1891.02.14
3.131 στίχοι · 24.264 λέξεις · 192 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
τῆς 14 Φεβρουαρίου 1891.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεστάλησαν ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Τρικάλων τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς ἐν τοῖς δήμοις Παραληθαίων, Φαρκαδῶνος, Ἰθώμης, Γόμφων, Αἰγινίου καὶ Κοθωνίων τοῦ νομοῦ Τρικκάλων. Ἑπομένως παρακαλοῦνται τὰ μέλη τοῦ Αʹ τμήματος νὰ συνέλθωσι καὶ ἐπιληφθῶσι τῆς προεξελέγξεως αὐτῆς. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Φιλάρετος ἀσθενῶν ὑποβάλλει ἐγγράφως τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 175). Ἐπίσης ὁ κ. Γρ. Μαυρομαρᾶς, βουλευτὴς Κυκλάδων, ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ ἐξισώσεως τῆς φορολογίας τῶν βαλανιδίων τῆς Τήνου μὲ τὴν κατωτέραν φορολογίαν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 176). Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Σχινᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Ἐφιστῶν τὴν προσοχὴν τῆς τε Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἐκτελουμένων ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων – Καλαμῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ εἰ δυνατόν, λίαν ταχέως: αʹ) Τὸν πίνακα τῆς τῶν ἔργων ταξινομήσεως (carem). βʹ) Ἁπάσας τὰς μέχρι τοῦδε ἐκδοθείσας πιστοποιήσεις πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐργολάβου. γʹ) Ὑπολογισμὸν ἀκριβῆ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπολειπομένων τῆς γραμμῆς ταύτης ἐργασιῶν. δʹ) Συμπλήρωσιν τῶν ὑποβληθέντων πινάκων τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ ἀναδόχου τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν μέχρι 1ης Ἰανουαρίου 1891. εʹ) Ἔτι δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ καὶ πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν ἢ ἔκθεσιν.» Διάφοροι κάτοικοι Βώλου δι’ ἀναφορᾶς των, ἀποσταλείσης πρὸς τὸν κ. Σχινᾶν, παρακαλοῦσι νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ κατασκευὴ φάρου εἰς τὴν θέσιν «Κόκκινα» ἢ «Ἅγιος Γεώργιος», κειμένην ἀπέναντι τῆς Σκιάθου. Ὁ ἀπόστρατος ἀνθυπομοίραρχος Ἐπαμεινώνδας Μαγκανάρης δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ νὰ τῷ ἐπιστραφῶσι τὰ κρατηθέντα ἐκ τῆς συντάξεώς του ὑπὸ τοῦ ἐπαρχιακοῦ ταμείου χρήματα ὡς καὶ τὰ καθυστερούμενα ἐκ τοῦ μερίσματός του. Ὁ ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς κ. Λυμπερόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης λαβόντων βοηθήματα ἐκ τῶν εἰσφορῶν τῶν ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων. Διάφοροι κάτοικοι Πανόρμου διὰ τηλεγραφήματός των παραπονοῦνται κατὰ τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ αὐτόθι τελωνοφύλακος, ὅτι βιαίως καὶ παρανόμως ἐξεδίωξαν αὐτοὺς τοῦ ναοῦ πανηγυρίζοντας. Ὁ Θεόδωρος Τσελιοπίτσαρης παρακαλεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ μηνιαία σύνταξις. Οἱ Κ. Καλογιάννης καὶ Γ. Παπαδᾶς παραπονοῦνται κατὰ τοῦ συνταγματάρχου Μυκωνίου, ὡς καταστρέψαντος τοὺς ἐνταῦθα ἀγρούς των τῇ βοηθείᾳ στρατιωτικῆς δυνάμεως. Ἡ «Ἑταιρία τῶν φίλων τοῦ λαοῦ» ἀναγγέλλει, ὅτι τὴν προσεχῆ Κυριακὴν πανηγυρισθήσεται ἐν τῷ καταστήματι αὐτῆς ἡ εἰκοσιπενταετηρὶς τῆς ἑταιρίας. Παρακαλεῖ δὲ τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὴν τελετήν. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Σπηλιάδης.
§2ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν εἶχε διαταχθῆ ἡ κατασκευὴ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ τῆς ἑνούσης τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν πρὸς τὴν τοῦ Πύργου. Καὶ ἐνῷ πυρετωδῶς ἤρχιζον καὶ πυρετωδῶς ἐπερατοῦντο τὰ δημόσια ἔργα ἐν ταῖς ἄλλαις εὐνοουμέναις ἐπαρχίαις, ἐνῷ ἐντὸς βραχυτάτου διαστήματος κατεσκευάζοντο θαλάσσιαι ὁδοί, ἐνῷ ἐν συντομωτάτῳ χρόνῳ διεσχίζοντο ὄρη καὶ ἰσοπεδοῦντο ἀπόκρημνοι χαράδραι, ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ, τῆς ἑνούσης δύο ἐπαρχίας ἐκ τῶν πρώτιστα συνεισφερουσῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἔβαινε μετὰ βραδύτητος, τὴν ὁποίαν ἀληθῶς ἠδύνατο νὰ ζηλεύσῃ καὶ ἡ χελώνη. Εἶχε διαιρεθῆ αὕτη εἰς τμήματα, καὶ ὅταν διατάσσετο ἡ ἔναρξις τοῦ δευτέρου τμήματος, εἶχεν ἤδη καταστραφῆ τὸ πρῶτον. Τέλος κατωρθώθη νὰ κατασκευασθῶσι πέντε τμήματα ἀπὸ Πατρῶν μέχρις Ἀχαΐας καὶ πέντε ἀπὸ Πύργου μέχρι θέσεως Μπάστα, καὶ διὰ τὰ τμήματα ταῦτα ἐδαπανήθησαν δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀπέμενε μόνον ἓν τελευταῖον τμῆμα ἀπὸ Κάτω Ἀχαΐας μέχρι τῆς θέσεως Μπάστα· προϋπελογίσθη ἡ δαπάνη τοῦ τμήματος αὐτοῦ, καὶ ἐνεκρίθη ἐπὶ δημοπρασίας ἀντὶ 700,000 δρ. εἴς τινα ἐργολάβον. Ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι, ἰσοπεδώθησαν χιλιόμετρά τινα, ἐπληρώθη ὁ ἐργολάβος 70,000 δρ. διὰ τὰς ἐπικερδεστέρας βεβαίως ἐργασίας τῆς ἰσοπεδώσεως, καὶ αἴφνης λύεται ἡ ἐργολαβία, βεβαίως οὐχὶ διὰ τρόπου ζημιοῦντος τὸν ἐργολάβον. Οὕτω δὲ 70,000 δραχμῶν ἐπετάχθησαν εἰς τὸν ἀέρα, τὰ δὲ τμήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν δύο ἑκατομμύρια, κατήντησαν ἄχρηστα, ἢ τοὐλάχιστον πολὺ ὀλίγον ὠφέλιμα, μὴ περατωθείσης τῆς ὅλης ὁδοῦ. Καὶ ἔχω ἀφορμὰς νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ τρόπος τῆς λύσεως τῆς ἐργολαβίας αὐτῆς δὲν εἶναι πολὺ κανονικός· νομίζω ὅτι συνέβη παρανομία, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐλύθη, εἶναι παράνομος, δυνάμενος καὶ ποινικὴν εὐθύνην νὰ ἐπισύρῃ κατὰ τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν λύσιν τῆς ἐργολαβίας ταύτης. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἐν μιᾷ τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, καὶ συγχρόνως νὰ καταθέσῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον, διότι ἐκ τῆς μελέτης τῶν διαφόρων ἐγγράφων θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους κατὰ τὴν λύσιν τῆς ἐργολαβίας ταύτης.
§3ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διετάχθη ἔκτοτε τίποτε πλέον;
§4ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ὄχι, καὶ ἐχάθησαν οὕτω δύο ἑκατομμύρια.
§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ συντελεσθέντα τμήματα τί γίνονται;
§6ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Πλησιάζουν νὰ καταστραφῶσι.
§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνδέονται πρὸς ἄλληλα;
§8ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ λείπει τὸ μέσον τῆς ὁδοῦ ἀκριβῶς.
§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκονται εἰς χρῆσιν ἔστω τμηματικήν;
§10ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, γίνεται χρῆσις, ἀλλὰ δὲν γίνεται ἐκείνη ἡ χρῆσις, ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο, ἐὰν ἡ ὅλη ὁδὸς ἦτο εἰς ἐνέργειαν. Ἡ παραμέλησις τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας κύριοι Βουλευταί, τῆς τόσα συνεισφερούσης εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα. Ἐλπίζω ἐν τούτοις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα, τῆς ὁποίας μέλη συνδέονται στενῶς μετὰ τῆς Ἠλείας, καὶ δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι κἄπως καὶ εἰς αὐτὴν ὀφείλουσιν, ἐλπίζω λέγω, ὅτι θ’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὴν δικαιοσύνην. Θὰ παρακαλέσω ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν τοῦ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Πλῆρες δικαιοστάσιον ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου βασιλεύει ἐκεῖ. Προήρχετο ἀληθῶς ἐν μέρει ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ Προέδρου μέχρις ἐσχάτων, διότι ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου, πρὸ τῶν ἐκλογῶν, μετετέθη ὁ Πρόεδρος, μεταβὰς εἰς Πάτρας, καὶ ἡ θέσις ἐκείνη ἔμεινε κενή· κατήντησε δὲ τὸ δικαστήριον νὰ ὀπισθοδρομήσῃ τόσον εἰς τὰς ἐργασίας του, ὥστε ἐφέτος οὐδεμίαν σχεδὸν ὑπόθεσιν ἐδίκασε, καὶ διὰ τοῦτο τὰ παράπονα τοῦ τόπου εἶναι μεγάλα καὶ δίκαια. Ἀλλὰ ἰδίως ἡ κατάστασι, αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸ ἀνεπαρκὲς τοῦ προσωπικοῦ. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὴν σπουδαίαν ταύτην ἔλλειψιν. Ἡ Ἠλεία καθ’ ἑκάστην αὐξάνει κατὰ τὸν πληθυσμόν, τὸ ἐμπόριον αὐτῆς ἀναπτύσσεται, αἱ συναλλαγαὶ πολλαπλασιάζονται, ὥστε κατέστη τὸ δικαστήριον αὐτῆς ἓν ἐκ τῶν πρωτευόντων δικαστηρίων τοῦ Κράτους. Ἂν ῥίψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν καταστάσεων τῶν δικαστικῶν ἐργασιῶν τῶν Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους κατὰ τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐργασία τοῦ Πρωτοδικείου Πύργου ἁμιλλᾶται πρὸς τὴν ἐργασίαν τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως, τουτέστι κατὰ τὸ ποσὸν τῆς ἐργασίας καταντᾷ τρίτον ἢ τέταρτον μεταξὺ τῶν Πρωτοδικείων ὅλου τοῦ Κράτους. Καὶ ἐνῷ τὸ μὲν Πρωτοδικεῖον Τριπόλεως ἔχει δώδεκα δικαστάς, τὸ τοῦ Ναυπλίου δέκα, τὸ τῶν Καλαμῶν ἐννέα, τὸ τῆς Σπάρτης ἑπτά, τὸ Πρωτοδικεῖον Ἠλείας ἔχει μόνον ἕξ. Εἶναι ἀδύνατον συνεπῶς νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἐργασίας, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπῆρχεν ἡ καλὴ τῶν δικαστῶν θέλησις. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸν νόμον κατὰ διετίαν προσδιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν ἑκάστου δικαστηρίου, διὰ διατάγματος ἐκδιδομένου κατὰ τὰς διακοπὰς ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ὑπάρχει διάταξίς τις, δυνάμει τῆς ὁποίας δύναται ὁ Ὑπουργὸς ν’ αὐξήσῃ τὸ προσωπικὸν ἐν πάσῃ στιγμῇ. Ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν περὶ μὴ ἐπαρκοῦς προσωπικοῦ ἑνὸς Πρωτοδικείου τῆς περιφερείας του, δύναται ὁ Ὑπουργὸς δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου ν’ αὐξήσῃ τὸ προσωπικόν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ ἐν Πάτραις Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἂν αἱ πληροφορίαι αὐτοὶ ὦσι σύμφωνοι πρὸς ὅσα εἶπον, παρακαλῶ θερμῶς αὐτὸν ν’ αὐξήσῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ Πρωτοδικείου Πύργου ἐπαρκῶς, ἵνα θεραπευθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐπαρχίας μου.
§11ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου, κύριε Πρόεδρε, ἀνεφέρατε, ὅτι ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ τῶν κκ. Καλογιάννη καὶ Παπαδᾶ, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι ἐπὶ δικαστικῆς τινος διαφορᾶς, ἐκκρεμοῦς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἐγένετο χρῆσις παρ’ ἀξιωματικοῦ ἀνωτέρου τῆς δημοσίας δυνάμεως, διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις του, ἐν ζητήματι, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν ἐδικαιώθη ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου. Τοῦτο εἶναι πρωτοφανὲς γεγονός, στρατιωτικὴ δύναμις νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς ἰδιωτικὰς ὑποθέσεις, διὰ νὰ ἐνισχύῃ ἕνα τῶν διαδίκων. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἐξετάσῃ μετὰ μεγάλης λεπτομερείας τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει εὕρῃ, ὅτι δικαίως παραπονοῦνται οἱ ἀναφερόμενοι, νὰ πράξῃ ὅ,τι δέον.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ἐξετάσει καὶ πληροφορήσει τὴν Βουλήν.
§13ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἤκουσα, Κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀναπτύξαντος κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀπολύσεως τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ζακύνθου. Ἐπισταμένως ἐπίσης ἐμελέτησα πάντα τὰ ὑπ’ αὐτοῦ κατατεθέντα ἔγγραφα, ἀλλ’ οὔτε ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἐκείνοις οὔτε ἐν τῇ προφορικῇ ἀναπτύξει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω τὴν ἀπάντησιν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κυρίως διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐζήτησα νὰ μάθω, διότι σκοπός μου, προβαλόντος τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην, δὲν ἦτο βεβαίως νὰ πληροφορηθῶ τὸ ἱστορικὸν καὶ τὰ καθέκαστα ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ἐγνώριζον ἐν πάσαις αὐτῆς ταῖς λεπτομερείαις. Ἐπειδὴ ὅμως φαίνεται ὅτι δὲν εἶχον τὴν τύχην νὰ ἐξηγηθῶ ἀρκούντως σαφῶς, ὅπως γείνω καταληπτὸς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ἐγγράφως καὶ προφορικῶς εἶχον πρὸς αὐτὸν ἀπευθύνει. Παρεκάλεσα λοιπὸν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἐπιβάλλουσα εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνεδριάζωσιν ἐν τῷ δημαρχικῷ καταστήματι καὶ μόνον ἐν αὐτῷ; καὶ ποῖος νόμος ὁρίζει τοῦτο; διότι καὶ ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὴν Νομαρχίαν Ζακύνθου τῆς 2 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ., τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι γεγραμμένον διὰ χειρὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ζακύνθου, ἰσχυριζομένου ὅτι δικαιοῦται νὰ συγκαλῇ τὸ Συμβούλιον ὅπου βούλεται, προσκαλεῖ τὸν Νομάρχην νὰ ἐφαρμόσῃ κατὰ τοῦ Προέδρου ἐκείνου τὰς ποινὰς τοῦ νόμου τοῦ 1836, ἂν οὗτος ἤθελεν ἐξακολουθεῖ δυστροπῶν νὰ μὴ συγκαλῇ εἰς συνεδρίασιν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν τῷ δημαρχικῷ καταστήματι, καὶ ἐν τῷ ἐγγράφῳ λέγω ἐκείνῳ οὐδόλως μνημονεύεται ὁ νόμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς στηρίζει τὴν τοσοῦτον κατηγορηματικῶς ἐκφερομένην γνώμην αὐτοῦ. Καὶ ἡ τοιαύτη παράλειψις, γενομένη ἐκ μέρους ἀνδρὸς λίαν ἐντριβοῦς καὶ πεπειραμένου εἰς τὰ τῆς διοικήσεως, δέν μοι φαίνεται ὅλως τυχαία. Ἂν δὲ οὐδεὶς νόμος ὑπάρχῃ, καὶ βεβαίως δὲν ὑπάρχει, ἐπιβάλλων εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοιαύτην ὑποχρέωσιν, εἶναι ἢ δὲν εἶναι παράνομος καὶ αὐθαίρετος ἡ ἀπόλυσις τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, γενομένη μόνον καὶ μόνον ὅπως ἱκανοποιηθῇ τὸ πεῖσμα καὶ ἡ ἐμπάθεια τοῦ νεοφωτίστου φίλου τῆς Κυβερνήσεως Δημάρχου Ζακύνθου, περὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ ὁποίου ἐσχηματίσατε ἤδη πάντες τὴν δέουσαν πεποίθησιν; Καὶ πῶς ἠθελήσατε νὰ ὑποχρεώσητε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ συνεδριάσῃ ἐν καταστήματι, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπὸ τῶν ὑπαλληλίσκων τοῦ Δημάρχου προσεβλήθη καὶ ἐξυβρίσθη ἡ φιλοτιμία τῶν συμβούλων, οὐ μόνον ὡς ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀτόμων; Ἀλλ’ ἡ Νομαρχία Ζακύνθου, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν διαγωγήν της, δι’ ἐγγράφου αὐτῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὸ χρονολογίαν 15 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ., ἀναφέρει, ὅτι οὐδεμίαν ἔλαβε γνῶσιν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ζακύνθου, τοῦ ὁρίζοντος ὡς τόπον τῶν συνεδριάσεων αὐτοῦ τὸ κατάστημα τοῦ δημοτικοῦ νοσοκομείου, λησμονοῦσα ὅτι ἡ αὐτὴ Νομαρχία διὰ προγενεστέρου ἐγγράφου της πρὸς τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον, ὑπὸ χρονολογίαν νομίζω 22 Δεκεμβρίου 1890, ἀναφέρει, ὅτι ὄχι μόνον ἔλαβε γνῶσιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ὅτι καὶ γνώμην ἐξέφερεν ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ὅτι κατὰ τῆς γνώμης της ταύτης ἐγένετο ἔφεσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Τοῦτο ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ μετὰ πόσης εἰλικρινείας καὶ ἀμεροληψίας εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Νομαρχία Ζακύνθου, ἐπὶ μεγίστῃ βεβαίως βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου ἐκείνου, οὐχὶ δὲ καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ γοήτρου τῆς Κυβερνήσεως. Δυστυχῶς καὶ αἱ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας ἐξέφρασα περὶ τοῦ νεοδιορισθέντος νομάρχου Ζακύνθου κ. Γιαννούλη, ἐντελῶς διεψεύσθησαν, παρὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Πετσάλη, διότι καὶ ὁ κ. Γιαννούλης ἐξηκολούθησε τὴν αὐτὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν εἶχε χαράξει ὁ προκάτοχος αὐτοῦ γραμματεὺς κ. Μεταξᾶς. Καὶ ἤδη ἐτέθη τὸ ἐπιστέγασμα εἰς τὸ πραξικόπημα διὰ τῆς ἀπολύσεως κατ’ ἐκλογὴν ὀκτὼ ἐκ τῶν δημοτικῶν συμβούλων Ζακύνθου, τοὺς ὁποίους ὁ Νομάρχης ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν νὰ ἐξυβρίσῃ ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς ἀπολύσεώς των, ἀποκαλῶν ἀναξίους διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου διακεκριμένους ἐπιστήμονας καὶ ἐμπόρους, εἰς τοὺς ὁποίους διὰ χιλιάδων ψήφων ὁ λαὸς τοῦ τόπου των ἐπανειλημμένως ἐνεπιστεύθη τὴν διοίκησιν τῶν δημοτικῶν αὐτοῦ πραγμάτων.
§14ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον ἐπαύθησαν;
§15ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀνέπτυξα εἰς τὴν προηγουμένην ἐπερώτησίν μου τὴν ἱστορίαν ὅλην. Ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν συνέρχονται εἰς τὸ κατάστημα τὸ δημαρχικόν.
§16ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μετὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσε τὸ Ὑπουργεῖον, μεταβαίνουσι πάλιν πρὸς συνεδρίασιν εἰς ἄλλο μέρος;
§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βεβαίως, διότι ἡ ἑρμηνεία αὕτη, ἣν λέγετε, εἶναι ἁπλῆ ἀτομικὴ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μὴ στηριζομένη εἰς τὸν νόμον.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον ἑρμηνεύει τὸν νόμον.
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι αὐθεντικῶς· εἰς τὴν Βουλὴν ἔγκειται ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων.
§20ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὀφείλει νὰ συνεδριάζῃ ἐν τῷ δημαρχικῷ καταστήματι.
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πόθεν ἐξάγετε αὐτὴν τὴν ἔννοιαν; Εἶπον ὅτι κατ’ ἐκλογὴν ἐγένετο ἡ ἀπόλυσις τῶν ὀκτὼ δημοτικῶν συμβούλων, διότι ἐκτὸς τῶν ἀπολυθέντων συμβούλων ἦσαν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἀκριβῶς μὲ αὐτοὺς συνθήκας, ἀλλ’ ἐκεῖνοι δὲν ἀπελύθησαν, ἐπὶ τῇ ἀνοήτῳ βεβαίως ἐλπίδι, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ νὰ σαγηνευθῶσι καὶ γείνωσι τυφλὰ ὄργανα τῶν ὀρέξεων τοῦ Δημάρχου, ὅπως τυφλὸν ὄργανον τῶν παρανόμων ὀρέξεων αὐτοῦ ἐγένετο, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἡ ἐν Ζακύνθῳ διοίκησις. Ἀλλὰ θὰ κατορθωθῇ τοὐλάχιστον διὰ τῶν ὑπολειπομένων μελῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν ἀναπληρωτικῶν νὰ ἀποτελεσθῇ ἀπαρτία, ἡ ὁποία νὰ δεχθῇ νὰ συνεδριάσῃ ἐν τῷ δημαρχικῷ καταστήματι, μετὰ τὰ γνωστὰ συμβάντα; ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὠθοῦνται τὰ πράγματα εἰς τὸ ἀδιέξοδον, τὸ ὁποῖον ἐν καιρῷ εἶναι καὶ καθῆκον ἔχει νὰ προλάβῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἂν δὲν θελήσῃ νὰ τὸ πράξῃ, βεβαίως δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ τὴν ἀναγκάσωμεν πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης καταστάσεως θὰ φέρωσιν ἀκεραίαν οἱ δημιουργήσαντες καὶ ἐνθαῤῥύναντες αὐτὴν διὰ τῆς καταπατήσεως τῶν νόμων.
§22ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πολὺ ἐξίσταμαι, Κύριοι, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος προλαλήσας νὰ μὴ ἀποδώσω ὅπου οὗτος ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ τὴν διαγωγὴν τοῦ ἐγκρίτου Νομάρχου Ζακύνθου. Ἄλλως τε εἰς ἐμὲ καὶ εἰς πάντα πολιτευτὴν εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ πάθη ἐν Ζακύνθῳ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐκεῖ κοχλάζουσιν. Ὅστις ἐγνώρισε πρὸ πολλῶν ἐνιαυτῶν τὸν κ. Γιαννούλην οὐδέποτε θέλει ἀποδώσει φατριαστικὴν διαγωγὴν εἰς αὐτὸν, διότι καὶ ἐκ τοῦ χαρακτῆρός του καὶ ἐκ τῆς ἀνατροφῆς του καὶ ἐκ τοῦ παρελθόντος του εἶναι γνωστὸς ὁ κ. Γιαννούλης τοῖς πᾶσιν ὡς ἀρχαῖος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἱκανότητός του καὶ οὕτως εἰπεῖν διὰ τῆς ἀμεροληψίας του κατώρθωσε πάντοτε νὰ διευθύνῃ τὸν μεγαλείτερον κλάδον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πάντοτε ὄχι μόνον ηὐδοκίμησεν, ἀλλὰ καὶ σπουδαίως τὴν ὑπηρεσίαν ἐτακτοποίησεν. Ἐὰν ὡς Νομάρχης προέβη εἰς τὴν παῦσιν τῶν δημοτικῶν συμβούλων, καὶ σήμερον ἀποδίδεται αὐτῷ μεροληψία, τοῦτο ἐξ αὐτῶν τῶν λόγων αὐτοῦ τοῦ προλαλήσαντος ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν εἶναι πραγματικὸν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ Νομάρχης ἔπραξε τὸ καθῆκόν του. Καὶ ἄλλοτε τοιαῦτα ζητήματα ἔλαβον χώραν, καὶ αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις εἰς τὰ αὐτὰ μέτρα προέβησαν. Ὅταν ὁ νόμος δὲν ἦναι εὔληπτος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ἐγκυκλίου ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων. Βεβαίως τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων ἔχει μόνον ἡ Βουλή, ἀλλὰ πάντοτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν συμβαίνῃ νὰ μὴ ἐκτελῶνται οἱ νόμοι ὡς ἐμπρέπει, ἢ δὲν ἐφαρμόζωνται ὡς δεῖ οἱ διοικητικοὶ οὗτοι νόμοι, ἢ, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον παρεκτρέπηται, τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ Νομάρχου δέον νὰ φέρῃ τοὺς παρεκτρεπομένους εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν δι’ ἐγκυκλίων ἢ διὰ διαταγῶν. Ὁ Νομάρχης Ζακύνθου προσεκάλεσεν, ὡς ἐνόησα ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ τοῦ ἰδίου προλαλήσαντος, τοὺς κκ. συμβούλους νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ δημαρχικὸν κατάστημα, ὡς γίνεται εἰς ἅπαντας τοὺς δήμους τοῦ Κράτους. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ συνεδριάσωσιν οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι Ζακύνθου ἀλλαχοῦ, Κύριοι; Ἐγὼ ἀπὸ τοῦ 1870 πολιτεύομαι· ἔλειψα μόνον εἰς τρεῖς περιόδους, χάρις εἰς παλαιοὺς φίλους μου, οἱ ὁποῖοι πολὺ ἐντίμως διεχειρίσθησαν τὴν ἐξουσίαν κατ’ ἐμοῦ,—ἀλλὰ περὶ τούτων ἄλλοτε,—ἀλλ’ οὐδέποτε εἶδον, Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, νὰ συνεδριάζωσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια εἰς νοσοκομεῖα ἢ εἰς ἰδιωτικὰ ὅλως οἰκήματα. Τοιαῦτα σκάνδαλα μόνον ἐν Ζακύνθῳ ἔξεστι νὰ λαμβάνωσι χώραν.
§23ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἴδετε ποτὲ νὰ ἐκδιώκωνται οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι ἀπὸ τὸ δημοτικὸν κατάστημα ὑπὸ τῶν κλητήρων;
§24ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐὰν τοιαῦτα συνέβησαν, φίλε κύριε Λομβάρδε, ἠδύναντο τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, ἐκτελοῦντα τὰ καθήκοντά των, νὰ καταγγείλωσι καὶ καταδιώξωσι τὸν αὐθάδη κλητῆρα, ἠδύναντο καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἀποτεινόμενα νὰ ζητήσωσι τὴν θεραπείαν. Δὲν εἶναι λόγος αὐτὸς νὰ ἐγκαταλείψῃ τις τὸ καθῆκόν του καὶ νὰ ἀφήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου Ζακύνθου νὰ καταστρέφωνται, μόνον καὶ μόνον χάριν φατριασμοῦ. Ὁ δημοτικὸς σύμβουλος δύναται νὰ ἀνήκῃ εἰς κόμμα, ἀλλὰ δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ ἀσεβῇ, καταστρέφων διὰ τῆς ἀπουσίας του τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου. Ἀδίκως δὲ ἐμέμφθη ὁ προλαλήσας τοῦ κ. Γιαννούλη ὡς Νομάρχου, διότι ὁ κ. Γιαννούλης, ἔχω τὴν πεποίθησιν, πᾶν ὅ,τι ἔπραξε τὸ ἔπραξε κατὰ καθῆκον, ἐὰν δὲ προέβη εἰς τὴν παῦσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἢ καὶ αὐτῶν τῶν συμβούλων, ἔπραξε τοῦτο οὐχὶ ἐκ φατριασμοῦ ἢ διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καθαρῶς ἐκ πνεύματος καθήκοντος τιμίου καὶ ρέκτου ὑπαλλήλου, οἷος τυγχάνει ὁ ἐν Ζακύνθῳ νομάρχης κ. Γιαννούλης.
§25ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Ἀφορμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον μοὶ ἔδωκε τοῦτο, ὅτι ἐκ τῶν διακοπῶν, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὸν προαγορεύσαντα συνάδελφόν μου καὶ συμπολίτην μου, ἐνόησα, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ ἢ δὲν ἐνθυμεῖται τὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ἐκτυλιχθέντα ἐνώπιόν της ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, ὅτε κατὰ προηγουμένην τινὰ συνεδρίασιν ἀνέπτυξε τὴν ἐπερώτησίν του. Ἕνεκα δὲ τοῦ λόγου τούτου καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Πετσάλης μετὰ τοσαύτης ἀγανακτήσεως ἀνέβη τὸ βῆμα καὶ ἐπὶ ὑποθέσεων ἐσφαλμένων στηριζόμενος, ἠθέλησε νὰ σύρῃ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα φυσικῷ τῷ λόγῳ, διότι ἡ βάσις εἶναι σαθρὰ, εἶναι σαθρὰ καὶ τὰ συμπεράσματα. Οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα τῶν Ὑπουργῶν, ὡς ἀνωτάτων διοικητικῶν λειτουργῶν, νὰ ἑρμηνεύωσι τοὺς νόμους δι’ ἐγκυκλίων. Οὐδὲ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ζακύνθου ἠμφισβήτησεν ἢ ἠρνήθη κατ’ ἀρχὴν νὰ συνέλθῃ εἰς τὸ δημοτικὸν κατάστημα, ὅπου πολλάκις συνεδρίασε καὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης συνεδρίαζε, μὴ θεωροῦν δῆθεν τοῦτο ὡς κατάλληλον τόπον συνεδριάσεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Συνεδρίαζεν ὅμως κατὰ καιροὺς καὶ εἰς ἄλλο δημοτικὸν κατάστημα, διότι ἐν Ζακύνθῳ, ὅπως καὶ κατὰ τὴν λοιπὴν Ἑπτάνησον, ὑπάρχουσι πολλὰ δημοτικὰ καταστήματα, δηλαδὴ καταστήματα ἀνήκοντα εἰς τὸν δῆμον. Τοσοῦτον τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ὥστε ἐν τῷ κανονισμῷ τῷ ἐγκεκριμένῳ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ζακυνθίων ὑπάρχει ἄρθρον ῥητὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον (ἀναγινώσκει) «τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θὰ συνεδριάζῃ εἰς ὃν τόπον κρίνει, συνεπείᾳ ἐπὶ τούτῳ ψηφίσματος καταλλήλου».
§26ΔΑΓΡΕΣ. Τί εἶναι αὐτό;
§27ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ ἐσωτερικὸς κανονισμὸς τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ζακυνθίων.
§28ΔΑΓΡΕΣ. Ποίας ἐποχῆς εἶναι; παρακαλῶ.
§29ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τῆς παρούσης περιόδου.
§30ΑΡΓ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐντὸς τῆς περιόδου τοῦ παρόντος Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§31ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐν τῷ δημοτικῷ νόμῳ καὶ ἐν τῷ διατάγματι περὶ συνόδων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων δὲν ὑπάρχει διάταξις ὁρίζουσα, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια συνεδριάζουσιν ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι.
§32Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει.
§33ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Προκαλῶ τὸν ἀντιλέγοντα νὰ μοὶ φέρῃ τὴν διάταξιν.
§34Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις, ὅτι εἰσηγητὴς τῶν δημοτικῶν ὑποθέσεων εἶναι ὁ Δήμαρχος.
§35ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ Δήμαρχος εἶναι εἷς, καὶ τὸ Συμβούλιον εἶναι πολυμελὲς, καὶ ἑπομένως ὁ εἷς πρέπει νὰ ὑποχωρῇ εἰς τοὺς περισσοτέρους. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται τώρα περὶ τούτου, κύριε συνάδελφε. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ἂν οὐχὶ εἰς πάντας, ἀλλὰ εἰς τοὺς πλείστους τῶν κκ. συναδέλφων, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ὅλων τῶν δήμων τοῦ Κράτους πολλάκις συνεδρίασαν καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Δημάρχου καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ εἰς τὸν οἶκον ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῶν. Καὶ ἐλλόγως, Κύριοι, διότι ἐν τῷ νόμῳ δὲν ἠδύνατο νὰ τεθῇ τοιαύτη διάταξις, ὁρίζουσα ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῶν πράξεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τὸν τόπον τῶν συνεδριάσεών του, διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι δικαστικὴ ἀρχή. Ἐννοῶ τοῦτο, ὅτι ὁ τόπος τῶν συνεδριάσεων τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὡρισμένος, διότι πρέπει νὰ γνωρίζωσιν οἱ διάδικοι ποῦ θὰ προσέλθωσιν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ συνεδριάσεως σωματείων, δὲν ἠδύνατο νὰ τεθῇ τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ.
§36ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ Δήμαρχος παρίστατο ὅτε ὡρίσθη τὸ κατάστημα αὐτὸ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου;
§37ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μάλιστα, παρίστατο ὁ Δήμαρχος. Λοιπὸν, Κύριοι, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν ἠρνήθη κατ’ ἀρχὴν νὰ συνεδριάσῃ ἐν τῷ Δημαρχείῳ. Προσθέτω καὶ τοῦτο, διότι ἕνεκα τῆς διακοπῆς τὸ παρέλειψα. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, λαβὸν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἑξῆς αἰτίας, ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, καθ’ ἣν ἐκφέρει γνώμην, ὅτι συνήθης τόπος τῶν συνεδριάσεων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων εἶναι τὸ δημοτικὸν κατάστημα. Καὶ βεβαίως αὐτὸ ἔρχεται εἰς τὴν λογικήν. Ἐκεῖ ὑπάρχουσι τὰ ἀρχεῖα, ἐκεῖ ὑπάρχουσι πρόχειρα τὰ ἔγγραφα, ἐκεῖ εἶναι ὁ Δήμαρχος· βεβαίως ἐκεῖ πρέπει νὰ συνεδριάζῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Εἰς τοῦτο δὲ ἔλαβεν ἀφορμὴν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς προεῖπον, ἵνα προλάβῃ κατάχρησιν, ἥτις ἐγίνετο ἔν τισι δήμοις τοῦ Κράτους, ὅπου αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐνοικίαζον, χάριν ἀτομικῶν συμφερόντων, χωριστὸν κατάστημα διὰ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον· ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτίας τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβεν ἀφορμὴν, καὶ ἑρμηνεῦον τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, εἶπεν, ὅτι συνήθης τόπος τῶν συνεδριάσεων πρέπει νὰ ἦναι τὸ δημοτικὸν κατάστημα. Ἀλλὰ τί ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν διαφωνίαν μεταξὺ Δημάρχου Ζακυνθίων καὶ Δημοτικοῦ Συμβουλίου; Διότι ἐνταῦθα κεῖται ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου. Σημειώσατε, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ ὁ Δήμαρχος Ζακυνθίων δὲν ἐδείκνυε μέγαν ζῆλον καὶ ἐπιθυμίαν νὰ συνεδριάζῃ μετὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τουναντίον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ζακύνθου, ἔχον ὑπ’ ὄψει τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, πολλάκις, οὕτως εἰπεῖν, ἐξεβίαζε τὸν Δήμαρχον, ἵνα συνέλθωσι καὶ σκεφθῶσι περὶ τῶν δημοτικῶν συμφερόντων. Κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον ἦτο ἐκκρεμὲς καὶ ἐπεῖγον τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἅλατος, περὶ οὗ ἔλαβον τὴν τιμὴν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν Βουλήν· τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀποβλέπον εἰς τὸ ἐπεῖγον τοῦ ζητήματος, εἰδοποιεῖ τὸν Δήμαρχον, ὅτι πρέπει νὰ συνέλθωσιν, ὅπως λάβωσι μέτρα κατάλληλα ἐγκαίρως, ἵνα μὴ λείψῃ τὸ ἅλας ἀπὸ τὸν τόπον, καὶ ὁρίζει ὁ Πρόεδρος τὴν ἡμέραν τῆς συνεδριάσεως. Συνέρχεται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν τῷ δημαρχικῷ καταστήματι, ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος ἀπουσιάζει, διότι εἶχε λόγον ν’ ἀντιπολιτευθῇ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τὸ Συμβούλιον· καὶ ὄχι μόνον ἀπουσίαζεν ἀπὸ τοῦ δημαρχικοῦ καταστήματος ὁ Δήμαρχος κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ὥραν, ἀλλ’ ἔκλεισε καὶ τὴν θύραν τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων, ἀφῆκε δὲ παραμένοντα ἐκεῖ τὸν γραμματέα του μετά τινων δημοτικῶν κλητήρων· συνέρχεται ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου μετὰ τῶν συμβούλων καὶ ἀποτελοῦσιν ἀπαρτίαν, καὶ ζητοῦσιν ἀπὸ τὸν γραμματέα νὰ τοῖς ἀνοίξῃ τὴν αἴθουσαν τοῦ δημοτικοῦ καταστήματος, ἵνα συνέλθωσι καὶ συνεδριάσωσι· καὶ ὁ μὲν γραμματεὺς προσηνέχθη βαναύσως πρὸς αὐτοὺς καὶ τοῖς λέγει: «δὲν δύναμαι νὰ ἀνοίξω τὴν θύραν, ἀπόντος τοῦ Δημάρχου, καὶ δὲν εἶναι τώρα ὥρα, καὶ ὁ Δήμαρχος δὲν εἶναι ἐδῶ, καὶ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθητε»· καὶ ἐπειδὴ οἱ σύμβουλοι τῷ ἔκαμαν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἶναι τρόπος αὐτὸς, νὰ φέρητε οὕτως, αὐτὸς διέταξε τοὺς κλητῆρας καὶ τοῖς εἶπε: «βγάλτε τους ἔξω.» Ἐννοεῖτε ὅτι οἱ σύμβουλοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἀντιτάξωσιν ἀπέναντι αὐτῆς τῆς βαναυσότητος τὴν βίαν, διότι θὰ ἐταπεινοῦντο, διότι θὰ ὑπεβιβάζοντο. Ἐξ ἀνάγκης λοιπὸν ἐπῆραν τοὺς πίλους των, ἔδωκαν τόπον τῇ ὀργῇ καὶ ἀνεχώρησαν. Τὴν ἐπιοῦσαν ἐκθέτουσι τὰ πράγματα πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Τώρα ἐρωτῶ ὑμᾶς, ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων;
§38ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξε.
§39ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δυστυχῶς δὲν ἔπραξεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ· ἴσα ἴσα αὐτὸ ζητῶ καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὸ ἔπραξεν, ἡ ἀρχὴ ἐσιώπησε, τοὺς ἀφῆκε νὰ κανονίσωσι τὰς ὑποθέσεις των μεταξύ των δι’ ἀμοιβαίων μηνύσεων. Ἐννοεῖτε ὅτι μετὰ τὴν σκηνὴν ταύτην, ἐν ὅσῳ οἱ προσβληθέντες δημοτικοὶ σύμβουλοι δὲν ἐλάμβανον ἱκανοποίησιν, δὲν ἠδύναντο νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ Δημαρχεῖον καὶ νὰ συνεδριάσωσιν εἰς τὸ Δημαρχεῖον, ὁπόθεν ἀπεβλήθησαν διὰ τῆς βίας διὰ τῶν δημοτικῶν κλητήρων, ἡ δὲ διοικητικὴ ἀρχὴ μένει ἀπαθής. Τί γίνεται τότε; Δὲν παρέλειψε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὸ καθῆκόν του, ἤτοι ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ, ἀλλὰ συνέρχεται τότε ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι, τῷ περιλαμβάνοντι τὸ Νοσοκομεῖον καὶ τὸ Βρεφοκομεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι παλαιὸν κατάστημα καὶ ἔχει μεγάλας αἰθούσας, ἔχει τὸ γραφεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετὰ εὐρύχωρον, δυνάμενον νὰ περιλάβῃ 40 συμβούλους συνεδριάζοντας, καὶ ὅπου καὶ ἄλλοτε νομίζω ἐκτάκτως συνεδρίασε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐν συνεννοήσει τότε βεβαίως μετὰ τοῦ Δημάρχου, καὶ ἐκδίδει ψήφισμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέγνωσα, καὶ ὁρίζει ὡς τόπον τῶν συνεδριάσεών του τὸ δημοτικὸν νοσοκομεῖον.
§40ΔΑΓΡΕΣ. Ἐνεκρίθη ἢ ὄχι ὁ κανονισμὸς αὐτός;
§41ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι ἐγκεκριμμένος.
§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Φέρει χρονολογίαν;
§43ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν δύναμαι νὰ ἠξεύρω. Τοῦτο, ὅπερ ἔχω, εἶναι ἁπλῆ σημείωσις ἀνεπίσημος.
§44ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διότι αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον.
§45ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑπάρχει ἡ ἔγκρισις εἰς τὸ πρωτότυπον.
§46ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τοῦ κανονισμοῦ τούτου ἐκδίδεται τὸ ψήφισμα τοῦ Δημ. Συμβουλίου καὶ προσκαλεῖται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημ. Συμβουλίου ὁ Δήμαρχος, ἵνα παρασταθῇ. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος τοπικοῦ, τὸ ὁποῖον πραγματεύομαι μόνον καθ’ ὅσον σχετίζεται πρὸς γενικὰ συμφέροντα, διότι τὸ πάθημα τοῦ Δημ. Συμβουλίου Ζακύνθου αὔριον δύναται νὰ γείνῃ πάθημα Δημ. Συμβουλίου ἄλλου δήμου· δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀνεχθῶμεν προφανῆ παράβασιν τῶν νόμων. Δὲν θέλω, λέγω, ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολὺ, ἵνα τῇ ἀναγνώσω τὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν διαμειφθεῖσαν μεταξὺ τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Δημ. Συμβουλίου. Ὁ Δήμαρχος, στηριζόμενος εἰς τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ, διότι ἐγένετο φίλος τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας, φέρεται ὑβριστικώτατα πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημ. Συμβουλίου, καὶ τὰ ἔγγραφα, Κύριοι, τὰ ὁποῖα γράφει ὁ Δήμαρχος πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημ. Συμβουλίου δὲν θὰ ἔγραφε πρὸς τὸν τελευταῖον μισθωτὸν ὑπηρέτην του. Καὶ τούτων εἶχε γνῶσιν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, καὶ δὲν παρεμβαίνει νὰ συμβιβάσῃ τὰ διεστῶτα, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, καὶ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκ τῆς διαστάσεως ταύτης ὑποφέρουσι τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, τὰ ὁποῖα καθῆκον ἔχει νὰ προστατεύσῃ· παρεμβαίνει μόνον ὅταν πρόκηται νὰ καταφέρῃ τὸ τραῦμα κατὰ τοῦ Δημ. Συμβουλίου καὶ τοῦ Προέδρου αὐτοῦ· τότε ἐνθυμεῖται τὰ καθήκοντά της, τότε ἐνθυμεῖται τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Διέῤῥευσε χρόνος οὐκ ὀλίγος, ἀφ’ ἧς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐκάλεσε τὸν Δήμαρχον ἐν τῷ Νοσοκομείῳ, ἵνα συνέλθωσι καὶ συσκεφθῶσι περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου, ἤτοι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου μέχρι πρὸ ὀλίγου. Τῆς καταστάσεως ταύτης ἔλαβεν ἐγκαίρως γνῶσιν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ Νομάρχης δι’ ἐκθέσεώς του ἀνεφέρθη πρὸς τὴν ἀνωτέραν διοικητικὴν ἀρχὴν, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κωφεύει, δὲν ἀπαντᾷ, ἀφίνει τὴν κατάστασιν ταύτην ἐν τῇ ὀξύτητι. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὑποβάλλει αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ λέγει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον: «Ὁ Νομάρχης δὲν θέλει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τῷ ὑπεβάλομεν· λύσε το τοὐλάχιστον σὺ, ἡ ἀνωτέρα διοικητικὴ ἀρχὴ, κάμε ὥστε νὰ παύσῃ ἡ κατάστασις αὕτη ἡ ἀνώμαλος»· καὶ τὸ Ὑπουργεῖον κωφεύει. Ἐπὶ τέλους τὸ Ὑπουργεῖον ὁμιλεῖ, ἀλλ’ ὁμιλεῖ, ἵνα ὡς πρὸς μὲν τὸ ζήτημα ποῦ θὰ συνεδριάζῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον μετὰ τὰ συμβάντα, ἐν λακωνικωτάτῃ φράσει ἀπαντήσῃ «δὲν θεωροῦμεν ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου», καὶ παρέρχεται τὸν σκόπελον...
§47ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Εἰς αὐτὸ τὸ πρακτικὸν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου συνέπραξεν ὁ Δήμαρχος;
§48ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἰς ποῖον πρακτικόν;
§49ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὸν κανονισμόν.
§50ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως συνέπραξεν ὁ Δήμαρχος· διότι ὁ κανονισμὸς αὐτὸς συνετάχθη ὅτε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα αὐτοῦ κατὰ τὴν τρέχουσαν περίοδον, δηλ. πρὸ τριῶν ἐτῶν.
§51ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει ὅμως χρονολογίαν.
§52ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δυστυχῶς τὸ σημείωμα, τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔχω, δὲν εἶναι ἐπίσημον, ἀλλ’ ὑπάρχει βεβαίως τὸ ἐπίσημον πρωτότυπον. Παρέρχεται λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ζήτημα τῆς συγκρούσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου μετὰ τοῦ Δημάρχου. Θεωρεῖ μόνον, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὡς πρὸς τὸν τόπον τῶν συνεδριάσεων δὲν εἶναι ὀρθή, δίδει ὅμως τὴν συμβουλὴν εἰς τὸν Νομάρχην νὰ προσενεχθῇ ἀμείλικτος καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον ἀδυσωπήτως κατὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ τότε ὁ Νομάρχης, μετὰ τὴν διαταγὴν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου, ἐφαρμόζων τὸ διάταγμα περὶ συνόδων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, προσκαλεῖ τὸ Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ συγκαλέσῃ τὸ Συμβούλιον ἐν τῷ δημαρχικῷ καταστήματι. Φυσικῷ τῷ λόγῳ ὁ Πρόεδρος ἀναφέρεται εἰς ὅλα τὰ παρελθόντα καὶ λέγει εἰς τὸν Νομάρχην: «Τί με διατάσσεις νὰ συγκαλέσω τὸ Συμβούλιον εἰς τὸ δημαρχικὸν κατάστημα; μήπως δὲν γνωρίζῃς τὰ διατρέχοντα; Τί ἔπραξεν ἡ διοικητικὴ ἀρχή, ὥστε νὰ ἐξομαλύνῃ ταῦτα, ὥστε νὰ θέσῃ ἐκ ποδῶν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουσι τὸ Συμβούλιον νὰ συνέλθῃ ἐκεῖ, ἵνα μὲ διατάξῃς νὰ τὸ συγκαλέσω ἐκεῖ;» Ὁ Νομάρχης τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν, τὴν φυσικὴν καὶ λογικήν, τὴν θεωρεῖ ὡς ἄρνησιν, καὶ ἐφαρμόζει τὸ διάταγμα, καὶ κηρύσσει τὸν Πρόεδρον ἔκπτωτον τῆς προεδρείας. Ἔρχεται ὡς Πρόεδρος τοῦ Δημ. Συμβουλίου ὁ κατὰ τὰς ψήφους ἑπόμενος,—οὗτος δ’ ἔτυχε νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν φίλην τῷ Δημάρχῳ μερίδα, — συγκαλεῖ τὸ Συμβούλιον, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου δὲν συνέρχεται, φυσικῷ τῷ λόγῳ, εἰς τὸ δημοτικὸν κατάστημα, διότι τὰ αἴτια πάντοτε ὑφίστανται. Συγκαλεῖ ὁ Πρόεδρος ἅπαξ, δίς, τρίς, καὶ ἰδοὺ ἔρχεται ἡ ἐφαρμογὴ τότε τῆς διατάξεως τοῦ περὶ Δημοτικῶν Συμβουλίων νόμου. Ἀρνοῦνται, λέγει ἡ διοικητικὴ ἀρχή, οἱ σύμβουλοι νὰ ὑπηρετήσωσι· τοὺς δίδει τὰ παπούτσια καὶ τοὺς ἀποβάλλει....
§53ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ κάμῃ;
§54ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζετε, ὅτι ἡ λύσις αὕτη ἐδόθη ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος καὶ κατ’ εὐσυνείδητον ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου; Τίς ἀμφισβητεῖ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου;
§55ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο νὰ ἴδωμεν.
§56ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι ἡ γνώμη σας, κύριε συνάδελφε, καὶ σέβομαι αὐτήν.
§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἐγὼ τὴν ὑμετέραν.
§58ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Λυποῦμαι μόνον διότι δὲν κατώρθωσα νὰ σᾶς πείσω.... Καὶ ἔρχεται λέγω ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Βεβαίως εἰς τοὺς ἀρνουμένους νὰ συνέλθωσι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ τιμωρία. Ἀλλ’ ὁ νόμος προβλέπει καὶ περὶ δεδικαιολογημένης ἀρνήσεως. Καὶ ὁ νόμος περὶ συνόδων τῶν Δημ. Συμβουλίων ἐνδεικτικῶς ἀπαριθμεῖ περιπτώσεις τινάς, καθ’ ας ὁ δημοτικὸς σύμβουλος, μὴ προσερχόμενος, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ἀρνούμενος, ἀλλὰ δεδικαιολογημένως μὴ προσερχόμενος, καὶ ὡς νόμιμα αἴτια λογίζονται (ἀναγινώσκει) «ἡ ἀσθένεια, πιστοποιουμένη ἀπὸ ἰατρὸν ἢ ἱερέα, ὑπόθεσις τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας προσηκόντως ἀποδεδειγμένη, ἔκτακτος ὑπόθεσις ἀρκούντως δεδικαιολογημένη»· ἀλλὰ βεβαίως αἱ ὑποθέσεις αὗται τοῦ νόμου εἶναι ἁπλῶς ἐνδεικτικαὶ, δὲν ἀποκλείεται ὅμως ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἀπὸ τοῦ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ ἄλλα δικαιολογήματα· ἐρωτῶ δὲ ἐγώ: δὲν ἦτο δικαιολογημένη ἡ μὴ προσέλευσις τῶν συμβούλων;
§59ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὄχι.
§60ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ θέτω πρὸς τὸν ἀντιλέγοντα τὸ ἐρώτημα: ἐὰν ἠθέλετε μοὶ κάμει τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκεφθῆτε, καὶ ἐγὼ διέτασσον τὸν ὑπηρέτην μου νὰ σᾶς ἐκβάλῃ ἔξω τῆς θύρας τοῦ οἴκου μου....
§61ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου, τιμωροῦσα τὴν πρᾶξιν.
§62ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ δὲ κατόπιν σᾶς προσεκάλουν εἰς γεῦμα, δὲν θὰ ἦτο δικαιολογημένη ἡ ἄρνησίς σας, καὶ μάλιστα νὰ μή μου ἀπαντήσητε κἄν;
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν.
§64ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔχει μεγίστην σχέσιν· ἐγένετο προσβολὴ πρὸς ἀρχὴν ἐκ μέρους μὲν μὴ ὑπαλλήλου,—διότι ὁ γραμματεὺς τῆς Δημαρχίας δὲν ἔχει ἐπίσημον χαρακτῆρα, — ἀλλ’ ἐξαρτωμένου ἐκ τοῦ Δημάρχου, προσβολὴ ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι, καὶ δὲν ἐδόθη κἀμμία ἱκανοποίησις πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν προσβληθεῖσαν. Ἐπὶ τέλους οἱ σύμβουλοι τί λέγουσιν εἰς τὸν Νομάρχην; «Ἀρκοῦσαν ἱκανοποίησιν θὰ θεωρήσωμεν, ἐὰν ἀπολυθῇ ὁ γραμματεὺς τῆς Δημαρχίας, ὁ προσβαλὼν ἡμᾶς». Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο οὔτε τοῦτο, οὔτε κἄν ἐπίπληξις εἰς τὸν Δήμαρχον, ἀλλ’ ἤθελεν ὁ Νομάρχης, μεθ’ ὅλην τὴν προσβολὴν, ἥτις ἐγένετο εἰς τοὺς συμβούλους, νὰ τοὺς ἐξαναγκάσῃ νὰ συνεδριάσωσιν εἰς τὸ δημοτικὸν κατάστημα. Πεποιθότως, Κύριοι, φρονῶ καὶ ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς σκέψεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν προσηνέχθησαν ὅπως ἔπρεπε νὰ προσενεχθῶσιν. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πετσάλης ἀνέφερεν, ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος, ὅτι τὰ πάθη ἐν Ζακύνθῳ κοχλάζουσι, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ μόνον ἐν Ζακύνθῳ· διότι, ἐρωτῶ αὐτὸν τὸν κ. Πετσάλην, τὸν ὁποῖον βλέπω μετὰ πόσου ζήλου, ὁσάκις πρόκηται περὶ τῆς ἐπαρχίας αὐτοῦ, ἀναβαίνει εἰς τὸ βῆμα, ἢ διακόπτει τοὺς ἀγορεύοντας, τὸν ἐρωτῶ λέγω, ἐν τῷ στήθει αὐτοῦ τὰ πάθη εἶναι ἤρεμα ἢ κοχλάζουσι; Βεβαίως τὰ πολιτικὰ πάθη ἐξάπτουσιν· ἀλλὰ δυνάμεθα ἐν τῇ ψυχρᾷ λογικῇ καὶ ἐν τῇ ἀμερολήπτῳ ἐκτιμήσει τῶν γεγονότων νὰ κρίνωμεν ποῦ εἶναι τὸ δίκαιον, φρονῶ δὲ, ὅτι τὸ δίκαιον ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ὑπὲρ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ζακύνθου καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ Δημάρχου.
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου εἶναι πάντοτε ἀξία προσοχῆς, ἐκεῖνοι δὲ, ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν ὁποίων ἐκφέρει γνώμην, ἔχουσι μέγα συμφέρον, ἵνα μεταπείσωσι τὸν κ. Βουλευτὴν, ἐὰν ἤθελεν ἔχει γνώμην, ὅτι ἔσφαλον. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ προβῶ εἰς τοιαύτην ἀπόπειραν, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ πολλοῦ ἤδη χρόνου μὲ ἔπεισεν, ὅτι πάντοτε θέλει ἐκφέρει τοιαύτας γνώμας ἐπὶ τῶν πράξεων ἡμῶν, οἵας σήμερον ἐξήνεγκεν· ἔχω ὅμως καθῆκον πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδείξω τοῦτο, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου δὲν εἶναι οὐδὲ ὀρθὴ, οὐδὲ νόμιμος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου δὲν διέτριψε παντάπασιν εἰς τὸ κύριον ζήτημα, ἀλλὰ διέτρεψεν εἰς τὰς προσωπικὰς σχέσεις τοῦ Δημάρχου Ζακυνθίων πρὸς τὰ μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὑπέλαβεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι ἀλλοτρίαν ἐξουσίαν—καὶ ἀλλοτρίαν ἐξουσίαν διαχειρίζονται οἵ τε διαπράττοντες τὰ κοινὰ ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους καὶ οἱ διαπράττοντες τὰ δημοτικὰ ἐν ὀνόματι τοῦ δήμου,—ὅτι αὐτοὶ εἶναι κύριοι νὰ κανονίζωσι τὰς σχέσεις αὐτῶν ἀναλόγως τῶν παρουσιαζομένων ζητημάτων καὶ τῶν προσωπικῶν αὐτῶν συμπαθειῶν. Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι, ἐὰν δύναται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ συνεδριάζῃ ὅπου θέλει, σήμερον φερ’ εἰπεῖν ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι, αὔριον ἐν τῷ δημοτικῷ νοσοκομείῳ, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἔν τινι οἰκίᾳ, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἔν τινι οἰνοπωλείῳ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου νομίζει, ὅτι δύναται νὰ συνεδριάζῃ ὅπου θέλει, ἀρκεῖ νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀπαρτίᾳ. Εὐθὺς λοιπὸν ὡς ἔν τινι δήμῳ τὰ δύο τρίτα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἤτοι 12 ἐν τοῖς δήμοις αʹ τάξεως, 8 ἐν τοῖς δήμοις βʹ τάξεως καὶ 4 ἐν τοῖς δήμοις γʹ τάξεως, ὁμονοήσωσι, δύνανται νὰ συνέρχωνται παρὰ τὴν ἑστίαν ἑνὸς τῶν συμβούλων, καὶ ν’ ἀποφασίζωσι καὶ συντάττωσιν ἓν πρακτικόν, τοῦτο δὲ θέλει θεωρεῖσθαι ὡς ἔγκυρον πρακτικὸν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι συγκεχωρημένον οὐχὶ μόνον εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πολιτικὰ Σώματα, αὐτοτελῆ καὶ αὐτόβουλα, ἀλλὰ οὐδὲ εἰς αὐτὰ τὰ αὐτοτελῆ καὶ αὐτόβουλα Σώματα. Νομίζετε ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ συνεδριάζῃ ἐν τῷ καταστήματι αὑτῆς ἄνευ λόγου σπουδαίου, δικαιολογοῦντος τοιαύτην πρᾶξιν αὐτῆς; Νομίζετε ὅτι ἡμεῖς οἱ 76 δυνάμεθα νὰ συνεδριάσωμεν ἔν τινι οἰκίᾳ; Ἐὰν τοῦτο δὲν ἦναι συγκεχωρημένον εἰς τὰ αὐτόβουλα Σώματα, κατὰ πλείονα λόγον δὲν εἶναι συγκεχωρημένον εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Διὰ τὴν νόμιμον ἀπόφασιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ βεβαιότης, ὅτι διετηρήθη ἡ γνησιότης καὶ ἡ ἀσφάλεια περὶ τὰς σκέψεις τῶν μελῶν αὐτοῦ· τὰς ἐγγυήσεις δὲ ταύτας παρέχει μόνον τὸ ἐκ τῶν προτέρων προσδιωρισμένον κατάστημα τῶν συνεδριάσεων αὐτοῦ. Δυστυχῶς οἱ δῆμοι τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι εὔποροι, τὰ μέσα αὐτῶν εἰσι γλίσχρα, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι δημοτικὸν κατάστημα πάντες. Οἱ πλεῖστοι ἐνοικιάζουσι μίαν οἰκίαν, καὶ ἐκεῖ ἐργάζεται ὁ Δήμαρχος, ἐκεῖ συνέρχεται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ὁ δῆμος τῆς Ζακύνθου εὐτυχῶς δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, διότι πρὸ χρόνων ἡ Ζάκυνθος εἶχε κατάστημα τῆς πόλεως, ὅταν δ’ ἡνώθη μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος τὸ κατάστημα ἐκεῖνο ὡρίσθη ὡς κατάστημα τῆς Δημαρχίας, ἐν αὐτῷ δὲ ἐπὶ 27 ἔτη συνεδρίαζε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ἐφέτος, μετὰ πάροδον 27 ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἑνώσεως, ἀπεφάσισε νὰ συνεδριάζῃ ἐν τῷ Νοσοκομείῳ, καὶ τοῦτο, διότι ἡμέραν τινὰ ἐκλήθη παρὰ τοῦ Δημάρχου εἰς συνεδρίασιν, ὅταν δὲ συνῆλθον οἱ σύμβουλοι, δὲν εὗρον ἐκεῖ τὸν Δήμαρχον, ἀλλὰ μόνον τὸν Γραμματέα τῆς Δημαρχίας, ὁ ὁποῖος προσηνέχθη, ὡς ἰσχυρίζονται, ἀπρεπῶς πρὸς αὐτούς. Καὶ ἀμέσως ἀπεφάσισαν, ὅτι, ἂν δὲν ἤθελε δοθῆ εἰς αὐτοὺς ἱκανοποίησις διὰ τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ Γραμματέως τῆς Δημαρχίας προσβολὴν, νὰ μὴ συνεδριάζωσιν ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι. Ὁ Γραμματεὺς τῆς Δημαρχίας κατηγγέλθη εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ θέλουσιν εὑρεῖ τὴν κατὰ νόμους ἱκανοποίησιν παρ’ αὐτῆς. Ἀλλὰ παράπονα ἔχουσιν, ὅτι ὁ Νομάρχης ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀνεμίχθη, ὅπως συμβιβάσῃ αὐτούς. Ἔχω πλήρη συνείδησιν, ὅτι τὸ καθῆκόν μου μοὶ ἐπιβάλλει νὰ φροντίζω περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, καὶ ἄν που πεισθῶ, ὅτι οὗτοι παρεβάθησαν, νὰ παρέμβω, ἵνα ἀνορθώσω πᾶσαν συντήρησιν αὐτῶν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νὰ σπεύσω νὰ συμβιβάσω τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους μετὰ τοῦ Δημάρχου, ὁσάκις οὗτοι ἤθελον ὑπολάβει, ὅτι προσεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ Γραμματέως τῆς Δημαρχίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐξέτεινε τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τὰ διατρέξαντα, καὶ ὡμίλησε περὶ κανονισμοῦ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδένα γνωρίζω κανονισμὸν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν εἶχε συνταχθῆ κανονισμὸς τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, οὗτος ἔπρεπε νὰ ἐγκριθῇ παρὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τότε δὲ ἦτο πρᾶξις πλήρης καὶ ἀρτία· ἐὰν ὅμως ἐγένετο μόνον ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ μάλιστα κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, ὅτε τὸ Συμβούλιον ἀπεφάσισε νὰ μετοικήσῃ εἰς τὸ δημοτικὸν νοσοκομεῖον, ἡ πρᾶξις αὕτη οὐδεμίαν ἔχει ἰσχὺν καὶ οὐδεμίαν ἀξίαν, οὐδὲ δύναται νὰ ἀναιρέσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ διοικητικὴ ἀρχή, νὰ ἐπιτηρῇ, ἐὰν αἱ συνεδριάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου γίγνωνται κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, γίνονται δὲ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἐὰν ἐκτελῶνται κατ’ αὐτὰς τὰ παρὰ τούτων ἀπαιτούμενα. Ἐὰν λοιπὸν εἶχε συνταχθῆ κανονισμὸς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀποδεχθῆ ὁ Δήμαρχος, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐγκρίνει ὁ Νομάρχης, βεβαίως ὁ κανονισμὸς, οὗτος εἶναι πρᾶξις ἔχουσα ἰσχὺν, ἀλλὰ τοιούτου κανονισμοῦ ἐγὼ δὲν ἔλαβον γνῶσιν. Ἔλαβον ὅμως γνῶσιν ἄλλου τινὸς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀντὶ νὰ συγκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι, συνεκάλεσεν αὐτὸ ἐν τῷ δημοτικῷ νοσοκομείῳ, ὅτι ὁ Δήμαρχος κατήγγειλεν αὐτὸν εἰς τὸ Νομάρχην, καὶ ὅτι ὁ Νομάρχης ἠτοιμάζετο ν’ ἀπαγγείλῃ κατὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τὴν ποινὴν τῆς ἐκπτώσεως, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ συνόδων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ἀλλὰ τότε περιῆλθον τὰ περὶ τούτου εἰς γνῶσίν μου, καὶ ἔσπευσα νὰ παραγγείλω εἰς τὸν Νομάρχην νὰ μὴ ἀπαγγείλῃ τὴν ποινὴν τῆς ἐκπτώσεως κατὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη του, καὶ ὅτι πρέπει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ συνέρχεται εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι. Ἐὰν δὲ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐν γνώσει τῆς ἐννοίας ταύτης τοῦ νόμου ἤθελεν ἐπιμείνει ἀρνούμενος νὰ συγκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι, τότε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ συνόδων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Νομίζω ὅτι ἐπιεικεστέραν γνώμην δὲν ἠδύνατο νὰ προσδοκᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου. Ἀλλ’ ὁ Νομάρχης ἀνεκοίνωσε ταῦτα εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὅστις ὅμως ἐπέμεινεν ἀρνούμενος νὰ συγκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι, καὶ ἐξαναγκάσας οὕτω τὸν Νομάρχην νὰ ἐφαρμόσῃ κατ’ αὐτοῦ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ συνόδων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Μετὰ τοῦτο ὅμως ἐπῆλθον νεώτερα συμβεβηκότα, ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου δέν μοι ἐγένοντο εἰσέτι ἐπισήμως γνωστά. Ἤκουσα καὶ ἐγὼ αὐτὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἀφηγήθη αὐτά. Κατὰ τὴν ἀφήγησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, κηρυχθέντας ἐκπτώτου κατὰ τὰ εἰρημένα τοῦ Προέδρου τοῦ Δημ. Συμβουλίου ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτοῦ, ἀνέλαβε τὰ τοῦ Προέδρου ὁ ἔχων τὰς πλείστας ψήφους κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν συμβούλων δημοτικὸς σύμβουλος· ἐπειδὴ δὲ αὐτὸς δὲν ἀνῆκεν εἰς τὸ αὐτὸ δημοτικὸν κόμμα, συνεκάλεσε τὰ μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι. Ἀλλὰ τὰ μέλη δὲν ἐνέκριναν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ δημοτικὸν κατάστημα κατὰ τὴν γενομένην αὐτοῖς πρόσκλησιν, ἐπιμένοντα νὰ ἀξιῶσι νὰ συνέλθωσιν ἐν τῷ δημοτικῷ νοσοκομείῳ· ἕνεκα τούτου δ’ ἐγένετο καταγγελία πρὸς τὴν Νομαρχίαν καὶ κατ’ αὐτῶν, καὶ ἡ Νομαρχία ἐφήρμοσε καὶ κατὰ τῶν μελῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τὸν νόμον περὶ συνόδων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, διότι δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου γενομένην αὐτοῖς πρόσκλησιν. Ἐὰν ταῦτα ἦναι ἀκριβῆ, ἐὰν ἕνεκα τούτων ἤθελον συμβῆ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὁ πρῶτον ἀγορεύσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑπέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἤθελον ἐπέλθει ζημίαι εἰς τὸν δῆμον, εἴτε διότι δὲν ἤθελε ψηφισθῆ ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ, αἱ ζημίαι αὗται δὲν θέλουσι βεβαίως ἐπιβαρύνει τὸν δῆμον ὅστις ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ν’ ἀποζημιωθῇ ἐπὶ ταύταις παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπέχουσι τὴν εὐθύνην, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ δὲν θέλει παραλίπει νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἐπὶ ταῖς τοιαύταις ζημίαις.
§66ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἀντιβραχίονος τοῦ λιμένος Καλαμῶν, καθόσον πλεῖσται οἰκίαι κατεστράφησαν ὑπὸ τῶν κυμάτων καὶ ἄλλαι εἶναι ἑπόμενον νὰ καταστραφῶσι. Πρὸ δὲ ἔχω καὶ ἑτέραν παράστασιν νὰ κάμω. Μεταξὺ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Θουρίας καὶ τῆς κωμοπόλεως Μικρομάνης ὑπῆρχε γέφυρα, διὰ τῆς ὁποίας συνεκοινώνουν τὰ δύο ταῦτα χωρία· ἡ γέφυρα αὕτη κατεστράφη καὶ συνεπῶς ἡ συγκοινωνία κατέστη ἀδύνατος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ καὶ τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας ταύτης.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ἐξετάσει περὶ ἀμφοτέρων τούτων.
§68ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σήμερον, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρίσκεται παρὼν ἐν τῇ συνεδριάσει, κρίνω καλὸν νὰ ὑπενθυμίσω καὶ συστήσω πρὸς αὐτὸν τὴν χθεσινὴν ἐπερώτησίν μου, ἥτις περιέχεται εἰς τὰ σήμερον ἐπικυρωθέντα πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Θὰ παρακαλέσω δὲ αὐτὸν, καθὼς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εὐαρεστηθῶσι νὰ μεριμνήσωσι περὶ ἐκτελέσεως τῆς συστάσεώς μου, τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ ἐπερώτησις καὶ ἡ ὁποία εἶναι δικαιοτάτη. Ἐπὶ δὲ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωσερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μεριμνήσῃ περὶ διορισμοῦ ἀστυνόμου ἐν τῷ δήμῳ Γυθείου, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐπερώτησιν. Παρὰ δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως θέλω ζητήσει καὶ πάλιν τὴν πληροφορίαν περὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἰταλικῶν σχολείων, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη πρό τινων ἡμερῶν ὅτι θὰ ὑποβάλῃ. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχῃ μέχρι τοῦδε τὴν πληροφορίαν αὐτὴν καὶ περιμένῃ νὰ λάβῃ τὰ πρὸς καταρτισμὸν αὐτῆς στοιχεῖα, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος περὶ τῶν ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ ὑπαρχόντων Ἰταλικῶν σχολείων, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη πρὸς αὐτὸν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, ἢ πρὸ μηνὸς περίπου. Παρακαλῶ ὅμως αὐτὸν νὰ μὴ βραδύνῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν πληροφοριῶν τούτων.
§69ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρὸ δέκα μόλις ἡμερῶν δι’ ἐγγράφου μου παρήγγειλα τὸν ἐν Πάτραις Γυμνασιάρχην νὰ ἐπιθεωρήσῃ πάντα τὰ ἰδιοσυντήρητα σχολεῖα, ἐν οἷς καὶ τὰ ἰταλικά, ἀλλὰ εἰσέτι οὔτε αὐτὸς, οὔτε ὁ Νομάρχης Ἀχαϊοήλιδος μοὶ ὑπέβαλον ἔκθεσιν περὶ τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος. Τουλάχιστον ἐγὼ δὲν ἔλαβον εἰσέτι γνῶσιν, καὶ θέλω ἐξετάσει τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ γενικώτερον τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπέμνησε καὶ σήμερον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀπαντῶ καὶ αὖθις εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὴν ἐπερώτησίν του, διέταξα τὰς ἁρμοδίους σχολικὰς ἀρχὰς, ἔνθα εἶναι ἱδρυμένα ἰδιοσυντήρητα ἰταλικὰ σχολεῖα, ἑτερόδοξα καὶ μὴ, προφορικῶς δὲ τὰς ἁρμοδίους σχολικὰς ἀρχὰς Ἀθηνῶν, ὅπως ἐπισκεφθῶσι τὰ σχολεῖα ταῦτα καὶ πληροφορήσωσι τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν τηρῶνται πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ περὶ Δημοτικῶν σχολείων Νόμου. Εἶπον, ὅτι τὴν πληροφορίαν ταύτην ἐζήτησα ἐγγράφως καὶ προφορικῶς πολλὰς ἡμέρας, πρὶν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑποβάλῃ τὸ ἐρώτημά του, εἰσέτι δὲν ἔχω ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐὰν ὅμως ἐπιθυμῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ἐρωτήματά του, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν. Κατ’ ἀρχὴν, πᾶς, ἔστω καὶ ἑτερόδοξος, δύναται, συμμορφούμενος πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, νὰ συστήσῃ καὶ συντηρήσῃ σχολεῖον· τοῦτο πιστεύω εἶναι ἀναμφισβήτητον ὡς ἐκ τῆς γενικότητος τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο δὲν παρουσιάζεται πρώτην φοράν· πολλάκις ἀπησχόλησε τὸ Ὑπουργεῖον, ἀνακινηθὲν καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὁμοιομόρφως δὲ ἐκράτησε περὶ αὐτοῦ ἡ γνώμη, ἥτις διετυπώθη ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ τῆς 3 Μαρτίου 1871. Τὰς κυριωτέρας περικοπὰς τῆς συντόμου ταύτης ἐγκυκλίου θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω, διότι ἐν ταύτῃ εὑρίσκονται πολλά, σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν προσδοκᾷ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἰδοὺ ἡ ἐγκύκλιος αὕτη φέρουσα ἀριθ. 8008 καὶ ἡμερομηνίαν 3 Μαρτίου 1871. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐγκύκλιον). Ἐξ ὅσων δὲ ἤντλησα ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ζητήματος τούτου καὶ τῶν σχετικῶν κειμένων, ἐπείσθην, ὅτι ἡ ἀνωτέρω ἐγκύκλιος ἀπετέλεσε τὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ἀπαρεγκλίτως τὸ Ὑπουργεῖον ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ τηρῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§70ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πλὴν τοῦ πρώτου ὅρου. Ὁ πρῶτος ὅρος περὶ τῆς ἀπαραιτήτου ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἐτηρήθη πάντοτε. Ἐγὼ δὲν τὸν ἐτήρησα, διότι νομίζω, ὅτι περὶ τούτου ὁρίζει ἄλλως τὸ Σύνταγμα.
§71ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου ἀποτελεῖ σημεῖον, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνακινεῖ ἡ ὅλη ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. συναδέλφου. Ἡ ῥήτρα 16 τοῦ Συντάγματος, ἡ λέγουσα, ὅτι πᾶς τις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συστήσῃ ἐκπαιδευτήριον, συμμορφούμενος μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἤγειρε τὴν ἀμφιβολίαν, ἐὰν τὰ πρὸ τοῦ Συντάγματος ἰσχύοντα ἔπρεπεν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἐφαρμόζωνται ἢ νὰ θεωρηθῶσι κατηργημένα· περὶ τούτου ὑπῆρξεν ἀμφιβολία, διότι οἱ μὲν φρονοῦσιν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος κατήργησε τὰς περὶ ἀδείας πρὸς σύστασιν σχολείων σχετικὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοτικῶν σχολείων Νόμου τῆς 6 Φεβρουαρίου 1834, οἱ δὲ ἰσχυρίζονται, ὅτι, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα ἔδωκε μὲν τὴν ἐλευθερίαν πρὸς σύστασιν σχολείων, ἀπῄτησεν ὅμως, ἵνα οἱ συνιστῶντες συμμορφῶνται πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἰσχυρίζονται, λέγω, οὗτοι, ὅτι πάντες οἱ πρὸ τοῦ Συντάγματος σχετικοὶ νόμοι δέον νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐφαρμοζόμενοι. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὰ τῆς ἀνωτέρω ἐγκυκλίου μένουσιν ἰσχυρὰ καὶ ἀπρόσβλητα ἀπὸ πάσης εὐλόγου καὶ σπουδαίας ἀντιῤῥήσεως. Ἔχων δὲ ὑπ’ ὄψιν μου ταῦτα, ἠρεύνησα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐὰν τὰ ἰδιοσυντήρητα σχολεῖα, ἐν οἷς καὶ τὰ Ἰταλικὰ, συνεμορφώθησαν καὶ συμμορφοῦνται πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, ὧν τὴν ἔννοιαν διευκρινίζει ἄριστα ἡ ἀναγνωσθεῖσα ἐγκύκλιος. Ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου ἀνεῦρον σχετικά τινα ἔγγραφα, δὲν γνωρίζω, ἂν ἦναι πλήρη, περιέχοντα τὰς κατὰ καιροὺς ζητηθείσας ἀδείας· ἐν ταύταις δὲ ὑπάρχουσι καί τινες πρὸς σύστασιν ἰδιωτικῶν Ἰταλικῶν σχολείων· ἀλλ’ ἡ ἄδεια καὶ μόνη, ἀρκοῦσα πρὸς τὴν νόμιμον σύστασιν, δὲν ἀρκεῖ καὶ πρὸς νόμιμον διατήρησιν τῶν σχολείων τούτων, ἐὰν δὲν τηρῶνται ἐν τοῖς σχολείοις τούτοις αἱ σχολικαὶ διατάξεις· δι’ αὐτὸ ἐθεώρησα πρέπον, τὸ μὲν, νὰ δώσω τὰς προσηκούσας διαταγὰς εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, ὅπως ἀναδιφήσῃ τὰ ἀρχεῖα καὶ ἐξακριβώσῃ, ἂν ἅπαντα τὰ Ἰταλικὰ σχολεῖα ἔχωσι λάβει ἄδειαν συστάσεως, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν συνεκεντρώθησαν πάντα τὰ σχετικά· πρὸς δὲ ἐθεώρησα, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἔδει νὰ διατάξω ἐπιθεώρησιν εἰς τὰ σχολεῖα ταῦτα, καὶ ἀναμένω ἤδη τὸ πόρισμα τῆς ἐπιθεωρήσεως, ὅπερ εἰσέτι δὲν ἀνεκοινώθη εἰς ἐμέ. Ἑπομένως ἐπιφυλάσσομαι, ἅμα συγκεντρωθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, νὰ τὰς ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε εὐχαρίστως θέλω προέλθει εἰς εὐρυτάτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς δηλοῖ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἔλαβεν ἐκ τῆς Νομαρχίας Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἔκθεσιν περὶ τῶν ἐκεῖ λειτουργούντων Ἰταλικῶν σχολείων, οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω· θ’ ἀναγκασθῶ μόνον, ἐὰν μοι δοθῇ τοιαύτη εὐκαιρία, νὰ προσαγάγω ἐγὼ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς εἴτε δὲν προσάγει, εἴτε καὶ πιθανὸν δὲν ἔχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὡς λέγει. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐν ταῖς πληροφορίαις, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη ν’ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρίν ἢ συμπληρώσῃ αὐτὰς, ἔθηκε, κατ’ ἐμὲ, λίαν ἐσφαλμένην τὴν βάσιν, ὁμιλήσας περὶ τῶν Ἰταλικῶν σχολείων, περὶ ὧν νῦν ὁ λόγος, ὡς περὶ τῶν ἰδιοσυντηρήτων, τῶν διατηρουμένων ἐν ταῖς πόλεσι τοῦ Κράτους ὑπὸ διαφόρων ἀτόμων. Τὰ ἰδιοσυντήρητα σχολεῖα, τὰ παρ’ ἡμῖν συνιστώμενα καὶ διατηρούμενα, εἶναι ὅλως διάφορα τῶν Ἰταλικῶν. Τὰ ἰδιοσυντήρητα σχολεῖα ἱδρύονται παρ’ ἡμῖν καὶ διατηροῦνται διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ περὶ τῆς καλλιτέρας καὶ τελειοτέρας μεταδόσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως πρὸς τοὺς Ἑλληνόπαιδας καὶ τὰς Ἑλληνίδας κόρας, διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ, τὸν ὁποῖον διεξάγουσι πρὸς ἄλληλα, πολλάκις δὲ καὶ πρὸς αὐτὰ τὰ δημόσια ἐκπαιδευτήρια. Τῶν ἰδιοσυντηρήτων σχολείων κυριώτατος συστατικὸς ὅρος, ἀπαραίτητος τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν ὅρος εἶναι ἡ καταβολὴ διδάκτρων ἐκ μέρους τῶν διδασκόντων. Ἀλλ’ ἐν τοῖς Ἰταλικοῖς σχολείοις ὑπάρχει ὅρος τοιοῦτος; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἐν τοῖς σχολείοις τούτοις, διὰ νὰ προσελκύωνται, δὲν ἠξεύρω πρὸς ποῖον σκοπὸν, οἱ μαθηταὶ, ἵνα προτιμῶσι τὴν εἰς αὐτὰ φοίτησιν, παρέχεται αὐτοῖς πλὴν τῶν βιβλίων καὶ αὐτὴ ἡ τροφή. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξομοιοῖ τὰ Ἰταλικὰ σχολεῖα πρὸς τὰ παρ’ ἡμῖν γνωστὰ ὑπὸ τὸ ὄνομα ἰδιοσυντήρητα ἢ ἰδιωτικὰ σχολεῖα! Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἰδιοσυντηρήτων σχολείων, ἀλλὰ περὶ σχολείων ἱδρυθέντων παρὰ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως καὶ πληρονομένων ἐκ τοῦ Ἰταλικοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι γνωστὸν τὸ ἄρθρον καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ποσὸν διὰ τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ Ἰταλικὰ σχολεῖα. Ἐν τῇ Ἀνατολῇ δὲ περιλαμβάνεται κατὰ τοὺς Ἰταλοὺς καὶ ἡ Ἑλλάς. Κατὰ τριμηνίαν δὲ, ἢ κατὰ βραχύτερον ἢ μακρότερον χρονικὸν διάστημα, πέμπεται εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἐπιθεωρητὴς, ἵνα ἐπιθεωρῇ τὰ ὑπὸ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως συντηρούμενα σχολεῖα. Τούτου δὲν ἔχει γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ σχὼν τὴν πρωτοβουλίαν, ὡς εἶπε, καὶ πρὸ τῆς ἐμῆς ἐπερωτήσεως νὰ μεριμνήσῃ ἐπὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν σχολείων ἐκείνων; Πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν ἐδημοσιεύθη ἐν Ἰταλίᾳ ὀγκῶδες τεῦχος, περιέχον τὰς ἐκθέσεις περὶ τῶν ἐξετάσεων καὶ τῶν προόδων καὶ πᾶσαν ἄλλην σχετικὴν πληροφορίαν περὶ τῶν Ἰταλικῶν τούτων σχολείων, τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ· κατὰ δὲ τοὺς Ἰταλοὺς, εἰς τὴν Ἀνατολὴν περιλαμβάνεται καὶ ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἑπομένως χρήζει τῶν φώτων τῆς Ἰταλίας, ἵνα ἀναπτυχθῇ! Ἐπαναλαμβάνω νῦν ὅ,τι καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἐπερώτησίν μου εἶπον, ὅτι μεγάλης προσοχῆς καὶ ἀξίας κρίνουσι καὶ αὐτοὶ οἱ ἐπισημότεροι ἀντιπρόσωποι τῆς Ἰταλίας τὰς Ἰταλικὰς σχολάς· καὶ θεωροῦσι καθῆκον ἑαυτῶν οἱ πρεσβευταὶ τῆς Ἰταλίας ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ἄλλαις χώραις νὰ ἀναφέρωσι πρὸς τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν, καὶ τηλεγραφικῶς μάλιστα, τὰς προόδους τῶν σχολείων τούτων. Ἐπειδὴ δὲ προχθὲς, ὅτε ἐμνημόνευσα τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ ἐνταῦθα κ. πρεσβευτοῦ τῆς Ἰταλίας πρὸς τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ἐνταῦθα σχολείου, παρεισέφρησεν ἀνακρίβεια, σπεύδω νὰ διορθώσω αὐτήν. Κατὰ μῆνα Ἰούνιον τοῦ 1889 ἐτηλεγράφησεν ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Ἰταλίας πρὸς τὸν κ. Κρίσπην, πρωθυπουργὸν τότε ὄντα, οὗτος δὲ κατεχώρισεν ἐν τῷ ἡμιεπισήμῳ ὀργάνῳ αὑτοῦ, τῇ «Riforma», τὰ ἑξῆς, κατὰ πιστὴν καὶ ἀκριβῆ μετάφρασιν: «Ἀποτελέσματα ὁριστικῶν ἐξετάσεων λαμπρά. Ἡ ἐγχωρία Κυβέρνησις, τὰ μάλιστα εὐνοοῦσα τὸ ἔργον ἡμῶν, ἐπιθυμεῖ κτίρια εὐρύτερα, βεβαιοῦσα αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν». Καὶ ἐν τούτοις προχθὲς ἠδυνήθην, εὐτυχῶς, νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Νῦν δὲ προσθέτω, ὅτι τὴν ἑπομένην τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἀνωτέρω τηλεγραφήματος, ἐν ἐφημερίδι φιλικῇ πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἀνεκοινώθη αὐθεντικὴ πληροφορία, ἡ ὁποία σὺν ἄλλοις περιέχει, ὅτι «ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Θεοτόκης δὲν ἐξέφρασε ποτὲ πρὸς τὸν κ. πρεσβευτὴν τῆς Ἰταλίας τὴν ἰδιαιτέραν τῆς Κυβερνήσεως εὔνοιαν πρὸς τὰ Ἰταλικὰ σχολεῖα». Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐπηγγέλθη, νὰ ἐπανέλθω καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι, κατ’ ἐμὲ, δὲν πρόκειται περὶ ἐπουσιώδους πράγματος. Ἥκιστα πάντων ἐγὼ φοβοῦμαι τὴν ἐπίδρασιν τῶν Ἰταλικῶν σχολῶν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι ἐπὶ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τοῦ φρονήματος τῶν Ἑλληνοπαίδων. Ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἔχει ἀφομοιωτικὴν δύναμιν, ὡς μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία, καὶ ἀπεῤῥόφησε πάντα τὰ στοιχεῖα, ὅσα ἦλθον εἰς ἐπιμιξίαν μετ’ αὐτῆς. Πρέπει ὅμως ν’ ἀποκτήσωμεν τὴν συναίσθησιν τῆς ἡμετέρας θέσεως, πρέπει νὰ μὴ ἀποξενώμεθα τῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν ὡς Κράτους καὶ ὡς Ἔθνους· τῆς δὲ ἀξιοπρεπείας ταύτης παραιτούμεθα, ὅταν ἐπαφίεμεν τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν ἀνατροφὴν καὶ τὴν μόρφωσιν τῶν Ἑλληνοπαίδων, τῶν νεαρῶν τούτων βλαστῶν τοῦ γένους, τῶν μελλόντων πολιτῶν καὶ τῶν μελλουσῶν μητέρων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἰς ξένους, ὁποῖοι μάλιστα εἶναι οἱ Ἰταλοὶ, οἱ διὰ ποικίλων τρόπων προσπαθοῦντες νὰ εἰσχωρήσωσιν εἰς τὰς ψυχὰς καὶ τὰς συνειδήσεις αὑτῶν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ ὑπομνήσω ὅ,τι καὶ προχθὲς εἶπον, ὅτι τοσαύτη σημασία ἀποδίδεται ἐν Ἰταλίᾳ εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ Ἰταλικῶν σχολείων, ὥστε ἡ Α. Μακ. ὁ Πάπας τῆς Ῥώμης, φθονήσας τὰς πολιτικὰς προόδους τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἔσπευσε καὶ ἐκεῖνος, οἱονεὶ ἐν ἀντιπολιτεύσει καὶ συναγωνισμῷ, νὰ ἱδρύσῃ καὶ αὐτὸς ἕτερον σχολεῖον ἐνταῦθα, ὅπου ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ ἐν μέσαις Ἀθήναις, ὀλίγα βήματα μακρὰν τοῦ Βουλευτηρίου, ὑπὸ τὸ ὄνομα «Λεόντειον Λύκειον». Ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω περὶ τούτου τὸν λόγον προσεχῶς διὰ μακροτέρων.
§73ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Ἐνόμιζον, ὅτι, μετὰ τὰς δοθείσας παρ’ ἐμοῦ ἐξηγήσεις, δὲν ὑπῆρχεν εὔλογος ἀφορμὴ νὰ ἐπαναλάβῃ τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· δὲν ἤθελον δὲ ἀνταπαντήσει πρὸς αὐτὸν, ἐὰν δὲν μοὶ ἐφαίνετο, ἐκφράζων δυσπιστίαν τινὰ, ἥτις δὲν νομίζω, ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένη. Μὲ ἠρώτησεν, ἐὰν ἔλαβον ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος περὶ τῶν Ἰταλικῶν σχολῶν, καὶ ἀπήντησα, ὅτι δὲν ἔλαβον εἰσέτι τοιαύτην, διότι μόλις πρὸ δέκα ἡμερῶν, ἐπαναλαμβάνω, ἔγραψα, ἢ ἂν ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἀπάντησις, δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου, διότι τὰ ἔγγραφα δὲν περιέρχονται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Ὁ κ. συνάδελφος ἐθεώρησεν ἐν τούτοις προσῆκον ν’ ἀμφισβητήσῃ καὶ τὴν βεβαίωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐπισήμως ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν. Ἡ δυσπιστία του αὕτη δὲν φέρει χαρακτῆρα πολιτικῆς δυσπιστίας, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ, καὶ ἀδιαφορῶ περὶ αὐτῆς, ἀλλ’ ἔχει χαρακτῆρα βαρύτερον, δυσπιστίας τουτέστι πρὸς τὴν δήλωσιν Ὑπουργοῦ, βεβαιοῦντος ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του γεγονὸς πραγματικόν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπὶ τῆς παραγγελίας μου δὲν ἔλαβον εἰσέτι ἀπάντησιν παρὰ τοῦ κ. Γυμνασιάρχου, οὔτε ἔκθεσιν τοῦ κ. Νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἐκτὸς ἂν ἀπεστάλη τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, ἔσπευσε δέ τις τῶν ἄγαν φιλοθρήσκων νὰ διαβιβάσῃ ἀντίγραφον πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἀλλ’ ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τῆς ἐκθέσεως ταύτης δὲν ἔλαβον εἰσέτι γνῶσιν· ἑπομένως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἠδίκησε περισσότερον ἑαυτὸν ἢ ἐμέ. Τοσοῦτο μᾶλλον ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνω τὸ παράπονον τοῦτο, καθόσον ἐβεβαίωσα, ὅτι περὶ τοῦ θέματος τούτου ἐμερίμνησα ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας, πρὶν αὐτὸς μοῦ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ μεριμνήσω· καὶ δὲν γνωρίζω, πόθεν ἐγεννήθη εἰς αὐτὸν ἡ ἰδέα, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ὀλιγωτέραν μέριμναν καὶ προσοχὴν πρὸς τὴν ἀκριβῆ καὶ χριστιανικὴν λειτουργίαν τῶν Σχολείων τῆς πατρίδος μας, ἢ ὅσην ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· δὲν ἐννοῶ δὲ, πόθεν τῷ ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα περὶ τοῦ φιλοϊταλισμοῦ μου, ἢ τοῦ φιλοπαππισμοῦ μου. Ἐπαναλαμβάνω νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ θέμα τῳόντι εἶναι ἄξιον προσοχῆς, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὑπερβολικοί, ἵνα μὴ εἴπω φανταστικοί, οἱ κίνδυνοι, οἱ ἀπειλοῦντες δῆθεν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι δῆθεν ὑπάρχει φόβος ἐπικινδύνου προσηλυτισμοῦ ἐν μέσαις Ἀθήναις! Ἠδύνατο τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἀνησυχῇ ἄλλους, πέραν τῶν ὁρίων τοῦ ἐλευθέρου Κράτους, καὶ ἡ ἄποψις αὕτη, ἣν δὲν θεωρῶ προσῆκον νὰ ἐκτυλίξω, ἔδει νὰ μᾶς καταστήσῃ ἐφεκτικούς, ὅταν ἀνακινῶμεν τοιαῦτα ζητήματα, προβάλλοντες φόβους ἀνυπάρκτους καὶ κινδύνους φανταστικούς. Καίτοι ὅμως τοιαύτην ἰδέαν ἔχω, εὐθὺς καὶ πρὶν μοὶ δοθῇ ἀφορμή, ἔσπευσα νὰ ζητήσω πληροφορίας, ἐὰν τηρῶνται πάντα τὰ διατεταγμένα ἐν τοῖς σχολείοις τούτοις, ἐπιφυλάσσομαι δέ, ὡς συγκεντρωθῶσιν αἱ πληροφορίαι, νὰ ὑποβάλω ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Κυβέρνησις, — ἂς ἦναι βέβαιος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, — κηδομένη τῶν δημοσίων συμφερόντων, θέλει λάβει πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀσφαλίζῃ τὴν γνησίαν ἐκπαίδευσιν τῶν Ἑλληνοπαίδων, εἴθε δὲ ὅλοι οἱ κίνδυνοι, οἱ ἀπειλοῦντες τὴν πατρίδα μας, νὰ ἦσαν τοιοῦτοι, οἵους ἀνησύχως ὑπέδειξεν ὁ ἐκ Μολάων κ. Βουλευτής.
§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα εἶναι τὰ Ἰταλικὰ σχολεῖα;
§75ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκα μέχρι δώδεκα, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη.
§76ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχω καθῆκον δύο λέξεις νὰ εἴπω, ὅπως ἀναιρέσω τὰ λεχθέντα περὶ τῆς ἰδιαιτέρας εὐνοίας, τὴν ὁποίαν δῆθεν ἔδωσα εἰς τὰ Ἰταλικὰ σχολεῖα. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστηθῇ, ὅταν κομίσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐζήτησε, νὰ κομίσῃ τὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως ὅλον. Ὅταν δὲ κομισθῶσι τὰ ἔγγραφα, πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπολιτεύθη ὡς ὤφειλεν. Οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν ὑπάρχουσαν σχολὴν συντηρουμένην ὑπὸ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀναγνωρίσῃ μόνον τὰ καθήκοντα, τὸ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει αὐτῇ· διὰ τοῦτο αὐστηροτάτη ἦτο ἡ ἐπίβλεψις τῶν Ἰταλικῶν σχολείων, καὶ περὶ τούτου θέλουσι πεισθῆ πάντες, ὅταν κομισθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§77ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ηὐχόμην νὰ μὴ ἐγείρετο τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ· ἀφοῦ ὅμως ἠγέρθη, εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ πόσα σχολεῖα Ἰταλικὰ συντηροῦνται δαπάνῃ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τίνος βαθμοῦ εἶναι· δηλαδὴ ἂν ἦναι τῆς κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως, τῆς μέσης ἢ τῆς ἀνωτέρας. Πρὸ πάντων δὲ ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ, ἂν εἰς αὐτὸ φοιτῶσι παῖδες τοῦ δυτικοῦ δόγματος ἢ καὶ τοῦ ἀνατολικοῦ, καὶ νὰ ὑποχρεώσῃ τὰς σχολὰς ταύτας ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλωσι πρὸς τοῦτο κατάλογον τῶν μαθητῶν. Τρίτον καὶ σπουδαιότερον, ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὸν ὀργανισμόν, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἑκάστη τῶν σχολῶν τούτων.
§78ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπωφελούμενος τῆς παρουσίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θέλω ἐπαναλάβει τὴν καὶ χθὲς ἀπευθυνθεῖσαν ἐπερώτησίν μου, τὴν τυπωθεῖσαν εἰς τὰ πρακτικά, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς μηχανικοὺς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἢ καὶ εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς μηχανικοὺς νὰ γίνωνται οὐ μόνον μέτοχοι, ἀλλὰ καὶ ἱδρυταὶ ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας αὐτοὶ οὗτοι ὑποχρεοῦνται νὰ διευθύνωσιν. «Ἐπίσης παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐπὶ τίνι δικαιώματι οὐ μόνον ὁ κ. Κελλενὲκ, ἀλλὰ καὶ ἕτεροι μηχανικοί, καίτοι ἁδρῶς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου μισθοδοτούμενοι, εἰργάσθησαν εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν διαφόρων διαγραμμάτων καὶ λοιπῶν προϋπολογισμῶν τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν Πειραιῶς, ὧν ἀνάγκην εἶχεν ὁ κ. Ψύχας. «Ὑπενθυμίζω ἐν τέλει τοῖς κκ. Ὑπουργοῖς, ἐκτὸς τοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν αἴτησίν μου περὶ ὑποβολῆς τῶν διαφόρων πινάκων καὶ καταστάσεων, τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τῶν ἄρθρων 96–112 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου ΣΙΒʹ τοῦ ἔτους 1852». Θέλω δ’ ἐν τέλει παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις τῶν κληροδοτημάτων καὶ τῶν διαθηκῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα.
§79ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Τὸ ἁρμόδιον τμῆμα κατήρτισε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε, καὶ πρόκειται ἤδη νὰ συνταχθῶσιν εἰς τεῦχος.
§80ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι διὰ τὰ Ἰταλικὰ σχολεῖα δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ τόσος πάταγος. Συζητοῦντες ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀποδεικνύομεν φόβους οὐδαμοῦ στηριζομένους. Ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε θέλει ἀποῤῥοφηθῆ ὑπὸ τοιούτων σχολῶν, οὔτε ἡ δούλη, πολὺ δὲ περισσότερον ἡ ἐλευθέρα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι αἱ τοιαῦται συζητήσεις εἶναι ἀνωφελεῖς καὶ οἱ φόβοι ὑπερβολικοί, καὶ παρακαλῶ πάντας τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν νὰ κάμωσι ῥεκλάμαν, ν’ ἀσχοληθῶσιν εἰς ἄλλα ζητήματα καὶ οὐχὶ εἰς ζητήματα τοιαῦτα.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόκηται περὶ συμφερόντων ἐθνικῶν. Θαυμάζω δ’ ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ τῆς πρώην ἐπὶ τοιούτου ζητήματος δὲν ἔσπευσαν νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Διότι δὲν πρόκηται περὶ τῆς ἐνεργείας τῶν Ἰταλικῶν σχολῶν ἐν μόνῃ τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐνεργείας αὐτῶν καθ’ ὅλην τὴν Ἀνατολήν· ἀναγνωρίζοντες δὲ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν, ἡμεῖς, ἀνεξάρτητον Κράτος καὶ ἀνεξάρτητον Βασίλειον, νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, ἀναγνωρίζομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἰταλίαν νὰ παρεισδύσῃ εἰς τὰς ὑποδούλους ἐπαρχίας. Καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς δὲν ἔπρεπε νὰ παρίδῃ τὸν στενὸν δεσμὸν, ὅστις ὑφίσταται μεταξὺ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ τῶν ὑποδούλων ἐπαρχιῶν. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου καὶ ἐθαύμασα ἀληθῶς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας εἶπεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ ζητήματος ἡ Βουλή. Καὶ ποῦ πρέπει νὰ συζητηθῇ τοιοῦτο ζήτημα; Μὴ εἰς τὰ ἰδιαίτερα γραφεῖα τῶν Ὑπουργῶν; Πρόκηται περὶ ζητήματος θίγοντος εἰς τὰ καίρια τὴν ἐθνικότητα ἡμῶν, καὶ τοιαῦτα ζητήματα μόνον ἐν τῇ Βουλῇ δύνανται νὰ πραγματευθῶσι. Μὴ λησμονῆτε ὅτι, ἐὰν πρόκηται ἡ Ἑλλὰς νὰ μείνῃ μὲ τὰ ὅρια, ἅτινα ἔχει σήμερον, εἶναι καταδεδικασμένη ν’ ἀποθάνῃ, γεννηθεῖσα μὴ βιώσιμος. Μὴ λησμονῶμεν τὰ καθήκοντα, ἅτινα ἔχομεν πρὸς τοὺς ὑποδούλους ἀδελφούς. Ὅταν ὅμως παραδίδωμεν αὐτοὺς ἡμεῖς πρῶτοι ἀπροστατεύτους εἰς τὴν προπαγάνδαν εἴτε τῆς Ἰταλίας, εἴτε τῶν ἄλλων ἐθνικοτήτων, αἵτινες διαμφισβητοῦσι βῆμα πρὸς βῆμα τὰ δικαιώματα καὶ τὸ ἔδαφος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀποδεικνύομεν ὅτι λησμονοῦμεν τὰ καθήκοντα ταῦτα, δι’ ὃ ταχέως θὰ μεταμεληθῶμεν. Τοιοῦτος εἶναι ὁ χαρακτὴρ τοῦ ζητήματος καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ ἐπιβληθῇ ἡμῖν νὰ τὸ πραγματευθῶμεν ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Τὸ ζήτημα σχετίζεται πρὸς τὰ τιμαλφέστερα δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καθ’ ὅλην τὴν Ἀνατολήν. Ἐὰν ἀνεχθῶμεν ἐν μέσαις Ἀθήναις ἢ ἐν μέσαις Πάτραις μὲ ἀναπεπταμένην σημαίαν τὴν Ἰταλικὴν προπαγάνδαν, ἀναγνωρίσωμεν δ’ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ διδάσκῃ διὰ σχολείων προνομιούχων, συντηρουμένων ἐκ τοῦ Ἰταλικοῦ προϋπολογισμοῦ, αὔριον θὰ ἴδητε κλειόμενα καθ’ ὅλην τὴν Ἀνατολὴν τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι τὸν Ἰταλικὸν προϋπολογισμὸν, ὅστις συντηρῇ αὐτὰ καὶ ὅστις διατρέφει καὶ τοὺς μαθητάς.
§82ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δύο λέξεις θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι ἐμέμφθη ἐμοῦ, εἰπόντος ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κινηθῇ τὸ ζήτημα. Μὲ ἠδίκησεν ὁ ἔντιμος Βουλευτής, ὑποθέτων ὅτι ἐγὼ ἀπέφυγον ἢ ἀπέκρουσα ζήτημα τόσον σοβαρὸν καὶ ὅτι ἐπεζήτησα νὰ συζητηθῇ εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων ζήτημα ἀφορῶν τὰ πνευματικὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἄξιον νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ μόνον ὅταν παρίσταται κίνδυνος σοβαρός. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὑπὸ Ἑλλήνων ἀπαρτιζομένη ὀρθοδόξων, διαπνέεται ὑπὸ θρησκευτικῶν αἰσθημάτων, ἂν οὐχὶ ἀνωτέρων, ἴσων ὅμως πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φλέγουσι τὰ στήθη τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ πάντων τῶν ἄλλων. Τοιαύτην ἔχων πεποίθησιν, ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κινηθῇ τοιοῦτον ζήτημα· διότι δὲν ἔβλεπον παριστάμενον τὸν κίνδυνον ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις συντηρεῖ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς πέντε ἢ δέκα σχολεῖα ἐν Ἑλλάδι· τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἐν Ἑλλάδι θὰ φανῶμεν ἀποκρούοντες τὰ τοιαῦτα ὡς μισαλλόδοξοι καὶ ὡς ἄνθρωποι θέλοντες νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὴν διάδοσιν τῶν γνώσεων· ἐὰν μάλιστα τοιοῦτόν τι διαδοθῇ καὶ πιστευθῇ, θὰ διακινδυνεύσωσιν ἔτι σπουδαιότερα ἐθνικὰ συμφέροντα, περὶ τῶν ὁποίων ὑποθέτω ὅτι μεριμνᾷ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἂς ἀναλογισθῇ, ὅτι ἀρκεῖ νὰ γνωσθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κλείει τὰ σχολεῖα τῶν ἑτεροδόξων, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ἐλευθέραν διάδοσιν τῆς παιδείας καὶ τῶν γραμμάτων, καὶ εὐθὺς θὰ διακινδυνεύσωσιν ὅλα τὰ σχολεῖα τὰ Ἑλληνικὰ τὰ ἐν Τουρκίᾳ, τὰ ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ πανταχοῦ, ὅπου ὑπάρχουσιν Ἑλληνόπαιδες. Τοιοῦτόν τινα κίνδυνον προβλέπων, εἶπον ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κινηθῇ τὸ ζήτημα, οὐχὶ διότι φρονῶ ὅτι τοιαῦτα ζητήματα πρέπει νὰ συζητῶνται εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων καὶ εἰς τὰ κρησφύγετα. Ἐπαινῶ τὴν φροντίδα, ἡ ὁποία ἐκίνησε τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἀλλὰ δὲν πρέπει ἑκάστοτε νὰ ἐπιῤῥίπτωσι κατὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων μομφὰς καὶ νὰ ἀμφισβητῶσι τὸν στοιχειώδη πατριωτισμὸν αὐτῶν ἢ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τὸν πατριωτισμὸν τῶν μελῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀπορῶ, πῶς τίθεται τὸ ζήτημα ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν παρὰ τοῦ προλαλήσαντος κ. συναδέλφου· οὐδὲ ἀπέδωκα ἐγὼ φιλοϊταλισμὸν ἢ φιλοπαπισμὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ ἀποπλύνῃ τὴν φανταστικὴν μομφὴν ταύτην. Τὸ ζήτημα ἐτέθη παρ’ ἡμῶν καθαρώτατα καὶ σαφέστατα: Ἐὰν δύναται ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, ἄνευ προσβολῆς τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς ἡμετέρας χώρας, νὰ διατηρῇ ἐν αὐτῇ σχολεῖα. Πρὸς δέ, ἐὰν ἐν τῇ Ἑλλάδι λάβωσιν οἱ Ἰταλοὶ τόσας εὐκολίας καὶ τοιαύτην ἄδειαν ἐνασκήσεως τῶν τοιούτων προπαγανδικῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν, βεβαίως διὰ τῆς ἀνοχῆς ἡμῶν ταύτης ἀναγνωρίζομεν πλέον εἰς αὐτοὺς, ὅτι ipso jure ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἀνατολῆς, ὅπου ζῶσιν ἑκατομμύρια Ἑλλήνων. Καὶ ἀνέφερον ῥητῶς προχθὲς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Ἀνέφερον τὸ παράδειγμα τῶν γεωγραφικῶν χαρτῶν, καὶ εἶπον ὅτι ἐν τοῖς σχολείοις τούτοις οἱ πίνακες τῆς γεωγραφίας παριστῶσι δι’ ἰταλικῶν χρωμάτων τὴν Ἤπειρον μέχρι τῶν Ἰωαννίνων, αἱ τοιαῦται δὲ γνώσεις κλονίζουσι, διαστρέφουσι τὴν συνείδησιν τῶν Ἑλλήνων καὶ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι περὶ τοῦ παρελθόντος καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος των. Οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τὸν πατριωτισμὸν κἀνενὸς, καὶ κακῶς ὁ κ. Πετρίδης ἐπεχείρησε ν’ ἀποκρούσῃ μομφὴν κατ’ οὐδενὸς παρ’ οὐδενὸς ἐπιῤῥιφθεῖσαν.
§84ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ἔτι δύο λέξεις, διότι εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ γείνω καταληπτὸς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἐγὼ ῥητῶς εἶπον, ὅτι οὐδέποτε ἡ πρώην Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὴν σύστασιν ἐν Ἑλλάδι σχολείων παρὰ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, διότι τοιαύτη ἀναγνώρισις ἤθελε μειώσει τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ἐπετρέψαμεν ὅμως, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἵνα συσταθῶσι σχολεῖα παρὰ ἰδιωτῶν, ἐφ’ ὧν ἡ Κυβέρνησις διαρκῶς δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἐποπτείαν, καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κλείῃ ταῦτα, ὅταν φαίνωνται ἐπιζήμια εἰς τὸ Κράτος.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ οὐδὲν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας ἀνέφερα· ἐγὼ δὲν εἶπον οὔτε ἐβεβαίωσα, ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις, εἴτε ἡ παρελθοῦσα εἴτε ἡ παροῦσα, ἀνεγνώρισεν εἰς τὴν Ἰταλίαν ἢ τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ συστήσῃ ἐν μέσαις Ἀθήναις καὶ ἐν Ἑλλάδι ἰδιοσυντήρητα δῆθεν σχολεῖα, ἅτινα ὅμως τοὺς πόρους αὐτῶν ἐκ τοῦ Ἰταλικοῦ προϋπολογισμοῦ ἀντλοῦσιν· ἀληθῶς, ἐὰν τοιαῦτα ἔλεγον, θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας νὰ μὲ ψέξῃ, διότι θὰ ἐβεβαίουν οὕτω, ὅτι ἐξέλιπεν ἐντελῶς πλέον ὁ πατριωτισμὸς παρ’ ἡμῖν. Οὐδὲν τοιοῦτον ὅμως εἶπον. Εἶπον μόνον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως τοιούτων Ἰταλικῶν σχολείων, συντηρουμένων ἐκ τοῦ Ἰταλικοῦ προϋπολογισμοῦ, συνδέεται στενότατα ὄχι μόνον μὲ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, πῶς τοιοῦτο ζήτημα, θίγον εἰς τὰ καίρια τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀργολιδοκορινθίας ἐκρίθη ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, οὐδὲ ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Οὕτω πάνθ’ ὅσα μοὶ ἀπέδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατα. Ὅταν προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν παρὰ τῶν συναδέλφων, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἴδωμεν—καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θέλομεν ἴδει—κατὰ πόσον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπροστατεύθησαν τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ βεβαίως σήμερον πᾶς Βουλευτὴς, οἱοσδήποτε καὶ ὁσοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ πατριωτισμὸς τῶν Κυβερνήσεων, ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον ἐκ τῆς ἐντολῆς του, ἂν ὄχι νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, τοὐλάχιστον νὰ ὑψώσῃ φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ τοιαύτης ἀσυστόλου ἐνεργείας Δυνάμεως, ἥτις βῆμα πρὸς βῆμα καὶ πόδα πρὸς πόδα πολεμεῖ τὸν Ἑλληνισμόν. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου δὲν ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξω εἰς παρελθόντας χρόνους. Τίς εἶναι τῳόντι ἐκεῖνος, ὅστις κατέδωκε τελευταῖον, προχθὲς ἀκόμη, ἐν Πρεβέζῃ Ἕλληνας ὑπηκόους ἢ καὶ χριστιανοὺς ὀρθοδόξους, οὐδὲν ἕτερον πράξαντες ἢ νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς θρησκείας των; τίς λέγω εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις τοὺς κατέδωκε ψευδῶς, ὡς προδόντας τὸ ἐκεῖ καθεστὼς καὶ συνωμόσαντας κατ’ αὐτοῦ; Εἶναι πράκτωρ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, περιβεβλημένος τὴν ἐκπροσώπησιν αὐτῆς. Καὶ ὅταν πρὸς τοιούτους ἔχωμεν νὰ παλαίσωμεν ἀντιπάλους, νομίζετε ὅτι τὸ ζήτημα τῶν σχολείων εἶναι εὐτελὲς, ἢ ὅτι πρέπει νὰ σιγῶμεν, ἵνα μὴ ἐξυπνήσωμεν τὸν Ἀγᾶ, ἵνα μὴ ταράξωμεν τὸν ὕπνον αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐγερθῇ νὰ μᾶς τελειώσῃ ἡσύχως; Ἡ θεωρία αὕτη ἐπεκράτησεν ἄλλοτε, ἀλλὰ γνωρίζομεν πόσον ἀκριβὰ ἐπληρώθη. Δὲν ἤλπιζον ὅτι τὴν θεωρίαν ταύτην ἤθελεν ἀσπασθῆ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας, καὶ ὅτι ἤθελε συνηγορήσει καὶ ἤδη νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτήν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἤμεθα μικροὶ ὡς Κράτος, εἴμεθα μεγάλοι ὡς ἔθνος, ὅτι στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν ἀληθῶν τοῦ ἔθνους ἡμῶν δικαιωμάτων καὶ προασπίζοντες αὐτὰ, δυνάμεθα ν’ ἀποκρούσωμεν νικηφόρως πάντας ἐκείνους, οἵτινες ὑποβλέπουν τὴν ἐθνικότητά μας, οἵτινες προσπαθοῦσι νὰ εἰσδύσωσιν ἐν αὐτῇ καὶ νὰ διαστρέψωσι τὰς καρδίας τῆς νεολαίας, ἐπὶ τὴν ὁποίαν καὶ μόνην δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν.
§86ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρβυλῶν τοῦ στρατοῦ διὰ τὴν αὔριον, ὅπως κατατεθῶσι προηγουμένως τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, ἤτοι αἱ ἀναφοραὶ τῶν διαφόρων σωματαρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μεγάλην σχέσιν καὶ συνάφειαν πρὸς τὸ ζήτημα, καὶ δεύτερον νὰ γνωσθῇ ποῖοι εἶναι οἱ δικαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ἐμφαίνονται εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐνταλμάτων· διότι ἐκ τοῦ συμβολαίου, τοῦ ὁποίου ἀντίγραφον ἔλαβον, θὰ προκύψῃ, ὅτι ὁ ἴδιος ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος ἦτο ὑπόχρεως νὰ παραδώσῃ τὰς ἀρβύλας εἰς τὸν στρατὸν, ὁ ἴδιος, λέγω, παρουσιάζεται καὶ ὡς δικαιοῦχος σήμερον, καὶ ἐκ τῆς γνώσεως τούτου βεβαίως ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ ἄλλα μέτρα.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§88ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἀναβάλλεται, κύριε Πρόεδρε.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἀντικείμενον ἔχον ἓν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον συνέστη ἀπὸ τοῦ 1867, τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτείνεται ὑπὲρ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου ἡ αὐτὴ γνώμη, ἡ ὁποία ἐπροτάθη διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1885 εἰσήγαγον ἐγὼ αὐτὸς εἰς τὴν Βουλήν, μετά τινων τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκον ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐκείνης.
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἀφορῶν εἰς προσθήκην καὶ τροποποίησιν διαφόρων τελωνειακῶν θέσεων. Ἐζητήθησαν πολλαὶ πληροφορίαι σχετιζόμεναι μὲ τὴν διαχείρισιν τῶν δανείων. Ὡς ἀνήγγειλα καὶ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἐφρόντισα, ἵνα γείνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν πληρεστέρα μελέτη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τῶν δανείων· τοιαύτην μελέτην ὑποβάλλω, ἀρχομένην ἀπὸ τοῦ 1886 καὶ φθάνουσαν μέχρι τέλους τοῦ παρελθόντος ἔτους, περιλαμβάνουσαν δὲ ἐν μὲν τῷ πρώτῳ μέρει αὐτῆς τὰ συνομολογηθέντα δάνεια, τὸν προορισμὸν καὶ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν ἐξ αὐτῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ μέρει τὰ συνομολογηθέντα δάνεια πάγια καὶ χρεωλυτικὰ κατὰ τὴν αὐτὴν περίοδον 1886, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890.
§91ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατίθενται καὶ οἱ νόμοι, δυνάμει τῶν ὁποίων συνωμολογήθησαν;
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι γνωστοί. Ἐπίσης περιλαμβάνει ἐν τῷ δευτέρῳ μέρει τὰ ἐξοφληθέντα δάνεια, πάγια καὶ χρεωλυτικά, ἀπὸ τοῦ 1886–1890, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν γενομένων ἐξοφλήσεων καὶ τροπῶν δανείων διὰ συνομολογήσεων ἑτέρων, καὶ ἐν τέλει ἀνακεφαλαίωσιν τῶν ἐκ δανείων εἰσπραχθέντων καὶ τῶν ἐξ αὐτῶν εἰς ἐξόφλησιν προηγουμένων δανείων καὶ εἰς ἐκτέλεσιν ἐκτάκτων δημοσίων ἔργων καταβληθέντων, καὶ τὸ ἐκ τούτων ὅλων ἐξαγόμενον συμπέρασμα. Τοὺς πίνακας τούτους ὑποβάλλω τετυπωμένους ἤδη, ὥστε θὰ διανεμηθῶσιν ἐντὸς τῆς αὔριον.
§93ΔΑΓΡΕΣ. Διατὶ νὰ μὴ ὑποβληθῇ καὶ κατάστασις τῶν παλαιοτέρων δανείων;
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, ἀλλὰ καὶ τοῦτο θὰ κατατεθῇ.
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, καὶ ἕτερον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 177–180).
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν, ἀνέφερε πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι ἀπὸ τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1889 πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι 2 ἑκατομμύρια, ὡς δαπανηθέντα δι’ ἔκτακτα ἔξοδα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ προστεθῶσι 2,860,000, καθ’ ὃ προερχόμενα ἐκ τόκων, καὶ τὰ ὁποῖα ἀντὶ νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν, ἐπληρώθησαν ἀπὸ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, συγχωνευθέντα ὑπὸ τὸ κεφάλαιον αὐτό. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀνάλυσιν καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ, ἀλλ’ ἡ ἀνάλυσις αὕτη μέχρι τοῦδε δὲν προσήχθη· παρετήρησα δὲ, ὅτι εἰς τὰς ἀναλυτικὰς γενικὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν γίνεται λόγος οὔτε περὶ τοῦ ἑνὸς οὔτε περὶ τοῦ ἄλλου. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς ὅσα εἶπεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ὅτε πρέπει νὰ παρουσιάσῃ τὴν ζητηθεῖσαν ἀνάλυσιν· ἐὰν δὲ δὲν ἐπιμένῃ, νὰ δηλώσῃ ὅτι κατὰ λάθος τὰ ἀνέφερεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του.
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσηγούμενος τοῦ προϋπολογιομοῦ, εἶπον ὅτι 2 ἑκατομμύρια δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἔκτακτοι δαπάναι ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἀναγραφομένων δαπανῶν ἐν τῇ καταστάσει τοῦ Ὀκτωβρίου, προσέθηκα δὲ, ὅτι περίπου 2,860,000 δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τόκοι. Ἡ ἀνάλυσις τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν γίνεται, καὶ πιστεύω ἐγκαίρως νὰ κατατεθῇ καὶ αὕτη. Ἀλλ’ εἶναι πολλὰ κονδύλια, τῶν ὁποίων ἡ ἀναγραφὴ δὲν εἶναι συμπεπληρωμένη, διότι ἐπὶ πολλῶν πληρωμῶν ἐλλείπουσι καὶ τὰ ἐντάλματα ἀκόμη.
§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐξεδόθησαν τὰ ἐντάλματα, τότε δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὰς καταστάσεις.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσι πληρωμαί, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐξεδόθη τὸ σχετικὸν ἔνταλμα πρὸς τακτοποίησιν· ἐγένοντο π. χ. πληρωμαὶ ἐν Εὐρώπῃ δι’ ἀνταποκρίσεων, αἱ πληρωμαὶ αὗται πρέπει νὰ τακτοποιηθῶσι. Τοῦτο δὲ παρουσιάζει τὰς δυσκολίας εἰς τὴν χορήγησιν τῶν πληροφοριῶν.
§101ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐξεδόθησαν ἐντάλματα, δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὴν κατάστασιν· διὰ νὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὴν κατάστασιν, σημεῖον ὅτι ἐξεδόθησαν.
§102ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς τὰ 2,860,000 δὲν περιλαμβάνονται.
§103ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἴπετε ὅτι περιλαμβάνονται.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν περιλαμβάνονται· εἶπον ὅτι ἐκτὸς τῶν 19 ἑκατομμυρίων ὑπάρχουσι συνάμα καὶ 2,860,000.
§105ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τὰ ἄλλα 2 ἑκατομμύρια περιλαμβάνονται.
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ἄλλα εἶναι δαπάναι ἐκτελεσθεῖσαι· αὐτὰς ἐθεώρησα ὅτι περίπου εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δύνανται νὰ ἀνέρχωνται, ἐκτὸς δὲ τούτων ἀνέφερον τὰ πληρωθέντα διὰ δάνεια.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν διὰ τὴν προμήθειαν ἀρβυλῶν τοῦ στρατοῦ ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων. Ὁ κ. Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.
§108ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐζήτησα, κύριοι Βουλευταί, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ἵνα ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλήν, πρὶν ἢ ἐξενέγκῃ τὴν ὁριστικὴν αὑτῆς ψῆφον ἐπ’ αὐτοῦ. Εἰς τὰς παρατηρήσεις δὲ ταύτας μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν ἡ προχθεσινὴ ἀγόρευσις τοῦ ἐκ Λαρίσσης ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Φιλαρέτου, ζητήσαντος νὰ ἐξεύρῃ τίς ὁ νομοθετικὸς λόγος τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐκ τούτου ἔλαβον ἀφορμὴν καὶ ἐξήτασα τὰ τῆς κειμένης νομοθεσίας σχετικῶς πρὸς τὰ ἀγαθοεργὰ ἱδρύματα· διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πεισθῇ, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος σκοπὸς μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὑπηνίχθη, ἀπαντῶν εἰς τὰ περὶ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ζακύνθου λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ, διότι γνωρίζω νὰ χωρίζω τὰ πολιτικὰ ζητήματα ἀπὸ τὰ καθαρῶς νομοθετικά, κατὰ τὴν στιγμὴν δὲ ταύτην ἡ Βουλὴ ἐκπληροῖ καθῆκον νομοθετικὸν, καὶ ἐγὼ ἐνασκῶ δικαίωμα Βουλευτοῦ, ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς ἀποχρώσεως. Τὰ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, Κύριοι, ὡς εἶναι γνωστὸν, κανονίζονται διὰ γενικοῦ νομοθετήματος, ἐκδοθέντος μὲν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀπολύτου Μοναρχίας, ἐπέχοντος δὲ ἰσχὺν νόμου, ἤτοι τοῦ διατάγματος τοῦ ἔτους 1836. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ διατάγματος τούτου ὁ νόμος περὶ συστάσεως τῶν δήμων προέβλεψε καὶ περὶ τῶν ἐν ἑκάστῳ δήμῳ ὑπαρχόντων ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, καὶ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ δημοτικοῦ νόμου ὡρίσθη, ὅτι ἡ δημοτικὴ περιουσία, μηδενὸς αὐτῆς μέρους ἐξαιρουμένου, εἶναι ἰδιοκτησία τῆς ὁλομελείας τῶν δημοτῶν· εἰς τὴν αὐτὴν δὲ κατηγορίαν ὑπάγει ὁ νόμος καὶ τὴν περιουσίαν τῶν κατὰ τόπους ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, καθόσον αὕτη δὲν ἀνήκει εἰς ἰδιαιτέραν θρησκείαν· ἀκριβῶς δὲ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὁ ἐκδότης καὶ σχολιαστὴς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας σημειοῖ ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἡ σύστασις καὶ ἡ διατήρησις τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων εἶναι εἷς ἐκ τῶν κοινωνικῶν σκοπῶν τῶν δήμων· ὅθεν αἱ πρὸς σύστασιν ἢ διατήρησιν τούτων γιγνόμεναι συνεισφοραί, χορηγίαι, κληροδοσίαι ἢ δωρεαί, εἰσὶ κυρίως δωρεαὶ πρὸς τὸν δῆμον, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀποκλειστικῆς χρήσεως αὐτῶν.» Μετὰ τὸν δημοτικὸν νόμον, τὸν ἐν ἑτέρῳ ἄρθρῳ προβλέψαντα περὶ τῆς διοικήσεως τῶν ἀγαθοεργῶν τούτων καταστημάτων, ἦλθε τὸ διάταγμα τοῦ 1836 (διότι ὁ δημοτικὸς νόμος ἐξεδόθη τὸ ἔτος 1833) καὶ ὥρισεν ἐν ἄρθρῳ 1ῳ, ὅτι τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, καθὼς νοσοκομεῖα, ὀρφανοτροφεῖα, νοθοτροφεῖα κτλ., θέλουσι διοικεῖσθαι εἰς τὸ ἑξῆς ὑπὸ ἀδελφάτου, συγκειμένου ἀπὸ τὸν Δήμαρχον τοῦ δήμου, εἰς οὗ τὴν περιφέρειαν ταῦτα εὑρίσκονται, καὶ ἀπὸ 2 ἢ 4 δημότας· αὐτὰ ταῦτα περίπου ὥριζε καὶ τὸ ἄρθρον 114 τοῦ δημοτικοῦ νόμου, λέγον, ὅτι ἡ διοίκησις τῶν τοπικῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων τίθεται ὑπὸ τὴν ἄμεσον διεύθυνσιν τῶν δι’ ἰδιαιτέρων διαταγμάτων σχηματισθησομένων ἐπιτροπῶν. Κατὰ τὸ καθιερούμενον λοιπὸν διὰ τῆς κειμένης νομοθεσίας σύστημα, ἧς τὰς σχετικὰς διατάξεις ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἰσχυούσας ἔτι καὶ νῦν, τὰ ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου κείμενα ἀγαθοεργὰ καταστήματα εἶναι καὶ θεωροῦνται δημοτικά, διευθύνονται δὲ ὑπὸ ἀδελφάτου, πλὴν ἐὰν ὁ καταστατικὸς τῆς συστάσεως αὐτῶν τίτλος ὥρισεν ἄλλως τὰ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συστάσεως τοῦ νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων, ἤτοι ἐν ἔτει 1843, ὅτε διὰ τοῦ διατάγματος, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ διατάγματος, λέγω, τοῦ ἐγκρίναντος τὸν κανονισμόν, ὡρίσθη ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἡ ἀνέγερσις καὶ διατήρησις τοῦ καταστήματος θέλει διευθύνεσθαι ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἀνεξαρτήτου, κατὰ τοὺς ἐν ἰσχύει νόμους, ἐπιστηριζομένης μόνον εἰς τὴν ἐθελουσίαν συνδρομὴν τῶν φιλανθρώπων κτλ.». Κατὰ τοῦτο λοιπὸν τὸ διάταγμα τοῦτο ἐνεωτέρισε, καθόσον δηλαδὴ συνέστησεν εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἀνεξαρτήτως ἐργαζομένην, ἧς καὶ τὰ μέλη ὥρισεν ἐν ἑπομένῳ ἄρθρῳ τοῦ διατάγματος· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἐφήρμοσε, καὶ δὲν ἠδύνατο καὶ ἄλλως νὰ πράξῃ, παρὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς κειμένους νόμους. Κατὰ τοὺς κειμένους λοιπὸν νόμους, τὸ νοσοκομεῖον τῶν ὀφθαλμιώντων εὐθὺς ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ ὑπήχθη εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν δημοτικῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων· τώρα πῶς ἐλειτούργησε τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι σήμερον, ἐὰν τουτέστιν ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς· διότι τὸ κακῶς γενόμενον ἴσως δὲν δύναται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπερ κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ λύσωμεν. Ταῦτα ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ προτάξω, διότι, τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπῃ εἰς τὸν ἐντελέστερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τοὺς κειμένους νόμους ὀργανισμὸν τοῦ καταστήματος, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔχει τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν ἐπὶ πάντων τῶν συνεστηκότων ἐν τῷ Κράτει ἠθικῶν προσώπων καὶ σωματείων, ἰδίως δὲ ἐπὶ τῶν ἀγαθοεργῶν, ἡ διοικητικὴ δὲ αὕτη κηδεμονία, ἡ λεγομένη tutelle administrative, τὴν ὁποίαν καὶ ἐκ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας παρελάβομεν, ἐξ ἧς καὶ τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν ἡμετέρων διοικητικῶν νομοθετημάτων, ἀναγράφεται ῥητοῖς γράμμασιν ἐν τῷ περὶ καθηκόντων τῶν Νομαρχῶν βασιλικῷ διατάγματι, καθ’ ὃ ὁ Νομάρχης καθῆκον ἔχει νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ νὰ ἐπιτηρῇ τὰ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ εὐαγῆ ἱδρύματα. Ἡ ἐξουσία λοιπὸν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τῆς Κυβερνήσεως δηλονότι, ἐπὶ τῶν καταστημάτων τούτων περιορίζεται εἰς ἔργον ἐποπτείας καὶ ἐπιτηρήσεως· ἐπειδὴ δὲ, κατὰ τὰ κείμενα παρ’ ἡμῖν, ἄν ὄχι ἐν ῥητῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένα, ἀλλὰ τὰ ἀνέκαθεν παραδεδεγμένα, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἠθικὸν πρόσωπον ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, διότι τὸ διάταγμα τὸ ἐγκρίνον τὴν ὕπαρξιν τοῦ προσώπου κανονίζει συγχρόνως καὶ τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, δυνάμει λέγω τοῦ δικαιώματος τούτου ἡ Κυβέρνησις δύναται ἑκάστοτε διὰ διαταγμάτων νὰ διευθετῇ τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῶν εὐαγῶν τούτων ἱδρυμάτων εἰς τρόπον ὥστε καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως αὐτῶν νὰ ἐκπληρῶται καὶ τὸ ἔργον τῆς διοικήσεως, τῆς ἐποπτείας δηλαδὴ καὶ ἐπιτηρήσεως, νὰ ἐνασκῆται λυσιτελέστερον. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν, ὅτι τὰ τοῦ ἱδρύματος τούτου κακῶς ἔχουσι καὶ δέονται διευθετήσεως, δέονται λυσιτελεστέρας ὀργανώσεως, ἠδύνατο τοῦτο νὰ πράξῃ διὰ διατάγματος διοικητικοῦ, δι’ οὗ βεβαίως ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ πάντα τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ καταστήματος καὶ τῆς συμφωνοτέρας πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἱδρύσεως αὐτοῦ λειτουργίας. Τίς λοιπὸν ὁ σκοπὸς νομοθετήματος; Διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου φρονῶ, ὅτι μεταβάλλεται ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἱδρύματος, διότι ἀπὸ δημοτικοῦ, οἷον μέχρι τοῦδε πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, γίνεται δημόσιον, διότι πλέον ἡ διοίκησις θέτει ἐπ’ αὐτοῦ τὴν χεῖρα, καὶ θέτει ἐπ’ αὐτοῦ τὴν χεῖρα διὰ διαφόρων διατάξεων τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου. Ἀπαντῶ π. χ. ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις, καθ’ ἃς πρῶτον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς διορίζονται διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, δεύτερον, ὁρίζονται αἱ μισθοδοσίαι τοῦ προσωπικοῦ, ἕτερον ἄρθρον κανονίζει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὑποβάλλεται εἰς τὸν Νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἄλλο ἄρθρον, ὅτι τὰ χρηματικὰ κεφάλαια τοῦ καταστήματος διατίθενται οὕτως ἢ οὕτως. Ἀλλ’ οὐσιώδης διάταξις εἶναι, ὅτι ἡ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον συνιστωμένη ἐπιτροπὴ θὰ παραλάβῃ ἀπὸ τὴν ὑφισταμένην μέχρι τοῦδε τὴν περιουσίαν τοῦ καταστήματος, καὶ τέλος, ὅτι ἀντιπροσωπεύει μὲν τὸ κατάστημα εἰς τὰς ἐννόμους αὐτοῦ σχέσεις διὰ τοῦ προέδρου αὐτῆς, κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1835, τὸ κανονίζον τὰ τῆς παραστάσεως τῶν δήμων καὶ τῶν ἄλλων σωματείων, ἀλλ’ ὅτι πρὸς τὸ ἐνάγειν καὶ ἐνάγεσθαι ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀδείας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, ἄρα ἄμεσος πάλιν ἐξάρτησις τοῦ καταστήματος ἀπὸ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Ἐκ τῶν διατάξεων τούτων τοῦ νομοσχεδίου νομίζω, ὅτι ἀριδήλως καταφαίνεται, ὅτι δι’ αὐτῶν κατάστημα μὴ ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον περιέρχεται πλέον εἰς αὐτὸ, καὶ ὡς τοιοῦτον τὸ νομοσχέδιον βεβαίως ἐνέχει δημευτικὸν χαρακτῆρα. Τώρα πιθανὸν νὰ μοὶ ἀντιταχθῇ, ὅτι καὶ περὶ ἄλλων ἱδρυμάτων ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμοι, καὶ διατὶ τάχα περὶ ἐκείνων καὶ ὄχι περὶ τούτων; — διότι πιθανὸν νὰ ἐγένετο ἡ συνήθης, ἡ ἐνδεχομένη ἐκείνη σύγχυσις μεταξὺ τῶν ὁρίων τοῦ διατάγματος καὶ τοῦ νόμου, πότε δηλ. δύναται ὑπόθεσίς τις διοικητικῆς φύσεως νὰ κανονισθῇ διὰ διατάγματος καὶ πότε διὰ νόμου. Καθόσον ἐγὼ γινώσκω, δύο ὑπάρχουσι τοιοῦτοι νόμοι, κανονίσαντες τὰ τῆς διοικήσεως ἱδρυμάτων εὐαγῶν, εἶναι ὁ νόμος ὁ περὶ τοῦ φρενοκομείου Κερκύρας, καὶ ὁ νόμος περὶ τῆς Ζαππείου περιουσίας. Ἀλλὰ περὶ μὲν τοῦ φρενοκομείου Κερκύρας δὲν ἠδύνατο νὰ γενηθῇ ἀμφιβολία, διότι τὸ φρενοκομεῖον Κερκύρας, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, πρὸ τῆς ἑνώσεως, ὑφιστάμενον, ἐξῃρέθη ῥητῶς διὰ τοῦ ἀφομοιωτικοῦ νόμου, τοῦ εἰσαγαγόντος τὴν λοιπὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐξῃρέθη ῥητῶς τῆς ἀφομοιώσεως, καὶ ἐτηρήθησαν ὡς πρὸς αὐτὸ οἱ σχετικοὶ κανονισμοὶ, οἵτινες μάλιστα ἐδημοσιεύθησαν, μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἕνεκα δὲ τοῦ λόγου τούτου χαρακτηρίζεται ὡς κατάστημα δημόσιον, διότι τὰ ὑπὸ τῶν νοσηλευομένων τελούμενα δικαιώματα εἰσπράττονται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ παρέστη ἀνάγκη μάλιστα νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὡς πρὸς αὐτὰ διὰ νόμου εἰδικοῦ ὁ περὶ εἰσπράξεως καθυστερούντων νόμος. Διὰ τοῦτο νόμος μεταγενέστερος κατὰ τὸ 1882 ἐκανόνισε τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ καταστήματος καὶ τὰ προσόντα τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ. Ἑπομένως τὸ παράδειγμα τοῦ φρενοκομείου Κερκύρας δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀνέφερον καὶ τὸν νόμον τὸν κανονίσαντα τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ζαππείου περιουσίας, ἥτις μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, μέχρι τοῦ ἔτους 1887 τουτέστι, διῳκεῖτο ὑπὸ ἐπιτροπῆς συστηθείσης διὰ Β. διατάγματος. Ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ζάππειος περιουσία εἶναι μὲν ἀφωρισμένη εἰς εἰδικὸν σκοπὸν, ἀλλ’ οὐσιωδῶς εἶναι περιουσία ἐθνικὴ, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι ὑπῆρχε λόγος ἰσχυρὸς, ἰσχυρότατος, ἵνα διὰ νομοθετικῆς οὕτως εἰπεῖν πράξεως κηρυχθῇ ἡ περιουσία αὕτη ἐθνική. Ἐντεῦθεν δὲν πρέπει νὰ φανῇ ἄπορον, ἂν τὰ τῆς περιουσίας ἐκείνης ἐκανονίσθησαν διὰ νόμου. Παρατηρῶ δὲ ἐν παρόδῳ ἐνταῦθα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπ’ ὄψιν εἶχε τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν κανονίσαντα τὰ τῆς Ζαππείου περιουσίας, διότι σχεδὸν ἐν ταῖς πλείσταις τῶν διατάξεων, ὅσαι ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀντέγραψεν αὐτόν. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ οὐδεμία ἀναλογία ὑφίσταται μεταξὺ τῆς περιπτώσεως ἐκείνης καὶ τῆς παρούσης. Ἐν συμπεράσματι λοιπὸν λέγω, ὅτι, ἂν ὁ σκοπὸς τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἦναι σκοπὸς δημευτικὸς, τουτέστι δὲν θέλῃ νὰ ἰδιοποιηθῇ τὸ Δημόσιον τὸ κατάστημα τοῦτο, ἔστω καὶ διατηροῦν τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκει, καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὸ ἀπὸ τοῦ νομίμου οὕτως εἰπεῖν κυρίου, ὅστις εἶναι ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων, κατὰ τὸν περὶ συστάσεως τῶν δήμων νόμον, σκοπεῖ δὲ μόνον νὰ κανονίσῃ ἐπὶ τὸ τελειότερον, ἐπὶ τὸ λυσιτελέστερον, τὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ αὐτοῦ κανονισμοῦ καὶ τῆς διοικήσεως τῆς περιουσίας αὐτοῦ, ἤρκει ἡ ἔκδοσις Β. διατάγματος, μεταβάλλοντος τὸν κανονισμόν· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τὸ νομοθέτημα τοῦτο δὲν ἔχει σκοπόν. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ αὕτη ἐξενέγκῃ τὴν ὁριστικὴν ψῆφόν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ὑπέβαλεν εἰδικὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι τὸ νοσοκομεῖον τῶν ὀφθαλμιώντων εἶναι κατάστημα δημοτικὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ διατάξεις περὶ δημοτικῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων. Τούτου τεθέντος, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου κρίνει περιττὴν τὴν πρόνοιαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι κατ’ αὐτὸν ἤρκει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου διὰ Β. διατάγματος. Τῷ ὄντι, ἂν τὸ θέμα ἦτο δυνατὸν νὰ κανονισθῇ διὰ Β. διατάγματος, ἤτοι διὰ πράξεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἦτο μάταιον ν’ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλή· οὐ μόνον δὲ μάταιον, ἀλλὰ καὶ ἄτοπον, διότι πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ὀργανωθῇ ἢ νὰ γένηται ἄνευ νόμου εἶναι ἄτοπον νὰ γίνηται διὰ νόμου, οἱ δὲ νόμοι δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνωσι διατάξεις μὴ ἁρμοζούσας εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ κανόνες οὗτοι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, δηλαδὴ πρὸ δέκα καὶ πλέον ἐτῶν, παντάπασι δὲν τηροῦνται, καὶ ἄν τις ἤθελε διέλθει τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, ἤθελεν ἴδει, ὅτι πλεῖσται διατάξεις αὐτῶν δὲν ἥρμοζε νὰ τυγχάνωσι περιειλημμέναι ἐν τοῖς νόμοις αὐτοῖς, διότι ἦσαν διατάξεις καθαρῶς ἐκτελεστικαὶ, νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει οἱ νόμοι νὰ κανονίζωσι μόνον τὰς ὑποθέσεις, αἵτινες δέονται νομοθετικοῦ κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ βάσις τῆς ἀντιῤῥήσεως τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου δὲν εἶναι ὀρθὴ, κατὰ τὴν γνώμην μου. Εἶναι τὸ κατάστημα τοῦ νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων δημοτικόν; Ἐφαρμόζονται ἐπ’ αὐτοῦ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δήμων, ἢ τοῦ νόμου περὶ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων τοῦ 1836; Ἄν, ὅτε συνεστήθη τὸ ἵδρυμα τοῦτο, ἡ πρᾶξις, δι’ ἧς συνεστήθη, περιωρίζετο ἁπλῶς εἰς τὴν ἄδειαν νὰ συστηθῇ νοσοκομεῖον ὀφθαλμιώντων, καὶ δὲν ἐξετείνετο ἐπὶ τὸν κανονισμὸν οὐδεμιᾶς ἄλλης σχέσεως, ἤθελεν ἔχει δίκαιον ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου· ἀλλ’ ὅτε τὸ κατάστημα τοῦτο ἱδρύθη κατὰ τὸ 1843, ἐξεδόθη πρᾶξις, δι’ ἧς ἐτροποποιήθη ὁ νόμος περὶ δημοτικῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων τοῦ 1836 ὡς πρὸς τὸ κατάστημα τοῦτο, καὶ τοῦτο ὑπήχθη δι’ ἐντελῶς εἰδικοῦ κανονισμοῦ εἰς εἰδικὸν ὀργανισμόν. Διὰ τοῦτο, ἀφ’ ἧς συνέστη ὁ δῆμος Ἀθηναίων, ἢ ἀφ’ ἧς συνέστη τὸ ἵδρυμα τοῦτο, οὐδέποτε εἴδετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου Ἀθηναίων προσηρτημένον προϋπολογισμὸν εἰδικὸν τοῦ νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων, οὐδέποτε εἴδετε ἀπολογισμὸν αὐτοῦ ὑποβαλλόμενον εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ἐξεταζόμενον ὑπ’ αὐτοῦ. Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ τῶν Ἀθηνῶν ἔμεινε κεχωρισμένη, διότι χάριν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου τὸ διάταγμα, δι’ οὗ ἱδρύθη τὸ νοσοκομεῖον τῶν ὀφθαλμιώντων, ἔταξε τοῦτο ὑπὸ ἄλλον κανονισμόν· τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 τοῦ διατάγματος τῆς πρώτης Δεκεμβρίου 1836 περὶ διοικήσεως τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων διατάσσουσιν, ἵνα τὰ ἀδελφάτα, τὰ διοικοῦντα ἀγαθοεργὰ καταστήματα, συντάσσωσι προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ καταστήματος καὶ ὑποβάλλωσιν αὐτὸν εἰς τὸν δῆμον· τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον θέλει συζητεῖ καὶ ἐξετάζει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος θέλει θεωρεῖσθαι ὡς παράρτημα τοῦ δημοτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1843, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνεστήθη τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, παντάπασι δὲν ὑπήγαγεν αὐτὸ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων Β. διατάγματος, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἀφῆκεν αὐτὸ νὰ διοικῆται ὑπὸ ἀδελφάτου, καὶ δὲν διέταξεν εἰδικῶς, πῶς πρέπει νὰ διοικῆται, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ καταστήματος τούτου ἀπήλλαξεν ἀπὸ πάσας τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας διέγραψε τὸ διάταγμα τοῦ 1846 περὶ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἡ βάσις τῆς ἀντιῤῥήσεως τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ὅτι τὸ κατάστημα τῶν ὀφθαλμιώντων εἶναι δημοτικὸν, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὡς πρὸς αὐτὸ αἱ διατάξεις περὶ δημοτικῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, εἶναι ἄνευ βάσεως, ἵσταται εἰς τὸν ἀέρα, διότι ὑποθέτει, ὅτι τὸ κατάστημα εἶναι δημοτικόν. Ἀλλ’ ἂν ἦτο δημοτικὸν, δὲν ἤθελεν ἐκδοθῆ τὸ διάταγμα τοῦ 1843, τὸ ὁποῖον ἀφῄρεσεν αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς. Ἐπειδὴ δὲ τὸ διάταγμα τοῦ 1843 εἶναι πρᾶξις νομοθετική, αὐτὴ δὲ ἐκανόνισε τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τοῦ νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων, ἕπεται ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μετατρέψῃ ταῦτα Βασιλικὸν διάταγμα, ἀπῃτεῖτο δὲ νομοθετικὴ πρᾶξις, ἵνα μεταβάλῃ τὰ ὑπὸ τοῦ διατάγματος τοῦ 1843 διαταχθέντα. Ἕνεκα τούτου εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον. Ποῖον εἶχεν ἀπόῤῥητον σκοπὸν ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον, τοῦτο ἀνήκει εἰς ἔρευναν ψυχολογικήν. Τὸν ὁρατὸν ὅμως σκοπὸν ἑκάστης πράξεως καταδηλοῖ ἡ πρᾶξις, ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου μία πρόκειται πρᾶξις, ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὁ δὲ ὁρατὸς σκοπὸς αὐτῆς ἡ ἀποκατάστασις ἐλέγχου καὶ διοικήσεως ἐν τῷ καταστήματι τούτῳ. Ὅσα ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου εἶπε περὶ τῆς μεταγραφῆς τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τοῦ νόμου περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων, μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ ταῦτα δὲν ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ. Ἂν ἔπρεπε νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων, τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλυσεν ἡ Βουλὴ ὅτε ἐψήφισε τὸν περὶ τούτου νόμον. Πρὸ τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων ὑπῆρχεν ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων, ὁ δὲ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου εἶπεν, ὅτι εἶχε συστηθῆ διὰ διατάγματος. Τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς ἐν μέρει, διότι κυρίως διὰ νόμου εἶχε κληθῆ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας, παράρτημα δὲ αὐτῆς ἐτάχθη διὰ διατάγματος ἡ ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων. Ὅθεν δὲν ἐγένετο διὰ διατάγματος, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἂν δὲ τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνῃ καὶ διατάξεις ἐκείνου τοῦ νόμου, νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς πρέπει νὰ ἦναι εὐχαριστημένος, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος συνετάχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τῆς ὁποίας πολιτικὸς φίλος θεωρεῖται ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου.
§110ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ παράδειγμα τοῦ διὰ νόμου κανονισμοῦ τῆς Ζαππείου περιουσίας τὸ ἔφερον μόνον ὡς ἐπιχείρημα, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου, ὅτι δηλ. ἐκεῖ ἀπητεῖτο νόμος, ἐνταῦθα δὲ ὄχι· ὥστε ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε περὶ τούτου, ἄλλως ἴσως ἑρμηνεύων τὸ ἐπιχείρημά μου, βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθά. Ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς μίαν ἄλλην ἀντίῤῥησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ δι’ ἧς ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ ἐκτεθέντα πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς ἄνευ βάσεως. Πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1843, τὸ συστῆσαν ἢ μᾶλλον τὸ ἐπιτρέψαν τὴν σύστασιν τοῦ νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων, δὲν εἶναι νόμος, δὲν εἶχεν ἰσχὺν νόμου. Ναὶ μὲν ἐξεδόθη καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ Σύνταγμα ἀκόμη δὲν εἶχε τεθῆ εἰς ἐνέργειαν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἔχει νομοθετικὸν χαρακτῆρα, διότι διὰ τοῦ διατάγματος τούτου λέγεται (ἀναγινώσκει): «Ἐγκρίνεται ἡ σύστασις τῆς πρὸς σύστασιν καὶ διατήρησιν νοσοκομείου χρησίμου εἰς θεραπείαν ὀφθαλμιώντων Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸν ὧδε ἐπισυναπτόμενον Κανονισμὸν αὐτοῦ». Εἶναι τὸ σύνηθες διάταγμα, τὸ ἐκδιδόμενον ὑπὸ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς σύστασιν ἠθικοῦ προσώπου· δὲν ἐπεκράτησε δὲ παρ’ ἡμῖν νὰ δημιουργῶνται τὰ ἠθικὰ πρόσωπα διὰ νόμου, ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο πρᾶξις τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ τοιοῦτον χαρακτῆρα φέρει καὶ τὸ διάταγμα τοῦτο. Ἂν τοιοῦτος ἦναι ὁ χαρακτὴρ καὶ τούτου τοῦ διατάγματος, διατάγματος δηλ. τῆς καθαρᾶς διοικήσεως, βεβαίως τὸ διάταγμα τοῦτο ἠδύνατο δι’ ἑτέρου διατάγματος νὰ μεταῤῥυθμισθῇ, καὶ ἑπομένως νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ὁ κανονισμός, ὃν ἐνέκρινε τὸ διάταγμα ἐκεῖνο. Τώρα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν χαρακτῆρα τὸν δημοτικὸν ἢ μὴ τοῦ ἱδρύματος τούτου, ἐγὼ ἐξ ἀρχῆς, ὅταν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου εἰς τὴν Βουλὴν, παρετήρησα τὸ ἑξῆς. Ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις, ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἓν εὐαγὲς ἵδρυμα, οἷον τὸ νοσοκομεῖον τῶν ὀφθαλμιώντων· ποῦ ὑπάγεται τοῦτο; — διότι ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ τὸ ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν, νὰ τοῦ δώσωμεν ἕνα χαρακτῆρα, — τί εἶναι; εἶναι δημόσιον; εἶναι δημοτικόν; τί εἶναι; Κράτος ἐν κράτει; Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ οὐδενός; εἶναι αὐτοκέφαλον; Παρετήρησα ὅμως, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε κακῶς γενόμενα, ἂν κακῶς ἐγένοντο, δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸ νὰ τοῦ δώσουν τὸν νομικὸν χαρακτῆρα, διότι τοῦτον θὰ τὸν λάβῃ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἐπ’ αὐτοῦ τῆς κειμένης νομοθεσίας. Ἂν αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις δὲν ἐκανόνισαν τὰ κατ’ αὐτὸ ὡς ὤφειλον νὰ τὰ κανονίσωσι, τοῦτο δὲν ὤφειλε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐπιχείρημα, διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ κατάστημα τοιοῦτο ἢ τοιοῦτο. Εἶπον ὅτι, κειμένης τοιαύτης νομοθεσίας, ἣν πρὸ μικροῦ ἀνέγνωσα εἰς τὴν Βουλήν, ποῦ πρέπει νὰ ὑπαγάγωμεν αὐτὸ τὸ κατάστημα; βεβαίως εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, διότι ὁ νόμος ὁ περὶ συστάσεως τῶν δήμων λέγει, ὅτι καὶ ἡ περιουσία τῶν κατὰ τόπους ἀγαθοεργῶν καταστημάτων ἀνήκει εἰς τὸν δῆμον· καὶ ἀνέγνωσα μάλιστα σημείωσιν τοῦ σχολιάζοντος τὸν δημοτικὸν νόμον, τὴν ὁποίαν καὶ αὖθις ἐπαναλαμβάνω καὶ ἡ ὁποία εἶναι ῥητὴ καὶ αἴρει πᾶσαν ἀμφιβολίαν καὶ λύει τὸ ζήτημα· ἡ σημείωσις λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ σύστασις καὶ ἡ διατήρησις τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων εἶναι εἷς ἐκ τῶν κοινωνικῶν σκοπῶν τῶν δήμων. Ὅθεν αἱ πρὸς σύστασιν ἢ διατήρησιν τοιούτων γιγνόμεναι συνεισφοραὶ, χορηγίαι, κληροδοσίαι, ἢ δωρεαὶ, εἰσὶ κυρίως δωρεαὶ πρὸς τὸν δῆμον, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀποκλειστικῆς χρήσεως αὐτῶν.» Τοιαῦτα λοιπὸν ἦσαν καὶ ἡ συνεισφορὰ καὶ αἱ δωρεαὶ αἱ γενόμεναι παρὰ τῶν φιλογενῶν ἀνδρῶν, τῶν συνεισενεγκόντων διὰ τὴν σύστασιν τοῦ καταστήματος τούτου. Αἱ δωρεαὶ αὗται γίνονται πρὸς ἐπικουρίαν, ἵνα βοηθήσωσι τὸν δῆμον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ἑνὸς τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους προτίθεται ὁ δῆμος, ὡς καὶ ἡ πολιτεία, τῆς περιθάλψεως δηλονότι τῶν ἐν τῇ περιφερεὶᾳ αὐτοῦ ἀσθενῶν. Τοῦτο δὲ διαφέρει τοῦ νόμου περὶ νοσοκομείου, καθόσον ἔχει ἀντικείμενον τὴν νοσηλείαν τῶν εἰδικῶς πασχόντων τοὺς ὀφθαλμούς. Βεβαίως λοιπὸν κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν τὸ νοσοκομεῖον τῶν ὀφθαλμιώντων δὲν δύναται παρὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς δημοτικόν. Ἂν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐξαρτᾷ ἀμέσως ἀπὸ τῆς ἀνωτέρας διοικητικῆς ἀρχῆς, τότε τὸ δημοσιοποιεῖ, ἀπὸ δημοτικοῦ τοῦ δίδει χαρακτῆρα δημοσίου καταστήματος, ὡσανεὶ τὸ Δημόσιον ἐκ πόρων δημοσίων ἤθελε συστήσει αὐτὸ, ἐπιχορηγοῦν μάλιστα αὐτὸ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δέν μοι φαίνεται, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἰσχυριζόμενος ὅτι τὸ διάταγμα τῆς 14 Αὐγούστου 1843 δὲν εἶναι πρᾶξις νομοθετικὴ, ἀλλὰ πρᾶξις τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀληθῶς μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν τὸ πολιτικὸν Σύνταγμα τοῦ 1843, ἤτοι μέχρι τῆς 18 Μαρτίου 1844, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνησκεῖτο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως μόνον, ὡς ἐνησκεῖτο ὑπ’ αὐτοῦ, ὡς ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ἑπομένως ἡ βασιλικὴ ἀρχὴ ἐξέδιδε διὰ τῆς ὑπογραφῆς της τοὺς νόμους, ὡς ἐπίσης ἐξέδιδε καὶ τὰ διατάγματα τὰ καθαρῶς ἐκτελεστικά. Εἶχεν ὅμως ληφθῆ πρόνοιά τις, δι’ ἧς ἐτίθετο περιορισμός τις εἰς τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν περὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν νόμων, καὶ ὁ περιορισμὸς οὗτος συνίστατο εἰς τὸ ὅτι ἔπρεπε, πρὶν ἢ ἐκδώσῃ νόμον τινὰ, νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ προσέτι τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἂν καὶ ταῦτα ἀνεγράφησαν ἐν διατάξεσι νομοθετικαῖς τοῦ χρόνου ἐκείνου, παντάπασι δὲν ἐτηρήθησαν, καὶ μέχρι τοῦ 1843 ἐξεδίδοντο πράξεις διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αἱ ὁποῖαι οὐχ ἧττον ἦσαν νομοθετικαί. Διὰ τοῦτο, ὅταν τις μέλλῃ νὰ ἐξετάσῃ τὰς μέχρι τοῦ 1843 ἐκδοθείσας πράξεις, ἂν ἦναι νομοθετικαί, δὲν πρέπει νὰ προσέχῃ εἰς τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους τῶν πράξεων τούτων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάζῃ αὐτὰς κατ’ οὐσίαν, ἂν ἦναι νομοθετικαὶ ἢ νομοτελεστικαί. Καὶ ἐὰν διάταγμά τι, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, κανονίζῃ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ κανονισθῶσιν ἢ διὰ νόμου, τὸ διάταγμα τοῦτο πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς νόμος. Αὕτη δὲν εἶναι θεωρία, ἀλλ’ ἑρμηνεία τῆς νομοθετικῆς καὶ πολιτικῆς καταστάσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ἐὰν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου δὲν ἀντιλέγῃ εἰς τοῦτο, θέλει πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ διατάγματος νὰ τροποποιήσωμεν νόμον τῆς 1 Δεκεμβρίου 1836 περὶ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων. Τὸ διάταγμα τῆς 14 Αὐγούστου 1843, διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύθη τὸ νοσοκομεῖον τῶν ὀφθαλμιώντων, τροποποιεῖ τὸν νόμον τοῦ 1836 περὶ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸ νοσοκομεῖον τῶν ὀφθαλμιώντων ἔπρεπε νὰ διοικῆται ὑπὸ ἀδελφάτου, ἐνῷ κατὰ τὸ νόμον ἐκεῖνον ἔπρεπε νὰ συντάσσηται προϋπολογισμὸς, νὰ ὑποβάλληται εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, νὰ ἐξελέγχηται ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ θεωρῆται ὡς παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἔπρεπε νὰ συντάσσηται ἀπολογισμὸς καὶ ὁ ἀπολογισμὸς νὰ ὑποβάλληται εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ ἐκτελῶνται ὑπ’ αὐτοῦ αἱ κατὰ τοὺς νόμους ἀποφάσεις τῆς Νομαρχίας ἢ καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 14 Αὐγούστου 1843 οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἐκτελεῖται ἐπὶ τοῦ νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων, ἀλλ’ ἐκτελοῦνται ὅσα τὸ διάταγμα τοῦτο ὥρισεν. Ἐὰν τὸ διάταγμα τοῦτο ἐτροποποίησε νόμον ἰσχύοντα, ἔπρεπε καὶ τοῦτο νὰ γένηται διὰ νομοθετικῆς πράξεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου σφάλλει, κρίνων τὸ διάταγμα τῆς 14 Αὐγούστου 1843 ὡς διάταγμα τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ οὐχὶ ὡς νόμον, καὶ σφάλλει ἰσχυριζόμενος ὅτι δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τοῦτο διὰ διατάγματος καὶ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται περὶ τούτου νόμος. Ταῦτα εἶναι μελέτη προσιτὴ εἰς πάντας, ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου τυγχάνει σπουδαστὴς τοῦ δικαίου καὶ ἀσχολεῖται περὶ τὴν ἐπιστήμην τῶν νόμων, ἐλπίζω ὅτι δὲν ἔχει διάφορον γνώμην, ἐὰν ἠσχολήθη εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου. Ἄλλη τις θεωρία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου μοὶ φαίνεται καὶ αὕτη ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή. Ἰσχυρίσθη ὅτι πᾶν κατάστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν τῇ περιφερείᾳ δήμου τινὸς, εἶναι δημοτικόν. Ἀλλ’ ἡ θεωρία εἶναι ἀπόλυτος, ἐνῷ εἶναι δεκτικὴ ἐξαιρέσεως. Εἶναι ἀληθῶς δημοτικὸν πᾶν κατάστημα ἀγαθοεργὸν, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐν τῇ περιφερείᾳ δήμου τινὸς, ἐὰν ὁ δῆμος εἰσφέρῃ εἰς συντήρησιν αὐτοῦ· ἀλλ’ ὅταν ὁ δῆμος δὲν εἰσφέρῃ εἰς συντήρησιν αὐτοῦ, τὸ δὲ κατάστημα ἱδρύθη ἀπὸ ἄλλους πόρους, ἀποξενουμένου ἐντελῶς τοῦ δήμου, τὸ κατάστημα αὐτὸ δὲν εἶναι δημοτικόν. Εἶναι δημοτικὸν τὸ Ἀμαλίειον Ὀρφανοτροφεῖον; Παντάπασιν· ὁ δῆμος οὐδέποτε ἀνεμίχθη, καὶ τὸ ἀδελφάτον δὲν ἐκλέγεται ὑπὸ τοῦ δήμου, ἵνα διοικῇ αὐτὸ. Ἀνέφερα τὸ Ὀρφανοτροφεῖον τῶν θηλέων, δύναμαι ὅμως νὰ μνημονεύσω καὶ ἄλλων καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, καὶ τὰ ὁποῖα κανονίζονται εἴτε ὑπὸ τῆς βουλήσεως τῶν δωρητῶν τῶν χρημάτων, εἴτε ὑπὸ τῆς διαθήκης τῶν διαθετῶν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ διοικῶνται. Τὸ Δρομοκαΐτειον νοσοκομεῖον εἶναι ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἀλλ’ ὁ δῆμος Ἀθηναίων δὲν τὸ διοικεῖ, διοικεῖται δὲ κατὰ τὴν βούλησιν τοῦ διαθέτου. Τυγχάνουσιν ὄντως δημοτικὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα εἰσφέρει ὁ δῆμος, καὶ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ὁποίων καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὁποίων μετέχει ὁ δῆμος. Ὡς γνωρίζετε, ὁ δῆμος ἔχει ὑποχρεώσεις εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἔχει ὑποχρεώσεις καὶ πρὸς τὰ ἴδια αὐτοῦ μέλη, ἑπομένως ὀφείλει νὰ προνοῇ περὶ τῶν πενήτων, πρέπει νὰ προνοῇ περὶ τῶν νοσούντων καὶ περὶ τῶν ἄλλων, τῶν δεομένων τῆς βοηθείας αὐτοῦ. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἀποστολὴν τοῦ δήμου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν κοινωνικῶν τούτων ἀναγκῶν· διὰ τοῦτο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δήμων ἀναγράφονται ἔξοδα πρὸς συντήρησιν τοιούτων ἀπόρων.
§112ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐν τῷ περὶ συστάσεως τῶν δήμων νόμῳ, ἐν τῷ ἄρθρῳ 114, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὁρίζεται ὅτι ἡ διοίκησις τῶν τοπικῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων τίθεται ὑπὸ τὴν ἄμεσον διεύθυνσιν τῶν δι’ ἰδιαιτέρων διαταγμάτων σχηματισθησομένων ἐπιτροπῶν. Τώρα δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι διὰ τῆς συστάσεως ἑνὸς ἱδρύματος δύναται νὰ ἐγκριθῇ κανονισμὸς ἄλλος, καὶ ἀρκεῖ ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία δημιουργεῖ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ἵδρυμα αὐτὸ, νὰ κανονίσῃ καὶ τὰ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ ἄλλως ἢ ὅπως τὰ κανονίζει τὸ περὶ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων διάταγμα. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι τὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν εἰς ἐμὲ, ἀνέφερε, τὸ Ἀμαλίειον δηλονότι κτλ. Ἐὰν ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦτο ἀληθής, τότε ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ νόμος καὶ διὰ τὸ Ἀμαλίειον, διότι τὸ Ἀμαλίειον συνέστη διὰ διατάγματος καὶ δὲν θὰ ἠδύνατο διὰ διατάγματος νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος περὶ ἀγαθοεργῶν καταστημάτων· βεβαίως δὲ τὸ Ἀμαλίειον εἶναι ἀγαθοεργὸν κατάστημα, κατ’ ἐξοχὴν μάλιστα ἀγαθοεργὸν κατάστημα. Τοιαῦτα δὲ ἔχομεν πλῆθος, οὐχὶ μόνον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις· ἔχομεν τὸ ἵδρυμα τοῦ Μπαμπαγιώτου ἐν Σύρῳ. Τοῦτο μοὶ ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν τὴν στιγμὴν ταύτην. Καὶ ἐν τούτοις διὰ τὰ καταστήματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως εἶναι δημοτικὰ,—τοιοῦτος εἶναι ὁ χαρακτήρ των,—ἤρκεσεν ἁπλοῦν διάταγμα, ἵνα κανονίσῃ ἄλλως τὰ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Αὐτὰ εἶναι τὰ λεγόμενα διατάγματα, τὰ κανονιστικὰ τῆς δημοσίας διοικήσεως, ὅπως ὀνομάζονται, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τὰ τῆς διοικήσεως τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων· δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἵνα κανονίσῃ ἄλλως τὰ διοικήσεως αὐτῶν· διότι, ἀφοῦ ἀναγνωρίζομεν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα, διὰ πράξεως μόνον αὐτῆς νὰ δημιουργῇ πρόσωπόν τι ἐν τῷ Κράτει,—καὶ τοῦτο τοὐλάχιστον παρ’ ἡμῖν ἐγένετο δεκτὸν, διότι δὲν ἀπαιτεῖται νόμος, ἵνα δημιουργηθῇ νομικὸν πρόσωπον,—ἐὰν λοιπὸν ἀναγνωρίζωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν διὰ πράξεως καθαρῶς διοικητικῆς νὰ δώσῃ ὕπαρξιν εἰς πρόσωπον ἐν τῷ Κράτει, ἔχει βεβαίως καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ καὶ τὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, ἤτοι πῶς θὰ λειτουργήσῃ ἐν τῷ Κράτει τὸ ἵδρυμα τοῦτο, τοῦ ὁποίου τὴν ὕπαρξιν δημιουργεῖ διὰ τῆς πράξεώς της. Συγχρόνως λοιπὸν δημιουργεῖ τὸ ἵδρυμα, καὶ κανονίζει τὰ τῆς διοικήσεώς του. Δὲν ἔχει κἀμμίαν ἀνάγκην ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπεμβῇ. Ἀλλὰ ποῖον χαρακτῆρα φέρουσι τὰ ἱδρύματα ταῦτα; Βεβαίως φέρουσι χαρακτῆρα δημοτικόν· διότι ἔχομεν τὸν γενικὸν νόμον τὸν δημοτικὸν, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι πάντα τὰ ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου εὐαγῆ ἱδρύματα, ἤτοι φιλανθρωπικὰ καταστήματα, εἶναι δημοτικὰ, καὶ ἡ περιουσία αὐτῶν ἀνήκει εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῶν δημοτῶν· διότι αὐτὰ δὲν εἶναι συνεταιρισμὸς πρὸς κερδοσκοπίαν, δὲν ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει συμφέροντα χρηματικὰ, ταῦτα ἔχουσι σκοπὸν ἠθικὸν, καὶ ἡ περιουσία αὐτῶν εἶναι ἀφωρισμένη εἰς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Οἱοιδήποτε λοιπὸν καὶ ἂν ἦναι οἱ συνεισενεγκόντες, ἤτοι τὰ μέλη τῶν εὐαγῶν αὐτῶν ἱδρυμάτων, οὐδέποτε δύνανται νὰ ἀξιώσωσιν ἐπὶ τῆς περιουσίας αὐτῆς δικαίωμα. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ἐγκρίναν αὐτὸν τὸν κανονισμὸν τοῦ 1843, δὲν ἦτο νομοθετικὸν, ὅπως νομοθετικὸν δὲν εἶναι τὸ διάταγμα τὸ ἐγκρίναν τὴν σύστασιν τοῦ Ἀμαλιείου Ὀρφανοτροφείου, ὅπως δὲν εἶναι νομοθετικὸν τὸ διάταγμα τὸ ἐγκρίναν τὴν σύστασιν τοῦ Ὀρφανοτροφείου Χατζηκώστα, τοῦ Βρεφοκομείου καὶ ἄλλων καὶ ἄλλων.
§113ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα τοῦ ἐν Ἀθήναις νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων ὡς ὁ συνάδελφος κ. Στεφάνου, ἐὰν τὸ κατάστημα τοῦτο κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἀνήκῃ εἰς τὸν δῆμον ἢ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἄλλῳ τινί. Ἐγὼ θέλω ἐξετάσει τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν: Ποῖος ὁ σκοπὸς αὐτοῦ; ποῖα τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα, καὶ ποῖα τὰ μέλλοντα; Ὁ σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως τοῦ καταστήματος τούτου εἶναι ῥητὸς καὶ ὡρισμένος, ἤτοι πρὸς παροχὴν τροφῆς, κλίνης καὶ νοσηλείας εἰς ὀφθαλμιῶντας. Ἐξεταστέον λοιπὸν, ἐὰν τὸ κατάστημα τοῦτο, ὑφ’ οὓς ὅρους συνέστη πρὸ 45 ἐτῶν καὶ λειτουργεῖ, ἀνταπεκρίθη εἰς τὸν προορισμόν του, καὶ ποῖα σχετικῶς ἀποτελέσματα ἔφερε. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ κατάστημα τοῦτο, ἀναφυὲν διὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ δυνάμεων καὶ ἐκ τοῦ μηδενὸς, κατώρθωσε νὰ συγκεντρώσῃ σημαντικὴν περιουσίαν, νὰ ἐγκαταστῇ εἰς τὰ σπλάγχνα τῶν Ἀθηνῶν καὶ νὰ προσφέρῃ, διὰ τοῦ τότε καὶ νῦν καλλιτέρου καθηγητοῦ τῆς ὀφθαλμολογίας, συνδρομὴν μεγίστην εἰς ἀπόρους, παθόντας τοὺς ὀφθαλμούς. Ἀλλ’ ἂς ἐγκαταλείψωμεν τὸ μέρος τοῦτο τῆς θεραπείας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀναμφισβήτητον καὶ οὐδεμιᾶς χρήζει ἀποδείξεως, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ οἰκονομολογικόν. Τὸ κατάστημα τοῦτο, ὑφ’ οὓς ὅρους λειτουργεῖ, ἀνταπεκρίθη εἰς τὸν προορισμόν του, συγκροτῆσαν τὴν μικράν του περιουσίαν καὶ ἀναπτύξαν αὐτήν; Ἀναμφισβήτητον καὶ τοῦτο· διότι σήμερον, ὡς οἱ ἀπολογισμοὶ αὐτοῦ, οἱ δημοσιευθέντες καθ’ ὅλην τὴν δεκαετίαν, δεικνύουσιν, ἀριθμεῖ περιουσίαν σχεδὸν ἡμίσεως ἑκατομμυρίου. Ἐὰν δ’ ἀνατρέξητε ἀπὸ ἀπολογισμοῦ εἰς ἀπολογισμὸν, οὓς κατ’ ἔτος ἔδιδε καὶ οἱ ὁποῖοι κατ’ ἔτος ἐξηλέγχοντο, θέλετε παρατηρήσει μετὰ πόσης φειδοῦς ἐμετροῦντο ἅπαντα τὰ ἔξοδα, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι κατ’ ἔτος ἡ περιουσία αὐτοῦ, διὰ γλίσχρων προσφορῶν, διὰ γλισχροτάτων εἰσοδημάτων, κατώρθωσε ν’ ἀναπτύσσηται καὶ αὐξάνῃ. Δὲν ἐπεζήτησεν, ὅπως τὰ ἄλλα ἱδρύματα, νὰ μειώσῃ τὴν περιουσίαν του καὶ καταστρέψῃ τὴν κληροδοτηθεῖσαν αὐτῷ, ἀλλ’ ὡς μέλισσαι ἀληθεῖς, τὰ μέλη αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουσι τὴν διοικητικὴν ἐπιτροπὴν, συνήθροιζον καὶ ἐναποταμίευον πᾶν περίσσευμα καὶ τὸ καθίστων προσοδοφόρον. Ἐὰν ἀνατρέξητε, Κύριοι, εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς ὅλους, τοὺς δημοσιευθέντας κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, θέλετε παρατηρήσει τὴν ἄκραν λεπτότητα καὶ τὴν μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας δαπάνην καὶ τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν αὐτὰ κατὰ μέρος καὶ ἂς ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ποῖα ἔσονται εἰς τὸ μέλλον τὰ ἀποτελέσματα. Παραδέχομαι, Κύριοι, ὁποιανδήποτε θεωρίαν θέλετε ἐκ τῶν δύο, ἢ ὅτι ἡ διοίκησις, ἡ Κυβέρνησις, δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ καταστήματα ταῦτα, ἢ ὅτι ὁ δῆμος. Ἀλλ’ εἴτε ὁ εἷς εἰσέλθῃ, εἴτε ὁ ἄλλος, μετὰ λύπης σᾶς λέγω, ὅτι τὰ καταστήματα θὰ καταστραφῶσι. Ρίψατε τὰ βλέμματά σας εἰς τὸ νοσοκομεῖον τῆς «Ἐλπίδος», καὶ θέλετε ἰδεῖ τὴν ἐλεεινὴν κατάστασίν του, θέλετε ἰδεῖ τὴν πάλην, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ ἀδελφάτον αὐτοῦ, ἵνα διορισθῇ ὁ Α ἢ ὁ Β, ὡς καὶ τὰς ῥαδιουργίας, δι’ ὧν ὑπεισῆλθον εἰς αὐτὸ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ, ἵνα παραπείσωσι τὰ μέλη τοῦ Δημ. Συμβουλίου, ὅπως ὀνομάσωσιν αὐτοὺς μέλη τοῦ Ἀδελφάτου. Ὄχι μόνον ἐν Ἀθήναις, Κύριοι, συμβαίνουσι ταῦτα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς Πάτρας καὶ ἀλλαχοῦ. Εἶχον τὴν εὐτυχίαν ἢ ἀτυχίαν νὰ διέλθω ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὁπουδήποτε ὁ δῆμος εἶχε τὴν κυριαρχίαν τῶν εὐαγῶν τούτων ἱδρυμάτων, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τὰ πάντα παρέλυσαν· παρέλυσαν δὲ, διότι ἀρχίζουν αἱ μικροφιλοτιμίαι, αἱ ῥαδιουργίαι, καὶ τὰ πάντα παραλύουσιν. Ἐὰν δὲ στρέψητε τὰ βλέμματά σας καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ναοὺς τῶν Ἀθηνῶν, θὰ ἴδητε, ὅτι δακτυλοδεικτούμενοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ ἔχωσιν ἐπιτρόπους καλοὺς, οἵτινες μετ’ ἄκρας τιμιότητος καὶ ἀκριβείας διεχειρίσθησαν τὰ ἱερὰ ἐκεῖνα χρήματα. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ ἦναι μακρὰν τῶν εὐεργετικῶν τούτων καταστημάτων καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ δῆμος. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἦναι μακρὰν ἡ ἐποπτεία· ἡ ἐποπτεία εἶναι καλὴ, ἡ λογοδοσία εἶναι ἀρίστη· καὶ ὅταν ἡ λογοδοσία δημοσιεύηται καὶ περιέρχηται εἰς γνῶσιν πάντων, δύναται ἕκαστος νὰ ζητῇ λόγον παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, διατὶ ἔπραξε τοῦτο, ἢ διατὶ παρέλειψεν ἐκεῖνο. Δὲν ἀποκλείεται ὁ ἔλεγχος· ὁ ἔλεγχος ἀποκλείεται ὅταν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ τελῆται· ἀλλ’ ὅταν διὰ τοῦ τύπου τὰ πάντα ἐκτίθηνται, δὲν δύναταί τις νὰ φοβηθῇ. Πρὸς τί ἡ ἐποπτεία, ὁπόταν τὰ ἀδελφάτα ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντά των; διατὶ νῦν τὸ Βρεφοκομεῖον λειτουργεῖ λίαν καλῶς; διότι τὸ ἀδελφάτον ἀποτελεῖται ἐξ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἰδίου αὐτῶν ἱδρύματος. Μετάβητε εἰς τὸ Βρεφοκομεῖον, καὶ θέλετε ἰδεῖ τάξιν, καθαριότητα καὶ λειτουργίαν ἀρίστην· δύναμαι δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρίσκεται, εἰς ἣν ὀλίγα καταστήματα ἐν Εὐρώπῃ, τὰ ὁποῖα ηὐτύχησα νὰ ἐπισκεφθῶ κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος. Εἶναι βεβαίως τιμὴ διὰ τὸ κατάστημα τοῦτο, ἀλλ’ ἡ τιμὴ αὕτη δὲν ἀνήκει εἰς τὸν δῆμον, ἡ τιμὴ αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ ἀδελφάτον. Ἐγκαταστήσατε τοιαῦτα ἀδελφάτα, καὶ τότε βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ τις νὰ ἀντείπῃ. Ἀλλὰ νῦν τί θέλομεν ἔχει; ἐὰν μὲν δώσητε τὸ νοσοκομεῖον τῶν ὀφθαλμιώντων εἰς τὸν δῆμον, τὴν σύγκρουσιν ἑκάστοτε, ὅπως διορισθῇ ὁ φίλος μου Α ἢ ὁ φίλος μου Β· ἐὰν δὲ τὸ δώσητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τί θὰ γείνῃ; ὅ,τι γίνεται εἰς τὰς λιμενικὰς ἐπιτροπάς. Ἅμα μία Κυβέρνησις πέσῃ τῆς ἐξουσίας, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ὅλα τὰ μέλη τοῦ ἀδελφάτου θ’ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἄλλων.
§114ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Εἰς ποῖον θὰ τὰ δώσητε;
§115ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ τὰ δώσω, κύριε συνάδελφε, εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διευθύνουσιν ἀνέκαθεν αὐτὸ, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1843, καὶ ἔχουσι τὸ ἐχέγγυον, ὅτι ὑπ’ αὐτοὺς τὸ κατάστημα λειτουργεῖ λίαν καλῶς, καὶ ἔχουσι τὸ ἐχέγγυον τὸ μεγαλείτερον, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦσιν ἐπὶ 48 ὅλα ἔτη νὰ δίδωσιν εἰσφορὰς εἰς τὸ Α κατάστημα, τὸ Β ἢ τὸ Γ, θὰ ἐξακολουθῶσιν, ἐὰν μὲν ὦσι ταὐτὰ ἄτομα, νὰ στέλλωσι τὰς συνδρομάς των, ἐνῷ ἄλλως, ὅταν μάθωσιν ὅτι τὰ καταστήματα ταῦτα σήμερον περιέρχονται εἰς τὸν Α καὶ αὔριον εἰς τὸν Β, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ παύσωσιν αἱ συνδρομαί. Θὰ ζητήσητε λοιπὸν νὰ συντηρήσητε ἓν κατάστημα διὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ πόρων· ἀλλὰ θὰ τὸ συντηρήσητε ἐπαυξάνοντες τὰς δαπάνας. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐπαυξάνονται αἱ δαπάναι, διότι τὸ ἵδρυμα αὐτὸ σήμερον συντηρεῖται μὲ 300 ἕως 400 τὸ πολὺ δραχμὰς κατὰ μῆνα διὰ μισθοδοσίας· διότι ὁ διευθυντὴς αὐτοῦ οὐδὲν λαμβάνει, οὔτε ἔλαβέ ποτε. Ἐν τῇ τροπολογίᾳ, ἣν ὑπέβαλον, καὶ δι’ ἧς ὁ ἑκάστοτε καθηγητὴς τῆς ὀφθαλμολογίας ἔχει ἐκεῖ κλινικὴν ἰδίαν, θέλετε ἔχει μίαν δαπάνην ὀλιγωτέραν, ἣν δύνασθε νὰ προορίσητε ὑπὲρ ἑνὸς εὐεργετικοῦ καταστήματος. Διὰ κατάστημα δὲ, τοῦ ὁποίου τὸ εἰσόδημα εἶναι 10–12 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, εἶναι σπουδαῖον ἡ οἰκονομία τοῦ μισθοῦ τοῦ διευθυντοῦ, Κύριοι, καὶ σπουδαιότατον μάλιστα. Τοσοῦτον δὲ κατάδηλον ἐγένετο τῇ Κυβερνήσει, ὅτι διὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ πόρων δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ τὸ κατάστημα, ὥστε ὑπάρχει διάταξις καὶ ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ, ἐν τῷ ἄρθρῳ 15, καθ’ ἣν καὶ τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσφέρωσι κατ’ ἔτος χορήγημα ὑπὲρ τοῦ καταστήματος. Διατὶ, Κύριοι, ἀφοῦ σήμερον τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εὑρίσκεται εἰς ἰσολογισμὸν, ἤτοι τὰ ἔσοδα δὲν ἐξισοῦνται μὲ τὰ ἔξοδα, πῶς θέλομεν νὰ διαθέσωμεν δαπάνην διὰ κατάστημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συντηρηθῇ ἀφ’ ἑαυτοῦ, τὴν ὁποίαν ὅμως δαπάνην δὲν εἶδον ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ἐὰν δ’ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ νοσοκομείου, θὰ περιστῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δαπανήσωμεν. Ποῦ θὰ εὕρωμεν τὴν ὑπερβάλλουσαν δαπάνην; Ἠξεύρετε, Κύριοι, τί λέγει τὸ ἄρθρον 9ον τοῦ λογιστικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἔχω μάθει ἀπὸ στήθους; Ὅταν ζητῆτε ἔκτακτον δαπάνην, πρέπει νὰ ἀνεύρητε καὶ τὸν πόρον, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ καλύψητε τὴν ἔκτακτον ταύτην δαπάνην, καὶ ἐν ὅσῳ δὲν ἔχετε τὸν πόρον, δὲν δύνασθε νὰ ἀναγράψητε τὴν δαπάνην. Αὕτη εἶναι ἡ βάσις τοῦ νόμου. Ἡ δαπάνη δ’ αὕτη δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι ἔκτακτος δαπάνη, καὶ ἐπὶ τῆς δαπάνης ταύτης πρέπει νὰ εὕρητε τὸν σχετικὸν πόρον. Ἀλλὰ φθάνω εἰς ἄλλην σκέψιν. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι αὔριον τέσσαρες ἢ πέντε ἐξ ἡμῶν συνερχόμεθα καὶ ἐκ τοῦ εὐτελοῦς ἡμῶν βαλαντίου καταβάλλομεν ἀνὰ 500 ἢ 1000 δραχμὰς ἕκαστος πρὸς ἵδρυσιν νοσοκομείου τῶν λυσσοδήκτων, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους καταρτίζεται διὰ Β. διατάγματος, ὅπως κατηρτίσθη τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον· ἐκλιπόντος δὲ τοῦ ἑνὸς ἐξ ἡμῶν, προσλαμβάνεται ὑπὸ τῶν λοιπῶν τέταρτος ἢ ὑπὸ τῶν τεσσάρων πέμπτος, καὶ οὕτως ἐξακολουθεῖ νὰ διοικῆται τὸ νοσοκομεῖον ἀπὸ ἓν πενταμελὲς Συμβούλιον. Ἀλλ’ ἔρχεται αὔριον ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀφαιρεῖ τὸ κατάστημα ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐργαζόμεθα ἐπὶ ἔτη καὶ διορίζει τὸν Α ἢ Β· διότι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, τὸ δὲ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν θεωρῶ πολιτικὸν, ἀλλὰ θεωρῶ κατ’ ἐξοχὴν κοινωνικόν. Σήμερον ἡ Κυβέρνησις θὰ διορίσῃ τὰ πρόσωπα. Ἐὰν αὔριον πέσῃ τῆς ἀρχῆς, θὰ ἔλθῃ ἄλλη Κυβέρνησις καὶ θ’ ἀντικαταστήσῃ τὰ πρόσωπα. Ποῖος μᾶς διαβεβαιοῖ, ἐὰν τὰ πρόσωπα θὰ ἦναι κατάλληλα; Τί ἐχέγγυον θὰ ἔχῃ ἡ κοινωνία ἢ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν τὴν περιουσίαν των, περὶ τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα θὰ διορίσῃ ἡ Α ἢ Β Κυβέρνησις; Δὲν ὁμιλῶ περὶ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐν γένει· θέλει π. χ. ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ τοῦτον; τὸν διορίζει. Πηγαίνω ἐγὼ καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ διορίσῃ τὸν φίλον μου, καὶ τὸν διορίζει.
§116ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πρόσωπα ἐκλείπουσι.
§117ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς ἀπαντῶ, κύριε συνάδελφε. Ἴσως δὲν ηὐτυχήσατε νὰ ἴδητε τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ καταστήματος.
§118ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς εἶδον.
§119ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν τοὺς εἴδετε, τόσον τὸ χειρότερον; διότι ἐκ τῶν ἑπτὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὸ ἀδελφάτον ἀρχικῶς, δύο μόνον ὑπάρχουσιν, ἀποτελοῦντα εἰσέτι μέρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διοικούσης τὸ κατάστημα, τὰ δὲ λοιπὰ, ἐφ’ ὅσον ἐξέλιπον, ἀντικατεστάθησαν δι’ ἑτέρων ὑπὸ τῶν ἐναπομενόντων μελῶν, ἀλλ’ ἑκάστοτε προσελαμβάνετο πρόσωπον κατάλληλον καὶ ἄξιον νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῶν λοιπῶν, καὶ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἡ κοινωνία καὶ οἱ θέλοντες νὰ προσφέρωσι συνδρομήν τινα εἰς τὸ κατάστημα νὰ ἔχωσι πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην. Εἶναι δὲ σπουδαῖον, Κύριοι, νὰ παρέχῃ μία ἐπιτροπὴ ἐχέγγυα τοιαῦτα. Καὶ ἠξεύρετε, ὁσάκις συνιστῶνται ἐπιτροπαὶ δι’ οἱανδήποτε περίστασιν, ἠξεύρετε πόσην ἐπιῤῥοὴν ἐξασκοῦσι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὰς ἐπιτροπάς· οὐδεὶς θὰ τὸ ἀρνηθῇ αὐτὸ, οὐδεὶς θ’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἓν ἢ δύο πρόσωπα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ καταρτισθῶσι κεφάλαια καὶ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ προορισμοῦ τῆς συσταθείσης ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο, ὁσάκις συνιστᾶται ἐπιτροπὴ ὑπὲρ φιλανθρωπικοῦ ἢ ἀγαθοεργοῦ τινος σκοποῦ, ὀνομάζεται πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης, ἢ εἷς τῶν ἀρχιερέων, ἐὰν ἦναι εἰς ἐπαρχίαν. Ποία ἐπιτροπὴ συνέστη, Κύριοι, τῆς ὁποίας δὲν ἀπετέλει μέρος ὁ Μητροπολίτης; Οὐδεμία σχεδόν. Καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου ὁ Μητροπολίτης ἦτο ἀνέκαθεν πρόεδρος, ἐσχάτως δ’ ἐγένετο ὁ πρώην Πατρῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἔχει τὸ ἐχέγγυον, ὅτι προεδρεύεται παρ’ ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος παρέχει μεγάλην ἐμπιστοσύνην· τὰ δ’ ἄλλα πρόσωπα αὐτῆς δὲν εἶναι ἄγνωστα. Ὁ κ. Κούπας μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι γνωστότατος. Δὲν ὁμιλῶ προσωπικῶς, οὐδὲ θέλω νὰ πλέξω στεφάνους ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ βεβαίως τὸν κ. Κούπαν οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ζῶντες γνωρίζουσι πολὺ καλλίτερον ἢ ἐμὲ καὶ πολλοὺς ἐξ ὑμῶν. Ὅταν λοιπὸν γνωρίζωσιν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν κ. Κούπαν καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους του, βεβαίως θὰ τῇ ἐμπιστευθῶσι καὶ 5 καὶ 10 χιλιάδας δραχμῶν καὶ πλέον. Καταλήγων τὸν λόγον, λέγω ὅτι συμφέρον εἶναι τὰ εὐεργετικὰ ταῦτα καταστήματα νὰ μένωσιν ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὑτῶν διοίκησιν καὶ νὰ ἐξακολουθῶσι λειτουργοῦντα, ἵνα μὴ διὰ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ ὁρίσωμεν, φθάσωμεν εἰς τὸ κακὸν, νὰ ἀντικαθιστῶνται ἑκάστοτε ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ παύσωσι τὰ ἐλέη, τὰ διδόμενα εἰς τὸ κατάστημα· καὶ θὰ εὑρεθῇ τότε εἰς ἀνάγκην ὑπερτάτην ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς διὰ κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει, οὐδὲ θὰ ἔχῃ πόρους ἵνα τὰ εὕρῃ, ἀφοῦ σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς δυσχερεῖς οἰκονομικὰς περιστάσεις.
§120ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἔθηκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἔχω τὴν αὐτὴν μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως γνώμην. Ἀληθῶς, ἵνα κατορθωθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τὴν περιουσίαν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἔπρεπε νὰ προκληθῇ νόμος, οἷος ἐκεῖνος, εἰς ὃν ἀποβλέπει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸν σκοπὸν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν ὑπὸ τίνας ὅρους κατηρτίσθη καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους ἐλειτούργησεν ἀπὸ τοῦ 1843 ἡ διοίκησις τοῦ Ὀφθαλμιατρείου. Ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λέγοντος, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1843 φαίνεται ἀποδίδον ὅλως ἴδιον χαρακτῆρα εἰς τὸ ἵδρυμα τοῦτο καὶ εἰς τὴν διοικοῦσαν αὐτὸ ἐπιτροπήν. Νομίζω ὅτι κατὰ τοῦτο σφάλλεται. Τὸ διάταγμα τοῦ 1843 εἶναι ἐντελῶς ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ δημοτικοῦ νόμου καὶ ἰδίως πρὸς τὰ ἄρθρα 114 καὶ 116 αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον 114 τοῦ δημοτικοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου, ὁρίζει (ἀναγινώσκει): «Ἡ διοίκησις τῶν τοπικῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων τίθεται ὑπὸ τὴν ἄμεσον διεύθυνσιν τῶν δι’ ἰδιαιτέρων διαταγμάτων σχηματισθησομένων ἐπιτροπῶν». Ἕπεται ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1843 ἐξεδόθη ἀκριβῶς, ὅπως ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ τότε ἱδρυθέντος Ὀφθαλμιατρείου ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 114 τοῦ περὶ δήμων νόμου. Ὡρίσθη οὕτως ἐπιτροπή, ὑπὸ τὴν ἄμεσον διεύθυνσιν τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ λειτουργῇ τὸ ἐν λόγῳ φιλανθρωπικὸν κατάστημα. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἀληθῶς ἐδόθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐν τῷ μέλλοντι προσλήψεως μελῶν πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῆς καὶ καθ’ ὅσον τὰ ἀρχικῶς διορισθέντα μέλη ἤθελον ἐκλείπει. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ διοίκησις τοῦ Ὀφθαλμιατρείου κατηρτίσθη ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 114 τοῦ περὶ δήμων νόμου. Ἂν δὲ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ διοίκησις τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, σύμφωνος, ὡς εἶπον, πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 114 τοῦ περὶ δήμων νόμου, ὑφίσταται ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας αὐτοῦ τὸ κενόν, τὸ ὁποῖον δῆθεν προτίθεται νὰ πληρώσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον; Δὲν ὑπάρχει ἐκ τῶν νόμων ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν θεσμῶν ἡμῶν ὁ ἔλεγχος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ λειτουργῇ καὶ ὤφειλε νὰ λειτουργῇ ἡ διοικοῦσα ἐπιτροπή; ἐκεῖνος, ὅστις τοιαῦτα λέγει, ἀποδεικνύει ὅτι οὐδέποτε ἀντελήφθη τὸ ἐναρμόνιον τῶν θεσμῶν ἡμῶν καὶ τὴν σοφίαν τῶν πρώτων νομοθετῶν ἡμῶν. Διότι δὲν ἔχει ἢ νὰ κατέλθῃ δύο ἄρθρα κατωτέρω τοῦ ἄρθρου 114, διὰ νὰ ἀνεύρῃ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον νομίζει ὅτι εἰσάγει διὰ διατάξεων ἐντελῶς ἀλλοτρίων πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τὸν προορισμὸν ἀγαθοεργοῦ καταστήματος. Τὸ ἄρθρον 116 τοῦ δημοτικοῦ νόμου ὁρίζει τῷ ὄντι: «Αἱ εἰς τὸ ἄρθρον 114 διαλαμβανόμεναι ἀρχαὶ ἔχουν πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὸν αὐτὸν λόγον, ὃν ἔχει ὁ Δήμαρχος πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καθόσον ἀφορᾷ τὴν δημοτικὴν περιουσίαν». Λοιπὸν ὁ ἔλεγχος ὑφίσταται, ὑφίσταται διότι ἡ διοικοῦσα τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον ἐπιτροπὴ ἔχει τὸν αὐτὸν λόγον πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὃν ἔχει ὁ Δήμαρχος πρὸς αὐτό· καὶ ὅπως ὁ Δήμαρχος ὀφείλει λόγον εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς δημοτικῆς περιουσίας, οὕτω καὶ ἡ διοικοῦσα ἐπιτροπὴ ὀφείλει λόγον πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τοῦ Ὀφθαλμιατρείου. Ἀλλὰ τί ἔγεινε μέχρι τοῦδε; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ βεβαιώσῃ τις, εἶναι ὅτι ὄχι μόνον τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἀλλὰ καὶ αἱ κατὰ καιροὺς διοικητικαὶ ἀρχαὶ πᾶσαι ἢ παρέλειψαν τὸ καθῆκον, ὅπερ εἶχον, ἢ ἐθεώρησαν ἐντελῶς μάταιον τὸν ἔλεγχον. Διότι δὲν ἔχει τις ἢ νὰ στρέψῃ πάλιν ὀλίγα φύλλα ἐκ τῆς συλλογῆς τῶν νόμων, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸ ἐμοῦ, διὰ νὰ εὕρῃ τὸν διοικητικὸν ὀργανισμόν, ἐν τοῖς ἄρθροις 76 καὶ ἑπομένοις τοῦ ὁποίου ὁρίζεται, ὅτι ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ Νομάρχης ἐπιβλέπει τὴν διαχείρισιν καὶ καλὴν χρῆσιν τῆς περιουσίας τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν καταστημάτων. Καὶ εἰς ἐκείνους δὲ, οἵτινες σήμερον πρῶτον ἀνακαλύπτουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Ὀφθαμιατρείου, καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες δικαίως φρονοῦσιν, ὅτι ὁ ἔλεγχος οὗτος ὑφίσταται δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, ἀποτείνω τὴν ἐρώτησιν: τί ἔπραξαν μέχρι τοῦδε ὡς πρὸς τὸν ἔλεγχον τοῦτον; ἂν τὸν ἐθεώρουν ἀναγκαῖον, τὸν κατέστησαν πραγματικόν; ἔδωκαν σάρκα εἰς αὐτόν; Διότι δὲν πρόκειται περὶ νέων ἀνδρῶν, οὐδὲ περὶ νέου ἱδρύματος· πρόκειται περὶ ἱδρύματος, ὅπερ λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1843, ἤτοι ἐπὶ 48 ἔτη. Δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν κατὰ τὸ πλεῖστον τῶν 48 τούτων ἐτῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὤφειλε νὰ ἔχῃ καὶ δὲν εἶχε τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, εἴτε ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴτε καὶ ὡς γενικὸς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν τὴν ἐρώτησιν, πῶς ἤσκησε τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον σήμερον θεωρεῖ ἀναγκαῖον; τίς τὸν ἠμπόδισεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀσκήσῃ αὐτόν; Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὀλιγωρίαν κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων του ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὑπὸ τὰς, ἃς ἀνέφερον, ἰδιότητας, καὶ εἰς τοιαύτην ν’ ἀποδώσω τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων ἐκείνων, ἃς ἤδη ἀνέφερα. Μίαν εὑρίσκω δικαιολόγησιν, τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἐνέπνεε μέχρι σήμερον εἰς αὐτὸν, ὡς καὶ εἰς πᾶσαν τὴν κοινωνίαν ἡμῶν, ἡ διοικοῦσα τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον ἐπιτροπή. Καὶ τότε ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν ἄλλην ἐρώτησιν: Ἀπὸ πότε καὶ διὰ τίνα λόγον ἐξέλιπεν ἡ ἐμπιστοσύνη του αὕτη πρὸς τὴν διοικοῦσαν ἐπιτροπήν; Ἀλλὰ βεβαίως, ὅταν τοιαύτας ἔχωμεν διατάξεις, ὅταν τοιοῦτοι ἦναι οἱ θεσμοὶ ἡμῶν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δὲν ἐπιδιώκεται ὁ ἔλεγχος τῆς διοικούσης ἐπιτροπῆς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἐπιδιώκεται ἕτερόν τι, ὅπερ οὐδόλως ἀπέκρυψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸν ἠκούσατε πάντες· σᾶς εἶπεν: Ἐγὼ, ὅστις χαίρω τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως, διατὶ νὰ μὴ διορίζω τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ διατὶ νὰ μὴ ἐπιβλέπω τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τῆς περιουσίας τοῦ Ὀφθαλμιατρείου; Ἐθαύμασα, Κύριοι, τὴν καλλιτεχνικὴν ἀφέλειαν, μεθ’ ἧς διετύπωσε τὰ διανοήματά του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει σχολὴ, καθ’ ἣν καὶ τὰ τοῦ μαγειρείου ἀκόμη τοῦ πολίτου πρέπει νὰ κανονίζωνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν πρόκηται ν’ ἀποδεχθῶμεν ἤδη ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν τὰ δόγματα τῆς σχολῆς ἐκείνης, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν εὑρίσκω ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς αὐτὰ, διότι ἀπὸ τῆς διοικήσεως τοῦ φιλανθρωπικοῦ τούτου ἱδρύματος μέχρι τοῦ μαγειρείου αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει, παρὰ ἀπόστασις ἑνὸς καὶ μόνου βήματος. Καὶ ὑπὸ ἄλλην ὅμως ἔποψιν δὲν ἐννοῶ τὸ νομοσχέδιον, παρὰ μόνον ὑπὸ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον τῷ ἀποδίδω. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ ὑποδείξῃ ἓν καὶ μόνον φιλανθρωπικὸν κατάστημα, τοῦ ὁποίου ὁ ὀργανισμὸς νὰ προσομοιάζῃ πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ εἰσάξῃ εἰς τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον. Δι’ αὐτοῦ θέλει στειρεύσει ἡ ἰδιωτικὴ φιλανθρωπία, καὶ θέλει καταστῆ τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον σάραξ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τοῦ καταστήματος ἐκείνου βεβαίως δὲν ἔχει οὔτε λόγον, οὔτε ἀνάγκην ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην καὶ ὀφείλει νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τῶν γενικῶν ἐκείνων ἀρχῶν, τῶν ἀναλλοιώτων, αἵτινες πρέπει νὰ διέπωσι πᾶσαν πολιτείαν εὐνομουμένην. Περὶ τίνος, Κύριοι, πρόκειται καὶ ἐνταῦθα; πρόκειται περὶ τοῦ φάσματος, τὸ ὁποῖον πολεμοῦμεν πάντοτε, ὅταν ἤμεθα ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, καὶ τὸ ὁποῖον ὅμως περιπτύσσομεν σφιγκτότατα, ὅταν ἤμεθα ἐν αὐτῇ, διότι νομίζομεν, ὅτι τοῦτο μᾶς συμφέρει. Τὸ φάσμα ἐκεῖνο νομίζουσιν ἴσως, ὅτι φέρει περικεφαλαίαν, ὅτι κρατεῖ εἰς χεῖρας ῥομφαίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἀποκόπτει πᾶσαν προσπάθειαν προόδου, πᾶσαν πρόθεσιν εὐνομίας. Τίποτε· τὸ φάσμα ἐκεῖνο εἶναι τεθωρακισμένον μὲ διατάξεις ὁμοίας πρὸς ἐκείνας τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὸ φάσμα ἐκεῖνο εἶναι ἡ συγκέντρωσις. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐθαύμασα τὴν ἀφέλειαν, μεθ’ ἧς μὲ ἠρώτησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τί κακὸν ὑπάρχει, ἂν αὐτὸς, τοσαύτην χαίρων παρὰ τῷ λαῷ καὶ τῷ Βασιλεῖ ἐμπιστοσύνην, διορίζῃ τὴν ἐπιτροπὴν τὴν διοικοῦσαν τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, καὶ ἂν αὐτὸς ἐπιτηρῇ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ; Τὸ κακὸν προκύπτει ἐκ τοῦ ὅτι ἡ συγκέντρωσις εἰσάγεται ἀκόμη καὶ εἰς τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, καὶ θέλομεν οὕτω ἐξαρτήσει, τοιαύτην καθιεροῦντες ἀρχὴν, θέλομεν ἐξαρτήσει τὰ πάντα ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν τύχῃ νὰ ᾖναι τοιοῦτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Αὕτη εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Καὶ ἀληθῶς, ὅπως τοιαῦτα ἐπιβάλῃ εἰς τὴν κοινωνίαν ἡμῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ νόμον· τὸ διάταγμα δὲν θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ δημεύσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ φιλανθρωπικοῦ ἐκείνου καταστήματος, ὁ νόμος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι θέλει τὸ πράξει ἐπὶ πενταετίαν, ὅπως ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον; θέλει τὸ πράξει καθ’ ὅσον χρόνον θὰ ὑφίσταται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Καὶ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς οὕτω πρέπει νὰ νομοθετῶμεν. Πρέπει νὰ νομοθετῶμεν μόνον διὰ τὴν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἑκάστη Κυβέρνησις θέλει ὑπάρξει. Ἡ ἱστορία τῶν τελευταίων ἐτῶν τοῦτο ἀποδεικνύει. Ἡ νομοθεσία ἡμῶν κατέστη ἀσταθεστάτη. Ἄλλοτε, ὅταν ἐψηφίζετο εἷς νόμος, ἐθεωρεῖτο ὅτι ἤθελεν ὑπάρξει καὶ διέπει γενεὰς ὁλοκλήρους· σήμερον γνωρίζομεν, ὅτι τὸ τέλος ἑκάστου νόμου εἶναι μοιραῖον, καὶ θέλει ἐκλείψει ἅμα ὡς ἐκλείψῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἰσάγει αὐτόν. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ τοιοῦτο μοιραῖον τέλος νὰ ἔχωσι νόμοι, οἷος ὁ προκείμενος.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§122ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖται ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις ὑπὸ δεκαπέντε;
§124ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ, ἔχων τοιαύτας ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξα, ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσω, ὅπως γνωρίσω, ἐὰν ἡ Βουλὴ, μέλλουσα νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ᾖναι συγκεκροτημένη νομίμως. Ἑπομένως, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπιμένετε νὰ ζητηθῇ ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ 15, προβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν κ.κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου καὶ Λυμπεροπούλου)
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες Βουλευταὶ 80· ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν δι’ ἀναστάσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ὡς ἔχουσι τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 3, ἀποῤῥιφθείσης τῆς ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας τοῦ βουλευτοῦ κ. Σχινᾶ)
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).
§128ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου δὲν εἶναι μόνον φιλανθρωπικός, ἀλλὰ καὶ ἐπιστημονικός, νομίζω δὲ ὅτι ὁ σκοπὸς ὁ δεύτερος ἐκπληροῦται πλειότερον, ἐὰν αἱ θέσεις τῶν βοηθῶν καταληφθῶσι παρὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρτιώτερον ἐπιστημονικῶς κατηρτισμένα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ δεχθῇ τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· μετὰ τὰς ἐν τῇ ἕκτῃ γραμμῇ τοῦ ἄρθρου λέξεις «πρέπει νὰ ἦναι» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ὑφηγητὴς τῆς ὀφθαλμιολογίας ἐν τῷ ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ ἢ»· διότι ὁ ὑφηγητὴς ἐν τῷ Ὀφθαλμιατρείῳ θὰ ἀποκτᾷ βεβαίως γνώσεις, τὰς ὁποίας διὰ τῆς θεωρίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ δὲν δύναται ν’ ἀποκτήσῃ.
§129ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀντιλέγω.
§130ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.
§132ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, πρὸ τοῦ συνόλου θὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι τὰ ἄρθρα ἀνεγνώσθησαν μετὰ τόσης ταχύτητος, ὥστε δὲν ἠδύνατο κἀνεὶς νὰ ἀντιληφθῇ. Τὸ ἄρθρον 15ον ἀφορᾷ εἰς τοὺς πόρους τοῦ καταστήματος· καὶ ἐδῶ βλέπω ἑτέραν δήμευσιν. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ παύει ἀπὸ τοῦ νὰ ὑφίσταται καὶ συντηρῆται ὡς φιλανθρωπικὸν κατάστημα τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, γίνεται ἤδη σάραξ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ καθ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις διαχειρίζεται τὰ δημόσια χρήματα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσάγῃ τοιοῦτον σάρακα· ἀλλὰ τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἢ ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἰσαγάγῃ νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὑπαγάγῃ καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ τὸ Πανεπιστήμιον ἴσως δὲν θεωρήσῃ συμφέρον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου· ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐθελουσίας εἰσφορᾶς, τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο. Σήμερον ὅμως γίνεται μία καταναγκαστικὴ εἰσφορὰ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 15. Δὲν θὰ ἐξαρτᾶται πλέον ἐκ τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ ἑκάστοτε τὴν εἰσφορὰν αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, νὰ αὐξάνῃ ἢ νὰ σμικρύνῃ ἢ νὰ καταργῇ αὐτήν, διότι διὰ τοῦ νομοθετήματος ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Πανεπιστήμιον εἰσφορά. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀνεγνωρισμένην δυνάμει τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ἀνεξαρτησίαν τῆς περιουσίας αὐτοῦ. Εἶναι ἤδη ἀργὰ, ὅτε κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἀλλὰ δι’ ἑνὸς νέου νομοσχεδίου, τροποποιοῦντος τὸ ἄρθρον 15, πρέπει νὰ γείνῃ ἐπανόρθωσις τῶν ἐσφαλμένως νομοθετηθέντων ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, διότι, ὡς εἶπον, εἰσερχόμεθα καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπιβάλλοντες εἰς αὐτὸ ἀναγκαστικὴν εἰσφοράν. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.)
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1833 νόμου περὶ δήμων.
§134ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Προλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, θέλω καταλήξει εἰς παράκλησιν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τὸ ἰδιάζον καὶ ἔξοχον τῆς σπουδαιότητος αὐτοῦ, παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, πρὸς ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ καὶ τῶν τροπολογιῶν τῶν ὑποβληθεισῶν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι ἔχω νὰ ὑποβάλω κυρίως ἐπὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἰσχυόντων περὶ ἀστυνομίας διατάξεων μακρὰν τροπολογίαν, τῆς ὁποίας θὰ ἀναπτύξω τὰς γενικωτέρας γραμμὰς, ἵνα οὕτω προκαλέσω ὡς οἷόν τε ἐγκαίρως προκαταρκτικήν τινα συζήτησιν πρὸς τοιαύτην μεταῤῥύθμισιν, ἀλλὰ θέλω νὰ γνωρίζω κἄπως ἐκ προοιμίων, ἐὰν δύναται νὰ τύχῃ ἡ τροπολογία μου κατ’ ἀρχὴν ὑποδοχῆς τινος· διότι ἄλλως δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν, ἀναπτύσσων τὰς ἰδέας μου ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ θέματος. Καθὼς δὲ δύναταί τις νὰ προΐδῃ, ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πρόκειται νὰ γείνῃ μακρὰ συζήτησις, καὶ κάμνω τὴν ὑπόμνησιν πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα μοὶ ὑποδειχθῇ, ἐὰν δὲν ἦναι ἡ ὥρα κατάλληλος, καθὸ λίαν προκεχωρηκυῖα, πρὸς τοιαύτην συζήτησιν.
§135ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁμιλήσατε, προχωρήσατε.
§136ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐὰν ὑπάρχῃ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος πρέπει σπουδαίως νὰ σκεφθῇ, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἐκ πρώτης ὄψεως φαινόμενον μικρὸν, εἶναι ἡ μεταῤῥύθμισις, ἡ ὁποία εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Περὶ οὐδενὸς ἄλλου τόσον πρέπει νὰ σκεπτώμεθα ἢ περὶ τῆς δημοσίας τάξεως ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν τὰ ἄλλα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν, εἴτε ἀφορῶσιν εἰς ἐξασφάλισιν τῶν πολιτικῶν διαιωμάτων εἴτε εἰς ῥύθμισιν ἄλλων κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, πρόκηται νὰ προπαρασκευάσωσι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων οἱ τελικοὶ σκοποὶ τῆς κοινωνίας πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῶσι, τὰ ζητήματα ὅμως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, οἷον εἶναι πᾶν ζήτημα σχετικὸν πρὸς τὴν ἀστυνομίαν, ἔχουσιν ἄμεσον συνάφειαν πρὸς αὐτοὺς τοὺς τελικοὺς σκοποὺς τῆς πολιτείας. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς, καὶ τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου ἀποτελεῖ οὐχὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων πραγματοποιοῦνται ἄλλοι πολιτικοὶ καὶ κοινωνικοὶ σκοποί, ἀλλὰ εἶναι αὐτὸς ὁ προορισμὸς τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος. Διὰ τοῦτο δύναμαι νὰ εἴπω ἐκ προοιμίων, ὅτι σήμερον δι’ αὐτῆς τῆς φαινομένης μικρᾶς μεταῤῥυθμίσεως οἱ Βουλευταὶ καλοῦνται νὰ σκεφθῶσι περὶ τοῦ σημαντικωτέρου διὰ πᾶσαν κοινωνίαν, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τὴν Ἑλληνικὴν, νομοθετήματος, πρόκειται ν’ ἀποφασίσωσι περὶ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ δημοσία τάξις πρόκειται νὰ γείνῃ πραγματική. Συζητοῦμεν καὶ ἀγωνιζόμεθα νὰ ἐφεύρωμεν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ βελτιωθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, νὰ δημιουργήσωμεν συνδυασμοὺς ἐπὶ συνδυασμῶν οἰκονομικῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδὲν πράττομεν, ἐὰν δὲν ἐπιμεληθῶμεν τὴν αὔξησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο τὸ σπουδαιότερον οἰκονομικὸν πρόβλημα διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ πρὸς ἐπιτυχίαν τούτου πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι πρὸ παντὸς ἀνάγκη εἶναι νὰ μεριμνήσωμεν περὶ δημοσίας τάξεως. Καὶ πῶς δύνανται ν’ ἀναπτυχθῶσιν αὐταὶ ὡς παραγωγικαὶ δυνάμεις ἐν Ἑλλάδι; διὰ τίνος μέσου, ἂν οὐχὶ διὰ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν στοιχειωδεστέρων ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους δύναται ἡ παραγωγὴ ἐν τῷ τόπῳ νὰ αὐξήσῃ; Θέλομεν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας, ἀλλὰ πῶς αὕτη θὰ ἐπέλθῃ, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ δημοσία τάξις; Θέλομεν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου, ἀλλὰ πῶς αὕτη δύναται νὰ ἐπέλθῃ, ὅταν ἡ δημοσία τάξις ἦναι εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πάντες γνωρίζομεν; Σκεπτόμενοι περὶ ἀστυνομίας ἐν Ἑλλάδι, σκεπτόμεθα καὶ περὶ οἰκονομικῶν, καὶ, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν μετὰ λύπης, τοῦ στοιχειώδους τούτου ἀγαθοῦ στερούμεθα, καὶ στερούμεθα λίαν ἀδίκως. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πλειοτέρα ἀταξία καὶ ἐὰν δὲν ἦναι πλειότερον διατεταραγμένη ἡ τάξις, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν καλὴν ἐκ φύσεως κατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἡ λεγομένη παρ’ ἡμῖν ἀστυνομία νὰ μεταφερθῇ εἰς κοινωνίαν εὐρωπαϊκὴν, θὰ ὑπῆρχεν ἀναρχία. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα ὄχλος ἀέργων, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, διότι ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία εὑρίσκεται ἐν ὁμαλῇ καταστάσει, διότι ὁ τόπος εἶναι καὶ συντηρητικὸς συνάμα καὶ προοδευτικὸς, δὲν πρέπει διὰ τοῦτο καὶ νὰ τὸν ἀφίνωμεν νὰ ταλαιπωρῆται, μὴ ἔχων τὴν στοιχειώδη διοίκησιν· διότι εἶναι οἰκτρὸν τῳόντι νὰ πληρόνῃ ὁ φορολογούμενος ἐν Ἑλλάδι δυσβαστάκτους φόρους καὶ νὰ μὴ ἔχῃ δημοσίαν τάξιν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ ὑπῆρχε πλειοτέρα ἀταξία, ἐὰν ἔλειπεν ἐντελῶς ἡ πολιτικὴ ἐξουσία καὶ εἴχομεν τὸ παράδειγμα τῆς Μεσοβασιλείας, ὅτε ὁ λαὸς ἐτήρει μόνος τὴν τάξιν.
§137ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἤμεθα καλὰ τότε;
§138ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀξιότιμε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ὡς ὑμεῖς τὴν τότε κατάστασιν· ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσωμεν καλῶς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγκλημάτων, δὲν πιστεύω ὅτι τότε ἐγίνοντο πλειότερα ἐγκλήματα ἢ σήμερον.
§139ΔΑΓΡΕΣ. Ἔχετε λάθος. Δὲν ὑπῆρχεν ἐξουσία τότε, δὲν ὑπῆρχε τάξις. Ἐλησμονήσατε τὰς σκηνὰς, τὰς ἐν μέσαις Ἀθήναις;
§140ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ὁ ὁποῖος καὶ ἐν Ἀθήναις ζῶ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις διαμένω, παρετήρησα ποῖα εἶναι τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα προλαμβάνει ἡ πολιτικὴ ἐξουσία. Ὁμολογῶ ὅτι δυσχερῶς ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω πολλὰ τοιαῦτα· ἀπεναντίας βλέπω, ὅτι ἐκεῖνα μόνα τὰ ἐγκλήματα δὲν τελοῦνται, ὅσα μᾶλλον οἴκοθεν δὲν θέλει νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ἐγκληματίας. Καὶ μήπως θέλετε νὰ καταλήξητε εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ κολακεῦον τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Κράτους ὑμῶν, ὅτι ἔχομεν καὶ ἐν Ἑλλάδι ἀστυνομίαν προλαμβάνουσαν τὰ ἐγκλήματα; Δὲν ἠξεύρω τί συμβαίνει ἐν Ἀθήναις· νομίζω ὅμως, ὅτι κακῶς γνωρίζει τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ζῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι ὑπάρχει ἀστυνομία ἐν Ἑλλάδι. Εἰς ποίαν ἐπαρχίαν ὑπάρχει ὁ φόβος, ὅτι, ἂν διαπράξῃ τις ἔγκλημα, θέλει καταδιωχθῇ ἀπὸ τὸν ἀστυνόμον καὶ συλληφθῇ; Ὁ ἀστυνόμος ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐκτελεῖ, παρὰ μηχανικὴν ὑπηρεσίαν, εἰσάγων εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον τοὺς ἀντιθέτους ἐννοεῖται μᾶλλον καὶ μὴ εἰσάγων τοὺς φίλους του. Δὲν ὑπάρχει ἀληθὴς ἀστυνομία ἐν Ἑλλάδι. Ὅ,τι ὑπάρχει ὑπὸ ἔποψιν τάξεως ἐν Ἑλλάδι ὀφείλεται εἰς τὸν ἀξιόλογον, ἀλλ’ ἀναξιοπαθοῦντα λαὸν αὐτῆς. Τοσοῦτον τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ὥστε καὶ ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἐσκέφθη περὶ νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος. Δὲν ἐδήλωσε τοῦτο ἐπισήμως, ἀλλὰ ὑπέδειξε τὰς τάσεις αὑτῆς περὶ μεταβολῆς. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη μεταξὺ ἄλλων μέτρων, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ βολιδοσκοπήσῃ καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐπόπτας, οἵτινες εἶχον τὴν ἐντολὴν νὰ μελετήσωσι τὸ ζήτημα τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς ἀστυνομίας, καὶ ῥίψωσι τὴν ἰδέαν εἰς τὴν κοινωνίαν τῆς μεταβολῆς τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν. Ἤμην τότε δικηγόρος ἐν Μεσολογγίῳ· ἐκλήθημεν τότε παρὰ τῶν κυρίων ἐποπτῶν οἱ δικηγόροι καὶ συνήλθομεν εἰς συνεδρίασιν, μᾶς ὑπεβλήθη δὲ ἡ ἰδέα τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῶν ἀστυνομιῶν. Οἱ συνάδελφοί μου εἶχον ἀποδεχθῆ, ὅτι τὸ σύστημα τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν εἶναι ἀνίκανον πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, καὶ ὅτι πρέπει νὰ συστήσωμεν ἀστυνομίαν ἐντελῶς ἐξαρτωμένην ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὴν ἰδέαν ταύτην δὲν εἶχον ἐγὼ, καὶ μετά τινα λεπτὰ τῆς ὥρας, ἀφοῦ εἶχον οἱ συνάδελφοί μου συμφωνήσει ὑπὲρ τῶν διοικητικῶν ἀστυνομιῶν, εἶχον μεταβῆ εἰς τὴν συνεδρίασιν καὶ ἐπρότεινα, ὅτι καὶ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία, ὅπως ἔχουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, οὐδὲν ἕτερον θὰ ἦναι ἢ ὄργανον τῶν ἐγκλημάτων. Μεταξὺ τῶν ἐποπτῶν ἦτο καὶ ὁ κ. Στεφάνου, ὁ ἡμέτερος συνάδελφος. Ἐπειδὴ δὲ κατεδίκαζον ἀμφότερα τὰ συστήματα, παρετήρησα ὅτι οὐδὲν ἄλλο πράττομεν, συνιστῶντες ἀστυνομίαν ἐξαρτωμένην ἐντελῶς ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ μεταφέρομεν τὸν φατριασμὸν ἀπὸ τῶν Δημάρχων εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀντὶ νὰ ἔχωμεν τὸν Δήμαρχον, πρόκειται νὰ ἔχωμεν τὸ Ὑπουργεῖον φατριάζον. Ἀλλὰ καταδικάζω, ὡς εἶπον, τὸ σύστημα τῶν παρ’ ἡμῖν δημοτικῶν ἀστυνομικῶν. Καὶ εἶναι ἀναγκαῖον, Κύριοι, μετὰ λύπης ν’ ἀνομολογήσωμεν, ὅτι διὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας δὲν ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τῆς ἀστυνομίας· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν εἴχομεν πολίτευμα μοναρχικὸν, ἐὰν θὰ ἠδύνατο νὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ σύστημα τοιοῦτον, ὁποῖον τὸ ὑφιστάμενον, διότι θὰ ἦτο ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ εἶχεν ἀνάγκην μόνον τοῦ Μονάρχου· ἀλλ’ ὡς ἔχουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, νομίζω ὅτι τὸ σύστημα τῶν δημοτικῶν ἀστυνομικῶν ἐναυάγησε καὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν βελτίωσιν ἀπ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ἐκ προοιμίων: πῶς λοιπόν! ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Μοναρχία παρεχώρησεν εἰς τοὺς δήμους; Χρεωστῶ ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ὑπομνήσω ἐν πρώτοις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἀστυνομία δὲν εἶναι βεβαίως στοιχεῖον αὐτοδιοικήσεως τῶν δήμων ἀπαραίτητον, ἡ ἀστυνομία κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ κανόνα ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, ἐφ’ ὅσον ἰδίως ἀφορᾷ εἰς τὴν γενικὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν. Μόνον λοιπὸν διὰ πρακτικοὺς λόγους καὶ διὰ λόγους τοπικοὺς, διὰ λόγους περιστάσεων τοπικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀποκρούω τὸ σύστημα τῆς ἀστυνομίας τῆς ἐξαρτωμένης ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι ἕνεκα θεωρίας, ὄχι διότι δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους. Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, ὡς ἔχει παρ’ ἡμῖν, δὲν εἶναι ἐξουσία συμφυὴς, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς τὴν δημοτικὴν αὐτοδιοίκησιν. Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν εἶναι, εἰμὴ παραχώρησις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δήμους· οἱ δῆμοι τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν τὴν ἔχουν ἐκ παραχωρήσεως ἁπλῆς, καὶ τοῦτο εἶναι εὐνόητον· ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν εἶναι ἄσχετος πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν, εἶναι ἀναπόσπαστος ἀπὸ τὴν δημοσίαν τάξιν· κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ἡ ἀστυνομία ἀνήκει γενικῶς εἰς τὸ Κράτος. Ἐὰν ἐξαιρέσητε τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἀστυνόμου ὅπως ἐκδίδῃ ἀστυνομικὰς διατάξεις τοπικοῦ ὅλως χαρακτῆρος, ἢ νὰ ἐκτελῇ τὰ ἀμέσως σχετικὰ πρὸς τὴν ἀσφάλειαν τὴν ὅλως τοπικὴν τοῦ δήμου καὶ τὴν ἐν αὐτῷ τάξιν περὶ τὰ τοπικώτερα οὕτως εἰπεῖν συμφέροντα, κατὰ τὰ ἄλλα ὁ ἀστυνόμος δὲν εἶναι ἢ ἓν ὄργανον τῆς γενικῆς τοῦ Κράτους ἀσφαλείας. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ἀνήκῃ εἰς τὸ Κράτος ἡ ἀστυνομία κατὰ φύσιν, δὲν ἕπεται βεβαίως, ὅτι, ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν μάλιστα πολίτευμα, δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κεντρικὴν ἀρχὴν τοιαύτην ἐξουσίαν σήμερον.
§141ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ θεωρία αὕτη ἀποκρούεται παρὰ τῶν περισσοτέρων· ἡ ἀστυνομία ἀνήκει εἰς τοὺς δήμους, ὄχι εἰς τὸ Κράτος.
§142ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶχον ὅλως ἐναντίαν ἰδέαν· κατ’ ἔννοιαν γενικὴν καὶ κατ’ ἀρχὴν, ἡ ἀστυνομία εἶναι ἐξουσία ἀνήκουσα κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸ Κράτος, ἀνήκει δὲ εἰς τοὺς δήμους μόνον τὸ ἀπαραίτητον ἐκεῖνο μέρος, τὸ χρησιμεῦον εἰς τὴν αὐτοδιοίκησιν τοῦ δήμου. Ἀλλὰ βεβαίως καταντᾷ ἐντελῶς θεωρητικὴ ἡ προκαταρκτικὴ αὕτη συζήτησις, διότι ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχὴν εἰς τὴν Κεντρικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, βεβαίως ἀπομακρύνεται τῆς ἰδέας ταύτης. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἀπεναντίας θέλει νὰ ἀφαιρέσῃ ἐντελῶς ἀπὸ τὴν Κεντρικὴν ἀρχὴν πᾶσαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἀστυνομίας καὶ νὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς τοὺς Δημάρχους. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι κατ’ ἀρχὴν βεβαίως εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν καὶ διὰ λόγους πρακτικοὺς μᾶλλον, καὶ δὲν δύναμαι, εἰμὴ νὰ ἐπικροτῶ ἐπὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ εἰσαγάγῃ τοιαύτην μεταῤῥύθμισιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προκαλέσῃ τὰς σκέψεις αὐτῆς ἐπὶ τοιούτου θέματος. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, δὲν πρόκηται νὰ σκεπτώμεθα θεωρητικῶς, ἐὰν πρόκηται νὰ σκεφθῶμεν πρακτικῶς, διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν τάξιν ἐν Ἑλλάδι, τί πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει; Περὶ ἀστυνομίας ἀποτιθεμένης εἰς τὸ Κράτος δὲν πρόκειται, πρόκειται περὶ ἀστυνομίας, τὴν ὁποίαν ἐπαφίεμεν εἰς τοὺς δήμους. Ἀλλὰ, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, εἶναι ἡ μεταβολὴ, τὴν ὁποίαν φέρει τὸ νομοσχέδιον, πραγματικὴ καὶ οὐσιώδης ἀπέναντι τῆς ἰσχυούσης καταστάσεως; Νομίζω ὅτι μεγάλη μεταβολὴ δὲν ἐπέρχεται· καθιεροῦται τῷ ὄντι ἀρχὴ αὐτοδιοικήσεως, ἀλλ’ οὐσιαστικὴ μεταβολὴ μεγάλη δὲν ἐπέρχεται. Τί ἐγίνετο, τί γίνεται μέχρι τοῦδε; Μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Δημάρχου διορίζει ἡ Κυβέρνησις· ἡ γνωμοδότησις τοῦ Δημάρχου πάντοτε ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, δὲν παρεβιάσθη ποτέ· βεβαίως γίνονται ἐξαιρέσεις τινὲς, ἐγένοντο παρεκτροπαὶ, ὁ κανὼν ὅμως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος εἶναι, ὅτι οἱ Δήμαρχοι ἔχουσι τοὺς προταθέντας ὑπ’ αὐτῶν ἀστυνόμους. Καὶ τώρα, ἐπειδὴ πρόκειται ὄχι περὶ θεωριῶν, ἀλλὰ περὶ ἀποκαταστάσεως δημοσίας τάξεως, ἔβλαψεν ἆρά γε τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν Ἑλλάδι τὸ ὅτι εἰς μίαν ἢ καὶ δύο περιστάσεις ἐγένετο παρεκτροπὴ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία εἶναι τεθειμένη ἐν τῷ νόμῳ; εἰς τοὺς πλείστους τῶν δήμων τοῦ Κράτους τί ὑπάρχει μέχρι τοῦδε; ὑπάρχουν ἀστυνόμοι κατὰ πρότασιν τῶν Δημάρχων; ὑπάρχουν οἱ ἐκλεκτοὶ τῶν Δημάρχων; ἔχομεν ἀστυνομίαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις; Ὄχι! Ποίαν δὲ μεγάλην μεταβολὴν πρόκειται νὰ φέρωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ἀντὶ νὰ προτείνῃ ὁ Δήμαρχος καὶ νὰ διορίζῃ ὁ Ὑπουργὸς, πρόκειται νὰ διορίζῃ ὁ Δήμαρχος, τῇ προτάσει τοῦ Συμβουλίου.
§143ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐὰν ἦναι ἀντίθετον τὸ Συμβούλιον;
§144ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἔσπευσα νὰ εἴπω ἐκ προοιμίων, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συγκεντρώσεως ἢ ἀποκεντρώσεως, δὲν ἐγείρεται ζήτημα περὶ συγκεντρώσεως ἢ ἀποκεντρώσεως, προκειμένου περὶ ἀστυνομίας, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα μόνον δημοσίας τάξεως, καὶ πρέπει νὰ εὕρωμεν τὸ προσφορώτερον μέσον, ὅπως ἔχωμεν δημοσίαν τάξιν. Σκεπτόμενος λοιπὸν, Κύριοι, πρακτικῶς καὶ ὄχι θεωρητικῶς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀνευρίσκω ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ δὲν δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῶν τῶν καθηκόντων. Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ὁ Δήμαρχος ἐν Ἑλλάδι ἔχει ἀνάγκην βεβαίως τοῦ ἐκλογέως, καὶ ἐκλογεὺς αὐτοῦ θὰ ἦναι καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπόκειται εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν καὶ καταδίωξιν. Ἐὰν πρόκηται ὁ ἐκλογεὺς οὗτος νὰ ψηφοφορήσῃ περὶ Βουλευτοῦ, περὶ Δημάρχου, δύναμαι νὰ ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ προκειμένου νὰ ψηφοφορήσῃ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως περὶ ἀστυνομίας, δὲν ἔχω εἰς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην· αὐτὸς ὁ ἀστυνόμος εἶναι πράγματι αἱρετὸς σήμερον διὰ τοῦ Δημάρχου ἐμμέσως. Ὁ ἐκλογεὺς λοιπὸν, ἑπομένως καὶ ὁ ζωοκλέπτης, ἑπομένως καὶ ὁ μέθυσος καὶ ὁ λωποδύτης, ψηφοφορῶν διὰ τὸν Δήμαρχον, ψηφοφορεῖ καὶ διὰ τὸν ἀστυνόμον, ψηφοφορεῖ διὰ τὴν ἀρχὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ τὸν καταδιώξῃ, ὁ ἀστυνόμος πρόκειται νὰ καταδιώξῃ τοὺς ἐκλογεῖς του, νὰ καταδιώξῃ ἐκείνους, τῆς ψήφου τῶν ὁποίων ἔχει κατόπιν ἀνάγκην. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας παρ’ ἡμῖν ἀπέτυχε καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ· ἔχομεν πολλὴν πεῖραν ἐνώπιόν μας, πρέπει δὲ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει μὲν μίαν καινοτομίαν ὑπὸ ἔποψιν θεωρητικὴν, ἀλλὰ πρακτικῶς δὲν ἐπιτυγχάνει τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπαγγέλλεται. Ἀλλὰ βεβαίως, ὅταν καὶ τότε ἀπέκρουον τὴν ἰδέαν ἀμφοτέρων τῶν συστημάτων, ἔπρεπε νὰ ἔχω μίαν γνώμην. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἀνεγνώσατε σήμερον τὴν γνώμην μου εἰς ἐφημερίδα τινὰ, καὶ πρέπει ἑπομένως νὰ τὴν εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐσκέφθην λοιπὸν ἔκτοτε, ὅτι, προκειμένου περὶ ἑνὸς οἱουδήποτε κοινωνικοῦ καλοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνατίθεται εἰς ὑπαλλήλους, εἴτε αἱρετοὺς, εἴτε διοριζομένους ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρωμεν τοὺς ἐνδιαφερομένους ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὑπὲρ τῆς καλῆς διατηρήσεως αὐτοῦ τοῦ ἀγαθοῦ, καὶ ἑπομένως ὑπὲρ τῆς καλῆς ἐκλογῆς τῶν εἰς οὓς θὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν τήρησιν αὐτοῦ, ὅτι τὸ πρόβλημα τότε λύεται. Ἐὰν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν παρ’ ἡμῖν νὰ ἀνεύρωμεν ἢ τὴν ἀρχὴν ἐκείνην ἢ τάξιν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία νὰ ἐνδιαφέρηται καὶ ἐκ συμφέροντος περὶ καλῆς ἀστυνομίας, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποταθῶμεν εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν καὶ εἰς αὐτὴν νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀστυνόμων. Σπεύδων λοιπὸν νὰ εἴπω εἰς τί συνίσταται ἡ τροπολογία μου, λέγω ὅτι κατ’ ἐμὴν ἰδέαν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀστυνόμους αἱρετοὺς, ὄχι διὰ καθολικῆς ψηφοφαρίας, ἀλλὰ διὰ περιωρισμένης ψηφοφορίας ἐκλογέων, ἐχόντων ὡρισμένα προσόντα, καὶ ὅτι ἡ τοιαύτη ἀστυνομία ἐν πράγματι θὰ παρέχῃ εἰς τὸν κόσμον τὰς μείζονας ἐγγυήσεις. Ἡ ἰδέα αὕτη εἶχεν ὑποβληθῆ διὰ δύο ἐνυπογράφων ἄρθρων μου ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1873, καταχωρισθέντων ἐν τοῖς «Καιροῖς», καὶ τὰ ὁποῖα εἶχον προκαλέσει ἀρκετὰς συζητήσεις ἐν τῷ τύπῳ· τὴν ἰδέαν ταύτην αἱ πλεῖσται τότε τῶν ἐφημερίδων τὴν ἀπεδέχθησαν, τὴν ἀπεδέχθησαν ὡς ἰδέαν πρακτικὴν καὶ ὡς παριστῶσαν τὸ σχετικῶς καλλίτερον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Καὶ ἂν χρειάζηται, Κύριοι, νὰ ἀνεύρῃ τις ἐὰν ὑπάρχῃ ποῦ ἀναλογία πρὸς τοιοῦτο σύστημα, νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀναλογία πρὸς τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχύοντα. Βεβαίως δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ μεταφυτεύωμεν θεσμοὺς ἀπὸ ἄλλα Κράτη, ἀλλ’ ὅταν εὑρίσκωμεν, ὅτι δύναται πρακτικῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἰς ἄλλην κοινωνίαν, βεβαίως δυνάμεθα νὰ μιμηθῶμεν τὸ παράδειγμά της καὶ νὰ μεταφέρωμεν, τροποποιοῦντες ἐννοεῖται κατὰ τὰς ἰδικάς μας περιστάσεις, τὸν θεσμόν. Δὲν ἔχουν βέβαια ἐν Ἀγγλίᾳ αἱρετὴν ἀστυνομίαν καθ’ ὃν τρόπον θέλομεν οἱ φρονοῦντες ταῦτα νὰ ὑποβάλωμεν ἤδη, ὅπως ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἡμῖν. Ἐν Ἀγγλίᾳ τὸν ἀστυνόμον, τὸν Διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας τῆς Κομητείας, τὸν προτείνει ἡ Σύνοδος τῶν Εἰρηνοδικῶν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ οἱ γαιοκτήμονες τῆς Κομητείας· ἡ Σύνοδος αὕτη τῶν Εἰρηνοδικῶν προτείνει τὸν ἀστυνόμον τὸν ἀνώτατον ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως· ὑπάρχει λοιπὸν ἀναλογία τις. Καὶ νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν πρακτικώτερον, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρωμεν τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν ἀνθρώπων, τὴν ἐνδιαφερομένην ὑπὲρ ἀστυνομικῆς τάξεως, νὰ σχηματίσωμεν τὸν ἐκλογικὸν αὐτὸν σύλλογον, οὐδὲν πρακτικώτερον λέγω εἶναι, παρὰ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν τὴν πρότασιν τῶν ἀστυνόμων. Ἀλλὰ πῶς θὰ εὑρεθῇ ἡ τάξις αὕτη; Θὰ ἀπαιτήσωμεν προσόντα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, προσόντα ὄχι μόνον περιουσίας, ἀλλὰ ποικίλα προσόντα· δυνάμεθα βεβαίως ν’ ἀπαιτήσωμεν τὸ προσὸν τῆς περιουσίας, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ καθιερώσωμεν καὶ προσόντα μορφώσεως, νὰ παραδεχθῶμεν εἰς τὸν τοιοῦτον ἐκλογικὸν σύλλογον τοὺς διατελέσαντας ὑπαλλήλους ἐν γένει, νὰ περιλάβωμεν τὴν τάξιν ἐκείνην τῆς κοινωνίας, μεταξὺ τῆς ὁποίας βεβαίως δὲν θὰ εὑρίσκωνται ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θὰ καταδιώξῃ ἡ ἀστυνομία, διότι ὁ διατελέσας εἰς τὴν δεῖνα θέσιν λ. χ. δύναται νὰ ἦναι εἷς πλαστογράφος...
§145ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι μεταξὺ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὁ ἰδιαίτερος σύλλογος, τὸν ὁποῖον θέλετε, θὰ εὑρεθῶσι ζωοκλέπται;
§146ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον. Ἀλλὰ θὰ ἐξηγήσω πληρέστερον τὴν ἰδέαν μου.
§147ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Τὸ Δημοτικὸν δὲ Συμβούλιον ἐκλέγει τὸν ἀστυνόμον κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἰδοὺ ὅτι ἔχετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε.
§148ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιτάσσοντες ὑμεῖς τοῦτο, βεβαίως κατ’ ἀρχὴν συμφωνεῖτε μὲ τὴν ἰδέαν μου· τὸ μόνον, εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦμεν, εἶναι, ὅτι ὑμεῖς θεωρεῖτε ὡς τεκμήριον καλοῦ ἐκλογέως διὰ τὸν ἀστυνόμον τὸ ὅτι εἶναι δημοτικὸς σύμβουλος· κατ’ ἀρχὴν εἶμαι συμφωνότατος, ἀλλὰ γνωρίζω τὰ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἰδίως τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ νομίζω ὅτι δὲν θὰ θεωρήσω, ὅτι τεκμήριον πολίτου ἐκλεκτοῦ καὶ παρέχοντος ἐγγυήσεις ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν εἶναι μόνον τὸ νὰ ἦναι δημοτικὸς σύμβουλος, ὅτι οἱ μὴ δημοτικοὶ σύμβουλοι δὲν εἶναι κατάλληλοι, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς ἀστυνόμου. Δυστυχῶς ὁ θεσμὸς τῶν δημοτικῶν συμβούλων, τοὐλάχιστον μέχρι τοῦδε, δὲν παρουσιάζει πάντα τὰ θέλγητρα ἐκεῖνα, ὥστε ἄνθρωποι ἀξίας πραγματικῆς νὰ ἐπιδιώκωσι τὴν θέσιν ταύτην· ἐν ταῖς ἐπαρχίαις βεβαίως εἶναι πολλοὶ δημοτικοὶ σύμβουλοι ἀξιότιμοι ἄνθρωποι, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολλοί, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε αὐτὴν τὴν πεποίθησιν. Ἀλλὰ μήπως ἐγὼ ἀποκλείω νὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὴν τάξιν, περὶ ἧς ὡμίλησα, τῶν ἐκλογέων καὶ οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι; Ἀπεναντίας τοὺς περιλαμβάνω, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω εἰς 12 ἢ 16 δημοτικοὺς συμβούλους τὴν πρότασιν τῶν ἀστυνόμων· ἀντὶ τῶν 12 ἢ τῶν 16 συμβούλων θέλω νὰ περιλάβω 100 καὶ 200, τοὺς καλλιτέρους ἐξ ἑκάστου δήμου, νὰ συμβουλευθῶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιδιώκουσι τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου· ἐὰν θέλητε, προβαίνω καὶ περαιτέρω, καὶ ἐκείνους ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δημόται, ἀλλ’ εἶναι ἐγκατεστημένοι ἔν τινι δήμῳ, νομίζω ὅτι καὶ ἐκείνους δύνασθε νὰ τοὺς ἐρωτήσητε περὶ τοῦ καταλλήλου ἀστυνόμου. Ἀλλὰ συμβαίνει παρ’ ἡμῖν τὸ ἑξῆς· ἀκούομεν νὰ λέγουν πολλάκις τὰ νομοθετήματά μας: «ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι», καὶ νομίζομεν αὐταπατώμενοι, ὅτι ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων τοῦ Λονδίνου, καὶ κάμνομεν νόμους ἐπὶ νόμων, στηριζομένους εἰς τοιαῦτα τεκμήρια, διότι δὲν θέλομεν νὰ συναισθανθῶμεν τὴν κατάστασίν μας· νομίζομεν ὅτι νομοθετοῦμεν πρακτικῶς, καὶ πράγματι ἀπατῶμεν ἑαυτούς. «Οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου»! καὶ ἂν ἀνεγίνωσκε ξένος τις τοὺς νόμους ἡμῶν, θὰ ἔλεγε: «τίς οἶδε τί ἄνθρωποι εἶναι αὐτοί, καὶ ἀναθέτουσιν εἰς αὐτοὺς τοιαῦτα δικαιώματα!»
§149ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τοῦ τόπου.
§150ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνάπτυξις τοῦ τόπου δὲν εἶναι αὐτή, ἡ πολιτικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους εἶναι ἐντελῶς διάφορος τῆς κοινωνικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου, ἡ κοινωνία εἶναι προωδευμένη, τὸ Κράτος ὀπισθοδρομεῖ. Πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιδιώκουσιν οἱ σοβαρώτεροι τῶν πολιτῶν τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου. Οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι, καὶ μάλιστα εἰς τοὺς δήμους τῶν ἐπαρχιῶν, δὲν εἶναι δυστυχῶς οἱ καλλίτεροι τῶν πολιτῶν. Τὸ ῥιζικὸν δὲ σφάλμα τὸ ὁποῖον διαπράττομεν, εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον ἐπράξατε, κύριε συνάδελφε, ὅτι θεωροῦμεν ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τοῦ τόπου συνταυτίζεται μὲ τὴν πολιτικήν του κατάστασιν, ὅτι ἡ κοινωνία εἶναι τὸ αὐτὸ ὅ,τι καὶ τὸ Κράτος, ὅτι εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν παράλληλον· ἀλλὰ δυστυχῶς συμβαίνει τὸ ἐναντίον, ἡ κοινωνία εἶναι προωδευμένη, καὶ τὸ Κράτος μόνον εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν· 500 εἰς ἕκαστον δῆμον εἶναι βεβαίως καλλίτεροι τῶν δημοτικῶν συμβούλων, ἀλλὰ θὰ τὸ θεωρήσωσιν ὕβριν νὰ τοῖς εἴπητε, ὅτι πρόκειται νὰ τοὺς ἐκλέξητε δημοτικοὺς συμβούλους.
§151ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐκτίθενται καὶ δὲν γίνονται.
§152ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν δύναται ποτὲ νὰ καταγίνηται ὁ σοβαρὸς πολίτης, ὁ ἔχων ἀξίαν, διὰ νὰ λάβῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, διότι δὲν ἔχει κἀμμίαν ἀξίαν ἀπέναντι τῶν νόμων τῶν Ἑλληνικῶν, διότι ἡ συγκέντρωσις μαραίνει τὰ πάντα καὶ διότι ἡ δημοτικὴ αὐτοδιοίκησις εἶναι παρῳδία καὶ χλεύη, διότι ὡς δημοτικὸς σύμβουλος δὲν ἔχει κἀμμίαν ἐξουσίαν.
§153ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι μὲ τὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ἀπονέμεται πρὸς αὐτούς, θὰ ἐκλέγωνται οἱ καλλίτεροι σχετικῶς πολῖται δημοτικοὶ σύμβουλοι;
§154ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ, ὅτι ἡ ἀνάθεσις αὐτῆς καὶ μόνης τῆς ἐξουσίας εἰς τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους θὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν μαγικὴν δύναμιν, ὥστε ὑμεῖς, καθ’ ὑπόθεσιν, ἐὰν συμπέσῃ νὰ μὴ ἦσθε Βουλευτής, νὰ δεχθῆτε νὰ γίνητε δημοτικὸς σύμβουλος.
§155ΔΑΓΡΕΣ. Ἤθελον δεχθῆ, καὶ Βουλευτὴς ἐὰν ἦμαι.
§156ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, τῷ ὄντι περιττὸν διὰ τοὺς θέλοντας νὰ κρίνουν πρακτικῶς καὶ ὅπως ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν, νὰ ἀναπτύξῃ τις, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν διὰ τῶν νόμων, ἀναθέτοντες εἰς τὰ τοπικὰ αὐτὰ Συμβούλια, ὅπως ἔχουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις αὗται εἶναι φανταστικαί· ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, ποῖος ἀπέκλεισε τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους ἀπὸ τοῦ συλλόγου τῶν ἐκλεκτοτέρων ἐκλογέων; Ἐγὼ τοὺς συμπεριλαμβάνω, ἀλλὰ σεῖς λέγετε, ὅτι μόνον οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι εἶναι οἱ καλλίτεροι ἐν ἑκάστῳ δήμῳ. Καὶ διατὶ νὰ ἀναζητῶ τὰ τεκμήρια μόνα τὰ ἐκ τῆς θέσεως καὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, ἀφοῦ δύναμαι νὰ ἔχω τὰς πλήρεις ἀμέσους ἀποδείξεις ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ζητῶ διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀστυνόμου; τί θέλω διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀστυνόμου; θέλω ν’ ἀποφαίνηται ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον δὲν θὰ καταδιώξῃ ὁ ἀστυνόμος, ὁ δὲ δημοτικὸς σύμβουλος δύναται καθ’ ἑαυτὸν νὰ ᾖναι λίαν ἀξιότιμος ἄνθρωπος, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ μόνος. Ἀλλὰ τί ἄλλο συμβαίνει; Πηγάζει ἐκ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, τὴν καθολικὴν δὲ ψηφοφορίαν θέλω νὰ τὴν ἀπομακρύνω ἀπὸ τῆς ἀστυνομίας, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἀφήσω εἰς μόνα τὰ προϊόντα αὐτῆς τὴν ἀστυνομίαν. Ἐὰν, Κύριοι, ὑπάρχῃ προκατάληψίς της, ὅτι εἴτε μὲ τὸ ὑπάρχον σύστημα εἴτε μὲ τὴν μεταῤῥύθμισιν, ἡ ὁποία γίνεται, θὰ τηρῶνται τὰ τῆς δημοσίας τάξεως, δὲν ἔχω, εἰμὴ νὰ χαρῶ, ὅτι ἐγὼ πλανῶμαι, δεικνύμενος ἀπαισιόδοξος, μὴ ἐννοῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, καθὼς φαίνεται, οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἔχουσιν ἀντιληφθῆ, ἢ ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ ἀστυνομία ἔχει κάλλιστα, ἢ ὅτι διὰ μόνης αὐτῆς τῆς μεταβολῆς τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται τῷ ὄντι νὰ ἀνακαινισθῇ ἡ ἀστυνομικὴ τάξις παρ’ ἡμῖν· ἐὰν, λέγω, ὑπάρχῃ τοιαύτη προκατάληψις, ἐγὼ θὰ συγχαρῶ τοὺς φρονοῦντας ὅτι θὰ ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ βελτίωσις, καὶ διόλου δὲν θὰ λυπηθῶ, ὅτι ἐγὼ πλανῶμαι. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς μᾶλλον συγκεκριμένα. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι νὰ προτείνωσιν ὑποψηφίους, καὶ μεταξὺ αὐτῶν νὰ ἐκλέξῃ ὁ Δήμαρχος. Κύριοι, γνωρίζομεν τί συμβαίνει παρ’ ἡμῖν· ἢ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν Δήμαρχον, καὶ τότε θὰ ἐκτελέσῃ τὰς διαταγὰς τοῦ Δημάρχου, προτεῖνον ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θὰ ὑπαγορεύσῃ εἰς αὐτὸ ὁ Δήμαρχος, καὶ τότε οὐδὲν προστίθεται, ἢ τὸ Συμβούλιον εἶναι ἐναντίον τοῦ Δημάρχου, καὶ τότε δὲν θὰ ἔχητε, παρὰ μίαν λυσσώδη διαμάχην μεταξὺ Συμβουλίου καὶ Δημάρχου, τὸ Συμβούλιον τότε θὰ προτείνῃ τοὺς ἐχθίστους τῷ Δημάρχῳ, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ δύνανται νὰ παραλύσωσι τὴν ἐξουσίαν τοῦ Δημάρχου....
§157ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν διορίζει ὁ Δήμαρχος.
§158ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν τότε δὲν ἠξεύρω τίνος εἴδους ὀργανισμὸς θὰ ἦναι αὐτὸς, ὀργανισμὸς, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐφαρμόζηται, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, ἐὰν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ ὄχι. Ὁ νόμος ἐνόησεν, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἀστυνομία, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θὰ προτείνῃ τοὺς ὑποψηφίους, καὶ ὁ Δήμαρχος θὰ διορίζῃ· καὶ τώρα μοὶ λέγετε, ὅτι ἀντὶ τούτου δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀπραξία! Ἐγὼ, Κύριοι, χθὲς ἀκόμη ἤκουσα πολλῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι καὶ περιεστοίχιζον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ διαφόρους ἐπικρίσεις ἔκαμνον ἐπὶ τῆς γινομένης μεταβολῆς, δὲν ἐνόμισα δὲ ὅτι τόσον πολὺ ἀναμφισβήτητος θεωρεῖται ἡ μεταῤῥύθμισις, ὡς μέλλουσα ν’ ἀποκαταστήσῃ ἀστυνομικὴν τάξιν ἐν Ἑλλάδι, ἀπ’ ἐναντίας ἐνόμισα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προεκάλει ἐκ προοιμίων συζήτησιν εὐρεῖαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θέλων βεβαίως ν’ ἀκούσῃ τὰς ἀντιθέτους γνώμας, ὄχι ἁπλῶς διὰ ν’ ἀκουσθῶσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ συζητηθῶσιν ἄνευ προκαταλήψεως. Ἐὰν πρόκηται ὑμεῖς νὰ ἔχητε τὴν ἰδέαν, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, διὰ τοῦ διορισμοῦ ὑπὸ τοῦ Δημάρχου τῶν ἀστυνόμων, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ ἀποκατάστασις τῆς τάξεως ἐν Ἑλλάδι, βεβαίως ἐγὼ δὲν ἔχω κἀνὲν ἐνδιαφέρον νὰ παλαίσω ἐναντίον τοιαύτης γνώμης. Ἀλλὰ συντρέχει καὶ ἄλλος λόγος, ὅπως μὴ ἀποφασίζῃ τις πάντοτε νὰ ὑποβάλλῃ ἰδέας, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ἴσως καὶ καινοτόμοι· συνειθίσαμεν, φαίνεται, νὰ λύωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ ἀναλόγως τοῦ καμάτου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν, καὶ ἀναλόγως τῆς ὥρας· ἅμα λόγου χάριν θεωρῆται, ὅτι ἡ ὥρα παρῆλθε, δύναται νὰ ψηφισθῇ ἓν νομοσχέδιον, διότι δὲν ὑπάρχει καιρὸς νὰ γείνῃ συζήτησις. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν συνήθως ἀκολουθοῦμεν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, Κύριοι, μὴ ἀξιῶν, ὅτι δύναμαι νὰ ἐφεύρω τὸν τρόπον, ἵνα ἐπινοήσω τὸ μέσον, δι’ οὗ ὡς διὰ μαγικῆς ῥάβδου πρόκειται νὰ βελτιωθῇ ἡ ἀστυνομικὴ τάξις ἐν Ἑλλάδι, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, οὐδὲν ἄλλο κυρίως θὰ πράξω, εἰμὴ νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐπὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ἀντικειμένου, νὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ μὴ παρατρέξωσιν ὡς μικροῦ λόγου ἄξιον τὸ θέμα· ὑπάρχει καὶ ἄλλη συζήτησις, καὶ θὰ παρακαλέσω πάντας, ὅπως εἰσφέρωσι τὰς γνώμας των, διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ εὕρωμεν τὸν προσφορώτερον τρόπον τῆς ἐκλογῆς ἀστυνόμων ἐν Ἑλλάδι. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μᾶς διαιρῇ πολιτικῶς· πρόκειται περὶ ἡμῶν αὐτῶν, πρόκειται περὶ τῆς ἀσφαλείας ἡμῶν τῶν ἰδίων. Ἐὰν λοιπὸν ᾖναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παρέλθωμεν ἀσυζητητεὶ, ἐὰν ᾖναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὰς συζητήσεις τὰς μακρὰς καὶ τὰς σκέψεις ἡμῶν, εἶναι αὐτὸ, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν· ἄλλως, ἐὰν δὲν μεριμνήσωμεν οὔτε περὶ τοῦ στοιχειώδους αὐτοῦ ἀγαθοῦ, νομίζω, ὅτι θὰ ταλαιπωρώμεθα, ἐπὶ βλάβῃ ὄχι μόνον τῶν ἐντολέων ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ βλάβῃ καὶ κινδύνῳ ἡμῶν τῶν ἰδίων, οἱ ὁποῖοι πρὸ πάντων, μεταβαίνοντες εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, ὁδοιποροῦντες, ἀλλὰ καὶ πολλάκις ἐν Ἀθήναις διαμένοντες, αἰσθανόμεθα τὰ κακὰ τῆς ἐλλείψεως πάσης ἀστυνομικῆς τάξεως. Δὲν ὑποβάλλω ἀπὸ τοῦδε τὴν τροπολογίαν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§159ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἠσχολήθητε εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνδεικνύωσι τοὺς ἐκλογεῖς;
§160ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· τὰ ἔχω ἤδη ἕτοιμα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 § βʹ ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σωτηρόπουλος προτείνει νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν λέξιν «ἀριθμοῦ» αἱ λέξεις «καὶ μισθοῦ».
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Τὸ ἄρθρον 4 κατωτέρω πληροῖ τὴν ἀνάγκην, ἣν θέλει ὁ κ. Βουλευτής.
§164ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ὑπάρχει καὶ ἡ φράσις ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀστυνόμου «ἀκοῦσαν ὅμως πάντοτε τὰς παραστάσεις αὐτοῦ» (τοῦ Δημάρχου δηλαδή). Ἐν ᾗ περιπτώσει ἀρνηθῇ ὁ Δήμαρχος, ἀρνηθῇ δηλαδὴ νὰ κάμῃ τοιαύτας παραστάσεις εἰς τὸ Συμβούλιον, τί θὰ γείνῃ; θὰ ματαιωθῇ ὁ διορισμός;
§165ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι προεκλήθησαν αἱ παραστάσεις τοῦ Δημάρχου καὶ δὲν ἐγένοντο.
§166ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἑπομένως ἡ ἀπόφασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἔσται ὑποχρεωτική.
§167ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§168ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἔχει).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§170Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου νὰ διορισθῇ ἀστυνόμος, καὶ ὁ Δήμαρχος δὲν τὸν διορίζῃ, τί θὰ γείνῃ;
§171ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Φιλαρέτου.
§173ΡΑΛΛΗΣ. Εἴμεθα εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Τὰς τροπολογίας αὐτὰς ἀφήσατε εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι αὔριον θὰ ἐμποδίσητε τὴν συζήτησιν, λέγοντες ὅτι πρόκειται περὶ προτάσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ἤδη καὶ ἀπεῤῥίφθη.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἀποκλείεται τὸ Προεδρεῖον νὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν τὰς τροπολογίας. Ἐὰν νομίζῃ τις, ὅτι αὗται πρέπει νὰ ἀναβληθῶσιν....
§175ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀφοῦ τόσον ἐξώρας γίνεται συζήτησις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῶσιν κἂν εἰς ψηφοφορίαν αἱ τροπολογίαι, ἀφοῦ ἐκεῖνοι, οἵτινες τὰς ὑπέβαλον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς ὑποστηρίξωσι.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ μόνον τὸ ἀντίθετον παράπονον, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἀφίνει τὰς τροπολογίας τῶν ἀπόντων Βουλευτῶν.
§177ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναβληθῶσιν αἱ τροπολογίαι, κύριε Πρόεδρε.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, αἱ τροπολογίαι ἀναβάλλονται διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§179ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 3 ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα τοῦ κατ’ ἐκλογὴν διορισμοῦ μεταξὺ τῶν τριῶν ὑποψηφίων, ὅπως καὶ ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ περὶ δήμων ἐφηρμόζετο ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων. Εἶναι γνωστὸν, πόσον ἀπέτυχε τὸ σύστημα ἐκεῖνο, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διωρίζοντο ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀνέγραφε πρώτους εἰς τὸ ψήφισμα αὑτοῦ ὡς ὑποψηφίους. Νομίζω ὅθεν, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον ἀπὸ τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ἐκ τριῶν ὑποψηφίων», νὰ προτείνῃ δὲ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἕνα μόνον ὑποψήφιον.
§180ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τότε διορίζει τὸ Συμβούλιον, δὲν προτείνει πλέον.
§181ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Βεβαίως ἐννοῶ ν’ ἀφομοιωθῇ ἡ παράγραφος αʹ τοῦ ἄρθρου 3 πρὸς τὴν παράγραφον αʹ τοῦ ἄρθρου 5.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν τροπολογίαν σας;
§183ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 4).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκεται).
§185ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω. Θὰ παρακαλέσω, τὸ ποσὸν τῶν 50,000 δραχμῶν νὰ γείνῃ 100,000, διότι ὑπάρχουσι δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰσόδημα 50,000 δραχμῶν, καὶ ἐν τούτοις τοιαῦτα πρόσωπα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι.
§186ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά· στέργω.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 6–19). Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).
§188ΒΡΥΩΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν. Ἀντὶ νὰ κοινοποιῆται ἡ νομαρχιακὴ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸν Δήμαρχον, ὁ ὁποῖος πιθανὸν νὰ διαφωνῇ πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ μὴ κοινοποιήσῃ τὴν ἀπόφασιν πρὸς αὐτὸ, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ στερηθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκκλήσεως, φρονῶ ὅτι εἶναι καλὸν ἡ ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου νὰ κοινοποιῆται εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρετε τὴν ὑπάρχουσαν τροπολογίαν σας;
§190ΒΡΥΩΝΗΣ. Ἐκτὸς τῆς ὑπαρχούσης τροπολογίας μου, ζητῶ νὰ γείνῃ καὶ ἡ προσθήκη αὕτη.
§191ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20 ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 21 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.