| 1371 | Λ. Δεληγεώργης | Κ. Κωνσταντόπουλος | |||
| 1372 | Δημ. Χατζόπουλος | Θ. Πέῤῥος | |||
| 1373 | Ν. Δ. Μακρῆς | Ο | Ἡλ. Φλέσσας | Ο | |
| 1374 | Χαρίλ. Τρικούπης | ἀρν. | Εὐθ. Σπυράκης | Ο | |
| 1375 | Δ. Σ. Βουλπιώτης | ἀρν. | Κ. Κατσικόπουλος | Ο | |
| 1376 | Γεώργ. Σισμάνης | Ἰω. Ἀντωνόπουλος | Ο | ||
| 1377 | Ἀθ. Ἴσκος | Κ. Καραπάνος | |||
| 1378 | Μιχ. Ἰατρίδης | Ο | Γ. Παχὺς | ||
| 1379 | Ν. Ζῶτος | Ο | Ἀντ. Ζυγομαλᾶς | Ν | |
| 1380 | Ν. Φαρμάκης | Ν. Λεβίδης | Ο | ||
| 1381 | Δ. Πετρίδης | Ο | Δ. Ράλλης | ||
| 1382 | Σπυρ. Νοταρᾶς | Δ. Ν. Καλλιφρονᾶς | |||
| 1383 | Γ. Φαρμακόπουλος | Ο | Ἀλ. Σκουζὲς | Ν | |
| 1384 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Ἀλ. Ρετσίνας | Ν | |
| 1385 | Δημ. Οἰκονόμου | Ο | Α. Συγγρὸς | ||
| 1386 | Ἰω. Δηλιγιάννης | Στ. Δραγούμης | ἀρν. | ||
| 1387 | Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | Ἀλ. Ψύλλας | Ν | ||
| 1388 | Ἡλ. Ποταμιάνος | Ν | Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν | |
| 1389 | Εὐστ. Τουρνάκης | Ν. Φιλάρετος | Ν | ||
| 1390 | Θ. Π. Δηλιγιάννης | ἀρν. | Ν. Μπουφίδης | Ν | |
| 1391 | Θ. Β. Δηλιγιάννης | Ο | Τρύφων Μουτσόπουλος | ||
| 1392 | Π. Μανέτας | Ἀχ. Χοϊδᾶς | |||
| 1393 | Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος | Ἀν. Παπαγιαννακόπουλος | Ο | ||
| 1394 | Χρ. Χρηστόπουλος | Ο | Ἄγγελος Πετραλιᾶς | Ο | |
| 1395 | Φίλιπ. Βάρβογλης | Ο | Ν. Πετιμεζᾶς | ||
| 1396 | Λ. Σταμάτης | Ο | Γεώργ. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| 1397 | Α. Παναγιωτόπουλος | Κ. Κοσσονάκος | |||
| 1398 | Α. Γεροκωστόπουλος | ἀρν. | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | ||
| 1399 | Ν. Κουμανιώτης | Ο | Κ. Σαλταφέρος | ||
| 1400 | Δ. Παυλόπουλος | Ο | Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης | Ν | |
| 1401 | Α. Σπηλιάδης | Στέφ. Κοπανίτσας | Ν | ||
| 1402 | Α. Ζαΐμης | ἀρν. | Ν. Βαρβιτσιώτης | ||
| 1403 | Ι. Ζωγράφος | Ο | Γ. Φιλάρετος | ||
| 1404 | Νικ. Σχινᾶς | Ο | |||
| 1405 | Ἰωάν. Φίλιος | Ο | |||
| 1406 | Α. Κοντόσταυλος | Ἰωάν. Παπαδόπουλος | |||
| 1407 | Α. Πετσάλης | Ν | Νικ. Ριζόπουλος | ||
| 1408 | Π. Γαζέπης | Ο | Νικ. Γεωργιάδης | ||
| 1409 | Π. Λεβέντης | Νικ. Κοκκωσλῆς | |||
| 1410 | Θ. Φλογαΐτης | Δ. Οἰκονομίδης | Ο | ||
| 1411 | Ἀριστ. Χατζηνικολῆς | Ο | Μ. Δάλλας | Ο | |
| 1412 | Γ. Καραβᾶς | Πούλιος Ζαρίμπας | Ο | ||
| 1413 | Λ. Ρώμας | Κ. Κουμουνδοῦρος | ἀρν. | ||
| 1414 | Ρ. Ρώμας | Ἀσημ. Χρηστόπουλος | |||
| 1415 | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ν | Παναγ. Σάκκης | Ο | |
| 1416 | Δ. Στεφάνου | Ν | Κ. Φλέσσας | ||
| 1417 | Ι. Σέχος | Πέτρος Καπετανάκης | Ο | ||
| 1418 | Γ. Θεοτόκης | Κωνστ. Δαγρὲς | Ο | ||
| 1419 | Ε. Τσαρλαμπᾶς | Ο | Εὐστ. Κοκκέβης | ||
| 1420 | Α. Καποδίστριας | Ο | Νικ. Μισυρλῆς | Ο | |
| 1421 | Π. Κωνσταντᾶς | Περικλ. Πεῤῥωτὴς | |||
| 1422 | Π. Βαλαωρίτης | Ν | Δ. Λυμπερόπουλος | Ο | |
| 1423 | Ἀλκίνοος Ζερβὸς | Σ. Σωτηρόπουλος | |||
| 1424 | Α. Ἀγάθος | Ο | Χ. Κανελλόπουλος | ||
| 1425 | Ε. Μπασιᾶς | ||||
| 1426 | Σ. Φορέστης | Ο | Σωτ. Χατζηγάκης | Ο | |
| 1427 | Ν. Βαλσαμάκης | Ο | Δ. Τερτίπης | Ο | |
| 1428 | Ἰω. Βρυώνης | Ο | Βασ. Ἀζᾶς | Ο | |
| 1429 | Ἀναστ. Ζερβὸς | Ο | Ἀπόστ. Βασιαρδάνης | Ο | |
| 1430 | Π. Μαυροκέφαλος | Σπυρ. Γεωργόπουλος | |||
| 1431 | Γιαννούσης Γάκης | ||||
| 1432 | Γ. Μπούμπουλης | Ν. Ταρμπάζης | Ο | ||
| 1433 | Α. Μαυρογορδάτος | Ο | Ἰω. Παλάσκας | ||
| 1434 | Γ. Κόρπας | Νικ. Τσαμαδὸς | ἀρν. | ||
| 1435 | Ν. Συνοδινὸς | Θεόδ. Γκίκας | Ν | ||
| 1436 | Κ. Ἀργυρόπουλος | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | ||
| 1437 | Π. Ταταράκης | Ο | Ν. Χατζῖσκος | Ν | |
| 1438 | Γ. Μαυρομαρᾶς | Ο | Α. Εὐταξίας | Ο | |
| 1439 | Ο. Μαῦρος | Ο | Κ. Τράκας | Ο | |
| 1440 | Κ. Νεγρεπόντης | Ο | Ἀνδρ. Μαρλᾶς | Ο | |
| 1441 | Μ. Δαμιράλης | Ο | Ν. Κοντογιάννης | ||
| 1442 | Δ. Γαβαλᾶς | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ο | ||
| 1443 | Σ. Παγανέλης | Π. Σκουμπουρδῆς | |||
| 1444 | Κ. Μαυρομιχάλης | ||||
| 1445 | Γ. Πετροπουλάκης | Ο | Α. Μ. Κανάρης | Ο |
1891.11.19
1.460 στίχοι · 10.194 λέξεις · 1 πίνακας · 51 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5
Τῆς 19 Νοεμβρίου 1891.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ Προεδρεῖον κατετέθη ἐπερώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Σιμοπούλου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑπομένας πληροφορίας, νὰ προσαγάγῃ δὲ εἰς αὐτὴν συνάμα καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Αʹ. Τίνα ποσὰ κατέθηκεν ὁ ἀνάδοχος τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν κ. E. Rolin πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὧν ἀνέλαβε διὰ τῆς συμβάσεως ὑποχρεώσεων. 1) Εἰς μετρητὰ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. 2) Εἰς χρεώγραφα (ῥητῶς κατονομασθησόμενα) παρὰ τῇ αὐτῇ Τραπέζῃ. 3) Εἰς μετρητὰ καὶ εἰς χρεώγραφα (ἀναγραφησόμενα ὡσαύτως) παρὰ A. Gibbs, καὶ 4) Εἰς ἐγγύησιν τραπεζικήν. Βʹ. Πρώτη χρονικὴ περίοδος, λήγουσα τὸν Ὀκτώβριον 1890. 1) Πόσα εἰσεπράχθησαν ἐκ τόκων τῶν κατατεθειμένων χρεωγράφων ἢ ἐντόκων γραμματίων ἐξ ὑπαρχῆς μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1890. 2) Πόσα ἐπληρώθησαν διὰ διαμέσους τόκους μέχρις Ὀκτωβρίου 1890. 3) Τίς ἡ ὁλικὴ ἀξία τελεσθείσης καὶ πιστοποιηθείσης ἐργασίας μέχρις Ὀκτωβρίου 1890, καὶ ὁπόσαι αἱ γενόμεναι ἐξ αὐτῆς κρατήσεις· ἤτοι: αʹ) Λόγῳ κρατήσεως 10% δι’ ἐγγύησιν ὑπὲρ τοῦ ἔργου. βʹ) Ὁμοίως 20% ὑπὲρ τῆς ἐγγυήσεως Delloy γʹ) Ὁμοίως 2% ὑπὲρ τῶν διαμέσων τόκων. δʹ) Ὁποῖον τὸ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον 1890 διαθέσιμον ὑπόλοιπον δι’ ἔργα καὶ τόκους, εἴτε εἰς χρεώγραφα, εἴτε εἰς μετρητά. Γʹ. Δευτέρα χρονικὴ περίοδος, λήγουσα τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1891. 1) Πόσα εἰσεπράχθησαν ἐκ τόκων κατατεθειμένων χρεωγράφων ἢ ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1890 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1891. 2) Πόσα ἐπληρώθησαν διὰ διαμέσους τόκους κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα. 3) Εἰς ὁποῖον ποσὸν ἀνέρχονται οἱ τόκοι, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπήλλαξε τὸν ἀνάδοχον ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ ἀπὸ 20 Μαΐου 1891 Β. Διάταγμα.—Οἱ τόκοι οὗτοι διακριθήσονται εἰς δύο περιόδους, ὧν ἡ πρώτη μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν, ὡς ἐκ τῆς γενομένης πληρωμῆς τόκων, ἐπραγματοποιήθη ἡ ἐγκριθεῖσα διὰ τοῦ ἀνωτέρω Β. Δ. ἀπαλλαγή, ἡ δὲ δευτέρα μέχρι τῆς 28 Φεβρουαρίου 1892, μέχρι τῆς ὁποίας παρετάθη ἡ πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου προθεσμία. 4) Τίς ἡ ὁλικὴ ἀξία ἐκτελεσθείσης καὶ πιστοποιηθείσης ἐργασίας ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1890 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1891, διακρινομένων κατὰ ποσὸν τῶν γενομένων κρατήσεων δι’ ἐγγύησιν ὑπὲρ τοῦ ἔργου, δι’ ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς ἐγγυήσεως Delloy καὶ δι’ ἐγγύησιν ὑπὲρ τῶν μεσολαβούντων τόκων; 5) Πλὴν τῶν ἀνωτέρω κρατήσεων ἐκ 10%, 20% καὶ 2%, ἐπεβλήθη ἐν τῇ δευτέρᾳ ταύτῃ χρονικῇ περιόδῳ ἑτέρα κράτησις; Ὁποῖον δὲ τὸ ἐκ τῆς κρατήσεως ταύτης προκύψαν ποσόν; 6) Τίνων τμημάτων τοῦ περὶ οὗ πρόκειται σιδηροδρόμου ἐγένετο ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ ἡ εἰς δημοσίαν χρῆσιν παράδοσις, καὶ ἂν ἐγένετο τῶν τμημάτων τούτων ὁριστικὴ παραλαβὴ κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ ἐγγράφου τῶν ὑποχρεώσεων. 7) Ἀπεδόθη εἰς τὸν ἀνάδοχον, καὶ ὁποῖον ποσὸν ἐκ τῶν γενομένων κρατήσεων; Δʹ. Ὁπόσον εἶναι νῦν τὸ διαθέσιμον ὑπόλοιπον δι’ ἔργα καὶ τόκους, ποῦ ὡρισμένως εἶναι τοῦτο κατατεθειμένον, καὶ εἰς τίνα χρεώγραφα; Εʹ. Τίνα, καὶ ἀκριβῶς ὁποῖά εἰσι τὰ μήπω εἰσέτι ἐκτελεσθέντα ἔργα πρὸς πλήρη τοῦ ἔργου ἀποπεράτωσιν, ἤτοι πρὸς τὴν εἰς δημοσίαν χρῆσιν παράδοσιν αὐτοῦ, τίς δὲ ἡ ὑπολογιζομένη ἀξία αὐτῶν; Ϛʹ. Κατὰ τίνα ἐποχὴν ὁ τραπεζικὸς Βελγίου οἶκος Delloy προῆλθεν εἰς στάσιν πληρωμῶν; Ἂν, καὶ πότε ὡρισμένως, ἐκηρύχθη οὗτος εἰς πτώχευσιν; Ζʹ. Τὸ ἀπὸ 21 Ἰουλίου 1891 Β. Διάταγμα περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς Τραπέζης τῆς Βιομηχανικῆς Πίστεως τῆς Ἑλλάδος ὡς ὑποκαταστάτου τοῦ ἀναδόχου ἐξετελέσθη; Ἐν ἀποφατικῇ περιπτώσει, τίνα τὰ παρεμβληθέντα πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ κωλύματα; Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πρὸς τὸ εἰρημένον διάταγμα σχετιζόμενα ἔγγραφα. Ηʹ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προκαλέσῃ παρὰ τῆς Γαλλικῆς ἐκ μηχανικῶν ἀποστολῆς καὶ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ἐπὶ τῶν κατ’ αὐτῆς ἀπευθυνομένων αἰτιάσεων διὰ δημοσιευθέντος φυλλαδίου, ἰδίᾳ δὲ ὡς πρὸς τὸ κανονίσαν τὰς πληρωμὰς barème, τὸ ὑπ’ αὐτῆς συνταχθέν.»
§3Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πληροφορίας τινὰς ζητῶ καὶ ἐγὼ δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου, ἣν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§4ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§5ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως ἔκδοσιν τῶν τελευταίων ἀστυνομικῶν κανονισμῶν, καὶ ἰδίως: 1) τὴν ἀπὸ 26 Σεπτεμβρίου (9 Ὀκτωβρίου) 1888 ἐγκύκλιον τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Αἰγύπτου Ζουλφικὰρ–πασσᾶ μετὰ τῶν τεσσάρων παραρτημάτων’ 2) τὴν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔκθεσιν τοῦ πολιτικοῦ ἐν Αἰγύπτῳ πράκτορος κ. Ἀναστ. Βυζαντίου πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον’ 3) τὰς ἀπὸ 18|30 Ἰανουαρίου 1889 καὶ ἀπὸ 19|31 Ἰανουαρίου 1890 δηλώσεις τοῦ πολιτικοῦ ἐν Αἰγύπτῳ ἡμετέρου πράκτορος’ 4) τὴν ὑπὸ τοῦ Μικτοῦ Ἐφετείου ἐκδοθεῖσαν γνωμοδότησιν περὶ τῶν κανονισμῶν, καὶ 5) τὰ κείμενα τῶν ἀστυνομικῶν κανονισμῶν: αʹ) περὶ δημοσίων καταστημάτων, βʹ) περὶ ληξιαρχικῶν βιβλίων, γʹ) περὶ ἐνασκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος, καὶ δʹ) περὶ φαρμακείων.»
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς εἰσηγήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1892.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προσεχοῦς ἔτους 1892, τὸν ὁποῖον εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν, παρουσιάζει ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 156,720.22, διότι τὰ μὲν ἔξοδα αὐτοῦ προσδιωρίσθησαν εἰς 98,552,760.22, τὰ δὲ ἔσοδα εἰς 98,396,040. Συμβαίνει νὰ μὴ ἐπαληθεύωσι πάντοτε οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουσιν οἱ προϋπολογισμοὶ, ἄλλοτε μὲν, διότι τὰ προσδιορισθέντα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔξοδα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀπεδείχθησαν ἀνώτερα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἄλλοτε δὲ, διότι εἴτε δὲν ἐβεβαιώθησαν πάντα τὰ ἔσοδα, εἴτε τὰ βεβαιωθέντα δὲν εἰσεπράχθησαν. Διὰ τοῦτο αἱ ἔκτακτοι καὶ αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπήνεγκον πάντοτε μεγάλην ἀλλοίωσιν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, οἵτινες ἐνεγράφησαν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς. Προσδοκῶ, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 γένηται μετὰ τῆς φειδοῦς καὶ τῆς φροντίδος, τῆς προσηκούσης εἰς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ ἀναπληρωματικαὶ ἢ αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις, αἵτινες θέλουσι προταθῆ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, δὲν θέλουσιν ἐπιφέρει τοιαύτην σημαντικὴν ἀλλοίωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, θέλουσι δὲ προταθῆ τοιαῦται, μόνον ἐὰν ἤθελον προκύψει ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας δὲν εἶχον προΐδει οἱ συντάξαντες τὸν προϋπολογισμὸν, εἴτε αὐτοτελεῖς, εἴτε ἀνάγκαι κατ’ ἐπέκτασιν τῶν προβλεφθεισῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔλεγον χθὲς περὶ ἐξόδων, καὶ παρέστησα τὴν οἰκονομίαν, ἡ ὁποία ἐφήδρευσε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ὑπεσχέθην μάλιστα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ποιήσωμαι ἀναδρομήν τινα ἐρευνητικὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐννεαετίαν. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἐκτελέσω τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγράφει ἔξοδα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ 2,066,736, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀνέγραφε 2,247,042, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 ἀνήρχετο εἰς 2,263,154· ὥστε κατὰ μὲν τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν περιώρισε τὰ ἔξοδα κατὰ 16,113, κατὰ δὲ τὸ ἐνεστὸς ἔτος περιώρισε ταῦτα κατὰ 180,306 δραχμάς. Ὅθεν ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 συνίσταται εἰς 196,418 δραχμάς. Ἀνατρέχων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐτῶν 1882 μέχρι τοῦ 1885, καὶ ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τοῦ 1890, οὐδένα προϋπολογισμὸν εὑρίσκω προσδιορίσαντα εἰς ὀλιγώτερον ποσὸν τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Μόνην ποιοῦμαι ἐξαίρεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, ὁ ὁποῖος εἶχε προσδιορίσει τὰ ἔξοδα εἰς 2,084,915.49, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ὑπερβαίνει ἢ κατὰ 18,179.49 μόνον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ ἔτους 1892. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 ἀνεβίβασε τὰ ἔξοδα εἰς 2,193,252, ἤτοι κατὰ 75,000 περισσότερα τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 προσδιορισθέντων. Ὡσαύτως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 προσδιώρισε τὰ ἔξοδα εἰς δραχμὰς 2,570,740, ἤτοι κατὰ 504,016 ὑπὲρ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892. Οὕτως εἴχομεν μεταξὺ τοῦ 1882 καὶ 1883 αὔξησιν ἐξόδων κατὰ 252,031.59, μεταξὺ δὲ τοῦ 1883 καὶ τοῦ 1884 ἐπῆλθε νέα αὔξησις κατὰ 377,488. Καὶ αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον συνέταξα ἐγὼ, διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, μὲ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλον πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, καὶ αὐτὸς, λέγω, προσδιώρισε τὰ ἔξοδα εἰς 2,120,654, ἤτοι εἰς ποσὸν ὑπερβαῖνον κατὰ 54,118 τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 ἀναγραφὲν ποσόν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους 1886, τὸν ὁποῖον ἐπίσης εἶχον συντάξει ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχε περιορίσει τὰ ἔξοδα εἰς 1,940,965 δραχμὰς, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐποιησάμην μόνον ἐπὶ τέσσαρας μῆνας, οἱ διάδοχοι δ’ ἐμοῦ κατὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς χρήσεως, προσετέθησαν πιστώσεις 272,838, καὶ ἑπομένως ἀνεβιβάσθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ 1886 εἰς 2,213,803, ἤτοι κατὰ 147,067 περισσότερα ὅσων ἀνέγραφεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐμελέτησε μετ’ ἐπιστασίας καὶ τὴν γνώμην τῆς περαιτέρω ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων διὰ μειώσεως τῶν μισθῶν τῶν ἐν τῇ ἐξωτερικῇ ὑπηρεσίᾳ λειτουργούντων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτῆς δὲν ἐνίσχυσεν αὐτὸν εἰς τοιοῦτον ἐγχείρημα, καὶ διὰ τοῦτο περιώρισε τὰς μειώσεις τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον πρὸς ὑμᾶς. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ μὲν τὸ 1890 εἶχεν ἀνέλθει εἰς 5,143,262.20, κατὰ δὲ τὸ 1891 εἰς 5,111,676.40. Ἑπομένως εἶχεν ἐπενεχθῆ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 μείωσις τῶν ἐξόδων κατὰ 31,585.80. Ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891 εἶχον ἀναγραφῆ προσθῆκαι πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας, ἤτοι δραχμῶν 23,400 δι’ αὔξησιν μισθοῦ δεκατριῶν ἀρεοπαγιτῶν, δραχμῶν 4,800 δι’ αὔξησιν μισθοῦ τοῦ προέδρου καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, δραχμῶν 3,600 δι’ αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τοῦ ἀντιπροέδρου καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ δραχμῶν 14,400 διὰ τὴν προσθήκην δύο ἀρεοπαγιτῶν, διὰ τῶν προσθηκῶν δὲ τούτων προσετίθεντο ἔξοδα δραχ. 46,200, ἡ καταδειχθεῖσα ἄνω ἐλάττωσις δὲν ἦτο ἁπλῆ οἰκονομία δραχμῶν 31,585.80, ἀλλὰ οἰκονομία δραχμῶν 77,785:80. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 ἐπηνέχθησαν καὶ περαιτέρω ἐλαττώσεις. Καὶ ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 εἶχεν ἀναγράψει ἔξοδα ἐκ δραχμῶν 5,111,676.40, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 περιώρισε ταῦτα εἰς 4,888,316, ἤτοι ἔλαττον κατὰ δρ. 223,360.40. Ἐὰν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσῃ τις εἰς τὰς ἐλαττώσεις, τὰς ἐπενεχθείσας διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, θέλει συναγάγει, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δύο ἐτῶν ἠλάττωσαν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ 254,946.20, εἰ καὶ ἀνεγράφησαν ἐν αὐτῷ ἥ τε αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου καὶ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων. Ἐὰν ἀναδράμωμεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, θέλομεν εὕρει μεγάλην διαφορὰν μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1882 καὶ 1883· διότι, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς 4,141,959.87, τῇ προσθήκῃ δὲ ἀναπληρωτικῆς τινος πιστώσεως ἐκ 10,000 δραχμῶν, εἰς 4,151,957.87, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 περιώρισε τὰ ἔξοδα κατὰ δραχμὰς 398,673.87. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1884 ἀνεβίβασε πάλιν τὰ ἔξοδα εἰς 4,020,321, καὶ διὰ τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων εἰς δραχμὰς 4,285,860, ἤτοι 533,574 δρ. ὑπὲρ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1883, τοῦ ἀμέσως προηγηθέντος. Ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν δύο ἑπομένων ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ἀνεκόπη ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοζον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἠλαττώθησαν αὖθις. Καὶ κατὰ μὲν τὸ 1885 ὁ εἰσαχθεὶς προϋπολογισμὸς παρέστησεν αὐτὰ εἰς 3,946,267, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1886 προσδιωρίσθησαν ταῦτα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς 3,856,150, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν τοῦ 1885 κατὰ 60,117. Μετὰ τὴν περίοδον ὅμως ταύτην, κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1887 προσδιωρίσθησαν ταῦτα εἰς 3,978,952, μετὰ τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 73,000, ἤτοι ὑπὲρ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1866 κατὰ δραχ. 122,802, κατὰ δὲ τὸ 1888 εἰς δραχ. 4,720,183, καὶ μετὰ τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 384,000 εἰς δραχ. 5,104,183. Ἐκ τοῦ ποσοῦ ὅμως τούτου δέον νὰ ἀφαιρεθῶσι δραχμαὶ 1,173,408, ὅσαι εἶχον περιληφθῆ διὰ τὰς φυλακὰς τῶν καταδίκων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ προηγηθὲν ἔτος, διότι ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ διοίκησις τῶν φυλακῶν μετηνέχθη κατὰ τὸ 1888 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ θέλουσιν ὑπολειφθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὰ κυρίως ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δραχ. 3,930,775, ἤτοι ὀλιγώτερον τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ προηγηθέντος ἔτους κατὰ δραχ. 48,177. Καὶ κατὰ τὸ 1889 δὲ διὰ μὲν τοῦ προϋπολογισμοῦ προσδιωρίσθησαν τὰ ἔξοδα εἰς δραχ. 4,843,790, διὰ τῶν χορηγηθεισῶν ὅμως πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 380,686.83 ἀνεβιβάσθησαν εἰς δραχμὰς 5,224,476.83. Ἄν δ’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, ὅσα ἀφηρέθησαν καὶ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ προηγηθέντος ἔτους διὰ τὰ ἔξοδα τῶν ὑπαχθεισῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης φυλακῶν τῶν καταδίκων, ἤτοι δραχμαὶ 1,173,408, θέλουσιν αὖθις ὑπολειφθῆ δραχ. 4,051,068.83, ἤτοι περισσότεραι τῶν ἐξόδων τοῦ 1888 κατὰ δραχμὰς 120,293.83. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοσοῦτον ἐπολλαπλασιάσθη κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, ἕνεκα τῆς κινήσεως, ἥτις ἐδόθη εἰς τὴν κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, καὶ τῆς ἀναπτύξεως, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τῆς τε ταχυδρομικῆς καὶ τῆς τηλεγραφικῆς, ὥστε μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἀπέβαινεν ἐντελῶς ἀσύμφορον, τὰ μάλα δ’ ἐπιζήμιον εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἐὰν ἐξηκολούθει νὰ λειτουργῇ οὕτως, ὡς ὑπῆρχον νομοθετημένα τὰ κατ’ αὐτήν. Κατὰ τὸ 1889 ἐδαπανήθησαν εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ εἰς ἄλλα μὴ συνήθη δημόσια ἔργα 9,392,144.65, τὰ δὲ δαπανώμενα διὰ τὴν τηλεγραφικὴν καὶ ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν ἀνῆλθον, κατὰ μὲν τὸ 1884 εἰς 2,508,620, κατὰ δὲ τὸ 1888 εἰς 2,153,336. Τοσαύτη διαχείρισις χρηματικὴ μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶναι ἀξία ἰδίας ἐπιστασίας, ἰδίας ἐπιτηρήσεως καὶ ἐλέγχου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον, ἵνα κατασταθῇ βεβαιοτέρα ἡ ἐπιτήρησις καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τούτων, διότι ἡ ἀνάγκη, ἵνα ἐκτελῶνται τὰ ἔργα καὶ κατασκευάζωνται δεόντως καὶ ἐπαρκῶς, τυγχάνει πολλῷ μεγαλειτέρα. Αἱ περιπλοκαὶ δὲ καὶ αἱ περιπέτειαι, εἰς τὰς ὁποίας κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐξετέθη ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμων τινῶν, ἐκύρωσαν τὴν πεποίθησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν, διευθύνας ἐπ’ ὀλίγας μῆνας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχον ἀποκτήσει. Διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι ἤθελον προσφέρει ὑπηρεσίαν, ἐὰν παρεκάλουν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ στέρξῃ, ἵνα σχηματισθῇ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἓν ἴδιον Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς συγκοινωνίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο τῆς συγκοινωνίας, ὡς συνέῤῥαψα τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ, θέλει περιλαμβάνει τὴν τηλεγραφικὴν, τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τὴν τηλεφωνικὴν ὑπηρεσίαν, ἑπομένως τὸν ὀργανισμὸν, τὴν διοίκησιν, τὴν ἐπιστασίαν καὶ τὰ τῆς βελτιώσεως καὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας. Θέλει περιλαμβάνει τὰ τῆς θαλασσίας συγκοινωνίας, ἑπομένως τὰ περὶ συστάσεως ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν, τὰ περὶ ἐπιτηρήσεως τῆς ἀτμοπλοΐας, τὰ περὶ ἐπεκτάσεως τῆς θαλασσίας συγκοινωνίας, εἴτε διὰ συνεννοήσεως μετ’ ἄλλων ἀλλοδαπῶν ἑταιριῶν, εἴτε δι’ ἐπεκτάσεως τῶν ἐσωτερικῶν γραμμῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Θέλει περιλαμβάνει τὰ τῆς διὰ ξηρᾶς συγκοινωνίας, ἑπομένως τὰ τῆς ὁδοποιΐας, τὰ τῆς γεφυροποιΐας, τὰ τῆς κατασκευῆς λιμένων, τὰ τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμων. Θέλει περιλαμβάνει προσέτι καὶ τὴν φροντίδα περὶ ἱδρύσεως τῶν καταστημάτων ἐκείνων, ἐν οἷς δύνανται νὰ προπαρασκευάζωνται τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀπολύτως χρήσιμα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν εἰρημένων ὑπηρεσιῶν. Διὰ τοῦτο συνέταξα νομοσχέδιον περὶ σχηματισμοῦ τοῦ νέου τούτου Ὑπουργείου, τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ νέου Ὑπουργείου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σήμερον εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ προστιθέμενον Ὑπουργεῖον θέλει λάβει τὴν θέσιν τοῦ πέμπτου, ἤτοι μετὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὴν τάξιν μεταξὺ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Ἡ ἐσωτερικὴ ὑπηρεσία αὐτοῦ θέλει διαιρεθῇ εἰς δύο μεγάλους κλάδους, τοῦ ἑνὸς τῶν ὁποίων θέλει προΐσταται ὑπάλληλος, ἔχων βαθμὸν καὶ μισθὸν Γενικοῦ Γραμματέως, ὡς Διευθυντὴς τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τῆς τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας, τοῦ δὲ ἄλλου κλάδου θέλει προΐσταται ὑπάλληλος, ὁ Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων, ὑπὸ τὸν ὁποῖον θέλει λειτουργεῖ πᾶσα ἡ ἄλλη ὑπηρεσία τῆς κατασκευῆς δημοσίων ἔργων. Ἑπομένως αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι θέλουσι προστεθῆ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, θέλουσι περιορισθῆ μόνον εἰς τὸν μισθὸν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ δύο κλητήρων καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ καταστήματος, καὶ εἰς τὸν μισθὸν δύο ἢ τριῶν ἄλλων ὑπαλλήλων. Οὕτω τὸ μὲν προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ νῦν ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων, θέλει μετενεχθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, τὸ δὲ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ νῦν ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλει ἀποτελέσει τὸ προσωπικὸν τοῦ δευτέρου κλάδου τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Ἀλλὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 συνέταξα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας, ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ οὐχὶ ὀκτώ. Ἐπειδὴ δὲ προτείνω διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν σύστασιν ὀγδόου Ὑπουργείου, συνέταξα ἴδια φύλλα προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα ἐτυπώθησαν, φύλλα προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, ὡς θέλει μεταβληθῆ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ προϋπολογισμοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα θέλουσι διανεμηθῆ μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892. Οὕτω, ἐὰν δὲν ἤθελε προφθάσει ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου τούτου, θέλει ἐπιψηφισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὁ ὁποῖος περιεδέθη εἰς ἓν τεῦχος· ἐὰν δὲ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὰ φύλλα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ κανονίζοντα τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλουσιν ἀντικατασταθῆ διὰ τῶν φύλλων τῶν ἐντύπων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα συνέταξα καὶ συνυποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ μελέτη ὅμως τῶν περὶ τούτων μοὶ ἀπεκάλυψεν ἄλλην ἀνάγκην. Δέκα καὶ ἓξ νόμοι ὑπάρχουσι, κανονίζοντες τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν. Εἷς μὲν εἶχεν ἐκδοθῆ τὸ 1859, εἷς εἶχεν ἐκδοθῆ κατὰ τὸ 1861, πέντε εἶχον ἐκδοθῆ κατὰ τὸ 1882, ἑπτὰ εἶχον ἐκδοθῆ κατὰ τὸ 1887, καὶ δύο εἶχον ἐκδοθῆ κατὰ τὸ 1889. Ὅσοι δὲ δὲν εἶχον ἔργον ἀποκλειστικὸν τὴν μελέτην τῆς ταχυδρομικῆς νομοθεσίας ἤθελον αἰσθανθῆ βεβαίως τὴν ἀνάγκην τοῦ νήματος τῆς Ἀριάδνης, ἵνα διέλθωσι τὸν κυκεῶνα τοῦτον τὸν νομοθετικόν. Ὑπέλαβον λοιπὸν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι χρησιμώτατον τὸ ἔργον τῆς κωδικοποιήσεως τῶν νόμων τούτων, καὶ διὰ τοῦτο συνέταξα ἓν νομοσχέδιον, ἐν ᾧ περιέλαβον πάσας τὰς διατάξεις τῶν δεκαἕξ εἰρημένων νόμων, τὰς ὁποίας ἔκρινα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μεταβάλῃ ἡ Βουλή. Εἰσήγαγον δὲ καί τινας μεταβολὰς ἐπὶ τῶν ὑπαρχουσῶν διατάξεων, προστιθεὶς εἰς ταύτας καὶ διατάξεις τινὰς, ἀναγομένας εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας. Τὸν νόμον τοῦτον ὡσαύτως εἰσάγω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ δὲ ἐπρόκειτο περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ νεοσχηματιζομένου Ὑπουργείου, ὑπέλαβον ὅτι προσῆκεν εἰς ἐμὲ μᾶλλον νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, καὶ οὐχὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη δὲν ἤθελεν εἶσθαι πλήρης, ἐὰν δὲν συνετελεῖτο τοιαύτη καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου κλάδου τοῦ νέου Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Διὰ τοῦτο πρὸ πολλοῦ ἠσχολήθημεν εἰς τὴν κωδικοποίησιν καὶ τῶν νόμων, τῶν κανονιζόντων τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐσωτερικοῦ κλάδου. Ἡ κωδικοποίησις δὲ αὕτη διατελεῖ νῦν εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς ἐπεξεργασίας καὶ μελέτης. Οὕτω δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον μετά τινας ἑβδομάδας θέλομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν, θέλουσι συγκεντρωθῆ ἐν ἑνὶ νόμῳ πᾶσαι αἱ διατάξεις τῶν ἰσχυόντων νόμων περὶ δημοσίων ἔργων, θέλουσιν εἰσαχθῆ καί τινες διατάξεις, κριθεῖσαι χρήσιμοι, καὶ θέλει συμπληρωθῆ καὶ ὁ κῶδιξ τοῦ κλάδου τούτου τοῦ νέου Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ὡς ἔφθην εἰπών, εἰς τὸ νέον Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἀνήκει καὶ ἡ φροντὶς περὶ ἱδρύσεως τῶν διδακτικῶν καταστημάτων, ἐν οἷς θέλουσι παρασκευάζεσθαι τὰ ὄργανα, τὰ τεταγμένα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπήχθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει κατηρτισμένη ἡ Σχολὴ τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν, ἐλήφθη φροντὶς, ἵνα μεταβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς αὐτῆς, ὅπως διὰ προσθήκης μὲν μαθημάτων τινῶν κατασταθῇ αὕτη καὶ σχολὴ προπαρασκευαστικὴ διὰ τοὺς εἰσαγομένους εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν μαθητὰς, ἀφοῦ τὸ Πρακτικὸν Λύκειον δὲν ἐφάνη ἐπιτυχὸν, διὰ τῆς προσθήκης δὲ τῆς διδασκαλίας ἄλλων τινῶν μαθημάτων νὰ κατασταθῇ καὶ σχολὴ πρὸς κατασκευὴν τῶν τηλεγραφικῶν ἐργαλείων καὶ μηχανημάτων, ὅπως μὴ ἀναγκαζώμεθα νὰ προμηθευώμεθα ταῦτα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τέλος διὰ τῆς προσθήκης τῆς διδασκαλίας δύο ἢ τριῶν μαθημάτων δασολογίας καὶ δασονομίας νὰ προπαρασκευάζηται ἐν αὐτῇ καὶ ἑτέρα κατηγορία ὀργάνων τῆς διοικήσεως, τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τούτου ὁ λόγος, πρὶν ἢ προχωρήσω εἰς τὴν περαιτέρω ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγα περὶ τῶν δασῶν. Κατά τινα σημείωσιν στατιστικὴν, τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν γραφείων τοῦ Ὑπουργείου ἐπορίσθην, κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἔλαβον χώραν 605 ἐμπρησμοὶ δασῶν, καταστρέψαντες 391,320 στρέμματα δασῶν, καὶ προξενήσαντες ζημίαν ἐκ δραχμῶν 3,405,141, συνέβησαν δὲ καὶ ἄλλα ἀνομήματα ἐν τοῖς δάσεσι, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ἀνῆλθεν εἰς 3,332, ἐξ ὧν ἐπῆλθε ζημία ἑτέρα ἐκ δραχ. 1,137,835. Κατὰ τὸ 1888 οἱ ἐμπρησμοὶ τῶν δασῶν περιωρίσθησαν εἰς 589, περιωρίσθη ὡσαύτως καὶ ἡ ἔκτασις, ἡ καταστραφεῖσα ἐξ αὐτῶν, εἰς 221,493 στρέμματα, ἑπομένως καὶ ἡ ζημία περιωρίσθη εἰς δρ. 1,228,964. Ἀλλὰ τὰ ἄλλα δασικὰ ἀνομήματα ἀνῆλθον εἰς 4,196, ἐπενεγκόντα καὶ ταῦτα ζημίαν ἐκτιμηθεῖσαν εἰς δρ. 1,607,420. Κατὰ τὸ 1889 ἐπὶ μᾶλλον περιωρίσθησαν αἱ πυρκαϊαί, περιορισθεῖσαι εἰς 112 μόνον, καταστρέψασαι ἐκτάσεις 11,714 στρεμμάτων καὶ ἐπενεγκοῦσαι ζημίαν 880,277 δραχμῶν, συνέβησαν δὲ καὶ 4,033 ἀνομήματα, ἐπενεγκόντα ζημίαν δραχμῶν 358,554. Κατὰ δὲ τὸ 1890 ἀνεβιβάσθησαν πάλιν εἰς 121 οἱ ἐμπρησμοί, ἡ ἔκτασις τῶν στρεμμάτων εἰς 121,067, ἡ ζημία εἰς 4,743,060 καὶ τ’ ἄλλα ἀνομήματα εἰς 811, ἡ δὲ ἐκ τούτων ζημία εἰς δρ. 298,710. Ἡ στατιστικὴ αὕτη πληροφορία ἐνδείκνυσιν, ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ νῦν λειτουργοῦσα διοίκησις τῶν δασῶν. Καὶ ὄντως πρὸ πολλοῦ τὰ δάση δὲν διοικοῦνται. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν ὑπῆρχον ὑπάλληλοι, ὀνομαζόμενοι δασονόμοι, καὶ ὑπηρέται τινὲς, ὀνομαζόμενοι δασοφύλακες, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδὲ οἱ δασονόμοι ἐγνώριζον, τί ἔπρεπε νὰ πράξωσιν, οὐδὲ οἱ δασοφύλακες, πῶς ἔπρεπε νὰ συντηρῶσι τὰ δάση. Συνήθως δὲ περιέπιπτον εἰς τοὺς πειρασμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἀμάθεια ὠθεῖ τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ καταχρήσεις συνέβαινον τῇ συμπράξει καὶ τῇ γνώσει αὐτῶν. Κατὰ τὸ 1877 ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης, ὁ ὁποῖος ἤλπισεν, ὅτι, ἂν ἀντικαθίστα τὸ σύστημα, ἤθελεν ἐξασφαλίσει τὰ δάση ἀπὸ ἐμπρησμῶν. Ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης λοιπὸν ἐπρότεινεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ αὕτη ἐψήφισεν, ὅπως ἡ φυλακὴ τῶν δασῶν ἀνατεθῇ εἰς τοὺς χωροφύλακας· ἀλλὰ καὶ οἱ χωροφύλακες, ἂν καὶ ἦσαν περισσότερον παρεσκευασμένοι ἐν τῇ τάξει καὶ ἐν τῇ πειθαρχίᾳ, περισσότερον ἢ ἡ τάξις τῶν δασοφυλάκων, ὀλίγον συνετέλεσαν εἰς τὴν φυλακὴν τῶν δασῶν, τὸ μὲν διότι ἴσως ἦσαν ὀλίγοι, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ διότι διετέλουν ἐν ἀγνοίᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν διετέλουν ὡς πρὸς τὰ τῶν δασῶν καὶ οἱ δασοφύλακες πρὸ αὐτῶν, διὰ τοῦτο καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν χωροφυλάκων πλεῖστοι συνέβησαν ἐμπρησμοὶ κατὰ τὰ τελευταῖα τέσσαρα ἔτη. Ἀλλὰ πλὴν τῆς φυλακῆς τῶν δασῶν ἀνάγκη νὰ κανονίσωμεν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δασῶν· λέγω ἀνάγκη, διότι μετὰ τὴν σιδηροδρομικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας ἡ ἀνάγκη τῆς ξυλείας ἐπολλαπλασιάσθη, εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον ὁ πόθος πρὸς τὸ κέρδος νὰ συντελέσῃ καὶ οὗτος εἰς ὑλοτομίας ῥαγδαίας, δι’ ὧν ἤθελεν ἐπέλθει ἐπίσης τῶν δασῶν ἡ καταστροφή. Διὰ τοῦτο ἐπείσθην, ὅτι ἦτο ἤδη καιρὸς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ κλάδου τούτου τῆς διοικήσεως, καὶ νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει ἐξασκεῖσθαι ἡ ἀστυνομία τῶν δασῶν, καθ’ ὃν θέλουσι διοικεῖσθαι ταῦτα, καθ’ ὃν θέλει γίνεσθαι ἡ διαχείρισις καὶ ἐκμετάλλευσις αὐτῶν καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῶν κτητόρων τῶν δασῶν καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς χώρας καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι πᾶσα αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ἂν γένηται ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, θέλει ἐπιφέρει αὔξησιν ἐξόδων, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὰ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς προκύψοντα ἔσοδα, οὐ μόνον θέλουσι καλύψει τὰ προστεθησόμενα ἔξοδα, ἀλλὰ θέλουσι καὶ αὐξήσει ἐπαισθητῶς τὴν ἐνεστῶσαν ἐκ τῶν δασῶν πρόσοδον τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἐκ 40 ἄρθρων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὡς εἶπον ὑμῖν πρὸ μικροῦ, καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατεβλήθη πᾶσα προσπάθεια, ἵνα τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ 1892 προσδιορισθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 εἶχεν ἀναβιβάσει αὐτὰ εἰς 5,966,160, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 περιορίζει ταῦτα κατὰ 275,834. Ἐπειδὴ εἶπον πρὸ μικροῦ, νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ὅσα λέγω περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναφέρονται πάντοτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, τὸν συνταχθέντα κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, καὶ οὐχὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ σχηματισμοῦ ἑτέρου Ὑπουργείου, διότι τότε τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μειοῦνται κατὰ μέγα ποσόν, οἱ δὲ δύο προϋπολογισμοὶ δὲν θέλουσιν ὑπερβῆ, εἰμὴ κατά τινας χιλιάδας δραχμῶν, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν νῦν εἰσαγόμενον. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσσωτερικῶν κατὰ τὸ 1891 εἶχεν ἀναγράψει ἔξοδα 5,966,160, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο ὑπέρτερον τοῦ ἀναγραφέντος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 κατὰ 1,079,059. Ἡ μεγάλη αὕτη διαφορὰ προήρχετο, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 δὲν εἶχε περιλάβει πάσας τὰς ἀνάγκας ἐπαρκῶς, οὗ ἕνεκα ἐπῆλθεν ἀνάγκη ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, δι’ ὧν ἐπετεύχθη μεγίστη ἀλλοίωσις. Τοσαύτας δ’ ὑπέστη ἀλλοιώσεις, ὥστε τὸ ὅλον τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἐχορηγήθησαν ἐπὶ τοῦ προυπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἀναβιβάζονται εἰς 405,400, ἑπομένως, ἐὰν ἐκ τῶν 1,079,059 ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν τοῦτο, ἡ αὔξησις τοῦ 1891 περιορίζεται εἰς 673,659, ἐξ ὧν 318,200 δραχμαὶ προσετέθησαν ἕνεκα τῆς ἐκ νέου συστάσεως τῶν ἐπαρχείων, 251,000 διὰ τὰ ἔξοδα τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, καὶ 394,234 διὰ δημόσια ἔργα, πλὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον περιληφθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ προστεθέντα ταῦτα ποσὰ ἀνέρχονται εἰς δρ. 963,434, μόνον κατὰ 673,659 ὑπερέβησαν τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891 ἀναγραφέντα ἔξοδα τὸ ποσὸν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 ἀναγραφέντων. Ποιούμενος τὴν αὐτὴν ἀναδρομὴν καὶ ἐπὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1890, παρατηρῶ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 ἀπαιτεῖ ἰδίαν ἀνάλυσιν καὶ ἰδίαν ἐξέτασιν, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης τότε νομισματικῆς μεταβολῆς, μεθ’ ἣν ὑπολογίζονται πλέον τὰ ἔξοδα εἰς δραχμὰς νέας ἀντὶ παλαιῶν, ἐπειδὴ δ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1882 ἀνεγράφησαν τὰ ἔξοδα εἰς παλαιὰς δραχμὰς, θέλει εἶσθαι ὀχληρὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ τῆς ἐρεύνης τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882. Ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως τοῦ 1883 ἀνεβίβασε τὰ ἔξοδα εἰς 6,551,453.89, ἐχορηγήθησαν δὲ πιστώσεις δραχμῶν 6,366,864, καὶ ἐπειδὴ ἔμειναν ἀδιάθετοι πιστώσεις δραχ. 6,671,675.29, τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 περιωρίσθησαν εἰς 6,246,642.60. Ἐξ αὐτῶν πρέπει ν’ ἀναγράψωμεν ὡς ἔκτακτα ἔξοδα, γενόμενα διὰ μὲν τὰς φυλακὰς καὶ τοὺς καταδίκους, 608,613.21, διὰ τοὺς φάρους καὶ φανοὺς 129,297.04, δι’ ἀλλοδαποὺς μηχανικοὺς 178,829.06, δι’ ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων 16,065.90, διὰ σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν 141,851.21, καὶ διὰ τοὺς ζημιωθέντας ἐκ τῶν σεισμῶν τῆς Χίου 45,202.06, τὸ ὅλον δραχ. 1,119,858.48. Ἑπομένως τὰ κυρίως ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ 1883 ἀνῆλθον εἰς 5,126, 784.12. Κατὰ τὸ 1884 δ’ ἀνεγράφη ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, ὅτι ἐδαπανήθησαν 6,912,065.60, ἀλλ’ ἐκ τούτων πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν 1,023,335.72 δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας, ἤτοι διὰ φυλακὰς καὶ καταδίκους 878,206.27, εἰς φάρους καὶ φανοὺς 98,915.30, εἰς ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων 38,136.04 καὶ διὰ σιδηροδρόμους 8,078.11. Ὑπελείφθη δὲ ὡς δαπανηθὲν διὰ τὰς κυρίας ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτεριτῶν ποσὸν δραχ. 5,888,719.88. Κατὰ τὸ 1885 ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τῆς 7 Ἀπριλίου, καὶ ἄλλοι συνέταξαν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886. Καὶ ὁ μὲν προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 περιώρισε τὰς κυρίας δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου εἰς 5,362,813.88, ἤτοι κατὰ 525,906 ὀλιγώτερον τοῦ προηγουμένου ἔτους, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 κατέληξεν εἰς 5,861,433. 28. Κατὰ τὴν δευτέραν δὲ περίοδον, τὴν ἀρχομένην κατὰ τὸ 1887, ἐδαπανήθησαν 8,546,512.82, ἐκ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἔκτακτα ἔξοδα δραχ. 3,510, 033.58, οὕτω δὲ αἱ κυρίως δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου περιωρίσθησαν εἰς 5,036,479.24, κατὰ δὲ τὸ 1888 ἐδαπανήθησαν 6,415,479.90, ἐκ τῶν ὁποίων, ἐὰν ἀφαιρεθῶσιν 1,694,357.25 ὡς ἔκτακτα ἔξοδα, ὑπολείπεται ὡς δαπάνη κυρία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ποσὸν δραχ. 4,721,122.65. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὰ ἔξοδα εἶχον προσδιορισθῆ κατὰ τὸ 1890 εἰς 3,224,430, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων εἶχον ἀναβιβασθῆ εἰς 3,445,861.81, διὰ δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 ἀνεβιβάσθησαν κατὰ 139,986.44, διότι προσδιωρίσθησαν εἰς 3,585,848.25. Κατὰ τὸ 1892 ὅμως τὰ ἔξοδα περιωρίσθησαν εἰς 3,216,412, ἤτοι κατὰ 369,436.25 ὀλιγώτερα τῶν προσδιορισθέντων κατὰ τὸ προηγηθὲν ἔτος. Ἐὰν δὲ παραβάλητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892 πρὸς τὸν τοῦ 1890 τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὁ τοῦ 1892 παριστᾷ ἐλάττωσιν 229,449. Περιελήφθησαν ἐν τούτοις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 δαπάναι ἐκ τῆς χειροτονίας 5 ἀρχιεπισκόπων καὶ τριῶν ἐπισκόπων, καὶ μετηνέχθησαν προσέτι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν αἱ πιστώσεις ὑπὸ τὸν τίτλον «ἐξωτερικαὶ ἐκπαιδευτικαὶ δαπάναι», διότι ἐκρίθη, ὅτι ἁρμόζουσι περισσότερον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν ἀκολουθήσω τὴν αὐτὴν μέθοδον τῆς ἐρεύνης καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, θέλω διέλθει τὰς δύο περιόδους, τῶν ὁποίων ἐποιησάμην μνείαν πρὸ μικροῦ. Κατὰ τὴν πρώτην περίοδον ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ τὸ 1882 δρ. 3,279,790, κατὰ δὲ τὸ 1883 ἐδαπανήθησαν 3,479,753, ἤτοι 199,963 περισσότερον. Κατὰ δὲ τὸ 1884 ἡ πραγματοποιηθεῖσα δαπάνη ἀνῆλθεν εἰς δρ. 3,977,531, ἤτοι κατὰ 497,778 ὑπὲρ τὰς δαπάνας τοῦ προηγουμένου ἔτους. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὡς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὡς μετεβλήθη κατόπιν διὰ τῶν πιστώσεων, προσδιώριζε τὴν δαπάνη εἰς μικρότερον ποσὸν κατὰ 821,697 τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, τὰ δ’ ἔξοδα τοῦ 1886 ἀνῆλθον μετὰ τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων εἰς 3,184,073, ἤτοι ηὐξήθησαν ὑπὲρ τὸ δαπανηθὲν κατὰ τὸ 1885 ποσὸν κατὰ 28,239. Ἡ δευτέρα περίοδος, ἡ ἀπὸ τοῦ 1887 ἀρχομένη, παριστᾷ κατὰ μὲν τὸ 1887 αὔξησιν κατὰ 5,040 δρ. ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1886, κατὰ δὲ τὸ 1888 αὔξησιν 34,314, ἐν παραβολῇ αὖθις πρὸς τὸ 1886. Κατὰ τὸ 1889 ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μετὰ τῶν πιστώσεων δρ. 3,189,837 καὶ 90|00, ἤτοι ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1886 περισσότερα κατὰ 5,764.90. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν οὐδόλως διαφέρει ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀναγράφει δὲ δαπάνην περισσοτέραν 220,000 ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν σιτηρῶν, ἥτις ἐπήνεγκε τὴν ἀναγραφὴν μεγαλειτέρας πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τῆς τροφῆς τοῦ στρατοῦ κατὰ δραχ. 640,000. Ἕνεκα τούτου τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπερέβη τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ τοῦ 1891 κατὰ 220,222.62 μόνον, εἰ καὶ προσετέθη, ὡς εἴρηται, πίστωσις 640,000, διότι ἄλλων δαπανῶν ἐπηνέχθησαν ἐλαττώσεις. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαφέρῃ ἀπὸ τὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, διότι ἀμφότεροι συνετάχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νῦν ἰσχύοντος στρατολογικοῦ νόμου· θέλει δὲ μεταβληθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν μεταβληθῇ ἡ νομοθεσία, ἡ κανονίζουσα τὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Δὲν παρέλιπον νὰ προβῶ εἰς τοιαύτην μελέτην, ἀλλὰ καὶ ἄλλας ἐποιησάμην ἐρεύνας ἐν τῇ καθόλου λειτουργίᾳ τοῦ στρατοῦ, τὸ πόρισμα τῶν ὁποίων κατέδειξεν, ὅτι τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δέονται βελτιώσεως· καὶ δέονται βελτιώσεως κατὰ θεσμοὺς, ἀλλὰ δέονται βελτιώσεως καὶ κατὰ ὑλικόν. Δὲν πρέπει νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ βελτιώσεων τῶν τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰ πρόσωπα, διότι ἡ λειτουργία τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἀρκεῖ νὰ θεραπεύσῃ πᾶσαν τοιαύτην ἀνάγκην, ὁσάκις ἤθελε παρασταθῆ. Ἡ βελτίωσις κατὰ θεσμοὺς, ὡς καὶ ἡ βελτίωσις κατὰ ὑλικὸν ἀπαιτοῦσι δαπάνας, ἡ δὲ νομοθετικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ μελετήσῃ ἐμβριθέστερον τὰ περὶ τούτου, ἵνα δυνηθῇ νὰ παρασκευάσῃ τὰ μέσα, τῶν ὁποίων εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη, ὅπως ἐπιτευχθῶσιν αἱ περὶ ὧν εἴρηται βελτιώσεις τοῦ στρατοῦ κατὰ θεσμοὺς καὶ κατὰ ὑλικόν. Ὁμιλῶν δὲ περὶ ὑλικοῦ, δὲν ἐννοῶ μόνον ἐφόδια πολέμου, ἤτοι ἐφόδια πυροβολικοῦ ἢ ἐφόδια πεζικοῦ, ἐννοῶ προσέτι καὶ οἰκοδομὰς στρατιωτικὰς, στρατιωτικὰ κτίρια. Καὶ ἔχομεν ἀνάγκην στρατώνων, διότι σύστημα καθολικῆς στρατολογίας ἄνευ στρατώνων εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ αἰσίως καὶ ἐπιτυχῶς· ἔχομεν δ’ ἀνάγκην καὶ ἀποθηκῶν, διότι ὑλικὸν στρατοῦ ἄνευ ἀποθηκῶν ὑπόκειται εἰς φθορὰς, τὰς ὁποίας αἱ καλαὶ ἀποθῆκαι καὶ ὁ ἐντελὴς ὀργανισμὸς αὐτῶν δύνανται νὰ προλάβωσιν. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην καὶ νοσοκομείων, καὶ πρὸ παντὸς κεντρικοῦ νοσοκομείου ἐν τῇ Πρωτευούσῃ, τοῦ ὁποίου ἡ οἰκοδομὴ κατὰ τοὺς νεωτέρους κανόνας τῆς ἐπιστήμης δὲν πρέπει νὰ βραδύνῃ, διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, ἡ φροντὶς περὶ τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ δὲν δύναται νὰ κριθῇ πλήρης. Ἀλλὰ, μεθ’ ὅσα γνωρίζετε περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου, ἠθέλετε μὲ κρίνει τὰ μάλιστα τολμηρὸν, ἐὰν ἐπρότεινα νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν παραπλησία δαπάνη, ἴσως δ’ ἠθέλετε ἀρνηθῆ μετὰ λόγου τὴν χορηγίαν τοιούτων πιστώσεων, ἐν ὅσῳ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται, εἰς ἣν περιῆλθον κατάστασιν. Διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι ὀφείλω νὰ παρακαλέσω τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ προνοήσῃ περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου, προοριζομένου διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Καὶ δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἀναγκῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι καὶ τὸ Ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος πολλὰς ἔχει ἀνάγκας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ πληρώσῃ, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ ἀφήσῃ ἔκθετα εἰς φθορὰν καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου φθειρόμενα καὶ ἀπολλύμενα τὰ τρία θωρηκτὰ, διὰ τὰ ὁποῖα δεκάδας ἑκατομμυρίων πρὸ μικροῦ ἐδαπάνησε. Καὶ ἐγὼ μὲν δὲν στεροῦμαι τοῦ θάῤῥους νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἤθελον ἴσως αὐξηθῆ κατά τι τὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι πείθομαι, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτά εἰσιν ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖα. Πρέπει ὅμως νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου οὕτως, ὥστε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ σχηματίσῃ ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θέλει εἰσφέρει πρὸς πλήρωσιν τοιούτων ἀναγκῶν, δὲν θέλουσι δαπανηθῆ εἰς ἄλλας κοινὰς ἀνάγκας, διότι τοιοῦτόν τι θέλει βεβαίως ἀποθαῤῥύνει αὐτὸν, καὶ θέλει τὸν καταστήσει ὀκνὸν καὶ φειδωλὸν περὶ τὴν εἰσφορὰν τῶν χρημάτων του. Πρὸ πολλοῦ λοιπὸν ἠσχολήθην πρὸς παρασκευὴν τοιούτου νομοθετήματος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ συστηθῇ εἰδικὸν ταμεῖον, ἀποκλειστικῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον προοριζόμενον, νὰ κανονισθῶσι δὲ τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ ταμείου τούτου οὕτως, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ διαχείρισις τῶν χρημάτων τούτων, νὰ κατασταθῇ δὲ ἀδύνατον, τὰ χρήματα ταῦτα νὰ διατεθῶσιν εἰς ἄλλας ἀνάγκας, διὰ τοῦ ὁποίου τέλος πάντων νὰ παρασχεθῶσι τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος, εἰς ἡμᾶς, εἴτε εἰς τοὺς διαδόχους ἡμῶν, οἱοιδήποτε ἂν ἦναι, ἵνα σπεύσωσι νὰ πληρώσωσι τὰ μεγάλα κενὰ, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν ἐγένοντο πλέον καταφανῆ. Καὶ δὲν ἔχω μὲν πρόχειρον καὶ παρεσκευασμένον ἤδη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα εἰσαγάγω αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐλπίζω ὅμως ἐντὸς ἑβδομάδων τινῶν νὰ καταθέσω τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἔκρινα δὲ, ὅτι ὤφειλον ἀπὸ τοῦδε νὰ προειδοποιήσω αὐτὴν περὶ τούτου, καὶ νὰ ἱκετεύσω αὐτὴν νὰ μελετήσῃ μετ’ ἐπιστασίας καὶ προθυμίας τοιοῦτον νομοθέτημα, τὰ δὲ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου νὰ λησμονήσωσι τὴν πολιτικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν τυχὸν ἀνήκουσι, νὰ μὴ ἀποβλέψωσιν εἰς κόμματα, οὐδ’ εἰς πλειοψηφίας ἢ μειοψηφίας, ἀλλ’ ὡς μέλη τοῦ Ἑλληνισμοῦ νὰ προνοήσωσι περὶ τῆς τύχης αὐτοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀνέγραψε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τούτου δαπάνας 5,563,683 δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶχον ἀναγραφῆ δαπάναι δραχ. 6,022,698, αἱ ἐλαττώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπηνέχθησαν τῶν ἐξόδων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 459,015. Ἐπειδὴ δὲ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 εἶχε προσδιορίσει τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου εἰς δρ. 4,911,784, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 εἶχεν αὐξήσει αὐτὰ κατὰ 1,110,000, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 περιορίζει αὐτὰ κατὰ 459,000. Κατὰ τὸ 1892 ἐπερατώθη ἡ ναυπήγησις τῶν τριῶν θωρηκτῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἐναυπηγοῦντο ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλ’ ἐὰν ἔπαυσεν ἡ πρὸς ναυπήγησιν δαπάνη, ἤρχισεν ὅμως ἡ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν. Καὶ κατὰ μὲν τὸ 1891 εἶχεν ὀργανωθῆ σύστημα συντηρήσεως καὶ διοικήσεως τῶν πλοίων, τὸ ὁποῖον δὲν ἠκολουθήσαμεν κατὰ τὸ 1892. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ 1891 ἐκ τῶν νέων τριῶν θωρηκτῶν τὰ δύο ἔμειναν ἐν ἐφεδρείᾳ μὲ δύναμιν ἠλαττωμένην κατὰ τὸ ἥμισυ τῆς ἐν ἐνεργείᾳ ὀργανικῆς, κατὰ τὴν συνοδεύουσαν τὸν προϋπολογισμὸν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἐτάσσετο δὲ ἐν ἐνεργείᾳ μόνον ἓν, ὅπως διὰ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ καταρτίζωνται τὰ πληρώματα τῶν δύο ἄλλων, οὕτως ὥστε ἕκαστον τῶν τριῶν θωρηκτῶν νὰ τελῇ ἐν ἐνεργείᾳ ὡρισμένον χρόνον τοῦ ἐνιαυτοῦ· κατὰ τὸ 1892 ὅμως καὶ τὰ τρία θωρηκτὰ πλοῖα θέλουσι διατελεῖ ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ τὰ πληρώματα αὐτῶν κατ’ ἀριθμὸν θέλουσι παριστᾷ δύναμιν ἠλαττωμένην τῆς δυνάμεως, ἥτις θεωρεῖται ἀναγκαία διὰ τὰ ἐν ἐνεργείᾳ πλοῖα· διὰ τοῦτο ἐπετεύχθη ἡ οἰκονομία, περὶ τῆς ὁποίας εἶπον. Ἀλλ’ ὡς ἀνέφερα πρὸ μικροῦ, ἐκτὸς τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας θεραπεύει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892, ὑπάρχουσι πολλαὶ ἄλλαι ἀνάγκαι, ἐπικείμεναι καὶ ἀνυπέρβλητοι, τὰς ὁποίας ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἥκιστα θεραπεύει, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ θεραπεύσῃ· ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁπλισμοῦ τῶν πλοίων, ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνανεώσεως λεβήτων πολλῶν πλοίων, ὑπάρχει ἴσως ἀνάγκη κατασκευῆς καταδρομικῶν πλοίων. Περὶ πάντων δὲ τούτων τῶν ἀναγκῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλέψῃ ὁ τακτικὸς προϋπολογισμός. Ἑπομένως ἀνεβλήθη πᾶσα περὶ τούτων πρόνοια μέχρι τῆς περατώσεως τοῦ εἰδικοῦ ταμείου· ἐπειδὴ δὲ τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, κατὰ τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, ἐὰν τοῦτο ψηφισθῇ, οἷον ἤθελον προτείνει αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, ἅμα σχηματισθὲν, θέλει ἔχει περιουσίαν τινὰ, εἰδικῶς προοριζομένην διὰ τὸ ναυτικόν, νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου θέλει γενῇ δυνατὸν, εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις περὶ ἐκτάκτων δαπανῶν πρὸς πλήρωσιν καὶ θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψεν ἔξοδα καὶ οὗτος ὀλιγώτερα τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 ἀνεβίβαζε τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν εἰς 59,730,581, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 περιώρισεν αὐτὰ εἰς 59,107,999.60, ἤτοι ἐπήνεγκεν ἐλαττώσεις ἐξόδων κατὰ 622,581.40. Μεταβολὴ οὐσιωδεστέρα, ἥτις προβάλλεται ἐν τῇ διοικήσει τῶν οἰκονομικῶν, εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἄλλην περίοδον τοῦ χρόνου, ὅτε εἴχομεν κληθῆ εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐπροβάλομεν εἰς αὐτὴν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε ψηφισθῆ, καὶ τὸ ὁποῖον εἶχε λειτουργήσει ἐπί τινας μῆνας· τὸ σύστημα τοῦτο προβάλλομεν αὖθις εἰς τὴν Βουλὴν μετά τινων τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἐπηνέγκομεν, διότι κατέδειξεν ἡμῖν αὐτὰς ὡς ἀναγκαίας ἡ κατὰ τοὺς ὀλίγους μῆνας, καθ’ οὓς ἐφηρμόσθη, ἀποκτηθεῖσα πεῖρα. Δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν, ἐσχημάτισα, ὅτι τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἐπὶ πλέον. Δὲν ἐξετάζω αὐτὸ, ἐὰν ἦναι σύστημα κατάλληλον πρὸς φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, δὲν ἐξετάζω τὸ σύστημα, ἐὰν δι’ αὐτοῦ ἐπιβάλλεται φόρος καταναλώσεως ἴσος εἰς πάντας τοὺς πολίτας, οὐδ’ ἐξετάζω, ἐὰν τὸν φόρον τοῦτον δὲν ἐπιβαρύνῃ δι’ ἐξόδων ὑπερβαλλόντων, οὐδ’ ἐξετάζω τὸ σύστημα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς χρηστότητος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ τὴν λειτουργίαν τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας· ἀλλ’ ἐξετάζω αὐτὸ ἁπλῶς ὡς σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται νὰ εἰσαχθῶσι χρήματα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ὡς σύστημα τοιοῦτον κρίνω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ πλέον. Ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1890 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους τὰ ἔσοδα ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν κοπτηρίων κατέπεσαν κατὰ τριακοσίας καὶ πλέον χιλιάδας δραχμῶν. Ἀπὸ δὲ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1891 κατέπεσαν ἐπὶ μᾶλλον, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1890, κατὰ ποσὸν ἴσον καὶ πλέον. Καὶ ἂν ἤθελε λειτουργήσει τὸ σύστημα τοῦτο κατὰ τὸ 1892, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἤθελε μειωθῆ ἔτι μᾶλλον τὸ ἔσοδον τοῦ δημοσίου ταμείου.... Ἀλλὰ διατὶ λέγω ταῦτα πρὸς ὑμᾶς; Ὑμεῖς πάντες, πλὴν ὀλίγων, κατοικεῖτε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, πάντες γνωρίζετε, ἐὰν ὅλοι φορολογῶνται διὰ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν κοπτηρίων. Ἐγὼ ἐπεσκέφθην τὴν Ἄμφισσαν κατὰ τὸ 1889, πάντες δ’ ἐκεῖ μὲ ἐβεβαίουν, ὅτι ἠγνόουν τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ μήπως τὸ συμβαῖνον ἐν Ἀμφίσσῃ δὲν συμβαίνει ἐν Γόρτυνι ἢ ἐν Μαντινείᾳ, ἐν Λακεδαίμονι ἢ ἐν Γυθείῳ, ἐν Αἰτωλίᾳ ἢ Ἀκαρνανίᾳ, καὶ πανταχοῦ τοῦ Κράτους; Δὲν φορολογοῦνται, εἰμὴ μόνον οἱ πληθυσμοὶ ὀλίγων πόλεων, τῶν πολυπληθεστέρων. Ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς πόλεσι ταύταις εἰσήχθη τὸ λαθρεμπόριον, ἡ δὲ λαθρεμπορία ὠργανώθη κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ δρακοντείους ποινὰς, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν κοπτηρίων ἀπέτυχεν ἐντελῶς, εἰκάζω δὲ, ὅτι καὶ ἐὰν ἄλλοι ἀνθ’ ἡμῶν ἐκυβέρνων, δὲν ἤθελον ἐξακολουθήσει νὰ ἐμπιστεύωνται εἰς τοιοῦτον σύστημα ἐσόδου τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐσόδου ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ προσβλέπῃ μετὰ προσοχῆς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παρά τισι πολιτικοῖς ἀνδράσιν ἐσχηματίσθη γνώμη, ὅτι ἁρμόζει πρὸς φορολογίαν τοῦ καπνοῦ ἡ ἵδρυσις μονοπωλίου. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι κατὰ πάντων τῶν μονοπωλίων. Τυγχάνω Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ στέργω τὰ ὑπάρχοντα μονοπώλια, διότι ἱδρύθησαν διὰ νόμου, καὶ διότι παρεχωρήθησαν εἰς ἐγγύησιν δανείου. Ἐὰν ἠδυνάμην νὰ ἐξοφλήσω τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, βεβαίως ἤθελον καταργήσει τὰ μονοπώλια. Ἀλλὰ, μολονότι τοιαύτην ἔχω γνώμην περὶ μονοπωλίων, δὲν λησμονῶ, ὅτι δὲν ἀνήκω κατὰ τὴν ὥραν ταύτην εἰς σχολὴν ἐπιστημονικὴν ἢ θεωρητικὴν, ἀλλ’ ὅτι ὀφείλω νὰ ἦμαι πρακτικὸς, καὶ πρακτικοὶ πρέπει νὰ ἦναι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι τολμῶσι νὰ ζητήσωσι νὰ κυβερνῶσι τοὺς συμπολίτας των. Ἐὰν λοιπὸν δι’ ἱδρύσεως μονοπωλίου καπνοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσω ἔσοδον ἄξιον λόγου εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἦτο δὲ δυνατὸν συγχρόνως νὰ ἐξασφαλίσω τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ, ἵνα μὴ καταστρέψω τάξιν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τῆς βιομηχανίας, πιθανὸν νὰ ἔστεργον τὸ μονοπώλιον, ἀλλὰ νὰ στέρξω τὸ μονοπώλιον ἐκτελούμενον δι’ ἑταιρίας, οὐχὶ δὲ διὰ τοῦ Κράτους, οὐχὶ διὰ τῆς διοικήσεως. Ἡ ἑταιρία ἤθελεν ἀναλάβει νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς παραγωγοὺς διὰ τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον παράγουσιν, ἤτοι ἤθελεν ἀναλάβει ὄχι μόνον τὴν φροντίδα τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ ἐν τῷ Κράτει, ἀλλὰ καὶ τὴν τοῦ ἐμπορίου τοῦ καπνοῦ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ. Τοιαύτη πρότασις δέν μοι ἐγένετο· ἐὰν μοὶ ἐγίγνετο, δὲν ἤθελον ἀποκρούσει αὐτὴν κατ’ ἀρχὴν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἰμὶ κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῶν μονοπωλίων, ἀλλ’ ἤθελον καταλίπει τὴν γνώμην μου, καὶ ἤθελον ἐξετάσει, ἐὰν ἡ πρότασις συμφέρῃ εἰς τοὺς παραγωγοὺς, ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὸ κοινόν. Ἀφοῦ δὲ δὲν προέκειτο περὶ μονοπωλίου καπνοῦ, κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα κατὰ τὸ 1885, καὶ τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη τότε καὶ ἐλειτούργησεν ὀλίγους μῆνας. Τὴν γνώμην, ἣν περὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἐξηγῶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐδήλωσα πρὸ πέντε ὡσαύτως ἐνιαυτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἴσως δ’ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀναμιμνήσκονται τῶν λεχθέντων τότε, καὶ κρίνουσιν, ὅτι τὴν αὐτὴν ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω γνώμην, ἣν καὶ τότε. Ἐκ τῶν ἄλλων ἐσόδων τοῦ Κράτους τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς Ναξίας σμύριδος δύο ἤδη ἔτη ἀργεῖ, ὁ δὲ νόμος, ὅστις εἶχε ψηφισθῆ κατὰ τὸ 1890, ὡς καὶ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1891, δὲν ἐλειτούργησαν. Καὶ ἐγένετο μὲν ἀπόπειρά τις πρὸς λειτουργίαν αὐτῶν, διότι παρεχωρήθησαν ποσά τινα σμύριδος εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, ὅπως αὕτη φροντίσῃ περὶ πωλήσεως αὐτῶν, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐπελθόντα δὲν εἶναι ἄξιον νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο προτείνω νομοθέτημα ἴδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου δίδοται ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τίνων ὡρισμένων βάσεων νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκποίησιν τῆς σμύριδος. Ἀλλὰ πρὸ πολλοῦ ἐσχηματίσθη πεποίθησις ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅτι δύο φόροι, ἵνα μὴ εἴπω τρεῖς, λειτουργοῦσι πλημμελῶς. Ἐσχηματίσθη ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ φόρος περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι φόρος ἄδικος· ἀλλὰ πλὴν τῆς ἀδικίας, ἡ ὁποία ἔγκειται ἐν αὐτῷ, καὶ ἄλλη προστίθεται ἀδικία, ἡ ἐκ τῆς ἀνισότητος, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται. Ὡσαύτως, ὅτι ὁ φόρος τῶν ζώων κατὰ τὴν βεβαίωσιν ἀποβαίνει τὰ μάλιστα καταθλιπτικός, διότι συναντᾷ τὸν ποιμένα ἢ τὸν κτηνοτρόφον ἐπὶ τοῦ ὄρους ἢ ἐπὶ τῆς ἐρήμου κοιλάδος, αὐτὸς δ’ ἐκεῖ ἐγκαταλείπεται ἕρμαιον ἐσχάτου τινὸς ὑπηρέτου τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος ἐνετάλη νὰ βεβαιώσῃ τὸν φόρον, καὶ ὁ ὁποῖος μετέρχεται ἐξ ἀθεμίτου ἰδιοτελείας πᾶν μέσον, ἵνα καταθλίψῃ τὸν δυστυχῆ φορολογούμενον. Καὶ περὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου πολλὰ ἠκούσθησαν παράπονα, ἐπειδὴ δὲ ἡ χώρα εἶναι ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην οἰνοφόρος, τῆς ἀμπελοφυτείας δὲ ἡ ἐπαύξησις καὶ αἱ ἐλπίδες, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι, περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς καταναλώσεως τοῦ γλεύκους, καθιστῶσι τὴν βιομηχανίαν ταύτην σχεδὸν κοινὴν εἰς πάντας τοὺς πολίτας, πάντες βαρυθυμοῦσι κατὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου καὶ ἰδίως κατὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν διατάξεων ἐκείνων, διὰ τὰς ὁποίας εὐθυνόμεθα πάντες, τῶν ὁποίων δ’ ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ προλάβωσιν, ἤτοι νὰ καταστείλωσι τὰς ὑπεκφυγὰς τῶν φορολογουμένων. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔχω προχείρους προτάσεις πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν τριῶν τούτων φόρων, διότι δὲν ἀρκεῖ ἡ μελέτη τῶν ἐλαττωμάτων καὶ τῶν πλημμελειῶν τῶν φορολογικῶν νόμων, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται μελέτη ἐμβριθὴς περὶ τῶν διατάξεων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων αὐτοὶ θέλουσιν ἀντικατασταθῆ, ἡ δὲ ἀπαιτουμένη ἐμβρίθεια πρέπει νὰ ἦναι μεγίστη κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, διότι, ἐὰν ἤθελεν ἐπέλθει μικρά τις ἀποτυχία, ἡ ἀποτυχία θέλει ἐπηρεάσει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, πᾶς δὲ τοιοῦτος ἐπηρεασμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου ἤθελε χειροτερεύσει τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τῆς πατρίδος ἡμῶν. Εἶναι ἐνδεχόμενον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου ταύτης, ἐὰν ἐξακολουθήσω νὰ διοικῶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος, νὰ δυνηθῶ νὰ ἀπασχολήσω καὶ αὖθις τὴν Βουλήν, ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ συγχωρήσῃ ἐν ἐμοὶ τὴν ἀτολμίαν, τὴν ὁποίαν ἰδίως μοὶ ἐπιβάλλουσιν ὡς καθῆκον ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβαρύνεται τὸ Κράτος. Ἔχω ὅμως νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας εὐχαρίστους, ὡς πόρισμα μελετῶν, ἀτελῶν μὲν, ἀλλὰ θετικῶν πλέον. Αἱ γενόμεναι ἐν Μώλῳ καὶ ταῖς ἄλλαις παρακειμέναις νήσοις περὶ τῆς βαρυτίνης μελέται, τῶν ὁποίων ἔναρξιν ἐποιήσατο ὁ ἐμὸς προκάτοχος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, κατέληξαν εἰς εὐχάριστα πορίσματα. Ὁ ἐμὸς προκάτοχος κατήρτισε προσωπικὸν εὐάριθμον, ὅσον τὰ μέσα ἐπέτρεπον, ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸ τὴν ἔρευναν καὶ μελέτην τῶν μερῶν ἐκείνων, καὶ ἀγρύπνως ἐπετήρει τὰς ἐνεργείας καὶ ἐργασίας αὐτοῦ· μετεκάλεσε μάλιστα καὶ ἐξ Εὐρώπης μεταλλουργὸν ἢ μεταλλευτήν. Ὅταν ὁ ἐμὸς συνάδελφος ἐνέκρινε νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ διεδέχθην αὐτὸν, τὴν δευτέραν ἡμέραν ἐδέχθην εἰς ἀκρόασιν τὸν Γάλλον μεταλλευτὴν ἢ μεταλλουργόν. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐκεῖνος προφορικῶς μοὶ ἐξέθηκε, μικρὸν διαφέρουσι τῶν γραφέντων ὑπ’ αὐτοῦ ἐν τῇ γραπτῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι αὐτοῦ δὲν ἤρκουν, διὰ νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ μεταλλεύματος τούτου, διότι ἀνεγνώριζε μὲν, ὅτι ὑπάρχει ἡ μεταλλοῦχος χώρα, ἀλλὰ τὸ μετάλλευμα κατήγγελλεν ὡς πενιχρὸν ἐν τῇ περιεκτικότητι αὐτοῦ καὶ ὡς ὀλίγον καὶ ἐσπαρμένον ἐπὶ τῆς νήσου. Αἱ μελέται ὅμως, αἵτινες ἐγένοντο ὑπὸ ἄλλων, πρὸς τοῦτο ἀποσταλέντων ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου, δὲν παρήγαγον τοιαῦτα πορίσματα· ἐξ ἐναντίας ἐξαγγέλλουσιν, ὅτι καὶ μετάλλευμα ὑπάρχει ἀφθονώτατον καὶ ἡ περιεκτικότης αὐτοῦ τυγχάνει πλουσιωτάτη. Καὶ ἐγὼ μὲν εὗρον ἐργαστήριόν τι χημικὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε παρασκευάσει ὁ ἐμὸς προκάτοχος, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ἐγίνοντο χημικαὶ ἀναλύσεις τοῦ μεταλλεύματος, καὶ διεγινώσκετο ἡ περιεκτικότης αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὑπέλαβον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῶ εἰς τὰς μελέτας ἐκείνας, συνενοήθην δὲ διὰ τοῦτο μετὰ τοῦ διοικοῦντος τὴν ἑταιρίαν τοῦ Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, καὶ οὗτος προθύμως ἔσπευσε νὰ μοὶ δώσῃ τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ, καὶ οὕτω παρεσκεύασα ἄλλην τινὰ ἐκεῖ χημικὴν ἀνάλυσιν πρὸς ἔλεγχον καὶ ἐπαλήθευσιν τῶν γενομένων ἐν τῷ χημικῷ ἐργαστηρίῳ, τῷ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ συστηθέντι. Καὶ ἐκεῖθεν δὲ καὶ ἐντεῦθεν αἱ ἐξαγγελλόμεναί μοι πληροφορίαι εἰσὶ τὰ μάλιστα εὐχάριστοι. Δέν μοι μένει δὲ, εἰμὴ ἡ μελέτη περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔδει νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς ἐκκαμίνευσιν ἢ πρὸς παρασκευὴν τῆς ἐκκαμινεύσεως τοῦ μεταλλεύματος τούτου, εἰς τὸ στάδιον δὲ τοῦτο μετέβην πρό τινων ἡμερῶν. Ἐὰν μοὶ παρασχεθῶσιν ἐκ τῶν μελετῶν ἐπαρκῆ φῶτα, ὥστε νὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα περὶ τῆς διαθέσεως ἢ ἐκκαμινεύσεως τοῦ μεταλλεύματος, βεβαίως θέλω σπεύσει νὰ τὸ πράξω μετὰ χαρᾶς. Εἰς τὴν Βουλὴν ὅμως θέλω ὑποβάλει μετά τινας ἡμέρας νομοθετήματα περὶ κανονισμοῦ τῆς διαθέσεως δύο ἄλλων ὀρυκτῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι, τὸ μὲν ἐν Τήνῳ, τὸ δὲ ἐν Πηλίῳ. Αἱ γενόμεναι μελέται τῶν ὀρυκτῶν τούτων βεβαιοῦσι τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν καὶ τὴν μεταλλευτικὴν χρησιμότητα αὐτῶν, ἐζητήθησαν δὲ περὶ ἑκατέρου αὐτῶν πληροφορίαι ὡς πρὸς τὴν χρησιμότητα αὐτῶν εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀγοραίαν αὐτῶν τιμήν. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν πληροφοριῶν τούτων θέλει συνταχθῆ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν.
§8ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τί μεταλλεύματα εἶναι αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε;
§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γλοισόλιθος ἐν Τήνῳ καὶ ἀντιμόνιον ἐν Πηλίῳ. Εἰς τὴν Βουλὴν ἐστάλησαν τεύχη τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 ἐκτετυπωμένα ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ. Καταθέτω δὲ τὰ σχέδια τῶν δύο νόμων περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων ἐν χειρογράφῳ. Ἐπίσης εἰς τὴν Βουλὴν ἐστάλησαν καὶ τεύχη τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1889, καταθέτω ὅμως καὶ τοὺς πίνακας αὐτοῦ. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδια περὶ πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 ἐκ δραχμῶν 398,425, καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 1,197,096.28, ὧν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνάγονται δραχ. 22,395, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δραχ. 424,000, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 5,900, καὶ εἰς διαφόρους πληρωμὰς δραχ. 420,899, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δραχ. 322,882.22, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δρ. 1020. Εἰσάγω προσέτι καὶ νομοσχέδια περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων 64,696.55. Τὸ ὅλον τῶν πιστώσεων ἀνέρχεται εἰς 1,261,792.83, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 ψηφισθέντα ἔξοδα, ἀναβιβάζουσι ταῦτα εἰς 101,673,272.23. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων κατέθεσα καὶ νομοσχέδιον περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐψηφίσθη κατὰ παραδρομὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἡ δὲ ὑπηρεσία συνετηρήθη δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων, ζητεῖται δὲ καὶ διὰ τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου πίστωσις διὰ τὸν Δεκέμβριον καὶ ἡ κύρωσις τῶν διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν αἱ πιστώσεις κατὰ τοὺς παρελθόντας μῆνας. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ὡσαύτως νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται τὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσπραττομένου ἐπὶ τῶν δημοσίων θεαμάτων, ἀκροαμάτων καὶ δημοσίων χορῶν κατὰ τρόπον ἄλλον, δι’ οὗ προσδοκᾶται, ὅτι θὰ γείνῃ δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ πληρέστερον τοῦ ἐσόδου τούτου ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, τῇ προτάσει τοῦ προκατόχου μου, εἶχε ψηφισθῆ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, κυρωθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, κατέστη νόμος, καὶ δι’ οὗ εἶχον κανονισθῆ τὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κατὰ τρόπον ἄλλον. Ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐξετελέσθη, ἑπομένως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἄλλο, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται μὲν ὁ νόμος ἐκεῖνος, κανονίζονται δὲ τὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἐπίσης προτείνω νομοσχέδιον, ἐκ δύο ἄρθρων συγκείμενον, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1887 νόμου περὶ γραμματίων, ἐκδιδομένων ἐν τοῖς ταμείοις. Ἐπειδὴ δὲ λήγει κατ’ αὐτὰς ἡ προθεσμία, μέχρι τῆς ὁποίας ἐπετράπη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ συντηρηθῇ προσωπικόν τι ἔκτακτον, τὸ ὁποῖον εἶναι τεταγμένον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ περὶ διαθέσεως τῶν ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν γενομένων φυτειῶν, ὑποβάλλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρατείνεται ἡ διατήρησις τοῦ προσωπικοῦ τούτου ἐπί τινα ἔτι χρόνον. Κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν παρεστάθη ἀνάγκη τῆς ἀδείας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα δίδωνται μικραὶ χρηματικαὶ προκαταβολαὶ εἰς τοὺς δικαστικοὺς ἀντιπροσώπους, τοὺς ἀποστελλομένους πρὸς ἐπιτήρησιν τῶν ἐκλογῶν. Καὶ ἡ ἀνάγκη μὲν αὕτη ἐθεραπεύετο κατὰ τὸ παρελθὸν διὰ διαταγῆς, τὴν ὁποίαν ὑπευθύνως ἔδιδεν ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τοὺς ταμίας, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ, ὅπερ προβάλλω, πρόκειται νὰ πληρωθῇ νομοθετικῶς τὸ κενόν. Εἰσάγω ὡσαύτως νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγράφονται τακτικώτερον κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δι’ ἄλλου νόμου εἶχον χορηγηθῆ ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «κεκλεισμέναι καὶ διαγεγραμμέναι χρήσεις». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ζητεῖται πίστωσις, ἀλλὰ τακτοποιοῦνται αἱ ἀναγραφαὶ τῶν ἐψηφισμένων ἤδη πιστώσεων ὑπὸ τὴν εἰρημένην ἐπιγραφήν. Ὁ ἐμὸς συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως μοὶ εἶχε δώσει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ εἰσαγάγωμεν ἀπὸ κοινοῦ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου διατάσσεται, ἵνα τὰ ταμεῖα τῶν ἱερῶν Μονῶν εἰσφέρωσι κατά τινα ἀναλογίαν 45,000 δρ. κατ’ ἔτος, ὅπως αὗται διατίθηνται πρὸς κήρυξιν τοῦ θείου λόγου. Εἰσάγω δὲ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 1–19).
§11ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρατείνεται ἡ ἰσχὺς τοῦ ΦΟΗʹ νόμου τῆς 6 Ἰαννουαρίου 1876. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ ἐπιτρέψας τὸ πρῶτον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως περιορίσῃ ἐπὶ πενταετίαν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τῶν Ἑλληνικῶν προξενικῶν ἀρχῶν ἐν Αἰγύπτῳ. Ὁ νόμος οὗτος τοῦ 1876 παρετάθη μεταγενέστερον ἐπὶ ἑτέρας δύο πενταετίας κατὰ τὸ 1881 καὶ τὸ 1886. Ἡ τελευταία πενταετία ἔληξε τὴν 19 Μαρτίου τρέχοντος ἔτους. Πρὸ τῆς λήξεως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν παράτασιν τῆς ἐξουσίας τῶν μικτῶν δικαστηρίων κατὰ πρῶτον μὲν ἐπὶ ἓν ἔτος, κατόπιν δὲ ἐπὶ τέσσαρα ἄλλα ἔτη, τὰ ὁποῖα λήγουσι τὴν 19)31 Φεβρουαρίου 1894. Ἀλλ’ ὁ νόμος, ὅστις ἔπρεπε πρὸ τῆς λήξεως τῆς προηγηθείσης πενταετίας νὰ ψηφισθῇ καὶ παρατείνῃ μέχρι τῆς 1)13 Φεβρουαρίου 1894 τὴν ἐξουσίαν τῶν μικτῶν δικαστηρίων ἐν Αἰγύπτῳ, δὲν ὑπεβλήθη, καὶ κατὰ συνέπειαν καταθέτω σήμερον τὸ πρὸς τοῦτο νομοσχέδιον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΦΟΗʹ νόμου τῆς 1 Ἰανουαρίου 1876» θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 20). Τὸ Αʹ καὶ Γʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλον τὰς ἐκθέσεις των ἐπὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν ἐκλογῶν Σπετσῶν καὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 21–22.)
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως τῶν πρώην Ὑπουργῶν Χ. Τρικούπη, Στεφ. Δραγούμη, Δ. Βουλπιώτου, Γ. Θεοτόκη καὶ Ν. Τσαμαδοῦ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§14ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ λόγου νὰ γείνῃ ἐκλογή.
§15ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπή, διὰ νὰ ἑτοιμασθῶσι τὰ ψηφοδέλτια.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά. (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὥρα 6 καὶ 30′).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, πρέπει νὰ ἐκλεχθῇ ἐπιτροπὴ δωδεκαμελής. Τὸ Προεδρεῖον φρονεῖ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη πρέπει νὰ ἐκλεχθῇ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ, τουτέστι ν’ ἀντιπροσωπευθῇ καὶ ἡ μειοψηφία· νὰ ἐκλέξῃ 8 μέλη ἡ πλειοψηφία καὶ 4 ἡ μειοψηφία. Ἂν ἔχῃ καὶ ἡ Βουλὴ τὴν αὐτὴν γνώμην, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς.
§19ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην (ἀνέρχεται τὸ βῆμα). Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι πρόκειται ἁπλῶς περὶ ζητήματος ἑρμηνείας τοῦ ἡμετέρου Κανονισμοῦ. Αὐτὸ μόνον τὸ συμφέρον τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα. Φρονῶ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς δωδεκαμελοῦς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐνεργήσῃ τὴν προανάκρισιν κατὰ τῶν κκ. πρώην Ὑπουργῶν, θὰ ἐκλεχθῇ διὰ ψηφοδελτίων, ἐν τοῖς ὁποίοις ἕκαστος τῶν ψηφοφορούντων ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγράψῃ ὁλόκληρον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεχθησομένων προσώπων, ἤτοι δώδεκα· φρονῶ δηλαδή, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος, δὲν ἔχει κἀμμίαν ἐφαρμογήν, προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἡ λύσις αὕτη ῥητῶς καὶ σαφῶς ἀναγράφεται ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον 51, ὅπερ ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέγνωσε, κεῖται ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ τῶν διαρκῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ἕπεται εἰς τὸ ἄρθρον 48, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τίνας ἐπιτροπὰς διαρκεῖς ἐκλέγει ἡ Βουλή. «Μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ ὁριστικοῦ Προεδρείου, λέγει τὸ ἄρθρον 48, ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἑξῆς ἐπιτροπῶν: αʹ) Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, βʹ) Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. γʹ) Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, κτλ. κτλ.», τὸ ὅλον δώδεκα, ἐν αἷς δὲν περιλαμβάνεται ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐνέργειαν τῆς κατὰ τῶν Ὑπουργῶν προανακρίσεως. Μετὰ τὸν τοιοῦτον προσδιορισμὸν τῶν ἐπιτροπῶν τὸ ἄρθρον 51 διατάσσει (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκλέγονται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, σχετικῆς πλειονοψηφίας, καὶ διὰ ψηφοδελτίων, ἕκαστον τῶν ὁποίων περιλαμβάνει τὰ δύο τρίτα τῶν ἐκλεκτέων.» Ἑπομένως πραγματεύεται περὶ τῶν ἐπιτροπῶν, περὶ ὧν ἐπραγματεύθη τὸ προηγούμενον ἄρθρον, ἤτοι περὶ τῶν διαρκῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν διαρκῶν ἐπιτροπῶν, ἡ Βουλὴ ἐκλέγει πολλάκις καὶ ἄλλας ἐπιτροπάς. Πῶς γενήσεται ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν; Δικαιοῦται ἕκαστος Βουλευτὴς νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὸ ψηφοδέλτιόν του τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων προσώπων, ἢ μόνον τὰ δύο τρίτα τοῦ ἀριθμοῦ τούτου; Ἄν δὲν ὑπῆρχεν ἑτέρα διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, προβλέπουσα περὶ τούτου, ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸ ἄρθρον 51 πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐξ ἀναλογίας εἰς τὴν ἐκλογὴν πάσης ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς προέβλεψε ῥητῶς περὶ τῶν λοιπῶν ἐπιτροπῶν, περὶ ὧν δὲν προέβλεψεν εἰς τὸ ἄρθρον 51. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ κανονίζον τὸν τρόπον, καθ’ ὃν γίνεται ἡ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, ἐν ἐδαφίῳ ἑβδόμῳ (ἀναγινώσκει): «Τὰ ψηφοδέλτια φέρουσι τόσα ὀνόματα, ὅσα πρόσωπα πρόκειται νὰ ἐκλεχθῶσιν, ἐκτὸς τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 51 προβλεπομένης ἐξαιρέσεως....» Πᾶν ψηφοδέλτιον, λέγει ῥητῶς τὸ ἄρθρον, τόσα ὀνόματα πρέπει νὰ περιέχῃ, ὅσα πρόκειται νὰ ἐκλεχθῶσιν, ἐκτὸς τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ ἄρθρου 51· δηλαδὴ ποίας; Τῆς ἀναγομένης εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν διαρκῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν ἐξαίρεσιν ὁ νόμος παραδέχεται, τί ἕπεται; Ἔπεται ὅτι πᾶσα ἐκλογὴ ἐπιτροπῆς, περὶ τῆς ὁποίας δὲν καθιεροῦται ἐξαίρεσις, πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν κανόνα, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ ἀναγράφονται τόσα ὀνόματα, ὅσοι εἶναι οἱ ἐκλεκτέοι. Ἄν οἱ κύριοι Βουλευταὶ φρονῶσιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀντιπροσωπευθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἡ μειοψηφία, ἐγὼ οὐδόλως ἀντικρούω τὴν πρόθεσιν των, ἀλλ’ αὕτη δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἄνευ παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἢ ἐγγράφοντος ἑκάστου ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ του ὀνόματα ἐκ τῆς μειοψηφίας, ἢ ἐγγράφοντος μόνον ὀκτὼ ὀνόματα ἐκ τῆς πλειοψηφίας, ὅτε θέλει ἐπέλθει ἡ διὰ σχετικῆς ψηφοφορίας ἐκλογὴ ἐκ τῆς μειοψηφίας. Ἀποδεχόμενοι ὅμως ὡς ἀρχήν, ὅτι ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν δικαιοῦται νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ του μόνον ὀκτὼ ὀνόματα, καὶ ὅτι πᾶσα ἐγγραφὴ περαιτέρω δὲν εἶναι ἔγκυρος, φρονῶ, ὅτι ἐνεργοῦμεν ἐναντίον ῥητῶν καὶ σαφῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι καὶ εἰς προηγουμένας περιπτώσεις ἡ Βουλὴ οὕτως ἔπραξεν, ἤτοι ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἐγγράψωσιν εἰς τὰ ψηφοδέλτια ὀνόματα ἴσα μὲ τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν ἐκλεχθησομένων.
§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Φαίνεται, ὅτι τὸν προαγορεύσαντα ἔντιμον συνάδελφον δὲν τὸν βοηθεῖ ἡ μνήμη. Ἔχομεν ἓν προηγούμενον, καὶ τὸ προηγούμενον αὐτὸ δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὅτε συνεστήθη ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τοῦ Κουμουνδούρου, ἔλαβε μέρος ὁ μακαρίτης Ζηνόπουλος καὶ ἄλλοι ὡς μειοψηφία. Ἄλλως τε ἡ λογικὴ καὶ ὁ ἄνθρωπος τῆς λογικῆς καὶ ὁ ποινικὸς νόμος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος λύει τὰ ζητήματα ταῦτα· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παρίσταται ἡ μειοψηφία; Κατηγόρησας ἡμᾶς, εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως, ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἐξετάσῃ αὐτό. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἦναι μονομερής, ἐκ τῆς μερίδος μόνον τῆς κατηγορούσης. Ἄλλως τε αὐτὸ ἀπαιτεῖ καὶ ἡ εὐγένεια τοῦ χαρακτῆρος καὶ τὸ ὕφος αὐτὸ τῆς κατηγορίας. Ἔχοντες λοιπὸν ὅλα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἰδίως τὸ προηγούμενον τῆς διὰ τὴν κατὰ Κουμουνδούρου ἄλλοτε κατηγορίαν ἐκλεχθείσης ἐπιτροπῆς καὶ ἑτέρας ὁμοίας διὰ τὴν κατὰ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως. Ἐγὼ δὲ θὰ ἐπιμείνω, παρακαλῶν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ μὲν πλειονοψηφία ἐκλέξῃ ἐκ τῶν δώδεκα μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τὰ 8, ἡ δὲ μειονοψηφία τὰ 4.
§21Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἁπλῶς καὶ μόνον πρὸς ἁπλῆν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου πρόκειται νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἄν πρόκηται νὰ καθιερωθῇ ὡς προηγούμενον, ἵνα εἰσαχθῇ ἡ φανερὰ ἀνάκρισις, βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος, διότι ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ φανερὰ ἀνάκρισις θὰ ἦναι καλλιτέρα. Αὐτὴ ὅμως δὲν ἰσχύει ὡς ἐκ τῆς ποινικῆς μας δικονομίας. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ παρελθόντα, τὰ ὁποῖα ὁ προαγορεύσας ἐπρότεινεν, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς. Ἀνέφερε παραδείγματα, ἀναγόμενα εἰς ἐκλογὴν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ ἐκλογῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ περὶ ἐκλογῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία μεγάλως διαφέρει. Περὶ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς προβλέπει μόνον τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ περὶ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐκλεχθησομένης σήμερον, προβλέπει ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἄν πρόκηται νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν κοινοβουλευτικὴν νομολογίαν, χωρὶς νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι τὰ προηγούμενα εἶναι σεβαστὰ καὶ ἀπρόσβλητα, ἁπλῶς καὶ μόνον ἵνα συντελέσωσιν εἰς τὴν ὀρθὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἔχομεν σαφὲς προηγούμενον προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὸν ἄλλοτε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κ. Σωτήριον Πετιμεζᾶν. Καὶ ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀκριβῶς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι καὶ ὑμεῖς προτείνετε, ὁ δὲ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Φιλήμων ἀντετάχθη, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ἐξαιρετικὴ καὶ ἑπομένως ἕκαστον τῶν ψηφοδελτίων πρέπει νὰ ἦναι πλῆρες· καὶ ὁ μακαρίτης Σαράβας ὑπεστήριξε τὸν κ. Φιλήμονα περίπου διὰ τῶν αὐτῶν ἐπιχειρημάτων· ὁ δὲ Πρόεδρος ἠρώτησε τὴν Βουλὴν, καὶ αὕτη παρεδέχθη, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως, ὅτι τὸ ψηφοδέλτιον ἔπρεπε νὰ ἀναφέρῃ ὅλα τὰ ὀνόματα. Τώρα, ἂν ἡ πλειοψηφία θέλῃ νὰ δείξῃ γενναιότητα, ἢ «εὐγένειαν χαρακτῆρος», ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ἂν ἡ πλειοψηφία νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχουσι περισσότεραι ἐγγυήσεις, ἐγώ, πολλοῦ γε καὶ δεῖ νὰ ἦμαι ἐναντίος, ἂν ὑπάρχῃ νόμιμος τρόπος· ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο ἡ πλειοψηφία νὰ ψηφοφορήσῃ πρόσωπα ἐκ τῆς μειοψηφίας, καὶ ἰδοὺ ὁ τοιοῦτος σκοπός. Προκειμένου ὅμως περὶ ὀρθῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, πρέπει νὰ ἤμεθα προσεκτικοί, ἵνα μὴ καθιερώσωμεν προηγούμενον, ἀντικείμενον εἰς τὸν νόμον. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκον νὰ εἴπω, ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν καλλιτέραν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἀντιπροσωπευθῇ καὶ ἡ μειοψηφία εἰς τὴν προκειμένην ἐπιτροπήν....
§23ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς αὐτό.
§25ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, ἂν θέλωσιν ὑπολογισθῇ ὅλα τὰ ὀνόματα, ὅσα θὰ ἦναι γεγραμμένα εἰς τὸ ψηφοδέλτιον τῆς πλειοψηφίας, ἢ μόνον μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ ὀκτώ· ἢ, καὶ ἄλλως, πρέπει νὰ φέρωσιν ὀκτὼ ὀνόματα μόνον, ἢ δώδεκα;
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶπον. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ πλειοψηφία θὰ ἐγγράψῃ 12 ἢ 8 ὀνόματα...
§27ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕκαστος Βουλευτὴς πόσα ἔχει δικαίωμα νὰ ἐγγράψῃ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσωμεν, ἂν εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ἐφαρμόζηται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ.
§29ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐφαρμόσῃ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς παρεδέχθη; Κἀνεὶς δὲν ἐσηκώθη.
§32ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐρωτήσατε ἀντιστρόφως, κύριε Πρόεδρε.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς. (Γίνεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Σπυρ. Φορέστη καὶ τοῦ βουλευτοῦ κ. Στεφ. Κοπανίτσα, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 97. Τὸ ψηφοδέλτιον τῆς πλειοψηφίας ἔλαβε ψήφους 70, τὸ δὲ τῆς μειοψηφίας 23, εὑρέθησαν δὲ καὶ 4 λευκὰ ψηφοδέλτια. Μέλη δὲ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τῶν πρώην Ὑπουργῶν κκ. Χ. Τρικούπη, Στεφ. Δραγούμη, Δ. Βουλπιώτου, Γ. Θεοτόκη καὶ Ν. Τσαμαδοῦ ἐξελέγησαν διὰ σχετικῆς πλειοψηφίας οἱ κκ. Θ. Φλογαΐτης, Λ. Παπαγιαννακόπουλος, Γ. Πετροπουλάκης, Δ. Πετρίδης, Ν. Βαλσαμάκης, Π. Σάκκης, Γ. Μαυρομιχάλης καὶ Ἀλ. Πετσάλης, λαβόντες ψήφους 70 ἕκαστος, Α. Σιμόπουλος Δ. Στεφάνου, Ν. Μπουφίδης καὶ Ἠλίας Ποταμιάνος, λαβόντες ψήφους 23 ἕκαστος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ὁρίσῃ προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ νὰ περατώσῃ τὰς ἐργασίας της. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ τὴν προθεσμίαν.
§35ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο μηνῶν.
§36ΣΑΚΚΗΣ. Ἑνὸς μηνός.
§37ΣΚΟΥΖΕΣ. Δεκαπέντε ἡμέραι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκεταὶ, διότι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ στηριχθῇ ἐπὶ ἐγγράφων, μετ’ ὀλίγον δ’ ἔρχονται καὶ αἱ ἑορταί.
§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ γενικὴ ἰδέα εἶναι νὰ μὴ μένωσιν ὑπὸ κατηγορίαν ἐπὶ μακρὸν χρόνον οἱ πρώην Ὑπουργοὶ, καὶ ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ γείνωσιν ἀνακρίσεις, καλὸν εἶναι νὰ ταχθῇ βραχεῖα προθεσμία, καθόσον μάλιστα προσεγγίζουσι καὶ αἱ ἑορταί, καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ θὰ ἀργῇ. Διὰ τοῦτο δεκαπέντε ἡμερῶν προθεσμία εἶναι ὑπεραρκοῦσα.
§39ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ δύο μηνῶν προθεσμία δὲν θ’ ἀρκέσῃ· ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ κατορθώσῃ εἰς δεκαπέντε ἡμέρας νὰ περατώσῃ τὰς ἐργασίας της, τόσον τὸ καλλίτερον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς προτάσεις ὑπεβλήθησαν· ἡ τοῦ κ. Λυμπεροπούλου, τάσσουσα προθεσμίαν δύο μηνῶν, ἡ τοῦ κ. Σάκκη, περὶ προθεσμίας ἑνὸς μηνὸς, καὶ ἡ τῶν κ. κ. Σκουζὲ καὶ Σιμοπούλου, περὶ προθεσμίας δεκαπέντε ἡμερῶν.
§41ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ εἰς δεκαπέντε ἡμέρας δὲν τελειώση τὰς ἐργασίας της, δύναται νὰ ζητήσῃ παράτασιν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρότασις τῶν κ. κ. Σκουζὲ καὶ Σιμοπούλου, ἡ τάσσουσα προθεσμίαν 15 ἡμερῶν. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.... Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα.)
§43ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§44ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἂς παραδεχθῶμεν τὸν μέσον ὅρον, προθεσμίαν ἑνὸς μηνὸς, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§45ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἂν ταχθῇ ἑνὸς μηνὸς προθεσμία, φυσικὸν εἶναι νὰ καταναλωθῇ ὁλόκληρος, θὰ συμπέσῃ δὲ εἰς τὸ τέλος μετὰ τὰς ἑορτάς. Δυνάμεθα νὰ τάξωμεν προθεσμίαν 20 ἡμερῶν.
§46ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν ταύτην, διότι, ἂν δὲν ἀρκέσῃ ὁ χρόνος, δυνάμεθα κατόπιν νὰ ζητήσωμεν νέαν προθεσμίαν.
§47ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι σπουδαῖον, νομίζω, νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν δύναται νὰ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις. Εἷς τῶν προαγορευσάντων εἶπεν, ὅτι ὅλαι αἱ κατηγορίαι στηρίζονται ἐπὶ ἐγγράφων· ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως δύναται νὰ ἐξετάσῃ καὶ μάρτυρας. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ συναινέσωμεν εἰς προθεσμίαν τοὐλάχιστον ἑνὸς μηνός.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῶν κ. κ. Σκουζὲ καὶ Σιμοπούλου περὶ χορηγήσεως προθεσμίας 15 ἡμερῶν, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Σάκκη καὶ Κωνστ. Ἀργασάρη Λομβάρδου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Λ. Δεληγεώργης | Κ. Κωνσταντόπουλος | ||
| Δημ. Χατζόπουλος | Θ. Πέῤῥος | ||
| Ν. Δ. Μακρῆς | Ο | Ἡλ. Φλέσσας | Ο |
| Χαρίλ. Τρικούπης | ἀρν. | Εὐθ. Σπυράκης | Ο |
| Δ. Σ. Βουλπιώτης | ἀρν. | Κ. Κατσικόπουλος | Ο |
| Γεώργ. Σισμάνης | Ἰω. Ἀντωνόπουλος | Ο | |
| Ἀθ. Ἴσκος | Κ. Καραπάνος | ||
| Μιχ. Ἰατρίδης | Ο | Γ. Παχὺς | |
| Ν. Ζῶτος | Ο | Ἀντ. Ζυγομαλᾶς | Ν |
| Ν. Φαρμάκης | Ν. Λεβίδης | Ο | |
| Δ. Πετρίδης | Ο | Δ. Ράλλης | |
| Σπυρ. Νοταρᾶς | Δ. Ν. Καλλιφρονᾶς | ||
| Γ. Φαρμακόπουλος | Ο | Ἀλ. Σκουζὲς | Ν |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Ἀλ. Ρετσίνας | Ν |
| Δημ. Οἰκονόμου | Ο | Α. Συγγρὸς | |
| Ἰω. Δηλιγιάννης | Στ. Δραγούμης | ἀρν. | |
| Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | Ἀλ. Ψύλλας | Ν | |
| Ἡλ. Ποταμιάνος | Ν | Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν |
| Εὐστ. Τουρνάκης | Ν. Φιλάρετος | Ν | |
| Θ. Π. Δηλιγιάννης | ἀρν. | Ν. Μπουφίδης | Ν |
| Θ. Β. Δηλιγιάννης | Ο | Τρύφων Μουτσόπουλος | |
| Π. Μανέτας | Ἀχ. Χοϊδᾶς | ||
| Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος | Ἀν. Παπαγιαννακόπουλος | Ο | |
| Χρ. Χρηστόπουλος | Ο | Ἄγγελος Πετραλιᾶς | Ο |
| Φίλιπ. Βάρβογλης | Ο | Ν. Πετιμεζᾶς | |
| Λ. Σταμάτης | Ο | Γεώργ. Μαυρομιχάλης | Ο |
| Α. Παναγιωτόπουλος | Κ. Κοσσονάκος | ||
| Α. Γεροκωστόπουλος | ἀρν. | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | |
| Ν. Κουμανιώτης | Ο | Κ. Σαλταφέρος | |
| Δ. Παυλόπουλος | Ο | Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης | Ν |
| Α. Σπηλιάδης | Στέφ. Κοπανίτσας | Ν | |
| Α. Ζαΐμης | ἀρν. | Ν. Βαρβιτσιώτης | |
| Ι. Ζωγράφος | Ο | Γ. Φιλάρετος | |
| Νικ. Σχινᾶς | Ο | ||
| Ἰωάν. Φίλιος | Ο | ||
| Α. Κοντόσταυλος | Ἰωάν. Παπαδόπουλος | ||
| Α. Πετσάλης | Ν | Νικ. Ριζόπουλος | |
| Π. Γαζέπης | Ο | Νικ. Γεωργιάδης | |
| Π. Λεβέντης | Νικ. Κοκκωσλῆς | ||
| Θ. Φλογαΐτης | Δ. Οἰκονομίδης | Ο | |
| Ἀριστ. Χατζηνικολῆς | Ο | Μ. Δάλλας | Ο |
| Γ. Καραβᾶς | Πούλιος Ζαρίμπας | Ο | |
| Λ. Ρώμας | Κ. Κουμουνδοῦρος | ἀρν. | |
| Ρ. Ρώμας | Ἀσημ. Χρηστόπουλος | ||
| Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ν | Παναγ. Σάκκης | Ο |
| Δ. Στεφάνου | Ν | Κ. Φλέσσας | |
| Ι. Σέχος | Πέτρος Καπετανάκης | Ο | |
| Γ. Θεοτόκης | Κωνστ. Δαγρὲς | Ο | |
| Ε. Τσαρλαμπᾶς | Ο | Εὐστ. Κοκκέβης | |
| Α. Καποδίστριας | Ο | Νικ. Μισυρλῆς | Ο |
| Π. Κωνσταντᾶς | Περικλ. Πεῤῥωτὴς | ||
| Π. Βαλαωρίτης | Ν | Δ. Λυμπερόπουλος | Ο |
| Ἀλκίνοος Ζερβὸς | Σ. Σωτηρόπουλος | ||
| Α. Ἀγάθος | Ο | Χ. Κανελλόπουλος | |
| Ε. Μπασιᾶς | |||
| Σ. Φορέστης | Ο | Σωτ. Χατζηγάκης | Ο |
| Ν. Βαλσαμάκης | Ο | Δ. Τερτίπης | Ο |
| Ἰω. Βρυώνης | Ο | Βασ. Ἀζᾶς | Ο |
| Ἀναστ. Ζερβὸς | Ο | Ἀπόστ. Βασιαρδάνης | Ο |
| Π. Μαυροκέφαλος | Σπυρ. Γεωργόπουλος | ||
| Γιαννούσης Γάκης | |||
| Γ. Μπούμπουλης | Ν. Ταρμπάζης | Ο | |
| Α. Μαυρογορδάτος | Ο | Ἰω. Παλάσκας | |
| Γ. Κόρπας | Νικ. Τσαμαδὸς | ἀρν. | |
| Ν. Συνοδινὸς | Θεόδ. Γκίκας | Ν | |
| Κ. Ἀργυρόπουλος | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | |
| Π. Ταταράκης | Ο | Ν. Χατζῖσκος | Ν |
| Γ. Μαυρομαρᾶς | Ο | Α. Εὐταξίας | Ο |
| Ο. Μαῦρος | Ο | Κ. Τράκας | Ο |
| Κ. Νεγρεπόντης | Ο | Ἀνδρ. Μαρλᾶς | Ο |
| Μ. Δαμιράλης | Ο | Ν. Κοντογιάννης | |
| Δ. Γαβαλᾶς | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | Ο | |
| Σ. Παγανέλης | Π. Σκουμπουρδῆς | ||
| Κ. Μαυρομιχάλης | |||
| Γ. Πετροπουλάκης | Ο | Α. Μ. Κανάρης | Ο |
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 83, ἐξ ὧν 18 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 57 κατ’ αὐτῆς, καὶ 8 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Θὰ ἐρωτήσω ἤδη τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν δύο ἑτέρων προτάσεων.... Εἶναι δυνατὸν νὰ συγχωνευθῶσι;
§50ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι τῆς ἰδικῆς μου.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παρεδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σάκκη, ὅτι ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ὀφείλει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ περατώσῃ τὴν ἐργασίαν της, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει πρὸς συζήτησιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.