Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΒ · Session Α› Sitting 51

1891.02.25

3,401 rows · 26,349 words · 2 tables · 194 turns

Date
1891.02.25
Presidency
Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Period
ΙΒ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1892)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51

Τῆς 25 Φεβρουαρίου 1891.

(Δευτέρα).

Ὥρᾳ 5 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἀγγελικὴ χήρα τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ Παναγιώτου Ξανθοπούλου, φονευθέντος ἐν Ἀρκαδίῳ τῆς Κρήτης, ὑποβάλλει ἀναφορὰν, δι’ ἧς ζητεῖ αὔξησιν τῆς διδομένης αὐτῇ μηνιαίας συντάξεως. Ὁ Γεώργιος Δράκαρης, κάτοικος Ἀθηνῶν, ἀγωνιστὴς, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν λέγει, ὅτι πολλὰ προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα, καὶ ζητεῖ νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ σύνταξις. Εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀπεστάλη τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ Νάξου, παρακαλούντων νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ περὶ Ναξίας σμύριδος σύμβασις. (Ἀναγινώσκεται τὸ τηλεγράφημα). Ἕτερον τηλεγράφημα ἀπεστάλη ἐξ Ἀγγλίας, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ τηλεγραφῶν Φίλιππος Πάλλης διαμαρτύρεται κατὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐν Μήλῳ μεταλλευμάτων βαρυτίνης.

§2ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκεν ἐκράτει παρ’ ἑαυτῷ ἐκκρεμῆ πρότασιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Γυμνασίου Ἀμφίσσης περὶ διορισμοῦ δύο καθηγητῶν, διότι ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος ταύτης ἐζημιοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γυμνασίου. Παρωρμήθην δὲ εἰς τοῦτο ἐξ ἐπιστολῆς διακεκριμένου μέλους τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἀναγγείλαντός μοι, ὅτι οὐδεμίαν ἔλαβεν ἐπὶ δίμηνον ἀπάντησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀπαντῶν, μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, δηλώσας τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην· παρακληθεὶς δὲ τότε, κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τῶν ἐγγράφων τούτων, ὁμολογῶ, ὅτι ἐξεπλάγην. Ἵνα δὲ καὶ ἡ Βουλὴ συμμερισθῇ τὸ αἴσθημα τῆς ἐκπλήξεώς μου, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν βραχεῖαν ἀφήγησιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐν Ἀμφίσσῃ πρὸ τοῦ 1881 δὲν ὑπῆρχε Γυμνάσιον, ὑπῆρχε δὲ μόνον Σχολαρχεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπάνα τὸ Κράτος περὶ τὰς 6,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀείμνηστος ἐξ Ἀμφίσσης Ἀναγνώστης Γιαγτζῆς ἀποθανὼν ἐκληροδότησε πᾶσαν αὐτοῦ τὴν περιουσίαν πρὸς ἀνίδρυσιν καὶ συντήρησιν Γυμνασίου, ὥρισε δὲ καὶ ἐκτελεστικὴν ἐπιτροπὴν ἐκ τοῦ Δημάρχου, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τριῶν ἄλλων μελῶν. Ὅτε τὸ κατάστημα τοῦ Γυμνασίου ἀνηγέρθη, ἡ ἐπιτροπὴ ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ δὲ τὴν συνεννόησιν ταύτην ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ νόμος τῆς 16 Μαρτίου 1881. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐνομοθετήθη, ὅτι οἱ μαθηταὶ καὶ οἱ διδάσκαλοι τοῦ Σχολαρχείου,—διότι τὸ Σχολαρχεῖον συνεχωνεύθη μὲ τὸ Γυμνάσιον,—διορίζονται καὶ παύονται τῇ προτάσει τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐκλεχθείσης ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Γιαγτζῆ· ἵνα δὲ μὴ μένωσιν αἱ προτάσεις αὐτῆς ἐκκρεμεῖς, ἐν ἄρθρῳ 2ῳ ἐνομοθετήθη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶναι ὑπόχρεως ἐντὸς 20 ἡμερῶν νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἔχῃ λόγους, ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἀποῤῥέοντας, ἵνα ἀρνηθῇ τὴν πραγματοποίησιν τῶν προτάσεων τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦ ἰδίου νόμου ὡρίσθη, ἢ μᾶλλον συνεβλήθη τὸ Κράτος μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως χορηγῇ τὸ Δημόσιον εἰς τὸ Γυμνάσιον 6,000 δραχμὰς ἐτησίως, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ὠφελεῖτο ἐκ τούτου, ὅτι τὸ κληροδότημα τοῦ Γιαγτζῆ ἀνελάμβανε τὴν συντήρησιν τοῦ Σχολαρχείου. Ὁ ὅρος τῆς καταβολῆς τῶν 6,000 δραχμῶν εἶναι ἀπολύτως ὑποχρεωτικὸς διὰ τὸ Δημόσιον, διότι οὕτω συνεφωνήθη. Ἀλλ’ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ὁ κ. Ὑπουργὸς, μὴ λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον, ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ οἰκονομήσῃ 3,000 δραχμὰς, ν’ αὐξήσῃ δὲ ἄλλας δαπάνας, μὴ ὑποχρεωτικὰς, ὡς παραδείγματος χάριν τὴν δαπάνην δι’ ἐπιστάτας Γυμνασίων καὶ Σχολείων κτλ. Ἀλλὰ περὶ τούτου νῦν δὲν πρόκειται. Ἐλπίζω, ὅτι, ὅταν συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀναγνωρίζων τὸ σφάλμα του, θέλει ζητήσει νὰ αὐξήσῃ ἡ σχετικὴ πίστωσις ἀπὸ 3,000 εἰς 6,000. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχω ὑπ’ ὄψιν, παρετήρησα ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως παρεβίασε τὸν νόμον, περὶ οὗ εἴρηται, κατὰ δύο αὐτοῦ διατάξεις. Παρεβάθη ὁ νόμος κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀποδοχὴν τῶν προτάσεων τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκτὸς ἐὰν εἶχε λόγους ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἀποῤῥέοντας. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε τῇ 6 Φεβρουαρίου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, φαίνεται, ὅτι δὲν εἶχε τοιούτους λόγους, καὶ ἠρκέσθη νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι «οἱ προτεινόμενοι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀπελύθησαν ἀρτίως συνεπείᾳ παραστάσεων, ὅτι ἔδειξαν συμπεριφορὰν μὴ συμβιβαζομένην πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς ὑπηρεσίας των. Ἡ ἐκ τοιούτων δὲ λόγων ἀπόλυσις φέρει χαρακτῆρα ὁπωσδήποτε πειθαρχικὸν προσωρινῆς ἀπολύσεως, ὥστε δὲν φαίνεται ἡμῖν προσῆκον τόσον ταχέως νὰ ἐπαναφέρωμεν αὐτούς». Ὑπέλαβον, ὅταν ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὅτι ἐν τῷ φακέλλῳ ὑπῆρχον ἔγγραφα, ἀποδεικνύοντα ὅτι ὑπῆρχον ἔστω καὶ τοιοῦτοι λόγοι· δὲν ἐξετάζω, ἂν οἱ λόγοι, οἱ προκαλοῦντες πειθαρχικὴν τιμωρίαν, κωλύωσι τὸν διορισμὸν καθηγητῶν, ἀλλὰ τὰ ἐν τῷ φακέλλῳ ἔγγραφα οὐδένα τοιοῦτον λόγον ἀναφέρουσιν· ἐν τῷ φακέλλῳ ὑπάρχουσι τὰ σχετικὰ βασιλικὰ διατάγματα, δι’ ὧν ἀπελύθησαν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος καθηγηταί· ταῦτα οὐδὲν ἀναφέρουσιν ἢ ὅτι ἀπολύονται, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἑτέρας προσθήκης. Ἄρα οἱ καθηγηταὶ οὗτοι ἀπελύθησαν δι’ ὃν λόγον καὶ τόσοι ἄλλοι γυμνασιάρχαι καὶ καθηγηταὶ, τουτέστι διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε λόγους πολιτικοὺς νὰ τοὺς ἀπολύσῃ, ἀλλ’ οὐχὶ ἐκ τῶν νόμων ἀποῤῥέοντας· διότι, ἂν ὑπῆρχον τοιοῦτοι λόγοι, ἤθελε τοὺς ἀναφέρει εἰς τὰ διατάγματα τῆς ἀπολύσεως. Παρεβάθη ἔτι ὁ νόμος τῆς 16 Μαρτίου 1881 καὶ εἰς ἑτέραν αὐτοῦ διάταξιν. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, καίτοι τὸ πρῶτον, ὅτε ἠρωτήθη, εἶπεν, ὅτι ἐντὸς τῆς τασσομένης ὑπὸ τοῦ νόμου προθεσμίας ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐκ τῶν κατατεθέντων ὅμως ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἀπήντησεν ἐντὸς τῆς εἰκοσαημέρου προθεσμίας, διότι ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς φέρει χρονολογίαν 13 Ἰανουαρίου 1891, ἐπρωτοκολλήθη δὲ τὴν 16 Ἰανουαρίου, ἡ δὲ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργείου ἀπεστάλη τὴν 7 Φεβρουαρίου. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εὑρίσκετο λίαν στενοχωρημένος, εὑρίσκετο ὑπὸ πολιτικὴν πίεσιν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ πρότασιν στηριζομένην εἰς τὸν νόμον, δι’ ἧς ἐπροτείνετο ἡ πλήρωσις δύο θέσεων καθηγητῶν, ἀπαραιτήτων ἐν τῇ κανονικῇ λειτουργίᾳ τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔθετο τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἠρνήθη τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, χωρὶς νὰ προσέξῃ· διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἤθελε νὰ παραβιάσῃ τόσον προφανῶς τὸν νόμον περὶ τοῦ Γυμνασίου Ἀμφίσσης. Τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐγίνωσκον ἀπὸ τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου κοπτόμενον ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἐγίνωσκον, ὅτι τοσαύτην ἀνέπτυξεν εὐφράδειαν, ὥστε, ἐνῷ πολλάκις ἐκωλυσιέργει, ἡμεῖς τὸν ἠκούομεν εὐχαρίστως, διότι κατώρθωνε νὰ εὑρίσκῃ θέματα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ἀπασχολῇ τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς. Μετὰ τὰς προηγουμένας δὲ αὐτοῦ ἀπαγγελίας οὐδέποτε ἐφρόνουν, ὅτι, τὸ πρῶτον ἐρχόμενος νὰ διοικήσῃ τὰ τῆς παιδείας, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἀρχῇ, ἤθελε παραβιάσει τὸν νόμον καὶ παραβλάψει τὴν λειτουργίαν τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπέδωκεν ἀγλαωτάτους καρποὺς, διότι ἐκεῖ φοιτῶσι παῖδες οὐ μόνον ἐκ τῆς Παρνασσίδος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Δωρίδος καὶ Λοκρίδος. Ὅσοι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ γινώσκωσι τὰ τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσιν, ὅτι, ἀφ’ ἧς τὸ Γυμνάσιον αὐτὸ λειτουργεῖ, ἀπέδωκε καρποὺς, τοὺς ὁποίους τὰ ἄλλα Γυμνάσια δὲν ἀποδίδουσιν. Ἔπρεπεν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου τὸ Γυμνάσιον νὰ μὴ δύναται νὰ λειτουργήσῃ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν νὰ ἐνδίδῃ εἰς πολιτικὰς πιέσεις, καὶ νὰ προτιμᾷ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαιτήσεων τῶν πολιτικῶν του φίλων ἀπὸ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ καθήκοντος.

§3ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ἀρχόμενος τῆς προσφάτου ὁμιλίας του, ἢ μᾶλλον τῆς κατ’ ἐμοῦ ἐπικρίσεώς του, ἐξεδήλωσεν ἐνώπιον ὑμῶν αἴσθημα ζωηρᾶς ἐκπλήξεως, πῶς, ὕστερον ἀπὸ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα φαίνονται διατετυπωμένα ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐτόλμησε, παραβαίνων τοὺς νόμους, νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὰς προτάσεις τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Γυμνασίου Ἀμφίσσης. Καὶ ἐγὼ ἐξεπλάγην, πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀφοῦ ἀνέγνωσε τὰ ἔγγραφα, καὶ ὑποθέτω ὅτι τὰ ἀνέγνωσε, πῶς ἐνόμισεν, ὅτι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα συνέλεξεν ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, τῷ ἐπέτρεπον νὰ φαντασθῇ, ὅτι δύναται νὰ διακρίνῃ ἐν τοῖς πορίσμασι τῶν μελετῶν του τὰ στοιχεῖα παραβάσεως τῶν νόμων ἐκ μέρους τον Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἵνα θέσω ὑμᾶς κριτὰς μεταξὺ τῆς ἐκπλήξεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ τῆς ἐμῆς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διηγηθῶ ἐν συνόψει τὰ γεγονότα, ἐφ’ ὧν στηρίζει τὴν παράβασιν τῶν νόμων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος. Πρὸ δύο μηνῶν ὡς ἔγγιστα, συνεπείᾳ παραστάσεων, ὧν τὸ ἀκριβὲς ἐβεβαιώθην ἐκ πληροφοριῶν ὑπηρεσιακῶν, ἀπελύθησαν δύο καθηγηταί, ὁ μὲν τοῦ Γυμνασίου Ζακύνθου, ὁ δὲ τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ’ κατὰ τὰς παραστάσεις ταύτας, ἀμφότεροι οὗτοι ἐπέδειξαν διαγωγὴν ἀνάρμοστον πρὸς τὸ ἀξίωμά των καὶ τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας των....

§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπείσθητε ἐξ ἐγγράφων εὑρισκομένων ἐν τῷ φακέλλῳ;

§5ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἰδιαιτέρων πληροφοριῶν, ὧν τὸ βάσιμον ἐξηκρίβωσα.... Ἀλλὰ δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς, ἴσως δὲ δὲν παρῆλθον οὔτε καὶ πολλαὶ ἡμέραι, ὅτε ἔλαβον ἔγγραφον παρὰ τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Γυμνασίου, δι’ οὗ προεκαλούμην νὰ διορίσω τοὺς καθηγητὰς τούτους εἰς τὸ Γυμνάσιον Ἀμφίσσης. Ὀφείλω δὲ νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν καὶ ὅσα ἄλλα ἐξωδίκως καὶ ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας μου γιγνώσκω. Οἱ κύριοι καθηγηταὶ μετὰ θρασύτητος ἀπεδέχθησαν τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβην, ὡς προέφην, ἐκ λόγων πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καυχώμενοι, ὅτι αὐτοὶ εἶχον τὸ μέσον νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ὅταν ἔμαθον τοὺς λόγους των τούτους, δὲν ἔδωκα προσοχὴν, διότι οὐδέποτε ἐπίστευον, ὅτι θὰ ἐγένετο πρότασις διορισμοῦ αὐτῶν ἐκ μέρους τῆς ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Γυμνασίου Ἀμφίσσης. Ἅμα ἔλαβον τὸ ἔγγραφον τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἐσκέφθην, ἂν ἔπρεπε νὰ ἐπαναφέρω αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐὰν ἡ διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ προσῆκε νὰ προβῇ εἰς πρότασιν περὶ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν τούτων. Τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἠσθάνθην, ἐμετριάσθη μόνον ἐκ τῆς ὑποθέσεως, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ πιθανὸν νὰ μὴ ἦτο ἐν γνώσει τῶν προηγουμένων τῶν καθηγητῶν τούτων, οὐδέποτε δὲ ἐφαντάσθην, οὔτε φαντάζομαι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἦμαι ὑποχρεωμένος ἐκ νόμου νὰ ἐπαναφέρω ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ὁ ἴδιος δυνάμει νόμου ἀπέλυσα συνεπείᾳ παραστάσεων κατ’ αὐτῶν. Ὁ κ. συνάδελφος ἐν τούτοις φρονεῖ τὸ ἐναντίον, στηριζόμενος εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ΠΚΗʹ νόμου τῆς 16 Μαρτίου 1881. Ἰδοὺ δὲ τί λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος (ἀναγινώσκει): «Οἱ διδάσκαλοι καὶ καθηγηταὶ τοῦ τε Ἑλληνικοῦ σχολείου καὶ Γυμνασίου, οἵτινες ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, διορίζονται καὶ παύονται ἢ ἀντικαθίστανται διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, προτάσει τῆς ἐπιτροπείας πρὸς αὐτόν». Ὁ κύριος συνάδελφος ἄρα νομίζει, ὅτι μὲ συνέλαβεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ, παραβαίνοντα τοὺς νόμους, καὶ μὲ κατήγγειλε, μικροῦ δὲ δεῖν καὶ διετύπωνε σφοδρὸν κατηγορητήριον, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἡ παράβασις ἦτο ἀναντίῤῥητος καὶ ἀναμφισβήτητος. Καὶ μὲ ἐρωτᾷ «διὰ ποίους λόγους, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δὲν προέβητε εἰς τὸν διορισμὸν τῶν προταθέντων καθηγητῶν;» Πρὶν δώσω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ τόσῳ τραγικὸν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν. (Ἀναγινώσκει ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὑπὸ χρονολογίαν 6 Φεβρουαρίου 1891). Πρὶν ἢ ἐν τούτοις εἰσέλθω εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἔννοιαν τῆς ἀπαντήσεως ταύτης, ἣν ἔδωκα, ἂς ὁμιλήσω ὀλίγον περὶ τοῦ ἐμπροθέσμου ἢ μὴ τῆς δοθείσης ἀπαντήσεως, διότι καὶ περὶ ἐκπροθέσμου ταύτης ἐγένετο λόγος. Ἡ αἴτησις τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον φέρει μὲν χρονολογίαν 13 Ἰανουαρίου, ἀλλὰ περιῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν 16 Ἰανουαρίου. Δὲν χρειάζεται ἑπομένως παρὰ ἁπλοῦς ὑπολογισμὸς, ἵνα εὑρεθῇ, ἂν ἀπὸ τῆς 16 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 6 Φεβρουαρίου παρῆλθον πλέον τῶν 20 ἡμερῶν, ἃς καθορίζει ὁ νόμος ὡς προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ οὕτως ἢ ἄλλως ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς.

§6ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπληρώθησαν αἱ 20 ἡμέραι.

§7ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὑπολογισμὸν νομικῶς ἀκριβῆ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω, διὰ νὰ μὴ ἀφήσω ἤδη τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου, θέλω προσπαθήσει νὰ πείσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἐὰν θέλῃ νὰ πεισθῇ, ὅτι δὲν ὑπερέβην τὴν προθεσμίαν, διότι, ἂν τὴν ὑπερέβην κατὰ μίαν ἡμέραν, ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ἔγκλημα εἶναι βαρύτατον! Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ σπουδαιότερον κεφάλαιον τῆς ἐπερωτήσεως, ἂν παρεβίασα τουτέστι τὸν νόμον, μὴ προβὰς εἰς τὸν διορισμὸν τῶν προταθέντων καθηγητῶν. Πρὶν ὅμως εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν νόμων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθην, μὴ ἐνδοὺς εἰς τὰς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἃς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ σύμπασα ἡ Βουλὴ νὰ ἐρωτήσω αὐτήν: Εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι μία οἱαδήποτε διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ τεθῇ ὑπεράνω τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ νὰ προσκαλῇ αὐτὸν, οἱονεὶ ἐξ ἀντιδράσεως, νὰ διορίσῃ καθηγητὴν ἐκεῖνον, ὃν οὗτος ἔκρινε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπολυτέον; Καὶ δύναται λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ, νὰ λέγῃ πρὸς τὸν Ὑπουργόν: «Σὲ διατάσσω, ἐναντίον τῆς θελήσεώς σου, καὶ ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς σου, νὰ διορίσῃς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον» καὶ νὰ λαμβάνῃ τὴν χεῖραν του, οἱονεὶ ἀκουσίως, καὶ διὰ τῆς βίας νὰ τὸν ἀναγκάζῃ νὰ ὑπογράψῃ; Τοιαύτη ἐξήγησις τοῦ νόμου δὲν στηρίζεται εἰς τὴν λογικὴν, διότι τότε θὰ εἴχομεν καὶ ἕτερον Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἑδρεῦον ἐν Ἀμφίσσῃ, ἀνώτερον καὶ ἐπικρατέστερον τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις. Οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὁ νόμος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἔννοιαν, καὶ οὐδέποτε θέλω δώσει τοιαύτην σημασίαν εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος.

§8ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§9ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω συντομεύσει τὴν ἀπάντησίν μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Παρνασσίδος, διότι παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἕτερος συνάδελφος, δεινὸς τῶν νόμων ἑρμηνευτὴς, ἑτοιμάζεται πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατ’ ἐμοῦ ἐπιθέσεως, ὅτε θέλω ἐπανέλθει, εὐτυχὴς ἂν ἴδω καὶ τοῦτον πίπτοντα ἐνδόξως ἐν τῷ ἀπελπιστικῷ ἀγῶνι, ὅστις κατ’ ἐμοῦ σήμερον ἠγέρθη. Δὲν προέβην λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸν διορισμὸν τῶν προταθέντων καθηγητῶν, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, διότι ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι εἶχον παραβῆ τὰ καθήκοντα αὑτῶν, καὶ εἶχον δείξει διαγωγὴν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰ ἔργα τῆς προηγουμένης ὑπηρεσίας των, ἀφ’ ἧς διὰ τοῦτον τὸν λόγον τοὺς ἀπέλυσα. Δὲν ἐσχημάτισα δὲ τὴν πεποίθησιν ταύτην ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀλλὰ πολὺ πρὶν ἢ προταθῶσιν ὑπὸ τῆς διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δύναται νὰ ἀποδείξῃ ἡ χρονολογία τῆς ἀπολύσεώς των, συγκρινομένη πρὸς τὴν χρονολογίαν τῆς περὶ διορισμοῦ των προτάσεως ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Γυμνασίου Ἀμφίσσης. Δὲν προέβην λοιπὸν εἰς τὸν διορισμόν των, ἔχων περὶ τοῦ ἐναντίου λόγους ἀποῤῥέοντας ἐκ τῶν κειμένων νόμων, καθ’ ἣν περίπτωσιν καὶ ὁ μνημονευθεὶς νόμος ΠΚΗʹ μοὶ ἐπιτρέπει τοῦτο. Καὶ τοὺς μὲν λόγους σᾶς τοὺς ἐξήγησα ἤδη, ἀποῤῥέουσι δὲ οὗτοι ἐκ τοῦ κειμένου νόμου, τουτέστι τοῦ ὀργανικοῦ διατάγματος περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων τῆς 31 Δεκεμβρίου 1837, κατὰ τὸ ἄρθρον 39 τοῦ ὁποίου διορισμὸς διδασκάλου δὲν προτείνεται εἰς τὸν Βασιλέα, ὅταν ὑπάρχωσιν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς χρηστότητος αὐτοῦ.

§10ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἠναγκάσθην, κύριοι Βουλευταί, νὰ ζητήσω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος κατὰ τὸ φαινόμενον ἀλλοτρίου πρὸς ἐμὲ προσωπικῶς, ἀλλ’ ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι μεταξὺ τῶν δύο καθηγητῶν, τῶν ἀπολυθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ μὴ διορισθέντων ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διαχειριζομένης τὰ τοῦ Γιαγτζείου κληροδοτήματος, ὑπάρχει καὶ εἷς συμπολίτης μου, ὁ ὁποῖος παρεστάθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὠργίασεν, ὅτι προσηνέχθη καὶ ἐπέδειξε διαγωγὴν ἀσυμβίβαστον καὶ ἀνάρμοστον πρὸς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον μετήρχετο. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν νὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν ἀνθρώπου ἀδίκως προσβαλλομένου, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατ’ ἀδίκου ἐπιθέσεως ἐναντίον ἀνδρὸς ἀδίκως προσβαλλομένου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ἐὰν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπιτρέπηται νὰ ἔχῃ πεποιθήσεις καὶ συμφώνως πρὸς ταύτας νὰ ἐνεργῇ, ἐπιτρέπεται βεβαίως καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἔχω τὰς ἐναντίας πεποιθήσεις, καὶ ἐν ὀνόματι τῶν πεποιθήσεων τούτων νὰ ἔλθω νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀποκρούων τὰς ἀδίκους προσβολὰς, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξετόξευσε κατ’ ἀνδρὸς κατὰ πάντα ἀξιοτίμου. Εἰς οὐδένα ἄλλον, Κύριοι, ἐπιτρέπετο νὰ ἐκστομίσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅσα κατὰ τοῦ Σπυρίδωνος Λούγαρη ἐξετόξευσεν ὁ ἔντιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς, κατ’ ἀνδρὸς κατὰ πάντα ἀξιοτίμου καὶ ἐκπληρώσαντος θρησκευτικῶς τὸ καθῆκον αὐτοῦ ἔν τε Πάτραις καὶ ἐν Ζακύνθῳ. Καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πάντων τῶν ἐκ Πατρῶν συναδέλφων. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος καθηγητὴς μόλις πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἶχε μετατεθῆ ἐν Ζακύνθῳ, κατὰ δυστυχίαν του δὲ συνέπεσε νὰ γείνωσιν αἱ ἐκλογαὶ κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο. Ταῦτα προέταξα, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐν στενοχωρίᾳ εὑρισκόμενος, ἠθέλησε νὰ δημιουργήσῃ φαντάσματα, κατὰ τῶν ὁποίων νὰ πολεμήσῃ, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν γνώμην του... Καὶ ἐνταῦθα ἔρχομαι, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ἐξετάσω πῶς παρέβητε τὸν νόμον. Παραδέχομαι ὅτι, ἂν ὅσα ὁ Ὑπουργὸς ἐξέθεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἦσαν ἀληθῆ, θὰ ἦτο ἐν τῷ δικαιώματί του· ἀλλὰ ποῦ στηρίζονται ὅσα ἐξέθεσε; καὶ τίνα ἀπόδειξιν περὶ τούτων ἔφερε; Ναὶ, ὤφειλε νὰ παύσῃ τὸν παραβάτην ὑπάλληλον, τὸν μὴ σεβασθέντα τὴν θέσιν του καὶ ἀναμιγνυόμενον ἀναφανδὸν εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ὀργιάζοντα, ὡς εἶπεν, ἀλλ’ εἶχε καὶ ἄλλο καθῆκον, νὰ τὸν καταδιώξῃ, καὶ ἂν δὲν ἦτο ποινικῶς καταδιώξιμος, νὰ τὸν τιμωρήσῃ πειθαρχικῶς. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἔπραξε· προεκάλεσεν ἁπλῶς βασιλικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπολύει αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἦτο ἐν τῷ δικαιώματί του. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προκαλῇ Β. διατάγματα καὶ νὰ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ· ἀλλ’ ὅταν σήμερον τῷ ζητῆται λόγος, διατὶ δὲν τὸν διορίζει, τίνας λόγους ἐκ τῶν νόμων ἀποῤῥέοντας, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, ἔχει, διὰ νὰ μὴ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; Τότε πλέον δημιουργοῦνται ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέθεσε, τότε πλέον ὁ καθηγητὴς αὐτὸς παρίσταται ὡς ὀργιάζων, ὡς ἐπεμβαίνων ἀσυστόλως εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὡς παραβαίνων τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ὅλα ταῦτα εἶναι ἐκ τῶν ὑστέρων κατεσκευασμένα· διότι, ἵνα ᾖ δικαιολογημένος καὶ ἐντὸς τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, ὤφειλεν ὅλα ταῦτα νὰ τὰ πιστοποιήσῃ ἐκ τῶν προτέρων· ἀρνούμενος δὲ σήμερον τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ καθηγητοῦ τούτου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν εἶναι ἐν τῷ νόμῳ, διότι οὐδεὶς λόγος, ἀποῤῥέων ἐκ τοῦ νόμου, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀρνήσεώς του. Τὸ νὰ λέγῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς πεποιθήσεις ἢ μὲ τὴν γνώμην του νὰ διορισθῇ, τοῦτο δὲν ἀποῤῥέει ἐκ τοῦ νόμου, ἀποῤῥέει ἐκ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν. Ἀλλὰ πῶς ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν ταύτην; ὁ ἴδιος τὸ λέγει: ἐκ πληροφοριῶν ἰδιωτικῶν.

§11ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπηρεσιακῶν.

§12ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔχετε ἐκθέσεις; Τότε σᾶς παρακαλῶ νὰ τὰς φέρητε. Ἐνόσῳ ὅμως μοῦ λέγετε, ὅτι ἐκ πληροφοριῶν μόνον, ὁμοιάζετε πρὸς τὴν πνευματικὴν ἀρχὴν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δὲν δίδει ποτὲ λόγον. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ εἴπητε «ἐκ πληροφοριῶν»· διότι, ὅταν πρόκηται ν’ ἀποδείξητε, ὅτι συνεμορφώθητε μὲ τὸν νόμον, ὀφείλετε νὰ προσαγάγητε ἔγγραφα τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἄλλως τὰ πάντα δύνασθε νὰ δικαιολογήσητε ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἂν δὲ ὁ λόγος ὁ προκαλέσας τὴν ἀπόλυσιν τοῦ καθηγητοῦ ἦτο πράγματι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον παρεστήσατε, διατὶ ἐν τῷ διατάγματι τῆς ἀπολύσεως δὲν βεβαιοῦτε τοῦτο; ἡ ἀπόλυσις εἶναι ἁπλῆ, καὶ σήμερον, ὅτε σᾶς ζητεῖται ὁ λόγος τῆς ἀπολύσεως, λέγετε, ὅτι ἐκ πληροφοριῶν ὑπηρεσιακῶν ἐπείσθητε, ὅτι ὁ καθηγητὴς παρεβίασε τὸ καθῆκόν του· ἀλλὰ τοῦτο δὲν σώζει τὴν παράβασιν νόμου, τὴν ὁποίαν ῥητῶς ἐκάματε.

§13ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἔκπληξίς μου ἤδη ἐπιτείνεται, καὶ ἐπιτείνεται, διότι βλέπω συνάδελφον, ἀξιοῦντα ὑπέροχον θέσιν ἐν τῷ νομικῷ κόσμῳ, νὰ θεωρῇ ἄξιον ἑαυτοῦ νὰ ἀνέρχηται τὸ βῆμα καὶ νὰ καταγγέλλῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ παραβάσει νόμου, διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησεν, ὑπακούων εἰς μίαν πρότασιν διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἐπαναφέρῃ ὑπάλληλον εἰς τὴν θέσιν του· καὶ νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις πρὸ δέκα ἡμερῶν ἀπέλυεν αὐτὸν διὰ Β. Διατάγματος. Ἴσως ἡ στοργὴ πρὸς τὸν συμπολίτην τοῦ ἀξιοτίμου ἀγορεύσαντος, διότι ὁ εἷς τῶν καθηγητῶν τούτων τυγχάνει συμπολίτης του, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐλαφρυντικὴ περίστασις ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅστις ἐθεώρησεν, ἐπαναλαμβάνω, ἄξιον ἑαυτοῦ καὶ τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιμείνῃ ἐπὶ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠσθάνετο κλονιζόμενον τὸ νομικὸν ἔδαφος. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψω εὐρύτερον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα ἄρω ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τοῦ τελευταίου ἀκροατοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κόκκος τις παραβάσεως νόμου ἐν τῇ πράξει ἐκείνῃ, τὴν ὁποίαν χαρακτηρίζουσιν ὡς ἀντικειμένην ἄντικρυς εἰς ῥητὸν γράμμα τοῦ νόμου. Ἐπαναλαμβάνει, ἐρωτῶν με ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ἐγερθεὶς, ὅπως ἐκπληρώσῃ ἔργον συνηγόρου ὑπὲρ τοῦ ἐκ Παρνασσίδος συναδέλφου, εἰς ποῖον νόμον ἐστηρίχθην, μὴ προβὰς εἰς τὸν διορισμὸν τῶν καθηγητῶν, καὶ ὅταν ἀνέφερον τοὺς λόγους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐστηρίχθην, ἀπολύσας αὐτοὺς, εἰς τοὺς αὐτοὺς δὲ ἐστηρίχθην, μὴ προβὰς εἰς τὸν ἀναδιορισμόν των, μοὶ ἀποδίδει κακὴν πίστιν, ὅτι δῆθεν τοὺς λόγους αὐτοὺς τοὺς ἐδημιούργησα σήμερον ἐκ τῶν ὑστέρων, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὸ δῆθεν παράνομον τῆς πράξεώς μου! Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ αἰτίασις, καὶ χρονολογικῶς μόνον ἐξεταζομένη, ἀποδεικνύεται ἀβάσιμος, διότι πῶς, Κύριοι, τοὺς ἐδημιούργησα σήμερον, ἀφοῦ πολὺ πρὸ τῆς προτάσεως, περὶ ἧς πρόκειται, προέβην εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν; Τὸ διάταγμα τῆς ἀπολύσεώς των φέρει χρονολογίαν τῆς 7 Δεκεμβρίου 1890, ἡ δὲ πρότασις τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς χρονολογεῖται ἀπὸ 13 Ἰανουαρίου 1891, καὶ τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀπέκρουσα τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως ταύτης, ἀπὸ 5 Φεβρουαρίου. Πῶς λοιπὸν ἔπλασα ἐκ τῶν ὑστέρων τοὺς λόγους τούτους, ἀφοῦ τοὺς εἶχον ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον, ὅτε τοὺς ἀπέλυσα;

§14ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐκ τῶν λόγων τούτων τοὺς ἀπελύσατε.

§15ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μοὶ λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὰς προφορικὰς πληροφορίας, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναφέρω εἰς τὸ περὶ ἀπολύσεως διάταγμα, ὅτι ἀπέδειξαν οἱ καθηγηταὶ οὗτοι διαγωγὴν σκανδαλώδη καὶ ἀσυμβίβαστον. Δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι ἡ ἐπιείκεια, ᾗ ἐχρησάμην, καὶ ἡ μετριοπάθεια, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξα, νὰ μὴ στιγματίσω τοὺς ἀπολυθέντας καθηγητὰς, δὲν ἐπίστευον, λέγω, ὅτι ἡ ἐπιείκεια αὕτη ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ἐκ μέρους τῶν κυρίων συναδέλφων ὡς ὅπλον ἐναντίον μου. Ἀλλ’ ὑποθέτετε, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν μνημονεύονται ἐν τῷ διατάγματι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ προήγαγον εἰς τὴν ἀπόλυσιν, πιστεύετε, ὅτι προέβην ἄνευ οὐδενὸς λόγου; Πᾶσα ἀπόλυσις οἱουδήποτε ὑπαλλήλου ὑποτίθεται ὑπαγορευθεῖσα ἐκ σπουδαίου λόγου, εἴτε μνημονεύεται οὗτος, εἴτε μὴ, ὡς συνηθέστερον μάλιστα συμβαίνει. Δὲν γνωρίζω, εἰς τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας ὑπηρεσιακοὶ λόγοι μὲ ἐπροκάλεσαν νὰ προβῶ, ἂν ἐφάνην δυσάρεστος εἰς ἀμφοτέρους τοὺς συναδέλφους, ἀλλὰ θὰ τοὺς παρακαλέσω, τὰ τυχὸν προσωπικὰ δυσάρεστα συναισθήματα, τὰ ὁποῖα παρήγαγον εἰς αὐτοὺς πράξεις τῆς ὑπηρεσίας μου, νὰ μὴ τὰ ἀναμιγνύωσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν κοινοβουλευτικὸν, τὸν ὁποῖον ἐνόμισαν σήμερον πρέπον νὰ ἐγείρωσιν. Ἐπιθυμῶ καὶ παρακαλῶ νὰ λησμονήσωσι πᾶν προσωπικὸν συναίσθημα, καὶ νὰ μὴ ἀντλῶσι τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἐναντίον μου κατηγορίας των, παρὰ ἐξ αὐτῆς τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν σήμερον ἐνταῦθα, ἵνα ἐν ταύτῃ εὕρωσιν, ἐὰν δύνανται, τὸ ἐλεγκτέον καὶ μεμπτέον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἀμφοτέρους τοὺς συναδέλφους, ὅταν ὁ νόμος ΠΚΗʹ λέγῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς «ἂν ἔχῃ λόγους, ἀποῤῥέοντας ἐκ τῶν κειμένων νόμων, δὲν προβαίνει εἰς τὸν διορισμὸν τῶν προταθέντων», ποίους ἐννοεῖ κειμένους νόμους; Καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ εὕρουν τοὺς κειμένους νόμους, οἱ ὁποῖοι νὰ διαγράφωσι τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ τὸν δεῖνα καθηγητήν, τοὺς παρακαλῶ, λέγω, νὰ εὕρουν καὶ νὰ ἀναγνώσουν κείμενον νόμον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἀναγράφωνται οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων, καὶ αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ τὸν δεῖνα καθηγητήν. Ἂν μοὶ εἴπωσιν ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀκούω ψιθυριζόμενον, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ἐπιφυλάξω ἐκ πονηρίας δι’ ἄλλην εὐκαιρίαν, ὅτι ἡ ἔκφρασις αὕτη «κείμενοι νόμοι» ἐννοεῖ μόνον τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν καθηγητῶν, βεβαίως πλανῶνται. Οἱ συνάδελφοι φαίνονται πιστεύοντες, ὅτι εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἀναφέρεται ἡ ἔκφρασις «τῶν κειμένων νόμων», τουτέστιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν προτεινομένων καθηγητῶν, ἐκτὸς μόνον ἐὰν οὗτοι δὲν ἔχωσι τὰ νόμιμα πρὸς διορισμὸν προσόντα· ἀλλ’ ἐὰν ὑπομνήσω πρὸς αὐτοὺς μίαν ῥῆσιν, ἐν τῷ αὐτῷ ΠΚΗʹ νόμῳ κειμένην καὶ λίαν ἐγγὺς ἐκείνης, θὰ πεισθῶσιν, ὅτι ἡ ἔκφρασις «τῶν κειμένων νόμων» δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὰ προσόντα τῶν καθηγητῶν. Καὶ ἰδού, Κύριοι, τί λέγει τὸ ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Οἱ διδάσκαλοι καὶ οἱ καθηγηταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, οἵτινες προτείνονται πρὸς διορισμὸν, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα». Ἑπομένως ὁ νόμος οὗτος ῥητῶς ἀπῄτησε τὴν ὕπαρξιν προσόντων, ἵνα δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ προτείνῃ τὸν διορισμόν. Εἰς ἄλλο λοιπὸν προφανῶς ἀναφέρεται ὁ νόμος, ὅταν λέγῃ «ἐκ τῶν κειμένων νόμων»· διότι, ἂν ἀφεώρα εἰς τὰ προσόντα μόνον, οὐδεμία ἐξουσία θὰ ἐδίδετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἡ Ἐπιτροπή, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, δὲν δύναται νὰ προτείνῃ διορισμὸν προσώπων, μὴ ἐχόντων τὰ νόμιμα προσόντα. Ἀλλὰ, ταῦτα λέγοντες, προφανῶς ἐλησμονήσατε τὸ ὀργανικὸν διάταγμα περὶ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων, ἀποτελοῦν τὸν θεμελιωδέστατον καὶ καταστατικὸν, οὕτως εἰπεῖν, ἐκπαιδευτικὸν νόμον, αὐτὸ τὸ Σύνταγμα τῆς περὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως νομοθεσίας μας, τῆς 31 Δεκεμβρίου 1837, κατὰ τὸ ἄρθρον 39 τοῦ ὁποίου, ὡς σᾶς εἶπον ἤδη, δὲν προτείνεται ὁ διορισμὸς διδασκάλου εἰς τὸν Βασιλέα, ὅταν ὑπάρχωσιν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ὑπηρεσιακῆς χρηστότητος αὐτοῦ, περὶ τῶν ἠθῶν του, ὡς ἐκφράζεται τὸ διάταγμα τοῦτο. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναλύσω τὴν ἔκφρασιν ταύτην; Λοιπὸν, ἀφοῦ ζητεῖτε τοὺς κειμένους νόμους, ἰδοὺ κείμενος νόμος ἀναμφισβήτητος, καθ’ ὃν ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὑπόχρεως εἰς διορισμὸν, ἰδοὺ κείμενος νόμος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἤντλησα τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Δύναται λοιπὸν νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον λόγος περὶ μὴ διορισμοῦ καθηγητοῦ τινος, ὅταν τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἦναι ἀπόλυτον, καὶ δὲν ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ λόγον, παρὰ εἰς τὴν συνείδησίν του μόνον; Καὶ ἀπορῶ, πῶς προέβαλον τοιούτους δισταγμοὺς περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὀλίγιστον χρόνον μετὰ τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἄλλοτε κατάληψιν τῆς ἀρχῆς, ἔσπευσαν τὴν ἡμέραν τῆς ἐλεύσεώς των εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ καταργήσωσι διάταγμα, τὸ ὁποῖον οἱ προκάτοχοι αὐτῶν εἶχον προκαλέσει περὶ ἐγγυήσεών τινων, σχετιζομένων πρὸς τὴν ἀπόλυσιν τῶν καθηγητῶν. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1885 εἶχε προκαλέσει Β. Διάταγμα, τὸ τῆς 4 Νοεμβρίου 1885, διὰ τοῦ ὁποίου καθωρίσθησαν ἐγγυήσεις τινὲς ὑπὲρ τῆς μονιμότητος τῶν καθηγητῶν, καὶ ἀνεγράφησαν λόγοι, δυνάμει τῶν ὁποίων καὶ μόνον ἠδύνατο νὰ παυθῇ καθηγητής. Ἀλλὰ τὸ διάδοχον Ὑπουργεῖον, ἤτοι τὸ προκάτοχον ἡμῶν, ἐνόμισεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ διατάγματος περιορίζεται ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὅ, ὁ Βασιλεὺς ἄνευ περιορισμοῦ διορίζει καὶ παύει τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Δὲν ἠνέχθησαν λοιπὸν τὸν περιορισμὸν τοῦτον καὶ διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 7 Μαΐου 1886 ἀνεκάλεσαν τὸ προμνημονευθὲν διάταγμα, ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Συντάγματος. Καὶ νομίζουσι λοιπὸν προσῆκον καὶ ὀρθὸν, ὅτι ἔχουσι βάσιμον λόγον καὶ ἔδαφος στερεὸν κατηγορίας ἐναντίον μου, διότι δὲν ἠθέλησα νὰ προβῶ εἰς τὸν διορισμὸν καθηγητῶν, τοὺς ὁποίους ἐγὼ αὐτὸς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπέλυσα! Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἄξιος οἴκτου ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν εὑρίσκεσθαι ὑπ’ αὐτὴν τὴν θλιβερὰν ἀνάγκην, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀξιοθρήνητον θέσιν, τοῦ νὰ ἀναγκάζηται ἄκων, ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς του, ἐναντίον τῶν ἀποφάσεών του, ἐναντίον τῆς ὑπογραφῆς του, νὰ ἔρχηται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας καὶ νὰ σύρηται δέσμιος ἐκ τῶν θελήσεων μιᾶς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂν προχωρήσητε ὀλίγον κατωτέρω εἰς ἑτέραν παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΠΚΗʹ, θέλετε ἔτι περισσότερον ἐνισχυθῇ ἐν τῇ πεποιθήσει, τὴν ὁποίαν ἐκφράζω πρὸς ὑμᾶς. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ παράγραφος γʹ τοῦ ἄρθρου τούτου (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ προκαλῇ τὴν ἀπόλυσιν καὶ ἄνευ προτάσεως τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς, ἂν ἀποδεδειγμένως φανῇ ὁ διδάσκαλος διάγων ἐπιμέμπτως, ἢ παραβαίνων τὰ κείμενα τῆς διδασκαλίας ἢ αἰτίᾳ δημοσίας τάξεως». Καὶ εὐλόγως· διότι ἦτο δυνατόν ποτε, εἴτε νόμος, εἴτε διάταγμα, νὰ ὑποτάσσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ συνθήκας περιοριστικὰς, αἰρούσας καὶ μηδενιζούσας τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ; Ἂν λοιπὸν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς ἄνευ προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀπολύῃ τοὺς καθηγητὰς τοῦ ἐν Ἀμφίσσῃ Γυμνασίου, δὲν ἠδυνάμην λοιπὸν νὰ διορίσω τοὺς προταθέντας καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ τοὺς ἀπολύσω, διότι κατὰ τὴν κρίσιν μου ἦσαν ἀπολυτέοι; Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ ἐξηγήσω, πῶς ἐθεώρησαν οἱ συνάδελφοι, ὅτι εὗρον ἐν τῇ πράξει μου στοιχεῖα παραβάσεως νόμου. Ἀλλ’ οὗτοι ἐξηκολούθησαν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ πολιτικὸς ἀρχηγός των προχθὲς διετύπωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διεμαρτύρετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγων: «διατί ἀπελύσατε τὸν ὑπάλληλον τοῦτον; διατί ἐπαύσατε τὸν ἄλλον; ἔπρεπε νὰ κρατήσητε αὐτοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἵνα οὕτως ἐγὼ διοικῶ καὶ ὑμῶν κυβερνώντων!» Ἐκ τῶν αὐτῶν ἰδεῶν προαχθέντες, φαίνεται, οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι μοὶ λέγουν· «διατί δὲν διορίζεις καθηγητὰς, οὓς ἡμεῖς σοῦ προτείνομεν;» Καὶ ἐκπλήσσονται οἱ συνάδελφοι, διότι δὲν εἰσακούω τῆς ἐπιθυμίας των! Αὐτὸν δὲ καὶ μόνον τὸν λόγον εὑρίσκω τῆς ἐκπλήξεως, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν οἱ δύο συνάδελφοι. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν. Ὑποθέτω ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι θὰ ἠσθάνθησαν ἤδη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε ὁ νόμος ΠΚΗʹ νὰ ἐπέβαλε τῷ Ὑπουργῷ τῆς Ἐκπαιδεύσεως περιορισμὸν τοσοῦτον τῆς ἐξουσίας του, ὁ ὁποῖος ἦτο ἱκανὸς νὰ μηδενίσῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, καὶ νὰ τὸν καταστήσῃ ἐμπαιγμὸν τῶν ἀπολυομένων ὑπαλλήλων.

§16ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶχε δίκαιον νὰ μεταπίπτῃ ἀπὸ ἐκπλήξεως εἰς ἔκπληξιν, διότι ὁμολογουμένως εὑρέθη εἰς λίαν στενόχωρον καὶ ἀμήχανον θέσιν, προσπαθήσας νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐνεκαλέσαμεν αὐτὸν ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐκ Ζακύνθου. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐδικαιολόγησαν τὴν πρᾶξίν του, ἀλλ’ ἀπετέλουν παράπονον κατὰ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε: «πῶς! θέλετε νὰ μηδενίσητε τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως; πῶς! θέλετε νὰ μὴ ἀφήσητε εἰς αὐτὸν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς καθηγητάς;» Βεβαίως τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἐνασκεῖ ὁ Ὑπουργὸς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους καθηγητὰς, τοὺς ἄλλους διδασκάλους τῶν ἄλλων Σχολαρχείων ἢ καὶ Γυμνασίων, ἀλλ’ ἐνταῦθα ὁ νομοθέτης εἶχε βεβαίως λόγον, διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς ὃν ὑπέβαλεν αὐτὸν περιορισμόν· ἄλλως θὰ ἦτο ἐντελῶς περιττὴ καὶ ἄσκοπος ἡ ἔκφρασις, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται ὁ νόμος· διότι, ἐὰν τῷ ὄντι ἡ ἔκφρασις τοῦ νόμου, ὅτι τότε καὶ μόνον δικαιοῦται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅταν ἔχῃ λόγους ἐκ τοῦ νόμου ἀποῤῥέοντας, ἐὰν, λέγω, αὐτὴ ἡ ἔκφρασις δὲν ἐσήμαινε τίποτε, πρὸς τί νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ; Ὁ νομοθέτης τοῦ 1881 ἐνόει, καὶ οὕτως ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε, ὅτι τότε καὶ μόνον δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀποδοχὴν προτάσεως περὶ διορισμοῦ καθηγητῶν, ὅταν οἱ προτεινόμενοι καθηγηταὶ δὲν ἔχωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, ὅταν περιέπεσαν εἰς πράξεις ἐγκληματικὰς, ἀποκλειούσας αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ἔδωκαν οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ εἰς τὸν νόμον ἐπὶ 10 ὅλα ἔτη. Ὅτι δὲ αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου, ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς προτάσεως τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἄρχεται ἐκ τούτου, ὅτι «οἱ προτεινόμενοι ὑφ’ ἡμῶν καθηγηταὶ ἔχουσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα». Ἐὰν ὁ νόμος τοῦ 1881 ἐνόει ν’ ἀφήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τὴν ἄσκησιν τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀσκεῖ ὡς πρὸς τοὺς καθηγητὰς τῶν ἄλλων Γυμνασίων, δὲν ἦτο τὸ παράπαν ἀναγκαῖον νὰ ἀναφέρῃ ὅσα ἀνέφερεν, ὅτι δηλ. τότε μόνον δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὅταν οἱ ὑπ’ αὐτῆς προτεινόμενοι καθηγηταὶ δὲν ἔχωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἀλλ’ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρεκτραπῇ τοῦ θέματος, καὶ νὰ προβάλῃ αἰτίασιν κατὰ τῶν προκατόχων του Ὑπουργῶν, καὶ νὰ μνησθῇ Β. διατάγματος, ἀνακαλέσαντος ἕτερον διάταγμα, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1885 ἐκδοθὲν, εἶχε δὲ ἀκριβῶς καὶ τὴν ἐπιφύλαξιν, ἵνα μὴ εἴπω τὴν πονηρίαν, ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀνεκλήθη τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, νὰ μὴ τὸ ἀναγνώσῃ πλῆρες· διότι βεβαίως ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τῶν νόμων προβλεπομένων ἐξαιρέσεων· βεβαίως τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ἐκδοθὲν τὸ 1885, εἶχε διάταξιν νομοθετικὴν, καὶ ἦτο φυσικὸν εἰς τὸν διάδοχον Ὑπουργὸν νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο. Ἀκριβῶς δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑφίσταται ἐξαίρεσις ἐξ ἐκείνων, περὶ ὧν προενόησεν ἡ τοῦ Συντάγματος διάταξις, διότι νόμος ἐν ἰσχύϊ ὁρίζει, ὅτι ἐν τοιαύτῃ καὶ μόνῃ περιπτώσει, ἤτοι ὅταν ὑπάρχωσι λόγοι ἐκ τῶν νόμων ἀποῤῥέοντες, δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἶχε λόγους ὑπηρεσιακοὺς, ὧν ἕνεκα προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν καθηγητῶν, περὶ ὧν πρόκειται. Μέχρι τοῦδε ἐγινώσκομεν, ὅτι οἱ ὑπηρεσιακοὶ λόγοι μεταβιβάζονται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δι’ ἐγγράφων τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐν τῷ φακέλλῳ, περὶ οὗ γίνεται λόγος, οὐδὲν τοιοῦτον ἔγγραφον ὑπάρχει. Δὲν ἐπικαλοῦμαι μόνον τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθην καὶ πρότερον, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχον λόγοι, ἤθελον ἀναφερθῆ εἰς τὸ Β. διάταγμα, ἀλλ’ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, ὅτι οὐδεὶς λόγος ἀποῤῥέων ἐκ τῶν νόμων ὑπάρχει, οὐδὲ ἔγγραφόν τι κατὰ τῶν καθηγητῶν, περὶ ὧν ὁ λόγος· ἂν τοιοῦτον ὑπῆρχε, ἤθελεν ἐγκλεισθῆ εἰς τὸν κατατεθέντα ἐν τῇ Βουλῇ φάκελλον. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐκτελεστικὴ τοῦ Γιαγτζείου κληροδοτήματος πᾶν ἄλλο εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἢ λόγον πολιτικὸν, ἢ λόγον ἀναφερόμενον εἰς τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅταν ἐπρότεινε τὸν διορισμὸν τῶν δύο καθηγητῶν, περὶ ὧν γίνεται λόγος. Εἶχον κενωθῆ δύο θέσεις καθηγητῶν ἡ ἐπιτροπὴ συνειθίζει διὰ τῶν ἐν Ἀθήναις γνωρίμων καὶ συμπολιτῶν, τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ γράμματα, ἰδίως δὲ διὰ δύο διακεκριμένων φιλολόγων συμπολιτῶν της, νὰ λαμβάνῃ πληροφορίας περὶ τῶν καταλληλοτέρων καθηγητῶν· παρ’ αὐτῶν τούτων ἔλαβε πληροφορίας, ὅτι οἱ καθηγηταὶ, περὶ ὧν πρόκειται, ἔχουν τ’ ἀπαιτούμενα προσόντα...

§17ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ τίνων λαμβάνει τὰς πληροφορίας;

§18ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ διακεκριμένων συμπολιτῶν μας, ἀσχολουμένων εἰς τὰ γράμματα. Συνήθως ἡ ἐπιτροπὴ συμβουλεύεται τὸν κ. Κόντον, τὸν καθηγητὴν τῆς φιλολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Παρὰ τούτου, ὡς ὑποθέτω, ἔλαβε τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ ὑπέβαλε τὴν πρότασιν περὶ διορισμοῦ τῶν δύο καθηγητῶν. Οἱ καθηγηταὶ περὶ ὧν πρόκειται, καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἄγνωστοι. Εἰς Ἄμφισαν μεταβαίνοντες, βεβαίως δὲν ἤθελον οὐδέποτε ἀναμιχθῆ εἰς πολιτικήν τινα ἀσχολίαν, διότι οὐδεὶς εἶχε συμφέρον ἢ λόγους νὰ ὠθήσῃ αὐτοὺς εἰς τοιαύτην ἐκ τοῦ καθήκοντός των παρεκτροπήν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ὑμῶν, Κύριοι, ἐμορφώθη ἤδη ἡ πεποίθησις περὶ τῶν λόγων, ὧν ἕνεκεν ἠρνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ δὲ γεγονὸς, ὅτι καὶ τὴν προθεσμίαν τῶν 20 ἡμερῶν ἀφῆκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐκπνεύσῃ, ἀποδεικνύει, ὅτι εὑρίσκετο εἰς πόλεμον πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν παρ’ αὐτοῦ νὰ μὴ διορίσῃ αὐτοὺς τοὺς καθηγητὰς, καίτοι ἐκ τοῦ νόμου ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὸν νὰ τοὺς διορίσῃ.

§19ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀναγκάζομαι, Κύριοι, καὶ ἐκ τρίτου νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς διὰ βραχέων, ἀφοῦ οἱ ἐπερωτήσαντες συνάδελφοι θεωροῦσιν ἄξιον ἑαυτῶν καὶ τῆς ὑποθέσεως νὰ ἐπιμένουν. Ἐν πρώτοις δέον νὰ ἐνθυμηθῶμεν τοὺς τελευταίους λόγους, οἱ ὁποῖοι ἀντηχοῦσιν εἰσέτι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Εἶπον τουτέστιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐγὼ ἐκ πολιτικῆς ἀνάγκης ἠναγκάσθην νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τῆς διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς· νομίζω, ὅτι εἶναι αὐθαίρετος ἡ αἰτίασις αὕτη, εἶναι μία ἐπίνοια φαντασιώδης, καθόσον ποσῶς δὲν ἐπιέσθην ὑπὸ τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης, ἀλλ’ ὡς εἶπον ἤδη, θὰ ἦτο ἀνάξιον ἐμοῦ αὐτοῦ νὰ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν, πρὶν ἢ τοὐλάχιστον παρέλθῃ πάροδός τις χρόνου ἀργίας τῶν περὶ ὧν πρόκειται καθηγητῶν, ἥτις νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔκτισις πειθαρχικῆς ποινῆς· θὰ ἦτο, λέγω, ἀνάξιον ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ, νὰ προβῶ ἀμέσως διὰ τῆς ἰδίας μου χειρὸς εἰς τὸν διορισμὸν καθηγητῶν, τοὺς ὁποίους ἀπέλυσα, εἰς τὸν διορισμὸν καθηγητῶν, τοὺς ὁποίους ἠδύνατο μὲν νὰ προτείνῃ κατὰ τύπον μία διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ, ἐὰν μάλιστα ἐν ἀγνοίᾳ διετέλει αὕτη τῶν λόγων τῆς ἀπολύσεως, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, τίνες εἰσήγαγον εἰς τὴν θέλησιν αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς τὰ πρόσωπα τὰ προτεινόμενα. Δὲν πιστεύω ποτὲ ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ ἐκ συμπτώσεως ἀτυχοῦς νὰ ἔῤῥιψε τὸ βλέμμα ἀκριβῶς ἐπὶ ἐκείνων τῶν καθηγητῶν, τοὺς ὁποίους πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος ἢ πρὸ δύο εἶχον ἀπολύσει, διὰ λόγους γνωστοὺς εἰς πάντας, γνωστοὺς εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ἡ ὁποία δυστυχῶς εἶναι μικρὰ, καὶ γνωρίζει πάντα τὰ συμβαίνοντα. Δὲν πιστεύω λοιπὸν νὰ ἦναι ὅλως διόλου ἀτυχὴς σύμπτωσις ἡ ἐκλογὴ τοιούτων προσώπων, προταθέντων ὑπὸ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ βεβαίως θεωρῶ ἄξιον νὰ ὑπερασπισθῶ ἀπόντα ἐντεῦθεν ἀξιότιμον ἄνδρα, τὸν κ. Κόντον, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν εἰσήγησιν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σιμόπουλος ἀπέδωκε τὴν συζητουμένην πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἀδύνατον ὁ κ. Κόντος, ἐν γνώσει διατελῶν τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς ἀπελύθησαν οἱ καθηγηταὶ ἐκεῖνοι, εἶναι ἀδύνατον, λέγω, σεβόμενος ἑαυτὸν καὶ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος καὶ τὰς πράξεις τῶν προϊσταμένων του, εἶναι ἀδύνατον, ἐκ τρίτου λέγω, νὰ ἐτόλμησε νὰ κάμῃ εἰσήγησιν τοιαύτης, μὴ προσηκούσης—ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ εἴπω—προτάσεως, ἀποτελούσης, ἂν ὄχι περιύβρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ τολμηρὰν πρὸς αὐτὸ ἀνευλάβειαν· διότι τῷ ὄντι εἶναι βαρύτατον. Ἐπιτροπὴ, συνισταμένη ἔστω ἐξ ἐντίμων προσώπων,—διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου,—νὰ θελήσῃ, ὅπως ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἑρμηνείας ἐσφαλμένης τῶν νόμων, ἵνα ἀναιρέσῃ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον ἐνήργησε, νὰ θέλῃ τουτέστι νὰ ἐπιβάλῃ διορισμὸν καθηγητῶν, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἔκρινεν ἀπολυτέους πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Ἀλλ’ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος περὶ πολιτικῆς πιέσεως, στηρίζονται ἐπὶ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, ἂν ἔλαβε τοιαύτας, καὶ δὲν τὰς ἤντλη ἐκ τῆς ἰδίας πεποιθήσεως. Μετὰ τὰ λεχθέντα εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύσω, ὅτι ἀμφότεροι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, μελετῶντες ὡριμώτερον καὶ ἀπαθέστερον τὸ ζήτημα, μακρὰν δὲ πάσης προσωπικῆς στοργῆς καὶ συμπαθείας, εἶναι ἀδύνατον, λέγω, νὰ φαντασθῶ, ὅτι θέλουσιν ἐπιμείνει εἰς τὴν πεποίθησίν των, καθ’ ἣν ὁ νόμος ΠΚΗʹ ἐνόησε νὰ ὑπαγάγῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τὴν ἐξάρτησιν τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Γυμνασίου Ἀμφίσσης, ἀφοῦ τοὐναντίον ἡ διαχειριστικὴ αὕτη ἐπιτροπή, καὶ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦ διαθέτου, ὑπόκειται ἐν πᾶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Δὲν πιστεύω δὲ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες ἦλθον ἐνταῦθα ἐν πλήρει πανοπλίᾳ, ἵνα ἐνεργήσωσι τὴν κατ’ ἐμοῦ τόσον ζωηρὰν ἔφοδόν των, νὰ μὴ γνωρίζωσιν, ὅτι ὑπάρχει διαθήκη τοῦ μακαρίτου Νικολάου Γιατζῆ, τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου καὶ Γυμνασίου Ἀμφίσσης. Ἐὰν τὸ ἐλησμόνησαν, ὑπομιμνήσκω εἰς αὐτοὺς, ὅτι ὁ μακαρίτης Νικόλαος Γιατζῆς συνέταξε τὴν διαθήκην του ἐν Ἑρμουπόλει τὴν 1ην Μαΐου 1873, ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου Ι. Ἀθανασίου. Ἡ παράγραφος 9 τῆς διαθήκης ταύτης λέγει (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἐποπτεύῃ ἐπὶ τῆς καλῆς διευθύνσεως τῶν Ἐκπαιδευτηρίων Ἀμφίσσης καὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας των.» Θὰ ἦτο ἄρα θλιβερὸν, ὁ Ὑπουργὸς, τὸν ὁποῖον οἱ νόμοι καὶ ἡ Πολιτεία ἔταξαν ὑπέρτατον ἐπόπτην τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ Ὑπουργὸς, τὸν ὁποῖον καὶ ἡ θέλησις τοῦ διαθέτου, ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ ὁποίου συντηροῦνται τὰ ἐκπαιδευτήρια Ἀμφίσσης, ἔταξεν ἐπόπτην τῶν διαχειριστῶν, θὰ ἦτο ἀξιοθρήνητον, λέγω, αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ἱστάμενος ἐπὶ τῆς κορυφῆς, νὰ καταντήσῃ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν μελῶν αὐτῆς. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ, ὅτι σοβαρῶς πιστεύουσιν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι· μᾶλλον δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι προσωπικόν τι συναίσθημα, ἢ δυσάρεστον κατ’ ἐμοῦ, ἢ εὐμενὲς ὑπὲρ τῶν ἀπολυθέντων, τοὺς ἤγαγε, μὲ ὅλην τὴν ὀξύνοιάν των, νὰ ἐμπλακῶσιν εἰς τοιαύτην ἀτυχῆ ὑπόθεσιν, διὰ τὴν ὁποίαν, καίτοι ἐπὶ πολὺ παρεσκευάσθησαν, οὐδὲν σπουδαῖον κατώρθωσαν νὰ προσαγάγωσιν. Ἀνεκίνησεν ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Συντάγματος, καὶ ᾐτιάσατο ἐμοῦ, ὅτι ἀτελῶς τὸ εἶχον ἀναγνώσει. Ἀναγινώσκω λοιπὸν ἐκ νέου τὸ σχετικὸν μέρος, μεγαλοφώνως μάλιστα: «Ἅρθρον 34. Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένων ἐξαιρέσεων». Καὶ ὑποθέτετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐν ταῖς ἐξαιρέσεσι, τὰς ὁποίας ἡ ῥήτρα τοῦ 34 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ὑπονοεῖ, περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐκ τοῦ νόμου ΠΚΗʹ, καὶ ὅτι ἐκ τούτου περιορίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν Ὑπουργῶν του, καὶ τίθεται ὑπεράνω αὐτῶν ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ κληροδοτήματος Γιατζῆ;

§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἐσχέτισα μὲ τὸ διάταγμα, τοῦ ὁποίου ὑμεῖς ἐμνημονεύσατε, ὄχι μὲ τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπήν.

§21ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τότε, ἐνῷ δὲν σᾶς ὠφελεῖ, ἀφ’ ἑτέρου οὐδὲν αἴρει ἀπὸ τὴν μομφὴν, ἣν ἐξήνεγκον, ὅτι κατὰ τὸ 1886, μόλις καταλαβόντες τὴν ἀρχὴν, ἐσπεύσατε νὰ ἀνακαλέσητε διάταγμα, δι’ οὗ καθωρίζοντο ἐγγυήσεις τινὲς ὑπὲρ τῆς μονιμότητος τῶν καθηγητῶν, διότι ἐθεωρήσατε αὐτὸ ὡς περιορίζον τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, σεῖς δὲ αὐτοὶ ἔρχεσθε σήμερον νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι ὁ νόμος ΠΚΗʹ ἐγένετο διὰ νὰ δεσμεύῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὥστε νὰ μηδενίσῃ ἐντελῶς τὸ δικαίωμά του ἀλλ’ ἆρά γε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 λέγον «ἐκτὸς τῶν ἐξαιρέσεων», εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸν νόμον ΠΚΗʹ τοῦ 1881, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖσθε; Συνιστῶ ὑμῖν, Κύριοι, νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, διότι δὲν εἶναι ἄξιον ν’ ἀπασχολῇ οὔτε ὑμᾶς, οὔτε τὴν Βουλὴν, εὔχομαι δὲ νὰ εὐτυχήσητε καὶ ἐκλέξητε ἄλλην σοβαρωτέραν ὑπόθεσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας εὐχαρίστως θέλω συζητήσει μεθ’ ὑμῶν, προσερχομένου ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ μετὰ ἐπαρκεστέρας παρασκευῆς.

§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ......

§23ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ δύο λέξεων θὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς τελευταίους λόγους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Πρῶτον παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ τὸν ἀνησυχῇ ἡ ἔλλειψις, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τὸ Γυμνάσιον Ἀμφίσσης, διότι ἡ διαχειριστικὴ Ἐπιτροπή, κατανοήσασα τὸ μὴ προσῆκον τῆς πρώτης προτάσεώς της, ἔσπευσε νὰ προτείνῃ ἑτέρους καθηγητὰς πρὸς πλήρωσιν τῶν ὑπαρχόντων κενῶν, καὶ ἡ πρότασις αὕτη γενήσεται ἀποδεκτή. Ὡς πρὸς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι οὐχὶ ἐκ προσωπικῶν λόγων ὑπὲρ τῶν καθηγητῶν εἶπεν, ὅσα εἶπεν, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς αὕτη τὸν καθιστᾷ ἀξιέπαινον, ὡς ἀνώτερον προσωπικῶν ἐλατηρίων, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως καθιστᾷ ἔτι δεινοτέραν τὴν θέσιν του, ὑποστηρίξαντος σαθρὰν ὑπόθεσιν, ἄνευ τοὐλάχιστον προσωπικῆς ἀνασκευῆς, ἥτις ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐλαφρυντικὴ περίστασις ἐν τῇ καταδίκῃ τῶν ἀνυποστάτων ἐπιχειρημάτων.

§24ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς αἰτιάσεως, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι προσωπικόν τι συναίσθημα μὲ ἄγει, ἢ ἄλλος πλάγιος σκοπὸς μὲ ὤθησεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν προέβαλον· ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδένα ἔχω προσωπικὸν λόγον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοὐναντίον μὲ συνδέει αἴσθημα ἀκραιφνοῦς πρὸς αὐτὸν ἐκτιμήσεως καὶ ὑπολήψεως, οὐδένα δὲ λόγον προσωπικὸν ἔχω σχετικῶς πρὸς τοὺς καθηγητὰς, περὶ ὧν πρόκειται, διότι οὐδένα ἐξ αὐτῶν γινώσκω· εἶχον ὅμως καὶ ἔχω μόνον ἕνα λόγον, τὸ ἐνδιαφέρον νὰ μὴ μένῃ τὸ Γυμνάσιον Ἀμφίσσης ἠκρωτηριασμένον καὶ ἐν ἀτελεστάτῃ λειτουργίᾳ, ἕνεκα τῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀποφάσεως μὴ στηριζομένης εἰς τὸν νόμον οὐδὲ εἰς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, οὐδὲ προκυψάσης ἐκ τῆς θελήσεως αὐτοῦ,—εἶμαι πεπεισμένος περὶ τούτου,—ἀλλὰ προελθούσης ἐξ ἀνάγκης πολιτικῆς.

§25ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§26ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ἑνώσω τὴν φωνήν μου μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι οὐδεὶς λόγος δυσμενείας πρὸς κ. Ὑπουργὸν μὲ ἤγαγεν εἰς τὸ βῆμα, ἀλλὰ μόνον ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέβη τὸν νόμον, καὶ παρέβη τὸν νόμον προβάλλων οὐχὶ τὸν ἀληθῆ λόγον, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Εὐτυχῶς ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου ἀφῆκε νὰ διαφανῇ ἡ κρατήσασα ἰδέα ἐν τῇ ἐνεργείᾳ του ταύτῃ· διότι, κατηγορῶν ἡμῶν, ὅτι μιμούμεθα τὸ παράδειγμα τοῦ πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ μας, εἶπε: «τί ἠθέλατε; ν’ ἀφήσω, ὡς ἠξίου ἐκεῖνος, τὸν γενικὸν γραμματέα νὰ διοικῇ; ἤτοι νὰ διοικῇ αὐτός;» Αὐτὴ ἡ φράσις, ἐκφυγοῦσα τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων αὐτοῦ, ὑποδεικνύει καὶ ποία ἦτο ἡ κυρία αἰτία τῆς ἀπολύσεως τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος καθηγητῶν, ἡ διαφορὰ τοῦ πολιτικοῦ φρονήματος· καὶ εἰς τοῦτο εἴμεθα συμφωνότατοι.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Μιχαὴλ Γρ. Μπουχλῆς, ἐκ Μεθώνης, δι’ ἀναφορᾶς του ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐπενόησε τρόπον, δι’ οὗ ἡ κινητήριος δύναμις τοῦ ἀτμοῦ ἀντικαθίσταται διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ μοχλοῦ εἰς τὰς ἀτμοκινήτους μηχανὰς, καὶ ἐξαιτεῖται τὴν ἀπονομὴν αὐτῷ προνομίου ἐφευρέσεως. Ὁ αὐτὸς δι’ ἑτέρας ἀναφορᾶς του ἐξαιτεῖται ὅμοιον προνόμιον καὶ διὰ τὴν ἐπινόησιν σχεδίου ὑδραντλίας, ἐργαζομένης διὰ δύο ἐμβόλων, κινουμένων συγχρόνως δι’ ἁπλῆς κινήσεως καὶ δι’ ἐλαχίστης δυνάμεως, ὅπερ ὁ αὐτὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐπενόησεν. Ὁ Γεώργιος Βακαλόπουλος δι’ ἀναφορᾶς του ἐξαιτεῖται, ὅπως αἱ σουλτανίναι σταφίδες τῶν Ἀθηνῶν φορολογῶνται μόνον κατὰ στρέμμα, οὐχὶ δὲ καὶ ὅταν μεταποιῶνται εἰς οἶνον.

§28ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπὶ τῆς ἀνοφορᾶς ταύτης θὰ εἴπω δύο λέξεις. Οἱ σταφιδοκτήμονες τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς καὶ ἄλλων μερῶν, ὅπου ὑπάρχουν σταφίδες, σουλτανίναι λεγόμεναι, φορολογοῦνται διττῶς, ὑποχρεούμενοι νὰ πληρόνωσι φόρον στρεμματικὸν τῆς σταφίδος· ἐπειδὴ δὲ τὸ μέγιστον μέρος τῶν σταφίδων αὐτῶν μεταποιεῖται εἰς οἶνον, ἀποτίουσι καὶ φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου· ἡ δὲ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει, ὅτι τὸ ἄδικον αὐτὸ συμβαίνει. Νομίζω ὅτι εἶναι εὐκαιρία, ὅπως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ τὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν γνωστά, καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οἱ σταφιδοκτήμονες ἢ τοῦ ἑνὸς φόρου ἢ τοῦ ἄλλου, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πληρόνωσι δύο φόρους.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρεπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.

§30ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας περὶ ἑνὸς καλοῦ ὑπὲρ τοῦ δήμου Βοίβης τῆς ἐπαρχίας μου. Ἡ Θεσσαλία δυστυχῶς ἅπασα καὶ ἰδίως τὸ πεδινὸν αὐτῆς μέρος ἔμεινεν ἐντελῶς ἐγκαταλελειμμένον ὅσον ἀφορᾷ τὴν παιδείαν, μικρὰ δὲ γωνία αὐτῆς, ἐξαιρέσει τοῦ Πηλίου, κειμένη κατὰ τὴν μεσημβριοανατολικὴν ἄκραν αὐτῆς καὶ ἀποτελοῦσα μικρόν τινα δῆμον, τὸν δῆμον Βοίβης, συγκείμενον ἐκ τριῶν χωρίων, Κανάλια, Κερασιὰ καὶ Κάπουρνα, ἡ γωνία ἐκείνη διεκρίθη καὶ ὑπερέχει κατὰ τὰ γράμματα. Ὁ δῆμος οὗτος κατοικεῖται ὑπὸ 2500–3000 κατοίκων καὶ ὑπερέχει κατὰ τὴν μάθησιν ὅλων τῶν ἄλλων μερῶν τῆς Θεσσαλίας, ἀποτελῶν, οὕτως εἰπεῖν, ἑστίαν μαθήσεως ἐν τῇ πεδιάδι. Πολλοὶ εὐεργέται ἐκληροδότησαν εἰς αὐτὸν διάφορα κληροδοτήματα, δι’ ὧν συντηροῦνται καί τινα σχολεῖα. Ἤδη ἅπαντες οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων αὐτῶν, διὰ τῶν συναδέλφων μου ὅλων, ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ συστήσῃ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο δύο τάξεις τοὐλάχιστον Ἑλληνικοῦ Σχολείου. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως, μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων μου, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν δικαίαν αὐτῶν αἴτησιν, καθόσον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπὶ τουρκοκρατίας ἅπασα ἡ πεδιὰς τῆς Θεσσαλίας ἐστερεῖτο καθ’ ὁλοκληρίαν παιδεύσεως καὶ μορφώσεως, καὶ πρέπει νὰ συντελέσωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν εἰς τὴν παροχὴν τῶν μέσων τῆς ἀναπτύξεως. Ἐκτὸς ταύτης ἔχω καὶ ἑτέραν αἴτησιν νὰ ὑποβάλω. Οἱ καπνοπῶλαι τῆς πόλεως Βώλου, διὰ συντόμου ὑπομνήματός των πρὸς τὴν Βουλήν, ὑποβάλλουσι πρακτικωτάτην λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, δι’ ἧς καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου δὲν παραβλάπτονται καί, τὸ κυριώτατον, τὰ ἔξοδα τῶν καπνεργοστασίων, ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν ὁποίων κηρύσσονται, ἐλαττοῦνται μεγάλως. Εἶναι τὸ αὐτὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προεκάλεσα καὶ ἐγὼ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἐζήτησε τὴν πίστωσιν τῶν 350,000 πρὸς τὰς 650,000, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890, δι’ ὧν ἀνεβιβάζετο ἡ δαπάνη τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ εἰς 25% ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων. Ἑπομένως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ λύουσιν οἱ συμπολῖταί μου καπνοπῶλαι ἐν Βώλῳ· πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τῆς γνώμης αὐτῶν θὰ παράσχῃ μεγάλας ὠφελείας εἰς τὸ Δημόσιον.

§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ.

§32ΣΧΙΝΑΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ τυπωθῇ· θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ.

§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια, τροποποιοῦντα ἢ συμπληροῦντα τοὺς νόμους περὶ Προξενείων. Τὰς μεταβολὰς ταύτας ὑπηγόρευσεν ἡ πεῖρα, ἡ ἀποκτηθεῖσα κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν προξενικῶν νόμων. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι κυρίως ἓν, τὸ διῄρεσα ὅμως εἰς δύο, φοβηθεὶς μὴ ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ τῆς συνόδου ἡ ἐξέτασις τοῦ ὅλου νομοσχεδίου ἤθελε παρακωλύσει τὴν ἐπιψήφισιν διατάξεών τινων, τὰς ὁποίας θεωρῶ κατεπειγόντως ἀναγκαίας. Τὸ μὲν ἓν νομοσχέδιον, ἀποτελούμενον ἐξ 7 μόνον ἄρθρων, τροποποιεῖ τὰς διατάξεις περὶ παύσεως τῶν γενικῶν προξένων, προβιβάζει τινὰς θέσεις προξενικὰς εἰς ἀνωτέρου βαθμοῦ, καὶ αὐξάνει κατά τινας δραχμὰς τὸ πληρονόμενον τέλος τῶν πιστοποιητικῶν ἰθαγενείας, ὅπως καλυφθῇ ἡ αὔξησις, ἡ μικρὰ ἄλλως, ἥτις ἐπέρχεται ἐκ τοῦ προβιβασμοῦ τινων προξενικῶν θέσεων. Τὸ ἕτερον νομοσχέδιον ἀφορᾷ διαφόρους διατάξεις τοῦ προξενικοῦ νόμου, τοῦ δευτέρου μέρους, ἤτοι τοῦ δικαστικοῦ. Γνωστὸν εἶναι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς γενικοὺς προξένους, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν ἐν τῷ νόμῳ ἡμῶν περὶ προξενικῶν ἀρχῶν τοῦ 1877 ἐπιτρέπεται, ὅπως διορίζωνται, καίπερ μηδὲν ἔχοντες προσὸν, ἄνθρωποι ἢ ἀνήκοντες εἰς ἄλλας δημοσίας ὑπηρεσίας ἢ ἁπλοῖ πολῖται. Μολονότι ὅμως οὐδὲν προσὸν ἀπαιτεῖται διὰ τὸν διορισμὸν τῶν γενικῶν προξένων καὶ εἰς οὐδεμίαν δοκιμασίαν, ὡς οἱ ἄλλοι προξενικοὶ ὑπάλληλοι, ὑποβάλλονται οὗτοι, οὐδ’ ἀπαιτεῖται ὡρισμένος χρόνος θητείας πρὸς προβιβασμὸν, μ’ ὅλον τοῦτο ἐτέθησαν καὶ οὗτοι ὑπὸ τὰς προστατευτικὰς διατάξεις τοῦ ΧΝϚʹ νόμου περὶ προξενικῶν ἀρχῶν, αἵτινες εἶναι τεθειμέναι ὑπὲρ τῶν ἄλλων προξενικῶν ὑπαλλήλων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἀπῄτησεν ὁ νόμος προσόντα, δοκιμασίαν καὶ θητείαν. Αἱ προστατευτικαὶ αὗται διατάξεις καθιστῶσι σχεδὸν ἰσόβιον τὸν προξενικὸν ὑπάλληλον, διότι αἱ περιπτώσεις τῆς παύσεως αὐτοῦ εἶναι τοιαῦται καὶ ὑπὸ τοιαύτας ἐγγυήσεις τεθειμέναι, ὥστε δύναται συχνότατα νὰ συμβῇ, καὶ συμβαίνει, νὰ μὴ δύναται νὰ παυθῇ. Ἀληθῶς ὁ νόμος ὑποθέτει ἢ πειθαρχικὰς τιμωρίας, ἢ σωματικὴν καὶ διανοητικὴν ἀνικανότητα πλέον τῶν ἓξ μηνῶν, ἢ κατάργησιν θέσεως, ἢ ἄλλην τινὰ παράβασιν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν περίπτωσιν ἀπῄτησε καὶ ἄλλας ἐγγυήσεις· ἀπῄτησεν ἔγγραφον ἀπολογίαν τοῦ παυτέου ὑπαλλήλου καὶ γνωμοδότησιν μετ’ αὐτὴν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων. Ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὰ ἤρκεσαν· ὁ νόμος ἀπῄτησε περὶ παύσεως ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπῄτησεν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ᾐτιολογημένην, καὶ κοινοποίησιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης εἰς τὸν ἀπολυθέντα μετὰ τοῦ περὶ παύσεως Β. διατάγματος. Ὑπὸ τοσούτους καὶ τοιούτους περιορισμοὺς δὲν εἶναι ὑπερβολὴ, ἂν εἴπῃ τις, ὅτι οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι ἰσόβιοι. Ὁπωσδήποτε ἐξ αὐτῶν ἤρτηται νὰ ἦναι ἰσόβιοι, ἐκτὸς ἐὰν πάθωσι σωματικῶς ἢ διανοητικῶς, ἢ καταργηθῇ ἡ θέσις αὐτῶν. Αὐτὰς ὅλας τὰς προστατευτικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα, βεβαίως εἶναι συμφέρον καὶ τῆς ὑπηρεσίας νὰ καθιεροῖ ὁ νόμος ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τῶν προξενικῶν, ἢ καὶ ὑπὲρ παντὸς ἄλλου ὑπαλλήλου, ὅστις ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων καὶ μετὰ δοκιμασίαν διὰ διαγωνισμοῦ καὶ πάροδον ὡρισμένου χρόνου ὑπηρεσίας πρὸς προβιβασμὸν εὑρίσκεται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀναγκαῖον καὶ συμφέρον νὰ καθιερῶνται αὗται ὑπὲρ ὑπαλλήλων, οἵτινες δύναται νὰ συμβῇ νὰ ληφθῶσιν ἢ ἐξ ἄλλων ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν προσὸν καὶ οὐδεμίαν ἄλλην ἐγγύησιν ἀπῄτησαν, εἴτε νὰ ληφθῶσι μεταξὺ ἁπλῶν πολιτῶν. Καὶ ὅμως ὁ προξενικὸς νόμος καθιεροῖ ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν γενικῶν προξένων. Αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν γενικῶν προξένων τὸ ἓν τῶν νομοσχεδίων ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ ζητεῖ νὰ μεταβάλῃ, καθιεροῦν τὴν ἀρχὴν, ὅτι μόνον οἱ γενικοὶ πρόξενοι, οἱ κατὰ τὸν νόμον περὶ προξενικῶν ἀρχῶν τοῦ 1877 μετὰ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου 1882 ἢ πρὸ αὐτῆς δυνάμει προσόντων καὶ διαγωνισμοῦ κατὰ τὸν νόμον ΧΝΖʹ τοῦ 1877 εἰσελθόντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀπολαύουσι τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ ΧΝϚʹ νόμου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς παύσεις. Τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μὴ παύωνται κατὰ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐνῷ εἰσέρχονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, εἶναι ἀνωμαλία, καὶ τόσον μεγαλειτέρα ἀνωμαλία, ὅσον ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ νομοθέτης τοῦ περὶ προξενικῶν ἀρχῶν νόμου τοῦ 1877 ἐποιήσατο ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τὰ προσόντα καὶ τὴν δοκιμασίαν διὰ τοὺς γενικοὺς προξένους, ἦτο, ὅτι οἱ γενικοὶ πρόξενοι εἶναι δῆθεν πρόσωπα ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ τότε συνεπὲς θὰ ἦτο καὶ νὰ παύωνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἅμα δὲν ἀπολαύωσι τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Ἐξαίρεσις γίνεται ὑπὲρ τῶν εἰσελθόντων μετὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων τοῦ 1877. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ πρὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1882 εἰσῆλθόν τινες δυνάμει προσόντων τινῶν, γίνεται καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐξαίρεσις. Ἐπιτρέπεται ἡ ἐπέκτασις αὕτη τῶν προστατευτικῶν αὐτῶν διατάξεων καὶ εἰς αὐτοὺς, διότι καὶ οὗτοι, εἰσελθόντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μετὰ δοκιμασίαν, καὶ παρασχόντες τὴν ἀπόδειξιν ἢ τὴν πρόληψιν, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶναι ἱκανοὶ, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἀναθέτει αὐτοῖς ἡ πολιτεία, δικαιοῦνται εἰς ἰδιαιτέραν τινὰ προστασίαν. Πάντες ὅμως οἱ ἄλλοι γενικοὶ πρόξενοι δὲν εἶναι δίκαιον οὐδὲ συμφέρον νὰ ἐξομοιῶνται πρὸς αὐτούς, καὶ νὰ προστατεύωνται ἐκ τῶν διατάξεων ἐκείνων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ προστατευτικαὶ αὗται διατάξεις κατὰ τῶν αὐτοβούλων παύσεων τῶν Ὑπουργῶν ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν προξένων· ἀλλ’ ἐκεῖ κρίνεται ὡς ἀνάγκη· διότι, μὴ ἐπιτρέποντος τοῦ νόμου, ὅπως λαμβάνωνται καὶ εἰσάγωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἄνδρες ἄνευ προσόντων καὶ δοκιμασίας, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ πληρῶνται αἱ θέσεις τῶν προξένων ἐν περιπτώσει κενώσεως θέσεώς τινος. Τὴν ἀνάγκην ὅμως αὐτὴν δὲν δέχεται τὸ νομοσχέδιον, ὅτι πρέπει νὰ καθιερώσωμεν καὶ ἐπὶ τῶν γενικῶν προξένων. Ἑτέρα διάταξις τοῦ νομοσχεδίου προβιβάζει τινὰ Προξενεῖα εἰς Γενικὰ Προξενεῖα. Ἐκρίθη π. χ. ὅτι τὸ τῆς Ἱερουσαλήμ πρέπει νὰ προβιβασθῇ εἰς Γενικὸν Προξενεῖον. Ἡ Ἱερουσαλὴμ εἶναι ἕδρα ὀρθοδόξου Πατριάρχου, καὶ μεγάλα θρησκευτικὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου πολλάκις διεξάγονται ἐκεῖ. Ἐπίσης τὸ τῆς Σκόδρας Προξενεῖον, ὅπερ κατέστη ἓν τῶν σπουδαίων πολιτικῶν κέντρων ἐν Ἀλβανίᾳ ἐκ μέρους διαφόρων ἄλλων Κρατῶν, ὡς καὶ τὸ τῆς Ἀδριανουπόλεως, ὅπερ μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Βουλγαρίας καὶ τὴν προσάρτησιν σχεδὸν τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας κατέστη σήμερον εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη τὸ σπουδαιότερον πολιτικὸν κέντρον, εὔλογον εἶναι νὰ προβιβασθῶσιν εἰς Γεν. Προξενεῖα. Ἄλλα τινὰ Προξενεῖα, ἐπίσης ἐκ λόγων ὑπηρεσίας, προβιβάζονται εἰς ἀνωτέρας τάξεις. Ἐκ τούτου θὰ προέλθῃ βεβαίως μικρά τις αὔξησις δαπάνης. Ταύτην ὅμως δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν δι’ ἐλαχίστης αὐξήσεως τοῦ τέλους, ὅπερ καταβάλλεται ἐν Ρουμανίᾳ καὶ Ρωσσίᾳ διὰ τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ἰθαγενείας· ἤτοι δι’ αὐξήσεως αὐτοῦ ἀπὸ δραχ. 2,20 εἰς δραχμὰς 8, ὁποῖον εἶναι τὸ τέλος τῶν διαμονητηρίων, θὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον ὄχι μόνον νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀφήσῃ περίσσευμα. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, εἰς οὐδεμίαν εἰσέρχομαι ἀνάπτυξιν, διότι ἀφορᾷ ἰδίως τὸ δικαστικὸν μέρος τοῦ προξενικοῦ νόμου. Καταθέτω λοιπὸν τὰ νομοσχέδια μετὰ τῶν ἐκθέσεων.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 239–240).

§36ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μίαν ἐπερώτησιν θ’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ ζητήματος, κατ’ ἐμὲ, σπουδαίου, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν καθυστερούντων ἐπιστράτων τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1880 καὶ 1881. Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς πλείστους ἴσως ἐξ ὑμῶν, ὁ πρῶτος νόμος, ὁ εἰσαγαγὼν τὴν καθολικὴν στρατολογίαν, ἐπέβαλε ποινὴν εἰς τοὺς καθυστεροῦντας κληρωτοὺς καὶ ἐπιστράτους, ποινὴν φυλακίσεως. Ὅταν ἐπῆλθεν ἡ πρώτη ἐπιστρατεία κατὰ τὸ 1880 καὶ οἱ καθυστεροῦντες ἦσαν πλεῖστοι ὅσοι, μετὰ δὲ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατείας ἤρξατο νὰ γίνεται καταδίωξις κατὰ τῶν καθυστερούντων, ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἀπέναντι ἀριθμοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ἐπήρκουν βεβαίως αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους. Τότε ἐδέησε νὰ εἰσαχθῇ καὶ ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰδικὸς νόμος, ὅστις ἐπέβαλεν εἰς τοὺς καθυστεροῦντας ἐπιστράτους πρόσθετον ὑπηρεσίαν 6 μηνῶν, ἣν ὤφειλον νὰ διανύσωσιν ἐν τῷ πεζικῷ. Ἀλλὰ κατόπιν μεταγενέστερος νόμος, τροποποιήσας τὸν ἀρχικὸν νόμον τοῦ 1878 περὶ στρατολογίας, ὥρισεν ἄλλως τὰ τῶν ποινῶν, τῶν ἐπιβεβλημένων εἰς τοὺς καθυστεροῦντας ἐπιστράτους ἐν γένει, ὥρισε δηλαδὴ διαβάθμισιν, ἀναλόγως τῆς προθεσμίας, καθ’ ἣν προσέρχονται· ὁ ἀνώτατος δὲ ὅρος τῆς ποινῆς ἦτο ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσία ἐν τῷ στρατῷ. Ὁ νόμος οὗτος ἴσχυσε μέχρι τοῦ ἔτους 1887, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νῦν ἰσχύων νόμος περὶ στρατολογίας· ἀλλὰ, ὡς ἦτο καὶ φυσικὸν, ὁ νόμος οὗτος, ὁ νεώτερος, περὶ στρατολογίας διὰ τοῦ τελευταίου ἄρθρου αὐτοῦ κατήργησεν ὅλους τοὺς προεκδοθέντας νόμους περὶ στρατολογίας, καὶ δὲν περιωρίσθη νὰ καταργήσῃ αὐτοὺς διὰ γενικῆς διατάξεως, ὡς συνήθως γίνεται ἐν τοῖς νόμοις, ἀλλ’ ὀνομαστὶ διὰ τῶν ψηφίων καὶ τῆς ἡμερομηνίας ἑκάστου. Ὁ νόμος οὗτος λοιπὸν, ὁ τελευταῖος, κατήργησε καὶ τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν τροποποιητικὸν τοῦ ἀρχικοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, συνεπῶς κατήργησε καὶ τὴν διάταξιν, τὴν προβλέψασαν περὶ τῆς ποινῆς, τῆς ἐπιβεβλημένης εἰς τοὺς καθυστεροῦντας ἐπιστράτους· δὲν κατήργησεν ὅμως ὁ νόμος οὗτος, ἀλλ’ ἀφῆκεν ἐν ἰσχύϊ τὸν εἰδικῶς προβλέψαντα περὶ τῶν καθυστερούντων ἐπιστράτων τῆς πρώτης ἐπιστρατείας, ὅστις, ὡς προεῖπον, ἐπιβάλλει ποινὴν ἑξάμηνον πραγματικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ πεζικῷ. Ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον, ἀκολουθοῦν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ὑπηρεσίας τὴν ῥουτίναν, ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον ἔτι τοὺς ἐπιστράτους τοὺς προσερχομένους, εἴτε τοὺς συλλαμβανομένους, τοὺς ὑπέχοντας ὑποχρεώσεις ἐπιστράτου τοῦ ἔτους 1881, νὰ τοὺς κατατάσσῃ εἰς τὸν στρατὸν μὲ ἐνιαύσιον ὑπηρεσίαν, ἐφαρμόζον νόμον, ποινικὸν μάλιστα,—διότι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ποινικὴ,—μὴ ἰσχύοντα καὶ μὴ ὑπάρχοντα, κατηργημένον. Ἡ ἐπερώτησίς μου λοιπὸν ἀφορᾷ εἰς τοῦτο τὸ θέμα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ λάβω τὸν λόγον, καθόσον νομίζω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ νόμου κατηργημένου βεβαίως ἀντίκειται εἰς πᾶσαν ἰδέαν δικαιοσύνης. Καταθέτω ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησίν μου. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ ἐπερώτησιν, γενομένην παρὰ συναδέλφου μου, ἀπόντος νῦν, τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 18ης Φεβρουαρίου, σχετικῶς πρὸς τὴν σύστασιν δύο φαρμακείων ἐν Ζακύνθῳ.

§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 20 Φεβρουαρίου εἷς τῶν συναδέλφων κυρίων Βουλευτῶν ἐζήτησε νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐν Ἄρτῃ ἐνωκιάσθη οἰκία, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς στρατὼν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἐὰν τὸ ἐνοίκιον συνεφωνήθη νὰ πληρόνηται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἐζήτησα ἐν τοῖς ἀρχείοις τὰ περὶ τούτου σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ συνήγαγον ἐξ αὐτῶν, ὅτι ἀληθῶς κατὰ τὴν 1ην Μαρτίου 1883 τὸ πρῶτον ἐνῳκιάσθη ἀντὶ δραχμῶν 130 κατὰ μῆνα οἰκία ἐν Ἄρτῃ διὰ δύο ἔτη, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς στρατὼν τῆς χωροφυλακῆς. Τὸ περὶ τῆς ἐνοικιάσεως ταύτης συμβόλαιον ἔχω μετὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα συνέλεξα, βεβαιοῦν τὴν συμφωνίαν ταύτην. Ἀλλὰ τὴν 8ην Ἀπριλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1883 ἐνῳκιάσθη καὶ ἑτέρα οἰκία ἐν Ἄρτῃ ἀντὶ δραχμῶν 75, ἵνα καὶ αὕτη χρησιμεύσῃ ὡς στρατὼν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ αὕτη δὲ ἐνῳκιάσθη διὰ δύο ἔτη. Οὕτω λοιπὸν ἐνῳκιάσθησαν δύο οἰκίαι, ἑκατέρα τῶν ὁποίων εἶχεν ἐνοικιασθῆ ἐπὶ δύο ἔτη, ἡ μὲν ἐπὶ μισθώματι δραχμῶν 130, ἡ δὲ ἐπὶ μισθώματι δραχμῶν 75, τὸ ὅλον ἐπὶ μισθώματι δραχμῶν 205. Ἀλλ’ ὅταν ἔληξεν ἡ διετὴς ἐνοικίασις, ἐνῳκιάσθησαν αἱ δύο αὗται οἰκίαι οὐχὶ ἀντὶ δραχμῶν 205, ἀλλ’ ἀντὶ δραχμῶν 230, διὰ τὴν αὐτὴν ἀνάγκην καὶ ἐπὶ πενταετίαν. Τὸ συμβόλαιον περὶ τῆς μισθώσεως τῆς δευτέρας καταθέτω ὡσαύτως ἐνταῦθα, ὑπὸ στοιχεῖον Β, ὡς καὶ τὸ συμβόλαιον, δι’ οὗ ἐνῳκιάσθη ἐπὶ πενταετίαν, ληξάσης τῆς πρώτης ἐνοικιάσεως.

§38ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν φέρει τὸ δεύτερον συμβόλαιον;

§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἐπὶ πενταετίαν φέρει χρονολογίαν 9 Ἀπριλίου 1884. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔληξεν ἡ πενταετία αὕτη, συνεφωνήθη πάλιν νὰ ἐνοικιασθῶσιν αἱ οἰκίαι αὗται ἐπὶ τῷ αὐτῷ μισθώματι τῶν δραχμῶν 230 καὶ ἐπὶ τὴν ἄλλην νέαν πενταετίαν, ἑπομένως ἡ ἐνοικίασις θέλει λήξει κατὰ τὸ 1894. Τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα καταθέτω.

§40ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τίνος εἶναι ἡ οἰκία, κύριε Πρόεδρε;

§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ κ. Κομπότη.

§42ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι εἴπετε ἐν Ἄργει.

§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἕτερος συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας μὲ ἐπηρώτησεν, ἵνα ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῆς ἀξίας τῶν παρεχομένων καττυμάτων διὰ τὰ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ στρατοῦ ὑποδήματα, καὶ ἰδίως περὶ τῆς ἀξίας ἑκάστου ζεύγους. Ἐξέφρασε δὲ τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα αἱ δοθησόμεναι πληροφορίαι ἀνάγωνται εἰς τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, καὶ ἐζήτησε νὰ κομίσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ 5 ἢ 6 ζεύγη ἐκ τῶν ἀρβυλῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔκρινεν ὡς ἀχρήστους, προβᾶσα ἕνεκα τούτου εἰς ἀγορὰν νέων. Τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ σπεύδω νὰ ἐκτελέσω, κατατιθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐπορίσθην ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ ἀρχείου, καὶ πίνακα περιέχοντα ἀριθμούς. Κατὰ τὰς σημειώσεις ταύτας, ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐπρομηθεύθη ζεύγη καττυμάτων, ὡς ὀνομάζουσι τὸ μέρος αὐτὸ τῶν ἀρβυλῶν, ἄνευ διαγωνισμοῦ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει μόνον διαταγῆς τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, τὰ ἑξῆς ποσά. Ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουνίου 1886 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους τούτου ζεύγη 16,362 πρὸς λεπτὰ 87 καὶ ¾ τοῦ λεπτοῦ κατὰ ζεῦγος. Οὕτως ἐπληρώθησαν δραχμαὶ 14,304 καὶ 53/00, ἀλλὰ δι’ ἐξ ἐνταλμάτων, ὧν ἕκαστον ἐξεδόθη διὰ δραχμὰς 830, δι’ ἀγορὰν πάτων πρὸς τὸν ἐργολάβον Βουτσαρᾶν. Κατὰ τὸ 1887 ἐπρομηθεύθη ζεύγη 29,000 πρὸς λεπτὰ 83, πρὸς πληρωμὴν τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν 29 ἐντάλματα, ἐκ δραχμῶν 830 ἕκαστον, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ ἐργολάβου Βουτσαρᾶ. Κατὰ τὸ 1888 ἐπρομηθεύθη 50,000 ζεύγη πάτων πρὸς λεπτὰ 83, πρὸς πληρωμὴν δὲ τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν ἐξεδόθησαν 50 ἐντάλματα, ἐκ δραχμῶν 830 ἕκαστον, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ ἐργολάβου Βουτσαρᾶ. Κατὰ τὸ 1889 ἠγοράσθησαν 29,000 ζεύγη πρὸς λεπτὰ 83, καὶ πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου ἐξεδόθησαν 25 ἐντάλματα, ἐκ δραχμῶν 830 ἕκαστον, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ ἐργολάβου Βουτσαρᾶ. Κατὰ τὸ 1890 ἐγένετο δημοπρασία καὶ ἠγοράσθησαν διὰ δημοπρασίας 20,000 ζεύγη, πρὸς λεπτὰ ὅμως οὐχὶ 83 ἢ 87 καὶ ¾, ἀλλὰ πρὸς λεπτὰ 94, παρὰ τοῦ αὐτοῦ ἐργολάβου Βουτσαρᾶ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς χθές, γενομένου λόγου περὶ τῆς Κωπαΐδος, ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ, ἵνα καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον, τὸ περιέχον τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας εἶχον δώσει εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ ἀποσπάσματος, τοῦ ἀποσταλέντος ἐκεῖσε. Κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐσχηματίσθη τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν τοῖς πράγμασι, μοὶ ἐδόθησαν ἀναφοραὶ περὶ Κωπαΐδος ὑπὸ τῶν ἐκτελούντων τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῶν κ. Μπογιατζόγλου, τοῦ πρώην συναδέλφου ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ κ. Μπογιατζόγλους δι’ ἀναφορᾶς του ἐδήλωσεν, ὅτι οἱ περίοικοι ἐπιτίθενται κατὰ τῶν ἐργατῶν καὶ κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἑταιρίας, ζητοῦντες ν’ ἀφαιρέσωσι τὴν κατοχὴν γαιῶν, αἵτινες τελοῦσιν ὑπὸ τὴν κατοχὴν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρίας, καὶ πειρώμενοι ν’ ἀφαιρέσωσι προϊόντα, ἐκ τῶν γαιῶν τούτων συγκομισθέντα, ἀνήκοντα δὲ εἰς τὴν ἑταιρίαν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν πρώτην ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἀνεκοίνωσαν ταῦτα καὶ ἐζήτουν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποκρούσῃ τὰς ἐπιθέσεις τῶν χωρικῶν καὶ νὰ συνδράμῃ τὴν ἑταιρίαν, ἵνα ἀνακτήσῃ τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα οἱ χωρικοὶ εἶχον ἀφαιρέσει ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῆς, ὑπέβαλον δευτέραν, δι’ ἧς μοὶ ἀνήγγειλαν, ὅτι ἐγένετο συμπλοκὴ ἐκεῖ, καὶ ὅτι κατὰ τὴν συμπλοκὴν ἐφονεύθη εἷς, παρέστησαν δὲ τὴν ἀνάγκην νὰ ληφθῶσι μέτρα. Συνεπείᾳ τῶν αἰτήσεων τούτων ἀπηύθυνα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸ ἑξῆς ὑπ’ ἀριθ. 20,868 ἀπὸ 12 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς διαβιβάσω συνημμένως τὰς ὑπὸ χθεσινὴν ἡμερομηνίαν δύο ἀναφορὰς τοῦ ἐνεργοῦντος ἐν ὀνόματι τῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας τῆς λίμνης Κωπαΐδος κ. Μπογιατζόγλου, ἵνα εὐαρεστηθῆτε νὰ λάβητε γνῶσιν τῶν δι’ αὐτῶν καταγγελθεισῶν μοι πράξεων· παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ διατάξητε, ἵνα μεταβῇ ὡς τάχιστα ἐπὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἐφ’ οὗ συνέβησαν αἱ καταγγελθεῖσαι πράξεις, στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα δυνάμεως ἀρκούσης, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν, καὶ ἐξασφαλίσῃ τὰ πρόσωπα καὶ τὴν περιουσίαν τῶν περιελθόντων εἰς τὰς καταγγελθείσας μοι συγκρούσεις. Εἰς τὸ ἀποσταλησόμενον στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα δέον νὰ δοθῇ ἡ ὁδηγία, ὅτι ἀποστέλλεται ἐκεῖσε, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν, καὶ παρακωλύσῃ τὰς ἐπιθέσεις καὶ τὰς συγκρούσεις, οὐχὶ δὲ ἵνα ἀναμιχθῇ εἰς τὰς μεταξὺ τῶν συγκρουομένων διαφορὰς καὶ διενέξεις. Ἑπομένως καθῆκον ἔχει νὰ μὴ ἐπιχειρήσῃ ν’ ἀποδιώξῃ οὐδένα ἐκ τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει, ἀλλὰ νὰ ἐμποδίσῃ πᾶσαν κατὰ τῶν κατεχόντων ἐπίθεσιν, ἣν ἤθελον ἐπιχειρήσει ὅσοι ἤθελον πειραθῆ ν’ ἀποδιώξωσιν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἐκτάσεως, ἣν κατέχουσιν, ὡς διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν ἔχει καθῆκον ν’ ἀφαιρέσῃ προϊόντα ἢ πράγματα, τὰ ὁποῖα κατέχει, τις, ὅπως ἀποδώσῃ αὐτὰ εἰς ἄλλον, ἀλλὰ νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς προτιθεμένους νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῶν τυχὸν κατεχόντων ταῦτα, ὅπως ἁρπάσωσι ταῦτα ἀπ’ αὐτῶν. Οὕτω τὸ μὲν μεταβησόμενον ἐπὶ τοῦ τόπου στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα θέλει καταστήσει ἀδύνατον νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐπιδρομαὶ καὶ αἱ συγκρούσεις, αἵτινες κατηγγέλθησαν ἡμῖν, καὶ ὧν ἕνεκα ἔλαβε χώραν καὶ φόνος ἑνὸς πολίτου, περιοριζόμενον νὰ προστατεύσῃ τοὺς κατέχοντας κατὰ τῆς βίας τῶν ζητούντων ν’ ἀποδιώξωσιν αὐτούς, θέλει δὲ κατασταθῆ δυνατὸν εἰς τοὺς φρονοῦντας, ὅτι ἔχουσι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἠθετήθησαν ὑπὸ ἄλλων, νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπως διεκδικήσωσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀξιοῦσιν ὅτι ἔχουσι.» Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀπέστειλα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλέσας, ἵνα τοιαύτας δώσῃ ὁδηγίας εἰς τὸ ἀποσταλησόμενον ἀπόσπασμα, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ὁδηγίας ταύτας ἐπέστειλεν εἰς τὸν ὑπομοίραρχον Παπαγιαννίδην, ὅστις ἐπὶ κεφαλῆς ἀποσπάσματος 20 ἀνδρῶν τοῦ 1ου πεζικοῦ συντάγματος ἀπεστάλη ἐντεῦθεν ἐπὶ τόπου. Αἱ ὁδηγίαι αὗται ἐδόθησαν καὶ κατόπιν εἰς πάντας τοὺς ἀποσπασματάρχας, οἵτινες ἀπεστάλησαν ἢ ἀποστέλλονται περὶ τὴν Κωπαΐδα. Ἑπομένως, ἐάν τις ἐξ αὐτῶν ἤθελε παραβῆ ταύτας, θέλει κριθῆ ὡς παραβὰς τὸ καθῆκόν του καὶ θέλει τιμωρηθῆ. Ἄν, καθ’ ἃ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς κατήγγειλεν, ἐγένετο κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας παράβασις τῶν διαταγῶν τούτων ὑπὸ τοῦ διοικοῦντος τὸ ἀπόσπασμα, καὶ οὗτος ἀνεμίχθη εἰς δικαστικὰς διαφοράς, διέταξα ἤδη νὰ γένηται ἐξέτασις, κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας θέλω ἐνεργήσει, κατὰ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω. Τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα καταθέτω, προστιθεὶς, ὅτι εὐτυχῶς δὲν ἦτο ἀκριβὴς ἡ διὰ τῶν καταγγελιῶν τοῦ κ. Μπογιατζόγλου μεταδοθεῖσά μοι τότε εἴδησις, ὅτι εἶχε φονευθῆ εἷς πολίτης.

§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἐξ ὀνόματος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ καπνοῦ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ μᾶς δώσῃ προθεσμίαν ἀκόμη δύο ἡμερῶν, διότι ἦτο ἀδύνατον μέχρι σήμερον νὰ τελειώσωμεν τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ. Ἐλπίζομεν μέχρι τῆς Τετάρτης νὰ τελειώσωμεν.

§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα· δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν χορήγησιν προθεσμίας δύο ἔτι ἡμερῶν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θ’ ἀπευθύνω μίαν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅσον οὔπω λήγει, Κύριοι, ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αἰγύπτου σύμβασις, δι’ ἧς ἔχει ἐπιτραπῆ ἡ εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην χώραν εἰσαγωγὴ τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν, ἤδη δὲ πρὸ μηνῶν κατήγγειλεν αὐτὴν, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις. Πολλοὶ τῶν ἡμετέρων παραγωγῶν καὶ ἐμπόρων καπνοῦ καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Αἰγύπτῳ ἀνησυχοῦσι μεγάλως ἐπὶ τῷ γεγονότι τούτῳ, καὶ μετ’ ἀγωνίας ἀναμένουσι νὰ μάθωσιν, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατήρξατο ἤδη διαπραγματεύσεων περὶ ἀνανεώσεως τῆς συμβάσεως, εἰ δυνατὸν, ὑπὸ συμφορωτέρους ὅρους, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αὗται· ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἐπιθυμοῦσι νὰ μάθωσι, τί ἔχουσι νὰ ἐλπίζωσι καὶ τί νὰ φοβῶνται. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ παρωνυχίδος. Εἰς τὴν Αἴγυπτον εἰσάγονται κατ’ ἔτος 1,000,000–1,500,000 ὀκάδων ἑλληνικῶν καπνῶν, ἐξ ὧν ἡ παραγωγὴ καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος ἀποκομίζουσι πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐκ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε τροπῆς τῶν ἐκκρεμῶν διαπραγματεύσεων, αἵτινες διεξάγονται νῦν, ὡς ἐλπίζω, ἐξήρτηται ἡ παράτασις καὶ αὔξησις ἴσως τῆς τοιαύτης ἐθνικῆς προσόδου, ἢ ἡ ἐλάττωσις καὶ παντελὴς αὐτῆς στείρευσις. Δυστυχῶς δὲ, ἡ πρὸς τὴν Αἴγυπτον τελωνειακὴ καὶ ἐμπορικὴ πολιτικὴ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογῆται καὶ ἡ ἀγέρωχός πως στάσις τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, καταγγειλάσης αὐτῆς πρώτης νῦν τὴν μέχρι τοῦδε ἐν ἰσχύϊ σύμβασιν, καὶ ἡ ἀνησυχία τῶν ἡμετέρων περὶ τοῦ μέλλοντος τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ. Ἡ πολιτικὴ αὕτη ὑπῆρξεν ἄστοχος ἐν πολλοῖς, καὶ παρέβλαψεν οὐκ ὀλίγον τὰ ἡμέτερα συμφέροντα. Τοῦτο δὲν εἶναι ἁπλῆ τις γνώμη ἐμοῦ. Ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν περὶ καπνῶν ἔκθεσιν, ἣν ὑπέβαλεν ἐσχάτως ὁ γενικὸς διευθυντὴς τῶν Αἰγυπτιακῶν τελωνείων κ. A. Gaillard εἰς τὸν προϊστάμενόν του Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἥτις ἐδημοσιεύθη πρὸ μικροῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ὑπὸ τὸ τίτλον «Le régime des tabacs en Égypte 1879 à 1890.» Ἐν αὐτῇ κατὰ τρόπον ἐπισημότατον ἐκτίθενται καὶ πιστοποιοῦνται αἱ ἀλλεπάλληλοι νίκαι, ἃς μέχρι τοῦδε κατήγαγεν ἡ Αἰγυπτιακὴ κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἡμετέρων καπνῶν ἐν Αἰγύπτῳ. Μέχρι τοῦ ἔτους 1884 δύο πηγαὶ καπνοῦ ἦσαν ἐπισήμως ἀνεγνωρισμέναι διὰ τὴν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ κατανάλωσιν, ἡ ἐγχωρία παραγωγὴ καὶ ἡ ἐκ Τουρκίας προέλευσις αὐτοῦ, ἦτο δ’ ἀπηγορευμένη ἡ εἰσαγωγὴ καπνοῦ ἐκ πάσης ἄλλης χώρας. Ὁ ἐγχώριος ὅμως καπνὸς ἦτο κατωτάτης ποιότητος ὁ δὲ τουρκικὸς καπνὸς ὑπεβάλλετο, κατὰ μὲν τὴν ἐκ Τουρκίας ἐξαγωγὴν εἰς φόρον 8 τουρκικῶν ἢ 7 αἰγυπτ. γροσίων, κατὰ δὲ τὴν εἰς Αἴγυπτον εἰσαγωγήν του εἰς δασμὸν 25 μὲν γροσίων κατ’ ὀκᾶν ὁ καλλιτέρας καὶ εἰς 5 ὁ κατωτέρας ποιότητος καπνός. Ἐν τούτοις αἱ ἐκ τῶν καπνῶν δημόσιαι πρόοδοι ὁσημέραι ἐξέπιπτον, κατὰ τὸν κ. Caillard, κατελθοῦσαι ἐν ἔτει 1879 εἰς 109,000, καὶ τὸ 1880 εἰς 99,000 λίρας αἰγυπτιακάς. Τοῦτο ἠνάγκασε τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν νὰ καταφύγῃ εἰς διάφορα μέτρα πρὸς καταπολέμησιν τοῦ λαθρεμπορίου, ὅπερ, μεθ’ ὅλας τὰς δυνατὰς ἀπαγορεύσεις, ἤκμαζεν ἐν τῇ χώρᾳ αὐτῆς. Ἐκ 2,000,000 ὀκάδων, εἰς ὅσον ὑπελογίζετο ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος καπνὸς, μόλις αἱ 350,000 εἰσήχθησαν ἐν ἔτει 1878 διὰ τῶν τελωνείων, καὶ ὑπεβλήθησαν ἐν αὐτοῖς εἰς δασμὸν, τὸ δὲ λοιπὸν ποσὸν εἰσήγετο λαθραίως, καὶ διεδίδετο ἀνὰ τὴν χώραν διὰ Βεδουΐνων. Ἀρχομένου τοῦ ἔτους 1881 ὁ γενικὸς διευθυντὴς τῶν τελωνείων ὑπέβαλεν ὑπόμνημα εἰς τὸν προϊστάμενόν του, ἐν ᾧ, ἀνομολογῶν ὅτι «ἡ ἀπαγόρευσις τῆς εἰσαγωγῆς καπνῶν, πλὴν τῶν τουρκικῶν, ἀποκλειομένων πάντων τῶν λοιπῶν, ἐστοίχιζε κατ’ ἔτος πολλοῦ λόγου ἄξια ποσὰ εἰς τὸ Αἰγυπτιακὸν ταμεῖον, καὶ ἦτο ἡ κυρία αἰτία τοῦ λαθρεμπορίου, ὁ δὲ ἑλληνικὸς καπνὸς ἐζητεῖτο πολὺ», προέτεινεν ὡς πρῶτον ὅρον αὐξήσεως τῶν δημοσίων προσόδων «τὴν συνομολόγησιν συμβάσεων, δι’ ὧν θὰ ἐπετρέπετο ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἄλλων ξένων καπνῶν, πλὴν τῶν τουρκικῶν». Ἡ πρότασις αὕτη τοῦ κ. Caillard δὲν ἐγένετο πάραυτα ἀποδεκτή. Ἐδέησε νὰ παρέλθωσιν ἔκτοτε δύο ἔτη, ἕως οὗ μόλις τὸ 1883 πεισθεῖσα ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ συνιστωμένου μέτρου καὶ περὶ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, εἰς ἣν εὑρίσκετο, ἵνα ἐφαρμόσῃ αὐτὸ, τῷ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν, ἵνα προβῇ εἰς τὰς προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας, τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ εἰσαγωγῆς ξένων καπνῶν. Αἱ διαπραγματεύσεις ἤρξαντο μετ’ ὀλίγον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ δὲ αὕτη ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἦτο ἠναγκασμένη, χάριν τοῦ ἰδίου συμφέροντος, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν εἰς τὴν χώραν της, οὐδὲν ἧττον, ἄνευ λόγου τινὸς ἀποχρῶντος, ὡς ἐγὼ τουλάχιστον νομίζω, ἐνέδωκεν εἰς ἀντάλλαγμα σπουδαιότατον. Ἀπεδέξατο δηλαδὴ τὴν κατάργησιν τοῦ ἀσύλου τῶν πλοίων καὶ κατοικιῶν τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Αἰγύπτῳ, ὅπερ οὗτοι ἐκέκτηντο ἀνέκαθεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ κατὰ τὰς Capitulations, ὡς πάντες οἱ ὑπήκοοι τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Παρέδωκε δὲ οὕτω φοβερὸν ὅπλον εἰς χεῖρας τῶν Αἰγυπτίων, πρὸς ἀποτελεσματικὴν καταπολέμησιν τοῦ λαθρεμπορίου, χωρὶς κἂν ἀπέναντι τοῦ τοιούτου ἀνταλλάγματος νὰ ἐξασφαλίσῃ κἀνὲν διαρκὲς πλεονέκτημα εἰς τὰ ἑλληνικὰ ἀπέναντι τῶν τουρκικῶν καπνῶν. Ὡς δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως, ἡ τουρκικὴ καπνοπαραγωγὴ εἶναι ἀνωτέρα τῆς ἑλληνικῆς καὶ κατὰ ποσὸν καὶ κατὰ ποιὸν, ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν ἠδύνατο αὕτη νὰ ὑποστῇ νικηφόρως τὸν ἀνταγωνισμὸν πρὸς ἐκείνην ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Ἡ σχετικὴ σύμβασις ὑπεγράφη λήγοντος τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ 1884, τῇ δὲ 8)20 Μαρτίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐπετράπη ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν εἰς Αἴγυπτον, ὑπὸ δασμὸν 5 γροσίων κατ’ ὀκᾶν, ὃν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ αὐξήσῃ βραδύτερον ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις μέχρι 12½ γροσίων. Τὴν σύμβασιν ταύτην παρέστησεν ἡ τότε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὡς μέγα κατόρθωμά της, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου εἰς οὐδὲν ἐλογίζετο τὴν κατάργησιν τοῦ ἀσύλου τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Αἰγύπτῳ. Ὁ κ. Caillard ὅμως μετ’ αὐταρεσκείας τινὸς παρατηρεῖ, ὅτι οὕτω πως ἐπῆλθε σπουδαία βελτίωσις εἰς τὰς προσόδους τῆς Κυβερνήσεως, ἣν ὑπηρετεῖ, ἔτυχε δὲ αὕτη βαρυσημάντου παραχωρήσεως ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τῆς καταργήσεως δηλαδὴ τοῦ ἀσύλου τῶν ὑπηκόων ταύτης, χωρὶς νὰ ὑποστῇ ἡ ἰδία ἀξίαν λόγου θυσίαν· διότι τὰ ἑλληνικὰ καπνὰ, «χάρις εἰς τὰς φυλὰς τῶν Βεδουίνων, εἰσήγοντο καὶ ἄνευ τῆς ἀδείας αὐτῆς ἐν μέτρῳ ὑπερβάλλοντι», καὶ δὴ «κατὰ τρόπον ἀθέμιτόν πως, παραβλάπτοντα ὅμως τὰ συμφέροντα οὐ μόνον τῆς Αἰγύπτου, ἀλλὰ καὶ τῆς Τουρκίας». Πλὴν τὰ συμφέροντα τῆς Τουρκίας ἔσπευσεν αὐτὴ καὶ ἄλλως νὰ προαγάγῃ, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων, ἅτινα δὲν ἐφρόντισε νὰ προφυλάξῃ προσηκόντως ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις διὰ τῆς συμβάσεως. Μετὰ δύο περίπου μῆνας, ἤτοι τῇ 13)25 Μαΐου τοῦ ἔτους 1884, κατήργησε τὸν δασμὸν τῶν 25 γροσίων, ὃν ἐτέλουν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὰ καλλιτέρας ποιότητος τουρκικὰ καπνὰ, εἰσαγόμενα εἰς Αἴγυπτον, ὑπήγαγε δ’ αὐτὰ πάντα, ἀδιακρίτως ποιότητος, εἰς τὸν δασμὸν τῶν 5 γροσίων κατ’ ὀκᾶν, ὃν ἐτέλουν καὶ τὰ ἑλληνικὰ καπνά. Ὑπελείπετο ἔτι ἓν πλεονέκτημα τούτων ἀπέναντι τῶν τουρκικῶν καπνῶν, καθ’ ὃ ταῦτα, ἐξαγόμενα τῆς χώρας τῆς παραγωγῆς των διὰ τὴν Αἴγυπτον, ὑπεβάλλοντο εἰς δασμὸν ἐξαγωγικὸν 7 γροσίων κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ τὰ ἑλληνικὰ καπνὰ κατὰ τὴν ἐξαγωγήν των ἐξ Ἑλλάδος ἦσαν ἀτελῆ. Οἱ ἔμποροι ὅμως τῶν τουρκικῶν καπνῶν κατώρθουν νὰ ὑπερφαλαγγίζωσι τὸ τοιοῦτο πλεονέκτημα τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν διὰ τοῦ ἑξῆς τεχνάσματος. Ἐπειδὴ τὰ εἰς Εὐρωπαϊκὰ Κράτη ἀποστελλόμενα τουρκικὰ καπνὰ εἶναι ἐλεύθερα παντὸς ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἐν Τουρκίᾳ, ἐξῆγον τὸ ἐμπόρευμά των διὰ λιμένας ἑλληνικοὺς ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἐν οἷς συσκευάζοντες αὐτὰ ἐν τῇ διαμετακομίσει, ἐξαπέστελλον ἐντεῦθεν εἰς Αἴγυπτον ὡς ἑλληνικῆς προελεύσεως, ἐπὶ ζημίᾳ, ἐννοεῖται, καὶ τοῦ Τουρκικοῦ Μονοπωλίου, ὅπερ ἐστερεῖτο οὕτω τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν 7 γροσίων, καὶ τῆς ἡμετέρας παραγωγῆς, ἥτις τοιουτοτρόπως ἀπέβαλλε καὶ τὸ τελευταῖον πλεονέκτημά της ἀπέναντι τῆς τουρκικῆς παραγωγῆς. Ἡ τοιαύτη κατάστασις οὐδόλως ἐκώλυσε τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐν ἔτει 1885 αὐξήσῃ τὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν καπνῶν εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον, τὸν καθιερούμενον ἐν τῇ συμβάσει πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἤτοι εἰς 10 γρ. κατὰ χιλιόγραμμον, ἀναλογοῦντα πρὸς 12½ γρόσια κατ’ ὀκᾶν. Τὸ Μονοπώλιον τῆς Τουρκίας ἐσκέφθη ἐν ἔτει 1886 ν’ ἀντεπεξέλθῃ πρὸς τὴν καταστρατήγησιν τῶν συμφερόντων του διὰ τῆς ἀποστολῆς τουρκικῶν καπνῶν δι’ ἑλληνικῶν ἢ ἄλλων εὐρωπαϊκῶν λιμένων εἰς Αἴγυπτον, ὑποβιβάζον τὸν δασμὸν τῶν δι’ αὐτῶν ἐξαγομένων καπνῶν ἐξ 7 εἰς 5 μόνον γρόσια κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλὰ καὶ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἀπεδείχθη ἀποτελεσματικόν. Διὸ ἠναγκάσθη τὸ Μονοπώλιον τῆς Τουρκίας νὰ προβῇ εἰς ἐντόνους παραστάσεις πρὸς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν· τὸ δὲ παράδοξον εἶναι, ὅτι τὸ παράδειγμά του ἐμιμήθη καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, χάριν τῶν παραβλαπτομένων συμφερόντων τῶν καπνοπαραγωγῶν της. Χαρακτηρίζω δὲ τὸ διάβημα τοῦτο ὡς παράδοξον, διότι ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἠδύνατο διὰ νόμου νὰ περιορίσῃ καὶ ν’ ἀπαγορεύσῃ ὅλως τὸ διὰ τῆς Ἑλλάδος διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον τῶν τουρκικῶν καπνῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ εἰς τοῦτο τὴν ἀνάγκην τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλως ὅμως ἔδοξεν αὐτῇ, ὅτε ἔγνω νὰ ἐξαρτήσῃ ἐκ ταύτης τὴν καταπολέμησιν τοῦ διὰ τῶν ἑλληνικῶν λιμένων διενεργουμένου διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου τῶν τουρκικῶν καπνῶν εἰς Αἴγυπτον. Ἀλλὰ καὶ ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἔγνω τότε νὰ ἐκμεταλλευθῇ ὑπὲρ ἑαυτῆς δεόντως τὰ τοιαῦτα διαβήματα καὶ τοῦ Τουρκικοῦ Μονοπωλίου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐφάνη πρόθυμος νὰ συντελέσῃ τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ εἰς τὴν καταπολέμησιν τοῦ διὰ τῆς Ἑλλάδος διεξαγομένου διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα, ἵνα αὐξήσῃ τὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν καπνῶν πρὸ τῆς λήξεως τῆς πρὸς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν συμβάσεως πέραν τοῦ ἐν αὐτῇ ταχθέντος ἀνωτάτου ὅρου τῶν 12½ γροσίων κατ’ ὀκᾶν. Πρὸς τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ συμφωνία τῆς 18|30 Ἰανουαρίου 1888 πρὸς τὸ Μονοπώλιον τῆς Τουρκίας, καθ’ ἣν κατηργεῖτο μὲν ὁ ἐν ταύτῃ ἐξαγωγικὸς δασμὸς τῶν 5 γροσίων, ἀλλὰ τὰ εἰς Αἴγυπτον εἰσαγόμενα τουρκικὰ καπνὰ ὑπεβάλλοντο εἰς 1 καὶ ⅒ μὲν γροσ. κατ’ ὀκᾶν δασμὸν, ἐὰν ἔφερον ἀπόδειξιν, τὴν λεγομένην raftieh, περὶ τῆς ἐκ Τουρκίας ἀμέσου προελεύσεως, εἰς 4½ δὲ γρ., ἐὰν ἐστεροῦντο αὐτῆς. Συγχρόνως ἐπήρχετο καὶ ἡ πρὸς τὴν Ἑλλάδα συμφωνία, καθ’ ἣν, χάρις εἰς τὴν δεξιότητα τοῦ τότε πράκτορος ἡμῶν, ἀπέναντι τῆς παραχωρήσεως τῆς ἡμετέρας εἰς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη παρὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1884 αὐξήσῃ τὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν, κατωρθώθη νὰ ὑποβληθῇ ἡ αὔξησις αὕτη εἰς ὅρους τινὰς, τοὺς ἑξῆς. Ὁ δασμὸς θὰ ηὔξανε κατὰ 2 γρόσια τὸ χιλιόγραμμον, ἐὰν ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν ὑπερέβαινε τὸ 1,000,000 χιλιογράμμων, κατὰ τέσσαρα δὲ, ἐὰν ἡ εἰσαγωγὴ ἀνήρχετο εἰς 1,400,000, καὶ κατὰ 6, ἐὰν αὕτη ἔφθανεν ἐν ὅλῳ εἰς 1,800,000. Οὕτως ὡρίζετο ὡς ἀνώτατος ὅρος αὐξήσεως 6 γρόσια, ἅτινα μετὰ τῶν εἰσπρατομένων ἤδη 10 συνεποσοῦντο εἰς 16 γρ. κατὰ χιλιόγραμμον. Ἡ Αἰγυπτιακὴ ὅμως Κυβέρνησις ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ προσθέσῃ καὶ 4 ἔτι γρ. κατ’ ὀκᾶν, ἐὰν ἀπηγόρευε τὴν ἐγχωρίαν παραγωγήν. Τὸν τελευταῖον τοῦτον ὅρον δὲν πρέπει νὰ ἐκλάβωμεν ὡς παραχώρησιν δῆθεν γενομένην παρ’ αὐτῆς πρὸς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν. Τὰ τῆς Αἰγύπτου διέπουσι τὴν σήμερον οἱ Ἄγγλοι, οἵτινες, ὡς ἐν ἄλλοις πολλοῖς, καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἠθέλησαν νὰ καθιερώσωσι τὰ ἐν τῇ χώρᾳ αὐτῶν κρατοῦντα. Ἐν Ἀγγλίᾳ δηλαδὴ ἔχει ἀπαγορευθῆ ἤδη ἐπὶ Καρόλου τοῦ Βʹ ἡ ἐγχωρία παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ὅσον οἷόν τε μείζων πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ φόρου αὐτοῦ διὰ δασμοῦ ὑπερόγκου, ἐπιβαλλομένου εἰς τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον καπνόν. Τὸ προϊόν τοῦτο δὲν θεωροῦσιν οἱ Ἄγγλοι μέσον πλουτολογικὸν διὰ τὴν χώραν, ἀλλὰ πηγὴν φορολογικὴν διὰ τὸ Κράτος πρωτίστης δυνάμεως. Τὸ σύστημα αὐτῶν ἔγνωσαν νὰ ἐφαρμόσωσι καὶ ἐν Αἰγύπτῳ, ἔνθα ἐπίσης τὸν καπνὸν ὑπέλαβον ἁπλοῦν μέσον αὐξήσεως τῶν δημοσίων προσόδων. Καὶ δι’ ἐκεῖνο λοιπὸν, τὸ ὁποῖον εἶχον ἤδη ἀπόφασιν νὰ ἐφαρμόσωσιν ἀφ’ ἑαυτῶν χάριν τῆς βελτιώσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν τῆς Αἰγύπτου, κατώρθωσαν νὰ λάβωσιν ὡς ἀντάλλαγμα παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ αὐξήσωσι τὸν ἐπὶ τῶν ἡμετέρων καπνῶν δασμὸν κατὰ 4 γρ. πρὸ τῆς ἐκπνεύσεως τῆς σχετικῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν ἀπηγορεύετο εἰς αὐτοὺς τοῦτο! Πλὴν καὶ ἄλλως τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἄφησε μὲ κενὰς σχεδὸν τὰς χεῖρας ἡ συμφωνία τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1888. Μετὰ μικρὸν ἤρξατο δυσφοροῦσα ἡ Διεύθυνσις τοῦ Τουρκικοῦ Μονοπωλίου, ἐπιδιώκουσα δὲ τὴν κατάργησιν καὶ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς raftieh, καθ’ ὃ ἐμειονέκτουν τὰ τουρκικὰ καπνὰ τῶν ἑλληνικῶν, κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ αὐτῆς ἐν ἔτι 1889. Ἕλληνές τινες καπνέμποροι ἐν Αἰγύπτῳ, βλέποντες οὕτω ζημιούμενα τὰ συμφέροντά των, κατέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἐνῷ τὸ Πρωτοδικεῖον ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιόν των, τὸ Ἐφετεῖον ἀπέῤῥιψε τὴν ἀγωγήν των. Οὕτω τὰ ἑλληνικὰ καπνὰ, εὑρεθέντα ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸ τῶν τουρκικῶν, δὲν ἠδύναντο βεβαίως ν’ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς αὐτὰ ἀποτελεσματικῶς, ὑστεροῦντα αὐτῶν, ὡς εἴδομεν, καὶ κατὰ ποσὸν καὶ κατὰ ποιόν. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὸ παρελθὸν θέρος, ἀπαγορευθείσης ἐν Αἰγύπτῳ καὶ τῆς ἐγχωρίας καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ, ηὔξησεν ὁ δασμὸς εἰς 20 γρ. κατὰ χιλιόγραμμον, ὅ ἐστὶν εἰς 25 γρ. κατ’ ὀκᾶν, ἀντιστοιχοῦντα πρὸς 6½ φράγκα χρυσᾶ. Τόσον βαρὺς δασμὸς, πλήττων ἐξ ἴσου καὶ τὰ καλλιτέρας ποιότητας τουρκικὰ καὶ τὰ κατωτέρας ποιότητος ἑλληνικὰ καπνὰ, καθιστᾷ, ὡς εἰκὸς, ἔτι μᾶλλον ἀδύνατον τὸν ἀνταγωνισμὸν τούτων πρὸς ἐκεῖνα, καὶ καταφέρει καίριον τραῦμα εἰς τὴν ἡμετέραν παραγωγήν. Εἰς τόσον κρίσιμον θέσιν περιήγαγε τὰ πράγματα ἡ ἐμπορικὴ καὶ τελωνειακὴ πολιτικὴ τῆς πρώην Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Αἴγυπτον! Ὁπόσον δὲ διάφορον παριστᾷ ὁ κ. Caillard τὴν θέσιν τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως! Τὴν πρὸς τὴν Ἑλλάδα σύμβασιν τοῦ 1884 χαρακτηρίζει ὡς ἀφετηρίαν καταπληκτικῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων τῆς Αἰγύπτου ἐκ τοῦ δασμοῦ τοῦ καπνοῦ. Ἐξ 99,000 λιρῶν αἰγυπτιακῶν, εἰς ὅσον εἶχον κατέλθει αὗται τὸ 1880, ἀνῆλθον τὸ 1890 εἰς 765,000· ὑπολογίζει δὲ ὁ γενικὸς διευθυντὴς τῶν τελωνείων νὰ ὑπερβῶσιν αὗται ταχέως καὶ τὸ 1,000,000 λιρῶν αἰγυπτιακῶν. Τὸ κυριώτατον δὲ πάντων εἶναι, κατ’ αὐτὸν, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἐπατάχθη κατὰ κεφαλῆς τὸ λαθρεμπόριον ἐν Αἰγύπτῳ, ἐλήφθησαν δ’ ἔκτοτε τοιαῦτα κατ’ αὐτοῦ μέτρα, καὶ διωργανώθη τοιοῦτο σύστημα φυλακῆς τῶν ἀκτῶν τῆς χώρας, ὥστε σχεδὸν ἀδύνατος ἀποβαίνει πλέον ἡ ἀναβίωσις τοῦ κακοῦ. Ἐντεῦθεν δ’ ἐξηγεῖ ἕκαστος τὴν ἀγέρωχον στάσιν, ἣν ἔλαβεν ἤδη ἀπέναντι ἡμῶν ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, σπεύσασα αὐτὴ πρώτη νὰ καταγγείλῃ τὴν ὅσον οὔπω ἐκπνέουσαν σύμβασιν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Τί θὰ πράξῃ νῦν αὕτη πρὸς διάσωσιν τῶν ἐπαπειλουμένων ἡμῶν συμφερόντων; Θὰ κατορθώσῃ ν’ ἀνανεώσῃ τὴν σύμβασιν ὑπὸ ὅρους συμφορωτέρους τῶν μέχρι τοῦδε; Δυστυχῶς ὑπάρχουσιν πολλοὶ οἱ ἀμφιβάλλοντες, ἐὰν θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνανέωσις αὐτῆς καὶ ὑπὸ τοὺς νῦν ὅρους· τὰς ἀμφιβολίας δὲ ταύτας ερείδουσιν εἰς λόγους, οὓς θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκθέσω δι’ ὀλίγων. Ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς τέως Κυβερνήσεώς της ἐν Αἰγύπτῳ ἐξήντλησε σχεδὸν πᾶσαν δυνατὴν παραχώρησιν ἀπέναντι ἀνταλλαγμάτων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπουσιωδῶν ἢ εἰκονικῶν μόνον. Εἴδομεν εἰς ὁπόσας βαρυσημάντους παραχωρήσεις προέβη ἐν τῷ ζητήματι τῶν καπνῶν καὶ ὁπόσον ἐπουσιώδη καὶ εἰκονικὰ ἔλαβεν αὐτὴ ἀνταλλάγματα. Πολλῷ ἀστοχώτερον ἐπολιτεύθη πέρυσιν ἐν τῷ ζητήματι τῆς ἰθαγενείας. Ὁ πρώην πράκτωρ ἡμῶν ἐν Αἰγύπτῳ καὶ πλείονας παραχωρήσεις ἀπήτει ἐν αὐτῷ, καὶ ἓν καὶ μόνον ἀντάλλαγμα προέτεινε δι’ αὐτὰς ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὴν προσχώρησιν δηλαδὴ αὐτῆς εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῶν μικτῶν δικαστηρίων. Ἦτο δὲ τόσον σπουδαῖον τὸ ζήτημα τῆς προσχωρήσεως ταύτης, ὥστε ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἦτο ἠναγκασμένη ἑκοῦσα ἄκουσα νὰ ἐνδώσῃ οὐ μόνον εἰς τὴν ἀποδοχὴν ἑνὸς ἔτι ἐφέτου ἐν τοῖς μικτοῖς δικαστηρίοις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κατὰ τοὺς πόθους ἡμῶν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ἰθαγενείας. Οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι εἶναι ὁ σπουδαιότατος παράγων ἐν τοῖς μικτοῖς δικαστηρίοις. Ἄνευ τῆς προσχωρήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀνανέωσιν τούτων θὰ ἐπήρχετο ἀληθὲς δικαιοστάσιον ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ θὰ ἔπαυε πᾶσα σχεδὸν συναλλαγή. Δυστυχῶς ὁ πράκτωρ ἐκεῖνος, ὅστις ἐμβριθέστερον παντὸς ἄλλου ἐμελέτησε τὰ ἐκκρεμῆ ἐν Αἰγύπτῳ ζητήματα, καὶ πεῖραν πολλὴν ἐκέκτητο τῶν ἐκεῖ πραγμάτων, ὥστε νὰ ἦναι ὁ μόνος ἁρμόδιος εἰς λύσιν αὐτῶν, ἀπεμακρύνθη ἐκεῖθεν ἀκαίρως. Ὁ διάδοχος αὐτοῦ, ἀπείρως ἔχων ὅλως πρὸς τὰ ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, χάριν τοῦ ζητήματος τῆς ἰθαγενείας καὶ τῆς ἀποδοχῆς ἑνὸς ἔτι Ἕλληνος ἐφέτου ἐν τοῖς μικτοῖς δικαστηρίοις, οὐ μόνον εἰς τὴν ἀνανέωσιν τούτων προσεχώρησεν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ζητήματι τῆς Δημαρχίας ἐνέδωκε καὶ ἐν τῇ καταργήσει τῶν χαρτοπαικτείων. Ἡ Δημαρχία δὲν ἠδύνατο νὰ συντηρηθῇ ἄνευ δημοτικῶν φόρων καὶ διαπυλίων, εἰς οὓς ἔπρεπε πρὸ πάντων νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ ξένοι ὑπήκοοι, καὶ δὴ πρῶτοι οἱ Ἕλληνες, οἱ πολυπληθέστατοι μεταξὺ αὐτῶν, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι μιμηθῶσιν εἶτα τὸ παράδειγμά των. Τὰ χαρτοπαικτεῖα καθ’ ὅλην σχεδὸν τὴν Αἴγυπτον εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας Ἑλλήνων ὑπηκόων, συνετηροῦντο δ’ ἐξ αὐτῶν καὶ ἀπεθησαύριζον πλοῦτον πλεῖστοι ὅσοι ὁμογενεῖς. Ἀμφότερα τὰ ζητήματα ταῦτα ἐθυσιάσθησαν ἀδίκως καὶ δωρεάν, χάριν τοῦ ζητήματος τῆς ἰθαγενείας, δι’ ὃ ἤρκει, ὡς εἴδομεν, μόνη ἡ προσχώρησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῶν μικτῶν δικαστηρίων. Πῶς δὲ καὶ οὕτως ἐλύθη τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας; Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κατὰ τὴν λύσιν ταύτην πρόκειται νὰ στερηθῶσι τὴν ἡμετέραν ἰθαγένειαν πλεῖστοι ὅσοι Ἕλληνες ὑπήκοοι, σχεδὸν πάντες οἱ ἐκ Σύρων, Βλάχων καὶ Ἀλβανῶν ἕλκοντες τὸ γένος καὶ ἀπαρτίζοντες δύναμιν οὐ τὴν τυχοῦσαν διὰ τὸν ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλληνισμόν! Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ἐξήντλησεν ἤδη σχεδὸν πᾶσαν δυνατὴν παραχώρησιν ἐν Αἰγύπτῳ, οὐδ’ ὑπολείπεται πλέον εἰς αὐτὴν ἀντάλλαγμά τι ἄξιον λόγου, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀνανέωσιν τῆς συμβάσεως, καὶ δὴ ὑπὸ συμφορωτέρους ὅρους τῶν μέχρι τοῦδε. Ἐντεῦθεν λοιπὸν αἱ ἀμφιβολίαι τῶν πολλῶν, ἐντεῦθεν καὶ αἱ ἀνησυχίαι τῶν ἐνδιαφερομένων, δι’ ἃς ἠναγκάσθην καὶ ἐγὼ σήμερον ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλῶν αὐτὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν κατήρξατο ἤδη ἡ ἡμετέρα πρὸς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν διαπραγματεύσεων περὶ ἀνανεώσεως τῆς ὅσον οὔπω ἐκπνεούσης συμβάσεως, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αὗται.

§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἐμπορικὴ ἡμῶν σύμβασις μετὰ τῆς Αἰγύπτου λήγει τὴν 8|20 Μαρτίου, κατηγγέλθη δὲ ὑπὸ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου, ἑπομένως οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι, ἂν δὲν ἀνανεωθῇ μέχρι τῆς 9ης Μαρτίου, θέλομεν ἐπανέλθει εἰς τὴν πρὸ αὐτῆς κατάστασιν, ὅτι ἑπομένως, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, θέλει ἐπέλθει ἡ ἀπαγόρευσις τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν, ὧν ἡ εἰσαγωγὴ τὸ πρῶτον διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1884, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἐπετράπη. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἰδίως χάριν τοῦ καπνοῦ ἦτο ἠναγκασμένη νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ ἐπανέλαβε τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως. Αὗται ἤρξαντο ἀπό τινων ἡμερῶν. Ἄν θ’ ἀπολήξωσιν εἰς εὐχάριστον ἀποτέλεσμα πρὸ τῆς 8ης Μαρτίου, τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω σήμερον, διότι ὡρίσθη μὲν ἐπιτροπὴ ἐκ μέρους τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, καὶ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς ἐργάζεται ὁ ἡμέτερος πολιτικὸς πράκτωρ, ἀλλὰ τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπιμείνωμεν, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ προΐδῃ ποῖον ἔσται τῶν διαπραγματεύσεων τὸ ἀποτέλεσμα. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἡμετέρου καπνοῦ ἐν Αἰγύπτῳ, ὡς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐτροποποιήθη διὰ τῶν διαφόρων ἐλαττώσεων, αἵτινες εἰς τὸ τέλος τοῦ δι’ Αἴγυπτον ἐξαγομένου ἐκ Τουρκίας καπνοῦ ἐπήχθησαν, καὶ τῶν αὐξήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν Αἰγύπτῳ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων καπνῶν, περιῆλθεν εἰς δεινὸν σημεῖον, καὶ συναγωνιζόμενοι ὑπὸ τοιούτους πλέον ὅρους οἱ ἑλληνικοὶ καπνοὶ πρὸς τοὺς καπνοὺς τῆς Τουρκίας, κινδυνεύουσιν ἐν τῷ διαγωνισμῷ νὰ ὑποκύψωσιν. Ἐλπὶς μόνον ὑπάρχει, ὅτι, ἐὰν ἀνανεωθῇ ἡ σύμβασις, καὶ ἀνανεωθῇ ἐπὶ ἀσφαλέσιν ὡς πρὸς τὸν καπνὸν βάσεσι, θὰ ἐνισχυθῇ τὸ μετὰ τῆς Αἰγύπτου ἐμπόριον τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ. Ἡ ἀπαγόρευσις τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ ἐν Αἰγύπτῳ, ἂν διατηρηθῇ, θὰ καταστῇ ὠφέλιμος εἰς τὸ ἐμπόριον τῶν ξένων καπνῶν καὶ ἑπομένως καὶ εἰς τοὺς ἡμετέρους. Τοῦτο εἶναι πρόδηλον. Ἡ Αἴγυπτος παρῆγε, νομίζω, καπνὰ ἰθαγενῆ μέχρις 6,500,000 ὀκάδων. Ἄν ἤδη τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὅπερ ὁμολογουμένως ἦτο κατωτάτης ποιότητος, καὶ ὅπερ συμφέρον ἔχει νὰ ἀναπληρώσῃ ὁ καπνὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἐπίσης εἶναι κατωτέρας ποιότητος, ἀναπληρωθῇ διὰ τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ, τὸ κέρδος ἔσται μέγα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς καλλιεργείας τοῦ ἐντοπίου καπνοῦ, ἔχομεν καὶ ἄλλον κίνδυνον, τὸν τῆς ἱδρύσεως μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἐν Αἰγύπτῳ. Συμφέρον ἔχομεν διὰ συμβάσεως νὰ ἐξασφαλισθῶμεν κατ’ ἀμφοτέρων τῶν κινδύνων τούτων, διότι, ἂν ὁ εἷς ἢ ὁ ἕτερος ἢ καὶ ἀμφότεροι ἐπέλωσι, δύσκολον νὰ ἐξακολουθήσῃ σπουδαῖον ἐμπόριον ἑλληνικοῦ καπνοῦ μετὰ τῆς Αἰγύπτου ὑπὸ τὰς περιστάσεις, αἵτινες κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπλάσθησαν. Μετὰ τὰς μεταβολὰς, αἵτινες ἐσχάτως ἐπῆλθον, δηλαδὴ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐξαγωγῆς τῶν τουρκικῶν καπνῶν ἐκ 10 γροσίων κατ’ ὀκᾶν, φόρου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1884, ὅτε συνωμολογήθη ἡ σύμβασις, καὶ καθίστα ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν προστασίαν, ἥτις τὸν διαγωνισμὸν καθίστα δυνατὸν, μετὰ τὴν κατάργησιν λέγω αὐτὴν, ὁ ἑλληνικὸς καπνὸς δὲν ἔχει πλεονέκτημα ἢ μόνον ἑνὸς γροσίου κατ’ ὀκᾶν, τὴν ῥαφτίαν λεγομένην, τὸ ὁποῖον μόνον πληρόνουσιν οἱ τουρκικοὶ καπνοὶ, ἐξαγόμενοι ἐκ Τουρκίας διὰ τὴν Αἴγυπτον. Ἡ διαφορὰ αὕτη τοῦ ἑνὸς γροσίου εἶναι λόγῳ τῆς ποιότητος ἐλαχίστη, καὶ δὲν ἀρκεῖ, ἵνα θέσῃ ἐπὶ ἴσων ὅρων διαγωνισμοῦ τοὺς καπνοὺς τοὺς τουρκικοὺς καὶ τοὺς καπνοὺς τοὺς ἑλληνικούς. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη τις διαφορά, ἡ διαφορὰ ἐκ τοῦ ἀποβάρου, ὅπερ ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν τουρκικὸν καπνόν. Οἱ μὲν καπνοὶ οἱ τουρκικοί, διότι εἰσάγονται εἰς Αἴγυπτον ἢ ἐντὸς ψαθίνων περιβλημάτων, ἢ ἐντὸς ξυλίνων δοχείων, ὑπολογίζονται μὲ ἀπόβαρον, ἐνῷ ὁ ἑλληνικὸς καπνὸς δὲν ἀπολαύει αὐτῆς τῆς ἀφαιρέσεως, καὶ ὑπολογίζεται ὅτι εἶναι ἑνὸς γροσίου τὸ κέρδος ὑπὲρ τῶν τουρκικῶν καπνῶν κατ’ ὀκᾶν. Ὅλα ταῦτα τὰ μειονεκτήματα καὶ ὁ φόβος μὴ τὸ μονοπώλιον εἰσαχθῇ, ἢ ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς καλλιεργείας καπνοῦ ἐπιτοπίου, καθιστῶσιν ἀμφίβολον τὴν τύχην τῶν ἡμετέρων καπνῶν, ἐπιβάλλοντα τῇ Κυβερνήσει νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως διὰ τῆς νέας συμβάσεως προληφθῶσι νέα τοὐλάχιστον κακά. Καθ’ ἡμέραν παρ’ ἐμπόρων ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Αἰγύπτῳ προτρεπόμεθα εἰς τοῦτο, νομίζομεν δ’ ὅτι ὑπογραφὴ ἐμπορικῆς συμβάσεως ἄνευ τοιούτων ἐγγυήσεων περὶ τοῦ μέλλοντος τῶν ἡμετέρων καπνῶν εἶναι μικρᾶς ὠφελείας ἔργον. Ἡμεῖς, καὶ ἕνεκα αὐτῶν τῶν λόγων καὶ ἕνεκα ἄλλων, προήλθομεν ἀπό τινων ἡμερῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων σκέψεων, εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀνανέωσιν τῆς συμβάσεως. Ἐπειδὴ ἐξέλιπον ἤδη τὰ πλεονεκτήματα, ὑφ’ ἃ διηγωνίζετο πρότερον ὁ ἑλληνικὸς πρὸς τὸν τουρκικὸν καπνὸν, ἐνομίσαμεν, ὅτι, ἐὰν κατωρθοῦτο νὰ παραδεχθῇ ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἐπὶ τῆς ἀξίας φορολογῆται ὁ καπνὸς, καὶ ἐγίνετο δεκτὸν τοῦτο, θὰ ἦτο κατορθωτὸν νὰ διαγωνίζωνται οἱ ἑλληνικοὶ καπνοὶ πρὸς τοὺς τουρκικούς. Οἱ τουρκικοὶ καπνοὶ βεβαίως εἶναι ὑπέρτεροι τὴν ποιότητα τῶν ἑλληνικῶν, εἶναι ὑπέρτεροι οὐ μόνον διὰ τοὺς καπνίζοντας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἔμπορον καὶ τὸν καπνοπώλην. Ὁ καπνὸς ὁ ἑλληνικὸς, κυρίως ἀναμιγνύμενος πρὸς τοὺς καπνοὺς τοὺς ἐγχωρίους, κατηναλίσκετο· μόνος σπανίως καταναλίσκεται ἐν Αἰγύπτῳ, ὡς παρ’ ἡμῖν, διότι ἡ ποιότης τοῦ ἑλληνικοῦ μόνου δὲν ἀρέσκει. Ἀλλὰ κρίνεται ἀνωτέρα ἡ ποιότης τοῦ τουρκικοῦ καπνοῦ καὶ ἐξ ἄλλου λόγου, ἐξ ἐμπορικοῦ δηλαδὴ συμφέροντος· ὁ καπνὸς ὁ τουρκικὸς εἶναι ἐλαφρότερος, εἶναι πλέον σπογγώδης καὶ ἐν μεγαλειτέρῳ σχετικῶς πρὸς τὸν ἑλληνικὸν ὄγκῳ, ζυγίζει ὀλιγώτερον, κατορθοῦται ἑπομένως διὰ τουρκικοῦ καπνοῦ ἴσου βάρους νὰ κατασκευάζωνται περισσότερα σιγάρα, παρ’ ὅσα κατασκευάζονται ἐκ τοῦ αὐτοῦ βάρους ἑλληνικοῦ καπνοῦ. Ἐπειδὴ δὲ τὰ σιγαρέτα δὲν πωλοῦνται κατὰ βάρος, ἀλλὰ κατ’ ἀριθμὸν, κερδίζει ὁ ἔμπορος. Ἂν λοιπὸν κατωρθοῦτο, ὅπως ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις δεχθῇ νὰ φορολογῇ τὸν καπνὸν ἡμῶν οὐχὶ κατὰ βάρη, ἀλλὰ κατὰ τὴν τιμήν, ὁ καπνὸς ὁ εἰσαγόμενος ἐκ τῆς Ἑλλάδος θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσάγηται κατὰ τὴν αὐτὴν ποσότητα καὶ ἀνωτέραν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἡ Αἰγυπτιακὴ θὰ δεχθῇ αὐτὴν τὴν πρότασιν, ὡς καὶ ἄλλας ἡμῶν, δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω. Ἀφοῦ συνῆψε μετ’ ἄλλων Κρατῶν ἐμπορικὰς συνθήκας, ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν αὐτὸν τύπον, τοὺς αὐτοὺς ὅρους καὶ εἰς ἡμᾶς. Ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ἀποκτήσασα πλέον τὴν συγκατάθεσιν ὅλων σχεδὸν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ παράδειγμα πρώτη ἔδωκε τὸ 1884 ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἐπιτυχοῦσα τὴν ἀνάκτησιν πολλῶν δικαιωμάτων, ἰδίως τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ νέου τελωνειακοῦ αὐτῆς Κανονισμοῦ, δείκνυται σήμερον πλέον ὑπερήφανος καὶ πλέον ἀνένδοτος εἰς τὰς παραστάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὰ παράπονα τοῦ ἐμπορίου ἡμῶν ἐν Αἰγύπτῳ. Μεθ’ ὅλην ὅμως τὴν διάθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως φανῇ εὐχάριστος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τόπου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔχομεν τόσα συμφέροντα, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ζητήσωμεν παραχωρήσεις ὑπὲρ τοῦ ἡμετέρου καπνοῦ ὡς ἀντάλλαγμα, διότι οὐδὲν ἄλλο προϊὸν ἐν Αἰγύπτῳ ἔχομεν νὰ προστατεύσωμεν ἢ τὸν καπνόν. Μετά τινας ἡμέρας θὰ ἦμαι ἴσως εἰς θέσιν νὰ εἴπω, ἂν ὑπάρχῃ ἐλπὶς πρὸ τῆς 8/20 Μαρτίου νὰ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις. Ἐὰν ὅμως δὲν κατορθωθῇ πρὸ τῆς 8/20 Μαρτίου νὰ συνομολογηθῇ ἐμπορικὴ σύμβασις, δὲν θὰ ἦναι ἡ ζημία μεγάλη, διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ὑπάρχει ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἐν Αἰγύπτῳ ποσὸν ἑλληνικῶν καπνῶν πέραν τοῦ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου ὀκάδων, ποσὸν δὲ τοσοῦτον ἑλληνικῶν καπνῶν πιθανώτατα θὰ ἀρκέσῃ δι’ ἓν περίπου ἔτους. Ἑπομένως, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἐλευθέρα εἰσαγωγὴ καπνοῦ μετὰ τὴν 8ην Μαρτίου 1891, ἄδηλον εἶναι, ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ πολὺ ποσὸν καπνοῦ, ἀφοῦ ὑπάρχει τοσοῦτον ἀπόθεμα εἰς τὰς ἀποθήκας. Ὥστε ναὶ μὲν εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο καὶ ἐπικερδές, ὅπως συνομολογηθῇ σύμβασις ἐπωφελὴς μέχρι τῆς 8ης Μαρτίου 1891, ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ, ἠθέλομεν δὲ κατορθώσει νὰ ἐπιτύχωμεν αὐτὴν βραδύτερον, ἡ ζημία δὲν θὰ ἦναι εἰς τὸ μεταξὺ τούτου χρονικὸν διάστημα τόσον μεγάλη, ὅσον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας, καὶ αὐτὸ μετά τινας ἡμέρας περατοῦται ἐντελῶς, διότι ἐδόθη τελευταία προθεσμία ὑπὸ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προσαχθῶσι τὰ πιστοποιητικὰ, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύονται αἱ ἐγγραφαὶ ἐν τοῖς δημοτολογίοις τῶν ἡμετέρων ὑπηκόων. Τότε θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποφανθῶμεν ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς συμφωνίας μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, τῆς συμφωνίας τῆς γενομένης κατὰ τὸν Ἰανουάριον παρελθόντος ἔτους. Οἱαδήποτε ὅμως καὶ ἂν ἦναι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ἐζημιούμεθα, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀναμφισβητήτως θέλομεν ζημιωθῆ ἔτι μᾶλλον, θέλομεν δὲ ζημιωθῆ καὶ ἐν τῷ παρόντι, ἀπολέσαντες πλείστους ὑπηκόους Ἕλληνας, μὴ ὄντας τὴν καταγωγὴν Ἕλληνας, ἀλλ’ ἀποτελοῦντας σπουδαῖον ἀριθμὸν τοῦ ἑλληνικοῦ ἐν Αἰγύπτῳ πληθυσμοῦ, διότι ἀπωλέσαμεν ὅλους τοὺς Σύρους, ἀπωλέσαμεν ὅλους τοὺς Ἀλβανούς, τῶν ὁποίων οἱ συνοικισμοὶ εἰς χωρία τινὰ ἐν Αἰγύπτῳ ἦσαν σπουδαῖοι καὶ προσέδιδον οὐ μικρὰν δύναμιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον, θ’ ἀπολέσωμεν καὶ τοὺς λεγομένους Κουτσοβλάχους, οἵτινες ὑπάρχουσι διεσπαρμένοι ἐν Αἰγύπτῳ. Ἀλλ’ ἡ μεγαλειτέρα ζημία θὰ ἦναι ἐν τῷ μέλλοντι, διότι ἀνεγνωρίσαμεν τὸν νόμον περὶ ἰθαγενείας τοῦ 1869 τῆς Τουρκίας. Ἐφ’ ὅσον ἐπί τινα ἔτη θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προσάγωνται πιστοποιητικὰ ἐξ Ἑλλάδος, βεβαιοῦντα, ὅτι εἶναί τις ἑλληνικῆς καταγωγῆς, ἤ, ἐὰν κατάγηται ἐκ Τουρκίας, ὅτι ἐγκατεστάθη καὶ ἀπέκτησε τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν πρὸ τοῦ 1869, αὐτοὶ θὰ δύνανται, προσάγοντες τὰ πιστοποιητικὰ αὐτῶν, καὶ μετὰ τὴν σύμβασιν νὰ ἀναγνωρίζωνται ὡς Ἕλληνες ὑπήκοοι· ἀλλ’ ὅταν καὶ αὐτὴ ἡ πηγὴ κλείσῃ, καὶ δὲν δύναται ἢ νὰ κλείσῃ μετά τινα χρόνον, τότε δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ θεωρῶνται Ἕλληνες ἐν Αἰγύπτῳ, παρὰ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατάγονται ἐξ Ἑλλήνων, ἑπομένως πάντες οἱ ὁμογενεῖς, οἱ ἐκ Τουρκίας καταγόμενοι, οἵτινες ἤθελον ἀποκτᾶ, ὅπως καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, προσάγοντες πιστοποιητικὰ τῶν δημοτολογίων, τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, αὐτοὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν θὰ δύνανται πλέον, διότι κατὰ τὸν τουρκικὸν νόμον τοῦ 1869 οὐδεὶς ὑπήκοος Ὀθωμανὸς δύναται νὰ μεταβάλῃ ἐθνικότητα ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Τότε θὰ περιέλθωμεν εἰς τὸ σημεῖον, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίζωμεν ὡς Ἕλληνας, παρὰ τοὺς ἐξ Ἑλλάδος καταγομένους καὶ γεννηθέντας ἑπομένως ἐξ Ἑλλήνων πολιτῶν· ὥστε τότε θέλει κλείσει ἡ θύρα τῆς προσελεύσεως ἐκ τῆς δούλης Ἑλλάδος, Ἑλλήνων ὁμογενῶν, ἀλλ’ ὑπηκόων Ὀθωμανῶν.

§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ, εἰ δυνατόν, τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἠρνήθη, προφασιζομένη ὅτι αἱ συμφωνίαι εἶναι ἐκκρεμεῖς. Τοιαύτη ἐκκρεμὴς συμφωνία δὲν ὑπάρχει πλέον, καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν, πῶς ἐπολιτεύθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ.

§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καλλίτερον εἶναι νὰ περιμείνωμεν νὰ τελειώσῃ ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν πιστοποιητικῶν, καὶ τότε, ὅτε θὰ ἔχωμεν πλήρη τὰ ποτελέσματα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, τότε θὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ καὶ τὰ σχετικὰ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ οὕτω θὰ σχηματίσητε ἀκριβεστέραν γνώμην.

§51ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας, δὲν κρίνω εὔλογον νὰ εἴπω τι σήμερον· ἐπιφυλάσσομαι ἐν καιρῷ νὰ ἐκφέρω γνώμην. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ὅμως συμβάσεως μετὰ τῆς Αἰγύπτου, ὅσον ἀφορᾷ εἴτε τὸν καπνὸν εἴτε ἕτερα ζητήματα, φρονῶ ὅτι δὲν ἔπρεπεν οὔτε πρέπει νὰ σπεύδῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις· τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα εἶναι τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικὰ ἐν Αἰγύπτῳ, συνδεόμενα μὲ ζωτικώτατα τοιαῦτα μεγίστης Ἑλληνικῆς ἐπαρχίας, — ἐννοῶ τὴν Θεσσαλίαν, — καὶ τοῦ ὅλου Κράτους, ὥστε δὲν συμφέρει ἡμῖν νὰ παραβλέπωμεν τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ συμβατικὸν διεθνὲς δίκαιον ἀνεγνώρισε καὶ ἡμῖν. Αἱ συμβάσεις αἱ ἀρχαῖαι (Capitulations) δίδουσι δικαιώματα καὶ εἰς ἡμᾶς, δι’ ὧν ἀποτελεσματικῶς δυνάμεθα νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ μεγάλα ἐν Αἰγύπτῳ συμφέροντά μας· τοῦθ’ ὅπερ ἐπράττομεν λίαν ἐπιμελῶς ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας κατοχῆς. Εὐτυχῶς Μεγάλαι Δυνάμεις, ἔχουσαι καὶ αὗται ζωτικὰ συμφέροντα ἐν Αἰγύπτῳ, ἀνέλαβον ζωηρῶς ἤδη καὶ ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων αὑτῶν, ἀπειλουμένων, καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐκ τῶν συμβάσεων προερχομένων. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ προπορεύηται εἰς τοιαῦτα ζητήματα, ὅταν πρόκηται νὰ θυσιάσῃ πολλά, χωρὶς οὐδὲν θετικὸν καὶ ἀσφαλὲς νὰ ὠφεληθῇ. Ζημία οὐδεμία ἐπέρχεται. Καὶ ἐκ τῶν λόγων τοῦ πρώτου ἐπερωτήσαντος, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἐπεδίωκε παντὶ σθένει τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ἐπὶ τοῦ ἀφθόνως εἰς Αἴγυπτον εἰσαγομένου ἑλληνικοῦ καπνοῦ τέλους, καὶ ἐκ τῆς πληροφορίας τῆς πολυτίμου, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, περὶ μεγάλου ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ ἀποθέματος καπνοῦ ἑλληνικοῦ ἀνερχομένου εἰς ἥμισυ περίπου ἑκατομμύριον ὀκάδων, ἀριδήλως ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέχουσιν οἱ παραγωγοὶ τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι· ἀφοῦ δὲ ἐπὶ ἓν ἔτος, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἡ κατανάλωσις τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ αὐτόθι εἶναι ἐξησφαλισμένη, εἶναι δ’ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς καπνὸς θὰ εἰσάγηται, ὡς εἰσήγετο καὶ πρὸ τῆς συμβάσεως, δυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν, χωρὶς νὰ βιασθῶμεν, τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου διεθνοῦς ζητήματος παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται καὶ νὰ ἐπιβληθῶσι.

§52ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῶσιν οἱ πίνακες ὡς πρὸς τὰ πέλματα, τὴν δὲ Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστροφῆς τοῦ ὑλικοῦ τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ πολέμου, καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ἂν δύο ζεύγη ἀρβυλῶν, τὰ ὁποῖα ἐκομίσθησαν ἐδῶ, ἦναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρηγγέλθησαν.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1891. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχει τὸν λόγον.

§54ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Κατὰ πρῶτον, Κύριοι, ὑποβάλλω τέσσαρας ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφορώσας εἰς ἐκτάκτους πιστώσεις. Ἡ μὲν ἐξ αὐτῶν ἀφορᾷ πίστωσιν 70,000 δραχμῶν, αἵτινες θέλουσι δαπανηθῆ πρὸς περίθαλψιν τῶν παθόντων ἐκ τοῦ χειμῶνος. Ἡ ἑτέρα εἶναι πίστωσις ἐκ 35 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, διὰ τὴν μελέτην ἑτέρων γραμμῶν, διὰ τὴν χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἑταιριῶν, καὶ διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνονται ὑπὸ τῶν γραμμῶν. Ἕτεραι δὲ πιστώσεις εἶναι, ἡ μία ἐκ δραχμῶν 400,000, ἥτις ἀφορᾷ τὴν δαπάνην τῆς παραλαβῆς, ἀσφαλείας καὶ μεταφορᾶς τῶν θωρηκτῶν, ἡ ἑτέρα δὲ ἐκ δραχμῶν 417,500 διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐξωφλήθησαν.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 242–245).

§56ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἤδη ἔρχομαι νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1891. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν γνωρίζει, ὅτι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, περὶ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου, οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ Λογιστηρίου εἶχον ἐγκαταλείψει τὰς θέσεις αὐτῶν κατὰ συνέπειαν ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ πληροφορίαν τινά· ἀλλ’ ὡσαύτως, ὡς παρέστησε, δὲν εἶχεν οὔτε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας πληροφορίας, οὔτε ἐκ τῶν βιβλίων καὶ τῶν ἐγγράφων, καθόσον, ὡς ὡμολόγησε καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν...

§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφήσατε τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις οὐδὲν ὡμολόγησε. Καὶ προχθὲς ἐπίσης ὡμιλήσατε περὶ ἐμοῦ· σήμερον πάλιν λέγετε πράγματα ἀνακριβῆ. Λέγετε ἀνακριβείας ὅσας θέλετε, ἀλλ’ ἐπὶ εὐθύνῃ ὑμετέρᾳ, ἀφήσατε δ’ ἐμὲ ἥσυχον.

§58ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἐγὼ προχθὲς εἶπον, ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων, ὡς εἶναι εἰς πλείστους γνωστὸν, εἶχε τεθῆ τὸ ζήτημα νὰ εὐρυνθῇ ὁ πορθμὸς τοῦ Εὐρίπου διὰ τῆς καταβολῆς 1,000,000 ὑπὸ τῆς ἑταιρίας, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ κατεβάλλετο τόκος 4% ὑπὸ τοῦ Δμοσίου. Ἐγένετο συζήτησις ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ δὲν ἐκρίθη τότε συμφέρον νὰ ὑρίσταται ἡ ἑταιρία τὴν θυσίαν τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου ἀπὸ τοῦ 4 ἕως 6 ἢ 7%, ὡς ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ ἡ ἑταιρία.

§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τί ἐσκέπτετο ἡ ἑταιρία ἐν τῷ ἰδίῳ συμφέροντι, εἶναι ἀλλότριον πρὸς ἐμέ. Προῆλθον ἐγὼ περὶ τούτου εἰς σχέσεις πρὸς τὴν ἑταιρίαν;

§60ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Φίλοι σας ἐν τῇ ἑταιρίᾳ ἔκαμαν λόγον, οἵτινες δύνανται νὰ γνωρίζωσι, τίς ἐξ ἡμῶν λέγει ἀνακριβείας.

§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀγνοῶ μέχρι τίνος ἐγένοντο ἐξηγήσεις μετὰ φίλων μου· πρὸς ἐμὲ, λέγω ὅτι εἶναι ἀνακριβὲς, ὅτι ἡ ἑταιρία συνῆψε διαπραγματεύσεις.

§62ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Καὶ σήμερον ἐπίσης δὲν λέγω τι ἀνακριβές. Σεῖς εἴπετε, ὅτι ἐκ φακέλλων ἐλαμβάνετε τὰς πληροφορίας σας, καὶ ὅτι βιβλίον δανείων δὲν ὑπάρχει.

§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτε ἑνιαῖον βιβλίον τοῦ δημοσίου χρέους δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ πάντα τὰ βιβλία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ὑπάρχουσι κανονικῶς συντεταγμένα καὶ ἐνήμερα.

§64ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς εἶπον, εὑρέθη εἰς τοιαύτην θέσιν, διότι οἱ ὑπάλληλοι ἐγκατέλιπον τὴν θέσιν των, εἶναι δὲ μέγα ἐλάττωμα τοῦτο τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Λογιστικοῦ· δὲν εἶναί ποτε ὀρθὸν, νὰ ἦναι τόσον φανατικοὶ ὑπὲρ ἑνὸς κόμματος, ὥστε νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν θέσιν των καὶ νὰ ἀφίνουν τὸν νέον Ὑπουργὸν νὰ μὴ γνωρίζῃ εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται ἡ ὑπηρεσία. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδυνήθη ἀμέσως, εἰσερχόμενος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ ἀντιληφθῇ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν, καὶ νὰ μεταβάλῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ἐκτὸς τούτου, ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει περιμείνει νὰ προσαχθῶσι μελετημένα καὶ τέλεια νομοσχέδια, καὶ οὐχὶ ἀμελέτητα, ὡς εἰσήγοντο μέχρι τοῦδε, οὕτω δὲ νὰ μεταβληθῶσιν αἱ βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ οὐχὶ ὅπως ἐγίνετο εἰς τὸ παρελθόν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι γνῶμαί τινες ἀνεβιβάσθησαν εἰς νόμους, διότι ἁπλῶς περὶ αὐτῶν ἐξεφράσθησαν ἄτομά τινα· οὕτω π. χ. ἡ ἰδέα περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι γνώμη, νομίζω, τοῦ ἐκ Κορινθίας βουλευτοῦ κ. Δημητριάδου· τὴν γνώμην περὶ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου ἐξέφρασεν ὁ μακαρίτης Ἀθανάσιος Γ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὁποῖος πολλάκις ἔλεγεν, ὅτι ἐσφετερίσθησαν τὴν γνώμην του· τὴν γνώμην περὶ καπνοκοπτηρίων ἐξέφρασεν ὁ μακαρίτης Κεχαγιᾶς. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἰς τὸ μέλλον θὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ παρασκευάζωμεν τελειότερα νομοθετικὰ ἔργα, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πεῖραν καὶ ἄλλων Κρατῶν· θὰ ἦτο δὲ ἀναγκαῖον ἴσως νὰ συστηθῇ καὶ ἐπιτροπὴ ἐξ ἁρμοδίων προσώπων, ἡ ὁποία νὰ παρασκευάζῃ τὰ νομοσχέδια, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου, μετὰ 5 μόλις ἔτη, ἀποδεικνύονται ὅλως ἀτυχεῖς. Ἐνθυμούμεθα ὁποία συζήτησις ἐγένετο πρὸ ἡμερῶν περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· οὗτος ἀπεδείχθη κάκιστος, ὥστε πάντες ἤδη συμφωνοῦμεν διὰ τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐθεωρήθη ὀρθοτάτη ἡ γνώμη, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μεταβληθῶσιν αἱ βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐφέτος, ἀλλὰ νὰ εἰσαχθῇ ὅπως εἶχε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἕν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπησχόλησε δὲ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν τύπον, εἶναι τὸ ζήτημα περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Περὶ τούτων καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμόν, εἶπεν, ὅτι τῶν δύο τελευταίων χρήσεων τοῦ 1889 καὶ 1890 τὰ ἐλλείμματα ἀνέρχονται εἰς 46,000,000· τοῦτο δὲ συνήγαγεν ὁ Ὑπουργὸς ἐκ τοῦ ὅτι κατὰ τὸ 1889 συνήφθησαν δάνεια ἐν ὅλῳ 141,743,000 δραχμῶν, ἐκ τούτων δὲ τῶν δανείων διετέθησαν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα 115,000,000, ὥστε ἐλλείπουσιν 26,000,000· ὑποθέτει δ’ ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι διετέθησαν ταῦτα εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Προσέτι δὲ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890 συνήφθησαν δάνεια 71,770,000, ἐκ τῶν ὁποίων διετέθησαν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα 50,960,000· κατὰ συνέπειαν καὶ ἡ χρῆσις αὕτη παρουσιάζει ἔλλειμμα 20,610,000. Ἐκ τούτων ἐὰν λάβωμεν ἀφορμὴν καὶ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ προηγούμενα, διότι τὸ ζήτημα μένει ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, βλέπομεν, ὅτι οἱ Κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λέγουσιν, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἔλλειμμα, ἐνῷ ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν πάντοτε, ὅτι τὰ ἐλλείμματα εἶναι μέγιστα. Πολὺ ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν μου δημοσίευμά τι ἀνδρὸς ἁρμοδιωτάτου νὰ κρίνῃ περὶ τὰ τοιαῦτα. Οὗτος ὑπολογίζει ὡς ἑξῆς. Ἄρχεται ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, καὶ λέγει, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1886 ἕως τοῦ 1890 τὸ ποσὸν τοῦ ἐτησίου βάρους τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ δημόσιον χρέος δὲν ηὔξησε παντάπασιν, ἕνεκα τῶν πραγματοποιηθεισῶν μετατροπῶν, καταλήγει δὲ λέγων, ὅτι κατὰ τὰ 4 τελευταῖα ἔτη τὸ ἔλλειμμα εἶναι μόλις 5 ἑκατομμυρίων. Ἀκολουθῶ καὶ ἐγὼ τὸ αὐτὸ σύστημα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τοῦ 1886, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ 1880, διότι ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐπεκράτησεν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς καὶ ἐπέδρασεν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου ὁ κ. Τρικούπης. Εἶναι γνωστὸν τὸ σύστημα τοῦ νῦν ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· οὗτος ὑπέβαλε τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1880, 1882, 1883 καὶ 1884, καθὼς καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, ἤτοι ἐπὶ τῶν 10 ἢ 11 προϋπολογισμῶν ὑπέβαλε τοὺς 8, ὥστε πᾶσα εὐθύνη περὶ τῶν γενομένων ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ κατὰ τὴν δεκαετίαν ταύτην φυσικῶς αὐτὸν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ. Ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 δὲν εἶχεν ἐξαντληθῆ, διότι μόλις εἶχον διατεθῆ ἐξ αὐτοῦ τὰ 48 ἑκατομμύρια· ὑπῆρχεν ὑπόλοιπον 24,000 ὁμολογιῶν ἀδιαθέτων εἰσέτι. Ὑπελόγιζε λοιπὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον ποσὸν 3,575,040 διὰ τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων· περιελαμβάνετο δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ ἐτήσιον χρεωλύσιον τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν αὐτὰ τὰ δύο ποσὰ, μόλις εἰς 12,000,000 ἀνήρχετο τὸ ἐτήσιον βάρος ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους, ὅτε ἀνέλαβε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ὁ κ. Τρικούπης. Εἰς ποῖον σημεῖον εὑρισκόμεθα σήμερον; Διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1889 προϋπελόγισεν οὗτος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 38,663,636, διὰ δὲ τὸ 1890 ἠλάττωσε τὴν ἐκ τούτου δαπάνην εἰς 29,587,219. Ἀφήρεσεν ὁ ἴδιος ποσὸν ὑπὲρ τὰ 9,000,000, ἀλλὰ τὸ μέγιστον μέρος, τὸ ὁποῖον ἀφήρεσεν, ἦτο ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά, περὶ τὰ 6,265,000· ἐκτὸς τούτου ἀφήρεσε τὸ χρεωλύσιον τῆς μετατροπῆς δανείων τινῶν καὶ τοὺς τόκους τῶν κυμαινομένων χρεῶν. Ταῦτα δὲ πάντα ἐγένοντο, ἵνα παρουσιασθῇ ἐν ἰσοζυγίῳ ὁ προϋπολογισμός. Ἐφέτος ζητεῖται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 διὰ τὸ δημόσιον χρέος ποσὸν 36,000,000 καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περιέλαβε τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ἀλλὰ, καὶ ταύτην ἂν δὲν περιελάμβανε, δὲν θὰ ἤμεθα μακρὰν τοῦ ποσοῦ τούτου, διότι ἔχουσι παραλειφθῆ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ οἱ τόκοι τοῦ δανείου διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης καὶ ἑτέρων δανείων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ συναφθῶσι πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων, τῶν ὁποίων ἔχει γείνει ἡ ἔναρξις. Σήμερον τὰ χρέη τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσιν ὑπηρεσίαν 35,000,000 ἢ 36,000,000, ἐνῷ κατὰ τοῦ 1880 ἀπῄτουν 12,000,000, προσετέθησαν δηλαδὴ 24,000,000 ἐτήσιον βάρος· ποσὸν δὲ τοιοῦτον ἀντιπροσωπεύει ἀνάλογον δάνειον· ἐὰν ὑπολογίσητε πρὸς 5%, ἔχετε δάνειον 500 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμυρίων, πρὸς 6% δὲ, ὅπερ ἀκριβέστερον, εὑρίσκετε δάνειον 400 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ συγκρίνοντες καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν δανείων μεταξὺ τοῦ 1880 καὶ 1891, εὑρίσκομεν τὴν αὐτὴν περίπου διαφοράν· διότι τὸ μὲν 1880 εἴχομεν δάνεια τὰ ἑξῆς:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
αʹ)ἐκ τῶν 6 ἑκατομ. ὑπελείποντο περὶ τὰ 4ἑκατομ.
βʹ)ἐκ τῶν 28 » » 26»
γʹ)ἐκ τῶν 4 » » 3»
δʹ)ἐκ τῶν 26 » » 23»
εʹ)ἐκ τῶν 10 » » 8»
ϛʹ)ἀναγκαστ. κυκλοφ. ἑκατ. » 44»
ζʹ)τῶν 60 ἑκατομ. εἶχον πραγματοποιηθῆ 48»
ηʹ)ἔντοκα γραμμάτια 12»
θʹ)ἐκ τῶν παλαιῶν (1824—25) 20»
τὸ ὅλον 188ἑκατομ.

τὸ δὲ 1891 ἐπαγιώθησαν:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
αʹ)ἐκ τῶν μικρῶν δανείων τῶν μετὰ τὸ 1862 31,000,000
βʹ)δανείου λιρῶν 1,200,000 30,000,000
» » 5,000,000 125,000,000
γʹ)χρέος Ὄθωνος 2,500,000
δʹ)πατριωτικὸν δάνειον 2,500,000
εʹ)ἐκ τῶν 120 ἑκατομ. 108,000,000
ϛʹ)ἐκ τῶν 170 » 96,000,000
ζʹ)ἐκ τῶν 135 » 134,000,000
ηʹ)ἐκ τῶν 15 » 15,000,000
θʹ)τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης 60,000,000

Τὸ ὅλον ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 603,000,000· δὲν ὑπελόγισα δὲ εἰς ταῦτα τὸ δάνειον τὸ ἐγγυημένον ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, περὶ τὰ 100 ἑκατομμύρια, οὔτε τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ 1885. Ἀναφέρω τὰ πραγματικὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐπραγματοποιήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι διαφορὰν ἐκ 415,000,000 δρ. ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον. Παρέλειψα νὰ ἀναφέρω τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1885, ἥτις ὡς ἀποτέλεσμα ἔσχε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἡ ἐπιστρατεία αὕτη δὲν ηὔξησε, νομίζω, κατ’ ἄλλο ποσὸν τὰ δάνεια τοῦ Κράτους.

§65ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ ἐπανήρχετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἄνευ τῆς ἐπιστρατείας.

§66ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν ἐκείνην διετηρεῖτο στρατὸς 80,000 ἀνδρῶν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, ἓξ ἢ ἑπτὰ, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἀφαιρέσω τὰς 20,000 τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, περὶ οὗ προνοεῖ ὁ τακτικὸς προϋπολογισμός· εἴχομεν ἑπομένως νὰ δαπανήσωμεν μόνον διὰ στρατὸν 60,000. Διὰ τὰς δαπάνας στρατοῦ τοσούτου ἀριθμοῦ, διὰ προμηθείας κλπ. δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν δαπάνην ἀνωτέραν τῶν 60,000,000.

§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρελείψατε μίαν ἔτι ἐπιστρατείαν.

§68ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Θὰ ἔλθω εἰς αὐτήν. Ἰσχυρίζονται οἱ Κύριοι, ὅτι παρέλαβον μὲν δάνεια 188 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ ἐκ τῶν γενομένων μετὰ ταῦτα δανείων ἐξώφλησαν τὰς δαπάνας τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1880. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καὶ πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, τὰς ὁποίας ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν ἔκαμαν. Αἱ ἔκτακτοι δαπάναι, τὰς ὁποίας πάντοτε ἐπικαλοῦνται οἱ κύριοι νῦν ἀντιπολιτευόμενοι πρὸς δικαιολόγησιν τῶν μεγάλων δανείων, τῶν φόρων καὶ τῶν ἐλλειμμάτων, εἰσὶν αἱ ἑξῆς: Κατεσκευάσθησαν οἱ σιδηρόδρομοι Πειραιῶς–Πελοποννήσου καὶ τῆς Θεσσαλίας· διὰ τοὺς δύο τούτους, ἐξ ὧν ὁ εἷς ἔχει ἔκτασιν χιλιομέτρων 400, ὁ δ’ ἕτερος 200, τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσε περὶ τὰ 12,000,000· ἐκτὸς τούτου κατεσκευάσθη ὁ σιδηρόδρομος Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, διὰ τὸν ὁποῖον ἐδαπάνησε τὸ Δημόσιον περὶ τὰ 4 ἑκατομμύρια, διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν 12 ἑκατομμύρια, καὶ διὰ τὸν Πειραιῶς–Λαρίσσης τὸ πολὺ 5 ἑκατομμύρια. Ἔχει δαπανήσει εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων 26 ἑκατομμύρια....

§69ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀποζημίωσιν τῶν γαιῶν διὰ τοὺς σιδηροδρόμους.

§70ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Αὐτὰ θὰ ἦναι δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια, καὶ παραδέχομαι νὰ σᾶς προσθέσω ἀνάλογον ποσόν.

§71ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ προσθέσητε εἰς ἐμὲ, κύριε συνάδελφε.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.

§73ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον αἱ δαπάναι αἱ γενόμεναι διὰ τοὺς σιδηροδρόμους καὶ τὰ πλοῖα· οὐ μόνον αἱ δαπάναι αὗται, ἀλλὰ καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ 1880 ἐγένετο ὡς ἔκτακτος, καὶ ἑτέρα δαπάνη, ἡ τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1880, ἡ ὁποία ἐγένετο μετὰ ταῦτα, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880. Διὰ τὴν ἐπιστρατείαν ἐκείνην, ἥτις ἦτο ἐν ὅλῳ στρατοῦ περὶ τὰς 60,000 ἐπὶ ἓν ἔτος ἴσως, ἀπὸ τὰς ὁποίας πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν βεβαίως τὰς 20,000, ὡς δύναμιν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἑπομένως ἐκτάκτου ἀριθμοῦ θὰ ἦσαν περὶ τὰς 45,000....

§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 35,000 μόνον.

§75ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὄχι.... ἢ 40,000, ἐτησίαν δαπάνην διὰ στρατὸν 40,000 δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν μεγαλειτέραν τῶν 40,000,000, διότι κατὰ τὰς στατιστικὰς ὅλων τῶν ἐθνῶν ὁ μέσος ὅρος τῆς δαπάνης δι’ ἕκαστον στρατιώτην εἶναι κατ’ ἀνώτατον ὅρον χίλιαι δραχμαὶ ἐτησίως. Λοιπὸν ὅλα τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ἐκτάκτως δαπανηθέντα, ὀφείλομεν νὰ τὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸ ὅλον ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ηὔξησαν τὰ δάνεια ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον. Τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν εἶναι, κατ’ ἐμὸν ὑπολογισμὸν, περὶ τὰ 145,000,000· παρελείφθησαν δέ τινα, ὡς λ. χ. ἡ ἀποζημίωσις τῶν γαιῶν τῶν καταλαμβανομένων ὑπὸ σιδηροδρόμων· παραδέχομαι καὶ 5,000,000· ἤτοι 150,000,000 ἐν ὅλῳ εἰς ἐκτάκτους δαπάνας ἐκ τῶν τετρακοσίων περίπου ἑκατομμυρίων τῶν συναφθέντων δανείων. Ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῶν ὀφείλω, Κύριοι, νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἂν καὶ τὸ ποσὸν τοῦ ἐκ δανείων χρέους τοῦ Κράτους ηὔξησε κατὰ 415,000,000, δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους· πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ τέταρτον ἐξ αὐτῶν· ἐκ τῶν 400,000,000 ἂν ἀφαιρέσωμεν τὸ τέταρτον, ἔχομεν ποσὸν εἰσαχθὲν εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα 300,000,000 τοὐλάχιστον· ἐκ τούτων πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, τὰς γενομένας, ἐξ 150,000,000· ὥστε μᾶς ὑπολείπονται ἕτερα 150,000,000, αὔξησις καθαρὰ τοῦ χρέους τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀκόμη τῶν 150,000,000 νομίζω ὀρθὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν ποσόν τι, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε διὰ τοὺς τόκους τῶν δανείων τούτων, ἀφ’ ὅτου ἐγένοντο αἱ ἔκτακτοι δαπάναι μέχρι σήμερον, καὶ δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν 50,000,000 διὰ τοὺς μεσολαβήσαντας τόκους· ὥστε μᾶς ὑπολείπονται 100,000,000 τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον, ἐξαιρουμένων τῶν χρήσεων τοῦ 1885 καὶ 1886. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὰ 100,000,000 αὐτὰ ἐπὶ τῶν ὀκτὼ χρήσεων ἢ ἐννέα, παρουσιάζεται ἐτήσιον ἔλλειμμα 12–15 ἑκατομμυρίων. Τοῦτο ἰσχυριζόμεθα ἡμεῖς, οἱ δὲ Κύριοι λέγουσιν, ὅτι οὐδὲν ἔλλειμμα ὑπάρχει. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχει ὑποβάλει μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ....

§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ....

§77ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κατέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας.

§78ΤΙΝΕΣ. Δέκα ἀπ’ ἐδῶ, εἴκοσι ἀπ’ ἐκεῖ....

§79ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Αἱ ἐλαττώσεις αὗται προσεγγίζουν τὴν ἀλήθειαν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ διορισθῇ δηλαδὴ μία εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1890, καὶ εἴτε δι’ οἱουδήποτε ὑπολογισμοῦ ἤθελε θεωρήσει αὕτη καταλληλοτέρου, εἴτε καὶ διὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ ἐκ τῆς χρήσεως τῶν δανείων, νὰ ἀποκαλύψῃ τὰ ἐλλείμματα, νὰ ὁρίσῃ δηλαδή, τίνα ποσὰ εἰσήχθησαν εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα, καὶ κατὰ πόσον διετέθησαν ταῦτα εἰς ἐκτάκτους δαπάνας καὶ κατὰ πόσον διετέθησαν εἰς τακτικάς· οὕτω δὲ θέλουσι προσδιορισθῆ τὰ ἐλλείμματα, διὰ νὰ ἐκλείψῃ πλέον αὐτὴ ἡ μεταξὺ τῶν δύο πολιτικῶν μερίδων αἰωνία συζήτησις.

§80Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χάριν τῆς ἱστορίας.

§81ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον χάριν τῆς ἱστορίας τοῦτο ἀναγκαῖον, ἀλλ’ εἶναι καὶ χάριν διασαφήσεως τοῦ ἐὰν ἐκείνη ἡ ἐποχὴ ἄφησε τοσαῦτα ἐλλείμματα, ὅσα ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, συνάμα δὲ νὰ ὁδηγηθῇ καὶ ἡ νέα Κυβέρνησις, ἀρχομένη ἀπὸ τούτου τοῦ σημείου, τί πρέπει νὰ πράξῃ εἰς τὸ μέλλον, καὶ νὰ φανῇ ποία θὰ ἦναι ἡ διαφορὰ τῶν βελτιώσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὰ οἰκονομικά. Τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον καὶ διὰ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ πίστις τοῦ Κράτους εἶναι μεγάλη, ἂν καὶ διὰ μεγίστων δανείων ἐπεβαρύνθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὥστε ἔφθασε τῷ ὄντι εἰς κρίσιμον σημεῖον. Ἀλλὰ, Κύριοι, πᾶν κακὸν δὲν εἶναι ἄμικτον καὶ ἀγαθοῦ τινος. Τὰ μεγάλα αὐτὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα κατέχουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον σήμερον μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι καὶ τὰ κοινὰ ἀκόμη τῶν εὐρωπαϊκῶν ἀγορῶν, δὲν εἶναι ἀμφίβολον, ὅτι συντελοῦσι μεγάλως εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς πίστεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διότι οἱ κεφαλαιοῦχοι πάντοτε ἔχουσι συμφέρον νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἀξίαν αὐτῶν....

§82ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὥστε, ἂν τὰ διπλασιάσωμεν, θὰ ἔχωμεν μεγαλειτέραν πίστιν! (γέλως).

§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὐφυέστατον αὐτό!

§84ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Αὐτὰ φθάνουσι, κύριε συνάδελφε, μέχρι σημείου τινός· δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐπ’ ἄπειρον. Ἐπίσης καὶ οἱ μεγάλοι φόροι, τοὺς ὁποίους μᾶς ἐκληροδότησεν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, ἀφίνουσιν εὐρὺ στάδιον, διὰ νὰ γείνωσι μεταβολαὶ πολλαὶ εἰς τοὺς φόρους καὶ νὰ βελτιωθῇ τῷ ὄντι τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα, αὐξανομένων τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ μειῶνται, ἐννοεῖται, τὰ ἔσοδα· διότι ὑποθέτω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ πρόθεσις τῆς νέας Κυβερνήσεως, νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὸ φορολογικὸν σύστημα πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων, χωρὶς νὰ ἐλαττώσῃ παντάπασι τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μόνον τὰ ἔξοδα. Διὰ τοιούτων τινῶν μεταῤῥυθμίσεων δυνάμεθα νὰ εὐελπιζώμεθα εἰς τὸ μέλλον. Ἔχομεν ἤδη μεγάλην ἀνάγκην τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, καὶ πρέπει νὰ μεριμνῶμεν περὶ αὐτῆς, διότι εἰς τὸ κρίσιμον σημεῖον, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα, ἐγὼ νομίζω τοὐλάχιστον, ὅτι τρέχομεν μέγαν κίνδυνον, ἐὰν δὲν ἤμεθα λίαν προφυλακτικοὶ καὶ προνοητικοί, ὅπως τὴν ἐννοεῖ τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς, ὡς ἠκούσατε πρὸ ἡμερῶν. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης τῶν πραγμάτων θέλει συνάπτει δάνεια πάντοτε ἐξωτερικὰ, διὰ νὰ ἐπαρκῇ τοὐλάχιστον κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐτησίων χρεωλυσίων τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐὰν εὑρεθῶμεν εἰς ἄλλην τινὰ ἀπρόοπτον περίπτωσιν, μόνον ἡ πίστις δύναται νὰ μᾶς σώσῃ· διότι δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω εἰς φορολογίαν τοῦ λαοῦ. Τελευταῖον συνήφθη καὶ δάνειόν τι, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὑπὸ σχετικῶς καλοὺς ὅρους, τὸ δάνειον δηλ. (οὐχὶ ὁλόκληρον, ἀλλὰ μέρος τοῦ δανείου,) τὸ προωρισμένον διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης. Τοῦτο ἐγένετο σχετικῶς ὑπὸ καλοὺς ὅρους, διότι ἐγένετο μὲν κατὰ 3% ἐπὶ ἔλαττον τοῦ ἑτέρου μέρους τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον εἶχε συναφθῆ πρό τινων μηνῶν, ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο τὸ νέον αὐτὸ δάνειον, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐμειώθη ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Τὸ λέγω τοῦτο, Κύριοι, διότι ἴσως καὶ ὑμεῖς ἠκούσατε, ὅτι καὶ πρὶν πέσῃ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ κατόπιν διεδίδετο, ὅτι θὰ ἦτο ἀδύνατον εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ δάνειόν τιʹ μ’ ὅλα ταῦτα ἐγένετο τὸ δάνειον ὑπὸ ἀρκετὰ καλοὺς ὅρους, ἐγένετο δὲ εἰς κακὴν ἐποχὴν, καθὼς εἶπον, διότι κατ’ ἐκείνην τὴν περίστασιν εἶχε κινδυνεύσει ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ οἶκος τῶν Ἀδελφῶν Βαίριγγ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πρώτιστος ἀγγλικὸς τραπεζιτικὸς οἶκος. Ἕνεκα τοῦ κινδύνου ἐκείνου ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἠναγκάσθη ἡ Ἀγγλικὴ Τράπεζα νὰ δανεισθῇ παρὰ τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης τρία ἑκατομμύρια λιρῶν, —τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ἐγένετο μέχρι σήμερον,—διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἀγορᾶς τῆς Ἀγγλίας. Κατανοεῖτε λοιπὸν, ὁποία ἦτο ἡ δυσχέρεια τῶν ἀγορῶν τῶν εὐρωπαϊκῶν. Κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἤμεθα εὐχαριστημένοι, διότι τὸ δάνειον συνήφθη καὶ ἐπὶ 3% ἐπὶ ἔλαττον ἀπὸ τοῦ ἑτέρου ποσοστημορίου, τὸ ὁποῖον εἶχε συναφθῆ προηγουμένως. Εἰς ἄλλα δὲν θέλω προχωρήσει· ἀλλ’ ἐὰν οἱ Κύριοι αὐτοὶ ἀμφισβητήσωσιν, εἴτε ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς γενικῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε ἐπὶ πολλῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ὑποβάλει ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἐκθέσεως, θέλω ἐπαναλάβει τὸν λόγον.

§85ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι εἶμαι σημειωμένος νὰ ὁμιλήσω, —καὶ βεβαίως θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν,— ἀλλ’ εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν ἀδυνατῶ νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἄν ἔχωσιν ἕτεροι συνάδελφοι νὰ ὁμιλήσωσιν, ἂς προχωρήσωσιν, ἢ καὶ ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ, ἐγὼ ἐν τῷ μέσῳ θὰ ζητήσω αὔριον τὸν λόγον, διότι τώρα εἶναι πολὺ ἀργά.

§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τί ἀργὰ εἶναι;

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε ἀναβολήν;

§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν προτείνω τίποτε.

§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἡ ὀγδόη καὶ ἡμίσεια ὥρα μετὰ μεσημβρίαν κριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ὥρα παρεληλυθυῖα, θεωρήσῃ ἑπομένως, ὅτι προσήκει νὰ μὴ προβῶμεν περαιτέρω συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν θέλομεν ποτὲ δυνηθῆ νὰ ψηφίσωμεν προϋπολογισμὸν, διότι ἅπας ὁ πρὸ τῆς ὀγδόης καὶ ἡμισείας ὥρας χρόνος εὐλόγως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμφιβολίας, πιθανὸν εἶναι νὰ καταναλωθῇ εἰς συζήτησιν ὑποκειμενικὴν, ἀλλοτρίαν τῶν κυρίων ἔργων τῆς Βουλῆς, ἑπομένως δὲν θέλομεν δυνηθῆ ποτε νὰ φθάσωμεν εἰς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σήμερον εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν προτείνεται κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ταύτης προηγεῖται ἡ γενικὴ συζήτησις. Ἴσως ἦτο περιττὸν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας νὰ λάβῃ τὸν λόγον· λέγω ὅτι ἴσως ἦτο περιττὸν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας νὰ λάβῃ τὸν λόγον, διότι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας, εἰς ἀντίθεσιν δ’ αὐτῆς ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας· ἐπειδὴ δὲ ἡ μειοψηφία διὰ τῆς ἐκθέσεως αὑτῆς ἠρνεῖτο καὶ τὰ συμπεράσματα καὶ τὰ πορίσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ συνταχθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑποθέτω ὅτι προσῆκεν εἰς τῆς ἐπιτροπῆς τὴν μειοψηφίαν νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας παριστᾷ, ὅτι ἡ ὥρα παρῆλθε, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἄν ὁ κ. εἰσηγητὴς ἰσχυρίζηται, ὅτι εἶναι κεκμηκὼς, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν αὔριον, βεβαίως δὲν θέλομεν ἀρνηθῆ τοῦτο· ἀλλ’ ἂν ὅμως ἰσχυρίζηται, ὅτι εἶναι ἡ ὀγδόη καὶ ἡμίσεια ὥρα παρεληλυθυῖα καὶ δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν.

§90ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχυρίσθην ὅτι ὡς πρὸς ἐμὲ ἡ ὥρα εἶναι παρεληλυθυῖα. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ...

§91ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ αὔριον θέλει εἶσθαι ὀγδόη καὶ ἡμίσεια ὥρα, καὶ θέλει προταθῆ ὅτι εἶναι ἀργά.

§92ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀγδόη καὶ ἡμίσεια σήμερον εἶναι ἀργὰ δι’ ἐμέ.

§93ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως οἱ Κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ὅτι, ἀφοῦ οὐδεὶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, θεωρεῖ περαιωμένην τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν γενικὴν, αὔριον εἰς τὰ ἔσοδα ἐπανέρχεται καὶ πᾶσα ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἑπομένως δύνανται τότε νὰ ὁμιλήσωσι.

§94ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· τοῦτο ἐδέχθημεν καὶ ἄλλοτε.

§95ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτ’ αὐτὸ δύναται νὰ πράξῃ καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων. Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως νομίζω ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ προσήκουσα τάξις. Δὲν ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὸ παρελθὸν, ἂν συνέβη τοιοῦτόν τι, ἂν συνέβη ἅπαξ, οὐδέποτε ὅμως συνέβη ἐν τάξει· συνήθως ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ προηγεῖτο τῆς συζητήσεως τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ. Ἐγίνετο ἔναρξις τῆς συζητήσεως ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδέποτε δὲ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ, ἐπελαμβάνοντο τῆς συζητήσεως, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤρχετο ἀναιρῶν καὶ ἀνασκευάζων, ἢ προβάλλων τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα μετὰ τοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις σιωπᾷ, βεβαίως ἔχει δικαίωμα νὰ σιωπήσῃ, οὐδεὶς δύναται νὰ βιάσῃ αὐτὴν νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλ’ εὐλόγως καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν.

§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος νομίζω ὅτι ὡμίλησεν ὑποκειμενικῶς, δηλαδὴ δὲν ἐπρότεινεν, ὅτι εἶναι ἡ ὥρα περασμένη καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ αὐτὸν, θὰ ὁμιλήσῃ διὰ μακρῶν, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ αὐτὴν τὴν ἑσπέραν τὸν λόγον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι σύμφωνος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.

§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§98ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος εἶπεν, ὅτι δι’ αὐτὸν ἡ ὀγδόη καὶ ἡμίσεια ὥρα μ. μ. εἶναι παρεληλυθυῖα.

§99ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.

§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ σήμερον μόνον.

§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν σήμερον δὲν ἦσθε εἰς κατάστασιν νὰ λάβητε τὸν λόγον καὶ ζητῆτε τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ ὁμιλήσητε αὔριον, συμφωνοῦμεν.

§102ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπρότεινα τὴν ἀναβολὴν διότι δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ προχωρήσῃ· μάλιστα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀκριβῶς ἐδόθη τὸ παράδειγμα ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· διότι, ἀφοῦ ἦτο τῷ ὄντι προκεχωρημένη ἡ ὥρα καὶ τότε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ εἶπεν ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἡ Βουλὴ ἐπροχώρησεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐσόδων, καὶ κατόπιν, ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, τότε προὐκάλεσε τὴν συζήτησιν.

§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα καὶ τώρα νὰ πράξωμεν τὸ ἴδιον. Λοιπὸν προχωρήσατε, κύριε Πρόεδρε.

§104Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις γίνεται ἐρήμην, ἀφοῦ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπουσιάζει. Κύριοι, εἶναι βεβιασμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· καταναλώθη ὁ χρόνος πρὸς συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων περὶ Ὀφθαλμιατρείου, περὶ συμβάσεως τοῦ Λαυρίου, περὶ ἁλάτων Κερκύρας, ἤδη δὲ ἐν σπασμωδικῇ ταχύτητι πρόκειται νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός. Εἶναι τοὐλάχιστον εὐχάριστον, διότι ἤρχισεν ἡ τοιαύτη συζήτησις ἀπὸ τὰς 9 παρὰ 20 λεπτά· ἠδύνατο νὰ συμβῇ νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου. Εἴμεθα συνειθισμένοι ἐν Ἑλλάδι νὰ συζητῶμεν οὕτω πῶς τὸν προϋπολογισμόν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ βεβιασμένη ἡ συζήτησις· ἀφοῦ δὲ πρόκειται περὶ ἀντιγραφῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς τέως Κυβερνήσεως καὶ περὶ τυπικῆς ἀναγνώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐγὼ ἤθελον προτιμήσει, ἀντὶ τῆς τυπικῆς καὶ κωμικῆς, δύναμαι νὰ εἴπω, συζητήσεως, ἀπόντος καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἤθελον εἶσθαι προτιμότερον, λέγω, νὰ μεταβῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ, ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωσι, προτιμότερον νὰ κυβερνώμεθα διὰ διαταγμάτων, παρὰ νὰ διακωμῳδῆται τὸ Σύνταγμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἀπὸ τοῦ 1880, Κύριοι, ἀφ’ ὅτου ἐγὼ τοὐλάχιστον παρακολουθῶ τὰ καθ’ ἡμᾶς ἐγγύτερον, δὲν συνεζητήθη ποτὲ ὁ προϋπολογισμὸς δεόντως. Εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς μεταβολῆς τῆς 14ης Ὀκτωβρίου ἦτο καὶ τοῦτο, ἡ διακωμῴδησις ἐν γένει, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ ἡ διακωμῴδησις τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ὅτι ὑπέβαλον πολλὰς ἐπερωτήσεις, καὶ ῥητῶς ἐδήλωσα, ὅτι, ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δὲν ἔχω τὰς πληροφορίας αὐτὰς, θὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολήν· ὑπέμνησα δὲ κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τὰς ἐπερωτήσεις μου, καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ σπεύδωσιν εἰς παροχὴν πληροφοριῶν, ὑπερθεματίζοντες εἰς τὰς ἐρωτήσεις ἐκείνων τῶν κυρίων, οἵτινες ἐπρόκειτο νὰ ἐπιῤῥίπτωσι μόνον μομφὰς κατὰ τῆς τέως Κυβερνήσεως, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ προσεποιήθησαν ὅτι ἐλησμόνησαν τὰς ἐμὰς ἐπερωτήσεις.

§105ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖαι ἦσαν καὶ πόσαι;

§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω κατάλογον τῶν ἐπερωτήσεων, διὰ νὰ τὰς ἐκτιμήσητε. Ὁ κ. ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συνάδελφος νομίζει, ὅτι, ὡς ἐκ τοῦ ποιοῦ καὶ ποσοῦ τῶν ἐπερωτήσεών μου, εἶναι αὗται καὶ ἀνάξιαι ἀπαντήσεως. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δύναται νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε θέλῃ γνώμην· τοῦτο ἀφορᾷ ἐκεῖνον. Ἡ Βουλὴ ἂς κρίνῃ τὰς ἐπερωτήσεις μου, καὶ ἂς κρίνῃ, ἂν ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσωσιν ἐπ’ αὐτῶν οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν πολλὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι διὰ τὸν ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συνάδελφον πιθανὸν νὰ μὴ ἔχωσι κἀμμίαν σημασίαν, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ ἔχουσι μεγάλην. Ἐζήτησα κατάλογον περὶ τῶν Εἰρηνοδικείων, τὸν ὁποῖον ἀκόμη δὲν προσήγαγεν· ἐζήτησα ὅλα τὰ σχετικά, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀνέγερσιν δικαστικοῦ καταστήματος ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ὑπέμνησα μάλιστα τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ οὐδεμία ἀπάντησις, εἰ καὶ ῥητῶς εἶπον, ὅτι πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὰ περὶ τούτου εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἠκούσατε, Κύριοι, πρὸ μικροῦ, ὅτι κατὰ τὸ 1880 ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων ἦτο ἐκ δώδεκα ἑκατομμυρίων, καὶ πρόκειται μετ’ οὐ πολὺ νὰ ψηφίσωμεν 36,000,000. Ἐκτὸς τούτων τὰ 24 ἑκατομμύρια περίπου ἐκ τῶν ἑκατὸν, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, δαπανῶνται χάριν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ μάθω, ἂν ἡ νέα Κυβέρνησις, ὄχι μόνον ἀντιγράφῃ, ἀλλὰ καὶ βαδίζῃ ἀκριβῶς ἐπὶ τὰ ἴχνη τῆς πρώην Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἐπὶ τῆς μορφώσεως τοῦ στρατοῦ. Κατηγγείλαμεν, Κύριοι, καὶ δικαίως, τὴν τέως Κυβέρνησιν, διότι παρέλυσε τὸν στρατὸν καὶ διότι τὸν ἐγύμναζε μόνον δι’ ἐκλογάς· ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὴν νέαν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα. Κατηγγείλαμεν τὴν τέως Κυβέρνησιν, καὶ δικαίως, διὰ τὰς παραβάσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀρχίσει τελοῦσα εἰς τὰ περὶ Λεμπεσοπούλου καὶ συντροφίας, ἀλλὰ διὰ τοῦτο θέλω νὰ μάθω, ἂν ἡ νῦν Κυβέρνησις δὲν βαδίζῃ ἐπὶ τὰ ἴχνη τῆς πρώτης, καὶ ὑπέβαλον ἀπὸ τῆς 24 Δεκεμβρίου τοῦ 1890 ἐπερωτήσεις, νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀκύρωσιν τοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχον κηρυχθῇ ἔκπτωτοι 26 ἀξιωματικοὶ τοῦ εὐζωνικοῦ τάγματος· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσεποιήθη, ὅτι δὲν ἐνόησε, τῷ ὑπέμνησα ὅμως τὴν ἐπερώτησίν μου κατ’ ἐπανάληψιν, ἀλλ’ οὐδὲν ἀπήντησεν. Ἔχω μεγάλην ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν, ἀξιότιμε συνάδελφε, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐξακολουθοῦσι τὰ αὐτά, ὅτι εἴμεθα ἀδικαιολόγητοι νὰ ψηφίσωμεν τὰ 36,000,000, ἐξαπατῶντες καὶ αὐτοὺς τοὺς δανειστάς μας, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἀδικαιολόγητοι νὰ δαπανῶμεν περὶ τὰ 24,000,000 εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, προσποιούμενοι ὅτι παρασκευάζομεν στρατὸν καὶ στόλον. Δὲν ἀναφέρω τὰς ἄλλας μου ἐπερωτήσεις· ἁπλῶς καὶ μόνον ὡς παράδειγμα ἀνέφερον αὐτάς, ἵνα ἐννοήσητε ὅτι, ἀφοῦ οἱ Ὑπουργοὶ σιγῶσιν εἰς τοιαύτας ἐρωτήσεις, δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ σπουδαία συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τυπική, πρὸς συνέχειαν τῆς διακωμῳδήσεως τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν γενομένην πρότασιν τῆς ἀναβολῆς.

§107ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἐκ Λαρίσσης Βουλευτὴς ἐξεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν του ταύτην ἐδικαιολόγησε διὰ προτάσεων, αἵτινες δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας. Αἱ προτάσεις αὐτοῦ, αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν, εἶναι, ὅτι προέβαλε διαφόρους ἐπερωτήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν κατετέθησαν ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν αἱ προσήκουσαι πληροφορίαι, καὶ ἕνεκα τούτου στερεῖται τῶν φώτων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, ἵνα συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Π. χ. ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατάλογον τῶν Εἰρηνοδικείων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν κατέθηκεν ἀκόμη τοῦτον· ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὰ προηγούμενα ἔγγραφα, τὰ πραγματευόμενα περὶ τῆς οἰκοδομῆς καταστήματος δικαστικοῦ ἐν Ἀθήναις, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν κατέθηκε ταῦτα, ἵνα ἐξ αὐτῶν μάθῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ποῖαι ἰδέαι, ποῖαι ἔννοιαι, ποῖαι ἀπόπειραι, ποῖαι δικαιολογίαι ἐκράτησαν ὡς πρὸς τὴν οἰκοδομὴν καταστήματος ἐν Ἀθήναις, καὶ ἕνεκα τούτου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ἐπίσης ἠθέλησεν ὁ κ. ἐκ Λαρίσσης Βουλευτὴς τὸν φάκελλον τὸν πραγματευόμενον περὶ τῆς τιμωρίας, ἥτις εἶχεν ἐπιβληθῆ εἰς 26 ὑπαξιωματικοὺς τῶν εὐζώνων, τῆς ἀποβολῆς αὐτῶν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸν περιέχοντα τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἠκυρώθη ἡ πρᾶξις ἐκείνη τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, οἱ δὲ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι ἐπανῆλθον εἰς τὸν στρατόν. Ὁ κ. ἐκ Λαρίσσης Βουλευτὴς μάλιστα ὑπέλαβεν, ὅτι ἡ ἀποβολὴ ἐγένετο διὰ Β. διατάγματος, καὶ σκοπεῖ νὰ ἐγκαλέσῃ τὸν νέον Ὑπουργὸν, πῶς ἐτόλμησε νὰ ἀναιρέσῃ τὸ διάταγμα αὐτὸ δι’ διαταγῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι ὑπῆρξεν ἔλλειψίς μου νὰ μὴ καταθέσω ἀκόμη τὸν φάκελλον τοῦτον, ὅστις αὔριον θέλει πάντως κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει ἔχει τὸν καιρὸν μέχρι τοῦ πέρατος τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ πορισθῇ πάντα τὰ φῶτα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, εἴτε περὶ τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ἡ σύνταξις τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ διοίκησις αὐτοῦ παρέχουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἀλλὰ πάντα ταῦτά εἰσι δικαιώματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὐδ’ ἀμφισβητῶ αὐτά. Δικαίωμα αὐτοῦ νὰ προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἡ πληροφορία ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ τοῦ καταλόγου τῶν Εἰρηνοδικείων· δικαίωμα αὐτοῦ νὰ προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν κατέθηκεν εἰσέτι τὰ ἔγγραφα τὰ πραγματευόμενα περὶ τῆς οἰκοδομῆς τῶν δικαστηρίων· δικαίωμα αὐτοῦ νὰ προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν, διότι εἰσέτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν κατέθηκε τὸν φάκελλον, τὸν ὁποῖον ὅμως θέλει καταθέσει αὔριον, ὅτε θέλει δυνηθῆ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ λάβῃ πᾶσαν πληροφορίαν· ἂς προτείνῃ τὴν πρότασίν του, ἡ δὲ Βουλὴ θέλει ἀποφανθῆ. Δὲν δύναται ὅμως νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δεχθῇ τὰς γνώμας αὐτοῦ, διότι τότε ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἀσπάζεται τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα, καὶ ὁ ὁποῖος κατ’ ἀνοχὴν ἐπιτρέπει τοὺς θεσμοὺς τοὺς συνταγματικοὺς, οἵτινες λειτουργοῦσιν, εἰσάγει σύστημα δεσποτικώτερον, ὄχι τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ παντὸς ἄλλου κυβερνητικοῦ συστήματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο· προβαίνων εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη εἰς νομοθετήματα κοινὰ καὶ οὐχὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ συνεζήτησε τὸ νομοσχέδιον περὶ Ὀφθαλμιατρείου, τὸ περὶ Λαυρίου καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι περί τινος ἄλλου ἱδρύματος. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει ἄδικον. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παραπονῆται κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς· ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐγένετο, ἐγένετο νομίμως καὶ κατὰ τὴν θέλησιν τῶν πλειόνων, ἥτις κρατεῖ. Ἂν ἡ θέλησις τῶν πλειόνων δὲν ἦναι ὀρθὴ, ἂν ἀπόφασίς τις αὐτῶν ἦναι πλημμελὴς, ἢ ἂν βλάπτῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης διαχειρίζεται ἄριστα τὴν γραφίδα, καὶ δύναται δημοσιογραφῶν νὰ καταγγείλῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ψέγῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ προέβη νομίμως εἰς αὐτὰς, ἡ δὲ Βουλὴ, ἂν ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν μομφὴν ταύτην, ἣν αὐτὸς ἐκτοξεύει κατ’ αὐτῆς, ἤθελεν ἀποδοκιμάσει ἑαυτήν· δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ, ἥτις θέλει προβῆ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν. Μοὶ ἐφάνη δὲ περίεργος ἡ γνώμη του αὕτη, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ἄλλην γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσσης. Ἡ γνώμη αὕτη δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον εἶδος πολιτεύματος ἀνήκει. Ἐπειδὴ ἠσχολήθη προηγουμένως ἡ Βουλὴ εἰς ἄλλα νομοσχέδια, ἃς ἀφήσῃ, εἶπε, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἂς διοικήσωσιν οἱ Ὑπουργοὶ ὑπὸ ἰδίαν των εὐθύνην τὸ Κράτος διὰ διαταγμάτων. Λυποῦμαι, διότι προβλέπω ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν θέλει συμβιβασθῆ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λαρίσσης ὡς πρὸς τὸ προτεινόμενον σύστημά του, καὶ ἂν ἐπιμείνῃ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς ψηφοφορίαν, βεβαίως δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία θέλει δώσει αὐτῷ τὴν ἀπάντησιν.

§108Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μεθ’ ὅλα τὰ ἄνθη, διὰ τῶν ὁποίων ἐκόσμησε τὴν ὁμιλίαν του, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ οὐσιῶδες μέρος τῆς ὁμιλίας μου. Ὡς Βουλευτὴς ἐστάλην ἐνταῦθα διὰ νὰ ὁμιλῶ, καὶ κακῶς μὲ παραπέμπει εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, διὰ νὰ γράψω ἄρθρα, διότι ἐστάλην ἐδῶ νὰ ὁμιλῶ, ἐλέγχων καὶ νομοθετῶν. Ὡς Βουλευτὴς λοιπὸν, ἀποσταλεὶς ὑπὸ τῶν ἐκλογέων μου, ἐζήτησα πληροφορίας, ἀναγομένας εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔχει καθῆκον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ συνάδελφοί του νὰ ἀφήσωσιν ἐπ’ ὀλίγον τὰς ἄλλας ἐνασχολήσεις των, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι σπουδαιότεραι αὐτῶν, καὶ νὰ σπεύσουν νὰ φέρουν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας κατ’ ἐπανάληψιν ἐζήτησα. Καὶ περὶ τούτων μὲν ὡμολόγησε ῥητῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι καθυστέρησεν αὐτὸς καὶ οἱ συνάδελφοί του...

§109ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συγγνώμην· ὡμίλησα περὶ ἐμαυτοῦ μόνον, ὄχι περὶ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι οὗτος δὲν εὗρεν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἔγγραφα πραγματευόμενα περὶ οἰκοδομῆς δικαστηρίων.

§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν τὸ εἶπεν αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.

§111ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔγραψα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μοὶ ἀποστείλῃ τὰς μελέτας, ἐὰν ὑπάρχωσι.

§112Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὔτε τοῦτο εἴπετε... Τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς ἀπάντησιν τῆς προτάσεώς μου, μὲ παρέπεμψε τρόπον τινὰ εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ πλειοψηφία συμμερίζηται τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ συμμερίζηται, οὐδόλως μὲ ἐμποδίζει τοῦτο νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησεν ὅσα ἔλεγε καὶ ἔπραττεν ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νομίζω ὅτι ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ τῷ τὰ ὑπομνήσω. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ, ὅτι παρέλειψαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί του νὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκον των, ὑπομιμνήσκω ἑτέραν ἐπερώτησιν, ἐνισχυθεῖσαν καὶ παρ’ ἑτέρου συναδέλφου ἐκ τῆς πλειοψηφίας, τὴν ἀναγομένην εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων καὶ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν αἰχμαλώτων τῆς Κούτρας.

§113ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατετέθησαν, ἀλλ’ ἴσως δὲν ἦσθε τότε ἐδῶ.

§114Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ἔγγραφα, τὸ ἐνθυμοῦμαι, ἀλλ’ ἐγὼ εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν πληροφορίας περὶ τῆς περιαγωγῆς τῶν αἰχμαλώτων τῆς Κούτρας ἀνὰ τὴν Μακεδονίαν, καὶ περὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ διεθνοῦς δικαίου ἐν Σκιάθῳ. Δὲν κατετέθησαν αἱ πληροφορίαι αὗται... (διακοπαί). Κύριε Πρόεδρε, παραλείπων νὰ ἀπαντήσω ἤδη εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, θέλω πράξει τοῦτο ὅταν λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ σπουδαία. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω σήμερον, εἶναι τὸ ἑξῆς. Νομίζω καλὸν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνταξία τοῦ ἀγῶνος τῆς 14 Ὀκτωβρίου, καὶ δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀνταξία τοῦ ἀγῶνος τῆς 14 Ὀκτωβρίου, ὅταν ἡ μὲν Κυβέρνησις ἀντιγράφῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς προκατόχου, ἡ δὲ Βουλὴ συζητῇ αὐτὸν μὲ μίαν συντομωτάτην εἰσήγησιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ζητεῖ παρακλητικῶς μίαν ἀναβολὴν, τὴν ἀρνούμεθα. Ἡ Βουλὴ βεβαίως δύναται, ἐὰν θελήσῃ, νὰ ἀναγνώσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐν διαστήματι ἡμισείας ὥρας, καὶ νὰ νομίζῃ, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ συζήτησις.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ; (Οὐδεὶς ἐγείρεται). Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις.

§116ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤρχισεν ἀκόμη.

§117ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀπὸ τοῦ Σαββάτου, κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἤθελε συζητηθῆ ὁ προϋπολογισμὸς σήμερον. Διατὶ νὰ ζητῶσι τὴν ἀναβολὴν, ἀφοῦ ἦτο γνωστὸν, ὅτι σήμερον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως θὰ ἦτο ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ;

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ περατωμένη ἡ συζήτησις, ἀφοῦ δὲν ἤρχισεν ἀκόμη. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, διότι ὁ κ. Ζωγράφος, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡμίλησεν ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐπειδὴ δὲ οὐδεὶς ἄλλος, καίτοι ἠρώτησα τὴν Βουλὴν, ἐζήτησε τὸν λόγον, ὤφειλον νὰ κηρύξω περατωμένην τὴν συζήτησιν.

§119ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ διατυπώσω πρότασιν ἀναβολῆς, διότι ὑπελάμβανον, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι προκεχωρημένη ἡ ὥρα, ἡ δὲ ἡμερησία διάταξις τῆς σήμερον διενεμήθη μ. μ. καὶ δὲν ἦτο γνωστὸν ἀπὸ χθὲς, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπελάμβανον, λέγω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας εὐπρεπὲς νὰ ἐπιτρέψῃ, ὥστε αὔριον νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δὲ ὑπῆρχε διαθέσιμος χρόνος εἰσέτι, ἠδύνατο νὰ καταναλωθῇ εἰς συζήτησιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀλλὰ δὲν ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διατυπώσω πρότασιν ἀναβολῆς, ἵνα μὴ ὑποληφθῶ ὡς σκοπῶν τὴν παρέλκυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Μετ’ ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς, ἐξηγῶν κρεῖττον τὴν πρότασίν μου ἐκείνην, κατέληξεν εἰς τὴν πρότασιν νὰ ἀναβάλῃ ἡ Βουλὴ τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον. Μετὰ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὑπολαμβάνων ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἤθελε γείνει δεκτή, ἀνεχώρησε. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τοῦ τί εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ τί ἐγώ. Ἀρκοῦμαι δὲ εἰς μόνην τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ἂν ἡ πλειοψηφία ἔχῃ ἄλλην γνώμην, ἵνα προχωρήσῃ ἀπόψε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, αὔριον, εἰς οἱανδήποτε στάσιν καὶ ἂν ἦναι ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, πάλιν θὰ ἐπανέλθῃ ἡ γενικὴ συζήτησις. Τὸ ὀρθὸν δὲ εἶναι νὰ γείνῃ προηγουμένως ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ.

§120ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πλειοψηφία δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην, εἰμὴ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρέπει, κατὰ τὰ εἰθισμένα αὐτῆς καὶ τὰ ἁπανταχοῦ γιγνόμενα. Πρὶν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπιλάβηται τῆς ἐξετάσεως τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὶν ἢ ἐξετάσῃ ἐὰν αἱ πιστώσεις τοῦ δεῖνος Ὑπουργείου εἰσὶν ἐπαρκεῖς ἢ μὴ ἐπαρκεῖς, ἐὰν ἦναι ἀναγκαῖαι ἢ μὴ ἀναγκαῖαι, ἐρευνᾷ τὴν γενικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ἑπομένως ἐξετάζει καὶ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐξετάζει τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν περὶ τῆς διοικήσεως, πᾶσαν μελέτην αὐτῆς καὶ πᾶσαν ἐνέργειαν αὐτῆς, ζητεῖ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως οἱασδήποτε πληροφορίας, καὶ φέρει γνώμην ἢ σχηματίζει γνώμην περὶ τῆς καταστάσεως τῆς γενικῆς τοῦ Κράτους, ἐξ ἧς ὁδηγεῖται εἰς τὰς γνώμας της ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αὐτὸ προσεδοκῶμεν ὅτι ἔμελλε νὰ γείνῃ καὶ νῦν. Ἔλαβε τὸν λόγον πρῶτον ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠπόρησα δὲ διατὶ ὁ κ. Ζωγράφος ἔσπευσε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἐνῷ δὲν προσῆκεν αὐτῷ νὰ λάβῃ πρῶτος τὸν λόγον, ἀλλὰ προσῆκε τοῦτο εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι αὐτὸς ὤφειλε νὰ προβάλῃ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει, τοὺς συλλογισμούς, τοὺς ὁποίους ἐποιήσατο, καὶ δι’ ὧν ἐπείσθη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῇ τὰς γνώμας τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζωγράφος μετὰ ἐλευθεριότητος συνεζήτησε καὶ ἐξήνεγκε τὴν γνώμην αὐτοῦ, καὶ ὑπεστήριζε τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτε ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀντέστη, προβάλλων ὅτι δὲν ἦτο παρὼν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰ καὶ παρευρίσκετο ὅλον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Καὶ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀσθενήσῃ ἐπὶ ἡμέρας, προϋπολογισμὸς δὲν ψηφίζεται, ἢ πρέπει νὰ διορισθῇ ἄλλος Ὑπουργός, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ συζητήσῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς! Καὶ προβάλλει ὡς λόγον, ὅτι ἡ ὀγδόη ὥρα καὶ ἡμίσεια εἶναι προκεχωρηκυῖα, καὶ δὲν δύναται κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδ’ ἐνθυμεῖται ποίας γνώμας εἶχε καὶ ποίας προτάσεις ὑπέβαλλε καὶ ποίας ψήφους ἔδιδε κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ χρόνου τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἕκαστος ἔχει τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων αὐτοῦ πράξεων, ἑπομένως ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδὲν δικαίωμα νὰ ζητήσω εὐθύνας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασίδος. Ἐκεῖνος ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ εὐθύνας παρ’ ἐμοῦ ὡς κυβερνήτου, δύναμαι ὅμως καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν, ὅτι, ἂν ἤθελε γείνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη αὐτοῦ, ὅτι τὴν 8ην καὶ ἡμίσειαν ὥραν δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός, οὐδέποτε ἠθέλομεν συζητήσει τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἠθέλομεν περιπέσει εἰς τὸ ἄτοπον νὰ ἐξαρτᾶται ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τὴν καλὴν θέλησιν δύο μόνον μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, διότι δύναται τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ἐπὶ διαφόρων θεμάτων ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως, νὰ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλὴν μέχρι τῆς 8½ ὥρας, καὶ ὅταν ἔρχηται ἡ ὥρα αὕτη, νὰ ἀπέρχηται ἡ Βουλὴ, ὡς μὴ δυναμένη κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Τὴν γνώμην ταύτην δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀποδεχθῶ· ὤφειλον, εἶχον καθῆκον νὰ τὴν ἀποκρούσω, καὶ νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι, ἐὰν αὐτὸς ἐπιθυμῇ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε διότι ἀπηύδησεν, εἴτε διότι ἐπιθυμεῖ νὰ συμπληρώσῃ τὰς μελέτας του, εἴτε διότι ἐπιθυμεῖ νὰ φέρῃ μεθ’ ἑαυτοῦ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα συμβαίνει νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην, προθύμως στέργομεν, ἵνα ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν αὔριον. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι αὐτὸς δὲν ζητεῖ ἀναβολὴν, ἀλλ’ ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ὀγδόη καὶ ἡμίσεια εἶναι προκεχωρημένη ὥρα· ὑπεισῆλθε δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, προβάλλων τὴν ἀναβολὴν καὶ ἀπελθὼν ἀμέσως, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ὑπέλαβέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀληθής, διότι αὐτὸ ἐκδηλοῖ γνώμην ὄχι εὐπρεπῆ καὶ προσήκουσαν εἰς σεβαστὸν συνάδελφον, οἷος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἡρμήνευσε τὴν ἀναχώρησιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὅτι οὗτος ἀνεχώρησε διότι ὑπέλαβεν, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασίς του, καὶ διὰ τοῦτο ἀπῆλθεν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ ἐπισπευθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ πλέον τοῦ δέοντος, δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφισθῇ εἰκονικῶς ὁ προϋπολογισμὸς, δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφισθῇ ἐσπευσμένως καὶ τροχάδην· ὑποβαλλόμεθα εἰς πᾶσαν συζήτησιν, εἰς πᾶσαν ἔρευναν· ἐλθέτωσαν οἱ Κύριοι νὰ συζητήσωσι, καὶ ἐὰν δὲν θέλωσι νὰ ἀρξώμεθα τὴν ἑσπέραν ταύτην τῆς συζητήσεως, ἂς μᾶς τὸ εἴπωσι· στέργομεν νὰ ἀρξώμεθα αὔριον, ἀλλὰ νὰ ἀρξώμεθα.

§121ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρερμήνευσεν ὅ,τι εἶπον· εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἐξεδήλωσα τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἄρξηται τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν ὥρᾳ ὀγδόῃ καὶ ἡμισείᾳ· ἐγὼ δὲν εἶπον τοῦτο, εἶπον ὅτι, ὡς πρὸς ἐμὲ, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐθεώρουν τὴν ὥραν ταύτην προκεχωρημένην, καὶ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ ἄρξηται τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον. Αὐτὸ ἐξεδήλωσε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὁ ὁποῖος μάλιστα, νομίσας, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνῄνεσεν εἰς τὸ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον, ἀνεχώρησεν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἂν ἡ πλειονοψηφία ἐπιμένῃ, βεβαίως πᾶσα πρότασις ἀναβολῆς, ὅπως μὴ ἀρξώμεθα ἀπόψε τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἔχει κἀμμίαν σημασίαν, ἐξαρτᾶται ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς.

§122ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον ὅτι στέργομεν.

§123ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ στέργετε, δεχόμεθα εὐχαρίστως.

§124ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Στέργομεν εἰς τὴν πρότασίν σας· εἶναι πρότασις ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ αὔριον· στέργομεν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον· προβαίνομεν δὲ εἰς τὰ ἑπόμενα. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παροχῆς ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 422,928 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τῶν παγίων φορολογικῶν νόμων).

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμολογίας τῶν λογιστῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).

§128ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον σκοπὸν ἔχει νὰ προστατεύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, οἵτινες δὲν ηὐτύχησαν νὰ λάβωσι πτυχίον καὶ οἵτινες δὲν ἔλαβον τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχουν, συνεπείᾳ ἐξετάσεων, διότι κατετάχθησαν πρὸ τοῦ νόμου περὶ συναγωνισμοῦ. Σκοπεῖ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον νὰ προστατεύσῃ αὐτοὺς, διότι ἡ ὑπηρεσία ἴσως νομίζει, ὅτι δικαιοῦνται, ὡς ἐκ τῆς πολυχρονίου ὑπηρεσίας καὶ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἐκτήσαντο, ἐργαζόμενοι ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ λογιστικόν, ὅτι καθίστανται χρήσιμοι, καὶ τὸ νομοσχέδιον θέλει νὰ προστατεύσῃ τὴν πεῖραν ἢ τὴν ἄγνοιαν ἐκείνων, οἵτινες ἐδέχθησαν νὰ λάβουν τὴν θέσιν αὐτήν, μὴ ἀναλογιζόμενοι ὅτι μεταγενέστεροι νόμοι ἤθελον ἀπαιτήσει ἀπὸ αὐτοὺς προσόντα καὶ πτυχίον. Ἴσως τὸ νομοσχέδιον ἔχει μίαν βάσιν δικαιοσύνης· ἀλλὰ διὰ νὰ συμβιβάσω τὴν πεῖραν αὐτῶν πρὸς τὰ προσόντα ἐκείνων, οἵτινες εὐδοκίμησαν ἐν ταῖς ἐξετάσεσιν, ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας οἱ δυνάμει ἐξετάσεων ἐπιτυχόντες καὶ λαβόντες τὴν θέσιν τοῦ λογιστοῦ προβιβάζονται καὶ αὐτοί. Διὰ τῆς τροπολογίας μου ταύτης ζητῶ, ἵνα μετὰ τὴν φράσιν «τῶν 45 ἐτῶν» προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «ὡς καὶ οἱ διὰ συναγωνισμοῦ εἰσελθόντες, ἀλλ’ ἔχοντες ὑπηρεσίαν τοὐλάχιστον τριῶν ἐτῶν, ἐξ ὧν τὸ ἓν κατὰ θάλασσαν».

§129ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νὰ τυπωθῇ.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψει εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 246). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).

§131ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἤθελον νὰ λάβω μίαν πληροφορίαν. Λέγον τὸ νομοσχέδιον «οἱ ὑπολογισταὶ οἱ ἔχοντες ὑπερτριετῆ ὑπηρεσίαν», ἐννοεῖ τοὺς ὑπολογιστὰς τοὺς ἤδη ἐν ὑπηρεσίᾳ, ἢ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγκατελείφθησαν ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου;

§132ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐννοεῖ τοὺς ἤδη ἐν ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένους· δὲν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῶν ἄλλων. Σκεφθῆτε σεῖς καὶ ὑποβάλετε, ἂν θέλητε, τροπολογίαν, ἵνα τὴν μελετήσω καὶ ἴδω ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ τὴν περιλάβω εἰς τὸ νομοσχέδιον. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΑΡΝϚʹ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1884 «περὶ συστάσεως σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων»).

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ ἑδρεύειν τοὺς δήμους ἐν ἰδιοκτήτοις χωρίοις.

§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προσήκει εἰς τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν νὰ ποιήσωνται εἰσήγησιν τῆς προτάσεώς των εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ ἀναπτύξωσι τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους προβάλλουσιν αὐτήν.

§135ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐν γένει νομίζω, ὅτι εἶναι ὅ,τι ἀτοπώτερον νὰ χρησιμεύῃ ὡς πρωτεύουσα δήμου ἰδιόκτητον χωρίον, καλλιεργούμενον ἐπὶ μορτῇ· καὶ τοῦτο, διότι ἀναγκαίως οἱ μορτῖται, συνδεόμενοι πολυειδῶς πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ κύπτωσι πολιτικῶς εἰς τὰς θελήσεις αὐτῶν. Ὅταν ὅμως ἡ πρωτεύουσα ὁλοκλήρου τοῦ δήμου κύπτῃ πολιτικῶς εἰς τὰς θελήσεις τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ χωρίου, τότε ἐξαφανίζεται παντελῶς ἡ ἐλευθερία τῆς ἐκλογῆς ἔν τε ταῖς δημοτικαῖς ἐκλογαῖς καὶ ταῖς βουλευτικαῖς, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν δύναται οἱοσδήποτε ἄλλος ἐκλογεὺς τοῦ δήμου ἐκείνου νὰ ἐνεργήσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ ὅπως ἐπιτάσσει ἡ θέλησις τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἐν πρώτοις δὲν δύναται ὁ ἀντιφρονῶν νὰ εὕρῃ κατάλυμα εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, δὲν δύναται νὰ προμηθευθῇ τροφὴν, δὲν δύναται νὰ πίῃ ὕδωρ· καὶ τοῦτο εἶναι πολὺ φυσικὸν, καὶ συμβαίνει ὅπου ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ χωρίου θέλει νὰ πολιτευθῇ, διατεθειμένος νὰ ἐπιβάλῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἐκλογικὴν γνώμην εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν διατελοῦντας μορτίτας. Οἱ Βουλευταὶ τῆς Εὐβοίας ἰδιαιτέρως ἐλάβομεν πεῖραν ἐπὶ πολυετίαν τῶν συμβαινόντων εἰς τὸν δῆμον Κηρέως, τοῦ ὁποίου ἡ πρωτεύουσα εἶναι χωρίον ἰδιόκτητον, καλλιεργούμενον ἐπὶ μορτῇ, καὶ διὰ τοῦτο προεβάλομεν ἀπὸ κοινοῦ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἀναγνωρίζουσα τὸ ὀρθὸν τοῦ νομοσχεδίου θέλει προθύμως ψηφίσει αὐτό. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προσετέθη ῥητὸν ἄρθρον, ὅτι ἐξαιροῦνται τὰ χωρία τὰ ἰδιόκτητα τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας.

§136ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατί;

§137ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἰδοὺ ὁ λόγος. Διότι ἐκεῖ πλεῖστοι ὅσοι δῆμοι ἀποτελοῦνται ἀποκλειστικῶς ἐξ ἰδιοκτήτων χωρίων, καλλιεργουμένων ἐπὶ μορτῇ, καὶ ἑπομένως ἀπαιτεῖ ὀπωσδήποτε καιρὸν ἡ μελέτη, κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλείψῃ τὸ κακόν· ἄλλως ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐκτὸς τούτου, δὲν συνέβη ὅ,τι συνέβη εἰς τὸν δῆμον Κηρέως· καὶ τοῦτο, διότι ἐκ περιστάσεως συμβαίνει οἱ ἰδιοκτῆται τῶν χωρίων νὰ ἦναι πολλοὶ καὶ διαφωνοῦντες πρὸς ἀλλήλους πολιτικῶς. Ἐὰν οἱ Βουλευταὶ Θεσσαλίας νομίζωσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν τὸ μέτρον αὐτὸ, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, βεβαίως συνιστῶ τὴν παραδοχὴν τοῦ μέτρου καὶ διὰ τοὺς δήμους τῆς Θεσσαλίας.

§138ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφίσωμεν νόμον ἐξαιρετικὸν, ἐὰν ὁ λόγος ὁ προβαλλόμενος ἦναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς ἰδιόκτητον χωρίον πρωτεύουσα δήμου. Ἐὰν ὁ λόγος αὐτὸς ἦναι ὀρθὸς, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Διατὶ ἡ ἐξαίρεσις τῆς Θεσσαλίας; Ὁ εἰσαγαγὼν τὸν νόμον φέρει ὡς λόγον τὰ γενόμενα ἐν τῷ δήμῳ Κηρέως· ἀλλ’ ὁ δῆμος Κηρέως ἔχει πρωτεύουσαν τὸ Μαντούδιον, δὲν συνεστήθη δὲ χθὲς ἢ προχθὲς, αὐτὸς εἶναι ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν δήμων. Λοιπὸν μετὰ 57 ἐτῶν πάροδον σήμερον ἀνακαλύπτεται, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ! Ἄλλως τε, ἐὰν ἐγένοντο, κατὰ τὸν εἰσαγαγόντα τὸ νομοσχέδιον, παρεκτροπαί τινες ἐν τῷ δήμῳ Κηρέως, εἶναι λόγος, ἕνεκα τούτου, νὰ μετατεθῇ ἡ πρωτεύουσα; Ὁ κ. συνάδελφος, φαίνεται, θέλει νὰ μεταχειρισθῇ τὴν συμπτωματικὴν λεγομένην μέθοδον· ἐπειδὴ συνέβη κἄτι τι, λοιπὸν ἐκεῖνο νὰ θεραπεύσωμεν, δηλ. τὸ σύμπτωμα· εἶναι ὅμως καλλίτερον ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ αἴτια, ἐὰν τοιαῦτα αἴτια παρήγαγον τὸ ἔκτροπον αὐτό. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ὁ λόγος ἦναι ὀρθὸς, τότε νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον καθ’ ὅλον τὸ Κράτος· δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφίσωμεν νόμον ἐξαιρετικὸν δι’ ἓν τμῆμα τοῦ Κράτους. Ταύτην τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν εἰσαγαγόντα τὸ νομοσχέδιον κ. συνάδελφον.

§139ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι σκανδαλωδέστατον νὰ ὑπάρχῃ ἕδρα δήμου χωρίον ἰδιόκτητον, καλλιεργούμενον ἐπὶ μορτῇ...

§140ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν.

§141ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. ... διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ὅπου τοῦτο συμβαίνει, δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ἴχνος ἐκλογικῆς ἐλευθερίας. Ὅπου εἶναι καθιερωμένον τὸ σύστημα τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας, ἀπεδείχθη, ὅτι κύπτουσιν εἰς τὰ θελήματα τῶν ἰδιοκτητῶν μέχρις ἄκρου οἱ μορτῖται. Τοῦτο δὲν συμβαίνει μόνον ἐν Ἑλλάδι· τοῦτο συνέβη καὶ συμβαίνει καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Ἡ μεγάλη ἐκείνη ἐπανάστασις τοῦ 1789 ἐν Γαλλίᾳ, ἥτις ἀνέτρεψε τοσαῦτα οἰκοδομήματα, βαθέως τεθεμελιωμένα, τὸ οἰκοδόμημα τῆς ἱεροκρατίας, τὸ οἰκοδόμημα τῆς ἀριστοκρατίας, τὸ οἰκοδόμημα τῆς μοναρχίας, τί δὲν κατώρθωσε νὰ καταλύσῃ; Δὲν κατώρθωσε νὰ καταλύσῃ τὴν ὑποταγὴν τῶν μορτιτῶν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν χωρίων. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Στεφάνου ἐμελέτησε τὴν ἱστορίαν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως μετ’ ἐπιστασίας, θὰ παρετήρησεν ἀκριβῶς τὸ παράδοξον τοῦτο συμβὰν, ὅτι αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἱ ἰδιοκτῆται, οἵτινες ἀφωρίζοντο ὑπὸ τοῦ ἄλλου γαλλικοῦ κόσμου, ὧν ἡ λαιμητόμος ἐσφυρηλατεῖτο ἐν Παρισίοις ἐν ὀνόματι τοῦ κυριάρχου λαοῦ, οἱ ἰδιοκτῆται ἐκεῖνοι ἐπεβάλλοντο καὶ τότε εἰς τοὺς μορτίτας, ἐξελέγοντο μάλιστα ὑπ’ αὐτῶν ἀξιωματικοὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ γενικῶς τὸ μέτρον, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἦναι χωρίον ἰδιόκτητον, καλλιεργούμενον ἐπὶ μορτῇ, ἕδρα δήμου.

§142ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Φέρετε νομοσχέδιον.

§143ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον· τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἶναι γενικὸν νομοσχέδιον· ἐσημειώθη δὲ τρίτον ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐξαιροῦνται αἱ ἐπαρχίαι τῆς Θεσσαλίας, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι παρετηρήθη, ὅτι ἐκεῖ, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν εὐκόλως νὰ καθιερωθῇ ἀμέσως ἡ μεταφορὰ τῶν ἑδρῶν τῶν δήμων, ἢ ἡ συγχώνευσις τῶν δήμων ἐκείνων.

§144ΖΑΡΙΜΠΑΣ. Δύναται ὅμως νὰ προστεθῇ «ἐκτὸς ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ».

§145ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἔχει καλῶς. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο. Ἐξ ἐναντίας τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Στεφάνου, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συστάσεως τῶν δήμων συνέβαινεν ἐν τῷ δήμῳ Κηρέως τοῦτο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἤδη, ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχει ἕδρα δήμου ἰδιόκτητον χωρίον, καλλιεργούμενον ἐπὶ μορτῇ. Πλανᾶται ὁ συνάδελφος· διότι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὁ δῆμος Κηρέως, οὗ ἕδρα σήμερον εἶναι ἰδιόκτητον χωρίον, ἀπετέλει μετὰ τοῦ δήμου Νηλέως ἕνα μόνον δῆμον, τὸν δῆμον Κηρονηλέων, οὗ πρωτεύουσα ἦν ἡ Ἁγία Ἄννα, μόνον δὲ ἀπὸ τοῦ 1874, ὅτε ὁ δῆμος Κηρονηλέων διῃρέθη εἰς δύο δήμους, εἶναι ἕδρα τοῦ δήμου Κηρέως τὸ χωρίον ἐκεῖνο. Καὶ ἀφ’ ἧς εἶναι ἕδρα δήμου, ἐπανελήφθησαν κατὰ πάσας σχεδὸν τὰς δημοτικὰς καὶ βουλευτικὰς ἐκλογὰς τερατώδη ὄργια, πλειστάκις ἀναπτυχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὅθεν αἱ ἀντιῤῥήσεις τοῦ κ. Στεφάνου οὔτε εἰς τὴν ἀλήθειαν στηρίζονται, οὔτε εἰς τὸ δίκαιον.

§146Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶμαι συμφωνότατος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Φλογαΐτης, ὅτι οἱ κατοικοῦντες εἰς ἰδιόκτητα χωρία ἐπηρεάζονται ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει ἰδιόκτητα χωρία νὰ ἦναι ἕδραι δήμου. Εἶμαι συμφωνότατος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ γενικὸν μέτρον.

§147ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ πρῶτον ζητῶ νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 3· δεύτερον, ἵνα πεισθῶσιν οἱ Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἁπλῆ ἀφορμή, ἡ ὁποία ἔκαμεν ἡμᾶς νὰ φέρωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ ἀναφέρω τι συνέβη εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ξηροχωρίου, μὲ τρεῖς λέξεις. Ἄλλοτε, Κύριοι, εἶχε διαιρεθῇ ὁ δῆμος Ἱστιαίων εἰς δῆμον Τελεθρίου καὶ δῆμον Ἱστιαίων. Τότε—ἦτο Πρωθυπουργὸς ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος—ἐγένετο ἡ ἕδρα εἰς τὸ ἰδιόκτητον χωρίον τοῦ κ. Χριστοδούλου, εἰς τὴν πρωτεύουσαν ταύτην τοῦ δήμου τοῦ ἰδιοκτήτου χωρίου. Τὰ αὐτὰ συνέβαινον καὶ ἐκεῖ. Δὲν ἠδυνάμεθα οὐδὲ νὰ μεταβαίνωμεν ἐκεῖ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, οὐδὲ οἰκίαν εὑρίσκαμεν, ἵνα στεγασθῶμεν, οὐδὲ ὕδωρ νὰ πίωμεν. Ἠναγκάσθημεν λοιπὸν κατόπιν, ἐπὶ αὐτῆς τῆς πρωθυπουργίας τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη, νὰ μεταθέσωμεν τὴν ἕδραν εἰς χωρίον κοινότητος, τὸ χωρίον Καμάριον, ὅπου καὶ σήμερον εὑρίσκεται καὶ ὅπου λαμβάνουσι χώραν παρεκτροπαὶ, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις τὰς ὑποβοηθεῖ, ἀλλὰ καὶ μεταβαίνομεν καὶ παριστάμεθα κατὰ τὰς ἐκλογὰς, παριστάμενοι δὲ, δὲν ἀφίνομεν νὰ συμβαίνωσιν ὅσα συνέβαινον ἄλλοτε, εἰς τὸν αὐτὸν δῆμον, οὗτινος ἡ ἕδρα ἦτο εἰς ἰδιόκτητον χωρίον. Ἰδοὺ λοιπὸν πρόσφατα παραδείγματα,—διότι δὲν εἶναι οὔτε δέκα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα συνέβησαν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω.—Τὸ δὲ νοστιμώτερον εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ τὸν ἔκαμα συμπέθερον τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ χωρίου τῆς πρώτης ἕδρας τοῦ δήμου, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπαναφέρω τὴν ἕδραν τοῦ δήμου, ἐκ πολιτικῆς ἀληθῶς κερδοσκοπίας (γέλως). Οἱ λόγοι οὗτοι ἔκαμαν, Κύριοι, καὶ ἐμὲ καὶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Φλογαΐτην νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἄλλως τε ὁ κ. Φλογαΐτης, ὁ συγγράψας περὶ δήμων, ῥητῶς ἀναφέρει εἰς τὸ σύγγραμμά του καὶ λεπτομερῶς τοὺς λόγους, καὶ εἰς ἀξίωμα ἀνάγει, ὅτι χάριν τῆς ἐκλογικῆς ἐλευθερίας δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἕδραι δήμων εἰς ἰδιόκτητα χωρία. Ἐὰν θέλητε τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν, ψηφίσατε τὸν νόμον τοῦτον.

§148ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κανὼν γενικὸς, κύριε Πρόεδρε, ἐπικρατεῖ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν νόμων. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκλογικὴν νομοθεσίαν. Ὁ κανὼν ὁ γενικὸς, ὁ ἐπικρατῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νόμων, εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ διασπᾶται ἡ νομοθεσία. Ἔχομεν νομοθεσίαν ἐκλογικὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τόπος τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων, συμφώνως πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προσδιορίζεται ἡ πρωτεύουσα τῶν δήμων. Μᾶς παρουσιάζουσι σήμερον μίαν πρότασιν νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται ἐξαιρετικῶς μόνον διὰ τὴν ἐπαρχίαν Εὐβοίας, εἰς ἕνα δῆμον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, νὰ μὴ ἦναι πρωτεύουσα ἰδιόκτητον χωρίον καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἦναι καὶ ἐκλογικὸν τμῆμα. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν εὐτυχίαν ἢ τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχω πρωτεύουσαν δήμου, καὶ ἑπομένως ἐκλογικὸν τμῆμα, χωρίον ἰδιόκτητον, ἀλλὰ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι οὐδέποτε μοὶ ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ ζητήσω, μάλιστα διὰ νομοθετικῆς πράξεως, νὰ ἀνατρέψω τὴν ἐκλογικὴν νομοθεσίαν. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι, βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ παρεληλυθὸς διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐνηργήθησαν ἐκλογαὶ, οὐδέποτε παρεβιάσθησαν αἱ ἐκλογικαὶ ἐλευθερίαι ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ, ὅπως ὁ βουλευτὴς ἐξ Εὐβοίας κ. Φλογαΐτης εἶπε. Θεωρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι προσωπικόν. Ἐὰν τῳόντι ἔχῃ ἐλαττωματικόν τι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἰδιοκτήτων χωρίων ἡ νομοθεσία ἡ ἐκλογικὴ, πρέπει νὰ ληφθῇ γενικὸν μέτρον, καὶ τοῦ γενικοῦ τούτου μέτρου βεβαίως τὴν πρωτοβουλίαν πρέπει νὰ τὴν λάβῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ οὐχὶ οἱ κύριοι Βουλευταί. Θεωρῶν λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι προσωπικὸν, καὶ μὴ ἐννοῶν νὰ ψηφίσω προσωπικὰ νομοσχέδια, θὰ καταψηφίσω αὐτοῦ.

§149ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον πραγματεύεται ἐν γένει περὶ δήμων, δὲν πραγματεύεται μόνον περὶ Εὐβοίας.

§150ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι ἐν ἄρθρῳ 2 περιλαμβάνονται διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουσιν ὄχι μόνον τὴν μεταφορὰν τῆς πρωτευούσης ἑνὸς δήμου ἀπὸ ἰδιοκτήτου χωρίου εἰς μὴ τοιοῦτον, ἀλλὰ καὶ τὴν συγχώνευσιν δήμων. Τοῦτο ὁρίζει τὸ ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Ἐν οἷς δήμοις ἡ πρωτεύουσα διατελεῖ ἐν χωρίῳ ἰδιοκτήτῳ, καλλιεργουμένῳ ἐπὶ μορτῇ, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, ἢ νὰ μεταθέσῃ τὴν πρωτεύουσαν εἰς ἄλλο χωρίον μὴ ἰδιόκτητον, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτο, δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρωτεύουσα δήμου, ἢ νὰ προκαλέσῃ τὴν συγχώνευσιν τοῦ ἑδρεύοντος ἐν ἰδιοκτήτῳ χωρίῳ δήμου μετ’ ἄλλου γειτονικοῦ δήμου ἢ ἄλλων γειτονικῶν δήμων. Ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ γνωμοδότησις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῶν πρὸς οὓς πρόκειται ἡ συγχώνευσις δήμων περὶ τῆς σκοπιμωτέρας συγχωνεύσεως.» Βλέπετε ὅτι πρόκειται ἐδῶ περὶ ἐπιτακτικῆς διαταγῆς, ἡ ὁποία δίδεται ἐκ μέρους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προκαλέσῃ τὴν συγχώνευσιν δήμων. Κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν περίοδον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ τὴν γνωμοδότησιν τῶν ἁρμοδίων Δημοτικῶν Συμβουλίων περὶ τῆς καταλληλοτέρας συγχωνεύσεως· ἄρα ἡ συγχώνευσις δήμων θὰ τελεσθῇ συνεπείᾳ τῆς ἐπιτακτικῆς διαταγῆς, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, καὶ τότε ποῦ βαίνομεν; Πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ μόνον διότι ὡρισμένου δήμου ἡ πρωτεύουσα εὑρίσκεται ἐν ἰδιοκτήτῳ χωρίῳ, νὰ καθιερώσωμεν διάταξιν, ἡ ὁποία συνεπάγεται τὴν συγχώνευσιν δήμων; Νομίζω ὅτι, ἐὰν τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Εὐβοίας, ἦναι πραγματικὰ, βεβαίως θὰ εἰσακουσθῶσι παρὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Προχθὲς ἀκόμη ἐψηφίσαμεν νόμον, ἀφορῶντα εἰς τροποποίησιν τοῦ περὶ δήμων νόμου, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς περιλαμβάνει διάταξιν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἴτε μεταφέρεται ἡ πρωτεύουσα δήμου, εἴτε συγχωνεύονται δῆμοι, εἴτε διαιροῦνται δῆμοι. Σήμερον δὲ δὲν δικαιολογούμεθα, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ γενικοῦ ἐκείνου νομοσχεδίου, νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ ψηφίσωμεν νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ πλέον εἰς ὡρισμένον δῆμον· διότι δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δύναταί τις ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἀναφέρῃ, ἐκτὸς τοῦ δήμου ἐκείνου, ἀφοῦ διὰ τοῦ 3ου ἄρθρου ἐξαιροῦνται ὅλοι οἱ δῆμοι καὶ ὅλα τὰ ἰδιόκτητα χωρία τὰ ἐν ταῖς Θεσσαλικαῖς ἐπαρχίαις. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὸ νομοσχέδιον νὰ μελετηθῇ μᾶλλον ἐπισταμένως, καὶ πρὸς τοῦτο προτείνω ὅπως παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.

§151ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἡμεῖς ἀναφερόμεθα ἀκριβῶς εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, καὶ λέγομεν, ὅτι τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ἡ γνώμη πρόκειται νὰ ζητηθῇ.

§152ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· ἐπιτάσσεται ἡ συγχώνευσις.

§153ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Καὶ ἐὰν πρόκηται περὶ συγχωνεύσεως, τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια γνωμοδοτοῦσι πρότερον. Ἰδοὺ δὲ διατὶ ἐτέθη καὶ ὁ περὶ συγχωνεύσεως ὅρος· διότι εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, τὸν δῆμον Κηρέως, καὶ ἴσως καὶ εἰς ἄλλους δήμους,—διότι βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ἐγὼ, ὅτι δὲν συμβαίνουσι καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τὰ αὐτὰ,—ὑπάρχουσι δύο μεγάλα χωρία, καὶ τὰ δύο ἰδιόκτητα, τὸ χωρίον Μαντούδιον καὶ τὸ χωρίον Ἀχμέταγα, χωρίον ἀνῆκον εἰς μεγαλοκτηματίαν φίλον ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ μεταφερθῇ ἡ ἕδρα εἰς τὸ δεύτερον χωρίον, καίτοι φιλικὸν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἐκλείψῃ τὸ μέγα ἄτοπον τοῦ νὰ ἑδρεύωσιν οἱ δῆμοι ἐν ἰδιοκτήτῳ χωρίῳ.

§154ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε πληροφορίας, ἐὰν πλὴν τοῦ δήμου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρεσθε ὑμεῖς, θὰ ἐπηρεάσῃ καὶ ἄλλους δήμους ἡ διάταξις αὕτη; Ἔχετε πληροφορίας ἐὰν ὑπάρχωσι πολλὰ χωρία ἰδιόκτητα πρωτεύουσαι δήμων; Ἡ πληροφορία αὕτη θὰ ἦτο πολὺ χρήσιμος.

§155ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι, ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὸν δῆμον Κηρέως, συνέβαινε καὶ εἰς τὸν δῆμον Τελεθρίου τοῦ Ξηροχωρίου.

§156ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ἐν Ὠρωπῷ.

§157ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὰ Χάλια.

§158ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ Χάλια δὲν εἶναι ἰδιόκτητα.

§159ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Καλλιεργοῦνται ἐπὶ μορτῇ.

§160ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.

§161ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι πρόκειται καὶ περὶ ἑνὸς μόνου δήμου, εἶναι ἀδιάφορον. Μὴ τάχα δὲν πρέπῃ νὰ ἐνδιαφέρῃ πάντας ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐκλογικῆς ἐλευθερίας καὶ μιᾶς μόνης ἐπαρχίας; Πρέπει τάχα νὰ ἐπιτρέπηται ἡ πίεσις τῶν πολιτικῶν συνειδήσεων εἰς ἕνα δῆμον, διότι ἔτυχεν ὁ δῆμος οὗτος νὰ ἦναι ὁ μόνος, ἐν ᾧ ὑπάρχει ἕδρα χωρίον ἰδιόκτητον; Ἔπειτα, ἂν σήμερον δὲν ἑδρεύει ἄλλος δῆμος ἐν ἰδιοκτήτῳ χωρίῳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑδρεύῃ αὔριον, ἂν δὲν ἐγερθῇ ὁ φραγμὸς τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου;

§162ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον. Ἀλλ’ ἐὰν συμβαίνῃ νὰ εὑρίσκωνται ἐν Ἑλλάδι πολλὰ χωρία ἰδιόκτητα ὡς πρωτεύουσαι δήμων καὶ οἱ κάτοικοι ἢ οἱ πολιτευόμενοι τῶν μερῶν ἐκείνων ἔχωσι τὰς ἀφορμὰς, τὰς ὁποίας ἔχετε καὶ ὑμεῖς, διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου θὰ ἐπιφέρωμεν τελείαν ἀναστάτωσιν εἰς τόσα χωρία καὶ εἰς τόσους δήμους τοῦ Κράτους. Ἂς ἔχωμεν λοιπὸν τοὐλάχιστον ἀπὸ ὑμᾶς, ἂν ὄχι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν πληροφορίαν ταύτην σήμερον ἢ εἰς ἄλλην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα μάθωμεν τίνα ἐπηρεασμὸν θὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ ὅλου Κράτους.

§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συνήθως, ὅταν συζητῆται πρότασις νόμου, ὑπὸ Βουλευτοῦ προβληθεῖσα, ἡ Κυβέρνησις προσήκει μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ φροντίδος νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, ἵνα μὴ ἐπηρεάσῃ τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν ἐλευθέραν ψῆφον ἐπὶ τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν νομοσχεδίων. Ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, διότι πρόκειται ὄχι μόνον περὶ ἀπαγορεύσεως νομοθετικῶς ἀπαγγελλομένης, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐνεργείας διοικητικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν γένηται νόμος, ἐπιβάλλει ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ περὶ μὲν τῆς ἐνεργείας τῆς διοικητικῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν προσήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποφαίνηται. Εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν προσήκει ν’ ἀποφαίνηται τὴν ἀπόλυτον ἀπαγόρευσιν, διότι αὕτη σκοπεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν, ἢ μᾶλλον συγκεκριμένως σκοπεῖ νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ ἐπαναληφθῶσι τοῦ λοιποῦ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἐπανειλημμένως κατὰ τὸ παρελθὸν συνέβησαν, πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ἐκλογικῶν ἐλευθεριῶν καὶ πρὸς ἀποτέλεσιν πράξεων, αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν διὰ τῶν μέσων τῆς διοικήσεως νὰ κατορθωθῇ, ἵνα μὴ προσδιορίζηται ἕδρα δήμου χωρίον, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι καλλιεργοῦσιν ὡς γεωργοὶ ἐπίμορτοι, νομίζω ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται ν’ ἀποφαίνηται ἀπόλυτον ἀπαγόρευσιν, ἀπαγορεύουσα τοῦ λοιποῦ, ἵνα πρωτεύουσα δήμου προσδιορίζηται χωρίον, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι καλλιεργοῦσι γαίας ἐπὶ μορτῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ 3ον ἄρθρον δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἄλλο χωρίον ἐν ἑνὶ δήμῳ, βεβαίως ἡ ἀπαγόρευσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι ὁ δῆμος ἀποτελεῖται ὑπὸ ἑνὸς μόνον χωρίου. Ἐὰν ὅμως πλείονα τοῦ ἑνὸς χωρίου ὑπάρχωσι, τότε ἡ ἀπαγόρευσις ἐφαρμόζεται, καὶ ἡ ἀπαγόρευσις εἶναι ἐκτελέσιμος ὑπὸ τῆς διοικήσεως, διότι ἡ διοίκησις, ἐὰν πρόκηται περὶ ἑνὸς μόνου ὑπάρχοντος χωρίου, κατ’ ἀνάγκην, ἐκτελοῦσα τὸν νόμον, θέλει διατάξει τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας εἰς ἄλλο χωρίον. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσι πολλὰ χωρία ἰδιόκτητα ἐν τῷ δήμῳ, ἡ διοίκησις θέλει προκαλέσει τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἵνα γνωμοδοτήσῃ ποῖον θεωρεῖ κατάλληλον. Ἀλλὰ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν διοίκησιν ἐν πάσαις ταῖς περιπτώσεσιν ἀπόλυτος ἀπαγόρευσις, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν προσήκει εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις οὕτω θέλει ἀναμιχθῆ εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς προτείναντας τὸ νομοσχέδιον νὰ στέρξωσι νὰ μὴ περιληφθῇ τὸ 2ον ἄρθρον, ἀλλὰ νὰ συμπληρωθῇ τὸ 1ον ἄρθρον οὕτως ὥστε νὰ ἦναι ἐκτελέσιμον· ἤτοι νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἂν δὲ ὑπάρχῃ ἐν τοιούτῳ χωρίῳ ἡ πρωτεύουσα τοῦ δήμου, μετατίθεται αὕτη εἰς ἓν τῶν ἄλλων χωρίων τοῦ δήμου μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου»,

§164ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Πολὺ καλά.

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν.

§166ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἀποσύρω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).

§168ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν θὰ ζητήσω. Τί ἐννοοῦσιν οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον διὰ τῶν λέξεων «ἰδιόκτητον χωρίον»; Ἐννοοῦσι τὸ χωρίον ἐκεῖνο ἀνεξαιρέτως ἰδιόκτητον, ἢ κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος; Διότι ὑποθέσατε, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου πωλοῦνται οἰκίαι τινὲς ἢ γαῖαι, ἑπομένως τὸ χωρίον δὲν εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἰδιόκτητον· ἐφαρμόζεται τότε ὁ νόμος;

§169ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Διὰ τοῦτο προσετέθησαν αἱ λέξεις «καλλιεργούμενον ἐπὶ μορτῇ».

§170ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὁλόκληρον τὸ χωρίον καλλιεργούμενον ἐπὶ μορτῇ; Ἀλλ’ ἐὰν πωληθῶσι γαῖαί τινες;

§171ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν πωληθῶσι γαῖαί τινες, εἶναι ἀδιάφορον. Καὶ ἐὰν ἐν τῷ χωρίῳ τινὲς ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν ἦναι καὶ γεωργοί, καλλιεργοῦντες αὐτοὶ προσωπικῶς, εἶναι ἀδιάφορον. Ἀρκεῖ ὅτι μέρος τοῦ χωρίου ἐξακολουθεῖ νὰ ἀνήκῃ εἰς ἰδιοκτήτην, καλλιεργοῦντα διὰ μορτιτῶν. Εἶναι σαφέστατον τὸ νομοσχέδιον.

§172ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν εἶναι διόλου σαφές. Νομίζω μάλιστα, ὅτι θέλει εἶσθαι ἀνεφάρμοστον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου, διαγράφεται.

§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3, λαμβάνον τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 2).

§176ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ αὐτὸ διαγράφεται.

§177ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Θεσσαλίαν, τιθέμενον ἄρθρον 2ον, ἀφοῦ διεγράφη τὸ 2ον, διότι ἄλλως θὰ ἐπέλθῃ ἕτερον ἄτοπον, τὸ νὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ ἔχωμεν εἰς μερικοὺς δήμους τῆς Θεσσαλίας ὡς πρωτευούσας χωρία ὅλως ἀπόκεντρα καὶ μικρά.

§178ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐὰν εἴς τινα δῆμον ὑπάρχῃ ἓν ἐλεύθερον χωρίον, εἰς αὐτὸ θὰ μετατίθηται ἡ πρωτεύουσα, ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ, δὲν θὰ μετατίθηται, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο.

§179ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὴν Θεσσαλίαν τὰ πλεῖστα χωρία εἶναι ἰδιόκτητα. Πολλὰ ὅμως ἐκ τῶν χωρίων αὐτῶν ἐξαγοράζονται σήμερον ὑπὸ τῶν χωρικῶν. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ἐὰν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον γνωμοδοτήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ μεταφερθῇ ἡ ἕδρα, πρέπει νὰ μεταφέρηται, διότι τὸ ἐναντίον εἶναι ἄδικον. Πρό τινος χρόνου ἠγοράσθη τὸ χωρίον Σοφάδες, τὸ ὁποῖον εἶναι ἕδρα δήμου· αὔριον δύνανται νὰ ἐξαγορασθῶσιν ἄλλα. Ὅθεν δὲν ἕπεται, ὅτι ὁ κ. Χρηστάκης ἐφέντης ἤ τις ἄλλος πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἕδραν τοῦ δήμου εἰς τὸ χωρίον του.

§180ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὴν Θεσσαλίαν προτιμῶσι νὰ μὴ τὰ ἔχωσιν ἰδιοκτῆται. Δὲν ἠξεύρω τί συμβαίνει εἰς τὰ ἄλλα μέρη.

§181ΔΑΛΛΑΣ. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ἣν ἐξήνεγκεν ὁ προλαλήσας κ. Σχινᾶς. Ἐγὼ νομίζω πολὺ ἀναγκαῖον τὸ 2ον ἄρθρον, δηλ. τὸ 3ον, τὸ ὁποῖον ἔγεινε 2ον. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπέλθωσιν αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Σχινᾶς, τότε ἔχομεν τὸν ὀργανικὸν περὶ δήμων νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ μετατεθῇ ἡ ἕδρα δήμου, ἢ καὶ νὰ μετασχηματισθῶσιν οἱ δῆμοι. Ἐπὶ τοῦ παρόντος αἱ ἕδραι τῶν πλείστων πεδινῶν δήμων τῆς Θεσσαλίας δὲν εἶναι ἐλεύθερα χωρία. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσιν ἔν τισι δήμοις καὶ ἓν ἢ δύο μὴ ἰδιόκτητα χωρία, δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ μεταφέρωμεν τὴν ἕδραν εἰς τὰ χωρία ταῦτα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἦναι καὶ ὅλως ἀκατάλληλα ὡς κέντρον δήμου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω πολὺ ἀναγκαίαν τὴν διάταξιν ταύτην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, λαβὸν τὴν θέσιν ἄρθρου 2, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).

§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ Λιθογραφείου.

§183ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου κανονίζονται οἱ μισθοὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ αὐξάνεται, δικαίως φρονῶ, ὁ μισθὸς τοῦ Διευθυντοῦ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, εἶναι τὸ γλίσχρον τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐργοστασιάρχου τοῦ καταστήματος. Ὁ μισθὸς τοῦ ἐργοστασιάρχου σήμερον εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὡρίσθη πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν, ὅτε αἱ ἐργασίαι τοῦ καταστήματος ἦσαν τὸ δέκατον μόνον τῶν σήμερον ὑπαρχουσῶν ἐργασιῶν. Αἱ ἐργασίαι ἐδεκαπλασιάσθησαν ἔκτοτε, προσετέθη δὲ καὶ τὸ Λιθογραφεῖον, καὶ εἶναι ἡ ἐργασία δυσκολωτάτη καὶ ποικίλη. Διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ δὲ ὁ ἐργοστασιάρχης εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην, πρέπει νὰ ἦναι ἐκτάκτως ἱκανὸς εἰς τὴν τυπογραφικὴν τέχνην, πρέπει νὰ ἔχῃ διοικητικὴν ἱκανότητα, δραστηριότητα καὶ ἐπιμέλειαν, ἵνα διευθύνῃ ἑκατὸν εἴκοσι ἐργάτας, ἵνα διανέμῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἐργασίαν, νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ἐκτέλεσιν ταύτης, νὰ διαχειρίζηται τὰ ὑλικὰ τοῦ καταστήματος, νὰ μεριμνᾷ περὶ πάντων, παρευρισκόμενος εἰς τὸ κατάστημα καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τοῦ ὄρθρου μέχρι βαθείας νυκτὸς καὶ ἔχων πολλὰς καὶ μεγάλας εὐθύνας. Ἐργοστασιάρχης μὲ τοιαῦτα προσόντα δὲν ἱκανοποιεῖται βεβαίως μὲ μισθὸν 170 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ὅσας λαμβάνει μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν νομίμων κρατήσεων. Συμφέρει λοιπὸν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἶναι δίκαιον νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τοῦ ἐργοστασιάρχου ἀπὸ γραμματέως δευτέρας τάξεως εἰς μισθὸν γραμματέως πρώτης τάξεως, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ μάλιστα ταύτῃ, καθ’ ἣν αὐξάνεται ὁ μισθὸς τοῦ Διευθυντοῦ ἀπὸ τμηματάρχου βʹ τάξεως εἰς μισθὸν τμηματάρχου αʹ τάξεως. Σημειωτέον ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1867 ἀνεγνωρίσθη τὸ γλίσχρον τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐργοστασιάρχου, καὶ ἐγένετο ἡ αὔξησις, τὴν ὁποίαν προτείνω, ἀλλὰ κατόπιν, δὲν γνωρίζω διὰ τίνας λόγους οἰκονομίας, ἠλαττώθη. Σημειωτέον προσέτι, ὅτι εἰς τὸ κατάστημα εὑρίσκονται ἐργάται ἔχοντες μεγαλείτερον μισθὸν τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν, τοῦ ἐργοστασιάρχου, τὸ ὁποῖον καὶ ἄδικον καὶ ἄτοπον εἶναι. Δὲν νομίζω δὲ ἄνευ σκοποῦ νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ νῦν ἐργοστασιάρχης, ἔχων ἅπαντα τὰ ἐκτεθέντα προσόντα καὶ ὢν ὁ ἄριστος τῶν μέχρι τοῦδε ὑπηρετησάντων ἐργοστασιαρχῶν, γνωρίζω ὅτι θέλει φιλοτιμηθῆ ἐκ τῆς προσθήκης τῶν 50 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν θέλομεν κάμει εἰς τὸν μισθόν του, καὶ θέλει αὐξήσει τὸν ζῆλόν του, καὶ θέλει ὠφελήσει πολλαπλασίως τὸ Δημόσιον ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ὑπηρεσίας. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μεταβῶσί τινες εἰς τὸ Τυπογραφεῖον καὶ ἐξετάσωσι περὶ τῆς ἀληθείας ὧν εἶπον, καὶ εὐαρεστηθῶσι νὰ μὲ βοηθήσωσι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἡ Βουλὴ πεισθῇ, καὶ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας πρώτων ὑλῶν πρὸς παραγωγὴν στεατίνης καὶ στεατικῶν κηρίων).

§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ κατόπιν νομοσχέδιον περὶ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ θ’ ἀναβληθῇ μέχρις ὅτου φέρῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της.

§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τοὺς νόμους περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἄλλοτε ἐπιτροπῆς τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§186ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις νόμου περὶ ἐξαγωγῆς ἰδιοκτήτων ἁλάτων Κερκύρας διατελεῖ ὑπὸ τὴν μελέτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.

§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ δικηγορικῶν συλλόγων.

§188Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐφρόντισα δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ ἐξηγήσω τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς γενικὰς αὐτοῦ γραμμάς. Ἐὰν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον ὥριμον πρὸς συζήτησιν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ δικηγορικῶν συλλόγων. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς. Ἅπαντες γνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως δικηγορικῶν συλλόγων, διότι διὰ τῆς κανονικῆς λειτουργίας αὐτῶν καὶ ἡ ἐξάσκησις τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος θέλει βελτιωθῆ ἱκανῶς καὶ τὰ συμφέροντα τῶν διαδίκων θέλουσι προστατευθῆ δεόντως. Διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον ἐβασάνισα τὸ νομοσχέδιον, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς ὅλας τὰς ἕδρας τῶν Πρωτοδικείων ἐγεννήθη πάντοτε ἡ ἰδέα τῆς ἱδρύσεως συλλόγου, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βιώσωσιν οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι ἄνευ νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίζῃ τὰ καθέκαστα. Ἐγένοντο πολλαὶ ἀπόπειραι καὶ μεγάλαι θυσίαι, ἀλλὰ πάντοτε προσέκοψαν αὗται εἰς τὴν ἔλλειψιν νόμου. Ἰδίως ἐν Ἀθήναις εἶναι ἀναγκαιότερος, καὶ ἀπαραίτητος ὁ νόμος, διότι ὡς ἐκ τῆς πληθύος τῶν δικηγόρων δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ βίωσις καὶ ἡ κανονικὴ λειτουργία δικηγορικοῦ συλλόγου ἄνευ νόμου. Διὰ τοῦτο οἱ ἐν Ἀθήναις δικηγόροι, συνελθόντες κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1878, ἐξέλεξαν ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἀπὸ τοὺς μακαρίτας Γ. Ράλλην καὶ Ἐμμανουὴλ Κόκκινον καὶ τοὺς κ. κ. Παῦλον Καλλιγᾶν, Πέτρον Παπαῤῥηγόπουλον, Κ. Ν. Κωστῆν, Ψαρᾶν, Ν. Δαμασκηνὸν καὶ Β. Οἰκονομίδην. Καὶ μόνη ἡ μνεία τῶν ὀνομάτων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανὴ βεβαίωσις, ὅτι ἐλήφθη πᾶσα πρόνοια, ὅπως νομοθετηθῇ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν καὶ ἀνάλογον πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν ἀνάγκην. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐδέχθη τὴν ἐντολὴν, συνῆλθε καὶ ἐξελέξατο δύο εἰσηγητὰς, τὸν κ. Ν. Δαμασκηνὸν καὶ τὸν κ. Κ. Ν. Κωστῆν, ἀμφοτέρους καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἀφοῦ εἰργάσθη ἐπὶ πολὺ, κατήρτισε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται δημοσιευμένον εἰς τὸ ἀπὸ 16 Σεπτεμβρίου 1878 φύλον τῶν «Δικαστικῶν Χρονικῶν», ὑπογεγραμμένον ὑφ’ ἁπάντων τῶν πρὸ μικροῦ μνημονευθέντων καθηγητῶν, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ μακαρίτου Γ. Ράλλη· γραμματεὺς δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο ὁ κ. Ἰωάννης Γεωργαντᾶς. Προκειμένου περὶ ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου, ἐνόμισα, ὅτι οὐ μόνον δὲν εἶχον τὰς δυνάμεις νὰ δημιουργήσω νέον τι καλλίτερον, ἀλλ’ ἐθεώρησα καὶ ἀσέβειαν νὰ μεταβάλω τὸ κείμενον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁμολογουμένως καὶ καλῶς διατετυπωμένον καὶ καλῶς συντεταγμένον. Ἴσως εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ὑποβάλλω παρατηρήσεις τινὰς καὶ μικρὰς τροποποιήσεις ἐπὶ διατάξεων δευτερευούσης ἀξίας. Διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὸ 1885 τὸ κείμενον τοῦτο ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐζήτησα καὶ πάλιν τὴν γνώμην τοῦ κ. Παπαῤῥηγοπούλου, μὴ τυχὸν ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε γνώμην τινὰ νεωτέραν. Ὁ κ. Παπαῤῥηγόπουλος, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπεξειργάσθην κατὰ τὸ 1885 τὸ νομοσχέδιον, ἠρκέσθη εἰς τὸ νὰ μεταβάλωμεν κατὰ τὸ λεκτικὸν ἀσημάντους τινὰς λέξεις, καὶ νὰ προσθέσωμεν μόνον εἰς τὸ 1ον ἄρθρον τὴν δευτέραν περίοδον, δι’ ἧς πληροῦται κενὸν, ὅπερ ὑπῆρχεν εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον· ἡ προστεθεῖσα περίοδος εἶναι ὅτι: «Τὸ αὐτὸ χωρεῖ ἐπὶ τῶν δικηγόρων παρὰ τοῖς Ἐφετείοις καὶ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι μὴ ὄντες διωρισμένοι παρὰ τοῖς Πρωτοδίκαις». Δὲν προεβλέπετο ἀρχικῶς νὰ συγκαταριθμῶνται καὶ οἱ δικηγόροι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν διωρισμένοι παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ, ἀλλὰ μόνον παρὰ τῷ Ἐφετείῳ καὶ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, καὶ δι’ αὐτὸ προσετέθη ἡ δευτέρα περίοδος, καθ’ ἣν καὶ αὐτοὶ περιλαμβάνονται. Ἔχει δὲ καὶ μικρὰν τροποποίησιν εἰς τὸ ἄρθρον 24, διότι ἀρχικῶς ὡρίζετο ἡ ἐτησία καταβολὴ εἰς μόνον δραχμὰς δώδεκα, ἐγὼ δὲ τοῦτο ἐθεώρησα ὀλίγον, καὶ τὸ ηὔξησα εἰς δραχμὰς εἴκοσι τέσσαρας, διότι νομίζω, ὅτι δύο δραχμαὶ κατὰ μῆνα δὲν εἶναι βάρος δυσβάστακτον δι’ ἕνα δικηγόρον, προκειμένου νὰ λειτουργήσωσι κανονικῶς οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι, ὡς εἶπον, κάλλιστα διατετυπωμένον· διαιρεῖται εἰς κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐπιγράφονται, τὸ μὲν Αʹ «Σκοπὸς τοῦ Συλλόγου», τὸ Βʹ «Συμβούλιον τοῦ Συλλόγου», τὸ Γʹ «Πειθαρχικαὶ ποιναί», τὸ Δʹ «Περὶ διαδικασίας», τὸ Εʹ «Γενικαὶ διατάξεις». Ὁ σκοπὸς τοῦ Συλλόγου — καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου — εἶναι «ὁ διαρκὴς ἔλεγχος τῆς ἀκριβοῦς τῶν δικηγορικῶν καθηκόντων ἐκπληρώσεως καὶ ἡ ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων τοῦ σώματος τῶν δικηγόρων μέριμνα». Ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ ὑπάρχει τὸ οὐσιωδέστερον τοῦ νομοσχεδίου μέρος. Ἀρκοῦμαι εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα. Ἐάν τις τῶν κυρίων συναδέλφων ἔχῃ ἐρώτησίν τινα νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ, εὐχαρίστως θέλω προβῆ εἰς πᾶσαν ἐξήγησιν. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι τόσῳ σαφὲς, ὥστε ἐγὼ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀναπτύξω αὐτὸ ἐπὶ πλέον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1–12).

§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13ον.

§190ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§192Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικηγορικῶν συλλόγων ἐφέρατε ἔνστασιν!

§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρέλθῃ πολλὴ ὥρα διὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.

§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
2Τῆς 25 Φεβρουαρίου 1891.
3(Δευτέρα).
4Ὥρᾳ 5 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἀγγελικὴ χήρα τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ
8Παναγιώτου Ξανθοπούλου, φονευθέντος ἐν Ἀρκαδίῳ τῆς
9Κρήτης, ὑποβάλλει ἀναφορὰν, δι’ ἧς ζητεῖ αὔξησιν τῆς δι-
10δομένης αὐτῇ μηνιαίας συντάξεως.
11Ὁ Γεώργιος Δράκαρης, κάτοικος Ἀθηνῶν, ἀγωνιστὴς, δι’
12ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν λέγει, ὅτι πολλὰ προσέφε-
13ρεν εἰς τὴν πατρίδα, καὶ ζητεῖ νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ σύνταξις.
14Εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀπεστάλη τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ
15Νάξου, παρακαλούντων νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ περὶ Ναξίας σμύ-
16ριδος σύμβασις. (Ἀναγινώσκεται τὸ τηλεγράφημα).
17Ἕτερον τηλεγράφημα ἀπεστάλη ἐξ Ἀγγλίας, διὰ τοῦ
18ὁποίου ὁ τηλεγραφῶν Φίλιππος Πάλλης διαμαρτύρεται κατὰ
19τῆς παραχωρήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐν Μήλῳ με-
20ταλλευμάτων βαρυτίνης.
21§2ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριά-
22σεων παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
23καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βου-
24λὴν τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκεν ἐκράτει παρ’ ἑαυτῷ ἐκκρεμῆ
25πρότασιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Γυμνασίου Ἀμ-
26φίσσης περὶ διορισμοῦ δύο καθηγητῶν, διότι ἐκ τῆς ἐκκρε-
27μότητος ταύτης ἐζημιοῦτο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γυμνασίου.
28Παρωρμήθην δὲ εἰς τοῦτο ἐξ ἐπιστολῆς διακεκριμένου μέ-
29λους τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἀναγγείλαντός μοι, ὅτι οὐδε-
30μίαν ἔλαβεν ἐπὶ δίμηνον ἀπάντησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
31Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀπαντῶν, μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ἀπήν-
32τησεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, δηλώσας τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα
33δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην· παρακλη-
34θεὶς δὲ τότε, κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
35Ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τῶν ἐγγράφων τούτων, ὁμολογῶ, ὅτι
36ἐξεπλάγην. Ἵνα δὲ καὶ ἡ Βουλὴ συμμερισθῇ τὸ αἴσθημα
37τῆς ἐκπλήξεώς μου, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ δώσῃ προσοχὴν
38εἰς τὴν βραχεῖαν ἀφήγησιν τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ὑπόθε-
39σιν ταύτην.
40Ἐν Ἀμφίσσῃ πρὸ τοῦ 1881 δὲν ὑπῆρχε Γυμνάσιον,
41ὑπῆρχε δὲ μόνον Σχολαρχεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπάνα τὸ
42Κράτος περὶ τὰς 6,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀείμνηστος ἐξ
43Ἀμφίσσης Ἀναγνώστης Γιαγτζῆς ἀποθανὼν ἐκληροδότησε
44πᾶσαν αὐτοῦ τὴν περιουσίαν πρὸς ἀνίδρυσιν καὶ συντήρησιν
45Γυμνασίου, ὥρισε δὲ καὶ ἐκτελεστικὴν ἐπιτροπὴν ἐκ τοῦ
46Δημάρχου, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τριῶν ἄλλων μελῶν.
47Ὅτε τὸ κατάστημα τοῦ Γυμνασίου ἀνηγέρθη, ἡ ἐπιτρο-
48πὴ ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ δὲ
49τὴν συνεννόησιν ταύτην ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ νόμος
50τῆς 16 Μαρτίου 1881. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐνομοθετήθη,
51ὅτι οἱ μαθηταὶ καὶ οἱ διδάσκαλοι τοῦ Σχολαρχείου,—διότι
52τὸ Σχολαρχεῖον συνεχωνεύθη μὲ τὸ Γυμνάσιον,—διορίζον-
53ται καὶ παύονται τῇ προτάσει τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐκλε-
54χθείσης ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Γιαγτζῆ· ἵνα δὲ μὴ μένωσιν
55αἱ προτάσεις αὐτῆς ἐκκρεμεῖς, ἐν ἄρθρῳ 2ῳ ἐνομοθετήθη,
56ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας
57Ἐκπαιδεύσεως εἶναι ὑπόχρεως ἐντὸς 20 ἡμερῶν νὰ ἀποφαν-
58θῇ, ἐὰν ἔχῃ λόγους, ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἀποῤῥέον-
59τας, ἵνα ἀρνηθῇ τὴν πραγματοποίησιν τῶν προτάσεων τῆς
60ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦ ἰδίου νόμου ὡρίσθη, ἢ μᾶλλον συνε-
61βλήθη τὸ Κράτος μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως χορηγῇ τὸ
62Δημόσιον εἰς τὸ Γυμνάσιον 6,000 δραχμὰς ἐτησίως, τὰς
63ὁποίας τὸ Δημόσιον ὠφελεῖτο ἐκ τούτου, ὅτι τὸ κληροδό-
64τημα τοῦ Γιαγτζῆ ἀνελάμβανε τὴν συντήρησιν τοῦ Σχο-
65λαρχείου. Ὁ ὅρος τῆς καταβολῆς τῶν 6,000 δραχμῶν εἶ-
66ναι ἀπολύτως ὑποχρεωτικὸς διὰ τὸ Δημόσιον, διότι οὕτω
67συνεφωνήθη. Ἀλλ’ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ὁ κ.
68Ὑπουργὸς, μὴ λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον, ὑπέλαβεν, ὅτι
69ἠδύνατο νὰ οἰκονομήσῃ 3,000 δραχμὰς, ν’ αὐξήσῃ δὲ ἄλ-
70λας δαπάνας, μὴ ὑποχρεωτικὰς, ὡς παραδείγματος χάριν
71τὴν δαπάνην δι’ ἐπιστάτας Γυμνασίων καὶ Σχολείων κτλ.
72Ἀλλὰ περὶ τούτου νῦν δὲν πρόκειται. Ἐλπίζω, ὅτι, ὅταν
73συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλη-
74σιαστικῶν, ἀναγνωρίζων τὸ σφάλμα του, θέλει ζητήσει νὰ
75αὐξήσῃ ἡ σχετικὴ πίστωσις ἀπὸ 3,000 εἰς 6,000.
76Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχω ὑπ’ ὄψιν, παρετήρησα
77ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως παρεβίασε
78τὸν νόμον, περὶ οὗ εἴρηται, κατὰ δύο αὐτοῦ διατάξεις.
79Παρεβάθη ὁ νόμος κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
80Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀποδοχὴν τῶν
81προτάσεων τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκτὸς ἐὰν εἶχε λόγους ἐκ τῶν
82κειμένων νόμων ἀποῤῥέοντας. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔγγρα-
83φον, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε τῇ 6 Φεβρουαρίου εἰς τὴν ἐπι-
84τροπὴν, φαίνεται, ὅτι δὲν εἶχε τοιούτους λόγους, καὶ ἠρ-
85κέσθη νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι «οἱ προτεινόμενοι ὑπὸ τῆς ἐπι-
86»τροπῆς ἀπελύθησαν ἀρτίως συνεπείᾳ παραστάσεων, ὅτι
87»ἔδειξαν συμπεριφορὰν μὴ συμβιβαζομένην πρὸς τὰ καθή-
88»κοντα τῆς ὑπηρεσίας των. Ἡ ἐκ τοιούτων δὲ λόγων ἀπό-
89»λυσις φέρει χαρακτῆρα ὁπωσδήποτε πειθαρχικὸν προσω-
90»ρινῆς ἀπολύσεως, ὥστε δὲν φαίνεται ἡμῖν προσῆκον τόσον
91»ταχέως νὰ ἐπαναφέρωμεν αὐτούς».
92Ὑπέλαβον, ὅταν ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὅτι ἐν
93τῷ φακέλλῳ ὑπῆρχον ἔγγραφα, ἀποδεικνύοντα ὅτι ὑπῆρχον
94ἔστω καὶ τοιοῦτοι λόγοι· δὲν ἐξετάζω, ἂν οἱ λόγοι, οἱ προ-
95καλοῦντες πειθαρχικὴν τιμωρίαν, κωλύωσι τὸν διορισμὸν
96καθηγητῶν, ἀλλὰ τὰ ἐν τῷ φακέλλῳ ἔγγραφα οὐδένα
97τοιοῦτον λόγον ἀναφέρουσιν· ἐν τῷ φακέλλῳ ὑπάρχουσι τὰ
98σχετικὰ βασιλικὰ διατάγματα, δι’ ὧν ἀπελύθησαν οἱ περὶ
99ὧν ὁ λόγος καθηγηταί· ταῦτα οὐδὲν ἀναφέρουσιν ἢ ὅτι
100ἀπολύονται, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἑτέρας προσθήκης. Ἄρα οἱ καθη-
101γηταὶ οὗτοι ἀπελύθησαν δι’ ὃν λόγον καὶ τόσοι ἄλλοι γυ-
102μνασιάρχαι καὶ καθηγηταὶ, τουτέστι διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς
103εἶχε λόγους πολιτικοὺς νὰ τοὺς ἀπολύσῃ, ἀλλ’ οὐχὶ ἐκ τῶν
104νόμων ἀποῤῥέοντας· διότι, ἂν ὑπῆρχον τοιοῦτοι λόγοι, ἤθελε
105τοὺς ἀναφέρει εἰς τὰ διατάγματα τῆς ἀπολύσεως.
106Παρεβάθη ἔτι ὁ νόμος τῆς 16 Μαρτίου 1881 καὶ εἰς
107ἑτέραν αὐτοῦ διάταξιν. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, καίτοι τὸ
108πρῶτον, ὅτε ἠρωτήθη, εἶπεν, ὅτι ἐντὸς τῆς τασσομένης ὑπὸ
109τοῦ νόμου προθεσμίας ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐκ τῶν
110κατατεθέντων ὅμως ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἀπήν-
111τησεν ἐντὸς τῆς εἰκοσαημέρου προθεσμίας, διότι ἡ πρότα-
112σις τῆς ἐπιτροπῆς φέρει χρονολογίαν 13 Ἰανουαρίου 1891,
113ἐπρωτοκολλήθη δὲ τὴν 16 Ἰανουαρίου, ἡ δὲ ἀπάντησις τοῦ
114Ὑπουργείου ἀπεστάλη τὴν 7 Φεβρουαρίου. Τοῦτο ἀπο-
115δεικνύει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εὑρίσκετο
116λίαν στενοχωρημένος, εὑρίσκετο ὑπὸ πολιτικὴν πίεσιν νὰ μὴ
117ἀποδεχθῇ πρότασιν στηριζομένην εἰς τὸν νόμον, δι’ ἧς ἐπρο-
118τείνετο ἡ πλήρωσις δύο θέσεων καθηγητῶν, ἀπαραιτήτων ἐν
119τῇ κανονικῇ λειτουργίᾳ τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου. Τὸ ἐπ’ ἐμοί,
120φρονῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔθετο
121τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἠρνήθη τὴν πρό-
122τασιν τῆς ἐπιτροπῆς, χωρὶς νὰ προσέξῃ· διότι δὲν δύναμαι
123νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἤθελε νὰ παραβιάσῃ τόσον προφανῶς
124τὸν νόμον περὶ τοῦ Γυμνασίου Ἀμφίσσης. Τὸν κ. Ὑπουργὸν
125ἐγίνωσκον ἀπὸ τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου κο-
126πτόμενον ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἐγίνωσκον, ὅτι
127τοσαύτην ἀνέπτυξεν εὐφράδειαν, ὥστε, ἐνῷ πολλάκις ἐκω-
128λυσιέργει, ἡμεῖς τὸν ἠκούομεν εὐχαρίστως, διότι κατώρ-
129θωνε νὰ εὑρίσκῃ θέματα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ
130ἀπασχολῇ τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς. Μετὰ τὰς προηγου-
131μένας δὲ αὐτοῦ ἀπαγγελίας οὐδέποτε ἐφρόνουν, ὅτι, τὸ
132πρῶτον ἐρχόμενος νὰ διοικήσῃ τὰ τῆς παιδείας, καὶ ἐν
133αὐτῇ τῇ ἀρχῇ, ἤθελε παραβιάσει τὸν νόμον καὶ παρα-
134βλάψει τὴν λειτουργίαν τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον
135ἀπέδωκεν ἀγλαωτάτους καρποὺς, διότι ἐκεῖ φοιτῶσι παῖ-
136δες οὐ μόνον ἐκ τῆς Παρνασσίδος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐπαρ-
137χιῶν Δωρίδος καὶ Λοκρίδος. Ὅσοι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ γι-
138νώσκωσι τὰ τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου δὲν δύνανται νὰ ἀρνη-
139θῶσιν, ὅτι, ἀφ’ ἧς τὸ Γυμνάσιον αὐτὸ λειτουργεῖ, ἀπέδωκε
140καρποὺς, τοὺς ὁποίους τὰ ἄλλα Γυμνάσια δὲν ἀποδίδουσιν.
141Ἔπρεπεν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου τὸ
142Γυμνάσιον νὰ μὴ δύναται νὰ λειτουργήσῃ, διότι ὁ κ. Ὑπουρ-
143γὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν νὰ ἐνδίδῃ εἰς πολι-
144τικὰς πιέσεις, καὶ νὰ προτιμᾷ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀπαι-
145τήσεων τῶν πολιτικῶν του φίλων ἀπὸ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ
146καθήκοντος.
147§3ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκ-
148παιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ἀρ-
149χόμενος τῆς προσφάτου ὁμιλίας του, ἢ μᾶλλον τῆς κατ’ ἐ-
150μοῦ ἐπικρίσεώς του, ἐξεδήλωσεν ἐνώπιον ὑμῶν αἴσθημα
151ζωηρᾶς ἐκπλήξεως, πῶς, ὕστερον ἀπὸ τὰ γεγονότα, τὰ
152ὁποῖα φαίνονται διατετυπωμένα ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις,
153ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐτόλμησε, παραβαίνων τοὺς
154νόμους, νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὰς προτάσεις τῆς ἐφορευτικῆς ἐπι-
155τροπῆς τοῦ Γυμνασίου Ἀμφίσσης. Καὶ ἐγὼ ἐξεπλάγην, πῶς
156ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀφοῦ ἀνέγνωσε τὰ ἔγγραφα, καὶ
157ὑποθέτω ὅτι τὰ ἀνέγνωσε, πῶς ἐνόμισεν, ὅτι τὰ στοιχεῖα,
158τὰ ὁποῖα συνέλεξεν ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, τῷ ἐπέτρε-
159πον νὰ φαντασθῇ, ὅτι δύναται νὰ διακρίνῃ ἐν τοῖς πορί-
160σμασι τῶν μελετῶν του τὰ στοιχεῖα παραβάσεως τῶν νόμων
161ἐκ μέρους τον Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἵνα θέσω
162ὑμᾶς κριτὰς μεταξὺ τῆς ἐκπλήξεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλ-
163φου καὶ τῆς ἐμῆς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διηγηθῶ ἐν
164συνόψει τὰ γεγονότα, ἐφ’ ὧν στηρίζει τὴν παράβασιν
165τῶν νόμων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος.
166Πρὸ δύο μηνῶν ὡς ἔγγιστα, συνεπείᾳ παραστάσεων, ὧν
167τὸ ἀκριβὲς ἐβεβαιώθην ἐκ πληροφοριῶν ὑπηρεσιακῶν, ἀπε-
168λύθησαν δύο καθηγηταί, ὁ μὲν τοῦ Γυμνασίου Ζακύνθου, ὁ
169δὲ τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ’ κατὰ τὰς παραστάσεις ταύτας, ἀμ-
170φότεροι οὗτοι ἐπέδειξαν διαγωγὴν ἀνάρμοστον πρὸς τὸ ἀξίω-
171μά των καὶ τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας των....
172§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπείσθητε ἐξ ἐγγράφων εὑρισκομένων
173ἐν τῷ φακέλλῳ;
174§5ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἰδιαιτέρων πληροφοριῶν,
175ὧν τὸ βάσιμον ἐξηκρίβωσα.... Ἀλλὰ δὲν παρῆλθε πολὺς
176καιρὸς, ἴσως δὲ δὲν παρῆλθον οὔτε καὶ πολλαὶ ἡμέραι, ὅτε
177ἔλαβον ἔγγραφον παρὰ τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ
178Γυμνασίου, δι’ οὗ προεκαλούμην νὰ διορίσω τοὺς καθηγη-
179τὰς τούτους εἰς τὸ Γυμνάσιον Ἀμφίσσης. Ὀφείλω δὲ νὰ
180ἀνακοινώσω ὑμῖν καὶ ὅσα ἄλλα ἐξωδίκως καὶ ἐκτὸς τῆς
181ὑπηρεσίας μου γιγνώσκω. Οἱ κύριοι καθηγηταὶ μετὰ θρα-
182σύτητος ἀπεδέχθησαν τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν
183προέβην, ὡς προέφην, ἐκ λόγων πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καυ-
184χώμενοι, ὅτι αὐτοὶ εἶχον τὸ μέσον νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν
185θέσιν αὐτῶν. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ὅταν ἔμαθον τοὺς λόγους
186των τούτους, δὲν ἔδωκα προσοχὴν, διότι οὐδέποτε ἐπί-
187στευον, ὅτι θὰ ἐγένετο πρότασις διορισμοῦ αὐτῶν ἐκ μέρους
188τῆς ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Γυμνασίου Ἀμφίσσης.
189Ἅμα ἔλαβον τὸ ἔγγραφον τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἐσκέφθην,
190ἂν ἔπρεπε νὰ ἐπαναφέρω αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐὰν ἡ διαχειριστικὴ
191Ἐπιτροπὴ προσῆκε νὰ προβῇ εἰς πρότασιν περὶ διορισμοῦ
192τῶν καθηγητῶν τούτων. Τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἠσθάνθην,
193ἐμετριάσθη μόνον ἐκ τῆς ὑποθέσεως, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ πιθα-
194νὸν νὰ μὴ ἦτο ἐν γνώσει τῶν προηγουμένων τῶν καθηγη-
195τῶν τούτων, οὐδέποτε δὲ ἐφαντάσθην, οὔτε φαντάζομαι, ὅτι
196εἶναι δυνατὸν νὰ ἦμαι ὑποχρεωμένος ἐκ νόμου νὰ ἐπανα-
197φέρω ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ὁ ἴδιος δυνάμει νόμου ἀπέ-
198λυσα συνεπείᾳ παραστάσεων κατ’ αὐτῶν.
199Ὁ κ. συνάδελφος ἐν τούτοις φρονεῖ τὸ ἐναντίον, στηρι-
200ζόμενος εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ΠΚΗʹ νόμου τῆς 16 Μαρ-
201τίου 1881.
202Ἰδοὺ δὲ τί λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη
203ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος (ἀναγινώσκει): «Οἱ διδάσκαλοι
204καὶ καθηγηταὶ τοῦ τε Ἑλληνικοῦ σχολείου καὶ Γυμνα-
205σίου, οἵτινες ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαι-
206τούμενα προσόντα, διορίζονται καὶ παύονται ἢ ἀντικαθί-
207στανται διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ ἐπὶ
208τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
209Ὑπουργοῦ, προτάσει τῆς ἐπιτροπείας πρὸς αὐτόν».
210Ὁ κύριος συνάδελφος ἄρα νομίζει, ὅτι μὲ συνέλαβεν ἐπ’ αὐ-
211τοφώρῳ, παραβαίνοντα τοὺς νόμους, καὶ μὲ κατήγγειλε,
212μικροῦ δὲ δεῖν καὶ διετύπωνε σφοδρὸν κατηγορητήριον,
213διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἡ παράβασις ἦτο ἀναντίῤῥητος καὶ
214ἀναμφισβήτητος. Καὶ μὲ ἐρωτᾷ «διὰ ποίους λόγους, κύριε
215Ὑπουργὲ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δὲν προέβητε εἰς τὸν διορι-
216σμὸν τῶν προταθέντων καθηγητῶν;» Πρὶν δώσω τὴν ἀπάν-
217τησιν εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ τόσῳ τραγικὸν τοῦ ἀξιοτίμου
218συναδέλφου, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν
219ἔδωκα εἰς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν. (Ἀναγινώ-
220σκει ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύ-
221σεως, ὑπὸ χρονολογίαν 6 Φεβρουαρίου 1891).
222Πρὶν ἢ ἐν τούτοις εἰσέλθω εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἔννοιαν τῆς
223ἀπαντήσεως ταύτης, ἣν ἔδωκα, ἂς ὁμιλήσω ὀλίγον περὶ
224τοῦ ἐμπροθέσμου ἢ μὴ τῆς δοθείσης ἀπαντήσεως, διότι καὶ
225περὶ ἐκπροθέσμου ταύτης ἐγένετο λόγος. Ἡ αἴτησις τῆς
226διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον φέρει μὲν
227χρονολογίαν 13 Ἰανουαρίου, ἀλλὰ περιῆλθεν εἰς τὴν ὑπη-
228ρεσίαν τὴν 16 Ἰανουαρίου. Δὲν χρειάζεται ἑπομένως παρὰ
229ἁπλοῦς ὑπολογισμὸς, ἵνα εὑρεθῇ, ἂν ἀπὸ τῆς 16 Ἰανουα-
230ρίου μέχρι τῆς 6 Φεβρουαρίου παρῆλθον πλέον τῶν 20
231ἡμερῶν, ἃς καθορίζει ὁ νόμος ὡς προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς
232ὁποίας ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ οὕτως ἢ ἄλλως ὁ Ὑπουργὸς
233εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
234§6ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπληρώθησαν αἱ 20 ἡμέραι.
235§7ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὑπολογισμὸν νομικῶς
236ἀκριβῆ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω, διὰ νὰ
237μὴ ἀφήσω ἤδη τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου, θέλω προσπα-
238θήσει νὰ πείσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἐὰν θέλῃ νὰ
239πεισθῇ, ὅτι δὲν ὑπερέβην τὴν προθεσμίαν, διότι, ἂν τὴν
240ὑπερέβην κατὰ μίαν ἡμέραν, ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ἔγκλημα
241εἶναι βαρύτατον!
242Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ σπουδαιότερον κεφάλαιον τῆς
243ἐπερωτήσεως, ἂν παρεβίασα τουτέστι τὸν νόμον, μὴ προβὰς
244εἰς τὸν διορισμὸν τῶν προταθέντων καθηγητῶν. Πρὶν ὅμως
245εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν νόμων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθην,
246μὴ ἐνδοὺς εἰς τὰς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἃς μοὶ ἐπι-
247τρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ σύμπασα ἡ Βουλὴ νὰ
248ἐρωτήσω αὐτήν: Εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι μία
249οἱαδήποτε διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ τεθῇ ὑπε-
250ράνω τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ νὰ προσκαλῇ
251αὐτὸν, οἱονεὶ ἐξ ἀντιδράσεως, νὰ διορίσῃ καθηγητὴν ἐκεῖνον,
252ὃν οὗτος ἔκρινε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπολυτέον; Καὶ δύ-
253ναται λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ, νὰ λέγῃ πρὸς τὸν Ὑπουργόν: «Σὲ
254διατάσσω, ἐναντίον τῆς θελήσεώς σου, καὶ ἐναντίον τῆς πε-
255ποιθήσεώς σου, νὰ διορίσῃς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον» καὶ νὰ λαμ-
256βάνῃ τὴν χεῖραν του, οἱονεὶ ἀκουσίως, καὶ διὰ τῆς βίας
257νὰ τὸν ἀναγκάζῃ νὰ ὑπογράψῃ; Τοιαύτη ἐξήγησις τοῦ
258νόμου δὲν στηρίζεται εἰς τὴν λογικὴν, διότι τότε θὰ εἴ-
259χομεν καὶ ἕτερον Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἑδρεῦον ἐν Ἀμ-
260φίσσῃ, ἀνώτερον καὶ ἐπικρατέστερον τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθή-
261ναις. Οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὁ νόμος
262ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἔννοιαν, καὶ οὐδέποτε θέλω δώ-
263σει τοιαύτην σημασίαν εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον
264ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος.
265§8ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
266§9ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω συντομεύσει τὴν ἀπάν-
267τησίν μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Παρνασσίδος,
268διότι παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἕτερος συνάδελφος, δεινὸς τῶν νό-
269μων ἑρμηνευτὴς, ἑτοιμάζεται πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατ’ ἐ-
270μοῦ ἐπιθέσεως, ὅτε θέλω ἐπανέλθει, εὐτυχὴς ἂν ἴδω καὶ
271τοῦτον πίπτοντα ἐνδόξως ἐν τῷ ἀπελπιστικῷ ἀγῶνι, ὅστις
272κατ’ ἐμοῦ σήμερον ἠγέρθη.
273Δὲν προέβην λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸν διορισμὸν
274τῶν προταθέντων καθηγητῶν, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους
275ἀνέφερα, διότι ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ὑπάλ-
276ληλοι οὗτοι εἶχον παραβῆ τὰ καθήκοντα αὑτῶν, καὶ εἶχον
277δείξει διαγωγὴν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰ ἔργα τῆς προη-
278γουμένης ὑπηρεσίας των, ἀφ’ ἧς διὰ τοῦτον τὸν λόγον τοὺς
279ἀπέλυσα. Δὲν ἐσχημάτισα δὲ τὴν πεποίθησιν ταύτην ἐκ
280τῶν ὑστέρων, ἀλλὰ πολὺ πρὶν ἢ προταθῶσιν ὑπὸ τῆς δια-
281χειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δύναται νὰ ἀποδείξῃ ἡ χρο-
282νολογία τῆς ἀπολύσεώς των, συγκρινομένη πρὸς τὴν χρο-
283νολογίαν τῆς περὶ διορισμοῦ των προτάσεως ἐκ μέρους τῆς
284Ἐπιτροπῆς τοῦ Γυμνασίου Ἀμφίσσης. Δὲν προέβην λοιπὸν
285εἰς τὸν διορισμόν των, ἔχων περὶ τοῦ ἐναντίου λόγους
286ἀποῤῥέοντας ἐκ τῶν κειμένων νόμων, καθ’ ἣν περί-
287πτωσιν καὶ ὁ μνημονευθεὶς νόμος ΠΚΗʹ μοὶ ἐπιτρέπει
288τοῦτο. Καὶ τοὺς μὲν λόγους σᾶς τοὺς ἐξήγησα ἤδη, ἀποῤ-
289ῥέουσι δὲ οὗτοι ἐκ τοῦ κειμένου νόμου, τουτέστι τοῦ ὀργα-
290νικοῦ διατάγματος περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν
291σχολείων καὶ Γυμνασίων τῆς 31 Δεκεμβρίου 1837, κατὰ
292τὸ ἄρθρον 39 τοῦ ὁποίου διορισμὸς διδασκάλου δὲν προτεί-
293νεται εἰς τὸν Βασιλέα, ὅταν ὑπάρχωσιν ἀμφιβολίαι περὶ
294τῆς χρηστότητος αὐτοῦ.
295§10ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἠναγκάσθην, κύριοι Βουλευταί, νὰ ζη-
296τήσω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος κατὰ τὸ φαινόμενον ἀλλοτρίου
297πρὸς ἐμὲ προσωπικῶς, ἀλλ’ ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι με-
298ταξὺ τῶν δύο καθηγητῶν, τῶν ἀπολυθέντων ὑπὸ τοῦ
299Ὑπουργείου καὶ μὴ διορισθέντων ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς ἐπι-
300τροπῆς τῆς διαχειριζομένης τὰ τοῦ Γιαγτζείου κληροδο-
301τήματος, ὑπάρχει καὶ εἷς συμπολίτης μου, ὁ ὁποῖος παρε-
302στάθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὠργίασεν, ὅτι προσηνέχθη
303καὶ ἐπέδειξε διαγωγὴν ἀσυμβίβαστον καὶ ἀνάρμοστον πρὸς
304τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον μετήρχετο. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν νὰ
305ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν ἀνθρώπου ἀδίκως προσβαλλο-
306μένου, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατ’ ἀδίκου
307ἐπιθέσεως ἐναντίον ἀνδρὸς ἀδίκως προσβαλλομένου, τοσούτῳ
308μᾶλλον, καθόσον, ἐὰν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπιτρέπηται νὰ
309ἔχῃ πεποιθήσεις καὶ συμφώνως πρὸς ταύτας νὰ ἐνεργῇ, ἐπι-
310τρέπεται βεβαίως καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἔχω τὰς ἐναντίας πεποι-
311θήσεις, καὶ ἐν ὀνόματι τῶν πεποιθήσεων τούτων νὰ ἔλθω νὰ
312διαμαρτυρηθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀποκρούων τὰς ἀδίκους
313προσβολὰς, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξετόξευσε κατ’ ἀν-
314δρὸς κατὰ πάντα ἀξιοτίμου. Εἰς οὐδένα ἄλλον, Κύριοι,
315ἐπιτρέπετο νὰ ἐκστομίσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅσα
316κατὰ τοῦ Σπυρίδωνος Λούγαρη ἐξετόξευσεν ὁ ἔντιμος ἐκ
317Πατρῶν βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς, κατ’ ἀνδρὸς κατὰ πάντα
318ἀξιοτίμου καὶ ἐκπληρώσαντος θρησκευτικῶς τὸ καθῆκον
319αὐτοῦ ἔν τε Πάτραις καὶ ἐν Ζακύνθῳ. Καὶ εἰς τοῦτο ἐπικα-
320λοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πάντων τῶν ἐκ Πατρῶν συναδέλ-
321φων. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος καθηγητὴς μό-
322λις πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἶχε μετατεθῆ ἐν Ζακύνθῳ, κατὰ
323δυστυχίαν του δὲ συνέπεσε νὰ γείνωσιν αἱ ἐκλογαὶ κατὰ τὸ
324διάστημα ἐκεῖνο.
325Ταῦτα προέταξα, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐν στενο-
326χωρίᾳ εὑρισκόμενος, ἠθέλησε νὰ δημιουργήσῃ φαντάσματα,
327κατὰ τῶν ὁποίων νὰ πολεμήσῃ, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν
328γνώμην του... Καὶ ἐνταῦθα ἔρχομαι, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ
329ἐξετάσω πῶς παρέβητε τὸν νόμον. Παραδέχομαι ὅτι, ἂν ὅσα
330ὁ Ὑπουργὸς ἐξέθεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἦσαν ἀληθῆ, θὰ
331ἦτο ἐν τῷ δικαιώματί του· ἀλλὰ ποῦ στηρίζονται ὅσα ἐξέ-
332θεσε; καὶ τίνα ἀπόδειξιν περὶ τούτων ἔφερε; Ναὶ, ὤφειλε
333νὰ παύσῃ τὸν παραβάτην ὑπάλληλον, τὸν μὴ σεβασθέντα
334τὴν θέσιν του καὶ ἀναμιγνυόμενον ἀναφανδὸν εἰς τὰς ἐκλο-
335γὰς καὶ ὀργιάζοντα, ὡς εἶπεν, ἀλλ’ εἶχε καὶ ἄλλο καθῆκον,
336νὰ τὸν καταδιώξῃ, καὶ ἂν δὲν ἦτο ποινικῶς καταδιώξιμος,
337νὰ τὸν τιμωρήσῃ πειθαρχικῶς. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἔπραξε·
338προεκάλεσεν ἁπλῶς βασιλικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου
339ἀπολύει αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἦτο ἐν τῷ δικαιώματί του.
340Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προ-
341καλῇ Β. διατάγματα καὶ νὰ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς
342ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ· ἀλλ’ ὅταν σήμερον τῷ ζη-
343τῆται λόγος, διατὶ δὲν τὸν διορίζει, τίνας λόγους ἐκ τῶν
344νόμων ἀποῤῥέοντας, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, ἔχει, διὰ νὰ μὴ
345τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; Τότε πλέον δημιουργοῦν-
346ται ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέθεσε, τότε πλέον ὁ καθηγητὴς
347αὐτὸς παρίσταται ὡς ὀργιάζων, ὡς ἐπεμβαίνων ἀσυστόλως
348εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὡς παραβαίνων τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ἔχω
349καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ὅλα
350ταῦτα εἶναι ἐκ τῶν ὑστέρων κατεσκευασμένα· διότι, ἵνα ᾖ
351δικαιολογημένος καὶ ἐντὸς τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, ὤφει-
352λεν ὅλα ταῦτα νὰ τὰ πιστοποιήσῃ ἐκ τῶν προτέρων· ἀρνού-
353μενος δὲ σήμερον τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ καθηγητοῦ τούτου
354εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν εἶναι ἐν τῷ νόμῳ, διότι οὐδεὶς λόγος,
355ἀποῤῥέων ἐκ τοῦ νόμου, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀρνήσεώς του.
356Τὸ νὰ λέγῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνον
357μὲ τὰς πεποιθήσεις ἢ μὲ τὴν γνώμην του νὰ διορισθῇ,
358τοῦτο δὲν ἀποῤῥέει ἐκ τοῦ νόμου, ἀποῤῥέει ἐκ τῆς πεποιθή-
359σεως, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν. Ἀλλὰ πῶς ἐσχημάτισε
360τὴν πεποίθησιν ταύτην; ὁ ἴδιος τὸ λέγει: ἐκ πληροφοριῶν
361ἰδιωτικῶν.
362§11ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπηρεσιακῶν.
363§12ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔχετε ἐκθέσεις; Τότε σᾶς παρακαλῶ νὰ
364τὰς φέρητε. Ἐνόσῳ ὅμως μοῦ λέγετε, ὅτι ἐκ πληροφοριῶν
365μόνον, ὁμοιάζετε πρὸς τὴν πνευματικὴν ἀρχὴν τῆς Ἐκκλη-
366σίας, ἡ ὁποία δὲν δίδει ποτὲ λόγον. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ
367εἴπητε «ἐκ πληροφοριῶν»· διότι, ὅταν πρόκηται ν’ ἀποδεί-
368ξητε, ὅτι συνεμορφώθητε μὲ τὸν νόμον, ὀφείλετε νὰ προσα-
369γάγητε ἔγγραφα τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἄλλως τὰ πάντα δύ-
370νασθε νὰ δικαιολογήσητε ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἂν δὲ ὁ λόγος
371ὁ προκαλέσας τὴν ἀπόλυσιν τοῦ καθηγητοῦ ἦτο πράγματι
372ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον παρεστήσατε, διατὶ ἐν τῷ διατάγματι
373τῆς ἀπολύσεως δὲν βεβαιοῦτε τοῦτο; ἡ ἀπόλυσις εἶναι ἁπλῆ,
374καὶ σήμερον, ὅτε σᾶς ζητεῖται ὁ λόγος τῆς ἀπολύσεως, λέ-
375γετε, ὅτι ἐκ πληροφοριῶν ὑπηρεσιακῶν ἐπείσθητε, ὅτι ὁ
376καθηγητὴς παρεβίασε τὸ καθῆκόν του· ἀλλὰ τοῦτο δὲν σώ-
377ζει τὴν παράβασιν νόμου, τὴν ὁποίαν ῥητῶς ἐκάματε.
378§13ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστι-
379κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι
380ἡ ἔκπληξίς μου ἤδη ἐπιτείνεται, καὶ ἐπιτείνεται, διότι
381βλέπω συνάδελφον, ἀξιοῦντα ὑπέροχον θέσιν ἐν τῷ νομικῷ
382κόσμῳ, νὰ θεωρῇ ἄξιον ἑαυτοῦ νὰ ἀνέρχηται τὸ βῆμα καὶ
383νὰ καταγγέλλῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ παρα-
384βάσει νόμου, διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησεν, ὑπακούων εἰς
385μίαν πρότασιν διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἐπαναφέρῃ
386ὑπάλληλον εἰς τὴν θέσιν του· καὶ νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ αὐτὸς
387ἐκεῖνος ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις πρὸ δέκα ἡμερῶν ἀπέλυεν αὐτὸν
388διὰ Β. Διατάγματος. Ἴσως ἡ στοργὴ πρὸς τὸν συμπολί-
389την τοῦ ἀξιοτίμου ἀγορεύσαντος, διότι ὁ εἷς τῶν καθηγη-
390τῶν τούτων τυγχάνει συμπολίτης του, δύναται νὰ χρησι-
391μεύσῃ ὡς ἐλαφρυντικὴ περίστασις ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅστις ἐθεώ-
392ρησεν, ἐπαναλαμβάνω, ἄξιον ἑαυτοῦ καὶ τῆς Βουλῆς νὰ
393ἐπιμείνῃ ἐπὶ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠσθάνετο κλονιζόμε-
394νον τὸ νομικὸν ἔδαφος. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψω
395εὐρύτερον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα ἄρω ἀπὸ τὸ
396πνεῦμα καὶ τοῦ τελευταίου ἀκροατοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ,
397ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κόκκος τις παραβάσεως νόμου
398ἐν τῇ πράξει ἐκείνῃ, τὴν ὁποίαν χαρακτηρίζουσιν ὡς ἀντι-
399κειμένην ἄντικρυς εἰς ῥητὸν γράμμα τοῦ νόμου. Ἐπανα-
400λαμβάνει, ἐρωτῶν με ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ἐγερθεὶς,
401ὅπως ἐκπληρώσῃ ἔργον συνηγόρου ὑπὲρ τοῦ ἐκ Παρνασσίδος
402συναδέλφου, εἰς ποῖον νόμον ἐστηρίχθην, μὴ προβὰς εἰς τὸν
403διορισμὸν τῶν καθηγητῶν, καὶ ὅταν ἀνέφερον τοὺς λόγους,
404εἰς τοὺς ὁποίους ἐστηρίχθην, ἀπολύσας αὐτοὺς, εἰς τοὺς
405αὐτοὺς δὲ ἐστηρίχθην, μὴ προβὰς εἰς τὸν ἀναδιορισμόν των,
406μοὶ ἀποδίδει κακὴν πίστιν, ὅτι δῆθεν τοὺς λόγους αὐτοὺς
407τοὺς ἐδημιούργησα σήμερον ἐκ τῶν ὑστέρων, διὰ νὰ δικαιο-
408λογήσω τὸ δῆθεν παράνομον τῆς πράξεώς μου! Ἀλλὰ αὐτὴ
409ἡ αἰτίασις, καὶ χρονολογικῶς μόνον ἐξεταζομένη, ἀποδει-
410κνύεται ἀβάσιμος, διότι πῶς, Κύριοι, τοὺς ἐδημιούργησα
411σήμερον, ἀφοῦ πολὺ πρὸ τῆς προτάσεως, περὶ ἧς πρόκει-
412ται, προέβην εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν; Τὸ διάταγμα τῆς
413ἀπολύσεώς των φέρει χρονολογίαν τῆς 7 Δεκεμβρίου 1890,
414ἡ δὲ πρότασις τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς χρονολογεῖται
415ἀπὸ 13 Ἰανουαρίου 1891, καὶ τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀπέ-
416κρουσα τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως ταύτης, ἀπὸ 5 Φε-
417βρουαρίου. Πῶς λοιπὸν ἔπλασα ἐκ τῶν ὑστέρων τοὺς λό-
418γους τούτους, ἀφοῦ τοὺς εἶχον ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον, ὅτε
419τοὺς ἀπέλυσα;
420§14ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐκ τῶν λόγων τού-
421των τοὺς ἀπελύσατε.
422§15ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μοὶ λέγει ὁ ἀξιότιμος
423συνάδελφος, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὰς προφορικὰς πλη-
424ροφορίας, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναφέρω εἰς τὸ περὶ ἀπολύ-
425σεως διάταγμα, ὅτι ἀπέδειξαν οἱ καθηγηταὶ οὗτοι δια-
426γωγὴν σκανδαλώδη καὶ ἀσυμβίβαστον. Δὲν ἐφανταζόμην
427ποτὲ ὅτι ἡ ἐπιείκεια, ᾗ ἐχρησάμην, καὶ ἡ μετριοπάθεια,
428τὴν ὁποίαν ἐπέδειξα, νὰ μὴ στιγματίσω τοὺς ἀπολυθέντας
429καθηγητὰς, δὲν ἐπίστευον, λέγω, ὅτι ἡ ἐπιείκεια αὕτη
430ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ἐκ μέρους τῶν κυρίων συναδέλφων
431ὡς ὅπλον ἐναντίον μου. Ἀλλ’ ὑποθέτετε, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν
432μνημονεύονται ἐν τῷ διατάγματι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ
433προήγαγον εἰς τὴν ἀπόλυσιν, πιστεύετε, ὅτι προέβην ἄνευ
434οὐδενὸς λόγου; Πᾶσα ἀπόλυσις οἱουδήποτε ὑπαλλήλου
435ὑποτίθεται ὑπαγορευθεῖσα ἐκ σπουδαίου λόγου, εἴτε μνη-
436μονεύεται οὗτος, εἴτε μὴ, ὡς συνηθέστερον μάλιστα συμ-
437βαίνει. Δὲν γνωρίζω, εἰς τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας ὑπη-
438ρεσιακοὶ λόγοι μὲ ἐπροκάλεσαν νὰ προβῶ, ἂν ἐφάνην δυσά-
439ρεστος εἰς ἀμφοτέρους τοὺς συναδέλφους, ἀλλὰ θὰ τοὺς
440παρακαλέσω, τὰ τυχὸν προσωπικὰ δυσάρεστα συναισθή-
441ματα, τὰ ὁποῖα παρήγαγον εἰς αὐτοὺς πράξεις τῆς ὑπη-
442ρεσίας μου, νὰ μὴ τὰ ἀναμιγνύωσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν
443κοινοβουλευτικὸν, τὸν ὁποῖον ἐνόμισαν σήμερον πρέπον νὰ
444ἐγείρωσιν. Ἐπιθυμῶ καὶ παρακαλῶ νὰ λησμονήσωσι πᾶν
445προσωπικὸν συναίσθημα, καὶ νὰ μὴ ἀντλῶσι τὰ ἐπιχειρή-
446ματα τῆς ἐναντίον μου κατηγορίας των, παρὰ ἐξ αὐτῆς
447τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν σήμερον ἐνταῦθα, ἵνα ἐν
448ταύτῃ εὕρωσιν, ἐὰν δύνανται, τὸ ἐλεγκτέον καὶ μεμπτέον.
449Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἀμφοτέρους τοὺς συναδέλφους, ὅταν ὁ νό-
450μος ΠΚΗʹ λέγῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς «ἂν ἔχῃ λόγους, ἀποῤ-
451ῥέοντας ἐκ τῶν κειμένων νόμων, δὲν προβαίνει εἰς τὸν διο-
452ρισμὸν τῶν προταθέντων», ποίους ἐννοεῖ κειμένους νόμους;
453Καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ εὕρουν τοὺς κειμένους νόμους, οἱ
454ὁποῖοι νὰ διαγράφωσι τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς δὲν εἶναι
455ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ τὸν δεῖνα κα-
456θηγητήν, τοὺς παρακαλῶ, λέγω, νὰ εὕρουν καὶ νὰ ἀνα-
457γνώσουν κείμενον νόμον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐν τῷ ὁποίῳ
458νὰ ἀναγράφωνται οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων, καὶ αἱ περι-
459πτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν
460Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ τὸν δεῖνα καθηγητήν. Ἂν μοὶ εἴ-
461πωσιν ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀκούω ψιθυριζόμενον, καὶ
462τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ἐπιφυλάξω ἐκ πονηρίας δι’ ἄλλην
463εὐκαιρίαν, ὅτι ἡ ἔκφρασις αὕτη «κείμενοι νόμοι» ἐννοεῖ μό-
464νον τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν καθηγητῶν, βεβαίως
465πλανῶνται. Οἱ συνάδελφοι φαίνονται πιστεύοντες, ὅτι εἰς
466τοῦτο καὶ μόνον ἀναφέρεται ἡ ἔκφρασις «τῶν κειμένων νό-
467μων», τουτέστιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ
468προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν προτεινομένων καθηγητῶν,
469ἐκτὸς μόνον ἐὰν οὗτοι δὲν ἔχωσι τὰ νόμιμα πρὸς διορισμὸν
470προσόντα· ἀλλ’ ἐὰν ὑπομνήσω πρὸς αὐτοὺς μίαν ῥῆσιν, ἐν
471τῷ αὐτῷ ΠΚΗʹ νόμῳ κειμένην καὶ λίαν ἐγγὺς ἐκείνης, θὰ
472πεισθῶσιν, ὅτι ἡ ἔκφρασις «τῶν κειμένων νόμων» δὲν ἔχει
473σχέσιν μὲ τὰ προσόντα τῶν καθηγητῶν. Καὶ ἰδού, Κύριοι,
474τί λέγει τὸ ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Οἱ διδάσκαλοι
475καὶ οἱ καθηγηταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, οἵτινες προτεί-
476νονται πρὸς διορισμὸν, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωσι τὰ ὑπὸ
477τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα». Ἑπομένως ὁ νό-
478μος οὗτος ῥητῶς ἀπῄτησε τὴν ὕπαρξιν προσόντων, ἵνα
479δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ προτείνῃ τὸν διο-
480ρισμόν. Εἰς ἄλλο λοιπὸν προφανῶς ἀναφέρεται ὁ νόμος,
481ὅταν λέγῃ «ἐκ τῶν κειμένων νόμων»· διότι, ἂν ἀφεώρα εἰς
482τὰ προσόντα μόνον, οὐδεμία ἐξουσία θὰ ἐδίδετο εἰς τὸ
483Ὑπουργεῖον, διότι ἡ Ἐπιτροπή, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον,
484δὲν δύναται νὰ προτείνῃ διορισμὸν προσώπων, μὴ ἐχόντων
485τὰ νόμιμα προσόντα. Ἀλλὰ, ταῦτα λέγοντες, προφανῶς
486ἐλησμονήσατε τὸ ὀργανικὸν διάταγμα περὶ τῶν Ἑλληνικῶν
487σχολείων καὶ Γυμνασίων, ἀποτελοῦν τὸν θεμελιωδέστατον
488καὶ καταστατικὸν, οὕτως εἰπεῖν, ἐκπαιδευτικὸν νόμον, αὐτὸ
489τὸ Σύνταγμα τῆς περὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως νομοθε-
490σίας μας, τῆς 31 Δεκεμβρίου 1837, κατὰ τὸ ἄρθρον 39
491τοῦ ὁποίου, ὡς σᾶς εἶπον ἤδη, δὲν προτείνεται ὁ διορισμὸς
492διδασκάλου εἰς τὸν Βασιλέα, ὅταν ὑπάρχωσιν ἀμφιβολίαι
493περὶ τῆς ὑπηρεσιακῆς χρηστότητος αὐτοῦ, περὶ τῶν ἠθῶν
494του, ὡς ἐκφράζεται τὸ διάταγμα τοῦτο. Καὶ εἶναι ἀνάγκη
495νὰ ἀναλύσω τὴν ἔκφρασιν ταύτην; Λοιπὸν, ἀφοῦ ζητεῖτε
496τοὺς κειμένους νόμους, ἰδοὺ κείμενος νόμος ἀναμφισβήτητος,
497καθ’ ὃν ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὑπόχρεως εἰς διορισμὸν, ἰδοὺ
498κείμενος νόμος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἤντλησα τὸ δικαίωμα νὰ μὴ
499ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Δύναται λοιπὸν νὰ
500ζητηθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον λόγος περὶ μὴ διορισμοῦ κα-
501θηγητοῦ τινος, ὅταν τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν
502ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἦναι ἀπόλυτον, καὶ δὲν ἔχῃ ὁ
503Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ λόγον, παρὰ εἰς τὴν συνείδησίν του μό-
504νον; Καὶ ἀπορῶ, πῶς προέβαλον τοιούτους δισταγμοὺς
505περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες,
506ὀλίγιστον χρόνον μετὰ τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἄλλοτε κατάληψιν
507τῆς ἀρχῆς, ἔσπευσαν τὴν ἡμέραν τῆς ἐλεύσεώς των εἰς τὴν
508ἐξουσίαν νὰ καταργήσωσι διάταγμα, τὸ ὁποῖον οἱ προκά-
509τοχοι αὐτῶν εἶχον προκαλέσει περὶ ἐγγυήσεών τινων, σχε-
510τιζομένων πρὸς τὴν ἀπόλυσιν τῶν καθηγητῶν. Καὶ ἐξη-
511γοῦμαι: Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1885 εἶχε προκαλέσει Β.
512Διάταγμα, τὸ τῆς 4 Νοεμβρίου 1885, διὰ τοῦ ὁποίου
513καθωρίσθησαν ἐγγυήσεις τινὲς ὑπὲρ τῆς μονιμότητος τῶν
514καθηγητῶν, καὶ ἀνεγράφησαν λόγοι, δυνάμει τῶν ὁποίων
515καὶ μόνον ἠδύνατο νὰ παυθῇ καθηγητής. Ἀλλὰ τὸ διά-
516δοχον Ὑπουργεῖον, ἤτοι τὸ προκάτοχον ἡμῶν, ἐνόμισεν,
517ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ διατάγματος περιορίζεται ἡ ἐξουσία,
518τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Συν-
519τάγματος, καθ’ ὅ, ὁ Βασιλεὺς ἄνευ περιορισμοῦ διορίζει καὶ
520παύει τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Δὲν ἠνέχθησαν λοιπὸν
521τὸν περιορισμὸν τοῦτον καὶ διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 7
522Μαΐου 1886 ἀνεκάλεσαν τὸ προμνημονευθὲν διάταγμα, ὡς
523ἀντιβαῖνον εἰς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Συντάγματος. Καὶ νομί-
524ζουσι λοιπὸν προσῆκον καὶ ὀρθὸν, ὅτι ἔχουσι βάσιμον λό-
525γον καὶ ἔδαφος στερεὸν κατηγορίας ἐναντίον μου, διότι δὲν
526ἠθέλησα νὰ προβῶ εἰς τὸν διορισμὸν καθηγητῶν, τοὺς
527ὁποίους ἐγὼ αὐτὸς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπέλυσα! Ἐπανα-
528λαμβάνω δὲ νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι
529ἤθελεν εἶσθαι ἄξιος οἴκτου ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
530ἤθελεν εὑρίσκεσθαι ὑπ’ αὐτὴν τὴν θλιβερὰν ἀνάγκην, καὶ
531εἰς αὐτὴν τὴν ἀξιοθρήνητον θέσιν, τοῦ νὰ ἀναγκάζηται
532ἄκων, ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς του, ἐναντίον τῶν ἀποφά-
533σεών του, ἐναντίον τῆς ὑπογραφῆς του, νὰ ἔρχηται μετ’ ὀλί-
534γας ἡμέρας καὶ νὰ σύρηται δέσμιος ἐκ τῶν θελήσεων
535μιᾶς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂν προχω-
536ρήσητε ὀλίγον κατωτέρω εἰς ἑτέραν παράγραφον τοῦ αὐτοῦ
537ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΠΚΗʹ, θέλετε ἔτι περισσότερον ἐνι-
538σχυθῇ ἐν τῇ πεποιθήσει, τὴν ὁποίαν ἐκφράζω πρὸς ὑμᾶς.
539Ἰδοὺ τί λέγει ἡ παράγραφος γʹ τοῦ ἄρθρου τούτου (ἀνα-
540γινώσκει): «Ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ προκαλῇ τὴν ἀπό-
541λυσιν καὶ ἄνευ προτάσεως τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς,
542ἂν ἀποδεδειγμένως φανῇ ὁ διδάσκαλος διάγων ἐπιμέμπτως,
543ἢ παραβαίνων τὰ κείμενα τῆς διδασκαλίας ἢ αἰτίᾳ δημοσίας
544τάξεως». Καὶ εὐλόγως· διότι ἦτο δυνατόν ποτε, εἴτε νό-
545μος, εἴτε διάταγμα, νὰ ὑποτάσσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκ-
546παιδεύσεως ὑπὸ συνθήκας περιοριστικὰς, αἰρούσας καὶ μη-
547δενιζούσας τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ; Ἂν λοιπὸν ἔχῃ τὸ δι-
548καίωμα ὁ Ὑπουργὸς ἄνευ προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς νὰ
549ἀπολύῃ τοὺς καθηγητὰς τοῦ ἐν Ἀμφίσσῃ Γυμνασίου, δὲν
550ἠδυνάμην λοιπὸν νὰ διορίσω τοὺς προταθέντας καὶ μετ’ ὀλί-
551γας ἡμέρας νὰ τοὺς ἀπολύσω, διότι κατὰ τὴν κρίσιν
552μου ἦσαν ἀπολυτέοι; Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ ἐξηγήσω, πῶς
553ἐθεώρησαν οἱ συνάδελφοι, ὅτι εὗρον ἐν τῇ πράξει μου στοι-
554χεῖα παραβάσεως νόμου. Ἀλλ’ οὗτοι ἐξηκολούθησαν τὸ
555σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ πολιτικὸς ἀρχηγός των προχθὲς διε-
556τύπωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς
557Ἀντιπολιτεύσεως διεμαρτύρετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
558λέγων: «διατί ἀπελύσατε τὸν ὑπάλληλον τοῦτον; διατί
559ἐπαύσατε τὸν ἄλλον; ἔπρεπε νὰ κρατήσητε αὐτοὺς ἐν τῇ
560ὑπηρεσίᾳ, ἵνα οὕτως ἐγὼ διοικῶ καὶ ὑμῶν κυβερνώντων!»
561Ἐκ τῶν αὐτῶν ἰδεῶν προαχθέντες, φαίνεται, οἱ ἀξιότιμοι
562συνάδελφοι μοὶ λέγουν· «διατί δὲν διορίζεις καθηγητὰς, οὓς
563ἡμεῖς σοῦ προτείνομεν;» Καὶ ἐκπλήσσονται οἱ συνάδελφοι,
564διότι δὲν εἰσακούω τῆς ἐπιθυμίας των! Αὐτὸν δὲ καὶ μόνον
565τὸν λόγον εὑρίσκω τῆς ἐκπλήξεως, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν
566οἱ δύο συνάδελφοι. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ
567ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν. Ὑποθέτω ὅτι οἱ
568ἀξιότιμοι συνάδελφοι θὰ ἠσθάνθησαν ἤδη, ὅτι δὲν εἶναι δυ-
569νατόν ποτε ὁ νόμος ΠΚΗʹ νὰ ἐπέβαλε τῷ Ὑπουργῷ τῆς
570Ἐκπαιδεύσεως περιορισμὸν τοσοῦτον τῆς ἐξουσίας του, ὁ
571ὁποῖος ἦτο ἱκανὸς νὰ μηδενίσῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, καὶ
572νὰ τὸν καταστήσῃ ἐμπαιγμὸν τῶν ἀπολυομένων ὑπαλλήλων.
573§16ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
574παιδεύσεως εἶχε δίκαιον νὰ μεταπίπτῃ ἀπὸ ἐκπλήξεως εἰς
575ἔκπληξιν, διότι ὁμολογουμένως εὑρέθη εἰς λίαν στενόχωρον
576καὶ ἀμήχανον θέσιν, προσπαθήσας νὰ δικαιολογήσῃ τὴν
577πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐνεκαλέσαμεν αὐτὸν ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιό-
578τιμος συνάδελφός μου ἐκ Ζακύνθου. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουρ-
579γὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐδικαιολόγησαν
580τὴν πρᾶξίν του, ἀλλ’ ἀπετέλουν παράπονον κατὰ τῶν δια-
581τάξεων τοῦ νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο. Ὁ κ. Ὑπουρ-
582γὸς εἶπε: «πῶς! θέλετε νὰ μηδενίσητε τὴν ἐξουσίαν τοῦ
583Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
584δεύσεως; πῶς! θέλετε νὰ μὴ ἀφήσητε εἰς αὐτὸν ἀπόλυτον
585τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς καθηγητάς;»
586Βεβαίως τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἐνασκεῖ ὁ Ὑπουργὸς καθ’
587ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους καθηγητὰς, τοὺς ἄλλους διδασκά-
588λους τῶν ἄλλων Σχολαρχείων ἢ καὶ Γυμνασίων, ἀλλ’ ἐν-
589ταῦθα ὁ νομοθέτης εἶχε βεβαίως λόγον, διὰ νὰ ὑποβάλῃ
590τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς ὃν ὑπέβαλεν αὐτὸν
591περιορισμόν· ἄλλως θὰ ἦτο ἐντελῶς περιττὴ καὶ ἄσκοπος
592ἡ ἔκφρασις, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται ὁ νόμος· διότι, ἐὰν
593τῷ ὄντι ἡ ἔκφρασις τοῦ νόμου, ὅτι τότε καὶ μόνον δικαιοῦ-
594ται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν
595τῆς ἐπιτροπῆς, ὅταν ἔχῃ λόγους ἐκ τοῦ νόμου ἀποῤῥέοντας,
596ἐὰν, λέγω, αὐτὴ ἡ ἔκφρασις δὲν ἐσήμαινε τίποτε, πρὸς τί νὰ
597τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ; Ὁ νομοθέτης τοῦ 1881 ἐνόει, καὶ οὕτως
598ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε, ὅτι τότε καὶ μόνον δύναται ὁ
599Ὑπουργὸς νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀποδοχὴν προτάσεως περὶ διορισμοῦ
600καθηγητῶν, ὅταν οἱ προτεινόμενοι καθηγηταὶ δὲν ἔχωσι τὰ
601ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, ὅταν περιέπεσαν εἰς
602πράξεις ἐγκληματικὰς, ἀποκλειούσας αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ
603ὑπηρετήσωσιν εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν
604ἔδωκαν οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ εἰς τὸν νόμον ἐπὶ 10 ὅλα ἔτη.
605Ὅτι δὲ αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου, ἀποδεικνύεται
606καὶ ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς προτάσεως τῆς ἐφορευτικῆς
607ἐπιτροπῆς, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἄρχεται ἐκ τούτου, ὅτι «οἱ
608»προτεινόμενοι ὑφ’ ἡμῶν καθηγηταὶ ἔχουσι τὰ ὑπὸ τοῦ νό-
609»μου ἀπαιτούμενα προσόντα». Ἐὰν ὁ νόμος τοῦ 1881 ἐνόει
610ν’ ἀφήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τὴν ἄσκησιν τῶν
611αὐτῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀσκεῖ ὡς πρὸς τοὺς καθη-
612γητὰς τῶν ἄλλων Γυμνασίων, δὲν ἦτο τὸ παράπαν ἀναγ-
613καῖον νὰ ἀναφέρῃ ὅσα ἀνέφερεν, ὅτι δηλ. τότε μόνον δύνα-
614ται νὰ ἀρνηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως
615τῆς ἐπιτροπῆς, ὅταν οἱ ὑπ’ αὐτῆς προτεινόμενοι καθη-
616γηταὶ δὲν ἔχωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα.
617Ἀλλ’ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρεκτραπῇ τοῦ θέ-
618ματος, καὶ νὰ προβάλῃ αἰτίασιν κατὰ τῶν προκατόχων του
619Ὑπουργῶν, καὶ νὰ μνησθῇ Β. διατάγματος, ἀνακαλέσαν-
620τος ἕτερον διάταγμα, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1885 ἐκδο-
621θὲν, εἶχε δὲ ἀκριβῶς καὶ τὴν ἐπιφύλαξιν, ἵνα μὴ εἴπω
622τὴν πονηρίαν, ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος,
623δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀνεκλήθη τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, νὰ μὴ
624τὸ ἀναγνώσῃ πλῆρες· διότι βεβαίως ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ
625παύει τοὺς ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τῶν νόμων προβλε-
626πομένων ἐξαιρέσεων· βεβαίως τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ἐκ-
627δοθὲν τὸ 1885, εἶχε διάταξιν νομοθετικὴν, καὶ ἦτο φυσικὸν
628εἰς τὸν διάδοχον Ὑπουργὸν νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ διάταγμα
629ἐκεῖνο. Ἀκριβῶς δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑφίσταται ἐξαίρε-
630σις ἐξ ἐκείνων, περὶ ὧν προενόησεν ἡ τοῦ Συντάγματος διά-
631ταξις, διότι νόμος ἐν ἰσχύϊ ὁρίζει, ὅτι ἐν τοιαύτῃ καὶ μόνῃ
632περιπτώσει, ἤτοι ὅταν ὑπάρχωσι λόγοι ἐκ τῶν νόμων ἀποῤ-
633ῥέοντες, δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μὴ
634δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
635Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἶχε λόγους ὑπηρεσια-
636κοὺς, ὧν ἕνεκα προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν καθηγητῶν,
637περὶ ὧν πρόκειται. Μέχρι τοῦδε ἐγινώσκομεν, ὅτι οἱ ὑπηρε-
638σιακοὶ λόγοι μεταβιβάζονται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐκ-
639κλησιαστικῶν δι’ ἐγγράφων τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, ἀλλ’
640ἐν τῷ φακέλλῳ, περὶ οὗ γίνεται λόγος, οὐδὲν τοιοῦτον ἔγ-
641γραφον ὑπάρχει. Δὲν ἐπικαλοῦμαι μόνον τὸ ἐπιχείρημα, τὸ
642ὁποῖον ἐπεκαλέσθην καὶ πρότερον, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχον λόγοι,
643ἤθελον ἀναφερθῆ εἰς τὸ Β. διάταγμα, ἀλλ’ ἐπιμένω εἰς
644τοῦτο, ὅτι οὐδεὶς λόγος ἀποῤῥέων ἐκ τῶν νόμων ὑπάρχει,
645οὐδὲ ἔγγραφόν τι κατὰ τῶν καθηγητῶν, περὶ ὧν ὁ λόγος·
646ἂν τοιοῦτον ὑπῆρχε, ἤθελεν ἐγκλεισθῆ εἰς τὸν κατατεθέντα
647ἐν τῇ Βουλῇ φάκελλον. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκῃ ἡ
648Βουλὴ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐκτελεστικὴ τοῦ Γιαγτζείου
649κληροδοτήματος πᾶν ἄλλο εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἢ λόγον πολι-
650τικὸν, ἢ λόγον ἀναφερόμενον εἰς τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ὑπουρ-
651γοῦ, ὅταν ἐπρότεινε τὸν διορισμὸν τῶν δύο καθηγητῶν,
652περὶ ὧν γίνεται λόγος. Εἶχον κενωθῆ δύο θέσεις καθηγητῶν
653ἡ ἐπιτροπὴ συνειθίζει διὰ τῶν ἐν Ἀθήναις γνωρίμων καὶ
654συμπολιτῶν, τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ γράμματα, ἰδίως
655δὲ διὰ δύο διακεκριμένων φιλολόγων συμπολιτῶν της, νὰ
656λαμβάνῃ πληροφορίας περὶ τῶν καταλληλοτέρων καθηγη-
657τῶν· παρ’ αὐτῶν τούτων ἔλαβε πληροφορίας, ὅτι οἱ καθη-
658γηταὶ, περὶ ὧν πρόκειται, ἔχουν τ’ ἀπαιτούμενα προσόντα...
659§17ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ τίνων λαμβάνει τὰς
660πληροφορίας;
661§18ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ διακεκριμένων συμπολιτῶν μας,
662ἀσχολουμένων εἰς τὰ γράμματα. Συνήθως ἡ ἐπιτροπὴ
663συμβουλεύεται τὸν κ. Κόντον, τὸν καθηγητὴν τῆς φιλο-
664λογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Παρὰ τούτου, ὡς ὑποθέτω,
665ἔλαβε τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ ὑπέβαλε τὴν πρό-
666τασιν περὶ διορισμοῦ τῶν δύο καθηγητῶν. Οἱ καθηγηταὶ
667περὶ ὧν πρόκειται, καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπι-
668τροπῆς εἶναι ἄγνωστοι. Εἰς Ἄμφισαν μεταβαίνοντες, βε-
669βαίως δὲν ἤθελον οὐδέποτε ἀναμιχθῆ εἰς πολιτικήν τινα
670ἀσχολίαν, διότι οὐδεὶς εἶχε συμφέρον ἢ λόγους νὰ ὠθήσῃ
671αὐτοὺς εἰς τοιαύτην ἐκ τοῦ καθήκοντός των παρεκτροπήν.
672Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ὑμῶν, Κύ-
673ριοι, ἐμορφώθη ἤδη ἡ πεποίθησις περὶ τῶν λόγων, ὧν ἕνεκεν
674ἠρνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τῆς
675ἐπιτροπῆς. Τὸ δὲ γεγονὸς, ὅτι καὶ τὴν προθεσμίαν τῶν 20
676ἡμερῶν ἀφῆκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐκπνεύσῃ, ἀποδεικνύει,
677ὅτι εὑρίσκετο εἰς πόλεμον πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν
678παρ’ αὐτοῦ νὰ μὴ διορίσῃ αὐτοὺς τοὺς καθηγητὰς, καίτοι
679ἐκ τοῦ νόμου ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὸν νὰ τοὺς διορίσῃ.
680§19ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
681στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀναγκάζομαι,
682Κύριοι, καὶ ἐκ τρίτου νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς διὰ βραχέων,
683ἀφοῦ οἱ ἐπερωτήσαντες συνάδελφοι θεωροῦσιν ἄξιον ἑαυτῶν
684καὶ τῆς ὑποθέσεως νὰ ἐπιμένουν. Ἐν πρώτοις δέον νὰ ἐνθυ-
685μηθῶμεν τοὺς τελευταίους λόγους, οἱ ὁποῖοι ἀντηχοῦσιν
686εἰσέτι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Εἶπον τουτέστιν οἱ κύ-
687ριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐγὼ ἐκ πολιτικῆς ἀνάγκης ἠναγκάσθην
688νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τῆς διαχειριστικῆς Ἐπιτρο-
689πῆς· νομίζω, ὅτι εἶναι αὐθαίρετος ἡ αἰτίασις αὕτη, εἶναι
690μία ἐπίνοια φαντασιώδης, καθόσον ποσῶς δὲν ἐπιέσθην ὑπὸ
691τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης, ἀλλ’ ὡς εἶπον ἤδη, θὰ ἦτο ἀνάξιον
692ἐμοῦ αὐτοῦ νὰ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν, πρὶν ἢ τοὐλάχι-
693στον παρέλθῃ πάροδός τις χρόνου ἀργίας τῶν περὶ ὧν πρό-
694κειται καθηγητῶν, ἥτις νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔκτισις πει-
695θαρχικῆς ποινῆς· θὰ ἦτο, λέγω, ἀνάξιον ἐμοῦ, ὡς Ὑπουρ-
696γοῦ, νὰ προβῶ ἀμέσως διὰ τῆς ἰδίας μου χειρὸς εἰς τὸν
697διορισμὸν καθηγητῶν, τοὺς ὁποίους ἀπέλυσα, εἰς τὸν διο-
698ρισμὸν καθηγητῶν, τοὺς ὁποίους ἠδύνατο μὲν νὰ προτείνῃ
699κατὰ τύπον μία διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ, ἐὰν μάλιστα ἐν
700ἀγνοίᾳ διετέλει αὕτη τῶν λόγων τῆς ἀπολύσεως, ἀλλὰ
701δὲν γνωρίζω, τίνες εἰσήγαγον εἰς τὴν θέλησιν αὐτῆς τῆς
702ἐπιτροπῆς τὰ πρόσωπα τὰ προτεινόμενα. Δὲν πιστεύω ποτὲ
703ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ ἐκ συμπτώσεως ἀτυχοῦς νὰ ἔῤ-
704ῥιψε τὸ βλέμμα ἀκριβῶς ἐπὶ ἐκείνων τῶν καθηγητῶν, τοὺς
705ὁποίους πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος ἢ πρὸ δύο εἶχον ἀπολύσει, διὰ
706λόγους γνωστοὺς εἰς πάντας, γνωστοὺς εἰς τὴν ἑλληνικὴν
707κοινωνίαν, ἡ ὁποία δυστυχῶς εἶναι μικρὰ, καὶ γνωρίζει πάντα
708τὰ συμβαίνοντα. Δὲν πιστεύω λοιπὸν νὰ ἦναι ὅλως διόλου
709ἀτυχὴς σύμπτωσις ἡ ἐκλογὴ τοιούτων προσώπων, προτα-
710θέντων ὑπὸ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ βεβαίως
711θεωρῶ ἄξιον νὰ ὑπερασπισθῶ ἀπόντα ἐντεῦθεν ἀξιότιμον
712ἄνδρα, τὸν κ. Κόντον, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν εἰσήγησιν ὁ ἀξιό-
713τιμος συνάδελφος κ. Σιμόπουλος ἀπέδωκε τὴν συζητουμένην
714πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἀδύνατον ὁ κ. Κόντος, ἐν
715γνώσει διατελῶν τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς ἀπελύθησαν οἱ
716καθηγηταὶ ἐκεῖνοι, εἶναι ἀδύνατον, λέγω, σεβόμενος ἑαυτὸν
717καὶ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος καὶ τὰς πράξεις τῶν προϊ-
718σταμένων του, εἶναι ἀδύνατον, ἐκ τρίτου λέγω, νὰ ἐτόλ-
719μησε νὰ κάμῃ εἰσήγησιν τοιαύτης, μὴ προσηκούσης—ἂς
720μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ εἴπω—προτάσεως, ἀποτελούσης, ἂν ὄχι
721περιύβρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ τολ-
722μηρὰν πρὸς αὐτὸ ἀνευλάβειαν· διότι τῷ ὄντι εἶναι βαρύ-
723τατον. Ἐπιτροπὴ, συνισταμένη ἔστω ἐξ ἐντίμων προσώ-
724πων,—διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου,—νὰ θελήσῃ, ὅπως
725ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἑρμηνείας ἐσφαλμένης τῶν
726νόμων, ἵνα ἀναιρέσῃ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸ τὸ Ὑπουρ-
727γεῖον ἐνήργησε, νὰ θέλῃ τουτέστι νὰ ἐπιβάλῃ διορισμὸν
728καθηγητῶν, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἔκρινεν ἀπο-
729λυτέους πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν.
730Ἀλλ’ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ἀξιότι-
731μος συνάδελφος περὶ πολιτικῆς πιέσεως, στηρίζονται ἐπὶ
732ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, ἂν ἔλαβε τοιαύτας, καὶ δὲν τὰς
733ἤντλη ἐκ τῆς ἰδίας πεποιθήσεως.
734Μετὰ τὰ λεχθέντα εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύσω, ὅτι ἀμ-
735φότεροι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, μελετῶντες ὡριμώτερον
736καὶ ἀπαθέστερον τὸ ζήτημα, μακρὰν δὲ πάσης προσωπι-
737κῆς στοργῆς καὶ συμπαθείας, εἶναι ἀδύνατον, λέγω, νὰ φαν-
738τασθῶ, ὅτι θέλουσιν ἐπιμείνει εἰς τὴν πεποίθησίν των, καθ’
739ἣν ὁ νόμος ΠΚΗʹ ἐνόησε νὰ ὑπαγάγῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς
740Ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τὴν ἐξάρτησιν τῆς διαχειριστικῆς ἐπι-
741τροπῆς τοῦ Γυμνασίου Ἀμφίσσης, ἀφοῦ τοὐναντίον ἡ δια-
742χειριστικὴ αὕτη ἐπιτροπή, καὶ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου
743καὶ κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦ διαθέτου, ὑπόκειται ἐν πᾶσιν εἰς
744τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκ-
745κλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Δὲν πι-
746στεύω δὲ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες ἦλθον ἐνταῦθα ἐν
747πλήρει πανοπλίᾳ, ἵνα ἐνεργήσωσι τὴν κατ’ ἐμοῦ τόσον ζωη-
748ρὰν ἔφοδόν των, νὰ μὴ γνωρίζωσιν, ὅτι ὑπάρχει διαθήκη
749τοῦ μακαρίτου Νικολάου Γιατζῆ, τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ
750σχολείου καὶ Γυμνασίου Ἀμφίσσης. Ἐὰν τὸ ἐλησμόνησαν,
751ὑπομιμνήσκω εἰς αὐτοὺς, ὅτι ὁ μακαρίτης Νικόλαος Για-
752τζῆς συνέταξε τὴν διαθήκην του ἐν Ἑρμουπόλει τὴν 1ην
753Μαΐου 1873, ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου Ι. Ἀθανασίου.
754Ἡ παράγραφος 9 τῆς διαθήκης ταύτης λέγει (ἀναγινώ-
755σκει): «Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἐπο-
756πτεύῃ ἐπὶ τῆς καλῆς διευθύνσεως τῶν Ἐκπαιδευτηρίων
757Ἀμφίσσης καὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας των.» Θὰ
758ἦτο ἄρα θλιβερὸν, ὁ Ὑπουργὸς, τὸν ὁποῖον οἱ νόμοι καὶ ἡ
759Πολιτεία ἔταξαν ὑπέρτατον ἐπόπτην τῆς Ἐκπαιδεύσεως,
760ὁ Ὑπουργὸς, τὸν ὁποῖον καὶ ἡ θέλησις τοῦ διαθέτου, ἐκ
761τῶν χρημάτων τοῦ ὁποίου συντηροῦνται τὰ ἐκπαιδευτή-
762ρια Ἀμφίσσης, ἔταξεν ἐπόπτην τῶν διαχειριστῶν, θὰ ἦτο
763ἀξιοθρήνητον, λέγω, αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ἱστάμενος ἐπὶ
764τῆς κορυφῆς, νὰ καταντήσῃ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν τῆς δια-
765χειριστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν μελῶν αὐτῆς. Εἶναι ἀδύνα-
766τον νὰ φαντασθῶ, ὅτι σοβαρῶς πιστεύουσιν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα
767ὑποστηρίζουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι· μᾶλλον δύναμαι
768νὰ ὑποθέσω, ὅτι προσωπικόν τι συναίσθημα, ἢ δυσάρεστον
769κατ’ ἐμοῦ, ἢ εὐμενὲς ὑπὲρ τῶν ἀπολυθέντων, τοὺς ἤγαγε,
770μὲ ὅλην τὴν ὀξύνοιάν των, νὰ ἐμπλακῶσιν εἰς τοιαύτην
771ἀτυχῆ ὑπόθεσιν, διὰ τὴν ὁποίαν, καίτοι ἐπὶ πολὺ παρε-
772σκευάσθησαν, οὐδὲν σπουδαῖον κατώρθωσαν νὰ προσαγά-
773γωσιν.
774Ἀνεκίνησεν ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ τὸ ἄρθρον
77534 τοῦ Συντάγματος, καὶ ᾐτιάσατο ἐμοῦ, ὅτι ἀτελῶς τὸ
776εἶχον ἀναγνώσει. Ἀναγινώσκω λοιπὸν ἐκ νέου τὸ σχετικὸν
777μέρος, μεγαλοφώνως μάλιστα: «Ἅρθρον 34. Ὁ Βασιλεὺς
778διορίζει καὶ παύει τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν
779ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένων ἐξαιρέσεων».
780Καὶ ὑποθέτετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐν ταῖς ἐξαιρέ-
781σεσι, τὰς ὁποίας ἡ ῥήτρα τοῦ 34 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος
782ὑπονοεῖ, περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐκ τοῦ νόμου ΠΚΗʹ, καὶ ὅτι
783ἐκ τούτου περιορίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν
784Ὑπουργῶν του, καὶ τίθεται ὑπεράνω αὐτῶν ἡ διαχειρι-
785στικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ κληροδοτήματος Γιατζῆ;
786§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἐσχέτισα μὲ τὸ διάταγμα,
787τοῦ ὁποίου ὑμεῖς ἐμνημονεύσατε, ὄχι μὲ τὴν Διαχειριστι-
788κὴν Ἐπιτροπήν.
789§21ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τότε, ἐνῷ δὲν σᾶς ὠφε-
790λεῖ, ἀφ’ ἑτέρου οὐδὲν αἴρει ἀπὸ τὴν μομφὴν, ἣν ἐξήνεγκον,
791ὅτι κατὰ τὸ 1886, μόλις καταλαβόντες τὴν ἀρχὴν, ἐσπεύ-
792σατε νὰ ἀνακαλέσητε διάταγμα, δι’ οὗ καθωρίζοντο ἐγγυή-
793σεις τινὲς ὑπὲρ τῆς μονιμότητος τῶν καθηγητῶν, διότι ἐθεω-
794ρήσατε αὐτὸ ὡς περιορίζον τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ
795Ὑπουργοῦ, σεῖς δὲ αὐτοὶ ἔρχεσθε σήμερον νὰ ὑποστηρίξητε,
796ὅτι ὁ νόμος ΠΚΗʹ ἐγένετο διὰ νὰ δεσμεύῃ εἰς τοιοῦτον
797βαθμὸν τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὥστε νὰ μηδενίσῃ ἐντε-
798λῶς τὸ δικαίωμά του ἀλλ’ ἆρά γε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864
799λέγον «ἐκτὸς τῶν ἐξαιρέσεων», εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸν νό-
800μον ΠΚΗʹ τοῦ 1881, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖσθε; Συνιστῶ
801ὑμῖν, Κύριοι, νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, διότι δὲν εἶναι
802ἄξιον ν’ ἀπασχολῇ οὔτε ὑμᾶς, οὔτε τὴν Βουλὴν, εὔχομαι δὲ
803νὰ εὐτυχήσητε καὶ ἐκλέξητε ἄλλην σοβαρωτέραν ὑπόθεσιν,
804ἐπὶ τῆς ὁποίας εὐχαρίστως θέλω συζητήσει μεθ’ ὑμῶν,
805προσερχομένου ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ μετὰ ἐπαρκεστέρας
806παρασκευῆς.
807§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ......
808§23ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ δύο λέξεων θὰ ἀπαντήσω
809εἰς τοὺς τελευταίους λόγους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
810Πρῶτον παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ τὸν ἀνησυχῇ ἡ ἔλλειψις,
811ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τὸ Γυμνάσιον Ἀμφίσσης, διότι
812ἡ διαχειριστικὴ Ἐπιτροπή, κατανοήσασα τὸ μὴ προσῆκον
813τῆς πρώτης προτάσεώς της, ἔσπευσε νὰ προτείνῃ ἑτέρους
814καθηγητὰς πρὸς πλήρωσιν τῶν ὑπαρχόντων κενῶν, καὶ ἡ
815πρότασις αὕτη γενήσεται ἀποδεκτή. Ὡς πρὸς τὴν δήλω-
816σιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι οὐχὶ
817ἐκ προσωπικῶν λόγων ὑπὲρ τῶν καθηγητῶν εἶπεν, ὅσα εἶπεν,
818ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς αὕτη τὸν καθιστᾷ ἀξιέπαινον, ὡς ἀνώτερον
819προσωπικῶν ἐλατηρίων, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως καθιστᾷ ἔτι δει-
820νοτέραν τὴν θέσιν του, ὑποστηρίξαντος σαθρὰν ὑπόθεσιν,
821ἄνευ τοὐλάχιστον προσωπικῆς ἀνασκευῆς, ἥτις ἠδύνατο νὰ
822χρησιμεύσῃ ὡς ἐλαφρυντικὴ περίστασις ἐν τῇ καταδίκῃ τῶν
823ἀνυποστάτων ἐπιχειρημάτων.
824§24ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ
825κατὰ τῆς αἰτιάσεως, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ κ. Ὑπουρ-
826γὸς, ὅτι προσωπικόν τι συναίσθημα μὲ ἄγει, ἢ ἄλλος πλά-
827γιος σκοπὸς μὲ ὤθησεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν προέ-
828βαλον· ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδένα
829ἔχω προσωπικὸν λόγον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκ-
830κλησιαστικῶν, τοὐναντίον μὲ συνδέει αἴσθημα ἀκραιφνοῦς
831πρὸς αὐτὸν ἐκτιμήσεως καὶ ὑπολήψεως, οὐδένα δὲ λόγον
832προσωπικὸν ἔχω σχετικῶς πρὸς τοὺς καθηγητὰς, περὶ ὧν
833πρόκειται, διότι οὐδένα ἐξ αὐτῶν γινώσκω· εἶχον ὅμως καὶ
834ἔχω μόνον ἕνα λόγον, τὸ ἐνδιαφέρον νὰ μὴ μένῃ τὸ Γυμνά-
835σιον Ἀμφίσσης ἠκρωτηριασμένον καὶ ἐν ἀτελεστάτῃ λει-
836τουργίᾳ, ἕνεκα τῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκ-
837παιδεύσεως, ἀποφάσεως μὴ στηριζομένης εἰς τὸν νόμον οὐδὲ
838εἰς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, οὐδὲ προκυψάσης ἐκ τῆς
839θελήσεως αὐτοῦ,—εἶμαι πεπεισμένος περὶ τούτου,—ἀλλὰ
840προελθούσης ἐξ ἀνάγκης πολιτικῆς.
841§25ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
842§26ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ἑνώσω τὴν φωνήν μου
843μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι οὐδεὶς λόγος δυσμε-
844νείας πρὸς κ. Ὑπουργὸν μὲ ἤγαγεν εἰς τὸ βῆμα, ἀλλὰ μό-
845νον ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέβη τὸν νόμον,
846καὶ παρέβη τὸν νόμον προβάλλων οὐχὶ τὸν ἀληθῆ λόγον,
847τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Εὐτυχῶς ἐν τῇ
848ῥύμῃ τοῦ λόγου ἀφῆκε νὰ διαφανῇ ἡ κρατήσασα ἰδέα ἐν τῇ
849ἐνεργείᾳ του ταύτῃ· διότι, κατηγορῶν ἡμῶν, ὅτι μιμούμεθα
850τὸ παράδειγμα τοῦ πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ μας, εἶπε: «τί ἠθέ-
851λατε; ν’ ἀφήσω, ὡς ἠξίου ἐκεῖνος, τὸν γενικὸν γραμματέα
852νὰ διοικῇ; ἤτοι νὰ διοικῇ αὐτός;» Αὐτὴ ἡ φράσις, ἐκφυγοῦ-
853σα τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων αὐτοῦ, ὑποδεικνύει καὶ ποία
854ἦτο ἡ κυρία αἰτία τῆς ἀπολύσεως τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος κα-
855θηγητῶν, ἡ διαφορὰ τοῦ πολιτικοῦ φρονήματος· καὶ εἰς τοῦτο
856εἴμεθα συμφωνότατοι.
857§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Μιχαὴλ Γρ. Μπουχλῆς, ἐκ Μεθώνης,
858δι’ ἀναφορᾶς του ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐπενόησε τρόπον, δι’ οὗ ἡ
859κινητήριος δύναμις τοῦ ἀτμοῦ ἀντικαθίσταται διὰ τῆς δυ-
860νάμεως τοῦ μοχλοῦ εἰς τὰς ἀτμοκινήτους μηχανὰς, καὶ
861ἐξαιτεῖται τὴν ἀπονομὴν αὐτῷ προνομίου ἐφευρέσεως.
862Ὁ αὐτὸς δι’ ἑτέρας ἀναφορᾶς του ἐξαιτεῖται ὅμοιον προ-
863νόμιον καὶ διὰ τὴν ἐπινόησιν σχεδίου ὑδραντλίας, ἐργαζομένης
864διὰ δύο ἐμβόλων, κινουμένων συγχρόνως δι’ ἁπλῆς κινήσεως
865καὶ δι’ ἐλαχίστης δυνάμεως, ὅπερ ὁ αὐτὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι
866ἐπενόησεν.
867Ὁ Γεώργιος Βακαλόπουλος δι’ ἀναφορᾶς του ἐξαιτεῖται,
868ὅπως αἱ σουλτανίναι σταφίδες τῶν Ἀθηνῶν φορολογῶνται
869μόνον κατὰ στρέμμα, οὐχὶ δὲ καὶ ὅταν μεταποιῶνται εἰς
870οἶνον.
871§28ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπὶ τῆς ἀνοφορᾶς ταύτης θὰ εἴπω δύο
872λέξεις. Οἱ σταφιδοκτήμονες τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς καὶ ἄλ-
873λων μερῶν, ὅπου ὑπάρχουν σταφίδες, σουλτανίναι λεγόμεναι,
874φορολογοῦνται διττῶς, ὑποχρεούμενοι νὰ πληρόνωσι φόρον
875στρεμματικὸν τῆς σταφίδος· ἐπειδὴ δὲ τὸ μέγιστον μέρος τῶν
876σταφίδων αὐτῶν μεταποιεῖται εἰς οἶνον, ἀποτίουσι καὶ φόρον
877ἐπὶ τοῦ οἴνου· ἡ δὲ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν
878γνωρίζει, ὅτι τὸ ἄδικον αὐτὸ συμβαίνει. Νομίζω ὅτι εἶναι εὐ-
879καιρία, ὅπως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λάβῃ
880ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ τὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
881γνωστά, καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οἱ
882σταφιδοκτήμονες ἢ τοῦ ἑνὸς φόρου ἢ τοῦ ἄλλου, διότι δὲν
883εἶναι δίκαιον νὰ πληρόνωσι δύο φόρους.
884§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρεπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουρ-
885γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
886§30ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν
887τῆς Παιδείας περὶ ἑνὸς καλοῦ ὑπὲρ τοῦ δήμου Βοίβης
888τῆς ἐπαρχίας μου. Ἡ Θεσσαλία δυστυχῶς ἅπασα καὶ ἰδίως
889τὸ πεδινὸν αὐτῆς μέρος ἔμεινεν ἐντελῶς ἐγκαταλελειμμένον
890ὅσον ἀφορᾷ τὴν παιδείαν, μικρὰ δὲ γωνία αὐτῆς, ἐξαιρέσει
891τοῦ Πηλίου, κειμένη κατὰ τὴν μεσημβριοανατολικὴν ἄκραν
892αὐτῆς καὶ ἀποτελοῦσα μικρόν τινα δῆμον, τὸν δῆμον Βοί-
893βης, συγκείμενον ἐκ τριῶν χωρίων, Κανάλια, Κερασιὰ καὶ
894Κάπουρνα, ἡ γωνία ἐκείνη διεκρίθη καὶ ὑπερέχει κατὰ τὰ
895γράμματα. Ὁ δῆμος οὗτος κατοικεῖται ὑπὸ 2500–3000
896κατοίκων καὶ ὑπερέχει κατὰ τὴν μάθησιν ὅλων τῶν ἄλλων
897μερῶν τῆς Θεσσαλίας, ἀποτελῶν, οὕτως εἰπεῖν, ἑστίαν μα-
898θήσεως ἐν τῇ πεδιάδι. Πολλοὶ εὐεργέται ἐκληροδότησαν
899εἰς αὐτὸν διάφορα κληροδοτήματα, δι’ ὧν συντηροῦνται
900καί τινα σχολεῖα. Ἤδη ἅπαντες οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων
901αὐτῶν, διὰ τῶν συναδέλφων μου ὅλων, ὑποβάλλουσιν ἀνα-
902φορὰν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν
903τῆς Παιδείας νὰ συστήσῃ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο δύο τάξεις τοὐ-
904λάχιστον Ἑλληνικοῦ Σχολείου. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ
905ἐγὼ ἰδιαιτέρως, μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων μου, τὸν κ.
906Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν δικαίαν αὐτῶν αἴτησιν,
907καθόσον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπὶ τουρκοκρατίας
908ἅπασα ἡ πεδιὰς τῆς Θεσσαλίας ἐστερεῖτο καθ’ ὁλοκλη-
909ρίαν παιδεύσεως καὶ μορφώσεως, καὶ πρέπει νὰ συντελέσω-
910μεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν εἰς τὴν παροχὴν τῶν μέσων τῆς ἀνα-
911πτύξεως.
912Ἐκτὸς ταύτης ἔχω καὶ ἑτέραν αἴτησιν νὰ ὑποβάλω.
913Οἱ καπνοπῶλαι τῆς πόλεως Βώλου, διὰ συντόμου ὑπο-
914μνήματός των πρὸς τὴν Βουλήν, ὑποβάλλουσι πρακτικω-
915τάτην λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ,
916δι’ ἧς καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου δὲν παραβλά-
917πτονται καί, τὸ κυριώτατον, τὰ ἔξοδα τῶν καπνεργοστα-
918σίων, ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν ὁποίων κηρύσσονται, ἐλατ-
919τοῦνται μεγάλως. Εἶναι τὸ αὐτὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
920προεκάλεσα καὶ ἐγὼ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
921Οἰκονομικῶν, ὅταν ἐζήτησε τὴν πίστωσιν τῶν 350,000
922πρὸς τὰς 650,000, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
9231890, δι’ ὧν ἀνεβιβάζετο ἡ δαπάνη τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ
924εἰς 25% ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων. Ἑπομένως πρέπει νὰ
925ληφθῇ πρόνοιά τις, καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ λύουσιν οἱ συμπο-
926λῖταί μου καπνοπῶλαι ἐν Βώλῳ· πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ ἀπο-
927δοχὴ τῆς γνώμης αὐτῶν θὰ παράσχῃ μεγάλας ὠφελείας
928εἰς τὸ Δημόσιον.
929§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπι-
930τροπὴν ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ.
931§32ΣΧΙΝΑΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ.
932§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ τυπωθῇ· θὰ σταλῇ εἰς τὴν
933ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας
934τοῦ καπνοῦ.
935§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
936Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια, τροποποιοῦντα
937ἢ συμπληροῦντα τοὺς νόμους περὶ Προξενείων. Τὰς μετα-
938βολὰς ταύτας ὑπηγόρευσεν ἡ πεῖρα, ἡ ἀποκτηθεῖσα κατὰ
939τοὺς τελευταίους χρόνους ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν προξενικῶν
940νόμων. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι κυρίως ἓν, τὸ διῄρεσα ὅμως εἰς
941δύο, φοβηθεὶς μὴ ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ τῆς συνόδου ἡ ἐξέτασις
942τοῦ ὅλου νομοσχεδίου ἤθελε παρακωλύσει τὴν ἐπιψήφισιν
943διατάξεών τινων, τὰς ὁποίας θεωρῶ κατεπειγόντως ἀναγ-
944καίας. Τὸ μὲν ἓν νομοσχέδιον, ἀποτελούμενον ἐξ 7 μόνον
945ἄρθρων, τροποποιεῖ τὰς διατάξεις περὶ παύσεως τῶν γενι-
946κῶν προξένων, προβιβάζει τινὰς θέσεις προξενικὰς εἰς
947ἀνωτέρου βαθμοῦ, καὶ αὐξάνει κατά τινας δραχμὰς τὸ
948πληρονόμενον τέλος τῶν πιστοποιητικῶν ἰθαγενείας, ὅπως
949καλυφθῇ ἡ αὔξησις, ἡ μικρὰ ἄλλως, ἥτις ἐπέρχεται ἐκ τοῦ
950προβιβασμοῦ τινων προξενικῶν θέσεων. Τὸ ἕτερον νομοσχέ-
951διον ἀφορᾷ διαφόρους διατάξεις τοῦ προξενικοῦ νόμου, τοῦ
952δευτέρου μέρους, ἤτοι τοῦ δικαστικοῦ.
953Γνωστὸν εἶναι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς γενικοὺς προξένους,
954ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν ἐν τῷ νόμῳ ἡμῶν περὶ προξενικῶν ἀρ-
955χῶν τοῦ 1877 ἐπιτρέπεται, ὅπως διορίζωνται, καίπερ μηδὲν
956ἔχοντες προσὸν, ἄνθρωποι ἢ ἀνήκοντες εἰς ἄλλας δημοσίας
957ὑπηρεσίας ἢ ἁπλοῖ πολῖται. Μολονότι ὅμως οὐδὲν προσὸν
958ἀπαιτεῖται διὰ τὸν διορισμὸν τῶν γενικῶν προξένων καὶ
959εἰς οὐδεμίαν δοκιμασίαν, ὡς οἱ ἄλλοι προξενικοὶ ὑπάλληλοι,
960ὑποβάλλονται οὗτοι, οὐδ’ ἀπαιτεῖται ὡρισμένος χρόνος θη-
961τείας πρὸς προβιβασμὸν, μ’ ὅλον τοῦτο ἐτέθησαν καὶ οὗτοι
962ὑπὸ τὰς προστατευτικὰς διατάξεις τοῦ ΧΝϚʹ νόμου περὶ
963προξενικῶν ἀρχῶν, αἵτινες εἶναι τεθειμέναι ὑπὲρ τῶν ἄλλων
964προξενικῶν ὑπαλλήλων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἀπῄτησεν ὁ νό-
965μος προσόντα, δοκιμασίαν καὶ θητείαν. Αἱ προστατευτικαὶ
966αὗται διατάξεις καθιστῶσι σχεδὸν ἰσόβιον τὸν προξενικὸν
967ὑπάλληλον, διότι αἱ περιπτώσεις τῆς παύσεως αὐτοῦ εἶναι
968τοιαῦται καὶ ὑπὸ τοιαύτας ἐγγυήσεις τεθειμέναι, ὥστε δύ-
969ναται συχνότατα νὰ συμβῇ, καὶ συμβαίνει, νὰ μὴ δύναται νὰ
970παυθῇ. Ἀληθῶς ὁ νόμος ὑποθέτει ἢ πειθαρχικὰς τιμω-
971ρίας, ἢ σωματικὴν καὶ διανοητικὴν ἀνικανότητα πλέον
972τῶν ἓξ μηνῶν, ἢ κατάργησιν θέσεως, ἢ ἄλλην τινὰ παρά-
973βασιν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευ-
974ταίαν περίπτωσιν ἀπῄτησε καὶ ἄλλας ἐγγυήσεις· ἀπῄτη-
975σεν ἔγγραφον ἀπολογίαν τοῦ παυτέου ὑπαλλήλου καὶ γνω-
976μοδότησιν μετ’ αὐτὴν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων.
977Ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὰ ἤρκεσαν· ὁ νόμος ἀπῄτησε περὶ παύσεως
978ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπῄτησεν ἀπόφα-
979σιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ᾐτιολογημένην, καὶ
980κοινοποίησιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης εἰς τὸν ἀπολυθέντα
981μετὰ τοῦ περὶ παύσεως Β. διατάγματος. Ὑπὸ τοσούτους
982καὶ τοιούτους περιορισμοὺς δὲν εἶναι ὑπερβολὴ, ἂν εἴπῃ τις,
983ὅτι οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι ἰσόβιοι. Ὁπωσδήποτε ἐξ
984αὐτῶν ἤρτηται νὰ ἦναι ἰσόβιοι, ἐκτὸς ἐὰν πάθωσι σωμα-
985τικῶς ἢ διανοητικῶς, ἢ καταργηθῇ ἡ θέσις αὐτῶν.
986Αὐτὰς ὅλας τὰς προστατευτικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας
987ἐξέθηκα, βεβαίως εἶναι συμφέρον καὶ τῆς ὑπηρεσίας νὰ
988καθιεροῖ ὁ νόμος ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τῶν προξενικῶν, ἢ
989καὶ ὑπὲρ παντὸς ἄλλου ὑπαλλήλου, ὅστις ἐπὶ τῇ βάσει
990προσόντων καὶ μετὰ δοκιμασίαν διὰ διαγωνισμοῦ καὶ πάρο-
991δον ὡρισμένου χρόνου ὑπηρεσίας πρὸς προβιβασμὸν εὑρί-
992σκεται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀναγκαῖον καὶ συμ-
993φέρον νὰ καθιερῶνται αὗται ὑπὲρ ὑπαλλήλων, οἵτινες δύ-
994ναται νὰ συμβῇ νὰ ληφθῶσιν ἢ ἐξ ἄλλων ὑπηρεσιῶν, αἱ
995ὁποῖαι οὐδὲν προσὸν καὶ οὐδεμίαν ἄλλην ἐγγύησιν ἀπῄτη-
996σαν, εἴτε νὰ ληφθῶσι μεταξὺ ἁπλῶν πολιτῶν. Καὶ ὅμως ὁ
997προξενικὸς νόμος καθιεροῖ ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν γενικῶν προξέ-
998νων. Αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν γενικῶν προξένων τὸ
999ἓν τῶν νομοσχεδίων ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ ζητεῖ νὰ μεταβάλῃ,
1000καθιεροῦν τὴν ἀρχὴν, ὅτι μόνον οἱ γενικοὶ πρόξενοι, οἱ κατὰ
1001τὸν νόμον περὶ προξενικῶν ἀρχῶν τοῦ 1877 μετὰ τὴν 1ην
1002Ὀκτωβρίου 1882 ἢ πρὸ αὐτῆς δυνάμει προσόντων καὶ δια-
1003γωνισμοῦ κατὰ τὸν νόμον ΧΝΖʹ τοῦ 1877 εἰσελθόντες εἰς
1004τὴν ὑπηρεσίαν, ἀπολαύουσι τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ ΧΝϚʹ
1005νόμου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς παύσεις. Τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μὴ
1006παύωνται κατὰ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐνῷ
1007εἰσέρχονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὴν διακριτικὴν ἐξου-
1008σίαν αὐτοῦ, εἶναι ἀνωμαλία, καὶ τόσον μεγαλειτέρα ἀνω-
1009μαλία, ὅσον ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ νομοθέτης τοῦ περὶ προξενι-
1010κῶν ἀρχῶν νόμου τοῦ 1877 ἐποιήσατο ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τὰ
1011προσόντα καὶ τὴν δοκιμασίαν διὰ τοὺς γενικοὺς προξένους,
1012ἦτο, ὅτι οἱ γενικοὶ πρόξενοι εἶναι δῆθεν πρόσωπα ἐμπιστο-
1013σύνης τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ τότε συνεπὲς θὰ ἦτο καὶ νὰ
1014παύωνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἅμα δὲν ἀπολαύωσι τῆς ἐμ-
1015πιστοσύνης αὐτοῦ.
1016Ἐξαίρεσις γίνεται ὑπὲρ τῶν εἰσελθόντων μετὰ τὸν νόμον
1017περὶ προσόντων τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων τοῦ 1877.
1018Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ πρὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1882 εἰσῆλθόν
1019τινες δυνάμει προσόντων τινῶν, γίνεται καὶ ὑπὲρ αὐτῶν
1020ἐξαίρεσις. Ἐπιτρέπεται ἡ ἐπέκτασις αὕτη τῶν προστατευ-
1021τικῶν αὐτῶν διατάξεων καὶ εἰς αὐτοὺς, διότι καὶ οὗτοι,
1022εἰσελθόντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μετὰ δοκιμασίαν, καὶ παρασχόν-
1023τες τὴν ἀπόδειξιν ἢ τὴν πρόληψιν, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς
1024γνώμης τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶναι ἱκανοὶ, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὴν
1025ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἀναθέτει αὐτοῖς ἡ πολιτεία, δικαιοῦν-
1026ται εἰς ἰδιαιτέραν τινὰ προστασίαν. Πάντες ὅμως οἱ ἄλλοι
1027γενικοὶ πρόξενοι δὲν εἶναι δίκαιον οὐδὲ συμφέρον νὰ ἐξο-
1028μοιῶνται πρὸς αὐτούς, καὶ νὰ προστατεύωνται ἐκ τῶν δια-
1029τάξεων ἐκείνων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ προστατευτικαὶ αὗται
1030διατάξεις κατὰ τῶν αὐτοβούλων παύσεων τῶν Ὑπουργῶν
1031ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν προξένων· ἀλλ’ ἐκεῖ κρίνεται ὡς
1032ἀνάγκη· διότι, μὴ ἐπιτρέποντος τοῦ νόμου, ὅπως λαμβά-
1033νωνται καὶ εἰσάγωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἄνδρες ἄνευ προ-
1034σόντων καὶ δοκιμασίας, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ πληρῶνται αἱ
1035θέσεις τῶν προξένων ἐν περιπτώσει κενώσεως θέσεώς τινος.
1036Τὴν ἀνάγκην ὅμως αὐτὴν δὲν δέχεται τὸ νομοσχέδιον, ὅτι
1037πρέπει νὰ καθιερώσωμεν καὶ ἐπὶ τῶν γενικῶν προξένων.
1038Ἑτέρα διάταξις τοῦ νομοσχεδίου προβιβάζει τινὰ Προξε-
1039νεῖα εἰς Γενικὰ Προξενεῖα. Ἐκρίθη π. χ. ὅτι τὸ τῆς Ἱερου-
1040σαλήμ πρέπει νὰ προβιβασθῇ εἰς Γενικὸν Προξενεῖον. Ἡ
1041Ἱερουσαλὴμ εἶναι ἕδρα ὀρθοδόξου Πατριάρχου, καὶ μεγάλα
1042θρησκευτικὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου πολλάκις
1043διεξάγονται ἐκεῖ. Ἐπίσης τὸ τῆς Σκόδρας Προξενεῖον, ὅπερ
1044κατέστη ἓν τῶν σπουδαίων πολιτικῶν κέντρων ἐν Ἀλβανίᾳ
1045ἐκ μέρους διαφόρων ἄλλων Κρατῶν, ὡς καὶ τὸ τῆς Ἀδρια-
1046νουπόλεως, ὅπερ μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Βουλγαρίας καὶ
1047τὴν προσάρτησιν σχεδὸν τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας κατέστη
1048σήμερον εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη τὸ σπουδαιότερον πολιτικὸν κέν-
1049τρον, εὔλογον εἶναι νὰ προβιβασθῶσιν εἰς Γεν. Προξενεῖα.
1050Ἄλλα τινὰ Προξενεῖα, ἐπίσης ἐκ λόγων ὑπηρεσίας, προβι-
1051βάζονται εἰς ἀνωτέρας τάξεις. Ἐκ τούτου θὰ προέλθῃ βε-
1052βαίως μικρά τις αὔξησις δαπάνης. Ταύτην ὅμως δυνάμεθα
1053νὰ καλύψωμεν δι’ ἐλαχίστης αὐξήσεως τοῦ τέλους, ὅπερ
1054καταβάλλεται ἐν Ρουμανίᾳ καὶ Ρωσσίᾳ διὰ τὰ πιστοποιη-
1055τικὰ τῆς ἰθαγενείας· ἤτοι δι’ αὐξήσεως αὐτοῦ ἀπὸ δραχ.
10562,20 εἰς δραχμὰς 8, ὁποῖον εἶναι τὸ τέλος τῶν διαμονη-
1057τηρίων, θὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαι-
1058τούμενον ὄχι μόνον νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας, ἀλλὰ καὶ νὰ
1059ἀφήσῃ περίσσευμα.
1060Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, εἰς οὐδεμίαν εἰσέρχομαι ἀνάπτυξιν,
1061διότι ἀφορᾷ ἰδίως τὸ δικαστικὸν μέρος τοῦ προξενικοῦ νόμου.
1062Καταθέτω λοιπὸν τὰ νομοσχέδια μετὰ τῶν ἐκθέσεων.
1063§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
1064Παράρτημα, ἀριθ. 239–240).
1065§36ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μίαν ἐπερώτησιν θ’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν
1066κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ ζητήματος, κατ’ ἐμὲ,
1067σπουδαίου, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν καθυστερούντων
1068ἐπιστράτων τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1880 καὶ 1881. Ὡς εἶναι
1069γνωστὸν εἰς τοὺς πλείστους ἴσως ἐξ ὑμῶν, ὁ πρῶτος νόμος,
1070ὁ εἰσαγαγὼν τὴν καθολικὴν στρατολογίαν, ἐπέβαλε ποινὴν
1071εἰς τοὺς καθυστεροῦντας κληρωτοὺς καὶ ἐπιστράτους, ποινὴν
1072φυλακίσεως. Ὅταν ἐπῆλθεν ἡ πρώτη ἐπιστρατεία κατὰ τὸ
10731880 καὶ οἱ καθυστεροῦντες ἦσαν πλεῖστοι ὅσοι, μετὰ δὲ
1074τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατείας ἤρξατο νὰ γίνεται καταδίωξις
1075κατὰ τῶν καθυστερούντων, ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἀπέναντι
1076ἀριθμοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ἐπήρκουν βεβαίως αἱ φυ-
1077λακαὶ τοῦ Κράτους. Τότε ἐδέησε νὰ εἰσαχθῇ καὶ ψηφισθῆ
1078ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰδικὸς νόμος, ὅστις ἐπέβαλεν εἰς τοὺς κα-
1079θυστεροῦντας ἐπιστράτους πρόσθετον ὑπηρεσίαν 6 μηνῶν,
1080ἣν ὤφειλον νὰ διανύσωσιν ἐν τῷ πεζικῷ. Ἀλλὰ κατόπιν
1081μεταγενέστερος νόμος, τροποποιήσας τὸν ἀρχικὸν νόμον τοῦ
10821878 περὶ στρατολογίας, ὥρισεν ἄλλως τὰ τῶν ποινῶν, τῶν
1083ἐπιβεβλημένων εἰς τοὺς καθυστεροῦντας ἐπιστράτους ἐν γέ-
1084νει, ὥρισε δηλαδὴ διαβάθμισιν, ἀναλόγως τῆς προθεσμίας,
1085καθ’ ἣν προσέρχονται· ὁ ἀνώτατος δὲ ὅρος τῆς ποινῆς ἦτο
1086ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσία ἐν τῷ στρατῷ. Ὁ νόμος οὗτος ἴσχυσε
1087μέχρι τοῦ ἔτους 1887, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νῦν ἰσχύων νόμος
1088περὶ στρατολογίας· ἀλλὰ, ὡς ἦτο καὶ φυσικὸν, ὁ νόμος οὗ-
1089τος, ὁ νεώτερος, περὶ στρατολογίας διὰ τοῦ τελευταίου
1090ἄρθρου αὐτοῦ κατήργησεν ὅλους τοὺς προεκδοθέντας νόμους
1091περὶ στρατολογίας, καὶ δὲν περιωρίσθη νὰ καταργήσῃ αὐτοὺς
1092διὰ γενικῆς διατάξεως, ὡς συνήθως γίνεται ἐν τοῖς νόμοις,
1093ἀλλ’ ὀνομαστὶ διὰ τῶν ψηφίων καὶ τῆς ἡμερομηνίας ἑκά-
1094στου. Ὁ νόμος οὗτος λοιπὸν, ὁ τελευταῖος, κατήργησε καὶ
1095τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν τροποποιητικὸν τοῦ ἀρχικοῦ νόμου
1096περὶ στρατολογίας, συνεπῶς κατήργησε καὶ τὴν διάταξιν,
1097τὴν προβλέψασαν περὶ τῆς ποινῆς, τῆς ἐπιβεβλημένης εἰς
1098τοὺς καθυστεροῦντας ἐπιστράτους· δὲν κατήργησεν ὅμως ὁ
1099νόμος οὗτος, ἀλλ’ ἀφῆκεν ἐν ἰσχύϊ τὸν εἰδικῶς προβλέψαντα
1100περὶ τῶν καθυστερούντων ἐπιστράτων τῆς πρώτης ἐπιστρα-
1101τείας, ὅστις, ὡς προεῖπον, ἐπιβάλλει ποινὴν ἑξάμηνον πραγ-
1102ματικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ πεζικῷ. Ἐν τούτοις τὸ Ὑπουρ-
1103γεῖον, ἀκολουθοῦν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ὑπηρεσίας τὴν ῥουτί-
1104ναν, ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον ἔτι τοὺς ἐπιστράτους τοὺς
1105προσερχομένους, εἴτε τοὺς συλλαμβανομένους, τοὺς ὑπέχον-
1106τας ὑποχρεώσεις ἐπιστράτου τοῦ ἔτους 1881, νὰ τοὺς κατα-
1107τάσσῃ εἰς τὸν στρατὸν μὲ ἐνιαύσιον ὑπηρεσίαν, ἐφαρμόζον
1108νόμον, ποινικὸν μάλιστα,—διότι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ποι-
1109νικὴ,—μὴ ἰσχύοντα καὶ μὴ ὑπάρχοντα, κατηργημένον.
1110Ἡ ἐπερώτησίς μου λοιπὸν ἀφορᾷ εἰς τοῦτο τὸ θέμα.
1111Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν
1112περὶ τῶν κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, κατὰ
1113τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ προσαγάγῃ
1114εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ λάβω τὸν λόγον, καθόσον νομίζω, ὅτι
1115ἡ ἐφαρμογὴ νόμου κατηργημένου βεβαίως ἀντίκειται εἰς
1116πᾶσαν ἰδέαν δικαιοσύνης.
1117Καταθέτω ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησίν μου.
1118Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
1119νὰ ἐνθυμηθῇ ἐπερώτησιν, γενομένην παρὰ συναδέλφου μου,
1120ἀπόντος νῦν, τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ κ. Ἀργασάρη
1121Λομβάρδου, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 18ης Φεβρουαρίου,
1122σχετικῶς πρὸς τὴν σύστασιν δύο φαρμακείων ἐν Ζακύνθῳ.
1123§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
1124τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὴν συνεδρίασιν
1125τῆς 20 Φεβρουαρίου εἷς τῶν συναδέλφων κυρίων Βουλευτῶν
1126ἐζήτησε νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐν Ἄρτῃ ἐνω-
1127κιάσθη οἰκία, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς στρατὼν τῆς χωροφυλακῆς,
1128καὶ ἐὰν τὸ ἐνοίκιον συνεφωνήθη νὰ πληρόνηται ὑπὸ τοῦ Δη-
1129μοσίου. Ἐζήτησα ἐν τοῖς ἀρχείοις τὰ περὶ τούτου σχετικὰ
1130ἔγγραφα, καὶ συνήγαγον ἐξ αὐτῶν, ὅτι ἀληθῶς κατὰ τὴν
11311ην Μαρτίου 1883 τὸ πρῶτον ἐνῳκιάσθη ἀντὶ δραχμῶν
1132130 κατὰ μῆνα οἰκία ἐν Ἄρτῃ διὰ δύο ἔτη, ἵνα χρησι-
1133μεύσῃ ὡς στρατὼν τῆς χωροφυλακῆς. Τὸ περὶ τῆς ἐνοικιά-
1134σεως ταύτης συμβόλαιον ἔχω μετὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα
1135συνέλεξα, βεβαιοῦν τὴν συμφωνίαν ταύτην. Ἀλλὰ τὴν 8ην
1136Ἀπριλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1883 ἐνῳκιάσθη καὶ ἑτέρα οἰκία
1137ἐν Ἄρτῃ ἀντὶ δραχμῶν 75, ἵνα καὶ αὕτη χρησιμεύσῃ ὡς
1138στρατὼν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ αὕτη δὲ ἐνῳκιάσθη διὰ δύο
1139ἔτη. Οὕτω λοιπὸν ἐνῳκιάσθησαν δύο οἰκίαι, ἑκατέρα τῶν
1140ὁποίων εἶχεν ἐνοικιασθῆ ἐπὶ δύο ἔτη, ἡ μὲν ἐπὶ μισθώματι
1141δραχμῶν 130, ἡ δὲ ἐπὶ μισθώματι δραχμῶν 75, τὸ ὅλον
1142ἐπὶ μισθώματι δραχμῶν 205. Ἀλλ’ ὅταν ἔληξεν ἡ διετὴς
1143ἐνοικίασις, ἐνῳκιάσθησαν αἱ δύο αὗται οἰκίαι οὐχὶ ἀντὶ δραχ-
1144μῶν 205, ἀλλ’ ἀντὶ δραχμῶν 230, διὰ τὴν αὐτὴν ἀνάγκην
1145καὶ ἐπὶ πενταετίαν. Τὸ συμβόλαιον περὶ τῆς μισθώσεως τῆς
1146δευτέρας καταθέτω ὡσαύτως ἐνταῦθα, ὑπὸ στοιχεῖον Β, ὡς
1147καὶ τὸ συμβόλαιον, δι’ οὗ ἐνῳκιάσθη ἐπὶ πενταετίαν, λη-
1148ξάσης τῆς πρώτης ἐνοικιάσεως.
1149§38ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν φέρει
1150τὸ δεύτερον συμβόλαιον;
1151§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἐπὶ πενταετίαν φέρει χρονολογίαν
11529 Ἀπριλίου 1884. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔληξεν ἡ πενταετία αὕτη,
1153συνεφωνήθη πάλιν νὰ ἐνοικιασθῶσιν αἱ οἰκίαι αὗται ἐπὶ τῷ
1154αὐτῷ μισθώματι τῶν δραχμῶν 230 καὶ ἐπὶ τὴν ἄλλην νέαν
1155πενταετίαν, ἑπομένως ἡ ἐνοικίασις θέλει λήξει κατὰ τὸ 1894.
1156Τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα καταθέτω.
1157§40ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τίνος εἶναι ἡ οἰκία, κύριε Πρόεδρε;
1158§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ κ. Κομπότη.
1159§42ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι εἴπετε ἐν Ἄργει.
1160§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἕτερος συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας μὲ
1161ἐπηρώτησεν, ἵνα ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῆς
1162ἀξίας τῶν παρεχομένων καττυμάτων διὰ τὰ διὰ τὴν χρῆσιν
1163τοῦ στρατοῦ ὑποδήματα, καὶ ἰδίως περὶ τῆς ἀξίας ἑκάστου
1164ζεύγους. Ἐξέφρασε δὲ τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα αἱ δοθησόμεναι
1165πληροφορίαι ἀνάγωνται εἰς τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, καὶ ἐζή-
1166τησε νὰ κομίσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ 5 ἢ 6 ζεύγη ἐκ τῶν
1167ἀρβυλῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις
1168ἔκρινεν ὡς ἀχρήστους, προβᾶσα ἕνεκα τούτου εἰς ἀγορὰν
1169νέων.
1170Τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ
1171σπεύδω νὰ ἐκτελέσω, κατατιθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν σημειώ-
1172σεις, τὰς ὁποίας ἐπορίσθην ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ ἀρχείου,
1173καὶ πίνακα περιέχοντα ἀριθμούς. Κατὰ τὰς σημειώσεις ταύ-
1174τας, ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐπρομηθεύθη ζεύγη καττυ-
1175μάτων, ὡς ὀνομάζουσι τὸ μέρος αὐτὸ τῶν ἀρβυλῶν, ἄνευ
1176διαγωνισμοῦ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει μόνον διαταγῆς τοῦ ἐπὶ τῶν
1177Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, τὰ ἑξῆς ποσά. Ἀπὸ τοῦ μηνὸς
1178Ἰουνίου 1886 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους τούτου ζεύγη 16,362
1179πρὸς λεπτὰ 87 καὶ ¾ τοῦ λεπτοῦ κατὰ ζεῦγος. Οὕτως
1180ἐπληρώθησαν δραχμαὶ 14,304 καὶ 53/00, ἀλλὰ δι’ ἐξ ἐν-
1181ταλμάτων, ὧν ἕκαστον ἐξεδόθη διὰ δραχμὰς 830, δι’ ἀγο-
1182ρὰν πάτων πρὸς τὸν ἐργολάβον Βουτσαρᾶν. Κατὰ τὸ 1887
1183ἐπρομηθεύθη ζεύγη 29,000 πρὸς λεπτὰ 83, πρὸς πληρωμὴν
1184τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν 29 ἐντάλματα, ἐκ δραχμῶν 830
1185ἕκαστον, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ ἐργολάβου Βουτσαρᾶ. Κατὰ
1186τὸ 1888 ἐπρομηθεύθη 50,000 ζεύγη πάτων πρὸς λεπτὰ
118783, πρὸς πληρωμὴν δὲ τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν ἐξεδόθησαν 50
1188ἐντάλματα, ἐκ δραχμῶν 830 ἕκαστον, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐ-
1189τοῦ ἐργολάβου Βουτσαρᾶ. Κατὰ τὸ 1889 ἠγοράσθησαν
119029,000 ζεύγη πρὸς λεπτὰ 83, καὶ πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἀντι-
1191τίμου ἐξεδόθησαν 25 ἐντάλματα, ἐκ δραχμῶν 830 ἕκαστον,
1192ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ ἐργολάβου Βουτσαρᾶ. Κατὰ τὸ 1890
1193ἐγένετο δημοπρασία καὶ ἠγοράσθησαν διὰ δημοπρασίας
119420,000 ζεύγη, πρὸς λεπτὰ ὅμως οὐχὶ 83 ἢ 87 καὶ ¾,
1195ἀλλὰ πρὸς λεπτὰ 94, παρὰ τοῦ αὐτοῦ ἐργολάβου Βουτσαρᾶ.
1196Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς χθές, γενομένου λόγου περὶ
1197τῆς Κωπαΐδος, ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ, ἵνα καταθέσω εἰς τὴν
1198Βουλὴν τὸ ἔγγραφον, τὸ περιέχον τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας
1199εἶχον δώσει εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ ἀποσπάσματος, τοῦ ἀπο-
1200σταλέντος ἐκεῖσε. Κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐσχηματίσθη
1201τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν τοῖς πράγμασι, μοὶ ἐδό-
1202θησαν ἀναφοραὶ περὶ Κωπαΐδος ὑπὸ τῶν ἐκτελούντων τὴν
1203ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῶν κ.
1204Μπογιατζόγλου, τοῦ πρώην συναδέλφου ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ.
1205Ὁ κ. Μπογιατζόγλους δι’ ἀναφορᾶς του ἐδήλωσεν, ὅτι οἱ
1206περίοικοι ἐπιτίθενται κατὰ τῶν ἐργατῶν καὶ κατὰ τῶν ἀντι-
1207προσώπων τῆς ἑταιρίας, ζητοῦντες ν’ ἀφαιρέσωσι τὴν κα-
1208τοχὴν γαιῶν, αἵτινες τελοῦσιν ὑπὸ τὴν κατοχὴν τοῦ ἀντι-
1209προσώπου τῆς ἑταιρίας, καὶ πειρώμενοι ν’ ἀφαιρέσωσι προϊ-
1210όντα, ἐκ τῶν γαιῶν τούτων συγκομισθέντα, ἀνήκοντα δὲ εἰς
1211τὴν ἑταιρίαν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν πρώτην ἀναφορὰν, διὰ τῆς
1212ὁποίας μοὶ ἀνεκοίνωσαν ταῦτα καὶ ἐζήτουν παρὰ τῆς Κυ-
1213βερνήσεως ν’ ἀποκρούσῃ τὰς ἐπιθέσεις τῶν χωρικῶν καὶ νὰ
1214συνδράμῃ τὴν ἑταιρίαν, ἵνα ἀνακτήσῃ τὰ προϊόντα, τὰ
1215ὁποῖα οἱ χωρικοὶ εἶχον ἀφαιρέσει ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους
1216αὐτῆς, ὑπέβαλον δευτέραν, δι’ ἧς μοὶ ἀνήγγειλαν, ὅτι ἐγέ-
1217νετο συμπλοκὴ ἐκεῖ, καὶ ὅτι κατὰ τὴν συμπλοκὴν ἐφονεύθη
1218εἷς, παρέστησαν δὲ τὴν ἀνάγκην νὰ ληφθῶσι μέτρα. Συνε-
1219πείᾳ τῶν αἰτήσεων τούτων ἀπηύθυνα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν
1220τῶν Στρατιωτικῶν τὸ ἑξῆς ὑπ’ ἀριθ. 20,868 ἀπὸ 12 Νοεμ-
1221βρίου ἐ. ἔ. ἔγγραφον (ἀναγινώσκει):
1222«Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς διαβιβάσω συνημμένως τὰς
1223ὑπὸ χθεσινὴν ἡμερομηνίαν δύο ἀναφορὰς τοῦ ἐνεργοῦντος ἐν
1224ὀνόματι τῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας τῆς λίμνης Κωπαΐδος κ.
1225Μπογιατζόγλου, ἵνα εὐαρεστηθῆτε νὰ λάβητε γνῶσιν τῶν
1226δι’ αὐτῶν καταγγελθεισῶν μοι πράξεων· παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς
1227νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ διατάξητε, ἵνα μεταβῇ ὡς τάχιστα ἐπὶ
1228τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἐφ’ οὗ συνέβησαν αἱ καταγγελθεῖσαι πρά-
1229ξεις, στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα δυνάμεως ἀρκούσης, ὅπως
1230ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν, καὶ ἐξασφαλίσῃ τὰ πρόσωπα
1231καὶ τὴν περιουσίαν τῶν περιελθόντων εἰς τὰς καταγγελ-
1232θείσας μοι συγκρούσεις. Εἰς τὸ ἀποσταλησόμενον στρατιω-
1233τικὸν ἀπόσπασμα δέον νὰ δοθῇ ἡ ὁδηγία, ὅτι ἀποστέλ-
1234λεται ἐκεῖσε, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν, καὶ παρακω-
1235λύσῃ τὰς ἐπιθέσεις καὶ τὰς συγκρούσεις, οὐχὶ δὲ ἵνα ἀνα-
1236μιχθῇ εἰς τὰς μεταξὺ τῶν συγκρουομένων διαφορὰς καὶ
1237διενέξεις. Ἑπομένως καθῆκον ἔχει νὰ μὴ ἐπιχειρήσῃ ν’ ἀπο-
1238διώξῃ οὐδένα ἐκ τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει, ἀλλὰ
1239νὰ ἐμποδίσῃ πᾶσαν κατὰ τῶν κατεχόντων ἐπίθεσιν, ἣν
1240ἤθελον ἐπιχειρήσει ὅσοι ἤθελον πειραθῆ ν’ ἀποδιώξωσιν
1241αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἐκτάσεως, ἣν κατέχουσιν, ὡς διὰ τὸν αὐτὸν
1242λόγον δὲν ἔχει καθῆκον ν’ ἀφαιρέσῃ προϊόντα ἢ πράγματα,
1243τὰ ὁποῖα κατέχει, τις, ὅπως ἀποδώσῃ αὐτὰ εἰς ἄλλον,
1244ἀλλὰ νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς προτιθεμένους νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ
1245τῶν τυχὸν κατεχόντων ταῦτα, ὅπως ἁρπάσωσι ταῦτα ἀπ’
1246αὐτῶν. Οὕτω τὸ μὲν μεταβησόμενον ἐπὶ τοῦ τόπου στρα-
1247τιωτικὸν ἀπόσπασμα θέλει καταστήσει ἀδύνατον νὰ ἐπα-
1248ναληφθῶσιν αἱ ἐπιδρομαὶ καὶ αἱ συγκρούσεις, αἵτινες κατηγ-
1249γέλθησαν ἡμῖν, καὶ ὧν ἕνεκα ἔλαβε χώραν καὶ φόνος ἑνὸς
1250πολίτου, περιοριζόμενον νὰ προστατεύσῃ τοὺς κατέχοντας
1251κατὰ τῆς βίας τῶν ζητούντων ν’ ἀποδιώξωσιν αὐτούς,
1252θέλει δὲ κατασταθῆ δυνατὸν εἰς τοὺς φρονοῦντας, ὅτι ἔχουσι
1253δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἠθετήθησαν ὑπὸ ἄλλων, νὰ προσ-
1254φύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπως διεκδικήσωσι τὰ δικαιώ-
1255ματα, τὰ ὁποῖα ἀξιοῦσιν ὅτι ἔχουσι.»
1256Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀπέστειλα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον
1257τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλέσας, ἵνα τοιαύτας δώσῃ ὁδη-
1258γίας εἰς τὸ ἀποσταλησόμενον ἀπόσπασμα, τὸ δὲ Ὑπουρ-
1259γεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ὁδηγίας ταύτας ἐπέστειλεν
1260εἰς τὸν ὑπομοίραρχον Παπαγιαννίδην, ὅστις ἐπὶ κεφαλῆς
1261ἀποσπάσματος 20 ἀνδρῶν τοῦ 1ου πεζικοῦ συντάγματος
1262ἀπεστάλη ἐντεῦθεν ἐπὶ τόπου. Αἱ ὁδηγίαι αὗται ἐδόθησαν
1263καὶ κατόπιν εἰς πάντας τοὺς ἀποσπασματάρχας, οἵτινες
1264ἀπεστάλησαν ἢ ἀποστέλλονται περὶ τὴν Κωπαΐδα. Ἑπο-
1265μένως, ἐάν τις ἐξ αὐτῶν ἤθελε παραβῆ ταύτας, θέλει κριθῆ
1266ὡς παραβὰς τὸ καθῆκόν του καὶ θέλει τιμωρηθῆ. Ἄν, καθ’
1267ἃ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς κατήγγειλεν, ἐγένετο κατὰ
1268τὰς τελευταίας ἡμέρας παράβασις τῶν διαταγῶν τούτων
1269ὑπὸ τοῦ διοικοῦντος τὸ ἀπόσπασμα, καὶ οὗτος ἀνεμίχθη
1270εἰς δικαστικὰς διαφοράς, διέταξα ἤδη νὰ γένηται ἐξέτασις,
1271κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας θέλω ἐνεργήσει, κατὰ
1272τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω.
1273Τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα καταθέτω, προστιθεὶς, ὅτι εὐ-
1274τυχῶς δὲν ἦτο ἀκριβὴς ἡ διὰ τῶν καταγγελιῶν τοῦ κ. Μπο-
1275γιατζόγλου μεταδοθεῖσά μοι τότε εἴδησις, ὅτι εἶχε φονευθῆ
1276εἷς πολίτης.
1277§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἐξ ὀνόματος τῆς ἐπι-
1278τροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ καπνοῦ θὰ παρακαλέσω
1279τὴν Βουλὴν, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ μᾶς δώσῃ προθεσμίαν
1280ἀκόμη δύο ἡμερῶν, διότι ἦτο ἀδύνατον μέχρι σήμερον νὰ
1281τελειώσωμεν τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ. Ἐλπίζομεν μέχρι
1282τῆς Τετάρτης νὰ τελειώσωμεν.
1283§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα· δὲν ὑπάρχει ἀντίῤ-
1284ῥησις.
1285§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν χορήγησιν προθε-
1286σμίας δύο ἔτι ἡμερῶν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην τοῦ
1287νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ παρακαλοῦνται νὰ
1288ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1289§47ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θ’ ἀπευθύνω
1290μίαν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
1291Ὅσον οὔπω λήγει, Κύριοι, ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αἰ-
1292γύπτου σύμβασις, δι’ ἧς ἔχει ἐπιτραπῆ ἡ εἰς τὴν τελευ-
1293ταίαν ταύτην χώραν εἰσαγωγὴ τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν,
1294ἤδη δὲ πρὸ μηνῶν κατήγγειλεν αὐτὴν, καθ’ ἃς ἔχω πλη-
1295ροφορίας, ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις. Πολλοὶ τῶν ἡμετέρων
1296παραγωγῶν καὶ ἐμπόρων καπνοῦ καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Αἰ-
1297γύπτῳ ἀνησυχοῦσι μεγάλως ἐπὶ τῷ γεγονότι τούτῳ, καὶ
1298μετ’ ἀγωνίας ἀναμένουσι νὰ μάθωσιν, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυ-
1299βέρνησις κατήρξατο ἤδη διαπραγματεύσεων περὶ ἀνανεώσεως
1300τῆς συμβάσεως, εἰ δυνατὸν, ὑπὸ συμφορωτέρους ὅρους, καὶ
1301εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αὗται· ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἐπι-
1302θυμοῦσι νὰ μάθωσι, τί ἔχουσι νὰ ἐλπίζωσι καὶ τί νὰ φοβῶνται.
1303Δὲν πρόκειται δὲ περὶ παρωνυχίδος. Εἰς τὴν Αἴγυπτον εἰσά-
1304γονται κατ’ ἔτος 1,000,000–1,500,000 ὀκάδων ἑλληνικῶν
1305καπνῶν, ἐξ ὧν ἡ παραγωγὴ καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος
1306ἀποκομίζουσι πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐκ τῆς τοιᾶσδε
1307ἢ τοιᾶσδε τροπῆς τῶν ἐκκρεμῶν διαπραγματεύσεων, αἵτινες
1308διεξάγονται νῦν, ὡς ἐλπίζω, ἐξήρτηται ἡ παράτασις καὶ
1309αὔξησις ἴσως τῆς τοιαύτης ἐθνικῆς προσόδου, ἢ ἡ ἐλάττω-
1310σις καὶ παντελὴς αὐτῆς στείρευσις. Δυστυχῶς δὲ, ἡ πρὸς τὴν
1311Αἴγυπτον τελωνειακὴ καὶ ἐμπορικὴ πολιτικὴ τῆς προκατό-
1312χου Κυβερνήσεως ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογῆται
1313καὶ ἡ ἀγέρωχός πως στάσις τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως,
1314καταγγειλάσης αὐτῆς πρώτης νῦν τὴν μέχρι τοῦδε ἐν ἰσχύϊ
1315σύμβασιν, καὶ ἡ ἀνησυχία τῶν ἡμετέρων περὶ τοῦ μέλ-
1316λοντος τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ.
1317Ἡ πολιτικὴ αὕτη ὑπῆρξεν ἄστοχος ἐν πολλοῖς, καὶ πα-
1318ρέβλαψεν οὐκ ὀλίγον τὰ ἡμέτερα συμφέροντα. Τοῦτο δὲν
1319εἶναι ἁπλῆ τις γνώμη ἐμοῦ. Ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν περὶ
1320καπνῶν ἔκθεσιν, ἣν ὑπέβαλεν ἐσχάτως ὁ γενικὸς διευθυντὴς
1321τῶν Αἰγυπτιακῶν τελωνείων κ. A. Gaillard εἰς τὸν προϊστά-
1322μενόν του Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἥτις ἐδημοσιεύθη
1323πρὸ μικροῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ὑπὸ τὸ τίτλον «Le régime des
1324tabacs en Égypte 1879 à 1890.» Ἐν αὐτῇ κατὰ τρό-
1325πον ἐπισημότατον ἐκτίθενται καὶ πιστοποιοῦνται αἱ ἀλλε-
1326πάλληλοι νίκαι, ἃς μέχρι τοῦδε κατήγαγεν ἡ Αἰγυπτιακὴ
1327κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τῆς
1328εἰσαγωγῆς τῶν ἡμετέρων καπνῶν ἐν Αἰγύπτῳ.
1329Μέχρι τοῦ ἔτους 1884 δύο πηγαὶ καπνοῦ ἦσαν ἐπισήμως
1330ἀνεγνωρισμέναι διὰ τὴν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ κατανάλωσιν, ἡ
1331ἐγχωρία παραγωγὴ καὶ ἡ ἐκ Τουρκίας προέλευσις αὐτοῦ,
1332ἦτο δ’ ἀπηγορευμένη ἡ εἰσαγωγὴ καπνοῦ ἐκ πάσης ἄλλης
1333χώρας. Ὁ ἐγχώριος ὅμως καπνὸς ἦτο κατωτάτης ποιότητος
1334ὁ δὲ τουρκικὸς καπνὸς ὑπεβάλλετο, κατὰ μὲν τὴν ἐκ Τουρ-
1335κίας ἐξαγωγὴν εἰς φόρον 8 τουρκικῶν ἢ 7 αἰγυπτ. γροσίων,
1336κατὰ δὲ τὴν εἰς Αἴγυπτον εἰσαγωγήν του εἰς δασμὸν 25 μὲν
1337γροσίων κατ’ ὀκᾶν ὁ καλλιτέρας καὶ εἰς 5 ὁ κατωτέρας ποιό-
1338τητος καπνός. Ἐν τούτοις αἱ ἐκ τῶν καπνῶν δημόσιαι πρό-
1339οδοι ὁσημέραι ἐξέπιπτον, κατὰ τὸν κ. Caillard, κατελθοῦ-
1340σαι ἐν ἔτει 1879 εἰς 109,000, καὶ τὸ 1880 εἰς 99,000
1341λίρας αἰγυπτιακάς. Τοῦτο ἠνάγκασε τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυ-
1342βέρνησιν νὰ καταφύγῃ εἰς διάφορα μέτρα πρὸς καταπολέμη-
1343σιν τοῦ λαθρεμπορίου, ὅπερ, μεθ’ ὅλας τὰς δυνατὰς ἀπαγορεύ-
1344σεις, ἤκμαζεν ἐν τῇ χώρᾳ αὐτῆς. Ἐκ 2,000,000 ὀκάδων, εἰς
1345ὅσον ὑπελογίζετο ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος καπνὸς, μόλις αἱ
1346350,000 εἰσήχθησαν ἐν ἔτει 1878 διὰ τῶν τελωνείων, καὶ
1347ὑπεβλήθησαν ἐν αὐτοῖς εἰς δασμὸν, τὸ δὲ λοιπὸν ποσὸν εἰσή-
1348γετο λαθραίως, καὶ διεδίδετο ἀνὰ τὴν χώραν διὰ Βεδουΐνων.
1349Ἀρχομένου τοῦ ἔτους 1881 ὁ γενικὸς διευθυντὴς τῶν τελω-
1350νείων ὑπέβαλεν ὑπόμνημα εἰς τὸν προϊστάμενόν του, ἐν ᾧ,
1351ἀνομολογῶν ὅτι «ἡ ἀπαγόρευσις τῆς εἰσαγωγῆς καπνῶν,
1352»πλὴν τῶν τουρκικῶν, ἀποκλειομένων πάντων τῶν λοιπῶν,
1353»ἐστοίχιζε κατ’ ἔτος πολλοῦ λόγου ἄξια ποσὰ εἰς τὸ Αἰγυ-
1354»πτιακὸν ταμεῖον, καὶ ἦτο ἡ κυρία αἰτία τοῦ λαθρεμπορίου,
1355»ὁ δὲ ἑλληνικὸς καπνὸς ἐζητεῖτο πολὺ», προέτεινεν ὡς πρῶτον
1356ὅρον αὐξήσεως τῶν δημοσίων προσόδων «τὴν συνομολόγησιν
1357»συμβάσεων, δι’ ὧν θὰ ἐπετρέπετο ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἄλλων
1358»ξένων καπνῶν, πλὴν τῶν τουρκικῶν». Ἡ πρότασις αὕτη τοῦ
1359κ. Caillard δὲν ἐγένετο πάραυτα ἀποδεκτή. Ἐδέησε νὰ
1360παρέλθωσιν ἔκτοτε δύο ἔτη, ἕως οὗ μόλις τὸ 1883 πεισθεῖσα
1361ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ
1362συνιστωμένου μέτρου καὶ περὶ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, εἰς
1363ἣν εὑρίσκετο, ἵνα ἐφαρμόσῃ αὐτὸ, τῷ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν, ἵνα
1364προβῇ εἰς τὰς προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας, τὰς ἀπαιτου-
1365μένας διὰ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ εἰσαγωγῆς ξένων καπνῶν.
1366Αἱ διαπραγματεύσεις ἤρξαντο μετ’ ὀλίγον πρὸς τὴν Ἑλ-
1367ληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ δὲ αὕτη ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, ὅτι
1368ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἦτο ἠναγκασμένη, χάριν τοῦ ἰδίου
1369συμφέροντος, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν
1370καπνῶν εἰς τὴν χώραν της, οὐδὲν ἧττον, ἄνευ λόγου τινὸς
1371ἀποχρῶντος, ὡς ἐγὼ τουλάχιστον νομίζω, ἐνέδωκεν εἰς ἀν-
1372τάλλαγμα σπουδαιότατον. Ἀπεδέξατο δηλαδὴ τὴν κα-
1373τάργησιν τοῦ ἀσύλου τῶν πλοίων καὶ κατοικιῶν τῶν Ἑλ-
1374λήνων ὑπηκόων ἐν Αἰγύπτῳ, ὅπερ οὗτοι ἐκέκτηντο ἀνέκαθεν
1375ἐν τῇ Ἀνατολῇ κατὰ τὰς Capitulations, ὡς πάντες οἱ
1376ὑπήκοοι τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Παρέδωκε δὲ οὕτω φο-
1377βερὸν ὅπλον εἰς χεῖρας τῶν Αἰγυπτίων, πρὸς ἀποτελεσμα-
1378τικὴν καταπολέμησιν τοῦ λαθρεμπορίου, χωρὶς κἂν ἀπέ-
1379ναντι τοῦ τοιούτου ἀνταλλάγματος νὰ ἐξασφαλίσῃ κἀνὲν
1380διαρκὲς πλεονέκτημα εἰς τὰ ἑλληνικὰ ἀπέναντι τῶν τουρ-
1381κικῶν καπνῶν. Ὡς δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως, ἡ τουρκικὴ
1382καπνοπαραγωγὴ εἶναι ἀνωτέρα τῆς ἑλληνικῆς καὶ κατὰ
1383ποσὸν καὶ κατὰ ποιὸν, ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν ἠδύνατο
1384αὕτη νὰ ὑποστῇ νικηφόρως τὸν ἀνταγωνισμὸν πρὸς ἐκείνην
1385ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Ἡ σχετικὴ σύμβασις ὑπεγράφη λήγοντος
1386τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ 1884, τῇ δὲ 8)20 Μαρτίου τοῦ
1387αὐτοῦ ἔτους ἐπετράπη ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν
1388εἰς Αἴγυπτον, ὑπὸ δασμὸν 5 γροσίων κατ’ ὀκᾶν, ὃν εἶχε τὸ
1389δικαίωμα νὰ αὐξήσῃ βραδύτερον ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις
1390μέχρι 12½ γροσίων. Τὴν σύμβασιν ταύτην παρέστησεν ἡ
1391τότε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὡς μέγα κατόρθωμά της, ἀπέναντι
1392τοῦ ὁποίου εἰς οὐδὲν ἐλογίζετο τὴν κατάργησιν τοῦ ἀσύλου
1393τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Αἰγύπτῳ. Ὁ κ. Caillard
1394ὅμως μετ’ αὐταρεσκείας τινὸς παρατηρεῖ, ὅτι οὕτω πως
1395ἐπῆλθε σπουδαία βελτίωσις εἰς τὰς προσόδους τῆς Κυβερνή-
1396σεως, ἣν ὑπηρετεῖ, ἔτυχε δὲ αὕτη βαρυσημάντου παραχω-
1397ρήσεως ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τῆς καταρ-
1398γήσεως δηλαδὴ τοῦ ἀσύλου τῶν ὑπηκόων ταύτης, χωρὶς
1399νὰ ὑποστῇ ἡ ἰδία ἀξίαν λόγου θυσίαν· διότι τὰ ἑλληνικὰ
1400καπνὰ, «χάρις εἰς τὰς φυλὰς τῶν Βεδουίνων, εἰσήγοντο
1401»καὶ ἄνευ τῆς ἀδείας αὐτῆς ἐν μέτρῳ ὑπερβάλλοντι», καὶ
1402δὴ «κατὰ τρόπον ἀθέμιτόν πως, παραβλάπτοντα ὅμως τὰ
1403»συμφέροντα οὐ μόνον τῆς Αἰγύπτου, ἀλλὰ καὶ τῆς Τουρ-
1404»κίας». Πλὴν τὰ συμφέροντα τῆς Τουρκίας ἔσπευσεν αὐτὴ
1405καὶ ἄλλως νὰ προαγάγῃ, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἑλληνικῶν συμφε-
1406ρόντων, ἅτινα δὲν ἐφρόντισε νὰ προφυλάξῃ προσηκόντως ἡ
1407ἡμετέρα Κυβέρνησις διὰ τῆς συμβάσεως. Μετὰ δύο περίπου
1408μῆνας, ἤτοι τῇ 13)25 Μαΐου τοῦ ἔτους 1884, κατήργησε
1409τὸν δασμὸν τῶν 25 γροσίων, ὃν ἐτέλουν μέχρι τῆς ἐποχῆς
1410ἐκείνης τὰ καλλιτέρας ποιότητος τουρκικὰ καπνὰ, εἰσαγό-
1411μενα εἰς Αἴγυπτον, ὑπήγαγε δ’ αὐτὰ πάντα, ἀδιακρίτως
1412ποιότητος, εἰς τὸν δασμὸν τῶν 5 γροσίων κατ’ ὀκᾶν, ὃν
1413ἐτέλουν καὶ τὰ ἑλληνικὰ καπνά. Ὑπελείπετο ἔτι ἓν πλεο-
1414νέκτημα τούτων ἀπέναντι τῶν τουρκικῶν καπνῶν, καθ’ ὃ
1415ταῦτα, ἐξαγόμενα τῆς χώρας τῆς παραγωγῆς των διὰ τὴν
1416Αἴγυπτον, ὑπεβάλλοντο εἰς δασμὸν ἐξαγωγικὸν 7 γροσίων
1417κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ τὰ ἑλληνικὰ καπνὰ κατὰ τὴν ἐξαγωγήν
1418των ἐξ Ἑλλάδος ἦσαν ἀτελῆ. Οἱ ἔμποροι ὅμως τῶν τουρ-
1419κικῶν καπνῶν κατώρθουν νὰ ὑπερφαλαγγίζωσι τὸ τοιοῦτο
1420πλεονέκτημα τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν διὰ τοῦ ἑξῆς τεχνά-
1421σματος. Ἐπειδὴ τὰ εἰς Εὐρωπαϊκὰ Κράτη ἀποστελλόμενα
1422τουρκικὰ καπνὰ εἶναι ἐλεύθερα παντὸς ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ
1423ἐν Τουρκίᾳ, ἐξῆγον τὸ ἐμπόρευμά των διὰ λιμένας ἑλληνι-
1424κοὺς ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἐν οἷς συσκευάζοντες αὐτὰ ἐν τῇ δια-
1425μετακομίσει, ἐξαπέστελλον ἐντεῦθεν εἰς Αἴγυπτον ὡς ἑλλη-
1426νικῆς προελεύσεως, ἐπὶ ζημίᾳ, ἐννοεῖται, καὶ τοῦ Τουρκικοῦ
1427Μονοπωλίου, ὅπερ ἐστερεῖτο οὕτω τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ
1428τῶν 7 γροσίων, καὶ τῆς ἡμετέρας παραγωγῆς, ἥτις τοιου-
1429τοτρόπως ἀπέβαλλε καὶ τὸ τελευταῖον πλεονέκτημά της
1430ἀπέναντι τῆς τουρκικῆς παραγωγῆς.
1431Ἡ τοιαύτη κατάστασις οὐδόλως ἐκώλυσε τὴν Αἰγυπτια-
1432κὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐν ἔτει 1885 αὐξήσῃ τὸν δασμὸν ἐπὶ
1433τῶν καπνῶν εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον, τὸν καθιερούμενον ἐν
1434τῇ συμβάσει πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἤτοι εἰς 10 γρ. κατὰ χι-
1435λιόγραμμον, ἀναλογοῦντα πρὸς 12½ γρόσια κατ’ ὀκᾶν.
1436Τὸ Μονοπώλιον τῆς Τουρκίας ἐσκέφθη ἐν ἔτει 1886 ν’ ἀντε-
1437πεξέλθῃ πρὸς τὴν καταστρατήγησιν τῶν συμφερόντων του
1438διὰ τῆς ἀποστολῆς τουρκικῶν καπνῶν δι’ ἑλληνικῶν ἢ
1439ἄλλων εὐρωπαϊκῶν λιμένων εἰς Αἴγυπτον, ὑποβιβάζον τὸν
1440δασμὸν τῶν δι’ αὐτῶν ἐξαγομένων καπνῶν ἐξ 7 εἰς 5 μόνον
1441γρόσια κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλὰ καὶ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἀπεδεί-
1442χθη ἀποτελεσματικόν. Διὸ ἠναγκάσθη τὸ Μονοπώλιον τῆς
1443Τουρκίας νὰ προβῇ εἰς ἐντόνους παραστάσεις πρὸς τὴν Αἰ-
1444γυπτιακὴν Κυβέρνησιν· τὸ δὲ παράδοξον εἶναι, ὅτι τὸ παρά-
1445δειγμά του ἐμιμήθη καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, χάριν
1446τῶν παραβλαπτομένων συμφερόντων τῶν καπνοπαραγωγῶν
1447της. Χαρακτηρίζω δὲ τὸ διάβημα τοῦτο ὡς παράδοξον,
1448διότι ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἠδύνατο διὰ νόμου νὰ περιορίσῃ
1449καὶ ν’ ἀπαγορεύσῃ ὅλως τὸ διὰ τῆς Ἑλλάδος διαμετακο-
1450μιστικὸν ἐμπόριον τῶν τουρκικῶν καπνῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ εἰς
1451τοῦτο τὴν ἀνάγκην τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως. Ἄλ-
1452λως ὅμως ἔδοξεν αὐτῇ, ὅτε ἔγνω νὰ ἐξαρτήσῃ ἐκ ταύτης
1453τὴν καταπολέμησιν τοῦ διὰ τῶν ἑλληνικῶν λιμένων διενερ-
1454γουμένου διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου τῶν τουρκικῶν κα-
1455πνῶν εἰς Αἴγυπτον. Ἀλλὰ καὶ ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις
1456ἔγνω τότε νὰ ἐκμεταλλευθῇ ὑπὲρ ἑαυτῆς δεόντως τὰ τοιαῦτα
1457διαβήματα καὶ τοῦ Τουρκικοῦ Μονοπωλίου καὶ τῆς Ἑλλη-
1458νικῆς Κυβερνήσεως. Ἐφάνη πρόθυμος νὰ συντελέσῃ τὸ ἐφ’
1459ἑαυτῇ εἰς τὴν καταπολέμησιν τοῦ διὰ τῆς Ἑλλάδος διεξα-
1460γομένου διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον
1461τοῦ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα, ἵνα αὐξήσῃ τὸν
1462εἰσαγωγικὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν καπνῶν πρὸ τῆς λήξεως τῆς
1463πρὸς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν συμβάσεως πέραν τοῦ ἐν
1464αὐτῇ ταχθέντος ἀνωτάτου ὅρου τῶν 12½ γροσίων κατ’
1465ὀκᾶν. Πρὸς τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ συμφωνία τῆς 18|30 Ἰανουα-
1466ρίου 1888 πρὸς τὸ Μονοπώλιον τῆς Τουρκίας, καθ’ ἣν κα-
1467τηργεῖτο μὲν ὁ ἐν ταύτῃ ἐξαγωγικὸς δασμὸς τῶν 5 γροσίων,
1468ἀλλὰ τὰ εἰς Αἴγυπτον εἰσαγόμενα τουρκικὰ καπνὰ ὑπεβάλ-
1469λοντο εἰς 1 καὶ ⅒ μὲν γροσ. κατ’ ὀκᾶν δασμὸν, ἐὰν ἔφερον
1470ἀπόδειξιν, τὴν λεγομένην raftieh, περὶ τῆς ἐκ Τουρκίας ἀμέ-
1471σου προελεύσεως, εἰς 4½ δὲ γρ., ἐὰν ἐστεροῦντο αὐτῆς. Συγ-
1472χρόνως ἐπήρχετο καὶ ἡ πρὸς τὴν Ἑλλάδα συμφωνία, καθ’ ἣν,
1473χάρις εἰς τὴν δεξιότητα τοῦ τότε πράκτορος ἡμῶν, ἀπέ-
1474ναντι τῆς παραχωρήσεως τῆς ἡμετέρας εἰς τὴν Αἰγυπτιακὴν
1475Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη παρὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1884 αὐ-
1476ξήσῃ τὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν, κατωρθώθη
1477νὰ ὑποβληθῇ ἡ αὔξησις αὕτη εἰς ὅρους τινὰς, τοὺς ἑξῆς. Ὁ
1478δασμὸς θὰ ηὔξανε κατὰ 2 γρόσια τὸ χιλιόγραμμον, ἐὰν ἡ
1479εἰσαγωγὴ τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν ὑπερέβαινε τὸ 1,000,000
1480χιλιογράμμων, κατὰ τέσσαρα δὲ, ἐὰν ἡ εἰσαγωγὴ ἀνήρχετο
1481εἰς 1,400,000, καὶ κατὰ 6, ἐὰν αὕτη ἔφθανεν ἐν ὅλῳ εἰς
14821,800,000. Οὕτως ὡρίζετο ὡς ἀνώτατος ὅρος αὐξήσεως
14836 γρόσια, ἅτινα μετὰ τῶν εἰσπρατομένων ἤδη 10 συνεπο-
1484σοῦντο εἰς 16 γρ. κατὰ χιλιόγραμμον. Ἡ Αἰγυπτιακὴ ὅμως
1485Κυβέρνησις ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ προσθέσῃ
1486καὶ 4 ἔτι γρ. κατ’ ὀκᾶν, ἐὰν ἀπηγόρευε τὴν ἐγχωρίαν παρα-
1487γωγήν. Τὸν τελευταῖον τοῦτον ὅρον δὲν πρέπει νὰ ἐκλάβωμεν
1488ὡς παραχώρησιν δῆθεν γενομένην παρ’ αὐτῆς πρὸς τὴν ἡμε-
1489τέραν Κυβέρνησιν. Τὰ τῆς Αἰγύπτου διέπουσι τὴν σήμερον
1490οἱ Ἄγγλοι, οἵτινες, ὡς ἐν ἄλλοις πολλοῖς, καὶ ἐν τῷ ζητή-
1491ματι τούτῳ ἠθέλησαν νὰ καθιερώσωσι τὰ ἐν τῇ χώρᾳ αὐτῶν
1492κρατοῦντα. Ἐν Ἀγγλίᾳ δηλαδὴ ἔχει ἀπαγορευθῆ ἤδη ἐπὶ
1493Καρόλου τοῦ Βʹ ἡ ἐγχωρία παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ, ὅπως
1494ἐξασφαλισθῇ ὅσον οἷόν τε μείζων πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐκ
1495τοῦ φόρου αὐτοῦ διὰ δασμοῦ ὑπερόγκου, ἐπιβαλλομένου εἰς τὸν
1496ἔξωθεν εἰσαγόμενον καπνόν. Τὸ προϊόν τοῦτο δὲν θεωροῦσιν οἱ
1497Ἄγγλοι μέσον πλουτολογικὸν διὰ τὴν χώραν, ἀλλὰ πηγὴν φο-
1498ρολογικὴν διὰ τὸ Κράτος πρωτίστης δυνάμεως. Τὸ σύστημα
1499αὐτῶν ἔγνωσαν νὰ ἐφαρμόσωσι καὶ ἐν Αἰγύπτῳ, ἔνθα ἐπίσης
1500τὸν καπνὸν ὑπέλαβον ἁπλοῦν μέσον αὐξήσεως τῶν δημο-
1501σίων προσόδων. Καὶ δι’ ἐκεῖνο λοιπὸν, τὸ ὁποῖον εἶχον ἤδη
1502ἀπόφασιν νὰ ἐφαρμόσωσιν ἀφ’ ἑαυτῶν χάριν τῆς βελτιώσεως
1503τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν τῆς Αἰγύπτου, κατώρθωσαν νὰ
1504λάβωσιν ὡς ἀντάλλαγμα παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνή-
1505σεως τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ αὐξήσωσι τὸν ἐπὶ τῶν ἡμετέρων
1506καπνῶν δασμὸν κατὰ 4 γρ. πρὸ τῆς ἐκπνεύσεως τῆς σχετι-
1507κῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν ἀπηγορεύετο εἰς αὐτοὺς τοῦτο!
1508Πλὴν καὶ ἄλλως τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἄφησε μὲ
1509κενὰς σχεδὸν τὰς χεῖρας ἡ συμφωνία τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ
15101888. Μετὰ μικρὸν ἤρξατο δυσφοροῦσα ἡ Διεύθυνσις τοῦ
1511Τουρκικοῦ Μονοπωλίου, ἐπιδιώκουσα δὲ τὴν κατάργησιν καὶ
1512αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς raftieh, καθ’ ὃ ἐμειονέκτουν
1513τὰ τουρκικὰ καπνὰ τῶν ἑλληνικῶν, κατώρθωσε νὰ ἐπι-
1514τύχῃ αὐτῆς ἐν ἔτι 1889. Ἕλληνές τινες καπνέμποροι ἐν
1515Αἰγύπτῳ, βλέποντες οὕτω ζημιούμενα τὰ συμφέροντά των,
1516κατέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἐνῷ τὸ Πρωτοδικεῖον
1517ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιόν των, τὸ Ἐφετεῖον ἀπέῤῥιψε τὴν ἀγω-
1518γήν των. Οὕτω τὰ ἑλληνικὰ καπνὰ, εὑρεθέντα ἐν ἴσῃ
1519μοίρᾳ πρὸ τῶν τουρκικῶν, δὲν ἠδύναντο βεβαίως ν’ ἀντα-
1520γωνισθῶσι πρὸς αὐτὰ ἀποτελεσματικῶς, ὑστεροῦντα αὐτῶν,
1521ὡς εἴδομεν, καὶ κατὰ ποσὸν καὶ κατὰ ποιόν. Ἐπὶ πᾶσι δὲ
1522τούτοις τὸ παρελθὸν θέρος, ἀπαγορευθείσης ἐν Αἰγύπτῳ καὶ
1523τῆς ἐγχωρίας καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ, ηὔξησεν ὁ δασμὸς
1524εἰς 20 γρ. κατὰ χιλιόγραμμον, ὅ ἐστὶν εἰς 25 γρ. κατ’
1525ὀκᾶν, ἀντιστοιχοῦντα πρὸς 6½ φράγκα χρυσᾶ. Τόσον βαρὺς
1526δασμὸς, πλήττων ἐξ ἴσου καὶ τὰ καλλιτέρας ποιότητας
1527τουρκικὰ καὶ τὰ κατωτέρας ποιότητος ἑλληνικὰ καπνὰ,
1528καθιστᾷ, ὡς εἰκὸς, ἔτι μᾶλλον ἀδύνατον τὸν ἀνταγωνισμὸν
1529τούτων πρὸς ἐκεῖνα, καὶ καταφέρει καίριον τραῦμα εἰς τὴν
1530ἡμετέραν παραγωγήν. Εἰς τόσον κρίσιμον θέσιν περιήγαγε
1531τὰ πράγματα ἡ ἐμπορικὴ καὶ τελωνειακὴ πολιτικὴ τῆς
1532πρώην Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Αἴγυπτον! Ὁπόσον δὲ διάφορον
1533παριστᾷ ὁ κ. Caillard τὴν θέσιν τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερ-
1534νήσεως! Τὴν πρὸς τὴν Ἑλλάδα σύμβασιν τοῦ 1884 χαρα-
1535κτηρίζει ὡς ἀφετηρίαν καταπληκτικῆς αὐξήσεως τῶν προ-
1536σόδων τῆς Αἰγύπτου ἐκ τοῦ δασμοῦ τοῦ καπνοῦ. Ἐξ 99,000
1537λιρῶν αἰγυπτιακῶν, εἰς ὅσον εἶχον κατέλθει αὗται τὸ 1880,
1538ἀνῆλθον τὸ 1890 εἰς 765,000· ὑπολογίζει δὲ ὁ γενικὸς
1539διευθυντὴς τῶν τελωνείων νὰ ὑπερβῶσιν αὗται ταχέως καὶ
1540τὸ 1,000,000 λιρῶν αἰγυπτιακῶν. Τὸ κυριώτατον δὲ πάν-
1541των εἶναι, κατ’ αὐτὸν, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν
1542Ἑλλάδα ἐπατάχθη κατὰ κεφαλῆς τὸ λαθρεμπόριον ἐν Αἰ-
1543γύπτῳ, ἐλήφθησαν δ’ ἔκτοτε τοιαῦτα κατ’ αὐτοῦ μέτρα,
1544καὶ διωργανώθη τοιοῦτο σύστημα φυλακῆς τῶν ἀκτῶν τῆς
1545χώρας, ὥστε σχεδὸν ἀδύνατος ἀποβαίνει πλέον ἡ ἀναβίωσις
1546τοῦ κακοῦ. Ἐντεῦθεν δ’ ἐξηγεῖ ἕκαστος τὴν ἀγέρωχον στάσιν,
1547ἣν ἔλαβεν ἤδη ἀπέναντι ἡμῶν ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις,
1548σπεύσασα αὐτὴ πρώτη νὰ καταγγείλῃ τὴν ὅσον οὔπω ἐκπνέ-
1549ουσαν σύμβασιν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Τί θὰ
1550πράξῃ νῦν αὕτη πρὸς διάσωσιν τῶν ἐπαπειλουμένων ἡμῶν
1551συμφερόντων; Θὰ κατορθώσῃ ν’ ἀνανεώσῃ τὴν σύμβασιν ὑπὸ
1552ὅρους συμφορωτέρους τῶν μέχρι τοῦδε; Δυστυχῶς ὑπάρχουσιν
1553πολλοὶ οἱ ἀμφιβάλλοντες, ἐὰν θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνανέωσις
1554αὐτῆς καὶ ὑπὸ τοὺς νῦν ὅρους· τὰς ἀμφιβολίας δὲ ταύτας
1555ερείδουσιν εἰς λόγους, οὓς θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκθέσω δι’
1556ὀλίγων.
1557Ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς τέως Κυβερνήσεώς της
1558ἐν Αἰγύπτῳ ἐξήντλησε σχεδὸν πᾶσαν δυνατὴν παραχώρησιν
1559ἀπέναντι ἀνταλλαγμάτων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπουσιωδῶν ἢ
1560εἰκονικῶν μόνον. Εἴδομεν εἰς ὁπόσας βαρυσημάντους παρα-
1561χωρήσεις προέβη ἐν τῷ ζητήματι τῶν καπνῶν καὶ ὁπόσον
1562ἐπουσιώδη καὶ εἰκονικὰ ἔλαβεν αὐτὴ ἀνταλλάγματα. Πολλῷ
1563ἀστοχώτερον ἐπολιτεύθη πέρυσιν ἐν τῷ ζητήματι τῆς ἰθα-
1564γενείας. Ὁ πρώην πράκτωρ ἡμῶν ἐν Αἰγύπτῳ καὶ πλείονας
1565παραχωρήσεις ἀπήτει ἐν αὐτῷ, καὶ ἓν καὶ μόνον ἀντάλλαγμα
1566προέτεινε δι’ αὐτὰς ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως,
1567τὴν προσχώρησιν δηλαδὴ αὐτῆς εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῶν
1568μικτῶν δικαστηρίων. Ἦτο δὲ τόσον σπουδαῖον τὸ ζήτημα
1569τῆς προσχωρήσεως ταύτης, ὥστε ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις
1570ἦτο ἠναγκασμένη ἑκοῦσα ἄκουσα νὰ ἐνδώσῃ οὐ μόνον εἰς τὴν
1571ἀποδοχὴν ἑνὸς ἔτι ἐφέτου ἐν τοῖς μικτοῖς δικαστηρίοις, ἀλλὰ
1572καὶ εἰς τὴν κατὰ τοὺς πόθους ἡμῶν λύσιν τοῦ ζητήματος
1573τῆς ἰθαγενείας. Οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι εἶναι ὁ σπουδαιότατος
1574παράγων ἐν τοῖς μικτοῖς δικαστηρίοις. Ἄνευ τῆς προσχωρή-
1575σεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀνανέωσιν τούτων
1576θὰ ἐπήρχετο ἀληθὲς δικαιοστάσιον ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ θὰ ἔπαυε
1577πᾶσα σχεδὸν συναλλαγή. Δυστυχῶς ὁ πράκτωρ ἐκεῖνος, ὅστις
1578ἐμβριθέστερον παντὸς ἄλλου ἐμελέτησε τὰ ἐκκρεμῆ ἐν Αἰγύπτῳ
1579ζητήματα, καὶ πεῖραν πολλὴν ἐκέκτητο τῶν ἐκεῖ πραγμάτων,
1580ὥστε νὰ ἦναι ὁ μόνος ἁρμόδιος εἰς λύσιν αὐτῶν, ἀπεμακρύνθη
1581ἐκεῖθεν ἀκαίρως. Ὁ διάδοχος αὐτοῦ, ἀπείρως ἔχων ὅλως πρὸς
1582τὰ ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, χάριν τοῦ ζητήματος τῆς ἰθαγενείας καὶ
1583τῆς ἀποδοχῆς ἑνὸς ἔτι Ἕλληνος ἐφέτου ἐν τοῖς μικτοῖς δικα-
1584στηρίοις, οὐ μόνον εἰς τὴν ἀνανέωσιν τούτων προσεχώρησεν,
1585ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ζητήματι τῆς Δημαρχίας ἐνέδωκε καὶ ἐν τῇ
1586καταργήσει τῶν χαρτοπαικτείων. Ἡ Δημαρχία δὲν ἠδύνατο
1587νὰ συντηρηθῇ ἄνευ δημοτικῶν φόρων καὶ διαπυλίων, εἰς οὓς
1588ἔπρεπε πρὸ πάντων νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ ξένοι ὑπήκοοι, καὶ
1589δὴ πρῶτοι οἱ Ἕλληνες, οἱ πολυπληθέστατοι μεταξὺ αὐτῶν,
1590ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι μιμηθῶσιν εἶτα τὸ παράδειγμά των. Τὰ
1591χαρτοπαικτεῖα καθ’ ὅλην σχεδὸν τὴν Αἴγυπτον εὑρίσκοντο
1592εἰς χεῖρας Ἑλλήνων ὑπηκόων, συνετηροῦντο δ’ ἐξ αὐτῶν
1593καὶ ἀπεθησαύριζον πλοῦτον πλεῖστοι ὅσοι ὁμογενεῖς. Ἀμφό-
1594τερα τὰ ζητήματα ταῦτα ἐθυσιάσθησαν ἀδίκως καὶ δωρεάν,
1595χάριν τοῦ ζητήματος τῆς ἰθαγενείας, δι’ ὃ ἤρκει, ὡς εἴδομεν,
1596μόνη ἡ προσχώρησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν
1597ἀνανέωσιν τῶν μικτῶν δικαστηρίων. Πῶς δὲ καὶ οὕτως ἐλύθη
1598τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας; Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κατὰ
1599τὴν λύσιν ταύτην πρόκειται νὰ στερηθῶσι τὴν ἡμετέραν ἰθα-
1600γένειαν πλεῖστοι ὅσοι Ἕλληνες ὑπήκοοι, σχεδὸν πάντες οἱ
1601ἐκ Σύρων, Βλάχων καὶ Ἀλβανῶν ἕλκοντες τὸ γένος καὶ
1602ἀπαρτίζοντες δύναμιν οὐ τὴν τυχοῦσαν διὰ τὸν ἐν Αἰγύπτῳ
1603Ἑλληνισμόν!
1604Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ἐξήντλησεν ἤδη σχεδὸν
1605πᾶσαν δυνατὴν παραχώρησιν ἐν Αἰγύπτῳ, οὐδ’ ὑπολείπεται
1606πλέον εἰς αὐτὴν ἀντάλλαγμά τι ἄξιον λόγου, ὅπως δι’ αὐτοῦ
1607ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀνανέωσιν
1608τῆς συμβάσεως, καὶ δὴ ὑπὸ συμφορωτέρους ὅρους τῶν μέχρι
1609τοῦδε. Ἐντεῦθεν λοιπὸν αἱ ἀμφιβολίαι τῶν πολλῶν, ἐντεῦθεν
1610καὶ αἱ ἀνησυχίαι τῶν ἐνδιαφερομένων, δι’ ἃς ἠναγκάσθην καὶ
1611ἐγὼ σήμερον ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον
1612Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλῶν αὐτὸν, ὅπως εὐα-
1613ρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν κατήρξατο ἤδη ἡ
1614ἡμετέρα πρὸς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν διαπραγματεύ-
1615σεων περὶ ἀνανεώσεως τῆς ὅσον οὔπω ἐκπνεούσης συμβάσεως,
1616καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αὗται.
1617§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ
1618ἐμπορικὴ ἡμῶν σύμβασις μετὰ τῆς Αἰγύπτου λήγει τὴν
16198|20 Μαρτίου, κατηγγέλθη δὲ ὑπὸ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυ-
1620βερνήσεως ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου, ἑπομένως
1621οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι, ἂν δὲν ἀνανεωθῇ μέχρι τῆς 9ης
1622Μαρτίου, θέλομεν ἐπανέλθει εἰς τὴν πρὸ αὐτῆς κατάστασιν,
1623ὅτι ἑπομένως, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, θέλει ἐπέλθει ἡ ἀπαγό-
1624ρευσις τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν, ὧν ἡ εἰσα-
1625γωγὴ τὸ πρῶτον διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1884, ὡς εἶπεν
1626ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἐπετράπη. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρ-
1627νησις ἰδίως χάριν τοῦ καπνοῦ ἦτο ἠναγκασμένη νὰ ἐπανα-
1628λάβῃ καὶ ἐπανέλαβε τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Αἰ-
1629γυπτιακῆς Κυβερνήσεως. Αὗται ἤρξαντο ἀπό τινων ἡμε-
1630ρῶν. Ἄν θ’ ἀπολήξωσιν εἰς εὐχάριστον ἀποτέλεσμα πρὸ
1631τῆς 8ης Μαρτίου, τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω σήμε-
1632ρον, διότι ὡρίσθη μὲν ἐπιτροπὴ ἐκ μέρους τῆς Αἰγυπτιακῆς
1633Κυβερνήσεως, καὶ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς ἐργάζεται ὁ
1634ἡμέτερος πολιτικὸς πράκτωρ, ἀλλὰ τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν
1635ὁποίων ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπιμείνωμεν, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε
1636δὲν δύναταί τις νὰ προΐδῃ ποῖον ἔσται τῶν διαπραγματεύ-
1637σεων τὸ ἀποτέλεσμα. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸ ζήτημα
1638τοῦ ἡμετέρου καπνοῦ ἐν Αἰγύπτῳ, ὡς κατὰ τὰ τελευταῖα
1639ἔτη ἐτροποποιήθη διὰ τῶν διαφόρων ἐλαττώσεων, αἵτινες
1640εἰς τὸ τέλος τοῦ δι’ Αἴγυπτον ἐξαγομένου ἐκ Τουρκίας κα-
1641πνοῦ ἐπήχθησαν, καὶ τῶν αὐξήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο
1642ἐν Αἰγύπτῳ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων καπνῶν, περιῆλ-
1643θεν εἰς δεινὸν σημεῖον, καὶ συναγωνιζόμενοι ὑπὸ τοιούτους
1644πλέον ὅρους οἱ ἑλληνικοὶ καπνοὶ πρὸς τοὺς καπνοὺς τῆς
1645Τουρκίας, κινδυνεύουσιν ἐν τῷ διαγωνισμῷ νὰ ὑποκύψωσιν.
1646Ἐλπὶς μόνον ὑπάρχει, ὅτι, ἐὰν ἀνανεωθῇ ἡ σύμβασις, καὶ
1647ἀνανεωθῇ ἐπὶ ἀσφαλέσιν ὡς πρὸς τὸν καπνὸν βάσεσι, θὰ
1648ἐνισχυθῇ τὸ μετὰ τῆς Αἰγύπτου ἐμπόριον τοῦ ἑλληνικοῦ
1649καπνοῦ. Ἡ ἀπαγόρευσις τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ ἐν
1650Αἰγύπτῳ, ἂν διατηρηθῇ, θὰ καταστῇ ὠφέλιμος εἰς τὸ ἐμ-
1651πόριον τῶν ξένων καπνῶν καὶ ἑπομένως καὶ εἰς τοὺς ἡμε-
1652τέρους. Τοῦτο εἶναι πρόδηλον. Ἡ Αἴγυπτος παρῆγε, νομίζω,
1653καπνὰ ἰθαγενῆ μέχρις 6,500,000 ὀκάδων. Ἄν ἤδη τὸ
1654ποσὸν αὐτὸ, ὅπερ ὁμολογουμένως ἦτο κατωτάτης ποιότη-
1655τος, καὶ ὅπερ συμφέρον ἔχει νὰ ἀναπληρώσῃ ὁ καπνὸς
1656τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἐπίσης εἶναι κατωτέρας ποιότητος,
1657ἀναπληρωθῇ διὰ τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ, τὸ κέρδος ἔσται
1658μέγα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς καλλιεργείας τοῦ ἐντοπίου κα-
1659πνοῦ, ἔχομεν καὶ ἄλλον κίνδυνον, τὸν τῆς ἱδρύσεως μονο-
1660πωλίου τοῦ καπνοῦ ἐν Αἰγύπτῳ. Συμφέρον ἔχομεν διὰ
1661συμβάσεως νὰ ἐξασφαλισθῶμεν κατ’ ἀμφοτέρων τῶν κιν-
1662δύνων τούτων, διότι, ἂν ὁ εἷς ἢ ὁ ἕτερος ἢ καὶ ἀμφότεροι
1663ἐπέλωσι, δύσκολον νὰ ἐξακολουθήσῃ σπουδαῖον ἐμπόριον
1664ἑλληνικοῦ καπνοῦ μετὰ τῆς Αἰγύπτου ὑπὸ τὰς περιστάσεις,
1665αἵτινες κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπλάσθησαν. Μετὰ τὰς μετα-
1666βολὰς, αἵτινες ἐσχάτως ἐπῆλθον, δηλαδὴ τὴν κατάργησιν
1667τοῦ φόρου ἐξαγωγῆς τῶν τουρκικῶν καπνῶν ἐκ 10 γροσίων
1668κατ’ ὀκᾶν, φόρου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1884, ὅτε συνω-
1669μολογήθη ἡ σύμβασις, καὶ καθίστα ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν
1670καπνῶν προστασίαν, ἥτις τὸν διαγωνισμὸν καθίστα δυνατὸν,
1671μετὰ τὴν κατάργησιν λέγω αὐτὴν, ὁ ἑλληνικὸς καπνὸς
1672δὲν ἔχει πλεονέκτημα ἢ μόνον ἑνὸς γροσίου κατ’ ὀκᾶν, τὴν
1673ῥαφτίαν λεγομένην, τὸ ὁποῖον μόνον πληρόνουσιν οἱ τουρ-
1674κικοὶ καπνοὶ, ἐξαγόμενοι ἐκ Τουρκίας διὰ τὴν Αἴγυπτον.
1675Ἡ διαφορὰ αὕτη τοῦ ἑνὸς γροσίου εἶναι λόγῳ τῆς ποιό-
1676τητος ἐλαχίστη, καὶ δὲν ἀρκεῖ, ἵνα θέσῃ ἐπὶ ἴσων ὅρων δια-
1677γωνισμοῦ τοὺς καπνοὺς τοὺς τουρκικοὺς καὶ τοὺς καπνοὺς τοὺς
1678ἑλληνικούς. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη τις διαφορά, ἡ δια-
1679φορὰ ἐκ τοῦ ἀποβάρου, ὅπερ ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν τουρκικὸν
1680καπνόν. Οἱ μὲν καπνοὶ οἱ τουρκικοί, διότι εἰσάγονται εἰς
1681Αἴγυπτον ἢ ἐντὸς ψαθίνων περιβλημάτων, ἢ ἐντὸς ξυλίνων
1682δοχείων, ὑπολογίζονται μὲ ἀπόβαρον, ἐνῷ ὁ ἑλληνικὸς κα-
1683πνὸς δὲν ἀπολαύει αὐτῆς τῆς ἀφαιρέσεως, καὶ ὑπολογίζεται
1684ὅτι εἶναι ἑνὸς γροσίου τὸ κέρδος ὑπὲρ τῶν τουρκικῶν καπνῶν
1685κατ’ ὀκᾶν. Ὅλα ταῦτα τὰ μειονεκτήματα καὶ ὁ φόβος μὴ
1686τὸ μονοπώλιον εἰσαχθῇ, ἢ ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς καλ-
1687λιεργείας καπνοῦ ἐπιτοπίου, καθιστῶσιν ἀμφίβολον τὴν τύ-
1688χην τῶν ἡμετέρων καπνῶν, ἐπιβάλλοντα τῇ Κυβερνήσει νὰ
1689μεριμνήσῃ, ὅπως διὰ τῆς νέας συμβάσεως προληφθῶσι νέα
1690τοὐλάχιστον κακά. Καθ’ ἡμέραν παρ’ ἐμπόρων ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν
1691Αἰγύπτῳ προτρεπόμεθα εἰς τοῦτο, νομίζομεν δ’ ὅτι ὑπογραφὴ
1692ἐμπορικῆς συμβάσεως ἄνευ τοιούτων ἐγγυήσεων περὶ τοῦ μέλ-
1693λοντος τῶν ἡμετέρων καπνῶν εἶναι μικρᾶς ὠφελείας ἔργον.
1694Ἡμεῖς, καὶ ἕνεκα αὐτῶν τῶν λόγων καὶ ἕνεκα ἄλλων,
1695προήλθομεν ἀπό τινων ἡμερῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων σκέ-
1696ψεων, εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερ-
1697νήσεως πρὸς ἀνανέωσιν τῆς συμβάσεως. Ἐπειδὴ ἐξέλιπον
1698ἤδη τὰ πλεονεκτήματα, ὑφ’ ἃ διηγωνίζετο πρότερον ὁ ἑλ-
1699ληνικὸς πρὸς τὸν τουρκικὸν καπνὸν, ἐνομίσαμεν, ὅτι, ἐὰν
1700κατωρθοῦτο νὰ παραδεχθῇ ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ὅπως
1701ἐπὶ τῆς ἀξίας φορολογῆται ὁ καπνὸς, καὶ ἐγίνετο δεκτὸν
1702τοῦτο, θὰ ἦτο κατορθωτὸν νὰ διαγωνίζωνται οἱ ἑλληνικοὶ
1703καπνοὶ πρὸς τοὺς τουρκικούς. Οἱ τουρκικοὶ καπνοὶ βεβαίως
1704εἶναι ὑπέρτεροι τὴν ποιότητα τῶν ἑλληνικῶν, εἶναι ὑπέρ-
1705τεροι οὐ μόνον διὰ τοὺς καπνίζοντας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν
1706ἔμπορον καὶ τὸν καπνοπώλην. Ὁ καπνὸς ὁ ἑλληνικὸς,
1707κυρίως ἀναμιγνύμενος πρὸς τοὺς καπνοὺς τοὺς ἐγχωρίους,
1708κατηναλίσκετο· μόνος σπανίως καταναλίσκεται ἐν Αἰγύ-
1709πτῳ, ὡς παρ’ ἡμῖν, διότι ἡ ποιότης τοῦ ἑλληνικοῦ μόνου
1710δὲν ἀρέσκει. Ἀλλὰ κρίνεται ἀνωτέρα ἡ ποιότης τοῦ τουρ-
1711κικοῦ καπνοῦ καὶ ἐξ ἄλλου λόγου, ἐξ ἐμπορικοῦ δηλαδὴ
1712συμφέροντος· ὁ καπνὸς ὁ τουρκικὸς εἶναι ἐλαφρότερος, εἶναι
1713πλέον σπογγώδης καὶ ἐν μεγαλειτέρῳ σχετικῶς πρὸς τὸν
1714ἑλληνικὸν ὄγκῳ, ζυγίζει ὀλιγώτερον, κατορθοῦται ἑπομέ-
1715νως διὰ τουρκικοῦ καπνοῦ ἴσου βάρους νὰ κατασκευάζωνται
1716περισσότερα σιγάρα, παρ’ ὅσα κατασκευάζονται ἐκ τοῦ αὐτοῦ
1717βάρους ἑλληνικοῦ καπνοῦ. Ἐπειδὴ δὲ τὰ σιγαρέτα δὲν πω-
1718λοῦνται κατὰ βάρος, ἀλλὰ κατ’ ἀριθμὸν, κερδίζει ὁ ἔμπο-
1719ρος. Ἂν λοιπὸν κατωρθοῦτο, ὅπως ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρ-
1720νησις δεχθῇ νὰ φορολογῇ τὸν καπνὸν ἡμῶν οὐχὶ κατὰ βάρη,
1721ἀλλὰ κατὰ τὴν τιμήν, ὁ καπνὸς ὁ εἰσαγόμενος ἐκ τῆς Ἑλ-
1722λάδος θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσάγηται κατὰ τὴν αὐτὴν ποσότητα
1723καὶ ἀνωτέραν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἡ Αἰγυπτιακὴ θὰ δεχθῇ
1724αὐτὴν τὴν πρότασιν, ὡς καὶ ἄλλας ἡμῶν, δὲν δύναμαι νὰ
1725βεβαιώσω. Ἀφοῦ συνῆψε μετ’ ἄλλων Κρατῶν ἐμπορικὰς
1726συνθήκας, ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν αὐτὸν τύπον, τοὺς αὐτοὺς
1727ὅρους καὶ εἰς ἡμᾶς. Ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ἀποκτή-
1728σασα πλέον τὴν συγκατάθεσιν ὅλων σχεδὸν τῶν Εὐρωπαϊ-
1729κῶν Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ παράδειγμα πρώτη ἔδωκε τὸ
17301884 ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἐπιτυχοῦσα τὴν ἀνά-
1731κτησιν πολλῶν δικαιωμάτων, ἰδίως τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ
1732νέου τελωνειακοῦ αὐτῆς Κανονισμοῦ, δείκνυται σήμερον πλέον
1733ὑπερήφανος καὶ πλέον ἀνένδοτος εἰς τὰς παραστάσεις τῆς
1734Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὰ παράπονα τοῦ ἐμπο-
1735ρίου ἡμῶν ἐν Αἰγύπτῳ. Μεθ’ ὅλην ὅμως τὴν διάθεσιν τῆς
1736Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως φανῇ εὐχάριστος πρὸς τὴν
1737Κυβέρνησιν τόπου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔχομεν τόσα συμφέροντα,
1738δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ζητήσωμεν παραχωρήσεις ὑπὲρ τοῦ ἡμε-
1739τέρου καπνοῦ ὡς ἀντάλλαγμα, διότι οὐδὲν ἄλλο προϊὸν ἐν
1740Αἰγύπτῳ ἔχομεν νὰ προστατεύσωμεν ἢ τὸν καπνόν.
1741Μετά τινας ἡμέρας θὰ ἦμαι ἴσως εἰς θέσιν νὰ εἴπω, ἂν
1742ὑπάρχῃ ἐλπὶς πρὸ τῆς 8/20 Μαρτίου νὰ συνομολογηθῇ ἡ
1743σύμβασις. Ἐὰν ὅμως δὲν κατορθωθῇ πρὸ τῆς 8/20 Μαρτίου
1744νὰ συνομολογηθῇ ἐμπορικὴ σύμβασις, δὲν θὰ ἦναι ἡ ζημία
1745μεγάλη, διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ὑπάρχει ἐν ταῖς
1746ἀποθήκαις ἐν Αἰγύπτῳ ποσὸν ἑλληνικῶν καπνῶν πέραν τοῦ
1747ἡμίσεως ἑκατομμυρίου ὀκάδων, ποσὸν δὲ τοσοῦτον ἑλλη-
1748νικῶν καπνῶν πιθανώτατα θὰ ἀρκέσῃ δι’ ἓν περίπου ἔτους.
1749Ἑπομένως, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἐλευθέρα εἰσαγωγὴ καπνοῦ μετὰ
1750τὴν 8ην Μαρτίου 1891, ἄδηλον εἶναι, ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν
1751νὰ εἰσαχθῇ πολὺ ποσὸν καπνοῦ, ἀφοῦ ὑπάρχει τοσοῦτον
1752ἀπόθεμα εἰς τὰς ἀποθήκας. Ὥστε ναὶ μὲν εὐχῆς ἔργον θὰ
1753ἦτο καὶ ἐπικερδές, ὅπως συνομολογηθῇ σύμβασις ἐπωφελὴς
1754μέχρι τῆς 8ης Μαρτίου 1891, ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἤθε-
1755λεν ἐπιτευχθῆ, ἠθέλομεν δὲ κατορθώσει νὰ ἐπιτύχωμεν αὐτὴν
1756βραδύτερον, ἡ ζημία δὲν θὰ ἦναι εἰς τὸ μεταξὺ τούτου χρο-
1757νικὸν διάστημα τόσον μεγάλη, ὅσον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἠδύ-
1758νατό τις νὰ ὑποθέσῃ.
1759Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας, καὶ αὐτὸ
1760μετά τινας ἡμέρας περατοῦται ἐντελῶς, διότι ἐδόθη τελευ-
1761ταία προθεσμία ὑπὸ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, ὅπως
1762προσαχθῶσι τὰ πιστοποιητικὰ, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδει-
1763κνύονται αἱ ἐγγραφαὶ ἐν τοῖς δημοτολογίοις τῶν ἡμετέρων
1764ὑπηκόων. Τότε θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποφανθῶμεν ποῖα ὑπῆρ-
1765ξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς συμφωνίας μεταξὺ τῆς Ἑλλη-
1766νικῆς καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, τῆς συμφωνίας τῆς
1767γενομένης κατὰ τὸν Ἰανουάριον παρελθόντος ἔτους. Οἱαδή-
1768ποτε ὅμως καὶ ἂν ἦναι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, ἀναμ-
1769φισβήτητον εἶναι, ὅτι καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ἐζημιούμεθα,
1770καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀναμφισβητήτως θέλομεν ζημιωθῆ
1771ἔτι μᾶλλον, θέλομεν δὲ ζημιωθῆ καὶ ἐν τῷ παρόντι, ἀπο-
1772λέσαντες πλείστους ὑπηκόους Ἕλληνας, μὴ ὄντας τὴν
1773καταγωγὴν Ἕλληνας, ἀλλ’ ἀποτελοῦντας σπουδαῖον ἀριθ-
1774μὸν τοῦ ἑλληνικοῦ ἐν Αἰγύπτῳ πληθυσμοῦ, διότι ἀπωλέ-
1775σαμεν ὅλους τοὺς Σύρους, ἀπωλέσαμεν ὅλους τοὺς Ἀλβα-
1776νούς, τῶν ὁποίων οἱ συνοικισμοὶ εἰς χωρία τινὰ ἐν Αἰγύπτῳ
1777ἦσαν σπουδαῖοι καὶ προσέδιδον οὐ μικρὰν δύναμιν εἰς τὸ
1778Ἑλληνικὸν στοιχεῖον, θ’ ἀπολέσωμεν καὶ τοὺς λεγομένους
1779Κουτσοβλάχους, οἵτινες ὑπάρχουσι διεσπαρμένοι ἐν Αἰγύπτῳ.
1780Ἀλλ’ ἡ μεγαλειτέρα ζημία θὰ ἦναι ἐν τῷ μέλλοντι, διότι
1781ἀνεγνωρίσαμεν τὸν νόμον περὶ ἰθαγενείας τοῦ 1869 τῆς
1782Τουρκίας. Ἐφ’ ὅσον ἐπί τινα ἔτη θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ
1783προσάγωνται πιστοποιητικὰ ἐξ Ἑλλάδος, βεβαιοῦντα, ὅτι
1784εἶναί τις ἑλληνικῆς καταγωγῆς, ἤ, ἐὰν κατάγηται ἐκ
1785Τουρκίας, ὅτι ἐγκατεστάθη καὶ ἀπέκτησε τὴν ἑλληνικὴν
1786ἰθαγένειαν πρὸ τοῦ 1869, αὐτοὶ θὰ δύνανται, προσάγοντες
1787τὰ πιστοποιητικὰ αὐτῶν, καὶ μετὰ τὴν σύμβασιν νὰ ἀνα-
1788γνωρίζωνται ὡς Ἕλληνες ὑπήκοοι· ἀλλ’ ὅταν καὶ αὐτὴ ἡ
1789πηγὴ κλείσῃ, καὶ δὲν δύναται ἢ νὰ κλείσῃ μετά τινα χρόνον,
1790τότε δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ θεωρῶνται Ἕλληνες ἐν Αἰ-
1791γύπτῳ, παρὰ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατάγονται ἐξ Ἑλ-
1792λήνων, ἑπομένως πάντες οἱ ὁμογενεῖς, οἱ ἐκ Τουρκίας κατα-
1793γόμενοι, οἵτινες ἤθελον ἀποκτᾶ, ὅπως καὶ ἐν τῷ παρελ-
1794θόντι, προσάγοντες πιστοποιητικὰ τῶν δημοτολογίων, τὴν
1795ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, αὐτοὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν
1796θὰ δύνανται πλέον, διότι κατὰ τὸν τουρκικὸν νόμον τοῦ
17971869 οὐδεὶς ὑπήκοος Ὀθωμανὸς δύναται νὰ μεταβάλῃ
1798ἐθνικότητα ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως.
1799Τότε θὰ περιέλθωμεν εἰς τὸ σημεῖον, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ
1800ὑποστηρίζωμεν ὡς Ἕλληνας, παρὰ τοὺς ἐξ Ἑλλάδος κατα-
1801γομένους καὶ γεννηθέντας ἑπομένως ἐξ Ἑλλήνων πολιτῶν·
1802ὥστε τότε θέλει κλείσει ἡ θύρα τῆς προσελεύσεως ἐκ τῆς
1803δούλης Ἑλλάδος, Ἑλλήνων ὁμογενῶν, ἀλλ’ ὑπηκόων Ὀθω-
1804μανῶν.
1805§49ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑπο-
1806βάλῃ, εἰ δυνατόν, τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἡ προ-
1807κάτοχος Κυβέρνησις ἠρνήθη, προφασιζομένη ὅτι αἱ συμφω-
1808νίαι εἶναι ἐκκρεμεῖς. Τοιαύτη ἐκκρεμὴς συμφωνία δὲν ὑπάρ-
1809χει πλέον, καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν, πῶς ἐπολιτεύθη
1810ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ.
1811§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καλλίτερον εἶναι νὰ περιμείνωμεν νὰ
1812τελειώσῃ ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ἡ Αἰγυπτιακὴ
1813Κυβέρνησις πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν πιστοποιητικῶν, καὶ τότε,
1814ὅτε θὰ ἔχωμεν πλήρη τὰ ποτελέσματα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἑλλή-
1815νων ὑπηκόων, τότε θὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ καὶ
1816τὰ σχετικὰ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ οὕτω θὰ σχημα-
1817τίσητε ἀκριβεστέραν γνώμην.
1818§51ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας,
1819δὲν κρίνω εὔλογον νὰ εἴπω τι σήμερον· ἐπιφυλάσσομαι ἐν
1820καιρῷ νὰ ἐκφέρω γνώμην. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ὅμως συμ-
1821βάσεως μετὰ τῆς Αἰγύπτου, ὅσον ἀφορᾷ εἴτε τὸν καπνὸν
1822εἴτε ἕτερα ζητήματα, φρονῶ ὅτι δὲν ἔπρεπεν οὔτε πρέπει νὰ
1823σπεύδῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις· τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα
1824εἶναι τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικὰ ἐν Αἰγύπτῳ, συνδεόμενα
1825μὲ ζωτικώτατα τοιαῦτα μεγίστης Ἑλληνικῆς ἐπαρχίας, —
1826ἐννοῶ τὴν Θεσσαλίαν, — καὶ τοῦ ὅλου Κράτους, ὥστε δὲν συμ-
1827φέρει ἡμῖν νὰ παραβλέπωμεν τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
1828τὸ συμβατικὸν διεθνὲς δίκαιον ἀνεγνώρισε καὶ ἡμῖν. Αἱ συμ-
1829βάσεις αἱ ἀρχαῖαι (Capitulations) δίδουσι δικαιώματα καὶ
1830εἰς ἡμᾶς, δι’ ὧν ἀποτελεσματικῶς δυνάμεθα νὰ ὑπερασπί-
1831σωμεν τὰ μεγάλα ἐν Αἰγύπτῳ συμφέροντά μας· τοῦθ’ ὅπερ
1832ἐπράττομεν λίαν ἐπιμελῶς ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων
1833μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας κατοχῆς. Εὐτυχῶς
1834Μεγάλαι Δυνάμεις, ἔχουσαι καὶ αὗται ζωτικὰ συμφέροντα
1835ἐν Αἰγύπτῳ, ἀνέλαβον ζωηρῶς ἤδη καὶ ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς τὴν
1836ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων αὑτῶν, ἀπειλουμένων, καὶ
1837τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐκ τῶν συμβάσεων προερχομένων.
1838Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ προπορεύηται
1839εἰς τοιαῦτα ζητήματα, ὅταν πρόκηται νὰ θυσιάσῃ πολλά,
1840χωρὶς οὐδὲν θετικὸν καὶ ἀσφαλὲς νὰ ὠφεληθῇ. Ζημία οὐδε-
1841μία ἐπέρχεται. Καὶ ἐκ τῶν λόγων τοῦ πρώτου ἐπερωτήσαν-
1842τος, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἐπεδίωκε παντὶ σθένει
1843τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ἐπὶ τοῦ ἀφθόνως εἰς Αἴγυπτον εἰσαγο-
1844μένου ἑλληνικοῦ καπνοῦ τέλους, καὶ ἐκ τῆς πληροφορίας τῆς
1845πολυτίμου, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, περὶ με-
1846γάλου ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ ἀποθέματος καπνοῦ ἑλληνικοῦ
1847ἀνερχομένου εἰς ἥμισυ περίπου ἑκατομμύριον ὀκάδων, ἀριδήλως
1848ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέχουσιν οἱ παρα-
1849γωγοὶ τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι· ἀφοῦ δὲ ἐπὶ ἓν ἔτος, ὡς εἶπεν
1850ὁ κ. Ὑπουργός, ἡ κατανάλωσις τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ
1851αὐτόθι εἶναι ἐξησφαλισμένη, εἶναι δ’ ἀναμφισβήτητον, ὅτι
1852ὁ ἑλληνικὸς καπνὸς θὰ εἰσάγηται, ὡς εἰσήγετο καὶ πρὸ
1853τῆς συμβάσεως, δυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν, χωρὶς νὰ βιασθῶ-
1854μεν, τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου διεθνοῦς ζητήματος παρ’ ἐκεί-
1855νων, οἱ ὁποῖοι δύνανται καὶ νὰ ἐπιβληθῶσι.
1856§52ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ
1857διατάξῃ νὰ τυπωθῶσιν οἱ πίνακες ὡς πρὸς τὰ πέλματα,
1858τὴν δὲ Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν περὶ τῆς
1859καταστροφῆς τοῦ ὑλικοῦ τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ πολέ-
1860μου, καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ἂν δύο ζεύγη ἀρβυλῶν, τὰ ὁποῖα
1861ἐκομίσθησαν ἐδῶ, ἦναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρηγγέλθησαν.
1862§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1863Συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων
1864τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1891.
1865Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋ-
1866πολογισμοῦ ἔχει τὸν λόγον.
1867§54ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Κατὰ πρῶτον, Κύριοι, ὑποβάλλω τέσσα-
1868ρας ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφορώσας
1869εἰς ἐκτάκτους πιστώσεις. Ἡ μὲν ἐξ αὐτῶν ἀφορᾷ πίστωσιν
187070,000 δραχμῶν, αἵτινες θέλουσι δαπανηθῆ πρὸς περίθαλ-
1871ψιν τῶν παθόντων ἐκ τοῦ χειμῶνος. Ἡ ἑτέρα εἶναι πίστω-
1872σις ἐκ 35 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ τὴν κατα-
1873σκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, διὰ τὴν μελέτην ἑτέρων γραμμῶν,
1874διὰ τὴν χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἑταιριῶν, καὶ διὰ
1875τὴν ἀποζημίωσιν τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνον-
1876ται ὑπὸ τῶν γραμμῶν. Ἕτεραι δὲ πιστώσεις εἶναι, ἡ μία
1877ἐκ δραχμῶν 400,000, ἥτις ἀφορᾷ τὴν δαπάνην τῆς παρα-
1878λαβῆς, ἀσφαλείας καὶ μεταφορᾶς τῶν θωρηκτῶν, ἡ ἑτέρα
1879δὲ ἐκ δραχμῶν 417,500 διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐντόκων
1880γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐξωφλήθησαν.
1881§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
1882Παράρτημα, ἀριθ. 242–245).
1883§56ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἤδη ἔρχομαι νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ
1884προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1891. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν γνωρί-
1885ζει, ὅτι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέλαβε τὰ καθή-
1886κοντα αὐτοῦ, περὶ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου, οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλ-
1887ληλοι τοῦ Λογιστηρίου εἶχον ἐγκαταλείψει τὰς θέσεις αὐτῶν
1888κατὰ συνέπειαν ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ πληροφο-
1889ρίαν τινά· ἀλλ’ ὡσαύτως, ὡς παρέστησε, δὲν εἶχεν οὔτε ἐκ
1890τῆς ὑπηρεσίας πληροφορίας, οὔτε ἐκ τῶν βιβλίων καὶ τῶν
1891ἐγγράφων, καθόσον, ὡς ὡμολόγησε καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς
1892τῶν Οἰκονομικῶν...
1893§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφήσατε τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
1894κονομικῶν, ὅστις οὐδὲν ὡμολόγησε. Καὶ προχθὲς ἐπίσης
1895ὡμιλήσατε περὶ ἐμοῦ· σήμερον πάλιν λέγετε πράγματα
1896ἀνακριβῆ. Λέγετε ἀνακριβείας ὅσας θέλετε, ἀλλ’ ἐπὶ εὐθύνῃ
1897ὑμετέρᾳ, ἀφήσατε δ’ ἐμὲ ἥσυχον.
1898§58ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἐγὼ προχθὲς εἶπον, ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον
1899τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων, ὡς εἶναι εἰς πλείστους
1900γνωστὸν, εἶχε τεθῆ τὸ ζήτημα νὰ εὐρυνθῇ ὁ πορθμὸς τοῦ
1901Εὐρίπου διὰ τῆς καταβολῆς 1,000,000 ὑπὸ τῆς ἑταιρίας,
1902διὰ τὸ ὁποῖον θὰ κατεβάλλετο τόκος 4% ὑπὸ τοῦ Δ-
1903μοσίου. Ἐγένετο συζήτησις ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ δὲν
1904ἐκρίθη τότε συμφέρον νὰ ὑρίσταται ἡ ἑταιρία τὴν θυσίαν
1905τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου ἀπὸ τοῦ 4 ἕως 6 ἢ 7%, ὡς
1906ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ ἡ ἑταιρία.
1907§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τί ἐσκέπτετο ἡ ἑταιρία ἐν τῷ ἰδίῳ συμ-
1908φέροντι, εἶναι ἀλλότριον πρὸς ἐμέ. Προῆλθον ἐγὼ περὶ τού-
1909του εἰς σχέσεις πρὸς τὴν ἑταιρίαν;
1910§60ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Φίλοι σας ἐν τῇ ἑταιρίᾳ ἔκαμαν λόγον,
1911οἵτινες δύνανται νὰ γνωρίζωσι, τίς ἐξ ἡμῶν λέγει ἀνακρι-
1912βείας.
1913§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀγνοῶ μέχρι τίνος ἐγένοντο ἐξηγήσεις
1914μετὰ φίλων μου· πρὸς ἐμὲ, λέγω ὅτι εἶναι ἀνακριβὲς, ὅτι ἡ
1915ἑταιρία συνῆψε διαπραγματεύσεις.
1916§62ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Καὶ σήμερον ἐπίσης δὲν λέγω τι ἀνακρι-
1917βές. Σεῖς εἴπετε, ὅτι ἐκ φακέλλων ἐλαμβάνετε τὰς πληρο-
1918φορίας σας, καὶ ὅτι βιβλίον δανείων δὲν ὑπάρχει.
1919§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτε ἑνιαῖον βιβλίον τοῦ δημοσίου
1920χρέους δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ πάντα τὰ βιβλία τοῦ Γενικοῦ
1921Λογιστηρίου ὑπάρχουσι κανονικῶς συντεταγμένα καὶ ἐνήμερα.
1922§64ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς
1923εἶπον, εὑρέθη εἰς τοιαύτην θέσιν, διότι οἱ ὑπάλληλοι ἐγκα-
1924τέλιπον τὴν θέσιν των, εἶναι δὲ μέγα ἐλάττωμα τοῦτο τῶν
1925ὑπαλλήλων τοῦ Λογιστικοῦ· δὲν εἶναί ποτε ὀρθὸν, νὰ ἦναι
1926τόσον φανατικοὶ ὑπὲρ ἑνὸς κόμματος, ὥστε νὰ ἐγκαταλεί-
1927πουν τὴν θέσιν των καὶ νὰ ἀφίνουν τὸν νέον Ὑπουργὸν νὰ
1928μὴ γνωρίζῃ εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται ἡ ὑπηρεσία. Καὶ διὰ
1929τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδυ-
1930νήθη ἀμέσως, εἰσερχόμενος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ ἀντιληφθῇ
1931τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν, καὶ νὰ μεταβάλῃ τὸν
1932προϋπολογισμόν. Ἐκτὸς τούτου, ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ Βου-
1933λὴ θέλει περιμείνει νὰ προσαχθῶσι μελετημένα καὶ τέλεια
1934νομοσχέδια, καὶ οὐχὶ ἀμελέτητα, ὡς εἰσήγοντο μέχρι τοῦδε,
1935οὕτω δὲ νὰ μεταβληθῶσιν αἱ βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ
1936οὐχὶ ὅπως ἐγίνετο εἰς τὸ παρελθόν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι γνῶ-
1937μαί τινες ἀνεβιβάσθησαν εἰς νόμους, διότι ἁπλῶς περὶ αὐτῶν
1938ἐξεφράσθησαν ἄτομά τινα· οὕτω π. χ. ἡ ἰδέα περὶ τοῦ φόρου
1939τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι γνώμη, νομίζω, τοῦ ἐκ Κο-
1940ρινθίας βουλευτοῦ κ. Δημητριάδου· τὴν γνώμην περὶ μονο-
1941πωλίου τοῦ πετρελαίου ἐξέφρασεν ὁ μακαρίτης Ἀθανάσιος
1942Γ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὁποῖος πολλάκις ἔλεγεν, ὅτι ἐσφετερίσθησαν
1943τὴν γνώμην του· τὴν γνώμην περὶ καπνοκοπτηρίων ἐξέφρα-
1944σεν ὁ μακαρίτης Κεχαγιᾶς. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἰς τὸ μέλλον θὰ
1945ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ παρασκευάζωμεν τελειότερα νομοθε-
1946τικὰ ἔργα, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πεῖραν
1947καὶ ἄλλων Κρατῶν· θὰ ἦτο δὲ ἀναγκαῖον ἴσως νὰ συστηθῇ
1948καὶ ἐπιτροπὴ ἐξ ἁρμοδίων προσώπων, ἡ ὁποία νὰ παρα-
1949σκευάζῃ τὰ νομοσχέδια, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται νόμοι, οἱ ὁποῖοι
1950ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου, μετὰ 5 μόλις ἔτη, ἀποδεικνύονται
1951ὅλως ἀτυχεῖς. Ἐνθυμούμεθα ὁποία συζήτησις ἐγένετο πρὸ
1952ἡμερῶν περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· οὗτος
1953ἀπεδείχθη κάκιστος, ὥστε πάντες ἤδη συμφωνοῦμεν διὰ τὴν
1954κατάργησιν αὐτοῦ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐθεωρήθη ὀρθο-
1955τάτη ἡ γνώμη, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μεταβληθῶσιν αἱ βάσεις
1956τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐφέτος, ἀλλὰ νὰ εἰσαχθῇ ὅπως εἶχε καὶ
1957κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος.
1958Ἕν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὴν ἐπι-
1959τροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπησχόλησε δὲ καὶ τὴν Βου-
1960λὴν καὶ τὸν τύπον, εἶναι τὸ ζήτημα περὶ τῶν ἐλλειμμάτων
1961τοῦ προϋπολογισμοῦ. Περὶ τούτων καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
1962κονομικῶν, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμόν, εἶπεν, ὅτι τῶν δύο
1963τελευταίων χρήσεων τοῦ 1889 καὶ 1890 τὰ ἐλλείμματα
1964ἀνέρχονται εἰς 46,000,000· τοῦτο δὲ συνήγαγεν ὁ Ὑπουρ-
1965γὸς ἐκ τοῦ ὅτι κατὰ τὸ 1889 συνήφθησαν δάνεια ἐν ὅλῳ
1966141,743,000 δραχμῶν, ἐκ τούτων δὲ τῶν δανείων διετέ-
1967θησαν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα 115,000,000, ὥστε ἐλλείπουσιν
196826,000,000· ὑποθέτει δ’ ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι διετέθησαν ταῦτα
1969εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Προσέτι δὲ κατὰ
1970τὴν χρῆσιν τοῦ 1890 συνήφθησαν δάνεια 71,770,000, ἐκ
1971τῶν ὁποίων διετέθησαν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα 50,960,000· κατὰ
1972συνέπειαν καὶ ἡ χρῆσις αὕτη παρουσιάζει ἔλλειμμα 20,610,
1973000. Ἐκ τούτων ἐὰν λάβωμεν ἀφορμὴν καὶ ἀνατρέξωμεν
1974εἰς τὰ προηγούμενα, διότι τὸ ζήτημα μένει ὑπὸ ἀμφισβή-
1975τησιν, βλέπομεν, ὅτι οἱ Κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λέ-
1976γουσιν, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἔλλειμμα, ἐνῷ ἡμεῖς ἰσχυρί-
1977σθημεν πάντοτε, ὅτι τὰ ἐλλείμματα εἶναι μέγιστα. Πολὺ
1978ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν μου δημοσίευμά τι ἀνδρὸς ἁρμοδιω-
1979τάτου νὰ κρίνῃ περὶ τὰ τοιαῦτα. Οὗτος ὑπολογίζει ὡς ἑξῆς.
1980Ἄρχεται ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, καὶ λέγει, ὅτι
1981ἀπὸ τοῦ 1886 ἕως τοῦ 1890 τὸ ποσὸν τοῦ ἐτησίου βάρους
1982τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ δημόσιον χρέος δὲν ηὔξησε παν-
1983τάπασιν, ἕνεκα τῶν πραγματοποιηθεισῶν μετατροπῶν, κατα-
1984λήγει δὲ λέγων, ὅτι κατὰ τὰ 4 τελευταῖα ἔτη τὸ ἔλλειμμα
1985εἶναι μόλις 5 ἑκατομμυρίων. Ἀκολουθῶ καὶ ἐγὼ τὸ αὐτὸ
1986σύστημα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ
1987τοῦ 1886, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ 1880, διότι
1988ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐπεκράτησεν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκη-
1989νῆς καὶ ἐπέδρασεν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου ὁ κ. Τρι-
1990κούπης.
1991Εἶναι γνωστὸν τὸ σύστημα τοῦ νῦν ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντι-
1992πολιτεύσεως· οὗτος ὑπέβαλε τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν
19931880, 1882, 1883 καὶ 1884, καθὼς καὶ τοὺς προϋπολο-
1994γισμοὺς τῶν ἐτῶν, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, ἤτοι ἐπὶ
1995τῶν 10 ἢ 11 προϋπολογισμῶν ὑπέβαλε τοὺς 8, ὥστε πᾶσα
1996εὐθύνη περὶ τῶν γενομένων ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ κατὰ
1997τὴν δεκαετίαν ταύτην φυσικῶς αὐτὸν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ.
1998Ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ δάνειον τῶν
199960,000,000 δὲν εἶχεν ἐξαντληθῆ, διότι μόλις εἶχον διατεθῆ
2000ἐξ αὐτοῦ τὰ 48 ἑκατομμύρια· ὑπῆρχεν ὑπόλοιπον 24,000
2001ὁμολογιῶν ἀδιαθέτων εἰσέτι. Ὑπελόγιζε λοιπὸν εἰς τὸν προϋ-
2002πολογισμὸν ἐκεῖνον ποσὸν 3,575,040 διὰ τὴν ἐτησίαν ὑπη-
2003ρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων· περιελαμβάνετο
2004δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ ἐτήσιον χρεωλύσιον τοῦ δανείου
2005τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά.
2006Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν αὐτὰ τὰ δύο ποσὰ, μόλις εἰς 12,000,000
2007ἀνήρχετο τὸ ἐτήσιον βάρος ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους, ὅτε
2008ἀνέλαβε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ὁ κ. Τρικούπης. Εἰς
2009ποῖον σημεῖον εὑρισκόμεθα σήμερον; Διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ
20101889 προϋπελόγισεν οὗτος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημο-
2011σίου χρέους 38,663,636, διὰ δὲ τὸ 1890 ἠλάττωσε τὴν
2012ἐκ τούτου δαπάνην εἰς 29,587,219. Ἀφήρεσεν ὁ ἴδιος
2013ποσὸν ὑπὲρ τὰ 9,000,000, ἀλλὰ τὸ μέγιστον μέρος, τὸ
2014ὁποῖον ἀφήρεσεν, ἦτο ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά, περὶ τὰ
20156,265,000· ἐκτὸς τούτου ἀφήρεσε τὸ χρεωλύσιον τῆς μετα-
2016τροπῆς δανείων τινῶν καὶ τοὺς τόκους τῶν κυμαινομένων
2017χρεῶν. Ταῦτα δὲ πάντα ἐγένοντο, ἵνα παρουσιασθῇ ἐν ἰσο-
2018ζυγίῳ ὁ προϋπολογισμός. Ἐφέτος ζητεῖται διὰ τοῦ προϋπο-
2019λογισμοῦ τοῦ 1891 διὰ τὸ δημόσιον χρέος ποσὸν 36,000,000
2020καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
2021περιέλαβε τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν εἰς τὸν προϋ-
2022πολογισμὸν τοῦ 1891, ἀλλὰ, καὶ ταύτην ἂν δὲν περιε-
2023λάμβανε, δὲν θὰ ἤμεθα μακρὰν τοῦ ποσοῦ τούτου, διότι
2024ἔχουσι παραλειφθῆ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ οἱ τόκοι τοῦ
2025δανείου διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης καὶ ἑτέρων δανείων,
2026τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ συναφθῶσι πρὸς ἀποπεράτωσιν
2027τῶν ἔργων, τῶν ὁποίων ἔχει γείνει ἡ ἔναρξις. Σήμερον τὰ
2028χρέη τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσιν ὑπηρεσίαν 35,000,000 ἢ
202936,000,000, ἐνῷ κατὰ τοῦ 1880 ἀπῄτουν 12,000,000,
2030προσετέθησαν δηλαδὴ 24,000,000 ἐτήσιον βάρος· ποσὸν
2031δὲ τοιοῦτον ἀντιπροσωπεύει ἀνάλογον δάνειον· ἐὰν ὑπολο-
2032γίσητε πρὸς 5%, ἔχετε δάνειον 500 ὡς ἔγγιστα
2033ἑκατομμυρίων, πρὸς 6% δὲ, ὅπερ ἀκριβέστερον, εὑρί-
2034σκετε δάνειον 400 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ συγκρίνοντες καὶ
2035αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν δανείων μεταξὺ τοῦ 1880 καὶ 1891,
2036εὑρίσκομεν τὴν αὐτὴν περίπου διαφοράν· διότι τὸ μὲν 1880
2037εἴχομεν δάνεια τὰ ἑξῆς:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2038αʹ)ἐκ τῶν 6 ἑκατομ. ὑπελείποντο περὶ τὰ 4ἑκατομ.
2039βʹ)ἐκ τῶν 28 » » 26»
2040γʹ)ἐκ τῶν 4 » » 3»
2041δʹ)ἐκ τῶν 26 » » 23»
2042εʹ)ἐκ τῶν 10 » » 8»
2043ϛʹ)ἀναγκαστ. κυκλοφ. ἑκατ. » 44»
2044ζʹ)τῶν 60 ἑκατομ. εἶχον πραγματοποιηθῆ 48»
2045ηʹ)ἔντοκα γραμμάτια 12»
2046θʹ)ἐκ τῶν παλαιῶν (1824—25) 20»
2047 τὸ ὅλον 188ἑκατομ.
2048τὸ δὲ 1891 ἐπαγιώθησαν:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2049αʹ)ἐκ τῶν μικρῶν δανείων τῶν μετὰ τὸ 1862 31,000,000
2050βʹ)δανείου λιρῶν 1,200,000 30,000,000
2051 » » 5,000,000 125,000,000
2052γʹ)χρέος Ὄθωνος 2,500,000
2053δʹ)πατριωτικὸν δάνειον 2,500,000
2054εʹ)ἐκ τῶν 120 ἑκατομ. 108,000,000
2055ϛʹ)ἐκ τῶν 170 » 96,000,000
2056ζʹ)ἐκ τῶν 135 » 134,000,000
2057ηʹ)ἐκ τῶν 15 » 15,000,000
2058θʹ)τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης 60,000,000
2059Τὸ ὅλον ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 603,000,000· δὲν ὑπελό-
2060γισα δὲ εἰς ταῦτα τὸ δάνειον τὸ ἐγγυημένον ὑπὸ τῶν Δυνά-
2061μεων, περὶ τὰ 100 ἑκατομμύρια, οὔτε τὰ τῆς ἀναγκα-
2062στικῆς κυκλοφορίας τοῦ 1885. Ἀναφέρω τὰ πραγματικὰ
2063δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐπραγματοποιήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα
2064παρουσιάζουσι διαφορὰν ἐκ 415,000,000 δρ. ἀπὸ τοῦ 1880
2065μέχρι σήμερον.
2066Παρέλειψα νὰ ἀναφέρω τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1885,
2067ἥτις ὡς ἀποτέλεσμα ἔσχε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.
2068Ἡ ἐπιστρατεία αὕτη δὲν ηὔξησε, νομίζω, κατ’ ἄλλο ποσὸν
2069τὰ δάνεια τοῦ Κράτους.
2070§65ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ ἐπανήρχετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλο-
2071φορία καὶ ἄνευ τῆς ἐπιστρατείας.
2072§66ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν ἐκείνην διετηρεῖτο
2073στρατὸς 80,000 ἀνδρῶν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, ἓξ ἢ ἑπτὰ,
2074ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἀφαιρέσω τὰς 20,000 τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ,
2075περὶ οὗ προνοεῖ ὁ τακτικὸς προϋπολογισμός· εἴχομεν ἑπο-
2076μένως νὰ δαπανήσωμεν μόνον διὰ στρατὸν 60,000. Διὰ τὰς
2077δαπάνας στρατοῦ τοσούτου ἀριθμοῦ, διὰ προμηθείας κλπ.
2078δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν δαπάνην ἀνωτέραν τῶν
207960,000,000.
2080§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρελείψατε μίαν ἔτι ἐπιστρατείαν.
2081§68ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Θὰ ἔλθω εἰς αὐτήν.
2082Ἰσχυρίζονται οἱ Κύριοι, ὅτι παρέλαβον μὲν δάνεια 188
2083ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ ἐκ τῶν γενομένων μετὰ ταῦτα δανείων
2084ἐξώφλησαν τὰς δαπάνας τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1880. Καὶ
2085τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καὶ πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς τὰς ἐκ-
2086τάκτους δαπάνας, τὰς ὁποίας ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἀπὸ τοῦ
20871880 καὶ ἐντεῦθεν ἔκαμαν.
2088Αἱ ἔκτακτοι δαπάναι, τὰς ὁποίας πάντοτε ἐπικαλοῦνται
2089οἱ κύριοι νῦν ἀντιπολιτευόμενοι πρὸς δικαιολόγησιν τῶν
2090μεγάλων δανείων, τῶν φόρων καὶ τῶν ἐλλειμμάτων, εἰσὶν
2091αἱ ἑξῆς: Κατεσκευάσθησαν οἱ σιδηρόδρομοι Πειραιῶς–Πε-
2092λοποννήσου καὶ τῆς Θεσσαλίας· διὰ τοὺς δύο τούτους, ἐξ
2093ὧν ὁ εἷς ἔχει ἔκτασιν χιλιομέτρων 400, ὁ δ’ ἕτερος 200,
2094τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσε περὶ τὰ 12,000,000· ἐκτὸς τούτου
2095κατεσκευάσθη ὁ σιδηρόδρομος Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, διὰ
2096τὸν ὁποῖον ἐδαπάνησε τὸ Δημόσιον περὶ τὰ 4 ἑκατομμύ-
2097ρια, διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν 12 ἑκατομμύ-
2098ρια, καὶ διὰ τὸν Πειραιῶς–Λαρίσσης τὸ πολὺ 5 ἑκατομμύ-
2099ρια. Ἔχει δαπανήσει εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων 26
2100ἑκατομμύρια....
2101§69ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀποζημίωσιν τῶν γαιῶν διὰ τοὺς
2102σιδηροδρόμους.
2103§70ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Αὐτὰ θὰ ἦναι δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια,
2104καὶ παραδέχομαι νὰ σᾶς προσθέσω ἀνάλογον ποσόν.
2105§71ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ προσθέσητε εἰς ἐμὲ,
2106κύριε συνάδελφε.
2107§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
2108§73ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον αἱ δαπάναι αἱ γενόμεναι
2109διὰ τοὺς σιδηροδρόμους καὶ τὰ πλοῖα· οὐ μόνον αἱ δαπά-
2110ναι αὗται, ἀλλὰ καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγ-
2111καστικῆς κυκλοφορίας τοῦ 1880 ἐγένετο ὡς ἔκτακτος, καὶ
2112ἑτέρα δαπάνη, ἡ τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1880, ἡ ὁποία ἐγέ-
2113νετο μετὰ ταῦτα, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ
2114τοῦ 1880. Διὰ τὴν ἐπιστρατείαν ἐκείνην, ἥτις ἦτο ἐν
2115ὅλῳ στρατοῦ περὶ τὰς 60,000 ἐπὶ ἓν ἔτος ἴσως, ἀπὸ
2116τὰς ὁποίας πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν βεβαίως τὰς 20,000, ὡς
2117δύναμιν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἑπομένως ἐκτάκτου ἀριθμοῦ
2118θὰ ἦσαν περὶ τὰς 45,000....
2119§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 35,000 μόνον.
2120§75ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὄχι.... ἢ 40,000, ἐτησίαν δαπάνην διὰ
2121στρατὸν 40,000 δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν μεγα-
2122λειτέραν τῶν 40,000,000, διότι κατὰ τὰς στατιστικὰς
2123ὅλων τῶν ἐθνῶν ὁ μέσος ὅρος τῆς δαπάνης δι’ ἕκαστον στρα-
2124τιώτην εἶναι κατ’ ἀνώτατον ὅρον χίλιαι δραχμαὶ ἐτησίως.
2125Λοιπὸν ὅλα τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ἐκτάκτως δαπανηθέντα, ὀφεί-
2126λομεν νὰ τὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸ ὅλον ποσὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον
2127ηὔξησαν τὰ δάνεια ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον. Τὸ ὅλον
2128ποσὸν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν εἶναι, κατ’ ἐμὸν ὑπολογισμὸν,
2129περὶ τὰ 145,000,000· παρελείφθησαν δέ τινα, ὡς λ. χ. ἡ
2130ἀποζημίωσις τῶν γαιῶν τῶν καταλαμβανομένων ὑπὸ σιδη-
2131ροδρόμων· παραδέχομαι καὶ 5,000,000· ἤτοι 150,000,000
2132ἐν ὅλῳ εἰς ἐκτάκτους δαπάνας ἐκ τῶν τετρακοσίων περίπου
2133ἑκατομμυρίων τῶν συναφθέντων δανείων. Ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐ-
2134τῶν ὀφείλω, Κύριοι, νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἂν καὶ τὸ ποσὸν
2135τοῦ ἐκ δανείων χρέους τοῦ Κράτους ηὔξησε κατὰ 415,000,
2136000, δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὰ
2137ταμεῖα τοῦ Κράτους· πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ τέταρτον
2138ἐξ αὐτῶν· ἐκ τῶν 400,000,000 ἂν ἀφαιρέσωμεν τὸ τέ-
2139ταρτον, ἔχομεν ποσὸν εἰσαχθὲν εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα 300,
2140000,000 τοὐλάχιστον· ἐκ τούτων πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν
2141τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, τὰς γενομένας, ἐξ 150,000,000·
2142ὥστε μᾶς ὑπολείπονται ἕτερα 150,000,000, αὔξησις κα-
2143θαρὰ τοῦ χρέους τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τού-
2144του ἀκόμη τῶν 150,000,000 νομίζω ὀρθὸν νὰ ἀφαιρέσω-
2145μεν ποσόν τι, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε διὰ τοὺς τόκους τῶν
2146δανείων τούτων, ἀφ’ ὅτου ἐγένοντο αἱ ἔκτακτοι δαπάναι
2147μέχρι σήμερον, καὶ δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν 50,000,000
2148διὰ τοὺς μεσολαβήσαντας τόκους· ὥστε μᾶς ὑπολείπονται
2149100,000,000 τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν διὰ
2150τὰς χρήσεις ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον, ἐξαιρουμένων
2151τῶν χρήσεων τοῦ 1885 καὶ 1886. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὰ
2152100,000,000 αὐτὰ ἐπὶ τῶν ὀκτὼ χρήσεων ἢ ἐννέα, πα-
2153ρουσιάζεται ἐτήσιον ἔλλειμμα 12–15 ἑκατομμυρίων. Τοῦτο
2154ἰσχυριζόμεθα ἡμεῖς, οἱ δὲ Κύριοι λέγουσιν, ὅτι οὐδὲν ἔλ-
2155λειμμα ὑπάρχει. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ
2156προϋπολογισμοῦ ἔχει ὑποβάλει μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν
2157ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ....
2158§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ....
2159§77ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κατέλθωμεν εἰς τὰς
2160λεπτομερείας.
2161§78ΤΙΝΕΣ. Δέκα ἀπ’ ἐδῶ, εἴκοσι ἀπ’ ἐκεῖ....
2162§79ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Αἱ ἐλαττώσεις αὗται προσεγγίζουν τὴν
2163ἀλήθειαν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν γνώ-
2164μην τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ διορισθῇ δη-
2165λαδὴ μία εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ ὅλον αὐτὸ
2166τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1890, καὶ
2167εἴτε δι’ οἱουδήποτε ὑπολογισμοῦ ἤθελε θεωρήσει αὕτη καταλ-
2168ληλοτέρου, εἴτε καὶ διὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ ἐκ τῆς χρήσεως τῶν
2169δανείων, νὰ ἀποκαλύψῃ τὰ ἐλλείμματα, νὰ ὁρίσῃ δηλαδή,
2170τίνα ποσὰ εἰσήχθησαν εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα, καὶ κατὰ
2171πόσον διετέθησαν ταῦτα εἰς ἐκτάκτους δαπάνας καὶ κατὰ
2172πόσον διετέθησαν εἰς τακτικάς· οὕτω δὲ θέλουσι προσδιορισθῆ
2173τὰ ἐλλείμματα, διὰ νὰ ἐκλείψῃ πλέον αὐτὴ ἡ μεταξὺ τῶν
2174δύο πολιτικῶν μερίδων αἰωνία συζήτησις.
2175§80Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χάριν τῆς ἱστορίας.
2176§81ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον χάριν τῆς ἱστορίας τοῦτο
2177ἀναγκαῖον, ἀλλ’ εἶναι καὶ χάριν διασαφήσεως τοῦ ἐὰν ἐκείνη
2178ἡ ἐποχὴ ἄφησε τοσαῦτα ἐλλείμματα, ὅσα ἡμεῖς ἰσχυριζό-
2179μεθα, συνάμα δὲ νὰ ὁδηγηθῇ καὶ ἡ νέα Κυβέρνησις, ἀρχο-
2180μένη ἀπὸ τούτου τοῦ σημείου, τί πρέπει νὰ πράξῃ εἰς τὸ
2181μέλλον, καὶ νὰ φανῇ ποία θὰ ἦναι ἡ διαφορὰ τῶν βελτιώ-
2182σεων, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὰ οἰκονομικά. Τοῦτο εἶναι
2183ἀναγκαῖον καὶ διὰ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Ἐγὼ δὲν ἔχω
2184τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ πίστις τοῦ Κράτους εἶναι
2185μεγάλη, ἂν καὶ διὰ μεγίστων δανείων ἐπεβαρύνθη ὁ προϋ-
2186πολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὥστε ἔφθασε τῷ ὄντι εἰς κρίσιμον
2187σημεῖον.
2188Ἀλλὰ, Κύριοι, πᾶν κακὸν δὲν εἶναι ἄμικτον καὶ ἀγαθοῦ
2189τινος. Τὰ μεγάλα αὐτὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα κατέχουσιν ὡς ἐπὶ
2190τὸ πλεῖστον σήμερον μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι καὶ τὰ κοινὰ
2191ἀκόμη τῶν εὐρωπαϊκῶν ἀγορῶν, δὲν εἶναι ἀμφίβολον, ὅτι
2192συντελοῦσι μεγάλως εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς πίστεως τοῦ
2193Ἑλληνικοῦ Κράτους, διότι οἱ κεφαλαιοῦχοι πάντοτε ἔχουσι
2194συμφέρον νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἀξίαν αὐτῶν....
2195§82ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὥστε, ἂν τὰ διπλασιάσωμεν, θὰ
2196ἔχωμεν μεγαλειτέραν πίστιν! (γέλως).
2197§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὐφυέστατον αὐτό!
2198§84ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Αὐτὰ φθάνουσι, κύριε συνάδελφε, μέχρι ση-
2199μείου τινός· δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐπ’ ἄπειρον.
2200Ἐπίσης καὶ οἱ μεγάλοι φόροι, τοὺς ὁποίους μᾶς ἐκληροδότη-
2201σεν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, ἀφίνουσιν εὐρὺ στάδιον, διὰ νὰ
2202γείνωσι μεταβολαὶ πολλαὶ εἰς τοὺς φόρους καὶ νὰ βελτιωθῇ
2203τῷ ὄντι τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα, αὐξανομένων τῶν
2204ἐσόδων τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ μειῶνται, ἐννοεῖται, τὰ ἔσοδα·
2205διότι ὑποθέτω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ πρόθεσις τῆς νέας Κυβερ-
2206νήσεως, νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὸ φορολογικὸν σύστημα πρὸς αὔ-
2207ξησιν τῶν ἐσόδων, χωρὶς νὰ ἐλαττώσῃ παντάπασι τὰ ἔσοδα
2208τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μόνον τὰ ἔξοδα.
2209Διὰ τοιούτων τινῶν μεταῤῥυθμίσεων δυνάμεθα νὰ εὐελπι-
2210ζώμεθα εἰς τὸ μέλλον. Ἔχομεν ἤδη μεγάλην ἀνάγκην τῆς
2211πίστεως τοῦ Κράτους, καὶ πρέπει νὰ μεριμνῶμεν περὶ αὐτῆς,
2212διότι εἰς τὸ κρίσιμον σημεῖον, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα, ἐγὼ νομίζω
2213τοὐλάχιστον, ὅτι τρέχομεν μέγαν κίνδυνον, ἐὰν δὲν ἤμεθα
2214λίαν προφυλακτικοὶ καὶ προνοητικοί, ὅπως τὴν ἐννοεῖ τὴν
2215ἀνάγκην ταύτην καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς, ὡς ἠκούσατε πρὸ
2216ἡμερῶν. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης τῶν πραγ-
2217μάτων θέλει συνάπτει δάνεια πάντοτε ἐξωτερικὰ, διὰ νὰ
2218ἐπαρκῇ τοὐλάχιστον κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν πληρωμὴν
2219τῶν ἐτησίων χρεωλυσίων τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐκτὸς δὲ τού-
2220του, ἐὰν εὑρεθῶμεν εἰς ἄλλην τινὰ ἀπρόοπτον περίπτωσιν,
2221μόνον ἡ πίστις δύναται νὰ μᾶς σώσῃ· διότι δὲν δυνάμεθα
2222πλέον νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω εἰς φορολογίαν τοῦ λαοῦ.
2223Τελευταῖον συνήφθη καὶ δάνειόν τι, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὑπὸ
2224σχετικῶς καλοὺς ὅρους, τὸ δάνειον δηλ. (οὐχὶ ὁλόκληρον,
2225ἀλλὰ μέρος τοῦ δανείου,) τὸ προωρισμένον διὰ τὸν σιδηρό-
2226δρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης. Τοῦτο ἐγένετο σχετικῶς ὑπὸ
2227καλοὺς ὅρους, διότι ἐγένετο μὲν κατὰ 3% ἐπὶ ἔλαττον τοῦ
2228ἑτέρου μέρους τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον εἶχε συναφθῆ πρό τινων
2229μηνῶν, ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν περίστασιν, κατὰ
2230τὴν ὁποίαν ἐγένετο τὸ νέον αὐτὸ δάνειον, δὲν δυνάμεθα νὰ
2231εἴπωμεν, ὅτι ἐμειώθη ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Τὸ λέγω τοῦτο,
2232Κύριοι, διότι ἴσως καὶ ὑμεῖς ἠκούσατε, ὅτι καὶ πρὶν πέσῃ
2233ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ κατόπιν διεδίδετο, ὅτι θὰ ἦτο
2234ἀδύνατον εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ δάνειόν τιʹ
2235μ’ ὅλα ταῦτα ἐγένετο τὸ δάνειον ὑπὸ ἀρκετὰ καλοὺς ὅρους,
2236ἐγένετο δὲ εἰς κακὴν ἐποχὴν, καθὼς εἶπον, διότι κατ’ ἐκεί-
2237νην τὴν περίστασιν εἶχε κινδυνεύσει ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ οἶκος τῶν
2238Ἀδελφῶν Βαίριγγ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πρώτιστος ἀγγλικὸς
2239τραπεζιτικὸς οἶκος. Ἕνεκα τοῦ κινδύνου ἐκείνου ἀρκεῖ νὰ σᾶς
2240εἴπω, ὅτι ἠναγκάσθη ἡ Ἀγγλικὴ Τράπεζα νὰ δανεισθῇ παρὰ
2241τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης τρία ἑκατομμύρια λιρῶν, —τὸ ὁποῖον
2242πρώτην φορὰν ἐγένετο μέχρι σήμερον,—διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς
2243τὰς ἀνάγκας τῆς ἀγορᾶς τῆς Ἀγγλίας. Κατανοεῖτε λοιπὸν,
2244ὁποία ἦτο ἡ δυσχέρεια τῶν ἀγορῶν τῶν εὐρωπαϊκῶν. Κατὰ
2245συνέπειαν πρέπει νὰ ἤμεθα εὐχαριστημένοι, διότι τὸ δάνειον
2246συνήφθη καὶ ἐπὶ 3% ἐπὶ ἔλαττον ἀπὸ τοῦ ἑτέρου ποσο-
2247στημορίου, τὸ ὁποῖον εἶχε συναφθῆ προηγουμένως.
2248Εἰς ἄλλα δὲν θέλω προχωρήσει· ἀλλ’ ἐὰν οἱ Κύριοι αὐτοὶ
2249ἀμφισβητήσωσιν, εἴτε ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς γενικῆς τοῦ
2250προϋπολογισμοῦ, εἴτε ἐπὶ πολλῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας
2251ἔχει ὑποβάλει ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἐκθέσεως, θέλω ἐπανα-
2252λάβει τὸν λόγον.
2253§85ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι εἶμαι σημειω-
2254μένος νὰ ὁμιλήσω, —καὶ βεβαίως θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν,—
2255ἀλλ’ εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν ἀδυνατῶ νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἄν
2256ἔχωσιν ἕτεροι συνάδελφοι νὰ ὁμιλήσωσιν, ἂς προχωρήσωσιν,
2257ἢ καὶ ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ, ἐγὼ ἐν τῷ μέσῳ θὰ
2258ζητήσω αὔριον τὸν λόγον, διότι τώρα εἶναι πολὺ ἀργά.
2259§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τί ἀργὰ εἶναι;
2260§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε ἀναβολήν;
2261§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν προτείνω τίποτε.
2262§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἡ ὀγδόη
2263καὶ ἡμίσεια ὥρα μετὰ μεσημβρίαν κριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς
2264ὡς ὥρα παρεληλυθυῖα, θεωρήσῃ ἑπομένως, ὅτι προσήκει νὰ
2265μὴ προβῶμεν περαιτέρω συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ,
2266βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν θέλομεν ποτὲ δυνηθῆ νὰ ψηφί-
2267σωμεν προϋπολογισμὸν, διότι ἅπας ὁ πρὸ τῆς ὀγδόης καὶ
2268ἡμισείας ὥρας χρόνος εὐλόγως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμφιβολίας,
2269πιθανὸν εἶναι νὰ καταναλωθῇ εἰς συζήτησιν ὑποκειμενικὴν,
2270ἀλλοτρίαν τῶν κυρίων ἔργων τῆς Βουλῆς, ἑπομένως δὲν θέ-
2271λομεν δυνηθῆ ποτε νὰ φθάσωμεν εἰς συζήτησιν τοῦ προϋπο-
2272λογισμοῦ. Σήμερον εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν
2273προτείνεται κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ συζήτησις τοῦ
2274προϋπολογισμοῦ. Ταύτης προηγεῖται ἡ γενικὴ συζήτησις.
2275Ἴσως ἦτο περιττὸν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας νὰ λάβῃ
2276τὸν λόγον· λέγω ὅτι ἴσως ἦτο περιττὸν ὁ εἰσηγητὴς τῆς
2277πλειοψηφίας νὰ λάβῃ τὸν λόγον, διότι ὁ εἰσηγητὴς τῆς
2278πλειοψηφίας ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας, εἰς ἀντί-
2279θεσιν δ’ αὐτῆς ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας· ἐπειδὴ
2280δὲ ἡ μειοψηφία διὰ τῆς ἐκθέσεως αὑτῆς ἠρνεῖτο καὶ τὰ συμ-
2281περάσματα καὶ τὰ πορίσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ συν-
2282ταχθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπι-
2283τροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑποθέτω ὅτι προσῆκεν εἰς τῆς
2284ἐπιτροπῆς τὴν μειοψηφίαν νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ὁ κ. εἰση-
2285γητὴς τῆς μειοψηφίας παριστᾷ, ὅτι ἡ ὥρα παρῆλθε, καὶ ὅτι
2286δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἄν ὁ κ. εἰσηγητὴς
2287ἰσχυρίζηται, ὅτι εἶναι κεκμηκὼς, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀνα-
2288βληθῇ ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν αὔριον, βεβαίως δὲν θέλομεν
2289ἀρνηθῆ τοῦτο· ἀλλ’ ἂν ὅμως ἰσχυρίζηται, ὅτι εἶναι ἡ ὀγδόη
2290καὶ ἡμίσεια ὥρα παρεληλυθυῖα καὶ δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν
2291εἰς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν
2292εἶναι ὀρθόν.
2293§90ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχυρίσθην ὅτι ὡς πρὸς ἐμὲ ἡ ὥρα εἶναι
2294παρεληλυθυῖα. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ...
2295§91ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ αὔριον θέλει εἶ-
2296σθαι ὀγδόη καὶ ἡμίσεια ὥρα, καὶ θέλει προταθῆ ὅτι εἶναι
2297ἀργά.
2298§92ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀγδόη καὶ ἡμίσεια σήμερον εἶναι ἀργὰ
2299δι’ ἐμέ.
2300§93ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως οἱ Κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύ-
2301σεως ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν συζήτησιν
2302ταύτην, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ὅτι, ἀφοῦ οὐδεὶς ἔχει
2303τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ,
2304θεωρεῖ περαιωμένην τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν
2305γενικὴν, αὔριον εἰς τὰ ἔσοδα ἐπανέρχεται καὶ πᾶσα ἡ συζή-
2306τησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἑπομένως δύνανται τότε νὰ ὁμι-
2307λήσωσι.
2308§94ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· τοῦτο ἐδέχθημεν καὶ ἄλλοτε.
2309§95ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτ’ αὐτὸ δύναται νὰ πράξῃ καὶ ἐπὶ
2310τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων.
2311Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως νομίζω ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ προσή-
2312κουσα τάξις. Δὲν ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὸ παρελθὸν, ἂν συνέβη
2313τοιοῦτόν τι, ἂν συνέβη ἅπαξ, οὐδέποτε ὅμως συνέβη ἐν
2314τάξει· συνήθως ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ
2315προηγεῖτο τῆς συζητήσεως τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ. Ἐγί-
2316νετο ἔναρξις τῆς συζητήσεως ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντι-
2317πολιτεύσεως, οὐδέποτε δὲ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἢ τοῦ
2318Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι οἱ ῥήτορες
2319τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ, ἐπελαμ-
2320βάνοντο τῆς συζητήσεως, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
2321ἤρχετο ἀναιρῶν καὶ ἀνασκευάζων, ἢ προβάλλων τὰ ἴδια ἐπι-
2322χειρήματα μετὰ τοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἂν
2323ἡ Ἀντιπολίτευσις σιωπᾷ, βεβαίως ἔχει δικαίωμα νὰ σιω-
2324πήσῃ, οὐδεὶς δύναται νὰ βιάσῃ αὐτὴν νὰ λάβῃ τὸν λόγον,
2325ἀλλ’ εὐλόγως καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι δυνάμεθα
2326νὰ προβῶμεν.
2327§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος
2328νομίζω ὅτι ὡμίλησεν ὑποκειμενικῶς, δηλαδὴ δὲν ἐπρότεινεν,
2329ὅτι εἶναι ἡ ὥρα περασμένη καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθή-
2330σωμεν τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ αὐτὸν, θὰ ὁμι-
2331λήσῃ διὰ μακρῶν, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ αὐτὴν τὴν
2332ἑσπέραν τὸν λόγον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι σύμφωνος
2333ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
2334§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
2335§98ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
2336Παρνασσίδος εἶπεν, ὅτι δι’ αὐτὸν ἡ ὀγδόη καὶ ἡμίσεια ὥρα
2337μ. μ. εἶναι παρεληλυθυῖα.
2338§99ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
2339§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ σήμερον μόνον.
2340§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν σήμερον δὲν ἦσθε εἰς κατάστασιν
2341νὰ λάβητε τὸν λόγον καὶ ζητῆτε τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ ὁμι-
2342λήσητε αὔριον, συμφωνοῦμεν.
2343§102ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπρότεινα τὴν ἀναβολὴν διότι δι-
2344καίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ προχωρήσῃ· μάλιστα κατὰ
2345τὸ παρελθὸν ἔτος ἀκριβῶς ἐδόθη τὸ παράδειγμα ὑπὸ τοῦ
2346νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύ-
2347σεως· διότι, ἀφοῦ ἦτο τῷ ὄντι προκεχωρημένη ἡ ὥρα καὶ
2348τότε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ εἶπεν ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ λάβῃ
2349τὸν λόγον, ἡ Βουλὴ ἐπροχώρησεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν
2350ἐσόδων, καὶ κατόπιν, ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
2351τῶν ἐξόδων, τότε προὐκάλεσε τὴν συζήτησιν.
2352§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα καὶ τώρα
2353νὰ πράξωμεν τὸ ἴδιον.
2354Λοιπὸν προχωρήσατε, κύριε Πρόεδρε.
2355§104Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις γίνεται ἐρή-
2356μην, ἀφοῦ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ Ὑπουργὸς
2357τῶν Οἰκονομικῶν ἀπουσιάζει.
2358Κύριοι, εἶναι βεβιασμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
2359σμοῦ· καταναλώθη ὁ χρόνος πρὸς συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων
2360περὶ Ὀφθαλμιατρείου, περὶ συμβάσεως τοῦ Λαυρίου, περὶ
2361ἁλάτων Κερκύρας, ἤδη δὲ ἐν σπασμωδικῇ ταχύτητι πρόκει-
2362ται νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός. Εἶναι τοὐλάχιστον εὐ-
2363χάριστον, διότι ἤρχισεν ἡ τοιαύτη συζήτησις ἀπὸ τὰς 9
2364παρὰ 20 λεπτά· ἠδύνατο νὰ συμβῇ νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ με-
2365σονυκτίου. Εἴμεθα συνειθισμένοι ἐν Ἑλλάδι νὰ συζητῶμεν
2366οὕτω πῶς τὸν προϋπολογισμόν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ
2367βεβιασμένη ἡ συζήτησις· ἀφοῦ δὲ πρόκειται περὶ ἀντιγραφῆς
2368τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς τέως Κυβερνήσεως καὶ περὶ τυπι-
2369κῆς ἀναγνώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐγὼ ἤθελον προτιμή-
2370σει, ἀντὶ τῆς τυπικῆς καὶ κωμικῆς, δύναμαι νὰ εἴπω, συζη-
2371τήσεως, ἀπόντος καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ,
2372ἤθελον εἶσθαι προτιμότερον, λέγω, νὰ μεταβῶσιν οἱ κύριοι
2373Βουλευταὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ, ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν
2374νὰ ἐπανέλθωσι, προτιμότερον νὰ κυβερνώμεθα διὰ διαταγ-
2375μάτων, παρὰ νὰ διακωμῳδῆται τὸ Σύνταγμα κατὰ τοιοῦ-
2376τον τρόπον.
2377Ἀπὸ τοῦ 1880, Κύριοι, ἀφ’ ὅτου ἐγὼ τοὐλάχιστον παρα-
2378κολουθῶ τὰ καθ’ ἡμᾶς ἐγγύτερον, δὲν συνεζητήθη ποτὲ
2379ὁ προϋπολογισμὸς δεόντως. Εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς μεταβο-
2380λῆς τῆς 14ης Ὀκτωβρίου ἦτο καὶ τοῦτο, ἡ διακωμῴδησις ἐν
2381γένει, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ ἡ διακωμῴδησις τῆς συζητήσεως
2382τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ὅτι ὑπέβαλον
2383πολλὰς ἐπερωτήσεις, καὶ ῥητῶς ἐδήλωσα, ὅτι, ὅταν ἐπιστῇ
2384ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δὲν ἔχω
2385τὰς πληροφορίας αὐτὰς, θὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω
2386τὴν ἀναβολήν· ὑπέμνησα δὲ κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τοὺς κυρίους
2387Ὑπουργοὺς τὰς ἐπερωτήσεις μου, καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ,
2388οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ σπεύδωσιν εἰς παροχὴν
2389πληροφοριῶν, ὑπερθεματίζοντες εἰς τὰς ἐρωτήσεις ἐκείνων
2390τῶν κυρίων, οἵτινες ἐπρόκειτο νὰ ἐπιῤῥίπτωσι μόνον μομφὰς
2391κατὰ τῆς τέως Κυβερνήσεως, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ προσε-
2392ποιήθησαν ὅτι ἐλησμόνησαν τὰς ἐμὰς ἐπερωτήσεις.
2393§105ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖαι ἦσαν καὶ πόσαι;
2394§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω κατάλο-
2395γον τῶν ἐπερωτήσεων, διὰ νὰ τὰς ἐκτιμήσητε.
2396Ὁ κ. ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συνάδελφος νομίζει,
2397ὅτι, ὡς ἐκ τοῦ ποιοῦ καὶ ποσοῦ τῶν ἐπερωτήσεών μου, εἶναι
2398αὗται καὶ ἀνάξιαι ἀπαντήσεως. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δύ-
2399ναται νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε θέλῃ γνώμην· τοῦτο ἀφορᾷ ἐκεῖ-
2400νον. Ἡ Βουλὴ ἂς κρίνῃ τὰς ἐπερωτήσεις μου, καὶ ἂς κρίνῃ,
2401ἂν ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσωσιν ἐπ’ αὐτῶν οἱ κύριοι Ὑπουργοί.
2402Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ πρὸ
2403πολλῶν ἡμερῶν πολλὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι διὰ τὸν ἐξ
2404Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συνάδελφον πιθανὸν νὰ μὴ ἔχωσι
2405κἀμμίαν σημασίαν, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ ἔχουσι μεγάλην. Ἐζήτησα
2406κατάλογον περὶ τῶν Εἰρηνοδικείων, τὸν ὁποῖον ἀκόμη δὲν
2407προσήγαγεν· ἐζήτησα ὅλα τὰ σχετικά, τὰ ἀναγόμενα εἰς
2408τὴν ἀνέγερσιν δικαστικοῦ καταστήματος ἐν τῇ πρωτευούσῃ,
2409ὑπέμνησα μάλιστα τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ οὐδεμία ἀπάν-
2410τησις, εἰ καὶ ῥητῶς εἶπον, ὅτι πρόκειται νὰ συζητήσωμεν
2411τὰ περὶ τούτου εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
2412Ἠκούσατε, Κύριοι, πρὸ μικροῦ, ὅτι κατὰ τὸ 1880 ἡ ὑπη-
2413ρεσία τῶν δανείων ἦτο ἐκ δώδεκα ἑκατομμυρίων, καὶ πρόκει-
2414ται μετ’ οὐ πολὺ νὰ ψηφίσωμεν 36,000,000. Ἐκτὸς τούτων
2415τὰ 24 ἑκατομμύρια περίπου ἐκ τῶν ἑκατὸν, τὰ ὁποῖα ἀφαι-
2416ροῦνται ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, δαπα-
2417νῶνται χάριν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, καὶ ἔχω ἀνάγ-
2418κην νὰ μάθω, ἂν ἡ νέα Κυβέρνησις, ὄχι μόνον ἀντιγράφῃ,
2419ἀλλὰ καὶ βαδίζῃ ἀκριβῶς ἐπὶ τὰ ἴχνη τῆς πρώην Κυβερνή-
2420σεως ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἐπὶ τῆς μορφώσεως
2421τοῦ στρατοῦ. Κατηγγείλαμεν, Κύριοι, καὶ δικαίως, τὴν
2422τέως Κυβέρνησιν, διότι παρέλυσε τὸν στρατὸν καὶ διότι τὸν
2423ἐγύμναζε μόνον δι’ ἐκλογάς· ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἔχομεν
2424τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὴν νέαν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ τὰ
2425πράγματα. Κατηγγείλαμεν τὴν τέως Κυβέρνησιν, καὶ δικαίως,
2426διὰ τὰς παραβάσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀρχίσει τελοῦσα
2427εἰς τὰ περὶ Λεμπεσοπούλου καὶ συντροφίας, ἀλλὰ διὰ τοῦτο
2428θέλω νὰ μάθω, ἂν ἡ νῦν Κυβέρνησις δὲν βαδίζῃ ἐπὶ τὰ ἴχνη
2429τῆς πρώτης, καὶ ὑπέβαλον ἀπὸ τῆς 24 Δεκεμβρίου τοῦ
24301890 ἐπερωτήσεις, νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος ὁ ἀφορῶν εἰς
2431τὴν ἀκύρωσιν τοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχον κη-
2432ρυχθῇ ἔκπτωτοι 26 ἀξιωματικοὶ τοῦ εὐζωνικοῦ τάγματος·
2433ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσεποιήθη, ὅτι δὲν
2434ἐνόησε, τῷ ὑπέμνησα ὅμως τὴν ἐπερώτησίν μου κατ’ ἐπα-
2435νάληψιν, ἀλλ’ οὐδὲν ἀπήντησεν. Ἔχω μεγάλην ἀνάγκην
2436τῶν πληροφοριῶν, ἀξιότιμε συνάδελφε, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι
2437ἐξακολουθοῦσι τὰ αὐτά, ὅτι εἴμεθα ἀδικαιολόγητοι νὰ ψη-
2438φίσωμεν τὰ 36,000,000, ἐξαπατῶντες καὶ αὐτοὺς τοὺς δα-
2439νειστάς μας, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἀδικαιολόγητοι νὰ δαπα-
2440νῶμεν περὶ τὰ 24,000,000 εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιω-
2441τικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, προσποιούμενοι ὅτι παρασκευά-
2442ζομεν στρατὸν καὶ στόλον. Δὲν ἀναφέρω τὰς ἄλλας μου
2443ἐπερωτήσεις· ἁπλῶς καὶ μόνον ὡς παράδειγμα ἀνέφερον
2444αὐτάς, ἵνα ἐννοήσητε ὅτι, ἀφοῦ οἱ Ὑπουργοὶ σιγῶσιν εἰς
2445τοιαύτας ἐρωτήσεις, δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ σπουδαία συζή-
2446τησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τυπική, πρὸς συνέ-
2447χειαν τῆς διακωμῳδήσεως τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο
2448ὑποστηρίζω τὴν γενομένην πρότασιν τῆς ἀναβολῆς.
2449§107ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἐκ Λαρίσσης
2450Βουλευτὴς ἐξεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζή-
2451τησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν του ταύτην
2452ἐδικαιολόγησε διὰ προτάσεων, αἵτινες δύνανται νὰ κατα-
2453ταχθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας. Αἱ προτάσεις αὐτοῦ, αἱ ὑπα-
2454γόμεναι εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν, εἶναι, ὅτι προέβαλε
2455διαφόρους ἐπερωτήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν κατετέθησαν
2456ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν αἱ προσήκουσαι πληροφορίαι, καὶ
2457ἕνεκα τούτου στερεῖται τῶν φώτων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγ-
2458κην, ἵνα συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Π. χ. ἐζήτησε παρὰ
2459τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατάλογον τῶν Εἰρη-
2460νοδικείων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν κατέθη-
2461κεν ἀκόμη τοῦτον· ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς
2462Δικαιοσύνης τὰ προηγούμενα ἔγγραφα, τὰ πραγματευόμενα
2463περὶ τῆς οἰκοδομῆς καταστήματος δικαστικοῦ ἐν Ἀθήναις,
2464ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν κατέθηκε ταῦτα,
2465ἵνα ἐξ αὐτῶν μάθῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ποῖαι ἰδέαι,
2466ποῖαι ἔννοιαι, ποῖαι ἀπόπειραι, ποῖαι δικαιολογίαι ἐκράτη-
2467σαν ὡς πρὸς τὴν οἰκοδομὴν καταστήματος ἐν Ἀθήναις,
2468καὶ ἕνεκα τούτου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης νομίζει, ὅτι
2469δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμόν.
2470Ἐπίσης ἠθέλησεν ὁ κ. ἐκ Λαρίσσης Βουλευτὴς τὸν φάκελ-
2471λον τὸν πραγματευόμενον περὶ τῆς τιμωρίας, ἥτις εἶχεν
2472ἐπιβληθῆ εἰς 26 ὑπαξιωματικοὺς τῶν εὐζώνων, τῆς ἀπο-
2473βολῆς αὐτῶν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸν περιέχοντα τὴν
2474ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ὁποίας
2475ἠκυρώθη ἡ πρᾶξις ἐκείνη τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, οἱ
2476δὲ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι ἐπανῆλθον εἰς τὸν στρατόν. Ὁ κ.
2477ἐκ Λαρίσσης Βουλευτὴς μάλιστα ὑπέλαβεν, ὅτι ἡ ἀποβολὴ
2478ἐγένετο διὰ Β. διατάγματος, καὶ σκοπεῖ νὰ ἐγκαλέσῃ τὸν
2479νέον Ὑπουργὸν, πῶς ἐτόλμησε νὰ ἀναιρέσῃ τὸ διάταγμα
2480αὐτὸ δι’ διαταγῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι ὑπῆρξεν ἔλλειψίς μου
2481νὰ μὴ καταθέσω ἀκόμη τὸν φάκελλον τοῦτον, ὅστις αὔ-
2482ριον θέλει πάντως κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ κ. Βου-
2483λευτὴς θέλει ἔχει τὸν καιρὸν μέχρι τοῦ πέρατος τῆς συζη-
2484τήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ πορισθῇ πάντα τὰ φῶτα,
2485τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρα-
2486τοῦ, εἴτε περὶ τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ἡ σύνταξις τοῦ στρα-
2487τοῦ καὶ ἡ διοίκησις αὐτοῦ παρέχουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ
2488τὸν Ἑλληνισμόν. Ἀλλὰ πάντα ταῦτά εἰσι δικαιώματα τοῦ κ.
2489Βουλευτοῦ, οὐδ’ ἀμφισβητῶ αὐτά. Δικαίωμα αὐτοῦ νὰ προ-
2490τείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν ἐδόθη εἰς
2491αὐτὸν ἡ πληροφορία ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης
2492περὶ τοῦ καταλόγου τῶν Εἰρηνοδικείων· δικαίωμα αὐτοῦ νὰ
2493προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ κ.
2494Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν κατέθηκεν εἰσέτι τὰ ἔγγραφα
2495τὰ πραγματευόμενα περὶ τῆς οἰκοδομῆς τῶν δικαστηρίων·
2496δικαίωμα αὐτοῦ νὰ προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν, διότι εἰσέτι ὁ
2497Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν κατέθηκε τὸν φάκελλον,
2498τὸν ὁποῖον ὅμως θέλει καταθέσει αὔριον, ὅτε θέλει δυνηθῆ ὁ
2499κ. Βουλευτὴς νὰ λάβῃ πᾶσαν πληροφορίαν· ἂς προτείνῃ τὴν
2500πρότασίν του, ἡ δὲ Βουλὴ θέλει ἀποφανθῆ. Δὲν δύναται ὅμως
2501νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δεχθῇ τὰς γνώμας
2502αὐτοῦ, διότι τότε ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἀσπάζεται τὸ
2503ἀποκεντρωτικὸν σύστημα, καὶ ὁ ὁποῖος κατ’ ἀνοχὴν ἐπιτρέ-
2504πει τοὺς θεσμοὺς τοὺς συνταγματικοὺς, οἵτινες λειτουργοῦσιν,
2505εἰσάγει σύστημα δεσποτικώτερον, ὄχι τῶν συνταγματικῶν
2506ἐθνῶν, ἀλλὰ παντὸς ἄλλου κυβερνητικοῦ συστήματος.
2507Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο· προβαίνων
2508εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη εἰς νομοθετήματα κοινὰ καὶ οὐχὶ
2509εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ συνεζήτησε τὸ νομοσχέδιον περὶ
2510Ὀφθαλμιατρείου, τὸ περὶ Λαυρίου καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι περί τινος
2511ἄλλου ἱδρύματος. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει ἄδικον.
2512Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παραπονῆται κατὰ τῶν ἀποφάσεων
2513τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς· ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐγένετο, ἐγένετο
2514νομίμως καὶ κατὰ τὴν θέλησιν τῶν πλειόνων, ἥτις κρατεῖ.
2515Ἂν ἡ θέλησις τῶν πλειόνων δὲν ἦναι ὀρθὴ, ἂν ἀπόφασίς
2516τις αὐτῶν ἦναι πλημμελὴς, ἢ ἂν βλάπτῃ τὰ συμφέροντα
2517τοῦ δημοσίου ταμείου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης διαχει-
2518ρίζεται ἄριστα τὴν γραφίδα, καὶ δύναται δημοσιογραφῶν
2519νὰ καταγγείλῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίω-
2520μα νὰ ψέγῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ προέ-
2521βη νομίμως εἰς αὐτὰς, ἡ δὲ Βουλὴ, ἂν ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν
2522μομφὴν ταύτην, ἣν αὐτὸς ἐκτοξεύει κατ’ αὐτῆς, ἤθελεν ἀπο-
2523δοκιμάσει ἑαυτήν· δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ, ἥτις
2524θέλει προβῆ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν. Μοὶ ἐφάνη δὲ περίεργος
2525ἡ γνώμη του αὕτη, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ
2526ἐννοήσω ἄλλην γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσσης. Ἡ
2527γνώμη αὕτη δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον εἶδος πολιτεύματος ἀνή-
2528κει. Ἐπειδὴ ἠσχολήθη προηγουμένως ἡ Βουλὴ εἰς ἄλλα
2529νομοσχέδια, ἃς ἀφήσῃ, εἶπε, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ
2530ἂς διοικήσωσιν οἱ Ὑπουργοὶ ὑπὸ ἰδίαν των εὐθύνην τὸ Κρά-
2531τος διὰ διαταγμάτων. Λυποῦμαι, διότι προβλέπω ὅτι ἡ
2532πλειοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν θέλει συμβιβασθῆ μὲ τὸν κ.
2533Βουλευτὴν ἐκ Λαρίσσης ὡς πρὸς τὸ προτεινόμενον σύστημά
2534του, καὶ ἂν ἐπιμείνῃ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς ψηφοφορίαν, βε-
2535βαίως δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία θέλει δώ-
2536σει αὐτῷ τὴν ἀπάντησιν.
2537§108Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μεθ’ ὅλα τὰ
2538ἄνθη, διὰ τῶν ὁποίων ἐκόσμησε τὴν ὁμιλίαν του, δὲν ἠδυ-
2539νήθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ οὐσιῶδες μέρος τῆς ὁμιλίας μου.
2540Ὡς Βουλευτὴς ἐστάλην ἐνταῦθα διὰ νὰ ὁμιλῶ, καὶ κακῶς
2541μὲ παραπέμπει εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, διὰ νὰ γράψω ἄρ-
2542θρα, διότι ἐστάλην ἐδῶ νὰ ὁμιλῶ, ἐλέγχων καὶ νομοθετῶν.
2543Ὡς Βουλευτὴς λοιπὸν, ἀποσταλεὶς ὑπὸ τῶν ἐκλογέων μου,
2544ἐζήτησα πληροφορίας, ἀναγομένας εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
2545προϋπολογισμοῦ. Ἔχει καθῆκον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ
2546συνάδελφοί του νὰ ἀφήσωσιν ἐπ’ ὀλίγον τὰς ἄλλας ἐνασχο-
2547λήσεις των, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι σπουδαιότεραι
2548αὐτῶν, καὶ νὰ σπεύσουν νὰ φέρουν τὰς πληροφορίας, τὰς
2549ὁποίας κατ’ ἐπανάληψιν ἐζήτησα. Καὶ περὶ τούτων μὲν
2550ὡμολόγησε ῥητῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι καθυστέρησεν
2551αὐτὸς καὶ οἱ συνάδελφοί του...
2552§109ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συγγνώμην· ὡμίλησα
2553περὶ ἐμαυτοῦ μόνον, ὄχι περὶ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουρ-
2554γοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι οὗτος δὲν εὗρεν ἐν τοῖς ἀρχείοις
2555τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἔγγραφα πραγματευόμενα
2556περὶ οἰκοδομῆς δικαστηρίων.
2557§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν τὸ εἶπεν αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῆς
2558Δικαιοσύνης.
2559§111ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔγραψα εἰς τὸ
2560Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μοὶ ἀποστείλῃ τὰς με-
2561λέτας, ἐὰν ὑπάρχωσι.
2562§112Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὔτε τοῦτο εἴπετε... Τὸ Ὑπουργεῖον,
2563εἰς ἀπάντησιν τῆς προτάσεώς μου, μὲ παρέπεμψε τρόπον
2564τινὰ εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ πλειοψηφία
2565συμμερίζηται τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ συμμερίζηται, οὐδό-
2566λως μὲ ἐμποδίζει τοῦτο νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου. Ὁ κ.
2567Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησεν ὅσα ἔλεγε καὶ ἔπραττεν ὡς ἀρ-
2568χηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νομίζω ὅτι ἐγὼ ἔχω κα-
2569θῆκον νὰ τῷ τὰ ὑπομνήσω. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ, ὅτι παρέλειψαν
2570οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί του νὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκον των,
2571ὑπομιμνήσκω ἑτέραν ἐπερώτησιν, ἐνισχυθεῖσαν καὶ παρ’ ἑτέ-
2572ρου συναδέλφου ἐκ τῆς πλειοψηφίας, τὴν ἀναγομένην εἰς
2573τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων καὶ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν
2574αἰχμαλώτων τῆς Κούτρας.
2575§113ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατετέθησαν, ἀλλ’ ἴσως δὲν ἦσθε
2576τότε ἐδῶ.
2577§114Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
2578τιωτικῶν τὰ ἔγγραφα, τὸ ἐνθυμοῦμαι, ἀλλ’ ἐγὼ εἶχον ζη-
2579τήσει ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν πληροφορίας
2580περὶ τῆς περιαγωγῆς τῶν αἰχμαλώτων τῆς Κούτρας ἀνὰ
2581τὴν Μακεδονίαν, καὶ περὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ διεθνοῦς
2582δικαίου ἐν Σκιάθῳ. Δὲν κατετέθησαν αἱ πληροφορίαι αὗ-
2583ται... (διακοπαί).
2584Κύριε Πρόεδρε, παραλείπων νὰ ἀπαντήσω ἤδη εἰς τὸν κ.
2585Πρωθυπουργὸν, θέλω πράξει τοῦτο ὅταν λάβω τὸν λόγον ἐπὶ
2586τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν πρόκηται νὰ γεί-
2587νῃ σπουδαία. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω σήμερον, εἶ-
2588ναι τὸ ἑξῆς. Νομίζω καλὸν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋ-
2589πολογισμοῦ ἀνταξία τοῦ ἀγῶνος τῆς 14 Ὀκτωβρίου, καὶ
2590δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀνταξία τοῦ ἀγῶνος τῆς 14 Ὀκτω-
2591βρίου, ὅταν ἡ μὲν Κυβέρνησις ἀντιγράφῃ τὸν προϋπολογι-
2592σμὸν τῆς προκατόχου, ἡ δὲ Βουλὴ συζητῇ αὐτὸν μὲ μίαν
2593συντομωτάτην εἰσήγησιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τῆς
2594ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουρ-
2595γοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ εἰσηγη-
2596τὴς τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ζητεῖ παρακλητικῶς
2597μίαν ἀναβολὴν, τὴν ἀρνούμεθα. Ἡ Βουλὴ βεβαίως δύ-
2598ναται, ἐὰν θελήσῃ, νὰ ἀναγνώσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐν
2599διαστήματι ἡμισείας ὥρας, καὶ νὰ νομίζῃ, ὅτι ἐξεπλήρωσε
2600τὸ καθῆκόν της, ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεω-
2601ρηθῇ συζήτησις.
2602§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συ-
2603ζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ; (Οὐδεὶς ἐγείρεται). Κη-
2604ρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις.
2605§116ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤρχισεν ἀκόμη.
2606§117ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀπὸ τοῦ Σαββάτου, κύριε Πρόεδρε, εἶναι
2607γνωστόν, ὅτι ἤθελε συζητηθῆ ὁ προϋπολογισμὸς σήμερον.
2608Διατὶ νὰ ζητῶσι τὴν ἀναβολὴν, ἀφοῦ ἦτο γνωστὸν, ὅτι
2609σήμερον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως θὰ ἦτο ἡ
2610συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ;
2611§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος εἶπεν, ὅτι
2612δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ περατωμένη ἡ συζήτησις, ἀφοῦ δὲν
2613ἤρχισεν ἀκόμη. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, διότι ὁ κ. Ζω-
2614γράφος, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
2615προϋπολογισμοῦ, ὡμίλησεν ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ
2616προϋπολογισμοῦ· ἐπειδὴ δὲ οὐδεὶς ἄλλος, καίτοι ἠρώτησα
2617τὴν Βουλὴν, ἐζήτησε τὸν λόγον, ὤφειλον νὰ κηρύξω περα-
2618τωμένην τὴν συζήτησιν.
2619§119ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ διατυπώσω πρότασιν
2620ἀναβολῆς, διότι ὑπελάμβανον, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι προκεχω-
2621ρημένη ἡ ὥρα, ἡ δὲ ἡμερησία διάταξις τῆς σήμερον διενε-
2622μήθη μ. μ. καὶ δὲν ἦτο γνωστὸν ἀπὸ χθὲς, ὅτι ἐπρόκειτο
2623νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπελάμ-
2624βανον, λέγω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας
2625εὐπρεπὲς νὰ ἐπιτρέψῃ, ὥστε αὔριον νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζή-
2626τησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δὲ ὑπῆρχε διαθέσιμος χρόνος
2627εἰσέτι, ἠδύνατο νὰ καταναλωθῇ εἰς συζήτησιν νομοσχεδίων, τὰ
2628ὁποῖα συνδέονται μὲ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι
2629ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀλλὰ δὲν ἐφρόνουν,
2630ὅτι ἔπρεπε νὰ διατυπώσω πρότασιν ἀναβολῆς, ἵνα μὴ ὑπο-
2631ληφθῶ ὡς σκοπῶν τὴν παρέλκυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βου-
2632λῆς. Μετ’ ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς, ἐξηγῶν
2633κρεῖττον τὴν πρότασίν μου ἐκείνην, κατέληξεν εἰς τὴν πρό-
2634τασιν νὰ ἀναβάλῃ ἡ Βουλὴ τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον. Μετὰ
2635τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὑπολαμβάνων ὅτι ἡ
2636πρότασις αὕτη ἤθελε γείνει δεκτή, ἀνεχώρησε. Δὲν πρόκειται
2637ὅμως περὶ τοῦ τί εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ τί ἐγώ. Ἀρ-
2638κοῦμαι δὲ εἰς μόνην τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ἂν ἡ πλειοψη-
2639φία ἔχῃ ἄλλην γνώμην, ἵνα προχωρήσῃ ἀπόψε εἰς τὸν προϋ-
2640πολογισμὸν, αὔριον, εἰς οἱανδήποτε στάσιν καὶ ἂν ἦναι ἡ
2641ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, πάλιν θὰ ἐπανέλθῃ ἡ γενικὴ
2642συζήτησις. Τὸ ὀρθὸν δὲ εἶναι νὰ γείνῃ προηγουμένως ἡ γε-
2643νικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἔλ-
2644θωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ.
2645§120ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πλειοψηφία δὲν
2646δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην, εἰμὴ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν
2647πρέπει, κατὰ τὰ εἰθισμένα αὐτῆς καὶ τὰ ἁπανταχοῦ γιγνό-
2648μενα. Πρὶν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπιλάβηται τῆς ἐξετάσεως τῶν
2649λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὶν ἢ ἐξετάσῃ ἐὰν αἱ
2650πιστώσεις τοῦ δεῖνος Ὑπουργείου εἰσὶν ἐπαρκεῖς ἢ μὴ
2651ἐπαρκεῖς, ἐὰν ἦναι ἀναγκαῖαι ἢ μὴ ἀναγκαῖαι, ἐρευνᾷ τὴν
2652γενικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ἑπομένως ἐξετάζει καὶ
2653τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐξετάζει τὰ μέτρα, τὰ
2654ὁποῖα ἐλήφθησαν περὶ τῆς διοικήσεως, πᾶσαν μελέτην αὐτῆς
2655καὶ πᾶσαν ἐνέργειαν αὐτῆς, ζητεῖ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως
2656οἱασδήποτε πληροφορίας, καὶ φέρει γνώμην ἢ σχηματίζει
2657γνώμην περὶ τῆς καταστάσεως τῆς γενικῆς τοῦ Κράτους,
2658ἐξ ἧς ὁδηγεῖται εἰς τὰς γνώμας της ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
2659σμοῦ. Αὐτὸ προσεδοκῶμεν ὅτι ἔμελλε νὰ γείνῃ καὶ νῦν.
2660Ἔλαβε τὸν λόγον πρῶτον ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψίας τῆς
2661ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠπόρησα δὲ διατὶ ὁ κ. Ζω-
2662γράφος ἔσπευσε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἐνῷ δὲν προσῆκεν αὐτῷ
2663νὰ λάβῃ πρῶτος τὸν λόγον, ἀλλὰ προσῆκε τοῦτο εἰς τὸν
2664εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολο-
2665γισμοῦ, διότι αὐτὸς ὤφειλε νὰ προβάλῃ τὰ ἐπιχειρήματα,
2666τὰ ὁποῖα ἔχει, τοὺς συλλογισμούς, τοὺς ὁποίους ἐποιήσατο,
2667καὶ δι’ ὧν ἐπείσθη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῇ τὰς γνώμας
2668τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζωγράφος μετὰ ἐλευθεριότητος
2669συνεζήτησε καὶ ἐξήνεγκε τὴν γνώμην αὐτοῦ, καὶ ὑπεστή-
2670ριζε τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτε ὁ
2671εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολο-
2672γισμοῦ ἀντέστη, προβάλλων ὅτι δὲν ἦτο παρὼν ὁ Ὑπουρ-
2673γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰ καὶ παρευρίσκετο ὅλον τὸ Ὑπουρ-
2674γικὸν Συμβούλιον. Καὶ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
2675ἀσθενήσῃ ἐπὶ ἡμέρας, προϋπολογισμὸς δὲν ψηφίζεται, ἢ
2676πρέπει νὰ διορισθῇ ἄλλος Ὑπουργός, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ συ-
2677ζητήσῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς! Καὶ
2678προβάλλει ὡς λόγον, ὅτι ἡ ὀγδόη ὥρα καὶ ἡμίσεια εἶναι
2679προκεχωρηκυῖα, καὶ δὲν δύναται κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν νὰ
2680συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδ’ ἐνθυμεῖται ποίας
2681γνώμας εἶχε καὶ ποίας προτάσεις ὑπέβαλλε καὶ ποίας ψή-
2682φους ἔδιδε κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ χρό-
2683νου τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἕκαστος ἔχει τὴν εὐ-
2684θύνην τῶν ἰδίων αὐτοῦ πράξεων, ἑπομένως ἐγὼ δὲν ἔχω οὐ-
2685δὲν δικαίωμα νὰ ζητήσω εὐθύνας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ
2686Παρνασίδος. Ἐκεῖνος ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ εὐθύνας παρ’
2687ἐμοῦ ὡς κυβερνήτου, δύναμαι ὅμως καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω εἰς αὐ-
2688τὸν, ὅτι, ἂν ἤθελε γείνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη αὐτοῦ, ὅτι τὴν 8ην
2689καὶ ἡμίσειαν ὥραν δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογι-
2690σμός, οὐδέποτε ἠθέλομεν συζητήσει τὸν προϋπολογισμὸν,
2691καὶ ἠθέλομεν περιπέσει εἰς τὸ ἄτοπον νὰ ἐξαρτᾶται ἡ συ-
2692ζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τὴν καλὴν θέλησιν δύο
2693μόνον μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, διότι δύναται τὸ ἓν μετὰ
2694τὸ ἄλλο νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ἐπὶ διαφόρων θεμάτων ἀπὸ
2695τῆς ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως, νὰ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλὴν
2696μέχρι τῆς 8½ ὥρας, καὶ ὅταν ἔρχηται ἡ ὥρα αὕτη, νὰ
2697ἀπέρχηται ἡ Βουλὴ, ὡς μὴ δυναμένη κατὰ τὴν γνώμην
2698τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ συ-
2699ζητήσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Τὴν γνώμην ταύτην δὲν ἠδυ-
2700νάμην νὰ ἀποδεχθῶ· ὤφειλον, εἶχον καθῆκον νὰ τὴν ἀπο-
2701κρούσω, καὶ νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος,
2702ὅτι, ἐὰν αὐτὸς ἐπιθυμῇ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προ-
2703ϋπολογισμοῦ, εἴτε διότι ἀπηύδησεν, εἴτε διότι ἐπιθυμεῖ νὰ
2704συμπληρώσῃ τὰς μελέτας του, εἴτε διότι ἐπιθυμεῖ νὰ φέρῃ
2705μεθ’ ἑαυτοῦ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα συμβαίνει νὰ μὴ ἔχῃ τὴν
2706ἑσπέραν ταύτην, προθύμως στέργομεν, ἵνα ἀναβληθῇ ἡ συ-
2707ζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν αὔριον. Ἀλλ’ ὁ κ.
2708Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι αὐτὸς δὲν ζητεῖ ἀναβολὴν, ἀλλ’ ἔχει
2709τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ὀγδόη καὶ ἡμίσεια εἶναι προκεχωρημένη
2710ὥρα· ὑπεισῆλθε δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσση-
2711νίας, προβάλλων τὴν ἀναβολὴν καὶ ἀπελθὼν ἀμέσως, ὁ δὲ
2712κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ὑπέλαβέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν
2713δύναται νὰ ἦναι ἀληθής, διότι αὐτὸ ἐκδηλοῖ γνώμην ὄχι
2714εὐπρεπῆ καὶ προσήκουσαν εἰς σεβαστὸν συνάδελφον, οἷος ὁ
2715κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσί-
2716δος ἡρμήνευσε τὴν ἀναχώρησιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὅτι
2717οὗτος ἀνεχώρησε διότι ὑπέλαβεν, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρό-
2718τασίς του, καὶ διὰ τοῦτο ἀπῆλθεν.
2719Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡμεῖς δὲν ζη-
2720τοῦμεν νὰ ἐπισπευθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ
2721πλέον τοῦ δέοντος, δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφισθῇ εἰκονικῶς ὁ
2722προϋπολογισμὸς, δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφισθῇ ἐσπευσμένως
2723καὶ τροχάδην· ὑποβαλλόμεθα εἰς πᾶσαν συζήτησιν, εἰς πᾶ-
2724σαν ἔρευναν· ἐλθέτωσαν οἱ Κύριοι νὰ συζητήσωσι, καὶ ἐὰν
2725δὲν θέλωσι νὰ ἀρξώμεθα τὴν ἑσπέραν ταύτην τῆς συζητή-
2726σεως, ἂς μᾶς τὸ εἴπωσι· στέργομεν νὰ ἀρξώμεθα αὔριον,
2727ἀλλὰ νὰ ἀρξώμεθα.
2728§121ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
2729νήσεως παρερμήνευσεν ὅ,τι εἶπον· εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἐξεδήλωσα
2730τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἄρξηται τῆς συζη-
2731τήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν ὥρᾳ ὀγδόῃ καὶ ἡμισείᾳ· ἐγὼ
2732δὲν εἶπον τοῦτο, εἶπον ὅτι, ὡς πρὸς ἐμὲ, κατὰ τὴν ἑσπέραν
2733ταύτην ἐθεώρουν τὴν ὥραν ταύτην προκεχωρημένην, καὶ
2734παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ ἄρξηται τῆς συζητήσεως τοῦ
2735προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον. Αὐτὸ ἐξε-
2736δήλωσε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὁ ὁποῖος μάλιστα,
2737νομίσας, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνῄνεσεν εἰς
2738τὸ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον, ἀνεχώρησεν. Ἀλλ’
2739ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἂν ἡ πλειονοψηφία ἐπιμένῃ, βεβαίως
2740πᾶσα πρότασις ἀναβολῆς, ὅπως μὴ ἀρξώμεθα ἀπόψε τῆς
2741συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἔχει κἀμμίαν σημασίαν,
2742ἐξαρτᾶται ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ
2743ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς.
2744§122ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον ὅτι στέρ-
2745γομεν.
2746§123ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ στέργετε, δεχόμεθα εὐχαρίστως.
2747§124ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Στέργομεν εἰς τὴν πρότασίν σας· εἶναι
2748πρότασις ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’
2749αὔριον· στέργομεν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
2750§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν ἡ γενικὴ συζήτησις
2751τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον· προ-
2752βαίνομεν δὲ εἰς τὰ ἑπόμενα.
2753Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παροχῆς ἐκτά-
2754κτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 422,928 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋ-
2755πολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρή-
2756σεως 1891.
2757(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ
2758σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
2759Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζή-
2760τησιν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ
2761μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τῶν παγίων φορολογικῶν νόμων).
2762§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2763βαθμολογίας τῶν λογιστῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ.
2764(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤ-
2765ῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ
2766ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
2767§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
2768§128ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον σκοπὸν ἔχει νὰ
2769προστατεύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους τοῦ πολεμικοῦ ναυ-
2770τικοῦ, οἵτινες δὲν ηὐτύχησαν νὰ λάβωσι πτυχίον καὶ οἵτινες
2771δὲν ἔλαβον τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχουν, συνεπείᾳ ἐξε-
2772τάσεων, διότι κατετάχθησαν πρὸ τοῦ νόμου περὶ συναγωνι-
2773σμοῦ. Σκοπεῖ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον νὰ προστατεύσῃ αὐ-
2774τοὺς, διότι ἡ ὑπηρεσία ἴσως νομίζει, ὅτι δικαιοῦνται, ὡς ἐκ
2775τῆς πολυχρονίου ὑπηρεσίας καὶ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἐκτή-
2776σαντο, ἐργαζόμενοι ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ λογιστικόν, ὅτι
2777καθίστανται χρήσιμοι, καὶ τὸ νομοσχέδιον θέλει νὰ προστα-
2778τεύσῃ τὴν πεῖραν ἢ τὴν ἄγνοιαν ἐκείνων, οἵτινες ἐδέχθησαν
2779νὰ λάβουν τὴν θέσιν αὐτήν, μὴ ἀναλογιζόμενοι ὅτι μετα-
2780γενέστεροι νόμοι ἤθελον ἀπαιτήσει ἀπὸ αὐτοὺς προσόντα καὶ
2781πτυχίον. Ἴσως τὸ νομοσχέδιον ἔχει μίαν βάσιν δικαιοσύνης·
2782ἀλλὰ διὰ νὰ συμβιβάσω τὴν πεῖραν αὐτῶν πρὸς τὰ προ-
2783σόντα ἐκείνων, οἵτινες εὐδοκίμησαν ἐν ταῖς ἐξετάσεσιν, ὑπο-
2784βάλλω μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας οἱ δυνάμει ἐξετά-
2785σεων ἐπιτυχόντες καὶ λαβόντες τὴν θέσιν τοῦ λογιστοῦ προ-
2786βιβάζονται καὶ αὐτοί. Διὰ τῆς τροπολογίας μου ταύτης
2787ζητῶ, ἵνα μετὰ τὴν φράσιν «τῶν 45 ἐτῶν» προστεθῶσι τὰ
2788ἑξῆς: «ὡς καὶ οἱ διὰ συναγωνισμοῦ εἰσελθόντες, ἀλλ’ ἔχον-
2789τες ὑπηρεσίαν τοὐλάχιστον τριῶν ἐτῶν, ἐξ ὧν τὸ ἓν κατὰ
2790θάλασσαν».
2791§129ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νὰ
2792τυπωθῇ.
2793§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ
2794ὑπ’ ὄψει εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα,
2795ἀριθ. 246).
2796(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει,
2797ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνον-
2798ται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομο-
2799σχεδίου).
2800§131ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἤθελον νὰ λάβω μίαν πληροφορίαν.
2801Λέγον τὸ νομοσχέδιον «οἱ ὑπολογισταὶ οἱ ἔχοντες ὑπερτριετῆ
2802ὑπηρεσίαν», ἐννοεῖ τοὺς ὑπολογιστὰς τοὺς ἤδη ἐν ὑπηρεσίᾳ,
2803ἢ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγκατελείφθησαν ἐκ τοῦ νόμου
2804ἐκείνου;
2805§132ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐν-
2806νοεῖ τοὺς ἤδη ἐν ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένους· δὲν ἔλαβε πρό-
2807νοιαν περὶ τῶν ἄλλων. Σκεφθῆτε σεῖς καὶ ὑποβάλετε, ἂν
2808θέλητε, τροπολογίαν, ἵνα τὴν μελετήσω καὶ ἴδω ἂν ἦναι
2809δυνατὸν νὰ τὴν περιλάβω εἰς τὸ νομοσχέδιον.
2810(Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρ-
2811χήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥή-
2812σεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 20
2813τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΑΡΝϚʹ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1884 «περὶ
2814συστάσεως σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων»).
2815§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου
2816περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ ἑδρεύειν τοὺς δήμους ἐν ἰδιοκτήτοις
2817χωρίοις.
2818§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προσήκει εἰς
2819τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν νὰ ποιήσωνται εἰσήγησιν
2820τῆς προτάσεώς των εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ ἀναπτύξωσι τοὺς
2821λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους προβάλλουσιν αὐτήν.
2822§135ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐν γένει νομίζω, ὅτι εἶναι ὅ,τι ἀτοπώ-
2823τερον νὰ χρησιμεύῃ ὡς πρωτεύουσα δήμου ἰδιόκτητον χωρίον,
2824καλλιεργούμενον ἐπὶ μορτῇ· καὶ τοῦτο, διότι ἀναγκαίως οἱ
2825μορτῖται, συνδεόμενοι πολυειδῶς πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, εἶναι
2826ἠναγκασμένοι νὰ κύπτωσι πολιτικῶς εἰς τὰς θελήσεις αὐτῶν.
2827Ὅταν ὅμως ἡ πρωτεύουσα ὁλοκλήρου τοῦ δήμου κύπτῃ πολι-
2828τικῶς εἰς τὰς θελήσεις τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ χωρίου, τότε
2829ἐξαφανίζεται παντελῶς ἡ ἐλευθερία τῆς ἐκλογῆς ἔν τε ταῖς
2830δημοτικαῖς ἐκλογαῖς καὶ ταῖς βουλευτικαῖς, διὰ τὸν ἁπλού-
2831στατον λόγον, ὅτι δὲν δύναται οἱοσδήποτε ἄλλος ἐκλογεὺς
2832τοῦ δήμου ἐκείνου νὰ ἐνεργήσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ ὅπως
2833ἐπιτάσσει ἡ θέλησις τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἐν πρώτοις δὲν δύνα-
2834ται ὁ ἀντιφρονῶν νὰ εὕρῃ κατάλυμα εἰς τὴν πρωτεύουσαν
2835τοῦ δήμου, δὲν δύναται νὰ προμηθευθῇ τροφὴν, δὲν δύναται
2836νὰ πίῃ ὕδωρ· καὶ τοῦτο εἶναι πολὺ φυσικὸν, καὶ συμβαίνει
2837ὅπου ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ χωρίου θέλει νὰ πολιτευθῇ, διατεθει-
2838μένος νὰ ἐπιβάλῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἐκλογικὴν γνώμην
2839εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν διατελοῦντας μορτίτας. Οἱ Βουλευταὶ τῆς
2840Εὐβοίας ἰδιαιτέρως ἐλάβομεν πεῖραν ἐπὶ πολυετίαν τῶν συμ-
2841βαινόντων εἰς τὸν δῆμον Κηρέως, τοῦ ὁποίου ἡ πρωτεύουσα
2842εἶναι χωρίον ἰδιόκτητον, καλλιεργούμενον ἐπὶ μορτῇ, καὶ
2843διὰ τοῦτο προεβάλομεν ἀπὸ κοινοῦ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομο-
2844σχέδιον. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἀναγνωρίζουσα τὸ
2845ὀρθὸν τοῦ νομοσχεδίου θέλει προθύμως ψηφίσει αὐτό.
2846Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προσετέθη ῥητὸν ἄρθρον, ὅτι ἐξαι-
2847ροῦνται τὰ χωρία τὰ ἰδιόκτητα τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιῶν
2848τῆς Θεσσαλίας.
2849§136ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατί;
2850§137ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἰδοὺ ὁ λόγος. Διότι ἐκεῖ πλεῖστοι ὅσοι
2851δῆμοι ἀποτελοῦνται ἀποκλειστικῶς ἐξ ἰδιοκτήτων χωρίων,
2852καλλιεργουμένων ἐπὶ μορτῇ, καὶ ἑπομένως ἀπαιτεῖ ὀπωσδή-
2853ποτε καιρὸν ἡ μελέτη, κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ
2854ἐκλείψῃ τὸ κακόν· ἄλλως ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐκτὸς τούτου, δὲν συνέ-
2855βη ὅ,τι συνέβη εἰς τὸν δῆμον Κηρέως· καὶ τοῦτο, διότι ἐκ
2856περιστάσεως συμβαίνει οἱ ἰδιοκτῆται τῶν χωρίων νὰ ἦναι
2857πολλοὶ καὶ διαφωνοῦντες πρὸς ἀλλήλους πολιτικῶς. Ἐὰν οἱ
2858Βουλευταὶ Θεσσαλίας νομίζωσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρ-
2859μοσθῇ καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν τὸ μέτρον αὐτὸ, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ,
2860βεβαίως συνιστῶ τὴν παραδοχὴν τοῦ μέτρου καὶ διὰ τοὺς
2861δήμους τῆς Θεσσαλίας.
2862§138ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφίσωμεν
2863νόμον ἐξαιρετικὸν, ἐὰν ὁ λόγος ὁ προβαλλόμενος ἦναι, ὅτι
2864δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς ἰδιόκτητον χωρίον πρωτεύουσα
2865δήμου. Ἐὰν ὁ λόγος αὐτὸς ἦναι ὀρθὸς, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ
2866εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Διατὶ ἡ ἐξαίρεσις τῆς Θεσσαλίας; Ὁ
2867εἰσαγαγὼν τὸν νόμον φέρει ὡς λόγον τὰ γενόμενα ἐν τῷ
2868δήμῳ Κηρέως· ἀλλ’ ὁ δῆμος Κηρέως ἔχει πρωτεύουσαν τὸ
2869Μαντούδιον, δὲν συνεστήθη δὲ χθὲς ἢ προχθὲς, αὐτὸς εἶναι
2870ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν δήμων. Λοιπὸν μετὰ 57 ἐτῶν
2871πάροδον σήμερον ἀνακαλύπτεται, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν,
2872καὶ ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ! Ἄλλως τε, ἐὰν ἐγένοντο,
2873κατὰ τὸν εἰσαγαγόντα τὸ νομοσχέδιον, παρεκτροπαί τινες
2874ἐν τῷ δήμῳ Κηρέως, εἶναι λόγος, ἕνεκα τούτου, νὰ μετατεθῇ
2875ἡ πρωτεύουσα; Ὁ κ. συνάδελφος, φαίνεται, θέλει νὰ μετα-
2876χειρισθῇ τὴν συμπτωματικὴν λεγομένην μέθοδον· ἐπειδὴ
2877συνέβη κἄτι τι, λοιπὸν ἐκεῖνο νὰ θεραπεύσωμεν, δηλ. τὸ
2878σύμπτωμα· εἶναι ὅμως καλλίτερον ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ
2879αἴτια, ἐὰν τοιαῦτα αἴτια παρήγαγον τὸ ἔκτροπον αὐτό.
2880Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ὁ λόγος ἦναι
2881ὀρθὸς, τότε νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον καθ’ ὅλον τὸ Κράτος·
2882δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφίσωμεν νόμον ἐξαιρετικὸν δι’ ἓν
2883τμῆμα τοῦ Κράτους.
2884Ταύτην τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
2885Βουλὴν καὶ εἰς τὸν εἰσαγαγόντα τὸ νομοσχέδιον κ. συνά-
2886δελφον.
2887§139ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι σκανδαλωδέστατον
2888νὰ ὑπάρχῃ ἕδρα δήμου χωρίον ἰδιόκτητον, καλλιεργούμενον
2889ἐπὶ μορτῇ...
2890§140ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν.
2891§141ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ.... διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ὅπου
2892τοῦτο συμβαίνει, δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ἴχνος ἐκλογικῆς ἐλευθε-
2893ρίας. Ὅπου εἶναι καθιερωμένον τὸ σύστημα τῆς ἐπιμόρτου
2894καλλιεργείας, ἀπεδείχθη, ὅτι κύπτουσιν εἰς τὰ θελήματα
2895τῶν ἰδιοκτητῶν μέχρις ἄκρου οἱ μορτῖται. Τοῦτο δὲν συμ-
2896βαίνει μόνον ἐν Ἑλλάδι· τοῦτο συνέβη καὶ συμβαίνει καὶ ἐν
2897Γαλλίᾳ. Ἡ μεγάλη ἐκείνη ἐπανάστασις τοῦ 1789 ἐν Γαλ-
2898λίᾳ, ἥτις ἀνέτρεψε τοσαῦτα οἰκοδομήματα, βαθέως τεθεμε-
2899λιωμένα, τὸ οἰκοδόμημα τῆς ἱεροκρατίας, τὸ οἰκοδόμημα
2900τῆς ἀριστοκρατίας, τὸ οἰκοδόμημα τῆς μοναρχίας, τί δὲν
2901κατώρθωσε νὰ καταλύσῃ; Δὲν κατώρθωσε νὰ καταλύσῃ τὴν
2902ὑποταγὴν τῶν μορτιτῶν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν χωρίων.
2903Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Στεφάνου ἐμελέτησε τὴν ἱστο-
2904ρίαν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως μετ’ ἐπιστασίας, θὰ παρε-
2905τήρησεν ἀκριβῶς τὸ παράδοξον τοῦτο συμβὰν, ὅτι αὐτοὶ
2906ἐκεῖνοι οἱ ἰδιοκτῆται, οἵτινες ἀφωρίζοντο ὑπὸ τοῦ ἄλλου
2907γαλλικοῦ κόσμου, ὧν ἡ λαιμητόμος ἐσφυρηλατεῖτο ἐν Παρι-
2908σίοις ἐν ὀνόματι τοῦ κυριάρχου λαοῦ, οἱ ἰδιοκτῆται ἐκεῖνοι
2909ἐπεβάλλοντο καὶ τότε εἰς τοὺς μορτίτας, ἐξελέγοντο μάλι-
2910στα ὑπ’ αὐτῶν ἀξιωματικοὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς. Νομίζω λοιπὸν,
2911ὅτι βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ γενικῶς τὸ μέτρον, κατὰ τὸ
2912ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἦναι χωρίον ἰδιόκτητον, καλλιεργού-
2913μενον ἐπὶ μορτῇ, ἕδρα δήμου.
2914§142ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Φέρετε νομοσχέδιον.
2915§143ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον· τὸ ὑποβληθὲν
2916νομοσχέδιον εἶναι γενικὸν νομοσχέδιον· ἐσημειώθη δὲ τρίτον
2917ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐξαιροῦνται αἱ
2918ἐπαρχίαι τῆς Θεσσαλίας, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι παρετη-
2919ρήθη, ὅτι ἐκεῖ, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν
2920εὐκόλως νὰ καθιερωθῇ ἀμέσως ἡ μεταφορὰ τῶν ἑδρῶν τῶν
2921δήμων, ἢ ἡ συγχώνευσις τῶν δήμων ἐκείνων.
2922§144ΖΑΡΙΜΠΑΣ. Δύναται ὅμως νὰ προστεθῇ «ἐκτὸς ἐὰν
2923δὲν ὑπάρχῃ».
2924§145ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἔχει καλῶς. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίῤ-
2925ῥησιν εἰς τοῦτο. Ἐξ ἐναντίας τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν.
2926Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Στεφάνου, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συστάσεως τῶν
2927δήμων συνέβαινεν ἐν τῷ δήμῳ Κηρέως τοῦτο, τὸ ὁποῖον συμβαί-
2928νει ἤδη, ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχει ἕδρα δήμου ἰδιόκτητον χωρίον,
2929καλλιεργούμενον ἐπὶ μορτῇ. Πλανᾶται ὁ συνάδελφος· διότι
2930ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὁ δῆμος Κηρέως, οὗ ἕδρα σήμερον
2931εἶναι ἰδιόκτητον χωρίον, ἀπετέλει μετὰ τοῦ δήμου Νηλέως
2932ἕνα μόνον δῆμον, τὸν δῆμον Κηρονηλέων, οὗ πρωτεύουσα ἦν
2933ἡ Ἁγία Ἄννα, μόνον δὲ ἀπὸ τοῦ 1874, ὅτε ὁ δῆμος Κηρο-
2934νηλέων διῃρέθη εἰς δύο δήμους, εἶναι ἕδρα τοῦ δήμου Κη-
2935ρέως τὸ χωρίον ἐκεῖνο. Καὶ ἀφ’ ἧς εἶναι ἕδρα δήμου, ἐπα-
2936νελήφθησαν κατὰ πάσας σχεδὸν τὰς δημοτικὰς καὶ βουλευ-
2937τικὰς ἐκλογὰς τερατώδη ὄργια, πλειστάκις ἀναπτυχθέντα
2938ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὅθεν αἱ ἀντιῤῥήσεις τοῦ κ. Στε-
2939φάνου οὔτε εἰς τὴν ἀλήθειαν στηρίζονται, οὔτε εἰς τὸ δίκαιον.
2940§146Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶμαι συμφωνότατος πρὸς ὅσα
2941εἶπεν ὁ κ. Φλογαΐτης, ὅτι οἱ κατοικοῦντες εἰς ἰδιόκτητα
2942χωρία ἐπηρεάζονται ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει
2943ἰδιόκτητα χωρία νὰ ἦναι ἕδραι δήμου. Εἶμαι συμφωνότατος,
2944ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ γενικὸν μέτρον.
2945§147ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ πρῶτον ζητῶ νὰ διαγραφῇ
2946τὸ ἄρθρον 3· δεύτερον, ἵνα πεισθῶσιν οἱ Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρ-
2947χει ἁπλῆ ἀφορμή, ἡ ὁποία ἔκαμεν ἡμᾶς νὰ φέρωμεν τὸ νο-
2948μοσχέδιον τοῦτο, θὰ ἀναφέρω τι συνέβη εἰς τὴν ἐπαρχίαν
2949Ξηροχωρίου, μὲ τρεῖς λέξεις. Ἄλλοτε, Κύριοι, εἶχε διαι-
2950ρεθῇ ὁ δῆμος Ἱστιαίων εἰς δῆμον Τελεθρίου καὶ δῆμον
2951Ἱστιαίων. Τότε—ἦτο Πρωθυπουργὸς ὁ μακαρίτης Κου-
2952μουνδοῦρος—ἐγένετο ἡ ἕδρα εἰς τὸ ἰδιόκτητον χωρίον τοῦ
2953κ. Χριστοδούλου, εἰς τὴν πρωτεύουσαν ταύτην τοῦ δήμου
2954τοῦ ἰδιοκτήτου χωρίου. Τὰ αὐτὰ συνέβαινον καὶ ἐκεῖ. Δὲν
2955ἠδυνάμεθα οὐδὲ νὰ μεταβαίνωμεν ἐκεῖ κατὰ τὰς ἐκλογὰς,
2956οὐδὲ οἰκίαν εὑρίσκαμεν, ἵνα στεγασθῶμεν, οὐδὲ ὕδωρ νὰ πίω-
2957μεν. Ἠναγκάσθημεν λοιπὸν κατόπιν, ἐπὶ αὐτῆς τῆς πρωθυ-
2958πουργίας τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη, νὰ μετα-
2959θέσωμεν τὴν ἕδραν εἰς χωρίον κοινότητος, τὸ χωρίον Κα-
2960μάριον, ὅπου καὶ σήμερον εὑρίσκεται καὶ ὅπου λαμβάνουσι
2961χώραν παρεκτροπαὶ, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις τὰς ὑποβοηθεῖ,
2962ἀλλὰ καὶ μεταβαίνομεν καὶ παριστάμεθα κατὰ τὰς ἐκλο-
2963γὰς, παριστάμενοι δὲ, δὲν ἀφίνομεν νὰ συμβαίνωσιν ὅσα
2964συνέβαινον ἄλλοτε, εἰς τὸν αὐτὸν δῆμον, οὗτινος ἡ ἕδρα
2965ἦτο εἰς ἰδιόκτητον χωρίον. Ἰδοὺ λοιπὸν πρόσφατα παρα-
2966δείγματα,—διότι δὲν εἶναι οὔτε δέκα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα
2967συνέβησαν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω.—Τὸ δὲ νοστιμώτερον
2968εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ τὸν ἔκαμα συμπέθερον τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ
2969χωρίου τῆς πρώτης ἕδρας τοῦ δήμου, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπα-
2970ναφέρω τὴν ἕδραν τοῦ δήμου, ἐκ πολιτικῆς ἀληθῶς κερ-
2971δοσκοπίας (γέλως).
2972Οἱ λόγοι οὗτοι ἔκαμαν, Κύριοι, καὶ ἐμὲ καὶ τὸν ἀξιότι-
2973μον συνάδελφον κ. Φλογαΐτην νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βου-
2974λὴν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἄλλως τε ὁ κ. Φλο-
2975γαΐτης, ὁ συγγράψας περὶ δήμων, ῥητῶς ἀναφέρει εἰς τὸ
2976σύγγραμμά του καὶ λεπτομερῶς τοὺς λόγους, καὶ εἰς ἀξίωμα
2977ἀνάγει, ὅτι χάριν τῆς ἐκλογικῆς ἐλευθερίας δὲν πρέπει νὰ
2978ὑπάρχωσιν ἕδραι δήμων εἰς ἰδιόκτητα χωρία. Ἐὰν θέλητε
2979τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν, ψηφίσατε τὸν νόμον τοῦτον.
2980§148ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κανὼν γενικὸς, κύ-
2981ριε Πρόεδρε, ἐπικρατεῖ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν νόμων. Τὸ προ-
2982κείμενον νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκλογικὴν νομοθεσίαν.
2983Ὁ κανὼν ὁ γενικὸς, ὁ ἐπικρατῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν
2984νόμων, εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ διασπᾶται ἡ νομοθεσία.
2985Ἔχομεν νομοθεσίαν ἐκλογικὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τόπος τῶν
2986ἐκλογικῶν τμημάτων, συμφώνως πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ
2987Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προσδιορίζεται ἡ πρωτεύουσα τῶν
2988δήμων. Μᾶς παρουσιάζουσι σήμερον μίαν πρότασιν νόμου,
2989κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται ἐξαιρετικῶς μόνον διὰ τὴν
2990ἐπαρχίαν Εὐβοίας, εἰς ἕνα δῆμον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκει-
2991ται, νὰ μὴ ἦναι πρωτεύουσα ἰδιόκτητον χωρίον καὶ ἑπο-
2992μένως νὰ μὴ ἦναι καὶ ἐκλογικὸν τμῆμα. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριε
2993Πρόεδρε, ἔχω τὴν εὐτυχίαν ἢ τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχω πρω-
2994τεύουσαν δήμου, καὶ ἑπομένως ἐκλογικὸν τμῆμα, χωρίον
2995ἰδιόκτητον, ἀλλὰ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι οὐδέποτε μοὶ ἐπῆλθεν
2996ἡ ἰδέα νὰ ζητήσω, μάλιστα διὰ νομοθετικῆς πράξεως, νὰ
2997ἀνατρέψω τὴν ἐκλογικὴν νομοθεσίαν. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι,
2998βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ παρεληλυθὸς διά-
2999στημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐνηργήθησαν ἐκλογαὶ, οὐδέποτε
3000παρεβιάσθησαν αἱ ἐκλογικαὶ ἐλευθερίαι ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ,
3001ὅπως ὁ βουλευτὴς ἐξ Εὐβοίας κ. Φλογαΐτης εἶπε. Θεωρῶ
3002ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι προσωπικόν. Ἐὰν τῳόντι
3003ἔχῃ ἐλαττωματικόν τι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἰδιοκτήτων χω-
3004ρίων ἡ νομοθεσία ἡ ἐκλογικὴ, πρέπει νὰ ληφθῇ γενικὸν μέ-
3005τρον, καὶ τοῦ γενικοῦ τούτου μέτρου βεβαίως τὴν πρωτο-
3006βουλίαν πρέπει νὰ τὴν λάβῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ οὐχὶ οἱ κύ-
3007ριοι Βουλευταί.
3008Θεωρῶν λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι προσω-
3009πικὸν, καὶ μὴ ἐννοῶν νὰ ψηφίσω προσωπικὰ νομοσχέδια, θὰ
3010καταψηφίσω αὐτοῦ.
3011§149ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον πραγματεύεται ἐν γένει
3012περὶ δήμων, δὲν πραγματεύεται μόνον περὶ Εὐβοίας.
3013§150ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχε-
3014δίου δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι ἐν ἄρθρῳ 2 περιλαμβάνονται
3015διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουσιν ὄχι μόνον τὴν μεταφο-
3016ρὰν τῆς πρωτευούσης ἑνὸς δήμου ἀπὸ ἰδιοκτήτου χωρίου
3017εἰς μὴ τοιοῦτον, ἀλλὰ καὶ τὴν συγχώνευσιν δήμων. Τοῦτο
3018ὁρίζει τὸ ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει):
3019«Ἐν οἷς δήμοις ἡ πρωτεύουσα διατελεῖ ἐν χωρίῳ ἰδιο-
3020κτήτῳ, καλλιεργουμένῳ ἐπὶ μορτῇ, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις
3021ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νό-
3022μου, ἢ νὰ μεταθέσῃ τὴν πρωτεύουσαν εἰς ἄλλο χωρίον μὴ
3023ἰδιόκτητον, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτο, δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ
3024ὡς πρωτεύουσα δήμου, ἢ νὰ προκαλέσῃ τὴν συγχώνευσιν
3025τοῦ ἑδρεύοντος ἐν ἰδιοκτήτῳ χωρίῳ δήμου μετ’ ἄλλου γει-
3026τονικοῦ δήμου ἢ ἄλλων γειτονικῶν δήμων. Ἐν τῇ δευτέρᾳ
3027περιπτώσει ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ γνωμοδότησις τῶν Δη-
3028μοτικῶν Συμβουλίων τῶν πρὸς οὓς πρόκειται ἡ συγχώνευ-
3029σις δήμων περὶ τῆς σκοπιμωτέρας συγχωνεύσεως.»
3030Βλέπετε ὅτι πρόκειται ἐδῶ περὶ ἐπιτακτικῆς διαταγῆς,
3031ἡ ὁποία δίδεται ἐκ μέρους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς
3032τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προκαλέσῃ τὴν συγχώνευσιν δήμων.
3033Κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν περίοδον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὀφεί-
3034λει ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ τὴν γνωμοδότησιν τῶν
3035ἁρμοδίων Δημοτικῶν Συμβουλίων περὶ τῆς καταλληλοτέ-
3036ρας συγχωνεύσεως· ἄρα ἡ συγχώνευσις δήμων θὰ τελεσθῇ
3037συνεπείᾳ τῆς ἐπιτακτικῆς διαταγῆς, ἡ ὁποία περιλαμβάνε-
3038ται ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, καὶ τότε ποῦ βαίνομεν; Πῶς εἶναι δυ-
3039νατὸν διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ μόνον διότι ὡρι-
3040σμένου δήμου ἡ πρωτεύουσα εὑρίσκεται ἐν ἰδιοκτήτῳ χω-
3041ρίῳ, νὰ καθιερώσωμεν διάταξιν, ἡ ὁποία συνεπάγεται τὴν
3042συγχώνευσιν δήμων; Νομίζω ὅτι, ἐὰν τὰ παράπονα, τὰ
3043ὁποῖα διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Εὐβοίας, ἦναι
3044πραγματικὰ, βεβαίως θὰ εἰσακουσθῶσι παρὰ τῶν Δημοτι-
3045κῶν Συμβουλίων. Προχθὲς ἀκόμη ἐψηφίσαμεν νόμον, ἀφο-
3046ρῶντα εἰς τροποποίησιν τοῦ περὶ δήμων νόμου, καὶ ὁ νό-
3047μος αὐτὸς περιλαμβάνει διάταξιν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’
3048ὃν εἴτε μεταφέρεται ἡ πρωτεύουσα δήμου, εἴτε συγχω-
3049νεύονται δῆμοι, εἴτε διαιροῦνται δῆμοι. Σήμερον δὲ δὲν
3050δικαιολογούμεθα, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ γενικοῦ ἐκείνου
3051νομοσχεδίου, νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ ψηφίσωμεν νέον νομο-
3052σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ πλέον εἰς ὡρισμένον δῆμον· διότι
3053δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δύναταί τις ἐν τῇ
3054Βουλῇ νὰ ἀναφέρῃ, ἐκτὸς τοῦ δήμου ἐκείνου, ἀφοῦ διὰ
3055τοῦ 3ου ἄρθρου ἐξαιροῦνται ὅλοι οἱ δῆμοι καὶ ὅλα τὰ ἰδιό-
3056κτητα χωρία τὰ ἐν ταῖς Θεσσαλικαῖς ἐπαρχίαις. Νομίζω
3057ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὸ νομοσχέδιον νὰ μελετηθῇ μᾶλλον ἐπι-
3058σταμένως, καὶ πρὸς τοῦτο προτείνω ὅπως παραπεμφθῇ εἰς
3059εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
3060§151ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἡμεῖς ἀναφερόμεθα ἀκριβῶς εἰς τὰ Δη-
3061μοτικὰ Συμβούλια, καὶ λέγομεν, ὅτι τῶν Δημοτικῶν Συμ-
3062βουλίων ἡ γνώμη πρόκειται νὰ ζητηθῇ.
3063§152ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· ἐπιτάσσεται ἡ συγχώνευσις.
3064§153ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Καὶ ἐὰν πρόκηται περὶ συγχωνεύσεως, τὰ
3065Δημοτικὰ Συμβούλια γνωμοδοτοῦσι πρότερον. Ἰδοὺ δὲ διατὶ
3066ἐτέθη καὶ ὁ περὶ συγχωνεύσεως ὅρος· διότι εἰς τὸν δῆμον
3067ἐκεῖνον, τὸν δῆμον Κηρέως, καὶ ἴσως καὶ εἰς ἄλλους δή-
3068μους,—διότι βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ἐγὼ, ὅτι
3069δὲν συμβαίνουσι καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τὰ αὐτὰ,—ὑπάρ-
3070χουσι δύο μεγάλα χωρία, καὶ τὰ δύο ἰδιόκτητα, τὸ χω-
3071ρίον Μαντούδιον καὶ τὸ χωρίον Ἀχμέταγα, χωρίον ἀνῆ-
3072κον εἰς μεγαλοκτηματίαν φίλον ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐν-
3073νοοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ μεταφερθῇ ἡ ἕδρα εἰς τὸ δεύτερον
3074χωρίον, καίτοι φιλικὸν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἐκλείψῃ τὸ μέγα
3075ἄτοπον τοῦ νὰ ἑδρεύωσιν οἱ δῆμοι ἐν ἰδιοκτήτῳ χωρίῳ.
3076§154ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε πληροφορίας, ἐὰν
3077πλὴν τοῦ δήμου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρεσθε ὑμεῖς, θὰ
3078ἐπηρεάσῃ καὶ ἄλλους δήμους ἡ διάταξις αὕτη; Ἔχετε πλη-
3079ροφορίας ἐὰν ὑπάρχωσι πολλὰ χωρία ἰδιόκτητα πρωτεύουσαι
3080δήμων; Ἡ πληροφορία αὕτη θὰ ἦτο πολὺ χρήσιμος.
3081§155ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι,
3082ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὸν δῆμον Κηρέως, συνέβαινε καὶ εἰς τὸν
3083δῆμον Τελεθρίου τοῦ Ξηροχωρίου.
3084§156ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ἐν Ὠρωπῷ.
3085§157ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὰ Χάλια.
3086§158ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ Χάλια δὲν εἶναι ἰδιόκτητα.
3087§159ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Καλλιεργοῦνται ἐπὶ μορτῇ.
3088§160ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
3089§161ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι πρόκει-
3090ται καὶ περὶ ἑνὸς μόνου δήμου, εἶναι ἀδιάφορον. Μὴ τάχα
3091δὲν πρέπῃ νὰ ἐνδιαφέρῃ πάντας ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐκλο-
3092γικῆς ἐλευθερίας καὶ μιᾶς μόνης ἐπαρχίας; Πρέπει τάχα νὰ
3093ἐπιτρέπηται ἡ πίεσις τῶν πολιτικῶν συνειδήσεων εἰς ἕνα δῆ-
3094μον, διότι ἔτυχεν ὁ δῆμος οὗτος νὰ ἦναι ὁ μόνος, ἐν ᾧ
3095ὑπάρχει ἕδρα χωρίον ἰδιόκτητον; Ἔπειτα, ἂν σήμερον δὲν
3096ἑδρεύει ἄλλος δῆμος ἐν ἰδιοκτήτῳ χωρίῳ, δὲν εἶναι δυνατὸν
3097νὰ ἑδρεύῃ αὔριον, ἂν δὲν ἐγερθῇ ὁ φραγμὸς τοῦ συζητουμέ-
3098νου νομοσχεδίου;
3099§162ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι εἶναι
3100ἀδιάφορον. Ἀλλ’ ἐὰν συμβαίνῃ νὰ εὑρίσκωνται ἐν Ἑλλάδι
3101πολλὰ χωρία ἰδιόκτητα ὡς πρωτεύουσαι δήμων καὶ οἱ κά-
3102τοικοι ἢ οἱ πολιτευόμενοι τῶν μερῶν ἐκείνων ἔχωσι τὰς
3103ἀφορμὰς, τὰς ὁποίας ἔχετε καὶ ὑμεῖς, διὰ τοῦ νομοθετήμα-
3104τος τούτου θὰ ἐπιφέρωμεν τελείαν ἀναστάτωσιν εἰς τόσα
3105χωρία καὶ εἰς τόσους δήμους τοῦ Κράτους. Ἂς ἔχωμεν λοι-
3106πὸν τοὐλάχιστον ἀπὸ ὑμᾶς, ἂν ὄχι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν,
3107τὴν πληροφορίαν ταύτην σήμερον ἢ εἰς ἄλλην ἀνάγνωσιν
3108τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα μάθωμεν τίνα ἐπηρεασμὸν θὰ ἔχῃ τὸ
3109νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ ὅλου Κράτους.
3110§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συνήθως, ὅταν
3111συζητῆται πρότασις νόμου, ὑπὸ Βουλευτοῦ προβληθεῖσα, ἡ
3112Κυβέρνησις προσήκει μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ φροντίδος
3113νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, ἵνα μὴ ἐπηρεάσῃ τὸ Κοινο-
3114βούλιον εἰς τὴν ἐλευθέραν ψῆφον ἐπὶ τῶν προτεινομένων ὑπὸ
3115τῶν Βουλευτῶν νομοσχεδίων. Ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχε-
3116δίου νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, διότι πρόκειται
3117ὄχι μόνον περὶ ἀπαγορεύσεως νομοθετικῶς ἀπαγγελλομένης,
3118ἀλλὰ καὶ περὶ ἐνεργείας διοικητικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ νομο-
3119σχέδιον, ἐὰν γένηται νόμος, ἐπιβάλλει ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν
3120Κυβέρνησιν. Καὶ περὶ μὲν τῆς ἐνεργείας τῆς διοικητικῆς, τὴν
3121ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν
3122προσήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποφαίνηται. Εἰς
3123τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν προσήκει ν’ ἀποφαίνηται τὴν ἀπό-
3124λυτον ἀπαγόρευσιν, διότι αὕτη σκοπεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν
3125ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν, ἢ μᾶλλον συγκεκριμένως σκοπεῖ νὰ μὴ
3126ἀφήσῃ νὰ ἐπαναληφθῶσι τοῦ λοιποῦ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα
3127ἐπανειλημμένως κατὰ τὸ παρελθὸν συνέβησαν, πρὸς ἀναίρεσιν
3128τῶν ἐκλογικῶν ἐλευθεριῶν καὶ πρὸς ἀποτέλεσιν πράξεων,
3129αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Ἐὰν δὲν
3130ἦναι δυνατὸν διὰ τῶν μέσων τῆς διοικήσεως νὰ κατορθωθῇ,
3131ἵνα μὴ προσδιορίζηται ἕδρα δήμου χωρίον, τοῦ ὁποίου οἱ
3132κάτοικοι καλλιεργοῦσιν ὡς γεωργοὶ ἐπίμορτοι, νομίζω ὅτι ἡ
3133νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται ν’ ἀποφαίνηται ἀπόλυτον ἀπα-
3134γόρευσιν, ἀπαγορεύουσα τοῦ λοιποῦ, ἵνα πρωτεύουσα δήμου
3135προσδιορίζηται χωρίον, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι καλλιεργοῦσι
3136γαίας ἐπὶ μορτῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ 3ον ἄρθρον δὲν
3137πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἄλλο
3138χωρίον ἐν ἑνὶ δήμῳ, βεβαίως ἡ ἀπαγόρευσις δὲν εἶναι δυ-
3139νατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι ὁ δῆμος ἀποτελεῖται ὑπὸ ἑνὸς
3140μόνον χωρίου. Ἐὰν ὅμως πλείονα τοῦ ἑνὸς χωρίου ὑπάρχωσι,
3141τότε ἡ ἀπαγόρευσις ἐφαρμόζεται, καὶ ἡ ἀπαγόρευσις εἶναι
3142ἐκτελέσιμος ὑπὸ τῆς διοικήσεως, διότι ἡ διοίκησις, ἐὰν πρό-
3143κηται περὶ ἑνὸς μόνου ὑπάρχοντος χωρίου, κατ’ ἀνάγκην,
3144ἐκτελοῦσα τὸν νόμον, θέλει διατάξει τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας
3145εἰς ἄλλο χωρίον. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσι πολλὰ χωρία ἰδιό-
3146κτητα ἐν τῷ δήμῳ, ἡ διοίκησις θέλει προκαλέσει τὴν γνω-
3147μοδότησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἵνα γνωμοδοτήσῃ
3148ποῖον θεωρεῖ κατάλληλον. Ἀλλὰ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν διοί-
3149κησιν ἐν πάσαις ταῖς περιπτώσεσιν ἀπόλυτος ἀπαγόρευσις,
3150μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν προσήκει εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις οὕτω
3151θέλει ἀναμιχθῆ εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
3152Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς προτείναντας τὸ νομοσχέδιον
3153νὰ στέρξωσι νὰ μὴ περιληφθῇ τὸ 2ον ἄρθρον, ἀλλὰ νὰ συμ-
3154πληρωθῇ τὸ 1ον ἄρθρον οὕτως ὥστε νὰ ἦναι ἐκτελέσιμον·
3155ἤτοι νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τὰ ἑξῆς (ἀνα-
3156γινώσκει): «Ἂν δὲ ὑπάρχῃ ἐν τοιούτῳ χωρίῳ ἡ πρωτεύουσα
3157τοῦ δήμου, μετατίθεται αὕτη εἰς ἓν τῶν ἄλλων χωρίων τοῦ
3158δήμου μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου»,
3159§164ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Πολὺ καλά.
3160§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ
3161νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν.
3162§166ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἀποσύρω.
3163(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἑτέρας
3164ἀντιῤῥήσεως).
3165§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται ὡς ἐτροπο-
3166ποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
3167§168ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν θὰ ζητήσω. Τί ἐννοοῦσιν οἱ
3168συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον διὰ τῶν λέξεων «ἰδιόκτητον
3169χωρίον»; Ἐννοοῦσι τὸ χωρίον ἐκεῖνο ἀνεξαιρέτως ἰδιόκτη-
3170τον, ἢ κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος; Διότι ὑποθέσατε, ὅτι μετὰ
3171τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου πωλοῦνται οἰκίαι τινὲς ἢ
3172γαῖαι, ἑπομένως τὸ χωρίον δὲν εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἰδιό-
3173κτητον· ἐφαρμόζεται τότε ὁ νόμος;
3174§169ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Διὰ τοῦτο προσετέθησαν αἱ λέξεις «καλ-
3175λιεργούμενον ἐπὶ μορτῇ».
3176§170ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὁλόκληρον τὸ χωρίον καλλιεργούμενον
3177ἐπὶ μορτῇ; Ἀλλ’ ἐὰν πωληθῶσι γαῖαί τινες;
3178§171ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν πωληθῶσι γαῖαί τινες, εἶναι
3179ἀδιάφορον. Καὶ ἐὰν ἐν τῷ χωρίῳ τινὲς ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν
3180ἦναι καὶ γεωργοί, καλλιεργοῦντες αὐτοὶ προσωπικῶς, εἶναι
3181ἀδιάφορον. Ἀρκεῖ ὅτι μέρος τοῦ χωρίου ἐξακολουθεῖ νὰ ἀνήκῃ
3182εἰς ἰδιοκτήτην, καλλιεργοῦντα διὰ μορτιτῶν. Εἶναι σαφέ-
3183στατον τὸ νομοσχέδιον.
3184§172ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν εἶναι διόλου σαφές. Νομίζω μάλιστα,
3185ὅτι θέλει εἶσθαι ἀνεφάρμοστον.
3186(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ
3187κ. Πρωθυπουργοῦ, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
3188§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ τὴν
3189παραδοχὴν τῆς τροπολογίας ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου, διαγρά-
3190φεται.
3191§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
3192§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον
31933, λαμβάνον τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 2).
3194§176ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ αὐτὸ διαγράφεται.
3195§177ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ δια-
3196τηρηθῇ τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Θεσσαλίαν,
3197τιθέμενον ἄρθρον 2ον, ἀφοῦ διεγράφη τὸ 2ον, διότι ἄλλως
3198θὰ ἐπέλθῃ ἕτερον ἄτοπον, τὸ νὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ ἔχωμεν
3199εἰς μερικοὺς δήμους τῆς Θεσσαλίας ὡς πρωτευούσας χωρία
3200ὅλως ἀπόκεντρα καὶ μικρά.
3201§178ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς
3202Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐὰν εἴς τινα δῆμον ὑπάρχῃ ἓν ἐλεύθερον
3203χωρίον, εἰς αὐτὸ θὰ μετατίθηται ἡ πρωτεύουσα, ἐὰν δὲ δὲν
3204ὑπάρχῃ, δὲν θὰ μετατίθηται, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν τὸ
3205ἄρθρον τοῦτο.
3206§179ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὴν Θεσσαλίαν τὰ πλεῖστα χωρία εἶναι
3207ἰδιόκτητα. Πολλὰ ὅμως ἐκ τῶν χωρίων αὐτῶν ἐξαγοράζον-
3208ται σήμερον ὑπὸ τῶν χωρικῶν. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ἐὰν
3209τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον γνωμοδοτήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ
3210μεταφερθῇ ἡ ἕδρα, πρέπει νὰ μεταφέρηται, διότι τὸ ἐναντίον
3211εἶναι ἄδικον. Πρό τινος χρόνου ἠγοράσθη τὸ χωρίον Σοφάδες,
3212τὸ ὁποῖον εἶναι ἕδρα δήμου· αὔριον δύνανται νὰ ἐξαγορα-
3213σθῶσιν ἄλλα. Ὅθεν δὲν ἕπεται, ὅτι ὁ κ. Χρηστάκης ἐφέντης
3214ἤ τις ἄλλος πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἕδραν τοῦ δήμου εἰς τὸ
3215χωρίον του.
3216§180ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς
3217τὴν Θεσσαλίαν προτιμῶσι νὰ μὴ τὰ ἔχωσιν ἰδιοκτῆται. Δὲν
3218ἠξεύρω τί συμβαίνει εἰς τὰ ἄλλα μέρη.
3219§181ΔΑΛΛΑΣ. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ἣν ἐξήνεγκεν ὁ προ-
3220λαλήσας κ. Σχινᾶς. Ἐγὼ νομίζω πολὺ ἀναγκαῖον τὸ 2ον
3221ἄρθρον, δηλ. τὸ 3ον, τὸ ὁποῖον ἔγεινε 2ον. Ἐν ᾗ περιπτώσει
3222ἐπέλθωσιν αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Σχινᾶς,
3223τότε ἔχομεν τὸν ὀργανικὸν περὶ δήμων νόμον, κατὰ τὸν
3224ὁποῖον δύναται νὰ μετατεθῇ ἡ ἕδρα δήμου, ἢ καὶ νὰ μετα-
3225σχηματισθῶσιν οἱ δῆμοι. Ἐπὶ τοῦ παρόντος αἱ ἕδραι τῶν
3226πλείστων πεδινῶν δήμων τῆς Θεσσαλίας δὲν εἶναι ἐλεύθερα
3227χωρία. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσιν ἔν τισι δήμοις καὶ ἓν ἢ δύο μὴ
3228ἰδιόκτητα χωρία, δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ μεταφέρωμεν
3229τὴν ἕδραν εἰς τὰ χωρία ταῦτα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἦναι
3230καὶ ὅλως ἀκατάλληλα ὡς κέντρον δήμου. Ἐν τοιαύτῃ περι-
3231πτώσει νομίζω πολὺ ἀναγκαίαν τὴν διάταξιν ταύτην.
3232(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, λαβὸν τὴν θέσιν ἄρθρου 2,
3233ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομο-
3234σχεδίου).
3235§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3236τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ Λιθογρα-
3237φείου.
3238§183ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου
3239κανονίζονται οἱ μισθοὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπο-
3240γραφείου καὶ αὐξάνεται, δικαίως φρονῶ, ὁ μισθὸς τοῦ Διευ-
3241θυντοῦ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἔπρεπε
3242νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, εἶναι τὸ γλίσχρον τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐργο-
3243στασιάρχου τοῦ καταστήματος. Ὁ μισθὸς τοῦ ἐργοστα-
3244σιάρχου σήμερον εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὡρίσθη πρὸ πεντή-
3245κοντα ἐτῶν, ὅτε αἱ ἐργασίαι τοῦ καταστήματος ἦσαν τὸ
3246δέκατον μόνον τῶν σήμερον ὑπαρχουσῶν ἐργασιῶν. Αἱ ἐργα-
3247σίαι ἐδεκαπλασιάσθησαν ἔκτοτε, προσετέθη δὲ καὶ τὸ Λιθο-
3248γραφεῖον, καὶ εἶναι ἡ ἐργασία δυσκολωτάτη καὶ ποικίλη.
3249Διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ δὲ ὁ ἐργοστασιάρχης εἰς τὴν ἐργασίαν
3250ταύτην, πρέπει νὰ ἦναι ἐκτάκτως ἱκανὸς εἰς τὴν τυπογρα-
3251φικὴν τέχνην, πρέπει νὰ ἔχῃ διοικητικὴν ἱκανότητα, δρα-
3252στηριότητα καὶ ἐπιμέλειαν, ἵνα διευθύνῃ ἑκατὸν εἴκοσι ἐργά-
3253τας, ἵνα διανέμῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἐργασίαν, νὰ ἐπιτηρῇ τὴν
3254ἐκτέλεσιν ταύτης, νὰ διαχειρίζηται τὰ ὑλικὰ τοῦ καταστή-
3255ματος, νὰ μεριμνᾷ περὶ πάντων, παρευρισκόμενος εἰς τὸ
3256κατάστημα καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τοῦ ὄρθρου μέχρι βαθείας νυ-
3257κτὸς καὶ ἔχων πολλὰς καὶ μεγάλας εὐθύνας. Ἐργοστασιάρ-
3258χης μὲ τοιαῦτα προσόντα δὲν ἱκανοποιεῖται βεβαίως μὲ μι-
3259σθὸν 170 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ὅσας λαμβάνει μετὰ τὴν
3260ἀφαίρεσιν τῶν νομίμων κρατήσεων. Συμφέρει λοιπὸν εἰς τὸ
3261Δημόσιον καὶ εἶναι δίκαιον νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τοῦ ἐργο-
3262στασιάρχου ἀπὸ γραμματέως δευτέρας τάξεως εἰς μισθὸν
3263γραμματέως πρώτης τάξεως, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ μάλιστα ταύτῃ,
3264καθ’ ἣν αὐξάνεται ὁ μισθὸς τοῦ Διευθυντοῦ ἀπὸ τμηματάρ-
3265χου βʹ τάξεως εἰς μισθὸν τμηματάρχου αʹ τάξεως. Σημειω-
3266τέον ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1867 ἀνεγνωρίσθη τὸ γλίσχρον τοῦ
3267μισθοῦ τοῦ ἐργοστασιάρχου, καὶ ἐγένετο ἡ αὔξησις, τὴν
3268ὁποίαν προτείνω, ἀλλὰ κατόπιν, δὲν γνωρίζω διὰ τίνας λό-
3269γους οἰκονομίας, ἠλαττώθη. Σημειωτέον προσέτι, ὅτι εἰς τὸ
3270κατάστημα εὑρίσκονται ἐργάται ἔχοντες μεγαλείτερον μι-
3271σθὸν τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν, τοῦ ἐργοστασιάρχου, τὸ ὁποῖον
3272καὶ ἄδικον καὶ ἄτοπον εἶναι. Δὲν νομίζω δὲ ἄνευ σκοποῦ
3273νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ νῦν ἐργοστασιάρχης, ἔχων ἅπαντα τὰ
3274ἐκτεθέντα προσόντα καὶ ὢν ὁ ἄριστος τῶν μέχρι τοῦδε ὑπη-
3275ρετησάντων ἐργοστασιαρχῶν, γνωρίζω ὅτι θέλει φιλοτιμηθῆ
3276ἐκ τῆς προσθήκης τῶν 50 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν θέλομεν
3277κάμει εἰς τὸν μισθόν του, καὶ θέλει αὐξήσει τὸν ζῆλόν του,
3278καὶ θέλει ὠφελήσει πολλαπλασίως τὸ Δημόσιον ἐν τῇ δια-
3279χειρίσει τῆς ὑπηρεσίας. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλ-
3280φους νὰ μεταβῶσί τινες εἰς τὸ Τυπογραφεῖον καὶ ἐξετάσωσι
3281περὶ τῆς ἀληθείας ὧν εἶπον, καὶ εὐαρεστηθῶσι νὰ μὲ βοη-
3282θήσωσι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως
3283ἡ Βουλὴ πεισθῇ, καὶ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην.
3284(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ
3285σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.
3286Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συ-
3287ζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως,
3288τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας πρώτων ὑλῶν πρὸς παραγω-
3289γὴν στεατίνης καὶ στεατικῶν κηρίων).
3290§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ κατόπιν νο-
3291μοσχέδιον περὶ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ θ’ ἀνα-
3292βληθῇ μέχρις ὅτου φέρῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της.
3293§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
3294Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τοὺς
3295νόμους περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τῆς ὑπη-
3296ρεσίας τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἄλλοτε ἐπιτροπῆς τοῦ ταμείου
3297τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων.
3298(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον
3299καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3300§186ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις νόμου
3301περὶ ἐξαγωγῆς ἰδιοκτήτων ἁλάτων Κερκύρας διατελεῖ ὑπὸ
3302τὴν μελέτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ
3303παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
3304§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
3305Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ δικηγορικῶν
3306συλλόγων.
3307§188Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐφρόντισα δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως,
3308δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ ἐξηγήσω τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου
3309εἰς τὰς γενικὰς αὐτοῦ γραμμάς. Ἐὰν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον
3310ὥριμον πρὸς συζήτησιν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι τὸ νομο-
3311σχέδιον περὶ δικηγορικῶν συλλόγων. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ὁ
3312ἑξῆς. Ἅπαντες γνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως δικη-
3313γορικῶν συλλόγων, διότι διὰ τῆς κανονικῆς λειτουργίας αὐτῶν
3314καὶ ἡ ἐξάσκησις τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος θέλει βελ-
3315τιωθῆ ἱκανῶς καὶ τὰ συμφέροντα τῶν διαδίκων θέλουσι προ-
3316στατευθῆ δεόντως. Διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον ἐβασάνισα τὸ
3317νομοσχέδιον, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς ὅλας τὰς ἕδρας
3318τῶν Πρωτοδικείων ἐγεννήθη πάντοτε ἡ ἰδέα τῆς ἱδρύσεως
3319συλλόγου, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βιώσωσιν οἱ δικηγορι-
3320κοὶ σύλλογοι ἄνευ νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίζῃ τὰ καθέ-
3321καστα. Ἐγένοντο πολλαὶ ἀπόπειραι καὶ μεγάλαι θυσίαι,
3322ἀλλὰ πάντοτε προσέκοψαν αὗται εἰς τὴν ἔλλειψιν νόμου.
3323Ἰδίως ἐν Ἀθήναις εἶναι ἀναγκαιότερος, καὶ ἀπαραίτητος ὁ
3324νόμος, διότι ὡς ἐκ τῆς πληθύος τῶν δικηγόρων δὲν εἶναι
3325δυνατὴ ἡ βίωσις καὶ ἡ κανονικὴ λειτουργία δικηγορικοῦ συλ-
3326λόγου ἄνευ νόμου. Διὰ τοῦτο οἱ ἐν Ἀθήναις δικηγόροι, συνελ-
3327θόντες κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1878, ἐξέλεξαν ἐπιτροπὴν, συγκει-
3328μένην ἀπὸ τοὺς μακαρίτας Γ. Ράλλην καὶ Ἐμμανουὴλ Κόκκι-
3329νον καὶ τοὺς κ. κ. Παῦλον Καλλιγᾶν, Πέτρον Παπαῤῥηγόπου-
3330λον, Κ. Ν. Κωστῆν, Ψαρᾶν, Ν. Δαμασκηνὸν καὶ Β. Οἰκονομίδην.
3331Καὶ μόνη ἡ μνεία τῶν ὀνομάτων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτρο-
3332πῆς ταύτης νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανὴ βεβαίωσις, ὅτι ἐλήφθη
3333πᾶσα πρόνοια, ὅπως νομοθετηθῇ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν καὶ ἀνά-
3334λογον πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν ἀνάγκην. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη
3335ἐδέχθη τὴν ἐντολὴν, συνῆλθε καὶ ἐξελέξατο δύο εἰσηγητὰς,
3336τὸν κ. Ν. Δαμασκηνὸν καὶ τὸν κ. Κ. Ν. Κωστῆν, ἀμφο-
3337τέρους καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἀφοῦ εἰργάσθη
3338ἐπὶ πολὺ, κατήρτισε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται
3339δημοσιευμένον εἰς τὸ ἀπὸ 16 Σεπτεμβρίου 1878 φύλον τῶν
3340«Δικαστικῶν Χρονικῶν», ὑπογεγραμμένον ὑφ’ ἁπάντων τῶν
3341πρὸ μικροῦ μνημονευθέντων καθηγητῶν, ὑπὸ τὴν προεδρίαν
3342τοῦ μακαρίτου Γ. Ράλλη· γραμματεὺς δὲ τῆς ἐπιτροπῆς
3343ἦτο ὁ κ. Ἰωάννης Γεωργαντᾶς.
3344Προκειμένου περὶ ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου, ἐνόμισα,
3345ὅτι οὐ μόνον δὲν εἶχον τὰς δυνάμεις νὰ δημιουργήσω νέον τι
3346καλλίτερον, ἀλλ’ ἐθεώρησα καὶ ἀσέβειαν νὰ μεταβάλω τὸ
3347κείμενον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁμολογουμένως καὶ καλῶς
3348διατετυπωμένον καὶ καλῶς συντεταγμένον. Ἴσως εἰς τὴν
3349κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ὑποβάλλω παρατηρήσεις τινὰς καὶ
3350μικρὰς τροποποιήσεις ἐπὶ διατάξεων δευτερευούσης ἀξίας.
3351Διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὸ 1885 τὸ κείμενον τοῦτο ὑπέβαλον
3352εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐζήτησα καὶ πάλιν
3353τὴν γνώμην τοῦ κ. Παπαῤῥηγοπούλου, μὴ τυχὸν ἐν τῷ με-
3354ταξὺ εἶχε γνώμην τινὰ νεωτέραν. Ὁ κ. Παπαῤῥηγόπουλος,
3355μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπεξειργάσθην κατὰ τὸ 1885 τὸ νομοσχέ-
3356διον, ἠρκέσθη εἰς τὸ νὰ μεταβάλωμεν κατὰ τὸ λεκτικὸν
3357ἀσημάντους τινὰς λέξεις, καὶ νὰ προσθέσωμεν μόνον εἰς τὸ
33581ον ἄρθρον τὴν δευτέραν περίοδον, δι’ ἧς πληροῦται κενὸν,
3359ὅπερ ὑπῆρχεν εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον· ἡ προστεθεῖσα
3360περίοδος εἶναι ὅτι: «Τὸ αὐτὸ χωρεῖ ἐπὶ τῶν δικηγόρων παρὰ
3361»τοῖς Ἐφετείοις καὶ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἐὰν ὑπάρχωσι τοι-
3362»οῦτοι μὴ ὄντες διωρισμένοι παρὰ τοῖς Πρωτοδίκαις». Δὲν
3363προεβλέπετο ἀρχικῶς νὰ συγκαταριθμῶνται καὶ οἱ δικη-
3364γόροι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν διωρισμένοι παρὰ τῷ Πρω-
3365τοδικείῳ, ἀλλὰ μόνον παρὰ τῷ Ἐφετείῳ καὶ τῷ Ἀρείῳ
3366Πάγῳ, καὶ δι’ αὐτὸ προσετέθη ἡ δευτέρα περίοδος, καθ’ ἣν
3367καὶ αὐτοὶ περιλαμβάνονται. Ἔχει δὲ καὶ μικρὰν τροπο-
3368ποίησιν εἰς τὸ ἄρθρον 24, διότι ἀρχικῶς ὡρίζετο ἡ ἐτησία
3369καταβολὴ εἰς μόνον δραχμὰς δώδεκα, ἐγὼ δὲ τοῦτο ἐθεώ-
3370ρησα ὀλίγον, καὶ τὸ ηὔξησα εἰς δραχμὰς εἴκοσι τέσσαρας,
3371διότι νομίζω, ὅτι δύο δραχμαὶ κατὰ μῆνα δὲν εἶναι βάρος
3372δυσβάστακτον δι’ ἕνα δικηγόρον, προκειμένου νὰ λειτουργή-
3373σωσι κανονικῶς οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι.
3374Τὸ νομοσχέδιον εἶναι, ὡς εἶπον, κάλλιστα διατετυπω-
3375μένον· διαιρεῖται εἰς κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐπιγράφονται, τὸ
3376μὲν Αʹ «Σκοπὸς τοῦ Συλλόγου», τὸ Βʹ «Συμβούλιον τοῦ
3377Συλλόγου», τὸ Γʹ «Πειθαρχικαὶ ποιναί», τὸ Δʹ «Περὶ δια-
3378δικασίας», τὸ Εʹ «Γενικαὶ διατάξεις».
3379Ὁ σκοπὸς τοῦ Συλλόγου — καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σπου-
3380δαιότερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου — εἶναι «ὁ διαρκὴς ἔλεγ-
3381χος τῆς ἀκριβοῦς τῶν δικηγορικῶν καθηκόντων ἐκπληρώ-
3382σεως καὶ ἡ ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῶν κοινῶν συμφε-
3383ρόντων τοῦ σώματος τῶν δικηγόρων μέριμνα». Ἐν τῇ δια-
3384τάξει ταύτῃ ὑπάρχει τὸ οὐσιωδέστερον τοῦ νομοσχεδίου μέρος.
3385Ἀρκοῦμαι εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα. Ἐάν τις τῶν κυρίων
3386συναδέλφων ἔχῃ ἐρώτησίν τινα νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ, εὐχαρίστως
3387θέλω προβῆ εἰς πᾶσαν ἐξήγησιν. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι τόσῳ
3388σαφὲς, ὥστε ἐγὼ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀναπτύξω αὐτὸ ἐπὶ
3389πλέον.
3390(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥή-
3391σεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα
3392αὐτοῦ 1–12).
3393§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13ον.
3394§190ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
3395§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
3396§192Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου
3397περὶ δικηγορικῶν συλλόγων ἐφέρατε ἔνστασιν!
3398§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρέλθῃ
3399πολλὴ ὥρα διὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.
3400§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3401Ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.