| 602 | Δάνειον | τῶν 6 ἑκατομ. διὰ τόκους καὶ χρεωλ. | 480,000— | |
| 603 | » | τῶν 28 ἑκατομ. » » | 2,632,566— | |
| 604 | » | τῶν 9 ἑκατομ. » » | 160,000— | |
| 605 | » | τῶν 4 ἑκατομ. » » | 403,200— | |
| 606 | » | τῶν 26 ἑκατομ. » » | 1,892,800— | |
| 607 | » | τῶν 10 ἑκατομ. » » | 564,474:75 | |
| 608 | » | τῶν 37 ἑκατομ. δραχμῶν χρέους πρὸς | ||
| 609 | τὰς Τραπέζας ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλο- | |||
| 610 | φορίᾳ εἰς χρυσὸν 4,699,305:29 πρὸς | |||
| 611 | 2% | 93,986:10 | ||
| 612 | Εἰς γραμμάτια 26,300,694:71 πρὸς | |||
| 613 | 1% | 263,006:94 | ||
| 614 | » | 6,000,000 τῆς Ἰονικῆς πρὸ 2% | 120,000— | |
| 615 | » | τῶν 5 ἑκατομ. πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τρά- | ||
| 616 | πεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ ὡσαύτως κυ- | |||
| 617 | κλοφορίᾳ πρὸς 1% | 50,000— | ||
| 618 | » | τῶν 60 ἑκατομ. διὰ τόκους καὶ χρεωλ. | 5,400,000— |
1892.02.04
2,126 rows · 16,086 words · 1 table · 36 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
τῆς 4 Φεβρουαρίου 1892.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων ἐπιτροπὴ δι’ ἐγγράφου αὐτῆς ἀναγγέλλει πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὔριον, ὥρᾳ 10 π. μ., τελεσθήσεται ἐπίσημον μνημόσυνον ἐν τῷ ναῷ τῆς Μητροπόλεως ὑπὲρ τῆς ψυχῆς τοῦ ἀειμνήστου Κωνσταντίνου Ζάππα, καὶ παρακαλεῖ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅπως εὐαρεστούμενοι παρασταθῶσιν εἰς αὐτό. Ὁ Κωνσταντῖνος Ραζῆς, πρώην ἀνθυπασπιστὴς τοῦ πεζικοῦ, ἐξαιτεῖται, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὸν στρατόν. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Ἰωάννης Δηλιγιάννης κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἵνα εὐαρεστούμενος ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) τὰ διαμειφθέντα ἔγγραφα μεταξὺ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Σικυῶνος, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀστυνόμου Σικυῶνος κ. Μπουγᾶ διὰ τοῦ Θεμ. Θεοδοσιάδου, μὴ ἐγκριθείσης ὑπὸ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου, καὶ 2) τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 43 τῆς 11 Ἰανουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Σικυῶνος μετὰ τῶν ἐν αὐτῇ ἐπισυνημμένων, ἤτοι τῶν ὑπ’ ἀριθμὸν 179 καὶ 217 ψηφισμάτων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σικυῶνος μετὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1839 παύσαντος ἔτους καὶ 36 ἐνεστῶτος ἔτους ἀναφορᾶς, περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀστυνομεῖν ἐν τοῖς δήμοις, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν, κατὰ τὰ ἄρθρα 15, 40, 42, 90 καὶ 95 τοῦ δημοτικοῦ νόμου τοῦ 1833, συνδυαζόμενα πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1891 (ἄρθρ. 2, 3 καὶ 4) περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ δημοτικοῦ νόμου, τὸ ἀστυνομεῖν ἔγκειται εἰς τὸν κοινωνικὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως τῶν δήμων, ὡς καθαρὸν δημοτικὸν δικαίωμα· διότι μέχρι τοῦδε οἱ ἀστυνόμοι διωρίζοντο παρὰ τῷ Δημάρχῳ, καὶ κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ ἐξετέλουν τὰ καθήκοντα πάντων τῶν κλάδων τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας (ἄρθρ. 1, 6, 14 καὶ 15 τοῦ νόμου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836 περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας), ἤδη δὲ οἱ Δήμαρχοι τοποθετοῦνται παρὰ τοῖς ἀστυνόμοις, καὶ οἱ ἀστυνόμοι ἐκτελοῦσι τὰς διαταγὰς τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἥτις, ἀντὶ τῆς ἁπλῆς ἐπιτηρήσεως διὰ παραινέσεων καὶ συμβουλῶν πρὸς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, τῆς ἐπιτρεπομένης ὑπὸ τῶν νόμων, συνεκέντρωσεν εἰς ἑαυτὴν ἀδεῶς τὴν ἄμεσον ἐκτέλεσιν τῆς ἀστυνομίας, καὶ ἰδίως ἐν τῷ δήμῳ Περαχώρας τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν κρίνῃ τὴν μεταξὺ Δημάρχου καὶ ἀστυνόμου σύγκρουσιν καὶ διαφωνίαν λυσιτελῆ πρὸς ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας.»
§3ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 357 τῆς 19 παρελθόντος Δεκεμβρίου φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» κατεχωρήθη βασιλικὸν διάταγμα περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων βασιλικοῦ διατάγματος τοῦ 1884. Ἐν τῷ νέῳ τούτῳ διατάγματι ἀνέγνωσα παράδοξόν τινα διάταξιν, σκανδαλωδεστάτην, διὰ τὸν ἐκ ταύτης προφανῶς ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Φαίνεται δὲ, ὅτι κυρίως διὰ τὴν ἐνδιαφέρουσαν ταύτην διάταξιν ἐγένετο τὸ νέον διάταγμα, διότι ἐν ταῖς ἄλλαις αὐτοῦ διατάξεσι δὲν βλέπω οὐσιώδη τινὰ μεταβολὴν εἰς τὰ τοῦ τροποποιουμένου διατάγματος. Οὐδεμίαν δὲ ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι ἡ σκανδαλώδης αὕτη διάταξις ἀνεγράφη ἐν τῷ διατάγματι κατ’ ἀπαίτησιν τῆς γνωστῆς ἐκμεταλλευτικῆς ἑταιρίας, διότι προφανῶς τὰ συμφέροντα ταύτης σκοπεῖ νὰ ὑπηρετήσῃ λίαν ἐπιτυχῶς. Ἀκούσατε ταύτην (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 6. Ἡ δημοπρασία ἐνεργεῖται μυστικὴ, δι’ ἐνσφραγίστων προσφορῶν, δι’ ἔργα ἀξίας ἀνωτέρας τῶν τεσσαράκοντα χιλιάδων δραχμῶν (ἤτοι δι’ ὅλα τὰ ἔργα ἀξίας καὶ ἄνω τῶν ἑκατομμυρίων). Κατὰ τὰς μυστικὰς δημοπρασίας δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὁρίζῃ τὸ μέγιστον τῆς ἐκπτώσεως, ὅπερ κατατίθεται ἐν φακέλλῳ ἐσφραγισμένῳ ἐπὶ τοῦ γραφείου κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Πᾶσα δὲ προσφορὰ, ὑπερβαίνουσα τὸ μέγιστον τοῦτο, (τῆς ἐκπτώσεως ἐννοεῖται) ἀποῤῥίπτεται καὶ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν.» Προφανῶς διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τῆς δημοπρασίας, ὁ δὲ Ὑπουργὸς θὰ δύναται νὰ ὁρίζῃ αὐτὸς τὸ ποσὸν καὶ δίδῃ τὴν ἐργασίαν εἰς ὅντινα αὐτὸς θέλῃ. Οὐδεὶς ἐργολάβος θὰ ἔχῃ τὴν μωρίαν νὰ προσέλθῃ εἰς δημοπρασίαν, ἂν δὲν συνεννοηθῇ ἤδη προηγουμένως μετὰ τῶν ὄντων εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι τὸ ὁρισθὲν μέγιστον τῆς ἐκπτώσεως, ἵνα συμφώνως πρὸς τοῦτο κανονίσῃ τὴν προσφοράν του. Ἀναμφισβητήτως δὲ εἰς ἑκάστην δημοπρασίαν θὰ ὑπάρχῃ καὶ ὁ γνωρίζων τὸ μυστικὸν ἐργολάβος, ὅστις θὰ ἦναι βέβαιος περὶ τῆς ἐπιτυχίας καὶ τοῦ συμφέροντος εἰς αὐτὸν καὶ τοὺς μεταδώσαντας τὸ μυστικόν, διότι ἐκ προοιμίων θὰ γνωρίζῃ τὸ ποσὸν, ὅπερ πάντοτε βεβαίως θὰ ὁρίζηται συμφερόντως. Σκοπὸν οὐδένα πλέον θὰ ἔχῃ ἡ προσέλευσις ἑτέρων ἐργολάβων εἰς τὰς δημοπρασίας. Ὁ Ὑπουργὸς θὰ ὁρίζῃ τὸ ποσὸν ἑκάστου ἔργου, ὅσον θέλει ὑπέρογκον, εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, αὐτὸς δὲ καὶ οἱ ἐμπιστευμένοι του θὰ δίδωσι τὴν ἐργασίαν εἰς ὅντινα θέλωσιν ἐργολάβον. Ἡ περίστασις εἶναι ἀξία πολλῆς προσοχῆς, διότι ὑποκρύπτει μεγάλας καταχρήσεις εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἀνατρέπονται ἄρδην τὰ περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων διὰ διαγωνισμῶν ἐν δημοπρασίαις. Ὁ Ὑπουργὸς θὰ ὁρίζῃ τὸ πληρωθησόμενον δι’ ἕκαστον ἔργον ποσὸν, ὅσον θέλῃ ὑπέρογκον, εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, καὶ δὲν θὰ δύναται κἀνεὶς νὰ μειοδοτήσῃ, διότι, κατὰ ῥητὴν διάταξιν, πᾶσα ἔκπτωσις ἀποῤῥίπτεται καὶ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, καὶ δὲν θὰ δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐργασίαν ἄλλος, πλὴν ἐκείνου, ὅστις θὰ κατορθόνῃ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τοῦ ὁρισθέντος ποσοῦ. Ἡ διάταξις αὕτη ἀνατρέπει τὸν νόμον καὶ νομιμοποιεῖ τὴν κατάχρησιν, ἀναγράφουσα μέτρα οὐδὲν ἄλλο ἢ τὴν κατάχρησιν εὐκολύνοντα καὶ σκοποῦντα. Ἐλήφθη δὲ πρόνοια καὶ διὰ τὴν σπανίαν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐκ συμπτώσεως ἤθελεν ἀναδειχθῆ ἐργολάβος εἰς τὸ ὁρισθὲν ποσὸν ἄλλος παρὰ τὸ ἀρεστὸν πρόσωπον. Κατὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον, ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν δημοπρασίαν καὶ ἄνευ λόγου τινός. Ἐννοῶ τὴν ἀκύρωσιν τῆς φανερᾶς δημοπρασίας, ὅταν γίνεται νέα προσφορὰ συμφέρουσα, ἀλλὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς μυστικῆς δι’ ἐνσφραγίστων προσφορῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ τηροῦνται ὅλαι αἱ ἐν τῇ διακηρύξει διατυπώσεις, δὲν τὴν ἐννοῶ, διότι οὕτω ματαιοῦται ἡ ἔννοια τῆς μυστικῆς δημοπρασίας. Θὰ προφασισθῇ ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ μέτρον ἐλήφθη, διὰ νὰ παύσῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον γίνεται, ἐκ τοῦ ὅτι οἱ ἐργολάβοι, ἐπιδιώκοντες νὰ ἀναλάβωσιν ὅπως δήποτε τὰς ἐργασίας, διότι ἐλπίζουσιν εἰς τὰς κατόπιν εὐνοίας καὶ παραβλέψεις τῶν ἐπιτηρούντων καὶ ἐπιμελουμένων τὰ ἔργα ἀντιπροσώπων τοῦ Δημοσίου, προσφέρουσι μεγάλας ἐκπτώσεις, καὶ μὴ δυνάμενοι διὰ τοιούτων ποσῶν νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὰ ἔργα, ἐκτελοῦσι ταῦτα κακῶς, καὶ κατορθόνουσι τὴν παράδοσιν καὶ ἔγκρισιν αὐτῶν διὰ διαφόρων μέσων καὶ δωροδοκιῶν πρὸς τοὺς ἐπιτετραμμένους, ἢ ἐγκαταλιμπάνουσι τὰ ἔργα, κηρυσσόμενοι ἔκπτωτοι. Τὸ ἄτοπον τοῦτο ἠδύνατο νὰ παύσῃ δι’ ἄλλων μέτρων λογικῶν καὶ νομίμων, διὰ τῆς αὐστηρᾶς ἐπιτηρήσεως τῶν ἔργων, δι’ ἀποῤῥίψεως αὐτῶν, ὅταν ἦναι ἐλλιπῆ, διὰ τῆς αὐστηρᾶς τιμωρίας τῶν μηχανικῶν, οἵτινες ἐπιτρέπουσι τὰς παραλείψεις τῶν ἐργολάβων· ὅταν δὲ οὕτω ζημιωθῶσι μεγάλως οἱ δι’ ἐκπτώσεων μεγάλων ἀναλαμβάνοντες τὰ ἔργα, δὲν θὰ τολμῶσιν αὐτοὶ καὶ οἱ ἄλλοι νὰ κάμνωσι τὰς μεγάλας καὶ προφανῶς ἐπιζημίους αὐτοῖς ἐκπτώσεις. Ἀλλ’ ἡ διάταξις, περὶ ἧς πρόκειται, προφανῶς ἀνεγράφη διὰ τὸν σκοπὸν, ὃν εἶπον ἐν ἀρχῇ, τῆς καταχρήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου ὑπὸ τῆς γνωστῆς ἐκμεταλλευτικῆς ἑταιρίας. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δικαιολογήσῃ ἄλλως, ἂν δύναται, τὴν διάταξιν ταύτην.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαμαδὸς ἔχει τὸν λόγον.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς) (ἀνερχόμενος τὸ βῆμα). Παρακαλῶ τὸν κ. Τσαμαδὸν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§6ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα.
§7ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, πρὸ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἶχον ἐπερωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῶν μέτρων, ἅτινα ἔλαβεν ὡς πρὸς τὴν ἐκκρεμῆ δημοτικὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Λεύκτρου, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔλαβον.
§8ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅλας τὰς ἀπαντήσεις τὰς ἔχω ἐδῶ.
§9ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐκτὸς τῆς τυπικῆς ἀπαντήσεως, ἣν ἀναμένω, ὀφείλω νὰ ἐκθέσω τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐκ τῆς ἀφηγήσεως τῆς ὁποίας θέλει ἀποδειχθῆ ἡ παράνομος πολιτικὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§10ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Κανονίσατε τὴν συζήτησιν, κύριε Πρόεδρε. Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§11ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναβάλετε τὴν συζήτησιν ταύτην.
§12ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον, εἶναι τὸ οἰκονομικόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλαβε τὸν λόγον, καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπήντησε. Τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν ἄνευ ἀπαντήσεως, ἥτις πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀμέσως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος τὴν στιγμὴν ταύτην, δὲν εἶναι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ εὐπρεπές. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέλαβεν ἤδη τὸ βῆμα, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου ὑπαγορεύει εὐθὺς νὰ ὁμιλήσῃ, ἔστω καὶ ἂν παραβιάζῃ τὸ δικαίωμα τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτής, προκειμένου περὶ μιᾶς ἐκλογῆς, δύναται νὰ κάμῃ τὸν ῥητορικὸν αὑτοῦ λόγον κατόπιν.
§13ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀπορῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα, ὁ ὁποῖος νομίζει....
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Χατζῖσκον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἔχει ἐδῶ τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐπερώτησίν του. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι συμφερώτερον διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν.
§15ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ ἔγγραφα ἔχω ἐνταῦθα, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ τὰ καταθέσω, ἕνεκα τῶν γενομένων συζητήσεων.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ κ. ἐπὶ Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς καὶ ἐγὼ ἔχομεν κομίσει σωρείαν ἐγγράφων, ὅπως ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, ζητηθείσας δι’ ἐπερωτήσεων, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν πρὸς ἡμᾶς. Πρὸ μικροῦ ἔτι ἑκάτερος τῶν συναδέλφων τούτων μοὶ εἶπεν, ὅτι προετίθετο νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, καὶ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς γενομένας ἐπερωτήσεις, ἐπειδὴ ὅμως ἤθελον οὕτω προκληθῆ συζητήσεις, παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ ἀναβάλωσι τοῦτο ἐπ’ ἄλλην συνεδρίασιν. Καὶ ἐγὼ ἔχω ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Τσαμαδὸς, περὶ τῆς πρὸς ἐνδυμασίαν τοῦ στρατοῦ ἀγορασθείσης ἐρέας ἐκ τοῦ βιομηχανικοῦ καταστήματος τοῦ κ. Πυῤῥῆ, ὡς καὶ ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ αὐτὸς κύριος Βουλευτὴς περὶ τῶν ἐπιδομάτων τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἀντιστρατήγου κυρίου Σαπουντζάκη. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα, ἐὰν κατετίθεντο, ἤθελον προκαλέσει συζήτησιν. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, τῆς ἀποφυγῆς σήμερον συζητήσεων ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, παρεκάλεσα τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ὕδρας, ἀνερχόμενον ἐπὶ τὸ βῆμα, ν’ ἀναβάλῃ ὅσα ἐσκόπει νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἱππωνείας. Δὲν εἶναι αὐθαίρετος ἡ ἀξίωσις ἡμῶν αὕτη, ἀλλ’ ὑποστηρίζεται ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲν σφάλλωμαι εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, ἐὰν ἀκριβῶς καὶ ὀρθῶς διαγινώσκω αὐτὰ, ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἀπαιτεῖ ἄμεσον καὶ ταχεῖαν βελτίωσιν. Δὲν καταστρέφονται μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῶν κατὰ τὴν δημοτικὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Λεύκτρου· διότι, ἐὰν διεπράχθη παρανομία τις κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς, ἡ Βουλὴ εἶναι πάντοτε εἰς καιρὸν νὰ τιμωρήσῃ τοὺς παρανομήσαντας· ζημιοῦνται ὅμως μεγάλα τοῦ Κράτους συμφέροντα, καὶ δὲν γνωρίζω μέχρι τίνος βαθμοῦ ζημιοῦνται, ἂν ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν ὑποθέσεως τοσοῦτον ἐπειγούσης καὶ τοσοῦτον σημαντικῆς. Ἐὰν ἡ ὑπόθεσις, ἥτις εἰσήχθη ὑπ’ ἐμοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἦναι σημαντικὴ, ἐὰν ἐνασκῇ μεγίστην καὶ ἀνυπολόγιστον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς τύχης τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τύχης τοῦ Κράτους, πῶς νομίζετε, ὅτι δυνάμεθα νὰ στέρξωμεν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἵνα πρὸ αὐτῆς συζητηθῶσι τὰ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Λεύκτρου, καὶ ἐξελεγχθῇ ἐὰν ἐγένετο παρανομία τις; Πῶς δυνάμεθα νὰ στέρξωμεν νὰ μὴ ἀναιρέσωμεν ἀμέσως τοὺς χθὲς τὸ ἑσπέρας ἀπαγγελθέντας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἰσχυρισμοὺς, οἵτινες ἐσκόπουν ἢ τοὐλάχιστον ἔτεινον νὰ ματαιώσωσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπροβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀποσοβήσωμεν ἀπὸ τῆς χώρας τὸν δημιουργηθέντα καὶ ἐπερχόμενον ἐπ’ αὐτὴν κίνδυνον; Καὶ ὄντως ὅσα ἐλέχθησαν χθὲς, ἐὰν ἤθελον συναρμολογηθῆ μετὰ τῆς γνώμης καὶ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, θέλουσι δικαιολογήσει ἡμᾶς, οὐχὶ νὰ ἀπευθύνωμεν τὴν ἀνοσίαν ἐκείνην αἰτίασιν, τὴν ὑπὸ οὐδενὸς λόγου δικαιολογουμένην, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπηύθυναν καθ’ ὃν χρόνον διετελοῦμεν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅτε ἐνεκάλουν τοτὲ μὲν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, τοτὲ δ’ ἡμᾶς, οἵτινες μετ’ αὐτοῦ συνηγωνιζόμεθα, ὅτι συνεβουλεύομεν τὴν χρεωκοπίαν. Βεβαίως δὲν σκοποῦμεν τοιαύτην ν’ ἀπευθύνωμεν αἰτίασιν, ἀλλὰ μετὰ λύπης νὰ εἴπωμεν αὐτοῖς, ὅτι αἱ γνῶμαι, ἃς ἀπήγγειλαν, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐδημοσίευσαν, εἰς οὐδὲν ἄλλο τείνουσιν, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ματαιώσωσι τὰς πρὸς διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἡμετέρας προσπαθείας. (Χειροκροτήματα). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1887, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, περιέλαβεν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὑτῆς πρὸς τὴν μετατροπὴν τῶν δανείων, ἵνα ἀπαλλάξῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ δι’ ἔξοδα πρὸς πληρωμὴν χρεωλυσίων. Τὴν γνώμην ταύτην παρέστησαν τότε εἰς τὴν Βουλὴν ὡς συμβουλὴν πρὸς χρεωκοπίαν· ἐν ᾧ δὲ ὅ τε κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ἡμεῖς, οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ, ἐβεβαιοῦμεν τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεμίαν εἶχε τοιαύτην ἔννοιαν ἡ εἰρημένη γνώμη τοῦ κ. Καραπάνου, ἐκεῖνοι ἐπέμενον καὶ κατὰ πᾶσαν συζήτησιν οἰκονομικὴν ἐπανελάμβανον τὴν αἰτίασιν, ἵνα δυσφημήσωσιν ἡμᾶς μετὰ σκοποῦ ἀληθοῦς συκοφαντίας. Δὲν ἀνεστάλησαν δ’ ἀπὸ τοῦ συκοφαντεῖν ἢ μίαν ἑσπέραν, καθ’ ἣν ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐπαναλαβὼν τὴν αὐτὴν συκοφαντίαν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἠναγκάσθη νὰ παύσῃ ἀγορεύων καὶ νὰ κατέλθῃ τοῦ βήματος, διότι ἠγέρθη πᾶσα ἡ πτέρυξ αὕτη καὶ ἐπέβαλεν αὐτῷ τὴν σιωπήν. Ἡμεῖς δὲν αἰτιώμεθα οὔτε συκοφαντοῦμέν τινα, ἐρωτῶ ὅμως ὑμᾶς, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 περιέχει ἔλλειμμα 22 ἑκατομμυρίων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ἢ 30 ἑκατομμυρίων, ὡς εἶπε χθὲς τὸ ἑσπέρας ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἱδρυθῇ ἐν Ἑλλάδι καὶ παραχωρηθῇ δι’ ἐκμισθώσεως εἰς ἑταιρίαν ἢ εἰς ἄτομον, οὐδὲν ἤθελε παραγάγει. Νομίζετε, ὅτι τοιαῦτα, λεγόμενα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δημοσιευόμενα, ἐνισχύουσι τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, ἐνθαῤῥύνουσι τὰ κεφάλαια, προτρέπουσιν, ἵνα ἔλθωσιν ἐπίκουρα εἰς τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, εἰς ἣν μᾶς περιήγαγον, ἢ ἐκφοβίζουσιν αὐτὰ καὶ τὰ ἀποδιώκουσι; Καὶ ἀληθῆ ἐὰν ἦσαν τὰ λεχθέντα χθὲς καὶ προχθὲς, καὶ ἂν ὑπὸ τῶν πραγμάτων ὑπεστηρίζοντο καὶ ἐβεβαιοῦντο ὑπὸ τῶν ἀριθμῶν, καὶ ἂν ἐπιστοποιοῦντο ὑπὸ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως εἴτε τῆς χώρας εἴτε τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι προσῆκεν ἴσως νὰ ἀνεχθῶμεν τοιαύτας παραστάσεις, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ συνέπειαι αὐτῶν, ἀφοῦ ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς ἀληθείας· ἀλλ’ ὅταν αἱ τοιαῦται παραστάσεις οὐδὲν ἔχωσι κοινὸν μὲ τὴν ἀλήθειαν, ὅταν αὗται ἦναι ἀληθὴς διαστροφὴ, ἰσχυρισμοὶ ψευδεῖς, θέλετε νὰ μὴ ἀναιρέσωμεν τοὐλάχιστον τὰ ψεύδη ταῦτα, ὅπως μὴ ἀφήσωμεν νὰ περιίπτανται ἄνωθεν ἡμῶν καὶ πέριξ ἡμῶν φῆμαι, ὅτι ἐν Ἑλλάδι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ψευδὴς, καταλήγων εἰς ἔλλειμμα 26 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ παριστᾷ εἰκονικῶς ἰσοζύγιον, καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν προτείνει ἡ Κυβέρνησις, εἰσὶν ἀνεπαρκῆ καὶ φαινομενικά; Δὲν ἐνόησα τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔσπευσε νὰ ἀναμίξῃ μετὰ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ παρατηρήσεις ἐπὶ λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἵτινες ἀνῆκον εἰς τὴν κατὰ μέρος συζήτησιν ἑκάστου τῶν κεφαλαίων τῶν ἐσόδων καὶ ἑκάστου τῶν κεφαλαίων τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Ἐὰν ἡμεῖς ὑπελογίσαμεν περισσότερα ἢ ὅσα προσῆκε νὰ ὑπολογίσωμεν ὡς ἔσοδα, εἴτε ἐκ τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλίων, εἴτε ἔκ τινος τῶν ἀμέσων φόρων, εἴτε ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων, δὲν ἦτο καιρὸς νὰ ἐξελέγξωσιν ἡμᾶς ἐπὶ τούτῳ, καθ’ ὃν χρόνον ἠθέλομεν συζητεῖ ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τῶν ἐσόδων τῶν σχετικῶν ἢ ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τῶν ἐξόδων; Δὲν ἦτο καιρὸς ν’ ἀπευθύνωσιν ἡμῖν παρατηρήσεις, ἵνα προσκομίσωμεν ἡμεῖς τὰς ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν, διὰ νὰ πιστοποιήσωμεν, ὅτι ὀρθὰ καὶ ἀκριβῆ ὑπελογίσαμεν, ἀλλ’ ἔσπευσαν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἀναμίξωσι τοιαύτας μελέτας; Ἐὰν σήμερον ἐπεχείρουν νὰ ἀναλύσω τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι πάντα μὲν τὰ λεχθέντα περὶ προϋπολογισμοῦ ποσοῦ ἐσόδων ὑπερβαίνοντος πάσας τὰς πιθανότητας εἶναι κενὰ καὶ ὑπ’ οὐδενὸς λόγου δικαιολογούμενα, πάντα δὲ τὰ λεχθέντα περὶ προσδιορισμοῦ ποσοῦ ἐξόδων ὑποδεεστέρου τῶν ἀναγκαιούντων εἰσὶ μὴ ὀρθὰ καὶ ἀκριβῆ, ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἡμέρας· ἀλλ’ ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν διεξάγομεν, δὲν παρέχει ἡμῖν τοσοῦτον χρόνον, ὅπως διαθέσωμεν αὐτὸν πρὸς τοῦτο. Ἡμεῖς διερχόμεθα τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις παρέχει ἀφορμὴν εἰς τὴν γενικὴν ἔρευναν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ἔρευναν τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως. Ἀλλὰ σήμερον ἐπρόκειτο νὰ ἐρευνηθῇ, ἐὰν τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἀνεγράψαμεν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἦναι τὸ πιθανῶς εἰσπραχθησόμενον, ἢ ἐὰν ἀνεγράψαμεν ποσὸν ὑπέρτερον τοῦ πιθανοῦ; Καὶ μήπως κἂν ἐπελαβόμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, καὶ συνεζητοῦμεν αὐτὸ, ἔσπευσε δ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ μᾶς φωτίσῃ, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προεβάλλομεν, χρήζουσι συμπληρώσεως ἢ χρήζουσι βελτιώσεως, ἢ ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ καὶ ὀρθὰ, καὶ ὅτι πρέπει ἄλλα νὰ προτείνωμεν ἀντ’ αὐτῶν; Ἐν ἡμέρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον οὐδὲ κἂν εἶχε διανεμηθῆ, ἐν ἡμέρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔμενον ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν Ἀθηνῶν, εἰμὴ αἱ ἐντυπώσεις τῆς εἰδήσεως, ὅτι ἐπροτάθη νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, σπεύδει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις προΐστατο Κυβερνήσεως καὶ ἐκυβέρνησεν ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη τὴν Ἑλλάδα, σπεύδει νὰ καταγγείλῃ, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι ἀνόητον, ὅτι οὐδὲν θέλει παραγάγει ἀποτέλεσμα. Καὶ ποῖα σᾶς προέβαλεν ἐπιχειρήματα; Ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἓν πρὸς ἓν θέλω ἀναιρέσει τὴν στιγμὴν ταύτην· καὶ ἐὰν πεισθῆτε, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προέβαλεν, οὐδεμίαν ἔχουσι βάσιν, ποίαν θέλετε σχηματίσει γνώμην περὶ τῆς τακτικῆς, ἣν μετέρχονται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου; Εἶναι τάχα ἀνάγκη νὰ χαρακτηρίσω ἐγὼ αὐτήν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἠγόρευε περὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, παριστῶν, ὅτι τοῦτο δὲν θέλει παραγάγει οὐδεμίαν πρόσοδον ἀξίαν λόγου· ἔφερε δὲ πρὸς ἀπόδειξιν ἀποτελέσματα τῆς λειτουργίας μονοπωλίων ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ἱδρυμένων πρὸ χρόνων. Μεταξὺ αὐτῶν ἀνέφερε τὸ μονοπώλιον, τὸ ἱδρυμένον ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ ἔλεγεν ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ μονοπωλίου βαίνει μειουμένη....
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον μειουμένη, εἶπον αὐξάνουσα.
§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρόσοδος τοῦ μονοπωλίου βαίνει αὐξάνουσα. Ἐὰν κατανεμηθῇ ἡ πρόσοδος, ἡ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, κατ’ ἄτομον, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς ἕκαστον ἄτομον ἐν Ἰταλίᾳ, εἶναι τοσοῦτον, ὥστε, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, θέλει παραγάγει ποσὸν πολλῷ ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλπίζομεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καθώρισα τὸ ποσὸν, ὅπερ εἶναι ἀνώτερον.
§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου βεβαιοῖ, ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦ μονοπωλίου ἐν Ἰταλίᾳ βαίνει κατ’ ἔτος αὐξάνον. Ἑπομένως, ἐὰν ἠθέλομεν ἡμεῖς ἔχει ἀποτελέσματα τοιαῦτα, ὁποῖα ἔχουσιν ἐν Ἰταλίᾳ, θέλομεν εἰσπράξει περισσότερα ἀπὸ ὅσα ὑπολογίζομεν... Βεβαιοῦτε αὐτό;
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχί. Εἶπον ὅτι κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1884 καὶ 1885 ἐν Ἰταλίᾳ, ὁ ἀναλογισμὸς ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦτο ὀκτὼ ἑκατομμυρίων καὶ 413 χιλιάδων, καὶ ὅτι ὁ ἀναλογισμὸς θὰ ἦτο ἀνώτερος κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν μετέπειτα ἐτῶν.
§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Ἰταλικοῦ μονοπωλίου τοῦ ἔτους 1889 πρὸς τὸ 1890 καταδεικνύουσιν, ὅτι ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἐν τῷ Κράτει ἐκείνῳ, κατανεμομένη ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ, καταδεικνύει, ὅτι ἀναλογεῖ κατ’ ἄτομον εἰς 9 φράγκα καὶ 76 ἑκατοστά· ἡ δὲ καθαρὰ πρόσοδος, κατανεμομένη καὶ αὕτη, ἀναλογεῖ κατ’ ἄτομον εἰς φράγκα 6 καὶ 43 ἑκατοστά. Ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι ἱδρυομένου τοῦ μονοπωλίου, τὸ καθαρὸν ἔσοδον αὐτοῦ, κατανεμηθὲν ἐπὶ τοῦ ἐκ 2,100,000 πληθυσμοῦ, θ’ ἀναλογίσῃ εἰς 6 φράγκα καὶ 43 ἑκατοστὰ κατ’ ἄτομον, τότε ἡ καθαρὰ πρόσοδος τοῦ μονοπωλίου θέλει ἀνέλθει εἰς 13,503,000 φράγκων. Ἐὰν δ’ ἔχομεν πρόσοδον 13,503,000, δὲν ἀρκοῦσι τάχα δι’ ἔξοδα τοῦ μονοπωλίου ἑπτὰ ἑκατομμύρια, ὅπως τυγχάνῃ πιθανὸν, ὅτι θέλομεν εὕρει μίσθωμα ἓξ ἑκατομμυρίων; Καὶ τὰ πράγματα ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχουσιν ὡς ἐν Ἰταλίᾳ. Ἐν Ἰταλίᾳ πολλοὶ, μάλιστα ἐργατικοὶ, ἔχουσιν εἶδος πίπας, τὴν ὁποίαν κρατοῦσι διαρκῶς εἰς τὸ στόμα, καπνίζοντες πολλὰς ὥρας· ἐν Ἑλλάδι ὅμως ἕκαστος καπνίζει σιγαρέτον, τὸ ὁποῖον ἀλλάσσει κατὰ πᾶσαν δεκάδα λεπτῶν τῆς ὥρας. Ἐν Ἰταλίᾳ καπνίζουσιν ἐνιαχοῦ σιγάρα ποῦρα, τὰ ὁποῖα πληροῦσι τὸν πόθον τοῦ καπνίζειν, ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι καπνίζομεν ἐλαφρότερον κάπνισμα, οἱ δὲ καπνισταὶ ἐν Ἑλλάδι καταναλίσκουσι περισσότερον καπνὸν ἢ ὅσον ἐν Ἰταλίᾳ. Ἐὰν ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ Εὐρώπῃ ἡ κατασκευὴ τῶν πούρων σιγάρων, τὰ ὁποῖα καταναλίσκονται ἐκεῖ κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐπάγῃ πολλὰς δαπάνας, καὶ ἀπαιτῇ πολὺ προσωπικὸν ἐργατικὸν, ἐν Ἑλλάδι ἡ κοπὴ τοῦ εἰς φύλλα καπνοῦ πρὸς κατασκευὴν σιγάρων ἐκ χάρτου, καὶ ἡ κατασκευὴ σιγαρέτων ἐκ χάρτου ἀπαιτεῖ ἐλαχίστην δαπάνην, διότι ἐν Εὐρώπῃ ὑπάρχουσι μηχαναὶ, ἑκάστην τῶν ὁποίων δύναται νὰ κινήσῃ μία γυνὴ, διὰ τῆς μηχανῆς δὲ ταύτης δύνανται νὰ κατασκευασθῶσι 30,000 σιγαρέτα καθ’ ἡμέραν. Οὕτως, ἐὰν ἀγοράσωμεν μηχανὴν τοιαύτην, αἱ δαπάναι ἔσονται πολλῷ ἥσσονες τῶν δαπανῶν, αἵτινες βαρύνουσι τὸ μονοπώλιον ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ Εὐρώπῃ. Διὰ τοῦτο ἡ διαφορὰ κατ’ ἄτομον τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τοῦ μονοπωλίου ἀπὸ 9 φράγκων καὶ 76/00 μέχρις 6 καὶ 43/00 θέλει εἶσθαι μικροτέρα ἐν Ἑλλάδι, ἴσως δὲ καὶ τὸ καθαρὸν ἔσοδον κατ’ ἄτομον εἶναι ὑπέρτερον τῶν 6 φράγκων καὶ 43/00. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦναι ὑπέρτερον, δὲν ἀρκοῦσι 13,503,000 ὡς καθαρὰ πρόσοδος διὰ τὸ μονοπώλιον ἐν Ἑλλάδι; Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἐὰν τὸ μονοπώλιον ἤθελεν ἀγοράσει εἴτε ὅλον τὸν ἐν Ἑλλάδι παραγόμενον καπνὸν, εἴτε μέρος αὐτοῦ, ἤτοι ποσὸν περισσότερον τοῦ καπνοῦ, ὅστις εἶναι ἀναγκαῖος διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ μονοπωλίου, καὶ ἐὰν ἡ διεύθυνσις τοῦ μονοπωλίου ἤθελεν ἐμπορευθῆ, ὡς εἰκὸς, τὸ ὑπερβάλλον τοῦτο ποσὸν τοῦ καπνοῦ τῶν ἀναγκῶν τοῦ μονοπωλίου, θέλει ἔχει καὶ ἐκ τῆς ἐμπορίας ταύτης μέγιστα κέρδη.
§24Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἴπετε 13,500,000 φράγκα ἀκαθάριστον πρόσοδον;
§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Καθαρὰν πρόσοδον· διότι 6 φράγκα καὶ 43/00 κατ’ ἄτομον ἐπὶ 2,100,000 πληθυσμοῦ, ἀποφέρουσι 13,500,000, δηλαδὴ πλέον τοῦ διπλασίου, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλήν, ὁρίζει ὡς κατώτατον ὅρον τοῦ μισθώματος τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁμιλῶν χθὲς καὶ περὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς Γαλλίας, ἔλεγεν, ὅτι τὸ ἓν τρίτον τοῦ ἐσόδου τοῦ μονοπωλίου προέρχεται ἐκ τῆς καταναλώσεως τοῦ ταμβάκου, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν τοσαύτην κατανάλωσιν ταμβάκου, τὸ μονοπώλιον, τὸ ἐν Ἑλλάδι ἱδρυθησόμενον, δὲν θέλει ἔχει τοσαύτην πρόσοδον ἐκ τοῦ ταμβάκου, ὅσην ἔχει ἐν Γαλλίᾳ. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦτο οἱ ἀριθμοὶ αὐτοῦ εἰσιν ἐσφαλμένοι. Τὸ μονοπώλιον ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἔχει ἔσοδον ἐκ τοῦ ταμβάκου, ἐξισούμενον πρὸς τὸ τρίτον τοῦ ὅλου ἐσόδου αὐτοῦ, διότι τὸ ἐκ τοῦ ταμβάκου ἔσοδον ἀναλογεῖ εἰς μόνον τὸ πέμπτον τοῦ ὅλου ἐσόδου. Τὰ ὁριστικὰ ἔσοδα τοῦ 1890 τοῦ Γαλλικοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἀνῆλθον εἰς 365,404,085, τὸ δ’ ἐκ ταμβάκου ἔσοδον εἰς 66,572,234· ἑπομένως ποία εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν 365 πρὸς τὰ 66 ἑκατομμύρια; Εἶναι τὸ ἓν τρίτον;
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἓν πέμπτον.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ μονοπωλίου ἐν Γαλλίᾳ δὲν δύνανται νὰ προσδοκηθῶσιν ἐν ἄλλαις χώρας, ἐὰν ἱδρύετο ἐν αὐταῖς τὸ μονοπώλιον, ἂν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ τὸ λαθρεμπόριον πολεμεῖ ἀδυσωπήτως τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι κατὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν τῆς Γαλλίας, ἵνα παραλύσωσι τὸ λαθρεμπόριον, ἠναγκάσθησαν νὰ διαγράψωσι ζώνας μεθοριακὰς, ἐντὸς τῶν ὁποίων δὲν ἰσχύουσιν αἱ τιμαὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ὁ καπνὸς πωλεῖται εἰς πολὺ εὐθηνοτέραν τιμὴν, ὅπως ἐλαττωθῇ τὸ συμφέρον τῆς παραβάσεως τῶν διατάξεων τοῦ μονοπωλίου, καὶ περισταλῇ ἡ πρὸς λαθρεμπορίαν τοῦ καπνοῦ τάσις. Ἀλλ’ ὑπάρχει τοιαύτη τις ἀνάγκη δι’ ἡμᾶς; ἔχομεν ἡμεῖς φόβον, μήπως καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχωσιν οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν Γαλλίᾳ, ἕνεκα τῶν ὁποίων διέγραψαν τὰς μεθοριακὰς ζώνας πρὸς περιστολὴν τῆς λαθρεμπορίας, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων προσδιώρισαν ἥσσονα τὴν τιμὴν τοῦ καπνοῦ ἐντὸς τῆς ζώνης αὐτῆς; Ἐκ τίνος γείτονος χώρας ἀπειλεῖ ἡμᾶς κίνδυνος εἰσαγωγῆς ἐν Ἑλλάδι λάθρα καπνοῦ, ἐὰν ἱδρύσωμεν τὸ μονοπώλιον; Ἡ ὁροθετικὴ γραμμὴ πρὸς βοῤῥᾶν; Ἀλλ’ ἔχομεν γείτονα τὴν Τουρκίαν, ἡ ὁποία ἔχει μονοπώλιον. Πρὸς δυσμάς; ἐξ Αἰγύπτου; ἐκ Τύνιδος; ἐξ Ἀλγερίας; Ποία ἐκ τούτων χώρα μᾶς ἀπειλεῖ, ὅτι θέλει ἀποστείλει καπνὸν ἐνταῦθα, ἵνα λαθρεμπορικῶς εἰσαχθῇ εἰς κατανάλωσιν; Ἐν πάσαις ταύταις ὑπάρχουσι μονοπώλια τοῦ καπνοῦ. Ἐν ταῖς ἄλλαις χώραις, ἐν αἷς ὑπάρχει τὸ μονοπώλιον, δὲν παράγουσι καπνὸν, ἀλλ’ εἰσάγουσιν ἔξωθεν τοιοῦτον· ἡμεῖς ὅμως δὲν εἰσάγομεν, ἀλλὰ παράγομεν. Τοῦτο ἰδίως μὲ ἠνάγκαζε πάντοτε, ὁσάκις ἐγίνετο λόγος περὶ ἱδρύσεως μονοπωλίου ἐν Ἑλλάδι, νὰ ἰσχυρίζωμαι, ὅτι ἡ πρώτη μέριμνα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς πάντα πολιτικὸν ἄνδρα, εἶναι νὰ ἐρευνήσῃ μήπως ἡ ἵδρυσις μονοπωλίου βλάψῃ τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ· διὰ τοῦτο, ὁσάκις συνεζήτησα μετὰ φίλων περὶ μονοπωλίου, προέβαλα αὐτοῖς ὡς ἀνάγκην ἀναπόφευκτον καὶ σχεδὸν ἀνυπόβλητον, νὰ ἀγοράζῃ ἡ Διεύθυνσις τοῦ μονοπωλίου πάντα τὸν ἐν τῇ χώρᾳ παραγόμενον καπνὸν, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἔχῃ μόνον μονοπώλιον καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἐν τῇ χώρᾳ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ, τὸν ὁποῖον ἀγοράζει πέραν τῆς ἀνάγκης τοῦ μονοπωλίου. Ἐν Ρουμανίᾳ ὅμως ἡ πρόσοδος τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ δὲν εἶναι τοσαύτη, ὅση εἶναι ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, καὶ αἵτινες στηρίζονται ἐπὶ ἐπισήμων διδομένων, τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ κατὰ τὸ 1888 πρὸς τὸ 1889 παρήγαγε πρόσοδον 31,254,951 φράγκων, κατὰ δὲ τὸ προηγούμενον ἔτος 1887 πρὸς τὸ 1888 εἶχε παραγάγει μόνον 30,388,258 φρ. Ὥστε κατὰ τὸ 1888 πρὸς τὸ 1889 παρεστάθη αὔξησις τῆς προσόδου ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν τοῦ 1887 πρὸς τὸ 1888 κατὰ 900,000 φρ. Αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας τὸ μονοπώλιον ἀπήτησε κατὰ τὸ 1888 πρὸς τὸ 1889, ἀνῆλθον εἰς 9,908,000 φρ. Ἑπομένως ἡ ἀναλογία τῶν δαπανῶν πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα ἀνέρχεται εἰς 31% ἐπὶ τῶν εἰσπραχθέντων. Ἀλλὰ κατ’ ἄτομον ἡ ἀναλογία εἶναι μικρὰ, διότι ἡ καθαρὰ πρόσοδος, κατανεμομένη κατ’ ἄτομον, καταλήγει εἰς 4 φρ. καὶ 25/00. Ἐὰν οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἤθελον παρασταθῆ καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν καὶ ἐν Ἑλλάδι τὸ μονοπώλιον ἱδρυόμενον ἤθελε παραγάγει χρηματικὰ ἀποτελέσματα, ὁποῖα παρήγαγεν ἐν Ρουμανίᾳ τὸ ἐκεῖ ἱδρυμένον μονοπώλιον, ἠθέλομεν εἰσπράξει 9,350,000 καθαρὰν πρόσοδον. Καὶ δὲν εἶναι μὲν ἀπελπιστικὸν οὐδὲ τὸ ἔσοδον τοῦτο τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἐν Ρουμανίᾳ, διότι, ἐὰν τὸ μίσθωμα τοῦ μονοπωλίου τῆς Ἑλλάδος ἤθελε προσδιορισθῆ εἰς ἓξ ἑκατομμύρια, θέλουσιν ὑποληφθῆ 3,350,000 εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῆς ἑταιρίας, εἶναι ὅμως ὀλιγώτερον τῶν μονοπωλίων Ἰταλίας καὶ Γαλλίας· μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι οὐδὲ καὶ τοῦτο θέλει παρακωλύσει τοὺς θέλοντας νὰ ζητήσωσι νὰ μισθώσωσι τὸ ἡμέτερον μονοπώλιον. Ἀλλ’ ἐν Γερμανίᾳ τὸ μονοπώλιον δὲν θέλει εὑρεθῆ εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι, διότι παρ’ ἡμῖν παράγεται καπνὸς, ἡ δὲ ἀγορὰ τοῦ περισσεύοντος καπνοῦ ἀποτελεῖ ἔδαφος ἐπιτυχεστάτης ἐμπορίας, καὶ τὸ μονοπώλιον, ἐμπορευόμενον τὸν καπνὸν τοῦτον, θέλει παραγάγει βεβαίως κέρδη μείζονα ἀπὸ τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα παράγουσιν ἐν ἄλλαις χώραις οἱ ἐμπορευόμενοι τὸν καπνόν. Ἐὰν μάλιστα τὸ μονοπώλιον ἤθελεν ἐπιχειρήσει νὰ μεταποιήσῃ τὸν καπνὸν εἰς σιγαρέτα, ἤθελε πιθανῶς παραλύσει τὴν βιομηχανίαν ταύτην ἐν ἄλλαις χώραις, καὶ μεταφέρει τὸ κέντρον τῆς ἐμπορίας τῶν σιγαρέτων εἰς Ἀθήνας. Τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 διενεμήθη πρὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, πάντες δ’ ἔχουσιν ἀνὰ χεῖρας αὐτὸ, καὶ εὐχερὲς ἀποβαίνει εἰς ἕκαστον τῶν συναδέλφων κυρίων Βουλευτῶν, φυλλολογοῦντα τὸ τεῦχος τοῦτο, νὰ ἀνεύρῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται ὡς πιθανὰ ἔσοδα ἐπὶ ἑκάστου κεφαλαίου τῶν ἐσόδων, καὶ ἐν στήλῃ ἀντικρὺ τεθειμένῃ ὑπάρχουσιν ἐκτεθειμένοι πάντες οἱ λόγοι, οἵτινες ἐδικαιολόγησαν τοὺς συντάξαντας τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἀναγράψωσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψαν, μὴ ἀναγράψωσι δὲ οὔτε μείζονα οὔτε ἐλάσσω αὐτῶν. Ἐὰν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἠδυνήθη ν’ ἀνακαλύψῃ ἐν τῇ ἐρεύνῃ τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἴκοσι καὶ ἓξ ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα, δὲν ἐκπλήσσομαι, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος δὲν εἶναι πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ τὸ ἀνιαρὸν τοῦτο καὶ δυσάρεστον δι’ αὐτὸν ἔργον. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὸν κατὰ μίαν ἄλλην περίοδον, ὅταν καὶ τότε ἐκινεῖτο ὡς ἀστὴρ δορυφόρος τοῦ πλανήτου, παρ’ ᾧ ἐκάθητο, ἀγωνιζομένου καὶ ἐπιτιθεμένου κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ὅπως ἀνατρέψῃ αὐτὸν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ ἐπιδράμῃ αὐτὸς ἐπ’ αὐτήν. Συνεζητεῖτο τότε ἐν τῇ Βουλῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880, ἦτο δὲ τὸ ἔτος 1880 κατὰ μῆνα Φεβρουάριον. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐτύγχανε τότε συνάδελφος, τὸν ὁποῖον ὁ θάνατος ἀφῄρεσεν ἀφ’ ἡμῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἦτο εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναμνήσω τὴν ἱστορίαν ταύτην, διότι θέλει χρησιμεύσει εἰς ὑμᾶς, ἵνα σχηματίσητε γνώμην καὶ περὶ τῶν προσώπων καὶ περὶ τῶν πραγμάτων. Ἔλεγεν ὁ κ. Σιμόπουλος κατὰ τὴν 19ην Φεβρουαρίου 1880—ἕνδεκα παρῆλθον ἔκτοτε ἔτη καὶ ἴσως ἐλησμονήθησαν τὰ πράγματα—(ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ 1878 ἐβεβαιώθη ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 1,287 000, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1879 ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878 ἐκ δραχμῶν 787,739, αἱ ὁποῖαι διατελοῦσιν εἰσέτι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὕτω δὲ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1878 ἀνέρχεται εἰς 2,075,662. Κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 παρετήρησα, ὅτι, ἐὰν ἐβαδίζομεν ὅπως ἐβαδίζομεν, ἠθέλομεν ἀντιμετωπίσει, ὡς εἶπον τότε, τὴν χρεωκοπίαν.» Κατὰ τὸ 1879 ἀνεγράφοντο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ ἑξῆς ποσὰ ὡς χρέη τοῦ Κράτους καὶ ὡς πληρονόμενα ἀντὶ τόκου καὶ χρεωλυσίων δι’ ἕκαστον αὐτῶν.
| Δάνειον | τῶν 6 ἑκατομ. διὰ τόκους καὶ χρεωλ. | 480,000— |
| » | τῶν 28 ἑκατομ. » » | 2,632,566— |
| » | τῶν 9 ἑκατομ. » » | 160,000— |
| » | τῶν 4 ἑκατομ. » » | 403,200— |
| » | τῶν 26 ἑκατομ. » » | 1,892,800— |
| » | τῶν 10 ἑκατομ. » » | 564,474:75 |
| » | τῶν 37 ἑκατομ. δραχμῶν χρέους πρὸς | |
| τὰς Τραπέζας ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλο- | ||
| φορίᾳ εἰς χρυσὸν 4,699,305:29 πρὸς | ||
| 2% | 93,986:10 | |
| Εἰς γραμμάτια 26,300,694:71 πρὸς | ||
| 1% | 263,006:94 | |
| » | 6,000,000 τῆς Ἰονικῆς πρὸ 2% | 120,000— |
| » | τῶν 5 ἑκατομ. πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τρά- | |
| πεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ ὡσαύτως κυ- | ||
| κλοφορίᾳ πρὸς 1% | 50,000— | |
| » | τῶν 60 ἑκατομ. διὰ τόκους καὶ χρεωλ. | 5,400,000— |
Καὶ οὕτω τὰ μὲν χρέη τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ δανείων ἀνήρχοντο εἰς 222 ἑκατομμύρια, τὸ δὲ ποσὸν τῶν πληρωτέων ἐτησίως δι’ αὐτὰ τόκων καὶ χρεωλυσίων ἀνήρχετο εἰς 12,060,033.77. Ἐν ἔτει λοιπὸν 1879, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ μὲν ἐκ δανείων χρέη συνεποσοῦντο εἰς 222 ἑκατομμύρια, οἱ δὲ ἐτήσιοι τόκοι μετὰ τῶν χρεωλυσίων εἰς 12 ἑκατομμύρια, καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ συνίστατο εἰς 2,075,000, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασίδος περίτρομος ἔβλεπεν ἐπικειμένην τὴν χρεωκοπίαν. Κατὰ τὸ 1879 οὐδὲν δάνειον ὑπερέβαινε κατὰ ποσὸν τὰ 60 ἑκατομμύρια· ὠφείλομεν τότε τὸ δάνειον τῶν 6 ἑκατομμυρίων, τὸ τῶν 28, τὸ τῶν 9, τὸ τῶν 4, τὸ τῶν 26, τὸ τῶν 10, τὸ τῶν 37 ἑκατομμυρίων· τὸ ὅλον δὲ ἦσαν 122 ἑκατομμύρια. Τότε ὠφείλομεν εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς χρυσὸν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ 4,699,000 καὶ εἰς γραμμάτια 26,300,000 καὶ προσέτι δάνειον 5 ἑκατομμυρίων, καὶ συνωμολογήσαμεν δάνειον τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκ φράγκων 60 ἑκατομμυρίων, ἵνα ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τότε τὸ ποσὸν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς ἐπλήρονεν, ἀνέβαινεν εἰς 12,060,000. Καὶ ἡ χρεωκοπία ἐπεκρέματο κατὰ τὸν κ. Σιμόπουλον. Καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος ἀνέγραφε καὶ κανόνας, τοὺς ὁποίους οἱ κυβερνῶντες ὤφειλον νὰ τηρῶσιν ἀπαραβάτως κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἔλεγεν ὁ κ. Σιμόπουλος (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τοὺς κανόνας τῆς δημοσιολογίας, αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι παρομαρτοῦσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν, οὐδέποτε πρέπει νὰ ὑπερβαίνωσι τὸ ποσὸν τῶν ἀκυρωθεισῶν πιστώσεων, διότι οὕτω μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἰσοῤῥοπία μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Συνήθως αἱ ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἀνήρχοντο κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη εἰς δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια· ἀλλὰ ποῦ νομίζετε ὅτι ἀνῆλθον κατὰ τὸ 1879; Εἰς 3,842,000....» Ὁ μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος, Ὑπουργὸς τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶπεν αὐτῷ, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ἀκυρωθεισῶν πιστώσεων τοῦ 1878 ἀνέρχεται εἰς 8 ἑκατομμύρια, καὶ ἠρώτα, πῶς ἐκρίνετο ἐκτὸς τοῦ ἀνωτέρω κανόνος, ἀφοῦ αἱ ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωτικαὶ συνίστανται εἰς 3 ἑκατομμύρια· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀπήντησεν εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὅτι αὐτὸ ἦτο τυχαῖον. Ἀλλ’ εἴτε τυχαῖον εἴτε μεμελετημένον ἦτο τὸ πρᾶγμα, ἡ κατάστασις δὲν ἦτο ἐπίφοβος παντάπασι, καὶ ἐὰν ἐπροτείνοντο πιστώσεις ἀναπληρωτικαὶ τριῶν ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Σιμόπουλος ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1892 διέτρεξε πλήρη σταδιοδρομίαν. Ἀπὸ εἰσηγητοῦ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ κατεστάθη εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐγένετο μάλιστα πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἐρωτῶ αὐτὸν, ποῖον λόγον εἶχον αἱ ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, αἱ ζητηθεῖσαι κατὰ τὸ 1887, τὸ 1888, τὸ 1889, τὸ 1890, πρὸς τὰς ἀκυρωθείσας πιστώσεις; Ποῦ ἦσαν οἱ κανόνες τῆς δημοσιολογίας; Ἐλησμόνησεν αὐτοὺς ὁ κ. Σιμόπουλος, καὶ ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγνωμοδότει καὶ ὑπεστήριζεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ὑπεστήριζεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς εἰσηγητὴς αὐτῆς, ὅτι πάντα εἶχον ὀρθῶς κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, καὶ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς δημοσιολογίας καὶ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς δημοσιονομίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐπελάβετο τότε τῆς ἐρεύνης τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880, καὶ εὗρεν ὅτι κακῶς ὑπελογίσθη τὸ ἔσοδον ἐξ ἐγγείου φόρου, ὅτι κακῶς ὑπελογίσθη τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν φορολογουμένων κτημάτων, ὅτι κακῶς ὑπελογίσθη τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐκ τῶν διαφόρων δικαιωμάτων, ἐκ τῶν χρεῶν ἐκ προικοκτησιῶν, ἐκ χρεωλυτικῶν δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν. Καὶ οὕτως ἐπρότεινε νὰ μειωθῶσι τὰ ἔσοδα κατὰ 2,985,000· εἶτα δὲ μετέβη καὶ εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα ἐξήλεγξε, καὶ ἐπρότεινε νὰ ἐπενεχθῶσιν ἐλαττώσεις δραχ. 5,395,650. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔλεγε τότε: «Ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν ὑπὸ τοιοῦτον ἔλλειμμα, ἐν ἐποχῇ τέλος, κατὰ τὴν ὁποίαν κινδυνεύομεν, ὄχι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν χρεωκοπίαν, ἀλλὰ νὰ ἐναγκαλισθῶμεν ὑπ’ αὐτῆς, πρέπει νὰ ἀπαλείψωμεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ πάσας τὰς μὴ ἀπαραιτήτους δαπάνας, ἔστω καὶ τὰς ἐλαχίστας. Ὀφείλομεν νὰ μὴ ἐνδοιάσωμεν ἐκ τῆς σκέψεως μὴ τυχὸν προκύψῃ ζημία τις εἰς ἀτομικὰ συμφέροντα.... Ἐὰν πρόκηται νὰ ἀναπετάσσῃ τὸ Κοινοβούλιον τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν, πρέπει νὰ ἀναπετάσῃ αὐτὴν μετὰ θάῤῥους, πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς οἰκονομίας μετ’ ἐπιμονῆς ἀδυσωπήτου....» Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου ἀνέγραφεν ὡς ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου δρ. 1,478,736, καὶ ἐπρότεινεν ὁ κ. Σιμόπουλος νὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ 274,150. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου ἀνέγραφεν ἐν ὅλῳ ἔξοδα 5,118,572, καὶ ἐπρότεινε νὰ ἐλαττωθῶσι καὶ ταῦτα κατὰ 900,000. Ὁ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέγραφεν ἐν ὅλῳ ἔξοδα 1,587,235, καὶ ἐπρότεινε νὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ 100,000. Ὁ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀνέγραφεν ἔξοδα 3,043,595, καὶ ἐπρότεινε νὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ 122,500. Ὁ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέγραφε 13,307,986, καὶ ὁ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν 3,748,657, ἐπρότεινε δὲ νὰ γένωνται καὶ ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων ἐλαττώσεις ὁμοῦ 4,000,000. Καὶ ἔκρινε τότε ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους ἦσαν ὑπέρογκοι, καὶ ἐδυσφόρει ἀγανακτῶν, διότι τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κυβερνᾶται οὕτω, οὐδὲ τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ δύνανται νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τοιαύτην σπατάλην! Λάβετε, Κύριοι, ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 ἢ τοῦ 1884 ἢ τοῦ 1887, ἢ τὸν τοῦ 1888, ἢ τὸν τοῦ 1889, καὶ ἐξετάσατε κατὰ πόσον διαφέρουν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880. Τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ 1880 εἶχον προσδιορισθῆ εἰς 3,043,595, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1882, ὅτε ἐκυβέρνα Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν ἐμὸν προκάτοχον, ἀνεβιβάσθησαν εἰς 4,151,959, κατὰ τὸ 1884 εἰς 4,285,860, καὶ κατὰ τὸ 1887 μετὰ μιᾶς πιστώσεως εἰς 3,978,952. Τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τὰ ἔξοδα προσδιωρίζοντο κατὰ τὸ 1880 εἰς παλαιὰς δρ. 5,118,572, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1882 ἐδαπανήθησαν 6,342,153, κατὰ τὸ 1883 ἐδαπανήθησαν 6,671,675 νέων δραχμῶν, κατὰ τὸ 1884 δὲ 6,912,055, καὶ κατὰ τὸ 1887 ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 8,546,512. Τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τὰ ἔξοδα προσδιωρίζοντο κατὰ τὸ 1880 εἰς παλαιὰς δραχμὰς 1,587,235, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1882 ἀνῆλθον εἰς 2,084,915, κατὰ τὸ 1883 προσδιωρίσθησαν εἰς δραχμὰς νέας 2,193,252, κατὰ τὸ 1884 ἀνεβιβάσθησαν εἰς δρ. 2,570,740, κατὰ τὸ 1887 εἰς 2,198,437, κατὰ τὸ 1888 εἰς 2,304,191, καὶ κατὰ τὸ 1889 μετὰ τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων εἰς 2,397,485. Τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τὰ ἔξοδα προσδιωρίσθησαν κατὰ τὸ 1880 εἰς παλαιὰς δραχμὰς 1,478,000. Εἰς πόσα ἀνέβησαν ἐπὶ τῶν προκατόχων μου; Ἐδιπλασιάσθησαν ἢ ἐτριπλασιάσθησαν; Καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884 ἐκθύμως ὑπεστήριζε τοὺς προϋπολογισμοὺς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, κατὰ τὸ 1890 δὲ καὶ κατὰ τὸ 1889 καὶ κατὰ τὸ 1888 καὶ κατὰ τὸ 1887 ἦτο καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, συμβουλεύων τὴν ἐπιψήφισιν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν ἐκείνων. Κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888 καὶ 1890 δὲν ὑπῆρχε φόβος νὰ ἐναγκαλισθῶμεν ὑπὸ τῆς χρεωκοπίας, κατὰ τὴν φράσιν, ἧς ἐποιήσατο χρῆσιν τὸ 1880, ἂν καὶ τὰ πληρονόμενα εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια ἀνήρχοντο εἰς 30 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἀντὶ τῶν 12 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐπληρώνοντο τὸ 1880, ἂν καὶ τὰ χρέη τοῦ Κράτους δὲν ἦσαν πλέον 222 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ 700 καὶ πλέον, ἂν καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ 44 ἑκατομμυρίων εἶχεν ἀνέλθει εἰς 101,000,000!! Καὶ ἔλεγε τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου (σελ. 699 πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 23 Φεβρουαρίου 1880): «Ὅταν ἔχωμεν τοιοῦτον ἔλλειμμα, τίνες ἐπιβάλλονται σκέψεις; Δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν ἄλλαι σκέψεις παρὰ τὰς σκέψεις τῶν οἰκονομιῶν; Καὶ ἐνταῦθα εὑρίσκεται ἡ πλήρης ἀντίθεσις μεταξὺ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀντίθεσις, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ παραστήσῃ τὸ ἔλλειμμα ὡς μὴ ὑπάρχον.» Κατὰ τὴν 20 Μαρτίου 1887 ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν (σελ. 341 τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 20 Μαρτίου 1887): «Ἀλλὰ ποίαν γνώμην θέλετε ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἢ τὴν γνώμην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐνδεικνύουσι τὰ πράγματα; Τρεῖς ὁδοὶ ὑπάρχουσι πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ἡ ὁδὸς τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἢ διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων, ἡ ὁδὸς τῶν δανείων καὶ ἡ ὁδὸς τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Ἀφοῦ ἀποκρούομεν τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ἀφοῦ ἡ ὁδὸς τῶν δανείων εἶναι κεκλεισμένη, δὲν μένει, εἰμὴ ἡ ὁδὸς τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Τί ἄλλο πρόγραμμα θέλετε; Ἀλλὰ μᾶς εἶπον, ὅτι διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων καταστρέφομεν τὴν διοίκησιν, καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἔχομεν ἀνάγκην 49 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ καταστήσωμεν ταῦτα ὀλιγώτερα διὰ τῶν οἰκονομιῶν;» Ταῦτα μὲν ἔλεγον ἐγώ· ἀλλ’ ὁ κ. Σιμόπουλος τί μᾶς ἔλεγε τότε; Ἀκούσατε. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς σελίδος 358 τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 21 Μαρτίου 1887): «Πρὸς εὕρεσιν λοιπὸν τῶν 22 ἑκατομμυρίων ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη ἓν ἐκ τῶν τριῶν μέσων, τὰ ὁποῖα στοιχειωδῶς ἐνδεικνύονται πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν Κρατῶν. Τὰ τρία ταῦτα μέσα εἶναι εἰς πάντας γνωστά: Περικοπὴ δαπανῶν, ἢ αἱ συνήθως λεγόμεναι οἰκονομίαι, συνομολόγησις νέων δανείων, αὔξησις ὑπαρχόντων φόρων, ἢ ἐπιβολὴ νέων τοιούτων. Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι παρελείφθη τὸ πρῶτον ἐκ τῶν μέσων τούτων, ἤτοι ἡ ἐφικτὴ περικοπὴ δαπανῶν, διότι, ὡς καὶ ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐγένοντο πᾶσαι αἱ δυναταὶ καὶ ἐφικταὶ οἰκονομίαι σὺν τῇ τηρήσει τοῦ λειτουργοῦντος ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἢ μᾶλλον ἄνευ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν πολιτικῆς. Ὅτι δὲ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἠδύναντο νὰ γείνωσι μείζονες οἰκονομίαι, ἐξάγεται καὶ ἐκ τούτου, ὅτι ὅσοι τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐλάλησαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 παρεδέχθησαν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς ἡμᾶς ἐπιτετραμμένον νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δυνάμεις, ἢ νὰ παύσωμεν παρέχοντες εἰς τὰ δύο ταῦτα πολεμικὰ Ὑπουργεῖα τὰ ἀπαιτούμενα μέσα, ὥστε ἐν δεδομένῃ ἀνάγκῃ νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν αἱ ἐθνικαὶ ἡμῶν δυνάμεις πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πόθων.» Τί δ’ ἔλεγεν εὐκρινέστερον καὶ μετὰ πλείονος θάῤῥους ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ τότε Πρωθυπουργός; Ἀκούσατε καὶ ταῦτα. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς σελίδος 382 τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 24 Μαρτίου 1887): «Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ (ἤτοι ὁ κ. Καραπάνος) διῄρεσε τὰς προτεινομένας οἰκονομίας εἰς δύο κατηγορίας, εἰς οἰκονομίας τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων καὶ εἰς οἰκονομίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὰς οἰκονομίας τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων παρέστησεν ὡς ἀνερχομένας πράγματι εἰς πέντε ἑκατομμύρια, ἐκ τούτων ὅμως ἀφαιρεῖ τὰ τρία ἑκατομμύρια, ἕνεκεν αὐξήσεως τῶν δαπανῶν πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἑπομένως ἀπολήγει εἰς οἰκονομίαν δύο ἑκατομμυρίων. Ἡ ἀνάγκη αὐξήσεως τῶν δαπανῶν πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας οὐδεμίαν παρουσιάζει ἀμφιβολίαν, διότι ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι ἡ ὑπηρεσία χρῄζει πολλῶν αὐξήσεων δαπανῶν, ἵνα λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως. Ἰδίως δὲ χρῄζει αὐξήσεως δαπανῶν κλάδος τις, τὸν ὁποῖον δὲν ἀνήνεγκεν ὁ κ. Βουλευτὴς χθὲς ὁμιλῶν, ὁ κλάδος τοῦ ἐλέγχου τοῦ χρηματικοῦ. Ὅταν ἔχωμεν Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τοσοῦτον ἀτελές, ὡς τὸ σήμερον ὑπάρχον Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον μόλις ἔχει τὸ προσωπικόν, τὸ καθορισθὲν ἐπὶ τῇ συστάσει αὐτοῦ, ὅτε ἡ ἐξέλεγξις περιωρίζετο εἰς ὀλίγα ἑκατομμύρια, ἐνῷ σήμερον ἔχει κατὰ χρῆσιν πρὸς ἐξέλεγξιν 94 ἑκατομμύρια, καὶ προσέτι ἀνεξελέγκτους χρήσεις πλείστων προηγουμένων ἐτῶν, βεβαίως πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ μεγαλειτέρων δαπανῶν, χάριν τοῦ ἐλέγχου τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἀφίνω τὸ ζήτημα τῶν αὐξήσεων τῶν δαπανῶν, καὶ παραδεχόμενος πρὸς στιγμήν, ὡς δυναμένην νὰ πραγματοποιηθῇ, τὴν ἐλάττωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐξετάζω, ποῦ εὗρεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τὰ πέντε ἑκατομμύρια, ἔστω καὶ ἐν ταῖς γενικαῖς γραμμαῖς, τὰς ὁποίας ἀνήγγειλε...» Καὶ ἐπελάβετο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου τὴν ἔρευναν, ἂν αἱ οἰκονομίαι δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας· ἔλεγε δὲ τότε: «Ὑποθέτω, ὅτι (ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης) ἐξαιρεῖ τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῆς δαπάνης τοῦ κεφαλαίου τούτου, ἤτοι τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας· ὑποθέτω, ὅτι ἐξαιρεῖ καὶ ἄλλας δαπάνας διπλωματικάς· ἑπομένως περιορίζονται ἀπὸ 600 χιλιάδων αἱ οἰκονομίαι εἰς 100 χιλιάδας μόνον. Εἶπε προσέτι περὶ καταργήσεως—ἴσως ἐννοεῖ περιορισμοῦ—τῶν βοηθημάτων. Τὴν κατάργησιν ἐν συνόλῳ τῶν βοηθημάτων τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀγωνιστῶν, τῶν προσφύγων, τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ, ὡς ἐξ ὑποχρεώσεων ἐκ τῆς ἑνώσεως ἀναληφθεισῶν, βεβαίως δὲν ἐννοεῖ. Πᾶσαι ὅμως αἱ πιστώσεις τῶν βοηθημάτων ἀνέρχονται εἰς 300 χιλιάδας· ὑποθέτω δὲ, ὅτι, ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς καλῶς μελετήσῃ τὰ περὶ τούτου, ὅταν ἐξετάσῃ.... θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ μόνον ποσὸν ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης, τὸ δυνάμενον νὰ περιορισθῇ, εἶναι τὸ ποσὸν τῶν 10 χιλιάδων δραχμῶν. Ἄρα ἔχομεν ἐκ τῶν βοηθημάτων οἰκονομίαν 10 χιλιάδων, καὶ ἐκ τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας 100 χιλιάδων, ἐν ὅλῳ 110 χιλιάδων δραχμῶν.... Ἡμεῖς», συνεπέρανε καταλήγων τὸν λόγον ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, προσπαθήσαντες νὰ ἐπενέγκωμεν ἁπάσας τὰς δυνατὰς οἰκονομίας ἐν τοῖς πολιτικοῖς Ὑπουργείοις, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πραγματοποιήσωμεν ἀνωτέρας τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου.» Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔλεγεν, ὅτι ἡ Κυβέρσις ἐπήνεγκεν οἰκονομίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, δὲν ἀνέφερεν ὅμως, ποίας ἐπήνεγκεν οἰκονομίας, ἢ μόνον τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἀληθῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε πραγματοποιήσει ἡ Κυβέρνησις οἰκονομίας· διότι, ἐν ᾧ ὁ προϋπολογισμὸς εἶχεν ἀναγράψει ἔξοδα μεγαλείτερα, ἡ Κυβέρνησις διὰ νόμου ἠκύρωσε πιστώσεις 3,116,750. Ἀλλὰ διατὶ ἐζήτησεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς τὴν ἀκύρωσιν τῶν πιστώσεων τούτων; Διότι δὲν εἶχεν ἀνάγκην αὐτῶν. Διατὶ δὲ δὲν εἶχεν ἀνάγκην αὐτῶν; Διότι αἱ ἀνάγκαι, πρὸς θεραπείαν τῶν ὁποίων εἶχεν ἀναγράψει τὰς πιστώσεις ταύτας, ἐθεραπεύοντο διὰ τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπόλοιπον τῶν προμηθειῶν τῆς ἐπιστρατείας. Εἶχε περιλάβει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 πίστωσιν δραχ. 590,000 δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ· ἐπειδὴ αἱ ἀποθῆκαι εἶχεν εἴδη ἱματισμοῦ, ὑπόλοιπα τῶν ἀγορασθέντων κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν, ἐζήτησε τὴν ἀκύρωσιν τῆς πιστώσεως 410,000, καὶ περιώρισε τὴν πίστωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς 180,000. Ἦτο ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις δι’ ὁπλισμὸν ἐκ δραχμῶν 209,000, ἐπειδὴ δ’ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπῆρχον εἴδη ὁπλισμοῦ, ἐζήτησε ν’ ἀκυρωθῶσι πιστώσεις δραχμῶν 111,000, καὶ περιώρισε τὴν πίστωσιν εἰς 98,000. Ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις δραχμῶν 35,600 διὰ στρατωνισμόν· ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης ἐζήτησε τὴν ἀκύρωσιν δραχ. 4,400, καὶ ὑπελείφθη πίστωσις δρ. 31,200. Ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη πίστωσις διὰ σαγὴν δρ. 22,000, ἐζήτησε δὲ τὴν ἀκύρωσιν πιστώσεως 18,000, διότι ὑπῆρχον ἐν ταῖς ἀποθήκαις εἴδη σαγῆς, ὑπόλοιπα τῶν προμηθειῶν τῆς ἐπιστρατείας, καὶ ὑπελείφθη πίστωσις δρ. 4,000. Ὡσαύτως ἐκ τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεως 30,000 δραχ. δι’ ἐξάρτησιν ἐζητήθη νὰ ἀκυρωθῶσιν αἱ 10,000 διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, καὶ ὑπελείφθη πίστωσις δραχμῶν 20,000 μόνον. Αἱ οἰκονομίαι λοιπὸν, τὰς ὁποίας ἐπέδειξαν, ὅτι ἐπήνεγκον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1887, ἦσαν τοιαῦται, καὶ διὰ τοιούτου τρόπου ἐπετεύχθη νὰ δαπανηθῶσιν ὀλιγώτερα τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 ὑπέστη ἀλλοιώσεις κατὰ πάντα τὰ μέρη αὐτοῦ. Ἐὰν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ 1887 προσδιωρίσθησαν τὰ ἔξοδα εἰς δραχ. 19,317,982, μετὰ τὴν ἀκύρωσιν δὲ τῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 3,116,750 περιωρίσθησαν εἰς δραχ. 16,201,232. τὰ ἀναγραφέντα ὅμως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 ἔξοδα ἀνῆλθον μετὰ τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων εἰς 17,804,700, καὶ τὰ ἀναγραφέντα ἐν τῷ τοῦ 1889 ἀνεβιβάσθησαν εἰς 18,117,154.20 διὰ τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἐχορηγήθησαν διὰ τῶν νόμων τῆς 5 Φεβρουαρίου 1890, 17 Μαΐου 1890, 11 Μαΐου 1890, 5 Μαΐου 1890. Οὕτω, καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἦτο εὔκολον νὰ εὕρῃ νὰ δανεισθῇ ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους οὐδ’ ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν, ἠναγκάζετο δὲ νὰ συνομολογήσῃ μετ’ ὀλίγον δάνειον 135 ἑκατομμυρίων, παραχωρήσας εἰς ἐγγύησιν αὐτοῦ καὶ αὐτὴν τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων, ἠρνεῖτο νὰ ἐπιφέρῃ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς καὶ τὴν ἐλαχίστην ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, ἂν καὶ ἐπρότεινε νομοσχέδια, δι’ ὧν ηὐξάνοντο οἱ φόροι κατὰ 22 ἑκατομμύρια. Χθὲς ὅμως ἐζήτει παρ’ ἡμῶν ἐλαττώσεις ἐξόδων, παρεκέλευε δὲ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὰ παρ’ ἡμῶν προταθέντα νομοσχέδια, δι’ ὧν ηὐξάνοντο οἱ φόροι οὐχὶ κατὰ 22 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ κατὰ ἓξ μόνον. Δὲν παρῆλθον εἰσέτι εἴκοσι καὶ τέσσαρες ὧραι, οὐδ’ ἐξηλείφθησαν ἀπὸ τὴν μνήμην ἡμῶν ἡ θερμότης τοῦ λόγου, ἡ ζωηρότης τοῦ ὕφους, ἡ βιαιότης τῶν χειρονομιῶν, ἡ ἔκθυμος ἐκείνη παράστασις, μεθ’ ὧν ἐξώρκιζε τὴν Βουλὴν νὰ σπεύσῃ νὰ προβῇ εἰς ἐλαττώσεις ἐξόδων, διότι, ἂν τοιαύτας δὲν ἐπιχειρήσῃ πρῶτον, δὲν εἶναι συγκεχωρημένον εἰς αὐτὴν οὐδὲ κατὰ μίαν δραχμὴν νὰ αὐξήσῃ τοὺς φόρους. Μόνον ἀφοῦ ἤθελον προταθῆ οἰκονομίαι καὶ ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ηὐδόκει, ὅτι διετίθετο νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ, ὅπως ψηφισθῶσί τινες αὐξήσεις φόρων, ὅσας αὐτὸς ἤθελε κρίνει ὀρθάς. Τίς ἀγνοεῖ τὴν ἀξίαν τῆς συνδρομῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου; Ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν ἀποδεχθῆ αὐτὴν ἢ στηριχθῆ ἐπ’ αὐτῆς! Ἔλαβον πικρὰν πεῖραν αὐτῆς κατὰ τὸ 1885 καὶ τὸ 1886. Καὶ τότε προέτεινε τὴν συνδρομήν του εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν.... Μαύρη σκηνή!... Ἄς ῥίψω πέπλον!... (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἡμεῖς οὐδὲ ζητοῦμεν, οὐδὲ στέργομεν τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ. Ὡς Βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ δώσῃ οἱανδήποτε θέλει ψῆφον, δι’ ἡμᾶς ὅμως καὶ ἡ μέλαινα καὶ ἡ λευκὴ ψῆφος αὐτοῦ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουσι. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία ὑποστηρίξῃ τὰ μέτρα ἡμῶν, ἐξακολουθοῦμεν κυβερνῶντες, ἐὰν δὲ ἡ πλειοψηφία δὲν ὑποστηρίξῃ ταῦτα, ἀπερχόμεθα τῆς ἀρχῆς. Ἐὰν δὲ ἡ πλειοψηφία ὑποστηρίξῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπροτείναμεν, οὐδεμίαν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ψήφου τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. (Χειροκροτήματα). Καὶ ποῖος ἦτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1887, περὶ τὸν ὁποῖον ἐστράφη ὁ λόγος πρὸ μικροῦ; Ἔδωκα εἰκόνα αὐτοῦ ἄλλοτε, ὅτε ἠγόρευσα κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1887», ἔλεγον τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, «ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὴν στοργὴν, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο ἔτος ἐπιδαψίλευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπον «ἦτο ἀνάλογος», διότι ἐγένετο ὁ προϋπολογισμὸς τὸ στέλεχος, ἐφ’ οὗ τοσαύτας ἐπήνεγκε μεταβολὰς, προσθήκας καὶ ἐλαττώσεις ἡ ψαλὶς τοῦ ἀγρυπνοῦντος ἐπὶ τὸ στέλεχος τοῦτο Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ὑπάρχει προϋπολογισμὸς καθ’ ὅλην τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, ὅστις ὑπέστη τοσαύτας μεταβολὰς, ὅσας ὑπέστη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 διὰ τῆς πληθύος τῶν ἐπ’ αὐτοῦ ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Ἕνεκα τούτου, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἀνεύρω ποῖα τέλος πάντων εἰσὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν κατὰ τὸ 1887, ἔπρεπε νὰ συντάξω ἐγὼ αὐτὸς προϋπολογισμὸν ἴδιον, καὶ εἶναι οὗτος, ὃν ἐπιδεικνύω ὑμῖν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ἐκδιδόμενος μετεβλήθη ὅλως διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων.» Ἐνῷ δὲ τοιοῦτον εἶχεν ὑποβάλει κατὰ τὸ 1887 προϋπολογισμὸν, ἀλλοιωθέντα διὰ μεταγενεστέρων προτάσεων καὶ νόμων, ἤλεγχε χθὲς ἡμᾶς, ὅτι ὁ παρ’ ἡμῶν εἰσαχθεὶς προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 περιεῖχε κενὰ, καὶ ἐζήτει νὰ φροντίσωμεν νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ, ὅπως οἱ προτεινόμενοι φόροι χρησιμεύσωσιν εἰς πλήρωσιν αὐτῶν. Ἀπήγγειλε δὲ καὶ κανόνας, καθ’ οὓς οἱ προϋπολογισμοὶ, ἀφοῦ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι πλέον δεκτικοὶ μεταβολῆς τινος, διότι εἰσαχθέντες παριστῶσι τὸ πόρισμα μελέτης ἐμβριθοῦς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, ὅταν δὲ μεταβάλλωνται ἑκάστοτε, δὲν ὑπάρχει ἀπόδειξις μεγαλειτέρα, ὅτι ἐπιπολαίως καὶ ἀπὸ γόνατος συνετάχθησαν. Καὶ ταῦτα λέγει περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892. Ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀκούσωσι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐντεῦθεν μεταδοθῶσιν οἱ λόγοι μου εἰς πᾶν τὸ Ἑλληνικὸν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 συνετάχθη, παριστῶν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ Κράτους. (Χειροκτροτήματα). Ἀλλ’ ἀφοῦ παριστᾷ τὴν ἀληθῆ κατάστασιν, ἐρωτῶσι, δὲν ὑπάρχει πλέον ἔλλειμμα; Καὶ ἂν τὸ ἔλλειμμα δὲν ᾖναι μέγα καὶ ὑπέρογκον, ἀλλὰ συνίσταται εἰς 20 χιλιάδας, ἢ εἰς 500 χιλιάδας, ἢ εἰς ἓν ἑκατομμύριον, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν, ὑπερβαίνουσι τὴν ἀνάγκην, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ πρὸς τοιαύτας ἀντιῤῥήσεις, προβαλλομένας ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω ὅσα καὶ τὸ παρελθὸν Σάββατον εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους δὲν ἠλλοιώθη, μένει ἡ αὐτή· ἠλλοιώθη μόνον ἡ περὶ αὐτῆς γνώμη καὶ ἡ περὶ αὐτῆς κρίσις. Ποία ἦτο ἡ περὶ αὐτῆς γνώμη; Ἀναγινώσκω τὴν ὑπ’ ἀριθ. 421 ἐπίσημον ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐν Βερολίνῳ πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, γεγραμμένην τῇ 1/13 Δεκεμβρίου (ἀναγινώσκει): «Μετὰ χαρᾶς ἀγγέλλω τῇ Ὑμετέρᾳ Ἐξοχότητι, ὅτι ὁ εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἡμῶν κατατεθεὶς νέος προϋπολογισμὸς, ὡς καὶ ἡ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην γενομένη εὔγλωττος καὶ πειστικὴ ἀνάπτυξις περὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς ἡμῶν θέσεως, ἐνεποίησεν εὐάρεστον ἐντύπωσιν εἰς τοὺς τραπεζιτικοὺς τῆς Γερμανίας κύκλους. Τὸν Messager d’ Athènes, καταχωρήσαντα μετάφρασιν τῆς ἀναπτύξεως ταύτης, ἔπεμψα εἴς τε τὸν Bleichröder καὶ τὸν Magnus. Χθὲς τὸ ἑσπέρας, συναντήσας παρὰ τῷ κ. Landau τοὺς κυριωτέρους ἐκ τῶν ἐνταῦθα τραπεζιτῶν, ἐπείσθην, ὅτι οὐ μικρὸν ἐβελτιώθησαν αἱ διαθέσεις αὐτῶν, καὶ τῆς εὐκαιρίας ἐπωφελήθην, ὅπως καὶ διὰ ζώσης ἐξηγήσω αὐτοῖς τὰ κυριώτερα τῶν ἐν τῇ ἀγορεύσει τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος περιεχομένων. Εἶπον δὲ, τελευτῶν, ὅτι πρό τινων μηνῶν, ὅτε συνεπείᾳ τῆς γενικῆς καταστάσεως καὶ τῶν μηχανοῤῥαφιῶν ἐνίων ἐνδιαφερομένων κατέπιπτον ῥαγδαίως καὶ αἱ ἡμέτεραι ἀξίαι, εἴχομεν καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως πείσωμεν αὐτοὺς, ὅτι ἀδίκως συνέχον ἡμᾶς μετὰ τῶν Πορτογάλων καὶ Ἱσπανῶν, διότι ὅλως διάφορος ἐτύγχανεν ἡ ἡμετέρα θέσις. Καὶ τότε μὲν προσεκρούομεν κατὰ ἐῤῥιζωμένων προλήψεων, ἀλλ’ ἤδη δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν μετὰ κύρους ἐκ τῶν ὑστέρων, καθόσον, ἐνῷ τῶν λοιπῶν ξενικῶν χρεωγράφων ἐξηκολούθει ἡ πρὸς τὰ κάτω φορὰ, τὰ ἡμέτερα ἀντέστησαν καὶ εἰς τὴν γενικὴν καχεξίαν καὶ εἰς τὰς ῥᾳδιουργίας τῶν ἐκπτωτῶν, ἔβαινον δὲ καὶ πάλιν ἐν τῇ ἀνιούσῃ ὁδῷ τῆς ἀναῤῥώσεως, καὶ τοῦτο μετ’ ἀσφαλείας, διότι πασῶν τῶν ἡμετέρων ἀξιῶν ἡ νέα ὕψωσις στηρίζεται ἐπὶ γεγονότων εὐφροσύνων, ὅσῳ καὶ πρωτοφανῶν, τὴν εἴσπραξιν ἕνδεκα ἑκατομμυρίων ἐπὶ πλέον τῶν προϋπολογισθέντων, καὶ τὴν ἀπότισιν τῶν τοκομεριδίων δύο ἑξαμηνιῶν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους.» Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις κατὰ Δεκέμβριον, ἀναγινώσκω ἑτέραν ἐπίσημον ἔκθεσιν, διότι αὕτη συνδέεται μὲ δημοσίευσιν, ἥτις ἐγένετο ἐν ταῖς ἀγγλικαῖς ἐφημερίσι, βραχεῖαν μὲν, διδοῦσαν ὅμως πιστὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, δημοσιευθεῖσαν τῇ ἐπιμελείᾳ τῆς ἐν Λονδίνῳ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας. Τὴν δημοσίευσιν ταύτην δὲν προεκάλεσα ἐγὼ, διότι δὲν εἶναι ἐν ταῖς ἕξεσιν ἐμοῦ νὰ πράττω ὅ,τι ἄλλοι συνειθίζουσι νὰ πράττωσιν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὸ 1887 ἐπεσκέφθη τὴν Ἑλλάδα καί τις δικηγόρος Ἄγγλος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἐγένετο γνωστὸν ἀνὰ πᾶσαν τὴν ὑφήλιον, ὁ κ. Τσέστων, διασπείρας κατὰ πᾶσαν τὴν Εὐρώπην εἰδήσεις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀνθεῖ καὶ ἀκμάζει ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἀλλ’ ἐν ταῖς δημοσιεύσεσιν αὐταῖς ἦσαν μεμιγμένοι καί τινες οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐν τῇ ἐξελέγξει τῶν λογαριασμῶν τῆς ἑταιρίας τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος εὑρέθησαν καί τινα χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον περιπλακῆ μετὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Τσέστων, καὶ τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο ἀδικαιολόγητα. (Χειροκροτήματα). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὴν ζημίαν ὑφίσταται ἡ ἑταιρία τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, καὶ ὅτι ἡ φροντὶς τῶν περὶ ταύτης ἀνήκει εἰς τὴν ἑταιρίαν καὶ οὐχὶ εἰς ἡμᾶς. Ἐγὼ ὅμως δὲν ὑπηγόρευσα δημοσιεύσεις· προεκλήθην, ἵνα δώσω πληροφορίας, καὶ προεκλήθην διὰ τῆς ἑξῆς ὑπ’ ἀριθ. 29 ἀπὸ 22 Ἰανουαρίου ἐπισήμου ἀναφορᾶς τῆς ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείας (ἀναγινώσκει): «Ἱκανοὶ τῶν ἐνταῦθα ἡμετέρων, ἢ αὐτοὶ ἐλθόντες ἢ δι’ ἄλλων μηνύσαντες, μοὶ παρέστησαν λίαν ἐπιμόνως, πρό τινων ἤδη ἡμερῶν, ὅτι ἡ αἴφνης ἐπιστᾶσα καὶ ἐπιμόνως παρὰ τινῶν βιαζομένη ἔκπτωσις τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ ἐζημίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν Ἑλλήνων καὶ τοῦ Δημοσίου τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα. Ἐπειδὴ δὲ ἦν πρόδηλον, ὅτι ἡ ἔκπτωσις αὕτη προήρχετο ἐξ ἐνεργειῶν κερδοσκοπικῶν τὸ πλεῖστον ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, καὶ δὲν ἐδικαιολογεῖτο ὑπὸ τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους θέσεως, ἐζήτουν παρ’ ἐμοῦ, ὅπως ἀπευθύνω πρὸς τὰς ἐφημερίδας ἐπιστολὴν ἢ παρατήρησίν τινα, ἐπίσημον κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, δυναμένην νὰ ἀναχαιτίσῃ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος κακοβούλους ἐνεργείας. Δὲν ἠθέλησα νὰ πράξω τι τοιοῦτον αὐτεπαγγέλτως, ἄλλως τε καὶ διότι διατελῶ πάντη ἀμέτοχος τῶν ἐνεργειῶν, αἵτινες διέπουσιν ἀπό τινων ἤδη ἐτῶν τὰ τῶν ἡμετέρων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ οἰκονομικῶν. Πᾶσα δὲ παρέμβασις, ἀπερισκέπτως γενομένη, ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ καὶ νὰ βλάψῃ..... Συγχρόνως ἐδημοσιεύθησαν», ἐξακολουθεῖ ὁ ἐν Λονδίνῳ κ. πρέσβυς, «εἴς τινας ἐφημερίδας τοῦ Λονδίνου, αἵτινες, ἐκδιδομένων τῶν τελευταίων δανείων, συνηγόρουν ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν οἰκονομικῶν, ἄρθρα βίαια καὶ ἀπαισιόδοξα, σφοδρὰ κατὰ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Ἕτεραι δ’ ἐφημερίδες τοῦ Βερολίνου κατεχώρησαν ἀνταποκρίσεις ἐξ Ἀθηνῶν, καθ’ ὁμοίας ἐμπνεύσεις συντεταγμένας..... Βεβαιωθεὶς περὶ τῶν ἀνωτέρω τῇ ἑσπέρᾳ τοῦ Σαββάτου, 18/30 Ἰανουαρίου, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ τηλεγραφήσω τὰ ἑξῆς: «Ραγδαία ὑποτίμησις τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν, ἀποδοθεῖσα εἰς σκευωρήματα τοῦ Χρηματιστηρίου, ἠνάγκασεν ὁμοεθνεῖς, ζημιουμένους, νὰ ἐπιθυμήσωσιν ἀνακοίνωσίν τινα ἐνθαρρυντικὴν διὰ τῶν ἐφημερίδων. Εὐαρεστηθῆτε νὰ μοὶ τηλεγραφήσητε, ἂν πρέπῃ νὰ προβῶ εἰς τοιαύτην καὶ κατὰ τίνα τρόπον.» Ἐγὼ δὲν ἔκρινα, ὅτι ἡ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβεία ἔπρεπε νὰ μετέλθῃ πολεμικὴν δημοσιογραφικὴν, ἀλλ’ ὅτι προσῆκε νὰ κοινοποιήσῃ μόνον ὅ,τι ἐτύγχανεν ἀληθές. Ἡ δημοσίευσις τῆς ἀληθείας ἤθελεν ἐπιφέρει ἀσφαλέστερον τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἐπιφέρει δημοσιογραφικὴ πολεμική. Λοιπὸν ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν κ. Γεννάδιον (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δὲν δικαιολογεῖ τὴν ὑποτίμησιν τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν. Τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ προηγηθὲν ἔτος, βεβαιοῦσιν, ὅτι εἰσεπράχθησαν 12 ἑκατομμύρια 198 χιλιάδες καὶ 876 δραχμαί. Ἡ διὰ τῶν ἐφημερίδων δημοσίευσις τούτου ἔσεται ὠφέλιμος.» Ὁ κ. Γεννάδιος κατὰ ταῦτα ἐδημοσίευσε διὰ τῶν ἐφημερίδων τοῦ Λονδίνου τοὺς στίχους τούτους. Καὶ ἐδημοσιεύθησαν τάδε: «Ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἀνεκοίνωσεν ἐπισήμως, ὅτι τὰ ἄρτι εἰσπραχθέντα δημόσια ἔσοδα κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσπραχθέντα κατὰ 12,198,876 δραχμάς, καὶ ὅτι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους τυγχάνει εὐάρεστος.» Ἡ δημοσίευσις αὕτη κατεχωρίσθη ἐν ἁπάσαις ταῖς ἐν Λονδίνῳ ἐφημερίσι. Τοῦτο ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἔκρινεν, ὅτι παρέχει αὐτῷ ἀφορμήν, ἵνα ποιήσηται μνείαν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως καταγγείλῃ, ὅτι δὲν ἦσαν ἀκριβῆ τὰ περὶ ἐσόδων τοῦ 1891 δημοσιευθέντα. Καὶ ὄντως, ἐν τῇ δημοσιεύσει τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τῶν μονοπωλίων κατὰ τὸ ἔτος 1891 ὑπάρχει διαφορά, διότι διαφέρουσι τὰ δημοσιευθέντα δι’ ἐκθέσεως, περιεχούσης τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων, πρὸς τὰ δημοσιευθέντα περὶ τούτου ὑπὸ τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τμήματος ἐπὶ τῶν Ταμείων. Κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ τμήματος, τὴν συνταχθεῖσαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν πρὸς αὐτὸ, τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ μονοπωλίων κατὰ τὸ 1891 ἀνῆλθον εἰς 7,191,475.51, ἐνῷ κατὰ τὸ 1890 εἶχον ἀνέλθει εἰς 4,958,428 καὶ 21/00. Ἀλλ’ αἱ σημειώσεις τῶν εἰσπραχθέντων ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων δὲν ἔχουσιν οὕτω, διότι κατ’ αὐτὰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1890 εἶναι περισσότερα τῶν 4,958,428· ἡ αἰτία ὅμως τῆς διαφορᾶς ταύτης εἶναι, διότι μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους 1890 εἰσήχθησαν καὶ ἐγένοντο ἐγγραφαὶ τῶν ἑξῆς ποσῶν· κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1891 δραχ. 659,171.34, κατὰ Φεβρουάριον 1,352,100.87, κατὰ Μάϊον 414,543.98, κατὰ Ἰούνιον 128,989.86, κατὰ Ἰούλιον 126,816.55, καὶ κατ’ Αὔγουστον 61,259.69· τὸ ἄθροισμα δὲ τῶν ποσῶν τούτων, ἀνερχόμενον εἰς 2,742,888.29, ἀνεγράφη ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἐγένοντο αἱ ἐγγραφαί, ἤτοι τοῦ 1891, εἰ καὶ αἱ εἰσπράξεις ἐγένοντο κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα τοῦ 1890. Αὕτη εἶναι ἡ αἰτία τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν δύο δημοσιεύσεων, διὰ τὴν ὁποίαν ἐμέμφθησαν ἡμῶν, ὡς δημοσιευσάντων ὑπερβολικὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ πλὴν τῆς διαφορᾶς ταύτης, ἡ ὁποία ἔχει λόγον τυπικὸν, ἐπέκρινε τὴν δημοσίευσιν καὶ δι’ ἄλλους λόγους· ἔχω δικαίωμα μάλιστα νὰ παραπονεθῶ διὰ τὴν ἐπίκρισιν ταύτην, οὐχὶ ὡς Βουλευτής, ἀλλ’ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ὅταν ἀπαγγέλλωσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἀριθμοὺς ἄνδρες, τῶν ὁποίων οἱ λόγοι ἔχουσι κῦρος, ἢ αὐθεντίαν τινὰ, πρέπει νὰ ἀπαγγέλλωσιν αὐτοὺς ἀκριβεῖς, διότι αἱ παραστάσεις αὐτῶν, ἂν ἦναι εἴτε μείζονες εἴτε ἐλάσσονες τῆς ἀληθείας, προκαλοῦσι ζημίας καὶ ἐν τῇ μιᾷ καὶ ἐν τῇ ἑτέρᾳ περιπτώσει. Τί ἰσχυρίσθη ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτής; Ὅτι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ τὸ 1891 ἦσαν ἐν μειώσει, παραβαλλόμενα πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1890, καὶ ὅτι ὑπερέβαινον μέν....
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο· εἶπον ὅτι ὑπερέβαινον κατὰ 1,900,000.
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν λοιπὸν ὑπερέβαινον κατὰ ἓν ἑκατομμύριον καὶ 900 χιλιάδας, ὡς λέγει, τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τοῦ 1891, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τοῦ 1890, προσῆκε νὰ προκαλῇ τὴν ἀποθάῤῥυνσιν καὶ ἀπελπισίαν; Πρὸς τίνα σκοπὸν ἐποιήσατο μνείαν τῶν τελωνειακῶν τούτων εἰσπράξεων; Διατὶ ἠμφισβητήθη τὸ κῦρος τῶν γενομένων δημοσιεύσεων; Ἐν ἔτει, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ εὐφορία τῆς Θεσσαλίας ἀπήλλαξεν ἡμᾶς κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς εἰσαγωγῆς σιτηρῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, βεβαίως ἡ εἰσαγωγὴ τῶν σιτηρῶν θὰ ἦτο μικροτέρα τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος. Ἕνεκα τούτου ἐπῆλθε μείωσις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ὅθεν, ἂν ἔχωμεν αὔξησιν εἰσαγωγικῶν τελῶν καὶ μετὰ τοῦτο ἐξ 1,900,000, οὐχὶ δυσάρεστος, ἀλλὰ τὰ μάλιστα εὐχάριστος δηλοῦται ἡ κατάστασις. Ἐν ἔτει, καθ’ ὃ δὲν ἔχομεν τὸ ἔσοδον ἐξ ἐλαιῶν τῆς Ἑπτανήσου, ἂν ἔχωμεν ἐν τῷ ὅλῳ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων αὔξησιν τοσαύτην, εὐχάριστον ὄντως τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἂν μὲν κατὰ πεποίθησιν εἶπεν ὅσα εἶπε χθές, ἀγορεύων πρὸς τὴν Βουλήν, μοὶ φαίνεται ὅτι μειόνει τὴν περὶ τοῦ κύρους τῶν λόγων αὐτοῦ γνώμην, ἂν δὲ δὲν λέγῃ ταῦτα κατὰ πεποίθησιν, ἀλλὰ ζητῇ νὰ ἀποπλανήσῃ τὴν Βουλήν, βλάπτει, διότι ἀλλοιοῖ τὴν ἀλήθειαν. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐξηκολούθει χθὲς νὰ λέγῃ, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ διάδοχοι αὐτοῦ δὲν εἰσήγαγον προϋπολογισμὸν οὐσιωδῶς καὶ μεγάλως διαφέροντα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τελευταίου ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἐκυβέρνων, τοῦ ἔτους 1890, ἐπειδὴ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν, μικρὰς ἔχει καὶ ἐν μικροῖς παραλλαγὰς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890, συνήγαγεν ὅτι ἀπεδέχθημεν, ὅτι ἡ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν ὅτε ἐκυβέρνων ἦτο πλήρης καὶ προσήκουσα, καὶ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἦσαν εὐφρόσυνα καὶ αἴσια, καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς, ἀναπαυθέντες ἐπὶ τῆς εὐφροσύνου ταύτης καὶ τῆς μηδεμίαν ἐμποιούσης ἀνησυχίαν καταστάσεως, περιωρίσθημεν νὰ ἀντιγράψωμεν τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἐπανειλημμένως ἐπεχείρησαν νὰ ἐπιτιμήσωσι τὸ Ὑπουργεῖον, διατὶ δὲν εἰσήγαγε προϋπολογισμὸν διάφορον τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἰσῆγον. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι δὲν μελετῶσιν ἐμβριθῶς τὰ πράγματα, διότι ἡμεῖς διεδέχθημεν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐκυβέρνα ὀκτὼ πλήρη ἔτη, καὶ ἐκυβέρνα οὐχὶ ὡς ἐκυβέρνων οἱ προκάτοχοι αὐτῆς, οἵτινες ἦσαν πεζοὶ καὶ ἀμαθεῖς ἄνθρωποι, ὡς ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος ἔλεγε προχθές. Οἱ ἐλθόντες κατὰ τὸ 1882 εἶναι σοφοὶ καὶ ἔκτακτοι ἄνθρωποι. Αὐτοὶ λοιπὸν ἐγκαινίασαν ἀλλοίαν πολιτικὴν οἰκονομικήν, καὶ ταύτην ἐφήρμοσαν ἐπὶ τὴν σειρὰν τῶν ὀκτὼ ἐτῶν. Ἡ ἀπαισία ἀνακοπὴ αὐτῆς ἐγένετο κατὰ τὴν 7ην Ἀπριλίου 1886, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ηὐλόγησεν αὐτούς, καὶ ἐπανῆλθον αὖθις ἐπὶ τὰ πράγματα. Ποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Ἦτο ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ ἰδιωτικῷ βίῳ χαρακτηρίζουσι διὰ χαρακτηρισμοῦ ἄλλου. Ἂν εἷς οἰκογενειάρχης ἀκολουθήσῃ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὑποθέσεων καὶ συμφερόντων τακτικὴν ὁμοίαν πρὸς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν κατὰ τὰ ὀκτὼ ἔτη, τὸν οἰκογενειάρχην τοῦτον ἤθελον χαρακτηρίσει ὡς πάσχοντα μεγαλομανίαν. Ἡ πολιτικὴ λοιπὸν ἡ ὀκταετὴς τῶν προκατόχων ἡμῶν ἦτο πολιτικὴ μεγαλομανίας. Τίνος ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλάς; Σιδηροδρόμων; Εἰς κίνησιν πανταχοῦ, πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων. Ἀπαιτοῦνται χρήματα; Δάνειον! Τίνος ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλάς; Κτιρίων δημοσίων; Λοιπὸν οἰκοδομὴ κτιρίων. Εἶναι ἀνάγκη χρημάτων; Δάνειον! (ἱλαρότης). Τίνος ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλάς; Ἔχει ἀνάγκην ὑδραυλικῶν ἔργων, ἢ ἔργων συγκοινωνίας, ἢ ἔργων φιλανθρωπίας; φιλανθρωπίας εἰς τοὺς κατοίκους Ἀγρινίου, τοὺς καταστραφέντας ἐκ τοῦ σεισμοῦ; Ὑπάρχει ἀνάγκη χρημάτων; Ἐμπρὸς δάνεια! (ἱλαρότης). Φιλανθρωπίας εἰς τοὺς κατοίκους Αἰτωλικοῦ; Πρέπει νὰ δοθῶσιν αὐτοῖς βοηθήματα ἐκ χρημάτων τοῦ Κράτους; Τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εὐπορεῖ; Λοιπὸν δάνειον! (ἱλαρότης). Τὸ ὑδραγωγεῖον τοῦ Τσακμάκου χρήζει ἐπισκευῆς; Ἄλλο δάνειον! Καὶ ἐπῆλθε τοιαύτη δανειομανία, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀξιότιμον φίλον μου καὶ προκάτοχόν μου Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτας, λέγοντα κατὰ τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ δανείων: «Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησεν ἀπὸ τοῦδε νὰ βεβαιώσῃ ὅ,τι ἔλεγον προχθὲς, ἤτοι ὅτι θὰ καταντήσωμεν νὰ μὴ εὑρίσκωμεν οὔτε ἀρχὴν οὔτε τέλος εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν.» Ἦτο ἀληθῶς ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους αἰσία, ὡς ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπεθύμει χθὲς νὰ συναγάγῃ ἐκ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς διεχειρίσθημεν τὰ οἰκονομικά; Ἦτο ἡ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν τοσοῦτον εὔρυθμος καὶ ὁμαλὴ, ὥστε οὐδεμίαν νὰ ἐμπνέῃ ἀνησυχίαν εἰς ἡμᾶς; Οὐδαμῶς, παντάπασιν. Ἀλλ’ ὅσην καὶ ἂν εἴχομεν ἀνησυχίαν περὶ τῶν ἀνωμαλιῶν καὶ πλημμελειῶν ἐν τῇ διοικήσει τῶν οἰκονομικῶν, αἵτινες ἦσαν ψηλαφηταὶ, τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Ποίας μεταβολὰς νὰ ἐπιφέρωμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη ἐφήρμοσαν τὴν δανειστικὴν πολιτικήν; Νὰ διαγράψωμεν ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ χρεώλυτρα; Εἶχεν ἤδη προλάβει καὶ διαγράψει αὐτὰ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ μόνα τὰ δάνεια τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 100 ἑκατομμυρίων δὲν εἶχον ἔτι μετατραπῆ. Νὰ διαγράψωμεν τοὺς τόκους; Δὲν ἦτο ἡμῖν δυνατόν. Νὰ μεταβάλωμεν τοὺς φόρους, καθ’ ὃν χρόνον τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκαλύπτοντο διὰ δανείων; Λίαν ῥιψοκίνδυνον. Νὰ προβῶμεν εἰς δοκιμὰς φορολογικοῦ συστήματος ἐν τοιούτῳ χρόνῳ; Ἦτο ἀφροσύνη. Ἦτο πλέον ἐπιβεβλημένη εἰς ἡμᾶς ἡ ἀντιγραφὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, καὶ ἂν ἐπροτείναμεν μίαν καὶ μόνην μεταβολὴν ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἐπροτείναμεν αὐτὴν, διότι κατὰ τὴν λειτουργίαν τῶν καπνοκοπτηρίων τὸ λαθρεμπόριον ἀπεῤῥόφα πλέον τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Τὸ λαθρεμπόριον ἐλειτούργει ἀκωλύτως, ὅταν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐκυβέρνων. Μόνον ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν εἶναι παρὼν, καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει τόσην ἀνυπομονησίαν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχὴν, ἵνα ὡς Ὑπουργὸς διοικήσῃ τοὺς νομοὺς καὶ τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, μόνον αὐτὸς, ὅταν ὁμιλῇ, λέγει ὅ,τι θέλει, ἀλλ’ ὄχι ὅ,τι πρέπει νὰ λέγῃ. Ἠτιᾶτο ἡμῶν, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον ἐπροστατεύσαμεν ἡμεῖς· λέγων δὲ ταῦτα, δὲν ὕβριζε μόνον τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ὡμίλει καὶ ὑβριστικῶς πρὸς τὸν χαρακτῆρα ἡμῶν. Ἀλλ’ εἶναι συγκεχωρημένον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, διότι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι σφοδροὺς πόθους, εἶναι δοῦλοι τοῦ πάθους των, οὗτοι δὲ δὲν ὀφείλουσι νὰ σᾶς δώσωσι λόγον περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν κρίσεων αὑτῶν. Ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων ἐλεηλατεῖτο ὑπὸ τοῦ λαθρεμπορίου, κυβερνώντων αὐτῶν. Κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1890 ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν 70 καὶ πλέον χιλ. ὀκάδων καπνοῦ, κατὰ Φεβρουάριον δὲ μόλις ὑπερέβαινον τὰς 40 χιλιάδας. Τί σημαίνει αὐτὴ ἡ πτῶσις ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα; Καὶ ἂν κατὰ Μάϊον καὶ Ἀπρίλιον ἀνῆλθε τὸ ὑποβληθὲν εἰς φορολογίαν ποσὸν μεταξὺ τῶν 50 καὶ 60 χιλιάδων ὀκάδων κατὰ μῆνα, τὸ λαθρεμπόριον, ἀφοῦ ὠργανώθη, κατεστάθη ἀκατάσχετον, ἐπείσθην δ’ ὅτι, ἐὰν ἐξηκολούθει νὰ λειτουργῇ τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς φορολογίας, ἤθελε μειωθῆ εἰς 10 χιλιάδας τὸ ποσὸν τῶν κατὰ μῆνα φορολογουμένων ὀκάδων καπνοῦ. Ἂν παρουσιάζηται καπνέμπορος, δηλῶν εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐπώλησε τὸν καπνὸν αὑτοῦ εἰς ἄτομον, εἰς τὸ ὁποῖον μετὰ τοῦτο μεταφέρεται ἡ εὐθύνη τοῦ καπνοῦ, καὶ ἄν τὸ ἄτομον αὐτὸ δὲν ἔχῃ περιουσίαν, οὐδὲ κοινωνικήν τινα θέσιν ἢ ἐργασίαν, οὐδ’ ἐνοχλεῖται, ἐὰν καταδικασθῇ εἰς οἱονδήποτε πρόστιμον, διότι οὐδὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ, ἢ ἐὰν καταδικασθῇ εἰς τὴν φυλακὴν, διότι θέλει τρέφεσθαι ἐν αὐτῇ, νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ σταματήσητε πλέον τὸ λαθρεμπόριον; Διέταξα τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον τοῦ Πειραιῶς νὰ μὴ δέχηται τοιαύτας δηλώσεις μεταφορᾶς τοῦ καπνοῦ εἰς ἀφερεγγύους, ἀλλὰ πολλαὶ αἰτήσεις θεραπείας ὑπεβλήθησαν παρ’ αὐτῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ζητούντων ἀποζημίωσιν παρὰ τοῦ Δημοσίου, διότι ἠμποδίσαμεν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἐμπορίας τοῦ καπνοῦ. Ἦτο λοιπὸν ἐπιβεβλημένον νὰ μεταβάλωμεν τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Τί δὲ ἠκούσαμεν; Ὀλολυγμοὺς καὶ θρήνους διὰ τοὺς κατοίκους τοῦ Ἀγρινίου, τοὺς ὁποίους παρίστων ὀρεσιβίους καὶ εἰς τὰ ὄρη τοῦ Τυμφρηστοῦ διανυκτερεύοντας ἐν κρύπταις καὶ σπηλαίοις. Ἠκούσαμεν θρήνους ὑπὲρ τῶν καπνεμπόρων, τοὺς ὁποίους ἀφωμοίωνον πρὸς τοὺς παραγωγούς. Ἠκούσαμεν ἱκεσίας πρὸς Βουλευτάς. Πρὸς Θεοῦ, ἔλεγον αὐτοῖς, μὴ δώσητε ψῆφον λευκὴν, ἀλλὰ μέλαιναν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ σωθῇ τὸ Κράτος, διότι ἀπολλύμεθα! Καὶ τῷ ὄντι εἶχε γεννηθῆ ἐνιαχοῦ ἡ ἐλπὶς, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἔμελλε νὰ τύχῃ τῆς ὑποστηρίξεως τῶν πλειόνων, καὶ εἶχεν ἀρχίσει νὰ ὑποφαίνηται ἐλπίς τις, ἥτις ὑπηγόρευε τοὺς θρήνους καὶ ὀλολυγμούς. Τότε πάντες οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀγορεύσαντες κατήγγελλον, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους θέλουσιν ἐλαττωθῆ, καὶ ὅτι δὲν θέλομεν εἰσπράξει οὐδὲ δύο ἑκατομμύρια ἢ τρία, — δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσα προσδιώρισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος προχθές. Ἔλεγον, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν, ὅτι δὲν προέβαινον εἰς μεταβολὰς τῆς φορολογίας. Νομίζετε, ὅτι ἦτο δύσκολον νὰ ἐπιχειρήσῃ τις καινοτομίας; δύσκολον νὰ καταργήσῃ τις τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἢ νὰ ἐπιχειρήσῃ μεταβολὰς τοῦ νόμου περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, ὁ ὁποῖος καὶ οὗτος μυρίας παράγει ἀφορμὰς εἰς καταθλίψεις καὶ πιέσεις, ἢ νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν μὴ δηλωθέντων ζώων ἢ οἴνων, ἢ νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐκ δηλώσεων ἐθνικῶν γαιῶν ἀξιώσεων τοῦ Δημοσίου, ἢ περὶ κανονισμοῦ ἐπιεικοῦς τῶν ἐκ τούτων χρεῶν; Ἀλλὰ τίς τολμᾷ τοιαύτας νὰ ἐπιχειρήσῃ καινοτομίας; Καὶ ἂν ἕνεκα αὐτῶν ἤθελεν ἐπέλθει ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων; Καὶ ἂν ἤθελον ἀποτύχει τοιαῦται δοκιμαί; Ποῦ ἤθελεν εὑρεθῆ τὸ Κράτος; Ἡμεῖς, οἱ διάδοχοι, δὲν εἴχομεν τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, οἱ ὁποῖον εἶχον τὴν ἐλευθερίαν καὶ προέβησαν εἰς τολμηρὰ τοιαῦτα ἐγχειρήματα, χωρὶς νὰ κρίνωσι περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν. Ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς περιέμενεν ἀγωνιῶσα νὰ ἴδῃ τὴν ἐν Ἀγγλίᾳ ἔκβασιν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τοῦ 1880, ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν οἱ πλεῖστοι τῶν Ἑλλήνων ἐπερίμενον νὰ μάθωσιν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν τὴν ἐπιτυχίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς, διότι προσεδόκων ἢ ἦσαν βέβαιοι, ὅτι τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος ἤθελον βελτιωθῆ, ὅτι αἱ πιθανότητες περὶ ἀκεραίας ἐκτελέσεως τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου ἔμελλον νὰ πολλαπλασιασθῶσιν ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἡ πρὸ τῶν ἐκλογῶν πολιτεία τοῦ κ. Γλάδστωνος ἐθέρμαινε τὰς τοιαύτας ἐλπίδας καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν Ἑλλάδι ἐπεκήρυσσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, καὶ ἔλεγεν, ὅτι, ὅσοι εἰσὶν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, οὗτοι συνάγεται, ὅτι ἀσπάζονται καὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Καὶ ποία ἦτο ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τότε; Ὅτι τὰ τοῦ περὶ τῶν ἡμετέρων ὁρίων πρωτοκόλλου τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου ἦσαν γελοῖα πράγματα, ὅτι οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ὑπῆρχεν ἐλπίς. Καὶ κατηργήθη ἡ δεκάτη, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε βαρυνθῆ τὰς πιέσεις τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν· καὶ ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης ὑπελήφθη ὡς ἀποδοχὴ τῆς εἰρημένης ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ τότε ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἐκλήθη οὗτος εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ ἐπεχείρησε τολμηροτάτας οἰκονομικὰς ἐπιχειρήσεις. Ἐφυλάσσομεν ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον Ὑπουργεῖον, 24 χιλιάδας ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, αἵτινες ἀντεπροσώπευον κεφάλαιον ὀνομαστικῆς ἀξίας 12 ἑκατομμυρίων, ἵνα ποιήσωμεν χρῆσιν τοῦ ποσοῦ τούτου, ὅπως, εὐθὺς ὡς ἤθελε δημοσιευθῆ ἡ ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης μεσολαβούσης, πληρώσωμεν τὰ ὑπάρχοντα στελέχη τοῦ στρατοῦ, καὶ συμπληρώσαντες τὸν στρατὸν, καταλάβωμεν τὴν χώραν, ἥτις διὰ τῆς μεσολαβήσεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἤθελε προσδιορισθῆ. Ἀλλ’ αἱ 24 χιλιάδες τῶν ὁμολογιῶν ἐπωλήθησαν ἀπὸ τὸν διάδοχον ἡμῶν, τὰ στελέχη ἐκρίθησαν περιττὰ, καὶ πᾶσα στρατιωτικὴ παρασκευὴ διελύθη, καὶ ἀντὶ τούτων ἐνομοθετήθη τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ὁ στρατὸς τῶν ἀσκήσεων καὶ ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας· ὅταν δὲ μετὰ δύο μῆνας ἀνῆλθεν ὁ κ. Γλάδστων εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ συνεκλήθη τῇ προτάσει αὐτοῦ Σύνοδος ἐν Βερολίνῳ, καὶ ἡ Σύνοδος ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, δυνάμει τοῦ δικαιώματος τῆς μεσολαβήσεως, καὶ ἀπεδέξατο πάντας τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς Ἑλλάδος περὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς τοῦ Βασιλείου, ἡμεῖς οὐδὲν εἴχομεν πλέον! οὐδὲ χρήματα, οὐδὲ στρατόν· διότι καὶ τὰ μὲν εἴχομεν ἐξοδεύσει, καὶ τὸν στρατὸν εἴχομεν διαλύσει. Τότε ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου οἱ κυβερνῶντες ἐπήδησαν εἰς τὸ ἕτερον, καὶ ἐπεκηρύχθη ὑπ’ αὐτῶν ἡ ἐπιστρατεία. Τοιαύτας τολμηρὰς ἐπιχειρήσεις δὲν εἶναι σύνηθες νὰ ποιήσῃ τις, ἐὰν σωφρόνως καὶ ἐμβριθῶς κρίνῃ τὰ πράγματα τῆς πατρίδος. Διὰ τοῦτο, κρίνων οὕτω, δὲν ἠδυνάμην νὰ προβῶ εἰς οὐδεμίαν δοκιμήν, πρὶν ἢ ἀσφαλίσω τὸ οἰκονομικὸν ἐνεστὼς καὶ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τοῦ Κράτους. Εὑρὼν ἐν ὑποτιμήσει τὰς ἑλληνικὰς ἀξίας, ἠσχολήθην νὰ ἄρω τοὺς λόγους τῆς ὑποτιμήσεως, καὶ ἔσπευσα νὰ δώσω ἀπόδειξιν τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας τοῦ τόπου. Πρὸς τοῦτο ἐπορίσθην ἐκ τοῦ τόπου τὰ μέσα νὰ πληρώσω τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ. Ἤλπιζον τότε, ὅτι ἡ πίστις ἤθελεν ἀναγεννηθῆ, καὶ ὅτι τὰ κεφάλαια ἤθελον κατασταθῆ προσιτὰ εἰς ἡμᾶς, καὶ ὅτι οὕτως ἠθέλομεν ἐξασφαλίσει καὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τὸ οἰκονομικὸν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐπῆλθον αἱ ἀντιδράσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν τὰς ὑφισταμένας ἐκτάκτους ἀνάγκας, αἵτινες μᾶς ἀναγκάζουσι νὰ συζητῶμεν σήμερον περὶ τούτων. Ἀλλὰ μήπως, διότι ἡμεῖς δὲν εἰσηγάγομεν προϋπολογισμὸν καινοφανῆ, δὲν ἐπροτείναμεν μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, μήπως διὰ τούτου ἐνεδείξαμεν γνώμην, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ διοίκησις τῶν προκατόχων ἡμῶν ἦτο ἀρτία καὶ μὴ πλημμελής; Πῶς ἦτο δυνατὸν τοιαύτην νὰ ἔχωμεν γνώμην, ἀφοῦ ἐγνωρίζομεν, πῶς ἔκειντο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; Καὶ ἵνα δώσω ὑμῖν εἰκόνα τινὰ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὕρομεν αὐτά, ὅτε ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν, παρακαλῶ νὰ μὴ ἀπαυδήσητε, ἵνα ἀκούσητε. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι τὸ δάνειον τὸ δοθὲν δωρεὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὴν ἀξιομνημόνευτον δήλωσιν τοῦ κ. Συγγροῦ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀγορεύων ἑσπέραν τινὰ, ἐμνήσθη τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ ἰσχυρίσθη, ὅτι διὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τούτου κατωρθώθη ν’ ἀποκτήσωμεν δωρεὰν τὰ τρία θωρηκτὰ ἡμῶν. Δὲν εἶπεν, ὅτι κατωρθώθη ν’ ἀποκτήσωμεν ὅλον τὸ δάνειον δωρεὰν, ἀλλὰ μόνον τὰ τρία θωρηκτά. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδικήθη ἐκ τῆς δηλώσεως ταύτης τοῦ κ. Συγγροῦ, καὶ πικρῶς παρεπονέθη χθὲς διὰ τὴν διαπραχθεῖσαν πρὸς αὐτὸν ἀδικίαν!! Τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἔλεγε, δὲν προσεπόρισεν εἰς ἡμᾶς μόνον τὴν ἀπόκτησιν τῶν τριῶν θωρηκτῶν δωρεὰν, ἀλλὰ προσεπόρισεν ἡμῖν δωρεὰν πάντα καὶ τὰ 135 ἑκατομμύρια. Οἱ δανείσαντες ἔθηκαν τὴν χεῖρά των εἰς τὰ ταμεῖά των, ἔλαβον τὰ 135 ἑκατομμύρια, καὶ ἐδώρησαν ἡμῖν αὐτὰ, ὡς δωροῦσι πρὸς τὰ παιδία ἀθύρματα τὴν πρώτην τοῦ χρόνου. Τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐν τούτοις ἦτο οἰκονομικὸς συνδυασμός. Τί ἐστὶν οἰκονομικὸς συνδυασμὸς, ἠκούσατε αὐτὰς τὰς ἡμέρας καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, οἵτινες ἑκάτερος ἐπετέθησαν καθ’ ἡμῶν, διότι δὲν ἐποιησάμεθα οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, ἰσχυρισθέντες ὅτι ἕνεκα τούτου κατεστρέψαμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Οἰκονομικὸς συνδυασμὸς ἔχει ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ ὅρος αὐτὸς περιέχει, τὴν ἔννοιαν, ὅτι συνδυάζονται δύο τινὰ, συνδυάζεται ἓν δάνειον καὶ ἄλλη τις ἐπιχείρησις, εἴτε κυβερνητικὴ, εἴτε οἰκονομική. Τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων συνεδύαζεν ἀληθῶς δύο τινά· αὐτὸ τὸ δάνειον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν ἀγορὰν πλοίων εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἦτο δυνατὸν τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων νὰ συνομολογηθῇ μόνον, χωρὶς νὰ συνδεθῇ μὲ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων; Οὐχί· διότι ἐπρότεινον τοῦτο ὡς ὅρον οἱ δανεισταί. Ἐπρόβαλλον τὴν ἀγορὰν τῶν θωρηκτῶν ὡς ὅρον ἀναπόφευκτον τοῦ δανείου, διὰ νὰ μᾶς δωρήσωσι τὰ θωρηκτά; Αὐτὸ λέγει ὁ κ. Συγγρὸς, καὶ αὐτὸ λέγει ὡσαύτως καὶ ὁ κ. Τρικούπης. Καὶ ἰδοὺ δανεισταὶ φιλοπάτριδες! Διὰ τοῦτο λοιπὸν δὲν ἔστεργον νὰ δώσωσι τὸ δάνειον, ἂν δὲν ἔστεργεν ὁ κ. Τρικούπης νὰ ἀναλάβωσιν αὐτοὶ τὴν ἀγορὰν τῶν θωρηκτῶν; Λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ τὸ δάνειον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δὲν συνεδυάζετο μετ’ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀγορὰ τῶν θωρηκτῶν. Ἡ ἐπρόβαλλον τὴν ἀγορὰν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, διὰ νὰ κερδήσωσιν ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, καὶ οὕτω δὲν λάβωσι μόνον τὸν τόκον 4%, ὃν εἶχον συμφωνήσει ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τῶν 500 φράγκων κατὰ μετοχὴν, διὰ τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδιδον μετρητὰ 335 καὶ 40/00, ἀλλὰ λάβωσι καὶ τὸ ἐκ τῆς ἀγορᾶς τῶν θωρηκτῶν κέρδος, τὸ ὁποῖον ἀνεβίβαζε τὸν τόκον πολὺ ἄνω τοῦ 4%; Θεὸς ὁ Κύριος τὸ γινώσκει. Ἀλλ’ ἔστεργον οἱ δανεισταὶ νὰ συμφωνήσωσι τὴν ἀγορὰν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, κεχωρισμένην παντὸς δανείου, μόνην; Ὄχι. Ὁ συνδυασμὸς λοιπὸν ἦτο δάνειον καὶ θωρηκτὰ, θωρηκτὰ καὶ δάνειον. Ἐὰν οἱ δανεισταὶ εἶχον δίκαιον νὰ ἀπαιτήσωσι τὸν συνδυασμὸν τοῦ δανείου μετὰ τῆς κατασκευῆς τῶν θωρηκτῶν πλοίων, αὐτὸ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω, εἶναι, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἦτο δάνειον προνομιοῦχον. Προνομιοῦχα δάνεια εἶναι τὰ δάνεια, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἐντελῶς καὶ ἀναντιῤῥήτως ἐξησφαλισμένη· ἦτο δὲ ἐντελῶς καὶ ἀναντιῤῥήτως ἐξησφαλισμένη ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, διότι δὲν παρεχωροῦντο εἰς τοὺς δανειστὰς μόνον τὰ ἔσοδα τῶν μονοπωλίων, ἀλλὰ καὶ ἡ διαχείρισις αὐτῶν. Ἑπομένως τὰ χρήματα, τὰ προοριζόμενα εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τοῦ δανείου αὐτοῦ, δὲν εἰσέπραττε τὸ Κράτος, ἵνα παραδώσῃ αὐτὰ εἰς τοὺς δανειστὰς, ἀλλὰ τὰ εἰσέπραττον αὐτοὶ οἱ δανεισταὶ διὰ τῶν ἰδίων αὑτῶν χειρῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναμίξεως τοῦ Κράτους. Ἐὰν δανείσω ὑμῖν 500 δραχμὰς, καὶ μοὶ παραχωρήσητε τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρίζωμαι ἐγὼ τὴν οἰκίαν ὑμῶν, νὰ εἰσπράττω τὰ ἐνοίκια, νομίζω, ὅτι τὸ δάνειον εἶναι τὰ μάλιστα ἐξησφαλισμένον. Εἰς αὐτὸ λοιπὸν τὸ δάνειον δὲν ἐπήρκεσεν ἡ ἐξασφάλισις αὕτη, ἀλλ’ ἐζητήθη καὶ ἡ προμήθεια τῶν πλοίων. Ἠκούσατε περὶ τῶν πλοίων, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔλεγε χθές τι, τὸ ὁποῖον, σᾶς βεβαιῶ, δὲν ἐννοῶ, ποῦ στηριχθεὶς τὸ εἶπεν. Ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἀγορὰ τῶν πλοίων περιεῖχεν οἰκονομίαν. Διατί; Πῶς; Διότι ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῶσι διὰ θωρηκτὰ τριάκοντα ἑκατομμύρια, καὶ ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν μόνον 26 ἑκατομμύρια. Λοιπὸν οἱ δανεισταὶ ἐγένοντο αἴτιοι νὰ οἰκονομήσωμεν 4 ἑκατομμύρια;
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῶσι 30 ἑκατομμύρια; Ἐνθυμοῦμαι φαινόμενον, τὸ ὁποῖον φυσικῶς ἤγειρε τὴν ἀγανάκτησιν παντός. Ἐπροτάθη ὑπὸ τῶν προκατόχων νομοσχέδιον περὶ πωλήσεως εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν τῆς «Μυκάλης» καὶ τῆς «Σφακτηρίας». Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ περιελήφθη καὶ ἡ ἑξῆς πρωτάκουστος διάταξις, ὅτι τὸ τίμημα τῆς «Μυκάλης» καὶ τῆς «Σφακτηρίας», ἐφ’ ὅσον θέλῃ πληρόνεσθαι ὑπὸ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ ἀντίτιμον τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ, ὁσάκις πωλῶνται τοιαῦτα, τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ ναυτικοῦ, ὁσάκις τοιοῦτον πωλῆται, τὸ ἀντίτιμον τῶν κινητῶν τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, ὁσάκις τοιαῦτα πωλῶνται, δηλαδὴ τὰ παλαιὰ τραπέζια καὶ αἱ παλαιαὶ καθέκλαι αὐτῶν, ταῦτα πάντα διετάσσετο νὰ εἰσπράττωνται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ νὰ παραδίδωνται εἰς Τράπεζαν, ἵνα χρησιμεύωσιν ὡς κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον προωρίζετο διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ὑπηρεσίαν δανείου 30 ἑκατομμυρίων, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελον ἀγορασθῆ πλοῖα καὶ στόλοι!! Ὅθεν δὲν εἴχομεν ἐν τοῖς ταμείοις 30 ἑκατομμύρια, καὶ ἂν εἴχομεν τὴν κοινὴν καὶ συνήθη εἰς τοὺς ἀνθρώπους γνῶσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τόσον ποσὸν, ἐν ὅσῳ οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια αὐτοῦ ἔμελλον νὰ πληρόνωνται ἀπὸ τὸ ἀντίτιμον τῶν ἀχρήστων κτηνῶν τοῦ στρατοῦ, τῆς «Μυκάλης» καὶ τῆς «Σφακτηρίας», τοῦ ὑλικοῦ τοῦ ἀχρήστου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἢ τῶν τεθλασμένων τραπεζῶν καὶ καθεκλῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Διατὶ ἀνεγράφησαν τοιαῦτα ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ; Δὲν ἐννοῶ, πλὴν ἐὰν ἀνεγράφησαν διὰ νὰ ἐμπαιχθῇ τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐπεθύμει νὰ ἴδῃ, ὅτι παρεσκευάζομεν τὰ μέσα πρὸς ἀπόκτησιν στόλου. Ταῦτα ἐνόει τὰ θωρηκτὰ, διὰ τὰ ὁποῖα προετιθέμεθα νὰ πληρώσωμεν 30 ἑκατομμύρια; Καὶ ταῦτα ἐνόει οἰκονομίαν, ἣν προσεπόρισαν ἡμῖν οἱ δανεισταὶ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, διότι δι’ αὐτῶν ἐπληρώσαμεν διὰ τὰ θωρηκτὰ μόνον 26 ἑκατομμύρια;
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα, κύριε Πρόεδρε, περὶ τῶν θωρηκτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιασθοῦν εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν συζήτησιν, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, πόσα ἐκέρδησαν οἱ δανεισταί.
§33ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων πῶς διετέθη; Ἀναγινώσκω ἐν πίνακι, ὑποβληθέντι μοι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τούτου ἐπληρώθησαν 889,385 δραχμαὶ πρὸς ἀπόσβεσιν ὑπολοίπου προσωρινοῦ δανείου 10,200,000, συνομολογηθέντος κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1887, καὶ διατεθέντος πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων. Ἂς ἐξετάσωμεν τὰ περὶ τούτου. Κατὰ τὸ 1887, τὸν Δεκέμβριον, ἐπρόκειτο ὄντως ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1887, ἡ δὲ Κυβέρνησις συνωμολόγησεν εἶδος προκαταβολῆς μετά τινων ἐνταῦθα Τραπεζῶν. Ἡ προκαταβολὴ ἦτο 10,200,000 φράγκων εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ ἡ συμφωνία ἦτο μετὰ τῶν Τραπεζῶν, ἵνα τὸ ἰσότιμον τῶν 10,200,000 φράγκων εἰς χρυσὸν, ὑπολογιζομένου τοῦ φράγκου πρὸς 125 λεπτὰ, πληρωθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπέναντι τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Οὕτως, ἐὰν ἐπληρώνοντο οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια οὐχὶ ἐκ τακτικῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ ἐκ δανείων, διότι ἡ προκαταβολὴ εἶναι δάνειον, ἀπεσβέννυτο ὅμως κατ’ ἴσον ποσὸν ἕτερον χρέος τοῦ Κράτους, τὸ ἐν τραπεζικοῖς γραμματίοις πρὸς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν 10,200,000 φράγκων εἰς χρυσὸν, ὅπερ ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον ὡς προκαταβολὴν, οἱ δανεισταὶ προσέθηκαν καὶ τὸν τόκον αὐτοῦ ἐξ 600 χιλιάδων, τὸ ἰσότιμον αὐτοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀνήρχετο εἰς 13,500,000, καὶ κατὰ τόσον ποσὸν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ὁ ἀνοικτὸς λογαριασμὸς τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ χρέος τοῦτο πρὸς τὴν Τράπεζαν εἶχε διὰ τοῦ νόμου προσδιορισθῆ εἰς 67 ἑκατομμύρια, ἔμελλε πλέον νὰ περιορισθῇ εἰς 53,500,000 μετὰ τὴν πληρωμὴν καὶ αὐτῶν τῶν 13,500,000. Ἀλλ’ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἔλαβον τὴν προκαταβολὴν τῶν 10,200,000 εἰς χρυσὸν καὶ ἐπλήρωσαν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1887, ἀπέδωκαν δ’ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλ’ ἐν διαστήματι μηνῶν τινων, τὰ 13,500,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ ἐμείωσαν οὕτω τὸ χρέος τοῦτο. Δὲν παρῆλθεν ὅμως πολὺς καιρὸς, μεθ’ ὃν ἔλαβον αὖθις ἀπὸ τὴν Τράπεζαν χρήματα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, καὶ ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τῶν 53,500,000, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐλαττωθῇ τὸ χρέος τοῦτο. Οὕτω κατὰ Μάϊον τοῦ 1888 ἀνεβίβασαν αὐτὸ εἰς 55,218,972, κατὰ Ἰούνιον εἰς 57,292,746, κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1890 εἰς 62,294,827, κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ αὐτοῦ ἔτους εἰς 65,266,408, καὶ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1890 εἰς 68,378,388. Καὶ οὕτω διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ἀπέδωκαν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἰσότιμον τοῦ ἐκ φράγκων χρυσῶν δανείου τῶν 10,200,000, δι’ οὗ ἀπέτισαν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, καὶ διὰ τῆς ἄλλης ἀνέλαβον αὖθις παρὰ τῆς Τραπέζης, καὶ κατέληξαν εἰς τοῦτο, ὅτι ηὔξησαν τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου κατὰ 10,200,000 φράγκων, πληρώσαντες δι’ αὐτῶν τόκους καὶ χρεωλύσια, δὲν ἠλάττωσαν δὲ κατὰ ἴσον ποσὸν τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἦσαν δύο πηγαὶ, ἐκ τῶν ὁποίων ἤντλει ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις τὰ τακτικὰ ἔσοδα δὲν ἐπήρκουν πρὸς θεραπείαν τῶν συνήθων ἀναγκῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, κατόπιν δὲ ἐκ τῶν μονίμων δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολόγει, ἐξώφλει τὰ ἔντοκα γραμμάτια, καὶ ἐμείονε τὸ χρέος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1887 ἔπρεπε νὰ γένηται διὰ χρημάτων τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ κατ’ ἀρχὰς μὲν εἶπον, ὅτι οὕτω πράττουσιν, ἀποδόντες τὸ ποσόν, ὅπερ ἐδανείσθησαν, εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἶτα δὲ πρὸς πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ τούτου διέθεσαν χρήματα τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκαττομμυρίων. Δὲν ἐπορίζοντο λοιπὸν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐκ τῶν δανείων μόνον χρυσόν, ἵνα μὴ ἀγοράζωσιν ἐνταῦθα συνάλλαγμα, ἀλλ’ ἐπορίζοντο ἐκ τῶν δανείων χρήματα, καὶ ἐπλήρονον εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου. Ἀλλὰ μήπως ἦναι τοῦτο μόνον; Ἐξώδευσαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων προσέτι 2,307,735 εἰς χρυσὸν εἰς ἄλλας τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐξώδευσαν προσέτι ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου 539,071 εἰς χρυσὸν εἰς διάφορα τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Καὶ οὕτω τὰ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων διατεθέντα εἰς πληρωμὴν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ δημοσίου ταμείου ἀνῆλθον εἰς φράγκα χρυσᾶ 3,736,191. Καὶ τὰ γενόμενα ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐγένοντο ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρῶν ἀγγλικῶν, ἢ 30 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν. Καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐπληρώθησαν 220 χιλιάδες λιρῶν, ἤτοι 5,500,000 φράγκων χρυσῶν, πρὸς ἐξόφλησιν τῆς προκαταβολῆς τῶν 10,200,000, διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῆς ὁποίας εἶχον διατεθῆ καὶ ποσὰ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ὡς εἴπομεν, ἥτις ὅμως προκαταβολὴ ἐχρησίμευσεν εἰς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων. Ἡ ἐκ φράγκων 600 χιλιάδων ἐτησία δόσις τοῦ πρὸς τὰς τρεῖς Μεγάλας Δυνάμεις δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐπληρώθη καὶ αὕτη οὐχὶ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρῶν. Ἐξ αὐτοῦ ἐπληρώθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 7,725,000 φράγκα, διατεθέντα εἰς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων. Ἐξ αὐτοῦ ἐπληρώθησαν 779,275 φράγκα χρυσᾶ διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἐξ αὐτοῦ ἐπληρώθησαν φράγκα χρυσᾶ 120,475, διατεθέντα εἰς πληρωμὴν τόκων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ 2,302,560 εἰς πληρωμὴν τόκων τοῦ αὐτοῦ δανείου, καὶ 865,200 εἰς πληρωμὴν τόκων τῶν δανείων τῶν 120 καὶ 170 ἑκατομμυρίων. Πάντα τὰ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρῶν ἀγγλικῶν εἰσπραχθέντα χρήματα, ἀνελθόντα εἰς 20,437,500 φράγκα χρυσᾶ, πάντα ταῦτα, πλὴν 2,545,000, πληρωθέντων τῷ Gibbs πρὸς ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμματίων, ἐδαπανήθησαν εἰς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἤτοι εἰς πληρωμὴν τακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ δημοσίου ταμείου. Καὶ τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν, καὶ τοῦτο παρέσχε τὴν εὐκολίαν πρὸς πληρωμὴν ἐξ αὐτοῦ τακτικῶν ἐξόδων τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπληρώθησαν ἐξ αὐτοῦ 685 λίραι πρὸς πληρωμὴν συντάξεων τῶν Ἄγγλων Ἑπτανησίων. Ἐπληρώθησαν ἐξ αὐτοῦ λίραι 229,729 πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δανείων τῶν 120 καὶ 170 ἑκατομμυρίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1889. Ἐπληρώθησαν 2400 λίραι καὶ ἕτεραι 1400 δι’ ἔξοδα ἐπιτηρήσεως τῶν ναυπηγουμένων θωρηκτῶν. Ἐπληρώθησαν 37,687 λίραι διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825. Ἐπληρώθησαν 4525 λίραι πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου χάρτου χαρτοσήμου. Ἐπληρώθησαν 12,000 λίραι δι’ ἀντίτιμον πετρελαίου. Ἐπληρώθησαν 327 λίραι δι’ ἀντίτιμον ἀνθράκων τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου. Ἐπληρώθησαν 1939.10 λίραι δι’ ἀντίτιμον πυρείων. Ἐπληρώθησαν 24,120 λίραι διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρῶν. Ἐπληρώθησαν 25,325 λίραι διὰ τόκους τῶν δανείων τῶν Σιδηροδρόμων Μύλων–Καλαμῶν καὶ Μεσολογγίου–Ἀγρινίου. Οὕτω δάνειον, οἷον τὸ τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν, ὅπερ κατὰ τὸν νόμον ΨΑʹ ἔπρεπε νὰ διατεθῇ ἀποκλειστικῶς πρὸς ἐξόφλησιν ἄλλων δανείων, διετέθη πρὸς πληρωμὴν τακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ δημοσίου ταμείου. Δὲν μνημονεύω τοῦ τελευταίου δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, διότι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐγένετο ἀντικείμενον προανακρίσεως· μνημονεύω ὅμως τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι καὶ τοῦτο ὅλον διετέθη εἰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπληρώθησαν 6,080,536:95 ἀπέναντι τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὅπως ἀποδοθῶσι τὰ ἐξ αὐτοῦ ληφθέντα καὶ διατεθέντα εἰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπληρώθησαν καὶ ἐξ αὐτοῦ 1,487,041:05 εἰς ἄλλας τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐξ ὅλου δὲ τούτου τοῦ δανείου μόνον 2,422,422 διετέθησαν πρὸς ἀπόσβεσιν παλαιοῦ τινος χρέους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τὰ κενὰ λοιπὸν τῶν ἐτησίων προϋπολογισμῶν, ἤτοι τὰ ἐλλείμματα αὐτοῦ, ἐπληρόνοντο διὰ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα εἶχε δοθῆ διὰ νόμου ἡ ἄδεια νὰ συνομολογῶνται, ἵνα δι’ αὐτῶν μετατρέπωνται προγενέστερα δάνεια. Καὶ ὅταν τοιαῦτα εἴχομεν ἐν χερσὶ πειστήρια, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλάβωμεν τὴν ἐπὶ τοῦ προκατόχου ἡμῶν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ὁμαλὴν καὶ ἔῤῥυθμον; Τὴν συνομολόγησιν δανείου ἐκρίναμεν, ἅμα κληθέντες εἰς τὴν ἀρχὴν, ὡς ἐπιβαλλομένην ἡμῖν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ δὲν ἐκρίναμεν πιθανὴν τότε τὴν εὕρεσιν δανείου ὑπὸ ὅρους ἀνεκτούς. Ἡ κατάστασις τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τινὰ, ὅτι, ἂν ἔκρουε τὰς θύρας τῶν τραπεζιτῶν ἤθελε δυνηθῆ νὰ εὕρῃ προτάσεις ἀνεκτάς. Διὰ τοῦτο προσεπαθήσαμεν νὰ βελτιώσωμεν τὰς περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας ὑπαρχούσας καὶ διαδιδομένας ἐν Εὐρώπῃ γνώμας, καὶ ἐσπεύσαμεν μάλιστα νὰ δειχθῶμεν πρὸ τοῦ τεταγμένου χρόνου ἕτοιμοι πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1891. Οὕτω κατωρθώσαμεν νὰ ἐπέλθῃ αἰσθητὴ βελτίωσις εἰς τὰς τιμὰς τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων· ἀλλ’ ἡ ἀντίδρασις ἐματαίωσε τὰς προσπαθείας ἡμῶν ταύτας. Ἡ ἀντίδρασις δὲ δὲν εἶναι, Κύριοι, συνήθης καὶ κοινή. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω δύο ἀναφορὰς, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Bühl τοῦ Μεγάλου Δουκάτου τοῦ Βάδεν τῆς Γερμανίας καὶ ἀπὸ τὴν πόλιν Taugermünde, ἐν αἷς οἱ ἀναφερόμενοι πρός με, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Γερμανοὶ περιγράφουσι τὰς γενομένας ἐνεργείας πρὸς ὑποτίμησιν τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων (ἀναγινώσκει τὴν ἐκ Bühl ἀναφορὰν ἀπὸ 9 Φεβρουαρίου 1892 τοῦ κ. Wertheimer): «Αἱ διάφοροι ἀνησυχητικαὶ εἰδήσεις τῶν ἐφημερίδων περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος, ὡς καὶ ἡ πρὸ μηνῶν ἔκπτωσις τῶν Μονοπωλίων 4% καὶ τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου 5% τοῦ 1890, μοὶ δίδουν τὴν τόλμην νὰ ἀπευθυνθῶ κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐὰν ἡ ἔκπτωσις προέρχηται ἐκ τοῦ ὅτι θὰ ἐλαττωθῇ ὁ τόκος, ἢ θὰ παύσῃ ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων, ὥστε νὰ ἐπαπειλῇ τοὺς πιστωτὰς τῆς Ἑλλάδος ὁμοία καταστροφὴ ὡς τοὺς τῆς Πορτογαλίας. «Ἐπειδὴ πολλοὶ τῶν πελατῶν μου ὡς καὶ ἐγὼ κατέχομεν δάνεια τῶν Μονοπωλίων καὶ τοῦ Σιδηροδρόμου, παρακαλῶ θερμῶς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μοὶ δώσῃ ἀληθεῖς πληροφορίας, ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνος διὰ τοὺς πιστωτὰς τῆς Ἑλλάδος, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς δὲν δυνηθῇ νὰ συνάψῃ δάνειον. Ἐλπίζω δ’ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ παρεξηγήσῃ τὴν τόλμην μου διὰ τὰς ἄνωθεν ἐρωτήσεις, διότι ὄχι μόνον τὰ ἰδιωτικά μου συμφέροντα σπουδαίως βλάπτονται, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν πελατῶν μου. «Λαμβάνω τὴν τόλμην νὰ ἐσωκλείσω ἐπιστολὴν, εἰς ἀπάντησιν ἐρωτήσεώς μου, τῆς αὐτόθι Αὐτοκρατορικῆς Γερμανικῆς Πρεσβείας, ἡ ὁποία γενικῶς εἶναι καθησυχαστικὴ, μολονότι ἡ φράσις, ὅτι προσεχῶς οὐδεὶς φόβος περὶ ὑποτιμήσεως τῶν δανείων ὑπάρχει, δὲν εἶναι ἐνθαῤῥυντική.» Καὶ ὄντως ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἀνωτέρω ἐπιστολῇ ἀντίγραφον τῆς μνημονευομένης πρὸς αὐτὸν ἀπαντήσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις κυρίου πρέσβεως τῆς Γερμανίας, περιέχον τάδε (ἀναγινώσκει): «Αὐτοκρατορικὴ Γερμανικὴ Πρεσβεία. «Ἐν Ἀθήναις, τὴν 23 Δεκεμβρίου 1891. «Εἰς τὴν ἐρώτησίν σας ἀπὸ 15 τρέχοντος σᾶς ἀπαντῶ ἄνευ εὐθύνης. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, αἱ δοθεῖσαι ὑμῖν πληροφορίαι δὲν φαίνονται νὰ ἦναι ἀκριβεῖς. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ δανείου τοῦ 1890 δὲν ἐξέπεσε, δι’ ὃ τὰ ἔσοδα τοῦ εἰρημένου σιδηροδρόμου εἰσὶ προωρισμένα· ἀλλ’ εἰς τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Πειραιῶς–Λαρίσσης αἱ ἐργασίαι μετὰ σπουδῆς ἐκτελοῦνται, καὶ σημαντικὸν μέρος εἶναι ἤδη ἕτοιμον. Ἐπίσης οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει μέχρι σήμερον, δι’ ὃν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος οὗτος δὲν θὰ περατωθῇ, ἢ ὅτι προσεχῶς θὰ ἐπέλθῃ ὑποτίμησις τῶν δανείων.» (Ἀναγινώσκει καὶ τὴν ἐκ Taugermünde ἑτέραν ἀπὸ 10 Φεβρουαρίου 1892 τοῦ κ. Eichelgrün, ἔχουσαν οὕτω): «Πρὸς τὸ Βασιλικὸν Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. «Παρακαλῶ θερμῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ δώσῃ ἀμέσως τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Ἐξεποιήθησαν παρ’ ἐμοῦ περίπου ὀκτὼ ἑκατομμυρίων μαρκῶν δάνεια τοῦ Ἑλληνικοῦ παγίου δανείου 4%. Ἐκ τῆς κολοσσιαίας δ’ ἐκπτώσεως οἱ κάτοχοι λίαν ἀνησυχοῦσιν, ἐνισχυθέντες ἐκ τῆς ἐν Λονδίνῳ εἰδήσεως, ὅτι ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων τῆς λήξεως αʹ Ἀπριλίου εἶναι ἀμφίβολος. Θὰ ἦμαι εὐγνώμων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν μοὶ ἐδίδετο ὁριστικὴ ἀπάντησις περὶ τοῦ πληρωθησομένου τοκομεριδίου.» Ἡ ἀνησυχία τοῦ Γερμανοῦ ἦτο φυσική· μᾶς καθιστᾷ δὲ γνωστὰ τὰ ἐν Εὐρώπῃ γενόμενα, καὶ τὰς καταβληθείσας προσπαθείας, ἵνα πείσωσι τοὺς ἐν Εὐρώπῃ ἐνδιαφερομένους, ὅτι ὑπάρχει βεβαία ἡ ἐν Ἑλλάδι οἰκονομικὴ καταστροφή. Πρὸς ποῖον ἄλλον σκοπὸν διεδόθησαν αἱ εἰδήσεις, ὅτι διεκόπησαν τὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου ἕνεκα ἐλλείψεως χρημάτων; Καὶ βεβαίως, ἀφοῦ τοσαύτη ὑπάρχει ἡ χρηματικὴ ἀπορία, δὲν ἤθελον πληρωθῇ οἱ τόκοι τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, δὲν ἤθελον πληρωθῆ καὶ οἱ ἄλλοι τόκοι. Ἡ ἔκπτωσις τῆς τιμῆς τῶν Μονοπωλίων, πάντα τὰ ἄλλα ἀγγέλματα, περὶ ὧν εἶπον ἀνωτέρω, εἴτε προσεχοῦς παύσεως πληρωμῶν, εἴτε μειώσεως τῶν τόκων, πᾶσαι αἱ φῆμαι αὗται τοσοῦτον ἐπεκράτησαν, ὥστε, ὡς εἶπον ὑμῖν προχθές, τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα εἶχον ἐκπέσει σχεδὸν εἰς τὸ ἥμισυ τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας αὐτῶν, διότι εἶχον ὑποτιμηθῆ μέχρι 55%. Αὕτη ἦτο ἡ ἔκτακτος, ἡ ἀσύνδετος μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ἀσύνδετος μετὰ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμείου, ἡ ἀσύνδετος μετὰ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας περίπτωσις, ἥτις ἠπείλει ἀληθεῖς καταστροφάς· διότι, ἐὰν ἀφίνετο νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ νὰ ῥιζοβολήσῃ ἐν Εὐρώπῃ ἡ γνώμη, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἐν ταῖς παραμοναῖς οἰκονομικῆς καταστροφῆς, ἦτο ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν δάνειον ἢ χρυσόν· ἐὰν δὲ δὲν εὑρίσκομεν χρυσὸν, πῶς ἠθέλομεν ἐκπληρώσει τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν; Καὶ ἐὰν δὲν ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, δὲν θέλομεν περιέλθει εἰς στάσιν πληρωμῶν; Ποῦ ὑπάρχει πλέον ἡ πίστις; Τί λέγω ἡ πίστις; ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος; Τοιοῦτος κίνδυνος μοὶ ὑπηγόρευσεν, ἐν τῷ μέσῳ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ προβάλω ἃς ὑπέβαλα εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις. Ἀλλ’ ὅταν ἐπρότεινα αὐτὰς, οὐδέποτε ὑπέθετον, ὅτι ἤθελον καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν, καὶ μετὰ τὴν ψηλαφητὴν ἀπόδειξιν τῆς ὑπάρξεως τοιούτου κινδύνου, οὐδέποτε ὑπέθετον, ὅτι ἤθελον ἀνακοινωθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς γνῶμαι, βεβαιοῦσαι τὴν οἰκονομικὴν ἀποσύνθεσιν τοῦ Κράτους καὶ τὸν κίνδυνον τῆς καταστροφῆς,—διότι βεβαίως εἰς οἰκονομικὴν ἀποσύνθεσιν ἤθελε διατελεῖ τὸ Κράτος, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, περιεῖχεν 22 ἢ 30 ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα, καὶ ἐὰν τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, ὅπερ πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ προετείνομεν, οὐδεμίαν ἤθελε παραγάγει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρόσοδον. Οἱ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν μέχρι τοῦδε, ὅ τε Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὑπέλαβον, ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ ἀλλάξωσι μορφὴν, νὰ ἐνθυμηθῶσι τὰ οἰκονομικὰ μηχανεύματα τοῦ 1880, νὰ ἀναμνησθῶσι τῆς ἐπιτυχίας, εἰς ἣν ἐκεῖνα ἤγαγον αὐτοὺς, καὶ νὰ προκύψωσι καὶ ἐφέτος μὲ προτάσεις οἰκονομιῶν. Συνήγοροι οἰκονομιῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὅταν τὸ Κράτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δανεισθῇ οὔτε 100 χιλιάδας, ὡς ἐβεβαίουν, ἐξετάζοντες τὸν προϋπολογισμὸν, εὕρισκον, ὅτι οὐδὲ 500 χιλιάδας δραχμῶν ἠδύναντο νὰ ἐλαττώσωσιν ἐκ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ! οἵτινες, ὅταν ἐζήτουν νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι 22 ἑκατομμυρίων, εἰρωνεύοντο τοῦ κ. Καραπάνου, ὅστις συνεβούλευεν αὐτοῖς τὰς οἰκονομίας, παριστῶντες, ὅτι μόνον 5,000 δραχμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττώσωσιν ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν βοηθημάτων! Ὑπέλαβον ἴσως, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὴν καταγωγήν μας καὶ τὰς ἀρχικὰς γνώμας ἡμῶν. Ἡμεῖς ἐσμὲν πάντοτε ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν, καὶ ὅταν ἠλέγχομεν αὐτοὺς ἐπὶ τῇ σπατάλῃ, εὐσυνειδήτως τὸ ἐπράττομεν, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπενεχθῶσιν οἰκονομίαι, καὶ τὰς οἰκονομίας ταύτας καὶ ἡμεῖς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπεζητήσαμεν. Δὲν ἐπηνέγκαμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 οἰκονομίας 3,100,000, εἰ καὶ ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν Στρατιωτικῶν αὔξησιν 600 χιλιάδων δραχμῶν τῆς πιστώσεως περὶ τροφῆς τοῦ στρατοῦ, ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν σιτηρῶν; Καὶ μήπως μόνας ταύτας τὰς οἰκονομίας ἡμεῖς ἐπηνέγκαμεν; Μετ’ ὀλίγον θέλω εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἢ τρία νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν, κατὰ δὲ τὴν μετ’ ὀλίγον συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλετε ἀκούσει καὶ ἄλλας ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει θέλομεν προτείνει. Μήπως ἐν τῇ διοικήσει καὶ τῇ ἐκτελέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ 1891 δὲν ἐπετύχομεν ἐλαττώσεις καὶ οἰκονομίας τοιαύτας; Ἂν δὲν ἦτο ἀνιαρὸν καὶ ὀχληρὸν διὰ τὴν Βουλήν, ἤθελον καταθέσει κατάλογον, ἐνδεικνύντα πόσας ἐπετύχομεν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 οἰκονομίας· ἀλλ’ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1891 μετ’ ὀλίγον θέλει καταδείξει τὰς διαφοράς. Αἱ οἰκονομίαι δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι κατὰ δύο τρόπους· δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι διὰ νόμων, δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν νόμων. Διὰ νόμων θέλομεν ἐπιζητήσει ἐλαττώσεις δαπανῶν τινων, καὶ θέλομεν ταχέως εἰσαγάγει καὶ τὰ περὶ τούτου νομοσχέδια· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἐπίσης θέλομεν ἐπιζητήσει οἰκονομίας, καὶ οὐδεμίαν θέλομεν ἔχει δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶμεν τοιαύτας, ἐὰν ἤθελον προταθῆ κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀποδοχὴ τῶν προταθησομένων οἰκονομιῶν δὲν παραλύῃ τὴν διοίκησιν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας θέλομεν ἐπιτύχει ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν νόμων· ἐπίσης δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ἀπολύτως καὶ ἄνευ ὅρου ἢ μετὰ ὅρου καὶ μετὰ συζήτησιν θέλομεν ἀποδεχθῆ τὰς προταθησομένας οἰκονομίας· σπεύδουσι δ’ ὅσοι ζητοῦσι νὰ συναγάγωσιν ἐκ τῆς φράσεως, τῆς ὁποίας ἐποιησάμην χρῆσιν, ὅταν εἶπον, ὅτι θέλομεν προθύμως ἀποδεχθῆ τὰς προταθησομένας οἰκονομίας, διότι διὰ τῆς συζητήσεως θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα περιεῖχον εἰλικρινῆ ἀποκάλυψιν τῶν ἐμῶν γνωμῶν. Εὔκολον ὄντως νὰ προτείνῃ τις, καὶ ἐπιθυμητὸν νὰ ἐπιτύχῃ ἐλαττώσεις δαπανῶν, πρέπει ὅμως αἱ προτεινόμεναι ἐλαττώσεις νὰ μὴ ἐπάγωσι ζημίαν μεγαλειτέραν ἀπὸ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιφέρει ἡ προτεινομένη ἐλάττωσις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπέκρινεν ἡμᾶς διὰ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους περιελάβομεν ἐν ταῖς ὁδηγίαις, τὰς ὁποίας εἴχομεν δώσει εἰς τοὺς ἐνεργοῦντας κατ’ ἐντολὴν ἡμῶν ἐν Λονδίνῳ πρὸς εὕρεσιν δανείου, καὶ ἐπικρίνων ἔκρινεν, ὅτι εἶναι ἐξευτελιστικὸν νὰ μὴ εἰσπράξωμεν ἀμέσως πάντα τὸν χρυσόν, τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τριῶν κατὰ συνέχειαν ἐτῶν, ἀλλὰ νὰ ζητήσωμεν νὰ μείνῃ ὁ χρυσὸς ἐν τοῖς ταμείοις τῶν δανειστῶν, διὰ νὰ μὴ πληρόνωμεν τόκους ἐπ’ αὐτοῦ καθ’ ὃ διάστημα δὲν ποιούμεθα χρῆσιν αὐτοῦ. Αὐτὸ εὕρισκεν ἐξευτελιστικόν, ὡς ἂν τοῦτο ἐπροτείνετο ὑπὸ τῶν δανειστῶν ἡμῶν καὶ ἠναγκαζόμεθα παρ’ αὐτῶν νὰ ἀποδεχθῶμεν τοῦτο. Οἱ δανεισταὶ ἦσαν πρόθυμοι νὰ δανείσωσιν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου, καὶ νὰ καταβάλωσι πάντα τὸν χρυσὸν εἰς ἡμᾶς τὴν αὐτὴν ἡμέραν, διότι ἐπεθύμουν νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης· ἀλλὰ τοῦτο δὲν συνέφερεν εἰς ἡμᾶς, ἀφοῦ τοῦ χρυσοῦ τούτου δὲν ἠθέλομεν ποιήσει χρῆσιν ὅλου ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἀλλὰ μόνον τοῦ ἑνὸς τρίτου, τὰ δὲ ἄλλα δύο τρίτα ἤθελον διατεθῆ διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Μοὶ φαίνεται δὲ ἐντελῶς κενὴ ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθη νὰ ποιήσηται πρὸς τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν, τὸ νὰ μειώσωμεν τὸ χρέος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἰσοτίμου ποσοῦ τοῦ χρυσοῦ, ὅστις ἤθελε διατεθῆ πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ὅτι καὶ αὐτὸ ἦτο ἀνωφελές. Εἶπον, ὅτι ἡ θεωρία εἶναι κενή, διότι μέχρι τοῦδε γνωστὸν ἦτο, ὅτι ἡ βαθμιαία μείωσις τοῦ ποσοῦ τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφορούντων ἐν ταῖς ἀγοραῖς τραπεζικῶν γραμματίων ἤθελεν ἐπιφέρει μεγάλην ἀνακούφισιν ἐν τῇ ἀγορᾷ, καὶ οὐσιωδῶς ἤθελεν ἐπιδράσει ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ τοῦ χρυσοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔκρινε τὸ μέτρον ἀνεπαρκὲς, κρίνει δ’ ἀναγκαῖον ῥιζικώτερον μέτρον, τὸ μέτρον νὰ πείσωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, νὰ ῥυθμίσωσι τὰ ἔσοδα καὶ τὰς δαπάνας αὑτῶν, διότι τυγχάνει πεπεισμένος, ὅτι ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία καὶ ἀνισοῤῥοπία κυρίαν ἔχει αἰτίαν ὄχι τὴν κυκλοφορίαν ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ πολὺ ὑπερτέρου τῶν ἀναγκῶν τῶν συναλλαγῶν, ἀλλ’ ἰδίως τὴν κακὴν ἕξιν τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων νὰ δαπανῶσι περισσότερα ὅσων εἰσπράττουσιν. Ἐζήτει λοιπὸν παρ’ ἡμῶν νὰ διδάξωμεν προηγουμένως τοὺς πολίτας Ἕλληνας, ἵνα ῥυθμίσωσι τὰς δαπάνας αὑτῶν κατὰ λόγον τῶν ἐσόδων αὑτῶν, ὅπως δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου μειωθῇ ἡ ἀνισοῤῥοπία μεταξὺ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ χρυσοῦ, καὶ ἑπομένως ἐπέλθῃ ἡ ἀνακούφισις τῆς ἀγορᾶς. Ἡ θεωρία ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ βάσιμόν τι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐξαγωγὴ χρυσοῦ κατὰ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ εἰσαγομένου εἶναι ἡ ἀρχικὴ αἰτία τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, ἥτις πιέζει τὴν ἀγοράν. Ἡ τοιαύτη ἀνισοῤῥοπία μεταξὺ τοῦ εἰσαγομένου καὶ τοῦ ἐξαγομένου ποσοῦ χρυσοῦ ἀποτελεῖ μὲν μίαν τῶν αἰτιῶν τῆς νομισματικῆς ἀνισοῤῥοπίας, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τὸ κυκλοφοροῦν ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων ᾖναι ὑπέρτερον τῶν ἀναγκῶν τῶν συναλλαγῶν, ἡ μεγαλειτέρα προσφορὰ αὐτοῦ βεβαίως ἐπάγει ὑποτίμησιν ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν χρυσόν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν μία, ἀλλὰ πλειότεραι τῆς μιᾶς αἰτίαι τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἥ τε ἀνισοῤῥοπία μεταξὺ τοῦ εἰσαγομένου καὶ τοῦ ἐξαγομένου ποσοῦ τοῦ χρυσοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνισοῤῥοπία μεταξὺ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας τῶν συναλλακτικῶν, εὐκταῖον δ’ εἶναι νὰ ἄρῃ τις ἀμφοτέρας τὰς αἰτίας ταύτας, ἀλλ’ ἀμεσώτερον θέλει ἐργασθῆ, ἐὰν ἄρῃ τὴν αἰτίαν τῆς ἀνισοῤῥοπίας μεταξὺ τοῦ εἰσαγομένου καὶ τοῦ ἐξαγομένου ποσοῦ τοῦ χρυσοῦ, ὄχι ἀσχολούμενος ἵνα διδάξῃ τοὺς πολίτας Ἕλληνας, ἵνα δαπανῶσιν ὀλιγώτερον τῶν ἐσόδων αὑτῶν ἢ ἴσον πρὸς τὰ ἔσοδά των, ἀλλ’ ἐνισχύων τὴν ἐγχωρίαν παραγωγήν, διότι, ἐφ’ ὅσον ἐνισχύσῃ τὴν ἐγχωρίαν παραγωγήν, ἐπὶ τοσοῦτον θέλει αὐξήσει τὸν πλοῦτον τῆς χώρας· τοιαύτη δ’ αὔξησις θέλει καταλήξει μικρὸν κατὰ μικρὸν εἰς ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ τοῦ εἰσαγομένου καὶ τοῦ ἐξαγομένου χρυσοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐνίσχυσις τῆς παραγωγῆς τῆς ἐγχωρίας θέλει ἐπιτευχθῆ διὰ τῆς ἐπεκτάσεως καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς, διὰ τῆς ἐνισχύσεως καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς βιομηχανίας, διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς κοινωνικῆς δραστηριότητος κατὰ πάντας τοὺς κλάδους τῆς ἀνθρωπίνης ἐργασίας. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν σώφρονα, τὴν πεφωτισμένην, τὴν ἔμφρονα διοίκησιν. Δὲν εἶναι σώφρων, οὔτε ἔμφρων ἡ διοίκησις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ μόνον τὴν θεραπείαν τῶν πολιτικῶν συμφερόντων τῶν φίλων, καὶ μάλιστα ἐὰν ἐν τῇ θεραπείᾳ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων διαιρῇ τὸ Κράτος εἰς δύο τάξεις, τὴν μὲν κρινομένην ἀναξίαν πάσης προστασίας, τὴν δὲ τιθεμένην ὡς τέκνον ἀγαπητὸν τῶν διοικούντων. Ἡμεῖς βεβαίως ἐσμὲν ἄνθρωποι, καὶ ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει ἡμῶν ὑπάρχουσιν αἱ ἀτέλειαι αἱ ἀνθρώπινοι· ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι κατεβάλομεν μὴ συνήθεις προσπαθείας, ἵνα ἐκριζώσωμεν κακὰς ἐν τῇ διοικήσει ὑπαρχούσας ἕξεις, ἵνα βελτιώσωμεν τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, εἴτε ἀνήκοντα εἰς τὴν τάξιν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, εἴτε ἀνήκοντα εἰς ἄλλας τάξεις· κατεβάλομεν μὴ συνήθεις, λέγω, προσπαθείας, ἵνα ἀποκαταστήσωμεν, ὅσον εἶναι δυνατόν, μείζονα ἰσότητα ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς διοικήσεως. Καὶ ὁμιλῶ πρὸ τὴν πλειονοψηφίαν ταύτην, τῆς ὁποίας τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν ἐνθυμοῦνται, ποσάκις δυσηρεστήθησαν ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ποσάκις εὔλογα αὐτῶν συμφέροντα καὶ εὐλόγους αὐτῶν ἀξιώσεις δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ θεραπεύσωμεν, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶμεν ἀπὸ τοὺς εἰς τὴν ἀντίθετον τάξιν διατελοῦντας. Ἐνθυμοῦμαι τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐνηργοῦντο αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί· δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπῆρξεν ἄλλοτε, τοὐλάχιστον ἐν τῷ κέντρῳ, διοίκησις ἐργαζομένη ἀνενδότως, ἵνα καὶ ἐν ταῖς τάξεσι τῶν ὑπαλλήλων καθάρῃ πᾶσαν τάσιν πρὸς μεροληψίαν ἢ φατριασμόν, καὶ ἐν ταῖς τάξεσι τῶν ἐκλογέων καταστείλῃ πᾶσαν τάσιν πρὸς παράβασιν τῶν νόμων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι οἱ φίλοι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις μοὶ ἀνεκοίνουν δι’ ἐπιστολῶν καὶ τηλεγραφημάτων πληθὺν ἑκάστοτε παραπόνων, ὁμολογῶ δ’ ὅτι ἐν τοῖς πλείστοις εἶχον δίκαιον. Ποῖος ὑπηγόρευεν ἐν ἡμῖν σκοπὸς πάσας ταύτας τὰς προσπαθείας; Δὲν ἔχομεν τάχα καὶ ἡμεῖς πόθον νὰ παρατείνωμεν τὴν ὕπαρξίν μας ἐν τῇ ἀρχῇ; Δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τάχα πόθον νὰ δυνηθῶμεν νὰ πράξωμεν τὸ καλὸν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν; Καὶ τὸ καλὸν βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἐν διαρκείᾳ χρόνου ἑνὸς ἔτους ἢ δέκα μηνῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει. Καὶ ἀφοῦ ἔχομεν τοὺς πόθους τούτους καὶ ἡμεῖς, δὲν ἔχομεν τάχα τὸ συμφέρον νὰ παρέχωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν εἰς τοὺς φίλους ἡμῶν, ἵνα ὦσιν ἔνθερμοι καὶ ἐνθουσιώδεις ὑποστηρικταὶ ἡμῶν; Ἀλλ’ ἔχομεν τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς νὰ ὑποτάξωμεν τὰ συμφέροντά μας ταῦτα, καὶ νὰ συναρμολογήσωμεν ταῦτα μετ’ ἄλλου γενικοῦ συμφέροντος, τοῦ συμφέροντος τῆς ἀποκαταστάσεως διοικήσεως σώφρονος, εὐλαβοῦς πρὸς τὸν νόμον καὶ ὅσον εἶναι δυνατὸν ἴσης. Ἐὰν τοιοῦτόν τι, ἤθελε συντελεσθῆ, ἔστω καὶ βαθμιαίως, προϊόντος τοῦ χρόνου, θέλει ἐπιγείνει ἱκανὴ ἐπικουρία εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς· ἐὰν δὲ ἡ διοίκησις κατασταθῇ μᾶλλον πεφωτισμένη, ἐὰν ἦναι πρόθυμος εἰς τὴν παροχὴν τῆς συνδρομῆς της πρὸς τὴν ἀτομικὴν ἐργασίαν, ἐὰν τὰ μέσα τοῦ δημοσίου ταμείου ἐπαρκῶσι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας τῆς ἐγχωρίου, βεβαίως θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς καὶ ἡ αὔξησις τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ὁμιλοῦσι περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ 1891, καὶ λέγουσιν, ὅσα δὲν ἀποδεικνύουσιν ἄλλο, εἰμὴ τὴν δυσαρέσκειαν, ὅτι δὲν ἐπῆλθε τοιαύτη αὔξησις ἐσόδων, κυβερνώντων ἄλλων καὶ ὄχι ἡμῶν· ἐὰν ὅμως ἤθελέ τις λάβει ἀνὰ χεῖρας τὸν κατάλογον τῶν εἰσπραττομένων κατὰ τόπον καὶ χώραν, καὶ ἔβλεπεν ὅτι ἐν ταῖς πατρίσι τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῶν φίλων αὐτῶν, εἰσεπράχθησαν ἔσοδα πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἰσεπράττοντο κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, δὲν ἤθελε δυνηθῆ ποτε νὰ λάβῃ τὸ θάῤῥος, ἵνα εἴπῃ, ὅτι ἡ διοίκησις φατριάζει, ἢ ὅτι ἡ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν θυσιάζει τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου χάριν κομματικῆς ἐνισχύσεως. Πολύτιμος φίλος μου, ὁ ὁποῖος κατέλιπε τὴν θέσιν του ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἀποδεχθεὶς ἄλλην ἐντολὴν τῶν συνδημοτῶν αὐτοῦ, καὶ ἀναβιβασθεὶς εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Δημάρχου, μοὶ ἔγραψεν ἐπιστολὴν καὶ μὲ ἐπῄνεσε, διότι ἔπαυσα τρεῖς δημοσίους εἰσπράκτορας καὶ ἕνα ὑποταμίαν, καὶ διότι ἐδίωξα ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἓν ἀπόσπασμα ἐκ δέκα πέντε ἀνδρῶν, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ περιφερείᾳ δήμου τινὸς, ἐν ᾧ ἐγένετο δημοτικὴ ἐκλογὴ, ἐξετράπη εἰς πράξεις ἀσεβεῖς πρὸς τὸν νόμον. Καὶ ὁ φίλος μου ἐκεῖνος ἀπώλεσε τὴν δημοτικὴν ἐκλογὴν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, ἀλλ’ ἀνεγνώριζεν, ὅτι αἱ πράξεις μου ἦσαν πράξεις διοικήσεως πεφωτισμένης καὶ σώφρονος, καὶ μολονότι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα διέταξα, συνετέλεσαν ἴσως νὰ ἀπολέσῃ τὴν ἐκλογὴν, μοὶ ἔγραψεν ἐπιστολὴν καὶ μὲ ηὐχαρίστησε, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι οὕτω καὶ αὐτὸς ἐννοεῖ νὰ ὑπηρετῇ ἐν τῷ κόμματι, ὅταν τὸ κόμμα οὕτως ἐφαρμόζῃ τοὺς νόμους. Ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρὸν, ἀλλ’ ἐτέθησαν ἐπὶ τοῦ τάπητος πλεῖστα ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἴσως, ἐὰν ἐπεχείρουν καὶ ταῦτα νὰ ἀνατάμω, καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ἢ γνώμας, ἤθελε βεβαίως ἡ συζήτησις ἐκταθῆ πολὺ περισσότερον· αἱ ἐπιφανεῖσαι ὅμως οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι μοὶ φαίνονται τοσαύτης σπουδῆς, ὥστε πείθομαι, ὅτι, ἐὰν ἐγὼ ἐγινόμην αἴτιος νὰ παρέρχηται ὁ χρόνος ἐν λόγοις, ἤθελον παραλίπει ἢ παραβῆ τὸ καθῆκόν μου. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ περάνω τὸν λόγον, ἂν καὶ πολλὰ εἶχον νὰ εἴπω προσέτι εἰς τὴν Βουλὴν· χρεωστῶ ὅμως νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ περὶ λήψεως μέτρων μετὰ σπουδῆς, ὅπως ἀντιμετωπισθῶσιν οἱ κίνδυνοι οἱ ἐπιφαινόμενοι, καὶ προληφθῶσιν αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας τῶν κινδύνων ἡ ἐπιδρομὴ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ, ἵνα ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς αὐτήν. Ἡ συζήτησις αὐτῶν θέλει δώσει ἀφορμὴν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἐκφέρωσι τὰς ἐπ’ αὐτῶν γνώμας των, καὶ νὰ βελτιώσωσιν, ἐὰν θέλωσι, τὰ προταθέντα νομοσχέδια. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ἑαυτοὺς ἀλαθήτους· εἰμὶ δ’ ἕτοιμος νὰ συζητήσω, καὶ πειθόμενος νὰ ἀποδεχθῶ πᾶσαν, ἣν ἤθελον προβάλει οἱ κύριοι Βουλευταὶ, τροπολογίαν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἐὰν αὕτη ἀποδείκνυται ὑπηρετοῦσα τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους. Ἐὰν π. χ. ἤθελε κριθῆ, ὅτι ἡ προσθήκη δύο δεκατημορίων εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δύναται νὰ ἀποβαίνῃ ἐπαχθὴς εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, διότι ὁ φόρος οὗτος κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἐπίσης ἀπέβη καταθλιπτικὸς, πλὴν τῆς ἀδικίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν ἑαυτῷ, καὶ πλὴν τῆς ἀνισότητος, τὴν ὁποίαν ὡσαύτως ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ, προστατεύων τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας, καὶ ἀφίνων αὐτοὺς ἀφορολογήτους, ἐπιβαρύνων δὲ τοὺς μικροὺς γεωργοὺς, τοὺς διὰ τοῦ ἀροτῆρος βοός των ἐργαζομένους, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ συναινέσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς προσθήκης ἑνὸς ἔτι λεπτοῦ ἢ ἡμίσεως κατ’ ὀκᾶν εἰς τὸν εἰσαγόμενον σῖτον.
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι.
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἐν ἄλλῳ τινὶ νομοσχεδίῳ πρέπει νὰ ἐπενεχθῶσι τροποποιήσεις ἄλλαι, εἴτε κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, εἴτε κατὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ, οὐδαμῶς ἀντιλέγω, ἵνα συζητήσωμεν ὡς ἀδελφοὶ, καὶ ἕκαστος φιλοτιμηθῇ νὰ συμπληρώσῃ καὶ νὰ βελτιώσῃ τὸν ἄλλον. Ἕν μόνον ἐμὲ ἕν διαφέρει, μὲ ἐνδιαφέρει, ἵνα ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, — τί λέγω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν; εὐρυτέρα εἶναι ἡ ἀντιπροσωπεία αὐτῆς,— ἵνα ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος δειχθῇ πρόθυμος νὰ παράσχῃ τὰ μέσα, τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως παρασταθῇ ἡ Ἑλλὰς φερέγγυος, καὶ ὅπως μεταπεισθῶσιν αἱ εὐρωπαϊκαὶ ἀγοραὶ, ὅτι ἡμεῖς οὐδὲ ὑπὸ τῆς ἀνάγκης πιεζόμεθα νὰ μὴ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, οὐδὲ ἐξ ἰδίας προαιρέσεως λησμονοῦμεν ποτὲ τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν αἱ ἐθνικαὶ παραδόσεις μᾶς ἐπιβάλλουσιν. (Εὖγε! εὖγε! παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.