1891.02.05
2,883 rows · 22,055 words · 220 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
Τῆς 5 Φεβρουαρίου 1891.
(Τρίτη)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ μετά τινας διορθώσεις, ἐπενεχθείσας τῇ προτάσει τῶν κ. κ. Τρικούπη, Γ. Φιλαρέτου καὶ Παπαμιχαλοπούλου, ἐπικυροῦνται).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς κ. Βρυώνης κατέθεσε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1833 νόμου περὶ δήμων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 134). Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δαγρὲς κατέθεσεν ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν τῶν ἐκδοθέντων παραχωρητηρίων ἐπὶ τῶν φυτειῶν καὶ γαιῶν τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης, τῶν μήπω ἐκδοθέντων καὶ τῶν ἐκδοθέντων μὲν, ἀλλὰ μὴ κοινοποιηθέντων» Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Γ. Φιλάρετος κατέθεσε τὰς ἑξῆς ἐγγράφους ἐρωτήσεις (ἀναγινώσκει): 1) Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: «Πόσα ἐδαπανήθησαν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀστικοῦ κώδικος καὶ διατὶ μέχρι τοῦδε ἀναβάλλεται ἡ ὑποβολὴ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν; «Πόσοι, τίνες ὀνομαστὶ καὶ, εἰ δυνατόν, τίνος ἐπαγγέλματος καθ’ ὅλον τὸ Κράτος εὑρίσκοντο εἰς τὰς φυλακὰς διὰ χρέη τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1889 καὶ πρὸ πόσου χρόνου; πόσοι ἐπροσωποκρατήθησαν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1890, δυνάμει τίνος ἀποφάσεως ἢ ἄλλου ἐκτελεστοῦ ἐγγράφου, λόγῳ πτωχεύσεως ἢ διὰ χρέος πρὸς τὸ Δημόσιον, πρὸς ἐξόφλησιν τίνος ποσοῦ; πόσοι ἀπεφυλακίσθησαν λόγῳ πιστοποιήσεως ἀκτημοσύνης των, καὶ πόσοι ἔμενον εἰς τὰς διὰ πολιτικὰ χρέη φυλακὰς τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890, πρὸ πόσου καιροῦ καὶ διὰ ποῖον ποσὸν ὀφειλῆς;» 2) Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: «αʹ) Τίνες μέχρι τοῦδε ἐργασίαι ἐγένοντο πρὸς καταρτισμὸν κτηματολογίου καὶ ἐὰν αὗται ἐξακολουθῶσι. βʹ) Πόσα, μέχρι τίνος ποσοῦ καὶ δι’ ἀγορὰν τίνων χωρίων συνωμολογήθησαν δάνεια δυνάμει τοῦ νόμου ΑΩΝΒʹ τῆς 30 Μαΐου 1890, ἐὰν ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις πρὸς τοῦτο καὶ διατὶ δὲν ἐγένοντο δεκταί. γʹ) Διατὶ εἰσπράττεται δημοτικὸς δασμὸς εἰς πολλοὺς δήμους καὶ διὰ τὰ κατὰ τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον τῆς 18ης Ἀπριλίου 1887 ἀτελῆ εἴδη;» Ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῆς Ἀγγελικῆς Δούκα, ἐξαιτουμένης ὅπως τῇ χορηγηθῇ μηνιαία τις σύνταξις χάριν τῶν ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀδελφοῦ της. Ὁμοίαν διαφόρων κρατουμένων ἐν ταῖς ἐνταῦθα φυλακαῖς ἐπὶ ἐν γνώσει κυκλοφορίᾳ πλαστῶν γραμματίων, παραπονουμένων διὰ τὴν ἐπὶ διετίαν παράτασιν τῆς ὑποδικίας των καὶ ἐξαιτουμένων τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τῆς ἀνακρίσεως. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. (Ἀκολούθως προσελθόντες ὀμνύουσιν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον οἱ βουλευταὶ τοῦ νομοῦ Εὐβοίας κκ. Θεόδωρος Φλογαΐτης καὶ Ἀριστομένης Χατζηνικολῆς).
§2ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν πρακτικῶν θὰ ὁμιλήσω, οὐχὶ διὰ νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν σημερινῶν πρακτικῶν, ἀλλὰ γενικώτερον. Εἰς τοῦτο μοὶ δίδει ἀφορμὴν ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ὑπεβάλατε, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἣν ἡ ἐπιτροπή, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος, ὁμοψήφως ἀπεδέχθη, ἤτοι ἡ πρότασις περὶ τῆς ταχείας δημοσιεύσεως τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Συνεστήσατε, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν τὴν λῆψιν τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς τοῦτο μέτρων· τί δὲ συνέβη πρὸ ὀλίγου; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει κατασταθῆ διηνεκὲς καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν θέλει ἀπαλλαχθῆ ἡ Βουλή, ἐὰν δὲν τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τὸ μέτρον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο σκέψις. Τὸ ποῖον; ὅτι διάφοροι Βουλευταὶ θὰ παρίστανται προβάλλοντες συμπληρώσεις καὶ διορθώσεις τῶν πρακτικῶν ἑκάστοτε, καὶ ἐπειδὴ ἐδόθη τὸ παράδειγμα σήμερον ἐπαρκῶς, εἰς ἄλλας συνεδριάσεις θὰ ἔχητε ἀπείρους προτάσεις περὶ συμπληρώσεως τῶν πρακτικῶν. Τί εἶναι τὰ πρακτικὰ σήμερον τὰ ἐπίσημα; εἶναι εἷς σκελετὸς ἄψυχος, ὅστις οὐδὲν ἐκφράζει. Πρόκειται νὰ πιστοποιηθῇ μόνον, ὅτι ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν τὸ δεῖνα νομοσχέδιον καὶ ἐπεψηφίσθη· τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα λέγονται, καταντοῦν περιττολογία καὶ πλήρωσις ἁπλῶς τοῦ χάρτου. Τί σημαίνει π. χ. τὸ ὅτι διάφοροι Βουλευταὶ ἐπρότειναν διάφορα πράγματα εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὅτι ὡμίλησε καὶ εἷς Βουλευτὴς καὶ ἐπρότεινε διαφόρους ἰδέας, καὶ τὰ τοιαῦτα; Μὲ αὐτὰ παραγεμίζονται τὰ πρακτικά! Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ ἐγράφοντο, ἀλλὰ νὰ ἀνέφερον ἁπλῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ διαφόρους ἐπερωτήσεις ἐψήφισε τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα νομοσχέδια· διότι, ἐὰν προβῶμεν εἰς τὸ νὰ δεχθῶμεν τὰς εὐλόγους ἄλλως παρατηρήσεις τῶν Βουλευτῶν περὶ συμπληρώσεως τῶν πρακτικῶν, θὰ καταντήσωμεν βεβαίως νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ἐπαύριον τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα, ἀλλὰ βραδέως τόμους ὁλοκλήρους, οἵτινες λίαν δυσκόλως θὰ συντάσσωνται. Λοιπὸν τὰ σημερινὰ καθιστῶσι κατάδηλον τὴν ἀνάγκην τῆς πραγματοποιήσεως, τοῦ μέτρου, ὅπερ ὑμεῖς, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὑπεβάλατε, θέλοντες νὰ ἐκτελέσητε τὸν Κανονισμόν. Θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ μοὶ εἴπητε, ποῦ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη, διότι μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ μέτρου καὶ ὁ Κανονισμὸς θὰ ἐκτελεσθῇ καὶ στοιχεῖον οὐσιῶδες τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἡ δημοσιότης, θὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ θὰ ἀπαλλαχθῶμεν ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τῶν διορθώσεων τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἰδέα τῆς τυπώσεως τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταβληθῇ δαπάνη 1500 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἐφ’ ὅσον συνεδριάζει ἡ Βουλή. Διὰ νὰ ἀναλάβῃ δὲ ἡ Βουλὴ τὴν δαπάνην ταύτην, ἔπρεπε νὰ γνωμοδοτήσῃ προηγουμένως ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη προσεκλήθη ἐπανειλημμένως, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη νὰ συνέλθῃ. Τούτου ἕνεκα ἡ ὑπόθεσις μένει ἐκκρεμής.
§4Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκεῖ λοιπὸν θὰ σταματήσωμεν;
§5ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε γίνεται τοῦτο· ὁσάκις πρόκηται νὰ ληφθῇ μέτρον τι σωστικόν, ναυαγεῖ. Σεῖς, ὡς Πρόεδρος, ἐσκέφθητε νὰ ἐκτελέσητε τὸν Κανονισμόν· δὲν ἔχετε ἆρά γε τὴν δύναμιν, ὅπως καλέσητε τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν ἐπιτροπήν, νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των;
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἐπανάληψιν προσεκλήθησαν ἐγγράφως τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ δὲν συνῆλθον. Καὶ πάλιν παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ νὰ συνέλθωσιν αὔριον τὴν δεκάτην ὥραν, ἵνα σκεφθῶσιν οὐ μόνον διὰ τὴν ἔκτακτον αὐτὴν πίστωσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ λάβωσι γνῶσιν καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς παρελθούσης Συνόδου, ὁ ὁποῖος κατετέθη χθές.
§7ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι εἰς πλεῖστα μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλατε εἰς τὴν Βουλήν, χωρὶς βεβαίως νὰ ὑπάρχῃ κἀμμία προκατάληψις καθ’ ὑμῶν παρ’ οὐδενός, ἐπέρχεται ματαίωσις. Ζητεῖτε διαφωτίσεις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν, καὶ παραδόξως καὶ ἀλλοκότως περιέρχεσθε ὑμεῖς, ὁ Πρόεδρος, ὁ ἐκλεκτὸς τῆς Βουλῆς, εἰς τοιαύτην θέσιν ἀπέναντι αὐτῆς, ὡς νὰ ἐπρόκειτο νὰ ἐκφρασθῇ ἓν εἶδος δυσπιστίας πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον μεγάλη πλειονοψηφία αὐτῆς ἀνεβίβασεν ἐκεῖ. Παρετήρησα δύο ἢ τρεῖς τοιαύτας περιστάσεις, καθ’ ἃς ἠναγκάσθητε νὰ κατέλθητε καὶ εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ζητήσητε διαφώτισιν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἐκτελῆτε τοῦ λοιποῦ τὰ καθήκοντά σας.
§8ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτιμήσεις κάμνετε πρὸς τὸν Πρόεδρον;
§9ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω σᾶς παρακαλέσει, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἰδέαν ὑμῶν, ἣν ἐξεφράσατε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι μία ἁπλῆ ἐπανάληψις τῶν συστάσεων ὑμῶν δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν προτάσεών σας.
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὸ ἐναυάγησε, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν συμμερίζεται τὸ μέτρον, ἄλλως θὰ ἐγίνετο.
§11ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καλλίτερα νὰ μὴ ἐξοδεύωνται χρήματα.
§12Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ἔρχομαι, Κύριοι, κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα ἔν τινι τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἵνα συμπληρώσω τὸ κατηγορητήριον, ὅπερ ἐξεσφενδόνισεν ὁ ἐν Ζακύνθου Βουλευτὴς κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διαπραξάντων, τῇ ἀμέσῳ συνενοχῇ αὐτῆς, ὅσα οὗτος ἀνέφερεν. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰς ἐμὲ κυρίως ἀνῆκε νὰ παραστήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῶν καταλλήλων φράσεων τὰς βρεφοκτονίας, τὰς καταχρήσεις καὶ τὰς λοιπὰς ἐκνόμους πράξεις, αἵτινες διεδραματίσθησαν ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας ἤδη εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου, διότι οἱ φίλοι καὶ ὀπαδοὶ τοῦ κ. Τρικούπη ἦσαν πάντοτε, καὶ κατ’ ἐξακολούθησιν μέχρι τῆς σήμερόν εἰσιν, οἱ διαχειρισταὶ τῆς περιουσίας καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχῃ, Κύριοι, μομφὴ ἐπὶ τοῖς γενομένοις καὶ τοῖς γιγνομένοις, αὕτη ἀποδοτέα μόνον καὶ μόνον ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ κ. Τρικούπη. Εἰς ἡμᾶς δὲ κυρίως ἀνήκει νὰ ἀποκαλύψωμεν, ἀνακρίνωμεν καὶ τιμωρήσωμεν τοὺς ἐνόχους τῶν τοιούτων ἐγκληματικῶν πράξεων. Ἀπορῶ δὲ, πῶς, ἐνῷ ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς κατηγορεῖ αὐτὴν τὴν ἐγκληματικὴν διαχείρισιν τῶν φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, παραπονεῖται ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὁ ἀξιότιμος νομαρχῶν κ. Μεταξᾶς ἐζήτησε τὴν παῦσιν τῶν μελῶν τοῦ Ἀδελφάτου. Ἀπορῶ δὲ συγχρόνως, πῶς οὗτος ὑπερασπίζεται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ διώρισε καὶ διορίζει πάντοτε τὰ μέλη τοῦ Ἀδελφάτου. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὰς κατὰ ἀξιοτίμου δημάρχου Ζακυνθίων κ. Λ. Καῤῥὲρ μομφὰς καὶ αἰτιάσεις, λέγω ὅτι αὗται οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑπόστασιν, διότι οὗτος οὔτε διορίζει οὔτε παύει τὰ μέλη τοῦ Ἀδελφάτου, καὶ οὐδεμίαν διαχείρισιν ἔχει. Εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι πολλάκις ἐν τῷ παρελθόντι ὁ κ. Καῤῥὲρ ἐζήτησε νὰ ἐξελεγχθῶσι τὰ ἐν τῷ ἐκθετοτροφείῳ καὶ νοσοκομείῳ γινόμενα ἀπάνθρωπα καὶ βδελυρὰ ἀνοσιουργήματα, ἀλλὰ πάντοτε εἰς τὰ αἰτήματά του ἐκώφευσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον συμφέρον νὰ καλύπτωσι τὰς τοιαύτας τῶν φίλων των ἀπανθρωπίας καὶ ἀνομήματα. Ὡς πρὸς δὲ τὸ δάνειον διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου, τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ 1884, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Τρικούπη, μετὰ δὲ τὸ ἔργον τοῦτο ὁ κ. Τρικούπης ἐπαρασημοφόρησε διὰ τοῦ παρασήμου τῶν Ταξιαρχῶν τὸν κ. Καῤῥέρ. Ἑπομένως τοιαῦτα ζητήματα θίγων ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, βεβαίως ἐπιῤῥίπτει μομφὴν εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὁποίας ἐγένοντο πάντα, ὅσα σᾶς ἀνέφερε, καὶ συνεπῶς, ἐὰν εἶχε συναίσθησιν τῶν ὅσων ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀνωμολόγησεν ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ὤφειλεν αὐθωρεὶ νὰ μεταστῇ ἀπὸ τὰς τρικουπικὰς τάξεις. Τὸ ἤδη κύριον ὅμως ζήτημα περιστρέφεται εἰς τοῦτο, πῶς οἱ ἐν τῇ ἀνομίᾳ ζήσαντες θέλουσιν ὑποκύψει τέλος εἰς τὸν νόμον, καὶ ἕνεκα ταύτης τῆς αἰτίας προκαλεῖται κατ’ αὐτὰς τοσοῦτος θόρυβος καὶ πάταγος καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἦλθον νὰ ἀνασκευάσω τὸν ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴν, ἀπ’ ἐναντίας ἦλθον, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἵνα συμπληρώσω τὰς κατηγορίας αὐτοῦ. Προτίθεμαι λοιπὸν, Κύριοι, σήμερον ἐν ὀλίγοις νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν τὰς παρανόμους ἐνεργείας τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, τὰς ἀφορώσας εἰς τὰ ἁλατοπηγεῖα Ζακύνθου, διότι ταῦτα εἶναι ὁ κυριώτερος πόρος, δι’ οὗ συντηροῦνται τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα τῆς πατρίδος μου. Θὰ παρακαλέσω δὲ τήν τε Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των καὶ λάβωσιν ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν ὅσων θὰ εἴπω, ἐπειδὴ ἀποβλέπουσι ταῦτα εἰς δύο ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων φιλανθρωπικῶν καταστημάτων τῆς Ζακύνθου, τὰ ὁποῖα ἐὰν καταστραφῶσι, δὲν θὰ περιποιήσωσι, Κύριοι, τιμὴν εἰς τὴν σύγχρονον Ἑλληνικὴν πολιτείαν. Δυνάμει νόμου, ψηφισθέντος ὑπὸ τοῦ τετάρτου Ἰονίου Κοινοβουλίου κατὰ τὸ 1833, ἡ Κυβέρνησις ἔθετεν εἰς δημοπρασίαν τὰς ἁλυκὰς Ζακύνθου καὶ κατεκύρονεν αὐτὰς εἰς ὅντινα ἤθελε προσφέρει νὰ πωλῇ τὸ ἅλας εἰς μικροτέραν παντὸς ἄλλου τιμήν, συνάμα δὲ καὶ μίσθωμα παντὸς ἄλλου ἀνώτερον, ἀλλ’ ὅπερ ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς πέντε χιλιάδας διστήλων ἀνὰ διετίαν. Τὸ προοίμιον, Κύριοι, τοῦ νόμου τούτου σαφῶς ὁρίζει τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων περιορίζεται ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ μισθώματος τῶν ἁλυκῶν. Καὶ ἐπειδὴ τὸ προοίμιον τοῦτο εἶναι μικρὸν, παρακαλῶ νὰ τὸ ἀκούσητε (ἀναγινώσκει): «Προοίμιον. Ἐπειδὴ ἡ παραμέλησις τῶν ἁλυκῶν τῆς Ζακύνθου ἔβλαψε δυνατὰ τὸν ἀέρα ἐκείνου τοῦ μέρους τῆς νήσου καὶ ἑπομένως ἔκαμε νὰ γεννηθοῦν ἐπικίνδυνοι ἀσθένειαι καὶ πολλοὶ θάνατοι μεταξὺ ἐκείνων τῶν κατοίκων, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βαλθοῦν εἰς καλλιέργειαν ἐκεῖναι αἱ γαῖαι, οὗσαι διὰ τὴν θέσιν των ἀνεπίδεκτοι ἄλλου εἴδους καλλιεργείας, ἐκτὸς ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν διὰ πολλοτάτους χρόνους ἐδιωρίσθησαν. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι πασίδηλον, ὅτι μὲ τὴν δούλευσιν τῶν ἁλυκῶν καὶ μὲ τὴν εἰς τὴν νῆσον κατασκευὴν τοῦ ἅλατος ἠμπορεῖ νὰ προέλθῃ, χωρὶς κἀμμίαν σημαντικὴν ζημίαν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, ὀλιγόστευσις εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος, εἴδους ἀναγκαιοτάτου εἰς τὴν νῆσον διὰ τὴν παρασκευὴν τῶν ἐλαιῶν, τὸ προϊὸν τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἐλεύθερον ἀπὸ δασμοῦ, καὶ δι’ ἄλλα χειροτεχνήματα. Διὰ τοῦτο τῇ ἐξουσίᾳ τῆς αὐτοῦ Ὑψηλότητος τοῦ Προέδρου καὶ τῆς ἐκλαμπροτάτης Βουλῆς κλπ.» Τὸ προοίμιον τοῦτο, Κύριοι, μοὶ δίδει ἀφορμὴν ἐπὶ στιγμὴν νὰ λοξοδρομήσω ἀπὸ τοῦ θέματός μου καὶ νὰ συμπαραβάλω δύο Κυβερνήσεις, μίαν δηλαδὴ κακὴν Κυβέρνησιν καὶ μίαν κατ’ εὐφημισμὸν Κυβέρνησιν, ἀναξίαν νὰ φέρῃ τὸ ὄνομα τοῦτο. Ἡ λοξοδρομία δὲ αὕτη δὲν εἶναι καὶ ὅλως ἄσχετος πρὸς τὸ θέμα μου, διότι τὸ ζήτημα τῶν ἁλυκῶν Ζακύνθου συνδέεται στενότατα, καθὼς βεβαίως γινώσκετε, μετὰ τῶν προσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου. Καθὼς ἠκούσατε ἐν τῷ ἀναγνωσθέντι προοιμίῳ, τὰ ἐλατήρια, τὰ ὠθήσαντα τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην πρὸς σύνταξιν τοιούτου νομοθετήματος, εἶναι ἡ ὑγεία τῶν πολιτῶν, τοῦ μεγίστου τούτου τῶν οἰκονομικῶν παραγόντων, καὶ ἡ εὐκολία, ἡ παρεχομένη εἰς τὰς κτηματικὰς καὶ γεωργικὰς τάξεις. Διὰ τοιούτων νομοθετημάτων ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐνεθάῤῥυνε τοὺς πολίτας καὶ ἔδιδεν ὤθησιν εἰς ἀνάπτυξιν οἰκονομικῶν παραγόντων, διὰ τῶν ὁποίων τὰ Κράτη προάγονται καὶ εὐημεροῦσι τοὐλάχιστον ὑλικῶς. Ἡ ὁμολογουμένως παροιμιώδης ἐκείνη κακὴ Κυβέρνησις τῶν Κομεστάδων τοῦ 1833 οὐδόλως ὡμοίαζε πρὸς τὴν κατ’ εὐφημισμὸν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη, ἥτις ἀντὶ προστασίας διέτασσεν ἀπεναντίας τοὺς Μοιράρχους νὰ καταστρέφωσι διὰ τῆς ποιμνιοβοσκῆς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν ἀντιφρονούντων, καὶ νὰ ὁπλίζωσι κατ’ αὐτῶν κακούργους καὶ φυγοδίκους, καθιστῶσα οὕτω προβληματικὴν τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν φιλονόμων πολιτῶν. Ἐνῷ δὲ ἀφ’ ἑνὸς ἡ κυβερνητικὴ ἀκολασία ἤγειρε φοβερὸν κοινωνικὸν σάλον, καταστρέφουσα τοὺς οἰκονομικοὺς πόρους τῆς χώρας, ἀφ’ ἑτέρου ἐνεφανίζετο ὁ μεγαλοπράγμων τέως Πρωθυπουργὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑποβάλλων προϋπολογισμὸν καὶ ἀγγέλλων πομπωδῶς, ὅτι εἰσάγει τέλειον δῆθεν οἰκονομικὸν σύστημα καινοφανές, ὅπερ, Κύριοι, δὲν ἦτο ἄλλο, εἰμὴ ὁ συνήθης προϋπολογισμὸς τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων μετὰ προσθήκης δεκατημορίων εἰς ἅπαντα τὰ εἴδη τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς. Τὸ μηχανικὸν τοῦτο κατασκεύασμα εὐηρεστεῖτο μετὰ στόμφου νὰ ἀποκαλῇ ὁ τέως Πρωθυπουργὸς τέλειον οἰκονομικὸν σύστημα, λησμονῶν τὴν ἁρμονίαν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἀναπτύξεως τῶν οἰκονομικῶν παραγόντων μιᾶς χώρας καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι οὗτος εἶναι ἀπόῤῥοια, ἔχουσα ἄμεσον σχέσιν μὲ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, τὰς ὁποίας αὐτὸς οὗτος ἰδίαις χερσὶν ἀσπλάγχνως κατέστρεφεν. Εἶναι ἀληθὲς, ὡς εἶπε προχθὲς ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ μεταβάλλονται κατ’ ἔτος· ἑπομένως, διὰ νὰ ἦναι συνεπὴς, ἔπρεπε νὰ μειώσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ του, διότι, ἀντὶ ἀναπτύξεως οἰκονομικῶν παραγόντων, ὡς ἐκ τῆς κακίστης διοικήσεως, ἣν ἐφήρμοζεν, ἐπήρχετο μείωσις καὶ οὐχὶ αὔξησις αὐτῶν. Ὁποῖα δὲ, Κύριοι, ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περιλαλήτου τούτου προϋπολογισμοῦ, τοῦ τελείου τούτου οἰκονομικοῦ συστήματος; Πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε· ὡς ἀποτέλεσμα δηλαδὴ ἔσχε νὰ μεταμορφώσῃ τοὺς παραγωγοὺς εἰς πειναλέους καταναλωτὰς, σιτιζομένους ἐν ταῖς φυλακαῖς δημοσίᾳ δαπάνῃ, νὰ ἀναπτύξῃ φοβερὰν μιασματικὴν ἐπιδημίαν εἰς ἁπάσας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας ἡμῶν λυσσαλέας θεισιθηρίας, μὴ δυναμένου πλέον τοῦ πολίτου νὰ πορίζηται τὰ πρὸς τὸ ζῇν διὰ τῆς ἰδίας ἐργασίας ἢ διὰ τῆς ἰδιαιτέρας του μικρᾶς ἰδιοκτησίας, νὰ παρουσιάζῃ προϋπολογισμοὺς πλήρεις ἐλλειμμάτων, νὰ ἀναγκάζηται δὲ νὰ προστρέχῃ εἰς ἀλλεπάλληλα δάνεια, ὅπως πληρώσῃ τὰ κενά. Ὁποῖα δὲ δάνεια, Κύριοι; νὰ δίδῃ τὰς ὁμολογίας τοῦ Δημοσίου πρὸς διακοσίας πεντήκοντα δραχμὰς, καὶ νὰ ἀναλαμβάνῃ αὐτὰς τὴν ἐπιοῦσαν πρὸς πεντακοσίας. Νὰ διπλασιάζῃ οὕτω ἐν μιᾷ στιγμῇ τὰ κεφάλαια τῶν κερδοσκόπων, καὶ νὰ τοὺς μεταβάλλῃ εἰς ὑμνῳδοὺς αὐτοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, λησμονοῦντας ὅτι οὕτως ἀπεῤῥόφων τὸ αἷμα καὶ κατέστρεφον τὰς ἐλπίδας τοῦ πυρῆνος τούτου τῆς μελλούσης ἐλευθερίας σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἰδοὺ, Κύριοι, ὁποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἥτις τοὐλάχιστον προῆγε τὸν τόπον ὑλικῶς, καὶ μιᾶς κακῆς Κυβερνήσεως—ὄχι κακῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κατ’ εὐφημισμὸν Κυβερνήσεως,—ἥτις κατέστρεφε καὶ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς τὴν χώραν. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, πρέπει νὰ σταματήσω, μὴ δυνάμενος ἐπὶ πλέον νὰ παρακολουθήσω τὸν διώκτην τοῦτον τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, διότι θὰ ἐξέλθω καθ’ ὁλοκληρίαν πέραν τῶν ὁρίων τοῦ θέματός μου. Καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀναγκάζομαι νὰ ἐπανέλθω πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν ἁλυκῶν Ζακύνθου καὶ τοῦ νόμου τῆς Ἰονίου Πολιτείας τοῦ 1833, ὅστις εἶναι εἰσέτι ἐν ἰσχύει. Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, παρεχώρησε τὸ μίσθωμα τῶν ἁλυκῶν πρὸς συντήρησιν δύο φιλανθρωπικῶν καταστημάτων τῆς Ζακύνθου, τοῦ ἐκθετοτροφείου δηλαδὴ καὶ τοῦ νοσοκομείου. Τὰ φιλανθρωπικὰ ταῦτα καταστήματα δὲν θὰ ἠδύναντο οὕτω νὰ πορίζωνται πλείονας τῶν δεκαπέντε χιλιάδων δραχμῶν ἀργυρῶν ἐτησίως, δυνάμει τοῦ νόμου, καὶ ἑπομένως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἠκύρωσε τὴν προσφορὰν τῆς τελευταίας ἐργολαβίας, ἥτις ἀνεβίβασε τὸ μίσθωμα εἰς 41 χιλιάδας δραχμῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἀκυρωτικὸν ἔγγραφον τοῦ κ. Τρικούπη (ἀναγινώσκει): «Ἀρ. 6235.
«ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
«Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν «Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. «Κατὰ πληροφορίας, ἃς ἔλαβεν ἡ ὑφ’ ἡμᾶς ὑπηρεσία, ὁ Νομάρχης Ζακύνθου ἐνέκρινεν ἀποτέλεσμα δημοπρασίας, ἐνεργηθείσης ἐν Ζακύνθῳ, δι’ ἧς κατεκυρώθη ἡ ἐργολαβία τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν Ζακύνθου εἰς τὸν παρασχόντα τὸ μεγαλείτερον ἐτήσιον μίσθωμα, ἐκ τεσσαράκοντα καὶ μιᾶς χιλιάδων δραχμῶν. «Ἐπειδὴ, κύριε συνάδελφε, ἡ γενομένη ἔγκρισις παρὰ τοῦ Νομάρχου ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἀπὸ 24 Μαΐου 1833 τοῦ τετάρτου Ἰονίου Κοινοβουλίου ΚΔʹ νόμου, καθ’ ὃ τὸ διετὲς μίσθωμα τῶν ἁλυκῶν Ζακύνθου δὲν δύναται νὰ ᾖ ἀνώτερον τῶν πέντε χιλιάδων διστήλων (ταλλήρων) καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἐπὶ μονοετοῦς ἐνοικιάσεως ἀντιστοιχεῖ ποσὸν δύο χιλιάδων πεντακοσίων διστήλων. «Διὰ ταῦτα παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, κύριε συνάδελφε, ὅπως προβῆτε εἰς τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα καὶ ἀνακληθῇ, εἰ δυνατὸν, ἡ γενομένη ἔγκρισις, ἐξασφαλισθῇ δὲ ἡ ἀνάκλησις αὕτη, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἐπιβλαβὴς συνέπεια τῷ Δημοσίῳ ἐκ μέρους τρίτων. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰανουαρίου 1890.
«Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
«Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ.»
Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ προσέξητε πολὺ εἰς τὴν ἡμερομηνίαν· εἶναι ἡ εἰκοστὴ Ἰανουαρίου, ἣν φέρει τὸ ἔγγραφον τὸ προκαλέσαν τὴν ἀκύρωσιν τῆς τελευταίας ἐργολαβίας.
§13ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τίνος ἔτους;
§14Ρ. ΡΩΜΑΣ. Τοῦ 1890. Δὲν ἦτο, Κύριοι, ὁ νόμος μόνον τοῦ 1833, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε τότε νὰ ἐπικαλεσθῇ, νομίζω, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ νόμος τῆς 14)26 Μαΐου τοῦ 1845 τοῦ ὀγδόου Ἰονίου Κοινοβουλίου, τὸν ὁποῖον φρονῶ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ ἄριστα τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἀπέφυγε. Καὶ ἰδοὺ τί λέγει, Κύριοι (ἀναγινώσκει): «Τίτλος Γʹ. «Περὶ τῶν καθηκόντων καὶ περὶ τῆς εὐθύνης τῶν ἐπιχωρίων συμβουλίων, καθ’ ὅσον ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐπιχώριον περιουσίαν. «ΑΡΘΡΟΝ 6ον. Τὰ ἐπιχώρια συμβούλια χρεωστοῦν, ὑπὸ αὐστηρὰν εὐθύνην των, νὰ φροντίζουν περὶ τῆς μεγαλειτέρας οἰκονομίας εἰς τὰς δαπάνας, τὰς γινομένας διὰ κάθε ἐπιχώριον ἀντικείμενον, περὶ τῆς δυνατῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων ἐπιχωρίων εἰσοδημάτων, περὶ τῆς τελειοποιήσεως τῶν ἐπιχωρίων καθιδρυμάτων καὶ περὶ τῆς πραγματικῆς ὠφελείας καὶ ἐντελοῦς ἐκτελέσεως παντὸς ἐπιχωρίου ἔργου, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιχειρεῖται.» Ἐν δὲ τῷ τίτλῳ Αʹ, ἐν ᾧ ἀριθμοῦνται αἱ ἐπιχώριοι ἐν γένει πρόσοδοι, δηλαδὴ αἱ ἐπαρχιακαὶ, ἐν τῷ ιαʹ ἐδαφίῳ αὐτολεξεὶ λέγεται: «ἀπὸ τὰ κέρδη, τὰ πηγάζοντα ἐκ τῶν ἁλυκῶν καὶ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος». Ἄρα ὁ νόμος εἶναι σαφὴς, οὕτω δὲ ὁ περιορισμὸς τοῦ νόμου τοῦ 1833 αἴρεται ὡς πρὸς τὸ μίσθωμα τῶν ἁλυκῶν· ἄλλως, ἐν τῷ δεκάτῳ ἐννάτῳ ἄρθρῳ τοῦ αὐτοῦ νόμου εἰς τὸ «τῶν ὑπαρχόντων ἐπιχωρίων εἰσοδημάτων» συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ τοῦ ἅλατος Ζακύνθου, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἀναφέρεται. Τὸ δὲ δέκατον ἔννατον ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ νόμου λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἀκυροῦται πᾶσα προλαβοῦσα διάταξις νόμου, ἥτις ἤθελεν ἀντίκειται εἰς τὴν παροῦσαν πρᾶξιν, ἥτις νὰ τυπωθῇ, δημοσιευθῇ καὶ σταλῇ εἰς ὅποιον ἀνήκει, διὰ τὴν ἐκτέλεσίν της». Ἑπομένως, ἂν ὁ κύριος Τρικούπης ἐκήδετο ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καὶ ἂν πράγματι ἐπεθύμει, ὅπως τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα τῆς Ζακύνθου ἀποκτήσωσι πόρους ἐπαρκεῖς πρὸς συντήρησίν των, διατὶ δὲν ἐφήρμοζε τὸν νόμον τοῦ 1845, οὗτινος αἱ διατάξεις εἶναι σαφέσταται; Ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως ἤδη, Κύριοι, ἐὰν ἐσεβάσθη τοὐλάχιστον ὁ κ. Τρικούπης τὸν νόμον τοῦ 1833, ὃν αὐτὸς ἐξέθαψε καὶ ὃν μετεχειρίσθη ὡς πρόσχημα πρὸς κάλυψιν ἄλλων σκοπῶν. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἀκυρωτικοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Τρικούπη τῆς εἰκοστῆς Ἰανουαρίου 1890, ἕκαστος εὐκόλως ἀντιλαμβάνεται, ὅτι ἡ ἀπατηλὴ εὐλάβεια πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1833 δὲν ἦτο ἄλλο, εἰμὴ ἡ συνήθης σοφιστικὴ τακτικὴ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως πρὸς καταδολίευσιν τῶν νόμων. Διότι δύναταί τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἡ ἐργολαβία, προσφέρουσα τὸ ποσὸν τῶν τεσσαράκοντα καὶ μιᾶς χιλιάδων δραχμῶν, ἤθελεν ἀρνηθῆ νὰ προσφέρῃ ὀλιγώτερον ποσὸν πρὸς ἴδιον ἑαυτῆς συμφέρον; Εἶναι τοῦτο λογικόν; Εἶναι φυσικῶς ἀποδεκτόν; Καὶ ὅμως αὐτὸ τοῦτο, Κύριοι, ἤθελε νὰ κάμῃ νὰ πιστεύσωμεν ὁ τέως Πρωθυπουργός· καὶ θὰ σᾶς εἴπω διὰ ποίους λόγους. Ἐὰν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς πράγματι εἰλικρινῶς ἐπεδίωκε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1833, ὤφειλεν ἀμέσως ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1890 νὰ κοινοποιήσῃ εἰς τὸν ἐργολάβον, διὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τὸ ἀκυρωτικὸν αὐτοῦ ἔγγραφον, καὶ διατάξῃ παρευθὺς ἐπαναληπτικὴν δημοπρασίαν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, Κύριοι, τί ἔπραξεν; Ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ ἓν ἐκκρεμότητι τρίμηνον χρονικὸν διάστημα, χωρὶς νὰ κοινοποιήσῃ τὸ ἀκυρωτικὸν τῆς δημοπρασίας ἔγγραφον, ἀποκλείσας οὕτω πάντα συναγωνισμόν, καὶ μόλις κατὰ τὴν ἑνδεκάτην Ἀπριλίου π. ἔ. ἐκοινοποίησεν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ εἰς τοὺς ἐργολάβους τὴν ἀκύρωσιν τῆς κατακυρωθείσης δημοπρασίας των, δηλαδὴ ὅτε πλέον δὲν ἦτο καιρὸς οὐδεμία νέα ἐργολαβία νὰ ἀναλάβῃ καὶ παρασκευασθῇ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν. Ἡ νόμιμος ἄρα λύσις δὲν συνέφερε ποσῶς τὸν κ. Τρικούπην. Τὸ ζήτημα τῆς ἐκμισθώσεως τῶν ἁλυκῶν ἔδει νὰ μείνῃ ἐκκρεμὲς, πρὸς βλάβην τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων τῆς Ζακύνθου, διὰ δύο λόγους: πρῶτον μὲν διότι ἐπρόκειτο μετ’ ὀλίγους μῆνας νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαί, τὰ δὲ ἐκ τῶν ἁλυκῶν εἰσοδήματα, χάριν δῆθεν τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, ἔπρεπε, Κύριοι, νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὑποψηφίων κυβερνητικῶν Βουλευτῶν, —τοῦτο δ’ ἐγίνετο πάντοτε ὑπὸ τῶν πρακτόρων τῆς τρικουπικῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοιούτων καὶ παραπλησίων ἄλλων πηγῶν καὶ πολυειδῶν καταχρήσεων καὶ ἀνομημάτων ἐφαίνοντο νικῶντες ἐν ταῖς ἐκλογαῖς Ζακύνθου οἱ φίλοι τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ,—δεύτερον δὲ, μένοντος ἐκκρεμοῦς τοῦ ζητήματος τῆς ἐκμισθώσεως τῶν ἁλυκῶν, ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ὑπόσχηται εἰς πολλοὺς τὴν ὑπὲρ αὐτῶν ὁριστικὴν κατακύρωσιν, καὶ τοῦτο νὰ χρησιμεύῃ ὡς δέλεαρ πρὸς ἄγραν ἰδιοτελῶν καὶ ἀπλήστων κερδοσκόπων, οἵτινες βεβαίως θὰ ἡμιλλῶντο νὰ ἀριστεύσωσι κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ νὰ φανῶσιν ἄξιοι τῆς κατοχῆς τοῦ χρυσομάλλου τούτου δέρατος. Πρὸς ἐπιτυχίαν δὲ τοῦ διπλοῦ τούτου σκοποῦ τί ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις; Κατέστησε παρανόμως ἐργολάβον τὸ Ἀδελφάτον τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων Ζακύνθου’ καὶ λέγω παρανόμως, διότι, ἀφοῦ τὸ Ἀδελφάτον δὲν ἠδύνατο ἐμμέσως νὰ λάβῃ πλείονας τῶν δεκαπέντε χιλιάδων ἀργυρῶν δραχμῶν, τοῦ ποσοῦ δηλαδὴ τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1833 ὁριζομένου, κατὰ μείζονα λόγον δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἀμέσως ὡς ἐργολάβος τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐπὶ πλέον δὲ τὸ κέρδος τῆς ἐργολαβίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὴν παρανομίαν ταύτην παρηκολούθησε καὶ ἑτέρα κατάχρησις καὶ παρανομία. Ἐν τῇ ἐκθέσει δηλονότι τοῦ Ἀδελφάτου τοῦ 1890 καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ, ἐν τοῖς ἐσόδοις, ἀναγράφεται ἔσοδον μόνον, ἐν τῷ κεφαλαίῳ Αʹ, ἄρθρῳ 1, «ἕνεκα ἁλατοπηγείων», δεκαὲξ χιλιάδων πεντακοσίων δραχμῶν, ἐνῷ ἦτο βεβαιωμένον τὸ ποσὸν τῶν τεσσαράκοντα καὶ μιᾶς χιλιάδων δραχμῶν ἐκ τῆς προσφορᾶς τῆς τελευταίας ἐργολαβίας· ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο, Κύριοι, τὸ Ἀδελφάτον νὰ γράψῃ περισσότερον ποσόν, διότι ἡ καταδολίευσις τοῦ νόμου θὰ ἦτο ψηλαφητή, καθόσον τὸ Ἀδελφάτον, δυνάμει τοῦ νόμου, δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ πλείονας τῶν δύο καὶ ἡμισείας χιλιάδων διστήλων· ἄγνωστον δὲ διατελεῖ, τί ἀπέγεινε τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἐργολαβικῆς κερδοσκοπίας. Ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγει τὸ Ἀδελφάτον, ποῦ προὐτίθετο νὰ διαθέσῃ, ἢ πῶς διέθεσε τὸ ὑπόλοιπον τῶν χρημάτων τούτων. Ἐγὼ ὅμως, Κύριοι, τὸ γνωρίζω καὶ θὰ σᾶς τὸ εἴπω· κατέχω δὲ ἔγγραφα ἐπίσημα, ἐνώπιον συμβολαιογράφου συντεταγμένα, ὅπως ἀποδείξω, πῶς διετίθεντο ἐν μέρει καὶ φανερὰ τὰ κέρδη τὰ ἐκ τῆς μισθώσεως τῶν ἁλυκῶν προερχόμενα· δὲν θ’ ἀναφέρω δὲ περὶ ἄλλων ἀποκρύφων κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο εἰς ἄλλους φατριάρχας καὶ ὑπαρχηγούς. Τί ἐγίνετο λοιπόν; Ἐπαρουσιάζοντο ὡς ἐργολάβοι πασίγνωστοι φίλοι τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐπώλουν δ’ οὗτοι τὸ μίσθωμα τῶν ἁλυκῶν εἰς τρίτον, οὗτος δὲ ἔδιδε χρήματα εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους καὶ εἰς ἄλλους ἐκλογικοὺς πράκτορας, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐκράτουν βεβαίως ὡς παρακαταθήκην διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς φατρίας κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν ἐκλογῶν. Ἰδού, Κύριοι, ἐνώπιον συμβολαιογράφου συντεταγμένον: «Παραχώρησις μεριδίου Π. Τσιλιμήγκρα δώδεκα χιλιάδων δραχμῶν. Παραχώρησις μεριδίου Τσιτσιλιάνη δεκαπέντε χιλιάδων δραχμῶν. Παραχώρησις μεριδίου ἐκ δεκαεννέα χιλιάδων δραχμῶν εἰς μεριδιοῦχον, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν δύναμαι νὰ εἴπω...
§15ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ τὸ εἰπῆτε, παρακαλῶ. Εἶναι πολλοὶ οἱ ἀποθανόντες.
§16Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ἡσυχάσατε δά· δὲν εἶναι ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν λέγω τὸ ὄνομα, διότι εἶναι ἀποθανών.
§17ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ τὸ γνωρίζω, ποῖον εἶναι, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἀγνοοῦντας.
§18ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ παραχωρήσεις αὗται εἰς τί ἀπέβλεπον;
§19Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ κατεκύρονεν ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἐργολαβίαν ὑπὲρ τοῦ Α, τοῦ Β καὶ τοῦ Γ κεφαλαιούχου, οἵτινες εἶχον ἀνοικτὴν πίστωσιν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς φατρίας· ἀλλὰ ἡ πρώτη κατακύρωσις ἦτο ἓν παιγνίδιον, διότι ταύτην μετεπώλουν οἱ πρῶτοι εἰς τρίτον, καὶ ὁ λαμβάνων τὴν κατακύρωσιν τὴν ὁριστικὴν, ἐκεῖνος ἔδιδε τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, εἰς τοὺς πράκτορας τῆς φατρίας, οἵτινες θὰ ἐχρησίμευον καὶ ὡς ταμίαι ἐκλογικοί.
§20ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ἦσαν τὰ μερίδια;
§21Ρ. ΡΩΜΑΣ. Μάλιστα. Τὰ συμβόλαια δὲ, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖράς μου καὶ ὧν τὴν ἐπικεφαλίδα σᾶς ἀνέγνωσα, ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν τελευταίαν ἐργολαβίαν, ἥτις ἔληξε κατὰ τὸ 1889 καὶ τῆς ὁποίας ἐργολάβος ἦτο ὁ κ. Νικόλαος Σεμιτέκολος Δίρλης.
§22ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ ἓν τῶν συμβολαίων, διὰ νὰ ἴδωμεν, πῶς δικαιολογοῦνται νομικῶς.
§23Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἴδητε τὸ περιεχόμενον, σᾶς δίδω ἓν συμβόλαιον, διότι ἐγὼ, Κύριοι, εἶμαι λίαν κουρασμένος καὶ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω.
§24ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τὸ ἀναγνώσῃ ὁ γραμματεύς.
§25Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὰς καταχρήσεις ταύτας διεδέχθησαν ἄλλαι καταχρήσεις καὶ λαθροχειρίαι. Ἔθιμον ἐπικρατοῦν ἦτο ἐν Ζακύνθῳ νὰ πωλῶνται τὰ μεγάλα ποσὰ τοῦ ἅλατος περὶ τὰ μέσα Ὀκτωβρίου, ὅτε ἄρχεται ἡ συγκομιδὴ καὶ ὁ ἁλατισμὸς τοῦ ἐλαιοκάρπου. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ὅμως τοῦ 1890 αἱ ἀποθῆκαι τῶν ἁλατοπηγείων εὑρέθησαν κεναί, μολονότι ἐκ τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς τῶν ἁλυκῶν παρήχθησαν 43 χιλιάδες κοιλῶν καὶ ἔμενον καὶ ἄλλαι πέντε χιλιάδες ἐναποταμίευμα ἐκ τῆς τελευταίας ἐργολαβίας· εὑρέθησαν δὲ αἱ ἀποθῆκαι κεναί, διότι τεχνηέντως τὸ Ἀδελφάτον προεπώλησε πρὸς τρίτους κερδοσκόπους τὸ ἅλας καὶ ἀντὶ τῆς ὡρισμένης τιμῆς τῶν 75 λεπτῶν κατὰ κοιλὸν, ἐπωλεῖτο τοῦτο πρὸς 1½ καὶ δύο δραχμάς· ὁ δὲ πολίτης ἦτο ἠναγκασμένος νὰ τὸ ἀγοράζῃ, διότι ἔτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ σηπόμενον τὸν ἐλαιόκαρπόν του.
§26ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον ἀναλογεῖ ἕκαστον κοιλόν;
§27Ρ. ΡΩΜΑΣ. Τὸ κοιλὸν ἀναλογεῖ πρὸς 20 ἕως 22 ὀκάδας, κατὰ τὴν τιμιότητα ἐκείνου, ὅστις μετρεῖ τὸ ἅλας. Ὁ κ. Δήμαρχος Ζακυνθίων ἕνεκα τῆς θέσεώς του, ὡς προέδρου τοῦ Ἀδελφάτου, προσεκάλεσεν αὐτὸ νὰ ἀπολογηθῇ διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἅλατος, συνάμα δὲ ἐπῆλθε καὶ ἡ ἄμεσος ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 5ον τοῦ νόμου τοῦ 1833, ὅπερ λέγει, ὅτι «ὁ ἐπιχειρητὴς θὰ ἦναι ὑπόχρεως νὰ προμηθεύσῃ τὸν τόπον ἀπὸ ὅσον ἅλας ἔχει χρείαν, καὶ νὰ τὸ πωλῇ πάντοτε εἰς τὴν τιμὴν τὴν διαλαμβανομένην εἰς τὸ προσφερτικόν του.» Ὤφειλε λοιπὸν τὸ Ἀδελφάτον νὰ ἀγοράσῃ ἅλας ἀπὸ τὰς ἄλλας νήσους, νὰ τὸ μεταφέρῃ ἐκεῖ καὶ τὸ πωλήσῃ πρὸς 75 λεπτὰ τὸ κοιλὸν, συμφώνως μὲ τὴν ὡρισμένην τελευταίαν τιμήν. Ἀλλὰ, Κύριοι, μεταφερομένου ἔξωθεν ἅλατος πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀμέσων ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ἡ κερδοσκοπία τῶν μελῶν τοῦ Ἀδελφάτου ἤθελε λείψει πλέον, διότι αὐτοὶ οἱ κύριοι καλῶς εἶχον κάμει τὸ σχέδιόν των καὶ ὑπελόγισαν, φαίνεται, μετ’ ἀκριβείας τὰ κέρδη των. Ἕνεκα τούτων τῶν λόγων τὰ μέλη τοῦ Ἀδελφάτου δὲν ἐπαρουσιάσθησαν, ἂν καὶ ἐπανειλημμένως ὁ νομαρχῶν κ. Μεταξᾶς καὶ ὁ δήμαρχος κ. Καῤῥὲρ προσεκάλεσαν αὐτά· ἑπομένως δικαίως ἐζητήθη ἡ παῦσις τῶν οὕτως ἀρνουμένων ὑπηρεσίαν καὶ μὴ ἐννοούντων νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβον ὡς ἐργολάβοι, καθόσον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἦτο τὸ ἁρμόδιον, συνενόχου ἔργον ἀναλαμβάνον, δὲν ἠθέλησε νὰ τοὺς παύσῃ· ἀπ’ ἐναντίας συνεδρίαζε παρανόμως καὶ ἐκδίδον ψηφίσματα καὶ διαμαρτυρίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι, ὡς ἀνέκαθεν ἐπεκράτησεν, ἀλλ’ ἐν τῷ νοσοκομείῳ, προσεκάλει ἐκεῖ καὶ τὸν Δήμαρχον, ἵνα προσέλθῃ! Ἔπρεπεν ὅθεν ἐπὶ τέλους νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, ἵνα ἐννοήσωσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ὅτι ἐπῆλθεν ὁ καιρὸς, ἵνα τηρήσωσι καὶ εὐλαβηθῶσι τοὺς νόμους, τῶν ὁποίων τὰς διατάξεις πρὸ πολλοῦ ἐσυνείθισαν νὰ περιφρονῶσι καὶ καταπατῶσι. Κατὰ δὲ νόμον τοῦ 1833, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἐργολάβος ἀρνηθῇ νὰ προμηθεύσῃ αὐτὸς τὸν τόπον ἀπὸ τὸ ἀναγκαιοῦν ἅλας, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ἀγοράζῃ καὶ μεταφέρῃ τὸ ἅλας εἰς Ζάκυνθον, εἰς λογαριασμὸν τοῦ ἐργολάβου, καὶ ἐκεῖνος νὰ ὑφίσταται πᾶσαν ζημίαν ἐκ τούτου. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος (ἀναγινώσκει): «Εἰς κάθε περίστασιν, ὅπου ὁ ἐπιχειρητὴς δὲν ἐκτελέσῃ τὰ διοριζόμενα ἀπὸ τὸ προηγούμενον ἄρθρον, ἔχει τὴν ἐξουσίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβλέψῃ τὸν τόπον ἀπὸ ἅλας εἰς τὴν τιμὴν τοῦ προσφερτικοῦ, καὶ κάθε ἔξοδον καὶ ζημία θὰ ἦναι εἰς βάρος τοῦ ἐπιχειρητοῦ.» Ἐξ ὅσων ὅμως σᾶς ἀνέπτυξα βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κ. Καραπάνος εὑρέθη πρὸ διλήμματος· καθόσον, ἐὰν ἐφήρμοζε τὸ εἰρημένον ἄρθρον τοῦ νόμου, τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς τοῦ ἅλατος καὶ πᾶσαν παρεπομένην ζημίαν τῆς ἐργολαβίας τῶν μελῶν τοῦ Ἀδελφάτου θὰ ὑφίστατο ἀμέσως αὐτὸ τοῦτο, καὶ ἑπομένως θὰ ἐπήρχετο ἡ τελεία καταστροφὴ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων. Κατ’ εὐτυχίαν ὑπῆρχεν ἀδιάθετον ἓν ἀποταμίευμα τοῦ πρώην ἐργολάβου τῶν ἁλυκῶν κ. Νικολάου Σεμιτέκολου Δίρλη, καὶ ἐν τῇ ὑπερτάτῃ καὶ ἀναποδράστῳ ἀνάγκῃ, ἐν ᾗ εὑρίσκετο ἔκθετος ἡ Ζάκυνθος, ἐπωλήθη τὸ ἅλας ἐκεῖνο, βεβαίως εἰς τιμὴν ἀνωτέραν τῆς συνήθους, ἀλλ’ οὕτως ἀπεσοβήθη ὁ κίνδυνος, καὶ ἐσώθη ὁ ἐλαιόκαρπος τῆς Ζακύνθου, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα ἀπὸ βεβαίας καταστροφῆς, εἰς ἣν μᾶς ἐνέβαλον αἱ ὅλως ἔκνομοι ἐνέργειαι τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἕνεκα, Κύριοι, τῶν λόγων τούτων καὶ τῶν παρατεταμένων καταχρήσεων τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα Ζακύνθου περιῆλθον εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν. Αὐτὰ δὲ, Κύριοι, συμβαίνουσιν, ὅταν αἱ Κυβερνήσεις, πρὸς θεραπείαν προσωπικῶν συμφερόντων, μᾶς ῥίπτωσιν εἰς τοιοῦτον κυκεῶνα παρανομιῶν, καταδολιευόμεναι τοὺς νόμους καὶ σοφιστικῶς καὶ δικολαβικῶς ἑρμηνεύουσαι αὐτούς. Αἱ ἐκλογαὶ τῆς 14ης Ὀκτωβρίου δὲν ἦσαν, ὥς τινες εἶπον, μία ἠθικὴ ἐπανάστασις· ὄχι, Κύριοι, ἦσαν ἡ παλινόρθωσις τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, ἦσαν ἡ ἀναστήλωσις τῶν νόμων κατὰ τῶν στασιασάντων κυβερνητῶν. Ἐν ὀνόματι λοιπὸν τοῦ λαϊκοῦ τούτου ἀγῶνος καὶ τοῦ προγράμματος ἡμῶν, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν νόμων ἐν Ζακύνθῳ καὶ τιμωρίαν τῶν ἐνόχων, οἵτινες ὡς ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας ἀπεθρασύνθησαν.
§28ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ συμπολίτην μου καθ’ ὅσον περιεστράφη ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ εἰς τὸ νὰ ῥίψῃ λίθον ἀναθέματος κατὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἦλθε νὰ πράξῃ τοῦτο, ἴσως ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὡς καθυστερῶν....
§29Ρ. ΡΩΜΑΣ. Εἰς ἐμὲ, Κύριε, ἐδόθη ἀφορμὴ καὶ ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω.
§30ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν δέοντι· ἄλλως τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην καὶ εἶναι παρόντα καὶ ἐν καιρῷ, ἐὰν ἐπιστῇ ἀνάγκη, θὰ ὑπεραπολογηθῶσι, διότι βεβαίως εἶναι ἀρκούντως ἱκανὰ καὶ ὑπεραρκούντως, ἵνα ὑποστηρίξωσι καὶ ὑπερασπίσωσι τὰς πράξεις των. Ἀνέβην μόνον τὸ βῆμα, διότι ἤκουσα τὸν ἀγορεύοντα μεταπηδῶντα ἀπὸ τὰ τενάγη τῶν ἁλυκῶν εἰς πολιτικὰ καὶ οἰκονομολογικὰ ζητήματα, καὶ ἀπὸ τούτων εἰς ἐκεῖνα, ἤκουσα, λέγω, νὰ ἐκθέτῃ ἐνώπιον ἡμῶν τὰ περὶ τῶν ἁλυκῶν Ζακύνθου καὶ τὰ περὶ τοῦ αὐτόθι διαχειριζομένου αὐτὰς Ἀδελφάτου τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων ἀτελῶς, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀσυναρτήτως· δὲν ἠδυνήθην δὲ καὶ νὰ κατανοήσω τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ταῦτα ὑπέβαλε σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν· διότι, ἐὰν τὸ Ἀδελφάτον παρανομῇ, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν εἶχε παρὰ νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου τὸ Ἀδελφάτον ὑπάγεται, ἵνα ζητήσῃ τὴν νόμιμον τιμωρίαν του. Ἐὰν δὲ σκοπὸς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἦτο νὰ παρενείρῃ τὰ τῶν ἐκλογῶν, εἰς τοῦτο δὲν θὰ τὸν παρακολουθήσω. Δὲν ἤμην ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο ἡ ἐκλογὴ Ζακύνθου, ἄλλως τότε θὰ ἀπήντων εἰς τὸν κ. συνάδελφον· ἤκουσα ὅμως, ὅτι μετ’ ἀπορίας εἶδεν, ὅτι ἐπέτυχον δύο μὴ ἀνήκοντες εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν τῆς Συμπολιτεύσεως) καὶ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτῶν ἀπέδωκεν εἰς τὰς ἐπεμβάσεις τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἀπορῶ μὲ τὸν κ. συνάδελφον, καὶ ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, διότι καλῶς γνωρίζει εἰς τί ὀφείλεται ἡ ἐπιτυχία των. Ἀλλὰ παρέρχομαι τὰ περὶ τούτου, διότι ὁ καιρὸς τῶν ἐξελέγξεων παρῆλθε καὶ διότι δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν· θὰ περιορισθῶ δὲ μόνον εἰς τὰ περὶ ἅλατος. Κύριοι, τὸ ἐμπόριον τοῦ ἅλατος ἐν τῇ πρώην Ἑπτανήσῳ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1820 ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον μονοπωλίου τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἴσως οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων συναδέλφων, μὴ γνωρίζοντες τὰ κατὰ τὴν Ἑπτάνησον καὶ τὰ κατὰ τὸν διοικητικὸν ὀργανισμὸν αὐτῆς, νομίζουσιν, ὅτι ἡ Ἑπτάνησις ἀπετέλει, ὄχι μόνον ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν, Κράτος ἑνιαῖον. Κατὰ τοῦτο λανθάνονται, διότι ἑκάστη νῆσος τοῦ Ἰονίου ἀπετέλει προσωπικότητα ἰδίαν, καὶ εἶχεν ἰδίας προσόδους· οὕτω καὶ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος ἀπετέλει μέρος τῶν προσόδων ἑκάστης νήσου, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ἅλατος ἀπὸ νήσου εἰς νῆσον δὲν ἐπετρέπετο, διότι ὡς πρὸς τὸ ἅλας ὑπῆρχε τελωνειακὴ ζώνη. Τοῦτο δὲν ἐφηρμόζετο ὡς πρὸς ὅλας τὰς νήσους, διότι αἱ νῆσοι δὲν εἶχον ἁλυκὰς, ἀλλὰ μόνον ἡ Κέρκυρα, ἡ Λευκὰς καὶ ἡ Ζάκυνθος. Αἱ ἁλυκαὶ τῆς Ζακύνθου δὲν ἦσαν καλαὶ, καὶ ἐγκατελείφθη ἡ καλλιέργεια αὐτῶν ἐπὶ καιρόν· ἐπειδὴ ὅμως ἡ μὴ καλλιέργεια αὐτῶν προεκάλει ἀναθυμιάσεις καὶ ἀσθενείας, ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1833 νὰ καλλιεργήσῃ τὰς ἁλυκὰς, καὶ τότε ἐξεδόθη ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ ὀλίγου. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὸ ἅλας εἰς τὴν Ζάκυνθον ἔχει μεγίστην σημασίαν, διότι ὁ ἐλαιόκαρπος ἁλατίζεται, ἁλατιζόμενος δὲ, φυλάσσεται καὶ ἔπειτα κατατρίβεται· διὰ τοῦτο ὁ νόμος αὐτὸς διέταξεν, ὥστε ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν νὰ γίνεται δι’ ἐργολαβίας, ἀλλ’ ἡ διάρκεια τῆς ἐργολαβίας νὰ μὴ ἦναι κατωτέρα τῶν δύο ἐτῶν, διότι συνήθως τὸ εἰσόδημα τῶν ἐλαιῶν παράγεται κατὰ δύο ἔτη. Ἐπειδὴ δὲ κύριος σκοπὸς τοῦ νομοθέτου ἦτο νὰ ἐξασφαλίσῃ ποσὸν μὲν ἅλατος ἀνάλογον μὲ τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, ἀλλὰ συγχρόνως εὐθηνείαν τοῦ προϊόντος, διὰ τοῦτο ἠθέλησε νὰ ὁρίσῃ ἀνώτατον ὅρον μισθώματος, ἵνα μὴ ὁ ἐργολάβος, ἐπωφελούμενος τῶν περιστάσεων, πιέζῃ τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν, τὸν ἔχοντα ἀνάγκην τοῦ ἅλατος, καὶ διὰ τοῦτο ὥρισεν ἐν τῷ τρίτῳ αὐτοῦ ἄρθρῳ ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ μισθώματος δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ κατὰ διετίαν τὰς 5 χιλιάδας διστήλων, τουτέστι τὰς 30 χιλιάδας παλαιῶν δραχμῶν.
§31Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1833 δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῆς διετίας, ὁμιλεῖ, ὅτι γίνεται ἡ μίσθωσις κατὰ διετίαν, ἀλλὰ δύναται νὰ γείνῃ καὶ κατὰ πέντε ἔτη· ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τὸ ἔκαμε κατὰ δέκα ἔτη.
§32ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔχω τὸ ἰταλικὸν κείμενον, ἀλλὰ σᾶς τὸ μεταφράζω (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐργολαβία κατακυρωθήσεται ἐπὶ ἐνσφραγίστοις προσφοραῖς εἰς ὅν τινα προσφέρει νὰ πωλῇ τὸ ἅλας εἰς τὴν μικροτέραν τιμὴν καὶ ὅστις θὰ προσφέρῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν (εἰς τὴν κοινότητα δηλαδὴ) περισσότερα ὠφελήματα, καλῶς ἐννοουμένου ὅμως, ὅτι τὰ ὠφελήματα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰ δίστηλα 5,000 ἀνὰ ἑκάστην διετίαν, ἡ δὲ προσφορὰ δὲν δύναται νὰ ἦναι διὰ χρόνον μικρότερον τῆς διετίας.»
§33Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ὥστε δὲν ἀποκλείεται ὁ μεγαλείτερος χρόνος.
§34ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κατὰ τὸν νόμον λοιπὸν τοῦτον ἐξηκολούθουν αἱ κατὰ καιροὺς ἐργολαβίαι τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν Ζακύνθου, ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἔληγεν ἡ τελευταία ἐργολαβία. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ δευτέρου νόμου, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἀνέγνωσεν ἡμῖν, ἤτοι τοῦ νόμου τοῦ 1845, τὸ μίσθωμα τῶν ἁλυκῶν Ζακύνθου ἐχορηγήθη εἰς τὸν δῆμον ἢ εἰς τὴν κοινότητα μᾶλλον Ζακύνθου, ὅτι δὲ μετὰ τὴν ἕνωσιν, ὅτε κατὰ τὸ ἔτος 1871 διενεμήθη ἡ κοινοτικὴ περιουσία Ζακύνθου, τὸ ἐκ τῶν ἁλυκῶν εἰσόδημα ὡρίσθη πρὸς συντήρησιν τῶν φιλανθρωπικῶν ἐν Ζακύνθῳ καταστημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι τὸ Νοσοκομεῖον καὶ τὸ Ἐκθετοτροφεῖον. Τὸ εἰσόδημα δὲ τοῦτο τῶν ἁλυκῶν ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν πρόσοδον τῶν φιλανθρωπικῶν τούτων καταστημάτων. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος λοιπὸν ἔληγεν ἡ τελευταία ἐργολαβία τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐκτεθῶσιν αἱ ἁλυκαὶ εἰς νέαν ἐργολαβίαν· σημειώσατε δὲ πρὸς τούτοις, ὅτι ἀπὸ τριῶν ἐτῶν τὸ Ἀδελφάτον τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσον μελανῶν χρωμάτων ἐχαρακτήρισεν ἡμῖν ὁ κ. συνάδελφος, σύγκειται ἐκ προσώπων τῶν μᾶλλον εὐϋπολήπτων καὶ ἀξιοτίμων τῆς νήσου.
§35ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἠκούσατε, τί εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος περὶ τοῦ Βρεφοκομείου;
§36ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὡμίλησα περὶ τῆς πρώην καταστάσεως.
§37ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Λομβάρδος, τὸ ὁποῖον ὅμως βαρύνει ἀποκλειστικῶς τὸν Δήμαρχον, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀλλαγὴν τοῦ Ἀδελφάτου, ἐνῷ ἄλλος ἦτο ὁ παραίτιος τῆς καταστάσεως. Ὁπωσδήποτε τὸ Ἀδελφάτον σήμερον σύγκειται ἐκ προσώπων κατὰ πάντα ἐντίμων καὶ ἀνεξαρτήτων ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν.
§38Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ἐὰν ἐνθυμῆσθε, μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ἐγίνετο ἐκεῖ ἡ βρεφοκτονία· ἀπὸ πότε δὲ λειτουργεῖ τὸ νέον Ἀδελφάτον;
§39ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὸ ἐξάγεται ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων· ὥστε τὰ λόγια εἶναι περιττά.
§40ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐξ ἰδιαιτέρων πληροφοριῶν γνωρίζετε αὐτά, ἢ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως;
§41ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων.
§42ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Σᾶς ἠρώτησα, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑμεῖς δὲν κατοικεῖτε ἐν Ζακύνθῳ.
§43ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Γνωρίζω κάλλιστα τὴν Ζάκυνθον, διότι καθ’ ἕκαστον ἔτος μεταβαίνω ἐκεῖ, ἐκτὸς ἐὰν θέλετε καὶ ὑμεῖς νὰ μιμηθῆτε ἐκείνους, οἵτινες κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἔλεγον, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι Ζακύνθιος, ὅτι εἶμαι ξένος. Εἶμαι γέννημα καὶ θρέμμα, κύριε συνάδελφε, τῆς Ζακύνθου· ἂν θέλετε δὲ, σᾶς ὁμιλῶ καὶ Ζακυθινὰ, διὰ νὰ πεισθῆτε καλλίτερα (ἱλαρότης). Ἀφ’ ἧς λοιπὸν τὰ μέλη τοῦ ὑπάρχοντος Ἀδελφάτου ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν τῆς περιουσίας αὐτοῦ καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Νοσοκομείου καὶ Νοθοτροφείου, τὰ καταστήματα ταῦτα μετέβαλον ὄψιν, διότι τὸ ἓν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ἀδελφάτου τούτου, ὅπερ τυγχάνει καὶ ἰατρός, εἶναι δὲ ὁ κ. Ἰάκωβος Θωμόπουλος, τοσοῦτον ἀφωσιώθη εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, ὥστε σχεδὸν ἐγκατέλιπε τὴν πελατείαν αὐτοῦ, ἐκ τῆς ἐκθέσεως δὲ, τὴν ὁποίαν τὸ Ἀδελφάτον ὑποβάλλει κατὰ καιροὺς εἰς τὸν Νομάρχην καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ πρὸς αὐτὸ ἀκόμη τὸ Ὑπουργεῖον, καταφαίνεται ὁ ζῆλος, μεθ’ οὗ εἰργάσθη πρὸς διευθέτησιν τῶν φιλανθρωπικῶν αὐτῶν καταστημάτων· ἐπεσκέφθην δὲ καὶ ἐγὼ αὐτός, Κύριοι, τὰ καταστήματα ταῦτα, καὶ ἠπόρησα, πῶς διὰ τῶν γλίσχρων μέσων, ἅτινα διαθέτουσι, κατορθοῦται νὰ ὑπάρχῃ τοσαύτη τάξις καὶ τοσαύτη εὐπρέπεια. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως δὲ ταύτης, ἣν πρὸ μικροῦ ἀνέφερα, προκύπτει, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1885 μέχρι τοῦ 1888, ἐν διαστήματι τριῶν ἐτῶν, ἐπὶ 195 εἰσαχθέντων νόθων ἀπέθανον 165, καὶ ἀπέθανον διὰ προφανῆ λόγον, ἐξ ἀσιτίας, διότι ὁ Δήμαρχος ἠρνεῖτο νὰ ὑπογράψῃ τὰ ἐντάλματα, ἵνα πληρωθῶσιν αἱ τροφοί. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ Ἀδελφάτου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Τοῦτο μόνον ἐκ τῶν πολλῶν ἐκ ταύτης ἀναφέρομεν ὑμῖν, κύριε Ὑπουργὲ», (ὑπαινίσσεται τὴν κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1888 ἔκθεσιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Βρεφοκομείου κ. Θωμοπούλου πρὸς τὸν Νομάρχην καὶ Δήμαρχον Ζακύνθου) «ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ 1885 μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν παρελάβομεν, ἤτοι τοῦ Ἰουνίου 1888, ἐξ 195 εἰσελθόντων ἐκθέτων ἀπεβίωσαν τὰ 165 εἰς ἡλικίαν ὀλίγων ἡμερῶν ἐξ ἀσιτίας, τῆς θνησιμότητος ἀνελθούσης οὕτως εἰς 80%, ἐνῷ ἐφέτος ἐκ 42 εἰσελθόντων μέχρι τοῦδε ἀπέθανον μόνον 10, ἤτοι ἡ θνησιμότης εἶναι ἤδη μόλις 23%.» Λοιπόν, Κύριοι, τὸ Ἀδελφάτον, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβεν, ἀπὸ τοῦ 1888, τὴν διοίκησιν τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, πρώτην φροντίδα κατέβαλε, πῶς νὰ αὐξήσῃ τοὺς πόρους αὐτοῦ, διότι οἱ πόροι εἶναι γλίσχροι καὶ δι’ αὐτῶν ἦτο ἀδύνατον νὰ συντηρηθῶσι τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα, ὁ κυριώτερος δὲ τῶν πόρων τούτων ἦτο ὁ τῶν ἁλυκῶν. Διὰ τοῦτο τὸ Ἀδελφάτον, ὅτε, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐδημοσίευσε τὴν προκήρυξιν τῆς πλειοδοσίας διὰ τὴν μίσθωσιν τῶν ἁλυκῶν, δὲν ἔθεσε τὸν φραγμόν, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1833 ἔθηκεν, ἀλλ’ ἀφῆκε τὸν διαγωνισμὸν ἐλεύθερον, καὶ τότε τὸ μίσθωμα τῶν ἁλυκῶν, ὡς ὁ προαγορεύσας ἀνέφερεν, ἀνέβη εἰς 41,000 δραχμῶν.
§44ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος δὲν ἐτέθη ὅριον;
§45ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὡρίσθη ἡ τιμὴ εἰς μίαν δραχμήν. Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, τοῦ λόγου γενόμενος, κάμνω μίαν παρένθεσιν, διὰ ν’ ἀπαντήσω παρεμπιπτόντως εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐξέθεσε πρὸς τὴν Βουλήν, ἐπισείων συμβόλαια ἀπόῤῥητα, τῶν ὁποίων δὲν ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὴν ἀνάγνωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὡς δῆθεν ἀποῤῥήτων καὶ προσβαλλόντων τεθνεῶτας, ἑρμηνεύων δὲ τὴν ὕπαρξιν τῶν συμβολαίων τούτων ὡς ἀποβλέπουσαν εἰς ἄλλους σκοπούς. Ἀπορῶ, Κύριοι, μὲ τὴν ἀπειρίαν τοῦ κ. συναδέλφου, διότι δὲν γνωρίζει, τί γίνεται συνήθως καὶ πανταχοῦ εἰς τὰς δημοπρασίας, δὲν γνωρίζει, ὅτι οἱ παρουσιαζόμενοι ὡς ἐργολάβοι, ἅμα ὡς ἐννοήσωσιν ὅτι θὰ ἔχωσι συναγωνιζομένους, συμφωνοῦσι μετ’ ἐκείνων καὶ ἀναλαμβάνουσιν ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἐργολαβίαν, ἑνὸς μόνου παρουσιαζομένου ἀντὶ πάντων, διὰ συμβολαίων δὲ ἰδιαιτέρων μερίζονται τὴν ἐργολαβίαν μεταξύ των. Ὁ τελευταῖος ἐργολάβος, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, εἶχεν ἀναλάβει μετὰ τεσσάρων ἢ πέντε ἄλλων τὴν ἐργολαβίαν, καὶ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ δεκαετοῦς ἐργολαβίας, μὴ ἔχων ἴσως ἀρκοῦντα καὶ πρόχειρα τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια, ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν, ἀπετάθη καὶ προσέλαβε καὶ ἕνα κεφαλαιοῦχον μᾶλλον τῶν ἄλλων, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα, ἐξ εὐλαβείας, δῆθεν πρὸς νεκρὸν, ἀπεσιώπησεν ὁ κ. συνάδελφος, οὗτος δὲ εἶναι ὁ Νικόλαος Καραμαλίκης, ἀποθανὼν πρὸ μικροῦ, πρώην πληρεξούσιος, βουλευτὴς, ἔπαρχος, δημοτικὸς σύμβουλος, πρόσωπον ὁμολογουμένως ἀξιότιμον, ὅστις κατέβαλε τὰ χρήματα τῆς ἐπιχειρήσεως. Τοῦτο εἶναι ἆρά γε πρᾶξις μεμπτή; Κατόπιν εἷς τῶν συνεργολάβων τούτων ἠγόρασε τὰς μερίδας τῶν ἄλλων καὶ ἔμεινε μόνος· τί ἐπίμεμπτον ἔχει ἡ πρᾶξις αὕτη, καὶ τίς, ἐν καλῇ πίστει ἀναγινώσκων τοιαῦτα συμβόλαια, δύναται ν’ ἀνακαλύψῃ ὑπ’ αὐτὰ σκοποὺς ἄλλους; Μόνον εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἐπετρέπετο νὰ μεταχειρισθῇ τὰ συμβόλαια ταῦτα ὡς πυροτέχνημα, ἵνα καταπλήξῃ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ πυροτέχνημα ἄνευ κρότου. Ἡ μέριμνα λοιπὸν τοῦ Ἀδελφάτου, τοῦ ν’ αὐξήσῃ τὰ εἰσοδήματα τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, ἤγαγεν αὐτὸ εἰς τὸ ν’ ἀφήσῃ ἐλεύθερον τὸν συναγωνισμὸν καὶ νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸν φραγμὸν τοῦ νόμου τοῦ 1833. Ἀλλ’ ὅτε περιῆλθον εἰς γνῶσιν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας τὰ γενόμενα ἐν Ζακύνθῳ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι τότε, ὅπερ παρέλιπον νὰ εἴπω, ὁ ἐργολάβος, ὁ προσενεγκὼν τὰς 40,000 δραχμὰς, μετενόησε καὶ δὲν ἤθελε νὰ συνάψῃ τὸ συμβόλαιον, διότι εἶδεν, ὅτι ἔπεσεν εἰς παγίδα, ποίαν πρόνοιαν ἔλαβεν ἡ κεντρικὴ ἐξουσία; Εἶπον ἀρχόμενος, ὅτι ὑπάρχει τοπικὸν μονοπώλιον· μὴ λησμονῆτε ὅμως, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει μέγα συμφέρον νὰ προστατεύσῃ, διότι ἀπέναντι τοῦ τοπικοῦ μονοπωλίου ἵσταται τὸ γενικὸν μονοπώλιον τοῦ Κράτους· ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δὲ τῶν Οἰκονομικῶν πολλαὶ ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις καὶ καταγγελίαι, ἰδίως ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας τῶν μονοπωλίων, ὅτι λαθρεμπόριον τελεῖται, ἐκ τῶν Ἰονίων νήσων εἰσαγομένου ἅλατος εἰς τὴν Πελοπόννησον. Δικαίως δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε εἶδεν, ὅτι ὁ ἐργολάβος προσέφερε 40,000 δραχμῶν μίσθωμα, ἐσκέφθη, πῶς ὁ ἐργολάβος οὗτος θὰ τὰς κερδήσῃ, ποία εἶναι ἡ μέση παραγωγὴ τῶν ἁλυκῶν, πόσον εἶναι τὸ καταναλισκόμενον ἅλας εἰς τὸν τόπον, καὶ πῶς δύναται νὰ καταναλωθῇ ἐν αὐτῷ ἡ ὑπερβάλλουσα τυχὸν παραγωγή. Λοιπὸν τὸ ὑπερβάλλον ἅλας εἶναι προωρισμένον νὰ ἐξέλθῃ καὶ εἰσαχθῇ ἀλλοῦ λαθραίως. Ἐκ τούτου καὶ ἡ παρέμβασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τούτου τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ὁ προαγορεύσας σᾶς ἀνέγνωσε μετὰ τόσου στόμφου, ὡς φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καθῆκον εἶχε, μεριμνῶν περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς τοπικῆς ἐκείνης πράξεως. Διὰ τοῦτο καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἀκύρωσις τῆς δημοπρασίας. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος λόγος καὶ οὐδεὶς ἕτερος, ὑπαγορευθεὶς ἐξ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ σᾶς ὁμιλῶ, Κύριοι, μετὰ πεποιθήσεως, διότι ὡς δημόσιος ὑπάλληλος καὶ ἐγνωμοδότησα καὶ μετέσχον τῆς ἐνεργείας ἐκείνης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§46ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἔχητε κώλυμα.
§47ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Γνωρίζω ν’ ἀποχωρίζω τὸ προσωπικὸν συμφέρον ἀπὸ τὸ γενικόν. Ἐγὼ δὲν ἀνεγνώρισα εἰς ἐμαυτὸν οὐδένα λόγον κωλύματος. Ἐπελθούσης τῆς ἀκυρώσεως τῆς πρώτης δημοπρασίας, ἐπῆλθεν ἡ δευτέρα, ἀλλὰ τότε μὲ τὸν φραγμὸν τοῦ νόμου τοῦ 1833, τουτέστιν, ὅτι τὸ μίσθωμα δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπερβῇ τὰς 5,000 δίστηλα κατὰ διετίαν.
§48ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πῶς ἤθελεν ἐμποδισθῇ τὸ λαθρεμπόριον διὰ τῆς ἀκυρώσεως τῆς πρώτης δημοπρασίας;
§49ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ τὸ ἐπαναλάβω σαφέστερον. Ἀφοῦ ὁ ἐργολάβος ὑποχρεοῦτο νὰ καταβάλῃ 40,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, βέβαιον εἶναι, ὅτι ἤθελε καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως αὐξήσῃ τὴν παραγωγὴν τοῦ ἅλατος, ἵνα κερδήσῃ τοὐλάχιστον τὸ μίσθωμα· ἐὰν δὲ ἡ παραγωγὴ ἦτο περισσοτέρα παρ’ ὅσην ἀπῄτει ἡ τοπικὴ κατανάλωσις, τί ἤθελε κάμει τὸ περισσεῦον ἅλας ὁ ἐργολάβος; Νὰ τὸ μεταφέρῃ εἰς τὸ λοιπὸν Κράτος, δὲν ἠδύνατο. Εἰς τὴν Κέρκυραν; δὲν ἠδύνατο· εἰς τὴν Λευκάδα; ἐπίσης. Ἠδύνατο νὰ τὸ ἐξαγάγῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι καὶ ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ρωσσία ἔχουν μονοπώλιον τοῦ ἅλατος. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν; Δὲν τὸν συμφέρει βεβαίως νὰ τὸ μεταφέρῃ διὰ τῶν ἀτμοπλοίων τοῦ Μακῆβερ. Λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης ἤθελε τὸ ἐξαγάγει λαθραίως εἰς τὰ παράλια τῆς Πελοποννήσου, διότι πάντοτε θὰ τῷ ἐσύμφερε νὰ τὸ πωλήσῃ, εἴτε αὐτός, εἴτε ἄλλοι ἀγορασταὶ, ἔστω καὶ εἰς τὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν πωλεῖται ἐδῶ, διότι εἰς τὴν ἀγορὰν πωλεῖται 20 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἡ δὲ παραγωγὴ κοστίζει 1½ λεπτὸν κατ’ ἀνώτατον ὅρον.
§50ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν μὲ ἐπείσατε· διότι, ὅταν ὑπάρχῃ τὸ κέρδος, ὁ ἐργολάβος, γνωρίζων τὸ διὰ τοῦ λαθρεμπορίου κέρδος, δὲν ἤθελε τὸ ἀφήσει.
§51ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐδῶ θὰ εἶχε δύο κέντρα, καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ κέρδους, ἀλλὰ καὶ τὸν καταναγκασμὸν τοῦ ὑπερόγκου μισθώματος, τὸ ὁποῖον ἤθελε τὸν κάμει νὰ παράγῃ περισσότερα.
§52ΣΧΙΝΑΣ. Αἱ ἁλυκαὶ παράγουσιν ὡρισμένον ποσὸν, ἔχουν ἕνα μέσον ὅρον παραγωγῆς, ὁ δὲ ἐργολάβος πρέπει νὰ καταβάλῃ μεγάλα ἔξοδα, ἵνα πολλαπλασιάσῃ αὐτήν. Οἱοσδήποτε δ’ ἐργολάβος, λαμβάνων διὰ δύο ἔτη τὴν καλλιέργειαν, δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ ποσὸν, ἵνα ἀναπτύξῃ τὴν καλλιέργειαν· ἑπομένως, ἐὰν ὁ ἐλαιόκαρπος δὲν ἦναι ἐν ἀφθονίᾳ ἐν Ζακύνθῳ, ἤθελε περισσεύσει ἅλας εἰς τὸν ἐργολάβον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ρώμας, ὅτι ὑπάρχει παρακαταθήκη, αὐτὸ δὲ τὸ πλεονάζον θὰ εὕρισκε συμφέρον νὰ τὸ ἐξαγάγῃ λαθρεμπορικῶς.
§53ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ συμφωνήσητε μαζύ μου, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν εἶναι δεκτικὴ αὐξήσεως καὶ ἐπεκτάσεως.
§54ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ ὑπηρέτησα πέντε ἔτη εἰς τὰς ἁλυκὰς καὶ γνωρίζω.
§55ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ ἁλυκὴ τῆς Ἀναβύσσου ἀπὸ τριῶν ἐτῶν ἐδιπλασίασε τὴν παραγωγήν· τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἐν Ζακύνθῳ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ ἐργολαβία, καθ’ ἣν προσεφέρθησαν 40,000 δραχμαί, ἦτο δεκαετὴς καὶ ἠδύνατο ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἐργολάβος νὰ αὐξήσῃ τὴν καλλιέργειαν. Ἐξετέθη λοιπὸν εἰς δευτέραν δημοπρασίαν ἡ ἐργολαβία τῶν ἁλυκῶν ἐν Ζακύνθῳ, εἰς μειοδοσίαν δηλονότι ὡς πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος, διότι τὸ ποσὸν τοῦ μισθώματος δὲν ἦτο δεκτικὸν αὐξήσεως, ἔφθασε δὲ μέχρι 57 λεπτῶν κατὰ κοιλόν· ἀλλ’ ὅτε ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας, ὁ μειοδότης μετέβαλε γνώμην· ἐδέησε νὰ γείνῃ καὶ τρίτη δημοπρασία, ὅτε ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος ἔφθασε μέχρι 59 λεπτῶν, κατὰ τὴν δημοπρασίαν δὲ ταύτην ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως ὁ ἐργολάβος καταβάλῃ ποινικὴν ῥήτραν, ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως· ἀλλὰ καὶ ὁ πλειοδότης οὗτος εὐχαριστήθη νὰ χάσῃ τὴν ποινικὴν ῥήτραν, δύο χιλιάδας δραχμὰς, καὶ νὰ μὴ ἀναλάβῃ τὴν ἐργολαβίαν. Οὕτω διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων αὐτῶν δημοπρασιῶν, αἵτινες ἐγένοντο, οὐχὶ ἐξ ἐνεργείας καὶ κακῆς προθέσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀποβλεπούσης εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογὰς, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ προαγορεύσας, ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ἔφθασεν ὁ μὴν Ἰούνιος, ὡς δὲ γινώσκετε, ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν ἀρχίζει κατὰ Μάϊον· ἡ ἐποχὴ ἐπροχώρει· ἐὰν προεκηρύσσετο καὶ τετάρτη δημοπρασία, θὰ ἔφθανε καὶ τὸ τέλος τοῦ Ἰουλίου. Ἐν τούτοις αἱ ἁλυκαὶ ἔμενον ἀκαλλιέργητοι, αἱ πρόσοδοι δὲ τοῦ Ἀδελφάτου διέτρεχον κίνδυνον, διότι αὐταὶ ἦσαν, ὡς προεῖπον, ἡ κυριωτέρα πρόσοδός του. Τότε τὸ Ἀδελφάτον αὐτὸ προσεφέρθη νὰ καλλιεργήσῃ τὰς ἁλυκὰς διὰ λογαριασμόν του, ἵνα μὴ στερηθῇ τὴν πρόσοδον τοῦ ἔτους ἐκείνου. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπέναντι τῆς καταστάσεως ταύτης εὑρισκόμενον, ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν, ἢ μᾶλλον διέταξε τὸν Νομάρχην νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ Ἀδελφάτου καὶ ἀφήσῃ νὰ καλλιεργηθῶσιν αἱ ἁλυκαὶ δι’ ἐπιστασίας. Τί τὸ παράνομον; Μήπως καὶ τὸ Δημόσιον αὐτὸ δὲν καλλιεργεῖ τὰς ἁλυκὰς του δι’ ἴδιον λογαριασμόν; ἢ τί ἐγκρύπτεται ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, εἴτε τῆς κεντρικῆς εἴτε τῆς τοπικῆς; Ὁ Δήμαρχος μάλιστα, ὅτε εἶδεν, ὅτι ἡ ἐποχὴ παρήρχετο καὶ ἡ καλλιέργεια δὲν εἶχεν ἀρχίσει, διέταξεν αὐτὸς δι’ ἐπιστάτου ν’ ἀρχίσῃ ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν· ὅτε δ’ ἐνεκρίθη ἡ δι’ ἐπιστασίας καλλιέργεια, ἀνέλαβεν αὐτὴν τὸ Ἀδελφάτον. Διότι δὲ ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν βραδέως ἤρξατο ἐφέτος, ἡ παραγωγὴ τοῦ ἅλατος δὲν ἦτο ὁποία κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, διότι δὲν ἔφθασε παρὰ εἰς 41,000 κοιλῶν. Συνέπεσε δὲ ἐφέτος ἡ ἐσοδεία τῶν ἐλαιῶν νὰ ἦναι ἔκτακτος, ἑπομένως καὶ ἡ ἀνάγκη τοῦ ἅλατος μεγαλειτέρα. Ἐκ τούτου ἡ ἔλλειψις τοῦ ἅλατος ἐν Ζακύνθῳ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο.
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον ἐπωλήθη τὸ ἅλας ὑπὸ τοῦ Ἀδελφάτου;
§57ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πρὸς 74 λεπτὰ τὸ κοιλόν.
§58ΡΩΜΑΣ. Καθὼς ἠκούσατε, αἱ ἁλυκαὶ κατὰ τὸ 1890 παρήγαγον 41,000 κοιλῶν· εἰς ταύτας δέον νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλαι 5,000 κοιλῶν ἅλατος, τὰς ὁποίας παρέλαβε παρὰ τῆς παλαιᾶς ἐργολαβίας τὸ Ἀδελφάτον, ὥστε ἔχομεν σύνολον 46,000 κοιλῶν. Ἡ μηνιαία κατανάλωσις πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν ἀνέρχεται εἰς 1000 κοιλά· ὥστε, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν 10,000 κοιλῶν, ἔπρεπε νὰ εὑρεθῶσιν ἐντὸς τῶν ἀλαταποθηκῶν κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον 36,000 κοιλῶν. Ἐρωτῶ, τί ἔγεινε τὸ ποσὸν τοῦτο; Ἐπίσης δὲν εἶναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Στεφάνου, καθ’ ὃν ἐγίνετο συναγωνισμὸς ἐργολαβικὸς κατὰ τὸ τρίμηνον διάστημα τῆς ἐκκρεμότητος τοῦ ζητήματος, διότι καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ χρονικὸν διάστημα σκοπίμως δὲν ἐκοινοποιεῖτο ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐγκριθείσης ἐργολαβίας, ὅπως μένῃ τὸ ζήτημα ἐκκρεμές.
§59ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ, τῷ κανονίζοντι τὰ τῆς ἐργολαβίας τοῦ ἅλατος, ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις εἰς τὸν ἐργολάβον, ὁσάκις ἡ παραγωγὴ ἡ τοπικὴ δὲν ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, αὐτὸς νὰ φροντίζῃ νὰ προμηθεύῃ ἔξωθεν τὸ ἀπαιτούμενον ἅλας διὰ τὰς ἐλαίας· τοῦτο δ’ ἀπετέλει ἕνα τῶν ὅρων τῆς συμφωνίας. Προκειμένου ὅμως περὶ καλλιεργείας δι’ ἐπιστασίας, ποίαν ὑποχρέωσιν εἶχε τὸ Ἀδελφάτον, ἐν ἐλλείψει ἅλατος, νὰ προμηθεύσῃ αὐτὸ εἰς τὸν τόπον; Τὸ Ἀδελφάτον δὲν ἦτο ἐργολάβος, ἦτο αὐτὸς ὁ ἰδιοκτήτης· ἡ ὑποχρέωσίς του δὲν ἔφθανε πέραν τοῦ ὁρίου τῆς καλλιεργείας, ἡ ὑποχρέωσις ὅμως τῆς προμηθείας ἅλατος βεβαίως ἐπεβάλλετο εἰς τὴν τοπικὴν ἀρχὴν, διότι τὸ ἅλας εἶναι ὑψίστης ἀνάγκης προϊὸν διὰ τὸν τόπον· διὰ τοῦτο ἐν τῷ συμβολαίῳ μετὰ τοῦ πρώην ἐργολάβου εἶχε τεθῇ ὡς ὅρος, ὅτι αὐτὸς ὤφειλε νὰ ἔχῃ διαρκὲς κατ’ ἔτος περίσσευμα ἐκ δώδεκα χιλιάδων κοιλῶν, κατὰ δὲ τὸ τέλος τῆς ἐργολαβίας νὰ παραδίδῃ εἰς τὸν νέον ἐργολάβον 4,000 κοιλὰ, διὰ νὰ ἔχῃ οὗτος πρόχειρον διὰ τὴν καθημερινὴν κατανάλωσιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐν τῷ συμβολαίῳ ἐκείνῳ δὲν ἐπρονοήθη τί θὰ γείνῃ εἰς τὸ τέλος τῆς ἐργολαβίας τὸ ἅλας αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ πρώην ἐργολάβος ἦτο ὑπόχρεως νὰ ἔχῃ κατ’ ἔτος. Διὰ τοῦτο, ὅταν ἔληξεν ἡ ἐργολαβία, ὁ πρώην ἐργολάβος εὑρέθη κάτοχος 12,000 ἕως 15,000 κοιλῶν, ἐκτὸς τῶν 4,000, τὰ ὁποῖα παρέδωκεν εἰς τὸ Ἀδελφάτον, καὶ τότε ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, τί θὰ γείνῃ τὸ ἅλας ἐκεῖνο; Νὰ πωλήσῃ ὁ πρώην ἐργολάβος, δὲν ἠδύνατο, διότι ἀντέκειτο τὸ τοπικὸν μονοπώλιον· τὸ Ἀδελφάτον δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ λάβῃ, διότι ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ χρήματα, καὶ δὲν εἶχε· παρεμπιπτόντως δὲ λέγω, ὅτι καὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν ἠναγκάσθη τὸ Ἀδελφάτον νὰ συνάψῃ προσωπικὸν δάνειον. Τὸ ἅλας, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ πρώην ἐργολάβος, ἦτο ἐναποθειμένον εἰς δύο ἀποθήκας ἐντὸς τῆς πόλεως Ζακύνθου· ἡ διοικητικὴ δὲ ἀρχὴ καὶ ἡ δημοτικὴ, ἔχουσαι ὑπ’ ὄψει τὸ μονοπώλιον· εἶπον: «πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ ἅλας»· συνεφώνει δὲ καὶ ἡ κεντρικὴ Κυβέρνησις, ἵνα προλάβῃ τὴν λαθραίαν αὐτοῦ εἰσαγωγὴν εἰς τὸ λοιπὸν Κράτος. Ἄν ὁ κ. συνάδελφος ἔχῃ τὴν περιέργειαν, δύναται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ τὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως, διὰ νὰ ἴδῃ πόσον ἐπισταμένως ἐμελετήθη τὸ ζήτημα ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν. Ἵνα ἐξευρεθῇ λύσις, πρὸ πάντων δὲ ἵνα προληφθῇ ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ὁ τόπος ἤθελεν εὑρεθῇ ἄνευ ἅλατος, περίπτωσις, ἥτις ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ ἐπανάστασιν ἐν Ζακύνθῳ, προὐνόησεν ἡ πρώην Κυβέρνησις καὶ διέταξε νὰ ἐξασφαλισθῶσιν αἱ ἀποθῆκαι διὰ διπλῆς κλειδὸς, ὧν τὴν μίαν νὰ κρατῇ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, τὴν ἑτέραν δὲ ὁ ἐργολάβος· εἶπε δὲ εἰς τὸν ἐργολάβον, ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίας μετὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὥστε ἐν ἀνάγκῃ νὰ εὑρεθῇ τὸ ἀπόθεμα τοῦτο διὰ τὴν κατανάλωσιν τοῦ τόπου· καὶ ἐπραγματοποιήθη τῳόντι ἡ περίπτωσις αὕτη, ὅτε κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον ἐπῆλθεν ἔλλειψις ἅλατος ἐν Ζακύνθῳ. Ἀλλὰ τότε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔχων ἀφορμὰς κατὰ τοῦ πρώην ἐργολάβου, ὡς φίλου ἡμῶν, δὲν ἤθελε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν τὴν πώλησιν διὰ τῶν ἐν Ζακύνθῳ ὀργάνων του.
§60ΡΩΜΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον δύναμιν τότε.
§61ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ τότε ὁ Δήμαρχος Ζακύνθου, κηδόμενος δῆθεν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἀλλ’ οὐσιωδῶς ὑπηρετῶν τὸν πάτρωνά του, εὗρε τὴν λύσιν, νὰ ζητήσῃ ἅλας ἀπὸ τὴν Λευκάδα· ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἀντετάσσετο τὸ κώλυμα τῆς ἑταιρίας τῶν μονοπωλίων, διότι τὸ ἅλας τὸ παραγόμενον ἐν ταῖς ἁλυκαῖς τοῦ Κράτους εἶναι ὑπέγγυον εἰς δάνειον ἐθνικόν, βεβαίως δὲ ἡ ἑταιρία δὲν θὰ εἶχεν ἀντίῤῥησιν νὰ παραχωρηθῇ ἅλας ἐκ Λευκάδος, ἀλλὰ μὲ τὸ χρῆμα ἐπὶ χεῖρας· ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦτο παρενεβλήθη νέον πρόσκομμα, τίς θὰ καταβάλῃ τὸ χρῆμα. Τὸ Ἀδελφάτον; δὲν εἶχεν. Ἡ δημοτικὴ ἀρχή;...
§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πόθεν ἐλάβατε τὰς πληροφορίας;
§63ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐξ ἐγγράφων καὶ ἐκθέσεων.
§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεμία ἐπέμβασις τῆς ἑταιρίας τῶν μονοπωλίων ἔλαβε χώραν. Ὁ νόμος μόνον ἀπαιτεῖ τὴν προπληρωμὴν καὶ ἐπλήρωσε τὸ Ἀδελφάτον χρήματα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπεστράφησαν.
§65ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ γνωρίζω.... Τότε ὁ Δήμαρχος, ἀπέναντι τῆς δυσχερείας ταύτης, προσεφέρθη νὰ καταβάλῃ αὐτὸς τὸ χρῆμα. Ἀλλ’ ἐγεννήθη δεύτερον ζήτημα, τίνα θὰ ἐπιβαρύνῃ ἡ μεταφορά, ἡ φύρα κτλ. διότι ἡ δαπάνη αὐτῶν ἀνήρχετο εἰς 10,000 δραχμάς. Τότε δὲ, ἐν τῇ σοφίᾳ του, ὁ Δήμαρχος καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ μετὰ τοῦ μακαρίᾳ τῇ λήξει Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου συνῆλθον ἐπὶ τῷ αὐτῷ καὶ ἀπεφάσισαν νὰ ἀναλάβῃ τὸ Ἀδελφάτον τὴν δαπάνην τῆς μεταφορᾶς τοῦ ἅλατος· οὕτω δὲ τὸ ἅλας, ἀντὶ νὰ στοιχίσῃ 1 καὶ 20/00 τὸ κοιλὸν, θὰ ἔφθανεν εἰς 2 δραχμὰς, ἀλλὰ θὰ ἐπωλεῖτο μόνον πρὸς 1,10 ἢ 1,20, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Ἀδελφάτου, ὅπερ θὰ ὑφίστατο τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς, φύρας κτλ. Καὶ ταῦτα ἐγένοντο διατί; Διότι δὲν ἤθελον νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὸν πρώην ἐργολάβον νὰ πωλήσῃ τὸ ἀπόθεμα. Ὅτε δ’ ἐπὶ τέλους ὁ πρώην ἐργολάβος κατέφυγε παρακαλῶν τοὺς ἰσχυροὺς, τότε ἀνεῴχθησαν αἱ ἀποθῆκαι αὐτοῦ καὶ ἐπετράπη ἡ πώλησις τοῦ ἀποθέματος. Ἐν τῇ συνεδριάσει δ’ ἐκείνῃ, περὶ τῆς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἔκαμα λόγον καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον συνέλθει ἡ Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ὁ Δήμαρχος, προσεκλήθη τὸ Ἀδελφάτον, καὶ διὰ τίνα σκοπὸν νομίζετε; διὰ νὰ ἀκούσῃ, ὅτι ὤφειλε νὰ πληρώσῃ αὐτὸ τὰ περιπλέον ἀπαιτούμενα διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ ἅλατος. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ Ἀδελφάτον ἠρνήθη νὰ προσέλθῃ, καὶ ἠρνήθη διὰ τὸν σπουδαιότατον λόγον, ὅτι δὲν ἐθεώρει ἑαυτὸ ὑπόχρεον νὰ προμηθεύσῃ αὐτὸ ἰδίαις δαπάναις τὸ ἐλλεῖπον ἅλας εἰς τὸν τόπον. Δικαιολογεῖ δὲ τὴν πρᾶξίν του ταύτην τὸ Ἀδελφάτον ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν συνεδρίασιν ταύτην δὲν παρευρέθημεν, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· 1) Διότι τὸ Ἀδελφάτον οὐδεμίαν ἔχει ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρέωσιν, ὅπως φροντίσῃ περὶ προμηθείας ἐλλείποντος ἅλατος ἐν τῷ τόπῳ, καθόσον τὸ Ἀδελφάτον, μὴ ὂν παντάπασιν ἐργολάβος, ἀλλὰ κύριος τῶν ἁλυκῶν, δὲν ὑπόκειται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ πρώην ἐργολάβου, τὰς στηριζομένας ἄλλως τε εἰς συμβόλαια, ἀλλ’ εἰς τοὺς νόμους, οὐδεὶς δὲ τῶν κειμένων νόμων ἐπιβάλλει τῷ Ἀδελφάτῳ τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς προμήθειαν ἐλλείποντος ἅλατος. 2) Διότι εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἔμελλε νὰ παρευρεθῇ ἡ Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπὴ, ἤτοι σωματεῖον οὐδεμίαν ἔχον σχέσιν πρὸς ἡμᾶς, πλὴν τῆς ἐν ἄρθρῳ 23 τοῦ ΑΦΝϚʹ νόμου καθωρισμένης, καὶ οὐ μόνον οὐδὲν ἐν προκειμένῳ ἔχον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ μὴ ὑφιστάμενον κἄν, ὡς ἐκ τῆς ὑπὸ τοῦ Σ. τούτου Ὑπουργείου διαταχθείσης ἐσχάτως ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ. 3) Διότι μετὰ τὴν πρὸ ὀλίγων ὡρῶν λαβοῦσαν χώραν, ὡς εἴρηται, ῥῆξιν μεταξὺ τοῦ μέλους τοῦ ἀδελφάτου ἰατροῦ Θωμοπούλου καὶ τοῦ Δημάρχου, ἀγενῶς προσενεχθέντος τότε πρὸς ἐκεῖνον, δὲν ἦτο ἀξιοπρεπὲς νὰ προσέλθωμεν παρ’ αὐτῷ εἰς συνεδρίασιν, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν ἄλλως τε ποινικῶν κατ’ αὐτοῦ συνεπειῶν, ἀφοῦ ἔχομεν πρόσφατον ἀπόφασιν τοῦ ἐνταῦθα Πλημμελειοδικείου, καταδικάσαντος αὐτὸν εἰς τριήμερον φυλάκισιν ἐπὶ ἐξυβρίσει κατὰ ὑπαλλήλου τῆς Νομαρχίας. 4) Διότι ἦτο ὅλως παράνομος ἡ πρόσκλησις ἡμῶν, ὅπως δώσωμεν αὐτῷ λόγον τῆς διαχειρίσεώς μας, καθόσον λόγον τοιοῦτον ὀφείλομεν ἡμεῖς καὶ δὴ καὶ αὐτὸς, ὡς μέλος τοῦ Ἀδελφάτου, πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ εἶναι ἡ μόνη ἐν προκειμένῳ ἁρμοδία κατὰ νόμον ἀρχή. 5) Διότι ἄλλως τε δὲν ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ δώσωμεν, ἔστω καὶ ἀναρμοδίως, λόγον τῆς διαχειρίσεώς μας, πρὶν ἢ ἔτι περατώσωμεν τὴν ἐξέλεγξιν πολλῶν χιλιάδων διπλοτύπων καὶ τῶν βιβλίων, μηκέτι τότε παραδοθέντων ἡμῖν παρὰ τῶν ἐν ἁλυκαῖς ἀποθηκαρίων ἡμῶν, οἵτινες μόλις τὴν 17 τρέχοντος παρέδωκαν ἡμῖν ταῦτα. 6) Διότι τέλος νόμιμος τόπος τῶν συνεδριάσεων ἡμῶν δι’ ἀποφάσεως τῆς 14 Δεκεμβρίου 1888 ὡρίσθη τὸ κατάστημα τοῦ Νοσοκομείου, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ βιβλίου τῶν πρακτικῶν τοῦ Ἀδελφάτου, εἰς ἃς πάσας ὁ κ. Δήμαρχος διεκρίθη διὰ τῆς ἀπουσίας του, ἐκτὸς δύο ἢ τριῶν ἐκτάκτων συνεδριάσεων, εἰς ἃς χάριν σπουδαιοτάτων συμφερόντων τῶν καταστημάτων κατενεύσαμεν νὰ προσέλθωμεν παρ’ αὐτῷ ἐν τῷ Δημαρχικῷ καταστήματι, ὅπου καὶ ἐκεῖ διεκρίθη διὰ τὴν ἀσύγγνωστον ἄγνοιαν τῶν καθέκαστα τῶν αὐτῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα καθ’ ὅλην τὴν δωδεκαετίαν, καθ’ ἣν διατελεῖ ἐν τῇ δημοτικῇ ἀρχῇ, οὐδὲ ἅπαξ ἔλαβε τὴν περιέργειαν κἆν νὰ ἐπισκεφθῇ.» Δὲν προσῆλθε λοιπὸν τὸ Ἀδελφάτον εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, καὶ δὲν προσῆλθε δεδικαιολογημένως· διότι ἡ πρόσκλησις τοῦ Ἀδελφάτου κατεσπευσμένως, εἰδοποιηθέντος τὴν 5ην μ. μ. ἵνα προσέλθῃ τὴν 7ην ἐν τῷ Δημαρχείῳ, ἦτο νέος τρόπος, νέον μέσον διὰ νὰ καταλήξωσιν ὁ νομαρχῶν καὶ ὁ Δήμαρχος εἰς τὴν παῦσιν αὐτοῦ. Προσκαλεῖται δηλονότι ἐντὸς μικροῦ διαστήματος τὸ Ἀδελφάτον νὰ προσέλθῃ τὴν ἑσπέραν ἐν τῷ Δημαρχείῳ, καὶ πρὶν ἢ λάβωσι κἆν τὸν καιρὸν νὰ συνεννοηθῶσι τὰ μέλη του καὶ νὰ προσέλθωσι, θεωροῦνται ὡς ἀπόντα, θεωροῦνται ὡς ἀπειθοῦντα, καὶ ἀπαγγέλλεται κατ’ αὐτῶν ἡ προσωρινὴ παῦσις ὑπὸ τοῦ Νομάρχου. Ἐρωτῶ, ἐν τίνι δικαιώματι; Τὸ Ἀδελφάτον διορίζεται ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου’ μόνον λοιπὸν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἠδύνατο νὰ προτείνῃ τὴν παῦσιν τοῦ Ἀδελφάτου, οὐδέποτε δὲ ὁ νομαρχῶν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσιν αὐτοῦ. Ἐν τίνι δικαιώματι ὁ Νομάρχης ἀπήγγειλε προσωρινὴν παῦσιν κατὰ τοῦ Ἀδελφάτου; λόγῳ πειθαρχικῆς τιμωρίας; ἔχει τοιαύτην ἐξουσίαν; καὶ ποῖος νόμος τοῦ τὴν δίδει; Ἀλλὰ δὲν μένουν ἕως ἐδῶ· νέον μέσον καταδιώξεως ἐξευρίσκεται κατὰ τοῦ Ἀδελφάτου, τοῦ Ἀδελφάτου ἐκείνου, τοῦ διαχειρισαμένου τοσοῦτον θρησκευτικῶς τὰς προσόδους τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων. Καλεῖται νὰ δώσῃ λόγον τῆς διαχειρίσεώς του, καὶ καλεῖται ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, ἰδίως δὲ καλεῖται νὰ δώσῃ λόγον τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλυκῶν. Ἀλλ’ ἐδῶ τὸ Ἀδελφάτον ἀντέταξε: τίνα ἐξουσίαν ἔχει ὁ Δήμαρχος νὰ ζητήσῃ αὐτὸς, ὡς κεχωρισμένη ἀρχὴ, λόγον ἀπὸ τὸ Ἀδελφάτον, ἀφοῦ αὐτὸς ἀποτελεῖ μέρος αὐτοῦ καὶ ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι συνυπεύθυνος; Καὶ ἐν τούτοις τὸ Ἀδελφάτον δὲν ἠρνήθη κατ’ ἀρχὴν νὰ δώσῃ λόγον τῆς διαχειρίσεώς του, δὲν ἠρνήθη νὰ παραδώσῃ πάντα τὰ βιβλία καὶ τὰ διπλότυπα πρὸς τὸν νόμιμον δεξίλογον, ἀλλ’ ἐζήτησε προθεσμίαν, ἕως οὗ τακτοποιήσῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἅλατος, δὲν ἠρνήθη δὲ νὰ παραδώσῃ τὰ δικαιολογητικὰ εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ὄχι ὅμως καὶ εἰς τὸν Δήμαρχον, διότι δὲν τὸν ἐμπιστεύεται, ἐπειδὴ τὸ ἐπιβουλεύεται. Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, ἂν καὶ αἱ πρόσοδοι αὗται τοῦ Ἀδελφάτου, ὡς εἶπον ὑμῖν, εἶναι γλίσχραι καὶ μόλις ἐπαρκοῦσι πρὸς συντήρησιν τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, ἠθέλησεν ἐν τούτοις ὁ προαγορεύσας ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Ἀδελφάτον σκοποὺς κακοβούλους, σκοποὺς ἰδιοτελεῖς, καὶ μετεχειρίσθησαν πρὸς τοῦτο, Κύριοι, μέσα παράνομα, μέσα, τὰ ὁποῖα ἀποδοκιμάζει ἡ ἠθικὴ, μέσα πλάγια. Διὰ τοῦτο τὸ Ἀδελφάτον ἠναγκάσθη νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν 18 Νοεμβρίου π. ἔ. (ἀναγινώσκει): «Δήμαρχος Ζακυνθίων ἔπαυσε μόνος ἐπιστάτην Νοσοκομείου ἄνευ Ἀδελφάτου ἡμῶν μὴ παραδεχθέντων παράνομον παῦσιν ἐπιστάτου, προὐκάλεσε παρὰ νομαρχοῦντος παῦσιν μελῶν Ἀδελφάτου αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως, ἐπὶ προφάσει δῆθεν, ὅτι δὲν παρευρέθημεν, μόλις πρὸ ὡρῶν εἰδοποιηθέντες, κατὰ γνωστὴν συνεδρίασιν Δημάρχου μετὰ Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι κατακρατοῦμεν τὰ ἀπὸ εἰσπράξεων πωλήσεως ἅλατος χρήματα καὶ ὅτι ἀρνούμεθα δοῦναι λόγον διαχειρίσεως ἡμῶν, ἅπαντα ἀνυπόστατα, καθόσον ἐλάχιστον μόνον ποσὸν χρημάτων μένει εἰς χεῖράς μας, ὅπερ καταθέσωμεν εὐθὺς μετὰ ἐξόφλησιν ὀφειλομένων δαπανῶν, λόγον δὲ θέλομεν δώσει πρὸς ὃ ὀφείλομεν τοιοῦτον Δημοτ. Συμβούλιον ἅμα περατώσωμεν ἐξέλεγξιν πολλῶν χιλιάδων διπλοτύπων καὶ βιβλίων, χθὲς μόλις παραδοθέντων ἡμῖν παρὰ ἡμετέρων ἀποθηκαρίων. Παρανομία ἐπεσωρεύθη ἐπὶ παρανομίας. Παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, καταστήσατε σεβαστὴν ἰσχὺν νόμων.» Αὐτὰ, Κύριοι, τηλεγραφεῖ τὸ Ἀδελφάτον, καὶ ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ἑνώσω τὴν φωνήν μου μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ναί, ἀναστηλώσατε, κύριε Ὑπουργὲ, τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων ἐν Ζακύνθῳ, καὶ περιορίσατε τὰς παρανομούσας ἀρχάς. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι, ὅτε πάντα ταῦτα ἐν μακροτάτῃ ἐκθέσει καὶ διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Ἀδελφάτου ἐξετέθησαν πρὸς τὴν Κεντρικὴν διοίκησιν, ἡ Κεντρικὴ διοίκησις, ἀπαντῶσα, εὗρε μίαν ἔνστασιν ἀπαραδέκτου, ὅτι δὲν ἀπηυθύνθη τὸ Ἀδελφάτον διὰ τῆς ἱεραρχικῆς ὁδοῦ, καὶ ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως ταύτης σταματᾷ καὶ ἐπιμένει, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὴν οὐσίαν. Ἐννοῶ, Κύριοι, ἐὰν συνέβαινε τοῦτο κατὰ ἐποχὴν μεμακρυσμένην, τὴν πρὸ τοῦ 1843, ὅτε οἱ τύποι οὗτοι ἀπῃτοῦντο παρὰ τῶν ὑπαλλήλων ἀρχῶν, ἀλλ’ ὅταν σήμερον βλέπωμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀδιακόπως τηλεγραφήματα καὶ ἀναφορὰς ἀπηυθυνόμενα πρὸς Βασιλέα, Πρωθυπουργὸν, Ὑπουργοὺς, «Ἐφημερίδα», «Χώραν», «Πρωΐαν», «Παλιγγενεσίαν», «Ἀκρόπολιν», καὶ ὅτι δίδονται ἀπαντήσεις εἰς τὰ τοιαῦτα, καὶ ἀναγκάζονται τὰ δημόσια γραφεῖα ν’ ἀπαντῶσι πολλάκις, διὰ νὰ ἀποκρούσωσι συκοφαντίας, ἐπιῤῥιπτομένας εἰς αὐτὰ, σήμερον, κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, ὅτε τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἶναι ἐλεύθερον κατὰ τὸ Σύνταγμα, εἶναι λυπηρὸν ν’ ἀντιτάσσηται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἔνστασις ἀπαραδέκτου καὶ νὰ μὴ ἐξετάζηται τοὐλάχιστον ἡ οὐσία, καὶ νὰ μὴ ἐξετάζωνται αἱ παραβάσεις τοῦ νόμου αἱ ῥηταὶ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, αἱ καταγγελλόμεναι εἰς τὴν Κεντρικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ σωματεῖον δημοτικόν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ, ἐπαναλαμβάνω, ἑνόνω τὴν φωνήν μου μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς παρανομοῦντας εἰς τὴν τάξιν. Δὲν θέλω νὰ κουράσω περαιτέρω τὴν Βουλὴν, ἀρκούντως μέχρι τοῦδε τὴν ἐκούρασα, ἀλλὰ τὸ σφάλμα δὲν εἶναι ἰδικόν μου, ὤφειλον νὰ ἀνασκευάσω ὅσα ἐπιπολαίως καὶ πρὸς ἐπίδειξιν διαστραφέντα ἐξετέθησαν ἐνώπιόν σας.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ἐπεκαλέσθη τὸ δικαίωμα τὸ συνταγματικὸν παντὸς πολίτου, νὰ ἀναφέρηται πρὸς τὰς ἀρχὰς, ἐλησμόνησεν ὅμως τὸ ἴδιον αὑτοῦ δικαίωμα ὡς Βουλευτοῦ. Ἀληθῶς ὡς Βουλευτὴς εἶχε δικαίωμα, ἐὰν ἐπληροφορήθη, ὅτι ἡ διοίκησις παρηνόμησέ που, καὶ μάλιστα ἐν τῇ πατρίδι αὑτοῦ, καὶ μάλιστα ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ κατοικεῖ καὶ μεταβαίνει, ὡς εἶπε, κατ’ ἔτος, εἶχε δικαίωμα ν’ ἀπευθύνῃ ἐπερώτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελε δώσει αὐτῷ ἀπάντησιν καὶ καταθέσει τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα. Ἂν οὕτως ἔπραττεν, ἤθελον ἐξετασθῆ καὶ συζητηθῆ οἱ περὶ τῶν δῆθεν συμβασῶν παρανομιῶν ἰσχυρισμοὶ αὐτοῦ, δὲν ἤθελε δὲ παρεμβληθῆ ἀτόπως ἐν ἄλλῃ ὑποθέσει αἰτίασις κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς μὴ λαβόντος ὑπ’ ὄψει τηλεγράφημά τι ἐκ Ζακύνθου τοῦ Ἀδελφάτου τοῦ Νοσοκομείου· ἂν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπροτείνετο ἐπερώτησις ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ἤθελε δοθῆ ἀφορμὴ καὶ καιρὸς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ὅτι, ἐὰν οἱ πολῖται ἔχωσι δικαίωμα νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὰς ἀρχὰς, δικαίωμα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος χορηγηθὲν, τὰ Ἀδελφάτα δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀντιποιῶνται τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐγκαλῶσιν ὡς παρανομούσας τὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους.
§67ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Στεφάνου οὐδὲν βεβαίως ὑπολείπεται νὰ προσθέσω εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Ρώμα λεχθέντων. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ παρ’ αὐτοῦ καὶ παρ’ ἑτέρου συναδέλφου ἐλέχθη, ὅτι τὸν Δήμαρχον Ζακυνθίων ἐξελέξαμεν καὶ ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς, χρεωστῶ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τοῦτο πράγματι εἶναι ἀκριβὲς καὶ ὅτι πᾶσα περὶ τούτου συζήτησις θὰ ἦτο ἐντελῶς περιττὴ, διότι καὶ τὸν Δήμαρχον αὐτὸν, ὅπως πάντας τοὺς ἀπὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μέχρι σήμερον ἐκλεχθέντας Δημάρχους Ζακύνθου, ὑπεδείξαμεν καὶ ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι, καθὼς πολὺ καλὰ εἶπεν ὁ κ. Στεφάνου, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου κατηγόρησαν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὡς εἰσελθόντας καὶ παρακαθημένους ἐν μέσῳ ὑμῶν μόνον διὰ τῶν κυβερνητικῶν παροχῶν, ἀπὸ τῆς ἑνώσεως μέχρι σήμερον δὲν κατώρθωσαν νὰ κάμωσι νὰ ἐπιτύχῃ οὔτε εἷς ἀναπληρωματικὸς δημοτικὸς σύμβουλος ἐκ τῶν φίλων των. Ὅτε ὅμως ἀπεκαλύφθησαν τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Δημάρχου τούτου καὶ ὅτε ἐγνωρίσαμεν τὸ ποιὸν αὐτοῦ, ἡμεῖς ἐσπεύσαμεν πρὸ τριετίας δημοσίᾳ νὰ τὸν ἀποκηρύξωμεν, ἤνοιξαν δὲ, ἐν γνώσει πλέον τοῦ ποιοῦ αὐτοῦ, εἰς αὐτὸν τὰς ἀγκάλας των οἱ ἀντίθετοί μας, καὶ ὑπὸ τοσούτου κατελήφθησαν ἐνθουσιασμοῦ ἐπὶ τῇ ἀποκτήσει τοιούτου φίλου, ὥστε καὶ διὰ κανονοβολισμῶν ἐχαιρέτισαν τὴν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ρώμα ἐπίσκεψιν αὐτοῦ.
§68Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ὁ προαγορεύσας κ. Στεφάνου εἶπεν ὅτι, διὰ ν’ ἀποφύγῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ λαθρεμπόριον, ἔδωκεν εἰς τὸ Ἀδελφάτον τὴν ἐργολαβίαν τῶν ἁλυκῶν· ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὁποίαν ἐγγύησιν ἔχομεν, ὅτι τὸ Ἀδελφάτον δὲν ἤθελε κάμει αὐτὸ τοῦτο τὸ λαθρεμπόριον; Ἰδοὺ τὸ Ἀδελφάτον τί λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του, πρὸς διάψευσιν τοῦ κ. Στεφάνου, δηλ. τῶν ὅσων εἶπε (ἀναγινώσκει): «Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ Ἀδελφάτον, σκεφθὲν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1833, ὅτε ἐδόθησαν αἱ ἁλυκαὶ Ζακύνθου εἰς ἐργολαβίαν, μέχρι τοῦ 1880, ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος ἦτο πάντοτε πρὸς ἑβδομήκοντα λεπτὰ τὸ κοιλὸν, ὅπερ ἐπὶ μέσης παραγωγῆς 60,000 κοιλῶν κατ’ ἔτος παρεῖχεν εἴσπραξιν 42,000 δραχμῶν, ἀπὸ δὲ τοῦ 1880 κατὰ τὴν ἐφεξῆς δεκαετίαν ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος ηὐξήθη εἰς μίαν δραχμὴν τὸ κοιλὸν, ὅπερ ἀπέφερεν ὑπὲρ τοῦ ἐργολάβου εἴσπραξιν 60,000 δραχμῶν» κλπ. Ὁ κ. Στεφάνου, ὅστις ἐξυμνεῖ τὸ Ἀδελφάτον, ὀφείλει νὰ ἀποδεχθῇ καὶ τὴν γνώμην του. Πόθεν λοιπὸν ὁρμώμενος ὁ κ. Στεφάνου, ἰσχυρίσθη ὅτι τὸ ἐκ τῶν ἁλυκῶν εἰσόδημα δὲν θὰ ἐπήρκει εἰς τὸν ἐργολάβον νὰ πληρώσῃ τὸ ἐτήσιον μίσθωμα τοῦ ἅλατος, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κάμῃ λαθρεμπόριον; καὶ ποῦ εὗρεν ὁ κ. Στεφάνου, ὅτι αἱ ἁλυκαὶ εἶναι κτῆμα τοῦ Ἀδελφάτου; Τοῦτο δὲν εἶναι ποσῶς ἀκριβές, διότι αἱ ἁλυκαὶ εἶναι κτήματα ἐπαρχιακὰ, ἐκ τῶν ὁποίων μόνον λαμβάνουν μικρὸν μέρος προσόδου τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα, διότι τὸ μεγαλείτερον μέρος εἶναι πρὸς ὠφέλειαν τοῦ κοινοῦ, εἶναι διὰ νὰ πωλῆται εἰς μικρὰν τιμὴν τὸ ἅλας, ὁ δὲ νόμος τοῦ 1833 δὲν ὁμιλεῖ καθόλου περὶ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, ἀπεναντίας ὁμιλεῖ ῥητῶς περὶ τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν καὶ περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος.
§69ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι ὁ νόμος περὶ τῆς διανομῆς τῆς κοινοτικῆς περιουσίας τῆς Ζακύνθου.
§70Ρ. ΡΩΜΑΣ. Τὸ ἠξεύρομεν πολὺ καλά· εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1871. Εἶμαι δ’ ὑπερβέβαιος, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἐξ ὅσων ἠκούσατε θὰ ἐπείσθητε, ὅτι ἡ τέως Κυβέρνησις δὲν ἔδωκε τὴν ἐργολαβίαν εἰς τὸ Ἀδελφάτον, ὄχι διὰ τὸν λόγον τοῦ λαθρεμπορίου, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἀλλὰ διότι ἐπεδιώκοντο κρύφιοι σκοποὶ, χάριν τῶν ἐπικειμένων βουλευτικῶν ἐκλογῶν.
§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εἶχε ζητήσει πληροφορίας τινὰς, ἀφορώσας δύο κεφάλαια ἐσόδων, ἀναγραφομένων ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει τοῦ 1890. Τὰς πληροφορίας ταύτας καταθέτω εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
§72ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ τυπωθῶσι.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 135).
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τυπικῆς τινος ἐλλείψεως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς τῶν ἐξαγομένων προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἰδίως τῆς σταφίδος, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας τιμῆς εἰσπράττεται ἐξαγωγικὸν τέλος 18%. Πράγματι εἰς τὴν Ἰόνιον νομοθεσίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας πρασδιορίζεται ἡ τιμὴ, παρουσιάζεται οὐσιώδης ἔλλειψις, προερχομένη ἐκ τῆς μὴ ὑπάρξεως ἐπισήμων μεσιτῶν, ὧν αἱ δηλώσεις ἐχρησίμευον ὡς βάσις τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς τιμῆς ταύτης. Ἡ ἔλλειψις αὕτη γεννᾷ δυσκολίας καὶ ἀταξίας. Τὴν διόρθωσιν δὲ τῶν δυσκολιῶν καὶ τῶν ἀταξιῶν τούτων προτίθεται τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅπερ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 136). Ἡ κατάργησις τοῦ νόμου ΑΨΠΗʹ τοῦ 1889 περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων συνεπέφερε καὶ διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἔλλειψίν τινα, διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ὁ Πρόεδρος τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐκδικαζούσης τοὺς καταλόγους τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Καταργηθέντων δὲ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, δὲν ὑπάρχει μήτε Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπή, μήτε Πρόεδρος αὐτῆς· ἀνάγκη ἑπομένως ν’ ἀντικατασταθῇ οὗτος, καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ σκοπεῖ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν.
§76ΡΑΛΛΗΣ. Ἀργοῦσι, δὲν κατηργήθησαν ὅμως τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, καὶ ἔπρεπεν ὁπωσδήποτε νὰ ληφθῇ μία πρόνοια.
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ληφθῇ. Τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου σκοπεῖ ὡσαύτως τὴν διόρθωσιν ἐλλείψεων ἑτέρου νόμου, τοῦ περὶ ἐπιβολῆς ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἡ σύνταξις τῶν πρωτοκόλλων τῆς καταμετρήσεως ἀπαιτεῖ καὶ τὴν σύμπραξιν τῶν ἱερέων· ἡ σύμπραξις ὅμως αὐτῶν ἐν γένει ἀπεδείχθη δύσκολος, οὐδὲν δὲ μέσον ἐκβιάσεως δύναται νὰ μεταχειρισθῇ ἡ ὑπηρεσία, ὅπως ὁ ἱερεὺς λαμβάνῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς καταμετρήσεως τῶν ἀδηλώτων οἴνων.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 137).
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν εἴχετε ὑποσχεθῆ, ὅτι ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων τὰ ἔγγραφα, τὰ δικαιολογήσαντα τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ μέτρου· ἐν τούτοις χθὲς ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον ἄνευ τῆς ὑποβολῆς τοιούτων ἐγγράφων, τουτέστιν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ ἡμῶν περὶ τῶν λόγων τῶν προκαλεσάντων τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου· ἐλπίζω ὅτι πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως καὶ ἐν καιρῷ, οὐχὶ κατ’ αὐτήν, θέλουσι κατατεθῆ τὰ ἔγγραφα, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν λόγων, οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλὰ βεβαίως τοιαύτην ὑπόσχεσιν δὲν ἔδωκα, διότι δὲν ἤμην ἁρμόδιος νὰ δώσω.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις δύναται, ἐὰν ἡ Βουλὴ ζητῇ, νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ὑπάρχουσιν ἀληθῶς ἐκθέσεις, διὰ τηλεγραφημάτων μεταδοθεῖσαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις, ἐν οἷς ἐπέσκηψε χειμὼν βαρὺς, δὲν ἠδυνήθησαν οἱ πολῖται ὄχι μόνον νὰ ἐνασκήσωσι τὰ δικαιώματά των, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ τὰς οἰκίας των. Καὶ συνέβη τοῦτο ἐν πᾶσι τοῖς δήμοις τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος, τῆς Φθιώτιδος, τῆς Γόρτυνος, τῆς Μαντινείας καὶ ἄλλων μερῶν τοῦ Κράτους.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ δεικνύοντα ὅτι ὁ λόγος τῆς μὴ ἐγκαίρου προσελεύσεως τῶν δικαιουμένων ὅπως ζητήσωσι τὴν ἀναθεώρησιν τῶν καταλόγων, εἶναι ὁ ἐπικρατήσας χειμών.
§83ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Προὐτάθη ἐπερώτησις κατά τινα τῶν προλαβουσῶν συνεδριάσεων, καθ’ ἣν ἤμην ἀπών, διὰ ταύτης δ’ ἐζητεῖτο νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους προεκλήθη ἡ παῦσις τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Πλαταμώδους καὶ τῶν δημοτικῶν ἀστυνόμων τῶν δήμων Κυπαρισσίας καὶ Πλαταμώδους, νὰ καταθέσω δὲ καὶ τὰ περὶ τούτων ἔγγραφα. Ἐκτελῶν τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην τοῦ συναδέλφου κ. Βουλευτοῦ, σπεύδω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι κατ’ ἀναφορὰν τοῦ ἀναπληροῦντος τὸν Νομάρχην Μεσσηνίας διευθυντοῦ τῆς Νομαρχίας Τζούβαλη (ἀναγινώσκει) «ὁ ἀστυνόμος τοῦ δήμου Κυπαρισσίας, Λυκοῦργος Παπαγιαννόπουλος, μὴ ἔχων τ’ ἀπαιτούμενα προσόντα διὰ τὴν θέσιν ταύτην, τυγχάνει ἀνίκανος περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἑαυτοῦ καθηκόντων, καὶ ἕνεκεν τούτου ἔν τε τῇ ἀγορᾷ καὶ τῇ πόλει Κυπαρισσίας συνέβησαν καὶ συμβαίνουσι νυκτοκλοπαὶ, ἐξ ὧν τινες διεπράχθησαν ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν· τὰ δὲ κτήματα τῶν δημοτῶν κατεστράφησαν, διότι βόσκουσιν ἀκωλύτως ἐν αὐτοῖς ποίμνια καὶ ἄλλα ζῶα, μὴ λαμβανούσης τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς οὐδεμίαν πρόνοιαν περὶ τῆς τοιαύτης καταστάσεως καὶ πρὸς ἐπιτήρησιν αὐτῶν διὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἀγροφυλακῆς» κτλ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐπρότεινε τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσιν τοῦ εἰρημένου ἀστυνόμου. Ὁ αὐτὸς Νομάρχης δι’ ἀναφορᾶς του ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου ἐξέθηκε περὶ τῶν δύο ἀστυνόμων, τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου, τοῦ δήμου Πλαταμώδους τῆς Τριφυλίας τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει) «... Κατὰ μὲν τοῦ πρώτου ἀστυνόμου τοῦ δήμου Πλαταμώδους Θωμᾶ Διακουμοπούλου ὑπάρχει ἐκκρεμὴς κατηγορία ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, δι’ ἣν ἐνεργεῖται ἡ δέουσα ἀνάκρισις, ὁ δὲ δεύτερος ἀστυνόμος Παναγιώτης Χρυσικὸς κατεδικάσθη διὰ τῶν συνημμένων ἐν ἀντιγράφῳ ὁριστικῶν καὶ κατ’ ἀντιμωλίαν ὑπ’ ἀριθ. 207 τοῦ 1889 καὶ 547 τοῦ 1890 ἀποφάσεων τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ πλημμελειοδικῶν, ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει, βιοπραγίαις καὶ τραύματι, εἰς φυλάκισιν δύο μηνῶν καὶ τεσσαράκοντα ἡμερῶν. «Ἐκ δὲ τῶν συνημμένων καταθέσεων καὶ ἐξετάσεων, ἐνεργηθεισῶν συνεπείᾳ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 21,338 ἀπὸ τοῦ παρελθόντος μηνὸς Νοεμβρίου τηλεγραφικῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τῇ παραγγελίᾳ μου ὑπὸ τοῦ Ὑπομοιράρχου Τριφυλίας, προκύπτει, ὅτι ὁ μὲν ἀστυνόμος Θ. Διακουμόπουλος τυγχάνει συνεργὸς, ὁ δὲ δεύτερος ἀστυνόμος Π. Χρυσικὸς ἀπήγαγε μετ’ ἄλλων τὴν χορεύτριαν Σοφίαν Παπασωτηρίου εἴς τινα ἐξοχικὴν οἰκίαν» κτλ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐβράδυνε νὰ προκαλέσῃ τὴν παῦσιν τῶν εἰρημένων, ὁ Δήμαρχος Πλαταμώδους δι’ ἀναφορᾶς του ἀπὸ 11 Ἰανουαρίου παρεπονέθη διὰ τὴν βραδύτητα ταύτην, καὶ παρεκάλεσε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ σπεύσῃ νὰ προκαλέσῃ τὴν παῦσίν των, διότι ἡ ἀσφάλεια τοῦ τόπου ἐκείνου κατέστη προβληματική.
§84ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Δήμαρχος εἶχε κάμει πρότασιν περὶ παύσεως;
§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· πολῖται ἔκαμαν πρότασιν περὶ παύσεως, ὁ Νομάρχης ἐζήτησε τὴν ἀπόλυσιν καὶ τοῦ δευτέρου ἀστυνόμου καὶ ἔκαμε πρότασιν περὶ παύσεως καὶ τῶν δύο· ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶχεν ἐκτελεσθῆ ἡ πρότασις τοῦ Νομάρχου, προσῆλθε καὶ ὁ Δήμαρχος, ζητῶν τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν. Ὁ δὲ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ Πλαταμώδους ἐπαύθη διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους περιέχει ἡ ἀναφορὰ τοῦ Νομάρχου ἀπὸ 11 Δεκεμβρίου. Κατὰ τὴν ἀναφορὰν ταύτην τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου Πλαταμώδους ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 120,000, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς δραχμὰς 80,000, ἑπομένως κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχει τυπικὸν περίσσευμα 40,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος· ὁ εἰσπράκτωρ ἦτο ὑπόχρεως ν’ ἀποδώσῃ ἀπολογισμὸν, οὐδέποτε δὲ κατ’ οὐδὲν τῶν προγενεστέρων ἐτῶν ἔδωκεν ἀπολογισμὸν, οὔτε κατὰ τὸ 1887, οὔτε κατὰ τὸ 1888, οὔτε κατὰ τὸ 1889, ἂν καὶ προσεκλήθη ἐπανειλημμένως. Οὕτω δὲν ἐγένετο γνωστὸν, ἂν ὑπῆρξαν καὶ τί ἐγένοντο τὰ περισσεύματα ταῦτα τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα, ἐὰν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγένετο ἀκριβῶς καὶ ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς διέγραψεν, ἀνέρχονται εἰς 120 χιλιάδας δραχμῶν. Ὁ Νομάρχης νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἦναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν δίδουσιν οἱ πρὸς αὐτὸν ἀνενεχθέντες δημόται, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα διαθέτει εἰς ἴδιον λογαριασμὸν ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπρότεινε τὴν παῦσιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως γνωσθῇ, ἐὰν ὑπάρχωσι περισσεύματα, καὶ τί ἐγένοντο. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προεκλήθη ἡ παῦσις τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Πλαταμώδους. Τὰ περὶ τούτου δ’ ἔγγραφα καταθέτω ὡσαύτως εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
§86ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτω σημείωμα, δι’ οὗ ζητῶ πληροφορίας τινὰς, ἀναγομένας εἰς τὸ κληροδότημα τοῦ ἀοιδίμου Τριανταφυλλίδου.
§87ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἠρώτησα πρὸ δύο περίπου μηνῶν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, διατί, ἐνῷ ἐγένετο πρότασις τοῦ οἰκείου Δημάρχου, δὲν προέβη εἰς τὸν διορισμὸν ἀστυνόμου Λαμίας. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῶσι πληροφορίαι εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν ἐμπορικῆς συμφωνίας μετὰ τῆς Γαλλίας.
§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μίαν ἐξήγησιν θὰ δώσω ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν χθὲς ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Εἶπεν ὅτι ἡ λέξις «συνωμολογημένας» δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος ὅρος, διότι ὑπάρχουν παραχωρήσεις, αἵτινες δὲν συνωμολογήθησαν διὰ συμβάσεων, ἑπομένως, ἐὰν αἱ παραχωρήσεις ἀναφέρωνται μόνον εἰς συνωμολογημένας συμβάσεις, ἐκεῖναι θ’ ἀπεκλείοντο. Ἐκτὸς τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ἔδωσα χθὲς, ὅτι δηλαδὴ ὑπὸ γενικὴν ἔννοιαν συνωμολογημέναι δύνανται νὰ θεωρηθῶσι καὶ αἱ διὰ νόμου ἐπιτραπεῖσαι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη λέξεως καταλληλοτέρας, ἵνα οὕτω περιληφθῶσι καὶ αἱ διὰ νόμου παραχωρούμεναι, διότι αὗται, ἀνεξαρτήτως πάσης συμβάσεως, παραχωροῦνται ἀδιακρίτως εἰς πᾶν ἔθνος, ὅπερ ἐφαρμόζει ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων τὸ συμβατικὸν αὐτοῦ δασμολόγιον. Εἶναι παραχώρησις γενικὴ ὑπὸ τὸν ἀνωτέρω ὅρον. Δὲν περιλαμβάνονται βεβαίως εἰς τὰς συνωμολογημένας παραχωρήσεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη καὶ ἰδιαιτέρως νὰ μνημονευθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, ὅπως ἀπολαύῃ αὐτῶν ἡ Γαλλία. Ἀπολαμβάνει αὐτῶν δυνάμει τοῦ νόμου, ὅστις εἶναι γενικός. Ἑπομένως περιττὸν ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «συνωμολογημένας».
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησις, ἣν προέβαλον χθὲς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀφεώρα εἰς τὴν χορήγησιν δικαιώματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ ἐν τῇ συμφωνίᾳ περιλαμβανόμενον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεκοίνωσε χθὲς εἰς τὴν Βουλήν, τί περιλαμβάνει ἡ συμφωνία, ἡ δὲ συμφωνία περιλαμβάνει οὐ μόνον παροχὴν πλεονεκτημάτων συνωμολογημένων πρὸς ἄλλα Κράτη, ἀλλὰ καὶ παροχὴν πλεονεκτημάτων, ὧν ἀπολαύουσιν ἄλλα Κράτη ἄνευ τῆς διὰ συμβάσεως παροχῆς. Ταῦτα ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παράσχῃ, διότι ναὶ μὲν ὑπάρχει ὁ νόμος περὶ δασμολογίου τοῦ 1887, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 26 ἐπιτρέπει, ὅπως παρέχωνται εἰς Κράτη ἐφαρμόζοντα εἰς τὰς προελεύσεις τῆς Ἑλλάδος τὸ συμβατικὸν αὐτῶν δασμολόγιον τὰ πλεονεκτήματα πάντα τοῦ συμβατικοῦ ἡμῶν δασμολογίου ὑπάρχουσι δὲ καὶ διατάξεις ἐν τοῖς εἰδικοῖς νόμοις περὶ ἠλαττωμένων δασμῶν, ἐπεκτείνουσαι τοὺς δασμοὺς τούτους ἐπὶ πάντα τὰ Κράτη, παρ’ οἷς αἱ προελεύσεις τῆς Ἑλλάδος ἀπολαύουσι τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο καὶ αἱ διατάξεις αὗται δὲν ἐπάγονται ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἄδειαν, ὅπως συνάψῃ συμφωνίαν πρὸς ξένον Κράτος περὶ παροχῆς τῶν πλεονεκτημάτων τούτων. Τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου εὐνοούμενον ξένον Κράτος θέλει ἀπολαμβάνει τοῦ πλεονεκτήματος, ἐνόσῳ κεῖται ὁ νόμος, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεσμευθῇ διὰ συμφωνίας πρὸς ξένον Κράτος, ὅπως παρέχῃ αὐτῷ τοιοῦτον πλεονέκτημα ἐπὶ ὡρισμένην διορίαν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι, ὡς ἔχει ἡ συμφωνία, ἥτις ὑπέθετον τότε, ἤδη δὲ γινώσκω ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι θὰ συναφθῇ πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, πρέπει, ἵνα ᾖ ἔγκυρος, οὐ μόνον νὰ λάβωσιν ἐκ τοῦ νόμου τὰ δύο Ὑπουργεῖα τὸ δικαίωμα, ἵνα ποιήσωνται τῇ Γαλλίᾳ τὰς παραχωρήσεις τὰς εἰς ἄλλο οἱονδήποτε Κράτος διὰ συμβάσεως συνωμολογημένας, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωσι καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσωνται αὐτῇ τὰς παραχωρήσεις τὰς μὴ συνωμολογημένας διὰ συμβάσεως, ἀλλὰ παρεχομένας ὑπὸ διατάξεων νομοθετικῶν εἰς ἄλλα Κράτη. Αἱ παραχωρήσεις αὗται, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῶν νόμων περὶ ἠλαττωμένων δασμῶν, παρέπονται εἰς τὴν συμφωνίαν, οἵαν ἐπιτρέπει αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον, οὐχὶ βεβαίως, ὡς ὑπέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἕνεκα τῶν ἐν ἄρθρῳ 1 τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν ἐν ἄρθρῳ 2, καθ’ ὃ ἡ Γαλλία ὑποχρεοῦται πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἐφαρμόζῃ ἐπὶ τῶν ἐξ Ἑλλάδος προελεύσεων τὸ συμβατικὸν αὐτῆς δασμολόγιον· ἀλλ’ ἐνῷ παρέπονται αἱ παραχωρήσεις, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται οἱ νόμοι περὶ ἠλαττωμένων δασμῶν, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Γαλλίας, ὅπως μέχρι τοῦ 1892 παρέχῃ εἰς αὐτὴν τὰ πλεονεκτήματα τῶν διὰ νόμου ἠλαττωμένων δασμῶν, ἂν παρέχῃ αὐτὰ καὶ εἰς ἄλλο οἱονδήποτε Κράτος. Τὴν συμφωνίαν χθὲς ἠκούσατε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Αὕτη περιλαμβάνει οὐ μόνον τὰ πλεονεκτήματα τὰ συνωμολογημένα, ἀλλὰ καὶ τὰ πλεονεκτήματα τὰ παρεχόμενα νομοθετικῶς. Νομίζω ἄρα ὀρθὸν, ὁ νόμος νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑπογράψῃ ὅ,τι περιλαμβάνει ἡ συμφωνία, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ περιλάβῃ ἐν τῇ συμφωνίᾳ τινὰ τῶν ἐν αὐτῇ, ἂν μὴ διὰ τῆς ἐνδειχθείσης παρ’ ἐμοῦ ἀντικαταστάσεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μιᾶς λέξεως χορηγηθῇ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τοῦτο.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ παραχωρήσεις, περὶ ὧν πρόκειται, ἐγένοντο διὰ δύο νόμων, τοῦ νόμου ΑΧΝΖʹ καὶ τοῦ νόμου ΑΨΑʹ. Ὁ μὲν ΑΧΝΖʹ περιλαμβάνει τὸν σῖτον, τοὺς λοιποὺς δημητριακοὺς καρποὺς εἰς κόκκους, τὰ ἄλευρα ἐκ σίτου, τὰ ἄλευρα ἐκ τῶν λοιπῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τὰ ὄσπρια ἐν γένει· ὁ ἄλλος νόμος περιλαμβάνει τοὺς βουβάλους, βόας καὶ ἀγελάδας, τοὺς μόσχους αὐτῶν μέχρι βάρους 50 ὀκάδων καὶ τὰς ἐξ ἐλάτης καὶ πεύκης τράβας καὶ μαδέρια. Καὶ οἱ δύο οὗτοι νόμοι ὥρισαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐτῆς ἀρχῆς τὴν ἑξῆς διάταξιν: «Τὰ ἐν τῷ ἰσχύοντι δασμολογίῳ τέλη τῶν ἀνωτέρω εἰδῶν ἀντικαθίστανται δι’ ἠλαττωμένων τελῶν, ἅτινα ἐφαρμόζονται εἰς τὰς προελεύσεις τῶν ἐπικρατειῶν τῶν ἐφαρμοζουσῶν τὸ συμβατικὸν αὐτῶν δασμολόγιον εἰς τὰς προελεύσεις τῆς Ἑλλάδος.» Ἂν δὲν εἴχομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, καὶ ἐμάνθανεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις διὰ νόμου ἐπέτρεψεν, ὅπως ἐφαρμόζωνται κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων εἰς Γαλλίαν τὰ τέλη τὰ συμβατικὰ, τὰ ἰσχύοντα ἐπὶ ἄλλων προϊόντων, δὲν ἤθελεν ἀποκτήσει αὐτοδικαίως τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἠλαττωμένων τελῶν εἰσαγωγῆς πᾶν προϊόν ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ νόμῳ, χωρὶς νὰ ᾖναι ἀνάγκη συμβάσεως πρὸς τοῦτο;
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου 1892.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐφαρμόζει τὸ συμβατικὸν αὑτῆς δασμολόγιον ἐπὶ τῶν ἡμετέρων προϊόντων, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολαμβάνῃ ἡ Γαλλία ἐπὶ τῶν προϊόντων αὑτῶν τῶν ἀνωτέρω νόμων τὰ ἠλαττωμένα τέλη. Ἑπομένως διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐρχόμεθα νὰ μεταβάλωμεν τίποτε ἐκ τῶν ἐν τοῖς προγενεστέροις νόμοις ἀναγεγραμμένων. Ἄν μετὰ ταῦτα παύσῃ ἡ Γαλλία ἐφαρμόζουσα ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων τὸ συμβατικὸν αὑτῆς δασμολόγιον, βεβαίως θὰ παύσῃ καὶ τὸ δικαίωμα αὑτῆς τοῦ νὰ πληρώνῃ ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω προϊόντων ἠλαττωμένα τέλη. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ψηφίζοντες ἤδη τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς παραχωρήσεως τῶν διὰ συμβάσεως παρακεχωρημένων ἐλαττώσεων εἰς ἄλλα Κράτη μᾶλλον εὐνοούμενα, νὰ περιλάβωμεν καὶ τὰς ἐλαττώσεις, αἵτινες ἐν τοῖς δυσὶν αὐτοῖς νόμοις ἐνεγράφησαν. Ὅθεν πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, ἂν τυχὸν δὲν ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «συνωμολογημένας» διὰ τῆς λέξεως «παρεχομένας», διότι καὶ ἄνευ αὐτῆς παρέχονται αἱ παραχωρήσεις ἐκεῖναι, ἅμα ἡ Γαλλία ἐφαρμόζῃ τὸ συμβατικὸν δασμολόγιόν της ἐπὶ τῶν ἡμετέρων προϊόντων.
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῇ συμβάσει περιελάβετε τὴν λέξιν «συνομωλογημένας»;
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἠρκέσθη εἰς αὐτὴν ἡ Γαλλία;
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Γαλλία θ’ ἀπαιτήσῃ παρ’ ὑμῶν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς παράσχῃ πρὸς αὐτὴν οὐχὶ τὰ συνωμολογημένα μόνα, ἀλλὰ τὰ ὁπωσδήποτε εἰς ἄλλο Κράτος παρεχόμενα. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Γαλλία θέλει ἀπαιτήσει τοῦτο, διότι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ διατελῇ ἐν ἥσσονι μοίρᾳ ἄλλου οἱουδήποτε Κράτους, ἀφοῦ αὕτη παραχωρεῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα πᾶν ὅ,τι παραχωρεῖ ὁπωσδήποτε εἰς ἄλλο οἱονδήποτε Κράτος. Ἀφοῦ λοιπὸν, πρὸς τὴν Γαλλίαν συμβαλλόμενοι, θέλετε περιλάβει ἐν τῇ συμφωνίᾳ τὴν λέξιν «παρεχομένας» καὶ οὐχὶ τὴν λέξιν «συνωμολογημένας», λέγω ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ πράξητε τοῦτο, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντικαταστήσητε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν λέξιν ταύτην δι’ ἐκείνης. Ἄν διὰ συμβάσεως ἀναλάβητε πρὸς τὴν Γαλλίαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παράσχητε πρὸς αὐτὴν κατόπιν τῶν πρὸς ἄλλα Κράτη συνωμολογημένων καὶ τὰ πρὸς ἄλλα Κράτη ἄνευ συμβάσεως παρεχόμενα, δεσμεύετε ἀπέναντι τῆς Γαλλίας τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως μὴ ἀποκλείσῃ αὐτὴν ἀπὸ τῶν πλεονεκτημάτων τῶν νόμων περὶ ἠλαττωμένων δασμῶν, ἐφ’ ὅσον οὗτοι ὑφίστανται, μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου 1892, δεσμεύετε προσέτι τὸ Κράτος, ὅπως μὴ δι’ ἄλλων δασμολογικῶν νόμων εὐνοήσῃ ἄλλο Κράτος πλειότερον τῆς Γαλλίας· τοῦτο δὲ μόνον νομοθετικῇ ἀδείᾳ ἐπιτρέπεται ὑμῖν νὰ πράξητε.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Γαλλία, νομίζω, δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ αὐτό. Ἄν δὲ τὸ ἀπαιτήσῃ, θὰ τῇ ἐξηγήσωμεν διὰ ποῖον λόγον οὐδόλως ζημιοῦται, καὶ ὅτι περιττὸν νὰ περιληφθῶσι καὶ αὐταὶ αἱ παραχωρήσεις διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς λέξεως.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θὰ τὸ ζητήσῃ.
§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ πρόθεσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι, νὰ χορηγήσῃ τὰς ἐλαττώσεις πάσας εἰς ὅλα τὰ προϊόντα τῆς Γαλλίας.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θ’ ἀρκεσθῇ ἡ Γαλλία, ἀλλὰ θὰ θελήσῃ νὰ περιληφθῇ τοῦτο ἐν τῇ συμβάσει, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἰσότητος.
§103ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ αὐτὸ εἶναι μὲ τὴν κειμένην νομοθεσίαν· ὑπάρχουσιν οἱ δύο νόμοι, οἱ ὁποῖοι τῇ χορηγοῦσι τὸ δικαίωμα.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Γαλλία θὰ τεθῇ ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα Κράτη. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐννοῇ, ὅτι τὰ διὰ νόμου παραχωρούμενα εἰς τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα ἔθνη πρέπει νὰ τὰ μεταβάλωμεν καὶ εἰς διὰ συμβάσεως παρακεχωρημένα εἰς αὐτὰ, καὶ δεσμευθῶμεν οὕτω οὐ μόνον ἀπέναντι τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι ὅλων τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσι τὰ πλεονεκτήματα τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων ἐθνῶν, — τοιοῦτον δ’ ἔσεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διὰ συμβάσεως παραχωρήσεως εἰς τὴν Γαλλίαν τῶν διὰ νόμου παραχωρουμένων εἰς τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα Κράτη, — βεβαίως δὲν συμφωνοῦμεν μετ’ αὐτοῦ. Πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ Γαλλία οὐδὲν ἔχει συμφέρον νὰ δεσμεύσῃ ἡμᾶς διὰ συμβάσεως ἐπὶ εἰδῶν, ὧν ἐλάχιστα ἔρχονται ἐκ Γαλλίας εἰς Ἑλλάδα. Ἀφοῦ δὲ ἡ Γαλλία θὰ τεθῇ μέχρι τοῦ 1892 εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς ἣν καὶ πᾶν ἄλλο ἔθνος, συνδεόμενον μεθ’ ἡμῶν διὰ συμβάσεως, ἕπεται ὅτι καὶ οἱ νόμοι οὗτοι, οἱ γενικῶς ἐφαρμοζόμενοι ἐφ’ ὅλων τῶν ἐχόντων μετὰ τῆς Ἑλλάδος σύμβασιν, θὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ἐπὶ τῆς Γαλλίας.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ νόμοι βεβαίως εἶναι γενικοὶ, ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι δεσμευμένη, ὅπως μὴ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν διάταξιν τὴν κανονίζουσαν τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διὰ νόμου ἠλαττωμένων δασμῶν μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1892, καὶ τοῦτο πρόκειται διὰ τῆς συμφωνίας νὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς Γαλλίας. Οἱ περὶ τῶν ἠλαττωμένων δασμῶν νόμοι παρέχουσιν εἰς τὰ Κράτη, τὰ δι’ αὐτῶν εὐνοούμενα, τὰ πλεονεκτήματα τὰ ἐν αὐτοῖς ἀναγραφόμενα, τὰ παρέχουσιν ὡς σήμερον κεῖνται, δυνατὸν ὅμως αὔριον νὰ μεταῤῥυθμισθῶσι καὶ νὰ μὴ τὰ παρέχωσιν εἰς πάντα τὰ Κράτη, δυνατὸν νὰ τὰ παρέχωσι μόνον εἰς τὰ Κράτη τὰ ἐφαρμόζοντα εἰς τὰς προελεύσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν σταφίδα δασμολόγιον εὐνοϊκόν. Ἐν Γαλλίᾳ ἤδη προτείνεται τοιαύτη διάκρισις· τὸ δασμολόγιον τὸ ἤδη παρασκευαζόμενον οὐ μόνον ἀναγράφει δασμὸν ἀνώτατον καὶ δασμὸν κατώτατον, ἀλλ’ ἐπιτρέπει καὶ δασμὸν ἴδιον ἐπὶ τῶν προελεύσεων τῶν Κρατῶν τῶν ἐπιβαρυνόντων ὑπερβολικῶς τὰς γαλλικὰς προελεύσεις. Δύνανται νὰ ὑπάρχωσι Κράτη παρέχοντα εἰς τὴν Γαλλίαν τὰ πλεονεκτήματα τοῦ συμβατικοῦ αὐτῶν δασμολογίου, ἐπιβάλλοντα ὅμως κατὰ τὸ δασμολόγιον τοῦτο εἰς τὰς γαλλικὰς προελεύσεις δασμὸν ὑπερβολικόν· εἰς τὰς προελεύσεις τῶν Κρατῶν τούτων ἐπιτρέπει τὸ νέον γαλλικὸν νομοσχέδιον, ὅπως ἐπιβάληται δασμὸς ἀνώτερος καὶ τοῦ κατὰ κανόνα ἀνωτάτου. Ἂν καὶ ἡμεῖς τοιαύτην ἀκολουθήσωμεν τακτικὴν, ἂν, ἀφοῦ ψηφισθῇ ἐν Γαλλίᾳ ὁ νόμος ἐκεῖνος, θεωρηθῇ πρέπον, ὅπως καὶ ἡμεῖς τοιαύτην δασμολογικὴν διάταξιν εἰσαγάγωμεν, δὲν θὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς εἰς τὰς γαλλικὰς προελεύσεις, εἰμὴ μετὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1892. Καὶ τοιαύτη βεβαίως εἶναι ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο βεβαίως ἀπεκδέχεται ἡ Γαλλία· ἀλλ’ ἵνα ᾖ ἔγκυρος ἡ ἐπαγομένη τοιαύτην ὑποχρέωσιν συμφωνία, δέον ὅπως παρασχεθῇ νομοθετικῶς τῇ Κυβερνήσει ἡ ἄδεια, ὅπως ἀναλάβῃ τοιαύτην ὑποχρέωσιν, τὸ δὲ νομοσχέδιον ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποχρεωθῇ πρὸς τὴν Γαλλίαν μόνον περὶ παροχῆς τῶν πλεονεκτημάτων, περὶ ὧν ὑπάρχει συνωμολογημένη σύμβασις. Φρονῶ ὅτι ἡ Γαλλία δὲν θέλει ἀρκεσθῆ εἰς μόνην ταύτην τὴν ὑποχρέωσιν, θέλει ζητήσει τὴν πλήρη ἀφομοίωσιν πρὸς τὰ Κράτη τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα, ἀναγραφομένην ἐν αὐτῇ τῇ συμβάσει, τοιαύτη δὲ ἀναγραφὴ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς κατὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ζητήσῃ τοιοῦτόν τι ἡ Γαλλία, διότι οὐδένα δύνανται νὰ διατρέξωσιν κίνδυνον τὰ γαλλικὰ συμφέροντα ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου, ἂν ἡ Γαλλία ἐννοῇ νὰ τεθῇ ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μὲ πᾶν ἄλλο εὐνοούμενον ἔθνος. Ἂν ὅμως ἐννοῇ νὰ τεθῇ εἰς ἀνωτέραν μοῖραν, τοῦτο ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν. Ἡ δέσμευσις δὲ, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς νομίζετε ὅτι θέλει ζητήσει ἡ Γαλλία, εἶναί τι πλειότερον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σήμερον παραχωροῦμεν εἰς τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα Κράτη. Εἰς τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα Κράτη παραχωροῦμεν τὰς ἐλαττώσεις τὰς ὁριζομένας διὰ συμβάσεων καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἐλαττώσεις εἴμεθα δεσμευμένοι. Ἐπὶ πλέον δὲ παραχωροῦμεν καὶ τὰς ἐλαττώσεις τὰς ὁριζομένας ὑπὸ τῶν δύο νόμων, οὓς ἀνέγνωσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὰς ἐλαττώσεις ὅμως ταύτας ἔχομεν πλήρη ἐλευθερίαν νὰ μεταβάλωμεν, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως ἐφαρμόζωνται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐπὶ ὅλων τῶν εὐνοουμένων ἐθνῶν. Τοῦτο παραδεχόμεθα πληρέστατα καὶ διὰ τὴν Γαλλίαν, παραχωροῦντες εἰς αὐτὴν πάντα τὰ δικαιώματα τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων ἐθνῶν. Ἂν δεσμευθῶμεν πλειότερον πρὸς τὴν Γαλλίαν, θὰ δεσμευθῶμεν συγχρόνως πλειότερον καὶ πρὸς ὅλα τὰ Κράτη, μετὰ τῶν ὁποίων συνωμολογήσαμεν συμβάσεις καὶ τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσι τῶν πλεονεκτημάτων τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων ἐθνῶν.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδόλως ὁμιλῶ περὶ δικαιωμάτων ἀνωτέρων τῶν παρεχομένων παρ’ ἡμῶν εἰς ἄλλα Κράτη, ἀλλὰ λέγω, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν παραχωροῦμεν πᾶν ὅ,τι παραχωρεῖται εἰς τὸ μᾶλλον εὐνοούμενον Κράτος, παραχωροῦμεν μόνον τὰ συνωμολογημένα πρὸς τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα Κράτη, ἐνῷ οἱ κείμενοι νόμοι παρ’ ἡμῖν χορηγοῦσιν εἰς τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα Κράτη πρὸς τοῖς συνωμολογημένοις καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα, ἀλλὰ ταῦτα διὰ νόμου. Ἂν αὔριον ψηφίσωμεν νόμον παραχωροῦντα δασμολογικὰ πλεονεκτήματα εἰς ταῦτα τὰ Κράτη καὶ ὄχι εἰς ἐκεῖνα, ἡ δὲ Γαλλία μὴ περιλαμβάνηται ἐν τοῖς ὑπὸ τοῦ νόμου εὐνοουμένοις, δὲν θέλει ἔχει αὕτη δικαίωμα, ἵνα ποιήσηται παραστάσεις; θὰ ἦναι ἐλευθέρα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἵνα ψηφίσῃ νόμον, παρέχοντα δασμολογικὰ πλεονεκτήματα εἰς ἄλλο Κράτος καὶ μὴ παρέχοντα αὐτὰ εἰς τὴν Γαλλίαν; Βεβαίως θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐφ’ ὅσον ἡ σύμβασις παρέχῃ εἰς τὴν Γαλλίαν μόνον τὰ συνωμολογημένα πρὸς ἄλλο Κράτος. Ἂν ἡμεῖς αὔριον ψηφίσωμεν νόμον, παρέχοντα δασμολογικὰ πλεονεκτήματα εἰς τι Κράτος, καὶ ὁρίσωμεν, ὅτι ταῦτα παρέχονται μόνον εἰς τὸ δεῖνα Κράτος καὶ ὄχι εἰς ἄλλα, οὐδ’ εἰς τὴν Γαλλίαν, αὕτη δυνάμει τῆς συμβάσεως, τῆς ἐκ τοῦ νόμου τούτου ἀποῤῥεούσης, οὐδεμίαν δύναται νὰ ποιήσηται παράστασιν· θὰ τῇ ἀντιταχθῇ, ὅτι ἀπολαμβάνει ὅ,τι τῇ παρεχωρήθη. Ἂν εἰς ἄλλο Κράτος παρεχωρήθη περιπλέον τι, παρεχωρήθη τοῦτο διὰ νόμου καὶ οὐχὶ διὰ συμβάσεως· ἑπομένως δὲν εἶναι συνωμολογημένη ἡ παραχώρησις, ἑπομένως δὲν ἔχει δικαίωμα εἰς τὴν παραχώρησιν Κράτος, εἰς ὃ παρεσχέθησαν δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου μόνον τὰ συνωμολογημένα. Τούτων ἕνεκα λέγω, ὅτι ἡ Γαλλία δὲν θὰ δεχθῇ τὴν σύμβασιν, τὴν εἰς μόνα τὰ συνωμολογημένα περιορίζουσαν τὴν παραχώρησιν.
§108ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ φιλονεικία καταντᾷ φιλολογική.
§109ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ σύμβασις ἡ μετὰ τῆς Γαλλίας συνομολογηθεῖσα καὶ ἥτις διὰ νόμου πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ ὑπὸ ἄλλον τύπον, ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἑξῆς φράσεως· νὰ παραχωρήσωμεν τῇ Γαλλίᾳ τὸ traitement de la nation la plus favorisée. Αὕτη εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ πηγὴ τῶν παραχωρήσεων.
§110ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τῶν μέχρι τοῦδε δηλαδή.
§111ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὁ ὅρος τοῦ μεταχειρισμοῦ,—διὰ νὰ μεταχειρισθῶμεν κατὰ γράμμα τὸν ἀντίστοιχον ὅρον τοῦ μεταχειρισμοῦ, τοῦ traitement,—τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἔθνους, ὁ ὅρος οὗτος ἐννοεῖται διττῶς, ἔχει εὐρυτέραν ἢ στενοτέραν ἔννοιαν· σήμερον ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ ὅρος οὗτος περιλαμβάνει ὄχι μόνον τὰς παραχωρήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τυγχάνουσι παρακεχωρημέναι πρὸς τι Κράτος, ἀλλὰ καὶ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι μέχρι τῆς προθεσμίας τυχὸν τῆς λήξεως τῆς συνθήκης ἤθελον παραχωρηθῆ διὰ μεταγενεστέρας συμβάσεως. Ἐὰν λοιπὸν διὰ συμβάσεως ἤθελε τυχὸν παρ’ ἡμῶν παραχωρηθῇ εἰς τὸ μέλλον μέχρι τῆς 1 Φεβρουαρίου τοῦ 1892 εἰς τι Κράτος ἐλάττωσίς τις δασμοῦ, μὴ οὖσα πρὶν παρακεχωρημένη, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀξιώσῃ δυνάμει τῆς λέξεως «συνομολογημένας», ὅπως καὶ ἐπὶ τῶν προϊόντων αὐτῆς ἐπεκταθῇ ἡ ἐλάττωσις αὕτη. Αὕτη εἶναι ἡ σήμερον ἐπικρατοῦσα ἑρμηνεία. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, ὅτι ἡ δυνάμει τῶν δύο νόμων, οὓς πρὸ μικροῦ ἀνέπτυξα, τυγχάνουσα παρακεχωρημένη ἐλάττωσις θὰ ἦναι ἐπίσης ὑποχρεωτικὴ μέχρι τῆς 1ης Φεβρουαρίου, ὅπως εἶναι καὶ αἱ διὰ συμβάσεως παρακεχωρημέναι, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· διότι εἶναι ἐλεύθερον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ καταργήσῃ τοὺς νόμους αὐτοὺς, ἢ νὰ τοὺς μεταβάλῃ κατὰ τὸ συμφέρον αὐτοῦ καὶ ὡς πάντας τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, χωρὶς νὰ δεσμεύηται ἐκ τῆς συμβάσεως, ἣν σήμερον παραχωρεῖ πρὸς τὴν Γαλλίαν. Τοῦτο ἐννοοῦμεν καὶ αὐτὸ ἐννοεῖ βεβαίως καὶ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις. Δὲν ἐννοεῖ νὰ περιλάβῃ εἰς τὴν σύμβασιν καὶ καταστήσῃ ὑποχρεωτικὰς μέχρι τῆς 1ης Φεβρουαρίου τοῦ 1892 καὶ τὰς παραχωρήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διὰ τῶν γενικῶν ἐκείνων νόμων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς θελήσωμεν νὰ τοὺς καταργήσωμεν, θὰ τὸ πράξωμεν, διότι θὰ τὸ εὕρωμεν συμφέρον. Ἀλλ’ ἐὰν ἐννοῆτε, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ καὶ αὐτὰς τὰς παραχωρήσεις, τὰς διὰ νόμων παρακεχωρημένας, νὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ τὰς περιλάβωμεν ῥητῶς διὰ λέξεων καταλλήλων, τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὔτε πρέπει νομίζω νὰ γείνῃ, διότι τότε θὰ καταντήσωμεν διὰ τῶν συμβάσεων αὐτῶν περὶ τοῦ μεταχειρισμοῦ τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἔθνους νὰ καθιστῶμεν καὶ τὴν κοινὴν νομοθεσίαν καὶ τοὺς κοινοὺς νόμους ὑποχρεωτικοὺς καὶ ἀμεταβλήτους, ὅπως εἶναι αἱ συμβάσεις ἐντὸς τοῦ χρόνου τῆς ἰσχύος αὐτῶν. Καὶ ἐνῷ σήμερον ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ ὑπάρχει ἡ μεγαλειτέρα ἀντίδρασις κατὰ τῶν συνθηκῶν, ἕνεκα τῆς μακρᾶς διαρκείας αὐτῶν καὶ τοῦ ἀμεταβλήτου τῶν εἰς αὐτὰς προσηρτημένων δασμολογίων, καὶ ἕνεκα τούτου ἐξεγείρονται πολλοὶ καὶ ἀπαιτοῦσι νὰ μὴ ὑπάρχωσι πλέον συνθῆκαι καὶ νὰ νομοθετηθῶσι μόνον δασμολόγια, ἅτινα νὰ μεταβάλλωνται ἑκάστοτε, κατὰ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡμεῖς θέλομεν νὰ αὐξήσωμεν ἔτι μᾶλλον τὰ βάρη τῶν συνθηκῶν, περιλαμβάνοντες μετὰ τῶν συνθηκῶν καὶ καθιστῶντες ἀμετάβλητον καὶ ὅλην τὴν νομοθεσίαν τὴν τελωνειακὴν, ἡ ὁποία ἐπέτρεψεν ἐπὶ ὅροις ἀτέλειαν ἢ ἐλάττωσίν τινα. Νομίζω ὅτι γινόμεθα γαλλικώτεροι καὶ τῶν Γάλλων, ζητοῦντες νὰ περιλάβωμεν μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1892 εἰς τὸν νόμον, ὃν συζητοῦμεν, οὐ μόνον τῶν συνθηκῶν τὸ ἀναλλοίωτον, ἀλλὰ καὶ τὸ τῶν νόμων τῶν ὑπαρχόντων, τῶ παραχωρούντων ἀτελείας ἢ ἐλαττώσεις οὐχὶ πρὸς ὡρισμένον ἔθνος, ἀλλ’ ἐν γένει πρὸς πάντα. Καὶ καλά, ὅτι ἡ σύμβασις, ἣν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ μόνον μέχρι τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1892· ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ πενταετίαν καὶ πλέον; Ἀλλοίμονον, ἂν ἐπὶ πέντε ἔτη ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἀμετάβλητος καὶ ὑποχρεωτικὴ ἀπέναντι τῶν ἐθνῶν, μεθ’ ὧν ἔχομεν συμβάσεις, καὶ ἡ ἄλλη τελωνειακὴ ἡμῶν νομοθεσία! Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω, ὅτι ἄνευ παραλείψεώς τινος τυχὸν πρὸς τὴν Γαλλίαν δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν λέξιν αὐτὴν, τὸν ὅρον τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἔθνους.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲν προτείνω ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐγὼ προτείνω, ὅπως ὑποκαταστῇ εἰς τὴν λέξιν «συνωμολογημένας» ἡ λέξις «παρεχομένας»· αὕτη δὲ βεβαίως δὲν περιέχει τὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τώρα καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγου. Ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς λέξεως «παρεχομένας» εἰς τοὺς νόμους τοὺς ἐφαρμόζοντας ἠλαττωμένους δασμοὺς εἰς τὰς προελεύσεις ὡρισμένων Κρατῶν, ὁ δεσμὸς εἶναι οὗτος· ὅτι, ἐφ’ ὅσον οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ὑφίστανται ὡς πρὸς τὴν οὐσιαστικὴν παραχώρησιν, τουτέστι τὴν ἐλάττωσιν δασμῶν ὑπὲρ ὡρισμένων Κρατῶν, ἡ τῶν δασμῶν τούτων ἐλάττωσις, ὑφισταμένη ἀπέναντι ἑνὸς οἱουδήποτε Κράτους, πρέπει νὰ ὑφίσταται καὶ ἀπέναντι τῆς Γαλλίας. Οὗτος εἶναι ὁ μόνος δεσμός.
§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει αὐτός.
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὗτος ὁ δεσμὸς ὑπάρχει βεβαίως ἐν τῇ φράσει «traitement de la nation la plus favorisée»· ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Γαλλίαν le traitement de la nation la plus favorisée. Ταύτην ἀκριβῶς τὴν φράσιν, ἣν πρόκειται νὰ περιλάβῃ ἐν τῇ συμβάσει ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν ἐπιτρέπει ὁ νόμος, ὅπως περιλάβῃ ἐν αὐτῇ· διότι ὁ νόμος τῷ ἐπιτρέπει νὰ περιλάβῃ τὸ traitement τὸ «συνωμολογημένον», ὄχι δὲ καὶ τὸ traitement τὸ μὴ συνωμολογημένον, δηλαδὴ τὸ «παρεχόμενον» εἰς ἄλλο Κράτος διὰ συμβάσεως ἢ καὶ ἄνευ συμβάσεως.
§115ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὅταν λέγωμεν «traitement de la nation la plus favorisée», ἐννοοῦμεν παραχωρήσεις διὰ συμβάσεων παρακεχωρημένας.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι δά!
§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως. Παρακεχωρημένας διὰ συνθηκῶν ἀτελείας καὶ ἐλαττώσεις. Καὶ τῶν ἄλλων βεβαίως, τῶν διὰ νόμων γενικῶν παρακεχωρημένων, ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπολαμβάνητε.
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς αὐτὸς μετεφράσατε τὴν λέξιν μεταχειρισμόν· ὁ μεταχειρισμὸς δὲν περιέχει τὴν ἔννοιαν τῆς διὰ συμβάσεως παροχῆς.
§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἴσα ἴσα τὸ ἐναντίον. Λάβετε τὴν φράσιν ὁλόκληρον, καὶ εὐθὺς ἔχετε τὴν ἔννοιαν, ὅπως ἡμεῖς τὴν δίδομεν. Διότι, ὅταν λέγω traitement de la nation la plus favorisée, δηλαδὴ μεταχειρισμὸν τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἔθνους, ἐννοῶ πάντοτε, ὅτι ὑπάρχει σύμβασις μετά τινος Κράτους, εὐνοοῦσα αὐτὸ συγκριτικῶς πρὸς ἄλλα Κράτη, τῶν ὁποίων τὰ προνόμια, τὰς ἀτελείας καὶ ἐλαττώσεις ζητοῦσι ν’ ἀποκτήσωσι καὶ ἄλλα Κράτη. Βεβαίως, ὅταν ἀφαιρέσητε τὸν μεταχειρισμὸν ἀπὸ τὰς λέξεις «τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἔθνους», ἀναγκαίως θὰ φθάσητε εἰς ἀνακριβῆ ἔννοιαν. Ἀλλ’ ὅταν τὰ ἑνώσητε, θὰ ἴδητε, ὅτι ὑποτίθεται ἀναγκαίως ἡ ὕπαρξις συμβάσεως μεταξὺ τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ παραχωρήσῃ τι, καὶ τοῦ ἔθνους, ὅπερ ἔχει συνομολογήσει σύμβασιν. Ὥστε νομίζω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς κεχωρισμένον τὸ διὰ νόμου ἰδιαιτέρου παρακεχωρημένον σύνολον δικαιωμάτων, σύνολόν τι ἐλαττώσεων καὶ παραχωρήσεων, τοῦ διὰ τῶν συνθηκῶν. Διὰ τῶν συνθηκῶν καὶ τῶν συμβάσεων ἐννοοῦμεν ὅτι παραχωροῦνται τὰ δικαιώματα, τὰ διαστέλλοντα ἓν ἔθνος μᾶλλον εὐνοούμενον ἀπὸ ἄλλο μὴ εὐνοούμενον. Ἑπομένως ἐννοοῦμεν τὰς διὰ συμβάσεως κεχορηγημένας παραχωρήσεις ὑπέρ τινος ἔθνους νὰ παραχωρήσωμεν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, τὰς δὲ ἄλλας παραχωροῦμεν ἐφ’ ὅσον μόνον ἰσχύουσιν οἱ νόμοι, οἱ παραχωροῦντες ταύτας· ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἰσχύουσι, καταργηθέντες ἢ τροποποιηθέντες, δὲν ἔχει κἀνὲν δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ ταύτας.
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ μεταχειρισμὸς τῶν Κρατῶν τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων εἶναι μεταχειρισμὸς διὰ συμβάσεως καὶ μεταχειρισμὸς ἄνευ συμβάσεως, δηλαδὴ διὰ νόμου παραχωρούμενος. Οὗτος λοιπὸν λέγω ὅτι περιλαμβάνεται ἐν τῇ φράσει «traitement de la nation la plus favorisée»· ἀφοῦ δὲ ταύτην τὴν φράσιν θέλει νὰ περιλάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ συμφωνίᾳ, καὶ βεβαίως ταύτην θὰ περιλάβῃ, διότι εἶναι ἡ συνήθης, αὕτη δὲ περιέχει καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς παραχωρήσεως διὰ συμβάσεως καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς παραχωρήσεως ἄνευ συμβάσεως, λέγω ὅτι δὲν ἀποκτᾷ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει ἐπὶ λέξει, τὸ δικαίωμα, ἵνα περιλάβῃ τοιαύτην φράσιν ἐν τῇ συμφωνίᾳ.
§121ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναμφιβόλως τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶναι συντεταγμένον, δὲν ἀνταποκρίνεται ὁλοσχερῶς πρὸς τὴν σύμβασιν, ἥτις πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ βεβαίως θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μεταβληθῇ ἡ λέξις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠγέρθη ὅλη ἡ διαφωνία μεταξὺ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὰς δοθείσας ἐπανειλημμένως ἐξηγήσεις ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, φρονῶ ὅτι, καὶ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωκεν ἐπανειλημμένως ἐξηγήσεις, τί ἐννοεῖ διὰ τῆς λέξεως «συνωμολογημένας». Μετὰ τὰς τοιαύτας δὲ ἐξηγήσεις, ἐννοεῖται ὅτι, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, παρέχεται ἡ ἐξουσία ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις, ὅπως ταύτην ἐξήγησεν ὅτι θὰ συνομολογήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ὥστε νομίζω περιττὴν πᾶσαν περαιτέρω συζήτησιν.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ἔδωκεν ἐξήγησιν περὶ τῆς φράσεως «traitement de la nation la plus favoriseé», καὶ κατὰ τὴν ἐξήγησίν του εἶναι σύμφωνος ἡ φράσις αὕτη πρὸς τὸ νομοσχέδιον· ἑπομένως, ἐὰν περιληφθῇ ἡ φράσις ἐν τῇ συμβάσει, θὰ περιληφθῇ ἐν ἐννοίᾳ, ἣν δὲν ἔχει· τοῦτο δὲ ἡ Γαλλία βεβαίως δὲν θὰ δεχθῇ, διότι ἡ Γαλλία, περιλαμβάνουσα ἐν τῇ συμβάσει τὴν φράσιν «traitement de la nation la plus favoriseé», ἐννοεῖ διὰ τῆς φράσεως, ὅτι θ’ ἀπολαύῃ τῶν τε διὰ συμβάσεως πρὸς ἄλλα Κράτη δασμολογικῶν παραχωρήσεων καὶ τῶν ἄνευ συμβάσεως παραχωρήσεων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξήγησεν, ὅτι ἐννοεῖ οὐχὶ τὸν ἄνευ συμβάσεως παραχωρούμενον, ἀλλὰ μόνον τὸν διὰ συμβάσεως παραχωρούμενον μεταχειρισμόν.
§123ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὄχι.
§124ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸς ἔθνος εὐνοούμενον δὲν εἶναι παρακεχωρημένον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι διὰ νόμου γενικοῦ νομοθετημένον· διότι πρὸς ἔθνος εὐνοούμενον εὐνοεῖται τι, ὅπερ προσωπικῶς εἶναι παρακεχωρημένον. Ἰδοὺ λοιπὸν, πῶς ἐννοῶ τὴν περίπτωσιν. Ἐν ὅσῳ ἰσχύουσιν οἱ νόμοι, τῶν ὁποίων πρὶν ἐμνημόνευσα, ἔχουσι τὸ δικαίωμα τὰ γαλλικὰ προϊόντα ν’ ἀπολαμβάνωσιν ἐν Ἑλλάδι τῶν ἀτελειῶν τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τοῖς νόμοις αὐτοῖς, ἂν καὶ ἡ Γαλλία ἐφαρμόζῃ ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων τὰ συμβατικὰ αὐτῆς δασμολόγια· ὅταν ὅμως οἱ νόμοι οὗτοι ἤθελόν ποτε καταργηθῆ, δὲν θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀπολαμβάνωσι τῶν ἐλαττώσεων ἐκείνων. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ὑποχρεωθῶμεν μέχρι τῆς 1ης Φεβρουαρίου νὰ παραχωρήσωμεν καὶ αὐτάς.
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεὶς προτείνει τοῦτο.
§126ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ ἀνάγνωσις ὅμως τοῦ νομοσχεδίου μοὶ ἐγέννησε καὶ τὴν ἑξῆς ἀπορίαν· καὶ ἐπὶ τῆς ἀπορίας ταύτης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ δώσῃ διασαφήσεις τινάς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3ον....
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ 3ον ἄρθρον· εἰς τὸ 1ον εἴμεθα ἀκόμη.
§128ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ ἠξεύρω ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν, ἀλλὰ σχετίζων τὸ 3ον μὲ τὸ 1ον, προβάλλω τὴν ἀπορίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ζητῶ τὰς ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3, ὅταν ὁ νόμος κυρωθῇ, αἱ παραχωρήσεις αἱ ἀναφερόμεναι ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 λαμβάνουσι πλήρη ἐφαρμογήν, καὶ κατὰ συνέπειαν τὰ γαλλικὰ προϊόντα θὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ Κράτος ἅμα τῇ κυρώσει τῶν παραχωρήσεων τῶν γιγνομένων διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου ζητεῖται ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἄδεια νὰ συνομολογήσῃ αὕτη σύμβασιν, ὅπως διὰ τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως καὶ κατ’ αὐτὴν εἰσάγωνται τὰ προϊόντα τὰ γαλλικὰ εἰς τὸ Κράτος. Καὶ βεβαίως οὕτω πρέπει νὰ γείνῃ, διότι μόνον διὰ τῆς συμβάσεως θὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀμοιβαιότης μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, μόνον ἀφοῦ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις παρ’ ἀμφοτέρων τῶν Κρατῶν θὰ ἰσχύωσιν αἱ παραχωρήσεις αἱ ἀμοιβαῖαι δι’ ἀμφότερα τὰ Κράτη, καὶ ἑπομένως ἀμφότερα τὰ Κράτη θ’ ἀπολαμβάνωσι τὰ αὐτὰ ὠφελήματα, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως ὅτι ἡ Γαλλία δικαιοῦται, ἀφ’ ἧς κυρωθῇ ὁ νόμος, νὰ εἰσάγῃ τὰ προϊόντα της ἐντὸς τοῦ ἡμετέρου Κράτους μὲ τὰς παραχωρήσεις καὶ τὰ ὠφελήματα τὰ παραχωρούμενα διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἐὰν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δὲν προθυμοποιηθῇ νὰ συνομολογήσῃ, εἴτε δυστροπήσῃ ἐπί τινα καιρόν...
§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατόν.
§130ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐπικαλοῦμαι, διὰ νὰ καταδείξω τὴν ἀπορίαν, ἡ ὁποία μοὶ γεννᾶται, καὶ ἡ ὁποία, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον....
§131ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος.
§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ κυρωθῇ τότε ὁ νόμος.
§133ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν δοθῇ τοιαύτη ἐξήγησις, τότε τὸ ἐννοῶ. Ἀλλ’ ὡς ἔχει σήμερον τὸ νομοσχέδιον, τοῦτο θὰ γείνῃ. Διότι, ὅταν ἔχωμεν κεκυρωμένον τὸν νόμον, ἡ Γαλλία θὰ δικαιοῦται νὰ εἰσαγάγῃ τὰ προϊόντα της εἰς τὸ Κράτος, δυνάμει τοῦ κειμένου νομοσχεδίου, ἐνῷ ἡμεῖς βεβαίως δὲν θὰ δικαιούμεθα τὸ αὐτὸ νὰ πράξωμεν εἰς Γαλλίαν, μέχρις οὗ συναφθῇ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Γαλλίας. Ἐὰν, ὡς ἐξηγήθη, τοιοῦτον σκοπὸν εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἤτοι νὰ μὴ κυρώσῃ τὸν νόμον, ἂν δὲν προηγηθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῶν Γαλλικῶν Βουλῶν, τότε ἐννοεῖται, ὅτι προλαμβάνεται τὸ ἄτοπον.
§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ 3ου ἄρθρου, ὡς ἔχει τοῦτο, φαίνεται ἐννοοῦσα ὅπερ εἴπετε πρὸ μικροῦ· ἀλλὰ δὲν θὰ ἐξετελεῖτο οὕτω. Ὁ σκοπὸς ἡμῶν ἦτο ὁ ἑξῆς. Ἀφοῦ ἐψηφίζοντο τὰ δύο νομοσχέδια ἐνταῦθα καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἤθελον κυρωθῆ καὶ καταστῆ νόμοι, καὶ ἤθελε συμφωνηθῆ ἡ ἡμέρα, ἀφ’ ἧς θὰ ἤρχιζεν ἡ ἰσχὺς αὐτῶν. Ἤθελεν ἐπέλθει συνεννόησις πρότερον μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, ἀπὸ ποίας ἡμέρας ν’ ἄρξηται ἡ ἰσχὺς τῶν δύο νόμων, δηλ. ποίαν ἡμέραν ἤθελε γείνει ἡ κύρωσις ἐν Ἑλλάδι καὶ πότε ἐν Γαλλίᾳ ἡ πρᾶξις διὰ τὴν ταὐτόχρονον ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Τοῦτο κατ’ οὐσίαν. Ἀλλ’ ἡ διάταξις ἐκείνη ἦτο, ὡς εἶχε, καὶ νόμιμος. Οὐδεὶς νόμος ἀπαγορεύει, ὅπως ἄλλη προγενεστέρα ἐποχὴ ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος νόμου τινὸς ὁρίζηται, παρὰ τὴν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· τοὐναντίον ῥητῶς ἐπιτρέπει τοῦτο ὁ νόμος. Τοιαύτη ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος οὐδὲ πρὸς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν, προσκρούει. Τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, καὶ ἄνευ δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως νόμος ἢ διάταγμα δὲν ἰσχύει. Ὁ κανονίζων τὰ τῆς δημοσιεύσεως νόμος εἶναι ὁ ἀστικὸς νόμος, ὅστις ὁρίζει ἀπὸ ποίας ἐποχῆς μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἄρχεται ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου. Γενικὸς κανὼν εἶναι, ὅτι ὁ νόμος ἰσχύει δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ δημοσιεύσεως προσθέτει: «ἐκτὸς ἐὰν ὡρίσθη ἄλλως». Ἑπομένως ἠδυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν, ἀντὶ τῆς δεκαημέρου μετὰ τὴν δημοσίευσιν, ἢ τῆς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἑτέραν ἐποχὴν, καὶ ὡρίσαμεν τὴν ἐποχὴν ἀπὸ τῆς κυρώσεως. Ἡ ἐποχὴ ἀπὸ τῆς κυρώσεως δὲν εἶχέ τι τὸ ἐπιζήμιον, διότι τὴν κύρωσιν θὰ ἐποιοῦμεν τὸν κατάλληλον χρόνον, ὅπως συμπέσῃ ταὐτοχρόνως μετὰ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ γαλλικοῦ ἀντιστοίχου νόμου. Λοιπὸν οὐδὲ ἀντισυνταγματικὴ οὐδὲ παράνομος εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὰς Βουλὰς καὶ ἐψηφίσθη νομοσχέδιον, ὅπερ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἰσχύος αὐτοῦ ὁρίζει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἡμεῖς, πρὸς ἀποφυγὴν διαφορῶν, ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἐπίσης νὰ ἄρξηται ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου. Ἑπομένως προτείνομεν τὴν μεταβολὴν τοῦ 3ου ἄρθρου ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως αὐτοῦ». Ἐννοεῖται ὅτι μετὰ τὸν νόμον θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν δηλώσεων μεταξὺ ὑμῶν καὶ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες θ’ ἀποτελέσωσι τὴν συμφωνίαν μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, καὶ μετὰ ταῦτα θὰ δημοσιευθῇ ὁ νόμος διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.
§135ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ γενόμεναι συζητήσεις μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν. Ὑπάρχουσιν ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα, εἰσαγόμενα ἐξ ἄλλου Κράτους, ὑποβάλλονται εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος κατώτερον τοῦ ἐν τῷ δασμολογίῳ διαλαμβανομένου, δυνάμει συμβάσεων, οἱ ὁποῖαι εἶναι συνωμολογημέναι μὲ τὰς ἐπικρατείας, ἀπὸ τὰς ὁποίας προέρχονται. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς κατώτερον τέλος, οὐχὶ δυνάμει συμβάσεων, ἀλλὰ δυνάμει νόμων τοῦ Κράτους. Ἐρωτῶ: ἐὰν ἔλθωσιν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν ἐμπορεύματα τῆς πρώτης κατηγορίας, βεβαίως αὐτὰ θὰ ἀπολαμβάνωσι τὴν ἀτέλειαν, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς τὰς συνωμολογημένας συμβάσεις· ἐὰν ὅμως ἔλθωσιν ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνονται εἰς συνωμολογημένην τινὰ σύμβασιν, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ ἐλάττωσις τοῦ τέλους στηρίζεται εἰς νόμον, τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ κατώτερον τέλος;
§136ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§137ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τοῦτο συζητοῦμεν τόσην ὥραν.
§138ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὕτη εἶναι ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως.
§139ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐὰν ἐφαρμόζῃ καὶ ἡ Γαλλία τὰ συμβατικὰ δασμολόγια διὰ τὰ προϊόντα τὰ ἑλληνικά.
§140ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀμοιβαιότης. Κατὰ τὸν τρόπον λοιπὸν αὐτὸν, καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ θέλουσιν ὑποβάλλεσθαι εἰς τέλος κατώτερον. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ λέξις «συνωμολογημένας» δὲν ἐξηγεῖ ἀρκούντως τὴν ἔννοιαν· διότι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κλείσητε τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Γαλλίας, ἡ Γαλλία, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον, ἐνδέχεται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμά σας καὶ νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι «δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ παραχωρήσητε εἰς ἐμὲ ἐλάττωσιν τέλους, ἡ ὁποία στηρίζεται οὐχὶ εἰς σύμβασιν μετ’ ἄλλου ἔθνους, ἀλλ’ εἰς νόμον ἰδικόν σας». Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λυθῇ καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ λέξις δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ δύναται νὰ γεννήσῃ τοιαύτας δυσκολίας, ὥστε νὰ ματαιωθῇ ἡ σύμβασις, θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ τὴν μεταβάλητε, διότι δὲν πρέπει διὰ μίαν λέξιν νὰ ναυαγήσῃ ἡ σύμβασις, διὰ τὴν ὁποίαν τοσοῦτος κόπος κατεβλήθη.
§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζετε ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ περιλάβωμεν εἰς τὴν σύμβασιν τὴν παραχώρησιν ταύτην; Αὕτη ὑπάρχει ἀνεξαρτήτως τῆς συμφωνίας.
§142ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πληρεξούσιόν σας νὰ καταστήσητε πλῆρες.
§143ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοιούτου, ὅταν δὲν πρόκηται νὰ παραχωρήσωμεν αὐτά. Θὰ παραχωρήσωμεν ὅσα εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς σύμβασιν μὲ ἄλλο ἔθνος ἐκ τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων. Δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παραχωρήσωμεν ἤδη καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ νόμου γενικοῦ εἶναι παρακεχωρημένα. Μόνον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτὴς, ἐὰν ἡ Βουλὴ δηλονότι καταργήσῃ τὸν νόμον αὐτὸν πρὸ τοῦ Φεβρουαρίου 1892....
§144ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· ἐὰν καταργήσῃ τὴν διάταξιν· διατηρήσῃ μὲν τὴν ἐλάττωσιν ὡς πρός τινα Κράτη, καταργήσῃ ὅμως τὴν διάταξιν, τὴν ἐπεκτείνουσαν τὴν ἐλάττωσιν εἰς πάντα τὰ Κράτη, τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα.
§145ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει λόγος. Εἶναι μία ὑπόθεσις ἀδύνατος τὸ νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ ἔλθῃ Κυβέρνησις, ἥτις αὐτὰς τὰς ἐλαττώσεις τῶν ἀνωτέρω νόμων θὰ τὰς χορηγῇ, ἀλλ’ ἄνευ ἀμοιβαιότητος, δηλ. ἄνευ τῆς ἐφαρμογῆς ἐκ μέρους τοῦ ἄλλου Κράτους τῶν συμβατικῶν αὐτοῦ δασμολογίων. Ἐὰν ὅμως τοῦτο γείνῃ, τότε θὰ ἔχωμεν ἐλαττώσεις τῶν δασμῶν τοῦ δασμολογίου, εἰς ἃς πᾶν Κράτος, ἀνεξαρτήτως συμβάσεως, ἔχει δικαίωμα. Ὅταν λέγῃ τις «traitement de la nation la plus favorisée», περιλαμβάνει καὶ ὅλας τὰς ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέγραψεν ἓν Κράτος ἐν τῷ δασμολογίῳ του.
§146ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἡ δήλωσις, ἣν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐγὼ ἐποιησάμεθα· ὅτι ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λέξις «συνομωλογημένας» ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν ἡ γαλλικὴ φράσις «traitement de la nation la plus favorisée».
§147ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπως ἡρμηνεύθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν;
§148ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ βάσις τῶν ἐξηγήσεών μου εἶναι αὕτη· ὅτι ἡ λέξις «συνομωλογημένας» περιλαμβάνει ὅ,τι ἐννοεῖ ἡ γαλλικὴ φράσις «traitemeut de la nation la plus favorisée» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§150ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἔχει ἡ γενομένη μεταῤῥύθμισις εἰς τὸ ἄρθρον 3, στρεβλοῦται ἐντελῶς ἡ ἔννοια καὶ ὄχι μόνον στρεβλοῦται, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, καὶ κυρούμενον παρὰ τοῦ Βασιλέως, θὰ ἦναι χάρτης ἄγραφος εἰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν· διότι μόνον δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, κυρουμένου καὶ δημοσιευομένου, εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν, καὶ λαμβάνων τὴν ἄδειαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς συνομολόγησιν καὶ διάπραξιν τῆς συμβάσεως, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, νὰ θέσῃ τὸν ὅρον, περὶ οὗ πρόκειται· ἂν θέσῃ τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἀντικατέστησεν εἰς τὸ ἄρθρον 3, δὲν ἔχει πλέον τὸ δικαίωμα νὰ διαπράξῃ τὴν σύμβασιν ταύτην. Τὴν ἄδειαν τοῦ νὰ διαπράξῃ τὴν σύμβασιν θὰ τὴν λάβῃ μόνον δυνάμει τοῦ νομοθετήματος κυρουμένου καὶ δημοσιευομένου. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς εἶπον χθές, οὐδὲ εἶχον ἄλλην ἔννοιαν οἱ λόγοι μου, ὅτε ἐπεκαλέσθην τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Συντάγματος διακρίνει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διακρίνουσι πάντες οἱ γνωρίζοντες, πῶς συγκροτοῦνται οἱ νόμοι· διακρίνει μίαν πρᾶξιν ἐσωτερικὴν, τὴν κύρωσιν, καὶ μίαν πρᾶξιν ἐξωτερικὴν, τὴν δημοσίευσιν. Ἐὰν δὲ ἔμενε τὸ ἄρθρον 3 ὅπως ἀρχικῶς, ἐκ παραδρομῆς βεβαίως, εἶχε διατυπωθῆ, ἀληθῶς ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ ἡ παραδρομὴ αὕτη, διότι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἄγνοιαν ἐντελῆ τῆς διακρίσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς κυρώσεως ἑνὸς νόμου καὶ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ. Κατὰ τοῦτο διωρθώθη τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου. Ἀλλ’ ἐστρεβλώθη· καθόσον, ἀντὶ νὰ μείνῃ «ἡ ἰσχὺς τῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω παραχωρήσεων ἄρχεται ἅμα τῇ κυρώσει τοῦ παρόντος νόμου», ἐτέθη «ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἅμα τῇ δημοσιεύσει». Καὶ ἐν τούτοις δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια, ἣν θέλει νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποβλέπει εἰς συνεννόησιν μεταγενεστέραν, διὰ τῆς ὁποίας συγχρόνως θὰ ἐπέλθωσιν αἱ παραχωρήσεις ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἐν Γαλλίᾳ διὰ τὰ ἑλληνικὰ προϊόντα, ἐν Ἑλλάδι διὰ τὰ γαλλικὰ προϊόντα. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια, ἣν θέλει νὰ διατυπώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἔννοια, αὕτη δὲν διατυποῦται διὰ τῆς τροποποιήσεως, εἴτε διὰ τοῦ ἄρθρου, ὅπως ἦτο διατετυπωμένον· καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ἄλλην τινὰ μεταῤῥύθμισιν τὸ ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ περιλάβῃ πρῶτον τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος λαμβάνει ἰσχὺν ἀπὸ ἄλλης ἡμέρας, παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ νόμος περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων, δηλ. τὴν μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ ἡ φράσις ἡ ἐπικρατήσασα καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν σειρὰν τῶν ἐτῶν καὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν δηλ. «ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταχωρίσεως». Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πράττομέν τι ἀγαθὸν, ἂν μεταβάλλωμεν τὰς ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας μεταχειριζόμεθα ἑκάστοτε εἰς τοὺς νόμους. Λοιπὸν δύο ἐννοίας θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐκφράσῃ· πρῶτον, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταχωρίσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως θέλει λάβει ἰσχὺν ὁ νόμος, καὶ δεύτερον, θέλει νὰ ὁρίζῃ καὶ τὴν ἐποχὴν, ἀπὸ τῆς ὁποίας αἱ παραχωρήσεις θὰ δύνανται νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν Γαλλίαν, κατ’ ἀμοιβαιότητα πρὸς αὐτήν. Λοιπὸν πρέπει καὶ αὐτὴ ἡ ἔννοια νὰ ἐκφρασθῇ δι’ ἄλλης τινὸς φράσεως ἀναλόγου.
§151ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅταν λέγωμεν ὅτι «ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἐννοοῦμεν ὅτι, ἀφοῦ καταχωρισθῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὁ νόμος, τότε θὰ δύναται νὰ ἰσχύῃ καὶ ἡ συμφωνία, ἥτις θὰ συνομολογηθῇ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως.
§152ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ συνομολογήσητε πρότερον συμφωνίαν. Ἀφοῦ δημοσιευθῇ ὁ νόμος, τότε θὰ συνομολογήσητε αὐτήν.
§153ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ τὴν ἔχωμεν ὑπογεγραμμένην· μόνον δ’ ἀφοῦ ὁ νόμος δημοσιευθῇ τὴν μίαν ἡμέραν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, θὰ δημοσιευθῇ τὴν ἐπιοῦσαν ἡ συμφωνία.
§154ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ διαπράξητε τὸν ἀναχρονισμὸν αὐτόν· δὲν δύνασθε νὰ διαπράξητε τὴν σύμβασιν ἄνευ τῆς ἀδείας, ἣν σᾶς δίδει ὁ νόμος. Ἵνα λάβητε τὴν ἄδειαν ταύτην, ἀναγκαίως πρέπει νὰ δημοσιεύσητε τὸν νόμον.
§155ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δίδετε σπουδαίαν σημασίαν εἰς αὐτό;
§156ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δίδω.
§157ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς θέλομεν ἔχει ἑτοίμην τὴν συμφωνίαν, δὲν θέλομεν δὲ θέσει ἐν ἰσχύϊ αὐτήν, πρὶν ἢ δημοσιευθῇ ὁ νόμος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§158ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε νὰ κάμητε πρὸς ξένην Κυβέρνησιν, ἡ δὲ ξένη Κυβέρνησις θὰ εἴπῃ, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ συνομολογήσητε μίαν σύμβασιν, πρέπει νὰ ἔχητε τὴν ἄδειαν ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ἐξουσιῶν, τὴν ἄδειαν τὴν νομοθετικήν. Σήμερον ζητεῖτε τὴν ἄδειαν τὴν νομοθετικήν· δὲν θὰ τὴν ἔχητε, παρὰ μόνον διὰ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ. Λοιπὸν ἀναγκαίως πρέπει νὰ δημοσιευθῇ ὁ νόμος, διὰ νὰ λάβητε τὴν ἄδειαν πρὸς διάπραξιν τῆς συμβάσεως, καὶ τότε θὰ ἤμεθα ἐν πλήρει τάξει ἀπέναντι τῆς ξένης Δυνάμεως. Μὴ λησμονῆτε τὰ ἔθιμα, τὰ τηρούμενα ἐν τοιαύταις μετὰ ξένων Κρατῶν συμφωνίαις.
§159ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὴ ἡ λεπτομέρεια δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως. Ἀφοῦ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐπεψήφισεν ἤδη τὸν νόμον, ἀφοῦ ὁ κ. πρεσθευτὴς θὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸν νόμον ἕτοιμον, ὅτι τὸν νόμον τοῦτον τὸν ἐκυρώσαμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἢ ν’ ἀποστείλωμεν αὐτὸν εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον πρὸς δημοσίευσιν, θὰ θελήσῃ βεβαίως νὰ ὑπογράψῃ τὴν συμφωνίαν μὲ ἡμερομηνίαν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου.
§160ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς δὲν θὰ δύνασθε νὰ τὸ πράξητε, διότι θὰ σᾶς λείπῃ ἡ πληρεξουσιότης πρὸς τοῦτο, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἔχητε, εἰμὴ ἀφοῦ δημοσιευθῇ ὁ περὶ τούτου νόμος.
§161ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀσχέτως πρὸς τὸ τί θὰ πράξῃ ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας, ἡ σύμβασις, ὑπογραφομένη πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου, θὰ ἦναι πάντοτε ἄκυρος, διότι ἦτο ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρος. Ὅταν ἡ σύμβασις αὕτη φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ καθ’ ἐποχήν, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐκέκτητο νομίμως τὸ δικαίωμα, ὅπως ὑπογράψῃ, ὅτε δὲν ἦτο ἔτι περιβεβλημένος διὰ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἡ σύμβασις αὕτη θὰ ἦναι ἄκυρος. Ἐὰν ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις συνάμα μετὰ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου, ὑπογράφεται πρὸ τῆς δημοσιεύσεως, ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, ἡ οὕτως ὑπογραφεῖσα σύμβασις δὲν εἶναι ἔγκυρος. Ὡς ἔχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ δημοσίευσις θὰ ὑπάρξῃ πλήρης δέκα ἡμέρας βραδύτερον τῆς καταχωρίσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι, διότι λέγει «τὴν δημοσίευσιν» καὶ οὐχὶ «τὴν καταχώρισιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἡ δὲ δημοσίευσις κατὰ τὸν ἑλληνικὸν νόμον συντελεῖται μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως. Ἀλλ’ ἡ διόρθωσις τούτου δὲν ἀρκεῖ. Καὶ ἂν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τροποποιηθῇ καὶ ἀντὶ τῆς λέξεως «δημοσιευθῇ» τεθῶσιν αἱ λέξεις «καταχωρισθῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἔχομεν τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου συντετελεσμένην κατὰ τὴν αὐτὴν τῆς καταχωρίσεως ἡμέραν, ἡ συμφωνία ὅμως, καταχωριζομένη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἡμέραν ἐκείνην, δὲν θὰ λάβῃ ἰσχὺν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἢ μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως. Πρέπει λοιπὸν καὶ περὶ ταύτης νὰ ῥηθῇ, ὅτι θὰ λάβῃ ἰσχὺν «ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως», διότι καὶ ἡ συμφωνία εἶναι νόμος, καταρτιζόμενος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§162ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ νὰ καταστήσω καταληπτοτέραν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, διετύπωσα εἰς τροπολογίαν τὸ ἄρθρον τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεως αὐτοῦ». Μετὰ ταῦτα ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἔναρξιν τῶν ἀμοιβαίων παραχωρήσεων (ἀναγινώσκει): «Διὰ βασιλικοῦ δὲ διατάγματος ὁρισθήσεται ἡ ἔναρξις τῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω παραχωρήσεων».
§163ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πρέπει νὰ δημοσιευθῇ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως.
§164ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ καταχωρισθῇ, διότι ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δίδεται ἡ ἄδεια.
§165ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι παράρτημα τοῦ νόμου.
§166ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι βεβαίως παράρτημα τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὅταν χορηγῆται διὰ νομοθετήματος ἡ ἄδεια πρὸς διάπραξιν μιᾶς συμβάσεως, ἀρκεῖ ἡ δημοσίευσις τῆς ἀδείας. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ ἑτέρα ἰδέα, ἀπὸ πότε θὰ ἰσχύσῃ ἡ παραχώρησις τῶν παραχωρηθησομένων διὰ τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ νόμου· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ταὐτοχρόνως· διὰ νὰ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις, εἶναι ἀναγκαία ἡ πληρεξουσιότης, τὴν πληρεξουσιότητα δὲ τὴν χορηγεῖ ὁ νόμος, μόνον καθ’ ὅσον οὗτος εἶναι πλήρης.
§167ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ παραχωρήσεις δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἐὰν μὴ δημοσιευθῇ ἡ συμφωνία, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ ἔχωσιν ἰσχὺν ἄνευ τῆς συμφωνίας· ἡ συμφωνία εἶναι νόμος, δὲν ἰσχύει δὲ ἀπέναντι τῶν ὁπωσδήποτε ἐνδιαφερομένων, ἂν μὴ δημοσιευθῇ κατὰ τύπους. Εἶναι ἄρα ἀνάγκη νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ διάταξιν περὶ συντελέσεως τῆς δημοσιεύσεως τῆς συμφωνίας εὐθὺς ἐπὶ τῇ καταχωρίσει αὐτῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ἂν μὴ ἀναγραφῇ τοῦτο, θ’ ἀπαιτῆται πρὸς τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τῆς συμφωνίας ἡ συνήθης δεκαήμερος προθεσμία.
§168ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ ἐνδιαφερόμενα μέρη εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διότι οἱ ἐμπορευόμενοι οἱ Γάλλοι καὶ οἱ ἐμπορευόμενοι οἱ Ἕλληνες οὐδένα θὰ ἔχωσι λόγον νὰ προσβάλωσι τὸ κῦρος τῆς συνομολογηθείσης συμβάσεως, διότι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης πρόκειται νὰ ἐλαφρυνθῶσι τὰ βάρη. Οὐδεμίαν δὲ γνωρίζω διάταξιν, ἐπιβάλλουσαν τὴν δημοσίευσιν συμβάσεως, πρὸς τὴν διάπραξιν τῆς ὁποίας χορηγεῖται ἡ ἄδεια ἐκ μέρους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τὸ ἐκδοθησόμενον βασιλικὸν διάταγμα δύναται νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν δημοσίευσιν τῆς συμβάσεως.
§169Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ποία ἐξήγησις ἐδόθη, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν λέξιν «συνωμολογημένας»;
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη τὸ πρῶτον ἄρθρον· εἴμεθα ἤδη εἰς τὸ 3ον.
§171Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Περὶ τῆς λέξεως «συνωμολογημένας» θὰ σημειωθῇ τι εἰς τὰ πρακτικά;
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σημειωθῇ.
§173Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ, ἵνα ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της. Νομίζετε ὅτι εἷς Βουλευτὴς ἢ εἷς Ὑπουργὸς διὰ τῆς σημειώσεως τῆς γνώμης του δύναται νὰ μεταβάλλῃ τὰς λέξεις καὶ τὰς ἐννοίας; Καὶ εἰς ἄλλας συζητήσεις ἄλλων νόμων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὔτε κανονικὸν οὔτε συμφέρον εἶναι νὰ συζητῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τοὺς νόμους, ἰδίως δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προτείνωμεν κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τροποποιήσεις, αἵτινες οὕτω ψηφίζονται χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ λαμβάνῃ ἐπαρκῶς γνῶσιν αὐτῶν. Ἐπικαλοῦμαι λοιπὸν τὸν Κανονισμὸν, καὶ ζητῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ὁποιαδήποτε πρότασις πρόκειται νὰ γείνῃ· καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὅπως ἔχει, διότι κύρωσις ἄνευ δημοσιεύσεως δὲν ἀρκεῖ, ὅπως ἄρξηται ἡ ἰσχύς.
§174ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαινῶ τὴν νομιμοφροσύνην τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀλλ’ αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἐκτείνηται πέραν παντὸς ὁρίου· ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ, νὰ κάμωμεν δηλαδὴ νέαν ψηφοφορίαν, διὰ νὰ ἐπισημοποιήσωμεν ἐκ νέου τὴν αὐτὴν ἐπίσημον ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐξήγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἥτις ἀνεγράφη εἰς τὰ πρακτικὰ, περὶ τῆς ἐννοίας τῆς συμβάσεως, θεωρῶ περιττὸν, διότι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, προηγήθη τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου· ἑπομένως ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου καὶ ἡ ψήφισις τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἐγένετο συγχρόνως, εἰσὶν ἀρκοῦντα διὰ τὰς νομίμους πράξεις καὶ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Φιλάρετος, εἶναι ζῆλος ὑπέρμετρος περὶ τὴν τήρησιν τῶν συνταγματικῶν τύπων, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὑπέρβασις τῶν ὁρίων· τότε θὰ μηδενίσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ κάμνωμεν τίποτε.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε πρότασίν τινα, κύριε Φιλάρετε;
§176Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἔχω πρότασιν· ζητῶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Κανονισμοῦ, προκειμένου περὶ τροπολογιῶν καὶ οὐχὶ περὶ προτάσεων, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἂν τροπολογία τις προταθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν, ὁ Πρόεδρος λαμβάνει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ τροπολογία πρέπῃ νὰ συζητηθῇ εὐθὺς, ἢ τυπουμένη νὰ διανεμηθῇ πρὸ τῆς συζητήσεως εἰς τοὺς Βουλευτάς».
§178Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ ἐρωτήσητε λοιπὸν τὴν Βουλήν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ προηγηθῇ ἡ τύπωσις τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§180ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἑρμηνεῖαι, τὰς ὁποίας ἀπῄτησεν ὁ κ. συνάδελφος, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαπραγματευθῇ συνθήκας καὶ συμβάσεις καὶ ὑπογράφῃ αὐτάς· ὥστε οὐδεὶς τῶν πρέσβεων ἐζήτησέ ποτε ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν ἔχῃ πληρεξουσιότητα, ἵνα διαπραγματευθῇ ἐμπορικὴν σύμβασιν, ὑπὸ τὸν ὅρον ἐννοεῖται τῆς κυρώσεως. Σήμερον συμβαίνει τι ἔκτακτον· προηγεῖται ἡ κύρωσις τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως. Ὅταν δίδωμεν τὴν ἄδειαν ταύτην, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κεκτημένος τὸ δικαίωμα νὰ διαπραγματεύηται ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κυρώσεως, δύναται ἄριστα νὰ συνάψῃ καὶ ὑπογράφῃ τὴν σύμβασιν, συγχρόνως δὲ νὰ δημοσιεύσῃ τὸν νόμον, τὸν κυροῦντα τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψεν, ἀρκεῖ αὕτη νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τοὺς ὅρους τῆς ἐντολῆς τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν ἐζητημένη ἡ ἑρμηνεία, ἐὰν πρέπῃ νὰ δημοσιευθῇ προηγουμένως ὁ νόμος, ἢ συγχρόνως μετὰ τῆς συμβάσεως. Νομίζω, ὅτι ἡ δημοσίευσις τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ ἀναγκαίαν, δύναται νὰ γείνῃ συγχρόνως εἰς τὸ αὐτὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς λέξεως «συνωμολογημένας» καλῶς εἶχεν ἡ σύμβασις, διότι πρόκειται περὶ τῶν παραχωρήσεων τῶν συμβατικῶν, καὶ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ πραγματοποιήσῃ ταύτας πρὸ τοῦ νόμου, σὺν τῇ ὑποβολῇ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§181ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ γενῇ.
§182ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ἐπράξατε καὶ ὑμεῖς.
§183ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποτέ.
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἦτο νομοθετημένον καὶ ἐφηρμόζετο ἐν Ἑλλάδι μέχρι τοῦ 1880. Μέχρι τοῦ 1880 ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφωδιασμένος μετὰ γνωμοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ προκαλέσῃ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μεταβάλῃ τὰ τελωνειακὰ τέλη, ἐφηρμόζετο δ’ ἡ μεταβολὴ τῶν τελωνειακῶν τελῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελε δημοσιευθῆ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὸ τοιοῦτον διάταγμα, ἀλλ’ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ὁ Ὑπουργὸς, εὐθὺς ὡς συνεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ, νὰ εἰσαγάγῃ νόμον, ὅπως κυρωθῇ ἡ διαταχθεῖσα μεταβολή. Κατὰ τὸ 1880 ὁ τότε Ὑπουργὸς κ. Τρικούπης εἰσήγαγε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε, καὶ τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ἄλλο σύστημα, καθ’ ὃ δὲν δύναται νὰ διαταχθῇ μεταβολὴ τῶν τελωνειακῶν τελῶν ἄνευ νόμου, ἐφαρμόζεται δὲ ἡ μεταβολὴ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν θέλει εἰσαχθῆ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν.
§185ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως· καὶ περὶ αὐτοῦ ἐλάλησα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ μεταβάλῃ τὰ τελωνειακὰ τέλη πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου. Σὺν τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μελετωμένης συμβάσεως πᾶσαι αἱ δασμολογικαὶ μεταβολαὶ, αἱ ῥητῶς ὀνομαζόμεναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἠδύναντο νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν ἀμέσως, ἂν περὶ τούτου ὑπῆρχε συμφωνία μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ βεβαιότης ἑπομένως περὶ κυρώσεως ὑπὸ τῶν Γαλλικῶν Βουλῶν.
§186ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος περὶ δασμολογίου ἐπιτρέπει τὴν ἐπιβολὴν νέων ἢ ηὐξημένων δασμῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου περὶ τῶν δασμῶν τούτων, ἂν τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνῃ εἰδικὴν περὶ τούτου διάταξιν. Εὐθὺς ὡς δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου δασμολογικοῦ, ἀναγράφοντος τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐν αὐτῷ διατάξεων ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Βουλήν, δὲν δυνάμεθα πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου νὰ ἐπιβάλωμεν δασμούς.
§187ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν, τὸ πρᾶγμα ἐβελτιώθη, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος. Ἡ ἐμπορικὴ σύμβασις ὡς πρὸς τὰς δασμολογικὰς παραχωρήσεις εἶναι δασμολογικὸν νομοσχέδιον καὶ σχεδὸν ὑποχρεωτικῶς ψηφίζεται ὑπὸ τῶν Κοινοβουλίων ὡς διεθνὴς πρᾶξις.
§188ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως δὲν ἦτο ἀνάγκη, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι καὶ ἡ σύμβασις πρέπει νὰ δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· ἠδύνατο καὶ μόνη ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ πράξῃ· ἀλλ’ ἐπειδὴ θέλομεν ἡ σύμβασις νὰ ἄρχηται ἰσχύουσα ἀπὸ ἐποχῆς προγενεστέρας ἐκείνης, ἣν ὁ νόμος περὶ δημοσιεύσεως ὁρίζει, δηλ. δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦτο ἠθελήσαμεν νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ἐν τῷ 3ῳ ἄρθρῳ, ὅτι ἡ ἰσχὺς καὶ τῆς συμβάσεως ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως.
§189ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καταχωρίσεως.
§190ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ κείμενον (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως αὐτοῦ». Πῶς τὰς φράσεις ταύτας τοῦ νομοσχεδίου κρίνουσιν ἀσαφεῖς, καὶ ζητοῦσι νὰ γραφῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἡ ἰσχὺς ἄρχεται οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταχωρίσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, οὐδόλως κατανοῶ· ἂς ἐξηγήσωσι δὲ τὸν ἰσχυρισμόν των τοῦτον οἱ προτείνοντες αὐτόν. Μοὶ φαίνεται ἀληθῶς, ὅτι παρατηρήσεις τοιαῦται ἁρμόζουσιν ἐν ὥραις ἀργίας.
§192ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι μόνον ὅταν δὲν γίνεται ἐν νομοσχεδίῳ ῥητὴ καὶ εἰδικὴ μνεία περὶ δημοσιεύσεως αὐτοῦ, ὅταν λέγηται ἁπλῶς «δημοσιευθήτω», τότε ἐπέρχονται ὅλαι αἱ συνέπειαι, ἃς ὁ νόμος περὶ δημοσιεύσεως ὁρίζει, δηλαδὴ μετὰ 10 ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἄρχεται ἡ ἰσχύς. Ὅταν ὅμως ὁ νόμος ὁρίσῃ εἰδικῶς, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως ἄρχεται ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ, κατισχύει ἡ διάταξις αὕτη τῆς γενικῆς διατάξεως τοῦ νόμου· διότι διὰ τίνα ἄλλον λόγον ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ τὴν ἐξαιρετικὴν ἐκείνην διάταξιν; θέλει βεβαίως νὰ ὁρίσῃ, ὅτι ἀπὸ τῆς δεῖνα ἡμέρας ἄρχεται ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου, καὶ οὐχὶ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως. Νομίζω ὅτι, ἐὰν τοιαύτην ἔννοιαν δώσωμεν εἰς τὴν διάταξιν, εἴμεθα σύμφωνοι καὶ εἶναι περιττὸν νὰ θέσωμεν τὴν λέξιν καταχώρισιν κτλ.
§193ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ἀργολογίας, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐκφρασθῶμεν σαφῶς, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ ἐκφράσωμεν δύο καὶ τὰς αὐτὰς ἐννοίας, πρέπει αὗται νὰ ᾖναι ὁμοιόμορφοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν βλάπτει ἡ παρατήρησις, ἀφοῦ ἐκ κοινῆς συνεννοήσεως καὶ οὐχὶ ἐξ ἐπιβολῆς τῆς πλειοψηφίας ἢ μειοψηφίας ἐδείχθη, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔκφρασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐκφράζεται σαφῶς ἡ ἔναρξις τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἴτε ἡ λέξις «καταχώρισις» τεθῇ, εἴτε ἡ λέξις «δημοσίευσις», εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό· ἀλλὰ διατὶ αὐτὸ τὸ ἀνομοιόμορφον; Εἰς αὐτὸ ἀπέβλεπεν ἡ παρατήρησίς μου· τὴν τροπολογίαν μου δὲ διατυπῶ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεως αὐτοῦ. Διὰ δὲ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, δι’ οὗ δημοσιευθήσεται ἡ συνομολογηθεῖσα συμφωνία, ὁρισθήσεται ἡ ἔναρξις τῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω παραχωρήσεων.»
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως αὐτοῦ, ἡ δὲ ἰσχὺς τῆς δυνάμει αὐτοῦ γενησομένης συμφωνίας ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως αὐτῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.»
§195ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τούτου εἰσάγεται νεωτερισμὸς ἐν τῇ νομοθεσίᾳ. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐκτελέσεως νόμου, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς δὲν ἄρχεται ἀμέσως μετὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ, ἐθεωρήθη καλὸν νὰ ἀνατίθηται ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκτελέσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐνασκοῦσαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως βασιλικῶν διαταγμάτων. Τώρα μεταβάλλεται αὐτό· διὰ μιᾶς ἁπλῆς καταχωρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἄρξωνται αἱ παραχωρήσεις αἱ συνομολογηθεῖσαι. Θὰ ἦτο ὀρθότερον καὶ σύμφωνον μὲ τὰ μέχρι τοῦδε παραδεδεγμένα ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων προθεσμίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀκαρνανίας ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν νὰ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι αἱ ὑπάρχουσαι, περὶ τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ δὲ μεταξὺ τῶν παρ’ ἐμοὶ ἐγγράφων εὗρόν τινας, σπεύδω νὰ μεταδώσω ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. (Ἀναγινώσκει τηλεγραφήματα δημάρχων καὶ νομαρχῶν, ἀναφερόντων, ὅτι ἕνεκα τοῦ χειμῶνος δὲν ἐγένετο ἡ ἀναθεώρησις τῶν καταλόγων).
§198ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Τί σημαίνει «παρατείνεται ἡ προθεσμία;» ὑφίσταται ἡ προθεσμία; ὑφίσταται τὸ δικαίωμα τοῦ δίδειν ἐνστάσεις; Εἶναι οὐσιῶδες τὸ ζήτημα, διότι αὔριον τὰ δικαστήρια θὰ ἔλθωσι νὰ λεπτολογήσωσιν, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὑπῆρξαν εἰρηνοδίκαι, οἵτινες ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ μόνον τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐδέχθησαν ἐνστάσεις μετὰ τὴν 30 Ἰανουαρίου καὶ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ἥτις θὰ ἄρξηται ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Τί θὰ γείνωσιν αἱ ἐνστάσεις αὗται; θὰ θεωρηθῶσι νόμιμοι ἢ ὄχι; Ἐὰν ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἢ ἀπὸ τῆς καταχωρήσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἡ προθεσμία ἀπὸ τῆς 30 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου θεωρεῖται ὡς παρελθοῦσα ἄνευ δικαιώματος τῶν ἐκλογέων νὰ ἐπιδώσωσιν ἐνστάσεις· ἐὰν ἀπ’ ἐναντίας θεωρηθῇ, ὅτι ὑπάρχει πραγματικὴ παράτασις καὶ ὅτι τὸ νομοθέτημα ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν, τότε αἱ ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον τυχὸν ἐπιδοθῆ ἀπὸ τῆς 30 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου, ἤθελον θεωρηθῆ νόμιμοι.
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡ προθεσμία ἔληξε τὴν 30 Ἰανουαρίου ἐν ἐκείνοις τοῖς δήμοις, ἐν οἷς οἱ δημόται ἠδυνήθησαν νὰ ἐνασκήσωσι τὰ δικαιώματά των· ὁ νόμος, ὁ περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, παρέχει εἰς αὐτοὺς τὴν προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν ἔταξεν· ἐν ταύτῃ οἱ πολῖται ἔπραξαν ὅ,τι εἶχον κατὰ νόμον δικαίωμα νὰ πράξωσι, καλῶς δ’ ἔχουσι τὰ γενόμενα, οὐδὲ ὑπάρχει λόγος τις, ἵνα τροποποιηθῶσι ταῦτα. Ἀλλ’ ἐν τοῖς δήμοις, ἐν οἷς δὲν ἐγένοντο αἱ πράξεις αὗται, ἡ προθεσμία ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Ἐν τούτοις ἐγώ, ὅτε ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, ἐτηλεγράφησα εἰς τοὺς νομάρχας, ἀναγγείλας τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ. Τοιαύτη, νομίζω, εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ὅτι ἡ προθεσμία ἄρχεται ἀφ’ ἧς ἡμέρας κυρωθῇ ὁ νόμος· τοῦτο δὲ δὲν θέλομεν παραλίπει νὰ τηλεγραφήσωμεν ὡσαύτως εἰς τοὺς νομάρχας.
§200ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τοῦ νομοθετήματος φθάνομεν εἰς ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν καὶ τὰ ὁποῖα ἀνεκοινώθησαν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· διότι διὰ τοῦ τηλεγραφήματος ἐκείνου ἐπηγγέλθη εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτι, ἐὰν ἐπιδώσουν ἐνστάσεις μετὰ τὴν 30 Ἰανουαρίου, αὗται μέχρι τῆς 15ης Φεβρουαρίου θέλουσι θεωρηθῆ ἔγκυροι. Καὶ ὑποθέσατε, ὅτι τινὲς τῶν ἐκλογέων ἐπέδωκαν ἐνστάσεις καὶ ἀνεχώρησαν· οὗτοι ἔχουσι τὴν ἰδέαν, ὅτι ἠσφάλισαν τὸ δικαίωμά των, καὶ ἐν τούτοις σήμερον διὰ τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία εἶναι ὀρθὴ καὶ σύμφωνος μὲ τὸ κείμενον, στεροῦνται τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐπηγγέλθη. Ἑπομένως πρέπει νὰ δώσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸν νόμον.
§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλα, δὲν παρέτεινα προθεσμίαν, διότι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ παρατείνω αὐτὴν διὰ πράξεως ἐμοῦ· ἑπομένως δὲν προέτρεψα τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς νὰ συμβουλεύσωσι τοὺς ἐκλογεῖς νὰ διαπράξωσι πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ πράξωσι. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλα εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, ἐσκόπουν νὰ ἀνακουφίσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διετέλουν ἐν ἀμηχανίᾳ, διότι δὲν ἠδυνήθησαν ἕνεκα τοῦ χειμῶνος νὰ ἐνασκήσωσι τὰ δικαιώματα αὑτῶν. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος ἐδήλωσα αὐτοῖς, ὅτι ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως παραταθῇ ἡ προθεσμία καὶ κατασταθῇ αὐτοῖς δυνατὸν νὰ ἐνασκήσωσι τὰ δικαιώματά των, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ προταθέντος νομοσχεδίου.
§202Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ νόμου τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως δι’ ἐγκυκλίου καταστήσῃ προσεκτικὰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ὅσον ἀφορᾷ τὰς μεγάλας καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι σήμερον ψηφίζομεν παράτασιν προθεσμίας, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο δὲ λέγω καὶ διὰ τὰς δικαστικὰς ἀρχάς. Γνωρίζω ὅτι διεγράφησαν ἐκλογεῖς ἔχοντες ἀναφαίρετα δικαιώματα, καὶ ἐνεγράφησαν ἄλλοι, οὐδὲν ἔχοντες δικαίωμα. Ταῦτα εἶχον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, θὰ παρατηρήσω καὶ ἐγὼ ὅ,τι παρετήρησε καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφος εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν θεραπεύεται τὸ πρᾶγμα μὲ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδει· διότι, ἀφοῦ ὁ νόμος θὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, τί θὰ γείνωσι τὰ ἐν τῷ μεταξὺ γενόμενα, ἀπὸ τῆς 30 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου; Ἂν ἡμεῖς ἐνταῦθα συζητοῦμεν περὶ τῆς ἑρμηνείας καὶ περὶ τῶν λέξεων, φαντασθῆτε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι τὰ καθέκαστα.
§203ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι πολλαὶ καὶ ποικίλαι καταχρήσεις λαμβάνουσι χώραν εἰς πλείστους δήμους. Πολλοὶ ἐκλογεῖς εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς δύο δήμους.
§204ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἔργα τῶν δικαστηρίων.
§205ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσαν οἱ κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐπειδὴ εἰς τὰς ἐφημερίδας εἶδον, ὅτι ἔν τισι δήμοις τοῦ Κράτους ἐγένοντο προσπάθειαι πρὸς ἐγγραφὴν ἑτεροδημοτῶν ἄνευ ἐξετάσεως, ἀνυπάρκτων προσώπων καὶ ἄλλων μὴ κεκτημένων τὸ δικαίωμα τῆς ἐγγραφῆς, ἐπειδὴ δὲ ἐκτάκτως ἐφέτος παρατείνεται ἡ προθεσμία, συμβαίνει δὲ καὶ νὰ πλησιάζουν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί, ἕνεκα τῶν ὁποίων γίνονται ὅλαι αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος προσπάθειαι, διὰ τοῦτο προέτεινα τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν χθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὥστε ἐκτάκτως ἐφέτος αἱ ἀποφάσεις τοῦ Πρωτοδικείου, αἱ ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων ἐκδιδόμεναι, νὰ μὴ ἦναι τελεσίδικοι, ὅπως ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὁρίζει, ἀλλὰ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἔφεσις καὶ τὸ ἔνδικον τῆς ἀναιρέσεως μέσον. Εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι τακτικὸν ἐπὶ τῶν τοιούτων περιπτώσεων τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως· διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐγγραφῆς ἐγείρονται πολλάκις ζητήματα νομικὰ δεινότατα.
§206ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι αὐτοτελὴς νόμος, δὲν εἶναι τροπολογία.
§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐνθυμῆται, ὅτι ἐξεδόθη νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ γίνονται κατὰ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, καὶ ὅτι ἡ ἐγκατάστασις τῶν ἐκλογικῶν ἀρχῶν διαπράττεται κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, καὶ διὰ νὰ ἤμεθα ἐν καταστάσει νὰ ἐνεργήσωμεν ἐκλογὰς κατὰ Ἰούνιον, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἑτοίμους καὶ ἀρτίους τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους· ἵνα δὲ ἔχωμεν αὐτοὺς ἑτοίμους καὶ ἀρτίους, πρέπει νὰ διέλθωμεν διαδικασίαν μακρὰν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος προσδιώρισεν. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, καὶ ἐπιτρέψωμεν νὰ μείνωσιν ἐκκρεμεῖς οἱ κατάλογοι, νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ἐκδεδικασμένοι ὁριστικῶς διὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ νὰ λάβῃ χώραν καὶ ἑτέρα διαδικασία, δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἔχωμεν ἐκλογὰς κατὰ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Ἰουλίου. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ ἐξαιρετικοῦ μέτρου. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν θεωρῶ οὔτε ἀναγκαῖον· τὰ ἐφέτος γενόμενα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἠδυνήθη νὰ μάθῃ ἐκ τῶν ἐφημερίδων, δηλαδὴ, ὅτι οἱ δήμαρχοι προέβησαν εἰς διαγραφὰς ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἀπολέσει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν, καὶ εἰς ἐγγραφὰς ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τοῦτο, αὐτὰ ἐγίγνοντο κατὰ πᾶν ἔτος. Ὑπῆρξεν ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον τοῦτο, τὸ νῦν καταγγελλόμενον, ἐγένετο διὰ τρόπου σκανδαλώδους, καὶ ἐγένετο ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐν τῷ παρακειμένῳ δήμῳ τοῦ Πειραιῶς, καὶ ἐποιήσαντο ἐν αὐτοῖς χρῆσιν μέσων χημικῶν, διὰ νὰ ἀλλοιώσωσι τὰς ἐγγραφὰς, διεπράχθησαν δ’ ἀληθῆ δικαστικὰ σκάνδαλα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου δὲν ἐμάνθανε τότε τὰ γιγνόμενα, οὐδ’ ἦτο ἐνήμερος τῶν διατρεχόντων. Πάσας ταύτας τὰς παρανομίας τῶν δημάρχων δυνάμεθα νὰ καταστείλωμεν καθ’ ὃν τρόπον οἱ νόμοι διατάσσουσιν, οἱ δὲ νόμοι δὲν ἔδωκαν ἐξουσίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταστέλλῃ τοιαύτας παρανομίας· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ συμβουλὰς, πῶς πρέπει νὰ ἐνασκῆται τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπονεμηθὲν εἰς τοὺς πολίτας δικαίωμα. Ἐὰν ὅμως καὶ μετὰ τὰς συμβουλὰς ταύτας οἱ δήμαρχοι παραβῶσι τὸν νόμον, ὑπάρχουσιν αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ κατ’ αὐτῶν, θέλουσι καταγγελθῆ εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, καὶ θέλουσι τιμωρηθῆ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων διὰ χρηματικῆς ποινῆς, καὶ θέλουσι κηρυχθῶσι ἔκπτωτοι τῆς ἀρχῆς, ἐὰν καταδικασθῶσι.
§208ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν καταλόγων πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνωσιν· εἰς τὰς πράξεις ἐκείνας ἔδωκαν ἀφορμὴν ὁ ἄρτι διὰ Β. διατάγματος καταργηθεὶς νόμος περὶ ὁρισμοῦ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀλλοδαπὸς ὤφειλε νὰ παραμείνῃ ἐν Ἑλλάδι, ἵνα ἀποκτήσῃ τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν· ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι τελευταῖον, καὶ ἀφοῦ κατηργήθη ὁ νόμος διὰ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, ἠθέλησαν ν’ ἀντικαταστήσωσι τὰς διατάξεις αὐτοῦ διὰ διαταγῶν τῶν διαφόρων νομαρχῶν. Τελευταῖον ἐδημοσιεύθη εἰς διαφόρους ἐφημερίδας καταγγελία κατὰ τοιούτων ἐνεργειῶν τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν· ἔτυχε δὲ νὰ πληροφορηθῶ, ὅτι καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξέδωκε διαταγὴν, ἀφορῶσαν εἰς ὡρισμένους δήμους· ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐπετρέπετο, ἐναντίον τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, νὰ ἐκδίδῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πιστοποιητικὰ περὶ τῆς ἐγγραφῆς ἐν διαφόροις μητρῴοις τῶν ἀῤῥένων, ἐνῷ, ὡς γνωστὸν, τὸ ἄρθρον 28 ὁρίζει, ὅτι μόνον τὰ παρὰ τοῦ οἰκείου δημάρχου πιστοποιητικὰ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν φέρει ἀναγκαίως εἰς μέγα ἄτοπον· διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ, τὰ Πρωτοδικεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ μόνα ἀνατίθεται ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐνστάσεων εἴτε περὶ ἐγγραφῆς εἴτε περὶ διαγραφῆς ἐκλογέων, θέλουσιν ἐπιτελέσει ἀκριβῶς τὸ καθῆκόν των, δὲν θέλουσι δὲ λάβει ὑπ’ ὄψει πιστοποιητικὰ, ἐκδεδομένα παρὰ τὴν διάταξιν κειμένου νόμου. Καὶ ποῖον τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπέλθει ἐκ τῆς τοιαύτης κυβερνητικῆς ἐνεργείας; Ὅτι συμπολῖται ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, θὰ ἀποκλεισθῶσι, διότι δὲν θὰ ἔχωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα πιστοποιητικά. Τὸ ἄτοπον τοῦτο νομίζω ὅτι δύναται νὰ προλάβῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δίδων τὰς δεούσας διαταγὰς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἡ ἔκδοσις τῶν πιστοποιητικῶν θὰ φέρῃ ἀκριβῶς εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, δηλ. νὰ μὴ δύνανται οἱ συμπολῖται ἡμῶν νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, διότι τὰ πιστοποιητικὰ δὲν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει. Ἐὰν μᾶς στενοχωρῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, ἂς καταργηθῇ ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ, καὶ ἂς ἐπιτραπῇ ἡ ἔκδοσις πιστοποιητικῶν παρὰ διαφόρων ἀρχῶν, κατεχουσῶν μητρῷα· ἀλλ’ ἐὰν κριθῇ ἡ διάταξις χρήσιμος, ἀκριβῶς ἵνα ἀποφύγωμεν τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσι χώραν κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν καταλόγων, τότε πρέπει, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ εἰδοποιήσωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι κακῶς προσφεύγουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ζητοῦντες ἔκδοσιν πιστοποιητικῶν, τὰ ὁποῖα εἰς οὐδὲν θέλουσι τοῖς χρησιμεύσει, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐντὸς τοῦ νόμου μὴ ἐκδίδῃ πιστοποιητικά.
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔκαμε διάκρισιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀπαντῶ οὐδαμοῦ τῆς ὑπηρεσίας. Διαιρεῖ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν πράττει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν πράττει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ προκαλεῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα καταστείλῃ τὰς πράξεις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι δημοσία ἀρχὴ, δὲν ἔχει δικαίωμα οὐδὲ νὰ διατάσσῃ, οὐδὲ νὰ ἀπαγορεύῃ. Ἐὰν ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πιστοποιήσεις, αὐταὶ φέρουσι τὴν βεβαίωσιν, ὅτι τὰ ὡς ἀντίγραφα εἰσὶ γνήσια. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ προσδιορίσῃ ἀκριβῶς τὰς ἰδέας του, ἐὰν ἐξεδόθησαν πιστοποιητικὰ τοιαῦτα ἢ ἔγγραφα, ἵνα δυνηθῶ νὰ δώσω τὰς ζητηθησομένας πληροφορίας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπεκύρωσα πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα προσήγοντο, καὶ μετ’ ἐμὲ ἐπεκύρου ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ ταῦτα ἀπεστέλλοντο εἰς τὴν Αἴγυπτον.
§210ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τοὺς λόγους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, βεβαιοῦντος ὅτι δὲν ἐξέδωκε τοιαῦτα πιστοποιητικά· καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς δὲν ἀπέδωκα τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· διότι ἡ ὑπηρεσία δύναται νὰ διαπράττῃ πολλά, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ γνωρίζῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα οὐδαμῶς εὐθύνεται οὗτος. Καὶ ἀκριβῶς περὶ τούτου πρόκειται· διότι ἐξεδόθησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἔγγραφα καὶ ἀπεστάλησαν πρὸς ὡρισμένους δημάρχους πιστοποιητικά, βεβαιοῦντα τὴν ἐγγραφὴν ἐν μητρῴοις ἀῤῥένων ἐν διαφόροις δήμοις. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω: ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν βεβαιοῖ, ὅτι δὲν ἐξέδωκε τοιαῦτα πιστοποιητικά, δὲν δύναμαι ν’ ἀμφισβητήσω τοῦτο· ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μεταξὺ τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ τῶν δημάρχων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς διαμειφθέντα ἔγγραφα ἀπὸ τῆς 27ης Δεκεμβρίου 1890 μέχρι τῆς 31ης Ἰανουαρίου 1891. Ἐπίσης τὴν διαταγὴν, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν 20 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. πρὸς τὸν νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ ἥτις ἀνεκοινώθη καὶ εἰς τὸν δήμαρχον Πειραιῶς. Ἐκεῖ θέλετε πληροφορηθῆ, ὅτι πρόκειται περὶ πιστοποιητικῶν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ ἐγγραφῆς ἐν μητρῴοις ἀῤῥένων διαφόρων δήμων τοῦ Κράτους.
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπέβαλόν τινες ἀναφοράν, ζητοῦντες νὰ βεβαιώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι ἐν τοῖς μητρῴοις, τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε καθῆκον νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο· διότι τὸ Ὑπουργεῖον κατέχει δημόσια ἔγγραφα, τὰ μητρῷα, καὶ ὀφείλει νὰ βεβαιώσῃ ζητούμενον ὅ,τι ἐκεῖνα βεβαιοῦσιν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν δήμαρχον Πειραιῶς καὶ τὴν Νομαρχίαν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, βεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι θέλω καταθέσει τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι δὲν συνειθίζω νὰ ὑπογράφω ἔγγραφα χωρὶς νὰ τὰ ἀναγινώσκω. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλα εἰς τὸν νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἐξέδωκα διότι διάφοροι δημόται παρεπονέθησαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, ἐνῷ προσάγουσι σημειώσεις εἰς τὸν δῆμον Πειραιῶς, βεβαιούσας, ὅτι εἰσὶν ἐγκατεστημένοι ἐν τῷ τόπῳ, καὶ ἐζήτησαν νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τῷ δημοτολογίῳ Πειραιῶς, ὁ κ. δήμαρχος Πειραιῶς ἠρνήθη. Τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν νομάρχην Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας νὰ ποιήσηται γνωστὸν εἰς τὸν δήμαρχον Πειραιῶς, ὅτι, ἂν ἤθελε παραβῆ τὸ καθῆκόν του, ἤθελεν ἐφαρμόσει ἐπ’ αὐτοῦ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§212ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ ἀναγγείλῃ, ὅτι θέλει καταθέσει τὰ ἔγγραφα, δὲν ἔχω ἀνάγκην ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐξακολουθήσω τὴν συζήτησιν· ἅμα ὅμως κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, θὰ λάβω τὸν λόγον. Θέλω ὅμως τὸν παρακαλέσει, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ καταθέσῃ δύο ἔγγραφα, ἀποσταλέντα ἐκ μέρους τοῦ ἀστυνόμου Πειραιῶς πρὸς τὸν δήμαρχον Πειραιῶς, διότι οὕτω θὰ ἔχωμεν πλήρη συλλογὴν τῶν ἐγγράφων.
§213ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω γνῶσιν αὐτῶν.
§214ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὰ γνωρίζετε βεβαίως. Διὰ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν δὲν θέλω τὴν εὐθύνην τῆς ἐκδόσεως νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ θέλω ν’ ἀποδείξω ὅτι πράγματι ἡ ὑπηρεσία προέβη εἰς ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν σύμφωνοι μὲ τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι κατέχει τὸ μητρῷον καὶ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ πιστοποιητικά. Αὐτὸ τὸ ζήτημα δυνάμεθα νὰ τὸ ἀναβάλωμεν μέχρι τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων. Τότε θὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, πῶς συμβιβάζεται τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀντλεῖ ἐκ τῆς κατοχῆς τοῦ μητρῴου τῶν ἀῤῥένων μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ πιστοποιητικὰ ἐζητήθησαν ἀκριβῶς, ὅπως ἐνισχυθῶσιν ἐνστάσεις περὶ ἐγγραφῆς ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις· καὶ τότε ἐπέρχεται ἡ παρατήρησις περὶ τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον προέβαλον ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ λόγου μου.
§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ἐκδίδω πιστοποιητικὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἔχω καθῆκον, ὅταν πολίτης ζητῇ νὰ βεβαιώσω γεγονότα, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται ἐν ἐπισήμοις ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀρνηθῶ νὰ βεβαιώσω ταῦτα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στεφάνου προτείνει νὰ προστεθῇ ὡς δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ψηφισθέντος ἄρθρου....
§217ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται τῆς προτάσεως). (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§218ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπειδὴ ὁμολογουμένως πλεῖστοι δήμαρχοι φέρουσι δυσκολίας εἰς τὴν παροχὴν πιστοποιητικῶν ἐγγραφῆς εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων, νὰ ἐκδώσῃ ἐγκύκλιον, ἢ ὁπωσδήποτε νὰ κάμῃ γνωστὸν εἰς τοὺς κυρίους δημάρχους, ὅτι θέλει αὐστηρότατα τιμωρήσει αὐτοὺς, ἐὰν δὲν ἐκδίδωσι τοιαῦτα πιστοποιητικά.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων ἐσόδων τῆς χρήσεως 1890. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1ον αὐτοῦ). Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§220ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐδῶ νὰ διορθωθῇ, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεώς του· δηλ. μετὰ τὰς λέξεις· «ἄρχεται ἀπὸ» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «τῆς ἡμέρας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης· εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 20′ μ. μ.