1891.02.02
1,946 rows · 15,303 words · 111 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
τῆς 2 Φεβρουαρίου 1891.
(Σάββατον)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ὀκτωνιᾶς τοῦ δήμου Αὐλῶνος τῆς Καρυστίας ἐξαιτοῦνται, ὅπως ἐπιτραπῇ αὐτοῖς ἡ βοσκὴ τῶν πέριξ τοῦ χωρίου ἀγρῶν τῶν μετοχίων τῶν διαλελυμένων Μονῶν, ὁσάκις τὰ κτήματα ταῦτα δὲν ἦναι ἐσπαρμένα καὶ ἐνόσῳ δὲν πωληθῶσι κατὰ τὸν περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς νόμον, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ καταθλίβουσιν αὐτούς. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ ἀγωνιστὴς Διαμάντης Ζέρβας, Μακεδὼν, ἐξαιτεῖται τὴν ἀπονομὴν τοῦ προσήκοντος αὐτῷ βαθμοῦ τῆς φάλαγγος. Παραπέμπεται ἡ αἴτησίς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καταθέτω αἴτησιν περὶ ὑποβολῆς πίνακος τῶν ἀπὸ τοῦ 1876 ἕως τοῦ 1890 καταβληθέντων δι’ ὑπηρεσίαν δανείων, διακεκριμένως κατὰ κατηγορίας, ἃς καθορίζει ἡ ἔγγραφος αὕτη αἴτησις.
§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν ἦναι δυνατὴ ἡ ὑποβολὴ αὕτη· διότι τὸ τμῆμα τῶν δανείων ἦτο τμῆμα μὴ λειτουργοῦν, ἑπομένως ἡ ζήτησις τοσούτων λεπτομερειῶν νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ πάντοτε, καὶ ἂν ἦναι δυνατὴ, δὲν εἶναι πάντοτε εὔκολος. Ὥστε θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε καλῶς τὴν κατάστασιν τῶν δανείων, νὰ ὁρίσητε καταλλήλως ἐν τῇ αἰτήσει ταύτῃ, τί ζητεῖτε.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ τμῆμα τῶν δανείων ἐλειτούργει, δὲν ἠξεύρω ἂν λειτουργῇ· εἶχε προϊστάμενον τὸν νῦν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀφ’ ὅτου οὗτος ἐγένετο Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, προΐστατο τοῦ τμήματος τῶν δανείων ἕτερον πρόσωπον, ἐκ τῶν ἀρχαιοτάτων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου· κατὰ πόσον εἶναι ἐπαρκὲς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, δὲν καλοῦμαι ν’ ἀποφανθῶ· εἶναι βέβαιον ὅμως, ὅτι ἦτο ἐκ τῶν καλῶν ὑπαλλήλων, τὰ πράγματα δὲ τοῦ τμήματος τούτου εἶχον λίαν κανονικῶς ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ νῦν Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅστις δύναται νὰ θεωρηθῇ βεβαίως καὶ εἶναι εἷς τῶν ἱκανωτάτων ὑπαλλήλων τοῦ λογιστικοῦ. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη, κατ’ ἐμὲ, δύναται τὰς πληροφορίας, ἃς περιλαμβάνει τὸ παρὸν σημείωμα, νὰ παρασκευάσῃ ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν. Ὅ,τι ζητῶ εἶναι σημείωσις τῶν κατ’ ἔτος ἀπὸ τοῦ 1876 μέχρι σήμερον καταβληθέντων εἰς ὑπηρεσίαν δανείων, μετὰ διακρίσεων τῶν εἰς χρυσὸν καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τῶν δανείων τῶν προσωρινῶν καὶ τῶν δανείων τῶν παγίων καὶ χρεωλυτικῶν, τῶν καταβληθέντων λόγῳ τόκου, λόγῳ χρεωλυσίου, λόγῳ προμηθείας προσωρινῶν δανείων, καὶ λόγῳ διαφορᾶς συναλλάγματος, ἐν ἰδίαις στήλαις, ὥστε ἐπὶ τῶν συζητήσεων, αἵτινες θέλουσι προκληθῆ, σχετικῶς πρὸς τὰ θέματα ταῦτα, νὰ ἔχωμεν προχείρους πληροφορίας αὐθεντικὰς καὶ διακεκριμένως ἐπὶ ἑκάστου δανείου περὶ τοῦ καθ’ ἕκαστον ἔτος τόκου αὐτῶν, τοῦ χρεωλυσίου, τῆς διαφορᾶς συναλλάγματος καὶ παντὸς παρομαρτοῦντος.
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ κατάθεσις τῶν ζητουμένων πληροφοριῶν παρουσιάζει πολλὰς δυσκολίας, διότι ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων ἐγίνετο κατὰ περίπλοκον τρόπον καὶ δὲν ἀνεγράφοντο διακεκριμένως πᾶσαι αἱ ἀφορῶσαι αὐτὴν πράξεις παρὰ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη περιπλέκετο μεταξὺ τῶν τακτικῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δαπανῶν τῶν ἐκτελουμένων ἐκ πόρων τῶν δανείων. Καὶ εἰς τὰς ἐκθέσεις αὐτὰς τῶν προϋπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν εὑρίσκομεν μεταξὺ τῶν δι’ ἐξόφλησιν κεφαλαίου δανείων πληρονομένων ποσῶν καὶ τόκους καὶ χρεωλύσια τῶν δανείων τούτων, συνυπολογιζόμενα μετὰ τοῦ κεφαλαίου τῶν δανείων ὡς ἔκτακτος δαπάνη. Ἂν ἐλειτούργει τὸ τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους ὅπως ἐνομοθετήθη κατὰ τὸ 1887, θὰ ἐγίνετο βεβαίως ἡ διάκρισις τῶν τοιούτων πληρωμῶν, καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν αἱ περὶ αὐτῶν πολλάκις ἐπαναληφθεῖσαι συζητήσεις. Ἀλλὰ τὸ τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους, ἐπαναλαμβάνω ἐπισήμως, δὲν ἐλειτούργησε κανονικῶς. Ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου βεβαίως εἶναι ἱκανώτατος λογιστής. Ἀλλ’ οὗτος ἀπὸ τοῦ 1887, ὅτε ἐσχηματίσθη τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων χρεῶν, ἦτο διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ οὐχὶ τοῦ τμήματος τούτου, ὅπερ ἀπεσπάσθη τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἰδιαίτερος τμηματάρχης διωρίσθη, ὅπως διευθύνῃ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων χρεῶν. Ἀλλ’ ὁ διορισμὸς αὐτοῦ ἦτο ὅλως ἰδανικὸς, διότι μήτε βιβλία ἐπίσημα ὑπῆρχον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν οἷς νὰ καταχωρῶνται αἱ τὰ δάνεια ἀφορῶσαι πράξεις, μήτε ἀνάμιξίν τινα εἶχεν ὁ διορισθεὶς τμηματάρχης εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Αἱ πράξεις αὗται ἐσημειοῦντο ἐν ἁπλαῖς σημειώσεσι καὶ ἐντὸς προχείρων βιβλίων, ἅτινα οὐδεμίαν εἶχον ἐπισημότητα, μήτε ἀνῆκον εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα· ὁ δὲ τμηματάρχης τοῦ δημοσίου χρέους ἔφερεν ἁπλῶς τὸν τίτλον τοῦτον, χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῶν ἀφορώντων τὰ δάνεια. Τὰ βιβλία πρὸς καταγραφὴν τῶν ἀφορώντων τὰ δάνεια πράξεων ἠγοράσθησαν μετὰ τὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν ἔλευσιν ἡμῶν, καὶ ἤρξατο ἡ καταγραφὴ αὐτῶν. Ἡ ἐργασία αὕτη, ἡ τόσον πολύπλοκος, δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Πρέπει νὰ συλλεχθῶσιν ὅλαι αἱ ἀπαιτούμεναι, πληροφορίαι, νὰ καταταχθῶσι, νὰ συσχετισθῶσι, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ συνταχθῶσι τὰ ἀναγκαῖα λογιστικὰ βιβλία. Διὰ νὰ συζητήσω λογαριασμόν τινα μεθ’ ἑνὸς τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου, ἀπήντησα πολλὰς δυσκολίας, καὶ μόλις ἠδυνήθην νὰ συλλέξω τὰ πρὸς συζήτησιν τοῦ λογαριασμοῦ τούτου ἀναγκαῖα στοιχεῖα. Τὰς πληροφορίας, ἃς ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, προσπαθῶ ἀπὸ τριῶν ἤδη μηνῶν νὰ συλλέξω, δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν θὰ ᾖναι δυνατὴ ἡ τελεία αὐτῶν συλλογὴ καὶ ὑποβολὴ εἰς τὴν Βουλήν.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θαυμάζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φρονεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑπηρεσία δημοσίου χρέους παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν...
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τμήματος δανείων.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. διότι βεβαίως ὑπηρεσία δημοσίου χρέους ἐν τῇ ἐννοίᾳ, ἣν ἐξέθηκε, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι κατ’ αὐτὸν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι σημειωμένα τὰ ἐκ δανείων διατεθέντα πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς, ὡσανεὶ ἐν τῇ λογιστικῇ ὑπηρεσίᾳ δύναται νὰ σημειωθῇ, πόθεν τὸ χρῆμα, ἐξ οὗ γίνεται πληρωμή τις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτει τοῦτο, καὶ βεβαίως δὲν τὸ εὕρισκεν, οὐδὲ δύναται νὰ τὸ εὕρῃ. Κατὰ τὰ λογιστικὰ, τὰ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντα, κατὰ τὸν λογιστικὸν ἡμῶν νόμον, τὸ παρὰ τῷ Δημοσίῳ ὑπάρχον χρῆμα δὲν δύναται νὰ διακριθῇ ἐν ταῖς πληρωμαῖς εἰς χρῆμα ἐκ δανείου ἢ εἰς χρῆμα ἐκ προσόδου ἄλλης. Αἱ πληρωμαὶ σημειοῦνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ τῷ ἀπολογισμῷ, δὲν δύναται ὅμως νὰ σχετισθῇ ὡρισμένη δαπάνη πρὸς ὡρισμένον χρῆμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἠξεύρω καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν δὲν ἦτο Ὑπουργὸς, ὅτι ἐφρόνει, ὅτι τὸ χρῆμα λαμβάνει ἐκ τῆς καταγωγῆς σφραγίδα καὶ δὲν δύναται νὰ διατεθῇ, εἰμὴ συμφώνως πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἡ σφραγὶς ἐνδεικνύει. Τοιαῦτα ἐν τῇ λογιστικῇ ἡμῶν ὑπηρεσίᾳ δὲν χωροῦσιν, ἴσως ὑπάρχουσιν ἐν τῇ λογιστικῇ ὑπηρεσίᾳ ἄλλου Κράτους, οὐχὶ βεβαίως εὐρωπαϊκοῦ, ἀλλ’ ἐν Κράτει εὐρωπαϊκῷ δὲν ὑπάρχει ὑπηρεσία ποιουμένη τοιαύτας διακρίσεις. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς προσέτι, ὅτι δὲν εὗρε βιβλίον δημοσίου χρέους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρεν ὅμως βιβλία. Καὶ βεβαίως τὸ βιβλίον, τὸ μέγα βιβλίον τοῦ δημοσίου χρέους εἰσέτι δὲν συνετάχθη· τὸ βιβλίον τοῦτο πρέπει νὰ συνταχθῇ, ἀλλ’ ἵνα καταστῇ ἐνήμερον, πρέπει πρῶτον τὰ χρέη, τὰ κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη συνομολογηθέντα, νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ ἐλλείψεως βιβλίου, ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἔλλειψις τοῦ βιβλίου τοῦ δημοσίου χρέους ἠμπόδισεν αὐτὸν νὰ προέλθῃ εὐχερῶς εἰς λύσιν ζητημάτων ἐκκαθαρίσεως πρὸς τοὺς δανειστάς. Ἐνῷ πρέπει νὰ τελεσθῇ πρῶτον ἡ ἐκκαθάρισις, ἵνα καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ἐγγραφὴ ἐν τῷ βιβλίῳ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτει τὸ βιβλίον, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν. Αὐτὸ τοῦτο, τὸ ῥηθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δεικνύει ἀκριβῶς, διατὶ δὲν δύναται εἰσέτι νὰ ὑπάρχῃ τὸ βιβλίον ὡς πρὸς τὰ πλεῖστα τῶν δανείων· διότι τὰ πλεῖστα τῶν δανείων δὲν εἶναι εἰσέτι ἐκκαθαρισμένα. Ἀλλ’ ἕκαστον δάνειον ἔχει τὸν φάκελλόν του, ἕκαστος δὲ φάκελλος εἶναι μεθοδικῶς ταξινομημένος, ὥστε ἐν πάσῃ στιγμῇ δύναται νὰ εὑρεθῇ ὅ,τιδήποτε ζητεῖται περὶ τῆς τελευταίας καταστάσεως τοῦ δανείου. Ὅτι δὲ καλῶς κρατοῦνται οἱ φάκελλοι οὗτοι, φέρω εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι πολλάκις ἐπὶ ζητημάτων ἐγερθέντων μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν διαφόρων πρὸς αὐτὸ συναλλαχθέντων περὶ τῶν δανείων, — οὗτοι δὲ εἶναι τὰ πρῶτα καταστήματα Γαλλίας, Ἀγγλίας καὶ Γερμανίας, ἦτο ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα τῆς Γαλλίας, ἦσαν ἐν Ἀγγλίᾳ τὰ καταστήματα τῶν κυρίων Hambro καὶ Gibbs, ἦτο ἐν Γερμανίᾳ τὸ κατάστημα τοῦ κ. Bleichröder, — ἐν ζητήμασιν ἀναφυεῖσι περὶ τὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν καταστημάτων ἐκείνων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ἐν τῷ δικαίῳ, καὶ πολλάκις τὰ καταστήματα ταῦτα ἐδέησε ν’ ἀνομολογήσωσιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἡ λογιστικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ἀκριβεστέρα τῆς λογιστικῆς αὐτῶν ὑπηρεσίας. Ταῦτα δὲ διεξήγοντο ὅτε διηύθυνε τὸ τμῆμα ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὃν μάτην ἐπιχειρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραστήσῃ ὡς μὴ διευθύναντα τὰ τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἤμην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διηύθυνε τὰ τοῦ δημοσίου χρέους, ἐξηκολούθει δὲ ἐργαζόμενος εἰς τὰ τοῦ δημοσίου χρέους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀφοῦ διωρίσθη Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι τῷ ὄντι ἔχει ἱκανότητα περὶ ταῦτα εἰδικήν. Τὰ ζητούμενα παρ’ ἐμοῦ, ὡς εἶπον, εὐχερέστατα δύνανται νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Θέλω ἀναμείνει τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀφοῦ συμβουλευθῇ τὴν ὑπηρεσίαν· ἂν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δυνηθῇ νὰ τὰ καταθέσῃ, θέλω τὰ καταθέσει ἐγώ. Δὲν τὰ ζητῶ διότι ἔχω ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν, τὰ ζητῶ διότι ἔχω ἀνάγκην ἐπισημοποιήσεως τῶν πινάκων· θέλω, ὅταν ἐπικαλεσθῶ τὰς πληροφορίας, νὰ μὴ ἀντιταχθῇ ἔνστασις, ὅτι στεροῦνται αὗται κύρους, θέλω νὰ ἔχω τὰς πληροφορίας περιβεβλημένας τὸ κῦρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας, θέλω ὑποβάλει ἐγὼ τὸν πίνακα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ θέλω παρακαλέσει αὐτὴν νὰ θεωρήσῃ αὐτὸν ἔχοντα ἐπαρκὲς τὸ κῦρος ἐπὶ τῇ ἐμῇ πιστοποιήσει.
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπον ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἀρνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὰς πληροφορίας, ὅσαι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν. Εἶπον ὅτι ἡ συλλογὴ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρουσιάζει πολλὰς δυσκολίας.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμίαν.
§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτι δὲ τὸ Ὑπουργεῖον ἐργάζεται, ἵνα ὑποβάλῃ τοιαύτας πληροφορίας, τὸ ἀνέφερον ἤδη, ὑποβαλὼν προχθὲς σὺν τοῖς ἀπολογισμοῖς καὶ διαφόρους σχετικὰς καταστάσεις, αἵτινες διαλευκαίνουσι τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων πόρων τοῦ Δημοσίου. Θὰ ὑποβάλωμεν πᾶν ὅ,τι δυνάμεθα. Ἀπορῶ ὅμως, πῶς ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις ἐγνώριζε καὶ γνωρίζει τὴν κατάστασιν τοῦ λογιστικοῦ, ὑπέθεσεν ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν δύνανται νὰ συλλεχθῶσιν αἱ πληροφορίαι, ἃς ζητεῖ.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ τὰς ἔχω ἤδη.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠμφισβήτησε τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐπισήμως ἔδωκα, ὅτι τὸ τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους δὲν ἐλειτούργει. Ὅπως ὑποστηρίξῃ τὸν μὴ ἀκριβῆ ἰσχυρισμόν του, κατέφυγεν εἰς ἀθώαν, ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ ἄλλην λέξιν, παρομοίωσιν. Ἐνόμισεν ὅτι πρόκειται νὰ τεθῇ τύπος ἰδιαίτερος εἰς τὰ ἐκ τῶν δανείων εἰσπραττόμενα χρήματα, καὶ διὰ τοῦ ἰδιαιτέρου τούτου τύπου νὰ διακριθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα καὶ ἡ κίνησις αὐτῶν. Ἐξ’ ὅσων ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἄλλοτε ἐποιήσατο χρῆσιν τοιούτου ἀθώου ἐπιχειρήματος, ἀναξίου σοβαρᾶς συζητήσεως. Δὲν πρόκειται περὶ εἴδους καὶ τύπου χρημάτων, ἀλλὰ περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ λογιστικῶν βιβλίων, ἐν οἷς νὰ ἀναγράφωνται τὰ ποσὰ, ἅτινα εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον ἐκ δανείων, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διέθεσε ταῦτα. Ἀπορῶ, Κύριοι, πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἀνάγκης συντάξεως ἐπισήμων βιβλίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων νὰ καταγράφωνται ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ἔσοδα τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ ἑνὸς οἱουδήποτε δανείου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ ἔξοδα τὰ διὰ τῶν ἐσόδων τούτων πληρωθέντα.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτι ταῦτα εἶναι τὰ ἔσοδα, καὶ δεύτερον ὅτι εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἐγγραφή.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἰσάγονται ὅλα εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον· πολλὰ ἐξ αὐτῶν ἔχουσιν εἰδικὸν προορισμόν. Καθ’ οἱονδήποτε ὅμως τρόπον καὶ ἂν διατίθηνται ταῦτα, εἴτε εἰσαγόμενα εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον, εἴτε μὴ, πρέπει πάντως νὰ ἀναγράφωνται ἐντὸς λογιστικῶν βιβλίων. Οἱ φάκελλοι, οὓς ἀνεφέρατε, καὶ αἱ σημειώσεις, ἃς ἐκράτει ὁ ἄλλως τε ἀξιότιμος, ἀλλὰ μὴ ἔχων τὴν εὐθύνην τῆς διευθύνσεως τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν, Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δύνανται νὰ ἱκανοποιῶσιν ὑμᾶς, ἀλλὰ δὲν ἀποτελοῦσιν ἐπίσημον λογιστικόν. Πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ ἐπέκεινα ὁ κ. Δειμέζης εἶχε διορισθῆ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐπισήμως δ’ εἶχε τὴν διεύθυνσιν τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν ὁ κ. Παντελάκης.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν εἶχεν εἰς τὸ τέλος.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἦτο τοιοῦτος ἀπὸ ἑνὸς περίπου ἔτους, δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ ᾖ συγχρόνως καὶ τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τοιοῦτος ἦτο, ἐπισήμως διωρισμένος, ὁ κ. Παντελάκης, ὅστις ἐρωτηθεὶς παρ’ ἐμοῦ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τμήματος, μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι βιβλία, ἐν οἷς νὰ ἀναγράφωνται αἱ σχετικαὶ πρὸς τὰ δάνεια πράξεις, καὶ ὅτι οὐδεμίαν δύναται νὰ μοὶ δώσῃ περὶ αὐτῶν πληροφορίαν. Οἱ φάκελλοι εὐτυχῶς ὑπάρχουσιν. Ἀλλ’ εἰς τοὺς φακέλλους ὀφείλουσι νὰ καταφεύγωσιν ὁ διευθυντὴς τοῦ τμήματος καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως πληροφορηθῶσι πρᾶξίν τινα ἀφορῶσαν τὰ δάνεια, ἢ εἰς βιβλία λογιστικά, ἅτινά εἰσιν ἀπόῤῥοια τῶν φακέλλων; Ἐὰν ὁ κ. Δειμέζης, δι’ οἱονδήποτε λόγον, εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ δώσῃ, εἴτε ἀπὸ μνήμης εἴτε ἐκ σημειώσεων, πλείστας πληροφορίας, ἤθελεν εἶσθαι ἀδύνατον νὰ γνωρίσωμεν καὶ κατατάξωμεν ἐν βιβλίοις τὰς μὲ τὸ δημόσιον χρέος σχετιζομένας πράξεις. Εὐτυχῶς ἠδυνήθη νὰ δώσῃ πληροφορίας, αἵτινες συνεπληρώθησαν διὰ τῆς ἐργασίας εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Τοιουτοτρόπως δὲ τὸ τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους ἤρξατο νὰ λειτουργῇ, ἀτυχῶς μὲν, διότι ἔχει ἀνάγκην πολλῆς ἀκόμη ἐργασίας, ὅπως συμπληρωθῇ, ἀλλ’ ἀρκούντως, ὅπως δώσῃ ἡμῖν πληροφορίας τινὰς διὰ τὰς πράξεις τοῦ παρελθόντος, καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θ’ ἀναγράφωνται τακτικῶς αἱ τὸ δημόσιον χρέος ἀφορῶσαι πράξεις. Προχθὲς κατέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν περιληπτικὰς καταστάσεις, αἵτινες ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν ἤδη. Καὶ ἄλλας δὲ τοιαύτας, σχετικὰς πρὸς τὸ δημόσιον χρέος, ἐλπίζω νὰ καταθέσω προσεχῶς. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπερωτήσεως, ἣν κατέθηκεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐξ ὅσων ὅμως περὶ αὐτῆς εἶπε, μοὶ φαίνεται ὅτι ζητεῖ τοσαύτας λεπτομερείας, ὥστε δὲν θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ταχεῖα αὐτῶν συλλογὴ καὶ κατάθεσις εἰς τὴν Βουλήν· ἐὰν δὲ, ὡς εἶπεν, ἔχει παρ’ ἑαυτῷ σημείωσίν τινα, ἀνάλογον ἐκείνων, ἃς εἶχεν ὁ κ. Δειμέζης, ὀφείλει νὰ καταθέσῃ αὐτήν, διότι ἴσως θὰ εὕρωμεν καὶ ἐν αὐτῇ πληροφορίαν τινὰ, συντελοῦσαν εἰς τὴν τακτοποίησιν τοῦ λογιστικοῦ τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὁποῖον, εἰς ἣν εὕρομεν κατάστασιν, ἐκ σημειώσεων προσπαθοῦμεν νὰ σχηματίσωμεν καὶ συμπληρώσωμεν.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐκ σημειώσεων ἠναγκάσθη νὰ συντάξῃ τοὺς πίνακας, οὓς ὑπέβαλε.
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ βιβλία, καὶ ἐκ τῶν βιβλίων τοὺς πίνακας.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Βουλὴ γινώσκει, ὅτι ταῦτα δὲν ἔχουσιν οὕτω· διότι εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ὑποβεβλημένοι οἱ λογαριασμοὶ ὅλων τῶν δανείων τῶν ἐκκαθαρισμένων, καὶ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, καὶ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, καὶ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, καὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, καὶ τοῦ δανείου τῆς ἀνεξαρτησίας. Οἱ λογαριασμοὶ εἶναι ὑποβεβλημένοι πλήρεις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δημοσιευμένοι· ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δικαιοῦται, λέγων ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἐπίσημα στοιχεῖα περὶ τῶν δανείων τούτων. Οὐ μόνον τὰ στοιχεῖα ὑπῆρχον πάντα, ἀλλὰ καὶ πίνακες κατεστρωμένοι πλήρεις. Δὲν ὑπῆρχον ἐγγεγραμμένα ἐν βιβλίῳ καὶ πίνακι τὰ τῶν δανείων τῶν μὴ ἐκκαθαρισμένων. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν βιβλίῳ, τῷ ὁριστικῷ βιβλίῳ, ἢ ἀφοῦ ἐκκαθαρισθῶσιν. Ἡ δὲ ἑτέρα πληροφορία, ἣν ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν δανείων, τουτέστιν ἡ συσχέτισις τοῦ χρήματος τοῦ λαμβανομένου πρὸς τὸ χρῆμα τὸ διατιθέμενον, τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν δανείων· τοῦτο θὰ εὕρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ γενικῇ ληψοδοσίᾳ τοῦ Κράτους. Ἀφοῦ βεβαιωθῇ ἐκ τῶν βιβλίων τῶν δανείων τί εἰσεπράχθη, θὰ ἐξετάσῃ ἐν τῇ γενικῇ ληψοδοσίᾳ τοῦ Κράτους, ἂν τὸ εἰσπραχθὲν διετέθη κατὰ τὰς εἰδικὰς περὶ τοῦ δανείου διατάξεις. Ἐκ τοῦ βιβλίου ὅμως τοῦ δανείου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθαρισθῇ, τί ἐγένετο τὸ ἐκ τοῦ δανείου χρῆμα· διότι τὸ ἐκ τοῦ δανείου χρῆμα δὲν ἔχει ἰδίαν ὑπόστασιν, τὸ ἐκ τοῦ δανείου χρῆμα ἐγγράφεται ἐν τοῖς γενικοῖς λογαριασμοῖς τῶν εἰσπράξεων τοῦ Κράτους, ἐκ τούτων δὲ τῶν ἐν τοῖς γενικοῖς λογαριασμοῖς ἐσόδων τοῦ Κράτους γίνονται αἱ πληρωμαὶ συμφώνως πρὸς τὰς περὶ δανείων διατάξεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτει ἐν τοῖς βιβλίοις ἄλλο, καὶ βεβαίως τὸ ἄλλο τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἐν τοῖς βιβλίοις, ὅπως τέως συνετάσσοντο. Τώρα ἴσως συντάσσονται βιβλία κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην οὐδὲ δύναμαι νὰ κατανοήσω βιβλίον δανείου, ἀναγράφον εἰς τί τὸ ἐκ τοῦ δανείου χρῆμα διετέθη. Τὸ βιβλίον τοῦ δανείου ἀναγράφει τὰ τῆς συμφωνίας καὶ τὰ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς, ἤτοι τὰ τῆς εἰσπράξεως, τὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰ τῆς ἀποδόσεως· ἵνα δὲ πλείονα περιλαμβάνῃ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰδικὸν ταμεῖον ἑκάστου δανείου, ἐνῷ τὸ λογιστικὸν τοῦ Κράτους ὑποθέτει τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς μόνου γενικοῦ λογαριασμοῦ τοῦ Κράτους, ἑνὸς μόνου ταμείου, εἰς ὃ εἰσέρχονται πάντα τὰ εἰσπραττόμενα καὶ ἐξ οὗ ἐξέρχονται πάντα τὰ πληρονόμενα, εἴτε τὰ πληρονόμενα ταῦτα ὀφείλονται ἐκ γενικῆς ὑποχρεώσεως, εἴτε ὀφείλονται ἐξ εἰδικῆς ὑποχρεώσεως, σχετιζομένης πρὸς ὡρισμένον δάνειον, ἢ πρὸς ἄλλην τινὰ πρᾶξιν τοῦ Δημοσίου.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀληθῶς τὸ γενικὸν λογιστικὸν τοῦ Κράτους ὑποθέτει, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ εἰσπραττόμενα ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, διατίθενται ἐξ αὐτοῦ εἰς τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας προωρίσθησαν. Ἀλλὰ τὸ γενικὸν λογιστικὸν τοῦ Κράτους παρεμορφώθη κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, καὶ ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅσοι εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν πρώτην φορὰν σήμερον, δὲν γνωρίζουσι κατὰ τίνα τρόπον παρεμορφώθη τὸ γενικὸν λογιστικὸν τοῦ Κράτους, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὅσοι διετέλουν κατὰ τὰς συνόδους τῆς παρελθούσης περιόδου. Παρεμορφώθη διότι, ἐνῷ τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰσάγονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἔπρεπε νὰ διατεθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων προσδιώριζε, τὰ ἔκτακτα ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰσήρχοντο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ διετίθεντο εἰς ἄλλας ἀνάγκας, καὶ οὐχὶ εἰς ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας προωρίσθησαν. Καὶ τοῦτο ἰδίως ἐνόει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν σᾶς ἔλεγεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε βιβλίον, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ σημειώνωνται ὄχι μόνον πόσα τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ ἑκάστου δανείου, ἀλλὰ καὶ ποῦ τὰ εἰσπραχθέντα ἐδαπανήθησαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὡμίλησεν ἐπανειλημμένως, διὰ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος τῶν δανείων διετέλει ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει, ὅτε παρέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου· ἐπεθύμει ἴσως νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἀγνοίας τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, τῶν πρώτην φορὰν σήμερον ἐκλεχθέντων. Εὐτυχῶς ὅμως συνεδριάζει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς κ. Βαλσαμάκης, ὅστις ἐνθυμεῖται ποῖος ἦτο ὁ πίναξ τῶν δανείων, τὸν ὁποῖον κατέθηκεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει αὐτοῦ. Καὶ τοιοῦτος ἦτο ὁ πίναξ ἐκεῖνος τῶν δανείων, τὸν ὁποῖον συνέταξε τὸ τμῆμα τῶν δανείων, καὶ τὸν ὁποῖον κατέθηκεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκεῖνος ἠναγκάσθη τὸ πρῶτον νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι εἶχε μικρόν τι λάθος· ὅταν δὲ τὰ λάθη ἐξηλέγχοντο, τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου, καὶ ἡ ἐξέλεγξις ἤγειρεν ὑπονοίας, ὅτι ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ μὴ ἦσαν λάθη, τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκεῖνος ἠναγκάσθη νὰ ἀποκηρύξῃ τὸ ἔγγραφον, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἀγνοεῖ, πῶς εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτον ἔγγραφον. Ἐν τούτοις τὸν πίνακα ἐκεῖνον εἶχε καταθέσει αὐτὸς οὗτος ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ὄχι μόνον ἀπεκήρυξε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἠμφισβήτησε καὶ ἂν τὸ κατέθεσε, ἐνῷ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἔφερε τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους ἐπισήμου ἐγγράφου, διότι ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τμηματάρχου τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἀνέφερε πρὸ μικροῦ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ τμηματάρχης τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν, οὗ τὸ ὄνομα ἐμνημόνευσε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τῷ ὄντι εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ πίνακα· ὁ πίναξ περιεῖχε σφάλμα, ὅτε δ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπεκαλέσθη τὸν πίνακα τοῦτον, ὃν εἶχε ζητήσει ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, λαβὼν ἐγὼ γνῶσιν αὐτοῦ, εἶπον ὅτι δὲν ἦτο καθ’ ὅλα ἀκριβής. Αἱ ἀμφισβητήσεις περὶ τοῦ πίνακος τούτου, ὅτι δῆθεν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν παρ’ ἐμοῦ, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου, τοῦτο δεικνύει τὴν τότε κομματικὴν ἔξαψιν, ἥτις ἦτο τοσαύτη, ὥστε ἐνόμισάν τινες, ὅτι ἐπετρέπετο καὶ ἐν τούτῳ διαστροφή. Ὁ πίναξ δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ παρ’ ἐμοῦ· ὁ πίναξ ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τμηματάρχου κ. Παντελάκη, εἶχε δὲ ὑποβληθῆ παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἡμεῖς παρείχομεν πᾶσαν εὐκολίαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἀρύηται ἀπ’ εὐθείας πληροφορίας ἐν τοῖς γραφείοις τῶν Ὑπουργείων. Ὁ πίναξ οὗτος περιεῖχε καὶ ἓν λάθος· κατέδειξα τὸ λάθος τοῦτο εὐθύς, καὶ ἐζήτησα τὴν διόρθωσιν αὐτοῦ· τινὲς ὅμως ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐνόμισαν ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀπαιτήσωσιν, ἐπειδὴ ὁ πίναξ ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ τμήματος, νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀλήθεια τὰ ἐν τῷ πίνακι, ἐνῷ προέκειτο περὶ ἀριθμῶν, καὶ ἐγώ, ζητῶν τὴν διόρθωσιν, ἔφερον τὴν ἀπόδειξιν τοῦ λάθος. Εἰς τὴν μνείαν τούτων προῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ τῆς προθέσεως, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ τμῆμα κακῶς ἐλειτούργει. Ἀφοῦ τὸ τμῆμα ἔδωκέ ποτε πίνακα, περιέχοντα λάθος, ἀρκεῖ τοῦτο, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα ὑποστηριχθῇ, ὅτι τὸ τμῆμα διετέλει εἰς παράλυσιν. Κατ’ ἐμὲ, δὲν ἀρκεῖ· τοὐναντίον δὲ βεβαιῶ, ὅτι τὸ τμῆμα εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ παντὸς δανείου μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ζητοῦνται αὗται· καὶ περὶ μὲν τῶν ἄλλων δανείων δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναζητήσεως πληροφοριῶν, διότι εὕρηνται ὅλαι ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς, περὶ τῶν δανείων δὲ τῶν μήπω ἐκκαθαρισθέντων πρέπει ν’ ἀναζητηθῶσι τὰ τῆς νῦν καταστάσεως αὐτῶν ἐν τοῖς φακέλλοις τῆς ὑπηρεσίας, οἵτινες εἶναι τοσοῦτον καλῶς ταξινομημένοι, ὥστε πρόχειρον παρέχουσι πᾶσαν πληροφορίαν. Ἐγὼ ἐν τοῖς φακέλλοις τούτοις ἠρύσθην τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω παρ’ ἐμοὶ περὶ τῶν μήπω ἐκκαθαρισμένων δανείων, ὡς πρὸς δὲ τὰ ἐκκαθαρισμένα, ἀρύομαι τὰς πληροφορίας ἐκ τῶν καταστάσεων, αἵτινες κατὰ καιροὺς κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς δὲ καὶ ἐν ταῖς εἰσαγωγικαῖς ἐκθέσεσι τῶν προϋπολογισμῶν. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς δὲν συνώδευσε διὰ τοιαύτης εἰσαγωγικῆς ἐκθέσεως τὸν προϋπολογισμὸν, ὑπέβαλε μόνον ὅσα εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅλως ἄχρηστα εἰς ἀναπλήρωσιν ὑπηρεσιακῆς ἐκθέσεως, διότι ἡ ἔκθεσις ἀπὸ τοῦ βήματος μετέχει χαρακτῆρος πολιτικοῦ. Ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἣν παριστᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς μὴ διαχειρισαμένην τὰ οἰκονομικὰ μετ’ ἀκριβείας, πλὴν τῆς ἀγορεύσεως, ἥτις ἑκάστοτε ἐγίνετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, περιελαμβάνετο ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔκθεσις πλήρης, οὐχὶ μόνον εἰσηγουμένη τὰ ἐν αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ παρέχουσα πᾶσαν πληροφορίαν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους, τοῦ μήπω περαιωθέντος, καὶ τοῦ προηγουμένου ἔτους, καὶ ἐπεξηγοῦσα τὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ προτελευταίου ἔτους ὅστις πάντοτε ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πρῶτον ἤδη δὲν ὑπεβλήθη ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ προτελευταίου ἔτους, ἤτοι ὁ τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συμπληρωθείσης χρήσεως, μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σήμερον ἔτι, νομίζω, δὲν ἔχομεν ἔντυπον τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1888· ἀγνοῶ ἐὰν ὑπεβλήθη· ὅ,τι γινώσκω εἶναι, ὅτι πρὸ τῆς ἀποχωρήσεως ἡμῶν ἀπὸ τῶν πραγμάτων εἴχομεν ἤδη ἀπεσταλμένα πλεῖστα ἐκ τῶν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1888 εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον, καὶ βεβαίως, ἐὰν μὴ ἐπήρχετο ἡ μεταβολὴ τοῦ Ὀκτωβρίου, ἤθελεν εἰσαχθῆ συνάμα μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 καὶ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1888. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶχεν εἰσαχθῆ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1887 τὸν Νοέμβριον, τὸ προηγούμενον ἔτος εἶχεν εἰσαχθῆ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1886 ἐπίσης τὸν Νοέμβριον, καὶ βεβαίως τὸν Νοέμβριον τοῦ 1890 θὰ εἰσήγετο ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1888, ἐὰν μὴ ἀνελάμβανε τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, εὑρὼν ἐν αὐτοῖς πλήρη τὴν σύγχυσιν, ἣν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ θεωρῶ ὑποκειμενικὴν, μηδεμιᾶς ὑπαρχούσης συγχύσεως ἀντικειμενικῆς.
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν, ἢ δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐννοήσῃ καὶ ἐξελέγξῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔδιδον αὐτῷ περὶ τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ. Λυποῦμαι διότι τοιαύτην μοὶ γεννῶσιν ὑπόνοιαν ὅσα εἶπε καὶ ἰδίως ἡ τελευταία φράσις, ἥτις ἐξέφυγε τοῦ στόματος αὐτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου, ὅτε ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ὑπῆρχε τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1888 εἰς τὸ τυπογραφεῖον. Τὸ κύριον μέρος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποτελοῦσι τὰ ἔσοδα, μόλις συνεπληρώθη κατὰ τὴν 12ην Ἰανουαρίου 1891. Τότε μόνον τὸ Γενικὸν Λογιστήριον κατώρθωσε, κατόπιν ἐπιμόνου ἀπαιτήσεώς μου, νὰ συγκεντρώσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ 1888. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 νὰ ὑποβάλω ἀπολογισμὸν τοῦ 1888 καὶ προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889, ἤθελον πράξει τοῦτο. Αἱ ἐγγραφαὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ἔφθανον μόλις μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1889. Αἱ πράξεις δὲ ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1889 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1890, δηλ. ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος καὶ ἕνα μῆνα, δὲν εἶχον ἐξελεγχθῆ μήτε ἐγγραφῆ ἐν τοῖς τακτικοῖς βιβλίοις. Εὗρον τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐν καθυστερήσει ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1889. Μόλις δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπεραίωσε τὰς ἐγγραφὰς τοῦ 1889 καὶ ἤρχισε τὰς τοῦ 1890. Τὸ τμῆμα δὲ τῶν δημοσίων χρεῶν, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, δὲν ἐλειτούργει κανονικῶς. Δὲν συνετάσσοντο ἐν αὐτῷ λογιστικὰ βιβλία. Τὸ ὑλικὸν αὐτὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται λογιστικὸν βιβλίον, δὲν ὑπῆρχε. Μὴ ὑπάρχοντος δὲ τούτου, ἡ συζήτησις, κατὰ τίνα τρόπον ἔπρεπε νὰ ἐγγράφωνται ἐν αὐτοῖς αἱ πράξεις αἱ σχετικαὶ πρὸς τὰ δάνεια, ἀποβαίνει περιττή. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐγγράφωνται κατὰ τὸν ἕνα ἢ κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον, διπλογραφικῶς ἢ ἁπλογραφικῶς. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχουν βιβλία, τίνα λόγον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ τοιαύτη διαφωνία; Οἱ φάκελλοι δὲν δύνανται ν’ ἀντικαταστήσωσι τὰ βιβλία. Μήτε αἱ σημειώσεις, δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἐπίσημον τοῦ Κράτους λογιστικόν. Τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων, τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τῶν δανείων, δεικνύουσιν αἱ προχθὲς κατατεθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν περιληπτικαὶ καταστάσεις τῶν χρήσεων καὶ τῶν διαχειρίσεων τοῦ 1888, 1889 καὶ 1890. Ἐλπίζω δὲ προσεχῶς νὰ καταθέσω καὶ ἑτέρας συμπληρωτικὰς περὶ τῶν δανείων πληροφορίας, ἃς τὸ ἐν τῇ ὀργανώσει αὐτοῦ εὑρισκόμενον τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους ἀσχολεῖται νὰ συλλέξῃ ἐκ τῶν ἐν λογιστικῇ ἀταξίᾳ εὑρισκομένων στοιχείων. Θὰ ἠδυνάμην νὰ προτάξω τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἂν ἤθελον νὰ βασίσω αὐτὴν ἐπὶ βάσεων μὴ ἀκριβῶν, ὅπως ἦσαν καὶ αἱ τῶν προηγουμένων προϋπολογισμῶν. Ἐπιθυμῶν ὅμως νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ὅσον τὸ δυνατὸν θετικωτέρας, ἐπροτίμησα νὰ δώσω ταύτας ἀργότερον, μετὰ ἔρευναν καὶ ἐξέτασιν τῶν διαφόρων λογιστικῶν στοιχείων. Τοιαύτας δὲ πληροφορίας περιέχουσιν αἱ ὑποβληθεῖσαι καὶ αἱ ὑποβληθησόμεναι καταστάσεις.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀμφισβητεῖ τὴν ἀκρίβειαν τῆς πληροφορίας, ἣν ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπεστείλαμεν εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον πλεῖστα ἐκ τῶν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1888, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ πιστοποίησιν ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου περὶ τῶν ἀποσταλέντων εἰς αὐτὸ ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ ἐκείνου πρὸ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου. Ἐκ ταύτης θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἦσαν πάντα ἀπεσταλμένα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ ἔξοδα. Περὶ τῶν ἐσόδων εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἦτο ἕτοιμον τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐκτελέσῃ καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὅ,τι ἐξετέλεσε κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἤτοι τὴν ὑποβολὴν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1888 κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1890· ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἤμεθα κατὰ πάντα ἕτοιμοι. Δὲν ἐφρονοῦμεν ὅτι ἡ 14η Ὀκτωβρίου ἤθελεν ἀποβῆ καθ’ ἡμῶν, καὶ ἤμεθα ἕτοιμοι, ὅπως παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τῆς νέας Βουλῆς φέροντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 καὶ πάντα τὰ σχετικά. Περὶ τῶν σημειώσεων, καθ’ ἃς θὰ συνετάσσοντο οἱ ὁριστικοὶ πίνακες καὶ ἂν οὗτοι ἔμειναν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἢ ἐλήφθησαν ὑπὸ τοῦ τέως διευθυντοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, τοῦτο δὲν γινώσκω, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἦσαν σημειώσεις, δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου Οὐδεμία ὅμως ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι διετελοῦμεν κατὰ πάντα ἕτοιμοι, ὅπως ὑποβάλωμεν ἐγκαίρως τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1888, εἴχομεν δὲ μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 παρεσκευασμένην τὴν ἔκθεσιν, τὴν περιλαμβάνουσαν καὶ τὰ περὶ τῶν δανείων πάντα ὡς καὶ πρότερον, ἤτοι πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς συντάξεως τῆς ἐκθέσεως. Ἐν τούτῳ οὐδεμίαν ἡμεῖς ἀπηντῶμεν δυσχέρειαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν λέγει ἤδη, ὅτι αἱ πληροφορίαι, αἱ διδόμεναι ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, δὲν ἦσαν ἀληθεῖς, καὶ ὅτι θέλει τὰς ἀνατρέψει. Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον· διότι, προκειμένου περὶ ἐπισήμων πληροφοριῶν, ἵνα τὰς ἀνατρέψῃ, πρέπει νὰ ἀποδείξῃ πλαστογραφίαν.
§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσι πληροφορίαι.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πολλοὺς βλέπω ἐν τῇ Βουλῇ, οἵτινες θὰ ἐνθυμοῦνται, ὅτι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ὅλαι αἱ ζητηθεῖσαι περὶ δανείων πληροφορίαι καὶ ὅλαι αἱ καταστάσεις· οὐδεμία δὲ ὑπάρχει δυσκολία, ἵνα περὶ τῶν δανείων τῶν μήπω ἐκκαθαρισμένων καταστρωθῶσι τ’ ἀποτελέσματα ἐκ τῶν φακέλλων. Μάτην ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εὕρῃ ταῦτα ἐν βιβλίῳ ἑνιαίῳ. Ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς φακέλλους, καὶ μόνον ἀφοῦ ἐκκαθαρισθῶσι, δύνανται νὰ καταλάβωσι θέσιν ἐν διαρκεῖ βιβλίῳ δημοσίου χρέους. Οἱ φάκελλοι εἶναι ἄριστα ταξινομημένοι, καὶ ἐν τούτοις ἀνευρίσκεται ἑτοίμως πᾶν τὸ ζητούμενον.
§27ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί ἐννοεῖτε «μήπω ἐκκαθαρισμένων»;
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοῶ, ὅτι ὑπάρχουσι περὶ τῶν δανείων τούτων ζητήματα ἐκκρεμῆ μεταξὺ τῶν ἀναδόχων καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγραφῶσιν ὡς ὁριστικαὶ αἱ περὶ αὐτῶν πράξεις, ἐφ’ ὅσον δὲν θεωροῦνται ὁριστικαὶ παρ’ ἀμφοτέρων τῶν συμβαλλομένων.
§29ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ αὐτὴ ἡ ληψοδοσία δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένη;
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τοῖς φακέλλοις καὶ ἐν βιβλίοις· δὲν εἶναι ὁριστικῶς ἀναγεγραμμένη ἐν ἑνιαίῳ βίβλῳ τοῦ δημοσίου χρέους.
§31ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄρθρον ὅμως τοῦ λογιστικοῦ νόμου διατάσσει τὴν τοιαύτην ἐγγραφὴν τοῦ δημοσίου χρέους ἐν βιβλίοις.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βοηθητικὰ βιβλία ὑπάρχουσι, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀρχόμενος τῆς μακρᾶς ταύτης συζητήσεως, εἶπεν ὅτι βιβλία ὑπάρχουσι. Μέγα βιβλίον τοῦ δημοσίου χρέους δὲν ὑπάρχει· ἐν ὁριστικῷ δὲ βιβλίῳ δὲν δύναται νὰ ἐγγραφῇ δάνειόν τι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις αὐτοῦ.
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχουσι βιβλία.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ λέγετε τώρα.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ εἶπον καὶ πρότερον καὶ τὸ ἔγραψα ἄλλοτε.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τί ἐγράψατε ἄλλοτε, δὲν ἠξεύρω· ἐγὼ ἐμνήσθην τοῦ παρ’ ὑμῶν πρὸ μικροῦ ῥηθέντος, ὅτι ὑπάρχουσι βιβλία, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει γενικὸν βιβλίον· καὶ ἂν ὅμως ὑμεῖς δὲν ἐλέγετε τοῦτο, λέγω ἐγὼ, ὅτι βιβλία ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ βιβλίον τοῦ δημοσίου χρέους δὲν ὑπάρχει, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἐφ’ ὅσον ἡ δοσοληψία δὲν καταστῇ ὁριστική. Ἡμεῖς σήμερον ζητοῦμεν πληροφορίας περὶ τῶν δανείων, ἃς εἶναι εὐχερέστατον νὰ μᾶς δώσητε, διότι ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο νὰ καταστρώσητε ἐν πίνακι ὅσα εὑρίσκονται ἐν διαφόροις ἀνακοινώσεσι, γενομέναις κατὰ διαφόρους ἐποχὰς πρὸς τὴν Βουλὴν· τοιοῦτος πίναξ παρέχει κεκηρυγμένην βάσιν εἰς στήριξιν παρατηρήσεων, ἃς καὶ ἄλλοι καὶ ἐγὼ θέλομεν θεωρήσει πρέπον ν’ ἀναπτύξωμεν περὶ τῶν δανείων. Ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς νομίσῃ, ὅτι δὲν πρέπει ἢ ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον πίνακα, θέλω τὸν ὑποβάλει ἐγώ, διότι ἔχω ἑτοίμους τὰς πληροφορίας, λαβὼν ταύτας ἐκ τῶν φακέλλων καὶ τῶν βιβλίων, ἅτινα ὑπάρχουσι, παρέχοντα αὐτὰς ἀκριβεῖς καὶ ἀφθόνους.
§37ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν πρὸς τὸν τέως Πρωθυπουργὸν, καὶ θέλων νὰ καταδείξῃ τὴν τάξιν, ἥτις ἐπεκράτει, ὅτε τὸ Κράτος διῳκεῖτο ὑπὸ τούτου, καὶ ἐν τῷ τμήματι τῶν δημοσίων χρεῶν, ἐπεκαλέσθη ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν τελευταίαν νομίζω Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ. Ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι ἔχει ἰσχυρότατον τὸ μνημονικόν, ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἠδίκησε τὸ μνημονικόν του, διότι πάντα, ὅσα ἀνέφερεν, ὡς πρὸς τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο, πρὸς ἀνασκευὴν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντων, εἶναι ἀνακριβῆ. Τὸν πίνακα τῶν δημοσίων χρεῶν εἶχον ζητήσει πράγματι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέρος, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐλάμβανον αὐτὸν καὶ ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, καίτοι παρῆλθε πολὺς χρόνος, ὑπεχρεώθην νὰ ἐπαναλάβω τὴν αἴτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ κατόπιν ταύτης ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος πίναξ. Πάντα δὲ, ὅσα εἶπεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς τότε ὡς πρὸς τὸν πίνακα ἐκεῖνον, δικαιολογῶν τὰ λάθη, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν αὐτῷ, ἐπανέλαβε καὶ σήμερον. Καὶ τότε ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο δὲν κατέθεσεν ὁ ἴδιος ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὅτι ἐδόθη κατὰ λάθος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅπως ἀποδείξω δὲ τότε τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ ὡς ἀνακριβεῖς, ὑπεχρεώθην νὰ προστρέξω εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, δι’ ὧν ἀπέδειξα τὴν ἀνακρίβειαν τῶν λόγων του· καὶ σήμερον, ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς τοὺς ἰσχυρισμούς του, οὐδόλως διστάζω νὰ φέρω τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ προκύψῃ, ὅτι οὐ μόνον ἐζήτησα τὴν προσαγωγὴν τοῦ πίνακος ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ τὸν κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ τότε Πρωθυπουργός. Ἐπὶ τοῦ πίνακος ἐκείνου ἐγένοντο διάφοροι συζητήσεις, καὶ μετὰ ταύτας ὑπεχρεώθη νὰ ὁμολογήσῃ τὰ ὑπάρχοντα σφάλματα, καὶ νὰ ὑποβάλῃ πίνακα διωρθωμένον. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ ἐπεισόδιον ἀποδεικνύει τὴν ἀταξίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ περίστασις αὕτη, καθ’ ἣν ὑπεχρεώθημεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ἐσφαλμένων πινάκων, ἀλλὰ καὶ πολλαὶ ἄλλαι· ἴσως δὲ τὰ σφάλματα δὲν προήρχοντο ἐξ ἀμελείας, ἀλλὰ καὶ ἐκ προθέσεως. Καὶ ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν τὴν συζήτησιν, τὴν γενομένην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαπυλίων, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει πίνακος, δι’ οὗ κατεδεικνύετο τὸ τραγελαφικὸν τοῦ ὑποβληθέντος νόμου. Τί δὲ προέκυψε κατόπιν καὶ μετὰ πολλὰς συζητήσεις; ὅτι ὁ πίναξ ἐκεῖνος ἦτο ἐσφαλμένος· εὐφυολογῶν δὲ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ δεικνύων πίνακα, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀποκόψει τὴν ἐπικεφαλίδα, κατεδείκνυε τοὺς ἰσχυρισμούς μου ἐσφαλμένους, ὡς στηριζομένους ἐπὶ πίνακος ἐσφαλμένου. Ἀλλὰ καὶ ἡ σημερινὴ συζήτησις μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τί ἀποδεικνύει; Ἠρνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας; οὐδόλως· εἶπε μόνον, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὰς δώσῃ ἐντὸς βραχείας προθεσμίας, διότι δὲν ἔχει πρόχειρα τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν εἰς τὸ τμῆμα τοῦ δημοσίου χρέους. Τί δὲ ἰσχυρίσθη ὁ πρώην Πρωθυπουργός; ὅτι δὲν ὑπάρχουν βιβλία, ἀλλὰ φάκελλοι, οἷοι καὶ οἱ τῶν τουρκικῶν δικαστηρίων καὶ ἀρχείων, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ δώσῃ πληροφορίας, ἰσχυρίσθη ὅτι ἀπαιτεῖται χρόνος. Ταῦτα δὲ πάντα ἀποδεικνύουσι τὴν ἀταξίαν, καὶ τὴν ἀταξίαν ταύτην ἐπιβεβαιοῖ διὰ τῶν λόγων του ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, ὅστις, ἂν δὲν ὑπῆρχεν αὕτη, βεβαίως δὲν θὰ ἠδύνατο τόσον εὐκόλως νὰ καλύπτῃ διὰ τῆς ἀναμίξεως τῶν ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν πληρωμῶν τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκτιθέμενα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀναγγελλομένων παρ’ αὐτοῦ ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων, καὶ νὰ ἀντικρούῃ τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν, πειρωμένην ν’ ἀποδείξῃ δι’ αὐτῶν τούτων τῶν προϋπολογισμῶν του τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἀνεφαίνοντο διὰ τῶν γραμμῶν αὐτῶν. Εἰς τὴν αὐτὴν σύγχυσιν ὀφείλονται ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἰσολογισμοὶ, οἱ ὁποῖοι κατέληγον εἰς τὰ ἰδανικὰ ἰσοζύγια, τὰ ἠθικὰ ἐλλείμματα καὶ τὰ μέλλοντα περισσεύματα.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας εἶπεν, ὅτι ὁ λόγος τῆς συγχύσεως ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους προέρχεται ἐκ τῆς μὴ διακρίσεως τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἡ πρώην Κυβέρνησις σκοπίμως ἀπέφευγεν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τὴν διάκρισιν ταύτην ἀπέφευγεν ἐκ μόνου τοῦ λόγου, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ἐκ τοῦ νόμου τοιαύτη διάκρισις. Ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπεται ἀποχωρισμὸς τῶν τακτικῶν πόρων καὶ τῶν ἐκτάκτων, τῶν τακτικῶν δαπανῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων· διότι ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ Κράτους, κατὰ τὸ λογιστικὸν αὐτοῦ σύστημα, εἶναι ἑνιαῖοι. Ναὶ μὲν κατ’ οὐσίαν ὑπάρχει διάκρισις τακτικῶν πόρων καὶ ἐκτάκτων, τακτικῶν δαπανῶν καὶ ἐκτάκτων, ἀλλὰ λογιστικῶς ἑνιαῖος ἀπολογισμὸς περιλαμβάνει τακτικά τε καὶ ἔκτακτα. Ἑπομένως εἰς ἕκαστον ἀνήκει νὰ κατατάξῃ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅπως αὐτὸς φρονεῖ, ὅτι εἶναι διακριτέα τὰ τακτικὰ καὶ τὰ ἔκτακτα. Ἐκ τούτου βλέπετέ τινα κατατάττοντα ὡς τακτικὰ ὅσα ἄλλος κατατάττει ὡς ἔκτακτα καὶ τἀνάπαλιν, λογιστικῶς ὅμως πάντα ταῦτα ἀπαρτίζουσι τὸν ἑνιαῖον ἀπολογισμόν. Περὶ συγχύσεως ἄρα ἀπολογισμῶν, ὡς σκοπίμου, δὲν δύναται νὰ γένηται λόγος, ἀφοῦ καθῆκον εἴχομεν ἡμεῖς, ὅτε διεχειριζόμεθα τὰ κοινὰ, νὰ ἐγγράφωμεν ἐν τῷ αὐτῷ ἀπολογισμῷ τακτικά τε καὶ ἔκτακτα. Ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἐπὶ ἑτέρου θέματος, τοῦ τῶν διαπυλίων τελῶν, εἶπεν ὅτι, δίδοντες πληροφορίας, ἀπεπλανήσαμεν αὐτόν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ δοθεῖσαι πληροφορίαι ὑπῆρξαν ἀφορμὴ πλάνης τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλὰ τῆς πλάνης ταύτης ἦτο αὐτὸς παραίτιος, ὅπως ἀπεδείχθη τότε τρανώτατα ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχεν ὑποβάλει αἴτησιν πληροφοριῶν, εἶχε δὲ συντάξει αὐτὴν κατὰ τρόπον, ὥστε ἡ ὑπηρεσία ἐνόησε τὴν αἴτησίν του ἄλλως, ἢ ὅπως τὴν ἐνόει αὐτός. Τίς ἔπταιεν ἐπὶ τούτῳ, δὲν ἐξετάζω, ἡ γενικὴ ὅμως ἰδέα ἦτο, ὅτι ἡ ὑπηρεσία εἶχε νοήσει τὰ γραφέντα ἐν τῇ αἰτήσει ὅπως ἔπρεπε νὰ νοηθῶσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς τὰ ἐνόει ἄλλως, καὶ ἑπομένως ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ πληροφορία ἡ δοθεῖσα ἀνταπεκρίνετο οὐχὶ πρὸς ὅσα αὐτὸς κατὰ τὸ γράμμα τῆς αἰτήσεώς του ἐζήτησεν, ἀλλὰ πρὸς ὅσα ἐν τῷ νῷ εἶχεν ὡς ζητηθέντα, καὶ ἐπὶ τούτου ὡμίλησε τότε διὰ μακρῶν. Ὅτε δ’ ἐγὼ ἀπήντησα, προσήγαγον τὴν πληροφορίαν, ἐσχέτισα αὐτὴν πρὸς τὸ αἰτηθὲν καὶ κατέστησα οὕτω καταφανὲς, ὅτι τὰ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ῥηθέντα, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι αἱ πληροφορίαι ἐσχετίζοντο πρὸς αἴτησιν ἀλλοίαν, ἀπεδείκνυον ἐν τῇ πραγματικῇ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἐννοίᾳ τὰ ἀντίθετα τῆς γνώμης αὐτοῦ. Βεβαίως τοῦτο δυσηρέστησε τὸν κ. Βουλευτήν, διότι ὅσα αὐτὸς εἶχεν εἴπει μὲ ἀπήλλαττον τῆς ἀνάγκης, ὅπως ὑποστηρίξω τὴν ἐμὴν θεωρίαν, ἀφοῦ ταύτην εἶχεν ὑποστηρίξει θριαμβικῶς αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς διὰ τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας, νομίζων τὴν ἔννοιαν αὐτῶν ἀλλοίαν. Ἐν ἑτέρῳ θέματι, ἐν ᾧ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ προσέλθῃ ἐπίκουρος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, παρέστησεν, ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ διευθυντοῦ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν, αἱ δοθεῖσαι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον, εἶχον δοθῆ παρ’ ἐμοῦ καὶ οὐχὶ παρὰ τοῦ διευθύνοντος τὸ τμῆμα. Εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀπατᾷ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ἡ μνήμη μόνη τὸν κ. Βουλευτήν, διότι αὐτὰ ταῦτα, ἅτινα εἶπε πρὸ μικροῦ, τὰ αὐτὰ εἶπε καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ἀλλ’ ἀπεδείχθη τότε, ὅτι δὲν ἀντελήφθη ἀκριβῶς τῶν γενομένων. Ὁ κ. Βουλευτὴς τῷ ὄντι ἐζήτησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τὰς πληροφορίας, διότι εἶχον ζητηθῆ αὗται παρ’ αὐτοῦ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶχον δοθῆ, ἐνόσῳ ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάζετο· ὅτε τὰς ἐζήτησεν ἐν τῇ Βουλῇ, εἶχον ἀποσταλῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ αὕτη εἶχε παύσει ἐργαζομένη, ἑπομένως ἐδόθη διαταγή, ὅπως πάντα τὰ ἔγγραφα, ἅτινα εἶχον σταλῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διαβιβασθῶσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἵνα εὕρῃ μεταξὺ αὐτῶν ὁ κ. Βουλευτὴς τὰ παρ’ αὐτοῦ ζητούμενα, συγχρόνως δὲ ὑπέβαλον ἐγὼ ὅσα ἄλλα ἐκ τῶν ζητηθέντων εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς τότε ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐγὼ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν πίνακα τὸν διαβιβασθέντα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκ τούτου δὲ ὅλη ἡ σύγχυσις. Ἐγὼ τότε ἐβεβαίωσα, ὅτι δὲν εἶχον γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, καὶ ὅτι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἔλαβον γνῶσιν αὐτοῦ, διαγνώσας δ’ εὐθύς, ὅτι ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ σφάλμα, ἐζήτησα τὴν διόρθωσιν αὐτοῦ· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι διόρθωσις λογιστικοῦ σφάλματος ἀποδεικνυομένου δὲν ἐπιδέχεται ἀντίῤῥησιν. Ἀντιῤῥήσεις ὅμως ἐγένοντο, τοῦτο δὲ οὐδὲν ἄλλο μαρτυρεῖ ἢ τὴν τότε δεσπόζουσαν κομματικὴν παραφοράν. Ὁ πίναξ περιεῖχε σφάλμα· τοῦτο ἐπικαλοῦνται οἱ σήμερον ἀγορεύσαντες, εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους δὲν λειτουργεῖ. Πᾶσα ὑπηρεσία ὑπόκειται εἰς σφάλματα ἐκ παραδρομῆς, οὐδαμοῦ ὅμως ἐθεωρήθη ἀποχρῶσα μία παραδρομὴ εἰς ὑποστήριξιν ἰσχυρισμοῦ, ὅτι ἡ παρατρέξασα ἕνα ἀριθμὸν ὑπηρεσία δὲν λειτουργεῖ.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐνεθυμήθη ἀληθῶς, ὅτι ἠμφισβητήθη ἡ ἀκρίβεια καὶ τὸ κῦρος τοῦ πίνακος τῶν δημοσίων χρεῶν, ὅστις εἶχε κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἀπέδωκε τοῦτο κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν κομματικὴν ἔξαψιν, ἥτις τότε εἶχεν ἀναχθῆ τοσοῦτον, ὥστε ἠμφισβητήθη καὶ τὸ κῦρος τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατετίθη εἰς τὴν Βουλὴν. Δὲν ἀμφισβητῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ κομματικὴ ἔξαψις εἶχεν ἀναχθῆ εἰς ὕψιστον βαθμὸν, χάρις εἰς τὴν διοίκησιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις διεῖπε τότε τὰ πράγματα τοῦ τόπου. Ἀλλ’ εἰς οἱονδήποτε βαθμὸν κἂν ἠνήχθη τότε ἡ κομματικὴ ἔξαψις, ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδέποτε ἠλλοίωσε τὴν ἀλήθειαν, οὔτε παρεποίησε τὰ πράγματα. Ἑπομένως βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι αὐτὸς ἐζήτησε τὴν διόρθωσιν τοῦ πίνακος; τῶν δημοσίων χρεῶν, ὅστις εἶχε κατατεθῆ ὑπ’ αὐτοῦ τότε εἰς τὴν Βουλήν. Τὰ ἐλαττώματα τοῦ πίνακος ἐκείνου κατέδειξε πρῶτος ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἦτο τοσοῦτον καταφανὲς καὶ προσιτὸν εἰς τὴν ἀντίληψιν παντὸς, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἀκρίβεια τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ κ. Βαλσαμάκη, ἠναγκάσθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁμολογήσῃ τὸ σφάλμα τοῦ πίνακος. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο ἦτο τὸ σφάλμα τοῦ πίνακος; ὁ πίναξ ἐκεῖνος κατετίθετο εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀναιρέσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ εἶχον μεταδώσει εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἐγὼ εἶχον καταθέσει πίνακα, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ δημόσια χρέη ἀνήρχοντο εἰς 870 ἑκατομμύρια, ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ψευδοῦς πίνακος ἐκείνου ἐπειράθη νὰ παραστήσῃ τὰ δημόσια χρέη ὡς ἀνελθόντα μόνον εἰς 630 ἑκατομμύρια. Ἦτο σφάλμα τοῦ Λογιστηρίου, ἢ ἦτο παραδρομὴ τῶν λογιστικῶν γραφείων, ἢ ἦτο ἀπόπειρα πρὸς ἀποπλάνησιν; Ἀρκεῖ νὰ ἀκούσῃ τις, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον κατέθηκα ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ δημόσια χρέη παριστῶντο ἀνερχόμενα εἰς 870 ἑκατομμύρια, κατὰ τὸν πίνακα, ὅστις εἶχε κατατεθῆ ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παριστῶντο ἀνερχόμενα εἰς 630 ἑκατομμύρια, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐννοήσῃ τὴν πλάνην καὶ τὸν σκοπὸν αὐτῆς τῆς πλάνης. Ἀπορῶ, πῶς ἡ συζήτησις ἐξώκειλεν ἐπὶ θέματα ἐντελῶς ἀλλότρια· ἀλλὰ παρώθησεν εἰς τὴν παρεκτροπὴν ταύτην ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου. Τί κοινὸν μεταξὺ τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες νῦν ἐζητήθησαν, καὶ τῆς παραλείψεως, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸν Βουλευτὴν Μεσολογγίου, ἵνα μὴ συνοδεύσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 δι’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως; Τοῦτο προὐτάθη τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου; Ἡ αἰτίασις αὐτὴ ἐξετοξεύθη τὴν ἑσπέραν ταύτην κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Παντάπασιν. Ἄλλο προὐτάθη θέμα· τὸ θέμα ἦσαν πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτει ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν γνωρίζει, ἂν θέλῃ δυνηθῇ νὰ δώσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ἕνεκα τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ γραφείου τῶν δημοσίων χρεῶν. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου παρέσυρε τὴν συζήτησιν εἰς τὸν εἰσαχθέντα προϋπολογισμὸν, ἐξέκλινεν αὐτῆς, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι κακῶς εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891, διέλαβε περὶ ἀπολογισμοῦ, καὶ ᾐτιάθη τοῦ κ. Καραπάνου, διότι δὲν κατετέθη τοιοῦτος, καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ ὀνειδίσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διότι ἔσπευσε νὰ τὸν ἀνατρέψῃ ἐκ τῆς ἀρχῆς, καὶ δὲν ἀφῆκεν αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἕτοιμον. Ἀληθῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν συνώδευσε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, καὶ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐκθέσεως ἐδικαιολόγησεν εἰς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, πάντες δὲ συνεφώνησαν, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ συνοδεύσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 δι’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ἡ συνοδεύουσα τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν εἶναι ἐφεύρεσις, τὴν ὁποίαν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀνεκάλυψεν, ὡς ἂν εἶχεν ἀνακαλύψει τὴν Ἀμερικὴν, κομποῤῥημονήσας τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι καθ’ ὅλα τὰ ἔτη, καθ’ ἃ ἐκυβέρνα, συνώδευε τὸν προϋπολογισμὸν δι’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Πολὺ πρὶν ἢ ἀναφανῇ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, πάντες οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγοντες τὸν προϋπολογισμὸν, συνώδευον αὐτὸν δι’ ἐκθέσεως πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ κ. Σωτηροπούλου. Ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσήγαγε κατὰ τὸ 1871, δὲν συνωδεύετο δι’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως; Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγον ἐγὼ κατὰ τὸ 1870, δὲν συνωδεύετο δι’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως; Πάντοτε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη οἱ προϋπολογισμοὶ συνωδεύοντο δι’ εἰσηγητικῶν ἐκθέσεων· ἑπομένως δὲν εἰσήχθη βελτίωσίς τις, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, καὶ τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπέδειξεν, ἵνα εὐχαριστήσωμεν αὐτόν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὠνείδισεν ἡμᾶς ἐπὶ παραλείψει, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐν γνώσει διεπράξαμεν, μὴ εἰσαγαγόντες εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν δι’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως· διότι τί εἴχομεν νὰ εἴπωμεν περὶ αὐτοῦ, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ὑπάρχοντος; Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, ἵνα συμμορφωθῶμεν πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, εἶναι ἔργον τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου· καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν εἰσηγάγομεν τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ τὸ 1890, θέλει βεβαίως ζητηθῆ παρ’ ἡμῶν λόγος, καὶ θέλομεν δώσει αὐτὸν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν ἦτο ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως, πρέπει δὲ νὰ φειδώμεθα τοῦ χρόνου, καὶ νὰ μὴ ἐκτρεπώμεθα ἐπὶ ἄλλα θέματα, ἵνα μὴ καταναλίσκωμεν εἰς μάτην τὸν χρόνον. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν εἴχομεν νὰ εἴπωμεν καινόν τι, —διότι πᾶν ὅ,τι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 ἤθελε λεχθῆ θὰ ἦτο αὐτὸ τὸ λεχθὲν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890,— ἐκρίναμεν μάταιον νὰ συνοδεύσωμεν αὐτὸν δι’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀφῆκε καὶ ἄλλον ὑπαινιγμὸν, τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω ἐν σιγῇ, καὶ ἂν ὁ ὑπαινιγμὸς αὐτοῦ ἐκτοξεύηται κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἂν ἐξετοξεύθη κατὰ τοῦ Ὑπουργείου. Ἐμνήσθη τῆς προθυμίας καὶ ταχύτητος, μεθ’ ἧς ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐλάμβανε παρὰ τῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τὰς πληροφορίας, ὅσας ἐζήτει κατὰ τὰς παρελθούσας συνόδους, καὶ ἐμνήσθη τούτων, λησμονῶν ἢ θέλων νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπεχώρησεν ἀπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1887, διότι ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ὄχι μόνον ἠρνήθη νὰ δώσῃ τὰς ζητηθείσας παρὰ τῆς μειοψηφίας πληροφορίας, ἀλλὰ καὶ λάθρα καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς μειοψηφίας συνῆλθε καὶ συνέταξεν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅταν ἐξεκαλέσαμεν τὴν παράβασιν ταύτην τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ αὕτη ἀπεφήνατο, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι ἡμεῖς ἤμεθα ἐν τῷ ἀδίκῳ. Ἀπεχωρήσαμεν τότε, διότι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ συμπράξωμεν εἰς συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὁποίου μᾶς ἀπέκλεισαν τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ἐπινευσάσης καὶ συναινεσάσης καὶ ἐγκρινάσης τὴν πρᾶξίν των ταύτην τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου συνειθίζει νὰ ἀφίνηται εἰς τοὺς ἐρεθισμοὺς, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἐρεθισμῷ περιέπεσεν εἰς λάθος τὴν ἑσπέραν ταύτην· ἐπειδὴ δὲ τοῦτο ἀφορᾷ τὸν ἐμὸν συνάδελφον, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔπρεπε νὰ μὴ τὸ ἀφήσω ἐν σιγῇ. Ἔλεγε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι βεβαίως δὲν εἶναι σύγχυσις ἐν τῷ τμήματι τῶν δημοσίων χρεῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ σύγχυσις, αὕτη τυγχάνει σύγχυσις ὑποκειμενική. Ἐὰν συνειθίζῃ νὰ ὑβρίζῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, δυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν αὐτὸν εἰς τὴν κατωφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὀλισθαίνει· ἀλλὰ βεβαίως δὲν θέλομεν σταματήσει αὐτὸν διὰ τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἐκεῖνος, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, προσεφέρετο πρὸς τὴν μειοψηφίαν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, θέλομεν ὅμως τὸν σταματήσει διὰ τῆς σιωπῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ν’ ἀντιτάσσωμεν εἰς τοὺς ὑβριστὰς ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποκειμενικὴ σύγχυσις καθιστᾷ τὴν Κυβέρνησιν ἐν ἀνικανότητι διὰ νὰ κρίνῃ, ἐὰν τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων χρεῶν ὑπάρχῃ ἐν ἀκμῇ καὶ ἐργάζηται καὶ λειτουργῇ, ἢ ἂν ᾖναι ἐν παραλύσει, τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐθνικῆς θελήσεως, ἥτις δὲν ἐπεδοκίμασε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς τάξεως, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιήγαγε τὴν διοίκησιν αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς 14ης Ὀκτωβρίου ἦτο ἀπόφασις καταλογίσασα σύγχυσιν ἐν τοῖς ἤθεσιν ἢ ἐν ταῖς φρεσί τινων· ἀλλ’ ἐὰν κατελόγιζε σύγχυσιν, ἐκεῖνοι, εἰς βάρος τῶν ὁποίων κατελόγιζε τὴν σύγχυσιν, πρέπει νὰ ᾖναι λίαν εὐχαριστημένοι· διότι, ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς 14ης Ὀκτωβρίου κατελόγισεν ἄλλο τι καὶ ὄχι σύγχυσιν, τότε τὰ πράγματα δὲν θέλει κατασταθῆ δυνατὸν νὰ σταματήσωσιν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην.
§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, εἶναι βαρυτάτη· εἶπεν, ὅτι λάθρα ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τότε εἰργάσθη, ὅτι ὑπεξῄρεσεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, ὅτι παρέβη τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτὴν καθήκοντα. Τὰ περὶ τούτου, κύριε Πρόεδρε, συνεζητήθησαν τότε διὰ μακρῶν, ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης εἰργάσθη ὅπως ὤφειλε νὰ ἐργασθῇ· ἐὰν δὲ τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας ὤκνουν νὰ παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὤφειλον τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας νὰ ἀργῶσι καὶ νὰ καθιστῶσι καὶ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς ἀπροχώρητον, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶπε τοῦτο μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργός· εἶπεν, ὅτι τότε ἀπεχώρησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις διότι δὲν προσήγοντο τὰ ὑπ’ αὐτῆς ζητηθέντα ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν προσήγοντο τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην, διὰ νὰ ἐλέγξῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1888. Δὲν εἶναι παρὰ δύο ἡμέραι, ἀφ’ ἧς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀπηύθυνα τὴν παράκλησιν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1890 μέχρι τέλους 1890, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρετήρει, ὅτι ἦτο τοῦτο ἀδύνατον εἰς αὐτόν. Καὶ ὅμως κατὰ τὸ 1887 ἡ κατάστασις αὕτη ἦτο εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν προσηγμένη. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰργάζετο κατὰ τὸ 1887 κατὰ μῆνα Νοέμβριον, ὁ νῦν δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τότε δὲ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπηύθυνεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν παράκλησιν νὰ κατατεθῇ ἡ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1887 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1887. Παρετηρήθη εἰς αὐτὸν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον, πρὶν ἢ λήξῃ ὁ μὴν Νοέμβριος, νὰ ᾖναι ἡ κατάστασις αὕτη ἑτοίμη. Καὶ ὅμως, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὡμίλει καὶ προανήγγελλε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀποχώρησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἰσχυρίζετο, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν κατετέθη· ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρετήρησεν, ὅτι ἡ κατάστασις ἦτο ἤδη κατατεθειμένη. Ἔχω πρόχειρον ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν τῆς 30 Νοεμβρίου 1887. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Τρικούπης κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ἔλεγε: «Καταθέτω δοκίμιον τῆς καταστάσεως τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1887. Ἡ κατάστασις ἤδη ἐτυπώθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἧς προσάγω τὸ φύλλον...» Εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς 30 Νοεμβρίου 1887 ἀπήντα ὡς ἀκολούθως ὁ νῦν Ὑπουργὸς (ἀναγινώσκει): «ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐζητήσαμέν τι ἔκτακτον. Ὁ πίναξ τῶν εἰσπράξεων διανέμεται κατὰ τὰ μέσα τοῦ ἑπομένου μηνὸς, σήμερον δὲ εἴμεθα εἰς τὰ τέλη τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου. Ἐζητήσαμεν πίνακα, ὅστις κατὰ τὰ καθιερωθέντα ἔπρεπε νὰ ἦναι δημοσιευμένος πρὸ 8 ἡμερῶν. Δὲν ἐζητήσαμέν τι, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἔκτακτον ἐργασίαν. Ἐζητήσαμέν τι, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ φέρωμεν γνώμην ἐπὶ κονδυλίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ φέρωμεν βάσιμον γνώμην. Δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂν δὲν ἔχωμεν τὰ διδόμενα, ἅτινα δύναται νὰ δώσῃ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.» Αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε, ἐλέγοντο κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου τοῦ 1887, προκειμένου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν μέχρι τέλους τοῦ ἀμέσως προηγουμένου μηνὸς Ὀκτωβρίου εἰσπράξεων. Σήμερον ὅμως, ἐνῷ ἔχομεν 2 τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τοῦ 1890, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀκόμη δὲν κατώρθωσε νὰ τὴν προσαγάγῃ. Ἡ κατάστασις, περὶ τῆς ὁποίας τότε ἐγένετο λόγος, ἦτο κατάστασις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ καθ’ ὃν μῆνα λήγει ἡ χρῆσις τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἑπομένως τὰ ταμεῖα καὶ τὸ Λογιστήριον ἦσαν βεβαρημένα μὲ πολλὰς ἀσχολίας, καὶ ὅμως ἡ κατάστασις ἦτο κατατεθειμένη κατὰ τὴν 30 τοῦ ἑπομένου μηνὸς, σήμερον δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν 2 τοῦ μεθεπομένου μηνὸς, καὶ ὅμως ἡ κατάστασις αὕτη δὲν προσήχθη. Σήμερον παραδόξως ἠκούσαμεν λεγόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δὲν προσήγοντο τὰ στοιχεῖα, ὅσα ἀπῃτοῦντο, ἵνα ἐλέγξῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἐνῷ συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, ἤτοι τότε μὲν προσήγοντο ἐγκαίρως καὶ προθύμως τὰ ζητούμενα ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τῆς μειονοψηφίας, νῦν δὲ οἱ Ὑπουργοὶ δεικνύουσιν ἀδιαφορίαν καὶ ὀλιγωρίαν ἐπὶ ταῖς προβαλλομέναις ἐτήσεσιν. Ἀποκρούων δὲ καὶ αὖθις πάσῃ δυνάμει τὴν κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 αἰτίασιν, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει, ἐὰν δὲν ἐνθυμώμεθα καλῶς, νὰ ἐκφέρωμεν ἐντεῦθεν αἰτιάσεις κατὰ συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι συνείθισαν νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των εὐσυνειδήτως. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ ἐκ Κεφαλληνίας κ. Βουλευτὴς ἐμνήσθη ἐπεισοδίου τινὸς, σχετιζομένου πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, εἰμὶ ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς αὐτόν. Τῳόντι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχεν ὑποβάλει τὴν αἴτησιν νὰ προσαχθῇ πίναξ τῶν δημοσίων χρεῶν· ἡ αἴτησις αὕτη διεβιβάσθη ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ δὲ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς εἶχε διατάξει τὸν τότε τμηματάρχην τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν, τὸν κ. Παντελάκην, νὰ ἀσχοληθῇ ἀνενδότως εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ πίνακος τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ὑπεμίμνησκεν εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς τὴν κατάθεσιν τοῦ πίνακος τούτου, καὶ ἐδίδετο αὐτῷ ἡ πληροφορία, ὅτι ὁ τότε πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰσηγητὴς μετέβαινε καθ’ ἡμέραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐκβιάσῃ τὴν κατάθεσιν τῆς καταστάσεως ταύτης. Πράγματι ἡ κατάστασις αὕτη προσήχθη καθ’ ἣν ἡμέραν ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε περατώσει τὸ ἔργον της, ἐγὼ δὲ, ὡς πρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, κατέθηκα, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, τὴν κατάστασιν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἡ κατάστασις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, αἱ δὲ παρατηρηθεῖσαι κατόπιν ἐλλείψεις ὑπὸ τοῦ ἐκ Κεφαλληνίας κ. Βουλευτοῦ εἶχον παρατηρηθῆ πρότερον ὑπ’ ἐμοῦ, γνωρίσαντος ταύτας τῷ τότε κ. Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις δὲν εἶχεν ἴδει αὐτήν. Σημειωτέον δὲ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ χρεῶν δημοσίων ὑφισταμένων, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας εἶχε ζητήσει πίνακα τῶν δημοσίων χρεῶν τῶν συνομολογηθέντων ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι σήμερον, ὑφισταμένων τε καὶ μὴ, ἐζήτει ἐν γένει τὴν κίνησιν τοῦ δημοσίου χρέους ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τέλους τοῦ παρελθόντος ἔτους. Δὲν ἦτο τὸ ἔργον εὔκολον, καὶ ὅμως εἶχε περατωθῆ ἐν διαστήματι ὀλίγων ἡμερῶν. Ἡ παρατηρηθεῖσα δὲ ἔλλειψις τῆς καταστάσεως δὲν ἐχρησίμευεν ὑπὲρ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τοὐναντίον δὲ ἐζημίου αὐτὴν, ἂν ζημία δύναται νὰ θεωρηθῇ ἓν λογιστικὸν λάθος. Σήμερον ζητοῦνται πληροφορίαι ἐπὶ χρεῶν, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται ἔτι, καὶ περὶ ὧν καὶ πέρυσιν εἶχον κατατεθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καταστάσεις, δεικνύουσαι τὴν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατάστασιν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐν τούτοις ὁ πίναξ οὗτος δὲν προσάγεται, καὶ ἐπικαλοῦνται τὸ ἐπεισόδιον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὁσάκις πρόκηται περὶ ἐπεισοδίων συνδεομένων πρὸς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, ὀφείλουσι νὰ ἐφιστῶσι τὴν προσοχήν των οἱ συνάδελφοι, καὶ νὰ μὴ προκαλῶσιν ἀκαίρους καὶ ἀτόπους συζητήσεις.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἐμὲ τὴν εὐθύνην τῆς συζητήσεως ταύτης, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν τοιαύτην παράστασιν. Πάντες ἦσθε παρόντες, ὅτε ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὰς αἰτήσεις, καὶ εἴδετε ὅτι προσεπάθησα ν’ ἀποφύγω κἄν νὰ κάμω λόγον περὶ τῶν ἐν αὐτῇ, ἵνα μὴ προκαλέσω συζήτησιν, οὐδὲ κἄν ἐπὶ τὸ βῆμα ἀνέβην· εἶπον ὅτι εἶχον ἐγγράφους τὰς αἰτήσεις, καὶ τὰς κατέθετον, ἠδύνατο δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ἐκ τοῦ ἐγγράφου· καὶ ταῦτα, ἵνα ἀποφύγω τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβάνων ἐκ τούτου τὸ ἐνδόσιμον, ἐπιτίθεται λάβρως κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ θέλετε νὰ μὴ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῆς τοιαύτης προμεμελετημένης ἐφόδου; διότι ὅσα εἶπεν ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἠκούσαμεν ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, τὰ ἀνεγινώσκομεν ἐν ἐφημερίσι πρὸ ἡμερῶν. Διέγνωμεν, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπεζήτει εὐκαιρίαν, ἵνα εἴπῃ ταῦτα, ἐλπίζων, ὅτι ἠθέλομεν ὀκνήσει ν’ ἀπαντήσωμεν· ἐκ τούτων προεκλήθη πᾶσα αὕτη ἡ συζήτησις, καθ’ ἣν ἀλληλοδιαδόχως οἱ Ὑπουργοὶ ὁμιλοῦσιν, ἀναγκάζοντες ἡμᾶς ἑκάστοτε ν’ ἀπαντῶμεν εἰς νέας ἀνακριβείας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τελευταῖος ὁμιλήσας, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὸ σφάλμα, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος ἐν τῇ καταστάσει περὶ τῶν δανείων, ἦτο σφάλμα ἐπὶ ζημίᾳ ἡμῶν, καὶ ὅτι ἠθελήσαμεν τὴν κατάστασιν ἐκείνην ν’ ἀποσύρωμεν, διότι εἶχεν ἀποδειχθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, ὅτι ἡ κατάστασις ἐκείνη ἀνειλικρινῶς συνετάχθη, ἵνα παραστήσῃ τὸ δημόσιον χρέος ἔλαττον τοῦ πραγματικοῦ. Τὸ σφάλμα εἶχεν ὅλως ἐναντίον χαρακτῆρα. Ἀπεσύραμεν τὴν κατάστασιν, διότι δὲν περιεῖχεν αὕτη ὅσα ἔπρεπε νὰ περιέχῃ, ὄχι εἰς βάρος ἡμῶν, ἀλλ’ εἰς βάρος τῶν προκατόχων· εἶχε παραλείψει ὁ συντάξας αὐτὴν νὰ περιλάβῃ τὴν ἀπότισιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῆς πρὸ τοῦ 1882, καὶ ἑπομένως ἐπεβαρύνετο ἡ ἀντιπαραβολὴ τῆς τελευταίας καταστάσεως πρὸς τὰς πρώτας δι’ ὁλοκλήρου τοῦ παραλειφθέντος ποσοῦ. Παρελείπετο ἡ ἀναγραφὴ τῶν πληρωθέντων ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς ἀπότισιν ὁλοκλήρου τοῦ δανείου τῆς προηγουμένης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἦτο διαφορὰ 80 ἑκατομμυρίων ἐν τῇ ἀντιπαραθέσει τῶν διαχειρίσεων ἐπὶ ζημίᾳ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶχε περιληφθῆ τὸ δάνειον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· καὶ τὸ δεύτερον ἔλειπε, ἔλειπον καὶ τὰ δύο.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ δεύτερον ἔλειπεν, ἀλλὰ τὸ δεύτερον δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἦναι σημειωμένον. Ὅ,τι ἔπρεπε νὰ σημειωθῇ, ἦτο ἡ ἐκ δανείου χρεωλυτικοῦ, συνομολογηθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε, ἐξόφλησις τοῦ δανείου τῆς προηγουμένης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τοῦτο δὲ δὲν ἐσημειοῦτο· δὲν ἐσημειοῦτο, ὅτι ἐκ τῶν δανείων τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῇ καταστάσει εἶχεν ἀποδοθῆ ἡ ἐκ τῆς πρὸ τοῦ 1882 ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου. Ἡ κατάστασις δὲν περιελάμβανε τὰ προσωρινὰ δάνεια, ἀλλὰ μόνον τὰ πάγια καὶ τὸ χρεωλυτικά· ἔπρεπεν ὅμως νὰ σημειώνῃ, ὅτι ἐκ τῶν κεφαλαίων τῶν δανείων τούτων ἐξωφλήθησαν προσωρινὰ δάνεια.
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο κατάστασις διαθεσίμων, ἦτο κατάστασις τῶν δανείων.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἦτο κατάστασις κινήσεως κεφαλαίων, ἥτις εἶχε σκοπὸν ν’ ἀποδείξῃ κατὰ πόσον ηὐξήθη τὸ δημόσιον χρέος καθ’ ἓν ἕκαστον τῶν ἀπὸ τοῦ 1882 ἐτῶν. Ἔπρεπεν ἄρα νὰ σημειώνῃ, ὅτι, ἐὰν κατὰ ὡρισμένον ἔτος ηὔξησε τὸ δημόσιον χρέος ἐκ τοῦ χρεωλυτικοῦ δανείου, ἠλαττώθη ὅμως ἐκ τῆς ἐξοφλήσεως ἑτέρου, μὴ σημειωμένου ἐν τῷ πίνακι· διότι ὁ πίναξ δὲν ἀνεφέρετο εἰς τὰ χρέη τὰ προσωρινὰ, ἀνεφέρετο μόνον εἰς τὰ πάγια καὶ τὰ χρεωλυτικά· ἀφοῦ ὅμως ἐκ παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων εἶχε πληρωθῆ δάνειον προσωρινὸν, ἔπρεπεν ἡ τροπὴ αὕτη τοῦ προσωρινοῦ δανείου εἰς χρεωλυτικὸν νὰ σημειωθῇ, ἵνα γένηται ἡ παραβολὴ ἐν ἐπιγνώσει. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἀπεσύραμεν τὴν κατάστασιν, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνος, ὃν εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὠφελήθην ἐκ τῆς περιστάσεως, ἵνα ὁμιλήσω περὶ ζητήματος ἀσχέτου πρὸς τὸ θέμα, περὶ τοῦ ζητήματος τῶν προτεταγμένων ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἐκθέσεων. Ἀλλὰ δύναταί τις ἐξ ὑμῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸ θέμα ἡ ὁμιλία μου περὶ ἐκθέσεων, ἐν αἷς περιλαμβάνονται πάντα τὰ περὶ δανείων; Περὶ τῶν δανείων συνεζητοῦμεν, καὶ εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡμεῖς ἐδώσαμεν πληροφορίας καὶ ἐδίδομεν πληροφορίας κανονικῶς, διότι ἡ ἔκθεσις ἡ προτεταγμένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν περιέχει πάντοτε καὶ ἴδιον κεφάλαιον, ἀναγράφον τὰ τῶν δανείων μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· οὐδεμία πλαγία σκέψις ἐλάνθανεν ἐν τῇ παρατηρήσει ταύτῃ· ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ ταύτης λαβὼν ἀφορμὴν, ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὑπὸ τῶν νῦν κυβερνώντων παράλειψιν ἐκθέσεως, εἰπὼν ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄνευ ἐκθέσεως ἦτο σκόπιμος. Ἀλλὰ τοιαύτην κατηγορίαν ἐγὼ δὲν ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἐγὼ οὐδαμῶς ἐφαντάσθην, ὅτι σκοπίμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπέβαλεν ἔκθεσιν· διότι, ἐὰν τοῦτο ὑπέθετον, τῷ ὄντι θὰ ἐθεώρουν λίαν ἐπιλήψιμον τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ὑπεβάλομεν, εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξ ἀποφάσεως ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 ἦτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτοῦ.» Ἀλλὰ μήπως αἱ ἐκθέσεις περὶ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ πραγματεύονται; αἱ ἐκθέσεις οὐδὲν περιέχουσι περὶ τῶν βάσεων. Περὶ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ πραγματεύεται ὁ Ὑπουργὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἡ ἔκθεσις προορισμὸν ἔχει, ἵνα παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, πῶς αἱ βάσεις αὗται τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐφαρμόζονται ἐν ταῖς λεπτομερείαις· καὶ τοῦτο παρεσιωπήθη, ἀκριβῶς δ’ ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἠθέλησε νὰ παραλείψῃ, ἐκεῖνο ἐλέχθη· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡμολόγησεν, ὅτι ἐπὶ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891. Ἐννοεῖται ὅτι ἐγὼ οὐδόλως παραδέχομαι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 εἶναι συντεταγμένος ἐπὶ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Ἀλλ’ ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι συντεταγμένος ἐπὶ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἔπρεπε νὰ ἔχω πεποίθησιν, ἥτις θὰ ἐδείκνυε, κατὰ τίνα τρόπον αἱ βάσεις ἐκεῖναι ἐφηρμόσθησαν ἐπὶ τὸ 1891· διότι ἐν οὐδεμιᾷ λεπτομερείᾳ αἱ βάσεις θὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον· ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ θὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ διάφορον τρόπον, τὴν δ’ ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἐφαρμογὴν παριστᾷ ἡ εἰσαγωγικὴ ἔκθεσις. Ἡ εἰσαγωγικὴ ἔκθεσις κυρίως περιστρέφεται εἰς τὰ τῶν ἐσόδων· ἀλλὰ τὰ τῶν ἐσόδων κανονίζονται ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ μέσων ὅρων προηγουμένων ἐτῶν, ἐνίοτε ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τοῦ τελευταίου μόνου ἔτους, ἐνίοτε ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τριῶν ἐτῶν, ἐνίοτε ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τοῦ μέσου ὅρου 5 ἐτῶν ἢ 10 ἐτῶν, κατὰ τὴν ἰδιοφυΐαν τοῦ φόρου, περὶ οὗ πρόκειται. Ἑπομένως ἐπὶ παντὸς φόρου ὁ ὑπολογισμὸς διὰ τὸ 1890 ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων εἶναι διάφορος ἢ διὰ τὸ 1891, ταύτην δὲ τὴν διαφορὰν ἔπρεπε νὰ παραστήσωσιν οἱ Ὑπουργοὶ πρὸς τὴν Βουλήν· ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ γινώσκῃ, ποῖοι οἱ μέσοι ὅροι, ἐφ’ ὧν ἐγένοντο οἱ ὑπολογισμοί· οἱ δὲ μέσοι ὅροι δὲν εἶναι πλέον οἱ αὐτοί, διότι εἰς τὰ ἔτη τὰ χρησιμεύσαντα εἰς καθορισμὸν τῶν μέσων ὅρων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890, προσετέθη τὸ 1889, τὸ ὁποῖον, ὅτε συνετάττετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890, δὲν ἦτο τὸ τελευταῖον, διότι τότε τελευταῖον ἦτο τὸ 1888. Ὑπάρχουσι μάλιστα εἰδικαὶ πρόσοδοι, οἷον αἱ τοῦ ἐλαίου ἐν Ἑπτανήσῳ, αἵτινες κατὰ τὸ 1891 παρουσιάζονται ὑπὸ ὅλως εἰδικὰς περιστάσεις. Ἐκεῖ βλέπομεν ἀναγραφόμενον ποσὸν 2,200,000, νομίζω, ἐπὶ πλέον. Ἀπαιτεῖται ἐξήγησις, ποῦ στηριζόμενον τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς τοσοῦτον ἀναβιβάζει τὴν διαφοράν...
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τίνος ἐσόδου;
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου.... Βεβαίως τὸ ἔλαιον τῆς Ἑπτανήσου εἶναι ἄφθονον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἀλλὰ κἄπως παραδοξολόγος φαίνεται τοσαύτη αὔξησις. Νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγκαζώμεθα ἡμεῖς νὰ ἀρυώμεθα ἐξ Ἑπτανήσου πληροφορίας πρὸς ἔλεγχον τοῦ ὑπολογισμοῦ. Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ τελεία ἔκθεσις, παριστῶσα ἐπὶ τίνι ὑπολογισμῷ αἱ 300,000 τοῦ 1890 ἀναβιβάζονται εἰς 2,500,000 κατὰ τὸ 1891. Οὕτω δ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι φόροι, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους εἰδικοί τινες λόγοι δικαιολογοῦσιν ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον τῆς τοῦ μέσου ὅρου ἀναγραφὴν προσόδου κατὰ τὸ 1891. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν φόρων, ἐφ’ ὧν θὰ κρατήσῃ τὸ αὐτὸ σύστημα τοῦ ὑπολογισμοῦ, οἱ μέσοι ὅροι εἶναι ὅλως διάφοροι. Ταῦτα δὲ πάντα, τὰ εἰς τοὺς μέσους ὅρους ἀναγόμενα, ἐλλείπουσιν ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ἔλλειψιν εἰσαγωγικῆς ἐκθέσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνα ταῦτα τὰ ἐν τοῖς εἰσαγωγικοῖς ἐκθέσεσι τῶν προϋπολογισμῶν. Ἡ εἰσαγωγικὴ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ περιέχει πληροφορίας καὶ σκέψεις περὶ τῆς καταστάσεως τῆς τρεχούσης χρήσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· περιέχει πληροφορίας καὶ καταστάσεις περὶ τῆς χρήσεως τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἥτις εἰσέτι δὲν ἔληξεν ἢ μόλις ἔληξε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· ταῦτα πάντα ἐλλείπουσιν ἤδη. Περιέχει πάντοτε ἡ ἔκθεσις καὶ πληροφορίας εἰδικὰς περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου χρέους. Καὶ αὗται δὲν ἐδόθησαν ἤδη. Ἰδίως δὲ ἡ ἔλλειψις τούτων ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῶν παρατηρήσεων, ἃς ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐλλείψεως εἰσαγωγικῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891. Πάντα ταῦτα, εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν· ἀπεφασίσθη ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ἀγνοοῦσα πάντα ταῦτα. Τοιαύτην ἰδέαν ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ συμμερίζηται τὴν γνώμην ταύτην.
§48ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ ἀντίθετον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· εἶπεν ὅτι θὰ τὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν θὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν θὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός· τουτέστιν ἀπεφασίσθη ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ὅπως ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ μᾶς εὕρῃ ἀμελετήτους· ἀπεφασίσθη ὅπως ἐπιληφθῶμεν τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀκούοντες τότε πρῶτον ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα πρὸς κατανόησιν αὐτοῦ καὶ μὴ ἔχοντες τὸν χρόνον καὶ τὰ μέσα, ὅπως ἐξελέγξωμεν αὐτά. Οἱ προκάτοχοι δὲν ἐπολιτεύοντο οὕτως. Ἐκεῖνοι ἔδιδον τὰς πληροφορίας πάσας ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑποβαλλομένῳ εἰς τὴν Βουλὴν ἐντύπῳ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν εἰσήγετο ὁ προϋπολογισμός. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης εἶχον ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ τότε καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ παρεσχημένα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὰ μέσα, ἵνα ἐξελέγξωσι τὸν προϋπολογισμόν· εἶχεν αὐτὰ ἡ Βουλὴ, διότι ἔφερεν ἀνὰ χεῖρας πολὺ πρὸ τῆς συζητήσεως τὸν προϋπολογισμὸν ἔντυπον· εἶχεν αὐτά, διότι ἔφερεν ἀνὰ χεῖρας ἔκθεσιν, περιλαμβάνουσαν πάντα τ’ ἀπαραίτητα πρὸς τὴν κατανόησιν τοῦ ὑποβεβλημένου προϋπολογισμοῦ, ἅτινα ἀπηρίθμησα πρὸ μικροῦ. Ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι τὰς πληροφορίας ταύτας θὰ μᾶς δώσῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας. Τοῦτο κρίνετε ὑμεῖς ἐπαρκές· τοῦτο ἡμεῖς κρίνομεν ἀνεπαρκές.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ προκάτοχοι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἔδιδον πληροφορίας εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὁσάκις ἐζητοῦντο, ἀλλ’ ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἤθελεν ὑπερηφανευθῆ, ἐπαιρόμενος τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπὶ τούτῳ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὑπολαβὼν, ὅτι ἡμεῖς ἐλησμονήσαμεν ποῖαι ἦσαν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐκεῖνοι ἔδιδον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνόμισεν ὅτι ἡμεῖς ἐλησμονήσαμεν, ὅτι κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1888 ἔδιδον διὰ πινάκων ἐπισήμων πληροφορίαν, ὅτι κατὰ τὸ 1887 δὲν εἶχε πληρωθῆ οὐδὲ λεπτὸν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς. Ἦτο δυνατὸν ἐν τόσῳ βραχεῖ διαστήματι νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1888 ἔδιδε πληροφορίας περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ 1888, αἵτινες ἦσαν ψευδέσταται; Ἀπορῶ διὰ τὸ θάῤῥος, μὲ τὸ ὁποῖον τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶπεν, ὅτι αὐτὸς νομίζει, ὅτι ἡ διαγωγὴ ἡμῶν εἶναι ἐπιλήψιμος, διότι δὲν συνωδεύσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν δι’ ἐκθέσεως. Τοῦτο δύναται νὰ νομίζῃ αὐτὸς, οὐδὲ μεριμνῶ περὶ τούτου, ἐνδιαφέρομαι ὅμως δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φρονεῖ τὸ ἔθνος, καὶ ἰδίως, ἂν ἐκεῖνο φρονῇ, ὅτι ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν μας· διότι περὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀπεφάνθη ἤδη ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσεν, ἀλλὰ παρέβη τὸ καθῆκόν του, καὶ τοιαύτην ἔδωκε ψῆφον διὰ τὴν πολιτείαν του. Μὴ ἔρχεσθε λοιπὸν νὰ φέρητε ὡς παράδειγμα τὴν πολιτείαν σας, διότι ἀπεδοκίμασεν ἤδη αὐτὴν τὸ ἔθνος. Ἀληθῶς ἡμεῖς δὲν συνωδεύσαμεν μὲ ἔκθεσιν τὸν προϋπολογισμὸν, διότι οὐδὲν εἴχομεν νὰ εἴπωμεν περὶ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ εἰσιν αὐταὶ αὗται αἱ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ 1890. Λάβετε αὐτὸν εἰς χεῖρας, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὃν εἰσηγάγομεν, εἶναι ἀντίγραφον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Καὶ ἂν διαφέρῃ κατὰ τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου, ἐὰν διαφέρῃ ἴσως κατὰ ἓν ἢ δύο ἄλλα ἔσοδα, πάντα τὰ ἄλλα ἔσοδα ἀντεγράφησαν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890, ἤτοι ἐσημειώθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891 ὡς εἶχον σημειωθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890. Τί δὲ ἠθέλατε; Νὰ πραγματευθῶμεν περὶ τῶν αἰτίων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐσημειώσαμεν τόσον ποσὸν ἐσόδων ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου καὶ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων; νὰ διδάξωμεν ὑμᾶς, οἵτινες εἰς τοσοῦτον ποσὸν ἀνεγράψατε ἕκαστον τῶν ἐσόδων τούτων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890; Ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλει ἐπέλθει μετ’ ὀλίγον, τότε δὲ θέλουσιν ἀναπτυχθῆ πάντα καὶ θέλει καταδειχθῆ, ὁποία ἦτο ἡ ἡμετέρα διοίκησις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἂν ἔχητε ἀκόμη τὸ θάῤῥος νὰ μνημονεύητε αὐτῆς. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην πιστεύω ὅτι θέλει φιμωθῆ πᾶν στόμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μνησθῆ τῆς διοικήσεως ἐκείνης.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαιοῖ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ παρ’ ἡμῶν συνταχθείς. Ἐγὼ ἔχω παρ’ ἐμοὶ τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν παρ’ ἐμοῦ συνταχθέντα, καὶ οὗτος δὲν εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργείου. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, διότι ἐπὶ ταῖς βάσεσι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 συνταχθείς, ἔπρεπε νὰ φέρῃ ἀλλοίους ἀριθμούς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ τοὺς αὐτοὺς ἀριθμούς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι ἀντέγραψε τὸ Ὑπουργεῖον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890· ἐὰν ἀντέγραψε τὸ Ὑπουργεῖον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 διὰ τὸ 1891, δὲν εἰργάσθη ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 ἐπὶ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 δὲν ἔχει στερεοτύπους ἀριθμούς, ἔχει βάσεις συστήματος, καθ’ ὃ ἀναγράφονται οἱ ἀριθμοί, κατὰ τὸ σύστημα δὲ τοῦτο οἱ ἀριθμοὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 εἶναι διάφοροι τῶν ἀριθμῶν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890· ἐὰν ἄρα ἀναγράψητε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891 τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ 1890, δὲν ἀναγράφετε τοὺς ἀριθμούς, οὓς αἱ βάσεις τοῦ συστήματος ἡμῶν ἀπῄτουν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν εἰς τὴν Βουλήν, εἰσάγοντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890, εἶναι ἀνακριβεῖς. Ἐὰν τοιαῦτα ἰσχυρίζηται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἰσχυρισμὸν αὑτοῦ ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, ἔπρεπε νὰ μὴ ψηφίσῃ ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ὡς ἐψήφισε, κατὰ τῆς ὑποβολῆς ἐκθέσεως, ἔπρεπεν ἐν αὐτῇ νὰ ἀνασκευάσῃ τὰ ἀνακριβῶς ἀνακοινωθέντα ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἀναγράφων αὐτὸς τὰ κατ’ αὐτὸν ἀκριβῆ, ν’ ἀναγράψῃ ὅμως αὐτὰ ἐκεῖ, ἵνα ὦμεν καὶ ἡμεῖς ἕτοιμοι, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως, νὰ ἐξελέγξωμεν τὰς ἀνακοινώσεις αὐτοῦ.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τρεῖς ἡμέρας συνεζητοῦντο ἐν τῇ Βουλῇ.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν μάθω τί συνεζητεῖτο ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ πληροφορηθῶ περὶ τίνος πρόκειται, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλω δυνηθῆ, ὡς ἠδυνήθην πάντοτε, ν’ ἀποδείξω ἀνυπόστατα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα.
§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀρέσκεται πάντοτε εἰς ἀνυποστάτους ἰσχυρισμούς. Καὶ σήμερον δὲ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ταύτης ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἡμᾶς, ἰσχυριζόμενος ἀθωότατα καὶ ἁπλούστατα, ὅτι κατέθηκε τὴν ἐπερώτησίν του, χωρὶς νὰ εἴπῃ τι, ἐνῷ καταθέτων αὐτὴν εἶπεν ὅτι περιέχει αὕτη τὴν αἴτησιν, ὅπως δώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορίας πλήρεις περὶ τῆς ὑπηρεσίας ἐν γένει ὅλων τῶν δανείων ἀπὸ τοῦ 1876 μέχρι σήμερον. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης εἶπον αὐτῷ, ὅτι, γνωρίζων τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφῆκε τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων χρεῶν, δὲν δικαιοῦται ν’ ἀπαιτῇ, ὅπως δοθῶσι ταχέως αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐζήτησεν. Ἠναγκάσθην δὲ νὰ εἴπω τοῦτο, διότι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ γίνεται τοιαύτη κατάχρησις αἰτήσεων πληροφοριῶν, πολλάκις ἀσκόπων καὶ ὧν ἡ προετοιμασία τοσοῦτον ἀπαιτεῖ χρόνον, ὥστε ἐδικαιούμην νὰ δίδω εἰς τὴν τοιαύτην τακτικὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὴν πρόθεσιν νὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὴν παρατήρησίν μου δὲ, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν εὐκόλως νὰ δώσωμεν τὰς ζητουμένας πληροφορίας, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐνόμισε καλὸν νὰ ἐπιτεθῇ καθ’ ἡμῶν. Δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀφήσωμεν ἄνευ ἀπαντήσεως ὅσα εἶπε. Δὲν εἴμεθα ὅμως ἡμεῖς οἱ προκαλέσαντες τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Δὲν δύναμαι ὡσαύτως ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως καὶ τὰ τελευταίως λεχθέντα περὶ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ἔκθεσιν περὶ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐνομίσαμεν ἀναγκαῖον νὰ ποιήσωμεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι αἱ βάσεις αὐτοῦ εἰσιν αἱ αὐταὶ μὲ τὰς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Ἐῤῥήθη ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ἐξηγεῖται ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεγράφη ἔσοδον κατὰ 2,000,000 περίπου ἀνώτερον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, τοῦ ἐξαγομένου ἐκ τῆς Ἑπτανήσου. Οἱ ποιήσαντες τὴν παρατήρησιν ταύτην δὲν ἐπρόσεξαν βεβαίως εἰς τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπάρχουσαν σημείωσιν, ἥτις δίδει τὸν λόγον τοῦτον μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκρινείας, μεθ’ ἧς καὶ ἡ ἔκθεσις, ἡ προτασσομένη τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Τίνα πληροφορίαν πληρεστέραν τῆς ἐν τῇ σημειώσει ταύτῃ περιεχομένης ἠδύνατο νὰ δώσῃ ὁ τὸ τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνάγεται ὁ φόρος οὗτος, διευθύνων, ὅστις εἶναι ὁ πρώην διευθυντὴς τοῦ τελωνείου Κερκύρας, δηλ. ὁ μᾶλλον ἁρμόδιος, ἵνα γνωρίζῃ τὸ κατὰ προσέγγισιν ἐκ τῆς Ἑπτανήσου ἐξαχθησόμενον ποσὸν ἐλαίου; Ἡ αὐτὴ σύγχυσις ἐπεκράτησε καὶ διὰ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διὰ τὸν ὁποῖον πολλάκις ἐζητήθησαν καὶ ἐδόθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ πληροφορίαι. Ὅπως ἐπεξηγεῖται ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἀναγραφὲν ποσὸν ὑπελογίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἀλλ’ ὁ ζητήσας τὰς πληροφορίας κ. Βουλευτής, λησμονήσας νὰ συνυπολογίσῃ καὶ τὰ ποσοστὰ τὰ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀνήκοντα, εὕρισκε λανθασμένους τοὺς μέσους ὅρους, καὶ ἐξηκολούθει, ἴσως δ’ ἐξακολουθεῖ εἰσέτι, ζητῶν συμπληρωτικὰς πληροφορίας. Ἐφέτος ἐζητήθησαν καὶ ἐδόθησαν τοσαῦται πληροφορίαι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅσαι οὐδέποτε εἶχον δοθῆ. Ἐὰν δὲ πράγματι ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλῃ νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ἔχει ἄφθονα τὰ μέσα, ὅσα ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπιτρέπει νὰ δοθῶσι.
§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀκαίρως τὸ ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ἀνεκινήθη· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐλέχθησάν τινα εἰς ἀπάντησιν τῶν προβληθέντων ὑφ’ ἡμῶν ἰσχυρισμῶν περὶ τῆς μὴ προσαγωγῆς τῶν ἀναγκαίων στοιχείων, ἅτινα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν προεξέλεγξιν τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἔλλειψις ἐκθέσεως εἰσηγητικῆς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 κατεδείχθη σπουδαιοτάτη ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αἱ ζητηθεῖσαι δὲ ὑπ’ ἐμοῦ πληροφορίαι δὲν ἐχορηγήθησαν εἰσέτι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Εἰς τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 ἀναγράφονταί τινα τῶν ἐσόδων μετὰ ὑποσημειώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ἀναγραφεῖσα ποσότης στηρίζεται εἰς τὸν μέσον ὅρον τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρατηρήσασα εὗρεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐσφαλμένον. Ὡς παράδειγμα φέρω τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ὁ φόρος οὗτος προϋπολογίζεται ἐπὶ πλέον τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν κατὰ 106,000 δραχμῶν· τοῦτο δὲ συμβαίνει εἰς πάντας τοὺς φόρους. Δὲν ἦτο βεβαίως ἐπιβεβλημένον εἰς ἕκαστον μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἀνατρέχῃ εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς προηγουμένων ἐτῶν, ἵνα καθορίσῃ τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἐσόδων. Τοὐναντίον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ συνυποβάλῃ μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔκθεσιν, δηλοῦσαν, τίνες εἶναι οἱ μέσοι ὅροι. Δὲν δύνανται δὲ πάντα τὰ ἔσοδα νὰ προϋπολογισθῶσιν ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ τῶν προηγουμένων ἐτῶν· ὑπάρχουσιν ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποδειχθέντων ἀποτελεσμάτων κατὰ τὸ ἀμέσως λῆξαν ἔτος, ὅπως εἶναι τὰ τῶν μονοπωλίων, τὰ τέλη τὰ εἰσαγωγικά, τοῦ χαρτοσήμου κλπ. Πῶς δυνάμεθα λοιπὸν νὰ γινώσκωμεν ἐπὶ τίνων βάσεων συνέταξεν ὁ Ὑπουργὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀφοῦ ἔκθεσις εἰσαγωγικὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ τὰ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν προηγουμένων ἐτῶν καὶ τῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν ἐστήριξε τοὺς ὑπολογισμούς του, ἀναφέρονται ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ αὐτοῦ ὁμιλίᾳ; Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ ἦναι ἀκριβὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 συνετάχθη ἐπὶ τῶν βάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, διότι τὰ ἀποτελέσματα παραλλάσσουσιν· οἱ μέσοι ὅροι εἶναι διάφοροι, δὲν δύναται δέ τις Ὑπουργὸς ν’ ἀντιγράφῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀφοῦ ἀποδεδειγμένη πλέον εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν αὐτῇ τῇ τυπικῇ καταρτίσει τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος τῶν ἀμέσων φόρων εἶναι ἀκριβεστέρα τῆς τῶν δημοσίων χρεῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ θεωρήσω τὰς πληροφορίας τοῦ τμήματος τούτου ἀξιοπιστοτέρας τῶν ἰδικῶν του. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ποῦ ἐβασίσθη ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος, προσκληθεὶς παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἔδωσεν εἰς αὐτὴν τοὺς μέσους ὅρους τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίσθη ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ φόρου τούτου. Ἠμφισβήτησαν ὅμως τινὲς τὰς πληροφορίας ταύτας, λησμονήσαντες νὰ συμπεριλάβωσιν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς των τὰ εἰς τὴν ὁδοποιίαν ἀνήκοντα ποσοστὰ τοῦ φόρου τούτου. Τὰ πλεῖστα τῶν ἐσόδων ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέσων ὅρων, οὓς αὐτὴ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ὑπολογίσει ἐν πίναξι, τοὺς ὁποίους εὗρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Εἴς τινας δ’ ἐκ τῶν φόρων, διὰ τοὺς ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναφερομένους λόγους, ἐφέραμεν τροποποιήσεις εἰς τὰ σχεδιασθέντα παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ σχέδια ταῦτα εἶναι τὰ ἀποῤῥιφθέντα.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου τοῦ ἐξαγομένου ἐκ τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἐπὶ ἄλλων τριῶν ἐσόδων εἰσηγάγομεν τροποποιήσεις εἰς τὰ σχέδια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Τὰ σχέδια δὲ ταῦτα ἡ ὑπηρεσία παρουσίασεν εἰς ἐμὲ ὡς μελέτην τοῦ προκατόχου μου. Δυσκολεύομαι δὲ νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἀπερχόμενος τοῦ Ὑπουργείου, ἔλαβε μαζύ του τὰ σχέδια τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ συνεννοήθη μὲ τὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως αὕτη μᾶς πλανήσῃ, παρουσιάζουσα ἡμῖν τὰ ἀποῤῥιφθέντα σχέδια.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφήκαμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὡς ἀνακριβῆ ἀπεῤῥίφθησαν, τὰ ἀκριβῆ τὰ ἐλάβομεν.
§60ΔΑΓΡΕΣ. Ἀφ’ ὅτου εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλήν, εἰς δύο περιστάσεις συνεκινήθην, καὶ συνεκινήθην εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἦμαι κύριος ἐμαυτοῦ. Ὅτε εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν ὁ κ. Ὑπουργός, παρέστησεν, ὅτι βιβλία δημοσίου χρέους δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ἐπὶ τούτῳ τμήματι· τοῦτο δὲν ἐπίστευσα, καὶ κατέφυγα εἰς εἰδικοὺς ἀνθρώπους, ἵνα μάθω τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἔμαθον δυστυχῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν. Ἡ συζήτησις ἐπανελήφθη καὶ σήμερον, καὶ ἠκούσατε, ὅτι βιβλία δὲν ὑπάρχουν. Ἠκούσατε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι βιβλία ὑπάρχουν, ἀλλὰ δὲν ἐγγράφονται τὰ χρέη τὰ μὴ ἐκκαθαρισθέντα, ἄρα ἐγγράφονται τὰ καθαρισθέντα. Ἐρωτῶ, εἶναι ταῦτα ἐγγεγραμμένα; καὶ μανθάνω ὅτι δὲν εἶναι. Τὸ τοιοῦτον ἀφίνω εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐκτιμήσητε.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπεκράτησεν ἐν τῇ λογιστικῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν ἄλλων ἐθνῶν, καὶ μάλιστα τῶν ἐκδιδόντων δάνεια ἐπὶ τίτλοις ὀνομαστικοῖς, ἡ τήρησις ἑνιαίου βιβλίου δημοσίου χρέους, τοῦ μεγάλου βιβλίου· τοιοῦτον βιβλίον παρ’ ἡμῖν δὲν κατηρτίσθη μέχρι τοῦδε, διότι τὰ τοῦ δημοσίου χρέους παρ’ ἡμῖν δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ τίτλων ὀνομαστικῶν, ἦσαν δ’ ἕως πρό τινων ἐτῶν τοσοῦτον στοιχειώδη, ὥστε δὲν εἶχε θεωρηθῆ ἀναγκαῖα ἡ τοιαύτη τῶν κατ’ αὐτὸ λογιστικὴ συγκέντρωσις. Τὰ ἐκκαθαρισμένα χρέη εἶναι παρ’ ἡμῖν ἀναγεγραμμένα ἐν βιβλίοις, καί, ὡς εἶπον, ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακες τῆς ληψοδοσίας ἑνὸς ἑκάστου δανείου, ἐπισήμως πιστοποιημένοι διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῶν οἰκείων τμηματαρχῶν. Περὶ τούτων οὐδὲν ὑπάρχει τὸ ἐκκρεμὲς ἢ τὸ ἐλλιπές· τὰ μὴ ἐκκαθαρισμένα δάνεια δὲν δύνανται νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν βιβλίῳ ὁριστικῷ. Ἐπειδὴ δὲ ἤδη ἤρξατο τὸ δημόσιον χρέος καθιστάμενον σπουδαῖον, ἐπέστη ἡ ὥρα, ὅπως καταρτίσωμεν ἑνιαῖον βιβλίον τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ μέγα βιβλίον, οὗτινος ἡ τήρησις δὲν ἦτο ἀναγκαία, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνάπτυξις τοῦ δημοσίου χρέους ἦτο εὐτυχῶς περιωρισμένη.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον.
§63ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ καθῆκόν μου ἤδη, ὅτε εἶναι κατάλληλος ἐποχὴ, νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν. Παρακαλῶ δὲ, ἡ πρότασίς μου νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 130).
§65ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ τελευταῖος κανονισμὸς τῆς στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν εὐελπίδων καθὼς καὶ τῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων τάσσει πάντας τοὺς μαθητὰς εἰς ἴσην πληρωμὴν διδάκτρων, ἐνῷ πάντες οἱ προηγούμενοι κανονισμοὶ ὥριζον διαφόρους τάξεις διδάκτρων, ἀναλόγως τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσήνεγκον οἱ πατέρες τῶν κατατασσομένων εἰς τὴν Σχολήν. Συνεπῶς ὑποβάλλω πρότασιν νόμου περὶ ὁρισμοῦ διδάκτρων τῶν ἐν τῷ στρατιωτικῷ σχολείῳ τῶν εὐελπίδων ὡς καὶ τῷ τῶν δοκίμων ἐκπαιδευομένων νέων.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 131). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς δήμων τινῶν τῆς Μεγαρίδος, Αἰγίνης καὶ Λεβαδείας.
§67ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν τεθῇ τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, θὰ εἴπω δύο λέξεις, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἀφοῦ εἶμαι καὶ μέλος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Θέλω δώσει ψῆφον ἀκυρωτικὴν τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἐκλογῶν, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Μόλις ἐφθάσαμεν εἰς Λεβαδείαν, ἐγνωρίσαμεν εἰς τὸν κ. Μπουφίδην καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ κ. Λάππα τὸν σκοπὸν τῆς μεταβάσεώς μας, καὶ παρεκαλέσαμεν αὐτοὺς νὰ μᾶς ὑποδείξωσι πρόσωπα πρὸς ἐξέτασιν. Ἐπρόκειτο, ὡς γνωστὸν, περὶ τῶν δήμων Λεβαδείας, Ὀρχομενίων καὶ Πέτρας. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸν δῆμον Λεβαδείας, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ κ. Λάππα μᾶς εἶπον, ὅτι ἔλαβον αὐτόθι χώραν αἱ συνήθεις παρεκτροπαὶ τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες ἐγένοντο ἐν ὅλαις ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ δὲν περιέχουσιν αὐταί τι τὸ ἐξόχως σκανδαλῶδες, ὡς εἰς τοὺς ἄλλους δύο δήμους, καὶ μᾶς εἶπον ὅτι δὲν θὰ στείλωσιν ἡμῖν πρόσωπα πρὸς ἐξέτασιν. Ἐκ τῆς μερίδος ὅμως τοῦ κ. Μπουφίδου ἦλθον πέντε ἢ ἓξ πολῖται ἐκ τῶν κατοίκων Λεβαδείας, καὶ μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν συνέβη κἀμμία παρανομία εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν καὶ ἀπεφάνθημεν ἡμεῖς συνεπῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει αἰτία ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Λεβαδείας. Εἰς τὸν δῆμον Ὀρχομενίων προσῆλθον πλέον τῶν εἴκοσι χωρικῶν καὶ κατέθεσαν ἡμῖν, ὅτι «οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρίας Κωπαΐδος ἐπενέβησαν εἰς τὰς ἐκλογὰς, συνοδευόμενοι ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν, περιέτρεχον τὰ χωρία καὶ ἐψηφοθήρουν ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀπειλοῦντες τοὺς χωρικοὺς, ὅτι, ἐὰν δὲν ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων, θὰ τοὺς ἀποβάλωσιν ἐκ τῶν ἀγρῶν, καὶ ἂν ἔχωσιν αὐτοὺς ἐσπαρμένους, καὶ θ’ ἀπαγορεύσωσι τὴν βοσκὴν τῶν ζώων αὐτῶν. Ὅστις ἐκ τῶν χωρικῶν ἀντέλεγεν, ἐδέρετο ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν, διότι ἡ ἑταιρία εἶχεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της εὐζώνους, τοὺς ὁποίους αὐτὴ ἐπλήρονεν. Ὑπεχρέωσαν τοὺς χωρικοὺς νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας ἀκολουθοῦντες τοὺς κομματάρχας τῆς Συμπολιτεύσεως, κατὰ δὲ τὴν ψηφοφορίαν παρετήρουν τὰς χεῖρας τῶν χωρικῶν, ἵνα ἴδωσι, πῶς ἤθελον ψηφίσει. Οἱ χωρικοὶ, πάντες μὲν σχεδὸν ἠναγκάσθησαν ν’ ἀκολουθήσωσιν αὐτοὺς εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, οἱ δὲ ἁπλούστεροι καὶ νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν, διὰ τὸν φόβον μήπως ἐννοηθῶσι ψηφίζοντες ἄλλους καὶ ἀποβληθῶσιν ἐκ τῶν ἀγρῶν. Πλὴν τούτου ὅμως, οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρίας εἶχον διακηρύξει, ὅτι, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ εἰς τὸ Ναὶ τῶν καλπῶν τῶν τότε κυβερνητικῶν ὡρισμένος ἀριθμὸς ψήφων, ἤθελον πιστεύσει, ὅτι τοὺς ἠπάτησαν ὅλοι οἱ χωρικοί, καὶ ἤθελον τιμωρήσει ὅλους διὰ τῆς ἀποβολῆς ἐκ τῶν ἀγρῶν. Διὰ τοῦτο ἠναγκάζοντο νὰ ψηφίζωσιν ὑπὲρ ἐκείνων οἱ πλεῖστοι. Διὰ τοῦτο ἔλαβον εἰς τὸ Ναὶ οἱ τότε κυβερνητικοὶ ψήφους 250, ἀντὶ νὰ λάβωσι 50 μόνον, καθόσον εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν ὁ Μπουφίδης δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν, ἐπειδὴ ὡμίλησεν ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας καὶ κατὰ τῶν δικαιωμάτων τῶν χωρικῶν. Οἱ ψηφοθηροῦντες ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρίας ἦσαν ὁ Πλούταρχος Νάκος, συγγενὴς τοῦ Μπουφίδου, ὁ ἔχων ἀπόλυτον ἐξουσίαν νὰ διαθέτῃ κατὰ βούλησιν τοὺς ἀγρούς, ὁ Εὐθύμιος Κορόζος καί τις Μπαϊρακτάρης, ὅστις καὶ παρίστατο ἔξωθι τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας. Προσέτι δὲ ὁ εἰσπράτωρ τοῦ Δημοσίου Ὀδυσσεὺς Μέγας περιέτρεχε τὰ χωρία καὶ ἐψηφοθήρει ὑπὲρ τῶν τότε ὑπουργικῶν, μεταχειριζόμενος πᾶσαν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του πίεσιν, ἢ παρέχων πᾶσαν εὐκολίαν.» Ταῦτα κατέθεσεν ὁ Ἰωάννης Ζυγούρης, ἐκ τοῦ χωρίου Πετρομαγούλας, καὶ τὰ ἐπανέλαβεν ὁ Ἰωάννης Δούμας, προσθεὶς ὅτι ὁ Θανασούλας, ὁ ὑπάλληλος τῆς Ἐφορίας, ἐψηφοθήρει ὑπὲρ τῶν τότε ὑπουργικῶν, περιτρέχων τὰ χωρία μετὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἑταιρίας καὶ τῶν στρατιωτῶν. Καὶ τὰ ἐπανέλαβεν ὁ Γ. Μούσας προσθεὶς, ὅτι «ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς τοὺς Δηλιγιαννικοὺς τοὺς ἐμπόδιζον ἀπὸ τοῦ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τοὺς ἀγρούς των καβάλλα, τοὺς ἔδερον δὲ καὶ τοὺς ὑπεχρέουν νὰ πληρόνωσι δραχμὰς 3 δι’ ἕκαστον ζῶον, ὡς ἐν παραδείγματι τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὸν ἀδελφόν του τοὺς ἐκτύπησεν ὁ ἀνθυπομοίραρχος Ζάχος· ὅτι αἱ ἀπειλαὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἑταιρίας ἔφερον ἀποτέλεσμα, διότι ἐκ προηγουμένων ἦτο γνωστὸν ὅτι ἐξετελοῦντο· ὅτι ὁ Θανασούλας ἦτο καὶ ἀντιπρόσωπος ἐπὶ τῶν καλπῶν· ὅτι ἐντὸς τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρίας παρετήρουν τοὺς χωρικοὺς εἰς τὰς χεῖρας· ὅτι αἱ ἐνέργειαι τῆς ἑταιρίας ἐπηρέασαν διακοσίους ψηφοφόρους· καὶ ὅτι τὸ Σάββατον, παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς, ἦλθεν ὁ λοχίας Πλούμης καὶ εἶπεν αὐτῷ, ὅτι, ἂν ὁμιλήσῃ ὑπὲρ τῶν ἀντιπολιτευομένων, θὰ τὸν τσακίσῃ!» Καὶ ἐπανέλαβε τὰ αὐτὰ ὁ Ἰωάννης Τσιγαδᾶς, προσθεὶς ὅτι, «ὅστις ἐφαίνετο ψηφίζων ὑπὲρ τῶν ἀντιπολιτευομένων, ἐσημειοῦτο ὑπὸ τοῦ Εὐθυμίου Κορόζου, ὅστις ἔλεγεν αὐτῷ: «θὰ τὰ βροῦμε!», οἷον τοῦ Μούσα κλπ. ὅτι δὲ εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν δὲν ἀγαπᾶται ὁ Μπουφίδης, διότι ὑπεστήριξε τὴν ἑταιρίαν, ἥτις καταστρέφει τοὺς χωρικούς.» Καὶ τὰ ἐπανέλαβεν ὁ Ἰωάννης Μούσας, προσθεὶς ὅτι ὁ Κορόζος καὶ ὁ Θανασούλας κατὰ τὰς περιοδείας των πρὸς ψηφοθηρίαν ἐκράτουν βιβλίον καὶ ἐσημείοναν, τίνες ἦσαν ὑπουργικοὶ καὶ τίνες ἀντιπολιτευόμενοι, ἵνα τιμωρήσωσι τούτους, καὶ ὅτι αὐτὸν τὸν ἔδειρεν ὁ ἀνθυπομοίραρχος Ζάχος, διότι δὲν ἤθελε νὰ συμβληθῇ μετὰ τῆς ἑταιρίας διὰ τὰ χωράφια. Πάντες δὲ οἱ ἐξετασθέντες κατέθεσαν ὅσα καὶ ὁ πρῶτος, καὶ προσέθεσαν ἕκαστος εἰδικάς τινας περιστάσεις. Ἐκ τῆς μερίδος τοῦ κ. Μπουφίδου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Ὀρχομενίων, προσῆλθον 5–6 πρόσωπα καὶ μᾶς εἶπον ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι ἀληθῆ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐνηργήθη νομίμως. Ἐκ τοῦ δήμου Πέτρας, ἐκ τῆς μερίδος τῆς νῦν Κυβερνήσεως προσῆλθον 15 πρόσωπα περίπου καὶ ἐβεβαίωσαν τὰ αὐτὰ περὶ τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος, καὶ πάντα τὰ ἐν τῷ τεύχει τῶν ἐκλογικῶν ἐκθέσεων ἀναφερόμενα περὶ τῶν ἐπεμβάσεων τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. Καὶ λέγει ὁ Ἀναγνώστης Παπαχαραλάμπους....
§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά· τὰ ἠκούσαμεν.
§69ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐξηντλήθησαν πάντα ταῦτα κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν.
§70ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· τὰ παραλείπω. Ἐκ τούτων ἐμορφώσαμεν γνώμην, ὅτι ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ. Δὲν εἶναι δὲ αὐταὶ μόνον αἱ πληροφορίαι· τὰς πληροφορίας αὐτὰς τὰς ἐλάβομεν ἐν μεγίστῃ λεπτομερείᾳ καὶ ἀπὸ διαφόρων ἄλλων προσώπων, μετὰ τῶν ὁποίων ὡμιλήσαμεν ἐν Λεβαδείᾳ, ἀλλὰ κυρίως τὴν πεποίθησίν μας ἐνίσχυσαν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωκαν καθ’ ὁδὸν χωρικοὶ καὶ ἄλλοι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ξένοι τοῦ τόπου ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον ποῖοι εἴμεθα, καὶ ἑπομένως δὲν ἐγνώριζον εἰς τί ἤθελον χρησιμεύσει αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδιδον. Ἐν παραδείγματι, εἰς τὸ χάνι τοῦ Κουρμπᾶ εὕρομεν 15 πρόσωπα, ξένους σχεδὸν ὅλους, Ἠπειρώτας, Πειραιεῖς, Καρυστινούς, Ἀνδριανουπολίτας. Αὐτοὶ δὲν ἐγνώριζον ποῖοι ἤμεθα· ὡμιλήσαμεν μετ’ αὐτῶν περὶ διαφόρων πραγμάτων, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς ἐπιτηδείως, ἵνα μὴ μᾶς ἐννοήσωσιν. Αὐτοὶ πάντες μᾶς ἐβεβαίωσαν ἐν μεγίστῃ λεπτομερείᾳ ὅσα μᾶς εἶπον κατόπιν οἱ χωρικοὶ ἐν Λεβαδείᾳ. Τότε ἐμάθομεν ἀπὸ ἕνα Ἠπειρώτην, ὅτι εἶναι δύο ἑταιρίαι, μία Ἀγγλικὴ καὶ μία Γαλλικὴ, ἡ Ἀγγλικὴ ἐπὶ τῶν ἔργων τῆς ἀποξηράνσεως, ἡ Γαλλικὴ ἐπὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν χωραφίων, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ δὲν ἐπενέβη παντάπασιν, ἀλλ’ ἡ Γαλλικὴ ἔκαμε τὰς ἐπεμβάσεις. Ὁ παντοπώλης, Θηβαῖος τὴν πατρίδα, μᾶς ἐβεβαίωσε καὶ οὗτος τὰ αὐτά. Ἦλθον καὶ δύο ἄλλοι χωρικοὶ ἐκεῖ, ὁ εἷς ἐκ τοῦ χωρίου Μάζι καὶ ὁ ἕτερος ἐκ τοῦ χωρίου Σάχο, καὶ μᾶς ἐβεβαίωσαν τὰ αὐτά· ἦτο καὶ εἷς χωρικὸς ἐκ τῆς μερίδος τοῦ κ. Μπουφίδου· τὸν ἠρωτήσαμεν, τί λέγει αὐτὸς, καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι «αὐτὰ εἶναι ψεύματα, ὁ κ. Μπουφίδης ἔχει ἐπιῤῥοήν»· ἀλλ’ ὅλοι οἱ ἄλλοι τὸν ἀπέκρουσαν σφοδρῶς, καὶ τῷ εἶπον, ὅτι ὁ Μπουφίδης ὑποστηρίζεται μόνον ἀπὸ τοὺς κλέπτας, διότι τοὺς ἠθώωνε εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον καὶ τὸ Κακουργιοδικεῖον· καὶ ἔφυγεν ὁ χωρικὸς οὗτος κακῶς. Κατὰ τὴν ἐπιστροφὴν ἀπηντήσαμεν εἰς τὸν δρόμον τὸν Σωτήριον Μεγάλον, καλλιεργοῦντα τὸν ἀγρόν του· τὸν ἠρωτήσαμεν περὶ τῆς καλλιεργείας του, κατόπιν ἕως ποῦ ἐκτείνεται ἡ λίμνη, τί εἶναι αὐτὰ τὰ σημεῖα τὰ ἄσπρα, τὰ ὁποῖα ἐβλέπομεν, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι τὰ ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τεθέντα ὅρια κλπ. Ἐκ τούτου ἠρχίσαμεν τὴν ὁμιλίαν περὶ τῆς ἐκλογῆς, καὶ μᾶς ἐβεβαίωσε καὶ αὐτὸς ὅλας τὰς ἐπεμβάσεις. Ἦλθεν ἐκεῖ καὶ εἷς χωρικὸς ἐκ τοῦ χωρίου Μαυρομμάτι, ὁ ὁποῖος μᾶς τὰ ἐβεβαίωσεν· ἠρωτήσαμεν τοῦτον, ἐὰν αὐτὸς ἔχῃ χωράφια λάβει ἐκ τῆς ἑταιρίας, καὶ μᾶς εἶπε: «ποῦ μὲ ζυγόνουν ἐμένα, ὅπου μὲ ξέρουν, ὅτι εἶμαι φίλος πιστὸς τοῦ Πετούση!» Πλὴν τούτων ὁ Εἰρηνοδίκης Λεβαδείας ἦλθε καὶ μᾶς ἐπεσκέφθη, ἐν ταῖς ὁμιλίαις δὲ, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν,—σημειώσατε δὲ, ὅτι εἶναι οὗτος τρικουπικώτατος,—μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος ἐπενέβη εἰς τὰς ἐκλογάς, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἄλλως, ἀφοῦ εἶχε μέγα συμφέρον νὰ ἐπιτύχῃ τὸ κόμμα τοῦ κ. Τρικούπη. Πλὴν τούτου μᾶς εἶπε: «δὲν εἶναι ζήτημα, δὲν ἐπιδέχεται ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἐπέμβασις τῆς ἑταιρίας ἔφερεν ἀποτέλεσμα εἰς τὴν ἐκλογὴν, ἐπέδρασεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς»· καὶ μᾶς προσέθηκεν, ὅτι ὑπηρέτησεν εἰς πλείστας ἐπαρχίας, ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν εἶδε νὰ ἐπηρεάζωνται οἱ χωρικοὶ τοσοῦτον ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ὅσον ἐν Λεβαδείᾳ. Λοιπὸν, Κύριοι, ὕστερον ἀπὸ τοιαύτας πληροφορίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δώσω ἀκυρωτικὴν ψῆφον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν τμημάτων τούτων; Ἐὰν εἴχατε σκοπὸν ν’ ἀποῤῥίψητε τὴν ἔκθεσίν μας, νὰ μὴ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας σᾶς ἐφέραμεν, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ μᾶς ἀναθέσητε τὴν ἐντολὴν ταύτην, ἡ ὁποία προϋποτίθησι καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην σας. Ἐὰν θέλητε νὰ συγχωρήσητε αὐτὰ τὰ ὄργια καὶ τὰ ἄλλα, τὰ χειρότερα, τῆς Αἰγίνης καὶ τῆς Σαλαμῖνος, συγχωρήσατέ τα, διὰ νὰ τοὺς καταστήσητε θρασυτέρους, διὰ νὰ τὰ ἐπαναλάβωσιν αὔριον χειρότερα. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς ὑποχωρήσεως καὶ ἐπιεικείας, δι’ αὐτῆς τῆς χλιαρότητός σας, κύριοι Ὑπουργοὶ, τοὺς κατεστήσατε θρασυτάτους, ὅπως τοὺς εἴδετε ἀπόψε καὶ καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἡμέρας, καὶ κατήντησαν οἱ καταστροφεῖς τοῦ τόπου νὰ παρίστανται ὡς κατήγοροι καὶ νὰ ἐλέγχωσιν ἡμᾶς μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀναισχυντίας!
§71ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται νὰ δώσωμεν ψῆφον, Κύριοι, καὶ κατὰ συνέπειαν ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν δημοσίᾳ, ποῦ στηρίζομεν τὴν ψῆφόν μας.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἠρώτησα χθὲς, τίς ἔχει τὸν λόγον, καὶ οὐδεὶς ἀπεκρίθη· συνεπῶς ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις· χθὲς ἐψηφίσαμεν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς δήμων τινῶν, σήμερον θὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τῶν ἄλλων· δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ ὁμιλήσητε.
§73ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον ὁμιλία.
§75ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.
§76ΤΙΝΕΣ. Δὲν δύνασθε (διάλογοι).
§77ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀπόφασίν μας, Κύριοι, ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης καὶ Σαλαμῖνος, ὅπου ἔλαβον μέρος ἐν τῇ ἐκλεχθείσῃ ἐπιτροπῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸς ἐξέτασιν τῶν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἐστηρίξαμεν ὄχι πλέον εἰς λόγους ἐκ μονομερείας ληφθέντας, ὄχι εἰς ἰδίας πληροφορίας, ἀλλ’ εἰς πράγματα, εἰς ἔγγραφα ἐπίσημα, τῶν ὁποίων ἐζήτησα τὴν τύπωσιν, κακῶς δὲ ἡ Βουλὴ ποιοῦσα, κατ’ ἐμὲ, δὲν ἐπέτρεψε τὴν τύπωσίν των, διότι, ἐὰν ἐτυποῦντο, ἤθελε φωτισθῆ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κόσμος περὶ τῶν λαβόντων χώραν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα καὶ λοιπὰς μαρτυρικὰς καταθέσεις. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ἡ ἐπιτροπὴ, στηρίζεται εἰς τὰ πράγματα καὶ τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὸ δίκαιον καὶ εἰς τὸν νόμον, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ συγχωρῇ τοιαῦτα αἴσχη, ἐὰν ἐπιθυμῇ τοῦ λοιποῦ αἱ ἐκλογαὶ νὰ ἐνεργῶνται ἐλεύθεραι, νὰ ἐκλέγωσιν οἱ ἐκλογεῖς τοὺς ἐκλεκτούς των, καὶ οὐχὶ αἱ Κυβερνήσεις διὰ τῶν ὑπαλλήλων των τοὺς ἰδίους αὑτῶν ὑποψηφίους. Ἐν Αἰγίνῃ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐνηργήθη ἡ ἐκλογὴ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου· ὁ ὑπομοίραρχος Σαραβέλας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀκόμη ὑπόδικος, ἔκαμεν ὄργια, ἔῤῥιψε 13–14 ἀνθρώπους σιδηροδεσμίους εἰς τὰς φυλακὰς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν· εἶναι σημειωμένα τὰ ὀνόματα αὐτῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὰ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): 1) Μιχ. Ἐμμανουήλ, 2) Γ. Δημόπουλος, 3) Παῦλος Καβάτουλας, 4) Εὐάγγελος Μωραΐτης, 5) Κωνστ. Μαλτέζος, 6) Σπυρ. Πετρίδης, 7) Ἀλέξ. Δημόπουλος, 8) Ἀλέξ. Μπίτσος, 9) Θεμιστ. Καβακλῆς, 10) Νικ. Πανούλης, 11) Γ. Γαρούφαλος καὶ 12) Ἰω. Κακάμπαης.» Αὐτὰ μὲν, Κύριοι, εἶναι τὰ λαβόντα χώραν εἰς τὸν δῆμον Αἰγίνης. Εἰς δὲ τὸν δῆμον Σαλαμῖνος τοῦτο καὶ μόνον ἀποδεικνύεται ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι προσελήφθησαν ἐν Ναυστάθμῳ ὡς θερμασταὶ ἄνθρωποι χερσαῖοι, οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχοντες καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ὑπηρετήσωσιν, 8 τὸν ἀριθμόν: 1) Γεώρ. Ἰω. Θεοχάρης, 2) Ἰω. Παπαστυλιανοῦ Θεοχάρης, 3) Δημ. Κ. Ζαφείρης, 4) Μιχ. Ἐμμ. Κασιμάτης, 5) Δημ. Ἰω. Σκλαβοῦνος, 6) Παναγ. Δημ. Παπαγεωργίου, 7) Σταῦρος Γεωρ. Διολῆς καὶ 8) Νικόλ. Ἀρ. Μαργαρίτης ἐπλήρωσαν δὲ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, ἐναντίον τοῦ νόμου τοῦ λογιστικοῦ, ἄρθρ. 34, χρήματα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, περὶ τὰς 2 χιλιάδας δραχμῶν, εἰς 570 καὶ ἥμισυ ἡμερομίσθια, ἀπὸ 3½ καὶ 4 δραχμὰς εἰς ἕκαστον ἄτομον, ὁ δὲ κ. Κόγκας ἔφορος, τὸν ὁποῖον ἀναφέρομεν εἰς τὴν ἔκθεσίν μας, ἀπέστειλε νὰ ψηφοφορήσωσι μὲ σημαίαν ἀναπεπταμένην ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν περὶ τοὺς 70 Σαλαμινίους ἀνθρακεῖς, ἐργαζομένους εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του. Περὶ τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἀναφέρομεν ὅτι ἔλαβον μέρος εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἐρωτήσαντες, ἐὰν λ. χ. ὁ Ἀναγνωστόπουλος, ὁ Καλούδης καὶ λοιποὶ ὑπάλληλοι, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὰς ἐκλογὰς, εἶχον ζητήσει ἄδειαν παρὰ τῶν προϊσταμένων των Ὑπουργῶν, ὅπως μεταβῶσιν εἰς Αἴγιναν καὶ παραστῶσιν εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἐλάβομεν τὴν ἀπάντησιν ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, ὅτι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἀρχείων τῶν Ὑπουργείων τούτων, οὔτε ἔγγραφος οὔτε προφορικὴ ἄδεια ἐδόθη εἰς αὐτούς. Ἐπείσθημεν λοιπόν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἀμφοτέρων τῶν δήμων εἶναι ἄκυροι, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ κηρύξῃ αὐτὰς ἀκύρους, βασιζομένη εἰς τὰ πράγματα, τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ δίκαιον. Οὕτως ἀποφασίζουσα ἡ Βουλὴ, ἀκυροῦσα δηλ. τὰς ἐκλογὰς ταύτας, ὑποστηρίζει τὸ κράτος τῶν νόμων, καὶ δίδει μάθημα εἰς τοὺς ἀθετοῦντας αὐτοὺς, ὅτι τοῦ λοιποῦ πρέπει νὰ σέβωνται τοὺς νόμους τῆς πατρίδος των.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, συνεπείᾳ αἰτήσεως διῃρέθη τὸ ζήτημα τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης, ἵνα ἐρωτηθῇ πρῶτον ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἦναι ἔγκυρος ὡς πρὸς τὸν κ. Συγγρόν. Ἑπομένως θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Αἰγίνης ἦναι ἔγκυρος ὡς πρὸς τὸν κ. Συγγρόν.
§79ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει περισσοτέρας ψήφους ἀπὸ τὸν κ. Συγγρόν. Διατί νὰ μὴ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ κ. Σκουζές;
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ζητήματα τίθενται ἐπὶ τῇ βάσει αἰτήσεων. Ἐὰν καὶ σεῖς ὑποβάλητε αἴτησιν, θὰ γείνῃ ἡ διαίρεσις.
§81ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατόπιν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Αἰγίνης εἶναι ἔγκυρος ὡς πρὸς τὸν κ. Συγγρὸν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.... Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
§83ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἄτοπος ἡ θέσις τοῦ ζητήματος· διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ δώσῃ ἀρνητικὴν λύσιν, τότε ἀκυροῦμεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Συγγροῦ, πρὶν ἢ ἡ ὅλη ἐκλογὴ δικασθῇ· εἶναι ἄτοπος ἡ θέσις τοῦ ζητήματος καθ’ ἑαυτήν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, τί θέλετε ἀκριβῶς.
§85ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγω. Ὅταν θέσητε μεμονωμένως τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, πράττετε ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐξελέγχεται ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι, ἐν περιπτώσει ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν κ. Συγγρὸν, κατόπιν, ὅταν ἐξελεγχθῇ ἡ ὅλη ἐκλογὴ, καὶ ἡ Βουλὴ εἴπῃ ὅτι αὕτη εἶναι ἐπικυρωτέα, εὑρίσκεσθε εἰς τὸ ἄτοπον τὸ πρῶτον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει συνάμα νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία ὡς πρὸς ὅλους περὶ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἠθέλησα νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἡ ἐκλογὴ Αἰγίνης ὡς πρὸς ὅλους τοὺς λοιποὺς ὑποψηφίους ἦναι ἔγκυρος, ἀλλ’ ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ράλλης ἐπέμενε νὰ διαιρεθῇ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ ἐρωτηθῇ πρῶτον ἡ Βουλὴ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Συγγρόν.
§87ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι μόνον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς διαιρέσεως· ἕκαστας τῶν Βουλευτῶν δὲν δύναται νὰ ζητῇ τὴν διαίρεσιν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γενομένης αἰτήσεως, ὁ Πρόεδρος ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ. Ὁ Πρόεδρος λοιπὸν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐθεώρησε τὴν αἴτησιν νόμιμον, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ὑπέβαλεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· ἐὰν ἔχῃ τις ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Προέδρου, δύναται νὰ τὴν ὑποβάλῃ.
§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀντίῤῥησιν δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τις εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, παρακαλῶ,—ἀφοῦ μάλιστα εἴδετε ὅτι εἶναι ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας,—νὰ προκαλέσητε τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι κακῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα· τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τοῦ ἀκύρου, ὄχι περὶ τοῦ ἐγκύρου.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ζητήματα, προκειμένου περὶ ἐξελέγξεως ἐκλογῶν, πῶς πρέπει νὰ τεθῶσιν, εἶναι ἓν ἀντικείμενον ἀμφίβολον. Ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς προτείνει τὴν ἀκύρωσιν τοῦ τμήματος, ἐγένετο δὲ λόγος, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος, τὸ Προεδρεῖον ἐνόμισεν, ὅτι ἀπώτερον ζήτημα εἶναι τὸ τοῦ ἐγκύρου καὶ οὐχὶ τὸ τοῦ ἀκύρου.
§93ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀπωτέρω ζητήματος. Ἄν ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἴχομεν ζητήματα ἀπώτερα καὶ πλησιέστερα, βεβαίως θὰ εἴχετε ἐντελῶς δίκαιον. Πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ἡ ἐκλογὴ ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος· ὑπάρχει δὲ νόμιμον τεκμήριον, ἐκ τοῦ ὅτι ἀνεκηρύχθη τις Βουλευτὴς, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἐννοεῖ, θέτον τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ἐκλογὴ ἦναι ἔγκυρος...
§95ΠΕΡΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε διὰ ποίους ἐκ τῶν ἐπετυχόντων δὲν εἶναι ἄκυρος, καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ στείλῃ ἐπιτροπήν. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν νέαν συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν διὰ τὸν κ. Συγγρὸν ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος ἡ ἐκλογή. Περὶ τούτου εἶναι ἀποφασισμένον. Ἄν ἐγένοντο παραβάσεις, τοῦτο ἀφορᾷ μόνον ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπεστάλησαν αἱ ἐπιτροπαί.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη εἰσέτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λοιποὺς ἀνακηρυχθέντας, τοὺς ὁποίους δὲν ἀνεγνώρισεν ὡς Βουλευτὰς, δὲν ἀπεφάνθη, ἂν ἡ ἐκλογὴ τῶν δήμων, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπεστάλησαν ἐπιτροπαὶ, ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος.
§97ΠΕΡΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀμερίστως ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς· εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ διὰ πάντας ἐκείνους, δι’ οὓς ἐστάλη ἡ ἐπιτροπή;
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἐγένετο πρότασις νὰ χωρισθῶσι τὰ ζητήματα, καὶ ἀφοῦ ἐγένετο πρότασις τοιαύτη, τὰ ζητήματα χωρίζονται.
§99ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νομίζω καλὸν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀρχῆς ἠκολουθήσαμεν εἰς τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, ν’ ἀποφανθῶμεν δηλαδὴ, ἐὰν κατ’ ἀρχὴν εἰσιν ἔγκυροι ἢ μὴ αἱ ἐκλογαὶ, τὰς ὁποίας συζητοῦμεν, καὶ κατόπιν κατὰ πόσον ἐπηρεάζεται τὸ ἀποτέλεσμα ἑκάστου τῶν ὑποψηφίων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ δὲν εἶναι καὶ ὀρθὸν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Συγγρὸν, ἀφοῦ ὑπάρχει ὑποψήφιος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε ψήφους περισσοτέρας ἀπ’ αὐτὸν, διότι τότε θὰ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐπικυρώσῃ καὶ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔλαβε περισσοτέρας ψήφους ἀπὸ τὸν κ. Συγγρόν. Δέον λοιπὸν νὰ συνδυασθῇ καὶ ἡ θέσις τοῦ κ. Σκουζὲ μὲ τὴν τοῦ κ. Συγγροῦ, ὡς λαβόντος τοῦ κ. Σκουζὲ περισσοτέρας τῶν τοῦ κ. Συγγροῦ ἐν τῷ νομῷ ψήφους· δὲν βλέπω δὲ καὶ τὴν ἐξαιρετικὴν θέσιν τοῦ κ. Συγγροῦ.
§100ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐκθέσεως δὲν ἔχει δίκαιον, νομίζων ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξέφερεν οἱανδήποτε γνώμην περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῶν ἐκλογῶν τῶν τμημάτων, περὶ ὧν πρόκηται. Ἡ Βουλὴ ἐξ ἐναντίας εἶπεν, ὅτι ἀναβάλλει νὰ ἀποφανθῇ, μέχρις οὗ ἐξετάσουν ἐπιτροπαὶ κοινοβουλευτικαὶ τὰ λαβόντα χώραν. Αὐτὸ καὶ μόνον ἀρκεῖ νὰ πείσῃ τὸν κ. Πεῤῥόν, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, φρονῶν ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξήνεγκεν οἱανδήποτε ἀπόφασιν, σχετικὴν πρὸς τὴν ἐκλογὴν ταύτην. Ἕτερος συνάδελφος ὑπέβαλε πρὸ ὀλίγου τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν καὶ ἐγὼ ἤθελον ἐπιμείνει εἰς τὴν διαίρεσιν τοῦ συνθέτου ζητήματος τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς ὅλων τῶν τμημάτων διὰ τοὺς πολλαπλοῦς ὑποψηφίους, θεωρεῖ ὅτι ἔπρεπε νὰ προταχθῇ τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Σκουζέ. Ἐγὼ οὐδένα ἠμπόδιζα νὰ ζητήσῃ καὶ ἐκεῖνος τὴν διαίρεσιν τῶν πολλαπλῶν ζητημάτων. Ἀλλὰ χθές, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεβλήθη ἡ περαιτέρω ἐκδίκασις τῆς ἐκλογῆς διὰ σήμερον, μόνος ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν αἴτησιν περὶ διαιρέσεως, ἐτέθη δὲ ἤδη εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Συγγροῦ· ὥστε ἀναγκαίως θὰ προταχθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ, διότι ἔλαβε τάξιν, ὡρίμασε πρότερον. Ἀλλὰ τίς ἐμποδίζει τὸν συνάδελφον νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὸν Σκουζέν; Μήτε ἐκ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἤθελε δώσει τις ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Συγγροῦ, δεσμεύεται διὰ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δώσῃ ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ κ. Σκουζέ. Ἀκριβῶς εἰς τοῦτο ἀφορᾷ ἡ διαίρεσις τοῦ ζητήματος, ν’ ἀποκτήσῃ ἕκαστος Βουλευτὴς τὴν ἐλευθερίαν νὰ ψηφίσῃ κατὰ πεποίθησιν περὶ τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐπιτυχόντων.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχον ἐρωτήσει πρὸ ὀλίγου τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ δι’ ἀναστάσεως, ἂν ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Αἰγίνης ἦναι ἔγκυρος ὡς πρὸς τὸν κ. Συγγρὸν, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα ἐθεωρήθη ἀμφίβολον.
§102ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐρωτήσητε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Αἰγίνης εἶναι ἔγκυρος ὡς πρὸς τὸν κ. Συγγρὸν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 79. Ἐκ τούτων 36 εἶπον Ναὶ, 34 Ὄχι, καὶ 9 ἠρνήθησαν ψῆφον....
§105ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀρτία ἡ ψηφοφορία.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν ὑπὲρ οὐδεμιᾶς γνώμης.
§107ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία.
§108ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν;
§110ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Δευτέραν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.