| 1194 | Λ. Δεληγεώργης | Ν | |||
| 1195 | Δ. Χατζόπουλος | ||||
| 1196 | Νικ. Δ. Μακρῆς | Ν | Α. Χοϊδᾶς | ||
| 1197 | Χ. Τρικούπης | Ο | Α. Παπαγιαννοκόπουλος | Ν | |
| 1198 | Δ. Σ. Βουλπιώτης | Ἰωάν. Κρεστενίτης | Ν | ||
| 1199 | Γ. Σισμάνης | Α. Πετραλιᾶς | Ν | ||
| 1200 | Ἀθανάσιος Ἴσκος | Ν | Ν. Πετιμεζᾶς | ||
| 1201 | Μιχαὴλ Ἰατρίδης | Ν | Λ. Σταμάτης | Ν | |
| 1202 | Ν. Ζῶτος | Ν | Α. Παναγιωτόπουλος | ||
| 1203 | Ν. Φαρμάκης | Α. Γεροκωστόπουλος | Ν | ||
| 1204 | Δημ. Πετρίδης | Ν | Ν. Κουμανιώτης | Ν | |
| 1205 | Σπυρ. Νοταρᾶς | Ν | Δ. Παυλόπουλος | ||
| 1206 | Γ. Φαρμακόπουλος | Ἀρ. Κοντογούρης | |||
| 1207 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Α. Σπηλιάδης | Ν | |
| 1208 | Δημ. Οἰκονόμου | Ν | Α. Ζαΐμης | Ν | |
| 1209 | Ἰωάν. Δηλιγιάννης | Ι. Ζωγράφος | |||
| 1210 | Ἄγγελ. Γεωργαντᾶς | Ν | Α. Κοντόσταυλος | ||
| 1211 | Ἠλίας Ποταμιάνος | Α. Πετσάλης | Ν | ||
| 1212 | Εὐστ. Τουρνάκης | Η. Γαζέπης | |||
| 1213 | Θ. Π. Δηλιγιάννης | Π. Λεβέντης | |||
| 1214 | Θ. Β. Δηλιγιάννης | Θ. Φλογαΐτης | |||
| 1215 | Π. Μανέτας | Ο | Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς | ||
| 1216 | Α. Σακελλαρόπουλος | Ν | Γ. Καραβᾶς | ||
| 1217 | Χ. Χρηστόπουλος | Ν | Λ. Ρώμας | Ν | |
| 1218 | Φ. Βάρβογλης | Ρ. Ρώμας | Ν | ||
| 1219 | Κ. Κωνσταντόπουλος | Ν | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | ||
| 1220 | Θεόδ. Πέῤῥος | Ν | Δ. Στεφάνου | Ο | |
| 1221 | Ἠλίας Φλέσσας | Ι. Σέχος | Ν | ||
| 1222 | Εὐθ. Σπυράκης | Ν | Γ. Θεοτόκης | Ο | |
| 1223 | Κ. Κατσικόπουλος | Ε. Τσαρλαμπᾶς | Ν | ||
| 1224 | Ι. Ἀντωνόπουλος | Ν | Α. Καποδίστριας | ||
| 1225 | Κ. Καραπάνος | Ν | Π. Κωνσταντᾶς | Ν | |
| 1226 | Γ. Παχὺς | Ο | Π. Βαλαωρίτης | Ο | |
| 1227 | Α. Ζυγομαλᾶς | Ν | Ἀλκίνοος Ζερβὸς | Ο | |
| 1228 | Ν. Λεβίδης | Ν | Α. Ἀγάθος | Ν | |
| 1229 | Δημ. Ράλλης | Ο | Ε. Μπασιᾶς | Ν | |
| 1230 | Δ. Ν. Καλλιφρονᾶς | Ν | Σ. Φορέστης | Ν | |
| 1231 | Ν. Βαλσαμάκης | Ν | |||
| 1232 | Π. Βενιεράτος | ||||
| 1233 | Ι. Βρυώνης | Ν | |||
| 1234 | Ἀναστ. Ζερβός | Ν | |||
| 1235 | Π. Μαυροκέφαλος | ||||
| 1236 | Γ. Μπούμπουλης | Ν | |||
| 1237 | Α. Μαυρογορδάτος | ||||
| 1238 | Γ. Κόρπας | Π. Σάκκης | Ν | ||
| 1239 | Ν. Συνοδινὸς | Ν | Κ. Φλέσσας | ||
| 1240 | Κ. Ἀργυρόπουλος | Π. Καπετανάκης | Ν | ||
| 1241 | Π. Τατταράκης | Ν | Κ. Δαγρὲς | Ν | |
| 1242 | Γ. Μαυρομαρᾶς | Ν | Ε. Κοκκέβης | Ν | |
| 1243 | Ὄ. Μαῦρος | Ν | Ν. Μισυρλῆς | ||
| 1244 | Κ. Νεγρεπόντης | Π. Πεῤῥωτῆς | Ν | ||
| 1245 | Ι. Δαμιράλης | Ν | Δ. Λυμπερόπουλος | Ν | |
| 1246 | Α. Γαβαλᾶς | Σ. Σωτηρόπουλος | Ο | ||
| 1247 | Σπυρ. Παγανέλης | Ν | Χ. Κανελλόπουλος | Ν | |
| 1248 | Κ. Μαυρομιχάλης | Ν | Δημ. Π. Γουδῆς | ||
| 1249 | Γ. Πετροπουλάκης | Ν | Ν. Χατζηγάκης | Ν | |
| 1250 | Γ. Μαυρομιχάλης | Ν | |||
| 1251 | Κ. Κοσσονάκος | Δ. Τερτίπης | Ν | ||
| 1252 | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ο | |||
| 1253 | Κ. Σαλταφέρος | Ν | |||
| 1254 | Γιαν. Μαυρομιχάλης | Β. Ἀζᾶς | |||
| 1255 | Στεφ. Κοπανίτσας | Ο | Α. Βασιαρδάνης | Ν | |
| 1256 | Ν. Βαρβιτσιώτης | Σ. Γεωργόπουλος | |||
| 1257 | Γ. Φιλάρετος | Ο | Ν. Τσαμαδὸς | Ο | |
| 1258 | Ν. Σχινᾶς | Ν | Θ. Γκίκας | ||
| 1259 | Ἰω. Φίλιος | Ν | Α. Σιμόπουλος | Ο | |
| 1260 | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν | Ν. Χατζῖσκος | ||
| 1261 | Ν. Ριζόπουλος | Α. Εὐταξίας | Ν | ||
| 1262 | Ν. Γεωργιάδης | Ν | Κ. Τράκας | ||
| 1263 | Ν. Κωκωσλῆς | ||||
| 1264 | Δ. Οἰκονομίδης | Ν | |||
| 1265 | Μιλ. Δάλλας | Ν | Α. Μαρλᾶς | Ν | |
| 1266 | Πούλιος Ζαρίμπας | Ν | |||
| 1267 | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ν | |||
| 1268 | Ἄσημ. Χριστόπουλος | Ν | Α. Μ. Κανάρης | Ν |
1891.02.13
1,828 rows · 13,497 words · 1 table · 125 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
τῆς 13 Φεβρουαρίου 1891.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς κ. Φορέστης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ παραστάσεως τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ ὑποδικηγόρων ὡς δικηγόρων ἐνώπιον τῶν αὐτόθι Πρωτοδικῶν καὶ Πλημμελειοδικῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 174.) Ὁ ἐνοικιαστὴς τῶν ἀδηλώτων οἴνων τοῦ δήμου Διρφύων ἐξαιτεῖται παράτασιν τῆς ἐκ τοῦ νόμου προθεσμίας μέχρι μέσων Μαρτίου. Ὁ κ. Μαρλᾶς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΜΑΡΛΑΣ. Ἔλαβον ἐκ Γαλαξειδίου, κύριοι Βουλευταὶ, ἀναφορὰν ὑπογεγραμμένην παρ’ ὅλων τῶν ἐκεῖ εὑρισκομένων ἤδη ναυτιλλομένων, ἀναφορὰν ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ φέρουσαν 294 ὑπογραφὰς, δι’ ἧς παραπονοῦνται οἱ ναυτιλλόμενοι οὗτοι κατὰ τοῦ ληφθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρου νὰ καταργήσῃ τὰς ναυτικὰς σχολὰς καὶ ἀπολύσῃ τοὺς διδασκάλους τῆς ναυτικῆς, συνάμα δὲ καθικετεύουσι τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσῃ θερμῶς τῇ Κυβερνήσει τὴν ἀνασύστασιν τῶν σχολῶν καὶ διορίσῃ ἐκ νέου τοὺς ἀπολυθέντας ναυτικοδιδασκάλους, διότι ἄλλως προσγίγνεται μέγα ἀδίκημα εἰς τὰς ναυτικὰς κοινότητας τοῦ Κράτους. Τὰ δίκαια καὶ εὔλογα ταῦτα παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου συμμεριζόμενος καὶ ἐγὼ, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ναυτικῶν, νὰ λάβωσι τὸ ζήτημα ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν καὶ μεριμνήσωσι πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἴς τινα τῶν προλαβουσῶν συνεδριάσεων ὁ ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος κ. Παγανέλης ἔφερεν ἐπερώτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔδιδε τὰς πληροφορίας του ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, δὲν συνέπεσε νὰ παρευρίσκωμαι εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὡς δὲ ἔμαθον ἀκολούθως, ὁ κ. Ὑπουργὸς, δικαιολογούμενος διὰ τὴν κατάργησιν τῶν ναυτικῶν σχολῶν, εἶπεν ὅτι προέβη εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ διότι αἱ ναυτικαὶ σχολαὶ δὲν παρήγαγον τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα, καὶ ὅτι οἱ ναυτικοὶ διδάσκαλοι δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὸν προορισμόν των, καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἐπειδὴ οἱ τόκοι τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Βαρβάκη δὲν ἐπήρκουν διὰ νὰ πληρώνωνται οἱ ναυτικοὶ διδάσκαλοι, ἠναγκάσθη νὰ ἀπολύσῃ αὐτούς. Δὲν γνωρίζω πόθεν ἠρύσθη τὰς πληροφορίας ταύτας ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐν τούτοις λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ διαβεβαιώσω καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα φρονοῦντες πολὺ ἀδικοῦσι καὶ τοὺς ναυτικοδιδασκάλους αὐτοὺς καὶ τοὺς ναυτικούς μας ἐν γένει· διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριοι, ὅτι ἅπαντα ἀνεξαιρέτως τὰ πλοῖα, τά τε ἀτμοκίνητα καὶ ἱστιοφόρα, τὰ ὑπὸ σημαίαν ἑλληνικὴν ταξειδεύοντα, ὡς καὶ τὰ περισσότερα ἀτμόπλοια καὶ ἱστιοφόρα τὰ ὑπὸ σημαίαν ὀθωμανικὴν, διοικοῦνται ἀπὸ ἐμποροπλοιάρχους, οἵτινες ἐδιδάχθησαν τὴν θεωρητικὴν ναυτικὴν ἀπὸ τοὺς ναυτικοδιδασκάλους αὐτούς· καὶ μὴ νομίσητε ὅτι εἰσὶν οὗτοι ὀλίγοι, εἰσὶ πλέον τῶν πέντε χιλιάδων, ταξειδεύοντες ἁπάσας τὰς θαλάσσας καὶ διακρινόμενοι ἐπὶ δραστηριότητι, ἱκανότητι καὶ τιμιότητι. Πῶς λοιπὸν δὲν ἀνταπεκρίθησαν οἱ ναυτικοδιδάσκαλοι εἰς τὸν προορισμόν των καὶ δὲν ἀπέφερον οὗτοι τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα; Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀνασυστάσεως τῶν ναυτικῶν σχολῶν, διότι εἶναι ἀπελπιστικὸν νὰ ἐπιπροστεθῇ εἰς τὰ τόσα δεινὰ, ἅτινα ὑφίσταται τὸ ναυτικόν μας, καὶ ἡ πικρία αὕτη, τοῦ νὰ μὴ δύνανται οἱ ναυτιλλόμενοι Ἕλληνες νὰ διδάσκωσι τὰ τέκνα των τὴν θεωρητικὴν ναυτικὴν, ὅπως συνεχίσωσι τὸ ἐπίμοχθον καὶ κινδυνῶδες ἔργον των, ὅπερ ἐνασκοῦσιν, ἀντεπεξερχόμενοι κατὰ μυρίων κινδύνων, ἐγκαταλελειμμένοι μόνοι των καὶ ἄνευ τῆς παραμικρᾶς κυβερνητικῆς προστασίας. Ἄλλως τε τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας τῶν ναυτικῶν αὐτῶν διδασκάλων εἶναι τόσον σμικρὸν καὶ τοσοῦτον ἀσήμαντον, ὥστε δὲν ἔπρεπε ποσῶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου περὶ τόσον ἐλαχίστης παροχῆς εἰς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ταύτην βιομηχανίαν. Δὲν πρόκειται βεβαίως, εἰμὴ περὶ 4 ἢ 5 τοιούτων διδασκάλων, μισθοδοτηθησομένων μὲ 120 ἢ 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα, δὲν δύναμαι δὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῶσιν εἰς μίαν γωνίαν τοῦ ἐξ ἑκατὸν περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν προϋπολογισμοῦ πέντε ἢ ἓξ χιλιάδες δραχμῶν, διὰ νὰ πληρωθῶσιν οἱ διδάσκαλοι οὗτοι τοῦ ναυτικοῦ μας, καὶ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἀκούωμεν, ὡς σήμεραν, εὔλογα παράπονα ἀπὸ τὰς ναυτικὰς κοινότητας. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, Κύριοι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξευρεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἓν τοσοῦτον μικρὸν καὶ ἀσήμαντον κονδύλιον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑποδεικνύομεν ἡμεῖς τῇ Κυβερνήσει πόρον πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης, καὶ ὁ πόρος αὐτὸς εἶναι τὸ ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν. Ἐκ τοῦ ταμείου αὐτοῦ λοιπὸν ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἐπὶ τέλους, ὅπερ πλουτίζεται ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τῶν ναυτιλλογομένων, δύναται νὰ ληφθῇ τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν διδασκάλων αὐτῶν, καὶ οὕτω πως ἱκανοποιεῖται ἡ εὔλογος αὕτη ἀξίωσις τῶν ναυτικῶν κοινοτήτων.
§3ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶπεν ὅτι λόγῳ οἰκονομίας προέβη εἰς τὴν κατάργησιν.
§4ΜΑΡΛΑΣ. Ὄχι βεβαίως, ἀλλ’ ὑποδεικνύω ἐγὼ ἐπὶ τέλους τὸν πόρον αὐτόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀνταπεκρίθησαν οἱ διδάσκαλοι τῆς ναυτικῆς εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους κλπ. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, τοιαῦτα λέγων, καὶ, ὡς φαίνεται, δὲν τῷ ἐδόθησαν, ὡς εἶπον, καλαὶ καὶ εἰλικρινεῖς πληροφορίαι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι, ὡς σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, πλέον τῶν πέντε χιλιάδων ἐμποροπλοιάρχων διευθύνουσιν ἀτμόπλοια καὶ ἱστιοφόρα μεγάλης χωρητικότητος, διακρινόμενοι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν καὶ μεταξὺ τῶν Εὐρωπαίων συναδέλφων των· καὶ περὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐκ ναυτικῶν μερῶν καταγομένων κ. κ. Βουλευτῶν, οὓς παρακαλῶ νὰ μὲ ἐνισχύσωσιν εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα.
§5Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἅπασα ἡ Ἑλλὰς εἶναι ναυτικὴ χώρα.
§6ΜΑΡΛΑΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἅπασα ἡ Ἑλλὰς εἶναι ναυτικὴ χώρα, διατὶ νὰ μὴ δύναται τὸ ἔθνος νὰ μισθοδοτῇ 5 διδασκάλους, διὰ νὰ διδάσκωσι τὴν θεωρητικὴν ναυτικὴν εἰς τοὺς ναυτικούς μας;
§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως πρέπει.
§8ΜΑΡΛΑΣ. Τοῦ λόγου δὲ γενομένου, Κύριοι, περὶ διδασκάλων τῆς ναυτικῆς, θεωρῶ ἐπάναγκες νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς καί τινας ἄλλας σκέψεις καὶ πληροφορίας, ἐχούσας μεγίστην σχέσιν μὲ τὸ ναυτικόν μας, ἢ μᾶλλον ἀποκλειστικῶς ἀνηκούσας εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ναυτιλίας μας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων περὶ πολλῶν ζητημάτων, σπουδαίων καὶ μὴ, ἐποιήσαντο λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου καὶ μᾶλλον ἐνδιαφέροντος τὸν Ἑλληνισμὸν ζητήματος, ἤτοι περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας καὶ περὶ τῆς ἐμψυχώσεως ταύτης, οὐδεὶς λόγος ἐγένετο μέχρι τοῦδε.
§9ΦΙΛΙΟΣ. Μὲ τοὺς ναυτικοδιδασκάλους θὰ διορθωθῇ ἡ ναυτιλία;
§10ΜΑΡΛΑΣ. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἓν ἐκ τῶν συντελούντων εἰς τοῦτο μέσων. Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, ὡς ἐκ τῆς τοποθεσίας της, τοῦ σχηματισμοῦ της καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πλοίων, ἅτινα ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἄλλα ἔθνη ἔχει, ἀνήκει εἰς τὰ κατ’ ἐξοχὴν ναυτικὰ ἔθνη, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεμία οὐδέποτε ἐλήφθη φροντὶς ὑπὲρ τῆς ναυτιλίας μας, οὐδὲ ἐῤῥίφθη ποτὲ βλέμμα κυβερνητικῆς προστασίας ἐπ’ αὐτῆς, μόνη δὲ ἐγκαταλελειμμένη αὕτη, παλαίει κατὰ μυρίων προσκομμάτων καὶ κινδύνων. Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐξαίρεσιν ἀπετέλεσεν ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, ὅστις, κατανοήσας τὸν προορισμὸν καὶ τὴν ἀποστολὴν τῆς ναυτιλίας μας, πρὸς δὲ καὶ τὸ κρίσιμον ταύτης, συνέστησε κατὰ τὴν τελευταίαν πρωθυπουργίαν του ἐπιτροπὴν πολυμελῆ, ἥτις ἀπετάθη εἰς ἅπαντας τοὺς ναυτικοὺς καὶ ἐμπορικοὺς συλλόγους καὶ ἐν γένει εἰς ἅπαντα τὸν δυνάμενον νὰ δώσῃ πληροφορίας καὶ γνώμας πρὸ ἐξεύρεσιν καταλλήλων μέσων διὰ τὴν ἐνίσχυσιν καὶ ἐμψύχωσιν τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας· συνεπείᾳ δὲ τῶν προσκλήσεων τούτων ἔσπευσαν πλεῖστοι ὅσοι πάνυ φιλοτίμως νὰ πέμψωσι διαφόρους ἐκθέσεις καὶ γνώμας, αἵτινες ἤδη εὑρίσκονται εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς· κατόπιν ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ ἀπέθετο τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἔκτοτε οὐδέποτε ὑψώθη φωνὴ ὑπὲρ τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας. Ἀπῆλθεν ἐκεῖνος! καὶ συνεπῶς ἐγκατελείφθη τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ζήτημα εἰς τὴν τύχην του, δὶς δὲ ἢ τρὶς, φρονῶ, ὑψώθη φωνὴ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ φωνὴ αὕτη κατεπνίγη εἰς τὸν λαβύρινθον τῶν ἀναμορφώσεων τῆς διαδεχθείσης τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον Κυβερνήσεως, καὶ ἔκτοτε τὸ ζήτημα αὐτὸ μένει ἐκκρεμὲς, καὶ ἄδηλον ἐπὶ πόσον θὰ μένῃ, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ναυτιλία ἡμῶν ἡ ἐμπορικὴ διέρχεται κρίσιμον στιγμήν. Εἶναι ὁμολογουμένως λυπηρὸν καὶ ἀπορίας ἄξιον, πῶς κἀμμία τῶν Κυβερνήσεων, πῶς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους δὲν ἔλαβον τὴν δέουσαν μέριμναν περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου αὐτοῦ παράγοντος εἴς τε τὴν δύναμιν καὶ τὸν πλοῦτον τοῦ ἔθνους· δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ μὴ κατανοῶν ὁποία εἶναι ἡ θέσις τῆς ναυτιλίας εἰς τὸ ἔθνος μας καὶ ποία ἡ ἀποστολὴ αὐτῆς. Αὕτη δύο κυρίως πληροῖ καὶ θεραπεύει ἐθνικὰς ἀνάγκας· πρῶτον χρησιμεύει ὡς πηγὴ, οὕτως εἰπεῖν, ἐξ ἧς λαμβάνομεν καὶ καταρτίζομεν τὰ διὰ τὸ πολεμικὸν ἡμῶν ναυτικὸν πληρώματα, καὶ δεύτερον, ὡς ἐκ τοῦ χρυσοῦ, ὃν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσάγει, συντελεῖ κατὰ μέγα μέρος εἰς τὸ γενικὸν ἰσοζύγιον τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος· καὶ οὐδεὶς βεβαίως ἀγνοεῖ, ὅτι ἀείποτε τὸ ἐμπορικὸν ἡμῶν ναυτικὸν πρωτηγωνίστησε καθ’ ὅλας τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας καὶ τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας. Εἰσὶ πασίγνωστα τὰ κατορθώματα τοῦ ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς· τόσον οἱ ἀρχαῖοι θαλασσομάχοι, ὡς καὶ οἱ νεώτεροι τοῦ 1821, ἦσαν τέκνα τοῦ ἐμπορικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ· οἱ ἀτρόμητοι ναυτικοί μας, οἱ καταπλήξαντες τὴν οἰκουμένην ἅπασαν διὰ τῶν ἀνδραγαθημάτων αὐτῶν, οὐδὲν ἄλλο ἦσαν, εἰμὴ ἐμποροπλοίαρχοι καὶ ναῦται ἁπλοῖ, οἵτινες μετεκόμιζον διὰ τῶν πλοίων των τὰ σιτηρὰ καὶ ἄλλα ἐμπορεύματα ἀπὸ λιμένος εἰς λιμένα τῆς Εὐρώπης καὶ οἵτινες εἰς τὸ πρῶτον ἐγερτήριον σάλπισμα τοῦ ἔθνους εὐθὺς μετεβλήθησαν εἰς ἀτρομήτους ναυάρχους καὶ ναυμάχους, δοξάσαντας τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος καὶ εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν αὐτοῦ κατὰ μέγα μέρος συντελέσαντας. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ἐμπορικὸν ἡμῶν ναυτικὸν, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ αἰσθανώμεθα ἐθνικὴν ὑπερηφάνειαν. Ἀλλὰ πλὴν τούτων τὸ ἐμπορικὸν ἡμῶν ναυτικὸν, ὡς εἶπον, προώρισται νὰ θεραπεύσῃ καὶ ἑτέραν ἐθνικὴν ἀνάγκην. Οἱ ναυτικοί μας, ἐργαζόμενοι μὲ τὰ πλοῖά των ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, εἰσάγουσιν εἰς τὸ ἔθνος χρῆμα καθαρὸν, τὸ ὁποῖον πλὴν τῶν ἄλλων συντελεῖ σπουδαίως εἰς τὸ γενικὸν ἰσοζύγιον τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀποτελεῖ, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς ἀδήλους πόρους τοῦ ἔθνους, συνάμα δὲ ψωμίζονται καὶ συντηροῦνται ἐκ τῆς ναυτιλίας τὸ πλεῖστον τῶν κατοίκων τοῦ βασιλείου μας· καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς προώρισται νὰ διαδραματίσῃ τοιοῦτον μέρος ἐν τῷ ἔθνει τὸ ἐμπορικὸν ἡμῶν ναυτικὸν, ἀφ’ ἑτέρου, ὡς εἶπον, οὐδεμιᾶς ἔτυχε κυβερνητικῆς προστασίας, ἀλλὰ παντοῦ καὶ πάντοτε παραγκωνίζονται καὶ περιφρονοῦνται οἱ δυστυχεῖς ἡμῶν ναυτικοὶ, τιθέμενοι ἐν ἐλάσσονι μοίρᾳ ἀπέναντι τῶν ὁμοτέχνων των ἄλλων ἐθνῶν, καὶ μυρίας πιέσεις ὑφίστανται. Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ θέσις καὶ ἡ κατάστασις τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν ναυτιλλομένων, ὧν τὴν θέλησιν πέποιθα ὅτι διερμηνεύω, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της πολὺ, καὶ ὁμοῦ μὲ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, ἃς κέκληται νὰ θεραπεύσῃ, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ταύτην, προκειμένου περὶ καθαρῶς ἐθνικοῦ ζητήματος. Ἵνα δὲ κατανοήσητε κατὰ πόσον τὸ ἐμπορικὸν ἡμῶν ναυτικὸν εἶναι χρήσιμον εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας, ἀρκεῖ νὰ μάθητε, ὅτι πρὸ τινῶν ἐτῶν ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ἀνάγκην ἀξιωματικῶν διὰ τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, ἀπετάθη εἰς τοὺς ἐμποροπλοιάρχους μας, ἐξ ὧν προσέλαβεν εἴκοσι, νομίζω, ἐγκριθέντας ἱκανωτέρους μεταξὺ τῶν συναγωνισθέντων καὶ δοκιμασθέντων, οἵτινες, καταταχθέντες ὡς ἐπίκουροι ἀξιωματικοί, ἀφωμοιώθησαν ἀκολούθως καὶ ἤδη διακρίνονται μεταξὺ τῶν καλλιτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ βασιλικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ. Ἀλλὰ καὶ πρὸ τούτων οἱ περισσότεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ βασιλικοῦ ναυτικοῦ ἔχουσι ληφθῆ ἐκ τῆς γενικῆς ἀποθήκης, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὁποία ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἐμπορικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ; Ἐπανερχόμενοι δὲ εἰς τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῶν ναυτικῶν σχολῶν, κατανοοῦμεν βεβαίως, ὅτι καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀκόμη ἐπιβάλλεται ἡ ἀνασύστασις αὐτῶν. Δὲν ἀρνοῦμαι βεβαίως, ὅτι ἡ σύστασις σχολῆς μὲ διαφόρους καθηγητάς, παραδίδοντας διάφορα μαθήματα, ἀναγόμενα εἰς τὴν σφαῖραν τῆς θεωρητικῆς ναυτικῆς καὶ τῆς ἀστρολογίας, δύναται ν’ ἀποφέρῃ καρποὺς καλλιτέρους ἀπὸ ἐκείνους τῶν ναυτικοδιδασκάλων, ἀλλὰ μέχρις ὅτου τὸ ἔθνος εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐάρεστον ταύτην θέσιν, νὰ συστήσῃ τοιαύτας σχολάς, εἶναι πολὺ ἄδικον νὰ ἐγκαταλείψωμεν τοὺς ναυτικούς μας ἄνευ διδαχῆς τῆς ἔστω καὶ τοιούτῳ τρόπῳ θεωρητικῆς ναυτικῆς. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι τόσον τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας, ὅσον καὶ τὸ περὶ ἀνασυστάσεως τῶν ναυτικῶν σχολῶν, εἰσὶ ζητήματα ἐθνικὰ καὶ πολὺ σπουδαῖα, δυνάμενα νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν καὶ μέριμναν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸ πάντων τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς δημοσιογραφίας.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπόμενον μοὶ φαίνεται ὅτι ἦτο νὰ συνταραχθῇ μία τῶν ναυτικωτέρων κοινοτήτων τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῆς καταργήσεως τῶν μέχρι τοῦδε ὑπαρχουσῶν ναυτικῶν σχολῶν. Τὸ Γαλαξείδιον, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη τόπος ναυτικώτατος, φέρων στοιχεῖα ἐν ἑαυτῷ τόσης ναυτικότητος, ὡς εἰ ἦν γνησία ἀποικία τῶν ἀρχαίων Φοινίκων, τὸ Γαλαξείδιον, τὸ ὁποῖον περιάγει ὑπερηφάνως τὴν κυανόλευκον ἑλληνικὴν σημαίαν εἰς ὅλας τὰς θαλάσσας, ἔπρεπε πρῶτον νὰ ῥήξῃ φωνὴν κατὰ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον εἶδεν ἐσχάτως ληφθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς ὅλους ἡμᾶς ἡ ἀναφορὰ, τὴν ὁποίαν κατέθηκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μαρλᾶς ἐκ μέρους τῶν Γαλαξειδιωτῶν. Ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἦτο παρών, ὡς εἶπε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἐν ᾗ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς καταργήσεως τῶν ναυτικῶν σχολῶν καὶ περὶ τῆς ἡμετέρας ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἐν παρόδῳ· ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο παρών, οὐδὲν ἤθελε μάθει ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως οὐδὲν εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι ἐλαττωθέντος ἢ ἐκλιπόντος τοῦ ποσοῦ, ἐξ οὗ ἐπληρόνοντο οἱ ναυτικοδιδάσκαλοι, ἠναγκάσθη ν’ ἀπολύσῃ αὐτούς· προκληθεὶς ἀπέφυγε νὰ δηλώσῃ ὁποίαν ἔχει γνώμην περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν ναυτικοδιδασκάλων. Ἀλλ’ οἱανδήποτε γνώμην καὶ ἂν ἔχῃ περὶ τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως», ἡ ἐκδοθεῖσα δύο ἡμέρας μετὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἦλθε νὰ πιστώσῃ ἄλλα, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσεπάθησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐν τῷ φύλλῳ ἐκείνῳ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» καταχωρίζονται τὰ ὀνόματα πέντε ἢ ἓξ νέων πλοιάρχων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸ δίπλωμά των, εἰς τὰς καταργηθείσας ναυτικὰς σχολὰς διδαχθέντες. Ἀποφυγὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας νὰ ἐκφράσῃ ποίαν γνώμην εἶχε περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν σχολῶν αὐτῶν, τρόπον τινὰ ἐπαφῆκε τὴν περὶ τούτου μέριμναν εἰς τὸν συνάδελφόν του, τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργόν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἐν τῇ φιλοτιμίᾳ, ἣν ἀπέδειξεν ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου πρὸς ἀνόρθωσιν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν ἐν ταῖς σημεριναῖς περιστάσεσι, τῶν κατὰ τὸ ἡμέτερον ναυτικὸν, τό τε πολεμικὸν καὶ τὸ ἐμπορικὸν, θὰ δηλώσῃ σήμερον πρὸς ἡμᾶς ποίαν αὐτὸς ἔχει γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος, εἴτε θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο ἐν προσεχεῖ τινι συνεδριάσει. Αἰσθάνομαι μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι ὑπῆρξα εἷς τῶν ὀλίγων, ὅσοι ἔθιξαν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὡμίλησα ἄλλοτε διὰ μακρῶν· παρετήρησα δὲ, ὅτι οἱ λόγοι μου ἐκεῖνοι καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφερα τότε πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ναυτιλία εἶναι ἀξία πάσης ἐνισχύσεως διὰ μυρίους λόγους, τοὺς ὁποίους ὅλοι γνωρίζομεν, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἀνέφερε καὶ καλῶς ἐξέθηκεν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι εἶναι ἓν τῶν ζωτικωτέρων, ἂν μὴ τὸ μόνον στοιχεῖον ἐθνικῆς προόδου δι’ ἡμᾶς, παρετήρησα ὅτι οἱ λόγοι μου ἐκεῖνοι εὗρον ἠχὼ τότε καθ’ ὅλον τὸ Πανελλήνιον. Μετ’ ἐκπλήξεως παρετήρησα, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου ἀνεδημοσιεύθη παρ’ ὅλων σχεδὸν τῶν ἐφημερίδων, ὅσαι ἐκδίδονται εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἐν Καΐρῳ, Κωνσταντινουπόλει, ἐν ταῖς ἡγεμονίαις. Οἱ ἔξω Ἕλληνες αἰσθάνονται πλέον ἡμῶν τὴν ἀξίαν τῆς ναυτιλίας, οἱ δὲ ἐν τῇ Τουρκίᾳ δύνανται νὰ ἐκτιμῶσιν αὐτὴν κάλλιον, διότι βλέπουσι ποίαν συνδρομὴν παρέχει ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ναυτιλίαν. Πρὸ 10 ἢ 15 ἡμερῶν ἀνεγίνωσκον εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις παραχωρεῖ δωρεὰν τὴν ξυλείαν ἐκ τῶν δασῶν τοῦ Κράτους εἰς ὅσους θέλουσι νὰ ναυπηγήσωσιν ἐμπορικὰ σκάφη. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο χρήζει εὐρυτέρας συζητήσεως καὶ βαθυτέρας ἐρεύνης, ἀπέχω νὰ εἴπω σήμερον περισσότερα· παρακαλῶ ὅμως καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ ὁ προλαλήσας ἔντιμος συνάδελφος, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, μὴ ἐλπίζων τι παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ, εἴτε σήμερον, εἴτε ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, νὰ δηλώσῃ πρὸς ἡμᾶς τὴν γνώμην του περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν ναυτικοδιδασκάλων· καὶ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι δὲν θέλει ἀποφανθῆ κατ’ αὐτῶν, παρακαλῶ νὰ ἐξεύρῃ τρόπον καὶ νὰ ἀναγράψῃ αὐτὸς, ὁ ἔχων καὶ «τμῆμα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας» ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τὸ ὁποῖον διευθύνει, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τὸ ποσὸν, ὅσον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν 6 ναυτικοδιδασκάλων. Ἂν οὗτοι πληρώνωνται πρὸς δραχμὰς 150 κατὰ μῆνα, τὸ ποσὸν ὁλικῶς καὶ ἐτησίως ἀναβαίνει εἰς δραχμὰς 10,800. Ταύτας παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐξεύρῃ, ἵνα ἀνασυστήσῃ ὅτι τάχιον τὰς ναυτικὰς σχολάς. Παρακαλῶ δὲ καὶ πάλιν νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς ὅλους ἡμᾶς ἡ ἀναφορὰ τῶν θαλασσοτραφῶν Γαλαξειδιωτῶν.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ ἐμψύχωσις τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας εἶναι ζήτημα ἐθνικὸν, δὲν εἶναι ζήτημα ἁπλοῦν καὶ τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας· ἐπίσης ὁ ἐπαναδιορισμὸς τῶν ναυτικοδιδασκάλων δὲν εἶναι ζήτημα ἁπλοῦν, διὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἅμα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὸ τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, εἰς ἣν εὑρέθη, ὥστε νὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσιν τῶν ναυτικοδιδασκάλων, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μετ’ ἐμβριθείας καὶ μετὰ πολλοῦ ζήλου καὶ ἐπιμελείας καταγίνεται, ὅπως εὕρῃ τὸν τρόπον τοῦ νὰ ἱδρύσῃ Σχολὴν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, πρὸς δὲ καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δύναται νὰ ἐμψυχωθῇ ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς ἐντίμους συναδέλφους, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ μὴ βιάσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ ἔχωσι μικρὰν ὑπομονὴν, ἵνα δυνηθῇ αὕτη νὰ φέρῃ ἓν ἔργον τέλειον, πλῆρες καὶ τὸ ὁποῖον νὰ δώσῃ ἀποτελέσματα εὐάρεστα καὶ σύμφωνα πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ. (Ἐνταῦθα προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς).
§13ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ, εἰ δυνατὸν, τὴν κατάστασιν τῶν ἡμερομισθίων, τὰ ὁποῖα πληρόνονται εἰς τὸν Ναύσταθμον· καὶ τοῦτο, διότι ἔχουσί τινες τὴν καλὴν πρόθεσιν νὰ διαδίδωσι πράγματα ἐναντίον τῆς ἀληθείας, τουτέστιν, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς μισθοδοτεῖ ἐργάτας πλέον παρ’ ὅ,τι ἐμισθοδότει τούτους ἡ πρώην Κυβέρνησις. Ἐπειδὴ δὲ θέλω κάμει παρατηρήσεις τινὰς, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ σημείωμα τῶν πληρονομένων μισθῶν εἰς τοὺς ἐργάτας τοῦ Ναυστάθμου.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κρατούμενοι ἐν ταῖς ἐνταῦθα πολιτικαῖς φυλακαῖς δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἢ τὴν αὔξησιν τοῦ σιτηρεσίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσι κατὰ μῆνα.
§15Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι ἐκ μέρους τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀθηνῶν διὰ χρέη κρατουμένων, παρακαλοῦσι δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἢ τοὐλάχιστον ν’ αὐξήσῃ τὸ σιτηρήσιόν των, διότι μὲ 50 λεπτὰ τὴν ἡμέραν οὔτε εἷς κύων δὲν δύναται νὰ ζήσῃ. Ὀφείλει λοιπὸν ἡ Βουλὴ τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο νὰ κάμῃ, καθόσον ἡ περαιτέρω ἐξακολούθησις τῆς σημερινῆς καταστάσεως εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διαπράττει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἂς σκεφθῇ λοιπὸν ἡ Βουλὴ. Ἐὰν δὲ 15 Βουλευταὶ θέλωσι νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, ἂς τὸ δηλώσωσι.
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ δηλοῦμεν.
§17Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἴμεθα 15, κύριε Πρόεδρε, οἱ ὁποῖοι ζητοῦμεν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§19Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς αὐριανῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν κανονισμὸν τῆς αὐριανῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν κανονίζει ἡ Βουλὴ, ὄχι οἱ 15 Βουλευταί.
§21Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οἱ 15 ζητοῦμεν νὰ ὁρισθῇ δι’ αὔριον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄτακτος ἡ αἴτησις τῶν 15· οἱ 15 ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς σήμερον, τὴν δὲ αὐριανὴν ἡμερησίαν διάταξιν θὰ προσδιορίσῃ ἡ Βουλή.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἀπὸ τῆς ἀναῤῥήσεώς μου ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λάθρα ἐπιτίθενται κατ’ ἐμοῦ, καὶ ἀναγράφουσιν, εὐτυχῶς δι’ ἐμὲ, δημοσιεύματα ἐναντίον μου, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἔπραξα, ζητοῦντα οὕτω νὰ προκαταλάβωσι τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τὴν ἐμήν. Ζητοῦσι νὰ μὲ παραστήσωσιν, ἅμα τῇ ἀναῤῥήσει μου ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ὡς ἐπιδρομέα καὶ ὄχι ὡς ἄνθρωπον τοῦ τόπου, ζητοῦσι νὰ μὲ παραστήσωσιν, ὅτι παραβαίνω τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μου, ζητοῦσι νὰ μὲ θέσωσιν εἰς ἴσην μοῖραν μὲ τὸν πάτρωνα αὐτῶν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀνῆλθεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἕως σήμερον δὲν ἔπραξεν ἄλλο τι, εἰμὴ παρανομίας. Εὐγνωμονῶ τοῖς δημοσιογράφοις, διότι ὑπηρεσίαν μεγαλειτέραν πρὸς πολιτευτὴν δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ζητεῖ νὰ ἀνεύρῃ εἰς διαχειριστὴν ἀρχῆς τινος πράξεις παρανόμους, διὰ νὰ τὸν στιγματίσῃ, διότι τὸν καθιστᾷ προσεκτικόν. Εὐγνωμονῶ δὲ καὶ τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προθυμοποιοῦνται νὰ ἐρευνῶσι τὰ κατ’ ἐμέ. Εἶχεν ἀναγραφῆ εἰς μίαν τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐφημερίδων ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο σήμερον ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας, ἔντιμος φίλος μου κ. Πετσάλης, καὶ ἠδημόνουν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἤθελεν εὑρεθῆ Βουλευτὴς νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διὰ νὰ δώσω λόγον τῶν πράξεών μου. Συνέστησα εἰς τὴν ἐφημερίδα ἐκείνην ἰδιαιτέρως νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ λογαριασμὸν τῶν πράξεών μου δι’ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, διότι, ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς, ἐνόμισα ὅτι δὲν ἦτο εὐπρεπὲς εἰς ἐμὲ νὰ δώσω εἰς τὰς ἐφημερίδας λόγον τῶν κατὰ τὴν διαχείρισίν μου. Περιέμενον ἀληθῶς ν’ ἀκούσω ἕνα τῶν συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καὶ παρ’ ἐλπίδα ὁ ἔντιμος φίλος μου, μεριμνῶν περὶ τῆς τιμῆς μου, ἐζήτησε νὰ δώσω λόγον τῆς περὶ τούτου διαχειρίσεώς μου. Κατηγοροῦμαι, ὅτι ἐν τῷ Ναυστάθμῳ διατηρῶ ἐργάτας μὲ ἡμερομίσθια ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔδιδεν ὁ προκάτοχός μου, ἡμερομίσθια τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς διασπάθησις τοῦ δημοσίου πλούτου. Πρὸς ἔλεγχον, Κύριοι, τῶν ἀνακριβειῶν τούτων, καταθέτω κατάλογον τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐμῆς καὶ κατάλογον τῆς διαχειρίσεως τοῦ προκατόχου μου. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἐπειδὴ δὲ ἡ δημοσιογραφία ὡμίλησε περὶ ἐργατῶν, διὰ τοῦτο θὰ περιορίσω τὴν ἀνάλυσίν μου ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἡμερομίσθια τῶν ἐργατῶν. Ἔχω ὡς ἐργάτας ἁπλοῦς ὅσους ὁ Ναύσταθμος μοὶ ἐζήτησεν ὡς ἀναγκαίους καὶ ὅσους ὁ προϋπολογισμὸς μοὶ ἐπιτρέπει, καὶ τούτους μὲ ἡμερομίσθιον 2½ δραχμῶν, ἐνῷ ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς διετήρει ὡς τοιούτους ἡμερομισθίους μὲ τρεῖς καὶ τρεῖς καὶ ἡμίσειαν δραχμάς. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα ἔξοδον, τὸ ὁποῖον, διασπαθίζων τὰ δημόσια, κάμνω εἰς τὸν Ναύσταθμον! Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω περισσότερα· ἀνέφερα τοὺς ἀριθμοὺς ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐργάτας. Ὡς πρὸς τοὺς τεχνίτας, ὅπως καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε κανονίσει τὰ ἡμερομίσθια αὐτῶν, οὕτω ἐκανονίσθησαν ταῦτα καὶ ὑπ’ ἐμοῦ. Εἷς μόνον ἐργοδηγός, καὶ οὐχὶ τεχνίτης, ἀνώτερος δηλ. τοῦ τεχνίτου, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος διευθύνει μηχανουργεῖον, λαμβάνει ὀκτὼ δραχμὰς ἡμερησίως, ἐνῷ οἱ ἄλλοι τέσσαρες ἕως πέντε λαμβάνουσιν ἡμερομίσθιον ὅμοιον πρὸς τὸ ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου κανονισθέν. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ προκατόχου μου εἶναι ὡς πρὸς τοὺς ἐργάτας τοὺς ἁπλοῦς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τοῦ προκατόχου μου ἐλάμβανον τρεῖς δραχμὰς, ἐπὶ δὲ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐμῆς λαμβάνουσι δύο καὶ ἡμίσειαν. Τὰ σημειώματα ταῦτα καταθέτω, διὰ νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅστις τῶν κκ. συναδέλφων ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ συναδέλφου κ. Παπαγιαννακοπούλου δὲν ἔλαβον ἀκόμη τὸ σημείωμα, διὰ νὰ ἀπαντήσω.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Παπαμιχαλόπουλος ὑποβάλλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν: Αʹ) Πόσα χρηματικὰ ἐντάλματα ἐξεδόθησαν πρὸς πληρωμὴν ἀποζημιώσεων ἰδιοκτητῶν, ὧν τὰς γαίας κατέλαβεν ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς Μονεμβασίας–Σπάρτης, καὶ δὴ αʹ) κατὰ χρονολογίαν καὶ βʹ) κατὰ χρηματικὸν ποσὸν ἕκαστον, ἀρχῆθεν μέχρι τοῦδε. Βʹ) Πόσα τῶν ἀνωτέρω χρηματικῶν ἐνταλμάτων ἐξωφλήθησαν παρὰ τοῦ ταμείου Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους. Γʹ) Πόσα μένουσιν ἔτι ἀνεξόφλητα καὶ διὰ τίνα λόγον δὲν ἐξοφλοῦνται, εἰ καὶ οἱ δικαιοῦχοι προσῆλθον πολλάκις εἰς τὸ ταμεῖον πρὸς τοῦτο, κατὰ προηγουμένην εἰδοποίησιν τῶν δημάρχων. Συνιστῶ δὲ μετὰ παρακλήσεως τοῖς κκ. Ὑπουργοῖς νὰ διατάξωσι τὸν ταμίαν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς νὰ παύσῃ ἀρνούμενος τοῖς δικαιούχοις τὴν ἐξόφλησιν τῶν εἰς χεῖρας αὑτῶν ἐνταλμάτων, καὶ νὰ ἐξοφλήσῃ ταῦτα, συμψηφίζων πᾶν τυχὸν ὀφειλόμενον παρὰ τῶν δικαιούχων τούτων χρέος πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Παρακαλῶ δὲ νὰ εὐαρεστηθῶσιν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐνεργείας αὑτῶν ταύτης, οὗ τὴν ἐκεῖθεν ὑποβολὴν θ’ ἀξιώσωσιν, ὡς ἐλπίζω, τηλεγραφικῶς.»
§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω τὰς δεούσας παρατηρήσεις ὅταν παρευρεθῇ εἰς τὴν συνεδρίασιν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§27ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἀρχικελευστής τις τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, Πάρης καλούμενος, ὑπηρετῇ ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ, ἂν ἔχῃ σώας τὰς φρένας, ποῦ εὑρίσκεται, πρὸ πόσου χρόνου ἔπαθε τὰς φρένας, καὶ ἀπὸ πότε μισθοδοτεῖται· διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ὁ ἀρχικελευστὴς οὗτος εὑρίσκεται ἐν Σύρῳ, ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πενθεροῦ του, ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν, μὴ ὑπηρετῶν ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ, καὶ ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ μισθοδοτούμενος.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Καὶ εἰς ἐμὲ ἐδόθη τοιαύτη πληροφορία. Συνέστησα ἰατρικὸν συμβούλιον καὶ ἔστειλα νὰ τὸν ἐξετάσουν. Ὅταν λάβω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως, θὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν.
§29ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.—Δώδεκα Βουλευταὶ ἔκαμον πρότασιν περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ προταχθῇ ἐν αὐτῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς ὑδραυλικῶν ἔργων ἐπὶ τοῦ χειμάῤῥου Νέδοντος. Ἂν δὲν προταχθῇ, θὰ μείνῃ τελευταῖον πάντοτε καὶ δὲν θὰ ψηφισθῇ ποτὲ, ἐνῷ πρέπει ταχέως νὰ ψηφισθῇ, ὡς σωτήριον διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἀφοῦ μάλιστα οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν θὰ προκαλέσῃ.
§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ἀφορῶντος εἰς τοπικὸν συμφέρον, εἶναι ἁπλοῦν, καὶ ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ προταχθῇ, διὰ νὰ μὴ ἀδικῆται ὁ τόπος ἐκεῖνος.
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§32ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον πρέπει νὰ προταχθῇ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τροποποίησιν νόμου, ὅστις εἶναι ἐλαττωματικὸς, τὸ δὲ ἐλάττωμα αὐτοῦ ἀφορᾷ εἰς προϊὸν, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον πρόκειται νὰ φορολογηθῇ ἐν τῷ τελωνείῳ Καλαμῶν. Ἂν λοιπὸν δὲν προλάβωμεν ἤδη νὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τῶν συναδέλφων ἐκ Μεσσηνίας νομοσχέδιον, καὶ οἱ ἔμποροι καὶ τὸ ἐμπόριον τοῦ εἴδους αὐτοῦ μεγάλως θὰ ζημιωθῶσι, μυρίους διατρέχοντες κινδύνους. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδαμόθεν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησίς τις.
§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σήμερον ὄχι, διότι λείπει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§34ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλῶ μάλιστα καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐξ ἰδιαιτέρας συνεννοήσεως, τὴν ὁποίαν ἔσχον μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπληροφορήθην παρ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ἀτυχῶς σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀδιαθετεῖ· ἄν ἦτο παρὼν καὶ ἤκουε τὴν παράκλησιν τῶν συναδέλφων καὶ τὴν ἰδικήν μου, ἀναμφιβόλως ἤθελε στέρξει νὰ προταχθῇ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον.
§35ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὅταν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον παρὰ τοῦ κ. Δαγρὲ, ἐγένετο πρότασις περὶ προτάξεως αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὑποστηριχθεῖσα καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐδέχθη. Λοιπὸν, οὐδενὸς ἀντιλέγοντος, τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ προταχθῇ, ἵνα ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὴν μέλλουσαν ἐσοδείαν τοῦ σταφιδοκάρπου.
§36ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς λείπει.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, θ’ ἀναβληθῶσιν ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ.
§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι δύνανται νὰ περιμείνωσι καὶ τὴν παρουσίαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, διότι ἐνδέχεται νὰ φέρῃ παρατηρήσεις τινὰς ἢ διορθώσεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ.
§39Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπίσης ὑπεβλήθη πρότασις περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν αὔριον.
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως κανονίζεται ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς ἐπιούσης.
§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ κάμω πάταγον. Νομίζω ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας πρέπει νὰ γείνῃ μία συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης θὰ πορισθῇ τὸ συμπέρασμα, ἂν θεωρῇ ὥριμον τὴν ἰδέαν τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἢ νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον νομοσχέδιον, ἂν δὲν ἀρκῆται εἰς τὸ ὑποβληθὲν, ἢ ἄν νομίζῃ ἀναγκαῖον νὰ συστηθῇ ἐννεαμελὴς κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ, ὅπως συντάξῃ νομοσχέδιον ὑποβληθησόμενον ἐν τῇ προσεχεῖ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς.
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄν θέλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ φέρῃ θεωρητικὴν συζήτησιν περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δύναται νὰ τὴν φέρῃ ἐν οἱᾳδήποτε στιγμῇ θέλει. Τώρα πρόκειται περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι κεκανονισμένη ὡς ἔχει νῦν.
§43ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἵνα μὴ ματαιοπονῶμεν, ὑποβάλλω ἁπλῶς τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, ἀρκούμενος εἰς αὐτὰς, καὶ σεῖς κρίνατε ἐπ’ αὐτῶν· δὲν πρόκειται περὶ συμφέροντος ἰδιωτικοῦ, ἀλλὰ κοινωνικοῦ.
§44ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Φιλάρετος ἔθιξε σήμερον, ζητήσας νὰ προταχθῇ, ἀφορᾷ εἰς σκοπὸν κοινωνικὸν μεγάλης σοβαρότητος καὶ ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ἡ ὥρα, τὴν ὁποίαν ἤδη διατρέχομεν κοινοβουλευτικῶς, δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος, ὅπως γείνῃ εὐρεῖα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζήτησις. Ὡς γινώσκετε, κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐν Εὐρώπῃ ἐλύθη κατ’ αὐτῆς, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν εἶναι ζήτημα ἀκόμη ἄξιον ἐρεύνης, ἂν γενικῶς ἢ ἐν μέρει πρέπῃ νὰ καταργηθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις. Ἀνέγνωσα ἰσχυροὺς λόγους ἑκατέρωθεν, καὶ δὲν ἔχω, τὸ ὁμολογῶ, ἀκόμη γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον, καίτοι εὑρισκόμεθα εἰς τὰ πρόθυρα τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, φρονῶ ἀξίαν τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς καὶ δεδικαιολογημένην τὴν σύστασιν, ἵνα ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἑπταμελὴς ἐρευνήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἀφήσωμεν αὐτὸ νὰ ὡριμάσῃ διὰ τὴν μέλλουσαν Σύνοδον. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα περὶ προσωπικῆς κρατήσεως ὁ συνάδελφος δὲν τὸ ἔφερε μόνον, τὸ συνέδεσε καὶ μὲ τὴν ἀναφορὰν τῶν κρατουμένων, οἵτινες λιμοκτονοῦσιν ἐν τῇ φυλακῇ. Καὶ δύνανται μὲν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ν’ ἀφαιρῶσι τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀφαιρῶσι καὶ τὴν ζωὴν τοῦ πολίτου διὰ τῆς πείνης· εἶναι δὲ οἰκτρὸν εἰς ἐλεύθερον Κράτος νὰ καθείργωνται οἱ πολῖται, καὶ νὰ καθίσταται ἡ ζωὴ αὐτῶν προβληματικὴ ἐκ τῆς πείνης. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ σπεύσῃ νὰ διορθώσῃ τὸν νόμον καὶ ν’ αὐξήσῃ τὴν πεντηκοντάλεπτον ἡμερησίαν παροχὴν τοὐλάχιστον εἰς μίαν δραχμήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ λυθῇ οὕτω, καὶ τοῦτο ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὴν στοιχειωδεστέραν φιλανθρωπίαν.
§45ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν, ἂν τὰ μέλη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἢ οἱ ἀλλοδαποὶ μηχανικοὶ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ γίνωνται ἑταῖροι ἑταιριῶν, τῶν ὁποίων τὰ ἔργα αὐτοὶ οἱ ἴδιοι διευθύνουσιν. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, τί δέον γενέσθαι;
§46ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι τοιαῦται ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι προσβάλλουσιν ὁλόκληρον σωματεῖον, δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται ἄνευ ὡρισμένων γεγονότων.
§47ΣΧΙΝΑΣ. Ἤθελον σιγήσει καὶ ἀναμείνει τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἤδη δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἰς ἐπίσημον καταστατικὸν τῆς ἑταιρίας τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν εἶναι μέτοχος ὁ ἀρχιμηχανικὸς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς κ. Κελλενέκ.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἰδιωτικὴ ἑταιρία.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς Γερμανικῆς ἀτμοπλοΐας «Deutsche-Levante-Linie» καὶ τῆς Ἰταλικῆς «A. Rossi et Cie.» (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὅσων ἐῤῥέθησαν εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις ἐπληροφορήθη ἡ Βουλή, ὅτι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐνήμερον, ἀλλὰ καὶ διατελεῖ ἐν πληρεστάτῃ ἀνωμαλίᾳ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀντελήφθη ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην καὶ ἐδοκίμασε πρῶτος τὴν ἐξ αὐτῆς στενοχωρίαν, ἐσχημάτισε, φαίνεται, τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ κακὸν προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν ἔδωκεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ διευθύνοντος τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τὸν ἀνάλογον βαθμὸν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκεται εὐκόλως τὸ κατάλληλον πρόσωπον, ἵνα λάβῃ τὴν θέσιν ταύτην. Ἐὰν δὲ εὑρεθῇ καί τις ἱκανὸς καὶ τὴν ἀναλάβῃ, συναισθανόμενος ἴσως τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον τῷ γίνεται, διότι δὲν ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον βαθμὸν, δὲν ἐργάζεται μὲ τὸν προσήκοντα ζῆλον καὶ τὴν ἀπαιτουμένην ἐπιμέλειαν. Διὰ τοῦτο ἀπεφάσισε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ὑψόνει τὴν θέσιν τοῦ διευθύνοντος τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἰς τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα τῆς ὑπηρεσιακῆς κλίμακος, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ χορηγεῖ εἰς αὐτὸν καὶ προνόμια, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἄλλος ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ἔχει. Διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἀξίαν καὶ τὴν χρησιμότητα τῆς προτάσεως ταύτης, πρέπει πρῶτον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ καθήκοντα τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν, μὲ τοὺς προϊσταμένους τῶν ὁποίων ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐξομοιώσῃ τὸν διευθυντὴν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης· δεύτερον, νὰ ἐξετάσωμεν ποῖα εἶναι τὰ παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν ἰσχύοντα ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· τρίτον, νὰ ἴδωμεν ποῖα εἶναι τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα παραχωροῦνται εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ τέταρτον, κατὰ πόσον εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνουν αἱ παραχωρήσεις αὗται, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὸ κατάλληλον πρόσωπον. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἶναι γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνεργοῦν ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔχει δὲ καθῆκον νὰ συντάσσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, νὰ συγκεντρώνῃ, ἐξελέγχῃ καὶ ἐγγράφῃ τὰ λογιστικὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ συντάττῃ τοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ τοὺς γενικοὺς λογαριασμούς. Ἡ σύνταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν παρουσιάζει οὐδεμίαν δυσκολίαν, διότι τοὺς μὲν προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων τοὺς συντάττουσι τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα, τοὺς δὲ πίνακας τῶν ἐσόδων συντάττουσι τὰ τμήματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ὥστε τὸ Γεν. Λογιστήριον δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ συντάττῃ τὴν γενικὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἐνίοτε δὲ καὶ τὴν γενικὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συντάττουν οἱ ἴδιοι Ὑπουργοί. Ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ καταστίχωσις τῶν λογιστικῶν ἐγγράφων εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκτελοῦν οἱ ὑποδεέστεροι ὑπάλληλοι τοῦ Γεν. Λογιστηρίου. Ἡ σύνταξις τοῦ ἀπολογισμοῦ καὶ πρὸ πάντων τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ εἶναι τῷ ὄντι ἔργα σπουδαῖα. Ἀλλ’ ἐξ ὅτου εἷς πρώην διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ κάμω μετ’ ὀλίγον λόγον, ἐκανόνισε ἀκριβῶς τὰ περὶ τούτου καὶ καθώρισε τοὺς τύπους, καθ’ οὓς οὗτοι πρέπει νὰ συντάσσωνται, αἱ ἐργασίαι αὗται δὲν παρουσιάζουν δυσκολίαν, οὔτε ἀνωμαλίαν τινά. Ὥστε, διὰ νὰ ἦναι τις καλὸς διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, δὲν ἀπαιτεῖται, παρὰ νὰ ἔχῃ ἱκανότητα περὶ τὰ λογιστικὰ, καὶ εὐχέρειαν μεγάλην περὶ τοὺς ἀριθμούς. Καὶ δὲν λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου γράμματα, καὶ νὰ ἠξεύρῃ καὶ ξένας γλώσσας, θέλω νὰ εἴπω μόνον, ὅτι, διὰ νὰ διευθύνῃ τις τὸ Γεν. Λογιστήριον, δὲν ἀπαιτοῦνται ἐπιστημονικαὶ γνώσεις, οὔτε ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις· παρετηρήθη μάλιστα, ὅτι οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα ταῦτα εἶναι οἱ ἥκιστα κατάλληλοι διὰ νὰ διευθύνωσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἄλλοτε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἦτο ἐπιφορτισμένον καὶ μὲ πολλὰ ἄλλα καθήκοντα, εἶχε τὴν διεύθυνσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ταμείων, καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη τὸ ἀπησχόλει πάρα πολύ, εἶχε τὴν φροντίδα τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ εἰς τοῦτο ἀπησχολεῖτο ἀποκλειστικῶς ἑκάστοτε ὁ ὑποδιευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, εἶχε τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων, ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατὰ τοὺς τελευταίους νόμους, εἶχε τὸ δημόσιον χρέος, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ γραμμάτια τῆς παραλαβῆς, τὰ ὁποῖα ἐκδίδει τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον. Ὅλα ταῦτα, ἐπειδὴ ἐθεωρήθησαν ξένα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀπεσπάσθησαν ἐξ αὐτοῦ, καὶ σήμερον δὲν ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ, εἰμὴ εἰς τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ὑπολείπονται. Τὰ καθήκοντα ταῦτα δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σύγκρισιν πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πρὸς τὸν ὁποῖον ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐξομοιώσῃ τὸν προϊστάμενον τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι σῶμα ἀνεξάρτητον, εἶναι ἡ ἀνωτάτη τοῦ διοικητικοῦ ἐξελεγκτικὴ ἀρχή· εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπάγονται πάντες οἱ διαχειριζόμενοι τὸν δημόσιον πλοῦτον, οἱανδήποτε θέσιν καὶ ἂν κατέχουν, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐξελέγχει ὅλους τοὺς λογαριασμοὺς, καταδεικνύει πάντα τὰ προσκόμματα καὶ πάσας τὰς ἀταξίας, τὰς ὁποίας ἀπαντᾷ ἐν αὐτοῖς. Καὶ ἂν μὲν τὰ προσκόμματα προέρχωνται ἀπὸ τοὺς ὑπολόγους, τὰ καταλογίζει εἰς βάρος των, ἂν δὲ προέρχωνται ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν, τὰ καταγγέλλει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, καὶ προκαλεῖ τὴν σύντονον ἐνέργειαν ἐπ’ αὐτῶν. Τὸ Συνέδριον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιθεωρῇ ὅλας τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς, καὶ νὰ γνωμοδοτῇ συγχρόνως περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διαφόρων νόμων, προτεῖνον τὰς ἀναγκαίας μεταῤῥυθμίσεις καὶ βελτιώσεις. Ἄνευ τοῦ Συνεδρίου δὲν δύναται νὰ λάβῃ κῦρος οὐδεμία ἀπαλλοτρίωσις ἐθνικῶν κτημάτων, διότι πάντα τὰ παραχωρητήρια ἀποστέλλονται εἰς τὸ Συνέδριον, θεωροῦνται καὶ ἐπικυροῦνται παρ’ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα παρελάβομεν τὸ λογιστικὸν ἡμῶν σύστημα, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον θεωρεῖται ἰσότιμον μὲ τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν σῶμα, μὲ τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ ἐξισοῦται κατὰ τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθὸν μὲ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὸ δὲ Λογιστήριον θεωρεῖται, καθὼς εἶπον, τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἰς οὐδὲν μέρος ἐξομοιοῦται οὔτε μὲ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον οὔτε μὲ τὸν Ἄρειον Πάγον. Εἰς τὴν Γαλλίαν π. χ. ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἶναι ἁπλοῦς διευθυντὴς, εἶναι μάλιστα κατώτερος κατὰ τὴν ἱεραρχίαν ἀπὸ τοὺς διευθυντὰς ἄλλων ὑπηρεσιῶν ἐν τῷ οἰκονομικῷ τμήματι, διότι οἱ διευθύνοντες τὸ τμῆμα τῶν ἀμέσων φόρων, τὸ τμῆμα τῶν δασῶν καὶ ἄλλα τινὰ τμήματα ἐν Γαλλίᾳ φέρουσι τὸν τίτλον γενικοῦ διευθυντοῦ, ὁ δὲ διευθύνων τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καθ’ ὅσον γνωρίζω, ἔχει ἁπλῶς τὸν τίτλον τοῦ διευθυντοῦ. Παρ’ ἡμῖν τὸ Λογιστήριον συνεστήθη κατὰ πρῶτον ἐν ἔτει 1842 μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ συγκέντρωσις τῶν λογιστικῶν ἐγγράφων ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς τὸ Γενικὸν Ταμεῖον, ἐπειδὴ ὅμως ἡ ὑπηρεσία ἀνεπτύχθη, ἐδέησε νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὸ Γενικὸν Ταμεῖον καὶ νὰ προσκολληθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδόθη δὲ εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ τμήματος τούτου ὁ βαθμὸς τοῦ διευθυντοῦ, καὶ ἐδόθη ὄχι τόσον διὰ τὰ καθήκοντα τῆς θέσεως, ὅσον χάριν τοῦ προσώπου, εἰς ὃ ἀνετέθη ἡ διεύθυνσις, διότι ὁ πρῶτος διευθυντὴς ἦτο ὁ μακαρίτης Σπανιολάκης, ὁ ὁποῖος διετέλει ἕως τότε γενικὸς ταμίας καὶ εἶχε πολλὰ δικαιώματα καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ κατὰ τὸν ἀγῶνα. Ἀφοῦ ὅμως παρῆλθον ἔτη τινὰ καὶ ὁ μακαρίτης Σπανιολάκης δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ τὸ διευθύνῃ, τότε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἔγεινεν ἁπλοῦν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προϊστάμενος αὐτοῦ διωρίσθη ὁ γνωστὸς εἰς ὅλους μας κ. Λεβίδης. Ὁ Λεβίδης ὑπῆρξε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀνώτερος πάντων τῶν ἐν Ἑλλάδι ὡς πρὸς τὰ λογιστικά. Πεπροικισμένος ἀπὸ ἔξοχον ἰδιοφυΐαν περὶ τὰ λογιστικὰ, ἀσχολούμενος ἐκ νεότητός του εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτὴν, γνωρίζων ξένας γλώσσας καὶ δυνάμενος νὰ μελετᾷ καὶ μανθάνῃ τὰ γινόμενα ἀλλαχοῦ, ὤν δὲ κατ’ ἐξοχὴν φιλόπονος καὶ ἐπιμελὴς, κατέστη τῷ ὄντι ἀπαράμιλλος ὡς πρὸς τὸ εἶδος τοῦτο, καὶ οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ συγκριθῇ μετ’ αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ἐδέχθη νὰ διευθύνῃ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὡς ἁπλοῦς τμηματάρχης, καὶ ὡς τοιοῦτος ἔμεινε μέχρι τοῦ 1852, ὅτε, εἰσαχθέντος παρ’ ἡμῖν τοῦ ἐν Γαλλίᾳ λογιστικοῦ νόμου καὶ ἀναπτυχθέντος τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτου; ἐγένετο πάλιν διευθυντής. Ὁ κ. Λεβίδης ἐθεωρεῖτο τῷ ὄντι ἀναντικατάστατος, εἶχε δὲ ἀποκτήσει μεγάλα δικαιώματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ οἵους ὅρους καὶ ἂν ἤθελεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ σεβόμενος ἑαυτὸν καὶ μὴ θέλων νὰ ταράξῃ τὴν ἁρμονίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑφίσταται μεταξὺ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὰ ἀλλαχοῦ γινόμενα, ηὐχαριστήθη νὰ λάβῃ ἁπλῶς τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιπροέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, χωρὶς νὰ ζητήσῃ οὔτε τὸν βαθμὸν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, οὔτε ἄλλα πλεονεκτήματα. Ἀπέναντι τούτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν παρ’ ἡμῖν καὶ εἶναι ἐν χρήσει εἰς ἄλλα Κράτη, ἔρχεται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου θέλει λαμβάνει τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθὸν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅ ἐστὶ γίνεται ἰσόβαθμος μὲ τοὺς δύο ἀνωτάτους Προέδρους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν εἰς τὸ Κράτος, τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἀλλὰ κανονίζεται δι’ αὐτὸν καὶ θητεία τετραετὴς, ἐνῷ οἱ διοικητικοὶ καὶ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν θητείαν· περιπλέον χορηγεῖται εἰς αὐτὸν κατ’ ἐξαίρεσιν προνόμιον, τὸ ὁποῖον δι’ εἰδικοῦ νόμου ἐψηφίσθη μόνον διὰ τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὰ μέλη τῶν Ἐφετείων, δι’ οὐδένα δὲ ἄλλον ὑπάλληλον, οὔτε στρατιωτικὸν οὔτε διοικητικὸν, οὔτε τῆς ἐκπαιδεύσεως, οὔτε τῆς Ἐκκλησίας, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἀποχωρῶν ὁ διευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ὡς σύνταξιν ὁλόκληρον τὸν μισθόν του, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον, καθὼς εἶπον, μόνον διὰ τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων εἶναι μέχρι τοῦδε νομοθετημένον. Ἵνα δείξῃ δὲ ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι δίδει ἀνωτέραν σημασίαν εἰς τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, κανονίζει ὅτι ὁ διευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ ὡς σύνταξιν πλήρη τὸν μισθόν του, ἂν καὶ μετὰ δύο μόνον ἔτη ἀπολυθῇ τῆς θέσεως ταύτης, ἐνῷ, διὰ νὰ λάβῃ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς σύνταξιν τὸν μισθόν του, πρέπει νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον. Ὥστε βλέπετε, ὅτι εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἀσφαλίζεται προνόμιον, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἄλλος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ἔχει. Πρὸς δικαιολόγησιν ὅλων τούτων τῶν παραχωρήσεων ἀναφέρει ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι ἡ ἀθλία αὕτη κατάστασις θέλει ἐκλείψει, ἐὰν παραχωρήσωμεν εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ὅλα τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα τῷ ἀπονέμονται; Ἔπειτα ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ Γεν. Λογιστηρίου δὲν εἶναι ἔργον τοῦ τελευταίου διευθυντοῦ, ὁ ὁποῖος διηύθυνε τὸ Λογιστήριον ὀλίγους μῆνας καὶ ἀπεχώρησε τῆς ὑπηρεσίας ἅμα ἔπεσε τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον· ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ Γεν. Λογιστηρίου χρονολογεῖται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ δὲν προέρχεται ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος τῶν διευθυνόντων, ὅσον ἕνεκα τῆς ὀλιγωρίας τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφρόντιζον, ὥστε τὸ ὑποδεέστερον προσωπικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου νὰ ἦναι δεόντως ἠσκημένον εἰς τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ ὑποδεέστερον προσωπικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἔπρεπε νὰ στρατολογῆται μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας, ἰδίως μεταξὺ τῶν διακεκρινομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν γραμματέων ταμείων καὶ ταμιῶν, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν διορίζονται φοιτηταὶ καὶ διδάκτορες, οἱ ὁποῖοι, καθὸ ἐνασχολούμενοι εἰς ἄλλας μελέτας, εἶναι ἥκιστα ἁρμόδιοι διὰ λογιστικὰς ἐργασίας. Ὁ νόμος μάλιστα περὶ προσόντων τῶν λογιστικῶν ὑπαλλήλων ἀποκλείει ἐντελῶς τοὺς γραμματεῖς τῶν ταμείων, διότι οὗτοι ἔχουν βαθμὸν γραφέως, καὶ δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσι λογισταί, λαμβάνοντες οὕτω τὸν βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως. Κατὰ τὸν ἀρχικὸν μάλιστα νόμον δὲν ἠδύναντο νὰ διορισθῶσιν οὔτε ταμίαι οὔτε ἔφοροι τρίτης ἢ δευτέρας τάξεως, ἀλλὰ διὰ μεταγενεστέρου νόμου ἐπετράπη τοῦτο, καὶ δύνανται οἱ γραμματεῖς νὰ διορίζωνται εἰς θέσεις ἐφόρων καὶ ταμιῶν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα οὔτε καὶ ἀφοῦ προαχθοῦν εἰς ταμίας καὶ ἐφόρους καὶ ὑπηρετήσουν πολὺν καιρὸν εἰς τὰς θέσεις ταύτας εὐδοκίμως, δὲν ἔχουν, λέγω τὸ δικαίωμα νὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον, οὔτε εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Εἰς τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν προσοχήν του. Ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ, ὥστε διὰ καταλλήλου διατάξεως νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Λογιστηρίου πρόσωπα κατάλληλα, δυνάμενα νὰ ἐκτελῶσι δεόντως τὴν ἐργασίαν. Ἀλλ’ ἴσως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει, παρὰ ἓν μόνον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐκτελέσῃ δεόντως τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ ἐπειδὴ τοῦτο τὸ πρόσωπον συμβαίνει νὰ κατέχῃ ἄλλην ἀνωτέραν θέσιν, δὲν ἠμπορεῖ βέβαια νὰ ἀφήσῃ τὴν θέσιν ἐκείνην καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐὰν ἡ διεύθυνσις αὕτη δὲν ἀνυψωθῇ μέχρι τῆς θέσεως ἐκείνης. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, εἰς τὸ ἔθνος, ἐὰν τῳόντι δὲν εὑρίσκεται, παρὰ εἷς καὶ μόνος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ δύναται νὰ διευθύνῃ μίαν οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν! καὶ ἐὰν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἀποθάνῃ, καὶ ἐὰν δὲν θελήσῃ, καὶ μεθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς παραχωρήσεις, νὰ δεχθῇ, τότε τί θὰ γείνῃ; εἰς ποῖον σημεῖον θὰ εὑρεθῶμεν; πρέπει νὰ ἀπελπισθῶμεν διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν λογιστικῶν ἡμῶν πραγμάτων; ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω· δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι εἷς καὶ μόνος ἄνθρωπος ὑπάρχει εἰς τὸ Κράτος, δυνάμενος νὰ διευθύνῃ δεόντως τὸ Γενικὸν Λογιστήριον· ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὅπως ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος ἀπὸ ἁπλοῦ ταμιακοῦ ὑπαλλήλου διὰ τῆς ἐπιμελείας του ἔφθασε καὶ ἐσχηματίσθη ἱκανὸς διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ θαυμάζεται ἀπὸ τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπὸ τὸν νῦν τοιοῦτον διὰ τὴν ἱκανότητά του, οὕτω καὶ ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ καὶ τοῖς ταμείοις ὑπάρχουν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, ἀναλαμβάνοντα τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, νὰ τὴν διεξαγάγουν ὅπως ἤθελε τὴν διεξαγάγει καὶ τὸ πρόσωπον, περὶ οὗ πρόκειται, ἀρκεῖ μόνον, ὡς εἶπον, νὰ δοθῶσιν εἰς αὐτοὺς οἱ κατάλληλοι ὑπάλληλοι. Διὰ νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι εἷς μόνος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔτυχε νὰ διευθύνῃ τὸ Λογιστήριον πρό τινος καιροῦ, εἶναι ὁ μόνος ἱκανὸς διὰ νὰ τὸ φέρῃ εἰς ἐνήμερον κατάστασιν, πρέπει νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, ἐνόσῳ διηύθυνε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀντὶ νὰ θέτῃ ἐν τάξει τὰ λογιστικὰ ἔγγραφα, τὰ ἐσκόρπιζεν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καὶ ἀντὶ νὰ ἐγγράφῃ εἰς τὰ κεκανονισμένα βιβλία τὰ πορίσματα τῆς ἐργασίας του, ἔθετε ταῦτα εἰς τὸ θυλάκιόν του καὶ ἀπήρχετο. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀδικήσω εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν ἕνα ἀρχαῖον ὑπάλληλον, ὅστις ἐπὶ πολλὰ ἔτη διηύθυνε τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ ὅστις ἐκρίθη ἄξιος ἀπὸ τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν νὰ τιμηθῇ μὲ τὸ παράσημον τῶν ἀνωτέρων ταξιαρχῶν καὶ νὰ λάβῃ καὶ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι μὲ ὅλην τὴν ἀνωμαλίαν, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὑπάρχουν ἐν αὐτῷ ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα καὶ δύνανται νὰ εὑρεθοῦν πολλοὶ ἄνδρες, δυνάμενοι νὰ τὸ διευθύνουν προσηκόντως, οὐδεμία δὲ ἀνάγκη ὑφίσταται νὰ κάμνωμεν δι’ ἓν πρόσωπον νόμους ἐξαιρετικούς, οἱ ὁποῖοι ἀνατρέπουν ὅλην τὴν ἱεραρχίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι θέλουν ψυχράνει τοὺς ὑπαλλήλους πολλῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν, καὶ θέλουν γεννήσει πολλὰ καὶ εὔλογα παράπονα. Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ. Τὸ νομοσχέδιον ἐπαναφέρει τὴν θέσιν τοῦ ὑποδιευθυντοῦ. Κατ’ ἐμὲ, ἀφοῦ ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὅλαι αἱ πρόσθετοι ἐκεῖναι ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας σᾶς ἀπηρίθμησα καὶ μὲ τὰς ὁποίας ἦτο ἄλλοτε ἐπιφορτισμένον, θεωρῶ περιττὴν ἐντελῶς τὴν θέσιν τοῦ ὑποδιευθυντοῦ· δὲν θὰ ἦναι, παρὰ μία ἁπλῆ πολυτέλεια, ἡ ὁποία θέλει ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἀκόμη θέλω κάμει μίαν παρατήρησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἐξαιρετικῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει νὰ κανονίσῃ διὰ τὸν ὑποδιευθυντὴν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου καὶ τοὺς λογιστάς. Διὰ νὰ γείνῃ τις ὑποδιευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, λαμβάνων βαθμὸν τμηματάρχου, πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ διὰ νὰ λάβῃ θέσιν λογιστοῦ, ἔχουσαν βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως, πρέπει νὰ διανύσῃ πολὺν καιρὸν ὡς ὑποδεέστερος ὑπάλληλος. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐξαιρετικῶς θέλει νὰ ἀνοίξῃ θύραν, διὰ νὰ διορίζωνται ὑποδιευθυνταὶ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ὡς λογισταὶ εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Τραπεζῶν, καὶ ἀρκεῖ νὰ ὑπηρέτησέ τις ὡς διευθυντὴς λογιστηρίου ἔν τινι Τραπέζῃ ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ γείνῃ ὑποδιευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, δηλ. νὰ λάβῃ βαθμὸν τμηματάρχου πρώτης τάξεως, ἀρκεῖ δὲ νὰ ὑπηρέτησε τρία ἔτη ὡς λογιστὴς ἁπλοῦς εἴς τινα Τράπεζαν, διὰ νὰ δύναται νὰ διορισθῇ ὡς λογιστὴς εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, οἱ λογισταὶ, τοὺς ὁποίους νομίζει ὅτι θὰ προσελκύσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἐκ τῶν διατελούντων ἐν ὑπηρεσίᾳ εἰς τὰς Τραπέζας καὶ εὐδοκιμούντων; Ἐὰν ἦναι τοιοῦτοι, βεβαίως δὲν θέλουν δεχθῆ νὰ ἔλθουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐκεῖ μένοντες ἔχουν καὶ μισθὸν ἀνώτερον καὶ μονιμότητα μεγαλειτέραν, ἐνῷ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν γνωρίζομεν ὅτι καὶ τὰ δύο αὐτὰ λείπουν. Ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι δόκιμοι ἢ ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν διατελῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Τραπεζῶν, θὰ ἦναι πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἡ χρησιμότης θὰ ἦναι πολὺ ἀμφίβολος, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἦναι πολὺ καλὸν νὰ μὴ ἀνοίξωμεν τοιαύτην θύραν διὰ τοιούτους ὑπαλλήλους. Συμπεραίνων εὑρίσκω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐντελῶς περιττὸν, καὶ διὰ τοῦτο κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ.
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ἐπηρεαζόμενος ἀποκλειστικῶς ὑπὸ προσωπικῶν λόγων, δύναται νὰ ἔχῃ ἀφορμὴν, ἵνα κηρυχθῇ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν συντελοῦσι πολλάκις συμπάθειαι καὶ ἀντιπάθειαι πρὸς τὰ πρόσωπα, ἅτινα ἔχει τις ὑπ’ ὄψει, ὅταν ἐξ αὐτῶν ἐπηρεάζηται, καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ περιεχομένου τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας δὲν ἐπηρεάζετο ἐξ ἐλλείψεως ὑπολήψεως ἢ ἐλλείψεως συμπαθείας πρὸς ἓν ὡρισμένον πρόσωπον, ἀλλ’ ἐξήταζε τὸ νομοσχέδιον κατ’ οὐσίαν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐντελῶς διάφορον γνώμην ἤθελεν ἐκφέρει. Ἐὰν ἐξήταζε τὸ νομοσχέδιον κατ’ οὐσίαν, ἤθελεν ἐννοήσει, (διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι πεπειραμένος περὶ τὰ λογιστικὰ) ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ἀλλὰ περὶ θέσεως ὑψηλοτέρας, περὶ τῆς τοῦ διευθυντοῦ τοῦ γενικοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦναι μόνον διευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ συνάμα, ὅπως ῥητῶς ἀναφέρεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ ὅλου τοῦ λογιστικοῦ, τοῦ ἀφορῶντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν δὲ εὐτυχήσωμεν νὰ εὕρωμεν πρόσωπον, δυνάμενον νὰ συναισθανθῇ καὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα τῆς ὑψηλῆς ταύτης θέσεως, νομίζω ὅτι καὶ πλειότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς αὐτὸν τὸ νομοσχέδιον, δυνάμεθα νὰ δώσωμεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν διεύθυνσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καλὴν καὶ ἀκριβῆ ἄνευ λογιστικοῦ πλήρους καὶ τελείου. Πολλάκις μετεβάλομεν τὴν Βουλὴν εἰς Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, μόνον διότι δὲν εἴχομεν λογιστικὸν τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβάλῃ ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς. Ἠναγκάσθημεν πολλάκις νὰ συζητήσωμεν λογιστικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἄξια νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἕνεκεν ἐλλείψεως τελείου λογιστικοῦ. Εἰς τοῦτο δὲ διαφωνῶ ῥιζικῶς πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι τὸ Λογιστήριον τοῦ Κράτους πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς ἁπλοῦν τμῆμα ἑνὸς Ὑπουργείου καὶ ὅτι πρέπει νὰ διευθύνηται παρ’ ἑνὸς ἁπλοῦ ταμίου. Ἀπ’ ἐναντίας, ἀφοῦ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἡμῶν, ἕνεκα ἐλλείψεως πάντων τῶν διευθυνάντων τὰ οἰκονομικὰ, μεταξὺ τῶν ὁποίων μακρὰν κατέχει θέσιν καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, περιῆλθεν εἰς ἣν περιῆλθε σήμερον θέσιν, ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον διοικητικὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς χώρας. Διοικητικὸς δὲ ἔλεγχος δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν τὸ Γεν. Λογιστήριον ὄχι μόνον δὲν διευθύνεται καταλλήλως, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπιβάλλεται συνάμα καὶ ἐπὶ τῆς διοικήσεως καὶ ἐπὶ τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἀκριβοῦς, τελείας καὶ καλῆς αὐτοῦ διαχειρίσεως. Εἰς ἣν κατάστασιν ὑπάρχει σήμερον τὸ Λογιστήριον ἡμῶν, εὑρισκόμεθα πολλάκις ἐν ἀμφισβητήσει οὐχὶ περὶ δεκάδων χιλιάδων, οὐχὶ περὶ ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ δεκάδων ἐνίοτε ἑκατομμυρίων. Δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ συνήθους διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀλλὰ περὶ τῆς ὑπάρξεως προσώπου, τὸ ὁποῖον θὰ διευθύνῃ ἀφ’ ἑνὸς τὸ Λογιστήριον καὶ θὰ ἐπιβάλληται ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῶν γνώσεών του καὶ τῆς ἱκανότητός του εἰς τὴν καλὴν διατήρησιν τῶν λογιστικῶν τοῦ Κράτους. Θὰ εὕρωμεν τὸ πρόσωπον τοῦτο; Εἶναι ζήτημα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι εὑρέθη τὸ πρόσωπον τοῦτο καὶ ὅτι περὶ προσώπου πρόκειται ἐνταῦθα. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ εὕρωμεν τοῦτο, καὶ ὅταν τὸ εὕρωμεν, ὀλίγα θὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸ, δίδοντες ὅσα τὸ νομοσχέδιον παρέχει. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἠθέλησε νὰ φέρῃ καὶ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς παραδείγματα καὶ ἠθέλησε νὰ συγκρίνῃ τὸν διευθυντὴν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἐν Γαλλίᾳ πρὸς τοὺς διευθυντὰς ἄλλων οἰκονομικῶν κλάδων. Καὶ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει πάντοτε γενικὸς διευθυντὴς τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, διότι δὲν εὑρίσκεται πάντοτε τοιοῦτο πρόσωπον, ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ γενικὸς διευθυντὴς τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, εἶναι ἴσος μὲ τοὺς ἄλλους διευθυντὰς τῶν οἰκονομικῶν κλάδων. Διευθυνταὶ δὲ τῶν οἰκονομικῶν κλάδων εἶναι ἀνώτατοι ὑπάλληλοι, διευθύνοντες μετ’ ἐξουσίας σχεδὸν ἴσης πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐνταῦθα ὁ Ὑπουργὸς, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὰ ἐννέα δέκατα τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ ἐνταῦθα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι σχεδὸν Ὑπουργοί. Ἡ θέσις αὐτῶν εἶναι θέσις ὑψίστη, ἥτις ἱεραρχικῶς μὲν ἀναλογεῖ μὲ τὴν θέσιν τῶν Προέδρων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐξουσίας εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς θέσεως τῶν ἁπλῶν Προέδρων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐκταθῶ πλειότερον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀλλὰ περὶ γενικοῦ διευθυντοῦ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, θὰ πεισθῶσιν ὅτι, ἂν διὰ τῆς εὑρέσεως τοιούτου προσώπου ἀπαλλαγῶμεν ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν δυσχερειῶν καὶ τῶν ἀτοπημάτων ἐν τῇ διοικήσει, ἅτινα γεννᾷ ἡ ἔλλειψις τελείου λογιστικοῦ, δὲν θ’ ἀμφισβητήσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἰσῆλθε καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας, καὶ ὀφείλω νὰ δώσω καὶ περὶ τούτων ἐξηγήσεις τινάς. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐνόμισεν, ὅτι ἀποκλείονται οἱ γραμματεῖς ταμείων νὰ διορισθῶσιν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· δὲν ἀποκλείονται, ἐὰν ἔχωσιν ἁπλούστατα ἀπολυτήριον Σχολαρχείου. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ἴσως τὸν πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων ψηφισθέντα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται ὁ περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων προηγουμένως ἰσχύων νόμος καὶ δύναται ἑπομένως πᾶς ὁ ἔχων ἀπολυτήριον Σχολαρχείου νὰ διορισθῇ γραφεὺς ἐν τῷ Λογιστηρίῳ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας παρενόησεν ἑτέραν θεμελιώδη ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐθεώρησε περιττὴν τὴν ἀνασύστασιν τῆς θέσεως τοῦ ὑποδιευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἡ θέσις αὕτη ἀποβαίνει ἀναγκαία, ἂν διορίσωμεν γενικὸν διευθυντὴν τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, διότι οὗτος δὲν θὰ ἔχῃ μόνον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Λογιστηρίου, ἀλλὰ καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας, αἵτινες θ’ ἀπασχολῶσιν αὐτόν. Τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ ὡς προσὸν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἐν ταῖς Τραπέζαις διὰ τὴν θέσιν τοῦ λογιστικοῦ, τὴν ἐζητήσαμεν οὐχὶ διότι ἔχομεν πλήρη πεποίθησιν ὅτι θὰ ἑλκύσωμεν τοὺς καλλιτέρους λογιστὰς τῶν Τραπεζῶν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Τὴν ἐζητήσαμεν μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι, δίδοντες εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν λογιστηρίων τῶν Τραπεζῶν ἢ εἰς τοὺς καλοὺς λογιστὰς αὐτῶν τὴν ἐλπίδα, ὅτι δύνανται νὰ φθάσωσι μέχρι βαθμοῦ ἔχοντος τοιαύτην σημασίαν, οἵαν πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα, τοῦ βαθμοῦ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ γενικοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, θὰ δυνηθῶμεν ἴσως νὰ ἑλκύσωμεν λογιστὰς καὶ οὕτω θὰ δυνηθῶμεν νὰ παράσχωμεν μεγίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὰ λογιστικὰ τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς πλήρη πτωχείαν καλῶν ὑπαλλήλων. Διαφωνοῦμεν δὲ μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα καὶ περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, οὗτινος κυριωτέρα ἐργασία δὲν εἶναι ἡ καταγραφὴ ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν διαφόρων πράξεων, ἀλλ’ ἡ συσχέτισις τῶν διαφόρων λογιστικῶν πράξεων, ἡ ἀνάλυσις αὐτῶν καὶ ἡ ἐξαγωγὴ ἐκ τούτων οἰκονομικῶν συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, διὰ τῆς σκέψεως, καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ λαμβάνωμεν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Τοιούτους λογιστὰς ἔχομεν ἐλαχίστους, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καλὸν τὴν σύστασιν τῆς ὑψηλῆς ταύτης θέσεως, ὅπως, εἰ δυνατὸν, ἑλκύσωμεν καὶ ἐκ τῶν λογιστῶν τῶν ὑπηρετούντων παρὰ ταῖς Τραπέζαις. Δίδω μεγίστην σημασίαν εἰς τὸ λογιστικὸν τοῦ Κράτους, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὴν σημασίαν ταύτην· ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλή, ἥτις ἐκουράσθη ἤδη ἐκ τῶν πολλῶν λογιστικῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐνώπιον αὐτῆς, θέλει ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως δώσῃ οὕτω πέρας εἰς τὰς τοιαύτας συζητήσεις καὶ εὐκολίαν εἰς τὴν καθαρὰν ἀντίληψιν τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν κατενόησα ἀρκούντως τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νομίζω ὅτι δὲν πταίω ἐγώ, ἀλλ’ αὐτός. Μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ὑπάρχοντος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀλλὰ περὶ διευθυντοῦ ἄλλου τινὸς κλάδου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδημιουργήθη ἀκόμη καὶ τὸν ὁποῖον οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν γνωρίζει· νομίζω δὲ, ὅτι, πρὶν κάμωμεν νόμον περὶ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον θέλει ἀναλάβει τὴν νέαν ταύτην ὑπηρεσίαν, ἔπρεπε πρῶτον νὰ τὴν νομοθετήσωμεν καὶ νὰ κανονίσωμεν τὰ καθήκοντά της. Ἀλλὰ τοιοῦτον νόμον δὲν βλέπω ἐγὼ εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀπ’ ἐναντίας βλέπω ὅτι νομοθετοῦμεν περὶ τοῦ ὑπάρχοντος Γενικοῦ Λογιστηρίου· καὶ διὰ νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερον, θ’ ἀναγνώσω τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δύναται διὰ Β. διατάγματος, ἐκδιδομένου εἴτε κατὰ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, εἴτε καὶ μετ’ αὐτὸν, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ ὀνομασθῇ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους.»
§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βλέπετε ὅτι πρόκειται περὶ νέας θέσεως.
§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν ἐννοούμεθα· δὲν πρόκειται περὶ ἄλλης θέσεως, πρόκειται περὶ τῆς θέσεως τοῦ ὑπάρχοντος διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 2, ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ τῷ ἀναθέσῃ καὶ ἄλλας τινὰς ἐργασίας. Ἀλλ’ εἰς ποῖον ὑπάλληλον δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δύνανται νὰ ἀνατεθῶσι καὶ ἄλλαι ἐργασίαι; Ἐὰν ἐννοεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ καταστήσητε εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος θέσιν τινὰ, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ καθήκοντα ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομεν, καὶ ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν ἕτερον Κράτος ὑπάρχει, πρέπει νὰ φέρητε νόμον, νὰ κανονίσητε τὴν θέσιν αὐτὴν, νὰ διαγράψητε τὰ καθήκοντά της, καὶ τότε δύνασθε νὰ δώσητε εἰς τὸν διευθυντὴν καὶ τίτλον εὐγενείας ἀκόμη.
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα.
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ὅμως πρόκειται περὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τοῦτο καὶ ὅτι πρόκειται περὶ ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀκόμη εἰς τὴν διάνοιάν του καὶ δὲν κατώρθωσε νὰ τὴν διατυπώσῃ, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης δὲν ὑπάρχει ἐν τάξει τὸ λογιστικὸν καὶ ἔχομεν καθημερινὰς ἀμφισβητήσεις περὶ λογαριασμῶν. Ἀλλὰ τὸ ἄτοπον τοῦτο ἠδύνατο νὰ διορθωθῇ, ἐὰν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅπως εἶναι κατηρτισμένον, καθίστατο ἐνήμερον. Καταστήσατε τὸ Λογιστήριον ἐνήμερον, κατορθώσατε, ὅπως ὁμοῦ μὲ τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων παρουσιάζητε συνάμα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μίαν λεπτομερῆ κατάστασιν τῶν διαφόρων λογαριασμῶν, ὁμοίαν μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δημοσιεύουσιν ὅλαι αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι κατὰ μῆνα, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι θὰ ἐκλείψῃ πᾶσα ἀμφισβήτησις. Ἐὰν παρενόησα τὸ νομοσχέδιον, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, δὲν πταίω ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος, ἔχων εἰς τὸν νοῦν του νὰ δημιουργήσῃ νέαν ὑπηρεσίαν, ἄγνωστον εἰς ἡμᾶς μέχρι τοῦδε, ἀντὶ νὰ φέρῃ νόμον κανονίζοντα τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, ἔφερε νόμον κανονίζοντα τὴν θέσιν γνωστοῦ καὶ ὑπάρχοντος ὑπαλλήλου.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δύο λέξεις θὰ εἴπω ἢ μᾶλλον θ’ ἀναγνώσω, ἵνα πεισθῇ πᾶς τις περὶ τίνος πρόκειται (ἀναγινώσκει): «Ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δύναται διὰ Β. διατάγματος, ἐκδιδομένου εἴτε κατὰ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ εἴτε καὶ μετ’ αὐτὸν, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ ὀνομασθῇ γενικὸς διευθυντὴς τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους.» Ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἶναι προσὸν ἁπλῶς, ἑπομένως, ὀνομαζόμενος διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ ἔχων τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία ἀναθέτει εἰς αὐτὸν σήμερον, εἴτε διοριζόμενος τοιοῦτος, εἴτε κατέχων τὴν θέσιν ταύτην, δύναται κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ λάβῃ τὸν τίτλον καὶ τὴν θέσιν γενικοῦ διευθυντοῦ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους. Ἐνδέχεται τὸ ὕφος τοῦ συντάξαντος νὰ ἦναι πολὺ σύντομον, ἀλλ’ εἶναι σαφές. Τί δὲ θὰ ἦναι ὁ διευθυντὴς οὗτος; Τὸ λέγει τὸ 2ον ἄρθρον. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Ὥστε οὗτος δὲν ἔχει μόνον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἔχει καὶ τὸ τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους, εἰδικῶς κατονομαζόμενον, ἔχει δὲ καὶ πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἀναθέτει αὐτῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ποῖα δὲ ἀναδέχεται εἰδικώτερον καθήκοντα, ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 4.
§59ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς δηλαδὴ τὸ ἄρθρον 4 δὲν τὰ ἀναφέρει.
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφίνει τὸ ἄρθρον 4 εἰς βασιλικὸν διάταγμα νὰ κανονίσῃ αὐτά. Δὲν νομίζω ὅτι αἱ λεπτομέρειαι τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας κανονίζονται διὰ νόμου οἱ νόμοι θέτουσι τὰς βάσεις τῆς ὑπηρεσίας, ἔρχονται δὲ βασιλικὰ διατάγματα, ἐν πολλοῖς δὲ ἁπλαῖ διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργείου, αἵτινες κανονίζουσι τὰς λεπτομερείας.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§62ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖται ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις ὑπὸ δεκαπέντε;
§64ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἂς γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν βουλευτῶν κκ. Λυμπεροπούλου καὶ Κοπανίτσα, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Λ. Δεληγεώργης | Ν | ||
| Δ. Χατζόπουλος | |||
| Νικ. Δ. Μακρῆς | Ν | Α. Χοϊδᾶς | |
| Χ. Τρικούπης | Ο | Α. Παπαγιαννοκόπουλος | Ν |
| Δ. Σ. Βουλπιώτης | Ἰωάν. Κρεστενίτης | Ν | |
| Γ. Σισμάνης | Α. Πετραλιᾶς | Ν | |
| Ἀθανάσιος Ἴσκος | Ν | Ν. Πετιμεζᾶς | |
| Μιχαὴλ Ἰατρίδης | Ν | Λ. Σταμάτης | Ν |
| Ν. Ζῶτος | Ν | Α. Παναγιωτόπουλος | |
| Ν. Φαρμάκης | Α. Γεροκωστόπουλος | Ν | |
| Δημ. Πετρίδης | Ν | Ν. Κουμανιώτης | Ν |
| Σπυρ. Νοταρᾶς | Ν | Δ. Παυλόπουλος | |
| Γ. Φαρμακόπουλος | Ἀρ. Κοντογούρης | ||
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Α. Σπηλιάδης | Ν |
| Δημ. Οἰκονόμου | Ν | Α. Ζαΐμης | Ν |
| Ἰωάν. Δηλιγιάννης | Ι. Ζωγράφος | ||
| Ἄγγελ. Γεωργαντᾶς | Ν | Α. Κοντόσταυλος | |
| Ἠλίας Ποταμιάνος | Α. Πετσάλης | Ν | |
| Εὐστ. Τουρνάκης | Η. Γαζέπης | ||
| Θ. Π. Δηλιγιάννης | Π. Λεβέντης | ||
| Θ. Β. Δηλιγιάννης | Θ. Φλογαΐτης | ||
| Π. Μανέτας | Ο | Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς | |
| Α. Σακελλαρόπουλος | Ν | Γ. Καραβᾶς | |
| Χ. Χρηστόπουλος | Ν | Λ. Ρώμας | Ν |
| Φ. Βάρβογλης | Ρ. Ρώμας | Ν | |
| Κ. Κωνσταντόπουλος | Ν | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | |
| Θεόδ. Πέῤῥος | Ν | Δ. Στεφάνου | Ο |
| Ἠλίας Φλέσσας | Ι. Σέχος | Ν | |
| Εὐθ. Σπυράκης | Ν | Γ. Θεοτόκης | Ο |
| Κ. Κατσικόπουλος | Ε. Τσαρλαμπᾶς | Ν | |
| Ι. Ἀντωνόπουλος | Ν | Α. Καποδίστριας | |
| Κ. Καραπάνος | Ν | Π. Κωνσταντᾶς | Ν |
| Γ. Παχὺς | Ο | Π. Βαλαωρίτης | Ο |
| Α. Ζυγομαλᾶς | Ν | Ἀλκίνοος Ζερβὸς | Ο |
| Ν. Λεβίδης | Ν | Α. Ἀγάθος | Ν |
| Δημ. Ράλλης | Ο | Ε. Μπασιᾶς | Ν |
| Δ. Ν. Καλλιφρονᾶς | Ν | Σ. Φορέστης | Ν |
| Ν. Βαλσαμάκης | Ν | ||
| Π. Βενιεράτος | |||
| Ι. Βρυώνης | Ν | ||
| Ἀναστ. Ζερβός | Ν | ||
| Π. Μαυροκέφαλος | |||
| Γ. Μπούμπουλης | Ν | ||
| Α. Μαυρογορδάτος | |||
| Γ. Κόρπας | Π. Σάκκης | Ν | |
| Ν. Συνοδινὸς | Ν | Κ. Φλέσσας | |
| Κ. Ἀργυρόπουλος | Π. Καπετανάκης | Ν | |
| Π. Τατταράκης | Ν | Κ. Δαγρὲς | Ν |
| Γ. Μαυρομαρᾶς | Ν | Ε. Κοκκέβης | Ν |
| Ὄ. Μαῦρος | Ν | Ν. Μισυρλῆς | |
| Κ. Νεγρεπόντης | Π. Πεῤῥωτῆς | Ν | |
| Ι. Δαμιράλης | Ν | Δ. Λυμπερόπουλος | Ν |
| Α. Γαβαλᾶς | Σ. Σωτηρόπουλος | Ο | |
| Σπυρ. Παγανέλης | Ν | Χ. Κανελλόπουλος | Ν |
| Κ. Μαυρομιχάλης | Ν | Δημ. Π. Γουδῆς | |
| Γ. Πετροπουλάκης | Ν | Ν. Χατζηγάκης | Ν |
| Γ. Μαυρομιχάλης | Ν | ||
| Κ. Κοσσονάκος | Δ. Τερτίπης | Ν | |
| Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ο | ||
| Κ. Σαλταφέρος | Ν | ||
| Γιαν. Μαυρομιχάλης | Β. Ἀζᾶς | ||
| Στεφ. Κοπανίτσας | Ο | Α. Βασιαρδάνης | Ν |
| Ν. Βαρβιτσιώτης | Σ. Γεωργόπουλος | ||
| Γ. Φιλάρετος | Ο | Ν. Τσαμαδὸς | Ο |
| Ν. Σχινᾶς | Ν | Θ. Γκίκας | |
| Ἰω. Φίλιος | Ν | Α. Σιμόπουλος | Ο |
| Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν | Ν. Χατζῖσκος | |
| Ν. Ριζόπουλος | Α. Εὐταξίας | Ν | |
| Ν. Γεωργιάδης | Ν | Κ. Τράκας | |
| Ν. Κωκωσλῆς | |||
| Δ. Οἰκονομίδης | Ν | ||
| Μιλ. Δάλλας | Ν | Α. Μαρλᾶς | Ν |
| Πούλιος Ζαρίμπας | Ν | ||
| Κ. Κουμουνδοῦρος | Ν | ||
| Ἄσημ. Χριστόπουλος | Ν | Α. Μ. Κανάρης | Ν |
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 87. Ἐκ τούτων 72 εἶπον Ναὶ, καὶ 15 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3.)
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 αἱ σχέσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου θέλουσιν ὁρισθῆ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Ἀλλὰ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἶναι διοικητικὸν γραφεῖον, ἐνῷ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι σῶμα δικαστικὸν, σῶμα ἀνεξάρτητον. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τίνι τρόπῳ θὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ τὰς σχέσεις μιᾶς διοικητικῆς ὑπηρεσίας πρὸς ἓν δικαστικὸν σῶμα. Αἱ σχέσεις αὗται πρέπει νὰ ὁρίζωνται πάντοτε διὰ νόμου, οὐχὶ δὲ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὰς σχέσεις τοῦ Λογιστηρίου πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον.
§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῶν σχέσεων. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἔχει τὸν γενικὸν ἔλεγχον, τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον. Ὑπάρχει ἑπομένως σχέσις μεταξὺ τοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Δὲν πρόκειται ὅτι θὰ ἔχῃ σχέσιν ὁ Πρόεδρος ἢ οἱοσδήποτε ὑπάλληλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ ἢ οἱουδήποτε ὑπαλλήλου τοῦ Λογιστηρίου· πρόκειται περὶ σχέσεων τῆς ὑπηρεσίας.
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐλάλησα περὶ προσωπικῶν σχέσεων. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δύναται νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε θέλει προσωπικὴν σχέσιν μὲ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Πρόκειται περὶ τῶν σχέσεων τῆς ὑπηρεσίας. Αἱ σχέσεις, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ διοικητικὸν λογιστικὸν πρὸς τὸ δικαστικὸν λογιστικὸν, κανονίζονται διὰ νόμου. Δὲν δύνανται λοιπὸν νὰ ἀφεθῶσιν εἰς ἓν βασιλικὸν διάταγμα. Τοῦτο εἶπον καὶ εἰς τοῦτο ἐπιμένω.
§71ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ προσθέσω μίαν παρατήρησιν εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσσηνίας. Αἱ σχέσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κανονίζονται ὑπὸ ὀργανικοῦ νόμου, τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν καταργεῖται κατὰ τὸ μέρος τοῦτο ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος, ἀφίεται ὅμως νὰ καταργηθῇ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος· διότι ἐννοεῖται ὅτι, ἐὰν τὸ βασιλικὸν διάταγμα, τὸ ἐκδοθησόμενον δι’ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου, τοῦ ψηφιζομένου νῦν, μεταβάλῃ διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ κανονίσῃ ἄλλως τὰς σχέσεις τὰς ὑφισταμένας ἐκ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου μεταξὺ Λογιστηρίου καὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, κατ’ ἀνάγκην τὸ διάταγμα αὐτὸ θὰ καταργήσῃ φυσικῷ τῷ λόγῳ τὰς ὑφισταμένας διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Εἶναι λοιπὸν παράχορδον, Β. διάταγμα, ἔστω καὶ κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδιδόμενον, νὰ καταργῇ νόμον. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἐν τῇ ἐντολῇ, τὴν ὁποίαν σήμερον δίδει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν, ἐνυπάρχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ καταργήσῃ διατάξεις ὑφισταμένου νόμου, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἔρχομαι λοιπὸν πρὸς ἐπικουρίαν τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας, νὰ προσθέσω ὅσα ἐξέθεσα.
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.). Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, διαφέρουσιν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας.
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδόλως.
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως. Δὲν πρόκειται διὰ βασιλικοῦ διατάγματος νὰ ἀκυρωθῇ νόμος.
§75ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τοῦτο θὰ γείνῃ.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδέποτε· διότι τὸ βασιλικὸν διάταγμα, ἵνα ἔχῃ ἰσχὺν, πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ τοῦ νόμου, θὰ στηρίζηται ἑπομένως ἐπὶ τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας. Πρόκειται περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἐξουσίας τοῦ διευθύνοντος τὸ Γενικὸν Λογιστήριον διὰ τῆς ὀνομασίας αὐτοῦ ὡς διευθυντοῦ τοῦ γενικοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ «ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας», δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ μὴ μνημονεύων τὴν φράσιν ταύτην, βεβαίως ἐνόουν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας θὰ κανονισθῇ τοῦτο. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι δύναται νὰ λάβῃ χώραν τὸ παράλογον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου εἶπε.
§77ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ συμβῇ.
§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν βασιλικὸν διάταγμα νὰ κανονίζῃ τι ἀντιτιθέμενον πρὸς νόμον. Ἐὰν δὲ νομίζῃ τις, ὅτι ἡ φράσις ἔχει τι τὸ σκοτεινὸν, εἶπον ὅτι δὲν δυσκολεύομαι νὰ παραδεχθῶ νὰ προστεθῇ «ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας». Καὶ τοιουτοτρόπως αἴρεται πᾶσα ἀμφιβολία.
§79ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 4 ἐν τῇ τεχνικῇ διατάξει αὐτοῦ ἐντελῶς παρέλκει, καὶ πρέπει νὰ διαγραφῇ· διότι ἢ αἱ σχέσεις αἱ ὑφιστάμεναι δυνάμει ὀργανικοῦ νόμου, τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, δὲν θὰ μεταβληθῶσι, καὶ τότε εἶναι περιττὸν τὸ ἄρθρον· διότι τί θὰ προσθέσῃ τὸ διάταγμα; Δὲν ἔχει νὰ προσθέσῃ τίποτε· ὑπάρχει ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰς σχέσεις τῶν δύο ἀρχῶν, εἰς ποίαν δηλαδὴ θέσιν εὑρίσκεται τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἀπέναντι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ τότε τὸ διάταγμα εἶναι περιττόν. Ἐὰν τὸ διάταγμα ἔλθῃ νὰ προσθέσῃ τι, καὶ νὰ μεταβάλῃ τὰς ὑφισταμένας σχέσεις, κατ’ ἀνάγκην θὰ μεταβάλῃ καὶ θὰ τροποποιήσῃ τὰς ὑφισταμένας διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Τότε λοιπὸν τὸ διάταγμα αὐτὸ, τὸ κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδιδόμενον, θὰ μεταβάλῃ νόμον ὑφιστάμενον. Τοῦτο δὲ, λέγω, εἶναι παράχορδον· διότι, ἐὰν ὁ εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργὸς κρίνῃ ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῶσιν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, πρέπει νὰ τὸ διατυπώσῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, καὶ ἑπομένως αἱ ὑφιστάμεναι διατάξεις νόμου ἰσχύοντος νὰ μεταβληθῶσι δι’ ἑτέρου νόμου. Οὐδέποτε ὅμως μέχρι τοῦδε ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβάλῃ διὰ διατάγματος διατάξεις νόμου ὑφισταμένου. Νὰ κανονίσητε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου μάλιστα· ἢ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δημιουργηθῇ κατὰ πρῶτον νόμος ὀργανικὸς τῶν θέσεων, τὸ ἐννοῶ πολὺ καλά. Ἀλλὰ, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ἡ θέσις αὕτη δὲν δημιουργεῖται σήμερον, δὲν δημιουργεῖταί τι νέον· εὐρύνεται μόνον ὁ κύκλος τῶν καθηκόντων τῆς ὑφισταμένης θέσεως, ἀλλ’ ἡ ὀργανικὴ θέσις, οἵαν τὴν κανονίζει ὁ λογιστικὸς νόμος, ὑπῆρχε καὶ ἐξακολουθεῖ ὑπάρχουσα. Τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς λοιπὸν αἱ σχέσεις πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὡς ὑπηρεσίας διοικητικῆς πρὸς σῶμα λογιστικὸν, δικαστικὸν, κανονίζονται ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Πῶς λοιπὸν θὰ ἔλθῃ τὸ διάταγμα αὐτὸ νὰ διαταράξῃ τὰς σχέσεις αὐτὰς καὶ νὰ τὰς μεταβάλῃ; Ἐξ ἀνάγκης, ἵνα τὰς μεταβάλῃ, θὰ καταργήσῃ τὸν ὑφιστάμενον νόμον. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ παράχορδον. Νομίζω δὲ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Σωτηροπούλου. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ἄρθρον 4 παρέλκει.
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνόμιζον ὅτι μετὰ τὴν ἐξήγησιν, ἣν ἔδωκα, ἤθελεν ἱκανοποιηθῆ ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν ἱκανοποιήθη, ἀλλὰ προβαίνει μέχρι τοῦ νὰ θεωρήσῃ ὡς παρέλκον καὶ τὸ ἄρθρον 4, ἐνῷ ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 δὲν γίνεται μόνον λόγος περὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, γίνεται λόγος καὶ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Λογιστηρίου καὶ τῆς σχέσεως αὐτοῦ πρὸς τὸ τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους.
§81ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἕως ἐκεῖ πηγαίνει καλά.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ σχέσεις τοῦ Λογιστηρίου μετὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κανονίζονται ὡς πρὸς τὰς βάσεις αὐτῶν διὰ τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ διατάγματα, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι λεπτομερείας. Εἶπον ὅτι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ θέλῃ ὁ ἐπὶ πολὺ ἐπιθυμῶν νὰ λεπτολογῇ, ἵνα τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ, εἶναι τὸ «συμφώνως μὲ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν». Τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ παρέλκει, τοῦτο δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ, ὅπως τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ, πρὸς ἄρσιν πάσης ὑπερβολικῆς ἀμφιβολίας.
§83ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους, τοῦτο περιλαμβάνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 2.
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ γίνηται ἡ ἐπιτήρησις;
§85ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐντολῆς εἰδικῆς διὰ τοῦτο.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)....
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ τὴν προσθήκην τῆς φράσεως «συμφώνως τῇ ἰσχυούσῃ νομοθεσίᾳ».
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον 4. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 5).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6ον (ἀναγινώσκεται).
§90ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν διασάφησιν θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐν τῇ φράσει «διὰ τοὺς ἔχοντας τὴν πενταετῆ εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν ὑπηρεσίαν συμπεπληρωμένην» ἐννοεῖ τὴν συνεχῆ ὑπηρεσίαν;
§91ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§92ΡΑΛΛΗΣ. Τότε δηλώσατέ το. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, τί θὰ εἴπῃ συνεχὴς ὑπηρεσία. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «συνεχῆ» καὶ ἐκ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου. Ἀλλ’ ἐὰν θέλητε νὰ διατηρήσητε τὴν λέξιν εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον, πρέπει νὰ τὴν θέσητε καὶ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον.
§93ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ τεθῇ.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ γείνῃ ἡ διόρθωσις. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Εἶτα ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τῶν παγίων φορολογικῶν νόμων.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, καίτοι ἐψηφίσθη ὁ νόμος ὁ μεταῤῥυθμίζων τὸ διοικητικὸν σύστημα, δὲν ἐκυρώθη εἰσέτι, ἔρχεται δὲ νέος νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὴν τύχην νὰ ψηφισθῇ πρὸ τοῦ ἑτέρου, καὶ ἀναφέρεται εἰς ἐκεῖνον. Τοῦτο εἶναι ἄτοπον.
§97ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂν δὲν ἐκυρώθη ἐκεῖνος, δὲν θὰ δημοσιευθῇ καὶ ὁ παρών. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ τῶν τιμῶν τῶν Ἑπτανησιακῶν προϊόντων.
§99ΜΠΑΣΙΑΣ. Ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι δὲν θεραπεύει τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχομεν. Θὰ παρακαλέσω δὲ τοὺς Ἑπτανησίους Βουλευτάς, ἐὰν εὐαρεστῶνται, νὰ συνέλθωσιν, ὅπως συμφωνήσωμεν περὶ τοῦ θέματος τούτου.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ ἀναβληθῇ.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1891. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§102ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἐρώτησις εἰς τὸ κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1891.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε....
§106ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν φέρετε τὰς παρατηρήσεις σας ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου.
§107ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις καὶ ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη διὰ τοῦτο γίνονται, κύριε συνάδελφε, διὰ νὰ δύναταί τις νὰ συζητῇ ἐν ἐκτάσει καὶ νὰ φέρῃ παρατηρήσεις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς παρετήρησα, προτείνει νὰ κανονισθῇ ἡ τιμὴ τῆς ῥητίνης ἑνιαία δι’ ὅλον τὸ Κράτος, ἤτοι πρὸς λεπ. 25, διότι οἱ πίνακες τοῦ νομοσχεδίου δέν μοι φαίνονται καθ’ ὅλα ἀκριβεῖς· αἱ πληροφορίαι τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν πολλάκις δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἀκριβείας, ὡς συλλεγόμεναι τῇδε κᾀκεῖσε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν νομίζει, ὅτι θὰ ἦτο ἁπλούστερον δι’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ ἐπιεικὲς νὰ ὁρισθῇ μία τιμή; Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ προτείνει τὴν τιμὴν τῶν 25 λεπτῶν· ἂν δὲν παραδέχηται αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂς ὁρίσῃ ἑτέραν, ἢ ἂς λάβῃ μέσον τινὰ ὅρον.
§108ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὰς κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις τὸ σκληρὸν τοῦ φόρου τούτου, ὁ ὁποῖος ἀσχημίζει τὸν προϋπολογισμὸν ἑνὸς ἐλευθέρου βασιλείου. Τὸ προϊόν τῆς ῥητίνης εἶνε εὐτελής τις ὕλη, ἐκκρινομένη ἀπὸ τοῦ φλοιοῦ τῆς πεύκης, καὶ χρησιμεύουσα πρὸς συντήρησιν τοῦ οἴνου, εἶναι δὲ ἀξίας τόσης, ὅση καὶ ἡ ἐργασία πρὸς συλλογὴν αὐτῆς. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ἀρχαὶ τῆς δημοσίου οἰκονομίας, ἐπιβάλλουσαι ὡς ἄδικον καὶ ἀπάνθρωπον νὰ φορολογῆται ἡ ἐργασία, ἔπρεπε διὰ τοῦτο καὶ μόνον τὸ εἶδος τῆς παραγωγικῆς ἐργασίας νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ τοῦ προϊόντος τούτου. Ὁ δυστυχὴς ῥητινοσυλλέκτης εἶναι ὑπόχρεως νὰ περιέρχηται τὰ δάση καὶ νὰ περισυλλέγῃ τὸ δάκρυ τῆς πεύκης, νὰ τὸ θέτῃ ἐντὸς ἀσκοῦ καὶ νὰ τὸ πωλῇ. Δὲν εἶναι προϊὸν, ἔχον ἀξίαν καθ’ ἑαυτό· ἐὰν τοῦ ἀφαιρέσητε τὴν ἐργασίαν, τὰ 20 λεπτὰ, δὲν ἔχει ἀξίαν ἄλλην· ἐν τούτοις δι’ αὐτῆς φορολογεῖται τάξις πολυπληθὴς ἀγροτῶν πτωχοτάτων, ἐνῷ τὸ Κράτος δὲν ὠφελεῖται πλείονας τῶν 180,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Εἶναι δὲ ἄξιον προσοχῆς τοῦτο, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ῥητίνης εἶχε νομοθετηθῆ, ὅτε ὁ οἶνος δὲν ἐφορολογεῖτο. Ἀλλὰ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπιβάλλετε εἰς τὴν πρώτην τροφὴν τοῦ λαοῦ φόρον δύο καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων, εἶναι ἄδικον νὰ φορολογῶμεν τὴν ῥητίνην. Ἐν Κράτει, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσπράττονται 95 ἑκατομμύρια ἐσόδων ἀπέναντι τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας διατελοῦσιν οἱ πτωχοὶ φορολογούμενοι, εἶναι ἄδικον πρᾶγμα νὰ φορολογῶνται οἱ πτωχοὶ ῥητινοσυλλέκται διὰ 180 χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ πράξῃ ἔργον καὶ φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης, ἂν ἀνακουφίσῃ τὰς τάξεις τῶν ῥητινοσυλλεκτῶν, ἂς βεβαιωθῇ δὲ, ὅτι θὰ παράσχῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πλείονα πλοῦτον. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐὰν ἤθελεν ἐπιμείνει καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἕνεκα τοῦ ἰσοζυγίου, ἂς θελήσῃ τοὐλάχιστον νὰ ἀπαλλάξῃ τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἰουδαϊκὸν λογαριασμὸν, τοῦ νὰ προσδιορίζηται κατὰ δήμους ὁ φόρος αὐτὸς καὶ νὰ ἔχωμεν λογαριασμὸν ἀνοικτὸν ποῦ μὲν 31 λεπτῶν, ποῦ 42, ποῦ 50. Πόθεν προέρχεται ἡ ἀνισότης; Ἐκ τῆς ποιότητος τῆς ῥητίνης; Ἡ ῥητίνη δὲν ἔχει διαφόρους ποιότητας. Ἡ διαφορὰ προέρχεται ἐκ τῶν κατὰ καιροὺς αὐξομειώσεων τῶν τιμῶν, ἕνεκα τῆς μεγαλειτέρας ἢ ὀλιγωτέρας παραγωγῆς γλεύκους εἴς τινας ἐπαρχίας. Καλὸν λοιπὸν θὰ ἦτο, ἅπαξ διὰ παντὸς,—καὶ δὲν θὰ κινδυνεύσουν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, οὔτε τὰ δημόσια χρεώγραφα θὰ ἐκπέσουν,—νὰ ὁρισθῇ μία τιμή, καὶ ὁ αὐτὸς φόρος τῆς ῥητίνης πανταχοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ἀντὶ νὰ εἰσπράττωνται π. χ. 150 χιλιάδες δραχμαί, ἃς εἰσπράττωνται 140,000, ἵνα σώσωμεν ἀπὸ τὸ μαρτύριον τοὺς δυστυχεῖς ἀγρότας. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§109ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ φόρος τῆς ῥητίνης εἶναι ἀληθῶς ὑπέρογκος καὶ βαρὺς, διότι δὲν εἶναι τὰ 25 λεπτὰ, τὰ ὁποῖα πληρόνει ὁ παραγωγὸς, ἀλλ’ εἶναι διπλάσια, διότι πολλὰ δάση εἶναι ἐθνικὰ καὶ πληρόνει καὶ φόρον ἐπικαρπίας. Ἐκτὸς τούτου ἡ τιμὴ προσδιορίζεται οὐχὶ εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀγοράν. Βεβαίως ἀπὸ τὸ Σοφικὸν μεταφέρων ῥητίνην ὁ χωρικὸς εἰς τὴν Τρίπολιν θὰ δαπανήσῃ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας αὐτῆς εἰς ἀγώγια. Βλέπετε λοιπὸν πόσον ὁ φόρος εἶναι βαρύς. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε σχετικὸν νομοσχέδιον, ὑπεστήριξα ἢ τὴν κατάργησιν ἢ τὴν ἐλάττωσιν· σήμερον πολλοὶ τῶν ὀπαδῶν τῆς νέας Κυβερνήσεως ἦλθον μὲ πρόγραμμα καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς ῥητίνης καὶ τοῦ οἴνου· συμφωνῶ πληρέστατα μὲ αὐτούς· ὑπεσχέθην καὶ ἐγὼ, ὅτι πᾶσαν ἐλάττωσιν φόρου, τὴν ὁποίαν ἤθελε συστήσει ἡ πλειοψηφία, ἤθελον τὴν ὑποστηρίξει. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις λέγῃ, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐπιτρέπουσι κατάργησιν, ἂς συγκατατεθῇ τοὐλάχιστον εἰς τὴν κατάργησιν τῶν δύο δεκατημορίων, ἀναπληροῦσα τὴν διαφορὰν δι’ ἐλαττώσεως ἐξόδων. Ἐπίσης παρατηρῶ, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μετριασθῇ, διότι ἐπιβαρύνει τὸ ἡμερομίσθιον. Οἱ ὀρεινοὶ δῆμοι δὲν παράγουσι, παρὰ ὀλίγον οἶνον, ὁ ὁποῖος χρησιμεύει εἰς τὸ ἡμερομίσθιον, διότι ἄνευ οἴνου οὐδεὶς καλλιεργητὴς ἐργάζεται.
§110ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πέρυσι τὸν ἐψηφίζατε.
§111ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν σχετικῶν συζητήσεων τοῦ 1887–1889, ἵνα μάθητε καὶ ἴδητε, ὅτι τὸν κατεψήφισα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ ὡρίμως ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, διότι ἀδικεῖται ὁ παραγωγὸς καὶ τυραννεῖται καὶ ἐκ τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων τούτων.
§112ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἤμην εὐτυχὴς, ἂν ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου ἐπέτρεπε τὴν παραδοχὴν κατ’ ἀρχὴν καὶ τῆς ἐλαχίστης ἐλαττώσεως φόρου. Δυστυχῶς ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν δὲν ἐπιτρέπει τοιοῦτόν τι· τοιαύτη ἀρχὴ ἤθελεν εἶσθαι οὐ μόνον ἐναντία τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλως ἔκρυθμος πρᾶξις. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐκ τῶν σημερινῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως Βουλευτῶν ὑπεσχέθησάν τινες κατάργησιν φόρων, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι, βεβαίως αὐτοὶ ἐπίστευσαν μᾶλλον τὰς ἐπαγγελίας τῶν φίλων τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, τῶν ἐχόντων τὴν ἐξουσίαν, παρὰ τὰς γνώμας ἡμῶν· διότι οὐδεὶς Βουλευτὴς, γνωρίζων τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ἠδύνατο νὰ ὑποσχεθῇ κατάργησιν ἢ ἐλάττωσιν φόρων. Τότε μόνον εἶναι δυνατὴ ἡ κατάργησις ἢ ἐλάττωσις, ὅταν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐπιτρέπωσιν οὐχὶ περισσεύματα, ἀλλὰ καὶ ἁπλῶς ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ μικρὰ ἐλλείμματα. Σήμερον τοιοῦτόν τι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τοῦ προσδιορισμοῦ μιᾶς καὶ μόνης τιμῆς ἐπὶ τῆς ῥητίνης, τοῦτο ἐμελέτησα πρὸ πολλοῦ· συνεβουλεύθην τὴν ὑπηρεσίαν καὶ προσεπάθησα νὰ εὕρω τρόπον ἁπλοποιήσεως τοῦ φόρου τούτου, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει δυσκολίας ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ τῆς ῥητίνης τῶν διαφόρων ποιοτήτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀποβαίνει δυσκολωτάτη ἡ εὕρεσις μέσου ὅρου δικαίου. Ἡ τιμὴ ποικίλλει μεταξὺ 23 λεπτῶν καὶ 51, δηλαδὴ ὑπάρχουν μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ῥητίνη ἔχει διπλασίαν ἀξίαν ἢ εἰς ἄλλα. Ὁ προσδιορισμὸς δὲ μέσου ὅρου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τιμῶν τούτων θὰ ἦτο ἄδικος διὰ τὴν ῥητίνην τῆς κατωτέρας ποιότητος ἢ τὴν παραγομένην ἐν τῷ τόπῳ, ὅπου πωλεῖται εἰς εὐθηνοτέραν τιμήν· ἤθελεν εἶσθαι δὲ δυσανάλογος ἐλάφρυνσις διὰ τὴν ῥητίνην τὴν ἔχουσαν πλείονα ἀξίαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μελετῶ, εἶναι, ἂν ἦναι δυνατὸν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου νὰ εὕρω διαφόρους μέσους ὅρους, ὥστε ἄνευ ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου νὰ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἁπλοποίησις τῶν διαφόρων τιμῶν, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 40 λεπτά, ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἂν τοῦτο εὑρεθῇ, θέλω τὸ προτείνει εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§113ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, ἐκτιθέμενος εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὑπεσχέθη ἐλάττωσιν φόρων. Ἀλλ’ ὁ φόρος τοῦ οἴνου μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις· ὁ φόρος τοῦ οἴνου, ἀπεδείξαμεν καὶ ἄλλοτε, ὅτι εἰς μέρη τινὰ ἀφαιρεῖ ὁλόκληρον τὸ εἰσόδημα, ὡς εἰς τὸν νομὸν Ἀρκαδίας καὶ εἰς τὸν νομὸν Κορινθίας, εἴς τινα μέρη αὐτοῦ. Εἰς τὴν Τρίπολιν ὁ οἶνος πωλεῖται 10 λεπτὰ ἡ μπότσα, ὅταν δὲ πληρωθῇ ὁ φόρος, δὲν μένει τίποτε εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Ἀναγνωρίζω, ὅτι τὸ ἔθνος εὑρίσκεται εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της.
§114ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Βεβαίως, ἐκεῖ ὅπου ἔφθασαν αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους, ἡ σκέψις περὶ ἐλαττώσεως φόρων οὐ μόνον εἶναι ἀνέφικτος, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβής. Εἶναι ὅμως μερικὰ ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται φόρος ἄνισος, εἶναι δὲ καὶ τόσον ἀσήμαντα, ὥστε νομίζω ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, δικαιότερον κρίνουσα, δύναται νὰ φέρῃ θεραπείαν. Ἡ φορολογία τῶν βαλανιδίων εἶναι δύο εἰδῶν, εἰς ὅλον τὸ Κράτος εἶναι πρὸς 2½ δραχμὰς κατὰ στατῆρα, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν βαλανιδίων τῆς Λακωνίας, τῆς Ἀττικῆς, τῆς Κέας, τῆς Νάξου καὶ τῆς Καρύστου εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ, πρὸς 1,20 κατὰ στατῆρα, καὶ τοῦτο διότι τὸ βαλανίδιον αὐτὸ θεωρεῖται κατωτέρας ποιότητος. Εἰς τὴν πατρίδα μου ἡ παραγωγὴ τοῦ βαλανιδίου εἶναι ἐλαχίστη, εἶναι δὲ καὶ κατωτάτης ποιότητος, ἐν τούτοις, δὲν ἠξεύρω διατὶ, ἐξηρέθη τῆς φορολογίας τῶν ἄλλων νήσων καὶ φορολογεῖται μὲ 2½ δραχμὰς τὸν στατῆρα. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ αὐτὴν τὴν μικρὰν μεταβολήν.
§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλω ἐξετάσει περὶ τούτου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§117ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη διὰ νὰ χορηγήσῃ ἀνακούφισίν τινα εἰς τοὺς δήμους τοὺς ὑποστάντας τελείαν καταστροφὴν τῶν σιτηρῶν, περιελάμβανε διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τοὺς ἐνιαυσίους φορολογικοὺς νόμους ἤθελεν ὁρίζεσθαι τὸ ποσοστόν· ἀλλὰ τοῦτο, ὡς ὁρίζεται σήμερον, εἶναι δυσανάλογον, διότι πρέπει νὰ προστεθῇ ⅕ τοῦ φόρου τοῦ ὀφειλομένου ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς τὸν φόρον τὸν ὀφειλόμενον εἰς τὸ ἐνεστὼς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ ὀλιγώτερον, ἔπρεπε μᾶλλον νὰ εὑρεθῇ εἷς κανονισμὸς χρεωλυτικός, ἐντὸς δεκαετίας νὰ πληρωθῇ αὐτὸς ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος πέρυσι δὲν εἰσεπράχθη.
§118ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Συμβαίνει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ τελείως εἰς ἀχρηστίαν καὶ αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία εἰς ὅλα τὰ Κράτη θεωρεῖται ὡς ἀντιπροσωπεύουσα τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως σπουδαῖον τμῆμα αὐτῆς. Ἕως τώρα αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ ἄλλαι τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἐν χρήσει, δηλαδὴ δὲν παραπέμπονται εἰς αὐτὰς τὰ διάφορα νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ ἐπιφέρωσι τὰς κρίσεις των. Δὲν θέλω μακρηγορῶν νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα κατέστη ἀδύνατον νὰ γίνηται τοῦτο, ἀλλ’ οὔτε ὁποία βλάβη προέρχεται ὡς ἐκ τῆς ἀχρηστίας ταύτης, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἂς φροντίσωμεν, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ μὴ καταστῇ καὶ αὕτη ἐντελῶς ἄχρηστος. Διὰ τοῦτο ἐνόμιζον, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἂν ὄχι νὰ φέρῃ παραμυθίαν, ἀπαλλάσσων τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ πολλοῦ βάρους, τοὐλάχιστον νὰ δώσῃ ὑπόσχεσίν τινα μέλλουσαν εἰς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἤλπιζον παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πολλὴν τὴν ἀνακούφισιν, ἕνεκα τῶν πολλῶν φόρων, οὓς ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ μεταξὺ τῶν ἄλλων μέτρων, ἅτινα ἐσύστησεν, ἐζήτησε καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἤθελε νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν ταύτην μόνην, χωρὶς νὰ ἀνεύρῃ (ἂν καὶ δὲν εἶχε τοιοῦτο καθῆκον) καὶ τὸ χρῆμα, τοῦ ὁποίου ἤθελε στερηθῆ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἔκαμε καὶ πρότασιν, ὅπως τεθῇ ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου, ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν εἶχε προσφορώτερόν τινα τρόπον ἀντικαταστάσεως τοῦ καταργουμένου τούτου φόρου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν. Δὲν ἦτο λοιπὸν κανονικὸν νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ προταθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προϊόντων τῆς γῆς, χωρὶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δικαιολογήσῃ κἄν χάριν ἁβρότητος τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄνω νομοσχεδίου. Ὤφειλε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διατήρησιν τοῦ φόρου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ ὁ νόμος οὗτος θεωρεῖται εἷς ἐκ τῶν μᾶλλον ἀποτροπαίων, ὅπως ὠνομάσθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, φόρων, εἶναι ὁ φόρος ὁ παρὰ τῶν Ἀλγερίνων ὀνομαζόμενος ἀχοὺρ, ἐκ τοῦ ἀχουρίου, δὲν ὑπάρχει δὲ σήμερον Κράτος ἔχον τοιούτους φόρους, τοὺς ὁποίους φαντασθῆτε ποῖοι ἀνεῦρον, Ἀλγερίνοι τὸ πρῶτον! Ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ὑποφέρει ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἐφρόντισε· μόνον—ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω τὴν ἀλήθειαν—ὁ νῦν ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπήλλαξε τὸν τόπον ἄλλοτε ἐκ τῆς ἀνοήτου καὶ μᾶλλον ἐπαχθοῦς φορολογίας τῆς δεκάτης, καὶ ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης ἀφῄρεσε πρὸ τούτου ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τὸν φόρον τῶν ὀσπρίων, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ηὐλογήθη καὶ εὐλογεῖται ἀκόμη τὸ ὄνομά του. Φροντίζομεν νὰ κατασκευάσωμεν τοσούτους σιδηροδρόμους, νὰ μιμηθῶμεν τὰ ἄλλα ἔθνη, προσπαθοῦντες νὰ αὐξήσωμεν τὰ δημόσια ἡμῶν ἔργα καὶ τὰς σιδηροδρομικὰς γραμμὰς καὶ τὰς διαφόρους ἁμαξιτὰς ἡμῶν ὁδοὺς, καὶ τὴν γεωργίαν τὴν παρεβλέψαμεν, ἀφήσαντες αὐτὴν εἰς τὴν τύχην της. Καὶ ἡμεῖς, οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι δὲν νομίζομεν, ὅτι ἠδύνατο τάχιστα καὶ εὐθὺς ὡς ἦλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ ἀνακουφίσῃ ἀμέσως τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀλλ’ ἐνομίζομεν ὅτι ἐκ τῶν ἐνόντων ἤθελε φροντίσει περὶ τούτου, ἂν ὄχι εἰσάγουσα νομοσχέδια τοιαῦτα, τοὐλάχιστον διὰ παρηγορητικῶν λέξεων παρέχουσα ἐλπίδα διὰ τὸ μέλλον, δηλαδὴ διὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον.
§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δίκαιος ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συνάδελφος, νομίζων ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰς μελέτας καὶ τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχεν ὑποβληθῆ πρὶν ἢ ἀκόμη κατατεθῆ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι δὲ ἐκ τῶν ἐπειγόντων νομοσχεδίων· δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶναι τῆς ἰδέας, ὅτι αἱ μεταβολαὶ φόρων τοσούτῳ σπουδαίων καὶ τοσούτῳ σημαντικῶν δύνανται νὰ γείνωσιν ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν· τὸ ὅτι δὲ ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὰς μελέτας τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ῥητίνην, συμφωνῶ κατ’ ἀρχὴν μὲ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἰδέαν, ἡ ὁποία ἐξεφράσθη καὶ παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κορινθίας ἐν πολλαῖς συνόδοις τῆς Βουλῆς. Ὥστε δὲν ἔχει δίκαιον νὰ νομίζῃ, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀνεγνώσαμεν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπ’ ἐναντίας τὴν ἀνεγνώσαμεν καὶ θὰ τὴν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας εἰς τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας θὰ κάμωμεν ἐν τῷ μέλλοντι πρὸς διόρθωσιν τοῦ φορολογικοῦ ἐν γένει συστήματος.
§120ΣΧΙΝΑΣ. Συμπληρῶν τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Πετσάλη, θέλω προκαλέσει ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐφ’ ἑνὸς ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται εἰς μερικοὺς τόπους, μεταξὺ δὲ τούτων συγκαταριθμεῖται καὶ τὸ Πήλιον, τὸ ὁποῖον καλύπτεται καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ ἐλαιῶνας. Ἅπασαι αἱ ἐκτάσεις τοῦ Πηλίου, ἐξαιρέσει τῆς μικροτάτης ἐκείνης κοιλάδος, ἡ ὁποία ἐκτείνεται παρὰ τὸν Βῶλον, καλύπτονται εἴτε ὑπὸ δάσους, εἴτε ὑπὸ ἐλαιῶνος. Ὁποίας δαπάνας ὑφίστανται καὶ ὁποίους κόπους κατ’ ἔτος καταβάλλουσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, διὰ ν’ ἀναπτύξωσιν αὐτὰς τὰς ἐλαίας, περιττὸν νὰ εἴπω, διότι οἱ περισσότεροι εἰς τὸν τόπον ὑμῶν ἔχετε ἐλαίας, καὶ γνωρίζετε μετὰ πόσου κόπου ἀναπτύσσεται ἡ ἐλαία, μόλις μετὰ παρέλευσιν 10 καὶ 15 ἐτῶν ἀποφέρουσα καρπόν. Ὁ καρπὸς δὲ αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ἀπολαμβάνουσιν οἱ καλλιεργηταὶ τῆς ἐλαίας, ἀπέναντι τῶν καταβαλλομένων κεφαλαίων καὶ τῆς κατ’ ἔτος ἐργασίας πρὸς λίπανσιν, καλλιέργειαν καὶ κλάδευσιν, εἶναι ἐλάχιστος. Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἀντικείμενον καθ’ ὁλοκληρίαν συναφές. Οἱ κάτοικοι τοῦ Πηλίου καθὼς καὶ ἄλλων ὁμοειδῶν ἐκτάσεων, μὴ δυνάμενοι νὰ καλλιεργήσωσι δημητριακοὺς καρποὺς, ἕνεκα τοῦ ἀπροσφόρου τῆς γῆς, καλλιεργοῦσιν ἀποκλειστικῶς τὴν ἐλαίαν, μὴ σπείροντες οὐδὲν ὑπὸ τὰς ἐλαίας· καλλιεργοῦσι δὲ τὸ ἔδαφος τοῦ ἐλαιῶνος διὰ κτηνῶν ἀροτριώντων. Ἐνῷ δὲ τὸ Δημόσιον φορολογεῖ τὸ ἔλαιον, ἐνῷ φορολογεῖ τὰς ἐλαίας, ἐπιβάλλει εἰς τοὺς καλλιεργητὰς καὶ δεύτερον φόρον, τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ζητεῖ βεβαίως νὰ φορολογήσῃ τὰ κτήνη ἐκεῖνα, δι’ ὧν καλλιεργοῦνται γαῖαι, ἐν αἷς σπείρονται δημητριακοὶ καρποί. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ εἰ δυνατὸν τηλεγραφικῶς, καὶ νὰ ἄρῃ τὸν διπλοῦν καὶ ἄδικον αὐτὸν φόρον ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ Πηλίου καὶ ἴσως καὶ τῆς Παρνασσίδος καὶ τῆς Κεφαλληνίας καθὼς καὶ ἄλλων ὀρεινῶν ἐκτάσεων, ἐν αἷς ἡ μὲν καλλιέργεια τοῦ ἐδάφους τελεῖται διὰ κτηνῶν ἀροτριώντων, ἀλλὰ δὲν σπείρονται δημητριακοὶ καρποὶ, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ φορολογῶμεν διττῶς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Ἐὰν δ’ ἐξακολουθήσωμεν διατηροῦντες τὸν φόρον αὐτὸν τὸν διπλοῦν, μεγάλως τὸν τόπον ζημιοῦμεν, διότι διδάσκομεν τὸν λαὸν νὰ ἀποφεύγῃ τὴν ἀνάπτυξιν δάσους καὶ φέρομεν χείριστα ἀποτελέσματα εἰς τὴν γεωργίαν... Ὁ χωρικὸς, ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει νὰ φυτεύσῃ ἐλαιῶνα, καταβάλλει ἀρχικῶς κεφάλαια διὰ τὴν ἀγορὰν τὰς ἐλαίας, διὰ τὴν φύτευσιν, διὰ τὴν καλλιέργειαν, τὴν λίπανσιν κλπ. ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα, ἀναμένων δεκαετίαν καὶ πλέον νὰ λάβῃ καρπόν. Διὰ τοῦ δένδρου δὲ τῆς ἐλαίας καταρτίζεται δάσος, παρέχεται καύσιμος ξυλεία, προκαλοῦνται βροχαὶ, ἅςτινας πάντοτε προκαλοῦν τὰ δάση φυσικῶς, καὶ ἐπὶ τέλους παρέχεται στολισμὸς τοῦ ἐδάφους, καὶ διατηρεῖται καλὴ ἡ ὑγιεινὴ κατάστασις τῆς ἀτμοσφαίρας. Ἐνῷ δὲ ἔχετε τόσα καλὰ ἐκ τῆς καλλιεργείας τῆς ἐλαίας, ζητεῖτε τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος καλλιεργεῖ αὐτὸ τὸ εἶδος, νὰ τὸν φορολογῆτε μὲ διπλοῦν φόρον. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν πρότασίν μου, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τὰ κτήνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν ἐλαιώνων ἐπὶ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον δὲν σπείρεται.
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§122ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ ὁρίσῃ, κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ γείνῃ ἡ διαίρεσις τῶν κτηνῶν, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦσι τοὺς ἀγροὺς πρὸς σπορὰν, καὶ τῶν κτηνῶν, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦσι τὸ ἔδαφος χάριν τῆς ἐλαίας.
§123ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι εὔκολον, διότι εἶναι πολλὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν διόλου δημητριακοὺς καρποὺς, ἀλλὰ καλλιεργοῦσι μόνον τὴν ἐλαίαν.
§124ΣΧΙΝΑΣ. Εἶναι εὐκωλοτάτη ἡ διαίρεσις αὕτη, διότι οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι γνωρίζουσι κάλλιστα καὶ δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν ἀκριβέστατα εἰς τίνα μέρη καλλιεργοῦνται οἱ δημητριακοὶ καρποὶ καὶ εἰς τίνα μόνον ἡ ἐλαία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως καὶ ἐπικυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ ἑδρευούσης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «Trident Line»).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.