Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΒ · Session Β› Sitting 4

1891.11.18

2,390 rows · 17,873 words · 1 table · 96 turns

Date
1891.11.18
Presidency
Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ
Period
ΙΒ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1893)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4

Τῆς 18 Νοεμβρίου 1891.

(Δευτέρα).

Ὥρα 4 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§2ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς εἶχε γείνῃ πρότασις κατηγορίας κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν. Μετὰ συζήτησιν τῆς προτάσεως ἐκείνης ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της ἐνέκρινεν, ὅπως γείνῃ ἐκλογὴ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐπειδὴ ὅμως, καθ’ ὃν καιρὸν ἐγένετο ἡ ἀπόφασις αὕτη, ἐπέκειτο ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀνάλογος χρόνος, ὅπως σύμφωνα μὲ τὸν νόμον ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, ἢ ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, ὅπερ ἤθελεν ὁρίσει ἡ Βουλή, διὰ τοῦτο μετὰ μακρὰν συζήτησιν ἀνέβαλε τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ἐνεστῶσαν σύνοδον. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρῶτον ἔργον τῆς συνόδου ταύτης πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς. Κατὰ συνέπειαν δὲ παρακαλῶ νὰ προβῶμεν εἰς τοῦτο.

§3ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω,—ἐν τῇ περιστάσει δὲ ταύτῃ διερμηνεύω τὸ πνεῦμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,—ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τάξῃ πρὸ παντὸς ἄλλου θέμα ὑψίστης σπουδαιότητος καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔννοιαν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς παρ’ ἡμῖν λειτουργίας τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, θέμα, ὅπερ, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἐγκαταλείφθη ἐκκρεμὲς κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον. Τὰ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν σαφῶς καθωρίσθησαν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι καὶ ἐν τῷ κατ’ ἐπιταγὴν αὐτοῦ ἐκδοθέντι κατὰ τὸ 1876 νόμῳ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ νόμος οὗτος ἀποτελεῖ ὡς πρὸς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς τὴν μόνην δικονομίαν, πρὸς ἣν αὕτη ὀφείλει ἀπαρεγκλίτως νὰ συμμορφώνηται. Ὁ νόμος οὗτος ἐδημιούργησεν ὡς πρὸς τὴν ἐπιδίωξιν καὶ πραγμάτωσιν τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν τὸν ἀπαιτούμενον μηχανισμὸν, ὅστις, ἅπαξ κινηθεὶς, δέον νὰ λειτουργῇ ἀκέραιος καὶ οὐχὶ ἔν τισιν αὐτοῦ τμήμασι. Κατὰ τὰ ἄρθρα 10–14 τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, «κατὰ τῶν Ὑπουργῶν ποινικὴ ἀγωγὴ ἐνασκεῖται ὑπὸ μόνης τῆς Βουλῆς διὰ προτάσεως, φερούσης τὴν ὑπογραφὴν 20 τοὐλάχιστον Βουλευτῶν», προτάσεως, ἥτις, ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει διανεμηθεῖσα εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ἐγγράφεται ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν ἡ συζήτησις περιορίζεται εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ νὰ διατάξῃ προανάκρισιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ διατάξῃ προανάκρισιν, ἐκλέγει ἐκ τῶν ἑαυτῆς μελῶν δωδεκαμελῆ ἐπιτροπὴν πρὸς ἐνέργειαν ταύτης, καὶ ὁρίζει συγχρόνως προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐπὶ τῆς προανακρίσεως ἔκθεσίν της. Οὐδεμία ἄρα, οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, τῇ ὡρισμένῃ, ἢ μᾶλλον ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει, καθ’ ἣν ἀπεφήνατο ὑπὲρ τῆς ἐνεργείας τῆς προανακρίσεως, ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ καὶ τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ ἀδοκήτως ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀποδεχθεῖσα ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 21 Μαρτίου 1891 τὸν σχηματισμὸν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, παρέλιπε, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ διετήρησεν οὕτως εἰς ἐκκρεμότητα θέμα, συνδεόμενον στενῶς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν θεσμῶν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Οὐδεὶς βεβαίως δικαιοῦται νὰ αἰτῆται λόγον παρὰ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ὑπόκειται εἰς νομικὰς εὐθύνας. Δικαιοῦται ὅμως πᾶς τις, ἐξετάζων ἐπισταμένως τό τε γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἄλλως βάσιμον καὶ ὀρθοτάτην γνώμην, ὅτι παράλειψις ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀντικειμένη προφανῶς εἰς τὸ ἄρθρον 14 τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, ἐπάγεται τὴν ἀκυρότητα πασῶν τῶν ἐν τῇ προηγουμένῃ σχετικῶν πράξεων. Εἰς τοῦτο ὁδηγεῖ καὶ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ αὐτοῦ νόμου, ὅπερ προέβλεψε περὶ τῶν ἐν τῇ ἑπομένῃ συνόδῳ τῆς Βουλῆς πρακτέων. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐὰν ἡ Βουλὴ διαλυθῇ, ἢ κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς συνόδου αὐτῆς, πρὶν ἢ ἀναγνώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἐπὶ τῆς προανακρίσεως ἔκθεσιν, κατὰ τὴν ἀμέσως ἑπομένην σύνοδον τῆς αὐτῆς ἢ ἄλλης περιόδου ἐκλέγεται νέα πρὸς τοῦτο ἐπιτροπὴ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εὑρισκόμεθα ἤδη, εἰσελθόντες εἰς νέαν βουλευτικὴν σύνοδον, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν περίπτωσιν, περὶ ἧς τὸ ἄρθρον τοῦτο προέβλεψε; Βεβαίως· διότι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐκλογὴ νέας ἐπιτροπῆς, ἂν ἐξελέγη τοιαύτη ἐν τῇ προηγουμένῃ συνόδῳ, καὶ δὲν ἐπρόλαβεν αὕτη νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐντὸς τῆς αὐτῆς συνόδου, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ διέταξε τὴν προανάκρισιν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς ἡμᾶς, τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ὁποίαν εἶχε γνώμην ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂν πρέπῃ νὰ θεωρηθῶσιν ἄκυρα τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, ἢ πρέπῃ νὰ προβῇ σήμερον ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν παρέλειψε νὰ ἐκλέξῃ ἐν τῇ προηγουμένῃ συνόδῳ. Ἴσως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς σοβαρότητος τῶν πράξεων τοῦ Κοινοβουλίου εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ὑποβληθῇ νέα πρότασις κατηγορίας κατὰ τῶν μελῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἂν ὑπάρχωσιν 20 συνάδελφοι, σπουδαίως σκεπτόμενοι περὶ τῆς ἐῤῥύθμου λειτουργίας τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐν τῇ σκέψει των ταύτῃ ἀποφασίζοντες νὰ ὑπογράψωσιν αὐτήν. Ἡ νέα αὕτη πρότασις ἔσται βεβαίως βελτιωμένη, ἴσως δὲ καὶ σοβαρὰ, διότι ὁμολογουμένως ἡ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον στερεῖται τοῦ πλεονεκτήματος τούτου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡμεῖς, θεωροῦντες τὰ γενόμενα μέχρι τοῦδε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου κατὰ τρόπον μὴ προσήκοντα γενόμενα καὶ οὐσιωδῶς παραβλάπτοντα τά τε ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ συμφέροντα τῆς χώρας, δὲν ὑποδεικνύομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν πρέπῃ νὰ προτιμήσῃ τὴν γνώμην περὶ ἀκυρώσεως τῶν μέχρι τοῦδε πεπραγμένων, ἢ τὴν γνώμην περὶ τῆς ἐκλογῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ἐλλείψεως, εἰς ἣν περιέπεσε κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, παραβιάσασα τὸν νόμον. Ἡμεῖς εἰς ἓν μόνον δικαιούμεθα νὰ ἐμμείνωμεν, ἤτοι εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως σήμερον ἡ Βουλὴ τοῦ θέματος τούτου, καὶ νὰ μὴ δεχθῇ οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀναβολὴν, ἥτις ἐπάγεται ἀνεπανορθώτους βλάβας, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν παρ’ ἡμῖν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν.

§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, λόγῳ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἵνα ἀνακοινώσῃ παρατηρήσεις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος τάξεως, ἔλαβε τὸν λόγον. Δὲν ἔκρινα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναστείλω αὐτὸν, διότι τὰ ζητήματα τῆς τάξεως προηγοῦνται πάντων τῶν ἄλλων ζητημάτων. Ὅταν ἤκουσα τὴν παρατήρησιν αὐτοῦ, τὴν ἀπευθυνθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνόησα, ὅτι ἐσκόπει νὰ ποιήσηται ἀνάμνησιν εἰς ἡμᾶς ἐκκρεμοῦς ἐργασίας, ἥτις ἐγκατελείφθη ὑπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλω αὐτῷ χάριτας· βεβαιῶ ὅμως αὐτὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν ἀφήσει ἐν λήθῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἐκληρονόμησεν ἐκ τῆς παρελθούσης συνόδου, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἤθελε συνταχθῆ ἡ ἡμερησία αὐτῆς διάταξις, ἡ πλειονοψηφία ἤθελεν ἀποφασίσει περὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα, τὸ ὑπολειφθὲν ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα ἀνάγεται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν σπουδαιοτάτου νόμου, τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν κύρωσιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, ἠθέλομεν προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λάβῃ μίαν ἐκ τῶν πρώτων θέσεων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀναγνωριζόμενον ὡς ζήτημα κατεπεῖγον, δεόμενον ἀμέσου καὶ ταχείας λύσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, δυσπιστῶν ἴσως εἰς τὰς διαθέσεις τῆς πλειοψηφίας, διεδέχθη εἰς τὸ βῆμα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων, ἔκρινε μάλιστα ἀναγκαῖον νὰ ἐπιλάβηται τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, καὶ ἐξήνεγκε γνώμας ἐπ’ αὐτοῦ, λησμονῶν, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ, καταρτισθεῖσα, προβαίνει εἰς τὰ ἔργα της, ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις ἀκόμη δὲν συνετάχθη, καὶ ὅτι εἰθισμένον ὑπάρχει κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν νὰ εἰσάγηται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμὸς, μεθ’ ὃ νὰ συντάσσηται ἡ ἡμερησία διάταξις, τὴν ἐπιοῦσαν δὲ ἡ Βουλὴ νὰ προβαίνῃ εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην, περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, θέλει κατασιγάσει τὴν ἀνησυχίαν αὐτοῦ, καὶ θέλει πεισθῆ οὗτος, ὅτι ἡ πρότασις περὶ συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος θέλει εἶσθαι ἀναγεγραμμένη μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον. Λέγω ἡ πρότασις περὶ τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπηνίξατο, ὅτι ἔχει γνώμην ἐπὶ τῆς οὐσίας νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ νὰ ἐπαναλάβῃ ἡ Βουλὴ, ἢ οἱ Βουλευταὶ, ἐὰν θέλωσιν, ἐξ ὑπαρχῆς τὴν συζήτησιν περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης θέλει εἶσθαι ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον ἐκ τῶν πρώτων, καὶ τότε ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης· μετὰ τὴν λῆξιν δὲ τῆς συζητήσεως ἐκείνης θέλομεν κρίνει, ἐὰν πρέπῃ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ τί ἔχομεν νὰ πράξωμεν.

§5ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπεστήριξα γνώμην, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς· νομίζω ὅμως, ὅτι ἄνευ ἡμερησίας διατάξεως ἡ συζήτησις αὐτῆς, ὡς ὑποθέσεως τάξεως, πρέπει νὰ προταχθῇ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριζα, καὶ εἰς αὐτὴν ἐμμένω.

§6ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐγκρίνῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ εἰσήγησις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ μὴ συνταχθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, πρὸ τούτου δὲ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως τῆς ἄλλης.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ἀργυρόπουλος.

§8ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι πλέον φίλος καὶ ὀπαδὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ τοὺς ἐκθέσω προσεχῶς ἐν λεπτομερείᾳ· σήμερον δὲ λέγω μόνον, ὅτι ἔπαυσα ὢν φίλος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἀνελθὼν οὗτος εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐλησμόνησεν ἐντελῶς πάσας τὰς ὑποσχέσεις του περὶ ἀνορθώσεως καὶ βελτιώσεως τῶν δημοσίων πραγμάτων, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων μᾶς ἐξέλεξεν ὁ λαὸς, ἡμεῖς δὲ ἀνεβιβάσαμεν αὐτὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἔφερεν οὐδεμίαν βελτίωσιν εἰς τὰ πράγματα τοῦ Κράτους, τοὐναντίον ἐχειροτέρευσε κατὰ πολὺ τὴν κατάστασιν, εἰς δὲ τὰς πράξεις του ἐν γένει καὶ εἰς τὰς σχέσεις του πρὸς τὰ πρόσωπα, πρὸς φίλους, πρὸς ἐχθροὺς, ἔδειξε χαρακτῆρα ἀκατανόητον, ἀνεξήγητον, ἐντελῶς παράλογον. Ἀλλὰ τὰ περὶ τούτων ὅλων θέλουσιν ἐκτεθῆ προσεχῶς ἐν λεπτομερείᾳ. Ἐν τῷ μεταξὺ θέλω ἀπευθύνει ἐπερωτήσεις, καὶ θέλω ζητήσει πληροφορίας διαφόρους· καὶ σήμερον, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρόκειται, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν τὸ κατηγορητήριον, περὶ οὗ πρόκειται, ἐγένετο τῇ θελήσει καὶ ὑπαγορεύσει αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῇ βεβαιώσει αὐτοῦ, ὅτι ἤθελε τὸ ὑποστηρίξει καὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ δώσῃ τώρα τὴν πληροφορίαν ταύτην, μεθ’ ὃ δι’ ὀλίγων θέλω συμπληρώσει τὴν ὁμιλίαν μου. (Ἵσταται ἀναμένων).

§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σιωπᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§10ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σιωπᾷ, καὶ διὰ τῆς σιωπῆς του ὑπεκφεύγει, καὶ θέλει νὰ δηλώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς στάσεώς του ἐδήλωσεν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ περὶ αὐτὸν διαδίδουσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον του τὸ κατηγορητήριον, ἀλλ’ ἐγένετο καὶ ὑπεβλήθη τοῦτο ὑπὸ τῶν ὑπογραψάντων αὐτὸ ἐν ἀγνοίᾳ του ἢ παρὰ τὴν γνώμην του, καὶ ἑπομένως ἡ ἀπόῤῥιψις ἢ μὴ αὐτοῦ οὐδόλως ἀφορᾷ εἰς αὐτόν. Ἐκ τῆς δηλώσεώς του δὲ ταύτης μένει εἰς ἐμὲ ἓν βάρος, τὸ ὁποῖον ἔχω καθῆκον ν’ ἀποκρούσω ἄνευ ἀναβολῆς. Ὅτε ὑπέγραφον τὸ κατηγορητήριον, εἶχον πεποίθησιν ἐσχηματισμένην, ὅτι ἐγένετο τοῦτο τῇ θελήσει καὶ ὑπαγορεύσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ βεβαιώσει τούτου, ὅτι ἤθελε τὸ ὑποστηρίξει καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέγραψα, καὶ ὑπέγραψα μάλιστα χωρὶς νὰ τὸ ἐξετάσω, χωρὶς νὰ τὸ μελετήσω, ἕνεκα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν τότε εἶχον πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐξελέγξω τὰ ἐν αὐτῷ, ὡς στερούμενος τῶν στοιχείων. Ἐὰν δὲν εἶχον πεποίθησιν, ὅτι τὸ κατηγορητήριον ἐγένετο τῇ ὑπαγορεύσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐπὶ τῇ βεβαιώσει αὐτοῦ, ὅτι ἤθελε τὸ ὑποστηρίξει καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν θὰ ὑπέγραφον· διότι, φίλος ὢν τότε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἤθελον προβῆ εἰς πρᾶξιν ἀντικειμένην εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ, καὶ διότι ἕκαστος εὐκόλως ἐννοεῖ, ὅτι οὐδένα σκοπὸν δύναται νὰ ἔχῃ κατηγορητήριον μὴ ὑποστηριζόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.

§11ΠΕΡΡΟΣ. Διατὶ εἴχετε δυσκολίαν νὰ τὸν ἐρωτήσητε, ἀφοῦ ἦσθε φίλος του;

§12ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ ἀκούσητε· λάβετε ὑπομονήν. Ἐὰν δὲν εἶχον πεποίθησιν, ὅτι τὸ κατηγορητήριον τοῦτο ἐγένετο τῇ θελήσει καὶ ὑπαγορεύσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν θὰ ὑπέγραφον, διότι, ὡς εἶπον, κατηγορητήριον μὴ ὑποστηριζόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οὐδένα ἔχει σκοπόν. Οἱ φίλοι τῆς κατηγορουμένης Κυβερνήσεως βεβαίως δὲν θὰ τὸ ὑποστηρίξωσιν, ὅταν δὲ δὲν ὑποστηριχθῇ τοῦτο καὶ ὑπὸ τῶν φίλων τῆς νῦν Κυβερνήσεως, βεβαίως θέλει ἀποῤῥιφθῇ. Θὰ εὑρίσκοντο ἴσως 5 ἢ 10 Βουλευταί, ἵνα ὑποστηρίξωσιν αὐτὸ διὰ τῆς ψήφου των, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο τὸ αὐτό, ἄνευ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲ ἤδη διὰ τῆς στάσεώς του ἀπαρνουμένου τὸ ἔργον του, καὶ μὴ θέλοντος νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑποστηρίζει αὐτό, ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἐμὲ νὰ δηλώσω, ὅτι, ἀφοῦ ἐξέλιπεν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέγραψα, ἀφοῦ ματαιοῦται ὁ σκοπός, δι’ ὃν ὑπέγραψα, θεωρῶ τὴν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ ὑπογραφήν μου ὡς μὴ ὑπάρχουσαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐπιπολαίως εἶχον σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ κατηγορητήριον ἦτο ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, χωρὶς νὰ ἔχω ἀποχρῶντας πρὸς τοῦτο λόγους, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω τὰ περὶ τούτου... (ἀποδοκιμασίαι θορυβώδεις ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐκκενώσω τὰ ἀκροατήρια.

§14ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὀφείλετε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν, ὀφείλετε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀξία τοῦ σεβασμοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸ Ἔθνος.

§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, μετέλθετε πᾶν μέσον, τὸ ὁποῖον νομίζετε συντελοῦν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὰ ἀκροατήρια). Ἐὰν ἐπαναλάβητε τὴν ἀταξίαν, θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων.

§17ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὡρισμένως νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐγκρίνῃ, μετὰ τοιαύτην πρᾶξιν τῶν ἀκροατηρίων, νὰ ἐξακολουθῇ ἀνεχομένη αὐτά.

§18ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ μὴ ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια, διότι οἱ θόρυβοι αὐτῶν, ἐνῷ δὲν φέρουσι τὸ σκοπούμενον ἀποτέλεσμα, ὅπως ἀναγκασθῶ νὰ μὴ εἴπω ὅσα πρέπει νὰ εἴπω, ἀποδεικνύουσιν ἀφ’ ἑτέρου τὴν στενοχωρίαν ἐκείνων, οἵτινες ἀπὸ σχεδίου προκαλοῦσιν αὐτοὺς ἐπὶ ματαίῳ. Διὰ νὰ μὴ ὑποθέσῃ λοιπὸν κἀνείς, ὅτι ἐπιπολαίως εἶχον σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ κατηγορητήριον ἦτο ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, χωρὶς νὰ ἔχω ἀποχρῶντας πρὸς τοῦτο λόγους, ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω τὰ περὶ τούτου. Τὸ κατηγορητήριον μοὶ τὸ ἐπαρουσίασαν, διὰ νὰ τὸ ὑπογράψω, οἱ συνάδελφοι κκ. Πετσάλης καὶ Λυμπερόπουλος· γνωρίζετε δὲ πάντες, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους Βουλευτὰς οἱ δύο οὗτοι Κύριοι ἐπλησίαζον ἐν τῇ Βουλῇ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις δι’ αὐτῶν συνήθως διεβίβαζε τὰς γνώμας του εἰς τοὺς ἄλλους. Τοὺς ἠρώτησα, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ ὑπογράψωμεν, καὶ μοὶ τὸ ἐβεβαίωσαν... (διακοπαί).

§19ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἶναι ἀκριβές.

§20ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐντροπή σας νὰ ἀρνῆσθε πασίγνωστα γεγονότα! (παρατεταμένος θόρυβος ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§21ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμόν.

§22ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρώτησα κατόπιν τὸν συνάδελφον κ. Φαρμακόπουλον, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ ὑπογράψωμεν, καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἀπορεῖ, πῶς ἀμφιβάλλω, ἀφοῦ βλέπω, ὅτι ὑπέγραψε πρῶτος αὐτὸς ὁ ἀνεψιός του, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν θὰ ὑπέγραφεν, ἐὰν δὲν εἶχε πρὸς τοῦτο ἐντολὴν τοῦ θείου του.

§23ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναιρέσω· οὐδέποτε ἐποιησάμην μνείαν τῆς Κυβερνήσεως. Σεῖς μοὶ εἴπετε αὐτὰς τὰς λέξεις: «Ἐντολὴν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ, ἅμα εἰσέλθωμεν ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ πρῶτον ἔργον μας νὰ ἦναι τὸ κατηγορητήριον». Τότε σᾶς ἀπήντησα, ὅτι ἐνυπογράφως τοῦτο, ὅτε κατῆλθον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, τὸ ἐδήλωσα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου, ἑπομένως, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔστω ταύτης ἀντιλεγούσης, ἐγὼ θὰ πράξω τὸ καθῆκόν μου, ζητῶν τὴν ἐξέτασιν δι’ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τῶν πράξεων τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως. Ἀναιρῶν λοιπὸν ὑμᾶς, ἐπισήμως διαβεβαιῶ, ὅτι λέγετε ἀνακριβῆ πράγματα. Κάμνετε χρῆσιν, κύριε Ἀργυρόπουλε, πραγμάτων ὅλως ἀνακριβῶν. Ἐὰν δὲ μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ τοὺς λόγους...

§24ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τοὺς εἴπω ἐγώ, ἐὰν δὲν τοὺς εἴπητε σεῖς.

§25ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τοὺς λόγους ἐνταῦθα, δὲν διστάζω νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ποῖοι λόγοι σᾶς φέρουν σήμερον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ὑπογραφήν σας. Καὶ πάλιν ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι λέγετε πράγματα ὅλως ἀνακριβῆ· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κυρίων συναδέλφων, τῶν ὑπογραψάντων τὸ κατηγορητήριον.

§26ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν θὰ κρίνωσι, τίς ἐκ τῶν δύο λέγει τὴν ἀλήθειαν, ὄχι μόνον ἐκ τῶν γεγονότων ὅλων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ γνωστοῦ χαρακτῆρος ἐμοῦ καὶ ἐκ τοῦ ἐπίσης γνωστοῦ χαρακτῆρος ἐκείνου. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν αὐθάδειάν του...

§27ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ὕβρισα, καὶ ὀφείλετε νὰ φέρησθε ὅπως καὶ ἐγώ.

§28ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἐντὸς ὀλίγου θὰ περιορισθῇ αὕτη, ὅταν ἐκτεθῶσιν ἐδῶ ὅλα τὰ ἔργα του μετ’ ὀλίγον· εἰς δὲ τοὺς ὑπαινιγμούς του θ’ ἀπαντήσω κατόπιν. Πλὴν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶχον σχηματίσει πεποίθησιν, ὅτι τὸ κατηγορητήριον εἶναι ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὅταν ἤμεθα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, μυριάκις εἶχον ἀκούσει ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λέγοντος ἐν τῷ οἴκῳ του, ἐνώπιον ὅλων, ὅτι τὸ πρῶτον ἔργον του, ἀνερχομένου εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἶναι, νὰ εἰσαγάγῃ κατηγορητήριον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη· πιστεύω, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ τὸ ἀμφισβητήσωσι, διότι ἀπὸ τοῦ στόματός του τὸ ἤκουσαν πολλάκις πλεῖστοι πολῖται. Ἐκτὸς τούτου, καὶ ἐξ ἄλλης τινὸς περιστάσεως ἐγνώριζον, ὅτι τὸ κατηγορητήριον εἶναι ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὅτε κατηρτίζοντο οἱ συνδυασμοὶ, εἶχεν ἀποφασισθῆ ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἀπὸ τοὺς κ. κ. συναδέλφους ἐκ τῶν Κυκλάδων νὰ λάβῃ μέρος ἐν τῷ συνδυασμῷ, ὡς σύντροφός μου ἐκ τῆς Ἄνδρου, ὁ κ. Ὑπάτιος Καμπάνης. Ὑπωπτεύθην κατόπιν, ὅτι οἱ ἐν Ἑρμουπόλει πολιτευόμενοι ἐσκέφθησαν νὰ ἐνεργήσωσιν ὅ,τι ἐνήργησαν κατὰ τὸ 1887, ὅτε κατώρθωσαν, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἄλλοτε θέλω ἐκθέσει, νὰ ἀποβάλωσι τοῦ συνδυασμοῦ τὸν κ. Καμπάνην, καὶ προσλάβωσιν ἓν πρόσωπον ἐντελῶς ἄγνωστον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, οὐδεμίαν ἔχον ἰσχὺν, δι’ ὃ ἠναγκάσθην ν’ ἀποχωρήσω τοῦ συνδυασμοῦ, μὴ ἀνεχόμενος τοιαύτην κατὰ τῆς ἐπαρχίας μου ὕβριν. Ἐξεδήλωσα τὰς ὑποψίας μου εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως μὴ ζημιωθῇ ὁ συνδυασμὸς διὰ τῆς παραλείψεως προσώπου ἰσχυροῦ καὶ καθ’ ὅλα ἐντίμου καὶ διὰ τῆς προσλήψεως ἄλλου, στερουμένου πάντων τῶν προσόντων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπε, νὰ ἦμαι ἐντελῶς ἥσυχος, διότι σύντροφός μου ἐξ Ἄνδρου θὰ ἦναι ὁ κ. Καμπάνης, καθόσον αὐτὸς ἔχει ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν, ἐρχόμενος εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ εἰσαγάγῃ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ διὰ τοῦτο θέλει Βουλευτὰς δεδοκιμασμένους καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης του, ἵνα ὑπογράψωσι καὶ ὑποστηρίξωσι τὸ κατηγορητήριον, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς ἀγνώστους αὐτῷ ἀνθρώπους. Πιστεύω, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι ἦσαν ἀποχρῶντες πρὸς σχηματισμὸν πεποιθήσεως, ὅτι τὸ κατηγορητήριον εἶναι ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲ ἤδη ἀπαρνουμένου τὸ ἔργον του, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσω, ὅτι ἀποσύρω τὴν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ ὑπογραφήν μου, διότι μετὰ τὴν τοιαύτην στάσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἡ ὑποβολὴ τοῦ κατηγορητηρίου καθίσταται μωρά. Ἐπίστευον δὲ, ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὑπογράψαντες τὸ κατηγορητήριον, ἤθελον ποιήσει ὁμοίαν δήλωσιν, διότι δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ τις, ὅστις, διὰ ν’ ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, θὰ ἐδέχετο νὰ ἐφοδιασθῇ δι’ ὅλον τὸν βίον του μὲ πτυχίον μωρίας· διότι μωρία εἶναι νὰ ὑπογράψῃ καὶ ὑποβάλῃ τις κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐν γνώσει τῆς ἀποῤῥίψεως αὐτοῦ. Ὅταν δὲ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτει νὰ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν τοῦ κατηγορητηρίου, ἀναγράφων αὐτὸ τελευταῖον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, πλεῖστοι τῶν ὑπογραψάντων τὸ κατηγορητήριον συνήλθομεν ἐκεῖ ὀπίσω, καὶ συνδιεσκέφθημεν, καὶ ἀπεφασίσαμεν, καὶ ἐφέρομεν εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν δεχόμεθα νὰ φέρωμεν ἡμεῖς μόνοι τὴν εὐθύνην τοῦ κατηγορητηρίου, καὶ ἀπῃτήσαμεν, ὅπως διὰ συζητήσεως καὶ ψηφοφορίας ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην αὐτὸς, κατ’ ἐντολὴν τοῦ ὁποίου ὑπεγράψαμεν.

§29ΠΕΡΡΟΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθῆ.

§30ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κατηγορητηρίου. Ἤδη θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ὑπαινιγμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ ἐν ἀρχῇ διακόψας με συνάδελφος, θελήσας νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ ἐξ ἄλλων λόγων, ἐκ προσωπικῶν λόγων κινούμενος, ἀντιπολιτεύομαι τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Νομίζω ὅτι εἶναι τοσοῦτον γνωστὸς ὁ χαρακτήρ μου, ὅτι εἶναι τοσοῦτον γνωστὸν, ὅτι καθ’ ἅπαντα τὸν βίον μου παρημέλησα παντελῶς τὸ προσωπικόν μου συμφέρον, καὶ ἀφιερώθην ὅλως εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος, δι’ ὅπερ εὑρίσκομαι εἰς τὴν γνωστὴν οἰκτρὰν κατάστασιν· νομίζω ὅτι εἶναι τοσοῦτον γνωστὸν, ὅτι πάντοτε ὑπεράνω παντὸς προσωπικοῦ συμφέροντος ἔθηκα τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, ὥστε δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἀπολογηθῶ εἰς τὴν προσαφθεῖσάν μοι μομφὴν, ὁ δὲ προσάψας μοι ταύτην ἐματαιοπόνησε καὶ καταγέλαστος ἐγένετο. Θὰ διέψευδον τὸν χαρακτῆρά μου καὶ τὴν ἱστορίαν μου, ἐὰν ἔβλεπον τὰ πράγματα τῆς πατρίδος βαίνοντα καλῶς εἰς χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐγὼ διὰ προσωπικοὺς λόγους ἀντεπολιτευόμην αὐτόν. Βεβαίως ὑπάρχει προσωπικὴ περίστασις, διὰ τὴν ὁποίαν ἐχθρεύομαι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἡ περίστασις αὕτη δὲν εἶναι καθόλου αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἀντιπολιτεύομαι αὐτόν. Τὴν περίστασιν ταύτην, καλῶς θὰ ἔπραττεν ὁ κ. συνάδελφος, νὰ μὴ ἀνέφερεν ἐνταῦθα, διότι ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην περίστασιν αὕτη καταδικάζει τὸν ἀρχηγόν του, καὶ τὸν καταδικάζει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν ἐσκέφθην νὰ φέρω αὐτὴν ἐνταῦθα, ἵνα μὴ φανῶ πολὺ σκληρὸς πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ μὲ προκαλοῦσι, θὰ σκεφθῶ... Θὰ σκεφθῶ ἐν τούτοις, καὶ μετὰ τὴν γενομένην μοι πρόκλησιν, ἐὰν πρέπῃ νὰ μάθῃ ἀπὸ ἐμὲ τὸ κοινὸν, ὁποίου τερατώδους χαρακτῆρος ἀνὴρ κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα! Ἀλλ’ ἂς μὴ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἡ περίστασις αὕτη, ἣν ὑπηνίχθη ὁ διακόψας με, εἶναι περίστασις ῥουσφετίων, περίστασις ἀπαιτήσεων περὶ παροχῶν. Δὲν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δὲν ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν διορισμοὺς ὑπὲρ φίλων καὶ συγγενῶν μου, δὲν εἶχον προσωπικῶν συμφερόντων ὑπόθεσιν νὰ διεξαγάγω πρὸς τὸ Δημόσιον, δὲν ἐζήτησα τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς δικαστικήν τινα ὑπόθεσιν, πολιτικὴν ἢ ποινικὴν, δὲν ἐζήτησα νὰ γείνω μέλος τῆς γνωστῆς ἐκμεταλλευτικῆς ἑταιρίας, δὲν ἐξεμεταλλεύθην ἐγὼ ποτε τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Ἂς μάθῃ ὁ διακόψας με, ὅτι δὲν μετῆλθον, οὔτε θὰ μετέλθω ἐγώ ποτε τὸν κόλακα ἢ τὸν ἀγύρτην, ἵνα ἀποκτήσω τὴν εὔνοιαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ πρὸς ἀπολαυὴν παροχῶν. Ἡ περίστασις, ἣν ὑπηνίχθη ὁ διακόψας με, εἶναι ὅλως διάφορος. Εἶναι περίστασις, ἐν ᾗ ἡ τιμὴ καὶ τὸ καθῆκον ἐπέβαλλον τῷ κ. Πρωθυπουργῷ νὰ ἐνεργήσῃ· μὴ ἐνεργήσας δὲ, παρήκουσε τὴν ἐπιτακτικὴν φωνὴν τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος. Εἶναι περίστασις, ἐν ᾗ, γνωρίσας κατὰ βάθος τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἔφριξα διὰ τὸ ἀτάσθαλον τοῦ χαρακτῆρός του, διὰ τὴν ἐκπλήττουσαν ἀχαριστίαν του, διὰ τὴν δολιότητα καὶ τὴν μοχθηρίαν τῆς ψυχῆς του, διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν μωρίαν του.

§31ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ὑπερασπίσω ἐμαυτὸν διὰ τὴν ἐκτοξευθεῖσαν συκοφαντίαν ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου. Ἀγνοῶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ ἀπόσχῃ ἀπὸ τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκω. Θέλω ὅμως ἀναιρέσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθές· ὑπέγραψα τὸ κατηγορητήριον ἐν πλήρει συνειδήσει, διότι τὸ χρέος μου ἦτο αὐτὸ, διότι ἡ ἐντολὴ τῶν ἐκλογέων μου, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἀπὸ διάφορα σημεῖα τοῦ νομοῦ μας, ἦτο ἐπιτακτική. Οὐδὲν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος εἶναι ἀληθές· δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι καταπιεζόμενοι ὑπεγράψαμεν· ἡμεῖς ὑπεγράψαμεν τὸ κατηγορητήριον, διερμηνεύοντες τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, καὶ ὁ ὁποῖος εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ νομοῦ, ὅθεν διήλθομεν, ἐζήτει παρ’ ἡμῶν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατηγορίαν, ἣν ὑπεγράψαμεν. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἴσως ἐκ συγχύσεως ἢ ἕνεκα τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου δὲν ἐνεθυμήθη, τί ἐλέχθη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Πετσάλη, καὶ διὰ τοῦτο λυποῦμαι πολύ. Δὲν σᾶς ἐξηναγκάσαμεν, κύριε συνάδελφε, οὔτε σᾶς μετεβιβάσαμεν ἐντολὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· τὴν ἐντολὴν ἐλάβομεν παρὰ τῶν ἐκλογέων, καὶ τὴν ἐντολὴν ταύτην συνεμερίσθητε καὶ ὑμεῖς κατὰ τὴν ὑπογραφήν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Βεβαίως δὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος προέρχονται μᾶλλον ἐκ συγχύσεως ἢ ἐξ ἀληθείας.

§32ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ περιορισθῶ, κύριοι Βουλευταὶ, καθαρῶς εἰς τὰ ζήτημα τῆς τάξεως. Εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει ἡ ἰδέα, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφρασεν ἐν τῇ πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσει του, βεβαιώσας τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, θ’ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον. Ἐκ τούτου φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δύναται νὰ κανονισθῇ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἢ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν κανονίζει ἐκ συμφώνου ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοῦ Προέδρου, παρεμβαίνει δὲ ἡ Βουλή, ὁσάκις ὑπάρχῃ ὡς πρὸς τοῦτο ἀνάγκη, ἀλλὰ τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι δεκτικὰ κατατάξεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· ὁσάκις ὅμως ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζῃ τὴν τάξιν, καθ’ ἣν ὀφείλει νὰ συζητηθῇ ἀντικείμενόν τι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Προεδρείου, καὶ τῆς Βουλῆς αὐτῆς ἀκόμη, παύει. Ἀκριβῶς δὲ τοιαύτη περίστασις ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Γνωρίζετε ὅλοι τὰς διατάξεις τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου σχετικῶς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτὴς ἀνέμνησε ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Γνωρίζετε ἐπίσης, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἐκδοθεὶς πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἐπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ἀμέσως μετὰ τὸ Σύνταγμα συγκληθησομένην, νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτοῦ, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ θεμελιώδους νόμου, ἐν τῷ νόμῳ δὲ τούτῳ, τῷ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, προεβλέφθησαν ἐν πάσῃ τῇ ἀκριβείᾳ ἅπαντα τὰ στάδια, ἅτινα ὀφείλει νὰ διατρέξῃ ἡ κατηγορία, ἅμα εἰσαγομένη εἰς τὴν Βουλήν. Διέτρεξεν ἆρά γε τὰ στάδια ταῦτα τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου ἡ κατηγορία, ἡ εἰσαχθεῖσα κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν; Μέχρι τοῦ σημείου, καθ’ ὅ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, τὰ πράγματα διεξήχθησαν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, ἀλλ’ ὅτε ἡ Βουλὴ ἀπεφήνατο περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν εὑρίσκετο ἐντὸς τοῦ νόμου, παρηνόμει....

§33ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσήλθατε εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος.

§34ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Περὶ τῆς τάξεως ὁμιλῶ, καὶ θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει διὰ τοῦ συμπεράσματός μου.... Ποῖον εἶναι, Κύριοι, τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ὑφὴ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου; Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατὰ τῶν Ὑπουργῶν κατηγορίαν, ἅμα εἰσαχθεῖσαν, ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ ἀναστείλῃ, ἀλλὰ τὰ πάντα ὀφείλουσι νὰ γείνωσιν ἀλληλοδιαδόχως καὶ ἐν ἀδιαπτώτῳ συνεχείᾳ. Καὶ ὁ λόγος εἶναι πρόδηλος. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὁποίαν σημασίαν ἔχει κατηγορία φερομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τῶν κυβερνησάντων τὸ Κράτος. Ὁ νόμος λοιπὸν δὲν θέλει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀναστέλληται ἡ νόμιμος πρόοδος τῆς κατηγορίας ταύτης, ἀλλ’ ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ σπεύσῃ εἰς τὸ σημεῖον, καθ’ ὃ ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν πρέπῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ νὰ ἐκλέξῃ ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Καὶ τοσοῦτον ὁ νόμος ἀπασχολεῖται ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης, ὥστε προβλέπει καὶ τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἡ ἐκλεχθεῖσα, δὲν δύναται νὰ διεξαγάγῃ τὸ ἀνατεθὲν αὐτῇ ἔργον, εἴτε ἕνεκα διαλύσεως τῆς Βουλῆς, εἴτε ἕνεκα λήξεως τῆς συνόδου τῆς βουλευτικῆς. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, ὁ νόμος τὰ γενόμενα κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον θεωρεῖ ὡς μὴ γενόμενα, καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἐκλογὴ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ποῦ ἐν τῷ νόμῳ, κύριε συνάδελφε ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ποῦ ἐν τῷ νόμῳ τῷ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν εὑρήκατε, ὅτι ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλλῃ; Καὶ ὅταν ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀναβάλλουσα παρηνόμει, δὲν ἤμην ἐν τῷ δικαίῳ μου; δὲν ὑπεστήριζον τὸ ὀρθόν; Διὰ τοῦτο καὶ μόνον παρήνειρα τὴν ἰδέαν ἐκείνην. Καὶ βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ἀκολουθοῦσα τὸν πρώην Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θέλει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τούτου, οὐδὲ θέλει νὰ στηρίξῃ ἐπὶ τούτου ἐνστάσεις ἀπαραδέκτου, διότι συμφέρον ἔχει ἀνώτερον, ὥστε ἡ κατηγορία νὰ λάβῃ τὴν νόμιμον πρόοδον· θέλει νὰ φθάσῃ εἰς ἓν τέρμα. Ἐν μιᾷ λοιπὸν καὶ μόνῃ περιπτώσει ὁ νόμος, ὅταν ἐπέρχηται, οὕτως εἰπεῖν, ἀκουσίως, ἀποτόμως, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἢ λῆξις τῆς συνόδου, ἀναθέτει εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον νὰ φροντίσῃ αὐτὴ περὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀκυρῶν τὴν προηγουμένην ἐκλογήν. Τί ἐξάγεται ἐκ τούτου; Ὅτι ὁ νόμος, ὡς προηγουμένως ἔλεγον, δὲν ἐπιτρέπει ἀναβολὴν κατὰ τὸ στάδιον τῆς διαδικασίας τῆς κατηγορίας. Σήμερον δὲ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου εἰς τί ἀφορᾷ; Εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ εἶναι τοῦτο ἔργον ἆρά γε, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νόμου τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τῆς συνόδου ταύτης. Τὸ ἔργον τοῦτο ἀνῆκεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐνήσκησεν ἐκείνη, καὶ δὲν τὸ ἐνήσκησε, παραβαίνουσα τὸν νόμον. Σήμερον λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης ἡ παροῦσα σύνοδος ἔρχεται νὰ ἐκπληρώσῃ ὅ,τι ἐκείνη δὲν ἐξεπλήρωσε, καὶ δὲν ἔρχεται νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ δυνάμει τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, ἀλλὰ πληροῦσα τὰ κεχηνότα, ἅτινα ἀφῆκεν ἡ προκάτοχός της. Τὸ συμπέρασμα λοιπὸν, Κύριοι, εἰς τὸ ὁποῖον θέλω φθάσει, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου, ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, ἡ Βουλὴ καθῆκον ἔχει νὰ προτάξῃ, καὶ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ αὐτῆς διατάξει εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ἀναγεγραμμένον, τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐκκρεμοῦς κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν κατηγορίας, καὶ δὲν δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἄλλο ἔργον, ἀλλ’ ἅμα τῷ καταρτισμῷ τοῦ σώματος, μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προεδρείου καὶ τῶν Ἐπιτροπῶν, εἰς τοῦτο τὸ ἀντικείμενον ὀφείλει νὰ ἀσχοληθῇ, μὴ παρεμβαλλομένων ἄλλων. Βεβαίως κριτὴς θὰ ἦναι ἡ Βουλή, ἢ μᾶλλον ἡ πλειοψηφία αὐτῆς, καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸν ἐλέγχοντα, δύναται, ὡς ἀπεφάνθη περὶ τῆς ἀναβολῆς, νὰ ἀποφανθῇ σήμερον, ἂν ἡ ἐκλογὴ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἕως αὔριον; Ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, τοῦτο πράττουσα, δὲν θὰ ἦναι ἐντὸς τοῦ νόμου. Θὰ ὑποβληθῶμεν μὲν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι ἡ πλειονοψηφία ἐπιβάλλεται εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ἀλλ’ ἐὰν πράξῃ τοῦτο ἡ Βουλή, ὀφείλει νὰ ἦναι ἐν γνώσει, ὅτι δὲν πράττει τὸ ὀρθὸν, ὅτι δὲν ἐκτελεῖ τὸν νόμον.

§35ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ κύριον συμφέρον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἡ ταχεῖα διεξαγωγὴ τοῦ κατηγορητηρίου. Τοῦτο ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔσπευσε νὰ ἐξασφαλίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς ἀμέσως εἶπεν, ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως αὔριον ἔσεται τὸ κατηγορητήριον. Διατὶ λοιπὸν, Κύριοι, ἀφοῦ τὸ συμφέρον τοῦτο τὸ κύριον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς ὑποσχέσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπιμένετε, ἵνα εὐθὺς ἀμέσως φέρητε τὸ ζήτημα κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν; Πρόκειται νὰ βλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἢ νὰ ζημιωθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν δὲν τεθῇ σήμερον καὶ ἀναβληθῇ ἕως αὔριον; Ἀλλ’ ὁ προλαλήσας αὐτὸς οὗτος συμφωνεῖ πληρέστατα ἄλλως μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐνθυμεῖσθε, πῶς κατέληξε τὸν λόγον· εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, ἀντικείμενον ἀναγεγραμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.

§36ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἶπε τοῦτο.

§37ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; ὄχι. Οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ προλαλήσαντος, περὶ τούτου καὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν στηρίζονται ἐπὶ τοῦ νόμου. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, προβάλλονται διάφοροι προτάσεις’ αἱ προτάσεις αὗται τυποῦνται καὶ διανέμονται, καὶ εὐθὺς κατόπιν ἀναγράφονται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὴν συζήτησιν αὐτῶν ἀμέσως. Πρόκειται δὲ ἐνταῦθα περὶ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου προβλέπει ὁ ἡμέτερος Κανονισμός, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ αὐτοῦ 47 λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα ἐκ τῆς λήξεως τῆς συνόδου, δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον τῆς αὐτῆς περιόδου, καθ’ ἣν εὑρίσκονται στάσιν». Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐπεκαλέσθησαν τὰς εἰδικὰς διατάξεις τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, καὶ βεβαίως, πᾶν ὅ,τι εἰδικῶς διατάσσει ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμος, αὐτὸ θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα’ ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι δὲν προβλέπεται ἐκ τοῦ εἰδικοῦ νόμου πῶς θὰ κανονίσῃ ἡ Βουλή; Θὰ τὸ κανονίσῃ διὰ τῶν γενικῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς. Σεῖς ἀμφισβητεῖτε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλή, τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῆς προτάσεως ἀκόμη’ καὶ τοῦτο ὑποστηρίζετε, ὅταν ἰσχυρίζησθε, ὅτι δὲν δικαιοῦται σήμερον οὐδεὶς Βουλευτής, οὐδ’ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς, νὰ φέρῃ οἱανδήποτε πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἔργον τῆς Βουλῆς βεβαίως εἶναι καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε, καὶ αὐτὸ θὰ προταχθῇ, ἀλλὰ θὰ προταχθῇ, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν’ πρὶν ὅμως εἰσέλθωμεν εἰς αὐτήν, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ ἢ μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Κανονισμὸς αὐτῆς καὶ ὁ εἰδικὸς νόμος διατάσσει.

§38ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ κ. συνάδελφος βεβαίως μὲ παρενόησε. Δὲν εἶπον, ὅτι εἶναι ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως’ εἶπον ὅτι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ κανονίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν παύει, διότι ὑπάρχει ὁ νόμος, ὅστις τὸ κανονίζει, ὑπάρχει ὁ νόμος, ὅστις ἀναγράφει τὸ ἀντικείμενον τοῦτο πρὸ παντὸς ἄλλου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.

§39ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ποῖον ἄρθρον;

§40ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀναγνώσατε τὸν νόμον, νὰ τὸ εὕρητε.

§41ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, διότι ἀνέγνωσα τὸν νόμον καὶ δὲν τὸ εὗρον.

§42ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν πρόκειται νὰ κάμω τὸν διδάσκαλον.

§43ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ἄρθρον, ἀλλ’ ἤλθετε ἐνταῦθα νὰ εἴπητε λόγια.

§44ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐκ πεποιθήσεως’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ λέγω ἁπλῶς λόγια, δὲν θὰ ἀνέβαινον ποτὲ τὸ βῆμα.

§45ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τοιοῦτον ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ δὲν ὑπάρχει.

§46ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δόσατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, τὸν νόμον, διὰ νὰ κάμω μίαν διδασκαλίαν. (Λαβὼν τὸν νόμον ἀναγινώσκει): «Διαδικασία ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. «Ἄρθρον 10. Τὴν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ποινικὴν ἀγωγὴν μόνη ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐνασκήσῃ ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου». Καὶ ἐπακολουθοῦσι τὰ περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ Κατηγορητηρίου ἐν ἄρθροις 11 καὶ 12. Ἔρχεται τὸ ἄρθρον 13, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἂν θὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ θὰ διατάξῃ προανάκρισιν. Διατασσομένης δὲ προανακρίσεως, αἱ ἐπακόλουθοι πράξεις γίνονται πλέον ἐν συνεχείᾳ καὶ ἀλληλοδιαδόχως, ὡς μαρτυροῦσι τὰ ἑπόμενα ἄρθρα δι’ ἐπιτακτικῶν διατάξεων (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 14. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετάβασιν, ἡ περὶ κατηγορίας πρότασις οὐδέποτε δύναται πλέον νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἐὰν δὲ διατάξῃ προανάκρισιν, ἐκλέγει ἐκ τῶν ἑαυτῆς μελῶν δωδεκαμελῆ ἐπιτροπὴν πρὸς ἐνέργειαν ταύτης, καὶ ὁρίζει συγχρόνως προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐπὶ τῆς προανακρίσεως ἔκθεσίν της.»

§47ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τί ἐννοεῖ αὐτό; ὅτι πρέπει αὐτοστιγμεὶ νὰ ἐκλέξῃ;

§48ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως. Ὅταν ὁ νόμος λέγῃ «ἐκλέγει», ἡ διάταξις εἶναι ἐπιτακτικὴ, καὶ πρέπει ἀμέσως νὰ ἐκλέξῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἐπιτροπὴν· καὶ τοῦτο ἐξάγεται ἐξ ὅλων τῶν ἑπομένων διατάξεων. Καὶ σᾶς εἶπον καὶ τὸν λόγον: διότι ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς ἡ κατηγορία· διότι μία πλειονοψηφία δύναται ἐπ’ ἄπειρον νὰ διατηρῇ ἐκκρεμῆ τὴν κατηγορίαν πρὸς φόβητρον, καὶ οὗτος βεβαίως ἦτο, Κύριοι, ὁ σκοπὸς, ὅταν εἰσήχθη τὸ κατηγορητήριον κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ εἶπον ὑμῖν: ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν, δύνασθε ν’ ἀποφασίσητε ὅ,τι θέλετε, καὶ θὰ ὑποταχθῶμεν, ὄντες ἐν μειοψηφίᾳ. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ἐξεύρωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ὀφείλομεν νὰ ἀναχωρήσωμεν ἐκ τοῦ λόγου, τοῦ ὑπαγορεύσαντος τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Μὲ παρενόησε λοιπὸν ὁ ἔντιμος ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴς, ὅταν ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ κατέστησα τὸ ζήτημα τοῦτο ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως. Εἶπον καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου εἶναι ἐπιβεβλημμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποστῇ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν κατηγορίας.

§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐκπλήσσομαι, ἀκούων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ἀποδιδόντος εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὴν προαίρεσιν νὰ κρατῇ ἐκκρεμῆ τὴν γενομένην ὑπὸ συναδέλφων Βουλευτῶν πρότασιν πρὸς σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ περιστέλλῃ τὰς ἐνεργείας ἢ νὰ μειόνῃ τὸ θάῤῥος τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐκπλήσσομαι ἀκούων τοιαύτης αἰτιάσεως, καθ’ ἣν στιγμὴν, ἐνῷ ἠδυνάμεθα πρὸ μιᾶς ἤδη ὥρας νὰ ἐνασκήσωμεν συνταγματικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, καὶ ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σιγήσῃ πᾶσα ἄλλη φωνὴ, ἀνεχόμεθα συζητήσεις, αἵτινες τοσοῦτον προώρως κατὰ τὴν ὥραν ταύτην προετάθησαν παρ’ αὐτοῦ. Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 78 δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὁσάκις ζητήσωσι τὸν λόγον, νὰ ἀκούωνται, παραιτουμένου παντὸς ἄλλου θέματος. Καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ δὲν ἐποιησάμην χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδει τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἀνέχομαι νὰ συζητῶσιν, οὐχὶ ἐπὶ ζητήματος τάξεως, ὡς εἶπον, ἀλλὰ νὰ συζητῶσι δι’ ἐπερωτήσεων, νὰ ἀπευθύνωσι κατηγορίας κατὰ προσώπων, κατηγορίας κατὰ προγενεστέρων ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, ὅτι παρανόμως τὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς αὗται ἐκανόνισαν. Ἀλλ’ ἡ ἐξακολούθησις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, εἶναι ἓν ἐκ τῶν ἐκκρεμῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα αὕτη πρέπει νὰ διεξαγάγῃ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ δὲν ἐργάζεται, εἰμὴ κατὰ κανόνας ὡρισμένους, πρέπει κατὰ τοὺς κανόνας τούτους νὰ ἐργασθῇ, κατ’ αὐτοὺς δὲ πρέπει νὰ ἐργασθῇ κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἥτις συντάσσεται ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ψῆφον τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ κατατάσσονται τὰ ἐκκρεμῆ ἔργα τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν σειράν, καθ’ ἣν ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ. Ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν συνετάχθη ἔτι, διότι ἡ Βουλὴ σήμερον μόνον συνῆλθε, μόλις καταρτισθεῖσα, σήμερον δ’ ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ ἐν αὐτῇ ἤθελε καταλάβει τὸν οἰκεῖον χῶρον ἡ ἐργασία ἡ ἐκκρεμής. Ἀλλὰ ποῖον ἤθελον καταλάβει χῶρον τὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς; Ἡ πλειοψηφία ἤθελε προσδιορίσει· καὶ ἐὰν οἱ συντάσσοντες τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἤθελον ἐγγράψει τὸ θέμα τοῦτο μεταξὺ τῶν τελευταίων θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχε τὸ δικαίωμα τότε νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν καὶ ζητήσῃ τὴν προήγησιν αὐτῆς, καὶ τότε μόνον ἔδει νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις περὶ προτιμήσεως, ἡ δὲ Βουλὴ τότε ἤθελε κληθῆ ν’ ἀποφασίσῃ. Ὁμιλοῦσι περὶ καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ἐνασκεῖ ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία εἰσέτι δὲν ἤρχισε νὰ ἐργάζηται. Ὁμιλοῦσι περὶ σκοπῶν καὶ προαιρέσεων δολίων καὶ πονηρῶν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀνετράπησαν οἱ ὅροι τῶν ἐννοιῶν καὶ οἱ χαρακτηρισμοὶ τῶν πράξεων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ θέσητε τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν. Προκαλέσατε τέλος πάντων ψηφοφορίαν, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἐνασκήσω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω ὡς Ὑπουργός.

§50ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος, ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι δύο περὶ αὐτοῦ γνῶμαι, διότι εἶναι τόσον ῥητὸν τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ὥστε μόνον λόγος ἄλλος ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησιν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον παρεδέχθη, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντέταξεν ἡμῖν, ὅτι κατὰ παράβασιν τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ Συντάγματος οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι, δὲν ἐπετρέψαμεν εἰς αὐτὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρὸς ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους....

§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς δὲν ἐπετρέψατε!

§52ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ Βουλή. Δὲν πρόκειται περὶ ἡμῶν.

§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκλέξατε τὰς φράσεις σας.

§54ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκλέγω τὰς φράσεις μου πάντοτε, καὶ γνωρίζω πολὺ καλὰ τί λέγω. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἠνέχθη ἡμᾶς, προκαλοῦντας συζήτησιν ἐπὶ θέματος, τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο ὁ κατάλληλος χρόνος νὰ ἐπιληφθῶμεν. Ἡμεῖς ὅμως λέγομεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κατὰ παραβίασιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἐπεζήτησε νὰ ἐπιληφθῇ θέματος, ὅπερ ὤφειλε νὰ ἕπηται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, τὸ προνόμιον δὲ τῶν κκ. Ὑπουργῶν, ὅπως ἀκούωνται πάντοτε, ὁσάκις ζητήσωσι τὸν λόγον, δὲν ἐπεκτείνεται καὶ πέραν τῶν ὁρίων τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ περιορίζεται ἐντὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε, ὅτι, ἐνῷ ἐγὼ εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, μόλις εἶδον ὅτι ἠγέρθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρέμεινα ἐκεῖ, ἵνα πρότερον ἀκουσθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διακόπτῃ τὴν συζήτησιν, ἵνα ὁμιλήσῃ περὶ θέματος ἀσχέτου πρὸς τὴν συζήτησιν. Ταῦτα ὤφειλον νὰ εἴπω, ἵνα ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς εἶπε περὶ ἀνοχῆς τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς πλειοψηφίας. Ἐπανέρχομαι ἤδη εἰς τὰ περὶ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἀνέγνωσεν ἡμῖν ὁ συνάδελφος ἐκ Ζακύνθου, τοῦ ἄρθρου 14, δὲν θεωρεῖται κἂν ἡ πρότασις ἐψηφισμένη, ἐὰν μετὰ τοῦτο ἀμέσως δὲν ἐπακολουθήσῃ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς, καίτοι τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι τοιοῦτον, δὲν ἠθελήσαμεν κἂν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν ὀρθὴν ταύτην τοῦ νόμου ἑρμηνείαν, ἵνα κλείσωμεν διὰ παντὸς τὴν συζήτησιν, ἥτις, ὡς μοὶ ὤφειλε, κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον τῆς Βουλῆς προεκλήθη. Ἡμεῖς τοὐναντίον, διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ὑποστηρίζοντος τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ἐδηλώσαμεν, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον παρέλειψε τὸ στοιχειωδέστερον καθῆκον, ὅπερ ἐπεβάλλετο αὐτῇ κατὰ τὸν νόμον, νὰ ἐκλέξῃ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τὴν ἐπιτροπήν. Τοῦτο δὲ, Κύριοι, εἶναι τοσούτῳ κατάδηλον ἐξ ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, καὶ πρὸ πάντων ἐκ τοῦ ἄρθρου 22, ὥστε ἀπορῶ, τῇ ἀληθείᾳ, πῶς εἶναι δυνατὸν σπουδαῖοι ἄνθρωποι νὰ φέρωσιν ἐπὶ τούτου ἀντίῤῥησιν. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου προβλέπει μίαν μόνην περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς ἡ ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως ἐργασία τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ποτὲ ὁ νόμος νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ διακοπῶσι τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς μεταξὺ τῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως πρὸς κατηγορίαν καὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ διατί; Διότι τὸ πρᾶγμα ἀφ’ ἑαυτοῦ φέρει τὴν ἀντίῤῥησιν πρὸς πᾶσαν τοιαύτην σκέψιν, διότι, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, τὰ δύο ταῦτα ἔργα τῆς Βουλῆς ἐνασκοῦνται οἱονεὶ ταὐτοχρόνως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ πρότασις δὲν ἐπανέρχεται· ἐὰν τοὐναντίον ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, ὅπως γένηται κατηγορία, ὀφείλει ἀμέσως....

§55ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ποῦ εὕρετε τὸ ἀμέσως;

§56ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. ... Ὀφείλει ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς. Ἐὰν τοιοῦτόν τι δὲν ἐσκέπτετο ὁ νομοθέτης, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 22 νὰ ἀναφέρῃ μίαν καὶ μόνην περίπτωσιν ἐκκρεμότητος· ἀλλ’ ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 14 οὐ μόνον δὲν ἐπιτρέπει νὰ ὑποτεθῇ διχασμὸς τῆς ψηφίσεως τῆς προτάσεως καὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ συγχρόνως ἀπαιτεῖ νὰ προσδιορισθῇ προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει αὕτη νὰ περατώσῃ τὴν ἐργασίαν της, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξεν ὁ συνάδελφος. Διότι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται νὰ φαντασθῇ ὁ νομοθέτης, ὅτι δύναται μία Βουλή, παίζουσα, νὰ φέρῃ κατηγορίαν κατὰ Ὑπουργῶν τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἀφήσῃ ταύτην ἐκκρεμῆ, ἐφ’ ὅσον χρόνον ἡ πλειοψηφία ἤθελε θελήσει. Ὁμιλῶν δὲ πάντοτε ὁ νομοθέτης περὶ σπουδαίας προτάσεως, ὁρίζει, ὅτι, ἐὰν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς δὲν περατωθῶσιν ἐντὸς τῆς συνόδου, καθ’ ἣν ἤρξαντο, τότε κατὰ τὴν νέαν σύνοδον ἐκλέγεται νέα ἐπιτροπή, ἥτις ἀρχίζει ἐργαζομένη οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐργασιῶν τῆς προηγουμένης ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῆς σκέψεις. Ταῦτα πάντα δὲν ἐτέθησαν ἐν τῷ νόμῳ ἄνευ λόγου. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὴν περίστασιν ταύτην προεῖδεν ὁ νόμος, ποῖον εἶναι τὸ ἀναγκαῖον συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον, μελετῶν τις τὰ τοῦ νόμου τούτου, ἤθελε καταλήξει; Ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι δύναται νὰ μεσολαβήσῃ οἱονδήποτε χρονικὸν διάστημα μεταξὺ τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς προτάσεως πρὸς κατηγορίαν καὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ τοῦτο, ὥστε κατ’ ἄλλην γνώμην, ἴσως μάλιστα καὶ τὴν ὀρθοτέραν, ἡ μὴ ἐκλογὴ ἀμέσως ἐπιτροπῆς θεωρεῖται ὡς ἐγκατάλειψις τῆς προτάσεως. Ἐὰν εἶχε σκοπὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην γνώμην, θὰ εἶχον ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν γνώμας σοφωτάτων ἀνδρῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν σκοποῦμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τοιαύτην γνώμην, διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο κατ’ οὐσίαν, καθ’ ὃν τρόπον ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς θελήσῃ. Ἀλλὰ τοῦτο ζητοῦντες, Κύριοι, δὲν ἐννοοῦμεν ν’ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν τυχὸν βουλομένων νὰ παρατείνωσι τὴν ἐκκρεμῆ ταύτην κατάστασιν ἐπ’ ἄπειρον· ἐννοοῦμεν, ποιούμενοι χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν χορηγεῖ εἰς ἡμᾶς, νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Βουλήν: Δὲν πρόκειται περὶ ἡμερησίας διατάξεως, τὴν ὁποίαν θὰ κανονίσῃ τὸ Προεδρεῖον μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτής· πρόκειται περὶ ζητήματος τάξεως, ἐπιβεβλημμένου τῇ Βουλῇ ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ ἐὰν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς δὲν ἐτηρήθησαν ἐπακριβῶς αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον μετὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν διαφώτισιν ἐπὶ τοῦ θέματος νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς νέον ὀλίσθημα καὶ νὰ ἀναβάλῃ εἰς ἄλλον χρόνον τὴν ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἄλλως τε περὶ τίνος πρόκειται; Ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς τυπικῆς ἐργασίας. Αὕτη θὰ εἶχε πρὸ πολλοῦ τελειώσει, ἐὰν δὲν ἐμεσολάβει ἡ συζήτησις αὕτη, ἐὰν δὲν ἐφέροντο αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν, περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐκλογῆς. Ἐὰν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, δὲν ἔχει ἢ νὰ ἀποφασίσῃ ἀμέσως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ προσδιορισθῇ ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ποῖον τὸ συμφέρον τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς; Οὐδέν. Ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐνεργοῦσαι καλῇ τῇ πίστει καὶ ἐπιδιώκουσαι ἀγαθοὺς σκοποὺς διὰ τῆς ἐρεύνης τῶν στοιχείων τῆς κατηγορίας, συμφέρον ἔχουσι νὰ ἐπισπευσθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἡμεῖς καὶ ἐξ ἄλλων λόγων ἀκόμη ἐπιδιώκομεν τοῦτο· καὶ ἐκ τοῦ λόγου, δι’ ὃν ὀφείλει νὰ ἐπιζητῇ τοῦτο ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλου λόγου προσωπικοῦ. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα καταγγελλόμενοι, ζητοῦμέν τι, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ πράξητε. Διατὶ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἀναβληθῇ, ὅπως κανονισθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μεταξὺ τῶν πρώτων κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸ πρῶτον δὲ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κεφαλληνίας, ἀφοῦ ταύτην τὴν στιγμὴν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν, μεθ’ ὃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθ’ ἑαυτόν;

§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;... Ζητεῖτε παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην· οἱ πρὸ ὑμῶν ἀγορεύσαντες δὲν ἠτήσαντο τοῦτο, ἠτήσαντο νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ κατηγορία.

§58ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§59ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἦμαι πρὸς ὑμᾶς μᾶλλον τῶν ἐμῶν συναδέλφων σαφὴς, ἀλλὰ βεβαίως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τοῦτο καὶ οὗτοι ἐζήτησαν. Διὰ τοῦτο καταθέτω ῥητὴν περὶ τούτου πρότασιν εἰς τὸ Προεδρεῖον.

§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος, εἶναι ἐναντία τοῦ Συντάγματος. Δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ἀνέπτυξαν, ἑρμηνεύοντες τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἠθέλομεν δεχθῆ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἶναι ὀρθὴ, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην των ἐν τῇ εἰδικῇ περιπτώσει, περὶ ἧς πρόκειται. Ἡ εἰδικὴ περίπτωσις, ἐν ᾗ εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν, ἐν ἀρχῇ ὁμιλήσας, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰπὼν, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ, ὅπως προηγηθῇ παντὸς ἄλλου θέματος ἡ ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ προηγεῖται πάσης ἄλλης προτάσεως, εἴτε ἐγγεγραμμένης ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἴτε ἐγγεγραμμένης ἐν νόμῳ εἰδικῷ, εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως. Ἅμα ὡς ἡ Κυβέρνησις ἐμφανισθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ζητοῦσα νὰ καταθέσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, οὐδεμία ἄλλη πρότασις δύναται νὰ προηγηθῇ αὐτῆς· ἐξάγεται δὲ τοῦτο σαφῶς ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ ἄρθρον 60 αὐτοῦ λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς συνόδου τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Ἐννοεῖται ὅτι, οἱανδήποτε ἡμέραν τῶν δύο αὐτῶν μηνῶν παρουσιασθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ δεχθῇ, ὅπως καταθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐὰν μίαν στιγμὴν ἐξ αὐτῶν τῶν δύο μηνῶν θελήσῃ ἡ Βουλὴ, εἴτε ὡς πλειοψηφία, εἴτε δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ της, ὑπὲρ ἄλλου θέματος ν’ ἀφαιρέσῃ ἐξ αὐτῶν τῶν δύο μηνῶν, παραβιάζει τὸ Σύνταγμα. Ποίαν ἄλλην ἑρμηνείαν οἱ θορυβήσαντες δύνανται νὰ δώσουν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Δὲν εἶναι καὶ οἱ δύο αὐτοὶ μῆνες, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας μέχρι τῆς τελευταίας, εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμόν; Δὲν ὀφείλει πᾶσα ἡμερησία διάταξις, ἢ πᾶσα ἄλλη ἐπερώτησις, νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος; Ποίαν λοιπὸν ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος; Ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ σχετίσητε τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ νομοθετήσας τὴν ἀνωτέρω διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν, θέλετε εὕρει λογικωτάτην τὴν ἐφαρμογὴν, οἵαν τὴν ζητῶ, τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ Συντάγματος, διότι τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἐφαρμοζόμενος ὁ νέος προϋπολογισμὸς, καὶ πᾶσα ἄλλη ἐργασία πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἐὰν δὲν δοθῇ δίμηνον διάστημα, ὅπως ἐντὸς αὐτοῦ ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, τυπωθῇ, παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ὑποστῇ ὅλην τὴν ἐπεξεργασίαν ἐν αὐτῇ, καὶ μετὰ ταῦτα συζητηθῇ, δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους νὰ ἦναι ἕτοιμος καὶ νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ὁ προϋπολογισμός. Γνωστὸν μάλιστα εἶναι, ὅτι οὐδέποτε σχεδὸν, καὶ μὲ τὸ δίμηνον αὐτὸ διάστημα, κατώρθωσεν ἡ Βουλὴ, καίτοι καὶ πρὸ τῶν δύο μηνῶν ἐνίοτε κατετέθη ὁ προϋπολογισμὸς ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ψηφισθῇ καὶ κυρωθῇ καὶ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου. Θέλετε ἤδη νὰ παρεμβάλλωνται καὶ ἄλλα προσκόμματα;... Λοιπὸν οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι καὶ οἱ δύο μῆνες, τοὺς ὁποίους ὁρίζει τὸ 60ὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἀνήκουσι δικαιωματικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐναντίον δηλονότι πάσης ἄλλης προτάσεως, ὅπως ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἂν δ’ ἀκόμη ὑπάρχῃ τυχὸν ἄλλη ἐκκρεμὴς συζήτησις, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ αὐτὴν καὶ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ἑπομένως καὶ ἡ Βουλὴ, δὲν δύναται νὰ περιορίσῃ τοιοῦτον δικαίωμα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἀληθὴς ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν οἱ προλαλήσαντες ἔδωκαν εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἣν ἐγὼ οὐδόλως δέχομαι, πάλιν λέγω, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν δηλοῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ καταθέσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν δύναται οὐδεμία ἀντίῤῥησις ν’ ἀντιταχθῇ εὐλόγως κατὰ τοιαύτης αἰτήσεως. Ἄλλως παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δεχθῇ, ὅπως πρὸ πάσης ἄλλης προτάσεως κατατεθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁ προϋπολογισμὸς, μετὰ δὲ τοῦτο βεβαίως ἡ Βουλὴ θὰ κανονίσῃ, ποῖα εἶναι τὰ θέματα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ποῖα κατὰ σειρὰν πρέπει νὰ προηγηθῶσι.

§61ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§62ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δίδων εἰς τὴν πρότασίν μου ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ δώσῃ, τὴν ἐθεώρησεν ὡς πρότασιν περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐγὼ, ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου, εἶπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπανέλαβεν ὁ συνάδελφος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διπλῆ γνώμη ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, καὶ ἑπομένως δὲν χωρεῖ ἑρμηνεία ἐπ’ αὐτῆς, καθόσον ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου εἶναι τόσον ἐπιτακτικὴ, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι δύναται νὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τῆς ψηφίσεως τῆς προτάσεως πρὸς κατηγορίαν καὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπιτροπῆς χρονικὸν διάστημα. Ὅταν ταῦτα εἶπον, ἦτο περιττὸν νὰ ἐκλάβῃ ὁ συνάδελφος τὴν πρότασίν μου ὡς πρότασιν ἑρμηνευτικὴν τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, καὶ νὰ προβάλῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐτῆς. Ἡ πρότασίς μου ὁρᾷ εἰς τοῦτο· εἶναι πρότασις ἀφορῶσα τὴν τάξιν, ἀφορῶσα τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, τὰ ἐκ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτὴν, διότι πρόκειται περὶ εἰδικῆς, εἰδικωτάτης περιστάσεως. Ἡ Βουλὴ κανονίζει τὰς ἐργασίας αὐτῆς ἐπὶ τῇ βάσει κανονισμοῦ. Ὁ κανονισμὸς ὁμιλεῖ περὶ ὅλων τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι κατὰ τὰς συζητήσεις ἢ κατὰ τὴν ὑποβολὴν προτάσεων, πλὴν περὶ αὐτῆς, διότι περὶ αὐτῆς ὁμιλεῖ εἷς νόμος, πολὺ ἀνώτερος τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, νόμος, ὅστις ὑποχρεοῖ τὴν Βουλὴν, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ὡς νόμος. Δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ λύσῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, καὶ θὰ τὸ ἐπιβάλῃ κατὰ τὰ κείμενα εἰς τὴν μειοψηφίαν. Εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου καλεῖ τὴν Βουλὴν ἡ πρότασις. Δύναται πλέον νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἀντισυνταγματικότητος, ἀφοῦ γίνεται ῥητὴ πρὸς τὸν συνάδελφον δήλωσις, ὅτι δὲν ἔχει τοιοῦτον σκοπὸν ἡ πρότασίς μου; Περὶ ὅσων δὲ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμίλησε, νομίζων ὅτι δύναται νὰ ἀντιτάξῃ τὸ ἄρθρον 60 εἰς τὴν παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀπαντήσω· ἀρκετὰ εἶπεν ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας. Ἀλλ’ εἶναι τόσον τὰ πράγματα καταφανῆ, ὥστε εὐλόγως δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι, διὰ νὰ ὑπεκφύγωσι τὸ ζήτημα, ὡς παρ’ ἡμῶν ἐτέθη, ἐνεθυμήθησαν τὸ 60 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλλῃ ἐντὸς τῶν δύω πρώτων μηνῶν τῆς συνόδου τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ ἂν μέχρι τοῦδε ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ὑπεβλήθη, καὶ ἂν ἀκόμη ὑπάρχῃ προθεσμία πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, καὶ ἂν ἐξαντλῆται πᾶσα ἡ δίμηνος προθεσμία, τίς θὰ ἦτο ὁ ὑπαίτιος; Παρῆλθεν ἤδη εἷς μὴν, ἀφ’ ὅτου συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, καὶ αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀρχίσουν· ἂν παρέλθῃ καὶ ἕτερος μὴν, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ὑποβληθῇ, τοῦτο θὰ ᾖναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἄλλου θέματος, δὲν δύναται ὅμως νὰ γείνῃ ἐπιχείρημα, διὰ νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ἐμῆς προτάσεως, ἡ ὁποία σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, εὐθὺς ὡς αὕτη συνῆλθε. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι συμφέρον ἔχει ἡ πλειοψηφία νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, καὶ νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα μετὰ τοῦτο κανονίσωμεν τὸν χρόνον τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ χορηγήσῃ πρὸς αὐτήν.

§63ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰ μὲν πλεῖστα τῶν ἐπιχειρημάτων ἐξηντλήθησαν, συμπέρασμα δὲ τῆς συζητήσεως, ἴσως ἔπρεπε νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐξάγεται τοῦτο: ὅτι ἐν τῇ ἀξιοπρεπείᾳ τῆς Βουλῆς ἔδει νὰ μὴ τύχῃ ἀντικρούσεως ἡ γενομένη ὑπὸ τῶν ὑποβαλόντων τὸ κατηγορητήριον πρότασις τοῦ νὰ προβῇ ἀμέσως ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς. Δύο ὄψεις δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ζήτημα· τὴν καθαρῶς νομικὴν, καὶ τὴν πολιτικὴν ἢ κοινοβουλευτικήν. Κατὰ τὴν πρώτην, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ὅσα δικαιώματα ὁ κ. Πρωθυπυργὸς ἠξίωσε, θεωρήσας, ὅτι καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι θέμα κανονισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐν τῇ ἐπὶ τῆς κατηγορίας κατὰ Ὑπουργῶν ἐνεργείᾳ αὐτῆς ἡ Βουλὴ δὲν ἐνεργεῖ ὡς νομοθετικὸν σῶμα, ἢ ὡς πολιτικὸν ἐξελεγκτικὸν σῶμα, ἀλλ’ ἐνεργεῖ ὡς ἀσκοῦσα εἰδικὴν, ἐξαιρετικὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν. Ὡς τοιαύτη ὑπόκειται εἰς τὰς διατυπώσεις, αἵτινες, διαγραφόμεναι ὑπὸ τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, εἰσὶ δι’ αὐτὴν ὑποχρεωτικαί. Ἡ Βουλὴ ἔχει καθήκοντα ἐν τῇ ἐνεργείᾳ της ταύτῃ, ἔχει δὲ καὶ δικαιώματα, μόνον τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα· τὰ καθήκοντα δέ εἰσιν ὑπέρτερα τοῦ δικαιώματος αὐτῆς νὰ κανονίζῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἅμα ὡς ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τὴν πρότασιν τῆς κατηγορίας, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θέλει κληρώσει κατὰ τὸν νόμον τὸ δικαστήριον, τὸ δικάζον τοὺς Ὑπουργοὺς, δὲν δύναται νὰ ὁμιλῇ περὶ κανονισμοῦ ἡμερησίας διατάξεως, διότι πρῶτον ἐν αὐτῇ θέμα καὶ πρώτη ὑποχρέωσις εἶναι πᾶν τὸ ὁρῶν εἰς τὴν πρότασιν τῆς κατηγορίας, τὰ διάφορα τῆς ὁποίας στάδια κανονίζει ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Αἱ διατυπώσεις τῆς ποινικῆς διαδικασίας εἰσὶν ἐγγυήσεις, διδόμεναι εἰς τὸν κατηγορούμενον ἢ καταγγελλόμενον, καὶ ὑποχρεώσεις, ἐπιβαλλόμεναι εἰς τοὺς ἀσκοῦντας οἱανδήποτε ἐνέργειαν τῆς προδικασίας ἢ τῆς διαδικασίας. Διὰ τοῦτο ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἐκ Ζακύνθου κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ Βουλὴ, ψηφίσασα τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, μὴ ἐκλέξασα δὲ συγχρόνως τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην καὶ μὴ ὁρίσασα ἀμέσως τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὤφειλεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προσαγάγῃ τὴν ἔκθεσίν της, παρέβη τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου. Λοιπὸν τί ὁμιλοῦν περὶ κανονισμοῦ ἡμερησίας διατάξεως, ἐν ᾧ ἡμεῖς, λέγομεν, ὅτι, ἂν τότε ἡ Βουλὴ παρέλειψε τοῦτο, σήμερον ἔχει νομικὴν, στοιχειώδη καὶ ἀπαραίτητον ὑποχρέωσιν νὰ τὸ πράξῃ; Δὲν ἤρκεσαν τάχα οἱ ὀκτὼ ἢ ἐννέα διαῤῥεύσαντες μῆνες, ἵνα μορφώσωσι γνώμην περὶ τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκλεγῶσιν; ἢ περὶ τοῦ χρόνου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ περατώσῃ τὴν ἐργασίαν της; Τὰ δύο ταῦτα ἔχει ἐκ τοῦ ἄρθρου 14 καθήκοντα, συνδεδεμένα ἀπρὶξ πρὸς τὴν ψήφισιν τῆς προβεβλημένης προτάσεως. Ὅτι δὲ ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου καὶ τὸ ῥῆμα αὐτὸ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου μᾶς φέρει εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, καὶ ὁ ὅλος εἱρμὸς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τοῦτο καὶ ὁ ἄκρῳ δακτύλῳ ἁψάμενος τῶν νόμων δὲν θὰ ἀρνηθῇ· διότι ἐν ὅλῳ τῷ νόμῳ θέλετε ἰδεῖ τὸν φόβον τοῦ νομοθέτου, μὴ γείνῃ κατάχρησις τῆς τοιαύτης διαδικασίας ἐπὶ πολιτικῇ κερδοσκοπίᾳ, διήκοντα μέχρι τέλους τῶν ἀφορώντων εἰς αὐτήν, καὶ θέτοντα χαλινὸν εἰς πᾶσαν ὑπερβασίαν. Ὁρίζει προθεσμίας βραχείας δι’ ἕκαστον τῆς Βουλῆς διάβημα, καὶ προσδιορίζονται τὰ ὅρια αὐτῆς προσεκτικῶς, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ προλαλήσας. Ἂν δεχθῆτε, ὅτι δύνασθε νὰ ὁρίσητε τὴν τάξιν, δύνασθε νὰ τάξητε τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἐν ἀρχῇ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δύνασθε νὰ τάξητε αὐτὴν καὶ εἰς τὸ τέλος αὐτῆς. Ἡ ἀπαγωγὴ εἰς τοιοῦτον ἄτοπον μαρτυρεῖ τὸ ἐσφαλμένον τῆς θεωρίας σας. Ἂν δύνασθε νὰ τὸ κανονίσητε καὶ τὸ θέσητε εἰς τὸ τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δύνασθε κατόπιν νὰ τὸ ἀναβάλητε διὰ τὴν ἄλλην Σύνοδον· ἀλλ’ οὕτω δὲν διαστρέφετε τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἀφίνοντες διάστημα τοσοῦτο μεταξὺ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως καὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπιτροπῆς, ἅπερ ὁ νόμος ἀναποσπάστως συνδεδεμένα καὶ συγχρόνως λυόμενα ἔταξε; Καὶ ἀγνοοῦσιν, ὅτι τοιαύτη περιγραφὴ τοῦ νόμου λέγεται βλάβη τοῦ νόμου; Καὶ παραγραφὴ τοῦ νόμου εἶναι, καθ’ ἑρμηνευτικὸν κανόνα, ὅταν τις δὲν πράττῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος δὲν ἀπηγόρευσε μὲν ῥητῶς, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἐκ πολιτικῆς δὲ ὄψεως δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι τοιαύτην λύσιν δίδοντες φωρᾶσθε εὐνοοῦντες τὴν ἐκκρεμότητα καὶ διαιώνισιν ποινικῆς κατηγορίας κατὰ τῶν ἀντιθέτων σας, ὅπερ εἶναι ἐναντίον ὅλως πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἥκιστα δὲ κοινοβουλευτικὸν καὶ πολὺ ὀλιγώτερον γενναῖον καὶ πρέπον; Ὀφείλουσι λοιπὸν, ὅσοι ὑπέγραψαν τὸ κατηγορητήριον, λόγῳ τῆς τιμῆς αὐτῶν, αὐτοὶ πρῶτοι νὰ ἐπιμείνωσιν, ὅπως πρῶτον τῆς Βουλῆς ἔργον πρὸ πάσης ἄλλης φωνῆς γένηται ἡ ψήφισις τῆς ἐπιτροπῆς, διότι πᾶσα ἀναβολὴ τείνει εἰς κατάχρησιν τῆς προτάσεως αὐτῶν, ἢ εἰς διαπόμπευσιν αὐτῆς.

§64ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διὰ νὰ σαφηνισθῇ καλλίτερον ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεώς μου, καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπέβαλον πρότασιν γενικὴν, καὶ διὰ νὰ μὴ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτῆς ὅ,τι ἀντέταξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, τὴν διατυπῶ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, ὅπως προβῇ πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν εἰς τὰς πράξεις τὰς παρεπομένας εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς περὶ κατηγορίας τῶν πρώην Ὑπουργῶν.»

§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§66ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ πρότασίς μου ὁρᾷ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νὰ προταχθῇ αὐτῆς.

§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτείνω νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ σήμερον, ὅτι τὴν πρότασιν τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς πρέπει νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§69ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§70ΛΕΒΙΔΗΣ. Καταστρέφων τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα θέλει φθάσει πρακτικῶς εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ εἰς ζήτημα ἀριθμῶν μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες κάθηνται πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην, καὶ ἐκείνων, οἵτινες κάθηνται πρὸς ἐκείνην. Ἀδιαφορῶ ἐντελῶς περὶ τούτου. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, εἶναι, ὅτι, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης δὲν ἔχει κἀμμίαν θέσιν ἐνταῦθα. Δὲν πρόκειται, οὔτε εἶναι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς γνώμην περὶ τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο θέλει πράξει εἰς ἄλλην προσεχῆ περίστασιν, κατὰ τὴν ὑποβολὴν ἴσως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπὶ ἄλλων μελλόντων θεμάτων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐκφέρων τὴν γνώμην μου καὶ ψηφίζων ὑπὲρ αὐτῆς, οὐδαμῶς ἐκφράζω γνώμην πολιτικὴν, ἐκφράζω γνώμην, ἣν νομίζω, ὅτι ἀρύομαι ἐκ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλὰ περὶ τούτου κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ἐλέχθησαν’ νομίζω ὅμως, ὅτι περὶ τοσοῦτον σπουδαίου θέματος δύναταί τις νὰ προσθέσῃ καὶ ὀλίγα ἀκόμη. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἑρμηνεύω ἀλανθάστως τὸν νόμον, νομίζω ὅμως, ὅτι καθῆκον ἔχω, ἐκφράζων τὴν γνώμην τῶν συμπολιτῶν, οἵτινες μὲ ἔστειλαν ἐνταῦθα, νὰ εἴπω τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς γνώμης ἐκείνων, οἵτινες κάθηνται πρὸς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα. Ὅπου ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἠθέλησε νὰ τάξῃ ὡρισμένην καὶ σαφῆ προθεσμίαν, τὸ ἔπραξεν. Ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἠθέλησε νὰ τάξῃ προθεσμίαν, ἐσιώπησεν. Αἱ διακρίσεις αὗται εἰσι γενικαί, καὶ ἀναφέρονται εἰς πάντα τὰ ἄρθρα τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου. Ἐὰν ἀναγνώσωμεν τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου τούτου, θέλομεν ἴδει, ὅτι: «ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω συντεταγμένη πρότασις, ἅμα παραδοθεῖσα εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀναγινώσκεται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, μεθ’ ὃ τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἐντὸς δ’ ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς τὸ Προεδρεῖον καταθέσεως ἐγγράφεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κλπ.» Βλέπομεν λοιπὸν τεθεῖσαν προθεσμίαν ὀκτὼ ἡμερῶν. Ὑπάρχει ἄλλο ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ἄρθρον 17, ὅπερ ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου λέγει (ἀναγινώσκει): «κατατίθεται δὲ εἰς τὸ Προεδρεῖον μετὰ τῶν προανακριτικῶν ἐκθέσεων καὶ λοιπῶν ἐγγράφων καὶ τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐντὸς πέντε ἡμερῶν.» Ἰδοὺ δύο διατάξεις, ἐπιβάλλουσαι ὡρισμένην προθεσμίαν. Ὑπάρχει τρίτον ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, τὸ ἄρθρον 19, ὅπερ λέγει: «Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ μὴ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐντὸς τῆς ὁρισθείσης πρὸς τοῦτο προθεσμίας, ἡ Βουλὴ κλπ.» Ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 23 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὅπερ πάλιν ὁμιλεῖ περὶ ὡρισμένης προθεσμίας: «Ἐν τῇ πρώτῃ (λέγει) δημοσίᾳ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, μετὰ παρέλευσιν τριῶν ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς ἀπεφασίσθη ἡ εἰς δίκην εἰσαγωγή....κλπ.» Ὑπάρχει τέλος τὸ ἄρθρον 25, ὅπερ ἐπίσης ἐπιβάλλει καὶ τάσσει προθεσμίαν (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν γενομένην κλήρωσιν, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀποστέλλει ἀνυπερθέτως κλπ.» Βλέπετε ἄρα, ὅτι εἴτε διὰ τῆς τάξεως ὡρισμένης προθεσμίας, παρελεύσεως δηλ. ὡρισμένων ἡμερῶν, εἴτε δι’ ἄλλων λέξεων, ὅπως ἐν ἄρθρῳ 25 διὰ τῆς λέξεως ἀνυπερθέτως, ἐκεῖ, ὅπου ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ τάξῃ ὡρισμένην προθεσμίαν, ἔπραξε τοῦτο. Δύναταί τις ἄρα νὰ εἴπῃ, ὅτι εὑρίσκει τοιαύτην τινὰ ἔννοιαν ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν; Ἀληθῶς τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι: «ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετάβασιν, ἡ περὶ κατηγορίας πρότασις οὐδέποτε δύναται πλέον νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἐὰν δὲ διατάξῃ προανάκρισιν, ἐκλέγει ἐκ τῶν ἑαυτῆς μελῶν δωδεκαμελῆ ἐπιτροπὴν πρὸς ἐνέργειαν ταύτης, καὶ ὁρίζει συγχρόνως προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐπὶ τῆς προανακρίσεως ἔκθεσιν αὐτῆς.» Βλέπετε ἄρα, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον 14 ὁμιλεῖ ἐν τῷ τελευταίῳ μέρει αὐτοῦ περὶ ὡρισμένης προθεσμίας, ἐν ἀρχῇ ὅμως προθεσμία οὐδαμῶς ἀναφέρεται. Δύναταί τις λοιπὸν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι οὐδαμῶς προκύπτει οὐδ’ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου περὶ τῶν Ὑπουργῶν, οὐδ’ ἐκ τῶν ἄρθρων τῶν ἄλλων τοῦ αὐτοῦ νόμου, ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ, ἐπιβεβλημένον αὐτῇ, ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν θέλω νὰ εἴπω διὰ τούτου, ὅτι εὐγενὲς καὶ γενναῖον εἶναι, κατηγορία, γενομένη δεκτὴ κατὰ Ὑπουργοῦ, νὰ ἀναβάλληται ἐπ’ ἄπειρον. Οὐδὲ πολιτικὸν, οὐδὲ συμφέρον συγχρόνως εἶναι νὰ κάθηται ἡ πλειονοψηφία ἐνταῦθα καὶ νὰ συζητῇ πρὸς ἐκείνους, οὓς θεωρεῖ ἀξίους νὰ παραπεμφθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἀληθῶς τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὅτι οὐδεμία προθεσμία τάσσεται, καὶ δύναται ἑπομένως ἡ Βουλὴ, βασιζομένη ἁπλῶς εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, νὰ ἀναβάλῃ ἐπί τινα χρόνον τὴν ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τὸ συμφέρον τῆς πλειονοψηφίας καὶ τὸ συμφέρον τῆς μειονοψηφίας καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους εἶναι, τὰ τοιαῦτα ζητήματα οὐχὶ νὰ παρατείνωνται, ἀλλ’ ὁπωςδήποτε ἐν τάχει νὰ περατῶνται. Ἐὰν βεβαίως ἡ πλειονοψηφία, ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὁμιλοῦσιν ἐν ὀνόματι αὐτῆς, προτείνωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι περὶ τοῦ κατηγορητηρίου δύναται νὰ σκεφθῇ πολὺ βραδύτερον τὸ πολιτικὸν τοῦτο σῶμα, βεβαίως οἱ λόγοι, οὓς ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα) ἠκούσαμεν, οὐδὲ ὀρθοὶ εἶναι, οὐδὲ νόμιμοι. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, πρόκηται περὶ ἀναβολῆς ὀλίγων ὡρῶν, ἢ ἔστω καὶ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, νομίζω, ὅτι ἄλλος θὰ εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν προεκλήθη ἡ συζήτησις αὕτη, οὐχὶ δὲ ἡ πεποίθησις, ὅτι μαχόμεθα δῆθεν ὑπὲρ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἴσως μάλιστα δὲν ἤθελέ τις εἶσθαι ἐν πλάνῃ, ἂν ἔλεγεν, ὅτι ἐν τῷ πνεύματι καὶ τοῦ νόμου τούτου τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν καὶ πάντων τῶν νόμων τῶν ἄλλων ἐθνῶν, τῶν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, διαφαίνεται ἡ ἰδέα, ὅτι ποσῶς δὲν βλάπτει τὴν ὑπόθεσιν μικρά τις κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀναβολὴ, διότι ἡ ἀναβολὴ αὕτη παρέχει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου νὰ σκεφθῶσιν, ἂν ὀρθῶς ἔπραξαν, ἐγείραντα τὴν κατηγορίαν, ἢ ἂν περὶ τοῦτο ἐπλανήθησαν. Καὶ ἔχομεν μάλιστα, Κύριοι, πρόχειρον ἀπόδειξιν περὶ τοῦ ἐκ τῆς ἀναβολῆς συμφέροντος· διότι ἴσως τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα τῶν ἑπτὰ μηνῶν συνετέλεσεν, ὥστε νὰ ἀκούσωμεν πρὸ ὀλίγων στιγμῶν Βουλευτὴν, μεταβάλλοντα γνώμην περὶ τοῦ κατηγορητηρίου, Βουλευτὴν ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ὑπέγραψαν τὸ κατηγορητήριον, διότι ἐγὼ, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑπογραφὴν μετ’ ἐκείνων δὲν ἔβαλον. Ἔχω μάλιστα καὶ γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνισχύουσαν ταῦτα, ἅτινα πρὸ μικροῦ ἠκούσατε· διότι ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, συγγράφων ἄλλοτε νομοσχέδιον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἀναφερόμενος ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου εἰς τὰ ἄρθρα 53, 54 καὶ 55, γράφει ἐν § 4 τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Ἡ σύγκρουσις τῶν πολιτικῶν παθῶν καὶ ἡ ἐν ὥρᾳ ἐξάψεως κατεσπευσμένη ἐπιψήφισις τῆς κατηγορίας δύναται πολλάκις νὰ ἐκθέσῃ εἰς σπουδαίους κινδύνους τόν τε κατηγορούμενον καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἕνεκα τούτου διὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς κατηγορίας ὁρίζεται ἀνάλογος προθεσμία κλπ., ἥτις κυρίως προτίθεται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἤρεμον καὶ περιεσκεμμένον τῆς Βουλῆς πρὸς ἔγερσιν τῆς κατηγορίας, καὶ προλάβῃ πᾶσαν ἐκ τῆς σπουδῆς ἀδικίαν ἢ βλάβην». Ἐὰν ἄρα ἡ Βουλὴ ἐμπνέηται ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν θέλει εἶσθαι ἐν τῷ δικαίῳ, ἀναβάλλουσα ἐπ’ ἄπειρον τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι ἡμεῖς, οἵτινες θέλομεν ψηφίσει ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ἣν ἐκφράζει ἡ πλειονοψηφία, ἡ πτέρυξ αὕτη, εἴμεθα ἐν τῷ δικαίῳ. Ἐὰν ὅμως, ἐξαίφνης καὶ παρ’ ἐλπίδα, θεωρηθῇ, κατόπιν μεταγενεστέρων σκέψεων, ὅτι δύναται νὰ ἀνεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ὑφίσταται ἡ ἐκκρεμὴς αὕτη κατηγορία ἐπ’ ἄπειρον, ἐγὼ ἀπὸ τοῦδε δηλῶ, ὅτι εἰμὶ κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὦμεν δίκαιοι· καὶ ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς μὲν δὲν διατελοῦμεν ὑπὸ κατηγορίαν, οἱ ἀξιότιμοι δὲ συνάδελφοι, ἤ τινες τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν, οἵτινες ἡγοῦνται αὐτῶν, διατελοῦσιν ὑπὸ κατηγορίαν, βεβαίως ἡ ἰσότης ἐν ταῖς συζητήσεσι, καὶ ἐν ταῖς γνώμαις, καὶ ἐν τῇ ἐκτιμήσει τοῦ ἔθνους δὲν ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων. Διὰ τοῦτο ἐγὼ θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι δύναται καὶ κατὰ τὸ γράμμα καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἕως αὔριον ἢ μεθαύριον, καὶ νὰ ἀκούσωμεν τῆς εἰσηγήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑποβαλλομένου ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκφράζω τὴν γνώμην ταύτην, οὐδαμῶς ἔχω ὑποχρέωσιν συγχρόνως νὰ ἐκφράσω καὶ τὴν πολιτικήν μου πεποίθησιν περὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν καλούμεθα νὰ λύσωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Νομίζω ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν πράττομεν ἄλλο τι ἢ νὰ ἑρμηνεύσωμεν καὶ ἐφαρμόσωμεν τὸν καθεστῶτα περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον.

§71ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὰ συμπεράσματα τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὰς σκέψεις αὐτοῦ περὶ τοῦ προσήκοντος τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς σήμερον. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἵνα ἐξαγάγῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν δὲν ἐπιβάλλει ἀμέσως τὴν ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἅμα τῇ ἐπιψηφίσει τῆς κατηγορίας, κατέφυγεν εἰς τὸν νόμον τοῦτον, ἀνεδίφησε διάφορα ἄρθρα αὐτοῦ, καὶ ἀνεῦρεν, ὅτι διά τινας μὲν τῶν ἐν αὐτῇ διατυπώσεων ὁ νόμος τάσσει ῥητὴν προθεσμίαν, πρὸς ἐνέργειαν αὐτῶν, δι’ ἑτέρας δὲ δὲν ὁρίζει τοιαύτην προθεσμίαν· καὶ τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐντεῦθεν δὲ ἐξήγαγε τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἐπιβάλλει ὁ νόμος τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν τάσσει πρὸς τοῦτο ῥητὴν προθεσμίαν. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀληθές· ὅπου ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἐπέτρεψε νὰ ἀναβάλληται ἐπὶ χρονικόν τι διάστημα ἡ ἐνέργεια πράξεώς τινος, εἴτε διότι τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, εἴτε δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἐκεῖ ῥητῶς ὁρίζει προθεσμίαν πρὸς ἐνέργειαν αὐτῆς. Ὥστε ὅταν τοιαύτη προθεσμία δὲν ὁρίζηται, πρέπει ἄνευ ἀναβολῆς νὰ ἐνεργηθῇ ἡ πρᾶξις. Οὕτω, φέρ’ εἰπεῖν, μετὰ τὴν παραπομπὴν τῶν κατηγορουμένων πρέπει ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ κληρωθῇ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐκλεχθῇ ἡ κατηγορήσουσα ἐπιτροπή. Περὶ τῆς κληρώσεως τάσσει προθεσμίαν ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, διατάσσων, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τὴν πρώτην συνεδρίασιν μετὰ παρέλευσιν τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραπομπῆς τῆς δίκης. Προκειμένου ὅμως περὶ ἐκλογῆς τῶν κατηγόρων, οὐδεμίαν τάσσει προθεσμίαν, ἐνῷ καὶ ἡ ἐκλογὴ αὕτη εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, ἵνα διεξαχθῇ ἡ ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου δίκη. Διατὶ δὲν τάσσει προθεσμίαν; Διότι ἐνόμισεν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει αἰτία ἀναβολῆς, καὶ ὅτι ἀμέσως πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Τὰ ἐπιχειρήματα λοιπὸν, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας προέβαλεν, ἵνα ἐξαγάγῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἐπιβάλλει τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος, αὐτὰ ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουσι τὸ ἀντίθετον. Ἀλλ’ ἔστω, Κύριοι, καὶ ἄν ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος δὲν ἐπιβάλλῃ ὡρισμένην προθεσμίαν πρὸς ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἐξάγεται ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκλογῆς ταύτης ἐκ τοῦ συνόλου τῶν διατάξεων αὐτοῦ, σπευδουσῶν εἰς ταχεῖαν καὶ ἄμεσον λύσιν τῆς οὕτως εἰσαγομένης κατηγορίας; Δὲν ἦτο πρόδηλον, ὅτι τὴν ταχύτητα ταύτην ἐπιβάλλει καὶ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας καὶ τὸ συμφέρον τῶν κατηγορουμένων προσώπων; Ἐὰν δὲ, ὅπως ὡμολόγησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, οὐδὲ ἀνδρικὸν, οὐδὲ γενναῖον εἶναι, νὰ διατελῶσιν ὑπὸ κατηγορίαν μέλη διαπρεπῆ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, τίς ἡ ἀνάγκη, τὸν ἐρωτῶ, ἵνα μὴ γείνῃ σήμερον ἡ ἐκλογὴ, ἡ ὁποία ταχύτερον θ’ ἀπαλλάξῃ τῆς θέσεως ταύτης τὰ πρόσωπα ταῦτα; Ὑπάρχει λόγος τις, ἵνα μὴ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς; Ἄνευ τῶν ἐγερθεισῶν ἀντιῤῥήσεων, ἡ ἐκλογὴ θὰ ἦτο ἤδη γεγονὸς τετελεσμένον, χωρὶς ποσῶς νὰ παρακωλυθῇ ἐντεῦθεν ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν, ἐὰν ἔχωμεν καθῆκον νὰ μὴ ἀφίνωμεν τοὺς συναδέλφους ἡμῶν ὑπὸ κατηγορίαν, νομίζω, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο μᾶς ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀναβάλωμεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἐκλέξωμεν τὴν ἐπιτροπὴν, ἀφοῦ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν οὐδόλως ἐπιτρέπει τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκλογῆς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς.

§72ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀφορμὴ πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τῆς μακρᾶς ταύτης συζητήσεως ἔδωκεν ἡ ἐμὴ πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας ᾐτησάμην, ἵνα προηγηθῇ πάσης ἄλλης ἐργασίας ἡ ἐκλογὴ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς διετύπωσε δι’ ἰδίας προτάσεως. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ ἅμα τῇ ἀποφάσει περὶ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτῆς. Ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι σήμερον πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειγόμενος νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν, — καὶ τοῦτο εἶναι ζήτημα πραγματικὸν, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτίμησις ἀφίεται εἰς μόνον αὐτὸν, — εἶπεν, ὅτι ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ ἦναι αὔριον τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῇ ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ εἰς τὴν διαβεβαίωσιν αὐτήν, διότι μεταξὺ τῆς σήμερον καὶ τῆς αὔριον δὲν μεσολαβεῖ παρὰ ὀλίγων μόνον ὡρῶν διάστημα. Προκειμένου λοιπὸν περὶ ὀλίγων μόνον ὡρῶν, φρονῶ ὅτι σπουδαία τις βλάβη δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Οὐχ ἧττον, ἀφοῦ ἐξέφρασα ἤδη τὴν γνώμην, ἡ ὁποία συμφωνεῖ πρὸς τὸ πόρισμα τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, δὲν δύναμαι ν’ ἀπομακρυνθῶ ταύτης ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ, διότι εἰς οὐδένα ἐννοῶ νὰ δώσω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι φαίνομαι ἔστω καὶ πόῤῥωθεν ἀσυνεπὴς πρὸς τὰς ἰδίας μου γνώμας. Διὰ τοῦτο, μὴ ἐννοῶν ν’ ἀποδώσω κἀμμίαν πολιτικὴν ἔννοιαν εἰς τὴν ψῆφον, ἡ ὁποία μετ’ ὀλίγον πρόκειται νὰ δοθῇ, συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ πορίσματος, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν εἰς ἰδίαν πρότασιν, ἐζήτησε νὰ προταχθῇ πάσης ἄλλης ἐργασίας ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς, δηλ. θὰ καταψηφίσω τὴν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται νὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως κατετέθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον δύο προτάσεις, ἡ μὲν παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Μπουφίδου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, ὅπως προβῇ πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν εἰς τὰς πράξεις τὰς παρεπομένας εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς περὶ κατηγορίας τῶν πρώην Ὑπουργῶν». Ἡ δ’ ἑτέρα πρότασις ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Σάκκη, ἔχουσα ὡς ἀκολούθως: «Ἡ Βουλὴ παραπέμπει τὴν γενομένην πρότασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§74Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παραπέμπει ἢ μεταβάλλει;

§75ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβαλε μίαν πρότασιν προφορικῶς. Ἐμμένει εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνην, ναὶ ἢ ὄχι;

§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου φρονεῖ, ὅτι ἀνδρικὸν εἶναι νὰ φροντίζῃ τις, ἵνα ἐκτελῶνται οἱ νόμοι τῆς Πολιτείας, ἐν τῇ ἐκτελέσει δὲ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας κεῖται καὶ τὸ συμφέρον τῆς πλειοψηφίας καὶ τὸ συμφέρον τῆς μειοψηφίας, ὡς κεῖται ὡσαύτως καὶ τὸ συμφέρον τῆς χώρας. Νόμοι διὰ τὴν Βουλὴν εἶναι τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμός. Ἡ Βουλὴ ἔχει ποικίλα καθήκοντα, ἔχει καθήκοντα νομοθετικὰ, ἔχει καθήκοντα ἐλεγκτικὰ, ἔχει καθήκοντα δικαστικὰ, πάντα δὲ ταῦτα τὰ καθήκοντα ἐκπληροῖ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ὅστις εἶναι ὁ νόμος αὐτῆς, καθ’ ἃ τὸ Σύνταγμα ῥητῶς διατάσσει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ, πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της». Τὸ καθῆκον, περὶ τοῦ ὁποίου νῦν πρόκειται, εἶναι καθῆκον δικαστικόν; εἶναι καθῆκον ἐλεγκτικόν; Οἱονδήποτε καθῆκον καὶ ἂν ἦναι, θέλει λάβει τὴν αὐτὴν τύχην, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσι πάντα τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς καὶ πάντα τὰ καθήκοντα αὐτῆς. Ποία εἶναι ἡ τύχη, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν; Ὁ Κανονισμὸς διατάσσει, ὅτι ἀναγράφονται ἐν ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς αὐτῶν συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται. Λοιπὸν τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἤτοι ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀνακριτικῆς, ἤ, ἀκόμη ἀπώτερον, ἡ πρότασις πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὡς ὁ κ. Σιμόπουλος εἶπε, θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία ἤθελεν ἐγγράψει αὐτὴν οὐχὶ ἐν ταῖς πρώταις θέσεσι, τότε ἡ μειοψηφία ἂς ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐὰν ὅμως ἐγγράψῃ αὐτὴν ἐν ταῖς πρώταις θέσεσιν, οὐδεμία θέλει δοθῆ ἀφορμὴ πρὸς συζήτησιν. Τὴν ἐπιοῦσαν θέλομεν προβῆ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς.

§77ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§78Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐπὶ συζητήσεως παραταθείσης ὑπὲρ τὸ δέον· ἀλλὰ μετὰ τὰς διαστάσεις, ἃς ἔλαβεν αὕτη, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν θεωριῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅσα ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἶπον περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς τὴν θέαν τοῦ μαστιγίου, τὸ ὁποῖον ὕψωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθαρῶς δικαστικῶν ἡμῶν ἔργων μετὰ ὀλίγης συστολῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπρότεινε ζήτημα ἐμπιστοσύνης! Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ ἐξάψει τῇ κομματικῇ, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην εἴμεθα μᾶλλον σῶμα δικαστικὸν ἢ πολιτικόν. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατελήφθη, οὐχὶ βεβαίως ὡς κριτὴς ἀπαθὴς, ὑπὸ νευρικῆς ταραχῆς, ζητῶν τὴν ψηφοφορίαν καὶ τὴν ἀπαλλαγήν του, οὐχὶ διὰ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ νομίμου, ἀλλὰ διὰ τῶν ἀριθμῶν· δυσανασχετεῖ, διότι δὲν περατοῦται ἡ δι’ αὐτὸν ὀχληρὰ συζήτησις. Δὲν εἶναι πλέον ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· εἶναι Πρωθυπουργός· δὲν εἶναι πλέον ἁπλοῦς ἐκ Γόρτυνος ἀντιπρόσωπος, ἵνα ζητῇ εὐθύνας παρὰ τῶν Ὑπουργῶν· εἶναι Πρωθυπουργὸς, καὶ ἔχει συμφέρον νὰ κοιμηθῇ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, ὅπως καλύψῃ καὶ τὴν εὐθύνην ἑαυτοῦ διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας θέλομεν τὸν ἐλέγξει μετ’ οὐ πολύ. Δὲν ἔχει συμφέρον νὰ καθιερωθῇ προηγούμενον κακὸν δι’ αὐτὸν περὶ εὐθύνης, ἀφοῦ οὐδὲν πλέον προσδοκᾷ νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐκ τῆς προόδου κατηγορητηρίου, κακῶς ἀρξαμένου. Ἐλησμόνησεν ὡς Πρωθυπουργὸς τὰς θεωρίας καὶ τὰ δόγματα, δι’ ὧν ὑπεστήριζεν ἄλλοτε, ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ τίθηται ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐν πάσῃ στιγμῇ. Ἤρξατο σήμερον ἀντὶ πάσης συζητήσεως ζητῶν ψηφοφορίαν, καὶ κατέληξεν εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ νὰ μάθῃ σπουδαίως, ὁποίαν ἔχει πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην ἡ Βουλὴ, δὲν ἐρωτᾷ κάλλιον τὴν συνείδησίν του; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἠδυνήθη μετὰ τὰς γενομένας αὐτῷ παρατηρήσεις νὰ ἐννοήσῃ τὸ ἄτοπον τῆς προτάσεώς του, ἣν ἀπεφάσισε νὰ τροποποιήσῃ, ὡς ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Σάκκη, ἡ πρόθεσίς του ὅμως ἐξεδηλώθη ἐπαρκῶς. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὴν πρότασιν ὡς ὑπεβλήθη; δυνάμεθα νὰ τὴν ψηφοφορήσωμεν; Πῶς νὰ παραπέμψωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν πρότασιν, καὶ τοῦτο ἄνευ προθεσμίας, οὕτως ἀορίστως; Πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ὑποβάλλεται καὶ εἰς τὸ γράμμα καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ ἀμέσως σήμερον περὶ τῆς ἐκκρεμοῦς κατηγορίας οὕτως ἢ ἄλλως; Διατὶ νὰ μὴ ὁρισθῇ τοὐλάχιστον, ὅτι πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς αὔριον θέλει προβῆ εἰς ἔργον, ὅπερ, καὶ ἐκ λόγων ἁβρότητος πρὸς συναδέλφους, καὶ ἐξ εὐπρεπείας καὶ κατὰ τὰ νόμιμα καὶ κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως; (Θόρυβος). Τινὲς διακόπτοντές με θέλουσι ν’ ἀμφισβητήσωσιν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προὐκάλεσε τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτόν. Ἐγὼ ὅμως διαβεβαιῶ τοὺς διακόπτοντάς με, ὅτι τὴν προφορικὴν πρότασιν περὶ ἐμπιστοσύνης ἀναμφισβητήτως ὑπέβαλε, διότι καλῶς ἀντελήφθην. Ἐὰν ἤδη μετενόησε, καλῶς ἔπραξεν· ἂς ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἁπλῆν ψηφοφορίαν, ἀλλ’ ἂς μὴ ἀπατηθῇ ἐκ τῶν ἀριθμῶν.

§79ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Ἔχω καθῆκον νὰ προσπαθήσω νὰ πείσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς ψηφοφορίαν τοιαύτης προτάσεως, διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἄντικρυς παραλογισμός. Ὑπέβαλον ῥητὴν πρότασιν, καὶ παρακαλῶ τὸν προτείναντα τὴν ἑτέραν νὰ τὴν ἀκούσῃ ἄλλην μίαν φορὰν (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, ὅπως προβῇ σήμερον εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς». Τί ἀπαντᾷ ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἀντιπροσωπεύων τὰς ἰδέας τῆς πλειονοψηφίας, διὰ τῆς προτάσεώς του; Προτείνει, ὅπως ἡ πρότασις τοῦ νὰ ἐκλεχθῇ ἡ ἐπιτροπὴ σήμερον, παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ μὴ παραδεχόμενος τοῦτο δὲν ἔχει ἢ νὰ καταψηφίσῃ τὴν πρότασίν μου· ἀλλὰ τὸ νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας παραπέμπεται ἡ πρότασίς μου, περὶ τοῦ τί δεῖ γενέσθαι σήμερον, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον ἢ τῆς μεθαύριον, εἶναί τι ἐντελῶς παράλογον. Ἑπομένως δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη πρότασις. Ἡ τύχη τῆς προτάσεώς μου εἰς ἐμὲ εἶναι γνωστή· εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως τεθῇ τὸ ζήτημα, ἡ πρότασίς μου δὲν θὰ γείνῃ δεκτή· ἀλλ’ ἔχω καθῆκον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ψηφίσῃ πρότασιν, ἡ ὁποία εἰς μεταγενεστέρους χρόνους θὰ παραστήσῃ τὸ Κοινοβούλιον γελοῖον.

§80ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καθῆκον πρώτιστον θεωρῶ, ὅπως ἀποκρούσω τὴν μομφὴν, ἣν τῶν συναδέλφων τινὲς τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἠθέλησαν ν’ ἀποτείνωσι κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, διότι ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἀνέβαλε τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου. Τὴν μομφὴν ταύτην, νομίζω, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπευθύνωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐνόμισαν οἱ ὑπογράψαντες τὸ κατηγορητήριον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωσι τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο τοιοῦτος, ὥστε δὲν ἐπέτρεπε τὴν πλήρη λειτουργίαν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν προθεσμιῶν αὐτοῦ· ἡ Βουλὴ εὑρέθη εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ προβῇ εἰς ματαίαν πρᾶξιν, οὐδεμίαν ἔχουσαν συνέπειαν, ἢ νὰ ἀναβάλῃ, ἵν’ ἀποφανθῇ ἐν χρόνῳ καταλλήλῳ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς λήξεως τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθη τὸ κατηγορητήριον. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἔταξεν, ὅπως ἐντὸς τῆς συνόδου καὶ ὑπὸ ὡρισμένην προθεσμίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ κατηγορητηρίου· ἀλλ’ ὑπῆρχε χρόνος πρὸς τοῦτο; Ὄχι. Ἑπομένως τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἦτο σοβαρόν· πρώτιστον δὲ καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι, νὰ ἦναι σοβαρά. Ἐὰν τότε ἐξελέγετο ἐπιτροπὴ, τὸ ἔργον θὰ ἦτο μάταιον, σήμερον θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐκλέξωμεν νέαν. Ὥστε εἰς μάτην ἡ μομφὴ κατὰ τῆς πλειοψηφίας. Σήμερον ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον της καὶ προβῇ εἰς ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς. Βεβαίως οὐδεὶς, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι δέχεται νὰ ἔχῃ συναδέλφους, καὶ μάλιστα διαπρεπεῖς, ὑπὸ κατηγορίαν ἐπ’ ἀόριστον χρόνον, ὅπως κερδοσκοπήσῃ ἡ πλειοψηφία ἐκ τῆς τοιαύτης ἀναβολῆς· οὔτε παραδέχομαι, ὅτι πρέπει ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἄνευ προσθήκης ὡρισμένου χρόνου. Τοῦτο δὲν δέχομαι. Φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει νὰ ἀκούσῃ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑποβάλλοντος τὸν προϋπολογισμόν· διότι καὶ αἱ ἐπερωτήσεις εἶναι δικαίωμα συνταγματικόν, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν νομοθετημάτων εἶναι πρώτιστον δικαίωμα καὶ καθῆκον τῶν Ὑπουργῶν. Ἑπομένως νομίζω καλὸν νὰ ταχθῇ μία προθεσμία εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ προτείνω τὴν ἑξῆς πρότασιν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, ὅπως αὔριον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.» Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, οὐδ’ ἐννοεῖ τοιοῦτον ἡ Κυβέρνησις, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐδείχθη, ὅτι ἀρκετὰ ἄφθονος ἦτο ἡ πλειοψηφία, ἧς ἔτυχε κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, οὔτε εἶναι ἑτοίμη ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ σήμερον περὶ ἐμπιστοσύνης. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἔχω ἄμετρον τὴν περιέργειαν νὰ ἀκούσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τὰ ὑποβληθησόμενα νομοσχέδια, ἅτινα ἀναμένει ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλεν ἐνταῦθα μὲ ὡρισμένον πρόγραμμα καὶ ὡρισμένας ἀρχάς. Κρίσις δεινὴ οἰκονομικὴ μαστίζει τὸν τόπον· τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα ἐξηυτελίσθη καὶ ἐξευτελίζεται σοβαρῶς, ἡ δὲ ἀπόκτησις τοῦ ἄρτου κατήντησε ζήτημα ἐπώδυνον πρὸ πάντων διὰ τὸν ἐργατικὸν πληθυσμὸν καὶ τοὺς ἐκ τοῦ μισθοῦ των ἀναμένοντας νὰ ζήσωσι. Πάντες ἀναμένουσι νὰ ἴδωσιν, ἂν ὁ προϋπολογισμὸς συνδέηται καὶ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὰς ἐλπίδας τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Πέρυσιν ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα φέρῃ μεταβολὰς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τοῦτο θέλει πράξει σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργός, αὔριον δὲ πρὸ πάσης συζητήσεως προβαίνομεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς.

§81ΣΑΚΚΗΣ. Ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν, ἣν ἠκούσατε, δὲν ἐνόουν νὰ ἀναβληθῇ ἐπ’ ἀόριστον ἡ ἐκλογὴ τῆς ἀκυρωτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἠκούσατε δὲ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον θέλει εἶσθαι ἡ ἐκλογὴ αὕτη. Ἡ πρότασίς μου πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει. Ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ὅπως πρῶτον ἀντικείμενον τεθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη καὶ τρίτη πρότασις, ἡ τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, ἣν ἠκούσατε. Ἐκ τῶν τριῶν ἀπωτέρα εἶναι ἡ τοῦ κ. Σάκκη, ὅτι ἡ Βουλὴ παραπέμπει τὴν γενομένην πρότασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὑπάρχει ἡμερησία διάταξις. Κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ὁ κ. Πρόεδρος θέλει συντάξει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Αὔριον θέλει δημοσιευθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ ἂν δὲν ἦναι ἀναγεγραμμένη ἐν αὐτῇ ἡ πρότασις, περὶ ἧς πρόκειται, ἐν τῇ οἰκείᾳ θέσει, δύνανται οἱ νῦν συζητοῦντες νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν μεταβολήν. Τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀφοῦ ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν ὑπάρχει.

§84ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡμεῖς προτείνομεν, ὅπως σήμερον προβῇ ἡ Βουλή. Εἶναι ζήτημα τάξεως.

§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἀντιβαίνει εἰς τὸν Κανονισμόν.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Σάκκη.

§87ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ πρότασις καταψηφισθῇ, ἐπὶ τῶν λοιπῶν προτάσεων δὲν θὰ γείνῃ ψηφοφορία. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν κάλλιστα τὴν σημασίαν τῆς προτάσεως, εἰς ἣν καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ. Καὶ διὰ τοῦτο, καίπερ θεωροῦντες ὡς ἀπωτέρας τὰς ἄλλας, οὐδόλως ἀντιλέγομεν νὰ μὴ τὴν θέσητε εἰς ψηφοφορίαν πρώτην. Δύνανταί τινες νὰ κρύπτωνται ὄπισθεν τοῦ δακτύλου των, ἡμεῖς ὅμως τὸ θεωροῦμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ἄλλως θὰ ἐζητοῦμεν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, διότι ἔχει πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ οὐδόλως ἀντιτιθέμεθα, ἀφοῦ τοιαύτην ἀποδίδομεν ἔννοιαν, εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Σάκκης.

§88ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει, φρονῶ, νὰ ὑπάρχῃ ἡ ὑπόνοια, ἣν ἐξέφρασεν ὁ προλαλήσας, ὅτι εἰς τοιαῦτα ζητήματα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμιγνύωνται ἰδέαι ἐμπιστοσύνης πολιτικῆς. Καὶ ποῖον δικαίωμα ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ χαρακτηρίζῃ τοιαύτην τὴν ὑποβαλλομένην πρότασιν, ὡς ζήτημα δηλαδὴ ἐμπιστοσύνης; Ἐὰν θέλητε νὰ θέσητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, σεῖς ὀφείλετε νὰ φέρητε τοιαύτην πρότασιν. Ἀλλ’ εἶναι αὐθαίρετον νὰ λέγητε, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις εἶναι πρότασις ἐμπιστοσύνης, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐκτελεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δικαστικὰ καθήκοντα. Ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν ἐδήλωσεν, ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ κατηγορητηρίου, ἀλλὰ περιώρισε τὴν ἰδέαν του εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἀκούσῃ πρότερον τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πρόκειται δὲ περὶ καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀδιάφορον, ἂν ἐν τῇ καταθέσει γίνηται συζήτησις. Τοῦτο εἶναι κατάχρησις, ἥτις δυστυχῶς εἰσήχθη, διότι γίνεται συζήτησις, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ διαδικασία. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ πᾶσα ἄλλη πρὸ αὐτοῦ συζήτησις εἶναι πρόωρος.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Σάκκη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ παραπέμπει τὴν γενομένην πρότασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Σάκκη καὶ Κωνστ. Ἀργασάρη Λομβάρδου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Λ. Δεληγεώργης ΝΝ. Ζῶτος Ν
Δ. Χατζόπουλος ΝΝ. Φαρμάκης
Νικ. Δ. Μακρῆς ΝΔημ. Πετρίδης Ν
Χ. Τρικούπης ΟΣπ. Νοταρᾶς Ν
Δημ. Σ. Βουλπιώτης ΟΓ. Φαρμακόπουλος Ν
Γεώργ. Σισμάνης Ἀναστ. Δημητριάδης Ο
Ἀθ. Ἴσκος ΝΔημ. Οἰκονόμου Ν
Μ. Ἰατρίδης ΝἸω. Δεληγιάννης Ο
Ἀγ. Γεωργαντᾶς Α. Ἀγάθος Ν
Ἡλίας Ποταμιάνος ΟΕ. Μπασιᾶς Ν
Εὐστ. Τουρνάκης ΟΣ. Φορέστης Ν
Θ. Π. Δηλιγιάννης ΝΝ. Βαλσαμάκης Ν
Θ. Β. Δηλιγιάννης ΝΙ. Βρυώνης Ν
Π. Μανέτας ΟἈναστ. Ζερβὸς Ν
Α. Σακελλαρόπουλος ΝΠ. Μαυροκέφαλος Ν
Χρ. Χρηστόπουλος ΝΓ. Μπούμπουλης
Φίλιπ. Βάρβογλης ΝΑ. Μαυρογορδάτος Ν
Κ. Κωνσταντόπουλος ΟΓ. Κόρπας Ν
Θ. Πέῤῥος ΝΝ. Συνοδινὸς
Ἡλίας Φλέσσας ΝΚ. Ἀργυρόπουλος Ο
Εὐθ. Σπυράκης ΝΠ. Ταταράκης Ν
Κ. Κατσικόπουλος ΝΓ. Μαυρομαρᾶς
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΟ. Μαῦρος Ν
Κ. Καραπάνος Κ. Νεγρεπόντης Ν
Γεώργ. Παχὺς ΟΜ. Δαμιράλης Ν
Α. Ζυγομαλᾶς ΟΔ. Γαβαλᾶς
Ν. Λεβίδης ΝΣ. Παγανέλης Ν
Δημ. Ράλλης ΟΚυρ. Μαυρομιχάλης Ν
Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΝΠ. Πετροπουλάκης Ν
Ἀλ. Σκουζὲς ΟΓ. Μαυρομιχάλης Ν
Ἀλ. Ρετσίνας Κ. Κοσσονάκος
Ἀνδρ. Συγγρὸς ΟΚ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Στεφ. Δραγούμης ΟΚ. Σαλταφέρος Ν
Ἀλ. Ψύλλας ΟΓιαννοῦτσος ΜαυρομιχάληςΟ
Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΣ. Κοπανίτσας Ο
Ν. Φιλάρετος ΟΝ. Βαρβιτσιώτης
Ν. Μπουρίδης ΟΓ. Φιλάρετος Ο
Τρύφων Μουτσόπουλος ΝΝ. Σχινᾶς Ν
Ἀχιλ. Χοϊδᾶς Ι. Φίλιος Ν
Δ. Παπαγιαννακόπουλος ΟΙ. Παπαδόπουλος
Ν. Ριζόπουλος
Δ. Πετραλιᾶς ΝΝ. Γεωργιάδης Ν
Ν. Πετιμεζᾶς Ν. Κοκωσλῆς
Δ. Σταμάτης ΝΔ. Οἰκονομίδης Ν
Δ. Παναγιωτόπουλος ΝΜ. Δάλλας Ν
Α. Γεροκωστόπουλος ΝΠ. Ζαρίμπας Ν
Ν. Κουμανιώτης ΟΚ. Κουμουνδοῦρος Ν
Δ. Παυλόπουλος ΝΑ. Χρηστόπουλος
Π. Σάκκης Ν
Δ. Σπηλιάδης ΝΚ. Φλέσσας Ν
Α. Ζαΐμης ΝΠ. Καπετανάκης Ν
Ι. Ζωγράφος ΝΚ. Δαγρὲς Ν
Α. Κοντόσταυλος ΟΕ. Κοκκέβης Ν
Α. Πετσάλης ΝΝ. Μισυρλῆς Ν
Π. Γαζέπης ΝΠ. Πεῤῥωτὴς Ν
Π. Λεβέντης Δ. Λυμπερόπουλος Ν
Θ. Φλογαΐτης ΝΣ. Σωτηρόπουλος Ο
Δ. Χατζηνικολῆς ΝΧ. Κανελλόπουλος
Γ. Καραβᾶς Ν
Λ. Ρώμας Σ. Χατζηγάκης Ν
Ρ. Ρώμας ΝΔ. Τερτίπης Ν
Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟΒ. Ἀζᾶς Ν
Δ. Στεφάνου ΟΑ. Βασιαρδάνης Ν
Ι. Σέχος ΝΣ. Γεωργόπουλος
Γ. Θεοτόκης Γιαννούσης Τάκης Ν
Ε. Τσαρλαμπᾶς ΝΝ. Ταρμπάκης Ν
Δ. Καποδίστριας Ι. Παλάσκας
Π. Κωνσταντᾶς Ν. Τσαμαδὸς Ο
Π. Βαλαωρίτης ΟΘ. Γκίκας Ο
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Α. Σιμόπουλος Ο
Ν. Χατζῖσκος ΟΚ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Α. Εὐταξίας ΝΠ. Σκουμπουρδῆς
Κ. Τράκας Ν
Α. Μαρλᾶς ΝΚανάρης Ν
Ν. Κοντογιάννης Ν

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 117. Ἐκ τούτων 83 εἶπον Ναὶ καὶ 34 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.

§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην ἀληθῶς δὲν ἐτηρήθησαν τὰ πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων κατὰ πᾶσαν σύνοδον τηρούμενα. Κατὰ τὰς συνόδους ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν κηρύσσεται ἡ ἔναρξις τῆς Βουλῆς διὰ Βασιλικοῦ λόγου, ἡ πρώτη ἐργασία, τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται, εἶναι ἡ ἀκρόασις τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον προβάλλουσιν οἱ Ὑπουργοί, καὶ τῆς εἰσηγήσεως, τὴν ὁποίαν ποιοῦνται κατατιθέντες αὐτόν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην ἡ Βουλὴ ἠκροάσθη ἐπὶ δύο καὶ πλέον ὥρας συζητήσεως ζητήματος παρεμβληθέντος, ἂν καὶ ἡ ὥρα δὲν εἶχεν ἐλθεῖ ἀκόμη. Καὶ εἶναι μὲν εὔλογος ἡ ἀνυπομονησία ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφεώρα ἀπ’ εὐθείας, διότι συμφέρον ἔχουσι νὰ ἐπιθυμήσωσιν, ὅπως τεθῇ τέρμα εἰς τὴν γνωστὴν ὑπόθεσιν, ἥτις ἤρξατο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἀλλὰ τὸ συμφέρον αὐτῶν καὶ τὸ ἕνεκα τούτου δικαίωμα ὤφειλον νὰ ὑποτάξωσιν εἰς τοὺς κανόνας τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ νὰ μὴ ζητήσωσι νὰ ἀποτρέψωσι τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐργασθῇ κατὰ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους τὸ Σύνταγμα ἔταξεν εἰς αὐτήν. Ἀρχόμενος δὲ τῆς καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς εἰσηγήσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι, χρεωστῶ νὰ μὴ παραλείψω παρατήρησιν, ἥτις πρὸ μικροῦ ἐγένετο ὑπό τινος ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου, τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Χατζοπούλου. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἰσχυρίσθη, ὅτι, ὅταν εἰσάγηται ὁ προϋπολογισμός, οὐδεὶς πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται λόγος ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ γενομένης πρὸς τὴν Βουλήν, ἔκρινε δὲ πᾶσαν περὶ τούτου ὁμιλίαν καὶ συζήτησιν ἄτοπον, ὡς ἀντιβαίνουσαν εἰς τοὺς κανόνας τοὺς κοινοβουλευτικούς. Δὲν θέλω νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην. Ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι, ἐὰν παρατηρηθῇ ὅτι ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ γίγνονται ἀφηγήσεις μὴ ἀκριβεῖς, ἢ ἀνακοινοῦνται συμβεβηκότα μὴ ἀληθῆ, ἢ προβάλλονται συλλογισμοὶ καὶ εἰκασίαι ἀβάσιμοι, πᾶν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καθῆκον ἔχει νὰ φέρῃ ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων τούτων, αἵτινες εἰσέφρυσαν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν Βουλὴν ἐν τῇ πλάνῃ, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ μὴ ἀκριβεῖς ἀνακοινώσεις, ἢ αἱ πεπλανημέναι ἀφηγήσεις, δύνανται νὰ παρασύρωσιν αὐτήν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ εὐχαρίστως θέλω δεχθῆ, εὐθὺς ὡς καταβῶ τοῦ βήματος, πᾶσαν ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πραγματικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θέλω ἀνακοινώσει, ἢ ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους θέλω ἀναφέρει πρὸς τὴν Βουλήν. Ἑπτάμηνον ὁλόκληρον παρῆλθεν ἀφ’ ἧς εἶχον κλεισθῆ αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ κατὰ τὸ ἑπτάμηνον τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον ἔμεινε κυβερνῶν καὶ διοικοῦν ἄνευ τῆς ἀμέσου ἐπιτηρήσεως καὶ τοῦ ἀμέσου ἐλέγχου τοῦ Κοινοβουλίου. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον, εὐθὺς ὡς συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ μὲν τὸν προϋπολογισμὸν, κατὰ τὴν συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ ὠφεληθῇ τῆς εὐκαιρίας, ἵνα ποιήσηται εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας νομίζει προσῆκον νὰ ποιήσηται περὶ τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτῆς, διότι τοιουτοτρόπως θέλει προκαλέσει ἐπὶ τῶν συμβεβηκότων τούτων τὸν ἔλεγχον, ἐὰν ἤθελον παραλίπει τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐπιλάβωνται τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐρεύνης αὐτῶν. Ἀνατρέχων λοιπὸν κατὰ τὸ ἑπτάμηνον τοῦτο διάστημα, καὶ ζητῶν νὰ ἀνεύρω ἐν αὐτῷ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα προσῆκέ μοι νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εὑρίσκω τοιαῦτα ἄξια ἰδίας μνείας καὶ ἰδίας ἀναλύσεως καὶ ἀναπτύξεως, ἤθελον δὲ δυνηθῆ νὰ χαρακτηρίσω τὸ ἑπτάμηνον τοῦτο διάστημα ὡς αἰσίως διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους διαῤῥεῦσαν, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο δυστύχημα, γνωστὸν ἤδη, ἐπισκῆψαν ἐπὶ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος καὶ ἐκ χαρακτῆρος καὶ ἐξ ἱστορίας ἔχει ἀπόφασιν νὰ τελῇ πάντοτε συνδεδεμένον μετὰ τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως φυσικὸν εἶναι νὰ μετέχῃ καὶ τῆς εὐφροσύνης καὶ τῆς λύπης, ὅταν τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον τῶν αἰσθημάτων τούτων κρατῇ ἐν τῇ Βασιλικῇ οἰκογενείᾳ. Τὸ ἐπελθὸν κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ ἔτους τούτου δυστύχημα κατέθλιψε τὴν οἰκογένειαν τοῦ Βασιλέως, ἑπόμενον δ’ ἦτο τῆς θλίψεως ταύτης νὰ μετάσχῃ τὸ ἔθνος, ὅπερ ἔσπευσε νὰ ἐκδηλώσῃ αὐτὴν διὰ ζωηροτάτων τρόπων. Ἐπειδὴ δὲ περὶ συμφορῶν τοιούτων ὁ λόγος, μοὶ προσήκει ὡσαύτως νὰ μὴ λησμονήσω, ὅτι ἀνήκω εἰς τὸ σῶμα τοῦτο, καὶ νὰ ἀναμνησθῶ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο προσήνεγκεν εἰσφορὰν ἐπώδυνον. Δύο μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος κ. Πετρόπουλος καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Σπετσῶν κ. Γουδῆς, ἀπῆλθον τοῦ κόσμου τούτου. Ἐκτὸς τῶν δυστυχῶν τούτων συμβεβηκότων, μοὶ ὑπολείπεται νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν μεταβολήν τινα, ἐπελθοῦσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἓν τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ παραιτηθῇ, καὶ ἐν τῇ δηλώσει ταύτῃ ἐπέμεινε, καίτοι πολλὰς προτροπὰς καὶ παρακλήσεις οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ τῷ ἀπηύθυναν. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προέβαλεν ὁ κ. Καραπάνος, ἐμμείνας εἰς τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀποχωρήσῃ τοῦ Ὑπουργείου, ἦτο ἡ διαφορὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξεδήλωσαν αὐτῷ. Ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐπήνεγκε τροποποίησιν καὶ μετακίνησιν τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν, καὶ ἐνῷ, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀπῆλθεν, ἀφῆκεν ἡμᾶς διευθύνοντας ἄλλα Ὑπουργεῖα, συνελθοῦσα προχθὲς καὶ σήμερον, εὑρίσκει ἡμᾶς διευθύνοντας ἄλλα. Εἰς ἐμὲ δὲ ἰδίως ἦτο ἀληθῶς δυσάρεστος ἡ ἀνάγκη, ἡ ἐπιβληθεῖσά μοι, νὰ ἀναλάβω τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν. Τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν πεποίθησιν πάντων, ἀνεγνωρίσθησαν ὡς δεόμενα βελτιώσεων, αἱ δὲ βελτιώσεις τῶν οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἐπιγίνωνται μετὰ ἔρευναν καὶ μελέτην ἐπισταμένην, ἥτις νὰ παράγῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ προτεινόμεναι μεταβολαὶ θέλουσι παραγάγει ὠφέλιμα ἀποτελέσματα, συμφώνως μὲ τὴν συνείδησιν, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν προτεινόντων αὐτὰς, ὅταν οὗτοι, ὑπηρετοῦντες τὸ Κράτος, ἁμιλλῶνται νὰ προσφέρωσιν εὐσυνειδήτους εἰς αὐτὸ ὑπηρεσίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι βραχὺς μοὶ ὑπελείπετο χρόνος, ἀπὸ τῆς παραιτήσεως τοῦ συναδέλφου μου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἵνα ἐγκύψω εἰς τὴν μελέτην τῶν λεπτομερειῶν καὶ καταναγνώσω μετ’ ἐπιστασίας οὐ μόνον τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ τὰς βελτιώσεις, τὰς ὁποίας προσήκει νὰ προτείνω εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἦτο βραχὺς ὁ χρόνος, τὸ ἐμὸν θάῤῥος ἤθελεν εἶσθαι πάντοτε περιωρισμένον, καὶ μετὰ δειλίας ἤθελον προβάλει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν μεταβολὰς, ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἑκάστη μεταβολὴ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς δοκιμή. Αἱ δοκιμαὶ, ἐὰν δὲν ἤθελον ἐπιτύχει, πιθανὸν νὰ ἐπιφέρωσι μείωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων· ἀλλ’ ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον διανύομεν, δὲν εἶναι χρόνος δοκιμῶν, διότι ἐλαχίστη μείωσις τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου ἤθελεν ἐντείνει τὴν οἰκονομικὴν δυσφορίαν, ἥτις κατέλαβε τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, καὶ ἥτις ἐξετάθη, ὡς ἦτο ἑπόμενον, καὶ ἐπὶ τῶν ἐν τῇ ἐμπορίᾳ ἐκτεθειμένων ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης ἑλληνικῶν ἀξιῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἡ πρώτη τῶν ἀπαιτουμένων βελτιώσεων τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους εἶναι ἡ μείωσις τῶν ἐξόδων αὐτοῦ μέχρι τῶν ὁρίων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελε κινδυνεύσει ἡ διοίκησις καὶ ἡ ἄλλη κοινωνικὴ οἰκονομία τῆς χώρας· πολλάκις δὲ συζητῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, δὲν παρέλιπον νὰ συμβουλεύσω εἰς τοὺς τότε κυβερνῶντας, ὅτι πρέπει νὰ μὴ παραλείπωσι τὸ σύστημα τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων, ἐφ’ ὅσον τοῦτο δύναται νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὰ συμφέροντα τῆς διοικήσεως, ἢ μὲ τὰ ἄλλα συμφέροντα τῆς κοινωνίας ἢ τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐὰν ἤθελον ἀναδράμει εἰς τὸ παρελθόν, καὶ ἐξετάσει πᾶσαν τὴν ἐννεαετίαν, ἥτις ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦδε διέῤῥευσε, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνησαν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, πλὴν δωδεκαμήνου διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνεκόπη, ὡς οὗτοι ἐνασμενίζονται νὰ λέγωσιν, ἡ πολιτικὴ πορεία αὐτῶν ὑπὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 7 Ἀπριλίου, θέλω πραγματικῶς ἀνεύρει, ὅτι κατὰ τὸ δωδεκάμηνον ἐκεῖνο διάστημα τοῦ χρόνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησαν οἱ ὑπὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 7 Ἀπριλίου ἐνδειχθέντες, ἐφηρμόσθη ἡ θεωρία αὕτη τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐσταμάτησεν ὁ ῥοῦς τῶν δαπανῶν καὶ τῶν αὐξήσεων· ὅτε δ’ ἐπανῆλθον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν μετὰ τὸ δωδεκάμηνον εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐν πολλοῖς ἠκολούθησαν τὰς γνώμας τῶν κατὰ τὸ δωδεκάμηνον ἐκεῖνο κυβερνησάντων, καὶ δὲν ἠμέλησαν πλέον νὰ ἐπενέγκωσιν ἐλαττώσεις εἰς τὰ ἔξοδα. Ταῦτα ἴσως προσήκει νὰ ἀποδείξω, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν ποιήσωμαι ἔναρξιν τῆς εἰσηγήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, θέλω ἐξετάσει τοὺς προϋπολογισμοὺς ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων κατὰ πᾶσαν τὴν μνημονευθεῖσαν περίοδον τοῦ χρόνου, κατ’ ἀμφότερα τὰ στάδια, τό τε ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885 καὶ τὸ ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τοῦ 1890, καὶ δι’ ἀριθμῶν θέλω πείσει τὴν Βουλήν, ὅτι πάνθ’ ὅσα περὶ τούτων ἔλεγον, δὲν ἦσαν λόγοι κενοὶ, ἀλλὰ πορίσματα μελέτης καὶ ἐρεύνης. Καὶ ἐφαρμόζοντες τὴν τακτικὴν ταύτην τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων ἠδυνήθημεν ἄνευ περιορισμοῦ τῶν μέσων, τῶν ὁποίων χρῄζει ἡ διοίκησις, ἄνευ μεταβολῆς τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους λειτουργεῖ ἡ ἐργασία τῶν ἀτόμων ἢ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἠδυνήθημεν, λέγω, νὰ ἐπενέγκωμεν ἐλαττώσεις ἀξίας λόγου, τῶν ὁποίων τὸ ὁλικὸν ποσὸν δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 εἶχε προσδιορίσει τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς δραχμὰς 100,411,479 καὶ 40/00, ἀλλὰ διὰ πιστώσεων ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων, περὶ τῶν ὁποίων θέλω προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικὰ νομοσχέδια, προσετέθησαν εἰς τὰ διὰ τὸ 1891 προϋπολογισθέντα ἔξοδα τοῦ Κράτους 1,261,792.83, καὶ ἑπομένως τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 ἀνέβησαν εἰς 101,673,272.23· ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως τοῦ 1892, τὸν ὁποῖον εἰσάγω, προσδιορίζει τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς 98,552,760.22, ἑπομένως ἐν αὐτῷ ἐπιτυγχάνεται ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων κατὰ 3,120,512.01. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει γεννηθῆ ἐν τῇ συνειδήσει τινὸς ἐξ ὑμῶν δισταγμὸς, ὅτι ἐν τῇ προβλέψει καὶ τῷ κανονισμῷ τῶν ἐξόδων δὲν ἐπεστήθη ἡ ὀφειλομένη πρόνοια, καὶ ὅτι ἑπομένως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 θέλουσι προκύψει ἀνάγκαι, πρὸς πλήρωσιν τῶν ὁποίων οἱ κυβερνῶντες θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Βουλῆς ἐκτάκτους ἢ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις. Λέγω, ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλει προκύψει ὁ δισταγμὸς οὗτος, διότι, ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, θέλουσι πεισθῆ ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ παρατεθειμένων σημειώσεων περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐκανονίσθησαν τὰ ἔξοδα, τὰ ἀναγραφέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ὅτι δὲν εἶναι μὲν ἀδύνατον νὰ ζητηθῶσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 πιστώσεις ἔκτακτοι ἢ ἀναπληρωτικαὶ, ἀλλὰ μόνον διότι προέκυψαν ἢ ἐδημιουργήθησαν μεταγενέστεραι ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτε συνετάσσομεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε μοὶ ἀνακοινωθῆ ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραβάλω τὸν εἰσαγόμενον νῦν προϋπολογισμὸν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, μετὰ τῶν πιστώσεων, αἵτινες ζητοῦνται νῦν ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ παραβάλω αὐτὸν πρὸς μόνον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, καὶ πρὸς μόνον τὸ ποσὸν τῶν ἀναγραφέντων ἐν αὐτῷ ἐξόδων, ἀφοῦ ἡ παραβολὴ γίγνεται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892, ὡς ζητεῖται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πάλιν αἱ ἐλαττώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπετεύχθησαν διὰ τοῦ εἰσαγομένου προϋπολογισμοῦ, ἀνέρχονται εἰς 1,858, 719.18. Καὶ αἱ ἐλαττώσεις αὗται ἐπετεύχθησαν καθ’ ὃν χρόνον ὠφείλομεν νὰ στέρξωμεν νὰ γένωνται προσθῆκαι ἐξόδων, καὶ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 ἔξοδα μεγαλείτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891. Οὕτως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891, ὡς καὶ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἡ ἀναγραφεῖσα πίστωσις δι’ ἔξοδα τροφῆς τοῦ στρατοῦ ἦτο πολλῷ μικροτέρα τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892. Ἡ καταστραφεῖσα σχεδὸν παραγωγὴ τῶν σιτηρῶν ἔν τισι χώραις, αἵτινες παράγουσιν ἄφθονα σιτηρὰ, ἡ μεγάλη ἕνεκα τούτου ἐπελθοῦσα ζήτησις ἡ μεγάλη ὑπερτίμησις τῶν σιτηρῶν, ἥτις ἀκόμη δὲν ἐσταμάτησεν, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ προβαίνουσα, ἠνάγκασεν ἡμᾶς νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τροφὴν τοῦ στρατοῦ 640,000 δραχμὰς περισσοτέρας τῶν ἀναγραφεισῶν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν παρελθόντων ἐτῶν· ἀλλὰ, μολονότι εἰς τοιαύτην εὑρέθημεν ἀνάγκην, καὶ τοσοῦτον ηὐξήσαμεν τὰς διὰ τὴν τροφὴν τοῦ στρατοῦ πιστώσεις, μ’ ὅλα ταῦτα αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζομεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀνέρχονται εἰς δρ. 1,858,719. Δὲν πρέπει ἴσως νὰ ποιήσωμαι μνείαν αὐξήσεων ἄλλων, τὰς ὁποίας ὠφείλομεν νὰ στέρξωμεν ἐπί τινων, ἐφ’ ὧν ἠδυνήθημεν νὰ λάβωμεν κατὰ τὴν ἄλλην σύνοδον τὴν συναίνεσιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Βασιλέως, ἐπί τινων δὲ ἄλλων, ἐφ’ ὧν σκοποῦμεν νὰ ζητήσωμεν νῦν τὴν συναίνεσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὁμιλῶν περὶ τῶν αὐξήσεων τούτων, ἀναφέρομαι εἰς τὰς αὐξήσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἐν τῷ ἀριθμῷ καὶ τῷ μισθῷ τῶν μελῶν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, καὶ αἵτινες ἔτυχον τῆς κυρώσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ εἰς τὰς αὐξήσεις, αἵτινες ἐνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ πρὸς μεταβολὴν τῆς μισθοδοσίας τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἐπαγγελθῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καὶ τὴν ὁποίαν ἀναγράφομεν ἐν τῷ παρόντι προϋπολογισμῷ. Ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἐλησμονήσαμεν μέρος τῶν ὑποσχέσεων ἡμῶν, τὴν περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων, διότι ὑπέλαβον, ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσω νὰ δώσω εὐχάριστον κατὰ τοῦτο ἄγγελμα πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, τὸν κ. Ζυγομαλᾶν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν σκοπῇ νὰ κρίνῃ ἐπιεικῶς ἢ αὐστηρῶς τὴν πολιτείαν μας ἐκ τῶν ὑπολοίπων μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλομεν προτείνει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, εἴτε πρὸς μεταβολὴν τῶν οἰκονομικῶν νόμων, οἵτινες μέχρι τοῦδε λειτουργοῦσιν, εἴτε πρὸς ὀργάνωσιν καὶ μεταβολὴν ἄλλων ὑπηρεσιῶν διοικητικῶν ἢ οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἠθέλομεν ἀξιωθῆ τῆς ἐπιεικείας του κατὰ τὴν ἔρευναν τῶν μέτρων ἡμῶν τούτων, ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἐπιεικῶς κρίνει ἡμᾶς διὰ τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατεβάλομεν πρὸς ἐπιτυχίαν ἐλαττώσεώς τινος τῶν ἐξόδων. Δὲν ἦσαν δὲ καὶ ὅλως ἀνάξιαι προσοχῆς αἱ προσπάθειαι, τὰς ὁποίας κατεβάλομεν. Ὡς ἠκούσατε πρὸ μικροῦ, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 εἶχον ἀναβιβασθῆ εἰς 100,411,479.40, καὶ ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ λάβωσι χώραν παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι διὰ πιστώσεων ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν, ἀνεβιβάσθη τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων διὰ τῶν πιστώσεων τούτων εἰς 101,673, 272.23. Ὀφείλομεν ἑπομένως νὰ μὴ μείνωμεν ἀργοὶ καὶ ἀφρόντιδες, ἀλλὰ νὰ ἀσχοληθῶμεν, ἵνα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δυνηθῶμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα, ὥστε, ἐὰν τὸ 1891 ἤθελε καταλήξει εἰς ἔλλειμμα, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο νὰ μὴ ἦναι ὑπέρτερον τῶν συνήθων ἐλλειμμάτων, ἤ, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ ἦναι μικρότερον τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα ἐστόλιζον τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Δυστυχῶς δὲν δύναμαι τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ καταθέσω μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 ἕτερον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ καταθέσω, τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891, ὡς δὲν δύναμαι δυστυχῶς τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ καταθέσω καὶ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890. Μόλις ἠδυνήθημεν νὰ συντάξωμεν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889, τὸν ὁποῖον θέλομεν καταθέσει ἀπόψε. Ἀλλὰ ἡ ἔρευνα ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Δημοσίου κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἐπεκτείνηται ἐπὶ πλήρη τετραετίαν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀναπόφευκτος συνέπεια τοῦ λογιστικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον κρατεῖ παρ’ ἡμῖν, ἢ ἐὰν ἦναι συνέπεια τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἀσχολοῦνται εἰς τὴν λειτουργίαν τὴν λογιστικήν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ χρῆσις τοῦ 1890 ἔληξε τὴν 31 Ὀκτωβρίου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους τούτου ἐντὸς τῶν 18 ἡμερῶν. Καθ’ ἃς ὅμως ἔχω πληροφορίας ἐκ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὰ στοιχεῖα πάντα, τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς σύνταξιν τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1890 καὶ τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τοῦ 1891, συνεκεντρώθησαν τὴν ἑσπέραν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐλπίζω δέ, ὅτι τὴν Δευτέραν τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος θέλω δυνηθῆ νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 καὶ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891. Ἐὰν λοιπὸν ἠδυνάμην σήμερον νὰ καταθέσω τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891, ἤθελον δώσει ἴσως εἰς τὴν Βουλὴν ἔνδειξίν τινα, ἔστω καὶ ἀσθενῆ, τῶν προσπαθειῶν, ἃς κατεβάλομεν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, ὅπως τὰ ἔξοδα ἦναι ὀλιγώτερα τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἄνευ βεβαίως περιστολῆς κατά τι τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν, διὰ τὰς ὁποίας ταῦτα ἐνομοθετήθησαν, ὡς ἐπίσης τῶν ἡμετέρων προσπαθειῶν, ὅπως τὰ ἔσοδα τοῦ 1891 εἰσπραχθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα, τηρουμένων πάντοτε τῶν διατάξεων τῶν νόμων, οἵτινες κανονίζουσι τὰ τῆς εἰσπράξεως καὶ μὴ λησμονουμένης τῆς ἐπιεικοῦς ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡ φιλανθρωπία καὶ τὸ κοινὸν συμφέρον ὑπαγορεύουσιν. Ἐπειδὴ ἐποιησάμην λόγον περὶ τῆς οἰκονομικῆς δυσθυμίας ἥτις κατέλαβε τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, ὀφείλω νὰ πραγματευθῶ περὶ τούτου εὐρύτερον, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, εἴτε ἐξ ἀγνοίας, εἴτε ἐκ κακῆς προαιρέσεως, νὰ προκύψῃ γνώμη, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ αὕτη δυσθυμία ἐνέσκηψε μόνον ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν, καὶ οὐχὶ ἐπὶ πασῶν τῶν ἀξιῶν καὶ ἐν πάσαις σχεδὸν ταῖς ἀγοραῖς τῶν μεγαλοπόλεων τῆς Εὐρώπης. Τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον τὸ δυσάρεστον τοῦτο, ἴσως οὐχὶ οἰκονομικὸν, ἀλλὰ χρηματικὸν ἀποτέλεσμα, εἶναι συμβεβηκότα λαβόντα χώραν ἐκτὸς ἡμῶν καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως ἡμῶν. Δυστυχήματα ἐπελθόντα ἐν μιᾷ τῶν δημοκρατιῶν τῆς Μεσημβρινῆς Ἀμερικῆς, οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι καὶ ἀνισοῤῥοπία τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα ἐν ἄλλοις Κράτεσι, καὶ ἰδίως ἐν Ἰσπανίᾳ καὶ Πορτογαλλίᾳ, ἔθιξαν ζωηρῶς τὴν εὐπάθειαν τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα κατεστάθησαν περιδεῆ. Καὶ ἐπειδὴ ἐπῆλθον δυστυχήματα καὶ ἐν Λονδίνῳ καὶ ἔν τισι πόλεσι τῆς Γερμανίας, σχεδὸν ἐπέσκηψεν ὁ πανικός. Ἀλλὰ ἡ κερδοσκοπία, ἀεικίνητος, ὑπέλαβεν ὅτι ἔπρεπε καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς οἰκονομικῆς δυσθυμίας καὶ στενοχωρίας νὰ ὠφεληθῇ. Ὁμὰς ὑποτιμητῶν παρέστη ἐν τῷ μέσῳ, καὶ εἰργάσθη ἀκαταπονήτως, ἐπέτυχε δὲ κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ αὕτη, ἵνα ἐντείνῃ τὴν δειλίαν τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν κεφαλαιούχων, καὶ ἑπομένως τὴν πτῶσιν τῶν χρεωγράφων καὶ τῶν ἀξιῶν ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις· ἡ προσφορὰ αὐτῶν ἐγένετο πολλῷ ὑπερτέρα τῆς ζητήσεως, καὶ ἡ ὑποτίμησις ἐπῆλθε ῥαγδαία. Δὲν ἐπῆλθε δὲ μόνον ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, διότι κατὰ σημείωσιν, τὴν ὁποίαν κατέχομεν, ἀπὸ τῆς 14 Ἰουνίου μέχρις τῆς 6 Νοεμβρίου, ἤτοι ἐν διαστήματι 4 μηνῶν καὶ 20 ἡμερῶν, ἡ ὑποτίμησις τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐπῆλθεν ἀληθῶς ῥαγδαία καὶ ἀκατάσχετος. Τὰ δάνεια τῶν 5% ἐτιμῶντο ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ τῶν Παρισίων κατὰ τὴν 14 Ἰουνίου ἀντὶ 450, καὶ κατὰ τὴν 6 Νοεμβρίου εἶχον ἐκπέσει εἰς 355, δηλ. κατὰ 95 δραχμάς. Τὰ δάνεια τῶν 4% κατὰ τὴν 14 Ἰουνίου ἐτιμῶντο εἰς 69, καὶ κατὰ τὴν 6 Νοεμβρίου εἶχον ὑποτιμηθῆ εἰς 58 μόνον, ἤτοι κατὰ 11 μονάδας, ἑκάστη τῶν ὁποίων ἀναλογεῖ πρὸς 5 φράγκα. Ἀλλὰ, ὡς εἶπον, τὰ δυσάρεστα ταῦτα συμβεβηκότα δὲν ἐδήλουν εἰδικὴν δυσπιστίαν πρὸς τὰς ἑλληνικὰς ἀξίας, ἀλλὰ ἐδήλουν καθολικὴν δυσπιστίαν πρὸς τὰς ἀξίας πολλῶν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἡγοῦνται ἡμῶν καὶ κατὰ τὸν πληθυσμὸν, καὶ κατὰ τὸν πολιτισμὸν, καὶ κατὰ τὴν πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν τὴν κοινωνικὴν ἔν τε τῇ γεωργίᾳ καὶ βιομηχανίᾳ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας τινὰς περὶ τῶν τιμῶν τῶν χρεωγράφων ξένων Κρατῶν, θέλετε ἀναγνωρίσει, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας σᾶς μετέδωκα πρὸ μικροῦ, εἰσὶν ἀκριβεῖς. Κατὰ τὴν 7 Νοεμβρίου 1890 ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ τῶν Παρισίων τὰ χρεώγραφα τῆς Banque d'escompte ἐτιμῶντο 580, κατὰ δὲ τὴν 7 Νοεμβρίου 1891 ἐτιμῶντο 405, ἤτοι εἶχον ὑποτιμηθῆ κατὰ 175. Κατὰ τὴν 7 Νοεμβρίου 1890 τὰ χρεώγραφα τῆς Banque de Paris ἐτιμῶντο 870, κατὰ δὲ τὴν 7 Νοεμβρίου 1891 ἐτιμῶντο 705, δηλ. εἶχον ὑποτιμηθῆ κατὰ 165. Αὐτοῦ τοῦ Comptoir National d'escompte κατὰ τὴν 7 Νοεμβρίου 1890 τὰ χρεώγραφα ἐτιμῶντο 630, ἐνῷ τὴν 7 Νοεμβρίου 1891 ἐτιμῶντο 525, δηλ. ὑπετιμήθησαν κατὰ 105. Ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω ἀριθμὸν πολλῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν τοιαύτας μειώσεις ἐν τοῖς χρεωγράφοις αὐτῶν....

§92ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὰ εἶναι μετοχαὶ καταστημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναμεμιγμένα, ὡς γνωρίζετε, πολὺ εἰς τὰς κερδοσκοπίας.

§93ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ ἀνυπομονῆτε, καὶ θέλομεν φθάσει εἰς δάνεια Κρατῶν. Τὸ Crédit Foncier ἀπὸ 1285 ὑπετιμήθη εἰς 1190, δηλ. κατὰ 95. Τὸ Crédit Lyonnais ἀπὸ 805 εἰς 770, ἤτοι κατὰ 35. Τὸ Lyon Midi κατὰ 50, ἀπὸ 1490 ὑποτιμηθὲν εἰς 1440. Τὸ Nord κατὰ 130. Τὸ Orléans κατὰ 10. Τὸ Gar κατὰ 50. Ἀλλὰ τὰ χρεώγραφα τῆς Ἀργεντινῆς Δημοκρατίας ἐτιμῶντο κατὰ τὴν 7 Νοεμβρίου 1890 εἰς 415, καὶ ὑπετιμήθησαν μέχρι τῆς 7 Νοεμβρίου 1891 εἰς 300, ἤτοι κατὰ 115· τὸ Αὐστριακὸν δάνειον τῶν 4% εἰς χρυσὸν ὑπετιμήθη μεταξὺ τῶν δύο εἰρημένων ἐποχῶν ἀπὸ 95.25 εἰς 93.50. Τὸ Βρασιλιανὸν τῶν 4½% ἐξέπεσεν ἀπὸ 89 εἰς 60, ἤτοι κατὰ 29. Τὸ Αἰγυπτιακὸν unifié ἀπὸ 486.25 εἰς 470, ἤτοι κατὰ 16.25. Τὸ Αἰγυπτιακὸν προνομιοῦχον ἀπὸ 465 εἰς 440. Τὸ Ἱσπανικὸν 4% ἀπὸ 76 εἰς 65.50, ἤτοι κατὰ 10½. Τὸ Ἰταλικὸν τῶν 5 τοῖς 100 ἀπὸ 94 εἰς 88.10. Τὸ Πορτογαλλικὸν ἀπὸ 59.50 εἰς 33. Τὸ Ρωσσικὸν Orient ἀπὸ 81 εἰς 61. Τὸ Ρωσσικὸν τῶν 4% ἀπὸ 99.50 εἰς 91. Τὸ Σερβικὸν ἀπὸ 92.25 εἰς 79. Τὸ Τουρκικὸν Priorité τῶν 4 τοῖς 100 ἀπὸ 410 εἰς 400. Τὸ Τουρκικὸν τῶν τελωνείων ἀπὸ 460 εἰς 420. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ ὑποτίμησις ἐπῆλθε καὶ εἰς τὰ χρεώγραφα. Ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ ὁποία ἐδήλου τοιαύτην καθολικὴν δυσθυμίαν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης, ἔπρεπε νὰ διδάξῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐὰν ἤθελε νὰ συνομολογήσῃ δάνεια, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογήσῃ ταῦτα ὑπὸ ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους αὕτη ἐπεθύμει, ἀλλ’ ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ συνομολογήσῃ ταῦτα ὑπὸ ὅρους πολὺ κατωτέρους. Καὶ ἄλλη δέ τις πληροφορία, ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μεταξὺ τῆς ὁμάδος τῶν ὑποτιμητῶν ὑπῆρξαν καί τινες, οἱ ὁποῖοι ἠσχολοῦντο νὰ ὠθήσωσι τὴν ὑποτίμησιν ἰδίως ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, παριστῶντες ὡς δεινὴν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος καὶ προσεχῆ τὴν ἀμηχανίαν αὐτῆς, καὶ αὕτη, λέγω, ἡ πληροφορία εἵπετο, ὅτι ἤθελεν ἐπηρεάσει τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ ἀποφασίσῃ νὰ δηλώσῃ ἐπιθυμίαν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην δανείων. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι προετάθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐκολίαι πρὸς συνομολόγησιν δανείων, διότι καὶ κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον καὶ κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον ἐγένοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν προτάσεις πρὸς παροχὴν δανείων ἁπλῶν, ἐγένοντο ὅμως καὶ προτάσεις πρὸς παροχὴν δανείων συνθέτων, δι’ ὧν συνεδυάζετο τὸ δάνειον μετ’ ἄλλων ἐπιχειρήσεων. Δὲν πρέπει ἴσως νὰ ἀποκρύψω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τινὲς τῶν προτάσεων τούτων δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρηθῶσι καὶ ἐντελῶς ἀπαράδεκτοι πρὸς συζήτησιν, καὶ ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπλήρουν πάσας τὰς ἐπιθυμίας τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο ὅμως δίκαιον νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι τοσοῦτον ἐξηυτέλιζον τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, ὥστε ἔπρεπε μετ’ ἀγανακτήσεως νὰ ἀποῤῥίψῃ τις αὐτάς. Ἀλλ’ ἐφρονήσαμεν, ὅτι συνέφερε νὰ δώσωμεν ἀπόδειξίν τινα εἰς τὸν ἐν Εὐρώπῃ οἰκονομικὸν καὶ τραπεζιτικὸν κόσμον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της καὶ ἄνευ δανείων. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω περὶ μέλλοντος συνεχοῦς καὶ ἀπωτάτου, ἀλλ’ ὁμιλῶν περὶ τοῦ παρόντος, ἠδυνάμην νὰ δώσω τοιαύτην πρὸς τὸν τραπεζιτικὸν τῆς Εὐρώπης κόσμον ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην δανείων, καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας ἐκ τῶν ἰδίων ἡμῶν πόρων. Τὸ ἐγχείρημα ἦτο δύσκολον, οὐδ’ ἀποκρύπτω τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας συνήντησα· δίδω ὅμως τὴν εὐχάριστον πληροφορίαν, ὅτι κατελήξαμεν αἰσίως, καὶ ὅτι ἐκ τῶν ἰδίων πόρων τοῦ Κράτους ἐξεπληρώσαμεν πάσας τὰς διὰ τὸ 1891 ὑποχρεώσεις ἡμῶν, τὰς ἐπικειμένας καὶ τὰς ἀνυπερβλήτους, διότι ὑπάρχουσι καὶ χρέη, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπετίσαμεν, πληρώσαντες τοὺς τόκους, καὶ χρέη προσωρινὰ, τὰ ὁποῖα ἀνενεώσαμεν, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ καταβάλωμεν τὰ κεφάλαια αὐτῶν. Ἐὰν ἤθελε προταθῇ ὑπό τινος ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι οὕτω συνετελέσαμεν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, θέλω δυνηθῆ νὰ ἀποκρούσω αἰτίασιν τοιαύτην, διότι ἔχω ἐν χερσὶν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουνίου καὶ ἐντεῦθεν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν τὸ τιμολόγιον τοῦ χρηματιστηρίου, καὶ θέλω παραβάλει αὐτὸ πρὸς τὰς ἡμερομηνίας, καθ’ ἃς ἡμεῖς ἠγοράζομεν συνάλλαγμα, διὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, θέλει δὲ γείνῃ γνωστὸν διὰ τῆς παραβολῆς ταύτης, ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα ὑπερτίμησις, καθ’ ὃν χρόνον ἠγοράζομεν συνάλλαγμα, περιωρίσθη εἰς λεπτὰ δύο καὶ ἓν τέταρτον τοῦ λεπτοῦ μόνον. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ὑπερτίμησις ἐξηκολούθησε καὶ ἀνῆλθεν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, εἰς οὓς ἀνῆλθε κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, καὶ ἂν πρέπῃ διὰ τοῦτο νὰ ἀπευθυνθῇ αἰτίασίς τις, θέλω παρακαλέσει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν διάθεσιν νὰ αἰτιαθῶσιν ἡμῶν, νὰ στρέψωσι τὰς αἰτιάσεις ταύτας κατὰ πολλῶν ἄλλων, καὶ οὐχὶ καθ’ ἡμῶν. Ἐὰν ἡμεῖς εἴχομεν μέσα, διὰ νὰ πράξωμεν ὅ,τι ὤφειλον νὰ πράξωσιν αἱ ἐν Ἀθήναις λειτουργοῦσαι Τράπεζαι, ἴσως ἠθέλομεν τὸ πράξει, ἂν καὶ δὲν ἦτο ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν δὲν τὸ ἐπράττομεν, ἴσως ἠδύνατο νὰ παρασταθῇ ὡς δεδικαιολογημένη ἡ αἰτίασις, ἂν καὶ, ὡς εἶπον, αἱ Κυβερνήσεις δὲν μετέρχονται τραπεζιτικὰς ἐργασίας. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδὲν μέσον καὶ οὐδὲν καθῆκον εἴχομεν, διὰ νὰ ἐκτραπῶμεν τῶν καθηκόντων ἡμῶν, ὅπως συντελέσωμεν εἰς τὴν μείωσιν τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ χρυσοῦ, πωλοῦντες καὶ ἀγοράζοντες. Δυστυχῶς δὲ ἡ κερδοσκοπία, ἡ ὁποία εἶχε κατέλθει εἰς στρώματα κατώτερα, ἠγωνίσθη ἐν τῇ ὑπερτιμήσει, καὶ τὰ μάλιστα συνετέλεσεν εἰς τὸ ν’ ἀναβιβασθῇ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνεβιβάσθη τελευταῖον. Ὡμίλησα περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν διὰ τῶν συνήθων πόρων τοῦ Κράτους, καὶ δὲν ἀνέφερα, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο μόνον περὶ πληρωμῆς τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δημοσίων χρεῶν, ἐπρόκειτο καὶ περὶ ἐκπληρώσεως ἄλλων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων εἴχομεν ἀναλάβει, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμων εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ. Ὅθεν διὰ τῶν συνήθων ἐσόδων τοῦ Κράτους ὠφείλομεν νὰ ἐπαρκέσωμεν καὶ εἰς τὰς πληρωμὰς πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, καὶ εἰς τὰς πληρωμὰς πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, καὶ εἰς τὰς πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου. Καθ’ ἃς δὲ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων χρεῶν καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον μοὶ ἔδωκε πληροφορίας, ἂν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 15 Νοεμβρίου 1891 εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων 53,879,902 δραχμαὶ καὶ 93/00, ἐξήχθησαν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων, πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων κατασκευῆς σιδηροδρόμων καὶ ἔργων πορθμοῦ Εὐρίπου, καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν ἄλλων ὑποχρεώσεων μὴ συνήθων, 74,719,028.27, ἤτοι τὸ δημόσιον ταμεῖον κατέβαλεν ἐκ τῶν συνήθων αὐτοῦ πόρων 20,839,028.27 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1891 ἕως 15 Νοεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἵνα πληρώσῃ τόκους καὶ χρεωλύσια, ἵνα ἐξοφλήσῃ προσωρινά τινα χρέη, καὶ ἵνα πληρώσῃ ἔξοδα κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου, κατασκευῆς ἔργων τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου, ἵνα ἀποδώσῃ τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ ἐφθαρμένα κερμάτια, τὰ ὁποῖα ὠφείλοντο νὰ παραδοθῶσι πρὸς καταστροφὴν, διότι εἶχε παραληφθῆ τὸ ἰσότιμον αὐτῶν εἰς κερμάτια νέα. Καὶ ὄντως παρεδώκαμεν εἰς τὸ πῦρ κερμάτια ἀξίας 5,218,514 δραχμῶν, ἐνῷ ἡμεῖς παρελάβομεν καινουργῆ μόνον 993,000 δραχμῶν. Δὲν πρέπει νὰ παραλίπω, ὅτι εἰς τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν, ἐνεθαῤῥύνθημεν καὶ ὑπὸ τῆς γνώμης ἀνδρῶν, ἀγαπώντων εἰλικρινῶς τὴν Ἑλλάδα, ἂν καὶ δὲν ἦναι πολῖται αὐτῆς. Αὐτοὶ μᾶς ἐνεθάῤῥυναν καὶ μᾶς συνεβούλευσαν, ὅτι τοιαύτην πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τακτικὴν, ἵνα μὴ ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἐκπέσῃ, ἵνα κατασταθῶσι δὲ τὰ κεφάλαια προσιτώτερα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ δυνηθῇ αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ δημόσια ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀρχίσει. Χρεωστῶ δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγνώσθη εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἡμεῖς προσερχόμεθα μὲ τὸ βαλάντιον εἰς χεῖρας νὰ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, καὶ ἐπληρώσαμεν πράγματι ταῦτα πρὸ τῆς τεταγμένης προθεσμίας, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἤρχισεν ἡ ὑπερτίμησις τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Καὶ ἂν σᾶς ἀνέφερα πρὸ μικροῦ, ὅτι ταῦτα εἶχον κατέλθει εἰς 355, σήμερον εἶναι 383, ὑπερτιμηθέντα κατὰ 28, καὶ ἂν εἶχον κατέλθει εἰς 58, σήμερον τιμῶνται πρὸς 61, ἑπομένως ὑπερετιμήθησαν κατὰ 3 μονάδας, ἀντιστοιχούσας πρὸς 15, ἐλπίζω δέ, ἂν ἀνωμαλίαι, ἀνεξάρτητοι τῆς θελήσεως ἡμῶν, δὲν ἐπισκήψωσιν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι θέλουσι κατασταθῇ ὀλιγώτερον δειλὰ καὶ περισσότερον πρόθυμα τὰ κεφάλαια τῶν Τραπεζῶν καὶ τραπεζιτῶν πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς ἀξίας, τώρα μάλιστα, ὅτε παρῆλθε καὶ ὁ φόβος, ὅστις εἶχε καταλάβει τὰς Γαλλικὰς ἀγορὰς, περὶ τῆς ἐξαγωγῆς μεγάλου ὄγκου χρυσοῦ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν σιτηρῶν. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐπείσθησαν ἤδη, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐξαγωγῆς 800 ἢ 900 ἑκατομμυρίων χρυσοῦ, καὶ ὅτι διὰ ποσοῦ μικροτέρου, πάντοτε ὅμως ὀγκώδους, ἐν σχέσει πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἤτοι διὰ ποσοῦ 600 ἑκατομμυρίων, θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἱκανοποιήσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ὡς κατωρθώθη ἐν τῇ βεβαιώσει καὶ τῇ εἰσπράξει τῶν μέχρι τοῦ χρόνου τούτου βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων, τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους θέλει ἐξακολουθήσει νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα ἀπὸ ὅσα κατὰ τὸ παρελθὸν εἰσέπραττεν, ὡς ἐλπίζω, καὶ ἐν τῇ βεβαιώσει τῶν ὑπολοίπων ἐσόδων τοῦ 1891 θέλει κατορθωθῆ τὰ βεβαιωθησόμενα καὶ εἰσπραχθησόμενα ποσὰ νὰ ἦναι περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, ὅτε συνετάσσομεν τὸν προϋπολογισμὸν, προσεδοκῶμεν νὰ βεβαιώσωμεν καὶ εἰσπράξωμεν. Καὶ ἀπὸ τοῦδε δὲ δύναμαι νὰ δώσω τὴν εὐχάριστον πληροφορίαν, ὅτι, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891 εἶχον ἐγγραφῆ ὡς ἔσοδον ἐξ ἐγγείου φόρου ἐλαίου δρ. 707,868, ἄνευ βεβαιώσεως τοῦ προσθέτου φόρου τῶν 20%, ἐβεβαιώθη μέχρι σήμερον ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ ἑκατὸν χιλιάδων, ἐλπίζω δὲ, ὅτι μέχρι τέλους θέλομεν προσεγγίσει νὰ βεβαιώσωμεν ἔσοδον ἐξ ἐλαίου 1,200,000. Ἐλπίζω ὡσαύτως καὶ βεβαίωσιν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου εὐχάριστον, καὶ ἂν πέρυσιν εἰσεπράχθησαν 1,800,000, ἐλπίζω, ὅτι τὰ βεβαιωθησόμενα καὶ τὰ εἰσπραχθησόμενα κατὰ τὸ 1891 θέλουσιν ὑπερβῆ κατὰ πολὺ τὸ ποσὸν τὸ πέρυσιν εἰσαχθέν. Ἀλλὰ καὶ αἱ μέχρι τοῦδε ὑπάρχουσαι διαφοραὶ εἶναι ἄξιαι νὰ ἀνακοινωθῶσι παρ’ ἡμῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα αὕτη ἐνθαῤῥυνθῇ εἰς τὰς περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους μελέτας καὶ ἐρεύνας της. Ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1891 μέχρι τῆς 31ης Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους τούτου, δηλαδὴ κατὰ τοὺς δέκα μῆνας τοῦ ἔτους, εἰσεπράχθησαν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξ ἐσόδων τοῦ 1891 καὶ ἐξ ἐσόδων τοῦ 1890, ἤτοι ἐκ τῶν συμβαδιζουσῶν δύο χρήσεων, 11,350,019 δρ. καὶ 31 1)00 περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ ἀντιστοιχοῦν διάστημα τοῦ ἔτους 1890 ἐκ τῶν ὡσαύτως συμβαδιζουσῶν καὶ τότε δύο χρήσεων, ἤτοι τῆς χρήσεως τοῦ 1890 καὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Καὶ ἂν ἤθελεν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὸ ὑπερβάλλον, ὡς εἴρηται, ποσὸν τῶν 11,350,019.31 τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν ὡς προκύψαν ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, διότι ἤκουσά που ψιθυριζόμενον, ὅτι ἡ αὔξησις προῆλθεν ἐκ τῆς ἀναγραφῆς τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, πάλιν θέλει μείνει ποσὸν ἐννέα περίπου ἑκατομμυρίων, εἰσπραχθὲν ὑπὸ τῶν ταμείων καὶ τῶν τελωνείων τοῦ Κράτους περισσότερον ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα ὑπ’ αὐτῶν κατὰ τὸ ἀντιστοιχοῦν δεκάμηνον διάστημα τοῦ παρελθόντος ἔτους....

§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε. Καλὸν εἶναι νὰ διακόψητε.

§95ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4
2Τῆς 18 Νοεμβρίου 1891.
3(Δευτέρα).
4Ὥρα 4 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λό-
8γον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
9§2ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριε
10Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς
11εἶχε γείνῃ πρότασις κατηγορίας κατὰ τῶν πρώην Ὑπουρ-
12γῶν. Μετὰ συζήτησιν τῆς προτάσεως ἐκείνης ἡ Βουλὴ δι’
13ἀποφάσεώς της ἐνέκρινεν, ὅπως γείνῃ ἐκλογὴ ἀνακριτικῆς
14ἐπιτροπῆς, ἐπειδὴ ὅμως, καθ’ ὃν καιρὸν ἐγένετο ἡ ἀπό-
15φασις αὕτη, ἐπέκειτο ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου,
16καὶ ἑπομένως δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀνάλογος χρόνος, ὅπως σύμ-
17φωνα μὲ τὸν νόμον ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της
18ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, ἢ ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, ὅπερ
19ἤθελεν ὁρίσει ἡ Βουλή, διὰ τοῦτο μετὰ μακρὰν συζήτη-
20σιν ἀνέβαλε τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ἐνεστῶ-
21σαν σύνοδον.
22Νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρῶτον ἔργον τῆς συνόδου ταύ-
23της πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς. Κατὰ συνέ-
24πειαν δὲ παρακαλῶ νὰ προβῶμεν εἰς τοῦτο.
25§3ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω,—ἐν τῇ περι-
26στάσει δὲ ταύτῃ διερμηνεύω τὸ πνεῦμα τῆς Ἀντιπολι-
27τεύσεως,—ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τάξῃ
28πρὸ παντὸς ἄλλου θέμα ὑψίστης σπουδαιότητος καὶ ὑπὸ
29πολιτικὴν ἔννοιαν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς παρ’ ἡμῖν λει-
30τουργίας τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, θέμα, ὅπερ,
31ὡς μὴ ὤφειλεν, ἐγκαταλείφθη ἐκκρεμὲς κατὰ τὴν προη-
32γουμένην σύνοδον. Τὰ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν σαφῶς
33καθωρίσθησαν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι καὶ ἐν τῷ κατ’
34ἐπιταγὴν αὐτοῦ ἐκδοθέντι κατὰ τὸ 1876 νόμῳ περὶ εὐ-
35θύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ νόμος οὗτος ἀποτελεῖ ὡς πρὸς
36τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς τὴν μόνην δικονομίαν, πρὸς ἣν
37αὕτη ὀφείλει ἀπαρεγκλίτως νὰ συμμορφώνηται. Ὁ νόμος
38οὗτος ἐδημιούργησεν ὡς πρὸς τὴν ἐπιδίωξιν καὶ πραγμά-
39τωσιν τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν τὸν ἀπαιτούμενον μη-
40χανισμὸν, ὅστις, ἅπαξ κινηθεὶς, δέον νὰ λειτουργῇ ἀκέ-
41ραιος καὶ οὐχὶ ἔν τισιν αὐτοῦ τμήμασι. Κατὰ τὰ ἄρθρα
4210–14 τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, «κατὰ
43τῶν Ὑπουργῶν ποινικὴ ἀγωγὴ ἐνασκεῖται ὑπὸ μόνης τῆς
44Βουλῆς διὰ προτάσεως, φερούσης τὴν ὑπογραφὴν 20 τοὐλά-
45χιστον Βουλευτῶν», προτάσεως, ἥτις, ἐν δημοσίᾳ συνεδριά-
46σει διανεμηθεῖσα εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ἐγγράφεται ἐντὸς
47ὀκτὼ ἡμερῶν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
48Κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν ἡ συζήτησις περιορί-
49ζεται εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μεταβῇ
50εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ νὰ διατάξῃ προανάκρισιν.
51Ἐὰν ἡ Βουλὴ διατάξῃ προανάκρισιν, ἐκλέγει ἐκ τῶν
52ἑαυτῆς μελῶν δωδεκαμελῆ ἐπιτροπὴν πρὸς ἐνέργειαν ταύ-
53της, καὶ ὁρίζει συγχρόνως προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας
54ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐπὶ τῆς προανακρί-
55σεως ἔκθεσίν της.
56Οὐδεμία ἄρα, οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι
57τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, τῇ ὡρισμένῃ, ἢ μᾶλλον ἐν τῇ αὐτῇ
58συνεδριάσει, καθ’ ἣν ἀπεφήνατο ὑπὲρ τῆς ἐνεργείας τῆς
59προανακρίσεως, ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ καὶ τὴν ἀνακριτικὴν
60ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ ἀδοκήτως ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς,
61ἀποδεχθεῖσα ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 21 Μαρτίου 1891 τὸν
62σχηματισμὸν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, παρέλιπε, κατὰ
63παράβασιν τοῦ νόμου, νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς
64ἐπιτροπῆς, καὶ διετήρησεν οὕτως εἰς ἐκκρεμότητα θέμα,
65συνδεόμενον στενῶς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν συνταγμα-
66τικῶν ἡμῶν θεσμῶν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας.
67Οὐδεὶς βεβαίως δικαιοῦται νὰ αἰτῆται λόγον παρὰ τῆς
68Βουλῆς ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ὑπό-
69κειται εἰς νομικὰς εὐθύνας. Δικαιοῦται ὅμως πᾶς τις, ἐξετά-
70ζων ἐπισταμένως τό τε γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ περὶ
71εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἄλλως
72βάσιμον καὶ ὀρθοτάτην γνώμην, ὅτι παράλειψις ἐκλογῆς
73τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀντικειμένη προφανῶς εἰς τὸ
74ἄρθρον 14 τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, ἐπάγε-
75ται τὴν ἀκυρότητα πασῶν τῶν ἐν τῇ προηγουμένῃ σχετι-
76κῶν πράξεων. Εἰς τοῦτο ὁδηγεῖ καὶ τὸ γράμμα τοῦ ἄρ-
77θρου 22 τοῦ αὐτοῦ νόμου, ὅπερ προέβλεψε περὶ τῶν ἐν τῇ
78ἑπομένῃ συνόδῳ τῆς Βουλῆς πρακτέων. Κατὰ τὸ ἄρθρον
79τοῦτο, ἐὰν ἡ Βουλὴ διαλυθῇ, ἢ κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς συνό-
80δου αὐτῆς, πρὶν ἢ ἀναγνώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἐπὶ τῆς προ-
81ανακρίσεως ἔκθεσιν, κατὰ τὴν ἀμέσως ἑπομένην σύνοδον
82τῆς αὐτῆς ἢ ἄλλης περιόδου ἐκλέγεται νέα πρὸς τοῦτο ἐπι-
83τροπὴ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εὑρισκόμεθα ἤδη, εἰσελθόντες εἰς νέαν
84βουλευτικὴν σύνοδον, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν περίπτωσιν, περὶ
85ἧς τὸ ἄρθρον τοῦτο προέβλεψε; Βεβαίως· διότι κατὰ τὸ
86ἄρθρον τοῦτο ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐκλογὴ νέας ἐπι-
87τροπῆς, ἂν ἐξελέγη τοιαύτη ἐν τῇ προηγουμένῃ συνόδῳ,
88καὶ δὲν ἐπρόλαβεν αὕτη νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐντὸς
89τῆς αὐτῆς συνόδου, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ διέταξε τὴν προανά-
90κρισιν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς ἡμᾶς, τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Ἀντι-
91πολίτευσιν, εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ὁποίαν εἶχε γνώμην
92ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂν πρέπῃ νὰ
93θεωρηθῶσιν ἄκυρα τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, ἢ πρέπῃ νὰ
94προβῇ σήμερον ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς,
95ἣν παρέλειψε νὰ ἐκλέξῃ ἐν τῇ προηγουμένῃ συνόδῳ.
96Ἴσως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς σοβαρότητος τῶν πράξεων
97τοῦ Κοινοβουλίου εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ὑποβληθῇ νέα
98πρότασις κατηγορίας κατὰ τῶν μελῶν τῆς προκατόχου
99Κυβερνήσεως, ἂν ὑπάρχωσιν 20 συνάδελφοι, σπουδαίως σκε-
100πτόμενοι περὶ τῆς ἐῤῥύθμου λειτουργίας τοῦ συνταγματι-
101κοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐν τῇ σκέψει των ταύτῃ ἀποφασί-
102ζοντες νὰ ὑπογράψωσιν αὐτήν. Ἡ νέα αὕτη πρότασις ἔσται
103βεβαίως βελτιωμένη, ἴσως δὲ καὶ σοβαρὰ, διότι ὁμολογου-
104μένως ἡ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον στερεῖται τοῦ
105πλεονεκτήματος τούτου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡμεῖς,
106θεωροῦντες τὰ γενόμενα μέχρι τοῦδε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου
107κατὰ τρόπον μὴ προσήκοντα γενόμενα καὶ οὐσιωδῶς παρα-
108βλάπτοντα τά τε ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ συμφέροντα τῆς χώ-
109ρας, δὲν ὑποδεικνύομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν πρέπῃ νὰ προ-
110τιμήσῃ τὴν γνώμην περὶ ἀκυρώσεως τῶν μέχρι τοῦδε πε-
111πραγμένων, ἢ τὴν γνώμην περὶ τῆς ἐκλογῆς ἀνακριτικῆς
112ἐπιτροπῆς, πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ἐλλείψεως, εἰς ἣν περιέ-
113πεσε κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, παραβιάσασα τὸν
114νόμον. Ἡμεῖς εἰς ἓν μόνον δικαιούμεθα νὰ ἐμμείνωμεν, ἤτοι
115εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως σήμερον ἡ
116Βουλὴ τοῦ θέματος τούτου, καὶ νὰ μὴ δεχθῇ οὐδὲ τὴν
117ἐλαχίστην ἀναβολὴν, ἥτις ἐπάγεται ἀνεπανορθώτους βλά-
118βας, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν παρ’ ἡμῖν ἀπρόσκοπτον λειτουρ-
119γίαν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν.
120§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευ-
121τὴς ἐκ Καλαβρύτων, λόγῳ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον
122εἶχεν, ἵνα ἀνακοινώσῃ παρατηρήσεις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ
123ζητήματος τάξεως, ἔλαβε τὸν λόγον. Δὲν ἔκρινα, ὅτι
124ἔπρεπε νὰ ἀναστείλω αὐτὸν, διότι τὰ ζητήματα τῆς τά-
125ξεως προηγοῦνται πάντων τῶν ἄλλων ζητημάτων. Ὅταν
126ἤκουσα τὴν παρατήρησιν αὐτοῦ, τὴν ἀπευθυνθεῖσαν εἰς
127τὴν Βουλὴν, ἐνόησα, ὅτι ἐσκόπει νὰ ποιήσηται ἀνάμνησιν
128εἰς ἡμᾶς ἐκκρεμοῦς ἐργασίας, ἥτις ἐγκατελείφθη ὑπὸ τῆς
129παρελθούσης συνόδου, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλω αὐτῷ χάριτας·
130βεβαιῶ ὅμως αὐτὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν ἀφήσει ἐν
131λήθῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἐκληρονόμησεν
132ἐκ τῆς παρελθούσης συνόδου, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἤθελε συνταχθῆ
133ἡ ἡμερησία αὐτῆς διάταξις, ἡ πλειονοψηφία ἤθελεν ἀπο-
134φασίσει περὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει ἐν τῇ
135ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα, τὸ ὑπολειφθὲν
136ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα ἀνά-
137γεται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν σπουδαιοτάτου νόμου, τοῦ νόμου
138περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν κύ-
139ρωσιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις,
140ἠθέλομεν προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ
141λάβῃ μίαν ἐκ τῶν πρώτων θέσεων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατά-
142ξει, ἀναγνωριζόμενον ὡς ζήτημα κατεπεῖγον, δεόμενον
143ἀμέσου καὶ ταχείας λύσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρ-
144νασσίδος, δυσπιστῶν ἴσως εἰς τὰς διαθέσεις τῆς πλειο-
145ψηφίας, διεδέχθη εἰς τὸ βῆμα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλα-
146βρύτων, ἔκρινε μάλιστα ἀναγκαῖον νὰ ἐπιλάβηται τῆς
147οὐσίας τοῦ θέματος, καὶ ἐξήνεγκε γνώμας ἐπ’ αὐτοῦ, λη-
148σμονῶν, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα, κατὰ τὴν
149ὁποίαν ἡ Βουλὴ, καταρτισθεῖσα, προβαίνει εἰς τὰ ἔργα της,
150ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις ἀκόμη δὲν συνετάχθη, καὶ ὅτι
151εἰθισμένον ὑπάρχει κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν νὰ εἰσάγη-
152ται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμὸς, μεθ’ ὃ νὰ συντάσ-
153σηται ἡ ἡμερησία διάταξις, τὴν ἐπιοῦσαν δὲ ἡ Βουλὴ
154νὰ προβαίνῃ εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς.
155Ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην,
156περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, θέλει
157κατασιγάσει τὴν ἀνησυχίαν αὐτοῦ, καὶ θέλει πεισθῆ οὗτος,
158ὅτι ἡ πρότασις περὶ συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ
159κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος θέλει εἶσθαι ἀναγεγραμμένη
160μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον.
161Λέγω ἡ πρότασις περὶ τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως
162τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπηνίξατο, ὅτι
163ἔχει γνώμην ἐπὶ τῆς οὐσίας νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν
164ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ νὰ ἐπαναλάβῃ ἡ Βουλὴ,
165ἢ οἱ Βουλευταὶ, ἐὰν θέλωσιν, ἐξ ὑπαρχῆς τὴν συζήτησιν
166περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς.
167Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης θέλει εἶσθαι
168ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον ἐκ
169τῶν πρώτων, καὶ τότε ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ λάβῃ
170τὸν λόγον καὶ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης·
171μετὰ τὴν λῆξιν δὲ τῆς συζητήσεως ἐκείνης θέλομεν κρίνει,
172ἐὰν πρέπῃ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπι-
173τροπῆς, ἢ τί ἔχομεν νὰ πράξωμεν.
174§5ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπεστήριξα γνώμην, ὅτι πρέπει
175ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εὐθὺς ἐξ ἀρ-
176χῆς· νομίζω ὅμως, ὅτι ἄνευ ἡμερησίας διατάξεως ἡ συζή-
177τησις αὐτῆς, ὡς ὑποθέσεως τάξεως, πρέπει νὰ προταχθῇ
178παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη, τὴν
179ὁποίαν ὑπεστήριζα, καὶ εἰς αὐτὴν ἐμμένω.
180§6ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Λοιπὸν, κύριε Πρόε-
181δρε, ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐγκρίνῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ
182εἰσήγησις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ μὴ συνταχθῇ ἡ ἡμε-
183ρησία διάταξις, πρὸ τούτου δὲ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτη-
184σιν τῆς προτάσεως τῆς ἄλλης.
185§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ἀργυρόπουλος.
186§8ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν
187εἶμαι πλέον φίλος καὶ ὀπαδὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ
188τοὺς ἐκθέσω προσεχῶς ἐν λεπτομερείᾳ· σήμερον δὲ λέγω
189μόνον, ὅτι ἔπαυσα ὢν φίλος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι
190ἀνελθὼν οὗτος εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐλησμόνησεν ἐντελῶς πά-
191σας τὰς ὑποσχέσεις του περὶ ἀνορθώσεως καὶ βελτιώσεως
192τῶν δημοσίων πραγμάτων, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων
193μᾶς ἐξέλεξεν ὁ λαὸς, ἡμεῖς δὲ ἀνεβιβάσαμεν αὐτὸν εἰς
194τὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἔφερεν οὐδεμίαν βελτίωσιν εἰς τὰ πράγ-
195ματα τοῦ Κράτους, τοὐναντίον ἐχειροτέρευσε κατὰ πολὺ
196τὴν κατάστασιν, εἰς δὲ τὰς πράξεις του ἐν γένει καὶ εἰς
197τὰς σχέσεις του πρὸς τὰ πρόσωπα, πρὸς φίλους, πρὸς ἐχ-
198θροὺς, ἔδειξε χαρακτῆρα ἀκατανόητον, ἀνεξήγητον, ἐντε-
199λῶς παράλογον. Ἀλλὰ τὰ περὶ τούτων ὅλων θέλουσιν ἐκ-
200τεθῆ προσεχῶς ἐν λεπτομερείᾳ. Ἐν τῷ μεταξὺ θέλω ἀπευ-
201θύνει ἐπερωτήσεις, καὶ θέλω ζητήσει πληροφορίας διαφό-
202ρους· καὶ σήμερον, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρόκειται,
203παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν τὸ κα-
204τηγορητήριον, περὶ οὗ πρόκειται, ἐγένετο τῇ θελήσει καὶ
205ὑπαγορεύσει αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῇ βεβαιώσει αὐτοῦ, ὅτι ἤθελε
206τὸ ὑποστηρίξει καὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ.
207Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ δώσῃ τώρα τὴν πληροφορίαν
208ταύτην, μεθ’ ὃ δι’ ὀλίγων θέλω συμπληρώσει τὴν ὁμιλίαν
209μου. (Ἵσταται ἀναμένων).
210§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σιωπᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
211§10ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σιωπᾷ, καὶ
212διὰ τῆς σιωπῆς του ὑπεκφεύγει, καὶ θέλει νὰ δηλώσῃ
213ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς
214Βουλῆς διὰ τῆς στάσεώς του ἐδήλωσεν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
215οἱ περὶ αὐτὸν διαδίδουσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον του τὸ κατη-
216γορητήριον, ἀλλ’ ἐγένετο καὶ ὑπεβλήθη τοῦτο ὑπὸ τῶν
217ὑπογραψάντων αὐτὸ ἐν ἀγνοίᾳ του ἢ παρὰ τὴν γνώμην
218του, καὶ ἑπομένως ἡ ἀπόῤῥιψις ἢ μὴ αὐτοῦ οὐδόλως
219ἀφορᾷ εἰς αὐτόν. Ἐκ τῆς δηλώσεώς του δὲ ταύτης μένει
220εἰς ἐμὲ ἓν βάρος, τὸ ὁποῖον ἔχω καθῆκον ν’ ἀποκρούσω
221ἄνευ ἀναβολῆς.
222Ὅτε ὑπέγραφον τὸ κατηγορητήριον, εἶχον πεποίθησιν
223ἐσχηματισμένην, ὅτι ἐγένετο τοῦτο τῇ θελήσει καὶ ὑπα-
224γορεύσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ βεβαιώσει
225τούτου, ὅτι ἤθελε τὸ ὑποστηρίξει καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ
226διὰ τοῦτο ὑπέγραψα, καὶ ὑπέγραψα μάλιστα χωρὶς νὰ τὸ
227ἐξετάσω, χωρὶς νὰ τὸ μελετήσω, ἕνεκα τῆς ἐμπιστοσύνης,
228τὴν ὁποίαν τότε εἶχον πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ διότι
229δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐξελέγξω τὰ ἐν αὐτῷ, ὡς στερούμενος τῶν
230στοιχείων. Ἐὰν δὲν εἶχον πεποίθησιν, ὅτι τὸ κατηγορη-
231τήριον ἐγένετο τῇ ὑπαγορεύσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ
232ἐπὶ τῇ βεβαιώσει αὐτοῦ, ὅτι ἤθελε τὸ ὑποστηρίξει καὶ
233ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν θὰ ὑπέγραφον· διότι, φίλος ὢν τότε τοῦ
234κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἤθελον προβῆ εἰς πρᾶξιν ἀντικει-
235μένην εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ, καὶ διότι ἕκαστος εὐκόλως
236ἐννοεῖ, ὅτι οὐδένα σκοπὸν δύναται νὰ ἔχῃ κατηγορητή-
237ριον μὴ ὑποστηριζόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
238§11ΠΕΡΡΟΣ. Διατὶ εἴχετε δυσκολίαν νὰ τὸν ἐρωτήσητε,
239ἀφοῦ ἦσθε φίλος του;
240§12ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ ἀκούσητε· λάβετε ὑπο-
241μονήν.
242Ἐὰν δὲν εἶχον πεποίθησιν, ὅτι τὸ κατηγορητήριον τοῦτο
243ἐγένετο τῇ θελήσει καὶ ὑπαγορεύσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
244δὲν θὰ ὑπέγραφον, διότι, ὡς εἶπον, κατηγορητήριον μὴ
245ὑποστηριζόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οὐδένα ἔχει σκο-
246πόν. Οἱ φίλοι τῆς κατηγορουμένης Κυβερνήσεως βεβαίως
247δὲν θὰ τὸ ὑποστηρίξωσιν, ὅταν δὲ δὲν ὑποστηριχθῇ τοῦτο
248καὶ ὑπὸ τῶν φίλων τῆς νῦν Κυβερνήσεως, βεβαίως θέλει
249ἀποῤῥιφθῇ. Θὰ εὑρίσκοντο ἴσως 5 ἢ 10 Βουλευταί, ἵνα
250ὑποστηρίξωσιν αὐτὸ διὰ τῆς ψήφου των, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλε-
251σμα θὰ ἦτο τὸ αὐτό, ἄνευ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Κυβερ-
252νήσεως. Τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲ ἤδη διὰ τῆς στάσεώς
253του ἀπαρνουμένου τὸ ἔργον του, καὶ μὴ θέλοντος νὰ εἴπῃ,
254ὅτι ὑποστηρίζει αὐτό, ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἐμὲ νὰ δη-
255λώσω, ὅτι, ἀφοῦ ἐξέλιπεν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέ-
256γραψα, ἀφοῦ ματαιοῦται ὁ σκοπός, δι’ ὃν ὑπέγραψα,
257θεωρῶ τὴν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ ὑπογραφήν μου ὡς μὴ
258ὑπάρχουσαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐπιπο-
259λαίως εἶχον σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ κατηγο-
260ρητήριον ἦτο ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, χωρὶς νὰ ἔχω
261ἀποχρῶντας πρὸς τοῦτο λόγους, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω
262τὰ περὶ τούτου... (ἀποδοκιμασίαι θορυβώδεις ἐκ τῶν
263ἀκροατηρίων).
264§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐκ-
265κενώσω τὰ ἀκροατήρια.
266§14ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὀφείλετε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονι-
267σμόν, ὀφείλετε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀξία τοῦ
268σεβασμοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸ Ἔθνος.
269§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, με-
270τέλθετε πᾶν μέσον, τὸ ὁποῖον νομίζετε συντελοῦν εἰς τὴν
271ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως.
272§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὰ ἀκροατήρια). Ἐὰν ἐπαναλάβητε
273τὴν ἀταξίαν, θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατη-
274ρίων.
275§17ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὡρισμένως νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν,
276ἐὰν ἐγκρίνῃ, μετὰ τοιαύτην πρᾶξιν τῶν ἀκροατηρίων, νὰ
277ἐξακολουθῇ ἀνεχομένη αὐτά.
278§18ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ μὴ ἐκκενω-
279θῶσι τὰ ἀκροατήρια, διότι οἱ θόρυβοι αὐτῶν, ἐνῷ δὲν φέ-
280ρουσι τὸ σκοπούμενον ἀποτέλεσμα, ὅπως ἀναγκασθῶ νὰ
281μὴ εἴπω ὅσα πρέπει νὰ εἴπω, ἀποδεικνύουσιν ἀφ’ ἑτέρου
282τὴν στενοχωρίαν ἐκείνων, οἵτινες ἀπὸ σχεδίου προκαλοῦσιν
283αὐτοὺς ἐπὶ ματαίῳ.
284Διὰ νὰ μὴ ὑποθέσῃ λοιπὸν κἀνείς, ὅτι ἐπιπολαίως εἶχον
285σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ κατηγορητήριον ἦτο
286ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, χωρὶς νὰ ἔχω ἀποχρῶντας
287πρὸς τοῦτο λόγους, ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω τὰ περὶ τούτου.
288Τὸ κατηγορητήριον μοὶ τὸ ἐπαρουσίασαν, διὰ νὰ τὸ
289ὑπογράψω, οἱ συνάδελφοι κκ. Πετσάλης καὶ Λυμπερόπου-
290λος· γνωρίζετε δὲ πάντες, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνο-
291δον τῆς Βουλῆς ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους Βουλευτὰς οἱ
292δύο οὗτοι Κύριοι ἐπλησίαζον ἐν τῇ Βουλῇ τὸν κ. Πρω-
293θυπουργὸν, ὅστις δι’ αὐτῶν συνήθως διεβίβαζε τὰς γνώ-
294μας του εἰς τοὺς ἄλλους. Τοὺς ἠρώτησα, ἐὰν ὁ κ. Πρω-
295θυπουργὸς ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ ὑπογράψωμεν, καὶ μοὶ τὸ
296ἐβεβαίωσαν... (διακοπαί).
297§19ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἶναι
298ἀκριβές.
299§20ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐντροπή σας νὰ ἀρνῆσθε
300πασίγνωστα γεγονότα! (παρατεταμένος θόρυβος ἐκ
301τῶν ἀκροατηρίων).
302§21ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφαρμόσατε τὸν Κανο-
303νισμόν.
304§22ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρώτησα κατόπιν τὸν συνάδελφον
305κ. Φαρμακόπουλον, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν ἐντο-
306λὴν νὰ ὑπογράψωμεν, καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἀπορεῖ, πῶς
307ἀμφιβάλλω, ἀφοῦ βλέπω, ὅτι ὑπέγραψε πρῶτος αὐτὸς ὁ
308ἀνεψιός του, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν θὰ ὑπέγραφεν, ἐὰν δὲν
309εἶχε πρὸς τοῦτο ἐντολὴν τοῦ θείου του.
310§23ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναιρέσω· οὐδέ-
311ποτε ἐποιησάμην μνείαν τῆς Κυβερνήσεως. Σεῖς μοὶ εἴπετε
312αὐτὰς τὰς λέξεις: «Ἐντολὴν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ,
313»ἅμα εἰσέλθωμεν ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ πρῶτον ἔργον μας νὰ
314»ἦναι τὸ κατηγορητήριον». Τότε σᾶς ἀπήντησα, ὅτι ἐν-
315υπογράφως τοῦτο, ὅτε κατῆλθον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα,
316τὸ ἐδήλωσα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου, ἑπομένως, ἀνεξαρτήτως
317τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔστω ταύτης ἀντιλε-
318γούσης, ἐγὼ θὰ πράξω τὸ καθῆκόν μου, ζητῶν τὴν ἐξέτα-
319σιν δι’ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τῶν πράξεων τῆς πεσούσης
320Κυβερνήσεως.
321Ἀναιρῶν λοιπὸν ὑμᾶς, ἐπισήμως διαβεβαιῶ, ὅτι λέγετε
322ἀνακριβῆ πράγματα. Κάμνετε χρῆσιν, κύριε Ἀργυρόπουλε,
323πραγμάτων ὅλως ἀνακριβῶν. Ἐὰν δὲ μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ
324σᾶς εἴπω ἐγὼ τοὺς λόγους...
325§24ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τοὺς εἴπω ἐγώ, ἐὰν δὲν τοὺς
326εἴπητε σεῖς.
327§25ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω
328τοὺς λόγους ἐνταῦθα, δὲν διστάζω νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ποῖοι
329λόγοι σᾶς φέρουν σήμερον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἀρνηθῆτε
330τὴν ὑπογραφήν σας. Καὶ πάλιν ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι λέγετε
331πράγματα ὅλως ἀνακριβῆ· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυ-
332ρίαν τῶν κυρίων συναδέλφων, τῶν ὑπογραψάντων τὸ κατη-
333γορητήριον.
334§26ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν θὰ κρί-
335νωσι, τίς ἐκ τῶν δύο λέγει τὴν ἀλήθειαν, ὄχι μόνον ἐκ τῶν
336γεγονότων ὅλων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ γνωστοῦ χαρακτῆρος
337ἐμοῦ καὶ ἐκ τοῦ ἐπίσης γνωστοῦ χαρακτῆρος ἐκείνου.
338Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν αὐθάδειάν του...
339§27ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ὕβρισα, καὶ ὀφείλετε νὰ
340φέρησθε ὅπως καὶ ἐγώ.
341§28ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ... ἐντὸς ὀλίγου θὰ περιορισθῇ
342αὕτη, ὅταν ἐκτεθῶσιν ἐδῶ ὅλα τὰ ἔργα του μετ’ ὀλίγον·
343εἰς δὲ τοὺς ὑπαινιγμούς του θ’ ἀπαντήσω κατόπιν.
344Πλὴν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα, καὶ ἕνεκα τῶν
345ὁποίων εἶχον σχηματίσει πεποίθησιν, ὅτι τὸ κατηγορητή-
346ριον εἶναι ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὅταν ἤμεθα ἐν
347τῇ Ἀντιπολιτεύσει, μυριάκις εἶχον ἀκούσει ἀπὸ τοῦ στό-
348ματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λέγοντος ἐν τῷ οἴκῳ του,
349ἐνώπιον ὅλων, ὅτι τὸ πρῶτον ἔργον του, ἀνερχομένου εἰς
350τὴν ἐξουσίαν, εἶναι, νὰ εἰσαγάγῃ κατηγορητήριον κατὰ
351τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη· πιστεύω, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ τὸ
352ἀμφισβητήσωσι, διότι ἀπὸ τοῦ στόματός του τὸ ἤκουσαν
353πολλάκις πλεῖστοι πολῖται. Ἐκτὸς τούτου, καὶ ἐξ ἄλλης
354τινὸς περιστάσεως ἐγνώριζον, ὅτι τὸ κατηγορητήριον εἶναι
355ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν
356ἐκλογῶν, ὅτε κατηρτίζοντο οἱ συνδυασμοὶ, εἶχεν ἀποφα-
357σισθῆ ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἀπὸ τοὺς κ. κ. συνα-
358δέλφους ἐκ τῶν Κυκλάδων νὰ λάβῃ μέρος ἐν τῷ συνδυα-
359σμῷ, ὡς σύντροφός μου ἐκ τῆς Ἄνδρου, ὁ κ. Ὑπάτιος
360Καμπάνης. Ὑπωπτεύθην κατόπιν, ὅτι οἱ ἐν Ἑρμουπόλει
361πολιτευόμενοι ἐσκέφθησαν νὰ ἐνεργήσωσιν ὅ,τι ἐνήργησαν
362κατὰ τὸ 1887, ὅτε κατώρθωσαν, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους
363ἄλλοτε θέλω ἐκθέσει, νὰ ἀποβάλωσι τοῦ συνδυασμοῦ
364τὸν κ. Καμπάνην, καὶ προσλάβωσιν ἓν πρόσωπον ἐντε-
365λῶς ἄγνωστον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, οὐδεμίαν ἔχον ἰσχὺν,
366δι’ ὃ ἠναγκάσθην ν’ ἀποχωρήσω τοῦ συνδυασμοῦ, μὴ
367ἀνεχόμενος τοιαύτην κατὰ τῆς ἐπαρχίας μου ὕβριν. Ἐξε-
368δήλωσα τὰς ὑποψίας μου εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ
369τὸν παρεκάλεσα νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως μὴ ζημιωθῇ ὁ
370συνδυασμὸς διὰ τῆς παραλείψεως προσώπου ἰσχυροῦ καὶ
371καθ’ ὅλα ἐντίμου καὶ διὰ τῆς προσλήψεως ἄλλου, στερου-
372μένου πάντων τῶν προσόντων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ
373εἶπε, νὰ ἦμαι ἐντελῶς ἥσυχος, διότι σύντροφός μου ἐξ Ἄν-
374δρου θὰ ἦναι ὁ κ. Καμπάνης, καθόσον αὐτὸς ἔχει ἀμετάτρε-
375πτον ἀπόφασιν, ἐρχόμενος εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ εἰσαγάγῃ
376κατηγορητήριον κατὰ τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ διὰ τοῦτο
377θέλει Βουλευτὰς δεδοκιμασμένους καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης
378του, ἵνα ὑπογράψωσι καὶ ὑποστηρίξωσι τὸ κατηγορητή-
379ριον, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς ἀγνώστους αὐτῷ
380ἀνθρώπους.
381Πιστεύω, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι ἦσαν ἀποχρῶντες πρὸς σχη-
382ματισμὸν πεποιθήσεως, ὅτι τὸ κατηγορητήριον εἶναι ἔργον
383τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲ ἤδη ἀπαρ-
384νουμένου τὸ ἔργον του, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δη-
385λώσω, ὅτι ἀποσύρω τὴν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ ὑπογρα-
386φήν μου, διότι μετὰ τὴν τοιαύτην στάσιν τοῦ Πρωθυπουρ-
387γοῦ ἡ ὑποβολὴ τοῦ κατηγορητηρίου καθίσταται μωρά.
388Ἐπίστευον δὲ, ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὑπογρά-
389ψαντες τὸ κατηγορητήριον, ἤθελον ποιήσει ὁμοίαν δήλω-
390σιν, διότι δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ τις, ὅστις,
391διὰ ν’ ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, θὰ
392ἐδέχετο νὰ ἐφοδιασθῇ δι’ ὅλον τὸν βίον του μὲ πτυχίον
393μωρίας· διότι μωρία εἶναι νὰ ὑπογράψῃ καὶ ὑποβάλῃ τις
394κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν
395Κυβέρνησιν, ἐν γνώσει τῆς ἀποῤῥίψεως αὐτοῦ. Ὅταν δὲ
396κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυ-
397πουργὸς ἐζήτει νὰ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν τοῦ κατηγορη-
398τηρίου, ἀναγράφων αὐτὸ τελευταῖον εἰς τὴν ἡμερησίαν
399διάταξιν, πλεῖστοι τῶν ὑπογραψάντων τὸ κατηγορητήριον
400συνήλθομεν ἐκεῖ ὀπίσω, καὶ συνδιεσκέφθημεν, καὶ ἀπεφασί-
401σαμεν, καὶ ἐφέρομεν εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι
402δὲν δεχόμεθα νὰ φέρωμεν ἡμεῖς μόνοι τὴν εὐθύνην τοῦ κα-
403τηγορητηρίου, καὶ ἀπῃτήσαμεν, ὅπως διὰ συζητήσεως καὶ
404ψηφοφορίας ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην αὐτὸς, κατ’ ἐντολὴν τοῦ
405ὁποίου ὑπεγράψαμεν.
406§29ΠΕΡΡΟΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθῆ.
407§30ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς ὑπογρα-
408φῆς τοῦ κατηγορητηρίου. Ἤδη θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ὑπαι-
409νιγμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ ἐν ἀρχῇ διακόψας με συνά-
410δελφος, θελήσας νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ ἐξ ἄλλων λόγων, ἐκ
411προσωπικῶν λόγων κινούμενος, ἀντιπολιτεύομαι τὸν κ.
412Πρωθυπουργόν.
413Νομίζω ὅτι εἶναι τοσοῦτον γνωστὸς ὁ χαρακτήρ μου,
414ὅτι εἶναι τοσοῦτον γνωστὸν, ὅτι καθ’ ἅπαντα τὸν βίον μου
415παρημέλησα παντελῶς τὸ προσωπικόν μου συμφέρον, καὶ
416ἀφιερώθην ὅλως εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς πα-
417τρίδος, δι’ ὅπερ εὑρίσκομαι εἰς τὴν γνωστὴν οἰκτρὰν κατά-
418στασιν· νομίζω ὅτι εἶναι τοσοῦτον γνωστὸν, ὅτι πάντοτε
419ὑπεράνω παντὸς προσωπικοῦ συμφέροντος ἔθηκα τὰ συμ-
420φέροντα τῆς πατρίδος, ὥστε δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἀπο-
421λογηθῶ εἰς τὴν προσαφθεῖσάν μοι μομφὴν, ὁ δὲ προσά-
422ψας μοι ταύτην ἐματαιοπόνησε καὶ καταγέλαστος ἐγένετο.
423Θὰ διέψευδον τὸν χαρακτῆρά μου καὶ τὴν ἱστορίαν μου,
424ἐὰν ἔβλεπον τὰ πράγματα τῆς πατρίδος βαίνοντα κα-
425λῶς εἰς χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐγὼ διὰ προσω-
426πικοὺς λόγους ἀντεπολιτευόμην αὐτόν. Βεβαίως ὑπάρχει
427προσωπικὴ περίστασις, διὰ τὴν ὁποίαν ἐχθρεύομαι τὸν κ.
428Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ ἡ περίστασις αὕτη δὲν εἶναι καθόλου
429αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἀντιπολιτεύομαι αὐτόν. Τὴν περί-
430στασιν ταύτην, καλῶς θὰ ἔπραττεν ὁ κ. συνάδελφος, νὰ
431μὴ ἀνέφερεν ἐνταῦθα, διότι ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην περίστα-
432σιν αὕτη καταδικάζει τὸν ἀρχηγόν του, καὶ τὸν καταδι-
433κάζει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν ἐσκέφθην νὰ φέρω αὐτὴν
434ἐνταῦθα, ἵνα μὴ φανῶ πολὺ σκληρὸς πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’
435ἀφοῦ μὲ προκαλοῦσι, θὰ σκεφθῶ... Θὰ σκεφθῶ ἐν τούτοις,
436καὶ μετὰ τὴν γενομένην μοι πρόκλησιν, ἐὰν πρέπῃ νὰ
437μάθῃ ἀπὸ ἐμὲ τὸ κοινὸν, ὁποίου τερατώδους χαρακτῆρος
438ἀνὴρ κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα! Ἀλλ’ ἂς μὴ ὑποθέσῃ τις, ὅτι
439ἡ περίστασις αὕτη, ἣν ὑπηνίχθη ὁ διακόψας με, εἶναι
440περίστασις ῥουσφετίων, περίστασις ἀπαιτήσεων περὶ παρο-
441χῶν. Δὲν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δὲν ἐζήτησα
442ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν διορισμοὺς ὑπὲρ φίλων καὶ συγγε-
443νῶν μου, δὲν εἶχον προσωπικῶν συμφερόντων ὑπόθεσιν νὰ
444διεξαγάγω πρὸς τὸ Δημόσιον, δὲν ἐζήτησα τὴν ἐπέμβασιν
445τῆς Κυβερνήσεως εἰς δικαστικήν τινα ὑπόθεσιν, πολιτικὴν
446ἢ ποινικὴν, δὲν ἐζήτησα νὰ γείνω μέλος τῆς γνωστῆς ἐκ-
447μεταλλευτικῆς ἑταιρίας, δὲν ἐξεμεταλλεύθην ἐγὼ ποτε τὸ
448ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Ἂς μάθῃ ὁ διακόψας με, ὅτι δὲν
449μετῆλθον, οὔτε θὰ μετέλθω ἐγώ ποτε τὸν κόλακα ἢ τὸν
450ἀγύρτην, ἵνα ἀποκτήσω τὴν εὔνοιαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ
451πρὸς ἀπολαυὴν παροχῶν. Ἡ περίστασις, ἣν ὑπηνίχθη ὁ
452διακόψας με, εἶναι ὅλως διάφορος. Εἶναι περίστασις, ἐν ᾗ
453ἡ τιμὴ καὶ τὸ καθῆκον ἐπέβαλλον τῷ κ. Πρωθυπουργῷ
454νὰ ἐνεργήσῃ· μὴ ἐνεργήσας δὲ, παρήκουσε τὴν ἐπιτακτι-
455κὴν φωνὴν τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος. Εἶναι περίστα-
456σις, ἐν ᾗ, γνωρίσας κατὰ βάθος τὸν κ. Πρωθυπουργὸν,
457ἔφριξα διὰ τὸ ἀτάσθαλον τοῦ χαρακτῆρός του, διὰ τὴν
458ἐκπλήττουσαν ἀχαριστίαν του, διὰ τὴν δολιότητα καὶ
459τὴν μοχθηρίαν τῆς ψυχῆς του, διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν
460μωρίαν του.
461§31ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ὑπερασπίσω ἐμαυ-
462τὸν διὰ τὴν ἐκτοξευθεῖσαν συκοφαντίαν ὑπὸ τοῦ προλαλή-
463σαντος συναδέλφου. Ἀγνοῶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκα-
464σαν αὐτὸν νὰ ἀπόσχῃ ἀπὸ τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκω. Θέλω
465ὅμως ἀναιρέσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν
466εἶναι ἀληθές· ὑπέγραψα τὸ κατηγορητήριον ἐν πλήρει συν-
467ειδήσει, διότι τὸ χρέος μου ἦτο αὐτὸ, διότι ἡ ἐντολὴ τῶν
468ἐκλογέων μου, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἀπὸ διάφορα σημεῖα
469τοῦ νομοῦ μας, ἦτο ἐπιτακτική. Οὐδὲν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ.
470συνάδελφος εἶναι ἀληθές· δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι καταπιεζό-
471μενοι ὑπεγράψαμεν· ἡμεῖς ὑπεγράψαμεν τὸ κατηγορητήριον,
472διερμηνεύοντες τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπέ-
473στειλεν ἐνταῦθα, καὶ ὁ ὁποῖος εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ νο-
474μοῦ, ὅθεν διήλθομεν, ἐζήτει παρ’ ἡμῶν νὰ προβῶμεν εἰς
475τὴν κατηγορίαν, ἣν ὑπεγράψαμεν. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος
476ἴσως ἐκ συγχύσεως ἢ ἕνεκα τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου
477δὲν ἐνεθυμήθη, τί ἐλέχθη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Πετσάλη,
478καὶ διὰ τοῦτο λυποῦμαι πολύ. Δὲν σᾶς ἐξηναγκάσαμεν,
479κύριε συνάδελφε, οὔτε σᾶς μετεβιβάσαμεν ἐντολὴν τοῦ κ.
480Πρωθυπουργοῦ· τὴν ἐντολὴν ἐλάβομεν παρὰ τῶν ἐκλο-
481γέων, καὶ τὴν ἐντολὴν ταύτην συνεμερίσθητε καὶ ὑμεῖς
482κατὰ τὴν ὑπογραφήν.
483Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσω-
484πείας. Βεβαίως δὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος προέρχονται
485μᾶλλον ἐκ συγχύσεως ἢ ἐξ ἀληθείας.
486§32ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ περιορισθῶ, κύριοι Βουλευταὶ, καθα-
487ρῶς εἰς τὰ ζήτημα τῆς τάξεως. Εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει ἡ
488ἰδέα, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέφρασεν ἐν τῇ
489πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσει του, βεβαιώσας τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ
490ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, θ’ ἀναγραφῇ
491μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον.
492Ἐκ τούτου φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
493ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δύναται νὰ
494κανονισθῇ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὑπὸ
495τῆς Βουλῆς, ἢ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὑπὸ τοῦ Προε-
496δρείου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι τὴν ἡμερησίαν
497διάταξιν τὴν κανονίζει ἐκ συμφώνου ἡ Κυβέρνησις μετὰ
498τοῦ Προέδρου, παρεμβαίνει δὲ ἡ Βουλή, ὁσάκις ὑπάρχῃ
499ὡς πρὸς τοῦτο ἀνάγκη, ἀλλὰ τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὰ ἀντι-
500κείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι δεκτικὰ κατατάξεως ἐν τῇ
501ἡμερησίᾳ διατάξει· ὁσάκις ὅμως ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζῃ τὴν
502τάξιν, καθ’ ἣν ὀφείλει νὰ συζητηθῇ ἀντικείμενόν τι ὑπὸ
503τῆς Βουλῆς, τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ
504Προεδρείου, καὶ τῆς Βουλῆς αὐτῆς ἀκόμη, παύει. Ἀκρι-
505βῶς δὲ τοιαύτη περίστασις ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
506Γνωρίζετε ὅλοι τὰς διατάξεις τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουρ-
507γῶν νόμου σχετικῶς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ πρὸ
508ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτὴς
509ἀνέμνησε ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Γνωρίζετε ἐπίσης, ὅτι ὁ
510νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἐκδοθεὶς πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ
511ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἐπέβαλεν εἰς τὴν Βου-
512λήν, τὴν ἀμέσως μετὰ τὸ Σύνταγμα συγκληθησομένην,
513νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτοῦ, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ θεμελιώ-
514δους νόμου, ἐν τῷ νόμῳ δὲ τούτῳ, τῷ περὶ εὐθύνης
515Ὑπουργῶν, προεβλέφθησαν ἐν πάσῃ τῇ ἀκριβείᾳ ἅπαντα
516τὰ στάδια, ἅτινα ὀφείλει νὰ διατρέξῃ ἡ κατηγορία, ἅμα
517εἰσαγομένη εἰς τὴν Βουλήν. Διέτρεξεν ἆρά γε τὰ στάδια
518ταῦτα τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου ἡ κατηγορία,
519ἡ εἰσαχθεῖσα κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν; Μέχρι τοῦ ση-
520μείου, καθ’ ὅ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκλο-
521γῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, τὰ πράγματα διεξήχθη-
522σαν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου,
523ἀλλ’ ὅτε ἡ Βουλὴ ἀπεφήνατο περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκλογῆς
524τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν στιγμὴν
525ἐκείνην δὲν εὑρίσκετο ἐντὸς τοῦ νόμου, παρηνόμει....
526§33ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσήλθατε εἰς τὴν οὐσίαν
527τοῦ ζητήματος.
528§34ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Περὶ τῆς τάξεως ὁμιλῶ, καὶ θέλω σᾶς τὸ
529ἀποδείξει διὰ τοῦ συμπεράσματός μου.... Ποῖον εἶναι, Κύ-
530ριοι, τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ὑφὴ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ εὐθύ-
531νης Ὑπουργῶν νόμου; Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατὰ τῶν
532Ὑπουργῶν κατηγορίαν, ἅμα εἰσαχθεῖσαν, ὁ νόμος ὁρίζει,
533ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ ἀναστείλῃ, ἀλλὰ τὰ πάντα ὀφείλουσι
534νὰ γείνωσιν ἀλληλοδιαδόχως καὶ ἐν ἀδιαπτώτῳ συνεχείᾳ.
535Καὶ ὁ λόγος εἶναι πρόδηλος. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὁποίαν
536σημασίαν ἔχει κατηγορία φερομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
537κατὰ τῶν κυβερνησάντων τὸ Κράτος. Ὁ νόμος λοιπὸν
538δὲν θέλει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀναστέλληται ἡ νόμιμος
539πρόοδος τῆς κατηγορίας ταύτης, ἀλλ’ ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ
540σπεύσῃ εἰς τὸ σημεῖον, καθ’ ὃ ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν
541πρέπῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ νὰ ἐκλέξῃ
542ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Καὶ τοσοῦτον ὁ νόμος ἀπασχο-
543λεῖται ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης, ὥστε προβλέπει καὶ τὴν
544περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἡ
545ἐκλεχθεῖσα, δὲν δύναται νὰ διεξαγάγῃ τὸ ἀνατεθὲν αὐτῇ
546ἔργον, εἴτε ἕνεκα διαλύσεως τῆς Βουλῆς, εἴτε ἕνεκα λήξεως
547τῆς συνόδου τῆς βουλευτικῆς. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει,
548ὁ νόμος τὰ γενόμενα κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον
549θεωρεῖ ὡς μὴ γενόμενα, καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἐκλογὴ
550τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ποῦ ἐν τῷ νόμῳ, κύριε συνά-
551δελφε ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ποῦ ἐν τῷ νόμῳ τῷ περὶ
552εὐθύνης Ὑπουργῶν εὑρήκατε, ὅτι ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ
553νὰ ἀναβάλλῃ; Καὶ ὅταν ἐγὼ ἔλεγον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνα-
554βάλλουσα παρηνόμει, δὲν ἤμην ἐν τῷ δικαίῳ μου; δὲν
555ὑπεστήριζον τὸ ὀρθόν; Διὰ τοῦτο καὶ μόνον παρήνειρα
556τὴν ἰδέαν ἐκείνην. Καὶ βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ
557ἀκολουθοῦσα τὸν πρώην Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν
558θέλει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τούτου, οὐδὲ θέλει νὰ στηρίξῃ ἐπὶ
559τούτου ἐνστάσεις ἀπαραδέκτου, διότι συμφέρον ἔχει ἀνώ-
560τερον, ὥστε ἡ κατηγορία νὰ λάβῃ τὴν νόμιμον πρόοδον·
561θέλει νὰ φθάσῃ εἰς ἓν τέρμα.
562Ἐν μιᾷ λοιπὸν καὶ μόνῃ περιπτώσει ὁ νόμος, ὅταν
563ἐπέρχηται, οὕτως εἰπεῖν, ἀκουσίως, ἀποτόμως, ἡ διάλυσις
564τῆς Βουλῆς, ἢ λῆξις τῆς συνόδου, ἀναθέτει εἰς τὴν ἑπο-
565μένην σύνοδον νὰ φροντίσῃ αὐτὴ περὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς
566ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀκυρῶν τὴν προηγουμένην ἐκλο-
567γήν. Τί ἐξάγεται ἐκ τούτου; Ὅτι ὁ νόμος, ὡς προηγουμέ-
568νως ἔλεγον, δὲν ἐπιτρέπει ἀναβολὴν κατὰ τὸ στάδιον τῆς
569διαδικασίας τῆς κατηγορίας. Σήμερον δὲ ἡ πρότασις τοῦ
570ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου εἰς τί ἀφο-
571ρᾷ; Εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ εἶ-
572ναι τοῦτο ἔργον ἆρά γε, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νόμου τοῦ
573περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τῆς συνόδου ταύτης. Τὸ ἔργον
574τοῦτο ἀνῆκεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἀλλὰ δὲν τὸ
575ἐνήσκησεν ἐκείνη, καὶ δὲν τὸ ἐνήσκησε, παραβαίνουσα τὸν
576νόμον. Σήμερον λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης ἡ παροῦσα σύνοδος
577ἔρχεται νὰ ἐκπληρώσῃ ὅ,τι ἐκείνη δὲν ἐξεπλήρωσε, καὶ δὲν
578ἔρχεται νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ δυνάμει τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν
579Ὑπουργῶν νόμου, ἀλλὰ πληροῦσα τὰ κεχηνότα, ἅτινα
580ἀφῆκεν ἡ προκάτοχός της.
581Τὸ συμπέρασμα λοιπὸν, Κύριοι, εἰς τὸ ὁποῖον θέλω
582φθάσει, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου, ἐκ τῶν δια-
583τάξεων τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, ἡ Βουλὴ
584καθῆκον ἔχει νὰ προτάξῃ, καὶ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ αὐτῆς δια-
585τάξει εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ἀναγεγραμμένον, τὸ ἀντικείμενον
586τῆς ἐκκρεμοῦς κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν κατηγορίας,
587καὶ δὲν δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἄλλο ἔργον, ἀλλ’
588ἅμα τῷ καταρτισμῷ τοῦ σώματος, μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ
589Προεδρείου καὶ τῶν Ἐπιτροπῶν, εἰς τοῦτο τὸ ἀντικείμενον
590ὀφείλει νὰ ἀσχοληθῇ, μὴ παρεμβαλλομένων ἄλλων. Βε-
591βαίως κριτὴς θὰ ἦναι ἡ Βουλή, ἢ μᾶλλον ἡ πλειοψηφία
592αὐτῆς, καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸν ἐλέγχοντα, δύνα-
593ται, ὡς ἀπεφάνθη περὶ τῆς ἀναβολῆς, νὰ ἀποφανθῇ σήμε-
594ρον, ἂν ἡ ἐκλογὴ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς δύναται νὰ
595ἀναβληθῇ ἕως αὔριον; Ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, τοῦτο
596πράττουσα, δὲν θὰ ἦναι ἐντὸς τοῦ νόμου. Θὰ ὑποβληθῶμεν
597μὲν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι ἡ πλειονοψηφία
598ἐπιβάλλεται εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ἀλλ’ ἐὰν πράξῃ τοῦτο
599ἡ Βουλή, ὀφείλει νὰ ἦναι ἐν γνώσει, ὅτι δὲν πράττει τὸ
600ὀρθὸν, ὅτι δὲν ἐκτελεῖ τὸν νόμον.
601§35ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ κύριον συμφέρον τῆς Ἀντιπολι-
602τεύσεως εἶναι ἡ ταχεῖα διεξαγωγὴ τοῦ κατηγορητηρίου.
603Τοῦτο ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Ἀλλὰ τὸ συμφέ-
604ρον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔσπευσε νὰ ἐξασφαλίσῃ ὁ κ.
605Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
606νήσεως εὐθὺς ἀμέσως εἶπεν, ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον τῆς
607ἡμερησίας διατάξεως αὔριον ἔσεται τὸ κατηγορητήριον. Διατὶ
608λοιπὸν, Κύριοι, ἀφοῦ τὸ συμφέρον τοῦτο τὸ κύριον τῆς
609Ἀντιπολιτεύσεως ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς ὑποσχέσεως τοῦ
610κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπιμένετε, ἵνα εὐθὺς ἀμέσως φέρητε τὸ
611ζήτημα κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν; Πρόκειται νὰ
612βλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἢ νὰ ζη-
613μιωθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν δὲν τεθῇ σήμερον καὶ ἀναβληθῇ
614ἕως αὔριον; Ἀλλ’ ὁ προλαλήσας αὐτὸς οὗτος συμφωνεῖ
615πληρέστατα ἄλλως μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐνθυμεῖ-
616σθε, πῶς κατέληξε τὸν λόγον· εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀντικείμε-
617νον ἡμερησίας διατάξεως, ἀντικείμενον ἀναγεγραμένον ἐν
618τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
619§36ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἶπε τοῦτο.
620§37ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, εἰσήλθο-
621μεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; ὄχι. Οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ
622προλαλήσαντος, περὶ τούτου καὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ τῆς Ἀντι-
623πολιτεύσεως, δὲν στηρίζονται ἐπὶ τοῦ νόμου. Πρὶν εἰσέλ-
624θωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, προβάλλονται διάφοροι
625προτάσεις’ αἱ προτάσεις αὗται τυποῦνται καὶ διανέμον-
626ται, καὶ εὐθὺς κατόπιν ἀναγράφονται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
627τάξει, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὴν συζήτησιν αὐ-
628τῶν ἀμέσως. Πρόκειται δὲ ἐνταῦθα περὶ ζητήματος, περὶ
629τοῦ ὁποίου προβλέπει ὁ ἡμέτερος Κανονισμός, ὁ ὁποῖος ἐν
630ἄρθρῳ αὐτοῦ 47 λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ νομοθετικὰ
631ἔργα, τὰ ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα ἐκ τῆς λήξεως τῆς
632συνόδου, δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὴν ἑπομένην
633σύνοδον τῆς αὐτῆς περιόδου, καθ’ ἣν εὑρίσκονται στάσιν».
634Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐπεκαλέσθησαν τὰς εἰδικὰς διατάξεις
635τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, καὶ βεβαίως, πᾶν ὅ,τι
636εἰδικῶς διατάσσει ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμος, αὐτὸ
637θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα’ ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι
638δὲν προβλέπεται ἐκ τοῦ εἰδικοῦ νόμου πῶς θὰ κανονίσῃ
639ἡ Βουλή; Θὰ τὸ κανονίσῃ διὰ τῶν γενικῶν διατάξεων
640τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς. Σεῖς ἀμφισβητεῖτε τὸ δικαίωμα,
641τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλή, τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῆς προτά-
642σεως ἀκόμη’ καὶ τοῦτο ὑποστηρίζετε, ὅταν ἰσχυρίζησθε,
643ὅτι δὲν δικαιοῦται σήμερον οὐδεὶς Βουλευτής, οὐδ’ αὐτὸς ὁ
644Ὑπουργὸς, νὰ φέρῃ οἱανδήποτε πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν.
645Ἔργον τῆς Βουλῆς βεβαίως εἶναι καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
646ζητεῖτε, καὶ αὐτὸ θὰ προταχθῇ, ἀλλὰ θὰ προταχθῇ, ὅταν
647εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν’ πρὶν ὅμως εἰσέλ-
648θωμεν εἰς αὐτήν, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ ἢ μόνον
649ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Κανονισμὸς αὐτῆς καὶ ὁ εἰδικὸς νόμος
650διατάσσει.
651§38ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ κ. συνάδελφος βεβαίως μὲ παρενόησε.
652Δὲν εἶπον, ὅτι εἶναι ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατά-
653ξεως’ εἶπον ὅτι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ δικαίωμα τῆς
654Βουλῆς τοῦ νὰ κανονίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν παύει,
655διότι ὑπάρχει ὁ νόμος, ὅστις τὸ κανονίζει, ὑπάρχει ὁ νό-
656μος, ὅστις ἀναγράφει τὸ ἀντικείμενον τοῦτο πρὸ παντὸς
657ἄλλου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
658§39ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ποῖον ἄρθρον;
659§40ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀναγνώσατε τὸν νόμον, νὰ τὸ εὕρητε.
660§41ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, διότι ἀνέγνωσα τὸν νόμον
661καὶ δὲν τὸ εὗρον.
662§42ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν πρόκειται νὰ κάμω τὸν διδάσκαλον.
663§43ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ἄρθρον, ἀλλ’ ἤλ-
664θετε ἐνταῦθα νὰ εἴπητε λόγια.
665§44ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐκ πεποιθήσεως’ ἐὰν ἐπρό-
666κειτο νὰ λέγω ἁπλῶς λόγια, δὲν θὰ ἀνέβαινον ποτὲ τὸ
667βῆμα.
668§45ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τοιοῦτον ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ δὲν ὑπάρχει.
669§46ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δόσατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, τὸν νόμον,
670διὰ νὰ κάμω μίαν διδασκαλίαν. (Λαβὼν τὸν νόμον ἀνα-
671γινώσκει):
672«Διαδικασία ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
673«Ἄρθρον 10. Τὴν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ποινικὴν ἀγω-
674γὴν μόνη ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐνασκήσῃ ἐνώπιον τοῦ Εἰ-
675δικοῦ Δικαστηρίου».
676Καὶ ἐπακολουθοῦσι τὰ περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ Κατηγορη-
677τηρίου ἐν ἄρθροις 11 καὶ 12.
678Ἔρχεται τὸ ἄρθρον 13, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τῆς συ-
679ζητήσεως ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου καὶ τῆς ἀποφάσεως
680τῆς Βουλῆς, ἂν θὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ
681θὰ διατάξῃ προανάκρισιν. Διατασσομένης δὲ προανακρί-
682σεως, αἱ ἐπακόλουθοι πράξεις γίνονται πλέον ἐν συνεχείᾳ καὶ
683ἀλληλοδιαδόχως, ὡς μαρτυροῦσι τὰ ἑπόμενα ἄρθρα δι’ ἐπι-
684τακτικῶν διατάξεων (ἀναγινώσκει):
685«Ἄρθρον 14. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὴν εἰς τὴν
686»ἡμερησίαν διάταξιν μετάβασιν, ἡ περὶ κατηγορίας πρότα-
687»σις οὐδέποτε δύναται πλέον νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἐὰν δὲ δια-
688»τάξῃ προανάκρισιν, ἐκλέγει ἐκ τῶν ἑαυτῆς μελῶν δωδε-
689»καμελῆ ἐπιτροπὴν πρὸς ἐνέργειαν ταύτης, καὶ ὁρίζει συγ-
690»χρόνως προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει ἡ ἐπιτροπὴ
691»νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐπὶ τῆς προανακρίσεως ἔκθεσίν της.»
692§47ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τί ἐννοεῖ αὐτό; ὅτι πρέπει αὐτοστιγμεὶ
693νὰ ἐκλέξῃ;
694§48ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως. Ὅταν ὁ νόμος λέγῃ «ἐκλέγει», ἡ
695διάταξις εἶναι ἐπιτακτικὴ, καὶ πρέπει ἀμέσως νὰ ἐκλέξῃ
696ἡ Βουλὴ τὴν ἐπιτροπὴν· καὶ τοῦτο ἐξάγεται ἐξ ὅλων τῶν
697ἑπομένων διατάξεων. Καὶ σᾶς εἶπον καὶ τὸν λόγον: διότι
698ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς ἡ κατηγορία·
699διότι μία πλειονοψηφία δύναται ἐπ’ ἄπειρον νὰ διατηρῇ
700ἐκκρεμῆ τὴν κατηγορίαν πρὸς φόβητρον, καὶ οὗτος βεβαίως
701ἦτο, Κύριοι, ὁ σκοπὸς, ὅταν εἰσήχθη τὸ κατηγορητήριον
702κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ εἶπον ὑμῖν: ἔχετε τὴν
703πλειοψηφίαν, δύνασθε ν’ ἀποφασίσητε ὅ,τι θέλετε, καὶ θὰ
704ὑποταχθῶμεν, ὄντες ἐν μειοψηφίᾳ. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται
705νὰ ἐξεύρωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ὀφείλομεν νὰ ἀναχω-
706ρήσωμεν ἐκ τοῦ λόγου, τοῦ ὑπαγορεύσαντος τὰς διατάξεις
707αὐτοῦ.
708Μὲ παρενόησε λοιπὸν ὁ ἔντιμος ἐκ Κεφαλληνίας Βου-
709λευτὴς, ὅταν ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ κατέστησα τὸ ζήτημα τοῦτο
710ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως. Εἶπον καὶ ὑποστηρίζω,
711ὅτι ἐκ τοῦ νόμου εἶναι ἐπιβεβλημμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ
712ἀποστῇ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν
713διεξαγωγὴν τῆς κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν κατηγορίας.
714§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόε-
715δρε, ἐκπλήσσομαι, ἀκούων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου,
716ἀποδιδόντος εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὴν προαίρεσιν νὰ κρατῇ
717ἐκκρεμῆ τὴν γενομένην ὑπὸ συναδέλφων Βουλευτῶν πρότασιν
718πρὸς σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ περιστέλλῃ τὰς
719ἐνεργείας ἢ νὰ μειόνῃ τὸ θάῤῥος τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντι-
720πολιτεύσεως. Ἐκπλήσσομαι ἀκούων τοιαύτης αἰτιάσεως,
721καθ’ ἣν στιγμὴν, ἐνῷ ἠδυνάμεθα πρὸ μιᾶς ἤδη ὥρας νὰ ἐνα-
722σκήσωμεν συνταγματικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, καὶ
723ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σιγήσῃ πᾶσα ἄλλη φωνὴ, ἀνε-
724χόμεθα συζητήσεις, αἵτινες τοσοῦτον προώρως κατὰ τὴν
725ὥραν ταύτην προετάθησαν παρ’ αὐτοῦ. Τὸ Σύνταγμα ἐν
726ἄρθρῳ 78 δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὁσάκις
727ζητήσωσι τὸν λόγον, νὰ ἀκούωνται, παραιτουμένου παν-
728τὸς ἄλλου θέματος. Καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ δὲν ἐποιη-
729σάμην χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδει τὸ
730Σύνταγμα, ἀλλ’ ἀνέχομαι νὰ συζητῶσιν, οὐχὶ ἐπὶ ζητή-
731ματος τάξεως, ὡς εἶπον, ἀλλὰ νὰ συζητῶσι δι’ ἐπερωτή-
732σεων, νὰ ἀπευθύνωσι κατηγορίας κατὰ προσώπων, κατη-
733γορίας κατὰ προγενεστέρων ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, ὅτι
734παρανόμως τὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς
735αὗται ἐκανόνισαν.
736Ἀλλ’ ἡ ἐξακολούθησις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, πρὸς
737ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, εἶναι ἓν
738ἐκ τῶν ἐκκρεμῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα αὕτη πρέ-
739πει νὰ διεξαγάγῃ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ δὲν ἐργάζεται, εἰμὴ
740κατὰ κανόνας ὡρισμένους, πρέπει κατὰ τοὺς κανόνας τού-
741τους νὰ ἐργασθῇ, κατ’ αὐτοὺς δὲ πρέπει νὰ ἐργασθῇ κατὰ
742τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἥτις συντάσσεται ὑπὸ τὴν ἐπι-
743μέλειαν καὶ τὴν ψῆφον τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ
744κατατάσσονται τὰ ἐκκρεμῆ ἔργα τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν
745σειράν, καθ’ ἣν ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ. Ἡ ἡμερησία διάτα-
746ξις δὲν συνετάχθη ἔτι, διότι ἡ Βουλὴ σήμερον μόνον συν-
747ῆλθε, μόλις καταρτισθεῖσα, σήμερον δ’ ἐπρόκειτο νὰ συν-
748ταχθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ ἐν αὐτῇ ἤθελε κατα-
749λάβει τὸν οἰκεῖον χῶρον ἡ ἐργασία ἡ ἐκκρεμής. Ἀλλὰ
750ποῖον ἤθελον καταλάβει χῶρον τὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀνα-
751κριτικῆς ἐπιτροπῆς; Ἡ πλειοψηφία ἤθελε προσδιορίσει·
752καὶ ἐὰν οἱ συντάσσοντες τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἤθελον
753ἐγγράψει τὸ θέμα τοῦτο μεταξὺ τῶν τελευταίων θεμάτων
754τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχε τὸ δι-
755καίωμα τότε νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν καὶ ζητήσῃ τὴν προήγη-
756σιν αὐτῆς, καὶ τότε μόνον ἔδει νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις
757περὶ προτιμήσεως, ἡ δὲ Βουλὴ τότε ἤθελε κληθῆ ν’ ἀπο-
758φασίσῃ.
759Ὁμιλοῦσι περὶ καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ἐνασκεῖ ἡ
760πλειοψηφία, ἡ ὁποία εἰσέτι δὲν ἤρχισε νὰ ἐργάζηται.
761Ὁμιλοῦσι περὶ σκοπῶν καὶ προαιρέσεων δολίων καὶ πο-
762νηρῶν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀνετράπησαν οἱ ὅροι τῶν ἐννοιῶν
763καὶ οἱ χαρακτηρισμοὶ τῶν πράξεων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ,
764κύριε Πρόεδρε, νὰ θέσητε τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν. Προκα-
765λέσατε τέλος πάντων ψηφοφορίαν, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἐνα-
766σκήσω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω ὡς Ὑπουργός.
767§50ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, κύριοι συνάδελφοι,
768τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευ-
769τὴς ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος, ἐνόμιζον
770ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι δύο περὶ αὐτοῦ γνῶμαι,
771διότι εἶναι τόσον ῥητὸν τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ὥστε μό-
772νον λόγος ἄλλος ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησιν τῆς
773Βουλῆς ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς
774ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύ-
775νοδον παρεδέχθη, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ ἀνακριτικὴν ἐπι-
776τροπήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντέταξεν ἡμῖν, ὅτι
777κατὰ παράβασιν τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ Συν-
778τάγματος οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι, δὲν ἐπετρέψαμεν εἰς αὐτὸν
779νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρὸς ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ
780τοῦ Κράτους....
781§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς δὲν ἐπετρέψατε!
782§52ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ Βουλή. Δὲν πρόκειται περὶ ἡμῶν.
783§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκλέξατε τὰς φράσεις σας.
784§54ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκλέγω τὰς φράσεις μου πάντοτε, καὶ
785γνωρίζω πολὺ καλὰ τί λέγω.
786Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἠνέχθη ἡμᾶς,
787προκαλοῦντας συζήτησιν ἐπὶ θέματος, τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο
788ὁ κατάλληλος χρόνος νὰ ἐπιληφθῶμεν. Ἡμεῖς ὅμως λέγο-
789μεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κατὰ παραβίασιν τοῦ νόμου
790περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἐπεζήτησε νὰ ἐπιληφθῇ θέ-
791ματος, ὅπερ ὤφειλε νὰ ἕπηται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ
792νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέ-
793ματος, τὸ προνόμιον δὲ τῶν κκ. Ὑπουργῶν, ὅπως ἀκούωνται
794πάντοτε, ὁσάκις ζητήσωσι τὸν λόγον, δὲν ἐπεκτείνεται καὶ
795πέραν τῶν ὁρίων τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ περιορίζεται ἐν-
796τὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε, ὅτι,
797ἐνῷ ἐγὼ εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, μόλις εἶδον ὅτι ἠγέρθη
798ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρέμεινα ἐκεῖ, ἵνα πρότερον ἀκου-
799σθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον
800εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διακόπτῃ τὴν συζήτησιν, ἵνα ὁμι-
801λήσῃ περὶ θέματος ἀσχέτου πρὸς τὴν συζήτησιν.
802Ταῦτα ὤφειλον νὰ εἴπω, ἵνα ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ ἀξιό-
803τιμος Πρωθυπουργὸς εἶπε περὶ ἀνοχῆς τῆς Κυβερνήσεως
804ἢ τῆς πλειοψηφίας.
805Ἐπανέρχομαι ἤδη εἰς τὰ περὶ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης
806τῶν Ὑπουργῶν. Κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν
807προηγουμένως ἀνέγνωσεν ἡμῖν ὁ συνάδελφος ἐκ Ζακύνθου,
808τοῦ ἄρθρου 14, δὲν θεωρεῖται κἂν ἡ πρότασις ἐψηφισμένη,
809ἐὰν μετὰ τοῦτο ἀμέσως δὲν ἐπακολουθήσῃ ἡ ἐκλογὴ τῆς
810ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς.
811Ἀλλ’ ἡμεῖς, καίτοι τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ νό-
812μου εἶναι τοιοῦτον, δὲν ἠθελήσαμεν κἂν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν
813τὴν ὀρθὴν ταύτην τοῦ νόμου ἑρμηνείαν, ἵνα κλείσωμεν διὰ
814παντὸς τὴν συζήτησιν, ἥτις, ὡς μοὶ ὤφειλε, κατὰ τὴν προη-
815γουμένην σύνοδον τῆς Βουλῆς προεκλήθη. Ἡμεῖς τοὐναν-
816τίον, διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φω-
817κίδος, ὑποστηρίζοντος τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν
818ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ἐδηλώσαμεν, ὅτι πρέπει
819ἡ Βουλὴ ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτρο-
820πῆς, ἀφοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον παρέλειψε τὸ
821στοιχειωδέστερον καθῆκον, ὅπερ ἐπεβάλλετο αὐτῇ κατὰ
822τὸν νόμον, νὰ ἐκλέξῃ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προ-
823τάσεως τὴν ἐπιτροπήν.
824Τοῦτο δὲ, Κύριοι, εἶναι τοσούτῳ κατάδηλον ἐξ ὅλων
825τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν,
826καὶ πρὸ πάντων ἐκ τοῦ ἄρθρου 22, ὥστε ἀπορῶ, τῇ ἀλη-
827θείᾳ, πῶς εἶναι δυνατὸν σπουδαῖοι ἄνθρωποι νὰ φέρωσιν ἐπὶ
828τούτου ἀντίῤῥησιν. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου προβλέπει
829μίαν μόνην περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν
830νὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς ἡ ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως ἐργασία τῆς
831Βουλῆς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ποτὲ ὁ νόμος νὰ φαντασθῇ,
832ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ
833διακοπῶσι τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς μεταξὺ τῆς ἀποφάσεως
834ἐπὶ τῆς προτάσεως πρὸς κατηγορίαν καὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς
835ἐπιτροπῆς. Καὶ διατί; Διότι τὸ πρᾶγμα ἀφ’ ἑαυτοῦ φέρει
836τὴν ἀντίῤῥησιν πρὸς πᾶσαν τοιαύτην σκέψιν, διότι, κατὰ
837ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, τὰ δύο ταῦτα ἔργα τῆς
838Βουλῆς ἐνασκοῦνται οἱονεὶ ταὐτοχρόνως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ
839ἀποφασίσῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ
840πρότασις δὲν ἐπανέρχεται· ἐὰν τοὐναντίον ἡ Βουλὴ ἀπο-
841φασίσῃ, ὅπως γένηται κατηγορία, ὀφείλει ἀμέσως....
842§55ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ποῦ εὕρετε τὸ ἀμέσως;
843§56ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ.... Ὀφείλει ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκ-
844λογὴν ἐπιτροπῆς. Ἐὰν τοιοῦτόν τι δὲν ἐσκέπτετο ὁ νομο-
845θέτης, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 22 νὰ
846ἀναφέρῃ μίαν καὶ μόνην περίπτωσιν ἐκκρεμότητος· ἀλλ’ ἐν
847τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 14 οὐ μόνον δὲν ἐπιτρέπει νὰ ὑπο-
848τεθῇ διχασμὸς τῆς ψηφίσεως τῆς προτάσεως καὶ τῆς ἐκ-
849λογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ συγχρόνως ἀπαι-
850τεῖ νὰ προσδιορισθῇ προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐντὸς
851τῆς ὁποίας ὀφείλει αὕτη νὰ περατώσῃ τὴν ἐργασίαν της,
852δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξεν ὁ συνάδελφος. Διότι ἐπ’ οὐδενὶ
853λόγῳ δύναται νὰ φαντασθῇ ὁ νομοθέτης, ὅτι δύναται μία
854Βουλή, παίζουσα, νὰ φέρῃ κατηγορίαν κατὰ Ὑπουργῶν τοῦ
855Κράτους, καὶ νὰ ἀφήσῃ ταύτην ἐκκρεμῆ, ἐφ’ ὅσον χρόνον
856ἡ πλειοψηφία ἤθελε θελήσει. Ὁμιλῶν δὲ πάντοτε ὁ νομο-
857θέτης περὶ σπουδαίας προτάσεως, ὁρίζει, ὅτι, ἐὰν αἱ ἐρ-
858γασίαι τῆς ἐπιτροπῆς δὲν περατωθῶσιν ἐντὸς τῆς συνόδου,
859καθ’ ἣν ἤρξαντο, τότε κατὰ τὴν νέαν σύνοδον ἐκλέγεται
860νέα ἐπιτροπή, ἥτις ἀρχίζει ἐργαζομένη οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει
861τῶν ἐργασιῶν τῆς προηγουμένης ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ κατὰ τὰς
862ἰδίας αὐτῆς σκέψεις. Ταῦτα πάντα δὲν ἐτέθησαν ἐν τῷ νόμῳ
863ἄνευ λόγου. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὴν περίστασιν ταύτην προεῖδεν ὁ
864νόμος, ποῖον εἶναι τὸ ἀναγκαῖον συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον,
865μελετῶν τις τὰ τοῦ νόμου τούτου, ἤθελε καταλήξει; Ὅτι
866δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι δύναται νὰ μεσολα-
867βήσῃ οἱονδήποτε χρονικὸν διάστημα μεταξὺ τῆς ψηφοφο-
868ρίας ἐπὶ τῆς προτάσεως πρὸς κατηγορίαν καὶ τῆς ἐκλογῆς
869τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐν-
870νοηθῇ τοῦτο, ὥστε κατ’ ἄλλην γνώμην, ἴσως μάλιστα καὶ
871τὴν ὀρθοτέραν, ἡ μὴ ἐκλογὴ ἀμέσως ἐπιτροπῆς θεωρεῖται
872ὡς ἐγκατάλειψις τῆς προτάσεως. Ἐὰν εἶχε σκοπὸν ἡ Ἀντι-
873πολίτευσις νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην γνώμην, θὰ εἶχον ταύ-
874την τὴν στιγμὴν νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν γνώμας σο-
875φωτάτων ἀνδρῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ἡμεῖς
876δὲν σκοποῦμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τοιαύτην γνώμην, διότι
877ἐπιθυμοῦμεν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο κατ’ οὐσίαν, καθ’ ὃν
878τρόπον ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς θελήσῃ. Ἀλλὰ τοῦτο
879ζητοῦντες, Κύριοι, δὲν ἐννοοῦμεν ν’ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν διά-
880κρισιν τῶν τυχὸν βουλομένων νὰ παρατείνωσι τὴν ἐκκρεμῆ
881ταύτην κατάστασιν ἐπ’ ἄπειρον· ἐννοοῦμεν, ποιούμενοι χρῆ-
882σιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν
883Ὑπουργῶν χορηγεῖ εἰς ἡμᾶς, νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Βουλήν:
884Δὲν πρόκειται περὶ ἡμερησίας διατάξεως, τὴν ὁποίαν θὰ
885κανονίσῃ τὸ Προεδρεῖον μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρό-
886κειται περὶ ζητήματος τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸν
887ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευ-
888τής· πρόκειται περὶ ζητήματος τάξεως, ἐπιβεβλημμέ-
889νου τῇ Βουλῇ ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουρ-
890γῶν. Καὶ ἐὰν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς
891δὲν ἐτηρήθησαν ἐπακριβῶς αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου,
892δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον μετὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν
893διαφώτισιν ἐπὶ τοῦ θέματος νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς νέον
894ὀλίσθημα καὶ νὰ ἀναβάλῃ εἰς ἄλλον χρόνον τὴν ἐκλογὴν
895τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἄλλως τε περὶ τίνος πρόκει-
896ται; Ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς τυπικῆς ἐργασίας. Αὕτη θὰ εἶχε
897πρὸ πολλοῦ τελειώσει, ἐὰν δὲν ἐμεσολάβει ἡ συζήτησις αὕτη,
898ἐὰν δὲν ἐφέροντο αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν, περὶ τοῦ
899δυνατοῦ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐκλογῆς. Ἐὰν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ
900νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, δὲν ἔχει ἢ νὰ ἀποφασίσῃ
901ἀμέσως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ
902νὰ προσδιορισθῇ ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιτροπὴ
903ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ποῖον
904τὸ συμφέρον τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Κυβερνή-
905σεως νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς; Οὐδέν. Ἡ
906πλειοψηφία καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐνεργοῦσαι καλῇ τῇ πίστει
907καὶ ἐπιδιώκουσαι ἀγαθοὺς σκοποὺς διὰ τῆς ἐρεύνης τῶν
908στοιχείων τῆς κατηγορίας, συμφέρον ἔχουσι νὰ ἐπισπευσθῇ
909ὅσον τὸ δυνατὸν ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἡμεῖς καὶ ἐξ ἄλλων
910λόγων ἀκόμη ἐπιδιώκομεν τοῦτο· καὶ ἐκ τοῦ λόγου, δι’ ὃν
911ὀφείλει νὰ ἐπιζητῇ τοῦτο ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ
912καὶ ἐξ ἄλλου λόγου προσωπικοῦ. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα
913καταγγελλόμενοι, ζητοῦμέν τι, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑποχρέω-
914σιν νὰ πράξητε. Διατὶ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἀναβληθῇ,
915ὅπως κανονισθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μεταξὺ τῶν πρώ-
916των κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸ πρῶτον δὲ κατὰ τὸν
917κ. Βουλευτὴν ἐκ Κεφαλληνίας, ἀφοῦ ταύτην τὴν στιγμὴν
918δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν, μεθ’ ὃ ὁ κ. Πρωθυ-
919πουργὸς νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθ’ ἑαυτόν;
920§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;... Ζητεῖτε
921παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς
922ἐπιτροπῆς, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην· οἱ πρὸ ὑμῶν ἀγορεύ-
923σαντες δὲν ἠτήσαντο τοῦτο, ἠτήσαντο νὰ ἐπαναληφθῇ
924ἡ κατηγορία.
925§58ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
926§59ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἶχον τὴν εὐτυχίαν
927νὰ ἦμαι πρὸς ὑμᾶς μᾶλλον τῶν ἐμῶν συναδέλφων σαφὴς,
928ἀλλὰ βεβαίως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τοῦτο καὶ οὗτοι
929ἐζήτησαν. Διὰ τοῦτο καταθέτω ῥητὴν περὶ τούτου πρό-
930τασιν εἰς τὸ Προεδρεῖον.
931§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νο-
932μίζω, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ προλαλήσαν-
933τος, εἶναι ἐναντία τοῦ Συντάγματος. Δὲν παραδέχομαι τὴν
934γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου
935Βουλευτὴς ἀνέπτυξαν, ἑρμηνεύοντες τὸν νόμον περὶ εὐθύνης
936τῶν Ὑπουργῶν· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἠθέλομεν δεχθῆ, ὅτι ἡ ἑρμη-
937νεία αὕτη εἶναι ὀρθὴ, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ
938ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην των ἐν τῇ εἰδικῇ περιπτώσει, περὶ
939ἧς πρόκειται. Ἡ εἰδικὴ περίπτωσις, ἐν ᾗ εὑρίσκεται ἡ
940Βουλὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν διε-
941τύπωσεν, ἐν ἀρχῇ ὁμιλήσας, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
942σεως, εἰπὼν, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ, ὅπως προηγηθῇ
943παντὸς ἄλλου θέματος ἡ ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
944Κράτους. Ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ προηγεῖται
945πάσης ἄλλης προτάσεως, εἴτε ἐγγεγραμμένης ἐν τῇ ἡμερη-
946σίᾳ διατάξει, εἴτε ἐγγεγραμμένης ἐν νόμῳ εἰδικῷ, εἶναι
947ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως. Ἅμα ὡς ἡ Κυβέρνησις ἐμ-
948φανισθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ζητοῦσα νὰ καταθέσῃ τὸν προϋπο-
949λογισμὸν τοῦ Κράτους, οὐδεμία ἄλλη πρότασις δύναται
950νὰ προηγηθῇ αὐτῆς· ἐξάγεται δὲ τοῦτο σαφῶς ἐξ αὐτοῦ
951τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ ἄρθρον 60 αὐτοῦ λέγει, ὅτι ἡ
952Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς τῶν δύο πρώτων
953μηνῶν τῆς συνόδου τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
954(Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Ἐννοεῖται ὅτι, οἱανδήποτε
955ἡμέραν τῶν δύο αὐτῶν μηνῶν παρουσιασθῇ ἡ Κυβέρνησις
956ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη ἐκ τοῦ
957Συντάγματος νὰ δεχθῇ, ὅπως καταθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν
958Οἰκονομικῶν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐὰν μίαν
959στιγμὴν ἐξ αὐτῶν τῶν δύο μηνῶν θελήσῃ ἡ Βουλὴ, εἴτε
960ὡς πλειοψηφία, εἴτε δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ της, ὑπὲρ ἄλ-
961λου θέματος ν’ ἀφαιρέσῃ ἐξ αὐτῶν τῶν δύο μηνῶν, παρα-
962βιάζει τὸ Σύνταγμα. Ποίαν ἄλλην ἑρμηνείαν οἱ θορυβή-
963σαντες δύνανται νὰ δώσουν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγ-
964ματος; Δὲν εἶναι καὶ οἱ δύο αὐτοὶ μῆνες, ἀπὸ τῆς πρώ-
965της ἡμέρας μέχρι τῆς τελευταίας, εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυ-
966βερνήσεως, ὅπως ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμόν; Δὲν ὀφεί-
967λει πᾶσα ἡμερησία διάταξις, ἢ πᾶσα ἄλλη ἐπερώτησις, νὰ
968ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συν-
969τάγματος; Ποίαν λοιπὸν ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις τοῦ
970Συντάγματος; Ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ σχετίσητε τὰς ἀνάγ-
971κας, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ νομοθετήσας τὴν ἀνωτέρω
972διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογι-
973σμὸν, θέλετε εὕρει λογικωτάτην τὴν ἐφαρμογὴν, οἵαν τὴν
974ζητῶ, τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ Συντάγματος, διότι τὴν 1
975Ἰανουαρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἐφαρμο-
976ζόμενος ὁ νέος προϋπολογισμὸς, καὶ πᾶσα ἄλλη ἐργασία
977πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ.
978Ἐὰν δὲν δοθῇ δίμηνον διάστημα, ὅπως ἐντὸς αὐτοῦ ὑπο-
979βληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, τυπωθῇ, παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτρο-
980πὴν, ὑποστῇ ὅλην τὴν ἐπεξεργασίαν ἐν αὐτῇ, καὶ μετὰ
981ταῦτα συζητηθῇ, δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὴν
9821 Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους νὰ ἦναι ἕτοιμος καὶ νὰ
983τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ὁ προϋπολογισμός. Γνωστὸν μάλιστα εἶναι,
984ὅτι οὐδέποτε σχεδὸν, καὶ μὲ τὸ δίμηνον αὐτὸ διάστημα,
985κατώρθωσεν ἡ Βουλὴ, καίτοι καὶ πρὸ τῶν δύο μηνῶν
986ἐνίοτε κατετέθη ὁ προϋπολογισμὸς ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ψηφι-
987σθῇ καὶ κυρωθῇ καὶ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν πρὸ τῆς 1 Ἰανουα-
988ρίου. Θέλετε ἤδη νὰ παρεμβάλλωνται καὶ ἄλλα προσκόμ-
989ματα;... Λοιπὸν οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι καὶ οἱ δύο μῆνες,
990τοὺς ὁποίους ὁρίζει τὸ 60ὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἀνή-
991κουσι δικαιωματικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐναντίον δηλονότι
992πάσης ἄλλης προτάσεως, ὅπως ὑποβάλῃ τὸν προϋπολο-
993γισμὸν, καὶ ἂν δ’ ἀκόμη ὑπάρχῃ τυχὸν ἄλλη ἐκκρεμὴς
994συζήτησις, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ αὐτὴν καὶ ὑπο-
995βάλῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς,
996ἑπομένως καὶ ἡ Βουλὴ, δὲν δύναται νὰ περιορίσῃ τοιοῦτον
997δικαίωμα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἀλη-
998θὴς ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν οἱ προλαλήσαντες ἔδωκαν εἰς
999τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἣν ἐγὼ
1000οὐδόλως δέχομαι, πάλιν λέγω, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν δηλοῖ
1001ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ κατα-
1002θέσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν δύναται οὐδεμία ἀντίῤῥησις
1003ν’ ἀντιταχθῇ εὐλόγως κατὰ τοιαύτης αἰτήσεως. Ἄλλως
1004παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα.
1005Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ
1006δεχθῇ, ὅπως πρὸ πάσης ἄλλης προτάσεως κατατεθῇ ὑπὸ
1007τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁ προϋπολογισμὸς, μετὰ δὲ τοῦτο
1008βεβαίως ἡ Βουλὴ θὰ κανονίσῃ, ποῖα εἶναι τὰ θέματα τῆς
1009ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ποῖα κατὰ σειρὰν πρέπει νὰ
1010προηγηθῶσι.
1011§61ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1012§62ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δίδων
1013εἰς τὴν πρότασίν μου ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐνόμισεν
1014ὅτι δύναται νὰ δώσῃ, τὴν ἐθεώρησεν ὡς πρότασιν περὶ
1015ἑρμηνείας τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλ’
1016ἀκριβῶς ἐγὼ, ἀγορεύων πρὸ ὀλίγου, εἶπον ἐκεῖνο, τὸ
1017ὁποῖον ἐπανέλαβεν ὁ συνάδελφος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1018ὑπάρχῃ διπλῆ γνώμη ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς
1019ἀπασχολεῖ, καὶ ἑπομένως δὲν χωρεῖ ἑρμηνεία ἐπ’ αὐτῆς,
1020καθόσον ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουρ-
1021γῶν νόμου εἶναι τόσον ἐπιτακτικὴ, ὥστε εἶναι ἀδύνατον
1022νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι δύναται νὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τῆς
1023ψηφίσεως τῆς προτάσεως πρὸς κατηγορίαν καὶ τῆς ἐκλο-
1024γῆς τῆς ἐπιτροπῆς χρονικὸν διάστημα. Ὅταν ταῦτα
1025εἶπον, ἦτο περιττὸν νὰ ἐκλάβῃ ὁ συνάδελφος τὴν πρότα-
1026σίν μου ὡς πρότασιν ἑρμηνευτικὴν τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουρ-
1027γῶν νόμου, καὶ νὰ προβάλῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐ-
1028τῆς. Ἡ πρότασίς μου ὁρᾷ εἰς τοῦτο· εἶναι πρότασις ἀφο-
1029ρῶσα τὴν τάξιν, ἀφορῶσα τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, τὰ
1030ἐκ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἐπιβαλλόμενα εἰς
1031αὐτὴν, διότι πρόκειται περὶ εἰδικῆς, εἰδικωτάτης περι-
1032στάσεως. Ἡ Βουλὴ κανονίζει τὰς ἐργασίας αὐτῆς ἐπὶ τῇ
1033βάσει κανονισμοῦ. Ὁ κανονισμὸς ὁμιλεῖ περὶ ὅλων τῶν
1034περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι κατὰ
1035τὰς συζητήσεις ἢ κατὰ τὴν ὑποβολὴν προτάσεων, πλὴν
1036περὶ αὐτῆς, διότι περὶ αὐτῆς ὁμιλεῖ εἷς νόμος, πολὺ
1037ἀνώτερος τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, νόμος, ὅστις ὑπο-
1038χρεοῖ τὴν Βουλὴν, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ὡς νόμος. Δὲν εἶναι
1039ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ λύσῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς,
1040καὶ θὰ τὸ ἐπιβάλῃ κατὰ τὰ κείμενα εἰς τὴν μειοψηφίαν.
1041Εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου καλεῖ τὴν
1042Βουλὴν ἡ πρότασις. Δύναται πλέον νὰ γείνῃ λόγος περὶ
1043ἀντισυνταγματικότητος, ἀφοῦ γίνεται ῥητὴ πρὸς τὸν
1044συνάδελφον δήλωσις, ὅτι δὲν ἔχει τοιοῦτον σκοπὸν ἡ πρό-
1045τασίς μου;
1046Περὶ ὅσων δὲ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
1047ὡμίλησε, νομίζων ὅτι δύναται νὰ ἀντιτάξῃ τὸ ἄρθρον
104860 εἰς τὴν παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, θεωρῶ, ὅτι
1049δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀπαντήσω· ἀρκετὰ εἶπεν ὁ πρὸ
1050ἐμοῦ ἀγορεύσας. Ἀλλ’ εἶναι τόσον τὰ πράγματα καταφανῆ,
1051ὥστε εὐλόγως δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι, διὰ νὰ ὑπεκ-
1052φύγωσι τὸ ζήτημα, ὡς παρ’ ἡμῶν ἐτέθη, ἐνεθυμήθησαν
1053τὸ 60 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ὑπο-
1054χρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλλῃ ἐντὸς τῶν δύω
1055πρώτων μηνῶν τῆς συνόδου τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ ἂν
1056μέχρι τοῦδε ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ὑπεβλήθη, καὶ ἂν
1057ἀκόμη ὑπάρχῃ προθεσμία πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑποχρεώ-
1058σεως ταύτης, καὶ ἂν ἐξαντλῆται πᾶσα ἡ δίμηνος προθε-
1059σμία, τίς θὰ ἦτο ὁ ὑπαίτιος; Παρῆλθεν ἤδη εἷς μὴν,
1060ἀφ’ ὅτου συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, καὶ αἱ συνεδριάσεις τῆς
1061Βουλῆς δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀρχίσουν· ἂν παρέλθῃ καὶ
1062ἕτερος μὴν, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ὑποβληθῇ, τοῦτο
1063θὰ ᾖναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ἀπασχολήσῃ
1064τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἄλλου θέματος, δὲν δύναται ὅμως νὰ
1065γείνῃ ἐπιχείρημα, διὰ νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ἐμῆς προ-
1066τάσεως, ἡ ὁποία σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ, συμφώνως πρὸς τὸν
1067νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς,
1068εὐθὺς ὡς αὕτη συνῆλθε. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι συμφέρον
1069ἔχει ἡ πλειοψηφία νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρό-
1070τασιν, καὶ νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς
1071ἐπιτροπῆς, ἵνα μετὰ τοῦτο κανονίσωμεν τὸν χρόνον τῆς
1072προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ χορηγήσῃ
1073πρὸς αὐτήν.
1074§63ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰ μὲν πλεῖστα τῶν ἐπιχειρημάτων
1075ἐξηντλήθησαν, συμπέρασμα δὲ τῆς συζητήσεως, ἴσως ἔπρεπε
1076νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐξάγεται τοῦτο: ὅτι ἐν τῇ ἀξιοπρεπείᾳ
1077τῆς Βουλῆς ἔδει νὰ μὴ τύχῃ ἀντικρούσεως ἡ γενομένη ὑπὸ
1078τῶν ὑποβαλόντων τὸ κατηγορητήριον πρότασις τοῦ νὰ
1079προβῇ ἀμέσως ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς.
1080Δύο ὄψεις δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ζήτημα· τὴν καθαρῶς νο-
1081μικὴν, καὶ τὴν πολιτικὴν ἢ κοινοβουλευτικήν. Κατὰ τὴν
1082πρώτην, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ὅσα δικαιώματα ὁ κ. Πρωθυ-
1083πυργὸς ἠξίωσε, θεωρήσας, ὅτι καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτρο-
1084πῆς εἶναι θέμα κανονισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐν
1085τῇ ἐπὶ τῆς κατηγορίας κατὰ Ὑπουργῶν ἐνεργείᾳ αὐτῆς ἡ
1086Βουλὴ δὲν ἐνεργεῖ ὡς νομοθετικὸν σῶμα, ἢ ὡς πολιτικὸν
1087ἐξελεγκτικὸν σῶμα, ἀλλ’ ἐνεργεῖ ὡς ἀσκοῦσα εἰδικὴν, ἐξαι-
1088ρετικὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν. Ὡς τοιαύτη ὑπόκειται εἰς
1089τὰς διατυπώσεις, αἵτινες, διαγραφόμεναι ὑπὸ τοῦ περὶ εὐ-
1090θύνης Ὑπουργῶν νόμου, εἰσὶ δι’ αὐτὴν ὑποχρεωτικαί. Ἡ
1091Βουλὴ ἔχει καθήκοντα ἐν τῇ ἐνεργείᾳ της ταύτῃ, ἔχει
1092δὲ καὶ δικαιώματα, μόνον τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα· τὰ
1093καθήκοντα δέ εἰσιν ὑπέρτερα τοῦ δικαιώματος αὐτῆς νὰ
1094κανονίζῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἅμα ὡς ἡ Βουλὴ ἐδέ-
1095χθη τὴν πρότασιν τῆς κατηγορίας, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς
1096ἐκείνης μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θέλει κληρώσει κατὰ
1097τὸν νόμον τὸ δικαστήριον, τὸ δικάζον τοὺς Ὑπουργοὺς, δὲν
1098δύναται νὰ ὁμιλῇ περὶ κανονισμοῦ ἡμερησίας διατάξεως,
1099διότι πρῶτον ἐν αὐτῇ θέμα καὶ πρώτη ὑποχρέωσις εἶναι
1100πᾶν τὸ ὁρῶν εἰς τὴν πρότασιν τῆς κατηγορίας, τὰ διά-
1101φορα τῆς ὁποίας στάδια κανονίζει ὁ νόμος περὶ εὐθύνης
1102Ὑπουργῶν. Αἱ διατυπώσεις τῆς ποινικῆς διαδικασίας εἰσὶν
1103ἐγγυήσεις, διδόμεναι εἰς τὸν κατηγορούμενον ἢ καταγγελ-
1104λόμενον, καὶ ὑποχρεώσεις, ἐπιβαλλόμεναι εἰς τοὺς ἀσκοῦν-
1105τας οἱανδήποτε ἐνέργειαν τῆς προδικασίας ἢ τῆς διαδικα-
1106σίας. Διὰ τοῦτο ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἐκ Ζακύνθου κ. Βουλευτὴς,
1107ὅτι ἡ Βουλὴ, ψηφίσασα τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπι-
1108τροπῆς, μὴ ἐκλέξασα δὲ συγχρόνως τὴν ἐπιτροπὴν ταύ-
1109την καὶ μὴ ὁρίσασα ἀμέσως τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου
1110ὤφειλεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προσαγάγῃ τὴν ἔκθεσίν της, πα-
1111ρέβη τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουρ-
1112γῶν νόμου. Λοιπὸν τί ὁμιλοῦν περὶ κανονισμοῦ ἡμερησίας
1113διατάξεως, ἐν ᾧ ἡμεῖς, λέγομεν, ὅτι, ἂν τότε ἡ Βουλὴ
1114παρέλειψε τοῦτο, σήμερον ἔχει νομικὴν, στοιχειώδη καὶ ἀπα-
1115ραίτητον ὑποχρέωσιν νὰ τὸ πράξῃ; Δὲν ἤρκεσαν τάχα οἱ
1116ὀκτὼ ἢ ἐννέα διαῤῥεύσαντες μῆνες, ἵνα μορφώσωσι γνώμην
1117περὶ τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκλεγῶσιν; ἢ περὶ τοῦ χρό-
1118νου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ περατώσῃ
1119τὴν ἐργασίαν της; Τὰ δύο ταῦτα ἔχει ἐκ τοῦ ἄρθρου 14
1120καθήκοντα, συνδεδεμένα ἀπρὶξ πρὸς τὴν ψήφισιν τῆς προ-
1121βεβλημένης προτάσεως. Ὅτι δὲ ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου καὶ
1122τὸ ῥῆμα αὐτὸ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν
1123νόμου μᾶς φέρει εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, καὶ ὁ ὅλος εἱρ-
1124μὸς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τοῦτο καὶ ὁ ἄκρῳ
1125δακτύλῳ ἁψάμενος τῶν νόμων δὲν θὰ ἀρνηθῇ· διότι ἐν ὅλῳ
1126τῷ νόμῳ θέλετε ἰδεῖ τὸν φόβον τοῦ νομοθέτου, μὴ γείνῃ
1127κατάχρησις τῆς τοιαύτης διαδικασίας ἐπὶ πολιτικῇ κερ-
1128δοσκοπίᾳ, διήκοντα μέχρι τέλους τῶν ἀφορώντων εἰς αὐ-
1129τήν, καὶ θέτοντα χαλινὸν εἰς πᾶσαν ὑπερβασίαν. Ὁρίζει
1130προθεσμίας βραχείας δι’ ἕκαστον τῆς Βουλῆς διάβημα,
1131καὶ προσδιορίζονται τὰ ὅρια αὐτῆς προσεκτικῶς, ὡς ὀρθῶς
1132παρετήρησεν ὁ προλαλήσας. Ἂν δεχθῆτε, ὅτι δύνασθε νὰ
1133ὁρίσητε τὴν τάξιν, δύνασθε νὰ τάξητε τὴν ἐκλογὴν τῆς
1134ἐπιτροπῆς ἐν ἀρχῇ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δύνασθε
1135νὰ τάξητε αὐτὴν καὶ εἰς τὸ τέλος αὐτῆς. Ἡ ἀπαγωγὴ
1136εἰς τοιοῦτον ἄτοπον μαρτυρεῖ τὸ ἐσφαλμένον τῆς θεωρίας
1137σας. Ἂν δύνασθε νὰ τὸ κανονίσητε καὶ τὸ θέσητε εἰς τὸ
1138τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δύνασθε κατόπιν νὰ τὸ
1139ἀναβάλητε διὰ τὴν ἄλλην Σύνοδον· ἀλλ’ οὕτω δὲν δια-
1140στρέφετε τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἀφίνοντες διάστημα το-
1141σοῦτο μεταξὺ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως καὶ τῆς ἐκ-
1142λογῆς τῆς ἐπιτροπῆς, ἅπερ ὁ νόμος ἀναποσπάστως συν-
1143δεδεμένα καὶ συγχρόνως λυόμενα ἔταξε; Καὶ ἀγνοοῦσιν,
1144ὅτι τοιαύτη περιγραφὴ τοῦ νόμου λέγεται βλάβη τοῦ νό-
1145μου; Καὶ παραγραφὴ τοῦ νόμου εἶναι, καθ’ ἑρμηνευτικὸν
1146κανόνα, ὅταν τις δὲν πράττῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος
1147δὲν ἀπηγόρευσε μὲν ῥητῶς, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ, ὅτι πρέ-
1148πει νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἐκ πολιτικῆς δὲ ὄψεως δὲν ἐννοεῖτε,
1149ὅτι τοιαύτην λύσιν δίδοντες φωρᾶσθε εὐνοοῦντες τὴν ἐκκρε-
1150μότητα καὶ διαιώνισιν ποινικῆς κατηγορίας κατὰ τῶν ἀντι-
1151θέτων σας, ὅπερ εἶναι ἐναντίον ὅλως πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ
1152νόμου, ἥκιστα δὲ κοινοβουλευτικὸν καὶ πολὺ ὀλιγώτερον
1153γενναῖον καὶ πρέπον; Ὀφείλουσι λοιπὸν, ὅσοι ὑπέγραψαν
1154τὸ κατηγορητήριον, λόγῳ τῆς τιμῆς αὐτῶν, αὐτοὶ πρῶτοι
1155νὰ ἐπιμείνωσιν, ὅπως πρῶτον τῆς Βουλῆς ἔργον πρὸ πά-
1156σης ἄλλης φωνῆς γένηται ἡ ψήφισις τῆς ἐπιτροπῆς, διότι
1157πᾶσα ἀναβολὴ τείνει εἰς κατάχρησιν τῆς προτάσεως αὐ-
1158τῶν, ἢ εἰς διαπόμπευσιν αὐτῆς.
1159§64ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διὰ νὰ σαφηνισθῇ καλλίτερον ὁ σκοπὸς
1160τῆς προτάσεώς μου, καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπέ-
1161βαλον πρότασιν γενικὴν, καὶ διὰ νὰ μὴ ἀντιταχθῇ κατ’
1162αὐτῆς ὅ,τι ἀντέταξεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ
1163ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, τὴν διατυπῶ ὡς ἑξῆς (ἀναγι-
1164νώσκει): «Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, ὅπως προβῇ πρὸ πά-
1165σης ἄλλης ἐργασίας κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν εἰς
1166τὰς πράξεις τὰς παρεπομένας εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς
1167περὶ κατηγορίας τῶν πρώην Ὑπουργῶν.»
1168§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις αὕτη
1169πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1170§66ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ πρότασίς μου ὁρᾷ εἰς τὴν ἡμερη-
1171σίαν διάταξιν νὰ προταχθῇ αὐτῆς.
1172§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτείνω νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ
1173σήμερον, ὅτι τὴν πρότασιν τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς πρέ-
1174πει νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1175§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1176§69ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1177§70ΛΕΒΙΔΗΣ. Καταστρέφων τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ ὁ προα-
1178γορεύσας ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα θέ-
1179λει φθάσει πρακτικῶς εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ εἰς
1180ζήτημα ἀριθμῶν μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες κάθηνται πρὸς
1181τὴν πτέρυγα ταύτην, καὶ ἐκείνων, οἵτινες κάθηνται πρὸς
1182ἐκείνην. Ἀδιαφορῶ ἐντελῶς περὶ τούτου. Ἐκεῖνο, ὅπερ
1183ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, εἶναι, ὅτι, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσω-
1184μεν τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, τὸ ζήτημα
1185τῆς ἐμπιστοσύνης δὲν ἔχει κἀμμίαν θέσιν ἐνταῦθα. Δὲν
1186πρόκειται, οὔτε εἶναι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς θέ-
1187σιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς γνώμην περὶ
1188τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο θέλει πράξει εἰς ἄλλην προ-
1189σεχῆ περίστασιν, κατὰ τὴν ὑποβολὴν ἴσως τοῦ προϋπο-
1190λογισμοῦ, καὶ ἐπὶ ἄλλων μελλόντων θεμάτων. Ἐγὼ τοὐ-
1191λάχιστον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐκφέρων τὴν γνώ-
1192μην μου καὶ ψηφίζων ὑπὲρ αὐτῆς, οὐδαμῶς ἐκφράζω
1193γνώμην πολιτικὴν, ἐκφράζω γνώμην, ἣν νομίζω, ὅτι ἀρύο-
1194μαι ἐκ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ περὶ εὐ-
1195θύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλὰ περὶ
1196τούτου κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ἐλέχθησαν’ νομίζω
1197ὅμως, ὅτι περὶ τοσοῦτον σπουδαίου θέματος δύναταί τις
1198νὰ προσθέσῃ καὶ ὀλίγα ἀκόμη. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι
1199ἑρμηνεύω ἀλανθάστως τὸν νόμον, νομίζω ὅμως, ὅτι καθῆ-
1200κον ἔχω, ἐκφράζων τὴν γνώμην τῶν συμπολιτῶν, οἵτινες
1201μὲ ἔστειλαν ἐνταῦθα, νὰ εἴπω τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν
1202θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς γνώμης ἐκείνων, οἵτινες κάθηνται
1203πρὸς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα.
1204Ὅπου ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἠθέλησε νὰ
1205τάξῃ ὡρισμένην καὶ σαφῆ προθεσμίαν, τὸ ἔπραξεν. Ἐκεῖ,
1206ὅπου δὲν ἠθέλησε νὰ τάξῃ προθεσμίαν, ἐσιώπησεν. Αἱ
1207διακρίσεις αὗται εἰσι γενικαί, καὶ ἀναφέρονται εἰς πάντα
1208τὰ ἄρθρα τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου. Ἐὰν
1209ἀναγνώσωμεν τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου τούτου, θέλομεν
1210ἴδει, ὅτι: «ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω συντεταγμένη πρότασις,
1211»ἅμα παραδοθεῖσα εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀναγινώσκεται ἐν
1212»δημοσίᾳ συνεδριάσει, μεθ’ ὃ τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς
1213»τοὺς Βουλευτάς, ἐντὸς δ’ ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς τὸ
1214»Προεδρεῖον καταθέσεως ἐγγράφεται εἰς τὴν ἡμερησίαν
1215»διάταξιν κλπ.»
1216Βλέπομεν λοιπὸν τεθεῖσαν προθεσμίαν ὀκτὼ ἡμερῶν.
1217Ὑπάρχει ἄλλο ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ἄρθρον 17, ὅπερ
1218ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου λέγει (ἀναγινώσκει):
1219«κατατίθεται δὲ εἰς τὸ Προεδρεῖον μετὰ τῶν προανακριτι-
1220»κῶν ἐκθέσεων καὶ λοιπῶν ἐγγράφων καὶ τυποῦται καὶ
1221»διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐντὸς πέντε ἡμερῶν.»
1222Ἰδοὺ δύο διατάξεις, ἐπιβάλλουσαι ὡρισμένην προθεσμίαν.
1223Ὑπάρχει τρίτον ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν
1224Ὑπουργῶν, τὸ ἄρθρον 19, ὅπερ λέγει: «Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ
1225»μὴ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐντὸς τῆς ὁρισθείσης
1226»πρὸς τοῦτο προθεσμίας, ἡ Βουλὴ κλπ.» Ὑπάρχει τὸ ἄρ-
1227θρον 23 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὅπερ
1228πάλιν ὁμιλεῖ περὶ ὡρισμένης προθεσμίας: «Ἐν τῇ πρώτῃ
1229»(λέγει) δημοσίᾳ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, μετὰ παρέλευ-
1230»σιν τριῶν ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς ἀπεφασίσθη ἡ εἰς δίκην
1231»εἰσαγωγή....κλπ.» Ὑπάρχει τέλος τὸ ἄρθρον 25, ὅπερ
1232ἐπίσης ἐπιβάλλει καὶ τάσσει προθεσμίαν (ἀναγινώσκει):
1233«Μετὰ τὴν γενομένην κλήρωσιν, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς
1234»ἀποστέλλει ἀνυπερθέτως κλπ.» Βλέπετε ἄρα, ὅτι εἴτε
1235διὰ τῆς τάξεως ὡρισμένης προθεσμίας, παρελεύσεως δηλ.
1236ὡρισμένων ἡμερῶν, εἴτε δι’ ἄλλων λέξεων, ὅπως ἐν ἄρθρῳ
123725 διὰ τῆς λέξεως ἀνυπερθέτως, ἐκεῖ, ὅπου ὁ νομο-
1238θέτης ἤθελε νὰ τάξῃ ὡρισμένην προθεσμίαν, ἔπραξε τοῦτο.
1239Δύναταί τις ἄρα νὰ εἴπῃ, ὅτι εὑρίσκει τοιαύτην τινὰ
1240ἔννοιαν ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουρ-
1241γῶν; Ἀληθῶς τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι: «ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀπο-
1242»φασίσῃ τὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετάβασιν, ἡ
1243»περὶ κατηγορίας πρότασις οὐδέποτε δύναται πλέον νὰ
1244»ἐπαναληφθῇ. Ἐὰν δὲ διατάξῃ προανάκρισιν, ἐκλέγει ἐκ
1245»τῶν ἑαυτῆς μελῶν δωδεκαμελῆ ἐπιτροπὴν πρὸς ἐνέργειαν
1246»ταύτης, καὶ ὁρίζει συγχρόνως προθεσμίαν, ἐντὸς
1247»τῆς ὁποίας ὀφείλει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐπὶ
1248»τῆς προανακρίσεως ἔκθεσιν αὐτῆς.»
1249Βλέπετε ἄρα, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον 14 ὁμιλεῖ ἐν τῷ
1250τελευταίῳ μέρει αὐτοῦ περὶ ὡρισμένης προθεσμίας, ἐν
1251ἀρχῇ ὅμως προθεσμία οὐδαμῶς ἀναφέρεται. Δύναταί τις
1252λοιπὸν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι οὐδαμῶς προκύπτει οὐδ’ ἐκ τοῦ
1253γράμματος τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου περὶ τῶν Ὑπουρ-
1254γῶν, οὐδ’ ἐκ τῶν ἄρθρων τῶν ἄλλων τοῦ αὐτοῦ νό-
1255μου, ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ, ἐπιβεβλημένον αὐτῇ,
1256ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν θέλω
1257νὰ εἴπω διὰ τούτου, ὅτι εὐγενὲς καὶ γενναῖον εἶναι, κατη-
1258γορία, γενομένη δεκτὴ κατὰ Ὑπουργοῦ, νὰ ἀναβάλληται
1259ἐπ’ ἄπειρον. Οὐδὲ πολιτικὸν, οὐδὲ συμφέρον συγχρόνως εἶναι
1260νὰ κάθηται ἡ πλειονοψηφία ἐνταῦθα καὶ νὰ συζητῇ πρὸς
1261ἐκείνους, οὓς θεωρεῖ ἀξίους νὰ παραπεμφθῶσιν ἐνώπιον
1262τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἀληθῶς τὸ γράμμα τοῦ νό-
1263μου εἶναι ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὅτι οὐδεμία προθεσμία τάσσε-
1264ται, καὶ δύναται ἑπομένως ἡ Βουλὴ, βασιζομένη ἁπλῶς
1265εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, νὰ ἀναβάλῃ ἐπί τινα χρόνον
1266τὴν ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ νομίζω,
1267ὅτι καὶ τὸ συμφέρον τῆς πλειονοψηφίας καὶ τὸ συμφέρον
1268τῆς μειονοψηφίας καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους εἶναι, τὰ
1269τοιαῦτα ζητήματα οὐχὶ νὰ παρατείνωνται, ἀλλ’ ὁπως-
1270δήποτε ἐν τάχει νὰ περατῶνται. Ἐὰν βεβαίως ἡ πλειο-
1271νοψηφία, ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὁμιλοῦσιν ἐν ὀνόματι αὐτῆς,
1272προτείνωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι περὶ τοῦ κατηγορητη-
1273ρίου δύναται νὰ σκεφθῇ πολὺ βραδύτερον τὸ πολιτικὸν
1274τοῦτο σῶμα, βεβαίως οἱ λόγοι, οὓς ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν
1275ὑπουργικὴν πτέρυγα) ἠκούσαμεν, οὐδὲ ὀρθοὶ εἶναι, οὐδὲ
1276νόμιμοι. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, πρόκηται περὶ ἀναβολῆς ὀλί-
1277γων ὡρῶν, ἢ ἔστω καὶ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, νομίζω, ὅτι
1278ἄλλος θὰ εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν προεκλήθη ἡ συζήτησις
1279αὕτη, οὐχὶ δὲ ἡ πεποίθησις, ὅτι μαχόμεθα δῆθεν ὑπὲρ
1280τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν.
1281Ἴσως μάλιστα δὲν ἤθελέ τις εἶσθαι ἐν πλάνῃ, ἂν ἔλε-
1282γεν, ὅτι ἐν τῷ πνεύματι καὶ τοῦ νόμου τούτου τοῦ περὶ
1283εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν καὶ πάντων τῶν νόμων τῶν ἄλ-
1284λων ἐθνῶν, τῶν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, διαφαίνεται
1285ἡ ἰδέα, ὅτι ποσῶς δὲν βλάπτει τὴν ὑπόθεσιν μικρά τις
1286κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀναβολὴ, διότι ἡ ἀναβολὴ
1287αὕτη παρέχει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβου-
1288λίου νὰ σκεφθῶσιν, ἂν ὀρθῶς ἔπραξαν, ἐγείραντα τὴν κα-
1289τηγορίαν, ἢ ἂν περὶ τοῦτο ἐπλανήθησαν.
1290Καὶ ἔχομεν μάλιστα, Κύριοι, πρόχειρον ἀπόδειξιν περὶ
1291τοῦ ἐκ τῆς ἀναβολῆς συμφέροντος· διότι ἴσως τὸ χρονικὸν
1292τοῦτο διάστημα τῶν ἑπτὰ μηνῶν συνετέλεσεν, ὥστε νὰ
1293ἀκούσωμεν πρὸ ὀλίγων στιγμῶν Βουλευτὴν, μεταβάλλοντα
1294γνώμην περὶ τοῦ κατηγορητηρίου, Βουλευτὴν ἐξ ἐκείνων,
1295οἵτινες ὑπέγραψαν τὸ κατηγορητήριον, διότι ἐγὼ, εἶναι
1296γνωστὸν, ὅτι ὑπογραφὴν μετ’ ἐκείνων δὲν ἔβαλον. Ἔχω
1297μάλιστα καὶ γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς Ἀντι-
1298πολιτεύσεως, ἐνισχύουσαν ταῦτα, ἅτινα πρὸ μικροῦ ἠκού-
1299σατε· διότι ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, συγγρά-
1300φων ἄλλοτε νομοσχέδιον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, καὶ
1301ἀναφερόμενος ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου
1302ἐκείνου εἰς τὰ ἄρθρα 53, 54 καὶ 55, γράφει ἐν § 4 τοῦ
1303νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Ἡ σύγκρουσις τῶν πολι-
1304»τικῶν παθῶν καὶ ἡ ἐν ὥρᾳ ἐξάψεως κατεσπευσμένη ἐπι-
1305»ψήφισις τῆς κατηγορίας δύναται πολλάκις νὰ ἐκθέσῃ εἰς
1306»σπουδαίους κινδύνους τόν τε κατηγορούμενον καὶ τὰ συμ-
1307»φέροντα τοῦ Κράτους. Ἕνεκα τούτου διὰ τὴν συζήτησιν
1308»καὶ ἐπιψήφισιν τῆς κατηγορίας ὁρίζεται ἀνάλογος προ-
1309»θεσμία κλπ., ἥτις κυρίως προτίθεται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ
1310»ἤρεμον καὶ περιεσκεμμένον τῆς Βουλῆς πρὸς ἔγερσιν τῆς
1311»κατηγορίας, καὶ προλάβῃ πᾶσαν ἐκ τῆς σπουδῆς ἀδι-
1312»κίαν ἢ βλάβην».
1313Ἐὰν ἄρα ἡ Βουλὴ ἐμπνέηται ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν
1314θέλει εἶσθαι ἐν τῷ δικαίῳ, ἀναβάλλουσα ἐπ’ ἄπειρον τὴν
1315ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι ἡμεῖς, οἵτινες θέλομεν
1316ψηφίσει ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ἣν ἐκφράζει ἡ πλειονοψηφία, ἡ
1317πτέρυξ αὕτη, εἴμεθα ἐν τῷ δικαίῳ. Ἐὰν ὅμως, ἐξαίφνης
1318καὶ παρ’ ἐλπίδα, θεωρηθῇ, κατόπιν μεταγενεστέρων σκέ-
1319ψεων, ὅτι δύναται νὰ ἀνεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ὑφίσταται ἡ
1320ἐκκρεμὴς αὕτη κατηγορία ἐπ’ ἄπειρον, ἐγὼ ἀπὸ τοῦδε
1321δηλῶ, ὅτι εἰμὶ κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι
1322ὀφείλομεν νὰ ὦμεν δίκαιοι· καὶ ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς μὲν δὲν
1323διατελοῦμεν ὑπὸ κατηγορίαν, οἱ ἀξιότιμοι δὲ συνάδελφοι,
1324ἤ τινες τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν, οἵτινες ἡγοῦνται αὐτῶν,
1325διατελοῦσιν ὑπὸ κατηγορίαν, βεβαίως ἡ ἰσότης ἐν ταῖς
1326συζητήσεσι, καὶ ἐν ταῖς γνώμαις, καὶ ἐν τῇ ἐκτιμήσει τοῦ
1327ἔθνους δὲν ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων. Διὰ τοῦτο
1328ἐγὼ θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι δύναται καὶ
1329κατὰ τὸ γράμμα καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου νὰ
1330ἀναβληθῇ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἕως αὔ-
1331ριον ἢ μεθαύριον, καὶ νὰ ἀκούσωμεν τῆς εἰσηγήσεως τοῦ
1332προϋπολογισμοῦ, ὑποβαλλομένου ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου
1333τῆς Κυβερνήσεως.
1334Ἐκφράζω τὴν γνώμην ταύτην, οὐδαμῶς ἔχω ὑπο-
1335χρέωσιν συγχρόνως νὰ ἐκφράσω καὶ τὴν πολιτικήν μου
1336πεποίθησιν περὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ τοῦ προϋπολογι-
1337σμοῦ τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν
1338ταύτην δὲν καλούμεθα νὰ λύσωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύ-
1339νης. Νομίζω ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν πράτ-
1340τομεν ἄλλο τι ἢ νὰ ἑρμηνεύσωμεν καὶ ἐφαρμόσωμεν τὸν
1341καθεστῶτα περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον.
1342§71ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ
1343τὰ συμπεράσματα τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, οὔτε
1344ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν
1345Ὑπουργῶν, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὰς σκέψεις αὐτοῦ περὶ τοῦ
1346προσήκοντος τῆς ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς
1347σήμερον. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἵνα ἐξαγάγῃ τὸ συμ-
1348πέρασμα, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν δὲν
1349ἐπιβάλλει ἀμέσως τὴν ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτρο-
1350πῆς ἅμα τῇ ἐπιψηφίσει τῆς κατηγορίας, κατέφυγεν εἰς
1351τὸν νόμον τοῦτον, ἀνεδίφησε διάφορα ἄρθρα αὐτοῦ, καὶ
1352ἀνεῦρεν, ὅτι διά τινας μὲν τῶν ἐν αὐτῇ διατυπώσεων ὁ
1353νόμος τάσσει ῥητὴν προθεσμίαν, πρὸς ἐνέργειαν αὐτῶν,
1354δι’ ἑτέρας δὲ δὲν ὁρίζει τοιαύτην προθεσμίαν· καὶ τοι-
1355αύτη εἶναι καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐν-
1356τεῦθεν δὲ ἐξήγαγε τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἐπιβάλλει ὁ
1357νόμος τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς,
1358διότι δὲν τάσσει πρὸς τοῦτο ῥητὴν προθεσμίαν. Ἐγὼ
1359φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα εἶναι ἀκρι-
1360βῶς τὸ ἀληθές· ὅπου ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουρ-
1361γῶν ἐπέτρεψε νὰ ἀναβάλληται ἐπὶ χρονικόν τι διάστημα
1362ἡ ἐνέργεια πράξεώς τινος, εἴτε διότι τοῦτο εἶναι ἀπολύ-
1363τως ἀναγκαῖον, εἴτε δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἐκεῖ ῥητῶς
1364ὁρίζει προθεσμίαν πρὸς ἐνέργειαν αὐτῆς. Ὥστε ὅταν τοι-
1365αύτη προθεσμία δὲν ὁρίζηται, πρέπει ἄνευ ἀναβολῆς νὰ
1366ἐνεργηθῇ ἡ πρᾶξις. Οὕτω, φέρ’ εἰπεῖν, μετὰ τὴν παρα-
1367πομπὴν τῶν κατηγορουμένων πρέπει ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ κλη-
1368ρωθῇ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐκλεχθῇ
1369ἡ κατηγορήσουσα ἐπιτροπή. Περὶ τῆς κληρώσεως τάσ-
1370σει προθεσμίαν ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, διατάσ-
1371σων, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τὴν πρώτην συνεδρίασιν
1372μετὰ παρέλευσιν τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραπομπῆς τῆς
1373δίκης. Προκειμένου ὅμως περὶ ἐκλογῆς τῶν κατηγόρων,
1374οὐδεμίαν τάσσει προθεσμίαν, ἐνῷ καὶ ἡ ἐκλογὴ αὕτη
1375εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, ἵνα διεξαχθῇ ἡ ἐνώπιον τοῦ
1376εἰδικοῦ δικαστηρίου δίκη. Διατὶ δὲν τάσσει προθεσμίαν;
1377Διότι ἐνόμισεν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει αἰτία ἀναβολῆς, καὶ
1378ὅτι ἀμέσως πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς
1379ταύτης.
1380Τὰ ἐπιχειρήματα λοιπὸν, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος προ-
1381αγορεύσας προέβαλεν, ἵνα ἐξαγάγῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι
1382δὲν ἐπιβάλλει τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπι-
1383τροπῆς ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος, αὐτὰ ἀκρι-
1384βῶς εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουσι τὸ ἀντίθετον.
1385Ἀλλ’ ἔστω, Κύριοι, καὶ ἄν ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουρ-
1386γῶν νόμος δὲν ἐπιβάλλῃ ὡρισμένην προθεσμίαν πρὸς ἐκ-
1387λογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἐξάγεται ἡ ἀνάγκη
1388τῆς ἐκλογῆς ταύτης ἐκ τοῦ συνόλου τῶν διατάξεων αὐ-
1389τοῦ, σπευδουσῶν εἰς ταχεῖαν καὶ ἄμεσον λύσιν τῆς οὕτως
1390εἰσαγομένης κατηγορίας; Δὲν ἦτο πρόδηλον, ὅτι τὴν
1391ταχύτητα ταύτην ἐπιβάλλει καὶ τὸ συμφέρον τῆς Πολι-
1392τείας καὶ τὸ συμφέρον τῶν κατηγορουμένων προσώπων;
1393Ἐὰν δὲ, ὅπως ὡμολόγησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος,
1394οὐδὲ ἀνδρικὸν, οὐδὲ γενναῖον εἶναι, νὰ διατελῶσιν ὑπὸ κα-
1395τηγορίαν μέλη διαπρεπῆ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, τίς ἡ
1396ἀνάγκη, τὸν ἐρωτῶ, ἵνα μὴ γείνῃ σήμερον ἡ ἐκλογὴ, ἡ
1397ὁποία ταχύτερον θ’ ἀπαλλάξῃ τῆς θέσεως ταύτης τὰ
1398πρόσωπα ταῦτα; Ὑπάρχει λόγος τις, ἵνα μὴ προβῶμεν
1399ἀμέσως εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς; Ἄνευ τῶν ἐγερ-
1400θεισῶν ἀντιῤῥήσεων, ἡ ἐκλογὴ θὰ ἦτο ἤδη γεγονὸς τετε-
1401λεσμένον, χωρὶς ποσῶς νὰ παρακωλυθῇ ἐντεῦθεν ἡ εἰσα-
1402γωγὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν, ἐὰν ἔχωμεν καθῆκον
1403νὰ μὴ ἀφίνωμεν τοὺς συναδέλφους ἡμῶν ὑπὸ κατηγορίαν,
1404νομίζω, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο μᾶς ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀνα-
1405βάλωμεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἐκλέξωμεν τὴν ἐπιτροπὴν,
1406ἀφοῦ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν οὐδόλως ἐπι-
1407τρέπει τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκλογῆς.
1408Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προτά-
1409σεως, ἡ ὁποία ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς
1410ἐπιτροπῆς.
1411§72ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀφορμὴ πρὸς
1412τὴν διεξαγωγὴν τῆς μακρᾶς ταύτης συζητήσεως ἔδωκεν
1413ἡ ἐμὴ πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας ᾐτησάμην, ἵνα προηγηθῇ
1414πάσης ἄλλης ἐργασίας ἡ ἐκλογὴ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτρο-
1415πῆς, ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ὡς πρὸς τὸ συμ-
1416πέρασμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς
1417διετύπωσε δι’ ἰδίας προτάσεως. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι
1418ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ ἅμα τῇ ἀποφάσει
1419περὶ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτῆς.
1420Ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι σήμερον πρὸ πάσης ἄλλης ἐργα-
1421σίας ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπι-
1422τροπῆς. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
1423ἐπειγόμενος νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν, — καὶ τοῦτο
1424εἶναι ζήτημα πραγματικὸν, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτίμησις ἀφίε-
1425ται εἰς μόνον αὐτὸν, — εἶπεν, ὅτι ὡς πρῶτον ἀντικείμενον
1426τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ ἦναι αὔριον τὸ ζήτημα τῆς
1427ἐκλογῆς τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε
1428νὰ ἀρκεσθῇ ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ εἰς τὴν διαβεβαίωσιν αὐ-
1429τήν, διότι μεταξὺ τῆς σήμερον καὶ τῆς αὔριον δὲν μεσο-
1430λαβεῖ παρὰ ὀλίγων μόνον ὡρῶν διάστημα. Προκειμένου
1431λοιπὸν περὶ ὀλίγων μόνον ὡρῶν, φρονῶ ὅτι σπουδαία τις
1432βλάβη δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Οὐχ ἧττον, ἀφοῦ ἐξέ-
1433φρασα ἤδη τὴν γνώμην, ἡ ὁποία συμφωνεῖ πρὸς τὸ πόρι-
1434σμα τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, δὲν δύναμαι
1435ν’ ἀπομακρυνθῶ ταύτης ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ, διότι εἰς οὐδένα
1436ἐννοῶ νὰ δώσω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι φαίνομαι ἔστω
1437καὶ πόῤῥωθεν ἀσυνεπὴς πρὸς τὰς ἰδίας μου γνώμας. Διὰ
1438τοῦτο, μὴ ἐννοῶν ν’ ἀποδώσω κἀμμίαν πολιτικὴν ἔννοιαν
1439εἰς τὴν ψῆφον, ἡ ὁποία μετ’ ὀλίγον πρόκειται νὰ δοθῇ,
1440συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος διὰ
1441τοῦ πορίσματος, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν εἰς ἰδίαν πρότασιν,
1442ἐζήτησε νὰ προταχθῇ πάσης ἄλλης ἐργασίας ἡ ἐκλογὴ
1443τῆς ἐπιτροπῆς, δηλ. θὰ καταψηφίσω τὴν πρότασιν, διὰ
1444τῆς ὁποίας ζητεῖται νὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιο-
1445τίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1446§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
1447Ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως κατετέθησαν εἰς τὸ Προε-
1448δρεῖον δύο προτάσεις, ἡ μὲν παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς
1449καὶ Βοιωτίας κ. Μπουφίδου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ
1450ἀποφασίζει, ὅπως προβῇ πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας κατὰ
1451τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν εἰς τὰς πράξεις τὰς παρεπο-
1452μένας εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς περὶ κατηγορίας τῶν πρώην
1453Ὑπουργῶν». Ἡ δ’ ἑτέρα πρότασις ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ
1454Μεσσηνίας κ. Σάκκη, ἔχουσα ὡς ἀκολούθως: «Ἡ Βουλὴ
1455παραπέμπει τὴν γενομένην πρότασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν
1456διάταξιν».
1457§74Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παραπέμπει ἢ μεταβάλλει;
1458§75ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβαλε
1459μίαν πρότασιν προφορικῶς. Ἐμμένει εἰς τὴν πρότασιν
1460ἐκείνην, ναὶ ἢ ὄχι;
1461§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Πρόεδρος
1462τοῦ Ὑπουργείου φρονεῖ, ὅτι ἀνδρικὸν εἶναι νὰ φροντίζῃ τις,
1463ἵνα ἐκτελῶνται οἱ νόμοι τῆς Πολιτείας, ἐν τῇ ἐκτελέσει
1464δὲ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας κεῖται καὶ τὸ συμφέρον τῆς
1465πλειοψηφίας καὶ τὸ συμφέρον τῆς μειοψηφίας, ὡς κεῖται
1466ὡσαύτως καὶ τὸ συμφέρον τῆς χώρας. Νόμοι διὰ τὴν
1467Βουλὴν εἶναι τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμός. Ἡ Βουλὴ
1468ἔχει ποικίλα καθήκοντα, ἔχει καθήκοντα νομοθετικὰ, ἔχει
1469καθήκοντα ἐλεγκτικὰ, ἔχει καθήκοντα δικαστικὰ, πάντα
1470δὲ ταῦτα τὰ καθήκοντα ἐκπληροῖ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ
1471Κανονισμοῦ, ὅστις εἶναι ὁ νόμος αὐτῆς, καθ’ ἃ τὸ Σύν-
1472ταγμα ῥητῶς διατάσσει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ προσ-
1473διορίζει διὰ Κανονισμοῦ, πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθή-
1474κοντά της». Τὸ καθῆκον, περὶ τοῦ ὁποίου νῦν πρόκειται,
1475εἶναι καθῆκον δικαστικόν; εἶναι καθῆκον ἐλεγκτικόν;
1476Οἱονδήποτε καθῆκον καὶ ἂν ἦναι, θέλει λάβει τὴν αὐτὴν
1477τύχην, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσι πάντα τὰ ἔργα τῆς Βου-
1478λῆς καὶ πάντα τὰ καθήκοντα αὐτῆς. Ποία εἶναι ἡ τύχη,
1479τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν; Ὁ Κανονισμὸς διατάσσει, ὅτι
1480ἀναγράφονται ἐν ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ κατὰ τὴν σειρὰν
1481τῆς ἐγγραφῆς αὐτῶν συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται. Λοιπὸν
1482τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἤτοι ἡ ἐκλογὴ
1483τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀνακριτικῆς, ἤ, ἀκόμη ἀπώτερον, ἡ
1484πρότασις πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὡς ὁ
1485κ. Σιμόπουλος εἶπε, θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
1486τάξει. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία ἤθελεν ἐγγράψει αὐτὴν οὐχὶ ἐν
1487ταῖς πρώταις θέσεσι, τότε ἡ μειοψηφία ἂς ζητήσῃ τὴν
1488μεταβολὴν τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐὰν
1489ὅμως ἐγγράψῃ αὐτὴν ἐν ταῖς πρώταις θέσεσιν, οὐδεμία
1490θέλει δοθῆ ἀφορμὴ πρὸς συζήτησιν. Τὴν ἐπιοῦσαν θέλο-
1491μεν προβῆ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς.
1492§77ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1493§78Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐλάμβανον τὸν
1494λόγον ἐπὶ συζητήσεως παραταθείσης ὑπὲρ τὸ δέον· ἀλλὰ
1495μετὰ τὰς διαστάσεις, ἃς ἔλαβεν αὕτη, εἶναι ἀδύνατον νὰ
1496μὴ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν θεωριῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
1497Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅσα ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι
1498εἶπον περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουρ-
1499γῶν· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς
1500τὴν θέαν τοῦ μαστιγίου, τὸ ὁποῖον ὕψωσεν ὁ κ. Πρωθυ-
1501πουργὸς κατὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀδύ-
1502νατον νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1503ὅστις κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθαρῶς δικαστικῶν ἡμῶν
1504ἔργων μετὰ ὀλίγης συστολῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπρότεινε
1505ζήτημα ἐμπιστοσύνης!
1506Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ ἐξάψει τῇ
1507κομματικῇ, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην εἴμεθα μᾶλλον σῶμα
1508δικαστικὸν ἢ πολιτικόν. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς πρώτης στιγ-
1509μῆς κατελήφθη, οὐχὶ βεβαίως ὡς κριτὴς ἀπαθὴς, ὑπὸ
1510νευρικῆς ταραχῆς, ζητῶν τὴν ψηφοφορίαν καὶ τὴν ἀπαλ-
1511λαγήν του, οὐχὶ διὰ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ νομίμου, ἀλλὰ
1512διὰ τῶν ἀριθμῶν· δυσανασχετεῖ, διότι δὲν περατοῦται ἡ
1513δι’ αὐτὸν ὀχληρὰ συζήτησις. Δὲν εἶναι πλέον ἀρχηγὸς τῆς
1514Ἀντιπολιτεύσεως· εἶναι Πρωθυπουργός· δὲν εἶναι πλέον
1515ἁπλοῦς ἐκ Γόρτυνος ἀντιπρόσωπος, ἵνα ζητῇ εὐθύνας παρὰ
1516τῶν Ὑπουργῶν· εἶναι Πρωθυπουργὸς, καὶ ἔχει συμφέρον νὰ
1517κοιμηθῇ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, ὅπως καλύψῃ καὶ τὴν εὐθύ-
1518νην ἑαυτοῦ διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας θέλομεν τὸν ἐλέγ-
1519ξει μετ’ οὐ πολύ. Δὲν ἔχει συμφέρον νὰ καθιερωθῇ προη-
1520γούμενον κακὸν δι’ αὐτὸν περὶ εὐθύνης, ἀφοῦ οὐδὲν πλέον
1521προσδοκᾷ νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐκ τῆς προόδου κατηγορητη-
1522ρίου, κακῶς ἀρξαμένου. Ἐλησμόνησεν ὡς Πρωθυπουργὸς
1523τὰς θεωρίας καὶ τὰ δόγματα, δι’ ὧν ὑπεστήριζεν ἄλλοτε,
1524ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ τίθηται ζήτημα ἐμπιστοσύνης
1525ἐν πάσῃ στιγμῇ. Ἤρξατο σήμερον ἀντὶ πάσης συζητή-
1526σεως ζητῶν ψηφοφορίαν, καὶ κατέληξεν εἰς ζήτημα ἐμπι-
1527στοσύνης· ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ νὰ μάθῃ σπουδαίως, ὁποίαν ἔχει
1528πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην ἡ Βουλὴ, δὲν ἐρωτᾷ κάλλιον
1529τὴν συνείδησίν του; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἠδυνήθη μετὰ τὰς
1530γενομένας αὐτῷ παρατηρήσεις νὰ ἐννοήσῃ τὸ ἄτοπον τῆς
1531προτάσεώς του, ἣν ἀπεφάσισε νὰ τροποποιήσῃ, ὡς ὑπε-
1532βλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Σάκκη, ἡ πρόθεσίς του ὅμως ἐξεδη-
1533λώθη ἐπαρκῶς.
1534Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὴν πρότασιν ὡς
1535ὑπεβλήθη; δυνάμεθα νὰ τὴν ψηφοφορήσωμεν; Πῶς νὰ
1536παραπέμψωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν πρότα-
1537σιν, καὶ τοῦτο ἄνευ προθεσμίας, οὕτως ἀορίστως; Πῶς ὁ
1538κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ὑποβάλλεται καὶ εἰς τὸ γράμμα καὶ
1539εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, καθ’ ὃν
1540ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ ἀμέσως σήμερον περὶ τῆς
1541ἐκκρεμοῦς κατηγορίας οὕτως ἢ ἄλλως; Διατὶ νὰ μὴ ὁρι-
1542σθῇ τοὐλάχιστον, ὅτι πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας ἐν τῇ
1543συνεδριάσει τῆς αὔριον θέλει προβῆ εἰς ἔργον, ὅπερ, καὶ
1544ἐκ λόγων ἁβρότητος πρὸς συναδέλφους, καὶ ἐξ εὐπρεπείας
1545καὶ κατὰ τὰ νόμιμα καὶ κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα,
1546ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως; (Θόρυβος).
1547Τινὲς διακόπτοντές με θέλουσι ν’ ἀμφισβητήσωσιν, ὅτι
1548ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προὐκάλεσε τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ,
1549ἐὰν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτόν. Ἐγὼ ὅμως διαβεβαιῶ
1550τοὺς διακόπτοντάς με, ὅτι τὴν προφορικὴν πρότασιν περὶ
1551ἐμπιστοσύνης ἀναμφισβητήτως ὑπέβαλε, διότι καλῶς ἀντε-
1552λήφθην. Ἐὰν ἤδη μετενόησε, καλῶς ἔπραξεν· ἂς ἀρκεσθῇ
1553εἰς τὴν ἁπλῆν ψηφοφορίαν, ἀλλ’ ἂς μὴ ἀπατηθῇ ἐκ τῶν
1554ἀριθμῶν.
1555§79ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.
1556Ἔχω καθῆκον νὰ προσπαθήσω νὰ πείσω τὴν Βουλὴν νὰ
1557μὴ προβῇ εἰς ψηφοφορίαν τοιαύτης προτάσεως, διότι τοῦτο
1558θὰ ἦτο ἄντικρυς παραλογισμός. Ὑπέβαλον ῥητὴν πρότα-
1559σιν, καὶ παρακαλῶ τὸν προτείναντα τὴν ἑτέραν νὰ τὴν
1560ἀκούσῃ ἄλλην μίαν φορὰν (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλὴ
1561ἀποφασίζει, ὅπως προβῇ σήμερον εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς
1562ἐπιτροπῆς». Τί ἀπαντᾷ ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἀντιπροσωπεύων
1563τὰς ἰδέας τῆς πλειονοψηφίας, διὰ τῆς προτάσεώς του;
1564Προτείνει, ὅπως ἡ πρότασις τοῦ νὰ ἐκλεχθῇ ἡ ἐπιτροπὴ
1565σήμερον, παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ μὴ
1566παραδεχόμενος τοῦτο δὲν ἔχει ἢ νὰ καταψηφίσῃ τὴν πρό-
1567τασίν μου· ἀλλὰ τὸ νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ πρότασιν, διὰ
1568τῆς ὁποίας παραπέμπεται ἡ πρότασίς μου, περὶ τοῦ τί
1569δεῖ γενέσθαι σήμερον, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς
1570αὔριον ἢ τῆς μεθαύριον, εἶναί τι ἐντελῶς παράλογον. Ἑπο-
1571μένως δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη πρό-
1572τασις. Ἡ τύχη τῆς προτάσεώς μου εἰς ἐμὲ εἶναι γνωστή·
1573εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως τεθῇ τὸ ζήτημα, ἡ πρότασίς μου
1574δὲν θὰ γείνῃ δεκτή· ἀλλ’ ἔχω καθῆκον κατὰ τὴν στιγμὴν
1575ταύτην νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ
1576ψηφίσῃ πρότασιν, ἡ ὁποία εἰς μεταγενεστέρους χρόνους θὰ
1577παραστήσῃ τὸ Κοινοβούλιον γελοῖον.
1578§80ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καθῆκον πρώτιστον θεωρῶ, ὅπως ἀπο-
1579κρούσω τὴν μομφὴν, ἣν τῶν συναδέλφων τινὲς τῆς πτέρυγος
1580ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἠθέλησαν ν’ ἀποτεί-
1581νωσι κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, διότι ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν πα-
1582ρελθοῦσαν σύνοδον ἀνέβαλε τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ
1583τοῦ κατηγορητηρίου. Τὴν μομφὴν ταύτην, νομίζω, δὲν
1584ἔπρεπε ν’ ἀπευθύνωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Ὁ χρόνος,
1585καθ’ ὃν ἐνόμισαν οἱ ὑπογράψαντες τὸ κατηγορητήριον, ὅτι
1586ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωσι τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο τοιοῦτος,
1587ὥστε δὲν ἐπέτρεπε τὴν πλήρη λειτουργίαν τοῦ νόμου περὶ
1588εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν προθεσμιῶν αὐτοῦ· ἡ Βου-
1589λὴ εὑρέθη εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ προβῇ εἰς ματαίαν πρᾶ-
1590ξιν, οὐδεμίαν ἔχουσαν συνέπειαν, ἢ νὰ ἀναβάλῃ, ἵν’ ἀπο-
1591φανθῇ ἐν χρόνῳ καταλλήλῳ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι τὰς
1592τελευταίας ἡμέρας τῆς λήξεως τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς ὑπε-
1593βλήθη τὸ κατηγορητήριον. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν
1594Ὑπουργῶν ἔταξεν, ὅπως ἐντὸς τῆς συνόδου καὶ ὑπὸ ὡρισμέ-
1595νην προθεσμίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ κατηγορη-
1596τηρίου· ἀλλ’ ὑπῆρχε χρόνος πρὸς τοῦτο; Ὄχι. Ἑπομέ-
1597νως τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἦτο σοβαρόν· πρώτιστον
1598δὲ καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι, νὰ ἦναι σοβαρά. Ἐὰν τότε
1599ἐξελέγετο ἐπιτροπὴ, τὸ ἔργον θὰ ἦτο μάταιον, σήμερον θὰ
1600ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐκλέξωμεν νέαν. Ὥστε εἰς μάτην
1601ἡ μομφὴ κατὰ τῆς πλειοψηφίας.
1602Σήμερον ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον της
1603καὶ προβῇ εἰς ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς. Βεβαίως οὐδεὶς, εἶναι δυ-
1604νατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι δέχεται νὰ ἔχῃ συναδέλφους, καὶ
1605μάλιστα διαπρεπεῖς, ὑπὸ κατηγορίαν ἐπ’ ἀόριστον χρό-
1606νον, ὅπως κερδοσκοπήσῃ ἡ πλειοψηφία ἐκ τῆς τοιαύτης
1607ἀναβολῆς· οὔτε παραδέχομαι, ὅτι πρέπει ἡ πρότασις τοῦ
1608ἀξιοτίμου συναδέλφου νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν
1609διάταξιν, ἄνευ προσθήκης ὡρισμένου χρόνου. Τοῦτο δὲν δέ-
1610χομαι. Φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον
1611ἔχει νὰ ἀκούσῃ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑποβάλλοντος τὸν
1612προϋπολογισμόν· διότι καὶ αἱ ἐπερωτήσεις εἶναι δικαίωμα
1613συνταγματικόν, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ
1614καὶ τῶν νομοθετημάτων εἶναι πρώτιστον δικαίωμα καὶ
1615καθῆκον τῶν Ὑπουργῶν.
1616Ἑπομένως νομίζω καλὸν νὰ ταχθῇ μία προθεσμία εἰς
1617τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ προτείνω τὴν ἑξῆς πρότα-
1618σιν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, ὅπως αὔριον
1619πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς
1620ἐπιτροπῆς, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
1621Κράτους.»
1622Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ ζήτημα
1623τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, οὐδ’ ἐννοεῖ τοιοῦτον
1624ἡ Κυβέρνησις, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐδείχθη, ὅτι ἀρκετὰ
1625ἄφθονος ἦτο ἡ πλειοψηφία, ἧς ἔτυχε κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ
1626Προέδρου, οὔτε εἶναι ἑτοίμη ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ σήμερον
1627περὶ ἐμπιστοσύνης. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ἐκ τῆς πλειονοψη-
1628φίας, ὅτι ἔχω ἄμετρον τὴν περιέργειαν νὰ ἀκούσω τὴν ἔκ-
1629θεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τὰ ὑποβληθησόμενα
1630νομοσχέδια, ἅτινα ἀναμένει ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός,
1631ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλεν ἐνταῦθα μὲ ὡρισμένον πρόγραμμα
1632καὶ ὡρισμένας ἀρχάς.
1633Κρίσις δεινὴ οἰκονομικὴ μαστίζει τὸν τόπον· τὸ κυκλοφο-
1634ροῦν χαρτονόμισμα ἐξηυτελίσθη καὶ ἐξευτελίζεται σοβα-
1635ρῶς, ἡ δὲ ἀπόκτησις τοῦ ἄρτου κατήντησε ζήτημα ἐπώ-
1636δυνον πρὸ πάντων διὰ τὸν ἐργατικὸν πληθυσμὸν καὶ τοὺς
1637ἐκ τοῦ μισθοῦ των ἀναμένοντας νὰ ζήσωσι. Πάντες ἀνα-
1638μένουσι νὰ ἴδωσιν, ἂν ὁ προϋπολογισμὸς συνδέηται καὶ
1639ἀνταποκρίνηται πρὸς τὰς ἐλπίδας τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους.
1640Πέρυσιν ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμε-
1641νον χρόνον, ἵνα φέρῃ μεταβολὰς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
1642καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
1643Τοῦτο θέλει πράξει σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργός, αὔριον
1644δὲ πρὸ πάσης συζητήσεως προβαίνομεν εἰς τὴν ἐκλογὴν
1645τῆς ἐπιτροπῆς.
1646§81ΣΑΚΚΗΣ. Ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν, ἣν ἠκούσατε, δὲν
1647ἐνόουν νὰ ἀναβληθῇ ἐπ’ ἀόριστον ἡ ἐκλογὴ τῆς ἀκυρω-
1648τικῆς ἐπιτροπῆς. Ἠκούσατε δὲ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1649ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον θέλει εἶσθαι ἡ ἐκλογὴ αὕτη. Ἡ
1650πρότασίς μου πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει. Ὁ κ. Πρόεδρος
1651ἔχει δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῇ
1652συναινέσει τῆς Βουλῆς, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤ-
1653ῥησις, ὅπως πρῶτον ἀντικείμενον τεθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
1654τάξει τῆς αὔριον ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς.
1655§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη καὶ τρίτη πρότασις, ἡ τοῦ κ.
1656Ζυγομαλᾶ, ἣν ἠκούσατε. Ἐκ τῶν τριῶν ἀπωτέρα εἶναι ἡ
1657τοῦ κ. Σάκκη, ὅτι ἡ Βουλὴ παραπέμπει τὴν γενομένην
1658πρότασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1659§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Αὐτὴν τὴν
1660στιγμὴν δὲν ὑπάρχει ἡμερησία διάταξις. Κατὰ τὸ τέλος
1661τῆς συνεδριάσεως ὁ κ. Πρόεδρος θέλει συντάξει τὴν ἡμε-
1662ρησίαν διάταξιν. Αὔριον θέλει δημοσιευθῇ ἡ ἡμερησία διά-
1663ταξις, καὶ ἂν δὲν ἦναι ἀναγεγραμμένη ἐν αὐτῇ ἡ πρότασις,
1664περὶ ἧς πρόκειται, ἐν τῇ οἰκείᾳ θέσει, δύνανται οἱ νῦν συ-
1665ζητοῦντες νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν
1666μεταβολήν. Τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφα-
1667σίσωμεν περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐγ-
1668γραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀφοῦ ἡ ἡμερησία διάτα-
1669ξις δὲν ὑπάρχει.
1670§84ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡμεῖς προτείνομεν, ὅπως σήμερον προβῇ
1671ἡ Βουλή. Εἶναι ζήτημα τάξεως.
1672§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἀντιβαίνει εἰς τὸν
1673Κανονισμόν.
1674§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ
1675κ. Σάκκη.
1676§87ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ πρότασις καταψηφι-
1677σθῇ, ἐπὶ τῶν λοιπῶν προτάσεων δὲν θὰ γείνῃ ψηφοφορία.
1678Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν κάλλιστα τὴν σημασίαν τῆς προτάσεως,
1679εἰς ἣν καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ. Καὶ διὰ τοῦτο,
1680καίπερ θεωροῦντες ὡς ἀπωτέρας τὰς ἄλλας, οὐδόλως ἀντιλέ-
1681γομεν νὰ μὴ τὴν θέσητε εἰς ψηφοφορίαν πρώτην. Δύναν-
1682ταί τινες νὰ κρύπτωνται ὄπισθεν τοῦ δακτύλου των, ἡμεῖς
1683ὅμως τὸ θεωροῦμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ἄλλως θὰ ἐζη-
1684τοῦμεν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζυγο-
1685μαλᾶ, διότι ἔχει πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ οὐδόλως
1686ἀντιτιθέμεθα, ἀφοῦ τοιαύτην ἀποδίδομεν ἔννοιαν, εἰς τὴν
1687πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν
1688ὑπέβαλεν ὁ κ. Σάκκης.
1689§88ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει, φρονῶ, νὰ ὑπάρχῃ ἡ
1690ὑπόνοια, ἣν ἐξέφρασεν ὁ προλαλήσας, ὅτι εἰς τοιαῦτα ζη-
1691τήματα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμιγνύωνται ἰδέαι ἐμπιστο-
1692σύνης πολιτικῆς. Καὶ ποῖον δικαίωμα ἔχει ὁ κ. Βουλευ-
1693τὴς νὰ χαρακτηρίζῃ τοιαύτην τὴν ὑποβαλλομένην πρό-
1694τασιν, ὡς ζήτημα δηλαδὴ ἐμπιστοσύνης; Ἐὰν θέλητε νὰ
1695θέσητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, σεῖς ὀφείλετε νὰ φέρητε τοι-
1696αύτην πρότασιν. Ἀλλ’ εἶναι αὐθαίρετον νὰ λέγητε, ὅτι
1697ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις εἶναι πρότασις ἐμπιστοσύνης,
1698ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐκτελεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δικαστικὰ κα-
1699θήκοντα.
1700Ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν ἐδήλωσεν, ὅτι πρῶτον
1701ἀντικείμενον εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ κατηγορητηρίου, ἀλλὰ
1702περιώρισε τὴν ἰδέαν του εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει νὰ
1703ἀκούσῃ πρότερον τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1704Πρόκειται δὲ περὶ καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀδιά-
1705φορον, ἂν ἐν τῇ καταθέσει γίνηται συζήτησις. Τοῦτο εἶ-
1706ναι κατάχρησις, ἥτις δυστυχῶς εἰσήχθη, διότι γίνεται
1707συζήτησις, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ διαδικασία. Πρόκειται
1708λοιπὸν περὶ ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ πᾶσα
1709ἄλλη πρὸ αὐτοῦ συζήτησις εἶναι πρόωρος.
1710§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν.
1711Ἡ πρότασις τοῦ κ. Σάκκη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ
1712παραπέμπει τὴν γενομένην πρότασιν εἰς τὴν ἡμερησίαν
1713διάταξιν».
1714Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδε-
1715χόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1716(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
1717ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν βουλευ-
1718τῶν κ. κ. Π. Σάκκη καὶ Κωνστ. Ἀργασάρη Λομ-
1719βάρδου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφο-
1720φορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1721Λ. Δεληγεώργης ΝΝ. Ζῶτος Ν
1722Δ. Χατζόπουλος ΝΝ. Φαρμάκης
1723Νικ. Δ. Μακρῆς ΝΔημ. Πετρίδης Ν
1724Χ. Τρικούπης ΟΣπ. Νοταρᾶς Ν
1725Δημ. Σ. Βουλπιώτης ΟΓ. Φαρμακόπουλος Ν
1726Γεώργ. Σισμάνης Ἀναστ. Δημητριάδης Ο
1727Ἀθ. Ἴσκος ΝΔημ. Οἰκονόμου Ν
1728Μ. Ἰατρίδης ΝἸω. Δεληγιάννης Ο
1729Ἀγ. Γεωργαντᾶς Α. Ἀγάθος Ν
1730Ἡλίας Ποταμιάνος ΟΕ. Μπασιᾶς Ν
1731Εὐστ. Τουρνάκης ΟΣ. Φορέστης Ν
1732Θ. Π. Δηλιγιάννης ΝΝ. Βαλσαμάκης Ν
1733Θ. Β. Δηλιγιάννης ΝΙ. Βρυώνης Ν
1734Π. Μανέτας ΟἈναστ. Ζερβὸς Ν
1735Α. Σακελλαρόπουλος ΝΠ. Μαυροκέφαλος Ν
1736Χρ. Χρηστόπουλος ΝΓ. Μπούμπουλης
1737Φίλιπ. Βάρβογλης ΝΑ. Μαυρογορδάτος Ν
1738Κ. Κωνσταντόπουλος ΟΓ. Κόρπας Ν
1739Θ. Πέῤῥος ΝΝ. Συνοδινὸς
1740Ἡλίας Φλέσσας ΝΚ. Ἀργυρόπουλος Ο
1741Εὐθ. Σπυράκης ΝΠ. Ταταράκης Ν
1742Κ. Κατσικόπουλος ΝΓ. Μαυρομαρᾶς
1743Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝΟ. Μαῦρος Ν
1744Κ. Καραπάνος Κ. Νεγρεπόντης Ν
1745Γεώργ. Παχὺς ΟΜ. Δαμιράλης Ν
1746Α. Ζυγομαλᾶς ΟΔ. Γαβαλᾶς
1747Ν. Λεβίδης ΝΣ. Παγανέλης Ν
1748Δημ. Ράλλης ΟΚυρ. Μαυρομιχάλης Ν
1749Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΝΠ. Πετροπουλάκης Ν
1750Ἀλ. Σκουζὲς ΟΓ. Μαυρομιχάλης Ν
1751Ἀλ. Ρετσίνας Κ. Κοσσονάκος
1752Ἀνδρ. Συγγρὸς ΟΚ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
1753Στεφ. Δραγούμης ΟΚ. Σαλταφέρος Ν
1754Ἀλ. Ψύλλας ΟΓιαννοῦτσος ΜαυρομιχάληςΟ
1755Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΣ. Κοπανίτσας Ο
1756Ν. Φιλάρετος ΟΝ. Βαρβιτσιώτης
1757Ν. Μπουρίδης ΟΓ. Φιλάρετος Ο
1758Τρύφων Μουτσόπουλος ΝΝ. Σχινᾶς Ν
1759Ἀχιλ. Χοϊδᾶς Ι. Φίλιος Ν
1760Δ. Παπαγιαννακόπουλος ΟΙ. Παπαδόπουλος
1761 Ν. Ριζόπουλος
1762Δ. Πετραλιᾶς ΝΝ. Γεωργιάδης Ν
1763Ν. Πετιμεζᾶς Ν. Κοκωσλῆς
1764Δ. Σταμάτης ΝΔ. Οἰκονομίδης Ν
1765Δ. Παναγιωτόπουλος ΝΜ. Δάλλας Ν
1766Α. Γεροκωστόπουλος ΝΠ. Ζαρίμπας Ν
1767Ν. Κουμανιώτης ΟΚ. Κουμουνδοῦρος Ν
1768Δ. Παυλόπουλος ΝΑ. Χρηστόπουλος
1769 Π. Σάκκης Ν
1770Δ. Σπηλιάδης ΝΚ. Φλέσσας Ν
1771Α. Ζαΐμης ΝΠ. Καπετανάκης Ν
1772Ι. Ζωγράφος ΝΚ. Δαγρὲς Ν
1773Α. Κοντόσταυλος ΟΕ. Κοκκέβης Ν
1774Α. Πετσάλης ΝΝ. Μισυρλῆς Ν
1775Π. Γαζέπης ΝΠ. Πεῤῥωτὴς Ν
1776Π. Λεβέντης Δ. Λυμπερόπουλος Ν
1777Θ. Φλογαΐτης ΝΣ. Σωτηρόπουλος Ο
1778Δ. Χατζηνικολῆς ΝΧ. Κανελλόπουλος
1779Γ. Καραβᾶς Ν
1780Λ. Ρώμας Σ. Χατζηγάκης Ν
1781Ρ. Ρώμας ΝΔ. Τερτίπης Ν
1782Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟΒ. Ἀζᾶς Ν
1783Δ. Στεφάνου ΟΑ. Βασιαρδάνης Ν
1784Ι. Σέχος ΝΣ. Γεωργόπουλος
1785Γ. Θεοτόκης Γιαννούσης Τάκης Ν
1786Ε. Τσαρλαμπᾶς ΝΝ. Ταρμπάκης Ν
1787Δ. Καποδίστριας Ι. Παλάσκας
1788Π. Κωνσταντᾶς Ν. Τσαμαδὸς Ο
1789Π. Βαλαωρίτης ΟΘ. Γκίκας Ο
1790Ἀλκίνοος Ζερβὸς Α. Σιμόπουλος Ο
1791Ν. Χατζῖσκος ΟΚ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
1792Α. Εὐταξίας ΝΠ. Σκουμπουρδῆς
1793Κ. Τράκας Ν
1794Α. Μαρλᾶς ΝΚανάρης Ν
1795Ν. Κοντογιάννης Ν
1796§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 117. Ἐκ τούτων
179783 εἶπον Ναὶ καὶ 34 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις
1798ἐγένετο δεκτή.
1799Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
1800§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν
1801σύνοδον ταύτην ἀληθῶς δὲν ἐτηρήθησαν τὰ πρὸ ἀμνη-
1802μονεύτων χρόνων κατὰ πᾶσαν σύνοδον τηρούμενα. Κατὰ
1803τὰς συνόδους ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν κηρύσσεται ἡ
1804ἔναρξις τῆς Βουλῆς διὰ Βασιλικοῦ λόγου, ἡ πρώτη ἐργα-
1805σία, τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται, εἶναι ἡ ἀκρόα-
1806σις τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον προβάλλουσιν οἱ
1807Ὑπουργοί, καὶ τῆς εἰσηγήσεως, τὴν ὁποίαν ποιοῦνται
1808κατατιθέντες αὐτόν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην ἡ
1809Βουλὴ ἠκροάσθη ἐπὶ δύο καὶ πλέον ὥρας συζητήσεως ζη-
1810τήματος παρεμβληθέντος, ἂν καὶ ἡ ὥρα δὲν εἶχεν ἐλθεῖ
1811ἀκόμη. Καὶ εἶναι μὲν εὔλογος ἡ ἀνυπομονησία ἐκείνων,
1812τοὺς ὁποίους τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφεώρα ἀπ’ εὐθείας, διότι
1813συμφέρον ἔχουσι νὰ ἐπιθυμήσωσιν, ὅπως τεθῇ τέρμα εἰς τὴν
1814γνωστὴν ὑπόθεσιν, ἥτις ἤρξατο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
1815σύνοδον, ἀλλὰ τὸ συμφέρον αὐτῶν καὶ τὸ ἕνεκα τούτου δι-
1816καίωμα ὤφειλον νὰ ὑποτάξωσιν εἰς τοὺς κανόνας τοῦ Κοι-
1817νοβουλίου, καὶ νὰ μὴ ζητήσωσι νὰ ἀποτρέψωσι τὴν Βου-
1818λὴν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐργασθῇ κατὰ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους
1819τὸ Σύνταγμα ἔταξεν εἰς αὐτήν.
1820Ἀρχόμενος δὲ τῆς καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ
1821τῆς εἰσηγήσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι, χρεω-
1822στῶ νὰ μὴ παραλείψω παρατήρησιν, ἥτις πρὸ μικροῦ
1823ἐγένετο ὑπό τινος ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ φίλου μου,
1824τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Χατζοπούλου. Ὁ κ. Χα-
1825τζόπουλος ἰσχυρίσθη, ὅτι, ὅταν εἰσάγηται ὁ προϋπολογι-
1826σμός, οὐδεὶς πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται λόγος ἐπὶ τῆς εἰσηγή-
1827σεως τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ γενομένης πρὸς τὴν Βουλήν,
1828ἔκρινε δὲ πᾶσαν περὶ τούτου ὁμιλίαν καὶ συζήτησιν ἄτο-
1829πον, ὡς ἀντιβαίνουσαν εἰς τοὺς κανόνας τοὺς κοινοβου-
1830λευτικούς. Δὲν θέλω νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον
1831συνάδελφον νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὀφείλω
1832ὅμως νὰ δηλώσω, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην.
1833Ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι, ἐὰν παρατηρηθῇ ὅτι ἐν τῇ εἰ-
1834σηγήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ γίγνονται ἀφηγήσεις μὴ
1835ἀκριβεῖς, ἢ ἀνακοινοῦνται συμβεβηκότα μὴ ἀληθῆ, ἢ προ-
1836βάλλονται συλλογισμοὶ καὶ εἰκασίαι ἀβάσιμοι, πᾶν μέλος
1837τοῦ Κοινοβουλίου καθῆκον ἔχει νὰ φέρῃ ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ τῶν
1838ἀνακοινώσεων τούτων, αἵτινες εἰσέφρυσαν κατὰ τὴν εἰσήγη-
1839σιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ μὴ
1840ἀφήσῃ τὴν Βουλὴν ἐν τῇ πλάνῃ, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ μὴ
1841ἀκριβεῖς ἀνακοινώσεις, ἢ αἱ πεπλανημέναι ἀφηγήσεις, δύ-
1842νανται νὰ παρασύρωσιν αὐτήν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ εὐχαρί-
1843στως θέλω δεχθῆ, εὐθὺς ὡς καταβῶ τοῦ βήματος, πᾶσαν
1844ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πραγματικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα
1845θέλω ἀνακοινώσει, ἢ ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους θέλω
1846ἀναφέρει πρὸς τὴν Βουλήν.
1847Ἑπτάμηνον ὁλόκληρον παρῆλθεν ἀφ’ ἧς εἶχον κλεισθῆ
1848αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ κατὰ τὸ ἑπτάμηνον τοῦτο
1849τὸ Ὑπουργεῖον ἔμεινε κυβερνῶν καὶ διοικοῦν ἄνευ τῆς ἀμέ-
1850σου ἐπιτηρήσεως καὶ τοῦ ἀμέσου ἐλέγχου τοῦ Κοινοβου-
1851λίου. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ
1852καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον, εὐθὺς ὡς συνῆλ-
1853θεν ἡ Βουλὴ, νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ μὲν τὸν προϋπολο-
1854γισμὸν, κατὰ τὴν συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ
1855νὰ ὠφεληθῇ τῆς εὐκαιρίας, ἵνα ποιήσηται εἰς τὴν Βουλὴν
1856τὰς ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας νομίζει προσῆκον νὰ ποιή-
1857σηται περὶ τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐ-
1858τῆς, διότι τοιουτοτρόπως θέλει προκαλέσει ἐπὶ τῶν συμ-
1859βεβηκότων τούτων τὸν ἔλεγχον, ἐὰν ἤθελον παραλίπει
1860τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐπιλάβωνται τοῦ ἐλέγχου
1861καὶ τῆς ἐρεύνης αὐτῶν.
1862Ἀνατρέχων λοιπὸν κατὰ τὸ ἑπτάμηνον τοῦτο διά-
1863στημα, καὶ ζητῶν νὰ ἀνεύρω ἐν αὐτῷ συμβεβηκότα, τὰ
1864ὁποῖα προσῆκέ μοι νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εὑρί-
1865σκω τοιαῦτα ἄξια ἰδίας μνείας καὶ ἰδίας ἀναλύσεως καὶ
1866ἀναπτύξεως, ἤθελον δὲ δυνηθῆ νὰ χαρακτηρίσω τὸ ἑπτά-
1867μηνον τοῦτο διάστημα ὡς αἰσίως διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ
1868ἔθνους διαῤῥεῦσαν, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο δυστύχημα, γνωστὸν
1869ἤδη, ἐπισκῆψαν ἐπὶ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν. Τὸ Ἑλ-
1870ληνικὸν ἔθνος καὶ ἐκ χαρακτῆρος καὶ ἐξ ἱστορίας ἔχει
1871ἀπόφασιν νὰ τελῇ πάντοτε συνδεδεμένον μετὰ τῆς Βασι-
1872λικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως φυσικὸν εἶναι νὰ μετέχῃ καὶ τῆς
1873εὐφροσύνης καὶ τῆς λύπης, ὅταν τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον τῶν
1874αἰσθημάτων τούτων κρατῇ ἐν τῇ Βασιλικῇ οἰκογενείᾳ.
1875Τὸ ἐπελθὸν κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ ἔτους τούτου
1876δυστύχημα κατέθλιψε τὴν οἰκογένειαν τοῦ Βασιλέως, ἑπόμε-
1877νον δ’ ἦτο τῆς θλίψεως ταύτης νὰ μετάσχῃ τὸ ἔθνος, ὅπερ
1878ἔσπευσε νὰ ἐκδηλώσῃ αὐτὴν διὰ ζωηροτάτων τρόπων.
1879Ἐπειδὴ δὲ περὶ συμφορῶν τοιούτων ὁ λόγος, μοὶ προσήκει
1880ὡσαύτως νὰ μὴ λησμονήσω, ὅτι ἀνήκω εἰς τὸ σῶμα τοῦτο,
1881καὶ νὰ ἀναμνησθῶ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ διάστημα
1882τοῦτο προσήνεγκεν εἰσφορὰν ἐπώδυνον. Δύο μέλη τοῦ Κοι-
1883νοβουλίου, ὁ βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος κ. Πετρόπουλος
1884καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Σπετσῶν κ. Γουδῆς, ἀπῆλθον τοῦ
1885κόσμου τούτου.
1886Ἐκτὸς τῶν δυστυχῶν τούτων συμβεβηκότων, μοὶ ὑπο-
1887λείπεται νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν μεταβολήν τινα,
1888ἐπελθοῦσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἓν τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουρ-
1889γείου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυ-
1890μίαν νὰ παραιτηθῇ, καὶ ἐν τῇ δηλώσει ταύτῃ ἐπέμεινε,
1891καίτοι πολλὰς προτροπὰς καὶ παρακλήσεις οἱ συνάδελφοι
1892αὐτοῦ τῷ ἀπηύθυναν. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προέβαλεν ὁ
1893κ. Καραπάνος, ἐμμείνας εἰς τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀποχωρήσῃ
1894τοῦ Ὑπουργείου, ἦτο ἡ διαφορὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν
1895εἶχεν ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν
1896τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξεδήλωσαν
1897αὐτῷ. Ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐπήνεγκε τροποποίησιν καὶ μετα-
1898κίνησιν τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν, καὶ ἐνῷ, ὅταν ἡ Βουλὴ
1899ἀπῆλθεν, ἀφῆκεν ἡμᾶς διευθύνοντας ἄλλα Ὑπουργεῖα,
1900συνελθοῦσα προχθὲς καὶ σήμερον, εὑρίσκει ἡμᾶς διευθύ-
1901νοντας ἄλλα.
1902Εἰς ἐμὲ δὲ ἰδίως ἦτο ἀληθῶς δυσάρεστος ἡ ἀνάγκη, ἡ
1903ἐπιβληθεῖσά μοι, νὰ ἀναλάβω τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονο-
1904μικῶν. Τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν πεποίθησιν
1905πάντων, ἀνεγνωρίσθησαν ὡς δεόμενα βελτιώσεων, αἱ δὲ
1906βελτιώσεις τῶν οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἐπιγίνωνται μετὰ
1907ἔρευναν καὶ μελέτην ἐπισταμένην, ἥτις νὰ παράγῃ τὴν πε-
1908ποίθησιν, ὅτι αἱ προτεινόμεναι μεταβολαὶ θέλουσι παραγά-
1909γει ὠφέλιμα ἀποτελέσματα, συμφώνως μὲ τὴν συνείδησιν,
1910καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν προτεινόντων αὐτὰς, ὅταν οὗτοι,
1911ὑπηρετοῦντες τὸ Κράτος, ἁμιλλῶνται νὰ προσφέρωσιν εὐ-
1912συνειδήτους εἰς αὐτὸ ὑπηρεσίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι
1913βραχὺς μοὶ ὑπελείπετο χρόνος, ἀπὸ τῆς παραιτήσεως τοῦ
1914συναδέλφου μου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἵνα ἐγκύψω εἰς τὴν
1915μελέτην τῶν λεπτομερειῶν καὶ καταναγνώσω μετ’ ἐπιστα-
1916σίας οὐ μόνον τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ τὰς βελ-
1917τιώσεις, τὰς ὁποίας προσήκει νὰ προτείνω εἰς τὴν νομο-
1918θετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βου-
1919λήν, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἦτο βραχὺς ὁ χρόνος, τὸ ἐμὸν θάῤ-
1920ῥος ἤθελεν εἶσθαι πάντοτε περιωρισμένον, καὶ μετὰ δει-
1921λίας ἤθελον προβάλει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν μετα-
1922βολὰς, ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἑκάστη μεταβολὴ δύ-
1923ναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς δοκιμή. Αἱ δοκιμαὶ, ἐὰν δὲν
1924ἤθελον ἐπιτύχει, πιθανὸν νὰ ἐπιφέρωσι μείωσιν τῶν δημο-
1925σίων ἐσόδων· ἀλλ’ ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον διανύομεν, δὲν εἶ-
1926ναι χρόνος δοκιμῶν, διότι ἐλαχίστη μείωσις τῶν ἐσόδων
1927τοῦ δημοσίου ταμείου ἤθελεν ἐντείνει τὴν οἰκονομικὴν δυσ-
1928φορίαν, ἥτις κατέλαβε τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, καὶ ἥτις
1929ἐξετάθη, ὡς ἦτο ἑπόμενον, καὶ ἐπὶ τῶν ἐν τῇ ἐμπορίᾳ
1930ἐκτεθειμένων ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης ἑλληνικῶν
1931ἀξιῶν.
1932Ὁμολογῶ, ὅτι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εἶχον τὴν γνώμην,
1933ὅτι ἡ πρώτη τῶν ἀπαιτουμένων βελτιώσεων τῶν οἰκονο-
1934μικῶν τοῦ Κράτους εἶναι ἡ μείωσις τῶν ἐξόδων αὐτοῦ μέχρι
1935τῶν ὁρίων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελε κινδυνεύσει ἡ διοί-
1936κησις καὶ ἡ ἄλλη κοινωνικὴ οἰκονομία τῆς χώρας· πολλά-
1937κις δὲ συζητῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, δὲν
1938παρέλιπον νὰ συμβουλεύσω εἰς τοὺς τότε κυβερνῶντας, ὅτι
1939πρέπει νὰ μὴ παραλείπωσι τὸ σύστημα τῆς ἐλαττώσεως
1940τῶν ἐξόδων, ἐφ’ ὅσον τοῦτο δύναται νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὰ
1941συμφέροντα τῆς διοικήσεως, ἢ μὲ τὰ ἄλλα συμφέροντα τῆς
1942κοινωνίας ἢ τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐὰν ἤθελον ἀναδράμει εἰς
1943τὸ παρελθόν, καὶ ἐξετάσει πᾶσαν τὴν ἐννεαετίαν, ἥτις
1944ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦδε διέῤῥευσε, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν
1945ἐκυβέρνησαν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, πλὴν δωδεκαμήνου δια-
1946στήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνεκόπη, ὡς οὗτοι ἐνασμενί-
1947ζονται νὰ λέγωσιν, ἡ πολιτικὴ πορεία αὐτῶν ὑπὸ τῶν
1948ἐκλογῶν τῆς 7 Ἀπριλίου, θέλω πραγματικῶς ἀνεύρει, ὅτι
1949κατὰ τὸ δωδεκάμηνον ἐκεῖνο διάστημα τοῦ χρόνου, κατὰ
1950τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησαν οἱ ὑπὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 7 Ἀπρι-
1951λίου ἐνδειχθέντες, ἐφηρμόσθη ἡ θεωρία αὕτη τῆς τότε Ἀντι-
1952πολιτεύσεως, καὶ ἐσταμάτησεν ὁ ῥοῦς τῶν δαπανῶν καὶ
1953τῶν αὐξήσεων· ὅτε δ’ ἐπανῆλθον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν
1954μετὰ τὸ δωδεκάμηνον εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐν πολλοῖς ἠκολού-
1955θησαν τὰς γνώμας τῶν κατὰ τὸ δωδεκάμηνον ἐκεῖνο κυ-
1956βερνησάντων, καὶ δὲν ἠμέλησαν πλέον νὰ ἐπενέγκωσιν ἐλατ-
1957τώσεις εἰς τὰ ἔξοδα. Ταῦτα ἴσως προσήκει νὰ ἀποδείξω,
1958καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν ποιήσωμαι ἔναρξιν τῆς εἰσηγήσεως τοῦ
1959προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, θέλω ἐξετάσει τοὺς προϋπο-
1960λογισμοὺς ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων κατὰ πᾶσαν τὴν μνη-
1961μονευθεῖσαν περίοδον τοῦ χρόνου, κατ’ ἀμφότερα τὰ στά-
1962δια, τό τε ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885 καὶ τὸ ἀπὸ τοῦ
19631886 μέχρι τοῦ 1890, καὶ δι’ ἀριθμῶν θέλω πείσει τὴν
1964Βουλήν, ὅτι πάνθ’ ὅσα περὶ τούτων ἔλεγον, δὲν ἦσαν λόγοι
1965κενοὶ, ἀλλὰ πορίσματα μελέτης καὶ ἐρεύνης.
1966Καὶ ἐφαρμόζοντες τὴν τακτικὴν ταύτην τῆς ἐλαττώ-
1967σεως τῶν ἐξόδων ἠδυνήθημεν ἄνευ περιορισμοῦ τῶν μέσων,
1968τῶν ὁποίων χρῄζει ἡ διοίκησις, ἄνευ μεταβολῆς τῶν ὅρων,
1969ὑπὸ τοὺς ὁποίους λειτουργεῖ ἡ ἐργασία τῶν ἀτόμων ἢ τὸ
1970δημόσιον ταμεῖον, ἠδυνήθημεν, λέγω, νὰ ἐπενέγκωμεν ἐλατ-
1971τώσεις ἀξίας λόγου, τῶν ὁποίων τὸ ὁλικὸν ποσὸν δύναμαι
1972νὰ σᾶς ἀναφέρω. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 εἶχε προσ-
1973διορίσει τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς δραχμὰς 100,411,479
1974καὶ 40/00, ἀλλὰ διὰ πιστώσεων ἀναπληρωτικῶν καὶ
1975ἐκτάκτων, περὶ τῶν ὁποίων θέλω προβάλει εἰς τὴν Βου-
1976λὴν εἰδικὰ νομοσχέδια, προσετέθησαν εἰς τὰ διὰ τὸ 1891
1977προϋπολογισθέντα ἔξοδα τοῦ Κράτους 1,261,792.83, καὶ
1978ἑπομένως τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 ἀνέ-
1979βησαν εἰς 101,673,272.23· ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως τοῦ
19801892, τὸν ὁποῖον εἰσάγω, προσδιορίζει τὰ ἔξοδα τοῦ Κρά-
1981τους εἰς 98,552,760.22, ἑπομένως ἐν αὐτῷ ἐπιτυγχάνε-
1982ται ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων κατὰ 3,120,512.01. Ἐλπίζω,
1983ὅτι δὲν θέλει γεννηθῆ ἐν τῇ συνειδήσει τινὸς ἐξ ὑμῶν
1984δισταγμὸς, ὅτι ἐν τῇ προβλέψει καὶ τῷ κανονισμῷ τῶν
1985ἐξόδων δὲν ἐπεστήθη ἡ ὀφειλομένη πρόνοια, καὶ ὅτι ἑπο-
1986μένως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892
1987θέλουσι προκύψει ἀνάγκαι, πρὸς πλήρωσιν τῶν ὁποίων
1988οἱ κυβερνῶντες θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ ζητήσωσι παρὰ
1989τῆς Βουλῆς ἐκτάκτους ἢ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις. Λέγω,
1990ἐλπίζω ὅτι δὲν θέλει προκύψει ὁ δισταγμὸς οὗτος, διότι,
1991ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευ-
1992τὰς, θέλουσι πεισθῆ ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ παρατεθειμένων ση-
1993μειώσεων περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐκανονίσθησαν τὰ ἔξοδα,
1994τὰ ἀναγραφέντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ὅτι δὲν εἶναι
1995μὲν ἀδύνατον νὰ ζητηθῶσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
19961892 πιστώσεις ἔκτακτοι ἢ ἀναπληρωτικαὶ, ἀλλὰ μόνον
1997διότι προέκυψαν ἢ ἐδημιουργήθησαν μεταγενέστεραι ἀνάγ-
1998και, τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτε
1999συνετάσσομεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περι-
2000πτώσει ἤθελε μοὶ ἀνακοινωθῆ ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν πρέ-
2001πει νὰ παραβάλω τὸν εἰσαγόμενον νῦν προϋπολογισμὸν
2002πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, μετὰ τῶν πιστώσεων,
2003αἵτινες ζητοῦνται νῦν ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ
2004παραβάλω αὐτὸν πρὸς μόνον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
20051891, καὶ πρὸς μόνον τὸ ποσὸν τῶν ἀναγραφέντων ἐν αὐτῷ
2006ἐξόδων, ἀφοῦ ἡ παραβολὴ γίγνεται πρὸς τὸν προϋπολο-
2007γισμὸν τῶν ἐξόδων τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ προϋπολο-
2008γισμῷ τοῦ 1892, ὡς ζητεῖται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βου-
2009λῆς, πάλιν αἱ ἐλαττώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπετεύχθησαν διὰ
2010τοῦ εἰσαγομένου προϋπολογισμοῦ, ἀνέρχονται εἰς 1,858,
2011719.18. Καὶ αἱ ἐλαττώσεις αὗται ἐπετεύχθησαν καθ’ ὃν
2012χρόνον ὠφείλομεν νὰ στέρξωμεν νὰ γένωνται προσθῆκαι ἐξό-
2013δων, καὶ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892
2014ἔξοδα μεγαλείτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ
2015ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891. Οὕτως ἐν τῷ προϋπολο-
2016γισμῷ τοῦ 1891, ὡς καὶ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν
2017παρελθόντων ἐτῶν, ἡ ἀναγραφεῖσα πίστωσις δι’ ἔξοδα
2018τροφῆς τοῦ στρατοῦ ἦτο πολλῷ μικροτέρα τῆς πιστώ-
2019σεως, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολο-
2020γισμῷ τοῦ 1892. Ἡ καταστραφεῖσα σχεδὸν παραγωγὴ
2021τῶν σιτηρῶν ἔν τισι χώραις, αἵτινες παράγουσιν ἄφθονα
2022σιτηρὰ, ἡ μεγάλη ἕνεκα τούτου ἐπελθοῦσα ζήτησις ἡ με-
2023γάλη ὑπερτίμησις τῶν σιτηρῶν, ἥτις ἀκόμη δὲν ἐστα-
2024μάτησεν, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ προβαίνουσα, ἠνάγκασεν ἡμᾶς
2025νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τροφὴν τοῦ
2026στρατοῦ 640,000 δραχμὰς περισσοτέρας τῶν ἀναγραφει-
2027σῶν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν παρελθόντων ἐτῶν· ἀλλὰ,
2028μολονότι εἰς τοιαύτην εὑρέθημεν ἀνάγκην, καὶ τοσοῦτον
2029ηὐξήσαμεν τὰς διὰ τὴν τροφὴν τοῦ στρατοῦ πιστώσεις,
2030μ’ ὅλα ταῦτα αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζομεν εἰς
2031τὸ Κοινοβούλιον, ἀνέρχονται εἰς δρ. 1,858,719. Δὲν πρέ-
2032πει ἴσως νὰ ποιήσωμαι μνείαν αὐξήσεων ἄλλων, τὰς
2033ὁποίας ὠφείλομεν νὰ στέρξωμεν ἐπί τινων, ἐφ’ ὧν ἠδυνή-
2034θημεν νὰ λάβωμεν κατὰ τὴν ἄλλην σύνοδον τὴν συναίνεσιν
2035τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Βασιλέως, ἐπί τινων δὲ ἄλλων,
2036ἐφ’ ὧν σκοποῦμεν νὰ ζητήσωμεν νῦν τὴν συναίνεσιν τῆς
2037νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὁμιλῶν περὶ τῶν αὐξήσεων τούτων,
2038ἀναφέρομαι εἰς τὰς αὐξήσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἐν τῷ
2039ἀριθμῷ καὶ τῷ μισθῷ τῶν μελῶν τοῦ ἀνωτάτου δικα-
2040στηρίου, καὶ αἵτινες ἔτυχον τῆς κυρώσεως τῆς νομοθετικῆς
2041ἐξουσίας, καὶ εἰς τὰς αὐξήσεις, αἵτινες ἐνεγράφησαν ἐν τῷ
2042προϋπολογισμῷ τούτῳ πρὸς μεταβολὴν τῆς μισθοδοσίας
2043τῶν μελῶν τῶν Ἐφετείων, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἐπαγγελθῆ
2044κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καὶ τὴν ὁποίαν ἀναγράφο-
2045μεν ἐν τῷ παρόντι προϋπολογισμῷ.
2046Ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλήν,
2047ὅτι δὲν ἐλησμονήσαμεν μέρος τῶν ὑποσχέσεων ἡμῶν, τὴν
2048περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων, διότι ὑπέλαβον, ὅτι ἔπρεπε
2049νὰ σπεύσω νὰ δώσω εὐχάριστον κατὰ τοῦτο ἄγγελμα πρὸς
2050τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, τὸν κ. Ζυγομαλᾶν.
2051Δὲν γνωρίζω, ἐὰν σκοπῇ νὰ κρίνῃ ἐπιεικῶς ἢ αὐστηρῶς
2052τὴν πολιτείαν μας ἐκ τῶν ὑπολοίπων μέτρων, τὰ ὁποῖα
2053θέλομεν προτείνει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, εἴτε πρὸς
2054μεταβολὴν τῶν οἰκονομικῶν νόμων, οἵτινες μέχρι τοῦδε
2055λειτουργοῦσιν, εἴτε πρὸς ὀργάνωσιν καὶ μεταβολὴν ἄλλων
2056ὑπηρεσιῶν διοικητικῶν ἢ οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ
2057περιπτώσει δὲν ἠθέλομεν ἀξιωθῆ τῆς ἐπιεικείας του
2058κατὰ τὴν ἔρευναν τῶν μέτρων ἡμῶν τούτων, ἐλπίζω, ὅτι
2059θέλει ἐπιεικῶς κρίνει ἡμᾶς διὰ τὰς προσπαθείας, τὰς
2060ὁποίας κατεβάλομεν πρὸς ἐπιτυχίαν ἐλαττώσεώς τινος τῶν
2061ἐξόδων. Δὲν ἦσαν δὲ καὶ ὅλως ἀνάξιαι προσοχῆς αἱ προσ-
2062πάθειαι, τὰς ὁποίας κατεβάλομεν. Ὡς ἠκούσατε πρὸ μι-
2063κροῦ, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
20641891 εἶχον ἀναβιβασθῆ εἰς 100,411,479.40, καὶ ἐπειδὴ
2065συνέπεσε νὰ λάβωσι χώραν παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε
2066νὰ πληρωθῶσι διὰ πιστώσεων ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρω-
2067τικῶν, ἀνεβιβάσθη τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων διὰ τῶν πιστώ-
2068σεων τούτων εἰς 101,673, 272.23. Ὀφείλομεν ἑπομένως
2069νὰ μὴ μείνωμεν ἀργοὶ καὶ ἀφρόντιδες, ἀλλὰ νὰ ἀσχολη-
2070θῶμεν, ἵνα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δυνη-
2071θῶμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα, ὥστε, ἐὰν τὸ 1891 ἤθελε
2072καταλήξει εἰς ἔλλειμμα, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο νὰ μὴ ἦναι
2073ὑπέρτερον τῶν συνήθων ἐλλειμμάτων, ἤ, ἐὰν ἦναι δυνατόν,
2074νὰ ἦναι μικρότερον τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα ἐστόλι-
2075ζον τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰ παρελ-
2076θόντα ἔτη.
2077Δυστυχῶς δὲν δύναμαι τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ κατα-
2078θέσω μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892 ἕτερον ἔγ-
2079γραφον, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ καταθέσω, τὴν προσωρινὴν
2080κατάστασιν τοῦ 1891, ὡς δὲν δύναμαι δυστυχῶς τὴν
2081ἑσπέραν ταύτην νὰ καταθέσω καὶ τὸν προσωρινὸν ἀπολογι-
2082σμὸν τοῦ 1890. Μόλις ἠδυνήθημεν νὰ συντάξωμεν τὸν
2083ἀπολογισμὸν τοῦ 1889, τὸν ὁποῖον θέλομεν καταθέσει
2084ἀπόψε. Ἀλλὰ ἡ ἔρευνα ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Δημοσίου κατ’
2085ἀνάγκην πρέπει νὰ ἐπεκτείνηται ἐπὶ πλήρη τετραετίαν.
2086Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀναπόφευκτος συνέπεια τοῦ
2087λογιστικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον κρατεῖ παρ’ ἡμῖν, ἢ
2088ἐὰν ἦναι συνέπεια τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ὀργάνων, τὰ
2089ὁποῖα ἀσχολοῦνται εἰς τὴν λειτουργίαν τὴν λογιστικήν.
2090Ἐπειδὴ δὲ ἡ χρῆσις τοῦ 1890 ἔληξε τὴν 31 Ὀκτωβρίου,
2091δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς
2092τοῦ ἔτους τούτου ἐντὸς τῶν 18 ἡμερῶν. Καθ’ ἃς ὅμως
2093ἔχω πληροφορίας ἐκ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὰ στοι-
2094χεῖα πάντα, τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς σύνταξιν τοῦ προσωρι-
2095νοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1890 καὶ τῆς προσωρινῆς καταστά-
2096σεως τοῦ 1891, συνεκεντρώθησαν τὴν ἑσπέραν τοῦ πα-
2097ρελθόντος Σαββάτου ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Γενικοῦ Λο-
2098γιστηρίου, ἐλπίζω δέ, ὅτι τὴν Δευτέραν τῆς προσεχοῦς
2099ἑβδομάδος θέλω δυνηθῆ νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
2100τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890 καὶ τὴν προσωρι-
2101νὴν κατάστασιν τοῦ 1891.
2102Ἐὰν λοιπὸν ἠδυνάμην σήμερον νὰ καταθέσω τὴν προ-
2103σωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1891, ἤθελον δώσει ἴσως εἰς τὴν
2104Βουλὴν ἔνδειξίν τινα, ἔστω καὶ ἀσθενῆ, τῶν προσπαθειῶν,
2105ἃς κατεβάλομεν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
2106τοῦ 1891, ὅπως τὰ ἔξοδα ἦναι ὀλιγώτερα τῶν ἀναγρα-
2107φέντων ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἄνευ βεβαίως περιστολῆς
2108κατά τι τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν, διὰ τὰς ὁποίας
2109ταῦτα ἐνομοθετήθησαν, ὡς ἐπίσης τῶν ἡμετέρων προσπα-
2110θειῶν, ὅπως τὰ ἔσοδα τοῦ 1891 εἰσπραχθῶσιν ὅσον τὸ δυ-
2111νατὸν περισσότερα, τηρουμένων πάντοτε τῶν διατάξεων
2112τῶν νόμων, οἵτινες κανονίζουσι τὰ τῆς εἰσπράξεως καὶ μὴ
2113λησμονουμένης τῆς ἐπιεικοῦς ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἐκείνης, τὴν
2114ὁποίαν ἡ φιλανθρωπία καὶ τὸ κοινὸν συμφέρον ὑπαγο-
2115ρεύουσιν.
2116Ἐπειδὴ ἐποιησάμην λόγον περὶ τῆς οἰκονομικῆς δυσ-
2117θυμίας ἥτις κατέλαβε τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, ὀφείλω
2118νὰ πραγματευθῶ περὶ τούτου εὐρύτερον, διότι εἶναι ἐνδε-
2119χόμενον, εἴτε ἐξ ἀγνοίας, εἴτε ἐκ κακῆς προαιρέσεως, νὰ
2120προκύψῃ γνώμη, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ αὕτη δυσθυμία ἐνέσκηψε
2121μόνον ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν, καὶ οὐχὶ ἐπὶ πασῶν
2122τῶν ἀξιῶν καὶ ἐν πάσαις σχεδὸν ταῖς ἀγοραῖς τῶν μεγα-
2123λοπόλεων τῆς Εὐρώπης. Τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἐπή-
2124νεγκον τὸ δυσάρεστον τοῦτο, ἴσως οὐχὶ οἰκονομικὸν, ἀλλὰ
2125χρηματικὸν ἀποτέλεσμα, εἶναι συμβεβηκότα λαβόντα
2126χώραν ἐκτὸς ἡμῶν καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως ἡμῶν.
2127Δυστυχήματα ἐπελθόντα ἐν μιᾷ τῶν δημοκρατιῶν τῆς
2128Μεσημβρινῆς Ἀμερικῆς, οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι καὶ ἀνι-
2129σοῤῥοπία τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα ἐν ἄλλοις Κράτεσι,
2130καὶ ἰδίως ἐν Ἰσπανίᾳ καὶ Πορτογαλλίᾳ, ἔθιξαν ζωηρῶς
2131τὴν εὐπάθειαν τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα κατεστάθησαν
2132περιδεῆ. Καὶ ἐπειδὴ ἐπῆλθον δυστυχήματα καὶ ἐν Λον-
2133δίνῳ καὶ ἔν τισι πόλεσι τῆς Γερμανίας, σχεδὸν ἐπέσκηψεν
2134ὁ πανικός. Ἀλλὰ ἡ κερδοσκοπία, ἀεικίνητος, ὑπέλαβεν
2135ὅτι ἔπρεπε καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς οἰκονομικῆς δυσθυμίας καὶ
2136στενοχωρίας νὰ ὠφεληθῇ. Ὁμὰς ὑποτιμητῶν παρέστη ἐν
2137τῷ μέσῳ, καὶ εἰργάσθη ἀκαταπονήτως, ἐπέτυχε δὲ κατὰ
2138τὸ πλεῖστον καὶ αὕτη, ἵνα ἐντείνῃ τὴν δειλίαν τῶν κεφα-
2139λαίων καὶ τῶν κεφαλαιούχων, καὶ ἑπομένως τὴν πτῶσιν
2140τῶν χρεωγράφων καὶ τῶν ἀξιῶν ἐν τοῖς χρηματιστη-
2141ρίοις· ἡ προσφορὰ αὐτῶν ἐγένετο πολλῷ ὑπερτέρα τῆς ζη-
2142τήσεως, καὶ ἡ ὑποτίμησις ἐπῆλθε ῥαγδαία. Δὲν ἐπῆλθε δὲ
2143μόνον ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, διότι κατὰ ση-
2144μείωσιν, τὴν ὁποίαν κατέχομεν, ἀπὸ τῆς 14 Ἰουνίου μέ-
2145χρις τῆς 6 Νοεμβρίου, ἤτοι ἐν διαστήματι 4 μηνῶν καὶ
214620 ἡμερῶν, ἡ ὑποτίμησις τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων
2147ἐπῆλθεν ἀληθῶς ῥαγδαία καὶ ἀκατάσχετος. Τὰ δάνεια
2148τῶν 5% ἐτιμῶντο ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ τῶν Παρισίων
2149κατὰ τὴν 14 Ἰουνίου ἀντὶ 450, καὶ κατὰ τὴν 6 Νοεμ-
2150βρίου εἶχον ἐκπέσει εἰς 355, δηλ. κατὰ 95 δραχμάς. Τὰ
2151δάνεια τῶν 4% κατὰ τὴν 14 Ἰουνίου ἐτιμῶντο εἰς 69,
2152καὶ κατὰ τὴν 6 Νοεμβρίου εἶχον ὑποτιμηθῆ εἰς 58
2153μόνον, ἤτοι κατὰ 11 μονάδας, ἑκάστη τῶν ὁποίων ἀνα-
2154λογεῖ πρὸς 5 φράγκα. Ἀλλὰ, ὡς εἶπον, τὰ δυσάρεστα
2155ταῦτα συμβεβηκότα δὲν ἐδήλουν εἰδικὴν δυσπιστίαν
2156πρὸς τὰς ἑλληνικὰς ἀξίας, ἀλλὰ ἐδήλουν καθολικὴν
2157δυσπιστίαν πρὸς τὰς ἀξίας πολλῶν ἄλλων Κρατῶν,
2158τὰ ὁποῖα ἡγοῦνται ἡμῶν καὶ κατὰ τὸν πληθυσμὸν,
2159καὶ κατὰ τὸν πολιτισμὸν, καὶ κατὰ τὴν πρόοδον καὶ
2160ἀνάπτυξιν τὴν κοινωνικὴν ἔν τε τῇ γεωργίᾳ καὶ βιομη-
2161χανίᾳ.
2162Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας τινὰς
2163περὶ τῶν τιμῶν τῶν χρεωγράφων ξένων Κρατῶν, θέλετε
2164ἀναγνωρίσει, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας σᾶς μετέ-
2165δωκα πρὸ μικροῦ, εἰσὶν ἀκριβεῖς. Κατὰ τὴν 7 Νοεμβρίου
21661890 ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ τῶν Παρισίων τὰ χρεώγραφα
2167τῆς Banque d'escompte ἐτιμῶντο 580, κατὰ δὲ τὴν
21687 Νοεμβρίου 1891 ἐτιμῶντο 405, ἤτοι εἶχον ὑποτιμηθῆ
2169κατὰ 175. Κατὰ τὴν 7 Νοεμβρίου 1890 τὰ χρεώγραφα
2170τῆς Banque de Paris ἐτιμῶντο 870, κατὰ δὲ τὴν 7
2171Νοεμβρίου 1891 ἐτιμῶντο 705, δηλ. εἶχον ὑποτιμηθῆ
2172κατὰ 165. Αὐτοῦ τοῦ Comptoir National d'escompte
2173κατὰ τὴν 7 Νοεμβρίου 1890 τὰ χρεώγραφα ἐτιμῶντο
2174630, ἐνῷ τὴν 7 Νοεμβρίου 1891 ἐτιμῶντο 525, δηλ.
2175ὑπετιμήθησαν κατὰ 105. Ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω ἀριθμὸν
2176πολλῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν
2177τοιαύτας μειώσεις ἐν τοῖς χρεωγράφοις αὐτῶν....
2178§92ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὰ εἶναι μετοχαὶ καταστημάτων, τὰ
2179ὁποῖα εἶναι ἀναμεμιγμένα, ὡς γνωρίζετε, πολὺ εἰς τὰς
2180κερδοσκοπίας.
2181§93ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ ἀνυπομονῆτε, καὶ θέλομεν φθάσει
2182εἰς δάνεια Κρατῶν.
2183Τὸ Crédit Foncier ἀπὸ 1285 ὑπετιμήθη εἰς 1190,
2184δηλ. κατὰ 95. Τὸ Crédit Lyonnais ἀπὸ 805 εἰς 770,
2185ἤτοι κατὰ 35. Τὸ Lyon Midi κατὰ 50, ἀπὸ 1490 ὑπο-
2186τιμηθὲν εἰς 1440. Τὸ Nord κατὰ 130. Τὸ Orléans
2187κατὰ 10. Τὸ Gar κατὰ 50. Ἀλλὰ τὰ χρεώγραφα τῆς
2188Ἀργεντινῆς Δημοκρατίας ἐτιμῶντο κατὰ τὴν 7 Νοεμ-
2189βρίου 1890 εἰς 415, καὶ ὑπετιμήθησαν μέχρι τῆς 7 Νοεμ-
2190βρίου 1891 εἰς 300, ἤτοι κατὰ 115· τὸ Αὐστριακὸν
2191δάνειον τῶν 4% εἰς χρυσὸν ὑπετιμήθη μεταξὺ
2192τῶν δύο εἰρημένων ἐποχῶν ἀπὸ 95.25 εἰς 93.50. Τὸ
2193Βρασιλιανὸν τῶν 4½% ἐξέπεσεν ἀπὸ 89 εἰς 60,
2194ἤτοι κατὰ 29. Τὸ Αἰγυπτιακὸν unifié ἀπὸ 486.25 εἰς
2195470, ἤτοι κατὰ 16.25. Τὸ Αἰγυπτιακὸν προνομιοῦχον
2196ἀπὸ 465 εἰς 440. Τὸ Ἱσπανικὸν 4% ἀπὸ 76
2197εἰς 65.50, ἤτοι κατὰ 10½. Τὸ Ἰταλικὸν τῶν 5 τοῖς
2198100 ἀπὸ 94 εἰς 88.10. Τὸ Πορτογαλλικὸν ἀπὸ 59.50
2199εἰς 33. Τὸ Ρωσσικὸν Orient ἀπὸ 81 εἰς 61. Τὸ Ρωσ-
2200σικὸν τῶν 4% ἀπὸ 99.50 εἰς 91. Τὸ Σερβικὸν
2201ἀπὸ 92.25 εἰς 79. Τὸ Τουρκικὸν Priorité τῶν 4 τοῖς
2202100 ἀπὸ 410 εἰς 400. Τὸ Τουρκικὸν τῶν τελωνείων ἀπὸ
2203460 εἰς 420. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ ὑποτίμησις ἐπῆλθε
2204καὶ εἰς τὰ χρεώγραφα.
2205Ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ ὁποία ἐδήλου τοιαύτην καθο-
2206λικὴν δυσθυμίαν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης, ἔπρεπε νὰ
2207διδάξῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐὰν ἤθελε νὰ συνομολογήσῃ
2208δάνεια, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογήσῃ ταῦτα ὑπὸ ὅρους,
2209ὑπὸ τοὺς ὁποίους αὕτη ἐπεθύμει, ἀλλ’ ἤθελεν ἀναγκασθῆ
2210νὰ συνομολογήσῃ ταῦτα ὑπὸ ὅρους πολὺ κατωτέρους. Καὶ
2211ἄλλη δέ τις πληροφορία, ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ εἰς τὴν Κυ-
2212βέρνησιν, ὅτι μεταξὺ τῆς ὁμάδος τῶν ὑποτιμητῶν ὑπῆρξαν
2213καί τινες, οἱ ὁποῖοι ἠσχολοῦντο νὰ ὠθήσωσι τὴν ὑποτίμη-
2214σιν ἰδίως ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, παριστῶντες ὡς
2215δεινὴν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος καὶ
2216προσεχῆ τὴν ἀμηχανίαν αὐτῆς, καὶ αὕτη, λέγω, ἡ πλη-
2217ροφορία εἵπετο, ὅτι ἤθελεν ἐπηρεάσει τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα
2218μὴ ἀποφασίσῃ νὰ δηλώσῃ ἐπιθυμίαν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην
2219δανείων. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι προετάθησαν εἰς τὴν
2220Κυβέρνησιν εὐκολίαι πρὸς συνομολόγησιν δανείων, διότι
2221καὶ κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον καὶ κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον
2222ἐγένοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν προτάσεις πρὸς παροχὴν
2223δανείων ἁπλῶν, ἐγένοντο ὅμως καὶ προτάσεις πρὸς παροχὴν
2224δανείων συνθέτων, δι’ ὧν συνεδυάζετο τὸ δάνειον μετ’ ἄλλων
2225ἐπιχειρήσεων. Δὲν πρέπει ἴσως νὰ ἀποκρύψω εἰς τὴν Βου-
2226λήν, ὅτι τινὲς τῶν προτάσεων τούτων δὲν ἔπρεπε νὰ θεω-
2227ρηθῶσι καὶ ἐντελῶς ἀπαράδεκτοι πρὸς συζήτησιν, καὶ ὅτι,
2228ἐὰν δὲν ἐπλήρουν πάσας τὰς ἐπιθυμίας τῆς Κυβερνήσεως,
2229δὲν ἦτο ὅμως δίκαιον νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι τοσοῦτον ἐξηυ-
2230τέλιζον τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, ὥστε ἔπρεπε μετ’ ἀγα-
2231νακτήσεως νὰ ἀποῤῥίψῃ τις αὐτάς. Ἀλλ’ ἐφρονήσαμεν, ὅτι
2232συνέφερε νὰ δώσωμεν ἀπόδειξίν τινα εἰς τὸν ἐν Εὐρώπῃ
2233οἰκονομικὸν καὶ τραπεζιτικὸν κόσμον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύνα-
2234ται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της καὶ ἄνευ δανείων.
2235Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω περὶ μέλλοντος συνεχοῦς
2236καὶ ἀπωτάτου, ἀλλ’ ὁμιλῶν περὶ τοῦ παρόντος, ἠδυνάμην
2237νὰ δώσω τοιαύτην πρὸς τὸν τραπεζιτικὸν τῆς Εὐρώπης
2238κόσμον ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην δανείων, καὶ ὅτι
2239δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας ἐκ τῶν
2240ἰδίων ἡμῶν πόρων. Τὸ ἐγχείρημα ἦτο δύσκολον, οὐδ’ ἀπο-
2241κρύπτω τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας συνήντησα· δίδω ὅμως
2242τὴν εὐχάριστον πληροφορίαν, ὅτι κατελήξαμεν αἰσίως, καὶ
2243ὅτι ἐκ τῶν ἰδίων πόρων τοῦ Κράτους ἐξεπληρώσαμεν πά-
2244σας τὰς διὰ τὸ 1891 ὑποχρεώσεις ἡμῶν, τὰς ἐπικειμένας
2245καὶ τὰς ἀνυπερβλήτους, διότι ὑπάρχουσι καὶ χρέη, τὰ ὁποῖα
2246δὲν ἀπετίσαμεν, πληρώσαντες τοὺς τόκους, καὶ χρέη προ-
2247σωρινὰ, τὰ ὁποῖα ἀνενεώσαμεν, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ
2248καταβάλωμεν τὰ κεφάλαια αὐτῶν. Ἐὰν ἤθελε προταθῇ
2249ὑπό τινος ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι οὕτω συνετελέσαμεν εἰς τὴν
2250ὑπερτίμησιν τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, θέλω δυ-
2251νηθῆ νὰ ἀποκρούσω αἰτίασιν τοιαύτην, διότι ἔχω ἐν χερ-
2252σὶν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουνίου καὶ ἐντεῦθεν καθ’ ἑκάστην ἡμέ-
2253ραν τὸ τιμολόγιον τοῦ χρηματιστηρίου, καὶ θέλω παρα-
2254βάλει αὐτὸ πρὸς τὰς ἡμερομηνίας, καθ’ ἃς ἡμεῖς ἠγοράζο-
2255μεν συνάλλαγμα, διὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις
2256μας, θέλει δὲ γείνῃ γνωστὸν διὰ τῆς παραβολῆς ταύτης,
2257ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα ὑπερτίμησις, καθ’ ὃν χρόνον ἠγοράζομεν
2258συνάλλαγμα, περιωρίσθη εἰς λεπτὰ δύο καὶ ἓν τέταρτον τοῦ
2259λεπτοῦ μόνον.
2260Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ὑπερτίμησις ἐξηκολούθησε καὶ ἀνῆλθεν εἰς
2261τοὺς ἀριθμοὺς, εἰς οὓς ἀνῆλθε κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας,
2262καὶ ἂν πρέπῃ διὰ τοῦτο νὰ ἀπευθυνθῇ αἰτίασίς τις, θέλω
2263παρακαλέσει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν διάθεσιν νὰ αἰ-
2264τιαθῶσιν ἡμῶν, νὰ στρέψωσι τὰς αἰτιάσεις ταύτας κατὰ
2265πολλῶν ἄλλων, καὶ οὐχὶ καθ’ ἡμῶν. Ἐὰν ἡμεῖς εἴχομεν μέ-
2266σα, διὰ νὰ πράξωμεν ὅ,τι ὤφειλον νὰ πράξωσιν αἱ ἐν Ἀθή-
2267ναις λειτουργοῦσαι Τράπεζαι, ἴσως ἠθέλομεν τὸ πράξει, ἂν
2268καὶ δὲν ἦτο ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν δὲν τὸ ἐπράτ-
2269τομεν, ἴσως ἠδύνατο νὰ παρασταθῇ ὡς δεδικαιολογημένη
2270ἡ αἰτίασις, ἂν καὶ, ὡς εἶπον, αἱ Κυβερνήσεις δὲν μετέρχον-
2271ται τραπεζιτικὰς ἐργασίας. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδὲν μέσον καὶ
2272οὐδὲν καθῆκον εἴχομεν, διὰ νὰ ἐκτραπῶμεν τῶν καθηκόν-
2273των ἡμῶν, ὅπως συντελέσωμεν εἰς τὴν μείωσιν τῆς ὑπερτι-
2274μήσεως τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ χρυσοῦ, πωλοῦντες καὶ
2275ἀγοράζοντες. Δυστυχῶς δὲ ἡ κερδοσκοπία, ἡ ὁποία εἶχε κα-
2276τέλθει εἰς στρώματα κατώτερα, ἠγωνίσθη ἐν τῇ ὑπερτιμή-
2277σει, καὶ τὰ μάλιστα συνετέλεσεν εἰς τὸ ν’ ἀναβιβασθῇ ἡ
2278τιμὴ τοῦ συναλλάγματος εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους
2279ἀνεβιβάσθη τελευταῖον.
2280Ὡμίλησα περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν
2281διὰ τῶν συνήθων πόρων τοῦ Κράτους, καὶ δὲν ἀνέφερα,
2282ὅτι δὲν ἐπρόκειτο μόνον περὶ πληρωμῆς τόκων καὶ χρεω-
2283λυσίων τῶν δημοσίων χρεῶν, ἐπρόκειτο καὶ περὶ ἐκπληρώ-
2284σεως ἄλλων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν
2285τῶν δημοσίων ἔργων εἴχομεν ἀναλάβει, διότι, ὡς γνωρίζετε,
2286ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμων εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ. Ὅθεν διὰ τῶν
2287συνήθων ἐσόδων τοῦ Κράτους ὠφείλομεν νὰ ἐπαρκέσωμεν
2288καὶ εἰς τὰς πληρωμὰς πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου
2289Πειραιῶς–Λαρίσσης, καὶ εἰς τὰς πληρωμὰς πρὸς κατα-
2290σκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, καὶ εἰς
2291τὰς πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρί-
2292που. Καθ’ ἃς δὲ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων χρεῶν καὶ τὸ
2293Γενικὸν Λογιστήριον μοὶ ἔδωκε πληροφορίας, ἂν ἀπὸ 1
2294Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 15 Νοεμβρίου 1891 εἰσήχθησαν
2295εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων 53,879,902
2296δραχμαὶ καὶ 93/00, ἐξήχθησαν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον
2297πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων, πρὸς πληρωμὴν
2298ἐξόδων κατασκευῆς σιδηροδρόμων καὶ ἔργων πορθμοῦ Εὐ-
2299ρίπου, καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν ἄλλων ὑποχρεώσεων μὴ συνή-
2300θων, 74,719,028.27, ἤτοι τὸ δημόσιον ταμεῖον κατέ-
2301βαλεν ἐκ τῶν συνήθων αὐτοῦ πόρων 20,839,028.27 ἀπὸ
23021 Ἰανουαρίου 1891 ἕως 15 Νοεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους,
2303ἵνα πληρώσῃ τόκους καὶ χρεωλύσια, ἵνα ἐξοφλήσῃ προ-
2304σωρινά τινα χρέη, καὶ ἵνα πληρώσῃ ἔξοδα κατασκευῆς
2305τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Κρυονερίου, κατασκευῆς ἔρ-
2306γων τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου, ἵνα ἀποδώσῃ τὰ ἐν κυκλοφο-
2307ρίᾳ ἐφθαρμένα κερμάτια, τὰ ὁποῖα ὠφείλοντο νὰ παραδο-
2308θῶσι πρὸς καταστροφὴν, διότι εἶχε παραληφθῆ τὸ ἰσότι-
2309μον αὐτῶν εἰς κερμάτια νέα. Καὶ ὄντως παρεδώκαμεν εἰς
2310τὸ πῦρ κερμάτια ἀξίας 5,218,514 δραχμῶν, ἐνῷ ἡμεῖς
2311παρελάβομεν καινουργῆ μόνον 993,000 δραχμῶν.
2312Δὲν πρέπει νὰ παραλίπω, ὅτι εἰς τὴν τακτικὴν, τὴν
2313ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν, ἐνεθαῤῥύνθημεν καὶ ὑπὸ τῆς γνώμης
2314ἀνδρῶν, ἀγαπώντων εἰλικρινῶς τὴν Ἑλλάδα, ἂν καὶ δὲν
2315ἦναι πολῖται αὐτῆς. Αὐτοὶ μᾶς ἐνεθάῤῥυναν καὶ μᾶς συνε-
2316βούλευσαν, ὅτι τοιαύτην πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τα-
2317κτικὴν, ἵνα μὴ ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἐκπέσῃ, ἵνα κατα-
2318σταθῶσι δὲ τὰ κεφάλαια προσιτώτερα εἰς τὴν Ἑλληνι-
2319κὴν Κυβέρνησιν, καὶ δυνηθῇ αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ
2320δημόσια ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀρχίσει. Χρεωστῶ δὲ νὰ
2321ὁμολογήσω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγνώ-
2322σθη εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἡμεῖς προσερχόμεθα μὲ τὸ βα-
2323λάντιον εἰς χεῖρας νὰ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ
2324χρεωλύσια, καὶ ἐπληρώσαμεν πράγματι ταῦτα πρὸ τῆς
2325τεταγμένης προθεσμίας, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἤρχισεν
2326ἡ ὑπερτίμησις τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Καὶ ἂν σᾶς
2327ἀνέφερα πρὸ μικροῦ, ὅτι ταῦτα εἶχον κατέλθει εἰς 355,
2328σήμερον εἶναι 383, ὑπερτιμηθέντα κατὰ 28, καὶ ἂν εἶχον
2329κατέλθει εἰς 58, σήμερον τιμῶνται πρὸς 61, ἑπομένως
2330ὑπερετιμήθησαν κατὰ 3 μονάδας, ἀντιστοιχούσας πρὸς 15,
2331ἐλπίζω δέ, ἂν ἀνωμαλίαι, ἀνεξάρτητοι τῆς θελήσεως ἡμῶν,
2332δὲν ἐπισκήψωσιν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι θέλουσι κατα-
2333σταθῇ ὀλιγώτερον δειλὰ καὶ περισσότερον πρόθυμα τὰ κε-
2334φάλαια τῶν Τραπεζῶν καὶ τραπεζιτῶν πρὸς τὰς Ἑλλη-
2335νικὰς ἀξίας, τώρα μάλιστα, ὅτε παρῆλθε καὶ ὁ φόβος,
2336ὅστις εἶχε καταλάβει τὰς Γαλλικὰς ἀγορὰς, περὶ τῆς
2337ἐξαγωγῆς μεγάλου ὄγκου χρυσοῦ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν
2338σιτηρῶν. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐπείσθησαν ἤδη, ὅτι
2339δὲν πρόκειται περὶ ἐξαγωγῆς 800 ἢ 900 ἑκατομμυρίων
2340χρυσοῦ, καὶ ὅτι διὰ ποσοῦ μικροτέρου, πάντοτε ὅμως
2341ὀγκώδους, ἐν σχέσει πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἤτοι διὰ
2342ποσοῦ 600 ἑκατομμυρίων, θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἱκανοποιή-
2343σωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ὡς κα-
2344τωρθώθη ἐν τῇ βεβαιώσει καὶ τῇ εἰσπράξει τῶν μέχρι
2345τοῦ χρόνου τούτου βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων
2346ἐσόδων, τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους
2347θέλει ἐξακολουθήσει νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα ἀπὸ ὅσα
2348κατὰ τὸ παρελθὸν εἰσέπραττεν, ὡς ἐλπίζω, καὶ ἐν τῇ
2349βεβαιώσει τῶν ὑπολοίπων ἐσόδων τοῦ 1891 θέλει κα-
2350τορθωθῆ τὰ βεβαιωθησόμενα καὶ εἰσπραχθησόμενα ποσὰ
2351νὰ ἦναι περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, ὅτε συνετάσσο-
2352μεν τὸν προϋπολογισμὸν, προσεδοκῶμεν νὰ βεβαιώσωμεν
2353καὶ εἰσπράξωμεν. Καὶ ἀπὸ τοῦδε δὲ δύναμαι νὰ δώσω τὴν
2354εὐχάριστον πληροφορίαν, ὅτι, ἐνῷ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
2355τοῦ 1891 εἶχον ἐγγραφῆ ὡς ἔσοδον ἐξ ἐγγείου φόρου ἐλαίου
2356δρ. 707,868, ἄνευ βεβαιώσεως τοῦ προσθέτου φόρου τῶν
235720%, ἐβεβαιώθη μέχρι σήμερον ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου
2358καὶ ἑκατὸν χιλιάδων, ἐλπίζω δὲ, ὅτι μέχρι τέλους θέλομεν
2359προσεγγίσει νὰ βεβαιώσωμεν ἔσοδον ἐξ ἐλαίου 1,200,000.
2360Ἐλπίζω ὡσαύτως καὶ βεβαίωσιν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου
2361εὐχάριστον, καὶ ἂν πέρυσιν εἰσεπράχθησαν 1,800,000,
2362ἐλπίζω, ὅτι τὰ βεβαιωθησόμενα καὶ τὰ εἰσπραχθησόμενα
2363κατὰ τὸ 1891 θέλουσιν ὑπερβῆ κατὰ πολὺ τὸ ποσὸν τὸ
2364πέρυσιν εἰσαχθέν. Ἀλλὰ καὶ αἱ μέχρι τοῦδε ὑπάρχουσαι
2365διαφοραὶ εἶναι ἄξιαι νὰ ἀνακοινωθῶσι παρ’ ἡμῶν εἰς τὴν
2366Βουλὴν, ἵνα αὕτη ἐνθαῤῥυνθῇ εἰς τὰς περὶ τῶν οἰκονομι-
2367κῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους μελέτας καὶ ἐρεύνας της.
2368Ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1891 μέχρι τῆς 31ης Ὀκτω-
2369βρίου τοῦ ἔτους τούτου, δηλαδὴ κατὰ τοὺς δέκα μῆνας
2370τοῦ ἔτους, εἰσεπράχθησαν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξ
2371ἐσόδων τοῦ 1891 καὶ ἐξ ἐσόδων τοῦ 1890, ἤτοι ἐκ τῶν
2372συμβαδιζουσῶν δύο χρήσεων, 11,350,019 δρ. καὶ 31 1)00
2373περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ ἀντιστοιχοῦν
2374διάστημα τοῦ ἔτους 1890 ἐκ τῶν ὡσαύτως συμβαδιζου-
2375σῶν καὶ τότε δύο χρήσεων, ἤτοι τῆς χρήσεως τοῦ 1890
2376καὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Καὶ ἂν ἤθελεν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ
2377τὸ ὑπερβάλλον, ὡς εἴρηται, ποσὸν τῶν 11,350,019.31
2378τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν ὡς προκύψαν ἐκ τῆς νομισματι-
2379κῆς διαφορᾶς, διότι ἤκουσά που ψιθυριζόμενον, ὅτι ἡ αὔ-
2380ξησις προῆλθεν ἐκ τῆς ἀναγραφῆς τῆς νομισματικῆς δια-
2381φορᾶς, πάλιν θέλει μείνει ποσὸν ἐννέα περίπου ἑκατομμυ-
2382ρίων, εἰσπραχθὲν ὑπὸ τῶν ταμείων καὶ τῶν τελωνείων
2383τοῦ Κράτους περισσότερον ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα ὑπ’ αὐ-
2384τῶν κατὰ τὸ ἀντιστοιχοῦν δεκάμηνον διάστημα τοῦ πα-
2385ρελθόντος ἔτους....
2386§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον,
2387κύριε Πρόεδρε. Καλὸν εἶναι νὰ διακόψητε.
2388§95ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
2389§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2390Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.