχιῶν. Ἐννοῶ ἐν τούτοις, ὅτι οὕτω συντεταγμένον τὸ πυροβολικὸν θὰ ἔχῃ ἕνα ταξιάρχην ὡς διοικητήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μηχανικὸν, εἰς ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, μολονότι δὲν διαφεύγει τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ὅτι τὰ ἐν Ἑλβετίᾳ τάγματα τοῦ μηχανικοῦ περιλαμβάνουσι 3 λόχους, δὲν δύναμαι νὰ προτείνω νὰ γείνωσι καὶ παρ’ ἡμῖν εἰς τὰ μηχανικὰ τάγματα περισσότερα τῶν ὅσων ὑπάρχουσιν. Τὸ μηχανικὸν παρ’ ἡμῖν ἔχει ἐν ὅλῳ 11 λόχους, ἐξ ὧν οἱ 9 ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἐκ δύο ταγμάτων σύνταγμα, ὧν τὸ μὲν ἔχει 5 λόχους, τὸ δὲ 4 λόχους· ὁ εἷς λόχος τῶν τηλεγραφητῶν εἶναι ἀνεξάρτητος, καὶ ἡ ἀνεξαρτησία αὐτοῦ καὶ ὁ προορισμός του ὀφείλεται εἰς τὸν στρατηγὸν Βοσσὲρ, ὁ δὲ ἕτερος λόχος τῶν πυροσβεστῶν, ὁ ὡσαύτως ἀνεξάρτητος, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν ἔχει στρατιωτικὸν σκοπόν.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἐννέα λόχους ἔχει παρ’ ἡμῖν τὸ μηχανικόν.
§31ΣΕΧΟΣ. Μάλιστα, ἔχετε δίκαιον. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ἀπορίας ἄξιον, πῶς ὁ διακεκριμένος Γάλλος στρατηγὸς, προκειμένου περὶ μηχανικοῦ, ἐφρόντισε νὰ συστήσῃ λόχον τηλεγραφητῶν, δὲν ἐφρόντισε δὲ περὶ εἰδικοῦ λόχου γεφυροποιῶν, ἀφοῦ ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Σεμιράμιδος οἱ στρατοὶ ἠκολουθοῦντο παρὰ γεφυροσκευῶν, ἡμεῖς δὲ ἔχομεν ἐῤῥιμμένας εἰς τὰς ἐν Λαρίσῃ ἀποθήκας τῆς Θεσσαλίας γεφυροσκευὰς, ὧν τὸν χειρισμὸν δὲν γνωρίζει οὐδεὶς στρατιώτης τοῦ Μηχανικοῦ. Κατ’ ἐμὲ, ὁ λόχος τῶν τηλεγραφητῶν πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ· οὕτως ἕκαστον τῶν δύο ταγμάτων τοῦ μηχανικοῦ θὰ περιλαμβάνῃ πέντε λόχους, ἐξ ὧν οἱ μὲν τέσσαρες ἔσονται σκαπανεῖς, ὁ δὲ πέμπτος, εἰς μὲν τὸ ἓν τάγμα ἔσεται ὁ τῶν τηλεγραφητῶν, εἰς δὲ τὸ ἕτερον ὁ τῶν γεφυροποιῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω περὶ τοῦ στρατοῦ, νομίζω δὲ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρατιωτῶν θὰ ζημιώσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε εἶναι προτιμότερον νὰ διαλύσωμεν τὸν στρατὸν, ἐὰν δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ἀπαιτήσεων. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐπιτηδεία ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ, ὡς ἐκείνη, ἣν ὑπέδειξα, εἶναι τὸ μέτρον τὸ μᾶλλον κατάλληλον, ἵνα σὺν τοῖς ἄλλοις ἐπιτύχωμεν καὶ σχετικήν τινα οἰκονομίαν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἐννοῶ σύνταξιν στρατοῦ περιοριζομένην εἰς τὴν εἰς συντάγματα μόνον διαίρεσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν καλῶς συντεταγμένον. Ἐγκαταλείπω τὸ βῆμα εἰς ἐπιτηδειοτέρους ἐμοῦ στρατιωτικούς.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 10 ἐνεστῶτος μηνὸς συμβάσεως μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἄρτι συνομολογηθεῖσα σύμβασις μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περιλαμβάνει δύο συναλλάγματα· περιλαμβάνει πρῶτον ἐξαγορὰν τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν ὠφελημάτων, τῶν ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, περιλαμβάνει δεύτερον ἓν δάνειον. Ὀφείλει δὲ νὰ ἐξετάσῃ τις ἑκάτερον τῶν δύο τούτων συναλλαγμάτων, διὰ νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι συμφέρουσα ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸ Δημόσιον, ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸν τόπον. Ἀφοῦ ἡ τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐξαγορὰ ἀποτιμᾶται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,560,000 φράγκων χρυσῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν τρέχουσαν ἀξίαν πρὸς 1,40 φέρουσι 3,584,000 δραχμῶν, ἕπεται ὅτι, διὰ νὰ εὕρῃ τις κατὰ πόσον τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θέλει χρησιμεύσει πρὸς ἐξαγορὰν, ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ προσπορισθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ ποσοστοῦ τῶν κερδῶν τῶν εἰς κυκλοφορίαν γραμματίων, πρέπει ν’ ἀναζητήσῃ διὰ τίνος τόκου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῇ δάνειον ἴσου ποσοῦ, ἤτοι δρ. 3,584,000. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν δὲ τόκον πρὸς 6%, νομίζω, ὅτι πᾶς τις πείθεται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ ἀνεύρῃ εἴτε τὸ Δημόσιον, εἴτε ἡ Τράπεζα, τὸ ποσὸν τῶν 3,584,000, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξαγοράζει αὕτη τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου. Λοιπὸν ἔχομεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπολογισμοῦ τούτου, δηλ. τῶν 6%, ἀνάγκην διὰ τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 3,584,000 ποσοῦ δραχμῶν 215,000. Ἀπέναντι τῶν 215,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θέλει καταβάλλει ἡ Τράπεζα ἐτησίως πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 3,584,000 δραχμῶν, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει τεθῆ εἰς θέσιν νὰ καταβάλῃ τὸ τίμημα τῆς ἐξαγορᾶς πρὸς τὸ Δημόσιον, τί θ’ ἀπολαμβάνῃ; Θ’ ἀπολαμβάνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς κατὰ προσέγγισιν ἀποτελοῦν τὸ μερίδιον τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων, δηλαδὴ 318,000 δραχμῶν.
§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ ἕνα λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω, καθ’ ἑξαμηνίαν ἀναλογοῦσιν εἰς τὸ Δημόσιον 155,970, ἑπομένως εἶναι 311,940.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἀπαλλοτριοῦται ἐνιαυσίου προσόδου 312,000 δραχμῶν, ἡ Τράπεζα δὲν θὰ διαθέσῃ ἢ μόνον 215,000 ἐτησίως, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 3,584,000, τὸ ὁποῖον τῇ εἶναι ἀναγκαῖον διὰ νὰ ἐξαγοράσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου. Ἔχομεν ἐντεῦθεν πραγματικὴν ζημίαν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου 100,000 περίπου δραχμῶν.
§36ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὑπελογίσατε τὸ χρεωλύσιον;
§37ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν χρεωλύσιον, πρέπει δὲ νὰ ὑπολογίσωμεν τοιοῦτο πρὸς 2% διὰ τὴν ἀπόσβεσιν εἰς 25 ἔτη. Εἶναι ἀδύνατον δὲ μετὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ χρεωλυσίου τούτου ἡ ἐτησία καταβολὴ τῆς Τραπέζης νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῶν 286,000 δραχμῶν ἐτησίως, καὶ ἐλαττουμένη κατ’ ἔτος. Ἡ ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς φανερὰ ζημία τοῦ Δημοσίου εἶναι λοιπὸν δραχ. 26 χιλιάδων τοὐλάχιστον κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ, καθ’ ὅσον θὰ ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς συμβάσεως καὶ ἐκ τῆς θυσίας ταύτης εἴτε ἡ ἀγορὰ, εἴτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δὲν θὰ εἶχον οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ ψηφίσω τὴν σύμβασιν καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ κυροῦν αὐτὴν, φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι ἀντὶ εὐκολίας θέλομεν δημιουργήσει νέας δυσχερείας διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης διά τε τὴν ἀγορὰν ἡμῶν καὶ διὰ τὴν Τράπεζαν. Γνωρίζομεν ὅτι τὰ τῆς Τραπέζης, λόγῳ τῶν ἐπανειλημμένων δανείων πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ τῆς ἀγορᾶς χρεωγράφων αὐτοῦ, δὲν εὑρίσκονται εἰς ἀνθηροτάτην κατάστασιν. Ἡ Τράπεζα βεβαίως μετὰ δυσκολίας θέλει καταβάλει τὸ τίμημα τῆς ἐξαγορᾶς ἐκ 2,560,000 φράγκων χρυσῶν, πλέον τὸ ποσὸν τοῦ δανείου ἐκ φρ. 700,000, τοῦτο δὲ προκύπτει ἀναμφισβητήτως ἐκ τοῦ τελευταίου ἰσολογισμοῦ τῆς Τραπέζης. Κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν αὐτῆς τῆς 31 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, αὕτη διέθετεν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους τὰ ἑξῆς ποσὰ εἰς μεταλλικόν.
| αʹ) | εἰς μεταλλικὸν παρὰ τῷ κεντρικῷ κατα- | ||
| στήματι | φρ. | 2,805,264 | |
| βʹ) | εἰς μεταλλικὸν παρὰ τοῖς ὑποκατα- | ||
| στήμασι | » | 173,267 | |
| Ἤτοι ἐν ὅλῳ | φρ. μεταλ. | 2,978,531 |
Αὐτὰ διέθετεν ἡ Τράπεζα τὴν 31 Δεκεμβρίου εἰς μεταλλικὸν ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλα ποσὰ, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται κατατεθειμένα παρὰ τοῖς ἀνταποκριταῖς αὐτῆς εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐν τῷ αὐτῷ δὲ ἰσολογισμῷ εὑρίσκω, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει διαθέσιμον μεταλλικὸν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν φράγκα 1,713,229. Ὅλα δὲ ταῦτα τὰ ποσὰ ἀνέρχονται εἰς φρ. 4,691,760. Ἐξ αὐτῶν τῶν ποσῶν θὰ καταβληθῶσι πρὸς τὸ Δημόσιον: αʹ) διὰ τὴν ἐξαγορὰν τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου 2,560,000· βʹ) διὰ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει κατὰ τὴν σύμβασιν ἡ Τράπεζα νὰ προσπορίσῃ τῇ Κυβερνήσει, φρ. 700,000, δηλαδὴ ἔχομεν 3,260,000 φράγκα, τὰ ὁποῖα θέλει καταβάλει ἐπὶ τοῦ ὅλου διαθεσίμου μεταλλικοῦ της, ὅπερ ἀνέρχεται, ὡς εἶπον, εἰς 4,691,760. Ἐξαντλεῖται οὕτως ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἔχει εἰς χεῖράς της, καὶ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαθέσῃ, ἐκτὸς ἑνὸς ἑκατομμυρίου τετρακοσίων χιλιάδων φρ. Καὶ δύναταί τις ν’ ἀντιτάξῃ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει ἴσως ἄλλους πόρους, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ ν’ ἀναπληρώσῃ τὰ ποσὰ ταῦτα, ἅτινα θὰ καταβάλῃ πρὸς τὸ Δημόσιον, ὥστε νὰ μὴ τὰ στερηθῶσιν αἱ ἀγοραί μας καὶ τὸ ἐμπόριον. Ἀλλ’ ἡ παραβολὴ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς 31 Δεκεμβρίου πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς 31 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. δὲν ἐμφαίνει, ὅτι ἔχει τοιαῦτα μέσα ἡ Τράπεζα. Ἐξ ἐναντίας ἐκ τῆς παραβολῆς ταύτης δύναταί τις νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα, διότι ἡ Τράπεζα ἀπὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου π. ἔ. μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ἐμείωσε τὸ μεταλλικὸν, ὅπερ ἔχει ἐν τοῖς ταμείοις της, κατὰ 77,000, ηὔξησεν ὅμως κατὰ 244,000 τὸ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διαθέσιμον. Ἀληθῶς ἡ Τράπεζα κέκτηται ἀξίας μεγάλας· κέκτηται πρῶτον εἰς ὁμολογίας ἐθνικῶν δανείων χρυσὸν 18,116,000, κέκτηται ἐπίσης εἰς λαχειοφόρους ὁμολογίας αὐτῆς 2,030,568. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι, εἰς ἃς τιμὰς κυμαίνονται τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα καὶ αἱ ὁμολογίαι αὐτῆς, θὰ προέλθῃ εἰς ἐκποίησιν αὐτῶν ἡ Τράπεζα, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, καθ’ ὅσον ἀποδίδεται εἰς τὸ Δημόσιον, κατὰ τοσοῦτον ἀποσύρεται τοῦ ἐμπορίου; Βεβαίως ὄχι. Καὶ ἂν παραβάλῃ τις πάλιν τὸν ἰσολογισμὸν τῆς 31 Δεκεμβρίου πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς 31 Ἰανουαρίου, θέλει πεισθῆ, ὅτι δὲν ἔχει τοιαύτην διάθεσιν ἡ Τράπεζα, ἴσως δὲ θὰ ἦναι διατεθειμένη νὰ πράξῃ τὸ ἀντίθετον, διότι ἐν τῷ ἀντιθέτῳ εὑρίσκει τὸ συμφέρον της. Ὁπωσδήποτε θὰ βεβαιωθῇ ἐκ τῆς παραβολῆς, ὅτι ἐλαχίστη εἶναι ἡ διαφορὰ ὡς πρὸς τὰ ποσὰ τῶν δημοσίων χρεωγράφων, οὐδεμία δὲ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἰδίων της ὁμολογιῶν κατὰ τὰς δύο ταύτας ἐποχάς. Δὲν φαίνεται λοιπὸν διατεθειμένη ἡ Τράπεζα νὰ πραγματοποιήσῃ πωλήσεις εἴτε δημοσίων χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα κέκτηται, εἴτε τῶν ὁμολογιῶν της, διὰ νὰ δυνηθῇ ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον διαθέτει ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως· ἄλλως τοιαύτη πώλησις θὰ ἔφερεν εἰς νέας ὑποτιμήσεις, ὅπερ οὐδ’ εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τὸ Δημόσιον συμφέρει. Τί θέλει ἐντεῦθεν προκύψει ἐκ τῆς προκειμένης συμβάσεως; Θέλει προκύψει νέα στενοχωρία διὰ τὴν ἀγοράν. Ἀληθῶς τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ δυνάμει τῆς συμβάσεως, θέλουσι τὰ στερηθῆ αἱ ἀγοραὶ ἡμῶν. Ὁ μηχανισμὸς δὲ τῆς ὅλης συμβάσεως ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζῃ ἡ Τράπεζα νὰ προσπορισθῇ μεταλλικὸν ἄλλοθεν· τοῦτο ἐμφαίνει ὁ τρόπος, καθ’ ὃν τὸ ἄρθρον 3 κανονίζει τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν 700,000 φράγκων, τὸ ὁποῖον ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως θέλει καταβληθῆ πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἡ Τράπεζα ἀπέναντι τῆς καταβολῆς τῶν 700,000 φράγκων, λαμβάνει ἔντοκα γραμμάτια τοῦ Δημοσίου ἴσου ποσοῦ, δηλαδὴ ἔντοκα γραμμάτια 700,000 φράγκων, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσι τόκον πρὸ 6%. Τὰ ἔντοκα δὲ ταῦτα γραμμάτια τοῦ Δημοσίου θὰ ἦναι πληρωτέα εἰς τὸ ἐν Παρισίοις κατάστημα τῆς Crédit Lyonnais. Δὲν ἠρκέσθη ὅμως ἡ Τράπεζα εἰς τὴν ἐγγύησιν, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῆς πρὸς αὐτὴν παραδόσεως τῶν ἐντόκων τούτων γραμματίων· ἐζήτησε μίαν πρόσθετον ἐγγύησιν, καὶ τὴν πρόσθετον ταύτην ἐγγύησιν τὴν χορηγεῖ αὐτῇ τὸ ἄρθρον 3 τῆς συμβάσεως. Δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης, ἐκτὸς τῶν ἐντόκων γραμματίων, ὀφείλει τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλῃ πρὸς τὴν Τράπεζαν ἀμέσως μὲν 400,000 δραχμὰς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, κατὰ τὴν 15 δὲ Ἰουλίου ἑτέρας 580,000 δραχμὰς, δηλαδὴ τὸ ὅλον 980,000 δραχμάς. Αἱ 980,000 αὗται δραχμαὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τὰς 700,000 φράγκα εἰς χρυσὸν, ὑπολογιζομένου τοῦ φράγκου πρὸς δραχμὰς 1,40 κατὰ τὴν τρέχουσαν ἀξίαν. Πῶς θὰ ἐξοφληθῇ δι’ αὐτῶν τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης; Θὰ ἐξοφληθῇ διὰ τῆς χρήσεως, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κάμῃ ἡ Τράπεζα ἀπὸ τῆς 15 προσεχοῦς Ἰουλίου καὶ πέραν, τοῦ καταβληθησομένου, εἴτε ἀμέσως μετὰ τὴν κύρωσιν, εἴτε μετὰ τὴν 15 Ἰουλίου, ποσοῦ εἰς τραπεζογραμμάτια, τρέπουσα αὐτὸ εἰς μεταλλικόν· διότι, κατὰ τὴν ῥητὴν ταύτην διάταξιν, ἡ Τράπεζα ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ τῶν χρημάτων τούτων τῶν δραχμῶν 980,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀπὸ τῆς 15 Ἰουλίου ἐ. ἔ. καὶ ἐφεξῆς ν’ ἀγοράσῃ ἐπὶ συμψηφισμῷ συναλλαγματικὰς ὄψεως ἢ τριμήνους. Οὕτω λοιπὸν θὰ ἐξοφληθῇ τὸ δάνειον τοῦτο τοῦ Δημοσίου· λαμβάνει ἡ Τράπεζα ἔντοκα γραμμάτια ἴσου πρὸς τὸ δάνειον ποσοῦ, λαμβάνει ὅμως περιπλέον, ἐν μέρει ἀμέσως τώρα μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, καὶ ἐν μέρει κατὰ τὴν 15 Ἰουλίου, πάλιν ποσὸν γραμματίων ἰσότιμον πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν 700,000 φράγκων. Τὰ γραμμάτια δὲ ταῦτα, κατὰ τὴν σύμβασιν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰ τρέψῃ εἰς χρυσὸν, καὶ νὰ ἐξοφλήσῃ οὕτω ἀφ’ ἑαυτῆς τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα θὰ παραδώσῃ τὸ Δημόσιον πρὸς αὐτὴν δυνάμει τῆς συμβάσεως. Ὁ μηχανισμὸς εἶναι λίαν εὐφυής. Ἀλλὰ τί ἀποδεικνύει καὶ ὁ μηχανισμὸς οὗτος; Ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει ἄλλους πόρους, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ ἄλλοθεν νὰ πορισθῇ χρυσὸν, καὶ διὰ τοῦτο ὑπολογίζει ἐπὶ τὴν εὐπορίαν τῶν ἑλληνικῶν ἀγορῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν πράγματι εὐποροῦσιν αὗται, διότι ἄρχεται ἡ πρόσοδος τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὡρίσθη ὁ μετὰ τὴν 15 Ἰουλίου ὡς χρόνος, καθ’ ὃν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ μετατρέψῃ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς χρυσὸν ἢ εἰς συνάλλαγμα, διότι μετὰ τὴν 15 Ἰουλίου ἀρχίζει ἡ προπώλησις τῆς σταφίδος, ἀρχίζουσι τὰ τραβήγματα ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου, καὶ τότε ἐλπίζεται, ὅτι θὰ δυνηθῇ ἡ Τράπεζα νὰ ἐξαγοράσῃ διὰ τῶν τραπεζογραμματίων τὸ ποσὸν τῶν 700,000 φράγκων, τὰ ὁποῖα καταβάλλει σήμερον εἰς τὸ Δημόσιον. Τοῦτο προκύπτει ἐκ τῶν ῥητρῶν τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀληθῶς ψιλή τις ὑπόσχεσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ψιλὴν δὲ ταύτην ὑπόσχεσιν, ἐὰν συνομολογήσῃ τὸ Δημόσιον δάνειον, ὑποχρεοῦται ν’ ἀποδώσῃ ἐξ αὐτοῦ τὰς 700,000 φράγκα. Ἀλλὰ καὶ ἡ ῥήτρα αὕτη ἀποδεικνύει τὰς δυσχερείας τῆς Τραπέζης εἰς καταβολὴν τοῦ ποσοῦ τούτου. Νομίζω, ὅτι διεξῆλθον πάσας τὰς λεπτομερείας τῶν δύο συναλλαγμάτων, τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῇ συμβάσει. Ὑπάρχει ἀληθῶς καὶ τελευταία τις ῥήτρα, ἡ τοῦ ἄρθρου 4, ἡ ὁποία δι’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἀνεξήγητος, διότι ἡ ρήτρα αὕτη δὲν περιλαμβάνει δεσμὸν τοῦ δικαίου. Κατὰ τὴν ρήτραν ταύτην, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐξοφλήσει τὸ Δημόσιον πρὸς τὴν Τράπεζαν τὰ προσωρινὰ δάνεια, ἅτινα ἔχει αὕτη χορηγήσει πρὸς αὐτὸ, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε τοῦτο ἀποδώσει εἰς τὴν Τράπεζαν ὅσα ἔχει λάβει ἐκ τοῦ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς μεταλλικὸν, ὑποχρεοῦται αὕτη νὰ τηρῇ ἐκ τῶν ποσῶν αὐτῶν μέχρις 20,000,000 εἰς τὰ ταμεῖά της. Ἀλλὰ δικαιοῦται πάντοτε τὸ Δημόσιον νὰ λαμβάνῃ ὅσα ἐκ τῶν ποσῶν αὐτῶν θέλῃ, καὶ κατὰ λόγον τῶν ἀναλαμβανομένων ποσῶν θὰ μειῶται τὸ ἀποταμίευμα, τὸ μέχρις 20 ἑκατομμυρίων. Εἶπον ὅτι δὲν ἐννοῶ τὴν ρήτραν ταύτην, διότι δὲν περιλαμβάνει δεσμὸν τοῦ δικαίου· εἶναι μία ψιλὴ ἐπαγγελία, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Δημοσίου, καὶ οὐχὶ μόνον ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελε τοῦτο εὑρεθῆ, διότι ὑποτίθησιν ἡ ρήτρα αὕτη ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἱκανότητα τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν ἐξόφλησιν εἴτε τῶν προσωρινῶν δανείων, εἴτε τοῦ δανείου εἰς μεταλλικὸν ἐκ τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, πρὸς τῇ ἱκανότητι δὲ τοῦ Δημοσίου προϋποτίθησι καὶ τὴν θέλησιν αὐτοῦ. Ἐντεῦθεν οὐδεὶς δεσμὸς τοῦ δικαίου ὑπάρχει, οὐδὲ δύναταί τις νὰ ὑπολάβῃ τὴν ρήτραν ταύτην τοῦ ἄρθρου 4 ὡς σπουδαίαν. Εἶναι μία ἐπαγγελία, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὸ κοινόν. Ἴσως διὰ τῆς ἐπαγγελίας ταύτης ἐπιδιώκεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καλοῦσιν effet moral· ἴσως σκοπεῖται νὰ πιστευθῇ, ὅτι μετ’ ὀλίγον τὸ Δημόσιον θὰ εὑρεθῇ εἰς τοσοῦτον εὐχάριστον θέσιν, ὥστε ἀφ’ ἑνὸς μὲν ν’ ἀποδώσῃ τὰ προσωρινά του δάνεια πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ὅσα ἔλαβε παρ’ αὐτῆς εἰς μεταλλικὸν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἡ ἐπαγγελία αὕτη φρονῶ, ὅτι θὰ ἐκτιμηθῇ δεόντως, οὐδὲ θέλει χρησιμεύσῃ πρὸς τὴν βελτίωσιν τῶν ἀγορῶν ἡμῶν. Εἶναι δὲ ἐπαγγελία, ἥτις, πραγματοποιουμένη, θὰ ζημιώσῃ τὸ Δημόσιον εἰς πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν παρ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζημιοῦται διὰ τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ μεριδίου του ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν εἰς κυκλοφορίαν γραμματίων. Τῷ ὄντι τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ τὰ προσωρινά του δάνεια, τὰ ὁποῖα ὀφείλει πρὸς τὴν Τράπεζαν· τοῦτο εἶναι δικαιότατον· ἀλλ’ ὀφείλει ἐπὶ πλέον, κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως, ἐὰν θεωρηθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ δεσμὸν δικαίου, ὀφείλει ἐπὶ πλέον ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ τὰ 14 ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ, τὰ ὁποῖα κατεβλήθησαν μετὰ τῶν τραπεζογραμματίων κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ διατὶ κατεβλήθησαν αὐτὰ τὰ 14 ἑκατομμύρια, καὶ πῶς ἀποδίδονται σήμερον ταῦτα ἄνευ ἀνταλλάγματος; ἢ πῶς ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον τὴν ὑποχρέωσιν (καθ’ ὅσον ἤθελε θεωρεῖται, ὅτι ἀναλαμβάνει τοιαύτην) νὰ τὰ ἀποδώσῃ ἄνευ ἀνταλλάγματος; Ὅταν ἡ Τράπεζα κατέβαλε κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὰ 14,000,000 εἰς χρυσὸν, ἔλαβεν ἀντάλλαγμα· ὡς πρῶτον ἀντάλλαγμα ἔλαβε τὸν τόκον πρὸς 1% ἐπὶ πάντων τῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἐξέδωκεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, δεύτερον δὲ ἀντάλλαγμα ἔλαβε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὡς πρὸς τὸ ὑπόλοιπον τῶν εἰς κυκλοφορίαν γραμματίων της· σήμερον δὲ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 ἀποδίδεται εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δάνειον τὸ μεταλλικὸν ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος. Ἡ ζημία δὲ τοῦ Δημοσίου εἶναι προφανής· διότι καὶ διὰ τοῦ δανείου εἰς μεταλλικὸν, ὡς καὶ διὰ τοῦ δανείου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καθ’ ὅσον τὸ δάνειον εἰς μεταλλικὸν συνδέεται μὲ τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καταβάλλει τὸ Δημόσιον 1%, διὰ ν’ ἀποδώσῃ δὲ τὰ 14,000,000 εἰς μεταλλικὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀναγκαίως θὰ δανεισθῇ μὲ τὸν τρέχοντα τόκον τοῦ μεταλλικοῦ δηλαδὴ πρὸς 5 ἢ 6%. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1% καὶ τῶν 5 ἢ 6% καθιστᾷ τὴν ζημίαν, ἣν ἀναποφεύκτως θὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον ἐν περιπτώσει....
§38ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὅλων τῶν εἰς μεταλλικὸν δανείων τῆς Τραπέζης ὁ τόκος 1%, ἀλλὰ μόνον τῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ αὐτὸς εἶναι.... ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε θεωρηθῆ ὅτι τὸ ἄρθρον 4 ὑποχρεοῖ τὸ Δημόσιον, ὅτι καθιστᾷ καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ δεσμὸν δικαίου, καὶ ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ῥήτραν ταύτην ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἔχει τὰ πρὸς τοῦτο μέσα. Δι’ ὅλους τοὺς λόγους τούτους, νομίζω ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι ἀσύμφορος πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀσύμφορος πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ ἀσυμφορωτέρα πρὸς τὸ ἐμπόριον, θέλει δὲ μόνον συντελέσει εἰς τὴν ἐξάντλησιν τοῦ διαθεσίμου εἰς μεταλλικὸν κεφαλαίου τῆς Τραπέζης, χωρὶς οὐχ ἧττον νὰ ἐπιφέρῃ οἱανδήποτε ἀνακούφισιν εἰς τὰς ἐπειγούσας καὶ σπουδαιοτάτας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου.
§40ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συμβάσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἐπραγματεύθη κατὰ τὸ τέλος τοῦ λόγου του ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, δὲν ἀπειλεῖ εὐτυχῶς ζημίαν τινὰ εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ὑποχρεοῖ μὲν τὴν Τράπεζαν, δὲν ὑποχρεοῖ δὲ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἄρθρου 4 οὐδὲν ὑπόσχεται, ἀλλὰ μόνον βεβαιοῖ, ὅτι, ἐὰν συνομολογήσῃ δάνειον, εὐθὺς ὡς ἐξοφλήσῃ τὰ προσωρινὰ αὐτῆς χρέη, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ἐὰν πληρώσῃ συγχρόνως καὶ μέρος ἢ τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ τοῦ μεταλλικοῦ, τὸ ὁποῖον χρεωστεῖ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ σχηματίσῃ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον 20 ἑκατομμυρίων εἰς μεταλλικὸν καὶ νὰ μὴ ποιῆται χρῆσιν αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν δὲν ὑπόσχεται, ὅτι θέλει πληρώσει εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλει αὐτῇ εἰς μεταλλικὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα ἀναλαμβάνει ὑποχρεώσεις ἐκ τῆς ἀποδόσεως τοῦ χρέους τούτου, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐγκρίνει νὰ ἀποδώσῃ αὐτό. Ἡ ἐκτέλεσις λοιπὸν τοῦ ἄρθρου 4 ἐξαρτᾶται ἐκ δύο ὅρων· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε δυνηθῆ νὰ πληρώσῃ, καὶ δυνηθεῖσα ἤθελεν ἐγκρίνει νὰ πληρώσῃ. Ὅθεν, ὅταν δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, ὅταν συνομολογήσασα τοιοῦτον ἡ Κυβέρνησις κρίνῃ, ὅτι συμφέρει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ συμφέρει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς Κυβέρνησιν, ἤτοι συμφέρει εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας, καὶ προβῇ εἰς τὴν ἐν μέρει ἢ τὴν ἐν ὅλῳ ἐξόφλησιν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ὀφειλομένου ποσοῦ εἰς μεταλλικὸν, τότε θέλει ἐκτελεσθῆ τὸ ἄρθρον 4. Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει ἱστορίαν τινὰ συνεννοήσεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅταν ἐπροτάθη ἡμῖν νὰ ποιησώμεθα ἔναρξιν διαπραγματεύσεων πρὸς συνομολόγησιν δανείου, εἴχομεν συνεννοηθῆ μετὰ τῆς Τραπέζης καὶ περὶ μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ἵνα ἐξασφαλισθῇ ἐπὶ τὸ μέλλον ἡ νομισματικὴ κατάστασις τῆς χώρας. Ὅταν ἡ νομισματικὴ κρίσις ἐπῆλθε κατὰ μῆνα Ἰανουάριον, καὶ καθεωρῶμεν, ὅτι αἱ αἰτίαι τῆς νομισματικῆς κρίσεως δὲν ἦσαν ἡ ἐξάντλησις τοῦ συναλλάγματος, ἡ ἐξάντλησις τοῦ χρυσοῦ, ἡ σπάνις τοῦ χρυσοῦ, ἀλλ’ ἦσαν αἰτίαι ἄλλαι, ἀλλότριαι ὅλως τῆς σπάνεως ἢ τῆς ἀφθονίας τοῦ χρυσοῦ, τῆς σπάνεως ἢ τῆς ἀφθονίας τοῦ συναλλάγματος, τότε ἀπετάθην πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτῆς νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὴν συνδρομήν της, ὅπως ἀμυνθῶμεν κατὰ τῶν ἐνεργειῶν, αἵτινες παράγουσι τὴν νομισματικὴν κρίσιν ἐν τῷ Κράτει. Ἡ Τράπεζα πρὸ πολλοῦ καιροῦ, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἐξηκολούθει ζητοῦσα παρ’ ἐμοῦ νὰ στέρξω, ἵνα ἐξαγοράσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Δημόσιον, νὰ λαμβάνῃ 25% ἐπὶ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα αὕτη πραγματοποιεῖ ἐκ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐπειδὴ δὲ τότε, κατὰ Ὀκτώβριον, ἀπέστερξα τὴν αἴτησιν αὐτῆς, ἐπανέλαβεν αὐτὴν κατὰ τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου, ὅτε καὶ αὖθις ἀπέστερξα αὐτήν. Ὅτε ὅμως ἐπῆλθεν ἡ νομισματικὴ κρίσις, δηλ. κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου, κατὰ παράκλησίν μου εἷς τῶν ὑποδιοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν μου, εἶπον δ’ αὐτῷ, ὅτι, ἐὰν δὲν στέργω, κατὰ τὴν ὑπὸ τῆς Τραπέζης δηλωθεῖσάν μοι ἐπιθυμίαν νὰ πωλήσῃ τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἵνα λαμβάνῃ τὸ ¼ τῶν κερδῶν αὐτῆς ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους διαλαμβάνει ἡ σύμβασις τοῦ 1880, δύναμαι ὅμως νὰ ὑποσχεθῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν ἄδειαν ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ εἰρημένου δικαιώματος, ἤτοι τοῦ νὰ λαμβάνῃ 25% ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς Τραπέζης, κατὰ τὸ ἔτος 1892, νὰ ἀναστείλῃ αὐτὸ καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1893 καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1894, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑποσχεθῇ, ὅτι τὴν παροχὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἤθελεν ἐγκρίνει αὐτὴν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, θέλει θεωρήσει ὡς ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλει ἐργασθῆ, ἵνα ἄρῃ τὴν νομισματικὴν κρίσιν, ἡ ὁποία κρατεῖ ἐν τῷ Κράτει. Ἐὰν 310 χιλιάδες δραχμῶν ὑποτεθῇ ὡς πιθανὸν ἐκ τῆς μετοχῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης ἔσοδον αὐτοῦ, δὲν θέλει ἡ Τράπεζα πληρώσει κατὰ τὸ 1892 τὸ εἰρημένον ποσόν· ἐὰν δ’ ἀνασταλῇ ἡ πληρωμὴ καὶ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος 1893, δὲν θέλει πληρώσει ὡσαύτως καὶ κατὰ τὸ 1893 τὸ ποσὸν τῶν 310 χιλιάδων· καὶ ἂν κριθῇ ἀναγκαῖον ν’ ἀνασταλῇ ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ καὶ διὰ τὸ 1894, δηλ. ἐπὶ τρία ὅλα ἔτη, δὲν θέλει πληρώσει καὶ τὸ τρίτον ἔτος τὰς 310 χιλιάδας. Λοιπὸν αἱ δωρεαὶ αὗται, αἱ ὁποῖαι συμποσοῦνται εἰς 930 χιλιάδας δραχμῶν, δὲν ἀρκοῦσι νὰ ἀποζημιώσωσιν αὐτὴν διὰ τὰς ζημίας, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελε τυχὸν ὑποβληθῆ, ἐὰν προσπαθήσῃ νὰ ἀμυνθῇ κατὰ τῆς νομισματικῆς αὐτῆς ἀνωμαλίας, ἀγωνιζομένη χρηματιστικῶς, ἵνα συγκρατήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος ἐντὸς λογικῶν ὁρίων καὶ τὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ ἐντὸς λογικῶν ὁρίων; Ἡ Τράπεζα δὲν ἔστερξε. Μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸ ἐγχείρημα τοῦτο, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ κατορθώσῃ τι. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔβλεπον, ὅτι δὲν ἔχω εἰς τὴν διάθεσίν μου μέσα, ἵνα ἄρω ἐγὼ, ὡς Κυβέρνησις, τὴν νομισματικὴν ἀνωμαλίαν, ἵνα καταστείλω τὴν νομισματικὴν κρίσιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν· ἀφοῦ ἔβλεπον, ὅτι καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν συνήνει νὰ πράξῃ τι, διότι ἔκρινεν ἑαυτὴν ἀσθενῆ, ἵνα ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τοῦτο, ἐμελέτησα νὰ ἄρω τὰς πρὸς τοιαύτας κρίσεις ἀφορμὰς, εὐθὺς ὡς ἤθελον δυνηθῆ νὰ συνομολογήσω δάνειον, καὶ νὰ ἄρω μονίμως τὰς ἀφορμὰς, καὶ οὐχὶ προσωρινῶς, καθ’ ὃν χρόνον ἤθελον εἰσαγάγει ἐνταῦθα τὸν χρυσὸν τοῦ δανείου, διότι ἦτο ἐνδεχόμενον μετὰ 6 μῆνας ἢ μετὰ ἓν ἔτος νὰ δημιουργηθῇ παρομοία νομισματικὴ κρίσις. Οὕτως ἀπέβλεπον νὰ ἐξασφαλίσω τὸ μέλλον ἀπὸ ἐπαναλήψεως τοιούτων ἐπιδρομῶν, τὰς ὁποίας πολλοὶ συγχρόνως ἐργαζόμενοι ἠδύναντο νὰ διαπράττωσι. Καὶ ὄντως, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ δανείων, εἶπον εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι, ἄν τὸ ποσὸν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐσκοποῦμεν νὰ συνομολογήσωμεν, μᾶς παράσχῃ τὰ μέσα, θέλω μειώσει εἰς τοὺς ἐσχάτους ὅρους τὴν ὀφειλὴν τοῦ Κράτους ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον: Θέλω λαμβάνει ἐκ τοῦ δανείου τόσον κατ’ ἔτος ποσὸν, ὅσον ἀπαιτεῖται πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, τὸ ἰσότιμον δ’ αὐτοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν συνωμολογημένην σύμβασιν κατατίθεμεν ἐκ τῶν προσδιωρισμένων ἐσόδων τοῦ Κράτους εἰς τὰς διαφόρους Τραπέζας, ὡς ὑπέγγυον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων, τὸ ποσὸν τοῦτο, ἰσότιμον τοῦ πληρωθέντος διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια χρυσοῦ ἐκ τοῦ δανείου, θέλω ἀποδίδει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τοιουτοτρόπως ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἐτῶν θέλω μειώσει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ περιορίσῃ εἰς ἐλάχιστον ποσὸν, θέλω δ’ οὕτως ἄρει μίαν τῶν κυριωτάτων αἰτιῶν τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ· διότι αἰτία τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἤτοι τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ γραμματίου, δὲν εἶναι μόνη ἡ ἀνισοῤῥοπία μεταξὺ ἐξαγωγῆς καὶ εἰσαγωγῆς, ἀλλὰ προσέτι καὶ ἡ πλημμύρα τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ τιθεμένου ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων. Αἴρων δὲ τὴν αἰτίαν τῆς πλημμύρας τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, συντελῶ οὕτως εἰς τὴν ἄρσιν μιᾶς τῶν κυριωτάτων αἰτιῶν, αἵτινες ἐπάγουσι τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, ἤτοι τὴν ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Εἶπον λοιπὸν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου κανονισμοῦ θέλω εἰσφέρει καὶ εἰς αὐτὴν σημαντικὸν ὄφελος, διότι ἡ ὑποτίμησις τῶν γραμματίων εἶναι ὑποτίμησις τῆς περιουσίας τῆς Τραπέζης. Καὶ ἐπάγει μὲν ἀληθῶς ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ ἑπομένως ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ, ζημίας ποικίλας καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐφ’ ὅσον ὀφείλῃ τοῦτο νὰ ποιήσηται πληρωμὰς εἴτε τόκων καὶ χρεωλυσίων δανείων, εἴτε ἀντιτίμου προμηθειῶν, τὰς ὁποίας ποιεῖται ἐξ Εὐρώπης, ἐπάγει ἐπίσης ζημίας εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον ἡ ἀστάθεια τῶν τιμῶν ἀναγκάζει νὰ ἀδρανῇ, διότι δὲν δύναται νὰ τολμήσῃ νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἐπιχειρήσεις ἐμπορικὰς, ἀφοῦ δὲν γνωρίζει, ποίαν τιμὴν θέλει ἔχει τὸ συνάλλαγμα, καθ’ ὃν χρόνον πρόκειται νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν Εὐρώπην τὸ ἀντίτιμον τῶν ἐκεῖθεν ἀγορασθέντων ἐμπορευμάτων, ἐπάγει ζημίας εἰς τὰς συναλλαγὰς ἐν γένει, ἀλλ’ ἐπάγει ζημίας καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι ἡ ὑποτίμησις τοῦ γραμματίου αὐτῆς εἶναι ὑποτίμησις τοῦ κεφαλαίου της. Διὰ τοῦτο αὕτη ἔχει συμφέρον νὰ συντρέξῃ τὸ Κράτος, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἄρῃ πᾶσαν ἀφορμὴν ἐν τῷ μέλλοντι νομισματικῆς κρίσεως, καὶ θέλει δυνηθῇ νὰ ἄρῃ πᾶσαν ἀφορμὴν, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀποθαῤῥύνῃ πάντα, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ὑπερτιμήσει τὸν χρυσὸν καὶ τὸ συνάλλαγμα πλέον τῶν λογικῶν ὁρίων, καὶ θέλει ἀποθαῤῥύνει αὐτοὺς, εὐθὺς ὡς ἤθελε κατασταθῇ γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχουσιν 20 ἑκατομμύρια χρυσοῦ ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῆς ἀποτεθειμένα, ἢ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς προωρισμένα. Ἡ Τράπεζα ὡμολόγησεν, ὅτι ἦσαν ὀρθαὶ καὶ σκόπιμοι αἱ μελέται αὗται, καὶ ὅτι μεγάλως ἤθελεν ὠφεληθῇ ἡ κοινωνία καὶ ἡ Τράπεζα ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ὑπεσχέθη, ἐὰν πληρώσωμεν αὐτῇ εἰς χρυσὸν τὰ ὀφειλόμενα διὰ προσωρινῶν δανείων, — καὶ ὀφείλονται εἰς χρυσὸν πρὸς τὴν Τράπεζαν τοιαῦτα δάνεια περὶ τὰ 7 ἑκατομμύρια, ἢ ποσὸν ὀλίγον ἀπέχον τῶν 8 ἑκατομμυρίων, —καὶ ἂν πληρώσωμεν αὐτῇ ὅσα δυνηθῶμεν ἐκ τῶν ὀφειλομένων αὐτῇ εἰς χρυσὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ,—καὶ ὀφείλονται αὐτῇ ὑπὸ τοιοῦτον τίτλον 14 περίπου ἑκατομμύρια,—ὑπεσχέθη, λέγω, νὰ φυλάξῃ ταῦτα ἄθικτα ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῆς. Ἐξήγησα εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀναλάβω ὡρισμένην ὑποχρέωσιν ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, θέλω δ’ ἀποδώσει εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ τὰ 14 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται αὐτῇ εἰς χρυσὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ· ἀλλ’ ἐὰν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θέλομεν δανεισθῆ, ἐπαρκῶσι καὶ εἰς τὴν ἐξόφλησιν τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον ὀφείλει ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἢ εἰς τὴν ἀπόδοσιν μέρους αὐτοῦ, ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει διστάσει νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιαύτην πρότασιν, προσδοκῶν, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ἐγκρίνει αὐτήν, καὶ ἐν γνώσει τῆς διαφορᾶς, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον πληρόνει νῦν διὰ τὰ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέη, καὶ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον θέλει πληρώσει διὰ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον θέλει συνομολογήσει. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἁρμόζουσι τῷ ὄντι εἰς τὸν διαχειριζόμενον χρήματα, διότι ὀφείλει οὗτος νὰ σκέπτηται, ἵνα περιορίζῃ, ὅσον εἶναι δυνατόν, τὰς δαπάνας του, ἢ νὰ ἀπέχῃ δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας δύναται νὰ μὴ προβῇ. Λοιπὸν, ἐὰν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν χρήματα ἐπὶ τόκῳ 1%, βεβαίως ζημιοῦται τὸ ταμεῖον, ἐὰν δανεισθῇ χρήματα ἐπὶ τόκῳ 6%, ἵνα πληρώσῃ τὸ χρέος του, διὰ τὸ ὁποῖον πληρόνει τόκον 1 τοῖς ἑκατόν. Ὑπὸ ἔποψιν λοιπὸν ταμιακὴν, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπετρεπόμην, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ προβῶ εἰς τοιαύτην πρᾶξιν· ἀλλ’ ὡς Κυβέρνησις εἴχομεν ὑποχρεώσεις ἄλλας, εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ προλαμβάνωμεν τὰς χρηματικὰς δυσφορίας τῶν κοινῶν συναλλαγῶν, ἐὰν δὲ πρὸς τοῦτο ἀπαιτῆται νὰ ὑποβληθῇ τὸ Δημόσιον εἰς δαπάνην τοιαύτην, δὲν πρέπει νὰ ἀπέχωμεν, ἵνα καὶ εἰς ταύτην προβῶμεν. Καὶ πόσαι εἰσὶν αἱ δαπάναι αὗται; Ἐὰν ἐξωφλοῦμεν τὸ εἰς χρυσὸν καὶ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος ἐκ δραχμῶν 14 ἑκατομμυρίων πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐπειδὴ νῦν πληρόνομεν δι’ αὐτὸ τόκον 1%, διὰ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν συνομολογήσει, ὅπως ἐξοφλήσωμεν τὸ χρέος τοῦτο τῶν 14 ἑκατομμυρίων, ἠθέλομεν πιθανῶς πληρώσει τόκον 6%· ὅθεν ἡ διαφορὰ συνίστατο εἰς 5% ἐτησίως· ἡ διαφορὰ δ’ αὕτη ἐπὶ 14 ἑκατομμυρίων ἐπέφερε δαπάνην 700 χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως. Ἀλλὰ πόσην ζημίαν ἐπέχει τὸ δημόσιον ταμεῖον ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος μέχρις 140 λεπτῶν κατὰ φράγκον; Καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν διάρκειαν τοῦ χρόνου ἀναγκάζεται τὸ Δημόσιον νὰ πληρόνῃ τὴν ὑπερτίμησιν αὐτὴν, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ χρέη του, ἢ νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια χρεῶν αὐτοῦ, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ ἀποτίσῃ ἀντίτιμον προμηθειῶν, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῶν Ναυτικῶν παρήγγειλεν εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ ἀποτίσῃ τὸ ἀντίτιμον τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀγοράζει διὰ τὰ μονοπώλια, ἢ τὰ ἄλλα νομήματα τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο δὲν ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελε πράξει ἡ Κυβέρνησις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρᾶξιν ἄφρονα, ἢ πρᾶξιν ἐπιζήμιον εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἐὰν προσήρχετο νὰ ἐξοφλήσῃ καὶ τὸ εἰς μεταλλικὸν ἐκ 14 ἑκατομμυρίων χρέος τῆς ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐὰν τὸ σύστημα τοῦτο ἐφήρμοζεν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν κατώρθου νὰ μειώσῃ τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρέος τοῦ Δημοσίου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς μικρόν τι ποσὸν, εἰς ἓν, φέρ’ εἰπεῖν, ἢ εἰς δύο ἑκατομμύρια, ἡ κοινωνία ἤθελεν ἀναπνεύσει καὶ ἀνακουφισθῆ. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἦσαν μελέται, μελέται, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἡ Τράπεζα ἔστερξε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἀλλὰ τὸ Κράτος οὐδεμίαν ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν, διότι κατὰ τὴν φράσιν τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συμβάσεως, (ἀναγινώσκει): «ἅμα ἡ Κυβέρνησις ἐξοφλήσῃ πρὸς τὴν Τράπεζαν τὴν εἰς χρυσὸν ὀφειλὴν αὑτῆς ἐκ προσωρινῶν δανείων, ὡς καὶ ἂν αὕτη ἐνεργήσῃ πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπιστροφὴν μέρους ἢ τοῦ ὅλου τοῦ εἰς μεταλλικὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ Τράπεζα αὕτη ὑποχρεοῦται, ἵνα, διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ ἐπιστρεφόμενα αὐτῇ ποσὰ τηρῇ ἐν τῷ μεταλλικῷ αὑτῆς ἀποταμιεύματι μέχρι ποσοῦ δραχμῶν 20 ἑκατομμυρίων...» Τὴν ὀφειλὴν τῶν προσωρινῶν δανείων δὲν δύναται νὰ μὴ ἀποτίσῃ ἡ Κυβέρνησις· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐξοφλήσῃ, εὐθὺς ὡς ἤθελε συνομολογήσει δάνειον, διότι εἰσὶ χρέη προσωρινὰ, τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ἀναβάλῃ τὴν πληρωμήν. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «... ὡς καὶ ἂν αὕτη ἐνεργήσῃ πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπιστροφὴν μέρους ἢ τοῦ ὅλου τοῦ εἰς μεταλλικὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ Τράπεζα αὕτη ὑποχρεοῦται κλπ.» Ὁ ὅρος τῆς πληρωμῆς, ὅστις συνωμολογήθη διὰ τῆς συμβάσεως, ἐξηρτήθη ἐκ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου· διότι, ἐὰν δὲν συνομολογήσῃ δάνειον, δὲν θέλει ἔχει χρήματα, οὐδὲ τὴν ἱκανότητα ἑπομένως νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ προσωρινὰ χρέη, ἢ νὰ ποιήσηται πληρωμὴν ἀπέναντι τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους της εἰς χρυσόν. Ἀλλὰ, πρὶν ἢ ἐνεργήσῃ τὴν πληρωμὴν ταύτην, πρέπει βεβαίως νὰ κρίνῃ τὸ μέτρον ὡς συμφέρον, καὶ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς πληρωμῆς, τοῦτο δὲ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ μόνου τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὅταν ἤθελεν ἔλθει ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θέλει συνομολογήσει δάνειον καὶ θέλει ἔχει χρυσὸν διαθέσιμον, ὅπως ποιήσηται πληρωμὰς ἀπέναντι τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους αὑτῆς εἰς χρυσὸν, δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ προβῇ εἰς τὴν πληρωμὴν, πρὶν ἢ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσῃ πίστωσιν, καὶ πρὶν ἢ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐγκρίνῃ νὰ χορηγήσῃ τὴν τοιαύτην πίστωσιν. Ὥστε τὸ ἄρθρον 4 δὲν περιέχει οὐδεμίαν ἀπειλὴν πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἀλλ’ ἀναγράφει ὑποχρέωσιν τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ὑποχρέωσις θέλει καταστῆ πραγματοποιήσιμος, ἐκτελεστὴ, εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις ἤθελε συνομολογήσει δάνειον καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε πληρώσει εἰς αὐτὴν τὸ ὅλον ἢ μέρος τοῦ ποσοῦ τῶν 14 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει αὐτῇ εἰς χρυσὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Καὶ εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης βαρεῖα, διότι ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν νὰ κρατήσῃ ἐν τοῖς κιβωτίοις αὑτῆς 20 ἑκατομμύρια, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξοφλήσῃ ὅλον τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἤτοι καὶ ἂν δὲν πληρώσῃ ὅλα τὰ 14,000,000 εἰς μεταλλικὸν, ἀλλὰ πληρώσῃ μέρος μόνον τοῦ χρέους τούτου, καὶ ἐν ταύτῃ τῇ περιπτώσει, χωρὶς νὰ προσδιορίζηται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε πληρώσει ἡ Κυβέρνησις, ἡ Τράπεζα ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κρατήσῃ τὰ 20 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, «ὡς καὶ ἐὰν αὕτη ἐνεργήσῃ πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπιστροφὴν μέρους ἢ τοῦ ὅλου τοῦ εἰς μεταλλικὸν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ Τράπεζα αὕτη ὑποχρεοῦται, ἵνα, διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ ἐπιστρεφόμενα αὐτῇ ποσὰ τηρῇ ἐν τῷ μεταλλικῷ αὑτῆς ἀποταμιεύματα μέχρι ποσοῦ δρ. 20 ἑκατομμυρίων, ἐλαττουμένου ἑκάστοτε τοῦ ἀποταμιεύματος τούτου κατὰ ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τυχὸν ἀναλαμβανόμενον ἐκ τοῦ εἰς μεταλλικὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ λογαριασμοῦ.» Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ ἄρθρου 4. Περὶ τῆς βάσεως τῆς συμβάσεως τῆς ἑτέρας ἴσως ἦτο καλὸν νὰ δώσω ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ὑποθέτω ὅτι τότε ἤθελον εἶσθαι παρόντα καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλουσι λάβει τὸν λόγον καὶ ἐπικρίνει τὴν σύμβασιν, καὶ ἑπομένως θέλει μοὶ ἐπιβληθῆ ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐπικρίσεις αὐτῶν. Ἵνα μὴ λοιπὸν ἐπανέλθω, παρακαλῶ τὸν κύριον Βουλευτὴν νὰ στέρξῃ νὰ μὴ ἐκταθῶ περισσότερον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ποιοῦμαι γνωστὸν, εἶναι, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν θέλει ἀγοράσει ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Ἑλλάδος τὸν χρυσὸν τῶν 2,560,000, τὸν ὁποῖον θέλει δώσει εἰς ἡμᾶς πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἵνα μετέχωμεν τῶν κερδῶν αὐτῆς. Ἑπομένως ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ χρυσοῦ τούτου δὲν θέλει ἐπέλθει στενοχωρία εἰς τὴν ἀγοράν. Δεύτερον, ὅτι ἡ Τράπεζα οὔτε τὸ ποσὸν τῶν 700,000 εἰς χρυσὸν θέλει ἀγοράσει ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ θέλει προμηθευθῆ αὐτὸν ἐκ τῆς Εὐρώπης. Πῶς θέλει προμηθευθῆ αὐτὸν, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐπιτύχῃ, καὶ ἴσως ἔχει ἤδη αὐτὸν, ἴσως εἶναι ἐν συνεννοήσει, ὅπως διευκολύνῃ τὴν εὕρεσιν τῶν ποσῶν· δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ δώσω πληροφορίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Τράπεζα ἔχει ἀξίας πολλὰς εἰς τὰ ταμεῖά της, ἔχει δὲ καὶ πίστιν μεγάλην, εἶναι εὔκολον νὰ προμηθευθῇ ἑκατομμύριά τινα. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει ἐπέλθει εἰς τὴν ἀγορὰν στενοχωρία ἕνεκα τῆς πληρωμῆς τῶν 2,560,000 εἰς χρυσὸν, καὶ τῶν 700,000 εἰς χρυσόν. Ἐὰν ἐπέλθῃ δυσφορία κατὰ τὴν 15 Ἰουνίου, ὅτε ἄρχεται τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης, ἵνα ἀγοράσῃ χρυσὸν, ἴσως θέλει εἶναι μικρὰ, διότι πρόκειται περὶ 700,000 καὶ οὐχὶ περὶ ἑκατομμυρίων, καὶ ἴσως κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην τοῦ χρόνου, καθ’ ἣν θέλει ὑπάρχει εἰσαγωγὴ χρυσοῦ καὶ συναλλάγματος, δὲν θέλει εἶσθαι ἐπαισθητή, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἤθελεν εἶσθαι ἐπαισθητὴ ἡ ἀγορὰ συναλλάγματος ὑπὸ τῆς Τραπέζης, τὸ ποσὸν εἶναι τόσῳ μικρὸν, ὥστε θέλει ἀνθέξει τὸ ἐμπόριον καὶ αἱ συναλλαγαί. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα πάντα ἐὰν συνομολογηθῇ δάνειον. Ἀλλ’ οἱ κύριοι φαίνεται ὅτι νομίζουσιν, ὅτι μόνην ταύτην τὴν ζημίαν ἠθέλομεν ὑπόσχει, ἐὰν δὲν συνομολογηθῇ δάνειον· διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχον καθῆκον νὰ καταστήσω, ὅσον εἶναι δυνατὸν, εὐχερεστέραν τὴν εὕρεσιν καὶ τὴν συνομολόγησιν δανείου· νομίζω δὲ, ὅτι ἤθελε κατασταθῆ δυσχερεστέρα ἡ εὕρεσις δανείου, ἐὰν δὲν ἐπρομηθευόμην τὸν χρυσὸν, τοῦ ὁποίου εἶχον ἀνάγκην τὴν 20 Μαρτίου, κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐφρόντισα νὰ ἐξεύρω αὐτόν. Ἐὰν τὸν χρυσὸν ἐπρομηθευόμην δι’ ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος ἐν Ἀθήναις, ἤθελον ἐκραγῆ φωναὶ, ὅτι τοῦτο ἄγει εἰς ἀνύψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος· ἐὰν ἐσταύρονον τὰς χεῖρας, καὶ δὲν ἐπρομηθευόμην χρυσὸν, δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ πληρώσω τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῆς περιόδου αὐτῆς εἰς τοὺς δανειστὰς, καὶ ἤθελον παραστήσει τὸ Κράτος ἀνίκανον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του· ἐὰν ἐζήτουν χρυσὸν ἐκ τῆς Εὐρώπης ἰδίῳ ὀνόματι, ἤθελον ἐνισχύσει τὰς κακοβούλους διαδόσεις περὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἤθελον συντελέσει εἰς τὴν μείωσιν τῶν περὶ τῆς ἀνυψώσεως τῆς πίστεως τοῦ Κράτους προσδοκιῶν, ἤθελον δὲ καταστήσει δυσχερεστάτην τὴν εὕρεσιν δανείου κατόπιν. Οὕτω προσδοκῶ, ὅτι ἡ ἐκ τῶν ἐγχωρίων πόρων ἐκπλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, τῶν ληγουσῶν κατὰ Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον, θέλει συντελέσει καὶ αὖθις, ἵνα διαψευσθῶσιν αἱ ποικίλαι καὶ κακόβουλοι διαδόσεις, αἵτινες καὶ δι’ ἐφημερίδων καὶ δι’ ἐπιστολῶν, καὶ διὰ λόγων καὶ διὰ κρίσεων καὶ εἰδήσεων, ἐξακολουθοῦσιν ἀκαταπαύστως, προσπαθοῦσαι καὶ ἀγωνιζόμεναι, πῶς νὰ μὴ ἀφήσωσι τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα νὰ λάβωσι τὴν ἀνιοῦσαν οὐδὲ κατὰ μίαν μονάδα. Ἔχω ὄντως ἐκθέσεις καὶ ἐκ Λονδίνου καὶ ἐκ Γερμανίας, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ὅτε ἀνέγνων αὐτὰς, ᾐσθάνθην ἐγερθέντα ἐν ἐμοὶ αἰσθήματα λύπης.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος ἐνέμενεν εἰς τὴν δήλωσίν του, ὅτι θέλει κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν ἀπαντήσει εἰς τὰς παρατηρήσεις, ἃς ἔφερα ἐπὶ τῆς συμβάσεως, δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ μὴ λάβω ἐκ νέου τὸν λόγον· ἀλλὰ μετὰ τὴν δήλωσιν ἐκείνην προέβη εἰς γενικωτέρας ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου παρατηρήσεις, αἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν ἀπάντησιν. Ἀληθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀδικεῖ καὶ τὴν νοημοσύνην του καὶ τὴν πεῖράν του, ἀποδίδων τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἃς ὑφίσταται ὁ τόπος, εἰς τὴν κερδοσκοπίαν ἢ τὴν κακοβουλίαν, χωρὶς δὲ νὰ τὸ θέλῃ, οὐδὲν ἕτερον πράττει, ὑπολαμβάνων τὴν στενοχωρίαν ταύτην ὡς τεχνητὴν, ἢ νὰ ἐλαφρύνῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν οἱ ἀρχικοὶ δημιουργοὶ τῶν στενοχωριῶν τούτων. Διότι, ἂν εἶναι τεχνηταὶ καὶ πρόσκαιροι αἱ στενοχωρίαι αὗται, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαλῶμεν δι’ αὐτὰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Θὰ δικαιώμεθα νὰ ἐγκαλῶμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιδίδονται εἰς τὴν κερδοσκοπίαν, νὰ ἐγκαλῶμεν τοὺς χρηματιστὰς, ἀλλ’ οὐχὶ τὸ ὀλέθριον οἰκονομικὸν σύστημα, ὅπερ ἤγαγεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προβάλλων τοιούτους ἰσχυρισμοὺς, ὅπως ἐξηγήσῃ τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ τόπου, ὠφελεῖ ἐκείνους, οἵτινες ἐδημιούργησαν ἀληθῶς αὐτάς. Πρέπει δὲ, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, νὰ πεισθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη καὶ ἡ ἀφόρητος κρίσις, ἣν διερχόμεθα, δὲν εἶναι τεχνητὴ, δὲν εἶναι πρόσκαιρος, ἀλλὰ πραγματικὴ, καὶ ὀφείλεται εἰς μακρὰν σειρὰν σφαλμάτων· πρέπει νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ κερδοσκοπία δὲν παράγει τὰς ἀνάγκας, τὰς κρίσεις, τὰς περιστάσεις. Ἡ κερδοσκοπία εἰς ἕτερον ἀποβλέπει· οἱ κερδοσκόποι ἐκμεταλλεύονται τὰς ἐπερχομένας κρίσεις καὶ τὰς περιστάσεις, δύνανται νὰ ἐπιτείνωσι τὰς συνεπείας αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε δημιουργοῦσιν αὐτάς. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν αἱ προβλέψεις των ἀποδειχθῶσιν ἀκριβεῖς, ἀπολαμβάνουσι μεγάλα κέρδη, ἐὰν ὅμως διαψευσθῶσι, συντρίβονται. Καὶ ὅπως πεισθῇ τις περὶ τούτου, δὲν ἔχει ἢ νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς δημοσιονομίας ὅλων τῶν ἐθνῶν. Ἄν ἦτο ἀληθὲς ὅτι οἱ κερδοσκόποι δύνανται νὰ δημιουργῶσι τὰς κρίσεις καὶ τὰς περιστάσεις, ἐξ ὧν αἱ κρίσεις, τότε θὰ ἦτο εὔκολον εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀποσοβῇ τὰς κρίσεις ταύτας, συνεταιριζόμενον μετὰ τῆς ἀντιθέτου ὁμάδος· διότι πρέπει νὰ μὴ λησμονῇ τις, ὅτι καὶ τὸ πτωχότερον Κράτος δύναται νὰ διαθέσῃ ὑπέρτερα μέσα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διαθέσωσι 10, 20 ἢ 100 ἄτομα. Τὸ Κράτος δὲ, τοσαῦτα διατιθέμενον μέσα, ἤθελε συντρίβει πάντοτε τοὺς ὑπὲρ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν ἀξιῶν ἐργαζομένους. Καὶ ἀληθῶς, τοιαῦται πλάναι περὶ τῶν ἐνσκηπτουσῶν κρίσεων ἐπεκράτησαν ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐν Εὐρώπῃ· καὶ ἔχομεν πλεῖστα παραδείγματα Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπέπεσαν εἰς τοιαύτας πλάνας, ἃς ἐπλήρωσαν ἀκριβά. Δὲν ἔχει τις ἢ νὰ συμβουλευθῇ τὸ πρῶτον σύγγραμμα τῆς δημοσιονομίας, ὅπως ἴδῃ, ὅτι τοιαύτας εἶχε γνώμας περὶ τῶν οἰκονομικῶν κρίσεων Ναπολέων ὁ Αʹ. Ὡς πρῶτος ὕπατος κατὰ τὸ 1803 ἐδημιούργησε πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποσοβήσεως τῶν κρίσεων la caisse d'amortissement, pour en faire l'arbitre du taux des fonds publics. Ἀμέσως ὅμως τότε ἔλαβε πεῖραν τῆς ἱκανότητος τοῦ ἱδρύματός του. Ἐπέκειτο ἡ ῥῆξις τῆς συνθήκης τῆς Amiens, καὶ ἀναγκαίως τὰ χρεώγραφα καὶ αἱ ἀξίαι τῆς Γαλλίας, ἐπικειμένου πολέμου, ὅστις ἐθεωρεῖτο καταστρεπτικός, ὑπέστησαν ὑποτίμησιν. Ἠθέλησε τότε νὰ μεταχειρισθῇ τὰ μέσα τοῦ χρεωλυτικοῦ ταμείου, ὅπως ἀνακόψῃ τὴν ἔκπτωσιν τῶν ἀξιῶν, καὶ διέταξεν, ὅπως ἐγνώριζε νὰ διατάσσῃ ὁ Βοναπάρτης, ν’ ἀγορασθῶσι τὴν ἐπιοῦσαν 4 ἑκατομμύρια rente, καὶ ἐν ἀνάγκῃ ἴσον ποσὸν δι’ ἑκάστην ἑπομένην ἡμέραν. «Ἄν δὲν ἔχητε τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὴν διάθεσίν σας, δέον ν’ ἀνευρεθῶσιν.» Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξετέλεσε τὴν διαταγὴν, ἀλλὰ ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα; Τὴν ἐπιοῦσαν τὰ χρεώγραφα κατέπεσαν κατὰ 10%. Τὴν αὐτὴν πεῖραν ἔλαβε κατόπιν ἕτερος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας κατὰ τὸ 1818, καὶ ἕτερος κατὰ τὸ 1877, καὶ τελευταῖον ἄλλος κατὰ τὸ 1881, καὶ πάντες ἐπλήρωσαν ἀκριβὰ τὴν πεῖραν ταύτην. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ κρίσις δὲν εἶναι τεχνητή, ὅτι, καθ’ ὅσον παρίσταται σοβαρωτέρα, κατὰ τοσοῦτον ἔχει βαθυτέρας τὰς ῥίζας. Δὲν ἦτο ἀληθῶς δυνατὸν, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐξηκολούθησεν ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις ἡμῶν ἐπὶ μακρὰ ἔτη, ἢ νὰ φθάσωμεν εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα· διότι μετερχόμεθα τὸ ἔργον τῆς γαλῆς, ἥτις ἔλειχε τὴν ῥίνην καὶ κατέπινε τὸ ἴδιον αὐτῆς αἷμα. Διότι ἐνομίζομεν, ὅτι ἡ δανειστικὴ πολιτικὴ ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον, ἀντὶ δὲ νὰ σπεύσωμεν πρὸς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὸς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν καὶ νῦν νὰ σπεύδωμεν, τὰ μὲν δάνεια τὰ ἐσωτερικὰ, τὰ ὁποῖα οὐδὲν εἶχον τὸ ἐπαχθὲς, ἐτρέψαμεν εἰς δάνεια ἐξωτερικὰ, καὶ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν ἐτράπημεν δημοσίων ἔργων, μὴ ἀμέσως παραγωγικῶν, συνομολογοῦντες νέα δάνεια ἐξωτερικὰ, χωρὶς ν’ ἀναλογιζώμεθα, ὅτι ὁ τόκος, ὃν συνωμολογοῦμεν, ἠδύνατο νὰ διπλασιασθῇ καὶ τριπλασιασθῇ ἢ καὶ δεκαπλασιασθῇ, ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν κρίσεων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐνσκήψει εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης. Ἐνομίζομεν ὅτι ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ διευθύνωμεν τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, καὶ ν’ ἀντλῶμεν ἐξ αὐτῶν κεφάλαια ἐπ’ ἄπειρον, ἐφθάσαμεν δὲ οὕτως εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ὑπολογίσατε ἐπὶ τῶν βαρῶν τοῦ Δημοσίου ἐπὶ πλέον 40%, ἵνα κρίνητε, τίνα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν δανείων. Ὁ προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἀναγραφὴν ἐξόδων συναλλαγματικῆς διαφορᾶς 7,500,000, βεβαίως δὲ σήμερον τὰ 11 ἢ 12 ἑκατομμύρια, μόλις θὰ ἐπαρκέσωσι διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος. Πόθεν προέρχεται τοῦτο; Προέρχεται ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐσωτερικὰς μετετρέψαμεν εἰς ἐξωτερικὰς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προέβημεν εἰς συνομολόγησιν δανείων πρὸς ἐξοπλισμοὺς καὶ δημόσια ἔργα, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν, ποῖον θὰ ἦτο τὸ τελικὸν βάρος αὐτῶν διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Τὰς ἀρχικὰς αἰτίας τῆς κρίσεως ἀληθῶς δὲν παρήγαγεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις· ἂν ἔσφαλεν, ἔσφαλε διότι δὲν προέβλεψε τὴν κρίσιν, ἔσφαλε διότι ὑπελάμβανε τὴν κρίσιν τεχνητήν. Ἂν δ’ ἐξακολουθῇ ἐμφορουμένη ἀπὸ τὰς αὐτὰς ἰδέας, βεβαίως θέλει φθάσει εἰς καταστροφήν. Διότι εἰς τί θέλουν χρησιμεύσει τὰ 3 ἢ 4 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ προσπορισθῇ ἐκ τῶν ἐξηντλημένων ταμείων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Αὐτὰ καὶ μόνα τὰ ταμεῖα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀπεικονίζοντα τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ πρῶτον πιστωτικὸν ἵδρυμα τῆς Ἑλλάδος, ἔπρεπε νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν εἶναι ἡ κρίσις τεχνητή· ἐὰν ἦτο τεχνητὴ, δὲν ἤθελεν ἔχει διαθέσιμον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μεταλλικὸν 1,700,000, ὅπερ σημαίνει, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐξηντλήθη, ὅτι ἐξήντλησεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ. Ἔσφαλλεν ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ὑπελόγιζεν ἐπὶ τὴν συνδρομὴν τῆς Τραπέζης πρὸ ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν, διότι ἡ Τράπεζα δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ Δημόσιον, ἔχουσα αὐτὴ ἀνάγκην ὑποστηρίξεως. Ἔχει ἡ Τράπεζα ἀληθῶς πιστώσεις 300,000 λιρῶν, ἀλλὰ τῶν πιστώσεων τούτων οὐδέποτε ἄνευ κωλύματος ἔκαμε χρῆσιν. Θὰ ἦτο δὲ μωρία, ἂν ἐτόλμα νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρίσκεται ὁ τόπος, διότι ἀμέσως μετὰ τὸ πρῶτον τράβηγμα, θὰ τὴν εἰδοποίουν νὰ μὴ τραβήξῃ πλέον. Εἶναι δὲ σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως τὸ νὰ ἐξαντλήσῃ καὶ τὸ τελευταῖον ἀποταμίευμα τῆς Τραπέζης. Ἡ ἐντεῦθεν ἐντύπωσις, μὴ νομίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι θὰ ἦναι μικροτέρα, παρὰ ἐὰν ἐζήτει ἀμέσως παρὰ τῆς ἀγορᾶς τὸν χρυσὸν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου τοῦ Μαρτίου· ἡ ἐντύπωσις θὰ ἦναι ἡ αὐτή· πρόκειται ἐκ τοῦ αὐτοῦ πίθου νὰ ἀντλήσωμεν, ἐκ τῆς αὐτῆς ἀγορᾶς· καθ’ ὅσον δ’ ἀντλεῖ τις ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Τραπέζης, ἐξαντλεῖ καὶ τὸ ἀποταμίευμα τοῦ ἐμπορίου. Μὴ πλανώμεθα! Διὰ τοῦτο δὲ κυρίως κατακρίνω τὴν σύμβασιν. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 4ον, ἀρχόμενος τῆς κατακρίσεως αὐτοῦ, εἶπον, καὶ τὸ ἐδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν καθιστᾷ δεσμὸν δικαίου, ἦτο δ’ ἐντεῦθεν περιττὸν ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν σύμβασιν καὶ νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Ἐὰν δέ ποτε τὸ Δημόσιον ἐκτελέσῃ τὰς ἐπαγγελίας, ἃς δίδει δι’ αὐτοῦ πρὸς τὴν Τράπεζαν, θέλει ὑποστῆ τὴν ζημίαν, ἣν ὑπέδειξα, ἥτις θὰ ἦναι ἴση πρὸς τὴν διαφορὰν τοῦ τόκου πρὸς 1%, ὃν πληρόνομεν σήμερον, καὶ ἐκείνου τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσωμεν, ἵνα πορισθῶμεν τὸ δάνειον, τὸ ἀναγκαιοῦν πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ εἰς μεταλλικὸν δανείου ἐκ τοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι, ἐὰν θέλῃ, τὸ κάμνει τὸ Δημόσιον. Βεβαίως ἂν θέλῃ· ἀλλὰ τότε τὸ ἄρθρον δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει ἀποδίδων τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν εἰς τὴν κερδοσκοπίαν καὶ εἰς μηχανεύματα. Καὶ νομίζει ὅτι πιστοποιεῖ τοὺς λόγους του, ἐπικαλούμενος ἑκάστοτε ἐκθέσεις Πρέσβεων καὶ ἐκθέσεις γραμματέων Πρεσβειῶν. Ἀλλὰ σφάλλει καὶ στρέφεται πάντοτε περὶ τὸν αὐτὸν κύκλον πεπλανημένων γνωμῶν. Τὰ εὐρωπαϊκὰ κεφάλαια δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην μήτε τῶν ἐντεῦθεν καταγγελιῶν μήτε τῶν ἄρθρων τῶν ἑλληνικῶν ἐφημερίδων, ὅπως γνωρίσωσι τὴν κατάστασιν ἡμῶν. Ἕνεκα τῆς ἀλληλεγγύης, ἣν ἡ κυκλοφορία αὐτῶν κατέστησε μεταξὺ πάντων τῶν εὐρωπαϊκῶν κεφαλαίων, ἔχουσι ταῦτα τοὺς προσκόπους των, οἵτινες μὲ τὸν πεπειραμένον ὀφθαλμόν των εἶναι εἰς θέσιν, ὅτε ἡμεῖς κοιμώμεθα, νομίζοντες ὅτι διερχόμεθα αἰθρίαν, νὰ διακρίνωσιν ὄπισθεν τοῦ πρώτου ἀναφαινομένου νέφους ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μας ὁρίζοντος τὴν μυκωμένην καταιγίδα. Καὶ διότι τοιούτους ἔχουσι προσκόπους, κατεπλάγημεν, ὅτε ἐν μακαριότητι κατὰ Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον συνεκομίζομεν τὰ πλεονάσματα τῶν ἐσόδων μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1890 καὶ 1891, ἀκούσαντες τὴν πρώτην κραυγὴν τοῦ κινδύνου ἐκφερομένην παρὰ τοῦ πρώτου προσκόπου τῶν εὐρωπαϊκῶν κεφαλαίων, τοῦ Leroy Beaulieu, προαγγέλλοντος τὴν ἐνσκήψασαν συμφορὰν καὶ κατατάξαντος μεταξὺ τῶν Κρατῶν μὲ τὰ θαλασσοβρεγμένα οἰκονομικὰ καὶ τὴν Ἑλλάδα. Εἶχεν ἀνάγκην ὁ Leroy Beaulieu τῶν ἐντεῦθεν ἀνταποκριτῶν, ἵνα σχηματίσῃ πεποίθησιν περὶ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν τοῦ τόπου ἡμῶν; Μήπως ἐν συνεδρίῳ οἰκονομολόγων δὲν συνεζητήθη τὸ ἀνόητον — ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις — οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διεῖπεν ἐπὶ μακρὰ ἔτη, καὶ δὲν ἀπεδείχθη ὡς μωρὸν καὶ παιδαριῶδες; Οἱ πρόσκοποι τῶν κεφαλαίων ἔχουσιν εἰς χεῖράς των πάντα τὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἑνὸς τόπου. Οὐδὲ προϋπολογισμοί, οὐδὲ πίνακες διαφεύγουσιν τὴν προσοχὴν τῶν ἀνατόμων αὐτῶν· καὶ ἐκ τῆς ἀνατομίας αὐτῶν ἐξάγουσι τὰ συμπεράσματά των. Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι σήμερον ἐκηρύχθη ἀληθὴς πόλεμος κατὰ πάντων τῶν Κρατῶν, τῶν δευτερευόντων τοὐλάχιστον, τῶν ἐχόντων τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἐξομοιοῦσι τὰ Κράτη ταῦτα πρὸς τοὺς κιβδηλοποιοὺς Βασιλεῖς. Τὰ Κράτη τὰ ἔχοντα πραγματικὸν νόμισμα ἐκήρυξαν ἤδη πόλεμον κατ’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὸ πιστωτικὸν νόμισμα. Δυστυχῶς μεταξὺ τῶν τελευταίων εὑρισκόμεθα ἡμεῖς, καὶ εὑρισκόμεθα ἕνεκα σφαλμάτων τῆς διαχειρίσεως ἡμῶν καὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς μας· διότι, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶχεν ἀνορθωθῇ ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἡ πρώτη πρόνοια, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο εἰς Κυβέρνησιν συνετήν, ἦτο ἡ περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· πάντα, τὰ ἄλλα ἦσαν δευτερεύοντα, διότι τὰ κεφάλαια ἤθελον εἰσρεύσει μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἠθέλομεν ἀληθῶς δωρεὰν πραγματοποιήσει καὶ ἐξοπλισμοὺς ναυτικούς, καὶ ἐξοπλισμοὺς κατὰ ξηρὰν, καὶ δημόσια ἔργα. Δυστυχῶς ἠρχίσαμεν ἀντιθέτως, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα συνεπάγεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἤδη, ὅπως σωθῶμεν, ἐπιβάλλονται ἡμῖν μέτρα ῥιζικὰ, καὶ ὄχι ὅμοια πρὸς τὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπηρεάζεται τὰ μάλιστα ὑπὸ τῶν σκέψεων, αἵτινες κρατοῦσιν ἐν αὐτῷ περὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως καὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Αἱ σκέψεις, αἵτινες κρατοῦσιν ἐν αὐτῷ, εἰσὶν, ὅτι οἱ προκάτοχοι ἡμῶν κακῶς ἐκυβέρνησαν τὸν τόπον, καὶ μετῆλθον οἰκονομικὴν πολιτικὴν ὀλεθρίαν, τὴν δανειστικὴν πολιτικήν. Ἐνθαῤῥύνεται δὲ, διότι ἡ σκέψις αὐτοῦ αὕτη ἀνομολογεῖται ὑπὸ παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ, πλὴν τῶν ἐνδιαφερομένων, ἐπιστώθη δὲ καὶ ἐβεβαιώθη δι’ ἀναντιῤῥήτων ἀποδείξεων, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὁσάκις ἠθέλησαν νὰ προβάλωσιν ἀντιῤῥήσεις, προέβαλλον ἐπιχειρήματα ἀνάξια προσοχῆς, στηριζόμενα ἐπὶ τοῦ ψεύδους καὶ διασκευαζόμενα ὑπὸ τῆς πλάνης. Ἀλλ’ αἱ πολιτικαὶ σκέψεις αὐτοῦ ἐνδεικνύουσιν ἄλλην ἐνέργειαν. Αὐτοὶ μὲν, οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, κακῶς ἐκυβέρνησαν, ἀλλὰ νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσῃ καὶ ἡμᾶς ἀκατακρίτους, ὡς κακῶς κυβερνῶντας, διότι οὕτως αἴρεται πλέον πᾶν κώλυμα, ἵνα ἔλθῃ ἡ σειρὰ αὐτοῦ νὰ κληθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἰδέας αὐτοῦ περὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ τόπου. Λοιπὸν, ἐνῷ ὁμιλεῖ κατὰ τῆς δανειστικῆς πολιτικῆς τῶν προκατόχων, ὁμιλεῖ καὶ κατὰ τῆς μὴ δανειστικῆς πολιτικῆς ἡμῶν, καὶ ἐπικρίνει ἡμᾶς, διότι δὲν ἐδανείσθημεν. Διατί; Διότι κατὰ μῆνα Ἰούνιον, ὅτε εἴχομεν τὰ περισσεύματα, ὑπελάβομεν ὅτι τὰ πράγματα ἦσαν αἴσια. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν, τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, ἐὰν δὲν ὑπελαμβάνομεν τὰ πράγματα αἴσια; Ἐσφάλαμεν, διότι κατὰ μῆνα Νοέμβριον ἐνομίζομεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ προμηθευθῶμεν χρυσόν. Ἔστω. Ἀλλ’ ἂν δὲν τὸ ἐνομίζομεν, τί ἠθέλατε νὰ πράξωμεν; Νὰ μὴ προμηθευθῶμεν χρυσόν. Ἀλλὰ πῶς ἠθέλομεν πληρώσει τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας; Ἐσφάλαμεν, κατ’ αὐτὸν, διότι ὑπελάβομεν νῦν, ὅτι ἠδύνατο νὰ μᾶς συντρέξῃ ἡ Τράπεζα. Ἔστω. Ἀλλ’ ἂν ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς συντρέξῃ ἡ Τράπεζα, κατὰ τί ἐσφάλαμεν; Ἂν ἡ Τράπεζα ἤθελε μᾶς συντρέξει, καλῶς ποιοῦσα, ἢ κακῶς ποιοῦσα δὲν μᾶς συνέτρεχεν, ἂν ἡ Τράπεζα ἀπεῖχεν ἐντελῶς, ἐγκαταλείπουσα τὸ Χρηματιστήριον εἰς τὰς ὁρμὰς καὶ τὰς διακυμάνσεις τὰς ἀποτόμους, ἠθέλομεν σφάλει, ἂν δὲν ἐζητοῦμεν τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, καὶ ἤθελε ζητηθῆ λόγος ἀπὸ ἡμᾶς, διατὶ ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ νομισματικῇ ἀνωμαλίᾳ δὲν ἐζητοῦμεν τὴν συνδρομὴν τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ ἐν Ἑλλάδι ἱδρύματος. Οὕτω τὰ συμφέροντα ἐτίθεντο ἐν ἀβεβαιότητι. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξακολουθεῖ νὰ ἀναγράφῃ σφάλματα, λησμονῶν ὅτι κατὰ Ἰούλιον μῆνα τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα τῶν 5% ἐν Εὐρώπῃ ἐτιμῶντο 320 φράγκα, καὶ ὅτι ἡμεῖς διὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν μετήλθομεν, ἀνεβιβάσαμεν αὐτὰ κατὰ 10%, ἤτοι εἰς 397. Αὐτὴ ἡ ἄνοδος κατὰ 70 μονάδας ἐνδείκνυσι τὰς πλάνας, τὰς ὁποίας αὐτοὶ οἱ πρόσκοποι τῶν κεφαλαίων μεταδίδουσιν εἰς τὰ κεφάλαια περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε τὸν Leroy Beaulieu, ὅστις καὶ αὐτὸς κερδοσκοπεῖ, καὶ ἴσως μετέχει τοῦ συνδικάτου τῶν ὑποτιμητῶν, ὅπερ ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τῶν χρεωγράφων πάντων τῶν Κρατῶν, καὶ ὅπερ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καρποῦται νῦν τὰ προϊόντα τῶν κόπων του. Ὁ κύριος Beaulieu ἀπολαμβάνει μεγάλην ἐπιστημονικὴν ὑπόληψιν. Ἀλλὰ καὶ ἐν Ἀθήναις ὑπάρχουσιν ἐπιστήμονες, ἀπολαμβάνοντες μεγάλην ἐπιστημονικὴν ὑπόληψιν, οἱ ὁποῖοι οὐχ ἧττον δὲν ἀπέχουσι τῆς κερδοσκοπίας. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἐπιστήμη ἐξέπεσε, καὶ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος δύνασθε νὰ πορισθῆτε ἀντιθέτους γνωμοδοτήσεις τοῦ αὐτοῦ ἐπιστήμονος. Τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖά εἰσι λίαν εὐαίσθητα καὶ ἐπισκοποῦσι τῶν περιστάσεων, εἶχον λάβει ἀφορμὰς νὰ ὑποπτευθῶσιν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι καλή. Ἠγέρθη δὲ ἰδίως ἡ προσοχή των ἀπὸ τὰ ἀτυχήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν τὰ ἄλλα Κράτη, καὶ ἡ δυσπιστία αὐτῶν ἐξεδηλώθη καὶ πρὸς τὰ χρεώγραφα τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἐξεδηλώθη καὶ πρὸς τὰ χρεώγραφα τῶν ἄλλων δευτερευόντων Κρατῶν. Πρό τινος, ἑσπέραν τινὰ, ἀνέγνων ἐντεῦθεν δελτίον χρηματιστικὸν τῶν Παρισίων, ἐν τῷ ὁποίῳ εἴδετε, ὅτι εἶχον τραπῆ πρὸς τὰ κάτω τὰ χρεώγραφα καὶ τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Ἱσπανίας καὶ τῶν πλείστων δευτερευόντων Κρατῶν. Ἐν τοσούτοις ἡμεῖς, διότι ἠδυνήθημεν ν’ ἀποτίσωμεν τοὺς τόκους ἐκ τῶν ἰδίων ἡμῶν πόρων, διότι ἐδείξαμεν μεγίστην προθυμίαν εἰς τοῦτο, ἠδυνήθημεν ὄχι μόνον νὰ συγκρατήσωμεν τὰς τιμὰς τῶν χρεωγράφων ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ὠθήσωμεν αὐτὰς εἰς τὰ ἄνω, καὶ κατὰ Δεκέμβριον παρελθόντος ἔτους ἐτιμῶντο τὰ χρεώγραφα ἡμῶν 397. Ἀλλὰ μόλις παρῆλθον αἱ ἑορταὶ τοῦ νέου ἔτους, καὶ μόλις ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ἤρξαντο διαπραγματεύσεις περὶ δανείου, κατήλθομεν εἰς τὰ 255, εἰς τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς αὐτῶν. Τοῦτο ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς κερδοσκοπίας βεβαίως, ἀλλ’ ἡ κερδοσκοπία δὲν δημιουργεῖ τὰς κρίσεις, τὰς περιστάσεις στενοχωρίας, ἀλλ’ ἐκμεταλλεύεται τὰς περιστάσεις. Αἱ περιστάσεις ὑπῆρχον ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῶν προκατόχων ἡμῶν, μετὰ τῆς κερδοσκοπίας ὅμως συνεμάχησεν ἡ κακοβουλία. Ἐγὼ γνωρίζω ποίαν ζημίαν ἐπήνεγκον κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἐν Λονδίνῳ αἱ ἀνταποκρίσεις τοῦ γνωστοῦ Στήλμαν, αἱ δημοσιευθεῖσαι διὰ τοῦ ἀγγλικοῦ «Χρόνου». Σήμερον ἔλαβον τὰς ἀγγλικὰς καὶ γερμανικὰς ἐφημερίδας, ὁμιλούσας περὶ Ἑλλάδος, καὶ εἶδον, τί κακὸν ἐπήνεγκον αἱ ἐνταῦθα γενόμεναι συζητήσεις, αὐταὶ αἱ ὁμιλίαι τοῦ κ. Σιμοπούλου ἐνταῦθα. Ἀνοίξατε τὴν «Standard» καὶ τὸν «Teims», ἵνα ἴδητε. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις βεβαίως δὲν ἐγκατελείφθη εὐχάριστος· βεβαίως ἡ κερδοσκοπία ἐκμεταλλεύεται τὰς τοιαύτας στενοχωρίας, ἀλλὰ τὴν θραῦσιν εἰς τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος ἐπέφερεν ἡ μετὰ τῆς κερδοσκοπίας συμμαχήσασα κακοβουλία. Δὲν ἐπέφερε βλάβην, ἀλλὰ θραῦσιν. Ἐγὼ προσεδόκων, ὅτι διὰ τῆς μεθόδου, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοζον, ἤθελον ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴν ἀνάγκην νὰ προτείνω ἐπιβολὴν νέων φόρων. Ἠγωνίσθην μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς νὰ μὴ ζητήσω οὔτε ἓν λεπτὸν νὰ προσθέσω εἰς τὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἄλλοτε ἠγόρευσα καὶ ἠγωνίσθην κατὰ τῶν φόρων, καὶ προσεπάθησα νὰ ἀνακόψω τὴν πορείαν τῶν προκατόχων ἡμῶν. Ηὐχόμην λοιπὸν νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσωμεν νέα βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ, ἂν δὲν ἐπήρχοντο τὰ τελευταῖα συμβεβηκότα, ἤμην βέβαιος, ὅτι δὲν ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἀλλ’ ὅταν ἐπῆλθεν ἡ θραῦσις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, ἔργον χειρῶν καὶ ἀλλοφύλων καὶ ὁμοφύλων, ἔσπευσα νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ νὰ ἐπιβάλωμεν βάρη. Τὸ φάρμακον κατεστάθη ἀναπόδραστον· ἀλλ’ ἀναπόδραστον κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον, κατὰ τὰ τέλη τοῦ Ἰανουαρίου, δὲν ἦτο ὅμως ἀναγκαῖον κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου, πολλῷ δ’ ἧσσον κατὰ τὸν Νοέμβριον ἢ Ἰούλιον τοῦ παρελθόντος ἔτους, δηλαδὴ κατὰ χρόνον, καθ’ ὃν μετὰ λόγου ἠδύνατό τις νὰ προσδοκᾷ, ὅτι ἤθελε δυνηθῆ νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, χωρὶς νὰ ζητήσῃ νέαν παρὰ τοῦ λαοῦ ἐπικουρίαν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν θέλομεν παύσει συζητοῦντες περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου, καὶ θέλομεν ἐπανέλθει πολλάκις, καὶ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην ἴσως, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς προσεχεῖς συνόδους. Ὅ,τι τώρα δὲν καθορῶμεν πάντες, ἴσως τότε θέλει εἶσθαι ὁρατὸν καὶ εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Ἂν εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ὁ πρῶτος Ναπολέων ἐπεχείρησε τὸν πόλεμον, ἐπήρχετο ῥαγδαία ἡ πτῶσις τῆς τιμῆς τῶν γαλλικῶν χρεωγράφων, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς παραμονὰς κηρύξεως πολέμου. Ὅταν τὰ γαλλικὰ χρεώγραφα ὑφίσταντο ῥαγδαίαν ὑποτίμησιν, ἡ ἐπίνοια, τὴν ὁποίαν ἐπενόησε καὶ ἐφήρμοσεν ὁ Αὐτοκράτωρ, ἤθελεν εἶσθαι χρησιμωτάτη ἐπίκουρος ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἄχρηστος ὅμως ἐπίκουρος ἐν καιρῷ πολέμου. Ὅταν ἠχῇ ἡ σάλπιγξ τοῦ πολέμου, τὰ χρεωλυτικὰ ταμεῖα ἀπέρχονται, διότι κρατεῖ ὁ πανικός, καὶ ὁ πανικὸς ἐπάγει τὴν ῥαγδαίαν ὑποτίμησιν καὶ τὴν πτῶσιν. Πανικὸς ἐπῆλθε καὶ κατὰ τῶν χρεωγράφων τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ χωρὶς νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν πανικόν, τὸν ὁποῖον ἐπήνεγκεν ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ Ναπολέοντος Αʹ ἡ κήρυξις τοῦ πολέμου, τὸν ἔφερεν ἐνταῦθα ἀκριβῶς ἡ οἰκονομικὴ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρὸς τούτοις καὶ ἡ μὴ ἐνέργεια ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πάντων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ πράξῃ. Ὅτε πρὸ ὀλίγου εἶπον τῷ κυρίῳ Προέδρῳ, ἀπαντῶν εἰς τὸ ἐρώτημά του, τί ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἐνόουν, ὅτι ὤφειλε νὰ πράξῃ ὅ,τι πρὸ 15 ἡμερῶν πράττει, δηλ. νὰ προβῇ εἰς οἰκονομίας· καὶ κατὰ τοῦτο οὐδεὶς λόγος νὰ ἀποκρύψω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θεωρῶ ἐντελῶς σφαλερὰν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον προέταξε τοὺς φόρους τῶν οἰκονομιῶν· διότι, εἰς ἃς περιστάσεις εὑρίσκεται ὁ τόπος, θεωρῶ, ὅτι πρῶτον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεων ἦτο νὰ ἐξετάσῃ, τίνες αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἐξάντλησιν ὅλων τῶν οἰκονομιῶν νὰ προσφύγῃ εἰς τοὺς φόρους· ἀκριβῶς δὲ ἔπραξε τὸ ἀντίθετον. Διὰ τοῦτο ἤθελεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ὀφείλω τῇ Κυβερνήσει χάριτας;
§44ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σᾶς ἐζήτησά ποτε τοῦτο.
§45ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ μὲ ἐλέγχετε, διότι δὲν σᾶς ὀφείλω χάριτας, διότι δὲν ἐπράξατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐπεβάλλετο ἐκ τῶν περιστάσεων, δηλ. νὰ κάμητε πᾶσαν οἰκονομίαν, νὰ φροντίσητε νὰ ἐνισχύσητε τοὺς πόρους τοῦ Κράτους. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ζυγισθῇ ἡ ἐπιῤῥοή, τὴν ὁποίαν ἔσχον ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας αἱ ἀνταποκρίσεις, τὰς ὁποίας καταγγέλλετε, καὶ νὰ παραβληθῇ κατὰ τὴν ἐπιῤῥοήν, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως θὰ ἀποδειχθῇ εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ τελευταῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑφιστάμεθα. Ἂν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς εἰσόδου του εἰς τὴν Κυβέρνησιν προέβαινεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐπηγγελλόμεθα ἐπὶ τετραετίαν, εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὄντες, καὶ δὲν ἀντέγραφεν, ὅπως ἠναγκάσθη νὰ πράξῃ, τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς οἵαν κατάστασιν σήμερον εὑρισκόμεθα. Ἡ οἰκονομικὴ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀντετάσσομεν κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἦτο παῦσις τῶν δανείων, περιστολὴ τῶν δαπανῶν, καὶ ὡς τελευταῖον μέτρον ἡ προσφυγὴ εἰς τοὺς φόρους καὶ τὰ μονοπώλια. Ἐπί τινα χρόνον τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; Ἀκριβῶς ἐφήρμοσε τὸ σύστημα τῆς προκατόχου. Τὸ πρῶτον ἔργον της ἦτο νὰ δανεισθῇ, ἢ νὰ λάβῃ ἐκ δανείου πρὸς τὴν πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλυσίων· τὰς οἰκονομίας τὰς ἔθεσεν εἰς δευτέραν μοῖραν, καὶ ὅτε ἡ κρίσις ἔφθασεν εἰς τὸ κατακόρυφον, τότε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐσκέφθη περὶ φορολογικῶν νομοσχεδίων, περὶ φορολογίας προσθέτου 5,700,000 δραχμῶν, ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἂν προστεθῇ τὸ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, θέλομεν ἔχει βεβαίως πρόσοδον 9 ἢ 10 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικροτῶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ πολιτικήν, ὅταν βλέπω, ὅτι ἀμέσως ἐπιβαρύνεται ὁ λαὸς μὲ πρόσθετον φορολογίαν 10 ἑκατομμυρίων, ὅτι μέχρι τοῦδε οὐδεμία ἐγένετο συστηματικὴ ἀπόπειρα πρὸς οἰκονομίας; Ἴσως, Κύριοι, ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἥρμοζεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἂν παρεσύρθην εἰς αὐτὴν, παρεσύρθην, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ δώσῃ περισσοτέραν ἔκτασιν. Βεβαίως δὲν θὰ λείψουν αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων ἐκείνων θέλει προκύψει ἀναμφισβητήτως, ὅτι ἔσφαλεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς εἰσόδου της, μὴ μεταβαλοῦσα σύστημα οἰκονομικὸν, ἀλλ’ ἀκολουθήσασα τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐκπλήσσομαι διὰ τὰς κρίσεις τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, διότι ὀλίγος τοῦ μένει καιρὸς, ἵνα ἀσχολῆται εἰς τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐξετάζῃ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Ἂν ἐμελέτα τὸν προϋπολογισμὸν, ἤθελεν ἴδει, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 τὸν εἰσηγάγομεν ἐπενεγκόντες ἐν αὐτῷ οἰκονομίας τριῶν ἑκατομμυρίων, ἐνῷ ἐλέγχει ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἐποιήσαμεν οἰκονομίας. Τριῶν ἑκατομμυρίων ἐπετύχομεν ἐλαττώσεις, ἂν καὶ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀναγράψωμεν αὐξήσεις, ἠναγκασμένοι, οὐχὶ ἐκ τῆς ἰδίας ἡμῶν θελήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῶν καιρικῶν περιστάσεων, διότι αἱ καιρικαὶ περιστάσεις ἐπήνεγκον τὴν ὑπερτίμησιν τῶν σιτηρῶν, ἧς ἕνεκα ἠναγκάσθημεν νὰ ἀναγράψωμεν αὔξησιν 600 χιλιάδων δραχμῶν. Παραλείπω ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἴσως ἤκουσεν ἀπὸ τοῦ βήματος λεχθέντα, ἀγνοῶν ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπηνέγκομεν οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἦτο ἀδύνατον ἄλλη Κυβέρνησις νὰ ἐπιφέρῃ· ὅταν δὲ δημοσιευθῇ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1891, τότε θέλουσι γνωσθῆ αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας κατωρθώσαμεν ἄνευ περιστολῆς τῆς διοικήσεως καὶ ἄνευ ζημίας τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἐλέγχει ἡμᾶς, διότι ἐγκατελίπομεν τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι συνωμολογήσαμεν δάνειον! Καὶ ἠξίου νὰ μὴ συνομολογήσωμεν δάνειον, ἀφοῦ τὴν 24 Ὀκτωβρίου ἐδώκαμεν τὸν ὅρκον τοῦ Ὑπουργοῦ, εὕρομεν δ’ ὅτι ὠφείλομεν κατὰ τὴν 3 Δεκεμβρίου νὰ πληρώσωμεν 20 ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν; Πόθεν ἔπρεπε νὰ πορισθῶμεν τὰ 20 ταῦτα ἑκατομμύρια; Δι’ οἰκονομιῶν; δι’ ἐλαττώσεων, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν ἐφαρμόσει ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς ὁρκοδοσίας ἡμῶν μέχρι τῆς 3 Δεκεμβρίου; Εὔκολον νὰ ἐπικρίνῃ τις, ὅταν ἐμφορῆται ὑπὸ ἐπιθυμιῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Βεβαίως ἡ συζήτησις αὕτη δὲν εἶχε σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, φαίνεται ὅτι ἔκρινεν αὐτὴν ὡς ἀναγκαίαν αὐτῷ. Ἔστω ὅμως βέβαιος, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπελαθόμεθα, ἀλλ’ ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλει ἡ πολιτικὴ ἱστορία τοῦ κόμματος ἡμῶν, καὶ ἐπὶ τῆς δυστυχοῦς περιόδου, ἣν διερχόμεθα, τοῦτο εἶναι καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον....
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον νὰ διορθωθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κυροῦται ἡ ἀπὸ 10 Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. ἐξ ἄρθρων ἑπτὰ σύμβασις, συναφθεῖσα μεταξὺ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀφ’ ἑτέρου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς διωρθώθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, νὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1892, καὶ βʹ) Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1892).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνυποτάκτων ἐπιστράτων τῶν ἐπιστρατειῶν 1880– 1881 καὶ 1885–1886.
§50ΣΕΧΟΣ. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπικυρωθῇ, νομίζω, ὅτι καταστρέφομεν τὸν σκοπὸν τοῦ στρατολογικοῦ ἡμῶν νόμου, διότι πρόκειται νὰ δώσωμεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πολίτας προσκληθέντας ἐν κρισίμοις περιστάσεσιν, ἵνα ὑπηρετήσουν τὴν πατρίδα, καὶ οὕτως εἰς ἄλλην ἐπιστρατείαν οὐδεὶς πολίτης θὰ προσέλθῃ νὰ ὑπηρετήσῃ. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας, θὰ φανῶμεν ἐπιεικεῖς εἰς τοὺς ἔχοντας νὰ πληρώσουν 180 δραχμὰς, δηλαδὴ εἰς τοὺς πλουσίους. Ἐὰν πρόκηται μόνον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ προσθέτου ὑπηρεσίας, δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας, οὐδέποτε· διότι τοῦτο ἰσοδυναμεῖ πρὸς κατάργησιν τοῦ στρατολογικοῦ ἡμῶν νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§52ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ περιορίσῃ τὰς εὐκολίας, τὰς διδομένας εἰς τοὺς καθυστεροῦντας ἐπιστράτους, τοὺς μὴ προσελευσομένους πρὸς κατάταξιν, μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι οὐδὲ δίκαιον οὐδὲ ὀρθὸν πάντες οἱ Ἑλληνόπαιδες νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν κρισίμῳ τῆς πατρίδος ἐποχῇ, μόνον δὲ ὀλίγοι, οἱ ἀπειθήσαντες, νὰ ἀπαλλαχθῶσιν ἤδη πάσης ὑπηρεσίας, διότι ἔχουσι χρήματα. Νὰ ἀπαλλαχθῶσι τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας δι’ ἐξαγορᾶς αὐτῆς, τὸ ἐννοῶ, οὐχὶ διότι θὰ προσφέρουν ὀλίγα χρήματα, ἀλλὰ διότι τὰ δημόσια οἰκονομικὰ δὲν ἐπιτρέπουν τὴν ἐπὶ πολὺν χρόνον διαμονὴν αὐτῶν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν σκοπεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ βλάψῃ τὴν πειθαρχίαν, οὐχὶ τοῦ στρατοῦ μόνον, ἀλλὰ τῶν πολιτῶν ἐν γένει, οἱ ὁποῖοι, δυνάμει τῆς αὐστηρᾶς διατάξεως τοῦ στρατολογικοῦ νόμου περὶ προσθέτου ὑπηρεσίας, συνείθισαν νὰ προσέρχωνται αὐθόρμητοι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι θὰ δεχθῇ τροπολογίαν, ἡ ὁποία θὰ ἀναγκάσῃ τοὺς καθυστεροῦντας ἐπιστράτους νὰ ὑποστῶσι τὴν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν, ἣν ὑπηρέτησαν πάντες οἱ Ἑλληνόπαιδες· ὡς πρὸς δὲ τὴν πρόσθετον, δύνανται νὰ ἐξαγοράσωσιν αὐτὴν, ἀντὶ νὰ ἀποστέλλωνται εἰς τὰ στρατοδικεῖα, ὅπως δικασθῶσιν ἐπὶ φυγοστρατείᾳ.
§53ΜΑΚΡΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἄνδρες, κληθέντες εἰς ἔκτακτον περίστασιν, ἵνα ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα, καὶ μὴ προσερχόμενοι, εἶναι ἀνάξιοι νὰ ὀνομάζωνται πολῖται Ἕλληνες, οὔτε χρήσιμοι θὰ ἦσαν, ἵνα ἀντιμετωπίσωσι τὸν ἐχθρὸν, κατατασσόμενοι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, μᾶλλον δὲ βλάβην ἤθελον φέρει. Εἰς τούτους δύναται ἡ Πολιτεία νὰ ἐπιβάλῃ χρηματικὴν ποινὴν, ἢ νὰ τοὺς στερήσῃ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, οὐχὶ ὅμως νὰ κατατάξῃ εἰς τὸν στρατὸν τοιούτους δειλοὺς καὶ ἀνάνδρους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§54Γ. Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιλαμβάνωνται καὶ οἱ θαλάσσης ἐργάται.
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντες οἱ ἀνυπότακτοι. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ ἀποβιώσαντος ὑποταμίου Λετρίνων Π. Πετρακοπούλου ἐκδοθέντων καὶ μὴ ὑπογραφέντων γραμματίων παραλαβῆς).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτοποιήσεως τῶν ἐξ ἐξόδων διατροφῆς προσωποκρατηθέντων καὶ προσωποκρατουμένων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου προκαταβολῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§58ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ ἡ διάταξις αὕτη, δὲν εἶχον τὰ μέσα διὰ νὰ πληρώσουν τὰ χρέη των πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ κρατοῦνται διὰ τοῦτο, καὶ καθ’ ὅσον κρατοῦνται, κατὰ τοσοῦτον αὐξάνει τὸ χρέος, καὶ κατὰ τοσοῦτον αὐξάνει ὁ χρόνος τῆς προσωποκρατήσεως. Ἀλλ’ ἡ δευτέρα παράγραφος εἶναι ἔτι χείρων, διότι λέγει, ὅτι διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν τοιούτων ἐξόδων καταδιώκονται καὶ οἱ κληρονόμοι. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις τὴν ἀρχὴν ταύτην; Διὰ νὰ πληρόνῃ τὸ Δημόσιον, σημαίνει ὅτι οἱ κρατούμενοι δὲν εἶχον τὰ μέσα τῆς διατροφῆς, καὶ ὀφείλει τὸ Δημόσιον νὰ τοὺς συντηρήσῃ, διότι ἄλλως θὰ λάβῃ τὸ δέρμα των, καὶ θὰ ἦτο ἀπαίσιον θέαμα νὰ συλλέγῃ τὸ Δημόσιον δέρματα ἀνθρώπινα ἐν ταῖς φυλακαῖς! Ἐὰν καταδιώξητε τοὺς κληρονόμους διὰ τοιαῦτα χρέη, ἀνατρέπετε πᾶσαν ἰδέαν περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐκ τῆς κληρονομίας. Διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν, ὁλόκληρος ἡ δευτέρα παράγραφος νὰ λείψῃ.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρὸς διατροφὴν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων γινομένη δαπάνη δὲν εἶναι χορήγησις βοηθήματος εἰς πένητας, ὑπὸ τῆς φιλανθρωπίας ὑπαγορευομένη, εἶναι προκαταβολὴ τοῦ Δημοσίου πρὸς αὐτοὺς, τὴν ὁποίαν τοῦτο ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ. Μέχρι τοῦδε ἀπαίτησις τῶν προκαταβαλλομένων δὲν ἐγένετο, οὐχὶ διότι δὲν ἀνεγνωρίζετο ἡ δαπάνη ὡς προκαταβολὴ καὶ ἀνεγνωρίζετο ὡς παροχὴ ἐκ φιλανθρωπίας γιγνομένη, ἀλλὰ διότι αἱ ἐργασίαι τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἐσόδου τούτου ἐγίνοντο ἀτελῶς. Διὰ τοῦ προτεινομένου λοιπὸν νομοσχεδίου κανονίζονται αἱ πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ἐσόδου τούτου ἀναγκαῖαι ἐργασίαι, ὅπως κατασταθῇ καὶ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν προκαταβολῶν τούτων δυνατὴ, ἀφοῦ ὑφίσταται τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου ν’ ἀπαιτήσῃ τὰ προκαταβληθέντα. Τὸ Δημόσιον ἔχει καὶ νῦν τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐνασκεῖ, διότι δὲν γίνεται ἡ βεβαίωσις τοῦ ἐσόδου, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου θέλει γενῆ δυνατὴ τοῦ δικαιώματος ἡ ἐνάσκησις. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ὑπὲρ πενήτων προκαταβαλλόμενα, τὸ νομοσχέδιον διατάσσει, ὅτι ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου νόμου. Κατὰ τοὺς νόμους τούτους, μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρόνου οἱ ὁμολογουμένως πένητες ἀπολύονται τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν παρουσιάζεται δ’ ἡ ἀνάγκη, ἵνα γένηται προσφυγὴ εἰς τὰ δέρματα αὐτῶν, διὰ νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον τὰ ὀφειλόμενα.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἐκ φιλανθρωπίας τὸ Δημόσιον φροντίζει· ἐξ ἐναντίας εἶπον, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι ἠναγκασμένον νὰ φροντίζῃ, διότι ἄλλως θὰ συλλέξῃ τὰ δέρματά των. Τὴν ἀνάγκην δὲ, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Δημόσιον, τοῦ νὰ διατρέφῃ τοὺς ἀπόρους κρατουμένους, θὰ παρατείνῃ ἀληθῶς ἐπ’ ἄπειρον διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, διότι, καθ’ ὅσον διατρέφεται, κατὰ τοσοῦτον αὐξάνει τὸ χρέος καὶ ὁ χρόνος τῆς προσωποκρατήσεώς του. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τρέπει τὰς φυλακὰς εἰς φιλανθρωπικὰ καταστήματα. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ἐπολέμησα τὸ νομοσχέδιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 27,600 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1891. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, τὸ ποσὸν τῶν 11,000, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ὡς πίστωσις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 11 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ αὐξηθῇ κατὰ 1200 δραχμὰς, ἤτοι νὰ γείνῃ 12,200, διότι νεώτερα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, βεβαιοῦσιν, ὅτι ἐγένετο ἡ δαπάνη αὕτη. Ἑπομένως τὸ ὅλον ποσὸν θέλει ἀνέλθει εἰς 28,800. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Γενικοῦ Λογιστηρίου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 4 ἐπιτρέπει τι, τὸ ὁποῖον γίνεται πρὸ χρόνων. Καὶ μέχρι μὲν τοῦδε ἐγίνετο ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας, νῦν δὲ δίδεται διὰ τοῦ νόμου ἡ ἄδεια. Διὰ νόμου ἐπιτρέπεται ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ νὰ προσλαμβάνωνται ἐν τοῖς γραφείοις ἔκτακτοι ὑπάλληλοι. Τοιοῦτοι ἔκτακτοι ὑπάλληλοι ὑπάρχουσιν, ἐργαζόμενοι πρὸ χρόνων πρὸς σύνταξιν καὶ τακτοποίησιν τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους. Αὐτοὶ προσλαμβάνονται συνήθως ἐκ τῶν συνταξιούχων, ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἡμερομίσθιοι, δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ἡ τοιαύτη ὑπηρεσία αὐτῶν πρὸς αὔξησιν τῆς συντάξεώς των. Εἶναι δ’ ὡσαύτως ἄδικον νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ εἰσφέρωσι καὶ εἰς τὸ Μετοχικὸν τῶν ὑπαλλήλων ταμεῖον ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἡμερομισθίου, τὸ ὁποῖον πληρόνεται αὐτοῖς διὰ τὴν ἔκτακτον ταύτην ἐργασίαν. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ προστεθῇ πρὸς συμπλήρωσιν, μετὰ τὰς λέξεις «ὡς καὶ κλητῆρες ἔκτακτοι», ἡ ἑξῆς περίοδος: «μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἰσχυούσας διατάξεις τῶν σχετικῶν νόμων.»
§65ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ μίαν πληροφορίαν. Πόση εἶναι ἡ ἐν γένει οἰκονομία;
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὅλη οἰκονομία ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 6,120, ψηφιζομένου τοῦ ἄρθρου 4.
§67ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν παραβολῇ πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891;
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Δὲν γνωρίζω, τί διατάσσει ὁ νόμος τοῦ 1890· ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1891 νομίζω, ὅτι δὲν ἀνέγραψε δαπάνας δι’ ἐκτάκτους ὑπαλλήλους. Αὐτοὶ ἐπληρόνοντο ἐξ ἐκτάκτων ἐξόδων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ τὸν νόμον τῆς 1 Μαρτίου 1891.
§70ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν αὐτὸς ἀναγράφῃ δαπάνας ἐκτάκτων ὑπαλλήλων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 μετὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθείσης προσθήκης).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διαγραφῇ ἡ τελευταία περίοδος: «ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον», διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ καταργηθῶσι διατάξεις τινὲς χρήσιμοι τοῦ νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 μετὰ τῆς διαγραφῆς ταύτης. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 196 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος.
§74ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1892 ἐκ δραχμῶν 24,300, καὶ περὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπων ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχμῶν 7,478.46).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.